1885.11.01
1,444 rows · 11,433 words · 71 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 1 Νοεμβρίου 1885.
(Παρασκευή)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνιστῶ προσοχὴν εἰς τὰ ἀκροατήρια, διότι ἐὰν γίνῃ ἀποδοκιμασία, ἐπιδοκιμασία, ταραχὴ ἢ θόρυβος, οἱ ταραξίαι θέλουσι τιμωρηθῆ· ἔχω δὲ δώσει διαταγὴν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν νὰ συλλαμβάνῃ πάντα ταραξίαν. Παρετήρησα δὲ μὲ λύπην μου, ὅτι καὶ εἰς τὸ Θεωρεῖον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ἠτάκτησαν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τῶν εἰσιτηρίων νὰ γίνεται καλὴ χρῆσις· διότι ἄλλως θὰ ἀναγκασθῶ νὰ μὴ δίδω εἰσιτήρια.
§2ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω νὰ δυνηθῶ νὰ εἰσαγάγω αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1886, ὡς καὶ τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον νὰ συντάξωμεν καὶ εἰσαγάγωμεν, ὅπως λάβῃ αὐτὸν ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή. Αὔριον θέλομεν εἰσαγάγει ὡσαύτως, ὡς ἐλπίζω, μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ μετ’ αὐτοῦ. Πάντα δὲ ταῦτα τὰ νομοσχέδια σκοποῦσι νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Μεταξὺ ὅμως τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι ἓν διὰ τοῦ ὁποίου προβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ μεταβολὴ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου τοῦ ἰσχύοντος. Ἡ μελέτη καὶ ἡ βάσανος τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγένετο τὴν νύκτα ταύτην. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ μεταβολαὶ αὗται ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐφαρμόζονται κατὰ τὸ ἰσχῦον δασμολόγιον εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ περὶ αὐτῶν νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπειδὴ ἐὰν σήμερον τὰ βασανισθέντα κατὰ τὴν νύκτα ταύτην καὶ ἐγκριθέντα γίνωσι γνωστὰ, ἐνδεχόμενον νὰ γίνωσι διάφοροι πράξεις κερδοσκοπικαὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἐμπορίου, ἐνόμισα πρὸς πρόληψιν πάσης ἀποπείρας πρὸς τοῦτο νὰ ἀποσπάσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ τὰ ἄλλα καὶ νὰ τὸ εἰσαγάγω ἀπὸ σήμερον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται τέλος ἐπὶ τῶν διὰ θαλάσσης εἰσαγομένων ζῴων, ἅτινα ἦσαν μέχρι τοῦδε ἀτελῆ· ἐπίσης ἐπιβάλλεται τέλος ἐπὶ διαφόρων παστῶν, ἐπὶ τῆς ὀρύζης, ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, ἐπὶ τοῦ καφὲ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκοδομησίμου ξυλείας. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προϋπολογίζεται, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου τέλους, ἀνέρχεται εἰς 1,770,000 καὶ πλέον. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατάδικοί τινες ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Ῥίου ἀπευθύνουσιν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσιν αὐτὴν, ὅπως συστήσῃ αὐτοὺς, ἵνα λάβωσι Βασιλικὴν χάριν, ὡς λαβόντες μέρος εἰς τὰς μάχας κατὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§4ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν; Τὸ Δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει μεγάλα ποσὰ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· τὸ δὲ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐπειδὴ ἐξηντλήθησαν τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 ἔσοδα αὐτοῦ, διετέλει ἐν ἄκρᾳ ἀχρηματίᾳ. Ἀλλ’ εἶχεν ἀναλάβει ἤδη ὑποχρεώσεις, διότι εἶχεν ἐκτελέσει ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἐξεδίδοντο ἐντάλματα, τῶν ὁποίων τὴν ἐξαργύρωσιν ἐζήτουν εὐλόγως οἱ ἐργολάβοι· ἀλλὰ τοῦ Ταμείου ὄντος ἐν ἀνικανότητι νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὰ, οἱ ἐργολάβοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ ἔργα των, ζητοῦντες τὰ χρήματα. Δυστυχῶς τὸ Δημόσιον ταμεῖον δὲν ηὐπόρει, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Εὐθὺς ὡς ἠδυνήθημεν νὰ οἰκονομήσωμεν χρήματά τινα, ἐθέσαμεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 800,000 δραχμῶν, διὰ νὰ διατεθῶσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων. Οἱ ἐκ τοῦ ταμείου ὅμως τούτου δικαιούμενοι λαμβάνειν ἦσαν πολλοὶ, τὸ δὲ Κεντρικὸν Ταμεῖον δὲν ἠδυνήθη εἰμὴ νὰ ἐξοφλήσῃ τινὰ τῶν ἐνταλμάτων τούτων, οἱ δὲ πλεῖστοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὰ ὀφειλόμενα. Μοὶ ἐγένοντο διὰ τοῦτο παράπονα, ὅτι τὰ χρήματα ἐδόθησαν καὶ ὅτι τινὲς μόνον ἐκ τῶν δικαιουμένων νὰ λάβωσιν ἔλαβον χρήματα. Τὸ παράπονον τοῦτο μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Μετά τινα χρόνον ηὐπορήσαμεν χρημάτων καὶ ἔθεσα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἓν ἑκατομμύριον ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμάς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναλάβῃ τὴν φροντίδα τῆς καταλλήλου διαθέσεως αὐτῶν.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). 1,700,000 δραχμάς.
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν εἶχον νὰ δώσω.
§8ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ, νὰ μοὶ δώσητε. Ἐὰν τὰ χρήματα, τὰ κατὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, πληρωθέντα πρὸς τὸν ἐργολάβον, τὸν ὁποῖον ὠνόμασεν, ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκα τελευταῖον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλήφθησαν αὐτὰ εἰσέτι.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως τότε μοὶ δίδετε ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω. Ἐὰν ὅμως ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν 800,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας τὸ πρῶτον παρεχώρησα εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ 800,000 δραχμαὶ διετέθησαν ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὀλίγαι ὑπὸ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ, διότι τὰς πληρωμὰς τῆς ὁδοποιΐας ἐνήργει καὶ πρότερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 20,000,000. Εἰς αὐτήν λοιπὸν ἐπέμψαμεν τὴν ἐπιταγὴν διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας χρημάτων αἱ 800,000. Ἀληθῶς ἐγένοντο παράπονα παρὰ πολλῶν ἐργολάβων, ὅτι ἀδικοῦνται, μὴ λαβόντες καὶ αὐτοὶ χρήματα, ἐνῷ ἄλλοι ἔλαβον. Ἑπομένως ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν 800,000 δραχμῶν, νομίζω, ὅτι ὀλίγη ἢ οὐδεμία εὐθύνη βαρύνει τινὰ, καὶ διὰ τοῦτο κάμνω τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον.
§12ΧΟΪΔΑΣ. Μήπως ἡ Τράπεζα δὲν πληρώνει τῇ ἐπιταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ πληρώνει αὐτοβούλως;
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοβούλως.
§14ΤΙΝΕΣ. Ἐκδίδονται γραμμάτια.
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐντάλματα ἐκδίδονται μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν εἰς τοὺς ἐργολάβους, οἵτινες διὰ τῶν ἐνταλμάτων τούτων ζητοῦσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν αὐτοῖς, διὰ τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἐτέλεσαν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἔχει χρήματα, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος· γνωρίζω δὲ ὅτι πολλοὶ ἐργολάβοι εἶχον καταθέσει τὰ ἐντάλματα αὐτῶν εἰς διαφόρους Τραπέζας καὶ ἰδίως εἰς τὴν Βιομηχανικήν. Τώρα ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν 800,000 δραχμῶν, αἵτινες ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας πρὸ 30 ἢ 40 ἡμερῶν, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων μοὶ παρεπονέθη, διατὶ νὰ μὴ εἰδοποιηθῇ τότε ὅτι ἐτέθη εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ταμείου αὐτοῦ καὶ τῆς Τραπέζης τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπως φροντίσῃ περὶ τῆς δικαίας διανομῆς καὶ ὅτι δὲν ἤθελε δοθῇ τότε ἀφορμὴ παραπόνων.
§16ΧΟΪΔΑΣ. Διατί λοιπὸν νὰ γίνωσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἱ πληρωμαί;
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶχε νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ὀφειλόμενα 9,000,000· ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ δώσω χρήματά τινα, διότι ἤθελον ἀναλάβει εὐθύνην, ἐὰν δὲν ἔδιδον. Ὅθεν ἔδωκα 800,000 δραχμὰς διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας.
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ἀναγκαῖον, ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας ἐμνήσθη καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ταμεῖον τὸ Δημόσιον ὤφειλε καὶ ὀφείλει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὅπως πολλάκις ἐῤῥέθη καὶ ἐντεῦθεν, πλέον τῶν 9,000,000 δραχμῶν. Ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶχε χρήματα καὶ ἔπαυσε τὰς πληρωμὰς ὄχι μόνον πρὸς τοὺς ἐργολάβους διὰ τὰ τελεσθέντα καὶ τὰ τελούμενα ἔργα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς πληρωμὰς τῶν μισθοδοσιῶν, αἵτινες ἔπρεπε κατὰ Νόμον νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Παρέστησα ἀλεπαλλήλως καὶ ἐπισήμως καὶ δι’ ἐπιστολῶν μου εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ πληρωθῇ ἓν μέρος τῶν ὀφειλομένων, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ Ταμεῖον εἴς τινας ἀπολύτους ἀνάγκας· ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τότε μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ οὐδεμίαν εὐκολίαν. Ἀλλ’ ὅταν ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν χρήματα, διέταξεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 800,000 δραχμαί. Ἐνῷ δὲ ἐγὼ ἐσκεπτόμην μετὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων κατὰ ποῖον τρόπον νὰ γίνῃ ἡ διανομή, διὰ νὰ λάβωσιν ἐξ ἀναλογίας πάντες οἱ δικαιοῦχοι ποσόν τι, ὅπως εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ τοιαύτη διανομὴ καὶ ὁ κύριος βουλευτὴς, αἴφνης ἔμαθον ὅτι διετέθη τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁλοσχερῶς, ἐν μέρει μὲν ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ πλεῖστον δὲ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἅμα ἔμαθον τοῦτο, ἔπαυσα πλέον νὰ σκέπτωμαι κατὰ ποῖον τρόπον νὰ γείνῃ ἡ διανομή, διότι δὲν ὑπῆρχον χρήματα πρὸς διάθεσιν. Μετὰ ταῦτα συνενοήθην μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἄλλα· ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διέταξεν ἀληθῶς νὰ κατατεθῇ ἓν ποσὸν ἐξ 1,200,000 δραχμῶν. Ἔχων ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὴν διανομὴν τῶν 800,000 δραχμῶν, ἐπρονόησα νὰ μὴ κατατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ νὰ γείνῃ προηγουμένως διανομὴ αὐτοῦ ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας ἑκάστης Ἐπαρχίας· ἐζήτησα δὲ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν σημείωσιν κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διανομή, π. χ. εἰς τὴν Κέρκυραν τόσα, εἰς τὴν Κεφαλληνίαν τόσα καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ κατέχει τὸ Μεσολόγγιον, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,200,000 αὐτὸ θέλει λάβει 200,000 περίπου δραχμῶν, αἱ ἄλλαι Ἐπαρχίαι θὰ λάβωσι μικρότερα ποσὰ μέχρις 80,000 δραχμῶν, ἡ Λακεδαίμων θὰ λάβῃ, νομίζω, 70,000.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Γορτυνία δὲν λαμβάνει οὐδὲ λεπτόν, διότι οὐδὲν λεπτὸν διετέθη.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀγνοεῖ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ πληρωμή. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει, ἅμα ὁ ἐργολάβος συντελέσῃ καὶ παραδώσῃ τὸ ἔργον, ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὁ ἐργολάβος ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιήσεως τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ· ὁ ἐργολάβος λαμβάνει τὸ ἔνταλμά του καὶ τὸ ἔχει ἀνὰ χεῖρας· αὐτὸς δὲ τὸ παρουσιάζει εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἢ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς ἥν κατατίθενται τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐξοφλεῖται παρ’ αὐτῆς αὐτό. Ἑπομένως ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἓν ἄτομον καὶ 200,000 δραχμὰς, ἄν διὰ τοσοῦτο ποσὸν εἶχεν ἐντάλματα εἰς χεῖράς του, διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ διατὶ τόσα πολλὰ νὰ λάβῃ ὁ εἷς ἐργολάβος καὶ τόσα ὀλίγα ὁ ἄλλος. Ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ καὶ ἐπλήρωσε πρὸς τοὺς προσελθόντας εἰς αὐτὴν μὲ χρηματικὰ ἐντάλματα ἀνὰ χεῖρας· ἔσπευσε δὲ νὰ κάμῃ ὅσας ἔκαμε πληρωμὰς, διότι εἶχε τὸ ἀπαιτούμενον διὰ ταύτας ποσόν· ἑπομένως οὐδεμία κατάχρησις ἠδύνατο νὰ λάβῃ χώραν, οὔτε νὰ ἀποδοθῇ μομφή τις εἰς τινα· διότι οἱ δικαιοῦχοι, ἂν δὲν εἶχον χρηματικὰ ἐντάλματα εἰς χεῖράς των, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι τίποτε οὔτε ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον οὔτε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν νὰ λάβωσιν ὅλοι οἱ δικαιοῦχοι ἐξ ἀναλογίας, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν χρήματα ἀρκετὰ διὰ νὰ πληρώσωμεν ὅσα ὀφείλομεν, διότι πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι εἰς βάρος τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ἐκδεδομένα ἐντάλματα πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐγὼ αὐτὸς, ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἔκδοσιν καὶ παράδοσιν πρὸς τοὺς δικαιούχους τῶν ἐνταλμάτων τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων, ἐξέδωκα τοιαῦτα ἐντάλματα ἐκ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καίτοι γνωρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι χρήματα πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν.
§21ΧΟΪΔΑΣ. Ὡμιλήσατε περὶ προεξοφλήσεως Τραπεζῶν καὶ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ ἐννοῶ τὴν προεξόφλησιν τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν προεξόφλησιν τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Πῶς γίνονται αἱ προεξοφλήσεις τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου;
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Χοϊδᾶ, εἶνε ἀληθὲς, ὅτι μοὶ ἐγένοντο παράπονα κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, παράπονα στηριζόμενα ἐπὶ αἰτιάσεων ὁμοίων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐνεδείξατε πρὸ μικροῦ. Ἀλλὰ τὰ παράπονα ταῦτα μοὶ ἐγένοντο λόγῳ, οὐδεμία δὲ μοὶ προσήχθη ἀπόδειξις ἢ ἔνδειξις, δυναμένη νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχω πρὸς ὑπαλλήλους ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετοῦντας. Εἶνε δὲ προσέτι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς παρήγγειλα εἰς τὸν Κεντρικὸν Ταμίαν νὰ ποιήσῃ τινὰς προκαταβολὰς ἐκ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δι’ ἔξοδα ἀναγόμενα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἐπειδὴ ὁ Κεντρικὸς Ταμίας δὲν εἶχε χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐπειδὴ ἀλλοδαποὶ μηχανικοὶ καὶ κομισταὶ ἐνταλμάτων δὲν ἐλάμβανον τὰ χρήματά των, ἤθελον δὲ γεννηθῆ εὔλογοι ἀφορμαὶ ἀποζημιώσεων, ἀπέστειλα τέσσαρας ἢ πέντε ἐπιστολὰς πρὸς τὸν Κεντρικὸν Ταμίαν, παραγγέλλων αὐτὸν νὰ ποιήσῃ τὰς προκαταβολὰς ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ ὅταν δοθῶσι χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τότε νὰ τὰ κρατήσῃ, ὅπερ καὶ ἐγένετο.
§23Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀτυχῶς δὲν εὑρισκόμην ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ χθὲς, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τινα ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου βουλευτοῦ κ. Κοσσονάκου, παρετήρησεν ὅτι ἡ μεταξὺ Γυθείου καὶ Οἰτύλου κατασκευαζομένη ὁδὸς ἐχαρακτηρίσθη ὑπό τινων πολιτευτῶν τῶν μερῶν ἐκείνων, ὡς ὁδὸς ἁπλῆς πολυτελείας. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὀφείλω ἐντόνως καὶ ταχέως ἀπὸ τοῦ Βήματος τῆς Βουλῆς νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ τῆς ὁδοῦ ταύτης, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὴν ἐθεώρησα πάντοτε καὶ τὴν θεωρῶ ἀπαραίτητον διὰ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας συναλλαγὰς τὰς μεταξὺ Γυθείου καὶ Οἰτύλου. Παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὀνομάσῃ, εἰ δυνατὸν, τοὺς πολιτευτὰς ἐκείνους, οἵτινες τοσοῦτον ἄστοχον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξήνεγκον γνώμην, καὶ τοῦτο, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσίς τις μεταξὺ ἐκείνων καὶ ἐμοῦ. Ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ τοὺς ὀνομάσῃ, ὅπως τοὺς πείσω περὶ τῆς μεγάλης χρησιμότητος τῆς προκειμένης ὁδοῦ.
§24ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀληθῶς προχθὲς ὁ ἐκ Γυθείου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κοσσονάκος ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς διακοπῆς τοῦ ἔργου τῆς κατασκευαζομένης ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου μέχρις Ἀρεουπόλεως. Δὲν ἤμην καὶ ἐγὼ παρὼν δυστυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς δικαιολογίαν τῆς διακοπῆς τοῦ ἔργου προέτεινε δύω λόγους· πρῶτον τὴν ἔλλειψιν χρημάτων καὶ δεύτερον, ὅτι πολιτευταὶ τῶν μερῶν ἐκείνων ἐβεβαίωσαν αὐτὸν, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι μάταιον καὶ ἔργον πολυτελείας.
§25ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§26ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς φαίνεται, ὅτι εἶπε τὸ τοιοῦτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶνε ἐν τούτοις παρὼν καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ. Δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἂν τῷ ἐδόθησαν τυχὸν τοιαῦται πληροφορίαι παρ’ οἱουδήποτε, εἴτε πολιτευτοῦ εἴτε μὴ τοιούτου, αἱ πληροφορίαι αὗται εἰσὶν ὅλως ἀνακριβεῖς, διότι ἡ ὁδὸς ἡ ἀρξαμένη ἀπὸ Γυθείου μέχρις Ἀρεουπόλεως θέλει διευκολύνει σπουδαίως τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ οὕτω θέλει ἐξυπηρετήσει σπουδαῖα συμφέροντα, οὐ μόνον τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τούτῳ παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ὁρίσῃ, ἅμα ὡς ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ὁδοποιΐας, ὡς ἓν τῶν πρωτίστων ἔργων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ περαιωθῇ, τὴν ἀπὸ Γυθείου μέχρις Ἀρεουπόλεως ὁδόν.
§27Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πράγματα ἀνακριβῆ, ἑπομένως δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς περὶ τοῦ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔλαβε τοιαύτας ἀπὸ πολιτευτὰς πληροφορίας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ποῖοι εἰσὶν οὗτοι οἱ πολιτευταί.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ, κύριοι, προχθὲς εἶπον καθαρῶς ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ διεκόπη ὅπως καὶ τὰ ἄλλα ἔργα δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν ἄλλων πολιτευτῶν καὶ μὴ, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ πρὸ πάντων κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην—καὶ ἐγὼ εἶμαι πολιτευτὴς, καὶ δύναμαι καὶ ὡς τοιοῦτος καὶ ὡς πολίτης νὰ ἔχω γνώμην περὶ παντὸς ἀντικειμένου—ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἔργον πολυτελείας. Ἑπτακόσιαι χιλιάδες δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ δαπανηθῶσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, θὰ δαπανηθῶσι ματαίως. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ μία ὁδὸς βατὴ μεταξὺ Γυθείου καὶ Ἀρεουπόλεως, ἥτις ἀπέχει ἓξ ὥρας, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐδαπανῶντο 50–100 χιλ. δραχμῶν, ἤθελον καὶ ἐγὼ ἐπικροτήσει διὰ τὴν κατασκευὴν τοιούτου ἔργου· ἀλλ’ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ δαπανήσωμεν πλέον τῶν 600 χιλ. δραχμῶν, ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωμεν οὔτε ἐμπορικὰ, οὔτε βιομηχανικὰ συμφέροντα, βεβαίως εἶναι ἔργον πολυτελείας. Ἀλλὰ δὲν διεκόπη διὰ τοῦτον τὸν λόγον τὸ ἔργον, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, καὶ θὰ τεθῇ πάλιν εἰς ἐνέργειαν ἅμα εὑρεθῶσι χρήματα. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ νὰ ἀπευθυνθῶσιν αἱ παρατηρήσεις, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, διότι πλὴν αὐτῶν καὶ ἐμοῦ, εἶναι καὶ ἄλλοι πολιτευταί, οἱ βουλευταὶ Λακωνίας, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι κατὰ πόσον δύναται αὐτὴ ἡ ὁδὸς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα ἐμπορίου, μὴ ὑπάρχοντος, καὶ τῆς βιομηχανίας, ἀγνώστου εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.
§29ΤΡΥΓΩΝΗΣ. Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν καταγίνεται ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐξεύρεσιν πόρων πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν ζωὴν ἕνα νόμον ἀδίκως καταργηθέντα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν προσπορισθῆ ἀρκετὰ εἰσοδήματα εἰς τὸ Κράτος· πρόκειται, κύριοι, περὶ τροποποιήσεως τελωνιακῶν τινων διατάξεων. Εἶναι γνωστή, βεβαίως ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰ Τελωνεῖα τοῦ Κράτους. Τὴν κατάχρησιν αὐτὴν δὲν ποιοῦσι μόνον ἔμποροι καὶ πλοίαρχοι τολμηροὶ καὶ θρασεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπομονοῦνται καὶ τίθενται εἰς κατάστασιν πολέμου πρὸς τοὺς συμπολίτας των· ἡ κατάχρησις αὕτη γίνεται καὶ παρὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν Δημοσίων χρημάτων. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα κατάχρησις γίνεται ἐντὸς τῶν καταστημάτων τῶν Τελωνιακῶν. Κατὰ τὸ 1877, ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἐποχὴν δηλαδὴ καθ’ ἣν τὰ κόμματα ἐσίγων, ἦλθε νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ στοιχεῖον ΧΙΣΤʹ. καὶ 13 Ἰουνίου 1877. Τὸν νόμον τοῦτον κατήργησεν ἡ Βουλὴ κατόπιν κατὰ τὸ 1881. Τὸν νόμον ἐκεῖνον τοῦ 1877 θέλω νὰ ἐπαναφέρῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ζωὴν, ἐπιφέρῃ δὲ καὶ μερικὰς προσθήκας, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἀναγκαίας, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν νόμον αὐτόν. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα κατάχρησις τῶν τελωνιακῶν δασμῶν γίνεται ἐν τοῖς Τελωνιακοῖς καταστήμασι. Τὰ δηλωτικὰ οἱ πλοίαρχοι δὲν τὰ συντάσσουν εἰς τὸν τόπον τῆς ἀναχωρήσεως, ἀλλ’ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκφορτώσεως, ἀφοῦ προηγουμένως συντάξωσι τὴν διασάφησιν δηλαδὴ ἀφοῦ συνεννοηθῶσιν μὲ τοὺς τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνεννοήσεως αὐτῆς κανονίζουσι τὸ δηλωτικὸν καὶ τοιουτοτρόπως μέγα ποσὸν τῶν ἐμπορευμάτων μένει ἀτελώνιστον. Τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ παύσῃ, ἐὰν ὑποχρεώσωμεν τοὺς πλοιάρχους νὰ καταθέτωσι τὰ δηλωτικὰ εἰς τὰ Προξενεῖα τῆς φορτώσεως ὁμοῦ μετὰ τῆς φορτωτικῆς, καὶ νὰ σημειοῦται τὸ βάρος τῶν δεμάτων ἢ δοχείων τῶν ἐμπορευμάτων, ὅτε θὰ γίνῃ ἀδύνατος ἡ κατάχρησις. Πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλλω πρότασιν Νόμου, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν οὐ μόνον νὰ διατάξῃ τὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγραφὴν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ συναινέσῃ ὅπως συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν, κηρυττομένη κατεπείγουσα. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν τύπωσιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτὰς διανομὴν θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἂν συναινῇ νὰ συζητήσῃ τοῦτο ὡς κατεπεῖγον.
§31ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαγορεύῃ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τὴν ἐξαγωγὴν ἐκτὸς τῆς Ἐπικρατείας κτηνῶν, σιτηρῶν, ἀλεύρων καὶ ἄλλων τροφίμων καὶ πολεμικῶν ἐφοδίων. (Ὅρα Παράρτημα). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐκλογῶν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἐν αὐτῷ περιέχεται διάταξις, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ μετασχηματισθῇ καὶ Δῆμός τις ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔνθα εἰσέτι δὲν ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλω προσθήκην εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 3, εἰς τὸ ὁποῖον προσέθεσα, ὅτι τοὺς Ἐνόρκους θέλουν ἐκλέγει οἱ Νομάρχαι ἀντὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων μέχρι τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§32ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ κατάλογον λεπτομερῆ, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ καταφαίνεται ἀριδήλως πόσοι καθυστεροῦνται ἐκ τῶν ἐπιστράτων ἢ ἐφέδρων ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας. Ἔχω λόγους, κύριε Πρόεδρε, σπουδαίους, σπουδαιοτάτους τοῦ νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ παρὸν ἀποσιωπῶ, ἐπιφυλασσόμενος ἐν ἀνάγκῃ νὰ τοὺς ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην θὰ δυνηθῶ ἴσως νὰ διαγνώσω μετὰ τὴν προσαγωγὴν τοῦ καταλόγου τούτου. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι κατεπείγουσα ἡ πρότασίς μου αὕτη. Κατάλογον τῶν καθυστερούντων κατ’ ἐπαρχίας καὶ δήμους.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀσχολεῖται πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν συλλογὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν καταταχθέντων ἐπιστράτων καὶ περὶ τῶν καθυστερούντων. Ἔλαβε δὲ καὶ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα πρὸς κατάταξιν ἢ πρὸς σύλληψιν ὅλων τῶν καθυστερούντων ἐπιστράτων.
§34ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς καθυστερήσεως τῶν ἐπιστράτων φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ οἱ συμπολῖται ἡμῶν, οἱ κληθέντες εἰς τὰ ὅπλα, ἔδειξαν τόσον ζῆλον εἰς τὸ νὰ προσέλθουν, καὶ ἐν τῇ ταχύτητι τοῦ νὰ προσέλθουν, ἀφῆκαν τὰ ἔργα των οἱ πλεῖστοι ἀπρόβλεπτα καὶ ἀνεξασφάλιστα, δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ μετέλθῃ ἓν μέτρον συστήματος ἀδειῶν.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Πῶ! Πῶ!
§36ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ἄνευ σημασίας. Γνωρίζομεν ὅλοι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἣν ἐποχὴν προσῆλθον εἶχον μόλις τοποθετήσει τοὺς μούστους των ἐν τοῖς δοχείοις καὶ κλείσαντες ἀμέσως τὰ καταστήματά των ἀπῆλθον. Φρονεῖτε, ὅτι, αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς γίνονται οἱ μοῦστοι; Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πληρόνουν τόκους, ἐνοίκια· κατὰ συνέπειαν μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἀφοῦ ἔδειξαν τόσον ζῆλον νὰ προσέλθουν, δὲν εἶναι καὶ τόσον ἐπιζήμιον νὰ δοθῇ μία ἄδεια 20 ἡμερῶν κατὰ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία θέλει ἀνεύρει καὶ πάλιν παρελθούσης τῆς προθεσμίας τῆς ἀδείας, νὰ προσέλθουν, διότι οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ προσέλθουν πάλιν μὲ τὸν αὐτὸν ζῆλον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ βεβαίως οὐδὲν συμφέρον μὲ συνδέει μὲ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐλήφθη, κύριοι, πρόνοια παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τῷ ὄντι ἀξία περὶ τῶν ἐκτάκτων μηχανικῶν. Ἀλλὰ πρὸ τούτων ὤφειλε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν δοκίμων μηχανικῶν, καὶ ἐπειδὴ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν δὲν συνήντησα σήμερον, καὶ οὔτε σήμερον ὑπάρχει ἐνταῦθα, πιθανῶς δὲ καὶ αὔριον θὰ ἀπουσιάζῃ εἰς ἔργα σπουδαῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνασχολεῖται, εἶνε ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐνέργειά τις περὶ τῶν δοκίμων μηχανικῶν. Καὶ εἶναι δίκαιον πρὸ τοῦ μέτρου περὶ τῶν ἐκτάκτων μηχανικῶν, νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ τῶν δοκίμων μηχανικῶν, διὰ τοῦτο δὲ ἔλαβον σήμερον τὸν λόγον περὶ τούτων, καὶ οὗτοι εἶναι 7 τὸν ἀριθμὸν μόνον, καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ παροραθῇ ἡ προτεραιότης αὐτῶν, καθόσον κατὰ τὸ σύστημα τὸ περὶ ἐκτάκτων μηχανικῶν ἐπέρχεται τὸ ἀδίκημα, ὥστε οἱ ἔκτακτοι, καίτοι μὴ ὄντες ὁριστικοί, καίπερ μὴ ἔχοντες ὑπηρεσίαν μακρὰν ὡς οἱ δόκιμοι, ἔρχονται νὰ ὑπερβάλουν τοὺς δοκίμους, ὅ ἐστὶ νὰ ἀποκτήσωσι προτεραιότητα καὶ ἀρχαιότητα ἐπ’ αὐτῶν. Ὥστε καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δύνανται νὰ ἐξισωθῶσιν αἱ τάξεις αὗται, εἶνε δίκαιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προτεραιότης τῶν δοκίμων. Ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι λεγόμενα ἐντεῦθεν δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς ὡριμοτέρας σκέψεις, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ μεριμνήσει καὶ περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐθεώρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία νύξις. Λοιπὸν ἐθεώρησα, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν δοκίμων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν πλοῖα μεγάλα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἤχθησαν εἰς αὐτὴν τὴν ἧττονα θέσιν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ φέρῃ τὸν ἀδελφόν του εἰς θέσιν καλλιτέραν, ἔφερε νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἤλλασσεν ὅλως τὴν λειτουργίαν τοῦ Νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1882, καὶ ἐπήνεγκε μίαν ἀναστάτωσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν μηχανικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκ πρωτοβουλίας καὶ ἐκ τῆς διδομένης ἀφορμῆς δὲν θέλει ἀμελήσει νὰ φέρῃ διόρθωσιν εἰς τὸ ἀδίκημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιγίγνεται εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους τοὺς ἱκανούς. Κύριοι, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου λαμβάνω ἀγνώστῳ ἐπιδόσει τὴν νέαν ἐφημερίδα, καὶ λαμβάνων ταύτην τὸ κατ’ ἀρχάς, ἠρεύνον ἐὰν ἀπέβλεπεν ἴσως εἰς προσωπικόν τι ἐμοῦ ἐνδιαφέρον· παρετήρησα ὅμως ἐν τοῖς ἐπιδιδομένοις μοι, ὅτι προκειμένου πάντοτε περὶ Ῥιζαρείου Σχολῆς ἐγίνετό μοι ἡ λάθρα εἰς τὴν οἰκίαν μου ἐπίδοσις· τὸ τοιοῦτον ἐθεώρησα τιμήν μου, διότι, ὡς ἀνέγνωσα, προέρχεται ἐξ ἀνδρός, πρὸ τοῦ ὁποίου πρέπει πάντες νὰ ἀποκαλυφθῆτε, διότι εἶσθε πάντες ἴσως μαθηταί του, καὶ τὸ τελευταῖον φύλλον εἶναι αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος περὶ Ῥιζαρείου Σχολῆς. Ὁ ἀνὴρ εἶναι ἀρχαϊκὸς, ὁ ὁποῖος ἐλέγχων καταχρήσεις ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως, ἀκούει ἀπειλὰς ἐπὶ χρήσει ἐπιχειρημάτων χειροπιαστῶν, ὅτι δηλαδὴ θὰ τοῦ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν ὁ διευθυντὴς τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ φύλλον τοῦτο εἰς τὸ ὁποῖον πραγματεύεται ὁ ἀξιοσέβαστος οὗτος ἀνὴρ τὸ θέμα τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, ἵνα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς λάβῃ πρόνοιαν. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ εὐχαριστηθῇ, ὅταν μάθῃ, ὅτι καὶ οἱ βουλευταὶ ἔρχονται ἐπίκουροι αὐτῷ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν Ναυτικοῦ. Ἐπὶ τῷ τέλει τούτῳ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα περὶ προβιβασμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ ἑνὸς Σώματος, ὑπηρετοῦντος ἐν τῷ πολεμικῷ Ναυτικῷ, τὸ ὁποῖον Σῶμα ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τὰ ὀστᾶ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, εἶναι τὰ νεῦρα, εἶνε αἱ σάρκες, ἀλλ’ ἄνευ ὀστῶν εἶναι μία μάζα· τὸ Σῶμα αὐτὸ εἶναι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ· οὗτοι εἶναι ἐν τῷ πολεμικῷ Ναυτικῷ ὅ,τι εἶναι τὰ ὀστᾶ ἐν τῷ σώματι τοῦ ἀνθρώπου. Ἐλήφθη λοιπὸν τὸ μέτρον, ὅπως συντομευθῇ ὁ χρόνος τοῦ προβιβασμοῦ τῶν δοκίμων ἀπὸ πενταετίας εἰς τετραετίαν διὰ νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικούς. Ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τοὺς δοκίμους, ὅτι εἰσὶ παρεσκευασμένοι θεωρητικῶς, ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ βραχίονας. Δὲν πρόκειται νὰ ὁδηγηθῶσιν ἐν τοῖς ὠκεανοῖς οἱ ἡμέτεροι στόλοι διὰ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι μόνον εἷς ἐπιστήμων τῆς θεωρίας τῶν οὐρανίων σωμάτων δύναται νὰ χρησιμεύσῃ· σήμερον ἀπαιτεῖται ἡ δρᾶσις, ἡ ἐνέργεια, τοιαῦτα δὲ προσόντα δὲν δύνασθε ν’ ἀπαιτήσητε ἀπὸ νέους ἁβροδιαίτους.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ σήμερον. Εἰπέτε τὶ θέλετε νὰ προτείνετε.
§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ ἔλθω.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀφήσω νὰ ὁμιλῆτε περὶ ξένων ἀντικειμένων.
§40ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ εἶχα τελειώσει τώρα· δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§42ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Οἱ νέοι ἐκεῖνοι οἱ ἁβροί, ριπτόμενοι εἰς τὴν δρᾶσιν τὴν αἱματηρὰν, δὲν θὰ αἰσθανθοῦν φυσικῶς ἑαυτοὺς εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἴδητε ἕνα ναυμάχον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ 20 ἐτῶν διευθύνει πλοῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν ἀπὸ τῆς ἡλικίας 6 ἐτῶν. Αὐτοὶ εἶναι τὰ μόνα ὄργανα ἐν τῷ Ναυτικῷ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἐδῶ, διότι ἤθελε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ. Δίδω λοιπὸν νύξιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι πρέπει καὶ δι’ ἀρχικελευσταὶ νὰ γείνουν ἀξιωματικοί. Εἰς τοῦτο δὲ δὲν μὲ κινεῖ ἡ ἐμὴ πρωτοβουλία, οὔτε ἡ ἐμὴ συμπάθεια, ἀλλ’ ἔλαβα ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ὑπαξιωματικοί, οἱ ἐκ τῶν τεχνικῶν ὅπλων ἀγράμματοι, δηλαδὴ οἱ μὴ τυχόντες πτυχείου ἐκ σχολῆς τινος, ἀλλ’ ἐκ τῆς πείρας μορφωθέντες, δύνανται νὰ λάβωσιν τὸν βαθμὸν ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν τήρησιν ἀναλογίας τινὸς πρὸς τοὺς λεγομένους ἐγγραμμάτους. Ἐκ τούτων τῶν λόγων ὁρμώμενος εἰσάγω τὴν πρότασιν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει τὴν ἐπιδοκιμάσει, ὅπως οἱ οὕτω προβιβαζόμενοι ὑπαξιωματικοὶ ἀποτελέσωσι τὰ ὀστᾶ τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐτελείωσα, κύριε Πρόεδρε, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, ἐὰν σᾶς δυσηρέστησα. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἀλλὰ λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σᾶς ἀκούσῃ.
§44Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀγνοῶ τίνες λόγοι ἔπεισαν τὸν προαγορεύσαντα, ἵνα ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν μικρὰν ἔριδα, ἀναφυεῖσαν μεταξὺ τοῦ κ. Στρούμπου καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ἐφόρων τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀναμιχθῶ εἰς αὐτὴν τὴν ἔριδα. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ προλαλήσας προέβη εἰς ἐκφράσεις τινὰς ἀναρμόστους περὶ τοῦ νῦν διευθύνοντος τὴν Ῥιζάρειον Σχολὴν—ἐγὼ δὲ γινώσκω τοῦτον ἐκ τοῦ σύνεγγυς—ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀτόπως ἐλέχθη ὅ,τι ἐλέχθη περὶ αὐτοῦ. Ὁ διευθυντὴς τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς κ. Ἀργυριάδης εἶνε ἀνὴρ διακρινόμενος ἐπὶ παιδείᾳ καὶ χρηστότητι, ὡς τοιοῦτος δ’ ἐπανειλημμένως παρεκλήθη παρ’ ὅλων τῶν ἐφόρων καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Στρούμπου, ἵνα δεχθῇ τὴν διεύθυνσιν τῆς Σχολῆς. Ὁ κ. Στροῦμπος ὅμως, ὁ διακριθεὶς πάντοτε ἐπὶ τῇ ἰδιοῤῥυθμίᾳ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ἐλθὼν πρό τινων μηνῶν εἰς ῥῆξιν πρὸς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ὄργανον τὸν διευθυντὴν τῆς Σχολῆς ἐναντίον τούτων, ἀφοῦ δὲ δὲν κατώρθωσε τοῦτο, ἐπετέθη κατὰ τοῦ κ. Ἀργυριάδου. Ἀλλ’ ὁ κ. Στροῦμπος ἔτυχεν ἤδη τῆς προσηκούσης ἀπαντήσεως παρὰ τῶν συναδέλφων του, οἵτινες τὰ γραφόμενά του ἀπεκήρυξαν ἐνυπογράφως ἐν τῷ τύπῳ. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρωνται τοιαῦτα ζητήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ διασύρωνται δωρεὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄνδρες ἄξιοι παντὸς σεβασμοῦ.
§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν παλαιοτέρων ἐξ ὑμῶν συναδέλφων, ἐάν ποτε ἐξήνεγκον ἐκ τοῦ στόματός μου φράσεις ἢ λέξεις προσβλητικάς· καὶ ἤδη κατερχόμενος τοῦ βήματος ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου συγγνώμην, ἐὰν κατά τι ἐπλημμέλησα πρὸς αὐτόν. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα ἐξ ἐμπαθείας· ὤφειλον νὰ ποιήσω λόγον περὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ. Καὶ ἂν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς σχολῆς ἐξέφρασεν ἀπειλὴν περὶ συντρίψεως τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Στρούμπου, τοῦτο δὲν ἦτο ἰδική μου ἐπίνοια· τὸ ἀνέγνωσα ἐν τῇ Ἐφημερίδι. Τὸν ἄνδρα δὲν γνωρίζω· τοῦτο μόνον γνωρίζω καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὅπου ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπου ὁ Χριστιανισμὸς ὤφειλε νὰ διαλάμπῃ, δὲν ἔχομεν Κληρικὸν διὰ Διευθυντὴν τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς. Τοῦτο μὲ λυπεῖ καὶ τοῦτο εἶναι ἰδική μου ἰδέα.
§46ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐμαρτύρησα τίποτε· κατέθεσα ἔγγραφον κατὰ καθῆκον. Ὅπως ὁ κ. Χοϊδᾶς ἀνέγνωσε προηγουμένως ἐπιστολάς, οὔτε ἀπέδειξεν οὔτε ἐβεβαίωσεν, ἀλλ’ εἰσηγήσατο, οὕτω καὶ ἐγὼ ἔπραξα. Ἐκεῖνα ὅμως, τὰ ὁποῖα φαίνονται ὁμολογοῦντα τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ κ. Στρούμπου, εἶναι, ὅτι ἡ Ῥιζάρειος Σχολὴ οὐδένα καρπὸν ἔφερε καὶ οὐδένα Κληρικὸν ἐμόρφωσε.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀνανεώσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μέχρι τοῦ 1876 ὀφειλομένων ἐσόδων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 3 ἄρθρον).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἶναι τροπολογία. Προτείνεται 8 ἄρθρον τοῦ κ. Δημητρακάκη. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Μανοῦσος προτείνει 2 ἄρθρα· ἄρθρον 8 καὶ ἄρθρον 9. (Δὲν γίνονται δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως). (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ προσωρινοῦ εἰδικοῦ ἐπιστρόπου παρά τε τῇ Ἰονικῇ Τραπέζῃ καὶ τῇ προνομιούχῳ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ βαθμοῦ καὶ προσόντων οἰκονομικῶν τινων ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ 1 ἄρθρον). (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐκεῖ ἔνθα γίνεται μνεία τοῦ μισθοῦ «μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 160» παρελείφθη νὰ προστεθῇ, ὅπως εἶχε γραφῆ ἐν τῷ ἀρχικῷ κειμένῳ «μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 140–160». Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προστεθῇ «ἕως 160». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 2 ἄρθρον μὲ τὴν προσθήκην). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω νὰ τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς· εἰς τὸ τέλος τοῦ παραγράφου νὰ προστεθῇ «ἡ τοῦ Πρωτοκολληστοῦ Ἐφορίας Αʹ τάξεως ἢ τοῦ γραφέως Αʹ τάξεως παρὰ Ταμείῳ». Σᾶς δίδω ὁλόκληρον κείμενον τοῦ ἄρθρου, κ. Πρόεδρε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν προσθήκην καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐκτάκτων ἐπαρχικῶν ταμείων εἰς γʹ. συζήτησιν ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δρ. 381,550 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1885).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν.
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβάλω πρότασιν ἀναβολῆς διὰ νὰ ἐμποδίσω τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πολλοὶ λόγοι συνηγοροῦσιν ὅπως ἀναβάλωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν, πρώτιστος πάντων ἡ εἴδησις, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ὅλοι μετ’ εὐχαριστήσεως ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αὔριον ὑποβάλλεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ κανονισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐν τῷ μέλλοντι. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀπαιτουμένων μέσων, ἵνα ἐννοήσωμεν ἐὰν ἦναι ἀπαραίτητον νὰ ληφθῶσι καὶ τὰ περὶ ὧν πρόκειται, ἤτοι τὰ τῶν εἰσφορῶν ἐκ τῶν μισθῶν· διότι κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ἐστείρευσε πᾶσα ἄλλη πηγὴ, δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς τοιοῦτο καταπιεστικὸν διὰ τὴν ὑπαλληλίαν μέτρον. Δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως, ποία δηλονότι φορολογικὴ νομοθεσία εἶναι καλλιτέρα, τῆς Ἑπταννήσου ἢ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ ποίαν ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ δεχθῶμεν δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Πολλοὶ λόγοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἀφομοιώσεως, τοὺς ὁποίους ὁ πρὸ μικροῦ ἀποβιώσας μακαρίτης Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς πρὸ ἑνὸς ἔτους εὐγλώττως ἀνέπτυξε καὶ νομοσχέδιον περὶ τούτου ὑπέβαλε. Καὶ ἄλλοι πολλοὶ λόγοι κατ’ ἐμὲ ὑπάρχουσι, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω, ὅπως προτείνω τὴν ἀναβολὴν, περιοριζόμενος εἰς τοὺς δύο μόνον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ σπουδαίους λόγους, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ὑποβληθῇ τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημά της.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τελευταῖος λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ ἐκ Βώλου ἀξιότιμος συνάδελφος προέβαλεν, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ κρατοῦν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ νὰ ἐρευνηθῇ κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀφομοίωσιν τῆς φορολογίας ἐν Ἑπτανήσῳ μὲ τὴν φορολογίαν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ὁ λόγος οὗτος μοὶ φαίνεται ἥκιστα δυνάμενος νὰ ἐπηρεάσῃ τινὰ, διὰ νὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν προέβαλον χθὲς, προτείνεται νὰ ἐπιβληθῇ ἐφ’ ἅπαξ ὁ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων φόρος ἐν τοῖς Δήμοις καὶ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τῆς Ἑπτανήσου· ἀλλὰ δὲν προεβλήθη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν φόρων τούτων ἐν Ἑπτανήσῳ μονίμως καὶ διαρκῶς, διὰ νὰ ἀποτελέσωσιν οὗτοι μέρος τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ εἰσαχθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπως ἐξετάσωμεν ἐὰν πρέπει νὰ μεταφυτεύσωμεν εἰς Ἑπτάνησον τοὺς ἐμμέσους φόρους, τοὺς λειτουργοῦντας ἐν Ἑλλάδι, ἢ νὰ μεταφυτεύσωμεν ἐν Ἑλλάδι τοὺς φόρους, τοὺς λειτουργοῦντας ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐπροτάθη νὰ ἐπιβληθῇ ἐφ’ ἅπαξ ὡς εἰσφορὰ, διὰ νὰ δυνηθῇ καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις τὸν ὀβολόν του, ὅπως εἰσφέρουσι καὶ οἱ λοιποὶ αὐτοῦ συμπολῖται. Ἠρευνήθη μάλιστα ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἄλλος τις πόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀντλήσωμεν ποσὰ ἀνάλογα, ὅπως παρασταθῇ συνεισφέρουσα καὶ ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὰς παρούσας ἀνάγκας, καὶ ἔρευνα μακρὰ ἔπεισε πάντας ἡμᾶς, οἵτινες συνεσκέφθημεν χθὲς, ὅτι παντὸς ἄλλου πόρου ἡ χρῆσις ἤθελε βλάψει καιρίως καὶ τὰ ἐμπορικὰ καὶ τὰ παραγωγικὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου, οἱ δὲ ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι, οἵτινες εὐηρεστήθησαν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ συσκεφθῶμεν—διότι προσεκάλεσα πάντας, ἀλλὰ τινὲς μόνον ἦλθον—ἐπείσθησαν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς προσφορᾶς εἰς τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ αὐτοὶ πρῶτοι μοὶ ὑπέδειξαν τοὺς φόρους τούτους ὡς χρησίμους, ἵνα προσφύγωμεν εἰς αὐτούς. Ἐὰν εἰσῆγον φορολογικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προέβαλλον εἰς ὑμᾶς τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ κρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος, ἤθελον ἀναγνωρίσει τὸ εὔλογον τῆς παρατηρήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Βώλου συναδέλφου μου. Ὁ ἀποθανὼν ἐκ Καλαβρύτων διακεκριμένος συνάδελφος εἶχε προτείνει τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐφρόνει, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῆς ἀφομοιώσεως ταύτης. Ἡμεῖς δὲν ὑποβάλλομεν πρότασιν παραπλησίαν· δὲν νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἡ ὥρα νὰ μελετήσωμεν τὰ τῆς φορολογίας εἴτε ἐν Ἑπτανήσῳ, εἴτε ἐν Ἑλλάδι· αἱ μελέται τῶν φορολογικῶν συστημάτων ἀπαιτοῦσι καὶ χρόνον μακρὸν καὶ ἡσυχίαν καὶ ἄνεσιν, διότι τὸ ἐλάχιστον ἀδίκημα ἐπάγει μεγάλην ἀδικίαν καὶ εἰς τοὺς παράγοντας καὶ εἰς τοὺς ἀναλίσκοντας· ἡμεῖς προσεφύγομεν εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων ὡς εἰς μέσον ἐνδεικνύμενον ἡμῖν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἡ ἀνάγκη δὲ αὕτη ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν των, ἀλλ’ εἶναι μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον προσφεύγομεν ἐφ’ ἅπαξ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ὑποβάλλομεν οὔτε προβάλλομεν νὰ λειτουργήσῃ μονίμως καὶ διαρκῶς. Διὰ τοῦτο εἶναι λόγος ἥκιστα κατάλληλος νὰ πείσῃ ἐμὲ νὰ συναινέσω εἰς τὴν ζητουμένην ἀναβολήν. Ἀλλ’ ἴσως ὁ λόγος οὗτος ἐπροτάθη, ἵνα κρατύνῃ τοὺς ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βόλου προέβαλε. Τὸ Ὑπουργεῖον, μολονότι ὑπὲρ πάντα ἄλλον αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς παρασκευῆς φόρων καὶ ἐσόδων, ἵνα ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῶν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποδεχθῇ πολλάκις προταθεῖσαν τὴν ἀναβολὴν συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν προβάλλεται ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἴσως εἶναι ἡ τρίτη, καὶ οὐδέποτε ἡμεῖς ἀντελέξαμεν. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος διστάζῃ νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν γνωρίζει τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον μέλλω νὰ ὑποβάλω αὔριον, ὡς ἐλπίζω, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο κανονίζει μονίμως καὶ διαρκῶς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἔξοδα διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ δὲ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1886· εἶναι πόρος ἔκτακτος, εἰς τὸν ὁποῖον προσφεύγομεν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐξισώσωμεν τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Λοιπὸν καὶ αὔριον ἐὰν μέλλῃ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του ὁ κ. συνάδελφος, καὶ σήμερον ἐὰν μέλλῃ νὰ δώσῃ αὐτήν, ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, διότι θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 δὲν ἀντικρύζει πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκτάκτων ἐσόδων, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν τὰ δι’ αὐτοῦ προβλεπόμενα ἔσοδα, μεταξὺ δὲ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων εἶναι καὶ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον παρασκευάζει ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς ἑπτὰ περίπου ἑκατομμύρια.
§56ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε, κ. Πρωθυπουργὲ, λεπτομερεῖς σημειώσεις;
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ γενικὸν Λογιστήριον ἰδοὺ τὶ προσάγει, ἴσως σφάλλει κατά τινας ἑκατοστύας χιλιάδων· 948,594 καὶ 90|00 ἐκ μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων· 100,000 ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς δημοτικῆς διοικήσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως· ἓν ποσὸν ἴσον περίπου ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῶν Τραπεζῶν· 200,000 ἐκ τῶν Τραπεζῶν καὶ Ἑταιριῶν· 4,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων· 500,000 ἐκ τῶν μερισμάτων τῶν Τραπεζῶν. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς ἓξ ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας, θέλει δὲ προστεθῇ τὸ ἄγνωστον ποσὸν, τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἐν Ἑπτανήσῳ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομουχεδίου ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Θεοτόκης.
§59ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγένετο πρότασις περὶ ἀναβολῆς· πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐρωτηθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη πρότασις ὡρισμένη περὶ ἀναβολῆς.
§61Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπέβαλον πρότασιν περὶ ἀναβολῆς· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον· ἐὰν ὅμως εἶμαι μόνος, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσω.
§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ εὕρητε συντρόφους.
§63Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ἀναβολὴν τὴν ζητοῦσι καὶ ἄλλοι, καὶ τὴν ζητοῦσι δι’ ἄλλους λόγους ἐκτὸς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Φιλάρετος. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, διότι, ὡς παρίσταται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὕτω μεμονωμένον, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ· ἀλλ’ ὅταν ἴδωμεν καὶ τὸ ὅλον σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως εἰμπορεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ φανῇ εὐπρόσδεκτον. Δὲν ἠμπορῶ, τοὐλάχιστον ἐγὼ, νὰ δεχθῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἕως ὅτου δὲν ἴδω εἰς τί συνίσταται τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται τώρα νὰ σκεφθῶμεν διὰ νὰ ἐμβαλώσωμεν τὸ παρόν· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σπουδαιότερον. Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν θὰ φροντίσωμεν διὰ μέσων στιγμιαίων, διὰ μέσων παροδικῶν ἢ διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς χρησιμεύσωσι διὰ πολλὰ κατὰ συνέχειαν ἔτη. Διὰ νὰ ἐκφρασθῶ ἀκόμη καθαρότερον, πρέπει ἡ Βουλὴ, πρέπει ἡ Κυβέρνησις, πρέπει τὸ Ἔθνος νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ἕως τώρα, ὁτὲ μὲν ἔχοντες ὑψωμένην τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, μόνον καὶ μόνον σκεπτόμενοι διὰ τὰ ἐσωτερικά μας, διὰ τὰ οἰκονομικά μας, ὁτὲ δὲ καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξ ἐφόδου νὰ φροντίζωμεν περὶ Ἐθνικῆς ἐνεργείας καὶ ἑκατομμύρια ἀφειδῶς νὰ δαπανῶμεν. Ἡ ταλάντευσις μεταξὺ τῶν δύο τούτων πολιτικῶν, ἡ ὁποία κυριεύει ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν οὔτε τὸ καλὸν τοῦ ἑνὸς συστήματος ἐλάβομεν, οὔτε τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ τὰ κακὰ ἀμφοτέρων. Ἡ μὲν ἰδέα τῶν οἰκονομιῶν, ἐφαρμοζομένη ἐπί τινα καιρὸν, μᾶς ἀποσπᾷ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν ἐνέργειαν· ἔρχεται ἡ ἐθνικὴ ἰδέα, μᾶς καταστρέφει τὴν οἰκονομίαν. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὁ πρακτικώτερος βεβαίως τῶν πολιτικῶν τῆς γενεᾶς του, εἶπέ ποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· «Σκεφθῆτε τί θὰ ἀποφασίσητε, ἀλλὰ σκεφθῆτε ἀποφασιστικῶς ἐὰν θὰ ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως ἢ τοῦ Θεμιστοκλέους». Ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀκολουθήσητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι πολιτικὴ τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως ἢ πολιτικὴ τοῦ Θεμιστοκλέους; εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ἕως τώρα, ἥτις καὶ ἔφερεν εἰς τὸ ἐξαγόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον πρότερον τοῦ νὰ μὴ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔχωμεν οὔτε τὰ καλὰ τῆς μιᾶς, οὔτε τὰ καλὰ τῆς ἄλλης, ἀλλὰ τὰ κακὰ ἀμφοτέρων. Μὲ ὅλην τὴν ἐπίκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τότε ὁ Κουμουνδοῦρος, τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς ταλαντεύσεως ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀκολουθοῦμεν ἕως τώρα. Λάβετε τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ὅτε ἔρχεται στιγμὴ νὰ ἐνεργήσωμεν, ἀρχίζομεν προσκαλοῦντες στρατὸν, προμηθευόμενοι πολεμεφόδια, ἀγοράζοντες κτήνη· παρέρχεται ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας; σπεύδομεν ἀμέσως νὰ διαλύσωμεν τὸν στρατὸν, νὰ πωλήσωμεν τὰ ἐφόδια, νὰ πωλήσωμεν τὰ κτήνη, καὶ ἀμέσως τὴν ἄλλην ἡμέραν τρέξατε νὰ ἀγοράσωμεν νέα κτήνη, νὰ καλέσωμεν νέον στρατὸν (Θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, κύριοι· εἶναι στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐκφρασθῶμεν καθαρά· εἶναι στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ σύμπασα ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ἐπὶ τέλους τὴν ὄψιν συνεδρίου, τὸ ὁποῖον συνέρχεται νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ βάλῃ φωτιὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ ὄχι· εἶναι στιγμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶμεν εἰλικρινῶς. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ οὐχὶ πολὺ μεμακρυσμένη τῆς παρούσης, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη σχεδὸν εἰς τὴν ἰδίαν περίστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον. Ὑπῆρξεν ἡ ἐποχὴ τοῦ Χόβαρτ· ὑπέστημεν τὸ ῥάπισμα, τὸ ὁποῖον ὑπέστημεν τότε· ἐβιάσθημεν νὰ ὑπογράψωμεν τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑπεγράψαμεν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸ ὑπέγραψε, πληροφοροῦσα τὸ Ἔθνος περὶ τῶν διατρεξάντων διὰ προκηρύξεως γεγραμμένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Πρωθυπουργοῦ, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνεθεμάτιζε τὰ 36 παρελθόντα τότε ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅτι παρῆλθον χωρὶς ποτε νὰ σκεφθῶμεν νὰ ἑτοιμασθῶμεν διὰ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποστολὴν, καὶ προσέθετεν, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς μόνον αὐτὸ θὰ ἦναι ἡ μέριμνά μας καὶ περὶ τούτου ἀποκλειστικῶς ἠθέλομεν μεριμνήσῃ· ὀλίγας δὲ ἡμέρας κατόπιν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν, δέκα καὶ ὀκτὼ τὸν ἀριθμὸν, ἐξέδιδον κοινὸν πρόγραμμα, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ζητῶσιν ἐπιμόνως ὅλαι ἀπὸ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καὶ ἐνεργήσῃ ἀποκλειστικῶς περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς προετοιμασίας τοῦ Ἔθνους. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι δὲν βαρύνεσθε, ἀποταθῆτε εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, λάβετε τὰς ἐφημερίδας τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1869, ἀναγνώσατε ἀμφότερα τὰ δύο ταῦτα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἤδη σᾶς ἀνέφερα, διότι εἶναι πολὺ διδακτικὰ καὶ φωτίζουσιν εἰς τὸ σημερινὸν ζήτημα. Τί ἀπέγινε μετὰ τὸ ῥάπισμα τοῦ Χόβαρτ, μετὰ τὴν προκήρυξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, μετὰ τὴν προκήρυξιν τῶν ἐφημερίδων; ὅλα ἐλησμονήθησαν ἐντὸς ὀλίγου καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐσωτερικὸν, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι καιρὸν ἔχομεν νὰ ἑτοιμασθῶμεν. Τοῦτο λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην· ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων οὔτε τὴν μίαν πολιτικὴν, οὔτε τὴν ἄλλην ἠκολούθησαν σταθερῶς, καὶ ἐκ τούτου ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἥτις οὔτε τὰ ἐσωτερικὰ διώρθωσεν, οὔτε κατέστησεν ἱκανὸν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ ἐκπληρώσῃ, ὡς ὤφειλε, τὴν ἐθνικὴν ἀποστολήν του. Μόλις πρὸ τριετίας ἐφάνησαν πράγματι αἱ δύο σημαῖαι κεχωρισμέναι καθαρῶς ἀπ’ ἀλλήλων καὶ ἀντίθετοι. Πρὸ τριετίας παρουσιάσθη μερὶς κυβερνῶσα, ἡ ὁποία καθαρῶς ἐβάδιζε τὴν μίαν πολιτικὴν (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Ὅσον καὶ ἂν θορυβῆτε, δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ μ’ ἐμποδίσητε τοῦ νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στοχάζομαι. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν καθαρὰ ὅ,τι αἰσθανόμεθα ἄνευ περιστροφῶν· πρέπει ἕκαστος νὰ ἐκφρασθῇ εἰλικρινῶς, καθαρῶς, τί βλέπομεν ἐνώπιόν μας, τί σκοποῦμεν νὰ πράξωμεν. Ἐζήτησεν ἡ μερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Ἔθνος βάρη, ὅπως προετοιμασθῇ διὰ τὴν ὥραν, ἡ ὁποία μᾶς ἐπλάκωσε τώρα· ἀλλ’ ἀντετάχθη ἡ ἰδέα τῶν δῆθεν οἰκονομιῶν, τὴν ὁποίαν σέβομαι, ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι, διότι τὴν ἀντίθετον αὐτῆς ἰδέαν, τὴν τῆς προπαρασκευῆς, καὶ πρὶν σχηματισθῶμεν εἰς κόμμα, ὡς ἄτομα ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Συνελεύσεως ὑπεστηρίξαμεν, καὶ ὁσάκις κατόπιν ἤλθομεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν τὸ αὐτὸ ἐπράξαμεν. Παρουσιάσθησαν, λέγω, αἱ δύο σημαῖαι, ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην ἀντίθετος· ἐπολεμήθη ἡ ἰδέα τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ἐπολεμήθη πεισματωδῶς δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐπὶ τριετίαν. Ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ ὁ λαὸς ἐξεφράσθη διὰ πλειοψηφίας, καὶ πλειοψηφίας σημαντικῆς, ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου τῇ τότε Κυβερνήσει ἰδέας. Πρώτην τότε φορὰν μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ νέου Συντάγματος παρουσιάσθησαν καθαροὶ συνδυασμοὶ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων. Οἱ μικτοὶ συνδυασμοὶ ἀπεκρούσθησαν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων· ὀλίγαι σπάνιαι ἐξαιρέσεις εἴς τινας Ἐπαρχίας ἐπαρουσιάσθησαν συνδυασμῶν συμπολιτευομένων μετὰ ἀντιπολιτευομένων, ἀλλ’ ἀπεκρούσθησαν καὶ ἀπὸ τὴν μίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην μερίδα. Ἐνικήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ σημαία, ἡ ἔχουσα ὡς πρόγραμμα τὴν εἰς δρᾶσιν προετοιμασίαν τοῦ Ἔθνους· (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἡ χειροτέρα τῶν πολιτικῶν (λέγω πρὸς τοὺς διακόπτοντας), χειροτέρα ἀκόμη καὶ ἐκείνης, ἡ ὁποία βαδίζει μεταξὺ τῆς πολιτικῆς τοῦ Φαληρέως καὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Θεμιστοκλέους, εἶναι τὸ νὰ ζητῇ τις νὰ κρύψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ κρυφθῇ. Ἡττήθη ἡ σημαία ἐκείνη, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀπευθύνθημεν εἰς τὸ ἔθνος διὰ νὰ ζητήσωμεν φόρους, καὶ ἐνίκησεν ἡ ἀντίθετος σημαία τοῦ «κάτω οἱ φόροι», καὶ τῆς ἀφαιρέσεως 15,000,000 ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τὸ ὅτι θὰ ἔχωμεν, ὡς ἐκήρυττον, ἐνώπιον ἡμῶν εἰρήνην δεκαετῆ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ δὲν ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Εὐθὺς τὴν ἑπομένην τοῦ ἐξαγομένου τῆς ψηφοφορίας ἡ τότε Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν παραίτησίν της. Μᾶς εἶπον τότε μὴ παραιτηθῆτε, μείνατε νὰ διευθύνητε τὰς ἐξελέγξεις, προβῆτε μέχρι τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Δὲν ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ δύναμις τῆς ἐξουσίας; Ἴσως κατορθώσετε πλειονοψίαν ἢ τοὐλάχιστον μειοψηφίαν λίαν ἰσχυράν· ὄχι, εἶπεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡττήθημεν· τὴν σημαίαν μας δὲν παραδέχεται ὁ Τόπος· γνωρίζομεν, ὅτι ὁ λαὸς ἠπατήθη, δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀπάτην· σεβόμεθα τὴν ψῆφόν του καὶ ἀποσυρόμεθα. Ἦλθεν ἡ ἀντίθετος σημαία κάτοχος τοῦ πεδίου. Δὲν ἐλείψαμεν νὰ φέρωμεν παρατηρήσεις. Μὴ προβαίνετε, τοὺς εἴπομεν, εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν μέσων, μὴ καταργεῖτε τοὺς φόρους. Τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς δὲν ἐλύθη, θὰ παρασταθῇ ταχέως ἐνώπιόν μας· τὸ πότε δὲν γνωρίζομεν, ἀλλ’ ὁ καιρὸς δὲν εἶναι μακράν. Πλὴν δὲν εἰσηκούσθημεν· ἐπροχωροῦσεν ἡ ἀντίθετος ἰδέα εἰς τὴν ἐφαρμογήν της, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ 6η Σεπτεμβρίου, τὸ κίνημα τῆς Βουργαρίας. Οὐχὶ ἐπὶ σκοπῷ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καθὼς ἐσυνείθιζε νὰ λέγῃ ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος συχνὰ πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, χάριν τῆς ἐπιστήμης, ἐρωτῶ, ἡ σημαία σας ἦτο αἱ οἰκονομίαι καὶ ἡ κατάργησις τῶν φόρων. Ἀπὸ τὴν σημαίαν ἀπεῖχε μακρὰν ἡ διὰ δαπανῶν ἐνέργεια ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐθνικοῦ. Ἐλάβατε ῥητὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ ἀφαιρέσητε τοὺς φόρους, καὶ νὰ κάμετε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν οἰκονομίας, 15,000,000 καὶ 20,000,000. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν χάριν τῆς ἐπιστήμης· ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ἐνῷ εὑρίσκετο σκυμμένος διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός του, καὶ τοῦ ἐπῆλθεν ὁ κεραυνὸς τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ ᾐσθάνθη, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ πρόγραμμά του καὶ δεχθῇ τὸ ἕτερον, τὸ ἀντίθετον, δὲν ὤφειλε πρὶν κάμῃ τοῦτο τοὐλάχιστον νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐκθέσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐρωτήσῃ ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι δύνανται, ἔχοντες ἀντίθετον ἐντολὴν, νὰ προβῶσιν εἰς ὅ,τι ἐνόμισε νὰ προβῇ; Ἀλλ’ ἐπροχώρησεν ἐγκαταλείπων τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριετίαν πεισμόνως ὑπεστήριξε. Δὲν ἐξετάζω ἂν εἶχεν ἐντολὴν ἢ ὄχι νὰ προβῇ εἰς τὸν νέον δρόμον, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ. Δὲν ἐννοῶ νὰ τὸν καταδικάσω διὰ τοῦτο. Ἐχάρη ἡ Ἀντιπολίτευσις παρατηροῦσα τὴν νέαν στροφήν. Ηὐχαριστήθη βλέπουσα τὴν σημαίαν της ἀνυψουμένην ἀπὸ τὸ ἀντίθετον κόμμα· τὴν ὑποστηρίζει καὶ θὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, διότι εἶναι ἡ ἰδική της. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, καὶ ἔχω δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐρωτήσω: ἡ σημαία ἀνυψώθη ὡς σημαία τοῦ Θεμιστοκλέους; ἢ ὡς σημαία Δημητρίου τοῦ Φαληρέως; Προσκαλούμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ ὅπως σταθερῶς ἐφεξῆς ἐνεργήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας; ἢ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται, εἶναι μόνον ἐμβάλωμα στιγμιαῖον; Καὶ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ καθῆκον μήπως πρόκειται περὶ ἐπαναλήψεως τῶν συνήθων ἐκείνων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται μόνον εἰς τὰς στιγμὰς τῆς ἀντανακλάσεως τοῦ σπινθηροβολισμοῦ διὰ νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν κατόπιν ἀπολύοντες, ὡς πρὸ μικροῦ, τὸν στρατόν, πωλοῦντες τὰ ἐφόδια καὶ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἐστείλαμεν νὰ φέρωμεν ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν καὶ Οὑγγαρίαν, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τὸ πρῶτον; Ἔχομεν καθῆκον, καὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ τὸ ἐρωτήσωμεν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε ῥητῶς, ὅτι ἐγκατέλειψε τὸ πρόγραμμά του, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι εἴτε αὐτὸς εἴτε οἱ διάδοχοί του θὰ ζητήσωσι κατόπιν νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι. Θέλομεν λοιπὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν ταύτην τῆς δράσεως σταθερῶς, ὡρισμένως, ναὶ ἢ ὄχι; Τὸ κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ σκεφθῶμεν ἀποφασιστικῶς. Τὸ ζήτημα τῆς Φιλιππουπόλεως θὰ λυθῇ ἐπανερχομένου τοῦ Statu quo ante; δύναται, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανόν, ἰδοὺ μία λύσις· Θὰ ἑνωθῇ ἡ Ῥωμυλία καὶ δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀξιώσεις τῆς Σερβίας καὶ Ἑλλάδος; δευτέρα λύσις. Θὰ ἑνωθῇ ἡ Ῥωμυλία καὶ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Σερβίας καὶ οὐχὶ τῆς Ἑλλάδος; τρίτη λύσις. Θὰ ἑνωθῇ ἡ Ῥωμυλία καὶ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος; τετάρτη λύσις. Δὲν προβαίνω περαιτέρω, ἐνδέχεται νὰ ὑποτεθῇ καὶ πέμπτη, ἤγουν ὅτι ἐπῆλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς· δὲν πιστεύω νὰ εἶναι τοῦτο πιθανόν, μολονότι κατὰ τὴν ἐμὴν ταπεινὴν κρίσιν εἶναι δυνατὸν μᾶλλον τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἤγουν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ὁριστικὴ κρίσις, παρὰ τὸ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Statu quo ante. Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε ἐκ τῶν λύσεων τούτων καὶ ἂν θὰ ἔλθῃ, δὲν μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ὅ,τι κάμνομεν σήμερον, δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμνωμεν ὡς πρᾶγμα στιγμιαῖον, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν ῥητῶς, σταθερῶς, ὡρισμένως νὰ ἑτοιμασθῶμεν διὰ τὴν μέλλουσαν ἀποφασιστικὴν στιγμήν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἔστω μετὰ 5 ἢ 10 ἔτη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τίποτε εἰς τὴν ζωὴν ἑνὸς ἔθνους; Θὰ ἔλθῃ ὅμως ἐπιβλητική, καὶ ἂν μᾶς εὕρῃ ἀνετοίμους, ὡς τώρα, ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἀνεκοίνωσεν, ὅτι θὰ φέρῃ τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 καὶ ἔκτακτον διὰ τὰ τωρινὰ πρόσκαιρα μέσα, ἤγουν ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, ἕως ὅτου διαρκεῖ τὸ κίνημα, καὶ νὰ θέσωμεν φόρον οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω συνείδησιν νὰ ὑποστηρίξω εἰς τοιαύτας στιγμὰς τοιοῦτον πρόγραμμα. Τοὐλάχιστον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ δείξῃ, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην σκέπτεται σπουδαίως, ὅτι ἔχει σχέδιον ὡρισμένον, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦσα θ’ ἀκολουθήσῃ ἀποφασιστικῶς. Δὲν θέλω νὰ φέρω ἀμφιβολίας ἐπὶ τούτου, διότι ἀγαπῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐλησμόνησε τὸ ῥητὸν τοῦ Βίσμαρκ, εἰπόντος, ὅτι οὐδεμία δυστυχία χειροτέρα δύναται νὰ ἐπιπέσῃ καὶ ἐπὶ ἔθνος τι παρὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ νὰ τύχῃ Κυβέρνησις ἄνευ σθένους ψυχῆς· διότι ἀσθενὴς Κυβέρνησις δὲν ἐξεύρει τί θέλει, καὶ ἂν ἐξεύρει τί θέλει, δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ οὐδέποτε θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ καὶ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ. Ἀγαπῶ νὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει σχέδιον καὶ τὸ ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ δὲν τὸ εἴδομεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν, εἶναι τὰ προσωρινὰ ἐκεῖνα μέσα, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἐξαρκοῦσι νὰ διατηρήσουν κἂν τοὺς ἐφέδρους μέχρι τῆς ἀνοίξεως, ὅπου πολὺ πιθανὸν νὰ μείνωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἀγαπῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἓν σχέδιον, ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἔχει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποπτεύωμαι; Τί νὰ γίνῃ, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν μὲ ἀρκεῖ ἡ ἔκφρασις τῆς πλειονοψηφίας, δὲν μὲ ἀρκεῖ ἂν παρὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς πλειονοψηφίας προστεθῇ καὶ ἔκφρασις τῆς μειονότητος, δὲν μὲ ἀρκεῖ ἐὰν ἔχω τὴν ἔκφρασιν τῆς ὅλης Βουλῆς μεῖον ἑνός· διότι, ἂν εἷς εὑρεθῇ ἔχων ἀντίθετον γνώμην τῆς ὅλης Βουλῆς, ἐγὼ ὀφείλω νὰ σταματήσω καὶ ἐξετάσω μήπως ἡ γνώμη τοῦ ἑνὸς ἐκείνου εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἔθνους· διότι, ἂν πεισθῶ ὅτι εἶναι γνώμη τοῦ Ἔθνους, θὰ παραιτήσω τὴν Ἀρχήν. Λοιπὸν ἡ γνώμη ἐκείνη τοῦ ἑνὸς θὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ σταματήσῃ τὸ σχέδιον, φοβούμενος μὴ εἶναι γνώμη τοῦ Ἔθνους; Καὶ πῶς θὰ γνωρίζῃ τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, ἀφοῦ ἐξαιρεῖ τὴν ἔκφρασιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς; Τί νὰ γίνῃ, ὅταν ἠκούσαμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐπανειλημμένως, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ῥυμουλκοῦνται ὑπὸ τῶν Ἐθνῶν καὶ οὐχὶ τὰ Ἔθνη ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις; Ἄν ὁ Θεμιστοκλῆς ἐρυμουλκεῖτο ὑπὸ τῶν συγχρόνων του — οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ Μαραθωνομάχοι καὶ οἱ μετ’ ὀλίγον ἥρωες τῆς Σαλαμῖνος, — ποῦ θὰ ἦτο σήμερον ἡ Ἑλλάς; Δὲν ὑπέκυψεν ὅμως εἰς τὴν γνώμην τῶν ἐπιβλητικῶν τῶν συγχρόνων του ὁ Θεμιστοκλῆς. Ἑτοιμασθῆτε, τοὺς ἔλεγε μετὰ τὴν μάχην τοῦ Μαραθῶνος, ἑτοιμάσατε τὰ πλοῖα, θὰ πολεμήσωμεν μετ’ ὀλίγον οὐχὶ ἐδῶ εἰς τὴν ξηρὰν, ἀλλὰ εἰς τὴν θάλασσαν. Εἰς τὸν Μαραθῶνα, τοῦ ἔλεγον, 10,000 εἴμεθα καὶ ἐτρέψαμεν εἰς φυγὴν 300,000. Ἐδῶ εἰς τὴν ξηρὰν θὰ μείνωμεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τοὺς ναοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας μας. Ἐπεκαλέσθη τὴν βοήθειαν τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ ἦλθεν ὁ χρησμὸς τῶν ξυλίνων τειχῶν· δὲν ὑπήκουσαν καὶ τότε ἕως οὗ ἔστειλεν εἰς τὰ πλοῖα καὶ τὸ ἄγαλμα τῆς προστάτιδος Ἀθηνᾶς. Τότε μόνον οἱ Ἀθηναῖοι ἀνεχώρησαν εἰς Σαλαμῖνα, ἀλλὰ ἐκεῖ εὗρε πάλιν ὁ Θεμιστοκλῆς τῶν συμμάχων τὴν ἀντίστασιν καὶ τὸ ῥόπαλον τοῦ Εὐρυβιάδου ὑψωμένον κατὰ τῆς κεφαλῆς του. Τὸ ἐσταμάτησε μὲ τὸ ἀθάνατον «πάταξον μὲν, ἄκουσον δέ», τὸ ὁποῖον διῆλθε καὶ θὰ διέρχεται τοὺς αἰῶνας, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἀνθρώπινος ἱστορία, δεικνῦον μὲ ποίαν σιδηρᾶν πίστιν, μὲ ποῖον ἄκαμπτον χαρακτῆρα πρέπει νὰ ἦναι ὡπλισμένοι οἱ ἄνδρες, οἱ προωρισμένοι εἰς κρισίμους στιγμὰς οὐ μόνον νὰ σώσωσι τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ δοξάσωσι. Τί ἤθελε γίνει ἡ Ἑλλὰς, ἂν ὁ Θεμιστοκλῆς ἤθελε ῥυμουλκηθῆ ἀπὸ τὰ σωκάκια τῶν Ἀθηνῶν; οὐ μόνον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ σύμπασα ἡ Εὐρώπη σήμερον θὰ ἔφερε καλπάκι Ἀσιανόν. Ἡ Εὐρώπη, ἥτις οὔτε ἐλησμόνησεν, οὔτε δύναται νὰ λησμονήσῃ τὶ ὀφείλει εἰς τὴν κοιτίδα ταύτην τοῦ πολιτισμοῦ της, ἡ Εὐρώπη, ἡ ὁποία εἰς τὰ 1821 εὑρέθη κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἀντίθετος καὶ πολεμία, δὲν τὸ ἔκαμεν ἢ διότι δὲν ἐπίστευεν, ὅτι εἰς τὴν γῆν ταύτην ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολεμισταὶ, δυνάμενοι νὰ ὑπενθυμίσωσι τὸν Μαραθῶνα καὶ τὴν Σαλαμῖνα, ἀλλ’ εἶδε τὴν καταστροφὴν τῆς Χίου, εἶδε τὴν πυρκαϊὰν τῶν Ψαῤῥῶν, εἶδε τὸ ὁλοκαύτωμα τοῦ Μεσολογγίου καὶ ἐπίστευσε· καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἂν ἡ Εὐρώπη ἦναι ἀπαθὴς πρὸς ἡμᾶς, εἶναι διότι προσμένει διὰ νὰ ἴδῃ ἂν τυχὸν ἡμεῖς εἴμεθα ἀληθῶς τέκνα τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1821. Ἂς ἐξομολογηθῶμεν εἰλικρινῶς. Μὲ τὴν ταλάντευσιν, τὴν ὁποίαν δεικνύομεν μέχρι τοῦδε, μὲ τὴν εἰκόνα — συγχωρήσατέ μοι θὰ ἐκφρασθῶ ἐλευθέρως — μὲ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν παριστᾷ ἡ Βουλή, ἀφ’ ὅτου ἤνοιξε, δεικνύομεν, ὅτι σκεπτόμεθα κἄν, ὡς λέγομεν, νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸ δρᾶμα τοῦ 1821; Μὲ τὴν ἀπάθειαν καὶ τὴν ταλάντευσιν τῆς Κυβερνήσεως δεικνύομεν εἰς τοὺς ξένους, ὅτι ἔχομεν εἰς τὸν νοῦν σπουδαῖον τι; Μὲ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη διὰ νὰ φορολογήσωμεν τοὺς πτωχοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰς Ἑταιρίας, εἰμποροῦμεν νὰ πείσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἀλλὰ πρὸ πάντων τοὺς ξένους, ὅτι σκεπτόμεθα ν’ ἀναλάβωμεν τὸν ἀγῶνα, περὶ οὗ ὁμιλοῦμεν; Διατί δὲν φέρετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σύνολον τοῦ οἰκονομικοῦ σας συστήματος; Τὰ δύο οἰκονομικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφέρατε, τὸ πατριωτικὸν λεγόμενον δάνειον, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ἐπαιτικὸν, ὁ νόμος οὗτος ὁ περὶ εἰσφορῶν δεικνύουν μόνον ἓν διαβατικὸν βῆμα, τὸ ὁποῖον ἔστω θὰ δώσῃ 7,000,000, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅπερ ἐγὼ ἀμφιβάλλω, εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ τροφοδοσία ἑνὸς μηνὸς τοῦ προσκληθέντος στρατοῦ, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν ἀπὸ τοῦδε, οὐ μόνον πῶς θὰ ἀντιμετοπίσωμεν τὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ ἐξοικονομήσωμεν καὶ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι εἰς τὸ μέλλον; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κατορθώσωμεν ἄνευ διαρκῶν πόρων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ δηλώσωμεν καθαρὰ εἰς τὸ Ἔθνος, διότι τὸ Ἔθνος, ἐὰν θέλῃ νὰ ζήσῃ ὡς Ἔθνος, πρέπει νὰ ἦναι ἕτοιμον νὰ προσφέρῃ καὶ χρῆμα καὶ αἷμα· ἄλλως, ἂν θέλῃ νὰ ζήσῃ ὡς φυλὴ, ἂς τὸ εἴπῃ καθαρά. Ἰδοὺ διατὶ παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ν’ ἀναβάλῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπως συζητηθῇ μὲ τὸ σύνολον τοῦ οἰκονομικοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θὰ φέρῃ, ὡς εἶπεν, αὔριον, ἤγουν μετὰ 22 ἡμέρας, ἀφ’ ἧς συνήλθομεν, ἐνῷ ἡ μόνη δικαιολόγησις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ προταθῇ διὰ τὴν τόσον βραδεῖαν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς—35 ἡμέρας μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ δράματος τῆς Φιλιππουπόλεως—ἦτο, ὅτι εἶχεν ἴσως ἀνάγκην, νὰ σκεφθῇ εἰς εἰς αὐτὰς τὰς 35 ἡμέρας, ἵνα μεταβάλῃ τὸ ἀρχικόν του πρόγραμμα, τὸ οἰκονομικὸν, εἰς πρόγραμμα τῆς στιγμῆς, ἵνα τὸ ὑποβάλῃ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ 35 ἡμέραι δὲν ἤρκεσαν καὶ παρῆλθον καὶ ἄλλαι 22, καὶ αὔριον λέγετε, ὅτι θὰ τὸ φέρετε. Ἀφήσατε λοιπὸν νὰ συζητηθῇ αὔριον καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν διόρθωσιν εἰς ὅσα εἶπε χθὲς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ τῆς προσθήκης φορολογίας, ἐφαρμοσθησομένης ἐν Ἑπτανήσῳ. Εἶπεν, ὅτι πολλοὶ τῶν Ἑπτανησίων ἀπετάθησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τοῦ ἔκαμαν παρατήρησιν καὶ παράπονον, διατὶ ἐλησμόνησε τὴν Ἑπτάνησον καὶ δὲν ἐπέβαλε καὶ εἰς αὐτὴν μέρος τῶν βαρῶν. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἤμην ἐγὼ εἷς ἐξ ἐκείνων (θόρυβος ἐκ δεξιῶν). Θέλω νὰ ἔχω ὅλον τὸν ψόγον, δὲν θέλω νὰ πάρω τὸν ἔπαινον τῶν ἄλλων. Προσεκλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν οἱ ἐξ Ἑπτανήσου βουλευταί, προσεκλήθην καὶ ἐγώ, ἐπῆγαν ἐκεῖ, δὲν ἠξεύρω ποῖοι καὶ πόσοι. Δὲν ἐπῆγον ἐγὼ διὰ ταῦτα τὰ ὁποῖα ἀκούετε· διότι δὲν ἐνόμιζον, ὅτι δι’ ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου περὶ τοιούτων εἰσφορῶν ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Ἑπτάννησος θὰ συνεισφέρῃ ὑπὲρ τοῦ ἐπικειμένου ἀγῶνος. Εὐχαριστῶ διὰ τοὺς ἐπαίνους, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑπτανησίων καὶ διὰ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἔκαμον. Βεβαίως, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν θὰ καθυστερήσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι δύνανται, ὅταν ἴδωσι καὶ πεισθῶσιν, ὅτι πράγματι ἀπεφασίσατε νὰ ἐργασθῆτε διὰ τὴν ἰδέαν, διὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν ἡ Ἑπτάννησος ἠγωνίζετο—μὴ ταραχθῆτε, παρακαλῶ—ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπεστήριζον, ἐνεπαίζοντο καὶ ἐσατυρίζοντο, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων τοὺς ἔλεγον: τὶ κάμνετε σεῖς αὐτοῦ; Θὰ χαλάσετε καὶ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος! Ἡ Ἑπτάννησος δὲν θέλει μείνει ὀπίσω, ἀλλὰ μὲ αὐτὰ τὰ ἐπαιτικὰ καὶ τὰς εἰσφορὰς τῶν ὑπαλλήλων ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα, κύριε Πρωθυπουργέ; Ἄφετε λοιπὸν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ συζητηθῇ πλῆρες τὸ οἰκονομικόν σας σχέδιον, ἴσως σᾶς πείσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ τροποποιήσητε, ἔστω καὶ ῥιζικῶς. Ἴσως σᾶς δείξῃ ἕτερα μέσα, ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προτείνετε. Ἄφετε νὰ ἔλθῃ ἀπέναντι τοῦ ἰδικοῦ σας καὶ τὸ σύστημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Τόπος μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ πρῶτος τὴν ἀναβολὴν προβαλὼν ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βώλου κατέληξεν εἰς τὴν πρότασίν του ἕνεκα τῶν λόγων, οἵτινες ἔπεισαν τὸν βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου διὰ νὰ συμφωνήσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ καὶ αὐτὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Βώλου περιέχῃ ἐν ἑαυτῇ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου πρὸ μικροῦ ἀπεκάλυψεν εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ὁποιοιδήποτε ἐὰν εἰσὶν οἱ λόγοι, οἱ πείσαντες τὸν κ. Φιλάρετον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολήν, θέλει μάθει εὐχαρίστως, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ μᾶς ἀναγκάσωσι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου προέβαλεν, ὡς λόγον ἀναβολῆς, τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον δεκάκις μέχρι τοῦδε αἱ ἐφημερίδες ἑνὸς κόμματος διεκήρυξαν εἰς τὸ Πανελλήνιον, τὸν λόγον τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης. Δυσπιστῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου πρὸς τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν θέλει ἀκολουθήσει ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, περὶ τῶν μέσων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξευρέσεως αὐτῶν, διστάζει, καὶ διὰ τοῦτο δυσκολεύεται νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐχαρακτήρισε καὶ ἐπαιτικόν. Εὐθὺς ὡς τὸ ζήτημα τίθεται οὕτω, οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπιμένῃ νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον οἱονδήποτε αὐτῆς, πολλῷ δ’ ἧσσον ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν ταύτην, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἄλλοτε αὐτὴν ταύτην τὴν παρατήρησιν ἀπηύθυνα πρὸς Κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι ἐξηκολούθουν συζητοῦντες νομοσχέδιον, καθ’ ἣν ὥραν προεκαλεῖτο πολιτικὴ συζήτησις. Ἑπομένως ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Φιλαρέτου ἐκτελεῖται, καὶ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν θέλει ἀναβληθῆ, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐρευνήσῃ σπουδαιότερα ζητήματα καὶ νὰ ἀποφαίνηται γνώμην, ἡ ὁποία θέλει κανονίσει τὴν Κυβερνητικὴν εἰς τὸ μέλλον πορείαν. Ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ἦτο ἐντελῶς καταφανής. Ἐν πάσαις ταῖς φράσεσι, τῶν ὁποίων ἐποιήσατο χρῆσιν, κατέδειξεν, ὡς ἂν μὴ εἶχεν ἐνδείξει καὶ πρὸ ἡμερῶν τὴν ἀνυπομονησίαν, ἵνα καταδείξῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀδρανοῦσαν ἢ μὴ ὁριστικῶς ἀποφασίζουσαν τὰ περὶ τῆς πορείας αὐτῆς. Δὲν ἐξεπλάγην λοιπὸν δι’ ὅσα ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶπεν, ἐκδηλῶν τὴν ἐπιθυμίαν του καὶ ἀποκαλύπτων τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου· ἐξεπλάγην ὅμως, ὅταν εἶδον, τοσοῦτον καταλιπόντα γνωστὴν ἱστορίαν τῆς πολιτείας του, νὰ ἀξιοῖ, ὅτι εἶχεν ἐν χερσὶ σημαίαν, ἐξεπλάγην, λέγω, ὅταν ἤκουσα, ὅτι ὑπάρχουσι δύο σημαῖαι, καὶ ὅτι ὑπάρχει μία τις σημαία, τὴν ὁποίαν δὲν διορῶ οὐδαμοῦ εἰ μὴ μόνον ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, ὅτι ὑπάρχει μία σημαία, ἥτις ἀνεπετάσθη πρὸ χρόνων καὶ ἀνυψώθη, ὑπὲρ τῆς ὁποίας οὗτος ἠγωνίζετο ἀκαμάτως καὶ ἀκραδάντως, καὶ ὅτι τὴν σημαίαν ταύτην ἡμεῖς περιετυλίξαμεν καὶ περιεδέσαμεν. Καὶ ἐπῆλθεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ θρηνήσῃ διὰ τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Χώρα, νὰ εἰσακούσῃ τῆς γνώμης ἡμῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ περιδέσωμεν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ὑψηλὰ ἐκράτει ὁ κ. Λομβάρδος. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου, ὅπου καὶ ἂν ὦσι, δὲν θέλουσι μὲ ἀδικήσει, ἐὰν μετέρχωμαι γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν πεφροντισμένως ἀπέφευγον· διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον καιρὸς ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀφήσω ἀναπολόγητον ὄχι ἐμαυτὸν, ἀλλὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ψηφοφορήσαντα τῇ 7 Ἀπριλίου, νὰ ἀφήσω νὰ παρασταθῇ λησμονῶν τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του καὶ περιτυλίξαντα τὴν σημαίαν τοῦ κ. Λομβάρδου, τὴν ὁποίαν εἶχε τοσοῦτον ἀνυψώσει. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῆς 7 Ἀπριλίου δὲν περιετύλιξε σημαίαν ἀναπεπταμένην, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι εἶχον ἐν χερσὶν, ἀλλ’ ἔθετο φραγμὸν πλέον εἰς τοὺς μεγάλους ἐκείνους ὀχετοὺς, διὰ τῶν ὁποίων διωχετεύετο τὸ χρυσίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταμείου ἀσκόπως καὶ ἀχρήστως. Ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνόει τὴν 7 Ἀπριλίου διὰ τῆς μεγάλης, διὰ τῆς πανηγυρικῆς πλειονοψηφίας του, νὰ περιτυλίξῃ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν λέγει, ὅτι ἐκράτει κ. ὁ Λομβάρδος, δὲν ἤθελεν ἀπαντήσει πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πατρίδος, ὅταν ἀπετάθη πρὸς αὐτὸν καὶ ἐζήτει τὰ τέκνα του διὰ νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ στρατοῦ τῆς Πατρίδος. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς—καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπω, διότι εἶνε ἀλήθεια, καὶ ἂν ἤθελον ἐπικριθῆ ὡς θεραπεύων τὴν φιλοτιμίαν αὑτοῦ—ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πολλῷ διαφέρει τῶν ἄλλων λαῶν, οἵτινες δύνανται νὰ μένωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν τῇ πλάνῃ καὶ οἵτινες δὲν διαγινώσκουσι καὶ τοὺς χαρακτῆρας τῶν πολιτευτῶν καὶ τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἤρκεσεν ἡ πολιτεία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τὴν τριετίαν διὰ νὰ παραπληρώσῃ τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου ἀπήγγειλε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅπως κλονίσῃ τὰς ἐφ’ ἡμᾶς πεποιθήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀνέδραμεν εἰς τὴν ἱστορίαν, προσέφυγεν εἰς τὸ 1869 καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἰόνιος Πολιτεία δὲν ἀπετέλει εἰσέτι μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὁ δὲ κ. Λομβάρδος ἠγωνίζετο, ὡς εἶπεν, ἀνενδότως ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἀνατολῆς..... Τότε λέγει, ὅτι πολλάκις ἐπεκρίνετο καὶ ἀπετρέπετο ὑπὸ τῶν τότε πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, καθ’ ἣν ὥραν ἠγωνίζετο νὰ ὑποκαύσῃ ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ νὰ παρωθήσῃ αὐτοὺς εἰς μελέτας περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκθειάζῃ τὸν ἑαυτόν του, ὁσάκις εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἀκροατάς. Ἴσως εἰς τὴν τάσιν τοῦ νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἴσως εἰς τὴν τάσιν ταύτην τὸν ἐνίσχυσαν ὑπὲρ τὸ δέον οἱ ἐκλογεῖς του· ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἀνευλαβῶς περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, τῶν Κυβερνησάντων τὴν Ἑλλάδα πρὸ τοῦ 1863, ἀφηγούμενος μύθους, διότι μῦθος βεβαίως εἶναι νὰ παρίσταται ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου προτρέπων τοὺς Κυβερνήτας, τοὺς πρὸ τοῦ 1862, νὰ ἐνθυμηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δυστυχοῦς ἀληθῶς περιπετείας τοῦ Δημοσίου βίου ἡμῶν ἀνεμνήσθη ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, διὰ νὰ εὕρῃ ἀφορμήν νὰ μὲ ἐπικρίνῃ, ἢ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάμνησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ποιήσηται πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεδεξάμην τὸ Πρωτόκολλον τῆς ἐν Παρισίοις Συνόδου τοῦ 1869. Ὁ κ. Λομβάρδος νομίζει ἴσως, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἦτο πρᾶξις, ἡ ὁποία ἤθελε κακῶς μὲ συστήσει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καθ’ ὃν χρόνον, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιώσω ὑπὲρ ἐμαυτοῦ ἀκεραίαν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἤθελον τῷ ὄντι παρουσιάζεσθαι σεμνυνόμενος καὶ ὑπερηφανευόμενος πρὸ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅτι ἠψήφησα τῶν ἰδίων μου πολιτικῶν συμφερόντων, διὰ νὰ ἀπαλλάξω τὸν Τόπον τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, εἶχον παρασύρει αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ ἐκείνη δὲν ἀνῆκεν εἰς ἐμὲ ἐν ὅλῳ, διότι ἐλάχιστον μετέχω αὐτῆς μέρος, αὕτη δὲ ἀνήκει εἰς μέγιστον πατριώτην, ὁ ὁποῖος μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐκάθητο ἐπὶ τῶν θρανίων τούτων, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ θάνατος ἀφῆκε κενὸν, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνεζήτησα νὰ εὕρω ἂν ἀνεπληρώθη, εὔχομαι δὲ νὰ πληρωθῇ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὅταν ἠπείλουν, ὅτι θέλουσι βρέξει τὴν θάλασσαν μὲ αἷμα ἀνθρώπινον, καὶ τὸ χρῶμα αὐτῆς θέλει μεταβληθῆ εἰς ἐρυθρόν, ἤθελεν εἶσθαι ἀπόνοια νὰ ἐμμένῃ τις περαιτέρω ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ πολιτικῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ ἤθελε καταστρέψει τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ἦτο δ’ ἀληθῶς πρᾶξις ἐπίσημος πατριωτισμοῦ νὰ συντελέσῃ τις νὰ ἐξαγάγῃ τὴν πατρίδα του ἐκ τῶν δυσχερειῶν ἐκείνων. Τὴν παρελθοῦσαν ἑσπέραν παρεσκεύαζον τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 τοῦ τακτικοῦ καὶ τοῦ ἐκτάκτου, ἐβασάνιζον δ’ ἐμαυτόν, ἵνα ἐξεύρω τρόπον, δι’ οὗ ἤθελον δυνηθῆ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ φωτίσω περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ οὐδεὶς νὰ ἔχῃ εὔλογον ἀφορμήν, ἵνα ἀπευθύνῃ παράπονα κατ’ ἐμοῦ, ὅτι δῆθεν ἦλθον ἵνα ἐγκαλέσω αὐτόν. Δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμήν ἀνεφύλλιζε τὰς ἐφημερίδας τοῦ 1869 ὁ κ. Λομβάρδος, διὰ νὰ ἀνεύρῃ τί αὗται ἀπεφαίνοντο περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ὠφείλομεν νὰ μετέλθωμεν. Καὶ ἐὰν δὲν μετήλθομεν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη τὴν πολιτικὴν, ὑπὲρ ἧς αἱ ἐφημερίδες τοῦ 1869 ἀπεφαίνοντο, ὁ κ. Λομβάρδος ὑπῆρξε πολλάκις Ὑπουργὸς καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι ὁσάκις μετὰ τὸ 1869 μετέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἄλλης αἰτίας ὡρμήθη, ἵνα δεχθῇ τὰ προσενεχθέντα αὐτῷ χαρτοφυλάκια, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῆς δίψης νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν πρὸ τοσούτων δεκάδων ἐτῶν ἐπηγγέλλετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὑπῆρξαν διαλείμματα χρόνου, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἀπετέλει μέρος Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ χειρός ἀλλ’ εὐτυχῶς κατὰ τὰ διαλείμματα ἐκεῖνα τοῦ χρόνου πολλάκις ἐπεφάνη καθήμενος ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφῆκεν εἰς τοὺς συμπολίτας του ζωηροτάτας ἐνθυμήσεις τῶν προσπαθειῶν, τὰς ὁποίας τότε μετῆλθε, διὰ νὰ κρατύνῃ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τοσοῦτον μάχεται. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ θέσωσι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην προέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. βουλευτὴς Ζακύνθου. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ σάτυρα, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐγράφετο, ἐν μὲν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ μὴ φέρεται ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντιδρῶσα εἰς τὰς Κυβερνητικὰς προτάσεις, ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὅμως νὰ ὑπονομεύηται διὰ τῶν αὐθαδεστέρων πνευματικῶν συλλήψεων, νὰ ὑπονομεύηται ἡ ἐπὶ τοὺς Κυβερνῶντας ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ, νὰ παρίστανται δὲ πολλάκις τὰ ἀποτελέσματα τῶν Κυβερνητικῶν ἔργων τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀποθαῤῥυνθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ θαῤῥαλεώτεροι πρὸς τὸ ἔργον συμπολῖται ἡμῶν. Ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ τεθῇ τὸ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τεθὲν ζήτημα, διὰ νὰ γένηται γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ πολιτεία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι δὲν παρουσιάζεται δίμορφος ὡς μέχρι τοῦδε παρουσιάζετο. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι —καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, οὐχὶ ἀγορεύων περὶ ἐμαυτοῦ, ἀλλ’ ἀγορεύων καθ’ ὃ ἔχω καθῆκον περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου—εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οὐδένα ἐξ ἡμῶν κατέστησαν μέχρι τοῦδε ἀπομνημονεύσιμον εἴτε οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπηγγείλαμεν καὶ οἱ ὁποῖοι ἠλέκτρισαν καὶ ἐνεθουσίασαν, καθ’ ὃν χρόνον ἀπηγγέλλοντο, τὰ ἀκροατήρια, μήτε αἱ ἐπαγγελίαι, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν, καὶ τὰς ὁποίας ἀγνοῶ ἄν, καθ’ ἣν ὥραν ἐδίδομεν, εἴχομεν καὶ τὴν γνώμην νὰ τηρήσωμεν ἢ νὰ παραβῶμεν. Οὐδεμίαν τοιαύτην περγαμηνὴν δυνάμεθα νὰ ἐπιδείξωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἴχομεν δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸ δυστύχημα, ἵνα καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι ἡμῶν μὴ ἐπαρθῶσιν ὑπὸ ἄκρου φανατισμοῦ, ὥστε νὰ περικοσμήσωσιν ἡμᾶς δι’ ἐπιθέτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἱστορίας ἐπορίσθησαν, διὰ χαρακτηρισμῶν, τῶν ὁποίων βεβαίως ἠθέλομεν εἶσθαι ὑποδεέστεροι. Ἐφρονήσαμεν πάντοτε, ὅτι καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ὁσάκις πρὸς τὴν Βουλὴν ὁμιλοῦμεν, καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁσάκις μετ’ αὐτοῦ διαλεγόμεθα, ἐφρονήσαμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, οὐδέποτε δὲ νὰ ἐπαγγελθῶμεν ὅ,τι δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Ἂν οἱ κ.κ. ἀντιπρόσωποι μᾶς ζητήσωσι περγαμηνὴν τοιαύτην, βεβαίως δὲν θέλουσιν εὕρει παρ’ ἡμῖν, εἶναι δὲ κύριοι νὰ δράμωσιν ἐκεῖ ὅπου δύνανται νὰ εὕρωσι περγαμηνὰς τοιαύτας. Δὲν ἀπωλέσαμεν ὅμως ἕνεκα τούτου τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ πάντων, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ μᾶς ὀνομάσωσιν εἴτε Θεμιστοκλεῖς εἴτε Μιλτιάδας, νὰ μὴ τολμήσωσι νὰ μᾶς ἀποκαλέσωσι πλάνους. Ἴσως, κύριοι, δὲν εἶναι ὥρα τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, διὰ νὰ ἀνασκευάσω ὅσα περὶ αὐτοῦ ὑπηνίξατο ἢ εἶπεν ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς μὴ ἀκριβῆ, ἀφοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἡ συζήτησις ἀναγκαίως θέλει ἀναβληθῆ ἐπὶ τὰς ἑπομένας ἡμέρας, ἕως νὰ τελειώσῃ ἡ παρεμβληθεῖσα πολιτικὴ συζήτησις. Κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἀπηυχόμην, διότι ἔκρινα αὐτὴν μὴ συμβιβαζομένην πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν προεκαλέσαμεν, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ὑπηρετήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, σωζόμενοι ἀπὸ τῶν διαβολῶν καὶ τῶν καταγγελιῶν, τὰς ὁποίας πολλαχοῦ καὶ πάντοτε καθ’ ἡμῶν ἐξετόξευσαν· θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποδείξωμεν δι’ ἀριθμῶν, ἐὰν τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο κάτω οἱ φόροι, ὅπως καὶ πρὸ μικροῦ ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποδείξωμεν ἐὰν ἡμεῖς, ἀναλαβόντες τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου, ἐμειώσαμεν ἢ ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα, διότι παρεστάθημεν ἀποκόψαντες ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν ἔσοδα δέκα ἢ δώδεκα ἑκατομμυρίων· θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποδείξωμεν πόσα ἑκατομμύρια προσεθήκαμεν πραγματικὰ καὶ ἀληθῆ καὶ οὐχὶ φανταστικὰ καὶ μυθώδη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους· τέλος πάντων θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον κακοζήλως καὶ ἀτόπως ὠνομάσθη ἐπαιτία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ πατριωτικοῦ δανείου καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν, τὰ κατὰ τὸν κ. Λομβάρδον ἐπαιτικὰ ταῦτα μέτρα, εἶναι μέτρα χρησιμώτατα, ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας ἐνδεικνύμενα καὶ ἐπιβαλλόμενα, ὅτι δὲ πρὸ πάντων προσιδιάζουσιν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀναμιμνήσκοντα εἰς αὐτὸν τοὺς χρόνους, οἵτινες κατεσκεύασαν τὴν εὔκλειαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι τέλος πάντων ἐὰν τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους δὲν πλήθωσι χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἵνα ἐγκαταλείψωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορῶν καὶ σχίσωμεν τὸν νόμον περὶ πατριωτικοῦ δανείου, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ οἰκονομικὸς κόσμος ἀναγνωρίζει ὡς ἴσον μὲ τὸ χρῆμα καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δύναται εὐχερῶς νὰ εὑρίσκῃ τὸ χρῆμα, ὅταν χρῄζει αὐτοῦ, πᾶς ἄλλος πλὴν ἡμῶν πρέπει νὰ θλίβηται ἐπὶ ὑπαιτιότητι. Θλιβόμεθα βεβαίως ἡμεῖς οὐχὶ μόνον ὡς Κυβερνῆται, ἀλλὰ καὶ ὡς πολῖται Ἕλληνες ἐπὶ τούτοις, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ θλιβώμεθα ὡς ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Τόπου. Ἐλπίζω ὅτι οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, οἵτινες διευθύνουσι τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, θέλουσι δώσει πολυτίμους πληροφορίας εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, αἵτινες θέλουσι τὰ μάλιστα χρησιμεύσει αὐτῷ, διὰ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας περὶ ἑαυτοῦ ἔχει. Ἴσως θέλει ἀναγκασθῆ τότε νὰ ἀναμνησθῇ μετ’ εὐλαβείας τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ 1881, ὅστις εἶχε πληρώσει τὰς ἀποθήκας δι’ ἀφθόνου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, οὗ ἕνεκα ἠδυνήθη ἐξ αὐτοῦ νὰ τραφῇ καὶ ἡ τριετία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λομβάρδος μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη διαχείρισις δὲν ἥρμοζεν εἰς τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπεν ὅτι ἐκράτει ὁ κ. Λομβάρδος· ἴσως ἥρμοζεν εἰς τὴν πενιχρὰν καὶ ἀντιπατριωτικὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν εἰς τὰς χεῖράς μας. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν δύο Ὑπουργῶν, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα, θέλει καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων φωτίσει τὸν κ. Λομβάρδον, καὶ ἐν χρόνῳ τῷ προσήκοντι ἴσως θέλει ἐπιτρέψει αὐτῷ νὰ χρησιμοποιήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰ πλοῖα ἐκεῖνα τοῦ στόλου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπολλαπλασίασε τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὴν εἰκόνα ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐνθυμούμενος ὅσα δῆθεν ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ εἶπε περὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὁσάκις ἐνεφανίσθησαν ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας, οὐδέποτε κατέλιπον, οὐδ’ ὅταν θέλωσιν ἀφήσει τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια θέλουσι καταλείπει ὄπισθεν αὑτῶν τὰς ἀναμνήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς κατέλιπεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§65Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξηγηθῆτε παρακαλῶ.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλῶ περὶ παρασκευῶν τῆς Χώρας· οὐδέποτε συνειθίζω νὰ ταπεινώσω τὰς συζητήσεις. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα θέλουσι λεχθῆ, καὶ βλέπω καὶ ἐγὼ ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ λεχθῶσι καὶ νὰ ἀκουσθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ Τόπῳ. Οὕτω δὲ θέλει ἐκπληρωθῆ ἡ ἐπιθυμία καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, ἵνα μὴ προβῶμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσφορῶν. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι αὔριον μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι θέλω φέρει εἰς τὴν Βουλήν, ἐλπίζω νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ βίβλοι καὶ ἕκαστος ἐν ταῖς σελίσιν αὐτῶν νὰ εὕρῃ τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῷ θέσιν.
§67Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§70ΠΟΛΛΟΙ (ἀναχωροῦντες). Αὔριον, αὔριον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 καὶ 40 Μ. Μ.)