1885.11.02
1,778 rows · 13,814 words · 43 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 2 Νοεμβρίου 1885.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§2ΧΟΪΔΑΣ. Πρὸ τῶν πρακτικῶν, κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω διὰ τὰ θεωρεῖα, διότι εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων δὲν βλέπω οὐδένα τοιοῦτον ὑπάλληλον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω. Γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων εἰσῆλθον πρόσωπα, μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἰδοὺ τὶ συμβαίνει. Ὅταν βλέπωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ αὐτὸν τὸν συνωστισμὸν τῶν ἀκροατῶν, ὀφείλομεν, ἀντὶ νὰ ἀναπτύξωμεν ἐμφύλιον πόλεμον, νὰ θεραπεύσωμεν τὸν ζῆλον καὶ τὴν προθυμίαν τῶν ἀκροατῶν, ἵνα μετάσχωσι τῶν συζητήσεων ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τοῦ λόγου, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀκοῆς. Πρέπει λοιπὸν οὐχὶ νὰ περιστείλωμεν τὸν ζῆλον αὐτῶν καὶ νὰ ζητῶμεν εἰσιτήρια καὶ ἄλλας προφυλάξεις, ἀλλὰ πῶς νὰ ἀναπτύξωμεν περισσοτέρας θύρας καὶ θεωρεῖα, χορηγοῦντες θέσεις εἰς αὐτοὺς, διὰ νὰ δύνανται νὰ μετάσχωσι τῶν συζητήσεων πάντες. Ἰδοὺ τὶ συμβαίνει· ἐπειδὴ εἶναι στενόχωρα τὰ θεωρεῖα, οἱ ἔχοντες σωματικὴν δύναμιν σπρόχνοντες ὑπερισχύουσι, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰσέρχονται οἱ νεώτεροι, οἱ ζωηρότεροι καὶ οἱ τολμηρότεροι· ἐνῷ ἐὰν ἀναπτύξωμεν τὰ θεωρεῖα, τότε πλησίον τῶν νέων θὰ εἰσέρχωνται καὶ οἱ γέροντες, οἵτινες θὰ καταστέλλωσι τὰς ὁρμὰς τῶν νέων, καὶ οὕτω θὰ ἐπέλθῃ ἡ τάξις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον, κύριοι, ἐπληροφορήθη, ὅτι τὰ εἰσιτήρια, τὰ ὁποῖα εἶχον δοθῆ κατὰ τὰς τελευταίας δύο ἡμέρας, δὲν ἐπεστράφησαν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγένετο χρῆσις αὐτῶν σήμερον· διότι ἐγὼ δὲν ἔδωσα, εἰμὴ δύο μόνον εἰσιτήρια. Μένει εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν θέλῃ νὰ κενωθῇ τὸ θεωρεῖον, ἢ ὄχι, διότι καὶ σήμερον δὲν ἔδωσα εἰσιτήρια.
§6ΤΙΝΕΣ. Ἄς μείνουν, ἐὰν μείνωσιν ἥσυχοι.
§7ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα (διάλογοι). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§8ΑΞΕΛΟΣ. Εἰς τὴν πόλιν διαδίδεται, ὅτι οἱ Σέρβοι ἐκήρυξαν τὸν πόλεμον. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίαν ἐπίσημον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐν Ἀθήναις Πρέσβυς τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας δὲν ἀπηύθυνεν οὐδεμίαν ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν γίνῃ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, χρεωστῶ νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὰ ἀκροατήρια, ὅτι ἐλήφθησαν πάντα τὰ μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἡ Βουλὴ μοὶ ἔδωκε πλήρη ἐξουσίαν.
§11ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴς τινας τῶν ἐφημερίδων ἀνέγνωσα πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὅτι ἓν φιλόπατρι τέκνον τῆς Ἑλλάδος, ὁ Γρηγόριος Σοῦτσος, προσήνεγκεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν 20 χιλιάδας δραχμῶν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν συνέβη τοῦτο, διότι οὐδεμία ἀνακοίνωσις ἐγένετο εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ τοιαύτη πρᾶξις, ἥτις συνηγορεῖ αὐτὴ ὑπὲρ ἑαυτῆς, εἶναι ἀξία τοῦ νὰ γίνῃ γνωστή. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅτι εἰς ὁμοίας περιστάσεις, ὅταν προσφέρωνται τοιαῦτα ποσὰ, πρέπει νὰ γίνωνται γνωστὰ, καὶ οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν ἐφημερίδων νὰ μανθάνωμεν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Προεδρείου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πληροφορῇ τὸ Προεδρεῖον, τοῦτο δὲ νὰ κάμῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὰ ἔργα αὐτὰ δὲν πρέπει μόνον ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας νὰ τὰ μανθάνωμεν, ἀλλὰ νὰ τὰ καθιστῶμεν γνωστὰ εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνισμὸν πρὸς παραδειγματισμόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§13ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ, εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Γρηγόριος Σοῦτσος ἐκληρονόμησεν οὐχὶ μόνον τὴν κληρονομίαν, τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοι αὐτοῦ κατέλιπον αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ τὰ αἰσθήματα τῆς φιλοπατρίας, τὰ ὁποῖα πάντοτε κατεδήλωσαν εἰς τὰς δεινὰς περιπετείας καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Γρηγόριος Σοῦτσος προσήνεγκεν 20 χιλιάδας δραχμῶν, αἵτινες κατετέθησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ταμεῖον. Ἐπίσης πολλοὶ πολλάκις προσέφερον, καὶ ἄλλαι θέλουσι γίνει ἐπίσης προσφοραί· ἐφρόντισα νὰ ἐκδοθῇ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται οὐ μόνον ὁ τρόπος τῆς ἐγγραφῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ποσῶν αὐτῶν. Τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§15Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Κατὰ τὸ 1882 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μεταξὺ τῶν ὑπολογιστῶν προὐβίβασε τινὰς εἰς λογιστάς, τινὰς δὲ προήγαγεν εἰς ὑπολογιστάς, ἀλλ’ οἱ λαβόντες τοὺς βαθμοὺς τούτους δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ ὅπως ἀναλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, οὗτοι κατέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ἐκέρδησαν τὴν δίκην ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον ὡς καὶ ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα Δικαστήρια ἐπεδίκασαν τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐὰν τὰ Δικαστήρια ἐθεώρησαν ὡς νόμιμον καὶ ἰσχυρὸν τὸν ἀπονεμηθέντα αὐτοῖς βαθμόν.
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι γνωστὴ πρὸ καιροῦ· γνωρίζω πάντα τὰ συμβάντα, γνωρίζω ὅτι ἐπεδικάσθησαν αἱ ἀξιώσεις των, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ ὅτι εἶναι τελεσίδικοι αἱ ἀποφάσεις· φαίνεται ὅμως ὅτι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον τοῦτον. Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ μελετήσω τὰ πράγματα καὶ θὰ τὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ λάβητε πρόνοιαν.
§18ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἀφοῦ εἶναι εἰς τὰ Δικαστήρια, πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν Δικαστηρίων.
§19ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐὰν ἡ ἧττα τοῦ Δημοσίου εἶναι προφανής, δύνασθε νὰ προλάβητε.
§20ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἀξίωσίς τις διατελῇ μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἄλλων πολιτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις, εἰμὴ ἀφοῦ προηγουμένως προηγηθῶσι τύποι τινὲς, διότι ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις τοῦ νομικοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τελειώσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§22ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν εἰς τὰ τοιούτου εἴδους ζητήματα νὰ μὴν ἐμβαίνῃ εἰς συζητήσεις, διότι ἐγείρονται δικαιώματα, ἕνεκεν τῶν ὁποίων πολλάκις ζημιοῦται τὸ Δημόσιον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τὰ ἀφήσητε καὶ θὰ τὰ ἐξετάσω.
§23ΤΖΑΝΕΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις τῶν βουλευτῶν πολλάκις δὲν ἔχουσι τὸν σκοπὸν νὰ συμβουλεύσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ ἐπιδείξωσιν εἰς αὐτὴν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν, ὅπως ἐδῶ.
§24ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν προτείνω νὰ δώσῃ εἰς ὅλους τοὺς ἐνάγοντας τὸ Δημόσιον ὅ,τι ἀπαιτοῦν παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἵνα εὐχαριστήσῃ τοὺς κυρίους τούτους.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι ἐγένετο τότε, ἐγένετο ἀπὸ ἀντιζηλίαν τῶν Ὑπουργῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀδικηθῶσι διὰ τὴν ἀντιζηλίαν καὶ τὸ πεῖσμα....
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπανειλημμένως κατεδηλώθη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἀνυπομονησία, ἕως ἂν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῆς διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα. Ἐὰν ἡ ὑπόμνησις αὕτη ἦτο προϊόν τῆς πεποιθήσεως περὶ τῶν ἐπικειμένων μεγάλων ἀναγκῶν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ ἀντείπω, εἰ μὴ μόνον ὅτι ἔπρεπεν, ἐφ’ ὅσον τις τυγχάνει μᾶλλον ἐν γνώσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας καὶ τοῦ βάρους τῶν ἐπικειμένων ἀναγκῶν, ἐπὶ τοσοῦτον νὰ περιστέλλῃ τὴν ἀνυπομονησίαν, διότι ὤφειλε βεβαίως νὰ συνοίδῃ ὅτι τὸ ἔργον δὲν εἶναι οὔτε εὐχερὲς, οὔτε δυνάμενον νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Ἐὰν ὅμως ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἀνυπομονησία εἶχεν ἄλλον τινὰ λόγον, μοὶ φαίνεται, ὅτι προσῆκεν εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας ἡ παῤῥησία πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐβράδυνε διὰ νὰ παρουσιάσῃ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον προτίθεμαι νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ τὸ νομίζω οὐχὶ δελεαζόμενος ὑπὸ τῆς πρὸς ἐμὲ αὐτὸν καὶ τοὺς συναδέλφους μου ἀγάπης, ἀλλὰ πεποιθὼς ὅτι καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ θέλετε ἀναγνωρίσει τοῦτο, ἀφοῦ ἀκούσητε τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ἐπιχειρήσω ἀμέσως. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἡ χρῆσις διαρκεῖ 22 μῆνας. Δὲν συντελευτᾷ μετὰ τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγεται ἡ χρῆσις, ἀλλ’ ἐπιζῇ δέκα μῆνας καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγεται· ἐντεῦθεν καθίσταται ἀναγκαῖον νὰ συμβαδίζωσιν ἐπὶ δέκα μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ δύο συγχρόνως χρήσεις. Ὀφείλω λοιπὸν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, νὰ ἐκτείνω τὸ βλέμμα μου ἐπὶ τῆς χρήσεως, ἥτις θὰ συμβαδίσῃ μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1885, ἀφοῦ μάλιστα τὸ ἔτος δὲν ἔληξε, καὶ ὑπολείπονται εἰσέτι δώδεκα μῆνες ἕως ἂν κλεισθῇ ἡ χρῆσις αὕτη. Ἀλλ’ ἐρευνῶν τὴν διαχείρισιν τοῦ 1885, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκτείνω τὸ βλέμμα μου καὶ ἐπὶ τὴν χρῆσιν τοῦ 1884, καὶ νὰ ἐρευνήσω τὰς οἰκονομικὰς προβλέψεις τῆς χρήσεως ἐκείνης καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ σᾶς προειδοποιήσω, ὅτι εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ μὴ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, τὸν ὁποῖον μέλλω νὰ σᾶς εἰσαγάγω, ἀλλὰ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ χορηγήσητε τὴν ἀνοχήν σας διὰ νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς καὶ τὰς οἰκονομικὰς προβλέψεις τοῦ 1885 καὶ τὰ μέχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα αὐτῶν, καὶ τὰς οἰκονομικὰς προβλέψεις τοῦ 1884 καὶ τὰ βεβαιωθέντα ἤδη ἀποτελέσματα αὐτῶν. Κατὰ τὸ 1884 ἡ Βουλὴ ἤκουσεν ἀτυχῶς λίαν εὐχαρίστους προβλέψεις. Οἱ εἰσαγαγόντες εἰς αὐτὴν τὸν Προϋπολογισμὸν παρίστων κεφάλαιον προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 86,122,950. Τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1885, ἤτοι τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην, ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1884. Δυστυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατέχω τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως διὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον καὶ Σεπτέμβριον, ὥστε νὰ σᾶς παράσχω πλήρη ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως· κατέχω ὅμως τὰ ἀποτελέσματα μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου, καὶ προσέτι κατέχω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Αὐγούστου καὶ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου πλὴν ὀλίγων Ταμείων, καὶ δὲν λείπουσιν εἰμὴ μόνον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου· ἀλλὰ δύναμαι μετὰ θάῤῥους νὰ προσφύγω εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν κατὰ τὴν προγενεστέραν χρῆσιν τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ 1883, καὶ ἐξ αὐτῆς ὁδηγούμενος νὰ σᾶς παρουσιάσω ποῖα εἰσὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1884. Μέχρι τέλους Ἰουλίου, ἐκ τῶν 86,122,950 δραχμῶν εἶχον βεβαιωθῇ 64,443,365, καὶ ἡ βεβαίωσις αὕτη εἶναι ἀναντίῤῥητος, διότι ἐξηλέγχθησαν ἤδη πάντες οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ταμείων. Αἱ καταστάσεις τῶν Ταμείων διὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον δεικνύουσι καὶ αὗται, ὅτι ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον 213,946. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ καταστάσεις αὗται δὲν ἐξηλέγχθησαν ἀκόμη ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν, εἶναι ἀσφαλῆ. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἐβεβαιώθησαν 85,574. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν τὰ ἔχω, προσφυγὼν ὅμως εἰς τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1884 καὶ ἀνευρίσκων πόσα ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ἐκ τοῦ προηγουμένου Προϋπολογισμοῦ τοῦ μηνὸς ἐκείνου, καὶ λαμβάνων τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἀνευρίσκω, ὅτι ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον θὰ ἐβεβαιώθησαν ὡσαύτως 983,905. Οὕτω πρὸς τοῖς βεβαιωθεῖσιν ἐσόδοις μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου τῶν 64,437,365 πρέπει νὰ προσθέσωμεν 1,283,445, καὶ ἔχομεν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἐκ τῶν 86,122,950 προϋπολογισθέντων ἐσόδων, ἐβεβαιώθησαν 65,720,810, δηλαδὴ ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 20,403,140. Ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων τῷ 1884, εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Ἰουλίου 1885 δραχμαὶ 59,567,848, προσέτι κατὰ τὰς ὑπ’ ὄψει τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καταστάσεις τῶν Ταμείων, τὰς μήπω ἐξελεγχθείσας, εἰσεπράχθησαν 253,692 τὸν μῆνα Αὔγουστον, καὶ 289,516 τὸν μῆνα Σεπτέμβριον. Ἀκολουθῶν τὸ αὐτὸ σύστημα ὡς πρὸς τὸν Ὀκτώβριον, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα πρὸς εὕρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ πιθανῶς βεβαιωθέντος κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, εὑρίσκω, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον 1,377,049, καὶ οὕτω τὰ εἰσπραχθέντα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1884 ἀνέρχονται εἰς 61,488,105. Ὥστε ἔχομεν διαφορὰν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 20,402,140 ὀλιγώτερον, καὶ διαφορὰν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα κατὰ 4,232,705. Διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβὴς ὀφείλω νὰ μὴ παραλίπω παρατήρησίν τινα, ἥτις μοὶ ἐγένετο. Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1884 εἰσεπράχθησαν τοσαῦτα, ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς προηγουμένης χρήσεως κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1883· καὶ μοὶ ἐδικαιολόγησαν τὴν παρατήρησιν ταύτην οἱ ποιήσαντες αὐτήν, ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1883 εἶχε βεβαιωθῆ ὁ φόρος οἰκοδομῶν, καὶ ἑπομένως εἶχον γίνει εἰσπράξεις φόρου οἰκοδομῶν, ἐνῷ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1884 φόρος οἰκοδομῶν δὲν εἶχε βεβαιωθῆ, ἑπομένως εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τούτου δὲν ἐγένοντο· καὶ ἑπομένως συνεπέραναν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ ὡς εἰσπραχθὲν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1884 ὀλιγώτερον ποσόν. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀληθὴς, ὀλίγον δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιμένω νὰ ἀποδείξω αὐτὴν περαιτέρω. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθεώρησις, τὴν ὁποίαν φέρω ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Πρέπει νὰ ποιήσωμαι μνείαν ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1884, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἦσαν 85,814,598, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, παρίστα περίσσευμα 298,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη, ἐχορηγήθησαν πιστώσεις διάφοροι, καὶ κατὰ τὸ 1884, διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἡ χρῆσις, ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 2,792,283, κατὰ δὲ τὸ 1885, καὶ ὑμεῖς πρὸ ὀλίγου, ἐχορηγήσατε πιστώσεις 2,402,607 δραχμῶν, καὶ οὕτω προϋπελογίσθησαν ἔξοδα, ἀνερχόμενα εἰς 90,648,948. Ἑπομένως, ἐὰν λάβητε τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα εἰς τὰ 90,648,948, δὲν ἔχετε πλέον τυπικὴν πρόβλεψιν περισσεύματος, ἀλλ’ ἔχετε πρόβλεψιν ἐλλείματος 4,525,998 πλέον. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν. Ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται ὅτι κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1882 εἶχε ψηφισθῆ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 40,000,000 διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέκρινε κατόπιν νὰ προβῇ εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν τοιούτου δανείου, διαρκοῦντος τοῦ ἔτους 1882· περὶ τὰ τέλη ὅμως τοῦ 1883 ἐποιήσατο ἄλλον τινὰ οἰκονομικὸν συνδυασμόν, ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς μεγάλην τινὰ οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν, τὴν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Διασκευάζουσα δὲ τὸν νόμον περὶ δανείου καὶ προσδιορίζουσα τὸν προορισμὸν τῶν διαφόρων ποσῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπετελεῖτο τὸ δάνειον, περιέλαβεν ὡρισμένον ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου τούτου διὰ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, καταργήσασα τὸν νόμον περὶ δανείου τῶν 40,000,000. Διὰ τοῦ νόμου τούτου τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πιστώσεις 14,294,892 δραχμῶν, αἵτινες, ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα 90,648,948, ἀναβιβάζουσι τὸν ὅλον Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1884 εἰς 104,294,892. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 85,814,598, τὰ ὁποῖα εἶχον προϋπολογισθῆ ὡς ἔξοδα, καὶ ἐκ τῶν 4,834,350, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων διὰ πιστώσεων, ἐβεβαιώθησαν μέχρι τέλους Ἰουλίου δρ. 82,423,621. Κατὰ τὰς καταστάσεις τῶν Ταμείων τοῦ μηνὸς Αὐγούστου καὶ τοῦ Σεπτεμβρίου, αἵτινες εἰσὶν ὑπ’ ὄψιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐβεβαιώθησαν κατὰ τοὺς δύο μῆνας 1,915,434. Ὑπολείπεται ὁ μὴν Ὀκτώβριος, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν ἔχει συγκεντρώσει πληροφορίας. Ἠκολουθήσαμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν ἵνα ἐξεύρωμεν τὸ πιθανὸν ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων, ἑπομένως λαμβάνω τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1883 ἐβεβαιώθη κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1884 ἤτοι 2,1846.59, καὶ ἐξάγω ὅτι τὸ ὅλον τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1884 μέχρι τέλους αὐτῆς ἀνέρχεται εἰς 86,523,715. Ἑπομένως ἡ χρῆσις τοῦ 1884 παρουσιάζει τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα· ὅτι ἐδαπανήθησαν ἐντὸς αὐτῆς 86,523,715 δραχμῶν, καὶ ὅτι εἰσεπράχθησαν εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς δρ. 61,488,105. Ἑπομένως παριστᾷ ἔλλειμμα 25,035,610 δραχμῶν. Τὴν πρόβλεψιν ταύτην ἐποιησάμην καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον ἢ Ἀπρίλιον, ὅτε εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Προδιέθεσα τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ πιθανὸν ἔλλειμμα τοῦ 1884 θέλει ἀνέλθει μέχρι τῶν 24,374,756 δραχμῶν. Τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα νῦν κατέχω, καὶ τὰ ὁποῖα νῦν μᾶς ἄγουσιν ἵνα γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς μέχρι τῆς 31 Σεπτεμβρίου τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως, δεικνύουσιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως δὲν εἶναι 24,374,756, ἀλλὰ 25,035,610. Δὲν πρέπει νὰ παραλίπω μίαν παρατήρησιν, διότι αὐτὴ θέλει συμπληρώσει πάσας τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, ὅτι μεταξὺ τῶν 86,523,715 δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανήθησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1885, ὑπάρχουσι καὶ ποσὰ δαπανηθέντα ἢ καταγραφέντα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 6,846,002· καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἀφοῦ κατεγράφησαν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, ἐδικαιολόγουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ταῦτα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου καὶ ἀναγάγῃ αὐτὰ εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου εἶχεν ὁρίσει διὰ ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευάς. Δὲν εἶναι ἐμοῦ ἔργον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ἂν αἱ δαπάναι αὗται τῶν 6,846,002 εἰσὶν ἀληθῶς ἔκτακτοι, καὶ ἂν ἡ πληρωμὴ αὕτη πραγματοποιῇ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἶχε καθ’ ὃν χρόνον ὥριζε μέρος τοῦ δανείου διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὥραν ταύτην, διότι μοὶ ἐπιβάλλονται καθήκοντα ἀνώτερα, τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν εἶναι καθήκοντα πρὸς πρόσωπα, ἢ πρὸς κόμματα, ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ τὰ παραδῶ, ἀποδεχόμενος, ὅτι καλῶς ἀνεγράφησαν, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Τούτου οὕτως ἔχοντος, τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξ 25,035,610 θέλει περισταλῆ εἰς μόνον 19,000,000.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰ 14,000,000 δὲν ἐδαπάνησαν καθόλου;
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ὡς ἀνήκοντα εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἀνέρχονται εἰς 6,846,002. Μοὶ ἔχει τὸ Λογιστήριον εἰδικὴν σημείωσιν ἑκάστης τῶν δαπανῶν, τὴν ὁποίαν εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θεωρεῖτε περιττὸν, ἢ δὲν δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε;
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὠφέλιμον, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ προκαλέσω ἔλεγχον.
§32ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου· ἂν ἔχητε λόγους ἄλλους, μὴ τὴν ἀναγνώσητε.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ λέγω ἐν τῷ συμφέροντι τῶν προκατόχων ἀλλὰ πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχω, νὰ ἀποφύγω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀναγομένας εἰς τὰς παρασκευὰς τῆς χώρας. Ἀφοῦ τοιαῦτα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ 1884, εἵπετο ὅτι, εἰσερχόμενοι εἰς τὰ 1885, συνεδεόμεθα μὲ ἀνωμαλίας οἰκονομικὰς, αἵτινες καθίστων δυσχερῆ τὴν οἰκονομικὴν διαῤῥύθμισιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1885. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ ἀνωμαλία εἶχεν ἴσως ὀλιγωτέραν ἀξίαν ἢ ὅσην αἱ χρηματικαὶ ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας κατέλιπεν ἡ μεγάλη ἐκείνη οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις, ἡ συντελεσθεῖσα κατὰ τὸ 1884, τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπω ἓν πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ὑποληφθῶ ὅτι σκοπῶ νὰ ἐπαναγάγω ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις· ἡ Βουλὴ γνωρίζει τὰς περιπετείας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ τῇ δώσω νέας πληροφορίας. Πρόκειται μόνον νὰ τῇ ὑπομνήσω τὰς περιπετείας τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης ἐπιχειρήσεως, διὰ νὰ καταστήσω αὐτὴν δικαιοτέραν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπάρχοντος ὑπουργείου, ὅτε ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885. Καὶ δὲν ἀγνοεῖ τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὑπάρχοντος, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὅταν ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε τύχει λευκῆς ψήφου ἐν πᾶσι τοῖς πληθυσμοῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, εἶχεν ἐπικροτηθῆ, εἶχεν ἀνακηρυχθῆ πρόγραμμα πάσης Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελεν ἀξιώσει νὰ τύχῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῶν ἐκλογέων τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἀπόφασις ἐμβριθὴς, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐπιβεβλημένη ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας αἱ χρηματικαὶ ἀνωμαλίαι τοῦ Ταμείου εἶχον παρασκευάσει εἰς βάρος αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τῶν 170,000,700 ἐξεδόθη, κατωρθώθη δὲ κατά τινα οἱονδήποτε τρόπον, κατὰ τὴν ἔκδοσίν του, νὰ παρουσιασθῶσιν ἐγγραφαὶ ἴσαι μὲ τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε προπωληθῆ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχία αὕτη κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου οὐδαμῶς συνετέλει ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Ἑλλάδος ἄλλα χρήματα, διότι τὸ Κράτος εἶχε προπωλήσει τὰς ὁμολογίας, αἵτινες εἶχον διατεθῆ εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, καὶ εἶχεν εἰσπράξει τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ ἀντίτιμον τῶν ὁμολογιῶν τῶν 110,000, αἵτινες εἶχον προπωληθῇ, καὶ αἵτινες διετέθησαν διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, δὲν ἐπήρκει εἰς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας τότε ὀφειλῶν τοῦ Κράτους, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶχε προταχθῇ ὡς κύριος σκοπὸς τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε προβλέψει τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ εἶχε συνομολογήσει προσωρινὸν δάνειον μετὰ τῶν ἐκδοτῶν τοῦ δανείου καὶ τῶν τραπεζιτῶν, μεθ’ ὧν συνηλλάγη, καὶ εἶχε λάβει ὡς προσωρινὸν δάνειον 35,000,000 ὡς προκαταβολὴν, ἵνα συμπληρώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον, ἐχορήγησεν ὡς ἐνέχυρον εἰς τοὺς δανειστὰς τὰς διαθεσίμους ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Μέχρις ἐδῶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου περὶ δανείου ἔβαινεν ὁμαλῶς. Ἐπαρουσιάσθησαν ὅμως φαίνεται χρηματικαὶ δυσχέρειαι, καὶ μέρος τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραχθέντος εἴτε ἐκ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000, εἴτε ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν προπωληθεισῶν 110,000 ὁμολογιῶν, διετέθη εἰς ἑτέρας ἀνάγκας. Ἑπομένως τὸ ἀντίτιμον τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 35,000,000 τῆς προκαταβολῆς, δὲν ἐπήρκει πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν πρὸς τὰς Τραπέζας, καὶ δὲν καθίστατο δυνατὴ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Κυβέρνησις τότε εὑρέθη πρὸ διλήμματος, εἴτε νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε νὰ ἐπιζητήσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὴν διὰ παντὸς τρόπου. Ἐπροτίμησε τὸ δεύτερον. Συνωμολόγησε λοιπὸν νέας προκαταβολὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὡσαύτως ἐνέχυρον ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Συνωμολόγησε νέον δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν 1 Ἰανουαρίου. Εὑρέθημεν ὅμως κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου ἔχοντες ὑποχρεώσεις πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Καὶ ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἐβαρύνετο ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, καὶ ἐνεδεικνύετο ὅτι ἔπρεπε νὰ περιέχῃ ἔλλειμμα, εἶχεν ὅμως καὶ τὸ βάρος εἴτε νὰ ἐξεύρῃ μέσα, ἵνα ἀποτίσῃ τὰς γενομένας προκαταβολὰς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὰς νομίμους αὐτῶν προθεσμίας, εἴτε νὰ ὑφίσταται τὸ βάρος τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων, οἱ ὁποῖοι ὠφείλοντο διὰ τὰς προκαταβολὰς ταύτας. Κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους 1885 ἐκυβέρνα ἀκόμη τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἑπομένως εἰς αὐτὸ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ συντάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ῥυθμίσῃ δι’ αὐτοῦ τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Τὸ ὑπουργεῖον εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ μὲν ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 85,641,547, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 85,252,933· ἑπομένως καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἶχε περίσσευμα 390,000 καὶ πλέον δραχμῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐκυβερνήθη ὁ Τόπος μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν οἱ ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθησαν ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς Βουλευτάς· ὀλίγας δὲ ἡμέρας μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, καὶ εὐθὺς ὡς ἐγνώσθησαν τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἐποιήσαντο γνωστὴν εἰς πάντας τὴν πάνδημον θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον παρῃτήθη, ἡμεῖς δὲ ἐκλήθημεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν εἰκάζει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων μας. Ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διανύομεν, θέλω ἀποφύγει πάντα χρωματισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ χρωματίσω τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα. Πρέπει νὰ ἀποφύγω πᾶν ὅ,τι δύναται, εἴτε εὐλόγως εἴτε μὴ, νὰ ὑποληφθῇ ὅτι περιέχει ἐπίκρισιν τῶν ἄλλων· καὶ ἂν ὑπάρχωσι πολιτικοὶ ἄνδρες μετερχόμενοι ἀλλοίαν πολιτικὴν, ἐπιθυμῶ νὰ διαφέρω ἀπ’ αὐτῶν καὶ κατὰ τοῦτο. Ὑπῆρχε δὲ ἐνδεδειγμένη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ νῦν Ὑπουργείου, διὰ μακρῶν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τρία ἔτη συζητήσεων, δι’ ἀποφάνσεων καὶ δημηγοριῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια καὶ οἱ λόγοι ἔφθασαν μέχρι τῆς τελευταίας καλύβης τοῦ ἀγρότου τῆς Ἑλλάδος. Οὐδεμία ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νέον Ὑπουργεῖον δὲν ἤθελε μετέλθει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθε τὸ προκάτοχον, τοὐλάχιστον μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ ἀναγνωρίσωσι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφουσι τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας τῶν ἐντίμων ἀνθρώπων. Ἐπεκρίθημεν, διότι ἐμείναμεν πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ μεταφράσω τὴν ἐπίκρισιν ταύτην, καὶ ἂν σᾶς μεταφράσω αὐτὴν δι’ ἐννοιῶν προσιτῶν εἰς πάντας, θέλετε πεισθῆ ὅτι ἡ καθ’ ἡμῶν ἐκτοξευθεῖσα ἐπίκρισις ἐγένετο, διότι ἐδείχθημεν τίμιοι ἄνθρωποι. Ἡ τιμὴ ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς νὰ μένωμεν πιστοὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέγομεν πρὸς τὸν λαὸν, τὰ ὁποῖα κατεδήλουν τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ μετέλθῃ. Ἠθέλατε ἐκπλαγῆ καὶ ἀπελπισθῆ διὰ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος, ἂν μετερχόμενος ἀλλοίαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἠθέτουν τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐλησμόνουν ὅ,τι εἶχον εἰπῆ καὶ ὅ,τι εἶχε πιστευθῆ ἀπὸ τὸν κόσμον, ἐτρεπόμην δ’ ἄλλην ὁδὸν ἀπὸ ἐκείνην ἐπὶ τὴν ὁποίαν ἐτράπημεν, Ἤθελεν εἶσθαι ἀπελπιστικὸν διὰ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας, ἂν δὲν ἐξεγείρετο τότε ὅλος ὁ κόσμος νὰ ἐγκαλέσῃ ἡμᾶς ἐπὶ ἀσεβείᾳ πρὸς τὴν τιμήν. Ἀλλὰ ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν τὸ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀναδειχθὲν ὑπουργεῖον ἐφήρμοσε καὶ ἠκολούθησε, μοὶ φαίνεται ὅτι ἤκουσα ὅτι ἔβλαψε καιρίως τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἂν δὲν σφάλλω, ἀνέγνων πολλαχοῦ ὅτι ἐλέχθη, οὐ μόνον ἐν ταῖς χώραις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς χώραις τῆς ἀλλοδαπῆς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὑπάρχον τῆς Ἑλλάδος ἀνέκοψε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον εἰσαγάγει αὐτό. Ἀνετρέψαμεν πᾶν ὅ,τι ἐπὶ ἓν, δύο καὶ τρία ἔτη εἶχε συσκευασθῆ καὶ διασκευασθῆ, ἀνεκρούσαμεν πρύμναν, καὶ ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ταύτης τῆς οἰκονομικῆς τοῦ ὑπάρχοντος ὑπουργείου, τῆς ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου ἐφαρμοσθείσης, ἴσως εὑρίσκονται ἄνθρωποι οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀμηχανία τις σήμερον· λέγω ἴσως εὑρίσκονται ἄνθρωποι, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀμηχανία τις σήμερον, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ φρόνημα τοῦτο. Κύριοι, μεταβάλλω πλέον θέσιν, καὶ μεταβάλλω αὐτὴν ὄχι διότι ἐπιθυμῶ νὰ τὴν μεταβάλω, ἀλλὰ μεταβάλλω αὐτὴν, διότι τὴν μεταβολὴν ἐξηνάγκασαν ἄλλοι καὶ οὐχὶ ἐγώ. Ἡ θέσις μου εἶναι θέσις ἀπολογουμένου πρὸς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀπολογουμένου πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν ἁπανταχοῦ διατρίβοντα, τὸν ἔν τε τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Κυβερνῶντες Κράτη, οἷον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, περιβάλλονται διὰ καθηκόντων τοσούτων καὶ τοιούτων, ὥστε τὰ παραπτώματα ἢ τὰ λάθη αὐτῶν, αἱ πλημμέλειαι ἢ αἱ ἐλλείψεις των δὲν τυγχάνουσι μόνον ἀντικείμενον ἐρεύνης τοῦ ἐνεστῶτος, ἀλλὰ περιέρχονται ἀναγκαίως εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ μέλλοντος, καὶ ἡ ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης ἐπὶ τὸ μέλλον εὐθύνη εἶναι ἡ βαρυτάτη τῶν εὐθυνῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι λοιπὸν νὰ μὴ στέργω, νὰ μείνω ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης εὐθύνης, καὶ νὰ μὴ στέργω, ἂν ὄχι ἀμυνόμενος ὑπὲρ τοῦ ἀτόμου ἐμοῦ ἢ τῶν ἀτόμων τῶν συναδέλφων μου, τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἀμυνόμενος τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος ἐπέβαλε εἰς ἑκάστην Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω, ὅτι ἤκουσα, ὅτι ἡμεῖς μετεβάλομεν πολιτικὴν λειτουργοῦσαν, καὶ ὅτι τοιαῦτα κακὰ παρεσκευάσαμεν ἀποτελέσματα. Νομίζω, ὅτι ἤκουσα χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀκόμη, ὅτι ἡ σημαία, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀναπετάσει, εἶχε ὠχρὸν χρῶμα, ἀπέναντι ἄλλης σημαίας, ἥτις ἄντικρυς ἡμῶν εἶχεν ἀναπετασθῆ, καὶ ἡ ὁποία ἐκυμάτιζε μὲ τὰ χρώματα τὰ ἐθνικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Πῶς λοιπόν, τί πράξαντες μετεβάλομεν πολιτικὴν λειτουργοῦσαν, ἢ τί παραλιπόντες ἀνεκόψαμεν τὴν πολιτικὴν τὴν μέλλουσαν, ἥτις πρὸ ἡμῶν εἶχεν ἐγκαινισθῆ καὶ ἐλειτούργει; διότι ἠλαττώσαμεν 12,000,000 ἔσοδα καταργήσαντες φόρους. Αὐτὰ ἀνέγνων εἰς ξένας ἐφημερίδας λεχθέντα ἐν ὁμίλοις ἀλλοδαπῶν, οἵτινες οὐδὲν γνωρίζουσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τῆς Χώρας. Ἠλαττώσαμεν ἡμεῖς πράγματι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ 12,000,000, καταπαύσαντες τὴν λειτουργίαν φόρων, οἵτινες προσέφερον, εἰσῆγον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὰ 12 ταῦτα ἑκατομμύρια; Εὕρομεν ἐν ἐνεργείᾳ παρασκευὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικάς, τὰς ὁποίας ἐσταματήσαμεν; Εὕρομεν παραγγελίας, αἵτινες εἶχον δοθῆ, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ἀνεστείλαμεν; Νομίζω, ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας ἤκουσα ὑπαινιγμούς τινας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτοξευθέντας, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἐμέλλομεν νὰ πωλήσωμεν τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ τυφλοί! δὲν προεβλέπομεν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἄλλοι ὀξυδερκέστατοι! προέβλεπον πρὸ πολλοῦ χρόνου. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι πράγματι τυφλός, ὅτι μέχρι τῆς παραμονῆς, καθ’ ἣν συνετελέσθη τὸ γεγονὸς τῆς Φιλιππουπόλεως, οὐδέποτε προεῖδον, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν ἤθελε τελεσθῆ τοιοῦτον γεγονός, ἀνατρέπον τὰς ὑπαρχούσας Συνθήκας. Δὲν γνωρίζω τίνες ἐξ ὑμῶν δὲν εἶσθε τυφλοὶ καὶ προεβλέπετε, ὅτι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον μῆνα ἤθελε τελεσθῆ τὸ γεγονὸς τοῦτο· καὶ ἐὰν ἦσθε ἁπλᾶ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δύναμαι νὰ σᾶς ζητήσω λόγον, πῶς, ἀφοῦ προεβλέπετε τοιαῦτα συμβεβηκότα, εἴχετε σταυρώσει τὰς χεῖρας, καὶ οὐδὲν ἐπράττετε ἀπέναντι τοιούτων συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα σεῖς προεβλέπετε; Ἴσως ἔχετε ποιάν τινα εὐθύνην, εἴτε ἐν τῇ Συμπολιτεύσει εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνοντες, διότι τὰς προβλέψεις σας ταύτας δὲν ἀνεκοινώσατε πρὸς τοὺς φίλους σας, πρὸς τοὺς ὁποίους εἴχετε πολιτικὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ δὲν ἐπεμείνατε νὰ ἐπιβάλλητε εἰς αὐτοὺς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα αἱ προβλέψεις αὗται ἐπέβαλλον πρὸς αὐτούς. Ἐγὼ ὅμως σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν προέβλεπον τίποτε. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον προέβλεπον καὶ τὸ ὁποῖον ἐτάρασσε τὴν διάνοιάν μου, ἦτο μήπως ἀπρόοπτόν τι συμβεβηκὸς ἤθελεν ἀπειλήσει τὴν καθολικὴν εἰρήνην ἢ τὴν εἰρήνην ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἤθελε συμβῆ τοῦτο πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἠθέλομεν εἶσθαι μᾶλλον οἰκονομικῶς παρεσκευασμένοι ἀφ’ ὅ,τι μᾶς εἶχε παρασκευάσει τὸ ἔτος 1884, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρὸς ὑμᾶς, ἢ τὸ ἔτος 1883, τὸ ὁποῖον εἶχε προηγηθῆ αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ἄν τις τῶν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ πολιτικῶν ἀνδρῶν σκοπῇ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὐτὸς προέβλεπεν, ὅτι, διαρκοῦντος τοῦ 1885, τοιαῦτα ἤθελον προκύψει συμβεβηκότα ἐν αὐτῇ τῇ γειτονίᾳ ἡμῶν. Ἂν ἤθελε τοιοῦτον προβάλῃ πρὸς ὑμᾶς ἰσχυρισμόν, ἀποδόσατε παρακαλῶ τοῦτον εἰς ὑπερβάλλουσαν φιλαυτίαν αὐτοῦ. Τοιαῦτα ἰσχυριζόμενος, βεβαίως θέλει νὰ παραστήσῃ εἰς σᾶς τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτι προέβλεπε τὰ κατὰ τὴν προτεραίαν γενόμενα· ἀλλὰ μὴ πιστεύσητε ὅτι προέβλεπε τὰ κατὰ τὴν προτεραίαν γενόμενα. Καὶ δὲν ζητῶ παρ’ ὑμῶν χάριν συμβουλεύων ὑμᾶς νὰ μὴ πιστεύσητε τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν ὑπὸ μόνης ἀκράτου καὶ ἀκαίρου φιλαυτίας δυνάμενον νὰ δικαιολογηθῇ· σᾶς συμβουλεύω νὰ ἀναγνώσητε αὐτοὺς τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ νὰ μελετήσητε τὰς προβλέψεις, αἵτινες ἐγένοντο, εἴτε δι’ αὐτῶν εἴτε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι οὐδὲν προέβλεπον. Ἀλοίμονον! ἂν, προβλέποντες, τοιαύτην μετήρχοντο πολιτείαν! Ἄν ὄχι οἱ σύγχρονοι, οἱ ἐπίγονοι ἤθελον ἐκτοξεύσει κατ’ αὐτῶν βαρεῖαν κατηγορίαν, ὅτι, ἐνῷ προέβλεπον τοιαῦτα συμβεβηκότα, τοσοῦτον προσεχῆ μέλλοντα νὰ ἐκτελεσθῶσι, τοιοῦτον συνέτασσον πρόγραμμα, ὁποῖον οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῶν παρέχουσιν, ἢ τοιαῦτα ἐλάμβανον μέτρα, οἷα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Προϋπολογισμῶν τούτων ἔλαβον καὶ ἐφήρμοσαν. Δὲν ἀρκοῦσι, κύριοι, μόνοι οἱ λόγοι διὰ νὰ παραστήσωσιν εἰς τοὺς συγχρόνους ὅτι οἱ τοὺς λόγους τούτους ἀπαγγέλλοντες τοιαύτην χαράσσουσι πολιτικὴν πορείαν, οἵαν οἱ λόγοι των ἐμφαίνουσι. Τὴν πολιτικὴν ἐμφαίνουσι πράξεις, καὶ πράξεις τοιαύτας ἀναζητῶ καθ’ ὅλον τὸν παρελθόντα βίον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω οὐδαμοῦ εἰμὴ μόνον εἰς κείμενα νόμων μὴ ἐκτελεσθέντων, καὶ εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἷς ὑποψήφιος βουλευτὴς Ἀττικῆς, μὴ ἐπιτυχὼν, ἀπήγγειλε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἥτις παρεδόθη ἡμῖν, καθ’ ὃν χρόνον ἀνελαμβάνομεν τὴν κυβέρνησιν τῶν κοινῶν, καὶ αὐτὴ ἡ χρηματικὴ κατάστασις τῶν ταμείων, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄλλου τινὸς, εἰμὴ περὶ βελτιώσεως αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν χρηματικῶν ἀνωμαλιῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει τὸ ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτην ὑπελάβομεν τὴν ἐντολὴν ἡμῶν, δὲν ἀπῃτεῖτο ἀπὸ ἡμᾶς μεγάλη σοφία, οὔτε ἔκτακτος δεξιότης, ἵνα πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα καὶ νὰ βελτιώσωμεν τὰ ἔσοδα. Αὐτὴ ἦτο ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσαμεν, ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξηκολουθοῦμεν μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνετελέσθησαν ὅσα δὲν προεβλέπομεν· καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν προεβλέπαμεν, καὶ παρακαλῶ πάντα νὰ εἴπῃ ἂν τὰ προέβλεπεν. Ἀλλ’ ἐλαττώσαντες τὰ ἔξοδα κατὰ 7 περίπου ἑκατομμύρια, καὶ ζητήσαντες νὰ βελτιώσωμεν τὰ ἔσοδα, ἀπεκόψαμεν 12 ἑκατομμύρια ἔσοδα, καταργήσαντες φόρους, ὡς πολλάκις ἐλέχθη, καὶ ὡς αἱ ἐφημερίδες ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος δὲν ἔπαυσαν νὰ γράφωσιν ἐξαγγέλλουσαι καὶ βεβαιοῦσαι εἰς τὸ κοινόν; Πρέπει νὰ σᾶς δώσω λεπτομερῆ ἀπολογίαν· δὲν κρίνω αὐτὴν ἀναγκαίαν διὰ νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν καθ’ ἡμῶν ἐκτοξευομένην, κρίνω ὅμως αὐτὴν ἀναγκαίαν διὰ νὰ διδαχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι, ὁσάκις προτρέπεται καὶ παρωθεῖται ὑπὸ τούτων ἢ ἐκείνων, νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὸν πατριωτισμὸν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν προτρέπεται πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τείνῃ τὸ οὖς του εἰς μηχανήματα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύει ἡ διαβολή, καὶ εἰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας διασκευάζει ἡ συκοφαντία, ἐκμεταλλευομένη τὴν ἁπλότητα αὐτοῦ, διὰ νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του. Οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατεδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν των νὰ κατορθώσωσι νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ταμείου, καὶ ἐπανειλημμένως διεσκεύασαν φορολογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐπρόβαλον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ κατεστάθησαν νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν νομοθετημάτων τούτων ἦσάν τινα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἐκρίναμεν, ὅτι ἦσαν κατ’ ἀρχὴν πλημμελῆ, ἢ ὅτι εἶχον κακῶς διασκευασθῆ, ἢ ὅτι δὲν ἤθελον παραγάγει τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους οἱ τὰ νομοθετήματα ταῦτα παρασκευάσαντες καὶ ὑποστηρίξαντες ὑπέσχοντο εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν ὅτι ἤθελον συγκομίσει. Τοιαῦτα νομοθετήματα ἦσαν ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὰ μονοπώλια τοῦ πετρελαίου, τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων, ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ ἂν ἦτο καὶ ἄλλος τις νόμος. Κατὰ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχεν ἀποδεχθῆ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη κατόπιν, ἦτο σύστημα πλημμελὲς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι διὰ τοῦ φόρου ἐκείνου εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον 10 ἑκατομμύρια, ὅσα ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζετο ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει. Καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει τοσαῦτα, διότι τοσοῦτο ποσὸν ἀνέγραφεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι τοσοῦτο ποσὸν ἐπέτρεπε νὰ ἀναγγελθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ τηλεγραφημάτων ὅτι εἶχεν ἐξασφαλισθῆ ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέβαινε τὰ μάλα καταθλιπτικὸν καὶ εἰς τὴν μεγάλην καὶ εἰς τὴν μικρὰν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶχεν ἀκόμη καὶ ἄλλο μέγα ἐλάττωμα, νὰ δημιουργῇ πληθὺν θέσεων, ἑπομένως μέγα ποσὸν τῆς προσόδου νὰ ἐξοδεύηται εἰς μισθοδοσίαν προσώπων. Ἀνέλαβε δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ὑποχρέωσιν, ἂν ἤρχετο ὡς Κυβέρνησις, νὰ μεταβάλῃ τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα τοῦ καπνοῦ· εἶχε μάλιστα ἐνδείξει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε νομοθετήσει ἐὰν ἐγίνετο Κυβέρνησις. Καὶ πράγματι ἐζητήσαμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ νενομοθετημένου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἥτις ἐψήφισεν ἄλλο σύστημα φορολογίας τοῦ καπνοῦ, νὰ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα ἡμῶν. Ἂς ἴδωμεν κατὰ τί ἐζημιώσαμεν τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Δὲν ἔχομεν πολυχρόνιον ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῶν προκατόχων εἶχε νομοθετηθῆ· ἔχομεν μῆνας τινὰς τοῦ 1883, ὁλόκληρον τὸ 1884 καὶ μῆνας τοῦ 1885. Λαμβάνω λοιπὸν ὁλόκληρον τὸ 1884. Κατ’ αὐτὸ εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ δραχ. 3,027,730· εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς ἔξοδον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ποσὸν 1,899,123· ἀλλὰ, διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐδαπανήθησαν μόνον 778,890. Ἂν λοιπὸν ἐκ τῆς προσόδου τῶν 3,027,730, τῆς πραγματοποιηθείσης ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἀφαιρέσωμεν τὰς 778,890, μένει καθαρὰ πρόσοδος 2,248,840. Καὶ ἡ πρόσοδος αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ μόνου τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἐκ μόνων τῶν 3 δραχμῶν, αἵτινες εἶχον προσδιορισθῆ ὡς φόρος τοῦ καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν· ἡ πρόσοδος αὕτη ἀπετελέσθη καὶ ἐκ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἡ Διοίκησις εἶχεν ἐπινοήσει νὰ ἀποκτᾷ γενομένη βιομήχανος, γενομένη κόπτρια τοῦ καπνοῦ, καὶ ζητοῦσα ἀπὸ τοὺς προσερχομένους νὰ κόψωσι τὸν καπνὸν ποσὸν μεγαλείτερον ἀπὸ ὅσον αὐτοὶ ἤθελον δαπανήσει διὰ νὰ κόψωσι τὸν καπνόν· ἡ πρόσοδος αὕτη συνετελέσθη ἀκόμη καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ταινιῶν. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι πᾶσα ἡ πρόσοδος εἶναι καθαρὸν προϊὸν τοῦ κυρίως φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἐξησφάλισε διὰ τοῦ φόρου ἐκείνου 2,248,840, φορολογοῦν κατ’ ὀκᾶν τὸν καπνὸν πρὸς 3 δραχμὰς καὶ λαμβάνον 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν διὰ κοπὴν, καὶ ἐπιβάλλον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς ταινιῶν. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἐζητήσαμεν καὶ ἀντικατέστησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δι’ ἑνὸς συστήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἔχομεν μεγάλας πιθανότητας,—δὲν δύναμαι νὰ εἴπω βεβαιότητα, διότι οὐδεὶς ἔχει βεβαιότητα περὶ τοῦ μέλλοντος,—ἔχομεν μεγάλας πιθανότητας, ὅτι, φορολογοῦντες τὸν καπνὸν μόνον πρὸς 2 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, θέλομεν εἰσπράξει 4 ἑκατομμύρια, καὶ θέλομεν δαπανήσει μόνον 100 χιλιάδας, ἑπομένως θέλομεν ἔχει καθαρὰν πρόσοδον 3,900,000. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦτα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρ’ ἡμῶν προταθέντος καὶ νομοθετηθέντος συστήματος ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους, δύναμαι νὰ βεβαιώσω πλέον, ὄχι νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχουσι πιθανότητες, ὅτι κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτερα τῶν 4 ἑκατομμυρίων. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔντιμοι πολῖται ἐκ Τριχωνίας ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρόντος νομίζω βουλευτοῦ ἀξιοτίμου, καὶ συνεχαίροντο τὸ Δημόσιον ταμεῖον, διότι ἔμελλε νὰ εἰσπράξῃ κατὰ τὰς κρίσεις αὐτῶν περισσότερα παρ’ ὅσα εἶχε προϋπολογίσει ἡ Διοίκησις τοῦ Κράτους. Κατὰ τῶν μονοπωλίων ἐκηρύχθη ὡσαύτως ἡ Ἀντιπολίτευσις προβάλλουσα ὡρισμένους κατ’ αὐτῶν λόγους. Τὰ μονοπώλια δὲν ἐθεώρει μόνον, ὡς ἐπιφέροντα αὔξησιν τῶν τιμῶν τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνεστήθησαν τὰ μονοπώλια· δὲν ἐπέκρινε μόνον ὡς πιέζοντα οὕτως τὴν κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἐθεώρει μὴ ἀποδεκτά, ὡς περιορίζοντα τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐπιτηδεύσεως, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐκηρύχθη κατὰ πάντων τῶν μονοπωλίων. Κατὰ τὴν λήξασαν πρώτην βουλευτικὴν Σύνοδον, αὐτὴν τῆς ὁποίας ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοσοῦτον κατεκρίθη καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἀκόμη ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἠρέσκοντο εἰς αὐτήν, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας τὴν ἄδειαν νὰ καταργήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων, ὅταν ἤθελε κρίνει τοῦτο δυνατόν. Ἀλλά, μολονότι ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μέχρι τοῦδε παρῆλθον 4 μῆνες, ἡ Διοίκησις δὲν ἠδυνήθη νὰ καταργήσῃ τὰ δύο ταῦτα μονοπώλια· διότι διὰ τὰ πυρεῖα παρεκώλυον αὐτὴν συμφωνίαι, τὰς ὁποίας οἱ προκάτοχοι εἶχον συνομολογήσει μὲ καταστήματα κατασκευῆς πυρείων, διὰ νὰ ἀποσταλῶσι τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ μονοπωλίου ἀναγκαιοῦντα πυρεῖα ἐπὶ 2 ἔτη. Τὰ δύο ἔτη δὲν εἶχον λήξει· ἐζήτησα τὴν γνώμην τῶν νομικῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι μοὶ εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἤθελον μονομερῶς διαλύσει τὴν σύμβασιν, ἤθελον γεννήσει ἀξιώσεις εὐλόγους ἀποζημιώσεων κατὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου. Τὸ δὲ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου ἔκρινα ὅτι ὡσαύτως δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ καταργήσωμεν, διότι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Δημοσίου ἦσαν πλήρεις σιγαροχάρτου. Ἐὰν κατηργοῦμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου, δὲν ἦτο εὔκολον νὰ πωλήσωμεν τὸ σιγαρόχαρτον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν εἰς τὰς ἀποθήκας μας. Μοὶ ἐζητήθη πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐκ Καρδίτσης σημείωσις τῶν κατὰ μῆνα εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ πωλουμένου σιγαροχάρτου κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ μονοπωλίου μέχρι τοῦδε χρονικὸν διάστημα, καὶ ἔφερα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σημείωσιν. Ἴσως ὑπελήφθη, ὅτι ἡ κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην καταδηλουμένη μείωσις τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ καθ’ ἕκαστον μῆνα τῶν παρελθόντων ἤθελεν ἀποδείξει ὀλιγωρίαν τῆς Διοικήσεως ἢ ἐγκατάλειψιν τοῦ μονοπωλίου καὶ πρὶν ἢ νομίμως καταργηθῇ. Ἴσως ὑπελήφθη, ὅτι τοιαύτη τις πληροφορία ἤθελε παράσχει ὕλην πρὸς εὔλογον καθ’ ἡμῶν ἔλεγχον. Ἀλλ’ οἱ τὴν σημείωσιν ζητήσαντες καὶ οἱ τὰς πληροφορίας ταύτας μελετήσαντες νομίζω, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν των, καὶ θὰ συμπληρώσω ἐγὼ τὰς πληροφορίας των, ἐὰν ἀκούσωσιν ὅσα μέλλω νὰ εἴπω περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου.
§34ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζετε καλὸν νὰ διακόψωμεν ὀλίγον;
§35ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐκουράσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐκουράσθην, ἀλλ’ ἐὰν θέλητε μετ’ ὀλίγον διακόπτω τὴ ὁμιλίαν μου. Ἡ προμήθεια τοῦ σιγαροχάρτου εἶχε γίνει ἐκ διαφόρων καταστημάτων, ἦτο δὲ τὸ σιγαρόχαρτον κυρίως δύο εἰδῶν, καὶ τὸ μὲν ἐκ τῶν δύο εἰδῶν ἦτο δυστυχῶς κακῆς ποιότητος, δὲν ἦτο σιγαρόχαρτον ἐπιτήδειον εἰς τὸ νὰ χρησιμεύσῃ νὰ καπνίζηται ὁ Ἑλληνικὸς καπνός· ἡ καῦσις τοῦ σιγαροχάρτου ἠλλοίου τὴν γεῦσιν τοῦ καπνοῦ, ἑπομένως τὸ σιγαρόχαρτον τοῦτο δὲν εἶχε ζήτησίν τινα. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ὑπῆρχε τὸ σιγαρόχαρτον τοῦ ἄλλου εἴδους, ἡ πώλησις ἐγίνετο καὶ εἰσήγετο εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ποσόν τι χρημάτων· ὅταν ὅμως ἐξηντλήθη αὐτὸ τὸ εἶδος, ἡ πώλησις τοῦ ὑπολειφθέντος μὴ καλῆς ποιότητος σιγαροχάρτου, κατέστη δύσκολος. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχε λαθρεμπορία σιγαροχάρτου ἐν τῷ Κράτει, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ προκάτοχοι ἐζήτησαν νὰ περιστείλωσι καὶ ἡμεῖς δὲν ἠμελήσαμεν νὰ περιστείλωμεν διὰ παντὸς τρόπου, ἡ λαθρεμπορία, εὐθὺς ὡς ἐτέθη ἐν χρήσει τὸ σιγαρόχαρτον τὸ μὴ καλῆς ποιότητος, εὕρισκε πλέον ὑποδοχὴν ἐν τῷ τόπῳ, διότι οἱ καταναλωταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ καπνίσωσι τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχον σιγαρόχαρτον. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθε προβαίνουσα μείωσις, κατὰ τῆς ὁποίας ὠφείλομεν νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα, καὶ ἐλάβομεν αὐτά, ὅταν τελευταῖον προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν διὰ νὰ μειώσωμεν τὴν τιμὴν τὴν ἀγοραίαν τοῦ σιγαροχάρτου. Τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἡ ἐπιψήφισις καὶ ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ ὡς νόμου νομίζω, ὅτι θέλει αὐξήσει τὸ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ἔσοδον κατὰ 200,000 δραχμῶν, διότι θέλει καταστήσει μᾶλλον εὔωνον αὐτὸ τὸ μὴ καλῆς ποιότητος σιγαρόχαρτον, τὸ μὴ ζητούμενον, θέλει δὲ συντελέσει εἰς τὸ νὰ περιστείλῃ τὸ λαθρεμπόριον, διότι δὲν θέλει ἀφήσει πλέον κέρδος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται μέχρι τοῦδε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ λαθρεμπόρου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθεσία μᾶς παρέσχε, διὰ νὰ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου διὰ Διατάγματος, διότι ἠθέλαμεν ἀπολέσει τὴν ἀξίαν τοῦ σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀγορασθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ταμείου. Ἐπεριμέναμεν λοιπὸν νὰ ἐξαντληθῇ βαθμηδὸν τὸ σιγαρόχαρτον τοῦτο, καὶ τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου. Ὁ αὐτὸς λόγος ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ μὴ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, διότι, ὡς εἶπον, καὶ περὶ προμηθείας τῶν πυρείων ὑπῆρχον συμφωνίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀθετήσωμεν. Λοιπὸν δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, δὲν κατηργήσαμεν οὐδὲ τὸ μονοπώλιον τῶν παιγνιοχάρτων, οὐδὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου. Τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μετεβάλομεν, ἦτο ὁ νόμος περὶ καπνοῦ, ἀλλὰ μετεβάλομεν αὐτὸν ἐπὶ αὐξήσει τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἐλαττώσει αὐτῶν. Χρεωστῶ ὅμως νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποληφθῶ μὴ συνεπὴς πρὸς ὅσα ἔλεγον καὶ ἐφρόνουν ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἔστω καὶ δι’ αὐτὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου. Χρεωστῶ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, οὐδ’ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν αὐτῆς διὰ νὰ καταργήσῃ αὐτὸ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία διὰ Διατάγματος, ὅταν ἤθελε τὸ ἐγκρίνει. Πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς, κύριοι, τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου ἡ λαθρεμπορία τοῦ πετρελαίου εἶχε λάβει εὐρυτάτας διαστάσεις, ἐμείου δὲ ἐπαισθητῶς τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τὸ κακὸν τοῦτο· ἡ λαθρεμπορία τοῦ πετρελαίου συνετάρασσε καὶ ἀνήρει τὴν ἰσότητα, ἥτις ἐν τῇ ἐμπορίᾳ προϊόντος τινὸς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν μετερχομένων αὐτήν, καθίστα ἄνισον τὴν θέσιν τῶν ἐμπόρων, διότι ἐκεῖνοι μὲν, οἵτινες ἠθέτουν τοὺς νόμους κατορθοῦντες νὰ εἰσάγωσι λαθραίως τὸ πετρέλαιον, ἠδύναντο νὰ πωλῶσιν αὐτὸ εἰς εὐθηνοτέραν τιμήν, ἐν ᾧ οἱ τηροῦντες τοὺς νόμους δὲν ἠδύναντο νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτούς. Ἡ εἰσαγωγὴ λοιπὸν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου δὲν ἔτεινε πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, οὐδ’ ἡ κατάργησις τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου ἠδύνατο ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐλευθερίαν ἐργασίας τοιαύτην, ὁποίαν τῷ ὄντι πρέπει εὐνομούμεναι Πολιτεῖαι νὰ ἐγκαθιστῶσιν ἐν ἑαυταῖς. Ὑπέλαβον λοιπὸν οὐχὶ μόνον ἐκ λόγων ταμιευτικῶν, διὰ νὰ διατηρήσω τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξασφαλίσει τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἡ κατάργησις αὐτοῦ δὲν ἐπραγματοποίει τοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐκηρύχθημεν κατὰ τοῦ μονοπωλίου· ὑπέλαβον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὸ νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν παραπλησίαν πρότασιν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ ἀνακεφαλαιώσω διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω ποῖα ἦσαν τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν πρώτην Σύνοδον ἐποιήσατο. Ἡ πληροφορία αὕτη θέλει σᾶς δώσει τὸ δικαίωμα, εἰς ἕκαστον ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νομοσχεδίων, νὰ ἀποστομώσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον μέμφεσθαι ἀδίκως καὶ κατηγορεῖ ἀδίκως τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὡς ὑποστηριξάσης οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἥτις τοσαύτην ἐπήνεγκεν ἐλάττωσιν εἰς τὰ Δημόσια ἔσοδα· ἐξ ἐναντίας, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψήφισε νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων ηὔξησε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, οὐχὶ δὲ νὰ ἐλαττώσῃ αὐτά. Ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου καὶ προσεπόρισε πρόσοδον μεγαλειτέραν, 1,217,619 δραχμῶν, αὐξήσασα κατὰ τοσοῦτον ποσὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους· ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὁποίου μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν ν’ ἀναγράψω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ἔσοδον νέον 1,000,000· ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ οἰκοπέδων τῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγράψω πιθανωτάτην πρόσοδον 30,000 δραχμῶν· ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ αὐθαιρέτων οἰκοδομῶν, ὁ ὁποῖος θέλει ἐπιφέρει ἔσοδον 50,000 δραχμῶν· ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ τῶν δόσεων τῶν ἐθνικῶν γηπέδων, ὁ ὁποῖος θέλει φέρει ἔσοδον 25,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ προσθέσητε ὅσα ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ προϋπελόγισα, ὅτι θέλει εἰσπράξει περισσότερα τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἀφ’ ὅσα εἰσέπραττε κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον κατηργήθη, θέλει ἀνεύρει, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὐξήθησαν διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, κατὰ 4,963,267 δραχμῶν. Ἡ μόνη δὲ αὔξησις ἐξόδων, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, εἶναι αἱ 307,000 ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν συντάξεων ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, καὶ τὴν οὐχὶ εὐποιητικὴν ἢ εὐεργετικὴν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν ταύτην πρᾶξιν ἐπανειλημμένως συνέσφιξαν καὶ ἐξετίναξαν κατὰ τῶν μετώπων ἡμῶν, ζητήσαντες νὰ μᾶς παραστήσωσιν ὡς σπατάλους, ἡμᾶς, οἵτινες 7,000,000 ἐξόδων εἴχομεν ἀποκόψει πρὸ δύο ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσε, μετὰ τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Συνόδου συμπράττον τὸ ὑπουργεῖον· αὐτὰ ἦσαν τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, ὅτι εἶχον παρασταθῆ, δὲν εἰξεύρω ποῦ καὶ εἰς ποίας πόλεις, ὅτι ἤθελον ἐπιφέρει ἐλάττωσιν ἐσόδων 12,000,000, καὶ ὅτι τὸ δυστυχὲς Δημόσιον ταμεῖον περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν μόνον ἀφοῦ ἐφηρμόσθη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον εἰσηγάγομεν καὶ ἐφαρμόζομεν. (Γίνεται διακοπὴ δέκα λεπτῶν).
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διηνύσαμεν μέχρι τοῦδε δέκα μῆνας ἐκ τοῦ ἔτους 1885. Ἐκ τῶν δέκα τούτων μηνῶν, οἱ τρεῖς μῆνες καὶ ὁ ἥμισυς μὴν τοῦ Ἀπριλίου διῆλθον ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, οἱ ὑπόλοιποι τῶν δέκα μηνῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἡμῶν. Εὕρομεν εἰσηγμένον Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν προκατόχων, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος παρίστα περίσσευμα καὶ κατὰ τὸ 1885 τριακοσίων εἴκοσι καὶ πλέον χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ ἔρευνα, ἣν ἐποιησάμεθα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, μᾶς ἔπεισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸν, καὶ εἰσηγάγομεν ἡμεῖς Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος παρίστα ἔλλειμμα 11,000,000. Πῶς τὸ περίσσευμα τῶν 320,000 δραχμῶν μετετράπη εἰς ἔλλειμμα 11,000,000, ἀφοῦ μάλιστα ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν καὶ κατὰ 6,700,000 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; Νομίζω, ὅτι ἤθελον σᾶς ἀπασχολήσει μάτην, ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ἔχετε τὴν ἀπορίαν ταύτην, καὶ ὅτι ἠθέλετε μοὶ προβάλει αὐτὴν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ σᾶς λύσω αὐτήν. Πεποιθότως μετεβάλομεν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ πεποιθότως ἀπεδέχθημεν ὡς πιθανώτερον ἔλλειμμα 11.000.000, παρὰ περίσσευμα 320,000 δραχμῶν. Εἶναι λεπτομέρειαι, διὰ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι μάλιστα νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐνδεικνύμενον ὑπὸ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διανύομεν, καὶ ἀφίνω εἰς ἄλλους νὰ λάβωσιν οἵαν θέλουσι πρωτοβουλίαν, κηρύσσων ἐμαυτὸν πρόθυμον, ἐὰν ἀπορία τις θέλει μοὶ προταθῆ, νὰ σπεύσω νὰ παράσχω πάσας τὰς πρὸς λύσιν αὐτῆς ἀναγκαιούσας πληροφορίας. Ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν καὶ τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, παριστᾷ τὰ ἔσοδα 74,006,586· ἐκ τῶν ἐσόδων ἐβεβαιώθησαν 29,633,775, καὶ ἐκ τῶν βεβαιωθέντων τούτων εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Ἰουλίου 24,107,463 δραχμῶν. Ἡ περίοδος αὕτη, ἡ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι 31ης Ἰουλίου 1885, παραβαλλομένη πρὸς τὴν περίοδον, τὴν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 31ης Ἰουλίου 1884, δὲν παρέχει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Κατὰ τὸ 1884 εἶχον βεβαιωθῆ 31,083,211 μέχρι τέλους Ἰουλίου, καὶ οὐχὶ 29,633,775, ἤτοι εἶχον βεβαιωθῆ 1,500,000 περίπου περισσότερον. Κατὰ τὸ 1884 εἶχον εἰσπραχθῆ 26,353,333, ἤτοι εἶχον εἰσπραχθῆ 2,200,000 περίπου περισσότερα, ἀφ’ ὅσα ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1885 εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου. Τὴν πληροφορίαν ταύτην δίδω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ ἦμαι εὐθὺς καὶ ἀκριβὴς ἐφ’ ὅσων πρὸς αὐτὴν λέγω· δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ τὴν παραλείπω, διότι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ νομίσωσί τινες ὅτι παραλείπω αὐτὴν ἐπίτηδες, διὰ νὰ ἀποκρύψω ὅ,τι τυχὸν ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ὡς ἀποδεικνῦον ἀκμαιοτέραν τὴν διοίκησιν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη τις ἤθελε μοὶ προταθῆ ἀντίῤῥησις, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος, καὶ ἐνόμισα ἀναγκαῖον ἀπὸ τοῦδε νὰ τὸ δηλώσω, οὐχὶ διότι σκοπῶ ν’ ἀνασκευάσω ἀπὸ τοῦδε τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ διὰ νὰ διαθέσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑπολάβει ὅτι δύνανται νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν πληροφορίαν ταύτην, νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τοιαύτην πρότασιν, διότι δὲν θέλει καὶ αὕτη ἀποβῆ ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Ἰουλίου 24,107,463, ἐδαπανήθησαν 34,616,205, δηλ. ἐδαπανήθησαν περισσότερα 10,508.742. Ποῦ εὑρέθησαν τὰ 10,000,000 ταῦτα; Πρέπει νὰ σᾶς δώσω λεπτομερῆ καὶ τὴν περὶ τούτου ἀφήγησιν. Πρὸ τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, εἶχε συνομολογηθῆ ἀνοικτὸς λογαριασμὸς μετὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ εἶχον ληφθῆ 880,000 δραχμῶν διὰ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Εἶχον διατεθῆ 3,100,000 ἐντόκων γραμματίων· ἑπομένως 3,980,000 εἶχον προκύψει ἐκ τῶν δύω τούτων πηγῶν. Εἶχον ληφθῆ ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τῶν ὑπαρχόντων ἐν Παρισίοις, 3,502,453. Εἶχον διατεθῆ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, τῶν γινομένων πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, τῶν γινομένων πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, 1,022,911. Ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν ἐπὶ διαφόρων λογαριασμῶν, οἷον παρακαταθηκῶν, προκαταβολῶν, χρηματικῶν γραμματίων συμψηφισμοῦ καὶ λοιπῶν, εἶχον ληφθῆ καὶ δαπανηθῆ εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους 969,392 δραχμῶν. Εἶχον ληφθῆ 2,934,000 ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Καὶ ταῦτα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπήγγειλα, εἶχον διατεθῆ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν διοίκησιν. Ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς 1,130,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐδανείσθημεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς προκαταβολὴν, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰς ὀφειλὰς, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ταμεῖον εἶχε πρὸς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν διὰ τὰ κατασκευασθέντα μέρη τοῦ σιδηροδρόμου. Ἦσαν ἐκδεδομένα πρὸ ἡμῶν τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Πιστωτικὴν, τὰ εὕρομεν κυκλοφοροῦντα, δὲν εἴχομεν χρήματα νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ, καὶ ἐδανείσθημεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 1,130,000. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ δανείου ἐπεστρέψαμεν δραχμὰς 400,000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, περιορίσαντες τὴν ὀφειλήν μας εἰς 730,000 δραχμῶν. Ἐλάβομεν προσέτι καὶ ἀπὸ τὸν κ. Συγγρὸν, ὡς πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, προκαταβολὴν 1,500,000, ἀλλ’ ἐκ τούτων αἱ 500,000 δὲν διετέθησαν παρ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκρατήθησαν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἀπέναντι τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνοίξει, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε λάβει χρήματα. Ὀφείλομεν δὲ κατὰ συνέπειαν 730000 ἐκ τῆς προκαταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, καὶ ὀφείλομεν προσέτι 180,000 εἰς τὴν Τράπεζαν, ἥτις ἐξώφλησεν ἔνταλμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων. Ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ τὸ δάνειον τῶν 180,000 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ἐντάλματος τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Συλλόγου τοῦ πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἐκδεδομένου, διὰ νὰ θέσω τέρμα εἰς ἐπεισόδιον τοσούτῳ ἀηδὲς ὅσῳ καὶ δυστυχὲς, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐργασίας μου προέκυψεν ἀπροσδοκήτως. Ὑπάρχουσι πόθοι καὶ ἐπιθυμίαι, αἵτινες καθηγιάσθησαν ὑπὸ τῆς ἱστορίας, καὶ περιεβλήθησαν διὰ τῆς πεποιθήσεως ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, καὶ δύνανται νὰ ὀνομασθῶσιν ἀληθῶς ἱεραί. Δυστυχεῖς εἶναι αἱ ἀπόπειραι πᾶσαι, ὅσαι ἐγένοντο πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοιούτων ἱερῶν πόθων, ἵνα ἐξ αὐτῶν ἀντλήσωσι μέσα νὰ διαβάλωσι ἢ νὰ συκοφαντήσωσι πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας, ὡς μὴ στέργοντας ἢ μὴ συμμεριζομένους τοὺς πόθους τούτους! Τοιαῦτα, κύριοι, εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 μέχρι τέλους Ἰουλίου. Ἀλλὰ μέχρι τέλους Ἰουλίου καὶ καθ’ ὅλους τοὺς ἑπομένους αὐτοῦ μῆνας ἤμην βέβαιος, ὅτι, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ἐφηρμόζομεν αὐτὸν, θὰ ἠδυνάμεθα κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1885 νὰ σᾶς παραστήσωμεν ἀποτελέσματα μᾶλλον εὐχάριστα ἢ ὅσα ὁ Προϋπολογισμὸς σᾶς εἶχεν ἐνδείξει. Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὡς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶχεν ἔλλειμμα 11,000,000. Εἴχομεν ἐλπίδα οὐχὶ κενὴν, ἀλλ’ ἐπὶ πραγμάτων ἑδραζομένην, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ, ἐφαρμόζοντες αὐτὸν, νὰ μειώσωμεν τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ 11,000,000 εἰς 9,000,000· προσεδοκῶμεν μάλιστα ὅτι, ἐξακολουθοῦντες τὰς αὐτὰς οἰκονομίας, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν, ἄνευ προσθήκης νέων ἐσόδων καὶ φόρων, νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 μὲ ἔλλειμμα 2 ἢ 3,000,000. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, διότι ἐβαίνομεν εἰς ὁδὸν κεχαραγμένην καὶ δὲν προεβλέπομεν ὅ,τι συνέβη κατὰ Σεπτέμβριον. Τὰ κατὰ Σεπτέμβριον ἐκτὸς ἡμῶν συμβεβηκότα μᾶς ἐπέβαλον τὸ καθῆκον νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἡμῶν, καὶ νὰ τραπῶμεν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἱ Ἐθνικαὶ ἀνάγκαι μᾶς ἐπεδείκνυον ὡς σώτειραν. Ὑπελήφθη ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι ἀρχηγοὶ σχολῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἀναγράφονται δόγματα στηριζόμενα ἐπὶ ἀληθειῶν ἀναμφισβητήτων, ἢ ἐπὶ φιλοσοφικῶν ἀποδείξεων ἀναντιῤῥήτων, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας, ὅταν ἔδωκαν μίαν συμβουλὴν, μίαν γνώμην εἰς τοὺς συμπολίτας των, ὅτι πρέπει νὰ τραπῶσιν αὐτὴν τὴν ὁδὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συμβουλεύσωσι τοὺς συμπολίτας των νὰ τραπῶσιν ἑτέραν, ὅταν τὰ πράγματα δεικνύωσι τὴν πρώτην γνώμην μεταβλητέαν καὶ παριστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν δευτέραν· ὑπαινιγμοὶ μάλιστα, οἱ ὁποῖοι διαφεύγουσι τὴν σφαῖραν τῶν ὑπαινιγμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ αἰτίασιν, χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπηγγέλθησαν, καὶ κατεκρίθημεν ὅτι ἐγκατελείψαμεν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν. Οἱ Κυβερνῆται ἔχουσι καθῆκον νὰ σκέπτωνται καὶ ἀποφασίζωσιν ὅ,τι τὸ συμφέρον τῶν λαῶν, οὓς κυβερνῶσιν, ἐνεδείκνυει εἰς αὐτούς. Ἀναγκαία ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους ἐνεδείκνυτο εἰς ἡμᾶς καὶ σώτειρα ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόζομεν μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου. Τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπέβαλον εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ τὸν Σεπτέμβριον ἀκολουθοῦμεν καὶ ἐφαρμόζομεν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς λέγουσιν ὅτι ἐφαρμόζουσιν ἄλλην πολιτικὴν καὶ νομίζουσιν, ὅτι διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦτον ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζωνται ὡς μόνοι παρέχοντες ἐγγυήσεις πρὸς διεξαγωγὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζομεν, ἂς ἔλθωσι ν’ ἀποδείξωσιν ἀπὸ ποῖον ξύλον εἶναι ὁ ἱστὸς τῆς σημαίας των, καὶ ἀπὸ ποῖον ὕφασμα κατεσκευάσθη. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶσιν, ὅτι πρὶν ἢ ἀποδείξωσιν τοὺς τίτλους των τούτους, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσι δι’ ἀμφιβόλων λέξεων καὶ ἐννοιῶν περὶ τῶν ἄλλων, ἐὰν θέλωσι νὰ μὴ ὑπολαμβάνωνται ὅτι ὁδηγοῦνται ἀπὸ προαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἰσὶν ἄξιαι ἐπικρίσεως. Ἀλλ’ ἂν, κύριοι, ἡ μεταβολὴ αὕτη τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων δὲν ἐπιτρέπῃ τὰς προσπαθείας πρὸς περιστολὴν τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλλείμματος ἀπὸ 11 εἰς 9,000,000, ἀλλὰ καθιστᾷ ἀναγκαίας δαπάνας, αἵτινες τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000 θέλουσιν αὐξήσει, καὶ ἐψηφίσατε ἤδη νομοσχέδια δι’ ὧν ἐχορηγήσατε πιστώσεις πρὸς αὔξησιν αὐτοῦ, ποῖα εἶναι τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα προσεφύγετε μέχρι τοῦδε διὰ νὰ ἐπαρκέσητε εἰς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος; Δυστυχῶς κατὰ Ἰούλιον μῆνα προσέβλεπον εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000 καὶ ἐζήτησα παρὰ τῆς Βουλῆς δύο ἀδείας· ἡ πρώτη ἦτο νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκποιήσω τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἡ δευτέρα δὲ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκδώσω ἔντοκα γραμμάτια 10,000,000. Ὁμολογῶ εὐγνωμοσύνην εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἵτινες μοὶ κατεδήλωσαν ἐμπιστοσύνην ἄνευ ὅρου τινὸς, ἐπιτρέψαντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν, μηδένα ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως προσδιορίσαντες ὅρον· ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις εἴτε τοῦ Κράτους ἡμῶν, εἴτε καὶ καθόλου, δὲν μοὶ παρέσχον εὐκολίαν νὰ χρησιμοποιήσω οὐδεμίαν τῶν δύο ἀδειῶν, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε τὰς ὁμολογίας ἐπώλησα, οὐδὲ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐξέδωκα. Ἐπειράθην ν’ ἀνεύρω πρὶν ἢ ἐκδώσω τὰ ἔντοκα γραμμάτια νὰ τοποθετήσω αὐτὰ, ἵνα λάβω τὸ ἀντίτιμον τῆς ἀξίας των, ἀλλ’ εἶδον ὅτι δὲν μοὶ ἦτον εὔκολον. Ἐσκέφθην περὶ ἑτέρου τινὸς μέτρου, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἦτο πρώτην φορὰν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτέθη ὑπὸ τὴν μελέτην μου, διότι ἐτέθη καὶ ὅτε ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ἐνόμισα δ’ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προσφύγω εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ ἀπέφυγον νὰ ὑποβάλω τοιαύτην πρότασιν. Ὁ αὐτὸς λόγος μὲ ἠνάγκασε καὶ πρὸ μικροῦ νὰ μὴ προσφύγω εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ μέτρου ἐκείνου, καίτοι μὴ νενομοθετημένου, ἀναλαμβάνων ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, νὰ προσφύγω δὲ εἰς τὰς Τραπέζας διὰ νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῶν δάνειον μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ συνέλθῃ καὶ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν τὰς προσηκούσας προτάσεις. Τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἰδίως μοὶ εἶχον ὑποδείξει ἐπανειλημμένως πολλοὶ, κατ’ ἀρχὰς μὲν ὡς ἀναγκαίαν, κατόπιν δὲ ὡς ἀναποφεύκτως ἐπιβαλλομένην, διὰ νὰ προλάβωσι κινδύνους, οἵτινες ἐπεφαίνοντο ἀπειλοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Προσδοκῶν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν κατ’ ἄλλον τρόπον μείωσιν τῶν κινδύνων, τῶν ἀπειλητικῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀπέφυγον νὰ ἀκούσω τὰς συμβουλὰς καὶ τὰς παραστάσεις, αἵτινες μοὶ ἀπηυθύνοντο πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου. Ὅταν ὅμως ἐπῆλθε καὶ ἡ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ταμεῖον περιΐστατο, δαπανῶν ἀνωτέρων τῶν ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ, τότε προέβην μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν. Ἵνα δὲ μὴ γεννηθῇ ἀνωμαλία τις τραπεζικὴ ἐν τῷ Κράτει, ἔσπευσα νὰ συνομολογήσω σύμβασιν, ἵνα τὸ αὐτὸ μέτρον ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ ἑκατέρας τῶν δύο ἄλλων Τραπεζῶν, αἵτινες ἔχουσι δικαίωμα ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν συνεπείᾳ τῶν τοιούτων συμβάσεων παρὰ τῶν τριῶν Τραπεζῶν, ἐξισοῦται περίπου πρὸς τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐψηφίσατε διὰ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Εἶχε λεχθῆ, ἐλπίζω ἐν καλῇ τῇ πίστει, παρά τινος τῶν ῥητόρων κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ὅτι ἀνάγκη ἦτο νὰ ἐξευρεθῇ τρίτη τις πολιτικὴ, εἰς ἣν νὰ ἀνατεθῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, διότι αἱ δύο πολιτικαὶ, τὰς ὁποίας ὁ διακεκριμένος συνάδελφος ἔβλεπεν ἐκτυλισσομένας ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, κατὰ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, ἐκρίνοντο ἀνάξιαι πλέον ἐμπιστοσύνης. 85,000,000 ἔχει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, 85,000,000 τοῦ διαδόχου, κατὰ τί διαφέρουσιν; εἶσθε ἓν καὶ τὸ αὐτό Πρέπει τέλος πάντων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμούς του, νὰ λάβῃ τὸν φανὸν τοῦ Διογένους καὶ νὰ ἀνεύρῃ εἴτε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ, εἴτε τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ Κυβερνήσῃ. Εἰς οὐδενὸς τὴν ἐξουσίαν κεῖται νὰ περιορίσῃ τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν περὶ κυβερνήσεως τῆς χώρας πολιτικῶν ἰδεῶν. Ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὶν ἢ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους μὲ ἀναγάγῃ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, τὴν γνώμην ταύτην ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω καὶ νῦν. Καὶ τότε ἐφρόνουν, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ Πολιτεύματος συνετελεῖτο μᾶλλον ἀρτία καὶ ὀλιγώτερον ἴσως παρέκρουεν, ὅταν περισσότεραι γνῶμαι ἀνήρχοντο εἰς τὰ κοινὰ, καὶ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν περιωρίζετο μεταξὺ δύο μόνων κομμάτων. Τότε οἱ ἀκούοντες μὲ παρεξήγουν κατὰ τὴν ἕξιν, τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν, νὰ μὴ ἀκούωμεν τῶν λεγομένων, ἀλλὰ νὰ ἀναζητῶμεν τὸν νοῦν τὸν ὑπαγορεύοντα τὰ λεγόμενα, καὶ ἀπέδιδον εἰς ἐμὲ ὅτι ἔλεγον ταῦτα διότι εἶχον σκοπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κεχωρισμένην ἀπὸ τῶν ἄλλων κομμάτων πολιτείαν μου. Ἐλπίζω νὰ μὴ ἐκπλαγῶσιν, ἐλπίζω ὅτι ἦσαν καλῆς πίστεως ταῦτα περὶ ἐμοῦ λέγοντες τότε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ὁμολογήσωσι σήμερον, ἀκούοντες ἐμοῦ ὅτι ἐξακολουθῶ φρονῶν ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ Πολιτεύματος εἶναι μᾶλλον ἀρτία, ὅταν περισσότεραι τῶν δύο γνωμῶν συζητῶνται, καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς δὲν περιορίζηται μόνον μεταξὺ δύο κομμάτων. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτην εἶχον γνώμην ἐλπίζω ὅτι ὁ διακεκριμένος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον τοσαῦτα διακρίνουσι χαρίσματα καὶ πρὸ πάντων ἡ εὐγλωττία, ὅτι θέλει πιστεύσει ὅτι μετὰ χαρᾶς θέλω ἰδεῖ αὐτὸν ἀνερχόμενον εἰς οἱανδήποτε βαθμίδα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ ἴσως μετὰ προσδοκίας θέλω ἀποβλέψει εἰς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἤθελεν ἀναδείξει αὐτὸν κατάλληλον ὅπως ἀνατεθῶσιν εἰς τὰς στιβαρὰς αὐτοῦ χεῖρας αἱ τύχαι του. Ἀλλ’ ὅταν ἐλάμβανε κεχωρισμένως δύο ἀριθμοὺς 85 καὶ 85 ἑκατομμύρια προβάλλων αὐτοὺς ὡς ἀπόδειξιν τῆς ταυτότητος τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ τρόπου τοῦ κυβερνᾷν, περιέπιπτεν εἰς ἀπάτην ἀνάρμοστον εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ χαρακτῆρός του, καὶ εἰς παράλειψιν μὴ προσήκουσαν εἰς ἄνθρωπον τοσούτῳ ἐντριβῆ περὶ τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ὡς εἶνε ὁ διακεκριμένος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής. 85,000,000, ἀλλ’ ἠρεύνησεν ἐκ ποίων ἀριθμῶν ἀποτελοῦνται ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε νὰ ἐξομοιώσῃ μὲ τὰ ἄλλα 85,000,000; Ἠρεύνησας νὰ ἴδῃς, ὅτι τὰ 85 ἑκατομμύρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, ἤθελον εἶσθαι 92, ἂν δὲν μετηρχόμεθα τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν Σὺ ἀποκαλεῖς ὁμοίαν μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διεδέχθημεν; Ἠρεύνησας νὰ ἴδῃς, ὅτι τὰ 85 ἑκατομμύρια ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἀριθμοὺς, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσι, καὶ ἐὰν ἤθελον ἀναβιβάσει τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων εἰς 85 ἑκατομμύρια, διότι, ἂν δὲν ἀνεγράφοντο, ἐμειοῦτο ἡ περὶ τῆς καλῆς πίστεως τοῦ Κράτους πεποίθησις τοῦ κοινοῦ, ὅταν ἔβλεπεν αὐτὸ παραλεῖπον νὰ ἀναγράφῃ χρέη ἀναμφισβήτητα; Ἀλλ’ εἰσελθόντες εἰς τὸν ἑνδέκατον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὀφείλομεν νὰ προβλέψωμεν περὶ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων δύο μόνον ἐτῶν, τοῦ 1884 καὶ 1885, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν εὐθύτητά σας, ἵνα κρίνητε ἂν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐμέλλομεν νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν, ἦτο τοσοῦτον ἀνάξιον προσοχῆς, ὥστε νὰ κινήσῃ τὴν ἔκπληξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν ἀνυπομονησίαν, διότι δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν μίαν ὥραν προτήτερα. Ἀσχολούμενοι νὰ συντάξωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1886 ἠκολουθήσαμεν τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ἐνεκαινίσαμεν ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἐκείνων τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐφ’ ὧν ἠδυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν ἄνευ βλάβης τῶν Δημοσίων συμφερόντων. Καὶ διὰ τοῦτο ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 170,958, ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ τῆς Δικαιοσύνης 90,117, ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν 779,499, ἀπὸ τοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 222,833, ἀπὸ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν 852,360. Ἀλλ’ ἀπέβη ἀδύνατον νὰ φέρωμεν τὰς δύο ἄκρας μαζῆ. Ἠλαττώσαμεν τὰ ἔξοδα ὅσον ἠδυνάμεθα, ἦτο ὅμως ἀδύνατον νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα τὰ γνωστὰ ἔσοδα μᾶς ἐδείκνυον ὡς πιθανὰς εἰσπράξεις· ἤμεθα μάλιστα ἠναγκασμένοι νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα, καὶ ηὐξήσαμεν αὐτὰ κατὰ 2,677,632 διὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, διότι ἡ περιλαμβανομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 ποσότης πρὸς πληρωμὴν τόκων τῆς προκαταβολῆς τῶν 54,000,000 δὲν ἐπήρκει πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν Ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν 586,000 τὸν τόκον τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν τῶν μετὰ τῆς Τραπέζης συνομολογηθέντων δανείων καὶ τῶν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ. Ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν 1,246,669 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπρόβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν 307,000 διὰ τὴν μετατροπὴν τῶν συντάξεων ἀπὸ παλαιὰς εἰς νέας δραχμὰς, προσθήκην διὰ τὴν ὁποίαν τοσαῦτα ἠκούσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Καὶ αἱ προσθῆκαι αὗται ἀνέρχονται εἰς 4,245,890. Λοιπὸν συνεπληρώσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἀφοῦ ἐποιησάμεθα ὅλας τὰς ἀφαιρέσεις, τὰς ὁποίας εἶπον ἐπὶ ἑκάστου τῶν πέντε Ὑπουργείων, πλὴν τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 88,047,999· ὥστε ὑπερβαίνουσι καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν 85,000,000, ὁ ὁποῖος παρέσχε τὴν ἀφορμὴν ἵνα ὑποληφθῶμεν ὅτι ἔχομεν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν μὲ τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα. Καὶ ἐκ τῶν 88,047,999 δὲν δύναταί τις νὰ ἀφαιρέσῃ εἰμὴ μόνον 720,443 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν· διότι, ἂν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, θέλει ἀφαιρεθῆ ἐκ τῶν ἐξόδων ποσὸν 5,598,643 ἔξοδον ὑπηρεσίας ἁλάτων, καὶ 221,800 ἔξοδον καλλιεργείας ἁλικῶν, δηλ. 820,443, ἐκ δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου θέλει μείνει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 36,253 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἁλικῶν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ποσὸν δραχ. 50 χιλιάδων περίπου δι’ ἔξοδα ἐπιτηρήσεως τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς διαχειρίσεως. Ἀλλὰ οὐδεμίαν ἄλλην ἀποκοπὴν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τούτων. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀναβιβάσωμεν τὰ συνήθη ἔσοδα τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράψαμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1886. Ἐν πρώτοις φυσικὸν ἦτο νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους αὔξησιν τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ ἐκ τῆς προσόδου τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη ἀνέρχεται εἰς 1,630,000. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ αὔξησις τοῦ ἐσόδου, ἡ ὀφειλομένη εἰς τὴν φυσικὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς παραγωγῆς, δὲν ἤρκει νὰ ἐξισώσῃ τὰ ἔξοδα μὲ τὰ ἔσοδα· ἀνεζητήσαμεν λοιπὸν νὰ εὕρωμεν τίνας νέους φόρους πρέπει νὰ προβάλωμεν, ἢ τίνας ἐκ τῶν λειτουργούντων ἤδη φόρων πρέπει νὰ αὐξήσωμεν. Ἐν πρώτοις ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ὁ ἡγούμενος πάντων τῶν ἄλλων εἶναι ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Πρὸ 5 ἐτῶν ἓν παλαιὸν σύστημα λειτουργοῦν ἐν Ἑλλάδι ἀντικατεστάθη ὑπὸ ἄλλου συστήματος. Καὶ ὅταν τὸ σύστημα τὸ νῦν λειτουργοῦν τοῦ φόρου τῶν ἐγγείων φόρων διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀντετάχθην ἐῤῥωμένως, παραστήσας εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ εὐλόγου τινὸς βάσεως, περιεῖχεν ὅμως τὸ σύστημα καὶ ἀνισότητα καὶ ἀδικίαν περὶ τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου τούτου ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦδε νομίζω, ὅτι ἔπεισε τὸ πλεῖστον τῆς κοινωνίας, ὅτι εἶναι φόρος ἄδικος καὶ ἄνισος. Ἀλλὰ μολονότι τοιαύτην ἔχω περὶ αὐτοῦ πεποίθησιν, μολονότι ἀκόμη δὲν ἐλησμόνησα, ὅτι εἰς ἕνα δῆμον ἐπαρχίας τινὸς πρὸς τὸν Παγασιτικὸν κειμένης ἐπιβάλλεται καθ’ ἕκαστον κτῆνος φόρος δημοτικὸς ἀνώτερος τῶν 100 δραχμῶν, ἴσος μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήνους, μόλα ταῦτα ἐνόμισα ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἡ παροῦσα διὰ νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἔρευναν συστήματος ἄλλου, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸ πλημμελὲς τοῦτο σύστημα τῆς φορολογίας. Ὑπέλαβον μάλιστα, ὅτι ὄχι μόνον αἱ περιστάσεις αἱ πολιτικαὶ δὲν δίδουσι τοιαύτην σχολὴν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐξονυχίσῃ καὶ μελετήσῃ συστήματα φορολογικὰ νέα καὶ ὀργανισμοὺς νέους, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦτο ἀκίνδυνον νὰ καταφύγωμεν τὴν ὥραν ταύτην εἰς δοκιμάς, τρέχοντες κατόπιν τοῦ ἀγνώστου, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προϋπολογίζωμεν, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν περὶ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφομεν ἰδίως κατὰ τὸ 1886 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο παρῄτησα τὴν ἰδέαν τῆς μεταβολῆς τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀπέβλεψα εἰς ἄλλον τινὰ φόρον ἄμεσον, τὸν φόρον τῶν ζώων. Μοὶ ἐδόθη ἄλλοτε εὐκαιρία νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς σαφῶς καὶ ἀκριβῶς γνωρίζει, ἤτοι τὰς πλημμελείας τοῦ νόμου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ τὰς ἀδικίας, τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ πολλάκις παρέχει. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου τούτου ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσιν αἱ παροῦσαι περιστάσεις νὰ ἀναζητήσωμεν. Ἐὰν ἀντικαθιστῶμεν τὸν φόρον τῶν ζώων δι’ ἄλλου τινὸς φόρου, ἠθέλομεν ἐγκαταλείψει βεβαίαν καὶ γνωστὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν νῦν εἰσπράττομεν, ἔστω καὶ ἐὰν κατὰ τὴν εἴσπραξίν της συντελῶνται ἀδικήματα, ἵνα ζητήσωμεν πρόσοδον, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἠθέλομεν εἰσπράξει ποσὸν τόσον, ὅσον ἕως τώρα εἰσπράττομεν. Ἐγκατέλιπον λοιπὸν καὶ τὸν φόρον τῶν ζώων· ἀπέβλεψα ὅμως εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, καὶ εὗρον ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεταβολὰς, αἵτινες δικαιολογοῦνται καὶ ἀπὸ τὰς ἀληθεῖς περὶ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας γνώμας, καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ προτείνῃ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, συνίστανται εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπάρχοντος φορολογικοῦ ὅρου τῶν 5 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου διὰ φορολογικοῦ ὅρου προοδευτικοῦ. Ἔλαβον λοιπὸν ὡς τελευταίαν μονάδα τὸν φορολογικὸν ὅρον τῶν 5 τοῖς ἑκατὸν μέχρι τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐνοικίου τῶν χιλίων δραχμῶν· ἀνεβίβασα τὸν φορολογικὸν ὅρον εἰς 6%, ὅταν τὸ ἐνοίκιον ἀνέρχηται μέχρι τριῶν χιλιάδων ἐτησίως· εἰς 7%, ὅταν ἀνέρχηται εἰς 8,000 ἐτησίως, καὶ εἰς 8%, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῶν 8.000 Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα τοῦ ἐσόδου τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης νομίζω ὅτι ἀσφαλῶς δύναμαι νὰ ἐγγράψω 800,000 δραχ. ἐκ τούτου. Καὶ ἐγγράφω τὸ ποσὸν τῶν 800.000 οὐχὶ αὐθαιρέτως, ἀλλ’ ὁδηγούμενος πρὸ παντὸς ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐν τῇ πόλει τοῦ Πειραιῶς. Αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ὑπελογίσθησαν ὅτι ἔχουσιν ἔσοδον ἐξ ἐνοικίου μέχρι χιλίων δραχμῶν, ἀναβιβάζονται ἐν Ἀθήναις εἰς 4,38, ἐν Πειραιεῖ δὲ εἰς 890. Τὸ ἔσοδον αὐτῶν ὅλων ἀναβιβάζεται εἰς 2,823,871 δραχμάς. Αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι δίδουσιν ἐνοίκιον ἀπὸ 1000–3000, ἀνέρχονται εἰς 3,184, καὶ τὸ ἔσοδον αὐτῶν ἐξ ἐνοικίου εἰς 5,647,318. Αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι δίδουν ἐνοίκιον 3,000 ἕως 8,000, ἀνέρχονται εἰς 933 εἰς τὰς δύο πόλεις, καὶ τὸ ἐνοίκιον τὸ ἐπ’ αὐτῶν ὑπολογισθὲν ἀνέρχεται εἰς 4,348,258. Καὶ αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι δίδουσιν ἐνοίκιον ἀνώτερον τῶν 8,000, εἶναι 227, καὶ δίδουσι 3,473,892 ἐτησίως. Ἐὰν ἐφαρμόσω ἐπὶ τῶν ποσῶν τῶν ἐνοικίων τούτων τοὺς φορολογικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνέγραψα, θέλω ἐξασφαλίσει αὔξησιν ἐσόδου ἐκ μόνων τῶν δύο πόλεων 247,655 δραχμῶν. Σημειωτέον δὲ ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπελόγισα τῶν οἰκιῶν ἐν Ἀθήναις καὶ τῶν ἐνοικίων αὐτῶν ἐπὶ τριῶν τμημάτων τῆς πόλεως, δὲν εἶναι οἱ βεβαιωθέντες τελευταῖον κατὰ τὸ 1884, ἀλλ’ εἶναι οἱ βεβαιωθέντες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πενταετίαν· ἑπομένως εἶναι ὀλιγώτεροι τοῦ ἀληθοῦς, διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν εἰς τὰ τμήματα ταῦτα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη. Ὡσαύτως ἀπέβλεψα καὶ ἐπὶ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τὸν φορολογικὸν ὅρον. Οἱ κατὰ τὸ 1878 ψηφισθέντες νόμοι προσδιώρισαν ἐπὶ τῶν μετερχομένων ἐπιτήδευμα ἢ ὑπηρεσίαν ὑπαλλήλων τῶν Τραπεζῶν, τῶν ἑταιριῶν καὶ τῶν ἐμπορικῶν οἴκων, τὸν φορολογικὸν ὅρον, τῶν μὲν λαμβανόντων ἐτήσιον μισθὸν μέχρι 2,000 εἰς ½%, ἀφήσας ἀφορολόγητον τὸ ποσὸν τὸ μέχρι 500 δρ. ἐτησίως, εἰς 1% δὲ τὴν πρόσοδον τῶν λαμβανόντων μέχρι 4,000 δρ. κατ’ ἔτος, καὶ εἰς 1½% τὴν πρόσοδον τῶν λαμβανόντων ἄνω τοῦ ποσοῦ τῶν 4 χιλιάδων. Ηὔξησα τοὺς φορολογικοὺς ὅρους, καὶ προβάλλω διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μείνῃ μὲν ἀφορολόγητος ἡ μέχρι τῶν 500 δραχμῶν πρόσοδος, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ½% νὰ πληρώνωσι 2% οἱ λαμβάνοντες μισθὸν ἐτήσιον μέχρι 2,000, νὰ πληρώνωσι 4% οἱ ἀπὸ 2,000 μέχρι 4,000 λαμβάνοντες ἐτήσιον μισθὸν, νὰ πληρώνωσι δὲ 6% οἱ ἀπὸ 4,000 ἕως 6,000 λαμβάνοντες, καὶ 8% οἱ ἀπὸ 6,000 καὶ ἄνω λαμβάνοντες ἐτήσιον μισθόν. Αἱ διατάξεις, αἱ κατὰ τὰ εἰρημένα, μεταβάλλουσαι τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἁρμόζουσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐτησίας ἀμέσου φορολογίας καὶ περιέλαβον αὐτὰς εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ καταθέτω. Πέρυσιν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβλήθησαν διατάξεις τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Ἐν αὐτῷ εἶχον περιλάβει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύσσοντο ἄκυροι πᾶσαι αἱ πράξεις, αἵτινες δὲν εἶχον συνταχθῇ ἐπὶ συμβολαιογράφου, οὐδὲ ἐγράφησαν ἐπὶ τοῦ νομίμου χαρτοσήμου. Γενομένων τότε ἀντιῤῥήσεων, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἠδύνατο νὰ κριθῇ αὐστηρὰ, συνήνεσα πέρυσι νὰ διαγραφῇ αὕτη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις, τὰς ὁποίας, γνωρίζετε, μοὶ φαίνεται, ὅτι δικαιολογοῦσι πᾶν τοιοῦτον μέτρον, καὶ μάλιστα ὅταν τὸ μέτρον ἔρχεται πρὸς κύρωσιν νομίμων διατάξεων καθισταμένων ἐν τῷ Κράτει, διατάξεων, αἵτινες παραβαίνονται, ἡ δὲ νομοθεσία ἠνείχετο τὴν παράβασιν ταύτην. Συνέταξα λοιπὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ προτείνω τὴν νομοθέτησιν τῆς διατάξεως ταύτης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια εἰς τοὺς συντάσσοντας ἔγγραφα ἄνευ συμβολαιογράφου καὶ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου ἵνα δίδηται προθεσμία νὰ συνάπτωσι τὸν ἀπαιτούμενον σφραγιστὸν χάρτην εἰς αὐτά. Ἐπίσης λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐγγράφων, τῶν συντεταγμένων πρὸ τοῦ νόμου τούτου, καὶ δίδεται μεγαλειτέρα προθεσμία. Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, κατὰ τοὺς προϋπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἁρμοδίου τμήματος μοὶ παρέστησε, στηριζομένους καὶ τούτους ἐπὶ μόνων τῶν συμφωνητικῶν τῶν ἐν Ἀθήναις συνομολογουμένων περὶ ἐνοικιάσεως οἰκιῶν, δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν ἐσόδων 1,200,000. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, ἡ τιμὴ αὐτοῦ προσδιορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ νόμου στοιχείων διὰ πράξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· νομίζω, ὅτι νῦν ἡ τιμὴ αὐτοῦ εἶναι προσδιωρισμένη εἰς 83 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Μετὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος ηὔξησεν, ἑπομένως τὰ πρὸς προμήθειαν τοῦ πετρελαίου δαπανώμενα εἶναι περισσότερα κατὰ τοσοῦτον ἐφ’ ὅσον συνίσταται ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος προέρχεται θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει αὐξηθῆ ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου ἄνευ συμπράξεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἂν ὅμως πρόκειται νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν κατὰ τὰς εἰρημένας διατάξεις προσδιοριζομένην τιμὴν τοῦ πετρελαίου ἄλλα ποσὰ, τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο προτείνω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ πετρελαίου 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περιέλαβον καί τινας ἄλλας διατάξεις πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ βελτιώσω τὰς ὑπαρχούσας ἐν τῷ νόμῳ περὶ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, τὰς σκοπούσας τὴν ἐξασφάλισιν τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου. Ἡ διαχείρισις τῶν ἁλάτων ἔδωκε πολλάκις ἀφορμὴν εἰς μελέτας, καὶ ἔπεισε πάντας ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα περὶ βελτιώσεως αὐτῆς. Δὲν εἶχε μόνον τὸ ἐλάττωμα, ὅτι δὲν καθίσταται τὸ ἅλας προσιτὸν εἰς ὅλας τὰς περιφερείας τῆς Ἐπικρατείας, ἑπομένως οἱ κατοικοῦντες εἰς περιφερείας μακρὰν τῶν ἁλυκῶν καὶ τῶν γενικῶν ἁλαταποθηκῶν κειμένας, ἀναγκάζονται νὰ προμηθεύωνται τὸ ἅλας ἐκ τοῦ ἐμπορίου, ἡ δὲ ἐμπορία τοῦ ἅλατος δὲν εἶχε πολλοὺς τοὺς ἀναδεχομένους τὴν ἐργασίαν ταύτην, οὐδὲ ἠδύνατο διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ νὰ προσδιορισθῇ εὔλογος τιμή, καὶ πολλάκις συνέβη νὰ πωλῆται τὸ ἅλας εἰς 40 καὶ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐν ἐπαρχίαις μακρὰν τῶν γενικῶν ἁλαταποθηκῶν κειμέναις· ἀλλ’ εἶχε καὶ τὸ ἐλάττωμα, ὅτι πολλάκις ἐσκανδαλίζετο ἡ δημοσία συνείδησις ἐκ καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι συνετελοῦντο, καὶ τὰς ὁποίας, πρέπει νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς πάντας τοὺς διοικήσαντας τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταστείλωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν πολλάκις ἐσκανδάλισε τὴν κοινὴν συνείδησιν, διότι μεγάλαι ἐτελέσθησαν καταχρήσεις, καὶ πολλάκις μὲν ἀνεκαλύφθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐνίοτε διέφυγον τὴν προσοχὴν τῆς Διοικήσεως. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἡ Δημοσία Διοίκησις ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγῇ φροντίδων ἀναρμόστων εἰς αὐτήν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων, διατηροῦσα πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ, ἵνα μὴ τυχὸν καταδολιευθῶσι τὸ Δημόσιον οἱ ἀναδεχόμενοι τὰς ἐργασίας ταύτας. Συνωμολόγησα διὰ τοῦτο σύμβασιν μὲ ἑταιρίαν, ἥτις εἶχε ἀναδεχθῆ τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, μεταβιβάσας εἰς αὐτὴν καὶ τὴν φροντίδα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ καὶ ἐφέτος ἐπανελήφθη, συνιστῶντο πλέον εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, καὶ τὸ ἅλας καθίστατο προσιτὸν εἰς πάντας, εἰς πολλὰ δὲ ὀλίγα μέρη ἤθελεν εἶσθαι ἀνάγκη νὰ μεσολαβήσῃ τὸ ἐμπόριον διὰ νὰ χορηγήσῃ τὸ ἅλας εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτοῦ, ἑπόμενον ἦτο ὅτι οἱ καταναλωταὶ τοῦ ἅλατος δὲν ἤθελον πλέον τὸ ἀγοράζει ἀντὶ 50 λεπτῶν, ἀλλ’ εἰς τιμὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἤθελε προσδιορίσει ὡς τιμὴν τοῦ μονοπωλίου. Διὰ τῆς συμβάσεως ἥτις εἶχε συναφθῆ κατὰ τὸ 1884, νομίζω ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος εἶχε προσδιορισθῆ εἰς 13½ λεπτὰ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἤδη προσδιορίζεται εἰς 15 λεπτά· ἐπιτρέπεται δὲ δι’ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ προστεθῶσι καὶ 5 λεπτὰ εἰς τὴν τιμὴν ταύτην τοῦ μονοπωλίου ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Κατὰ τὴν λήξασαν ά. Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶχον εἰσαγάγει νομοσχέδιον εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινα τὴν συμπλήρωσιν καὶ μεταβολὴν τῶν περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου διατεταγμένων, καὶ προσέτι τὴν μείωσιν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ὁ κατὰ τὸ 1883 ψηφισθεὶς νόμος εἶχε προσδιορίσει. Εἰς τὴν Βουλὴν μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν κατεδηλοῦτο διάθεσις διὰ νὰ ἐπιλάβηται τῆς μελέτης τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1883 περὶ βεβαιώσεως τῆς φορολογίας ταύτης· εἷς δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Χριστόπουλος, ἐπρότεινε τροπολογίαν ἀποδεχομένην μὲν τὸν φορολογικὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ νόμου ἐπρότεινον, ὀλιγώτερον τοῦ νενομοθετημένου, παραλείπουσαν δὲ πᾶσαν μεταβολὴν τῶν διατάξεων τῆς βεβαιώσεως. Αἱ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1883 ἀναγεγραμμέναι διατάξεις περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου καθιστῶσι δυσεφάρμοστον τὸν νόμον, ἐὰν δὲν συμπληρωθῶσι δεόντως, ἐνιαχοῦ δὲ δὲν τροποποιηθῶσιν. Ἕνεκα μάλιστα τούτου τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε καὶ προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὸν νόμον τοῦτον, μὲ ὅλον τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ προστατεύσῃ τὸ ἴδιον αὐτοῦ τέκνον, ἵνα πείσῃ τὴν κοινωνίαν ὅτι ὁ παρ’ αὐτοῦ προταθεὶς φόρος λειτουργεῖ, δὲν ἠδυνήθη διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου νὰ μεταδώσῃ τὴν τοιαύτην πεποίθησιν. Ἔχω πίνακα μακρὸν, ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη, καὶ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἵνα διανείμῃ ἀντίτυπά τινα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα θέλομεν διαβιβάσει εἰς αὐτόν· ἐκ τοῦ πίνακος δὲ τούτου θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ πλήρως καὶ τελείως, εἰμὴ μόνον εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, διὰ τῶν δακτύλων μετρουμένας, καὶ ἐντεῦθεν ὅτι τὰ βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδα ἦσαν πολλῷ ὑποδεέστερα τῶν προσδοκωμένων. Ὅταν πέρυσι προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φορολογικὸν ὅρον εἰς τὰς διαφόρους ἀναλογίας τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων καὶ τῶν κωμῶν, ἐν αἷς ὁ οἶνος ὑπῆρχεν εἰς κατανάλωσιν, ἐσκόπουν νὰ καταστήσω ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀνεπαχθῆ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, διὰ νὰ ὑπερβῶ τὰς δυσκολίας πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου, τὰς ὁποίας παρεσκεύαζεν ἡ ἀτέλεια ἢ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν περὶ βεβαιώσεως αὐτοῦ διατάξεων. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἐφέτος, μετὰ τὰς ἐπελθούσας ἐκτάκτους οἰκονομικὰς ἀνάγκας ὤφειλον ν’ ἀποβλέψω εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ τούτου κλάδου, καὶ διὰ τοῦτο συνέταξα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλαττόνει τὸ ποσὸν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου εἰς τοὺς ἐλαχίστους ὅρους, μεταβάλλον τὸν φόρον ἐκ τῆς καταναλώσεως εἰς τὴν παραγωγήν. Οὕτως προσδιώρισα εἰς ½ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου ἐν κώμαις καὶ πόλεσιν, ἐχούσαις πληθυσμὸν μέχρι 2500 ψυχῶν, καὶ εἰς 1 λεπτὸν ἐν κώμαις καὶ πόλεσιν ἐχούσαις, πληθυσμὸν ἀπὸ 2500 ἕως 5000 ψυχῶν, καὶ εἰς 2 λεπτὰ ἄνω τοῦ πληθυσμοῦ τούτου· περιέλαβον δὲ διατάξεις περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου. Καταθέτω ὡσαύτως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε σημείωσιν τοῦ προσθέτου ἐσόδου;
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀνακεφαλαιώσει. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πέρυσι ἐπρόβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε καὶ εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, ἐζητήθησαν πολλὰ συγχρόνως καλὰ ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ πρῶτον ὅτι ἀπήλλαξε τοὺς καταναλωτὰς τοῦ καπνοῦ τῶν στερήσεων, τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς ἡ κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῶν κοπτηρίων διασκευὴ τοῦ εἰς κατανάλωσιν προσφερομένου· ὅτι ἀπήλλαξε τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν εἰς αὐτήν, ἐκτὸς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου καὶ ἐκτὸς τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος τοῦ κοπτικοῦ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκτὸς τῆς πληρωμῆς τῶν ταινιῶν, ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἀποστέλλωσι τὸν καπνὸν εἰς τὰ κοπτήρια, νὰ παραμένωσιν ἐκεῖ ἕως νὰ κοπῇ, νὰ τὸν παρασκευάζωσι καὶ νὰ τὸν μεταφέρωσιν. Ἀλλ’ ἀπήλλαξεν ἀκόμη καὶ τοὺς καταναλωτὰς καὶ τοὺς παραγωγοὺς καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐμπορευομένους ἐπαχθοῦς καὶ βαρέος φόρου, διότι ἠλάττωσε τὸν φόρον ἀπὸ τριῶν δραχμῶν εἰς 2 δραχμάς. Ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον τοσαῦται ἐπίκεινται εἰς ἡμᾶς ἀνάγκαι, καὶ τοσοῦτον μεγάλα καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς τὸν Τόπον, ἐλπίζω, ὅτι ὁ Τόπος δὲν θέλει δυσφορήσει, ἐὰν ἴδῃ ἑαυτὸν ὑποχρεούμενον νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς πατρίδος του περισσότερα ἀφ’ ὅσα μέχρι τοῦδε εἰσέφερε. Διὰ τοῦτο θαῤῥούντως προβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἵνα ὁ φόρος τῶν 2 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἀναβιβασθῇ εἰς 2½, προσθέτων 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ εἰσαγάγω μεθαύριον τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Καὶ οἱ παραγωγοὶ καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι καὶ οἱ καταναλίσκοντες ἐλπίζω, ὅτι θέλουσιν ἀρκεσθῆ εἰς τὰς ἄλλας μεγάλας εὐκολίας, τὰς ὁποίας εἰς ἑκάστην τῶν τάξεων τούτων παρέχει τὸ νέον σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, θέλουσι δὲ ἀναμνησθῆ, ὅτι ἐὰν ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώσωσι κατ’ ὀκᾶν δύο καὶ ἡμίσειαν δραχμάς, πληρόνουσι πάντοτε ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἐπλήρονον ὑπὸ τὸ παρελθὸν σύστημα. Τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα στηριζόμενα ἐπὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν δικαιοῦμαι νὰ ἀναγράψω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκ τῆς αὐξήσεως ἑκάστου τῶν φόρων τῶν ὁποίων ἐποιησάμην μνείαν, σπεύδω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ φίλου μου κ. Ζηνοπούλου, καὶ προσέτι τὴν περιέργειαν τῶν ἄλλων συναδέλφων. Ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς περὶ διαθέσεως τῆς Ἐθνικῆς γῆς, ὁ ὁποῖος ἐτέθη πρὸ δύο μηνῶν εἰς ἐνέργειαν, μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγράψω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1884, ἐξ 1,000,000 δραχμῶν. Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν διὰ τὰς νομοθετήσεως τοῦ προοδευτικοῦ φόρου θέλει ἀποφέρει 800,000 δραχμῶν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα. Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ὅρου ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἑταιριῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν θέλει ἀποφέρει 80,000. Ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων διέλαβε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον χθὲς, καὶ ἡ ἐπιβολὴ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπί τινων ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε κεκηρυγμένων ἀτελῶν, τὰ ὁποῖα διέλαβε τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἐξασφαλίσει πρόσοδον 1,800,000. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον τὴν ἑσπέραν ταύτην, θέλει ἐξασφαλίσει πρόσοδον 1,200,000. Ὁ νόμος περὶ μειώσεως τῆς τιμῆς τῶν φυλλαδίων τοῦ σιγαροχάρτου εἰς τὸ ἥμισυ τῆς προσδιωρισμένης ὑπὸ τοῦ νόμου τιμῆς, τὸν ὁποῖον μετά τινος δυσκολίας τινὲς τῶν συναδέλφων ἐψήφιζον προχθὲς, θέλει αὐξήσει τὰ ἔσοδα κατὰ 200,000 δι’ ὅλον τὸ ἔτος. Ἡ αὔξησις κατὰ 20 λεπτὰ ἐπὶ τῆς τιμῆς πετρελαίου θέλει φέρει 800,000 δραχμῶν. Ἡ κατὰ δέκα λεπτὰ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος θέλει φέρει αὔξησιν προσόδου 1,400,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὅπως τὸ νομοσχέδιον διεσκεύασεν αὐτὸν, θέλει φέρει αὔξησιν τῶν ἐσόδων 1,500,000. Τὰ 50 λεπτὰ, τὰ προστιθέμενα κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν καπνὸν, ἐπὶ 2,000,000 ὀκάδων καπνοῦ, ὁ ὁποῖος προϋπολογίζεται ὡς ὑπαγόμενος εἰς κατανάλωσιν, ἂν καὶ ὑποθέτω ὅτι τὸ ποσὸν θέλει εἶσθαι ἀνώτερον, θέλει φέρει 1,000,000. Ἑπομένως ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων διὰ τῶν προτεινομένων φόρων ἀνέρχεται εἰς 9,780,000 δραχμῶν. Ἐὰν προσθέσητε τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, τὴν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως καὶ προόδου τῆς παραγωγῆς, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπον, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνήγγειλα ὅτι ἀνέγραψα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως 1,630,000, θέλετε εὑρεῖ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θέλουσιν ἐπιφέρει αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 11,467,059 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀνέρχεται εἰς 88,047,999 δραχμῶν, καὶ ἂν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτὸ τὰς 720 ἢ 750 χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας θέλετε οἰκονομήσει ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, ὑπολείπεται ποσὸν ἐξόδων ἐξ 87,327,556 δραχμῶν, τὰ δὲ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον μέχρι τοῦδε, μόλις ἀνήρχοντο εἰς 74,000,000 περίπου. Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ — διότι ἀκόμη ὁμιλῶ περὶ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ — ἀνήρχετο εἰς ποσὸν μεγαλείτερον τῶν 13,000,000. Μόνον δὲ, ἀφοῦ καὶ ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλλομεν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, καὶ νὰ προστεθῶσι τὰ 11,447,059 περίπου, μόνον τότε τὸ ἔλλειμμα θέλει περιορισθῇ εἰς 2,273,488. Ἑπομένως μὲ ὅλους τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους τὴν ἑσπέραν ταύτην προβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, πάλιν μένει ἔλλειμμα 2,273,488 ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ φορολογικὴ νομοθεσία τῆς χώρας χρήζει τοσούτων μεταβολῶν, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ μὴ φανῇ ὑπερβολικὸς, ἐὰν ἰσχυρίζετο ὅτι χρήζει ἀνακαινίσεως. Εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν ἡμῶν μόνον κατὰ τὸ 1877, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνοντος τοῦ τοσοῦτον θρηνηθέντος ἀδελφοῦ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τοῦ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας συμφηφοροφοῦντος, μόνον τότε εἰσήχθη διὰ πρώτην φορὰν ὁ προοδευτικὸς λεγόμενος φόρος, καὶ εἰσήχθη μετὰ τοσούτου δισταγμοῦ, ὥστε ὁ φορολογικὸς ὅρος εἶχε κατασταθῆ σχεδὸν ἀνεπαίσθητος· διότι ἀνεπαίσθητος εἶναι ἡ φορολογία, ὅταν ἐπιβάλληται εἰς ½% καὶ εἰς 1% καὶ εἰς 1½% ἐπὶ προσόδου 4,000 καὶ 3,000 δραχμῶν. Πέρυσιν, ὅταν εἰσηγάγομεν τὸ προοδευτικὸν τέλος εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐσπούδαζον ἢ ὄχι, γνωρίζω ὅμως ὅτι μοῦ ἐπρόβαλον ἀντιῤῥήσεις, καὶ ἐζήτησαν νὰ μὲ ἀνακόψωσιν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἔβαινον. Ἐλπίζω, καιροῦ προϊόντος, νὰ κατασταθῇ τοῖς πᾶσι δῆλον, ὅτι οἱ προοδευτικοὶ φόροι εἶναι οἱ ἐγκαθιστῶντες τὴν ἰσότητα, καὶ ὅτι ἡ ἰσότης εἶναι ἀπαιτούμενον προσὸν διὰ τὴν δικαίαν καὶ εὔλογον φορολογίαν. Ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ ἡ κοινωνία ἤρχισε νὰ αἰσθάνηται τὴν ἀνάγκην ἄλλου τινὸς φόρου, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ὁ ὁποῖος δὲν διαπρέπει μόνον ἐπὶ τῇ ἐγκρατείᾳ περὶ τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ εἰσφορᾷ, τὴν ὁποίαν εἰσφέρει ἑκάστοτε εἰς τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τὰς νομοθετικὰς αὑτοῦ ἐργασίας, ἐπρότεινεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἤχθη μέχρι τῆς συζητήσεως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιβολῆς τοιούτου φόρου, ἐν τῷ χρόνῳ δὲ ἐκείνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ καταναλώσῃ τις καὶ πολλὴν ὥραν καὶ πολλὴν μελέτην διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ ἰσοζυγισθῶσι τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ὥρᾳ μάλιστα, καθ’ ἣν αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι τοιαύτας ἀνάγκας, ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ τοιούτου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ἐμελετήθη ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου, συνεζητήθη πολλάκις, κατηρτίσθη καὶ σήμερον εἰσάγω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν δύναμαι ὅμως ἀπὸ τὸν φόρον τοῦτον, τὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, νὰ ἀναγράψω κανὲν ἔσοδον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι δὲν ἔχω κανὲν στοιχεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον δυνηθῆ νὰ στηριχθῶ ἵνα ὑπολογίσω τὸ παραχθησόμενον ἔσοδον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ, βεβαίως θέλει παρασκευάσει οὐσιώδη εἰσφορὰν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἥτις δύναται νὰ μᾶς ἀνακουφίσῃ ἀπέναντι τοῦ ἐλλείματος τῶν 2,273,488 δραχμῶν. Μοὶ μένει ἀκόμη νὰ ἀποβλέψω καὶ εἰς ἄλλο τι μικρὸν ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δὲν παρασκευάζεται διὰ φορολογίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα τὰ Κράτη καρποῦνται μόνον διότι εἶναι Κράτη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔλαβον ἀκόμη τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας Νομισματικῆς Συνόδου, τῆς γενομένης ἐν Παρισίοις, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναγράψω οὐδὲν ἐκ νομισματοποιΐας ποσὸν μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους· ἐὰν ὅμως δὲν ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους διὰ νὰ κόψῃ νέον νόμισμα, τότε θέλω δυνηθῆ νὰ ἀναγράψω καὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο. Τοιοῦτος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ τακτικὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς ὑμᾶς. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐτυπώθη, καὶ ἔχω ἐνταῦθα ὅλους τοὺς πίνακας τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· μένουσιν ὅμως οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, διότι εἰσέτι δὲν ἐξετυπώθησαν· νομίζω δὲ ὅτι αὔριον θέλει περατωθῆ ἡ ἐκτύπωσις αὐτῶν, καὶ ὅτι τὴν Δευτέραν θέλουσι διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς καταθέτω μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἁπλοῦς, δὲν εἶναι δεκτικὸς ἀναλύσεων, καὶ οὕτω δὲν μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη νὰ εἴπω πολλὰ περὶ αὐτῶν ἢ νὰ ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν ἐπ’ αὐτῶν τὴν Βουλήν. Ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς τῶν δύο Ὑπουργείων ἀνέρχεται εἰς 62,712,195, τῶν ὁποίων τὰ μὲν 54,244,861 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ δὲ 8,467,334 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν (Ὅρα Παράρτημα).
§40ΧΟΪΔΑΣ. Μόνον 8 ἑκατομμύρια διὰ τὴν θάλασσαν;
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔλαβε πίστωσιν 12, ἑκατομμυρίων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Ἡ πίστωσις αὕτη δὲν πρόκειται νὰ διατεθῇ εἰς μισθοτροφοδοσίας· ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 δὲν προβλέπει πλέον περὶ θεραπείας τοιούτων ἀναγκῶν, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζεται μόνον εἰς 8,000,000 πλέον τοῦ συνήθους ποσοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἡμέραν ταύτην· πλὴν τούτων ὅμως εἶναι λίαν πιθανὸν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα θέλουσιν ἐξυπηρετήσει τὴν προαίρεσιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκπληρῶ, δὲν εἶναι ἔργον εὐάρεστον, διότι βεβαίως δὲν εἶναι εὐάρεστος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ πρὸ τεσσάρων μηνῶν ἐγένετο τὸ ὄργανον τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ψηφισθῶσι βάρη τεσσάρων ἑκατομμυρίων περισσότερα τῶν μέχρι τότε ὑπαρχόντων ἐπὶ τοῦ λαοῦ, σήμερον ἔρχεται καὶ προτείνει πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῶσιν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων νέα ἀκόμη βάρη ἐπιβληθησόμενα καὶ ταῦτα εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ μόνον τὴν φορὰν ταύτην δὲν θέλω αἰσθανθῆ τὴν ἐλαχίστην ἀνησυχίαν, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ τοιαῦτα προβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα. Πρὶν ἢ λάβῃ τὴν εἴδησιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ νέους δι’ αὐτὸν φόρους, ἔλαβε τὴν εἴδησιν ὅτι πρέπει νὰ ἀποστείλῃ τὰ τέκνα του διὰ νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς πατρίδος, καὶ εἴδετε αὐτὸν πάντες μετὰ τίνος ἐνθουσιασμοῦ ἀπεδέξατο τὴν εἴδησιν, καὶ μετὰ τίνος προθυμίας ἔσπευσε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν πρόσκλησιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀνυψοῦται ὑπεράνω τῶν μικρῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα περιδένουσι καὶ στενοχωροῦσι τὸν ἄνθρωπον· τὴν δύναμιν αὐτὴν ἐκληροδότησεν εἰς αὐτὸν ἡ ἱστορία του, αἱ παραδόσεις του καὶ αἱ ἀφηγήσεις, τὰς ὁποίας ἤκουσε μόλις ἔφηβος γενόμενος περὶ τοῦ βίου τῶν πατέρων του, καὶ περὶ τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι προθύμως ὑπέβαλον ἑαυτούς. Ἑπομένως δὲν διστάζω, ἐξ ἐναντίας ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θέλει παντάπασι δυσφορήσει, ἐὰν ἀκούσῃ ὅτι τοιαῦτα προβάλλονται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ μέτρα· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἵτινες κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζουσι τοὺς ἐντολεῖς των, εἶναι πεπεισμένοι ὅτι ἐκπληροῦσιν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, ἐὰν συντελέσωσι διὰ τῆς ψήφου των ἵνα κατασταθῇ ὅσον οἷόν τε εὐχερέστερον τὸ μέγα καὶ δυσχερὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις δύνανται νὰ ἐνδείξωσιν ὡς ἀναγκαῖον εἰς τὰ συμφέροντα τὰ Ἐθνικά. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τοιούτου πνεύματος θέλει ἐξετάσει τὰ εἰς αὐτὴν ὑποβληθέντα σήμερον νομοσχέδια, καὶ ὅτι θέλει ἐκφέρει τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἐμφορουμένη ὑπὸ ἀκεραίας τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἀνεύρῃ ἐν ταῖς μελέταις, εἰς τὰς ὁποίας θέλει προβῆ, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν καὶ συμφέρον καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν πατρίδα διὰ νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. (Εὖγε εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ πάντων τῶν ἀκροατηρίων).
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 35 μ. μ.