1885.11.04
2,588 rows · 20,376 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
Τῆς 4 Νοεμβρίου 1885.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶνε ἐν ἀπαρτίᾳ. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ ἀκροατήρια· (ἀνοίγονται καὶ πληροῦνται ἀκροατῶν). Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1885 ἐκ δραχμῶν 40,000 πρὸς συνδρομὴν τῶν ἐκ πυρκαϊᾶς κατὰ τὸ ἔτος 1881 παθόντων κατοίκων Καρδίτσης. (Ὅρα Παράρτημα). (Ὁρκίζεται ὁ ἐκ Βονίτσης βουλευτὴς κ. Γρίβας). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ἔμποροι ἐξ Ἄρτης ἀπηύθυνον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα· «Ἐπειδὴ τὸ μόνον κυκλοφοροῦν ἐνταῦθα νόμισμα εἶνε γραμμάτια Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ ἐπειδὴ τόπος μας συναλλάσσεται ἀποκλειστικῶς μὲ παλαιὰς Ἐπαρχίας καὶ Ἰονίους νήσους, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πληρώσωμεν εἰς γραμμάτια Ἐθνικῆς ἢ Ἰονικῆς, ὧν στερούμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν· τούτου ἕνεκα εὑρισκόμεθα εἰς ἀμηχανίαν, καθόσον οὐδὲ ὑποκατάστημα Ἠπειροθεσσαλίας ἐκδίδει συνάλλαγμα ἐξωτερικόν, οὐδὲ Τελωνεῖον Μενιδίου ὅπου τελωνίζομεν ἐμπορεύματά μας δέχεται πρὸς πληρωμὴν γραμμάτια Ἠπειροθεσσαλίας. Παρακαλοῦμεν διατάξατε θεραπείαν κακοῦ, διότι εὑρισκόμεθα δυσάρεστον ἀνάγκην κλείσωμεν καταστήματα καὶ παύσωμεν ἐμπορευόμενοι, καθόσον ἕνεκεν ἀνωτέρω λόγων καὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, γραμμάτια Ἠπειροθεσσαλίας ὑπετιμήθησαν ἐνταῦθα· ἀλλαχοῦ κατὰ 20 τοῖς ἑκατὸν. Φόβος δὲ ὑπάρχει διαταράξεως, ῥήξεων σοβαρῶν μεταξὺ πολιτῶν καὶ στρατοῦ, μὴ στέργοντες ὑποτίμησιν γραμματίων. Ταῦτα ἀναφέρομεν ἁρμοδίαις Ἀρχαῖς, αἵτινες ὑπεσχέθησαν παρὰ Κυβερνήσεως προλαβεῖν σύγκρουσιν πολιτῶν, στρατοῦ καὶ ἐμπορευομένων». Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ὅμοιον τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ περιγράφουσι τὴν στενοχωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ ἔμποροι Ἄρτης ἕνεκα τοῦ τελευταίου νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ σύντονα μέτρα, ὅπως θεραπευθῶσιν αἱ δυσχέρειαι αὗται, διότι κινδυνεύει νὰ παύσῃ πᾶσα συναλλαγή. Οἱ ἔμποροι μήτε τὰ ἐξωτερικά των χρέη δύνανται νὰ πληρώσωσι διὰ τῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, μήτε τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, διότι τὸ Τελωνεῖον Ἄρτης εὑρίσκεται ἐν Μενιδίῳ, ὅπερ κεῖται ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Βάλτου, ἐν ᾗ ἀπαγορεύεται ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἑκάστη τῶν τριῶν Τραπεζῶν, τῶν ἐχουσῶν δικαίωμα πρὸς ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ τὰ ἑαυτῆς γραμμάτια μόνον ἐν ταῖς περιφερείαις, ἐν αἷς ἔλαβε τὸ δικαίωμα τοῦτο, πολλὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ὑπάρχουσιν ἕνεκα πληρωμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, γεννῶνται δὲ δυσχέρειαι ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ, ἐνῷ αἱ δυσκολίαι ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει, ἐν τῷ ὁποίῳ κυκλοφοροῦσι γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι τόσῳ μεγάλαι, διότι αἱ ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ πληρωμαί εἰσιν ὀλιγώτεραι. Διὰ τοῦτο ἐσκέφθην πρὸ ἡμερῶν καὶ ἀπετάθην πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ παρεκάλεσα αὐτόν, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τῶν Διευθυντῶν τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐξευρεθῇ μέσον, ὅπως ἐξομαλυνθῶσιν αἱ δυσχέρειαι αὗται καὶ ἀρθῇ τὸ πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀδυνατεῖ νὰ ἄρῃ. Τὸ παράπονον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκθέτουσιν ἐξ Ἄρτης διάφοροι ἔμποροι, διεβίβασαν διὰ τηλεγραφήματος καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπληροφόρησαν αὐτό, ὅτι τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ὑπέστησαν μείωσιν, ἐζήτησαν δὲ παρὰ τῶν Ὑποκαταστημάτων τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας νὰ δέχωνται τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ νὰ ἐκδίδωσι συναλλάγματα εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐπειδὴ δὲ τὰ Ὑποκαταστήματα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἠρνήθησαν νὰ ἐκδίδωσι συναλλάγματα, ὑπέβαλον τὸ εἰρημένον παράπονον. Ἀλλὰ τὸ παράπονον τοῦτο μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶναι ἄδικον, διότι ἐνδέχεται τὰ Ὑποκαταστήματα νὰ μὴ ἔχωσι προβλέψει, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκδίσωσι συνάλλαγμα πληρωτέον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιφέρωμέν τινα εὐκολίαν εἰς τοὺς κατόχους τῶν γραμματίων Ἠπειροθεσσαλίας, ἐδώκαμεν ἐντολὴν εἰς τὰ ταμεῖα νὰ δέχωνται τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ νὰ ἐκδίδωσι χρηματικὰ γραμμάτια ἐπὶ ταμείων ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους· ἄλλη δὲν μοὶ φαίνεται δυνατὴ θεραπεία, διότι δὲν εἶναι παντάπασιν εὔλογον νὰ ἀπαιτήσῃ τις ἀπὸ οἱανδήποτε Τράπεζαν νὰ ἐκδώσῃ συνάλλαγμα εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀνατολῆς.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῶν Τραπεζῶν νὰ δεχθῶσι γραμμάτια καὶ ἐκδώσωσι συναλλάγματα· τοῦτο ὀφείλουσι νὰ πράξωσιν ἐξ ἰδίων των αἱ Τράπεζαι, ὅπως ἐμποδίσωσι τὴν ὑπερβολικὴν ὑποτίμησιν τῶν γραμματίων των. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἔλλειψις, περὶ ἧς ἔκαμα λόγον· εἶναι ἡ ἐν Βάλτῳ θέσις τοῦ Τελωνείου Ἄρτης, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ ἔμποροι δὲν δύνανται νὰ πληρώνωσι τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα εἰς γραμμάτια τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προσδιορισμὸς τῶν πόλεων, ἐν αἷς πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τελωνιακὰ καταστήματα καὶ τελωνιακαὶ Ἀρχαί, κανονίζεται ὑπὸ λόγων ὅλως διόλου διαφορετικῶν, οὐχὶ δὲ ὑπὸ τοῦ προταθέντος λόγου. Τὸ ἕτερον μέσον, τὸ ὁποῖον προὐτάθη, τὸ νὰ διαταχθῇ τὸ Τελωνεῖον Μενιδίου νὰ δέχηται Τραπεζικὰ γραμμάτια Ἠπειροθεσσαλίας, τοῦτο δέον νὰ ἐξετασθῇ· διότι, ἂν δὲν συναινῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ ἐξετάσῃ ποῖον ἀπὸ ὅλα τὰ μέτρα εἶναι τὸ καταλληλότερον.
§8ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ Μενίδιον εἶναι ἐπίνειον τῆς Ἄρτης, εἶναι δίκαιον νὰ δύνανται οἱ ἔμποροι, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι ὅπως πληρώνωσι τὸν δασμὸν τῶν ἐμπορευμάτων εἰς Τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ πληρώνωσιν ἀντὶ τούτων εἰς γραμμάτια τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον νὰ μετατεθῇ τὸ Τελωνεῖον ἐκ Μενιδίου εἰς Κόπραιναν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸν λόγον τοῦτον καὶ νὰ θελήσῃ νὰ προσπορισθῇ ἴδιον ὄφελος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, ὠφελούμενος ἀπὸ τὴν ἔκτακτον σημερινὴν περίστασιν τῆς ἀνωμαλίας τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁ κύριος βουλευτὴς Ἄρτης ζητεῖ τὴν μετάθεσιν χάριν ἰδιοτελείας καὶ οὐχὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας· διότι κατασκευάσας καταστήματα ἐν Κοπραίνῃ, ἔνθα κατεσκεύασε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐνοικίασεν αὐτὰ, καὶ διὰ τοῦτο θέλει ἤδη νὰ μετατεθῇ τὸ Τελωνεῖον εἰς Κόπραιναν, ἥτις εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος πρὸς τοῦτο. Δύναμαι δὲ νὰ παρακαλέσω πάντας τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς, οἵτινες γνωρίζουσι τὸ Μενίδιον καὶ τὴν Κόπραιναν, ὅπως ἀποφανθῶσι ποία εἶναι ἡ καταλληλοτέρα θέσις, ἔνθα διαρκῶς νὰ μένῃ τὸ Τελωνεῖον. Καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἔργον μεγίστης προνοίας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξαπέστελλεν ἐκεῖ Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰς δύω αὐτὰς θέσεις καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ τῆς καταλληλοτέρας, ἥτις νὰ ὁρισθῇ ὡς διαμονὴ τοῦ Τελωνείου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ σπουδαίως τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τότε ν’ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς περὶ αὐτοῦ. Τὸ Μενίδιον ἤδη εἶναι ἐπίνειον τῆς Ἄρτης καὶ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ, ὅπως οἱ ἔμποροι πληρώσωσιν εἰς Γραμμάτια τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης καὶ ὄχι νὰ μετατεθῇ τὸ Τελωνεῖον ὡς ἰδιοτελῶς συνιστᾷ τοῦτο ὁ κ. Καραπάνος.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Τζουμέρκων εὗρε κατάλληλον τὴν περίστασιν διὰ νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν· ἀπαξιῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς ὅσα εἶπεν, ἐκ γνωστῶν λόγων κινούμενος ὁ κύριος οὗτος. Ἐγὼ δὲν ἐσύστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταθέσῃ τὸ Τελωνεῖον· εἶπον μόνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεραπεύσῃ τὰς δυσχερείας ταύτας. Ἂν ἡ Κόπραινα ἐθεωρήθη τὸ καλλίτερον ἐπίνειον τῆς Ἄρτης, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι αὕτη ἀπέχει μόνον 1 ὥραν καὶ ¼, ἐνῷ τὸ Μενίδιον ἀπέχει πλέον τῶν 2 ὡρῶν, ἡ δὲ ὁδὸς, ἡ ἄγουσα εἰς Κόπραιναν, εἶναι ὁμαλωτάτη, ἐνῷ ἡ τοῦ Μενιδίου εἶναι ἀνώμαλος καὶ δύσκολος. Οἱ λόγοι οὗτοι παρεκίνησαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτιμήσῃ τὴν Κόπραιναν διὰ λιμένα τῆς Ἄρτης καὶ νὰ κατασκευάσῃ ἐκεῖ Τελωνιακὰ καταστήματα. Κατεσκεύασα καὶ ἐγὼ καταστήματα οὐχὶ διὰ νὰ ὠφεληθῶ, διότι ζημίαν οὐκ ὀλίγην ἔχω ἐκ τῶν καταστημάτων τούτων, ἀλλὰ διὰ νὰ εὐκολύνω τὸν σχηματισμὸν τοῦ λιμένος ἐκεῖ ὅπου καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πᾶς ἀμερόληπτος θεωροῦσι τοῦτο καταλληλότερον διὰ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἄρτης. Παρακαλῶ δὲ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῇ οὔτε ἐκ τῶν λόγων ἐμοῦ, οὔτε ἐκ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τοῦ βουλευτοῦ Βάλτου, οἵτινες ἐνδιαφέρονται νὰ κρατῶσιν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ αὑτῶν τὸ Τελωνεῖον Ἄρτης.
§10ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Αὐτὸς ὁ κύριος, ὁ ὁποῖος καυχᾶται διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν του, γνωρίζει πολὺ καλὰ, καθὼς καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν τί συνέβη μεταξὺ Μενιδίου καὶ Κοπραίνης, καὶ διὰ τίνων μέσων κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ κτίσῃ καταστήματα ἐν Κοπραίνῃ ὅπου καὶ αὐτὸς ἔκτισε τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐνοικίασεν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν μηχανικῶν, οἵτινες ἀπεστάλησαν νὰ παραλάβωσι τὰ ἔργα ταῦτα, ἀλλὰ δὲν τὰς ὑπέβαλε· τὸν παρεκάλεσα νὰ ὑποβάλῃ ἐπίσης καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νῦν Διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων κ. Βλάση διὰ τὰς ὁδοὺς ἀπὸ Ἄρτης μέχρι Μενιδίου καὶ ἀπὸ Ἄρτης μέχρι Κοπραίνης, εἰς τὰς ὁποίας πολὺ ἐνέχεται ὁ κ. Καραπάνος, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐκθέσεις αὗται δὲν ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε. Ἤδη τὸν παρακαλῶ καὶ αὖθις νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς, διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν ἐκείνων ἀπὸ Ἄρτης εἰς Μενίδιον καὶ ἀπὸ Ἄρτης εἰς Κόπραιναν (θόρυβος).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δήμαρχος Πατρῶν καὶ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ οἰκοπέδων αὐτοῦ. Οἱ βουλευταὶ Βώλου καὶ Σκοπέλου παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν νόμου ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῆς ὁριστικῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ὁρίζουσα ἴδιον Νομὸν Θεσσαλομαγνησίας διὰ τὰς Ἐπαρχίας Βώλου, Ἁλμυροῦ καὶ Σκοπέλου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὑπαχθῇ δικαστικῶς ἡ Ἐπαρχία Σκοπέλου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βώλου, τοῦθ’ ὅπερ ἐπιβάλλει ἀναποφεύκτως ἡ μεγάλη ἀπόστασις τῆς Ἐπαρχίας Σκοπέλου ἐκ τῆς Χαλκίδος, ἐνῷ ὁ Βῶλος κεῖται ἐγγύτατα. Ὁ κ. Δημητρακάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Παππαδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§12ΠΑΠΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνων λόγων ἕνεκεν τὸν παρὰ τοῦ Δημάρχου Λαρίσσης πρὸ χρόνου πολλοῦ ὡς ἀστυνόμον προταθέντα ἀναβάλλει μέχρι τοῦδε νὰ διορίσῃ κατὰ τὸν Νόμον ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δημοσίας τάξεως, ὡς ἐκ τῆς συγκεντρώσεως μάλιστα πολλοῦ κόσμου ἤδη ἐν Λαρίσσῃ».
§13ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ὑπόψιν ἡ αἴτησις αὕτη.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ στείλω ἀπόσπασμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα ἀπαντήσῃ.— Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Ἐκ τῆς μελέτης, κύριοι Βουλευταὶ, ἑνὸς ἄρθρου ἢ διατριβῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα εἰς τὸ σημερινὸν φύλλον τῆς ἐφημερίδος «ὁ Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν», ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς οὔτε εἰς πρώτην συζήτησιν δὲν ἀνεγνώσθησαν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσὶ πρῶτον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν, τὸ δὲ ἄλλο εἰς τοὺς κατ’ αὐτῆς ὑπαλλήλους. Ἐνόμισα, ὅτι μέλημα πάσης Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι τοῦ νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ τῶν κειμηλίων τούτων τοῦ ἔθνους, καὶ φρονῶ ὅτι θέλει φανῆ προθυμοτάτη ἡ Κυβέρνησις καὶ θέλει εἰσαγάγει τὰ εἰρημένα νομοσχέδια. Φρονῶ, ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ λάβωμεν πρόνοιαν νὰ σωθῶσι τὰ ἄψυχα ἐκεῖνα, ἀλλὰ δόσαντα, δίδοντα, δόσαντα ψυχὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις πολὺ πλειότερον εἰς τὴν προκοπήν των καὶ τὴν ὑπόληψίν των ὀφείλει εἰς ἐκεῖνα ἢ πρὸς ἡμᾶς. Ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ ὅπου ὑπάρχουσι κειμήλια τοιαῦτα, ὅπου ἀρχαιότητες, βλέπομεν ὅτι καταστρέφονται. Δυστυχῶς ἔχω πληροφορίαν, ὅτι καὶ ἐν Ἰθώμῃ καταστρέφονται καὶ τὸ Γυμνάσιον καὶ τὸ Λύκειον καὶ τὸ Θέατρον καὶ πάντα τὰ ἄλλα, ἅτινα εἰσὶ πολλοῦ λόγου ἄξια. Θὰ παρακαλέσω δὲ μετὰ ταῦτα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς προτάσεις, αἵτινες ἐγένοντο περὶ σιδηροδρόμων, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ εἰς ὁποῖον σημεῖον εὑρίσκονται. Παρακαλῶ δὲ ὥστε ὁ σιδηρόδρομος Καλαμῶν νὰ ἦνε πλατύς. Δὲν εἶνε τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἐκθέτων τοὺς λόγους, οἵτινες εἰσὶν ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου μὲ πλάτος μεγαλείτερον. Δύο λέξες ἀκόμη καὶ τελειώνω τὸν λόγον μου. Ὑπάρχει νόμος, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμότης παρεγνωρίσθη. Δυνάμει τοῦ νόμου τούτου δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν τῆς χωροφυλακῆς οἱ τελειόφυτοι τοῦ Πανεπιστημίου μὲ τοὺς βαθμοὺς πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως ἐνωμοτάρχου. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὠφέλησε καὶ ἔφερεν ἀξιόλογα ἀποτελέσματα. Ἤδη φρονῶ, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις δυνάμεθα τοὺς διδάκτορας δικηγόρους καὶ τελειοφοίτους τοῦ Πανεπιστημίου νὰ τοὺς κατατάσσωμεν εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ μὲ τὸν ἀνάλογον βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου, λοχίου ἢ δεκανέως.
§16ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ σιδηροδρόμου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ εἰς ποῖον σταθμὸν εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπεβλήθησαν προτάσεις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου μέχρι Λαρίσσης καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Μύλους εἰς Τρίπολιν καὶ Καλάμας. Αἱ προτάσεις αὗται ἐξητάσθησαν ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Δημοσίων ἔργων ὑπὸ τεχνικὴν ἔποψιν, θέλουσι δὲ παραπεμφθῆ εἰς τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους νὰ ἐξετάσωσιν αὐτὰς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν. Δυστυχῶς τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῶν προτάσεων δὲν ἐπερατώσαμεν, θέλει ὅμως καὶ τοῦτο γίνει.
§18Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι βουλευταὶ, τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν γενναίαν ἐπίκλησιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ, εἰσάγων κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὰ συναφῆ αὐτῷ νέα φορολογικὰ νομοσχέδια. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ὅσῳ πέπεισμαι ὅτι, ἐκπληρῶν αὐτὴν, ἀνταποκρίνομαι εἰς τῆς φιλοπάτριδος Ἐπαρχίας μου καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὸ φρόνημα. «Πεποίθησιν ἔχω, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διδαχθεὶς παρὰ τῶν πατέρων αὑτοῦ, ὅτι ὀφείλει νὰ ἦναι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος θυσίαν, δὲν θὰ δυσφορήσῃ καὶ σήμερον διὰ τὰ εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλόμενα βάρη, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, προσέθηκεν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκπληροῦντες τὴν ἐπιθυμίαν του, θὰ σπεύσωσιν εἰς ἐπιψήφισιν αὐτῶν.» Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταὶ, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἐπισήμου δηλώσεως, ἣν ἐν ὀνόματι τῶν συμπολιτῶν μου προτίθεμαι νὰ ποιήσω, οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἡ φωνή μου ἔχουσι δυστυχῶς τὸ κῦρος ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς αὑτῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ περιωπῆς καὶ δύνανται καὶ δικαιοῦνται νὰ λαλῶσιν ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς μικρᾶς Ἐθνικῆς γωνίας, ἧς ἡ τιμὴ καὶ ἡ ψῆφος μ’ ἐξαπέστειλεν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Συνεδρίῳ ἀντιπρόσωπον τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πόθων της, ἐν ὀνόματι τῆς Καλαμπάκας, τῆς ὁποίας ὁ βραχίων ἐκτεινόμενος σφίγγει καθ’ ἑκάστην περιπαθῶς τοῦ Μετσόβου τὴν ἀδελφικὴν χεῖρα, ἔρχομαι νὰ δηλώσω σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους πρὸς τὸν Κυβερνήτην αὐτοῦ, ὅτι οὐδεμιᾶς οἱασδήποτε θὰ φεισθῇ θυσίας, οὐδὲ αὐτῆς τῆς θυσίας τοῦ αἵματος, ἐὰν πρόκηται νὰ προσενεχθῇ ἱερὰ ἑκατόμβη ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων χθὲς ἀκόμη συνεμερίζετο πικρὸν τῆς δουλοσύνης τὸν ἄρτον. (Εὖγε, εὖγε). Καὶ τοιαύτην δήλωσιν ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω σήμερον παρ’ ἑκάστου τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§19Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τοιαύτη δήλωσις;
§20ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀνάγκην. Τοιαύτην, λέγω, δήλωσιν ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω σήμερον παρ’ ὅλων τῶν διακοπτόντων καὶ θορυβούντων, οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ πιστωθῇ δι’ αὐτῆς ἡ φιλοπατρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ), τὴν ὁποίαν διαπιστοῦσιν αἱ περγαμηναὶ τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας του, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδηλωθῇ, ὅτι καὶ μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ὑφίσταται ἡ ὁμοθυμία καὶ ἡ ὁμοφροσύνη, τῆς ὁποίας ἀπόλυτον ἔχει ἀνάγκην οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ Πατρὶς (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§21ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Αὐτὸ ἐδηλώθη.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχίαν.
§23ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μὴ ἀπαντᾶτε, κ. Σιβιτανίδη· προχωρήσατε.
§24ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ὅστις θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἂς ζητήσῃ τὸν λόγον.
§25ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ναὶ ἡ Πατρὶς, διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς μεγάλας δυσχερεῖς περιστάσεις, αἵτινες προέκυψαν εἰς τὸ μέσον ἀπὸ τοῦ ἐν Φιλιππουπόλει τολμήματος. Ἐὰν ἡ δήλωσις αὕτη, εἴτε διὰ τοῦ λόγου, εἴτε διὰ τῆς ψήφου γινομένη, δὲν ἦτο ἴσως ἀναγκαία ἄχρι τῆς χθὲς, σήμερον, εἴπερ ποτὲ, τὴν κατέστησεν ἐπείγουσαν καὶ ἐπιβαλλομένην ἡ ἀτυχὴς πρόκλησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ, οὗτινος ἡ ἐπιφανὴς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει θέσις οὐδένα ἐπιτρέπει δισταγμὸν περὶ τῆς σημασίας, ἥτις πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν πρόκλησιν ταύτην. Δὲν ἔχω, κύριοι, τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲ νὰ λογίζωμαι μεταξὺ τῶν πολιτικῶν φίλων τοῦ ἐπιφανοῦς αὐτῆς ἡγέτου· ἀλλ’ οὐδεὶς μεταξὺ αὐτῶν τὸν ἐχειροκρότησε μετὰ μείζονος ἐνθουσιασμοῦ, οὐδεὶς ἀπὸ θερμοτέρας τὸν συνεχάρη καρδίας, ὅσον ἐγὼ, ὅταν ἐπανακάμπτων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του ἀγορεύων πρὸς τὸν λαὸν τῆς πρωτευούσης, ἀπὸ δὲ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀπευθυνόμενος ἀντιπροσωπείαν, ἔῤῥηξε τὴν πατριωτικὴν ἐκείνην κραυγὴν, πρὸ τῆς ὁποίας ὠπισθοδρόμησεν ἡ ἀτάσθαλος τοῦ μυσαροτέρου φατριασμοῦ ἐνέργεια (εὖγε, εὖγε). «Δὲν ὑπάρχουσι κομματικαὶ διαιρέσεις, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅταν τῆς Πατρίδος τὰ συμφέροντα καὶ οἱ κίνδυνοι ἐπιτάσσωσι τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν συνεργασίαν»· καὶ ἡ κραυγὴ αὕτη, ἀξία ἀληθῶς τῆς μεγάλης ἐποχῆς τῶν προπατορικῶν ἀρετῶν, ἐφίμωσε τὸ στόμα καὶ κατέπνιξε τοὺς δυσήχους τοῦ φατριασμοῦ κρωγμούς. (Εὖγε). Ἀλλ’ αἴφνης καὶ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ὁ σημαιοφόρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡμιτετυλιγμένην ἔτι ἁρπάζων ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τὴν σημαίαν της, ἀνεπέτασεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐχὶ πλέον συμμαχοῦσαν καὶ σύντροφον, ἀλλὰ πολέμιον καὶ ἀντιμέτωπον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ ἀχαλίνωτος εὐγλωττία, ἡ διακρίνουσα τὸν ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴν, ὑπερπηδῶσα ἐν τῇ ἀκρατήτῳ αὐτῆς ὁρμῇ τὰ ὅρια καὶ τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἀληθείας, μὴ ἀναχαιτιζομένη μηδὲ πρὸ αὐτῶν τῶν ἀνυπερβλήτων φραγμῶν τοῦ καθήκοντος, ἐπανήγαγεν εἰς τὸ μέσον διὰ τολμηρῶν προκλήσεων τὴν κομματικὴν πάλην, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ μόλις ἡ φιλοπατρία τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἀξία πάσης ἐθνικῆς τιμῆς, εἶχε κατασιγάσει διὰ τοῦ ἐπιτακτικοῦ αὐτῆς κύρους. Δὲν θέλομεν, κύριοι, νὰ μιμηθῶμεν ἡμεῖς τὸν κ. Λομβάρδον. Ὑπάρχουσιν ἴσως ἐν ταῖς Κυβερνητικαῖς τάξεσιν οἱ δυνάμενοι ν’ ἀκολουθήσωσιν αὐτὸν οὐχὶ βεβαίως ἐν τοῖς τολμηροῖς πέραν τῶν ὁρίων τοῦ καθήκοντος ἅλμασιν, ἀλλ’ οἱ δυνάμενοι νὰ τὸν ἀναχαιτίσωσι πρὸ τῶν ὁρίων τούτων, ἀναγκάζοντες αὐτὸν ν’ ἀναμνησθῇ ὅτι οἱ ἀξιοῦντες νὰ διδάξωσιν εἰς ἄλλους τὸν πατριωτισμὸν, ὀφείλουσιν αὐτοὶ πρῶτοι νὰ δειχθῶσι πατριῶται. Ὑπάρχουσιν ἴσως μεταξὺ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν συμμεριζομένων καὶ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν εὐθύνην της, οἱ δυνάμενοι ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὸν σημαιοφόρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οὐχὶ μετὰ θάῤῥους, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη τοιούτου, ἀλλὰ μετὰ τοῦ ὀδυνηροῦ αἰσθήματος, ὅπερ ἐμπνέει αὐτοῖς ἡ ἰδέα τῆς σημαίας ἐκείνης, ἥτις ἐπὶ τριετίαν ὅλην περιτυλίσσουσα τὴν Ἑλλάδα μικροῦ δεῖν ἐσαβάνου αὐτὴν ἐν ταῖς πτυχαῖς της. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλ’ ὄχι, δὲν εἶναι ὥρα ἀμοιβαίων ἐγκλήσεων. Μεγάλα καθήκοντα, ἀνάλογα πρὸς τὸ μέγεθος τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν Πατρίδα, ἱεραὶ ὑποχρεώσεις, ἀνάλογοι πρὸς τὴν ἱερότητα τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, ὅστις μόνος ὀφείλει σήμερον νὰ ἐμπνέῃ καὶ νὰ ποδηγετῇ ἡμᾶς, καλοῦσιν εἰς ἀδελφοποίησιν καὶ Συμπολίτευσιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν. Ἐτείναμεν ὑμῖν τὴν χεῖρα ἀδελφικῶς διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ σεῖς ἐθλίψατε αὐτὴν ἐν ἴσῃ ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ διὰ τοῦ φιλοπάτριδος ἡμῶν ἀρχηγοῦ. Μὴ θελήσητε νὰ καταστρέψητε τὸ ἔργον τῆς ὁμονοίας τὸ σωτήριον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς θέλει προκύψει ἰσχυροτέρα κατὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς, σεβαστοτέρα εἰς τὰ ὄμματα τῶν φίλων της. Ἡμεῖς προθύμως λησμονοῦμεν τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, λησμονοῦμεν τὰς αἰτιάσεις καὶ τὰς μομφάς του, λησμονοῦμεν πρὸ πάντων τί ἠδυνάμεθα καὶ τί ὠφείλομεν ν’ ἀντιτάξωμεν εἰς αὐτὰς, διὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν μόνον ὁποῖα καὶ ὁπόσα ἔχομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καθήκοντα καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ἢ νὰ μᾶς ἀκολουθήσητε, ἀδελφοὶ καὶ σύντροφοι, εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα τοῦ καθήκοντος ἢ νὰ μᾶς παρασύρητε εἰς τὴν μικρὰν, τὴν ἄδοξον κομματικὴν πάλην, τῆς ὁποίας ὁ σημαιοφόρος σας ἔδωκε χθὲς τὸ σύνθημα (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον· μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἣν ὥραν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν, ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ συνεδρίασιν ἑπομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, διὰ λόγους, οἵτινες δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγκάσωσι τὸ Ὑπουργεῖον νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ζητουμένην ἀναβολήν. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Φιλάρετος προέβαλεν, ἦσαν, ὅτι, πρὶν ἢ κληθῇ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, ἐπεθύμει νὰ ἔχῃ ἰδέαν τινὰ ἢ γνῶσιν τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν ἀναβολὴν, τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐκ Βόλου βουλευτοῦ ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐζήτησε καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὅστις ὅμως προέβαλε λόγους διαφέροντας ἐντελῶς ἀπὸ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Φιλάρετος εἶχε προτάξει. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν ἐζήτησε νὰ συμπληρώσῃ τὰς γνώσεις, τῶν ὁποίων ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην διὰ νὰ δώσῃ ψῆφον λευκὴν ἢ μέλαιναν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἔδειξεν ὅτι ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ψηφοφορήσῃ πρὶν ἢ ἐκδηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Λομβάρδος περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκφράζων διαῤῥήδην ἢ ἀμέσως τὴν περὶ ταύτης γνώμην του. Ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἦτο ἀληθὴς πρόκλησις πολιτικῆς συζητήσεως, προκαλοῦσα τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας καὶ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ ἔρευναν ἄλλην μεγαλειτέρου καὶ σπουδαιοτέρου ζητήματος, ζητήματος πολιτικοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὸ Κοινοβούλιον καὶ φέρῃ γνώμην δηλοῦσαν τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω προηγουμένου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἔλαβε χώραν πρὸ δύω χρόνων, διότι νομίζω, ὅτι χρεωστῶ νὰ τὸ λησμονήσω καὶ ἐγὼ καὶ πᾶσα ἡ Βουλή· διότι τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο ἀποκρούεται ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, καταδικάζεται δ’ ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέφυγον εἰς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας τότε προέβαλον καὶ τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ὑπεστήριζε τότε, ἐν χρόνῳ μηδόλως ἔχοντι τὴν σπουδαιότητα μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται τὸ ἐνεστώς, νομίζω, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναστέλλωσιν, ὅταν θέλωσι, τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς διὰ πολιτικῶν συζητήσεων, καὶ νὰ ἐγκαταλίπωσιν εἶτα τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰ ὀχυρώματά των. Ὁ προβαλὼν τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν καὶ προτείνας τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸς ὑμᾶς, οἱανδήποτε καὶ ἂν κατέχῃ θέσιν ἐν τῷ πολιτικῷ κόμματι εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, διηρμήνευε τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ γνώμην; Ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸ γνωρίζωμεν· διότι, ἐὰν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Παρασκευῆς ἦσαν ἡ ἐκδήλωσις τῆς γνώμης καὶ τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν περὶ ἡμῶν οὗτος ἔχει, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ θορυβώμεθα ὑπὲρ τὸ δέον· ἴσως ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν δρόμον μας, μηδόλως τείνοντες τὸ οὖς εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Λομβάρδου λεχθέντα. Ἂν ὅμως ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν, εἶναι γνώμη πολιτικοῦ κόμματος ἀντιπροσωπευομένου ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸ ἠξεύρομεν· διότι, ἂν εἶναι γνώμη τοῦ κόμματος, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν συζήτησιν· ἡ γνώμη πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν, διότι ἡ Βουλή, ὅταν προκαλῆται ὑπὸ κόμματος, διὰ νὰ σκεφθῇ ἐπὶ ὡρισμένων πολιτικῶν ζητημάτων, ὀφείλει ν’ ἀποφαίνηται ποίαν ἐπ’ αὐτῶν ἔχει γνώμην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν συζήτησιν πρὶν γίνῃ τοιαύτη δήλωσις, καὶ περιμένω τὴν δήλωσιν ταύτην ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ Σαββάτου καὶ ἡ τῆς Παρασκευῆς μ’ ἐλύπησαν καὶ μὲ λυποῦσι, διότι εἶδον ἐν αὐταῖς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, ὅπως προκαλέσῃ πολιτικὰς συζητήσεις. Εἴπομεν ἡμεῖς, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἡ Βουλή, ὅτι αἱ παροῦσαι περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσιν ἡμῖν συζητήσεις περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ εὕρομεν ἐν τούτῳ πᾶσαν τὴν Βουλὴν ὁμοφωνοῦσαν. Ἤδη ὅμως παρατηροῦμεν μεταβολὴν τακτικῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν, ἵνα ὑποστηρίξῃ πρότασιν, ὑποβληθεῖσαν παρ’ ἑτέρου βουλευτοῦ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς μέτρον οἰκονομικὸν σπουδαῖον. Ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐνόμιζεν, ὅτι περὶ τοιούτου μέτρου δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐν ἐπιγνώσει, ἐὰν δὲν ἐγνώριζε τίνος συστήματος μέρος ἀπετέλει τὸ μέτρον τοῦτο, ταύτην δὲ τὴν γνώμην ὑπεστήριξε καὶ δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καὶ δι’ ἀναδρομῆς ἐπὶ τὸ παρελθόν. Ὅ,τι ἐδηλώσαμεν ἡμεῖς καὶ ἐδήλωσε πᾶσα ἡ Βουλή, ἦτο, ὅτι τὰς πολιτικὰς συζητήσεις πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν· ταὐτοχρόνως δὲ ἐδηλώσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἐφαίνετο καὶ ἡ Βουλὴ πᾶσα ἀποδεχομένη, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τὰς συζητήσεις περὶ τῶν πραγμάτων· τοὐναντίον, ὅτι ἡ συνδρομή, ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἦναι τελεσφόρος μόνον, ἂν περὶ τῶν πραγμάτων ἡ συζήτησις διεξάγηται ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, καὶ ὅτι ἂν πρέπῃ νὰ ἀπόσχωμεν τῆς συζητήσεως τῶν πραγμάτων, ἡ ὑποστήριξις ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἦναι ἀρνητική. Ἐγένοντο μάλιστα καὶ παρατηρήσεις τινὲς ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν ἐπιφυλάξεων δῆθεν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐδηλώθη τρανῶς τότε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιφυλάσσει ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως συζητήσῃ περὶ τῶν πραγμάτων, διότι νομίζει, ὅτι συζητοῦσα περὶ τῶν πραγμάτων συντρέχει τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐλευθέρα περὶ τῶν πραγμάτων ἡ συζήτησις, ὅταν μᾶς ἐκθέτῃ εἰς τὸν κίνδυνον ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καθ’ ἣν ἠθέλομεν ἐκδράμει εἰς τὸ παρελθόν, νὰ βλέπωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐρχομένην ἐνταῦθα καὶ προκαλοῦσαν τὴν Βουλὴν εἰς πολιτικὰς συζητήσεις, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ ἀναδρομὴ ἐπὶ τὸ παρελθὸν ἀποτελεῖ πρόκλησιν; Τὸ κατ’ ἐμὲ παρηκολούθησα πάντα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου καὶ οὐδὲν ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ ῥηθέν, ὅπερ νὰ μὴ σχετίζηται πρὸς αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ὅπερ νὰ μὴ ἐλέχθη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιῤῥώσεως τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ τὴν διάσκεψιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου. Ἂν δὲ μετατρέψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων εἰς συζήτησιν πολιτικήν, τί θέλει συμβῆ; Θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, ὅπερ εἴδομεν δυστυχῶς τὴν ἐπαύριον τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἀναγραφόμενον ἐν ταῖς ὑπουργικαῖς ἐφημερίσιν, ὅτι τέλος πάντων ἡ Βουλὴ ἐπιδίδεται εἰς ἀπεράντους περὶ προσωπικῶν συζητήσεις, ὅτι ἐγκαταλείπεται τὸ ζήτημα τὸ Ἐθνικόν, ἵνα ἐπιδοθῇ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολίτευσις εἰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ Κυβερνήσεις ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι δύνανται νὰ ποιῶνται μέχρι τινὸς καὶ ὑπερβολικὴν χρῆσιν τῆς πλειονοψηφίας αὐτῶν ἐν τῇ συναισθήσει, ἣν ἔχουσι τῆς ἀνάγκης, ὅπως μαρτυρῆται τρανῶς εἰς τὴν Κοινωνίαν, ὅτι ἀπολαύουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ δύνανται νὰ δεικνύωνται εἰς ἄκρον ζηλότυποι τῆς θέσεως αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ μὴ ἀνέχωνται παρατήρησίν τινα περὶ τῶν πεπραγμένων ἄνευ προκλήσεως γενικωτέρας συζητήσεως καὶ ψηφοφορίας, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δειλιῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἐλέγχου· ἀλλὰ καὶ ἐν ὁμαλαῖς ἔτι περιστάσεσι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ ποιῶνται κατάχρησιν τῶν ζητημάτων τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅπως συνδέουσαι αὐτὰ πρὸς τὰ ζητήματα τὰ πραγματικά, πρὸς τὴν Νομοθετικὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς, παρακωλύωσι τὴν ἐλευθέραν ταύτης διεξαγωγήν. Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐλευθέρα ἡ ἐν τῇ Βουλῇ διεξαγωγὴ τῶν νομοθετικῶν ζητημάτων, ἐὰν ἔπρεπε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ σκεπτώμεθα, μὴ τυχὸν δύνηται νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῶν παρ’ ἡμῶν περὶ τῶν νομοσχεδίων λεγομένων ἡ Συμπολίτευσις, ἵνα ἐν τούτοις ἀντλήσῃ προφάσεις, ὅπως, παριστῶσα ἡμᾶς, ὡς προκαλοῦντας πολιτικὰς συζητήσεις, θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἡ προχθὲς εἰσηγητηρία τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀγόρευσις αὐτοῦ, αὐταὶ αὗται αἱ παρατηρήσεις, ἃς πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο, αὗται πᾶσαι ἀποτελοῦσι προκλήσεις πρὸς ἡμᾶς. Ὅτε χθὲς ἀνέπτυσσε τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν περιωρίσθη εἰς τὰ ζητήματα τῶν ἀριθμῶν, ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γινώσκωμεν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, ἵνα κρίνωμεν περὶ τῶν πιθανοτήτων τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ προέβη εἰς ἐκτιμήσεις περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν προκατόχων αὐτοῦ, οὐ μόνον προέβη εἰς συμπεράσματα ἐκ τῶν ἀριθμῶν, οὓς ὑπέβαλε—καὶ ὑπέβαλε κατὰ τὸν τρόπον, ὅστις συνέφερεν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα—αὐτοῦ ἀλλὰ προσέτι ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συνδέσῃ πρὸς ταῦτα καὶ σκέψεις, ἀναγομένας εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων αὑτοῦ. Ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν παρέστησε τὰ πράγματα διὰ τρόπου, ὅλως ἀνακριβοῦς, περὶ δὲ τῆς ἐνεργείας τῆς Στρατιωτικῆς καὶ τῆς Ναυτικῆς καὶ τὰ πράγματα παρέστησεν ἀνακριβῶς καὶ νύξεις ἔδωκε περὶ ὅσων δὲν ἔλεγεν, ὡς ἐχόντων δῆθεν σπουδαιότητα κατὰ τῶν προκατόχων αὑτοῦ. Ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις ἡμῶν σήμερον, ἐὰν ἐγώ, παρασυρόμενος ἐκ τῶν προκλήσεων τούτων ἠρχόμην ν’ ἀνοίξω συζητήσεις; Ὁπόσων ἡμερῶν συζητήσεις θ’ ἀπῃτοῦντο, ἵνα ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1884, τὰ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1885, καθόσον τὰ ἐλλείμματα ταῦτα σχετίζονται πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; ἵνα ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ προκάτοχοι δὲν ἐποιήσαντο τὰς οἰκονομίας, ἃς οἱ διάδοχοι οἱ νῦν κυβερνῶντες ἀπέδειξαν δυνατάς; ἵνα ἀποδείξω, ὅτι τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὧν τὴν οἰκονομίαν ἰσχυρίσθη ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἦσαν εἰκονικὰ, καὶ παραβάλλω τὴν εἰκονικὴν ἐλάττωσιν τῶν ἑκατομμυρίων τούτων πρὸς τὴν πραγματικὴν ἐλάττωσιν διπλασίων ἑκατομμυρίων, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν, οὓς διεχειρίσθησαν οἱ προκάτοχοι αὑτοῦ κατώρθωσαν; ἢ ἐὰν στρέφων τὸν λόγον εἰς τὰ Στρατιωτικὰ καὶ τὰ Ναυτικὰ, ἠρχόμην ἐδῶ, ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι ὅλως ἄτοπος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσιν, ὅτι οὐδὲν ἐπράχθη στρατιωτικὸν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀπεταμίευσαν παρὰ ταῖς Τραπέζαις τὸ χρῆμα, δι’ οὗ συντηρεῖται ἡ ἐπιστράτευσις, παρ’ ἐκείνων, οἵτινες μετεκαλέσαντο ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἕνα ἐκ τῶν ἀρίστων στρατηγῶν καὶ ἕνα ἐκ τῶν ἀρίστων ναυάρχων, ἵνα διοργανώσωσι τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πᾶσαν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν τὴν στρατιωτικὴν ὑπέβαλον εἰς αὐστηρὸν ἔλεγχον καὶ ἠδυνήθησαν, τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς, νὰ καταστήσωσι τὸ σύστημα ἡμῶν τὸ στρατιωτικὸν πρόσφορον πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι εὐδοκιμεῖ καὶ ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα τὸ στρατιωτικὸν, τὸ ἐπικρατοῦν σήμερον εἰς τὰ στρατιωτικὰ Κράτη; ἢ ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ ἐκτυλίξω τὰς ἐνεργείας, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος εἶχε προνοήσει περὶ τῆς λειτουργίας τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ δι’ αὐτῆς ἔτι τῆς συγκλήσεως τῶν ἐφέδρων πρὸς γενικὰς ἀσκήσεις, ἢ νὰ παραστήσω τίνος ἕνεκα δὲν συνεκροτήθη τὸ στρατόπεδον τῶν ἀσκήσεων κατὰ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον κατὰ τὰς διαγεγραμμένας ὑπὸ τῶν προκατόχων ἐνεργείας, ἐνῷ τῶν ἐνεργειῶν ἐκείνων τοσαύτη ἐγένετο πρὸς σκοποὺς κομματικοὺς ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς κατάχρησις; Θὰ ἦτο τῆς ὥρας ἤδη ν’ ἀναπτύξω, ὁπόσον θὰ διηυκολύνοντο τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ὁποῖα θὰ ἦτο ἡ θέσις ἡμῶν ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἐθνικῷ, τῷ νῦν παρουσιαζομένῳ, ἄν, συνεχίζοντες τὴν ἐνέργειαν τὴν παρασκευασθεῖσαν ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, οἱ διάδοχοι εἶχον συγκεντρώσει πρὸς ἀσκήσεις τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ ἀνάγκη τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων; ἢ θὰ ἦτο τῆς παρούσης ὥρας ν’ ἀναπτύξω ὁποῖαι δαπάναι ἐγένοντο διὰ στρατιωτικὰ κτίρια καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τῶν ἐπιστράτων, περὶ ὧν χθὲς ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ὑποβληθῇ ὁ κατάλογος εἰς τὴν Βουλήν; Πάντα ταῦτα ἐὰν ἠθέλομεν νὰ συζητήσωμεν, παρ’ ἡμῶν μόνον θ’ ἀπῃτοῦντο πολλαὶ συνεδριάσεις, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀναπτύξωμεν αὐτὰ ἐν λεπτομερείᾳ. Ἀλλὰ ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ συντελοῦσι ταῦτα εἴς τι; Δὲν ἤθελε δὲ τοιαύτη συζήτησις παραστήσει ἡμᾶς ὡς μὴ ἐννοοῦντας τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων; Τούτων οὕτως ἐχόντων, οἱαιδήποτε καὶ ἂν περιέχωνται προκλήσεις ἐν αἰτιάσεσιν εἴτε τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ ὑπουργοῦ εἴτε βουλευτοῦ, ἡμεῖς εἰς τὰς προκλήσεις ταύτας θέλομεν ἀντιτάξει σιωπήν. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ῥηθῇ περὶ ἡμῶν, ὅσον καὶ ἂν παρεξηγηθῶσιν αἱ προθέσεις ἡμῶν, ὅσον καὶ ἂν στρεβλωθῶσιν αἱ πράξεις ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπισήμοις ἐκθέσεσι, ταῖς ὑποβαλλομέναις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς θέλομεν σιωπήσει, ἀναβάλλοντες τὴν ἀπάντησιν εἰς ἐποχὴν, εἰς ἣν πρέπουσι τοιαῦται συζητήσεις. Ἀλλ’ ἐνῶ τοιαύτας προκλήσεις θέλομεν ἀποκρούσει, δὲν θέλομεν παραιτηθῆ τοῦ δικαιώματος καὶ θέλομεν ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχομεν, ὅπως συζητήσωμεν περὶ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν πρόκλησιν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν, πρέπει νὰ συζητηθῇ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγινώσκομεν τὸ οἰκονομικὸν σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤδη, καθὰ εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς, δὲν ὑπεβλήθη τὸ σχέδιον ὁλόκληρον, ἀλλ’ ὑπεβλήθησαν αἱ βάσεις αὐτοῦ· σήμερον ἄρα δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν. Δὲν θέλομεν συζητεῖ διὰ μακρῶν, διότι ἐννοοῦμεν τὴν ἀξίαν τοῦ χρόνου, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἤδη πρέπει ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὰ τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν μέτρων νὰ προβῇ ἐν πάσῃ ταχύτητι, ἀλλὰ ταχέως ἐργαζομένη δὲν πρέπει νὰ παραιτήσῃ καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, πρέπει νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὅπως ἐξελέγξῃ τὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου τούτου ἐν τάχει δὲν θὰ ἐνδιατρίβωμεν, ὅπως ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν, εἰς λεπτομερείας· θὰ ὑποβάλλωμεν τὰς ἀντιῤῥήσεις ἡμῶν καὶ δὲν θέλομεν ἐπιμένει θεωροῦντες ἐλάσσονα τὴν βλάβην, τὴν ἐκ τῆς ψηφίσεως ἀτελοῦς μέτρου, τῆς ζημίας, ἣν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ ἡ παρεμπόδισις ἐν ἐποχῇ κρισίμῳ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἰδέας αὐτῆς. Ἂν ἄρα τὰς εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀντιῤῥήσεις ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται, θέλομεν ἀφίνει τὴν πλειοψηφίαν νὰ τὰ ψηφίζῃ χωρὶς νὰ παρακωλύωμεν αὐτὴν διὰ μακρῶν συζητήσεων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ εἰσφορῶν, περὶ οὗ θὰ συζητήσωμεν σήμερον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν οὐδὲ κἄν εἰς τὰς τοιαύτας ὑποδείξεις, ἐνόσῳ δὲν ἐγινώσκομεν τὶ ἄλλο σπουδαιότερον προετίθετο νὰ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν ἐθεωροῦμεν παρεμποδιζομένην τὴν ἐπιβολὴν παγίας φορολογίας ἀναλόγου πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς παρούσας. Ἐθεωροῦμεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐ μόνον δὲν θὰ ἀπεκτῶντο ἐπαρκεῖς πόροι, ἀλλὰ τοὐναντίον καθίστατο λίαν δυσχερὴς ἡ δημιουργία πόρων σπουδαίων, διότι ἐπιβαρύνει ἐν τῷ παρόντι ἔτει ὑπερμέτρως ἐκείνους, οὓς πρέπει δι’ ἑτέρων νομοθετημάτων νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, δὲν συντελεῖ δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν, δὶς ἐπὶ ταὐτὸ νὰ ἐπανερχώμεθα. Ἔπρεπε νὰ γινώσκωμεν, προκειμένου περὶ εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐὰν προετίθετο ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ παγίου φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν· διότι, ἐὰν προετίθετο νὰ προτείνῃ νόμον πάγιον, θὰ παριστῶμεν αὐτῇ, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν νὰ φορολογηθῇ ἐπιπροσθέτως ἡ αὐτὴ τάξις. Ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας φορολογίας, ὅπως ἂν δὲν ἐτέθη ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς αὐξήσεως, καταδείξωμεν, ὅτι ἀντὶ τῆς εἰσφορᾶς θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀναβιβάσωμεν τὸν πάγιον φόρον κατ’ ἀναλογίαν ἀντιστοιχοῦσαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν πρὸς τὴν ἐφάπαξ τῆς εἰσφορᾶς καταβολήν. Ἔπρεπε νὰ γινώσκωμεν ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἂν θὰ προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις αὔξησιν τοῦ παγίου φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἢ ἂν θὰ περιωρίζετο μόνον εἰς τὴν πρότασιν περὶ τῆς ἐφάπαξ καταβολῆς εἰσφορῶν· διότι, ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλομεν παρατηρήσει, ὅτι προτιμότερον ἀντὶ βαρείας εἰσφορᾶς νὰ ὑπεβάλλετο ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων εἰς πλήρη ἀναθεώρησιν χάριν αὐξήσεως διαρκοῦς τῆς προσόδου, συνδυαζομένης πρὸς βελτίονα τοῦ φόρου διαῤῥύθμισιν, ἂν δὲ δὲν ἤρκει ὁ χρόνος πρὸς τοιαύτην ἀναθεώρησιν, νὰ ἐπεβάλλοντο εἰς τοὺς νῦν κειμένους φορολογικοὺς ὅρους ποσοστά τινα πρόσθετα, ἐπιβαρύνοντα τοὺς ἐπιτηδευματίας ὀλιγώτερον τῆς εἰσφορᾶς, ἀλλὰ διαρκῶς. Ἐπίσης καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων ἔπρεπε νὰ ἐγινώσκομεν ἂν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑπεβάλλοντο οὗτοι εἰς παγίαν φορολογίαν, διότι δὲν θεωροῦμεν δίκαιον, καθ’ ἣν ὥραν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑποβάλλονται, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς ἔκτακτον ἐργασίαν, ἐξαιρετικῶς, κατ’ αὐτὴν μόνην νὰ εἰσφέρωσιν ὑπερμέτρως, ἐνῷ, ὅταν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ὑπαγορεύωσι τὴν αὔξησιν τῶν διαρκῶν πόρων τοῦ κράτους, εὔλογον εἶναι νὰ ὑπαχθῶσι καὶ οἱ ὑπάλληλοι εἰς παγίαν φορολογίαν ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν ἐπιβληθησομένων παγίων φορολογικῶν βαρῶν εἰς τὰς ἄλλας κοινωνικὰς τάξεις. Καὶ ὡς πρὸς τὴν εἰσφορὰν ἐν Ἑπτανήσῳ ἔπρεπε νὰ γινώσκωμεν, πρὶν ἢ συζητήσωμεν, τὶ ἤθελε προτείνει ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν παγίων φόρων τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ εἰσαγωγὴ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις, ἔστω καὶ ἐφάπαξ, εἶναι ἀδικαιολόγητος, ἂν μὴ ἀποῤῥέῃ ἐκ φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νήσων ἐκείνων πρὸς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις εἶναι μέτρον πάγιον, καὶ ὅλως ξένον πρὸς νόμον περὶ εἰσφορᾶς· ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις μὴ κρίνῃ πρέπον νὰ προτείνῃ τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, δύναται δι’ αὐξήσεως φόρου τινὸς ἐκ τῶν νῦν ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχυόντων νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐκ τῶν περιστάσεων ὑπαγορευομένην φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν· ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἐπιβάρυνσις θὰ εἶναι ὑπέρμετρος, ἂν καταβληθῇ ἐφάπαξ ὡς εἰσφορά, ἀποβαίνει μετριωτέρα, ἂν ἐπιβληθῇ παγίως. Δὲν ἐδυνάμεθα ἄρα νὰ συζητήσωμεν περὶ πάντων τούτων, ἐνόσῳ δὲν ἐγινώσκομεν τίνας θὰ προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις παγίους φόρους ἢ αὔξησις παγίων φόρων, ἐνόσῳ δὲν ἐγινώσκομεν, ἂν ἢ κατὰ πόσον τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θὰ προετείνομεν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν εἰσφορῶν, δὲν περιείχοντο συνάμα μετὰ τῶν εἰσφορῶν ἐν τῷ γενικωτέρῳ οἰκονομικῷ προγράμματι τῆς Κυβερνήσεως. Τούτων ἕνεκα ἐζήτει τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτής. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν ἀναβολήν· τὴν ἀπεδέχθη, οὐχὶ διότι ἐπείσθη ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, ἀλλὰ διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ἐν τοῖς ἐπιχειρήμασι τούτοις νὰ ἀντλήσῃ εὐκαιρίαν πρὸς δημιουργίαν πολιτικοῦ ζητήματος, παρ’ αὐτοῦ προβαλλομένου. Ἡμεῖς τῷ ἀπαντῶμεν, ἀποδεχόμεθα τὴν ἀναβολήν, δὲν ἀποδεχόμεθα τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Θέλεις πολιτικὸν ζήτημα, εὑρὲ ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Συμπολιτεύσεως, τοὺς συζητήσοντας μετὰ σοῦ.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δευτέρα φορὰ αὕτη, καθ’ ἣν ὁ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετέρχεται τὴν αὐτὴν τακτικήν. Κατά τινα τῶν προηγηθεισῶν συνεδριάσεων ἀγορεύων αὐτὸς οὗτος ἐντεῦθεν, ἐγκατέλιπε τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων, ἐποιήσατο ἐκδρομὴν πρὸς τὰ πρόσωπα, ἐξεδήλωσε περὶ αὐτῶν γνώμην, καὶ αἱ γνῶμαι αὐτοῦ ἦσαν ἀληθεῖς αἰτιάσεις, μὴ ἐκδηλοῦσαι μόνον τὸ προσωπικὸν φρόνημα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀνατρέχουσαι καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν πορείαν τῶν Κυβερνώντων. Ὅταν μετὰ τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ἀνέβην ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ὑπέμνησα εἰς αὐτόν, ὅτι πάλιν ἐποιήσατο ἐκδρομὴν πρὸς τὴν πολιτικήν, καὶ ὅτι ἡ παροῦσα ὥρα δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος διὰ νὰ ἐρευνήσωμεν τοὺς μεταξὺ ἡμῶν λογαριασμούς, τότε ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς, ᾐτιάθη αὐτοῦ ἀδίκως, ὅτι δῆθεν ὁ κ. Οἰκονόμος καὶ οὐχὶ αὐτὸς εἶχε προσπαθήσει νὰ τρέψῃ τὴν συζήτησιν εἰς συζήτησιν πολιτικὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔπραξεν, ἐπιτιθέμενος ἀδίκως κατὰ τοῦ κ. Οἰκονόμου, αὐτὸ τοῦτο ἐπειράθη νὰ πράξῃ καὶ σήμερον, ἀποδίδων εἰς ἐμὲ τὴν προαίρεσιν νὰ προκαλῶ πολιτικὰς συζητήσεις. Διὰ ποίους λόγους ἐπεθύμει τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ εἰσφορῶν νόμου; Τίς ἠρνήθη νὰ δώσῃ αὐτοῖς πᾶσαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ζητήσει; Ὁ κ. Λομβάρδος προχθὲς ὡμίλει πρὸς ὑμᾶς, ἐκδηλῶν τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ μάθῃ, ποῖος ἔσεται ὁ περὶ τῶν οἰκοδομῶν φόρος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προτείνει εἰς ὑμᾶς; Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπε προχθές, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ ποῖα μέτρα ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐσκόπει νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Λομβάρδος περὶ τῆς φορολογίας τῶν ὑπαλλήλων, καὶ σᾶς παρέστησεν, ὅτι, ἐὰν δὲν μάθῃ τί ἐφρόνει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβάλῃ, δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν εἰσφορῶν; Ἢ ὁ κ. Λομβάρδος ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος παρουσιάζεται νὰ ἀναλάβῃ, ὑπεδείκνυεν αὐτόν καὶ τοὺς φίλους του, ἵνα ἀνέλθωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι ἡμᾶς; Ἢ ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι ἀνίκανος νὰ ἀναλάβῃ τοιοῦτον ἔργον καὶ ἐκτελέσῃ τοιαύτην ἐντολήν; Δὲν εἶναι ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀνέφερε τὰ πολιτικὰ δόγματα τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τούτου; Δὲν εἶναι ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅστις ἀνέδραμεν εἰς τὰ πολιτικὰ συμβεβηκότα τοῦ 1869, ὁ ὁποῖος ἀνεφύλλισε τὰς ἐφημερίδας, αἵτινες τότε ἐδημοσιεύοντο; (βέβαια, βέβαια) ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ ἐμὲ ὡς ἀποδεξάμενον τὸ Πρωτόκολλον τῶν Παρισίων, καὶ ὁ ὁποῖος κατέκρινεν ἐμὲ καὶ τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου, ὅτι οὐδέποτε ἀνεμνήσθημεν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ νεότητος αὐτοῦ βασανίζει τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ τὸ ὁποῖον τὸν ἔκαμε νὰ γηράσῃ τόσον προώρως; (ἱλαρότης) Καὶ σήμερον ἔρχεται ὁ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀρνούμενος πάντα ταῦτα, ὡσὰν ταῦτα νὰ μὴ ἐλέχθησαν πρὸς ἡμᾶς, ὡσὰν ταῦτα νὰ μὴ ἐτελέσθησαν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἀπέδιδεν ἐμοὶ τὴν προαίρεσιν νὰ εἰσαγάγω πολιτικὰς συζητήσεις καὶ νὰ προκαλέσω πολιτικὰ ζητήματα! Νομίζουσί τινες, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαλῶσι, νὰ ἀποδίδωσιν εἰς ἄλλους μὴ ἀληθῆ πράγματα, νὰ ἰσχυρίζωνται ψευδῆ, καὶ ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούωσι τὴν γνώμην τῶν ἄλλων, ὅταν τοσοῦτον λησμονῶσι τὴν ἀλήθειαν, οἰστρηλατούμενοι ὑπὸ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων. Ἀντὶ νὰ ὁμολογῆται ὑπό τινων χάρις εἰς τὰς ἐπελθούσας πολιτικὰς περιστάσεις, πρὸ τῶν ὁποίων ἔπρεπε πρῶτοι ἡμεῖς νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθόν, ἀντὶ νὰ ὀφείληται χάρις εἰς τὴν πεφροντισμένην προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλομεν νὰ μὴ θίξωμεν τὸ παρελθόν, ἂν καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μᾶς ἐκάλει εἰς τοῦτο, ἐχολώθησαν, διότι δὲν ἀφίνομεν αὐτοὺς νὰ διακηρύττωσιν εἰς τὴν Δύσιν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς παρελθούσης Συνόδου ἠλάττωσε κατὰ 12,000,000 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἂν ἔχωσι τίτλους πρὸς ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην διότι παρεσκεύασαν τὴν Χώραν καὶ κατέστησαν αὐτὴν ἐπιτηδείαν νὰ πράξῃ ὅ,τι αἱ περιστάσεις ἤθελον ἐνδείξει εἰς αὐτὴν ὡς ἀναγκαῖον νὰ πράξῃ ἂν νομίζωσιν, ὅτι ἔχουσι τίτλους, διότι ἐσκέπτοντο καὶ ἐμελέτων νὰ συγκαλέσωσι κατ’ Αὔγουστον τὴν ἐφεδρείαν πρὸς ἄσκησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ τὸ πράξωσι, διότι παρῃτήθησαν τὸν Ἀπρίλιον· ἂν ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ ἐλέγξωσιν ἡμᾶς, διατὶ νὰ μὴ πράξωμεν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐμελέτων αὐτοὶ νὰ πράξωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔπραξαν, ἂς ἐκφράσῃ τὸ Ἔθνος εὐγνωμοσύνην πρὸς τοὺς εὐεργέτας του. Ἀλλ’ ἂν ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἐλευθερίαν περὶ τὴν παράστασιν τῆς ἀληθείας, καὶ περὶ τὴν ἔρευναν τοῦ παρελθόντος, ἂν τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὴν πατρίδα δὲν ἐδέσμευε τὴν γλῶσσάν μου, ἤθελον βεβαίως κύψει τὴν κεφαλὴν πρὸ τῆς περγαμηνῆς τῆς οἰκοδομῆς τοῦ περιβόλου, ὁ ὁποῖος ἐκτίσθη παρ’ αὐτῶν εἰς τὰ παραπήγματα παρὰ τοὺς Ἀσωμάτους. Ἡ εὐγνωμοσύνη ἐμοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ὑπὸ τοῦ ἔργου τούτου. Ὤφειλον νὰ ἐκδηλώσω εὐγνωμοσύνην εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε κατορθώσει νὰ πληρώσῃ διὰ πολλῶν ἐφοδίων τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καὶ ἐγένετο οὕτω δυνατὸν αἱ ἀποθῆκαι νὰ ἐπαρκέσωσιν ὄχι μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς τριετίας, ὅταν οὐδεὶς ἐνεθυμήθη αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς εὑρέθημεν διαχειριζόμενοι τὰ κοινά. Πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν δὲν εἶχον κατὰ νοῦν ν’ ἀπευθύνω ζητήματα ἐμπιστοσύνης, διότι μέχρι τοῦδε ἡ πλειοψηφία δὲν ἔδωκε τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἄλλη τις πλειονοψηφία πρὸ δύω χρόνων εἶχε δώσει, ὅτε καθ’ ὁμάδας ἀπεσπῶντο ἀπὸ ταύτης ἔντιμοι συνάδελφοι συντασσόμενοι μετὰ τῶν μελῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πλειονοψηφία μέχρι τοῦδε δὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν παραπλησίαν διὰ νὰ εἴπῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὴν ζητήματα πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ὑπονομεύουσι τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πολλάκις λησμονοῦσιν ὄχι μόνον ὅσα ἐπηγγέλθησαν, ἀλλὰ καὶ ὅσα ὤφειλον νὰ γνωρίζωσι, μὲ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παρατηρήσω πρὸς αὐτούς, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχωσι εὐθεῖαν καὶ καθαρὰν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν, δὲν εἶναι δ’ ἁρμόζον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες ἐκυβέρνησαν τὴν Χώραν καὶ ἀξιοῦσιν ἵνα κυβερνήσωσιν αὖθις νὰ ἐμφανίζωνται πρὸ τῶν συμπολιτῶν των μὲ πολλὰς γλώσσας καὶ μὲ ποικίλας μορφάς. Ἂν δὲ τὴν ἰδιότητα ταύτην ἤθελέ τις δηλώσει ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν, ἔστω βέβαιος ὅτι οὐδένα λανθάνει ἡ τακτικὴ αὐτοῦ, ἂς μὴ ἀμφιβάλλῃ δὲ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶνε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου γνωρίζουσι νὰ σχηματίζωσι τὴν περὶ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γνώμην των στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῆς πολιτείας ἑκάστου ἐξ ἡμῶν.
§30ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Συνεπείᾳ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτῶν σημείωσις τῶν παγίων ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὴν ὑπουργίαν τοῦ παρελθόντος.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι τυπωμένη καὶ κατατεθειμένη εἰς τὴν Βουλήν.
§32ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Τόσῳ καλλίτερον—καθὼς καὶ τῶν προμηθειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο.
§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνεμίχθη τὸ ὄνομά μου καὶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ καὶ ὑπετέθη ἴσως, ὅτι μεταξὺ τῶν προκαλεσάντων τὴν προκειμένην συζήτησιν ἤμην καὶ ἐγώ.
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα τοιοῦτό τι.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τοιούτου ἐπιχειρήματος.
§37ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι τῆς ὀφειλομένης ἀπαντήσεως. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ῥητῶς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα μόνον καὶ μόνον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν καὶ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅ,τι ἐγὼ εἶχον προτείνει. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ σημείωσις περὶ τούτου, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος, κερδοσκοπῶν πολιτικῶς, ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τῆς ἀθωοτάτης προτάσεώς μου......
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς, διότι ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτῆς ἦτο ἁγνὸς, μόρφωσις δηλαδὴ πεποιθήσεως ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ συστήματος. Δὲν εἶχον δ’ ἐγὼ ἀνάγκην νὰ προκαλέσω συζήτησιν περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὴν γνώμην μου, οἵαν τὴν αἰσθάνομαι εἰλικρινῶς, ἤτοι κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Τοιαύτην ἀνάγκην ὅμως δὲν ἠσθάνετο ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. συνάδελφος, ὅστις τότε ἔδιδε χεῖρα ἀδελφικὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφῆκε δ’ αὐτὴν ἀμέριμνον ἀναμένων φαίνεται νὰ προχωρήσωσιν οἱ Σέρβοι πρὸς τὴν Σόφιαν καὶ νὰ περιπλακῶσι τὰ τῆς Ἀνατολῆς πλειότερον ἢ τότε, ἵνα ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης!—Ὁποίαν γνώμην ἐγὼ εἶχον ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων, τὴν ἐξέθηκα, καὶ δι’ ἰδίας τροπολογίας διετύπωσα· σᾶς εἶπον ὅτι κηρυχθεὶς ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐνεργείας, ἐψηφοφόρησα ἐναντίον τῆς ὑποβληθείσης ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἣν δὲν εὗρον ὡς διερμηνεύουσαν τὸ φρόνημα τοῦ Τόπου. Ἤμην εἷς μεταξὺ τῶν δέκα, οἵτινες ἐν τῇ συναντήσει τῶν ἰδεῶν ἐψήφισαν κατὰ τῆς γνώμης τῶν 156. Ἀλλ’ ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς, ἥτις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἄλλως ἢ πολιτικὴ τῆς ἐνέδρας, ὀπαδὸς, λέγω, πολιτικῆς οὐσιωδῶς ζημιούσης τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐκαιροφυλάκτησε τὴν χειροτέραν διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἐποχὴν, διὰ νὰ ῥίψῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις, καθ’ ἣν δ’ ἡμέραν οἱ Σέρβοι ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ γενναίου βασιλέως των βαδίζουσι πρὸς τὴν Σόφιαν, ἡμεῖς συζητοῦμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὗ, ἐνῷ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἶχε λυθῆ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν τὴν προεκαλέσαμεν ἡμεῖς, ἄλλοι τὴν προεκάλεσαν.
§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ διακόπτουσι φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη διὰ νὰ μοὶ ὑπενθυμίσωσιν, ὅτι ἄλλοι ἐπροκάλεσαν τὴν συζήτησιν περὶ ἐμπιστοσύνης· λέγουσιν ὅτι ἄλλοι προεκάλεσαν τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ λησμονοῦσιν οἱ ταῦτα λέγοντες ὅτι ἐνταῦθα ἔχω τὴν «Ὥραν» τὴν ἔχουσαν τὸν λόγον τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους δὲν εἶναι ἄλλο ἢ πρόκλησις σαφὴς πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης ἢ μὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρόκλησις κερδοσκοπικὴ ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον οἱ προκαλοῦντες τοιαύτας πολυημέρους συζητήσεις διετύπωσαν ὡρισμένον πρόγραμμα; οὐχί· μομφὰς καὶ οὐδὲν πλέον· κρύπτουσι τὴν γνώμην των. Ἐὰν μᾶς ἐλέγετε ὡρισμένως, ὅτι ὡς κυβερνῆται τοῦτο σεῖς ἠθέλατε πράξει καὶ ἐκεῖνο ἠθέλατε παραλείψει, καὶ ἐγώ, ὅστις ἐπεθύμουν νὰ λυθῇ τοιοῦτο ζήτημα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, θὰ συνήνουν ν’ ἄρξηται τοιαύτη συζήτησις ἐν τῇ κρισιμωτάτῃ ταύτῃ στιγμῇ. Ἀλλ’ οὐδὲν ἄλλο ἔχει ἡ ὁμιλία τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ, ἢ ἀπευθυνομένη πρὸς ἡμᾶς τοὺς γνωρίζοντας τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, ἢ διαστροφὴν τῆς ἱστορίας τῶν τελευταίων ἐτῶν· παρέστησεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐκράτουν οἱ φίλοι του καὶ αὐτὸς ὑψηλὰ τὴν σημαίαν τῶν ἐθνικῶν πόθων καὶ ὅτι ἄλλοι ἐματαίωσαν τὰ πολεμικά των σχέδια. Φείδομαι τοῦ χρόνου, ὅστις ἐὰν πάντοτε εἶναι πολύτιμος, ἤδη εἶναι ὑπέρποτε πολυτιμότατος· ἄλλως, ἤθελον σᾶς ἀναγνώσει ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἢ τοὐλάχιστον περικοπὰς αὐτοῦ, ἵνα σεῖς ἰδίως οἱ παρακολουθήσαντες ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τῶν φίλων του κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ἐκτιμήσητε μέχρι τίνος βαθμοῦ διέστρεψε τὴν ἀλήθειαν ὁ κ. Λομβάρδος (Θόρυβος). Ἡ θέσις τοῦ ζητήματος εἶναι σαφής. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς γινώσκει καὶ τοὺς ὁποίους ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ καταστήσω γνωστοὺς εἰς τὴν Βουλήν, ἐξελέξατο πολιτικὴν οὐχὶ τὴν συμφέρουσαν εἰς τὸ Ἔθνος, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον κρίσιν, διότι δὲν ἀνῆλθεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας μετὰ τὴν ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπάνοδόν του εἰς τὸ βῆμα, ἵνα μᾶς ἐκθέσῃ εἰλικρινῶς καὶ ἄνευ περιστροφῶν τὸ πρόγραμμά του· τὶ δηλαδὴ θὰ ἔπραττεν οὗτος, ἐὰν ἦτο κυβερνήτης, ἵνα κρίνωμεν καὶ ἡμεῖς, ἐὰν τοῦτο ἦτο καλλίτερον τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως· ἂς ἀνελάμβανον δὲ τὴν εὐθύνην ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην στιγμὴν ἤθελον ἐμμείνει πιστοὶ εἰς τὸ κόμμα, χάριν τοῦ κόμματος θυσιάζοντες τὴν Πατρίδα. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε εἶπον καὶ σήμερον θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐὰν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς εἰλικρινῶς ἐξέφραζε ὡρισμένον πρόγραμμα, δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ μὴ ἀκολουθήσωσιν αὐτὸ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἐὰν ἤθελε κριθῆ καλόν. Παρῆλθεν ὅμως ἡ ἐποχὴ αὕτη. Ὁ κ. Τρικούπης εἶπε· «δὲν λέγω ὅ,τι φρονῶ, δὲν ἐμπιστεύομαι τὴν Κυβέρνησιν παντελῶς, δυσπιστῶ πρὸς αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν συζητῶ· δὲν σᾶς λέγω οὔτε τὸ διατὶ, οὔτε τὶ ἔδει γενέσθαι, οὔτε τὶ ποιητέον· θὰ παρασταθῶ εἰς τὰς συνεδριάσεις διὰ νὰ γίγνηται ἀπαρτία»· βαθμηδὸν δὲ προσέθηκε: «Θὰ συζητῶ ἐνίοτε, διὰ νὰ κατακρίνω τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν λέγω, δὲν τὸ κάμνω διὰ νὰ προκαλῶ συζητήσεις περὶ ἐμπιστοσύνης». Ἐν ᾧ δ’ ἔλεγε ταῦτα, στρατιῶται, ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ κόμματός του, αὐτὸς ὁ ὑπαρχηγὸς κ. Λομβάρδος δι’ ἀκροβολιστικῶν πυρῶν συνεχῶς παρακωλύουσι τὴν ψήφισιν τῶν κατεπειγόντων μέτρων. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἀπεκάλεσα τὴν πολιτικὴν ταύτην, πολιτικὴν τῆς ἐνέδρας. Ὄχι, κύριοι· ἐὰν ἔχητε ὡρισμένον πρόγραμμα, ἐὰν δυσπιστῆτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀληθῶς δυσπιστεῖτε, ὑποβάλετε ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόγραμμά σας, θέσατε σαφῶς καὶ γενναίως ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἰδεμή, παύσατε τὴν τοιαύτην τακτικὴν καὶ ἐργασθῆτε εἰλικρινῶς ὡς ἀπαιτοῦσιν αἱ ὄντως κρίσιμοι περιστάσεις. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι βουλευταί, τὴν ἀγανάκτησιν ταύτην, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἀγανακτῶ πρὸ τοῦ οἰκτροῦ τούτου θεάματος, ὅπερ παριστᾷ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον καὶ μάλιστα καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Μιλάνος νικηφόρος προχωρεῖ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ λαοῦ του πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Βουλγαρίας καὶ ἡ Εὐρώπη ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματα πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία αὐτοῦ συζητεῖ ἂν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρόκλησιν πρὸς πολυημέρους συζητήσεις, γενομένην εἴτε ὑπὸ τῶν μὲν εἴτε ὑπὸ τῶν δέ. Καὶ ταῦτα πάντα, καθ’ ἣν ἐποχὴν, ἴσως ἡμερῶν ὀλίγων ὑπολείπεται ἡμῖν προθεσμία. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι οὐχὶ γενναίως ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς καὶ ἐν ἀκαταλλήλῳ χρόνῳ προὐκάλεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἤδη δὲ φυγομαχοῦσιν οἱ φίλοι του· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν οἰκτρὰν ταύτην συζήτησιν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Λέγων ταῦτα, περιττὸν θεωρῶ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ πάλιν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ εἷς ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως· τοὐναντίον, καὶ ὡμίλησα καὶ ἐψήφισα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, δικαιοσύνης αἴσθημα καὶ τὸ πρὸς τὴν κινδυνεύουσαν Πατρίδα καθῆκον μ’ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος, ἵνα σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου σαφῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, λυποῦμαι δ’ ἂν ἐλύπησά τινα, διότι ἀτυχῶς ἡ ἀλήθεια εἶνε πάντοτε πικρά.
§42Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ στρατοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ παρὰ τοῦ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ, ἰδίως δὲ περὶ πωλήσεως ἵππων καὶ κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθῇ ἐνώπιόν της ἀριθμητικὴ κατάστασις τῶν πωληθέντων ἵππων καὶ ἡμιόνων τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαρτίου 1882 μέχρι τέλους Μαρτίου 1885, ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλὴ τί ἔπραξαν οἱ μὲν καὶ τί οἱ δὲ, καὶ νὰ λάβῃ τέλος γνῶσιν ἀκριβῆ τίνες ἐπώλησαν ἵππους καὶ ἡμιόνους οὐχὶ ἀχρήστους καὶ εὐχρήστους, χάριν τῶν παρασκευῶν καὶ προετοιμασίας τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν δυνάμεως.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμοῦ καὶ προσόντων οἰκονομικῶν τινων ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον). (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ συγκατατεθῆτε νὰ περιορισθῇ ἡ τετραετία εἰς διετίαν, διότι νομίζω ἀρκετὴν τὴν διετίαν.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παρετήρησα, ὅτι ὑπάρχει μία ἀσάφεια, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὴν ἀπαιτουμένην διασάφησιν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο καθιεροῖ ἐξαίρεσιν ὑπὲρ ὡρισμένης τάξεως ὑπαλλήλων, δυναμένων νὰ καθέξωσιν ἀνωτέρας θέσεις, ἐχούσας βαθμὸν Τμηματάρχου, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα καὶ χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ὡρισμένας ἐξετάσεις. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη γίνεται μόνον διὰ τοὺς ὑπηρετήσαντας πολὺν χρόνον εἰς θέσιν Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου ἢ Ταμίου Βʹ τάξεως ἢ Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρετήρησα τότε, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅτι μόνον ὁ διατελέσας ἐπὶ τετραετίαν εἰς τὰς θέσεις αὐτὰς δύναται νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν Ἐφόρου Αʹ τάξεως.
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος μὲ προέλαβεν. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐσκόπει οὐχὶ ν’ ἀνατρέψῃ ὅλως τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προάγωνται εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἐφόρου Αʹ τάξεως καὶ τοῦ Ταμίου Αʹ τάξεως, ἐνῷ πρὸς τοῦτο, κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων, ἀπαιτεῖται δίπλωμα καὶ ἄλλαι τινὲς ἰδιότητες, τὰς ὁποίας ὁ νόμος περὶ προσόντων διαγράφει. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐνόησε νὰ καταργήσῃ ἐντελῶς τὰς διατάξεις ταύτας, ἀλλὰ ἐννοεῖ νὰ προσθέσῃ, πρὸς ἐκείνους οἵτινες κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας εἶχον τὰ προσόντα, καὶ τοὺς ἐπὶ τετραετίαν ὑπηρετήσαντας.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θέσις τοῦ Ἐφόρου Αʹ τάξεως καὶ τοῦ Ταμίου Αʹ τάξεως ἔχει βαθμὸν Τμηματάρχου Βʹ τάξεως. Τώρα κατὰ τὸν εἰσαγόμενον νόμον δύνανται νὰ ἔχουν καὶ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως. Διὰ τοὺς δυναμένους νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰς θέσεις ταύτας μὲ βαθμὸν Τμηματάρχου Βʹ τάξεως εἶνε περιττὴ πᾶσα μεταβολή, διότι ὁ νόμος περὶ προσόντων προβλέπει τὰ περὶ αὐτῶν. Ὥστε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπίσης κάμνεται λόγον μόνον περὶ τῶν διορισθησομένων μὲ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως. Ἐνόμιζα δὲ ὅτι θέλετε νὰ κάμετε ἐξαίρεσιν ὑπὲρ μόνων τῶν ἐχόντων πολυχρόνιον ὑπηρεσίαν εἰς θέσιν Ἐφόρου ἢ Ταμίου Βʹ τάξεως.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐνομίζαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τῆς θελήσεως ἡμῶν, καὶ τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ δύναται νὰ προβιβασθῇ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ Ἐφόρου καὶ Ταμίου Βʹ τάξεως εἰς Ὑπουργικὸν Γραμματέα πρὶν διατελέσῃ Βʹ τάξεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζεται, ὅτι δύνανται νὰ προβιβάζωνται οὐχὶ μόνον ὅσοι ἔχουσι τὰ προσόντα, τὰ κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων ὁριζόμενα, ἀλλὰ καὶ οἱ προϋπηρετήσαντες ἐπὶ τετραετίαν.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸν νὰ θέσητε εἰδικὴν διάταξιν, διότι αὐτοὶ ἔχουν ἤδη βαθμὸν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ τάξεως· ἐὰν ἐννοεῖτε, ὅτι καὶ πᾶς ἄλλος ὑπάλληλος, ἔχων βαθμὸν Αʹ τάξεως, δύναται νὰ γείνῃ Ἔφορος ἢ Ταμίας Αʹ τάξεως, πολὺ περισσότερον δύναται νὰ γείνῃ ὁ Ἔφορος ἢ ὁ Ταμίας Βʹ τάξεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σκοπὸς ἦτο νὰ δώσητε εὐκολίαν προαγωγῆς εἰς μόνους τοὺς ἀνθρώπους τῆς ὑπηρεσίας, καταργοῦντες τὰς ἐξετάσεις.
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ποίαν μεταβολὴν προτείνετε;
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διασκευάσω ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ἤθελον διατυπώσει ὡς ἑξῆς τὰ πρῶτα δύο αὐτοῦ ἄρθρα· «Καὶ ἄνευ τῶν ὑπὸ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ ἀπὸ 14 Μαΐου 1884 Νόμου κανονιζομένων προσόντων καὶ ἐξετάσεων, ὁ μὲν ὑπηρετήσας ἐπὶ τετραετίαν Ἔφορος ἢ Ταμίας Βʹ τάξεως ἢ Ὑπουργικὸς Γραμματεὺς Αʹ τάξεως κτλ. (ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ), δύναται νὰ προβιβασθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ τρίτου Κεντρικοῦ Ταμίου ἢ εἰς θέσιν Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου ἢ Ταμίου Αʹ τάξεως, ὁ δὲ ἐπὶ τετραετίαν διατελέσας Γραμματεὺς Ἐφορίας καὶ Ταμίου Αʹ τάξεως δύναται νὰ διορισθῇ Ταμίας ἢ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Γʹ ἢ Δʹ τάξεως».
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν; Τώρα συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου, τῆς ὁποίας τὸ κείμενον ἐνεποίησεν ἀπορίαν τινὰ εἰς ὑμᾶς. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι καὶ ἄνευ τῶν ἐν τῷ νόμῳ περὶ προσόντων τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὁριζομένων προσόντων καὶ ἐξετάσεων δύναται νὰ διορισθῇ ὁ ἐπὶ τετραετίαν ὑπηρετήσας.
§53ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ σύγχυσις εἶναι, διότι οἱ Αʹ τάξεως Ταμίαι παρουσιάζονται τώρα μὲ δύο βαθμοὺς Ὑπουργικοῦ Γραμματέως καὶ Τμηματάρχου, ἐνῷ αὐτὸ τὸ «Ὑπουργικοῦ Γραμματέως» δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, διότι τότε πρέπει νὰ μεταβάλητε τὸν Νόμον περὶ προσόντων. Διὰ διαφόρων ὁδῶν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐνίοτε εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξε τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ἄλλη ὁδός.
§55ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ὅλα αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀκόμη δὲν ἐτυπώθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ἐγὼ περὶ προσόντων.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν, διότι τὸ τυπογραφεῖον ἔχει πολλὰς ἐργασίας· ἄλλως, ἐγὼ δὲν εἶμαι οὔτε τυπογράφος, οὔτε διευθύνω τὸ τυπογραφεῖον. Τέλος πάντων πρόκειται νὰ γείνῃ καμμία μεταβολή;
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ κείμενον τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου ἔχῃ ἀποκλειστικὴν ἔννοιαν, ὅτι μόνον αὐτοὶ δύνανται νὰ διορισθῶσι, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν μένει τὸ ἄρθρον 2 ὅπως ἔχει. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 381,550 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1885· εἰς δευτέραν συζήτησιν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ προσωρινῶν εἰδικῶν Ἐπιτρόπων παρὰ τε τῇ Ἰονικῇ Τραπέζῃ καὶ τῇ προνομιούχῳ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν. Τὸν λόγον ἔχει ζητήσει ὁ κ. Θεοτόκης.
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἤλπιζον, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποσύρει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἀπαλλάξει ἡμᾶς τοῦ κόπου νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ἀτελῶς ἐν τοῖς Γραφείοις συνετάχθη καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀτέλειαι βεβαίως δὲν καταστρέφονται διὰ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προετάθησαν, ἀλλ’ ἐν τισι μάλιστα αὐξάνουσιν. Ἤλπιζα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐχὶ μόνον διὰ τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας περιέχει, ἀλλὰ διότι συνετάχθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν αὐτὴ ἐνόμιζεν, ὅτι τὰ προσωρινὰ μέτρα ἦσαν μόνα ἀρκετὰ, ὅπως θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐγέννησαν. Λογικῶς λοιπὸν ὤφειλα νὰ πιστεύσω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ, ὅτε ἡ Κυβέρνησις, πανταχόθεν πιεζομένη, ἀνεγνώρισε καὶ αὖθις, ὅτι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν οἰκονομικὴν ἐργασίαν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα δέον νὰ εἶναι διαρκῆ. Αἱ ἐλπίδες μου ὅμως ἐψεύσθησαν, διότι οὐχὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιόν της, ἀλλ’ ἠρνήθη καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Ἀναγκάζομαι ἑπομένως νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς ἀπαντῶ εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, καὶ τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, χαρακτηρίζει ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὑπ’ αὐτῆς ληφθέντα. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εἶναι, ὅτι προδίδει ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως παντελῆ ἔλλειψιν ὡρισμένου σχεδίου, προδίδει ἔλλειψιν ὡρισμένου σκοποῦ καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει τὴν συναίσθησιν τῶν σπουδαίων περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν, ὅτι αὕτη δὲν συναισθάνεται τὸ μέγεθος τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον λέγει καὶ ἐπαναλαμβάνει, ὅτι πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ. Πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔχει τοιαύτην συναίσθησιν, ὅταν βλέπω, ὅτι τὰ μόνα οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ πατριωτικὸν δάνειον καὶ ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν! Καὶ βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπέβαλεν οἰκονομικὸν ὅλον σύστημα διαρκοῦς φορολογίας, ἀλλ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι περὶ οἰκονομικοῦ συστήματος τότε μόνον ἐγένετο λόγος, ὅτε ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσεν, ὅτι πάσης τελεσφόρου ἐνεργείας θεωρεῖ ἀναγκαίαν βάσιν, οἰκονομικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα νὰ ὦσι διαρκῆ. Ἄλλως τε, τὸ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν οἰκονομικὸν σύστημα ἀφορᾷ εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πιστώσεις 30 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων καὶ διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐν τῷ ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 ἐνέγραψε πιστώσεις 67 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων διὰ τὰς δαπάνας ταύτας, αἵτινες ἐν συνόλῳ ἀνέρχονται εἰς 94 ἑκατομμύρια, ποίους πόρους ἔχομεν; Ἀπέναντι αὐτῶν τί ἔχετε; τὸ πατριωτικὸν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποτείνεται εἰς τὰς καρδίας τῶν Ἑλλήνων, ἐλπίζων, ὅτι, ἀποτεινόμενος εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν, θέλει τεποθετήσει ὁμολογίας ἀτόκους, ἐνῷ ὁμολογεῖ, ὅτι οὐδεμίαν ὁμολογίαν ἔντοκον ἠδυνήθη νὰ διαθέσῃ, καὶ τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποτείνεται εἰς τὸ βαλάντιον ὡρισμένων τινῶν τάξεων πολιτῶν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω τὰ μέτρα ταῦτα ὡς σπουδαῖα· ἀτυχῶς τὸν χαρακτῆρα τοῦτον φέρουσιν ἐν γένει τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν δὲν ἐφοβούμην τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λέγοντά μοι, ὅτι θέλω νὰ ὑποκινήσω πολιτικὴν συζήτησιν, ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ ὁποία διετάχθη καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον μέτρον, τὸ μέχρι τοῦδε ληφθὲν, ἀποδεικνύει, ὅτι ἐλήφθη ἄνευ οὐδενὸς ὁριστικοῦ σχεδίου ἢ σκοποῦ.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τέλος πάντων προκαλέσατε τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ προσκαλέσῃ ὑμᾶς νὰ κυβερνήσητε.
§62ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε, κ. Πρωθυπουργὲ, εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλῶμεν.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε βουλευτὰ, δὲν συζητοῦμεν περὶ ἐπιστρατεύσεως τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν.
§64ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ περιορίσητε τὸν ἀγορεύοντα ἐντὸς κύκλου, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ διαγράψητε, ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐπιστρατεύσεως, ὅπως σᾶς ὑποδείξω ποῖα τὰ ἐλαττώματα τοῦ μέτρου τούτου, καὶ σήμερον κυρίως, ὅτε διαδίδεται, ὅτι δύο ἕτεραι ἡλικίαι προσκαλοῦνται, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ ὁποία διετάχθη καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἤγαγον ὑμᾶς αἱ πολεμικαὶ διαδηλώσεις συμφώνως πρὸς τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἐκηρύξατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι «αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ρυμουλκῶνται», ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις αὕτη ἐγένετο ἄνευ προηγουμένης σκέψεως. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι προσεκαλέσατε 80,000 ἀνδρῶν, ἐνῷ δὲν εἴχετε οὔτε ἐνδύματα νὰ ἐνδύσητε αὐτοὺς, οὔτε τροφὰς, οὔτε ἄλλο τι τῶν ἀναγκαίων· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι διὰ τῆς προσκλήσεως ταύτης κατεστρέψατε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ λαοῦ. Προσῆλθον οἱ ἔφεδροι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, ἕτοιμοι ἵνα θυσιάσωσι τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἡ ἀπρονοησία τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν αὐτοὺς εἰς τοσαύτας κακουχίας, ὥστε ἐξέλιπεν ὁ ἐνθουσιασμὸς ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ μικρὰ Ἑλλὰς οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ ν’ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα, πρὸς ὃν μοιραίως φέρεται. Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως προδίδουσι παντελῆ ἐν αὐτῇ ἔλλειψιν ἐσκεμμένης ἐνεργείας, τοιοῦτον χαρακτῆρα βεβαίως ἔχει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δικαίως ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὡς ἄστοχον καὶ ἀνεπαρκές. Ἀλλ’ ἐὰν κακῶς ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κάκιστα πράττει σήμερον ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ· κάκιστα πράττει ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν προσωρινῶν μέτρων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πεισθῇ, ὅτι παρῆλθε πλέον ὁ καιρὸς μέτρων προσωρινῶν· κάκιστα πράττει ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ἐκτάκτως τὸν διπλασιασμὸν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδευματιῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν δι’ ἑτέρου νόμου ζητεῖ αὔξησιν διαρκῆ καὶ παγίαν τῶν φόρων τούτων. Πρέπει νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν δύο μέτρων, τῶν προσωρινῶν καὶ τῶν παγίων. Ἀποφασίσασα ν’ ἀκολουθῇ τὴν ὁδὸν τῶν παγίων μέτρων, πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ προσωρινά· ἄλλως τε τὰ προσωρινὰ ταῦτα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει νὰ προσπορισθῇ ποσόν τι, ποίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σκοπεύει νὰ δαπανήσῃ; Ἐνῷ πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν 100,000,000, ζητεῖ διὰ τῶν μέτρων τούτων πέντε ἢ ἕξ ἑκατομμύρια κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἰδικούς της, τρία ἢ τέσσαρα κατὰ ὑπολογισμοὺς ἀκριβεστέρους. Δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τοσαύτας δαπάνας, ἔχει ἀνάγκην δανείων, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ τακτικὸς παρουσιάζει κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ἔλλειμμα δύο ἑκατομμυρίων καὶ ἴσως κατ’ ἀκριβεστέραν ἐξέτασιν πέντε καὶ ἕξ! Ὅταν πρόκηται νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας ταύτας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ὁμολογίαν ὑμῶν ἀνέρχονται εἰς 100,000,000, εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν περὶ προσωρινῶν μέτρων, τῶν ὁποίων μηδαμινὸν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἐν σχέσει πρὸς ταύτας. Ἐκτὸς τούτου, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καθιεροῖ ἀνισότητα μεταξὺ τῶν φορολογουμένων. Δι’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀποτείνεται εἰς τρεῖς μόνον τάξεις πολιτῶν, εἰς τοὺς κατόχους οἰκιῶν, τοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ συνταξιούχους· λησμονῶ, ἀποτείνεται καὶ εἰς τοὺς ὠφελουμένους ἐκ τῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὀλίγοι εἶναι σήμερον οἱ ὠφελούμενοι ἐξ ἀνωνύμων Ἑταιριῶν. Διατί ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὰς τρεῖς ταύτας τάξεις; Διατί αἱ τρεῖς αὗται τάξεις δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι τὸ προνόμιον τῶν θυσιῶν; Μήπως ὑπολαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ προνόμιον τοῦτο εἶναι ἀντίστοιχον πρὸς τὸ προνόμιον τοῦ πλούτου; Ἀλλὰ δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ πλούτου, προκειμένου περὶ Ἑλλήνων ὑπαλλήλων, καὶ πλούτου τοιούτου, ὥστε νὰ ὑποβληθῇ αὐτοῖς εἰσφορὰ μέχρι εἴκοσι τοῖς ἑκατόν. Ἐὰν τώρα ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ καθέκαστα αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἀγόμεθα ἀτυχῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄλλα θέλει σήμερον, ἄλλα θέλει αὔριον. Παρουσιάζεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται συνεισφορὰ μέχρις εἴκοσιν τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν μισθῶν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, μηδὲ τῶν Ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἐξαιρουμένων, καθιεροῦται δηλαδὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀρχὴ κἄπως ἀλλόκοτος, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ θυσιάσωσι τὴν ζωήν των πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς βαρεῖαν εἰσφοράν. Πῶς εἶναι δυνατὸν, ὅταν βλέπω τοιαῦτα νομοθετήματα, νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ ὅσα πρὸ ἡμερῶν ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως γίνονται ἁπλῶς πρὸς τὸ θεαθῆναι; Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς συνταξιούχους, ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ δέχεται τὴν ἑξῆς ἀρχήν· θεωρεῖ αὐτοὺς ἔχοντας τὴν αὐτὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς συνεισφορὰν μέχρις εἴκοσι τοῖς ἑκατόν· ἀφαιρεῖ δηλαδὴ ὄχι μόνον τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν προτάσει τῆς Κυβερνήσεως ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ἀλλὰ προβαίνει καὶ ἔτι περαιτέρω καὶ ἀφαιρεῖ μέρος αὐτῆς τῆς ἀρχικῆς συντάξεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δάνειον. Ἐξανίσταται κατὰ τῶν βλασφημιῶν τούτων ἡ κοινωνία, καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ δηλοῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ὑπογραφήν του, συνετάχθη παρὰ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὅτι ἔχει ἀτελείας τινάς, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων ὑποβάλλει τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία αὕτη ἀνατρέπει ἄρδην τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὰς συντάξεις. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, βεβαίως δὲν παραπονοῦμαι, εὑρίσκω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κάλλιστα ἔπραξεν, ἵνα βελτιώσῃ τὸν νόμον, καὶ ἵνα ἐξ αὐτοῦ ἐξαλείψῃ τὴν ἀρχήν, τὴν τερατώδη κατ’ ἐμέ, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς κρατήσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ στρατὸς διατελεῖ ἐν ἐπιστρατεύσει. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς συντάξεις, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ὑπέβαλεν αὐτάς εἰς τὸν κοινὸν κανόνα διὰ συνεισφορᾶς ἀνωτέρας ἀκόμη τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν πέρυσιν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, αἴφνης ἡ Κυβέρνησις καταλαμβάνεται ὑπὸ ἰδιαιτέρας στοργῆς πρὸς τοὺς συνταξιούχους καὶ δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε τὴν δωρεάν, τὴν ὁποίαν πέρυσι προεκάλεσε δι’ αὐτούς· καὶ οὕτω καθιεροῦται ἡ ἀρχή, ὅτι ἐνῷ ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ τὸ Κράτος ὑποβάλλεται εἰς συνεισφορὰν μέχρις εἴκοσιν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ὁ συνταξιοῦχος, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν παρέχει εἰς τὸ Κράτος, ὑποβάλλεται εἰς συνεισφορὰν μόνον 10%. Δίκαιον λοιπὸν εἶχον διατεινόμενος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄλλα θέλει σήμερον, καὶ ἄλλα αὔριον, ἄλλα ζητεῖ σήμερον, καὶ ἄλλα αὔριον. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ δευτέραν τροπολογίαν. — Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι εἶχε λησμονήσει τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλ’ ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι βουλευταὶ ἐν τῇ μερίμνῃ αὑτῶν ὑπὲρ τῶν πατριωτικῶν θυσιῶν παρετήρησαν αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ἡ Ἑπτάνησος ν’ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν, καὶ ὅτι ἔπρεπε καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν καὶ κατὰ τὸ μέρος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας φορολογικῆς τῆς Ἑπτανήσου νομοθεσίας δὲν ἐφαρμόζετο, ὅσον ἀφορᾷ τουτέστι τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ μάθω, καὶ πιστεύω, ὅτι ὅλοι οἱ Ἑπτανήσιοι συμμερίζονται τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην, ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ μάθω, τίνες οἱ βουλευταὶ οὗτοι, οἱ Ἑπτανήσιοι, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἐφαρμογὴν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§65ΦΛΩΡΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειώσητε ἐμέ.
§66ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς λησμονήσω· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἔλθωσιν οἱ ἐξ Ἑπτανήσου βουλευταὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐζήτησαν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ νόμος περὶ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων.
§67ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§68ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, ἀνθίσταμαι πάσῃ δυνάμει κατὰ τοῦ μέτρου τούτου.
§69ΤΖΑΝΕΣ. Διότι δὲν εἶσαι πατριώτης (θόρυβος).
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε τοιαύτας διακοπάς.
§71ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Τζάνε, δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ ὑβρίζητε.
§72ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω (θόρυβος).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχεις τὸν λόγον· μὴ διακόπτης.
§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναὶ ἀνθίσταμαι ὅλῃ δυνάμει κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, πράττω δὲ τοῦτο οὐχὶ διότι θέλω νὰ καθιερώσω ἀνισότητα ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου, οὐχὶ διότι ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ Ἑπτάνησος μὴ συνεισφέρῃ εἰς τὰς ὑπὲρ τῆς Πατρίδος θυσίας. Ἀντιπροσωπεύων Ἑπτανησιακὴν Ἐπαρχίαν, θὰ ἤμην ἀνάξιος, ἐὰν ἤθελον ἔλθει ἐνταῦθα νὰ ζητήσω καὶ ὑποστηρίξω ἀνισότητα φορολογίας ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν ἐπρέσβευον τοιαύτην ἀντεθνικὴν ἀρχήν. Ὁ Ἑπτανησιακὸς λαὸς, κύριοι, οὐδέποτε ἐζήτησε δικαιώματα, ὑπέστη πάντοτε προθύμως τὰς ὑπὲρ Πατρίδος θυσίας, πάντοτε ἀπέδειξε τὴν φιλοπατρίαν του, καὶ εἰς τὸ στάδιον τῶν θυσιῶν ἀπαντῶμεν αὐτὸν ἐν τοῖς πρώτοις· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι Κυβέρνησις μεριμνῶσα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, καὶ βουλευταὶ, ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Ἑπτάνησον καὶ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων αὐτῆς κηδόμενοι, δύνανται νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον θυσίας διὰ τρόπου μὴ ἁρμόζοντος εἰς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ ἤθη τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπιβάλῃ μέτρα ἄστοχα, τῶν ὁποίων τ’ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ὦσι καὶ θὰ ὦσιν ὀλέθρια διὰ τὸν τόπον. Δὲν παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τῶν ἐκτάκτων εἰσφορῶν· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ταύτας καὶ ἂν ἑπομένως ἀναγκασθῆτε νὰ ζητήσητε ταύτας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, ζητήσατε αὐτὰς διὰ τρόπου ἁρμόζοντος εἰς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλητε νόμον, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἠθέλησεν ἡ Ἑπτάνησος νὰ δεχθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέκρουσε τὴν ἀφομοίωσιν τῆς φορολογίας. Ἡ Ἑπτάνησος διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τοῦ ἐν αὐτῇ ἐπικρατοῦντος τῆς ἐμμέσου φορολογίας, δὲν πληρώνει ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅσα πληρώνουσι αἱ ἄλλαι Ἐπαρχίαι τοῦ Βασιλείου· πληρώνει βεβαίως ἴσα καὶ πιθανῶς περισσότερα. Ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐν αὐτῇ ἰσχυούσης φορολογίας, πράττει τοῦτο, διότι θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὰ δεινὰ τῆς εἰσπράξεως, ἅπερ ἡ ἄμεσος φορολογία συνεπάγεται· πράττει τοῦτο, ὅπως διατηρήσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἀνεξαρτησίαν. Ἐὰν ἔχητε ἐναντίαν ἰδέαν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῆς ἰσχυούσης ἐν Ἑπτανήσῳ νομοθεσίας, ὅπως ἀποφύγωμεν βάρη, ὅπως πληρώνωμεν ὀλιγώτερον, τότε λάβετε τὸ θάῤῥος νὰ ψηφίσητε τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, μὴ ἐφαρμόσητε ὅμως ἐκτάκτως τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Ἄλλως τε, δὲν σκέπτεσθε, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐπιβολὴν τοιαύτης φορολογίας; Οἱ κατάλογοι καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀπαιτούμενα δὲν ὑπάρχουσι. Θὰ ἐκτεθῆτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἰς μυρίας δυσκολίας, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν τὰς δυσκολίας ταύτας ν’ ἀντιμετωπίσητε, προκειμένου περὶ προσκαίρου φορολογίας. Οἱ λόγοι οὗτοι μὲ πείθουσιν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ καταψηφισθῇ· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει καταψηφίσει τὸν νόμον τοῦτον. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συζητήσῃ περὶ γενναιοτέρων μέτρων, πρέπει νὰ ψηφίσῃ μέτρα σταθερὰ καὶ πάγια, ἱκανὰ νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δύναμιν, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὸ πρόγραμμα, ὅπερ λέγει ὅτι ἔχει. Προγράμματα ἐθνικὰ, προγράμματα μεγάλα, μόνον διὰ γενναίων καὶ μεγάλων μέτρων φέρονται εἰς αἴσιον πέρας.
§75Σ. ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Μίαν δήλωσιν μόνον ἔχω, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν νομοσχέδιον δὲν ἔχω, εἰμὴ νὰ ἐκφέρω ὅ,τι προσήκει εἰς ἐμέ. Ἐῤῥέθη, ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον περὶ Ἑπτανήσου ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῇ ὑποδείξει Ἑπτανησίων βουλευτῶν, καὶ δὴ συμπολιτευομένων. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, προσεκάλεσε, καθὼς θετικῶς ἐπληροφορήθην, τοὺς ἐξ Ἑπτανήσου βουλευτὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συσκεφθῶσιν ἐν προκειμένῳ. Ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἀνηκόντων Ἑπτανησίων βουλευτῶν προσῆλθον. Ἐγὼ δὲν προσῆλθον, καθόσον δὲν εἰδοποιήθην· διότι καθ’ ἣν ἑσπέραν ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο ἡ πρόσκλησις ἕνεκα ἀδιαθεσίας δὲν ἤμην παρὼν, ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων δὲ οὐδεὶς προσῆλθεν. Ἄς μὲ συγχωρήσωσιν οἱ ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ παρατηρήσω αὐτοῖς, ὅτι δὲν ἔπραξαν καλῶς, μὴ παρευρεθέντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· διότι δὲν προέκειτο περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, ἠδύναντο δὲ προσερχόμενοι νὰ προσενέγκωσι τὰ φῶτά των, νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν καὶ ὑποβάλωσι τὰς παρατηρήσεις των κατὰ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐὰν ἀνάγκη κατεπείγουσα παρίστατο, νὰ ὑποδείξωσι σύστημα καλλίτερον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Βεβαίως, ὡς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερον τῷ κυρίῳ Πρωθυπουργῷ, ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπιβαλλομένη φορολογία διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θέλει φέρει ἀναστάτωσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας, οὐχὶ διότι ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἐννοεῖ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους, οὔτε ἐπικαλούμεθα ὑπὲρ αὐτῆς ἀσυδοσίαν, ὥς τινες ἠθέλησαν νὰ εἴπωσι, καθόσον ἡ Ἑπτάνησος οὐδέποτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἴδιον αὐτῆς συμφέρον, προκειμένου περὶ ἐθνικῶν συμφερόντων· τὰ πάντα παρεῖδε χάριν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους, καὶ τελευταῖον ἀκόμη ὅτε, καταργηθέντος τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, προσετέθη 10% πρόσθετος τελωνιακὸς δασμὸς πρὸς ἐξίσωσιν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων καὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ζημίας, ὁ φόρος οὗτος προσετέθη καὶ εἰς τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ Τελωνεῖα, χωρὶς οὐδεμία ἐλάττωσις νὰ ἐπέλθῃ εἰς τοὺς Ἑπτανησιακοὺς φόρους, οὐδεὶς δ’ Ἑπτανήσιος ἠγέρθη κατ’ αὐτοῦ, οὐδεμία μεμψιμοιρία ἐγένετο, διότι καὶ τότε ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἴδιον συμφέρον, ἀλλὰ τὴν εὐημερίαν τῶν πλείστων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν Ἑπτανήσῳ νέου φόρου, στηριζομένου ἐπὶ συστήματος ὅλως ἀντιθέτου τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ κρατοῦντος· πρόκειται περὶ ἀμέσου φορολογίας. Οὐδὲ δικαιολογεῖ αὐτὴν ὁ λόγος, ὅτι ἐπιβάλλεται ἐφάπαξ, διότι ἴσα ἴσα πρόκειται ἐφάπαξ νὰ ἐφαρμοσθῇ σύστημα φορολογίας ἄγνωστον ἐν Ἑπτανήσῳ. Θὰ ἔχωμεν δὲ ἐν Ἑπτανήσῳ δύω ἀντίθετα φορολογικὰ συστήματα, τοῦθ’ ὅπερ ἀντιστρατεύεται εἰς πᾶσαν οἰκονομικὴν ἀρχήν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν σήμερον ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπάρχει ἀποστροφὴ πρὸς τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, δὲν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ τὸ εἶδος τῆς φορολογίας. Καὶ πράγματι διὰ τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον συστήματος ἡ Ἑπτάνησος καὶ περισσότερα πληρόνει καὶ καθυστεροῦντα δὲν ἔχει· ἀλλὰ προετίμησε τοὐλάχιστον ἕως τώρα τὸ ὑπάρχον σύστημα, διότι ἀποστρέφεται τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Φρονῶ δὲ, ὅτι δι’ ὀλίγα χρήματα, ἅτινα σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις θὰ εἰσπραχθῶσι, θὰ ἐπέλθῃ ἀναστάτωσις εἰς τὰς Ἐπαρχίας τῆς Ἑπτανήσου διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀνωτέρου φόρου.
§76ΤΙΝΕΣ. Τί προτείνετε λοιπὸν σεῖς;
§77Σ. ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ πρότεινον, ἐὰν ἔκτακτος καὶ κατεπείγουσα ἀνάγκη ἐπιβάλῃ, νὰ ληφθῶσι μέτρα σχετικὰ πρὸς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς Ἑπτανήσου, πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν φορολογίαν κατόπιν συσκέψεως γενομένης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ κρατούντων φορολογικῶν νόμων. Ἄλλως, θὰ ἔχωμεν τραγέλαφον, θὰ ἔχωμεν δύω φορολογικὰ συστήματα ἐν ἐνεργείᾳ· θὰ εἰσαγάγωμεν, καὶ δὴ ἐκτάκτως, φορολογίαν ἄγνωστον εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἥτις πλείονας θέλει ἐπιφέρει ὀχλήσεις καὶ δυσχερείας ἢ ὀφέλη. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν εἶχον νὰ κάμω εἰς τὴν Βουλήν.
§78Γ. ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἀπορῶ, κύριοι Βουλευταὶ, διατὶ ὁ ἐκ Κερκύρας συνάδελφος δὲν εὗρε τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ παρεπονέθη, ὅτι διὰ τὴν Ἑπτάνησον δὲν ἐλήφθη φροντὶς ἵνα καὶ αὕτη συνεισφέρῃ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα, ὅστις ἐπίκειται διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὅτι ὁ Βουλευτὴς οὗτος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κάθηνται εἰς τὰς τάξεις, εἰς τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς κάθηται· ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶναι ὁ κ. Μαυροκέφαλος, καὶ ὅτι οὗτος εἶναι ὁ παραπονεθεὶς καὶ προτρέψας τὴν Κυβέρνησιν ἐν πλήρει συνεδριάσει τῆς Βουλῆς καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς νὰ μὴ διστάζῃ, ὅτι καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι οὐ μόνον δὲν ἀποκρούουσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον παραπονοῦνται διατὶ δὲν συμπεριελήφθη ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἡ Ἑπτάνησος, ἥτις καὶ πρόθυμος εἶναι καὶ ἀξιοῖ μάλιστα, ἵνα συνεισφέρῃ καὶ αὕτη ἀναλόγως εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα αἱ ὕψισται ἀνάγκαι τοῦ Τόπου ἐπιβάλλουσιν. Ἡ ἄγνοια ἄρα τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας δὲν εἶναι ἀληθής. Ἀλλὰ μὴ ἆρά γε εἶναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι δὲν πιστεύει νὰ ὑπάρχῃ Ἑπτανήσιος ὅστις νὰ ἀσπάζηται καὶ νὰ προβάλλῃ τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν αὐτοῖς τὴν ἀνισότητα, τὴν ἀδικίαν, τὴν καταπίεσιν καὶ τόσα ἄλλα κακὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερεν; Καὶ ὅμως γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι δέκα πέντε καὶ πλείονες τῶν Βουλευτῶν Ἑπτανησίων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως, τῆς συμπεριληφθείσης ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ.
§79ΤΟΜΠΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπεφάνθην περὶ τῆς παραδοχῆς.
§80ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐβεβαίωσα, ὅτι ὁ κ. Τόμπρος συνεφώνησε μετὰ τῶν ἄλλων· εἶπον ὅτι 15 Βουλευταὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν συνεφωνήσαμεν. Ὥστε μένει ἀκεραία ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Τόμπρου κατὰ τῆς φορολογίας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἡ ἐνταῦθα διδομένη παρ’ αὐτοῦ ἐξήγησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξησφάλισεν ἤδη αὐτήν. Ἐπίτρεψόν μοι, ἀξιότιμε συνάδελφε, νὰ ἐκφέρω ἐνταῦθα καὶ ἑτέραν ἀπορίαν, ἣν ἔχω. Εἶσθε βεβαίως κατὰ τῆς φορολογίας, περὶ ἧς πρόκειται· ἐν τούτοις οὐδεὶς ἐκ τῶν μὴ συνελθόντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ τὶ ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Ἑπτάνησος ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ κ. Θεοτόκης ἀνεμνήσθη, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἀείποτε συνεισέφερεν εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, ὅτι ἀείποτε ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ὑποβλήθη εἰς πᾶσαν θυσίαν· διαβεβαιοῖ ὅτι καὶ ἤδη ἑτοίμως θέλει ὑποβληθῇ εἰς ὁμοίας ἢ καὶ ἀνωτέρας· ἀλλὰ διατί δὲν ἐνόμισε καλὸν νὰ εἴπῃ τίνι τρόπῳ θέλουσι προσφερθῆ αἱ θυσίαι αὗται, προκειμένου περὶ χρηματικῆς εἰφορᾶς; Ἐγὼ καὶ πάντες οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ἀσπασθέντες τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, θὰ τῷ ὀφείλωμεν χάριν καὶ χάριν μεγίστην, ἐὰν τῷ ὄντι ὑποδείξῃ ἡμῖν τρόπον, δι’ οὗ νὰ πειθώμεθα, ὅτι δυνατὸν εἶναι Ἑπτάνησος νὰ συνεισφέρῃ ἀξιοπρεπῶς, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν συστήματος· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας περιωρίσθη μόνον εἰς μομφὰς καὶ δὴ εἰς μομφὰς κατὰ τῶν προσώπων, κατὰ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ! Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ σκέπτηται καὶ νὰ ἀποφαίνεται ὡς ἂν δύναται καλλίτερον τὴν ἐλευθερίαν ταύτην οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ αὐτῷ, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον, οὐδαμῶς εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς κρίσεις τοῦ κυρίου συναδέλφου, οὔτε ἐνεθυμήθημεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ στρέψωμεν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν τὸν νοῦν ἡμῶν εἰς ταύτας. Ἀσπασθέντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν σύστημα, ἔχομεν μόνον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν ἀποβλέποντες, μετὰ θάῤῥους ἀπεδέχθημεν τὴν εἰσφορὰν ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ νομοσχεδίου. Ἄλλως, δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν, ἀλλ’ εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τὴν ἀκαταμάχητον λογικὴν τῶν πραγμάτων. Κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν ὁ νόμος διεσκευάσθη καλῶς καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ διασκευασθῇ δικαιότερον καὶ λογικώτερον. Πρόκειται κύριοι Βουλευταί, νὰ φορολογηθῶσι τρεῖς τάξεις πολιτῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσι διὰ θυσιῶν ἐκτάκτων, ἐπιβαλλομένων ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπεν αἱ θυσίαι αὗται νὰ ἐπιβαρύνωσιν ἅπαντας τοὺς πολίτας Ἕλληνας ἢ τινὰς τάξεις αὐτῶν, εἶναι ζήτημα βεβαίως ἄξιον πολλοῦ λόγου, καὶ εὐχῆς ἔργον ἦτο ἡ ἔκτακτος αὕτη εἰσφορὰ νὰ ἐβάρυνεν ἅπαντας ἀδιακρίτως τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀδυσώπητοι ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσι μέτρα ἔκτακτα καὶ μὴ συνάδοντα μὲ τὸ δίκαιον ἀπολύτως· βεβαίως ἐὰν τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἦσαν πρόχειρα καὶ ἱκανά, ἡ τοιαύτη ἐπιβάρυνσις, ἡ καταθλίβουσα ὡρισμένας τάξεις πολιτῶν, θὰ ἦτο φοβερὰ κατάθλιψις. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ἐπικειμένων κινδύνων, ποῦ εὐλογώτερον, οὐχὶ δικαιότερον, δύναται νὰ καταφύγῃ τὸ Κράτος, ἢ ἐκεῖ ὅπου πιστεύει, ὅτι δύνανται νὰ συνεισφέρωσιν ἀμέσως καὶ ὑφίσταται ἑτοίμη καὶ λειτουργοῦσα ἡ διαδικασία πρὸς ἐξεύρεσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ζητουμένου; Τούτου οὕτως ἔχοντος καὶ προκειμένου νὰ ἐπιβαρυνθῶσι τάξεις τινὲς τῶν πολιτῶν τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ διὰ τὴν Ἑπτάνησον; Ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐκεῖ ἄλλη βάσις; Ἔπρεπε νὰ ἰσχύσῃ ἄλλο σύστημα; Ἔπρεπε τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδευματίου καὶ τὸν φόρον τοῦ ἐνοικίου νὰ τὸν πληρώσῃ ὁ γεωργός, ὁ ἰδιοκτήτης γαιῶν, ὁ ἐργάτης; Διατί, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἀξιοῦτε, ἵνα καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον ὁ ἀγρότης Κερκύρας τοὺς φόρους, οἵτινες ἐπιβαρύνουσι τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Κερκύρας; Ποῦ εὑρίσκετε τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν θεωρίαν σας ταύτην; Ἰδού, κύριοι, ποῖος ἦτο ὁ λόγος, ὅστις μᾶς ἔπεισε νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ἵνα ἡ εἰσφορὰ γένηται διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, αὐξάνοντες κατὰ ποσοστὸν τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγήν. Εἰς τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ, οἱ ἄμεσοι φόροι, ὡς γνωστόν, εἰσπράττονται διὰ τῶν Τελωνείων κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἄμεσος δὲ συνέπεια τούτου θὰ ἦτο ἡ ἑξῆς· τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι καταβάλλει ὁ ἐπιτηδευματίας καὶ ὁ ἔχων οἰκοδομάς, ἐν Ἑπτανήσῳ θέλει καταβάλλει ἄλλος, ἢ ἐκεῖνος ὅστις εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ αὐτὸν ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ. Ἐπαναλαμβάνω ἑπομένως λέγων, ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζεται παρ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἀξιοῦσιν, ὅτι ἐπαξίως τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς αὐτῶν θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐντολέων αὐτῶν. Ἀπέκρουσα λοιπὸν ὡς παράλογον καὶ ἄδικον τὴν βάσιν, ἥτις ἐπροτάθη ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ συνδιασκέψει, τῇ γενομένῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ νὰ ἐπιβληθῇ δηλονότι φόρος ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἀντὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τὴν ἀπέκρουσα, ὡς εἶπον, λόγῳ τῆς ἀνισότητος, ἥτις θὰ χαρακτηρίζῃ αὐτὴν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ της. Ἀλλὰ μήπως ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι δεινὴ συμφορά, ἐὰν ἐπιβληθῇ εἰς τὴν εἰσαγωγήν; Κατὰ τὴν κρίσιν μου, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ οὐδὲ εἰς τὴν εἰσαγωγήν, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι συνεπάγεται τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, τοῦ νὰ πληρώνωσι δηλονότι πάντες ὅ,τι ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ πληρώνουσί τινες· ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ εἰσπραχθῇ, θέλομεν ὑποστῆ ταὐτοχρόνως μεγάλην ζημίαν ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ φόρου τῆς εἰσαγωγῆς ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἡ ἀναλογία τῆς Ἑπτανήσου ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν εἰσφορᾷ ἀνέρχεται ἀπὸ 400 μέχρι 500 χιλιάδων δραχμῶν. Πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἐστηρίχθησαν οἱ βουλευταί, οἱ συνελθόντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἁπλᾶς πληροφορίας, ἀλλ’ εἰς πληροφορίας, ἐξηγμένας ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ Ὑπουργείου. Ὅθεν, προκειμένου νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἐξ Ἑπτανήσου, ἀνερχόμενον εἰς 400,000–500,000 χιλιάδας δραχμῶν, ἐὰν ἐπιβαρυνθῇ ἡ ἐξαγωγή, τὸ βάρος ἤθελεν εἶναι μέγα, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἤθελεν ἐπέλθει καταστροφὴ εἰς τὸν Τόπον. Ἀλλ’ ἔλεγόν τινες, λέγει δὲ ἀκόμη καὶ σήμερον ὁ συνάδελφος κ. Λάσκαρης, διατί νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν τὴν φορολογίαν ταύτην εἰς τὴν εἰσαγωγήν; Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑφίσταται πλάνη μεγίστη περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων· ἐὰν, κύριοι, ἐπιβάλωμεν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τὴν εἰσαγωγήν, τί γίνεται ἐφεξῆς τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑπτανήσου; Ἐὰν ὁ ἔμπορος, προκειμένου νὰ ἀποβιβάσῃ εἰς Κεφαλληνίαν ἐμπορεύματα, λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰσαγωγικὰ τέλη πολὺ πλειόνα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς λιμένας τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, βεβαίως δὲν θὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐμπορεύματα αὑτοῦ. Τὸ ἐμπόριον δὲν εἶναι τυφλόν· θὰ εἰσαγάγῃ λοιπὸν τὰ ἐμπορεύματα αὑτοῦ ὁ ἔμπορος εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἢ εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα· ἡ δὲ Ἑπτάνησος; ἵνα πορισθῇ αὕτη τῶν ἐμπορευμάτων, ὧν ἔχει ἀνάγκην, θὰ ὑποστῇ ὁλόκληρον τὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς καὶ οὕτω θὰ παύσῃ ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ ἐμπορικὴ κίνησις, οἱ δὲ καταναλωταὶ θὰ πληρώνωσι τὰ πρὸς κατανάλωσιν εἰς τιμὰς πολὺ ὑψηλοτέρας ἐκείνων, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ. Ἐθεώρησα δὲ καὶ θεωρῶ ἐντελῶς παράλογον, ἐντελῶς ἄτοπον, νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, ἤτοι τῶν 400,000 δραχμῶν, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ἀφοῦ ἀπειλεῖται εἰς τὸν Τόπον τοιαύτη καταστροφή. Τί ἀπέμενε λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, εἰς ἡμᾶς τοὺς συνελθόντας εἰς ἰδιαιτέραν σύσκεψιν, ὅπως ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς εἰσφορᾶς καὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταλληλοτέρου πρὸς εἴσπραξιν αὐτῆς; Δὲν μᾶς ὑπελείπετο βεβαίως ἢ ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, τοῦ νὰ παραδεχθῶμεν δηλονότι νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ οἱ νόμοι τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, ἤτοι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναί τι ἀδιάφορον διὰ τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου. Ὁμολογῶ ὅτι οὗτος ἀποστρέφεται τὸν εἰσπράκτορα, μισεῖ καὶ αὐτὸν καὶ τὰ καταλύματα· ἀλλὰ τί δύναται ἡ Ἑπτάνησος νὰ εἴπῃ, ἀφοῦ καλεῖται καὶ αὐτὴ νὰ συνεισφέρῃ, ὅπως καλεῖται καὶ ἡ λοιπὴ Ἑλλάς; Νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς θυσίας, διότι αἰσθάνεται ἀποστροφὴν πρὸς τὸν εἰσπράκτορα; Ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς νὰ δεσμεύσωμεν τὰς χεῖρας ἀπέναντι τῶν κινδύνων, διότι ἀποστρέφονται τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν; Τί; θέλει διστάσει νὰ εἰσφέρῃ καὶ ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ἀφοῦ δὲν εὑρέθη ἕτερος τρόπος καταλληλότερος ὅπως συνεισφέρῃ; Ἀλλ’ οἱ συμπολῖταί μου Κεφαλλῆνες, κ. Βουλευταί, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀντεμετώπισαν πᾶν δεινὸν, ὅταν κατὰ τὸν μακρὸν πόλεμον ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1821 προσέφεραν τὰς περιουσίας καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερώσεως αὐτῆς. Οἱ Κεφαλλῆνες δὲν ἐδίστασαν νὰ ὑποστῶσι πᾶσαν θυσίαν, ὅταν κατὰ τὸ 1848 ὕψωσαν τὴν σημαίαν τῆς Ἑνώσεως καὶ ἐγνώριζαν τὰς συνεπείας ἀπέναντι τῆς ἰδέας τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος ἡ Κεφαλληνία δὲν ὠπισθοχώρησεν ἀπέναντι τῶν ἀγώνων οὐδεμιᾶς καταστροφῆς· ἀνέλαβε τὸν εὐγενέστατον ἀγῶνα, καὶ τοῦτο ἔπραξεν, ἐν ᾧ ἀπελάμβανεν ἱκανὰς ἐλευθερίας, χωρὶς νὰ πάσχῃ οὐδὲν τῶν δεινῶν, ἐξ ὧν ἔπασχε καὶ πάσχει ἡ δεδουλωμένη Ἑλλάς. Τὸ ἔπραξεν ἐξ ἁγνοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα ἔρωτος. Καὶ θέλετε ὑμεῖς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπέναντι τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιέστη νῦν ἡ Ἑλλὰς, πρέπον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ σταματήσωμεν νὰ περιμείνωμεν μέχρις οὗ ἐπιφανῇ ἐν Ἑλλάδι ὁ προσδοκώμενος σοφὸς Οἰκονομολόγος, ὅστις νὰ δείξῃ τὸ σύστημα τὸ νέον περὶ φορολογίας καὶ τότε νὰ δυνηθῇ καὶ ἡ Ἑπτάνησος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς τοῦ νὰ συνεισφέρῃ δηλονότι τὴν ἀναλογίαν της ἐν ταῖς θυσίαις, ἵνα μὴ ἔχῃ ὁ λαὸς αὐτῆς ἐνώπιόν του τοὺς εἰσπράκτορας, οὓς μισεῖ; Διατί, κύριοι ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι, δεικνύετε τόσην στοργὴν εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐσυνείθισεν ἡμᾶς ἀτόπως νὰ πληρώνωμεν χωρὶς νὰ γινώσκωμεν τί πληρώνομεν χωρὶς νὰ τὸ βλέπωμεν; Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ φόροι λαμβάνονται ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ φορολογουμένου. Ὁ ἐλεύθερος, ὁ συνταγματικὸς πολίτης εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ τί συνεισφέρει, διότι τότε ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου του, χάριν τῆς ὁποίας καταβάλλει. Ἑπόμενος τῇ ἀρχῇ ταύτῃ εἶχον ἕνα ἔτι λόγον, ὅπως ἀσπασθῶ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου. Ὥστε, κύριοι βουλευταί, ὅ,τι ἔπραξαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ Ἑπτανήσιοι, τὸ ἔπραξαν ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐκπληροῦσιν ἱερὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπιβάλλεται κατ’ αὐτὰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Δὲν παρελείψαμεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ζήτημα ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ τὸ Κράτος τὰ νέα ταῦτα βάρη, καὶ πάντες ἔγνωμεν, ὅτι οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία δύναται νὰ ἐγερθῇ περὶ τούτου. Πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὅτι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν, εἶνε ἱκανοὶ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς προσωρινὰ μέτρα; Πῶς δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ βασίμως, ὅτι ἀπὸ τοῦδε δέον νὰ ὁρισθῶσιν ἅπαντες οἱ πάγιοι φόροι, ὧν ἔχομεν ἢ θὰ λάβωμεν ἀνάγκην, ἀφοῦ διατρέχομεν περιστάσεις, καθ’ ἃς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, οὔτε οἱ πάγιοι φόροι, οὔτε οἱ προσωρινοί, οὔτε αἱ εἰσφοραὶ, οὔτε τὰ ζητηθέντα μέχρι τοῦδε δάνεια, οὔτε τέλος ὅ,τι ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἱκανά; Πρὸς τί λοιπὸν ὁ τόσος θόρυβος διὰ τὴν προκειμένην εἰσφοράν; Καὶ πιστεύετε ὅτι διὰ μόνον τῶν γνωστῶν μέτρων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀνάγκας, ὑφ’ ὧν περιστοιχεῖται ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος; ὁποία πλάνη! Ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν τούτων ἐμφορούμενος ὑποστηρίζω, κύριοι βουλευταί, ὅλαις δυνάμεσι τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν, ὡς ἐτροπολογήθη διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ νόμος περὶ οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Εὔχομαι δὲ ὅπως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου καταδείξῃ εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι ἀγαπᾷ καὶ τὸ ὁποῖον ἰσχύει μέχρι σήμερον, συμφέρει αὐτῷ ν’ ἀντικατασταθῇ καὶ ἐξομοιωθῇ ἐν τοῖς πλείστοις μετὰ τοῦ συστήματος, τοῦ ἰσχύοντος ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει, ἵνα λείψωσιν αἱ διακρίσεις, ἵνα παύσωσι τὰ παράπονα καὶ ἵνα μάθῃ ὁ λαὸς οὗτος τὶ συνεισφέρει καὶ διατὶ συνεισφέρει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§81ΤΖΑΝΕΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐβιάσθην ἐξενεγκὼν τὴν ἣν ἐξήνεγκον φράσιν, καὶ δηλῶ, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν ν’ ἀπευθύνω αὐτὴν πρὸς τὸν κύριον Θεοτόκην. Τὸν Θεοτόκην ἐν Φλωρεντίᾳ ἐγνώρισα πρὸ δύο καὶ εἴκοσιν ἐτῶν, καὶ ἐγνώρισα ἐκεῖνον, ὅστις εἰς μόνον τὸ ἄκουσμα «Κόμης» ἠσθάνετο ἀποστροφήν (θόρυβος). Κύριοι, ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης μὴ ἀνησυχεῖτε· ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐὰν θέλῃ νὰ δεχθῇ ὅ,τι ἐγὼ δὲν ἀπέδωκα αὐτῷ ἐν γνώσει, εἶναι κύριος νὰ τὸ δεχθῇ· ἐγώ, ἀφοῦ ἐν τῇ Πατρίδι μου δὲν ἀναγνωρίζονται τοιοῦτοι τίτλοι, δὲν θὰ τὸν ὀνομάσω ποτὲ Κόντε. Ἂν ὁ κύριος Θεοτόκης δὲν μὲ γνωρίζῃ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρισθῶμεν, ἀφοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία αὕτη, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑπτανήσου, ἐν ᾗ θὰ ἀνεύρῃ τὸ ὁποῖον φέρω ὄνομα. Τότε, ὅτε ἄλλοι δὲν ὠνειρεύοντο οὔτε κἂν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν, οὔτε ἀγῶνα Ἑλληνικόν, τότε ὁ ἐμὸς πατὴρ κατὰ τὸ 1811 ὑπηρέτει ἐν Ἀγγλικῇ ὑπηρεσίᾳ, φέρων χρυσᾶς ἐπωμίδας. Ἐκ τούτου καὶ ἐκ τῆς ἀνατροφῆς μου ἐξάγεται ἡ πρὸς τὸν μεγάθυμον τῆς Ἑπτανήσου λαὸν ὑπόληψις καὶ ἡ πρὸς αὐτὸν ἀγάπη μου. Ὅσῳ δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνεμίχθη ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, τόσῳ παράλογον θεωρεῖται, φρονῶ, τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῆς φιλοπατρίας του, ἥτις εἶναι ἀναμφίλεκτος.
§82Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν, ἀποδεχόμενος τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἀντικρούουσιν αὐτὸ ὡς ἄνισον. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τοῦτο, δὲν δύναμαι νὰ μὴ θεωρήσω δικαίαν τὴν ζητουμένην ἀνάλογον εἰσφορὰν παρὰ τῆς Ἑπτανήσου. Τοῦτο λέγω μετὰ θάῤῥους, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅστις οὐδέποτε ὑπ’ ὄψιν ἔλαβε τὴν ὑλικὴν ζημίαν, προκειμένου περὶ ἐθνικῶν συμφερόντων, ἔχει ἀρκετὰ εὐγενὲς τὸ αἴσθημα, ὥστε νὰ μὴ βαρυθυμήσῃ διὰ τὴν πρόσκαιρον εἰσφοράν, ἣν ἐπιβάλλουσιν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα διαθρέψωμεν καὶ συντηρήσωμεν τοὺς ὑπὸ τὰ ὅπλα κληθέντας ἄνδρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῶν συμπατριωτῶν ἡμῶν Ἑπτανησίων. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, προλαμβάνων τὰς μεμψιμοιρίας τινῶν συναδέλφων, ἐδήλωσα, ὅτι δὲν θεωρῶ ἄδικον τὴν ἐπέκτασιν, ἀλλὰ προσέθηκα ὅτι, προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ ἐκεῖ τοιαύτη εἰσφορά, καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν τὸ ἀναλογοῦν εἰσεπράττετο διὰ τοῦ ὑπάρχοντος φορολογικοῦ συστήματος, ἐπιβαλλομένου προσθέτου φόρου κατὰ τὴν εἰσαγωγήν. Ἡ φορολογία αὕτη, κύριοι βουλευταί, εἶναι δικαιοτέρα, διότι ἐπιβαρύνει ἀνεξαιρέτως πάσας τῆς κοινωνίας τὰς τάξεις, πλειότερον δὲ τὰς εὐπόρους, αἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην μείζονος καταναλώσεως. Ἀντὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις, τῇ συγκατανεύσει πολλῶν ἐξ Ἑπτανήσου συναδέλφων, προέκρινε νὰ ἐφαρμόσῃ ἀπ’ εὐθείας τὸν φόρον οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Ἀλλὰ τοῦτο πράξασα, νομίζω, ὅτι λίαν ἠστόχησε, διότι ἐνῷ θὰ ταράξῃ τὸν κόσμον ἐκεῖ, μὴ ὄντα εἰθισμένον εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν, ἀφ’ ἑτέρου θὰ εἰσπράξῃ πολὺ ὀλιγώτερα τῶν ὅσων ὑπολογίζει. Ἐὰν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπέβλεπεν οὐχὶ εἰς τὰ ἁπλῶς προϋπολογιζόμενα 4 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὸ λοιπὸν Κράτος, ἀλλὰ εἰς τὰ πραγματικῶς εἰσπραττόμενα τρία περίπου, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο διένεμεν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῶν πόλεων, θὰ εὕρισκεν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν θὰ συνεισέφερε πλέον τῶν 300 χιλιάδων δραχμῶν, ταύτας δὲ ἐδύνατο νὰ καταβάλῃ ἄριστα διὰ τῶν Τελωνείων, προστιθεμένου φόρου τινὸς κατὰ τὴν εἰσαγωγήν. Ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Σάμης δὲν στέργει τοῦτο, λέγων, ὅτι οἱ διὰ τῶν Τελωνείων φόροι ἐπιβαρύνουσιν ἰδίως τὴν ἀγροτικὴν τάξιν, ἐνῷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἄλλον προτίθεται σκοπόν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὴς ἴσως ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐκεῖνον τῆς καταναλώσεως, ὅστις διανέμεται εἰς πάντας ἀνεξαιρέτως καὶ ἀνεπαισθήτως, ἐνῷ ἡ φορολογία τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων θὰ ἐπιβαρύνῃ ὀλίγους μὲν ἐκ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, πλὴν λίαν ἐπαισθητῶς ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν καταστάσεως. Ἄλλως, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ φορολογηθῶσιν ἀδιακρίτως πάντες· τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ, ὅτι δίκαιος φόρος εἶναι ὁ ἐξ ἴσου εἰς ὅλους διανεμόμενος καὶ οὐχὶ ὁ ἐπιβαλλόμενος μόνον εἰς ὡρισμένας τῆς κοινωνίας τάξεις. Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο θεωρῶ μέγιστον ἐλάττωμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι δηλαδὴ φορολογεῖ τοὺς ὀλίγους λίαν ἐπαχθῶς, ἐνῷ δὲν ἐπιβάλλει οὐδὲν βάρος εἰς τοὺς πολλούς, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀποκρούω τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, μὴ ἐπιδοκιμάζων συνάμα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκρίθη ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ.
§83Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Προσεκλήθημεν πάντες πράγματι οἱ βουλευταὶ τῶν Ἰονίων νήσων, ἵνα παρευρεθῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς δὲ ἐπληροφορήθημεν σήμερον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μέσης, προσῆλθον μόνον οἱ συμπολιτευόμενοι βουλευταί. Μεταξὺ τῶν μὴ προσελθόντων εἶμαι καὶ ἐγώ· δὲν προσῆλθον ὅμως ἐκ μόνου τοῦ λόγου, ὅτι δὲν ἀποτελῶ μέρος τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ διότι σκεφθείς, εὗρον ἄτοπον τὴν τοιαύτην μερικὴν πρόσκλησιν προκειμένου, περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐν γένει τὸ Κράτος· ἄσκοπον δὲ τὴν μετάβασίν μου, ἀφοῦ ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποτείνεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὁσάκις πρόκειται νὰ λάβῃ συμβουλὰς περὶ τῶν μέτρων αὐτῆς, κατὰ συνέπειαν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἴσως δὲν ἐνόμισαν σκόπιμον νὰ ἀποδεχθῶσι τοιαύτην πρόσκλησιν, βέβαιοι ὄντες ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον προσέλθει, δὲν ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψει αἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου γνῶμαί των· ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο περὶ τῆς Ἑπτανήσου, πρὸς τί σκέψις ἰδιαιτέρα διὰ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, εἰς τὴν ἀπόφασίν της δὲ προέβη ἄνευ τῆς γνώμης ἐκείνων, τῶν ὁποίων ζητεῖ νῦν τὴν γνώμην ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα, ἐνῷ πρόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τῶν διαφόρων βουλευτῶν καὶ νὰ φωτισθῇ, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην; Καὶ ἀποκρούω, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, διότι στηρίζεται ἐπὶ βάσεων, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουσι καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας πάντες οἱ πολίται Ἕλληνες εἰσὶν ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Τὸ νομοσχέδιον διακρίνει τὰς περιουσίας καὶ ἐφαρμόζει τὴν κατὰ προοδευτικὴν κλίμακα φορολογίαν, καθιεροῦν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρεσβεύουσιν οἱ τοῦ κοινωνισμοῦ ὀπαδοὶ καὶ οἱ τῶν ἄκρων δημοκρατῶν, τοιαύτη δὲ ἀρχὴ ἀποδιώκει τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν ἡμετέραν Χώραν εἰς ἐποχὴν μάλιστα, ὅτε τοσαύτην ἔχει ἀνάγκην νὰ προσελκύσῃ αὐτά. Ἀναλόγως φορολογεῖται ἕκαστος κατὰ τὴν περιουσίαν του, ὅτε ὁ ὅρος τῆς φορολογίας, ἤτοι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται αὕτη, εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, καὶ ἡ διαφορὰ εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος καταβάλλει, κανονίζεται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς περιουσίας. Ἐὰν π. χ. τεθῇ ὡς ὅρος τὸ 10 τοῖς ἑκατὸν ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο, φορολογοῦνται πάντες ἐξ ἴσου, καὶ ὁ ἔχων ἑκατὸν πληρώνει 10, ὁ διακόσια 20, ὁ τριακόσια 30, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἐνῷ διὰ τῆς προοδευτικῆς κλίμακος καθιεροῦται ἀντίθετος ἀρχὴ, καὶ ὁ κατέχων περιουσίαν διπλασίαν, ἢ τριπλασίαν δὲν καταβάλλει τὸ διπλάσιον, ἢ τὸ τριπλάσιον, ἀλλὰ τὸ τριπλάσιον ἢ πενταπλάσιον κατὰ τὴν διάθεσιν καὶ τὸ φρόνημα τοῦ κανονίζοντος τὸν φόρον νομοθέτου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει διακρίσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς τάξεις ὡρισμένων πολιτῶν, παραλεῖπον τὰς λοιπάς. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ παραδέχεται καὶ διακρίσεις μεταξὺ τῆς αὐτῆς τάξεως· διότι, ἐνῷ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν νὰ ἐπιβάλῃ βάρος εἰς πάντας, ὅσοι ἀπολαμβάνουσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ὡς τοῦτο εἶχε καθιερωθῆ ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ, κατόπιν διὰ τροπολογιῶν μεταβάλλεται ἡ ἀρχή· καὶ ἐνῷ ἐξαιρεῖ ἀφ’ ἑνὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ἀφ’ ἑτέρου ποιεῖται διάκρισιν ὡς πρὸς τοὺς συνταξιούχους, φορολογοῦν τοὺς ἀπολαμβάνοντας σύνταξιν κατωτέραν τῶν 400 δραχμῶν πρὸς 5 τοῖς ἑκατὸν, κατὰ 10% δὲ τοὺς λαμβάνοντας ἄνω τῶν 400 δραχμῶν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κερκύρας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Ἐννοῶ τὴν ἀπαλλαγὴν ὅλων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἐννοῶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν στρατιωτικῶν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκθέσωσι τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, ὅτε τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ αὐτῶν ἀφειδῶς πᾶν ὅ,τι δύναται, καὶ οὐδεὶς θὰ μεμφθῇ ποτε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοιαύτην πρᾶξιν· ἀλλ’ ἐνόσῳ διατελοῦμεν ἐν εἰρήνῃ, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν εἰσφορὰν, καὶ νὰ ἀποτελέσωσιν ἐξαίρεσιν εἰς τὴν καθιερουμένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀρχήν. Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀφορᾷ ἢ εἰς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῆς προσόδου τοῦ κινητοῦ πλούτου, καὶ μέχρι τινὸς, παρακολουθῶν τις τὸ νομοσχέδιον, πείθεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι μὲν πρόσοδόν τινα, ἀλλὰ μὴ ὑποβαλλομένην εἰς φορολογίαν· πλὴν ἡ τοιαύτη πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον νόμιμος, καὶ δικαία δύναται νὰ θεωρηθῇ, καθίσταται ὅλως παράνομος καὶ ἄδικος, συμπεριλαμβάνουσα καὶ αὐτοὺς τοὺς κυρίους οἰκοδομῶν καὶ τοὺς ἐπιτηδευματίας. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, οὐδὲν ἄλλο εἶνε ἢ φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου. Ἐνῷ δὲ τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν φορολογοῦνται, παρίσταται δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον ἐκ τῶν περιστάσεων, διότι πρόκειται καὶ ταύτας νὰ ὑποβάλῃ εἰς βάρη, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ ὡς πρὸς τοὺς ἔχοντες οἰκοδομὰς καὶ τοὺς ἐπιτηδευματίας, διότι ὡς πρὸς τούτους εἶνε ὅλως ἄδικον καὶ παράνομον, νὰ ὑποβληθῶσιν ἐκ νέου εἰς τὸ αὐτὸ βάρος κατ’ ἐξαίρεσιν ὅλων τῶν λοιπῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. Ὅθεν ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἰσότητα, εἰς τὴν ἀναλογίαν, ἀλλὰ καθιεροῖ τὴν διάκρισιν εἰς τὰς περιουσίας καὶ τὰ πρόσωπα καὶ παραβιάζει τὰς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένας ἀρχάς. Ταῦτα δὲ φρονῶν, πρὸς τί νὰ προσέλθω προσκληθεὶς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Καὶ κακῶς τινὲς ὑπέθεσαν, ὅτι οἱ μὴ προσελθόντες δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ὄντες ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐδίστασαν ἢ διστάζουσιν εἰς τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις νὰ ὑποβάλωσιν τοὺς συμπολίτας των εἰς βάρη· τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ ῥηθῇ, πολὺ μᾶλλον δι’ ἡμᾶς τοὺς καθημένους εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες δὲν ἐδιστάσαμεν καὶ βάρη νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὰ, καὶ νὰ ἀποταθῶμεν μετὰ εἰλικρινείας πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας καὶ νὰ καταδείξωμεν εἰς αὐτοὺς ὅτι ἄνευ θυσιῶν τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὡς Κράτος, οὐ μόνον ἐν πολεμικοῖς καιροῖς, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ εἰρήνῃ. Δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀποκρύπτομεν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μας διὰ νὰ ἀφαρπάσωμεν τὴν ψῆφον τούτων, ἐπιφυλαττόμενοι κατόπιν νὰ πλανήσωμεν αὐτοὺς ἐκ νέου. Ὄχι, δὲν προσῆλθον εἰς τὴν πρόσκλησιν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ διάθεσις, ἡ ὁποία ἐδείχθη εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ἦτον ὅλως ἄτοπος, καὶ λέγω ὅτι ἦτον ἄτοπος, διότι ἐξεφράσθησαν διαθέσεις δυσμενεῖς κατὰ τῶν βουλευτῶν ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων καὶ ἀπεδόθη αὐτοῖς ἡ μομφὴ ὡς νὰ ἐζήτουν νὰ ἐξαιρέσωσι τοὺς συμπολίτας των ἐκ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας σήμερον, ἡ δὲ Κυβέρνησις προθύμως ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοιαύτας διαθέσεις. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος καταδεικνύει ὅτι, ὁσάκις ἦλθον ζητήματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπον τὰς λοιπὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, τοὺς λοιποὺς φορολογομένους τοῦ Κράτους, ὁσάκις ἦλθον εὐεργετικοὶ νόμοι καὶ καταργήσεις ἢ ἐλαττώσεις ἀμέσων φόρων, οὐδέποτε ἠγέρθη τις ἐκ τῶν Ἑπτανησίων, διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ τοιοῦτον, ἢ νὰ ζητήσῃ ἀντάλλαγμα. Ἐσιωπήσαμεν, καὶ ἐὰν ἐβλέπομεν ἔτι, ὅτι ἦτο ἄδικον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο, ἵνα μὴ προκαλέσωμεν παρατηρήσεις ἀδίκους, ἵνα μὴ ἀκούσωμεν, ὅτι ἡμεῖς πληρώνομεν ὀλιγώτερον, ἵνα μὴ λάβωμεν τὴν συνήθη ἀπάντησιν: «Ἀφομοιωθῆτε». Καὶ πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ δωρεᾶς μέρους τῶν καθυστερουμένων, ἐπρόκειτο νὰ βραβευθῶσιν οἱ μὴ συμμορφωθέντες εἰς τοὺς προγενεστέρους εὐεργετικοὺς νόμους καὶ νὰ ἐνισχυθῶσιν εἰς τὴν ἄρνησίν των, διδασκόμενοι, ὅτι συμφέρον ἔχουσι νὰ ἀποφύγωσι τὴν δήλωσιν, ἐὰν θέλωσι νὰ ἀπαλλαχθῶσι πάσης πληρωμῆς, διότι θὰ ἐπέλθῃ ἡμέραν τινὰ νόμος ἔτι εὐεργετικώτερος. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔκαμε παρατήρησιν. Καὶ ἂν λάβετε, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὰ καθυστερούμενα, τὰ ἐκ τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως, θὰ εὕρητε πλέον ἴσως τῶν ὀγδοήκοντα ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἡ Ἑπτάνησος διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ, πληρώνει μέχρις ὀβολοῦ τοὺς φόρους αὐτῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις τοὺς εἰσπράττει ἄνευ δαπάνης. Εἶδον, κύριοι, καὶ νῦν διαγινώσκω πολλοὺς δυσανασχετοῦντας ἐπὶ τοῖς λόγοις, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι πληρώνουν ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅ,τι αἱ λοιπαὶ Ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ φρονεῖτε οἱ δυσανασχετοῦντες, ὅτι, ἂν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε πρὸς στιγμὴν βεβαιωθῆ, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι βαρύνονται ὀλιγώτερον τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων, ἤθελεν ἀνεχθῆ κατάστασιν τοιαύτην καὶ δὲν ἤθελε προκαλέσει ἀμέσως τὴν ἀφομοίωσιν; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐζητήθη ἐσχάτως στατιστικὴ πληροφορία ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μάθῃ τί πληρώνει ἡ Ἑπτάνησος διὰ τὸν φόρον τοῦ σταφιδοκαρποῦ, καὶ τοῦ ἐλαίου, τὸ δὲ ἐξαγόμενον εἶναι τὸ ἑξῆς. «Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ ἐπὶ δεκαετίαν μέσος ὅρος τῆς ἀξίας τοῦ ἐλαίου μὲν ἀνέρχεται δι’ ἑκάστην βαρέλαν εἰς δραχμὰς 55 καὶ 97 0)0, τοῦ σταφιδοκαρποῦ δὲ δι’ ἑκάστην χιλιάδα Ἰονικῶν λιτρῶν ἐκ δραχμ. 169 καὶ 18%, ἕπεται ὅτι ὁ εἰσπραττόμενος ἤδη φόρος 18% ἐπὶ τῆς ἀξίας ἀντιστοιχεῖ πρὸς σταθερὸν ἐξαγωγικὸν τέλος διὰ μὲν τὸ ἔλαιον δραχμ. 10 καὶ 7 0)0 κατὰ βαρέλαν, διὰ δὲ τὸν σταφιδοκαρπὸν δραχμ. 30 καὶ 40 0)0 κατὰ χιλιάδα Ἰονικῶν λιτρῶν. Ἀκούετε, κύριοι! τὸ ἐξαγόμενον τῆς πληροφορίας ταύτης εἶνε ὅτι μόνον διὰ τὸν σταφιδοκαρπὸν ἐπληρώσαμεν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν δραχμ. 30 καὶ 50 ἑκατοστὰ κατὰ χιλιάδα. Πόσον θὰ ἐπληρώναμεν ἐὰν ὑπῆρχεν ἀφομοίωσις; δεκατρεῖς μόνον δραχμὰς, διότι ὁ καρπός μας κατατάσσεται εἰς τὰς κατωτέρας ποιότητας. Ἡ διαφορὰ δὲ, τὴν ὁποίαν πληρώνομεν μόνον διὰ τὸν σταφιδοκαρπὸν, ἤτοι 17 δραχμ. κατὰ χιλιάδα, ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν ὅλων τῶν φόρων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι καὶ ἂν ἀκόμη ἠθέλατε εἰσπράττει αὐτοὺς καὶ ἂν δὲν ἀφαιρέσητε ἔτι τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν εἴσπραξιν δαπάνην καὶ τὰ παρομαρτοῦντα καθυστερούμενα. Τί νομίζετε, ὅτι ἔχομεν ἀροτριῶντα κτήνη; τοιαῦτα δὲν θὰ εὕρητε ἢ ἐλάχιστα, εἰς τὰ ὁποῖα ἅμα ἐπιβληθῇ φόρος, θὰ ἐκλείψωσι, διότι πᾶσαι αἱ γαῖαι ἡμῶν εἰσι σχεδὸν κεκαλυμμέναι ἀπὸ φυτείας. Βοσκὰς καὶ γρασίδια δὲν ἔχομεν. Κήπους ποτιστικοὺς λίαν περιωρισμένους. Τί σᾶς μένει ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων εἰς φόρον; τὸ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τὸ τῶν ζώων. Ἀλλ’ ὁποία κτηνοτροφία δύναται νὰ ὑπάρχῃ εἰς νήσους, αἱ ὁποῖαι εἰσὶ κεκαλυμμέναι ἀπὸ φυτείας; Ἐκάμαμεν, κύριοι, τὸν λογαριασμόν μας καὶ ἐπείσθημεν ὅτι ἡ Κεφαλληνία καὶ λοιπαὶ ἔτι νῆσοι πληρώνομεν περισσότερα τῶν ὅσων ἠθέλομεν πληρώσει, οὐχ ἧττον ἀνεχόμεθα τοῦτο. Καὶ ἔχει μὲν δίκαιον ὁ κ. Φλωριᾶς ἰσχυρισθεὶς ὅτι βαρύνεται ὑπερμέτρως ἡ γεωργία, καὶ σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δυσκόλως δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς τὰς εὐφόρους γαίας τῆς Πελοποννήσου· ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ ποσῶς μὲ αὐτὸν ἰσχυρισθέντα ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ὑποστηρίζει ἡ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν πλουσίων, χάριν τοῦ ἰδίου συμφέροντος· διότι, ἂν τὸ ὑποστηρίζουν ἢ μᾶλλον τὸ ἀποδέχωνται, τὸ πράττουσι χάριν αὐτῶν τῶν γεωργῶν, χάριν τῶν ὀρεινῶν κατοίκων τῆς Κεφαλληνίας, χάριν τῶν πενεστέρων τάξεων, αἵτινες πράγματι οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα πληρώνουσι. Καὶ ὁμιλοῦσι, κύριοι, διὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Κεφαλληνίαν.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδικεῖτε τὸν λαὸν τῆς Ἑπταννήσου, μὴ δεχόμενοι φορολογικὴν ἀφομοίωσιν.
§85ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγου σᾶς ἔλεγον, κύριοι, ὅτι ἂν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ἤθελον ἐννοήσει ὅτι ἀδικεῖται τὸ Κράτος διὰ τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας, ἤθελον προβῆ ἀμέσως καὶ εἰς τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, καὶ ἰδοὺ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ἐπὶ πολλὰ ἔτη Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐντριβέστατος περὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, ἔρχεται νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν γνώμην μου, λέγων ὅτι ἀδικεῖται ὁ λαὸς τῆς Ἑπταννήσου μὴ ἀφομοιούμενος. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἐπὶ τοσοῦτον γνωρίζω, ὥστε καὶ εἰργάσθην διὰ τοῦ τύπου καὶ προσεκάλεσα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ σκεφθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ νὰ προλεάνωσι τὴν λύσιν· ἀλλ’ ὁ λαὸς ἀνθίσταται καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐντολοδόχοι αὐτοῦ, ὁ δὲ λαὸς εἶνε ἰσχυρὸς εἰς τὰς κρίσεις του. Ὅταν, κύριοι, ἐρωτήσητε τὸν Ἰόνιον λαὸν τί φρονεῖ περὶ τούτου, θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι γιγνώσκει ὅτι πληρώνει περισσότερον, ἀλλὰ προθύμως καταβάλλει τὸ περιπλέον, διὰ νὰ εἶνε ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τῆς ληψοδοσίας μὲ τὸ Δημόσιον ταμεῖον καὶ ἀπὸ τὰς ἐπισκέψεις τῶν ὀργάνων του καὶ διότι προτιμᾷ νὰ πληρώνῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς. Ἂν ὑποστηρίζωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, δὲν τὸ ὑποστηρίζομεν χάριν τῶν συμφερόντων τῶν ἰδικῶν μας, καὶ λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὴν Κεφαλληνίαν, καὶ προκαλῶ τοὺς Κεφαλλῆνας Βουλευτὰς νὰ μοὶ εἴπωσιν ἐὰν αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὰς δύο αὐτῆς πόλεις, ἀνήκωσιν εἰς κεφαλαιούχους κερδοσκόπους ἀποβλέποντας εἰς τὴν ὠφέλειαν τῶν ἐνοικίων, ἢ ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσι διὰ τῶν φόρων τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος διπλάσιον καὶ ἴσως τριπλάσιον τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Τίνες ἐπιμελοῦνται τὴν κτηνοτροφίαν εἰς τὰς νήσους μας; οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι, οἱ πτωχότεροι τῶν κατοίκων τῆς νήσου. Τίνες ἔχουσι τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἀποκαλοῦσι χωράφια πρὸς σποράν; οἱ ἴδιοι. Τίνες παράγουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸν οἶνον; οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι. Δὲν εἶνε λοιπὸν ἀληθές, ὅταν πρόκειται περὶ συστήματος φορολογικοῦ, ὅτι οἱ καθήμενοι εἰς τὰς ἕδρας ταύτας σκέπτονται ἀναχωροῦντες ἀπὸ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἰδέαν, ἢ ὅτι ἐμφιλοχωρεῖ συμφέρον. Ἐὰν κατισχύῃ ἰδέα τις, αὕτη εἶνε κατὰ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῶν πενεστέρων κατοίκων τῆς νήσου. Ὁ κ. βουλευτὴς Βώλου ἀνεμνήσθη τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ μακαρίτης ἐκ Καλαβρύτων βουλευτής, φέρων παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου καὶ συμβουλεύων τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὤφειλε τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπέκτασις δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, καὶ ὑπεστήριζε νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ νὰ γίνῃ πλήρης ἀφομοίωσις εἴτε δι’ ἐπεκτάσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, εἴτε διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῶν Ἰονίων νήσων καὶ εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος. Βεβαίως ῥιπτομένη τοιουτοτρόπως ἡ ἰδέα αὕτη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, εἶνε ἰδέα, ἡ ὁποία ἀφαρπάζει τοὺς ἀκροωμένους. Καὶ τί λογικώτερον; Καὶ ἠπόρησα κατ’ ἀρχὰς πῶς ὁ μακαρίτης βουλευτὴς Καλαβρύτων ὑπέβαλε τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπείσθην κατόπιν ὅτι τὸ ὑπέβαλε διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἰδέαν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀφομοίωσις ἡμῶν καὶ χάριν πολιτικῶν λόγων, διότι πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῶσι τὰ τοιαῦτα; Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ἰσχῦον ἐν Ἑπτανήσῳ, ὑπάρχει πρὸ αἰώνων; ἀπ’ ἐναντίας, ὑπῆρχε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει καὶ ἀπαράλλακτον, ἀλλ’ ἡ Ἀγγλικὴ προστασία, ἡ ὁποία εἶδεν ὅτι ἔχει ἔδαφος ἀπὸ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις διεπόμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μελετήσῃ πρακτικῶς σκεπτομένη καὶ χάριν τοῦ ἰδίου συμφέροντος καὶ τῆς ἐπιθυμίας τῶν κατοίκων, ἐφήρμοσεν αὐτό, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ὅτι ἑκάστη νῆσος, ἥτις καὶ ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν φορολογικὴν περιφέρειαν, σχεδὸν πάντα ὅσα παράγει, τὰ ἐξάγει καὶ πάντα ὅσα καταναλίσκει, τὰ εἰσάγει. Διατί λοιπὸν νὰ ἔχῃ οἰκονομικοὺς ἐφόρους καὶ εἰσπράκτορας, ἀφοῦ κρατεῖ τὴν θύραν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς; Ὅθεν κατήργησεν τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ ἀναλόγισεν αὐτοὺς ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἐκτάσεις μεγαλειτέρας; Δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς Κράτος ὁλόκληρον; Ἂν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ τοιοῦτο σύστημα, θὰ ἐφορολογοῦντο μόνον οἱ παράγοντες σταφίδα, σῦκα, βαλανίδια, καθότι ὅλα τὰ λοιπὰ προϊόντα καταναλίσκονται σχεδὸν ἐντὸς τοῦ Κράτους, καὶ καταναλισκόμενα ἐντὸς τοῦ Κράτους, θὰ μένουσιν ἀφορολόγητα. Διὰ τοιούτου δὲ συστήματος εἶνε δυνατὸν νὰ προσπορισθῇ τὸ Κράτος τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας; βεβαίως ὄχι. Ὑπεχρεώθην, κύριοι, νὰ ἐκθέσω τὰ ὀλίγα ταῦτα, διότι καὶ ἄλλοτε καὶ νῦν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐλέχθησαν πολλά, καὶ ἂν ἤθελον σιωπήσει, ἤθελον ὑποτεθῇ ἢ ὅτι ἀποδέχομαι ὅσα ἐῤῥέθησαν, ἐνῷ δὲν συμφωνῶ, ἢ ὅτι εἰσὶν ἀκριβῆ καὶ ὀρθὰ ἢ ὅπως δήποτε ὅτι παρέλιπον νὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ἔλθω εἰς συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, τί ἔχομεν νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, οἱ ἐξ Ἑπτανήσου ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταί; νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι κακῶς πράττεις ὑποβάλλουσα καὶ τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν εἰσφοράν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃς; αὐτὸ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ τῇ εἴπωμεν. Εἰμπορεῖ νὰ εἶνε δίκαιον καὶ νόμιμον τὸ παράπονον, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ τὸ εἴπωμεν· τὸ τοιοῦτον ὤφειλε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, εἶναι τὸ ἑξῆς: διατί σταματᾷς ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ προσωρινοῦ μέτρου καὶ δὲν λαμβάνεις ἓν ὁριστικὸν μέτρον; διατί δὲν ἐπεκτείνεις τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὅλου φορολογικοῦ συστήματος, ἀλλὰ ἐκλέγεις τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα; Ἤκουσα τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν λέγοντα ὅτι δὲν εἶνε τοῦ παρόντος καιροῦ τοιαῦτα ζητήματα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ νέου ζητήματος; πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐπὶ τοῦ τάπητος καὶ ἐμελετήθη καὶ συνεζητήθη ἀπὸ τὰ 1864, καὶ δὲν εὑρίσκεται ὄχι βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦς πολίτης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ μορφωμένην γνώμην περὶ αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ ἂν συμφέρῃ ἢ ὄχι τὸ τοιοῦτον ἢ τὶ πρέπει νὰ πράξῃ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ λοιπὴ ἀφομοίωσις τῆς Ἑπτανήσου ἐγένετο δι’ ἑνὸς νόμου ὀλίγων γραμμῶν, καὶ ἐπρόκειτο περὶ Νομοθεσίας, περὶ μεταβολῆς σχέσεων καὶ καταστροφῆς συμφερόντων, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε δισταγμός. Ἂν νομίζετε λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνετε τὴν λοιπὴν φορολογίαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διατί δὲν προβαίνετε, ἀλλὰ σταματᾶτε εἰς αὐτὸ τὸ μερικὸν μέτρον; Τοῦτο καὶ μόνον, κύριοι, μὲ ὑποχρεοῖ νὰ ἀποκρούσω τὸ Νομοσχέδιον, διότι ἐν γένει μὲν τὸ θεωρῶ ὡς ἀντικείμενον εἰς τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας θέτει ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης, προκειμένου νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας. Τὸ ἀποκρούω, διότι δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη πρὸ δύο ἡμερῶν ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, περιορισθεῖσα εἰς τὰ μέτρα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποσχομένη νὰ ὑποβάλῃ μέτρα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν. Τὸ ἀποκρούω ὡς μὴ συνᾷδον, ἀλλὰ παραβιάζον τοὺς κειμένους νόμους ὡς πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς θυσίας, κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅ, τι ὁ κύριος Φλωριᾶς πάνυ δικαίως σᾶς ὑπέμνησεν ἀπὸ τοῦ βήματος, προσθέτω δὲ μόνον, ὅτι αὗται ἐγένοντο προθύμως καὶ ὅτι ἀκόμη δὲν προέκειτο περὶ ἡμῶν.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐλέχθησαν πολλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον, βεβαίως δὲν ἐλέχθη παρ’ οὐδενὸς ἐκ τῶν συνηγορησάντων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπλάσθη ὡς λεχθέν, καὶ πρὸς ἀναίρεσιν τοῦ ὁποίου δύο ἐκ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔλαβον τὸν λόγον καὶ διὰ μακρῶν ἠγόρευσαν. Δὲν ἐλέχθη παρ’ οὐδενὸς τῶν ἀγορευσάντων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος διὰ τοῦ λειτουργοῦντος ἐν αὐτῇ φορολογικοῦ συστήματος πληρώνει ὀλιγώτερον παρ’ ὅσον ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι — εἴτε διότι οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἔκριναν τὴν ἔρευναν ἐντελῶς ἄτοπον καὶ ἀνοίκειον, εἴτε διότι φρονοῦσιν, ὅτι ἐξ Ἑπτανήσου εἰσπράττονται διὰ τοῦ λειτουργοῦντος ἐκεῖ φορολογικοῦ συστήματος περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἤθελον εἰσπράττεσθαι, ἐὰν ἐλειτούργει ἄλλο σύστημα, εἴτε διότι δὲν ἔχουσι κἂν τὴν γνώμην ταύτην — καὶ ἀφοῦ, λέγω, δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι, ἐκπλήσσομαι τῇ ἀληθείᾳ πῶς ἀνέβησαν δύω ῥήτορες, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος πληρώνει περισσότερα διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅπερ ἔχει, ἢ ὅσα ἤθελε πληρώνει, ἐὰν δὲν εἶχεν αὐτὸ τὸ σύστημα. Τίς σᾶς παρεπονέθη, ὅτι πληρώνετε ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἀπαιτεῖται νὰ πληρώσητε; Καὶ ἀφοῦ, ὡς καλῶς παρετήρησεν εἷς τῶν τελευταῖον ἀγορευσάντων, οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τοῦδε προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν μεταβολὴν τοῦ κρατοῦντος ἐν Ἑπτανήσῳ φορολογικοῦ συστήματος, δὲν σᾶς ἀρκεῖ ἡ ἀρνητικὴ αὕτη πολιτεία τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων ὡς ἀπόδειξις, ὅτι εἰς οὐδενὸς τὸν νοῦν ἦλθε νὰ ἐκτοξεύσῃ κατὰ τῆς Ἑπτανήσου παράπονον τοιοῦτον; Ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετέρχονταί τινες, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ ἰσχυρισμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπροτάθησαν, οὐδὲ ἐπολεμήθησαν, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι χρήσιμος εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν ἐκλογικὰ συμφέροντα, δὲν εἶναι ὅμως εἰθισμένη ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις· διότι εἶναι τακτική, μὴ συμβιβαζομένη, μηδὲ συμβαδίζουσα μετὰ τῆς ἀγαθοπιστίας· εἶναι συγκεχωρημένον εἰς τοὺς ῥήτορας νὰ λέγωσιν ὅσα ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἐξήγησεν, οὐδ’ ἐξιππάσθην ἐκ τούτου· εἶναι γνώμη αὐτοῦ, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζῃ τὰς γνώμας του. Ἂν συμβαίνῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας νὰ νομίζῃ, ὅτι ὁ προοδευτικὸς φόρος εἶναι ἐφαρμογὴ ἰδεῶν κοινωνιστικῶν, καὶ οἱ θέλοντες νὰ εἰσαγάγωσιν αὐτὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν τῆς Πατρίδος των εἶναι κοινωνισταί, ὡς εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ὑπαινιχθῇ, τοῦτο εἶναι γνώμη αὐτοῦ· ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐν Ἑλλάδι θέλει μὲ ὑπολάβει ὡς σοσιαλιστήν (ἱλαρότης), διότι δι’ ἐπανειλημμένων νομοθετημάτων προέτεινα τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προοδευτικοῦ φόρου. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν θέλω παραπονεθῆ, ἐὰν ὁ κ. Βαλσαμάκης τὸ φρονήσῃ· ἠμπορεῖ μάλιστα, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πατρίδα του, νὰ πληροφορήσῃ τοὺς λογεῖς του, ὅτι ἐγὼ εἶμαι σοσιαλιστής· ὡς ἐπίσης ἐγὼ δὲν παρεπονέθην κατ’ οὐδενὸς τῶν Ἑπτανησίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συσκεφθῶσι μετ’ ἐμοῦ. Ἠπόρησα καὶ ἡ ἀπορία μου ἴσως ἠδύνατο νὰ συνοδευθῇ μετὰ μειδιάματος, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Βαλσαμάκην ἑρμηνεύοντα τὴν πρόσκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς τῆς Ἑπτανήσου. Λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς ζητεῖ τὰ φῶτα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς σύνταξιν νόμων; Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ὑποθέσῃ ὁ κ. Βαλσαμάκης, καθὼς εἶχε καὶ δικαίωμα νὰ μὴν ἔλθῃ. Ἐγὼ ὅμως εἶχον καθῆκον νὰ καλέσω πάντας τοὺς ἐξ Ἑπτανήσου Βουλευτάς, ὄχι διὰ νὰ ἀντλήσω ἐκ τῶν φώτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φῶτα, ἀναγκαιοῦντά μοι πρὸς κατασκευὴν νόμων, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἐσυνείθισα διὰ τοιούτων παραδειγμάτων ἐκείνους, οἵτινες δὲν βαδίζουσι μετ’ ἐμοῦ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν πορείαν. Εἶχον καθῆκον πάντας νὰ καλέσω τοὺς Βουλευτάς, διότι ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως καθαρῶς τοπικῆς, πρὸς κανονισμὸν δὲ τῆς τοπικῆς ἐκείνης ὑποθέσεως αὐτοὶ ἔπρεπε πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὴν εὐημερίαν τῆς Πατρίδος των, νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὰς γνώμας τῶν συμπολιτῶν των ἐπὶ τῶν ψηφιζομένων νόμων. Ὑπέθετον, ὅτι αὐτοὶ ἔχουσι μέγα συμφέρον νὰ σπεύσωσι νὰ φωτίσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἠπόρει κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ καὶ ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον ποσοστὸν τῆς εἰσφορᾶς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ἀπὸ τὸ ἄλλο Κράτος. Ἀλλ’ οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν. Εἶναι κύριοι τῶν πράξεών των, δὲν εἶναι ὅμως κύριοι νὰ λέγωσιν ὅτι ἐγὼ ἀτόπως προσεκάλεσα αὐτοὺς, ὡς χαρακτήρισεν ἄτοπον τὴν πρόσκλησίν μου ὁ βουλευτὴς Κραναίας. Τῇ ἀληθείᾳ ἐννοῶ τὸν πόθον τοῦ ἀντιλέγειν, ἐννοῶ τὸ συμφέρον πρὸς τὸ ἀντιλέγειν, ἐννοῶ τὴν τάσιν καὶ τὴν ἕξιν τοῦ μεμψιμοιρεῖν, τοῦ ἐπικρίνειν, τοῦ δυσφορεῖν· δὲν ἐννοῶ ὅμως τὸ θάῤῥος τινῶν, οἵτινες, ἀναβαίνοντες ἐπὶ τὸ βῆμα, οἰκοδομοῦσιν ὑποθέσεις, καὶ ἐπιχειροῦσι ν’ ἀντικρούσωσι τὰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ᾠκοδόμησαν. Εἷς τῶν ἀγορευσάντων σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἰσήγαγον αὐτὸ, ἔλεγεν ὅτι γίνονται κρατήσεις ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδὲ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ τί νὰ τῷ εἴπω; Νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν τὸ ἀνέγνωσεν; αἰδοῦμαι νὰ εἴπω τοῦτο πρὸς ἄνδρα, οἷος ἐκεῖνος ὅστις τὸ εἶπεν, ὅτι δὲν ἀνέγνω τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἦλθε νὰ ἀγορεύσῃ.!! Ἀλλ’ ἐὰν ἀνέγνω αὐτὸν ποῦ εὗρε τὴν φράσιν ταύτην; Ἀλλ’ ἂν δὲν τὴν εὗρε, πῶς ἐξεφώνησεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν; Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου πρῶτον περὶ εἰσφορᾶς εἶναι γενικὴ «μισθῶν, ἐπιμισθίων, ἐπιδομάτων, ἀποζημιώσεων κλπ», δὲν ἔλεγε «μὴ ἐξαιρουμένων τῶν ἀξιωματικῶν». Ἐπειδὴ δὲ, ἀφοῦ ὁ νόμος εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξετυπώθη, ἡρμηνεύθη, ἴσως μετὰ λόγου ὑπὸ πολλῶν, ὅτι περιλαμβάνει εἰς τὴν κράτησιν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς, εἶχε δὲ συνταχθῆ οὕτω ἐξ ἀπειρίας τῶν γραφείων, ἔσπευσα νὰ δηλώσω ῥητῶς ὅτι δὲν περιλαμβάνονται οἱ ἀξιωματικοί. Καὶ ἦλθε νὰ σᾶς παραστήσῃ ὅτι ἦτο τερατῶδες νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κράτησιν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ νὰ συνηγορήσῃ δῆθεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς ἂν ταῦτα ἐκινδύνευον ἐκ τῆς κακῆς προαιρέσεως τοῦ ὑπουργείου. Δυστυχῶς πολλοὶ ἐσυνείθισαν εἰς τὴν μικρὰν πολιτικὴν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ ταύτης. Ἡ συνήθεια καθίσταται ἕξις καὶ τὰς ἕξεις δυσκόλως ἀπομανθάνει τις. Ἀλλ’ ἡ μικρὰ πολιτικὴ δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι, καὶ ἴσως, ὄχι ἄνευ λόγου, νὰ διακρίνωνται μεταξὺ τῶν ἄλλων. Ἂν δέ τις ἐπιθυμῇ νὰ διακρίνεται μεταξὺ τῶν ἄλλων, πρέπει πρῶτον νὰ ἀποδεικνύῃ τοὺς τίτλους, οἱ ὁποῖοι τῷ δίδωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τοῦτο· ἄλλως, εἶναι ἴσοι πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ λησμονῶσι τὰ μικρὰ συμφέροντά των εἰς οὐδεμίαν περίστασιν, καὶ ἐσυνείθισαν νὰ δουλεύωσιν αὐτὰ καὶ ὅταν πρόκεινται τοσοῦτον μεγάλα συμφέροντα πρὸς συζήτησιν, οἷα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συζητοῦνται σήμερον. Ἀλλ’ εἶναι περίεργος ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσί τινες. Λέγουσιν, ὅτι αὐτοὶ συζητοῦσιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, καὶ συζητοῦσιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων διὰ νὰ εἰσφέρωσι τὰ φῶτά των εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ὅπως τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζόμενα ὦσι μᾶλλον ἄρτια καὶ μᾶλλον πλήρη. Δὲν συζητοῦσι, λέγουσιν, ἐπὶ τῶν προσώπων, σεβόμενοι τὸ κρίσιμον τῶν καιρῶν, καὶ παραιτοῦνται τῶν πολιτικῶν συζητήσεων. Νομίζουσιν ὅμως, ὅτι δύνανται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν νὰ λέγωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει οὐδὲν σύστημα, καὶ οὐδένα σκοπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἶνε διστάζουσα αἰωνίως καὶ ταλαντευομένη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βίᾳ καὶ παρασυρομένη ὑπὸ τῶν ἐκδηλώσεων τοῦ λαοῦ προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καὶ ταύτην τὴν ἐπιστράτευσιν κακῶς καὶ ἀδεξίως διέταξε, ζημιώσασα μάλιστα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ μαράνασα τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ λέγωσι πάντα ταῦτα. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ βελτίωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν; Διὰ τοῦτο ἐλέχθησαν; Εἶναι δὲ ἄξιον παρατηρήσεως ἰδίως τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον τινὲς ἔχουσι, πρὸ μικροῦ μόλις προκύψαντες εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν.
§87ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν διεφθάρησαν......
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ὁποῖοι ἐπαίρονται, ὅτι δὲν διεφθάρησαν, ὡς ἂν ἡμεῖς εἴμεθα διεφθαρμένοι! Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πρὸ μικροῦ εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔχοντες τὴν ματαίαν οἴησιν, ὅτι θέλουσιν ἔλθει νὰ ἠθικοποιήσωσι τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κ. Λούντζης θέλει ἠθικοποιήσει τὴν Ἑλλάδα!!!
§89Χ. ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάξιος προσοχῆς, κύριε Πρόεδρε.
§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἄξιον ἐκπλήξεως, πῶς ἄνθρωποι πρὸ μικροῦ εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν εἰσελθόντες, ἄνθρωποι, μόλις πέρυσιν εἰσελθόντες εἰς τὸ Κοινοβούλιον, οἵτινες μικρὸν καὶ βραχύτατον κατηνάλωσαν μέχρι τοῦδε χρόνον, ἵνα σπουδάσωσι τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος των καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ἐν τῇ Πατρίδι των δρῶντα, εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἔχουσι τόσον θάῤῥος νὰ ἀποφαίνωνται, χαρακτηρίζοντες τούτους σπουδαίους καὶ ἐκείνους μὴ σπουδαίους, τούτους ἢ ἐκείνους σοβαροὺς καὶ μὴ σοβαρούς, ὡσανεὶ ἠδύναντο νὰ σᾶς κομίσωσιν ἀποδεικτικὰ τῆς σοβαρότητός των ἄλλα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ δημόσιος καὶ ὁ κοινωνικὸς βίος, ἐν τῷ ὁποίῳ μέχρι τοῦδε ἐβίωσαν, παρέσχεν εἰς αὐτούς. Ἐνθυμοῦμαι μίαν δυστυχῆ περίοδον χρόνου. Ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα ὁ Κουμουνδοῦρος, ἠναγκάσθη δὲ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἐνδεικνυομένην καὶ συνιστωμένην εἰς αὐτὸν ὁροθετικὴν γραμμήν· ἕκαστος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν του ταύτην, καὶ ἕκαστος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θλιβῇ, διότι ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς τοιαύτην θέσιν· ἡ Εὐρώπη ἠνάγκαζε τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γραμμὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ τότε ὑπέλαβόν τινες, ὅτι εἶχον καὶ περισσότερον δικαίωμα, ὑπέλαβόν τινες, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ἀποκαλέσωσι προδότην τὸν Κουμουνδοῦρον, διότι ἠξίουν ὅτι ἦσαν κρείττονες ἐκείνου πατριῶται· ὑπέλαβον ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ οὕτως. Ἀπέφευγον ὅμως νὰ εἴπωσι καὶ τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Ἦτο ἀρεστὴ εἰς αὐτοὺς καὶ συμφέρουσα ἡ τοιαύτη ἐλευθερία τῶν ἐνεργειῶν. Μήπως τυχὸν οὗτοι ζητοῦσι νὰ ἐπιφυλάξωσιν εἰς ἑαυτοὺς καὶ τώρα τοιαύτην ἐλευθερίαν ἐνεργείας καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς καὶ διὰ τὸ μέλλον, ἂν ἤθελε συμβῇ νὰ δυστυχήσῃ ποτὲ ἡ Ἑλλάς...
§91ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Οὐδεμία ἀμφιβολία.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σκεφθῆτε, προτείνατε σταθεροὺς φόρους, μᾶς λέγουσι. Καὶ τὸ λέγουσι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν 15,000,000 σταθεροὺς φόρους ἐπροτείναμεν. Πόσους σταθεροὺς φόρους ἠξιοῦτε, κύριοι σεῖς, νὰ σᾶς προβάλλωμεν; Ἠθέλατε 30,000,000 φόρους νὰ σᾶς προτείνομεν; Καὶ σᾶς λέγουσι ταῦτα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι αἱ πόλεις τῆς Ἑπταννήσου καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑπταννήσου θέλει γίνει ἀνάστατος, ὡς σᾶς εἶπον, διότι διὰ μίαν καὶ μόνην φορὰν καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν θέλει ἡ Πατρὶς ζητήσει παρ’ αὐτοῦ νὰ συνεισφέρῃ φόρον 5% ἐπὶ τοῦ ἐκτιμηθησομένου ἐνοικίου τῶν οἰκιῶν των!! Ἐλπίζω, ὅτι οἱ φόβοι των καὶ αἱ προῤῥήσεις των θέλουσι διαψευσθῆ ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν των. Οἱ συμπολῖταί των εἶναι φιλοπάτριδες, ὡς πάντες οἱ Ἕλληνες, καὶ ἐν τοῖς κινδύνοις τοῦ παρελθόντος αὐτοὶ πρῶτοι ἐῤῥιψοκινδύνευσαν καὶ τὰ βαλάντιά των διέθεσαν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Πατρίδος. Θέλετε λοιπὸν σταθεροὺς φόρους 40 ἢ 50 ἢ περισσότερα ἑκατομμύρια; Τόσον καλλίτερον, διότι δὲν θέλουσιν εὑρεθῆ οἱ φίλοι συνάδελφοι εἰς θέσιν νὰ ἐπικριθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐκλογέων των. Καὶ σᾶς ὁμιλοῦσι περὶ δανείου, λησμονοῦντες ἴσως, ὅτι 220,000 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 μένουσιν ἀκόμη ἀπόλυτοι καὶ ἀδιάθετοι· τοιαύτη δὲ ἦτο ἡ ἀγοραία τιμὴ αὐτῶν, ὥστε ἐγὼ ἔμεινα ἄπρακτος, καίτοι λαβὼν τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ἡ Βουλὴ νὰ πωλήσω αὐτὰς εἰς οἵαν ἤθελον ἐγκρίνει τιμήν. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ἀναμιμνήσκωμαι μετ’ εὐφροσύνης τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐγένετο μελέτη περὶ τοῦ δανείου ἐκείνου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἐφρόντισα τότε νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, μολονότι εἶχον διατεθῆ ποικίλαι τότε ἐνέργειαι διὰ νὰ ὑποληφθῇ ὑπὸ τοῦ κοινοῦ τῶν Ἀθηνῶν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἦτο σωτήριον. Λυποῦμαι δὲ διότι ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους προεῖπον κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ αὐτὸ τὸ ὀλέθριον σύστημα τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ δανείου μετὰ τῶν προκαταβολῶν μᾶς περιέδεσεν ἤδη διὰ περιπλοκῶν δυσδιαλύτων μὲ τὸ Ταμεῖον τῆς πατρίδος σας. Συμβουλὰς δίδουσι νὰ εὕρωμεν δάνεια, ὡς ἐὰν ἡμεῖς δυστροποῦμεν καὶ δὲν στέργομεν νὰ δεχθῶμεν δάνεια, ὡς ἂν ἡμεῖς ἠγνοοῦμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμης Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ὁδὸς, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν καὶ τὴν ὁποίαν βαίνομεν, δὲν γνωρίζομεν οὐδὲ πόσας δαπάνας θέλει ἀπαιτήσει, οὐδὲ πόσα βάρη θέλει ἀναγκάσει ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν λαὸν, οὐδὲ ποῦ καὶ πότε θέλομεν φθάσει εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτιθέμεθα. Ἤκουσά τινας κατὰ παρελθούσας συνεδριάσεις, καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα ἐπαναλαμβάνοντας ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμέραν τινὰ εἶπον, ὅτι δὲν ἠξίωσα ποτὲ νὰ ῥυμουλκῶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εὐτυχῶς εἶναι ἐφ’ ἱκανὸν νοήμων ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζει δὲ ἄριστα καὶ τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα καὶ τὰς ἀνάγκας αὑτοῦ, ἐδίδαξε δὲ καὶ πάντα, ὅστις εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ ῥυμουλκήσῃ αὐτὸν, ὅτι εἶναι λαὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ῥυμουλκεῖται. Τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ φωτίζετε, λέγοντες εἰς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐὰν εἶναι δυσάρεστος εἰς αὐτόν· μόνον δὲ ὅταν πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων σας, τότε σᾶς δίδει τὴν συνδρομήν του. Αὐτοὶ οἱ δικτάτορες, οἱ ἀναγραφέντες ὑπὸ τῆς ἱστορίας ὡς δικτάτορες, αὐτοὶ οἱ Κρόμβελ, ῥυμουλκοῦσι αὐτοὶ τὸν λαόν, καὶ κατακρίνουσιν ἐμὲ, διότι καὶ ἐγὼ δὲν ἐγενόμην Κρόμβελ, δὲν ἐγενόμην δικτάτωρ διὰ νὰ ῥυμουλκήσω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Εἶναι μάταιον, κύριοι, ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος καὶ ἐπὶ τὸν κανόνα τῆς ἄκρας δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ἓν σύστημα φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον, κατανέμει τὰ βάρη εἰς πάσας τὰς τάξεις ἐξ ἴσου καὶ εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν ἑκάστης τῶν τάξεων. Ὑπάρχουσί τινες οἱ ὁποῖοι ἀνέγνων ποτὲ ἐν ὥρᾳ σχολῆς, οὐχὶ δὲ βεβαίως μετὰ προαιρέσεως σπουδῆς καὶ μελέτης, βιβλίον τι καὶ εὗρον ἐν αὐτῷ γνώμας περὶ ἰσότητος φόρων καὶ περὶ δικαίας κατανομῆς αὐτῶν, ἦλθον δὲ νὰ ποιήσωνται ἐπίδειξιν τῶν γνώσεών των, προβάλλοντες αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, συζητοῦσαν νομοσχέδια περὶ ἐκτάκτων εἰσφορῶν! Τί ἐστὶ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτων εἰσφορῶν; Εἶναι φόρος καὶ μοὶ ζητεῖτε νὰ τὸν στηρίξω ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος; Εἶναι ἐπίκλησις τῆς Κυβερνήσεως πρός τινας τάξεις τῆς κοινωνίας, τὰς ὁποίας αὕτη ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἔχωσι προχειρότερα χρήματα παρὰ αἱ ἄλλαι τάξεις. Ἐὰν ἀνθίσταντο πολεμοῦντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον ἐννοήσει τὴν τακτικὴν αὐτῶν. Δὲν νομίζουσιν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐκτάκτου εἰσφορᾶς· εἰσὶ πεπεισμένοι ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ταμείου θεραπεύονται διὰ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα χθὲς προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων πιθανότης εἶναι, ὅτι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1886 θέλουσιν εἰσπραχθῆ 15,000,000. Ἀλλὰ δὲν πολεμοῦσι μόνον κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον· δὲν ἰσχυρίζονται μόνον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκτάκτων εἰσφορῶν· πολεμοῦσιν αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, διότι τὸ εὑρίσκουσιν ἄνισον, τὸ εὑρίσκουσιν ἄδικον, καὶ ἰδίως διότι συγκινοῦνται διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἐτέθησαν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς συνταξιούχους. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπῆρξέ ποτε τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἐν στενοχωρίᾳ, χωρὶς νὰ προσφύγῃ πρὸ παντὸς καὶ κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Δὲν προσέφυγε κατὰ τὰς χρηματικὰς στενοχωρίας τοῦ 1842 εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους; Δὲν προσέφυγε κατὰ τὴν χρηματικὴν στενοχωρίαν τοῦ 1863 εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους κατὰ πρῶτον λόγον; Τοῦτο εἶναι εἰθισμένον, ὁσάκις προέκυψεν ἀνάγκη ἔκτακτος, περιάγουσα τὸ Δημόσιον ταμεῖον εἰς ἀμηχανίαν, κατὰ πρῶτον λόγον ἐζήτησε νὰ ἀποκόψῃ, ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν μισθὸν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ διατί τοσοῦτο πονοῦσι τοὺς ὑπαλλήλους; Καὶ ἐὰν μετ’ ὀλίγον ἐπέλθωσι συμβεβηκότα, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν οἱ ὑπάλληλοι νὰ πληρόνωνται παντάπασι, δὲν ἀναμιμνήσκονται τὸ τοιοῦτον; Μὲ εὗρε δὲ καὶ μὲ ἔκρινεν ἀσυνεπῆ καὶ ἐπιπόλαιον εἷς ἐμβριθέστατος συνάδελφος, διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον ὑπῆγε εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τοὺς συνταξιούχους πρὸς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἐπέβαλε πρὸς τοὺς μὲν καὶ πρὸς τοὺς δὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν κρατήσεως, ἐνῷ διὰ τῆς τροπολογίας ἠλαττώθη ἐπὶ τῶν συντάξεων τὸ ποσὸν τῆς κρατήσεως. Ἠπόρει δὲ πῶς ἔλεγον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δὲν ἠσχολήθην ἐγὼ νὰ γράψω αὐτὸ, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν ἀνάγκην τῶν τροπολογιῶν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, ἐνδέχεται ὁ συνάδελφος, ὅταν ὡς ἐλπίζω καὶ ὡς εὔχομαι, κληθεὶς μετάσχῃ Ὑπουργείου τινὸς, ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἀπόφασιν νὰ γράφῃ μόνον αὐτῇ χειρὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλει προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μὴ συμβῇ εἰς αὐτὸν τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ μοι φαίνεται, ὅτι τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου ἦτο τοσοῦτον μικρὸν, ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ θορυβήσῃ αὐτόν. Μικρὸν ἦτο, ἐὰν ὑπεχρέου ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον καὶ τοὺς συνταξιούχους εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν κρατήσεως, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων· μικρὸν δ’ ἦτο τὸ ἀτόπημα, διότι εὐκόλως ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα. Ἐπρότεινα δὲ τὴν τροπολογίαν, ἀναλογισθεὶς, ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι, ἰδίως οἱ πολιτικοὶ, λαμβάνουσι συντάξεις συνεπείᾳ μηνιαίων καταθέσεων, τὰς ὁποίας εἰσήνεγκον εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, μὲ τὸ ὁποῖον συνεχωνεύθη τὸ Δημόσιον ταμεῖον· ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων, τὸ διδόμενον αὐτοῖς, περιέχει καὶ κεφάλαιον αὐτῶν τούτων τῶν συνταξιούχων, δὲν εἶνε δὲ δωρεὰ, οὐδὲ μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ἀμοιβὴ προσενεχθεισῶν ὑπηρεσιῶν. Τοιοῦτο κεφάλαιον νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ εἰς κράτησιν μικροτέρου ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἄλλους Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ποιήσωμαι μίαν δήλωσιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ προτείνας εἰς τοὺς συνελθόντας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιοτίμους βουλευτὰς ἐξ Ἑπτανήσου νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων κατ’ ἐξαίρεσιν διὰ μίαν φορὰν, ὅπως εἰσφέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἀνάλογον ποσὸν πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσφέρουσιν οἱ ἄλλοι συμπολῖταί των. Ἐγὼ ἐκάλεσα αὐτοὺς νὰ σκεφθῶσι καὶ ἐξεύρωσι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει γείνει ἡ εἰσφορὰ τῆς Ἑπτανήσου, οἱ συνάδελφοι δὲ ἐξ Ἑπτανήσου εἰσὶν οἱ προβαλόντες μοι τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἐὰν λοιπὸν περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων κατ’ ἐξαίρεσιν ἐφ’ ἅπαξ, ἡ διάταξις αὕτη περιελήφθη τῇ συναινέσει καὶ τῇ προτάσει τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐξ Ἑπτανήσου. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν ἀφορμὴ νὰ ἐπικριθῶ. Διατί, εἶπον, ἀφοῦ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διατί δὲν προέβαλον τὴν μεταβολὴν ταύτην εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑπτανήσου. Ταῦτα λέγων, δὲν σκοπῶ νὰ ἐπικρίνω τοὺς προτείναντας τὸν φόρον τοῦτον τῆς εἰσφορᾶς συναδέλφους ἐξ Ἑπτανήσου· ἐξ ἐναντίας, κρίνω, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν ἦτο ὀρθοτάτη, καὶ δὲν ἦτο μόνον ὀρθή, ἀλλ’ ἦτο καὶ γνώμη τὰ μάλιστα συμφέρουσα εἰς τὴν Ἑπτάνησον· διότι, ἐὰν ἄλλην προέτεινον γνώμην καὶ ἀλλαχόθεν ἐζήτουν νὰ πορισθῶσι τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς, ἤθελον βλάψει καιριώτατα τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των. Ἐὰν 4,000,000 βεβαιῶνται ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καθ’ ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, ἔπρεπεν ἡ ἀναλογία τῆς εἰσφορᾶς τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ εἶναι ἴση μὲ τὸ ὄγδοον αὐτοῦ, ὅσος εἶναι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὸν πληθυσμὸν τοῦ ἄλλου Βασιλείου· ἀλλὰ τὸ ὄγδοον τῶν 4,000,000 εἶναι 500,000. Ἐὰν λοιπὸν τὰς 500,000 δραχμὰς ἐζητεῖτε δι’ αὐξήσεως τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν, ἠθέλετε εἶσθαι ἠναγκασμένοι νὰ ἐπαυξήσητε τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη κατὰ τὸ τέταρτον. Λοιπόν, ἐὰν εἶναι 18% τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη, ἔπρεπε νὰ προσθέσητε ἀκόμη 4,5%, καὶ τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη ἤθελον προσδιορισθῆ εἰς 22,5%. Τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν κυριωτάτων προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἐπὶ τῆς σταφίδος, τοῦ ἐλαίου, τοῦ οἴνου, καὶ ἐπὶ τοῦ σάπωνος. Ἔλαιον καὶ οἶνον καὶ σταφίδα παράγουσι καὶ ἄλλαι Ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους. Τὰ προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου ἀναγκαίως διὰ τοῦτο συναγωνίζονται πρὸς τὰ ὁμοειδῆ προϊόντα τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν πληρώσῃ σήμερον 18%, ἤτοι τέλος ἐξαγωγῆς περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι πληρόνουσιν ἐπὶ τῆς σταφίδος αἱ ἄλλαι Ἐπαρχίαι, νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν βλάπτει τὴν Ἑπτάνησον; Καὶ βλάπτει μὲν σήμερον αὐτὴν ἡ μικρὰ αὕτη διαφορὰ· ἐὰν αὐξήσητε ὅμως τὴν διαφορὰν, ἐὰν ἀναβιβάσητε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος εἰς 22,5%, ἀμφιβάλλω ἐὰν τὸ προϊόν πλέον τῆς Ἑπτανήσου ἤθελεν εἶσθαι ἐμπορεύσιμον, καὶ ἀμφιβάλλω ἐὰν τὸ ἐμπόριον δὲν ἤθελε προτιμᾷ πάντοτε τὰ ὁμοειδῆ προϊόντα τῶν Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἤθελε καταφεύγει εἰς τὰ προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου, μόνον ὅταν δὲν εὕρισκεν ὁμοειδῆ προϊόντα. Δὲν εἰξεύρω ποῖος ἤθελεν ἐπιφέρει μεγαλειτέραν ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του, οἱ προβαλόντες εἰς ἐμὲ νὰ προσφύγω εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐφ’ ἅπαξ καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν, ἢ οἱ συμβουλεύοντες νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη εἰς 22,5%! Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Τὸ ἐπρότεινέ τις, ἀλλ’ εἶναι ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐμελέτησε καλῶς τὴν ὑπόθεσιν. Ἐὰν ἡ ζητουμένη εἰσφορὰ προσετίθετο ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἤθελε συμβῆ ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑπτανήσου ὅ,τι ἤθελε συμβῆ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν ηὐξάνοντο τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη. Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν προέτεινα μὲν, οὐδὲ προέτρεψα, οὐδὲ συνεβούλευσα τοῖς ἐξ Ἑπτανήσου συναδέλφοις νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλ’ ὅταν οὗτοι ἐκ πρωτοβουλίας ἰδίας προέτειναν τοὺς φόρους τούτους, ἐπῄνεσα τὴν ὀρθοφροσύνην αὐτῶν καὶ εὗρον, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν εἶναι μᾶλλον συμφέρουσα πρὸς τὴν Ἑπτάνησον. Ἕν μόνον μέσον ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῶν συζητήσεων: ἐὰν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν, ἢ, ἐὰν ψηφιζομένου τοῦ Νόμου περὶ εἰσφορῶν, δὲν ἦτο ἀναγκαῖον ἢ προσῆκον νὰ προσφύγωμεν καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον νὰ εἰσφέρῃ ἀνάλογον ποσόν. Ἀφοῦ ὅμως ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν, καὶ ἀφοῦ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, τὴν πάντοτε καταδηλώσασαν προθυμίαν, ἵνα συμμερίζηται τὰ βάρη τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἄλλη διέξοδος δὲν ὑπῆρχεν, εἰμὴ νὰ προταθῇ ἡ ἀποδοχὴ κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπὶ μίαν φορὰν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Πᾶν ὅ,τι ἄλλο ἤθελε δεχθῆ, ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἀποκρούοντες τὴν διάταξιν ταύτην, αὐτοὶ ἥκιστα ἐννοοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος των.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπινέλλης ἔχει τὸν λόγον.
§94ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν πειστικωτάτην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσὶ καὶ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι.
§96ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§97ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, διότι βρέχει καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φύγωμεν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.