1885.07.04
1,826 rows · 13,855 words · 73 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 4 Ἰουλίου 1885.
(Πέμπτη).
(Ἀπαρτίας γενομένης περὶ ὥραν 9 π. μ. ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Πατρῶν ὑποβάλλουσι Νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1884 ΑΡΠΑʹ Νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς ἐν σταφιδαμπέλοις κτλ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ (Ὅρα Παράρτημα).
§2Ι. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια πολλάκις ὁρίζουσιν ἐκλογικὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συμφέρον νὰ ὁρισθῶσι, καὶ ἐκ τούτου γίνονται καταπιέσεις καὶ ἀποκλεισμοί. Προτείνω λοιπὸν μίαν τροπολογίαν τοῦ Νόμου αὐτοῦ (Ὅρα Παράρτημα).
§3Α. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφαρμόζων τὰ οἰκονομικά του μέτρα, προεκάλεσε Βασιλικὸν Διάταγμα, καθ’ ὃ ἀφίνει χηρευούσας θέσεις εἰς δύω ὑποτελωνεῖα τῆς Ἐπαρχίας Βώλου, τοῦ ὑποτελωνείου Χορευτοῦ καὶ τοῦ ὑποτελωνείου Δαμούχαρι. Τοιουτοτρόπως ὁλόκληρος ἡ ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Πηλίου ἀπὸ τοῦ Τσάγεσι μέχρι τῶν Τρικκέρων ἐκτάσεως 80 μιλίων μένει ἄνευ τελωνιακῆς Ἀρχῆς. Τρεῖς δὲ Δῆμοι τῆς Ἐπαρχίας, τῶν ὁποίων ὁ Χορευτὸς καὶ τὸ Δαμούχαρι εἶναι ἐπίνεια, ἔχοντες πληθυσμὸν ἄνω τῶν 10 χιλιάδων, εὑρίσκονται ἀποκεκλεισμένοι, διότι ἀπηγορεύθη δι’ αὐτῶν ἡ εἰσαγωγή, καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον τὰ εἰσαγόμενα εἴδη νὰ τελωνίζωνται ἐν Βώλῳ καὶ ὕστερον νὰ μεταφέρωνται διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Τοιουτοτρόπως κινδυνεύει ἡ ὕπαρξίς των. Τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως προεκάλεσε γενικὰ παράπονα τῶν κατοίκων καὶ ἀναφοραὶ πολλαὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ κατεπεῖγον καὶ νὰ ἀπαντήσῃ, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν Βουλὴν τάχιστα τί ἀπεφάσισε περὶ τῶν ὑποτελωνείων αὐτῶν· διότι, ὡς εἶπον, κινδυνεύει ἡ ὕπαρξις τῶν κατοίκων αὐτῶν, οἵτινες δύνανται νὰ στερηθῶσι καὶ τοῦ ἄρτου των, διότι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου μέχρι τοῦ Μαρτίου εἶναι ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένοι. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνεννοηθείς, ἀγνοῶ διὰ τίνων μέσων, μετὰ τριῶν ἰδιωτῶν, κατοίκων τῆς πόλεως Βώλου, ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Βώλου, προὐκάλεσε Βασιλικὰ Διατάγματα δημοσιευθέντα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων καταργεῖται μία πλατεία τῆς πόλεως Βώλου, ἐλαττοῦται τὸ πλάτος μιᾶς ὁδοῦ ἀγούσης εἰς τὴν προκυμαίαν ἐξ ὀκτὼ μέτρων εἰς τέσσαρα, δυσκολεύεται δὲ ἡ διοχέτευσις, κατὰ τὴν γνώμην τῶν Γάλλων μηχανικῶν, ἑνὸς ἐκ τῶν δύω χειμάῤῥων, οἵτινες πρὸ δύω ἐτῶν κατέκλυσαν τὴν πόλιν, ἐπήνεγκον μεγάλας βλάβας καὶ ἀπειλοῦν καταστροφὰς εἰς τὸ μέλλον. Τὰ Διατάγματα ταῦτα, τὰ μεταῤῥυθμίσαντα τοιουτοτρόπως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τριῶν ἰδιωτῶν τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Βώλου, προεκάλεσαν παράπονα καὶ ἐξέγερσιν ὅλων τῶν κατοίκων, διότι καὶ ὁ Δῆμος ζημιοῦται σπουδαίως καὶ πολλοὶ τῶν κατοίκων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγένοντο αἱ δέουσαι παραστάσεις, ἐβεβαίωσεν, ἐκεῖ, ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διέταξε νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι τὰ Διατάγματα ταῦτα, καὶ ὅμως ἐνῷ ἔδιδε τὴν ἐπίσημον ἐκείνην διαβεβαίωσιν, εἶχεν ἤδη οὐ μόνον κοινοποιήσει τὰ Διατάγματα, ἀλλὰ καὶ διατάξει τὴν ταχίστην ἐκτέλεσιν ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ εἷς τῶν ἐνδιαφερομένων, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπετράπη νὰ οἰκοδομήσῃ, εὑρέθη ἄνευ ὑπονόμου ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῆς ὁδοῦ. Πῶς γίνεται νὰ συνεννοῆται ἀπ’ εὐθείας μὲ ἄτομα καὶ νὰ μεταβάλλῃ σχέδια πόλεως, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ γνώμη τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου! Παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τίνι τρόπῳ ὑπεβλήθησαν αἱ αἰτήσεις τῶν ἰδιωτῶν αὐτῶν, τῶν ζητησάντων τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ σχεδίου, διατί δὲν προηγήθη ἡ γνώμη τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ διατί μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὰ Διατάγματα, διέταξε τὴν ταχίστην ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, ἔχω θετικωτάτας πληροφορίας, ὅτι ὁ νομομηχανικὸς Σολωμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐργασιῶν τῶν Δημοσίων ἔργων, ἀπεκάλυψε φοβερὰς καταχρήσεις καὶ ὑπέβαλε περὶ αὐτῶν λεπτομερῆ ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, διότι φαίνεται, ὅτι οἱ ἐν τοῖς γραφείοις ἐκείνοις ἐργαζόμενοι ἐξακολουθοῦσι τὸ ἔργον των.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθὲς εἶναι, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Βώλου ἐπηνέχθησαν ἐσχάτως μικραί τινες μεταῤῥυθμίσεις τῇ εἰσηγήσει τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρησεν ἀναγκαίας τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας, καὶ εἰσήγαγε τὰ περὶ τούτου εἰς ἐμὲ, ἀποδεχθέντα τὰς προταθείσας μεταβολὰς, ἀφοῦ ἐπείσθην περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῶν· ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ προσθέτω, ὅτι τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως μοὶ ὑπέδειξαν καὶ ὑπεστήριξαν καὶ οἱ ἔντιμοι Βουλευταὶ τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης κ. κ. Ἀξελὸς καὶ Φιλάρετος. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἀναφέρω ἁπλῶς διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὡς παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Ἀγγελίδης, ἀφοῦ ἔχουν ἄλλην ἰδέαν οἱ συνάδελφοί του. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τῶν σχετικῶν Διαταγμάτων, ἔκαμε τῷ ὄντι παραστάσεις ὁ κ. Ἀγγελίδης καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἐμέ. Συνεπείᾳ τῶν παραστάσεων ἐκείνων παρήγγειλα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Διαταγμάτων, ἀλλ’ εἴτε ἐκ κακῆς συνεννοήσεως, εἴτε ἐκ πλάνης ἡ ὑπηρεσία ἐν ἀγνοίᾳ μου διέταξε, τυπικῶς ἐνεργοῦσα, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Διαταγμάτων. Ὡς γνωρίζετε δὲ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν οἱ μεμυημένοι τὰ τῆς ὑπηρεσίας, πολλὰ ἔγγραφα ὑπογράφονται ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας τὰ Τμήματα ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην διαταγὴν τοῦ διευθύνοντος τὰ Δημόσια ἔργα, διέταξα νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Ἀγγελίδου, καὶ ἂν τῷ ὄντι ἔχωσι τὰ πράγματα ὡς ἐκθέτει αὐτὰ ὁ κ. Ἀγγελίδης νὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα διόρθωσις, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν συμφέρον ἔχει νὰ διατηρήσῃ αὐτὰ ὡς τὰ καταγγέλλει ὁ κ. Ἀγγελίδης, πρὸς ζημίαν τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Δήμου, ἂν πράγματι τοιαύτη ἐπέρχεται ὡς ἐκ τῶν γενομένων μεταῤῥυθμίσεων.
§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Προηγήθη γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου;
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· αὐτὸ πρὸ πολλοῦ δὲν τηρεῖται πάντοτε. — Ὁ Βουλευτὴς Γυθείου κ. Κοσσονάκος ἐζήτησε τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως περὶ διορισμοῦ Δημαστυνόμου Μεγαρέων· ὑποβάλλω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ἡ πρότασις ἐγένετο τῇ 24 Ἰουνίου πρὸς τὸ Ἐπαρχεῖον, διὰ τῆς ἱεραρχικῆς δὲ ὁδοῦ, ἤτοι τῆς Νομαρχίας, μετεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ οὕτω προεκλήθη ὁ διορισμὸς τοῦ Δημαστυνόμου. Πληροφορορῶ αὐτὸν πρὸς τούτοις, ὅτι πίστωσις δὲν ὑπάρχει πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ Ἀστυνόμου ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Δήμου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας ἐζήτησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις τῆς δαπάνης, ἥτις ἐγένετο διὰ τῆς χορηγήσεως εἰσιτηρίων εἰς ἀπόρους κατὰ τὰ 1885· τὴν κατάστασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἐγγεγραμμένη πίστωσις ἐκ 15,000 δραχμῶν διὰ μικρὰ βοηθήματα εἰς ἀπόρους, καὶ ἑτέρα πίστωσις ἐκ 15,000 ἐπίσης διὰ χορήγησιν εἰσιτηρίων εἰς ἀπόρους. Ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 30 χιλιάδων ἐδαπανήθησαν μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου 1885 δραχμαὶ 31,500 περίπου, ἐξ ὧν 5,912 διὰ μικρὰ βοηθήματα καὶ 25,693 εἰς εἰσιτήρια. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 25,693 δρ. 9,393,070 ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔτος 1884, δηλαδὴ δι’ εἰσιτήρια κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο μὲν ἐκδοθέντα, πληρωθέντα δὲ ἀπὸ τὴν πίστωσιν τοῦ 1885· διότι ἡ πίστωσις ἡ ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 ἐπίσης ἐκ 15 χιλ. δὲν ἐπήρκεσεν· ἑπομένως ἐκ τῶν 25,693 ἐπεβάρυναν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1885 16,210.
§7ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν εἶναι διὰ διαφόρων ἄρθρων αὐτὰ τὰ ἔξοδα;
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν ἄρθρον μὲ δύω ἐδάφια.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐξεδόθη Διάταγμα ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, δι’ αὐτὰς τὰς 15 χιλιάδας;
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι—Ἐπίσης ἐζήτησεν ὁ κ. Λεβίδης κατάστασιν τῶν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε χθὲς τοιαύτας καταστάσεις διὰ τὰ 1882, 1883, 1884.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ διὰ τὸ 1885.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρὰ τοῦ Λογιστικοῦ Τμήματος τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου συνταχθεῖσαν ἔκθεσιν ὡς πρὸς τὰς τοιαύτας προκαταβολὰς διὰ τὸ 1885. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐκ Μήλου Βουλευτοῦ κ. Νοστράκη καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Δημοτολόγιον τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου 1881 περιελάμβανε δημότας 2804, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου Δημάρχου, τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, πέντε μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑνὸς Ἐφημερίου. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ Δημοτολογίου τούτου προεκλήθη τὸ Διάταγμα τῆς 25 Νοεμβρίου 1881, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς ἰδίου Βουλευτοῦ εἰς τὸν συνοικισμὸν Ἀδάμαντος. Μετὰ ταῦτα προσετέθησαν καὶ ἄλλοι δημόται εἰς τὸ Δημοτολόγιον, καὶ μέχρι μὲν τῆς 10 Μαρτίου 1882 ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν ἀνεβιβάσθη εἰς 3,010, μέχρι τοῦδε δὲ, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Δημάρχου τὴν ἐν τῷ Δημοτολογίῳ ὑπάρχουσαν, ἀνεβιβάσθη εἰς 3081. Ἐπίσης καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαταχθείσης ἐσχάτως ἀπογραφῆς τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, συνεπείᾳ αἰτήσεως δημοτῶν τινων Μήλου. Κατὰ τὴν καταγραφὴν ταύτην οἱ ἐν τῷ δήμῳ Ἀδάμαντος εὑρεθέντες εἶναι 808· ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1879 περιελάμβανε δημότας εὑρεθέντας ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ 607. Καταθέτω καὶ τὸν σχετικὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς.
§13ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀποσπῶ πρὸς στιγμὴν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ἐφελκύω αὐτὴν ἐπὶ τῶν πέριξ ἡμῶν μὴ στερουμένων σπουδαιότητος, καὶ δὴ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ ἐὰν ἐδόθη ἱκανοποίησις ἐπὶ τῇ γενομένῃ πρωτοφανεῖ προσβολῇ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς σημαίας καὶ τιμῆς ἐν Φιλιππουπόλει καὶ ὁποία, καὶ ἐὰν ὁ Πρόξενος ἐν Κρήτῃ, ὁ διακριθεὶς, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται ἡ διατήρησις τῆς εἰρήνης ἐν τῇ μεγατίμῳ καὶ μεγαλονήσῳ Κρήτῃ, ἀνεκλήθη ἢ μένῃ εἰς τὴν θέσιν του. Εἰς τὰς δύω ταύτας ἐρωτήσεις παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἐντὸς τῆς σήμερον, εἰ δυνατὸν, ἀπάντησις.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ ἐν Κρήτῃ Γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἀνεκλήθη, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖνε ὁ κ. Δρακόπουλος γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ. Ὁ κ. Δρακόπουλος ὅ,τι ἂν ἔπραξε, τὸ ἔπραξεν ἐκτελῶν ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δὲ προσῆκον νὰ γένηται μνεία τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ ἐν Κρήτῃ. Ὁποιανδήποτε ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσῃ συμβουλὴν εἰς τοὺς πολίτας τῆς μεγαθύμου νήσου, συμβουλὴν σκοποῦσαν τὴν προστασίαν τῶν τε συμφερόντων τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν συμφερόντων ἐκείνων, τὴν συμβουλὴν ταύτην ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ γενικοῦ Προξένου, ὁ δὲ γενικὸς Πρόξενος τὴν συμβουλὴν ταύτην ἐκτελῶν, προσήνεγκε τὰς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων ἐγένετο μνεία. Περὶ τῶν ἐν Φιλιππουπόλει συμβάντων ὅμως δὲν εἶμαι δυστυχῶς εἰς θέσιν νὰ δώσω τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, διότι ἡ ὑπόθεσις μένει εἰσέτι ἐκκρεμής. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅ,τι εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ πράξῃ. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τοὺς ἔχοντας εὔλογον περιέργειαν ὅτι, ὅταν τὰ πράγματα θέλει γενῇ δυνατὸν νὰ ἀνακοινωθῶσι, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι οὐδὲν παρημελήθη ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῶσι, διὰ νὰ ἀποδοθῇ ἡ ὀφειλομένη ἱκανοποίησις εἰς τὰς προσβολὰς, τὰς γενομένας εἰς τοὺς ἐκεῖ πολίτας Ἕλληνας καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον.
§15ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἄρα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§16ΤΙΝΕΣ. Βέβαια, βέβαια.
§17Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης ἐζήτησε πληροφορίας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν ὁδοποιΐαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι δὲν θὰ ὦσι πλήρεις, συμπληρωτικῶς προτείνω, ὅπως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) πόσα χρήματα ἐδαπάνησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τελεσθείσας ἐργασίας, πόσα εἶνε ληξιπρόθεσμα καὶ μὴ πληρωθέντα, καὶ ποίας δαπάνας ἀκόμη ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον δι’ ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι εἶνε ὑποχρεωτικαί. Νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ ὦσι πλήρεις, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ζητουμένας ταύτας πληροφορίας παρακαλοῦμεν ὁ ὑποβληθησόμενος κατάλογος νὰ ᾖνε κατὰ Νομοὺς, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἐπληρώθη δι’ ἕκαστον Νομόν. 2) Ἐπιθυμῶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐπληρώθησαν ἔξοδα διὰ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐν περιπτώσει πληρωμῆς, πόσα ἐπληρώθησαν καὶ εἰς τίνας. 3) Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Καλαμῶν, ἰδίως δὲ τὰς δύο τελευταίας ἐκθέσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, δι’ ὧν μετεβάλλοντο ἐν γένει οἱ ὅροι οἱ ἀρχικοὶ τῶν συμφωνιῶν καὶ ὑποβάλλεται ἀτυχῶς τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον εἰς μίαν πρόσθετον δαπάνην 750,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ ὅμως, ἐπειδὴ αἱ ἐκθέσεις, ὡς μανθάνω, εἶνε εἰς τὸ Γαλλικὸν, νὰ προσαχθῶσι καὶ ἐν πρωτοτύπῳ καὶ ἐν μεταφράσει. 4) Χθὲς ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρεμπιπτόντως ἐγεννήθη, ἀνέφερεν, ὅτι δὲν δίδει σημασίαν εἰς πολλὰ φύλλα δημοσιογραφικά. Μανθάνω δυστυχῶς, ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Τρικούπης μέχρι τῆς ἐξ αὐτῆς ἐξόδου του ἔχουσι πληρωθῆ εἰς συνδρομὰς ἐφημερίδων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ καὶ εἰς περιοδικὰ συγγράμματα οὐχὶ ὀλίγα ποσά. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς τοιαύτας πληροφορίας διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν κατεβλήθησαν τὰ τοιαῦτα ποσὰ ἢ ὄχι.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 εἶχεν ἐπιτραπῆ ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς δαπάνας ὡρισμένας· πλὴν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθέντων ποσῶν δι’ ἔξοδα τοῦ δανείου τούτου, ἐδαπανήθησαν καί τινα ἄλλα ποσὰ, ὡς χιλιάδες τινὲς δραχμῶν, ὀλίγαι ὅμως ἐδόθησαν εἰς κύριόν τινα διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἐνεργήσῃ, διὰ νὰ εὐκολυνθῇ ἡ ἐπιτυχία τοῦ δανείου, καὶ ἄλλα τινὰ τοιαῦτα. Ἐὰν περὶ τούτων ἐννοῇ ὁ κ. βουλευτὴς, παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσῃ.
§20ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ πάντων ἐν γένει τῶν ἐξόδων τοῦ δανείου τούτου.
§21ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας, ὅτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῶν στρατηγῶν, ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης κ. Λυμπερόπουλος ἐζήτησεν ἐπιμένων εἰς πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὅταν ἐζήτησα τὰς ἐκθέσεις ταύτας τοῦ νὰ γείνῃ δημοσία συζήτησις Ἐπειδὴ ἐπίστευσα ὅτι παρεξηγήθην ζητήσας ταύτας, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐξήγησα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τότε διὰ τίνα σκοπὸν ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις. Εἶπον ὅτι ζητῶ νὰ κατατεθῶσιν αὗται διὰ νὰ γείνῃ δῆλον, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ δυνάμενοι νὰ γνωρίζωσι ποῖαι εἶναι αἱ ἐλλείψεις αὐτοῦ καὶ ποῖαι αἱ δυναταὶ διορθώσεις, διὰ νὰ γείνῃ ἐπίσης δῆλον, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀκολουθοῦσι θεωρητικῶς τὰς προόδους τῆς τέχνης τοῦ πολέμου, μόνον δὲ ἡ ἐφαρμογὴ ἐλλείπει· τοῦτο δὲ εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν, διότι ὁ στρατὸς ἡμῶν καταναλίσκει τὸν χρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν διδασκαλίαν τοῦ σχολείου τοῦ λόχου. Εἰς τοῦτο μόνον δύναται νὰ εἶνε χρήσιμος ὁ κύριος Βοσσὲρ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ συγκεντρώσῃ ἀριθμόν τινα στρατοῦ ἐκ χιλιάδων τινῶν διαφόρων σωμάτων, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ὅλην θεωρίαν τῆς τέχνης τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ, μὴ ὄντος δυνατοῦ τούτου, ἡ ὕπαρξις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ ἐν Ἑλλάδι εἶνε ὅλως περιττή. Τοιαῦτα περίπου εἶπον καὶ τοιοῦτο ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας μου· δὲν ἔθιξα κατ’ ἀκολουθίαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ὡς βουλευτὴν, οὔτε ὡς ὑπουργὸν, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω εἰς ποῖον ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἀπήντα ἀνερχόμενος τὸ βῆμα. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, ὅταν παρελάμβανεν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους τὰς ἐκθέσεις ταύτας καὶ ἐσκέπτετο, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τὰς ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐφαντάσθη βουλευτὴν ἀνερχόμενον τὸ βῆμα καὶ ὁμιλοῦντα καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς κατήρτισε τὴν ἀπάντησίν του. Ἀλλὰ συμβουλεύων ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν, εἰπὼν, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ βουλευταὶ καὶ πᾶς βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ ἐγείρωσι συζήτησιν δημοσίως ἐπὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων. Ἐνθυμίζω εἰς τὸν κύριον Μαυρομιχάλην τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου κατὰ τὸ 1881. Τότε θέλων νὰ ἐλέγξῃ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἐξηυτέλισε τὰ τοῦ στρατοῦ, παραστήσας αὐτὸν ὡς ἄθροισμα Βασιβουζούκων. Ἔχω ἐπιστολὰς ἐπισήμων ἀνδρῶν ἐκ Γερμανίας καὶ Γαλλίας, ὁποίους ηὐτύχησα νὰ γνωρίσω, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον, ἐὰν ἐγνώριζεν ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, ἤθελεν αἰσχυνθῆ. Ὁμοίως καὶ κατὰ τὸ 1883 ἐξελέγχων τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰσῆλθεν εἰς συζητήσεις περὶ στρατοῦ καὶ παρέστησε τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεώς του ἀθλίαν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κύριοι, τίς προεκάλεσε συζητήσεις δημοσίᾳ ἐκθέτων τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐγὼ ἢ ὁ κύριος Μαυρομιχάλης; Ὅταν πρόκηται νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ἀντιπάλους του χάριν πολιτικῆς προσωπικῆς ὠφελείας, δὲν σκέπτεται, οὔτε περὶ πατρίδος, οὔτε περὶ στρατοῦ, συμβουλεύει δὲ μόνον, καὶ ὅταν ἐρωτώμενος δὲν ἔχει τι νὰ ἀπαντήσῃ, καταφεύγει εἰς τοιούτου εἴδους ἀνάξια ἐπιχειρήματα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἔν τινι τῶν συνεδριάσεων τῆς παρελθούσης Συνόδου, εὑρισκομένου ἐπὶ τάπητος τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ὑποχρεούμενος ὁ κ. Μαυρομιχάλης νὰ ὁμιλήσῃ, παρελθὼν τὸ βῆμα κατ’ ἀνάγκην, ἐτράπη τὴν ὁδὸν τῆς ἐκτραγῳδήσεως τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, μὴ δυνάμενος νὰ ἀναπτύξῃ ἐπιστημονικὰς γνώμας. Μοὶ ἔδωσε συμβουλὰς σεβασμοῦ ὁ κύριος Μαυρομιχάλης καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι, ὅταν ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρέπει νὰ εἶμαι φειδωλὸς εἰς τὰς ἐκφράσεις μου, προκειμένου περὶ προσώπων. Κύριοι, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἐπιτιμῶν δὲν εἶνε ὁ κανονίζων τὸ ὕψος ἢ τὸ βάθος τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων τοῦ ἐπιτιμωμένου, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἐπιτιμώμενος. Ἤλεγξα ἴσως αὐστηρῶς, ἀλλὰ δικαίως τὸν κ. Βοσσέρ· ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὅμως ἀνύψωσε τὸ ζήτημα εἰς Ἐθνικὸν καὶ εἶπεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ κυρίου Βοσσὲρ ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῶ, ὅτι ὡμίλουν περὶ τῆς Γαλλίας. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ μεγαλεῖον τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν ἐπιτίμησιν ἑνὸς ὑπαλλήλου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παραβάντος τὸ καθῆκόν του, καὶ εἶνε περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ προσέφερον περισσοτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Γαλλίαν, ἢ ὁ κ. Μαυρομιχάλης μέχρι τοῦδε εἰς τὴν πατρίδα του. Μοὶ συνιστᾷ τὸν σεβασμὸν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τοιοῦτον. Ἐνθυμοῦμαι παιδίον ὄν, ὅτε ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα μου, Πρωθυπουργὸν ὄντα, τηλεγράφημα ἐκ Κύθνου ἀγγέλλον τὴν ἐπιθανάτιον στιγμὴν τοῦ πατρὸς τοῦ κυρίου Μαυρομιχάλη, ὁ πατήρ μου διέταξε πολεμικὸν νὰ μεταβῇ, ὅπως μεταφέρῃ τοῦτον· ὁ δὲ κύριος Μαυρομιχάλης, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν πόθεν καὶ πῶς ἐπιβάλλει τὴν δαπάνην ταύτην· ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν, παρέπεμψε τὸν κ. Μαυρομιχάλην εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι οἱ κυβερνῶντες γνωρίζουν τὰς ὑποχρεώσεις τῆς χώρας πρὸς τοὺς ἐλευθερωτὰς τῆς Πατρίδος.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικά· ἀφορῶσι τὴν πολιτικήν του ἱστορίαν.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφήσατέ τα, διότι σήμερον εἶνε ἀπών.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἦνε πάντοτε παρών.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ ἀπουσιάσῃ σήμερον, ἀναχωρούσης τῆς οἰκογενείας του.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διακόπτω λοιπὸν τὸν λόγον μου, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἦνε παρόντες ἐκεῖνοι, περὶ ὧν ὁμιλῶ.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, δι’ οὗ ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγὴ τοῦ πρώην Διευθυντοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ νῦν βουλευτοῦ Γυθείου κ. Κοσσονάκου, κατηγορουμένου ἐπὶ διαφόροις πράξεσιν. Ἐπίσης τοῦ κ. Κατσικοπούλου ζητεῖται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Σπάρτης. Ὁ κ. Κατσικόπουλος ἐζήτησε διάφορα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἅμα ἔλθουν θὰ τὰ ὑποβάλλω.
§31Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ αἴτησις αὕτη εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ἡμερῶν περὶ ἀμφοτέρων καὶ περὶ τοῦ κ. Κατσικοπούλου καὶ περὶ ἐμοῦ, ἀμφότεροι δὲ παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν παραχρῆμα χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὰς νενομισμένας διατυπώσεις. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τοῦ κ. Κατσικοπούλου πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν ἀναγκαῖαι τινὲς πληροφορίαι καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ πρᾶγμα θὰ παραταθῇ, ἐγὼ ἰδίως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν νὰ δώσῃ ἀμέσως τὴν ἄδειαν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἶνε τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἐκκρεμότητα. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ νὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησις εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλῶ τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην καὶ τ’ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν μέλη νὰ ἐπισπεύσωσι νὰ ἐπεξεργασθῇ τὴν αἴτησιν, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Δικαιοσύνη ἀμέσως τῆς ὑποθέσεως.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ, βουλευτοῦ Γυθείου εἶναι εὐλογωτάτη. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ βραδύνῃ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προηγουμένως πρέπει νὰ βασανισθῇ ἡ αἴτησις τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην αὐτοῦ ἐν τῇ ἁρμοδίᾳ Ἐπιτροπῇ, παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγωσιν ὡς τάχιστα τὴν ἔκθεσιν αὑτῶν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως δὲν θέλει ἀπαιτήσει πολὺν χρόνον. Ἐὰν συμβῇ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, τότε καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γυθείου, ἵνα ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἀπ’ εὐθείας τοῦ ζητήματος.
§33Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει τὸ Προεδρεῖον νὰ προσκαλέσῃ τὴν Ἐπιτροπήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκλήθη ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ δὲν ἔκαμεν οὔτε τὰς ἀρχαιρεσίας.
§35Δ. ΚΑΪΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟΜΑΝ. Ἡμεῖς ἤλθομεν, ἀλλὰ τὰ μέλη τὰ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ἦλθον.
§36ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν συνδρομὴν, παρακαλῶ καὶ αὖθις τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐντὸς τῆς αὔριον δὲν ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἄδειαν αὔριον.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ Σάββατον.
§38ΙΩ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐναντίον τοῦ Ἐπισκόπου Πλαταμῶνος ἀπεστάλησαν τηλεγραφήματα πρὸς τὸν Βασιλέα, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, διὰ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι σφοδρῶς καταφέρονται ἐναντίον αὐτοῦ διὰ πράξεις διαφόρους, καὶ ἐπειδὴ χθὲς εἶχον τηλεγραφήματα, ὅτι οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη, θὰ παρακαλέσω, κ. Ὑπουργὲ, νὰ εἴπητε τί ἐνεργήσατε.
§39ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου διεβιβάσθησαν παράπονα, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ἐπίσης κατήγγειλε μέλη τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι καταχρῶνται τὰ χρήματα τῆς Ἐκκλησίας, ἑπομένως ὑπάρχουν ἀντεγκλήσεις, καὶ τὰ ἔγγραφα διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως πράξῃ τὰ νόμιμα.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ παράπονα ἐπανειλημμένα ἀκούονται κατὰ τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅσοι εἴμεθα μέλη, νὰ μεταβῶμεν εἰς ἓν δωμάτιον νὰ κάμωμεν τὰς ἀρχαιρεσίας καὶ νὰ ἐργασθῶμεν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦνται νὰ συνέλθωσιν ἀμέσως.
§42ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει ὑμᾶς πρὸ πολλοῦ, ὅπως μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, ἵνα ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον, φαίνεται, ἐλησμόνησε. Λοιπὸν δύναμαι ἤδη;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§44Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἴδετε εἰς ἐφημερίδα τινὰ τῶν Ἀθηνῶν, τοὺς «Καιροὺς», διάφοράν τι εἰλημμένον ἐκ τῆς ἐφημερίδος τῶν Πατρῶν «Τύπου», ἀναγγέλλον στιγυρὰν δολοφονίαν καὶ ληστείαν, συμβᾶσαν κατὰ τινος ἐμπόρου. Ἐκ τῶν κακούργων συνελήφθη εἷς ἢ μᾶλλον προσῆλθε, διότι ἦτο, φαίνεται, βέβαιος, ὅτι δὲν θέλει ἐνοχοποιηθῆ, περὶ τῶν ἄλλων δὲν ἐλήφθη φροντίς. Σήμερον λοιπὸν ἔλαβον ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν ἀδελφὸν τοῦ δολοφονηθέντος, ἐκφέρουσαν πολλὰ παράπονα κατὰ τῶν ἐν Πάτραις Ἀρχῶν, προσθέτει δὲ, ὅτι ἀμέσως ἐτηλεγράφησαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον μόνον ἐργάζεται μετὰ πολλῆς ἐπιδεξιότητος εἰς πολλὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων, ὀφείλει ἀμέσως νὰ διατάξῃ τὰς Ἀρχὰς, ὅπως μεταβῇ ἀνακριτής, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε δὲν μετέβη. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἔφερε μεγάλην ἀγανάκτησιν εἰς Πάτρας. Λοιπὸν ὀφείλω δημοσίᾳ νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως φροντίσῃ τὸ ταχύτερον νὰ μεταβῇ ἀνακριτής. Πρὸς τούτοις, κύριοι, γνωρίζετε καὶ ἰδίως οἱ Βουλευταὶ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ὅτι εἰς τὸν νόμον περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς συμπεριελήφθη τῇ προτάσει ἡμῶν, τῶν ἐκ Πατρῶν Βουλευτῶν, καὶ ἡ Ἐπαρχία Πατρῶν ἐν τούτοις πρὸ τινος καιροῦ καὶ εἰς διαφόρους δήμους δὲν φυλάσσεται ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς, ἀλλὰ πολλὰ ποίμνια μεταβαίνουν εἰς τὰ κτήματα διαφόρων συμπολιτῶν καὶ φέρουσι βλάβην μεγάλην. Μοὶ ἔγραψαν ἀπὸ διαφόρους δήμους νὰ κάμω ἐπερώτησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναφέρῃ εἰς τὸν Νομάρχην Πατρῶν νὰ ἐξετάσῃ ἂν τοιοῦτόν τι γίνεται, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§45ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη τότε ὁ νόμος περὶ βοσκῆς, καὶ σήμερον ἀκόμη ἐφέραμεν νομοσχέδιον.
§46ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πέρυσιν ἐνθυμεῖται ὁ κ. Κοντογούρης, ὅτι ὑπεβλήθη τοιοῦτος νόμος καὶ προσετέθησαν καὶ αἱ Πάτραι «Ἂς ψηφισθῇ λοιπὸν τώρα.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐτυχῶς τὰ παράπονα διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς δὲν εἶναι ἀληθῆ, διότι ὁ Νόμος δὲν ἐψηφίσθη. Ὁ τηλεγραφήσας σήμερον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ρηγόπουλον περὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς δολοφονίας, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Πάτραις, εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐτηλεγράφησε καὶ εἰς ἐμὲ, καὶ ὅτι ἡ φωνή του ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, διότι μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ δίδω ἀπαντήσεις εἰς πάντα πολίτην, ἐξασκοῦντα τοιοῦτον δικαίωμα καὶ ζητοῦντα τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἀλλὰ μόλις ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα προβῶσι τάχιστα εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος.
§48ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ, κύριοι, ἀμέσως προεκάλεσα τὴν προσοχὴν τοῦ Εἰσαγγελέως Πατρῶν, ὅπως καταδιώξῃ τὸ ἔγκλημα, μοὶ ἀπήντησε, δὲ ὅτι ἐστάλη Ἀνακριτὴς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνῶσιν ὁ ἐνδιαφερόμενος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὕδατος τῶν Γαργαλιάνων; (Ἀναγινώσκεται εἰς ά. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς Γαργαλιάνους πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου Πλαταμώδους καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρώσεως ἐλλειπουσῶν Ἐφορευτικῶν ἐπὶ ἐκλογῶν Ἐπιτροπῶν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον, καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ Προξενικῶν Ἀρχῶν. Ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Βλάχος.
§53Α. ΒΛΑΧΟΣ. Ὀλίγου δεῖν, κύριοι, ἐκινδυνεύομεν χθὲς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ κατηγορηθῶμεν καὶ καταδικασθῶμεν ἐπὶ σιγῇ καὶ ἀφασίᾳ· διότι ἐν μέσῳ Αἰθούσης, κατακλυζομένης ἀπὸ ἑβδομάδος ἤδη ὑπὸ χειμάῤῥων λόγων καὶ συζητήσεων, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀσχέτων πρὸς τὰ κύρια ἡμῶν καθήκοντα καὶ τὰς σπουδαιοτάτας ἡμῶν ἐργασίας, ἐνομίσαμεν καθῆκον νὰ προτιμήσωμεν, ὡς καὶ ἐπροτιμήσαμεν ἀληθῶς, νὰ συζητήσωμεν ἐσκεμμένως μᾶλλον ἢ ἐκ τοῦ προχείρου, καὶ ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τὰ πράγματα μᾶλλον ἢ περὶ τὴν αὔξησιν τοῦ χειμάῤῥου ἐκείνου τῶν λόγων. Διὰ τοῦτο δὲ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀπορία ἐκείνη, ἣν ἐξέφρασε χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἐπὶ τῇ σιγῇ ἡμῶν καὶ τῇ ἀφασίᾳ, δὲν ὑπηγορεύετο, οὔτε ἐδικαιολογεῖτο ὑπὸ δίψης λόγων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ φόβου μᾶλλον μὴ τυχὸν ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἀπόφασιν εἶχε νὰ παρέλθῃ ἀσυζητητεὶ, οὐ μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὸν νομοσχέδια, ἅτινα ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἀνωδύνου καὶ ἀκάκου αὐξομειώσεως μισθῶν καὶ ἐλαττώσεως γραφικῶν ἐξόδων ἢ τροποποιήσεως δευτερευουσῶν διατάξεων, κρύπτουσι δυστυχῶς ῥιζικὰς πολλαχοῦ ἀνατροπὰς σπουδαίων νομοθετημάτων τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν πιστεύω, εἶπον, ὅτι ἐδικαιολόγει τὴν ἀπορίαν ἐκείνην δίψα λόγων, διότι ἀληθῶς ποία λόγων δίψα ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀθεράπευτος ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐντὸς αὐτῆς καὶ ἐπανελήφθησαν, καὶ πάλιν ἐλέχθησαν καὶ ἐπανελήφθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας; Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι ἄλλον λόγον εἶχεν ἡ ἀπορία ἐκείνη, τουτέστι τὸν φόβον μὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις παρεδέχθη τὸ σύστημα ν’ ἀφήσῃ ἀσυζήτητα τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εὐκολύνῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ προβᾶσα εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, σκοπὸν εἶχε καὶ πρόθεσιν νὰ πράξῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ὡς ψιθυρίζεται τοὐλάχιστον, δὲν ἔχει διάθεσιν νὰ πράξῃ, οὐδὲ ἐπιθυμίαν νὰ ἴδῃ πραττόμενον ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ ἀκούσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ παρεμβάλλουσα προσκόμματα εἰς τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ τοιοῦτος φόβος, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαιολογίαν. Εἶμαι νέος, χθεσινὸς ἔτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἀλλὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἐπίσης τοὐλάχιστον ἂν οὐχὶ κρεῖττον ὑμῶν, ὅτι χαρακτὴρ τῆς πτέρυγος ἐκείνης δὲν εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῶν συζητήσεων, καὶ ἂν ἔχῃ ἐλάττωμά τι ὁ ἡγούμενος αὐτῆς, τὸ ἐλάττωμα τοῦτο δὲν εἶναι νὰ καταλίπῃ τὸ πεδίον τῆς μάχης. Ἄλλως δὲ, ὅσην καὶ ἂν ἔχωμεν, κύριοι, ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πτέρυγα ἐκείνην, διάθεσιν—καὶ ἔχομεν πολλὴν ἀληθῶς—μηδὲν νὰ παρεμβάλλωμεν πρόσκομμα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται ὅμως ἡ πρόθεσις ἡμῶν νὰ ἐκταθῇ μέχρις ἐντελοῦς ἀδιαφορίας καὶ πλήρους ἀπαθείας πρὸς τὴν τελουμένην ἢ ἐπιχειρουμένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀνατροπὴν καὶ πρόῤῥιζον κατεδάφισιν σπουδαίων νομοθετημάτων τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ ἐντελὴς κατεδάφισις τοῦ περὶ Προξενείων νόμου τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως θέλω μετ’ ὀλίγον ἀποδείξει εἰς ὑμᾶς ἁπλῶς, ψηλαφητῶς. Πρὶν ἢ ἐπιχειρήσω τὸ ἔργον τοῦτο, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς νομοθέτημα, τοιαύτην ἔχον τὴν σπουδαιότητα, ὁποία θέλει ἀποδειχθῆ πρὸς ὑμᾶς ἐντὸς ὀλίγου, ὑποβάλλεται ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως. Ἀπειράκις νομοσχέδια δευτερευούσης καὶ τριτευούσης σημασίας ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ ἐκθέσεως δικαιολογητικῆς. Διατί δὲν ἐκρίθη τοῦτο ἀναγκαῖον καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; ἄπορον ἀληθῶς· τοσοῦτον δὲ μᾶλλον ἄπορον, ὅσον ἀπὸ μηνῶν ἤδη ἐλέγετο καὶ ἐγράφετο, ὅτι Ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ σπουδαίων ἀνδρῶν, συνῆλθεν ἐπανειλημμένως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ταύτην ἰδίως ἔχουσα τὴν ἀποστολὴν, νὰ τροποποιήσῃ τὸν περὶ Προξενείων νόμον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ ἔργον της, ὡς ἤκουσα, ἀλλ’ ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, οὐδεὶς γνωρίζει· καὶ διὰ τοῦτο εἶχον πολλὴν περιέργειαν νὰ μάθω ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι μέρος τῶν ἐργασιῶν ἐκείνης τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν ἦναι μέρος αὐτῶν, ποῖαι αἱ σκέψεις, αἵτινες τὸ ὑπηγόρευσαν. Φρονῶ, καὶ ὑμεῖς ὑποθέτω φρονεῖτε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ γνωρίζωμεν τίς ὁ σπουδαῖος λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταργήσῃ τὴν ἀληθῆ κλεῖδα τοῦ θόλου τοῦ Προξενικοῦ οἰκοδομήματος, τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν· τίς ὁ σπουδαῖος λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὴν νὰ καταστήσῃ ἀργὰ τὰ Προξενικὰ Δικαστήρια διὰ τῆς ἀποκοπῆς δύο Προέδρων καὶ δύο Παρέδρων Δικαστῶν· τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν προέβη εἰς τὴν ἀδικαιολόγητον μείωσιν τῶν Προξενικῶν μισθῶν· τίς ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν φοβερὰν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὴν τροποποιοῦσαν τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νόμου, καὶ τίς τέλος ὁ λόγος, ὁ προκαλέσας τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ νόμου ἐκείνου, ἄρθρου χαρακτηριζομένου ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, ὡς ἔχοντος διαβατικὴν τὴν ἰσχὺν, καὶ κατατασσομένου ὑπὸ ἴδιον τίτλον «προσωριναὶ Διατάξεις», καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν αὐτοῦ, οὐχὶ ὑπὸ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα τῆς προσωρινῆς διατάξεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν χαρακτῆρα διατάξεως, μελλούσης νὰ ἔχῃ διαρκῆ ἰσχὺν καὶ ἀποτελούσης ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ νόμου. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς θὰ εὐδοκήσῃ νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς ἐξηγήσεις, τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, ἵνα προβῇ εἰς ἐσκεμμένην συζήτησιν καὶ ὥριμον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἕως οὗ τὸ πράξῃ, θέλω ἐπιχειρήσει ἐγὼ ν’ ἀναλύσω ἐν ὀλίγοις τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα πείσω ὑμᾶς, ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ ἄρδην ἐκρίζωσις τοῦ Προξενικοῦ νόμου. Ἵνα δὲ κρίνητε ἀκριβέστερον ὁποία ἡ ζημία, ἥτις μέλλει νὰ προκύψῃ εἰς τὴν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἐκπροσώπησιν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνδιατρίψω μικρὸν εἰς τὸν παλαιὸν Προξενικὸν νόμον. Ὁ Νόμος οὗτος, ψηφισθεὶς τῷ 1877, ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ τὸ 1882. Εἶναι δὲ ἓν τῶν καλλίστων νομοθετημάτων τοῦ Κράτους. Ὁ Νόμος ἐκεῖνος δὲν συνετάχθη ὅπως συντάσσονται συνήθως τὰ Ἑλληνικὰ νομοσχέδια ὑπὸ τοῦ πρώτου τυχόντος ἀνωτάτου ὑπαλλήλου, ἐργαζομένου κατὰ πρωτοβουλίαν, ἢ ἐκτελοῦντος ἰδέαν μᾶλλον ἢ ἧττον φαεινήν, τοῦ πρώτου ἐπίσης τυχόντος Ὑπουργοῦ, ἐν διαστήματι ἐνίοτε 24 ὡρῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ γόνατος πολλάκις, ἀλλὰ συνετάχθη τὸ πρῶτον ὑπὸ πολυμελοῦς Ἐπιτροπῆς ἐκ νομικῶν καὶ ἀνωτέρων λειτουργῶν, ἐσυζητήθη δὲ μετὰ ταῦτα ὑπὸ νέας ἔτι σπουδαιοτέρας Ἐπιτροπῆς, ἀποτελεσθείσης ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, διακεκριμένων νομοθετῶν καὶ Προξενικῶν λειτουργῶν.
§54Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖοι ἦσαν αὐτοί;
§55Α. ΒΛΑΧΟΣ. Ἦσαν ὁ κ. Παπαζαφειρόπουλος, ὁ κ. Βασίλειος Οἰκονομίδης, ὁ κ. Πέτρος Παπαῤῥηγόπουλος, ὁ κ. Ξενοφῶν Ψαῤῥᾶς καὶ ἄλλοι. Δὲν μνημονεύω τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ἦσαν πλὴν αὐτῶν ὁ κύριος Κοντόσταυλος, Ὑπουργὸς τότε τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Ματθιουδάκης διευθυντὴς τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ ἄλλοι, ὧν λησμονῶ τὰ ὀνόματα.
§56Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Διατί δὲν ἀναφέρετε τὰ ὀνόματα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν;
§57Α. ΒΛΑΧΟΣ. Διότι ἤμην καὶ ἐγὼ ἐξ αὐτῶν. Ἀφοῦ ὁ Νόμος διὰ μακρῶν συνεζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη· ἐπῆλθεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συνέστησε νέαν Ἐπιτροπήν, ἥτις καὶ πάλιν συνεζήτησε καὶ ἀνεθεώρησε τὸν Νόμον, μετὰ τὴν νέαν δὲ ταύτην συζήτησιν ἐδόθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν κ. Οἰκονομίδην, ὅπως ἐπιθεωρήσῃ τὸ νομοθετικὸν αὐτοῦ ὕφος, καὶ κατόπιν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη. Ὑποθέτω, ὅτι συμμερίζεσθε καὶ ὑμεῖς τὴν γνώμην μου, ὅτι ὁ Νόμος οὗτος εἶναι ἓν τῶν καλλίστων νομοθετημάτων τῆς νέας Ἑλλάδος. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ ἐλαττώματα ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ὡς πᾶν ἀνθρώπινον ἔργον, ἀλλὰ ταῦτα δὲν παραβλάπτουσι τὴν καθόλου οἰκονομίαν τοῦ Νόμου, ἐνῷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον οὐδένα σκοπὸν ἔχει ἄλλον, ἢ νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον τῆς ἀσκήσεως τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τὸ διορίζειν καὶ παύειν, ὡς θέλω ἐντὸς ὀλίγου καταδείξει πρὸς ὑμᾶς. Ὁ σήμερον ἰσχύων Νόμος, πλὴν τοῦ καθαρῶς τυπικοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε, νὰ κωδικοποιήσῃ εἰς ἓν διατάξεις ποικίλας διαφόρων χρόνων, ὑπὸ πολλῶν συνταχθείσας, ἐν πολλοῖς ἀντιφασκούσας καὶ περιαγούσας τοὺς Προξένους εἰς ἐντελῆ πολλάκις ἀμηχανίαν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, εἶχεν ἄλλους κυρίως τοὺς σπουδαίους καὶ ὑψηλοτέρους αὐτοῦ σκοπούς· νὰ καταστήσῃ ἀξιοπρεπῆ τὴν Προξενικὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἑλλάδος, νὰ καταστήσῃ τοὺς Προξενικοὺς λειτουργοὺς ὑλικῶς ἀνεξαρτήτους διὰ τῆς προσηκούσης αὐτῶν μισθοδοτήσεως καὶ ἀπροσίτους εἰς πάντα πειρασμὸν καταχρήσεως· νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀκριβῆ εἴσπραξιν τῶν Προξενικῶν τελῶν διὰ κρείττονος αὐτῆς κανονισμοῦ· νὰ ἀνυψώσῃ εἰς περιωπὴν σεβασμοῦ τὸ προσωπικὸν τῶν Προξενείων διὰ τῆς θεσπίσεως τῶν προσόντων διορισμοῦ καὶ προαγωγῆς, καὶ τέλος νὰ ἐπιθέσῃ τὴν ἀληθῆ κλεῖδα εἰς τὸν θόλον τῶν Προξενικῶν θεσμῶν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς θέσεως Προξενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἀδύνατον εἶναι νὰ λειτουργήσῃ προσηκόντως ὁ Προξενικὸς Νόμος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἄλλοτε, ὁσάκις ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιθεωρήσεως Προξενικῆς τινος Ἀρχῆς, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεννοούμενον ἢ καὶ μὴ συνεννοούμενον πολλάκις μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀπέστελλεν ἐπὶ τούτῳ εἰδικὸν ἐπιθεωρητὴν ἢ ἀνακριτήν· ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ ἐκ τοῦ προχείρου ἐθεράπευε τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας, ἐζημίωσε μᾶλλον, ὁσάκις ἐφηρμόσθη, τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ γόητρον αὐτῆς, ἐπέφερε δὲ πάντοτε πενιχρότατα ἀποτελέσματα· διότι ὁ Προξενικὸς ὑπάλληλος, ὅστις ἔμελλε νὰ ἐπιθεωρηθῇ, ἐγνώριζεν ἤδη ἐκ τῶν προτέρων τοῦτο, καὶ λίαν δεξιῶς ὑπεξέφευγε πάντοτε τὸν ἔλεγχον, ἐνῷ τοὐναντίον σπουδαίως ἐμειοῦτο ἡ ἐν τῷ τόπῳ ὑπόληψίς του καὶ τὸ ἀναγκαῖον τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ γόητρον ἐκ τῆς πανηγυρικῆς ἀφίξεως τοῦ Ἀνακριτοῦ, τῆς εἰσβολῆς αὐτοῦ εἰς τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον, τῆς θορυβώδους συναγωγῆς τῶν κατὰ τοῦ Προξένου διαθρυλουμένων κατηγοριῶν, καὶ τοῦ σκανδάλου, ὅπερ πᾶσα ἡ ἐνέργεια αὕτη προεκάλει. Μία τῶν βάσεων, καὶ ἡ κυριωτάτη, τοῦ νόμου ἐκείνου ἦτο, ὅτι οἱ Προξενικοὶ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ διορίζωνται ἀπὸ τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Γραμματέως Προξενείου, ἀποκτωμένου δυνάμει διπλώματος Πανεπιστημιακοῦ καὶ κατόπιν διαγωνισμοῦ, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ δὲ τούτου νὰ προάγωνται μέχρι τοῦ ἀνωτάτου βαθμοῦ τοῦ Γενικοῦ Προξένου. Ὑπῆρχεν ὅμως τότε ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἓν ἄρθρον, τὸ 40, καθ’ ὃ πλὴν τοῦ τοιούτου τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν Προξενικῶν ὑπαλλήλων ὡρίζετο, ὅτι «ἐντὸς τῆς πρώτης δεκαετίας δύναται νὰ διορισθῇ Πρόξενος πρώτης τάξεως ὁ ἐπὶ πενταετίαν εἰς ὁμοιόβαθμον θέσιν ἄλλου κλάδου ὑπηρετήσας, ἢ ὁ διατελέσας παρὰ πολυμελεῖ Δικαστηρίῳ δικηγόρος ἐπὶ δεκαετίαν, ἢ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, καὶ ἔχων τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 30 γενικὰ προσόντα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν τοιούτων δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς 5». Τοιοῦτον ἦτο τὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 40, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου· οὐδόλως μ’ ἐνδιαφέρει ἡ δι’ αὐτοῦ προτεινομένη ἐξαίρεσις τῶν δικηγόρων· τοῦτο δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ σπουδαῖον, τὸ ἀποδέχομαι μάλιστα. Προστίθεται ὅμως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἑξῆς σπουδαιοτάτη διάκρισις: «ἀλλὰ δύναται πρὸς τούτοις νὰ διορισθῇ εἰς ὡρισμένας θέσεις ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ καὶ πᾶς ὁ κατὰ γνωμοδότησιν ἠτιολογημένην τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, προκαλουμένην παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, κρινόμενος ὡς ἔχων εἰδικὴν καταλληλότητα πρὸς τὰς θέσεις ταύτας, ἀρκεῖ νὰ μὴ στερῆται τῶν γενικῶν προσόντων τοῦ ἄρθρου 30. Ὁ ἀριθμὸς τῶν οὕτω πως διοριζομένων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς 10». Ἐπὶ πολὺ ἐσκέφθην ἂν τὸ ἐδάφιον τούτου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διάταξις νόμου. Ποῖαι εἶναι αὗται αἱ ὡρισμέναι θέσεις; Ποῦ ὁρίζονται; Πῶς πρόκειται νὰ ὁρισθῶσι; Τίνος ἰδιοτροπία μέλλει νὰ τὰς ὁρίσῃ; Τὸ νομοσχέδιον σιγᾷ. Ὅταν τις, ἀναγινώσκων τὴν λέξιν ὡρισμένος ἔν τινι νόμῳ, ὀφείλει νὰ ἐννοῇ δι’ αὐτῆς ἀόριστος, ἀγνοεῖ ἀληθῶς ἂν ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ ὀνομασθῇ νόμος. Νὰ εὑρύνῃ θέλει ἢ νὰ περιορίσῃ διὰ τοῦ ὅρου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν διακριτικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν; Ἂς τὸ εἴπῃ καθαρῶς, ἵνα κρίνωμεν ἐν γνώσει τοῦ πράγματος. Ἂς μᾶς ὁρίσῃ τίνας θέσεις ἐπιθυμεῖ νὰ δύναται νὰ πληρώσῃ ἐπὶ τῇ γνώμῃ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἥτις παραδόξως ἀναγνωρίζεται ὡς ἀλάθητος Πυθία, καλουμένη νὰ γνωματεύσῃ περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν διοριστέων προσώπων. Αὕτη καὶ μόνη ἡ διάταξις ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ὑμῖν τὸ ἀκριβὲς μέτρον τοῦ σκοποῦ, τοῦ ὑπαγορεύσαντος τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν τοῦτο δὲν σᾶς ἀρκῇ, μεταβαίνω εἰς ἕτερον ἄρθρον, ἔτι φοβερώτερον, τὸ ἄρθρον 9, δι’ οὗ τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 74 τοῦ νόμου, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Προσωριναὶ διατάξεις. Οἱ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου διατελοῦντες ἢ ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον διατελέσαντες ἐν τῇ Προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ φέροντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς, ὡς καὶ οἱ μὴ φέροντες δίπλωμα, ἀλλὰ συμπεπληρωμένην ἔχοντες τετραετῆ Προξενικὴν ὑπηρεσίαν, δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ νὰ ἀνακληθῶσιν εἰς αὐτὴν καθ’ ὃν εἶχον τελευταῖον βαθμὸν, καὶ ἂν στερῶνται τὰ λοιπὰ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 32–36 τοῦ νόμου τούτου ὁριζόμενα προσόντα. Ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει ἐπὶ ἓξ μῆνας ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου· μετὰ παρέλευσιν δὲ τῶν ἓξ μηνῶν οἱ οὕτω διατηρηθέντες ἢ ἀνακληθέντες εἰς ὑπηρεσίαν ὑπάγονται εἰς τὰς περὶ παύσεων διατάξεις τοῦ νόμου». Εὐχερέστατον εἶναι νὰ κατανοηθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου τούτου· ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὅστις ὥριζε προσόντα αὐστηρότατα πρὸς διορισμὸν καὶ προαγωγὴν τῶν Προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ μετρηθῶσιν οἱ Προξενικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ διατελοῦντες ἐν ὑπηρεσίᾳ, διὰ τοῦ πήχεως τῶν προσόντων τοῦ νόμου, ἔπρεπε ν’ ἀπολυθῶσι σχεδὸν πάντες, διότι οὐδεὶς εἶχε τὰ προσόντα ἐκεῖνα· ἀνάγκη λοιπὸν ἦτο νὰ γείνῃ, ὅ,τι ἐγένετο εἰς πάντας τοὺς περὶ προσόντων νόμους· ἐτέθη προσωρινὴ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ μέλλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἐλάμβανε τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διατηρήσῃ ἐκείνους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἵτινες εἶχον σχετικῶς μείζονα ἱκανότητα ἢ ἀρχαιότητα· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐδίδετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν μόνον δι’ ἓξ μῆνας, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου μέχρι τῆς πλήρους καταρτίσεως τοῦ Προξενικοῦ Σώματος. Ἅμα ὡς τὸ Σῶμα κατηρτίζετο, ἔπαυεν ἰσχύουσα ἡ διάταξις τοῦ νόμου· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα ἡ παροδικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 74, πάντες οἱ λοιποὶ ὁρισμοὶ τοῦ νόμου ἦσαν περιττοὶ, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς πάντη ἄσκοπος καὶ ἀνωφελής· διότι τοιουτοτρόπως οἱ Προξενικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας ὑπάρχοντες, θὰ ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται εἰς αὐτὴν καὶ νὰ ἐξέρχωνται πάλιν, καὶ πάλιν νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται ὡς οἱ ἔσχατοι τῶν Δημοσίων ὑπηρετῶν. Τοῦτο δὲν τὸ ἠθέλησεν ὁ νόμος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτοῦ ἐδέσμευεν ὑπερβαλλόντως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἠθέλησεν οὗτος πλήρη ἐλευθερίαν, καὶ συνέταξε τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ «οἱ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ Προξενικῷ κλάδῳ ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος, ἂν φέρωσι δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἐπὶ τρία δὲ, ἂν δὲν φέρωσι τοιοῦτο, μὴ ἀπολυθέντες δὲ ἕνεκά τινος τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 60 ἀναφερομένων λόγων, δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν». Μέχρι πόσου χρόνου, κύριε Ὑπουργέ; Ἐς ἀεὶ, μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων! Παύονται οὕτως οἱ Προξενικοὶ ὑπάλληλοι, διότι ἦλθε νέα Κυβέρνησις, διορίζονται πάλιν, ὅταν ἔλθῃ ἄλλη, παύονται μετὰ μικρὸν ἐκ νέου καὶ πάλιν ἐπαναφέρονται, καὶ ὁ χορὸς αὐτὸς ἐξακολουθεῖ εἰς δόξαν καὶ προαγωγὴν τοῦ Προξενικοῦ κλάδου. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, θέλω διατρίψει μικρὸν περὶ τὴν προτεινομένην κατάργησιν Προξενικῶν τινων Ἀρχῶν. Παρατρέχω ὅλας σχεδὸν τὰς διατάξεις περὶ μειώσεως Προξενικῶν μισθῶν, καίτοι κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄσκοπος καὶ ἐπιζήμιος ἡ μείωσις αὕτη. Αἱ γενόμεναι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους αὐξήσεις μισθοδοσίας δὲν ἐγένοντο χάριν μόνον αὐτῶν, οὔτε χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας· ὑπῆρχε καὶ ἄλλος λόγος, πολὺ σπουδαιότερος, καὶ ὁ λόγος οὗτος ἦτο νὰ καταστήσῃ τοὺς Προξενικοὺς ὑπαλλήλους δυσπροσίτους εἰς οἱονδήποτε πειρασμὸν καταχρήσεως. Μὴ σᾶς τρομάξῃ, κύριοι, ἡ λέξις κατάχρησις. Ἐγίνετό ποτε, πρὸ εἰκοσιπενταετίας, λόγος περὶ τούτου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν παρ’ ἀνωτάτου αὐτοῦ λειτουργοῦ, ὅστις καὶ Ὑπουργὸς βραδύτερον ἐχρημάτισε. Διατελῶν τότε ἀκόλουθος τοῦ Ὑπουργείου, ἐτόλμησα νὰ τῷ παρατηρήσω μεταξὺ λόγων, ὅτι Προξενικοί τινες ὑπάλληλοι δὲν ἦσαν ἀνώτεροι πάσης ὑπονοίας καταχρήσεως. Καὶ τί θέλεις νὰ κάμουν μοὶ λέγει; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἀπήντησα. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζήσωσιν; ὅταν δὲν ἔχωσι τὰ μέσα, θὰ κλέψωσιν. Ἤμην νέος τότε εἰκοσαετὴς μόλις, σᾶς ἐξομολογοῦμαι δὲ, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἐκείνη μ’ ἐπροξένησεν ἀληθῆ φρίκην. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ ἀληθὴς λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν Προξενικῶν ὑπαλλήλων· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ προκαλέσας τὴν κατάργησιν ὅλων τῶν ἀμίσθων Προξενικῶν Ἀρχῶν ἐν Ἀνατολῇ, καὶ καταστήσας τὰ ἐκεῖ Προξενεῖα ἔμμισθα. Ὅτι δὲ τοῦτο ἔφερε ταχέως τὰ ἀποτελέσματά του, ἀπόδειξις εἶναι αὐτὴ ἡ αὔξησις τῶν Προξενικῶν εἰσπράξεων. Ὅτε ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίζετο, ὁ μέσος ὅρος τῶν Προξενικῶν εἰσπράξεων ἀνήρχετο εἰς 250,000 περίπου δραχμάς· πρὸ ἑνὸς δὲ ἔτους αἱ εἰσπράξεις τῶν Προξενείων ἔφθασαν εἰς 700,000 φράγκα. Ἐὰν εἶχον δὲ προχείρους πίνακας τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν, ὁποίους ἀπορῶ, ὅτι δὲν συνυπέβαλε μετὰ τοῦ Νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠδυνάμην εὐκόλως νὰ καταδείξω εἰς ὑμᾶς λεπτομερέστερον τῶν λόγων μου τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ, σᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔχομεν ἀνάγκην οἰκονομιῶν καὶ δι’ αὐτὸ ἐλαττοῦμεν τοὺς μισθούς. Ἀμφιβάλλω μεγάλως, μεθ’ ὅσα εἶπον, ἂν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης θὰ προέλθῃ ἀληθὴς οἰκονομία· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις νομίζει καὶ αὐτὴν ἀναγκαίαν, ἵνα προελάσῃ οὕτω θριαμβευτικῶς μέχρι τοῦ ἐλλείμματος τῶν 11,000,000, ἔστω, δέχομαι καὶ τοῦτο, καὶ παρέρχομαι μεταβαίνων εἰς τὴν προτεινομένην κατάργησιν Προξενικῶν τινων Ἀρχῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καταργοῦνται τὰ ὑποπροξενεῖα ἐν Γιουργέβῳ, Ἰσμαηλίῳ καὶ Τούλτσῃ. Συνομολογῶ, ὅτι λόγοι Προξενικῆς ὑπηρεσίας, ἐκ τῆς στενῶς ἐννοουμένης, δὲν ὑπάρχουσι πρὸς διατήρησιν αὐτῶν, διότι ὀλίγας ἀληθῶς ἐργασίας ἔχουσι τὰ ὑποπροξενεῖα ταῦτα· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λησμονήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αἱ ἀκριβῶς Προξενικαὶ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὴν ὕπαρξιν τῶν Προξενείων, καὶ μάλιστα ἐν Χώρᾳ, ὅπου γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁποῖος λυσσώδης καταδιωγμὸς γίνεται κατὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὐχὶ μόνον ἐκ μέρους τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῶν Κυβερνητικῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν Διοικητικῶν ὀργάνων καὶ ἐκ μέρους τῶν Δικαστηρίων αὐτῶν, ὅτι ἐν Ῥωμουνίᾳ καταδιώκεται καὶ προγράφεται πᾶν ὅ,τι εἶναι Ἑλληνικὸν, καὶ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ ἐπιτρέπουσι καὶ παραγγέλλουσιν οὕτως εἰπεῖν τὴν καταδίωξιν. Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ ἐν Γιουργέβῳ καὶ ἐν Τούλτσῃ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοί μας πάσχουσι τὰ πάνδεινα καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ παρ’ αὐτοῖς εἷς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, εἰς στήριγμα Ἐθνικὸν, εἰς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνακούφισιν καὶ παρηγορίαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, κύριοι, γενόμενος τοῦ λόγου, παρατηρῶ, ὅτι δὲν βλέπω ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τούτῳ καταργούμενα καὶ ἄλλα τινὰ Προξενεῖα, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνόμισε πρὸ 20 ἡμερῶν, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ καὶ κατήργησε διὰ Βασ. Διατάγματος. Ἐν τῷ φύλλῳ 63 τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 19 Ἰουνίου ἀναγινώσκω τὸ ἑξῆς Διάταγμα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ δικαιολογητικὸν αὐτοῦ μέρος. Εἶναι καλὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων· «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἐν Ἐλμπασανίῳ καὶ Κορυτζᾷ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας διωρισμένων ἡμετέρων Προξένων καὶ τοῦ ἐν Γρεβενοῖς τῆς αὐτῆς Ἐπικρατείας διωρισμένου ἡμετέρου ὑποπροξένου ἀπαιτούμενα ἐκτελεστήρια, καί περ ἐπανειλημμένως ζητηθέντα παρὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, δὲν ἐξεδόθησαν μέχρι τοῦδε παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς,—ὅτι τὸ Δημόσιον, ἀποτῖνον κλπ. ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάττομεν...: Ἐγκρίνομεν νὰ διατηρηθῶσιν ἀργαὶ αἱ θέσεις τῶν ἐν Ἐλμπασανίῳ καὶ Κορυτζᾷ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἡμετέρων Προξένων καὶ τῶν ἐν Βεῤῥοίᾳ καὶ Γρεβενοῖς τῆς αὐτῆς Ἐπικρατείας ἡμετέρων Ὑποπροξένων». Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν ὁ Νόμος, ὁ ἰσχύων καὶ τροποποιούμενος, περιέχῃ τὸ ἄρθρον 76, δι’ οὗ ὁρίζεται «αἱ ἔμμισθοι Προξενικαὶ Ἀρχαὶ «συνιστῶνται, μεταβάλλονται καὶ καταργοῦνται διὰ νόμου», καὶ ἂν τὸ ἄρθρον 78 τοῦ αὐτοῦ Νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Νόμου τοῦ 1883 ὥρισαν τὰς καταργουμένας Προξενικὰς Ἀρχὰς ἐμμίσθους, ὁρίσαντα καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν καὶ τὸν μισθόν των. Καὶ ἂν ταῦτα πάντα ἀληθεύωσιν, ἐν τίνι δικαιώματι κατήργησε Νόμους διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ἔῤῥιψεν εἰς τὰς ὁδοὺς παρανόμως δημοσίους ὑπαλλήλους; Δὲν ὁμιλῶ κυρίως περὶ τῶν ὑπαλλήλων, διότι εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς, τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἀπολύσῃ αὐτούς. Δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ πράξῃ οὕτω, καὶ προὐτίμησε νὰ τὸ πράξῃ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ οὕτω πράξας ὁ κ. Ὑπουργὸς παρηνόμησε. Τίνα δὲ λόγον εἶχεν, ἐρωτῶ προσέτι αὐτὸν, νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράβασιν τοῦ Νόμου, ὅπως ἐδικαιολόγησεν αὐτὴν ἐν τῷ Διατάγματι; Ἔπρεπε διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς νὰ ἀνακηρυχθῇ εἰς ἐπήκοον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν μᾶς δίδει Προξενικὰ ἐκτελεστήρια, καὶ ἐπειδὴ δὲν μᾶς δίδει ἐκτελεστήρια, ἀναγκαζόμεθα νὰ καταργῶμεν διὰ Διαταγμάτων καὶ Νόμους; Θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι γνωρίζω ἐγὼ κάλλιον παντὸς ἄλλου πόσον χρόνον μένουσι κενὰ τὰ Προξενεῖα, περὶ ὧν ὁ λόγος, καὶ πρὸ πόσου χρόνου καθυστεροῦσι τὰ ἐκτελεστήρια· ἀλλὰ γνωρίζει ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι αἱ ἀρνήσεις ἐκτελεστηρίων εἶναι λεπτὰ καὶ ὀχληρὰ ζητήματα, ἅτινα πρέπει νὰ μένωσι κεκρυμμένα εἰς τοὺς μυχοὺς τῶν ἀρχείων, οὐχὶ δὲ νὰ ἀναγράφωνται εἰς Βασιλικὰ Διατάγματα καὶ νὰ ὑπογράφωνται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Εἶναι du linge sale qu'ont lave en famille. Οὐδεμία ἦτο ἀνάγκη νὰ διασαλπίσωμεν, ὅτι μᾶς στεροῦσιν ἐπὶ τρία ἔτη τὰ ἐκτελεστήρια αἱ Ὀθωμανικαὶ Ἀρχαί, οὐδὲ νὰ ταπεινωθῶμεν μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν παράδοξον αὐτὴν ὁμολογίαν πρὸς δικαιολόγησιν παρανομίας. Συνώψισα, κύριοι, ἐν ὀλίγοις ὅσας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἄνευ διακρίσεως κομμάτων καὶ πολιτικῶν φρονημάτων ἡ Βουλὴ θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τὴν συζήτησιν αὐτῆς, ὅπερ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ μετατρέψῃ εἰς Νόμον τοῦ Κράτους, θέλει φέρει μεγίστην ζημίαν ὄχι μόνον εἰς τὴν Νομοθεσίαν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προσήκουσαν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀληθοῦς Ἐθνικοῦ ἡμῶν ἔργου ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἐὰν ἔχωμεν, καὶ ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν συμφέροντα μεγάλα ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, ἔπρεπεν ὡριμώτερον νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ζητήσῃ τὴν κατεδάφισιν τοῦ Προξενικοῦ Νόμου. Ἂς πράξωμεν τοῦτο ἡμεῖς, ἀφοῦ δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ πράξῃ ἐκείνη.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶσθε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς;
§59ΒΛΑΧΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προξενικοῦ Νομοσχεδίου Ἐπιτροπὴ δὲν κατωρθώθη νὰ συνεδριάσῃ· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἦλθον καὶ χθὲς καὶ σήμερον περὶ ὥραν 7, ἀλλὰ συνεδρίασις δυστυχῶς δὲν ἔγεινε.
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο ἀναγκαῖον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς νὰ προτάξῃ τῶν παρατηρήσεών του κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοὺς πανηγυρικούς τοῦ Νόμου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ τροποποίησις. Καὶ ἐπειδὴ ἴσως ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον εἰς αὐτὸν νὰ καταδείξῃ διὰ τῶν διδαγμάτων του εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τοῦ Νόμου τοῦ 1877, ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς, νὰ ἐπιβάλῃ σιωπὴν εἰς πάντα περὶ τούτου διστάζοντα, προσπαθήσας οὐχὶ νὰ καταδείξῃ τὰ πλεονεκτήματα αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ καταδείξῃ τὴν ἐπιστημονικὴν ὑπεροχὴν τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, ὅτι εἰργάσθησαν πρὸς παρασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατέστη Νόμος, ἢ τὴν περὶ αὐτῶν ἀγαθὴν γνώμην τοῦ κοινοῦ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἐὰν οἱ διακεκριμένοι νομομαθεῖς, τῶν ὁποίων ἀνέφερε τὰ ὀνόματα, ἦσαν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς συνταξάσης τὸν Νόμον τοῦ 1877, λαβόντα μέρος τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐργασθέντα καὶ μετασχόντα τῶν συζητήσεων αὐτῆς καὶ ἐκθέσαντα τὰς ἑαυτῶν γνώμας ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τούτου. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι πρὸ πολλοῦ χρόνου, πρὸ τοῦ 1877, εἰργάζετο Ἐπιτροπὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς παρασκευὴν νομοσχεδίου, καὶ ὅτι τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης μέλη ἦσαν καὶ διάφοροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καί τις ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, ὁ κ. Μαθιουδάκης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Γνωρίζω ὡσαύτως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, υἱοθετήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1877, ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὀνομασθέντος Οἰκουμενικοῦ, ὅστις ἐπεδίωξε μετὰ μεγάλης πεποιθήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν, καὶ ἐπὶ τέλους κατώρθωσεν αὐτήν. Γνωρίζω δὲ προσέτι ὅτι, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ἦτο μακρότατον, ἦτο ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ δὲ Βουλὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ παράσχῃ εὐκολίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐδέχθη τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀσυζητητεί, οὕτω δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τότε καὶ ἐγένετο Νόμος. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα οὐδεμία ἦτο ἀνάγκη νὰ λεχθῶσιν ἡμῖν. Ὁ προαγορεύσας ὅμως ἔκρινε λυσιτελὲς πρὸς διαφώτισιν ὑμῶν νὰ σᾶς ὁμιλήσῃ περὶ τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς μεταδώσῃ τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ χρησιμότητος τοῦ Νόμου, περὶ τοῦ ἀλαθήτου τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως νὰ σᾶς διαθέσῃ οὕτως, ὥστε νὰ ἀρνηθῆτε ψῆφον ἐπὶ πάσης μεταβολῆς αὐτοῦ, ἥτις ἤθελε προταθῆ. Ἐγὼ ἐκ πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τοῦ χρόνου ἔτι καθ’ ὃν ἐσυζητεῖτο τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἐδιδάχθην, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξασφαλίσεις, αἱ ὑπὸ τοῦ Νόμου τοῦ συζητηθέντος κατὰ τὸ 1877 καὶ γενομένου Νόμου χορηγούμεναι εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὡς πρὸς διορισθέντα πρόσωπα, δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποβῶσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας. Τουλάχιστον κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν ἤδη διερχόμεθα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ὁποίου δὲν μνημονεύω τὸ ὄνομα, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ ζωῇ, ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν θελόντων νὰ γένωνται ὑπάλληλοι αὐτοῦ, καὶ τὰ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν. Τὸ δὲ Διάταγμα ἐκεῖνο ἐξεδόθη πρὸ εἴκοσι καὶ πλέον ἐνιαυτῶν. Ἂν καὶ ὑπέστη τροποποιήσεις τινὰς ὑπὸ τῶν διαδόχων αὐτοῦ Ὑπουργῶν, τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο παρήγαγε κακοὺς καρπούς· ὀφείλω δὲ νὰ ἀποφύγω νὰ ποιήσωμαι μνείαν ἀποδείξεων πρὸς βεβαίωσιν τῆς γνώμης μου ταύτης διὰ νὰ μὴ θίξω πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἔτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλὰ βεβαίως ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς ἀνθρώπου, ὅστις ἔχει γνῶσιν τῶν πραγμάτων, πεποιθὼς ὅτι θέλει ὁμολογηθῆ παρ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς καταρτισθῆ τὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διαδεχόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἔχω κανὲν ἐνδιαφέρον νὰ ἀπολογηθῶ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς παραλείψεις τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· πρέπει δὲ νὰ ἀποδοθῇ ἰδίως εἰς τὴν τάξιν, τὴν διὰ τοῦ εἰρημένου Διατάγματος εἰσαχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ 1863 τὴν καὶ νῦν ἔτι ἰσχύουσαν χάρις εἰς τὸν περὶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης νόμον. Ἡ χρονικὴ περίοδος, τὴν ὁποίαν διανύομεν, δὲν παρέχει ἀκόμη πλήρεις καὶ κατηρτισμένας ἱκανότητας, μὴ ἀφινούσας ἡμᾶς νὰ ἐπιθυμήσωμεν τὸ πληρέστερον, οὐδὲ μᾶς μεταδίδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν ὑπολείπεται ἡμῖν, ἵνα μεριμνήσωμεν περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ ἐνεστῶτος, ὅπερ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διατηρηθῇ μέχρι τέλους τοῦ βίου τῶν ὑπηρετούντων. Πεποιθότως δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ βεβαιότης τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι οὐδένα διατρέχουσι πλέον κίνδυνον, καὶ ὅτι κατεστάθησαν μόνιμοι, ἀπέβη μᾶλλον ἐπιβλαβὴς παρὰ ὠφέλιμος. Ἐκεῖνος ὅστις εἰσήχθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ 1863, καὶ ὅστις ἦτο ἀσύντακτος κατὰ τὸ 1863, ἕνεκα τῆς πεποιθήσεως, ὅτι μετά τινα ἔτη θὰ προαχθῇ, οὐδένα ἀνέπτυξε ζῆλον, ἵνα βελτιώσῃ ἑαυτὸν, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1875 εἴδομεν αὐτὸν ἀναβιβασθέντα μὲν εἰς τὸν βαθμὸν Τμηματάρχου, ἀλλὰ μηδόλως δυνηθέντα κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του διάστημα νὰ ἀποκτήσῃ πλειοτέρας γνώσεις ἀπὸ ὅσας εἶχε κατὰ τὸ 1863. Δὲν ὁμιλῶ περὶ προσώπου καὶ δίδω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν διὰ νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσητε. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεῖρα, ἡ ὁποία μὲ εἶχε διαθέσει κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου καθ’ ὃν χρόνον ἐσυζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο. Διὰ τοῦτο γενόμενος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1878, δὲν ἔσπευσα νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου, οὐδὲ ἔδραμον νὰ ὠφεληθῶ ἐκ τῆς παρουσιασθείσης μοι τότε εὐκαιρίας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου καὶ περιποιήσω εἰς ἐμαυτὸν τὴν πολιτικὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Νόμου παρεῖχεν εἰς τὸν ἐκτελεστὴν αὐτοῦ, καὶ ἠδυνάμην ἀληθῶς νὰ καταρτίσω τὸ προσωπικὸν τῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας ὡς ἤθελον τότε, προβαίνων εἰς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Νόμου τὴν ἐκτέλεσιν. Θαυμάζω πῶς ὁ προλαλήσας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ὅστις ἐτύγχανε Γενικὸς Γραμματεὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ δύο ἔτη, καθ’ ἃ Ὑπουργὸς τυγχάνων ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ νὰ διορίσω οἵους ἤθελα καὶ νὰ παύσω οἵους ἐπεθύμουν, θαυμάζω πῶς, ἀφοῦ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν προέβην ἐπὶ τὰ δύο ἐκεῖνα ἔτη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ διορίζων καὶ παύων, ἀλλ’ ἠσχολήθην νὰ μελετήσω τὸν νόμον καὶ νὰ σχηματίσω πεποίθησιν περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν διατάξεων αὐτοῦ, οὐδ’ ἔσπευσα νὰ καρπωθῶ τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ εὐκαιρία μοὶ παρεῖχε, θαυμάζω, λέγω, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς δὲν ἐδίστασε σήμερον νὰ μὲ ἐλέγξῃ, εἰπὼν, ὅτι ζητῶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, νὰ ἀποκτήσω ἐλευθερίαν ἐνεργείας, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ θέλω καταστρέψει τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν! Ἐὰν ἤθελον τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, εἶχον αὐτὴν ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ ἂν ἐποιούμην χρῆσιν αὐτῆς, τότε πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀπελάμβανον τῶν ἰδιαιτέρων συμπαθειῶν τοῦ προαγορεύσαντος πρώην ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸ πολλοῦ χρόνου δὲν ἤθελον εἶσθαι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· πιθανὸν δ’ ἦτον, ἂν ταῦτα συνέβαινον, νὰ μὴν εἶχον, ὡς νῦν ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ νὰ ἔκρινε σήμερον ἐπιζημίαν τὴν διατήρησιν τοῦ νόμου. Ἐζήτησα τότε, κύριοι, ἐπανειλημμένως παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναβάλω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, καὶ ἐζήτησα τοῦτο, ἐπιθυμῶν νὰ μελετηθῇ κάλλιον ὁ νόμος, καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἂν συντελῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· διότι τῷ ὄντι ἐπὶ μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἐνασκοῦσιν ἐπιῤῥοήν. Ἐὰν αὗται κανονίζωσιν ἐπιτυχῶς τὰ περὶ αὐτῶν, ἐξυπηρετοῦνται δι’ αὐτῶν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐὰν δὲ κανονίζωσιν αὐτὰ κακῶς, μεγάλην ταῦτα ὑπέχουσι βλάβην. Ἡ μεταβολὴ ἐν τούτοις τοῦ Ὑπουργείου, ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1882, ἔφερεν εἰς τὴν Ἀρχὴν αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐπροκάλεσε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ ὡς νόμου· οὗτος δ’ ἐπεθύμει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶχε πεποίθησιν πλήρη, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ οὐδεμιᾶς χρήζουσιν ἀναθεωρήσεως ἢ μεταβολῆς, καὶ προέβη μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Διαφωνῶ πρὸς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἰδίας αὐτῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ὃν τρόπον κανονίζουσιν αἱ ἄλλαι Χῶραι τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ὑπηρεσίας. Αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος εἶναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ τις, ἵνα ἕκαστος τῶν Πρακτόρων αὐτῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ αὐτὸς ὁ ἔσχατος Ὑποπρόξενος, καὶ αὐτὸς ὁ Προξενικὸς γραμματεὺς, εἶναι τοσοῦτον πνευματικῶς ἀνεπτυγμένος καὶ πολιτικῶς πεφωτισμένος, ὥστε νὰ δύναται ὡς ὄργανον Διπλωματικὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ μὴ ἀναδείκνυται ὄργανον ἁπλοῦν, μηχανικῶς ἐκτελοῦν τὰ ἑαυτοῦ καθήκοντα. Σᾶς ὁμιλῶ πεπεισμένος, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀναγράφει ὑπὲρ τῶν εἰσελθόντων εἰς τὴν Προξενικὴν ὑπηρεσίαν, αἵτινες καθιστῶσιν αὐτὸν ἀμετακίνητον, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αὗται δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι ἔκρινον προτιμότερον, ὁσάκις προκύπτει ἡ ἀνάγκη νὰ γένηται ἀποστολή τις εἰς τὰ κέντρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ μεριμνῶμεν οὐχὶ ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα τοῦ νόμου καὶ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προσδιορισθέντα ἔτη τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ἂν ἔχωσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, καὶ ἂν ἦνε δυνατὸν νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Ταῦτα εἰσὶ τὰ πρώτιστα καὶ ἀπολύτως ἀναπόφευκτα προσόντα, τὰ ὁποῖα οἱ Πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος καὶ πάντες οἱ Προξενικοὶ ὑπάλληλοι αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ἔχωσι, καὶ ἰδίως οἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συστήσωμεν Σχολὴν εἰδικήν, ἐν ᾗ νὰ διδάσκωνται αἱ γνώσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤθελον προθύμως ἀποδεχθῆ διάταξιν, καθ’ ἣν οὐδεὶς νὰ γίνεται δεκτὸς εἰς τὴν Προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν εἶχε διδαχθῆ τὰ μαθήματα τῆς Σχολῆς ταύτης καὶ ἐξετασθεὶς ἐπ’ αὐτῶν διακριθῆ. Ἀλλ’ ὁ λόγος, ὅτι ὑπηρέτησέ τις δύο ἢ τρία ἔτη ὡς γραφεὺς καὶ δικαιοῦται νὰ προαχθῇ εἰς γραμματέα, καὶ ὅτι ὑπηρέτησε δύο ἢ τρία ἔτη ὡς γραμματεὺς καὶ δικαιοῦται νὰ προαχθῇ εἰς ὑποπρόξενον, οὐδεμίαν παρέχει πεποίθησιν περὶ τῆς δεξιότητος καὶ χρησιμότητος τοῦ διοριζομένου. Ἰδοὺ διατὶ ἐφρόνουν πάντοτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ γένηται μελέτη τοῦ Νόμου περὶ Προξενικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία νὰ διαφωτίσῃ κάλλιον τοὺς ἀμφιβάλλοντας καὶ διστάζοντας περὶ αὐτοῦ, καὶ νὰ κρατύνῃ ἴσως καὶ τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων οἵτινες προβάλλουσιν, ὅτι ἔχουσι τοιαύτας περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου. Γενόμενος δὲ τελευταῖον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐσύστησα ἀμέσως Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκα τὴν μελέτην τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου. Πρὸ τούτου ὅμως εἶχον δεχθῆ πληθὺν ὑπομνημάτων, δι’ ὧν μοὶ κατεδεικνύοντο πολλὰ τοῦ νόμου ἀτελῆ. Εἶχον λάβει ὑπομνήματα ἐξ ἀνθρώπων δικαστικῶν, ἐνασκούντων τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ἢ ἄλλως ἀσχολουμένων περὶ τὰ δικαστικὰ ἐν Κωνσταντινουπόλει, οἵτινες μοὶ κατεδείκνυον τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς πολλῶν διατάξεων διαδικαστικῶν τοῦ Νόμου. Εἶχον λάβει ὑπομνήματα ἐξ Ἀλεξανδρείας, ὅθεν ὡσαύτως τινὲς τῶν ἀσχολουμένων περὶ ταῦτα πολλὰς μοὶ προέβαλον παραπλησίας μελέτας. Εἶχον λάβει ὑπομνήματα ἐξ Ἀθηνῶν, αἱ δὲ παρατηρήσεις, αἵτινες δι’ αὐτῶν μοὶ ἀνεκοινοῦντο, δὲν περιωρίζοντο μόνον εἰς τὴν κατάδειξιν τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς διατάξεων διαδικαστικῶν τοῦ Νόμου, ἀλλὰ παρίστων τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς καὶ διατάξεων διοικητικῶν αὐτοῦ. Παρεκάλεσα λοιπὸν τρεῖς συμπολίτας νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰδικώτερον εἰς τὴν μελέτην τῶν ὑπομνημάτων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, καὶ μοὶ ἀνακοινώσωσι τὰς σκέψεις των. Ἡ ὥρα ὅμως τοῦ ἐνιαυτοῦ δὲν ἐπέτρεπεν εἴς τινας ἐξ αὐτῶν τὴν περαιτέρω διαμονὴν αὐτῶν ἐν Ἀθήναις, ἠναγκάζοντο δὲ νὰ ἀπέλθωσι τῶν Ἀθηνῶν, οὐδ’ ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Οἱ κύριοι οὗτοι μοὶ ἐξέθεσαν, ὅτι θέλουσιν εὐχαρίστως ἐξακολουθήσει τὸ ἔργον τοῦτο, ὅταν ἐπανέλθωσιν εἰς Ἀθήνας· ἄλλοι δὲ πάλιν ὑπὸ οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν ἐπιέζοντο νὰ ἀναχωρήσωσιν ἐντεῦθεν πρὸς ὥραν. Διὰ τοῦτο πάντα τὰ μέλη τῆς συστηθείσης Ἐπιτροπῆς μοὶ προέβαλον, ὅτι ἀναγκαῖαι μὲν τυγχάνουσι πολλαὶ μεταβολαὶ τοῦ Νόμου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὀλίγος ὑπολείπεται χρόνος εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐργασίαν, νὰ ἀναβάλω μὲν νὰ προτείνω πάσας ταύτας, νὰ περιορισθῶ δὲ μόνον εἴς τινας ἀναποφεύκτους καὶ μᾶλλον ἐπειγούσας, νὰ συνδυάσω δὲ ταύτας μετὰ τῶν ἐλαττώσεων τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας ἤθελον ἐγκρίνει νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τοσοῦτον δὲν ἦτο ἄπταιστος καὶ ἀλάθητος ὁ Νόμος περὶ Προξενείων, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ἐνεργὸς ὑπηρεσία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἥτις δὲν ἐγνώσθη, ὅτι συνδέεται μετ’ ἐμοῦ διὰ δεσμῶν φιλίας, οὔτε διὰ πολιτικῶν πεποιθήσεων κοινῶν, καὶ αὐτὴ αὕτη μοὶ ἀνεκοίνωσε μελέτας, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν μεταβολὴν διατάξεων τοῦ νόμου· κατέχω δ’ ἰδίαν ἔκθεσιν συντεταγμένην ὑπὸ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελον βεβαίως εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν τὸ βραχὺ τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου δὲν μὲ ἔπειθεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκύψῃ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῶν νόμων, καὶ νὰ φέρῃ βελτιώσεις καὶ μεταβολὰς, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη δὲν καταδείκνυται ἀναπόφευκτος δι’ αὐτοὺς τοὺς μῆνας, καὶ ὅτι τὰς τοιαύτας μεταβολὰς δύναται νὰ μελετήσῃ ἐπανερχομένη μετὰ τὸ θέρος, ἐν ἀνέσει ἐρευνῶσα αὐτάς. Οὕτως ἡ Βουλὴ κατανοεῖ, ὅτι ἐγὼ οὐδόλως ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἂν αὐτὸς τὸν νόμον τοῦ 1877 θεωρῇ ὡς τὸν τελειότερον νόμον τοῦ Κράτους, τὸν μέγαν Κέρβερον, τὸν φυλάσσοντα τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δικαιώματα, αὐτὸν τὸν Ἄργον, τὸν ἀκάματον, τὸν ἀγρύπνως ἐπιτηροῦντα μή που πάθῃ τι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, καὶ θεωρῶ τὸν νόμον ἔργον περιέχον πολλὰς ἀτελείας, ἑπομένως δεκτικὸν μεταβολῶν καὶ ὄχι ὑπαγορευομένων ὑπὸ τῶν ταπεινῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας ἀναρμόστως καὶ ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος ἐζήτησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ὁ πρώτην φορὰν εἰσελθὼν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀλλ’ ὑπὸ ἐννοιῶν ἀδιαῤῥήκτως συνδεομένων μὲ τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον ἕκαστος πολίτης Ἕλλην πρέπει νὰ ἔχῃ, ἵνα ἴδῃ ἐξασφαλιζόμενα πανταχοῦ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἦτο μακρὸν τὸ προοίμιον τοῦ προαγορεύσαντος, διότι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἠσχολήθη περὶ τὴν γενικὴν αὐτὴν ἔποψιν καὶ ἐπιθεώρησιν τοῦ νόμου καὶ περὶ τὴν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας περὶ τοῦ νόμου τούτου ἔχει· ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ οὐχὶ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν διατάξεων, διὰ νὰ παραβάλῃ ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν μεταβολὴν προτείνω, καὶ ποῖαι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας προτείνω νὰ γείνουν δεκταὶ ἀντ’ ἐκείνων, καὶ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τί ζημιοῦνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, πρὸς ποίους ἐκτίθενται κινδύνους ἐκ τῆς παραδοχῆς τῶν ἐμῶν προτάσεων, ἀπὸ κοινοῦ δὲ καὶ ἀδελφικῶς πάντες νὰ παραδεχθῶμεν τὰ κρείττονα, νὰ μὴ ἐγγίσωμεν δὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γενικῶς ἀναγνωρίζονται ὡς ἀναγκαῖα καὶ λυσιτελῆ. Ἐπειδὴ τὸ πρῶτον, δεύτερον, τρίτον καὶ τέταρτον ἄρθρον πραγματεύονται ἰδίως καὶ σκοποῦσιν ἐλαττώσεις ἐξόδων, σκοπῶ νὰ ἀναβάλω τὴν μελέτην αὐτῶν εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου, καὶ νὰ προτάξω τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μεταβάλλουσι τὰς ἄλλας οὐσιαστικὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου προτείνει τὴν μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ νόμου· τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου ἔχει: «οὐδεὶς διορίζεται Λιμενάρχης ἐν τῇ Πρεσβείᾳ Κωνσταντινουπόλεως, ἂν δὲν εἶχεν ὑπηρετήσει ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ἢ ἐν τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ.» Μοὶ ἐφάνη ὅτι ἡ διάταξις ἦτο ἀτελὴς, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ τὸ εἶδος τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν εἶχε προσενέγκει ἐν τῷ πολεμικῷ ἢ τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ. Ἂν εἶχεν ὑπηρετήσει ὡς θερμαστὴς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ, ἢ ὡς παῖς ἐν τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ, ἔχει προσόντα διὰ νὰ γίνῃ Λιμενάρχης; Προτείνω λοιπὸν διάταξιν προσδιορίζουσαν κατὰ τοῦτο ὅ,τι ἀτελῶς διέταξεν ὁ ἐντελέστατος αὐτὸς νόμος, ὁ μηδεμιᾶς χρήζων ἀναθεωρήσεως· διὰ τῆς διατάξεως, ἣν προτείνω, ζητῶ νὰ προσδιορισθῇ ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρέτησεν ὡς ἀξιωματικὸς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ἢ ὡς κυβερνήτης ἐν τῷ ἐμπορικῷ. Δὲν ἤκουσα νὰ πολεμηθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου, παρῆλθε μάλιστα αὐτὴν ὁ προαγορεύσας ἐν σιγῇ, ἴσως διότι ἂν ὡμολόγει, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον ἀναθεωρήσεως ὁ νόμος, δὲν ἤθελε παρασταθῇ τοσοῦτον πλήρης καὶ τέλειος. Ἀλλ’ ὁ μέγας κίνδυνος εἶναι ὁ ἐκ τῆς προτεινομένης παρ’ ἐμοῦ μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ νόμου, ὡς σᾶς εἶπεν. Ἐν πρώτοις τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νόμου ἔθηκεν ἕνα κανόνα γενικόν· «Ὁ διορισμὸς τῶν Προξένων, Ὑποπροξένων, Γραμματέων καὶ τῶν ἰσοβάθμων ὑπαλλήλων τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας γίνεται ἀπὸ τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ, ὅστις εἶναι ὁ τοῦ Γραμματέως Προξενείου ἢ τοῦ Γραμματεὺς Βʹ τάξεως τοῦ εἰρημένου Προξενικοῦ Γραφείου». Τὸν κανόνα αὐτὸν δὲν μεταβάλλομεν διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, διατηροῦμεν δ’ ἄθικτον. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1877 ἀπεδέχθη ἐξαίρεσιν εἰς τὸν κανόνα τοῦτον· «Δύναται ὅμως νὰ διορισθῇ Πρόξενος πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως» διατάσσει τὸ ἄρθρον 40 τοῦ εἰρημένου νόμου, «ὁ ἐν ὁμοιοβάθμῳ θέσει ἑτέρου κλάδου τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπὶ πενταετίαν διατελέσας, ἢ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, ἂν ἔχῃ τὰ γενικὰ προσόντα τοῦ ἄρθρου 30». Καὶ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην διατηρῶ διὰ τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου, προτείνω μόνον τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ, προτείνων νὰ προστεθῇ ὅτι ὁ τοιοῦτος ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ, εἴτε τὴν Γαλλικὴν, εἴτε τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν. Δὲν ἐλπίζω νὰ διορᾶτε κατά τι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ζημιοῦνται ἐκ τούτου. Ἀλλὰ παρεστάθη ἄλλος πλὴν τούτου κίνδυνος, ὅστις ἐκρίθη, ὅτι καθιστᾷ κατάδηλον τὴν ἐμὴν δίψαν πῶς νὰ διορίζω καὶ νὰ παύω. Ἰδού πῶς ἔχει ἡ διάταξις, τῆς ὁποίας τὴν προσθήκην προβάλλω, καὶ τὴν ὁποίαν ἡρμήνευσεν οὕτως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· «Ἀλλὰ δύναται πρὸς τούτοις νὰ διορισθῇ εἰς ὡρισμένας θέσεις ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ καὶ πᾶς ὁ κατὰ γνωμοδότησιν ἠτιολογημένην τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, προκαλουμένην παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, κρινόμενος ὡς ἔχων εἰδικὴν καταλληλότητα πρὸς τὰς θέσεις ταύτας, ἀρκεῖ νὰ μὴ στερῆται τῶν γενικῶν προσόντων τοῦ ἄρθρου 30. Ὁ ἀριθμὸς τῶν οὕτω πως διοριζομένων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς δέκα», Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης διηρμήνευσα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ὑπάρχουσιν ὡρισμέναι τινὲς Προξενικαὶ θέσεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ προσδιορίσωμεν διὰ τοῦ νόμου, καὶ ἀπορῶ πῶς ἄνθρωπος, ἠσκημένος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠξίου παρ’ ἐμοῦ νὰ ἀναγράψω ἐν τῷ Νόμῳ τὰς θέσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας νομίζει τοιαύτας, ὥστε μόνον ἄνθρωποι εἰδικὴν καταλληλότητα δι’ αὐτὰς κεκτημένοι πρέπει νὰ καθέξωσι. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τοῦ θαυμασίου τούτου οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν δύναται νὰ ἀπομνημονευθῇ ἐν τῇ ἱστορίᾳ διὰ τοῦ μεγάλου ὀνόματος καὶ τοῦ μεγάλου κύρους, τὸ ὁποῖον οἱ ἀρχιτέκτονες, οἱ οἰκοδομήσαντες αὐτό, εἶχον ἀποκτήσει κατὰ τὴν σύγχρονον ἐποχήν. Ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ ἂν ἡ εἰρημένη ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν προβάλλω, εἶναι ἐπικίνδυνος, ἂν δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς καταχρήσεις. Ἐγὼ δὲν προβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα συνδέω μὲ τὴν διαμονήν μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· ἐγὼ πρῶτος ἐπιθυμῶ νὰ δεσμεύωνται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ πρὸ πάντων ἐγώ. Ἀλλ’ ὅταν δεσμεύωμαι ἐγώ, δεσμεύονται καὶ οἱ διάδοχοί μου, ἔχω δὲ ἥσυχον συνείδησιν, ὅτι δὲν συνετέλεσα πρὸς ἀπόκτησιν μείζονος ἐλευθερίας ἢ ἐκείνης τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ τροπολογηθῇ ἡ προτεινομένη διάταξις, ἂς τροπολογηθῇ, ἂς ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν τοιούτων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς τρεῖς. Δὲν μένει πλέον ἢ ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Βλάχου νὰ ὁρίσωμεν τὰς θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας δύνανται οἱ τοιοῦτοι νὰ διορίζωνται. Ποίους κινδύνους βλέπετε, ἂν Ὑπουργός τις τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελεν ἐμφανισθῆ ἡμέραν τινὰ, προκαλῶν τὸν διορισμὸν τριῶν τοιούτων Προξένων δυνάμει τοιαύτης διατάξεως καὶ ὑπέχων τὴν μεγάλην εὐθύνην, ὅσην συνεπάγει τὸ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπονεμηθὲν αὐτῷ δικαίωμα; Ἂν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία ἀνομολογήσῃ τὴν εἰδικὴν καταλληλότητα τῶν τοιούτων, δὲν εὑρίσκετε ἐγγύησιν, δὲν εὑρίσκετε τοιαύτην οὐδ’ εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἥτις κατεπτόησε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Καὶ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου ἀποκτῶσι δικαίωμα, ἵνα ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐχόντων προσόντα διὰ νὰ διορίζωνται εἰς Προξενικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου εἶχον ὑπηρετήσει ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος, ἂν εἶχον συγχρόνως καὶ δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἢ ἐπὶ τρία ἔτη, ἂν δὲν εἶχον δίπλωμα Πανεπιστημίου. Ὁ νόμος τοῦ 1877 δὲν εἶχεν ὀλιγωρήσει ἐντελῶς τῶν ἐν τῇ Προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ εὑρεθέντων τότε, καὶ διὰ τοῦτο ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου νὰ διατηρήσῃ αὐτοὺς ἐν τῇ Προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἂν ἐνέκρινε, καί τοι μὴ ἔχοντας τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἦτο διαρκές· ἴσχυε μόνον ἐπὶ ἓξ μῆνας, καὶ τοῦ δικαιώματος τούτου ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου, καὶ ἐξελέξατο ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Προξενικοῦ Σώματος διατελούντων ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἔκρινε καταλλήλους. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξήντλησε τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου, οὐδεὶς πλέον ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμνήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὑπηρέτησεν ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ· ἡ παρελθοῦσα ὑπηρεσία δὲν παρέχει οὐδὲν δικαίωμα. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν, ἐπαναφέρομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ προσὸν τοῦτο, καὶ ἐπαναφέρω αὐτὸ, ὡς τὸ ἀνέγραψεν ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων δὲν περιέχει διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ προϋπηρετήσαντες, καί τοι μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα, δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς ἣν εἶχον προϋπηρετήσει θέσιν, ἢ εἰς κατωτέραν αὐτῆς· Διατί τάχα οἱ προϋπηρετήσαντες ἐν τῇ Προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ δὲν πρέπει νὰ δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ διορισθῶσιν εἰς ἣν εἶχον πρότερον θέσιν, ἢ ἥσσονα αὐτῆς; Διατί; διότι δὲν ἐκρίθησαν ὡς τοιοῦτοι κατάλληλοι κατὰ τοὺς ἓξ πρώτους μῆνας ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις ἐξετέλει τὸν νόμον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἄνθρωποι ὑποκείμενοι εἰς λάθη, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ὅτι, ἂν ἡ ἐκλογὴ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαντο, ἐγέννησεν ἐπιθυμίας εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ ἐρευνηθῇ πάλιν μήπως καὶ ἄλλοι ὑπηρετήσαντες εἶναι ἄξιοι νὰ εἰσαχθῶσι καὶ νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ Προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅτι τοῦτο ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὴν ὑπηρεσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία διάταξις, τὴν ὁποίαν σᾶς παρέστησε τοσοῦτον ὀλεθρίαν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Αἱ μεταβολαὶ αὗται ἀφορῶσιν αὐτὴν τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου σκοπὸν ἔχουσι τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Προξενικοῦ νόμου. Λοιπὸν μεταβαίνω εἰς τοῦτο τὸ μέρος. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἀνετράφη ἐν τῇ Δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἑπομένως ἀπέκτησε τὰς ἕξεις τῶν ἐν τῇ Δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ βιούντων, ὅσον καὶ ἂν αἱ ἕξεις αὗται ἦναι ἀσυμβίβαστοι μὲ τὰ ποιητικὰ χαρίσματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἔπρεπε νὰ ἐμόρφωσεν ἑαυτὸν ἕνεκα τῶν ἕξεων τούτων ἀκριβέστερον ἀπὸ ὅσον σήμερον κατεδείχθη ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλήν. Εἰς 250 χιλ. δραχμὰς ἀνήρχοντο τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ Προξενικῶν τελῶν πρὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, καὶ μόνον, διότι ηὐξήνθησαν οἱ μισθοὶ τῶν Προξένων, καὶ παρεσχέθησαν εἰς αὐτοὺς ἐπαρκῆ μέσα βίου, ἕνεκα τούτου δὲν ὑποπίπτουσι πλέον εἰς καταχρήσεις, καὶ μόνον δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀπὸ 250 χιλ. ἀνεβιβάσθησαν εἰς 750 χιλ. τὰ ἐκ τῶν Προξενείων εἰσπραττόμενα. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γραφῇ εἰς Δράματα καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὕλη εἰς ποιητάς· ἀλλ’ ὅταν συζητῶνται νόμοι, ἀπαιτεῖται ἀκριβολογία περισσοτέρα, καὶ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην εὐλόγως δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἥψαντο πρώτην φορὰν τῆς ὕλης, περὶ τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις γίνεται. Ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐκ Προξενικῶν τελῶν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1877 ηὔξησε τὰ Προξενικὰ τέλη. Ἡ αὔξησις τοῦ ἐσόδου δὲν εἶναι συνέπεια τοῦ μεγαλειτέρου μισθοῦ τοῦ ἀποδοθέντος εἰς τοὺς Προξένους, ἀλλὰ συνέπεια τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, ἥτις διὰ τοῦ Νόμου ἐκείνου ἐψηφίσθη. Καὶ ὅταν τις ὁμιλῇ περὶ Σωματείου ὁλοκλήρου, δὲν δύναται ἀκινδύνως νὰ ἐπαφίνῃ μομφὰς, ὁποίας ἡ παράστασις τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐπαφῆκεν. Ἂν δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀφήσῃ εἰς ὑμᾶς δισταγμόν τινα περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῶν Προξένων, οἵτινες νῦν τυγχάνουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Προξενείων, τῶν ὁποίων οἱ μισθοὶ αὔξησιν, δὲν ἔχει ἐπίσης δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ μεγάλης δυσπιστίας περὶ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Προξενικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει πρὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου τοῦ 1877. Ἐὰν ὑπῆρξαν ἐξαιρέσεις δυσάρεστοι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, οὐδεὶς μοὶ ἐγγυᾶται, ὅτι καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τούτους δὲν δύνανται νὰ προκύψωσιν ἐξαιρέσεις δυσάρεστοι. Ἀλλὰ γενικὸν συμπέρασμα εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συναγάγῃ, ὅταν ὁμιλῇ περὶ ὁλοκλήρου κλάδου Δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλημμελὲς, διότι προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν τῶν Προξένων. Κύριοι, καὶ ποῖος σᾶς ἀρνεῖται, ὅτι εὐκταῖον ἦτο οἱ Πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος νὰ λαμβάνωσι πενταπλασίους μισθοὺς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ Νόμος τοῦ 1877 προσδιώρισε; Ποῖος σᾶς ἀρνεῖται, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπηρετοῦντες, εὐκταῖον ἦτο νὰ λάβωσι τετραπλασίους μισθοὺς ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσι; Ποῖος ἀρνεῖται ὅτι οἱ Δικασταί, οἱ ἀπονέμοντες τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ὄχι μόνον εὐκταῖον, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαιότατον εἶναι νὰ λαμβάνωσι μεγαλειτέρους μισθοὺς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους σήμερον λαμβάνουσι; Ποῖος σᾶς ἀρνεῖται, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς παραστάσεως τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀφθονώτερα, διὰ νὰ δύναται ἡ παράστασις τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὴν παράστασιν τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ δύναται, λέγω, αὕτη νὰ γένηται καὶ ἐπιδεικτικώτερον καὶ λυσιτελέστερον; Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐλλείμματος 11 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐπισείουσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν παρέλιπε τὴν αὐτὴν τακτικὴν νὰ μιμηθῇ καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, νὰ ἐπισείσῃ καὶ αὐτὸς τὸ ἔλλειμμα, ὡς ἂν ἐγὼ ἤμην ὁ ἐργάτης τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος, θὰ ἐμελέτησε κάλλιον τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ θὰ εἶδεν ὅτι, ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον, προσδιώρισε τὰ ἔξοδα εἰς 85 ἑκατομμύρια, δὲν προσδιώρισε τὰ ἔξοδα εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, τό ὁποῖον εἶχε προσδιορίσει ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, δὲν ἦτο Προϋπολογισμὸς 85,000,000 ἐξόδων. Ἐὰν ἦτο πλήρης καὶ εἰλικρινὴς, ἔπρεπε νὰ ἀναβιβάσωσι τὰ ἔξοδα εἰς 95,000,000, διότι 10,000,000 ἔξοδα εἶχεν ἀποκρύψει ἢ δὲν ἐπρόβλεψε νὰ περιλάβῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶχον καμμίαν δικαιολογίαν νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωσι νὰ πληρωθῶσι τὰ 10,000,000: «κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε· μὴ ζητεῖτε αὐτὰ ἐφέτος, ζητήσατε αὐτὰ τὸν ἑπόμενον χρόνον». Εἶναι ἔξοδον τοῦ 1885, ὤφειλον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος νὰ τὸ ἀναγράψω· ἐὰν δὲ ἄλλοι νομίζωσιν ὅτι δύνανται τινὰ μὲν τῶν ἐξόδων νὰ περιλαμβάνωσι, τινὰ δὲ οὐχὶ, ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο. Αὐτὸ δὲ τὸ ἔλλειμμα, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη μετὰ τοσαύτης ἀφελείας ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, εἶναι τῳόντι περίεργον παραγόμενον μελέτης ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια ἐξόδων ἀφήρεσα, ἀφοῦ δ’ εἶχεν ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν προκατόχων περίσσευμα, ἑπόμενον ἦτο τὸ περίσσευμα τοῦτο ν’ αὐξηθῇ εἰς 6 ἑκατομμύρια, καὶ ὅμως κατελήξαμεν εἰς ἔλλειμμα 11,000,000. Καὶ ἐρωτῶσι, πῶς θέλετε καλύψει τὸ ἔλλειμμα; διατί δὲν ἐφέρατε μέτρα πρὸς τοῦτο; Λησμονοῦσιν, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν καθῆκον νὰ φωτίσωμεν τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων κατὰ πρῶτον· ἂς λάβωσιν ὑπομονὴν καὶ θέλουσιν ἰδεῖ, ὅτι δὲν θέλομεν λησμονήσει καὶ τὸ ἄλλο καθῆκον ἡμῶν. Ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει ἐπέλθει, καὶ τότε ὀφείλομεν νὰ προβάλωμεν τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν καλύψει τὸ ἔλλειμμα. Ἂς μὴ σπεύδωσι, πρὸ πάντων δὲ ἂς μὴ ἀναμιγνύωσιν ἀλλοτρίας συζητήσεις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ Προξενείων, ὡς ἔπραξεν ὁ κ. βουλευτὴς, ἀναγκάσας καὶ ἐμὲ νὰ παρεκτραπῶ τῆς κυρίας συζητήσεως. Λοιπὸν τίς ἀμφισβητεῖ, ὅτι εὐκτέον ἦτο νὰ ἐδίδομεν μεγαλειτέρους μισθοὺς, νὰ μὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτούς; Καὶ ἠλαττώσαμεν, κύριοι, τὰ ἔξοδα, καὶ δύναται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας νὰ βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων ἐχρησίμευσεν εἰς ἡμᾶς ὡς πρόφασις, ἐνῷ κυρίως ἐσκοποῦμεν νὰ μετέλθωμεν, λαθροχειρίαν. Ποίαν λαθροχειρίαν ἔχομεν νὰ μετέλθωμεν ἀνέπτυξα εἰς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου. Οἰκονομίας ὅμως διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν δραχμῶν 76,200 διὰ τοῦ Αʹ ἄρθρου, 18,000 διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, 2,400 διὰ τοῦ τρίτου ἄρθρου καὶ 25,760 διὰ τοῦ τετάρτου ἄρθρου, δηλαδὴ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰς 110,000 δραχμῶν. Αὐτὰ εἶναι οἰκονομίαι; Τώρα βεβαίως δύνανται νὰ ὑπάρχωσί τινες φρονοῦντες, ὅτι εἶναι περιτταί. Διατί νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς μισθοὺς τοῦ Προξένου τῆς Σμύρνης καὶ τοῦ Προξένου τῆς Ἀλεξανδρείας; Ἐὰν ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα κεχωρισμένως, ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶσιν οἱ συμφωνοῦντες, ἀλλ’ ἐξετάσατε αὐτὸ ὡς Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, καὶ ἀποφανθῆτε ἐὰν δὲν πρέπει νὰ οἰκονομήσωμεν 100,000 δραχμῶν, ἢ ἐὰν δυνάμεθα νὰ παραιτήσωμεν τὴν οἰκονομίαν αὐτὴν μὲ ἀδιαφορίαν. Σᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἦτο χρησιμώτατος ὁ θεσμὸς τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων. Ἀλλ’ ἐντοσούτῳ ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ἤρχισε νὰ λειτουργῇ ὁ Νόμος, ἀφ’ ἧς ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἔθηκεν αὐτὸν εἰς ἐκτέλεσιν, πόσος χρόνος παρῆλθε μέχρις οὗ διορισθῇ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων; Δύο ἔτη παρῆλθον. Ἀφοῦ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἦτο ἀναπόφευκτος, πῶς ἠνέχθησαν, ἐκτελοῦντες τὸν Νόμον δύω ἔτη, καὶ ἀφῆκαν ἀργὴν τὴν θέσιν ταύτην; Καὶ ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀναγκάζωσιν ἡμᾶς ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν κενὴν ἐπὶ ἄλλα δύω ἔτη, δὲν θέλομεν ἐπιφέρει μείζονα βλάβην ἐκείνης, ἣν ἐπήνεγκον οἱ ἐπὶ δύω ἔτη διατηρήσαντες κενὴν τὴν θέσιν ταύτην. Καὶ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἔῤῥεεν ὁ χρυσὸς εἰς τὰ Δημόσια Ταμεῖα, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι βλέπει ἑκατομμύρια ἐμπρὸς, ἑκατομμύρια ὀπίσω, ἑκατομμύρια δεξιὰ καὶ ἑκατομμύρια ἀριστερά. Λοιπὸν ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ τῶν στενοχωριῶν σᾶς προτείνομεν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόσθη ἐν τῷ χρόνῳ τῆς ἀνέσεως, ὅτε οἱ προκάτοχοι, οἱ δυνάμενοι νὰ διορίσωσιν Ἐπιθεωρητὴν, δὲν διώριζον ὅμως. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλὰ εἰς ὅσα εἶπον μέχρι τοῦδε, ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ εἴπω πολλά· παρακαλῶ μόνον—καὶ τὸ λέγω τοῦτο πρὸς γνῶσιν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς— νὰ διαγραφῇ ὁ «ἢ» διαζευτικὸς ἀπὸ τῆς παραγράφου πρώτης τοῦ ἄρθρου 7, δέον δὲ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου μετὰ τὴν φράσιν «οἱ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου» ἡ ἑξῆς φράσις «ὡς καὶ οἱ μετὰ τὸν χρόνον, ἀφ’ οὗ ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ, ὑπηρετήσαντες κτ.λ.» Ἀμφότεραι αἱ παρατηρήσεις αὗται σκοποῦσι νὰ διορθώσωσι παραλείψεις τυπογραφικάς. Ὀφείλω νὰ ἐπαρκέσω καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου προέβαλεν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ῥητῶς νὰ προστεθῇ τι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τούτου, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ὁδηγοῦσιν εἰς λύσιν πάσης ἀπορίας· ἀλλὰ πρὸς πρόχειρον λύσιν πάσης τοιαύτης προτείνω νὰ προστεθῶσι τρία ἄρθρα 11, 12 καὶ 13, κανονίζοντα καὶ πῶς ἀναπληροῦται ὁ Γεν. Πρόξενος Διευθυντὴς τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου Κωνσταντινουπόλεως, ὅταν κωλύηται, καὶ πῶς συγκροτοῦνται τὰ Δικαστήρια ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἐν Σμύρνῃ, καὶ πᾶσαν ἄλλην σχετικὴν λεπτομέρειαν. Ἀλλὰ μοὶ μένει ἄλλη τις παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὡσαύτως ἐν οὐ δέοντι παρένειρεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Μοὶ μένει ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀπολύσεως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τριῶν Ὑποπροξένων καὶ Προξένων διωρισμένων ἐν τοῖς Προξενείοις Κορυτζᾶς, Βεῤῥοίας καὶ Γρεβενῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμιχθῇ μετὰ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου· ἦτο ὑπόθεσις ἀξία νὰ προκαλέσῃ ἰδίαν ἐπερώτησιν, καὶ ἀπορῶ διατὶ ἀνέμιξεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐγὼ προχείρως δύναμαι καὶ σήμερον νὰ δώσω διασαφήσεις, ἐὰν δὲν συναινέσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἦτο ἐπερώτησις, καὶ δὲν ἦτο συζήτησις συναφὴς πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Ἐπιθυμῶ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, διότι ἐφέτος τὸ πρῶτον εἰσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ μόλις εἰσελθὼν, ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐπιτιμήσῃ ἡμᾶς διὰ πολυλογίαν καὶ δίψαν τῶν λόγων, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του σήμερον. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ν’ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ παρατήρησιν πρὸς αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἀναμιγνύει ἀλλότρια πράγματα εἰς τὴν συζήτησιν. Μία ἀπὸ τὰς ἐλλείψεις, αἵτινες εἶχον καταδειχθῆ καὶ πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἐξελεγχθῆ καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας παρατηρηθῆ, ἦσαν αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου ἀπήντα διὰ νὰ πείσῃ τὴν Πύλην νὰ ἐκδώσῃ ἐκτελεστήρια διά τινας Προξένους, οἵτινες εἶχον διορισθῆ πρὸ πολλοῦ καιροῦ. Φαίνεται ὅμως ὅτι αἱ μομφαὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου δὲν ἦσαν βάσιμοι, διότι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον μετ’ αὐτὸν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, μολονότι ἐπὶ τρία ἔτη ἐκυβέρνησαν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πείσωσι τὴν Πύλην νὰ ἐκδώσῃ ἐκτελεστήρια, καίτοι ἐξελέγξαντες ἐπὶ τούτῳ τὸν Κουμουνδοῦρον. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ἦναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἦτο εὔκολον νὰ περατώσωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι θέσεις τινὲς Προξενικαὶ, ἀφ’ ἧς ἐδημιουργήθησαν, εἴτε διὰ Διαταγμάτων εἴτε διὰ Νόμων, δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωσι τοὺς Προξένους, οἵτινες εἶχον διορισθῆ εἰς αὐτάς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ διετήρουν μισθοδοτούμενον Πρόξενον ἐν Ἐλμπασανίῳ Προξενικόν τινα ὑπάλληλον, ἀποθανόντα ἤδη, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε δοθῆ μάλιστα ἡ εὐκαιρία αὕτη νὰ ἐργάζηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐκδίδῃ ἐντάλματα. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι σπεύδουσι νὰ διορίζωσι Προξένους ἐν γνώσει τῆς τοιαύτης πολιτικῆς δυσχερείας, ὤφειλον πρὶν ἢ διορίσωσι τὰ πρόσωπα, νὰ φροντίζωσι νὰ κανονίζωσι τὰς ἑαυτῶν σχέσεις μετὰ τῆς Χώρας ἐκείνης, ἥτις ἔμελλε νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐκτελεστήρια. Διορίζοντες Προξένους πρὶν ἢ κατασταθῶσι βέβαιοι, ὅτι δὲν θέλουσι σταματήσει ἐνώπιον παραπλησίου προσκόμματος, ἐκθέτουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Εὗρον λοιπὸν καὶ ἐγὼ Προξενικούς τινας ὑπαλλήλους μισθοδοτουμένους ὡς τιτλοφόρους διευθυντὰς Προξενείων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐδόθησαν εἰσέτι ἐκτελεστήρια, καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Τόπου δὲν ἤθελον παράσχει πρόχειρον αἰτιολογίαν νὰ διατηρῶ αὐτοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, οὐδ’ ὅτι ἐζημιοῦντο τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἂν προεκάλουν τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν· διότι ἡ ἀπόλυσις τῶν προσώπων αὐτῶν τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι παραίτησις ἀπὸ δικαιώματος, ἀλλὰ μόνον παῦσις τῆς χορηγίας μισθοῦ εἰς πρόσωπα διατελοῦντα ἀργά. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἐξακολουθήσει τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἐξακολουθοῦσα τὰς διαπραγματεύσεις, ὅπως κανονίσῃ τὰς περὶ τούτου σχέσεις αὐτῆς, καὶ ὅταν φθάσῃ εἰς συνεννόησιν, δύναται νὰ διορίσῃ τοὺς Προξένους. Τίς θέλει κατακρίνει διότι δὲν ὑπάρχει διωρισμένος Ἕλλην Πρόξενος ἐν περιφερείαις, ἀφοῦ οἱ προκάτοχοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐγκαταστήσωσιν εἰς αὐτὰς τοὺς διορισθέντας; Ἴσως θέλει κατακρίνει ἐκείνους, οἵτινες ἔσπευσαν νὰ διορίσωσι Προξένους εἰς τὰς περιφερείας αὐτὰς, ἐνῷ ἐγνώριζον, ὅτι δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐγκαταστήσωσι τοὺς διορισθέντας. Ἡ τοιαύτη πρὸς τοὺς διορισμοὺς ῥοπὴ αὐτῶν ἐξέθηκε τὴν ὑπόληψιν τῆς Χώρας πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἢ νομίζει τις, ὅτι οἱ ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ ἀγνοοῦσιν, ὅτι εἰσέτι δὲν ἐγκατεστάθη Πρόξενος ἐν Ἐλμπασανίῳ, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1876 τυγχάνων διωρισμένος;
§61ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἀνεγνωρίσθη εἰσέτι;
§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Μάλιστα ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι προκαλέσας τὴν ἀπόλυσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀργῶν τούτων ὑπαλλήλων, ἐζημίωσα ὀλιγώτερον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀφ’ ὅσον ζημιοῦσιν αὐτὰ οἱ σπεύδοντες νὰ προκαλῶσι διορισμοὺς Προξένων ἐν Προξενείοις, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐχὶ μόνον δὲν εἶχον βεβαιότητα, ὅτι θὰ ἀποκτήσωσιν ἐκτελεστήρια, ἀλλ’ ἴσως εἶχον ἀφορμὰς νὰ διστάζωσι τὰ μάλιστα περὶ τούτου. Νομίζω, ὅτι ἐπῆλθε καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ ἐπικαλώμεθα ἐπὶ πάντων τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τουλάχιστον αἱ ἐκλογαὶ τῆς Ἀττικῆς παρῆλθον, καὶ δὲν ὑπάρχει ἐκλογική τις ἀνάγκη διὰ νὰ παραστήσωμεν πρὸ τῶν ἐκλογέων μας καὶ αὖθις τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, ἢ νὰ ὑποσχεθῶμεν τὴν ἀπελευθέρωσιν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς χώρας. Τὸ ἐπιχείρημα ὁμολογῶ, ὅτι δύναται καὶ τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τι εἰς ἐπίκρισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ ὠφέλεια εἶναι μικρὰ, καὶ καλὸν εἶναι νὰ μὴ θίγωμεν τὰς εὐγενεῖς χορδὰς τῶν καρδιῶν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν.
§63ΙΩ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, τὸ ἔργον εἶνε ἔργον Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ὅμως ὁ λαβὼν μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου παρέστη σήμερον ὡς δεινὸς αὐτοῦ κατηγορητής. Συνεζητήθη παρόντος τοῦ τότε Ὑπουργοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅμως δὲν ἐθεώρησε τότε καθῆκόν του νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις, ὅπως προλάβῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοσοῦτον ἐλαττωματικοῦ νομοσχεδίου. Ἐκλήθη εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καὶ δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπιτραπῆ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου· ἠδύνατο τότε νὰ προβῇ εἰς μελέτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ φθάσῃ εἰς πορίσματα, εἰς ὁποῖα ἤγαγον αὐτὸν οἱ σοφοὶ, οἵτινες συνέταξαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ τὰ πορίσματα ἐκεῖνα νὰ τὰ ὑποβάλῃ ἔκτοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως μελετηθῇ ὁ νόμος καὶ συσκευασθῇ ὡς ἔδει. Ἀλλὰ καὶ τότε κατεγίνετο εἰς ἄλλα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ποιούμενος χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ παύειν καὶ διορίζειν, τοῦ εὐαρεστοτέρου τούτου καθήκοντος τοῦ Ὑπουργοῦ. Τίνος ἕνεκεν δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ περὶ Προξενικῶν Ἀρχῶν νόμου ἐγκαίρως τὰς παρατηρήσεις του ὁ κύριος Ὑπουργὸς, εἶνε ζήτημα οἰκογενειακὸν, ἀφορῶν τὰ μέλη τῆς πρώην Οἰκουμενικῆς, καὶ ἀφίνω τὴν πάλην ταύτην εἰς τοὺς ἰδίους. Ἐγὼ περιορίζομαι εἰς παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρήσεις, αἵτινες ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ ὅτι δὲν πρέπει ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ τροποποιῶμεν τὸν νόμον, δὲν πρέπει τὴν Βουλὴν νὰ μεταβάλλωμεν εἰς ἐργαστήριον τῆς μεταβολῆς τῶν νόμων, διότι τότε νόμους δὲν ἔχομεν. Οἱ νόμοι συνεχῶς μεταβαλλόμενοι χάνουσι ὅλον τὸ κῦρος, ὅλην τὴν αὐθεντίαν αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ κινοῦν με κατὰ πρῶτον εἰς τὴν πάλην αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον μόνος καὶ μόνος. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἔχει ἐλαττώματα ὁ νόμος· ἀλλὰ τίς ἐκ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσιν ἐν τῷ Κράτει τούτῳ πρὸ χρόνων, δὲν ἔχει ἐλαττώματα; καὶ ὅμως δὲν καταγινόμεθα νὰ τροποποιῶμεν αὐτοὺς, ὡς ἡ Πηνελόπη τὸν ἱστόν της. Ἐὰν ἐτρεπόμεθα τοιαύτην ὁδὸν, τότε βεβαίως ὅλος ὁ χρόνος ἡμῶν θὰ κατηναλίσκετο εἰς τὰς τροποποιήσεις τῶν διαφόρων νόμων, ἐνῷ οἱ νόμοι πρέπει νὰ λειτουργῶσιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἵνα καταφαίνωνται καὶ αἱ ἀρεταὶ καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτῶν καὶ διορθοῦσιν αὐτοὺς, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, οἱ θέλοντες νὰ διοικῶσι ἕνα τόπον, ἵνα ὠθήσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν ὑποταγὴν τῶν νόμων καὶ ἐκλείψῃ πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι οἱ νόμοι μεταβάλλονται διὰ πλαγίους σκοποὺς, διὰ πλαγίας σκέψεις. Ὁ νόμος εἶνε ἀξιόλογος, λειτουργεῖ καλῶς, δύναται νὰ φέρῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Πιθανὸν ὅμως νὰ εἰσῆλθον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ Προξενικῇ ἄνθρωποι ἀνίκανοι· ἀλλὰ διότι εἰσέδυσαν ἀνίκανοι, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταστήσωμεν καὶ τῶν ἱκανῶν τὴν θέσιν ἀμφιταλαντευομένην καὶ ἐπαναφέρωμεν καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν εὐάρεστον ἐκείνην θέσιν τοῦ νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὰς διαθέσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐρχομένου εἰς τὴν Ἐξουσίαν; Ἐὰν, κύριοι, ἐπιτρέπετε τὴν μετατροπὴν τῶν νόμων διότι γίνονται καταχρήσεις περὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν νόμους. Ἐὰν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων, ὁποίας μεταβολὰς ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν; Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν εὐτυχῶς ἐτέθη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου νομίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἂν, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιωρίζετο μόνον εἰς τὰς ἐλαττώσεις τῶν μισθῶν, τότε ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν ἔχει εἰμὴ τὸν σκοπὸν τῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἄλλων νομοσχεδίων θέλω ἀποδείξει, ὁδηγὸς τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ διάφορα νομοθετήματα δὲν εἶνε, κύριοι, ἡ οἰκονομία, διότι ἴσως ἀπηλπίσθη, ἴσως παρεδέχθη, ὅτι ἦτο ψευδὲς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, καὶ ὅτι δι’ οἰκονομιῶν δὲν δύναται νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τοῦ Τόπου. Ἂν λοιπὸν, κύριοι, περιεῖχε μόνον διατάξεις περὶ ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ, θὰ τὸ ἐδεχόμην, ἀλλὰ δὲν περιέχει μόνον αὐτὰς, ἀλλὰ περιέχει διατάξεις καταργήσεως θέσεων, διότι οἱ ἀξιοῦντες νὰ κυβερνῶσι τὸν Τόπον, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προνοῶσι κατὰ πρῶτον περὶ ἱκανοποιήσεως τοῦ λεγομένου κόμματος, καὶ πρὸς τοῦτο στρεβλόνουσι τοὺς Νόμους, παύουσι σωρείαν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶνε ὑπεράριθμοι, καὶ δὲν παρέρχεται πολὺς καιρὸς καὶ ἐπαναφέρουν εἰς τὰς αὐτὰς θέσεις ἄλλους, καὶ παύουσι καὶ διορίζουσι, καὶ οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ τοῦτο. Ἰδοὺ διατὶ, κύριοι, διάκειμαι δυσπίστως πρὸς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀναγκάζων ἡμᾶς νὰ καταναλίσκωμεν τὸν πολύτιμον ἡμῶν καιρὸν εἰς ἔργα ἀνάξια τοῦ Σώματος, ἐνῷ ἔδει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως θὰ συνεδέοντο μετὰ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν. Προσεπάθησεν ὁ κ. Πρόεδρος ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 εἶνε ὑπαγόρευσις πολιτικῆς ἀνάγκης. Ἀπέκαμον ἀκούων νὰ συζητῶνται πράγματα λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐξυπηρετεῖ πολιτικὴν ἀνάγκην. Τὴν πολιτικὴν ἀνάγκην δὲν τὴν κηρύττουν διὰ τοῦ τυμπάνου, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ πράξῃ ὅ,τι νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται νὰ ἔχωμεν θύραν ἀνοικτὴν, ἵνα ἀναιρέσωμεν εὐσχήμως τὰ ὅσα ἐπράξαμεν καὶ ἱκανοποιήσωμεν προσενεχθείσας ὑπηρεσίας παρὰ τοῦ μὲν ἢ τοῦ δέ. Τὸ ἄρθρον 7 ἐν παραγράφῳ λέγει (ἀναγινώσκει). Μένει ἡ ἐλαχίστη ἐγγύησις, ὅτι ὁ Πρόξενος, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τὴν θέσιν, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς αὐτὴν, ὁ ὁποῖος ἐδαπάνησε, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν θέσιν του αὔριον, ἀφοῦ δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συνερχόμενον, ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς παύσεώς του; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι εὐεργετικὸς ὁ Νόμος αὐτός; εἶναι βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας; Εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφίζωμεν Νόμον καὶ κατόπιν ἐπιπολαίως νὰ ἐρχώμεθα νὰ ἀνατρέπωμεν αὐτὸν χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὸ ἔργον μας; Κύριοι, τίποτε δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὰς οἰκονομίας. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ νὰ σκέπτηται καὶ νὰ ἀποφασίζῃ ὡς Βουλὴ ἀνεξάρτητος, ὀφείλει νὰ περιορίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς μόνην τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 καὶ 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§66Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι μία ἑρμηνεία εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον σύμφωνα μὲ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι ἐκ τῆς γενικότητος τῶν ἐκφράσεων δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἄλλη ἔννοια, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ οἱ Πάρεδροι δικασταί. Ἀλλ’ ἐπίσης προσθέτω ὅτι δύνανται νὰ διορίζωνται καὶ Πάρεδροι δικασταὶ καὶ οἱ ἐπὶ τετραετίαν μετὰ διπλώματος διατελέσαντες δικηγόροι μετὰ ἢ ἄνευ ἀδείας τοῦ δικηγορεῖν ἐνώπιον τῶν Προξενικῶν δικαστηρίων. Ἕκαστος βεβαίως ἀναγνωρίζει, ὅτι οὐ μόνον οἱ δικηγόροι, οἱ ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων διατελοῦντες τοιοῦτοι, ἔχουν τὰ προσόντα, ἀλλὰ καὶ οἱ δικηγόροι, οἱ ἐνώπιον τῶν Προξενικῶν δικαστηρίων διατελέσαντες, καὶ ἴσως ἔτι μᾶλλον οὗτοι, διότι αὐτοὶ ἠσκήθησαν εἰς τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας ἰδίως, ἃς δικάζουσι τὰ Προξενικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; προηγουμένως οἱ ἔχοντες διπλώματα ἠδύναντο νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου ἄνευ τῆς ἀδείας, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ὁ Νόμος ἀπῄτησε τοῦτο. Τὸ οὐσιῶδες, κύριοι, προσὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι τὸ δίπλωμα.
§67Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπῆρξα μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς δικηγορικῆς καὶ ἀπέῤῥιψα 27 Διδάκτορας, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶχον βαθμὸν λίαν καλῶς. Πρέπει νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις. Φαίνεται, ὅτι δὲν γνωρίζετε καλῶς τὶ εἶναι οἱ δικηγόροι ἐνώπιον τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δικαστηρίων.
§68ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν φέρω περιορισμὸν εἰς τὰ προσόντα. Ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1883 τριετὲς διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ἔχοντες καὶ τὴν ἄδειαν. Ἐγὼ ἀφίνω αὐτὸν τὸν χρόνον· ἀλλ’ ὅταν διετέλεσέ τις δικηγόρος ἐνώπιον Προξενικοῦ δικαστηρίου ἐπὶ δεκαετίαν, λόγου χάριν πρὸ τοῦ 1882 ἄνευ ἀδείας, ἥτις δὲν ἀπῃτεῖτο καὶ ἀπὸ τοῦ 1882 ἔχῃ καὶ τὴν ἄδειαν, δὲν ὑπάρχει τὸ τεκμήριον, ὅτι ἀπέκτησε τὴν πεῖραν;
§69Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἐπανάληψιν ὁλοκλήρου τοῦ 6 ἄρθρου.
§70ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ 6 ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§72ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Ἐνεργεῖται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ἀλλ’ ἀποδειχθέντος κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 καὶ 45′ Μ. Μ.