1885.11.12
2.135 στίχοι · 16.571 λέξεις · 96 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 12 Νοεμβρίου 1885.
(Τρίτη)
(Ὥρᾳ 4 Μ. Μ.)
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Περαχώρας ζητοῦσι νὰ καταβιβασθῇ ἡ τιμὴ τῆς ρητίνης των εἰς λεπτὰ 25. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Κυριακούλης Μαυρομιχάλης.
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν, ἥτις ἀποβλέπει ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἔγεινε πολλὴ συζήτησις καὶ θόρυβος πρό τινων ἡμερῶν, ἤτοι περὶ τοῦ λευκολίθου Χαλκίδος. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει χθὲς ὁ κ. Χοϊδᾶς περὶ τῶν θεωρείων, δὲν ἦτο ἀκριβὴς κατὰ τὰς ἐξετάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα, καὶ ἡ αἰτίασις δὲν ἦτο δικαία.
§4ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἀπὸ δέκα;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§8ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις δέον πρῶτον ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἔπειτα νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα δὲν εἶναι ὥρα. Ὁ κ. Σαλταφέρος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§10Κ. ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Συνέπεσε νὰ μὴ εὑρεθῶ χθὲς παρὼν ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀνεκοίνου τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Μοιράρχου Λακωνίας σχετικῶς πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ ἐντεῦθεν ἀνακοίνωσίν μου. Τὴν ἀπάντησιν εὗρον λίαν σχετικὴν πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, προσέτι δὲ καὶ ἀκριβεστάτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρώτησε τὸν κύριον Μοίραρχον Λακωνίας ἐὰν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀξιωματικὸς ἀνθυπολοχαγὸς, ἐργαζόμενος ἐν τῷ Στρατολογικῷ Γραφείῳ Σπάρτης, διεπληκτίσθη ἢ συνεπλάκη ἐν τῇ ἀγορᾷ μετὰ πολιτῶν, ὁ δὲ κ. Μοίραρχος λίαν ὀρθῶς ἀπήντησεν ὄχι. Ἀλλ’ ἐγὼ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν δὲν ὑπέβαλον ἐντεῦθεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶναι λίαν πολυάσχολος καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ μὴ ἀπομνημονεύσῃ μιᾶς μου ἀνακοινώσεως, προφορικῶς γενομένης. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι στρατιῶται 4–5 ἢ πλείονες τὸν ἀριθμὸν, ἐνεδρεύσαντες νύκτα τινὰ, ἐπετέθησαν κατὰ φιλησύχου πολίτου, τὸν ὁποῖον καὶ ἐξυλοκόπησαν οἰκτρῶς, ὅτι ὁ πολίτης οὗτος οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε μετὰ τῶν στρατιωτῶν, καθ’ ὅσον μάλιστα οἱ στρατιῶται οὗτοι ἀρτίως ἀφίχθησαν εἰς Σπάρτην ἐκ Τριπόλεως, ὅτι εἶχεν ἀφορμάς τινας μετὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, μεθ’ οὗ τυγχάνει συγχωρίτης, ὅτι εἶχε δεχθῇ ἀπειλὰς παρ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι πλέον παρὰ ἁπλῆ πιθανότης ἐγεννᾶτο, ὅτι οἱ στρατιῶται ἦσαν βεβλημένοι παρὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ. Τοῦτο ἀνεκοίνωσα προχθές· καὶ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εὐηρεστεῖτο νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεώς μου ἐκείνης, τοιαύτας ἔδει νὰ ζητήσῃ, ἐὰν οἱ στρατιῶται νύκτωρ ἐξυλοκόπησαν πολίτην καὶ διὰ τίνα λόγον. Ἐν μεταγενεστέρᾳ τινὶ συνεδριάσει ἀνεκοίνωσα ἐπίσης, ἀλλ’ εἶσθε ἀπὼν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι κατὰ τὴν 22 Ὀκτωβρίου ὁ Διευθυντὴς τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου ἐπετέθη μετὰ στρατιωτῶν ἢ εἰδικώτερον μετὰ 2 ἀγγελιαφόρων κατὰ τοῦ ἀρτοποιοῦ Καλαματιανοῦ, οὗ διέῤῥηξαν τὴν θύραν τοῦ ἀρτοποιείου αὐτοῦ πυροβολοῦντες, προέβη δὲ καὶ εἰς παραπλησίας ἄλλας πράξεις, ὅτι τὴν 2 ἀκριβῶς τρέχοντος μηνὸς ἐπανελήφθη ἡ πρᾶξις αὕτη, τοσοῦτον δὲ συνεχὴς ὑπῆρξεν ὁ πυροβολισμὸς ἐκ μέρους τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, ὥστε συνεταράχθη ἅπασα ἡ κοινωνία. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἐξ ἀντιλήψεως νὰ βεβαιώσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀνακοινουμένων· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔμαθον, ὅτι περὶ τῶν γεγονότων τούτων καὶ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ καὶ ὁ κ. Φρούραρχος καὶ ἄλλοι τινὲς στρατιωτικοὶ, οἱ μὲν ὡς προϊστάμεναι Ἀρχαὶ, οἱ δὲ ὡς καταγγελεῖς τῶν περὶ τούτων τοιούτων πράξεων ἀνέφερον, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὑμᾶς, ἵνα πληροφορηθῆτε ἐὰν ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας. Ἔμαθον δὲ, ὅτι ὁ εἰρημένος Διευθυντὴς τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τῶν γεγονότων, δικαιολογούμενος διὰ τὰ λαβόντα χώραν. Ἐπειδὴ δὲ ἠμφισβητήθη προχθὲς ἡ ἀκρίβεια τῶν ἐντεῦθεν ἐγκαλουμένων, προσθέτω ὅτι ἀξιωματικὸς, τὸν ὁποῖον δὲν ὀνομάζω, μοὶ ὡμολόγησε χθὲς, ἐλθὼν ἀρτίως ἐκ Σπάρτης, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἀληθῆ καὶ ἀναμφισβήτητα. Ἐὰν ἀληθῆ ὦσι ταῦτα καὶ ἂν ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, εὑρίσκετέ τι τὸ κολάσιμον ἢ τὸ πλημμελὲς εἰς ὅλα αὐτὰ, εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ πράξητε ὅ,τι προσήκει.
§11Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι 8 ἡμέραι, νομίζω, ἀφότου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Νάξου ἐζήτησε κατάστασιν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μὴ προσελθόντων μέχρι τοῦδε εἰς τὰς τάξεις ἐπιστράτων κατὰ Ἐπαρχίας· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἐκ πολλῶν Ἐπαρχιῶν καὶ ἰδίως ἐκ τῆς πρωτευούσης, τῆς ὁποίας ἡ γνώμη θεωρεῖται μᾶλλον πεφωτισμένη, καθυστεροῦνται τὰ ¾ τῶν ἐπιστράτων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τίνα μέτρα μέχρι τοῦδε ἔλαβε κατὰ τῶν μὴ προσελθόντων ἐπιστράτων καὶ ἂν δὲν ἔλαβε τοιαῦτα, νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία μομφῆς, διότι δὲν ἐννοῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ καθιερωθῶσι προνόμια ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν τοῦ αἵματος, καθόσον ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν ἔσπευσαν ὑπὸ τὰς σημαίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον.
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι, θέλω ὑποβάλει τὸ ταχύτερον τὰς αἰτηθείσας καταστάσεις, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τίνων Ἐπαρχιῶν καθυστεροῦσιν ἐπίστρατοι. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἀνοχὴν, οὐδεμίαν προθεσμίαν ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐχορήγησεν εἰς τοὺς ὑποχρέους νὰ προσέλθωσιν. Ἐὰν ἁπλῶς δὲν κατεδιώχθησαν, τοῦτο συνέβη, διότι αἱ περιστάσεις τοῦ Τόπου ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ σπουδαιοτέρων ἄλλων ἀντικειμένων, χωρὶς οὔτε κατ’ ἀνοχὴν, οὔτε κατὰ διάνοιαν νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι οἱ μὴ προσερχόμενοι ἐγκαίρως δὲν τιμωροῦνται. Διὰ τοῦτο ἔκτοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καὶ θὰ τὸν ἐφαρμόσῃ κατὰ τῶν καθυστερούντων, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς οὐδένα ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ῥητῶς ἔθετε προθεσμίαν ὀκταήμερον· πέραν τοῦ ὀκταημέρου ὅστις δὲν προσῆλθε, θὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου.
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, κύριοι, δὲν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς ζητήματα προσωπικά· ἐπειδὴ ὅμως τὰ προσωπικὰ ταῦτα ζητήματα συνέχονται στενῶς πρὸς τὸν στρατὸν, τοῦ ὁποίου κατὰ τύχην εὑρίσκομαι προϊστάμενος, ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω ἐξηγήσεις ὄχι βεβαίως διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο, καλῶς ἐγένετο. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ ἔλαβον θέσιν προνομιακὴν ἐν τῷ Πολιτεύματι· ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔλαβον, ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος. Ἐγὼ ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ, ἐζήτησα νὰ μειώσω τὰς προνομίας τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς ἐψήφισε τὸ Πολίτευμα ὅπως τὸ γνωρίζετε. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐδικαιοῦντο, μένοντες βουλευταί, νὰ προάγωνται κατ’ ἀρχαιότητα. Ἂν ὁ νόμος ἦτο ἄδικος, ἂν δὲν ἦτο λυσιτελὴς εἰς τὰ στρατιωτικὰ τῆς Χώρας, ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ὑπέχει πλήρη τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ νομίζετε πῶς ὑπέχει πράγματι τὴν εὐθύνην ἡ Συνέλευσις ἐκείνη; Νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀπέδωκε δικαιοσύνην, διότι ὁ στρατὸς ἀπηρνήθη τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀπέδωκε δικαιοσύνην, ὅπως ἡ Συννέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἀπέδωκε τοιαύτην εἰς τὸν στρατὸν τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Καὶ αἰτιᾶσθε σήμερον τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνελεύσεων καὶ αἰτιᾶσθε τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος μέχρι σήμερον μᾶς διέπει! Καὶ πῶς τολμοῦν αὐτοὶ οἵτινες παρακάθηνται δυνάμει τοῦ Πολιτεύματος αὐτοῦ νὰ βλασφημοῦν αὐτὸ μετὰ τοσαύτης τόλμης; Ἂν ὁ Γρίβας ἔγεινεν Ὑποστράτηγος, ἔγεινε δυνάμει τῶν νόμων τῆς Πατρίδος, καὶ ἐνόσῳ οἱ νόμοι τῆς Πατρίδος δὲν ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τῶν ἐκτελούντων αὐτοὺς ὡς κακῶς ἔχοντες, ἡ θέσις τοῦ κ. Γρίβα εἶναι καὶ νόμιμος καὶ δικαία καὶ ἔντιμος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τοὺς νοσοῦντας ἀξιωματικούς, ἀφ’ ὅτου ἐγνώρισα τὸν στρατὸν δὲν εἶδον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοὺς ὀπωσδήποτε παθόντας ἀξιωματικοὺς νὰ ῥίψῃ εἰς τὰς ὁδούς. Ἐγὼ αὐτός, παραδειγματιζόμενος ἀπὸ τὰ προηγούμενα τῶν προκατόχων μου, εἰς διαφόρους ἐποχὰς, ἀξιωματικούς, ἐντελῶς παραλύτους, προεβίβασα. Ἐνθυμοῦμαι τὸ μακαρίτην υἱὸν τοῦ Τουρκοβασίλη τῆς Τριπόλεως, ὅστις νέος ὢν καὶ εἰς τὴν ὡραιοτέραν ἡλικίαν ἔπαθε παραλυσίαν πλήρη τῶν κάτω ἄρθρων. Ἦλθεν ἡ σειρὰ νὰ προβιβασθῶσιν οἱ νεώτεροί του· ἐθεώρησα καθῆκόν μου καὶ ὑποχρέωσιν νὰ τὸν προαγάγω, διὰ νὰ τοῦ παρατείνω ὀλίγας ἡμέρας τὸν βίον του. Καὶ τοῦτο θεωρεῖται κατάχρησις ἐξουσίας; Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως τυγχάνω λίαν στενὸς συγγενὴς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ἄλλοτε συνετέλεσεν εἰς τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1863, δυνάμει τῆς ὁποίας παρακάθηται ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρξαν στιγμαὶ εἰς τὸν Τόπον μας, καθ’ ἃς ἐξετροχιάσθησαν τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα καὶ εὑρέθησαν ἀξιωματικοί, εὑρέθη ὁ Μωραϊτίνης, ὁ ὁποῖος ἔχυσε τὸ αἷμα του, εὑρέθη ὁ Λεωτσάκος καὶ τόσοι ἄλλοι ἔντιμοι ἀξιωματικοί, οἵτινες καὶ παραγνωρίσαντες ἴσως τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ ἐπάγγελμά των, προσεφέρθησαν ὁλοκαύτωμα διὰ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τόπου. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἔρχονται σήμερον νὰ ῥίψωσιν ἐπὶ τοῦ τάφου των μαῦρον λίθον!
§20Γ. ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Ρ. Χοϊδᾶν ἠγάπησα πάντοτε καὶ δι’ ἄλλας αὐτοῦ ἀρετὰς, καὶ ἰδίως διότι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μετὰ σθένους ὑποστηρίζει τὰς πεποιθήσεις αὑτοῦ. Εἰς τὴν περίστασιν ὅμως ταύτην ἠδίκησεν ἑαυτὸν καὶ πάντας ἡμᾶς, διότι ἐκ τῶν χειλέων αὐτοῦ ἐξῆλθον φράσεις ἀνάξιαι μεγαλόφρονος ἀνδρὸς, ἀφορῶσαι εἰς διακεκριμένα στρατιωτικὰ πρόσωπα τῆς Πατρίδος ἡμῶν, εἰς ὥραν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς προετοιμάζεται εἰς ἄνισον καὶ μέγαν ἀγῶνα, εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ προσοχῆς τείνει τὸν ὀφθαλμὸν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἄνδρας τῆς Πατρίδος, ἰδίᾳ μάλιστα εἰς τὸν Στρατηγὸν Δημήτριον Γρίβαν, τοῦ ὁποίου μόνον τὸ στρατιωτικὸν παράστημα δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τοιαύτην στιγμὴν ἤλεγξε τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν μερίδων, ὅτι ἐκράτησαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ προήγαγον ἄνδρα, ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ὁποίου ἐλλείπει ἡ μία τῶν χειρῶν. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐλησμόνησε τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν· ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν μᾶς διδάσκει, ὅτι δύναται νὰ ἦνε καὶ ἄνευ χειρῶν καὶ ἄνευ ποδῶν εἷς στρατηγός, τὸν ὁποῖον τὸ ἐθνικὸν φορεῖον νὰ ὁδηγῇ εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κλείσῃ ἡ παρουσία καὶ νοημοσύνη αὐτοῦ· ἐλησμόνησεν, ὅτι μόνη ἡ φυσιογνωμία, μόνον τὸ ὄνομα αὐτοῦ δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ σέβας καὶ τὴν ὑπακοὴν εἰς τοὺς φίλους καὶ τὸν τρόμον εἰς τὸν ἐχθρόν· ἐλησμόνησεν, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην οἱ ἐν πολέμῳ πορευόμενοι ἄνδρες δύνανται νὰ σκιρτήσωσιν εἰς μόνην τὴν ἐμφάνισιν τοῦ τοιούτου στρατηγοῦ, καὶ ὅτε πέπρωται ἡ πατρὶς τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ ὅλων κύβον, δὲν βλέπω τίνες εἰσὶν οἱ ἄνδρες, πρὸς οὓς δύναται μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἀτενίσῃ, ὅταν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπαλείψωμεν τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ Γρίβα. Δὲν ἔχω ἀνάγκην πρὸς ἡμᾶς ὁμιλῶν νὰ ὑπενθυμίσω ὁποῖος εἶνε ὁ στρατηγὸς οὗτος· ὁμιλοῦν οἱ βράχοι καὶ οἱ κάμποι τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες κρύπτουσι τὰ ὀστᾶ τῆς ἡρωϊκῆς αὐτοῦ γενεᾶς· ὁ περὶ οὗ πρόκειται στρατηγὸς ὅπου ἐπάτησε τὸν πόδα αὐτοῦ ἐτίμησε τὴν γῆν ἐφ’ ἧς ἵστατο καὶ κατέστη ἄξιος τοῦ ὀνόματος καὶ τῶν προγόνων αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸν κ. Κ. Μαυρομιχάλην δὲν ἔχω σχέσιν προσωπικὴν μετ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀγνοῶ ὅτι εἶνε ὁ πεφιλημένος στρατιώτης τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνδρες ἐν τῷ στρατῷ δυνάμενοι νὰ φθονήσωσι τὸν κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμόν του, ἐνῷ ἔχουσι λόγους νὰ θρηνῶσι διὰ τὸν πάσχοντα ἀξιωματικόν. Ἐὰν δὲ πέπρωται νὰ πατήσῃ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου ποὺς ἐχθρικός, δὲν θὰ λησμονήσῃ ὁ Μαυρομιχάλης ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς γενεᾶς του ὑπῆρξεν ὁ γέρων τῆς Μάνης καὶ θὰ μεταβάλῃ τὴν ἑστίαν αὐτοῦ εἰς μονὴν Ἀρκαδίου.
§21ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§22ΑΡΓ. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι, ἵνα ἀπευθύνω παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Πληροφοροῦμαι, ὅτι εἷς τῶν Γυμνασιαρχῶν τῶν Ἀθηνῶν ἐξέβαλε τῆς σχολῆς πολλοὺς τῶν μαθητῶν, διότι δὲν εἶχον στολὴν κατάλληλον διὰ τὰ Γυμνάσια. Ἐκτὸς τούτου, γνωρίζω, ὅτι καὶ εἰς τὰς Πάτρας κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον μαθηταί τινες ἀπεκλείσθησαν τῶν ἐξετάσεων, διότι πτωχοὶ ὄντες, δὲν ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὰ γυμνάσια. Αἱ ἐποχαί, κύριοι βουλευταί, καθ’ ἃς ζῶμεν, ἀποκρούουν, ὡς φρονῶ, ἐντελῶς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι εἰς ἀρκετὰς θυσίας ὑποβάλλεται ὁ Τόπος διὰ τὰς πολεμικὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος. Ὑπάρχουν πλεῖστοι μαθηταὶ πτωχοί, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐξοδεύσωσι τὰς 100 δραχμὰς διὰ τὴν ἐνδυμασίαν τῶν γυμνασίων· ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνη τῶν 20,000 δραχμῶν διὰ τὰ γυμνάσια εἶναι δαπάνη ἐπιζήμιος καὶ περιττὴ ὡς πολυτελής, διότι οἱ γυμνασταὶ αὔριον δὲν θὰ ὑπάρχωσι, διότι θὰ καταλάβωσιν ἄλλας θέσεις ἀναγκαιοτέρας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε νὰ καταπαύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἀκριβῶς πρὸ μηνὸς ἀναβοκαταβαίνω τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, ἢ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ Ὑπουργός. 500 ἐπιστολὰς ἔλαβον ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι στεροῦνται ἑλληνοδιδασκάλων· ὁ διορισμὸς ἑλληνοδιδασκάλων βοηθῶν ἦτο εὐκολώτατον, διότι ἡμεῖς σᾶς προετείνομεν πρόσωπα, συλλέξαντες ταῦτα ἐκ τῶν σχολαζόντων, ἀλλὰ τὴν μίαν ἡμέραν μᾶς λέγουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι ἐχάθησαν αἱ σημειώσεις ἀπὸ τὸ γραφεῖον, τὴν ἄλλην ὅτι δὲν ὑπεγράφησαν τὰ Διατάγματα. Δὲν δύναμαι, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐννοήσω πῶς εἶνε δυνατὸν ἓν Διάταγμα νὰ μένῃ παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἕνα μῆνα καὶ νὰ μὴ ὑπογράφηται. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἐὰν συμβαίνῃ, ὁ Ὑπουργὸς εἶνε πάντοτε καὶ βεβαίως ὑπεύθυνος. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν δὲν ὑπογράφωνται τὰ Διατάγματά σας, ὀφείλετε νὰ παραιτηθῆτε, διότι ἔχετε εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, ὅπερ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύηται. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ φροντίσητε ὅπως λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ὑπεβάλομεν· ἄλλως, εἴπατε ἡμῖν, ὅτι δὲν θεωρεῖτε τὴν ἐκπαίδευσιν ὡς τι χρήσιμον καὶ τότε θέλομεν σιωπήσει.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια. Διὰ τοῦ ἑνὸς προτείνω νὰ κυρωθῇ σύμβασις συμπληρωτική, ἣν συνωμολόγησα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας ηὐξήσαμεν τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ συνομολογηθὲν μετ’ αὐτῆς δάνειον κατὰ 2,000,000 εἰς μεταλλικὸν καὶ κατὰ 10,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τῆς συμβάσεως ταύτης ἔκρινα περιττὸν νὰ ὑποβάλω αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διότι αὐτὴ αὕτη καταδεικνύει τὸν σκοπόν της. Διὰ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προβάλω αἴτησιν περὶ χορηγίας συμπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000 ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ κεφαλαίου Δʹ ἄρθρου 2 τοῦ ἐπιγραφομένου «ἀπρόβλεπτα ἔξοδα». Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθη πίστωσις δραχμῶν 670,000, ἥτις τότε ἐκρίθη ἀρκοῦσα καὶ νῦν εἶνε ἀρκοῦσα. Δὲν κωλύομαι δὲ νὰ ποιήσωμαι γνωστόν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη εἶνε προωρισμένη πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἀναγκῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἀναγκῶν πολιτικῶν. Μέχρι τοῦδε τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν· αἱ ὑπάρχουσαι ὅμως περιστάσεις ἐδημιούργησαν νέας προσθέτους ἀνάγκας, καὶ πρὸς θεραπείαν τούτων ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 100,000 δραχμῶν (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἁλάτων.
§25Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἅλατος δύναταί τις ἀκριβῶς νὰ διαιρέσῃ εἰς δύο μέρη, εἰς τὴν ἀνάγκην, ἥτις κατεδείχθη τῆς κατανομῆς καὶ μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος εἰς σημεῖα τῆς χώρας, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν μετεφέρετο ἀντὶ τιμῆς ὡρισμένης, καὶ εἰς φορολογικὸν καθαρῶς σκοπόν. Δὲν εἶμαι, κύριοι, κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ εὐκολία εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἅλατος. Δὲν εἶμαι οὔτε κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος σήμερον, διότι τὸ μονοπώλιον τοῦτο λειτουργεῖ εἰσφέρον σπουδαῖον ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ κατ’ αὐτοῦ παράπονόν τι ἄξιον λόγου ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐν Ἑλλάδι. Εἶμαι ἐχθρὸς τῶν μονοπωλίων ἐν γένει, εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δύναμαι νὰ συμβουλεύσω καὶ τὴν ἀνατροπὴν παντὸς μονοπωλίου τοῦ Κράτους καλῶς λειτουργοῦντος, εἰσφέροντος μεγάλα ποσὰ εἰς τὸν Δημόσιον θησαυρόν, μὴ παραβλάπτοντος δὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, οὐδὲ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, ἀπεναντίας συντελοῦντος εἰς τὴν πρόοδον καὶ εὐόδωσιν αὐτῶν, ὡς τὸ τῆς νομισματοποιΐας, τὸ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων κλπ. Τὸ μονοπώλιον ἐπίσης τοῦ ἅλατος, ἀφοῦ ἡ τιμὴ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὡρίσθη μετρία εἰς 10 λεπ. κατ’ ὀκᾶν, εἶναι ἀνεκτόν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως νομοσχέδιον περιέχει καὶ διατάξεις περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος κατὰ τὸ διπλάσιον· διὰ τῆς διπλασιάσεως ταύτης τῆς τιμῆς καὶ κατὰ 100% αὐξήσεως, πρόκειται νὰ πιεσθῇ ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος. Βεβαίως αὐτὴ ἡ αὔξησις δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ παρ’ ἡμῶν, διότι τὸ ἅλας τὸ θεωροῦμεν ὡς πρωτίστης ἀνάγκης ἀντικείμενον, καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν, καὶ διὰ τὴν κτηνοτροφίαν, καὶ διὰ τὸν λαὸν ἐν γένει καὶ πρὸ πάντων διὰ τοὺς πένητας, οἵτινες μείζονα ποιοῦνται χρῆσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀναπτύξεις ἐντεῦθεν θεωριῶν περὶ μονοπωλίων ἐν γένει, καὶ ὑποδείξεως ἑτέρων μονοπωλίων πρὸς ἀποκλεισμὸν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Ἐννοῶ ἄριστα τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει δίκαιον νὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, διότι ἐπαρχιακῶς ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ βεβαίως, κύριοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἀφοῦ ἐπικρατεῖ τὸ στενὸν σύστημα τῆς μικρᾶς ἐπαρχιακῆς ἐκλογῆς, ὀφείλουσι νὰ ἦναι καὶ ἐπαρχιακοὶ ἀντιπρόσωποι καὶ ν’ ἀντιπροσωπεύωσι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν των. Βεβαίως δὲ ἡ Ἐπαρχία τοῦ Μεσολογγίου ἔχει μέγα συμφέρον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ κατακρίνω τὸν κύριον βουλευτὴν, διότι ὑπερησπίσθη τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, εἰς τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος, εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν τροπολογιῶν καὶ προτάσεων τοῦ κυρίου Τριγώνη περὶ ἰχθυοτροφείων καὶ αὐτοπήκτων ἁλάτων, ἃς καὶ ἐγὼ δὲν ἀποκρούω χάριν τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τοῦ ἡρωϊκοῦ Μεσολογγίου, ὅπερ ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἱστορίας ἐδιδάχθην νὰ θαυμάζω, ἀλλὰ καὶ ἐκ πατρικῆς παραδόσεως ἀγαπῶ. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ θυσιάσῃ ὁλοκλήρους Ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ προτείνῃ ἄλλα μονοπώλια καταστρεπτικὰ διὰ τὰς ἄλλας Ἐπαρχίας, ἵνα σώσῃ τὴν ἰδίαν Ἐπαρχίαν. Καὶ μήπως ἡ Ἐπαρχία Μεσολογγίου δὲν ἐνδιαφέρεται, ὅπως καὶ ὅλος ὁ Νομὸς τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ; Τίς ἡ ἀνάγκη διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, νὰ προτείνῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἢ νὰ ἐκθειάσῃ τὸ τοῦ πετρελαίου; Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς πρὸ χρόνων εἶχεν ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ καὶ θεωρεῖ, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ Πανάκεια, ἥτις δύναται νὰ σώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Εὐτυχῶς δὲν τρέχομεν σπουδαῖον κίνδυνον ἐπιβολῆς τοῦ μονοπωλίου τούτου, διότι ἀμφότεραι αἱ μεγάλαι μερίδες τοῦ Κοινοβουλίου ἔχουσι κηρυχθῆ διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ των κατ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν διαδόσεις ἰδεῶν, αἵτινες, πιστευόμεναι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, θέλουσι κατορθώσει, ὅπως σχηματισθῇ ἰδέα καὶ πεποίθησις ἴσως, ἥτις εἶναι βλαπτικὴ καὶ καταστρεπτικὴ διὰ τὸν τόπον. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προσεπάθησε νὰ εὕρῃ ἐπιχειρήματα, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Καὶ διὰ τίνα ὑπόθεσιν, ἔστω καὶ τὴν μᾶλλον σαθρὰν, δὲν εὑρίσκει τις λόγους καὶ ἐπιχειρήματα; Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν ἑνὸς τῶν κυρίων βουλευτῶν, τοῦ κυρίου Βαλσαμάκη, νομίζω, περὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ, εἶδον, ὅτι εὑρέθη εἰς μεγίστην στενοχωρίαν.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐχὶ, παντάπασιν.
§27ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ἠναγκάσθητε νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἐλευθέραν ἐξαγωγήν. Καὶ πῶς θὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία πλήρης τῆς ἐξαγωγῆς, ὅταν δὲν ἔχετε ἐλευθέραν καὶ ἀκώλυτον τὴν παραγωγήν; διότι, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε μονοπώλιον καπνοῦ ἄλλως, παρὰ διὰ τῆς ἀποκλειστικῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀγορᾶς τοῦ παραγομένου ἐν τῇ Ἑλλάδι καπνοῦ, τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς παραγωγῆς, τοῦ αὐστηροῦ καὶ ἀποκλειστικοῦ περιορισμοῦ τῆς παραγωγῆς ἐν ὡρισμέναις περιφερείαις καὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ παραγομένου προϊόντος. Ἡ Κυβέρνησις δὲ ὀφείλει ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ κεφάλαιον ἄφθονον πρὸς ἀγορὰν ὁλοκλήρου τοῦ παραγομένου ἐν Ἑλλάδι καπνοῦ, χρηματικὸν δηλονότι ποσόν, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ἀνέλθῃ εἰς 7 καὶ 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλ’ ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἱδρύσῃ καὶ εἰδικὰ καταστήματα πρὸς κατασκευὴν τοῦ καπνοῦ· διότι τὸ μονοπώλιον ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει εἶναι ὁ πρῶτος ἀγοραστής, καὶ ἑπομένως θὰ λαμβάνῃ αὐτὸν εἰς φύλλα χλωρὰ ἀπὸ τοῦ ἀγροῦ καὶ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν παραγωγὴν καπνοῦ εἰς τὰς θέσεις, εἰς ἃς δὲν ἐγκρίνει τοιαύτην, καὶ θὰ μένῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὸν Νομόν, τὴν Ἐπαρχίαν, τὸ χωρίον ἢ καὶ τὸν ἀγρόν, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ ἐπιτρέπηται νὰ φυτευθῇ καπνός. Καὶ εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ παραδεχθῆτε ἐν Ἑλλάδι αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ τυραννικόν, τὸ ὀπισθοδρομικόν, ὅπως ἐμποδίσητε τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ; Καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἰς ἅπαντα τὰ μέρη παράγεται καπνός; Ἕκαστος ἰδιοκτήτης εἶναι δίκαιον, ἐνῷ ἔχει ὡρισμένον ἀγρὸν κατάλληλον, νὰ παραγάγῃ καπνόν, τὸν ὁποῖον θὰ δύναται νὰ πωλήσῃ καὶ ὠφεληθῇ, εἶναι δίκαιον νὰ τὸν ἐμποδίσητε; Τί ἄλλο θὰ κάμητε δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου, παρὰ νὰ καταστρέψητε πᾶσαν παραγωγικὴν δύναμιν τοῦ Τόπου; Ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἐπιτρέψητε καὶ ἐξαγωγήν; Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἓν ἐκ τῶν μεγάλων ἐλαττωμάτων τοῦ μονοπωλίου εἰς Κράτη, ἔνθα ὑπάρχει παραγωγὴ καπνοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν μέρει στηρίζεται ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμός. Ἐκτὸς τοῦ μονοπωλίου, ἐκτὸς τῆς αὐθαιρέτου τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις, διότι εἶναι ὁ μόνος ἀγοραστής, ὅστις ἐπιβάλλει αὐτὴν καὶ κατὰ ποιότητα, ἀλλ’ ἐπιβάλλει καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς: καὶ βλέπετε ἕνα ἰδιοκτήτην ἔχοντα τὸν αὐτὸν ἀγρὸν μετὰ τοῦ γείτονός του, οὗτος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παραγάγῃ καπνὸν καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ 30 καὶ 40%, ὁ δὲ γείτων αὐτοῦ, ὁ μὴ ἔχων τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραγάγῃ καπνόν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ὄφελος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ πλησίον αὐτοῦ. Εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα ἄνισα καὶ προνομιακὰ συστήματα νὰ παραδεχθῶμεν ἐν Ἑλλάδι; Εἶναι δυνατόν, σπουδαίως σκεπτόμενοι, νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτον μονοπώλιον, ἔνθα ὑπάρχει τοσαύτη ἐγχωρία παραγωγὴ τοῦ προϊόντος τούτου, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἡ χρῆσις τοῦ παραγομένου καπνοῦ δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ἴσα μέρη; Ἐὰν δὲ εἰς τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια ὑπολογίσητε τὴν ὅλην παραγωγήν, βεβαίως τὰ δύο ἑκατομμύρια καταναλίσκονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ δὲ δύο ἑκατομμύρια ἐξάγονται. Καὶ εἶναι πλοῦτος διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ εἰσαγωγὴ χρήματος εἰς τοιοῦτο ποσόν.
§28ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πταίω ἐγώ, ἐὰν δὲν μὲ ἠκούσατε ἀπ’ ἀρχῆς, ἢ ἂν δὲν μὲ ἐννοεῖτε. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις ἀπήντησεν εἴς τινα βουλευτὴν κατακρίνων διὰ μακρῶν τῆς ἰδέας τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων.
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος καὶ ἰδίως ὁ βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος κ. Μαργέλλος ὡμίλησε περὶ ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, καὶ προέτεινεν αὐτὸ ὡς μέτρον δυνάμενον ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ νὰ μὴν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν αὔξησιν ἐπὶ τοῦ ἅλατος. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀπήντησα.
§31ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν γνώμην περὶ ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων δὲν τὴν ἔχει μόνον ὁ κ. Μαργέλλος, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι. Ὅταν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος κατακρίνῃ μίαν ἰδέαν καὶ πολεμῇ αὐτήν, βεβαίως οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὀφείλουσι νὰ τὴν ὑποστηρίξωσι. Καταλληλοτέρα ἐποχή, ἵνα ἐκθέσῃ τις τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν ἤδη ὑπαρχόντων φόρων, εἶναι βεβαίως ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐῤῥίφθη αὐτὴ ἡ καταγγελία καὶ ἡ κατακραυγὴ κατὰ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, ὀφείλομεν νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν ἰδέαν ἡμῶν, διότι νομίζομεν, ὅτι στηρίζεται εἰς ἀποτελέσματα ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας ἐξαχθέντα. Ἀναμφισβήτητον εἶναι, κύριοι, ὅτι τὸ μονοπώλιον περὶ καπνοῦ δὲν πρέπει οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἔνθα ὑπάρχει τοιαύτη μεγάλη παραγωγή, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ νὰ γίνῃ νόμος. Ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔκρινε δέον, ἀφοῦ ἐθυσίασε πολλὰς Ἐπαρχίας καὶ τινας μάλιστα, ἐπαναλαμβάνω, ἀνηκούσας εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ τοῦ φίλου αὐτοῦ κ. Τριγώνη— διότι καὶ οὗτος ἀνήκει εἰς μίαν ἐκ τῶν μᾶλλον καπνοφόρων Ἐπαρχιῶν—ἔκρινε δέον νὰ προσφέρῃ καὶ ἄλλο θῦμα ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος διὰ νὰ σώσῃ τὴν Ἐπαρχίαν αὑτοῦ, καὶ ὑπεστήριξε τὴν διατήρησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου ἴσως δὲν ἐμελέτησε τὰς καταστάσεις, τὰς ὑποβληθείσας ἐν τῇ Βουλῇ, ἴσως δὲν ἐξήτασε τοὺς πόρους τοὺς ἐκ τοῦ μονοπωλείου τούτου, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἴδῃ, ὅτι ἀντὶ ὠφελείας ἔχομεν ζημίαν ἀναμφισβήτητον ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου. Ὀγδοήκοντα ἐννέα χιλιάδες κιβώτια πετρελαίου ἐπωλήθησαν ἐπὶ 8 μῆνας κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Τὰ εἰσοδήματα ἐκ τοῦ πετρελαίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέλθωσιν εἰμὴ εἰς 2,345,000. Ἐὰν ἐκ τῶν 2,345,000 ἀφαιρέσητε τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος καὶ τὰ ἔξοδα ὡς ἀναγράφει αὐτὰ ἐπισήμως ἡ Κυβέρνησις, δηλαδὴ 1,060,000, θὰ ἔχητε 1,285,000 καθαρὰν εἴσπραξιν ἐκ τοῦ πετρελαίου. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 1,285,000 δραχμῶν ἦτο κέρδος διὰ τὸ Δημόσιον, βεβαίως δὲν θ’ ἀντέτεινον. Ἀλλὰ τί ἀντιπροσωπεύει τὸ ποσὸν αὐτό; τὸν φόρον τοῦ πετρελαίου. Διὰ νὰ ἴδητε τί κερδίζει ἢ ζημιοῦται τὸ Δημόσιον πρέπει ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων πρὸ τῆς νομοθετήσεως τοῦ μονοπωλίου, καὶ θὰ ἴδητε, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς αὐτάς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐκ δασμῶν διὰ τὸ πετρέλαιον ἀνήρχοντο εἰς 1,340,000 δραχμάς.
§32ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πετρελαίου.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Αὐταὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δίδετε, εἶναι πολύτιμοι, ἀλλὰ κάμετε πολὺ καλὰ νὰ τὰς φυλάξητε διὰ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον.
§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι πολύτιμοι καὶ ἐπίσημοι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε, κ. Ῥάλλη. Εἶναι λοιπὸν ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884 ἓν ἑκατομμύριον καὶ 340 χιλιάδες δραχ. ἐκ δασμοῦ εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους. Τί εἰσεπράχθησαν ἢ εἰσπραχθήσονται ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου; 1,285,000 ἐκερδίσαμεν ἢ ἐζημιώθημεν; ἐζημιώθημεν, κύριοι, 65–70 χιλιάδας δραχμὰς. Πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἔχει ὅλας τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζετε διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν τοῦ Τόπου, δὲν ἐπιφέρει καὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν; Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου; ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο καὶ εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου δασμοῦ ἐκ τῶν τελωνείων, διότι ἀτυχῶς λαθρεμπόριον σπουδαῖον διενεργεῖτο καὶ ἐπολέμει τὸ Δημόσιον συμφέρον. Ἐπετεύχθη ὁ σκοπός; Πόσον ἦτο τὸ εἰσαγόμενον πετρέλαιον: τρία ἑκατομμύρια καὶ 200 χιλιάδες ὀκάδες καὶ πλέον. Πόσον τώρα εἰσάγεται διὰ τοῦ μονοπωλίου; 3,000,000. Τί σημαίνει αὐτό; ὅτι ἀντὶ τὸ μονοπώλιον ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἡ λαθρεμπορεία τὰ ἠλάττωσε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις τοῦ πετρελαίου. Τὸ λαθρεμπόριον ἄρα ηὔξησεν ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ, καὶ θὰ αὐξήσῃ ἔτι περισσότερον διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου κατὰ 20 λεπτά. Βεβαίως κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ πετρελαίου καὶ ἅλατος ἐν ἐκτάσει θέλομεν ἐκθέσει τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ περὶ τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ καὶ περὶ τῶν καθέκαστα τῆς συμβάσεως, τὴν γνώμην δηλαδή, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ ἔχομεν περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν πυρείων, καὶ ἐν γένει περὶ τῶν μονοπωλίων, γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξεφράσαμεν ῥητῶς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅταν ἐν προγράμματι ἐκαλοῦμεν αὐτὸν νὰ ψηφίσῃ ἡμᾶς ὡς βουλευτὰς, καὶ τὸ ἔπραξε ἀποστείλας ἡμᾶς ἐνταῦθα· διότι μᾶς ἐπίστευσεν, ὅτι εἰλικρινῶς θὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ὑποσχέσεις ἡμῶν. Πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν κατάργησιν παντὸς τοιούτου μονοπωλίου, ἀφοῦ μάλιστα ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδὲν ἔχομεν ταμιευτικὸν ὄφελος.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐφροντίσατε, ἐν ὅσῳ εἶσθε Ὑπουργὸς διὰ τὴν κατάργησιν.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς, διότι ἐφρόντισα περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματός μας, δὲν εἶμαι πλέον Ὑπουργός· ἐὰν ἀναγνώσητε τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἴδητε, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων εἶναι καὶ αὐτός.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποστηρίξατέ με, καὶ σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι θὰ τὴν ἰδῆτε πλήρη. Ζητήσατε πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον συχνὰ βλέπετε τώρα ἐσχάτως, καὶ θὰ μάθητε.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν βλέπω ἐδῶ πάντοτε.
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. —ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ διεφώνησα ῥητῶς διὰ τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου. Ὅτε προσήχθη πρακτικόν τι περὶ ἐξακολουθήσεως τοῦ μονοπωλίου τούτου, ἐν αὐτῷ ῥητῶς ἔγραψα, ὅτι διαφωνῶ καὶ ἀποκρούω τὸ μονοπώλιον, συνεπὴς εἰς τὸ πρόγραμμά μας, κ. Ῥάλλη.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ παραιτηθῆτε, ἀφοῦ ἐζητήσατε τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, καὶ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ γνώμη ὑμῶν, καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ῥίπτητε τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς συναδέλφους σας, ὅτι παρεβίασαν τὸ πρόγραμμα αὐτῶν.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παραβιασθῇ τὸ πρόγραμμα αὐτό, οὐδὲ πιστεύω ἔτι, ὅτι θὰ τολμήσῃ τις τῶν ὑπογραψάντων αὐτὸ νὰ τὸ παραβῇ.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ παραβιάσατε σεῖς.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Μόνον οἱ γενησόμενοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ τὸ παραβιάσωσι, κ. Ράλλη, ἡμεῖς οὔτε τὸ παρεβιάσαμεν, οὔτε θὰ τὸ παραβιάσωμεν ποτέ.
§45ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς συγχαίρω, κ. Χοϊδᾷ, οὐδὲ ἀμφέβαλλον ποτὲ περὶ σοῦ, ὅτι θὰ ἐδεικνύεσο συνεπὴς εἰς τὸν λαόν, πρὸς ὃν ἐδώκαμεν ὑποσχέσεις. Ὅσα καὶ ἂν εἴπῃ ὁ Ράλλης δὲν θὰ μὲ ἀναγκάσῃ σήμερον νὰ εἴπω τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρέμεινον ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐπί τινας ἡμέρας. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς, καθ’ ὃν θὰ ἐκτεθῶσι τὰ πάντα ἐλευθέρως καὶ θὰ μάθῃ τότε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρέμεινα. Ἐγὼ δὲν ἀπέφυγα ποτὲ νὰ δώσω λόγον τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πολιτείας μου. Διὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἡ λογοδοσία μου ἐδημοσιεύθη πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐν ἰδιαιτέρῳ βιβλίῳ. Καὶ πρὸ τῶν μελλουσῶν ἐκλογῶν θὰ δημοσιεύσω πάλιν πλήρη καὶ ἀκριβῆ λογοδοσίαν τῶν τε πράξεών μου ὡς Ὑπουργοῦ καὶ τῆς πολιτείας μου ὡς βουλευτοῦ. Θὰ δημοσιεύσω καὶ τὸ πρόγραμμά μας, καὶ τότε θὰ φανῇ τίς τὸ ἐτήρησεν· ἡ πολιτική μου πορεία ὑπῆρξε πάντοτε εὐθεῖα καὶ εἰλικρινής. Ἀλλά, κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεκίνησεν ἕτερον ζήτημα· κατέκρινε τοὺς ἔχοντας τὴν ἰδέαν τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων. Σήμερον καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα προέβη εἰς μερικὴν ἐνοικίασιν τῶν δασμῶν, διότι προέβη εἰς ἐνοικίασιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, δηλαδὴ τοῦ δασμοῦ τοῦ εἰσπραττομένου ἐκ τῶν τελωνείων, ὡς ἐπίσης τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, τῶν παιγνιοχάρτων, ὡς καί τινων ἄλλων. Κατωρθώσατε διὰ τῆς γενομένης μετατροπῆς τῶν δασμῶν εἰς μονοπώλιον νὰ εἰσπράξητε πλέον παρ’ ὅ,τι τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε πρίν; ὄχι. Ἠλαττώσατε τὸ λαθρεμπόριον; ὄχι. Διατί λοιπὸν κατακρίνετε τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἵτινες, βασιζόμενοι καὶ εἰς διδόμενα αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς εἰς καταχρήσεις μεγάλας, αἵτινες καταβιβρώσκουσιν οὐχὶ ἑκατοντάδας χιλιάδων, ἀλλ’ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου; Τίς ἐξ ὑμῶν ὅσον ἁπλοῦς καὶ ἂν εἶναι, ἀγνοεῖ, ὅτι τὰ τελωνιακὰ τέλη, τὰ εἰσπραττόμενα, εἰσὶν ὀλιγώτερα κατὰ ἑκατομμύρια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διὰ νόμων τοῦ Κράτους εἶναι ἐπιβεβλημένα καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ τοῦτο διότι συμβαίνουσι μεγάλαι καταχρήσεις, διότι πολλοὶ κερδοσκοποῦσι, διότι πολλοὶ διὰ διαφόρων τρόπων καθολοκληρίαν ἀποφεύγουσι τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν; Ἀκούσατε, κύριοι, τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἀναγνωρίζει, ὅτι πλέον τῶν 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων ἁρπάζονται διὰ ποικίλων καταχρήσεων ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, εἰσερχόμενα εἰς ἰδιωτικὰ βαλάντια, καὶ θέλετε νὰ ἐπιτρέψητε ταύτας τὰς καταχρήσεις νὰ ὑπάρχωσι καὶ νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα νὰ ψηφίζωμεν φόρους καὶ πάλιν φόρους πρὸς βάρος τῶν δυστυχῶν ἐκείνων, οἵτινες πληρώνουσι τοὺς φόρους αὐτούς, καὶ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες δὲν πληρώνουσιν, ἀλλ’ ἀπεναντίας κερδοσκοποῦσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν φόρων! Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν οἱ παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἐπιβληθέντες φόροι καὶ τὰ μονοπώλια, ἅτινα ἀτυχῶς πάντα διατηρεῖ ἔτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ τὰ μονιμοποιεῖ μάλιστα διὰ συμβάσεων ἐνοικιάσεως, ἐπιβάλλονται διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων νέοι φόροι καὶ αὐξήσεις φόρων καὶ δασμῶν εἰς ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, οἵτινες θ’ ἀνέλθωσι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς 12 ἑκατομμύρια. Ἐπιβάλλεται φόρος πρόσθετος εἰς τὸν καπνόν, αὐξάνεται ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου, διπλασιάζεται ἡ τοῦ ἅλατος, αὐξάνει ὁ δασμὸς τοῦ καφέ, τῆς ζακχάρεως, τῆς ὀρύζης, φορολογεῖται τὸ κρέας, ἐπιβάλλεται φόρος καὶ εἰς τοὺς παραγωγοὺς τοῦ οἴνου καὶ τόσοι ἄλλοι φόροι προτείνονται καὶ θὰ προταθῶσιν, οὓς σχεδὸν πάντας ἄνευ ἐξαιρέσεως ἀποκρούω καὶ καταπολεμῶ. Καὶ ἀφοῦ τόσα βάρη ἐπιβάλλετε, δὲν δέχεσθε τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κλέπτονται ἀπὸ τοὺς λαθρεμπόρους; Ὑπάλληλος, κύριοι, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ῥητῶς σᾶς ἐκφράζει τὴν γνώμην του: «Ὁμολογούμενον εἶναι, καὶ ἡμεῖς μακρὸν χρόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τελωνείων κατατρίψαντες, δυνάμεθα μαθηματικῶς ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἀπόλλυσι κατ’ ἔτος, ἕνεκα τῶν λαθρεμπορίων καὶ τῶν ἄλλων ἐν τοῖς τελωνείοις καταχρήσεων, πλέον τῶν 5 ἢ 6,000,000 δραχμῶν.» Καὶ ἂν πρὶν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν τελῶν ἦσαν 10, 11 ἢ καὶ 12,000,000, αἱ εἰσπράξεις ἦσαν ἐλλειπεῖς κατὰ 5 ἢ 6,000,000, φαντάσθητε τώρα τὰς καταχρήσεις (ποδοκροτήματα ὄπισθέν τινος θεωρείου καὶ χειροκροτήματα ραγδαῖα ἐκ τοῦ γενικοῦ ἀκροατηρίου, ἅτινα ὡς ἐκ τούτου κενοῦται). Ἔχομεν, κύριοι, ἀναμφισβητήτως βεβαιωμένον παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι 6,000,000 ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, καὶ εἰσέρχονται εἰς τὰ ἰδιωτικὰ βαλάντια· τοῦτο δὲ ἐγένετο, ὅταν τὰ ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν εἰσοδήματα ἦσαν 12,000,000· τώρα, ὅτε ἀνέρχονται εἰς 20,000,000, πόσα ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ λαθρεμπόριον; Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 8 καὶ 10,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξητε ἀκόπως ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι τὰ χρήματα ταῦτα, δὲν εἶναι ἓν μέγα κέρδος καὶ δὲν ἀπαλλάττει τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν ἀπηνῆ εἰς ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ πράξητε ὅ,τι ἐγκρίνητε, ἀφοῦ ἔχητε πλειοψηφίαν, προκηρύξατε ἂν θέλητε καὶ βραβεῖα διὰ τοὺς λαθρεμπόρους, τοῦθ’ ὅπερ ἄλλως τε καὶ ἐπράξατε σχεδὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Πρὸς μεῖζον κῦρος τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων, ἀναγινώσκω ὑμῖν ἀπόσπασμα ἐκθέσεως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐξ οὗ θὰ ἴδητε ὁμολογούμενα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ῥηθέντα. «Τὰ λοιπὰ λαθρεμπόρια παρέχον ὡς ἐκ τοῦ εἴδους των εὐλόγους ἀφορμὰς εἰς σοβαρὰς τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ὑ. Μεγαλειότητος σκέψεις, ὀφειλούσης νὰ προνοήσῃ πρὸς ἀποσόβησιν κακοῦ, τὸ ὁποῖον πλὴν τῆς εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον προσγινομένης ζημίας, ἐπιφέρει ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μεῖζον κακὸν, ἤτοι τὴν καταστροφὴν τοῦ συναγωνισμοῦ τοῦ ἐμπορίου...». Καὶ μετά τινα περὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας, ἐξακολουθεῖ ὁ Ὑπουργός: «ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, Βασιλεῦ, δὲν ἀγνοῶ καὶ τὴν ὑποκώφως διατρέχουσαν φήμην, ὅτι καὶ ἄλλαι λανθάνουσαι καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν τελωνείων...» Καὶ εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ μὴ ὑπάρχῃ λαθρεμπόριον ἐν Ἑλλάδι; Ῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὸν γεωγραφικὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος, παρατηρήσατε τὴν ἔκτασιν τῶν παραλίων αὐτῆς, τὴν πληθὺν τῶν νήσων, αἵτινες περικυκλοῦσι τὰ παράλια ταῦτα, καὶ εἴπατέ μοι, τίς εἶναι ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι μέγα λαθρεμπόριον τελεῖται ἐν αὐτῇ! Πῶς ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσητε τὰς εἰσπράξεις ταύτας τοῦ Δημοσίου εἰμὴ διὰ τῆς εἰσόδου τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον πάντοτε εὑρίσκει καταλλήλους τρόπους νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ ὑπεκφύγῃ τὴν κατάχρησιν; Ἔχετε, κύριοι, πρόχειρον παράδειγμα—ἡμεῖς τοὐλάχιστον οἱ ἐν Ἀθήναις δυνάμεθα νὰ σᾶς βεβαιώσωμεν—ὅτι ὅτε ὁ δασμὸς τῶν ὠνίων ἐν τῇ πόλει ἡμῶν εἰσεπράττετο διὰ τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ποσὸν ἀνήρχετο περίπου εἰς 250 ἢ 300 χιλ. δραχμῶν· ὅτε δὲ εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐνοικιάσεως εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ὠνίων εἰς τὸν Δῆμον τῶν Ἀθηναίων, ἔχομεν ἀποτέλεσμα εἰσπράξεων ἓν ἑκατομμύριον καὶ πλέον.
§46Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πάντοτε ἐνοικιάζοντο τὰ ἔσοδα τοῦ Δήμου.
§47ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Ράλλη, λησμονεῖτε τὸν τρόπον τῆς ἐνοικιάσεως; δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα καὶ νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀπασχολῶμεν διὰ τοιούτων τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπεναντίας, ἐγὼ ἐπιθυμῶ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριοι, τὰς διακοπάς.
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὴ νομίσητε ὅμως, ὅτι ἐγὼ προτίθεμαι νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν κατὰ τοῦ πρώην Δημάρχου Ἀθηναίων, ὅστις παρὰ πάντων ὁμολογεῖται ὡς ἱκανώτατος. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐν τῷ Δήμῳ Ἀθηναίων, γενομένου ἐλευθέρου καὶ πεισματώδους συναγωνισμοῦ κατὰ τὴν ἐνοικίασιν, ὁ φόρος ἀνῆλθεν ἀπὸ 300 χιλιάδας ἢ 400 χιλιάδας δραχμῶν εἰς ἕν ἑκατομμύριον καὶ πλέον. Τίς, κύριοι, ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὰ Τελωνεῖα τοῦ Κράτους, λειτουργοῦντα ὡς λειτουργοῦσι, ζημιοῦσι τὸ Δημόσιον, μὴ δυνάμενα νὰ περιστείλωσι τὸ λαθρεμπόριον, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία σᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι ἀπόλλυσιν 6 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον; Καὶ ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ὅλα, ὁμολογεῖ 6 ἑκατομμύρια, βεβαίως πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν πολλῷ περισσότερα, διπλασιασθεισῶν μάλιστα ἤδη τῶν εἰσπράξεων. Καὶ θέλετε νὰ περιφρονήσωμεν αὐτὴν τὴν πρόσοδον; βεβαίως ποτέ. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰ βάρη, διὰ τῆς ἐπαχθοῦς καὶ βαρείας φορολογίας, ἐπ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἀγοράζει ὁ πολὺς πληθυσμὸς τοῦ τόπου πρὸς κατανάλωσιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως ἡ βεβαία αὕτη εἴσπραξις, ἡ ἀσφαλής, τὸ κέρδος αὐτὸ νὰ μένῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ μόνον τοῦ Δημοσίου. Ὑπάρχουσι βεβαίως πολλοὶ λόγοι, οἵτινες προτείνονται ἐναντίον τῆς ἐνοικιάσεως τῶν Τελωνείων, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε ἀνέφερεν ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος πρώην συνάδελφός μου κύριος Καλλιγᾶς, τὸν ὁποῖον παρεδέχθησαν καὶ ἄλλοι τινὲς ἐνταῦθα, ὅτι ἡ παροχὴ τῶν ἐσόδων τῶν Τελωνείων εἰς ἐνοικίασιν θέλει δημιουργήσει ἑταιρίαν παντοδύναμον, ἥτις θὰ καταντήσῃ Κράτος ἐν Κράτει, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν θέλει δυνηθῆ ν’ ἀντιστῇ οὔτε ἡ ἐλευθερία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πνεύματος, διότι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν θὰ ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Τοῦτο βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ· διότι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα εἰς τὴν διάθεσίν της ὄχι μόνον τὰ Τελωνεῖα καὶ τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ στρατὸν καὶ πάντα τὰ ἄλλα μέσα, οὐδέποτε ἐπ’ ἐσχάτων ἠδυνήθη ν’ ἐπιτύχῃ πλειονοψηφίαν ἐπὶ τῶν συνδυασμῶν αὐτῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ μικρὰ σχετικῶς ἑταιρία, ἡ διαχειριζομένη τὰ Τελωνεῖα, νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ λαοῦ; Δύναται βεβαίως νὰ προταχθῇ ἕτερος λόγος σπουδαῖος καὶ σοβαρὸς ὑποδεικνύμενος κατὰ γενικὴν θεωρίαν ὑπὸ πολλῶν συγγραφέων, ὅτι ἡ ἐνοικίασις τῶν Τελωνείων ἐπιφέρει στενοχωρίας πολλὰς εἰς τὸ ἐμπόριον, ὅτι εἶναι ὁ μεγαλείτερος φραγμὸς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου· ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι καὶ ὁ λόγος οὗτος δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ εἰς τὰς περὶ ἐνοικιάσεως τῶν Τελωνείων ἀποφάσεις σας. Ἐγὼ ἐμελέτησα ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ζήτημα τοῦτο· πρακτικώτερον δὲ φερόμενος, ἀπετάθην καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἐνδιαφερομένους, πρὸς τοὺς ἐμπόρους δηλαδὴ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ ὑπέβαλον τὸ ζήτημα εἰς πολλοὺς ἐξ αὐτῶν, ὅτε ἄλλοτε ἐσκόπουν νὰ προτείνω τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τοὺς ἠρώτησα ἐὰν ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἐνοικίασις τῶν Τελωνείων ἠδύνατο νὰ τοὺς βλάψῃ· πάντες δέ, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τῶν ἐμπόρων τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ πιστεύω ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, μοὶ εἶπον: «Κύριε Ζυγομαλᾶ, βεβαίως ἡ ἐνοικίασις τῶν Τελωνείων θὰ ἦναι κἄπως πιεστική, ἀλλ’ ἔχει ἓν μέγα προσὸν, ὅτι θὰ ἦναι πιεστικὴ δι’ ὅλους· πάντες θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὸν Νόμον αὐτὸν, (πάντες ἐξ ἴσου θὰ ἀποτίνωσι τὰ βάρη τῶν Τελωνείων καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ διάκρισις καὶ προνόμια μεταξύ τινων ἐξ ἡμῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἀτυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν καὶ δὲν δύναται ὁ ἔμπορος ὁ τίμιος νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸν λαθρεμπορευόμενον, ὅστις ἔχει εὐκαιρίαν νὰ πωλῇ εἰς μικροτέραν τιμὴν, καὶ ἑπομένως νὰ ἐνεργῇ μεγάλην κατανάλωσιν». Ἐν γένει δὲ ἐξ ἑνὸς στόματος ἐξῆλθεν ἡ φωνή, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν Τελωνείων, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος θὰ κερδίσῃ πολλά, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀφαιροῦνται παρανόμως, καὶ τὸ ἐμπόριον δὲν θὰ ζημιωθῇ. Ἀλλὰ καὶ ὡς θεωρία, νομίζετε, ὅτι δύναται πλέον σήμερον νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ἐνοικίασις εἶναι πιεστικὴ τοῦ ἐμπορίου; Σήμερον οἱ νόμοι περὶ Τελωνείων ἢ φόρων, αἱ ὑποχρεώσεις καὶ αἱ διατυπώσεις αὐτῶν εἶναι γνωσταὶ, εἶναι φανεραὶ εἰς πάντας, διότι οἱ Νόμοι δημοσιεύονται καὶ γίνονται εἰς πάντας γνωστοί. Ὁ ἔμπορος γνωρίζει ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ τὸν ἐξελέγξῃ· δὲν ὑπάρχει πλέον ἐκείνη ἡ πρόληψις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν εἰς τοὺς παρελθόντας χρόνους τοῦ σκότους καὶ τῆς τυραννίας, ὅτε ὁ ἐνοικιαστὴς ἦτο καὶ φορολόγος καὶ διοικητὴς καὶ δικαστὴς καὶ νομοθέτης. Τότε βεβαίως ἦτο λίαν πιεστικὴ ἡ ἐνοικίασις τῶν Τελωνείων, καὶ βεβαίως τὸ ἐμπόριον εἶχε δίκαιον νὰ στενάζῃ καὶ ν’ ἀναθεματίζῃ τοὺς Τελώνας· διότι οἱ Τελῶναι, ὄντες αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐνδιαφερόμενοι καὶ ἔχοντες λειτουργοὺς τοῦ Κράτους ἐνδιαφερομένους, ἐπίεζον τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζε τὶ ὤφειλε νὰ πληρώσῃ, διότι ἦσαν ἄγνωστα καὶ συγκεχυμένα τὰ φορολογικὰ τέλη. Ἀλλὰ σήμερον εἰς τὸν 19 αἰῶνα εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ ἔμπορος θὰ πιεσθῇ ἀπὸ τὸν Τελώνην ἢ ἀπὸ τὸν ἐπιτηρητὴν, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς ἀντιπρόσωπον ὁ ἐνοικιαστής; Ποίαν πίεσιν ὑφίσταται ὁ ἔμπορος ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν τῶν ὠνίων τοῦ Δήμου Ἀθηνῶν ἢ τοῦ Δήμου Πειραιῶς; τὴν ἐλαχίστην. Τελεῖται μόνον ἁπλῆ ἐξακρίβωσις. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι ἐντὸς χρόνου οὐχὶ μακρὰν ἀπέχοντος θὰ συναισθανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ κόμματα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὰ Δημόσια ἔσοδα, τὰ διὰ τῶν Τελωνείων εἰσπραττόμενα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταργήσωμεν ἄλλους φόρους, εἰσπράττοντες τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἁρπάζονται παρὰ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου παρανόμως. Δὲν δύναμαι, κύριοι, πρὶν ἢ κατέλθω τὸ βῆμα, νὰ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως δήλωσίν τινα, ἥτις ἐξῆλθε τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του καὶ τῷ ἐνθουσιασμῷ του διῄρεσε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκλογῶν, καὶ πρὸ καὶ μετά, τὴν Ἑλλάδα εἰς δύο στρατόπεδα, ἡμᾶς ἔχοντας μίαν σημαίαν καὶ τὸν κ. Λομβάρδον μετὰ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει, ἔχοντα ἄλλην σημαίαν. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκλογῶν βεβαίως δύο σημαῖαι ὑπῆρχον ἀναπεπταμέναι, ἀλλὰ δύο σημαῖαι καθαρῶς οἰκονομικαί· ἡ μία σημαία ἦτο ὑπὲρ τῶν φόρων καὶ ὑπὲρ τῶν μονοπωλίων, διότι ἐφρόνουν οἱ κρατοῦντες αὐτήν, ὅτι διὰ τῶν μέσων τούτων ὤφειλον νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἡ ἄλλη σημαία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐκρατοῦμεν, ἦτο πάλιν σημαία καθαρῶς οἰκονομική. Ἡμεῖς εἴμεθα κατὰ τῶν φόρων, κατὰ τῶν νέων φόρων, δηλαδὴ οὐχὶ κατὰ παντὸς φόρου ἐν γένει—διότι τοιαύτην ἀνοησίαν οὐδεὶς πολιτευόμενος, σεβόμενος ἑαυτὸν, δύναται νὰ ἐκστομίσῃ—καὶ κατὰ τῶν μονοπωλίων· ἐφρονοῦμεν δηλαδὴ ἡμεῖς, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι δικαιωτέρα τροποποίησις καὶ κατανομὴ τῶν φόρων καὶ κατάργησις τῶν νεοτεύκτων μονοπωλίων, διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἀναλόγων εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ προπάντων μεγάλαι οἰκονομίαι, δυνάμεναι ν’ ἀνέλθωσι διὰ ῥιζικῶν μέτρων εἰς δέκα καὶ πέντε ἑκατομμύρια, ἠδύναντο νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς τὸ ποθούμενον παρ’ ἀμφοτέρων τῶν τότε παλαιόντων κομμάτων καὶ ἐπιζητούμενον ἰσοζύγιον. Βεβαίως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκλογῶν ἐγένοντο παρερμηνεῖαι· ἠθέλησεν ἡ μία μερὶς νὰ ἀναλάβῃ ὡς μονοπώλιον τὸν πατριωτισμὸν καὶ ἐδημοσίευεν ἢ ὡμίλει καὶ ἄφινε φίλους τινὰς αὐτῆς νὰ ζητοκραυγάζωσιν ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου, ὡσὰν ἡ ἄλλη μερὶς νὰ μὴ ἦτο ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου, ὡσὰν ἡμεῖς νὰ μὴ ἤμεθα πατριῶται καὶ νὰ μὴ ἐθυσιάσαμεν καὶ αἷμα καὶ περιουσίας ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ αὐτῶν τῶν δούλων ἐπαρχιῶν, καὶ ὡς νὰ μὴ ἤμεθα καὶ σήμερον ἀκόμη ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωμεν τὰ πάντα διὰ τὴν ἡρωϊκὴν Κρήτην, τὴν Ἤπειρον, τὴν Μακεδονίαν καὶ λοιπὰ ὑπόδουλα μέρη. Δὲν ἀνέμενον παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ζακύνθου νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐνταῦθα τὴν διάκρισιν ταύτην καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρξε διαφορὰ γνώμης καὶ πόθων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομικῶν, βεβαίως διαφέρομεν· ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, οὐδεμία διαφορὰ ὑπῆρξεν ἢ ὑπάρχει. Ἀμφότερα τὰ κόμματα, πάντες οἱ Ἕλληνες ἔχομεν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν σημαίαν, ἐφ’ ἧς μεγάλοις γράμμασιν ἀναγράφεται μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§51Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ προταχθῇ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἡ σύμβασις περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων, θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς συμβάσεως, ἔρχονται καὶ καταλαμβάνουσι τὸ βῆμα καὶ μᾶς ὁμιλοῦσιν ἐπὶ παντὸς ζητήματος καὶ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει καιρὸς διὰ τοιαύτην πρότασιν.
§53Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία παρεμπιπτόντως ἤρχισεν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου· σκοπός μου εἶναι νὰ περιορισθῶ ἐντελῶς εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὸ ἄρθρον 2, καὶ ἐξετάσω αὐτὸ ὑπό τινα ἔποψιν, ἥτις κατέστη ἀναγκαία ἔκ τινος δηλώσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κυρίου Ῥώμα, εἶπεν, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἁλυκὰς τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Κερκύρας, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν, ὅτι αἱ ἁλυκαὶ αὐταὶ θὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσι σήμερον. Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν βεβαίως οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀμφισβητήσω ὡς ὀρθοτάτην. Ὑπάρχει μία βιομηχανία, ἥτις ἀπό τινος χρόνου ἀνεπτύχθη καὶ ἐν Ἑπταννήσῳ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι· ἡ βιομηχανία αὕτη εἶναι ἡ τῆς ἐλαιουργίας καὶ σαπωνοποιΐας. Ἡ βιομηχανία τῆς ἐλαιουργίας κατ’ ἐξοχὴν μεταχειρίζεται τὸ ἅλας, διότι ἄνευ τοῦ ἅλατος εἶναι ἀδύνατον τὰ πυρηνέλαια νὰ καθαρισθῶσι καὶ καταστῶσι χρήσιμα πρὸς τὴν σαπωνοποιΐαν. Τὰ ἐργοστάσια σαπωνοποιΐας, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς Πειραιᾶ, Ἐλευσῖνα, καὶ ἴσως καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἃς ἔχω θετικὰς πληροφορίας παρὰ τῶν βιομηχάνων αὐτῶν, ἀναγκάζονται νὰ μεταχειρισθῶσι κατ’ ἔτος μεταξὺ 60, 80 καὶ 100 χιλιάδων ὀκάδων ἅλατος, ὁσάκις ἡ παραγωγὴ αὐτὴ γίνεται ἐκ πυρηνελαίου. Ἐὰν, κύριοι, τὸ ἄρθρον 2 μείνῃ ὡς ἔχει, τὰ ἐργοστάσια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Κερκύρας, καταδικάζονται πιθανῶς εἰς ἀποσύνθεσιν. Ἀληθῶς λάβετε ὡς βάσιν τὸ τίμημα τοῦ ἅλατος εἰς τὴν Ἑπτάνησον· καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, ἰδίως ἐν Ζακύνθῳ καὶ Κερκύρᾳ τὸ τίμημα αὐτοῦ εἶναι πρὸς μίαν δραχμὴν τὸ κοιλὸν, τὸ ἀποτελούμενον ἐξ 22 ὀκάδων· ἀλλ’ αἱ 22 ὀκάδες κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα θὰ στοιχίσωσι μετ’ ὀλίγον δραχμὰς 4, 40, διότι εἶναι μὲν ὡρισμένη τιμὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 εἰς 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων τούτων περιστάσεων δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ προσθέτου τέλους τῶν 5 λεπτῶν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ κατὰ τὸ ἄρθρον 9. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον χρειάζονται τὰ ἐργοστάσια, καὶ ὑπολογίσετε τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς μιᾶς δραχμῆς καὶ τῶν 4 καὶ 40, ὅσον πρόκειται νὰ τιμῶνται αἱ 22 ὀκάδες ἐν τῇ ἐπιλοίπῳ Ἑλλάδι, βεβαίως ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς θέλει καταστήσει τὸν συναγωνισμὸν μεταξὺ τῶν ἐργοστασίων τῆς Ἑπταννήσου καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἐντελῶς ἄνισον. Ἤδη ὁ συναγωνισμὸς εἶναι δυσχερὴς, διότι ἡ παραγωγὴ τῶν Ἑλληνικῶν καταστημάτων ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας τῆς ἐν τῇ Χώρᾳ καταναλώσεως, ἡ δ’ ἐξαγωγὴ γίνεται καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους· διότι ἡ βιομηχανία αὕτη εὐτυχῶς ἐν Ἑλλάδι ἐπέτυχε καὶ δίδει μέχρι τοῦδε λαμπρὰ ἀποτελέσματα· ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πλεονάζον ποσὸν κατέστησε τὰ καταστήματα αὐτὰ ἀντίζηλα, διότι ἕκαστος ζητεῖ νὰ κρατήσῃ τοῦ ἄλλου ἐν τῇ ἐσωτερικῇ καταναλώσει, καὶ ἑπομένως τὰ κέρδη ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς. Ἐὰν οἱ ὅροι τοῦ συναγωνισμοῦ μεταβληθοῦν, θὰ γεννηθῇ ἀληθὴς ἀγὼν περὶ ὑπάρξεως καὶ θὰ ὑποκύψῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ὅπλα ἀσθενέστερα, θὰ ἔχῃ δὲ ὅπλα ἀσθενέστερα ὁ πληρώνων διὰ τὰς πρώτας ὕλας ποσὸν ἀνώτερον. Ὑπὸ τοιούτων λοιπὸν ἰδεῶν ἐμπνεόμενος, ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἑπομένην τροπολογίαν κατ’ ἐξακολούθησιν τοῦ ά ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2. «Ἐξαιρουμένου τοῦ ἅλατος, τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς σαπωνοποιΐας, οὗ τινος ἡ τιμὴ ὁρίζεται εἰς λεπτὰ δέκα κατ’ ὀκᾶν». Ἡ τροπολογία μου ὅμως δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, διότι ἐθεώρησα, κύριοι, ὅτι, ζητῶν δικαιοσύνην διὰ τὰ Ἐργοστάσια τὰ ἐν τῇ ὑπολοίπῳ Ἑλλάδι, πλὴν τῶν ἐν Κερκύρᾳ καὶ Ζακύνθῳ, ὤφειλον νὰ μεριμνήσω καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ὅπως μὴ μείνῃ ἀνοικτὴ ἡ θύρα εἰς τὴν κατάχρησιν καὶ ἔκρινα ὅτι, ἐὰν τὸ ἅλας, τὸ παραδιδόμενον εἰς τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν, ἀναμιχθῇ μετά τινος οὐσίας, προσδιοριστέας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ λάβῃ τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἁρμοδίων προσώπων, ὥστε νὰ καταστῇ ἀπρόσφορον εἰς πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν, τότε καὶ ἡ βιομηχανία αὕτη προστατεύεται ἐν μέτρῳ δικαίῳ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου πληρέστατα ἐξασφαλίζονται.
§54ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Γνωρίζετε ἐὰν εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν ὁ σάπων πληρώνῃ φόρον ἐξαγωγῆς;
§55ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω.
§56ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς τὰ καταστήματα ἐκεῖνα ἀντέχουν ἀκόμη καὶ συναγωνίζονται μὲ τὰ ἐδῶ, τὰ ὁποῖα δὲν πληρώνουν.
§57ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γινώσκετε ὅμως κάλλιστα, ὅτι τὰ καταστήματα τῆς Ἑπτανήσου δὲν ὑπόκεινται εἰς ἄλλους φόρους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπόκεινται τὰ ἐνταῦθα (θόρυβος). Ὤφειλον, κύριοι, νὰ ὑποστηρίξω μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία μοὶ ὑπεδείχθη παρὰ προσώπων ἁρμοδιωτάτων. Ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ἐὰν εὑρίσκῃ τὴν παρατήρησίν μου δικαίαν, παρακαλῶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Μετὰ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ προκειμένου ἄρθρου προσθέτω καὶ τὰ ἑξῆς συμφώνως πρὸς ὅσα εἶπον. «Δι’ ἑτέρου Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθήσεται ἡ οὐσία, ἡ ἀναμικτέα μετὰ τοῦ διὰ τὴν σαπωνοποιίαν χρησίμου ἅλατος, καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀναμίξεως αὐτῶν».
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ὁμολογήσω χάριν τινὰ εἰς τὸν ἐκ Χαλκίδος βουλευτήν, ὅστις εὐηρεστήθη νὰ περιορίσῃ τὰς παρατηρήσεις του ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, διότι αὕτη μόνη ἡ διάταξις ἦτο ὑπὸ συζήτησιν. Ἂν ἐπεκρίθην, ὅτι ἐγὼ συνετέλεσα εἰς τὰς ἐκδρομάς, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ ἐπίκρισις μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο ἄδικος. Ἐγὼ ἀπελογήθην πρὸς τὸν κ. ἐκ Δωρίδος βουλευτήν, παραστήσας αὐτῷ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν προσέφυγον εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἔκρινε προτιμότερα πρὸς αὔξησιν τῶν Δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ προσέφυγον εἰς τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐθεώρει ἐπιζήμιον, διότι ἐπροτίμα ἀντ’ αὐτοῦ τὴν ἐνοικίασιν τῶν τελωνείων. Ἐάν τυχὸν ὑπῆρχον ἐν τῇ Αἰθούσῃ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μὴ συμμεριζόμενοι τὴν γνώμην μου ταύτην, πεποιθότες δὲ, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων ἦτο λυσιτελέστατον, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ πλοῦτον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, οὐδεμία ὑπῆρχε δυσκολία νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχει ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ προβάλλωσι πρότασιν προκαλοῦντες τὴν Βουλὴν εἰς εἰδικὴν περὶ ταύτης συζήτησιν· διότι εἶναι δύσκολον νὰ συζητήσῃ τις ἐν εὐρύτητι ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦσι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως· δὲν εἶναι δὲ καὶ προσῆκον νὰ παρίσταταί τις ἐν τῷ μέσῳ συζητήσεώς τινος νὰ ὑποστηρίξῃ θέμα ἀλλότριον τῶν συζητουμένων θεμάτων. Ἄλλως, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Σχολὴ, ἵνα προβάλλῃ τις ὡς θέσιν ζητήματα ἀφῃρημένα, καὶ νὰ συζητῇ ἐπ’ αὐτῶν. Ὅταν δ’ ἐν τῷ μέσῳ ἄλλων συζητήσεων εἰσάγωνται ἀλλότρια θέματα, οἱ ἀντιῤῥονοῦντες δὲν δύνανται νὰ ἀναπτύξωσι τὰς ἐναντίον τῶν θεμάτων τούτων γνώμας των. Διὰ νὰ μὴν ἐνισχύσω τὰς διαθέσεις, ἄν που ὑπάρχωσι, πρὸς ἐπίκρισίν μου, δὲν πρέπει νὰ εἴπω τι περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, βεβαιῶ μάλιστα, ὅτι τοῦτο πράττω κατὰ καθῆκον, ἐνῷ ἠδυνάμην ἄλλως πράττων νὰ ἀποδείξω, ὅτι πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ μὴ ἀκριβῆ καὶ μὴ ὀρθά. Πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν ὅμως τοῦ ἐκ Θήρας ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις, εἴτε ἀμέσως μετὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἴτε καὶ πρὸ αὐτοῦ, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω. Ἡ συνομολογηθεῖσα μετά τινων ἰδιωτῶν σύμβασις περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ περὶ διοικήσεως τῶν ἁλάτων, ὡς καὶ περὶ διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν παιγνιοχάρτων εἰσήχθη εἴτε συγχρόνως ἢ πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐὰν δὲ δὲν ἤχθη μέχρι τοῦδε εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἐγένετο τῇ ἐμῇ συναινέσει ἢ κάλλιον εἰπεῖν τῇ ἐμῇ πρὸς τὴν Βουλὴν παρακλήσει. Καὶ ὤφειλον νὰ δειχθῶ πρόθυμος νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀναβάλῃ ἐπὶ μικρὸν τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως· διότι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐπρόκειτο μεταξὺ τῶν πρώτων ἀναγεγραμμένων πρὸς συζήτησιν ἀντικειμένων ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως, μοὶ ἐγένετο δῆλον ὑπό τινος, ἀσχολουμένου περὶ τὰ χρηματιστικά, ὅτι ὑπῆρχεν ἑταιρία, σκοποῦσα νὰ προβάλῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας κρείττονας ὅρους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀπεδειξάμην διὰ τῆς συμβάσεως. Καθῆκον λοιπὸν εἶχον νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, ἵνα δώσω καιρὸν εἰς τοὺς παρασκευαζομένους νὰ προβάλωσι κρείττονας ὅρους. Δυστυχῶς ὅμως ἡ προθεσμία, ἣν μοὶ ἐζήτουν καὶ τὴν ὁποίαν προθύμως ἀπεδεξάμην, παρῆλθε χωρὶς νὰ μοὶ προτείνωσι τοὺς κρείττονας ὅρους. Ἀλλὰ μόλις ἔληξεν ἡ προθεσμία ἐκείνη, ἄλλοι μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως, διότι σκέπτονται νὰ διασκευάσωσι συνδυασμόν τινα, λίαν συμφέροντα εἰς τὸ ταμεῖον, ὡς παράγοντα εἰς αὐτὸ εὐκολίας, τῶν ὁποίων κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἰδίως χρήζομεν, συνδυασμὸν ὅμως, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, τὴν ὁποίαν οἱ συμβληθέντες μετὰ τοῦ Δημοσίου ἐξεμίσθωσαν. Καθῆκον ἑπομένως εἶχον καὶ εἰς τούτους νὰ τείνω τὸ οὖς, καὶ νὰ παράσχω αὐτοῖς τὴν ὑπ’ αὐτῶν ζητηθεῖσαν προθεσμίαν, διὰ νὰ μὴ στερήσω τὸ Δημόσιον ἐνδεχομένης τινὸς ὠφελείας ἢ εὐκολίας, ἢ τοὐλάχιστον διὰ νὰ ἔχω ἥσυχον τὴν συνείδησίν μου, ὅτι ἐγὼ οὐδὲν παρέλειπα, ἵνα καταστήσω ἐφικτὴν εἴτε τὴν ἀποτροπὴν ζημίας τοῦ Δημοσίου ταμείου, εἴτε τὴν ἀποτροπὴν στερήσεως τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἐνεδείκνυον ὅτι θέλουσι μᾶς παράσχει. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ καὶ νῦν νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Ὑποθέτω ἢ ἐλπίζω, ὅτι λίαν προσεχῶς, μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, λήγει καὶ ἡ πρὸς τούτους χορηγηθεῖσα προθεσμία, καὶ τότε θέλομεν δυνηθῆ νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἀπηλλαγμένην πάσης τοιαύτης προκαταλήψεως. Ὅσα ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος βουλευτὴς πρὸ μικροῦ εἶπε περὶ τῆς βιομηχανίας τῆς σαπωνοποιΐας, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχουσι φαινομενικὴν δικαιολογίαν, οὐδὲ μὲ πείθουσιν, ὅτι ἠδύνατό τις δι’ αὐτοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Καλογερόπουλος πρὸ μικροῦ προέβαλε. Τὸ Κράτος βεβαίως πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐγχωρίαν βιομηχανίαν κατὰ πάσης βιομηχανίας ἀλλοδαπῆς· ὡσαύτως πρέπει νὰ ᾖναι ἴσον πρὸς τὴν ἐγχωρίαν βιομηχανίαν, ὅταν εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἐπικρατείας λειτουργῇ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν βιομηχανίαν τῆς σαπωνοποιΐας κατὰ σαπωνοποιΐας ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐργαζομένης, ἤθελον προθύμως προσέξει εἰς τὰς γενομένας προτάσεις, διότι νομίζω, ὅτι αἱ περὶ ἀπολύτου ἐλευθερίας ἰδέαι δὲν πρέπει νὰ κρατῶσιν ἐν τοῖς μικροῖς Κράτεσιν, ἐν οἷς τὰ πάντα εἶναι ἀρτισύστατα καὶ ἀσθενῆ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου συναγωνισμοῦ, δὲν πρόκειται περὶ καθήκοντος νὰ ἐνισχύσωμεν ἐγχωρίαν ἐργασίαν, παλαίουσαν καὶ ἀγωνιζομένην πρὸς ἐργασίαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ γινομένην· ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξισώσωμεν βιομηχανικὰ καταστήματα, τὴν αὐτὴν κατεργαζόμενα βιομηχανίαν, ἀλλ’ ἐν διαφόροις μέρεσι τῆς Ἐπικρατείας λειτουργοῦντα. Νομίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Κράτος πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεκτικόν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνισότης μεταξὺ τῆς βιομηχανίας τῆς σαπωνοποιΐας, τῆς ἱδρυμένης ἐν Ἐλευσῖνι ἢ ἐν Πειραιεῖ, πρὸς τὴν βιομηχανίαν τὴν ἱδρυμένην ἐν Ζακύνθῳ ἢ ἐν Κερκύρᾳ, οἱ ἱδρύσαντες τὰ καταστήματα ἔπρεπε προηγουμένως νὰ μελετήσωσι τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ παρ’ αὐτῶν ἱδρυμένη βιομηχανία ἤθελε λειτουργήσει, καὶ ἔπρεπε νὰ φροντίσωσι νὰ ἱδρύσωσιν αὐτὴν ἐν ἐκείνῃ τῇ πόλει, ἐν ᾗ οἱ ὅροι ἤθελον εἶσθαι κρείττονες. Ἐὰν οὗτοι δὲν ἐξελέξαντο τὰ κατάλληλα μέρη, νομίζω, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀξιῶσι παρὰ τοῦ Κράτους νὰ ἔλθῃ πρὸς ἐπικουρίαν αὐτῶν ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ, τὸν ὁποῖον τελοῦσι κατ’ ἄλλων ὁμοίων βιομηχανιῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὡσαύτως λειτουργουσῶν. Ὅταν συνεστήθη τὸ κατάστημα τῆς σαπωνοποιίας ἐν Ἐλευσῖνι ἢ ἐν Πειραιεῖ, δὲν ἐγνώριζον ποία εἶναι ἡ νομοθεσία, ἡ κανονίζουσα τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος ἐν Ἑλλάδι; Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἡ νομοθεσία τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Ζακύνθῳ ἦτο ἐντελῶς διάφορος αὐτῆς; Καὶ δὲν ἐγνώριζον, ὅτι οἱ ὅροι, οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἅλατος καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἁλικῶν ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ἦσαν ἠπιώτεροι πρὸς τοὺς καταναλωτάς, ἢ ὅσον οἱ ὅροι, οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων ἐν τῷ ἄλλῳ Ἑλληνικῷ Κράτει; Ἐὰν ὑπάρχῃ λοιπὸν ἀνισότης, τὴν ἀνισότητα δὲν ἐδημιούργησεν ἡ Πολιτεία ἐπὶ βλάβῃ τινῶν καταστημάτων βιομηχανικῶν. Τὴν ἀνισότητα ταύτην δὲν διεῖδον οἱ ἱδρύσαντες τὰ καταστήματα ταῦτα; Ἢ ἐὰν διεῖδον αὐτήν, μοὶ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ συναγάγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει ἀνισότης, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκθέσωσι τὴν ἐπιχείρησίν των ὑπὸ ἀνίσους ὅρους, ἀλλ’ ἤθελον προσπαθήσει νὰ εὕρωσι τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργοῦσι τὰ ὁμοειδῆ τοιαῦτα καταστήματα ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος, νὰ ἐξισωθῶσι νῦν τὰ τῶν ἁλάτων, ὅπως λειτουργοῦσιν ἐν Ζακύνθῳ ἢ ἐν Κερκύρᾳ; Ἐὰν λειτουργῶσι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐν Ζακύνθῳ ἢ ἐν Κερκύρᾳ, λειτουργοῦσι δυνάμει Νόμων τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐψήφισε τοὺς Νόμους ἐκείνους, βεβαίως εἶχε λόγους διὰ νὰ ψηφίσῃ αὐτούς· καὶ ἐὰν εἶχε λόγους, διὰ νὰ ψηφίσῃ τοὺς ἐξαιρετικοὺς ἐκείνους Νόμους, δὲν ἕπεται, ὅτι δυνάμεθα σήμερον νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ἐξαιρετικοὺς ἐκείνους Νόμους, ἂν δὲν ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι ἔπαυσαν νὰ ὑφίστανται. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγάγωμεν τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ἁλάτων ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Κερκύρᾳ εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ὑπαχθῆ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, τί μᾶς ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος βουλευτής, νὰ λάβωμεν ἐξαιρετικῶς πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας ταύτης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἅλατος; Ἄλλως, δὲν ἐπηρεάζονται ἐπίσης ἐκ τῶν προτεινομένων τιμῶν τοῦ ἅλατος πᾶσαι αἱ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοῦσαι βιομηχανίαι, αἱ ποιούμεναι χρῆσιν τοῦ ἅλατος; Τότε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ πάσης βιομηχανίας, ποιουμένης χρῆσιν ἅλατος, καὶ ἡ πρόνοια αὕτη θέλει εἶσθαι ἀντικείμενον ἰδίας μελέτης καὶ ἰδίας ἐργασίας. Ἤθελεν εἶσθαι τολμηρόν, μοὶ φαίνεται, ἐν τῷ Νόμῳ, τῷ κανονίζοντι τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ἅλατος, νὰ περιλάβωμεν ἐξαίρεσιν ἐσπευσμένως ὑπὲρ μιᾶς βιομηχανίας, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ πάσης βιομηχανίας, λειτουργούσης καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὑπὲρ βιομηχανικῶν καταστημάτων, λειτουργούντων μὲν ἐν τῷ Κράτει, διατελούντων ὅλως ὑπὸ ἀνίσους ὅρους πρὸς ὁμοειδῆ τοιαῦτα καταστήματα, λειτουργοῦντα ἐν ἄλλοις μέρεσι τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος. Τὸ Ὑπουργεῖον προθύμως δύναται νὰ συμπράξῃ μετὰ παντὸς συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἤθελε προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ βιομηχανία καθόλου ἔχει, καὶ προθύμως ἤθελε συναινέσει, ἵνα ληφθῶσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα πρὸς προφύλαξιν τῆς βιομηχανίας κατὰ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ τιμῆς τοῦ ἅλατος νὰ ἐπιφέρῃ εἰς αὐτήν. Ἐὰν μάλιστα τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν τῆς Βουλῆς προσεχῶς ἡ σύμβασις, δυνάμεθα καὶ ἐκεῖ νὰ δεχθῶμεν ἐξαιρέσεις. Ἀλλὰ τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προτείνωμεν, ἢ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν, πρέπει νὰ μελετήσωμεν καλῶς, μὴ τυχὸν διαταράξωμεν τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ ἑκάστη βιομηχανία, ἢ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς λειτουργοῦσιν αἱ διάφοροι βιομηχανικαὶ ἐργασίαι, ἐν ἀνταγωνισμῷ ὁμοειδεῖ διατελοῦσαι· διότι τότε τὸ Κράτος θέλει δημιουργήσει ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ τῶν διαφόρων βιομηχανικῶν ἐργασιῶν, τῶν λειτουργουσῶν ἐν τῷ Κράτει, καὶ θέλει οὐ μόνον ἀδικήσει ταῦτα ἢ ἐκεῖνα τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, ἀλλὰ καὶ ζημιώσει τὸ Κράτος.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς τροπολογία «Ὅτι ὁ χρόνος, ὅστις θέλει προσδιορισθῆ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, νὰ μὴ εἶναι μακρότερος τοῦ ἔτους». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τώρα ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαργέλλου, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ μὴ γείνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον. (Ἀποῤῥίπτεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαργέλλου καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10 ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαιρέσεως τῶν ἀπαλλαγέντων.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ κατ’ ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ὥραν προέκειτο νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν προτάσεων, τὰς ὁποίας δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι προέβαλον, σκοπουσῶν τὴν μεταβολὴν τῶν περὶ στρατολογίας νόμων, παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλην τινὰ ἡμέραν, διὰ νὰ τυγχάνῃ παρὼν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Χθὲς ὅμως ἡ Βουλὴ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπιλάβηται τέλος πάντων τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων τούτων, καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὐτῆς αὕτη εἶναι εὔλογος· διότι, ἀφοῦ ἤχθη ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τοιοῦτόν τι ζήτημα, ἔπρεπε νὰ γένηται γνωστὴ καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ μὴ μένωσιν ἐν ἐκκρεμότητι προσδοκίαι καὶ συμφέροντα, ὧν ἡ ἐκκρεμότης δύναται νὰ ἐπάγῃ βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐλπιζόντων. Διὰ τοῦτο δὲν ἀντεῖπον τότε παντάπασιν ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων τῶν συναδέλφων. Καὶ σήμερον δὲ δὲν ὀκνῶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων ἔχει. Τὸ δικαίωμα τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ καλῇ εἰς ἐπιστράτευσιν τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀπενεμήθη εἰς αὐτὴν ὑπὸ νόμου τοῦ Κράτους, οἱ δὲ νόμοι, οἱ ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρό τινων ἐτῶν καὶ λειτουργοῦντες σήμερον, οὐδεμίαν ἀπαλλαγὴν ἀπεδέξαντο. Εἶχον κληθῇ εἰς ἐπιστράτευσιν οἱ ἕνεκα τῆς ἡλικίας των ὑπαγόμενοι εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλοτε πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων τούτων, ἀλλὰ τότε νομοθετικῶς εἶχεν ἐπιτραπῆ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν διατελούντων εἰς ὡρισμένας οἰκογενειακὰς περιστάσεις. Μετὰ τὴν πεῖραν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς νομοθεσίας ἐκείνης μᾶς ἔδωκε, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πρώτης ἐπιστρατεύσεως, τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τοὺς Νόμους περὶ στρατολογίας, καὶ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀπεδέξατο αὐτούς, ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωσι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαγορεύσωσι πᾶσαν ἀπαλλαγήν. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖται ὁ νόμος, διότι πρώτην φορὰν μετὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ ἐκλήθησαν εἰς ἐπιστράτευσιν οἱ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ὑπαγόμενοι. Καὶ μόλις ἐκλήθησαν πρὸ 40 ἡμερῶν, νὰ σπεύσῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἀποδεχθῇ λόγους ἀπαλλαγῆς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος δὲν ἀπεδέξατο, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελε κάμει πρᾶξιν λίαν ἐσπευσμένην. Τοιαύτης δὲ ἐσπευσμένης πράξεως ἡ διάπραξις ἐνδέχεται νὰ ἐνασκήσῃ δυσάρεστον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ σημαντικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ πρὸ πολλοῦ καιροῦ. Διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον νομίζει, ὅτι οἱ τὰς προτάσεις ταύτας προβαλόντες κύριοι βουλευταὶ ἤθελον πράξει ἔργον ἀληθοῦς φιλοπατρίας, ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν, ἵνα αἱ προτάσεις αὐτῶν συζητηθῶσιν, ἀλλὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κήρυκες εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτῶν, ὡς κήρυκες παραμυθοῦντες ἐκείνους οἵτινες ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων αἰσθάνονται ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους τὸ βάρος τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰς τὸ ὁποῖον ἐκλήθησαν. Καὶ τίς ἀρνεῖται κύριοι, ὅτι ἐπαχθέστερον ἀποβαίνει τὸ βάρος τοῦτο εἰς ἐκείνους, οἵτινες διατελοῦσιν ὑπὸ οἰκογενειακὰ βάρη, εἰς οἰκογενειακὰς περιστάσεις παραπλησίας ἐκείνων τὰς ὁποίας εἶχον ὑπ’ ὄψιν οἱ τὰς προτάσεις ταύτας προβαλόντες; Ἂν ἡ ἀπόλυτος ἐκπλήρωσις τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ πολίτου ἵνα ὑπηρετήσῃ διὰ τῶν ὅπλων τὴν Πατρίδα του ἀναγκάζῃ αὐτὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ τὰ πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὰ πρὸς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ καθήκοντά του, καὶ ἑπομένως, ἂν διὰ τὸν λόγον τοῦτον, στενοχωρῇ ἢ θλίβῃ αὐτὸν ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις, ἢ στενοχωρῇ, ἢ θλίβῃ ἐκείνους οἵτινες προσβλέπουσι πρὸς αὐτὸν, βεβαίως εὑρίσκονται εἰς χείρονα θέσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς οἰκογενειακὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ τὰς προτάσεις ταύτας προβαλόντες εἶχον ὑπ’ ὄψιν· ἀλλ’ ἡ σπουδὴ ἡμῶν διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὸν ὡρισμένον ἀριθμὸν τῶν οἰκογενειῶν, αἵτινες ἤθελον στερηθῆ τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ αὐτῶν, ἢ ἡ σπουδὴ νὰ προστατεύσωμεν τὸν ὡρισμένον ἀριθμὸν τῶν ἀτόμων, περὶ ὧν αἱ προτάσεις τῶν συναδέλφων προβλέπουσι, θέλει εἶσθαι σπουδὴ ἐσπευσμένη, ὑπάρχει δὲ εὔλογος φόβος, μήπως χαριζόμενοι ὑπὲρ τῶν ἀτόμων βλάψωμεν τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὰς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεις κύριοι βουλευταὶ καὶ πάντες οἱ ἄλλοι συνάδελφοι πρέπει νὰ παραμυθήσωσι τοὺς συμπολίτας αὐτῶν ἐκείνους, οἵτινες, εἴτε δι’ οἰκογενειακούς, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους αἰσθάνονται περισσότερον τῶν ἄλλων τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν οἱ συγγενεῖς των πρόκειται νὰ ἐκπληρώσωσι. Πρέπει δὲ νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν γλυκυτέραν καὶ τὴν θερμοτέραν παραμυθίαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος πολίτης δύναται νὰ λάβῃ, ὅτι, καὶ ἂν θυσιάζωσι τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, καὶ ἂν περιάγωνται εἰς τὰς ἐσχάτας στερήσεις, πράττουσι τοῦτο διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος των, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τάσσουσιν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο συμφέρον.
§64ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὑπεχρεώθην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν μονογενῶν καὶ πρωτοτόκων ὀρφανῶν, ὄχι ὅμως ἐξαίρεσιν, καθὼς ἐννοεῖ αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Οἱ ἐξαιρεθησόμενοι θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τοὺς νομοὺς καὶ τὰς ἐπαρχίας των διὰ τὰς ἐσωτερικὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, ἑπομένως αὐτοὶ δὲν ἀπαλλάσσονται, εἶναι ὡς ἐθνοφρουροί. Ὑποχρεώθην δὲ νὰ εἰσαγάγω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συγκινηθεὶς ἀπὸ τὰς παραστάσεις τῶν χηρῶν τῶν ὀρφανῶν· δὲν ἐκινήθην ἀπὸ πνεῦμα ἐγωϊστικόν, διότι ἐγὼ οὔτε υἱὸν ἔχω, οὔτε ἀδελφὸν πρὸς ἐξαίρεσιν· καθῆκον εἶχον νὰ τὸ ὑποβάλω καὶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι ἐκτελεῖται καθῆκον καὶ πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὰς οἰκογενείας.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀρθῶς παρετήρησεν ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου, μετατρέποντος τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, διότι ἂν τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελε δείξει ὅτι φρονεῖ, ὅτι κακῶς ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία διεχειρίσθη τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχομένην εἰς αὐτὴν ἐξουσίαν. Εἶπεν, εἶναι ἀληθές, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαττομένους συνάμα μετὰ τῶν μὴ ἀπαλλαττομένων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται. Ὀρθῶς λοιπὸν τώρα παρατηρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἡ κλῆσις αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ γινώσκει, ὅτι ὤφειλε νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Τὰ πράγματα θέλουσιν ἀποδείξει βραδύτερον ἂν ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς ἔκρινεν. Ἡμεῖς περὶ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην, διότι δὲν γνωρίζομεν τίνα τὰ ὑπαγορεύσαντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τοῦτο τὸ ἔκτακτον τῆς προσκλήσεως τῶν ἀπαλλαγέντων συνάμα μετὰ τῶν μὴ ἀπαλλαττομένων. Ἀφοῦ δὲ καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν γνώμην περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς προσκλήσεως τῶν ἀπαλλαγέντων, νομίζω ὅτι πρότασις περὶ συζητήσεως νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς τοὺς ἀπαλλαγέντας τούτους, καὶ εἰς μεταβολὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς αὐτοὺς δὲν χωρεῖ, δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ. Ἂν δὲ πρόκειται οὐχὶ περὶ ἐξαιρέσεων, ἀφορωσῶν εἰς πάντας τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἀλλὰ περὶ ἐξαιρέσεων ἀφορωσῶν εἴς τινας ἐξ αὐτῶν, τότε ἔτι μᾶλλον μοὶ φαίνεται ἀδικαιολόγητος πᾶσα περὶ τούτου συζήτησις, καὶ θὰ ἦναι ἀδύνατον, ἂν θελήσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν, ἀφοῦ παραδεχθῶμεν ἐξαίρεσιν μιᾶς κατηγορίας ἀπαλλαττομένων, νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων κατηγοριῶν, διότι πάντες οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν κλάσιν τῶν ἀπαλλαττομένων ἔτυχον τοῦ πλεονεκτήματος τούτου, ὄχι διότι ὁ νομοθέτης ἠθέλησεν αὐτοὺς προσωπικῶς νὰ προστατεύσῃ, ἀλλὰ διότι οὗτοι εἶναι στηρίγματα οἰκογενειῶν, καὶ διότι ἐθεωρήθη ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Πολιτείας ἔπρεπεν αἱ οἰκογένειαι νὰ μὴ μείνωσιν ἄνευ τῶν προστατῶν αὐτῶν· τοῦτο ὅμως εἶναι ἀληθὲς ὄχι ὑπὲρ μιᾶς κατηγορίας ἀλλ’ ὑπὲρ ἁπασῶν. Ὥστε ἐὰν εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν προβῶμεν ὑπὲρ μιᾶς κατηγορίας, βεβαίως θέλομεν προβῆ εἰς τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν ἐπὶ ἁπασῶν τῶν κατηγοριῶν. Ἐπὶ ἁπασῶν δὲ τῶν κατηγοριῶν δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν εἰ μὴ μόνον ἂν θέλωμεν νὰ διαμφισβητήσωμεν τὴν ὀρθότητα τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως, τὴν δὲ ἀμφισβήτησιν ταύτην θεωρῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐν τῷ παρόντι νὰ προτάξωμεν.
§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις, δὲν εἶνε δυνητική.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μοὶ παρατηρεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις δυνητικὴ ἤδη, ὅτι ὑπῆρχεν ἄλλοτε, ὅτι ἡ νῦν ἰσχύουσα διάταξις εἶνε ὑποχρεωτική. Νομίζω, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐγὼ θὰ ἀναγνώσω τὴν διάταξιν. Ὁ τελευταῖος Νόμος εἶναι τῆς ἐφεδρείας Νόμος τῆς 14 Μαρτίου 1884. Οὗτος ἐν ἄρθρῳ 3, ἀφοῦ θέτει τὴν γενικὴν ἀρχήν, ὅτι οἱ ἀπαλλαττόμενοι καλοῦνται πρὸς ὑπηρεσίαν ἐν περιπτώσει πολέμου καὶ ἐπιστρατείας, ἐν ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου περιέχοντι ἐξαιρέσεις εἰς τὴν ἀρχὴν λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα πρὸς ὑπηρεσίαν, ἀναλόγως τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης, μόνον οἱ προϋπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ ἓξ μῆνας ἢ πλείονα χρόνον οἱ ἔφεδροι, μόνον οἱ ἐλάσσονα χρόνον διανύσαντες ἐν τῷ στρατῷ καὶ οἱ μηδόλως προϋπηρετήσαντες, καλούμενοι ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων κατ’ αὔξουσαν ἡλικίαν, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τῆς μικροτέρας». Ὁ Νόμος ἄρα ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἢ ἐν πολέμῳ νὰ ποιήσηται διάκρισιν μεταξὺ προϋπηρετησάντων καὶ μή, τουτέστι μεταξὺ ἀπαλλαττομένων καὶ μὴ ἀπαλλαττομένων καὶ νὰ καλέσῃ τούτους, μὴ καλοῦσα ἐκείνους.
§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι ὑποχρεωτική. Ἂν προσεκαλεῖτο μία ἢ δύο σειραὶ ἐφέδρων δι’ ὑπηρεσίαν, τότε μάλιστα· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ κληθῇ εἰς ἐπιστράτευσιν, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάταξις. Λέγει ῥητῶς «καλοῦνται καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες.»
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι δὲν φρονεῖτε αὐτὸ θετικῶς, φέρω τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν προσυπεγράψατε, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐκαλέσατε εἰς τὸ ναυτικὸν μόνον τοὺς μὴ ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς· οἱ ἔχοντες δὲ λόγους ἀπαλλαγῆς δὲν ἐκλήθησαν, καὶ διατί; διότι εἴχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ τοὺς καλέσητε. Θέλετε μοὶ εἴπει, ὅτι περὶ ναυτικῆς στρατολογίας εἶναι ἄλλος νόμος.
§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ 24 ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας παραπέμπει εἰς τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ἑπομένως βλέπετε ὅτι ὑπὸ τῆς ἰδίας ὑμῶν πράξεως ἀναγνωρίζεται, ὅτι εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Ἄλλως τε δὲ καὶ τὸ ἐν τῷ περὶ ἐφεδρείας νόμῳ ἑπόμενον ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀσκήσεις, περιέχει τὸ μέτρον τῆς ἐκτάσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4, διότι ἐκεῖνο λέγει ἐπιτακτικῶς, ὅτι εἰς τὰς ἀσκήσεις καλοῦνται πάντοτε οἱ ἀπαλλαγέντες· ἐκ τούτου δὲ κατ’ ἀντιδιαστολὴν συνάγεται ὅτι, μὴ προκειμένου περὶ ἀσκήσεων, ἐπιτρέπεται καὶ νὰ μὴ κληθῶσι.
§74Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς καὶ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὃν ἐπὶ τὸ βῆμα διαδέχομαι, ἤγειρεν ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει ζήτημα, ὅπερ προκαταρκτικῶς καὶ πρὶν ἢ προβῶμεν περαιτέρω ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, διότι ἐκ τῆς λύσεως τούτου θὰ καθοδηγηθῶμεν εἰς τὴν μόρφωσιν γνώμης, ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὴν γνώμην, ἣν σήμερον ἐξέφερεν ὁ διακεκριμένος τοῦ Μεσολογγίου ἀντιπρόσωπος, τὴν ἤκουσα ἐκφραζομένην καὶ παρ’ ἑτέρου βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε προηγγέλθη ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου διὰ τῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγραφῆς αὐτοῦ. Κατὰ τὰς γνώμας ταύτας ἡ πρόσκλησις τῶν ἐν καιρῷ εἰρήνης ἀπαλλασσομένων, κηρυχθείσης ἐπιστρατείας, δὲν ἐπιβάλλεται ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀφίεται εἰς τὴν διακριτικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν. Ἂν οἱ κείμενοι νόμοι, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, δὲν ἐπιβάλλουσιν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρόσκλησιν τῶν προσωρινῶς ἀπαλλασσομένων, ἀλλὰ ταύτην ἐπαφίνουσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης, ἧς ἡ ἐκτίμησις αὐτῇ προσήκει, τότε ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον κηρυχθῆ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· διότι βεβαίως, ἂν κατὰ τοὺς στρατολογικοὺς καὶ τοὺς περὶ ἐφεδρείας ἡμῶν νόμους ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς προσκλήσεως τῶν ἀπαλλαγέντων, προέβη ἤδη εἰς τοῦτο, ἀποδεικνύεται, ὅτι αὕτη, γνωρίζουσα κάλλιον ἡμῶν τὰς περιστάσεις, ἔκρινεν ἀναγκαίαν καὶ τὴν πρόσκλησιν τῶν κατηγοριῶν τούτων ἐν τοιαύτῃ ὑποθέσει τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν θὰ εἶχε νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ νομοθετικῶς ἀπ’ αὐτῆς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της ταύτῃ, ἀπαγορευομένης τῆς προσκλήσεως τῶν ἀπαλλασσομένων· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο ἀντίδρασις τῆς Βουλῆς πρὸς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ βεβαίως δὲν πιστεύω νὰ ἐννοοῦν οἱ τὴν πλήρη αὐτῶν ἐμπιστοσύνην καὶ ὑποστήριξιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρέχοντες· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ μόνον ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ὑποβληθῇ γνώμη καὶ εὐχὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ποιοῦσα χρῆσιν τοῦ διακριτικοῦ αὐτῆς δικαιώματος ἀναστείλῃ τὴν κατάταξιν τῶν ἐχόντων λόγους ἀπαλλαγῆς καὶ ἀπολύσῃ τοὺς ἄχρι τοῦδε ἐκ τούτων καταταχθέντας, ἂν οὐχὶ πάντας τοὺς ἐν εἰρήνῃ ἀπολαύοντας τοῦ εὐεργετήματος τούτου, τοὐλάχιστον ἐκείνους ὧν ἡ ἐκ τῆς ἑστίας των ἀπομάκρυνσις γίνεται μετὰ μεγίστης θυσίας οὐ μόνον τῶν οἰκογενειακῶν καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς μεγάλης Ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἣν καλοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι, ἡ πρόσκλησις τῶν ἀπαλλασσομένων ἐπεβάλλετο ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τότε βεβαίως τὸ προβαλλόμενον νομοσχέδιον οὐ μόνον δὲν εἶναι περιττὸν, ἀλλ’ ἀπαραίτητον δι’ ἐκείνους οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νομοθετικῶς νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία ἀνάγκης, ἥτις ὁσημέραι ζωηρότερον ἐκδηλοῦται καὶ θὰ ἐκδηλωθῇ ἔτι ἐντονώτερον, ἂν παραταθῇ ἡ διάρκεια τῆς καταστάσεως ταύτης, ἣν οὐδείς, φρονῶ, δύναται ἐπακριβῶς νὰ ὑπολογίσῃ. Ἀνάγκη ἄρα νὰ σαφηνισθῇ τὸ ἐν τῷ ζητήματι τοῦτο νομοθετικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ἀμφισβήτησιν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος. Τρεῖς νόμους γνωρίζω, κύριοι, περὶ στρατολογίας κανονίζοντας τὸ ζήτημα περὶ οὗ συζητοῦμεν. Τὸν νόμον ΨΙΣΤʹ τοῦ 1878, τὸν ΑΛΓʹ τοῦ 1882 καὶ τὸν ΑΡΜʹ τοῦ 1884, ὅστις κυρίως εἶναι νόμος κανονίζων τὰ τῆς ἐφεδρείας. Κατὰ τὸν νόμον ΨΙΣΤʹ οἱ ἀπαλλαγέντες τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐκαλοῦντο μόνον ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὑποβαλλόμενοι εἰς γυμνάσια ἐν καιρῷ εἰρήνης. Τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τούτου 39 καὶ 40 εἶναι σαφῆ, οὐδεμίαν ἐπιδεχόμενα ἀμφιβολίαν. (Ἀναγινώσκει ταῦτα). «Ἄρθρον 39. Οἱ ἀπαλλαγέντες τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ παρόντος νόμου, καὶ οἱ τυχόντες ἀναβολῆς κατατάξεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 38, ἐκτελοῦσι γυμνάσια, ὁρισθησόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ διοικητικοῦ κανονισμοῦ.» «Ἄρθρον 40. Οἱ ἀπαλλαγέντες τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ παρόντος νόμου καὶ οἱ τυχόντες ἀναβολῆς κατατάξεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 38, καλοῦνται ἐν ὥρᾳ πολέμου εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἄνδρες τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς». Μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἐπῆλθεν ὁ ΑΛΓʹ, ὅστις ἐτροποποίησε τὸν προμνημονευθέντα νόμον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τῶν ἀπαλλασσομένων· διότι, ἐνῷ ὁ πρῶτος ἐκάλει τούτους μόνον ἐν καιρῷ πολέμου, ὁ ΑΛΓʹ ἔδοσε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοὺς καλῇ καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας· ἰδοὺ τὸ κείμενον. (Ἀναγινώσκει τοῦτο). «Ἄρθρον 11. Ἐν ὥρᾳ πολέμου καλοῦνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ πλὴν τῶν ἐν ἄρθρῳ 40 τοῦ ΨΙΣΤʹ νόμου ἀναφερομένων καὶ οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παρόντος νόμου ἀπαλλασσόμενοι. «Οὗτοί τε καὶ ἐκεῖνοι δύνανται νὰ κληθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας.» Ἐὰν δὲν εἴχομεν, κύριοι, νεώτερον νόμον, ἀναντιῤῥήτως ἡ γνώμη τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ θὰ ἦτο ὀρθή, διότι ἡ πρόσκλησις τῶν ἀπαλλαγέντων θὰ ἐναπέκειτο ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ μετὰ τοὺς ἀνωτέρω νόμους ἐπῆλθεν ὁ νόμος ᾼΡΜʹ περὶ ἐφεδρείας τοῦ 1884, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη, κηρυχθείσης ἐπιστρατείας, νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας· δὲν ἐπιτρέπει, μοὶ φαίνεται, ἀμφιβολίαν ἡ σαφὴς ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου· ἰδοὺ τὸ κείμενον. (Ἀναγινώσκει τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 4). «Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἀπαλλαγέντες τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας καλοῦνται ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου πρὸς ὑπηρεσίαν ταὐτοχρόνως μετὰ τῆς σειρᾶς τῶν ἐφέδρων, εἰς ἣν ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των ἀνήκουσιν» Ἀναντίῤῥητον ἄρα ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κηρυχθείσης ἐπιστρατείας, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας, καὶ οὐδόλως ἀληθεύει ἡ γνώμη ὅτι ἐν τῇ διακριτικῇ αὐτῆς ἐξουσίᾳ ἐνέκειτο τοῦτο.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, καὶ τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου.
§76ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκει τὸ ἐδάφ. δʹ τοῦ ἄρθρου 4) «Ἐπιτρέπεται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα πρὸς ὑπηρεσίαν, ἀναλόγως τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης, μόνον οἱ προϋπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ ἓξ μῆνας ἢ πλείονα χρόνον ἔφεδροι, μόνον οἱ ἐλάσσονα χρόνον διανύσαντες ἐν τῷ στρατῷ καὶ οἱ μηδόλως προϋπηρετήσαντες, καλούμενοι ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων κατ’ αὔξουσαν ἡλικίαν, ἀρχῆς γινομένης ἀπὸ τῆς μικροτέρας.» Ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ νομίζουσιν, ὅτι εὑρίσκουσι λύσιν συμφωνοῦσαν μὲ τὴν γνώμην των, ἐν πρώτοις οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ ἐπιστρατείας, ἀλλὰ περὶ ἄλλης καταστάσεως, ἥτις διὰ τῆς λέξεως «ἀνάγκη» διατυποῦται· οὐδόλως δὲ ἀναιρεῖται ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἡ σαφὴς καὶ ἀναμφίβολος, καθ’ ἣν οἱ ἀπαλλαγέντες ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας καλοῦνται ταὐτοχρόνως μετὰ τῆς κατηγορίας, εἰς ἣν ἀνήκουσιν.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 θέλετε ἴδει ὅτι ἡ ἐφεδρεία καλεῖται πρὸς ὑπηρεσίαν ἢ πρὸς ἄσκησιν· λέγει δὲ τοῦτο τὸ ἄρθρον 2 ἵνα διακρίνῃ ἀκριβῶς διὰ μὲν τῆς λέξεως «ὑπηρεσία» τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὸν πόλεμον, διὰ δὲ τῆς λέξεως «ἄσκησις» τὰ γενικὰ γυμνάσια.
§78ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξήγησις αὕτη, ἐπιτραπήτω μοι, νὰ εἴπω ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθή· διὰ τῆς λέξεως «ὑπηρεσία» δὲν ἐννοεῖται πάντοτε ἡ ἐπιστρατεία, διότι δύναται νὰ κληθῇ ἡ ἐφεδρεία εἰς ὑπηρεσίαν καὶ ἄνευ ἐπιστρατείας. Ἀκριβῶς δὲ εἷς τῶν σκοπῶν, ὃν προέθετο ὁ περὶ ἐφεδρείας νόμος, ὅστις εἶναι κάλλιστον ἔργον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἦτο νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλῇ τὴν ἐφεδρείαν χωρὶς νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστρατείαν. Τοιουτοτρόπως δὲ ἐδημιουργήθη καὶ τέταρτον εἶδος στάσεως τοῦ στρατοῦ· πρίν τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας ἐγνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τῆς εἰρήνης, τῆς ἐπιστρατείας καὶ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ μετὰ τὸν περὶ ἐφεδρείας νόμον ἐδημιουργήθη καὶ τετάρτη, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ στρατοῦ θέσις, ἣν δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν προπαρασκευαστικὴν καὶ ἥτις λειτουργεῖ, ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀνάγκης. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπηγορεύθη, κατὰ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἔ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπιστρατείας καὶ κατ’ ἐποχὴν ἑτέρας διεθνοῦς ἀνωμαλίας, μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἐπελθούσης. Ὅταν, ὡς ἔλεγεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι καταστάσεως πραγμάτων, ἅτινα προαγγέλλουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιστρατείας, δὲν ἐπιβάλλουσιν ὅμως εἰσέτι αὐτήν, εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ μείνῃ ἀπαράσκευος ἢ νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστράτευσιν πρὸ τῆς ὥρας. Ὁ νόμος λοιπὸν περὶ ἐφεδρείας ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ διλήμματος τούτου καὶ ἐπέτρεψεν αὐτῇ, ὑφισταμένης ἀνάγκης, νὰ καλῇ τὴν ἐφεδρείαν πρὸς ὑπηρεσίαν χωρὶς νὰ τὴν θέσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστρατείαν, ἥτις περιέχει σοβαρὸν χαρακτῆρα· διὰ τοιούτου μέτρου ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναγκάζεται νὰ μένῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑποχρεοῦται ἀφ’ ἑτέρου νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστρατείαν· δύναται ἀποφεύγουσα ταύτην νὰ καλέσῃ τὴν ἐφεδρείαν εἰς ὑπηρεσίαν, προλαμβάνουσα τὰ πράγματα· τοιαύτη ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ὑφισταμένης ἀνάγκης» καὶ περὶ αὐτῆς ὁμιλεῖ τὸ ἐδάφιον δʹ, τὸ ὁποῖον μὲ προεκάλεσε νὰ ἀναγνώσω ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον οὐδόλως κάμνει λόγον περὶ ἀπαλλαγέντων, κηρυχθείσης ἐπιστρατείας. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸς στιγμήν, κύριοι, ὑποτεθῇ ὅτι καὶ τὸ ἐδάφιον δʹ ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἐπιστρατείαν, μήπως κάμνει ποσῶς λόγον περὶ ἀπαλλαγέντων; Καὶ πῶς ἠδύνατο ὁ νομοθέτης νὰ ἀναιρέσῃ διάταξιν, ἣν πρὸ ὀλίγων γραμμῶν ἐθέσπισεν; Τὸ ἄρθρον τοῦτο κανονίζει τὴν κλῆσιν τῆς ἐφεδρείας πρὸς ὑπηρεσίαν, ὑπαρχούσης ἀνάγκης, ἧς τὴν ἔννοιαν σᾶς ἐξήγησα καὶ ἥτις δὲν εἶναι ἐπιστρατεία. Δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσκαλέσῃ μόνον τοὺς προϋπηρετήσαντας ἢ μόνον τοὺς μηδόλως προϋπηρετήσαντας....
§79ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς οὐδόλως προϋπηρέτησαν.
§80ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν εἶναι κατὰ κανόνα ἀκριβές· διότι ἐνδέχεται ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ἔχουν λόγους ἀπαλλαγῆς, νὰ μὴ εἶχον τοιούτους καὶ νὰ ὑπηρέτησαν ὅτε ἐκλήθησαν εἰς τὸν στρατὸν ὡς κληρωτοὶ ἢ ἐπίστρατοι, ὅπως πάλιν ἄλλοι ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς καὶ μὴ ὑπηρετήσαντες εἰς τὸν στρατὸν, σήμερον νὰ μὴ ἦναι ἀπαλλακτέοι, ὡς μὴ ὑφισταμένων πλέον τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς των· ὥστε καὶ μεταξὺ τῶν προϋπηρετησάντων ὑπάρχουσι σήμερον πολλοὶ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς, ὅπως ἀντιθέτως μεταξὺ τῶν μηδόλως ὑπηρετησάντων καὶ ἀπαλλαγέντων ὑπάρχουσι πολλοί, δι’ οὓς ἔπαυσαν οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς των ὑφιστάμενοι. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, κύριοι, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δώσω ὑμῖν περὶ τοῦ ἐγερθέντος ζητήματος, νομίζω, ὅτι τὸ σαφὲς πνεῦμα καὶ γράμμα τῶν κειμένων νόμων οὐδεμίαν ἀφίνει ἔλλογον καὶ καλῆς πίστεως ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ νομοθετικοῦ καθεστῶτος, τοῦ διέποντος ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐν εἰρήνῃ προσωρινῶς ἀπαλλασσομένων. Ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἐλευθέρα νὰ προβῇ ἢ οὒ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς τὸ μέτρον τοῦτο ἔκρινεν ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῶν περιστάσεων, δὲν ἠδύνατο νὰ παρεκλείψῃ, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλασσομένους· ἠδύνατο, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀλλ’ ἀντλοῦσα τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου νὰ παρατείνῃ ἐπὶ τριμηνίαν ἢ καὶ ἑξαμηνίαν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀφυπηρετούντων καὶ νὰ καλέσῃ μίαν ἢ δύο σειρὰς ἐφέδρων ἐκ τῶν ἀγόντων μικροτέραν ἡλικίαν, ἢ ὁλόκληρον, ἢ μόνον μέρος ἑκατέρας αὐτῶν, δηλαδὴ ἢ μόνον τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς τὰ εἰδικὰ Σώματα ἢ μόνον τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς τὰ πεζικὰ καὶ εὐζωνικά· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει οὐ μόνον ἠδύνατο νὰ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ καὶ τὸ ἀντίθετον· ἠδύνατο καὶ δύναται ἡ Κυβέρνησις, κηρύξασα τὴν ἐπιστρατείαν, νὰ καλέσῃ μίαν ἢ δύο ἢ καὶ τὰς δέκα, ἂν θέλῃ, ἡλικίας, ἀλλ’ ὅσας δήποτε καὶ ἂν ἐκάλει, ἦτο ὑποχρεωμένη ἐκ τοῦ νόμου νὰ καλέσῃ ταὐτοχρόνως πάντας τοὺς περιλαμβανομένους εἰς τὴν καλουμένην ἡλικίαν, δηλαδὴ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀπαλλασσομένους· ἰδοὺ ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἡ πρόσκλησις τούτων εἶναι δικαία; Εἶναι συμφέρουσα διὰ τὴν οἰκογένειαν καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν; Εἶναι τοὐλάχιστον συμφέρουσα διὰ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν; Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὡρίμως, ἄνευ συναρπαγῆς, ἄνευ ἐπιδείξεως. Δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, διότι ὡς πρὸς τὴν τηρητέαν πολιτικὴν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· δὲν εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν, διότι ὡς πρὸς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Ὑπουργείου οὐδεὶς διαφωνεῖ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τὸ μέτρον τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης, δηλαδὴ ἂν εἶναι ἐπωφελὴς ἢ ἐπιβλαβὴς ἡ παραδοχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν εὑρίσκωμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ δικαίας, ἀλλ’ εὕρομεν, ὅτι ἡ παραδοχὴ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου ἠδύνατο σήμερον, ὡς περιήχθησαν τὰ πράγματα, νὰ βλάψῃ, πρέπει νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν· ἀλλ’ ἂν εὕρωμεν, ὅτι ἡ ὑφισταμένη μᾶλλον κατάστασις εἶναι βλαπτική, τότε πρέπει νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον· ὀφείλομεν δ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ σημειώσωμεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν σκοπεῖται ἡ ἀπαλλαγὴ πάντων τῶν ἐν εἰρήνῃ ἀπαλλασσομένων, ἀλλ’ ἐκείνων μόνων ἐξ αὐτῶν, οἵτινες εἰσὶν ἐρείσματα οἰκογενειῶν, ἐξ ὧν ἡ ἀπόσπασις δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ μεγάλης βλάβης· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, ὧν ἀναβάλλεται ἡ κατάτασις, περὶ αὐτῶν δὲν γίνεται διόλου λόγος· διότι δὲν θεωρεῖται ἡ τούτων πρόσκλησις ὡς ὀλεθρία· μόνον περὶ ἀπαλλασσομένων, καὶ περὶ τούτων ἐν μεγάλῳ περιορισμῷ καὶ στενοτάτῳ κύκλῳ, προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐκείνους μόνον ἐννοεῖ νὰ ἀπαλλάξῃ, ὅσων ἡ ἐν τῷ στρατῷ κλῆσις γίνεται διὰ προφανοῦς βλάβης ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις· ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀφήσῃ ἓν τέκνον εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν διὰ νὰ μὴ ἀποσυντεθῶσι καὶ παραλύσωσι τὰ οἰκογενειακὰ καὶ κοινωνικὰ στελέχη, πληρουμένων ὑπερμέτρως τῶν στρατιωτικῶν. Τὸ προκείμενον ζήτημα συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτε μὴ ὑπάρχοντος νόμου ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος διὰ τὴν πρόσκλησιν τῶν ἀπαλλασσομένων. Κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου σφοδρῶς ἀντετάχθησαν διακεκριμένοι ῥήτορες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, παραστήσαντες, καὶ πάνυ εὐλόγως, ὅτι ἐκεῖ ἔνθα ὑπάρχει γενικὴ στρατολογία, κύριον μέλημα ἔχουσι τὴν μὴ διὰ ταύτης ἐξόντωσιν τῶν οἰκογενειῶν, ἀλλ’ ἐπιδιώκουσι τὴν μᾶλλον συνᾴδουσαν κατὰ τὸ ἐνὸν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου πρὸς τὸ συμφέρον τῶν οἰκογενειῶν. Διὰ τοῦτο πανταχοῦ οἱ ἀπαλλαγέντες μόνον ἐν στιγμῇ πολέμου καλοῦνται, πολλαχοῦ μάλιστα καὶ ἐν πολέμῳ σέβονται αὐτούς, ῥητῶς δὲ ἐζητήθη ἐν τῇ Γαλλικῇ Συνελεύσει τοῦ 1882, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἡ ἐν πολέμῳ μὴ πρόσκλησις τῶν ἀπαλλαγέντων, διότι ἐσκέφθησαν, ὅτι ἐν εἰρήνῃ μὲν ἡ ἀφαίρεσις τοῦ μόνου υἱοῦ ἀφαιρεῖ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν, ἐν πολέμῳ δὲ τὸ μέτρον τοῦτο ἠδύνατο νὰ προξενήσῃ τὴν ἀπόσβεσιν πολλῶν οἰκογενειῶν, εἰς ἃς οἱ μόνοι υἱοὶ ἀνήκουσιν. Ἐν Σερβίᾳ οἱ ἀπαλλασσόμενοι καλοῦνται μετὰ τῶν τῆς τρίτης ἡλικίας ὑποχρέων, δηλαδὴ μετὰ τῆς ἐθνοφρουρᾶς, τῆς καλουμένης ἐν ὥρᾳ ἐθνικοῦ κινδύνου. Ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν μόνον τῶν οἰκογενειακῶν συμφερόντων· ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐπιτρέπεται ἐντελῶς νὰ ἀδιαφορήσωμεν περὶ τῆς τύχης τοσούτων οἰκογενειῶν, τὰς ὁποίας ἐγκατελείψαμεν παντερήμους; Πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ ἵσταται ἀπαθὴς θεατὴς πρὸ τοῦ θεάματος χιλιάδων οἰκογενειῶν, ἀπηνῶς καὶ ἄνευ ὑπερτάτης ἀνάγκης ἐκριζουμένων; Ὅταν ἀφαιρῶμεν καὶ τὸ τελευταῖον τέκνον μιᾶς οἰκογενείας, ἐσκέφθητε ποία κατάστασις παράγεται; ὁ ἀγρὸς μένει ἀκαλλιέργητος, τὸ ἐργαστήριον τοῦ μικροῦ βιομηχάνου κλείει· ἐκλείποντος τοῦ υἱοῦ, ὅστις ἦτο ποιμὴν, ἐργάτης, ἐπιτηδευματίας, ὑπάλληλος καὶ συνετήρει τὴν οἰκογένειαν, αὕτη ἐρημοῦται, στερουμένη πλέον καὶ τοῦ ἄρτου. Δὲν εἶνε λοιπὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποστρέψωμεν τὸ βλέμμα ἀπὸ τῆς καταστάσεως ταύτης. Βεβαίως ὁ πολίτης ἔχει καθήκοντα πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ αὕτη δικαιώματα ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ ταῦτα δέον νὰ κανονίζωνται ἐν ἁρμονικῷ συνδυασμῷ, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχεται ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀτόμου. Διαφέρει, ὅταν εὑρεθῶμεν ἐν πολέμῳ, διότι τότε δύναται νὰ ἀπαιτηθῇ ἀπὸ πάντα πολίτην καὶ ἡ ἐσχάτη θυσία ὑπὲρ τῆς κινδυνευούσης Πατρίδος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἀπὸ τοῦδε ἄνευ ἀνάγκης νὰ ἀπειλῶμεν τοιαύτην ἐξόντωσιν. Καὶ ὑπὸ ἔποψιν φορολογικὴν ἂν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, δὲν βλέπετε τὴν μεγάλην ἀνισότητα, τὴν παραγομένην ἐκ τῆς προσκλήσεως τῶν ἀπαλλασσομένων ἐν τῷ δεινοτάτῳ τούτῳ φόρῳ τοῦ αἵματος; Διαφέρει ἡ θέσις τοῦ ἐφέδρου, τοῦ καλουμένου εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἀφίνοντος ὄπισθεν αὑτοῦ ἄλλον ἀδελφὸν ἢ πατέρα ἀκμαῖον. Διαφέρει ἡ θέσις τῆς οἰκογενείας ἐκείνης, ἀφ’ ἧς ἀφαιροῦμεν καὶ τοὺς πέντε υἱούς της, ἀπ’ ἐκείνης, εἰς ἣν ἀφίνομεν ἕνα ἢ δύο ὑπερβάντας τὸ πρὸς στράτευσιν ὅριον· ὅπως ἐκείνης, εἰς ἣν μένει ἀκμαῖος ὁ πατήρ, ἀπ’ ἐκείνης, εἰς ἣν δὲν ὑπάρχει παντάπασι τοιοῦτος, ἢ ὁ ὑπάρχων εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος καὶ ὑπέργηρως. Πλὴν τοῦ συμφέροντος τῶν οἰκογενειῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐντελῶς νὰ παρίδωμεν, πλὴν τῆς ἀνισότητος ἐν τῇ φορολογίᾳ, ὁ Τόπος ὑφίσταται σπουδαίαν ζημίαν, διότι στειρεύουσιν αἱ πλουτοφόροι πηγαὶ τῆς Χώρας, διότι λείπουσιν οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῇ γεωργίᾳ, τῇ βιομηχανίᾳ καὶ τῷ ἐμπορίῳ· σταματᾷ ἡ κίνησις τοῦ Τόπου, καὶ ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς ἡ πτωχεία καταλαμβάνει τὴν Χώραν, ἀφ’ ἑτέρου στερεῖται τὸ Ἔθνος τῶν ὑλικῶν μέσων τοῦ πολέμου, πόλεμος δὲ ἄνευ τῶν μέσων τούτων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἡ κοινωνία διασαλεύεται πρὸ τῆς ὥρας καὶ ἐπέρχεται σύγχυσις. Λίαν δ’ ὀρθῶς ἐσκέπτετο διακεκριμένον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπερ ἐν τῇ Περιόδῳ ταύτῃ δὲν εὑρίσκεται μεταξὺ ἡμῶν, ὅταν συζητουμένου ἐν τῇ προηγουμένῃ Περιόδῳ παρομοίου νομοσχεδίου, ἠναγκάσθη νὰ φωνάξῃ ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει...
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§82ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς. «Τί ἐννοεῖτε, λοιπὸν, ἔλεγεν, νὰ κάμωμεν πόλεμον Γιανιτσάρων; νὰ στήσωμεν τὸ Σαντζακσερὴρ εἰς τὸ Ἀτμεϊντὰν καὶ νὰ φωνάξωμεν ὅλοι πόλεμος, καὶ ὅλοι νὰ παρακολουθήσωμεν τὸν στρατόν; Τοιοῦτον πόλεμον ἐννοοῦμεν ἢ πόλεμον λελογισμένον; ἐννοοῦμεν νὰ συντάξωμεν τὰς δυνάμεις μας εὐτάκτως καὶ νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν μέσων μας μετὰ φειδοῦς καὶ μετὰ τρόπου τοιούτου, ὥστε νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν ἄνευ ἀνάγκης τὰ κακὰ τοῦ πολέμου ἢ ἐννοοῦμεν ν’ ἀποχαιρετίσωμεν πᾶσαν σκέψιν; Πρέπει νὰ εἶναι τις λίαν ὁρμητικός, ὅταν ἀνέρχεται τὸ βῆμα ἐν σχήματι ἀποστροφῆς, λέγων, πόλεμον θέλετε; σηκωθῆτε, κλείσατε τὰ ἐργαστήρια, ἀφήσατε τὰ ἔργα σας, τώρα εἶναι πόλεμος. Τοιουτοτρόπως δὲν λύονται, ἀλλ’ ἁρπάζονται τὰ ζητήματα ἄνευ σκέψεως· μάλιστα καὶ ἐν καιρῷ πολέμου ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον δύναται ἡ Πολιτεία, ἀφίνει ἀνενόχλητον τὴν ἐργασίαν, τοιουτοτρόπως δὲ καὶ αἱ δυνάμεις της εἶναι ἰσχυρότεραι, ὁ δὲ θόρυβος εἶναι ἄλογος ὁρμὴ ἀνθρώπων, οἵτινες ἀγνοοῦσι τὶ πράττουσι καὶ τὰ πάντα φέρουσιν εἰς σύγχυσιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ πόλεμος λόγος νὰ ἐκστῶμεν τῶν φρενῶν καὶ νὰ διασείσωμεν ὅλα τὰ στρώματα τῆς κοινωνίας· αἱ κοινωνίαι δὲν πρέπει νὰ ταράσσωνται ἐκ βάθρων, ἀλλὰ σκέπτονται ὡρίμως μετὰ πολλῆς ψυχραιμίας, καὶ ἐργάζονται εἰς προπαρασκευὴν τῶν μέσων τοῦ πολέμου, τὰ δὲ μέσα τοῦ πολέμου, ὅταν ταράσσεται ἡ κοινωνία εἰς τρόπον ὥστε οὐδεὶς γινώσκει ποῦ εὑρίσκεται, ἐκλείπουν, οἱ δὲ ἀποροῦντες γίνονται βάρος εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ζητοῦσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν». Ἀλλ’ ὑπομονή, κύριοι, ὅταν τέλος πάντων ἐπέλθῃ ὁ πόλεμος, ὃν ὅλοι ποθοῦμεν οὐχὶ ὡς σκοπόν, ἐννοεῖται, ἀλλ’ ὡς ἀναπόδραστον μέσον τῆς διεκδικήσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων· ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν πρὸ τῆς ὥρας νὰ ἐξαντλῶμεν τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ἀπογυμνοῦντες ἀπὸ τοῦδε τὰς οἰκογενείας παντὸς τέκνου των. Μόνον ἐν ἐσχάτῃ ὥρᾳ, σᾶς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου, μόνον μετὰ τὴν προσέλευσιν καὶ τῆς ἐφεδρείας καὶ τῆς ἐθνοφρουρᾶς, μόνον ὅταν εἴμεθα ἐν πολέμῳ, τότε ἀλλὰ τότε μόνον δύνασθε νὰ καλέσητε τοὺς ἀπαλλασσομένους· ἀλλ’ ἂν φθάσητε ἕως ἐκεῖ, ὀφείλετε νὰ προχωρήσητε, νὰ παύσητε τὰς συναλλαγὰς, νὰ ἀναστείλητε τὰς προθεσμίας τὰς ἐμπορικὰς καὶ δικαστικὰς καὶ νὰ μὴ ζητῆτε φόρους, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχετε χεῖρας νὰ τοὺς παραγάγωσιν. Ἡ Βουλὴ καθ’ ἑκάστην, χάριν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ψηφίζει φόρους· ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε τίς θὰ πληρώσῃ αὐτούς; Δὲν ἀφίνομεν τουλάχιστον ἕνα εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν, τὸν ὁποῖον νὰ εὑρίσκῃ ὁ εἰσπράκτωρ;
§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἀπαλλαγέντες θὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους;
§84ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος λοιπόν; αἱ γυναῖκες; Ἀπορῶ πῶς τοῦτο σᾶς φαίνεται παράδοξον! Ὅταν λείψῃ ὁ γεωργός, ὁ ποιμήν, ὁ κτηματίας, ὁ ἐπιτηδευματίας, ὁ βιομήχανος καὶ ἐν γένει ὅλοι οἱ φορολογούμενοι καὶ δὲν μένῃ εἰς πολλὰς οἰκογενείας οὐδὲ εἷς ἀνὴρ, ποῖος θέλει πληρώσει;
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ πατριωτισμός.
§86ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, τὰ ζητήματα δὲν λύονται διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ· ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι μεγάλη κατάχρησις γίνεται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τῆς λέξεως ταύτης, καὶ ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἐξορισθῇ ἀπὸ τὰ χείλη ὅλων μας ἡ λέξις «πατριωτισμὸς» καὶ νὰ ἐγκατοικῇ ἐν ταῖς καρδίαις μας, νὰ διαλάμπῃ δὲ εἰς τὰς πράξεις μας. Ὅλοι καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅλοι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει Ἕλλην, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἶναι πατριώτης· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἁρπάζωμεν τὰ ζητήματα διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω πλειότερον, κύριοι, ἵνα καταδείξω τὸ κατ’ ἀρχὴν δίκαιον τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅπερ οὐχὶ ἐν ὀνόματι τῶν οἰκογενειῶν μόνον, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ὑποθέσεως, σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἀποκρούσητε. Διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ἀπαλλασσομένων ἐπέρχονται τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς κατέδειξα. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἵνα μοὶ ὑποδείξωσι τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα συνεπάγει ἡ πρόσκλησις τούτων. Θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι διὰ τῶν ἀπαλλαγῶν ἐλαττοῦται ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ; ἐγὼ βεβαίως συμφωνῶ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι στοιχεῖον τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ δικαίως ἐῤῥέθη, ὅτι τὸ στοιχεῖον τοῦτο πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς ἄλλους ὅρους. Ἂν ἔχωμεν ἀριθμὸν μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐκγυμνάσωμεν καὶ νὰ ὀργανώσωμεν, τότε ἀντὶ δυνάμεως ἔχομεν ἀδυναμίαν. Ὅταν, καλοῦντες τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀπαλλασσομένους, ἐκριζῶμεν χιλιάδας οἰκογενειῶν, τότε ἀντὶ ἐνισχύσεως ἔχομεν ἐξασθένησιν. Ἡ δύναμις τῶν στρατῶν δὲν ἔγκειται ἐν τῷ ἀριθμῷ μόνον· αὐτῶν οἱ ἀριθμοὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογοι καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας καὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς δυνάμεων. Ὅταν οἱ ὅροι οὗτοι δὲν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν ἂν ὁ στρατὸς ὄντως θὰ περικλείῃ τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἣν διὰ τοῦ ἀριθμοῦ ἐπιζητοῦμεν. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι ἡ νίκη δὲν ἀνήκει πάντοτε εἰς τοὺς πολυαριθμοτέρους στρατοὺς, καὶ ὅτι πολλάκις οὗτοι συνετρίβησαν ὑπὸ ὀλιγαριθμοτέρου, ἀλλὰ καλῶς ἐξησκημένου καὶ καλῶς ὠργανισμένου στρατοῦ, φέροντος δὲ πάντα τὰ ἐφόδια, ἅτινα ἐγγυῶνται τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῶν πολεμικῶν ἐργασιῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀριθμῶν, πόσους ἀριθμοὺς νομίζετε, ὅτι προσφέρουσιν ἐκεῖνοι, ὧν ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀπαλλαγή; Ἐν ἑκάστῃ ἐτησίᾳ ἀπογραφῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαλλακτέων, ἐκείνων ὧν ἀνεβλήθη ἡ κατάταξις, τῶν ἀνικάνων, τῶν διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας κριθέντων ἱκανῶν, δὲν ὑπερβαίνει κατ’ ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν, ἐρειδόμενον εἰς ἐπισήμους στατιστικὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἃς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, τὰς τέσσαρας χιλιάδας· ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι δὲν ζητεῖται ἡ ἀπαλλαγὴ πάντων τούτων, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαλλακτέων, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ κατ’ ἀνώτατον ὅρον τὰς δύο χιλιάδας καθ’ ἡλικίαν, ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ τὰς πέντε κληθείσας ἡλικίας δέκα χιλιάδας. Ἐὰν ὄντως λοιπὸν ἔχωμεν ἀνάγκην μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ, προσκαλοῦντες μίαν ἔτι ἡλικίαν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πολλῷ πλείονας ἐκείνων, ὧν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ ἀπαλλαγὴ καὶ οἵτινες, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των, θέλουσιν ἐπαναδώσει τὴν ζωὴν εἰς τὸν τόπον, οὗτινος ἡ ζωὴ κινδυνεύει νὰ σταματήσῃ· θὰ ἐπαναδώσωσι τὸν ἄρτον εἰς τὰς οἰκογενείας των, αἵτινες ἔμειναν ἀπωρφανισμέναι καὶ παντέρημοι. Ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσῃ, δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ καλέσωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα τὴν ἐτησίαν ἀπογραφὴν τοῦ 1886, ἥτις περιλαμβάνει εἴκοσι χιλιάδας ἄνδρας, ὑπολογιζομένων δὲ καὶ τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἐξαιρέσεων, θέλομεν συμπληρώσει τὰ κενὰ, ἅτινα θ’ ἀφήσῃ ἐν τῷ στρατῷ ἡ προτεινομένη ἀπαλλαγὴ, μετὰ μεγάλου μάλιστα πλεονάσματος. Ἂν, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἀριθμῶν εἶναι ὁ λόγος, δυνάμεθα μίαν ἡλικίαν πρὸς τὰ ἄνω ἢ πρὸς τὰ κάτω καλοῦντες νὰ ἔχωμεν πολλῷ πλειότερον ἀριθμόν· ἀλλὰ πλὴν τῆς στρατολογικῆς ταύτης πηγῆς, ὁ ἀριθμὸς τῶν μὴ δηλωθέντων ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν ἀῤῥένων εἶναι πολὺ μεγαλείτερος ἐκείνου, ὃν φαντάζεσθε, καὶ ἂν αἱ Ἀρχαὶ, αἱ ἐνταλθεῖσαι ἐσχάτως τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν τοιούτων, ἐργασθῶσι νοημόνως καὶ εὐσυνειδήτως, θέλουσι παράσχει ἡμῖν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω, ἀλλὰ ὃν ὑποθέτω μέγαν, ἐὰν κρίνω ἔκ τινων παρατηρήσεών μου, ἃς ἔκαμον ἐπὶ τῶν μητρῴων τῶν ἀῤῥένων· ἴσως ἐκ τῶν ὑποχρέων πρὸς δήλωσιν δὲν εἶναι μὲν οἱ ἡμίσεις, οἵτινες νὰ παρέβησαν τὴν ὑποχρέωσίν των ταύτην, ἀλλά...
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὔτε τὸ τρίτον, οὔτε τὸ τέταρτον (θόρυβος).
§88ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε τὸ τρίτον, εἴτε τὸ τέταρτον, εἴτε καὶ τὸ ὄγδοον ἀκόμη τῶν ὑποχρέων, ἂν δὲν ἐνεγράφη ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν ἀῤῥένων, ὁπωσδήποτε ὁ ἀριθμὸς τούτων εἶναι ἀρκετὰ μέγας, ὥστε νὰ μὴ παραμεληθῇ ἡ στρατολογικὴ αὕτη πηγή. Εἶναι ἄδικον νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὰς οἰκογενείας των οἱ μόνοι υἱοί, καὶ οἱ πρωτότοκοι ὀρφανοὶ, ἐνῷ ἄλλοι, μὴ ὄντες εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις κατώρθωσαν νὰ μένουν ἀνενόχλητοι διὰ τῆς ὑπεκφυγῆς τῆς δηλώσεως. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος τῶν ἀριθμῶν, ὅστις θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἀποκρούσωμεν τὸ δικαιότατον τοῦτο νομοσχέδιον. Ἤκουσά τινας, ἐν τῇ φιλοπατρίᾳ των βεβαίως, φοβουμένους μήπως ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἀνοίξῃ θύραν ἀπαλλαγῶν καὶ κεντήσῃ τὴν πρὸς τὴν ἰσότητα Ἑλληνικὴν εὐαισθησίαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν τοιοῦτον φόβον, ὃν ὑποθέτω γεννηθέντα ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Νόμων μήπως πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν προνόμια, ἅτινα νὰ παρέχωνται εἰς τοὺς ἰσχύοντας; οὐδόλως· πρόκειται μόνον νὰ ἀφήσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰς ἑστίας των ἐκείνους, οἵτινες βαστάζουσιν ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειαν· ὁ Νόμος θὰ ἦναι γενικὸς δι’ ὅλους τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν ἀτυχῆ μᾶλλον ταύτην περίστασιν. Προνόμιον ὑπάρχει, ὅταν χορηγεῖται δικαίωμα εἰς ὃν ὁ Νόμος δὲν ἀναγνωρίζει τοιοῦτον, ἢ ὅταν ἀφαιρεῖται ὑποχρέωσις ἀπ’ ἐκείνου εἰς ὃν ὁ Νόμος ἐπιβάλλει τοιαύτην. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ προνομίων, οὐδὲ περὶ ἀνισοτήτων· ἀπεναντίας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλομεν νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἀνισότητα, ἥτις σήμερον ὑπάρχει εἰς τὸν βαρὺν τοῦτον φόρον τοῦ αἵματος, ὡς σᾶς ἀπέδειξα. Ἐγὼ οὐδὲν συμφέρον ἔχω καὶ προκαλῶ πάντα νὰ ὀνομάσῃ ἕνα κἄν συγγενῆ μου κληθέντα ἢ κλητέον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ· ἂν συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ πράττω ἐξ αἰσθήματος δικαιοσύνης, ἐξ ἁγνῆς πεποιθήσεως, καὶ διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐν τῷ στρατῷ κατάταξις τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλακτέων βλάπτει ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὴν ἱερὰν ὑπόθεσιν, ἣν καλοῦνται νὰ ἐξυπηρετήσωσι. Πανταχόθεν ἀντήχησαν αἱ φωναὶ τῶν πασχουσῶν οἰκογενειῶν, αἰσθανθεισῶν βαρύτατα τὴν ἀφαίρεσιν τῆς μόνης των ὑποστηρίξεως, τὴν ἀπουσίαν τοῦ μόνου υἱοῦ, ἢ τοῦ μόνου ἀδελφοῦ, ὅστις συνεκράτει τὸν οἶκον καὶ διέτρεφεν αὐτόν. Καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες καὶ ὑπὸ τοιούτους λόγους διατελοῦντες περίλυποι ἔχουσιν ἐστραμμένα τὰ βλέμματα πρὸς τὰ ὀπίσω, πρὸς τὰς ἐρημωθείσας οἰκογενείας των. Ἡ τοιαύτη δὲ τούτων κατήφεια, τὴν ὁποίαν ἡ φιλοπατρία των δὲν δύναται νὰ ἐξαφανίσῃ ἀπὸ τοῦ προσώπου των, διότι οἱ φυσικοὶ Νόμοι τὴν διαχύνουσιν ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν εἶναι εὐχάριστος παράγων τῆς ψυχικῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὰς τάξεις τοῦ ὁποίου διαχύνεται τὸ τοιοῦτον συναίσθημα. Ὥστε διὰ τῶν τοιούτων ἀριθμῶν, ἐξασθενιζόντων τὸν στρατὸν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς δυνάμεως αὑτοῦ, ἐξασθενιζόντων τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας, τὴν ὁποίαν πρέπει ὑπέρ ποτε νὰ διατηρῶμεν εὔρωστον, πρόξενοι βλάβης ἢ ὠφελείας γινόμεθα. Οὗτοι εἰσὶν οἱ λόγοι, κύριοι, οἱ πείσαντές με νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν πρόσκλησιν τῶν ἀπαλλαγέντων;
§90ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνίοτέ τις ἀντιλαμβάνεται διαφόρως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ὁμιλιῶν· ἐγὼ ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἐνόησα, ὅτι ἔχει τὴν ἰδέαν, ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω, ὅτι ἡ πρόσκλησις τῶν ἀπαλλαγέντων δὲν ἔγκειται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κηρυχθείσης ἐπιστρατείας, ἐπιβάλλεται αὕτη ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις συνεμορφώθη μὲ τὸν Νόμον καλέσασα τούτους. Περὶ τούτου ὑμεῖς διαφωνεῖτε, ἐνῷ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§91ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Τί φιλονικεῖτε; ἐδῶ ἔχομεν πόλεμον.
§92ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ πόλεμος κατέστη ἀναγκαῖος, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ἅτινα θὰ ὀῤῥωδήσωμεν πρὸ αὐτοῦ· τοῦτο θὰ ἦτο ἀνάξιον καὶ τῆς ἱστορίας ἡμῶν, καὶ τῶν ἐλπίδων τοῦ Ἑλληνισμοῦ· τοῦ πολέμου θεωρουμένου εἰσέτι ὡς τοῦ μόνου μέσου τῆς διεκδικήσεως τῶν Ἐθνικῶν δικαίων, ὅταν οὗτος καταστῇ ἀπαραίτητος, εὐλογητὴ νὰ ἦναι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐν τοῖς πεδίοις τῆς μάχης θὰ ἀκουσθῇ ὁ κρότος τοῦ Ἑλληνικοῦ πυροβόλου, καὶ θὰ ἐμφανισθῶσιν ἐν αὐτοῖς τῆς ἱερᾶς ἡμῶν σημαίας τὰ Ἐθνικὰ χρώματα.
§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ μικροτέρα, ἵνα μὴ εἴπω ἡ ταπεινοτέρα, εὔρευνα τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ ἔρευνα, ἐὰν ἡ ἰσχύουσα Νομοθεσία ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ἀναπόφευκτον, νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας ἢ ἄφινεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργείου νὰ καλέσῃ ἢ νὰ μὴ καλέσῃ αὐτούς. Λέγω, ὅτι εἶναι ἡ μικροτέρα, ἢ νὰ μὴ εἴπω ἡ ταπεινοτέρα ἔρευνα τοῦ ζητήματος, διότι δὲν καταλήγει εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ἐνῷ εἶχεν ὑπὸ τοῦ νόμου τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν νὰ καλέσῃ ἢ νὰ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἐκάλεσεν αὐτούς. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὠφεληθῇ τις ἐκ τῆς τοιαύτης ἐρεύνης τοῦ ζητήματος, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐρευνήσῃ ἐν καιρῷ εὐθέτῳ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τούτῳ, βεβαιῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἀναλαμβάνομεν πεποιθότως τὴν εὐθύνην ταύτην· διότι, ἐὰν ἐκτιμῶντες τὰ πολιτικὰ συμβεβηκότα, ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ καλέσωμεν εἰς ἐπιστράτευσιν πέντε ἡλικίας, ἀναβιβάζοντες τὸν στρατὸν τὸν Ἑλληνικὸν εἰς 80,000, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν τὴν Πατρίδα μας εἰς βάρη 60 καὶ 70 ἑκατομμυρίων, ἐὰν ἐτολμήσαμεν ἡμεῖς νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν φόρους δέκα καὶ πέντε ἑκατομμυρίων· ἐὰν, ἐκτιμῶντες τὰ πολιτικὰ συμβεβηκότα, ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον τοιοῦτο νὰ πράξωμεν, ἄνευ τινὸς δειλίας θέλομεν ὑπόσχει τὴν εὐθύνην, ὅτι, καίτοι ἠδυνάμεθα νὰ μὴ καλέσωμεν τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἐκαλέσαμεν καὶ τούτους. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι ἡ μικροτέρα, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἡ ταπεινοτέρα, ἔρευνα τοῦ ζητήματος. Ἡ πολιτεία ἡμῶν ἀνεγνωρίσθη ἤδη καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλ’ ἡ εὐθύνη ἡμῶν, ἐφ’ οἷς ἐπράξαμεν καὶ ἐφ’ οἷς πράττομεν, εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε βεβαίως δὲν θέλει μᾶς καταστήσει ἀτόλμους, ἵνα ὑποβληθῶμεν εἰς λογοδοσίαν καὶ ἐπὶ τούτου· οὐδὲ ἐζήτησα παντάπασιν ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ὁ ἀξιότιμος φίλος κ. Γεροκωστόπουλος, ἢ πᾶς τις ἄλλος, ὅστις ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἴχομεν διακριτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὅτι ὠφείλομεν κατὰ τὸν νόμον νὰ καλέσωμεν τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ἤθελεν ἐγκριθῇ, ὅτι ἡ καθεστηκυῖα νομοθεσία παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν νὰ καλέσωμεν ἢ νὰ μὴ καλέσωμεν τοὺς ἀπαλλαγέντας, καὶ τοῦτο ἤθελεν ἀρκέσει νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον ἡμῶν καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐλπίδα ἀπ’ ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον προσδοκᾷ ἐπὶ τούτου νὰ μᾶς ζητήσωσιν εὐθύνην. Ὅταν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν ἐπέταξε ῥητῶς εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους νὰ μὴ καλέσωσι τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἀλλὰ νὰ καλέσωσι μόνον τοὺς ἄλλους, τοὺς πρὸς τακτικὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ὑποχρέους· ὅταν, ὡς εἶπόν τινες, ἀφέθη εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους ἡ διακριτικὴ ἐξουσία, ἐὰν πρέπῃ ἢ μὴ νὰ καλέσωσι τοὺς ἀπαλλαγέντας, ποῖα μεγαλείτερα συμβεβηκότα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐκτελοῦσι τοὺς νόμους, προσπεσόντα, ἤθελον παρασταθῇ διὰ νὰ πείσωσιν αὐτούς, ἵνα ποιήσωνται χρῆσιν τῆς διακριτικῆς ταύτης ἐξουσίας των, καὶ νὰ καλέσωσι καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἵνα πληρώσωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σεμνὸν νὰ ἀσχολώμεθα περὶ τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἀνέγνω κείμενον τοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ κλῆσις τῶν ἀπαλλασσομένων εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους. Ἐὰν τυχὸν τὸ κείμενον τοῦ νόμου τούτου ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐτροποποιήθη ὑπ’ ἄλλου νόμου, μολονότι μεταγενέστερος νόμος περὶ τούτου δὲν ἐψηφίσθη, οὐδ’ εὐθύνην, ἣν ζητοῦσί τινες νὰ μᾶς ἐπιῤῥίψωσιν, οὐδ’ εὐθύνην ἔχομεν ἐφ’ οἷς ἐπράξαμεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ζητοῦμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Τὸ οὐσιῶδες ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητήσωμεν, εἶναι, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ δεχθῶμεν τὰς ἀπαλλαγάς. Καὶ ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ἡ καθεστηκυῖα Νομοθεσία ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀναπόφευκτον ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὰς ἑστίας των τοὺς ἀπαλλαγέντας, καὶ ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει, καλέσαντες τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἐξετελοῦμεν τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβληθὲν ἡμῖν καθῆκον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἐκπληρώσωμεν, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἶναι παροῦσα, καὶ δύναται, λαμβάνουσα τὰς γενομένας προτάσεις ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν βλέπῃ συμφέρον τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ψηφίσῃ αὐτάς. Λοιπὸν ἐξετάσατε ἂν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὰς προτεινομένας προτάσεις ἢ ὄχι· ἀφήσατε τὰς εὐθύνας, αἵτινες δὲν θεραπεύουσι συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν κομμάτων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν διστάζω νὰ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐπιτραπῆ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ κοιναὶ διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ὑποχρέων καὶ ἤθελεν ἀποφασισθῆ, ἵνα ἐκ τῶν ἐπιστρατευσάντων τὸ τελευταῖον ἀπολυθῶσιν οἱ ὑποκείμενοι εἰς ἀπαλλαγάς, τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἤθελε βλάψει μεγάλως τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω διατί. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὅστις ἠθέλησε νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν στατιστικὰς πληροφορίας. Αὐτὰς ταύτας τὰς στατιστικὰς πληροφορίας δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐπικαλεσθῶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω διατὶ ἡ παραδοχὴ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος προτάσεων ζημιοῖ μεγάλως τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ὅταν κατὰ τὴν 29 Σεπτεμβρίου ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα περὶ κλήσεως εἰς τὸν στρατὸν πρὸς ταῖς κεκλημέναις τότε δύο ἡλικίαις ἐφέδρων καὶ τῶν τριῶν ἄλλων ἡλικιῶν, ἡ δύναμις τοῦ ὑπὸ τὰ ὅπλα στρατοῦ, ἥτις κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνήρχετο εἰς 23 χιλιάδας ἀνδρῶν, δὲν ἦτο τοσαύτη. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ἐπακριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τῆς ὑπὸ τὰ ὅπλα εὑρεθείσης κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην· ἐνδέχεται νὰ ἦτο 19,000, ἐνδέχεται νὰ ἦτο μόνον 18,000, ἐνδέχεται ὅμως νὰ ἦτο καὶ μόνον 17,000. Ἀπὸ τῆς 29 Σεπτεμβρίου μέχρι τῆς 12 Νοεμβρίου, καθ’ ἣν ὁμιλῶ σήμερον, παρῆλθον 44 ἡμέραι, καὶ μετὰ τὰς 44 ταύτας ἡμέρας, χάρις εἰς τὴν προθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χάρις εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν, μεθ’ οὗ ἔσπευσαν εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του, μετὰ τὰς 44 ταύτας ἡμέρας δυνάμεθα νὰ ἀριθμῶμεν σήμερον ὑπὸ τὰ ὅπλα 78,000. Ἀλλ’ ὅταν ἀνεβιβάζωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ 19 ἢ 18 ἢ 17,000 εἰς 78,000 ἐντὸς τοσούτου βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἴχομεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν οὐδὲ ἄφθονα οὐδὲ πλούσια τὰ μέσα, τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀνάγκην, καὶ πολλῶν εἶχον ἀνάγκην οἱ προσελθόντες ὑπὸ τῆς σημαίας τοῦ στρατοῦ· ὅταν δι’ ἐργασίας ἀδιακόπου καὶ πυρετώδους κατωρθώσαμεν οὐ μόνον νὰ συγκεντρώσωμεν ἁπλῶς τοσούτους ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ νὰ συντάξωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δυνατοῦ, καὶ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ καταρτίσωμεν αὐτοὺς ὅσον τὸ δυνατὸν θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν καὶ νὰ ἀποστείλητε εἰς τὰς ἑστίας των 10,000; Καὶ 10 χιλιάδες θέλουσιν ἀπαλλαγῆ, ἐὰν ψηφίσητε τὰς προβληθείσας προτάσεις. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ συναινέσωμεν ὑπὲρ τῶν προτάσεων τούτων; Πῶς θέλετε νὰ μὴ σᾶς καταδείξωμεν, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται, ἂν ψηφισθῶσι, θέλουσι μεγάλως βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Καὶ ταῦτα λέγοντες, μὴ ὑποληφθῶμεν, ὅτι εἴμεθα ἀνάλγητοι, καὶ ὅτι ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑποφέρουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν τῷ συνήθει χρόνῳ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλαγῶσι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν καιρῶν ἀναγκάζονται νὰ καταλίπωσι τὰς οἰκογενείας των καὶ νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς Πατρίδος. Καὶ ἡμεῖς ἀνήκομεν εἰς Ἐπαρχίας, ἔχομεν συμπολίτας, διατελοῦμεν ἐν διαρκεῖ συγχρωτισμῷ πρὸς αὐτοὺς, γνωρίζομεν τὴν πενίαν των, γνωρίζομεν, ὅτι κερδαίνουσι τὸν ἄρτον διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των, καὶ ὅτι ὑποβάλλονται εἰς ποικίλας στερήσεις· ἀλλ’ ἡ συνείδησις ἄλλου καθήκοντος παράγει ἐν ἡμῖν ἄλλα αἰσθήματα. Μήπως ἐν ἡμῖν πᾶσι δὲν κρατοῦσι τὰ αἰσθήματα τῆς φιλοπατρίας; Τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἐνδεικνύουσι πᾶσιν ἡμῖν ποῖον ἔχομεν καθῆκον. Τίς δὲ ἐξ ἡμῶν ἤθελε διστάσει νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὸ καθῆκον τοῦτο οὐχὶ μόνον τὰ αἰσθήματα τῆς πρὸς τοὺς συμπολίτας του καὶ τοὺς ἐκλογεῖς του συμπαθείας, ἀλλὰ καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς προβαλόντας τὰς προτάσεις νὰ μὴ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν. Ἡ Βουλὴ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἔδειξεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκούσῃ ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ τὴν ἀνακοινώσωμεν, ἀφίεμεν δὲ τὴν περαιτέρω ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην αὐτῆς.
§94Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε δὲν ἐπρότεινα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὃ ὑπέβαλον, καὶ τίποτε δὲν ὑπεστήριξα προφορικῶς, ἐξ ὅσων κατέκριναν οἱ προαγορεύσαντες, εἶναι ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῶ. Ἀφίνω τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν εἶχε δικαίωμα καὶ ἂν καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις καλέσασα τὴν ἐπιστρατείαν καὶ μετ’ αὐτῆς τοὺς ἀπαλλαχθέντας, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου ἤδη, οὐδ’ ἀμφισβητῶ παντάπασιν, ὅτι καὶ δικαίωμα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὀρθῶς ἔπραξε καλέσασα μετὰ τῆς ἐπιστρατείας καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἔρχομαι δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἂν ἦναι δίκαιον καὶ συμφέρον νὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Καίτοι ἀμφοτέρων τῶν ἀρχηγῶν κατακρινάντων τὰ ὑπὸ συζήτησιν δύο νομοσχέδια, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐγκαταλείψω τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν, διότι πρὶν ὑποβάλω αὐτὸ, ἐσκέφθην καὶ ἐπείσθην, ὅτι ὑποβάλλων αὐτὸ, ἔπραττον ἔργον πατριωτικὸν καὶ συνᾷδον πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν μόνων υἱῶν ἀδιακρίτως, διότι δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἀπαλλαγῆς τῶν μόνων υἱῶν, τῶν ἐχόντων πατέρα νέον καὶ ὑγιᾶ. Ἐὰν τῶν τοιούτων τὴν ἀπαλλαγὴν παραδεχθῶμεν, πρέπει, λογικῶς σκεπτόμενοι, ν’ ἀπαλλάξωμεν ἕνα υἱὸν ἐξ ἑκάστης οἰκογενείας, καὶ ν’ ἀπολύσωμεν οὕτω τοὺς ἡμίσεις σχεδὸν τῶν στρατιωτῶν, ὅπερ οὔτε νὰ διανοηθῇ τις ἠδύνατο ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν. Ἐπρότεινα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν μόνων υἱῶν, τῶν ἐχόντων πατέρα ἀνίκανον πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν ἕνεκεν ἀνιάτου σωματικῆς παθήσεως ἢ ἕνεκεν γήρατος. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἐγκαταλειφθῇ, ἀφοῦ τοσοῦτον ἐξανέστησαν οἱ κύριοι, διότι σκληρὸν μὲν εἶναι νὰ μὴν ἀπαλλαγῶσιν οἱ ὑπὸ τοιαύτας περιπτώσεις μονογενεῖς· ὑπάρχει ἐν τούτοις ὁ ἠθικὸς τοὐλάχιστον προστάτης τῆς οἰκογενείας, ὁ πατὴρ, καίτοι ἀνίκανος, καὶ διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἐγένοντο καὶ δύνανται νὰ γείνωσι καταχρήσεις κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς σωματικῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἡλικίας ἀκόμη τοῦ πατρός. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν πρώτων ὀρφανῶν, ἣν ἐπρότεινα ὑπὸ τοὺς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερομένους ὅρους, ἐπιμένω καὶ ὑποστηρίζω αὐτὴν δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θέλομεν πράξει σκληροτάτην ἀδικίαν, ἐὰν δὲν ψηφίσωμεν αὐτήν. Θέλομεν καταστρέψει ἐντελῶς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τοσαύτας οἰκογενείας, διὰ νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὸν στρατὸν πεντακοσίους ἢ ἑξακοσίους κακοὺς καὶ ἀχρήστους στρατιώτας, οὓς δυνάμεθα πολλαπλασίως ν’ ἀναπληρώσωμεν κατ’ ἄλλους τρόπους. Λέγω δὲ κακοὺς καὶ ἀχρήστους στρατιώτας, διότι βεβαίως δὲν δύναται ν’ ἀγωνισθῇ μετ’ αὐταπαρνήσεως ὁ συλλογιζόμενος ὅτι ἀφῆκεν ἄνευ ἄρτου γηραιὰν μητέρα καὶ ἀδελφὰς ἀγάμους, ἄνευ πατρὸς, ἄνευ προστάτου ἄλλου καὶ ὅτι διὰ τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἐν τῇ μάχῃ θέλουσι ῥιφθῆ ἐκεῖναι εἰς τὸν ἠθικὸν καὶ ὑλικὸν ὄλεθρον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ὃ ὑπέβαλον, ἀφορᾷ κυρίως οὐχὶ τὰς ἀπαλλαγὰς, ἀλλὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν κατὰ καιροὺς λόγῳ σωματικῆς ἀνικανότητος ἐξαιρεθέντων, ἐξ ὧν χίλιοι περίπου θὰ εὑρεθῶσιν ὑγιεῖς καὶ ἱκανοὶ πρὸς στράτευσιν, οἵτινες κατὰ χάριν ἐξῃρέθησαν, καὶ καυχῶνται ὅτι κατώρθωσαν τοῦτο καὶ ἐμπαίζουσι τοὺς ὑπηρετοῦντας καὶ ἀπογοητεύουσιν αὐτοὺς καὶ γίνονται σκάνδαλον εἰς τὸ κοινὸν, ὅπερ γνωρίζει, ὅτι ψευδῶς οἱ εἰρημένοι ἐκηρύχθησαν ἀνίκανοι. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον, ἀφορᾷ προσέτι τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἀδηλώτων, τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς μητρῴοις, ὅπως ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας δηλωθῶσι καὶ προσέλθωσιν εἰς κατάταξιν, ἐπὶ ἀπειλῇ ποινῶν αὐστηρῶν, καὶ ἀνέρχονται οἱ τοιοῦτοι εἰς χιλιάδας ὅλας. Σᾶς φαίνονται ἀντιπατριωτικαὶ αἱ προτάσεις μου αὗται; Σᾶς φαίνονται ἀπάδουσαι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀνάρμοστοι πρὸς τὰς ὑφισταμένας σοβαρὰς περιστάσεις; Αὐτὰ κυρίως ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον. Ἀφορᾷ βεβαίως καὶ ἀπαλλαγὰς, ἀλλὰ ὑπὸ τὰς ἐκτεθείσας περιωρισμένας καὶ τοσοῦτον δικαιολογημένας περιστάσεις, καθ’ ἃς θὰ σώσωμεν ἐκ καταστροφῆς τοσαύτας οἰκογενείας καὶ θ’ ἀπομακρύνωμεν ἐκ τοῦ στρατοῦ ὀλίγους ἀχρήστους στρατιώτας. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὃ ὑπέβαλον.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)