1885.11.13
1,302 rows · 10,228 words · 53 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
Τῆς 13 Νοεμβρίου 1885.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ῥάπται τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐνδυμάτων ζητοῦσι ν’ αὐξήσῃ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἑτοίμων ἐνδυμάτων. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Τράκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐπαιτείου νόμου περὶ φορολογίας τοῦ 1886. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ ἴδιος ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ τροπολογίας τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. Θὰ τυπωθῇ καὶ τοῦτο. (Ὅρα Παράρτημα). Διάφοροι κάτοικοι Σπάρτης πέμπουσι τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα· «Ψηφιζομένου νομοσχεδίου ἱδρύσεως γυμνασίου ἐν Γυθείῳ, παρατηροῦμεν, ὅτι ἕνεκα ἀνεπαρκείας ζητεῖται συνδρομὴ 16 χιλιάδων δραχμῶν ἐκ φόρου προκυμαίας. Παρακαλοῦμεν ὑψῶσαι φωνὴν διαμαρτυρήσεώς μας, καθόσον ὁ φόρος οὗτος καταβαλλόμενος κατὰ ¾ ὑπὸ Ἐπαρχίας μας, τοιουτοτρόπως διαιωνισθήσεται, ἐνῷ ἐψηφίσθη πρὸς κατασκευὴν προκυμαίας καὶ ἐπὶ χρόνον ὡρισμένον· συνάμα δὲ φροντίσατε ὑπὲρ μὴ ἀνανεώσεως αὐτοῦ». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε νὰ προηγηθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως 5,600,000, ἑπομένως θὰ προηγηθῇ. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο).
§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδιον ἀρκετὰ σπουδαῖον, ἀφορῶν μίαν μεγάλην τάξιν τῶν ὑπαλλήλων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπομεν νὰ προτάσσωνται τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἔκτακτον ἐνέργειαν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο οὐδόλως σχετίζεται πρὸς αὐτήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμεῖς θὰ τὸ ἀναγράψωμεν καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ. Ἤδη θὰ προηγηθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης εἰς τοὺς νόμους ΑΡΞΣΤʹ καὶ ΑΡΞΖʹ, τὸ ὁποῖον κατεπείγει ἕνεκα τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου, ὡς ἐξήγησε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριγώνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου τοῦ 1886. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα). Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ χθὲς διακοπεῖσα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ στρατολογίας νόμων. Ὁ κ. Λάσκαρης ἔχει τὸν λόγον.
§7Σ. ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Γεροκωστοπούλου δὲν θὰ ἠδυνάμην εἰμὴ νὰ ἐπαναλάβω κακῶς, ὅσα αὐτὸς λίαν εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἱκανοποιεῖ σπουδαίαν ἀνάγκην ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διότι ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῶν οἰκογενειῶν, ὧν οἱ ἀπαλλαγησόμενοι εἰσὶ τὰ μόνα στηρίγματα, καὶ φρονῶ, ὅτι ὕψιστον συμφέρον καὶ καθῆκον τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ ὑποστήριξις τῆς οἰκογενείας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας· οὔτε δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὰ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθήκοντα δέον νὰ ὦσι τοιαῦτα, ὥστε εἰς μίαν τάξιν πολιτῶν νὰ ἐπιφέρωσι καταστροφήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς λίαν εὐστόχως ἀνέφερεν, ὅτι ἐν τῇ ὑψίστῃ τῶν φορολογιῶν ἐπικρατεῖ ἡ μεγίστη ἀνισότης, διότι μία τάξις πολιτῶν ὑποβάλλεται εἰς ὑπέρμετρον θυσίαν, ὀφείλουσα νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οἰκογένειάν της ἔρημον καὶ ἄνευ προστασίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῆς ὑπάρξεως τῆς οἰκογενείας, πιστεύω, ὅτι τὸ ὑπ’ ἐξέτασιν νομοσχέδιον οὐδεμίαν βλάβην φέρει, ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, καθόσον φρονῶ, ὅτι οὐχὶ ὁ ἀριθμὸς, ἀλλὰ τὸ ποιὸν δίδει τὴν ἀξίαν εἰς ἕκαστον στρατὸν, δὲν δύναται δὲ νὰ ἔχῃ ἀκμαῖον τὸ φρόνημα, ἀφοσιούμενος εἰς τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος, ὅστις ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἔχει ὑπὸ σκέψιν τὴν ὕπαρξιν τῆς οἰκογενείας του, ἣν κατέλιπεν ἄνευ στηρίγματος, ἄνευ συντηρήσεως καὶ προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς. Τὰ τοιαῦτα δὲ αἰσθήματα, ἅτινα αὐτὴ ἡ φύσις ἐμπνέει, οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ καταστρέψῃ. Καὶ ὑπὸ ἑτέραν προσέτι ἔποψιν θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὑπηρετοῦν τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, καθόσον οἱ ἀπαλλαγέντες καὶ νῦν προσκληθέντες εἰσὶν ἀγύμναστοι, συσσωματούμενοι δὲ, ὡς γίγνεται, μὲ τοὺς προϋπηρετήσαντας, φέρουσι πρόσκομμα εἰς τὴν ἀνωτέραν τῶν τελευταίων στρατιωτικὴν μόρφωσιν, ἀδύνατον δὲ εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν νὰ μορφωθῶσιν οἱ μήπω ὑπηρετήσαντες, ἀφοῦ ἐθεωρήθη παρά τινων ἀνεπαρκὴς πρὸς μόρφωσιν καὶ αὐτὴ ἡ μονοετὴς θητεία. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ ὑπ’ ἐξέτασιν νομοσχέδιον οὐ μόνον δὲν παραβλάπτει τὸ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ὡς πολλοὶ ἠξίωσαν, ἀλλὰ ἱκανοποιεῖ ὑφισταμένην κοινωνικὴν ἀνάγκην.
§8Γ. ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατόπιν τῶν ὅσων ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλά. Ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ εἰς χρόνους ἡσυχίας, ἤθελεν εἶσθαι ἔργον συνετὸν νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ μόνον τῶν μονογενῶν, τῶν ἐχόντων πατέρα ἢ μητέρα· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἤθελον οὐδέποτε συνηγορήσει ὑπὲρ τῶν μόνων ὀρφανῶν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἔχουσιν οὐδένα νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, οὐδὲ ἤθελον συνηγορήσει ὑπὲρ τῶν πρώτων ὀρφανῶν, διότι ὄπισθεν ἐκείνων ὑπάρχουσιν ἄλλοι νεώτεροι· δὲν ἤθελον μεριμνήσει ὑπὲρ οὐδεμιᾶς τῶν ῥηθεισῶν κατηγοριῶν, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι πᾶσα ἀπαλλαγὴ πρέπει νὰ ἔχῃ λόγον ἠθικοῦ καὶ οὐχὶ λόγον ὑλικοῦ συμφέροντος. Δὲν ὑποστηρίζω ὅμως σήμερον οὔτε τὴν τάξιν τῶν μονογενῶν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας εἰς τὰς τάξεις τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐγώ, κύριοι βουλευταὶ, νομίζω, ὅτι ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος ἐτέθη τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν λίαν σαφῶς καὶ λίαν καθαρῶς. Πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Ἑλλάς, ἢ πρόκειται νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας αὐτῆς; Ἐὰν πρόκειται νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, ἂς ῥίψωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ ὅπλα πρὶν μυκτηρισθῶμεν ἀπέναντι τῶν ἐθνῶν, ἂς παύσωμεν δαπανῶντες ἐπὶ πλέον καὶ μάτην πολλὰ κεφάλαια, τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς στερεῖται. Ἐὰν πέπρωται ἡ Ἑλλὰς ἀνδρικῶς ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις, αἵτινες πρόκεινται ἐνώπιον αὐτῆς, ποῖος θὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης ἀπαλλαγῆς; Εἰς τί δύναται ἡ τοιαύτη ἀπαλλαγὴ νὰ καταλήξῃ; Εἰς τοὺς στρατιώτας, οἵτινες εὑρίσκονται ἤδη τοποθετημένοι εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν, ἤθελε φέρει πλήρη ἀπογοήτευσιν, ἤθελε γεννηθῆ μεταξὺ τῶν ἀντιζηλεία ἢ φθόνος, ὅταν ὁ μέχρι τῆς χθὲς συστρατιώτης καλεῖται εἰς ἡσυχίαν. Ἀφοῦ ἡ Πατρὶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῶν ἀνδρῶν, ἤθελεν εἶσθαι ἔργον ἀσύνετον νὰ προκαλέσωμεν τὴν λιποταξίαν καὶ τὴν παραλυσίαν εἰς τὸν στρατὸν, ὅστις ἐκλήθη πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Πατρίδος. Ἀπέναντι τῶν ὁμογενῶν, τῶν ἁπανταχοῦ εὑρισκομένων, ἤθελε γεννήσει τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πραγματικῶν ἀγώνων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν σκέπτεται σπουδαίως νὰ ἐνεργήσῃ, ἠθέλομεν σβύσει τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῶν, ἠθέλαμεν σταματήσει πᾶσαν πρόνοιαν καὶ πᾶσαν φροντίδα ἐκ μέρους αὐτῶν, εἰς δὲ τοὺς ἐχθροὺς ἠθέλομεν δώσει ἀφορμὴν μυκτηρισμοῦ καὶ τοὺς φίλους ἠθέλομεν καταστήσει ἀργούς. Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλικῶν τούτων σχέσεων, τῶν φιλικῶν τούτων συνδρομῶν, ὥστε νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς διπλωματικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος ἤθελον ἴδει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σπουδαίας ἐνεργείας καὶ ἤθελον ἀποθαῤῥυνθῆ καὶ ἤθελον ἐγκαταλείψει τὴν ὑπόθεσιν τὴν Ἑλληνικήν, ὑπὲρ ἧς ἴσως τὴν ὥραν ταύτην μεριμνῶσι καὶ ἐνδιαφέρονται. Ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Ἑλλὰς, πρέπει νὰ μὴ λησμονήσωμεν ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ μόνη, εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις προσβλέπουσα. Τὰ ἔθνη δὲν εἶναι νήπια βρέφη, τὰ ὁποῖα προστατεύει ἡ φιλανθρωπία τῶν ἀνθρώπων. Ἐν ᾧ λοιπὸν ἀφέθη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις, ἐν ᾧ μοιραίως πέπρωται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἄνισον καὶ μέγαν αὐτὸν ἀγῶνα, πρέπει πᾶν ὅ,τι ἔχει πολύτιμον, πᾶν ὅ,τι ἔχει προσφιλὲς καὶ ἀγαπητὸν νὰ τὸ προτάξῃ, διὰ νὰ συγκινήσῃ πᾶσαν τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, διὰ νὰ εἴπῃ ἐνώπιον παντὸς καὶ φίλου καὶ ἐχθροῦ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσέρχεται εἰς μέγαν ἀγῶνα μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐξέλθῃ μὲ τὴν τιμήν της. Πόσους μονογενεῖς καὶ πόσους ὀρφανοὺς ἡ κλίνη τῆς οἰκίας δὲν ἔκλαυσε τεθνεῶτας καὶ πόσους μονογενεῖς καὶ πόσους ὀρφανοὺς δὲν ἐσεβάσθη ὁ πόλεμος καὶ δὲν ἐξῆλθον οὗτοι νικηταὶ καὶ ἔνδοξοι ἐξ αὐτοῦ! Δὲν εἶχεν ἀδελφὸν ὁ Κωλέτης, δὲν εἶχεν ἀδελφὸν ὁ Καρατάσος καὶ ὁ Ὀλύμπιος; Δὲν ἕπεται ὅτι ὁ στρατιώτης ἐν πολέμῳ εὑρίκεται εἰς πλῆρες διαζύγιον. Κύριοι βουλευταὶ, εἰς πᾶσαν ἄλλην στιγμὴν ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὑτῆς νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τοιούτων ἀπαλλαγῶν, εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως στιγμὴν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, σπουδαίως σκεπτομένους, οὔτε κἄν νὰ θίξωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὑπὸ ποίας περιστάσεις διατελοῦμεν τὴν στιγμὴν ταύτην, ὑπὸ τίνας συγκινήσεις, καὶ τίς δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὶ τέξεται ἡ αὔριον! Πῶς δυνάμεθα εἰς τοιαύτας κρισίμους στιγμὰς νὰ θέσωμεν κἄν ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα τοιοῦτον; Ἰδοὺ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν πεφωτισμένην καὶ πατριωτικὴν κρίσιν ὑμῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ἐπιδείξωμεν φιλοπατρίαν ἐν λόγοις, οὐδὲ στοργὴν πρὸς ἐκείνους οἵτινες τὴν ὥραν ταύτην κρατοῦσι τὸ ὅπλον τῆς Πατρίδος. Τὰ ζητήματα τῆς στοργῆς εἰσι ζητήματα θίγοντα πάντας ἡμᾶς, διότι πάντες ἡμεῖς ἔχομεν εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην καὶ συγγενεῖς καὶ ἀδελφοὺς καὶ φίλους· τὰ ζητήματα τῆς φιλοπατρίας ἀνήκουσιν εἰς πάντας ἡμᾶς καὶ πάντας τοὺς Ἕλληνας, ὥστε ἐπιδείξεις φιλοπατρίας εἶναι περιτταί.
§9Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι καὶ μετὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν μου ἐξακολουθεῖ ἡ σύγχυσις τῶν δύο νομοσχεδίων. Καὶ ἐν ᾧ πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον, ὅλη ἡ γενομένη συζήτησις ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον· διότι αἱ γενόμεναι ἀντιῤῥήσεις καὶ κατακρίσεις καὶ κακοὶ χαρακτηρισμοὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ὑπεβλήθησαν, κύριοι, δύο νομοσχέδια σχετικά· τὸ ἓν ὑπὸ τῶν συναδέλφων κυρίων Φορέστη καὶ λοιπῶν, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ συνάδελφοι προτείνουσι· «Ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀπολύτως «οἱ μόνοι υἱοὶ καὶ εἷς υἱὸς ἐξ ἑκάστης οἰκογενείας». Ὑπάρχει δὲ καὶ μία τροποποίησις ἄλλων συναδέλφων, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες οἱ ἀπαλλαγέντες καὶ ἀπαλλαχθησόμενοι τίθενται εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Ὑπάρχει δεύτερον, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνω, πρῶτον νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς λόγῳ σωματικῆς ἀνικανότητος κηρυχθέντων ἀνικάνων, διότι γνωρίζω καὶ γνωρίζουσι πάντες οἱ συνάδελφοι, ὅτι χίλιοι περίπου ἐκ τῶν ἐξαιρεθέντων εἶνε ὑγιεῖς καὶ ἱκανώτατοι πρὸς στράτευσιν, ἀπηλλάγησαν δὲ κατὰ χάριν διὰ μέσων πλαγίων μένοντες δὲ οὗτοι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μακρὰν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐμπαίζουσι τοὺς ὑπηρετοῦντας στρατιώτας καὶ καυχῶνται, ὅτι διὰ μέσων ἠδυνήθησαν ν’ ἀπαλλαγῶσιν, ἀπογοητεύουσι τοὺς ὑπηρετοῦντας στρατιώτας καὶ σκανδαλίζουσι τὸ κοινὸν, ὅπερ γνωρίζει τὴν πρὸς στράτευσιν ἱκανότητα αὐτῶν καὶ τὸ δόλιον τῆς ἐξαιρέσεώς των. Εἶνε ἡ πρότασίς μου αὕτη ἀντιπατριωτική; Ἁρμόζουσιν εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην οἱ χαρακτηρισμοὶ, οἵτινες παρὰ συναδέλφων ἐγένοντο κατὰ τὴν συζήτησιν χθὲς καὶ σήμερον; Καὶ ἀντίκειται ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ στρατοῦ; Προτείνω δεύτερον νὰ ὑποχρεωθῶσι διὰ νόμου, ὅπως ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας δηλωθῶσι καὶ προσέλθωσιν εἰς κατάταξιν, ἐπὶ ἀπειλῇ ποινῶν αὐστηρῶν, πάντες οἱ μὴ δηλωθέντες, οἱ μὴ ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς μητρώοις, οἵτινες, ὡς γνωρίζετε, ἀνέρχονται εἰς πολλὰς χιλιάδας καὶ σκανδαλίζουσι καὶ ἀπογοητεύουσιν ἐπίσης τὸ κοινὸν διὰ τῆς τοιαύτης ἀποχῆς των ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶνε καθόλου ἀντιπατριωτικὴ καὶ ἀξία τῶν γενομένων χαρακτηρισμῶν.
§10ΑΡΓΥΡ. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅλοι οἱ μὴ δηλωθέντες, διότι ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ, οἵτινες ἔχουσιν ἡλικίαν μεγάλην καὶ εἶνε ματαία ἡ δήλωσίς των.
§11ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατυποῦται καλῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Πρόκειται βεβαίως περὶ μόνων τῶν εἰς στράτευσιν ὑπαγομένων.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ὁμοία ταύτης, προβλέπουσα περὶ τῶν ἀδηλώτων.
§13ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ὁμοία ταύτης· ἐκείνη λέγει, ὅτι ἀνακαλυπτόμενοι οἱ ἀδήλωτοι, ἐγγράφονται εἰς τὸ μητρῷον καὶ ὑφίστανται τὰς συνεπείας· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶνε εὔκολος ἡ ἐξεύρεσις τῶν τοιούτων ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, εἶνε ἀνάγκη, ὅπως διὰ νόμου ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἴδιοι νὰ δηλωθῶσι καὶ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ ἀπειλῇ αὐστηρῶν ποινῶν, καὶ τότε θὰ σπεύσωσιν ἐξ ἀνάγκης οἱ τοιοῦτοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσίν των. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου προτείνονται καὶ ἀπαλλαγαὶ, ἀλλὰ αἱ ἀπαλλαγαὶ αὗται δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δύνανται νὰ γεννήσωσι σκάνδαλον, ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννήσωσιν ἀπογοήτευσιν εἰς τὸν στρατὸν ἢ νὰ ἐλαττώσωσιν αὐτόν. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν μονογενῶν ἀπολύτως, διότι δὲν εὑρίσκω οὐδένα λόγον ἀπαλλαγῆς τούτων ἀπολύτως, διότι μεταξὺ αὐτῶν εὑρίσκονται καὶ οἱ ἔχοντες πατέρα νέον καὶ ὑγιᾶ, καὶ ἂν δεχθῶμεν τὴν ἀπαλλαγὴν τούτων, πρέπει τότε, λογικῶς σκεπτόμενοι, ν’ ἀπαλλάξωμεν καὶ ἕνα υἱὸν ἐξ ἑκάστης οἰκογενείας, καὶ ἐὰν προεβαίνομεν μέχρι τούτου, θὰ ἀπεδεικνύομεν ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν μονογενῶν, τῶν ἐχόντων πατέρα ἀνίκανον ἢ γέροντα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην δὲν ἐπιμένω, ἀφοῦ τοσοῦτον ἐξανέστησαν οἱ κύριοι χθές· διότι σκληρὸν μὲν εἶναι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς στράτευσιν οὗτοι, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὁ πατὴρ, καίτοι γέρων καὶ ἀσθενὴς, δύναται νὰ παρέχῃ τὴν ἠθικὴν τοὐλάχιστον προστασίαν εἰς τὴν οἰκογένειαν, καὶ διότι, ὡς γνωρίζομεν, ἐγένοντο καὶ δύνανται νὰ γίνωσι καταχρήσεις κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς τε σωματικῆς παθήσεως καὶ τῆς ἡλικίας τοῦ πατρός. Περιωρίσθην λοιπὸν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν πρώτων ὀρφανῶν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, καὶ νομίζω ὅτι θὰ πράξωμεν ἀδικίαν σκληροτάτην, ἐὰν δὲν νομοθετήσωμεν αὐτήν· διότι γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχουσι πρῶτοι ὀρφανοὶ ἔχοντες μητέρα χήραν καὶ μίαν δύο ἢ καὶ περισσοτέρας ἀδελφὰς ἀγάμους, τὰς ὁποίας αὐτοὶ θέλουσιν ὑποχρεωθῆ, προσερχόμενοι εἰς τὸν στρατόν, νὰ ἐγκαταλίπωσιν ἄνευ ἄρτου, ἄνευ πατρός, ἄνευ προστάτου ἄλλου, ὑποκειμένας εἰς ὄλεθρον ὑλικόν τε καὶ ἠθικόν. Ἐπειδὴ ὅμως παρετήρησα χθὲς τοσαύτας ἐκ μέρους τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀντιῤῥήσεις, μετεῤῥύθμισα τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ τὸ περιώρισα ὑπὸ στενότατα ὅρια διὰ νὰ προληφθῶσιν αἱ καταστροφαί, αἱ ὀδυνηρόταται τοὐλάχιστον, καὶ διετύπωσα αὐτὸ ὡς ἑξῆς: «Τάσσονται εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν» (καὶ οὐχὶ ἀπαλλάσσονται, διὰ νὰ μὴ κάμνῃ κακὴν ἐντύπωσιν ἡ ἔκφρασις). «Αʹ.) Ὁ μόνος υἱὸς ὀρφανὸς ἐκ πατρός, ὁ ἔχων μητέρα «ἐν χρείᾳ διατελοῦσαν ἢ ἀδελφὴν ἄγαμον. «Βʹ.) Ὁ πρῶτος ἐκ πατρὸς ὀρφανὸς α) ὁ ἔχων μητέρα «ἐν χρείᾳ διατελοῦσαν καὶ μὴ ἔχων ἀδελφὸν ἡλικίας ἀ«νωτέρας τῶν δέκα ἐτῶν — διότι φρονῶ ὅτι, ὅταν ἡ μήτηρ ἡ χήρα ἔχῃ υἱὸν πρεσβύτερον τῶν δέκα ἐτῶν, δύναται νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον μίαν παρηγορίαν, ἐὰν ὄχι ὑλικὴν βοήθειαν— βʹ) ὁ ἔχων ἀδελφὴν ἄγαμον, μετὰ ἢ ἄνευ μητρός, καὶ μὴ ἔχων ἀδελφὸν ἡλικίας ἀνωτέρας τῶν 15 ἐτῶν— διότι φρονῶ, ὅτι ὑπαρχουσῶν καὶ ἀδελφῶν ἀγάμων, ἀπαιτεῖται καὶ μεγαλειτέρα προστασία — γʹ) ὁ ἔχων ἀδελφὸν ἡλικίας κατωτέρας τῶν δώδεκα ἐτῶν, καὶ μὴ ἔχων ἀδελφὸν ἡλικίας ἀνωτέρας τῶν 15 ἐτῶν». Διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου μου δὲν θὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν στρατὸν παρὰ τὸ πολὺ 300 στρατιώτας κακούς, ὡς εἶπον, χθές· διότι ὁ στρατιώτης, ὁ ἔχων τοιαύτας ὑποχρεώσεις, δὲν δύναται νὰ ἦναι καλὸς στρατιώτης, δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ μετ’ αὐταπαρνήσεως τὸ καθῆκόν του, ὅταν συλλογίζεται τὰς συνεπείας τῆς ἐκ τῆς οἰκογενείας του ἀπομακρύνσεώς του, καὶ πρὸ πάντων τὰς συνεπείας τοῦ ἐν τῇ μάχῃ θανάτου του. Ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀπογοητεύσωμεν τὸν στρατόν, ὄχι μόνον οἱ στρατιῶται οἱ ὑπηρετοῦντες δὲν θὰ δυσανασχετῶσι διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ εὐχαριστηθῶσι περισσότερον, διότι δὲν θὰ ἔχωσι πλησίον αὐτῶν στρατιώτας κλαίοντας καὶ ὀδυρομένους νυχθημερὸν δικαίως διὰ τὴν καταστροφήν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν οἰκογένειάν των. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν περὶ αὐτῶν πρότασίν μου.
§14ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ζητῆτε τὴν ἐν εἰρήνῃ ἀπαλλαγήν των, ἀλλὰ τὴν ὑπαγωγήν των εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, εἶναι μάταιον, διότι ἡ ἐθνοφρουρὰ εἶναι κατάστασις ἐμπόλεμος.
§15ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δικαιολογεῖ ἔτι μᾶλλον τὴν πρότασίν μου· διότι, ἀφοῦ εἰσέτι δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐθνοφρουρᾶς, πρὸς τί νὰ καταστρέφωνται αἱ οἰκογένειαι τῶν εἰρημένων; Ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐθνοφρουρᾶς, τίς δὲν θὰ σπεύσῃ εἰς τὸν ὑπὲρ Πατρίδος κίνδυνον; τότε δὲ ἂς σπεύσωσι καὶ αὐτοί, ἂς ἀποθάνωσι καὶ αὐτοί.
§16Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι πρὸ πάντων ὀφείλομεν νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἔκτασιν τῆς προκειμένης συζητήσεως. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν μόνον τῶν περὶ ἀπαλλαγῶν προτάσεων, διότι ἡ περὶ αὐτῶν ταχεῖα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐθεωρήθη ἀπολύτως ἀναγκαία, ἵνα ἐκλείψωσι τὰ περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ ἀπαντώμενα μέχρι τοῦδε προσκόμματα· καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη, νομίζω, ἐλήφθη ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ, ὅτι ἐν ταῖς προτάσεσιν ἐκείναις περιείχοντο καὶ ἕτεραι προτάσεις, εἰς ἄλλα ἀντικείμενα ἀφορῶσαι. Ἠκούσατε, κύριοι, τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὑποστηρίζοντα ἐκτὸς τῆς προτάσεως περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἑτέρας προτάσεις, ἀναφερομένας εἰς τοὺς κατὰ παράβασιν τῶν νόμων ἀπαλλαγέντας, ἐξαιρεθέντας, ἢ ποσῶς εἰς τὰ μητρῷα τῶν δηλώσεων μὴ περιληφθέντας. Ἄν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ἀναγκαῖον νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων τούτων, ἐκ τῶν προτέρων, κύριοι, δηλῶ, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς αὐτάς. Δὲν ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον νὰ ὑποστηρίξω τὰς προτάσεις ταύτας· ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω μόνον περὶ τῶν προτάσεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Μετὰ τὰς ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων σπουδαίας καὶ εὐγλώττους ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφρόνουν καὶ ἤλπιζον, ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι, οἱ ὑποβαλόντες αὐτάς, ἤθελον σπεύσει νὰ παραιτηθῶσιν αὐτῶν καὶ νὰ ἀποσύρωσιν αὐτὰς ἀπὸ πᾶσαν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο, ὁμολογῶ, μετ’ ἀπορίας καὶ λύπης παρετήρησα, ὅτι ἀντὶ τούτου οὐ μόνον ἐπέμειναν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπεχείρησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὰς καὶ διὰ πλείστων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα πρὸς ἡμᾶς ἀνεκοινώθησαν. Ἐσεβάσθην, κύριοι, ἀείποτε τὰς ἀντιθέτους τῆς ἐμῆς γνώμης, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ προσοχῆς παρηκολούθησα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν προτάσεων τούτων ἀνεπτύχθησαν, ἐκφράζω δὲ πρὸς ὑμᾶς τὴν πληρεστάτην πεποίθησίν μου, ὅτι οὐ μόνον οὐδὲν ὀρθὸν ἐνυπάρχει ἐν τοῖς ἐπιχειρήμασι τούτοις, ἀλλά, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀνάξια τῶν καιρῶν καὶ τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Ἅπαντα, κύριοι, τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα περιστρέφονται εἰς αἰσθηματικὰς γνώμας καὶ θεωρίας, εἰς φιλανθρωπικὰς ἰδέας, καὶ εἰς οἰκονομολογικὰ συμπεράσματα, ἀλλά, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν, οὐδόλως ἐπηρεάζονται ἐκ τῶν θεωριῶν τούτων. Τὰ ζητήματα ταῦτα διέπει καὶ πρέπει νὰ διέπῃ εἰς τὰ ἐλεύθερα Πολιτεύματα καὶ τοὺς ἐλευθέρους λαοὺς μόνη ἡ μεγάλη ἀρχή, ἡ ἐν τῷ 3 ἄρθρῳ τοῦ θεμελιώδους νόμου ἀναγεγραμμένη, ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τῶν νόμων. Ὅλοι οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων καὶ ὅλοι ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ Δημόσια βάρη. Ἀναντιῤῥήτως αἱ ἰδιαίτεραι ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολιτῶν περιστάσεις δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἐπαχθεστέραν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα ὑποχρεώσεων, ἀλλ’ αἱ τοιαῦται ἀτομικαὶ ἢ κοινωνικαὶ ἀνισότητες οὐδέποτε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οὐδὲ δύνανταί ποτε νὰ ἐξασθενήσωσι τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺν τῆς ἀρχῆς τῆς ἐνώπιον τῶν νόμων ἰσότητος. Οὕτω νομίζω μάλιστα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμηθῶσι δεόντως καὶ πρεπόντως ἑκάστοτε αἱ διάφοροι αὗται περιστάσεις, ὡς ἐκ τῆς ἀνεξαντλήτου ποικιλίας καὶ διαφορᾶς αὐτῶν. Τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος ἐφαρμόζομεν ἀπαρεγκλίτως, προκειμένου περὶ χρηματικῶν ὑποχρεώσεων. Ὑποχρεοῦμεν, φέρ’ εἰπεῖν, ἅπαντας τοὺς ἰδιοκτήτας ἰσοτίμων οἰκιῶν νὰ πληρώνωσι τὸν αὐτὸν φόρον εἰς τὸ Δημόσιον, μὴ ἐξετάζοντες τίνα τὰ οἰκογενειακὰ βάρη τῶν ἰδιοκτητῶν, τίνες εἶναι ἔγγαμοι ἢ ἄγαμοι, τίνες ἄνδρες ἢ γυναῖκες. Ταῦτα ἰσχύουσιν ἐπὶ παντὸς ἄλλου χρηματικοῦ φόρου. Διατί τῆς γενικῆς ταύτης ἀρχῆς θέλετε νὰ καθιερώσωμεν ἐξαίρεσιν, προκειμένου περὶ τοῦ ἱερωτέρου τῶν φόρων, περὶ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος; Ὅλοι οἱ πολῖται ἔχουσι προσωπικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσι στρατιωτικῶς τὴν Πατρίδα. Τίνες λόγοι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανοί, ὅπως ἀπαλλάξωσί τινας ἐξ αὐτῶν μιᾶς τοιαύτης ὑποχρεώσεως; Αἱ ἰδιαίτεραι ἆρά γε περιστάσεις ἑκάστου Καὶ τίς, ἐπαναλαμβάνω, δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ πρεπόντως τὰς ἰδιαιτέρας ταύτας περιστάσεις; Ἂν ὁ εἷς ἦναι μονογενής, ὁ ἕτερος δύναται νὰ ἔχῃ ἀδελφὸν πάσχοντα ἀνιάτως· ἂν ὁ εἷς ἦναι πρωτότοκος ὀρφανὸς ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἄλλους δυναμένους νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν διοίκησιν τῆς περιουσίας, ἀλλ’ ἕτερος εἶναι ἔγγαμος καὶ ἔχει σύζυγον νεαρὰν καὶ ἀδύνατα τέκνα, τὰ ὁποῖα στεροῦνται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ἄλλος ἕνεκα ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν περιπετειῶν, ἢ οἰκογενειακῶν δυστυχημάτων εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν, καθ’ ἣν ἡ μετάβασις αὐτοῦ εἰς τὸν στρατὸν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ μεγίστας ζημίας εἰς τὰ χρηματικὰ αὐτοῦ συμφέροντα. Δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν ὅλα ταῦτα καὶ ν’ ἀναγράψωμεν ἀπαλλαγὰς ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας; Εἶναι, κύριοι, ἀληθές, ὅτι οἱ ἰσχύοντες νόμοι καθιεροῦσι τοιαύτας ἀπαλλαγὰς, ἀλλὰ πρέπει νὰ κατανοήσωμεν ἀκριβῶς τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν ἀπαλλαγῶν τούτων. Δὲν πρόκειται περὶ ὁριστικῶν ἀπαλλαγῶν, πρόκειται περὶ προσωρινῶν εὐκολιῶν, πρόκειται περὶ ἀναβολῆς ἁπλῶς τῆς ἐκγυμνάσεως μέχρις ὅτου παραστῇ ἀνάγκη· ἅμα ὅμως κίνδυνος τῆς Πατρίδος ἀναφανῇ, ἅμα παραστῇ πραγματικὴ ἀνάγκη θυσίας τοῦ αἵματος ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, πᾶν ἄλλο συμφέρον ὑποχωρεῖ ἐνώπιον τοῦ συμφέροντος τῆς Πατρίδος, πᾶσα ἀπαλλαγὴ ἐκλείπει, καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐνώπιον τῶν νόμων ἰσότητος ἀναλαμβάνει πλῆρες καὶ ἀπόλυτον κράτος, καὶ ἅπαντες καλοῦνται ἀνεξαιρέτως, ἵνα καὶ διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν ἀκόμη ὑπερασπίσωσι τὴν Πατρίδα. Τοὺς ἰσχύοντας τούτους νόμους ἐφαρμόζουσα ἡ Κυβέρνησις, προσεκάλεσεν ἅπαντας τοὺς ἔχοντας τὰς κληθείσας ἡλικίας ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπαλλαγῆς, καὶ προσῆλθον οἱ πλεῖστοι καὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς τὸν στρατὸν, καὶ εἶναι συντεταγμένοι καὶ ἕτοιμοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ὕψιστον πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. Ὑπελείφθησαν ὀλίγοι τινὲς ἀσεβοῦντες πρὸς τοὺς Νόμους καὶ παρακούοντες τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ἐπιτύχουν ὡς βραβεῖον τῆς ἀνυποταξίας των τὴν ἀπαλλαγὴν ἑαυτῶν καὶ τῶν ἄλλων, τῶν μὴ ζητούντων τοιαύτην. Αἱ τοιαῦται ἀξιώσεις εἶναι προδήλως ἄδικοι, ἀντίκεινται εἰς τὴν ἰσότητα καὶ ἀποτελοῦσι παραβίασιν τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου. Ἀλλὰ μήπως ὑπάρχει Ἐθνικόν τι συμφέρον πρὸς παραδοχὴν αὐτῶν; Νομίζω, ὅτι μόνοι οἱ μὴ κατανοοῦντες τὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι καταφατικὴν γνώμην ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Φρονῶ, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς κρισιμωτέρας περιστάσεις. Ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπιβάλλουσιν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν ἐνέργειαν, μύριαι δὲ ἔκτακτοι περιστάσεις, ἐν πάσῃ στιγμῇ δυνάμεναι νὰ προκύψωσι, δύνανται νὰ καταστήσωσι ταχυτέραν τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος. Καὶ ὁ ἀγὼν οὗτος εἶναι δεινὸς, καὶ μέγας καὶ πρὸς ἐπιτυχῆ αὐτοῦ διεξαγωγὴν ἅπασαι τῆς Ἑλλάδος αἱ δυνάμεις συντεταγμέναι δὲν ἤθελον ἴσως εἶσθαι ὑπέρογκοι. Καὶ ἐν τοιαύταις στιγμαῖς ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἕτερον ἢ ν’ ἀπολύσωμεν ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ 10,000 νέων ὀργώντων πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος! Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὡς ὕβριν ἐκλαμβάνω ἐγὼ τὴν ἀξίωσίν τινων, ὅτι ὁ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ζῆλος τῶν νέων χαλαροῦται ἕνεκα τῆς περὶ τῶν ἰδίων ὑποθέσεων μερίμνης. Παραδέχομαι τοὐναντίον, τὴν γνώμην τοῦ κ. Πετούση, ὅτι ἀπαλλαγὴ τοιαύτη θέλει ῥίψει τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς πάντας τοὺς συναδέλφους αὐτῶν, οἵτινες πάντες ἔχουσι γονεῖς, ἢ συμφέροντα, ἢ περιουσίαν, καὶ καταστήσει οὕτως ἀδύνατον πᾶσαν ἐνέργειαν. Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς καὶ νὰ ὁμιλῶμεν παῤῥησίᾳ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει τοιαύτας προτάσεις, καὶ ἐὰν ἤθελεν εὑρεθῆ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα αὐτὰς εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Ἡγεμόνος, τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι μάτην ἐγένοντο ἅπαντα τὰ γενόμενα, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ τηρήσωμεν καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἄνδρας ὑπὸ τὰς σημαίας· τότε ὀφείλομεν νὰ διαλύσωμεν τὴν ἐπιστρατείαν καὶ νὰ κηρύξωμεν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς μόνην ἀποστολὴν αὑτῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἐννοεῖ τὴν παράτασιν τοῦ οἰκτροῦ καὶ καχεκτικοῦ βίου, τὸν ὁποῖον πρὸ τόσων ἐτῶν διανύει! Ἂν ὅμως ἄλλα φρονῶμεν περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἂν πιστεύωμεν, ὅτι ὀφείλει διὰ πάσης θυσίας νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς ἐπιβαλλομένων καθηκόντων, τότε ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον παμψηφεὶ ν’ ἀποῤῥίψωμεν τοιαύτας προτάσεις, ἵνα τοιουτοτρόπως πεισθῶσιν ἅπαντες, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι ἀκλόνητος εἶναι ἡ ἀπόφασις ἡμῶν νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ διὰ πάσης θυσίας.
§17ΗΛ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Βεβαίως, κύριοι, ἡ ἰσότης εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ Ἕλληνος, καὶ διὰ τοῦτο ἐκ τῶν πρώτων θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀναγράφεται ἡ ἰσότης μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων εἰς ὅλα καὶ εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποστῶσιν εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται πράγματι νὰ ἐνεργήσουν, πρόκειται νὰ χύσουν τὸ αἷμά των καὶ ὄχι νὰ μᾶς συμβουλεύσουν μὲ πομπώδεις λόγους: «ἢ ὅλοι νὰ χαθῆτε ἢ ὅλοι νὰ σωθῶμεν» (εὖγε), εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον τοῦ σεβαστοῦ τούτου Σώματος. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ φεισθῇ οὔτε τοῦ ἰδίου του αἵματος, προκειμένου περὶ τῆς Πατρίδος· ἄλλοι ὅμως εἰξεύρουν μὲ πομπώδεις καὶ μὲ ὡραίους λόγους νὰ μᾶς παρακινοῦν εἰς τὸ καθῆκόν μας. Ἕκαστος Ἕλλην, κύριε Κωνσταντόπουλε, γνωρίζει τὸ καθῆκόν του, καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος πρόκειται σήμερον νὰ ὁμιλήσωμεν. Τί λέγει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, κύριοι; Ποία εἶναι ἡ πρώτη βάσις αὐτοῦ; εἶναι νὰ ἔλθουν νὰ ὑπηρετήσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐναντίον τοῦ νόμου, διὰ μέσων, ὑπεξέφυγον τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, καὶ τοιοῦτοι εἶναι ἀρκετοί, καὶ εἶναι ἀκόμη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, μὴ συναισθανόμενοι τὸ ὕψος τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, δὲν προσῆλθον ἀκόμη νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατόν, ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀναπαύσεών των ἐμπαίζουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν εἰς τὴν πρώτην πρόσκλησιν τῆς φωνῆς τῆς Πατρίδος. Τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, κύριε βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, πρὸ πάντων δὲ τὸ γνωρίζουν αὐτοὶ οἱ μικροὶ χωρικοὶ ἀπὸ τὰς τελευταίας ἐσχατιὰς τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείψαντες τὰς ἐργασίας των, ἔσπευσαν νὰ εἶναι εἰς τὸ Φανάρι, εἰς τὴν Καρδίτσαν, εἰς τὰ Τρίκκαλα, εἰς τὴν Λάρισσαν. Καὶ διὰ τοῦτο, μολονότι ἐπῆλθον ζημίαι φοβεραὶ καὶ ἡ ζωοκλοπὴ ὕψωσε θρασεῖαν κεφαλὴν καὶ κατεστράφησαν συμφέροντα μεγάλα, οὐδεὶς λόγος ἐγένετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Διατί; διότι ἄλλοι οἱ ἁρμόδιοι νὰ κρίνουν καὶ νὰ ἐνεργήσουν διὰ τὴν ὑψίστην αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὰς χεῖράς των· εἶναι οἱ Κυβερνῶντες· ἡμεῖς δὲ καθῆκον ἔχομεν νὰ σιγῶμεν· ἀλλὰ ἐνῷ σιγῶμεν, ὅπως μὴ παρέχωμεν ἐμπόδια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πρέπει νὰ φωνάζωμεν, κύριοι, ὅλοι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐξαιρεθῆ παρανόμως, καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον; Τί εὑρίσκετε εἰς τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου τὸ ἀξιοκατάκριτον; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ προβάλουν τινὲς, τὸ δεδικασμένον εἶναι ἀπὸ τὰς πανακείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας μεταχειριζόμεθα διὰ νὰ παιδαγωγῶμεν τὸν κόσμον· δεδικασμένον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν εἶναι οὐδέν.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐκθύμως τὸ 2 ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§19ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Πρέπει μάλιστα νὰ ψηφισθῇ καὶ μία πρόσθετος διάταξις, ὅτι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος νὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες ὅσοι ἢ ἐξῃρέθησαν παρανόμως διὰ μέσων ἢ μέχρι τοῦδε δὲν προσῆλθον νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατόν, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην ἔνστασιν. Ἔρχεται ἤδη τὸ δεύτερον μέρος, κύριοι, τὸ μέρος τῶν ἀπαλλαγῶν, καὶ βλέπομεν, ὅτι οἱ προτείναντες τὸ νομοσχέδιον ὁρίζουσιν εἰς ποίας περιστάσεις πρέπει νὰ γίνωνται αἱ ἀπαλλαγαί. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ βουλευτὴς Μαντινείας, ὅτι εἰς τὸ σιδηροῦν Κράτος, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι σήμερον διέπει τὰς τύχας τῆς Εὐρώπης, τὸ Κράτος τῆς Πρωσσίας, δὲν πηγαίνουν εἰς τὸν στρατὸν ὅπως τύχει ὅλοι, ὅπως πηγαίνουν εἰς τὸ ἰδικόν μας Ἔθνος ἀνεξετάστως, καὶ λυποῦμαι, διότι οἱ ἐντριβεῖς περὶ τὰ στρατιωτικὰ δὲν ἐφρόντισαν νὰ μάθουν τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ῥητῶς ὑπαγορεύουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὅσοι ἔχουν οἰκογένειαν καὶ κατατάσσονται ἐν τῷ στρατῷ, λαμβάνουσιν ὡρισμένον μισθὸν αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν κατὰ μῆνα ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσεν ἡ πατριωτικωτάτη ἐκείνη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐνόει νὰ ἐνεργήσῃ πραγματικῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ καταστραφῇ ὁ Τόπος. Καὶ συμφωνῶ μὲ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν μας πρό τινος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μας, ἀλλὰ νὰ μὴ καταστρέψωμεν τὸ ὑπάρχον· εἴμεθα ὑποχρεωμένοι βεβαίως νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν διατελούντων ὑπὸ ζυγόν, καὶ δυνάμει τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ἡ Φιλικὴ Ἑταιρία, καὶ δι’ αὐτὸ ἴσα ἴσα μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πηγαίνει καλὰ τὸ Ἔθνος, διότι δὲν ἐτήρησαν αὐτὸν οἱ ἁρμόδιοι, καὶ διότι οὐδέποτε ἐγκαίρως καὶ πρὸ τῶν περιστάσεων παρεσκευάσθημεν προσηκόντως, καὶ διότι καὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἀδελφοί μας καὶ ὀφείλομεν κατὰ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν νὰ τοὺς ἐλευθερώσωμεν. Ἀλλὰ τί μᾶς λέγετε, κύριοι Κυβερνῆται; μᾶς λέγετε ῥητῶς, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταστρέψωμεν τὸ ὑπάρχον. Καὶ βεβαίως ἂν πρόκηται νὰ καταστρέψωμεν τὸ ὑπάρχον διὰ νὰ σώσωμεν ἐλάχιστον μέρος, αὐτὸ δὲν εἶναι φρονήσεως καὶ πατριωτισμοῦ ἔργον· τὸ ὑπάρχον πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἡ δὲ ἐξασφάλισις δὲν ἐνεργεῖται, ἐὰν ἀκρίτως βασιζόμεθα ἐπὶ τὸν πατριωτισμὸν τὸν ὁμολογουμένως ἔκτακτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐθαυμάσθη παρ’ ὅλου τοῦ ἄλλου κόσμου, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ βασισθῶμεν εἰς τὴν ἰσότητα, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι μὲν φωνάζομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ ὁποία τις πρέπει νὰ ἦναι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἄρα ἰσότης, ὅταν λαμβάνετε τὸν προστάτην μιᾶς οἰκογενείας καὶ ἀφίνετε τὴν οἰκογένειαν νὰ καταστραφῇ, καὶ ὅταν λαμβάνετε ἕτερον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἄλλους, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ ὑποστηρίζουν τὴν οἰκογένειάν του; Εἶναι ἰσότης αὐτή; ἴσα ἴσα εἶναι ἀνισότης, ἡ ὁποία καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ, γεννᾷ δυσθυμίαν καὶ εἰς τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν, γεννᾷ ἐπίσης δυσθυμίαν καὶ λύπην. Περὶ αὐτοῦ λοιπὸν πρόκειται σήμερον. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει κατὰ καθῆκον, ἐπειδὴ εἰς τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς περιστάσεις οὐδεὶς ἐτόλμησεν ὁμολογουμένως, οὐδὲ ἐσκέφθη νὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν, οἴκοθεν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῆς τῆς ἰσότητος, περὶ τῆς ὁποίας ὅλοι φωνάζομεν. Αὐταὶ αἱ οἰκογένειαι, αἱ ἐγκαταλελειμμέναι, πρέπει νὰ ὑποστηριχθοῦν, πρέπει νὰ σωθοῦν. Τί νὰ κάμουν οἱ ἔρανοι μερικῶν κυριῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις; Πρέπει ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ νὰ λάβῃ τὸ μέτρον νὰ χορηγήσῃ ὡρισμένον μισθὸν, τὸν ὁποῖον τὸ Ἔθνος τῆς Πρωσσίας ἔχει νομοθετήσει, προκειμένου περὶ τοιούτων ἐκτάκτων περιστάσεων. Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, οὐδεμία διαφορὰ μεταξύ μας· δὲν πρόκειται νὰ ἀπαλλάξωμεν οὔτε τὸν Αʹ οὔτε τὸν Βʹ πρόκειται ὅλοι νὰ σπεύσωμεν εἰς τὸν στρατόν, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη καὶ ἡμεῖς θὰ κάμωμεν τὸ χρέος μας, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ τῶν οἰκογενειῶν νὰ μὴ καταστραφοῦν· διότι, ὅταν θέλετε νὰ ἔχετε ἀνθρώπους προθύμους εἰς ἔργα, πρέπει νὰ φροντίσετε νὰ ἔχητε ἐξασφαλισμένην τὴν ἑστίαν αὐτῶν, καὶ ὅταν φονευθοῦν καὶ ὅταν θὰ ἐπιστρέψουν εἰς αὐτήν. Περὶ τούτου λοιπὸν κυρίως σήμερον πρόκειται, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐφιστῶμεν κυρίως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι οὐδεὶς τόσον ἄδικος, τόσον μικρὸς καὶ τόσον ἀφιλότιμος, ὥστε εἰς αὐτὴν τὴν κρισιμωτάτην περίστασιν, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ τῶν ὅλων, νὰ θέλῃ νὰ ἐξαιρέσῃ δι’ ὀλίγους μῆνας, ποῖον; ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἀποθάνῃ, ἀλλ’ εἶναι μία παρεννόησις μεταξύ μας, καὶ οἱ μὲν θέλουν νὰ πωλήσουν πατριωτισμόν, τυφλοῖς ὄμμασιν ὑπείκοντες εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὐχαριστοῦν τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν δημοκοπίαν, οἱ δὲ, μὴ θέλοντες ἢ ἴσως ἐρεθιζόμενοι, κάμνουν τὸ ἐναντίον. Νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα· αἱ οἰκογένειαι, ὅταν καταστρέφωνται, ὅταν χάσουν τὸν προστάτην των, νὰ λάβουν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τοῦτο γένηται, μάθετε, ὅτι τότε καὶ μόνον ἔχει πεποίθησιν ὁ λαὸς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐνεργήσωμεν· ὅταν ὅμως δὲν γίνεται τοῦτο, τότε, ἐνῷ καθιστῶμεν δύσπιστον τὸν λαὸν εἰς τὰς ἐνεργείας μας, θὰ δείξωμεν καὶ ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐψήφισαν διὰ νὰ ἐνδιαφερώμεθα ὑπὲρ αὐτῶν.
§20Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Ὅτε συνεζητήθη ἡ πρότασις ἡ εἰσαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Φορέστη, ἐξήνεγκα τὴν γνώμην μου εἰπὼν ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐκ τῶν μονογενῶν ἐκ τῶν ἀναγκαίων εἰς τὰς οἰκογενείας ὀρφανῶν ἀπετελοῦντο αἱ φρουραὶ τῶν πόλεων, διατασσομένων τούτων ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀπέλθωσι τῶν τάξεων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ὡς ἐν ἐπιστρατεύσει. Μετὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐξήνεγκα τὴν γνώμην ταύτην, τὸ ζήτημα περιῆλθεν εἰς ἄλλην φάσιν. Καὶ ὄντως, στρέφω ἐντεῦθεν, ἀκούω «ὁ τράχηλος τοῦ Ἕλληνος ζυγὸν δὲν ὑποφέρει»· στρέφω ἐκεῖθεν, ἀκούω στεναγμούς, καὶ τί θὰ γίνουν, λέγεται, αἱ οἰκογένειαι. Ὥστε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι διὰ τοῦ ζητήματος τούτου ἐκινήθη «ὁ ἀνάγυρος» καὶ περιέστη ὡς σκάνδαλον τοῦτο, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι δὲν θέλουσιν εἶσθαι εὐάρεστοι. Ἐὰν πράγματι πρόκειται νὰ ἐνεργήσωμεν, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ δὲν εἴμεθα κύριοι ἑαυτῶν, καὶ ἐὰν ὁ Θεὸς ἐπεφύλαξεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναλάβῃ ἀγῶνα καὶ ὁ ἀγὼν νὰ ἦνε μακρὸς, νὰ ἦνε δεινὸς, τότε βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ τὰ δένδρα τῆς Ἑλλάδος θὰ ὑποστῶσι ζημίας ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1821. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται νὰ δράσωμεν, δὲν πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐχθρόν, διατί νὰ βιαζώμεθα νὰ ἀνακινῶμεν ζητήματα, προκαλοῦντα παρεξηγήσεις; αἱ συζητήσεις περὶ ἀπαλλαγῶν δὲν ἔχουσι δυστυχῶς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως περὶ ἀπαλλαγῶν.
§21Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Οἱ ἰσχύοντες, κύριοι βουλευταὶ, στρατολογικοὶ νόμοι περιλαμβάνουσι τοσαύτας ἀπαλλαγὰς, ὅσας δὲν περιλαμβάνουσιν οἱ στρατολογικοὶ νόμοι τῶν ἄλλων Κρατῶν, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς καθολικῆς στρατολογίας ὅπως καὶ ὁ ἡμέτερος. Ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν κληθεισῶν πέντε κλάσεων δὲν ἦτο τόσῳ μέγας, ὥστε νὰ κληθῶσι καὶ οὗτοι συγχρόνως μετὰ τῶν λοιπῶν· οὔτε νομίζω, ὅτι ὑπῆρχον τοσαῦτα μέσα, ὥστε νὰ καλέσωμεν τοσοῦτον ἀριθμὸν ἀνδρῶν ἐν μέσαις Ἀθήναις, καὶ δὲν ὑπεχρεοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τοσοῦτον ἀριθμὸν ἀνδρῶν, οὔτε εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§23ΚΟΡΠΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀρχικὸς στρατολογικὸς νόμος, ψιφισθεὶς κατὰ τὸ 1878 καὶ τοῦ ὁποίου ἡ λειτουργία ἤρξατο κατὰ τὸ 1880, περιελάμβανε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἀπαλλαγέντες ἐκαλοῦντο μόνον ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ὁ ἐσχάτως ὅμως ψηφισθεὶς νόμος περὶ ἐφεδρείας, ὁ συμπληρωτικὸς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περιελάμβανε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεχρεοῦτο.
§25ΚΟΡΠΑΣ. —νὰ καλέσῃ, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἢ μόνον τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ ἑξάμηνον, ἢ τοὺς ὀλιγώτερον τοῦ ἑξαμήνου καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἢ μόνον τοὺς εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα ὑπηρετοῦντας, ἢ μόνον τοὺς εἰς τὸ πεζικὸν καὶ τὰ εὐζωνικὰ τάγματα.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας.
§27ΚΟΡΠΑΣ. Λησμονεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπιστρατεία καὶ ὑπηρεσία εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· οἱ καλούμενοι πρὸς ὑπηρεσίαν δὲν καλοῦνται πρὸς ἄσκησιν. Δύο κατηγορίαι ὑπάρχουν ἐν τῷ νόμῳ· ἡ μία εἶναι πρὸς ἄσκησιν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης καὶ ἡ ἑτέρα πρὸς ἐπιστράτευσιν. Ὑπαρχούσης λοιπὸν τοιαύτης διατάξεως ῥητῆς ἐν τῷ νόμῳ, δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς συζητήσεως ταύτης. Τί συζητοῦμεν; Νὰ ψηφίσωμεν νόμον; ἀλλ’ ὁ νόμος ὑπάρχει. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μένωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ ἀπαλλαγέντες; νὰ μένωσι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη; ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύσῃ αὐτοὺς, ὁπόταν θέλῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πᾶσα συζήτησις σήμερον ἐπὶ τούτου οὐ μόνον εἶναι περιττὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι νομίζω, ὅτι δὲν συμφέρει ἐν τοιαύταις στιγμαῖς νὰ ψηφίζωμεν νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς, διότι, ὡς προεῖπον, ὁ περὶ ἐφεδρείας νόμος εἶναι σαφὴς, ὁ νόμος ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον κατεπολέμησαν καὶ κατέκριναν ἀπὸ τοῦ βήματος ἄλλοτε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐποιήσαντο οὐχὶ χρῆσιν, ἀλλὰ κατάχρησιν τοῦ νόμου τούτου. Ἑπομένως τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι μᾶλλον συμφέρει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπόσχῃ πάσης συζητήσεως καὶ ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, καὶ ἡμεῖς οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ὀρφανῶν οἰκογενειῶν καὶ τῶν ἐχόντων ἓν μόνον τέκνον, ὅτι δὲν ἐπέρχεται βλάβη, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύσῃ αὐτοὺς, ἢ νὰ τοποθετήσῃ αὐτοὺς εἰς τοὺς λόχους ἢ τὰ τάγματα, τὰ ἑδρεύοντα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐξ ὧν κατάγονται ἢ ἐν αἷς εἶναι ἐγκατεστημένοι. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν νόμον, διότι ἔχομεν, καὶ κατ’ αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι συμφέρει· διότι αὐτὴ εἶνε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ πόσους ἀκόμη δύναται νὰ καλέσῃ ἢ ἂν οὗτοι δὲν ἀρκοῦσι, νὰ καλέσῃ καὶ τὰς ἄλλας ἡλικίας· δύναται δὲ νὰ ἀπαλλάξῃ, ἐὰν θέλῃ, καὶ τοὺς κατ’ ἐμὲ οὐχὶ δικαίως καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον κληθέντας. Τὴν γνώμην ταύτην ἦλθον νὰ ἐκφράσω εἰς τὴν Βουλήν.
§28ΤΟΜΑΝ. Δὲν θὰ ἀπετόλμων, κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω τὰς πολυτίμους ὑμῶν στιγμὰς, ἂν δὲν ἠρυόμην θάῤῥος ἐκ πολλῶν ἀγορεύσεων λίαν σχοινοτενῶν, αἵτινες λαμβάνουν χώραν ἀπό τινος ἐνταῦθα παρὰ τὸ δεινὸν, τὸ σοβαρὸν καὶ τὸ ἐπεῖγον τῶν περιστάσεων. Ἐκ τούτων ὅμως ἐνθαῤῥυνόμενος ἀποτολμῶ νὰ ὑποβάλω ὑμῖν παρατηρήσεις τινὰς σχετικὰς μὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς νὰ προσέξητε εἰς ταύτας, διότι ὑπὸ ὅλως ἄλλην ἔποψιν θέλω ἐξετάσει τοῦτο. Μολονότι, κύριοι, πανθομολογούμενον εἶνε ὅτι διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ἀπαλλαγέντων ἐκ τοῦ νόμου πολλαὶ ἐλλείψεις εἰς τὰς οἰκογενείας ἀνεφάνησαν, πολλὰ κενὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐγκατελείφθησαν, καὶ πολλὰ δεινὰ ἐκ τούτου ἐπηκολούθησαν, οὐχ ἧττον ἂν ἤθελε λάβει τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις εἶνε δειναὶ, ὅτι ἡ Πατρὶς διατρέχει κινδύνους, καὶ κινδύνους προσεχεῖς, ὤφειλε νὰ σιγήσῃ, νὰ καταπνίξῃ δὲ πᾶσαν φωνὴν εὐσπλαγχνίας, πᾶσαν φωνὴν ἐλέους. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠδυνάμην νὰ ποιήσω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σύγκρισιν μεταξὺ τοιούτων ἀναγκῶν ἐθνικῶν καὶ ἀναγκῶν οἱωνδήποτε ἄλλων, εἴτε οἰκογενείας, εἴτε Σωματείου. Δὲν ἦλθον συνεπῶς ν’ ἀναπτύξω σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν τὰ δεινὰ, ἅτινα ὑποφέρει ἡ οἰκογένεια καὶ ἡ κοινωνία ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες, καίτοι ἀπαλλασσόμενοι, ἐκλήθησαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐτῷ, καὶ περὶ ὧν πολλὰ καὶ ὀρθὰ παρὰ πολλῶν ἐλέχθησαν· τὰ δεινὰ ταῦτα, καίτοι φοβερὰ, πρέπει νὰ θεωρηθῶσι μηδὲν ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης. Ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτη; τότε καλὸν νὰ μένωσιν ἐν ταῖς τάξεσιν οἱ ἔχοντες ἀπαλλαγὰς, καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ. Δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ μέσα, ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποδείξῃ τοιαῦτα, ἅτινα ν’ ἀναπληρώσωσι τὰ κενὰ, ἅτινα τυχὸν ἤθελεν ἀφήσει ἡ ἀπόλυσις ἐκ τῶν τάξεων τῶν προσκληθέντων ἐφέδρων καὶ ἐχόντων λόγους ἀπαλλαγῆς; περὶ τούτων μόνων ἐξεταστέον. Ἂν τὰ κενὰ ταῦτα εἶναι τοιαῦτα ὁποῖα παρέστησεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν πρέπει βεβαίως ν’ ἀποτολμήσωμεν νὰ διανοηθῶμεν κἂν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἂν ταῦτα δὲν εἶνε τοιαῦτα, ἀλλ’ εἶνε μετριώτερα, ἂν δύνανται ν’ ἀναπληρωθῶσι δι’ ἑτέρων μέσων καὶ μένῃ καιρὸς διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τούτων χωρὶς νὰ βλαβῇ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ στρατοῦ, ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν καὶ πολὺ καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Κρίνω καλὸν νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐκ τῆς ἐξηγήσεως, ἣν ἔδωκε χθὲς εἰς ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐπείσθην περὶ τῶν κακῶν, τῶν προσγενησομένων εἰς τὸν στρατὸν, δὲν ἐπείσθην περὶ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τοῦ νὰ μένωσιν ἐν ταῖς τάξεσιν αὐτοῦ οἱ ἐκ τοῦ νόμου ἀπαλλαγέντες, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὑπεβλήθη ὑμῖν πίναξ στατιστικὸς ἢ μᾶλλον σημείωσις, δι’ ἧς ὑπεδεικνύετο πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τοὐλάχιστον ἀριθμὸς 10,000 ἀνδρῶν ἔμελλεν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἠθέλομεν ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς. Ἐπεθύμουν νὰ διευκρινήσω ἀπορίαν τινὰ, ἥτις μὲ παρακωλύει ἀπὸ τοῦ νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ μεγάλου τούτου κακοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προσγίνῃ εἰς τὸν στρατόν. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἐλήφθη ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων, ἢ ἐξ ἄλλων πηγῶν, ἢ ἐκ τῆς γενικῆς, οὕτως εἰπεῖν, καταστάσεως, τῆς περιεχούσης ἁπάσας τὰς κατὰ καιροὺς ἀπαλλαγάς; Ἂν ἡ ὑποβληθεῖσα σημείωσις τοιαύτας ἔχῃ πηγάς, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς μείωσις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ δὲν θέλει ἀνέρχεσθαι εἰς 10,000· διότι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, βασιζομένην καὶ ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, μείζονα ἐμοῦ πεῖραν κεκτημένου, πολλοὶ ἐκ τῶν ἀπαλλασσομένων, καίτοι κληθέντες, ἐνισχυόμενοι ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου κατ’ αὐτὴν σχεδὸν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν προσῆλθον μέχρι σήμερον. Δὲν ἔχετε λοιπὸν μείωσιν κατὰ 10,000, καὶ νομίζω, ὅτι ἐὰν αἱ δοθεῖσαι πληροφορίαι ἔχωσι βάσιν τὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν ἀπαλλαγέντων κατὰ καιροὺς δυνάμει τῶν ἰσχυόντων περὶ ἀπαλλαγῆς νόμων, ἡ βλάβη, ἡ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, εἶνε μικρὰ καὶ δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ καιρὸς πάντοτε, διὰ τῆς προσκλήσεως ἐκείνων οἵτινες καθυστέρησαν καὶ οἵτινες δὲν ὑπάγονται εἰς ἀπαλλαγὴν συμπληροῦται δὲ οὕτω καὶ ὁ στρατὸς καταλληλότερον· διότι ἀντὶ ἀνδρῶν ἀγυμνάστων, ἀπείρων, οἷοι οἱ ἔχοντες ἀπαλλαγὰς, θὰ ἔχετε ἀνθρώπους γεγυμνασμένους. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι, τὸ μικρὸν αὐτὸ κενὸν, τὸ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ἀπαλλασσομένων προκύψον, δὲν δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ τῆς κλήσεως ἑτέρας ἡλικίας; ἢ ἐὰν τοῦτο δὲν εἶνε δυνατὸν, δὲν νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς ἐθελοντῶν δύνασθε ἐπίσης καλῶς νὰ συμπληρώσητε τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, τῶν προσερχομένων αὐθορμήτως εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ ἐχόντων περισσότερον ζῆλον ἐκείνων, οἵτινες ἀφίνουν ὄπισθέν των τὴν οἰκογένειαν πεινῶσαν ἴσως; Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ ἀπόλυσις τῶν ἀπαλλασσομένων θὰ φέρῃ ἀπογοήτευσιν, διότι οὗτοι ἀπαλλάσσονται δυνάμει νόμων τοῦ Κράτους, ψηφισθέντων μετὰ ἔρευναν λογικὴν καὶ δικαίαν. Ἴσως ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη, ἐὰν ἐγένοντο μερικῶς αἱ ἀπαλλαγαὶ, ἀλλ’ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ ὅλων τῶν ἐχόντων ἐκ τοῦ νόμου λόγους ἀπαλλαγῆς ἐν καιρῷ εἰρήνης· διότι πάντες οὗτοι οὐχὶ τυχαίως ἐκ τοῦ νόμου ἐθεωρήθησαν ἀπαλλακτέοι. Δὲν ἀποτολμῶ δὲ, κύριοι, νὰ ἀδικήσω τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τοὺς Ἕλληνας, παραδεχόμενος ὅτι, ὡς εἶπόν τινες, ὁ Ἕλλην προσέρχεται εἰς τὸν στρατὸν, ὅταν βλέπῃ τὸν πλησίον του προσερχόμενον καὶ οὐχὶ ἀπὸ συναίσθησιν ἐκπληρώσεως μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ καθήκοντος· ὄχι, κύριοι· οἱ Ἕλληνες προσέρχονται ἐκ συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος τούτου εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀποσύνθεσις, ἐὰν ἀπολυθῶσιν ἐκ τούτου οἱ ἀπαλλασσόμενοι ἐκ τοῦ νόμου. Ταῦτα λέγων, ἐκφράζω τὴν ἐμὴν γνώμην, προκειμένου νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἔτι μᾶλλον δὲ πειθόμενος, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀποσύνθεσις· διότι ὡς μὲ πληροφοροῦσιν, ἡ ἐν τῷ στρατῷ προσθήκη ἀνδρῶν γεγυμνασμένων εἰς τὰ στελέχη, τὰ μὴ ἐπαρκῆ αὐτοῦ, θὰ συμπληρώσῃ ἴσως, θὰ διευκολύνῃ δὲ καὶ τὴν διοργάνωσιν αὐτοῦ. Τώρα, κύριοι, τὰ μέτρα ταῦτα, εἰς ἃ δύνασθε νὰ προσθέσητε καὶ τὸ ὑποδεικνυόμενον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὴν ἐν τῷ στρατῷ δηλαδὴ πρόσκλησιν τῶν ὑπεκφυγόντων τὸν νόμον καὶ μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς μητρώοις, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ ὑλικὸς καιρὸς νὰ τὰ ψηφίσωμεν, καὶ κατ’ ἐμὲ ὑπάρχει, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν, διότι μόνον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦτο ἀποῤῥιπτέον· καθόσον δὲν ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐπέρχεται βλάβη τις, δὲν ἀρκεῖ ταύτην νὰ δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν ἄλλως· εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν ἂν αἱ περιστάσεις παρέχωσι τῇ Κυβερνήσει καὶ ἡμῖν τὸν ὑλικὸν καιρὸν πρὸς ἀναπλήρωσιν. Ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει εἰσέτι ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς καιρὸς, ὅπως ἀναπληρώσωμεν διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀπετόλμησα νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ μικρὰ κατ’ ἐμὲ κενὰ, ἅτινα ἤθελε τυχὸν ἀφήσει ἐν τῷ στρατῷ ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τούτου τῶν ἐφέδρων, τῶν ἀπαλλασσομένων. Ἐπιμένω δὲ λέγων, ὅτι ἔχομεν τὸν καιρὸν τοῦτον, διότι βλέπω, ὅτι τὸ αὐτὸ μέτρον δὲν ἐλήφθη καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νῦν, ὅτε, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν καὶ βεβαίως καὶ κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τούτου, τὸ Ἔθνος ἴσως ἔχει ἀνάγκην κανονικωτέρας καὶ ταχυτέρας συντάξεως τῶν Ναυτικῶν μᾶλλον αὐτοῦ δυνάμεων. Φρονῶ, ὅτι ἔχομεν καιρόν· διότι ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ πῶς ἠδυνάμεθα νὰ καταναλώσωμεν ἡμέρας ὁλοκλήρους καὶ ἑβδομάδας, καταγινόμενοι εἰς θεωρίας περὶ μονοπωλίων καὶ ἁλάτων, μεταβληθείσης οὕτω τῆς ἕδρας ταύτης εἰς ἕδραν δημοσιονομίας τοῦ Πανεπιστημίου· οὔτε μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ πιστεύσω, ὅτι εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ Πατρὶς κινδυνεύει, καὶ κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν νὰ μένωσιν εἰς τὰς οἰκίας των, παρέχοντα προστασίαν καὶ τροφὴν, θέλομεν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς ἐνέργειαν ταχυτέραν καὶ σπουδαιοτέραν. Πείθομαι λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ὑλικὸς καιρὸς πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν, ἅπερ ἡ ἀπόλυσις τῶν ἀπαλλασσομένων ἤθελε τυχὸν ἀφήσει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Συνοψίζων τὰ λεγόμενά μου καταλήγω εἰς τὸ ἑξῆς: Ἂν ἡ Βουλὴ πεισθῇ ἐκ πληροφοριῶν δοθησομένων ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὃν παρακαλῶ πρὸς τοῦτο, ὅτι καταστροφὴ πάντως θέλει ἐπέλθει ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν οἱ ἀπαλλασσόμενοι φύγωσιν ἐκ τῶν τάξεων τούτου, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναπληρωθῶσι τὰ κενὰ, τὰ ἐκ τῆς ἀπολύσεως ταύτης, διότι ὁ καιρὸς δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ὅπερ ἐγὼ ἀποκρούω, ἡ Βουλὴ ὀφείλει, νομίζω, ν’ ἀποῤῥίψῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ὀφείλομεν ἀδιστάκτως νὰ φροντίσωμεν περὶ ἐκείνων, οἵτινες δικαιοῦνται παρ’ ἡμῶν νὰ προστατευθῶσιν ἵνα προστατεύσωσι τὰς οἰκογενείας των.
§29Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν νομίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὑπ’ ὄψει ἡμῶν νομοθετικὴν ὕλην· τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον δὲν πρόκειται νὰ πληρώσῃ κενὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, διότι ὁ ἰσχύων νόμος προέλαβε τὴν περίπτωσιν περὶ ἧς πρόκειται· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πᾶσα ἡ γενομένη κατανάλωσις εὐγλωττίας καὶ συλλογισμῶν, ὧν πολλοὺς ἐπιδοκιμάζω, ὑπῆρξεν ἀλυσιτελής. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ἢ οὔ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἔχει μάλιστα πολὺ μεγαλείτερα δικαιώματα ἐπὶ τῆς κλήσεως τῶν ἐφέδρων, περὶ ὧν περαιτέρω. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἀρχικόν, καλοῦνται οἱ ἀπαλλαγέντες μόνον ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 προσετέθη καὶ ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὁ δὲ νόμος τοῦ 1884, ὁ περὶ ἐφεδρείας, ἔλυσεν ἄριστα τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ προσήκων νόμος πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων. Πᾶσα διάταξις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἔχει πάντοτε βαθυτάτην ἔννοιαν, ἀφορῶσαν εἴτε εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, εἴτε εἰς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας· οὐδεμία ἐτέθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, διότι ὁ νόμος ἡμῶν οὗτος εἶνε ἐράνισμα τελειοτάτων νόμων τῆς Ἑσπερίας ὅπου μακρὰ πεῖρα ἐδίδαξε περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ διατάττωσιν οἱ νόμοι οὗτοι. Ὁ δὲ νόμος ὁ περὶ ἐφεδρείας εἶνε λογικώτατος καὶ ἀνταποκρίνεται πληρέστατα εἰς τὰς θεμελιώδεις ἰδέας, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζοντο οἱ νομοθέται τῶν στρατολογικῶν νόμων κατὰ τὴν καθιέρωσιν τῶν ἐξαιρέσεων καὶ ἀπαλλαγῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, πρέπει νὰ λύσωμεν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τὸ ζήτημα. Ἐπιστράτευσις εἶνε ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐφεδρείας, ναὶ ἢ ὄχι; νομίζω, ὅτι εἶνε ἀναντιῤῥήτως ἐπιστράτευσις, δὲν δύναται νὰ ἦνε ἄλλο τι.
§30Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι.
§31ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι λέγετε ὄχι· τότε ποῦ εἶνε ἡ ἐπιστρατεία ἐν τῷ νόμῳ; Ἔχομεν δύο κατηγορίας ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰς ἀσκήσεις· ἂν ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶνε ἐπιστράτευσις, ποῦ εἶνε ἐπιστράτευσις; οὐδαμοῦ ὑπάρχει. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ νόμος; ἐξηγεῖ τί εἶναι ὑπηρεσία, λέγει ῥητῶς ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ τῆς ἐφεδρείας, καὶ ὅταν λέγῃ τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς μάλιστα, κύριε Ὑπουργὲ, ν’ ἀμφιβάλλετε περὶ τοῦ τί εἶνε αὕτη; Ὁ προορισμὸς τῆς ἐφεδρείας εἶναι ἆρά γε νὰ καταδιώκῃ φυγοδίκους καὶ νὰ συνοδεύῃ καταδίκους; Αὐτὸ φρονεῖτε ὑμεῖς; Ἐὰν τοῦτο ἔχῃ οὕτως, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον, καὶ θέλω θεωρήσει ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, ἂν συντελέσω εἰς τὸ νὰ ἀπόσχῃ ἡ Βουλὴ συζητήσεως, καθ’ ἣν λέγονται κατ’ ἀνάγκην πράγματα, ἅπερ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκούωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας αὐτὸς λύει τὸ ζήτημα. Ἐν ἄρθρῳ 2, κανονίζων τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου, λέγει ὅτι καλοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως μὲ τὴν ἡλικίαν, ἥτις καλεῖται καὶ εἰς ἣν ἀνήκουσιν. Ἡ διάταξις αὕτη οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ τὸ ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν κλῆσιν τῶν ἀπαλλαγέντων ἄλλως ἢ μετὰ τῶν ὁμηλίκων αὐτῶν. Δὲν ἀναγράφει τὴν ὑποχρέωσιν, διότι τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Νόμον περὶ ἐφεδρείας, ἀλλ’ εἰς τὸν Στρατολογικὸν, ὅστις καὶ τὴν ἀνέγραψεν ἐν ἄρθρῳ 11 τοῦ Νόμου τοῦ 1882. Ἡ δὲ παράγραφος 4 τοῦ ἄρθρου 4 κανονίζει πῶς δύνανται νὰ καλῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πάντες οἱ ἔφεδροι. Κατ’ αὐτὴν δύνανται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τρεῖς διαφόρους κατηγορίας. Ὑπάρχει δὲ, ὡς ἀρχόμενος εἶπον, σπουδαιότατος ἐσωτερικὸς λόγος τῆς διατάξεως ταύτης. Δύναται νὰ καλέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης εἴτε μόνους τοὺς πλειότερον τῶν ἓξ μηνῶν ὑπηρετήσαντας, εἴτε μόνους τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐλάσσονα χρόνον, εἴτε τοὺς μηδόλως ὑπηρετήσαντας. Αὕτη εἶνε ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῆς; Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι πρῶτον μὲν καὶ κυρίως, ὅτι εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἥτις ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας, ἃς πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ, ἥτις ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν μέτρων, ἅπερ λαμβάνει, εἰς αὐτὴν ἔδωκε πληρεστάτην ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν καλουμένων — σημειώσατε τοῦτο καλῶς — καὶ περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν καλουμένων. Προϋπηρετήσαντες δύνανται νὰ ὦσι καὶ ἐκ τῶν ἀπαλλαγέντων· τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ 6 μῆνας κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας τὸν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τοῦ 1878. Αὐτοὶ ἀπηλλάγησαν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλ’ εἶναι προϋπηρετήσαντες. Ἑπομένως, καίτοι ἀπαλλαγέντες, δὲν κανονίζουσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν ὑπὸ τὴν κατηγορίαν τῶν ἀπαλλαγέντων. Διατί τάχα; διότι ὑπ’ ὄψιν ἔχει ὁ νόμος ὅτι πολλοὶ καὶ διάφοροι ἠμπορεῖ νὰ ὦσιν οἱ σκοποὶ τῆς προσκλήσεως τῆς ἐφεδρείας. Δύναται ν’ ἀφορᾷ ἡ πρόσκλησις τῆς ἐφεδρείας εἰς ἐσωτερικούς σκοποὺς, δύναται ν’ ἀφορᾷ εἰς ἐξωτερικοὺς λόγους· ἀλλ’ οἱ ἐξωτερικοὶ οὗτοι λόγοι δύνανται νὰ μὴ ἐξαναγκάζωσι τὸ Κράτος νὰ κηρύξῃ ἀμέσως τὸν πόλεμον. Δύναται ὅμως ἡ πρόσκλησις τῆς ἐφεδρείας νὰ ἔχῃ σκοπὸν οὐχὶ τὴν προπαρασκευὴν ἁπλῶς, ἀλλὰ τὴν ἄμεσον ἐνέργειαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε ἐν συνειδήσει, ἐπιτρέπεται νὰ καλέσωμεν τοὺς μηδαμῶς ὑπηρετήσαντας; Ἐὰν πράξωμεν τοῦτο, δὲν θὰ πέμψωμεν αὐτοὺς εἰς τὸ μακελλεῖον, ἀφοῦ οὐδεμίαν μὲν ἄσκησιν ἔλαβον οὗτοι, ἐντὸς δὲ δέκα ἢ εἴκοσιν ἡμερῶν δὲν δύνανται ν’ ἀσκηθῶσιν, ἐνῷ ἐν τούτοις ἐντὸς 10 ἡμερῶν καὶ πολλάκις ταχύτερον ὁ πόλεμος ἐπιβάλλεται: Ἐν ἀνάγκῃ τοιαύτῃ ἡ Κυβέρνησις θὰ καλέσῃ βεβαίως πρώτους τοὺς προϋπηρετήσαντας, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν, ὡς εἶπον, καὶ ἀπαλλαγέντες. Τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 4 δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει ἀπαλλαγέντας, ἀλλ’ ὑπηρετήσαντας ἐπὶ μακρὸν, ἢ ἐπὶ βραχὺ καὶ μὴ ὑπηρετήσαντας. Ἂν ἀντὶ ἀμέσου πολέμου πρόκειται ἁπλῶς περὶ μακρᾶς παρασκευῆς—καὶ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ γνωρίζῃ—τότε πᾶσα συνετὴ Κυβέρνησις θὰ καλέσῃ μόνον τοὺς ἀπαλλαγέντας καὶ οὐδαμῶς ὑπηρετήσαντας διὰ νὰ τοὺς γυμνάσῃ, διότι αὐτοὶ μόνοι ἔχουσιν ἀνάγκην ἐκγυμνάσεως. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Νόμου εἶναι διαυγεστάτη καὶ εἶναι ἀνεπίδεκτος τοῦ ἐλαχίστου ἐπισκοτισμοῦ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας ὕλην νομοθετικήν. Ὥστε ἡ Κυβέρνησις, καλέσασα πάντας, ὑπὸ μὲν τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας ἔπραξε, δὲν ἀμφιβάλλω, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας, ὡς τὰς ἐννοεῖ, ὑπὸ δὲ τὴν ἔποψιν τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς τὸ ἔπραξε νομιμώτατα. Τὰ ζητήματα εἶναι ἁπλούστατα καὶ ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθη τοσαύτη συζήτησις. Λυποῦμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ κατηνάλωσε καὶ τὸ ἥμισυ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως καὶ τὸ ὅλον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἐπὶ ζητήματος, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, διακόπτων χθὲς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι «δυνητική». Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔλυσεν ἐπισήμως καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς προκλήσεως τοῦ Διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἀφοῦ οὐδεμία διαφορὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐφέδρων τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῆς ξηρᾶς, ἐξαιρέσαν τῆς προσκλήσεως τοὺς μὴ προϋπηρετήσαντας, ὅπερ ἠδύνατο, ἂν ἤθελε, νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ πληρώσῃ, τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, κενὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Ἀφοῦ ὁ κανονισμὸς τῶν τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων ἀνετέθη ὑπὸ τῶν ἰσχυόντων νόμων εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοῦτο, εἰμὴ ἐὰν θέλῃ νὰ περιστείλῃ τὰ δικαιώματα ἐκείνης, ἢ νὰ ἐπικρίνῃ τὰ γενόμενα καὶ νὰ μεμφθῇ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ προτείναντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προὐτίθεντο νὰ μεμφθῶσι τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις οὕτως ἔκρινεν, ὅτε ἐξέδιδε τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, αὐτὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, ἐν πάσῃ στιγμῇ, ἐὰν ἀπαιτοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ συμφέροντα τὰ Ἐθνικὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβε, καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἀποδεχθῶμεν ἡμεῖς ἀνεξετάστως, ἢ ἐὰν τῇ ἐπιτρέπουσι νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ συμφέροντα τὰ οἰκογενειακά. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο συμφέρον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας· τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας εἶναι πάντοτε ἀνώτερον παντὸς ἄλλου συμφέροντος, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ εἶναι συμφέρον ὑψίστης σημασίας καὶ ἐπιβάλλεται ἡμῖν ὡς ὑποχρέωσις ἱερωτάτη, διότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ συμφερόντων τῆς Πολιτείας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ πρόκειται ἴσως αὔριον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐχθρούς.
§32Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐκφράσω τὸ πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν ἐκ τῆς συζητήσεως (Θόρυβος).
§34ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσωμεν (Θόρυβος).
§35ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ δὲν μὲ ἀφίνουσι νὰ ὁμιλήσω, παραιτοῦμαι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ ἐκ τῶν λόγων τῶν τελευταῖον ἀγορευσάντων, καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι θεωρεῖται περιττὴ ἡ συζήτησις. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ προχωρήσῃ εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορήσῃ, θὰ παραδεχθῇ ἁπλῶς ὅτι νόμος δὲν ὑφίσταται, καὶ ἐὰν παραδεχθῇ ὅτι ὁ νόμος ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδουσι. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ, δύναται νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις.
§37ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐπροτάθησαν νέαι προτάσεις νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγινε συζήτησις.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε πρότασις νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, διότι ὑπάρχει νόμος καὶ ἑπομένως ἡ πρότασις εἶνε ἀπαράδεκτος.
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἠδύνατο νὰ καλέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ μὴ καλέσῃ· αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ.
§40ΧΟΪΔΑΣ. Προκαλέσατε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος δὲν εἶνε γεγραμμένος.
§42ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας ὑπέβαλε. Θὰ φέρω δὲ τὸν λόγον ἐπ’ ἄλλο τι. Ἐπὶ δύο ἡμέρας συζητοῦμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις, συγκαλοῦσα τὴν ἐφεδρείαν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ μὴ συγκαλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἐξεδηλώθη γνώμη καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ πρὸ ὀλίγου καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, καλοῦσα μίαν ἢ πλειοτέρας ἡλικίας, νὰ μὴ καλέσῃ καὶ τοὺς εἰς τὰς ἡλικίας αὐτὰς ἀνήκοντας ἐκ τῶν ἀπηλλαγμένων. Νομίζω, ὅτι ἂν τοιαύτη ἰδέα ἤθελεν ἐπικρατήσει παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἐνισχυομένη καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο, καλοῦσα ἴσως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ ἄλλας ἡλικίας ἐφέδρων, νὰ καλέσῃ μόνον τοὺς ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, νὰ μὴ καλέσῃ δὲ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας ἐκ τῶν ἡλικιῶν αὐτῶν. Ἔχω ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν καὶ ἐναντίαν γνώμην, ὅσα δ’ ἐῤῥέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ χθὲς καὶ σήμερον, δὲν ἤρκεσαν νὰ μὲ πείσωσιν ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν νὰ καλῇ ἢ μὴ καλῇ ἐν ἐπιστρατείᾳ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ὅλοι συνεφώνησαν οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην ταύτην ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀρχή, ἥτις δὲν ἀνεγνωρίζετο πρὶν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1878 περὶ στρατολογίας, ὅτι καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες καλοῦνται ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου, καὶ δικαίως ὡρίσθη τοῦτο· διότι ὁσάκις ἐπίκειται κίνδυνος τῆς Πατρίδος, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς, αἱ οἰκογενειακαὶ δηλαδὴ καὶ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, αἵτινες λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐν καιρῷ εἰρήνης, διότι πάντες πρέπει ἀνεξαιρέτως νὰ συντρέχωσιν εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Χώρας, δευτερεῦον δὲ καὶ ἀνωφελὲς τὸ συμφέρον τῶν οἰκογενειῶν μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Πατρίδος. Δὲν ἐννοῶ ὅμως διὰ τίνα λόγον, ἀφοῦ τοιαύτη ἀρχὴ καθιερώθη ἐν τῷ νόμῳ, ἐδόθη συγχρόνως τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως αὐτὴ κρίνῃ ἂν πρέπει ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου νὰ καλέσῃ ἢ μὴ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἂν τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, τίς ἄρα ὁ λόγος; Μὴ τάχα λόγος φιλανθρωπίας; Ἀλλὰ τότε δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ ἀνατεθῇ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκτιμᾷ ἑκάστοτε ἂν ὑπάρχωσιν οἱ λόγοι φιλανθρωπίας, διότι οὗτοι πάντοτε ὑπάρχουσι, καὶ ὁ νομοθέτης ἠδύνατο αὐτὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς λόγους τούτους καὶ νὰ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἀλλ’ ἂν ἦσαν οἱ λόγοι, λόγοι φιλανθρωπίας, τότε τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας δὲν θὰ ἐποιεῖτο διάκρισιν μεταξὺ τῶν προϋπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ ἕξ μῆνας ἢ τῶν ἐλάσσονα χρόνον διανυσάντων ἐν αὐτῷ ἢ τῶν μηδόλως προϋπηρετησάντων, διότι πάντες οὗτοι εἰσὶν ἐκ τῶν ἀπαλλαγέντων κατὰ νόμον καὶ πάντες ἔπρεπε νὰ καλῶνται ἢ μὴ καλῶνται ἀδιακρίτως. Δὲν εἶναι ἑπομένως λόγοι φιλανθρωπίας οἱ ὑπαγορεύσαντες τὸ ἐδάφιον δʹ. Ἐν τούτοις τὸ ἐδάφιον δʹ περιέχει περιορισμὸν τῆς ἐν τῷ ἐδαφίῳ δευτέρῳ τοῦ ἄρθρου 4 διατάξεως, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω. Διατί ἡ Κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ καλέσῃ ἢ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας; Διατί νὰ δύναται νὰ καλέσῃ τινὰς ἐξ αὐτῶν μόνον, καίτοι ἀνήκοντας εἰς τὴν αὐτὴν ἡλικίαν, νὰ μὴ καλέσῃ δὲ τοὺς ἄλλους; Τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν δὲν ἐνόησα ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἐῤῥέθησαν· διὰ τοῦτο δὲν παραδέχομαι αὐτήν. Κατ’ ἐμὲ τὸ ἄρθρον 4 ἀνέγραψεν ἀπολύτως καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες πάντες καλῶνται μετὰ τῆς ἡλικίας τῶν ἐφέδρων, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καὶ τοῦτο ἐν ἐπιστρατείᾳ ἢ ἐν πολέμῳ. Ἀλλ’ οἱ ἀπαλλαγέντες φέρουσιν ἕν μειονέκτημα, ὅτι οὐδόλως ὑπηρέτησαν ἐν τῷ στρατῷ καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀγύμναστοι καὶ ἐντελῶς ἀπαράσκευοι, ὅπως καταταχθῶσιν εὐθὺς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἢ ὑπηρέτησαν μὲν, ἀλλ’ ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων ἐφέδρων χρόνον, καὶ δὲν ἔχουσιν ἴσην πρὸς τούτους τὴν μόρφωσιν. Χάριν αὐτῶν κυρίως νόμος ἄλλος, ὁ περὶ στρατολογίας, ἵδρυσε τοὺς ἐμπέδους λόχους, οἱ ὁποῖοι σκοπὸν ἔχουσι νὰ ἐκγυμνάζωσι πρὸ πάντων τοὺς ἀπαλλαγέντας καὶ παρασκευάζωσιν αὐτοὺς, ὅπως εἰσέλθωσιν ἠσκημένοι εἰς τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Τόσῳ δὲ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἔλλειψις μορφώσεως στρατιωτικῆς τῶν ἀπαλλαγέντων, ὅσῳ οὗτοι οὐδόλως ἐκτελοῦσι τὰ νενομισμένα δι’ αὐτοὺς γυμνάσια. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἔχομεν πολλὰς κατηγορίας ἐφέδρων, μὴ εὑρισκομένων εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ὡς πρὸς τὴν ἐκγύμνασιν, εἰς ἣν οἱ ἄλλοι ἔφεδροι, καὶ περὶ ὧν δὲν ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ὁ Νομοθέτης ἀπαραλλάκτως ὡς περὶ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἕν καὶ δύο ἔτη. Ἐνόησεν ὁ Νομοθέτης, ὅτι ὑπάρχει δι’ ἑκάστην ἡλικίαν ἐφέδρων ἀνομοιότης μεταξὺ αὐτῶν καὶ δυσκολία κατατάξεως συγχρόνου ἐν τῷ στρατῷ, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ θεραπεύσῃ τοῦτο, διατάξας ὅτι, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἐκήρυξε τὴν ἐπιστρατείαν ἢ τὸν πόλεμον, δύναται, καὶ πρὶν καλέσῃ ἡλικίαν τινὰ ἐφέδρων, νὰ καλέσῃ τοὺς εἰς αὐτὴν ἀνήκοντας καὶ ἀπαλλαγέντας, εἴτε ὑπηρέτησαν ἑξάμηνον, ἢ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον χρόνον, εἴτε δὲν ὑπηρέτησαν ποσῶς, ὅπως τοὺς ἐκγυμνάσῃ. Δὲν ἐννοεῖ, κατ’ ἐμὲ, τὸ ἄρθρον 4, ἐδ. δʹ νὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, ὁσάκις καλέσῃ ἡλικίαν τινὰ ἐφέδρων, μὴ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας τῆς αὐτῆς ἡλικίας, ἀλλ’ ἐνόησεν, ὅτι ἔχει τὴν ἄδειαν ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ὁσάκις κρίνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καλέσῃ τὴν ἡλικίαν αὐτὴν, νὰ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας τῆς αὐτῆς ἡλικίας, εἴτε προϋπηρετήσαντες εἴτε μὴ, καὶ τοὺς ἐξασκήσῃ καὶ προπαρασκευάσῃ ἐν τοῖς ἐμπέδοις λόχοις. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ καλῶνται μετὰ τῶν ἐφέδρων οἱ ἀπαλλαγέντες, εἶναι ὑποχρέωσις ἄνευ ἐξαιρέσεως, ὁσάκις ἐκλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἡλικία τῶν ἐφέδρων εἰς ἣν ἀνήκουσιν, ἀλλ’ ὅτι προσέτι τὸ ἄρθρον ἐνόησε νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως καὶ ὁσάκις ἐν ἐπιστρατείᾳ ἢ πολέμῳ δὲν ἤθελε καλέσει ἡλικίαν τινὰ ἐφέδρων, δύναται νὰ καλῇ τοὺς εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτήν, ἀνήκοντας ἐκ τῶν ἀπαλλαγέντων καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἐδ. δʹ τοῦ ἄρθρου 4, ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ καλέσῃ καὶ τὴν ἡλικίαν ὁλόκληρον, εὑρεθῶσιν ἐκεῖνοι παρεσκευασμένοι πρὸς σύγχρονον κατάταξιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ.
§44Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη συζήτησις, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερε πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης του περὶ δικαιώματος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ μὴ καλῇ ἐὰν θέλῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας μετὰ τῆς ἡλικίας εἰς ἣν ἀνήκουσιν ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας, ἀνέφερεν ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις προσκαλέσασα τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης διῄρεσεν αὐτὸν καὶ δὲν προσεκάλεσε τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἐνῷ οὐδεμία ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τῶν νόμων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ἐκείνου τῆς θαλάσσης, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι νομίζω ὅτι πρέπει τοῦτο ῥητῶς νὰ σαφηνισθῇ ὅπως πληροφορηθῇ καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος ὅτι ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος περὶ ναυτολογίας ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅτι ῥητῶς ὁ νόμος οὗτος ἐν ἄρθρῳ 20 διαιρεῖ τὴν ἐφεδρείαν τοῦ Ναυτικοῦ εἰς δύο κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τάσσονται οἱ μέχρι τοῦ 30, ἔτους εἰς δὲ τὴν δευτέραν κατηγορίαν οἱ ὑπερβάντες τὸ 30, δηλαδὴ ἡ κατηγορία αὕτη ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν ἐθνοφρουρὰν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς· λέγει δὲ ὁ περὶ ναυτολογίας νόμος, ὅτι οἱ ἀπαλλαγέντες τάσσονται εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Ὥστε πολὺ ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις καλέσασα τὰς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ εὑρισκομένας ἤδη ἡλικίας νὰ μὴ καλέσῃ καὶ τοὺς εἰς ταύτας ἀνήκοντας ἀπηλλαγμένους ἐργάτας θαλάσσης.
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ μάθημα, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 24, διὰ νὰ μάθετε ὅτι, πρὶν ἀναλαμβάνετε νὰ διδάσκητε, πρέπει νὰ προμελετᾶτε καὶ νὰ σκέπτεσθε προηγουμένως καλῶς. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 24 λέγει ῥητῶς τὰ ἑξῆς, ἅπερ θὰ ἀναγνώσω διὰ νὰ τὰ μάθητε: «Ἡ πρόσκλησις τῶν ἐφέδρων τοῦ πο«λεμικοῦ Ναυτικοῦ ἐνεργεῖται συμφώνως πρὸς τὰς ἰσχυού«σας διατάξεις περὶ προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν «ἐθνοφρουρῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς».
§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι λυποῦμαι διὰ τὸν κ. Ζηνόπουλον, διότι δὲν ἐνόησεν, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο μετὰ τοῦ ἄρθρου 20, τὸ ὁποῖον λύει τὸ προκείμενον ζήτημα.
§47Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ ἀπὸ δύο ἤδη ἡμερῶν εἰς ζήτημα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω δημοσίως, ἀνάξιον ἑαυτῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, νὰ νομοθετήσωμεν σήμερον, εὑρισκόμενοι ἐν κανονικῇ καὶ εἰρηνικῇ καταστάσει πραγμάτων, καὶ νὰ νομοθετήσωμεν τὰ περὶ ἐφεδρείας, τὰ περὶ ἀπαλλαγῶν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἦτο ἐπιτετραμμένη ἀναντιῤῥήτως ἡ τοιαύτη συζήτησις· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Ἑλλάς, ἐὰν σπουδάζῃ ἡ Βουλή, δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται εἰς ζητήματα περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἤδη καταταχθέντων καὶ ὑπηρετούντων εἰς τὸν στρατὸν ἐπιστράτων. Οὐδεμία ἀναντιῤῥήτως ἀμφιβολία ὑπάρχει εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας καὶ δι’ αὐτὸ τοὺς ἐκάλεσεν. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθές, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἂν ἀφίνετο εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ καλέσῃ ἢ νὰ μὴ καλέσῃ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε καλέσει αὐτοὺς, διότι νομίζει, ὅτι οὕτω ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ γενικὴ συζήτησις περιωρίσθη κυρίως εἰς τὸ ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας εἴτε ὄχι, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ σχετικῶς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες ἐπὶ τῆς ἰδέας ταύτης μὲ ἀπήλλαξαν πάσης ἐκτεταμένης συζητήσεως, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖται, εἶνε ὀρθότερον νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου νομίζω, ὅτι ἔδωκεν ὅλας τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον ζητοῦνται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ὀλίγα τινὰ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἤδη ὑπὸ ἐξέτασιν, ὁ ἐκ Τριφυλίας ἀξιότιμος συνάδελφός μας κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησε μίαν διασάφησιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου λέγει ὁ κ. Σωτηρόπουλος τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Τρικούπης ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησεν οὑτωσὶ (ἀναγινώσκει). Ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐξετέθη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ καλῶνται καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες εἰς τὰς ἀσκήσεις, καὶ ἔλεγε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐτέθη ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, ἵνα ὦσιν εἰς κατάστασιν νὰ κληθῶσι καὶ εἰς ἐπιστρατείαν. Καὶ βεβαίως, κύριοι, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ κληθῶσιν οἱ ἀπαλλαγέντες ἐν ὥρᾳ πολέμου, χωρὶς νὰ ἦνε ὑπόχρεοι νὰ προσέλθωσι καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ νὰ ἀσκηθῶσι τοὐλάχιστον κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μεσολαβήσει; Οὐδαμοῦ, παρατηρεῖτε, ἐῤῥέθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι τοῦτο εἶνε διακριτικόν, ὅτι μένει εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ῥητῶς εἶπε καὶ ἐπανέλαβεν, ὅτι εἶνε ὑπόχρεοι νὰ προσέλθωσι καὶ ὑπηρετήσωσι καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας οἱ ἀπαλλαγέντες. Καὶ βεβαίως ἡ ἐπιστρατεία δὲν εἶνέ τι σύνηθες, εἶνέ τι ἔκτακτον, ὀλίγον ἀπέχον τῆς ἐνεργείας. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 περιλαμβάνονται τρεῖς, κατὰ τὴν γνώμην μου διακεκριμέναι περιπτώσεις· τὸ μὲν πρῶτον ἐδάφιον κανονίζει τὴν πρώτην περίπτωσιν, τὸ δὲ τέταρτον τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ λέγει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Ὅταν λοιπὸν θέλετε νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα τῆς προσκλήσεως ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως, πρέπει νὰ δώσητε αὐτὸ καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἡ δευτέρα παράγραφος, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀναγνωσθείσης, ἐπάγεται τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Ἡ ἑτέρα παράγραφος καὶ ἡ τελευταία προνοεῖ περὶ ἰδίας περιπτώσεως καὶ κανονίζει ἰδίας διατάξεις, ἀλλὰ τὰς περιπτώσεις περὶ ἐπιστρατείας καὶ πολέμου τὰς κανονίζουσιν αἱ ἀναγνωσθεῖσαι ἤδη παράγραφοι. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς ἐκεῖνο ὅπερ ὑπεστήριξάν τινες, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὴν διακριτικὴν Ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ καλέσῃ ἢ ὄχι τοὺς ἀπαλλαγέντας ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως, διότι ἀποκρούεται ῥητῶς ἀπὸ τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον τοῦ τελευταίου νόμου περὶ ἐφεδρείας τοῦ 1884 τοῦ τροποποιήσαντος πάσας τὰς ἐναντίας διατάξεις. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἐκάλεσεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἐὰν ἀπέκειτο εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν αὐτῆς νὰ τοὺς καλέσῃ ἢ ὄχι, ἤθελε τοὺς καλέσει. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ διατήρησις αὐτῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦτο λέγω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀνήκω ἐπίσης εἰς Ἐπαρχίαν καὶ ἔχω καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ἐκλογεῖς καὶ γνωρίζω, ὅτι θέλει φθάσει ἡ φωνή μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μέχρις ἐκεῖ, ἀλλὰ λέγω τοῦτο ὄχι μόνον διότι ὁ νόμος μοὶ τὸ ἐπιτάττει, ἀλλὰ προπάντων διότι τὸ ἐπιτάττουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς γενικῆς ὑποθέσεως νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θέλει ἀντηχήσει παντοῦ καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτὴν καὶ θὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν σπουδάζει, ὅτι παίζει καὶ δὲν εἶναι ἐποχὴ νὰ παίζωμεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ κ. Ῥάλλη ἢ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§48Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παίζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία διήρκεσε δύω ἡμέρας, ἄσχετον ὅλως διόλου πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον. Παίζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προτείνουν νὰ ἀφήσωμεν ἀπὸ τὸν στρατὸν δεκαπέντε χιλιάδας στρατιωτῶν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν παίζω, ὁ ὁποῖος λέγω νὰ προσέλθουν εἰς τὸν στρατὸν ὅσοι δὲν προσῆλθον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ράλλη;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν’ (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρᾳ 9 Μ. Μ.)