1885.11.05
2,679 rows · 21,255 words · 82 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 5 Νοεμβρίου 1885.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς παρατηρεῖτε ἡ τύπωσις τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς ἐματαιώθη, διότι τοσοῦτον ὠπισθοδρόμησεν, ὥστε καὶ ἡ δαπάνη κατέστη πλέον περιττή. Ἔκαμα παρατηρήσεις εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω τὸν λόγον, ὁ δὲ Διευθυντὴς τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου μοὶ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τῷ Σεβαστῷ Προεδρείῳ, ὅτι ἡ ἀποστολὴ μέρους μόνον τῶν πρακτικῶν ἑκάστης συνεδριάσεως καὶ οὐχὶ ὅλων τῶν πρακτικῶν αὐτῆς φέρει σύγχυσιν καὶ βραδύτητα εἰς τὴν τύπωσιν, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ στέλλωνται ταῦτα εἰς τὸ τυπογραφεῖον πλήρη καὶ ἐγκαίρως». Προχθὲς μάλιστα ἔμαθον ὅτι ἀπεστάλη ἀγόρευσις Βουλευτοῦ τῆς παρελθούσης Συνόδου εἰς τὸ τυπογραφεῖον διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, νὰ ἐπιστρέφωσι ταχέως τοὺς λόγους των· ἄλλως, ἡ ἐκτύπωσις θὰ προβαίνῃ καὶ ἄνευ αὐτῶν.
§2Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ εἴπατε τὰ προσκόμματα· ἀλλὰ διατί δὲν ἐξετυπώθησαν μέχρι τοῦδε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ οὐδὲ τῆς 4 Συνόδου;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσω.
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρετήρησα ὅτι καὶ ἐκ τῆς δυσκολίας τῶν ἀκροατηρίων στρεβλοῦνται πολλάκις οἱ λόγοι μας καὶ οὐδέποτε ἐλήφθη πρόνοια διὰ τοὺς δημοσιογράφους, ὥστε νὰ δοθῶσι καὶ εἰς αὐτοὺς ἑπτὰ θέσεις ἐντὸς τῆς Αἰθούσης. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ τυποῦνται πρῶτον τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ κατόπιν νὰ ἀναγινώσκωνται· διότι ἀναγινωσκόμενα ὑπὸ τοῦ γραμματέως, δὲν κατανοοῦνται ἀκριβῶς, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑρμηνείας νόμων.
§5Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καίτοι τὰ ψύχη τῆς προβεβηκυίας ἡλικίας ἤρξαντο περιχέοντά με, συναισθάνομαι οὐχ ἧττον ζωηρῶς καὶ βαθέως τὴν ὁποίαν φέρομεν εὐθύνην ἐπὶ τῇ κατὰ τοὺς καιροὺς τούτους πορείᾳ τῶν ἡμετέρων πραγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ φῶς, ὅπως φωτισθῶμεν, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι ἀσφαλῶς βαίνουσι ταῦτα καὶ ἐπ’ αἰσίοις. Φῶς ζητῶν, ἀπηύθυνα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ἐρώτησιν «ποία ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα στάσις τῆς Τουρκίας, φιλικὴ ἢ ἐχθρικὴ, δικαία ἢ ἄδικος, ἡ πρέπουσα πρὸς φίλα φρονοῦντας ἢ ὑβριστική; Φῶς καὶ πάλιν ζητῶ, ἀπευθύνων καὶ σήμερον πρὸς τὸν αὐτὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὰς ἐρωτήσεις: τίνος ἕνεκεν, κατὰ τίνος ἐξοπλιζόμεθα μετὰ τηλικαύτης μάλιστα σπουδῆς; ἕνεκα τοῦ Ρωμυλιωτικοῦ ζητήματος; κατὰ τῶν Βουλγάρων; κατὰ τῆς φίλης Τουρκίας; κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι; Ὑπάρχει ζήτημα Ἑλληνικὸν ἀνεγνωρισμένον καὶ περὶ τὸ ὁποῖον περιστρέφεται ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνδιάσκεψις; ἢ ζητεῖται νὰ πλάσωμεν ζήτημα Ἑλληνικὸν διὰ τῶν ὅπλων, καὶ κατὰ τίνος μαχόμενοι; Ἡ πολιτικὴ, ἡ ἐν τῷ Τόπῳ κρατήσασα, ὡς καὶ προηγουμένως ἐδήλωσα ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, δὲν ἦτο ἡ ἐμὴ, ἀλλ’ ἐκράτησεν αὕτη· ἁμιλλῶνται ἐπ’ αὐτῇ καὶ καυχῶνται ἀμφότερα τὰ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἰσχυρὰ κόμματα, καὶ αὐτὴ ἤδη διέπει τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους. Ὑπείκοντες εἰς τὴν ἀδυσώπητον ἀνάγκην, τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτουσαν, εἰς τὰ πράγματα ἀποδεχόμεθα τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες πρότερον εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ ζητοῦμεν πόλεμον περὶ τῶν ὅλων καὶ οὐχὶ πολιτικὴν φενάκην, οὐχὶ τροπὴν ἐπαίσχυντον, σφαγὰς, δηώσεις. Ἐὰν ἐζητεῖτο τόλμημα ἀντιστοιχοῦν, ἀντισταθμίζον τὸ ἐν Φιλιππουπόλει, διατί δὲν ἐτολμήθη ἐγκαίρως; Ἐὰν πρόκηται περὶ πολέμου κατὰ τοῦ προκιωνίου ἐχθροῦ, τοῦ συμμάχου δῆθεν ἡμῶν, τοῦ πάντοτε καθ’ ἡμῶν τὰ βέλη αὐτοῦ στρέφοντος, τοῦ ἀείποτε ἐπιβουλευομένου, τοῦ περιφρονοῦντος καὶ ὑβρίζοντος ἡμᾶς, ἐὰν προκαλοῦμεν καὶ δὲν προκαλούμεθα, τότε διατί σπεύδομεν περὶ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ὡσεὶ προκαλούμεθα, καθιστῶντες οὕτω τὸ δυσχερὲς ἔργον ἔτι δυσχερέστερον διὰ τῆς ἄκρας σπουδῆς, βραδυποροῦμεν δὲ, ὡς μὴ ὤφειλε, περὶ τὸ σπουδαιότατον τῶν ζητημάτων, τὴν ἐκζήτησιν καὶ ἐξεύρεσιν τῶν ὧν οὐκ ἄνευ; Ἡ πορεία ἡμῶν ἀποδεικνύει δυστυχῶς, ὅτι δὲν ἀπεφασίσθη ἐν ταῖς ἀνωτέραις σφαίραις τῆς πολιτικῆς τὸ μέγα Ἐθνικὸν ἔργον· ἂν δὲ δὲν πρόκηται περὶ τοιούτου ἔργου, διατί ἐξαντλούμεθα ἐν ἐσπευσμέναις παρασκευαῖς; διατί γινόμεθα παραίτιοι μεγάλων καὶ ἀνυπολογίστων ζημιῶν εἰς τε τὴν Πολιτείαν καὶ τοὺς πολίτας; διατί ἐκθέτομεν εἰς τὴν χλεύην καὶ τὴν περιφρόνησιν τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ἡμᾶς αὐτοὺς διὰ πολιτικῆς βεβιασμένης καὶ ἀπερισκέπτου; Ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων τούτων παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ὅπως ἡ Βουλὴ, φωτιζομένη ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκφέρῃ τὴν περὶ τοῦ πρακτέου γνώμην αὐτῆς, ἐν στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀδιαφορία, ἐν στιγμῇ κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Ἑλληνισμὸς δὲ ἄνευ τιμῆς, ἄνευ γοήτρου, ἄνευ ἠθικῆς ἀξίας, ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῷ Ἀνατολικῷ κόσμῳ καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἐκπολιτιστικὸν αὐτοῦ προορισμόν.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας πολλὰ διατὶ μοὶ ἀπηύθυνε. Τοσοῦτον πολλαὶ ἦσαν αἱ ἐρωτήσεις του, ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ ἀπομνημονεύσω αὐτάς. Εὑρίσκω ὅμως ἐν ταῖς πολλαῖς ἐρωτήσεσι δύο κυρίας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς βάσεις πασῶν τῶν ἀποριῶν αὐτοῦ. Ἡ πρώτη εἶναι ἂν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν φιλικαῖς μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεσι, καὶ ἂν ἡ συμπεριφορὰ τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἶναι δικαία ἢ ἄδικος, ἁβρὰ ἢ ὑβριστική. Πρὸς τὴν ἐρώτησιν ταύτην προθύμως ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας εἰσὶ φιλικαί. Δὲν γνωρίζω πῶς ἐννοεῖ τὰς σχέσεις ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας· ὅπως ὅμως ἐγὼ ἐννοῶ αὐτάς, νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι πλήρης. Ἂν ἦνε ἡ συμπεριφορὰ τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα δικαία ἢ ἄδικος, ἐὰν ἦνε ἁβρὰ ἢ ὑβριστική, αὐτὸ ἤθελε τὸ πληροφορηθῆ ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, ἂν ἐμάνθανεν, ὅτι δὲν ὑφίστανται πλέον αἱ φιλικαὶ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρκίαν· διότι, ἐὰν ἡ συμπεριφορὰ Κράτους τινὸς πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος καὶ ὑβριστική, ἡ Ἑλλὰς εἶχε καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ πρὸς ἑαυτήν, συνέπεια δὲ τοῦ καθήκοντος τούτου θὰ ἐνεδεικνύετο, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ φιλικὰς σχέσεις πρὸς τὸν ὑβρίζοντα. Ἡ δευτέρα, κύριοι, καὶ οὐσιώδης ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ συνοψίσω ἐκ τῶν πολλῶν διατί, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής, εἶναι διὰ ποῖον σκοπὸν παρασκευαζόμεθα, ποῖον ἔχομεν σκοπὸν, ὑποχρεοῦντες εἰς τοσαύτας δαπάνας τὸ Κράτος καὶ ὑποβάλλοντες τοὺς πολίτας εἰς τοσαύτας θυσίας καὶ βάρη. Ἐνόμισα, ὅτι ἀρκούντως ὁ συνάδελφος εἶχε φωτισθῆ ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν διατὶ ἡ Ἑλλὰς μετέβαλε πολιτικήν, σπεύσασα νὰ παρασκευάσῃ καὶ συντάξῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας. Μοὶ φαίνεται δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ ἀπορία τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀφοῦ καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ διὰ μεγίστης πλειοψηφίας κατὰ δέκα μόνον ψήφων ἀπήντησε πρὸς τὸ Στέμμα, καὶ ἐποιήσατο πρὸς αὐτὸ γνωστὰς τὰς γνώμας αὐτῆς, αἵτινες οὐδόλως διέφερον τῶν γνωμῶν, τῶν ἀναγγελθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Διδοὺς τὴν ἀπάντησιν ταύτην εἰς τὰς δύο κυρίας ἐρωτήσεις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, νομίζω ἐμαυτὸν ἀπηλλαγμένον τῆς ὑποχρεώσεως ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἑτέραν σωρείαν τῶν διατί. Ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι αὐτῷ γνωστόν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὁσάκις παρεσκευάσθη στρατιωτικῶς, δὲν παρεσκευάσθη διὰ δηώσεις καὶ λεηλασίας, οὐδὲ παρεσκευάσθη, ἵνα προκαλέσῃ τοιαύτας, ἀλλὰ διὰ νὰ σώσῃ τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἂν δὲ κίνδυνος ἠπείλει καὶ σήμερον τὰ Ἐθνικὰ ταῦτα συμφέροντα, ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς Χώρας καὶ αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ ἐπεβάλοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα· οὐδὲ ἐπῆλθεν εἰς τὴν διάνοιάν τινος, ὅτι τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι ἡ δήωσις καὶ λεηλασία τῶν χωρῶν. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἐξέφυγε τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἔννοια τοιαύτη, καὶ πῶς κατώρθωσε νὰ συνδυάσῃ αὐτὴν μὲ τὰς παρασκευὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§7Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι ἐπὶ τῇ ἐξασθενήσει, ἥτις αἴφνης κατέλαβε τὴν ἰσχυρὰν μνήμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ δυνάμενος νὰ ἀπαντᾷ περίοδον κατὰ περίοδον λέξιν πρὸς λέξιν ἐπὶ ἀγορεύσεων, αἵτινες διήρκεσαν ὥρας ὁλοκλήρους, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ τῆς μικρᾶς ἐμῆς ἀγορεύσεως, καὶ νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ μνήμῃ του τὰ πολλὰ διατὶ, ἅτινα ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν κατὰ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἐμοὶ ἐκ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Εὐχαριστῶ ὅμως αὐτῷ καὶ χαίρω, ὅτι ἡ μνήμη του ὑπῆρξε τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ ἐνθυμηθῇ δύο ἐκ τῶν πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνθεισῶν ἐρωτήσεών μου: εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἡ πρὸς ἡμᾶς στάσις τῆς Τουρκίας φιλική; ἀπήντησε δὲ ὅτι εἶναι φιλικὴ, καὶ ὅτι ἡ συμπεριφορὰ αὐτῆς δὲν ἔχει τι τὸ ἀδικοῦν καὶ ὑβρίζον τὴν Ἑλλάδα· διότι, ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτόν τι, βεβαίως αἱ σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρὸ καιροῦ ἤθελον εἶσθαι διακεκομμέναι. Εἶναι φιλικαὶ αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρκίαν, δὲν ἀδικεῖ ἡ Τουρκία τὴν Ἑλλάδα, δὲν ὑβρίζει· καὶ ὅμως; κατὰ τὴν εἰκοστὴν τρίτην Ἀπριλίου πρᾶξις ἀνοσιουργὸς ἐτελέσθη κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἀξιοπρεπείας, κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς τιμῆς, κατὰ τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος, τοῦ ἐκπροσωπεύοντος τὴν Ἐθνικὴν ὕπαρξιν, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῶν μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος διαπραγματεύσεων ὁποῖον ὑπῆρξεν; ὅτι ἐτιμωρήθη ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, διότι ὑπερασπίσθη τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, διότι διεμαρτυρήθη κατὰ βανδαλικῶν πράξεων τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ. Ἡ Τουρκία, ἥτις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἱκανοποίησιν πρὸς Δύναμιν, ἡ ὁποία πρὸ καιροῦ παρὰ τὸ δίκαιον, παρὰ τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα πολιτεύεται φιλίαν πρὸς αὐτὴν, ἡ Τουρκία, καίτοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπεβοήθει τὰς σκέψεις καὶ τὰ σχέδια τῶν Βουλγάρων, μολοντοῦτο δὲν ἠθέλησε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν φιλοτιμίαν, ἀλλὰ περιφρονητικῶς ἀπήντησε καὶ ἀπῄτησε τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Προξένου, ὅστις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἀδυναμίαν νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ δεχθῇ τὸ ῥάπισμα αὐτό. Καὶ εἶναι τοῦτο ἔνδειξις φιλίας καὶ ἐκτιμήσεως φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας! Ἐν Κρήτῃ παρουσιάσθη ὀργασμός. Ὁ Κρητικὸς λαὸς, ὁ μεγάθυμος λαὸς, ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὸς λαὸς, τὸ προπύργιον τοῦτο τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς τὴν Ἀσίαν, ὁ ἁγνότερος αὐτὸς Ἑλληνισμὸς, μὴ ἀνεχόμενος ἀδικήματα ἐπὶ ἀδικημάτων, ὕβρεις ἐπὶ ὕβρεων, ἐσκέφθη νὰ ἀνυψώσῃ τὴν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας σημαίαν, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μὴ θέλουσα ἐναντίον τῶν ὑπεσχημένων, ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Εὐρώπης, παρασπόνδως φερομένη, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν τοιαύτην διάθεσιν τῆς μεγαθύμου Νήσου, παρεμπόδισε τὴν ἐξέγερσιν διὰ τοῦ ἐκεῖσε Προξένου ἡμῶν, καὶ ὅμως ἡ φίλη Τουρκία ἀπῄτησε τὴν ἐκ Κρήτης ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὑπηρεσίας αὐτῇ προσενεγκόντος, καὶ ἀνεκλήθη ὁ Πρόξενος· ἡ δὲ Κυβέρνησις, μὴ θέλουσα νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ προσωπεῖον ἀπὸ τῶν διεθνῶν αὐτῶν φιλικῶν σχέσεων, ἀνέχεται τὴν τοιαύτην προσβολήν! Γνωστά εἶναι καὶ τὰ τελευταῖα ἐν Κρήτῃ διαδραματισθέντα ὡς πρὸς τὸν Γραμματέα, τὸν ἀναπληροῦντα τὸν Πρόξενον. Εἶναι φιλικαὶ αἱ σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας· καὶ ὅμως ἡ Τουρκία, ὀῤῥωδοῦσα, τρέμουσα ἀπέναντι τοῦ Βουλγαρισμοῦ, ἀνέχεται τὴν προσβολὴν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων της, ἀνέχεται τὴν ἀποπομπὴν, ὡς ἐὰν ἦτο ὁ τελευταῖος τῶν ἀνθρώπων, τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς ἐκ τῆς Ῥωμυλίας, ἀνέχεται πράξεις βανδαλικάς, τελουμένας κατὰ Ὀθωμανῶν. Καὶ ἡ ὑπερήφανος Τουρκία, ἡ μὴ ἀδικοῦσα τὴν Ἑλλάδα, μένει ἀπρακτοῦσα ἐπὶ δύο ὅλους μῆνας, δὲν τολμᾷ ἡ ἰσχυρὰ αὕτη Αὐτοκρατορία νὰ ἀποστείλῃ οὔτε χιλίους ἄνδρας εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἀόπλους σχεδὸν Βουλγάρους. Ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῷ τολμήματι τῆς Φιλιππουπόλεως ἐξεγείρεται, διορῶσα κινδύνους μεμακρυσμένους, ἀλλὰ κινδύνους βεβαίους· ἐξανίσταται καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῶν κρυφίων σχεδίων, τῶν ἐκδηλουμένων διὰ τοῦ τολμήματος τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ ἀπειλούντων τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἐξεγείρεται ὡς εἷς ἄνθρωπος καὶ ζητεῖ ἐγγυήσεις χάριν τῆς ἰσοῤῥοπίας μεταξὺ τῶν διαφόρων φυλῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καθότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ μία τῆς ἄλλης καὶ ἀνατραπῶσιν αἱ περὶ αὐτῶν συνθῆκαι, καὶ οὕτω μετὰ τὴν ἀνατροπὴν αὐτῶν νὰ ἐπέλθωσι νέαι ἀναστατώσεις, ἴσως δὲ καὶ καταστρεπτικὸς Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας εἶναι φιλικαὶ, καὶ ὅμως τὰ πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οἱ ἐξοπλισμοὶ τῆς Τουρκίας γίνονται κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Τουρκία, ἡ ἀπρακτοῦσα ἀπέναντι τῶν Βουλγάρων, αἴφνης προβαίνει εἰς ἐξοπλισμοὺς γενναίους, καὶ ἀποστέλλει στρατοὺς εἰς τὴν Κρήτην, εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἰς τὴν Ἤπειρον, εἰς τὴν Μακεδονίαν, καὶ παραδίδει τοὺς ἐκεῖ ἀδελφοὺς ἡμῶν εἰς τὴν καταστροφὴν, τὰς δηώσεις καὶ τὴν ἐξόντωσιν. Ἐὰν αὐτὸ, κύριοι, θεωρῆτε, ὅτι ἀποτελεῖ φιλικὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας διαθέσεις, ὅτι ἀποδεικνύει τάσεις τῆς Τουρκίας, ὅπως συμπράξῃ ὁ Ἑλληνισμὸς μετ’ αὐτῆς πρὸς οἱονδήποτε σκοπὸν, τότε ὁμολογῶ ὅτι, κακῶς ποιῶν, ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· τότε ὁμολογῶ, ὅτι γίνομαι παραίτιος ἀπωλείας χρόνου πολυτίμου, ὑποβάλλων ὑμῖν τὰς τοιαύτας παρατηρήσεις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν ἐρωτήσητε τὴν συνείδησίν σας, καὶ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ πράγματα, ὅπως καὶ κάλλιον ἐμοῦ τὰ γνωρίζετε, τότε θὰ σχηματίσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶν ἄλλο ὑπάρχει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἢ σχέσεις φιλικαὶ, καὶ ὅτι τὸ κύριον ζήτημα καὶ ὁ κύριος σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν, εἶναι ἡ ἀποφασιστικὴ καὶ δραστηρία σύνταξις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἵνα διδάξωμεν δι’ αὐτοῦ τὴν Τουρκίαν, ὅτι δέον νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν, ὡς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τελευταίως τοὺς Βουλγάρους, οἵτινες ἐτράπησαν ἤδη εἰς φυγὴν ἀπέναντι ὀλίγων λογχῶν τῆς Σερβίας. Κύριοι, δὲν φρονῶ, ὅτι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρέπει νὰ κηρυχθῇ πόλεμος φυλετικός. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι μεταξὺ Τούρκων καὶ Ἑλλήνων δύναται νὰ ὑπάρξῃ συμβίωσις καὶ σύμπραξις, τασσομένων καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἰσοπολιτείας, τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ μεταξὺ Τούρκων καὶ Ἑλλήνων σύμπραξις δύναται νὰ ᾖναι λίαν λυσιτελὴς, ὅπως ὑπάρξῃ Ἀνατολὴ ἀνεξάρτητος, ἔχουσα τὴν δύναμιν νὰ προσφέρῃ τὸν ὀβολόν της εἰς τὸ μέγα ἔργον τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἓν καὶ μόνον εἶναι τὸ διαχωρίζον ἡμᾶς ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς, εἶναι τὸ λείψανον τῆς ἐποχῆς τῆς βαρβαρότητος, ἡ Θεοκρατικὴ ἐξουσία, ἡ ἑδρεύουσα ἐν Κωνσταντινουπόλει· μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν δὲν δύναται ἢ νὰ ὑπάρξῃ πόλεμος ἀμείλικτος· ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἡ Ἑλληνικὴ ἰδέα, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἰσότης καὶ ἀδελφότης, τὸ μέγα ἔργον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ, καὶ σὺν αὐτοῖς θὰ ὑπάρξῃ ἓν καὶ μέγα Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Θεοκρατικὴ ἐξουσία ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἢ ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον τοῦ ἐκπολιτισμοῦ καὶ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμόν του. Στηριζόμεθα ἐπὶ ἐδάφους ψευδοῦς, ἐπὶ ἐδάφους ἀπειλητικοῦ καὶ ὀλισθηροῦ, ἐπιζητοῦντες συμμαχίαν μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς συμμαχίας αὐτῆς στηρίζοντες τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ἡ ἰδέα αὕτη ὑπῆρξε παραίτιος μεγάλων εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν δυστυχημάτων· ἡ ἰδέα αὐτὴ ἀπεμόνωσε τὸν Ἑλληνισμὸν, ἡ ἰδέα αὐτὴ ἔθηκε τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς ἐχθρικὴν θέσιν ἀπέναντι ὅλων ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἦτο προωρισμένος νὰ συμπράξῃ, νὰ συμβιώσῃ ἐπὶ κοινῷ ἀγαθῷ καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἀνατολῆς ὁλοκλήρου· ἡ ἰδέα αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις περιήγαγε τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὴν θέσιν νὰ κηρυχθῇ ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον κατὰ τοῦ γεγονότος τῆς Φιλιππουπόλεως, τὸ ὁποῖον, ἐξηγούμενον ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, δὲν ἔχει τὴν σημασίαν, ἥτις ἀπεδόθη αὐτῷ. Ἐὰν θέλωμεν ἡ ἐξέγερσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐὰν θέλωμεν οἱ Χριστιανικοὶ λαοί, ἐὰν θέλωμεν ἡ Εὐρώπη νὰ στρέψῃ βλέμμα συμπαθείας πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ πρὸς τὸν ἀγῶνα, ὅστις ἐπιβάλλεται ἡμῖν, πρέπει νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας· διότι ὁ σκοπὸς ἡμῶν, ἐξοπλιζομένων, εἶναι νὰ πολεμήσωμεν τοὺς Βουλγάρους, τοὺς Σέρβους τοὺς Ρουμούνους. Ὄχι· τοιοῦτος δὲν δύναται, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ σκοπὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐξοπλιζομένου. Ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιζητῇ τὴν κατάλυσιν τῆς τυραννικῆς, τῆς Θεοκρατικῆς Ἐξουσίας, ἥτις ὑπάρχει ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως κατισχύσωσιν αἱ ἰδέαι τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἀδελφότητος, εἰς τὴν ἐπικράτησιν δὲ τῶν ἰδεῶν τούτων εὑρίσκει ὁ Ἑλληνισμὸς τὸ μέγα συμφέρον τοῦ ἡγεῖσθαι ὅλων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀληθὴς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ σχέσεις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας εἶναι φιλικαί· δὲν πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα, στηρίζοντες τὴν πολιτικήν μας ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ πρέπει, μεταβάλλοντες ἔδαφος τῆς ἐνεργείας ἡμῶν, νὰ κηρύξωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀνεχθῶμεν τ’ ἀδικήματα, τὰς ἐπιβουλὰς, τὰς ὕβρεις, τοὺς προπηλακισμοὺς καθ’ ἡμῶν καὶ τῶν ὁμογενῶν ἡμῶν τῆς Τουρκίας, καὶ ὅτι, ἐπιτρεπομένης τῆς ἐνεργείας ἡμῶν κατὰ τῆς Τουρκίας, θ’ ἀπευθύνωμεν τοὺς στρατοὺς ἡμῶν, ὅτι παρ’ αὐτῆς θὰ ζητήσωμεν πολεμοῦντες τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων ἡμῶν οὐχὶ παρὰ τῶν Βουλγάρων ἢ ἄλλης φυλῆς οἱασδήποτε ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἂν ὑπάρχῃ Ἑλληνικὸν ζήτημα, διότι αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως ἀποτελεῖ τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα Ἑλληνικὸν ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς συνδιασκέψεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τοὺς ἐξοπλισμοὺς, προέβη εἰς ὅσα διέπραξεν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δι’ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ Ἑλληνικὸν ζήτημα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τύχῃ ὁ Ἑλληνισμὸς μιᾶς ἱκανοποιήσεως ἀντιστοίχου πρὸς πᾶσαν παραχώρησιν, ἥτις ἤθελε γίνει πρὸς τὰς ἄλλας φυλάς. Ἀλλὰ τί μέχρι τοῦδε ἀποδεικνύεται; ἀποδεικνύεται, ὅτι τοιαύτη ἐλπὶς εἶναι ἐλπὶς ματαία, καὶ διότι εἶναι ματαία, διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκφέρῃ οὔτε λέξιν, δυναμένην νὰ παρηγορήσῃ καὶ εὐελπίσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν, ὑποβαλλόμενον ἤδη εἰς τοσαύτας θυσίας, ὅτι θὰ τύχωμεν διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδιασκέψεως οἱασδήποτε ἱκανοποιήσεως. Ἐὰν δὲ, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ τύχωμεν τοιαύτης ἱκανοποιήσεως, τότε δὲν νομίζετε, ὅτι δικαίως ἀπηύθυνα τὴν ἄλλην ἐρώτησιν πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, τὸ «διατὶ, ἐὰν ἐζητεῖτο τόλμημα ἀντὶ τολμήματος, δὲν ἐτόλμησε τὸ τόλμημα πρότερον, ὅταν ἦτο καιρός;» Εἰς τὴν ἐρώτησιν «διατὶ, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ πολέμου πραγματικοῦ, ὄχι πολέμου φαινάκης, περὶ πολέμου περὶ τῶν ὅλων, διατί τότε ἡ σπουδὴ ἡ μεγάλη, ἡ ἐπενεγκοῦσα τὴν σύγχυσιν εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ; διατί αἱ βεβιασμέναι προπαρασκευαί, αἱ συνεπάγουσαι μεγάλην ζημίαν;» Ἐὰν πρόκηται νὰ τολμήσωμεν τὸ μέγα τόλμημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τολμήσωμεν, ἀφοῦ τὰ πράγματα περιῆλθον εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἐὰν πρόκηται νὰ τολμήσωμεν τὸ μέγα τόλμημα, τότε πρέπει νὰ γίνωνται μετὰ περισκέψεως αἱ ἐνέργειαι καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης μελέτης· διότι τότε τίποτε δὲν μᾶς ἐμποδίζει ἀντὶ σήμερον, νὰ προβῶμεν εἰς τὸ τόλμημα αὔριον, μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, ἀφοῦ λάβομεν ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως ὁ ἀγὼν ἡμῶν εἶναι ἀγὼν ἀποφασιστικὸς καὶ ἀνδρικός, καὶ οὐχί, ὅπως εἶπον καὶ μὲ παρεξήγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀγὼν δηώσεων καὶ σφαγῶν. Οὐδέποτε ἀποδέχομαι ἐγώ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δύναται νὰ προβῇ εἰς λεηλασίας, δηώσεις καὶ σφαγάς, ἀλλ’ ἔλαβον τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποχωρήσωμεν ἕνεκα μὴ προσηκούσης προπαρασκευῆς, καὶ τότε λέγω, ὅτι θὰ ἔχωμεν δηώσεις, σφαγὰς καὶ λεηλασίας. Δὲν ἐπιθυμῶ δὲ τροπὴν ὡς ἡ ἐκ τοῦ Δομοκοῦ. Δὲν ἀντιστρατεύομαι κατὰ τῆς πολιτικῆς τῶν δύο κομμάτων· εἶπον εἰς ὃ σήμερον σημεῖον περιῆλθον τὰ πράγματα, ὀφείλομεν νὰ προπαρασκευασθῶμεν, ὅπως ῥίψωμεν τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω καὶ πρὸς τὴν μίαν καὶ πρὸς τὴν ἄλλην πτέρυγα ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ῥίψωμεν τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, ἀπαιτοῦνται δύο τινά· ὁμόνοια, σύμπραξις εἰλικρινής, σύμπραξις ἐπὶ τῶν πραγμάτων μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, σύμπραξις τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη περὶ τῆς εἰλικρινείας αὐτῆς ἀμφιβολία. Ἀπαιτοῦνται δὲ πρὸς τοῦτο ἀμοιβαῖαι παραχωρήσεις. Μόνον, κύριοι, ἐὰν ὑπάρξῃ τοιοῦτόν τι, δύναται νὰ ἐλπίσῃ τις ὅτι ῥιπτομένου τοῦ κύβου περὶ τῶν ὅλων, δύναται ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς τὸ πεῖσμα καὶ Ῥωμούνων καὶ Βουλγάρων καὶ παντὸς ἀδικοῦντος τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ἀγῶνος νικητὴς καθισταμένης οὕτω τῆς ὑπερόχου αὐτοῦ θέσεως ἔν τε τῇ Εὐρώπῃ καὶ τῇ Ἀνατολῇ ἀναμφισβητήτου πλέον. Ὅτε, κύριοι, ἐπεσκέφθην τὰς Ἀθήνας μετὰ τὴν ἄφιξιν τῆς εἰδήσεως τοῦ τολμήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, προσῆλθον πολλοὶ καὶ ἐζήτησαν τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ πρακτέου· ἀπήντησα ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα, ὅπως ὁ Ἑλληνισμὸς προετοιμασθῇ διὰ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα· ἀλλ’ ὅπως διεξαγάγῃ αὐτὸν ἐπιτυχῶς, ἀπαιτοῦνται δύο τινά· ὁμόνοια μεταξὺ ὅλων, κοινὴ ἀπόφασις, ὅπως προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον, καὶ δεύτερον ὁ Μιλάνος εἰς τὴν Νύσσαν, ὁ Γεώργιος εἰς τὴν Λάρισσαν. Ὁ Γεώργιος εἶναι ὁ κρατῶν τὴν Ἐθνικὴν σημαίαν. Ὁ Γεώργιος εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον παρουσιαζόμενον εἰς τὴν Λάρισσαν ἠδύνατο νὰ τακτοποιήσῃ, νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ, νὰ προλάβῃ πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο ν’ ἀποψυχράνῃ τὸν ἐνθουσιασμόν, τὸν ἅγιον ἐνθουσιασμόν, τὸν ἄξιον ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, ἐπαναλαμβάνω, τῶν ἐφέδρων, καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ διάστημα ὀλίγου χρόνου ἑτοιμοπόλεμον. Δὲν εἰσηκούσθησαν, κύριοι, αἱ γνῶμαί μου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεμακρύνθην τῶν Ἀθηνῶν. Προέβησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας μου τὰ πράγματα καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἱστάμεθα, ὡς εἶπον εἰς τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἡ ὀπισθοχώρησις δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ἐκ ταύτης ἐπίκειται μεγαλειτέρα ζημία, ἢ ἐκ πολέμου ἀτυχοῦς. Ἀλλὰ δὲν παύω φρονῶν ὅτι ἡ Α. Μ. ἔχει καθῆκον νὰ ἐκπληρώσῃ κατὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, καὶ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὁμοθύμως αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην καὶ ἀπεφάσισε τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας, ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα ταῦτα, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένῃ πλέον ἐν Ἀθήναις, πρέπει νὰ μεταβῇ ὡς ἀρχηγὸς αὐτοῦ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ στρατοῦ, νὰ διευθύνῃ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς θελήσεως αὐτοῦ (διότι τότε πρέπει νὰ δώσωμεν αὐτῷ δικτατορικὴν ἐξουσίαν) νὰ ῥίψῃ ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Τὰ δὲ κόμματα, κύριοι, ἐὰν πραγματικῶς ἀποφασίσωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον τῶν πατέρων ἡμῶν, πρέπει νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξαν ἐκεῖνοι. Καὶ τότε ὑπῆρχον κόμματα, καὶ τότε ὑπῆρχον φιλοτιμίαι, αἵτινες προσεβάλλοντο, καὶ ὅμως ὅλα ταῦτα τὰ παρέβλεψαν, καὶ συμπράξαντες ἐξετέλεσαν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐξέπληξαν ὅλον τὸν κόσμον, ἀποδείξαντα ὅτι ὁ κολοσσὸς, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἔτρεμεν ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος, εἶχε πόδας ἐξ ἀργίλλου. Εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ φθάσωμεν καὶ σήμερον, ἐὰν ὑπὸ τοὺς δύο τούτους ὅρους προβῶμεν ἐπὶ τὸ ἔργον. Ἄλλως, ἐγὼ θρηνῶ ἐπὶ τύχης, ἣν παρασκευάζομεν εἰς Ἑλλάδα.
§8ΤΡΥΓΩΝΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἁλικῶν, προτείνων νὰ γείνῃ μία ἐξαίρεσις. (Ὅρα Παράρτ.).
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ 30 χιλιάδων δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἔξοδα ὑγειονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἕνεκα τῆς χολέρας, ἥτις ὑπῆρξεν ἐν Εὐρώπῃ, διότι κατεσκευάσαμεν λοιμοκαθαρτήρια. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον πρὸς πληρωμὴν ὠφειλομένων εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. (Ὅρα Παράρτημα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν.
§11ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀμφιβάλλω, κύριοι, ἐὰν ὑπεβλήθη ποτὲ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπερ ἅμα γνωστὸν γενόμενον ἔτυχε τοικύτης ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ ἀποδοκιμασίας, οἵας τὸ προκείμενον. Βεβαίως καὶ τὸ περὶ πατριωτικοῦ δανείου νομοσχέδιον δὲν ἔτυχεν εὐμενοῦς παρ’ ἡμῖν ὑποδοχῆς, πολλοὶ δὲ ἰδίᾳ τῶν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων κατέκριναν αὐτὸ ὡς ἀδόκιμον καὶ ὡς δυνάμενον μόνον νὰ ἐκθέσῃ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος ἐν οὕτω κρισίμοις καιροῖς. Ἀλλὰ τὸ περὶ εἰσφορῶν νομοσχέδιον παρήγαγε, δυνατὸν εἰπεῖν, ἀληθῆ ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης παρ’ ἡμῖν· περὶ αὐτοῦ μία καὶ μόνη φωνὴ ἠκούσθη μέχρι τοῦδε, ἡ φωνὴ, ἡ καταδικάζουσα καὶ ἀποκρούουσα αὐτὸ ὡς πλημμελὲς καὶ ἄδικον ἐν τοῖς καθόλου αὐτοῦ, ὡς ἄνισον καὶ καταθλιπτικὸν ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα αὐτοῦ, ὡς ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπιζήμιον εἰς αὐτὴν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἐν τοῖς ἐπακολούθοις αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκήρυξε πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς πολιτικὸν δόγμα, καὶ χθὲς δ’ ἐπανέλαβεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ῥυμουλκῆται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης· ἀπορῶ ὅμως πῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοὐλάχιστον νομοσχεδίου δὲν ἠθέλησε νὰ μείνῃ πιστὸς ἐν πᾶσιν εἰς τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο, οὐχὶ τροπολογῶν, ἀλλ’ ἀποσύρων ὁλοσχερῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, τὸ προκαλέσαν τὴν τοσαύτην κατακραυγήν. Νομοσχέδιον τοιοῦτον ἔπρεπε δικαίως νὰ ἐγείρῃ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ζωηρὰν ἐκείνην συζήτησιν, ἥν, χθὲς ἀρξαμένην, ἄδηλον εἶναι ἐὰν καὶ σήμερον θ’ ἀγάγωμεν εἰς πέρας. Καὶ εἶναι μὲν λυπηρὸν, κύριοι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ κλαγγὴ τῶν ὅπλων ἠχεῖ παρὰ τὸν Αἷμον, σύμπασα δὲ ἡ Ἰλλυρικὴ Χερσόνησος διατελεῖ ἀνάστατος, ἐν δὲ τῇ ἀναστατώσει ταύτῃ διακυβεύονται τιμαλφέστατα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους συμφέροντα, ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ κατατρίβωμεν ἐνταῦθα τὸν χρόνον εἰς τοιαύτας συζητήσεις. Πλὴν διὰ τοῦτο δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ αἰτιᾶταί τις ἐκείνους, οἵτινες καθῆκον ἀπαραίτητον ἐπιτελοῦντες ζητοῦσι ν’ ἀποτρέψωσι τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου, δυναμένου νὰ ἔχῃ δεινὰ ἐπακόλουθα διὰ τὴν Χώραν, ἀλλ’ ἐκείνους, οἵτινες ἐξελέξαντο τοιαύτην ἀκριβῶς ὥραν, ἵνα τοιαῦτα νομοσχέδια ὑποβάλωσιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ἤλπιζον, κύριοι, καὶ λέγω τοῦτο ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς καθόλου ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης, ἀπέναντι τῆς ἰσχυρᾶς ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιδράσεως, δὲν θὰ ἐπέμενε μέχρι τέλους εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ. Δυστυχῶς ὅμως τὰς ἐλπίδας μου ἐκείνας ἤλεγξε φρούδας ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς οὗτος οὐ μόνον δὲν ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ συνηγόρησεν ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ δὴ κατὰ τρόπον, ὅστις, ἐὰν μὴ ἐνίσχυσε τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς αὐτὸν ἐν ᾗ εἶχον ἀρχῆθεν γνώμῃ, βεβαίως δὲν μετέπεισεν αὐτούς. Τοιαύτην τινὰ ἐντύπωσιν ἐνεποίησαν ἐμοὶ τουλάχιστον οἱ λόγοι αὐτοῦ, λυποῦμαι δὲ ὅτι οὕτως ἀναγκάζομαι ν’ ἀντεπεξέλθω σήμερον πρὸς τὰ εἰρημένα αὐτῷ. Πράττων τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀγνοῶ ὃν διατρέχω κίνδυνον, ἵνα κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας κατακεραυνωθῶ κἀγὼ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι τολμῶ κἀγὼ ὁ οὐχὶ πέρυσιν, ἀλλὰ μόλις φέτος τὸ πρῶτον γενόμενος βουλευτής, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος οὕτω σπουδαίου καὶ ν’ ἀντιταχθῶ ἐν αὐτῷ πρὸς τὴν γνώμην ἀνδρός, οἷος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐγγηράσας ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ γνῶσιν καὶ πεῖραν τῶν πραγμάτων κεκτημένος, ὅσης στερούμεθα ἡμεῖς οἱ νεώτεροι βουλευταί. Δοξάζων ὅμως, ὅτι αἱ ὀρθαὶ γνῶμαι δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν πρεσβυτέρων πολιτευτῶν, ὥσπερ οὐδ’ αἱ πλημμελεῖς γνῶμαι εἶναι ὁ ἀποκλειστικὸς κλῆρος ἡμῶν τῶν νεωτέρων βουλευτῶν, δὲν ἐδίστασα νὰ λάβω κἀγὼ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀντεπεξέλθω πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀψηφῶν παντάπασιν ὃν πρότερον ὑπηνιξάμην κίνδυνον πρὸ τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἐξ ἴσου ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους βουλευτάς. Διαβεβαιοῦμαι δὲ μόνον τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγὼ ὡς νεώτερος δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος, ἵνα παρακολουθήσω αὐτῷ εἰς τὰς μακρὰς ἐκείνας παρεκβάσεις, εἰς ἃς ἐνόμισεν, ὅτι αὐτὸς ἐδικαιοῦτο καὶ ὡς πρεσβύτερος καὶ ὡς Πρωθυπουργὸς ἴσως νὰ προβῇ, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ἐπετίμα τοὺς ἄλλους, ὅτι δὲν περιορίζονται εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ λόγου. Ἐγὼ ὡς νεώτερος δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος, ἵνα κατὰ τὸ παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ πρεσβυτέρου προβῶ εἰς τόσον τολμηροὺς ἰσχυρισμούς, καθ’ οὓς λ. χ. θὰ ἐζήτουν νὰ ἐλέγξω τοὺς ἄλλους ὡς διαστρέφοντας τὰ πράγματα, ἐνῷ ἐγὼ αὐτὸς διαστρέφω πάντα γλωσσικὸν καὶ λογικὸν κανόνα, διατεινόμενος, ὅτι ἐγένετο μὲν ἐξαίρεσις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν εἰσφορῶν ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ, ἐν ᾧ ἀναφέρεται ἐπὶ λέξει, ὅτι «ἐπιβάλλονται αἱ εἰσφοραὶ ἐπὶ τῶν ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου ε. ε. μισθῶν, ἐπιμισθίων.... ὑφ’ οἱονδήποτε τίτλον ἀποδιδομένων καὶ πληρωνομένων»· ὅτι δὲ πρὸς ἀποσόβησιν παρεξηγήσεων ἐδέησεν εἶτα ἡ Κυβέρνησις νὰ τροπολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἑξῆς: «Δὲν ὑποβάλλονται ὅμως εἰς τὴν εἰσφορὰν ταύτην μόνοι οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης παντὸς βαθμοῦ». Ἐγὼ ὡς νεώτερος δὲν θὰ εἶχόν ποτε τὸ θάῤῥος, ἵνα ὡς ἀντιπολιτευόμενος μὲν διαῤῥηγνύω τὰ ἱμάτιά μου κατὰ παντὸς νέου φόρου, διακηρύττων, ὅτι οἱ Ἕλληνες φορολογοῦνται ὑπερμέτρως καὶ δὲν ἀντέχουσι πλέον εἰς οἱανδήποτε αὔξησιν φόρων, ἐρχόμενος δὲ εἶτα εἰς τὰ πράγματα καυχῶμαι, ὡς ἔπραξε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οὐχὶ χάριν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπέβαλον νέους φόρους ἐκ 15,000,000 δραχμῶν. Ἐγὼ ὡς νεώτερος δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος, ἵνα ἐπιτρέψω ἐμαυτῷ τοιαῦτα ἅλματα ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα, θὰ περιορισθῶ δὲ καὶ νῦν αὐστηρῶς εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ λόγου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκρούων τὴν γνώμην τινὸς τῶν προαγορευσάντων βουλευτῶν, χαρακτηρίσαντος τὰς εἰσφορὰς ὡς φορολογίαν, ἰσχυρίσατο αὐτὸς, ὅτι αἱ εἰσφοραὶ εἶναι ἐπίκλησις τῆς Πατρίδος πρὸς τοὺς πολίτας, ἵνα ἀναλάβωσι μέρος τῶν βαρῶν αὐτῆς ἐν ὥρᾳ ἐκτάκτου ἀνάγκης. Ἀγνοῶ, κύριοι, ἐν τίνι λεξικῷ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέγνω τὴν τοιαύτην σημασίαν τῆς λέξεως «εἰσφορά». Ὅσον ἐμοὶ τοὐλάχιστον γνωστόν, ἡ λέξις αὕτη παρὰ τοῖς πάλαι Ἕλλησιν ἐδήλου τὸν φόρον καθόλου, ἰδίᾳ δὲ τὸν ἐν καιρῷ πολέμου ἐπιβαλλόμενον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκαυχήθη χθὲς, ὅτι εἶναι κάτοχος καὶ ξένων γλωσσῶν, ἀναφέρω αὐτῷ καὶ τὴν ἐν τῇ Γαλλικῇ ἀντίστοιχον πρὸς τὴν εἰσφορὰ λέξιν contribution, πρὸς ἣν οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ ὑπ’ αὐτοῦ προβαλλομένη νῦν ἐπίκλησις, ὥσπερ καὶ πρὸς τὴν εἰσφοράν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν λέξεων, κύριοι, ἂν ἀπίδωμεν, λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, πειθόμεθα, ὅτι δὲν πρόκειται ἐν αὐτῷ περὶ ἐπικλήσεως. Ὅταν ἐπὶ παραδείγματι ἐν τῷ πρώτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ ἀναγινώσκομεν, ὅτι ἐπιβάλλονται αἱ ἀκόλουθοι εἰσφοραί· ὅταν ἐν τῷ ὀγδόῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ εὑρίσκωμεν ἀναγεγραμμένην τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν «οἱ καθυστεροῦντες τὰς κατὰ τὰς § § γʹ καὶ δʹ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ παρόντος εἰσφορὰς καταδιώκονται κατὰ τὰς ἰσχυούσας περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων διατάξεις», τότε ἐννοοῦμεν, ὅτι περὶ παντὸς ἄλλου δύναται νὰ εἶναι ἐν αὐτῷ ὁ λόγος, οὐχὶ ὅμως καὶ περὶ ἐπικλήσεως, καθ’ ἃ ἰσχυρίσατο ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ταῦτα λέγων, δὲν ἀσπάζομαι καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλῆς τινος φορολογίας. Διὰ τοῦ περὶ εἰσφορῶν νομοσχεδίου μέλλει κυρίως νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένην κλίμακα ἀκουσίως καὶ ἀναγκαστικῶς παρ’ ὑπαλλήλων καὶ φορολογουμένων ποσόν τι, ὅπερ δὲν θὰ ἐπιστραφῇ αὐτοῖς πλέον. Οὔτε ἐν πολέμῳ διατελοῦμεν, κύριοι, οὔτε πόλεμον μακρὸν ἔχομεν διεξαγάγει μέχρι τοῦδε, οὔτε ἥττας μεγάλας ἔχομεν ὑποστῆ, δόξα τῷ Θεῷ· καὶ ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταφεύγομεν εἰς μέτρον, ὅπερ, ἐν τοῖς νεωτέροις τοὐλάχιστον χρόνοις, οὐδὲ τὰ Κράτη ἐφήρμοσάν ποτε, τὰ περιελθόντα μονονουχὶ εἰς ἀπόγνωσιν. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε χείρονα θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν εἶχε περιστῆ ἐπὶ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐπαναστάσεως ἡ Γαλλία, ὅτε αὕτη, ἀπειλουμένη πάντοθεν διὰ πολέμων, οὔτε στρατοὺς ἐκέκτητο, οὔτε χρήματα, οὔτε Κυβέρνησιν, ἐμπνέουσαν ἐμπιστοσύνην; Ἐφαίνετο ὡσεὶ εἶχεν ἐκλίπει πᾶσα ἠθικὴ ἀρχὴ ὑπὸ τὴν τρομοκρατίαν καὶ τὴν ἀναρχίαν, τὴν τότε ἀπαντῶσαν ἐν αὐτῇ. Καὶ ὅμως οἱ ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἄγοντες καὶ φέροντες τὴν Γαλλίαν δὲν ἐτόλμησαν νὰ προβῶσιν εἰς τοιοῦτον αὐθαίρετον μέτρον, οἷον τὸ νῦν προβαλλόμενον ἡμῖν, ἀλλ’ εἰς ἀναγκαστικὸν δάνειον. Τὸ δάνειον, καὶ ἀναγκαστικὸν ὄν, διασώζει τοὐλάχιστον πρόσχημά τι, elle sauve les apparences, καθ’ ἃ λέγουσιν οἱ Γάλλοι· διότι εἰς τὸν οὕτως ἐξαναγκαζόμενον εἰς ἔκτακτον θυσίαν ἐναπολείπεται τοὐλάχιστον ἡ ἐλπίς, ὅτι θὰ ἀναλάβῃ ποτὲ ἐπιστρεφόμενον τὸ ὑπ’ αὐτοῦ καταβληθὲν ποσόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ζητοῦμεν νῦν τι πλέον ἢ ἀναγκαστικὸν δάνειον, διότι ἐπιβάλλομεν μὲν τοιοῦτον, ἀλλ’ ἀνεπίστρεπτον. Οὐδεμίαν ὑπερβολὴν ἐνέχει ὁ ἰσχυρισμός μου οὗτος. Ἀκριβεστέρα τις ἐξέτασις τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ πείσῃ, νομίζω, ἕκαστον, ὅτι δὲν πρόκειται ἐν αὐτῷ περὶ φορολογίας, ἀλλὰ περὶ δανείου ἀναγκαστικοῦ, μόνον ἰδιάζον γνώρισμα ἔχοντος τὸ ἀνεπίστρεπτον. Ὅπως συγκαλύψωσι τὸ πρᾶγμα οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου, προσέφυγον εἰς τὸν τύπον τῆς φορολογίας. Ἐγὼ ἐννοῶ, κύριοι, τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, καὶ ὅταν αὕτη προβάλληται ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἀνθίσταντο παντὶ σθένει κατὰ πάσης αὐξήσεως φόρων, εἶμαι δὲ πρόθυμος νὰ συγχωρήσω αὐτοῖς καὶ τὴν τοιαύτην, ὥσπερ καὶ πολλὰς ἄλλας ἀνακολουθίας, ἀποβλέπων εἰς τὰς ἐκτάκτους τῆς Πατρίδος ἀνάγκας. Ἡ αὔξησις τῶν φόρων εἶναι τοὐλάχιστον μέτρον διαρκές, ὅπερ ἐπιβαρύνει καὶ πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐξ ἴσου καὶ ἀναλόγως τοὺς πάντας, δὲν χωρεῖ δὲ ἀμέσως εἰς διπλασιασμὸν τῶν φόρων. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητῇ ἀμέσως διπλοῦν τὸν φόρον· ὅταν ζητῇ αὕτη ν’ ἀποστερήσῃ τοὺς πιστωτὰς αὑτῆς μέρους τῆς πρὸς αὐτοὺς ὀφειλῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν ἀναγκαστικῶς ποσόν τι, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ ποιήσηται δάνειον ἀκούσιον καὶ ἀνεπίστρεπτον, οὐχὶ δὲ νὰ φορολογήσῃ. Καὶ οἱ δύο τρόποι, κύριοι, οἱ καθιερούμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰσφορῶν, ἔχουσι ληφθῆ ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων. Ταῦτα, ὡς γνωστόν, εἶναι ἢ ἄμεσα ἢ ἔμμεσα. Ἄμεσα μὲν εἶναι, ὅταν ἐπιβάλληται κατ’ ἀναλογίαν εἰς πάσας, ἢ εἴς τινας τάξεις ἡ καταβολὴ τοῦ ἐπιμεριζομένου αὐτῶν ποσοῦ· ἔμμεσα δέ, ὅταν διὰ τῶν ἐκδιδομένων ὁμολογιῶν τὸ Κράτος πληρώνῃ τοὺς πιστωτὰς αὑτοῦ. Ἐπὶ τῶν ἀμέσων ἀναγκαστικῶν δανείων εἷς τρόπος, καὶ δὴ ὁ προχειρότατος, εἶναι ἐκεῖνος, καθ’ ὃν τὸ δάνειον ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμέσου φορολογίας, ὅπερ πράττει καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον διὰ τοῦ διπλασιασμοῦ τῶν φόρων. Ἐπὶ τῶν ἐμμέσων ἀναγκαστικῶν δανείων οἱ κυρίως ζημιούμενοι εἶναι οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους καὶ ἰδίᾳ οἱ ὑπάλληλοι, τούτους δὲ πρὸ πάντων ζητεῖ νὰ ζημιώσῃ καὶ τὸ περὶ εἰσφορῶν νομοσχέδιον. Κύριοι, τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλῃ βάρη ἴσα καὶ ἀνάλογα εἰς τοὺς πολίτας, εἰς Κράτη ὅμως εὐνομούμενα καὶ μάλιστα Συνταγματικὰ δὲν συγχωροῦνται δάνεια ἀναγκαστικὰ καὶ ἀνεπίστρεπτα, διότι τοῦτο εἶναι αὐτόχρημα δήμευσις. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, θελήσας ν’ ἀνασκευάσῃ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κραναίας, κατακρίναντος τὸ προκείμενον νομοσχέδιον διὰ τὴν ἐν αὐτῷ καθιερουμένην ἀνισότητα καὶ ἀδικίαν, ἰσχυρίσατο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον διακρίνει ἄκρα ἰσότης, ἄκρα δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ἠρκέσθη εἰς μόνον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, χωρὶς νὰ εὐδοκήσῃ καὶ ν’ ἀποδείξῃ αὐτόν. Τοῦτο δὲν εἶνε ἀσύνηθες παρὰ τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις περιέρχεται εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα ὑποστηρίξῃ τι, ὅπερ ἀδυνατεῖ ν’ ἀποδείξῃ. Νομίζει, ὡς φαίνεται, ὅτι εἶνε ἱκανὸν τὸ ἀξίωμα, ὅπερ καὶ ὡς γεγηρακὼς πολιτευτὴς καὶ ὡς Πρωθυπουργὸς κέκτηται, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῆς ἀνάγκης, ἵνα παρέχῃ τὰς ἀποχρώσας ἀποδείξεις τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοὐλάχιστον τὰ πράγματα αὐτὰ μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα ἐλέγχουσι τὸ ἕωλον τοῦ πρωθυπουργικοῦ ἰσχυρισμοῦ. Ποῦ ἡ ἄκρα ἰσότης, ποῦ ἡ ἄκρα δικαιοσύνη, κ. Πρωθυπουργέ, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε ἐκτάκτους θυσίας εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας οἰκιῶν καὶ εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας, οἵτινες, ὡς γνωστόν, δὲν ἀνήκουσι κἂν εἰς τὰς εὐπορωτάτας παρ’ ἡμῖν τάξεις, πάσας δὲ τὰς ἄλλας τάξεις, ἰδίᾳ τοὺς κεφαλαιούχους καὶ τοὺς μεγαλοκτηματίας, ἀπαλλάττετε τῆς τοιαύτης θυσίας; Καὶ δὲν ἀντιστρατεύεσθε οὕτω πρὸς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν «οἱ Ἕλληνες εἶνε ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ Δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των»; Ἀλλ’ ὑμεῖς ἀνατρέπετε διὰ τοῦ ὄντως πρωτοτύπου τούτου νομοσχεδίου καὶ μίαν ἐκ τῶν πρώτων θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς δημοσιονομίας. Κατ’ αὐτὴν κυριωτάτη βάσις τῶν φόρων εἶνε ἡ ἀνάλογος αὐτῶν διανομὴ εἰς τοὺς πολίτας. Βεβαίως θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς αἱ κοινωνίαι, ἐὰν κατωρθοῦτό ποτε νὰ ἐξευρεθῇ εἷς καὶ μόνος φόρος ἐπιβαρύνων κατ’ ἀναλογίαν τοὺς πάντας. Τούτου ὅμως παντάπασιν ἀμηχάνου ὄντος, ἐπενοήθησαν τὰ διάφορα εἴδη τῶν φόρων τῶν ἀμέσων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐμμέσων, ἐν τῇ ποικιλίᾳ δὲ ταύτῃ ἐπιτυγχάνεται σχετική τις ἀναλογία, διότι ἀπόλυτος τοιαύτη εἶνέ τι ἀνέφικτον. Ὅταν ὅμως ἤρχησθε νῦν, κ. Πρωθυπουργέ, καὶ ἐπιβάλλητε τοιαύτην ἔκτακτον θυσίαν, ὅταν διπλασιάζητε τοὺς φόρους ἐπί τινων μόνον τάξεων, δὲν καταστρέφετε οὕτω πᾶσαν ἀναλογίαν, ἀνατρέποντες ἐν ταὐτῷ καὶ πᾶσαν ἀρχὴν ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης; Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς τολμᾶτε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἰσχυρίζησθε κἄν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν διακρίνεται ἐπ’ ἄκρᾳ ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ! Τοιοῦτο, κύριοι, τὸ περὶ εἰσφορῶν νομοσχέδιον ἐν τοῖς καθόλου αὐτοῦ. Οὐδαμῶς κρεῖττον ἐλέγχεται αὐτὸ καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα αὐτοῦ, ἐν οἷς αἱ εἰσφοραὶ ἐπιβάλλονται ἔνθεν μὲν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἔνθεν δὲ εἰς ὡρισμένας τῶν φορολογουμένων πολιτῶν τάξεις. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιβαλλομένην εἰσφοράν, ἐπικαλούμενος προηγούμενα παραδείγματα ἐν αὐτῷ τῷ Κράτει ἡμῶν. Τὰ παραδείγματα ὅμως ταῦτα, κύριοι, ἀνάγονται εἰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς ἡ θέσις τῶν ὑπαλλήλων ἡμῶν ἦτο πολλῷ βελτίων τῆς νῦν. Τότε ὁ βίος ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶχεν ὑπερτιμηθῆ, ὥσπερ νῦν, οἱ δὲ ὑπάλληλοι, ζῶντες ἀνετώτερόν πως, ἠδύναντο νὰ στερηθῶσι ποσοστοῦ τινος τοῦ μισθοῦ. Ἐν τῇ νῦν ὅμως ὑπερτιμήσει τοῦ βίου παρ’ ἡμῖν, καθ’ ὃν χρόνον ὁμολογεῖται παρὰ πάντων, ὅτι κάκιστα μισθοδοτοῦνται οἱ ὑπάλληλοι, ὅτι δὲ μόλις ἀποζῶσιν ἐκ τοῦ γλίσχρου αὐτῶν μισθοῦ, ἀδικεῖ αὐτοὺς μεγάλως ὁ θέλων ν’ ἀποστερήσῃ αὐτοὺς καὶ μέρους τοῦ μισθοῦ τούτου. Κρίνω περιττὸν ν’ ἀποδείξω, ὁπόσον ἀτόπως οἱ ὑπάλληλοι ὑπήχθησαν εἰς τὴν εἰσφορὰν, ἀφοῦ τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς μισθοὺς, ἐὰν ἐθεώρει τούτους ὑπερόγκους. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς ὃ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω ἰδίᾳ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἶνε ἡ διαφορὰ τῆς κρατήσεως νῦν καὶ πρότερον. Ἐν ταῖς πάλαι ἐποχαῖς, ὧν ἀνεμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ αὐτὸ ποσοστὸν ἐκρατεῖτο ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων· νῦν ὅμως ἐπέπρωτο νὰ καθιερωθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὸ προοδευτικὸν λεγόμενον σύστημα, ὅπερ ἐναπέκειτο εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν. Δὲν εἶνε τοῦ παρόντος, κύριοι, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ προοδευτικοῦ ἐν τῇ φορολογίᾳ συστήματος, ἄκαιρον δὲ θεωρῶ τὴν χθὲς γενομένην ἀνάμιξιν τῆς τοιαύτης συζητήσεως εἰς τὸ περὶ εἰσφορῶν νομοσχέδιον. Χάριν ὅμως τῶν διατελούντων ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος καὶ καθ’ ὅσον τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω κἀγώ τινα περὶ αὐτοῦ. Τὴν ἀπόλυτον προοδευτικὴν φορολογίαν ἀποκρούουσι πάντες οἱ μὴ ἀποκλίνοντες εἰς τὴν κοινοκτημοσύνην. Δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκεται κυρίως ἡ ἐξίσωσις τῶν περιουσιῶν, ἐπιβαρύνονται δὲ ἀνίσως οἱ πλούσιοι μέχρις ὁλοσχεροῦς ἀποῤῥοφήσεως τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν. Τὴν τοιαύτην φορολογίαν καταδικάζουσι δικαίως πάντες οἱ τὴν νῦν κοινωνικὴν τάξιν ἀποδεχόμενοι, διότι ὑπ’ αὐτὴν ἀποβάλλει τὸ θάῤῥος ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ οἰκονομία, φυγαδεύονται δὲ καὶ τὰ κεφάλαια. Ἐν τῇ πράξει ἀπαντᾷ ἐνιαχοῦ ἡ σχετικὴ λεγομένη προοδευτικὴ φορολογία, ὑπὲρ ἧς τυγχάνουσι κεκηρυγμένοι καί τινες οἰκονομολόγοι, δοξάζοντες, ὅτι δι’ αὐτῆς μόνης δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀναλογία ἐν τῇ φορολογίᾳ οὕτως, ὥστε ὅσῳ μείζω τὰ κεφάλαια, τόσῳ βαρυτέρα ν’ ἀποβαίνῃ καὶ ἡ φορολογία αὐτῶν. Τοῦ τοιούτου συστήματος ζηλωτὴς φαίνεται γενόμενος αἴφνης καὶ ὁ ἡμέτερος Πρωθυπουργός. Δὲν ἐννοῶ ὅμως τίνα σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο πρὸς τὴν εἰσφοράν, τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τοὺς παρ’ ἡμῖν ὑπαλλήλους. Πρόκειται ἐπὶ τούτων περὶ διαφορᾶς περιουσιῶν καὶ κεφαλαίων; Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, πρὸς εὐχερεστέραν κατανόησιν τοῦ πράγματος νὰ προσφύγω εἰς συγκεκριμένην τινὰ περίπτωσιν. Ὁ Πρωτοδίκης καὶ αὐτὸς ὁ Εἰρηνοδίκης δύνανται νὰ ὦσι πλουσιώτεροι καὶ τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἂν μὴ ἔχῃ οὗτος περιουσίαν, ἐκεῖνοι δ’ ἔχωσιν. Δὲν εἶνε ὅμως ἄδικον τὸν πενέστερον Ἀρεοπαγίτην νὰ φορολογήσωμεν βαρύτερον τοῦ πλουσιωτέρου Πρωτοδίκου ἢ Εἰρηνοδίκου; Ἡ διαφορὰ τῶν μισθῶν, κύριοι, δὲν καθιερώθη χάριν πλουτισμοῦ, ἀλλὰ διότι καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου εἶνε μείζονες. Ὁ ὑπάλληλος προβιβάζεται εἰς τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας μετὰ μακρὰν ὑπηρεσίαν, ἀφικνούμενος δὲ εἰς αὐτὰς, ἔχει συνήθως μείζονα βάρη. Εἶνε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἔγγαμος καὶ ὑφίσταται δαπάνας μείζονας ἢ ὁ ἄγαμος κατώτερος ὑπάλληλος, διάγει δ’ ἐν πρωτευούσαις καὶ ὑποχρεοῦται νὰ ζῇ ἀξιοπρεπῶς, ἡ δὲ διαφορὰ τοῦ μισθοῦ ἐλάχιστα συντελεῖ εἰς ἐξίσωσιν τῶν βαρῶν τούτων. Τὸ ἄδικον τοῦ προοδευτικοῦ συστήματος ἐπὶ τῶν εἰσφορῶν εἶνε πρόδηλον καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καταφανέστατον γίνεται ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν τῶν ταμείων, καθ’ ἃς δυνατὸν ἐπὶ παραδείγματι πενέστερός τις νὰ ἔχῃ λαμβάνειν 410, ἕτερος δὲ πλουσιώτερος 400 δραχμὰς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ μὲν πενέστερος, ὁ ἔχων λαμβάνειν τὰ πλείονα, ὑποβαλλόμενος εἰς εἰσφορὰν πρὸς 20 τοῖς ἑκατὸν, θὰ πληρωθῇ μόνον 330 δραχμὰς, ὁ δὲ πλουσιώτερος, ὁ ἔχων λαμβάνειν τὰ ἐλάττονα, ὑποβαλλόμενος εἰς εἰσφορὰν πρὸς 15 τοῖς ἑκατὸν, θὰ πληρωθῇ 340 δραχμάς. Ὑπάρχει λοιπὸν ἴχνος κἂν δικαιοσύνης ἐν τῇ τοιαύτη ἐφαρμογῇ τῆς προοδευτικῆς κλίμακος; Οἱ ὑπάλληλοι ἰδίᾳ, κύριοι, ἐπιβαρύνονται καὶ ἄλλως. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων πλήττει κατ’ ἐξοχὴν τὰ πτωχὰ αὐτῶν βαλάντια. Ὁ ἔμπορος καὶ ὁ βιομήχανος κανονίζουσι τὰς τιμὰς τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν προϊόντων αὐτῶν κατὰ τὴν τιμὴν τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος, ὁ ὑπάλληλος ὅμως ὀφείλει νὰ πληρωθῇ ἄνευ ὑπερτιμήσεως τῆς ἐργασίας. Δὲν εἶνε ἀπίθανον τὸ χαρτονόμισμα νὰ ὑποτιμηθῇ ταχέως μέχρις 20 καὶ 25 τοῖς ἑκατὸν, ἐντεῦθεν δὲ νὰ προκύψῃ ἴση ἔκπτωσις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, εἰς ἣν, προσθέτοντες τὴν εἰσφορὰν καὶ τὰς συνήθεις μηνιαίας κρατήσεις διὰ τὴν σύνταξιν, θὰ ἴδωμεν οὕτω περιοριζόμενον τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ ἥμισυ περίπου. Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι, καθ’ ἃ ὑπηνίξατο χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατρέχουσι καὶ ἕτερον κίνδυνον. Ἤδη ἐν εἰρήνῃ, εἶπε, καθυποβάλλονται οὗτοι εἰς καθυστερήσεις πολλῶν μηνιαίων, πολλῷ πιθανώτεραι ὅμως ἔσονται αἱ τοιαῦται καθυστερήσεις ἐν καιρῷ πολέμου. Εἶνε τοῦτο, ὡς παρατηρεῖτε, πλῆρες ἀναγκαστικὸν καὶ δὴ ἄτοκον δάνειον. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγορεύων χθὲς περὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν ὑπαλλήλων, ἐνόμισεν ἐπάναγκες, ἴσως πρὸς παραμυθίαν αὐτῶν, ἵνα ὑπενθυμίσῃ καὶ τὴν ἐνδεχομένην παντελῆ καθυστέρησιν τῶν μισθῶν αὐτῶν. Καὶ ἀγνοεῖτε, κ. Πρωθυπουργὲ, εἰς ὁποῖον ἀπελπισμὸν ἐμβάλλετε τοὺς δυστυχεῖς ὑπαλλήλους, ὁποῖα δ’ ἐπακόλουθα δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ τοιαῦτα ὑμῶν μέτρα; Διασώζομεν, κύριοι, ἔτι, εἰ καὶ μετὰ κόπου πολλοῦ, ἓν μέγα ἠθικὸν κεφάλαιον τῆς Χώρας, τὴν τιμιότητα καὶ χρηστότητα ἐν τῇ ὑπαλληλίᾳ· μὴ θελήσωμεν νῦν νὰ θυσιάσωμεν καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο διὰ μέτρων, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, ἀσυνέτων. Τὸ κακὸν, ἅπαξ εἰσκωμάσαν εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑπαλλήλων, δυσκολώτατα ἀπαλείφεται· εἶνε δὲ δυστυχέσταται αἱ κοινωνίαι, αἱ στερούμεναι χρηστῆς καὶ τιμίας ὑπαλληλίας. Μεταβαίνων νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ διπλασιασμοῦ τῶν φόρων, τοῦ ἐπιβαλλομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίκην εἰσφορᾶς εἰς ὡρισμένας τάξεις φορολογουμένων, ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ παρατηρήσω τινὰ κἀγὼ ὡς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ μέτρου τούτου καὶ ἐπὶ τὰς Ἰονίους νήσους. Αἱ νῆσοι αὗται, ὡς γνωστόν, δὲν ἀφωμοιώθησαν μέχρι τοῦδε πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ὑπὸ φορολογικὴν ἔποψιν, ἐξακολουθοῦσι δὲ, ὥσπερ πρότερον, καὶ νῦν ἐπιβαρυνόμεναι διὰ μειζόνων ἐμμέσων φόρων, ἀντὶ δὲ τούτων μένουσιν ἀπηλλαγμέναι τῶν ἀμέσων φόρων. Τὸ ζήτημα τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν Ἰονίων νήσων πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα πολλάκις ἀνεκινήθη ἀπὸ τῆς ἑνώσεως αὐτῶν, οὐδὲν ἧττον μέχρι τοῦδε διὰ λόγους, οὓς ἄκαιρον θεωρῶ νὰ ἐξετάσω νῦν, ἔμενεν ἄλυτον, ὅτε αἴφνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρὼν ἐν τούτῳ συμφώνους, ὡς εἶπε, καί τινας τῶν Ἰονίων βουλευτῶν, ἔγνω νὰ ἐπιβάλῃ ἐφάπαξ καὶ εἰς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος νήσους ἐτήσιον φόρον οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων χάριν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς Πατρίδος. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ εἰσφορὰ αὕτη τῶν Ἰονίων πρὸς τὰς ἐκτάκτους τῆς Πατρίδος ἀνάγκας. Ἕως οὗ γένηται ἀπογραφὴ τῶν φορολογηθησομένων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις, ἕως οὗ ἐξελεγχθῇ τὸ ἐνοίκιον ἢ εἰσόδημα αὐτῶν καὶ ὁρισθῇ ὁ πληρωθησόμενος φόρος· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἕως οὗ βεβαιωθῇ καὶ εἰσπραχθῇ ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς Ἰονίους εἰσφορὰ, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἔχωσι παρέλθει πρὸ πολλοῦ αἱ νῦν ἔκτακτοι τῆς Πατρίδος ἀνάγκαι. Πρὸς τί ὅμως τότε ἡ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις φορολογικὴ ἀναστάτωσις; Ἐῤῥήθη παρά τινων, ὅτι αἱ ἔκτακτοι τῆς Πατρίδος ἀνάγκαι εἶνε τὸ πρόσχημα μόνον, ὑφ’ ὃ ζητεῖται ἡ ἐπέκτασις τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἐπὶ τὰς Ἰονίους νήσους. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι συμφέρει ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις τῶν Ἰονίων νήσων πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα; ἔχετε τότε τὸ θάῤῥος, ἵνα εἴπητε ἀπροκαλύπτως τὴν ὑμετέραν γνώμην, λαλοῦντες τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, τὴν γλῶσσαν τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς ἐλευθέρους λαούς. Ὡς πρὸς τὸν διπλασιασμὸν τῶν φόρων ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἐπὶ ὡρισμένων μόνον τάξεων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίτοι ἐπανειλημμένως προσκληθεὶς, οὐχ ἧττον οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν εἶπεν εἰς δικαιολόγησιν τῆς μονομεροῦς καὶ ἀδίκου ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου μέτρου. Δὲν παρατείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀτυχῶν ὑπαλλήλων τῶν Τραπεζῶν καὶ Ἑταιριῶν, οἵτινες, ἐνῷ κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὀφείλουσι νὰ τελῶσι μέχρις 20 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ προσέτι, κατὰ τι νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρελθὸν Σάββατον, μέλλουσι νὰ ὑπαχθῶσι νῦν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος μέχρις 8 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, ὑποχρεοῦνται ὡς ἐκ περισσοῦ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ εἰς διπλοῦν φόρον ἐπιτηδεύματος. Δὲν παρατείνω ἐπίσης τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, αἵτινες, εἰ καὶ ὑπεβλήθησαν πρό τινων μηνῶν εἰς αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κερδῶν αὐτῶν ἐκ 3 εἰς 5 τοῖς ἑκατὸν, οὐδὲν ἧττον ὑποχρεοῦνται νῦν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ πληρώσωσιν ἐφάπαξ καὶ τὸ διπλάσιον τοῦ ἐπὶ τῶν κερδῶν αὐτῶν φόρου. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως, κύριοι νὰ ἐνδιατρίψω μακρότερόν πως εἰς τὰς δύο τάξεις, τὰς τῶν κεκτημένων οἰκοδομὰς φορολογουμένας καὶ τῶν μετερχομένων ἐπιτήδευμά τι. Εἶνε γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων οἱ ἰδιοκτῆται φορολογουμένων οἰκοδομῶν ἔχουσι ταύτας ἐπιβεβαρημένας διὰ χρεῶν, ἅτινα ἔχουσι καταστῆ νῦν τόσῳ μᾶλλον ἐπαισθητά, ὅσῳ ἀπό τινος, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιπετειῶν τῆς Χώρας, τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ κεφάλαια περιωρίσθησαν πολὺ καὶ ὑπερετιμήθησαν, αἱ δὲ διάφοροι ἀξίαι, ἄρα καὶ αἱ τῶν οἰκοδομῶν, ὑπετιμήθησαν. Ὡς ἐκ τούτου οἱ κάτοχοι οἰκοδομῶν περιῆλθον εἰς μεγάλην στενοχωρίαν, καθόσον καὶ τὰ ἐνοίκια ἐξέπεσον μεγάλως, οὐκ ὀλίγαι δὲ οἰκοδομαὶ μένουσι νῦν ἀνοικίαστοι, ἄρα ἄνευ προσόδου. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπαιτεῖ παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν φορολογουμένων οἰκοδομῶν εἰσφορὰν καὶ δὴ ἴσην πρὸς τὸν κατὰ τὸ 1884 (ὅτε καὶ αἱ οἰκοδομαὶ ὑπερετιμῶντο καὶ τὰ ἐνοίκια καὶ ὁ φόρος αὐτῶν ἦσαν ἀνώτεροι) «δυνάμει τῶν ἰσχυόντων νόμων βεβαιωθέντα φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν». Οὐδόλως κρεῖττον εἶνε τανῦν ἡ κατάστασις τῶν μετερχομένων ἐπιτήδευμά τι. Ἐν ᾗ θέσει εὕρηνται τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, μόλις ὀρθοποδοῦσι καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία ἡμῶν· καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖ καὶ παρ’ αὐτῶν νῦν διπλάσιον φόρον! Ἀμφίβολον, κύριοι, ἐὰν ὑπὸ τὴν νῦν οἰκονομικὴν καχεξίαν θὰ κατώρθουν οἱ ἰδιοκτῆται φορολογουμένων οἰκοδομῶν καὶ οἱ μετερχόμενοι ἐπιτήδευμά τι νὰ πληρώσωσι καὶ ἁπλοῦν τὸν φόρον τὸ ἔτος τοῦτο· δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τοῦδε ἀδύνατος ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ διπλασίου. Τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον, κύριοι, ἀποτυγχάνει συνήθως, διότι ζητοῦνται δι’ αὐτοῦ χρήματα ἐκεῖ, ἔνθα τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουσι διαθέσιμα, δι’ ὅπερ ματαιοπονεῖ συνήθως ὁ προσφεύγων εἰς αὐτὸ, ἐπαυξάνει δὲ μόνον τὴν σύγχυσιν καὶ συνταράττει τὴν Χώραν δι’ ἀκαίρων καὶ μὴν καὶ ἀνωφελῶν καταδιώξεων. Αὐτὸ τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Οἱ πλεῖστοι τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος φορολογουμένων δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀποτίσωσι τὰ ἐπιβαλλόμενα αὐτοῖς βάρη. Τοῦτο καὶ ἄλλως θὰ ἦτο δυσχερὲς καὶ θὰ ἐξηνάγκαζε πολλοὺς νὰ προσφύγωσιν εἰς δάνεια ἐπαχθῆ, ἐν τῇ νῦν ὅμως ἀχρηματίᾳ ἀποβαίνει μόνον οὐχὶ ἀδύνατον. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν καταδιώξεις ἐπαχθεστάτας πρὸς εἴσπραξιν, ἐπειδὴ δὲ ἀμήχανον ἀποβαίνει νὰ καταδιωχθῶσι μυριάδες φορολογουμένων, ἐν τέλει θ’ ἀποστῶμεν τῶν καταδιώξεων, κενὰς ἔχοντες τὰς χεῖρας. Τοιαύτην τινὰ ἀκουσίαν καὶ ἀναγκαστικὴν εἰσφορὰν ἅπαξ μόνον, ὅσον ἐμοὶ τοὐλάχιστον γνωστὸν, ἐσκέφθησάν τινες νὰ ἐπιβάλωσιν ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον τῶν Γερμανῶν καὶ Γάλλων ἐν Γαλλίᾳ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὅλου, ἢ μέρους τῆς πρὸς τὴν Γερμανίαν πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. Προέτειναν τοῦτο δύο πληρεξούσιοι, ὁ Carayon-Latour καὶ ὁ Philippotaux, ἡ δὲ πρότασις αὐτῶν ἐφάνη μὲν τὸ κατ’ ἀρχὰς ἀρεστὴ καὶ εὗρεν ἐνίους ὀπαδοὺς, μετὰ μεμελετημένην ὅμως ἔρευναν ἠλέγχθη σαθρὰ καὶ ἥκιστα πρακτικὴ, ὡς τοιαύτη δὲ καὶ ἀπεκρούθη. Συμφέρει νῦν ἡμεῖς πρῶτοι αὐτοσχεδιάζοντες νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπόπειραν καὶ δοκιμὴν μέτρου, ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ ἐλεγχθέντος ἀστόχου καὶ ἀδοκίμου; Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν μείζονα ἐνθουσιασμόν, κεκτήμεθα ἆρά γε μείζονας καὶ τοὺς πόρους ἢ οἱ Γάλλοι, ἵνα ὑποβάλωμεν τὴν Χώραν εἰς θυσίας, πρὸ τῶν ὁποίων ὑπεχώρησε καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλία; Δυοῖν θἄτερον θὰ συμβῇ· ἢ θὰ κατορθώσωμεν ὑπὸ τὰς νῦν οἰκονομικὰς ἡμῶν δυσχερείας, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις δεκατίζει πάσας τὰς περιουσίας, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἥτις, ἀφαιροῦσα μυριάδας ἀνδρῶν ἐκ τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, καθιστᾷ ἔτι δεινοτέραν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν θέσιν· ἢ θὰ κατορθώσωμεν, λέγω, ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων νὰ εἰσπράξωμεν πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτούμενα ποσὰ, ἤτοι περὶ τὰ 85,000,000 δραχμὰς διὰ τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, 30,000,000 δραχμὰς διὰ τὸ πατριωτικὸν δάνειον καὶ ὡς 7,000,000 δραχμὰς, καθ’ ἃ ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐκ τῶν νῦν προβαλλομένων εἰσφορῶν, καὶ τοιούτῳ τῷ τρόπῳ θὰ ἀφαιρέσωμεν μέγα μέρος τῶν παραγωγικῶν κεφαλαίων τῆς Χώρας, παραδίδοντες αὐτὴν εἰς οἰκονομικὸν χάος· ἢ, ὅπερ τὸ πιθανώτερον, ἡ Χώρα, ἡ οὖσα ἤδη οἰκονομικῶς ἐξηντλημένη, δὲν θὰ ἀνθέξῃ εἰς τοσαῦτα βάρη, ἄρα οὐδὲ θὰ εἰσπράξωμεν ἐξ αὐτῆς ποτε τὰ ἐπιζητούμενα ποσά. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲν ἄλλο θὰ ὑπελείπετο ἡμῖν ἢ νὰ καταφύγωμεν εἰς δάνειον. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἦτο δυνατόν ποτε νὰ ἐπιτύχωμεν δανείου, ἀφοῦ διὰ τοιούτων μέτρων, οἷα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προβαλλόμενα, διασείομεν ἐκ βάθρων τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν; Ὅσοι ἂν μάθωσιν, ὅτι ἐψηφίσθη παρ’ ἡμῖν νόμος, οἷος ὁ νῦν συζητούμενος, θὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀδυνατοῦμεν νὰ συνάψωμεν δάνειον ἑκούσιον, ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τοιοῦτον, ἔστω καὶ ἀναγκαστικόν, καταφεύγομεν δὲ εἰς δάνεια ἀναγκαστικὰ καὶ ἀνεπίστρεπτα, εἰς ἀληθεῖς δημεύσεις· θὰ εἴπωσιν ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν χρεωκοπίᾳ. Κύριοι, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀρνεῖται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντα τὰ μέσα, δι’ ὧν αὕτη θὰ ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς Πατρίδος, ὅταν αὐτὰ ὦσιν ἀνάλογα πρὸς τὰς τοιαύτας ἀνάγκας. Ἔχομεν ὅμως καθῆκον ν’ ἀποκρούσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὰ ὑπ’ αὐτῆς ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν μέτρα, ὅταν ταῦτα, χωρὶς ν’ ἄγωσι τὸ παράπαν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, συντελῶσι μόνον εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Δημοσίας ἡμῶν πίστεως, περὶ ἧς οὐχ ἧττον καθῆκον ἱερὸν ἐπιβάλλεται ἡμῖν, ἵνα μεριμνῶμεν ἀδιαλείπτως. Ἡ Δημοσία πίστις, κύριοι, ἐκπροσωπεῖ αὐτὴν τὴν τιμὴν τῶν Ἐθνῶν, εἶνε δὲ ἐπίσης πολύτιμον ἀγαθὸν, ὥσπερ καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ μεγαλεῖον τῶν λαῶν. Ἀλλ’ ἡ Δημοσία ἡμῶν πίστις διατελεῖ νῦν ἐν ἀγωνίᾳ, πολὺ δὲ φοβοῦμαι μήτοι ἡ Κυβέρνησις, δι’ ὧν λαμβάνει μέτρων, ἀντὶ θεραπείας κατενέγκῃ εἰς αὐτὴν ἀληθὲς coup de grâce!
§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. «Εἷς οὐδὲν τὰ πράγματα, ἂν μὴ νοῦς παρῇ» λέγω πρὸς τὸν προαγορεύσαντα. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος τὸ βῆμα ἴσως εἶναι σοβαρὰ καὶ ἐπιστημονικωτάτη, ἀλλ’ εἶναι ἀξία μόνον διὰ τὸ Πανεπιστήμιον. Ἐζήτησα τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, κύριοι, ἵνα ἴδωσι πάντες οἱ βουλευταὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ Ἔθνος καὶ πεισθῶσιν ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα φέρει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι μέτρα ἀνάγκης. Ἀνέρχονται τὸ βῆμα πάντες οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως) καὶ παραπονοῦνται διατί ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι εἰς τὴν Λάρισσαν, διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν καταλαμβάνει τὰ Ἰωάννινα.
§13ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἡμεῖς;
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς, ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ κ. Μεσσηνέζης λέγετε: διατί ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι εἰς τὴν Λάρισσαν, διατί δὲν κινούμεθα, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ἡμῶν, ποία εἶναι ἡ πολιτική μας, μὲ ποῖον θὰ πολεμήσωμεν; Ἡ Σερβία ἤδη εἰσβάλλει καὶ περιάγει τὴν σημαίαν της ἐστεφανωμένην μὲ δάφνας εἰς τὰ πεδία τῶν Βουλγάρων, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ εἰσφορῶν; Ὄταν πρόκειται, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐνεργήσωμεν, ὅταν πρόκειται καὶ μέχρι τοῦ 40 ἔτους καλούμενοι νὰ φθάσωμεν παλαίοντες κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἀποθνήσκοντες, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος θὰ παραπονεθῇ διότι θὰ δώσῃ 20 δραχμὰς ἀπὸ τὸν μισθόν του; (εὖγε, εὖγε)· καὶ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται τοιαύτη συζήτησις εἰς τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους σοβαροὺς ὅπως ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα; Δὲν θέλουν, λέγουσι, νὰ φέρωσιν ἐμπόδια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅμως ὡμίλησε χθὲς ὁ ἐκ Κραναίας βουλευτὴς τρεῖς ὥρας.
§15ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸν κύριον Θεοτόκην δὲν ἔχεις δίκαιον.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα· ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Θεοτόκη προὐκάλεσε τρίωρον συζήτησιν· καὶ ἔπειτα παραπονούμεθα διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνεργεῖ. Ἐξεφράσατε τὴν γνώμην σας, καὶ εἴπατε εἰς τί διαφωνεῖτε πρὸς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως; εἴπατε πῶς δὲν δύνασθε νὰ τὴν ῥίψετε καὶ διὰ τοῦτο δὲν προσπαθεῖτε· διότι, εἴπατε, πολεμοῦντες εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πολεμεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὴν Πατρίδα. Διατί λοιπὸν δὲν σιωπᾶτε; Διατί δὲν θέλετε ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ ψηφίσωμεν τὰ πάντα καὶ νὰ κλείσωμεν τὸ Βουλευτήριον;
§17ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Μάλιστα, μάλιστα (χειροκροτήματα). Ἐδῶ ἀπόψε ὅλα.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον νὰ λέγωμεν ἀπόψε, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: ἀνάλαβε τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, τὰ πάντα σοὶ παραχωροῦμεν.
§19ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Αὐτὸ τὸ λέγομεν.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παύσατε λοιπὸν τὰς συζητήσεις καὶ κάμετε ὅ,τι ἐκάμετε εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτε δὲν ἐπρόκειτο διὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Ἐκαθίσατε ἄλλοτε πέραν τοῦ μεσονυκτίου συζητοῦντες· πράξατε τοῦτο πρὸ πάντων σήμερον, ὅπου μεγάλα συμφέροντα τῆς Πατρίδος διακινδυνεύουσι. Κλείσατε τὰς πύλας τοῦ Βουλευτηρίου, διότι ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὴν Σόφιαν ὑπογράφεται συνθήκη καὶ θὰ ἔλθωμεν μετὰ τὸ ἔργον, ὅπως καὶ μετὰ τὴν Πλεύναν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ εἴπῃ περισσότερα τῶν ὅσων εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἡ γλῶσσα τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐλευθέρα, καὶ μὴ ζητεῖτε περισσότερα. Σᾶς εἶπε καταλήγων ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι διὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἔφεδροι θὰ κληθῶσι νὰ ἐνεργήσωσι. Τί ἄλλο θέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ φανερώτερον ὁ Πρωθυπουργός; Θέλετε νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς; Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ προκαλῆτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁμιλήσῃ, ὅπως θέλετε σεῖς νὰ ὁμιλήσῃ; Βεβαίως σεῖς ἐπιτρέπετε νὰ παρασύρεσθε ἀπὸ θερμότατον πατριωτισμὸν, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένη ἡ ἐλευθέρα γλῶσσα, ἡ ὑποθαλπομένη ὑπὸ τοῦ πατριωτισμοῦ. Πάσης Κυβερνήσεως κυριώτατος σκοπὸς εἶνε νὰ λέγῃ καὶ νὰ πράττῃ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ παραβλάπτωνται ποσῶς τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Λοιπὸν, ἀφοῦ εἶσθε πάντες σύμφωνοι, ἀφήσατε τὰς συζητήσεις καὶ τὰς ἐπιδείξεις τὰς ῥητορικὰς καὶ ἔλθετε εἰς τὰ ἔργα, ἀφοῦ ζητεῖτε πόλεμον, καὶ ἀφοῦ πιστεύετε ὅτι ἡ στιγμὴ αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία καὶ ἱερὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§21Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα ἵνα ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθὼς τὴν ἐζήτησα καὶ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θέλω δεχθῆ ἀμέσως, καὶ δέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ προαγορεύσαντος, νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις καὶ νὰ κλείσωμεν τὴν Βουλήν. Ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν δύναμιν νὰ δεχθῇ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπῃ· «τὰ ἔχω ἕτοιμα ὅλα, δὲν μοῦ χρειάζεται πλέον ἡ Βουλή, ζητῶ ἑπομένως τὴν δικτατορίαν;» Ἔχει τὴν δύναμιν ταύτην ἐν τῇ συνειδήσει του ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἂς τὸ εἴπῃ καὶ ὑπερψηφίζω ἀμέσως. Τοῦτο δὲ ὤφειλε νὰ τὸ κάμῃ ἀμέσως μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἤθελε παρουσιάσει τρία, πέντε νομοσχέδια, ὅσα ἐνόμιζεν, ὅτι τῷ ἦσαν ἀναγκαῖα, ὅπως τὸ ἔκαμεν ἡ Ἰταλία, ὁσάκις ἐκάλεσε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἵνα τοῖς ἀναγγείλῃ, ὅτι ἑτοιμάζεται νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ὅπως τὸ ἔκαμεν ἐσχάτως ἡ Σερβία. Ἔχει ὁ προαγορεύσας σημεῖόν τι τοιοῦτον; ἂς εἴπῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, ἂν ἔχῃ ἐν ἑαυτῷ τὴν πίστιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει, εἶναι ὑπὲρ τῆς Πατρίδος· ἂς ἔλθῃ ἐδῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός· «ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην ἐνώπιόν σας, νὰ κλείσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μοῦ δώσητε τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν». Ἐπαναλέγω ἂς τὸ εἴπῃ, καὶ ἐγὼ πρῶτος τῷ δίδω τὴν ψῆφόν μου· ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει. Εἴμεθα ἐδῶ 22 ἡμέρας καὶ προσεκλήθημεν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος, καὶ τί ἔχει ἡ ἡμερησία διάταξις; διὰ τὰ οἰκόπεδα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Πατρῶν καὶ διὰ τὸν δίσκον τῆς Παναγίας τῆς Τήνου. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσεν ἐνώπιόν μας ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπ’ αὐτῶν καταγινόμεθα, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὁ Πρωθυπουργὸς, ἂν τῷ εἴπω «ὑμεῖς, κ. Πρωθυπουργέ, εἴπετε, καὶ τὸ εἴπετε ὀρθῶς, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ Βουλή». Εἴμεθα ἠναγκασμένοι λοιπὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις. Ὑπὸ ἄλλο πνεῦμα θὰ συζητήσητε σεῖς, ὑπὸ ἄλλο ἡμεῖς, καὶ ὑπὸ τὴν διαφορὰν ταύτην καὶ μόνην εἰμπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ σύμπραξις καὶ ἡ συνδρομή, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς δώσωμεν, ἐννοῶ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ γενικὸν ζήτημα, τὸ ἐθνικόν. Δὲν ἔχομεν νὰ σᾶς ζητήσωμεν ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας σας οὐδένα λόγον, διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠξεύρετε σεῖς, ἡμεῖς δὲν τὰ εἰξεύρομεν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν συνδέονται μὲ σχέσεις ἄλλων Κρατῶν, αὐτὰ θὰ τὰ συζητήσωμεν, ἀφοῦ μάλιστα μᾶς τὰ ἐφέρετε τμηματικῶς καὶ δὲν μᾶς ἐφέρετε ὁλικὴν πρότασιν, ἔστω 100,000,000 ἢ 200,000,000.
§22ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποῦ εἶναι αὐτά;
§23Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει, ἐπαναλέγω, τὸ ἐξωτερικὸν μέρος, εἶναι ὅλον ἰδικόν σας, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ἐκδηλοῦμεν ἐμπιστοσύνην, ὄχι! Σιωπῶμεν, διότι δὲν γνωρίζομεν. Μᾶς λέγουν: διατί λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν ἐμπιστεύεσθε, δὲν φέρετε τὴν διαφωνίαν σας; Δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνοίξωμεν Κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας εἰς τοιαύτας στιγμὰς. Διὰ νὰ φανερώσωμεν τὴν διαφωνίαν μας ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειάν σας ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, θὰ καταναλώσωμεν τὸν καιρὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκτὸς τούτου πρὸς τί ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἀγὼν τώρα; Ἡ πλειοψηφία εἶναι ἑδραία, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐσαλεύθη ἀπὸ τὸ σημεῖον ἔνθα εὑρίσκετο τὴν 8 Ἀπριλίου μετὰ τὰ συμβάντα τῆς Φιλιππουπόλεως, ἀλλὰ ἑδραιοτέρα φαίνεται. Καὶ ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν μὲ τοιαύτην ζέσιν, αὐτὴ ἀναλαμβάνει ἐνώπιον τῆς μειοψηφούσης Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνώπιον τοῦ Τόπου καὶ ἐνώπιον τῶν ἐπερχομένων τὴν εὐθύνην τῆς ἐγγυήσεως, ὅτι ὁ δρόμος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὀρθός. Ἔχομεν πρὸς τούτοις ἄλλην ἐγγύησιν ἔτι μεγαλειτέραν. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς κατέχει μόνος μεταξὺ τῆς σημερινῆς γενεᾶς, ἴσως καὶ μεταξὺ τῶν ἐπερχομένων γενεῶν, τὸ μυστήριον τοῦ νὰ δύνηται καὶ διὰ τὰς ἁπλουστάτας ἐκείνας ἐννοίας, τὰς ὁποίας οἱ κοινοὶ ἄνθρωποι ἐκφράζουσι λίαν σαφῶς μὲ μίαν μόνον λέξιν, νὰ τὰς ἐκφράζῃ δι’ ὡραίων περιστροφῶν καὶ ἀπείρων λέξεων, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι τοὺς κοινοὺς ἀνθρώπους τοὺς κάμνουν νὰ μὴ ἐννοῶσι πολλάκις τί θέλει νὰ εἴπῃ. Κατ’ ἐξαίρεσιν προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κατὰ μοναδικὴν ἐξαίρεσιν, ὡμίλησε καὶ λίαν συντόμως καὶ λίαν καθαρῶς, ὥστε νὰ ἠμπορῇ νὰ τὸν ἐννοήσῃ καὶ ὁ τυχών. Ἐνθυμεῖσθε τί μᾶς εἶπε πρό τινων ἡμερῶν. «Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς εἴπω τί ἐνήργησα ἕως τώρα διὰ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπέτυχε διὰ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα ἕνεκα τοῦ δρόμου, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἕως τώρα, εἶναι ἀνώτερον ἀφ’ ὅσα ἐπέτυχεν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον κατὰ τὰ πενῆντα ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεώς του». Καὶ ὅπως καλλίτερον ἐννοήσωμεν τὴν φράσιν ταύτην, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Ζηνόπουλος ἔκαμε τὴν ὑποσημείωσιν, ἡ ὁποία ἦτο κατ’ ἐμὲ περιττὴ (διότι ἀρκετὰ καθαρὰ ἐξεφράσθη ὁ κ. Δηλιγιάννης) ὅτι ἐξησφαλίσαμεν κἄτι τι πολὺ ἀνώτερον παρὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἄρτης, ὁμοῦ λαμβανομένων. Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μᾶς τὸ εἶπε, τὸ πιστεύει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπατᾶται. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἐφάνη, ὅτι τὸ ἐπίστευσε, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι θὰ ἦναι στρατιώτης πιστὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι, καὶ δὲν θὰ εἶμαι, διότι, ἐπαναλέγω, δὲν τὸ πιστεύω, ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν μᾶς ἔκαμεν ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, κ. Φιλάρετε, ἐγὼ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ φέρω ἐμπόδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ συζητήσεων περὶ ζητημάτων ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν, ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέρος ἔχει ἄλλως. Ποῖα θὰ ἦναι τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ δὲν εἶναί τι μυστικόν· καὶ μέχρι τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς δὲν ἐγνωρίζομεν τίποτε περὶ τοῦ πῶς ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ — διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις, καίτοι ἐκαλούμεθα εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, προσεκλήθημεν νὰ συζητήσωμεν καὶ τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν — καὶ πῶς θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Ἐζήτησα τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὸ οἰκονομικόν της σύστημα, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κρίνωμεν ἐκ τοῦ συνόλου. Τὸ Σάββατον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ τὸ Σάββατον αὐτὸ, 2 Νοεμβρίου, πρέπει κατ’ ἐμὲ, νὰ σχηματίσῃ ἐποχὴν διὰ τὰ Κοινοβουλευτικὰ τῆς Ἑλλάδος. Μέχρι τῆς 2 Νοεμβρίου ἐχωριζόμεθα ἀποτόμως, ἐχωριζόμεθα, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἱστορική τις ἔκφρασις, διὰ βαράθρου μεγάλου, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ ζήτημα πῶς θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἐκατηγορούμεθα ἐπὶ τριετίαν, ὅτι εἴμεθα οἱ αἴτιοι τοῦ νὰ πέσῃ ἡ Πατρὶς εἰς τὸ βάραθρον, ὅτι ἐπεβάλαμεν φόρους ἐπὶ φόρων μὴ ἀναγκαίους, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι, ὅτι ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἀφαιροῦνται τὰ 10,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως διὰ τῶν ἐκθέσεων τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζήτει ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις ν’ ἀφαιρεθῶσιν, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον εἴδομεν νὰ ζητῶνται διὰ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐχὶ 85 τῆς σπατάλου πρώην Κυβερνήσεως, ἀλλὰ 88,000,000, καὶ νὰ γείνῃ δήλωσις, ὅτι ναὶ μὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐκηρύσσετο, ὅτι ἐλαττοῦντο οἱ φόροι, ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο μία ἀπάτη δι’ ὅσους τὸ ἐπίστευσαν, εἴτε πρὸ εἴτε μετὰ τὴν 7 Ἀπριλίου, καθότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ 4,000,000 περισσότερα φόρων προσετέθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἕνδεκα δὲ νέα ἑκατομμύρια ζητοῦνται σήμερον διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886· ἄρα 15,000,000 περιπλέον φόρους χρειάζεται ἡ νῦν Κυβέρνησις διὰ τὸ τακτικὸν Προϋπολογισμόν. Δὲν μᾶς χωρίζει τίποτε πλέον ἐν ἀρχῇ, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰ ἔξοδα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς προσέθεσε νέα βάρη, ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν. Ὁμολογῶ, κύριοι, δὲν ἐπερίμενα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε λάβει τὸ σθένος τῆς ψυχῆς νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ ἐμπρὸς ὁ Προϋπολογισμός, ἂν δὲν προστεθῶσιν 11,000,000 νέων φόρων, «μάθε δὲ, ὦ λαὲ, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σοὶ ἔλεγον πρότερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν εἰς τὰ πράγματα, ἦσαν ἀπάτη· ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα καὶ θέσας τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, σοὶ λέγω—καὶ τοῦτο τιμᾷ τὸν κ. Δηλιγιάννην—ἑτοιμάσου νὰ ὑποφέρῃς νέα βάρη, ἀλλέως δὲν θὰ βασταχθῇ τὸ Κράτος». Ἠμποροῦμεν νὰ διαφωνῶμεν ἐφεξῆς εἰς τὰ καθέκαστα· ἴσως φρονοῦμεν, ὅτι οἱ φόροι αὐτοί, τοὺς ὁποίους προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν θὰ δώσουν τὰ 15,000,000· ἴσως φρονοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι ἄλλοι φόροι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν, ἀλλ’ ἐν ἀρχῇ καὶ αἱ δύο πτέρυγες θὰ ἦναι εἰς τὸ ἑξῆς σύμφωνοι. Δὲν μᾶς χωρίζει πλέον, ἐπαναλέγω, τὸ βάραθρον τῆς Πατρίδος. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον εὔκολος εἶναι εἰς τὸ νὰ θέτῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, παρακαλῶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ προσέξῃ ἐφεξῆς καλλίτερον εἰς τοὺς φίλους του. Ἂν ἐπρόσεχε χθὲς εἰς τὴν φωνήν, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὅτε εἶπεν ὅτι ἡ σημαία μας παρ’ ὀλίγον ἐσαβάνωνε τὴν Ἑλλάδα, ἤθελε ζητήσει νὰ τεθῇ ἀμέσως ζήτημα ἐμπιστοσύνης· διότι ἐὰν μὲ 15,000,000 φόρους ὀλιγώτερον ἐσαβανοῦτο ἡ Ἑλλὰς, τί θὰ συμβῇ τώρα; θὰ τεθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν τάφον; Ἀλλ’ ἔχετε θάῤῥος, κ. Πρωθυπουργέ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῶν βαρῶν, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶνε ἕτοιμος νὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ ἐν ἀρχῇ· βεβαίως δὲ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ ἀκούσωμεν πλέον ἐπαναλαμβανόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ τῶν ἐκλογῶν διακεκριμένος πολιτευόμενος, ἀγορεύων πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του, εἶπεν, ὅτι, ἂν ἐγένοντο δρόμοι καὶ σιδηρόδρομοι, ἕνεκα ὅμως τῶν ἐπιβληθέντων φόρων καὶ ἂν γείνωσιν οἱ σιδηρόδρομοι, δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ Ἕλληνες· διότι θὰ ἦνε ἐξ αἰτίας τῶν φόρων τοιαύτη πενία, ὥστε δὲν θὰ ἔχουν παπούτσια πλέον διὰ νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ τὸ χωρίον των εἰς τὸν σιδηρόδρομον. Ἀλλ’ ἐάν, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὰ ζητήματα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔχωμεν πλέον νὰ συγκρουσθῶμεν ἐν ἀρχῇ, ἔχω ὅμως ἀνάγκην νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, τίποτε δὲν μᾶς παρουσίασε. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, βεβαίως ἀνάγεται εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν. Χθὲς δὲ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἴσως φθάσωμεν νὰ μὴ ἔχωμεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους· τοσαῦται θὰ εἶναι αἱ ἀνάγκαι μας· καὶ ὅμως ζητεῖτε πόρους διὰ τὰς μεγάλας αὐτὰς ἀνάγκας ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων! Ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ τοιαύτης μεγάλης δαπάνης, διατί δὲν μᾶς ἐφέρατε τὸ σχέδιόν σας; διατί δὲν μᾶς λέγετε πῶς θὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ; Μᾶς λέγετε, ὅτι θὰ χρειασθῶσιν 100,000,000· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἠμποροῦν νὰ χρειασθῶσι καὶ 150 καὶ 200,000,000. Εἰς αὐτὰ πῶς θὰ ἐπαρκέσητε; Μὲ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ εἰσφορῶν; Τοῦτο θὰ ἦνε τὸ ἔσχατον, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Εὐταξίας, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταφύγῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀπ’ αὐτὸ θ’ ἀρχίσωμεν; Δὲν πιστεύω, ἐπαναλέγω, ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς νὰ θελήσῃ καὶ πάλιν νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑποκινεῖται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡ χθεσινή του ἀγόρευσις, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως, περιεῖχε φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔστεκαν εἰς τὸ στόμα Πρωθυπουργοῦ. Εἰς πεπειραμένον ῥήτορα καὶ ἀρχαῖον πολιτευόμενον, βλέποντα ἀνερχομένους ἐπὶ τὸ Βῆμα νεαροὺς βουλευτάς, ἔστω ὅπως προγυμνασθῶσι, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τοὺς εἰρωνεύηται. Δικαιοῦνται καὶ αὐτοὶ, καθὸ βουλευταί, ν’ ἀπαιτήσουν ὑπὲρ αὐτῶν τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχαιότερος ἀπαιτεῖ διὰ τὸν ἑαυτόν του. Εἶναι πρωτόπειρος ὁ βουλευτὴς τῆς Κερκύρας Θεοτόκης, ἀλλὰ δεικνύει ὅτι εἶνε σπόρος, ὅστις θὰ βλαστήσῃ. Ἤδη κατέχει καὶ ἀκολούθως ἔτι μᾶλλον θὰ καθέξῃ τὸ Βῆμα (θόρυβος). Παρατρέχω τὰς ἐν τῇ ἀγορεύσει ἐκείνῃ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄλλας προκλήσεις του, τὰς προσωπικότητας καὶ τὰς εἰρωνείας πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰς ἓν μόνον προκαλῶ τὴν προσοχήν του καὶ θέλω νὰ τὸ ἐκφράσω μὲ τὰς ἰδίας του λέξεις. Ὁμιλῶν περὶ τῆς ὁμιλίας μου τῆς Παρασκευῆς ἔλεγε: «Σᾶς εἶπε τάχα προχθὲς ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ ποῖα μέτρα ἐπὶ «τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐσκόπει νὰ προβάλῃ εἰς τὴν «Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις; Σᾶς ὡμίλησε περὶ τῆς φορολογίας «τῶν ὑπαλλήλων καὶ σᾶς παρέστησεν ὅτι, ἂν δὲν μάθῃ τί «ἐφρόνει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβάλῃ, δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν «νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν εἰσφορῶν;» Τοῦτο ἀκριβῶς ἐζητοῦσα προχθές, τοῦτο ζητῶ σήμερον. Τὴν Παρασκευὴν μοὶ ἔλιπεν ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς, σήμερον μὲ λείπει ὁ ἔκτακτος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνάγεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἑπομένως εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προκαλέσῃ πάλιν ζήτημα ἐμπιστοσύνης περὶ τούτου, καίτοι, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, δὲν πρέπει πολὺ νὰ παραξενευώμεθα διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν δεικνύῃ τόσην στοργὴν πρὸς τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης· εἶναι στοργὴ ἀθώα. Ἦσαν 3, 5, 9 ἐπὶ ἀδιάκοπον οὐ μικρὰν σειρὰν ἐτῶν αἴφνης 150. Μὴ παραξενευώμεθα, ἂν ἐπιδιώκῃ ψηφοφορίαν ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἡ κόρη, ἥτις ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἔμεινε κεκλεισμένη εἰς μοναστήριον καὶ αἴφνης ἐξέρχεται ἐκεῖθεν νύμφη μὲ πλουσίαν προῖκα, ἀγαπᾷ νὰ προσκαλῇ τὰς γειτόνισσας, ὅπως ταῖς δεικνύει τὰ κοσμήματά της (θόρυβος). Εἶναι ὅλως ἀθώα αὐτὴ ἡ τάσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ νὰ ἐπιθυμῇ νὰ μετρᾷ συχνὰ τὰς ψήφους του, καθὼς ὅλως ἀθώα ἦτο ἡ εἰρωνεία, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε χθὲς πρὸς ἐμὲ, ὅτι δῆθεν ὡς ἐκ τῶν πολλῶν μου ἀγώνων ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας ἐγήρασα πρὸ τῆς ὥρας μου. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπάτησε τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν ἐγήρασε πρὸ τῆς ὥρας του, ἐγήρασε μὲ τὴν ὥραν του. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν ἀναγγελίαν εἰς τοὺς συμπολίτας καὶ τὰς συμπολίτιδάς του, ὅτι, καίτοι συνομήλικός μου, ἂν οὐχὶ πρεσβύτερος, διατηρεῖ ὅμως ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος βουλευτὴς τῆς Ζακύνθου παρῄτησε πρὸ πολλοῦ καὶ δὲν ἐπεφύλαξεν οὔτε τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς (ἱλαρότης καὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν). Εἶμαι βέβαιος ἑπομένως, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, συμφώνως μὲ τὰ ὅσα εἶπε χθές, θέλει συγκατατεθῆ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν μου τῆς ἀναβολῆς, ἀφοῦ τοῦ ζητῶ ἀκριβῶς ὅ,τι μὲ ἔλεγε νὰ τοῦ ζητήσω· ἄλλως, κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν «δὲν θὰ εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ψηφίσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν». Καὶ ἰδού, κύριε Πρωθυπουργέ, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀναβιβάζετε εἰς 82,000, 000; Ἐὰν μᾶς ἐζητούσατε ἁπλῶς καὶ μόνον πίστωσιν 100,000,000 διὰ μιᾶς καὶ τὴν δικτατορίαν, δὲν ἤθελον σᾶς κάμει οὐδεμίαν ἀντίστασιν, ἀφοῦ μᾶς ἐβεβαιώσατε, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 50 ἐτῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως του τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν κατώρθωσε νὰ ὠφεληθῇ ὅσα ὠφελήθη διὰ τῆς ἐνεργείας σας ἀπὸ τὸ συμβὰν τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ ἐντεῦθεν. Ἀφοῦ ὅμως ζητεῖτε καὶ ὅλων καὶ καθ’ ἑνὸς τὴν γνώμην, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἰμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ μεμονωμένον τοῦτο νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν ἴδωμεν τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου σας. Ἐπεθύμουν νὰ σταθῶ ἕως ἐδῶ, ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα· ἀναφέρομαι δὲ ὡς πρὸς αὐτό, εἰς ὅσα οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες εἶπον περὶ τοῦ ἀνίσου, τοῦ ἀδίκου τούτου νομοσχεδίου, τοῦ οὐδεμίαν δυναμένου νὰ ἐπιφέρῃ χρηματικὴν βοήθειαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, καίτοι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ μικρᾶς καὶ μεγάλης πολιτικῆς, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν μικρὰν πολιτικὴν, καὶ δὴ ὑπὸ τὴν χειροτέραν αὐτῆς μορφὴν τὴν ἐπαρχιακὴν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἶπον ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον ὁ Πρωθυπουργὸς, δεικνύει αὐτὸν μετερχόμενον τὴν χειροτέραν μικρὰν πολιτικήν. Οἱ μὲν ἐχθροὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος καταδικάζουσι τὸ Πολίτευμα τοῦτο ἕνεκα τῶν ἐν αὐτῷ σχηματιζομένων κομμάτων, τὰ ὁποῖα, κατ’ αὐτοὺς, διὰ τῶν συγκρούσεών των παρεμποδίζουσι τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους. Οἱ φίλοι ἀπ’ ἐναντίας τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῇ πάλη τῶν κομμάτων καὶ δι’ αὐτῆς ἐπιτυγχάνεται ἀσφαλῶς ἡ πρόοδος. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐχθροὶ καὶ οἱ φίλοι τοῦ Συνταγματισμοῦ παραδέχονται, ὅτι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα μόνον κακὸν δύνανται νὰ κάμωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, εἶναι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα βασίζονται ἐπὶ τοῦ τοπικισμοῦ καὶ τοῦ ἐπαρχιασμοῦ. Πολὺ κακὰ ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα του ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος στοχάζεται, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ πρὸς αὐτὴν καθῆκον, προσπαθῶν νὰ ἀντιπολιτευθῇ τὸν ἀντίπαλόν του, παριστῶν αὐτὸν ὅτι εἶναι Ἠπειρώτης καὶ μάχεται κατὰ τῶν συμφερόντων τῆς Πελοποννήσου, ἢ εἶναι Πελοποννήσιος καὶ ἀντιφέρεται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Στερεᾶς. Τοιοῦτον χαρακτῆρα φέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρεισάξαν καὶ τὸ ζήτημα τῶν εἰσφορῶν εἰς Ἑπτάνησον. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα οἱ προαγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἑπτανήσου εἶπον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὰ ὁποῖα συμμερίζομαι, ἀλλὰ λέγω ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον τὸ εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς πρὸς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη, διὰ νὰ προτείνῃ τὴν φορολογίαν αὐτὴν διὰ τὴν Ἑπτάνησον, τὸν ἀποδεικνύουσιν, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, μετελθόντα τὴν χειροτέραν μορφὴν τῆς τοπικῆς μικρᾶς πολιτικῆς. Ἠθέλησε νὰ ἀντιτάξῃ τοὺς βουλευτὰς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν κατὰ τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὸ ἥμισυ τῶν Ἑπτανησίων κατὰ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος (Θόρυβος). Ἡμᾶς βεβαίως, τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει Ἑπτανησίους βουλευτὰς, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἔκβασις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θὰ μᾶς βλάψῃ, τοπικῶς μάλιστα θὰ μᾶς ὠφελήσῃ. Ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Συνελεύσεως ἀνεφάνη ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου ἔχει ἐξαιρετικὴν καὶ προνομιακὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ καὶ ὁ λαὸς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἢ νὰ τὴν στερηθῇ καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, καὶ προχθὲς ἀκόμη ἐλέχθη, ὅτι πρέπει ἢ τὸ ἔμμεσον φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑπτανήσου νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ἢ τὸ ἄμεσον τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἀλλὰ ἓν ἀπὸ τὰ δύο, ἢ εἶναι καλλίτερον τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐδῶ, καὶ τότε διατί νὰ τὸ καταργήσητε, ἢ εἶναι καλλίτερον τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ τότε μὲ ποῖον δικαίωμα θέλετε νὰ τὸ χαλάσητε; Σεῖς, κύριε Πρωθυπουργέ, ὁ ἴδιος ὡμολογήσατε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς ἑνώσεως ἐπλήρωσε καὶ πληρώνει φόρους περισσοτέρους, ἀναλόγως, παρὰ ἄλλας ἐπαρχίας. Διατί τὴν καταδικάζετε λοιπὸν νὰ πληρώσῃ περισσότερον ἀκόμη; Ἂς λάβῃ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἓν γενικὸν μέτρον καὶ ἂς μᾶς τὸ παρουσιάσῃ ὡς πρότασιν Κυβερνητικῆς ἰδέας καὶ ἐνεργείας, καὶ ἂς μὴ μᾶς λέγῃ: «Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ τὸ παρουσιάσω· ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, μοὶ τὸ ἐπρότειναν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ συνεσκέφθησαν μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐν παρενθέσει, ἦσαν οἱ συμπολιτευόμενοι τῆς Ἑπτανήσου βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἰς οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤθελον ἀντισταθῆ. Ἀλλ’ ἀφίνοντες τὴν μικρὰν πολιτικὴν, λέγω, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἰμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ, ἢ ὡς νομοσχέδιον, ἀνῆκον εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν. Ἂς ἀναβληθῇ ἀπόψε καὶ ἂς μᾶς φέρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὔριον τὸ σύνολον τῶν μέτρων του ἐπὶ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ἀρχίζων ἐκ τοῦ πρώτου, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κ. Εὐταξίας, εἶναι τὸ τελευταῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταφύγωμεν. Φέρετε τὰ πρῶτα· ἂν δὲ διὰ νὰ συμπληρωθῶσι δὲν μένῃ ὡς τελευταῖον εἰμὴ τοῦτο, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ μέσα τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, τότε, ὅ,τι δήποτε χαρακτῆρα καὶ ἂν ἔχῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἄδικον καὶ ἄνισον, ὡς ἀπέδειξεν ὁ κ. Εὐταξίας καὶ οἱ ἄλλοι προλαλήσαντες, ἐὰν μόνον ἀπὸ τοῦτο πρόκηται νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς, θὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶναι τὸ τελευταῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ προσφύγωμεν, κ. Πρωθυπουργὲ, διατί ἀρχίζεις ἀπ’ αὐτὸ, ἤγουν ἀπὸ τὴν οὐράν; Τὴν ἀναβολὴν δὲν ἐννοῶ νὰ προτείνω, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δέχεται· διότι δὲν θέλομεν ν’ ἀπασχολῶμεν ἐπὶ ματαίῳ τὰς ὥρας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν τὴν δέχεται, ἂς προχωρήσωμεν.
§24Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἤκουσα μὲ πολλὴν προσοχὴν τὴν ὁμιλίαν τοῦ προλαλήσαντος καὶ παρακολουθῶ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας γίνονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ σιωπᾶν ἔχει μεγίστην τέρψιν. Περισσότερον ηὐχαριστήθην ἀκούων παρὰ ὁμιλῶν. Λέγω τοῦτο εἰς ἱκανοποίησιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουσι τὸν λόγον. Τόσον τερπνὸν εἶναι τὸ ἀκούειν τοὺς ἄλλους καὶ τὸ βλέπειν αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ βήματος ἀγωνιζομένους, ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀληθὴς ἀπόλαυσις δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι ν’ ἀκούουν, καθὼς καὶ ἐκ περιεργείας ἔρχονται ἐδῶ. Ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι πληροῦται ἡ ψυχή μου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ θλῖψιν. Ἡ θλῖψίς μου δὲν εἶναι τοῦ ὕψους ἐκείνης τῆς θλίψεως τῆς πατριωτικῆς διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι λίαν τετριμμένον, δὲν μὲ συγκινεῖ. Ὅστις θέλει Βουλὴν, πρέπει νὰ ἠξεύρῃ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ δώσῃ εἰμὴ λόγους. Ὅστις θέλει ἔργα, κλείει τὰς πύλας τῆς Βουλῆς καὶ τότε ἀρχίζουν τὰ ἔργα ἐν ὅλῃ τῇ ὁρμῇ καὶ τῇ δραστηριότητι αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἀνοίγετε Βουλὴν, ἐστὲ ἕτοιμοι νὰ ἀκούετε λόγους. Εἰς τὴν πορείαν τοῦ μεγαλείου τῶν Ἐθνῶν δύνανται νὰ ἀκούωνται στατῆρες ὁλόκληροι λόγων καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τούτοις ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία μεγαλουργεῖ. Μόνον οἱ μικροὶ ἄνθρωποι χάνονται εἰς τὸ πέλαγος τῶν λόγων, οἱ δὲ μεγάλοι ἄνδρες ἀφίνουν τὸ σκυλολόγιον νὰ φωνάζῃ καὶ ἐνεργοῦν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ μεγαλεῖον τῆς ψυχῆς ἐμπνέει εἰς τὴν σταθερὰν, τὴν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν αὐτῶν. Μὴ φοβῆσθε τοὺς λόγους, ἐὰν ἔχητε εἰς τὴν ψυχήν σας τὸ δαιμόνιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὰ μεγάλα κατορθώματα. Ἡ θλῖψίς μου εἶναι ὅτι εἶδον πρὸ ὀλίγου ἕνα ἀξιότιμον ἄνθρωπον ἐγγηράσαντα εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἐν τούτοις ἔχοντα χαλινὸν ἐπὶ τοῦ τραχήλου. Ὁ δυστυχὴς θέλει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, κατὰ τὸ ζωηρὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον κινεῖ τὴν ἐσωτερικὴν ὕπαρξίν του, καὶ δὲν δύναται. Δὲν εἶναι χθεσινὸς βουλευτής. Τὸν γνωρίζετε: εἶναι ὁρμητικὸς καὶ συγχρόνως πειθαρχικὸς, τὸν κρατεῖ δὲ σφιγκτὰ δέσμιον ὁ ἀρχηγός του. Ἠκούσατε τοὺς στεναγμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξήρχοντο ἐκ τοῦ στήθους τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου. Καὶ σεῖς μὲν δὲν ἐπτοήθητε, ἐγὼ ὅμως ἠρώτησα ἐμαυτὸν, αὐτὸ ἆρά γε εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς συντάξεως τῶν κομμάτων, νὰ θυσιάζηται μέχρι τοιούτου βαθμοῦ ἡ προσωπικότης; Ἀνέβην ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο οὐχὶ διὰ νὰ παρηγορήσω τὸν βουλευτὴν Ζακύνθου, ἀλλὰ διὰ νὰ μαρτυρήσω περὶ τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία ἔχει δικαιώματα νὰ ἀκούηται ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς ἀκόμη τοῦ πολέμου. Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωμεν σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Τοῦτο ἐτέθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ὅτε συνετάχθητε οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μερίδα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ κυβερνῶντος νῦν Ὑπουργείου. Τότε εἰσηγάγετε τὴν σημαίαν σας ἐντὸς τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου, τὴν ἐτυλίξατε περὶ τὸν ἱστόν της καὶ φοβοῦμαι ὅτι τὴν ἐθραύσατε. Ἤδη τί ζητεῖτε; Εἰσήλθετε εἰς τὸ ἐχθρικὸν ὀχύρωμα ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ καὶ ἐξέρχεσθε ἐξ αὐτοῦ διὰ περιστροφῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ὅστις εἰσέρχεται εἰς ξένον στρατόπεδον, εἶναι ἢ νικητὴς ἢ ὑποτεταγμένος. Νικηταὶ δὲν εἶσθε· εἶσθε λοιπὸν ὑποτεταγμένοι καὶ σᾶς κρατοῦμεν στερεῶς εἰς αὐτὴν τὴν ὑποταγήν. Σᾶς πονεῖ βεβαίως ἡ λέξις τῆς ὑποταγῆς, ἀλλὰ σεῖς ἠθελήσατε τὸ πρᾶγμα. Ἐδηλώσατε ῥητῶς ὅτι ἐννοεῖτε νὰ ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶσθε λοιπὸν ἐλεγκταὶ, εἶσθε ἀκόλουθοι αὐτῆς. Τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως κατεψήφισαν δέκα μόνον ἄνδρες παρόντες κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην συζήτησιν καὶ δὲν παρεδέχοντο δέκα ἄλλοι περίπου ἀπόντες ἐξ αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ σᾶς, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολιτικὴ ἰδική σας· τὴν ἐψηφίσατε. Δὲν δύνασθε πλέον νὰ ἀποχωρισθῆτε ἐξ αὐτῆς. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ τακτικὴ ὑμῶν δὲν λανθάνει οὔτε τὸν μᾶλλον ἀπρόσεκτον ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀκούουν. Ἔχετε ἐνώπιόν σας ἓν φρούριον, ῥίπτετε πέτρας, ῥίπτετε βέλη, πλησιάζετε μὲ τὸν κριὸν, προχωρεῖτε, ὑποχωρεῖτε, πολεμεῖτε πόλεμον κεκηρυγμένον καὶ πόλεμον ἀκήρυκτον, δὲν εἶναι σόφισμα καὶ τέχνασμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ἐπιτηδεύεσθε, ὅπως κλονίσητε τὰ τείχη. Ἀλλὰ τέλος πάντων τί θέλετε; Πρὸς τί φέρετε καὶ ἀποσύρετε τὸ πολιτικὸν ζήτημά σας; Ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος αὐτοῦ. Ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶσθε οἱ περισσότεροι καὶ ὅτι ἔχετε πεποίθησιν ὅτι θέλετε ἡττηθῆ εἰς τὴν μάχην. Ἄ! ἂν εἶσθε οἱ περισσότεροι, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη οὔτε νὰ σκεφθῆτε! Ὅταν εἶναί τις ἀσθενὴς, ἀξίζει νὰ ἀγωνίζηται κατὰ τῶν ἰσχυρῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν πιέζουν, κρατεῖ δὲ τὴν σημαίαν του ἀνοικτὴν καὶ ὄχι τυλιγμένην ὅπως σεῖς. Ἠμπορεῖτε νὰ νικηθῆτε δεκάκις. Ἔχει καὶ ἡ ἧττα τὴν γοητείαν αὐτῆς. Τὸ αἰσθάνονται οἱ ζωηροὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μέρος τῆς συντάξεώς σας. Ἡ ἧττα εἶναι δίπλωμα δι’ ἐκεῖνον ὅστις νικᾶται μὲ τὴν τιμήν του καὶ μὲ τὸ θάῤῥος του. Ἐνικήθησαν μεγάλοι ἄνδρες καὶ μικροὶ, ἔθνη μικρὰ καὶ μεγάλα. Ἡ ἱστορία στεφανώνει ἐκείνους μόνον ὅσοι δὲν ἐδειλίασαν. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ μάθημα πῶς δύνασθε νὰ διεξαγάγητε τὸν ὑμέτερον ἀγῶνα. Δὲν ἀναλαμβάνω ἔργον κηδεμόνος, οὐδὲ συμβούλου. Ἀλλ’ ἐὰν ἔρχησθε ἀδιακόπως νὰ παρεμβάλλητε προσκόμματα, νὰ ἐπαναφέρητε πλαγίας πολιτικὰς συζητήσεις, καὶ ἔπειτα νὰ ὀπισθοδρομῆτε, πιστεύσατέ με, τοῦτο δὲν ἔρχεται εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸ κύριον πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον διετυπώσατε, ὅτι ἐννοεῖτε νὰ εὐκολύνητε τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ ὁδηγηθῇ τὸ Ἔθνος πρὸς τὸν τελικὸν αὐτοῦ σκοπόν. Ὡμίλησεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου μὲ μεγάλην εὐκολίαν περὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὸς ὅστις οὐδὲ τὰς ψήφους τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, δύναται νὰ διαθέσῃ, αὐτὸς τὸν ὁποῖον προχθὲς ἀπεκήρυξεν ὁ ἀρχηγός του παριστῶν αὐτὸν, ὅτι ὡμίλησεν ἐν ἰδίῳ ὀνόματι. Εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐζήτει τὴν δικτατορίαν, ἦτο ἕτοιμος νὰ τῷ τὴν δώσῃ ἡ πτέρυξ αὕτη. Πλανᾶσθε, κύριε βουλευτὰ Ζακύνθου. Ἐὰν ἐσυνειθίσατε ὑμεῖς νὰ κατασκευάζητε δικτάτορας τοὺς ἀρχηγούς σας, εἶναι καὶ ἄνθρωποι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, οἱ ὁποῖοι λέγουν «κάτω οἱ δικτάτορες». Καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ τολμήσῃ ν’ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος καὶ νὰ ζητήσῃ δικτατορίαν. Ἡμεῖς δὲν τὴν δίδομεν, οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα. Ἐσημείωσα ἰδιαιτέρως ἐν τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου ἓν αἴσθημα ἀλλοπρόσαλλον. Ἐχώριζε, λέγει, τὸ κόμμα τοῦ προηγουμένου Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ ἐνεστῶτος Πρωθυπουργοῦ ἐν βάραθρον. Ἀφ’ ἑνὸς ἦσαν οἱ μὴ εὐχαριστούμενοι μὲ τὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων, ἤθελον βαρεῖς φόρους καὶ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἀφ’ ἑτέρου ἦσαν οἱ θέλοντες τὰ ὀλίγα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ βάραθρον, σᾶς λέγει ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, συνεδέθη, ἐσχηματίσθη ἐπ’ αὐτοῦ γέφυρα 15 ἑκατομμυρίων, διὰ τῆς ὁποίας αἱ δύο πολιτικαὶ συνεταυτίσθησαν. Ἀπόκειται νῦν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ ἐνθυμηθῇ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλεγε κατ’ ἐμοῦ, ὅταν ἐγὼ ὑπεστήριζον, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν πρόκειται καὶ σήμερον εἰμὴ περὶ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς τῆς χθές. Παρατηρήσατε, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἀποφεύγει τὸν προκάτοχον, καὶ ὁ προκάτοχος μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν τὸν συλλαμβάνει ἀπὸ τὴν χεῖρα καὶ τῷ λέγει, «Πρωθυπουργέ, δὲν σὲ ἀφίνομεν, εἶσαι ἀδελφός μας, εἶσαι τοῦ συστήματός μας, ἑκατομμύρια πολλὰ ἡμεῖς, ἑκατομμύρια πολλὰ καὶ σύ· ὁ Οἰκονόμος ὅταν ἔλεγεν, ὅτι εὗρεν ἀμφοτέρους ἡμᾶς τῆς αὐτῆς πολιτικῆς, ἔλεγεν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθειαν, μολονότι δὲν ἐγνώριζε κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν τὴν διομολογίαν, τὴν ὁποίαν κάμνομεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμήν.» Εἶναι τῷ ὄντι παράδοξον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ὑπενθυμίζει τὴν κόλασιν τοῦ Δάντου. Ἐκεῖ παριστάνει ὁ ποιητὴς τοὺς κολαζομένους ἐφορμῶντας κατ’ ἀλλήλων, συγκρουομένους καὶ χωριζομένους ἵνα πάλιν συγκρουσθοῦν. Εἶναι ἓν εἶδος κολάσεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχει πολιτικὴν ἔννοιαν διὰ τὸν Τόπον τοῦτον. Ἐν τῇ διαρκῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ἐπὶ τέλους ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ἐὰν πρόκηται νὰ ἴδῃ τὰς μεγάλας ἡμέρας, τὰς ὁποίας περιμένουν αἱ καρδίαι τῶν Ἑλλήνων. Ἠθέλησεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ συνδυάσῃ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τὰ μεγάλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἑτοιμάζονται εἰς τὴν Ἀνατολὴν, μὲ δύο περιόδους τῆς ἱστορίας, μὲ τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, καὶ μὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεγάλου Θεμιστοκλέους, καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Ἀθηνῶν διὰ νὰ μελετήσω ἐκ νέου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐν τῇ νεότητι ἡμῶν ἐμελετῶμεν εἰς τὰ σχολεῖα. Ἠθέλησα νὰ ἴδω καὶ ἤδη ὁποία τις ἦτο ἡ ἐποχὴ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, διότι ἡ ἐποχὴ τοῦ Θεμιστοκλέους εἶναι γνωστοτέρα καὶ τὴν παρηκολούθησεν ἐπιμελέστερον εἰς τὰ μαθήματα ἡ νέα γενεά. Ἡ ἐποχὴ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως χαρακτηρίζεται ἀπὸ σειρὰν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ ἀπογράψω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν ὅτι κατά τινα παράδοξον εἰς τὴν ἡλικίαν του ἔννοιαν, δυσκολεύεται νὰ παραδεχθῇ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀπογραφῆς. Ἡ ἐποχὴ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως εἶναι περίεργον φαινόμενον, κύριοι βουλευταὶ, ἔχει καταπληκτικὴν ὁμοιότητα μὲ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδιοίκησεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἴσως θεωρηθῇ ὡς σχολαστικὴ ἡ ἔκθεσις τῆς μελέτης ταύτης.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· θέλομεν νὰ τὴν ἀκούσωμεν.
§26ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι ἀξία σημειώσεως. Ἔθεσα ἐπὶ τραπέζης τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν, ἀνέλυσα τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, τὴν συνέκρινα μὲ τὴν ἐποχὴν τῆς διοικήσεως τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, καὶ ἔφθασα εἰς τὰ ἑξῆς πορίσματα: Ἐν πρώτοις 1200 τάλαντα κατώρθωσε Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς νὰ προσπορίζηται ὁ Δημόσιος Θησαυρὸς τῶν Ἀθηνῶν ἐνιαυσίως, ὅσα δηλαδὴ οὔτε εἰς τὴν λαμπροτέραν περίοδον τῆς ἐθνικῆς ζωῆς τῶν Ἀθηνῶν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπραχθῶσι. Τοιουτοτρόπως καὶ κατὰ τὴν τριετίαν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἡ Ἑλλὰς ἐπλήρωσε τοὺς περισσοτέρους φόρους, οὐδέποτε τὰ ἑκατομμύρια συνηθροίσθησαν ἐν τῷ Δημοσίῳ ταμείῳ μετὰ τοσαύτης ὁρμῆς καὶ μετὰ τόσου ὄγκου, 80, ἢ 90, ἢ 100, καὶ πλέον ἔτι ἑκατομμύρια. Ἐπὶ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως ὑπῆρξεν ἡ βασιλεία τῶν ὀλιγαρχικῶν ἐν Ἀθήναις. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν τριετίαν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως παρατηροῦμεν τὸ αὐτὸ ὀλιγαρχικὸν σύστημα. Τὴν κυρίαν δύναμιν τὴν ἔχει ἓν εἶδος πλουτοκρατίας, οἱ μεγάλοι γαιοκτήται ἀφορολόγητοι· οἱ πτωχοὶ ζευγηλάται καταπιέζονται ὑπὸ τοῦ φόρου· τὸ πᾶν εἶναι μία πέριξ τῆς Κυβερνήσεως ὁμὰς, ὁ δὲ ἐργατικὸς λαὸς, οἱ ἄνθρωποι οἱ μικροὶ καὶ οἱ πολλοὶ θεωροῦνται ὡς ὕλη ἐκμεταλλεύσεως καὶ οὐδὲν πλέον. Εἰς αὐτὴν τὴν τριετῆ περίοδον ἀνεφάνη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν σκηνὴν ἓν εἶδος ἐκμεταλλευτῶν, τὸ ὁποῖον διὰ προκαταβολῶν καὶ διὰ διαχειρίσεων περιπλόκων ἐν τοῖς δανείοις καὶ ἐν ταῖς χρηματιστικαῖς σχέσεσι τῆς Ἐπικρατείας μετέφερε τὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία ἐνηργεῖτο προηγουμένως ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὴν μετέφερεν ἐν μέσαις Ἀθήναις. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ φαινόμενον, τῆς ἐξ ὁλοκλήρου τῆς Ἀνατολῆς τοιαύτης τῶν τοιούτων χρηματιστῶν καὶ μεταλλευτῶν συῤῥοῆς, ἀπαντῶμεν ἀκριβῶς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως ἐν Ἀθήναις. Ὅπως δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, οὕτω καὶ κατὰ τὴν τριετίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπῆρχε μία φαινομένη ὑλικὴ εὐημερία. Κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐποχὰς ἐμετροῦντο τὰ εἰσοδήματα τῶν ἀνθρώπων κατὰ χιλιάδας. Ἐν τούτοις ἡ εἰκονικότης ἦτο ὁ χαρακτὴρ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν. Ἦτο ἓν εἶδος μέθης, ἡ ὁποία ἐξ ἴσου ἐκυρίευε καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως εἶχον πανταχόθεν συῤῥεύσει ἐν Ἀθήναις ἑταῖραι, χαρτοπαῖκται, πορνοβοσκοί, ἀπαραλλάκτως δηλαδὴ ὅπως καὶ εἰς τὴν τριετίαν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως (εὖγε, εὖγε). Κατὰ τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως ὑπῆρξεν εἷς μάγειρος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν περισσευμάτων τῆς τραπέζης τοῦ κυρίου του κατώρθωσεν εἰς διάστημα μιᾶς διετίας νὰ κατασκευάσῃ τρεῖς ἐπαύλεις μεγαλοπρεπεῖς. Ἀπαραλλάκτως καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ προηγουμένου Πρωθυπουργοῦ εἷς ἄνθρωπος ὄχι μάγειρός του, ἀλλ’ ἄνθρωπός του, τὸν ὀνομάζω, ὁ Σκουλούδης, κατώρθωσε νὰ ἀποῤῥοφήσῃ ἐκ τῆς Κωπαΐδος 4 ἑκατομμύρια (εὖγε, εὖγε). Κατὰ τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως ὑπῆρχε μία ξένη Ἀρχὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο ἡ ὀλιγαρχία του, καὶ ἐταπείνωσε τὸ φρόνημα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ. Ἦτο ὁ Κάσσανδρος. Ἀλλὰ τί εἶναι ὁ Κάσσανδρος ἐκεῖνος ἀπέναντι τῆς ἀτιμίας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπέστη ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος χάριν τῆς ἰδιοτροπίας ἑνὸς ξένου πρεσβευτοῦ; (Εὖγε, εὖγε). Ἐνθυμοῦμαι τὴν ταπείνωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὑπεβλήθη ὁ πτωχὸς ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ θρόνου αὐτοῦ ἐν τυμπάνοις καὶ παρατάξεσι. Δὲν ἠξεύρω τί δύνανται νὰ λέγωσι περὶ ἐμοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Βασιλέα Γεώργιον. Κατ’ ἐκείνην ὅμως τὴν ὥραν ἐθλίβη ἡ ψυχή μου εἰς ὑπερβολὴν καὶ εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν, τί σημαίνουν τὰ στέμματα καὶ αἱ βασιλεῖαι, ὅταν ἐγκαταλείπωνται εἰς τοιούτου εἴδους ἐξουθενώσεις! Ὁ Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς εἶχε γράψει ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Ἀθηναϊκῆς πολιτείας. «Ἐδῶ ζητοῦνται ἀπολαύσεις καὶ χρήματα». Ἀπαραλλάκτως καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ προηγουμένου Πρωθυπουργοῦ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὅστις ἐκαυχήθη ὅτι κατεσκεύασε τὴν Ἑλλάδα Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἠθέλομεν τὴν Ἑλλάδα ὁπλοστάσιον τῆς Ἀνατολῆς. Σεῖς δὲ ἐτρέχετε ὄπισθεν τῆς ὑψώσεως καὶ τῆς πτώσεως τῶν χρηματιστικῶν ἀξιῶν, ὄπισθεν τῆς ἀπολαυστικῆς πολυτελείας καὶ τώρα συναθροίζετε τὰ ἀποτελέσματα ὅλης ἐκείνης τῆς φοβερᾶς φαντασμαγορίας. Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς εἶχε 360 ἀνδριάντας. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι κατὰ τοῦτο διαφέρετε. Ἀλλ’ ὄχι· ἔχετε καὶ σεῖς τὰς εἰκόνας σας. Ποσάκις δὲν μᾶς τὰς ἐπεδείξατε, τὰς εἴδομεν μάλιστα καὶ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν περιφερομένας. Ἀλλὰ οἱ ἀνδριάντες ἐθραύσθησαν καθὼς καὶ αἱ εἰκόνες ἐπίσης. Ἐπῆλθε δὲ ἧττα εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιόδους. Τί νομίζετε ὅτι ἔκαμε Δημήτριος ὁ Φαληρεύς; Συνενοήθη μετὰ τοῦ ἀντιπάλου του (ἱλαρότης), ἐζήτησε συνδρομὴν παρ’ αὐτοῦ, ἐγκατέλιπε τοὺς φίλους του (ἱλαρότης) καὶ κατέφυγεν εἰς τὰς Θήβας. Ἄς ἀφήσωμεν πλέον τὰ ἴχνη αὐτοῦ. Οἱ φίλοι του ἐφώναζον: πρέπει νὰ ἀγωνισθῶμεν, ἐκυριεύθη ὁ Πειραιεύς, ἀλλὰ δυνάμεθα ἀκόμη νὰ πολεμήσωμεν. Εἰς μάτην! Ἐκεῖνος καταληφθεὶς ὑπὸ δειλίας δὲν ἔβλεπε τὴν ὥραν πότε νὰ σώσῃ ἑαυτόν. Τοιαῦτα εἶναι τὰ σημεῖα τοῦ παραλληλισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου. Ἐὰν ἐσκόπει οὗτος νὰ ἐκδικηθῇ τὸν ἀρχηγόν του, διότι τὸν ἀπεκήρυξεν, ἐξελέξατο τῇ ἀληθείᾳ προσφυέστατον ἐπιχείρημα ἐκ τῆς ἐποχῆς Δημητρίου τοῦ Φαληρέως. Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶχε τοιαύτην προαίρεσιν, ἂς προσέχῃ τοῦ λοιποῦ εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκ τοῦ κυρίου περὶ εἰσφορῶν θέματος ἐκτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἠνάγκασε νὰ εἰσέλθωμεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, ἵνα μάθῃ οὗτος, ὅτι ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, καὶ πάλιν ἄν τῷ δίδῃ ὁ κύριος αὐτοῦ τὴν ἄδειαν, ἵνα μάθῃ, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ὁμιλῇ ἐδῶ ἐν ὀνόματι τῆς καθαρᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἵσταται σταθερὰ εἰς τὸ σημεῖόν της ἐκεῖ ἐπάνω.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε τὸ ἐσυλλογίσθηκα.
§28ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι τὸ ὁμιλεῖν ἐν ὀνόματι ἄλλων ἔχει μεγάλας εὐθύνας καὶ ὅτι, ὅταν δὲν ἦναί τις κύριος ἑαυτοῦ, ὅταν μηδενίζεται μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε ν’ ἀνήκῃ εἰς ἄλλον, οὔτε περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του δύναται ν’ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του. Θλίβομαι δὲ τῇ ἀληθείᾳ, ἰδὼν τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου ἐκμηδενισθέντα μέχρι τοιούτου βαθμοῦ. Θέλεις, βουλευτὰ Ζακύνθου, ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Τί θὰ εἰπῇ, θέλω καὶ δὲν θέλω; εἰπέ το καθαρά. Ἐγκατάλειψον τὸν ἀρχηγόν σου καὶ ἔλα ἐκεῖ ἐπάνω νὰ καθήσωμεν ὁμοῦ (ἱλαρότης). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν εἰσφορῶν, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ θέμα, τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, θέλει μοὶ ἐπιτρέψει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λοκρίδος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ματαίως θὰ ζητήσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσφορᾶς ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ. Ἡ εἰσφορὰ εἶναι προϊὸν, τὸ ὁποῖον αὐτομάτως, οὕτως εἰπεῖν, ἀνεφύη ἐν τῷ Ἀθηναϊκῷ ἐδάφει. Ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι ἐπολιόρκουν τὴν Μιτυλήνην, δεόμενοι χρημάτων, ἀπετάθησαν εἰς τὴν μέθοδον τῆς εἰσφορᾶς· καὶ ἀναφέρει ὁ Θουκυδίδης, ὅτι κατὰ πρώτην φορὰν τότε οἱ Ἀθηναῖοι προέβησαν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐζήτησαν 200 τάλαντα οὐχὶ ἐξ ὅλων τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ ἐκ τῶν πλουσιωτέρων κτηματιῶν. Καὶ ὑπῆρχεν ἐν τῷ δημοσιονομικῷ ὀργανισμῷ τῶν Ἀθηνῶν ἓν σύστημα ἄξιον μελέτης, ὅταν ποτὲ ἔλθωσιν αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς θέλουσι μελετηθῇ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος πράγματα. Ὑπῆρχεν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ προβάλω τὴν φυσιογνωμίαν του κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§30ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὑπῆρχεν ἓν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ καταλόγου τῶν φορολογουμένων ἦσαν οἱ πλέον πλούσιοι κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν. Ὑπ’ αὐτοὺς ὑπῆρχον οἱ λοιποὶ εὔποροι. Περὶ τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν, περὶ τῶν πενήτων, οὐδεὶς λόγος. Προκειμένης λοιπὸν τῆς πολιορκίας τῆς Μιτυλήνης, οἱ τριακόσιοι προϊστάμενοι τῆς Ἀθηναϊκῆς ταύτης φορολογίας προκατέβαλον ἀμέσως τὰ 200 τάλαντα, ἐπεφυλάσσετο δὲ εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσπράξωσι τὸ ἀνάλογον παρὰ τῆς δευτέρας σειρᾶς τῶν εὐπορούντων φορολογουμένων. Καὶ ὁ μηχανισμὸς ἐλειτούργησεν ἄνευ χρονοτριβῆς, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας γνωρίζουν τὰ Συνταγματικὰ Πολιτεύματα. Τὸ λέγω δι’ ὅσους νομίζουν, ὅτι τὰ λαϊκὰ πολιτεύματα εἶναι πολυλογία καὶ βραδύτης. Ἡ εἰσφορὰ λοιπὸν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶναι εἰς τὴν πηγήν της Ἑλληνικὸν προϊὸν, καὶ ἂν δὲν Ἑλληνίζῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἀρχικήν της βάσιν. Τὸ πρόγραμμα τῆς λαϊκῆς ἀληθείας εἶναι καθαρόν. Ἐπιφορτίσατε μὲ τὴν εἰσφορὰν τὰς εὐπορωτέρας τάξεις τῆς κοινωνίας ἐν ἀναλόγῳ τινὶ μέτρῳ. Διατυπώσατε πρὸς αὐτὰς τὴν ὑπερτάτην ἀνάγκην τῆς Πατρίδος καὶ ἀφήσατε τὴν μηχανὴν νὰ κινηθῇ. Ἀλλ’ ἆρά γε εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου, ἵνα κατὰ τὴν ἀρχικήν της βάσιν ἐφαρμοσθῇ ἡ εἰσφορά; διότι ἡ ἰδέα ἡ θεμελιώδης εἶναι, ὅτι ἡ εἰσφορὰ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος. Ἂν δὲν κηρυχθῇ πόλεμος, εἰσφορὰ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἂν θέλετε, κ. Πρωθυπουργὲ, εἰσφορὰν Ἑλληνικῆς πηγῆς, ἀκολουθήσατέ την πλήρη. Θέλετε εἰσφοράς; τὰς δίδομεν· ἀλλὰ τὰς δίδομεν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰσφορὰς διὰ τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Προϋπολογισμῶν σας. Οἱ Προϋπολογισμοί σας πρέπει νὰ στηριχθῶσιν εἰς τοὺς συνήθεις, τοὺς τακτικοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ εἰς τὴν Ἐπικράτειαν. Ἂν θέλητε πληροφορίας περὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν οἱ σημερινοὶ λαοὶ κατὰ τὰς παραμονὰς καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν πολέμων, σᾶς ἔχω δύο ἐπισημότατα παραδείγματα, τὸ Ἀγγλικὸν καὶ τὸ Γαλλικὸν Ἔθνος. Εὑρέθη τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος ὑπὸ περιστάσεις αἵτινες δύνανται ὑπό τινα ἔποψιν νὰ ὑπενθυμίσουν τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν ἡμετέρων περιστάσεων. Δὲν ἀπέβλεψαν ἐν τούτοις οἱ Ἄγγλοι εἰμὴ εἰς τοὺς κανονικοὺς φόρους καὶ τὰ κανονικὰ δάνεια. Ἐδιπλασίασαν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ηὔξησαν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ ἄλλων τινῶν εἰδῶν καὶ ἤντλησαν συγχρόνως ἐκ τῆς χρηματικῆς πίστεως τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ δὲ Γαλλικὸν Ἔθνος ἐξετέλεσε πολέμους μεγάλους χωρὶς κἂν νὰ ἀποβλέψῃ εἰς φόρους κατὰ τὴν περίοδον αὐτῶν. Ἀνοίξατε τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλίας. Ὁ ἐν ἔτει 1854 Κριμαϊκὸς πόλεμος αὐτῆς ἐνηργήθη ἄνευ φόρων. Ἀπὸ τὸ 1848 μέχρι τοῦ 1865 εἰσήγαγον ἐν Γαλλίᾳ φόρους 328 ἑκατομμυρίων καὶ κατήργησαν φόρους 337 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ ἀντὶ αὐξήσεως παρατηρεῖται ἐλάττωσις κατὰ 9 ἑκατομμύρια φόρων. Κατὰ δὲ τὸ 1870 ἐνηργήθη ὁ κολοσσαῖος πρὸς τὴν Γερμανίαν πόλεμος πάλιν ἄνευ φόρων. Κηρύσσεται ὁ πόλεμος, χορηγοῦνται αἱ πιστώσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ συγχρόνως ἄδεια πρὸς ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων 500 ἑκατομμυρίων. Περὶ φόρων τίποτε. Ἐπέρχεται κατόπιν ἡ πανωλεθρία, ἐνικήθη ἡ Γαλλία, συνετρίβη ἡ Αὐτοκρατορία, καὶ ἡ ἐν Τοὺρ Κυβέρνησις τῆς Ἐθνικῆς ἀμύνης δανείζεται 200 ἑκατομμύρια μὲ βαρύτατον τόκον, εὐθὺς δὲ καταφεύγει εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ δανείζεται δι’ αὐτῆς 1000 ἑκατομμύρια. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν τοὺς μεγάλους ἀγῶνας, δὲν ἀρχίζουν ἀπὸ τοὺς φόρους κατὰ τὰς ἐποχὰς τῆς ἐξαντλήσεως, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ χρῆμα κρύπτεται ἀπὸ φόβον ὑπερβολικὸν καὶ αἱ ἐργασίαι μαραίνονται καὶ καταπαύουν. Εἶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐνάντιος τῶν νέων φόρων καὶ ἐννοῶ, ἂν πρόκηται πόλεμος νὰ γείνῃ, ἐννοῶ νὰ γίνῃ ἄνευ φόρων. Ἤθελον καλέσει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δώσουν δάνειον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν δὲν τὸ δώσουν αὐτοὶ, τὸ δίδει, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν κλονίζουν τὰ Ἔθνη, τοιαῦτα μάλιστα Ἔθνη οἷον τὸ Ἑλληνικὸν, κατὰ τὰς μεγάλας ἡμέρας τῆς Ἐθνικῆς κρίσεώς των. Αἱ ἡμέραι αὗται εἶναι τρόπον τινὰ τὸ ὑψηλὸν ἰσοζύγιον τῆς πίστεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει. Πολεμεῖ δὲ ἕκαστος ὅσον δύναται, ὁ δὲ ἐνθουσιασμὸς τὸ λοιπὸν συμπληροῖ. Ἐὰν δὲν ἔχητε πίστιν, ἐξαναγκάσατε τὴν πίστιν. Θέλετε νὰ πολεμήσητε, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸ πρόσωπόν σας νὰ λάβῃ ἀκόμη τὴν ἀγρίαν ἐκείνην φυσιογνωμίαν, τὴν ὁποίαν ὁ πόλεμος ἐπιποθεῖ. Δὲν ἔχετε πίστιν, ἀλλὰ κατασκευάσατε πίστιν, ἀναγκάσατε τὴν πίστιν νὰ βαδίσῃ μὲ τὸ ἅρμα σας καὶ προχωρήσατε ἕως ὅπου δύνασθε, ὅπου δὲ δὲν δύνασθε, θέλετε σταματήσει. Ὁμιλεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ εἰσφορᾶς τῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοιαύτη εἰρωνεία ἦτο περιττή. Ὁ ὑπάλληλος λαμβάνει τὸν μισθὸν αὐτοῦ, καὶ ἂν ἡ Ἐπικράτεια δὲν ἐπαρκῇ, ἐλαττώνει τὸν μισθόν του. Τοῦτο δὲν λέγεται εἰσφορά, λέγεται καὶ εἶναι ἐλάττωσις. Ἐκτιμῶ πρὸ πάντων τὴν εἰλικρίνειαν καὶ ἐννοῶ τὸν Πρωθυπουργὸν ἄνευ περιστροφῶν διακηρύττοντα ῥητῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ ὁλοκλήρους τοὺς μισθοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886. Τὸ νὰ λέγητε ὅμως, κρατῶ ὡς εἰσφορὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ δώσω, εἶναι ἀνάρμοστον πρὸς τὴν σοβαρότητα τῆς τῶν πραγμάτων θέσεως. Ἀποβλέπετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας εἰς τὴν φορολογίαν τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπαγγελμάτων καὶ ζητεῖτε 4 ἑκατομμύρια ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι σᾶς τὰ ἐπλήρωσαν ἤδη καὶ τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε ἡ Πολιτεία δὲν ἔπραξεν ἄλλο, εἰμὴ κατ’ ἐξακολούθησιν νὰ ἐξαντλῇ. Ζητεῖτε 2 ἑκατομμύρια ἀπὸ τοὺς ἐπιτηδευματίας, ζητεῖτε ἄλλα 2 ἑκατομμύρια ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκιῶν. Γνωρίζετε ἆρά γε ἂν ἦναι οὗτοι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ πληρώσουν; Πῶς δὲν ἀποτείνεσθε κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν εἰς 500 ἢ 1000 εὐπορωτάτους καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα κατοίκους; Γνωρίζετε εἰς ποίαν οἰκονομικὴν ἀθλιότητα διατελοῦσιν οἱ μικροὶ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ μικροὶ ἐπιτηδευματίαι τῆς Ἑλλάδος; Μὴ πηγαίνετε μακράν, ἰδέτε τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν Ἀθηνῶν, ἐπισκεφθῆτε τὸν Πειραιᾶ καὶ ἀναμετρήσατε τὴν ἀθλιότητα, ἥτις κατακυριεύει ὅλην αὐτὴν τὴν τάξιν. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τῶν οἰκιῶν μεταβῶμεν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, πρέπει νὰ ζῇ τις ἐν Κίνᾳ καὶ Ἰαπωνίᾳ, πρέπει νὰ ἦναι ξένος πρὸς τὸν ἐμπορικὸν καὶ βιομηχανικὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, πρέπει νὰ μὴ περιῆλθέ ποτε τὰς ἀγορὰς τῶν δύο τούτων πόλεων, διὰ νὰ μὴ γνωρίζῃ εἰς ποίαν ἀθλιότητα εὑρίσκονται τὰ ἐπαγγέλματα τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Τί ζητεῖτε ἀπὸ τοὺς βιομηχάνους καὶ τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένοι ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν, ἡ ὁποία πιέζει τὴν Ἑλλάδα εἰς ὑπερβολήν; Ἐὰν θέλητε εἰσφορὰς, ἀποταθῆτε εἰς τὰ βαλάντια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὀλιγώτερον καταπεπονημένα. Ἀλλὰ πηγαίνετε εἰς τοὺς παντοπώλας, εἰς τοὺς οἰνοπώλας, εἰς τοὺς κρεωπώλας, εἰς τοὺς ἁμαξηλάτας, εἰς τοὺς μικροὺς βιομηχάνους τῶν πόλεων, τοὺς ὁποίους ἰδιαιτέρως καταδιώκετε μὲ τὰς φορολογίας σας, καὶ ζητεῖτε παρ’ αὐτῶν τί; ζητεῖτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ σᾶς δώσουν. Διὰ τοῦτο πολεμῶ τὴν εἰσφορὰν, τὴν ὁποίαν εἰσάγετε, κύριε Πρωθυπουργέ. Θέλω νὰ σᾶς δώσω ὅλα τὰ μέσα, καθ’ ὅσον ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ἐνῷ πρόκειται νὰ φονεύσωμεν τοὺς ἐχθροὺς ἢ νὰ φονευθῶμεν ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὰς μάχας, δὲν ἐννοῶ νὰ θάπτῃ ἐδῶ ὁ πατὴρ τὸ τέκνον του καὶ νὰ διαλύηται ἡ οἰκογένεια, διότι σεῖς δὲν σταματᾶτε οὔτε πρὸ τοῦ τελευταίου πόρου τῆς ζωῆς της. Ἡ εἰσφορὰ, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε ἀπὸ τοὺς βιομηχάνους, τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν πόλεων — διότι ἐπ’ αὐτῶν ἰδίως πίπτει τὸ βάρος τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν σας — μοὶ ὑπενθυμίζει τοὺς χρυσοῦς στεφάνους, τοὺς ὁποίους ὁ Καῖσαρ ἐζήτει ἀπὸ τὰς πόλεις τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐπικρατείας εἰς ἀνάμνησιν τῶν νικῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατόπιν ἦλθεν ὁ Αὐτοκράτωρ Καρακάλας, ὁ ὁποῖος ἔπλαττεν εἰκονικὰς νίκας καὶ ζητῶν χρυσοῦς στεφάνους ηὐχαριστεῖτο καὶ μὲ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν. Μήπως ἐννοεῖτε, κ. Πρωθυπουργὲ, τοιαύτην φορολογίαν νὰ εἰσαγάγητε; Ἀλλὰ δὲν ἐνικήσατε, μάλιστα δὲν βλέπω, ὅτι ἐκινήσατε ἀκόμη. Καὶ πρὸς ποίους ἀποτείνεσθε ζητοῦντες τὸ ἀντίτιμον τῶν χρυσῶν στεφάνων σας; Ἀποτείνεσθε πρὸς ἀνθρώπους, ὑπὸ τὴν κυρίαν σημασίαν τῆς λέξεως, πένητας, οἱ ὁποῖοι, νυχθημερὸν ἐργαζόμενοι, μόλις κατορθώνουν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Θέλετε εἰσφοράς; ἀποταθῆτε πρὸς τοὺς πλουσίους. Ἡ εἰσφορὰ εἶναι ὁ φόρος τῶν πλουσίων. Ἀφήσατε δὲ τοὺς μικροὺς βιομηχάνους εἰς τὸν βίον αὐτῶν τὸν ἀβίωτον.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φαίνεται, ὅτι ἐματαιοπόνησα τὸ παρελθὸν Σάββατον, πολλὰς ὥρας ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ εἰσαγάγω εἰς αὐτὴν τὸ Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886. Ἠσχολήθην νὰ μεταδώσω εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους τὰ καθήκοντά μου μοὶ ἐπέβαλον, πλήρη καὶ ἀκεραίαν γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Χώρα· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἐματαιοπόνησα, διότι ἀλλεπάλληλοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι οὐδὲν ἐνόησαν ἐξ ὅσων ἐγὼ εἶπον, καὶ ὅτι αὐτοί, οἵτινες μέχρι τοῦ Ἀπριλίου ἦσαν ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἠδύναντο νὰ ψηλαφήσωσι καὶ τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου καὶ βεβαίως διὰ τοῦτο ἐγνώριζον αὐτήν, διότι μετὰ θάῤῥους ὑπεῖχον τὴν εὐθύνην, ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, φαίνεται, λέγω, ὅτι αὐτοὶ οἱ κύριοι δὲν μὲ ἐνόησαν παντάπασι, καὶ ὅσα ἂν εἶπον, δὲν κατέδειξαν εἰς αὐτοὺς ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου· ἀλλὰ δὲν κατέδειξαν εἰς τοὺς συναδέλφους τούτους καὶ ἄλλο τι, διότι ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου σᾶς παρέστησε πρὸ μικροῦ, ὅτι, δι’ ὧν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρελθὸν Σάββατον μέτρων, συνηντήθην μετ’ αὐτοῦ καὶ ἔκτοτε συμβαδίζομεν πλέον τὴν αὐτὴν ἐφαρμόζοντες πολιτικήν. Ἐλησμόνησε ποίαν ἐγὼ ἐξέθηκα τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, νομίζει δὲ ὅτι, ἐπειδὴ προβάλλω καὶ ἐγὼ νομοσχέδια περὶ ἐπιβολῆς φόρων, συνετάχθην μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας ἐπὶ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι ἡμεῖς, ὅταν ἐπολεμοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ὅτι ἐπολεμοῦμεν αὐτὸ μόνον, διότι ἐπέβαλε φόρους, λησμονῶν ἢ ἐπιθυμῶν νὰ λησμονήσῃ, ὅτι ἐπεκρίναμεν αὐτὸ οὐχὶ διότι ἐπέβαλε φόρους, ἀλλὰ διότι ηὔξανε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἄνευ χρησιμότητος, ἀναγκαζομένου διὰ τοῦτο νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους. Τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦτο νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα· τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἄρξηται ἡ περιστολὴ τῶν ἐξόδων καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου τῆς ἀνάγκης, καὶ τότε μόνον νὰ γίνεται προσφυγὴ εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, μέλος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ ὑπέχων πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς πολιτείας ἐκείνης, ἐνεθυμήθη, ὅτι ἐπρότεινε τότε τοὺς ἀλλεπαλλήλους φόρους, διὰ νὰ αὐξήσωσι κἄπως τὰ ἔσοδα μέχρι τοῦ σημείου ὅπου εἶχον ἀνυψωθῆ τὰ ἔξοδα, μὲ εὑρίσκει σύντροφόν του, διότι, διὰ νὰ ἐπαρκέσω ἐγὼ νῦν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀναγκάζομαι νὰ προτείνω καὶ ἐγὼ φόρους. Δὲν ἤλπιζον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τις δεκάκις τὰ αὐτὰ πράγματα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· δὲν ἤλπιζον δὲ, ὅτι ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἤθελον μετέρχεσθαι τακτικὴν, ἥκιστα ἁρμόζουσαν πρὸς ἀνθρώπους σκεπτομένους ἐν Αἰθούσῃ παραπλησίᾳ. Πρὸ παντὸς, οἱ συζητοῦντες περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ὀφείλουσι καὶ αὐτοὶ νὰ καταδηλῶσιν ἀπόλυτον πρὸς τὴν ἀλήθειαν σεβασμὸν, πρέπει δὲ καὶ δι’ ὅσων λέγουσι νὰ πείθωσι τοὺς ἀκροατάς των, ὅτι σέβονται τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν στρεβλοῦσιν αὐτήν. Εἶναι δὲ στρέβλωσις τῆς ἀληθείας νὰ λέγηται τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε χάσμα, τὸ ὁποῖον ἐχώριζε τὴν μίαν ἀπὸ τὴν ἄλλην πτέρυγα, ὅτι τὸ χάσμα τοῦτο παρεχώθη προχθὲς, καὶ ὅτι τοῦ λοιποῦ εἴμεθα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, κατὰ τὸν αὐτὸν σκεπτόμενοι τρόπον καὶ τὴν αὐτὴν μετερχόμενοι πολιτείαν. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἀνάγκη παρασκευῶν στρατιωτικῶν— καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνωμολόγησε τὴν ἀνάγκην ταύτην, πλὴν 10 ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐψήφισαν κατὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον—ἂν ὑπῆρξεν ἀνάγκη στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ὑπῆρξεν ὡσαύτως ἀνάγκη ἐξόδων περισσοτέρων, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶντο διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὑπῆρξε δὲ ἀνάγκη ἐξόδων περισσοτέρων, πόθεν θέλομεν πορισθῆ τὰ ἔξοδα ταῦτα; Θέλομεν πορισθῆ αὐτὰ ἀπὸ τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀφήσατε ἐν τοῖς ταμείοις; ἢ ἠθέλομεν πορισθῆ ταῦτα ἀπὸ τὸ ἀντίτιμον τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τὰς ὁποίας ἀφήκατε εἰς τὴν διάθεσίν μας ἐνεχυριασμένας μὲν, ἀλλὰ ἄγνωστον μέχρι τοῦδε ἂν μᾶς ἀφήκατε αὐτὰς καὶ ἐμπορευσίμους; Καὶ ἐπειδὴ διὰ νὰ προσπορισθῶμεν ταῦτα τὰ ἐλλείποντα ἔξοδα, τὰ πλέον τῶν συνήθων, ἠναγκάσθημεν νὰ ἀποταθῶμεν πρὸς τὸν λαὸν καὶ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ ἀναδεχθῇ βάρη χρηματικὰ μετὰ τῆς αὐτῆς προθυμίας, μεθ’ ἧς ἔσπευσε νὰ ταχθῇ ὑπὸ τῆς σημαίας τοῦ στρατοῦ, θαῤῥοῦσιν οἱ χθὲς ἐπικρινόμενοι παρ’ ἡμῶν νὰ μᾶς εἴπωσι σήμερον, ὅτι τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ παρασταθῶμεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ἔχοντες τὰς αὐτὰς περὶ τοῦ κυβερνᾶν ἰδέας, καὶ ὡς φρονοῦντες τὰ αὐτὰ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους! Δὲν γνωρίζω—καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ τὸ μάθω—δὲν γνωρίζω πῶς ὑπελήφθη, ὅτι ἡ μεμελετημένη καὶ ἡ μετὰ στενοχωρίας συντελουμένη ἀποχὴ ἀπὸ ἐνθυμίσεων τοῦ παρελθόντος, ὅτι αὐτὴ δύναται νὰ δίδῃ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπορίζοντο κέρδη ἐκ τῆς ἀποχῆς ταύτης τῆς μνείας τοῦ παρελθόντος, ὅτι δύναται νὰ δίδῃ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς, διὰ νὰ διαστρέφηται ἡ ἀλήθεια καὶ διὰ νὰ λησμονῶσι τὸ παρελθόν των, καὶ διὰ νὰ θαῤῥῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀλλάξωσι θέσιν, καθιστάμενοι ἐπιτιθέμενοι. Συνεκινοῦντο οἱ ἀγορεύοντες, διότι οἱ ὑποκείμενοι εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορᾶς ἐκαλοῦντο νὰ μὴ εἰσφέρωσι τὸ σύνηθες κατ’ ἔτος παρ’ αὐτῶν εἰσφερόμενον ποσὸν, ἀλλὰ νὰ εἰσφέρωσιν ἴσον ἀκόμη τοῦ ποσοῦ τούτου κατ’ ἐξαίρεσιν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Συνεκινήθησαν, διότι οἱ ἐπιτηδευματίαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, ἢ διότι τῶν ὑπαλλήλων ὁ μισθὸς ἤθελε μειωθῆ. Νομίζουσιν ἴσως, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σπλάγχνα, νομίζουσιν, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες ἐζήσαμεν ὡς ὑπάλληλοι, ὅτι δὲν γνωρίζομεν τὰς περιπετείας καὶ τὰς στερήσεις τοῦ βίου τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ ἕνεκα τούτου δεικνύμεθα ἄκαρδοι πρὸς τάξιν ὑπηρετῶν τοῦ Κράτους, ἢ εἴμεθα σκληροὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐργάζονται ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των καὶ κερδαίνουσι, μετερχόμενοι οἷον δήποτε ἐπιτήδευμα, τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας των! Ἀπὸ καιροῦ δ’ εἰς καιρὸν ἔρχονται νὰ μᾶς συμβουλεύσωσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς δάνεια. Μᾶς ἐπικρίνουσι, διότι ἐπιβάλλομεν φόρους 15,000,000· μᾶς ἐπικρίνουσι, διότι προβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν· μᾶς παραπέμπουσιν εἰς δάνειον καὶ ἀξιοῦσι νὰ ἐπιστρατεύεται ἡ Χώρα, καὶ ἀξιοῦσιν ὄχι μόνον νὰ ἐπιστρατεύηται κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, ἀλλὰ καὶ νὰ πληρωθῶσιν ἐφοδίων αἱ κεναὶ ἀποθῆκαι καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ τῆς θαλάσσης! Ἰδίως ἐπανελήφθη ἡ συνήθης τακτικὴ, τὴν ὁποίαν μετέρχεται πάντοτετε ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, καὶ αὕτη ἐτέθη καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐν χρήσει παρ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐπειδὴ κατέχει θέσιν ἐπιφανῆ μεταξὺ τῶν ἡγητόρων τοῦ κόμματος ἐκείνου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ὅταν μᾶς εἶπον, ὅτι ἐκ πατριωτισμοῦ θέλουσι νὰ μᾶς συντρέξωσι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς μεγάλης πολιτικῆς ὑποθέσεως, δὲν ὑπέθετον τὸ εἶδος τοῦτο τῆς συνδρομῆς των· ἀπὸ τῆς τοιαύτης συνδρομῆς αὐτοῦ παραιτούμεθα. Ἄν τοιαύτην ἐννοῶσι νὰ μᾶς παρέχωσιν οὗτοι συνδρομὴν, δὲν ζητοῦμεν αὐτὴν, οὐδὲ δεχόμεθα αὐτήν. Καὶ ποίαν παρέχουσι συνδρομὴν εἰς ἡμᾶς; Γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν εἶναι ἐν καταφανεῖ μειονοψηφίᾳ καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ἀνατρέψωσιν ἡμᾶς διὰ νὰ ἀναβῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τί μᾶς προσφέρουσι λοιπὸν χάριν τῶν κοινῶν ὑποθέσεων, μαρτυροῦντες τὸν διακεκριμένον καὶ καταφανῆ πατριωτισμόν των; Μᾶς προσφέρουσι τὰς διαρκεῖς μεμψιμοιρίας των, μᾶς προσφέρουσι μύρια προσκόμματα, μᾶς προσφέρουσι καὶ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ μᾶς περιαγάγωσι, διὰ νὰ εἴπωμεν περισσότερα ἀφ’ ὅσα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν. Νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιδεικνύωσι πατριωτισμὸν καθ’ ἣν ὥραν ζητοῦσι ν’ ἀποδώσωσι καὶ εἰς τοὺς λόγους ἡμῶν ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσι, διὰ νὰ παρασκευάσωσιν ἐν μέλλοντι προσεχεῖ τὴν καθ’ ἡμῶν ἐπίθεσιν; Τί ἐνόει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἔλεγεν ὅτι «ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος ἔφερεν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε ποτὲ φέρει μέχρι τοῦδε» εἰμὴ ὑπόσχεσιν περὶ ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; Ἠκούσατε ἐπίβουλον καὶ σατανικὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ παρασκευάσωσιν ἀπὸ τοῦδε τὴν καθ’ ἡμῶν ἐπίθεσιν! Διατί δὲν ἐπιτίθεσθε ἀπὸ σήμερον, ἀλλὰ θέλετε ἐξ ἐνέδρας καὶ ἀπὸ τῶν νώτων νὰ πράξητε καθ’ ἡμῶν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξατε κατὰ ἄλλων προκατόχων ἡμῶν; Ὅσοι πολιτεύονται, καὶ μάλιστα ἐν χρόνῳ καθ’ ὃν διακυβεύονται μεγάλα συμφέροντα τῆς Πατρίδος, ἐχέτωσαν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι τὶ φρονοῦσι, καὶ ἂν ἔβλεπον ὅτι ὁ τόπος των δὲν κυβερνᾶται δεξιῶς, νὰ ζητήσωσι νὰ ἀλλάξωσι τὸν κυβερνῶντα, ῥητῶς ἐξελέγχοντες τὰς πράξεις αὐτοῦ καὶ προτείνοντες ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι κρίνουσι συμφέρον εἰς τὴν Χώραν, ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πραχθῇ. Δὲν ἔχουσι γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὸ πράττουσι χάριν τῆς Πατρίδος. Δὲν θέλουσι νὰ παρεμβάλλωσι προσκόμματα, ἀλλὰ δὲν ἀφίνουσιν οὐδεμίαν εὐκαιρίαν διὰ νὰ μεμψιμοιρῶσι, διὰ νὰ δηλητηριάζωσι τὸ δημόσιον φρόνημα, διὰ νὰ ὑπονομεύωσι τὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Καὶ διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Ὑπουργείου ὡς μειονοψηφοῦντες, ὀχυροῦνται ὄπισθεν τοῦ πατριωτισμοῦ, παριστῶντες ἑαυτοὺς ὅτι δῆθεν παραιτοῦσι τὰ δικαιώματά των χάριν τῆς Πατρίδος. Εἶχε δίκαιον ὁ βουλευτὴς ἐκ Βώλου νὰ ἀποκαλέσῃ τὴν τακτικὴν ταύτην, πολιτικὴν τῆς ἐνέδρας. Ἐνόουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἀκόμη τῶν πολιτικῶν, ἀλλ’ ἔχουσαν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της καὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν συζητοῦσαν μετὰ παῤῥησίας καὶ ἀποδεικνύουσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὶ παρέλιπε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ τὶ ἔπραξε πλέον τοῦ δέοντος. Ὅταν ἐπεστρατεύετο ἄλλοτε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἐπιστράτευσις, εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπωσιν ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου. Ἀλλ’ ἀρνούμενοι τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶσι καὶ τὴν χορηγίαν τῶν μέσων τῶν χρηματικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιστράτευσις. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιστρατεύσεως, λέγει ὅτι παραδέχεται τὴν πολιτικὴν ἡμῶν· ἐὰν δ’ ἐπιφυλάσσεται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιστρατεύσεως, νὰ ἐλέγξῃ ἐκ τῶν ὑστέρων τότε τὴν πολιτικὴν καὶ τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος καὶ νὰ ἀμφισβητήσῃ αὐτὴν σήμερον. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀμφισβητεῖ σήμερον τὰ πρὸς ἐπιστράτευσιν ἀναγκαιοῦντα μέτρα. Ἐπιφυλάσσεται, μᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, νὰ συζητήσῃ ἕκαστον τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν προχθές. Ἦτο περιττὸν νὰ μᾶς τὸ ἀναγγείλῃ, διότι ἀπὸ τοῦδε εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν θέλει ἀρέσκει εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀρέσκωνται εἰς τὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἰσαχθέντα, ἐὰν δὲν ἀρέσκωνται νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν, εἰς τί τέλος πάντων ἀρέσκονται; Πόθεν μᾶς ὁδηγεῖτε νὰ εὕρωμεν χρήματα; Μᾶς εἶπον περὶ δανείου 200,000,000· εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ Βουλή, ἐὰν εἶχον ὑποβάλει αἴτησιν, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ προβῶ εἰς συνομολόγησιν δανείου, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν πρότασίν μου ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς εἶναι ἄδεια πρὸς ἀναζήτησιν δανείων· δάνειον ὅμως διὰ νὰ συνομολογηθῇ, ἀπαιτεῖται νὰ εὑρεθῶσι προηγουμένως οἱ τὰ κεφάλαια πρόθυμοι νὰ δανείσωσι. Τί ἤθελεν ὠφελήσει, ἐὰν ἐζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἐπέτρεπε νὰ δανεισθῶ διακόσια ἢ πεντακόσια ἑκατομμύρια; Μήπως πρὸ τριῶν μηνῶν δὲν ἐπέτρεψεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκδώσω ἔντοκα γραμμάτια 10,000,000; Μήπως πρὸ τριῶν μηνῶν δὲν μοῦ ἐπέτρεψεν ἡ Βουλὴ νὰ πωλήσω τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000; Ἐπιθυμοῦσι τάχα οἱ τὴν τακτικὴν ταύτην μετερχόμενοι ν’ ἀναγκάσωσιν ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, ἀπειργόμενοι ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Τόπου; ἢ προσποιοῦνται, ὅτι ἀγνοοῦσι ταῦτα οἱ μέχρι χθὲς διατελοῦντες ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν εἰς ποίαν ἦσαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας κατάστασιν, ὅταν κατέλιπον τὴν Κυβέρνησιν αὐτῆς; Καὶ κατέληξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἰς μελέτην περὶ μικρᾶς πολιτικῆς. Δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος ὁρμώμενος ἀφορμῆς ἔκρινεν, ὅτι ἐκ μικρᾶς πολιτικῆς ἡμεῖς συνετελέσαμεν διὰ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ εἰσφορῶν ἡ διάταξις περὶ εἰσφορῶν τῆς Ἑπτανήσου διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Εἰς ὅ,τι περὶ ἐμοῦ εἶπε, κρίνω ἀνάξιον νὰ ἀπαντήσω, διότι δὲν εἶναι ἄξιος ἀπαντήσεως ἐκεῖνος, ὅστις ἀμφισβητεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπον χθές, ὅτι τὴν περὶ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων πρότασιν δὲν ἐποιησάμην ἐγὼ ἐν τῇ συσκέψει μετὰ τῶν συναδέλφων βουλευτῶν ἐξ Ἑπτανήσου, ἀλλ’ ἐποιήσαντο αὐτὴν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι. Αὐτὸς δὲ πρὸ μικροῦ εἶπεν, ἀμφισβητῶν τοῦτο, ὅτι ἐγὼ ταῦτα εἰσηγησάμην εἰς τοὺς συναδέλφους ἐξ Ἑπτανήσου βουλευτάς, ἵνα τοιαύτην ποιήσωνται πρότασιν. Ἀμφισβητῶν τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, καθίσταται βεβαίως μὴ ἄξιος ἀπαντήσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὡς ἐρωτῶ καὶ πάντας τοὺς εἰς τὰ θρανία καθημένους βουλευτὰς ἐξ Ἑπτανήσου, ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν, ἐὰν γένηται ἀποδεκτὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἀρχή, ἐκ τίνος πόρου μᾶς συμβουλεύουσι νὰ πορισθῶμεν ἐξ Ἑπτανήσου τὸ ἀναλογοῦν αὐτῇ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς; Νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ προσωπικὸς ἔρανος; ἃς τὸ προβάλωσιν· ἂς εἴπωσι ρητῶς, ὅτι αὐτοὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἅπαξ κατ’ ἐξαίρεσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι αὐτοὶ φρονοῦσι νὰ γείνῃ κατάλογος τῶν πολιτῶν ὅλων, καὶ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς ἄμεσος προσωπικὴ εἰσφορά. Δὲν νομίζουσι τοῦτο συμφέρον εἰς τὸν Τόπον, συμβιβαζόμενον μὲ τὰ ἤθη αὐτοῦ; ἂς μᾶς εἴπωσι πόθεν νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ποσὸν τῆς ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει συγκομισθησομένης προσόδου· καὶ τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀνέρχεται εἰς πεντακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ οὐδὲν προβάλλουσιν. Ἐὰν δὲ δὲν προβάλλωσί τι, τοὐλάχιστον ἂς λάβωσι τὸ θάῤῥος νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι αὐτοὶ φρονοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἡ εἰσφορὰ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑπτανήσου. Τέλος πάντων πρέπει νὰ μάθωμεν τί φρονοῦσι, διότι ἀρνούμενοι πάντα, μηδὲν ἐκ τῶν προτεινομένων δεχόμενοι, θέλουσιν αὐστηρῶς ἐπικριθῇ ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν αὑτῶν, οἵτινες, ὡς πάντες οἱ ἄλλοι πολῖται Ἕλληνες, οὐδέποτε θέλουσι καταδεχθῆ νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὰ τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται οἱ ἄλλοι συμπολῖται αὐτῶν. Καὶ ἂν τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν δὲν εὕρισκον ἰσχυροὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς προέβαλε τότε, ζητῶν τὴν ἀναβολὴν, ἤτοι τὸν λόγον, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔμελλε νὰ προτείνῃ, σήμερον ἐπῆλθεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου βουλευτής, εἰπὼν αὖθις τὴν ἀναβολὴν δι’ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐζητήθη προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Φιλαρέτου. Τότε ὁ κ. Λομβάρδος ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν δι’ ἄλλον λόγον· ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπιζητηθῇ προηγουμένως ἡ ψῆφος τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ ζητήματος πολιτικῆς καὶ προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης· ἡμεῖς διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνάμεθα εἰμὴ νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ πρότασιν τῆς ἀναβολῆς· ἀλλ’ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, ἡ σήμερον ἐπαναλαμβανομένη, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις ἐπροτάθη τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις τετράκις ἐπανελήφθη, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ στέρξωμεν εἰς τὴν ζητουμένην ταύτην ἀναβολὴν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀγαθοπιστία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ τῷ ὑπαγορεύῃ παραπλησίαν ἐπιθυμίαν· (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τέσσαρα ἢ πέντε πρόσωπα εἶναι αὐτοί. Νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσι καὶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦτο εἶναι εἷς ὑπαξιωματικὸς εἰς τὰ θεωρεῖα (θόρυβος). Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προχωροῦμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§35ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1.
§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι τὸ νομοσχέδιον, μολονότι καλεῖται περὶ εἰσφορῶν, εἶναι ὅμως φορολογικόν· ἐγὼ δὲ εἶμαι ὑπὲρ τῶν φόρων, οὐχὶ μόνον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις, καθ’ ἃς ἁπλῆ καὶ μόνη ἡ κατάστασις τῆς ἐπιστρατείας ἐπέβαλεν ἔκτακτα βάρη, ἀλλὰ καὶ ἐν εἰρήνῃ, διότι δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ἡ Πολιτεία ἄνευ φόρων· διὰ τοῦτο ἐψήφισα οὐχὶ ὅλους, ἀλλὰ πολλοὺς ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὑποβάλει ἡ προηγηθεῖσα Κυβέρνησις. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠδύνατο νὰ κληθῇ περὶ ἐκτάκτων φόρων καὶ οὐχὶ περὶ εἰσφορῶν· ἀλλὰ τοῦτο εἶνε γλωσσολογικὸν καὶ δὲν ἐπιμένω, διότι αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουσι τὸ πρᾶγμα. Φρονῶ ὅτι, προκειμένου περὶ εἰσφορῶν, τὸ Ἔθνος δύναται κάλλιον νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς ἀληθῶς ἑκουσίας εἰσφοράς, αἵτινες θέλουσι βεβαίως εἰσρεύσει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ ὅταν ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ πραγματικῆς ἐνεργείας. Ἀλλὰ προκειμένου, κύριοι, περὶ φόρων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ διὰ τῆς εὐσχήμου λέξεως τῶν εἰσφορῶν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διαιρέσωμεν αὐτὰς εἰς τρεῖς κατηγορίας· ἡ πρώτη περιλαμβάνει τὰς ἐκ τῶν μισθῶν καὶ συντάξεων ἐλαττώσεις· ἡ δευτέρα τὰς ἐκ τῶν ἐπιτηδευμάτων, οἰκοδομῶν, ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ διαμονητηρίων, καὶ ἡ τρίτη τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκτάκτου τούτου φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἶμαι, κατ’ ἀρχήν, ἐναντίον τῶν ἐλαττώσεων τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ ὑπολογίζει εἰς 2–3 ἑκατομμύρια, ἐὰν μὴ ἀπατῶμαι, καὶ πλειότερον τούτου, ἤτοι περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τῶν Μονῶν, διότι τόσα, νομίζω, εἰσπράττονται ἐτησίως...
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόσα εἴπατε;
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Περὶ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας, νὰ μὴ ἐνοχλήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς συνταξιούχους, παρ’ ὧν νὰ ζητήσῃ εἰσφορὰς μόνον ἐν τῇ ἐποχῇ τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω πρῶτον, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν εἰσφορῶν ἡ βασιλικὴ χορηγία καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις, ὡς καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπέδειξα, διότι δὲν μὲ πείθουσιν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἡ βασιλικὴ χορηγία καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἀποῤῥέουσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ὑποχρεώσεις διὰ νόμων· διότι πρῶτον καὶ ἡ βασιλικὴ χορηγία καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ὑπάγονται εἰς τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἐντεῦθεν συνεπὴς ἔσται ἡ ἑρμηνεία, ὅτι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ εἰς τὴν εἰσφοράν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶνε ἢ φόρος· δεύτερον καὶ κυρίως διότι καλὸν εἶνε νὰ μὴν ἐνθυμώμεθα περὶ αὐτῶν τὸ Σύνταγμα, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπέλθῃ ὠφέλειά τις εἴτε ὑπὲρ τοῦ βασιλέως εἴτε ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν. Δὲν θέλω τώρα ν’ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου ταύτην πλειότερον, ἀλλὰ συμφώνως μὲ ὅσα ἄλλοτε εἶπον περὶ τούτου καὶ ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη τὸ Σύνταγμα, προκειμένου λόγου περὶ πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τὴν ἔκτακτον ταύτην Σύνοδον, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω νὰ γίνῃ παραδεκτὴ ἡ παρατήρησίς μου αὕτη, νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ἡ βασιλικὴ χορηγία καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις εἰς τὰς εἰσφοράς, ἵνα δώσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ βασιλεὺς τὸ καλὸν παράδειγμα τῶν θυσιῶν εἰς τοὺς δυστυχεῖς ὑπαλλήλους καὶ συνταξιούχους, παρ’ ὧν πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωσι τὸν ξηρὸν ἄρτον. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς λέξεις ἐν τῷ ἐδαφίῳ ά. τοῦ 1 ἄρθρου, μετὰ τὰς λέξεις «εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον»: «Μὴ ἐξαιρουμένων τῶν Βουλευτικῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῆς Βασιλικῆς χορηγίας». Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, ἐν συγκρίσει παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει ἀνισότης εἰς τὰ βάρη· ἐὰν ἐξετασθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, τῶν διοικητικῶν, τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν, θέλει ἀποδειχθῇ ἱκανὴ διαφορά· διότι οἱ μὲν οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσι ποσοστά, κατοικίαν τινὲς ἐξ αὐτῶν καὶ ἄλλας ἀμοιβάς, οἱ δὲ διοικητικοί, κατοικίαν, ὑπηρεσίαν, γραφικά, κτλ., ἐνῷ οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται, ὑψίστην ἀποστολὴν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἔχοντες, μολονότι λαμβάνουσι γλίσχρον μισθόν, οὐδεμίαν ἑτέραν ὠφέλειαν ἀπολαμβάνουσι. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τῶν διδασκάλων καὶ τῶν καθηγητῶν. Προκειμένου ὅμως νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικόν, συμφωνῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐντελῶς τῶν βαρῶν οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται, ὡς καὶ οἱ διδάσκαλοι. Ἀφοῦ δὲ πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ ἡ διάταξις, ἣν κατ’ ἀρχὴν πολεμῶ, δὲν εἶμαι ἐνάντιος εἰς τὸ νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αὐτοί, ἀλλ’ οὐχὶ ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἐπιδιωκομένη ἰσότης. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος ὑπέβαλον τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω νὰ προστεθῶσι μετὰ τὸ τέλος τῆς παραγράφου περὶ μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τὰ ἑξῆς: «Οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν, ὡς καὶ τῶν διδασκάλων καὶ καθηγητῶν, ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ἀνωτέρω εἰσφορῶν ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, εἰς τὸ ὅλον δὲ ἐν περιπτώσει πολέμου καὶ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ οὗτος». Τὴν τροπολογίαν μου ταύτην ἔχετε τυπωμένην, καὶ ἂν τὴν εὑρίσκετε εὔλογον, ψηφίσατέ την· ἄλλως, συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας, αἵτινες θὰ ἐπέλθωσιν ἐν τῇ δικαιοσύνῃ ἰδίως, ἣν διὰ τῶν προώρων καὶ ἀνίσων εἰσφορῶν θὰ ὠθήσητε εἰς κρημνὸν ὀλισθηρόν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ λοιπὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι πάντες οἱ ὑπὲρ τῆς καταστάσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως κηρυχθέντες ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι· διὰ τοῦτο καὶ ἐγώ, ὅσον ἐπαχθῆ καὶ ἂν ὦσι διὰ τὸν λαόν, τὰ θεωρῶ ἀναποφεύκτως ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Διὰ τοὺς Ἑπταννησίους εἶνε περιττὸν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου σήμερον, ἐπιφυλασσόμενος εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καὶ εἰς καταλληλότερον χρόνον νὰ ἐκθέσω ταύτην, διότι εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔθιξαν τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν βαρῶν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἰδίως δ’ ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως διὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ καλλιτέρου ἐκ τῶν δύο συστημάτων, εἴτε ἡ Ἑπτάνησος ὀφείλει ν’ ἀποδεχθῇ τὸ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι φορολογικὸν σύστημα, εἴτε ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς τὸ Ἑπτανησιακόν· διότι ἡ ἀνομοιότης πολλὰς δυσαρέστους συνεπείας ἐπιφέρει.
§39Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπίστευσα εἰς τὸν κύριον Τρικούπην, ἐπαγγελλόμενον, ὅτι δι’ ὧν μέτρων ὑπεδείκνυε καὶ ὑπέβαλλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ συγχρόνως τὸ ζήτημα τῆς ἐσωτερικῆς ἀναδιοργανώσεως, τὸ τῆς συγκοινωνίας ζήτημα κατὰ μεγάλας διαστάσεις, καὶ τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων τῆς τε ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς γενικῆς στρατολογίας· διὰ τοῦτο δέ, κύριοι, ἠρνήθην ἐπὶ τέλους αὐτῷ τὴν συνδρομήν μου, καίτοι ἀνεγνώριζον εἰς τὸν ἄνδρα προσόντα ἀληθοῦς πολιτευτοῦ ἀνδρός. Καὶ σήμερον, κύριοι, ἡ καρδία μου δὲν πιστεύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ἀπεφάσισε, δύναται, ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ προβῇ εἰς τὸ μέγα τόλμημα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ παράσχω τὴν συνδρομήν μου, προκειμένου περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐξαντλοῦσι τὸν Τόπον, καὶ δύνανται νὰ καταδικάσωσιν αὐτὸν εἰς ἀθλίαν, ἀξιοδάκρυτον μοῖραν. Παραδέχομαι ὅμως, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας καὶ θυσίας μεγάλας. Ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ νέους φόρους, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἀλλὰ δέον οἱ φόροι αὐτοὶ νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἰσότητα, εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ νὰ μὴ ἐξαντλῶσιν ὡρισμένην κατηγορίαν φορολογουμένων πολλῶν. Ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοιούτων μέτρων, δὲν δύναμαι ἢ νὰ παράσχω τὴν ἀσθενῆ συνδρομήν μου. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι νομοσχέδιον, ἀντιβαῖνον εἴς τε τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, καὶ περιέχει δημευτικάς, οὕτως εἰπεῖν, διατάξεις. Παραδέχομαι νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, νὰ τὸν αὐξήσητε κατὰ τὸ ἥμισυ. Παραδέχομαι νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν.
§40ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τῶν οἰκοδομῶν μόνον.
§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων.— Περιορίζω ὅμως εἰς τὸ ἥμισυ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πληρώνουν ἐν τῷ πρώην Βασιλείῳ· διότι δὲν εἶναι συνειθισμένοι οἱ Ἑπτανήσιοι ἀδελφοὶ εἰς τὸν φόρον τοῦτον, καὶ δὲν πρέπει νὰ συνταράξωμεν αὐτοὺς, ὑπολαμβάνοντας ὅτι θὰ τοὺς καταδικάσωμεν εἰς σύστημα φορολογικὸν καταστρεπτικὸν, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νέου συστήματος φορολογίας. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ εἰσαχθῇ τὸ ἄμεσον φορολογικὸν σύστημα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι φορολογεῖται δι’ αὐτοῦ ὁ παράγων, ἀλλὰ πρέπει νὰ πεισθῶσιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῶσι καταπίεσιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ σύνεσις ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἕνα φόρον, ἀφικόμενον εἰς τὸ ἥμισυ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον πληρώνομεν ἡμεῖς. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τοὺς ὑπαλλήλους, κύριοι, νομίζω δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν εἰς κράτησιν περισσοτέραν τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἡ πρώην Κυβέρνησις ἔκαμεν· ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν τοὺς μισθοὺς, ὅπως φθάσωμεν εἰς τοὺς μισθοὺς, οἵτινες ἐπληρώνοντο πρὸ τῆς αὐξήσεως, ἢ καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτοὺς κατὰ 12%. Τὴν αὐτὴν κράτησιν πρέπει νὰ κάμωμεν καὶ ἐπὶ τῶν συντάξεων, τὰς ὁποίας ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἥτις ἐπηγγέλλετο τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, ηὔξησε κατὰ 12% ἐν στιγμαῖς τοσοῦτον κρισίμοις, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Νομίζω δὲ ὅτι, καὶ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Τραπεζῶν καὶ τὰς Τραπέζας, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς ἀνωτέραν φορολογίαν. Δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ ζητῇ τις, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἡ ζήτησις εἶναι δικαία, ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ ὅ,τι ζητεῖ· ὅταν ὅμως ζητῇ τις πλέον τοῦ δυνατοῦ, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι κινεῖται εἰς ἀγανάκτησιν ὁ παρ’ οὗ ζητεῖται, καὶ τότε ἀρνεῖται οὗτος καὶ αὐτὴν τὴν δικαίαν φορολογίαν. Τοιαύτη ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γνώμη μου.
§42Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐνδιαφέρομαι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος· ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ παρεξηγήσεις, θέλω ὑποβάλει παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου, ἔπειτα δὲ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν, ἵνα μὴ παρέλθω πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα. Πρῶτον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ τί θέλει συμβῆ ἐπὶ τῶν ποσοστῶν. Θέλουσι συνυπολογισθῆ εἰς τὸν κατώτερον τῶν 70 δραχμῶν μισθόν; Ἐὰν ἦναι κατώτερα τῶν 70 δραχμῶν, θέλει γείνει καὶ ἐπ’ αὐτῶν κράτησις;
§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐπὶ παντὸς ποσοῦ.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῶν εἰσπρακτόρων, ὧν ὁ μισθὸς εἶναι κατώτερος τῶν 70 δραχμῶν;
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐρωτῶ, τίνος ἔτους τὸ μέρισμα θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, τοῦ 1884, ἢ τοῦ 1885; διότι τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ὥριζε τὸ τοῦ 1884, ἡ δὲ τροπολογία σιωπᾷ.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τινὲς τῶν ἑταιριῶν διανέμουσι καθ’ ἑξαμηνίαν, ἄλλαι δὲ κατ’ ἔτος. Λοιπὸν τῆς τελευταίας διανομῆς.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλην παρατήρησιν. Ἐν τῷ ἀρχικῷ σχεδίῳ ἐγένετο παραπομπὴ ἀπ’ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, παρεμβληθεισῶν δὲ τῶν τροπολογιῶν, αἱ παραπομπαὶ δὲν μετεβλήθησαν· ἐκ τούτου δὲ ὑπάρχει πλημμέλεια, ἥτις νομίζω ἀναγκαῖον νὰ διορθωθῇ. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν λεπτομερειῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ, τὶ σημαίνει ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 φράσις· «Ὅταν αἱ ἐν ταῖς τελευταίαις κατηγορίαις εἰσφοραὶ δὲν φθάνωσι τὰς 100 δραχμὰς, ἡ καταβολὴ γίνεται κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς δύο μῆνας». Ὡς εἶνε τεθειμένη ἡ φράσις αὕτη ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ, πιστεύω ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὴν διπλῆν κατηγορίαν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ εἰς τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 3 προσετέθη παραπομπὴ καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα, τὸ τελευταῖον ἐδάφιον δὲν φαίνεται σαφῶς εἰς τίνα κατηγορίαν ἀναφέρεται, ἂν καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἀναφέρεται μόνον εἰς τοὺς φόρους οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Μεταβαίνων εἰς τὸ ἄρθρον 4, θέλω ἐρωτήσει τὸ κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· ἆράγε εἶνε ἀπολύτως ἀναγκαῖος ὁ ἐν αὐτῷ διατασσόμενος διορισμὸς ἐκτάκτων εἰσπρακτόρων; Δὲν ἀρκοῦσιν οἱ τακτικοί; Καὶ δὲν νομίζει, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παρεξηγηθῇ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ παρεμβληθεῖσα διάταξις, ἡ πλάττουσα νέας θέσεις;
§49ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶνε τῆς ὑπηρεσίας.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τελευταῖον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συναινέσῃ, ὥστε οἱ ταμίαι, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀμελείας περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων καθυστεροῦσι περὶ τὴν εἴσπραξιν, νὰ μὴ τιμωρῶνται ἐπὶ παραβάσει τῶν ἄρθρων 394 καὶ 395 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διότι τὰ ἄρθρα ταῦτα προβλέπουσι τὸ βαρὺ ἔγκλημα τῆς ὑπεξαιρέσεως, δὲν εἶνε δὲ δίκαιον ἐπὶ παραμελήσει ἁπλῶς τῶν καθηκόντων νὰ τιμωρηθῇ ὡς κακοῦργος ὑπεξαιρέτης ὁ δημόσιος ὑπάλληλος.
§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, πότε θὰ εἰσπραχθῇ ἡ εἰσφορά, ἡ ἐπιβαλλομένη καὶ εἰς τὰ διαμονητήρια;
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου. Ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος ἀπορία, ἥτις εἶναι βάσιμος, ἐὰν πρόκηταί τις νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου προετάθη τροπολογία, ἧς ἕνεκα ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν ἀνατύπωσιν δὲ συνέβη τὸ λάθος. Ἡ διάταξις, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσφορὰν τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Ὅταν τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς δὲν φθάνῃ τὰς δραχμὰς 100, ἡ καταβολὴ γίνεται κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς δύο μῆνας. Συνέβη δὲ τοῦτο, διότι ἐπροτάθη ἡ τροπολογία καὶ προσετέθησαν αἱ διατάξεις περὶ Ἑπτανήσου. Ἐντεῦθεν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ συντεθὲν ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Βουλῆς, ἡ διάταξις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ 2 ἄρθρου ἀναφέρεται εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἑπομένως περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς καταβολῆς εἰς δύο δόσεις ἐντὸς δύο μηνῶν μόνον εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Βεβαίως ἕκαστος ἐννοεῖ ὅτι τοῦτο ἦτο τυπογραφικὸν λάθος, προελθὸν ἐκ τῆς συναρμολογήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Βόλου ποιοῦμαι γνωστὸν ὅτι ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμησε νὰ εἰσαγάγωμεν, τοῦ χρόνου τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀπὸ τὸν χρόνον τὸν ἑπόμενον μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε γίνει πόλεμος, ἡ διάκρισις αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὴ ἐν τῷ νόμῳ περὶ εἰσφορᾶς· διότι ἡ κατάστασις τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπάγεται ἐπίσης δαπάνην, ὡς ἡ κατάστασις πολέμου. Εἰς τὴν παράγραφον 3 — ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ προταθῇ καὶ αὐτὸ ὡς ἀπορία, — ἐπιβάλλεται εἰσφορὰ 10% ἐπὶ πάσης συντάξεως, ὑπερβαινούσης τὰς δραχμὰς 400, καὶ 5% ἐπὶ πάσης συντάξεως κατωτέρας τῶν 400. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς συντάξεις ταύτας αἱ συντάξεις, αἱ χορηγούμεναι εἰς τὴν Ἑπτάνησον δυνάμει τῆς συμβάσεως καὶ τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος.
§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ δὲν δέχεσθε τὴν διάκρισιν, ἂς σταματήσῃ ἡ τροπολογία μέχρι τῶν λέξεων «νὰ κρατῆται τὸ ἥμισυ»· διότι δὲν ὑπάρχει ἰσότης, καθόσον οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουν τὰ ποσοστὰ, οἱ δὲ διοικητικοὶ ἔχουν ἄλλας ὠφελείας.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ.
§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶσιν οἱ δικασταὶ νὰ τὰ λαμβάνωσι παρὰ τῶν διαδίκων (θόρυβος).
§56Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαντῶντες, κύριε Πρωθυπουργὲ, προηγουμένως εἰς ἐρώτησίν τινα ἀπευθυνθεῖσαν ὑμῖν, εἴπατε ὅτι τὰ ποσοστὰ, τὰ δικαιώματα καὶ αἱ προμήθειαι ὑπόκεινται εἰς κράτησιν κατ’ ἰδίαν καὶ δὲν προστίθενται ἑπομένως εἰς τὴν μισθοδοσίαν, ὅπως μετ’ αὐτῆς ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἀναλογοῦσαν κράτησιν. Ἐάν τις λαμβάνῃ π. χ. 60 δραχμ. μισθὸν, δὲν ὑπάγεται εἰς κράτησιν μισθοῦ· ἐὰν λαμβάνῃ ἐπίσης 40 δραχμ. ποσοστὰ ἢ ἄλλα δικαιώματα, οὔτε αὐτὰ ὑπόκεινται εἰς κράτησιν. Ἀφοῦ κεχωρισμένως ἐκτιμῶνται, δὲν ὑποβάλλονται εἰς κράτησιν, ἐνῷ, ἐὰν προσετίθεντο εἰς τὸν μισθὸν, ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς κράτησιν. Τοῦτο δὲν θεωρῶ δίκαιον, διότι οὐδεμίαν βλέπω διαφορὰν μεταξὺ μισθοῦ καὶ τοιούτων ποσοστῶν καὶ δικαιωμάτων. Φοβοῦμαι δὲ μήπως τοῦτο γίνῃ ἀφορμὴ καταχρήσεως εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, αἵτινες γινώσκουσι ὅτι, ἐὰν διαιρέσωσι τὴν μισθοδοσίαν εἰς μισθοδοσίαν καὶ ποσοστὰ, ταῦτα δὲν προστίθενται καὶ ἀποφεύγουν τὴν κράτησιν, προβοῦν εἰς τοιαύτας διαιρέσεις. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κηρύττουσα ὁριστικὰς τὰς νῦν κεκανονισμένας μισθοδοσίας, αἱ Ἑταιρίαι καὶ αἱ Τράπεζαι δύνανται νὰ διαιρέσωσι τὰς μισθοδοσίας, ὥστε πολλοὶ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν νὰ μὴν ὑπάγωνται εἰς τὰς κρατήσεις αὐτάς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι οὐ μόνον οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως γίνῃ ἡ διαίρεσις αὕτη, ἀλλὰ καὶ ζημία ἴσως δύναται νὰ προκύψῃ.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν νόμον δὲν δύναται νὰ χορηγηθῆταί τι πλειότερον τοῦ μισθοῦ εἰς οὐδένα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, εἰμὴ ἐὰν ῥητὸς νόμος ἐπιτρέψῃ χορηγίαν τοιαύτην. Ἐπετράπησαν δὲ χορηγίαι τοιαῦται, ἐπιμίσθια δι’ ὑπηρεσίαν πρόσθετον, τὴν ὁποίαν διεξάγει ὁ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν τεταγμένος ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἡ χορηγία ἐπιμισθίων τοιούτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ εἰμὴ διὰ νόμου· λαμβάνει δὲ τότε ὁ ὑπάλληλος τὸν μισθὸν καὶ τὸ ἐπιμίσθιον· ἐπειδὴ δὲ τὸ ἐπιμίσθιον χορηγεῖται ἕνεκα τῆς ὑπὸ ἄλλου κλάδου ὑπηρεσίας, διότι, ἐὰν ἦτο ὁμοφυὴς ἡ ὑπηρεσία, ἤθελεν ἀποτελεῖ μέρος τῶν κυρίων αὑτοῦ καθηκόντων, γίνεται κεχωρισμένως ἡ πληρωμή. Ὑπάρχει ἄλλη χορηγία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποζημίωσις δαπανῶν. Ἀποζημιώσεις τοιαῦται χορηγοῦνται εἰς οἰκονομικούς τινας ὑπαλλήλους, ἀναλαμβάνοντας ἔργα ἐπιθεωρητοῦ, οἵτινες λαμβάνουσι τρεῖς δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ἡ χορηγία αὕτη δίδεται ἀναλόγως τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν διατελοῦσιν ἐν ὑπηρεσίᾳ οἱ ἐπιθεωροῦντες, τὰ δὲ ποσοστὰ ἀνευρίσκονται, προσδιορίζονται καὶ πληρόνονται κατ’ ἄλλον τρόπον. Οἱ ταμίαι π. χ. δὲν λαμβάνουσι κατὰ μῆνα τὰ ποσοστὰ αὑτῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν καταστάσεων τῶν ταμείων· ἡ πληρωμὴ δὲν γίνεται κεχωρισμένως. Κατὰ δὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου δὲν νομίζω, ὅτι δύναταί τις νὰ συγχωνεύσῃ τὰς πληρωμὰς ταύτας. Ἐάν τις λαμβάνῃ 40 δραχ. κατὰ μῆνα, δὲν ὑπόκειται εἰς κράτησιν· ὅταν δὲ ὑπολογισθῇ τὸ ποσὸν τῆς προμηθείας, ἐὰν τοῦτο δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 70 δραχμ. δὲν ὑπόκειται εἰς κράτησιν· ὑπόκειται δὲ, ἐὰν ὑπερβαίνῃ τὰς 70 δραχμάς. Δὲν ὑπάρχει δὲ φόβος, μήπως προέλθῃ ὑπεκφυγὴ τοῦ φόρου ἐν ταῖς Τραπέζαις καὶ ταῖς ἀνωνύμοις ἑταιρίαις, διότι ἐκεῖ τὰ ποσοστὰ διανέμονται κατὰ ἑξαμηνίαν, ἢ κατ’ ἔτος, κατὰ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Καταστατικοῦ, διότι τότε μόνον γίνονται γνωστὰ εἰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα εἰς τὰ ποσοστὰ ταῦτα ὑπαλλήλους. Οὕτως εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφύγῃ τις τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκ τῶν ἐργαζομένων ἐν ταῖς Τραπέζαις ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις Καταστήμασι.
§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τροπολογίᾳ ὑποβληθείσῃ ἐμερίμνησεν, ὅπως τεθῇ ὅριον χρονικὸν, ὡρισμένον διὰ τὴν καταβολὴν τῶν κρατήσεων ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὥρισε τὴν ἐποχὴν «ἐφ’ ὅσον ἤθελε διαρκέσει ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ στρατοῦ». Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸν ἐκτελέσοντα τὸν νόμον νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων καταβολὰς, ὅταν μεταβληθῇ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐπιστράτευσις κατὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον εἶναι κατάστασις μεσολαβοῦσα μεταξὺ εἰρήνης καὶ πολέμου. Ἐὰν ἡ κατάστασις αὕτη τραπῇ πρὸς τὸ εἰρηνικώτερον, τότε θὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἐὰν ὅμως μεταβληθῇ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, τότε θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ καταβολή; Νομίζω, ὅτι ἢ πρέπει νὰ δηλώσῃ ῥητῶς τοῦτο ἢ πρέπει νὰ τεθῇ «μέχρις ἀπολύσεως τῶν ἐφέδρων».
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἔχει βάσιν. Τὸ νομοσχέδιόν μου πράγματι λέγει· «ἐφ’ ὅσον διαρκέσῃ ἡ ἐπιστράτευσις». Τὸ ὅριον τῆς διαρκείας τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι εἴτε ἡ παῦσις τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἴτε ἡ μεταβολὴ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ ἐπιστράτευσιν εἰς κατάστασιν πολέμου. Ἐὰν ἤθελε συμβῆ ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ὑποθέτει, νομίζω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖται ζημία, ἐὰν μείνῃ τὸ κείμενον ὡς ἔχει, διατασσομένης τῆς κρατήσεως, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, διότι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους εἰσὶ μέγισται, ἕνεκα δὲ τοῦ μεγέθους τῶν ἀναγκῶν ἴσως οὔτε τὰ ὑπόλοιπα τοῦ μισθοῦ τὰ μετὰ τὴν κράτησιν μένοντα θέλουσιν εἶσθαι πρόχειρα, διὰ νὰ πληρόνωνται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ φαίνηται, ὅτι οὐχὶ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, ἀλλὰ καὶ ὅταν παύσῃ ἡ κατάστασις τῆς ἐπιστρατεύσεως μέχρις ἀπολύσεως τῶν ἐφέδρων, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν δύο τροπολογιῶν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου. Πρῶτον ὁ κ. Φιλάρετος διὰ τῆς μιᾶς ζητεῖ «εἰς τὴν 1 παράγραφον μετὰ τὰς λέξεις «τὸ Δημόσιον ταμεῖον» νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς «μὴ ἐξαιρουμένων τῶν Βουλευτικῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῆς Βασιλικῆς χορηγίας.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται τινές). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δεύτερον διὰ τῆς ἄλλης τροπολογίας προτείνει ἵνα εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου περὶ μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν προστεθῇ· «Οἱ δὲ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν, ὡς καὶ τῶν Διδασκάλων καὶ Καθηγητῶν, ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ἀνωτέρω εἰσφορῶν ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, εἰς τὸ ὅλον δὲ ἐν περιπτώσει πολέμου καὶ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ οὗτος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται τινές). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ παρατηρῶ ὅτι ἐπειδὴ, ἐὰν μεταβληθῇ τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἣν ἐδώκατε γνώμην, δηλαδὴ μέχρις ἀπολύσεως τῶν ἐφέδρων, ἐνδέχεται νὰ παρασταθῶσι περιπλοκαὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε γίνει συγχρόνως ἡ ἀπόλυσις τῶν ἐφέδρων, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ εἴμεθα ἀσφαλέστεροι, ἐὰν ἑρμηνεύοντες τὸ κείμενον τῆς διατάξεως «ἐφ’ ὅσον διαρκέσῃ ἡ ἐπιστράτευσις» ἀποδώσωμεν τὴν εὐρυτάτην ἔννοιαν, ὅτι «θεωροῦμεν διαρκοῦσαν τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ ὅταν μεταβῶμεν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν».
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν θὰ μεταβληθῇ τὸ νομοσχέδιον· θὰ γίνῃ ἐξήγησις εἰς τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον).
§64ΤΟΜΠΡΟΣ. Ἐγὼ ἐκηρύχθην ἀπ’ ἀρχῆς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὅταν προσεκλήθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξέφρασα σαφῶς τὴν κατ’ αὐτοῦ γνώμην μου. Ἡ Βουλὴ ὅμως φαίνεται παραδεχθεῖσα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ὅταν ἀρχικῶς εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐσκόπει νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν περὶ οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων διάταξιν αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὑπολογίζει τὴν ἀναλογοῦσαν αὐτῇ μερίδα ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ της εἰς 500,000 δραχμῶν Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς κατὰ τὴν γνώμην μου.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν ἔχει πλέον ἐπιῤῥοήν τινα τώρα, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ὡς συνετάχθη, καὶ ἑπομένως γίνῃ δεκτὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἐφ’ ἅπαξ κατ’ ἐξαίρεσιν φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων ἐν Ἑπτανήσῳ. Δὲν ἔχει σημασίαν, ἐὰν τὸ ἀναλογοῦν ποσὸν εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἶναι 500,000, ἢ 300,000 ἢ 100,000, διότι ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπραχθῆ, ἀρκεῖ διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν εἰσφοράν.
§66ΤΟΜΠΡΟΣ. Πλὴν ἡ εἰσφορὰ αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀνωτέρα ἐκείνης, ἣν σχετικῶς θὰ συνεισφέρωσιν αἱ ἄλλαι Ἐπαρχίαι. Ἐκ τῆς ἐπισήμου ταύτης καταστάσεως προκύπτει, ὅτι ἐβεβαιώθησαν ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι τῷ ἀποβλεπομένῳ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου 2,732,000, εἰσεπράχθησαν 1,559,000 καὶ καθυστεροῦσιν 1,173,000. Ὥστε τὸ βεβαιωθὲν τοῦτο ποσὸν ὀφείλει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς γνώμων, καὶ νὰ διαιρεθῇ καθ’ ὅλην τὴν Ἑπτάνησον ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς, ἀφοῦ πρόκειται ἐφ’ ἅπαξ νὰ ἐπιβληθῇ εἰσφορὰ, καὶ οὐχὶ κατὰ τοὺς κανόνας καὶ ἀναλογίας τῆς λειτουργούσης φορολογίας ἐν ταῖς λοιπαῖς Ἐπαρχίαις· ἄλλως, τὸ μέτρον ἤθελεν εἶσθαι ἄνισον καὶ ἄδικον.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1884, τοῦ ὁποίου ἡ βεβαίωσις εἶναι ἐν τῷ περατοῦσθαι, διότι ἐλλείπουσιν εἰσέτι τὰ ἀποτελέσματα ἔν τισι Δήμοις, ἀνῆλθεν εἰς δύο περίπου ἑκατομμύρια. Ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ βεβαιωθὲν κατὰ τὸ 1884, δὲν εἰσεπράχθη ὅλον, διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ 1884, καὶ εἰσπραχθῇ ποσὸν ὑποδεέστερον κατὰ 100 ἢ 200 χιλιάδας, δὲν ἕπεται, ὅτι αἱ 200,000 ἢ αἱ 100,000 ἀπωλέσθησαν διὰ παντός· διότι τὰ ποσὰ, τὰ καθυστεροῦντα, ἐξακολουθεῖ ἡ ὑπηρεσία νὰ εἰσπράττῃ ἐντὸς τῆς ἑπομένης χρήσεως.
§68ΤΟΜΠΡΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ αὐτὸς ὁ φόρος πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας, ἡ δὲ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις αὐτοῦ βραδύνει καὶ παρατείνεται ἀπὸ τὸ 1884 μέχρι σήμερον, δὲν δύναται νὰ ἀποφέρῃ ἀμέσως τὸ προσδοκώμενον καὶ ἐπεῖγον ποσὸν, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας. Δὲν θέλει χρησιμεύσει λοιπὸν εἰς τίποτε ἄλλο, ἀφοῦ μάλιστα ἀποτείνεται εἰς πηγὰς ἤδη ἀποξηρανθείσας, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ κολοσσαῖον ποσὸν τῶν καθυστερούντων (θόρυβος).
§69ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετηρήσατε ἓν ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ διὰ τῶν ἀτελειῶν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προληφθῇ. Δύναται δηλαδὴ νὰ συμβῇ, ὥστε ὁ λαμβάνων σήμερον ἀνώτερον μισθὸν, κατόπιν τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ λαμβάνῃ κατώτερον ἄλλου λαμβάνοντος κατώτερον μισθόν. Ὁ λαμβάνων μισθὸν 400 δραχμὰς θὰ λαμβάνῃ 320, ὁ δὲ λαμβάνων 390 θὰ λαμβάνῃ 331. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως θὰ εἶναι κἄπως ἄτοπον. Δὲν λέγω, ὅτι σώζω τὸ ὅλον· ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ προληφθῇ, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ὁ κατὰ τὴν ἀνωτέρω διάταξιν μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς εἰσφορᾶς μισθός........ δὲν δύναται νὰ μειωθῇ κατώτερον τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς ἀμέσως κατωτέρας κλάσεως, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, νὰ λαμβάνῃ ὁ λαμβάνων μεγαλείτερον μισθὸν ποσὸν ὀλιγώτερον, παρὰ ὁ λαμβάνων μικρότερον.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπέλθουν ἄλλα ἄτοπα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§73ΦΛΩΡΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ διάταξις περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν ὀνομαστὶ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας Γυθείου καὶ Οἰτύλου, διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἀνισότης. Εἶνε τόσον μικρὸν τὸ πρᾶγμα καὶ τόσον φιλότιμοι οἱ συνάδελφοι τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὥστε δὲν θὰ καταδεχθῶσι νὰ φέρωσιν ἀντίῤῥησιν.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σπεύδω νὰ σᾶς δώσω διασάφησιν, ἥτις θέλει σᾶς πείσει, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ τι νομοθετικῶς, διότι κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους δὲν ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, οὔτε τῶν ἐπιτηδευμάτων αἱ Ἐπαρχίαι Γυθείου καὶ Οἰτύλου· ἑπομένως οὐδεμία ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ τι διὰ τοῦ νόμου.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνταῦθα ἀντὶ τῶν λέξεων «τῆς τελευταίας κατηγορίας» νὰ τεθῇ. «Ὅταν αἱ ἐν ταῖς παραγράφοις δʹ καὶ εʹ εἰσφοραὶ δὲν φθάνωσι τὰς 100 δραχμὰς, ἡ καταβολὴ γίνεται κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς δύο μῆνας».
§77Ι. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐψήφισα κατὰ τοῦ φόρου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν Ἑπτανήσῳ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ σύνολον.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω· θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ἐὰν θέλῃ, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ συνόλου ἐπὶ τὴν αὔριον. Ἐπὶ τοῦ συνόλου δὲν γίνεται, ὡς γνωρίζετε, συζήτησις παρὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συναρμολόγησιν, εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ γένηται παρατήρησις μήπως παρεισέφρησαν λάθη, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουν τὴν ἔννοιαν, ἐξ ὧν θέλει προκύψει σύγχυσις. Σᾶς ἀναφέρω δὲ ἀμέσως, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 παρελείφθη νὰ σημειωθῇ τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 1, διότι διὰ τούτου παραπέμπεται εἰς τὴν ά § τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου, ἔνθα ἐμπεριλαμβάνονται δύο τάξεις, οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι· τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ζητεῖτε ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου πρὸς συναρμολόγησιν τῶν ψηφισθεισῶν διατάξεων, δὲν δύναται κανεὶς νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, διότι ἐξασκεῖτε ἓν δικαίωμα. Ἑπομένως δεχόμεθα τὴν ἀναβολήν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8. Μ. Μ.)