1885.11.11
1,211 rows · 9,598 words · 50 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 11 Νοεμβρίου 1885.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κύριος Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει πρότασιν Νόμου περὶ τροπολογίας τοῦ Νόμου ᾼΡΞΗʹ περὶ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἐκποιήσεως τῶν πυρείων. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κύριος Βοϊδῆς Μαυρομιχάλης ὑποβάλλει ἀναφορὰν μετὰ διαφόρων ἀποδεικτικῶν τοῦ πατρός του Στρατηγοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια δὲν ἔλαβε σύνταξιν, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἐγγράφων, ἃ ὑπέβαλε, καὶ τὸ μητρῷον, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ἔχει κεκτημένον δικαίωμα συντάξεως.
§2ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Μαυρομιχάλης εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις ὑπηρέτησε τὸν ἀγῶνα καὶ προσωπικῶς καθὼς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ δικαιότατον ἔργον νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφοράν του εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ πατὴρ τοῦ Βοϊδῆ Μαυρομιχάλη εἶναι εἷς τῶν πεσόντων μετὰ τοῦ Παπαφλέσσα εἰς τὸ Μανιάκι· ὁ υἱός του κατόπιν ἐπολέμησεν εἰς τὰ 54 εἰς Θεσσαλίαν, ἔκτοτε ἐγένετο καὶ πληρεξούσιος καὶ βουλευτής. Εἶναι ἁμαρτία νὰ μὴ τῷ δίδεται μία μικρὰ σύνταξις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μετ’ ἐπιμονῆς.
§5ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ὡς δικαίαν καὶ τὸν κύριον Μαυρομιχάλην ὡς ἔχοντα μεγάλα δικαιώματα.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συστηθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαλασσόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν κινητῶν κεφαλαίων. (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν 4 νομοσχέδια ὀργανοῦντα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν προϊόν τῆς ἐμῆς μελέτης· ἡ ἐργασία αὐτῶν ἐγένετο ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐκλήθη πρὸς καταρτισμὸν αὐτῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐμελέτησα, ὅσον μοὶ ἐπέτρεπον αἱ ποικίλαι ἀσχολίαι μου, καὶ εὗρον, ὅτι εἶμαι σύμφωνος εἰς τὰς βάσεις αὐτῶν· αἱ λεπτομέρειαι τούτων ἀποτελοῦσι μελέτην πλήρη. Ὑποβάλλων ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐλπίζω εἰς τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς, ὅπως αἱ λεπτομέρειαι καταστῶσιν ὅσον οἷόν τε τελειότεραι. Βεβαίως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἐποχῆς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι παρὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) νομοσχέδιον περὶ Ναυτικῆς στρατολογίας· 2) νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου· 3) νομοσχέδιον περὶ ναυτικῶν ὀργανικῶν ἱδρυμάτων, καὶ 4) νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐπὶ τῶν Βασιλικῶν πλοίων οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. (Ὅρα Παράρτημα)
§9Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Τὸ πρῶτον ὁ νόμος αὐτὸς εἰσήχθη κατὰ τὸ 1882, καὶ ἦτο ἀναγκαῖος, ἀλλ’ ἦτο καὶ λίαν ἐπιεικής· τὴν ἐπιείκειαν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν τροποποίησιν, καὶ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἐπιείκεια ἦτο ὑπερβολικὴ καὶ κατὰ συνέπειαν ἐμείωσα, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, αὐτήν. Τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς τῆς τροπολογίας τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου εἶνε ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων προσόντων ἔχωσι πρὸ πάντων φυσικὰς δυνάμεις. Τοῦτο εἶνε ὑποχρέωσις τοῦ χρόνου ἰδίως εἰς τὸ κλίμα τῆς Πατρίδος μας. Αἱ τελευταῖαι ἀπαιτήσεις τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης ἀπαιτοῦσι φυσικὰς δυνάμεις πλήρεις εἰς ὅλους τοὺς βαθμοὺς ἀνεξαιρέτως, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ὅτι εἰς τοὺς μεγάλους βαθμοὺς ἡ προκεχωρικυῖα ἡλικία δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπίδρασιν, σήμερον ἀναγνωρίζεται ὅτι ἡ ἡλικία εἰς τοὺς ἀνωτάτους βαθμοὺς ἐπιδρᾷ ἢ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἐπὶ ζημίᾳ. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ ἔντιμος στρατηγὸς Βοσσὲρ, συνέταξε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοῦ Τόπου ἐφ’ ὅσον ἠδύνατο, καὶ τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τοῦ Τόπου ἐπέβαλλον αὐτῷ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλῃ τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἐσκέφθην πολύ, κύριοι, ἂν ἔπρεπε διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου νὰ ὑποβάλω τὴν πρὸς τοῦτο ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ μειώσω τὴν ἀξίαν τοῦ συντάκτου. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, εἶνε ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ μεταφρασμένη. Καὶ μολονότι, κύριοι, ἀναγνωρίζω τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, ἃς οἱ γεγηρακότες ἀξιωματικοὶ προσήνεγκαν εἰς τὸν Τόπον, νομίζω, ὅτι τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα πρέπει νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ Τόπου. Ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου τοῦ 1882 εἶνε ἐπίσης ἐπιεικὴς καὶ ἐμφορεῖται ἀπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἀλλὰ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ ἐπεκτείνω καὶ ἐπὶ τῶν ὑποστρατήγων καὶ ἐπὶ τῶν ἀντιστρατήγων. Κύριοι, αἱ ἀνάγκαι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τοὺς βαθμοὺς τῶν Συνταγματαρχῶν καὶ Ἀντισυνταγματαρχῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς Ὑποστρατήγους καὶ Ἀντιστρατήγους καὶ πρέπει νὰ ζητήσωμεν πρὸ πάντων νὰ ἔχωσι τὰς σωματικὰς δυνάμεις ὅσον οἷόν τε πλήρεις. Ἀνεγνώρισα ἔκτοτε ὅτι αἱ βελτιώσεις πρέπει νὰ εἶναι βαθμιαῖαι καὶ οὐχὶ ἐσπευσμέναι· διότι αἱ τελευταῖαι εἶναι εἰκονικαὶ καὶ ψευδεῖς. Ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου εἶνε λίαν ἐπιεικής· ὁ νόμος δὲν θέλει ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἀφοῦ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ, ἀποκτήσωσιν ἕνα βαθμὸν περιπλέον. Καὶ μὴ σᾶς ταράττουν οἱ ἀνώτεροι βαθμοὶ καὶ τὸ χρηματικὸν ἐπὶ τούτου ζήτημα, διότι δὲν εἶναι πραγματικόν· ἡ διαφορὰ εἶνε μικρὰ· καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν λόγον, ὅν σᾶς εἶπεν εἷς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅταν εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ ἐγένετο Ὑποναύαρχος, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας ἦτο 10 δραχμαί. Τὸ αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὅτι οἱ γεγηρακότες ἀξιωματικοί, λαμβάνοντες βαθμὸν ἀνώτερον, θὰ ἀποκτήσουν διαφορὰν μισθοῦ κατὰ 10, 20, 30 δραχμῶν κατὰ μῆνα· καὶ ὅταν τὸ Κράτος ὑποβάλλεται εἰς τὰς θυσίας καὶ τοῦ χρήματος καὶ τοῦ αἵματος, εἶνε ἀνάξιον λόγου νὰ γίνηται λόγος περὶ τοιούτων εὐτελῶν ποσοτήτων. Ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον καὶ πρέπει νὰ πεισθῆτε, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ ἔχωμεν στρατὸν πρέπει νὰ τὸν ἔχωμεν νέον, πρέπει ἑκάστοτε νὰ τὸν ἀνακαινίζωμεν, νὰ τοῦ χύνωμεν νέον αἷμα· ἄνευ τοῦ ὅρου τούτου στρατὸς δὲν ὑφίσταται ἀντάξιος τῶν θυσιῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλεται τὸ Ἔθνος. Τὰ πράγματα καὶ κατὰ τὰς τρεῖς ἐπιστρατείας μᾶς εὗρον ἀνεπαρκεῖς· ἐπωφελούμενος δὲ τῆς στιγμῆς αὐτῆς, λέγω ὅτι τὸ ἐργάζεσθαι πυρετωδῶς εἶνε ὅ,τι πλημμελὲς, ὅ,τι σόλοικον καὶ ὅ,τι ἀτελές. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν κανονικῶς, πρέπει νὰ μὴ ἐξαντλῶμεν τὰς ἀποθήκας μας, πρέπει νὰ ἔχωμεν αὐτὰς διαρκῶς πλήρεις, πρέπει νὰ δαπανῶμεν διαρκῶς ἵνα μὴ δαπανῶμεν πυρετωδῶς καὶ ἀτελῶς καὶ ἴσως ἐκ τοῦ τοιούτου εἴδους τῆς ἐργασίας μας διέφυγον πολύτιμοι περιστάσεις. Διὰ τοῦτο, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως. Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πιστώσεων. (Ὅρα Παράρτημα). Πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο ἐπερώτησις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακεδαίμονος περὶ ὑποθέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἀλιφιεράκη· τὴν ἐπιούσαν ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν μοίραρχον Λακωνίας ἐὰν τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ λεχθέντα εἰσὶν ἀκριβῆ· μοὶ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς τηλεγραφικῶς ὅτι «ἐξετάσας Δήμαρχον, Ἀστυνόμον καὶ Φρούραρχον ἐνταῦθα ἂν ἀξιωματικὸς Ἀλιφιεράκης ἦλθεν εἰς ῥῆξιν μετὰ ἰδιωτῶν, μοὶ ἀπήντησαν ὅτι οὐδὲν γινώσκουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὡς δὲ καὶ ὁ ἀνωτέρω ὑπολοχαγὸς ἀνέφερε, διατελεῖ εἰς πλήρη ἄγνοιαν». Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν δὲν μοὶ ἀπεστάλη ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἀπόσπασμα, ὅπως λάβω γνῶσιν· ὅταν λάβω γνῶσιν, θέλω ἀπαντήσει ἀμέσως.
§10ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε πρὸ πολλοῦ τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν πιστώσεων. (Ἐνταῦθα ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς κ. Τριγγέτας).
§11ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ὁμιλήσω δύο λέξεις. Ἦτο περιττὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σπεύσῃ εἰς ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ὑπερασπισθῇ αὐτὸ μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας. Οὐδὲν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες θὰ ὑποκύψωσιν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, θὰ ἐγείρωσι παράπονον, καὶ εὔχομαι ὅπως οἱ διαδεχθησόμενοι ἡμᾶς δειχθῶσιν ἄξιοι τῶν πόθων τῆς Πατρίδος καὶ ὑπερβῶσιν ἡμᾶς· εὔχομαι ὅπως δυνηθῶσι νὰ εἴπωσιν «ἄμμες δὲ γʹ ἐσόμεθα πολλῷ κάῤῥονες». Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§12Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι διότι παρεξηγήθην ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφον καὶ Στρατηγόν.
§13ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Μὴ μὲ ὀνομάζεις συνάδελφον ὕστερον ἀπὸ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι παρεξηγήθην εἰς τὰς ὀλίγας λέξεις, δι’ ὧν συνώδευσα τὸν περὶ οὗ πρόκειται νόμον. Ἐξέφρασα τὴν ὀφειλομένην εὐγνωμοσύνην τοῦ στρατοῦ πρὸς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Οἱ σήμερον γηράσαντες ἀξιωματικοί, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦσαν νέοι, ἔτυχον τὰ πρῶτα νάματα τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ διδασκάλων, τῶν ὁποίων τὰ Κράτη καὶ σήμερον θεωροῦνται ὡς τὰ πρῶτα κατὰ τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν. Ἡμεῖς οἱ νεώτεροι εἴχομεν τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἔχωμεν τοιούτους, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπὶ μᾶλλον ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀξίαν αὐτῶν, εὔχομαι δὲ εἰς τοὺς νέους ἀξιωματικοὺς νὰ γίνωσιν ἄξιοι καὶ ἰσότιμοι τῶν καταταχθέντων εἰς τὰ 30 καὶ 33· μὴ εὐμοιρήσαντες τοιούτων διδασκάλων οἱ νεώτεροι, ἔχομεν καὶ τὸ πρόσθετον βάρος τῆς ἡλικίας. Μὲ παρεξήγησεν ὁ κ. βουλευτής, ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπρόκειτο νὰ παραγνωρίσωμεν τὰς ὑπηρεσίας τῶν γηρασάντων ἐντίμως εἰς τὸν στρατὸν ἀξιωματικῶν· τοὐναντίον, ἀνεγνώρισα ἔκτοτε καὶ ἐξακολουθῶ ἀναγνωρίζων τὰς μεγάλας καὶ πολυτίμους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκαν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν· αὐτοὶ ἤδη ἔχουν ὅ,τι ὁ Θεὸς τοῖς ἐπεφύλαξε μέλλον καὶ παρόν. Ἀλλὰ εἶχον καθῆκον νὰ φροντίσω περὶ τῶν νέων ἀξιωματικῶν, ἵνα κατασταθῶσι καὶ αὐτοὶ ἱκανοὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ἅτινα ὁσημέραι καθίστανται μᾶλλον ποικίλα διὰ τῆς καθ’ ἑκάστην ἀναπτυσσομένης στρατιωτικῆς ἐπιστήμης των. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας δὲν προέθετο νὰ παραγνωρίσῃ τὰς ὑπηρεσίας ἐντίμων γεγηρακότων ἀξιωματικῶν.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ φροντίσῃ περὶ διορισμοῦ ταχυτέρου τῶν διδασκάλων εἰς τὰς διαφόρους Ἐπαρχίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ περιστάσεις περιστρέφονται εἰς ἄλλα σπουδαιότερα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν δύναται νὰ γίνῃ καὶ τὸ ἄλλο.
§16Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πάντες εἴδομεν τὸ θάῤῥος καὶ τὴν προθυμίαν τῶν κληθέντων νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰς σημαίας τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπιστεύσαμεν ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτὸς θὰ ἦτο γενικός. Ἀλλὰ μανθάνω ὅτι πολλοὶ εὔποροι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἔφυγον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θέλοντες ν’ ἀποφύγωσι τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι τῆς Πατρίδος τοῖς ἐπέβαλλον. Τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλους κινδύνους εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν χαλάρωσιν ἐν γένει τῶν προσελθόντων, διότι δὲν πρέπει βεβαίως οἱ μὲν νὰ ὑπηρετῶσιν, οἱ δὲ νὰ ἐντρυφῶσι, καὶ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται «ἢ ὅλοι νὰ ἐλευθερωθῶμεν, ἢ ὅλοι νὰ χαθῆτε». Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ ληφθῶσι μέτρα ἔκτακτα, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία τροποποιεῖ τὴν ἀρχικὴν ἔννοιαν τοῦ 100 ἄρθρου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω ν’ ἀποκλεισθῶσι πάντες ἐπὶ μίαν δεκαετίαν νὰ μοὶ ἔχωσι κανὲν δικαίωμα ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἡ πρότασίς μου φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα καὶ σπουδαία καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὴν δεχθῆ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα καὶ σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ τῶν πρώτων ὀρφανῶν υἱῶν κλπ. ἀντὶ νὰ προχωρῶσιν εἰς τὰ ἐμπρὸς, ἀπωθοῦνται ὁλοὲν πρὸς τὰ ὀπίσω, ἔμαθον δὲ—διότι δὲν ἤμην ἐνταῦθα προχθὲς κατὰ τὴν συνεδρίασιν καθ’ ἣν ἐγένετο περὶ αὐτῶν λόγος—ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ζητήσαντες τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τῶν εἰρημένων νομοσχεδίων, ὑπεχώρησαν εἰς τὴν γνώμην ἄλλων, ὅτι δὲν συνᾴδει πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἡ νομοθέτησις ἀπαλλαγῶν ἐν τῇ ὑφισταμένῃ σοβαρᾷ περιστάσει, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη νομοθέτησις θέλει ἴσως γεννήσει ἀμφιβολίας περὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν στρατιωτικῶν ἐνεργειῶν καὶ θέλει παραγάγει ἀπογοητεύσεις. Ἐγὼ φρονῶ, ἐν πλήρει πεποιθήσει, τὸ ἐναντίον, ὅτι τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον μεγάλως συνᾴδει πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ἡ δὲ παράλειψις τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ δύναται νὰ γεννήσῃ παρὰ τοῖς ἁπλουστέροις ἀμφιβολίας περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ τοῦ σκοπίμου τῶν ἐνεργουμένων καὶ ἑπομένως ἀπογοητεύσεις. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον, δὲν ἀφορᾷ εἰς ἀπαλλαγὰς μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν κατὰ καιροὺς λόγῳ σωματικῆς ἀνικανότητος ἐξαιρεθέντων, ἐξ ὧν χίλιοι περίπου ἐξηρέθησαν κατὰ χάριν, ἐνῷ εἶναι ὑγιεῖς καὶ ἱκανώτατοι πρὸς στράτευσιν, καὶ γίνονται ἤδη σκάνδαλον εἰς τὸ κοινὸν, ὅπερ γνωρίζει τὴν πρὸς στράτευσιν ἱκανότητα αὐτῶν καὶ τὰ μέσα δι’ ὧν κατώρθωσαν νὰ θεωρηθῶσιν ἀνίκανοι, καὶ ἀπογοητεύουσι τοὺς ὑπηρετοῦντας στρατιώτας, οὓς χλευάζουσιν ἐκεῖνοι, οἱ κατὰ χάριν ἀπαλλαγέντες. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον, ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἀδηλώτων, τῶν ἐν τοῖς μητρῴοις μὴ ἐγγεγραμμένων, εἰς τὸ νὰ δηλωθῶσι καὶ νὰ προσέλθωσιν εἰς κατάταξιν ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας ἐπὶ ἀπειλῇ ποινῶν αὐστηρῶν, ἀνέρχονται δὲ οἱ τοιοῦτοι εἰς χιλιάδας ὅλας. Ἡ νομοθέτησις τοιούτων διατάξεων οὐ μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν θέλει αὐξήσει, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν τῶν ὑπηρετούντων θέλει ἐξαλείψει, τὴν ἐκ τῆς σκανδαλώδους τῶν εἰρημένων ἀποχῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ, καὶ προσέτι θέλει γίνει μία ἔτι ἀπόδειξις, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον σπουδαίως ἐνεργεῖ, μὴ ἀνεχόμενον τὴν τοιαύτην ὑπεκφυγὴν τῶν μὴ προθύμων εἰς τὸ πατριωτικὸν καθῆκον νέων. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπαλλαγήν, τοὐλάχιστον τῶν πρώτων ὀρφανῶν, θεωρῶ ὡς σπουδαιοτάτην ἀνάγκην καὶ ἀναπόφευκτον. Δὲν δύναται νὰ ᾖναι καλὸς στρατιώτης, δὲν δύναται ν’ ἀγωνισθῇ μετ’ αὐταπαρνήσεως ὁ συλλογιζόμενος ὅτι ἔχει ἀφήσει ἄνευ ἄρτου μητέρα γηραιὰν ἢ δύο, τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀγάμους ἀδελφάς, ἄνευ πατρός, ἄνευ προστάτου ἄλλου, καὶ ὅτι ὁ ἐν τῇ μάχῃ θάνατος αὐτοῦ θέλει ρίψει ἐκείνας εἰς ἄφευκτον ὄλεθρον, ὑλικόν τε καὶ ἠθικόν. Ὁ τοιοῦτος δὲν δύναται νὰ ᾖναι καλὸς στρατιώτης, ἡ δὲ ὕπαρξις αὐτοῦ ἐν τῷ στρατῷ οὐδόλως εἰς τὸν σκοπὸν τούτου συντελεῖ. Δύναται δέ τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι σπουδαίως δὲν σκεπτόμεθα νὰ ἀπορφανεύσωμεν καὶ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις νὰ καταστρέψωμεν ἐντελῶς τοσαύτας οἰκογενείας, διὰ νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὸν στρατὸν πεντακοσίους ἢ ἑξακοσίους κακούς, ὡς εἴρηται, στρατιώτας, οὓς δυνάμεθα πολλαπλασίως ν’ ἀναπληρώσωμεν διὰ τῶν ψευδῶς κηρυχθέντων ἀνικάνων, διὰ τῶν ἀδηλώτων καὶ τῶν φυγοστρατούντων, ἢ καὶ διὰ τῆς προσκλήσεως ἄλλων ἡλικιῶν. Ἤθελον διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συναινέσῃ, ὅπως συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρὼν, παρακαλῶ ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ, μεταβάλλουσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον συζητηθῇ αὔριον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου προετάχθησαν μόνον τὰ φορολογικὰ καὶ αἱ πιστώσεις, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς μᾶλλον ἐπείγοντα· ὥστε ἀδίκως παραπονεῖσθε. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὸ προτάξῃ πρὸ παντὸς ἄλλου, τότε μάλιστα.
§20ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 14 νὰ προταχθῇ πρὸ πάσης συζητήσεως.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§22ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη· ἐρωτήσατε τὸ ἀντίστροφον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη· ἑπομένως θέλει ἐγγραφῆ ὡς πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος. — Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§24ΡΩΜΑΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸν ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Κερκύρᾳ.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, αἱ ἁλυκαὶ τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Κερκύρας δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸ μονοπώλιον, ἀφοῦ ἡ διαχείρισις αὐτῶν γίγνεται ὑπὸ τῶν Κοινοτήτων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου, δὲν ἐκτείνεται καὶ ἐπ’ ἐκείνων τῶν ἁλυκῶν.
§26ΣΕΡΒΟΣ. Ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν αἱ διατάξεις θίγουν τὰς ἁλυκὰς Λευκάδος, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συνεισφέρῃ ποσόν τι, δὲν θὰ ἐξακολουθῇ νὰ τὸ συνεισφέρῃ.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε τὸν νόμον, ὅστις κανονίζει τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Κοινότητος Λευκάδος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, θίγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§28Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις αὗται· εἶμαι ἐκ τῶν ὠθούντων τὰς περιστάσεις αὐτάς· ἕπεται λοιπὸν, ὅτι ἐννοῶ σαφῶς τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, εἰς ἃς εὑρίσκεται τὸ Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἤθελον λάβει καθόλου τὸν λόγον κατὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ ἅλατος φόρου, ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν πάντες οἱ ἐπιβληθέντες φόροι παρουσιάσθησαν δικαιολογούμενοι ὑπὸ ἐκτάκτων ἀναγκῶν, οὐδεμία δὲ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ἐλθουσῶν μετὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας ἐσκέφθη περὶ ἐξαλείψεως τῶν τοιούτων φόρων τῆς ἀνάγκης. Βεβαίως, κύριοι, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες καυχῶνται, ὅτι οἱ ἐντολεῖς μου χαίρουν, ὅταν τοῖς ἐπιβάλλωνται φόροι, διότι τὸ τοιοῦτον ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λέγοντας τὸ τοιοῦτον καταδεικνύει ἐπιπολαίους. Ἐν τούτοις ὅταν αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦν ἐπιψήφισιν νέων φόρων, οὐδέποτε ἀρνοῦμαι τὴν ψῆφόν μου· ἑπομένως παρατηρῶ εἰς ἐκείνους ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οἵτινες ἀνῆλθον ἐπανειλημένως ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἶπον ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ ψηφίσεως φόρων, εἶναι πολὺ πρόθυμοι νὰ συντρέχωσι, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἀρνούμεθα τὸ τοιοῦτο, καὶ, ὅτι ἐκτεθέντες εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀνεγράψαμεν εἰς τὸ πρόγραμμά μας «κάτω οἱ φόροι», ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Εἶμαι ἴσως ὁ δριμύτερον παντὸς ἄλλου πολεμήσας ἐφ’ ὁλόκληρον τριετίαν τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως ἐξέθεσα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου πρόγραμμα δριμύτατον κατὰ τοῦ Ὑπουργείου· τοὺς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναγνώσωσιν, ἂν καὶ εἶναι ἐκτεταμένον, ἂν ὑπάρχῃ εἰς παράγραφόν τινα «κάτω οἱ φόροι». Κατηγορήσαμεν τὴν ψήφισιν τῶν φόρων διὰ δύο ἀφορμάς· πρῶτον, διότι ἐπεβάλλοντο εἰς τὰς τάξεις τῶν κτηματιῶν, τῶν γεωργῶν, τῶν ποιμένων καὶ τῶν βιομηχάνων, καὶ ἀπήλασσον τὰ κεφάλαια· καὶ ὁσάκις ὑπεμνήσαμεν τὴν ἐπιβολὴν τοιαύτης φορολογίας ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, μᾶς εἶπον ὅτι ζητοῦμεν πράγματα παράλογα, ὀνομάσαντος αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη τοὺς φόρους ἐπὶ κεφαλαίων σολοίκους. Ἐπολεμοῦμεν ἐπίσης τοὺς ἐπιβαλλομένους ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργείου φόρους, διότι οἱ ἐπιβάλλοντες αὐτούς, οἵτινες εἶναι βουλευταί, ὤφειλον νὰ κάμωσι καὶ χρῆσιν τούτων, οἵαν κάμνει τοῦ κυνηγίου τὸ καλῆς ἀνατροφῆς Λαγωνικὸν, καὶ οὐχὶ τὸ τῆς κακῆς ἀνατροφῆς. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ κύνες, διώκοντες τοὺς λαγωοὺς ἐν εὐρείᾳ ἐκτάσει, τοὺς συλλαμβάνουν, ἀλλὰ τοὺς κρατοῦν ἔκ τινος ἄκρου καὶ τοὺς παραδίδουσιν ἀκεραίους εἰς τὸν κύριόν των· ἀλλ’ οἱ κακῆς ἀνατροφῆς, ἀφοῦ συλλαμβάνουσι τοὺς λαγωούς, ἐκ λαιμαργίας κυριευόμενοι, τοὺς ξεσχίζουν καὶ τοὺς καθιστῶσιν ἀχρήστους διὰ τὸν κύριόν των. Τοιοῦτό τι ἔπραττεν ἡ πλειονοψηφία τῆς τὸν Φεβρουάριον διαλυθείσης Βουλῆς· τοὺς φόρους ἐσπατάλουν ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ τῶν φίλων των. Φέρω παράδειγμα τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐξωδεύθησαν 40% διὰ βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν. Καὶ εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου ἐξοδεύεται πλέον τῶν 5% διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων; Λοιπὸν αὐτὰ κατηγορήσαμεν εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ ὅσα ἐπαναλαμβάνουν σήμερον, ὅτι ἡμεῖς ἐδημοκοπήσαμεν, πλανήσαντες τοὺς συμπολίτας μας, εἶναι ψεῦδος φανερόν. Καὶ λυποῦμαι μάλιστα διότι τινὲς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, οἵτινες ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος δὲν ὑφίσταντο οὐδὲν βάρος ἐκ τῶν φόρων τούτων, ὄχι μόνον δὲν ἀπέσχον χάριν ἁβροφροσύνης εἰς τὴν ψήφισιν, ἀλλ’ ἔσπευδον νὰ φεύγωσιν ἀπὸ τὰς ἑστίας των, καθ’ ἃς ἡμέρας οἱ οἰκογενειάρχαι ἐπανέρχονται, παραμονὰς Χριστογέννων, Ἁγίου Βασιλείου, Ἀπόκρεω, διὰ νὰ ψηφίσωσι τοὺς φόρους αὐτοὺς εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων τῶν ἄλλων τμημάτων τοῦ Κράτους.
§29ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε συνδέονται μετὰ τῶν προπαρασκευῶν;
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεμάσσησα καθόλου τὸ ζήτημα τῶν προπαρασκευῶν· ὁ κ. Λομβάρδος μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ σημαία τῶν ὑποψηφίων κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Ὑπουργείου εἶχεν ἀναγεγραμμένον «προπαρασκευαί»· ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Ἡ σημαία τῶν Ὑπουργικῶν, κ. Λομβάρδε, εἶχεν ἀναγεγραμμένον «φόροι καὶ πάλιν διὰ νὰ οἰκονομήσωσιν οἱ Ὑπουργικοὶ βουλευταὶ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους των»· ἀλλ’ ὁ λαός, ὅστις οὐδόλως ἐνδιεφέρετο νὰ πληρώσῃ φόρους διὰ νὰ οἰκονομῶνται οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι τῶν βουλευτῶν, κατεξέσχισε τὴν σημαίαν αὐτὴν καὶ ἀπεσκοράκισε τοὺς ὑπ’ αὐτὴν κατατεταγμένους. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμε καὶ μίαν ἀναδρομὴν εἰς τὸ 1869, διὰ νὰ ὑβρίσῃ τὸν ἀείμνηστον Ζαΐμην. Ἐγὼ δὲ ὅστις τιμῶ τοὺς φίλους μου ὄχι μόνον ὅταν ἦναι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦναι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου, καὶ ἂν ἀκόμη μετέστησαν τῆς ζωῆς, ὀφείλω νὰ πληρώσω τὸν κ. Λομβάρδον καὶ νὰ τῷ εἴπω μεθ’ ὅλου τοῦ θάῤῥους, ὅπερ χορηγεῖ ἡ ἀλήθεια, ὅτι ὁ Ζαΐμης ἦτον ὁ εἰλικρινέστερος πατριώτης ἀπὸ ὅλους τοὺς μετὰ τὸ 1862 ἐπισήμους πολιτευομένους. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος, ἀφοῦ ἀνέδραμεν εἰς τὰ 1869, δὲν ἔκαμνεν ἀκόμη δύο βήματα ὄπισθεν ἕως τὰ 1867 νὰ μᾶς εἴπῃ διατί, ἐν ᾧ εἴχομεν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης σχεδὸν τετελεσμένον ὑπὲρ ἡμῶν, ἀφοῦ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1867 ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία εἶχον ἀποφασίσει νὰ πιέσωσι τὴν Τουρκίαν νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀφοῦ ὁ Ναπολέων τὴν 26 Ἀπριλίου τοῦ 1867 ἔλεγεν εἰς τὸν ἐν Γαλλίᾳ ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας νὰ γράψῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Μπράϊτ νὰ πιέσῃ τὴν Ὑψ. Πύλην νὰ δώσῃ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα, διατί μετέβαλε γνώμην μετὰ ἑπτὰ ἡμέρας, ἤτοι τὴν 3 τοῦ Μαΐου καὶ μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Γερμανίας ὅπου συναντήσας τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Αὐστρίας ἔπνιξε τὴν Κρήτην; Δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Λομβάρδος τίνων ἡ πολιτεία συνετέλεσεν ὥστε νὰ ὑποστῇ τοιαύτην ζημίαν ἡ Ἑλλάς; Ὁ κ. Λομβάρδος γνωρίζει τοῦτο καλῶς, διότι ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ φίλος του κ. Τρικούπης τῶν Ἐξωτερικῶν. Λοιπόν, κύριε Λομβάρδε, ὅταν κάμνετε ἀναδρομὰς, πρέπει νὰ ἔχητε πολλὴν προσοχὴν μήπως ἴδετε τὰς ἰδικάς σας ἁμαρτίας. Τίς, κ. Λομβάρδε, ἄλλος ἀπὸ σὲ, ἐκτὸς τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἐδιοίκησε τὴν Ἑλλάδα πλειότερον ἀπὸ τὸ 1865; Τὸ 1865 εἶσθε Ὑπουργὸς, τὸ 1866 ἐπίσης, τὸ 1867 ὡσαύτως, τὸ 1871 Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ 1875 Ὑπουργὸς, ὁμοίως τὸ 1880 καὶ 1882–1885, καὶ ἔρχεσθε νὰ κατηγορήσητε ἄλλους διὰ τὴν κακὴν ἀπὸ τότε διοίκησιν τοῦ Ἔθνους; Τίς σᾶς ὤθησε νὰ κάμητε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τὸ κατηγορητήριόν σας; (ΖΕΡΒΟΣ. Ἀπασχολεῖ τὸν κ. Πρωθυπουργόν).
§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Ζερβὲ, μὴ ἀπασχολεῖτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἰς αὐτὸν μᾶλλον ἀποτείνονται οἱ λόγοι μου, καθόσον ἂν δὲν δεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν τροπολογίαν μου, αὐτὴ ἀποῤῥίπτεται καὶ πρόκειται, κ. Ζερβὲ, περὶ τοῦ φόρου τοῦ ἅλατος, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν ἐξ ἴσου πάντες οἱ ζῶντες χωρὶς διάκρισιν φύλου ἡλικίας ἢ τάξεως, φθάνει μόνον νὰ ἔχωσι πέντε μηνῶν ἡλικίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς μὴ ἀκριβῆ πληροφορίαν περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος· εἶπεν ὅτι καὶ εἴκοσι λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐὰν γίνῃ ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος, πάλιν τὸ ἅλας θὰ τὸ πληρώνωσιν ἐν Ἑλλάδι εὐθηνότερον παρ’ ὅσον τὸ πληρώνουσι τώρα. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἅλας ἐπωλήθη καὶ 40 καὶ 60 καὶ καὶ 70 λεπτὰ, ἀλλὰ εἰς δύο περιστάσεις· ἡ πρώτη περίστασις εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἅλατος, ἕνεκα τῶν ἀτμοσφαιρικῶν ἀνωμαλιῶν κατὰ τὸν Αὔγουστον· διότι, ἂν κατὰ τοὺς μῆνας αὐτὸν καὶ τὸν Σεπτέμβριον ἐπέλθωσι βροχαὶ, ἡ πῆξις τοῦ ἅλατος εἶναι ἀτυχὴς καὶ τὸ ἐξαχθησόμενον ποσὸν ἠλαττωμένον, ἐὰν δὲ εἶναι ξηρασία, τὸ ἅλας εἶναι ἀφθονώτερον. Τινὲς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν αὐτὴν καὶ ἐπώλησαν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τὸ περισσεῦον τῆς προηγουμένης ἐσοδείας ἅλας, καὶ ἀποτυχούσης τῆς νέας κατὰ τὴν πῆξιν, εὑρέθησαν τὸν Μάϊον αἱ κεντρικαὶ ἀποθῆκαι τοῦ Κράτους κεναί, καὶ τὸ ἅλας κατέστη σπάνιον, καὶ τότε εἰς τὰ ἀπώτερα καὶ μεσόγεια μέρη, ὅπου συνήθως εἶναι καὶ ἡ περισσοτέρα τυροποιΐα, ἀνεβιβάσθη ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος εἰς τιμὴν ὑπερβολικήν· τώρα προκειμένου νὰ διαθέσωμεν τὸ ἅλας δι’ ἐργολαβίας κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως δὲν ἐπαπειλούμεθα ἀπὸ τὴν τοιαύτην ὑπερτίμησιν. Δεύτερος λόγος τῆς ἀλλοκότου ὑπερτιμήσεως τοῦ ἅλατος εἶναι καὶ ἡ κακοήθεια τῶν καταχραστῶν ἀποθηκαρίων, οἵτινες εὐθὺς ὅπου παραλάβωσι τὸ ἀποστελλόμενον ἀπὸ τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας ἅλας, τὸ πωλοῦσιν ἀμέσως εἰς τοὺς μεταπράτας, οἵτινες, μὴ ἐχουσῶν τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν, ὑπερτιμῶσιν ἐφ’ ὅσον εὑρίσκουσι τὸ ἅλας· ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος οὗτος ἀποσοβεῖται διὰ τῆς μετὰ τῶν ἐργολάβων συμβάσεως. Ἐὰν λοιπὸν αὐταὶ αἱ δύο περιστάσεις δὲν συμβαίνωσι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος ἓν μέγα ποσὸν, καὶ δὲν δύναται νὰ φθάσῃ πλέον τῶν 30 λεπτῶν καὶ εἰς τὰ ἀπώτερα μέρη, ὁποῖα εἶναι ἡ Εὐρυτανία καὶ ἡ πατρὶς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ Γορτυνία, ὅπου καὶ νῦν πληρώνουν τὸ ἅλας 30 περίπου λεπτὰ, καὶ μετὰ τὴν ἀνατίμησιν εἰς 20 λεπτὰ, θὰ τὸ ἀγοράζωσι πάλιν 25–27 λεπτὰ· ἀλλ’ εἰς ὅλα ἄλλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος δὲν τιμᾶται τὸ ἅλας πλέον τῶν 15–20 λεπτῶν. Εἰς τὴν πατρίδα μου, ἥτις ἀφίσταται τῆς θαλάσσης 9 καὶ 13 ὥρας, ποτὲ δὲν ἐπωλήθη τὸ ἅλας πλέον τῶν 17½ λεπτῶν, ἐὰν δὲν συνέβη κατάχρησις ἐν τῇ ἐν Καλάμαις ἀποθήκῃ τοῦ Δημοσίου. Ἐννοῶ ὅτι διὰ τοῦ Νόμου τούτου οἱ ἐν Γορτυνίᾳ καὶ Εὐρυτανίᾳ ἢ καὶ μιᾷ ἢ δύο ἄλλαις ἐπαρχίαις θὰ φάγουν τὸ ἅλας εὐθηνότερον, διότι θὰ ἔχῃ εἰς τὰς πρωτευούσας των ἀποθήκην ὅπου θὰ πωλεῖται 20 μόνον λεπτά· ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν δι’ αὐτὰ τὰ 3 ἢ 4 σημεῖα τῆς Ἑλλάδος νὰ ὑποστῶσι φόρον βαρὺν ὅλα τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς Ἑλλάδος; Κατὰ συνέπειαν ἐννοῶ, ὅτι τὰ 5 λεπτὰ νὰ τὰ πληρώσωμεν, ἀλλὰ διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ παρατείνω εἰς ἓν ἔτος, διότι πιστεύω, ὅτι πλέον τοῦ ἔτους δὲν θὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, ἢ καὶ ἂν παραταθῇ θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ Βουλὴ καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παράτασιν. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν, ἣν ἔκαμε συνάδελφος, ὅστις ἔχει καὶ τίτλον εὐγενείας, καίτοι, ἀφοῦ αἱ Συνελεύσεις ἀπὸ τοῦ 1827 δὲν ἐπέτρεψαν τίτλους εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι ἐδημιουργήθησαν εἰς τοὺς ἀμαθεῖς καὶ σκοτεινοὺς αἰῶνας, δὲν ἔχομεν οὔτε κόμητας, οὔτε μαρκησίους, οὔτε δοῦκας, οὔτε πρίγκηπας. Ἡ βασίλισσα Ἀμαλία ἠθέλησε πρώτη ν’ ἀπονείμῃ τίτλους εἰς τοὺς αὐλικούς της, ἀλλὰ τυχαία φράσις, λεχθεῖσα τὸ 1838 εἰς Βόνιτσαν ἀπὸ τὸν ἀόμματον προεστὸν Χαροκόπον, τῇ ἔδωκε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ ἀξίωσίς της ἐν Ἑλλάδι ἦτο γελοία. Ἀπὸ τότε δεύτερος ὁ κ. Τρικούπης ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ διάκρισιν εὐγενείας· ὠνόμασε λοιπὸν μερικοὺς συναδέλφους μας ἐπιφανεῖς. Ὁ δὲ κ. Δηλιγιάννης, ἵνα μὴ καθυστερήσῃ τοῦ προκατόχου του, ἀπένειμε τὸν τίτλον τοῦ διαπρεποῦς. Τώρα, τίς τῶν τίτλων τούτων εἶνε ἀνώτερος, ἂς τὸν λύσουν μεταξύ των. Λοιπὸν τῶν συναδέλφων τις, ἀνήκων εἰς τὰς ῥηθείσας τάξεις τῆς Ἑλληνικῆς Ἀριστοκρατίας, εἶπε προχθὲς, δικαιολογῶν τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Ὑπουργῶν περὶ αὐξήσεως φόρων, ὅτι κατά τι ἄρθρον τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἀφοῦ φέρομεν αὔξησιν δαπάνης, ὀφείλομεν νὰ παρουσιάσωμεν καὶ αὔξησιν πόρων. Ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἀπὸ τὸ 1862 ποία Κυβέρνησις ἐφήρμοσεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον; ὅλαι ἀνεξαιρέτως τὸ ἐλησμόνησαν. Καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκθάψωμεν τώρα, διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἅλατος; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον εἶνε ὀρθὸν καὶ ἀληθές. Ἀποστρεφόμενος πρὸς τοὺς ἀντιτάσσοντας διὰ τροπολογιῶν πρὸς περιορισμὸν τῆς φορολογικῆς δυνάμεως τῶν νομοσχεδίων του, μᾶς εἶπεν: ἀφοῦ τινες ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους καὶ εὗρον τὸ Ταμεῖον εἰς ἣν κατάστασιν γνωρίζομεν ὅλοι, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κόψουν τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν πέτραν; Ὀρθότατα καὶ ἀληθέστατα εἶπεν· ἀλλ’ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τῷ λέγω καὶ ἐγὼ, ἐπειδὴ εἶνε εἷς τῶν ὀλιγίστων ἐπιζώντων πολιτευτῶν, οἵτινες προπαρεσκευάσθησαν διὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ γνωρίζουν καλῶς τὴν ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους των, καὶ γνωρίζουν ἐκ τούτου, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶνε ὑπεύθυνοι συντάκται τῶν ἀτυχιῶν ὄχι οἱ παρασκευάσαντες τὰ ἀτυχήματα, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καθ’ ὃν χρόνον συνέβησαν τὰ ἀτυχήματα αὐτὰ, ἂν καὶ πολλάκις κατέβαλον ὑπερανθρώπους προσπαθείας νὰ ἀποσοβήσωσι τὰ ἀτυχήματα—καὶ τὸ ἀτυχέστερον παρουσιάζονται ἐλεγκταὶ κατήγοροί των οἱ ἐργάται τῶν ἀφορμῶν τῶν ἀτυχημάτων· ὅπως ἔπαθον τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1843 ὁ Χριστίδης καὶ Ράλλης ὑπὸ τῶν ἀπὸ τὸ 1837–1840 διοικησάντων φατριαστικῶς Ναπαίων, τῶν ὁποίων τὰ ἀδικήματα εἰργάζοντο δραστηρίως νὰ ἐπανορθώσωσιν οἱ ῥηθέντες δύο Ὑπουργοί· τὸ αὐτὸ ἔπαθεν ὁ Χριστίδης καὶ Σῖμος τὸ 1862 ἀπὸ τοὺς ἀπὸ τὰ 1856–1860 διοικήσαντας ὄχι σωφρόνως τὸ Ἔθνος καὶ προπαρασκευάσαντας τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Ὀκτωβρίου, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδαμῶς ἦσαν ὑπεύθυνοι οἱ διαληφθέντες δύο πολιτικοί—ὁ κ. Δηλιγιάννης ὤφειλε νὰ εἰξεύρῃ, ὅτι ὁ πολιτικὸς, ὅταν ἀναλαμβάνῃ μίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἂν δυνηθῇ νὰ τὴν διεξέλθῃ ἐπιτυχῶς δοξάζεται· ἀλλ’ ἅμα ἀποτύχῃ, ὅσον καὶ ἂν ὑπηρετήσῃ πιστῶς, ὅσον καὶ ἂν κοπιάσῃ, ὅλοι θὰ τὸν ὑβρίσουν. Φέρω παράδειγμα πρόχειρον. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ναυπλίου ἐγέννησε τὴν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1862, καὶ αὕτη ἐγέννησε τὴν τότε Συνέλευσιν. Καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐγκονὴ αὕτη ἀπεκήρυξε τὴν μάμην της ἐπανάστασιν τοῦ Ναυπλίου ὡς ἀνταρσίαν, καὶ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἐπιβεβαιοῖ ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὅστις ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἂν ἐνίκων οἱ ἐπαναστάται τοῦ Ναυπλίου, θὰ ἦσαν ἔνδοξοι· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνικήθησαν, ἔγιναν ἀντάρται. Λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐγνώριζε ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Ταμείου, ὅταν παρελάμβανε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνετρύφησαν ἐπὶ τρία ἔτη μὲ τοὺς βαρεῖς φόρους καὶ τὰ πολυτάλαντα δάνεια, διὰ νὰ ὑποφέρωσι καὶ αὐτῶν τῶν μηνῶν τὴν στέρησιν. Διὰ τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων εὐθύνεται ὁ κ. Δηλιγιάννης κατὰ πρῶτον λόγον, διότι περιῆλθε πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ Ἀπριλίου, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐγώ, διότι καὶ ἐγὼ περιῆλθον ἄλλα μέρη, ἐνῷ οἱ λοιποὶ συνεργάται μας περιωρίσθησαν εἰς μόνας τὰς Ἐπαρχίας των. Ἡμεῖς λοιπὸν ἐσπείραμεν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ὅτι θὰ ἐλαττώσωμεν τὰ βάρη. Τώρα τὶ θὰ εἴπωμεν; ὅτι εὕρομεν τὸ Ταμεῖον κενόν. Δὲν τὸ εἰξεύρατε; Θὰ μᾶς ἀπαντήσουν. Διατί τὸ ἐδέχεσθε; Ἀφοῦ κατηγγείλαμεν τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τοῦ καπνοῦ, νὰ δικαιολογῶμεν τὸν διπλασιασμὸν σήμερον τοῦ φόρου τοῦ ἅλατος! Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις, θὰ δικαιολογηθῶμεν, ἀλλ’ ἐὰν καταστήσωμεν τὸν φόρον πάγιον, πῶς θὰ δικαιολογηθῶμεν; Λοιπὸν ἐγὼ εἶχον διαγνώσει καλλίτερα ἐκ τῶν συμπολεμούντων μεθ’ ἡμῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἐγὼ μόνος εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ λέγω, ἂς κάμῃ ὁ κ. Τρικούπης τὰς ἐκλογὰς διὰ νὰ καταπέσῃ χειρότερα παρὰ ἐὰν τὰς κάμωμεν ἡμεῖς, καὶ οὐδεὶς μὲ ἐπίστευεν ἀλλ’ ἀμφέβαλλον· καὶ πρὸς τοῦτο φέρω ὅλους τοὺς τότε συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μάρτυρας. Καὶ διατί; διότι διέγνωσα πόσον ὁ κόσμος ἀνεπτύχθη καὶ ἐμελέτησε μόνος του τὴν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν φόρων διαγωγὴν τῶν κυβερνώντων· δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τῷ παραστήσωμεν ἡμεῖς τὴν διοίκησιν ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν διατί ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ λάβῃ τὴν Ἐξουσίαν; ἢ νομίζει, ὅτι ἂν εἶχε τὸ Ταμεῖον χρήματα, ὅτι ἤθελε τῷ παραδώσει ὁ κ. Τρικούπης τὴν Ἐξουσίαν; καθόλου. Ὁ Γεώργιος δεκάκις ἤθελε δώσει εἰς αὐτὸν τὴν διάλυσιν, ἀφοῦ τὸν εἶχον καταπείσει, ὅτι εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Τρικούπη εὗρε τὸν Βίσμαρκ τῆς Ἀνατολῆς (ἱλαρότης). Καὶ ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐδικαιολογεῖτο ἄριστα ὕστερον ἀπὸ τὰ συμβάντα τοῦ Φεβρουαρίου, ὅτε ἡ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους πλειοψηφία ὑπέδειξεν, ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ ἡ διοίκησις ἐκείνη, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἀπήντησε διὰ ῥαπίσματος ἀλγεινοῦ. Λοιπὸν δὲν ἔχει τώρα δίκαιον νὰ παραπονῆται καθ’ ἡμῶν, οἵτινες δὲν εἴμεθα πρόθυμοι εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων. Βεβαίως πρέπει νὰ εὕρωσι τὰ χρήματα καὶ ἀπὸ τὴν πέτραν, ἀφοῦ δὲν ἀφῆκε τοὺς αἰτίους τῆς ἀχρηματίας νὰ τζακίσωσι τὸ κεφάλι των ἀπὸ τὴν πέτραν, καὶ ὄχι ἡμεῖς νὰ σπάσωμεν τὸ κεφάλι μας ἀπὸ τὴν πέτραν. Ἐν τούτοις, κύριοι, μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς πικρὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως εἶδον μίαν μεταβολήν, ἡ ὁποία μὲ εὐχαρίστησε πολύ. Ὁ μακαρίτης Ὄθων, ὅταν ὥρκιζε τοὺς Ὑπουργούς του—διότι ἐκεῖνος διώριζεν Ὑπουργοὺς, δὲν ἔκαμεν Ὑπουργεῖα – τοῖς ἔλεγε: πρὸς τὴν Πολιτείαν νὰ εἶσθε προσεκτικοὶ, ἱκανοὶ καὶ νὰ προσέχετε μήπως διὰ τῶν νομοθετημάτων σας βαρύνετε τὸν λαόν μου, εἰς ἐμὲ δὲ νὰ ἦσθε ἀφωσιωμένοι· ἐγὼ δὲ διὰ τὰς ὑπηρεσίας σας αὐτὰς ὑπόσχομαι μὲ θυσίαν τοῦ θρόνου μου νὰ ἔχητε πάντοτε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς». Αὐτὸ τὸ παράγγελμα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν των οἱ τότε Ὑπουργοὶ ἐδέχοντο τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, καὶ πρὸ πάντων τῶν φορολογικῶν, μήτι δι’ αὐτῶν βαρύνωσι τὸν λαόν. Ἀλλ’ οἱ ἀπὸ τὸ 1865 Ὑπουργοὶ, ὡς ἐὰν τὰ νομοθετήματά των ἀποῤῥέουν ἐκ πνεύματος ἁγίου, οὐδεμίαν δέχονται τροπολογίαν, διότι δὲν ἔχουν νὰ δώσωσιν εὐθύνην εἰς κανένα, φορτώνοντες αὐτὴν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῶν βουλευτῶν· καὶ ἄν ποτε ὑπεχώρησε κανεὶς Ὑπουργὸς, τοῦτο τὸ ἔκαμνε διὰ νὰ περιποιηθῇ τὴν φιλαυτίαν φίλου του τινὸς, ὡς ὁ κ. Τρικούπης ὑπεχώρησεν εἰς τὸν νόμον περὶ καταλυμάτων, διὰ νὰ περιποιηθῇ τὴν φιλαυτίαν τοῦ φίλου του κ. Στεφανοπούλου. Εἶπον ὅμως, ὅτι μὲ πολλήν μου εὐχαρίστησιν καὶ μὲ χαρὰν εἶδον, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδέχθη προχθὲς μίαν τροπολογίαν δικαιολογημένην βουλευτῶν ἐπὶ ἑτέρου φορολογικοῦ ζητήματος, καὶ πιστεύω, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας διαθέσεις καὶ τὰς ἰδίας ἀρχὰς καὶ διὰ τοῦτο δικαιολογοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι θέλει δεχθῆ καὶ τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι τὰ μάλιστα δικαιολογημένη, ὥστε ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ διατηρηθῇ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον προτείνει· μετὰ ἓν δὲ ἔτος εἴτε αὐτὸς εἶνε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε ἄλλος, ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ Βουλή, καὶ ἐν ἀνάγκῃ τὸν παρατείνει πάλιν. Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶναι ἀνάγκη, διατί νὰ τὸν κάμωμεν πάγιον καὶ νὰ ἔχωμεν τὰς κατάρας τοῦ Ἔθνους, ἐπιβάλλοντες τόσον βαρὺν φόρον ἐπὶ τοῦ ἅλατος;
§32ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀνάγονται ἐδῶ· ἡ μία εἶναι τῶν κυρίων Τσέλιου καὶ Καραπάνου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις εἰδικῆς ἁλαταποθήκης καὶ εἰς Κωμοπόλεις ἐχούσας ἔλαττον τῶν 3,000 πληθυσμὸν, ἐὰν παρίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη». Ἡ ἑτέρα εἶναι τοῦ κ. Παπαδοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις εἰδικῆς ἁλαταποθήκης καὶ εἰς Κωμοπόλεις ἢ εἰς ἕδρας Δήμων μὲ πληθυσμὸν ἄνω τῶν δύο χιλιάδων καὶ ἀπεχόντων περιπλέον τῶν πέντε ὡρῶν τῆς Πρωτευούσης τῶν Ἐπαρχιῶν». Αὐταὶ αἱ δύο τροπολογίαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ 2 ἄρθρον.
§34ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν σύστημα λειτουργοῦν πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα. Κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἀποθῆκαι ἢ αἱ γενικαί, καὶ ἐκεῖ ἔπρεπεν οἱ θέλοντες ἅλας νὰ ἀγοράσωσιν αὐτό· καὶ ἠγόραζον μὲν οἱ καταναλωταὶ οἱ περίοικοι, οἵτινες ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀποθήκας ἔφερον αὐτὸ εἰς τὰς ἑστίας των· ἀλλ’ οἱ ἀπωτέρω κατοικοῦντες δὲν ἠδύναντο νὰ ἀγοράσωσι τὸ ἅλας ἐκ τῶν ἀποθηκῶν, ἔπρεπε δὲ νὰ ἀναμένωσι νὰ ἀγοράζῃ αὐτὸ τὸ ἐμπόριον, νὰ τὸ μεταφέρῃ ἰδίαις δαπάναις εἰς τὰς κατοικίας των, καὶ ἐκ τοῦ ἐμπορίου νὰ προμηθεύωνται αὐτό. Ἐντεῦθεν ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος, εἴτε διότι ἐν τῷ ἐμπορίῳ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀναγκαῖος συναγωνισμός, εἴτε διὰ ποικίλους ἄλλους λόγους, εἰς τὰς περιφερείας, αἵτινες ἔκειντο μακρὰν τῶν ἀποθηκῶν, ἦτο πολὺ μεγάλη· ᾐσθάνετο δὲ τὸ ὑπέρογκον τῆς τιμῆς οὐχὶ μόνον ἡ συνήθης τῶν καταναλωτῶν τάξις, ἀλλὰ καὶ αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες πλέον τοῦ συνήθους εἶχον ἀνάγκην τοῦ ἅλατος. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν σύστημα καὶ μὴ ἀφήσωμεν πλέον εἰς τὸ ἐμπόριον τὴν φροντίδα τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀποθήκας εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας, ἀλλὰ νὰ λάβῃ αὐτὴν ἡ διοίκησις τοῦ μονοπωλίου, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ ἐργολάβων. Ἀντὶ δὲ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπέλθει εἰς τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς μεταβολῆς ταύτης, ὑπελογίσθη, ὅτι ἔπρεπεν ἡ τιμὴ τῶν δεκαλέπτων, ἥτις εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ μονοπωλίου, νὰ αὐξηθῇ κατά τινα λεπτά· ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προστεθῇ διὰ τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα εἰς τὴν τιμὴν τοῦ μονοπωλίου, μικρὸν διέφερε τῶν 5 λεπτῶν, ηὐξήθη ἡ τιμὴ τοῦ μονοπωλίου εἰς 15 λεπτά. Ὁ προσδιορισμὸς λοιπὸν τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς 15 λεπτὰ δὲν περιλαμβάνει προσθήκην, ἑπομένως φορολογίαν, ἀλλὰ περιλαμβάνει κατὰ τὰ ⅔ ἢ τὰ ¾ ἀποζημίωσιν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον θέλει καταβάλει. Ἡ προσθήκη δέ, ἡ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων γενομένη, περιλαμβάνεται ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ καὶ εἶναι ἡ ἐκ 5 λεπτῶν. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐφάνη, ὅτι αἱ παραστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν τολμῶ νὰ ἀποδώσω ἰδιότητά τινα, διότι ἐνδέχεται νὰ κινήσω εἴτε τὴν ὀργὴν, εἴτε τὴν δυσμένειάν του πρὸς με, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως ὑπομιμνήσκω, ὅτι ἐγὼ δὲν διανέμω οὔτε ἰδιότητας, οὔτε βαθμούς· διὰ τοῦτο λέγω μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ἐκείνη τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Δωρίδος δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ λόγων ἰσχυρῶν. Εἶναι τῷ ὄντι συμβουλὴ ἀξία μελέτης ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος: «μὴ ἐπιβαρύνετε τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, διότι ἐπιβαρύνετε τὸν λαόν, αὐξάνετε τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ πορισθῆτε, ὅσα ἠδύνασθε νὰ πορισθῆτε ἐκ τῆς προσθήκης τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος, πορισθῆτε αὐτὸ διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων. Πολλάκις ἤκουσα διαφόρους συναδέλφους συμβουλεύοντας ἀπὸ τοῦ βήματος εἴτε τὴν ἐνοικίασιν τῶν τελωνείων, εἴτε συνδυασμοὺς ποικίλους, μεταβάλλοντας τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ διοίκησις τῶν Οἰκονομικῶν διαχειρίζεται τὰ διάφορα ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅλος οὗτος εἶναι κενὸς λόγος, καθ’ ἃ λέγει ὁ κόσμος, δὲν γνωρίζω ὅμως ἐὰν οἱ συμβουλεύοντες ἢ συμβουλεύσαντες ἐσταμάτησαν ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, ἂν ἠρεύνησαν τὴν ἐφαρμογὴν, ἂν ἐπείσθησαν ὅτι παραπλήσιον μέτρον ἠδύνατο νὰ εἰσάγῃ πλοῦτον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον περισσότερον ἀφ’ ὅσον εἰσάγει τὸ ὑπάρχον σύστημα, χωρὶς νὰ φέρῃ τὸν κλονισμὸν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὑποταγὴν αὐτοῦ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐργολάβων. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τῶν ἐνδείξεων τούτων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Δωρίδος, διότι δὲν μὲ καλεῖ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν διστάζω, καὶ ἄνευ ἀνάγκης νὰ τὴν ἐκφράσω, ὅτι ὁσάκις ἔψαυσα τὴν γνώμην τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, ἐπέρανα πάντοτε τὴν μελέτην πορισθεὶς τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς γνώμης ταύτης. Ἀλλ’ ὁ φίλος μου κ. Δημητρακάκης εὗρε τρόπον συμβιβασμοῦ. Μοὶ εἶπεν: εἶναι ἔκτακτοι αἱ περιστάσεις, δεχόμεθα τὴν προσθήκην τῶν 5 λεπτῶν, ἀλλὰ προσδιόρισον τὴν διάρκειαν καὶ προσδιόρισον αὐτὴν ἐπὶ ἓν ἔτος· μετὰ τὸ ἔτος ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι πάλιν παροῦσα, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη, ἡ τότε Κυβέρνησις ἂς προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως. Δὲν γνωρίζω πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος οἰκοδομεῖ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν διὰ τῶν νέων φόρων ἢ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν παλαιῶν· ἀλλ’ ἡ διὰ τῶν νέων φόρων ἢ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν λειτουργούντων φόρων ἐπιζητουμένη αὔξησις τῶν ἐσόδων προώρισται ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἄλλους οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, εἴτε διὰ νὰ βελτιώσωμεν, εἴτε διὰ νὰ καταστήσωμεν ἱκανὴν τὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἐὰν δὲ τοιοῦτον ἐνδεχόμενον νὰ λάβῃ προορισμὸν ἡ προτεινομένη αὔξησις τῶν ἐσόδων διὰ τῶν νέων φόρων ἢ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν λειτουργούντων, καθίσταται ἄχρηστος, μεταβάλλεται εἰς τυχαῖον καὶ παροδικὸν ἔσοδον, ἡ πρόσοδος τῶν 500 ἢ 700 χιλιάδων δραχμῶν, μηδαμῶς συντελοῦσα εἰς ἄλλο ἢ ὅτι παρέχει εἰς τὸ Ταμεῖον 500 ἢ 700 χιλιάδας δραχμῶν ἐφ’ ἅπαξ. Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ἀληθὴς ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον προβλέπει ὁ κ. Δημητρακάκης, δηλαδὴ ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι κατὰ τὰ μέσα ἢ τὰ τέλη τοῦ 1886 δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαία ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν προσδοκῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 5 λεπτῶν, μήπως δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀρκοῦσα ἡ ἐγγύησις τῆς παρουσίας τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους; Μήπως ἤθελεν εἶσθαι τότε ὑποδεέστερον τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐλαφρώσωσι τὸν λαὸν ἀπὸ ἓν βάρος μὴ ἀναγκαῖον; Διὰ τοῦτο λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ ἔτι μᾶλλον λυποῦμαι, διότι ἐν ᾧ προσήκει ἐμοὶ ἡ διάθεσις νὰ ἐγκαταλίπω τὴν γνώμην μου πρὸ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν διαθέσεων τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ διαδηλώσω τὴν διάθεσιν ταύτην. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὁμιλῶν περὶ ἅλατος, ἐξέδραμεν εἰς τὴν πολιτικήν. Νομίζω, ὅτι θέλει συναινέσει νὰ μὴ εἰσέλθω τοὐλάχιστον σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Μακρὸς χρόνος τεσσάρων περίπου δεκαετηρίδων μὲ συνέδεσε μὲ τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος· ἀπειράκις ἔλαβον τρανὰς ἀποδείξεις τοῦ πατριωτισμοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς ὀρθοφροσύνης του καὶ ἡ ἐπὶ τὸν πατριωτισμόν του πεποίθησίς μου ὑφίσταται εἰσέτι, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐρειδόμενος ἐξέφερον τὴν προσδοκίαν, ὅτι θὰ συναινέσῃ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐὰν εἰσηρχόμεθα εἰς αὐτὴν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελε πεισθῆ, ὅτι εἶναι ἄδικος, καὶ διότι μὲ ἐπέκρινεν ὡς ἀποδεξάμενον τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ ἔαρος τούτου ἐκλήθην πρὸς τοῦτο, ἢ δι’ ἄλλην τινὰ ἔμμεσον ἐπίκρισιν, τὴν ὁποίαν μετὰ μεγάλης ἐπιτηδειότητος ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὸν νὰ ἐκφέρῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, εἶπον πολλὰ καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐξήντλησα πᾶσαν τὴν ὕλην· ἤλπιζον δὲ, ὅτι δὲν ἤθελε μοὶ καταστῆ ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπ’ αὐτοῦ. Αἱ προταθεῖσαι δύο τροπολογίαι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ δώσω διασαφήσεις τινὰς εἰς τοὺς ὑποβαλόντας αὐτάς. Τὸ κείμενον τῆς διατάξεως τοῦ 1 ἄρθρου δὲν ἀποκλείει τὴν ἔννοιαν οὐδὲ τῆς μιᾶς, οὐδὲ τῆς ἑτέρας τῶν τροπολογιῶν τούτων, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἔννοιαν αὐτῶν ὑποχρεωτικήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ ἀσχοληθῇ διὰ νὰ προσδιορίσῃ εἴτε εἰδικῶς καὶ ὀνομαστικῶς εἰς ποίας πόλεις καὶ εἰς ποίας κώμας πρέπει νὰ συστηθῶσιν εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, εἴτε διὰ γενικοῦ χαρακτηρισμοῦ, ἢ δι’ ἀναγραφῆς κατηγοριῶν, κατὰ ποίας ἀποστάσεις πρέπει νὰ ἀπέχῃ ἡ μία εἰδικὴ ἁλαταποθήκη τῆς ἄλλης, ἐπὶ ποίου ποσοῦ πληθυσμοῦ πρέπει νὰ συνιστῶνται, νομίζω ὅτι θέλει τραπῆ εἰς μελέτας, αἱ ὁποῖαι ἁρμόζουσι μᾶλλον εἰς τὴν Διοίκησιν παρὰ εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, εἰς μελέτην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἤθελεν ἐξέλθει, ἐρευνῶσα τὰ τῶν μικρῶν τοπικῶν συμφερόντων καὶ εἰσδύουσα εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ποικιλίας τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων. Τὸ ἔργον ἁρμόζει μᾶλλον εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ 1 ἄρθρον ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον νὰ φροντίσῃ, ἵνα τοὐλάχιστον μία εἰδικὴ ἀποθήκη συστηθῇ ἐν ἑκάστῃ Ἐπαρχίᾳ, ἀλλ’ ἐνέδειξεν εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ ὅρου τοὐλάχιστον ὅτι, ἐὰν δύναται, πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ συστηθῶσι καὶ μίαν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἀποθῆκαι ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας οὐχὶ μόνη ἡ ἀπόστασις, οὐχὶ μόνος ὁ πληθυσμὸς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπασχόλησις τῶν κατοίκων ἐπιβάλλει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς προβαλόντας τὰς τροπολογίας νὰ μὴ ἐπιμείνωσι διὰ νὰ τεθῶσιν αὗται εἰς ψηφοφορίαν. Ἐγὼ αὐτὸς, συζητῶν περὶ τῶν βάσεων μετὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ συνεννόησίς τις μετὰ τοῦ ἐργολάβου, ἐγὼ αὐτὸς ἔθηκα προσδιορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς κανονισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συστηθησομένων ἀποθηκῶν καὶ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ αὗται ἔπρεπε νὰ συστηθῶσι, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐπείσθην, ἀφοῦ ἔθηκα τοὺς προσδιορισμοὺς τούτους, ὅτι οἱ προσδιορισμοί μου ἦσαν ἀτελεῖς καὶ ὅτι ἦσαν δεκτικοὶ συμπληρώσεως καὶ βελτιώσεως, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου πλήρης ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα αὐτὴ ἀσχοληθῇ καὶ φροντίσῃ περὶ τῆς ὅσον οἷόν τε πληρεστέρας θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων περιφερειῶν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑποβαλόντες τὰς τροπολογίας ἐπιμένουσι;
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κύριος Καραπάνος τὴν ἀποσύρει.
§38ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Ἐγὼ ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1 ἄρθρον τὴν ἀποσύρω· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ 9 ἄρθρον, ἐὰν μάλιστα καὶ τῶν συναδέλφων τινὲς συμφωνήσωσι νὰ μὲ ὑποστηρίξωσιν, ἐπιμένω.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαδόπουλος παραιτεῖται;
§40ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Παπαδοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ἤδη τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§42ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶμαι, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῶν μονοπωλίων, εἶμαι ὅμως κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, ὅπως ὀργανίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν εἶμαι κατὰ τῶν μονοπωλίων, διότι, καίτοι ταῦτα προσκρούουσιν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, καίτοι ζημιοῦσιν ἰδιωτικὰ συμφέροντα, φρονῶ ὅτι ὁσάκις, χωρὶς νὰ βλάπτωσι τὴν ἀληθῆ παραγωγὴν τῆς χώρας, ἐξασφαλίζουσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου πρόσοδον πολὺ σπουδαιοτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει ὁ ἁπλοῦς φόρος, πρέπει νὰ εἰσάγωνται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Εἶπον, ὅταν δὲν βλάπτωσι τὴν ἀληθῆ παραγωγὴν τῆς χώρας, διότι, νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ μονοπωλίων καὶ αὐξήσεως δι’ αὐτῶν σπουδαίως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει νὰ θέτωμεν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ τὴν παραγωγὴν ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, τὴν παραγωγὴν ἐκ τῆς βιομηχανίας, πρὸς τὴν παραγωγὴν ἐκ τοῦ ἐμπορίου, δηλαδὴ πρὸς τὴν παραγωγὴν, ἥτις ἄλλο δὲν πράττει ἢ ἁπλῶς νὰ μεταφέρῃ τὰ προϊόντα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον καὶ πωλῇ αὐτά. Βεβαίως εἶναι ἄξιον πολλοῦ σεβασμοῦ καὶ προστασίας τὸ ἐπιτήδευμα καὶ ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει οὔτε τὴν οἰκονομικὴν σημασίαν, οὔτε τὴν Ἐθνικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία. Ἐνῷ ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς καὶ ἡ βιομηχανία προσπορίζουσιν ἡμῖν τὰ προϊόντα, ἅπερ μᾶς ἀπαλλάττουν τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν ἔξωθεν, ἑπομένως τῆς ἐξαγωγῆς χρημάτων καὶ κεφαλαίων ἀκόμη, ὁσάκις δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς τοῦτο ἡ καθαρὰ Ἐθνικὴ πρόσοδος, ἐνῷ παράγουν πάντα ἐκεῖνα τὰ προϊόντα, ἅπερ ἐξάγομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ δι’ ὧν πλουτοῦμεν, τὸ ἐμπόριον οὐδὲν τοιοῦτον προσφέρει. Ἑπομένως, ὁσάκις ζητεῖται νὰ καθιερώσωμεν μονοπώλιον, πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν ἂν δύναται νὰ βλάψῃ τὴν παραγωγὴν, τὴν διὰ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, ἢ τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, διότι καὶ αὕτη σπουδαῖος Ἐθνικὸς πόρος, ἢ τὴν ἐκ τῆς βιομηχανίας, ἢ ἂν μέλλει νὰ ζημιώσῃ μόνον τάξιν τινὰ ἐμπορευομένην τὸ μονοπωλούμενον εἶδος. Μόνον κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν φρονῶ ἐγώ, ὅτι καθῆκον ἔχει ὁ νομοθέτης ν’ ἀποκρούῃ τὴν εἰσαγωγὴν μονοπωλίων, καὶ ἂν ταῦτα εἶναι ἐπικερδῆ διὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὡς τύπον μονοπωλίου κατ’ αὐτὰς τὰς ἰδέας θεωρῶ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διότι τοῦτο συγκεντροῖ ἐν ἑαυτῷ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα, ἅπερ δέον νὰ προσφέρῃ τὸ μονοπώλιον. Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ θὰ ἐξησφάλιζε παρ’ ἡμῖν διπλασίαν καὶ τριπλασίαν πρόσοδον ἐκείνης, ἣν ἀσφαλίζει οἱονδήποτε σύστημα ἄλλης φορολογίας αὐτοῦ. Ἐὰν φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δύναται νὰ δώσῃ 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια, τὸ μονοπώλιον δύναται νὰ δώσῃ 10 καὶ μετά τινα χρόνον 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος. Περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου σήμερον ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, διότι νομίζω, ὅτι εἰς ἃς περιστάσεις εὑρίσκεται ὁ Τόπος, ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἂν τοῦτο ἐνομοθετεῖτο, ἤθελεν εἶσθαι ἡ βεβαιοτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα πρόσοδος εἰς προμήθειαν χρημάτων διὰ δανείου. Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ διαφέρει ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀσφαλείας τῶν ἄλλων φόρων, διότι ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος δὲν ὑπόκειται εἰς διακυμάνσεις καὶ εἶναι σταθερωτέρα, εἶναι δ’ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται αὐτὸς ὁ δανειστὴς, καὶ τοῦτο τὸν ἐνθαῤῥύνει. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε περὶ καπνοῦ ἐν συμβάσεσι περὶ δανείων συνομολογηθέντα ἐμποδίζουσι τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μονοπωλίου καὶ τὴν ἐξασφάλισιν δι’ αὐτοῦ ἑνὸς δανείου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν δανείων τῶν 120, καὶ τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐδόθη ὡς ἀσφάλεια ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα δίδει τοῖς δανεισταῖς, ἢ ν’ ἀπαιτῶσιν, ὁσάκις δὲν ἐπαρκῶσιν αἱ ἄλλαι ὑπέγγυοι πρόσοδοι, νὰ συνεισφέρῃ καὶ ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων. Ἐὰν ἑπομένως ἐκ τῶν νῦν ὑπεγγύων προσόδων ἢ καὶ ἄλλων, ἃς δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν, συμπληροῦται τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἐκείνων ποσόν, οὐδεμία ἀντίῤῥησις δύναται νὰ γίνῃ σπουδαίως ὑπὸ τῶν δανειστῶν. Ἑτέρα ἀντίῤῥησις ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει ἤδη παρακεχωρημένον δικαίωμα προτιμήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὸ δάνειον τῶν 120,000,000. Οἱ ἀναλαβόντες αὐτὸ συνωμολόγησαν ἀληθῶς ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δικαίωμα νὰ προτιμηθῶσιν ἐπὶ ἴσοις ὅροις κατὰ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Τὸ μονοπώλιον ὅμως τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι διαχείρισις τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν δὲν ἠθέλομεν ἐντελῶς ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν ἐξομοίωσιν αὐτήν, καὶ ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ, ὅτι τὸ μονοπώλιον περιλαμβάνει ἐν μέρει καὶ εἴσπραξιν φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, πάλιν ἡ ἐνοικίασις τοῦ μονοπωλίου δὲν εἶναι καὶ ἐνοικίασις τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, ἐφ’ ἧς διεφύλαξαν δικαίωμα προτιμήσεως οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Παραλείπων αὐτὰ παρατηρῶ, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ὑπηρετεῖ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο σύστημα τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ὁ καπνοπαραγωγὸς ὑπὸ τὸ μονοπώλιον θὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν συλλογὴν τοῦ καπνοῦ θὰ πωλῇ τὸν καπνὸν αὐτοῦ, δὲν θὰ ἀναγκάζηται νὰ περιμένῃ τοὺς καπνεμπόρους, οἵτινες σήμερον, θέλοντες νὰ ἐξαναγκάσουν αὐτὸν νὰ πωλῇ αὐτοῖς εὐθηνὰ τὸ προϊόν του, ἀναβάλλουσι ν’ ἀγοράσωσιν αὐτὸν, βέβαιοι ὄντες, ὅτι ὁ γεωργὸς, ἔχων ἀνάγκην χρημάτων ἵνα ζήσῃ καὶ καλλιεργήσῃ τοὺς ἀγρούς του, θὰ δεχθῇ ἐπὶ τέλους τὴν τιμήν, ἣν αὐτοὶ προσφέρουσιν. Ὑπὸ τὸ μονοπώλιον, ἅμα ὁ καπνὸς ἑτοιμασθῇ, θέλει ἀγοράζεσθαι ἀμέσως· ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου τῆς Τουρκίας, καὶ προκαταβολαὶ δύνανται νὰ χορηγῶνται ἐπὶ τοῦ παραχθησομένου καπνοῦ τοῖς καπνοφύταις καὶ ὁ καπνὸς αὐτῶν ν’ ἀποθηκεύηται ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ μονοπωλίου, εὐθὺς ὡς ἑτοιμασθῇ. Τὸ τοιοῦτον θέλει ἀπαλλάξει τὸν γεωργὸν ἀπὸ τῆς δαπάνης καὶ τῆς ὀχληρᾶς ἀνάγκης τοῦ νὰ φυλάττῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὸν καπνὸν εἰς τὰς ἀποθήκας του ἢ ἐντὸς τῆς οἰκίας του.
§43ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἐργολάβοι μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράζωσιν ὅλον τὸν καπνὸν, ὅστις θὰ παράγεται ἐν Ἑλλάδι;
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν καθιερωθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες μέχρι σήμερον συνέδεσαν σπουδαῖον μέρος τῆς ὑπάρξεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν μὲ τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ· ἑπομένως αἱ ἐπαρχίαι, αἵτινες σήμερον δὲν παράγουν ποσῶς ἢ ἐλάχιστον ποσὸν, πρέπει ν’ ἀποκλεισθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς καλλιεργείας. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν περιορισμὸν θὰ ἦναι δυνατὸν τὸ μονοπώλιον νὰ ὁρίζῃ κατ’ ἔτος καὶ ἐγκαίρως τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ διανέμηται, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέχρι τοῦδε βεβαιωμένης παραγωγῆς, εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία αὐτῶν. Μὴ νομίζετε δὲ ὅτι τοῦτο θὰ περιορίσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, διότι ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ ἔσεται ἐλευθέρα καὶ πᾶς καπνοπαραγωγὸς θὰ δύναται νὰ καλλιεργῇ καὶ παράγῃ οἱονδήποτε ἄλλο ποσὸν καπνοῦ θέλει, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐξάγῃ αὐτὸ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Φρονῶ, ὅτι τὸ μονοπώλιον, εἰσαγόμενον ἐν Ἑλλάδι, θὰ βελτιώσῃ τοσοῦτον τὴν ποιότητα τοῦ καπνοῦ, ὥστε θ’ αὐξήσῃ ἡ ζήτησις καὶ ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τάχιστα καὶ σπουδαίως, ἐνῷ θὰ μείνῃ στάσιμος, ἂν ἡ ποιότης του ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ ὡς σήμερον· διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ καπνὸς τῆς Ἑλλάδος νῦν δὲν χρησιμεύει εἰς ἄλλο τι ἐξαγόμενος, ἢ μόνον εἰς τὸ νὰ αὐξάνῃ τὸν ὄγκον (τὸ βάρος) τοῦ Τουρκικοῦ καπνοῦ, ἀναμιγνυόμενος μετ’ αὐτοῦ. Ὁ καπνὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν καταναλίσκεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι ἐμπνέει ἀηδίαν εἰς τοὺς καπνίζοντας αὐτόν, διότι ὄζει κόπρου πολλάκις καὶ στερεῖται παντελῶς ἀρώματος. Δὲν ἐβελτιώθη μέχρι τοῦδε ἡ ποιότης αὐτοῦ πρὸς ἐξαγωγήν, διότι οὐδεμία ἐγένετο φροντίς, ἐξάγομεν δὲ καπνόν, ὅστις δὲν ἀρέσκει εἰς τοὺς ξένους καταναλωτάς. Παρ’ ἡμῖν εἶναι ἄγνωστα τὰ λιπάσματα πρὸς καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ, ἢ ἂν γίνεται χρῆσις κόπρου, αὕτη εἶναι ἀχώνευτος ἢ ἀτελῶς μετὰ τῆς γῆς μεμιγμένη καὶ μεταδίδει τὴν ὀσμὴν αὐτῆς καὶ εἰς τὸν καπνόν. Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ θὰ βελτιώσῃ καὶ τὴν ποιότητα, διότι θὰ ὑποδείξῃ τὴν καλλιτέραν καλλιέργειαν, τὴν προπαρασκευὴν τῆς γῆς καὶ τὸν τρόπον τῆς συλλογῆς αὐτοῦ, διότι αὕτη εἶναι μία τῶν δυσκολωτέρων ἐργασιῶν. Βελτιοῦντες οὕτω τὸν καπνόν, αὐξάνομεν τὴν κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἑπομένως καὶ τὴν πρόσοδον τῆς γεωργίας. Μὲ καλλιτέρας ποιότητος καπνὸν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν μετ’ ἄλλων μονοπωλίων καπνοῦ καὶ νὰ χορηγῶμεν μέγα μέρος ἐκ τοῦ καπνοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ μονοπώλιον θὰ δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς πτωχοὺς καταναλωτὰς καπνὸν εἰς εὐθηνοτέραν τιμὴν ἢ σήμερον. Ὁ νόμος περὶ καπνοῦ, ὃν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις εἰσήγαγεν, ἀπέτυχε καὶ διότι ὥρισεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς μεγάλας τιμάς, διότι μετεπήδησεν ἀποτόμως ἀπὸ τὴν τιμὴν τῶν 10 λεπτῶν ἢ τῶν 8 καὶ 2 εἰς τὰ 25, καὶ τοῦτο ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ φέρῃ ἀναστάτωσιν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις, ἥτις ἄλλοτε ἐγένετο κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ὅτι θὰ ἦτο ἐνίσχυσις ὑπέρμετρος τῶν κεφαλαίων καὶ ὅτι θ’ ἀπέβαινεν ἐπίφοβος δύναμις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἵνα μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ μονοπωλίου. Τί ἄλλο εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρὰ κράτος ἐν κράτει; Ποία ἄλλη Ἀρχὴ Δημοσία ἐξασκεῖ περισσοτέραν δύναμιν καὶ δύναται νὰ πιέσῃ περισσότερον πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Ἀλλὰ εἶναι τοῦτο λόγος ὅπως ἀποφεύγωμεν τὰ πιστωτικὰ καταστήματα; Τί ἄλλο εἶναι αἱ ἄλλαι Τράπεζαι; Τί ἄλλο αὐτὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πτερελαίου καὶ ἡ παραχώρησις αὐτῶν εἰς ἑταιρίας; Τὸν κίνδυνον αὐτὸν ἄλλως, τὸν ἐκ τῆς συγκεντρώσεως μονοπωλίων εἰς χεῖρας κεφαλαιούχων καὶ ἑταιριῶν, πρέπει διὰ τῶν νόμων νὰ ἐξουδετερώνωμεν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι κατὰ πολὺ τὸν φόβον ἐκεῖνον ἐματαίωσεν ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα τῶν κομματικῶν Κυβερνήσεων· διότι ἑταιρία, ἥτις ἤθελεν ἀναμιχθῆ εἴτε εἰς ἐκλογὰς εἴτε εἰς ἄλλας πολιτικὰς ὑποθέσεις ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος κατ’ ἄλλου, θὰ ὑφίστατο μετ’ οὐ πολὺ τὰς ἀντεκδικήσεις τούτου πρὸς μεγάλην βλάβην τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ἐπίσης, κύριοι, θεωρῶ ἀνεπιζήμιον καὶ ὠφέλιμον μάλιστα τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου. Τὸ μονοπώλιον τοῦτο ἀντικείμενον ἔχει ὕλην, ἥτις δὲν παράγεται ἐν Ἑλλάδι, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀναλαμβάνουσα αὐτὸ, οὐδεμίαν ἐθνικὴν παραγωγὴν ζημιοῖ, προσκρούει δὲ μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπορευομένων τὸ πετρέλαιον. Τοῦτο ὅμως τὸ συμφέρον δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὅσον εἶναι τὸ συμφέρον τῶν ἀληθῶν παραγωγῶν τῆς Χώρας· διότι πρῶτον ὀλίγιστοι μετέρχονται τὸ ἐμπόριον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ πετρελαίου, καὶ δὲν ἐξεύρω ἂν ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι τις ἔχων αὐτὸ καὶ μόνον ἀντικείμενον τῆς ἐμπορείας του. Τὸ πετρέλαιον ἄλλως οἱ παντοπῶλαι ἐμπορεύονται μετ’ ἄλλων εἰδῶν, ὁ ἀφαιρέσας δὲ τὴν πώλησιν τοῦ πετρελαίου ἀπ’ αὐτῶν δὲν καταστρέφει αὐτούς.
§45ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προκαλεῖτε συζήτησιν γενικὴν περὶ μονοπωλίου, ἥτις δὲν ἔχει τὸν τόπον της.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ ἀργὰ τὸ παρετηρήσατε, διότι ἐτελείωσα πλέον· θὰ ὑποβάλω ἤδη τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ἅλατος. Τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος δὲν ὁμοιάζει πρὸς τὸ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ πετρελαίου, διότι περιορίζει παραγωγὴν ἐθνικὴν σπουδαίαν, τὴν πῆξιν τοῦ ἅλατος, ἐξ ἧς ἠδύνατο ν’ ἀποζῇ σπουδαῖον μέρος κατοίκων τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶδον ἀληθῶς ἐντὸς τῆς Βουλῆς οὐδένα ἄλλον Βουλευτὴν ἐκτὸς τοῦ ἐντίμου ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου ἐγείροντα παράπονα κατὰ τῆς παραχωρήσεως εἰς ἑταιρίαν τῆς πήξεως τοῦ ἅλατος, ὑποθέτω ἑπομένως, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐπαρχίαν τῆς Ἑλλάδος προσβάλλονται δι’ αὐτῆς συμφέροντα τῶν κατοίκων. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ὅμως, ἣν ἀντιπροσωπεύω, ἰδίως ἐν Μεσολογγίῳ καὶ Αἰτωλικῷ, προσβάλλονται σπουδαιότατα τὰ συμφέροντα ἀνέκαθεν διὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, καὶ καθῆκόν μου ἐνόμισα νὰ ἐξηγήσω διὰ ποῖον λόγον θεωρῶ ἐπιζήμιον τοῦτο. Τὸ Μεσολόγγιον, κύριοι, ἂν εἶχε λόγον, δι’ ὃν συνῳκίσθησαν οἱ πρῶτοι αὐτοῦ κάτοικοι, ὁ λόγος οὗτος κυρίως ἦτο ἡ ἁλιεία καὶ ἡ ἁλατοπηξία. Τὸ Μεσολόγγιον ἐκέκτητο ἄλλοτε καὶ ναυτιλίαν, ἀλλὰ πρὸ χρόνων ἐξέλιπεν. Ἡ ἐκ τῶν κτημάτων πρόσοδος αὐτοῦ εἶναι σμικρά, μικρὸν δὲ καὶ τὸ κέρδος τῶν κατοίκων ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τὸ Κράτος ἐν ὀνόματι τῶν Βασιλικῶν νομημάτων ἰδιοποιήθη καὶ τὰ ἰχθυοτροφεῖα καὶ τὴν πῆξιν τοῦ ἅλατος, οὕτω δὲ οὐ μόνον περιωρίσθησαν τῶν κατοίκων τὰ μέσα καὶ τὰ κέρδη, ἀλλὰ καὶ οἱ Δῆμοι Μεσολογγίου καὶ Αἰτωλικοῦ ἔμειναν πτωχοὶ, διότι οὐδὲν εἰσπράττουν ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων καὶ τοῦ ἅλατος, ἀφοῦ πάντα κρατεῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ Δημόσιον ἀποκλειστικῶς. Ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ Κράτους περιστάσεις τὸ ἐπέτρεπον, θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῶσι τὴν παραχώρησιν εἰς τοὺς Δήμους Μεσολογγίου καὶ Αἰτωλικοῦ μέρους τοῦ ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων καὶ τῶν ἁλικῶν εἰσοδήματος, διότι αὗται εἶναι αἱ σπουδαιότεραι παρ’ ἡμῖν πρόσοδοι, ἐξ ὧν οὐδὲν ἀπολαμβάνουσι καὶ διὰ τοῦτο ἔμειναν καὶ θὰ μένωσιν οἱ δύο αὐτοὶ Δῆμοι πτωχοὶ καὶ ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν βελτίωσιν. Οὐκ ὀλίγον ζημιοῦνται ἤδη καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἰχθυοτροφείων, διότι προκαλεῖται τοιοῦτος διαγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ζητούντων αὐτὰ, ὥστε μὲ τὰς τιμὰς, ἃς προσφέρουν, δύσκολον νὰ μὴ ζημιωθῶσιν. Οἱ κατοικοῦντες τὴν παραλίαν τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου ἀδύνατον ἦτο νὰ μὴ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν πῆξιν τοῦ ἅλατος, διότι αὐτὴ ἡ φύσις καλεῖ αὐτοὺς εἰς τοῦτο. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἅλας κεῖται παρ’ ἡμῖν ἕτοιμον, ὡς πολλοὶ φρονοῦν, πρὸς συλλογὴν ἀπαιτεῖται ἐργασία πρὸς τοῦτο καὶ δι’ ἐργασίας ἀποκτᾶται καὶ τὸ αὐτόπηκτον ἅλας. Καὶ ἀφοῦ τὸ Κράτος ἰδιοποιήθη τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς πήξεως τοῦ ἅλατος, πολλοὶ τῶν κατοίκων ἀποζῶσι διὰ τῆς λαθραίας αὐτοῦ πήξεως. Βεβαίως παραβαίνουσι τὸν νόμον οἱ τοιοῦτοι· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι πτωχοὶ βλέποντες περὶ ἑαυτοὺς τὸν πλοῦτον χάριν τοῦ ὁποίου συνῳκίσθησαν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔζησαν, νὰ διστάσωσι δι’ ἐργασίας ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὅλου τοῦ ἔτους πολλάκις τὸν ἄρτον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαλῶν προχθὲς καὶ θέλων νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λαθροπηξίας ἐν Μεσολογγίῳ ὑπαλλήλων, παρέστησεν ὡς αἰτίαν μόνην τὴν διαφθορὰν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν καὶ ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τοῦ τελευταίου ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ὑπαλλήλου, ὅστις καὶ πραγματικῶς κατεδιώχθη ὡς λαβὼν χρήματα παρὰ λαθροπηκτῶν καὶ συνελήφθη. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ κυριωτέρα αἰτία, δι’ ἣν ἀποτυγχάνει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων, εἶναι ὅτι πάντες οἱ μεταβαίνοντες ἐκεῖ ὑπάλληλοι τοσοῦτον προσβάλλονται ἐκ τοῦ ἀδίκου τῆς καταδιώξεως, ὥστε δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος αὐστηρῶς νὰ καταδιώξουν. Καὶ ἂν ἡ ἑταιρία ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν Μεσολογγίου, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσῃ τὴν πλήρη καταδίωξιν. Παρατηρῶ ἐν τούτοις ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ηὔξησεν εἰς 20,000 τὰ ἔξοδα ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῶν ἁλάτων, καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω διατί κατὰ τὸ 1886 αὐτὴ ἡ αὔξησις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀπὸ 5 εἰς 20 χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἔξοδα καταδιώξεως τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων;
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ δαπανήσῃ τίποτε ἡ Κυβέρνησις. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 κατεχωρίσθη ἀληθῶς ἀνώτερον ποσὸν πρὶν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρίας περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔπρεπε νὰ διατηρήσῃ κεχωρισμένον τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος ἀπὸ τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικῆς πήξεως αὐτοῦ, καὶ νὰ παραχωρήσῃ μὲν ἐκεῖνο εἰς ἑταιρίαν, ν’ ἀφήσῃ δ’ ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα τῆς πήξεως τοῦ ἅλατος εἰς τοὺς κατοίκους, κανονίζον αὐτὸ καὶ περιορίζον εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπως παράγηται εὐθηνότερον καὶ περισσότερον ἅλας, ὅπερ ν’ ἀγοράζηται ὑπὸ τῆς ἑταιρίας εἰς ὡρισμένας τιμάς· οὕτω, χωρὶς νὰ ζημιῶνται οἱ καταναλωταί, δὲν θὰ ἐβλάπτετο πλῆθος οἰκογενειῶν, δυναμένων νὰ ζῶσιν ἐκ τῆς ἁλατοπηξίας. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ πώλησις τοῦ ἅλατος πρέπει ἀποκλειστικῶς νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καὶ ὀφείλει καὶ δύναται νὰ προσφέρῃ τὸ ἅλας πρὸς πάντας τοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν τιμήν. Ἐπὶ τοῦ ἅλατος πρέπει νὰ ἰσχύῃ βεβαίως ὅ,τι ἐπὶ πολλῶν ἄλλων εἰδῶν καὶ ὑπηρεσιῶν γενικῆς ἀνάγκης. Ἡ τιμὴ αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ διαφέρῃ κατὰ τὰς ἀποστάσεις. Τὸ ἅλας πρέπει ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ Βασιλείου νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν. Δέον ἑπομένως νὰ ἐξευρεθῇ τὸ μέσον, δι’ οὗ τὸ ἅλας, ὅπερ εἶναι πρώτης ἀνάγκης καὶ τὸ μόνον καρύκευμα τοῦ λαοῦ, ὅπερ χρησιμεύει εἰς τόσας βιομηχανίας καὶ τόσας πολλὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, νὰ χορηγῆται εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν πρὸς πάντας. Τὸ μέσον τοῦτο εἶναι τὸ μονοπώλιον, δηλαδὴ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ πωλῇ τὸ ἅλας· ὅπως διὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ πετρελαίου ἔχομεν τὴν αὐτὴν τιμὴν τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ πετρελαίου καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ Κράτος, ἀναλαβὸν ἀποκλειστικῶς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, παρέχει αὐτὴν ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη τῆς ἐξισώσεως τῶν τιμῶν δικαιολογεῖ μόνον τὸ μονοπώλιον τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος. Ἐπίσης ἡ παραχώρησις αὐτοῦ εἰς Ἑταιρίαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς συστάσεως εἰδικῶν ἀποθηκῶν, ἐν αἷς τὸ ἅλας θὰ πωλῆται εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, εἶναι ὠφέλιμος, ἀλλ’ ἡ παραχώρησις εἰς Ἑταιρίαν καὶ τῆς ἀποκλειστικῆς πήξεως τοῦ ἅλατος εἶναι ἐπιζήμιος, διότι στερεῖ πολλοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου βιοποριστικοῦ μέσου. Ἄλλην μίαν ἔτι παρατήρησιν νομίζω δικαίαν νὰ ὑποβάλω, καὶ εὐθὺς τελειόνω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέκρουσε προχθὲς τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου, ζητήσαντος, ὅπως καταβιβασθῇ ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος, τοῦ χρησιμεύοντος διὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα Μεσολογγίου καὶ Αἰτωλικοῦ. Ἀπαντῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν μειώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ διὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα ἅλατος, πρέπει διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νὰ μειώσωμεν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος τοῦ διὰ τὰς ἐλαίας καὶ τὰς ἄλλας βιομηχανίας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος ὑπὲρ τοῦ ἅλατος τῶν ἰχθυοτροφείων. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι τὸ αὐτό. Νομίζω, ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν 15 λεπτῶν κατὰ ὀκᾶν τοῦ ἅλατος τοῦ ἀναγκαίου πρὸς ἁλατισμὸν τῶν ἐλαιῶν, τοῦ τυροῦ, τοῦ βουτύρου καὶ λοιπῶν, εἶναι σχετικῶς μικρά, διότι ἐλαίας μὲν καὶ τυρὸν καὶ βούτυρον πάντες ἁλατίζουν ἐν μικρῷ ποσῷ καὶ τὸ βάρος διανέμεται εἰς πολλοὺς καὶ εἶναι ἀνεπαίσθητον, ἐνῷ τὸ διὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα Μεσολογγίου καὶ Αἰτωλικοῦ ἀναγκαιοῦν ἅλας ἀνέρχεται εἰς 500,000 ὀκάδας καὶ βαρύνει μόνον 15–20 οἰκογενείας, αἵτινες ἔχουν διὰ δεκαετίαν ἐνοικιασμένα τὰ ἰχθυοτροφεῖα αὐτά. Ἄδικον τοῦτο, ἀφοῦ τὴν πρόσθετον αὐτὴν καὶ σπουδαίαν δαπάνην δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅταν ἐνοικίασαν ἐσχάτως αὐτά. Ἄλλως, διατί προβλέπετε καὶ σημειοῦτε ἐν τῇ συμβάσει ἐλάττωσιν τιμῆς διὰ τὸ πρὸς παραγωγὴν σόδας ἅλας, ἀφοῦ καὶ ἂν ἡ παραγωγὴ σόδας εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν, οὐδόλως τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ τὸ εἰσόδημα, ὅπερ ἤδη ἔχει ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ διὰ τοὺς ἰχθῦς ἅλατος καὶ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς χορηγήσεως τοῦ ἅλατος αὐτοῦ εἰς τὰ διάφορα ἰχθυοτροφεῖα τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται καταχρήσεις καὶ μὴ ζημιοῦται τὸ Δημόσιον. Ἂν αἱ δύο αὗται μεταβολαὶ δὲν γίνωσι δεκταί, θέλω καταψηφίσει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν καὶ τὴν εἰς Ἑταιρίαν ἐκμίσθωσιν τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 καὶ 25′ μ. μ.)