1885.10.17
563 στίχοι · 4.278 λέξεις · 34 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 17 Ὀκτωβρίου 1885.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
(Εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐγκρίνονται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὄγδοον Τμῆμα κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Πυλίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ πολίτης Διονύσιος Βουρλιώτης ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, δι’ ἧς συνιστᾷ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ μονογενεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἀδελφοί. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν σχετικὴν Ἐπιτροπήν. Προχθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ σήμερον ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Χοϊδᾶς.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χθὲς παρουσιάσθη ἔκθεσις περὶ μιᾶς ἐκλογῆς, τοῦ Δομοκοῦ· διατί δὲν διενεμήθη;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθυστέρησε τὸ τυπογραφεῖον. Καὶ ἐγὼ ἠρώτησα περὶ τούτου.
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ Ἄρτης δὲν κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε σήμερον καὶ μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ τὴν καταθέσῃ ἢ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως ἢ αὔριον· ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις δὲν εἶναι τυπωμέναι ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἀκριβῶς ἔκαμα πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ Γραφεῖον. Λοιπὸν πρόκειται σήμερον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Χοϊδᾶς περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀπαιτεῖται ἡ ὑπογραφὴ τοὐλάχιστον δέκα βουλευτῶν.
§6ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς παρατηρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, ἀλλὰ πρέπει πρῶτον κατόπιν τῆς κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὑποβολῆς νὰ ἀποφασισθῇ ἡ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατάταξις αὐτῆς, διότι σήμερον εἶναι κατατεταγμένη ἡ πρότασις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἄνευ ὅμως προηγουμένης κατὰ τὸν Κανονισμὸν προτάσεως.
§8ΧΟΪΔΑΣ. Ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐγένετο ἡ πρότασις ἀπὸ τῆς Δευτέρας.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ ὅμως κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§10ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπεβλήθη ἐγγράφως ἀπὸ τῆς προχθές. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη ἐγένετο ἔγγραφον κανονικὸν καὶ ἤδη ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἐγγραφῆς τῆς προτάσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ζητῶ δὲ τὴν ἄδειαν, ἵνα ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς, τοὺς ὑπογράψαντας τὴν πρότασιν, διότι θεωρῶ τὴν πρότασιν ταύτην λίαν ἐπιβλαβῆ καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι, ἀφοῦ μὲ ἀκούσωσι καὶ αὐτοὶ οἱ βουλευταὶ οἱ ὑπογράψαντες, θέλουσι συμμερισθῆ τὴν γνώμην μου. Τὰ μικρὰ ἔθνη, ὅταν ἐπιδίδωνται εἰς μεγάλα ἔργα, πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται ἡ σύμπραξις ἄλλων ἐθνῶν, δέον πρὸ πάντων ν’ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ὅτι θὰ διεξαχθῶσιν αἱ πρὸς αὐτὰ διαπραγματεύσεις διὰ τρόπου ἁρμόζοντος. Αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἔχουν πάντοτε τὴν ὑποψίαν, ὅταν διαπραγματεύωνται πρὸς Κράτη φιλελεύθερα, πρὸς Κράτη, ἐν οἷς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα λειτουργεῖ ἐν τῇ πλήρει αὐτοῦ ἀναπτύξει, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ διαπραγματεύωνται πρὸς μόνην τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι διαπραγματεύονται πρὸς Βουλὴν, πρὸς Βουλὴν, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τοῦ πολυαρίθμου δὲν δύναται νὰ παρέχῃ τὰς ἐγγυήσεις τῆς μυστικότητος, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ πρὸς Κυβέρνησιν διαπραγμάτευσις. Τοῦτο ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποκρούσωμεν· ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ πείσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἦναι διατεθειμένοι νὰ διαπραγματευθῶσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν, ὅτι ἡ μυστικότης τῶν διαπραγματεύσεων οὐδένα διατρέχει κίνδυνον.
§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ περιέλθωσιν ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν διαπραγματεύονται πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει μεγάλην ἐξουσίαν ἐν Ἑλλάδι, ὡς Κράτει Κοινοβουλευτικῷ, ἀλλ’ ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ μεγάλη ἐξουσία τοῦ Κοινοβουλίου ἀνέπτυξε τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἤνδρωσεν αὐτὸ καὶ ἐδίδαξεν αὐτὸ, ὅτι, ἵνα δύναται σκοπίμως νὰ λειτουργῇ, πρέπει νὰ ἐμπιστεύηται τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἐν περιστάσεσιν ἐκτάκτοις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διεξαγάγωσι τὰς διαπραγματεύσεις μυστικῶς. Ἡ φυσικὴ ἡμῶν θέσις ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων, ἡ θέσις ἐλεγκτῶν, καθὸ ἀντιπολιτευομένων, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἤμεθα λίαν ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν ὅπως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀποῤῥοφᾶται ἡ ἐξουσία τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἡ εἰδικὴ ἡμῶν θέσις ὡς ἀντιπολιτευομένων, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ἄλλην ὑποχρέωσιν ἡ θέσις ἡμῶν ὡς βουλευτῶν, ἡ θέσις ἡμῶν ὡς πολιτῶν Ἑλλήνων, ὡς Ἑλλήνων ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν εὐτυχῆ ἔκβασιν τοῦ ἀγῶνος, εἰς ὃν εἰσήλθομεν, ὡς βουλευτῶν Ἑλλήνων καὶ ὡς πολιτῶν ἐν γένει, ἐπιθυμούντων, ἵνα ἴδωσι τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται καὶ θὰ ὑποβληθῇ τὸ ἔθνος, τελεσφόρους. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, νὰ μὴ λησμονῇ τὴν θέσιν αὑτῆς ὡς ἐλεγκτοῦ, ἀλλὰ νὰ μὴ λησμονῇ καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τοιαῦτα μεγάλα ἔργα δύνανται νὰ διεξαχθῶσι. Βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει λόγους ἰδίους, ἵνα θεωρῇ ἀναγκαίαν τὴν ἐξέλεγξιν. Ἀφοῦ εἶναι Ἀντιπολίτευσις, ἀρκεῖ τοῦτο εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι δυσπιστεῖ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀφοῦ εἶναι Ἀντιπολίτευσις, ἀρκεῖ τοῦτο εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι, ἂν ἐξήρτητο ἀπ’ αὐτῆς, τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι σήμερον τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν Κυβερνητικῶν ἑδωλίων· ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἀποδεικνύονται ἐκ τῆς θέσεως ἡμῶν, ὡς ἀντιπολιτευομένων, ἐκ τῆς θέσεως ἡμῶν ὡς βουλευτῶν, ὡς πολιτῶν Ἑλλήνων, ἕπεται, ὅτι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προσωπικῶς δὲν ἐμπιστευόμεθα, ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ὑποστηρίζομεν ἐν γένει, ἀφοῦ εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἀφοῦ εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, πρέπει νὰ τύχῃ πάσης τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα δυνηθῇ νὰ διεξαγάγῃ τὸ μέγα ἔργον, ὅπερ εἰς αὐτὴν ἔλαχεν ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς (εὖγε! εὖγε!). Ἐὰν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς ν’ ἀναλάβωμεν τὸ ἔργον τῆς διευθύνσεως τῶν κοινῶν, βεβαίως θὰ τὸ ἐπράττομεν· δὲν θὰ εἴμεθα Ἕλληνες, ἐάν, ἔχοντες ἰδίαν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις, δὲν ἐπεδιώκομεν, ὅπως εἰς ἡμᾶς ἀνατεθῇ ἡ διεξαγωγή, ἀφοῦ φρονοῦμεν, ὅτι δι’ ἡμῶν δύναται ἄριστα νὰ διεξαχθῇ, ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ἠδύνατο τοῦτο διὰ τῶν νομίμων μέσων καὶ ἄνευ κλονισμῶν νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἀφοῦ ὅμως γινώσκομεν, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, καὶ ἂν δύνηται νὰ ἐπιτευχθῇ, δύναται μόνον νὰ ἐπιτευχθῇ μετὰ ἀγῶνας Κοινοβουλευτικούς, καὶ ἀφοῦ γινώσκομεν, ὅτι ἀγῶνες Κοινοβουλευτικοὶ εἶναι ἐξουδετέρωσις πάσης ἐνεργείας, ἐπιβάλλεται ἡμῖν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀπολαύουσα τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐμπιστοσύνης, πρέπει νὰ ἀπολαύῃ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν (εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἔκ τε τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Ἄρα θ’ ἀπολαύῃ ἀπολύτως τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν; θ’ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν πρὸς ἕνα εἰδικὸν σκοπὸν, θ’ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν ἵνα δυνηθῇ νὰ διεξαγάγῃ τὸ μέγα ἔργον πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐπιδιωκτέον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ αὕτη θεωρῇ σκοπὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς θεωροῦμεν, τὴν Κυβέρνησιν ταύτην θέλομεν ὑποστηρίξει, ἀναβάλλοντες ἐπὶ τοῦ παρόντος πᾶσαν περὶ τῶν πεπραγμένων συζήτησιν. Μόνον λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἐγγυήσεις, μόνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν συζητήσεις· ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς πειθόμεθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται, ὅτι θέλει εἰλικρινῶς ἐργασθῆ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ὅλοι ὡς ἐπιβαλλόμενον σήμερον εἰς τὸ Ἔθνος, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ θέλωμεν νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν ἐργασίαν, ἂν οὐχὶ καθήμενοι ἐπὶ τῶν Κυβερνητικῶν ἑδωλίων, ἀλλὰ ποιούμενοι χρῆσιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν προνομιῶν. Πολλὰ εἶναι τὰ μέσα, δι’ ὧν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ποιουμένη χρῆσιν καὶ κατάχρησιν τῶν προνομιῶν τούτων, ἀλλ’ ἐν περιστάσεσιν, ὁποῖαι αἱ σήμερον, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπιτρέπεται πλήρης ἡ χρῆσις. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἔθνους ὑπέδειξεν, ὡς τὴν κατάλληλον, ἵνα διευθύνῃ τὰ τοῦ Κράτους, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, ὀφείλει ἡ Ἀντιπολίτευσις συνδρομὴν, ὀφείλει αὐτὴν ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐξελέγχῃ ἡ Βουλή, διότι δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα πρὸς ἔλεγχον. Πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς συνεδύασε τὴν ἐνέργειαν αὑτῆς πρὸς τὴν τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐκλέγῃ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐκλέγῃ τὸν χρόνον, ὅταν στερώμεθα τῶν στοιχείων καὶ δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ στερώμεθα αὐτῶν; Ἐὰν κατέχωμεν πολλὰ ἢ τινὰ ἐξ αὐτῶν, πόσα κατέχει ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς μὴ ἀνακοινώσεως; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατέχῃ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ; Ἐὰν εἴπωμεν τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, περικόπτομεν τὰς δυνάμεις αὐτῆς, καὶ περικόπτοντες τὰς δυνάμεις τῆς Κυβερνήσεως, περικόπτομεν τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι σήμερον τὸ Ἔθνος· ὅ,τι πράξει τὸ Ἔθνος, θέλει τὸ πράξει διὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πᾶσα δύναμις, διδομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι δύναμις διδομένη εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ πᾶσα δύναμις, ἀφαιρουμένη ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ Ἔθνους, δὲν ἔχομεν δὲ τοσαύτας ἐθνικὰς δυνάμεις, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται, ἵνα περικόπτωμεν αὐτάς. Ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν, εἶναι ὑπέρτερος τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τὸν ἀνελάβομεν, διότι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς. Δὲν πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ ἀπὸ ἐπιτυχίας εἰς ἐπιτυχίαν· ἐὰν φέρωμεν εἰς τὸ αἴσιον πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν, θὰ τὸ φέρωμεν, ἀφοῦ διέλθωμεν διὰ πολλῶν ἀποτυχιῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας θ’ ἀντιμετωπίσωμεν, εἶναι ὑπέρτεραι τῶν συνήθων ἡμῶν δυνάμεων, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται ὅλως ἔκτακτοι ἐνέργειαι καὶ ὅλως ἔκτακτος ὑπομονὴ, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ τὰς κατανικήσωμεν, ἐπιτρέπεται νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, τοὐτέστι τὴν πορείαν τοῦ Ἔθνους; Ἂν δὲν ἐπεβάλετο εἰς τὸ Ἔθνος ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν, οὐδέποτε ἠθέλομεν συμβουλεύσει εἰς αὐτὸ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐνθουσιωδῶς ἀσπάζεται, οὔτε ὁ χρόνος εἶναι κατάλληλος, οὔτε αἱ ἄλλαι περιστάσεις φαίνονται εὐνοϊκαὶ, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα εἰ μὴ νὰ ἀναλάβωμεν τὸν ἀγῶνα τοῦτον· διότι, ἂν δὲν τὸν ἀναλάβωμεν, συνέπεια ἔσται ἡ πλήρης καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Εὖγε! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὰ ἀκροατήρια νὰ τηροῦν σιγήν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀκροατήρια νὰ μένωσιν ἥσυχα, διότι θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσίν των.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μένωσιν ἥσυχα, διότι τοιαύτας ἀποφάσεις, ὁποίας θὰ λαμβάνῃ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ πιστεύωσιν ἰθαγενεῖς καὶ ξένοι, ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπὸ πίεσιν, οὔτε ἀποδοκιμασίας, οὔτε ἐπιδοκιμασίας. Ἡ συνείδησις τοῦ βουλευτοῦ πρέπει νὰ ἦναι καθαρῶς ἐλευθέρα, ὅπως δίδῃ ψῆφον εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατά.
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς ἀποφασισθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀκροατηρίων.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντοτε ἤμην τῆς γνώμης, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐξουσίαν, οὐδέποτε ὑπερεμάχησα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Πάντοτε ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ ἔχῃ διακριτικὴν ἐξουσίαν ὡς πρὸς τοῦτο, ἵνα ὑποστηριχθῇ ὁ σεβασμὸς τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῶν ἀκροατηρίων. Ἔλεγον ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν, δὲν θὰ τὸ ἀνελαμβάνομεν, ἐὰν εἴχομεν ἐλευθέραν τὴν ἐκλογὴν, διότι δὲν εἶναι αἱ περιστάσεις πρόσφοροι. Δὲν ζητοῦμεν σήμερον μόνον βελτίωσιν τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ προσέτι ζητοῦμεν καὶ αὐτὴν τοῦ παρόντος τὴν περιφρούρησιν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ Ἑλλὰς ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν νὰ τελεσθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαίνονται τελούμενα μετὰ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἀφεύκτως θέλουσιν ἔχει. Ἡ Μακεδονία εἶναι παράγων ἀναπόφευκτος διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν ἐπέκτασιν αὐτοῦ. Τὴν Μακεδονίαν δὲν ζητεῖ ἡ Ἑλλὰς μόνον, διότι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ζητῇ πρὸς αὐτὴν τὴν Μακεδονίαν, καὶ διότι, ἀποκτῶσα τὴν Μακεδονίαν, βελτιοῖ τὴν κατάστασίν της, ἀλλὰ ζητεῖ τὴν Μακεδονίαν, διότι εἶναι αὕτη ὅρος ἀπαραίτητος τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος· λέγων ζητεῖ τὴν Μακεδονίαν, δὲν ἐννοῶ, ὅτι θὰ πολεμήσῃ, ἵνα αὐτὴ ἀνατρέψῃ τὸ ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καθεστώς· τοὐναντίον, τὸ τέως καθεστὼς θὰ ἦτο ἀνεκτὸν, ἐνόσῳ δὲ παραβλάπτεται τὸ μέλλον τῆς Μακεδονίας. Κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἐργασθῆ, τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου ἀνατραπέντος, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἐργασθῆ, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὸ μέλλον; Περὶ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν. Πᾶσαι αἱ περὶ τῶν λεπτομερειῶν ἀποφάσεις ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τοῦ ἔργου τούτου τῇ διεξαγωγῇ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς ἐν μυστικῇ συνεδριάσει. Ἐὰν ἀπαιτῆται ἐξαιρετικῶς σύμπραξις τῆς Βουλῆς, τὴν σύμπραξιν ταύτην ὀφείλει νὰ ζητῇ αὕτη ἐν φανερᾷ συνεδριάσει. Οὐδὲν γινώσκω χειρότερον τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως· εἶναί τι ἀνελεύθερον, οὐδένα δ’ ἐπιτυγχάνει τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους φαίνεται ἐπιδιώκουσα. Ἡ μυστικὴ συνεδρίασις δὲν ἐπιτυγχάνει τὴν μυστικότητα· τοὐναντίον, ἐξογκώνει τὸ κακὸν τῆς δημοσιότητος. Εἰς τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῆς δημοσιεύσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῶσιν, ἐπιπροσθέτει καὶ τὸν κίνδυνον τῆς διαστροφῆς τῶν ἀνακοινωθέντων. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, κύριοι, ἂν μᾶς ἐπιβληθῇ νὰ μετάσχωμεν συνεδριάσεως μυστικῆς δι’ ἀποφάσεως πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, τουτέστι τῆς Βουλῆς—καὶ εἰς τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐναντιότητα, ἀλλὰ διαδηλοῦμεν, ὅτι ἐν μυστικῇ συνεδριάσει οὐδὲν θὰ λάβωμεν μέρος καὶ ὁστισδήποτε εἴπει, ὅτι συνεζητήσαμεν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, ὅτι εἴπομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, θὰ εἴπῃ τι μὴ ἀληθὲς, διότι δὲν προτιθέμεθα ἐν μυστικῇ συνεδριάσει νὰ μετάσχωμεν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς—θέλομεν παρασταθῆ χάριν τῆς ἀπαρτίας, ἵνα μὴ παρεμποδίσωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θεωροῦμεν τὸ ἔργον τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως ὡς παραβλάπτον τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, καὶ δὲν θέλομεν νὰ συντελέσωμεν, ὅπως ἡ μυστικὴ συνεδρίασις λάβῃ πραγματικὸν χαρακτῆρα. Ἐλπίζω ὅτι αἱ παραστάσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, θέλουσι ληφθῆ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν πρότασιν· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν δὲν ἠθέλησαν νὰ δυσχεράνωσι τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνοι, ὡς καὶ ἡμεῖς, θέλουσιν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νὰ διευκολύνωσι τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀδύνατον δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ συμμερίζηται τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, ὅτι αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις καθιστῶσι λίαν δυσχερῆ τὴν διεξαγωγὴν τῶν Διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποβάλῃ ὅσα θεωρεῖ, ὅτι θὰ βλάψωσι, δὲν ὑποβάλῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει ὑποχρέωσιν πρὸς ξένους νὰ τηρήσῃ ἀπόῤῥητα, τίς ἐγγυᾶται, ὅτι οἱ ξένοι ἐκεῖνοι δὲν θέλουσιν ὑποπτευθῆ, ὅτι ὑπεβλήθησαν, ἀφοῦ ἡ συνεδρίασις εἶναι μυστική; Πῶς θὰ γνωρίζωσι ποῖα ἐκ τῶν παρ’ αὐτῶν ἀνακοινωθέντων ἐγνωστοποιήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ποῖα ὄχι; Ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐν συνδυασμῷ ἐνίοτε περιστάσεων ὅλως ἐξαιρετικῶν, δύναται ἐν εἰδικῇ τινι περιπτώσει νὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει. Ἀλλὰ τότε, καίτοι ἐγὼ δυσκόλως θὰ ἀπεδεχόμην τοιαύτην πρότασιν, τότε τοὐλάχιστον ἡ πρότασις προέρχεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ ἦναι λίαν φειδωλὴ περὶ τὰς τοιαύτας προτάσεις, ἀφοῦ θὰ ἔχῃ καὶ τὴν εὐθύνην, καὶ θὰ αἰσθανθῇ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης παρεμβάσεως τῆς Βουλῆς ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς.
§19Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ οἱ βουλευταὶ ἔχουσιν εὐθύνην.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοὺς βουλευτὰς ὑπάρχει εὐθύνη ἐπὶ τῇ βουλευτικῇ αὐτῶν ἐργασίᾳ. Ἐὰν τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ταύτην οὕτω διευθύνωσιν, ὥστε νὰ περικόπτωσι τοὺς πόδας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς ἐν μεγάλῃ ἐθνικῇ ὑποθέσει, τότε τῷ ὄντι ὑφίστανται εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὅταν ἀναλογισθῶσιν οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν, πέπεισμαι, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασιν. Βεβαίως ἔχουσιν οἱ βουλευταὶ εὐθύνην, καὶ οὐδεὶς εἶναι ὁ μὴ ἔχων εὐθύνην καὶ δι’ ὅ,τι πράττει, καὶ δι’ ὅ,τι δὲν πράττει, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ ζητῇ ὁ βουλευτὴς πᾶν ὅ,τι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ· πρέπει νὰ ποιῆται διάκρισιν καὶ πρὸς τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συμφέρουσι τῇ Χώρᾳ, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρουσιν. Εἰς τὰς παρούσας δὲ περιστάσεις λέγω, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ποιώμεθα χρῆσιν δικαιωμάτων, ἅτινα περιάγουσι τὴν Κυβέρνησιν ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῆς πρὸς ξένα Κράτη εἰς δυσχερείας. Αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς ξένα Κράτη διεξάγονται διὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιαύτης διαπραγματεύσεως δὲν ἐλαττοῖ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ καὶ ἂν ἠλάττου τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον εἴπει πρὸς αὐτήν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν. Ἀφοῦ εἶναι Κυβέρνησις τῆς Χώρας, πρέπει ν’ ἀναδέχηται πᾶσαν τὴν παρεπομένην εὐθύνην καὶ πρέπει ν’ ἀφίνῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐλέγχου, δὲν θὰ ἔχῃ δὲ ἡ Βουλὴ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐλέγχου, ὅταν γείνῃ συμπράκτωρ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν πρόκειται νὰ ἐξελέγξῃ. Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος εἶναι ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀποῤῥεούσης ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν ἐπιγνώσει ὅτι, ἐὰν ποιήσηται κακὴν χρῆσιν αὐτῆς, θέλει ὑποστῆ εὐθύνας. Ταύτας θέλει ἐπιβάλει ἡ Βουλὴ κατόπιν, ἀλλ’ ἵνα δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εὐθύνας, πρέπει νὰ μὴ γείνῃ συμπράκτωρ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὡς βλέπετε, οὐχὶ ἐν πνεύματι ἀντιθέσεως μερίδος πρὸς μερίδα· τὰς ὑποβάλλω, διότι θεωρῶ, ὅτι αὗται ἀποτελοῦσι τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς πρέπει νὰ λειτουργῇ τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν θέλῃ νὰ διεξαγάγῃ ἐπιτυχῶς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν, ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι αὐτοὶ οἱ προτείναντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν δὲν θέλουσιν ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασίν των ταύτην.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Δὲν συνέπεσε νὰ εἶμαι παρὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτε ἐδηλώθη ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡ ἐπιθυμία νὰ γένηται μυστικὴ συνεδρίασις. Ἐπεφυλασσόμην, ὅτε ἤθελε προταθῇ πρὸς συζήτησιν ἡ πρότασις, νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ποίαν ἐπ’ αὐτῆς εἶχον γνώμην καὶ νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς, τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς αὐτήν. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὲ προέλαβε, περιμένοντα τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, οἵτινες προέβαλον τὴν πρότασιν· ὤφειλον δὲ νὰ διαδεχθῶ αὐτὸν, σπεύδων νὰ δηλώσω παῤῥησίᾳ, ὅτι ἂν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι προέβαλον μυστικὴν συνεδρίασιν, ἵνα ζητήσωσιν ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας νομίζουσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ποιήσηται εἰς τὴν Βουλὴν, ὀφείλω νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν. Καὶ ἀνακοίνωσιν μὲν δὲν δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀπόφασιν δὲ αὐτοῦ ἢ γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῶν σπουδαίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται, δὲν ἔχομεν σήμερον νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐφάνη, εὐθὺς ὡς ἤκουσα, ὅτι ἐγένετο πρότασις περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ παρ’ ἡμῶν. Καὶ πράγματι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἡ Βουλὴ συνεδριάση, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ὅταν δὲ δὲν ὑπάρχῃ λόγος τις, ἵνα ἡ Βουλὴ συνεδριάσῃ, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἴτε δὲν ἔχει, εἴτε δὲν δύναται νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν καὶ σκέψιν, ἢ εἰς ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ διεξαγάγῃ ἢ νὰ ποιήσηται δημοσίᾳ, αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις ἐνασκοῦσιν ἀληθῶς τότε ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἐφελκύσῃ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὴν γνώμην, ἣν ἀνακοινώνω ὑμῖν σήμερον, ἀνεκοίνωσα ἤδη πρὸς ἐκείνους τῶν φίλων, οἵτινες εἶχον τὴν καλοσύνην νὰ μὲ ἐρωτήσωσι καὶ χθὲς καὶ σήμερον. Ὤφειλον δὲ νὰ μὴ παραλίπω νὰ εἴπω σήμερον δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου ταύτην, ἀφοῦ ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπελάβετο τῆς προτάσεως. Χαίρω διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ γνώμην ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἐθνικῶν, τὰ ὁποῖα προεβλήθησαν ἐν τῷ μέσῳ. Τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην ἐδήλωσα εὐθὺς ὡς συνηντήθην μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ κατὰ καθῆκον παρεκάλεσα καὶ τὰ κόμματα καὶ τὰ ἄτομα νὰ δηλώσωσι δημοσίᾳ ποίαν γνώμην ἔχουσι, γνώμην οὐχὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ γνώμην περὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ ἐνεστῶτος. Ἐδήλωσα ῥητῶς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι τοσοῦτον μεγάλα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐργασθῇ ὑπὸ μόνην τὴν στέγην τῶν Κοινοβουλευτικῶν πλειονοψηφιῶν. Τὸ μέγεθος τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐπιβάλλει μεγάλας θυσίας, τὰς ὁποίας τὰ Ἔθνη ἀναλαμβάνουσιν, ὅταν ὁμοφώνως ἐγκρίνωσι καὶ χαράσσωσι τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐγκρίνουσι. Καὶ σήμερον τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν ὡρισμένῳ σημείῳ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐχάραξεν ἤδη· ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐχάραξε ταύτην, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔβη μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφίκετο σήμερον, ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ὑπουργεῖον προθύμως δεχόμεθα τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων ἡμῶν, καὶ προθύμως ὑποβάλλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἔθνους, καὶ ὑποτασσόμεθα εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν, ἐὰν ἤθελε κριθῆ, ὅτι κακῶς προέβημεν μέχρι τοῦδε μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφικόμεθα. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν γνώμην καὶ τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀτόμων ἐπὶ τοῦ μέλλοντος, δὲν ἠδυνάμην δὲ ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν ἤθελεν ὑπάρξει ἐναντία γνώμη. Ἐὰν περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας ὑπάρχωσι διαιρέσεις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται, διότι μόνον δι’ αὐτῶν ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις περὶ τῆς ἐπιτυχοῦς διαῤῥυθμίσεως τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῆς προκοπῆς αὐτῶν, σπανιώτατα ὅμως συνέβη ἔν τινι Κράτει νὰ ὑπάρχῃ γνώμη ἐναντία περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὰ Κράτη ὀφείλουσι νὰ τηρήσωσι. Καὶ ἐάν ποτε συνέπεσε παρ’ ἡμῖν νὰ παρασταθῇ, ὅτι ὑπῆρξε διχογνωμία ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων μεταξὺ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τῶν λειτουργούντων ἐν τῷ Κράτει, ἡ παράστασις δὲν ὑπῆρξεν ἀκριβής, οὐδ’ ἤθελέ ποτε εἶσθαι ἀκριβὴς τοιαύτη παράστασις περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας ταύτης, διότι ἕκαστος παρέχει μίαν μεγάλην ἐγγύησιν περὶ τοῦ τί φρονεῖ καὶ τί ἐστὶ πρόθυμος νὰ πράξῃ· ἡ ἐγγύησις εἶναι τὸ ὄνομα τῆς φυλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν. Χαίρω δὲ διότι ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δι’ ὧν πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔσπευσε νὰ διαλύσῃ τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ὁποίας ἡ πολιτεία φιλικῶν εἰς τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀτόμων μέχρι τοῦδε ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τοὺς πολλούς. Χαίρω διότι ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδείχθη οἷος δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀμφιβάλλω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι, ὅπως ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τοιοῦτος θέλει εἶσθαι πᾶς Ἕλλην, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει παρίσταται συλλειτουργῶν. Αἱ περιστάσεις τῇ ὄντι εἰσὶ δυσχερεῖς, καὶ ἐὰν ταύτας καθιστᾷ δυσχερεῖς τὸ μέγεθος τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, καθιστᾷ ἔτι μᾶλλον δυσχερεῖς καὶ ἡ ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις, αἵτινες ἐκτὸς ἡμῶν φαίνονται κρατοῦσαι. Θέλομεν εἶσθαι ἀληθῶς εὐτυχεῖς, ἐὰν διὰ τῆς ὁμοφροσύνης τοῦ ἔθνους δυνηθῶμεν νὰ ὑπερβῶμεν τὰς δυσχερείας ταύτας. Μηδεὶς δὲ μὴν ἀμφιβάλλῃ ὅτι, εἴτε ἡμεῖς ἐσμὲν ἐν τῇ Ἀρχῇ, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος ἤθελεν εἶσθαι εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν, ἤθελε πράξει ὅ,τι εἶν’ ἀνθρωπίνως δυνατόν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ αἴσιον καὶ ποθητὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα.
§22ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ ὀφείλω νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὀρθῶς εἶπεν ὅτι, ἂν δὲν ἐπιμένωσι πάντες εἰς τὴν πρότασιν αὐτῶν, οἱ δὲ ἀποσύροντες τὴν ὑπογραφήν των μετὰ τὰ λεχθέντα εἶναι ἱκανοὶ, ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς κάτω τοῦ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαιτουμένου, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θέλει γίνει μυστικὴ συνεδρίασις. Τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, διότι καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπιμένουσι πάντες ἢ τοὐλάχιστον ὁ ἀριθμὸς, ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εὑρίσκω ἐν τῷ Κανονισμῷ διάταξίν τινα, ὡς ὑπετέθη, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ εὐθὺς μεταβαίνει ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἤτοι ἂν πρέπει νὰ γίνῃ μυστικὴ συνεδρίασις. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι τοιαύτη πρότασις συζητεῖται ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, ἀλλ’ ἡ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγραφὴ γίνεται κατὰ τὰ νενομισμένα ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι μὲν ἐγγεγραμμένη ἡ πρότασις, ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις παρεδέχθησαν πάντες, ὅτι κακῶς εἶναι ἐγγεγραμμένη, διότι δὲν εἶχε γίνει πρότασις νομίμως· πρότασις νομίμως ἐγένετο σήμερον· κατόπιν δὲ τῆς προτάσεως ταύτης ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει περὶ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐπὶ δὲ τοῦ ζητήματος τούτου ἠγόρευσα ἐγώ, ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύει ἤδη ὁ κ. Χοϊδᾶς, θὰ ἀγορεύσῃ κατόπιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει περὶ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τουτέστιν ἂν θέλῃ νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἀμέσως ἑπομένῃ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἢ ἂν θέλῃ νὰ ἐγγραφῇ ἐν ἡμερησίᾳ διατάξει ὁπωσοῦν ἀπωτέρῳ.
§25Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα εὑρίσκω ἁπλούστατον, ἐξηγούμενον δὲ σαφέστατα ὑπὸ τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ ὡς καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς 10 μέλη τῆς Βουλῆς νὰ προκαλῶσι μυστικὴν συνεδρίασιν ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ. Ἐζήτησε δὲ ἢ ἔγγραφον πρότασιν ἢ προφορικὴν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ὀνόματα τῶν 10 βουλευτῶν. Ὅρος λοιπὸν εἶναι ἡ ἐγγραφὴ τῶν 10 βουλευτῶν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ προηγηθεῖσα συζήτησις δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τυπικὴν καὶ οὐσιαστικήν· ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις, ἥτις προεκλήθη ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Τρικούπης, ὅτι δὲν τηρεῖται ὁ Κανονισμὸς καὶ ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, εἶναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐξεταστέον λοιπὸν τοῦτο καὶ μόνον, ἂν παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς ἢ τὸ Σύνταγμα. Ὡς πρὸς τὸ τυπικὸν μέρος ὑποστηρίζω, ὅτι οὔτε ὁ Κανονισμὸς, οὔτε τὸ Σύνταγμα παραβιάζεται, καὶ ὅτι ἐξεπληρώθησαν ὅλοι οἱ ἀπαιτούμενοι ὅροι πρὸς μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι τὰ ὀνόματα τῶν 10 βουλευτῶν εἶναι ἐγγεγραμμένα, ἔστω καὶ ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει, τὸ δὲ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸ πρῶτον εἶναι ἡ μυστικὴ συνεδρίασις. Ὑποθέσωμεν ὅμως πρὸς στιγμήν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ προηγούμενον τῆς προτάσεως, ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡμεῖς οἱ 10 ἐπιμένομεν σήμερον πρώτην φορὰν νὰ προκαλέσωμεν μυστικὴν συνεδρίασιν· ἔχομεν δικαίωμα, ζητοῦντες νὰ ἐγγραφῶσι τὰ ὀνόματα ἡμῶν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, νὰ ζητήσωμεν νὰ γίνῃ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως. Τὰ ἐπιχειρήματα δὲ πρὸς μυστικὴν συνεδρίασιν λέγονται ἐν τῇ προπαρασκευαστικῇ μυστικῇ συνεδριάσει· ταῦτα εὑρίσκομεν εἰς τὸ 55 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διότι τοῦτο ἀκριβῶς προβλέπει τὴν περίστασιν, ἥτις παρουσιάζεται σήμερον, ὅτι οἱ προτείνοντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἐλευθερίαν, ὅπως ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπιχειρήματα, ἐφ’ ὧν στηρίζουν τὴν αἴτησιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως· ὅθεν ὑπεχρέωσε τὸ Προεδρεῖον, εὐθὺς ὡς ἔχει 10 ὀνόματα βουλευτῶν, νὰ κλείσῃ τὰς θύρας καὶ νὰ ἀκουσθῶσι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ζητούντων τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι παρεξετράπη ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, τοῦτο δὲ θέλομεν πράξει, ἂν ἐρωτήσῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τοὺς 10 βουλευτὰς, καὶ ἂν ἐπιμένωσιν οὗτοι, πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως ὀφείλει νὰ κλείσῃ τὰς πύλας. Δὲν ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγεν ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ μυστικὴ συνεδρίασις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς ὃ σημεῖον ἐφθάσαμεν, ἡ λύσις ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἂν οἱ 10 ἐπιμένουν, ἡ ἐγγραφὴ ἢ μὴ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιῤῥοήν. Προχθὲς δὲ προσδιωρίσθη ὡς ἡμέρα πρὸς μυστικὴν συνεδρίασιν ἡ Πέμπτη· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἐξεπληρώθη ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἂν λοιπὸν σήμερον ἐκ τῶν 14 ἐπιμένουν οἱ 10, δυνάμεθα νὰ κλείσωμεν τὰς πύλας.
§28ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ τὴν ὑπεστήριξαν τινὲς βουλευταί.
§30ΧΟΪΔΑΣ. Ὁμόθυμος ἡ Βουλή.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ὑπέβαλε παρατηρήσεις ἰδίως κατὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη· ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων κατόπιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ἀνταλλάξας τὰς ἰδέας του ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Χοϊδᾶς ὑπέβαλε παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεχθέντων σχετικῶς μὲ τὴν πρότασίν του· περαιτέρω συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τοὺς κ. κ. βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν, ἂν ἐπιμένωσιν.
§32ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι ὕβρις τὸ τοιοῦτον.
§33ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐνόσω δὲν ἔχετε, κύριε Πρόεδρε, ἐναντίαν δήλωσιν, εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτήσετε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων κατὰ τὸν Κανονισμόν. Κηρύσσω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν. Διατάσσεται ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων. Πάντες οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς καθὼς καὶ οἱ κλητῆρες ν’ ἀποχωρήσωσιν εἰς τὰ δωμάτια. (Ἄρχεται ἡ μυστικὴ συνεδρίασις).