1885.10.19
1.993 στίχοι · 16.040 λέξεις · 68 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
Τῆς 19 Ὀκτωβρίου 1885.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 2 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπετε ὅτι ἡ ὥρα 2α δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ νὰ ἐρχώμεθα τακτικώτερα, πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ 3η ὥρα.
§2ΤΙΝΕΣ. Τότε θὰ συνεδριάζωμεν εἰς τὰς 4.
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μόλις εἰς τὴν 1 τρώγομεν καὶ δὲν εἰμποροῦμεν τὰ τρέχωμεν εὐθὺς εἰς τὴν Βουλὴν· ἡ 3η ὥρα εἶναι τακτικωτέρα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς εἴπατε διὰ νὰ ἀρχίζωμεν τὴν 2αν ὥραν· πρέπει νὰ ἐρχώμεθα τὴν 1 καὶ ½.
§5ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον παρουσιάσθη εἰς τὸν Βασιλέα καὶ προσεφώνησε τάδε·
§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Μεγαλειότατε, Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τῆς Υ. Μ. προσφέρει Αὐτῇ τὸ σέβας του καὶ ἀναγγέλλει τὴν συγκρότησίν του. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ οἱ Ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ ἀναγνωρίζουσι, Βασιλεῦ, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐθνικῶν πόθων εἰσὶ τὸ διηνεκὲς μέλημα τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος. Εὐγνώμονες δὲ διὰ τοῦτο, δεόμεθα τοῦ Ὑψίστου, ἵνα σκέπῃ τὴν Υ. Μ. τὴν Βασίλισσαν καὶ τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν».
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δὲ Βασιλεὺς ἀντεφώνησε τάδε·
§9ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἀπὸ καρδίας σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία διὰ τῆς ψήφου της ἀνέδειξεν Ὑμᾶς Πρόεδρον αὐτῆς. Εὔχομαι δὲ ὁ Ὕψιστος νὰ σκέπῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ χειραγωγῇ τὰς προσπαθείας ἁπάντων ἡμῶν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν πόθων».
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ κατέθεσε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ἀποσταλεῖσα εἰς Ἄρταν, κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Εἶναι πέντε ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι. (Ὅρα Παράρτημα). Τηλεγράφημα, φέρον 1000 ὑπογραφὰς ἐκ Πατρῶν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. (ἀναγινώσκεται). Τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσσης ἰδιοκτητῶν καὶ φυτευτῶν καπνοῦ. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας, τῆς ἐμπεριεχομένης ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ τοῦ σχετικοῦ Νόμου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡσυχία. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Πληροφορούμεθα, ὅτι δι’ ἀποφάσεως τῆς Πρυτανείας ἔπαυσαν αἱ παραδόσεις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐγένετο χάριν τῶν ἐπιστράτων, ἀλλ’ οἱ τοῦ Πανεπιστημίου ἐπίστρατοι δὲν ἀνέρχονται εἰμὴ εἰς 10 ἢ 15 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν φοιτητῶν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, διότι φρονῶ, ὅτι αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι τοσοῦτον σοβαραὶ (ψιθυρισμοί). Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, νὰ διαβεβαιώσῃ τοῦτο διὰ νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει.
§14Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κωλυόμενος, κύριοι, χθὲς ὑπὸ ἄλλου καθήκοντος, δὲν ἤμην παρὼν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς καὶ ὁ προσφιλὴς συγγενής μου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἠθέλησαν νὰ μάθωσιν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς μισθώσεως καταστήματος Δικαστηρίων ἐν τῇ Πρωτευούσῃ, καὶ διατὶ ἀκόμη δὲν ὑπεγράφη τὸ συμβόλαιον. Ἀπαντῶ. Δὲν ὑπεγράφη ἕως χθὲς τὸ συμβόλαιον τῆς μισθώσεως μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς οἰκίας, τῆς κειμένης κατὰ τὴν πλατείαν τῆς Μητροπόλεως, διότι ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἓν τοιοῦτον κατάστημα νὰ συγκεντρώσῃ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων, καὶ ἐκεῖνο τῆς συγκεντρώσεως πάντων τῶν δικαστικῶν καταστημάτων εἰς τὸ αὐτὸ μέρος. Ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ λύσω ἄλλως τὸ ζήτημα, ἀλλὰ τοῦτο μοὶ ἐστάθη ἀδύνατον· διότι τὰ πράγματα εἶχον προχωρήσει μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς οἰκίας, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ τοῦ προκατόχου μου. Εἶχε δοθῆ ἐντολὴ εἰς τὸν ἁρμόδιον Τμηματάρχην νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, εἶχε δὲ ἀγορασθῆ καὶ τὸ χαρτόσημον παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ σύμβασις ἐθεωρεῖτο ὁριστικὴ καὶ μόνον ἡ ὑπογραφὴ ὑπελείπετο. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη δυσκολία· ἡ μίσθωσις μεταξὺ Δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ παλαιοῦ καταστήματος δὲν εἶχε λυθῆ καὶ ὑφίσταται, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ἐν τοιαύτῃ περιστάσει δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑπογράψω σύμβασιν μετ’ ἄλλου ἰδιοκτήτου, ὑφισταμένης, ὡς ἐῤῥέθη, τῆς παλαιᾶς μισθώσεως· ἀντηλλάγη ἀλληλογραφία σπουδαία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἓν κατάστημα τοιοῦτον, τὴν ὑγιεινὴν, τὸ εὐρύχωρον, τὴν οἰκονομίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσίν μου ἀπέναντι τοῦ προκατόχου μου. Ταῦτα πάντα λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, προέβην εἰς ὁριστικὴν συμφωνίαν μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀφοῦ ἀνέλαβε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς βάρος του καὶ ὑπ’ εὐθύνην του πάσας τὰς ζημίας, εἰς ἃς ἤθελε τυχὸν μετὰ μίαν δίκην ὑποβληθῆ τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς παλαιᾶς οἰκίας. Ὅθεν πληροφορῶ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους, ὅτι τὸ συμβόλαιον εἶνε κατηρτισμένον, τὸ συμβόλαιον ὑπογράφεται, καὶ ἐντὸς 8 ἢ 10 ἡμερῶν τὰ Δικαστήρια θὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὴν νέαν οἰκίαν· ἐλπίζω δὲ δι’ ἑνὸς συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὸ Ἐφετεῖον νὰ μετενεχθῇ ἐκεῖ, ἀργώτερα δὲ ἴσως καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ προχθὲς ἐπληροφόρησα τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ ἐξηγήσεις πρὸς τὸν Πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ κατόπιν πολλῶν παραστάσεων, αἵτινες ἐγένοντο καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ προφορικῶς, ἐπείσθην, ὅτι ὤφειλον νὰ προβῶ εἰς τὴν διακοπὴν προσωρινῶς τῶν μαθημάτων. Δὲν εἶναι μόνον 10 ἢ 15 τοῖς ἑκατὸν μαθηταὶ ἀπόντες ὡς ἐπίστρατοι, διότι πρόκειται καὶ περὶ τῶν φοιτητῶν ἐκείνων, οἵτινες, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ἀπῆλθον, ἄλλοι δὲ, ἐμποδιζόμενοι ὑπὸ τῶν γονέων των, δὲν ἦλθον. Ἑπομένως δὲν εἶνε πολὺ μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ζημιουμένων, καὶ διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι ὠφείλομεν προσωρινῶς νὰ διακόψωμεν τὰ μαθήματα, ἵνα μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ πολλοί.
§15ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ νὰ παύσωσι τὰ μαθήματα, τότε πρέπει νὰ μετριασθῇ καὶ ὁ μισθὸς τῶν Καθηγητῶν.
§16ΤΙΝΕΣ. Εἶνε ὁ νόμος τῶν εἰσφορῶν.
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ὁ παρὼν χρόνος κατάλληλος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ εἰς ἐξεύρεσιν τρόπου, δι’ οὗ ἡ Πρωτεύουσα νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποκτήσῃ κατάστημα ἀξιοπρεπὲς διὰ Δικαστήρια· εἰς ἀπάντησιν ὅμως τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, νομίζων, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα ὅλων, ἢ τοὐλάχιστον τῶν πλείστων, τῶν κ.κ. δικηγόρων καὶ διαδίκων, λέγω ὅτι ἡ μίσθωσις τῆς οἰκίας, περὶ ἧς πρόκειται, θέλει παρεμβάλει μεγίστας ἀνωμαλίας εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑποθέσεων, διότι χωρίζονται τὰ Δικαστήρια. Εὐχῆς ἔργον ἦτο νὰ μὴ ἐγένετο ἡ μίσθωσις, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἦτο δεσμευμένος, ὡς μᾶς εἶπεν, ἕνεκεν τῆς συνομολογηθείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου του συμβάσεως, εὑρέθη εἰς δυσχερῆ θέσιν καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸν κατακρίνω, διότι δὲν ἠθέτησε τὰ προαποφασισθέντα· ὀφείλω ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι θέλουσι παρεμβληθῇ μέγιστα προσκόμματα εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων, ἰδίως ἕνεκα τῶν συγχρόνων πολλῶν δικαστηρίων.
§18ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Φιλάρετος, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀληθὲς, ὅτι διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῶν καταστημάτων προστατεύονται τὰ συμφέροντα τῶν διαδίκων καὶ οὐχὶ τῶν δικηγόρων· ὄχι διότι κουράζονται οἱ δικηγόροι, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν διαδίκων δὲν πρέπει νὰ ὦσιν ἀπομεμακρυσμένα. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κύριος Ὑπουργὸς, αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐστάλησαν Ἐπιτροπαὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ μισθωθῇ ἀξιοπρεπέστερον κατάστημα, καὶ ἔχον ὅλα τὰ προσόντα. Μέχρι προχθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶχεν ἐναντίαν γνώμην· χθὲς ἀκόμη μετέβη Ἐπιτροπὴ ἐκ δικαστῶν καὶ δικηγόρων νὰ ἴδῃ τὴν οἰκίαν τοῦ Μελᾶ καὶ ἐθεώρησε κατάλληλον τὸ δεύτερον πάτωμα, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλα τὰ Δικαστήρια, καὶ μόλα ταῦτα ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἠξεύρω διατὶ προέκρινε τοῦτο. Τὸ Δημόσιον δὲν συναλλάττεται ποτὲ διὰ προφορικῶν λόγων, δι’ ὑποσχέσεων· δὲν διαχειρίζεται τὰ ἴδια ὁ κύριος Ὑπουργός· εἶναι διαχειριστὴς ἀλλοτρίων, καὶ διαχειριζόμενος τὰ ἀλλότρια, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ λόγων φιλοτιμίας καὶ προσωπικῶν νὰ βραδύνῃ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τῶν πολιτῶν, παραβλάπτων τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπέγραψε συμβόλαιον, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν.
§20ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.). Πρῶτον ἐκ τῶν κυρίων δικηγόρων ἦλθον πρός με δύο Ἐπιτροπαί· ἡ μὲν ὑπὲρ τῆς μισθώσεως τῆς οἰκίας Σπηλιοπούλου, ἡ δὲ κατά. Λόγος δὲ σπουδαῖος εἶναι ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς μισθώσεως τῆς οἰκίας αὐτῆς ποιεῖται τὸ Δημόσιον. Διὰ τὴν οἰκίαν τοῦ Μελᾶ ἐζήτησαν μόνον διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον 12,000 δραχμάς· ἐὰν προσθέσωμεν εἰς αὐτὰς καὶ ἐκείνας, τὰς ὁποίας πληρώνομεν δι’ ἰδιαίτερα καταστήματα Εἰσαγγελίας, Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ὅλα θὰ συγκεντρωθῶσι ἐν τῷ νέῳ καταστήματι, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν· ἐνῷ ἡ οἰκία τοῦ Σπηλιοπούλου ἐνοικιάσθη διὰ 14,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἦτο κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Πλὴν ἡ παλαιὰ μίσθωσις ὑφίσταται εἰσέτι· εὐχαρίστως ὅμως πληροφορῶ, ὅτι ἐλάβομεν ἐγγράφως τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅτι ἀναλαμβάνει εἰς βάρος του πᾶσαν ἀποζημίωσιν, εἰς ἣν ἤθελεν ὑποχρεωθῆ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν τυχὸν ἐκδοθησομένην ἀπόφασιν ὑπὲρ τοῦ πρώτου ἐκμισθωτοῦ. Λέγω λοιπὸν ἐν γένει, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ἢ τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶσα Κυβέρνησις.
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θεωρῶ, κύριοι, ἀποχρῶντας τοὺς λόγους, τοὺς πείσαντας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἵνα προβῇ εἰς τὴν πρόσκερον διακοπὴν τῶν μαθημάτων τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀγνοῶ, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ Πρυτανεία τούτου ἐγνωμάτευσεν, ὅτι ἐλλείψει φοιτητῶν ἔπρεπε νὰ διακοπῶσι τὰ μαθήματα. Πιθανὸν τῷ ὄντι νὰ μὴ ἔχωσι προσέλθει πολλοὶ φοιτηταὶ τὸ ἐνεστὸς ἔτος, ἴσως διότι ἐγράφη ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι χάριν τοῦ ἐνδεχομένου πολέμου θὰ διεκόπτοντο τὰ μαθήματα· ἀλλ’ ἐντεῦθεν οὐδὲν δικαίωμα ἠδύναντο ν’ ἀρυσθῇ οὔτε ἡ Πρυτανεία, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐκείνη μὲν προτείνῃ, τοῦτο δὲ προβῇ εἰς τὴν διακοπὴν τῶν μαθημάτων τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι ἐὰν ἤρχοντο οἱ κ. κ. καθηγηταὶ τακτικῶς τῶν μαθημάτων αὐτῶν, θὰ προσήρχοντο καὶ οἱ ἐναπολοιπόμενοι φοιτηταί. Ὡς πρὸς τὸν ἕτερον ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ διακοπῶσι τὰ μαθήματα τοῦ Πανεπιστημίου, διότι πολλοὶ φοιτηταὶ προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τούτων ἀνέρχεται μόλις 300–400 κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Οἱ ὅλοι ὅμως φοιτηταὶ συμποσοῦνται εἰς 3,000 περίπου. Εἶνε δίκαιον λοιπὸν χάριν τῶν 300 ἢ 400 ἐπιστράτων νὰ στερηθῶσι τῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διδασκαλίας 2,600 καὶ ἐπέκεινα φοιτηταί; Τοιαύτην ἀξίωσιν οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ἐπίστρατοι δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ οὐδὲν κέρδος θὰ ἠρύοντο ἐντεῦθεν. Καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διακοπῶσι τὰ μαθήματα τοῦ Πανεπιστημίου. Εἰ μὴ τὸ ἥμισυ, πάντως ὅμως τὸ ἓν τρίτον τῶν φοιτητῶν προέρχονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Οὗτοι δὲν δύνανται νὰ προσέλθωσι τοὐλάχιστον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀλλοδαποί, ἀφοῦ ἡ κατάταξις τῶν ἐθελοντῶν ἀπηγορεύθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Διακοπτομένων δὲ νῦν τῶν μαθημάτων, θὰ ἀναγκασθῶσι ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰ ἴδια, οὕτω δὲ νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν πόλιν Ἀθηνῶν, ἥτις ὠφελεῖται οὐκ ὀλίγα ποσὰ ἐξ αὐτῶν. Ἐν τέλει δὲ οὐδὲ προηγούμενόν τι παραπλήσιον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς δικαιολόγησιν τῆς πράξεώς του. Ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Γερμανίᾳ, οὐδ’ ἐν καιρῷ πολέμου διακόπτονται τὰ μαθήματα τῶν Πανεπιστημίων. Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ ἐν ἔτει 1880–1881, ὅτε εἶχε τεθῇ ὁ στρατὸς ὡσαύτως ἐπὶ στρατείαν, εἶχον δὲ κληθῆ ὑπὸ τὰ ὅπλα οὐχὶ 5 ἡλικίαι, ὥσπερ νῦν, ἀλλὰ 10, δὲν ἐκρίθη ἀναγκαία, οὐδ’ ἐπεβλήθη ἡ διακοπὴ τῶν μαθημάτων τοῦ Πανεπιστημίου. Πῶς δὲ νῦν πράττετε τοῦτο ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ;
§22ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε Εὐταξία, ἀπῄτησε τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε, Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ὅτι δέχεσθε διαταγὰς, ἢ ἀναμένετε νὰ διδαχθῆτε τὰ καθήκοντά σας παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀξιοτίμου συναδέλφου σας. Τοῦ λόγου δὲ ἅπαξ γενομένου περὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω καὶ τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Κατὰ νόμον ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς ἕκαστον ἔτος, μηνὶ Ἰουλίῳ, ὑποβάλλει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ ἐπιθεωρήσῃ τοῦτον καὶ ἐγκρῖναν νὰ ἐπιστρέψῃ ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος Αὐγούστου εἰς τὴν Πρυτανείαν. Τὸ ἐνεστὸς ἔτος, κύριοι, παρῆλθεν οὐ μόνον ὁ Αὔγουστος, ἀλλὰ καὶ ὁ Σεπτέμβριος μήν, συμπληροῦται δὲ ὅσον οὔπω καὶ ὁ Ὀκτώβριος, καὶ ὅμως ἀκόμη δὲν ἐπεστράφη ἐγκεκριμένος ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Προϋπολογισμὸς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἡ τοιαύτη ἀδικαιολόγητος βραδύτης, κύριοι, ἐπιφέρει ζημίαν μεγάλην εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καλὸν δὲ θὰ ἦτο νὰ ἐξηγήσηται ἡμῖν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρὰ τοὺς νόμους ἐπῆλθεν ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος βραδύτης.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸν Προϋπολογισμὸν ἐγκαίρως ἔλαβον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κατάλογος συνεδέθη καὶ μὲ αὐξήσεις ἐσόδων εἰς βάρος τοῦ Ταμείου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι δύσκολον ὅπως ἀποφασισθῇ, ἐγὼ δὲ δὲν εἶχον λάβει ὡρισμένην ἀπόφασιν. Δι’ αὐτὸ, κύριοι, καὶ πρὸ πάντων ἀνεβλήθη ἡ ἔγκρισις ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου.
§25ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, λεπτομερῆ πίνακα τῶν ἀκυρωτέων πιστώσεων ἐκ τῆς διὰ Β. Διατάγματος χορηγηθείσης ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 5,027,000 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὁμοῦ μὲ τὰς πιστώσεις. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν, ἀναγράφουσαν τὰς μηνιαίας εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τοῦ σιγαροχάρτου, ἐπειδὴ πρό τινος παρατηρῶ, ὅτι δὲν δημοσιεύονται τοιαῦται καταστάσεις. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ καταστάσεις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ νὰ δημοσιεύσῃ αὐτάς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λαρίσσης.
§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος). «Προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων Βουλευτῶν τῆς Ἐπαρχίας Λαρίσσης τῶν κ. κ. Ἀναστ. Ἀστεριάδου, Ἰωάν. Τσιαπαλίδου, Ἀθ. Οἰκονόμου ἢ Καραγκούνη, ἐχόντων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.»
§29ΧΟΪΔΑΣ. Οὐδεμία ἔνστασις ὑπάρχει ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λαρίσσης;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§31Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχει μία ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ Ἀντιπροσώπου. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἀγαπᾶτε, νὰ λάβητε τὸν λόγον.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς μέλος τοῦ Τμήματος, τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὸν φάκελλον τῶν ἀποσταλέντων ἐγγράφων οὐδεμία ἔκθεσις ὑπάρχει τοῦ δικαστικοῦ Ἀντιπροσώπου καὶ τοῦ Ἐπόπτου. Τὸ Τμῆμα ἐσκέφθη ὅτι, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὰς ἐκθέσεις αὐτάς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρετήρησεν, ὅτι οὐδεμία ἔνστασις ὑπῆρχε καὶ ἐπειδὴ ἐνώπιον τοῦ Τμήματος δὲν παρουσιάσθη οὐδείς, τὸ Τμῆμα ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐξέλεγξιν μέχρις οὗ λάβῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας· ὥστε δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦται ἐκθέσεις.
§34Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι τοιαύτη ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ Ἀντιπροσώπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ· διότι ὅπως δήποτε καὶ ἂν διεξαχθῇ ἡ ἐκλογή, ἡ ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ Ἀντιπροσώπου ὀφείλει νὰ συνοδεύῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν ἡ τοιαύτη ἔκθεσις δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῷ φακέλλῳ......
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσαχθῇ ὁ φάκελλος.
§36ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λαρίσσης. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἔχει ζητήσει τὸν λόγον πρῶτος ὁ κ. Δημητρακάκης.
§38Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν, ὅτι εἰς τὰς σπουδαίας περιστάσεις τῆς Πατρίδος ὀφείλει τὸ Κοινοβούλιον νὰ δώσῃ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ᾖναι ἀπηλλαγμένη παντὸς προσκόμματος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σπουδαίων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ὁμολογοῦμεν, ὄχι διότι μᾶς τὸ ἐδίδαξάν τινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ διότι μᾶς τὸ ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, διότι μᾶς τὸ ἐκληροδότησαν οἱ πρόγονοί μας τῆς ἀρχαίας καὶ νέας Ἑλλάδος. Δὲν συμφωνοῦμεν ὅμως εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ἐνθουσιασθεὶς ἀπὸ τὴν περιποίησιν, ἣν τῷ ἔκαμεν ὁ προκάτοχός του, ἐγνωμάτευσεν, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν λήθην τῶν πεπραγμένων. Διὰ τὰ προσωπικὰ ἀδικήματα ἔχομεν ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσωμεν λήθην καὶ διὰ τὰ παρελθόντα καὶ διὰ τὰ παρόντα καὶ διὰ τὰ μέλλοντα, ἂν μᾶς πιστεύωσιν· ἀλλὰ διὰ τὰ πρὸς τὴν Πολιτείαν γενόμενα ἀδικήματα δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν ἀμνηστείαν. Ἀπὸ τοῦ 1833, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς πρώτης Δυναστείας, ἐφηρμόσθη αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, ὁσάκις ἐπήρχετο δραστήριός τις ὀργασμὸς εἰς τὸ Ἔθνος, νὰ καλύπτωνται πάντα τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα πρίν τινες ἔπραξαν κατὰ τῆς Πολιτείας. Καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ὠφέλησεν, ἀλλ’ ἔβλαψε, καθόσον οἱ ἀδικήσαντες—διότι ἴσως ἔλαβον καὶ μέρος εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὀργασμοῦ ἐκείνου—οὐ μόνον διέφυγον νὰ δώσωσι λόγον διὰ τὴν ἄδικον πρὸς τὴν Πολιτείαν διαγωγήν των, ἀλλὰ ἠθέλησαν νὰ ἐκδικηθῶσι καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τὰ εἰς αὐτὴν γενόμενα ἀδικήματα. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα εἰς πολλῷ καλλιτέραν θέσιν. Δὲν εἶναι ἀληθές, οὔτε τὸ πρεσβευόμενον, ὅτι διὰ τὴν ἀπρόσκοπτον ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ δίδῃ γνώμας τὸ Κοινοβούλιον ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Τουναντίον, πρέπει νὰ ὑποδείξῃ τὸ Κοινοβούλιον ποῖαι εἶναι αἱ ἀξιώσεις τοῦ Ἔθνους, καὶ ποία νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο συμφέρει καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον γινώσκουσα αὕτη τὶ ἀπαιτεῖ τὸ Ἔθνος, θέλει ἐργασθῆ, θυσιάζουσα καὶ τὸ τελευταῖον τῆς προθυμίας της σημεῖον, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐθνικὰς ταύτας ἐπιθυμίας. Καὶ ἂν μὲν τὸ κατορθώσῃ, εὐτυχὲς τὸ Ἔθνος, εὐτυχέστερα δὲ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ καταλάβωσι θέσιν μεγάλην εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους· ἂν ὅμως αἱ περιστάσεις δὲν τοὺς συντρέχωσιν εἰς τοῦτο, πάλιν ἂς προσέξωσι, διότι γνωρίζουν, ὅτι θὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, καὶ λόγον σπουδαῖον. Πρέπει νὰ εἴπωμεν ὁριστικῶς καὶ ἀπροκαλύπτως, ὅτι τὸ καθεστὼς δὲν ἱκανοποιεῖ πλέον τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, οὔτε τὰ ἐξασφαλίζει, οὔτε πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν ἢ νὰ μᾶς διατάξωσιν οἱ ἰσχυροὶ, διότι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μᾶς διδάσκει, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἰσχυροὶ ποτὲ δὲν ἔδωκαν λύσεις, οὔτε ταχέως, οὔτε κατὰ τὸ δίκαιον. Ἐπὶ πολὺ ἀναβάλλουν τὰς ἀποφάσεις των, μέχρις οὗ ἐξαντληθῶσι τὰ διαμαχόμενα μέρη, καὶ τότε ἐκδίδουσι τὴν ἀπόφασίν των, ἥτις ἐφαρμόζεται, ἐπειδὴ ἕνεκα τῆς ἐξαντλήσεως δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀντιτείνωσι. Διὰ ταῦτα ἔχομεν καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ δραστηριωτέρα καὶ ἀπότομος. Προχθὲς ἡ συγκεντρωθεῖσα ἐνταῦθα νεολαία μὲ ἐνθουσιασμὸν, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε εἶδεν ἴσως καμμία πρωτεύουσα τοῦ κόσμου, ἐφώναζεν «ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ τὸν πόλεμον», καὶ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους θ’ ἀποφασίσωμεν ὅ,τι τὸ Ἔθνος ἀπαιτεῖ. Δικαιολογοῦμεν δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ ἀπότομος, ἀφοῦ ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία εἶχε τὸ καθῆκον καὶ τὸ μεγαλείτερον συμφέρον εἰς τὸ καθεστὼς παρὰ πάντα τὰ περὶ τὸν Αἷμον Ἔθνη, ἅμα ὁ Ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας προσέβαλε τὸ καθεστώς, ὤφειλεν εὐθὺς νὰ σπεύσῃ, ἀφοῦ εἶχε τὴν δύναμιν, ὄχι μόνον νὰ διώξῃ τὸν Ἡγεμόνα, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν καθαίρεσίν του, τὸν δὲ Ἀντιπρόσωπόν της ἐν τῇ Ῥωμυλίᾳ νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ τὸν ἀπαγχονίσῃ ἐπὶ τοῦ Διοικητηρίου, διότι ἐφάνη προδότης τῆς ἀποστολῆς του καὶ εἰργάσθη ὡς ἀληθὴς μικροπόνηρος Βούλγαρος. Ἡ Τουρκία ὅμως δὲν ἔπραξεν ὅ,τι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὤφειλεν, ἀλλ’ ἠνέχθη, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐπεδοκίμασε, τὸ κίνημα τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν σκολιὰν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀπό τινων ἐτῶν ἔχει, τοῦ νὰ ὑποπτεύεται καὶ ἐπιτηρῇ τὴν Ἑλλάδα, τὸν φυσικόν τῆς σύμμαχον, καὶ νὰ τὴν θεωρῇ ὡς τὸν ἀσπονδότερόν της ἐχθρόν. Ἀφοῦ ἡ γείτων Ἐπικράτεια εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ψευδῆ θέσιν, ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὰ συμφέροντα τοῦ μεγαλειτέρου καὶ ὑγιεστέρου στοιχείου τῆς Ἀνατολῆς, ὤφειλε νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν δραστηρίας καὶ ταχείας ἐνεργείας. Πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ κηρύξῃ φανερὰ τὶς εἶναι ὁ σκοπός της, διότι, ὅπως καὶ ἄλλοι, καὶ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς, δίδων προχθὲς ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπαμφοτερίζουσα κατάστασις εἶναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν καὶ μίαν παρατήρησιν νὰ κάμωμεν εἰς τοὺς Συμβούλους τοῦ Στέμματος. Τὸ Σύνταγμα ἔθεσε τὸν Ἡγεμόνα εἰς ἰδανικὴν θέσιν ἐνεργείας, διότι τὸν ἔχει ἀνεύθυνον δι’ ἁπάσας τὰς πράξεις, δι’ ἃς θέτει τὴν ὑπογραφήν του· εἰς μίαν ὅμως περίστασιν θέτει τὸν Βασιλέα εἰς πραγματικὴν θέσιν, διότι ἐν καιρῷ πολέμου τὸν ὁρίζει ἀρχηγὸν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγὸς τῶν δυνάμεων παντὸς Κράτους πρέπει νὰ ἦναι ὁρατὸς καὶ ψηλαφητὸς ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν πόλεμον. Πρό τινων ἡμερῶν ἦσαν ἐνταῦθα 25,000 νέοι τῶν Ἐπαρχιῶν, ἕτοιμοι νὰ χύσωσι τὸ αἷμά των, ζητωκραυγάζοντες. Ὤφειλον οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ συμβουλεύσωσι τὸν Ἡγεμόνα νὰ ἔλθῃ μεταξὺ τῶν στρατολογηθέντων καὶ νὰ κατέλθῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ περιέλθῃ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα καὶ νὰ μάθῃ ἐκεῖ ὅτι, διὰ νὰ ἐγγραφῇ τις καὶ ὁρκισθῇ ὡς στρατιώτης, ἀναγκάζεται νὰ μένῃ περιωρισμένος ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, καὶ τὸ κακὸν ἄσιτος, ἀφοῦ τὸ Ἔθνος πληρόνει τὸ σιτηρέσιόν του, καὶ δίδει καὶ αὖθις εὐκαιρίαν νὰ ἐξογκόνωνται τὰ βαλάντια τινῶν τῶν ἐπιμελουμένων Ἀξιωματικῶν τὴν οἰκονομίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ στενοχωρία αὕτη γεννᾶται διὰ νὰ μὴ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἀντὶ τῶν τεσσάρων ἤδη ἐργαζομένων Ἀξιωματικῶν ἄλλοι εἰκοσιτέσσαρες. Διατί νὰ μὴ περιέλθῃ ὁ Βασιλεὺς τὴν νύκτα καὶ νὰ εὕρῃ τοὺς ἐπιστράτους κοιμωμένους εἰς τοὺς διαδρόμους τῶν ἀγυιῶν ἀσκεπεῖς καὶ ῥιγοῦντας διὰ τὴν ἔλλειψιν στρατωνισμοῦ, ἀφοῦ τοὺς ἐκάλεσαν πρὶν σκεφθῶσι τὰ περὶ καταλύσεώς των; Πότε θὰ εὑρεθῇ προσφορωτέρα ἐποχὴ τοῦ νὰ σχετισθῇ ὁ Βασιλεὺς μὲ τὰς Ἐπαρχίας παρὰ αὐτή, ὅτε συνεκεντρώθη τοσοῦτος πληθυσμὸς ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν; Πόσον ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτῶν τῶν νέων δὲν ἤθελεν ἀναπτυχθῆ, ἂν ἔβλεπον ἐν τῷ μέσῳ των ποῖος θὰ ἦναι ὁ μέλλων νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς! Δὲν ἤμην προχθὲς εἰς μίαν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι, ἐνῷ ἐγένοντο παράπονα διὰ τὰ τοιοῦτα συμβάντα ἀπὸ συνάδελφον, ἕτερος συνάδελφος, τοῦ ὁποίου καὶ τὸν πατριωτισμὸν ἐκτιμῶ καὶ τὸ καθῆκόν του ἐκτελεῖ εὐσυνειδήτως, ἀπήντησεν, ὅτι «δὲν παραπονούμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἔχομεν παιδιά, καὶ παραπονεῖσαι σύ, ὅστις δὲν ἔχεις;» Εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις, κύριοι, καὶ οἱ ἔχοντες καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τέκνα εἰς τὸν στρατὸν εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, διότι ὁ στρατιώτης δὲν ὑπερασπίζεται μόνον τοὺς γονεῖς του, ἀλλὰ τὴν Πολιτείαν ὁλόκληρον· ἑπομένως ὅλοι ἔχομεν συμφέρον νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ χαλαρωθῇ ὁ ἐνθουσιασμὸς, καὶ ἂν ἦναι μοιραῖον αὐτοῖς ν’ ἀποθάνωσι, ν’ ἀποθάνωσιν ὅμως ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, νὰ πωλήσωσιν ἀκριβὰ τὸ αἷμά των καὶ ὄχι σηπόμενοι εἰς τὰ νοσοκομεῖα. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἔλθωμεν ἐπὶ τῶν τοιούτων εἰς λεπτομερείας. Ἦτο λοιπὸν ἔλλειψις νὰ μὴ μεταβῇ ὁ Βασιλεὺς νὰ σχετισθῇ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν ἔχουν ἀρχηγόν των· διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει πόθον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ διατρέξῃ τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον διέτρεξε τὸ Πιεδεμόντιον τὸ 1848, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι τὰς παρατηρήσεις ἄλλων, οἵτινες εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν συμβάντων εἶχον καὶ ἐπρέσβευον κατὰ τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁμιλίας των ἄλλας ἐνθουσιώδεις διαθέσεις καὶ τώρα παρουσιάζονται μὲ εἰρηνικάς. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φροντίσωμεν πολὺ πῶς θὰ περιφρουρήσωμεν τὸ παρὸν, ἀλλὰ πῶς αὐτὸ τὸ παρὸν θὰ γίνῃ ἄξιον τῆς Ἑλληνικῆς ἀποστολῆς. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διέτρεξε τὸ Πιεδεμόντιον· καὶ ἐὰν εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον νικήσῃ, ἔχει νὰ κερδήσῃ ἀνυπολογίστως· ἂν νικηθῇ, θὰ ὑποστῇ ἧτταν ἔνδοξον, ἐξ ἧς θὰ βλαστήσῃ ἡ ἑνότης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως ἀπὸ τὴν ἧτταν, ἣν ὑπέστη τὸ 1848 τὸ Πιεδεμόντιον, ἐβλάστησεν ἡ ἑνότης τῆς Ἰταλίας. Διὰ τοῦτο ὁ Βασιλεὺς ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ διατρέξῃ τὴν ὁδὸν τοῦ Ἀλβέρτου· καὶ ἂν μὲν εὑρεθῇ εὐτυχέστερος ἐκείνου καὶ νικήσῃ, ἡ δόξα του θὰ ἦναι μεγάλη· ἐὰν δὲ ἡττηθῇ, καὶ ἡττώμενος πάλιν θὰ δοξασθῇ. Ὤφειλον λοιπὸν οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ φέρωσιν ἐν μέσῳ τῶν ἐνθουσιώντων ἐπιστράτων ὄχι μόνον τὸ Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ τὸν Διάδοχον, διότι εἶναι ἤδη ἔφηβος, ὁμήλιξ μὲ αὐτοὺς, οἵτινες ὅταν ἴδωσιν, ὅτι τοῖς ὁμιλεῖ, θὰ πεισθῶσιν, ὅτι συνεργάζεται ὁ πρῶτος Ἡγεμὼν, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη, ἐβαπτίσθη καὶ ἀνετράφη Ἕλλην. Ὤφειλον λοιπὸν οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ πέμψῃ τὸν διάδοχον εἰς τὸν στρατὸν, διότι διὰ τούτου ἤθελε πληρώσει τὸν Τόπον ἐνθουσιασμοῦ. Ἔκτακτοι εἶνε αἱ περιστάσεις, καὶ ἔκτακτα πρέπει νὰ ἦνε καὶ τὰ ἔργα. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Βασιλεὺς ὅτι ἐὰν ὑποστῇ τοὺς κινδύνους τοῦ Πιεδεμεντίου, ἢ θὰ ἔχῃ τὴν δόξαν τοῦ Γουλιέλμου τῆς Πρωσσίας, ἢ ἐὰν νικηθῇ, θὰ ἔχῃ τὴν δόξαν τοῦ Ἀλβέρτου, ἀλλ’ ὁ υἱός του θὰ ἔχῃ τὴν τύχην τοῦ Βίκτωρος. Τὰ μικρὰ Ἔθνη, τὰ ἀδύνατα, τὰ ἔχοντα ἀνάγκην νὰ παλαίσωσι πρὸς ἰσχυροτέρους, αὐτὰς τὰς ἐκτάκτους δυνάμεις ἔχουν ἐφόδιον, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀφίνωσι καμμίαν περίστασιν νὰ διαφεύγῃ. Ἀπὸ τοιαύτας ἰδέας ἐμφοροῦνται οἱ μεθ’ ὧν συμπράττω συνάδελφοι. Συνετάξαμεν δὲ ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, οὐχὶ τυπικὴν, ἀλλὰ ἀῤῥενωπὴν, τὴν ὁποίαν ἀφοῦ ἀναγνώσω καταθέτω (Ἀναγινώσκει).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ πρότασις αὕτη θὰ τυπωθῇ, τότε θ’ ἀναβληθῇ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως. Προχθὲς ὁ κ. Δημητρακάκης ἔφερε τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀνυπόγραφον, ἤδη τὸ ὑπέγραψε μόνος του. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§40Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἤμην καὶ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν, ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, κατὰ τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων, ὄχι κυρίως διότι εἶναι βλαπτικαὶ ὑπό τινας ἀπόψεις εἰς τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ διότι, κατ’ ἐμὲ, δὲν πρέπει νὰ μένῃ τίποτε κρυπτὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, προκειμένου περὶ τῆς πολιτείας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ οἱ προτείνοντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν πόθεν ἐκινοῦντο; ἐκινοῦντο ἐκ τούτου, ὅτι ἕνεκα τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἰξεύρουν πῶς ν’ ἀπαντήσουν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Δὲν προέθεντο βεβαίως οἱ προτείναντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν νὰ ἐρωτήσουν τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε περὶ τῶν διαπραγματεύσεών της μετὰ τῶν Δυνάμεων, οὔτε περὶ τῶν στρατηγικῶν της σχεδίων ὡς πρὸς τὰ μεθόρια, εἴτε τῆς Μακεδονίας, εἴτε τῶν Ἰωαννίνων, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐκφράσῃ ὡρισμένως τὴν πορείαν της, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐξεφράσθη, ὅτι ἀρκεῖται εἰς ὅσα ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὕστερον, ὅτι δηλαδὴ δὲν προτίθεται νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀνακοίνωσιν ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν αὑτοῦ διὰ τὸν Ἐθνικὸν ἀγῶνα. Ἴσως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν πορείαν της καὶ τὰ φρονήματά της. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι τὸ πεδίον, ἐφ’ οὗ δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένη ἀνακοίνωσις· πόρισμα δὲ τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ, μὴ δυναμένη νὰ ἐξελέγξῃ, δὲν ἔχει πλέον καμμίαν εὐθύνην. Ἡ εὐθύνη μένει μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Οὕτως ἐκαθαρίσθη πλέον τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ λέγω, ἂς λησμονήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὸ παρελθόν. Πέρυσι καὶ ἄλλοτε προωράθησαν καὶ προελέχθησαν ἐνταῦθα ὅσα ἤρχισαν ἤδη νὰ συμβαίνωσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλ’ οἱ λόγοι μου δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἂς λησμονήσωμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ τελεσθῇ τὸ πραξικόπημα τῶν Βουλγάρων ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, ἀλλὰ νὰ προνοήσαμεν, ὅτε οἱ Βούλγαροι ἐποδοπάτουν τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἐν Φιλιππουπόλει, ὅπως τότε προβῶμεν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, ἥτις εἶναι ἐπαρχία Ἑλληνικὴ, καὶ νὰ ζητήσωμεν λόγον. Ἂς λησμονήσωμεν ὅτι, ἀφοῦ ἐτελέσθη τὸ τόλμημα τῶν Βουλγάρων, ὤφειλεν ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ 13 ἄρθρον τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Βερολεινίου Συνθήκης, ἥτις ἠδίκησεν ἡμᾶς, νὰ καταλάβῃ τὰ Ἰωάννινα, τὸ Μέτσοβον, τὴν Ἐλασσῶνα. Τότε ἡ Τουρκία δὲν εἶχε δυνάμεις ἐκεῖ. Ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐγένετο τὸ τόλμημα ἐκεῖνο ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, δὲν ἔπρεπε νὰ κηρύξῃ, ὅτι ἤθελεν ἀρκεσθῆ εἰς τὴν ἐπάνοδον τοῦ status quo ante τοῦ προκαθεστῶτος, διότι οὕτω ἀποθαῤῥύνονται οἱ ὁμογενεῖς ἀδελφοί. Ἂς λησμονήσωμεν ὅτι, δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναλάβῃ τὰς διακοπείσας ἐργασίας της, ἀλλὰ μετὰ 35 ἡμέρας συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ, καὶ μάλιστα εἰς νέαν Σύνοδον· ἡ δὲ Τουρκία εἶναι ἤδη ἑτοίμη, καὶ ἡ Βουλγαρία ἐνεργεῖ ἐντόνως εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε, μετὰ τὸ τελεσθὲν ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ἐθνικὴν κίνησιν. Ἀλλὰ τί βλέπομεν; τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἔλαβεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις ἐνστίκτως ἐνόησεν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ κινδύνου ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οὕτω δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐρυμουλκήθη ἀπὸ τὸν λαὸν, ἀντὶ νὰ τὸν ῥυμουλκῇ. Οἱ ἰθύντορες ἑνὸς ἔθνους πρέπει νὰ προορῶσι, νὰ προνοῶσι καὶ νὰ λαμβάνωσι τὴν πρωτοβουλίαν· ἄλλως, δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν πρὸς στιγμὴν ὅλα ταῦτα. Ἡμεῖς χάριν τῆς Πατρίδος παρέχομεν ὅλα τὰ μέσα, ὅσα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον πέρας τὸ ἔργον τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων· ὁ δὲ λαὸς ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος εἰς πᾶσαν θυσίαν. Διὰ τοῦτο προτείνω, οἱανδήποτε ἰδέαν καὶ ἂν ἔχωμεν περὶ τινων προσώπων, νὰ παραδεχθῶμεν ὄχι μόνον ὅσα καθυπέβαλεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ κείμενον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, οἷον ὑπεβλήθη, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὠχρότερον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἀπὸ τῆς ὠχρότητος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὠχρότητος τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἂς μεταβῶμεν δι’ ἔργων γενναίων εἰς τὸ ἐρυθρὸν τῆς ζωηρότητος, ἀναγνωρίζοντες ὅλοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ νὰ τελειώσῃ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821. Ἕκαστος δὲ βουλευτής, ὅστις θέλει, οἱασδήποτε ἀποχρώσεως, ἂς ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὡς πρὸς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν συντόμως, διότι οἱ καιροὶ ἐπείγουν. Ἡ ἐδική μου γνώμη εἶναι αὕτη: Πρέπει τέλος πάντων νὰ λάβωμεν ὡς σύνθημα τὸ δι’ ἡμῶν, ἤγουν τὴν διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων ἐνέργειαν. Οὐαὶ εἰς τὰ Ἔθνη, ὅταν δὲν γνωρίζωσι νὰ ὑπερασπίζωνται τὰ δικαιώματά των! Παρατηρήσατε τὴν Ἰταλίαν, ἥτις καταδιωκομένη ὑπὸ πάντων, ἐμαρτύρησεν, εἰργάσθη, ἠγωνίσθη καὶ εἵλκυσε τὰς συμπαθείας τῶν λαῶν, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Ναπολέων ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν χεῖρα βοηθείας, διότι ἄλλως ἔτρεχε κίνδυνον νὰ ἐκθρονισθῇ. Ἤδη τὸ πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὰ ὅπλα, εἶνε, λαμβάνουσα εἰς χεῖρας τὸ 13 Πρωτόκολλον, νὰ καταλάβῃ τὰ Ἰωάννινα, τὸ Μέτσοβον, τὴν Ἐλασσῶνα· ἀλλὰ τοῦτο πράττουσα, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς κύριον σκοπὸν τὴν Μακεδονίαν, διότι αὕτη εἶναι ἡ κλεὶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Γνωρίζετε, ὅτι διὰ νὰ πέσῃ τὸ Βυζάντιον, ἔπρεπε νὰ πέσῃ ἡ Θεσσαλονίκη. Μόνον λοιπὸν διὰ τῆς Μακεδονίας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐλπίδας εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὅταν ἓν ἔθνος ἦναι κερματισμένον καὶ δὲν ἦναι πλῆρες, ὡς τὸ Ἑλληνικόν, εἶναι ἀδιάφορον ἂν τὸ ἐλεύθερον αὐτοῦ μέρος εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον μέγα· τοῦτο θὰ ἦναι πάντοτε ὑποχείριον τοῦ ἰσχύοντος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, εἴτε τῶν Αὐστριακῶν, εἴτε τῶν Σλαύων, εἴτε τῶν Βουλγάρων. Λοιπὸν ἄνευ τῆς Μακεδονίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ἑνοποιηθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ποτέ. Δὲν πρέπει πλέον νὰ ὑπακούσητε εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ οὔτε νὰ πτοηθῆτε εἰς τὰς ἀπειλάς των. Μᾶς ἠπείλησαν καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ οἱ πατέρες μας τοῦ 21 ἦσαν νοημονέστεροι καὶ γενναιότεροι, καὶ εἶπον ὄχι καθ’ ὅλων τῶν Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν τότε συνηνωμέναι διὰ τῆς ἱερᾶς συμμαχίας καὶ δὲν ἐπεθύμουν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν λαῶν. Λοιπὸν νὰ μὴν ἀκούσωμεν τὰς Δυνάμεις καὶ νὰ μὴν ἀποθαῤῥυνθῶμεν ἀπὸ τὰς ἀπειλάς των, καὶ τοῦτο, διότι αὗται δὲν εἶναι σύμφωνοι μεταξύ των. Τὸ εἴδατε καὶ εἰς τὸν τελευταῖον Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον. Ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ δι’ ἡμῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐργασθῶμεν. Καὶ ἐπειδὴ αἱ Δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ ἦναι σύμφωνοι, διὰ τοῦτο βλέπετε παίζουσι τὴν κωμῳδίαν ὁλονὲν ἐν τῇ Ἀνατολῇ· διότι, ἐὰν ἦσαν σύμφωνοι, ἤθελον διανεμηθῆ ἀμέσως τὸ ὑπόλοιπον τῆς Τουρκίας. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι σύμφωνοι, παίζουν τὴν κωμῳδίαν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ· διότι ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ φράξῃ τὴν εἰσβολὴν καὶ τῶν Σέρβων καὶ τῶν Αὐστριακῶν. Καὶ ἐπειδὴ αἱ Δυνάμεις δὲν εἶναι σύμφωνοι, διὰ τοῦτο βλέπομεν τεσσαράκοντα ἡμέρας σήμερον νὰ προβαίνουν διὰ τοιαύτης χρονοτριβῆς, ὥστε νὰ ἑτοιμασθῇ ἡ Τουρκία, κατὰ τῆς ὁποίας ἡμεῖς νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε, οὔτε εἰς τὰ Ἰωάννινα, οὔτε εἰς τὴν Μακεδονίαν. Οὕτω ἡ Τουρκία, καί τοι εἰς παρακμὴν καὶ ἐννοοῦσα τὸ τέλος της, εὗρε τὸν καιρὸν καὶ ἡτοιμάσθη. Ἡμεῖς ὅμως, εἴτε εἶναι ἕτοιμος, εἴτε δὲν εἶναι, πρέπει νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὰ Ἰωάννινα, νὰ ἤμεθα δὲ ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι εἰς τὰ σύνορα τῆς Μακεδονίας. Δὲν πρέπει νὰ περιμένητε οὔτε τὸ πόρισμα τῆς Συνδιασκέψεως, τὸ ὁποῖον, νομίζετε, θὰ ἦναι ὑπὲρ ἡμῶν; Νομίζετε ὅτι ἡ λεγομένη ἰσοῤῥοπία θὰ ἦναι ὑπὲρ ἡμῶν; Θὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, εἶναι ἤδη ἰσοῤῥοπία. Ἀλλὰ καὶ τὰ Ἰωάννινα ἄνευ τῆς Μακεδονίας κατ’ ἐλάχιστον χρησιμεύουν πλέον εἰς τὸν ἐθνικὸν σκοπόν μας. Προβῆτε λοιπὸν πρὶν κηρυχθῇ τὸ πόρισμα τῆς Συνδιασκέψεως, διότι τότε εἶναι δυσκολώτερον νὰ προβῶμεν οὔτε εἰς τὰ Ἰωάννινα. Μὴ περιμένετε τὸ πόρισμα τῆς Συνδιασκέψεως, μήπως γείνῃ καὶ νέον τι ἄλλο πραξικόπημα, διότι καὶ οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Αὐστριακοὶ ἐργάζονται εἰς τὴν Μακεδονίαν. Εἶναι κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἡ τελευταία εὐκαιρία, ἡ ὁποία μᾶς δίδεται, εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· ἂν καὶ τὴν τελευταίαν ταύτην φορὰν δὲν δραξώμεθα τῆς εὐκαιρίας, τότε δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι χαμένη διὰ παντός. Σᾶς ἀναφέρω μίαν ἀπὸ τὰς εὐκαιρίας της. Εἷς διπλωμάτης μοὶ εἶπε πρό τινων ἐτῶν: Πῶς ἀφήσατε τὴν εὐκαιρίαν τῆς Πλεύνας; Καὶ εἶχε δίκαιον. Οἱ Ἰταλοὶ κατώρθωσαν νὰ καταλάβωσι τὴν ἀληθῆ πρωτεύουσάν των, τὴν Ρώμην, ὠφεληθέντες ἐκ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου καὶ δὲν ἦτο τοῦτο τόσον εὔκολον, ὄχι διότι ὁ Πάπας ἠδύνατο ν’ ἀντιστῇ — δὲν εἶχεν οὔτε 10 στρατιώτας ν’ ἀντιτάξῃ — ἀλλὰ διότι ἦσαν ἐν Εὐρώπῃ 200 ἑκατομμύρια Καθολικῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποδοκιμάσει τὸ κίνημα. Ἀλλ’ οἱ Ἰταλοὶ κατώρθωσαν καὶ τοῦτο διὰ τῆς ἀπασχολήσεως τῶν Γάλλων κατὰ τῆς Γερμανίας καὶ διὰ τῆς τόλμης των. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει ἡ μυστηριώδης Πρόνοια· οὐαὶ δ’ εἰς ἡμᾶς, ἂν τὴν ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ! Συλλογισθῆτε, ὅτι αἱ Ἀθῆναι εἶναι σήμερον ἡ Ἁγία Λαύρα τοῦ τέλους τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Συλλογισθῆτε, ὅτι τὰ ἔθνη, ὅταν δὲν πράξουν δεόντως, ἔστω καὶ ἀργά, ἀλλὰ μὲ τόλμην καὶ θάῤῥος πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς των, ἥτις εἶναι ὑπερτέρα καὶ αὐτῶν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων, τὰ ἔθνη ἐκεῖνα διαγράφονται ἀπὸ τὴν ἱστορίαν. Συλλογισθῆτε, ὅτι ὁ στρατός, ἢ μᾶλλον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος σήμερον ἐξοπλίζεται, ὁ ὁποῖος σήμερον καταστρέφεται καὶ θυσιάζεται ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, δὲν θὰ ὀπισθοδρομήσῃ, δὲν θὰ διαλυθῇ καὶ μὲ χιλίας προτροπὰς καὶ διαταγὰς, καὶ θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, καὶ θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν μας ὡς φάντασμα τοῦ θνήσκοντος Ἔθνους, μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας, καὶ θὰ ζητήσῃ λόγον τῶν πράξεών μας. Συλλογισθῆτε, ὅτι σήμερον τὸ ζήτημα τίθεται μοιραίως οὕτω πως: ἢ θὰ χαθῇ ἐντελῶς ἡ Ἑλλάς, ἢ θὰ σωθῇ· μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει· αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν ὅλοι ὡς ἐνστίκτως τὸ ἐνόησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Προλάβετε λοιπὸν τοὺς ἅρπαγας, τοὺς βαρβάρους οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι· διότι, ἂν σήμερον δὲν προλάβωμεν τοὺς ἅρπαγας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τότε σᾶς τὸ λέγω μὲ θλίψιν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω: ἑτοιμάσατε ἀπὸ τοῦδε δι’ ὑμᾶς καὶ διὰ τὰ τέκνα σας βουλγαρικὰ καλπάκια ἢ πίλους μὲ δικέφαλον ἀετόν! (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί δὲν τὸ κάμνετε; ὁλονὲν τὸ λέγετε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τελευταίαν φορὰν ἂν ἄλλην μίαν ἐπαναληφθῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔγινε, θὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δειχθῆτε μίαν φορὰν αὐστηρός.
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς πᾶσαν ἐποχὴν ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔδειξεν εὐχαρίστησιν εἰς τὰς ἀπεραντολογίας· ἰδίως ὅμως εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς δεικνύουσι μεγάλην πρὸς αὐτὰς ἀποστροφήν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦνε δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν μίαν γενικὴν συζήτησιν ἐφ’ ὅλων τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προτείνονται, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη νομίζω καταλληλότερον νὰ γείνῃ εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Βεβαιωθῆτε, ὅτι πολὺ ἐπεθύμουν νὰ μὴν ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν παντελῶς, νὰ μὴ λάβω παντελῶς τὸν λόγον· προσεπάθησα νὰ πράξω τοῦτο, ὑποστηρίξας τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως· ἀλλ’ ἡ πρότασίς μας ἐκείνη ἀπεῤῥίφθη. Καὶ πάλιν ἤθελον ν’ ἀποφύγω τοῦ ν’ ἀνασύρω τὸν πέπλον τῆς μυστικότητος· πλὴν τὸ χαλαρὸν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου καὶ τὸ πρὸ μικροῦ ἀναγραφὲν δόγμα τοῦ «Ψήφιζε καὶ μὴ ἐρεύνα» δὲν μὲ ἄφινον ἥσυχον· ἴσως καὶ πάλιν ἤθελον κατορθώσει νὰ μὴ σᾶς ὁμιλήσω, πλὴν χθὲς ἐπιμόνως προεκλήθην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ προεκλήθην σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ἀπέναντι δὲ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός μου δὲν δύναμαι νὰ ὑποχωρήσω. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκροασθῆτε, ὑποστηρίζοντα τὴν πρότασιν περὶ τῆς τροπολογίας εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἣν καὶ χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Μίαν καὶ μόνην εἶχον ἰδέαν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔδει νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐκτάκτου ταύτης Συνόδου. Εἴτε ἀργὰ, εἴτε γρήγορα—ὅπερ προτιμότερον—συγκαλουμένη ἡ Βουλὴ, ἐνόμιζον, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς μετὰ τὰς τετριμμένας διατυπώσεις τῶν ἀρχαιρεσιῶν, σύσσωμος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως ἤθελε ζητήσει μυστικὴν συνεδρίασιν, ἵνα ἐν αὐτῇ οὐχὶ κομματικῶς ἀνταλλαχθῶσιν αἱ γνῶμαι, ἀλλ’ ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ γίνῃ εἰλικρινὴς τῶν πάντων ἐξομολόγησις περί τε τῶν συμβάντων ἀπὸ τῆς 7 Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦδε καὶ περὶ τῶν δεόντων γενέσθαι. Οὕτως ἠθέλομεν καταλήξει πάντες εἰς τὸ συμπέρασμα, ἂν συμφέρῃ ἢ οὐ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει ἐντὸς 4–5 ἡμερῶν ἔπρεπε νὰ κυρώσωμεν ἀσυζητητεὶ ὅλα τὰ παρ’ αὐτῆς ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια· ἀλλ’ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ὄχι ἕνεκεν κομματικῶν λόγων, ὄχι ἕνεκεν πολιτικῶν κερδοσκοπιῶν, ἀλλ’ ἕνεκεν τῶν ὑπέρποτε κινδυνευόντων ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀποφεύγοντες βεβαίως τὴν χρῆσιν τῆς Βασιλικῆς προνομίας ἐν τῇ παρούσῃ ἐποχῇ, νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς οἱονδήποτε ἐξ ἡμῶν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἐὰν ἀσπαζώμεθα τὸ πρόγραμμά του, ὅπερ ἀπαραιτήτως ὤφειλε νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κατὰ τὰς κυριωτέρας γραμμάς. Ἀνέμενον, κύριοι, τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ προτείνῃ αὐτὸς οὗτος τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ μετὰ θάῤῥους καὶ σαφηνείας τὸ πολιτικόν του σχέδιον, ὅπως ἐπιῤῥίψῃ φῶς εἰς τὸ πέριξ ἡμῶν βασιλεῦον σκότος· νὰ μᾶς εἴπῃ μετὰ παῤῥησίας, τοῦτο ἔπραξα, τοῦτο θέλω πράξει, οὐχὶ βεβαίως ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις, οὐδὲ πέραν τοῦ μέτρου ἐκείνου, καθ’ ὃ ἤθελον παραβλαφθῆ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ὤφειλε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν: «διὰ νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτον ἔργον, ἔχω ἀνάγκην τῆς ὁμοφώνου γνώμης τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτῆς τῆς μειονοψηφίας· δὲν μὲ ἀρκεῖ νὰ στεγασθῶ ὑπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, διότι μὲ ταύτην καὶ μόνην δὲν δύναμαι νὰ φέρω εἰς πέρας αἴσιον τὸ μέγα ἔργον.» Καὶ τὰ μὲν τελευταῖα ταῦτα μᾶς εἶπε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου· ἀλλ’ ἔπρεπε κατ’ ἐμὲ νὰ προσθέσῃ καὶ ταῦτα: «ὀφείλετε ὅμως καὶ σεῖς νὰ γνωρίζητε ποῦ βαίνομεν, διότι εἶσθε συνυπεύθυνοι, καὶ ὡς συνυπεύθυνοι πρέπει νὰ γνωρίζητε τὶ ἔπραξα καὶ τὶ θέλω πράξει, ὅπως μορφώσητε πεποίθησιν.» Ἀπευθυνόμενος δὲ πρὸς τοὺς φίλους τοῦ κόμματός του νὰ τοῖς εἴπῃ: «ἂν πεισθῆτε, ὅτι καλῶς βαδίζω, παρακαλῶ ἄνευ πολυλογίας νὰ κυρώσητε καὶ ὑμεῖς καὶ πάντες ὅλα τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως ὅσον οἷόν τε τάχιον, διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ μέγα ἔργον· εἰ δὲ μὴ, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἰδιαιτέρους πολιτικούς μου φίλους νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ οἷον δήποτε ἄλλον ἄνδρα, οὗτινος τὸ πρόγραμμα νομίζουσι καταλληλότερον τοῦ ἐμοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς θερμοπαρακαλῶ νὰ μὴ ταλαντευθῆτε εἰς τοῦτο, διότι τὴν τοιαύτην τῶν κομματικῶν συμφερόντων θυσίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ ὄντως ἔκτακτοι τῆς Πατρίδος περιστάσεις». Ἀνέμενον τὸν κ. Τρικούπην, τὸν ἡγέτην τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸν πεπειραμένον πολιτικὸν, ὅστις μ’ ὅλα τὰ κατ’ ἐμὲ ἐλαττώματά του εἶναι ἐθνικὴ δύναμις, διότι καὶ πρὸς αὐτὸν ἐπίσης ἀτενίζει τὸ Ἔθνος κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν, ὡς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀνέμενον, λέγω, νὰ ἴδω καὶ τὸν ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἀνερχόμενον εἰς τὸ βῆμα, ὅπως μᾶς εἴπῃ καθαρὰ καὶ ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην του περὶ τῆς ἐνεστώσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ καταστάσεως, τὶ γνωρίζει, τὶ ἤκουσε παρὰ τῶν ἀνδρῶν, μεθ’ ὧν συνδιελέχθη, νὰ μᾶς ἐπιῤῥίψῃ φῶς. Εἰς τί ὠφελεῖ ἡμᾶς ἡ μετὰ τοῦ κ. Σώλσβουρυ, Γλάδστωνος ἢ ἡ μετὰ τοῦ κ. Καλνόκυ συνδιάλεξίς του, ὅταν ἡμεῖς οὐδὲν ἀπολύτως ἐξ αὐτῶν γνωρίζωμεν; Ἀνέμενον τὸν κ. Τρικούπην νὰ μᾶς εἴπῃ σαφῶς: «ἰδοὺ τὸ πρόγραμμά μου, ἀλλ’ ὅταν σᾶς λέγω πρόγραμμα, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐργασθῶ κερδοσκοπικῶς, δὲν ἐννοῶ νὰ ταράξω χάριν τοῦ Πρωθυπουργικοῦ χαρτοφυλακίου τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν· δὲν ἐννοῶ ἐν τῇ νῦν κρισίμῳ ἐποχῇ νὰ κάμω χρῆσιν Βασιλικῆς προνομίας, ἐὰν ἐκ τῆς παρούσης Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν ἀντλήσω ὅσην δύναμιν ἔχω ἀνάγκην διὰ τοιοῦτον ἔκτακτον ἔργον». Ἂν ἡ γνώμη τοῦ κ. Τρικούπη ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ δώσῃ πραγματικὴν, εἰλικρινῆ καὶ ἀνεπιφύλακτον ὑποστήριξιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· εἰ δὲ μὴ, οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες εἶναι Ἕλληνες, πατριῶται, πάντες ἐμπνεόμενοι ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐμπνέεται ὁ τελευταῖος τῶν ἐπιστράτων, δὲν ἀμφέβαλλον παντελῶς, ὅτι μετὰ τοιαύτην τινὰ ὁμιλίαν τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤθελον μορφώσει γνώμην τινὰ οἱανδήποτε, καὶ συμφώνως πρὸς ταύτην ἐν πλήρει φωτὶ τῆς ἐνεστώσης τῶν πραγμάτων καταστάσεως ἤθελον ταχέως προβῆ εἰς ἀπόφασιν ὡρισμένην. Ἀντὶ τούτων ὅμως τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, εἶναι ἡ ἀπάντησις ἐκείνη εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τῆς ὁποίας περιττὸν θεωρῶ νὰ κάμω ἀνάπτυξιν, διότι ἐπαρκῶς ἐσχολιάσθη ἀπὸ τὸν καλλίτερον σχολιαστὴν, ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διατί νὰ τὸ κρύπτωμεν; Ὁ Βασιλικὸς Λόγος εἰς πάντας, ἢ σχεδὸν εἰς πάντας, ἀπήρεσε· δὲν ἦτο ὁ Λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνεμένομεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, διότι ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν ἦτο ἀντάξιος πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἀπήρεσε δὲ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη οὗτος νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» δημοσίευσιν μεταφράσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἀλλὰ μεταφράσεως πολὺ ἐλευθέρας, ἣν τηλεγραφικῶς μάλιστα διεβίβασεν εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὶν ἢ περατωθῶσιν αἱ ἀρχαιρεσίαι, νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὅπως οὐχὶ πλέον ἑρμηνεύσῃ, ἀλλὰ μεταβάλῃ ῥιζικῶς τὸ κείμενον τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου καὶ ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπῆρχεν ἔννοια, ἥτις πραγματικῶς δὲν ὑπῆρχεν; Εἶνε ἀνάγκη ἐγὼ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι καὶ τὸ γράμμα τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου καὶ τὸ πνεῦμα ἔλεγεν, ὅτι ἐνδεχόμενον διὰ τῶν ἐν Ῥωμυλίᾳ συμβάντων νὰ προσβληθῶσι καὶ Ἑλληνικὰ συμφέροντα· ἀτυχῶς δὲ ἡ φράσις αὕτη ὁμοιάζει μέ τινα διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶχε δημοσιευθῆ, ἔπεμψεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἣν ὅμως ἀπεκήρυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Τὴν ἀλήθειαν θέλομεν μάθει ἐν καιρῷ. Ἀλλὰ μὲ ἐξέπληξεν ἡ ὁμοιότης τῆς φράσεως πρὸς τὰ καταγγελθέντα ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ. Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀληθῶς ῥυμουλκούμενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ, οὐδὲν ἔχων ὡρισμένον σχέδιον ἐκ τῶν προτέρων, ἠναγκάσθη μετὰ τὴν αὐθεντικὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἑρμηνείαν νὰ προβῇ ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς, καὶ διὰ τῆς εὐρυτάτης τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀναγνώσεώς του ἑρμηνείας, ἣν ἐσπευσμένως μᾶς ἔδωκε, μᾶς εἶπεν, ὅτι θέλομεν ζητήσει, ἐν περιπτώσει ἐπανόδου τοῦ προκαθεστῶτος, ἐγγυήσεις, χωρὶς ὅμως νὰ μᾶς εἴπῃ τίνας περίπου ἐγγυήσεις, οὔτε πῶς, οὔτε πότε, ὅπερ τὸ πάντων σπουδαιότερον, διὰ νὰ ῥιφθῇ ἐκεῖνο τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπιδιώκω πρὸς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεώς μου. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα· ἤλπιζον ἀκόμη, ὅτι ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει τὰ πάντα θὰ διελευκαίνοντο· ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, ἅμα ἐπανελθὼν ἐκ τῆς Ἑσπερίας, μετὰ τὴν ὑποδοχὴν τῶν φίλων του, ἐκ τοῦ ἐξώστου αὑτοῦ εἶπε περίπου ὅσα αὐθημερὸν ἀνέπτυξε πλατύτερον καὶ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος. Καὶ ἐν πρώτοις ἀπέκρουσε κακῶς, κάκιστα, κατ’ ἐμὲ, τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν δι’ ἐπιχειρημάτων οὐδόλως πειστικῶν. Μᾶς ἐχαρακτήρισεν ἀνελεύθερον τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐν ἡμέραις ἐθνικῶν κινδύνων, φιλελεύθερον δὲ τὸ ψηφοφορεῖν ἐν τῷ σκότει πρὸς ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους. Ἀνέγραψε καὶ ἤδη τὸ γνωστὸν ἡμῖν δόγμα: «ψήφιζε καὶ μὴ ἐρεύνα». Εἶπε: «δὲν ἐγκρίνω τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, δυσπιστῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἄλλα μέτρα ἐγὼ ἤθελον μεταχειρισθῆ καὶ ἄριστα δι’ αὐτῶν καὶ μόνων ἤθελον διεξαγάγει τὸ ζήτημα» —εἶνε λέξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸν λόγον του, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀκούοντά με κ. Τρικούπην νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν σφάλλω εἴς τι—«ἀλλὰ δὲν ἔχω (μᾶς προσέθηκε) τὴν δύναμιν τῆς πλειονοψηφίας, δὲν θέλω δὲ νὰ κάμω χρῆσιν τῆς Βασιλικῆς προνομίας κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν. Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων, ἐγὼ θέλω μείνει ἐκεῖ ὡς σκεῦος ἄχρηστον καὶ βωβὸν, ἁπλῶς καὶ μόνον χάριν τῆς ἀπαρτίας· ὥστε μὴ ζητήσητε ἀπὸ ἐμὲ νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἤθελον κυβερνήσει καὶ διατὶ δὲν ἐγκρίνω τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· ὄχι· αὐτὰ εἶνε πράγματα ξένα, ἢ τοὐλάχιστον περιττὰ καὶ ἄσκοπα. Ἐγὼ, χάριν τῆς μεγάλης ἰδέας, χάριν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, ἀφοῦ δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι Κυβέρνησις, θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὸ νὰ συμπληρῶ τὴν ἀπαρτίαν, νὰ κρατῶ σημειώσεις τῶν νῦν συμβαινόντων, διότι ἔχω τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μετὰ τὸ πέρας θέλω ζητήσει λόγον. Μὴ νομίζητε, ὅτι θέλω νὰ μάθω τώρα τίποτε πλειότερον τῶν ὅσων γνωρίζω καὶ βλέπω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· ὄχι ὅ,τι βλέπω, τὸ ἀποδοκιμάζω· ἀλλὰ καὶ ὅ,τι δὲν γνωρίζω, περιττὸν μοὶ καθίσταται σήμερον νὰ τὸ μάθω· διὰ τοῦτο εἶνε περιττὴ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις, διότι ἔχω τὴν ὑπεύθυνον· εἶνε δὲ καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι θέλομεν δι’ αὐτῆς παρεμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ καθῆκόν της. Μίαν ἡμέραν θὰ φανερώσω καὶ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος τὰ Κυβερνητικὰ σφάλματα, ἅτινα διαπράττονται σήμερον καὶ ἕνεκεν τῶν ὁποίων κινδυνεύει ἡ Πατρίς· ἀλλὰ τώρα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Μὴ μὲ ἐρωτᾶτε. Μὴ ἐπιμένετε.» Εἶμαι, κύριοι, ἐλεύθερος πάσης κομματικῆς ὑποχρεώσεως, καὶ εἶμαι καὶ ἤμην ἐλεύθερος νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ἄν μοι ἔδιδε φῶς ἐπαρκὲς πρὸς σχηματισμὸν γνώμης ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς του πορείας· ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἤμην ἐλεύθερος νὰ ὑποστηρίξω πᾶσαν ἄλλην, ἧς τὸ πρόγραμμα ἤθελον εὕρει καλλίτερον. Γνωρίζετε ὁποίαν μοὶ προὐξένησεν ἐντύπωσιν ἡ ὁμιλία τοῦ ἐπιδόξου Πρωθυπουργοῦ; Ἀκούσατε. Παρατηρῶ πυρκαϊὰν ἐν οἰκίᾳ τινί· βλέπω ἀδέξιον ὑπολοχαγὸν ἐπὶ κεφαλῆς σώματος ἀνδρείων πυροσβεστῶν· παρέκει ἀκούω τὸν παριστάμενον λοχαγὸν λέγοντα εἰς τὸν περιστοιχοῦντα αὐτὸν λαὸν καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς πυροσβέστας: βλέπετε; θὰ καῇ ἀφεύκτως ἡ οἰκία· τὰ μέτρα πρὸς κατάσβεσιν τοῦ πυρὸς δὲν εἶναι καλὰ ἀναμφισβητήτως· τίς εἶναι ὁ λόγος; μὴ μ’ ἐρωτᾶτε· θὰ σᾶς τὸ εἴπω, ὅταν τελειώσῃ ἡ πυρκαϊά, ὅταν ἀποτεφρωθῇ ἡ οἰκία! (ἱλαρότης). Δὲν δύνασαι, κύριε Τρικούπη, νὰ προεξοφλήσῃς τὴν ψῆφον τῶν βουλευτῶν· τοῦτο ἐγὼ τουλάχιστον θεωρῶ ὕβριν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀξιότιμοι τοῦ Ἔθνους ἀντιπρόσωποι, Ἕλληνες, σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων τοῦ ὑπὸ τὰς σημαίας κληθέντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πειθόμενοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὀρθοποδεῖ, ἤθελον ἀρνηθῆ εἰς ὑμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἐὰν ἀληθῶς ἔχητε ἄλλο πρόγραμμα καλλίτερον τοῦ Κυβερνητικοῦ. Δὲν εἶναι ἤδη ἐποχὴ πολιτικῶν σπαραγμῶν· οἱ ἐπίστρατοι, συμβαδίζοντες εἰς τὸ καθῆκον, ἥνωσαν τὰ κόμματα, ἀδελφοποιήθησαν μεταξύ των. Ἀτυχῶς ἀντὶ νὰ μᾶς προκαλέσωσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τοῦ καθήκοντος καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἡγέτης τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἄλλην ἐβάδισαν ἀμφότεροι ὁδόν. Ὤφειλεν ἰδίως ὁ κύριος Δηλιγιάννης νὰ ἐννοήσῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἐμπιστοσύνη ἡ διὰ τῶν λέξεων ἐκείνων τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐκφραζομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον δυσπιστία· ἀντὶ νὰ προκαλέσῃ τὸν κύριον Τρικούπην καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «δυσπιστεῖς; διατί δυσπιστεῖς; ποῦ διαφωνοῦμεν;» τοὐναντίον, ὁ Πρωθυπουργὸς συμφωνεῖ παραδόξως μετὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη, εὐχαριστημένος διότι δὲν τῷ παρεμβάλλει προσκόμματα σήμερον, καὶ λέγει: ἀποκρούω καὶ ἐγὼ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν· τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπω; ὅ,τι καὶ ἂν μ’ ἐρωτήσητε, εἰς οὐδὲν θ’ ἀπαντήσω· καὶ ἠκούσθη χθὲς τὸ «ψήφιζε καὶ μὴ ἐρεύνα,» ὅπερ ἐλήφθη ἐκ τοῦ Ἑβραϊκοῦ ῥητοῦ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα» ἀντὶ τοῦ χριστιανικοῦ «ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς.» Τί μᾶς εἶπεν, ὅταν ὡμίλει ὁ κύριος Πρωθυπουργός; Τί μᾶς εἶπε χθές, προκαλῶν ἐμέ; δὲν ἐννοῶ νὰ μὲ ἑρμηνεύσητε οὕτως ἢ ἄλλως, ἂν ἦναι ἐπικείμενος ὁ πόλεμος· δὲν πρέπει νὰ ἐπιῤῥίπτητε ἐνδοιασμούς, οἱ ὁποῖοι παραβλάπτουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ τί θέλετε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, οἵτινες ἀπὸ τὰ φαινόμενα ἐσμὲν ἠναγκασμένοι νὰ μορφώσωμεν τὴν πεποίθησίν μας; Σᾶς εἴπομεν, δότε ἡμῖν φῶς, διότι ἐνδέχεται νὰ πλανηθῶμεν ἐκ τῶν φαινομένων καὶ μόνον. Μήπως ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συνεδριάζουσι Βούλγαροι ἢ Τοῦρκοι, πρὸς οὓς δὲν δύνασθε νὰ δώσητε τὴν ἐλαχίστην πληροφορίαν; Δὲν θέλετε μυστικά; λαλήσατε φανερά· λαλήσατε ὁπωσδήποτε. Καὶ μήπως εἶναι τοῦτο ἆρά γε ἀπαίτησις αὐθάδης ἐκείνων, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ νὰ εἴπωσι τὸ Ναὶ ἢ τὸ Ὄχι ὀφείλουσι νὰ μορφώσωσι πεποίθησιν, ὀφείλουσι νὰ ἴδωσι τὰ σπουδαιότερα σημεῖα τῆς πορείας ὑμῶν, ἢ εἶναι δικαίωμα ἅμα καὶ καθῆκον, καθῆκον ὑπέρτατον; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις μόνη, ἀλλ’ ἀλληλεγγύως πάντες οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν εἰς τὴν πορείαν της· καὶ ὅστις ἔχει ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς τοιαύτης πορείας, ὀφείλει ἤδη νὰ τὴν δηλώσῃ, νὰ τὴν εἴπῃ. Καὶ τί πρὸς τὸ Ἔθνος, τί πρὸς τὸν ἱστορίαν αὐτοῦ, τί πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, ἐὰν μεθαύριον ἀποδειχθῶσιν, ὃ μὴ γένοιτο, τὰ πράγματα κακῶς βαίνοντα; Τί θὰ ὠφεληθῇ ὁ Τόπος ἀπὸ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον, εἰσάγων εἰς δίκην τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπανορθώσῃ ζημίας ἀνεπανορθώτους; Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις: «στῆθι· πολὺ προὐχώρησας· προδόται λοιπὸν καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ πολέμιοι Κυβερνῶσι τὴν Πατρίδα»; ὄχι, ἀλλ’ οἱ Κυβερνῶντες, ἐμφορούμενοι ὑπὸ πατριωτικῶν αἰσθημάτων, οἵων καὶ πάντες ἡμεῖς ἢ καὶ πλειότερον ἡμῶν, εἶναι ἄνθρωποι, καὶ ὡς τοιοῦτοι ὑπόκεινται εἰς πλάνας καὶ σφάλματα. Δὲν θέλω νὰ ἐξέλθω τοῦ κυρίου θέματος καὶ νὰ ἀρυσθῶ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν Ἐθνῶν παραδείγματα ἄπειρα εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι εἰς ἄλλα Ἔθνη ἄλλοι ἄνδρες, κατὰ πολὺ ὑπέρτεροι τῶν σήμερον Κυβερνώντων τὴν Ἑλλάδα, ὑπέπεσαν εἰς σφάλματα σπουδαῖα. Ἀρκεῖ, νομίζω, νὰ ὑπενθυμίσω γεγονὸς ἐκ τῆς συγχρόνου Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὅπερ, ἂν καὶ ἀνέφερον εἰς ἄλλην συνεδρίαν, εἶνε ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω καὶ νῦν λόγῳ τῆς συνεχείας τοῦ λόγου μου. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸ οὐχὶ πεπαλαιωμένον γεγονὸς τῆς πολιτείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1877 καὶ ἥτις ἐκλήθη Οἰκουμενική, τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις περιεῖχεν ὅ,τι ἔξοχον ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ, ἀλλ’ ἥτις ἐπλανήθη, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, διότι δὲν ἐξετίμησε τὰ γεγονότα, καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡς κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν εἶχε κριθῆ παρὰ πολλῶν. Τί ἔπραξεν ἡ Οἰκουμενική, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Τουρκία ἦτο ἀφρούρητος, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ μικρὰ Ἑλλάς, καὶ ἄσημος, ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ μετὰ πολλῆς εὐκολίας ἱκανὰ μέρη τῶν συνόρων καὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν λύσιν τοῦ τότε τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπασχολοῦντος ζητήματος; Τὸ γνωρίζομεν πάντες, διότι τὸ ἐβεβαίωσαν τὰ γεγονότα, ἀλλὰ σᾶς τὸ διαβεβαιοῦσι καὶ τὰ δημοσιευθέντα ἔγγραφα, σᾶς τὸ λέγει καὶ τὸ «γεννηθήτω φῶς», τὸ ὁποῖον πολὺ σαφῶς ἀπεικονίζει τὴν πολιτείαν ἐκείνην (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης συνίστατο κυρίως εἰς τὸ νὰ πειθαναγκάσῃ ἡμᾶς νὰ ὑποστῶμεν ἀξιοπρεπῶς καὶ ἡσύχως τὴν ἐπιστᾶσαν τιμωρίαν παρελθόντων ἁμαρτημάτων, ἤτοι τὴν ἐπιβαλλομένην ἕνεκα τοῦ ἀπαρασκεύου ἡμῶν ἀπραξίαν, καθ’ ἣν ὥραν ἠπειλεῖτο τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ· τὸ ποτήριον ἦτο πικρόν. Τοῦτο ὅμως καὶ ὄχι ἄλλο ἀποστολὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ποτίσῃ τὸ Ἔθνος, περιστέλλουσα τὰς ἐκ τῆς πικρίας αὐτοῦ ἀτάκτους καὶ σπασμωδικὰς κινήσεις, αἵτινες εἰς τὴν ζημίαν ἠδύναντο νὰ προσθέσωσι καὶ τὴν αἰσχύνην».
§46ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ, τί εἶναι αὐτό;
§47ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἱστορία τοῦ Τόπου μας.
§48ΖΑΪΜΗΣ. Γεγραμμένη;
§49ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπὸ Ἑλλήνων.—Ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν ἐλαχίστην μομφὴν εἰς οὐδένα, πολὺ πλειότερον εἰς τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀλλὰ θέλω νὰ ἀποδείξω, ὡς ἀπέδειξεν ἡ Ἱστορία καὶ ἀναμφισβητήτως ἐβεβαιώθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐπλανήθη, καὶ θέλω νὰ καταῤῥίψω διὰ τῆς ἀποδείξεως ταύτης τὸ δόγμα τοῦ «ψήφιζε καὶ μὴ ἐρεύνα». Θέλω ἀκριβῶς, κύριε Ζαΐμη, νὰ ἐπαναλάβω πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὸ τοῦ Δημοσθένους: «Οὐ δεῖ δὴ τοιοῦτον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παραπεπτωκότα καιρὸν ἀφεῖναι, οὐδὲ παθεῖν ταὐτὸν, ὅπερ ἤδη πολλάκις πρότερον πεπόνθατε». Διὰ τοῦτο ἐνόμισα καθῆκόν μου, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν μυστικῶς νὰ λάβῃ ἕκαστος ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ διατυπώσω ἐκ τῶν φαινομένων ἀπροκαλύπτως τὴν γνώμην μου. Θέλω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ζαΐμη, καὶ πρὸς πάντας τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸ Ἔθνος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐκτιμήσασα καλῶς τὰς περιστάσεις, δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκθέσῃ ἀμέσως εἰς αὐτὴν τὰ τελεσθέντα καὶ νὰ ἀντλήσῃ νέας δυνάμεις, ἐὰν ἐπεδοκιμάζετο ἡ πολιτεία αὐτῆς· ὤφειλε νὰ ἐμπνεύσῃ— καὶ εἰς τοῦτο μὲ ἐπρόλαβεν εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς—εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι εἶναι ἐποχὴ ἔκτακτος καὶ τῶν ὑψίστων θυσιῶν, ἐὰν μόνος του δὲν ἐνόησε τοῦτο, μεθ’ ὅσα εἶπε κατὰ τὴν ἐκ τῆς Ἑσπερίας ἐπάνοδόν του. Εὐτυχῶς ταῦτα καὶ πλείονα εἶπον πρὸ μικροῦ ἄλλοι, ἵνα μή τις νομίσῃ, ὅτι θέλω κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην στιγμὴν νὰ ἐπιδείξω δημοκρατικὰς ἰδέας. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ· πᾶσα ἄλλη ἰδέα ἀπέναντι τοῦ κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ μείνῃ κατὰ μέρος, ὡς καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶπον· οὐ μόνον δημοκρατικοί, ἐὰν καὶ ὅσοι ὑπάρχωσιν, ἀλλὰ καὶ κοινωνισταὶ δύνανται νὰ ταχθῶσιν εἰς τὰς τάξεις ὡς συμπολεμισταὶ τοῦ Βασιλέως....
§50ΧΟΪΔΑΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε συνάδελφε, ἐπιβάλλεται ὁ ἐνθουσιασμός, ἢ ἐμπνέεται; Ἔπρεπε νὰ ἐμπνευσθῇ μόνη της ἡ Βασιλεία, καὶ ὄχι νὰ τῇ ἐπιβληθῇ.....
§51ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως ἐμπνέεται· ὑπάρχει ἔμφυτος· αὐτὸ δὲν εἶνε ὅμως τοῦ παρόντος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προεκλήθην, λέγω ὅτι περισσοτέρα εὐθύνη βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βασιλείαν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶνε Συνταγματικῶς ὑπεύθυνος. Ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἦνε εἰρηνικός, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, οὔτε πολεμικός, ἐὰν ἐκείνη εἶνε εἰρηνική· ἄλλως, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ τὸν διδάξῃ τὰ καθήκοντά του, διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους βασιλεύει. Ἀλλ’ ἀφίνω τὸ κεφάλαιον τοῦτο πρὸς ἐξέτασιν εἰς ἄλλους καὶ πῶς συμβιβάζεται ὁ θρυλλούμενος πόλεμος ὡς ἐγγὺς μὲ τὴν διαρκῆ ἐξ Ἀθηνῶν ἔκλειψιν τοῦ ἄρχοντος τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων. Ἴσως ἤθελον ἐρωτηθῆ, τί ἐξ ὅλων τούτων συνάγω; τί ἔπρεπεν ὡρισμένως νὰ γείνῃ; Σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶνε δύσκολος ἡ θέσις μου, διότι στεροῦμαι τῶν ἀπαιτουμένων στοιχείων πρὸς ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῶν συμβάντων· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα καὶ βλέπω, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καλοῦσα ἐγκαίρως τὴν Βουλήν, πρὶν ἐπανέλθῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, πρὶν κηρυχθῇ ἡ ἐπιστρατεία καὶ πρὶν κληθῶσιν οἱ ἔφεδροι, πρὶν τέλος ἐκτεθῶμεν ὑλικῶς τε καὶ μάλιστα ἠθικῶς, ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Τὰ γεγονότα ἔχουσιν οὕτως· Ἐγὼ ἡ Κυβέρνησις (ἐὰν ἦτο εἰρηνικὴ) νομίζω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ, δηλαδὴ δὲν εἴμεθα ἤδη ἕτοιμοι, οὐδὲ πρὸ τοῦ χειμῶνος δυνάμεθα νὰ ἑτοιμασθῶμεν, ὅπως διεξαγάγωμεν ἀγῶνα, ὅστις παρουσιάζεται· πρέπει λοιπὸν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐντόνως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ συνταχθῶμεν καὶ ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ, ἤτοι μετὰ πέντε, ἑπτὰ μῆνας, ἐνωρίτερον ἢ βραδύτερον, νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκόν μας»· ἢ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠσπάζετο τὴν διὰ πάσης θυσίας πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἐποχὴ τῶν τακτικῶν παρασκευῶν παρῆλθεν, ὅτι πρὸς τακτικὰς παρασκευὰς ἀπαιτεῖται χρῆμα πολύ, τοιούτου δὲ στερούμεθα, ὅτι διὰ νὰ συνταχθῶμεν ὡς πρέπει, διὰ νὰ πολεμήσωμεν ὡς οἱ Πρῶσσοι, ἢ οἱ Γάλλοι, ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου ἱκανοῦ, ὅστις δὲν ὑπάρχει, ἰδίως διότι αἱ περιστάσεις δύνανται νὰ μεταβληθῶσι Διπλωματικῶς, εἰς τοῦτο δ’ ἐπιμόνως καταγίνεται ἡ Εὐρώπη, ὅπως μᾶς κλεισθῇ ἡ πύλη· δὲν μᾶς μένει λοιπὸν ἄλλο τι ἢ ὁ πόλεμος, ἀλλὰ πόλεμος φυλετικός, πόλεμος μέχρι νίκης ἢ ἐξοντώσεως, πόλεμος ἄνευ ὑπολογισμῶν· ἐν τῇ ἀπογνώσει μᾶς μένει ὁ δαυλὸς τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ ἡ θρυαλλὶς τοῦ Κανάρη· ἠδυνάμεθα νὰ κατέλθωμεν ἀποφασιστικῶς εἰς τὸν ἀγῶνα, δι’ οὗ νὰ συνταραχθῇ τὸ Πανελλήνιον, νὰ ἀναγεννηθῶσιν οἱ Κανάραι καὶ αἱ Βουβουλῖναι. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ποσῶς, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνεγεννῶντο ὅλοι οἱ ἥρωες τοῦ 21, βεβαίως ὅμως ἤθελον παρουσιασθῇ ἄνδρες ἐφάμιλλοι τῆς ἐποχῆς τοῦ 21. Δὲν εἶνε καιρὸς τακτικῶν παρασκευῶν πλέον· ἠκούσατε καὶ προχθὲς τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργοῦ, ἀρυομένου βεβαίως τὰς ἐμπνεύσεις ἐκ τῶν τέως συνυπουργῶν του, ὅστις ζωηρῶς καὶ μετ’ ἀπογνώσεως ἔλεγε χθὲς πρὸς ἡμᾶς «Σπεύσατε, σπεύσατε, δὲν ὑπάρχει πλέον χρόνος παρασκευῶν». Ἀλλ’ ἆρά γε μᾶς εἶπέ τι νέον; Δὲν γνωρίζομεν πάντες ἡμεῖς, ὅτι καὶ τὰ Μακεδονικὰ καὶ Ἠπειρωτικὰ σύνορα ἦσαν ἕως χθὲς ἀφρούρητα; Ἀλλ’ ὅταν ἔλθωσιν οἱ ἵπποι ἐκ τῆς Βουδαπέστης καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖαι ἄλλαι προμήθειαι ἐκ τοῦ Λονδίνου, τὰ πράγματα θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς οἵαν ἦσαν ἕως χθὲς κατάστασιν; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· φοβοῦμαι δὲ, ὅτι ἀπωλέσαμεν χρόνον πολύτιμον ἀνεπιστρεπτεί. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ περιορισθῇ εἰς διαμαρτύρησιν, οὐχ ἧττον ὅμως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τοιαύτην γνώμην, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ παῤῥησίας καὶ οὐχὶ νὰ πράττῃ μὲν τοῦτο, νὰ διακηρύττῃ δὲ πρὸς ἡμᾶς διὰ περιφράσεων ἄλλο. Γνωρίζω ὅτι οἱ πόλεμοι δὲν γίνονται διὰ ζητωκραυγῶν εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ διὰ κινδύνων καὶ θυσιῶν· δι’ αὐτὰς ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐφάπαξ ἀπόφασιν ὁ Τόπος ἀντὶ νὰ θνήσκῃ βαθμηδὸν ἐξ ἀσφυξίας. Τώρα ὅμως ἐπανῆλθεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστρατεία, οἱ ἔφεδροι προσῆλθον προθύμως, νόμος περὶ εἰσφορῶν εἰσάγεται, πιστώσεις μεγάλαι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ζητοῦνται· εἶναι πλέον καιρὸς νὰ εἴπωμεν, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν εἰρηνικοί, διαμαρτυρόμεθα καὶ ἐπιφυλάττομεν τὰ δικαιώματά μας ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ· βεβαίως ὄχι. Σήμερον μία καὶ μόνη ὁδὸς ὑπολείπεται, τὸ νὰ μὴ ἀπολέσωμεν οὐδὲ στιγμήν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπερτιμῶ τὴν ἀξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, δὲν ἀξιῶ, ὅτι κατέχω στρατιωτικὰς γνώσεις, ἀλλ’ ἐκτιμῶ τὰ πράγματα διὰ τῆς λογικῆς· νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου ζημιούμεθα. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι ἐπίκειται ὁ χειμὼν, ὁ ὁποῖος θὰ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν τῶν ἐπιτιθεμένων. Μία καὶ μόνη ὑπολείπεται ὁδὸς, ἡ ὁδὸς τοῦ νὰ εὑρεθῇ ὁ ἄνθρωπος νὰ εἴπῃ τὸ «ἐμπρός», νὰ ἐμπνεύσῃ ἐνθουσιασμὸν εἰς τὸ Πανελλήνιον ἢ μᾶλλον νὰ ὁδηγήσῃ αὐτόν, διότι ὑπάρχει, οὐχὶ δὲ νὰ καταστείλῃ· καὶ αὐτὴ ἡ ἧττα προτιμοτέρα τοῦ ἐθνικοῦ ὀνείδους. Προσοχὴ μόνον νὰ μὴ καταισχύνωμεν τὰ ὅπλα τοῦ 21. Ἂς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕνεκεν πολλῶν λόγων ἡ Ἑλλὰς καθ’ ὅλα τακτικὸν πόλεμον δύσκολον νὰ διεξαγάγῃ, καὶ ὅτι μᾶλλον πρέπει νὰ δημιουργήσῃ ἓν ἀνάλογον μὲ τὰς σημερινὰς περιστάσεις 21. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἀπολεσθῇ τοιαύτη εὐκαιρία, εἶνε ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὁμιλῶν, ὁποῖον ἔσεται τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ; ὁποῖα ἔσονται τὰ οἰκονομικά μας, ἀφοῦ θὰ βαρύνωμεν τὰς ἐπερχομένας γενεὰς διὰ τῶν δανείων; Εἴθε νὰ ἐπανηρχόμεθα, εἰς ὅ σημεῖον εὑρισκόμεθα τὴν 7 Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’ ὁ μονογενὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἀπεσπάσθη ἐκ τῆς οἰκογενείας του καὶ ἧς ἦτο τὸ μόνον στήριγμα, ὁ ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὰ ἔργα του, ὁ καῤῥαγωγεὺς, ὁποῖος προσέφερε τὸ κάῤῥον καὶ τὸν ἵππον του καὶ προσεκλήθη εἰς τὸν στρατὸν, ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος ἐσφράγισε τὸ ἐμπορικόν του κατάστημα καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὸ καθῆκόν του, νομίζετε, ὅτι θὰ συγχωρήσῃ τὰ σφάλματα, καὶ σφάλματα μεγάλα; Λυποῦμαι, κύριοι, διότι βλέπω τὸ φάσμα ἐμφυλίων σπαραγμῶν, ἢ κάλλιον τῆς ὀχλοκρατίας, ἐχούσης δικαίαν ἀφορμὴν τὴν τιμωρίαν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐξετέλεσαν, ὡς ἔπρεπε, τὸ καθῆκόν των, μὴ ἐκτιμήσαντες ἀκριβῶς γεγονότα φανερά. Ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν, κύριοι, ὁρμώμενος, χωρὶς νὰ ἐννοῶ παντελῶς ν’ ἀνακόψω τὸν δρόμον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐθνικὴν ζημίαν, οὔτε δι’ ἄλλους λόγους, ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ διατυπώσω αὐτὴν ὡς τροπολογίαν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι αὕτη περιέχει τὸ φρόνημα τοῦ Τόπου, ψήφισατέ την. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ μάλιστα προὐκλήθην ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Τὸ Ἔθνος, αἰσθανθὲν τὸν παμμέγιστον κίνδυνον, ὃν «διατρέχει ὁ Ἑλληνισμὸς, προθύμως ἔσπευσεν εἰς τὴν φω«νὴν τῆς Πατρίδος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς αὐτὴν κα«θήκοντος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἕτοιμος εἰς πᾶσαν θυσίαν αἵ«ματος καὶ χρήματος, ἀνυπομόνως ἀναμένει τὸν ἀρχηγὸν «τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ Κράτους, «ἵνα τὸν ὁδηγήσῃ ἐγκαίρως εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ νέας, ἀλλ’ «ἀσφαλοῦς καὶ δικαίας ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐν τῇ Χερσονήσῳ «τοῦ Αἵμου οἰκούντων λαῶν· ἀγογγύστως ἀποσπασθεὶς «ἐκ τῶν εἰρηνικῶν αὐτοῦ ἔργων, πέποιθεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, καὶ «στερουμένη τῆς εὐμενείας τῶν ξένων Κυβερνήσεων, θέλει «δυνηθῆ δι’ ἀνδρικῆς ἐνεργείας νὰ προσελκύσῃ τὴν ζωηρὰν «τῶν λαῶν συμπάθειαν, διότι ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἰδίας «σωτηρίας. «Βασιλεῦ, ἀληθῶς αἱ περιστάσεις τῆς Πατρίδος εἶνε «κρίσιμοι καὶ ἐπέστη ἤδη ἡ ἀνάγκη μεγάλων θυσιῶν. Οὐδεὶς «δὲ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ μὲν αἰσία λύσις τοῦ ἀναφυέντος ἐξωτε«ρικοῦ ζητήματος θέλει ἑδραιώσει τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνι«σμοῦ, πᾶν δὲ σφάλμα τῶν ὁδηγῶν αὐτοῦ κριθήσεται αὐ«στηρῶς ἐν τῇ καταλλήλῳ τοῦ ἐλέγχου ἐποχῇ».
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἑπομένως θὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ἦναι ἕτερος νὰ ὁμιλήσῃ....
§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ μετὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, πρὶν γείνῃ ἡ ψηφοφορία, θὰ κάμω μίαν δήλωσιν.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦσαν ὀρθαὶ πᾶσαι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνεκοίνωσεν, ὀφείλω ὅμως νὰ ἀνομολογήσω μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν εἶπε καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισα, οὐδ’ ἠμφισβήτησά ποτε καθ’ ὅλον τὸν βίον μου. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Φιλάρετος εἶπεν, εἶναι ὅτι, οἱ Κυβερνῶντες εἰσὶν ἄνθρωποι. Δὲν σκοπῶ νὰ ἐρευνήσω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτονται οἱ ἄλλοι, ἀνομολογῶ ὅμως ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ φωνή μου θέλει ἀκουσθῆ πανταχοῦ τοῦ Κράτους, ὅτι οὐδέποτε ἠξίωσα, ὅτι αἱ γνῶμαί μου περιέχουσιν ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν, ἢ ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ περιέχωσι πλημμελείας. Καὶ ἂν τοῦτο δὲν τὸ ἠξίωσα κατὰ χρόνους ὁμαλοὺς, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀξιώσω κατὰ περίοδον, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν διῆλθε μέχρι τοῦδε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Καὶ διὰ τοῦτο πρῶτος ἐγώ, εὐθὺς ὡς εἰσήλθομεν εἰς τὴν Αἴθουσαν ταύτην, παρεκάλεσα πάντας ὑμᾶς νὰ ἐρευνήσητε τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ἐλέγξητε αὐτὴν μετὰ τῆς εὐθύτητος καὶ ἀκριβείας, τὴν ὁποίαν τὸ κρίσιμον τῶν καιρῶν ἐνδεικνύει εἰς πάντα βουλευτὴν καὶ εἰς πάντα Ἕλληνα ὡς καθῆκον ἐπιτακτικὸν, καὶ νὰ ἀνακοινώσητε τὸ πόρισμα τῆς ἐξελέγξεώς σας ταύτης, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι τυγχάνομεν ὡσαύτως πολῖται Ἕλληνες ὡς πάντες ἡμεῖς, ἠθέλομεν ὑποβάλει ἡμᾶς αὐτοὺς προθύμως. Οὐδὲ ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε τύχει τοσούτων ἑρμηνειῶν, ὅσων ἔτυχε σήμερον, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν μετὰ πεποιθήσεως καὶ μετὰ εἰλικρινείας ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν συνεβούλευσα αὐτὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν ἡ μυστικὴ συνεδρίασις ἐσκόπει νὰ θεραπεύσῃ ἐπιθυμίαν, ὅπως ἐκτεθῶσιν ἐν τῷ μέσῳ καὶ γένηται γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι μέχρι τοῦδε δὲν ἐτύγχανε γνωστὸν, ὑπάρχει δὲ κεκρυμμένον ἐν τοῖς χαρτοφυλακίοις τῶν Ὑπουργῶν, ἐδήλωσα μετὰ παῤῥησίας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὕτη πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι, νομίζομεν μάλιστα ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀρνηθῶμεν πᾶσαν παραπλησίαν ἀνακοίνωσιν. Ἐὰν δὲ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις ἐσκόπει νὰ ἐπαναγάγῃ τὴν ἔρευναν παρελθόντος ἐγγυτέρου ἢ ἀπωτέρου, νὰ ἀναζητήσῃ εὐθύνας ἐπὶ πεπραγμένων πρὸ τοῦ συμβεβηκότος τῆς Φιλιππουπόλεως, νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὕτη δὲν συμβιβάζεται πλέον μὲ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν κρίνω μάλιστα τὴν ὥραν ταύτην κατάλληλον, διὰ νὰ ἀρξώμεθα αὖθις ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων καὶ νὰ διασπώμεθα, κατακερματιζόμενοι ὑπὸ παραπλησίου ἐλέγχου. Δὲν ὤκνησα ὅμως νὰ ὑποβάλω τὴν πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλάβηται τούτου, διότι μόνον τοῦτον τὸν ἔλεγχον κρίνω συμβιβαζόμενον σήμερον μὲ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Ἐφρόνουν δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν στερεῖται τῶν μέσων διὰ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον, ἐὰν ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον τοῦτο. Καὶ εἶπον ὅτι νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐστερεῖτο τῶν μέσων, διὰ νὰ ἐπιλάβηται ἀμέσως τοῦ ἐλέγχου τούτου, διότι γνωσταὶ ἦσαν αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήρισαν ἰδίως τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον μετῆλθε μετὰ τὸ συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως. Καὶ ἡ πολιτεία αὕτη τοῦ Ὑπουργείου ἦτο καταφανὴς τοῖς πᾶσιν· ἐὰν δὲ ἐπὶ λεπτομερειῶν ἤθελε γεννηθῆ ὁ πόθος περαιτέρω πληροφοριῶν, δὲν ἦτο δύσκολον νὰ γένηται καταληπτὸν, ὅτι πρόθυμοι εἴμεθα νὰ καταθέσωμεν καὶ τὰς περὶ τῶν λεπτομερειῶν τούτων πληροφορίας, ἀφοῦ προεβάλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς πρῶτοι εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ δὲν προεβάλομεν ἡμᾶς καὶ τὴν πολιτείαν ἡμῶν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν φόβον τῆς εὐθύνης, διότι ἔχομεν ἱκανὸν σθένος ψυχῆς, ἵνα ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς κρίνομεν αὐτὸ, πεποιθότες, ὅτι καὶ ἂν ἡ ζητηθησομένη ποτὲ εὐθύνη, νομικὴ ἢ πολιτικὴ, ἤθελε συμβῆ νὰ μὴ ὑπάρξῃ πόρισμα πλήρους καὶ εὐρέος ἐλέγχου, ἔχομεν, λέγω, ἀρκετὸν σθένος ψυχῆς διὰ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἱστορικὴν εὐθύνην καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ στεγάσωμεν τὰ ὀνόματα ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἐτυμηγορίαν ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον κρίνει ἡμέραν τινὰ ἀπαθέστερον καὶ εὐθύτερον. Ἀλλὰ προεβάλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς πρῶτοι καὶ ἀμέσως εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς δι’ ἄλλον πρακτικὸν λόγον, ἐνδεικνυόμενον ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν γνωρίζομεν ἐὰν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ὑπάρχωσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι οἱ Κυβερνῶντες πρέπει νὰ ρυμουλκῶσι τὰ ἔθνη. Ἤκουσα πρὸ μικροῦ τοιαύτην γνώμην παρά τινος τῶν προαγορευσάντων· ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ὁποῖον μάλιστα λειτουργεῖ ἐν Ἑλλάδι. Ἐγὼ φρονῶ πεποιθότως, ὅτι οἱ Κυβερνῶντες πρέπει νὰ ρυμουλκῶνται ἀπὸ τὰ ἔθνη καὶ ὀφείλουσι νὰ χρησιμεύωσι πάντοτε ὡς ἡ ἔκφρασις τῶν διανοημάτων καὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἐθνῶν. Προεβάλομεν λοιπὸν ἡμᾶς αὐτοὺς πρῶτοι εἰς τὸν ἔλεγχον, διὰ νὰ ἀκούσωμεν ἐὰν οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἀποδέχωνται τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετήλθομεν μέχρι τοῦδε, καὶ νὰ δώσωμεν εἰς πάντα εὐκολίαν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Προσεθήκαμεν μάλιστα, ὅτι, ἐπειδὴ θεωροῦμεν τοσούτῳ ἀναγκαίαν τὴν γνώμην, ἥτις θὰ ἐκφρασθῇ ἐπὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, διὰ τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ ποιήσωμεν γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ στεγασθῶμεν ὑπὸ μόνην τὴν προστασίαν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐξενεχθῶσι γνῶμαι ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἀλλοῖαι περὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων, καίτοι μὴ εὑρίσκουσαι ἐν αὐτῇ ἀποδοχὴν, ἂν αἱ γνῶμαι αὗται ἤθελον εὕρει ἀποδοχὴν ἐν τῷ ἔθνει, ἡμεῖς προθύμως ἠθέλομεν ἀποχωρισθῆ τῆς Ἀρχῆς, παρέχοντες τὰ μέσα καὶ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ἵνα κρατήσωσιν αἱ γνῶμαι αὗται. Καὶ σήμερον μετὰ θλίψεως ἤκουσα, ὅτι οἱ λόγοι μου παρεφράσθησαν διὰ τοῦ πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα, καὶ ὅτι παρεστάθημεν ζητοῦντες παρ’ ὑμῶν νὰ μᾶς δώσητε ψῆφον ἄνευ ἐρεύνης καὶ ἐλέγχου, ἄνευ γνώσεως τῶν πραγμάτων, διότι θέλομεν νὰ στερήσωμεν ὑμᾶς τῶν φώτων, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην, ἵνα σχηματίσητε τὴν γνώμην σας. Καὶ ποίων τάχα πληροφοριῶν ἔχετε ἀνάγκην, ἵνα κρίνητε ἂν ἡμεῖς ἐπολιτεύθημεν καλῶς ἢ κακῶς καθ’ ὃν χρόνον ἡ εἴδησις τῶν συμβάντων ἐν Φιλιππουπόλει ἔφθασεν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν; Δὲν λυποῦμαι, οὐδὲ παραπονοῦμαι, ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐδήλωσε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐκ τριῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸς ἐθεώρει προτιμοτέρας τὰς δύο, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠκολούθησε. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν ἔχω νὰ ἐκφέρω κατ’ αὐτοῦ παράπονον. Ὁ κ. Φιλάρετος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐθεώρει προτιμότερον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προέβαινεν εἰς ἄλλην τινὰ πρᾶξιν, εἰμὴ εἰς μίαν μόνον διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ τολμήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Φιλιππουπόλει, ἢ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε θέσει τὴν ὑπογραφήν της εἰς ἓν ἔγγραφον διαμαρτυρίας, σταυρόνουσα μετὰ τοῦτο τὰς χεῖρας, ἐπροτίμα ὁ κ. Φιλάρετος, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβαινεν ἀμέσως τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ κατελάμβανεν ὅσας ἤθελε δυνηθῆ περισσοτέρας πόλεις καὶ κώμας, οὐδέποτε ὅμως ἐδέχετο τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις μετῆλθεν. Εἶπον ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου βουλευτοῦ. Ὡς ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ κρίνωμεν καὶ κρίνοντες νὰ πράξωμεν, δικαίωμα ὡσαύτως ἔχει καὶ ὁ κ. Φιλάρετος νὰ κρίνῃ καὶ, κρίνας, νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελον ὑποληφθῆ θεραπεύων ἀκαίρως τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, ἤθελον κάμει γνωστὸν εἰς τὸν κ. Φιλάρετον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπικρινομένη πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος μέχρι τοῦδε. Ἤθελον δὲ προσθέσει εἰς αὐτὸν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ ἀναδράμῃ τις εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν πεντήκοντα τελευταίων ἐτῶν καὶ ἐρευνήσῃ ἐὰν συνέβη πολλάκις πολιτεία τις οἱαδήποτε τῆς Ἑλλάδος νὰ παραγάγῃ τοσοῦτον ταχέως ἀποτελέσματα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως παρήχθησαν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων. Τὸ πρόγραμμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οὐ μόνον τῆς παρούσης, ἀλλὰ πασῶν τῶν ἀπὸ τοῦ 1878 συσταθεισῶν, ἦτο ἡ διατήρησις τοῦ καθεστῶτος ἐπὶ τῆς Χερσοννήσου τοῦ Αἵμου, τὸ ὁποῖον καὶ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον δημιουργήσει μετὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον διὰ τῶν συνθηκῶν. Ἂν ἄνευ προηγήσεως οὐδενὸς ἄλλου συμβεβηκότος, ἄνευ ἐντάσεως τῶν σχέσεων μεθ’ ὁμόρου τινὸς Κράτους ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἡγεμονίας τῆς Βουλγαρίας ἔσπευσε νὰ δεχθῇ τὴν πρόσκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐσωτερικὸν ἐν Φιλιππουπόλει κίνημα ἀπηύθυνε πρὸς αὐτήν, καὶ νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας μετὰ τῆς Ἡγεμονίας, αὐτὸ ἀπετέλεσε παράβασιν συνθήκης, τὴν ὁποίαν ἐτόλμησαν οἱ τὸ κίνημα τοῦτο παρασκευάσαντες καὶ ἐκτελέσαντες. Ἂν δὲ κατὰ μίμησιν ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἤθελε πειραθῆ τὴν αὐτὴν πολιτικήν, ἤθελε πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐν Ῥωμυλίᾳ καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ ἐπράχθη, ἀφαιρουμένη τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπικρίνῃ καὶ νὰ μεμφθῇ τὸ ἐν Φιλιππουπόλει γενόμενον. Δὲν θέλω νὰ ποιήσωμαι μνείαν τινὰ τῶν εἰδικῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Ἑλληνικὴ Χώρα καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς κατὰ τὴν 8 καὶ 11 7βρίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐπανόδου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἔγεινε μετὰ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπικρίσεως, εἶμαι ἠναγκασμένος οὐχὶ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσω ἕκαστον τῶν κυρίων βουλευτῶν νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον διὰ νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ πληροφορηθῇ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο αἱ χρηματικαὶ σχέσεις αὐτοῦ καθ’ ἣν ὥραν ἡμεῖς, ἀπόντος τοῦ Βασιλέως, συνεκαλοῦμεν τὰς δύω ἡλικίας τῶν ἐφέδρων καὶ ἐλαμβάνομεν τὸ μέτρον νὰ συγκεντρώσωμεν στρατόπεδον ἐκ 10,000 ἀνδρῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλὰ τέλος πάντων καὶ ἐκεῖνοι τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς διαμαρτυρίας καὶ νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ δράμωμεν νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια διὰ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον εἴχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας, ἔχουσι δικαίωμα νὰ προβάλωσι τὴν γνώμην των καὶ τὰς αἰτιολογίας αὐτῆς, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ ἀνακοίνωσις καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν τοιούτων γνωμῶν ἤθελε προκαλέσει τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἂν ἐτύγχανε δὲ τῆς ἐπιδοκιμασίας αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲν ἐσκοποῦμεν νὰ ζητήσωμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν μᾶς χορηγεῖ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ποίαν ἐκ τῶν τριῶν ὁδῶν, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Φιλάρετος, ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἠκολούθησεν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε, ποίων ἄλλων φώτων ἔχει ἀνάγκην; Καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην φώτων, διατί δὲν ζητεῖ αὐτὰ παρ’ ἡμῶν; Ἡμεῖς προθύμως ἠθέλομεν τὰ χορηγήσει. Ἐξακολουθῶ δὲ νὰ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ χορηγήσωμεν αὐτὰ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν καὶ ὄχι νὰ κρυβῶμεν ἐν τοῖς ἀποῤῥήτοις τῶν συνεδριάσεων, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἠρώτησεν εὐλόγως τὸν πρὸ μικροῦ καταβάντα τοῦ βήματος ποῦ εὗρεν ἀναγεγραμμένον τὸ πόρισμα ἢ τὴν πολιτικὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέγνωσεν· ὁ δὲ κ. Φιλάρετος ἀπήντησεν, ὅτι ἐπορίσθη αὐτὸ ἀπὸ τὸ «γεννηθήτω φῶς», τὴν συγγραφὴν τοῦ ὁποίου ἀνεβίβασεν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος ἡμῶν. Εἶμαι ἀναρμόδιος νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῆς ῥήσεως ταύτης τοῦ κ. Φιλαρέτου· ἐνθυμοῦμαι ποῖον ἔδωκε χαρακτηρισμὸν σεβαστὸς ἀνὴρ πολιτικός, ὁ ὁποῖος ἐσυνείθιζε νὰ κάθηται εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην (δεικνύει τὴν θέσιν, ἐφ’ ἧς ἐκάθητο ὁ Α. Κουμουνδοῦρος). Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἐκείνου καὶ ἡ γνώμη εἶχε περιβληθῆ διὰ μεγάλου κύρους ἕνεκα τῶν παρατεταμένων ὑπηρεσιῶν του πρὸς τὴν πατρίδα· ἡ δ’ ἐμὴ γνώμη ἐνδέχεται νὰ παρεξηγηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέχω νὰ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἱστορικῆς ἀξίας τοῦ ἔργου. Ἂν μοὶ ἐπέτρεπεν ὅμως ὁ διακεκριμένος προσωπικὸς φίλος μου κ. Φιλάρετος νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ ἡλικία μου μοὶ ἐπιτρέπει νὰ τῷ εἴπω, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ δυσπιστῇ εἰς τὰς πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας προσέφυγε, διὰ νὰ διδαχθῇ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του. Μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας ἐποιήσατο μνείαν, ἀγνοῶ πρὸς τίνα σκοπὸν, ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν δῆθεν ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπηύθυνα πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Ἐξακολουθεῖ νὰ πιστεύῃ ἔγγραφα ἀπόκρυφα, τὰ ὁποῖα ἡ κακοπιστία, ἢ ἡ δίψα πρὸς θεραπείαν τῆς κοινῆς περιεργείας διεσκεύαζε καὶ ἐδημοσίευσεν. Ἐπίστευσεν ὁ κ. Φιλάρετος, ὅτι ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ μεταφράσει τοῦ ἀνυπάρκτου ἐκείνου ἐγγράφου εὗρε φράσεις, τὰς ὁποίας ἀπήντησεν, εἴτε ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, εἴτε εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω ὑπαινιγμὸν τοιοῦτον καὶ νὰ μὴ βεβαιώσω ἀμέσως τὸ ἀνύπαρκτον τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Ἡ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε πρὸς τὰς Δυνάμεις διὰ τῶν Πρέσβεών της τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δώσῃ, ὅταν αἱ Δυνάμεις εὐμενῶς ἀπηύθυναν πρὸς αὐτὴν συμβουλὰς φιλικάς. Δὲν γνωρίζω δὲ ἕτερον ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγράφη μέχρι τοῦδε, ἵνα περιέλθῃ εἰς ἐπίσημον γνῶσιν τῶν Δυνάμεων. Εἰς μάτην ἑπομένως κατέτριψε τὸν χρόνον, ἀναζητῶν ὁμοιότητας εἰς φράσεις καὶ λέξεις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ἰδίως, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν καὶ μετὰ τῶν τριῶν προαγορευσάντων, εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν περὶ τοῦ καθήκοντος ἡμῶν νὰ μὴ εἴπωμέν τι ὡρισμένον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν Τόπον περὶ τῆς μελλούσης πορείας τῆς Ἑλλάδος· νὰ εἴπωμεν, λέγω, ἄλλο τι ἢ ὅσα εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν Τόπον ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου. Ἀπορῶ δὲ πῶς αἱ φράσεις καὶ αἱ λέξεις, τῶν ὁποίων ἐχρήσατο ὁ Βασιλικὸς Λόγος, κρίνονται ἀσαφεῖς καὶ ἐστερημέναι ἐννοίας. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι αἱ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν, ἐλέχθησαν μετὰ πάσης σαφηνείας. Κρίνομεν δὲ ματαιοπονίαν ἀληθῆ νὰ προσφύγῃ τις νὰ ἐρευνήσῃ τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες ἐνεποιήθησαν εἴς τινας τὴν ἡμέραν ἐκείνην μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, διότι ἠθέλομεν μεταπέσει εἰς μικρὰν ἀληθῶς πολιτικήν. Καὶ μικρὰ ἦτο ἀληθῶς ἡ πολιτικὴ, ἥτις κατέφυγε τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὰς ὁδοὺς, ἵνα εὕρῃ πολίτας καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ εἰς αὐτοὺς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, πειρωμένη νὰ διαμορφώσῃ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ φρόνημα τῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους κατοικούντων συμπολιτῶν ἡμῶν. Μοὶ φαίνεται δὲ ἥκιστα κατάλληλος ὁ καιρὸς νὰ καταβιβάζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς πάντες οἱ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ καθήμενοι εἰς ἐπιζήτησιν μέσων τοιούτων, ὅτε τοσαῦτα μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα παρίστανται, δεόμενα προστασίας καὶ συνδρομῆς, καὶ καθ’ ὃν χρόνον οὔτε πρόχειρος, οὔτε πλήρης παράκειται ἡ συνδρομὴ καὶ ἡ προστασία, τῆς ὁποίας ταῦτα χρήζουσιν. Ἐξεναντίας, κρίνω μᾶλλον ἁρμόζον εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα, καὶ εἰς πάντα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀληθῶς εὐγενῆ ταύτην φυλὴν, ν’ ἀνυψώσῃ ἑαυτὸν κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ὑπεράνω τοῦ ἐγὼ, ἀναβάλλων καὶ προσδοκῶν, ὅτι θέλει ἔλθει ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει δυνηθῆ εὐσχήμως καὶ εὐπρεπῶς ν’ ἀμυνθῇ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου ἐγώ. Ποίαν περισσοτέραν ἠδυνάμεθα νὰ παράσχωμεν εἰς ὑμᾶς πληροφορίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου παρέσχομεν, καὶ δι’ ὧν ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν; Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς σπουδαιότητα ἢ νὰ μὴ ψηφίσῃ ἀσυνειδησίαν εἰς Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἤθελε σπεύσει νὰ εὐχαριστήσῃ περαιτέρω τὴν δίψαν τῆς γνώσεως τοῦ κανονισμοῦ καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ μέλλοντος. Ὅταν αὐτὴ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ καθεστῶτος, τοῦ δημιουργηθέντος ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, ἐνδεικνύῃ τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο δὲν εἶναι ἀσφαλὲς, ἀφοῦ δύναται Κυβέρνησις γείτονος Ἡγεμονίας νὰ πειραθῇ νὰ τὸ ἀνατρέψῃ, ποίαν ἄλλην ἐξήγησιν παρ’ ἡμῶν θέλετε, διὰ νὰ μάθητε πῶς κρίνωμεν τὰ γενόμενα ἐν Φιλιππουπόλει, ἢ διὰ νὰ πληροφορηθῆτε πῶς κρίνομεν περὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἢ περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν διὰ νὰ ἀποσοβήσωμεν, ἢ διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντά μας ταῦτα; Ὅταν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς ἔσπευδον νὰ ἀνταλλάξω ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργείου μεθ’ ὑμῶν, κύριοι, τὰς ἰδέας μας καὶ τὰς γνώμας μας, ἐδήλουν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μέγεθος τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου νὰ μὴ ἀπόσχῃ οὐδενὸς μέσου, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἢ νὰ προστατεύσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ποίας ἄλλης περαιτέρω ἐχρῄζετε, κύριοι συνάδελφοι, πληροφορίας, διὰ νὰ μάθητε τί τέλος πάντων τὸ Ὑπουργεῖον ἐργάζεται καὶ πῶς κρίνει, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἐνέργειαν αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιαύτην γνώμην ὑπαγορεύουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα περὶ ὧν ὁ λόγος, νομίζω ὅτι δι’ αὐτὸ τοῦτο πρέπει μετὰ θάῤῥους νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἐλέγχου τῶν ἀπὸ τῶν συμβάντων τῆς Φιλιππουπόλεως μέχρι τοῦδε πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἀποφανθῆτε ἐὰν ἠπατήθη ἢ οὔ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη τῶν γενομένων καὶ καθ’ ὃν κρίνει περὶ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ τοῦτο, διότι ἐδηλώσαμεν ὅτι νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπόσχωμεν παντὸς μέσου, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τοὺς κινδύνους τοὺς ἐπικειμένους εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἢ νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτά, δι’ αὐτὸ τοῦτο ἀπαιτεῖται ὁ ἔλεγχος τῆς εἰρημένης πολιτείας ἡμῶν. Δι’ αὐτὸν ἰδίως τὸν λόγον οὐδέποτε ἠξιώσαμεν, ἀποτεινόμενοι πρός τινα, νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῶν προτάσεών μας ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγματικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἐπροκαλέσαμεν πάντας, ἵνα ἐρευνήσωσι καλῶς αὐτὰ καὶ νὰ μὴ παράσχωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἰμὴ μόνον ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν, ὅτι εἰσὶν ἀναγκαῖα πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν οἱ ψηφίζοντες νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Αἱ προτάσεις ἡμῶν ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀντελήφθημεν τῶν πραγμάτων, καὶ κρίνομεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐργασθῶμεν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ· διότι καὶ κατὰ τοῦτο ὑπολειπόμεθα πολὺ κατὰ τὰς εὐκολίας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην. Ἀλλ’ οἱ μὴ κρίνοντες ὅπως ἡμεῖς ἐπὶ τῶν πραγμάτων, οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν πρέπει τοιαύτην νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλείου, ἔχουσι καθῆκον νὰ μὴ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα, καὶ ἀπαιτεῖται ἀληθῶς νὰ περικόψωσι τὰ ζητούμενα, διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἡ γνώμη αὐτῶν καὶ ἐφαρμοσθῇ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ νομίζουσιν ὠφέλιμον εἰς τὸν Τόπον. Δὲν λέγομεν λοιπὸν «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα»· παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ σκεφθῆτε καὶ βασανίσητε τὰ πράγματα, διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ πολιτευθῶμεν συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους. Καὶ λέγω ὀφείλομεν νὰ πολιτευθῶμεν συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, διότι τοῦτο καὶ μόνον εἰμπορεῖ νὰ παράσχῃ πιθανότητας, ἢ νὰ αὐξήσῃ τὰς ὑπαρχούσας πιθανότητας περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς πολιτικῆς ταύτης. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἐνασκοῦσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων τῶν κ.κ. συναδέλφων αἱ ἐπὶ τῶν προσώπων γνῶμαι αὐτῶν· οὐδὲ γνωρίζω κατὰ πόσον δρᾷ ἐπὶ τῆς περὶ τοῦ πρακτέου γνώμης ἑκάστου ἡ πρὸς τὰ πρόσωπα προσωπικὴ ἐμπιστοσύνη. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετατρέπουσι τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκτοπίζουσι τὴν ἔρευναν ἀπὸ τοῦ ἀληθοῦς ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιστραφῇ, ἐπὶ τὴν ἔρευναν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ Κυβερνῶσι σήμερον ἢ νὰ ἀναχθῶσιν αὔριον ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ οὗτοι ἀκολουθοῦσι μικρὰν πολιτικήν. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἔντιμον ἐκ Βώλου βουλευτὴν νὰ μὴ ὀλισθήσῃ εἰς τὰς μελέτας του ἐπὶ τοιαύτην ἔρευναν, διότι θέλει ἀπολέσει εἰς μάτην τὸν χρόνον του. Δὲν εἶνε καιρός, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπηρεάσωσιν αἱ περὶ τὰ πρόσωπα μελέται, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι—καὶ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι πάντων τῶν συναδέλφων μου—ἡμεῖς πρῶτοι ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ καταλίπωμεν τὴν Ἀρχήν. Ἡ ἀληθὴς ἔρευνα εἶνε ἡ ἔρευνα τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, διότι τὸ ζήτημα εἶνε τῷ ὄντι μέγα. Δὲν ἐξεύρω ἐὰν πρέπει νὰ θέσῃ τις αὐτὸ ἐκεῖ ὅπου τὸ ἔθεσέ τις τῶν προαγορευσάντων. Τὸ ἢ νὰ χαθῶμεν ἢ νὰ ἐπιτύχωμεν εἶνε δύσκολον ζήτημα, ὡς εἶνε δύσκολον νὰ ἀποφανθῇ τις ἂν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπιτυχία ἡ καθολικὴ ἀνατροπὴ τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, χωρὶς νὰ πληρωθῶσιν ἀκεραίως οἱ ἐθνικοὶ πόθοι. Πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα εἰσὶ λίαν σοβαρά. Καὶ ἂν ἡ ἔρευνα αὕτη ἦνε δυσχερής, ἡ κατὰ τὴν ἀνέλιξιν τοῦ ζητήματος διεξαγωγὴ καὶ προστασία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δὲν εἶνε ἔργον τοσούτῳ εὔκολον, ὥστε νὰ ἐγείρῃ τὴν ἐπιθυμίαν ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ζητῆτε νὰ σᾶς ἀνακοινώσωμεν προσδιορισμούς, τοὺς ὁποίους εἶνε ἐνδεχόμενον καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην νὰ μὴ κατέχωμεν ἀσφαλῶς. Ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος μὲ ἐμποδίζει νὰ ποιήσωμεν γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐπιτακτικὸν καθῆκον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἔχομεν, οὐχὶ νὰ ἐνθουσιάσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι εἶνε πλήρης ἐνθουσιασμοῦ, καὶ διὰ πραγμάτων τὸ ἀπέδειξεν, ἀλλὰ νὰ χειραγωγήσωμεν τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτοῦ. Καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν μετὰ πάσης δραστηριότητος εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Θέλει εἶσθαι τῷ ὄντι εὐτύχημα, ἐὰν ἡ διεξαγωγὴ καὶ περαίωσις τῆς μεγάλης ταύτης πολιτικῆς κρίσεως ἤθελεν ἐπέλθει αἰσία πρὸς τὰ συμφέροντα ἡμῶν, χωρὶς νὰ γένηται ἀνάγκη νὰ ποιήσηται τὸ Ἔθνος χρῆσιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ δυνάμεων. Καὶ ἐν τοιαύτῃ ἀκόμη περιπτώσει ἤθελεν ὑπερηφάνως ἀναλογισθῇ, ὅτι αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὡς Κράτος ὑπεβλήθη, καὶ αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας οἱ πολῖται μετὰ τοσαύτης ἔσπευσαν προθυμίας νὰ ὑπαχθῶσι, δὲν ἀπέβησαν εἰς μάτην· διότι μόνον ἡ παρασκευὴ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἤρκεσε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν αἰσίαν διεξαγωγὴν τῆς μεγάλης ταύτης πολιτικῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ὅμως ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀνάγκης ἡ ἀδυσώπητος φωνὴ ἤθελε καταστήσει ἀναπόφευκτον πρὸς διάσωσιν καὶ προστασίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τὴν χρῆσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, ὡς μέλος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλομεν ἔχει ἀντάλλαγμα τῶν θυσιῶν ἢ τῶν ζημιῶν, εἰς τὰς ὁποίας θέλομεν ὑποβληθῆ τὴν ἀνύψωσιν τῆς ἀρχαίας δόξης τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος· προσδοκῶ δὲ πάντοτε, ὅτι ἡ προστασία τοῦ Ὑψίστου δὲν θέλει λείψει ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§56Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ νομίζω, ὅτι ὅλοι συνηθροίσαμεν τὸ πόρισμα τῶν ἐσωτερικῶν διαλογισμῶν μας. Κατὰ μέρος ἡ φρασεολογία· εἶνε ἀδύνατον νὰ ἀναλύσητε τὸν λόγον οἱουδήποτε ἀνθρώπου, χωρὶς νὰ ἀνακαλύψητε ἐπὶ τέλους τὸν κύριον στοχασμὸν αὐτοῦ. Δύναται νὰ ἦνε μακροσκελὴς καὶ περιφραστικὸς ὁ λόγος, δύνασθε νὰ κοπιάσητε πολὺ εἰς τὴν ἀνάλυσίν του, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους θὰ τὸν ἀναγκάσητε νὰ προδώσῃ τὸ μυστήριον αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως μεθ’ ὅλους τοὺς ἑλιγμοὺς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο πρὸ ὀλίγου μίαν διομολογίαν ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον νὰ σημειώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρὸς χρῆσιν ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸ βάρος τῆς θέσεως αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ὄγκον τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται, χωρὶς νὰ καταληφθῇ ὑπὸ δέους. Καὶ καταληφθεὶς ὑπὸ δέους, σᾶς ὡμολόγησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη προσδιωρισμένας ἰδέας καὶ ὅτι ἡ κίνησις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας εἶνε πρὸς τὸ θεαθῆναι, ὡς διπλωματικὴ μᾶλλον διεκδρομή. Ἐὰν θέλωμεν νὰ περικαλύπτωμεν, εἴμεθα κύριοι ὅλων τῶν περικαλυμμάτων. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν νὰ ὁμιλῶμεν τὴν γλῶσσαν τῆς ἐθνικῆς ἀληθείας, ἐὰν εἴμεθα ἐντεταλμένοι νὰ ἐπιστατήσωμεν εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν καθαρῶς καὶ ἀμέσως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: εἶσαι ἕτοιμος νὰ πολεμήσῃς καὶ ἐγέρθητι· δὲν εἶσαι ἕτοιμος νὰ πολεμήσῃς καὶ σταμάτησον· Τὴν σκέψιν τὴν ἔχει ἐν τῇ κεφαλῇ του ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ διατυπώσῃ αὐτὴν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους μὲ ὅλην τὴν σαφήνειαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ κρίσιμος θέσις τῆς Ἑλλάδος. Ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους πληροφορίας, καὶ ἐρωτῶ ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν ἂν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, κατὰ τὰς ὁποίας συναντήθημεν ἐδῶ, ἐμάθατέ τι πλειότερον ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ διαβάται τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἤκουον ἀπὸ τὸ παράθυρον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τί λοιπὸν διαφέρετε σεῖς ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες εἴτε μὲ τὸ φῶς τῶν λαμπάδων, εἴτε μὲ τὰς φωνὰς τῶν ὀργάνων τῶν μουσικῶν ἐζήτουν ἓν ἔργον, μίαν ἰδέαν, καὶ ἐλάμβανον εἰς ἀπάντησιν λέξεις κενὰς ἐννοίας; Τί λοιπὸν εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις εἶσθε οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἠθελήσατε πληροφορίας, καὶ εἴχατε δικαίωμα πρὸς τοῦτο. Τὰς ἠθελήσατε ἐν φανερῷ, τὰς ἠθελήσατε ἐν μυστικῷ. Εἰς μάτην. Ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν σᾶς δίδει τοιαύτας. Ἀλλὰ τότε τί ζητεῖ παρ’ ὑμῶν; Ζητεῖ νὰ ψηφίσητε ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει, χωρὶς νὰ σᾶς δώσῃ τὸν λόγον τῆς σπουδαιότητος, ἐὰν ἦναι τῳόντι ἄξια τοιαύτης. Σᾶς τὰ ζητεῖ, χωρὶς νὰ ἔχῃ καθωρισμένον καὶ προδιαγεγραμμένον σχέδιον· διότι, ἂν τὸ εἶχε, ἤθελε τὸ ὑποβάλει ἐνώπιον τῆς ἐντίμου Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει σήμερον ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν. Δὲν θέλομεν βεβαίως τὴν δημοσίευσιν σχεδίων λεπτομερείας, δυναμένων νὰ ὠφελήσουν τὰς ἐχθρικὰς παρατάξεις ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐφαρμογῆς· ὄχι. Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν, ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ εἴπῃ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ σαφῶς ποῖος εἶναι ὁ ἐχθρὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ. Εἶνε ὁ Βούλγαρος; Εἶνε ὁ Τοῦρκος; Ἐὰν ἦνε ὁ Τοῦρκος, ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Δηλιγιάννην, πρὸς τί οἱ μεγαλόσταυροι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δίδονται τόσον ἀφειδῶς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Σουλτάνου; Ἤθελον ἐρωτήσει, ποία λοιπὸν ἡ ἔννοια τῶν τιμαλφῶν κοσμημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Σουλτάνος δίδει εἰς ἀνταμοιβὴν, δὲν ἠξεύρω τίνων ὑπηρεσιῶν, πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν μας; Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ποία εἶνε ἡ ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς πρόνοιά του εἰς τὰς παραμονὰς ἀγῶνος, ὅστις δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ τὸ πνεῦμα τῆς ἀναστατώσεως ὁλοκλήρου τῆς Ἀνατολῆς; Οἱ λόγοι ὑμῶν, κ. Πρωθυπουργέ, εἶνε εἰκόνες τῶν διανοημάτων σας. Ἄλλην γλῶσσαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ θρόνου τῆς Βουλῆς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησε τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως. Ὅταν ὁμιλοῦν οἱ Βασιλεῖς, οἱ λαοὶ ἵστανται προσεκτικοὶ ἵνα ἁρπάξουν τὸ ἐσωτερικὸν νόημα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὴν μεγαλειότητα τοῦ Ἔθνους. Καὶ ὅμως τί ἠκούσατε κατὰ τοσοῦτον ἐπίσημον στιγμήν; ἠκούσατε τὴν Βασιλικὴν Μεγαλειότητα ἀναμασσῶσαν κοινοὺς τόπους, ἀναξίους μαθητοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Ὤφειλεν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἔχει ἓν ξίφος, τὸ ὁποῖον θέλει ἐμπήξει εἰς τὴν καρδίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν δούλην τὴν Ἑλλάδα (εὖγε, εὖγε) Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποθέσῃ τις τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος τόσῳ δειλὸν ἢ τόσον ὑποτελῆ, ὥστε νὰ φοβηθῇ νὰ ὁμιλήσῃ τὴν γλῶσσαν τοῦ μεγαλείου ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ δείξῃ τοὐλάχιστον τὴν λαβὴν τοῦ ξίφους του, ἀφοῦ τὴν αἰχμὴν αὐτοῦ ἐπροτίμα νὰ τὴν ἔχῃ καταδικασμένην εἰς παγετώδη ἀμφιβολίαν. Ἦλθεν ἐν μέσῳ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους νὰ ὁμιλήσῃ ὡς σοφιστής, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ ὡς Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ἔχων ἐγκεχαραγμένον ἐπὶ τοῦ μετώπου του τὸ δαιμόνιον τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δόξης. Ἀλλὰ τὰ χείλη ὑμῶν ὡμίλησαν ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας ὑμῶν, κύριοι διαχειρισταὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἡ ὁποία μᾶς ἐνδιαφέρει ἐν ὅλῃ τῇ καθαρότητι αὐτοῦ, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι περικαλύμματα ἀνάξια τῶν σπουδαίων ἀνδρῶν, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ὁμιλήσῃ ἡ Ἱστορία. Ἐλάλησεν ὁ Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς εὐκολίας, μὲ τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀφήσῃ τὴν Ἀρχήν, ἀρκεῖ οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ τὸ θελήσωσιν. Ἤθελεν εἶναι περίεργον, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν εὐκολίαν ταύτην (ἱλαρότης). Ὡμίλησεν ὁ Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ εὐθύνη ἑκατὸν Πρωθυπουργῶν δὲν ἰσοδυναμεῖ μὲ πολλοστημόριον τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον σύμπας ὁ Ἑλληνισμὸς διατρέχει. Τί πρὸς ἐμὲ ἡ εὐθύνη ἑπτὰ Ὑπουργῶν; Ἐγὼ θέλω τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, θέλω κατὰ σκοπὸν ἔργα. Οἱ ἄνθρωποι δι’ ἐμὲ εἶναι σημεῖα, τὰ ὁποῖα διαβαίνουν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μένει στερεόν, εἶνε ἡ ἰδέα, εἶνε ὁ ὀργανισμὸς καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰδέας. Διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ ἵνα παίξωμεν πρόσωπον βωβόν· ὄχι. Ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὰς Ἐθνικὰς ἰδέας καὶ διὰ νὰ δώσωμεν τελεσιουργὸν δρόμον εἰς αὐτάς. Ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν αἰωνίων νόμων, οἵτινες ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς κοινῆς σωτηρίας. Ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ σώσωμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ θυσιασθῶμεν ἐν ἀνάγκῃ διὰ τὸ μεγαλεῖον αὐτῆς. Δὲν θέλομεν λοιπὸν ἐξέτασιν ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν εἶνε μηδαμινὴ ἀπέναντι τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶνε ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς. Θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἦνε ἀξία τῶν περιστάσεων, δὲν εἶνε Ἕλλην ἐκεῖνος, ὅστις καὶ κατὰ τὴν παραμονὴν ἀκόμη αὐτὴν τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου ἤθελε διστάσει· διότι ὄχι πᾶσα Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ δυναμένη νὰ ἐγείρῃ καὶ μεταχειρισθῇ τὸ Ἔθνος ὡς ἓν ὅπλον ἐν ταῖς χερσὶν αὑτῆς, ἐκείνη εἶναι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιζητεῖ πανταχόθεν. Παρατηρήσατε τὴν ὥραν αὐτὴν τῆς μάχης, πίπτει ὁ Στρατηγὸς, ἔρχεται ὁ Ὑποστράτηγος, ὁ Ταγματάρχης, ὁ Λοχαγὸς, δὲν λείπει καὶ ἡ σειρὰ τοῦ λοχίου. Καὶ σεῖς χωρὶς νὰ ἦσθε ἀκόμη εἰς πόλεμον, καταλαμβάνεσθε ὑπὸ δειλίας νὰ ταράξητε τὸ Ὑπουργικὸν καθεστώς; Βασιλεῖς πίπτουν ἐν τῷ μέσῳ μεγάλων ἀγώνων, θρόνοι ἀνατρέπονται, τὰ δὲ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς, ἐμμένουν, παλαίουν καὶ θριαμβεύουν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤλθομεν νὰ λύσωμεν ἐδῶ ἐν ἀγάπῃ, ἐν ἁρμονίᾳ καὶ ἐν ἀποφάσει ὑπερτέρᾳ τῶν κοινῶν Ὑπουργικῶν διαλογισμῶν. Ἐκεῖνο τὸ σόφισμα, ὅτι εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις δὲν συγχωροῦνται Ὑπουργικαὶ μεταβολαὶ, τὸ θεωρῶ ἀνάξιον σπουδαίας συζητήσεως. Πολὺ ἁπλοῦς πρέπει νὰ μᾶς θεωροῦν οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτοῦ, ὅπως περιμείνωμεν τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἔκβασιν τοῦ ἀγῶνος, ἵνα δώσωμεν δάφνας ἢ στήσωμεν ἰκρίωμα. Ἐννοοῦμεν ἀγῶνα ἐν ὅλῃ τῇ σπουδαιότητι αὐτοῦ, ἐννοοῦμεν ἀγῶνα μετὰ κινδύνων, καὶ θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν διεξαγάγωσι, δύνανται νὰ ἀναβῶσιν εἰς τὸ ὕψος αὐτοῦ. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναλύσωμεν τὴν Πρωθυπουργικὴν πολιτικήν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ τὸ κατηραμένον σύστημα τῆς Πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας μετέβαλε τὸν πρῶτον μεταξὺ ἴσων εἰς πρῶτον μεταξὺ ὑποτελῶν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐπειδὴ ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ τὸν πιστεύωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν τὸν ἐννοοῦμεν, διατί δὲν ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως διαψεύσῃ τὸν παραιτηθέντα Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅταν οὗτος, διακηρύττων χθὲς, ὅτι ἦτο τῆς ἀμέσου πολεμικῆς ἐνεργείας ὀπαδὸς, ἄφινεν εἰς βάρος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ;
§57ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§58ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Μὲ ἀκούει ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶπον ἀκριβῶς τοῦτο.
§60ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἀλλ’ ὅμως εἶσθε ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ νοήματος τούτου.—Ἀπεμακρύνθησαν λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως τρία πρόσωπα καὶ δὲν εἶναι πλέον ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀνεχώρησε κατὰ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου. Ὁ μετασχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ὑποδεικνύει ἀτέλειαν τῆς ἀρχικῆς ἰδέας αὐτοῦ. Θέλομεν ἐξηγήσεις τῆς ἐπελθούσης ὑπουργικῆς δυσαρμονίας... Ἀλλ’ ἐλησμόνησα τὸ σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐναντίον εἰς πᾶσαν ἐξήγησιν. Διὰ τοῦτο, ὅταν συνάδελφοί τινες ἠθέλησαν μυστικὴν συνεδρίασιν, δὲν τοὺς ὑπεστήριξα, διότι μὲ τοιοῦτον σύστημα ἡ μυστικὴ συνεδρίασις ἦτο καθαρὰ ματαιοπονία. — Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δρόμου, τὸν ὁποῖον ἐβάδισεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ τοῦ προκειμένου δράματος ἐξελίξει. Ποία εἶναι ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ καὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις ἔθεσεν ὡς γραμμὴν τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ; εἶναι τὸ πρὸ τῆς 6 Σεπτεμβρίου παρὰ τὸν Αἷμον καθεστώς. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ καθεστὼς, ἐὰν πρόκηται δι’ αὐτὸ νὰ ἐργασθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τόπου, μεταποιεῖ τὴν Ἑλλάδα εἰς χωροφύλακα τῆς Τουρκίας. Ἦσαν ἄλλα διπλώματα, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης ἠδύνατο νὰ ἐκτυλίξῃ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν εἶχεν ἐν ἑαυτῷ τὴν δύναμιν τῆς μεγαλουργίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξελέξατο τὴν τεχνητὴν παρὰ τὸν Αἷμον ἰσοῤῥοπίαν, τὴν τόσον δυσμενῆ πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, ἵνα παρουσιάσῃ τὰ δικαιώματα τούτου. Ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ ἰσοῤῥοπία ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἡ πολιτικὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ—μὲ συγχωροῦν οἱ συνάδελφοί του ἐὰν δὲν τοὺς ὀνομάζω—εἶναι δυστυχῶς πολιτικὴ ἐπαμφοτερίζουσα. Ἦτο, εἶναι καὶ θὰ ἦναι διὰ παντὸς τοιαύτη· διότι, ἔντιμοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, οὐδείς ἐστὶ κρείττων ἑαυτοῦ, ἔχει δὲ καὶ ἡ κρᾶσις καὶ τὸ ἰδίωμα ἑκάστου ἀνθρώπου σημαντικώτατον μέρος εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν δὲν μᾶς δίδετε πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἔθνους, κ. Πρωθυπουργὲ, πῶς ἄλλως θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ πρὸς τὴν Ἑλλάδα καθῆκόν μας ἄνευ ἀναλύσεως τῆς προσωπικῆς πολιτικῆς σας; Αὐτὴ ἡ ἰδιοσυγκρασία, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπον, ἡ ὁποία τὸν παρακολουθεῖ ἀπὸ τῆς νεότητος μέχρι τοῦ τάφου, αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὡς πρώτην ἐγγύησιν ζητοῦν οἱ λαοὶ, ὅταν πρόκηται νὰ ῥίψουν τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον. Θέλετε νὰ σᾶς ἐμπιστευθῶμεν τὸ μέγα ἔργον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ λησμονεῖτε τὴν Ἐθνικὴν Σημαίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν 23 Ἀπριλίου ἀφήσατε νὰ ξεσχίσουν οἱ Βούλγαροι ἐν Φιλιππουπόλει! Ὅταν ἀφίνετε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως νὰ ἐξευτελίζηται κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885 ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ἔπρεπε νὰ περιμένητε τὸν Σεπτέμβριον 1885, καθ’ ὃν ἐθυσιάσθησαν 200 χιλιάδες Ἑλλήνων, κατοικούντων εἰς τὴν Βόρειον αὐτὴν Θράκην τῆς περιλαλήτου ἰσοῤῥοπίας σας. Οἵαν πολιτικὴν μετήλθετε κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, τὴν αὐτὴν θέλετε μετέλθει καὶ κατὰ τὴν δευτέραν. Εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς κράσεώς σας, δηλαδὴ ἡ πολιτικὴ τῶν ὑποχωρήσεων. Δὲν ἤθελον νὰ εἰσέλθω εἰς μείζονας ἀναλύσεις τοῦ φυσιολογικοῦ φαινομένου τῆς πολιτείας σας, ἀλλ’ ὅταν μᾶς στερεῖτε τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προβῶμεν περαιτέρω ἔτι. Ἐρωτῶ ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, κύριοι βουλευταὶ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ διαψεύσῃ ἀμέσως τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι ὁμολογουμένως χρηστὸς, εἶναι ἐργατικὸς, ὅλη του ἡ ζωὴ διῆλθε τῷ ὄντι ἐν εὐλαβεστάτῃ ἐργασίᾳ, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, διατί δὲν ἔχει βάρος; διατί; Εἰπέτε το. Πηγαίνετε εἰς τὰ δημόσια μέρη τῆς πόλεως, ἐρωτήσατε τοὺς ἐμπόρους καὶ βιομηχάνους, ἐρωτήσατε τοὺς φίλους ἀκόμη αὐτοῦ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι εἰς τὰς καρδίας ὅλων κατοικεῖ εἷς μέγας ἐσωτερικὸς δισταγμός. Ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι ἄνθρωπος τῶν φράσεων, δὲν εἶναι ἄνθρωπος τῶν ἔργων. Ἀρνεῖσθε ἡμῖν τὴν ἀποκάλυψιν τῶν γεγονότων καὶ μᾶς ἀναγκάζετε νὰ φυσιολογῶμεν ἐπὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν. Φορέσατε ἄλλο ἔνδυμα, μεταβῆτε ὁ ἴδιος, κ. Πρωθυπουργὲ, εἰς τὴν ἀγορὰν, εἰσέλθετε ἀγνώριστος π. χ. εἰς τὸ Θεωρεῖον ἐκεῖνο, καὶ θέλετε ἀκούσει ἀκριβῶς τὴν ἐτυμηγορίαν σας, ὅτι εἶσθε καλὸς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε βάρος. Βεβαίως εἶναι τινὲς μεταξὺ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ θεωρήσουν ὡς προσωπικὴν τὴν ἔκφρασιν ταύτην. Αἱ προσωπικότητες εἶναι ἀλλότριαι πρὸς τὸ πρόγραμμά μου. Ἀλλὰ δείξατέ μοι, κύριοι, σεῖς οἱ ὁποῖοι στενοχωρεῖσθε τὴν στιγμὴν ταύτην, δείξατέ μοι ἄλλον τινὰ τρόπον διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος, ἤθελον ἀδιστάκτως τὸν προτιμήσει. Ἐὰν ἤρχετο ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ τὸν φάκελλον τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον ἀφήσει τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος καὶ ἤθελον ἀναλύσει ἀριθμοὺς καὶ πράξεις. Ἀλλὰ δὲν ἀνασηκόνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε μίαν ἄκραν τοῦ πέπλου, ὅστις καλύπτει τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν ἡμῶν. Δὲν πρόκειται περὶ διαπραγματεύσεων πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀνήκει εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους αὐτῆς. Ἆρά γε αὐτὸς ὁ συναχθεὶς στρατὸς ἐνεδύθη μέχρι τοῦδε δεόντως; ἐστρατωνίσθη δεόντως; ἐτράφη δεόντως; Θὰ μοὶ εἴπῃ τις, μὴ ἀποκάλυπτε τοιαῦτα πράγματα. Ἀλλ’ ἂν δὲν ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, περὶ τίνος λοιπὸν θέλετε νὰ ὁμιλήσω; Τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς πολεμικῆς ἐνεργείας του, καὶ ἤθελον σᾶς ἐρωτήσει ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀκολουθεῖτε εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν μεγάλην τῶν ἀνθρώπων συγκέντρωσιν; Σπουδαία πολεμικὴ ἐνέργεια ἄνευ σπουδαίου καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ὀργανισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιμελητείας εἶναι τέλειον πρὸς τὴν λογικὴν διαζύγιον. Ποῦ εἶναι ἡ ἐπιμελητεία σας; ταὐτὸν εἰπεῖν ποῦ εἶναι ἡ λογική σας; Ἐὰν ἐνόει σπουδαίως ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ πολεμήσῃ, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν σας ἀπρόσκλητος, ἔπρεπε νὰ εἰπῇ: ἔχω τόσους ἄνδρας, εἶναι ὅλοι ἐνδεδυμένοι, εἶναι ὅλοι καλῶς ὡπλισμένοι, εἶναι ὅλοι καλῶς θρεμμένοι, εἶναι ὅλοι ἀκριβῶς πειθαρχικοί· ἰδοὺ οἱ στρατηγοί μου εἰς τὰς θέσεις των, οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί μου εἰς δραστηρίαν ἐργασίαν, παρατηρήσατε ὅλην τὴν Ἑλλάδα μεταβεβλημένην εἰς στρατόπεδον, ὁπλοστάσια ἐγένοντο οἱ δρόμοι καὶ αἱ πλατεῖαι τῶν πόλεων αὐτῆς. Ἀντὶ τούτων καὶ τῶν παραπλησίων τί ἀκούετε ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Σᾶς ἀφίνω νὰ τὰ ἀναπολήσητε σεῖς μόνοι. Ἠθέλησα νὰ ἴδω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὰς μεγάλας γραμμὰς αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Τίς θὰ τὸ πιστεύσῃ; Παρῆλθον 35 ἡμέραι χωρὶς οὔτε ἓν βῆμα νὰ γίνῃ πραγματικῶς κατὰ θάλασσαν. Μόλις τὴν 21 Σεπτεμβρίου καλοῦνται δύω ἡλικίαι εἰς ἐπιστράτευσιν καὶ μάλιστα μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Τὴν 2 Ὀκτωβρίου μία μικροσκοπικὴ ἔκτακτος πίστωσις ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, τὴν ἐπιοῦσαν σχεδιάγραμμα ναυτικῆς μοίρας καὶ διοικήσεως ἐφωπλισμένων τορπιλλοφόρων. Μόλις τὴν 8 Ὀκτωβρίου γενικωτέρα τις πίστωσις περὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ τὴν 9 Ὀκτωβρίου διάγραμμά τι περὶ τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων. Ὅλα ὑποδεέστερα τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ σκοποῦ— Ἐπιστρέφω εἰς τὴν ξηράν. Ποῦ εἶναι οἱ χίλιοι ἵπποι, τοὺς ὁποίους ἠθελήσατε νὰ ἀγοράσητε ἐν Οὑγγαρίᾳ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἐπρόλαβεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, κύριε Πρωθυπουργέ; Θέλετε νὰ σᾶς πιστεύωμεν. Βεβαιωθῆτε ἠθέλομεν εἰς ὑπερβολὴν τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον, φαίνεται ἑκατὸν λεύγας μακράν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι καταστρεπτικὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔχητε ἀμέριστον τὴν ὑπόληψίν μου, ἐὰν, ἀναβαίνοντες ἐπὶ τῆς ἱερᾶς τοῦ βουλευτικοῦ βήματος θέσεως, τὸ διακηρύξητε κατὰ πρόσωπον ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, τὸ διάβημά σας τοῦτο θὰ εὕρισκον πολὺ φυσικόν. Ἄνθρωπος, ὅστις εἰσῆλθεν εἰς τὴν πολιτείαν μὲ πρόγραμμα εἰρηνικὸν, δὲν δύναται ὡς ἐκ θαύματος νὰ μεταβληθῇ εἰς Ἄρην. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐπερίμενον ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε Δηλιγιάννη, τοιαύτην πολιτείαν. Ἠρχίσατε εἰρηνικῶς, ἔπρεπε καὶ νὰ τελειώσητε εἰρηνικῶς. Ἐὰν δὲ τὰ πράγματα ἐτράπησαν πολεμικῶς, ὠφείλετε νὰ καταθέσητε τὴν Ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνου, ὅστις ἤθελεν ἔχει τὸν πόλεμον εἰς τὸ αἷμά του. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Τὸν αὐτὸν ἄνθρωπον βλέπετε, κύριοι βουλευταὶ, φοροῦντα δύω προσωπεῖα. Τὸν βλέπετε κατὰ πρόσωπον καὶ εἶναι εἰρηνικός. Στρέφεται ὄπισθεν καὶ μεταβάλλεται εἰς δεινὸν πολεμάρχον (ἱλαρότης). Τοιουτοτρόπως δὲν λαμβάνει τὸν καιρὸν ἡ ἰδέα, ἡ ἀληθὴς ἰδέα, νὰ ῥιζοβολήσῃ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἀλλὰ καρκινοβατεῖ αὐτὴ ἡ δυστυχὴς Πολιτεία, διότι ἕκαστος θεωρεῖται ἱκανὸς δι’ ὅλα, ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ πολέμου καὶ εἰρήνης οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά, διὰ τοῦτο καθίστανται ἀμφότερα γελοῖα. Ἐνῷ ὑπάρχουν χαρακτῆρες καὶ κράσεις, εἶναι ἄνθρωποι ὁρμητικοὶ καὶ ἄνθρωποι ἐφεκτικοὶ, εἰς τοὺς ὁρμητικοὺς δώσατε τὸν πόλεμον καὶ εἰς τοὺς ἐφεκτικοὺς διατηρήσατε τὴν εἰρήνην.
§61ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Τί εἶναι αὐτά!
§62ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐκεῖνος ὅστις τὸ ἐρωτᾷ, ἂς μάθῃ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὸ ἐρωτᾷ, δὲν εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ὑψηλῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιδιώκει. Ἐὰν σᾶς τρομάζῃ τὸ ἀληθὲς, τὸ ἄκαμπτον πρόγραμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στερεῶς προσηλωμένα τὰ βλέμματά του, μὴν ὀργίζεσθε κατ’ ἐμοῦ, διότι ματαιοπονεῖτε. Δὲν θέλετε μὲ ἐμποδίσει νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθαρὰν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ἐγκεχαραγμένην εἰς τὸ ἄδυτον τῆς συνειδήσεώς μου. Ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι, ὅτι δὲν σᾶς ἐμπιστεύεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὅτι τὰ γινόμενα παρ’ ὑμῶν γίνονται ἁπλῶς πρὸς τὸ θεαθῆναι. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἴμεθα καταδεδικασμένοι νὰ τρέχωμεν αἰωνίως ὄπισθεν τῶν φαντασμάτων. Θέλετε τὸ ἀσφαλές, τὸ ἀλάνθαστον γνώρισμα τῶν πραγμάτων; Ἰδοὺ αὐτό. Δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἶναι γνώρισμα κατεσκευασμένον ὑπὸ τῆς μεγάλης πείρας τῶν λαῶν. Θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ πολεμικὴ τροπή, τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὸ ἀκατάσχετον αἴσθημα τοῦ Ἔθνους, εἶναι προσηλωμένη ἐπὶ τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἵσταται εἷς ἄνθρωπος, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ εἷς ἄνθρωπος εἶναι ὁ Γεώργιος ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐνόσῳ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι καρφωμένος εἰς τὴν ἔπαυλιν αὐτοῦ, μὴ ὁμιλῆτε, κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ κύριοι Πρωθυπουργοί, περὶ πολέμου. Προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ καλυφθῆτε μὲ τὴν σινδόνην τῆς ἐντροπῆς. Ὁ πόλεμος θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἐπὶ τέλους εἶναι ὑπόχρεως ἄνευ περιστροφῶν νὰ ἐκφρασθῇ. Τί θέλει; Θέλει τὸν πόλεμον, ἢ θέλει τὴν εἰρήνην; εἶναι καιρὸς νὰ τὸ εἴπῃ. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἦτο πολεμικός, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ Κυβέρνησιν ἀληθῶς πολεμικήν. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἐπροτίμησε νὰ μεταβληθῇ εἰς δίλημμα. Ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι μὲ τοῦτο αἱ Μοῖραι τῆς Ἑλλάδος δὲν θέλουσι καθυστερήσει. Τὸ συμπέρασμά μου λοιπόν, ἔντιμοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἶναι ἁπλοῦν, ὅσον καὶ ἡ ἰδέα, ἥτις τὸ ἐμπνέει. Ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι πολεμικός. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι πολεμικός. Τί μένει; Μένει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις, ἂν ἦναι καὶ αὐτὸς εἰλικρινῶς πολεμικός, ὀφείλει νὰ ἐξηγηθῇ, ὅπως μόνοι οἱ λαοὶ γνωρίζουν νὰ ἐξηγῶνται εἰς ὁμοίας περιστάσεις.
§63Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ὥρα εἶναι ἀρκετὰ προκεχωρημένη, ἀρκετὰ σᾶς ὡμίλησα· δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ προσθέσω πολλά, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ προεκάλεσεν εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς ὁμιλίας μου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσω τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα, προσθέτων ὀλιγίστας λέξεις. Σᾶς εἶπα μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι ὑπεστήριξα καὶ τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ περιορισθῇ εἰς μίαν διαμαρτύρησιν καὶ νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας. Ἐὰν δὲν ηὐτύχησα νὰ ἐξηγηθῶ σαφῶς, λέγω καὶ ἤδη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι οὕτω πως διετύπωσα τὴν γνώμην μου: Ἐνόουν, κύριε Πρωθυπουργέ, τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ συμβάντων νὰ καλέσητε τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐκθέσητε εἰς αὐτὴν τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐρωτήσητε τί προτιμᾷ τὸ Ἔθνος· προτιμᾷ νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ ἑτοιμασθῇ ἡσύχως, βραδύτερον δὲ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα ἢ ἀμέσως νὰ κατέλθῃ εἰς ἀγῶνα φυλετικόν; Ἐνόουν, ὅτι ἠδύνατο πρὶν τῆς ἐπιστρατείας καὶ λοιπῶν βαρῶν νὰ ὑποστηρίξῃ ἔστω καὶ τὴν πρώτην γνώμην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ τὴν δευτέραν, οὐχὶ ὅμως μέσην γνώμην. Ἐνόουν πόλεμον ἢ εἰρήνην, ἀλλ’ οὐχὶ εἰρηνοπόλεμον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἔῤῥιψεν ἀρκετὸν φῶς, ὥστε νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ «ψήφιζε καὶ μὴ ἐρεύνα»· ἐνόμισεν, ὅτι ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἦτο ἀρκετὰ σαφὴς καὶ ἡ ὁμιλία του τοῦ παρελθόντος Σαββάτου μᾶς ἔδιδε τὰ στοιχεῖα, ὅπως μορφώσωμεν πεποίθησιν· ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον τῶν στοιχείων εἶναι τὸ ἐπίκαιρον ἢ μή. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς εἴπῃ ὡρισμένως τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν, ἀλλ’ ἠδύνατο ὅπως δήποτε νὰ μᾶς δώσῃ νὰ ἐννοήσωμεν ἐὰν ἦναι ἐγγὺς ἢ μακρὰν ὁ πόλεμος. Ὑπάρχουν ἐρωτήματα σπουδαῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐκφρασθῇ σαφῶς. Διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου διετύπωσε, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸν ἐνόησα, ὅτι ἐπανερχομένου τοῦ καθεστῶτος, ἡ Ἑλλὰς ἱκανοποιεῖται. Διὰ τῶν δηλώσεών του ὅμως τῆς ἐπιούσης ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, καὶ ἐπανερχομένου τοῦ καθεστῶτος, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ ἡ λέξις ἐγγύησις εἶναι ἀρκετὰ ἀόριστος καὶ ἐλαστική. Ἆρά γε ἤθελεν εἶσθαι ἐγγύησις ἱκανή, ἐὰν διὰ τῆς στάσεως τῆς Ἑλλάδος κατωρθοῦτο ν’ ἀποσταλῇ Τουρκικὸς στρατὸς ὡς φραγμὸς εἰς τὴν Ῥωμυλίαν; Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἱκανοποίησις διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀρκεσθῶμεν διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ ὅλα τὰ ἐπακόλουθα; Ἡ Σερβία ἱκανοποιουμένη ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀποσύρεται τοῦ ἀγῶνος· τί θέλομεν πράξει ἡμεῖς; Ἢ ἡ Σερβία διατάσσει ὅπως ὁ στρατὸς ὑπερβῇ τὰ σύνορα· τί θέλομεν πράξει ἡμεῖς; Ἡ Εὐρώπη μᾶς εἰδοποιεῖ, ὅτι ἀποστέλλει τοὺς στόλους της· ἡμεῖς ἅμα τῇ εἰδήσει θὰ ὀπισθοδρομήσωμεν ἢ θ’ ἀφήσωμεν νὰ προβῇ ἡ Εὐρώπη καὶ εἰς ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀπειλῆς; Ἀλλ’ ἴσως θέλετε μοὶ εἴπει διατί δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰ πρόσωπα, καὶ μοὶ τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατί δὲν ἐξετάζετε τὰ πράγματα ἀκριβῶς; διότι δὲν μᾶς ἐδώσατε τὰ στοιχεῖα, ὅπως ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ πρόσωπα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1878 διέταξε τὴν ἔξοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν διέταξε τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ, διότι ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου εἶχεν ὑπογραφῆ. Τοῦτο δὲ δὲν λέγω διὰ νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλὰ μόνον ὅπως ἐξηγήσω διατὶ ἐξετάζω τὰ πρόσωπα. Ἀνέφερον ἐκεῖνο τὸ γεγονός, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὡς ἄνθρωποι εἴμεθα ὑποκείμενοι νὰ ἐκτιμήσωμεν κακῶς τὰ πράγματα. Μεθ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν καὶ τόσον εὐγλώττως μάλιστα παρὰ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ καὶ τῶν ἄλλων προλαλησάντων συναδέλφων, νομίζω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν.
§64ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ πλανηθῇ, εἰμπορεῖτε καὶ σεῖς νὰ πλανᾶσθε.
§65ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅπως δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς ὑμᾶς, ὅστις κατ’ ἐμὲ πλανᾶσθε τὴν στιγμὴν ταύτην. Καταλήγων λοιπὸν λέγω, ὅτι ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν ἰδέαν κομματικὴν ἢ ἄλλην τινὰ καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα γυμνά, γυμνότατα, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν νομίζω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, νὰ γείνῃ καὶ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§66ΧΟΪΔΑΣ. Τὸν λόγον.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον Τμῆμα κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τροιζηνίας καὶ τὸ πέμπτον τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος. (Ὅρα Παράρτημα). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 Μ. Μ.)