1885.11.14
998 στίχοι · 7.710 λέξεις · 67 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 14 Νοεμβρίου 1885.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι καθηγηταὶ καὶ φοιτηταὶ, φίλοι τῆς ἀρχαιότητος, ὑποβάλλουν ἀναφοράν, δι’ ἧς ἐκθέτουσι διὰ μακρῶν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ περὶ τῆς τιμωρίας τῶν περὶ τὰς ἀρχαιότητας ἀνομημάτων, παρακαλοῦσι δὲ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον.
§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἕν τῶν νομοσχεδίων, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν προφύλαξιν τῶν ἀρχαιοτήτων, ἔχει ψηφισθῆ εἰς δύο ἀναγνώσεις· ὥστε δὲν μένει παρὰ μία.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῇ;
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§5ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὁρίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία ἐπερώτησις τοῦ καταβάντος ἄρτι τὸ βῆμα συναδέλφου σκοπὸν εἶχε τὴν διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν οἰκοπέδων καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου. Τὰ ἐθνικὰ οἰκόπεδα, ἰδίως ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, διῆλθον διαφόρους περιόδους, ἐπειδὴ δὲ συνέβησαν καταχρήσεις καί τινα ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο ἰδιοκτησία τῶν ἁρπαξάντων αὐτά, αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἔλαβον εἰδικὴν πρὸς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν οἰκοπέδων πρόνοιαν. Ἡ πρόνοια αὕτη ἐξακολουθεῖ καὶ νῦν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Τμήματος, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν διοίκησιν καὶ διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς ἀρχαῖον καὶ πεπειραμένον ὑπάλληλον, δὲν ἔχω ἀφορμὴν διὰ νὰ μὴ πιστεύσω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν θέλει παραλείψει ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ πράξῃ, ἵνα σώσῃ τὰ ἐθνικὰ οἰκόπεδα ἀπὸ τῶν ἁρπάγων, τῶν μὴ ἐχόντων ἐπ’ αὐτῶν νόμιμον δικαίωμα. Ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν ὅμως τῶν γαιῶν ἐκείνων, αἵτινες περιλαμβάνουσιν ἀρχαιότητας, ἐὰν αὗται ἀνήκωσιν εἰς ἰδιώτας καὶ δὲν ἀνήκωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν χρῆσιν αὐτῶν πρὶν ἢ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν. Κατὰ τὸ παρελθὸν πολλάκις ἐκηρύχθησαν ἔνια τούτων ὑπὸ τῆς Διοικήσεως ἐν ἀργίᾳ, καὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ὑπὸ τοιαύτης ἐνεργείας εὐλόγων παραπόνων εἰς τοὺς νομίμους κτήτορας αὐτῶν, διότι δὲν ἐλάμβανον τὴν ὀφειλομένην αὐτοῖς ἀποζημίωσιν. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου τὸ Δημόσιον ἐφάνη γενναῖον καὶ κατέβαλε πολλὰς ποσότητας, καὶ ἐξηγόρασε πολλὰ τοιαῦτα οἰκόπεδα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως γνωρίζει λεπτομερέστερον τὰ τῆς ὑποθέσεως τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων ἐν Ἀθήναις, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνουσιν ἀρχαιότητας, ἀλλὰ κακοδιαθετῶν σήμερον, ὡς μοὶ ἀνήγγειλε πρὸ μικροῦ, δὲν παρίσταται εἰς τὴν συζήτησιν· ἐλπίζω ὅμως ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον θέλει σπεύσει νὰ δώσῃ πᾶσαν πληροφορίαν εἴτε πρὸς τὴν Βουλήν, εἴτε πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον. Τὸ δεύτερον ὅμως μέρος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ἡ ἐπερώτησίς του περὶ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου μοὶ φαίνεται ἀξία ἵνα μὲ ἀναγκάσῃ νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περιέχουσι τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῷ διορισμῷ τοῦ κυρίου Κοκκινοπούλου, περιέχουσι δὲ καὶ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῇ συμπεριφορᾷ αὐτοῦ. Καὶ ὁ μὲν ἔλεγχος ἐπὶ τῷ διορισμῷ τοῦ κυρίου Κοκκινοπούλου μοὶ φαίνεται ἄδικος. Καὶ ἀπετάθη μὲν ἀληθῶς πρὸς ἐμὲ πρὸ μικροῦ ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ παρεξήγησε μάλιστα τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα αὐτῷ ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι οἱ νόμοι εἰσήγαγον τὴν κατανομὴν τῆς ἐξουσίας καὶ εὐλόγως κατ’ αὐτὴν δὲ ἡ Ἀρχή, ἡ ἐπιτηροῦσα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα καὶ καταστέλλουσα τὰς παραβάσεις αὐτῶν, δὲν εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ὥστε, ὅταν ἀπήντησα εἰς τὸν κύριον Χοϊδᾶν, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος διὰ νὰ ἐνεργήσω τὴν παρ’ αὐτοῦ ζητηθεῖσάν μοι ἄμεσον παῦσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, δὲν εἶχον ἄδικον. Αἱ παρατηρήσεις, αἱ γινόμεναι ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κυρίου Κοκκινοπούλου, μοὶ φαίνονται, ὡς εἶπον, ἄδικοι. Ἔλαβον βεβαίως γνῶσιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ κύριος Κοκκινόπουλος. Τὸν κύριον Κοκκινόπουλον δὲν γνωρίζω προσωπικῶς· καθῆκον εἶχε καὶ ὁ προτείνας Ὑπουργὸς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ λαβόντες γνῶσιν τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, νὰ ἔχωσι περὶ τοῦ κυρίου Κοκινοπούλου ἰδέαν τινά, ἵνα κρίνωσιν ἂν ἔχῃ τὰ προσόντα. Ἀπετέλει ὅμως πλήρη καὶ ἀκριβεστάτην πληροφορίαν εἰς τοὺς μὴ γνωρίζοντας αὐτὸν τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε διορισθῆ Ἔπαρχος, καὶ ὅτι εἶχεν ἐκλεχθῆ καὶ Δήμαρχος.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωσερικῶν). Εἰς τρεῖς περιόδους.
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία μάλιστα ἰδιότης, ὅτι διετέλεσε Δήμαρχος, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀφῄρει πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ κύριος Κοκκινόπουλος δὲν ἔχει τὰ προσόντα ἵνα γίνῃ Ἀστυνόμος. Ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία κατὰ τὸν νόμον εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸν Δήμαρχον· ἂν δὲ ὁ διοριζόμενος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν πρέπει νὰ ᾖναι σεμνός, προσηνής, γλυκύς, πειστικός, ἀλλὰ καὶ σοβαρὸς καὶ αὐστηρὸς καὶ ἀμερόληπτος, τὰ προσόντα ταῦτα ἐνδεικνύει, ὅτι βεβαίως ἔχει ὁ δυνηθεὶς νὰ πείσῃ τοὺς συνδημότας του νὰ ἐκλέξωσιν αὐτὸν Δήμαρχον, καὶ μάλιστα δὶς ἢ τρὶς, ὡς ὁ κύριος Κοκκινόπουλος· διότι διὰ νὰ ἐκλεχθῇ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι καὶ προσηνὴς καὶ σεμνός, καὶ ἥμερος τὰ ἤθη καὶ τοὺς τρόπους, ἀλλὰ καὶ αὐστηρὸς καὶ ἀμερόληπτος εἶναι. Διὰ τοῦτο ἐπιτυχῶς ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας κατέστησε μεταξὺ τῶν ἄλλων προσόντων τοῦ Ἀστυνόμου καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ Δημάρχου. Ὅταν λοιπὸν ἐμάθομεν ὅτι ὁ εἰρημένος ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος εἶχε διορισθῆ Ἔπαρχος, διετέλεσε δὲ κατὰ τρεῖς περιόδους καὶ Δήμαρχος, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ διστάσῃ νὰ διορίσῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Κοκκινοπούλου ἦσαν ἄδικα. Αἱ εἰδικαὶ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ὁ κύριος Χοϊδᾶς, ὅτι ὁ κύριος Κοκκινόπουλος εἶχε διατελέσει μυλωθρὸς, ὅτι ὁ κύριος Κοκκινόπουλος εἶχε καταγγείλει ἄλλους ἐπὶ ἐγκληματικαῖς πράξεσιν, ὅτι ἡ καταγγελία δὲν ἀπεδείχθη, καὶ ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα παῦον πρὸς καιρὸν τὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν, εἶναι συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα εἶναι δύσκολον νὰ ἐξακριβώσῃ τις. Τώρα, ἦτο ἢ δὲν ἦτο μυλωθρός; Καὶ ἂν ἦτο μυλωθρὸς, ἀφοῦ ἐκ μυλωθροῦ κατώρθωσε νὰ ἐκλεχθῇ Δήμαρχος ἐπανειλημμένως, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς. Τὸ δεύτερον ὅμως μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν τοῦτο ὄργανον ἐφέρθη ἀπρεπῶς, δὲν λέγω πρὸς τὸν βουλευτὴν—διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ τὸν ἐγνώριζεν— ἀλλὰ πρὸς τὸν πολίτην, ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. Χοϊδᾶ εἶναι ἀξία ἐρεύνης· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐξετάσει καὶ πληροφορηθῆ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ, ἂν πραγματικῶς ὁ κ. Κοκκινόπουλος παρεξετράπη, εἰμὶ βέβαιος ὅτι θέλει προβῆ εἰς τὴν δικαίαν τιμωρίαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ προτοῦ ἐξακριβωθῇ ἡ ὑπόθεσις, κατηγγέλθη πρὸς ἐμὲ συνοδευθεῖσα μετὰ τῆς ἀπαιτήσεως ἵνα ἐντὸς τῆς ἡμέρας παυθῇ ὁ ἀστυνόμος, ὥστε εἶχον δίκαιον νὰ ἀπαντήσω ὡς ἀπήντησα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦλθε περὶ τὰ μέσα τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ, καὶ ἤκουσεν ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν τοῦτο ὄργανον κατηγορήθη ὅτι προσηνέχθη ἀπρεπῶς πρὸς τὸν κ. Χοϊδᾶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι θέλει ἐξετάσει τὰ περὶ τούτου καὶ δώσει τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν. Τὴν ἀπάντησιν ταύτην νομίζω, ὅτι ὤφειλον νὰ δώσω εἰς συνάδελφον προσφιλῆ, τὸν ὁποῖον ἐλύπησαν τὰ κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ πετρελαίου συμβάντα. Τῷ ὄντι κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ πετρελαίου παρεστάθη τελευταίως μεγάλη ζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσε τὸ τελευταῖον εἰσαχθὲν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον. Γενομένου γνωστοῦ ὅτι αὐξάνει ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου κατὰ 20 λεπτὰ, καὶ οἱ πρῶτοι καταναλωταὶ ἔσπευσαν νὰ προμηθευθῶσι πετρέλαιον, ὅπως ὀφεληθῶσι τὰ 20 λεπτὰ, καὶ οἱ ἔμποροι τοῦ πετρελαίου προσεπάθουν νὰ προμηθευθῶσιν ὅσον ἠδύναντο μεγαλείτερον ποσόν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ζητοῦντες νὰ ἀγοράσωσιν ἦσαν πολλοί, συνέβησαν δυσκολίαι κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ πετρελαίου, διότι συνωθεῖτο ὁ κόσμος. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς προχθὲς νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν σήμερον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα προκαλέσωμεν τὸν νόμον, ὅπως δημοσιευθῇ αὔριον καὶ ἀρθῶσιν αἱ αἰτίαι τοῦ συνωστισμοῦ τούτου. Περὶ τοῦ ἄλλου μέρους τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὸν διορισθέντα κλητῆρα τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχω οὐδεμίαν πληροφορίαν.
§10ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὶν εἰσέλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πρέπει νὰ κανονισθῇ ἡ ὥρα, διότι οἱ πλεῖστοι ἐρχόμεθα τὴν τρίτην ὥραν καὶ ἡ συνεδρίασις ἀρχίζει τὴν τετάρτην.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἔχει δίκαιον, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅλοι νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς τρεῖς.
§13ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιόν μου περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν μονογενῶν, πρωτοτόκων καὶ προστατῶν οἰκογενειῶν κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου, οὐδεὶς τῶν κκ. βουλευτῶν ἔφερεν ἀντίῤῥησίν τινα, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι θὰ ἀναφυῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρατεταμέναι καὶ παταγώδεις συζητήσεις ἐκ μέρους τινῶν βουλευτῶν πρὸς ἐπίδειξιν πατριωτισμοῦ, οὔτε ὅτι θὰ ριφθῇ σκοπίμως μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς προσεκάλεσε τοὺς ἀπαλλαγέντας, καθόσον, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον. Τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι βουλευταί, νὰ εἴπω ὅτι παρεξηγήθη, διότι δι’ αὐτοῦ ζητῶ τὴν μετάθεσιν αὐτῶν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ παρακαλῶ ἵνα μετὰ προσοχῆς ἀκούσητε τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ: «Ἄρθρ. 2. Οἱ ὡς ἀνωτέρω ἀπαλλασσόμενοι δύνανται ἐν καιρῷ πολέμου νὰ κληθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα πρὸς ἄσκησιν ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας των καὶ νὰ ἐπιφορτισθῶσι δι’ οἱασδήποτε στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τὰ περὶ τούτου κανονίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐν καιρῷ πολέμου». Ἑπομένως δὲν ζητῶ ἐξαίρεσιν, ζητῶ μόνον, ἵνα οἱ προστάται τῶν οἰκογενειῶν μεταβῶσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν· τὸ τοιοῦτον δὲ δὲν εἶναι οὔτε ἀπαλλαγή, οὔτε ἐξαίρεσις, ὅπερ προὐξένησε τόσην κακὴν ἐντύπωσιν εἴς τινας τῶν κυρίων βουλευτῶν. Οἱ φόροι δὲν πρέπει ἀνίσως νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν κοινωνίαν, πολλῷ μᾶλλον ὁ φόρος τοῦ αἵματος. Αἱ οἰκογένειαι, αἱ ἔχουσαι ἓν μόνον στήριγμα, δὲν πρέπει νὰ καταστραφῶσι, καὶ καταστρέφονται καὶ ἂν μὴ γίνῃ πόλεμος, ἀφαιρουμένου τοῦ μόνου αὐτῶν στηρίγματος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐκτελῶ καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ πρὸς τὰς οἰκογενείας, ἐπιμένων εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου μου, καθόσον, ὡς σᾶς ἐδήλωσα, δὲν ὡρμήθην ἐκ πνεύματος ἐγωϊστικοῦ, ὑποβαλὼν τοῦτο, καθόσον οὔτε υἱόν, οὔτε ἀδελφὸν ἔχω πρὸς ἐξαίρεσιν. Εὐελπιστῶ δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀποδεχθῇ τοῦτο βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ δικαίου.
§14ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζει τις τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου;
§16ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Φορέστης παρῃτήθη τῆς προτάσεώς του.
§17ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Δὲν παραιτοῦμαι. Ὑποστηρίζω οἱ προστάται τῶν οἰκογενειῶν νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνοφρουράν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Φορέστης καὶ εἶναι τυπωμένον....
§19ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν καλῶς ἐνόησα, ὁ κ. Φορέστης δὲν ἐννοεῖ ἀπαλλαγήν, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ χρησιμεύσωσιν οὗτοι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιόν του.
§21ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξα, ὅπως μετενεχθῶσιν οἱ προστάται οἰκογενειῶν εἰς τὴν Ἐθνοφρουράν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἀκούσητε. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνωσθῶσι νομοσχέδιά τινα περὶ χορηγίας πιστώσεών τινων κατεπειγουσῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν). (Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 5,600,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1885. Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως δραχμῶν 200,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1885. Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 105,065 τῆς χρήσεως 1885 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 363,665.24 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1885. Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000 διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας κλπ. Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν ὑποβρυχίων καλωδίων. Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1885). Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1885 ἐκ δραχμῶν 24,800. Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 2,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1885.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 40,000 πρὸς συνδρομὴν τῶν ἐκ πυρκαϊᾶς παθόντων κατοίκων Καρδίτσης.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἐτέθη εἰς τὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς πιστώσεως αὐτῆς καὶ ἡ ὑπογραφή μου· φρονῶ δὲ ἐπίσης, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἔχει τι τὸ ἐπεῖγον, καθόσον ἡ ἀνάγκη ὑπάρχει πρὸ τριῶν ἐτῶν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν ἀναβάλλεται καὶ ἀρχίζομεν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, ἤτοι περὶ τιμωρίας τῶν καταχρωμένων τὰ Δημόσια χρήματα.
§26ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§28Μ. ΛΑΠΑΣ. Ἄν ὁ κ. Ῥάλλης ἐγνώριζεν, ὅτι συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἐπὶ τῆς προτάσεώς του, ἴσως θὰ εἶχε δίκαιον νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη περὶ ἐμοῦ καὶ νὰ μὲ ὀνομάσῃ Καδῆν καὶ Ἀρχάγγελον (ἱλαρότης). Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἐξέφερα γνώμην. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν μου, μὲ ἠρώτησεν ἂν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ἐγὼ δὲ καταφατικῶς ἀπήντησα εἰς τὴν ἐρώτησίν του, καὶ ἀφοῦ κατεκρίθην παρὰ τοῦ προλαλήσαντος, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ὅτι δὲν παρέλειψα τὸ καθῆκόν μου ὡς εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἦλθεν εἰς τὸ Δικαστήριον· ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμὴν γνώμην· δὲν ἠδυνάμην νὰ τῷ ἀρνηθῶ. Μοὶ εἶπεν: ἔχω ὑπόληψιν εἰς ὑμᾶς, θέλω νὰ ἔχω τὴν γνώμην σας, διότι πρὸ πολλοῦ χρόνου σὲ γνωρίζω εἰς τὸ Στρατοδικεῖον νὰ φέρεσαι μετὰ δικαιοσύνης, καὶ μετὰ συνειδήσεως ἐκπληροῖς τὸ καθῆκόν σου. Κατὰ συνέπειαν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἐγὼ μετ’ αὐτοῦ μόνος ὤν, ἔδωκα εἰς αὐτὸν τὴν γνώμην, ἣν ἐζήτησεν, ἀφοῦ, ὡς μὲ διεβεβαίωσε, δὲν ἐπεθύμει νὰ ὑπερασπίζηται καταχραστὰς, διότι ἡ συνείδησίς του ἀπέκρουε τὸ τοιοῦτον. Οὕτω δὲ πράξας, νομίζω, ὅτι οὐδόλως προσέκρουσα εἰς τὸ καθῆκόν μου. Ἐγὼ, κύριοι, πάντοτε ἐν τῷ Στρατοδικείῳ, εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι, πάντοτε ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου μετὰ πάσης εὐσυνειδησίας, καὶ νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὸν ὁ κ. Ράλλης νὰ ἀποδώσῃ τοιαῦτα ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα δὲν ὤφειλε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ, καὶ ἀφοῦ γνωρίζει ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι ἐν τοῖς Στρατοδικείοις οὐδείς ποτε ἔμεινεν ἄνευ ὑπερασπίσεως.
§29ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνήγγειλε τὴν πρότασιν, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάπτυξιν σήμερον ἠκούσατε. Διὰ ταύτης προτείνει νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τοῦ ποινικοῦ νόμου, οἱ τιμωροῦντες τὸ ἔγκλημα τῆς καταχρήσεως τῶν Δημοσίων χρημάτων. Ἐπερίμενον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔμελλε ν’ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ προσεδόκων, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης ἤθελεν εἶσθαι γαληνιαία καὶ ἤρεμος καὶ ἁρμόζουσα εἰς ἐκείνους, οἵτινες συζητοῦσιν ὑποθέσεις, ἀναγομένας εἰς τὸ ποινικὸν δίκαιον, τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος ὁδηγὸς εἶνε ἡ φιλοσοφία. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τοσοῦτον ἔχει ζωηρὰν τὴν συνείδησιν τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ πράττεται πρὸς τὸ Κράτος ὑπὸ τῶν διαπραττόντων τὸ ἔγκλημα τῆς καταχρήσεως, ὥστε δὲν ἠδυνήθη ἀθορύβως νὰ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασιν αὐτοῦ· ὁ δὲ θόρυβος οὗτος παρώθησε τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς Πατρίδος του ὅπως δὲν προσῆκε, καὶ νὰ ἐκδράμῃ πέραν τῶν ὁρίων, ἃ ἡ συζήτησις διαγράφει εἰς αὐτόν. Ἠξίουν ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον, μετὰ τῆς ψυχραιμίας, ἥτις πρέπει νὰ κρατῇ ἐν τῷ νομοθετεῖν, καὶ μετὰ τῆς ἠρεμίας, ἣν ἐμποιεῖ εἰς ἕκαστον ὁ πόθος τοῦ ἀγαθοῦ, νὰ ἐπιλάβηται τοῦ ἔργου τῆς ἀναπτύξεως τῆς προτάσεώς του καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀφήσῃ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ πάντας ἡμᾶς, ἵνα συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς. Ἐλυπήθην δὲ ὑπὲρ ἄγαν, ὅταν ἤκουσα, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατελήφθη ὑπὸ τοσαύτης κατὰ τῶν ἀδικούντων τὸ Κράτος ἀγανακτήσεως, ὥστε ἐνόμιζον, ὅτι ἠγόρευε πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὴν τιμωρίαν σκοπεῖ ἡ πρότασίς του, ἀναγγείλας ἡμῖν, ὅτι ἐνόμιζεν ἑαυτὸν ἀνίκανον νὰ συμπράττῃ μετὰ τῶν ἀνδρῶν, οὓς ὑπήγαγεν ἴσως εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην. Δὲν εἶνε συγκεχωρημένον εἰς κανένα νὰ ἀδικῇ τοὺς ἄλλους. Βεβαίως εἶνε ἀρετὴ νὰ ἀγαπᾷ τις τὴν Πατρίδα του, καὶ ἀρετὴ, πρὸ τῆς ὁποίας ἵσταμαι πάντοτε εὐλαβής. Βεβαίως εἶνε ἀρετὴ νὰ βδελύσσηται τὸ ἔγκλημα, νὰ καταδιώκῃ τὰς πονηρὰς προαιρέσεις καὶ νὰ τυγχάνῃ διαρκῶς ἀδυσώπητος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐγένοντο ἕρμαιον τῶν ταπεινοτέρων αἰσθημάτων, ὥστε ἐτόλμησαν νὰ ἀδικήσωσι καὶ τὴν Πατρίδα των καὶ τοὺς συμπολίτας των. Ἀλλ’ ἡ ἀρετὴ αὕτη εἰς οὐδένα δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πράττῃ τι περισσότερον ἀπὸ ὅσα οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι, καὶ νὰ λέγῃ τι περισσότερον ἀφ’ ὅσα τὸ σέβας πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαγορεύει νὰ λέγωσιν. Εἶνε τῷ ὄντι ἀξία ἀγανακτήσεως παντὸς τιμίου καὶ εὐσυνειδήτου πολίτου ἡ ῥυπαρὰ πρᾶξις, ἣν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς προῃρεῖτο νὰ καταστείλῃ διὰ τῆς προτάσεώς του. Ἀλλὰ διατί δὲν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀφήσῃ εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ νὰ ἐρευνήσωσιν ἂν διὰ τοιούτου νομοσχεδίου δύναται νὰ κατασταλῇ ἡ ῥυπαρὰ αὕτη πρᾶξις; Διατί τοσοῦτον ἐπικρατεῖ ἐν ἑαυτῷ ἡ πεποίθησις, ὅτι μόνος οὗτος σκέπτεται ὀρθῶς καὶ κρίνει ὀρθῶς, οὕτω δ’ ἀμφισβητεῖ εἰς τοὺς συναδέλφους του τὴν προθυμίαν νὰ συμπράξωσιν ὅπως καταρτισθῇ τέλειον νομοθέτημα, δυνάμενον τῷ ὄντι νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς καταστολὴν πράξεων ῥυπαρῶν; Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπῆρξαν ποτὲ Κυβερνῆται, εἴτε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς καὶ δημοσίᾳ, εἴτε ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καὶ λάθρα, προστατεύσαντες τὸ ἔγκλημα καὶ ζητήσαντες νὰ περικαλύψωσιν αὐτὸ, συντελοῦντες μάλιστα εἰς καταστροφὴν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἤθελον εἶσθαι συμβεβηκὸς περιποιοῦν ἀτιμίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ τις, ὅτι τυγχάνει πεπεισμένος, ὅτι ἔν τινι ὡρισμένῃ περιπτώσει ὑπῆρξε τοιοῦτον δυσειδὲς φαινόμενον ἐν τῇ Πατρίδι ἡμῶν, καθ’ ὃ οἱ Κυβερνῆται τῆς Χώρας ἐζήτησαν νὰ περικαλύψωσι καὶ προστατεύσωσι πρᾶξιν τοσοῦτον ῥυπαράν. Ἐὰν ὅμως τὸ ἔγκλημα τοῦτο, τὸ εἰδικῶς προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἐφάνη εἰς αὐτὸν ἐπιπολάζον, ἐὰν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑκάστοτε συντελουμένων τοιούτων ἀξιοποίνων πράξεων ἐπείσθη, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια, διατί δὲν ἐπιτρέπει καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ τῷ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, ἐὰν ἡ πρότασίς του συντελῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, ἢ ἐὰν, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, ἐξασθενῇ τὴν δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος του, διότι καθιστᾷ αὐτὴν εὐάλωτον εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς φιλανθρωπίας; Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ἔγκλημα τῆς καταχρήσεως τῶν Δημοσίων χρημάτων ἐπλεόνασε τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου. Γνωρίζω μόνον, ὅτι μέχρι τινὸς χρόνου, ὀλίγον ἀπέχοντος ἀπὸ τοὺς χρόνους τούτους, ὅτι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἐμνημονεύετο ἡ Δημοσία διοίκησις αὐτῆς μετ’ εὐφημίας, διότι ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν διοίκησιν ἄλλων Χωρῶν ἐκρίνετο καὶ σεμνοτέρα καὶ ἠθικωτέρα. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου μέχρι σήμερον ἐξεπέσαμεν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ μεριμνήσωμεν εἰδικῶς περὶ τῆς καταστολῆς τοῦ ἐγκλήματος τῆς καταχρήσεως τῶν Δημοσίων χρημάτων, πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ τοιοῦτον ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς; Πρέπει νὰ μετατρέψωμεν τὴν συζήτησιν εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ νὰ λησμονήσωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ τῆς Πατρίδος ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς; Κατ’ ἐποχὴν μικρὸν ἀπέχουσαν ἀπὸ τῶν χρόνων τούτων, ἄλλο τι ἔγκλημα ἐπεπόλαζεν ἀληθῶς ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐχρησίμευεν εἰς τοὺς ἐχθροὺς αὐτῆς, ἵνα δυσφημῶσι τὸ ὄνομα τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Τὸ ἔγκλημα τάχα ἐκεῖνο εἶχεν ἐπιπολάσει, διότι αἱ ποιναὶ, ἃς διέγραφεν ὁ Ποινικὸς νόμος, ἦσαν μικραὶ καὶ ἐλαφραί; Ὁ ἴδιος κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι θανάτῳ ἐτιμωροῦντο ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ νόμου οἱ λῃσταί. Καὶ ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1835 τοιαύτην εἶχεν ἀναγράψει ὁ Ποινικὸς νόμος ποινὴν, πῶς ἡ λῃστεία ὑφίστατο διαρκῶς καὶ ἐπληθύνθη τοσοῦτον ἐν Ἑλλάδι μέχρι τοῦ 1855 καὶ 1856; Αἱ βαρεῖαι ποιναὶ δὲν καταστέλλουσι τὰ ἐγκλήματα. Νομίζει ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι, ἐὰν τιμωρήσωμεν θανάτῳ τοὺς καταχραστὰς Δημοσίων χρημάτων, δυνάμεθα νὰ ἠθικοποιήσωμεν τοὺς διαχειριζομένους τὰ Δημόσια χρήματα; Μήπως ἡ μικρὰ ποινὴ κατ’ αὐτὸν, ἡ ἐν τῷ Ποινικῷ νόμῳ, ἐνεθάῤῥυνεν αὐτούς; Ἢ μήπως ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι ἄλλη; Εἶναι ἡ μὴ ἐξεύρεσις τῶν καταχραστῶν, ἡ μὴ βεβαίωσις τοῦ ἐγκλήματος, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί σᾶς ὠφελεῖ, ἐὰν τὴν ποινὴν τῆς εἰρκτῆς μεταβάλητε εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου; Ἢ ἴσως, διὰ νὰ διατρέξητε καὶ τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ἂν συμβῇ ποτε νὰ συλλάβητε τὸν καταχραστὴν καὶ σύρητε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διὰ νὰ ἐμβάλητε τοὺς δικαστὰς εἰς ἀγωνίαν, εἰς τὴν ἀγωνίαν, εἰς ἣν τίθεται πολλάκις ὁ ἄνθρωπος, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ αἰσθήματος τοῦ φυσικοῦ τῆς φιλανθρωπίας; Τίς ἠμφισβήτησέ ποτε τὸν κανόνα τοῦ Οὐλπιανοῦ, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἰσπράττει ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ του, εἶναι κλοπιμαῖον; Τίς ἠμφισβήτησέ ποτε ὅτι τοιοῦτοι Δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουσι τὴν ἠθικότητα ἐκείνην, ἣν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἄνδρες, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθεται ἡ διαχείρισις τῶν κοινῶν; Καὶ ἂν ἔχητε τοιούτους λόγους, διατί δὲν σπεύδετε νὰ ἠθικοποιήσητε αὐτούς; Μὴ νομίζετε δὲ ὅτι ὑπηρετεῖτε τὰ κοινὰ ἢ σώζετε τὴν Πατρίδα ἀπὸ τοιαύτης λύμης, ἀναγράφοντες ποινὰς Δρακοντείους, τιμωροῦντες μὲ θάνατον τὸ ἔγκλημα, ὅπερ ἀφοῦ τιμωρεῖται μὲ θάνατον, θέλετε δυσκολευθῆ νὰ ἀνακαλύψητε καὶ βεβαιώσητε. Ἂς μὴ δυσανασχαιτήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ’ Ἀττικῆς, ἐὰν, σπεύδων εἰς ἐπικουρίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτίθεται, ζητῶ νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην του καὶ ζητῶ σπεύδων νὰ διαῤῥυθμίσω τὸ φρόνημα αὐτοῦ. Ἐὰν ὡς πολίτης βδελύσσωμαι τὸ ἔγκλημα, ὡς Κυβέρνησις ἔχω καθῆκον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους νὰ μεριμνῶ κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου ὁμολογουμένως, ἀγόμενος ὑπὸ ὀργῆς, θέλω δὲ ἐκπληρώσει αὐτὸ, σκεπτόμενος πῶς δύναμαι νὰ καταστήσω αὐτὸ ἀνέφικτον καὶ μάλιστα ἐν περιόδῳ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Δὲν μᾶς λείπουσι, κύριε συνάδελφε, αἱ ποιναὶ τοῦ νόμου· ἀρκοῦσιν αὗται διὰ νὰ καταστείλωσι τὰς πονηρὰς προαιρέσεις, διὰ ν’ ἀποδιώξωσιν ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν τοὺς ἀνεπιδέκτους ἠθικοποιήσεως, ἢ νὰ συμπληρώσωσι τὴν ἀτελῆ ἠθικότητα ἐκείνων, οἵτινες ὀλισθαίνουσιν ἐκ πλάνης εἰς τὰς τοιαύτας ἀξιοποίνους πράξεις. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ποινῶν, καὶ μᾶς ἀρκοῦσιν αἱ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἀναγεγραμμέναι. Ἔχομεν μόνον ἀνάγκην νὰ συλλαμβάνωμεν τοὺς ὑποπίπτοντας εἰς τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα καὶ νὰ τοὺς καταδιώκωμεν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Ἔχομεν ἀνάγκην πρωτίστως τῆς Δημοσίας διοικήσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἄγρυπνον ὡς Ἄργος τὸ ὄμμα, καὶ ὡς Κέρβερος νὰ φροντίζῃ διὰ νὰ προλαμβάνῃ τὰς καταχρήσεις τῶν Δημοσίων χρημάτων, καὶ κατ’ ἀνάγκην νὰ συλλαμβάνῃ καὶ καταδιώκῃ τοὺς εἰς τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα περιπίπτοντας. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κρατύνωμεν τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν ὑπηρετούντων τὰ κοινά. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐνδεικνύωμεν τὴν πρὸς ἠθικοποίησιν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνέργειαν τῶν Κυβερνώντων αὐτόν. Ἐὰν συνελήφθη ποτὲ καταχραστὴς Δημοσίων χρημάτων καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὴν δικαιοσύνην τοῦ αʹ ἢ τοῦ βʹ Στρατοδικείου, ὑμεῖς αὐτοὶ δὲν ἐπαραπονεῖσθε πρὸ μικροῦ; Ἀλλὰ διατί παραπονεῖσθε; διότι τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἀπέλυσεν αὐτὸν, οὐχὶ δὲ διότι τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν μικρὰν ποινὴν καὶ αὐτὴ δὲν ἤρκει νὰ καταστείλῃ τὸ ἔγκλημα. Ὑμεῖς αὐτοὶ πρὸ μικροῦ ἐλέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καθ’ ἑκάστην λαμβάνετε ἀνωνύμους ἐπιστολάς. Δὲν σᾶς δεικνύει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἀνεφέρατε, τί μᾶς ἐλλείπει; Τί ἐνδεικνύουσιν αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ, τὰς ὁποίας λαμβάνετε; Ἢ τί ἐνδεικνύουσιν αἱ ἑκατοστύες τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας καθ’ ἡμέραν λαμβάνω ἐγώ;
§32ΧΟΪΔΑΣ. Ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ καταγγείλω.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ θάῤῥος αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχωμεν, καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν νὰ φροντίζωμεν ἵνα βεβαιώνηται τὸ ἔγκλημα· διότι, ὅταν λείπῃ τὸ θάῤῥος διὰ νὰ κατατίθενται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦσι τὴν τέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, τί νὰ σᾶς κάμῃ ἡ Δικαιοσύνη; Καὶ ἂν ἡ Δικαιοσύνη δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καταδίκης, τί σᾶς ὠφελεῖ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐγγράψητε ἐν τῇ Ποινικῇ Νομοθεσίᾳ; Διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν βουλευτὴν ἰδίως ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ὁποίου τιμῶ πολλὰς τῶν ἰδιοτήτων. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν προβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἄγει αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτίθεται, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν νόμον οἷον προβάλλει, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην καὶ κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι ν’ ἀνυψώσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὑπεράνω τῶν ταπεινῶν αἰσθημάτων, νὰ συντελέσωμεν διὰ τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου ἡμῶν εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν συμπολιτῶν μας, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην περαιτέρω ἠθικοποιήσεως, ἰδίως δὲ νὰ ἐπιτηρῶμεν οἱ Κυβερνῶντες ἀγρύπνως, διὰ νὰ καταδιώκωμεν τοὺς εἰς τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα περιπίπτοντας. Οὕτω καὶ μόνον θέλομεν δυνηθῆ, ἐὰν τὸ ἔγκλημα βλέπωμεν πλεονάζον, νὰ τὸ περιστείλωμεν, ἐγὼ δὲ πρῶτος θέλω ὁμολογήσει ὅτι θέλει εἶσθαι καύχημα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐάν ποτε δυνηθῇ ν’ ἀποκαταστήσῃ διοίκησιν ὑπερτέραν πάσης μομφῆς.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως, ἥν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Χοϊδᾶς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ βουλευταὶ Θήρας Συνοδινός, Ἀνεξάρτητος καὶ Μαρκεζίνης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν περὶ μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ βουλευτὴς κύριος Χοϊδᾶς ὑποβάλλει τὴν ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς θέσεως παραίτησιν αὐτοῦ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον. Ἄρθρ. 1. Ἀναγινώσκεται ὡς καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία.
§35ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§36ΤΡΑΚΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπερτίμησιν, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐπὶ τοῦ κρέατος, ἣν ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ράλλης, δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ὁ στρατὸς δὲν θὰ στερηθῇ, ἀλλὰ θὰ ἀγοράσῃ τὸ κρέας εἰς εὐθηνὴν τιμὴν καὶ ἰδίως εἰς τὰς Ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουν ἄφθονα τὰ ζῶα, ὁποία εἶνε ἡ Θεσσαλία, ἡ Φθιῶτις καὶ ἄλλαι τοιαῦται. Δὲν κατεστράφησαν τὰ ζῶα, ἀλλ’ ὑπετιμήθησαν σπουδαίως εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ ἑπομένως εἶνε ἀνάγκη νὰ δοθῇ συνδρομή τις εἰς τὴν κτηνοτροφίαν τοῦ τόπου διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν ζώων. Ἄλλως τε τὸ Δημόσιον δὲν εἶνε ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ τὸ κρέας ὅσον θέλει ὁ ἔμπορος καὶ ὁ κρεωπώλης, διότι δύνανται νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ τῷ δώσωσιν οὗτοι εἰς ἀνάλογον τιμὴν συμφώνως μὲ τοὺς ὑπάρχοντας περὶ διατιμήσεως τῶν κρεάτων νόμους, καὶ ἐκείνου τῆς ἑκουσίου εἰσφορᾶς. Ὥστε δὲν εἶνε δίκαιον νὰ καταστραφῇ ἡ κτηνοτροφία τῆς Ἑλλάδος, ἵνα τρώγωσι τὸ κρέας εὐθηνότερον οἱ ἐν Ἀθήναις κάτοικοι· ἀλλ’ εἶνε δίκαιον καὶ διὰ ξηρᾶς νὰ φορολογῶνται τὰ κτήνη. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ δὲν εἶνε τόσον τὸ ἐνδιαφέρον, ἀφοῦ τὰ τοιαῦτα κτήνη ἔρχονται ἐκ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας. Ἑπομένως τὸ Κράτος ἄνευ βλάβης θὰ ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κρέας καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἔλθωσι καὶ ἐκ τῆς Μακεδονίας;
§38ΤΡΑΚΑΣ. Καὶ τώρα εἰσέρχονται ἀρκετὰ ζῶα· ὥστε θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλον.
§39Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς προστασίας τῆς κτηνοτροφίας, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστατεύσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν βιομηχανίαν, διότι δὲν συντρέχει εἰς τὴν τροφὴν μόνον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν γεωργίαν διὰ τῆς λιπάνσεως τῆς γῆς. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου περιστάσεως, καθ’ ἣν συγκεντρώνομεν περὶ τὰς 80,000 στρατὸν εἰς τὰ ὅρια καὶ ἰδίως τὰ ⅔ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἂν καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν ἄλλαις τισὶν Ἐπαρχίαις ἔχωσι πληθὺν ζώων, δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ᾖνε τόσον μεγάλη ἡ πληθύς, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲν εἰσαχθῶσιν ἐκ τῆς Ἠπείρου καὶ πρὸ πάντων ἐκ τῆς Μακεδονίας· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶνε τόσον ἀρκετὰ τὰ ζῷα κατὰ τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας, ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εὑρεθῇ εἰς στενοχωρίαν καὶ θὰ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ ἁδρά. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ λυπηθῶσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, ἐὰν εἴπω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον περὶ τῶν συμβάντων ἐν Θεσσαλίᾳ τὸ 1881, ὅταν εἰσῆλθεν ὁ στρατὸς εἰς Θεσσαλίαν, ὅτι, ἅμα εἰσῆλθεν ὁ στρατὸς, οἱ κτηνοτρόφοι ἐτετραπλασίασαν τὴν τιμὴν τῶν τροφίμων (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§40ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας δὲν ἔχουσι δίκαιον· διότι ὅ,τι σεῖς εἴπατε εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅταν τὸ πρῶτον εἰσῆλθεν ὁ στρατὸς εἰς Θεσσαλίαν, τὰ τρόφιμα ἦσαν ἀκριβώτερα (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον, εἶναι ἀξιόπιστοι, διότι τὰς ἔλαβον ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Κύριοι, περιῆλθον πολλὰ μέρη καὶ ἔμεινα διαρκῶς εἰς τὰ παρὰ τὴν Θεσσαλίαν μέρη ὡς Ἔπαρχος Εὐρυτανίας καὶ Νομάρχης Φθιώτιδος, καὶ γνωρίζω πόσον ἐτιμῶντο τὰ τρόφιμα πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ στρατοῦ, καὶ πόσον ἐπωλήθησαν κατὰ τὴν εἴσοδόν του. Λοιπὸν ἐὰν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὴν εὐκολίαν τοῦ νὰ εἰσέρχωνται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κτήνη, τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ ἀναβιβασθῇ ὑπερβαλλόντως ἡ τιμὴ αὐτῶν; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Φθιώτιδος, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ διατίμησις· ἀλλὰ καὶ διατίμησις ἐὰν ὑπάρχῃ, ὁ φραγμὸς αὐτὸς εἶναι ἀσθενής. Γνωρίζουν πόσον ἰσχύουν αἱ διατιμήσεις· δὲν σᾶς ζητοῦν ἐν περιπτώσει διατιμήσεως ὑπερβολικὴν τιμὴν, ἀλλ’ ἀρνοῦνται νὰ προσφέρωσι τὰ κτήνη. Δὲν εἶνε δὲ ἡ ἔλλειψις κρέατος ἀπὸ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ λείψωσι 10 καὶ 15 ἡμέρας, ἀλλ’ οὔτε τρεῖς καὶ τέσσαρας, καὶ τότε ὁ στρατιώτης ἂν ἴδῃ τὴν ἐκ κερδοσκοπίας ἔλλειψιν, θ’ ἁρπάσῃ διὰ τῆς βίας, καὶ κατ’ ἐμὲ ἔχει τὸ τοιοῦτο δικαίωμα. Λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὸ τελευταῖον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ πολὺ κακὰς συνεπείας. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅτι ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν εἰς τροφὴν χρησιμευόντων ζῴων νὰ μὴ προσδιορισθῇ, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας· ἑπομένως συμφωνῶ ἐν μέρει μὲ τὸν βουλευτὴν κ. Ῥάλλην, δηλαδὴ νὰ λείψῃ ὁ ἐπὶ τῶν κτηνῶν δασμὸς μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἐπιστρατείας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ θεωρήσῃ ὡς ἀναγκαῖον τὸν ἐπὶ τῶν ζῴων δασμόν, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἐπιστρατεία.
§42ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι, θὰ προσθέσω, διότι καὶ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα καὶ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὐκόλως ὡριμάζουσιν εἰς τὴν κρίσιν παντὸς ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Γνωστὴ εἶναι εἰς πάντας ἡ ἀρχὴ ἡ οἰκονομολογικὴ, ὅτι ἡ εὐθηνία τότε κυρίως εἶναι ἀληθῶς ὠφέλιμος εἰς ἕνα τόπον, ὅταν προέρχηται ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, καὶ ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ δέον ὁπωσδήποτε ἐντὸς ὁρίων νὰ προστατεύηται. Ἐπιτρέποντες τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῶν ζώων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, φέρετε βεβαίως τὴν εὐθηνίαν εἰς ἓν ἀντικείμενον, ἂς τὸ εἴπωμεν πρώτης ἀνάγκης, μολονότι δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὸ κρέας εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης διὰ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Φέρετε τὴν εὐθηνίαν αὐτήν, ἀλλὰ τὴν φέρετε πρὸς εὐκολίαν τῆς ξένης παραγωγῆς, μεταφέροντες καὶ τὸ χρῆμα ἐκ τῶν ἔσω εἰς τὰ ἔξω καὶ καταστρέφοντες ἁπάσας τὰς Ἐπαρχίας τὰς Ἑλληνικὰς, αἵτινες ἀσχολοῦνται εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Δὲν εἶναι αἱ Ἐπαρχίαι αἱ Ἑλληνικαὶ εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται αἱ Ἐπαρχίαι τῶν ἄλλων Κρατῶν, ὥστε νὰ δύνανται, καταστρεφομένου ἑνὸς πόρου αὐτῶν, νὰ τρέπωνται εἰς ἄλλα ἔργα. Ὑπάρχουσι πολλαὶ Ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος μὴ ἔχουσαι οὐδὲν ἕτερον μέσον συντηρήσεως ἢ τὴν κτηνοτροφίαν· εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη κατ’ ἀρχὴν τοὐλάχιστον νὰ προστατεύσωμεν αὐτὸ τὸ μέσον τῆς συντηρήσεως τῶν Ἐπαρχιῶν αὐτῶν· καὶ λέγων νὰ προστατεύσωμεν, δὲν ἐννοῶ βεβαίως τὴν χρῆσιν τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπολύτως δύναταί τις νὰ καταδικάσῃ. Λέγων νὰ προστατεύσωμεν, ἐννοῶ νὰ μὴ εὐεργετήσωμεν τὴν ξένην παραγωγήν, ἀφίνοντες αὐτὴν ἀτελῆ διὰ καταδίκης τῆς ἐγχωρίας. Καὶ ὅταν τοιαύτην προστασίαν παράσχωμεν, τότε βεβαίως ἐν βραχεῖ χρόνῳ εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας, ὅπου οὐδεμία ἄλλη ἐνασχόλησις τῶν κατοίκων εἶναι δυνατὴ ἢ εὐχερὴς εἰς τὸ πλεῖστον τοῦ πληθυσμοῦ, θέλομεν ἰδεῖ καθισταμένην κτηνοτροφίαν μεγάλην, τὸ δὲ ἀντικείμενον τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον ἤδη τοσοῦτον χρῆμα ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θέλει καταστῆ ἐπίσης εὐθηνὸν, ἐνῷ συγχρόνως ἅπαν τὸ χρῆμα τοῦτο, τοῦ ὁποίου τοσαύτην ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος ἡμῶν, θέλει παραμένει ἐν τῷ Τόπῳ. Καὶ δυστυχῶς, κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐὰν θέλωμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατέστη τὸ κρέας εἰς τὸν πενόμενον λαὸν τῆς Ἑλλάδος μία τῶν πρωτίστων αὐτοῦ ἀναγκῶν, ὥστε νὰ μὴ τολμῶμεν νὰ φορολογήσωμεν τὴν ξένην παραγωγήν· ἔπρεπε νὰ καταστῇ, ἀλλ’ ἐὰν οὕτω σκεπτώμεθα καὶ οὕτω βαδίζωμεν, θέλει βραδύνει πολὺ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ κρέας δύναται νὰ ἦναι μία τῶν ἀναγκῶν τοῦ κατοίκου τῆς Ἐπαρχίας. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι μόνον ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ ἔτους, καὶ ἂν συμπέσῃ νὰ συντριφθῇ λ. χ. ἓν πρόβατον τοῦ κατοίκου χωρίων τινῶν τῶν Ἐπαρχιῶν, θέλει οὗτος δοκιμάσει τὸ κρέας, συνήθως δὲ τρέφεται διὰ χόρτων, ξηροῦ ἄρτου καὶ τοῦ προϊόντος τῆς κτηνοτροφίας, τοῦ γάλακτος καὶ τοῦ τυροῦ. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐν γένει τῶν Ἐπαρχιῶν, ἡμεῖς στενοχωροῦμεν αὐτὴν πλειότερον, ἀνοίγοντες τὰς θύρας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ξένην παραγωγὴν, ἵνα καὶ τὸ χρῆμα τοῦ Τόπου μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ὅστις λοιπὸν σκέπτεται πρακτικῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν δύναται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ πολεμήσῃ τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία προεκάλεσε τοὺς ὑποβαλόντας τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως αὐτὴ ἡ αὔξησις περιέχει ἀπαγόρευσίν τινα καὶ τρομάζουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ζώων; Ἐὰν ὑπάρχωσιν αἱ ἀνάγκαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας τινὲς τόσον ἐξογκόνουσι, τί ἄλλο πρόκειται νὰ συμβῇ ἢ ὅτι ἁπλῶς θὰ εἰσάγωνται ὀλίγον ἀκριβώτερα τὰ ζῶα ἀπὸ τὰ ξένα Κράτη; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀπαγορεύσεως, οὔτε περὶ φόρου τόσον βαρέος, ὥστε νὰ καταντᾷ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν. Πρόκειται περὶ μικρᾶς αὐξήσεως, ἡ ὁποία καί τοι βοηθεῖ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐκ τῶν ἔξω εἰσαγωγήν. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατὶ ἐξανέστησαν κατὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως. Καὶ οὐχὶ, κύριοι, ἁπλῶς διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὰς Ἐπαρχίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ συμφέρον τῶν Ἐπαρχιῶν εἶναι κοινὸν συμφέρον καὶ δὲν πρέπει χάριν τάξεών τινων νὰ σκανδαλίζωμεν ὅλον τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας ἰδίως ἐκεῖνον τὸν πληθυσμὸν καλεῖτε διὰ νὰ πολεμήσῃ ὑπὲρ τῆς τύχης τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐκεῖνος ὁ πληθυσμὸς, ὁ κτηνοτρόφος πληθυσμὸς θέλει πράγματι πολεμήσει πλειότερον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πολεμοῦσι μόνον διὰ τῶν λόγων.
§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ὕβρις κατὰ τοῦ ἄλλου πληθυσμοῦ (θόρυβος).
§44ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου δὲν ὕβρισα οὔτε ὑβρίζω, ὅταν λέγω, ὅτι τινὲς τάξεις ὑπάρχουσαι εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἐκ φύσεως εἶναι πολεμικώτεραι καὶ ἄλλαι ὀλιγώτερον πολεμικαὶ (θόρυβος).
§45ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι εἶναι πολεμικοί.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχουσι πολλοὶ πολεμικώτεροι τῶν πολεμικῶν σου κτηνοτρόφων (θόρυβος).
§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ πρὸς τὶ αὐτὸς ὁ θόρυβος.
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγένετο παρεξήγησις.
§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι γνωστὸν καὶ τὸ ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία τοῦ Τόπου· ἄλλως τε εἶναι καὶ φυσικόν. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα κολακεύοντες ἡμᾶς αὐτοὺς θέλομεν νὰ ἐπιδαψηλεύωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος, παριστῶντες, ὅτι τὸ πᾶν εἶναι ἡρωϊκὸν ἐν Ἑλλάδι.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς λέγετε ὅτι εἶσθε ἥρως.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κτηνοτρόφος.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς τὸ λέγετε.
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφοβήθητε μήπως ἀμφισβητηθῇ ὁ ἡρωϊσμός σας. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους φέρουσι πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς τροπολογίας ταύτης, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἀξίαν. Ἡ συντήρησις τοῦ στρατοῦ γίνεται πάντοτε καὶ θὰ γίνεται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἡ δὲ συντήρησις τῶν Ἐπαρχιῶν ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἀληθοῦς δικαίου καὶ τοῦ συμφέροντος ὅλης τῆς κοινωνίας.
§54ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὸ ἔσωθεν κρέας καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀρέσκεται πολὺ εἰς τὸ κρέας. Κατ’ ἐμέ, κρέας εἶναι ἀπαραίτητος τροφὴ εἰς τὸν ἄνθρωπον, διότι καὶ τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου τὴν σωματικὴν αὐξάνει καὶ τὴν διάνοιαν ἀκόμη ἐνδυναμώνει, καὶ διὰ τοῦτο εἰς ἅπαντα τὰ μεγάλα Κράτη οἱ καταστηματάρχαι ηὔξησαν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὁλονὲν αὐξάνοντες τὸ ποσὸν τοῦ κρέατος. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἰσαχθῇ γενικῶς ἡ κρεωφαγία παρ’ ἡμῖν καὶ συνειθίσῃ εἰς ταύτην ὁ Τόπος, χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη ποσότης κρέατος· αὕτη δὲ, μὴ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Τόπῳ, πρέπει νὰ ἔρχεται ἔξωθεν. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων οὔτε τὸν σῖτόν της τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς, οὔτε τὸ κρέας της ἠδυνήθη νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐλάμβανε πάντοτε ἀνάγκην νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰς ξένας παραγωγάς· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν ἔγκειται ἐνταῦθα. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ζητούμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου φόρος πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τοιούτου φόρου νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἐδῶ κρεάτων καὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἀναλογία τιμῆς. Δὲν πρέπει δὲ χάριν μιᾶς Ἐπαρχίας κτηνοτρόφων νὰ νηστεύωμεν ἡμεῖς, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§55ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, γίνεται συζήτησις περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπισφαλέστατον. Θὰ ἐνισχύσωμεν, λέγουν, τὴν κτηνοτροφίαν· ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑπάρχει κτηνοτροφία συστηματικὴ ἐν Ἑλλάδι; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ ὑποθέτω καὶ πάντες ὑμεῖς, δὲν βλέπω ἡ Πελοπόννησος νὰ ἔχῃ τοιαύτην κτηνοτροφίαν· ἐπίσης δὲν ἔχει οὔτε ἡ Ἑπτάνησος οὔτε αἱ Κυκλάδες· ἐπίσης ἄνευ κτηνοτροφίας εἶναι καὶ ὁ νομὸς τῆς Ἀττικῆς. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα ἐκ τῶν ἄλλων μερῶν ποῖα εἶναι τὰ ἔχοντα κτηνοτροφίαν τοσοῦτον ἀνεπτυγμένην, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὰς ἀνάγκας ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος; εἶναι ἡ Ἀκαρνανία.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλη ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς, ἡ Θεσσαλία κλπ.
§57ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη ὅμως τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ τῆς Θεσσαλίας εἶναι τοσοῦτον βαρεῖα, ὥστε ἐξισοῦται πολλάκις μὲ τὴν ἀξίαν τὴν ἀρχικὴν τοῦ κρέατος. Ὥστε οὐδεμία φορολογία ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσερχομένων κρεάτων· σήμερον ὅμως ἕνεκα τῶν περιστάσεων θὰ δεχθῶμεν τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐκ συμφέροντος τοπικοῦ προτείνουσι, δὲν τὰς δεχόμεθα.
§58Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὑπέθετον, ὅτι κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν ἤθελε λάβει ἡ Κυβέρνησις σπουδαῖον μέρος. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐξηντλήθη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς θανατικῆς ποινῆς, πάντως δὲ θὰ μένῃ αὐτῇ ἀρκετὸς χρόνος, ἵνα σκεφθῇ καὶ περὶ τῆς τροφῆς τοῦ λαοῦ. Κατ’ ἀκρίβειαν ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ὅπως μέχρι τοῦδε ἐκτυλίσσεται, πρόκειται περὶ ἀνταγωνισμοῦ δύο θεμελιωδεστάτων ἀρχῶν ἐν τῇ πολιτικῇ οἰκονομίᾳ· τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Διῃρέθησαν λοιπὸν ἐδῶ εἰς δύο στρατόπεδα, ἀφ’ ἑνὸς οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐπαρχίας παραγωγοὺς κτηνῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἐπαρχίας καταναλωτῶν κρέατος. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ μικρὰ ἐλατήρια καὶ ὑψωθῶμεν ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, τότε θὰ σιγάσουν οἱ πλάγιοι στοχασμοὶ διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ τῶν ὅλων συμφερόντων ἁρμονία. Ἡ προαγωγὴ τῆς Ἑλληνικῆς κτηνοτροφίας δὲν στηρίζεται ἀναγκαίως εἰς τὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς καταναλώσεως τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κτηνῶν. Λείπει εἰς αὐτὴν ἡ τέχνη· τὴν καταπιέζει ἡ δυσανάλογος φορολογία. Ἐκεῖ στρέψατε τὴν προσοχήν σας, κύριοι Ἀντιπρόσωποι τῶν κτηνοτρόφων ἐπαρχιῶν. Ἐκεῖ ἂς τὴν στρέψῃ ὅλον τὸ Ἔθνος, διότι περὶ μεγάλων συμφερόντων αὐτοῦ πρόκειται. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογικὴν ἁπλῶς ἔποψιν τοῦ ζητήματος, ἡ ἀλλεπάλληλος αὐτὴ σωρεία τῶν φόρων μοὶ ὑπενθυμίζει τὴν πανολεθρίαν τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου. Ὅταν ἠναγκάσθη ἡ Γαλλία νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς βαρεῖς τοῦ πολέμου τούτου φόρους, τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησίς της ἔλαβεν ἦτο νὰ τοιχοκολλήσῃ εἰς τοὺς τοίχους τῶν Παρισίων τὰ νέα φορολογικὰ σχέδια αὐτῆς. Ἤθελε νὰ γνωρίσῃ σύμπας ὁ λαὸς ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν βάρος, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἐπέβαλον εἰς αὐτόν. Θὰ συνεβούλευον λοιπὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος νὰ δημοσιεύσῃ καὶ αὐτὴ ἐπίσης τὰ φορολογικὰ νομοσχέδιά της διὰ τοιχοκολλήσεως, διὰ τυμπανοκρουσίας ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης, ἵνα συλλέξῃ κατόπιν ἀκριβῶς τὰς σκέψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς φορολογικῆς αὐτῆς ὁρμῆς, ἡ ὁποία πανταχόθεν τὸν καταπιέζει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, πολὺ λυποῦμαι ὅτι ἐκ τῆς κακῆς τοῦ κτιρίου οἰκοδομῆς ἀναγκάζονται οἱ ρήτορες νὰ δίδουν τόνον εἰς τὴν φωνὴν αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ὑπενθυμίζει τὴν ὀργὴν, ἥτις πρέπει νὰ ἐξορισθῇ μακρὰν τοῦ Βουλευτηρίου. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη δὲν εἶνε θορυβώδης. Ἐξομοιοῖ τὴν φορολογίαν πρὸς τὴν χειρουργίαν· καθὼς δὲ ἡ πεφωτισμένη χειρουργία σώζει, ὅταν μετ’ ἐπιδεξιότητος ἐνεργῇ τὰς τομάς αὐτῆς, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ πεφωτισμένη φορολογία σώζει τὸ Κράτος, ὅταν μετ’ ἐπιδεξιότητος ῥυθμίζῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει εἰς αὐτό. Ἡ νέα φορολογία ἀποτείνεται ἰδίως κατὰ τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν, κατὰ τῶν ὁποίων βλέπω συγκεντρούμενα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ὅλα τὰ φορολογικὰ βάρη. Τί ζητοῦν ἤδη παρ’ αὐτῶν; Ζητοῦν νὰ φορολογήσουν μετ’ ἀσπλαχνίας τὴν κρεατίνην τροφήν των. Λαμβάνω λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ σχετικὰ ἐδάφια τοῦ νομοσχεδίου καὶ βλέπω ὅτι φορολογεῖτε δι’ αὐτῶν εἰς τὰ τελωνεῖα τοὺς βόας, τὰς ἀγελάδας καὶ τοὺς μόσχους κατὰ κεφαλὴν διὰ δραχμῶν 15, ἀκούω δὲ ὅτι ζητοῦν νὰ τοὺς φορολογήσητε διὰ δραχμῶν 25· φορολογεῖτε τοὺς χοίρους διὰ δραχμῶν 5 κατὰ κεφαλὴν καὶ τὰ θηλάζοντα αὐτῶν διὰ δραχμῆς 1,50· φορολογεῖτε τὰ αἰγοπρόβατα ἄνευ διακρίσεως ἡλικίας κατὰ κεφαλὴν διὰ λεπτῶν 75, καὶ ἀκούω ὅτι θέλουν νὰ τὰ φορολογήσητε διὰ δραχμῆς 1,50. Ἀκούσατε ὅμως πῶς ἡ ἐπιστήμη ἐν Γαλλίᾳ φορολογεῖ, καὶ μετὰ τὰς συμφορὰς τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου, τὰ εἴδη ταῦτα τῆς ἡμερησίας τοῦ λαοῦ ὑπάρξεως. Βόες κατὰ κεφαλὴν δραχμὰς 3,60, ἀγελάδες 1,20, μόσχοι 30 λεπτά, χοῖροι 30 λεπτά, θηλάζοντα αὐτῶν 12 λεπτά, αἰγοπρόβατα 30 λεπτά, τὰ δὲ μικρὰ αὐτῶν ἀτελῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἀπὸ ἄλλων ἐθνῶν πείρας, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα χρέος μου νὰ ὑψώσω τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν μέσῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βουλευτηρίου, ἐπικαλούμενος τὸ φυσικὸν αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπικρατῇ καὶ πρὸς τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι πανταχόθεν ὠθοῦνται εἰς τὴν ἐξάντλησιν. Εἶπεν εἷς τῶν προλαλησάντων, ὅτι πρέπει νὰ φορολογήσητε βαρέως τὴν κρεατίνην τροφὴν τοῦ ἀστικοῦ λαοῦ, διότι ἐκ τοῦ φόρου θέλουν ὠφεληθῆ αἱ Ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι γενναιότερον δύνανται νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὸν πόλεμον. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπε τὸν λόγον τοῦτον, ἐβλασφήμησεν. Ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος δὲν δύνανται παρὰ νὰ καταδικάσουν τὴν βλασφημίαν ταύτην. Δὲν ὑπάρχουν ἀνδρειότεροι καὶ δειλότεροι. Ἐὰν δὲ αἱ περιστάσεις τῆς Πατρίδος καταστήσουν τινὰς περισσότερον τῶν ἄλλων ἀγωνιστὰς, ἡ τιμὴ αὐτῶν δὲν θὰ πληρωθῇ διὰ τοῦ κρέατος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ φάγῃ ὁ λαὸς διὰ νὰ ζήσῃ. Τιμὴ τῶν ὑπὲρ Πατρίδος ἀγωνιζομένων εἶναι ἡ Ἐθνικὴ ὑπόληψις ἀμέριστος. Ἠθέλησάν τινες νὰ διακρίνωσι καὶ μεταξὺ θεωρητικῶν καὶ πρακτικῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐξετάζομεν ἤδη. Ἀλλὰ θεωρητικοὶ καὶ πρακτικοὶ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου εἶναι σύμφωνοι διὰ τὸ πόρισμα τοῦτο, ὅτι ἡ πρώτη τροφὴ τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον βεβαρημένη. Αὐτὸ εἶναι τὸ πόρισμα καὶ τῆς θεωρίας καὶ τῆς πράξεως, λυποῦμαι δὲ, ὅτι κινδυνεύει νῦν νὰ παραγνωρισθῇ.
§59Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάντες ὅσοι ὡμίλησαν κατὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ζώων ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἀνάγκην τῆς εὐθηνίας τοῦ κρέατος ὡς πρώτης τροφῆς τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐννοῶ ὅμως εἰς τί χρησιμεύει ἡ μεγάλη αὕτη εὐθηνία τῆς τροφῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν θὰ καταστήσωμεν αὐτὸν μίαν ἡμέραν τόσον πτωχὸν, ὥστε ὅσον εὔωνον καὶ ἂν γίνῃ τὸ κρέας, δὲν θὰ δύναται νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Δὲν ἐννοῶ ἀληθῶς πῶς θὰ ζήσῃ ἐπὶ τέλους αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν τὴν ὀλίγην κτηνοτροφίαν, ἣν ἔχομεν, δὲν θέλωμεν, ὅταν ἡ γεωργία κινδυνεύῃ νὰ καταστραφῇ, καὶ ὁλονὲν γίνεται τόσον ὀλίγον προσοδοφόρος, ὥστε κατὰ πολὺ θὰ περιορισθῇ.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς κατεστράφη;
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ βιομηχανία ἀφ’ ἑτέρου δύσκολον ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν Ἑλλάδι, διότι τόπος, ἐν ᾧ ἐλλείπει ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ σίδηρος καὶ τὰ εὐθηνὰ κεφάλαια, ἀδύνατον νὰ ἔχῃ σπουδαίαν βιομηχανίαν, καὶ νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν ξένην, ὅσοι δὲ πιστεύουν εἰς σπουδαίαν ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίαν, πλανῶνται πλάνην μεγίστην. Ἐμπόριον προσέτι Ἑλληνικὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ἄξιον λόγου ὡς ἄλλοτε ὑπῆρχε, δηλαδὴ συγκεντρωμένον εἰς Ἑλληνικὰς χεῖρας εἰς μέγα μέρος τῆς Ἀνατολῆς, διότι σήμερον ἑκάστη γωνία τῆς Ἀνατολῆς ἐμπορεύεται ἀπευθείας μετὰ τῶν κέντρων τῆς παραγωγῆς. Ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ἡμῶν ἐπίσης παρήκμασε, δύσκολον δὲ νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ διαγωνισθῶμεν μετὰ τῆς αὐτῆς ὑπεροχῆς ἐν τῇ ἐμπορικῇ ναυτιλίᾳ τῇ ἀτμοκινήτῳ ὡς ἐν τῇ ἱστιοφόρῳ. Τί λοιπὸν μᾶς ἀπέμεινε; μόνη ἡ σταφὶς καί τινα ἄλλα ἀνάξια λόγου προϊόντα. Ἀλλ’ ἡ σταφὶς εἶναι προϊόν τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Ἑπτανήσου μόνον. Διὰ τοῦτο οἱ ἐκ Πελοποννήσου καὶ τῶν Ἰονίων νήσων βουλευταὶ δὲν αἰσθάνονται εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν τὸ συμφέρον, ὅπερ διεγείρει τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Μὲ διέκοψε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ράλλης διὰ νὰ μοὶ εἴπῃ: πῶς κατεστράφη ἡ γεωργία; ἰδοὺ πῶς· διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται πλέον νὰ καλλιεργηθῇ ὁ σῖτος ἐπικερδῶς ἢ μόνον διὰ τὸν γεωργὸν τὸν παράγοντα τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὴν οἰκογένειάν του σῖτον διὰ τῆς προσωπικῆς του ἐργασίας· ἐπιχείρησις ὅμως γεωργικὴ, καλλιεργείας σίτου δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τῶν ξένων σίτων.
§62ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Διότι κατηργήθη ὁ δασμός....
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τίς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ γεωργία δὲν δύναται οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν τόποις, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους σιτοπαραγωγῆς; Ἡ μεγάλη εἰσαγωγὴ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης σιτηρῶν ἐξ Ἀμερικῆς καὶ Ἰνδιῶν πολὺ εὐθηνοτέρων ἕνεκα τῆς εὐθηνῆς παραγωγῆς καὶ τῆς εὐθηνοτέρας μεταφορᾶς αὐτῶν. Ἂν ἡ ἐν Ῥωσσίᾳ σιτοπαραγωγὴ δὲν δύναται νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῶν Ἰνδιῶν, φαντάσθητε ἂν δύναται νὰ συναγωνισθῇ ἡ Ἑλλάς· ἀφοῦ ἔφθασε νὰ μεταφέρεται ἐνίοτε ὡς σαβοῦρα σῖτος ἐξ Ἰνδιῶν εἰς Εὐρώπην, ἀφοῦ χιλιάδες ἀτμοπλοίων μένουσιν ἀργὰ λόγῳ εὐτελείας τῶν ναύλων, εὐκόλως ἐννοεῖ τις τὴν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τοῦ σίτου. Ὅταν τοσοῦτον κατέστη εὐθηνὴ ἡ μεταφορὰ καὶ ἡ ἀγορὰ τοῦ σίτου, ἐλπίζομεν ἡμεῖς νὰ συντηρήσωμεν τὴν γεωργίαν, ἣν εἴχομεν, καὶ νὰ τὴν αὐξήσωμεν, ἂν διατηρηθῶσιν αἱ μικραὶ ἐκεῖναι τιμαὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου; Τί δὲ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς καταστροφῆς αὐτῆς; Τί ἄλλο, ἢ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν κτηνοτροφίαν ἡμῶν, περιορίζοντες τὴν καλλιέργειαν εἰς τὰς μᾶλλον παραγωγικὰς γαίας; Ἀλλὰ πῶς νὰ τραπῶσιν οἱ κάτοικοι μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι ἠνοίξαμεν τὰς πύλας ἐλευθέρας καὶ εἰσάγομεν ὅλα τὰ ἐλεεινὰ ζῷα τῆς μεσημβρινῆς Ῥωσσίας ἀτελῆ; Εἶπον ἐλεεινὰ ζῷα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τροφῆς, ἣν παρέχουν· διότι πρέπει νὰ μάθῃ τις πῶς τρέφονται καὶ παχύνονται, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τις τὴν ἀηδίαν, ἣν αἰσθάνεται, ὅταν τὰ τρώγῃ, καὶ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν διαφορὰν τοῦ κρέατος, τοῦ ἐξ Ὀδησσοῦ εἰσαγομένου, πρὸς τὸ τῆς Ἑλλάδος. Οἱ βόες, οὓς τρώγομεν, εἶναι οἱ βόες, οἵτινες, ἀφοῦ ἐγήρασαν εἰς τὸ ἄροτρον καὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ χρησιμεύσουν, φέρονται καὶ τρέφονται εἰς σταύλους κειμένους παρὰ τὰ καταστήματα, τὰ παράγοντα οἰνόπνευμα ἐκ σεσηπότος ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀραβοσίτου, ἐκεῖ ἀφοῦ διὰ μηχανικῶν πιεστηρίων ἐκθλιβῇ ὁ ἀραβόσιτος, τὰ ὑπολείμματα αὐτοῦ ῥίπτονται εἰς τοὺς βόας, οἵτινες οὕτω τρεφόμενοι καὶ μένοντες ἀκίνητοι παχύνονται πρὸς πώλησιν· αὐτοὶ εἶναι οἱ βόες, οὓς τρώγομεν ἐκ Ῥωσσίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη αὐτὴ ἡ ἔποψις τοῦ ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ· ὑπάρχει ἄλλη σπουδαιοτέρα, ἥτις δέον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ὡς ἔμαθον παρὰ Τελωνιακοῦ ὑπαλλήλου, δυναμένου νὰ γινώσκῃ, περὶ τὰ 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐξάγονται ἐτησίως ἀφ’ ἧς ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ζῴων ἀφέθη ἐλευθέρα. Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι τόσῳ σπουδαιότερον, ὅσῳ παριστᾷ τὴν εἰσαγωγὴν μόνον τῶν Ἀθηνῶν καὶ δύο ἢ τριῶν ἄλλων πόλεων. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ συλλογισθῶμεν σπουδαίως περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει καὶ ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ Κράτος, ἂν πρέπει δηλονότι νὰ ἐνθαῤῥύνεται αὕτη ἀπολύτως διὰ θεσμῶν λεγομένων φιλελευθέρων, σκοπούντων δῆθεν τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Τοιαύτη ἐνθάῤῥυνσις τῆς εἰσαγωγῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ ἐξαγωγὴν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσοτέρου χρήματος. Τοιαύτη ὅμως εἰσαγωγὴ βλάπτει πολλάκις τὰ ἰθαγενῆ προϊόντα, συντελεῖ δὲ καὶ εἰς τὴν μεγαλειτέραν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, ὅταν ἐπικρατῇ, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὅταν χάριν εὐθηνίας ἀφίνωμεν ἀτελῆ τὴν εἰσαγωγήν, δὲν ἐξοδεύομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μόνον τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ κρέατος, τοῦ ἐν Ἑλλάδι πωλουμένου, πρὸς τὸ κρέας τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον, ἀλλ’ ἐξάγομεν ὅλον τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐδαπανῶμεν πρὶν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀναγκαίων ἡμῖν ζῴων· ὥστε, ἂν ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ κρέατος τοῦ ἐντοπίου πρὸς τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον ὑπολογισθῇ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ποσοῦ εἰς ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, θὰ ἐξαγάγωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 10 περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ ἐλάμβανεν ἡ Ἑλληνικὴ κτηνοτροφία. Εἴμεθα εἰς κατάστασιν ἡμεῖς, λαὸς πάσχων ἐκ δεινῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, νὰ ἐνισχύωμεν διὰ θεσμῶν τοιούτων, δηλαδὴ διὰ ζημιῶν ἀνεπανορθώτων, τὴν εὐημερίαν δῆθεν τοῦ λαοῦ, ἐνῷ κατ’ ἐμὴν ἰδέαν δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη; διότι δὲν βλέπω ἢ μεγάλαι τινὲς πόλεις μόνον, ὡς ἡ τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν, τῆς Σύρου, τῆς Κερκύρας, νὰ ζητῶσι διὰ τοιούτων μέσων αὐτὴν τὴν εὐθηνίαν τοῦ κρέατος. Δὲν λέγω τὸ βόειον κρέας δὲν εἶναι καλλιτέρα τροφὴ ἀπὸ ἄλλας τροφάς, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τόσον πλέον μεγάλη ἡ διαφορά, ὥστε νὰ θεωρώμεθα βάρβαροι, διότι δὲν τρώγομεν κρέας, καὶ νὰ ζητῶμεν εἰς τὸ κρέας τὴν σωτηρίαν ἡμῶν. Ἂς ἐργασθῶμεν νὰ τρώγομεν τὸ κρέας, τὸ ὁποῖον ἡ Χώρα ἡμῶν δίδει καὶ ἂν ἦναι κατά τι ἀκριβώτερον, προτιμότερον τοῦτο παρὰ ἡ εὐθηνία μὲ καταστροφὴν τῆς κτηνοτροφίας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂν βοηθήσωμεν τὴν κτηνοτροφίαν, θὰ δυνηθῇ αὕτη κατ’ ὀλίγον νὰ μᾶς προσφέρῃ εὐθηνότερον τὸ κρέας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅσα ἐῤῥέθησαν ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ τέλους τῶν 15 δραχμῶν, πρέπει νὰ παρασύρῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ζώων· τοὐναντίον, εὑρίσκω τὰς 15 δραχμὰς τοῦ νομοσχεδίου ἀνεπαρκεῖς. Τῳόντι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ βάρος ἑνὸς βοός, ζυγίζοντος τοὐλάχιστον 150 ὀκάδας κρέατος, θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ 10 λεπτὰ ἑκάστη ὀκά. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπροτίμων τοὐλάχιστον 25 δραχμάς. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εὑρίσκω ἄδικον, εἶναι, ὅτι εἰς τὸν αὐτὸν φόρον ὑποβάλλονται καὶ τὰ μεγάλα καὶ τὰ μικρὰ ζῶα.
§64ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιβητανίδης ἔχει τὸν λόγον. Ὑπολείπονται νὰ ὁμιλήσωσιν ἄλλοι ἑπτά.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)