1885.02.01
2.213 στίχοι · 16.653 λέξεις · 64 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 1 Φεβρουαρίου 1885.
(Παρασκευή).
(Ὥρα 4 καὶ 30′ Μ. Μ.)
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Λευκάδος Χαραλάμπους Βρατσαφόλλη, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ Στυμφαλιάδου ἐπὶ βιαιοπραγίαις, καὶ διότι ἐφόνευσε καὶ δύω ὄρνιθας.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί γίνονται αὐτὰ τὰ τηλεγραφήματα, κ. Πρόεδρε;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνονται γνωστά.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπέρχεται καὶ καμμία θεραπεία τῶν παραπόνων;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἄλλους ἀπόκειται ἡ χρῆσις· ἡμεῖς τὰ διαβιβάζομεν ὅπου δεῖ. Ἐπερώτησις τοῦ ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ κ. Διαμάντη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα). Ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ ἐκ Τροιζηνίας Βουλευτοῦ κυρίου Δουζίνα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν (ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δόσατέ μοι νὰ τὴν ἀναγνώσω.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα καὶ νὰ τὴν ἀρτύσητε.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Βλέπετε, ὅτι ζητοῦμεν μὲ πάντα δυνατὸν τρόπον νὰ ἐπιφέρωμεν μίαν βελτίωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διά τινων ὑπομνήσεων καί τινων τρόπον τινὰ νύξεων, τὰς ὁποίας δίδομεν, ὅπως ἐξαγάγωμεν ἀπὸ τὸν λήθαργον τὴν ὑπηρεσίαν καὶ συνάμα ὅπως δώσωμεν καὶ ἀφορμὴν εἰς παρατηρήσεις τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ συμβαίνοντα. Λοιπὸν γνωρίζετε, ὅτι πολλὰς ἐπερωτήσεις ἔχομεν ὑποβάλει περὶ τῶν ναυτικῶν, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐδόθη ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμία ἀπάντησις. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ μὲ ἀποθαῤῥύνῃ εἰς τὸ νὰ ἐξακολουθήσω τὸ ἄχαρι τοῦτο καὶ κοπιῶδες ἔργον, πάντοτε ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, ἀδιάφορον ἐὰν τοῦτο δὲν ἀποφέρῃ καρποὺς, ἀρκεῖ ὅτι δείκνυται ἡ μέριμνα, ἡ ὁποία καταδείκνυται ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων ἐπερωτήσεων. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ τῶν τηλεγραφημάτων ἐπηρώτησα, διότι οἱ πολῖται ἐν ταῖς ἐσχατιαῖς που τῆς Ἐπικρατείας καταπιεζόμενοι ἀπὸ τὰς Ἀρχὰς, ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας καὶ μὴ ἔχοντες ποῦ νὰ καταφύγωσι, φρονοῦσιν, ὅτι εἰς τὸ Κοινοβούλιον θὰ εὕρωσι θεραπείαν τῶν δεινῶν, καὶ ἄλλοι μὲν τηλεγραφοῦσιν, ἄλλοι δὲ ἀναφέρονται, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν οὐδὲν ἐνεργεῖται. Ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου τί γίνονται τὰ τηλεγραφήματα καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι διαβιβάζονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, πρὸς ἣν ἀπευθύνονται ἢ περὶ ἧς διαλαμβάνουσιν, ἀλλ’ ἀγνοοῦμεν ἐὰν ἐπιφέρωσι θεραπείαν εἰς ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον παραπονοῦνται. Παραπονεῖται ὁ πρὸ μικροῦ τηλεγραφικῶς μεταβιβάσας τὰ παράπονά του, παρεπονέθησαν καὶ ἄλλοι, ὅτι ἐγένετο ζημία εἰς τὴν περιουσίαν των, ἀλλ’ ἐὰν εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἐδόθη ποτε ἱκανοποίησις, ἀγνοοῦμεν. Ἐπίσης ἀγνοοῦμεν καὶ περὶ τῶν ἀναφορῶν τί γίνεται. Ἐνῷ πολλάκις εἶπον καὶ πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα χαίρει ὁ πολίτης ἐν ἐλευθέρᾳ Πολιτείᾳ, ἐν τούτοις καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν καὶ περὶ ταύτης τῆς παραμυθίας τῶν πολιτῶν· διότι πάντες ὁμολογεῖτε, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν εἴδομεν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, καὶ ἂν ἐγένετό τις τοιαύτη, οὐδεμία ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὑπάρχει λοιπὸν οὕτως εἰπεῖν μία ἀδράνεια ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας ὡς πρὸς τὰ τοιαῦτα· μολοντοῦτο ἐγὼ θὰ ἐξακολουθήσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φρονῶ, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὅτι εἶναι λυσιτελῆ νὰ τὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν σκέψιν τῶν Ἀρχῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοιούτων σκέψεων καὶ σήμερον ὑποβάλλω αὐτὰς τὰς ἐπερωτήσεις τὰς λίαν σπουδαίας, διότι γνωρίζετε, ὅτι κατέπλευσαν ἐσχάτως πλοῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον παραγγελθῆ εἰς ξένα μέρη καὶ τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐκυοφορήθησαν, οὕτως εἰπεῖν, διότι ὄχι μόνον Ἐπιτροπαὶ περιῆλθον τὴν δυτικὴν καὶ ἀρκτῴαν Εὐρώπην πρὸς ἀνεύρεσιν πλοίων καταλλήλων, ἀλλὰ καὶ ναυπηγοὶ μετεκλήθησαν ἐπὶ τούτῳ ἐνταῦθα. Καὶ περὶ τούτων μὲν ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς κ. Ροῦφος ἐζήτησε νὰ δοθῇ λόγος δι’ ἐπερωτήσεώς του, ἐγὼ δὲ ἤδη ἐρωτῶ περὶ αὐτῶν τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἦλθον, ἐὰν, ἀφοῦ ἐξητάσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν ὑπὸ Ἐπιτροπῆς εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἐναυπηγήθησαν, ἐξητάσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν καὶ ἐνταῦθα, διότι τὰ πλοῖα ταῦτα εἶναι ὅλως διόλου ἀνίκανα δι’ ὑπηρεσίαν, διότι ἔχουσιν ἱστία σαθρὰ καὶ γίνεται ἤδη ἐργασία ἀνακαινίσεως αὐτῶν· καὶ δεύτερον ὅτι εἰσὶ καὶ βραχέα καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς κινήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἐπιστήμη· τρίτον εἰσὶ πολὺ στενὰ καὶ δὲν ἀντέχουν εἰς τοὺς κυματισμοὺς, τὸ δὲ κατάστρωμα εἶναι πολὺ ταπεινὸν καὶ τὰ ὑψώματα τριγύρω ὑψηλὰ ὥστε δὲν ἀντέχουν εἰς τοὺς πλόας. Ἑπομένως ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: (Ὅρα Παράρτημα). Τώρα, τί θὰ γείνουν αὐτὰ τὰ πλοῖα; Μετὰ ἕξ μῆνας θέλουν καθαρισμὸν καὶ ἐπισκευήν. Ἔχομεν μίαν δεξαμενὴν, ἡ ὁποία διῆλθε διαφόρους φάσεις καὶ ἐπὶ τέλους, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἔγεινε καὶ ἀπόπατος ἐκεῖ ὅπου εἶναι. Πέρυσιν ἐδόθη διαταγὴ νὰ τὴν φέρουν ἐνταῦθα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν μέρος, διὰ τοῦτο τὴν ἀφῆκαν εἰς τὸ ἴδιον μέρος ἐπὶ προφάσει ὅτι χρήζει ἐπισκευῶν καὶ ὅτι, ἐπειδὴ αἱ ἐπισκευαὶ θὰ λήξουν τὸν Ὀκτώβριον, ὅτι ἀγριεύει ἡ θάλασσα καὶ δὲν δύναται νὰ πλεύσῃ ἐνταῦθα, νὰ ἔλθῃ τὸ ἔαρ. Τὸ ἔαρ φθάνει. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: (Ὅρα Παράρτημα). Ἦλθον τὰ πλοῖα αὐτὰ, ποῦ θὰ τὰ καθαρίσητε; Θὰ κοστίσῃ τὸ καθὲν ἀποπλέον εἰς καθαρισμὸν ὅσον ἐκόστισε νέον. Μελετήσατε αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, κύριοι, διότι συνδέεται μὲ τὸ μοναδικὸν μέλλον τοῦ Τόπου. Διατί αὐτὴ ἡ ἀμέλεια; Ἐγὼ παραξενεύομαι πῶς δύνανται οἱ Ὑπουργοὶ νὰ κοιμῶνται ἡσύχως ἐν ὅσῳ εἶναι αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν Ναυτικῶν τῆς Πατρίδος. Ἀφίνω τοὺς ἄλλους κλάδους, ἀλλὰ τὸ Ναυτικὸν ὅπου εἴμεθα ὅλως διόλου ἐκτεθειμένοι! Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν καὶ ἀναμένω τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἀπάντησιν, καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν προηγουμένων, ὅπως δοθῇ ἀφορμὴ συζητήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία. Καὶ, ἐπειδὴ πλησιάζει καὶ τὸ ἔαρ καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν, ἐρωτῶ ἐὰν εἰς τὰ λουτρὰ τῶν Μεθάνων ἔγεινε καμμία ἐργασία. Ὑπέβαλον ἄλλοτε ἐπερώτησιν καὶ δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Θ’ ἀρχίσουν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου οἱ πάσχοντες νὰ μεταβαίνουν ἐκεῖ καὶ δὲν θὰ εὕρουν καμμίαν πρόοδον. Βλέπετε καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀφορᾷ πάντας γενικῶς, ἰδίως δὲ τοὺς πολιτευομένους, διότι, ὡς παρετηρήθη, οἱ πολιτευόμενοι πάντοτε καὶ ἰδίως οἱ Πρωθυπουργοὶ πάσχουν ἀπὸ ποδάγραν (ἱλαρότης), καὶ δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι οἱ μὴ πάσχοντές τι οὐδόλως ἐνδιαφέρονται περὶ τῶν ἄλλων τῶν πασχόντων. Λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἂς ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μίαν ἄλλην ἡμέραν ἢ καὶ τῆς σχετικῆς πάλιν σήμερον περὶ τῆς διαμορφώσεως αὐτῶν τῶν λουτρῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§9Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπροφασίσθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ στόλου ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἐγγράφως δὲν εἶχε δοθῆ σημείωσις τῶν ζητουμένων ἐγγράφων. Χθὲς ἐπανελήφθη ἡ συζήτησις καὶ διὰ νὰ εὐκολύνω τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, ἔκαμον τὴν σημείωσιν αὐτὴν εἰς διπλοῦν· τὴν μίαν διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἄλλην διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι σχετίζονται καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. (Ὅρα Παράρτημα).
§10ΕΠΑΜ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Δουζίνα ὡς πρὸς τὰ πλοῖα πολλὰ ἐλέχθησαν, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ κατασκευὴ αὐτῶν καὶ ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν καὶ οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν. Νομίζω καλὸν καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸ Ἔθνος νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἔχει δὲ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐξετάσῃ τὰ πλοῖα αὐτὰ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ Ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ τοῦ ναυπηγικοῦ κλάδου, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσουν αὐτὰ τὰ πλοῖα καὶ νὰ ὑποβάλουν μίαν ἔκθεσιν διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κακὴ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη περὶ αὐτῶν.
§11ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐμνήσθη τοῦ ναυπηγικοῦ κλάδου, θὰ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Κριεζῆς ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κλάδος εἶναι ἠδικημένος. Ὑπάρχουν οἱ ξυλουργοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐργαλείων καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν γίνονται οὔτε λοχίαι, ἂν καὶ ἦναι τελειότατοι εἰς τὸ εἶδός των. Καὶ ἄλλοτε περὶ τούτου ὑπέβαλον πρότασιν ὅπως ἐκ τῶν τάξεων τῶν λεγομένων ξυλουργῶν αὐτῶν, πράγματι ὅμως ναυπηγῶν, προάγωνται εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς καὶ μὴ εἰσάγωνται ὡς ἐκ μηχανῆς εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον ἔξωθεν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι προσβάλλουν τὴν φιλοτιμίαν τῶν ὑπαρχόντων καὶ μὲ θυσίαν ἐργαζομένων καὶ ἱκανωτέρων αὐτῶν. Μεταξὺ αὐτῶν ἀριθμοῦνται πρόσωπα ἱκανὰ καὶ ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐργαζόμενα, ὁποῖος ὁ Ἀριστείδης Ζεντώλης καὶ ἐν τούτοις εἶναι μόνον λοχίας· ἡ δὲ ὑπηρεσία λαμβάνει πρόσωπα ὅλως διόλου ἀλλότρια τῶν γνώσεων αὐτῶν καὶ τὰ στέλλει εἰς τὴν δυτικὴν Εὐρώπην νὰ σπουδάσωσι τὴν ναυπηγικήν. Πρέπει λοιπὸν καὶ περὶ τούτου νὰ ληφθῇ πρόνοια ἵνα ἐκ τῶν κλάδων τῶν ναυπηγῶν ἐκ τῶν ξυλουργῶν προάγωνται εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ σχηματισθῇ καὶ ὁ κλάδος αὐτὸς ὅπως πρέπει. Ἀφίνω ὅτι καὶ εἰς τὸ Μηχανικὸν Σῶμα εἰσάγονται ἁπλῶς πολῖται σήμερον ὡς ἀξιωματικοί.
§12Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἴκοσιν ἔμποροι τῶν Καλαμῶν, οἱ τὰ πρῶτα φέροντες ἐν τῷ ἐκεῖ ἐμπορικῷ κόσμῳ, μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται κατὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν, κανονίσαντος τὴν πληρωμὴν τοῦ Δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου τελωνιακοῦ Δασμολογίου ὅλων τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν τε ὑποκειμένων εἰς τὴν πληρωμὴν τελωνιακοῦ τέλους καὶ τῶν μὴ ἀναλόγως τῆς δασμολογικῆς κλάσεως, εἰς ἣν ἕκαστον αὐτῶν ἀνήκει, παρακαλοῦσι δὲ δι’ αὐτῆς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ μεριμνήσῃ πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, διότι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ψηφίσματος τούτου εἰς σπουδαίας καὶ πολὺ ἐπιζημίους δυσχερείας καὶ πιέσεις θὰ περιαγάγῃ καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς πόλεως ταύτης. Προκειμένου δὲ, κύριοι, περὶ ἐμπορίας, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι εἷς τῶν σπουδαιοτέρων παραγόντων τῆς εὐημερίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἰδίως περὶ μιᾶς πόλεως, ἡ ὁποία κατέχει τὰ δευτερεῖα μεταξὺ τῶν ἐμπορικῶν τῆς Ἑλλάδος πόλεων, νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχουσι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ παρίδωσι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτιθέμενα, τὰ ὁποῖα ἄλλως καὶ δίκαια καὶ νόμιμα εἶναι. Καταθέτων δὲ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα μὴ ἴδω καὶ ταύτην ἀποστελλομένην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐκεῖ τὸν αἰώνιον ὕπνον ἄνευ ἐλπίδος καὶ ἐξυπνήσῃ ποτέ. Τῇ ἐντολῇ δὲ τῶν ἀναφερομένων ἐμπόρων, παρακαλῶ καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους Μεσσήνης, Καλαμῶν καὶ Οἰτύλου νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἐὰν εὐαρεστῶνται, τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν ἐξέδοτο ἐσχάτως ψήφισμα, δι’ οὗ ἀποφαίνεται, ὅτι, ὡς διὰ τὰ μὴ ὑποκείμενα εἰς πληρωμὴν τελωνιακοῦ τέλους ἐμπορεύματα νὰ ἀποτίωσι Δημοτικὸν φόρον κατὰ λόγον τῆς δασμολογικῆς κλάσεως εἰς ἣν ἕκαστον αὐτῶν ἀνήκει, ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας μεταξὺ τοῦ παραλήπτου τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ Δημοτικοῦ φόρου νὰ λύῃ ταύτην διαιτησία. Γνωρίζετε, κύριοι, καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν πρὸ πάντων ἀπευθύνομαι, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα, τὰ εἰσαγόμενα εἴς τινα λιμένα, διαιροῦνται εἰς δύω κατηγορίας, εἰς τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἢ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ἢ ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον φορτωνόμενα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τελωνιακῶν τελῶν, καὶ εἰς τὰ ἐμπορεύματα τὰ μεταφερόμενα ἐκ πόλεως, καθὰ ἔχουν πληρώσει τὰ τελωνιακὰ τέλη καὶ ἑπομένως μὴ ὑπόχρεα εἰς τὴν πληρωμὴν τοιούτου, κατὰ τὴν ἐμπορικὴν γλῶσσαν, καλούμενα ἐλεύθερα. Ὁ νέος Νόμος περὶ Τελωνιακοῦ Δασμολογίου ἐν ἄρθρῳ 20 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ ὑπὲρ τῶν Δήμων, διὰ τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1847 ΞΗʹ Νόμου ὁριζόμενος δασμὸς ἐπὶ τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων ὠνίων δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ δεκατημόριον τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ὡς πρὸς μόνον τὰ ἐξ ἄλλων λιμένων τῆς Ἐπικρατείας ἢ διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενα ὑπὸ ἀτέλειαν εἴδη τὰ κατὰ τὸ Δασμολόγιον κατ’ ἐκτίμησιν τελωνιζόμενα, ὁ Δημοτικὸς δασμὸς ὁρίζεται ἐτησίως κατ’ εἶδος ἐπὶ τῇ εἰς τὸ προηγούμενον ἐδάφιον ἀναλογίᾳ διὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐγκρινομένου ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Διοικητικῆς Ἀρχῆς». Προηγούμενον ἐδάφιον εἶναι ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ὁ Δημοτικὸς φόρος δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ 10% ἐπὶ τῆς ἀναλογίας ἐφ’ ἑκάστου εἴδους τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον ὅμως ὁμιλεῖ περὶ διαφωνίας μεταξὺ τοῦ παραλήπτου καὶ τῆς Τελωνιακῆς Ἀρχῆς, οὐχὶ δὲ μεταξὺ τοῦ παραλήπτου καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ Δημοτικοῦ φόρου, ὡς ἐξέλαβε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν. «Ἐν περιπτώσει, λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, διαφωνίας μεταξὺ παραλήπτου καὶ Τελωνιακῆς Ἀρχῆς, ὡς πρὸς τὰ κατ’ ἐκτίμησιν τελωνιζόμενα ἐμπορεύματα, ἀποφαίνονται δύω πραγματογνώμονες, ὧν τὸν ἕνα διορίζει ἡ Τελωνιακὴ Ἀρχή, τὸν δὲ ἕτερον ὁ παραλήπτης. Ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας καὶ τούτων, ἀποφαίνεται ὁριστικῶς εἷς ὡς Διαιτητής, διοριζόμενος ὑπὸ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἢ ἐν ἐλλείψει τοιαύτης ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ Νόμου, προκειμένου περὶ ὁμοίας διαφωνίας, ἀφορώσης ὅμως εἰς τὴν κατὰ τὸ γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ Δασμολογίου κατάταξιν τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τὰς ἐν τῷ Δασμολογίῳ γενικὰς ἢ εἰδικὰς κατηγορίας, ἀποφαίνεται ἀνεκκλήτως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κ. κ. ἔμποροι τῶν Καλαμῶν διατείνονται τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ λιμένι τῶν Καλαμῶν τὰ ⅘ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων εἰσὶν ἐλεύθερα, καὶ μόνον τὸ ⅕ εἶναι ἐμπορεύματα εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἢ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ὑποκείμενα εἰς τελωνιακὸν δασμόν. Καὶ ὅτι μὲν ἀφορᾷ εἰς ταῦτα τὸ πρᾶγμα οὐδεμίαν παρέχει δυσχέρειαν, διότι ὁ Δημοτικὸς φόρος πληρώνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Τελωνιακοῦ Δασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Τελώνης ἀποφασίζει, ἐξετάζων τὰ ἐμπορεύματα κατὰ τὸν Τελωνιακὸν Νόμον· ἄλλως, διὰ ταῦτα ὑπάρχουσι διασαφήσεις καὶ δηλωτικά, ἐν οἷς λεπτομερῶς εἰσὶν ἀναγεγραμμένα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἐμπορεύματα τὰ μὴ ὑποκείμενα εἰς πληρωμὴν εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἐὰν κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώσωσι τέλη κατὰ τὰς δασμολογικὰς κλάσεις, εἰς ἃς ἕκαστον αὐτῶν ἀνήκει, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ Δημοτικοῦ φόρου δικαιοῦται νὰ κάμνῃ ὅ,τι καὶ ὁ Τελώνης, τουτέστι νὰ ἐξετάζῃ ὅλα τὰ ἐμπορεύματα μεθ’ ὅλην τὴν λεπτομέρειαν, μεθ’ ἧς ἐξετάζονται ἐν τῷ Τελωνείῳ, ὅπως πληρωθῇ τὸ τέλος καὶ μάλιστα ἀφοῦ διὰ τὰ ἐλεύθερα ἐμπορεύματα, ὡς γνωστόν, αἱ διασαφήσεις γίνονται σύντομοι χωρὶς νὰ περιγράφωσι λεπτομερῶς αὐτά, παρατηροῦσιν οἱ κ. ἔμποροι, ἀφοῦ διὰ τὸ ⅕ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, ἀπαιτοῦνται ἐνίοτε πολλαὶ ἡμέραι διὰ τὸν Κανονισμὸν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ πληρώνωσιν ἕνεκα τῆς λεπτομεροῦς ἐξετάσεως, ἣν ὁ Νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὰς Τελωνιακὰς Ἀρχάς, τί θέλει συμβῆ ἐὰν καὶ τὰ ἄλλα ⅘ τῶν εἰσαγομένων ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν βάσανον ταύτην, καὶ μάλιστα ὁσάκις τύχῃ, ὅπερ πολλάκις συμβαίνει, νὰ εἰσάγωνται καθ’ ἑβδομάδα 1200 κόλλα; Σήμερον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ, ἂν οἱ ἔμποροι μετὰ 8 ἡμέρας, ὁσάκις καταφθάνουν πολλὰ συγχρόνως ἐμπορεύματα κατορθώνουν, νὰ λάβουν αὐτά, ἀλλ’ ἂν ὑποθέσητε ὅτι καὶ τὰ ἄλλα ⅘ πρόκειται νὰ ὑποστῶσι τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν, ἀμφιβάλλω ἂν μετὰ δύω μῆνας ἀπὸ τῆς ἀφίξεως τῶν ἐμπορευμάτων, οἱ ἔμποροι θὰ δύνανται νὰ λαμβάνωσιν αὐτά. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ Δημοτικοῦ φόρου, οὔτε εἰδικότητα ἔχει περὶ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, ὡς ὁ Τελώνης, οὔτε Ἐλεγκταί, Γραμματεῖς καὶ τόσον ἄλλο προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰ τελευταῖα. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὰ μεγάλα ἄτοπα, ἅτινα δύνανται νὰ συμβῶσιν ἐκ τῆς προσωποληψίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὁ ὁποῖος σημειωτέον ὅτι δὲν εἶναι Δημόσιος ὑπάλληλος, δυνάμενος νὰ ἐπιθεωρῇ κατὰ προτίμησιν τὰ ἐμπορεύματα τοῦ μὲν, καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ τελευταῖα τὰ τοῦ ἄλλου ἐμπόρου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα διὰ τὸ ἐμπόριον. Οἱ κ. κ. ἔμποροι φρονοῦσι, καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν γνώμην των ταύτην, ὅτι τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νέου Νόμου δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ὑποδείξῃ τὸν τρόπον τῆς Δημοτικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν μὴ ὑποκειμένων εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ νὰ καθορίσῃ μόνον τὸ ἀνώτατον ὅριον, εἰς ὃ δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ὁ πρὸς τὸν Δῆμον πληρωνόμενος φόρος. Ἐὰν δὲ τὸ πρᾶγμα ἔχῃ οὕτω, τότε τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀντίκειται ὁμολογουμένως εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου δὲν εἶναι οἷον φρονοῦσιν οἱ ἔμποροι Καλαμῶν καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἦναι καὶ οἷον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξέλαβε, δὲν εἶναι ἆρά γε δίκαιον νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, προστατεύων τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τὰς φοβερὰς δυσχερείας, εἰς ἃς περιάγει αὐτὸ ἡ τοιαύτη τοῦ Νόμου ἑρμηνεία; Διὰ τοῦτο ἐξ ὀνόματος τῶν ἀναφερομένων καὶ ἐμοῦ, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Οἱ ἔμποροι φρονοῦσιν, ὅτι δύνανται, χωρὶς ν’ ἀδικῆται ὁ Δῆμος καὶ χωρὶς νὰ παραβιάζηται ὁ Νόμος, νὰ φορολογῶνται τὰ μὴ ὑποκείμενα εἰς τέλος ἐμπορεύματα κατ’ ἐκτίμησιν ὡς τελωνίζονται, καὶ ἄλλα τινὰ εἴδη ἐμπορευμάτων. Ὁ τοιοῦτος τρόπος ποιεῖ ἐκποδὼν τὰς ἐπιζημίους δυσχερείας. Τί φρονεῖ περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§13ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἠγέρθησαν παράπονα ὡς πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, παρατηρῶ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ Εἰσηγητὴς, ὅτι 75 περίπου ἀναφοραὶ ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς· ἐπὶ 65 ἐξ αὐτῶν ἀπεφάνθη ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ὑποβάλῃ ὅσον οὔπω εἰς τὴν Βουλήν.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κατακώλου. Εὐτυχῶς ἔχομεν τὴν βάσιν τῆς ὑποθέσεως.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ εἰσέλθητε εἰς μακρὰν ἀνάπτυξιν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις εἰς ἐπερωτήσεις.
§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ τῶν διατρεξάντων κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἡγουμενικοῦ Συμβουλίου Βουλκάνου· κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης εἶχον δώσει διαταγὴν εἰς τὴν Μοιραρχίαν Μεσσήνης, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ καταγγελλόμενα, αὕτη δὲ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἀνακρίσεων, τὴν ὁποίαν μετὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶχε ζητήσει, ὅπως προσαχθῇ κατάστασις, ἀναφέρουσα τὰς δαπάνας τὰς γενομένας διὰ τὴν διασκευὴν τῶν γραφείων τοῦ στρατηγοῦ Βοσέρ. Ὑποβάλλω τὴν κατάστασιν ταύτην· κατ’ αὐτὴν αἱ δαπάναι ἀναβαίνουσιν εἰς δραχμὰς 5,031. Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πρωτότυποι καταστάσεις τῶν ταγμάτων τοῦ Πεζικοῦ καὶ τῶν Εὐζώνων τοῦ Δεκεμβρίου 1884 καὶ τοῦ Ἰανουαρίου 1885.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκάμετε ἓν λάθος καὶ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§19ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνόμισα, ἐπειδὴ ἀνέγνων Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου...
§21Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ σημειωθῶσι τὰ ὀνόματα, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβάλω τοιαύτην ἐπερώτησιν περὶ ἀποδοχῶν τοῦ στρατηγοῦ κτλ.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, αἰτούμενος ἵνα ὑποβληθῶσιν αἱ καταστάσεις. Αὗται ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὴν πρωΐαν ταύτην· θὰ παρακαλέσω ὅμως νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῶν καταστάσεων τούτων ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν καταστάσεων ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ θέλομεν νὰ ἔχωμεν αὐτὰς προχείρους πρὸς ἔλεγχον τῶν γεγονότων. Θὰ ἦναι δυσάρεστον εἰς ἐπικρίσεις, ἐπὶ τῶν καταστάσεων τούτων στηριζομένας, νὰ μὴ δυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν διὰ τῶν ἐν ταῖς καταστάσεσι στοιχείων, ὡς μὴ εὑρίσκοντες αὐτάς. Τοῦτο συνέβη ἐπὶ ὁμοίων καταστάσεων ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου. Ὑπεβλήθησαν τότε πᾶσαι αἱ ζητηθεῖσαι καταστάσεις, ὁ δὲ κύριος Βουλευτὴς προέβη εἰς ἐπικρίσεις, ἀντλῶν τὰ γεγονότα ἐκ τῶν καταστάσεων· ἀλλ’ ἐνῷ ἐγίνωσκον, ὅτι αὐταὶ αἱ καταστάσεις θ’ ἀπεδείκνυον τὸ ἀνυπόστατον τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὰς, οὐδὲ νὰ ἐξακριβώσω κἂν τὰ γεγονότα, διότι αἱ καταστάσεις δὲν εὑρίσκοντο, ἕως οὗ ἐβεβαιώθη ὅτι εἶχεν αὐτὰς ἐν τῇ οἰκίᾳ του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου· καὶ ἔλαβον τέλος αὐτὰς, ἀλλὰ πρὸ τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ ἄλλοι ἐξέφραζον θαυμασμὸν διατὶ δὲν ἀπήντων εἰς τὰ καταγγελθέντα, καὶ ἐθριάμβευον ἐν τῇ σιωπῇ μου, ὡς μαρτυρούσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν καταγγελλομένων, ἐνῷ ἐμαρτύρει τὴν ἀφάνειαν τῶν καταστάσεων.
§23Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρῶτος ἐγὼ τὰ ἔλαβον καὶ πρῶτος ἐγὼ, ἅμα μοὶ ἔκαμον λόγον, τὰ ἐπέστρεψα. Τὴν ἐπιοῦσαν τῶν παρατηρήσεων ἦλθεν ὑπάλληλος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἔδωσα τὰς καταστάσεις· μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐφάνη ἄλλος καὶ ἔδωκα τὰ λοιπὰ ἔγγραφα· ὥστε ὁσάκις μοὶ ἐζητήθησαν, ἐπεστράφησαν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἐζητήθησαν μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν, διότι τότε ἐγνώσθη ποῦ ἔπρεπε νὰ ζητηθῶσι, καθ’ ὅλον δὲ τὸ μεταξὺ διάστημα δὲν ἐγίνωσκε τὸ Ὑπουργεῖον ποῦ εὑρίσκοντο. Ταῦτα λέγω, οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι ἐκ προθέσεως, ὅπως στερηθῶμεν τῶν μέσων τοῦ ἐλέγχου, παρελήφθησαν αἱ καταστάσεις—τοὐναντίον, ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι οὐδὲ σκιὰ τοιαύτης ὑπονοίας ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ ἐξέθηκα ταῦτα, ἵνα παραστήσω τὴν ἀνάγκην ὅπως μὴ ἐκτοπίζωνται ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον κατατιθέμενα, ἀλλὰ διατηρῶνται ἐντὸς τοῦ Γραφείου, ὅπως δύνηται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἕκαστος ἐν πάσῃ ὥρᾳ. Ὅταν τὰ ἔγγραφα ἀποκομίζωνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν θελόντων νὰ συμβουλευθῶσιν αὐτὰ, δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν αὐτῶν εἰμὴ μόνον ὁ ἀποκομίσας, ἐνῷ ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς συμβουλεύονται αὐτὰ πολλοὶ εἴτε ἀλληλοδιαδόχως, εἴτε καὶ συγχρόνως κατανεμόμενοι αὐτά. Ἐζήτησε δεύτερον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἵνα τηλεγραφήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰ τάγματα, ὅπως ἀπαντήσωσι τηλεγραφικῶς, ὁποία θὰ ἦναι ἡ δύναμις ἑκάστου κατὰ τὴν πρώτην Φεβρουαρίου τρέχοντος ἔτους. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τηλεγραφήσωμεν, διότι τὰ τάγματα στέλλουσι κατὰ μῆνα τὰς καταστάσεις καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἔχωμεν τὴν πληροφορίαν, ἀφοῦ σήμερον ἔχομεν τὴν πρώτην Φεβρουαρίου. Ἐζήτησε προσέτι νὰ ὑποβληθῇ σημείωσις τῶν ἀριθμῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ πρόσθετον ὑπηρεσίαν καὶ ἀφιεμένων ἐντὸς τοῦ ἔτους. Τοιαύτην κατάστασιν εἶχε ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου καὶ εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ κατάστασις αὕτη.
§25Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶχεν ὑποβληθῆ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὴν ἔλαβον.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπισήμως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, καὶ τὴν αὐτὴν ὑποβάλλω ἐκ νέου. Κατ’ αὐτὴν οἱ ὑπηρετοῦντες πρόσθετον ὑπηρεσίαν, κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ἀνήρχοντο εἰς 1800. Ἐπειδὴ δὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου περὶ τῶν ἀφιεμένων ἐντὸς τοῦ ἔτους, παρατηρῶ ὅτι πάντες ἀφίενται ἐντὸς τοῦ 1885, ἀφοῦ ἡ διάρκεια τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας δὲν ὑπερβαίνει τὸ ἔτος.
§27Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τῶν καθυστερούντων καὶ οἵτινες θὰ ἔλθωσι κατὰ τὰς 10 ἢ 15 Ἰανουαρίου....
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀποτινόντων πρόσθετον ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ἤτοι ἐντὸς τοῦ λήξαντος ἔτους. Οὗτοι δὲ ἀπολύονται πάντες ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀφοῦ ὁ Νόμος δὲν ἐπιτρέπει ὅπως παραταθῇ ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία πέραν τοῦ ἔτους.
§29Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δύνανται νὰ ἔλθωσιν ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου καὶ θὰ ἀπέλθωσιν τὸ 1886. Εἶναι ἓξ χιλιάδες καὶ ὀφείλουσι νὰ προσέλθουν....
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὑποβάλω μετ’ ὀλίγον πληροφορίας λεπτομερεστέρας περὶ τῶν ἀποτινόντων πρόσθετον ὑπηρεσίαν, διότι τὰ περὶ τούτων συγκεντροῦνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ χάριν νομοθετικῆς τινος ἐργασίας· ἐν δὲ ταῖς ὑποβληθησομέναις καταστάσεσι θὰ περιλαμβάνωνται καὶ τὰ ζητούμενα παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθὲς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν του ἡ ἔκθεσις, ἡ φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑποταμίου περὶ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἶναι προδήλως πλαστή. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπε τοῦτο δημοσίᾳ, δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ λάβω ὅλα τὰ μέτρα πρὸς ἐξακρίβωσιν ἐὰν ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο ἔνοχος πλαστογραφίας, ὅπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προβῶ εἰς τὰ κατὰ Νόμον. Παρεκάλεσα τὸν ὑποταμίαν νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς λεχθέντων. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως καὶ ἐξ ὅσων προφορικῶς μοὶ εἶπεν οὗτος ἐπείσθην ὅτι ὁ κ. ὑποταμίας οὐδόλως ὑπῆρξεν ἔνοχος καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀφορμὴ ἵνα προβῶ εἰς εἰδικήν τινα ἐνέργειαν. Ἐπείσθην ἐξ ὅσων παρὰ τοῦ κ. ὑποταμίου ἤκουσα, ὅτι οὗτος κατὰ τὸν Νόμον τὸν περὶ ἐξελέγξεως τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶχε πράγματι ὑπογράψει τὴν ἔκθεσιν καὶ ἐνεργήσει τὴν ἐξέτασιν κατὰ τὴν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ ἔγγραφον. Ὁ κ. ὑποταμίας εἶπεν, ὡς ἰσχυρίζεται, εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, εἶπεν ὅτι ὑπέγραψε τὴν ἔκθεσιν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπέγραψε πρακτικὸν, διότι πρακτικὸν δὲν ὑπογράφεται, ὑπογράφεται μόνον ἔκθεσις βεβαιοῦσα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ἐξετάσεως. Ὑποβάλλω τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔκθεσιν τοῦ Ταμίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι καταστάσεις ὀνομαστικαὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Νομικῶν Συμβούλων ἐπὶ λαθρεμπορίων καὶ ἐπὶ παραβάσεων τῶν Νόμων περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ὁ κ. Δικαστικὸς Σύμβουλος, εἰς ὃν ἀνεκοίνωσα τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, μοὶ παριστᾷ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀνέρχονται εἰς 3,000· ὅτι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἀπεῤῥίφθη ἢ ἐγένετο δεκτὴ ἑκάστη ἔφεσις....
§31Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μόνον δι’ ὅσους ἀπεῤῥίφθη.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δι’ ὅσους ἀπεῤῥίφθη τυχὸν ἡ ἔφεσις ἐὰν παρεσκευάζοντο καταστάσεις οἷαι ἐζητήθησαν, Θ’ ἀπῃτεῖτο πολὺς χρόνος, ἐνῷ αἱ πληροφορίαι θὰ ἦσαν ὀλίγον χρήσιμοι. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς θέλῃ ἐπὶ εἰδικῶν ὑποθέσεων νὰ πληροφορηθῇ τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις, θὰ εἶναι δυνατὸν πράγματι νὰ προσαγάγωμεν πᾶσαν πληροφορίαν, ἀλλὰ τοιαῦται ἐκθέσεις περὶ τοῦ ὅλου τῶν ἀποφάσεων θὰ ἐπέβαλλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐργασίαν πολύμοχθον, ἥτις θὰ ἦτο καὶ ματαία.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θέλω ὁρίσει εἰδικῶς.
§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς δύω προηγουμένας συνεδριάσεις σᾶς παρεκάλεσα, ὅπως ὑποβληθῇ κατάλογος ἀποζημιώσεων, τὰς ὁποίας πληρόνει τὸ Δημόσιον διὰ παραβάσεις δημοσίων λειτουργῶν. Παρετήρησα, ὅτι τοῦτο χρησιμεύει ὡς ἐμπόριον, καὶ ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἐγένοντο ἀρκεταί. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ προσαχθῶσι τοιαῦται πληροφορίαι.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ αἰτουμένου δυσχερής. Εἶναι δύσκολον νὰ καθορισθῇ ἀκριβῶς τίνες ὑποθέσεις πράγματι εἶχον τὸν ἀποκλειστικὸν χαρακτῆρα, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ αἴτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, τίνες ἀποφάσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου προεκλήθησαν ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς αἰτίας, τὴν ὁποίαν καθώρισεν ὁ κύριος Βουλευτής, καὶ τίνες προεκλήθησαν καθόλου ἢ ἐν μέρει ἐξ ἄλλου λόγου. Πολλάκις, καίτοι ἡ ἀπαίτησις ἀφώρα εἰς παράλειψιν καθήκοντος ἢ παραβίασιν τοῦ Νόμου παρὰ Ὑπουργοῦ ἢ ἄλλου δημοσίου λειτουργοῦ καὶ εἰς ἀποζημίωσιν αἰτουμένην συνεπείᾳ τῆς παραλείψεως τοῦ καθήκοντος ἢ τῆς παραβιάσεως τοῦ Νόμου, ἡ καταδίκη ἐπῆλθεν ἐκ λόγων δικονομικῶν καὶ ὄχι ἐκ λόγων οὐσιαστικῶν· ἐνίοτε ἡ παράβασις τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ δὲν εἶναι ὁ μόνος λόγος, ἀλλ’ εἶναι εἷς τῶν λόγων τῶν προκαλεσάντων τὴν κατάγνωσιν τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ἄλλοτε πάλιν τὸ Δημόσιον ὑπεχρεώθη εἰς ἀποζημίωσιν ἕνεκα τῆς παρὰ τοῦ Δικαστηρίου διαφόρου ἑρμηνείας Νόμου δεκτικοῦ, ἕνεκα ἀσαφείας, καὶ τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, ὅστις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παραβὰς τὸν Νόμον. Δυσχερεστάτη πάντων τούτων ἡ διάκρισις· ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦν ἐὰν ἦτο τὸ ζήτημα, πάλιν ἐπιπονωτάτη καὶ μακροχρόνιος θὰ ἦτο ἡ ἐργασία πρὸς συγκέντρωσιν καὶ κατάστρωσιν τῶν πληροφοριῶν. Ἐπελήφθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἔργου καὶ προσέκοψεν εἰς πολλὰς δυσχερείας. Ἄν ᾖ ἐφικτὸν, θέλω πραγματοποιήσει τὴν αἴτησιν, διότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι τοιαῦται πληροφορίαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς σκέψεις, περιλαμβανομένας ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Κοινοβουλίου. Εἰς τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ ναυτικὸν τοῦ ἐκ Τροιζηνίας Βουλευτοῦ κυρίου Δουζίνα, θέλω ἀπαντήσει ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει, διότι εἶναι πολλαὶ αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ ἂν θελήσω νὰ ἐπιληφθῶ ἤδη τοῦ ἔργου, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις εἰς περάτωσιν αὐτοῦ. Εἶναι δὲ καὶ ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἀπάντησιν, ἵνα προσαχθῶσιν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῶν σχετικῶν πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις ὑποθέσεων, ἰδίως δὲ τ’ ἀναγόμενα εἰς τὰ κατασκευασθέντα πλοῖα καὶ εἰς τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἰς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων τούτων μία τις δυσκολία καὶ μόνη παρίσταται, ὅτι ἤδη ὑποβάλλονται ὅλα ταῦτα τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Γαλλικὴν ναυτικὴν ἀποστολὴν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ πλοῖα, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ συμβόλαια τὰ συνταχθέντα περὶ αὐτῶν, καὶ τὸν γενόμενον ἔλεγχον τῶν συμβολαίων, καὶ τὴν γενομένην ἐξέτασιν τῶν πλοίων, κατόπιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν συμπεφωνημένων· καὶ ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων δι’ ὀλίγας μόνον ἡμέρας, δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὴν ἐργασίαν τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν· ἂν ὅμως πρόκειται νὰ μένωσιν ἐνταῦθα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, θὰ εἶναι ὀρθότερον νὰ διεξαγάγῃ ἡ ἀποστολὴ τὴν ἐξέτασιν τῶν πλοίων καὶ κατόπιν νὰ ὑποβληθῇ ὁ φάκελος τῶν ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐῤῥέθη πρὸ ὀλίγου παρά τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐξέτασις τῶν πλοίων τούτων ἐντελής, καὶ ὅτι ἡ γενομένη ἐξέτασις ἔδειξεν ὅτι ἡ ἐκτέλεσις δὲν ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὰ συμβόλαια, βεβαιῶ καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὅτι ἐξέτασις ἐγένετο ἐνδελεχεστάτη, ἥτις ἀπέδειξεν ὅτι τὰ πλοῖα ἐξετελέσθησαν κατὰ πάντα συμφώνως πρὸς τὰς περὶ αὐτῶν συμβάσεις. Ἤδη γίνεται καὶ ἐνταῦθα ἡ ἐξέτασις αὐτῶν, οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τηρήσεως τῶν συμφωνημένων κατὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἔποψιν τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν. Νομίζω δὲ ὅτι μετὰ τὴν τοιαύτην γενησομένην ἐξέτασιν ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς θὰ εἶναι μᾶλλον εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν πεπραγμένων ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, πρὸς ὃν ὡμίλησα περὶ τοῦ πράγματος καὶ οὗτινος ἐζήτησα τὴν γνώμην περὶ τῶν πλοίων, ἤκουσα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ οἱαδήποτε γνώμη περὶ τῶν πλοίων τούτων δι’ ἁπλῆς ἐπισκέψεως, ὅτι αὐτὸς ἐπεσκέφθη μέχρι τοῦδε τὰ πλοῖα, καὶ βεβαίως τῷ ἐπροξένησαν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐξέτασις πρέπει νὰ γείνῃ λεπτομερεστέρα καὶ συστηματικωτέρα, πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐξέτασις ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τέχνης. Εἰς ταύτην θέλει προβῆ ἡ ἀποστολή, ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τοῦ κ. Δουπὼν μηχανικοῦ, εἰς τὴν ἀποστολὴν ταύτην ἀνήκοντος.
§36ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων...
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1883, συμπληρωθέντα ὑπὸ τοῦ ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς Νόμου ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ, δὲν ἀρκεῖ ἄδεια ἐπιτηδεύματος ἐν γένει ὅπως πωλῇ τις καὶ καπνόν. Δέον νὰ ἔχῃ τις εἰδικὴν ἄδειαν καπνοπώλου, ἵνα ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸν καὶ ἡ πώλησις καπνοῦ.
§38ΤΖΑΝΕΣ. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 96 ἐδ. ά. τοῦ Νόμου περὶ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων· ὅτε δὲ κατὰ τὴν σειράν της ἡ τροποποίησις μου αὕτη τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, θέλω ζητήσει ν’ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τότε θέλω ἐκθέσει τοὺς λόγους πρὸς ὑποστήριξίν της. (Ὄρα Παράρτημα).
§39ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μὴ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ πλοῖα, ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰμποροῦν νὰ ἀναβάλωσι τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὴν ἐξέτασιν τούτων παρὰ τῆς Βουλῆς, καθότι εἶναι καθῆκον ἀποβλέπον τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§40Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ βάσις τῆς ἐκτελέσεως παντὸς ἔργου, εἴτε μεταξὺ Δημοσίου, εἴτε μεταξὺ ἠθικοῦ τινος προσώπου καὶ ἰδιωτῶν, εἶναι πάντοτε οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου. Εἰς τὰ ἐκτελούμενα ἔργα διὰ δημοπρασίας μειοδοτήσεως οἱ ὅροι συνήθως κατατίθενται ἐν τῷ τόπῳ τῆς δημοπρασίας ὑπὸ τῶν ἐνεργούντων αὐτὴν, διὰ τοῦτο οὐδεὶς μειοδότης δύναται νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν· διὰ τὴν τοιαύτην παράλειψιν εὐθύνεται ὁ ἴδιος καὶ οὐχὶ τὸ χορηγοῦν τὴν ἐργασίαν ἠθικὸν πρόσωπον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι διωρίσθη διαιτητικὴ Ἐπιτροπὴ συμφώνως μὲ τὸ περὶ Δημοσίων ἔργων Βασ. Διάταγμα τοῦ 1850, καὶ ὅτι δὲν ἠνείχετο νὰ ζημιωθῇ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου ὑφιστάμενον δίκην, ἥτις ἤθελεν ἀποβῆ κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἐπιβαρύνει μὲ ἔξοδα. Διελθών, κύριοι, τὰ ἔγγραφα, παρετήρησα, ὅτι ἐν τῇ συγγραφῇ τῶν συμφωνιῶν τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον οὐδόλως ὑπόσχεται ἀποζημίωσίν τινα μισθώσεως ἀνωτέρας τῆς ἐν τῇ δημοπρασίᾳ προσφερομένης, ἂν εἴτε κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν ἢ τῶν κυβικῶν μέτρων τῆς ἐπιχώσεως ἢ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἐπιχωματωθησομένου μέρους ἀνακαλυφθῇ λάθος ἐπὶ τὰ πλέον, ὅπως δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μειώσῃ τὸ προσφερόμενον ἐν τῇ δημοπρασίᾳ μίσθωμα, ἂν τὸ λάθος παρουσιάζῃ ἔργον ἐπὶ τὰ ἐλάττω, καθόσον ὁ συντάξας τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον μηχανικὸς τοῦ λιμένος, ἀντισυνταγματάρχης κ. Κ. Πάνος, εἰς τὴν πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος ἔκθεσίν του δὲν ὑπόσχεται τὸ ἀκριβὲς τοῦ ὑπολογισμοῦ καὶ τῆς καταμετρήσεως, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι ἀνώμαλον καὶ ἔχει πολλοὺς σκοπέλους. Τὴν ἰδέαν του δὲ ταύτην διαβιβάζει ὁ αὐτὸς μηχανικὸς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν τοῦτο χωρὶς ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος, ὡς ἔδει, παρήγγειλεν αὐτὸν ἀπ’ εὐθείας νὰ συνεργασθῇ μὲ τὸν μηχανικὸν τῆς ἐργολάβου Ἑταιρίας εἰς τὴν ἀναμέτρησιν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ ὑπολογισμοῦ. Ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν ἐτέθη τυχαίως καὶ μηχανικῶς, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον τὴν ἐκ τῆς ἐσφαλμένης καταμετρήσεως ἀναπτυχθησομένην ἀπαίτησιν. Τοῦτο βεβαιοῦται ἐναργέστερον, ἀφοῦ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου καὶ ἡ δι’ αὐτὸ ἀποζημίωσις δὲν ἐξετέθη κατὰ κυβικὰ μέτρα, ἀλλ’ ὁλικῶς κατ’ ἀποκοπήν. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, κύριοι, ἅμα τὴν ὑπεκίνησεν ἡ ἐργολάβος Ἑταιρία τῶν δημοσίων ἔργων, ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας διωρίζοντο διαιτηταὶ, ἀλλὰ διωρίζοντο ὄχι ὅπως προβλέπει τὸ Βασ. Διάταγμα τοῦ 1850 ἢ τοὐλάχιστον ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ὑπογράψας τὴν διαταγὴν ταύτην κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξηπατήθη ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων ἔργων, καθόσον ἐν Ἑλλάδι οὐδεὶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι γνωρίζει τὰς λεπτομερείας καὶ τοὺς Νόμους, τοὺς κανονίζοντας τὸν κλάδον, ὅνπερ διευθύνει, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι ταῦτα οἱ βοηθοῦντες τὸν Ὑπουργὸν τμηματάρχαι. Εὐθύνεται λοιπὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, διότι δὲν ἐτιμώρησε τὸν ἐξαπατήσαντα αὐτὸν παραδειγματικῶς. Ἡ περὶ τῆς συγκροτήσεως τοῦ διαιτητικοῦ Δικαστηρίου ἀπόφασις ἐκοινοποιήθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὄχι εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, ἀλλ’ εἰς τὸν Ἔπαρχον, καὶ οὗτος εἰδοποιήθη, διότι διωρίσθη Πρόεδρος τοῦ διαιτητικοῦ τούτου Δικαστηρίου· ἀλλ’ ὁ Ἔπαρχος, ἐννοήσας τὴν παράλειψιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐκοινοποίησεν εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν σύστασιν τοῦ μνησθέντος Δικαστηρίου, αὕτη δὲ διὰ πράξεώς της ἐκήρυξεν ἀμέσως τὴν τοιαύτην σύστασιν διαιτητικοῦ Δικαστηρίου παράνομον. Μετὰ τὸ διάβημα τοῦτο τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀρνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Νόμου περὶ δημοσίων ἔργων, καὶ οὗτος εἶναι ὁ διαδεχθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν Λομβάρδος, ὅστις τὴν 4 Ἰουλίου, ὅ ἐστι τὴν ἡμέραν τῆς ἐγκαταστάσεώς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκδίδει διαταγὴν (ἀναγινώσκει) πρὸς τὸν Ἔπαρχον Ἠλείας, δι’ ἧς ἀποῤῥίπτει τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν νομιμότητα τοῦ ὁποίου διελάβομεν διαιτητικοῦ Δικαστηρίου. Μετά τινα καιρὸν κοινοποιεῖται εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ἀπόφασις τοῦ παρανόμως, ὡς εἴρηται, συστηθέντος δικιτητικοῦ Δικαστηρίου μὲ τύπον ἐκτελέσεως καὶ ἐντέλλεται τὸ Ταμεῖον νὰ πληρώσῃ τὰς 36,000 δραχμάς, εἰς ὅσας ἀνέρχεται ἡ ἀξίωσις τῆς ἐργολάβου Ἑταιρίας ἐπὶ τῶν Δημοσίων ἔργων. Μόλις ἐκοινοποιήθη ἡ ῥηθεῖσα ἀπόφασις εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ αὕτη δι’ ἀνακοπῆς της δὲν τὴν ἀναγνωρίζει, ὡς οὖσαν ἄκυρον α. κατὰ τύπους 1) διότι τὸ διαιτητικὸν Δικαστήριον συνεκροτήθη παρὰ τὸ Διάταγμα περὶ Δημοσίων ἔργων τοῦ 1850, καὶ παρὰ τὰ ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διαγεγραμμένα, καὶ 2) διότι ἐδίκασε χωρὶς νὰ τηρήσῃ τοὺς τύπους τῆς ἐνώπιον διαιτητῶν διαδικασίας, καὶ β) κατ’ οὐσίαν οὐδόλως εὐθύνεται τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἐργολάβου Ἑταιρίας, ὕστερον ἀπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ὡρίσατο κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας. Τὴν ἀνακοπήν της ταύτην ὑπέβαλεν ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ ἀναφοράν της, ἐν ᾗ ἐδικαιολόγει τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἰδίως δὲ ἐμνημόνευεν ὁ Δικηγόρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἀνακοπῇ, ὅτι ἐδικαιοῦτο ἡ ἐφορεία τοῦ Λιμένος νὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἂν ἐδέχετο τὴν τοιαύτην διαιτησίαν, καὶ δεύτερον ὁποῖον πρόσωπον ὁρίζει ἐκ μέρους της ὡς μέλος τοῦ διαιτητικοῦ Δικαστηρίου. Ὁ Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι διώρισε τὸ Ὑπουργεῖον ὡς Πρόεδρον τοῦ διαιτητικοῦ Δικαστηρίου τὸν Πρόεδρον αὐτῆς τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τίς εἶναι αὐτὸς ὁ Πρόεδρος; Ὁ Ἔπαρχος, ὅ ἐστὶ τὸ πλάσμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐνῷ τὰ ἕτερα τέσσαρα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι οἰκοκυραῖοι ἔχοντες ἄμεσον συμφέρον ἀπὸ τὴν καλὴν διαχείρισιν τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου. Ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ σοφιστικὴ δικαιολόγησις τῆς παρανόμου ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου δὲν ὠφελεῖ καθόλου. Ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς δι’ ἀλλεπαλλήλων διαταγῶν του πειθαναγκάζων τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ πείσῃ νὰ πληρώσῃ τὰς 36,000 εἰς τὴν ἐργολάβον Ἑταιρίαν, ἐνόμισεν ὅτι εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ κατορθώσῃ τὸν σκοπόν του. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἐσυμβιβάσθη μὲ ὀφειλέτην τινὰ Βωβὸν νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον 4,000 δραχμὰς ἀντὶ 7,000, ἃς πρὸ πολλοῦ ὤφειλε· καὶ τὴν συμβιβαστικὴν πρᾶξιν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν. Ὁ Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ ὅτι ἐγκρίνει τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον νὰ πληρώσῃ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον καὶ τὰς 36,000 δραχμὰς εἰς τὴν ἐργολάβον Ἑταιρίαν «ἂν ὲ Σιὰμ ἄν ὲ Μπαγδάτ». Τί σχέσιν ἔχει τὸ χρέος τοῦ Βωβοῦ μὲ τὴν διαφορὰν τῆς ἐργολάβου Ἑταιρίας! Τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου ὄχι μόνον δὲν ἐσεβάσθη, ὡς ἤλπιζεν ὁ Ὑπουργός, ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ ἀπήντησεν ὡς ἔδει. Ἡ ἀπάντησις δ’ αὕτη ἔκαμε τὸν Ὑπουργὸν νὰ συναισθανθῇ, καὶ μετὰ τινας μῆνας, καὶ ἀφοῦ νέα συμφωνία ὠφελιμοτέρα διὰ τὸν Βωβὸν ἐγένετο ἀπὸ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον τῇ μεσιτείᾳ ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου τούτου ἰσχυρῶν παρὰ τῷ Ὑπουργῷ, κατωρθώθη ἡ ἔγκρισις τοῦ συμβιβασμοῦ αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποθέσεως τῆς ἐργολάβου Ἑταιρίας. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τὴν χονδροειδεστάτην αὐτὴν παράβασιν τοῦ καθήκοντός του ἐδικαιολόγησεν ὡς ἀνειλικρινῆ τινα πρᾶξιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου του. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, διατί δὲν ἐτιμώρησε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, τουναντίον τὸν θεωρεῖ ὡς ἕνα τῶν μᾶλλον ἐμπεπιστευμένων! Ἕπεται ὅτι ὄχι ὁ ὑπάλληλος ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐνέχεται εἰς μίαν τοιαύτην παράβασιν τοῦ καθήκοντός του. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει καὶ εἰς τὰ ἔγγραφά του καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις, διότι κατὰ τῶν διαιτητικῶν ἀποφάσεων δὲν ἐπιτρέπεται προσφυγὴ, ἀλλ’ εἶναι ἐκτελεστέαι. Ἐνθυμήθην, κύριοι, ὅτι, ὅτε ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων καὶ δὲν ὑπῆρχον ἀκόμη Δικαστήρια, ὑπῆρχον Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ἐδίκαζον κατὰ τὰς ὁδηγίας των. Εἰρηνοδίκης ὑβρισθεὶς παρά τινος ἐν τῇ συνεδριάσει κατεδίκασε τὸν ὑβριστὴν εἰς θάνατον καὶ διέταξε τὸν κλητῆρά του νὰ τὸν τουφεκίσῃ. Ὁ καταδικασθεὶς προσέφυγεν εἰς τὸν Νομάρχην, ὅστις διέταξεν ἀμέσως τὸν Εἰρηνοδίκην νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, ἀλλ’ οὗτος ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, διότι, κατὰ τὸν Ἀρμενόπουλον, δὲν εἶχεν ὁ Νομάρχης δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Εἰρηνοδικείου· ἂν ἦτον ὅμως ὁ Λομβάρδος εἰς τὴν θέσιν τοῦ τότε Νομάρχου καὶ ὁ καταδικασθεὶς ἐκ τῶν ἀντιφρονούντων εἰς τὴν πολιτικήν του, ἤθελεν ἐπιτρέψει τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν τῆς κεφαλικῆς ποινῆς. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλαμβάνωνται τοιαῦτα πράγματα μετὰ 50 ἐτῶν διοίκησιν ὑπὸ κανόνας διαγραφομένους εἰς Νόμους δανεισθέντας ἀπὸ τὰ μᾶλλον πεφωτισμένα Κράτη; Ὁ Ὑπουργὸς προσεπάθησε παντοίοις τρόποις ν’ ἀποφύγῃ νὰ καταθέσῃ τὴν ἐγγραφὴν τῶν ὅρων τῆς Ἐργολαβίας, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς τὴν ἔφερε καὶ γυμνὴν, ἐνῷ εἰς τὸ γραφεῖόν του ὑπάρχει καὶ ἡ προκήρυξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐξετέθησαν αὐτοὶ οἱ ὅροι, ὑπάρχει προσέτι τὸ ἔγγραφον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐργολαβίας αὐτῆς, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐπάρχου, ὅπερ διεβίβαζε τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, καὶ τὸ ἔγγραφον τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου· οὐδὲν τῶν ἐγγράφων τούτων μᾶς ἔφερε, παρὰ ἀλληλογραφίαν μεταξὺ Ἐπιτροπῆς, Λιμενικοῦ Ταμείου, ἐργολάβου Ἑταιρίας καὶ Ὑπουργείου, καὶ μόλις καὶ μετὰ βίας μετὰ πολλὰς ἀντεγκλήσεις κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν τὴν ἐγγραφὴν τῶν ὅρων διὰ τῆς ἐργολάβου Ἑταιρίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ εἶδεν ὅτι ἐκ τῶν ὅρων τούτων οὔτε τὸ διαιτητικόν του Δικαστήριον ἦτο ἰσχυρὸν, οὔτε ἡ Ἑταιρία ἔχει δικαίωμα κατὰ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου, διὰ ν’ ἀποφύγῃ περαιτέρω συζήτησιν μᾶς εἶπεν ὅτι αὕτη ἡ ὑπόθεσις ἐτελείωσε, διότι εὑρισκόμενος ἐδῶ πρό τινος ὁ Δήμαρχος Λετρίνων ἐσυμβιβάσθη νὰ γείνῃ νέα ἀναθεώρησις καὶ ἀνασυζήτησις τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν ζημίαν, ἣν προὔκειτο νὰ ὑποστῇ ἓν Λιμενικὸν Ταμεῖον· ἀλλ’ ἂν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι εἰλικρινὴς ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ὑπηρεσίας του, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ παρεκτροπῆς Ὑπουργοῦ στηριζομένης εἰς ἀφῃρημένα πράγματα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὁποίων δὲν παρέχεται χειροπιαστὴ ἀπόδειξις, ἐδῶ ἔχομεν ἔγγραφα ὑπογεγραμμένα ὑπὸ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις λέγει εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον: ἔχεις δὲν ἔχεις δίκκιον, πρέπει νὰ πληρώσῃς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθετο ἀσπίδα, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὰ βέλη τῆς ἀληθείας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὰς γνωμοδοτήσεις Νομικοῦ Συμβούλου· ἀλλὰ καὶ αὕτη εἶναι ἀσθενεστάτη, διότι ὁ Νομικὸς οὗτος Σύμβουλος κ. Σανόπουλος ἐν τῇ γνωμοδοτήσει του ταύτῃ ἐπροδόθη ὅτι ἐν τῇ ὁποίᾳ κατέχει θέσει, ἣν καὶ μὲ μισθὸν παρὰ πολὺ ἐξωγκωμένον ἐπροικίσαμεν, καὶ μὲ θητείαν ἀρκετὰ πολυετῆ ἐξησφαλίσαμεν, ἐννοεῖ καθῆκόν του νὰ προασπίζηται τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, μὲ οἱασδήποτε παρανομίας καὶ ῥυπαρότητας ἂν ἦναι φορτωμέναι. Ἄλλως, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι νομικὸς, διατελέσας Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἠδύνατο νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον, ἐν τῷ ὁποίῳ δηλοῖ, ὅτι χωρὶς νὰ μελετήσῃ τοὺς ὅρους μιᾶς μισθώσεως καὶ χωρὶς νὰ διέλθῃ τὸν Νόμον τοῦ 1850, τὸν διέποντα τὴν μίσθωσιν ταύτην, γνωμοδοτεῖ οὕτως ἢ ἄλλως; Οὕτως ἔπραττεν ὅταν ἐμελέτα τὰς δικογραφίας, ὅταν ὡς Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν ἐξέδιδεν ἀποφάσεις; Εἰς τὸν τοιαύτας θέσεις καταλαβόντα Δικαστικὸν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀγνοῇ τὴν ἐνώπιον τῶν Διαιτητικῶν Δικαστηρίων διαδικασίαν, ἥτις εἶναι ἁπλουστάτη, διότι εἶναι ἡ ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν; Καὶ τοῦτο δικαιολογεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅτι εἶπον ἄλλοτε, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς θὰ βλάψῃ, διότι ὅλας τὰς σκολιὰς ἀποφάσεις καὶ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν θὰ καλύπτωσιν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι ὡς ψευδομάρτυρες καὶ νὰ τὰς ἐπικυρώνουν ὡς ὀρθάς. Εἰς μάτην ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος ἐγκωμιάζει διὰ τῆς ἐκθέσεώς του τὰ διὰ τῶν Νομικῶν Συμβούλων κέρδη ἐν τῇ Δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ. Κύριος οἶδεν ὁποίας βρωμερὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν δὲν περιτυλίσσουσιν αἱ μετὰ νομικοῦ στόμφου συντεταγμέναι γνωμοδοτήσεις τῶν σοφῶν τούτων νομοκρατόρων τῆς Ἑλλάδος. Μᾶς ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωμοδότησιν ἑνὸς πρώην ἀνωτέρου Δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τούτου ἠδύνατο νὰ μᾶς κλείσῃ τὸ στόμα, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι παρηνόμησε δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων του καὶ ἰδίως διὰ τοῦ περιφήμου ἐκείνου, τοῦ ἀφορῶντος τὸν συμβιβασμὸν τοῦ Βωβοῦ. Ἐὰν, κύριοι, ἦτο μία μόνη ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἤθελον τὸν συγχωρήσει, διότι, ὡς εἶπον, διὰ τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύναται Ὑπουργὸς νὰ ἐξαπατηθῇ ἅπαξ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν δι’ ἐπανειλημμένων διαταγῶν ἐπέμενεν εἰς τὴν παράνομον θέσιν, ἣν ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον, διατάττον τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον νὰ πληρώσῃ 36,000, ἅσπερ δὲν ὤφειλε, καὶ τὰς ὁποίας ἤθελε πληρώσει, ἂν ἡ ὑπόθεσις δὲν ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν περιέστελε τὴν πρὸς τὸ παρανομεῖν τόλμην τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ τὸ κέρδος τοῦτο χρεωστεῖ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον εἰς τὴν τιμιότητα καὶ σταθερότητα τῶν μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ἱκανότητα καὶ νοημοσύνην τοῦ Δικηγόρου της καὶ τὴν μέριμναν ὑπὲρ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου τῶν παρουσιασάντων τὴν περὶ τούτου ἐπερώτησιν Βουλευτῶν κυρίων Δαλιάνη καὶ Φωτήλα. Ἄλλως, ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπηρτίζετο ἀπὸ ἔντιμα πρόσωπα, δὲν εἶχεν εἰλικρινῆ Δικηγόρον, καὶ Μηχανικὸν ἀκέραιον, βεβαίως θὰ ἐζημιοῦτο τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον τὰς 36,000, καὶ θὰ τὰς ἥρπαζεν ἡ ἐργολάβος Ἑταιρία. Εἴπατε, κύριε Λομβάρδε, ὅτι 15 ἔτη ἐπολεμήσατε μὲ λέοντας καὶ ἐξήλθετε νικητὴς, καὶ ἤδη ἦλθον παιδάρια καὶ τυχαῖοι ἄνθρωποι καὶ σᾶς λακτίζουν δι’ ὑπαινιγμῶν. Δὲν εἶναι οἱ δισχυρισμοί μας ὑπαινιγμοί, εἶναι ἐπίσημα ἔγγραφα ἀπὸ σὲ τὸν ἴδιον ὑπογεγραμμένα, μαρτυροῦντα ὅτι εἰργάσθης δολίως, παραβὰς τὴν ὑπηρεσίαν σου, καὶ ἀφοῦ γνωρίζεις τὰς ἐναντίον τῆς ἐργασίας σου ἀποδείξεις, ὀφείλεις εἰς τὰς ἀντεγκλήσεις σου νὰ ἦσαι πολὺ περιεσκεμμένος, ὅταν μάλιστα ἀντεγκαλῆσαι μὲ ἀνθρώπους, οἵτινες ἐπὶ πολλὰ ἔτη πολιτεύονται εἰς τὴν ἀνωτέραν σφαῖραν τῆς ὑπηρεσίας τῆς πατρίδος των, καὶ οἵτινες ὡς ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἐχορήγησαν καὶ πολυτιμοτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ οἵτινες τέλος ὡς τοιοῦτοι διεχειρίσθησαν ὑπηρεσίας στοιχισάσας μεγάλας ποσότητας χρημάτων ἢ ἄλλης περιουσίας τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ, καὶ ἐξῆλθον μὲ χεῖρας καθαρὰς καὶ μέτωπον ὑψηλόν· ὁσάκις, λέγω, κύριε Λομβάρδε, ἀντεγκαλῆσαι μὲ τοιούτους ἀνθρώπους, πρέπει νὰ ἦσαι εἰς τὰς πρὸς αὐτοὺς προσβολὰς πολὺ συνεσταλμένος· ἄλλως, ἐκ τῆς μετὰ τούτων διαμάχης ἐξέρχεσαι πληγεὶς καὶ ἄναυδος. Εἶπες ὅτι ἐπολέμησες 15 ἔτη μὲ λέοντας, ἐννοῶν τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν. Δὲν λέγεις ἀλήθειαν· δὲν ἐπολέμησες σὺ, ἀλλ’ ἐπολέμησαν ὁ Μομφεράτος, ὁ Ζερβὸς, ὁ Λιβαδᾶς, ὁ ἐν Πέτᾳ πεσὼν Δομενεγίνης καὶ τόσοι ἄλλοι ἥρωες τῆς πάλης ἐκείνης. Σὺ ἠκολούθεις αὐτοὺς, διότι δὲν εὕρισκες θέσιν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς προστασίας, ἥτις ἂν σοὶ ἔδιδε μίαν τῶν ἀξίαν λόγου θέσεων, ἤθελες γίνει τὸ τυφλότερον ὄργανον τῆς προστασίας, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ διαγωγή σου καὶ αἱ ταπειναὶ ὑπηρεσίαι σου πρὸς τὸν ὑποσχεθέντα σοι θέσιν ἐπίζηλον, ἐννοῶ τὸν Σπόνεκ, τὸν μωρότερον τῶν ξένων, ὅσοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς δὲ τὴν ταπεινὴν καὶ ἀντεθνικὴν ἰδικήν σου ὑπηρεσίαν εἰς τὰς ἀξιώσεις καὶ σχέδια τοῦ Σπόνεκ ὀφείλεται ἡ πλημμελὴς σύνταξις τοῦ Πολιτεύματος καὶ αἱ βάσεις τῆς μετὰ τὸ 1864 κακῆς διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα ὁλονὲν τὰ αἰσθανόμεθα ἀλγεινότερον. Ἐζητήθησαν τότε νὰ γίνωσιν Ὑπουργοὶ ὁ Ζαμπέλιος καὶ ὁ Ἰακωβάτος, ἀλλ’ ὡς εἰλικρινεῖς πολῖται ἀπέσχον νὰ δεχθῶσι, λέγοντες, ὅτι: Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ γείνωμεν ἀκόμη Ὑπουργοὶ πρὶν ἢ μελετήσωμεν τὴν νομοθεσίαν σας. Σὺ ὅμως εὐθὺς ὅπου ἐκλήθης, οὐ μόνον ἐδέχθης ἀμέσως, ἀλλ’ ἀπήτησες νὰ γίνῃς καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ τοιοῦτος ὢν, τολμᾷς νὰ ὑβρίσῃς ἄνδρας, οἵτινες ὑπηρετήσαντες ἐπὶ πολὺν χρόνον τὴν πατρίδα των, ἀπολαύουσιν ἀκμαίαν τὴν τῶν συμπολιτῶν των ἐκτίμησιν καὶ ἀγάπην (χειροκροτήματα).
§41Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω διαῤῥήδην μίαν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπέῤῥιψε κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: δὲν εἰργάσθης εἰλικρινῶς· εἰργάσθης δολίως. Ἔπρεπεν οἱ κύριοι οὗτοι νὰ γνωρίζωσι τὸν Νόμον περὶ συστάσεως Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τοῦ λιμένος Κατακώλου διὰ νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐργασθῇ μὲ ἄλλους σκοποὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς, θά ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὰ πάντα εἰς πέρας εὐκολώτατα καὶ ἄνευ οὐδενὸς θορύβου. Ὁ Νόμος οὗτος δίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τρεῖς ψήφους καὶ δύω εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον· ὥστε ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἐὰν ἤθελε νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν ἐργολάβον ἢ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, θὰ τῷ ἦτο εὔκολον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἴχομεν τὴν Γαλλικὴν Ἑταιρίαν, ἡ ὁποία μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔργου ὑπέβαλεν ἀπαιτήσεις νέας, διότι διετείνετο, ὅτι ἐζημιοῦτο ἐκ τῆς κακῆς ποιότητος τῶν λατομείων, καὶ ἐν τούτοις ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Κατακώλου παρεδέχθη τὰς ἀξιώσεις της καὶ ἔδωσε μίαν ἀποζημίωσιν, νομίζω, ἐκ 400,000. Τώρα ἡ διένεξις μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐργολάβου δὲν ὑφίσταται ἢ διὰ 35,000. Ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη παραιτεῖται, ἂς ἀφεθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν κρίσιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐργολάβου καὶ αὐτοὶ θὰ διορίσωσι τὰ ἁρμόδια πρόσωπα πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς των. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀποκρούσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἰργάσθη δολίως, οὐδὲ γνωρίζω τὶ συμφέρον εἶχε νὰ ἐργασθῇ δολίως. Ἐγὼ ἔχω δύω φίλους στενοτάτους ἐν τῇ Λιμενικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἠδυνάμην νὰ μεταπείσω αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν προσεπάθησα ποτὲ νὰ τὸ πράξω, διότι γνωρίζω, ὅτι οὗτοι δὲν δέχονται νὰ πληρωθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὸν ἐργολάβον, διότι ἡ ἀπαίτησίς του εἶναι ὑπερβολική. Μὴ ῥίπτετε λοιπὸν μομφὴν ὅπου ἀπαιτεῖται ἔπαινος.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγώ, κύριοι, διηγήθην ἐν καλῇ πίστει ὅσα ἤκουσα παρὰ δικηγόρου καὶ μέλους τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, παρὰ τοῦ κυρίου Λεονάρδου· οὐδεμίαν εὐθύνην ἀνέλαβον· ἀπὸ ἁβρότητα μάλιστα ἐξέφρασα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας. Ἐν τούτοις ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ αἴσθημά μου τοῦτο ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐξύβρισε καὶ ἐμὲ καὶ τὸν ἐπερωτήσαντα κύριον Δαλιάνην καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Ῥάλλην. Ἐγὼ ἐξ ὑπαρχῆς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πλάγιός τις λόγος ἐξώθησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν· κατεῖδον ὅμως καὶ κατενόησα, ὅτι ἔδειξεν ὀλιγωρίαν περὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ τὴν ὀλιγωρίαν ταύτην δύναμαι νὰ καταδείξω. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπιμένει, ἂς ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν διὰ νὰ καταδείξω τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας τῶν δημοσίων ἔργων ἐθεώρησε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην ἄκυρον, καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὅπως κηρυχθῇ ἄκυρος ἡ ἀπόφασις ἐκείνη. Αὐτὴ ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἡ ἐπερώτησίς μου, ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Δαλιάνη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα ἐγώ, καὶ ὅμως ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, Σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ἤλθατε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ μᾶς ὑβρίσητε.
§44ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν κατετέθησαν πίνακες περὶ τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, εἰσέτι ὅμως δὲν διενεμήθησαν· ὑποθέτω, ὅτι θὰ βραδύνωσι καὶ παρακαίρως θὰ διανεμηθῶσι, καὶ νομίζω προτιμότερον νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ γραφεῖον, ὅπως μελετηθοῦν.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἑτοιμάζονται.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ γραφεῖον μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι μόνον μετὰ ἕνα μῆνα θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτυπωθῶσι, καὶ τότε θὰ ἦναι ἄχρηστοι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ παρέλθωσι 4 ἡμέραι καὶ ἐπαναλάβωμεν πάλιν τὰς συνεδριάσεις θέλομεν ἰδεῖ.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἦναι εἰς χεῖρας τῶν Βουλευτῶν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὅταν τὰ ζητήσουν ἐντὸς τοῦ γραφείου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω, κύριοι, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν τὸν ὁμιλήσαντα χθὲς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅτι ὁμιλῶν τις ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ κυρίως τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται οὗτος. Τὸν Προϋπολογισμὸν λοιπὸν ὡς οἰκονομικὸν σύστημα θέλω προσπαθήσει νὰ ἐξετάσω, θὰ προσπαθήσω νὰ εὕρω τὰς ἀφορμὰς, ἐξ ὧν παρήχθη, καὶ τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζεται. Θέλω ἀναγκασθῆ ἴσως νὰ ἐπαναλάβω ὀλίγα ἢ πολλὰ πολλάκις λεχθέντα ἀπὸ τοῦ Βήματος, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ συγχωρήσητε τὰς ἐπαναλήψεις ταύτας, διότι εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς ἐξέτασιν ὁλοκλήρου τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος. Εἰμὶ τῆς ἰδέας, κύριοι, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς Κράτους δὲν διέπονται ἀκριβῶς ὑπὸ τῶν αὐτῶν κανόνων, ὑφ’ ὧν διέπονται τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς ἰδιώτου· ὁ ἰδιώτης εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν του ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὰς προσόδους του καὶ νὰ ὑποτάσσῃ τὰ ἔξοδα εἰς τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Ἡ παράβασις τοῦ κανόνος τούτου ἐπιφέρει βεβαίως τὴν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν του. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἀπολύτως. Τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς περιουσίας αὐτοῦ ἢ ἐκ τῶν ἐργασιῶν του, οἷα εἰσὶ τὰ Δημόσια καταστήματα καὶ νομήματα, εἶναι ἐλάχιστα σχετικῶς πρὸς τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἑπομένως τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ὑποτάξῃ τὰς δαπάνας εἰς τὰ ἰδιαίτερα αὐτοῦ εἰσοδήματα· ἀπεναντίας, ὀφείλει νὰ κανονίσῃ τὰς δαπάνας του πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸ ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ κοινωνική του θέσις καὶ κατάστασις. Τὰς ἀνάγκας ταύτας οὕτως ὀφείλει νὰ μελετήσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ βασίσῃ τὰς δαπάνας του, τὰς ὁποίας θὰ θεραπεύσῃ ἐν μέρει μὲν ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ εἰσοδημάτων, ἐν μέρει δέ, ἢ μᾶλλον κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐκ τῶν εἰσφορῶν, τὰς ὁποίας θὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ἔθνους διὰ τῶν φόρων. Εἷς περιορισμὸς ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας ταύτης, ὁ προερχόμενος ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ δυνάμεων. Ὀφείλει νὰ ἔχῃ πάντοτε ἐνώπιόν του τὸ μέτρον τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τούτων καὶ νὰ φροντίζῃ ὅπως μὴ ἐξαντλῇ τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον καὶ μὴ πιέζῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ Ἔθνους κατὰ τρόπον δυνάμενον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ θέσῃ τὸ Ἔθνος εἰς ἀδυναμίαν παροχῆς τῶν εἰσφορῶν, ὧν δεῖται τὸ Κράτος πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Τὰς πραγματικὰς καὶ ἀναποφεύκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους θεωρῶν ὡς τὴν κυρίαν βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, θέλω ἐξετάσει τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν σύστημα ἀρχόμενος ἀπὸ τῶν δαπανῶν. Αἱ δαπάναι ἡμῶν, ὅπως καὶ τῶν πλείστων Κρατῶν, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρία μεγάλα κεφάλαια, εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν χρεῶν, εἰς τὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἐν γένει διοικήσεως. Ἡ καταμέτρησις τῶν ἀναγκῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν κεφαλαίων τούτων καὶ ἡ ἐξέτασις τῶν δι’ ἑκάστην τῶν ἀναγκῶν δαπανῶν, γιγνομένη κατὰ τρόπον ἀπόλυτον, ἤθελεν ἔχει τι τὸ αὐθαίρετον· ὅπως ἡ καταμέτρησις τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν δι’ αὐτὰς προϋπολογιζομένων δαπανῶν ἔχει τι τὸ θετικὸν καὶ συγκεκριμένον, ἀνάγκη νὰ εὕρωμεν ὡρισμένον σημεῖον συγκρίσεως ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως καὶ ἀμφιβολίας. Ἐνταῦθα δὲ θὰ ἀκολουθήσω ἐν μέρει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴν κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις ὡμίλησε περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος ἐπὶ ζητήματος διαφόρου μὲν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλά, ὡς καὶ τότε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν σύστημα. Σημεῖον τοιοῦτον συγκρίσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει οὐδεμία φιλονικία, νομίζω ὅτι εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι παραδεδεγμένος παρ’ ὅλης τῆς Βουλῆς ὡς Προϋπολογισμὸς βασιζόμενος ἐπὶ συστήματος λίαν οἰκονομικοῦ, καθ’ ὑπερβολὴν μάλιστα οἰκονομικοῦ κατὰ τὴν μαρτυρίαν πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν. Λέγων δὲ Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἐννοῶ αὐτὸν τοιοῦτον, οἷος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες ἀκολούθως προσετέθησαν εἰς αὐτὸν ἕνεκεν τῆς ἐπιστρατείας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 παρουσιάζει ἐν μὲν τοῖς ἐξόδοις 52,655,452 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 47,389,896 νέων δραχμῶν, ἐν δὲ τοῖς ἐσόδοις 46,706,857 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 42,044,811 νέων δραχμῶν, ἑπομένως ἔλλειμμα 5,345,085 νέων δραχμῶν. Ἐν συγκρίσει δὲ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 παρουσιάζει ἐν μὲν τοῖς ἐξόδοις περιπλέον 37,864,026, ἐν δὲ τοῖς ἐσόδοις 43,641,563. Ἀναλυόμενοι δὲ εἰς τὰ 3 μεγάλα κεφάλαια τῶν δαπανῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, οἱ Προϋπολογισμοὶ οὗτοι ἐν συγκρίσει ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Τὸ αʹ κεφάλαιον, τὸ τῶν χρεῶν, παρουσιάζει τὸ 1880 16,294,590 νέων δραχμῶν δαπάνην, τὸ δὲ 1885, 32,065,630· ὥστε διὰ τὸ 1885 περιέχει δαπάνην περιπλέον 15,771,000. Τὸ βʹ κεφάλαιον τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν ἔχει διὰ τὸ 1885 περιπλέον δαπάνην 10,345,000· κατὰ τὸ 1880 αἱ δαπάναι τοῦ κεφαλαίου τούτου προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς νέας 11,890,600, κατὰ δὲ τὸ 1885 εἰς δραχμὰς 22,236,583. Ἐν τῷ γʹ κεφαλαίῳ, τῷ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τῶν πέντε δηλαδὴ πολιτικῶν Ὑπουργείων, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 παρουσιάζει ὑπέρβασιν 11,746,000, διότι κατὰ τὸ 1885 προϋπολογίζονται δραχμαὶ 30,950,720, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 αἱ δαπάναι τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀνήρχοντο εἰς 19,204,673 νέας δραχμάς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριφυλίας, ὅστις ἔκαμε προχθὲς τὴν σύγκρισιν τῶν δύω Προϋπολογισμῶν τοῦ 1880 καὶ 1885 ἠπατήθη, εἰπὼν ὅτι ἡ ὑπέρβασις τῶν δαπανῶν τοῦ 1885 συγκριτικῶς πρὸς τὰς τοῦ 1880 προέρχεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς δημιουργίας νέων θέσεων. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν χρεῶν ἡμῶν δὲν προσετέθησαν μόνον τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἀλλὰ πλέον 15,700,000 δραχμῶν. Τὰ δύω ταῦτα κεφάλαια, τὸ τῶν χρεῶν καὶ τὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἐξόδων, παρουσιάζουν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1885 26,116,000 δραχμῶν ὑπέρβασιν, ἥτις ἀντιπροσωπεύει 31% ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 καὶ 55% ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Ἀμφότεραι αἱ δαπάναι αὗται ἀποῤῥοφῶσιν 64% τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ὁλόκληρον δὲ τὸν τοῦ 1880 καὶ 12,257,008 δραχμῶν περιπλέον. Αἱ δαπάναι αὗται, κύριοι, καὶ τῶν δανείων καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν ἔχουσι τὴν αὐτὴν πηγὴν καὶ τὸν αὐτὸν λόγον, οὗτος δὲ εἶναι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὠθεῖ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος νὰ πιστεύῃ καὶ ὑποστηρίζῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ πᾶσαν θυσίαν, ὅπως παρασκευασθῇ καὶ ὑπερασπίσῃ τὰ ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου Ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Οὐδεμία Κυβέρνησις, νομίζω, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος διὰ τὰς δαπάνας αὐτάς. Ὑπεύθυνον ἐστὶν ὅλον τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἐννοεῖ τὴν σημασίαν καὶ τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου αὐτοῦ αἰσθήματος. Τὰ χρέη ἀπαιτοῦσι διὰ τὸ 1885 δραχμὰς 32,065,000, μετὰ δὲ τὴν πραγματοποίησιν καὶ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 θ’ ἀπαιτήσωσι 34,000,000, ἤτοι θ’ ἀποῤῥοφήσωσι πλέον τῶν 40 ἑκατοστῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αἱ δὲ στρατιωτικαὶ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 22,236,000 καὶ ἀποῤῥοφῶσιν 26 ἑκατοστὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω δὲ περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξηγήσεις λεπτομερεστέρας τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας προτίθενται νὰ θεραπεύσωσιν αἱ δαπάναι αὗται. Αἱ ἀνάγκαι αὗται, ἤτοι ἡ τήρησις τῶν πρὸς τρίτους διὰ τῶν δανείων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ προετοιμασία τοῦ Ἔθνους, ἐπιβάλλονται εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Τόπου. Λεπτομερέστερον θὰ ἐξετάσω τὰς δαπάνας τῆς ἐν γένει διοικήσεως, διότι ἐξ ὅσων ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ καὶ πάντες ὑμεῖς ἐπὶ τῶν δαπανῶν τούτων παρουσιάζεται ἰδίως ἡ μομφὴ ὅτι εἶναι ὑπερβολικαί, καὶ ὅτι ἐν αὐταῖς γίνεται σπατάλη. Αἱ δαπάναι αὗται ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς 30,950,000 κατὰ τὸ 1885, καὶ ἀντιπροσωπεύουσι 36 ἑκατοστὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ δὲ τὸ 1880 ἀνήρχοντο εἰς 19,204,000 δρ. νέας, καὶ ἀντεπροσώπευον 46% τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αἱ ἀναλογίαι αὗται δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἔνδειξις ὅτι αἱ δαπάναι αὗται δὲν εἶναι ὑπερβολικαί. Δὲν θέλω ὅμως νὰ βασισθῶ ἐπὶ τῆς ἐνδείξεως ταύτης, ἀλλὰ θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν δαπανῶν τούτων. Τὴν ἐξέτασιν δὲ ταύτην θὰ κάμω οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, διότι νομίζω ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν παρέχεται εἰς τὴν Βουλὴν πλήρης καὶ ἀκριβὴς εἰκὼν τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισθέντων ποσῶν, τὰ ὁποῖα παρέχουσι πληρέστερα καὶ τελειότερα τὰ στοιχεῖα τῆς συγκρίσεως. Ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζει κατὰ τὸ 1885 ὑπέρβασιν 5,476,000, διότι κατὰ μὲν τὸ 1880, ἀπῄτησε δαπάνην 7,300,000 νέων δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1885 12,776,000. Ἡ ὑπέρβασις ἀναλυομένη ἔχει ὡς ἑξῆς: 4,312,000 ἀναφέρονται εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων καταστημάτων καὶ νομημάτων, 576,000 εἰς τὰς διαφόρους πληρωμὰς καὶ 587,000 εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν. Τὰ 4,312,000, ἅτινα ἀναφέρονται εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων κτημάτων, περιλαμβάνουσι 2,734,000 ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐγκατάστασιν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν νέων φόρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι 1,750,000 ἐξ ὑλικοῦ καὶ ὑπηρεσιῶν παρεχομένων παρὰ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς ἰδιώτας· ἑπομένως περιορίζεται εἰς 1,670,000 ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἣν ἐπροκάλεσεν ἡ διοίκησις τῶν φόρων καὶ τῶν δημοσίων καταστημάτων καὶ νομημάτων ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Ἐπαρχίαις, ἡ μετατροπὴ τῶν μισθῶν ἐκ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, καὶ ἡ ἀνάπτυξις, ἣν ἔλαβον οἱ φόροι καὶ τὰ δημόσια νομήματα καὶ καταστήματα ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις. Νομίζω περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅπως ἀποδείξω ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ ὑπερβολικόν· ἀπ’ ἐναντίας, εὔχομαι, ἵνα ἀποβῇ δυνατὴ ἡ εἰσαγωγὴ πλειοτέρων καὶ θετικωτέρων βελτιώσεων εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς διοικήσεως τῶν φόρων, πρὸς περιορισμὸν τῶν καταχρήσεων καὶ πρὸς δικαιοτέραν καὶ τελειοτέραν εἴσπραξιν αὐτῶν. Νομίζω περιττὸν νὰ εἴπω τι περὶ τῆς αὐξήσεως ἐκ δρ. 576,000 τῶν διαφόρων πληρωμῶν. Αὐτὴ προέρχεται ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἅτινα δὲν εἶναι δαπάνη, ἀλλ’ ἀπόδοσις χρημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος εἰσπράττει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ οὐχὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Θὰ εἰσέλθω εἰς πλειοτέρας λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἀναλυόμενον, παρουσιάζει αὔξησιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ταμείων 348,000, εἰς τὴν τῶν Ἐφορειῶν 174,000, καὶ εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν 274,000. Τὰ Ταμεῖα καὶ αἱ Ἐφορεῖαι ὁμοῦ παρουσιάζουν αὔξησιν 522,000 δραχμῶν, προέρχεται δὲ αὕτη ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν ἀπὸ παλαιὰς εἰς νέας δραχμὰς, ἐκ τῆς συστάσεως Ταμείων καὶ Ἐφορειῶν εἰς ὅλας τὰς προσαρτηθείσας Ἐπαρχίας, ἐκ μικρῶν τινων βελτιώσεων τῶν Ταμείων τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν, ἐκ τῶν ποσοστῶν τῶν εἰσπράξεων καὶ ἐκ τῆς προσθήκης ἱκανοῦ ἀριθμοῦ εἰσπρακτόρων πρὸς βελτίωσιν τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων καὶ τῶν φόρων. Ὅλα ταῦτα δικαιολογοῦσι, νομίζω, τὴν αὔξησιν τῶν 522,000 δραχμῶν ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τῶν Ταμείων καὶ Ἐφορειῶν. Ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία παρουσιάζει αὔξησιν 274,000, ἐνῷ αἱ παρελθοῦσαι χρήσεις παρουσιάζουν ἐλάττωσιν. Ἡ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ αὔξησις δαπάνης, ἀναλυομένη, ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου 126,000 δραχμάς. Ἐκ τούτων 61,000 προέρχονται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Μ’ ὅλας τὰς ἐπικρίσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἡ χάριν αὐτοῦ γενομένη δαπάνη νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖται καὶ ἐκ τῆς οἰκονομίας, ἣν ἔφερεν εἰς τὰς δικαστικὰς καὶ δικηγορικὰς τοῦ Κράτους δαπάνας, ἀλλ’ ἰδίως ἐκ τῆς τακτοποιήσεως, ἣν εἰσήγαγεν εἰς τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκ τῆς πλείονος αὐτῶν προστασίας. Τὸ ὑπόλοιπον τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου προέρχεται ἐκ τῆς προσθήκης 1 Τμηματάρχου καὶ 5 Γραμματέων, 7 γραφέων καί τινων μαθητευομένων καὶ κλητήρων, ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ Στατιστικοῦ Γραφείου, καὶ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμάς. Μετὰ τὴν ἐπέκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι ἐκ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων φόρων καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν, ἡ προσθήκη τοῦ προσωπικοῦ τούτου δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπερβολική. Ἀπ’ ἐναντίας, νομίζω ὅτι πᾶς ὁ γνωρίζων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι, ὡς ἔχει σήμερον ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ, τὸ ἐν αὐτῷ προσωπικὸν οὐ μόνον δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν, ἀλλὰ δύναται μᾶλλον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνεπαρκές. Οἱ αὐτοὶ λόγοι δικαιολογοῦσι καὶ τὴν ἐκ δραχμῶν 55,000 ἐπελθοῦσαν αὔξησιν εἰς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐπιθεωρητὰς καὶ τὸ ὑλικὸν κτλ. τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Στατιστικοῦ Γραφείου. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παρουσιάζουσιν αὔξησιν, τὸ πρῶτον 40,000 δραχμὰς, τὸ δεύτερον 51,000. Γνωρίζετε, κύριοι, πάντες τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας παρουσιάζουσιν αἱ δύω αὗται ὑπηρεσίαι. Αἱ ἀτέλειαι αὗται εἶναι οὐ μόνον βλαπτικαὶ εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου παρεμβάλλουσι προσκόμματα σπουδαῖα, ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ ὑπηρεσίαι αὗται νὰ δώσωσιν ἡμῖν τακτικοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ τὰς πληροφορίας ἐκείνας τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὅπως λαμβάνωμεν πλήρη γνῶσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν Δημοσίων χρημάτων, φωτιζόμεθα περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ σκεπτώμεθα περὶ αὐτῆς, βασιζόμενοι ἐπὶ θετικῶν καὶ ἀναμφισβητήτων δεδομένων. Αἱ ἀτέλειαι δὲ ἰδίως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου συντελοῦσι καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν βλάβην τοῦ Τόπου· διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πλήρης ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος τῶν διαχειριζομένων τὰ Δημόσια χρήματα, δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν βεβαιότητα, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι ταῦτα δὲν θέλουν παρακινηθῆ εἰς τὴν μὴ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν εἶναι τυχαῖόν τι καὶ ἀβέβαιον. Ἡ δαπάνη δὲ τῶν δύω τούτων ὑπηρεσιῶν ὄχι μόνον δὲν μοὶ φαίνεται ὑπέρογκος, ἀλλὰ θεωρῶν αὐτὴν ἀνεπαρκῆ, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ὑποστηρίξω πᾶσαν αὔξησιν δαπάνης εἰς τοὺς δύω τούτους κλάδους, ὅπως ἀποβῶσιν ἱκανοὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένα σπουδαιότατα καθήκοντα.
§52Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐζητήσατε ἀπολογισμούς;
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπολογισμοὶ πλήρεις νομίζω ὅτι ἀπὸ 15–16 ἐτῶν δὲν ὑπεβλήθησαν· ἐφέτος ὅμως ἔχομεν πληροφορίας, αἵτινες, ἂν καὶ ἀτελεῖς, εἰσὶν ὅμως τελειότεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἶδον κατὰ τὴν ά. Σύνοδον, ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρουσιάζει κατὰ τὸ 1885 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1880 αὔξησιν δραχ. 1,735,000, διότι εἰς 4,427,000 νέας δραχμὰς προϋπελογίσθησαν αἱ δαπάναι αὐτοῦ κατὰ τὸ 1880, εἰς 6,163,000 κατὰ τὸ 1885. Ἡ αὔξησις αὕτη, ἀναλυομένη κατὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἔχει ὡς ἑξῆς: Δραχμαὶ 194,000 ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν Ἐπαρχιῶν, δραχμαὶ 277,000 ἐκ τῆς Δημοσίας ἀσφαλείας, δραχμαὶ 111,816 ἐκ τῆς Δημοσίας ὑγείας, καὶ τῶν τριῶν ἑπομένως ὑπηρεσιῶν τούτων ἡ αὔξησις ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 583 χιλιάδας. Προέρχεται δὲ αὕτη ἐκ τῆς συστάσεως τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φυλακῶν καὶ μικρᾶς τινος βελτιώσεως τῆς διατηρήσεως τῶν καταδίκων καὶ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου Νόμου περὶ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ ἐξ ἄλλων τινῶν μικρῶν βελτιώσεων τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων. (Διακοπαὶ καὶ θόρυβος).
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ διακόπτουν, διότι, ὅταν τις ὁμιλῇ μὲ ἀριθμοὺς, ἡ θέσις αὐτοῦ εἶναι δυσκολωτέρα. Ἂν θέλωσιν, ἂς ἐπιφυλαχθῶσι κατόπιν νὰ ὁμιλήσωσι.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν Ἐκλογικῶν Νόμων παρουσιάζει αὔξησιν δραχμῶν 159,000, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ ἔχωμεν Βουλευτικὰς Ἐκλογὰς, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 δὲν ἐγένοντο τοιαῦται. Ἡ ὑπηρεσία τῆς Δημοσίας οἰκονομίας, δηλαδὴ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, παρουσιάζει ἐλάττωσιν δραχμῶν 18,000, τῶν δὲ Δημοσίων ἔργων 91,000 δραχμῶν. Ἡ τελευταία αὕτη ἐλάττωσις προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι, τὰ ἔξοδα τῶν ξένων Μηχανικῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, μετεφέρθησαν κατὰ τὸ 1885 εἰς τὸ ἰδιαίτερον Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, μολονότι ἐξηγεῖται οὕτως ἡ ἐλάττωσις τῶν διὰ τὰ Δημόσια ἔργα δαπανῶν, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι εἶναι δυσάρεστος ἡ στασιμότης τῆς ὑπηρεσίας ταύτης καὶ ἡ μὴ ἀνάπτυξις αὐτῆς ἀναλόγως τῆς χρησιμότητός της. Διὰ τὴν Δημόσιον ὑπηρεσίαν δαπανῶνται 423,000, διὰ τὰ Δημόσια ἔργα 507,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 930,000 δραχμαί. Τὸ διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας δαπανώμενον ποσὸν ἤθελε δεικνύει λυπηρὰν τοῦ Τόπου ἡμῶν τὴν κατάστασιν, ἂν εἷς ἐκ τῶν κλάδων αὐτῶν δὲν ἀνεπληροῦτο ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ τὸ Ταμεῖον τοῦτο δαπανᾷ μόνον διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν Ἐθνικῶν, ἐνίοτε δὲ καὶ Ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῶν Δημοσίων ἔργων συγκεντροῦνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτοὺς ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μόνον δραχμὰς 507,000. Ἐκ τῆς ἀναπτύξεως δὲ τῶν Δημοσίων ἔργων τῆς βιομηχανίας, τῆς γεωργίας καὶ τοῦ ἐμπορίου κρέμαται οὐ μόνον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους. Καθῆκον ἑπομένως Ἐθνικὸν ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλωμεν πλειοτέραν περὶ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας φροντίδα, εὔχομαι δὲ ὅπως καὶ ἡμεῖς, μιμούμενοι τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, τελειοποιήσωμεν αὐτάς, συγκεντροῦντες τὰ Δημόσια ἔργα, τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν, τὸ ἐμπόριον, σὺν αὐτοῖς δὲ καὶ τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ τὰ Τηλεγραφεῖα εἰς ἓν κέντρον ἰδιαίτερον, δυνάμενον νὰ ἐπιδιώξῃ μετὰ πλειοτέρας ἁρμοδιότητος καὶ τελειότητος τὴν ἀνάπτυξιν καὶ διαχείρισιν αὐτῶν. Ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία παρουσιάζει αὔξησιν 443,000 δραχμῶν, ἡ δὲ τηλεγραφικὴ 745,000 δραχμῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,188,000, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 ἀναγράφεται δι’ αὐτὴν δαπάνη δραχμῶν νέων 1,280,000, ἐν δὲ τῷ τοῦ 1885 δραχμῶν 2,368,000. Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς συστάσεως τῶν Τηλεγραφείων καὶ τῶν Ταχυδρομείων ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Ἐπαρχίαις, ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν καὶ ἐκ τῆς προσθήκης πολλῶν Τηλεγραφείων καὶ Ταχυδρομείων καὶ ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις. Ἡ ἐπέκτασις τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἔφερεν ὡσαύτως καὶ αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, ἂν δὲ ἡ αὔξησις τῶν προσόδων εἶναι κατωτέρα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐν τῇ τελευταίᾳ συμπεριλαμβάνονται, ἐκτὸς τῶν δαπανῶν τῆς διαχειρίσεως, καὶ αἱ δαπάναι τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως, καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπαιτεῖται χρονικόν τι διάστημα, ὅπως οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν, ἐν οἷς συνιστᾶται ἡ πρώτη ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία, ἀποκτήσωσι τὴν ἕξιν νὰ κάμνωσι χρῆσιν καὶ ἐπωφελῶνται τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων. Ἡ γενομένη δὲ αὔξησις εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, αἵτινες εἰσὶν ἐκ τῶν ἀναγκαιοτέρων καὶ διὰ τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους, οὐ μόνον δὲν ἔχει τι τὸ ὑπερβολικὸν, ἀλλὰ παρὰ πλείστων χαρακτηρίζεται ὡς ἀνεπαρκής· ἤκουσα δὲ πλείστους ἐκ τῶν συναδέλφων παραπονουμένους διὰ τὴν ἔλλειψιν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγραφείων ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις αὐτῶν. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰ κονδύλια τῶν βοηθειῶν τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου, ὧν τὰ μὲν παρουσιάζουσιν αὔξησιν, τὰ δὲ ἐλάττωσιν δαπάνης, καὶ μεταβαίνω εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει κατὰ δραχμὰς 31,924 τὴν ἀναγραφεῖσαν κατὰ τὸ 1880. Ἡ αὔξησις αὕτη προκύπτει ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν καὶ ἐκ τῆς προσθήκης 4 γραμματέων, 6 κλητήρων καὶ 9,500 δραχμῶν διὰ τὰ ἄλλα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ προσάρτησις μόνη τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναπτύξεως, ἣν ἔλαβε καὶ ἡ Διοίκησις τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν, ἀρκεῖ ὅπως ἐξηγήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ προσθήκη νέας δαπάνης 70,000 δραχμῶν διὰ τὸ Τυπογραφεῖον καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη δὲν ἐπεβάλλετο, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ διισχυρισθῇ ὅτι εἶναι δαπάνη σπάταλος· διότι τὸ μὲν Τυπογραφεῖον εὐκολύνει πολὺ τὰς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου, ἡ δὲ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως παρέχει μέσον ἐξελέγξεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὀλίγαι λέξεις ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐξήγησιν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν αὐτοῦ, ἀνερχομένων εἰς 1,425,000 δραχμάς· διότι τὸ μὲν 1880 προϋπελογίσθησαν δαπάναι δραχμῶν 2,709,000, τὸ δὲ 1885 δραχμαὶ 4,135,000. Τὸ προσωπικὸν τῶν Δικαστηρίων, τῶν συσταθέντων ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, καὶ τὸ ὑλικὸν τὸ ἀναγκαιοῦν δι’ αὐτὰ, ἡ μετατροπὴ τῶν μισθῶν τῶν Δικαστῶν εἰς νέας δραχμὰς, αἱ μικραὶ βελτιώσεις, αἱ εἰσαχθεῖσαι εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ εἰς τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων, καὶ ἡ διατήρησις τῶν ὑποδίκων ἐξηγοῦσι τὴν αὔξησιν ταύτην. Ὄχι μόνον δὲ δὲν βλέπω ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην τῆς δικαιολογίας τῆς αὐξήσεως ταύτης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάντες ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη νέας προσθήκης δαπανῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο· διότι, ἂν καὶ ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους μισθοδοτῶνται γλίσχρως, οὐχ ἧττον ὅμως οἱ Δικασταὶ μισθοδοτοῦνται σχετικῶς ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων ἕνεκα τῶν πολυειδῶν καὶ ὑψηλῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν παρουσιάζει ὑπέρβασιν 1,175,000. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν μετατροπὴν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων εἰς νέας δραχμὰς, μένει ὑπέρβασις 1,000,000 δραχμῶν. Προέρχονται δὲ αἱ μὲν 500,000 ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προξενικοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ἀντίστοιχον εἰσόδημα, διότι κατὰ τὸ 1880 αἱ εἰσπράξεις τῶν Προξενείων προϋπελογίζοντο εἰς δραχμὰς 225,000 καὶ κατὰ τὸ 1885 προϋπελογίσθησαν εἰς 700,000. Δὲν συμμερίζομαι δὲ τὴν ἰδέαν, ἣν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς, ὅτι καὶ ἂν δὲν εἶχον διορισθῆ οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, ἡ τροποποίησις τῶν προξενικῶν τελῶν ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν αὐτῶν, διότι ἂν δὲν ὑπῆρχε προσωπικὸν κατάλληλον διὰ τὴν εἴσπραξιν, τὰ τέλη βεβαίως ταῦτα δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ. Τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου κατὰ τὸ πλεῖστον προέρχεται ἐκ τῶν μεταβλητῶν ἐξόδων, καὶ τῶν ἀποστολῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν ἀποῤῥοφᾷ ποσὸν μέγα σχετικῶς πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν ἀποῤῥοφῶσιν ἐν ἄλλοις Κράτεσι. Τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν ἄλλοις Κράτεσι δαπανῶσιν ½ μέχρις 1 καὶ ½% τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ αὐτῶν. Παρ’ ἡμῖν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο δαπανᾷ 3% τοῦ Προϋπολογισμοῦ μας, τὸ διπλάσιον δηλαδὴ τῆς ἀναλογίας τῶν ὁμοίων Ὑπουργείων ἐν ἄλλοις Κράτεσιν —Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔχει προορισμὸν νὰ προστατεύσῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὰ συμφέροντα μόνον τοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ κείμενα ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου. Ὥστε μέγα μέρος τῶν δαπανῶν αὐτοῦ δύναται νὰ καταταχθῇ εἰς τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ μὴ ἀφορῶντα τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τῆς ἀνάγκης, ἐξ ἧς δικαιολογοῦνται καὶ αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρουσιάζει ὑπέρβασιν 1,823,000. Ἐν τῇ ὑπερβάσει ταύτῃ συμμετέχει ὁ Κλῆρος κατὰ 144, 000.—Δύναταί τις, κύριοι, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι, ὅτι εἶναι καλὸν ὁ Κλῆρος νὰ μὴ βαρύνῃ τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ συντηρῆται ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ προσόδων. Δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὸ Κράτος, διατηρῶν τὸν ἀνώτατον Κλῆρον, δαπανᾷ πολλὰ, καταβάλλων ἐν ὅλῳ 313 χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ ὑπέρβασις αὕτη προῆλθε πρῶτον ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν εἰς νέας δραχμὰς, καὶ δεύτερον, διότι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880 ὑπῆρχον πολλαὶ θέσεις Ἐπισκόπων κεναὶ, αἱ ὁποῖαι συνεπληρώθησαν. Τὸ Πανεπιστήμιον συμμετέχει εἰς τὴν ὑπέρβασιν κατὰ 67 χιλιάδας. Καὶ ἐνταῦθα δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον, συμφώνως μὲ τὸν ὀργανικὸν αὑτοῦ νόμον, πρέπει καὶ δύναται νὰ συντηρηθῇ ἐκ τῆς ἰδίας αὑτοῦ περιουσίας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αὐτὸ δὲν γίνεται, ἡ δαπάνη τῶν δραχ. 390 χιλιάδων, ἣν ὑφίσταται τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπερβολική. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία παρουσιάζει ὑπέρβασιν 104 χιλ. δραχμῶν, ἐν ὅλῳ δὲ ἀποῤῥοφᾷ 215 χιλ. Δὲν θὰ σᾶς εἴπω πολλὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δαπάνης ταύτης, διὰ νὰ μὴ ἀποδώσητε τοῦτο εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πρὸς τὰς ἀρχαιότητας ἀγάπην μου. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις μόνον. Τὰ κειμήλια τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς τέχνης εἶναι δι’ ἡμᾶς τεχνικὸς, ἐπιστημονικὸς καὶ ἐθνικὸς πλοῦτος τοιαύτης ἀξίας, ὥστε εἶναι λυπηρὸν, διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ αὐτῶν ποσὸν δεκαπλάσιον τοὐλάχιστον ἐκείνου, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως περισυλλέξῃ καὶ διατηρήσῃ αὐτὰ σῶα, νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀφίνῃ πολλὰ ἐξ αὐτῶν νὰ καταστρέφωνται, ἄλλα δὲ νὰ φυγαδεύωνται. Τὰ Γυμνάσια παρουσιάζουσιν αὔξησιν 468,000 δραχμῶν τὰ δὲ σχολεῖα 514 χιλιάδας, ἤτοι ἡ μέση ἐκπαίδευσις παρουσιάζει ὑπέρβασιν ἐν ὅλῳ 982 χιλιάδες δραχμῶν. Τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων διὰ τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ σχολεῖα ἀνέρχεται εἰς 2,016,000. Ἡ σύστασις τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν σχολείων ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ἡ μετατροπὴ τῶν μισθῶν εἰς νέας δραχμὰς καὶ αἱ ὀλίγαι προσθῆκαι, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ σχολεῖα τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν, ἐξηγοῦσι τὴν αὔξησιν ταύτην. Δύναταί τις νὰ ἐπικρίνῃ τὸ παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ διδασκαλία ἡμῶν δὲν εἶναι καθ’ ὅλα καλὴ, ὅτι εἶναι πολὺ γραμματικὴ καὶ ὀλίγον πρακτικὴ, ὅτι λείπει ἐκ τῶν σχολείων καὶ τῶν Γυμνασίων ἡ διδασκαλία τῆς ἀνατροφῆς ἐν γένει τῆς τε κοινωνικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δαπανῶνται πολλὰ, διότι δαπανῶνται 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν δι’ ὅλην ἡμῶν τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἡ Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις παρουσιάζει ὑπέρβασιν 522,000. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν αἰσθάνεται πόσον ἐλλειπὴς εἶναι ἡ Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ του. Καὶ ἐνταῦθα θὰ ἐπαναλάβω τὴν εὐχὴν νὰ δυνηθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου· 15,000 δραχμῶν ὑπέρβασιν παρουσιάζουν τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σκοπὸν τὴν περίθαλψιν τῶν ἐγγηρασάντων ἐν τῇ διδασκαλίᾳ καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀποθνησκόντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἡ κεντρικὴ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου παρουσιάζει ὑπέρβασιν μόνον 18 χιλιάδων δραχμῶν. Προέρχεται δὲ αὕτη ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν εἰς νέας δραχμὰς καὶ τῆς προσθήκης ἑνὸς Τμηματάρχου, 2 Γραμματέων, 2 γραφέων καὶ 5 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὸ ἐνοίκιον καὶ τὰς λοιπὰς τοῦ Ὑπουργείου δαπάνας. Κατόπιν τῆς αὐξήσεως, ἣν ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νομίζω ὅλως περιττὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν αὔξησιν ταύτην. Ἡ αὔξησις τῆς ἐν γένει διοικήσεως τῶν 5 Ὑπουργείων, ὅπως ἀνέλυσα αὐτήν, ἀνέρχεται εἰς 11,746,000. Ἂν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν δραχ. 2,734,000, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν νέων φόρων, τὸ ποσὸν 2,012,000 τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν μισθῶν εἰς νέας δραχμὰς, τὸ ποσὸν δραχμὰς 500,000 τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἀποδόσεως κεφαλαίων ὁδοποιΐας καὶ ποσοστῶν χαρτοσήμου, ἔχομεν ὑπέρβασιν μεταξὺ τῶν κανονικῶν δαπανῶν τοῦ ἔτους 1880 καὶ τοῦ 1885 6,500,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πάλιν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 2,650,000 περίπου διὰ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως τῶν προσαρτηθεισῶν Ἐπαρχιῶν, 500,000 διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προξενικοῦ Νόμου, ὅστις ἀπέφερε καὶ τὸ ἀνάλογον ἔσοδον, 8,430,000 διὰ τὰς εἰδικὰς ἁλαταποθήκας, αἵτινες δὲν ἐψηφίσθησαν μὲν εἰσέτι, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Οὕτω δὲ ἡ ὑπέρβασις τῶν δαπανῶν τῆς κανονικῆς ὑπηρεσίας τῶν πέντε Ὑπουργείων μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1880 καὶ 1885 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 2,920,000. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ προσθήκη τριῶν περίπου ἑκατομμυρίων ἐντὸς 6 ἐτῶν ἐπὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Τόπου ἔχει ὑπερβολικόν τι. Ἡ προσθήκη αὕτη παρουσιάζει ὀλιγώτερον τοῦ 1%. Οὐδὲν δὲ Κράτος θὰ ἀνεύρωμεν ἐν Εὐρώπῃ μὴ ἔχον τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ του πλέον τοῦ 1% ὑπέρβασιν τῶν τακτικῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐτησίως;
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐτησίως. Δικαιολογεῖται δὲ ἡ αὔξησις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐκ τῆς προόδου τοῦ Τόπου, ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος λαμβάνει πανταχοῦ, καὶ ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος τὴν ἐπέκτασιν τῶν διαφόρων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις διστάζων, ὅτι καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν ἔλαβε σπουδαίαν ἀνάπτυξιν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δὲν ἔχει εἰμὴ νὰ συγκρίνῃ τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἔφερον οἱ παλαιοὶ φόροι, ἀνεξαρτήτως ἐκείνων, ἃς φέρουσιν οἱ νέοι φόροι, ὅπως ἴδῃ τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην. Ἡ πρόσοδος τῶν παλαιῶν φόρων κατὰ τὸ 1885 ὑπερβαίνει τὴν τοῦ 1880 κατὰ 20 ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἀφοῦ δὲ οἱ φόροι οἱ ὑφιστάμενοι κατὰ τὸ 1880 φέρουσιν ὑπέρβασιν 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν μέχρι τοῦ 1885, ἕπεται ὅτι καὶ τὸ Ἔθνος ἔλαβεν ἀνάλογον ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον, ἡ δὲ διοίκησις αὐτοῦ ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον ταύτην. Ἡ διοίκησις ἡμῶν, ἥτις ἀπαιτεῖ δαπάνην 30,950,000, ἀντιπροσωπεύει 36¼% τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἀναλογία αὕτη δὲν ἀπομακρύνεται τῶν ἀναλογιῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ διοίκησις πλείστων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω τινὰς ἐκ τῶν ἀναλογιῶν τούτων. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐν γένει διοίκησις αὐτῆς ἀποῤῥοφᾷ 28½% τοῦ Προϋπολογισμοῦ της, ἐν Ἰταλίᾳ 31%, ἐν Βελγίῳ 22%, ἐν Ρουμανίᾳ 37%, ἐν Σερβίᾳ 42%, ἐν Ἱσπανίᾳ 44%, ἐν Πορτογαλλίᾳ 28%. Παρατηρῶ, ὅτι τὰς ἀναλογίας ταύτας ἔκαμα ἀναλύσας τὰς δαπάνας τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ συγκρίνας ταύτας πρὸς τὰς ὁμοειδεῖς δαπάνας, τὰς περιλαμβανομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Ἐν Ῥωσσίᾳ 31%, ἐν Αὐστροουγγαρίᾳ 38%, ἐν Δανιμαρκίᾳ 37¾% καὶ οὕτω καθεξῆς. Μολονότι θεωρῶ βέβαιον, ὅτι δαπανῶν μᾶλλον χρήζομεν πρὸς τελειοτέραν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν, καὶ ὅτι δυσκόλως δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐπωφελεῖς οἰκονομίας, οὐχ ἧττον καὶ ἐγὼ ἀγαπῶν τὴν οἰκονομίαν καὶ ἔχων τὴν ἰδέαν, ὅτι αὕτη εἶναι μέσον καὶ ἐθνικοῦ καὶ ἰδιωτικοῦ πλουτισμοῦ, ἐζήτησα νὰ εὕρω τοιαύτας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὠθούμην ὅμως εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι, ὅπως ὦσιν ἐπωφελεῖς, πρέπει νὰ ἦναι καλῶς ἐσκεμμέναι καὶ λελογισμέναι, καὶ ὅτι οἰκονομίαι κακῶς ἐσκεμμέναι, οἰκονομίαι, αἵτινες πρόκειται νὰ παρεμποδίσωσιν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ ἀφήσωσιν ἀθεράπευτον σπουδαίαν ἀνάγκην, εἶναι σπατάλη χείρων τῆς μεγαλειτέρας δαπάνης. Οὕτω δὲ ἐρευνῶν δὲν εὗρον, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ποσὰ δυνάμενα νὰ ἐπιφέρωσι θεραπείαν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἡ πρώτη ἐντύπωσις, ἣν ἐμποιεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα τὰ ἐν αὐτῷ ἐγγραφόμενα ποσὰ δαπανῶν, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ κατὰ βάθος τὴν ἀνάγκην, ἣν ἕκαστον τούτων προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ, εἶναι, ὅτι καὶ δυνατὴ καὶ εὔκολος ἴσως εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν ποσῶν τούτων. Ἐλαττώνων δέ τις αὐθαιρέτως κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἑκατομμύρια οἰκονομιῶν. Τοιοῦτον νομίζω, ὅτι εἶναι ἐν μέρει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας ἀξιοτίμων τινῶν συναδέλφων, οἵτινες συνέλεξαν, λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὡς μέλισσαι, οἰκονομίας ἐπὶ διαφόρων κονδυλίων καὶ ἐσχημάτισαν τὸ ποσὸν ἑκατομμυρίων οἰκονομιῶν, ἃς νομίζουσι λυσιτελεῖς. Ἀλλ’ ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία γεννᾶται ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας καὶ λεπτομεροῦς μελέτης ἑκάστης ἀνάγκης, εἶναι ὅλως διάφορος. Δύναταί τις νὰ εὕρῃ κονδύλιά τινα δυνάμενα νά ὑποστῶσιν ἐλάττωσιν, θὰ εὕρῃ ὅμως ἄλλα χρήζοντα αὐξήσεως· αἱ αὐξήσεις δὲ, ἃς θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίας, θὰ ὑπερτερῶσι βεβαίως τὰς ἐλαττώσεις, ἃς θὰ εὕρῃ δυνατάς. Τοῦτο δὲ παρετήρησα καὶ ἐν ἰδιαιτέραις συζητήσεσι καὶ ὁμιλίαις ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀμφοτέρων τῶν κομμάτων ἐμφορουμένων ὑπὸ αἰσθήματος εἰλικρινοῦς οἰκονομιῶν, καὶ ἐν ταῖς συζητήσεσι τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν αἷς ἕκαστος ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν, ἃς αἰσθάνεται ἢ τῶν ἰδιαιτέρων γνώσεων, ἃς ἔχει τῆς ἀνάγκης, ἣν πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ εἰδικόν τι κεφάλαιον δαπάνης, ἀπαιτεῖ αὔξησιν μᾶλλον τοῦ διὰ τὴν δαπάνην ταύτην ἐγγεγραμμένου ποσοῦ. Καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς, κύριοι, ἠκούσατε βεβαίως πολλοὺς προτείνοντας, καὶ δικαίως, ὡς ἀναγκαίαν τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν· ἄλλους διατεινομένους, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν Προξενικῶν ἢ τῶν Διπλωματικῶν ὑπαλλήλων εἶναι μικροὶ καὶ πρέπει ν’ αὐξηθῶσιν εἰς τρόπον ὥστε οὗτοι νὰ δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἀξιοπρεπῶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἄλλους, ὅτι ἡ Διοίκησις, τὰ Σχολεῖα, αἱ Ἐφορεῖαι, τὰ Ταμεῖα ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουσι, δὲν ἐπαρκοῦσι, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὰ καὶ ἄλλο προσωπικόν· ἄλλους, ὅτι τὸ Ὁπλοστάσιόν μας εἶναι κακὸν καὶ πρέπει νὰ βελτιωθῇ· ἄλλους, ὅτι ὁ Ναύσταθμος καὶ αἱ Ἐφορεῖαι τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ ναυτικοῦ ὑλικοῦ πρέπει νὰ βελτιωθῶσιν· ἄλλους, ὅτι πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὰς συντάξεις τῶν ὑπαξιωματικῶν· προχθὲς δὲ ἀκόμη ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ αἱ στολαὶ τῶν Ἀξιωματικῶν χρήζουσι προνοίας τινὸς καὶ θυσίας ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους. Μὲ ὅσους ἔτυχε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἰδιαιτέρων κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εὗρον αὐτοὺς εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦντας οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ εἰλικρινῶς ὑποστηρίζοντας, ὅτι τὸ κεφάλαιον, πρὸς τὸ ὁποῖον συνεπάθουν, χρήζει αὐξήσεως μᾶλλον ἢ ἐλαττώσεως. Πάντες δὲ οἱ οὕτω σκεπτόμενοι, νομίζουν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ μὴ θιχθῇ τὸ κεφάλαιον, ὅπερ χαίρει τὰς συμπαθείας των ἢ καὶ νὰ γίνῃ προσθήκη τις εἰς αὐτὸ, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κεφάλαια εἰσὶν ἐπιδεκτικὰ ἐλαττώσεως· οὕτω δὲ πείθονται ὅτι δύνανται νὰ φέρωσιν οἰκονομίας ἑκατομμυρίων. Ἀναφέρω ταῦτα ὅπως δείξω ὑμῖν, ὅτι ἡ πραγματοποίησις τῶν οἰκονομιῶν ἐν τοῖς κονδυλίοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι τόσον εὔκολος, δὲν εἶναι δὲ ἰδέα, τὴν ὁποίαν σχηματίζω ἐκ θεωρητικῶν σκέψεων ἢ ἐκ μόνης τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ ἰδέα, ἣν λεληθότως συμμερίζονται οἱ πλεῖστοι, ἵνα μὴ εἴπω ὅλοι οἱ συνάδελφοι καὶ συμπολῖται ἡμῶν, οἵτινες ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Τόπου καὶ ὑποστηρίζουσι τὰς οἰκονομίας. Ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀνέλυσα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀκολουθῶν πάντοτε τὸ ἴδιον σύστημα τῆς συγκρίσεως. Αἱ δαπάναι τῆς ἐν γένει Διοικήσεως, ὡς εἶπον, παρουσιάζουσιν αὔξησιν μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ 1885 ἐκ δραχμῶν 11,636,000, ἀφαιρουμένου δὲ τοῦ ποσοῦ δραχμῶν 2,734,000 τοῦ ἀναγκαίου διὰ τοὺς νέους φόρους, ἐκ δραχμῶν 8,902,000. Ἂν τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν δαπανῶν τῆς Διοικήσεως προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1880, αἵτινες ἀνήρχοντο εἰς 47,389,800, ἠθέλομεν ἔχει σήμερον δαπάνην τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ μας δραχμὰς 56,291,000, ἐὰν δὲν εἴχομεν καὶ ἄλλας αὐξήσεις. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δαπανῶν ἡμῶν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ σκεπάσωμεν πλουσιοπαρόχως ἐκ τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερον οἱ φόροι οἱ ὑφιστάμενοι κατὰ τὸ 1880. Κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν εἰσόδημα 42,044,000· ἂν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τὴν ὑπέρβασιν (plus value) τῶν φόρων, ἠθέλομεν ἔχει εἰσόδημα 63 ἑκατομμύρια περίπου ἐκ τῶν παλαιῶν μόνον φόρων. Ἐπιτρέψατέ μοι, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ὑπερβάσεως τῶν παλαιῶν φόρων, νὰ σᾶς ἀναγνώσω πῶς ὑπολογίζω ταύτην. Ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων (μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 700,000 δραχμῶν προερχομένων ἐκ τῆς γενομένης κατὰ τὸ 1882 προσθήκης εἰς τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ζῴων καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν) ἔχομεν ὑπέρβασιν περίπου 4,830,000. Ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων (ἀφαιρουμένων 5,000,000 ἐκ τῆς προσθήκης εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη, τὸ χαρτόσημον καὶ τὰ προξενικὰ τέλη) ὑπέρβασιν περίπου 8,850,000. Ἐκ τῶν Δημοσίων καταστημάτων δραχ. 1,000,000. Ἐκ τῶν Δημοσίων νομημάτων καὶ κτημάτων (μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δρ. 1,150,000 ἀνηκουσῶν εἰς τὰς εἰδικὰς ἁλαταποθήκας καὶ τὰ καυσόξυλα, περὶ ὧν ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι) 1,820,000. Ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων 1,000,000. Ἐκ τῶν διαφόρων εἰσοδημάτων (ἀφαιρουμένης τῆς ἐκτάκτου προσόδου 1,500,000 τῆς προερχομένης ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 εἰς χρυσὸν) 2,350,000. Ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν εἰσοδημάτων 130,000. Ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων 920,000 καὶ ἐκ τῶν καθυστερουμένων δραχμὰς 100,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 21,000,000 δραχμὰς, συμπεριλαμβανομένων ἐννοεῖται καὶ τῶν ἐκ τῶν παλαιῶν φόρων εἰσοδημάτων τῶν προσαρτηθεισῶν Ἐπαρχιῶν, ἅτινα δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 4 ἑκατομμύρια περίπου. Ὥστε τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 μετὰ τῆς αὐξήσεως (plus value) τῶν τότε λειτουργούντων φόρων ἤθελον ἀνέλθει εἰς 63 περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον ἤθελον ἀρκέσει νὰ σκεπάσωσι τὸ ποσὸν τῶν 56,291,000, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον ἀνέλθει τὰ ἔξοδα ἡμῶν, ἐὰν εἴχομεν μόνην ὑπέρβασιν εἰς τὰς δαπάνας τὴν παρελθοῦσαν ἐκ τῆς ἐν γένει διοικήσεως, ἀλλ’ ἤθελον ἀφήσει καὶ περίσσευμα 6,700,000 δραχμὰς. Τὰ ἔξοδά μας ὅμως δὲν συνεβάδισαν δυστυχῶς μὲ τὰ ἔσοδα. Εἰς τὰ ἔξοδα δὲν προσετέθησαν μόνον τὰ 8,900,000 τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Τόπου, προσετέθησαν συνάμα 15,771,000 ἐκ τῶν δανείων, 10,345,000 ἐκ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δαπανῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 35,000,000· εἴχομεν δὲ καὶ 5,345,000 ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1880, ὥστε ἡ ὑπέρβασις τῆς ἐκ τῶν παλαιῶν φόρων προσόδου ἔπρεπε νὰ σκεπάσῃ ὑπέρβασιν δαπανῶν ἀνερχομένην εἰς 40,360,000· ἡ ὑπέρβασις ὅμως τῆς προσόδου ταύτης ἀνήρχετο εἰς 21 ἑκατομμύρια μόνον· ἔμενεν ἑπομένως ἔλλειμμα 19,360,000. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐξηκολούθουν τὴν πορείαν αὐτῶν ἄνευ ἐκτάκτου τινὸς μέτρου, ἤθελεν εἶσθαι ἔλλειμμα καθαρὸν καὶ ἀναμφισβήτητον 19,360,000, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ καλυφθῇ. Ἐνώπιον τῆς ὑποχρεώσεως νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εὑρέθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Πῶς νὰ καλύψῃ τοῦτο; Νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ἢ νὰ μὴ κάμῃ νέας αὐξήσεις; ἀλλ’ αἱ μὲν προσκτηθεῖσαι Ἐπαρχίαι ἔπρεπε νὰ διοικηθῶσιν, ἡ μετατροπὴ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων ἐπεβάλλετο, ἔπρεπε δὲ καὶ ἡ διοίκησις ἐν γένει νὰ συμβαδίσῃ μὲ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους. Νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν; ἀλλὰ γενικὴ τοῦ Ἔθνους ἐπιθυμία ἦτο νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς, ἡ θέλησις δὲ αὕτη τοῦ Ἔθνους εἶχεν ἤδη ἐπιβάλει τὸν θεσμὸν τῆς γενικῆς στρατολογίας, ἡ ὁποία ἀναγκαίως ἐπέφερε τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιστράτων, ὡς εἶπε πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Νόμου, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ τὰ στελέχη, διότι καὶ τοῦτο δὲν ἦτον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ αὐτῆς. Δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἐκ τῶν δανείων ἐπιβαλλόμενα ἔξοδα, διότι περὶ μὲν τῶν ὑπαρχόντων οὐδεμία σκέψις ἠδύνατο νὰ γείνῃ, τὸ δὲ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνήψαμεν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπεβλήθη σχεδὸν ὑπὸ τῆς ἐκφρασθείσης τοῦ Ἔθνους ἐπιθυμίας, ἵνα ἀπαλλαχθῇ ἀμέσως τῶν κακῶν, ἅτινα ἐπέφερεν ἡ ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
§58Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς ἦσθε ἐναντίος.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐκ τῶν ὀλιγίστων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐθεώρουν ὡς κατεπείγουσαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τούτου, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει κατὰ τὸ 1883 τὴν σημαίαν τῆς ἀμέσου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦσαν πλεῖστα ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἅτινα ἐνέγραψαν αὐτὴν μεταξὺ τῶν ὅρων τοῦ προγράμματός των· ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν ἰδεῶν τούτων ὑπῆρχεν ἐκπεφρασμένη ἰδέα ἐν τῷ Ἔθνει, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτον ἀσθένεια, χρήζουσα ἀμέσου καὶ ῥιζικῆς θεραπείας. Ἐγὼ ἤμην τότε τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ ἀσθένεια αὕτη ἦτο δεκτικὴ προσωρινῆς τινος θεραπείας, καὶ ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ μὴ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἄρσιν, ἡ ἰδέα ὅμως τοῦ Ἔθνους, ἡ ὁποία καὶ ὑπερίσχυσεν, ἦτο ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ῥιζικὴν θεραπείαν διὰ τῆς ἀμέσου ἄρσεως· αὕτη δὲ μόνον διὰ μεγάλου δανείου ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀνεβάλετο ἡ ἄρσις, τὸ Κράτος ἐχρεώστει ἤδη εἰς τὰς Τραπέζας τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐδανείσθη, καὶ διὰ νὰ πληρώσῃ τοῦτο, ἦτον ἠναγκασμένον νὰ προβῇ ἀργότερον εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου· καὶ ἂν ἀνέβαλεν ἐπί τινα ἔτη τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑφίσταται τὸ Κράτος ἐκ τοῦ μέρους τοῦ δανείου, τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὴν ἄρσιν, θὰ ἐβαρύνον πάντοτε τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, τῶν τόκων, οὓς ἐπλήρωνεν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ τῆς ἐν γένει ζημίας, ἥτις προσεγίνετο καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὸν Τόπον ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὥστε καὶ τὸ δάνειον τοῦτο ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐξ αὐτοῦ δαπάνην. Πόθεν λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὰ μέσα, ὅπως καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν θέσις; Φυσικῶς ἐκ τῶν συνήθων πόρων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῆς διὰ φόρων δηλαδὴ εἰσφορᾶς τοῦ Ἔθνους ἐξ ἀρχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶσα Κυβέρνησις ἤθελε καταφύγει. Τοῦτο συνεπέφερε καὶ ἑτέραν αὔξησιν δαπάνης, χάριν τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν νέων φόρων, ἥτις αὔξησις προϋπελογίσθη εἰς δραχμὰς 2,734,000. Ὥστε 22,000,000 περίπου ἔπρεπε νὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νέων φόρων. Ἠναγκασμένη νὰ ζητήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο παρὰ τοῦ Ἔθνους ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε πρωτίστως νὰ παράσχῃ εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου ὑποστήριξίν τινα· πρώτη ἑπομένως καὶ ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις ἐπεβάλετο εἰς αὐτὴν νὰ δαπανήσῃ ὅσον πλειότερον ἐπέτρεπον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Τόπου χάριν τῆς βελτιώσεως ὅλων τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως. Ὥστε ὅπως καὶ ἂν στρέψωμεν τὸ ζήτημα, εὑρίσκομεν ἐπιβαλλομένην τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις βελτιώσῃ τὴν διοίκησιν ἐν γένει τοῦ Τόπου καὶ ἀναπτύξῃ τὰς διαφόρους αὐτῆς ὑπηρεσίας. Πᾶσα ἐλάττωσις δαπανῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν Διοίκησιν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα οὐ μόνον τὴν ἄμεσον βλάβην τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔμμεσον ζημίαν, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὸ Ἔθνος ἐκ τῆς μὴ παροχῆς τῆς ἀναγκαίας ὑποστηρίξεως εἰς τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις. Ἕτερον ζήτημα, ὅπερ φυσικῶς ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, ἦτον ἐὰν τὸ Ἔθνος εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συνεισφέρῃ τὸ ποσὸν τῶν 22 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει διαφωνία· οἱ μὲν παραδέχονται ὅτι τὸ Ἔθνος δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ ἀναγκαῖα ποσὰ, συμμερίζομαι δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν ταύτην· ἄλλοι πιστεύουσι τὸ ἐναντίον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα δύναται νὰ θεωρηθῇ λυθὲν ἐκ τῶν πραγμάτων τῇ στενοχώρᾳ καὶ καχεκτικῇ καταστάσει, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον ἀναντιῤῥήτως εὑρίσκεται ὁ Τόπος· ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα καιρικῶν περιστάσεων καὶ δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ἢ προλάβῃ· ἡ σταφὶς καὶ τὰ σῦκα κατεστράφησαν, αἱ ἐλαῖαι καὶ ἐν γένει πᾶσα ἡ παραγωγὴ τοῦ Τόπου ἔπαθε. Μήτε οἱ φόροι, μήτε αἱ μεταβολαὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ὡς πολλοὶ διατείνονται, ἔφερον τὴν κατάστασιν ταύτην. Οἱ φόροι φυσικῶς ηὔξησαν τὰ βάρη τοῦ Τόπου, ἡ δὲ μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἐπέφερεν ἀνωμαλίαν παροδικὴν εἰς τὰς συναλλαγάς· ἀλλὰ καὶ τὰ βάρη τῶν φόρων καὶ ἡ τοιαύτη ἀνωμαλία τῶν συναλλαγῶν δὲν ἤθελον βεβαίως ἐπιφέρει τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἐκ καιρικῶν περιστάσεων ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς τοῦ Τόπου. Ἐν τῇ ἐκρύθμῳ δὲ ταύτῃ καταστάσει τοῦ Τόπου δὲν δύναται νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα ἂν αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους ἐπιτρέπωσιν αὐτῷ νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ ποσὰ, ἅτινα ἐζήτησε πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν του. Μήτε οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι τὸ Ἔθνος εἶναι εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ τὰ ζητούμενα 22,000,000, μήτε οἱ ὑποστηρίζοντες τὰ ἐναντία δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσιν ὅπως κηρυχθῶσι νικηταί. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ὀφείλουσι ν’ ἀναμείνωσι τὴν ἐπάνοδον ἐν τῷ Ἔθνει ὁμαλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ὁμαλὴν λειτουργίαν τῶν ληφθέντων οἰκονομικῶν μέτρων, ὅπως λύσωσι τὴν μεταξὺ αὐτῶν διαφωνίαν. Ἕτερον ζήτημα ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἦτο τὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν φόρων. Διὰ τίνων φόρων ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν χωρὶς νὰ παραβλέψῃ τὴν παραγωγικὴν δύναμιν τοῦ Τόπου. Οὐδεὶς ὑπάρχει φόρος δυνάμενος ἀπολύτως νὰ ἐπιτύχῃ τοιούτου ἀποτελέσματος, διότι πᾶς φόρος ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ Ἔθνους χρήματα, οἰκονομικῆς δηλαδὴ δυνάμεως. Ἐκ τῶν γνωστῶν δὲ καὶ δυνατῶν φόρων νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξέλεξε τοὺς καλλιτέρους καὶ ἔλυσεν ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐπιτυχέστερον καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἔκαμε προσθήκας τινὰς εἰς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, ηὔξησε κατά τι τὰ τελωνιακὰ τέλη, ἅτινα ἀκολούθως μετεῤῥυθμίσθησαν ῥιζικῶς διὰ τοῦ νέου Δασμολογίου, ἐγένετο προσθήκη τις εἰς τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζῴων. Ὡς νέους δὲ φόρους ἐπροτίμησε τοὺς ἐμμέσους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, οἵτινες οὐ μόνον παρὰ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν οἰκονομολόγων τῶν πρακτικῶς διεπόντων τὰ οἰκονομικὰ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, θεωροῦνται ὡς οἱ καλλίτεροι καὶ οἱ τελειότεροι, ὅταν δὲν ἐπιβάλλονται ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Τοὺς φόρους τούτους ἐθεώρησε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὡς καταλληλοτέρους καὶ ὀλιγώτερον ἐπιβαρύνοντας τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου, ἐπέβαλε δ’ αὐτοὺς ἐπὶ εἰδῶν ὄχι πρώτης ἀνάγκης, διότι μήτε ὁ καπνὸς, μήτε τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ, μήτε τὸ πετρέλαιον, μήτε τὰ πυρεῖα, μήτε τὰ παιγνιόχαρτα εἰσὶ πρώτης ἀνάγκης· μόνον ὁ οἶνος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπό τινα ἔποψιν ὡς ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτου ἐφηρμόσθη σύστημα ὡς οἷόν τε κάλλιον, διότι δὲν ἐφορολογήθη ὁ οἶνος ὁ τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὁ οἶνος ὁ ὁποῖος χρησιμεύει ὡς ὑγιεινὸν ποτὸν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ. Ὁ οἶνος οὗτος μένει ἐλεύθερος, διότι δὲν φορολογεῖται μήτε κατὰ τὴν παραγωγὴν, μήτε κατὰ τὴν χονδρικὴν πώλησιν, φορολογεῖται δὲ ὁ οἶνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καταναλίσκεται ἐν τοῖς οἰνοπωλείοις, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἔχει σκοπὸν ὑγιεινὸν, ὅπως ἡ κατανάλωσις ἐν τῷ οἴκῳ, ἀλλὰ σκοπεῖ τὴν διασκέδασιν, συνήθως δὲ καὶ τὴν κραιπάλην καὶ τὴν διαφθοράν. Οἱ φόροι δὲ οὗτοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς ἄλλων ἔχουσι τὸ πλεονέκτημα νὰ ἦναι διαιρετοὶ καὶ ἑκούσιοι, ἕνεκα τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν τούτων παρακολουθοῦσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πορείαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἐθνικοῦ πλούτου, χωρὶς νὰ ὑπερβαίνωσιν αὐτόν. Οὕτω δὲ λειτουργοῦντες δὲν παραβλάπτουσι τὴν παραγωγικὴν δύναμιν τοῦ Ἔθνους καὶ φέρουσιν εἰς τὸ Κράτος ποσὰ σπουδαῖα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Καὶ ἐκεῖνοι δὲ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες ἐπολέμησαν τοὺς φόρους τούτους, δὲν ἐπολέμησαν τὰς βάσεις αὐτῶν, διότι πάντες ὡμολόγησαν ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν ὁ καπνὸς, τὸ οἰνόπνευμα, τὸ πετρέλαιον κλπ. ἐπρότειναν ὅμως τρόπους διαφόρους τῆς φορολογίας αὐτῶν, τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἐφαρμογὴ θὰ ἦναι δυσκολωτέρα καὶ τὰ ἀποτελέσματα μᾶλλον ἀβέβαια. Ἤκουσα πολλοὺς ὁμιλοῦντας περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ μὴ φορολογουμένων τάξεων. Ἐζήτησα μετ’ ἐνδιαφέροντος νὰ εὕρω τοιαύτας τάξεις, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω αὐτάς... Οἱ λέγοντες τοῦτο ὑπολαμβάνουσιν ὅτι ἀφορολόγητοι εἰσὶν αἱ εὔποροι τάξεις· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἰδέα των εἶναι ἐσφαλμένη, διότι οἱ φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φορολογοῦσιν ἰδίως τὰς εὐπόρους τάξεις, αἵτινες, ὡς τοιαῦται, καταναλίσκουσιν ἀσυγκρίτως πλειότερα ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν μὴ ὄντων τῆς πρώτης ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα αἱ ἄποροι τάξεις δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ καταναλώσωσι πρὸς συντήρησιν αὐτῶν.
§60ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν βαρύνει τὴν ἐργατικὴν τάξιν;
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἐργάτης, ὁ καταναλίσκων καπνὸν, δεικνύει ὅτι ἐκτὸς τῶν πρὸς συντήρησίν του ἀναγκαίων κερδίζει καὶ ποσὸν ὅπως δαπανᾷ εἰς περιττὰ, καὶ κατὰ τοῦτο δύναται μᾶλλον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς εὔπορος.
§62ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι στέρησις.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐπιβάλλῃ τὴν στέρησιν εἰς τὰς ἀπόρους τάξεις, θὰ εὐεργετήσῃ αὐτὰς διττῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑγείας. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν οἱ φόροι οὗτοι ἐχαρακτηρίσθησαν παρὰ πολλῶν ὡς ἀποτυχόντες. Εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν ἔφερον οὗτοι τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὑπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1884. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἴνων ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων 3,200,000 ἔφερε μόνον 1,200,000 ἢ 1,500,000 δραχμῶν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων παρουσιάζει ἀποτελέσματα πολὺ ἀσθενέστερα, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους θὰ φέρῃ μόλις 650 χιλιάδας ἢ 680 χιλ. δραχμὰς ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ δραχμῶν 2,140,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἔφερε τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1884 δρ. 49 χιλ. τὸν Σεπτέμβριον δὲ δρ. 76,351, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς προοδευτικῆς κατὰ πάντα μῆνα αὐξήσεως αὐτοῦ θὰ φέρῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους 900 χιλ. ἕως 1,000,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἔφερε τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1884 δραχμὰς 159,578, τὸν δὲ Ὀκτώβριον δραχμὰς 315,089, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ ὡσαύτως τῆς ἀδιακόπου προόδου αὐτοῦ θὰ φέρῃ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 3,200,000. Ὥστε οἱ φόροι οὗτοι ἀντὶ 18,000,000 ὡς προϋπελογίσθησαν, θὰ φέρωσιν 6,000,000. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα εἰσὶν ἆρά γε ἀπόδειξις ἀρκοῦσα, ὅπως οἱ φόροι οὗτοι χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀποτυχόντες; Νομίζω ὄχι. Τὰ ἀπροσδόκητα καιρικὰ δυστυχήματα, ἅτινα κατέστρεψαν τὴν σταφίδα, τὰ σῦκα καὶ τὰ ἄλλα ἡμῶν προϊόντα ἐλαττώσαντα τὴν παραγωγὴν, ἠλάττωσαν φυσικῶς καὶ τὴν κατανάλωσιν ἐν γένει καὶ ἐν μέρει καὶ τῶν φορολογουμένων εἰδῶν. Ἡ ἀνεπάρκεια ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πείρας καὶ τῆς γνώσεως τῶν ὀργάνων τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φόρων τούτων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ φυσικὴ ἀντίδρασις, τὴν ὁποίαν γεννᾷ πᾶς νέος φόρος, καὶ ἡ ὁποία παρ’ ἡμῖν ἔλαβεν εἴς τινα μέρη ἔκτακτον ἐπίτασιν, κατέστησαν ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου ἐπὶ μεγάλου μέρους τῶν φορολογουμένων εἰδῶν. Μ’ ὅλας ὅμως τὰς φυσικὰς καὶ ἐκτάκτους ταύτας δυσκολίας, ἃς ἀπήντησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν οἱ νέοι φόροι, ἔφερον οὐχ ἧττον εἰς τὸ Κράτος 6,000,000 δραχμὰς, χωρὶς νὰ παραβλάψωσι τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δὲν δεικνύει ἀποτυχίαν τῶν φόρων, βεβαιοῖ ὅμως καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν ἀποδειχθὲν, ὅτι οἱ φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἀπαντῶσιν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν σπουδαίας δυσκολίας, αἵτινες εἰσὶ τοσούτῳ μείζονες, ὅσῳ ἀσυνήθεις εἰσὶν οἱ ὅροι τῆς ἐφαρμογῆς των ἐν τῷ Ἔθνει, ἐν ᾧ ἐφαρμόζονται, καὶ ὅσῳ ἀτελέστερα εἰσὶ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν. Ἡ ἀδιάκοπος δὲ κατὰ μῆνα πρόοδος τῆς παραγωγῆς τῶν φόρων τούτων καὶ ἰδίως τοῦ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου μοὶ δίδουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐξοικειουμένου τοῦ Ἔθνους πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν καὶ τελειοποιουμένων τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελέσεώς των, οἱ φόροι οὗτοι θὰ φέρωσι καὶ παρ’ ἡμῖν ὅπως καὶ παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσι σπουδαιότατα ἀποτελέσματα· διὰ νὰ ἰδῆτε δὲ μέχρι τίνος δύνανται νὰ φθάσωσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν φόρων τούτων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ποῦ φθάνουσι ταῦτα ἐν ἄλλοις Κράτεσι. Ἡ Γαλλία ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ποτῶν εἰσπράττει 840,000,000 φράγκα, δηλαδὴ 28% τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ της. Ἡ Ἀγγλία εἰσπράττει 40,000,000 λίρας στερλίνας, ἤτοι 45% τοῦ Προϋπολογισμοῦ της. Ἡ Ἰταλία 260,000,000, ἤτοι 20% τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Ἡ Ῥωσσία 270,000,000 ῥούβλια, ἤτοι 40% τοῦ Προϋπολογισμοῦ της. Ὥστε κατὰ μέσον ὅρον οἱ φόροι οὗτοι φέρουσι 33%, τὸ τρίτον δηλαδὴ τῶν ἐσόδων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν αὐτούς. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ ταῦτα δὲν ἔφερον ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ των, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Ἰδοὺ ποίαν πρόοδον ἔλαβον οὗτοι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ποτῶν καὶ οἴνων, ὅστις τὸ 1854 ἔφερε 120,000,000, τὸ 1864 ἔφερε 203,000,000 φράγκα, τὸ 1874 340,000,000 καὶ τὸ 1884 φράγκα 450,000,000· ὁ φόρος ἐπὶ τῶν καπνῶν, δηλαδὴ τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1854 ἔφερεν 138,000,000 φράγκα, τὸ 1864 ἔφερε 220,000,000, τὸ 1874 287,000,000 καὶ τὸ 1884 375,000,000. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ φόρος τῶν ποτῶν, ὅστις τὸ 1842 ἔφερε 12,000,000 λίρας, τὸ 1870 ἔφερε 23,000,000 καὶ τὸ 1884 31,000,000· ὁ δὲ φόρος ἐπὶ τῶν καπνῶν ἔφερε 3,500,000 τὸ 1842, 6,600,000, τὸ 1870 καὶ 9,100,100 τὸ 1884. Ἐν Ἰταλίᾳ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν καπνῶν, ὁ εἰσπραττόμενος διὰ τοῦ μονοπωλίου, ἔφερε τὸ μὲν 1871 φράγκα 74,000,000, τὸ δὲ 1884 174,000,000. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἐννοεῖτε, κύριοι, πόσον οἱ φόροι οὗτοι εἰσὶν ἐπιδεκτικοὶ ἀναπτύξεως καὶ ποίας προσόδους δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ προξενήσωσιν ἄμεσον καὶ σπουδαίαν βλάβην εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν λάβωμεν τὰς ἀναλογίας τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, φθάνομεν καὶ παρ’ ἡμῖν εἰς ποσὰ λίαν ὑπερβολικά. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ἓν μόνον ἔτος ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 9,075,000, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται διὰ τὸ 1885, οὐδὲν ἔχει ὑπερβολικόν. Ἀπεναντίας, πιστεύω ὅτι, ἐπανερχομένης τῆς ὁμαλῆς οἰκονομικῆς πορείας τοῦ Ἔθνους καὶ ἐκλειπουσῶν τῶν σημερινῶν στενοχωριῶν, οἱ φόροι οὗτοι ὡς καὶ οἱ ἄλλοι φόροι θὰ φέρωσιν ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῶν ὑπολογισθέντων. Ἐκ τῶν τοιούτων δὲ ἀποτελεσμάτων ἐλπίζω ὅτι θὰ ᾖ δυνατὸν νὰ σκεπασθῇ ἂν ὄχι τὸ ὅλον, μέγα ὅμως μέρος τῶν προσθέτων δαπανῶν, αἵτινες θὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τῶν τελευταίων συνομολογηθέντων δανείων καὶ μέγα ὡσαύτως μέρος τῆς ἐλαττώσεως τῶν προσόδων, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ ἀπαντήσῃ δυσκολίας, αἵτινες θὰ ἐμποδίσωσι τὴν πρόσοδον αὐτοῦ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,600,000. Τοὺς τοιούτους φόρους ἐξήτασα λεπτομερέστερον, διότι νομίζω, ὅτι οὗτοι εἰσὶ τὸ οὐσιωδέστερον μέρος τοῦ ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως. Τοὺς ἄλλους φόρους νομίζω περιττὸν ν’ ἀναπτύξω, διότι καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἡ Κυβέρνησις, ὑπολογίζουσα αὐτοὺς, ἐβασίσθη ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Εἶπον ὅτι ἡ ἐπάνοδος τοῦ Ἔθνους ἐν τῇ ὁμαλῇ αὑτοῦ οἰκονομικῇ καταστάσει θὰ φέρῃ καὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὸ Ἔθνος θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν αὑτοῦ κατάστασιν; Μαθηματικὴν βεβαιότητα δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ τούτου· ἑπομένως ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τί εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἂν δὲν ἐπανέλθῃ ἡ κατάστασις αὕτη. Δύω τινὰ, κύριοι, δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν: ἢ ὅτι τὰ καιρικὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐνέσκηψαν εἰς τὸ Ἔθνος κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, θὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ κατὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη, ἢ ὅτι τὰ δυστυχήματα ταῦτα δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι μὲν, ἀλλὰ θὰ ἀφήσωσιν ἐν τῷ Ἔθνει τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν παραγωγικῶν αὑτοῦ δυνάμεων, ὥστε ἡ σημερινὴ καχεκτικὴ κατάστασις θὰ μεταβληθῇ εἰς οἰκονομικὸν μαρασμὸν, ὅστις δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Ἔθνος νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ πρὸς θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ ἀναγκῶν ἀπαιτούμενα μέσα. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς δυνατὴν τὴν πρώτην περίπτωσιν, ὅτι δηλαδὴ καιρικὰ δυστυχήματα θὰ ἐξακολουθήσωσι καταστρέφοντα τὴν παραγωγὴν τοῦ Τόπου, τότε οὐ μόνον βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ἀλλὰ καὶ μεγίστην χειροτέρευσιν αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ περιμείνωμεν. Ἀλλ’ ἐν τῇ δυστυχεστάτῃ ταύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας προτείνουσιν ἐν τοῖς κονδυλίοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ; διὰ ἐλαττώσεων δηλαδὴ χιλιάδων ἢ καὶ δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν; Πλανώμεθα, κύριοι, ἐὰν τοιοῦτόν τι πιστεύωμεν. Ἐὰν συνομόσωσιν ἐναντίον τοῦ Ἔθνους ἡμῶν τὰ στοιχεῖα, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ῥιζικώτερον περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Θὰ ἔλθωμεν τότε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν τὸν πέλεκυν καὶ νὰ σκεφθῶμεν τίνα ἐκ τῶν τριῶν μεγάλων κεφαλαίων τῶν δαπανῶν ἡμῶν θὰ πελεκήσωμεν. Θὰ πελεκήσωμεν τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας ἢ τὴν ἐν γένει Διοίκησιν; ἢ θὰ πελεκήσωμεν τὰ δάνεια καὶ καταστρέψωμεν οὕτω τὴν Ἐθνικὴν τιμὴν καὶ πίστιν; Ἀλλὰ πρὶν σκεφθῶμεν περὶ τούτου, θὰ ἔχωμεν νὰ λύσωμεν προηγουμένως ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα, ποία ἔσεται ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν πολιτική; τὰ ἐξωτερικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἅτινα, ἂν δὲν ἦναι ἀνώτερα, εἰσὶ βεβαίως ἴσα μὲ τὰ ἐσωτερικὰ συμφέροντα τοῦ Βασιλείου, θὰ τὰ ὑποστηρίξωμεν ἔχοντες καὶ ἡμεῖς ἐνεργὸν πολιτικὴν καὶ ἀπαιτοῦντες νὰ λαμβανώμεθα ὑπ’ ὄψιν ὡς Κράτος, δυνάμενον καὶ διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ δυνάμεων νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἐξωτερικὰ αὑτοῦ συμφέροντα, ἐάν ποτε ταῦτα περιέλθωσιν εἰς κίνδυνον, ἢ θὰ προτιμήσωμεν τὴν ἰδέαν νὰ προσκολληθῶμεν εἰς μίαν ἢ πλείονας μεγάλας Δυνάμεις, καὶ συνδυάζοντες τὰ Ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα μὲ τὰ συμφέροντα αὐτῶν νὰ ἀναμείνωμεν παρ’ αὐτῶν τὴν κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου κινδύνου προστασίαν τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν συμφερόντων; Ἀφοῦ δὲ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, τότε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφασίσωμεν ἐκ ποίου ἐκ τῶν μεγάλων κεφαλαίων τῶν δαπανῶν ἡμῶν θὰ κόψωμεν οὐχὶ δεκάδας χιλιάδων, ἀλλὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ παραδεχθῇ καὶ ὡς πιθανὴν καὶ τὴν τοιαύτην περίπτωσιν τῆς συνωμοσίας τῶν στοιχείων καθ’ ἡμῶν; Μήτε ἡ ἱστορία τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, μήτε ἡ ἱστορία ἄλλων Ἐθνῶν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς πιθανὴν τοιαύτην περίπτωσιν καὶ νὰ οἰκοδομήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς οἰκονομικὸν σύστημα. Μόνον ἱστορικὸν τοιαύτης συνωμοσίας τῶν στοιχείων ἔχομεν τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς ἀφορίας τῆς Αἰγύπτου. Ἀλλὰ καὶ τότε οἱ Αἰγύπτιοι ἔσχον τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς εὐφορίας πρὸς θεραπείαν τῶν ἑπτὰ ἀφόρων ἐτῶν. Τὴν περίπτωσιν ταύτην ἑπομένως, κύριοι, νομίζω, ὅτι, ἀνθρωπίνως σκεπτόμενοι, δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ βασίσωμεν ἐπ’ αὐτῆς θετικὰς σκέψεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἡ δευτέρα περίπτωσις, ἥτις ἂν καὶ ἀπίθανος ὡσαύτως, φαίνεται ὅμως μᾶλλον ἐνδεχομένη, εἶναι ὅτι ἡ καταστροφή, ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ Τόπου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δύναται νὰ ἔχῃ διαρκέστερα ἀποτελέσματα καὶ φέρῃ τὸ Ἔθνος εἰς οἰκονομικὸν μαρασμόν. Καὶ ἐὰν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶμεν τοιοῦτόν τι, πάλιν νομίζω, ὅτι δι’ αὐθαιρέτων οἰκονομιῶν ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ διὰ ῥιζικωτέρων μέτρων πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν θεραπείαν αὐτῶν οὐχὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν στρατιωτικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν καὶ παραδεχθῶμεν, ἀντὶ τῆς γενικῆς στρατολογίας, ἕτερον σύστημα περιορίζον τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατευσίμων καὶ μειοῦν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς ὅλους ἴσως τοὺς κλάδους αὐτοῦ. Θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ μεταῤῥυθμίσωμέν τινα ἐκ τῶν δανείων, εἰς τρόπον ἐλαττοῦντα μὲν τὰς ἐτησίας δόσεις, ἀλλὰ μὴ παραβλάπτοντα τὴν πίστιν ἡμῶν. Ἐν δὲ τῇ Διοικήσει θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσάξωμεν τροποποιήσεις ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἵτινες νὰ φέρωσι καὶ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, χωρὶς ὅμως νὰ παραβλάψωσι τὴν λειτουργίαν αὐτῶν. Ἡ διοίκησις ἡμῶν εἰσήχθη ὑπὸ νομομαθῶν Βαυαρῶν, βασίζεται δὲ ἐπὶ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν γραφειοκρατικῶν καὶ πολυτελῶν, αἱ ὁποῖαι συνεπληρώθησαν κατόπιν ὑπὸ ἄλλων νομοθετημάτων, ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν στηριζομένων καὶ ὧν τὰ πλεῖστα ἐλήφθησαν ἐκ τῆς Γερμανικῆς ἢ Γαλλικῆς Νομοθεσίας· τοιαύτη οὖσα ἡ Διοίκησις ἀπαιτεῖ σχετικῶς μεγάλας δαπάνας. Ἡμεῖς δαπανῶμεν κατ’ ἄτομον εἰς τὴν διοίκησιν ἡμῶν 15½ δραχμάς, ἄλλα δὲ Κράτη ἔχοντα Διοίκησιν, βασιζομένην ἐπὶ τῶν αὐτῶν, ἐφ’ ὧν καὶ ἡ ἡμετέρα, ἀρχῶν, δαπανῶσι πολὺ πλειότερον. Ἡ Γαλλία δαπανᾷ κατ’ ἄτομον 23 φράγκα, ἡ Ἰταλία 16½, ἡ Ἰσπανία 23, ἡ Πρωσσία 26, ἡ Σαξωνία 22½, ἡ Βαυαρία 27 φράγκα. Κατὰ μέσον δὲ ὅρον τὰ Κράτη, ἅτινα ἔχουσι τοιαύτην Διοίκησιν, δαπανῶσιν 23 φράγκα κατ’ ἄτομον καὶ κατ’ ἔτος, ἐνῷ ἄλλα Κράτη, ὧν ἡ Διοίκησις βασίζεται ἐπὶ ἀρχῶν ἁπλουστέρων καὶ μᾶλλον ἀποκεντρωτικῶν, δαπανῶσι κατὰ μέσον ὅρον 10 φράγκα κατ’ ἄτομον καὶ κατ’ ἔτος· ἡ Δανία δαπανᾷ φράγκα 12 καὶ 30 ο)ο, ἡ Σουηδία 12 καὶ 60 ο)ο, ἡ Ῥωσσία 7½, ἡ Ῥωμουνία 9, ἡ Σερβία 8 καὶ 25%. Πιστεύω ἑπομένως, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον, διὰ τροποποιήσεων ῥιζικῶν τῶν ὀργανισμῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τῆς Διοικήσεως ἡμῶν, νὰ ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας ἀξίας λόγου· ἀλλὰ ὅπως ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ἀπαιτεῖται χρόνος οὐκ ὀλίγος. Δὲν νομίζω δὲ δυνατὸν τοιοῦτόν τι διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἢ καὶ τοῦ 1886. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ σύστημα λειτουργοῦν ἐπὶ 60 ἔτη καὶ ταυτισθὲν μὲ τὰ ἔθιμα καὶ τὰς ἕξεις τοῦ Τόπου, ἁπλῶς διὰ τῆς Νομοθεσίας ἑτέρου συστήματος, καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἡμῶν· ὅπως ἀντικατασταθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι διοικητικαὶ ἕξεις δι’ ἄλλων ἁπλουστέρων, χρειάζονται ἔτη ἢ καὶ δεκάδες ἐτῶν. Εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχει μία τοιαύτη ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον καὶ ἀποκεντρωτικώτερον μεταῤῥύθμισις τῆς Διοικήσεως ἡμῶν καὶ εἰσάξωμεν αὐτὴν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν βάσεων. Τὸ τοιοῦτον καὶ οἰκονομικὰς καὶ πολιτικὰς ὠφελείας ἤθελε φέρει εἰς τὸν Τόπον. Ἡ βιαία ὅμως καὶ ἀπότομος εἰσαγωγὴ τοιούτων ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, χάριν μόνον οἰκονομικῶν λόγων, δύναται νὰ φέρῃ τὸ χάος ἐν τῇ Διοικήσει καὶ θέσῃ εἰς κίνδυνον καὶ τὰ ἐσωτερικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ τὴν δευτέραν ταύτην περίπτωσιν τῆς διαρκοῦς οἰκονομικῆς στενοχωρίας τοῦ Ἔθνους δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς πιθανὴν καὶ θεμελιώσωμεν ἐπ’ αὐτῆς σύστημα οἰκονομικόν. Αἱ οἰκονομικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ κρίσεις εἰσὶν ἀσθένειαι τῶν Ἐθνῶν παροδικαὶ καὶ προσωριναί· δὲν δύνανται αὗται νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς καταστάσεις μόνιμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βασισθῶσι σκέψεις καὶ σχέδια οἰκονομικά. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Ἔθνη καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ὅπως τὸ ἡμέτερον, βασίζουσι τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν εὑρισκόμενα ἐνώπιον κρίσεως οἰκονομικῆς ἢ ἐμπορικῆς, καταληφθῶσιν ὑπὸ αἰσθημάτων ἀπελπισίας καὶ ἀποθαῤῥύνσεως. Δύω λοιπὸν, κύριοι, παρουσιάζονται συστήματα περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τὸ μὲν παραδέχεται τὴν σημερινὴν στενόχωρον οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Ἔθνους ὡς κατάστασιν διαρκῆ καὶ ἐπὶ τοιαύτης καταστάσεως νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ θεμελιώσωμεν τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Τόπου σκέψεις ἡμῶν. Τὸ δὲ θεωρεῖ τὴν κατάστασιν ταύτην ὡς προσωρινὴν καὶ παροδικὴν, ἐλπίζει δὲ καὶ πιστεύει εἰς τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἔθνους καὶ εἰς τὴν ἐπάνοδον τῆς ὁμαλῆς αὐτοῦ οἰκονομικῆς πορείας. Τὸ πρῶτον σύστημα ὑπεστήριξαν πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τὸ σύστημα δὲ τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς πίστεως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, εἶναι τὸ σύστημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ὡς τοιοῦτον δὲ καὶ οὐχὶ ὡς σύστημα κομματικὸν, ὅπως ἠθέλησαν πολλοὶ νὰ μᾶς μεμφθῶσιν, ὑποστηρίζομεν καὶ ἡμεῖς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ἔθνους θέσις δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵαν παραδέχονται οἱ τὸ ἀντίθετον σύστημα ὑποστηρίζοντες. Ἐὰν δὲ, κύριοι, ἀπατηθῶμεν εἰς τὰς ἐλπίδας καὶ τὴν πίστιν ἡμῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους καὶ ἀποδειχθῇ διαρκὴς ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ στενοχωρία, θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ περιστείλωμεν τὰς ἐνεργείας τοῦ Κράτους, ὅταν βεβαία καὶ οὐχὶ ὑποθετικὴ ἀνάγκη μᾶς ἐπιβάλῃ νὰ ὑποτάξωμεν τὰς προσδοκίας τοῦ μέλλοντος εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχομεν βεβαιότητα, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ θεραπεύσωμεν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος καὶ ἐκείνας τοῦ μέλλοντος, ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀπελπισθῶμεν καὶ νὰ μὴ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸ Ἔθνος αἰσθήματα ἀποθαῤῥύνσεως περὶ τῆς πρὸς τὰ πρόσω πορείας αὐτοῦ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς συνεδριάσεις θέλομεν ἐπαναλάβει τὴν προσεχῆ Τρίτην. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 20′ Μ. Μ.).