1885.01.29
1,510 rows · 11,071 words · 103 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
Τῆς 29 Ἰανουαρίου 1885.
(Τρίτη)
(Ὥρᾳ 5 Μ. Μ.)
(Ἀπαρτίας γενομένης περὶ ὥραν 5 μ. μ., ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου πληροφορεῖ τὴν Βουλήν, ὅτι αὔριον, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τελεῖται μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν εὐεργετῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐν τῇ Μητροπόλει κατὰ τὴν 9 ὥραν καὶ προσκαλεῖ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παρευρεθῶσιν. Ὁ Βουλευτὴς Μέσης κ. Σταμούλης ὑποβάλλει Νομοσχέδιον περὶ Δημοτικῆς φορολογίας ὡς πρὸς τοὺς Δήμους Κερκύρας, Μέσης καὶ Ὄρους. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Βουλευτὴς Τροιζηνίας ὑποβάλλει ἐπερώτησιν: «Τίνος ἀφορμῆς δοθείσης μετετέθη ὁ Εἰρηνοδίκης Καλαυρίας Τσιγκουράκος».
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ὅτε οἱ Εἰρηνοδίκαι Τροιζηνίας ἦσαν καὶ Πρόεδροι τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Δήμου Τροιζηνίας, ἐχρειάζετο νὰ ὑπάρξῃ, καὶ τοῦτο κατὰ τὰ 1880, εἷς Εἰρηνοδίκης τίμιος, ἀκέραιος, ἢ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ὡς κοινοβουλευτικὸν καθιερώσαμεν, ἀνένδοτος. Ἀπὸ κοινοῦ λοιπὸν μετὰ τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἐπαρχίας ὁ Δήμαρχος ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὸν φοίνικα τῶν Εἰρηνοδικῶν, τὸν ἀκεραιότερον πάντων, τὸν τιμιώτερον· ὁ κ. Παπαφράγκος ὑπεσχέθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν πρωτοφανῆ ταύτην τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἐπαρχίας καὶ τοῦ Δημάρχου ἐπιθυμίαν, πρωτοφανῆ, διότι πάντες ζητοῦν ὄργανα ὑπόδουλα, καὶ πραγματικῶς εὗρε τὸν Τσιγκουράκον, ὅστις ἐδικαίωσε τῳόντι καὶ τοῦ Τόπου τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τοῦ κ. Παπαφράγκου τὴν ἐντολὴν, ἦτον ἀνένδοτος· καὶ μολονότι κατόπιν διὰ τῆς ἱδρύσεως Ἐπαρχείου, ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτοῦ ἡ Προεδρεία τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, οὐχ ἧττον ἡ ἐνέργειά του εἴτε ὡς Πταισματοδίκου, εἴτε ὡς πολιτικοῦ Δικαστοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ παράπονον. Τοῦτο διήρκει μέχρι προχθές· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἀνεπτύχθησαν αἰτιάσεις ἀντιδραστικαὶ κατ’ ἐκείνου, διότι συμφέροντα ἀνεπτύχθησαν, ὑποδεικνύοντα συμφέρουσαν τὴν κάμψιν τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ ἦτο ἀπαίτησις ἐκ μέρους Ἀντιπροσώπου τῆς Ἐπαρχίας, διότι ὁ Ἀντιπρόσωπος εἶναι πάντοτε ὁ διαφθορεὺς τῶν ὑπαλλήλων. Ἐπεζητεῖτο λοιπὸν ἡ μετάθεσίς του, ἀλλὰ δὲν κατωρθοῦτο, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξετίμα περισσότερον τὸν Δήμαρχον, ὅστις ἤθελε τὸν Εἰρηνοδίκην, παρὰ τὸν Ἀντιπρόσωπον.
§3ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀνεμίχθη εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ ἐλατήρια τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἠξεύρω ἐγώ. Ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ ἔχομεν πρός τισιν ἄλλαις ἰδιότησι καὶ τὴν ἰδιότητα νὰ ὁμοιάζωμεν πρὸς τὰ χρεώγραφα, νὰ ἔχωμεν ἀξίαν ὑπὸ τὸ ἄρτιον καὶ ὑπὲρ τὸ ἄρτιον κατὰ τὰς στενοχωρίας τῆς πολιτικῆς. Πίπτομεν, ὅταν δὲν ἔχῃ ἀνάγκην ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀναβιβαζόμεθα καὶ εἰς ἰδανικὰς καὶ φαντασιώδεις τιμὰς, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην ἡμῶν. Ἦλθε λοιπὸν ἡ ἐποχὴ ἀκριβολιναρίας, ἡ ὑπερτίμησις τῶν χρεωγράφων ἐπῆλθε καὶ ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ, καὶ χάριν ἑνὸς χρεωγράφου ἐξώφλησε τὴν φιλίαν τοῦ Δημάρχου Τροιζῆνος.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα· ὁ κ. Δήμαρχος Τροιζηνίας εἶναι στενός μου φίλος.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν θὰ δυσαρεστηθῇ· ἀλλὰ τί μέλλει νὰ συμβῇ μὲ αὐτὸν τὸν τίμιον ὑπάλληλον; αὐτὸς εἰς οὐδὲν μέρος δύναται νὰ σταθῇ, διότι εἶναι ἀκέραιος.
§7ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ Εἰρηνοδίκης Τσιγκουράκος μετετέθη τῇ αἰτήσει του.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησίς του.
§9ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ δικαίωμα νὰ περιορίζῃ τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὰ τῶν μεταθέσεων;
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔχει δικαίωμα νὰ φιλοσοφῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν μεταθέσεων, διότι ἐνδιαφέρεται εἰς τὴν εὐνομίαν τοῦ Τόπου καὶ δὲν εἶναι ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον σκέπτεται, ὡς τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἔχουν αἱ Τράπεζαι περὶ χρημάτων καὶ δοσοληψιῶν. Ἡ Βουλὴ πρωτίστως εἶναι Σῶμα πολιτειολογικὸν, κοινωνιολογικὸν, καὶ λύει ζητήματα ἐπιστημονικὰ, τὰ δὲ λογιστικὰ, τὰ ἀριθμητικὰ καὶ τὰ περὶ Προϋπολογισμοῦ εἶναι τὰ τελευταῖα· αὐτὰ εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐπιστημονικῶν Ἀρχῶν, αἵτινες διευθύνουν τὴν Βουλήν. Ἐδῶ δὲν εἴμεθα διὰ νὰ λαμβάνωμεν ἐργολαβικῶς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ σεῖς μὲν νὰ λέγητε, ὅτι διοικεῖται αὐτὸ μὲ 80 ἑκατομμύρια, ἡμεῖς δὲ μὲ 70. Ἡ Διοίκησις τοῦ Κράτους εἶναι Ἀρχὴ καὶ οὐχὶ δημοπρασία· ἐπὶ τούτου λοιπὸν μελετῶ καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰρηνοδίκου περὶ μεταθέσεώς του. Τώρα τί θέλει συμβῆ; θ’ ἀναγκασθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ γείνῃ κακὸς, διότι εἰς τὴν Ὀλυμπίαν δὲν τὸν θέλουν πάλιν ἐκεῖνοι, διότι εἶναι ἀκέραιος ὑπάλληλος. Ἐγὼ ἀπεκδέχομαι τὴν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεως τοῦ Εἰρηνοδίκου περὶ μεταθέσεώς του.
§11ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗται δι’ ἐμὲ δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σημασίαν.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εὔχομαι νὰ ἦναι ἀληθές· ἐγὼ μόνον ζητῶ νὰ διευκρινήσω σκιερά τινα σημεῖα τῆς ὑποθέσεως, ὡς καὶ χθὲς, ὅτε μοὶ παρετηρήσατε τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δὲν ἐνεργεῖται, ὅπως πρέπει ἡ ἀπονομὴ τῶν χαρίτων, καὶ ἔφερον παράδειγμα ἕνα Χατζηανδρέου, ὅστις μένει ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη φυλακισμένος καὶ δὲν ἔτυχε παρὰ μιᾶς χάριτος ἅπαξ, διότι δὲν ἔχει ἄνθρωπον νὰ τὸν προστατεύσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη τυγχάνω ἐπὶ τοῦ βήματος, ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
§13ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πρῶτον, ἰσχύει καὶ ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ὁ διὰ τὸν χερσαῖον στρατὸν Νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, θὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν;
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ἐπεκταθῇ, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλωμεν ἴδιον Νομοσχέδιον.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δεύτερον· ἐνῷ εἰς τὸν χερσαῖον στρατὸν.....
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς δὲν ἔχει Νόμον περὶ ἀριθμοῦ, ὡς ἔχει ὁ στρατὸς τῆς θαλάσσης.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ τοῦ χερσαίου, οἱ ὁποῖοι ὅτε ἦσαν μαθηταὶ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, ἐκεῖνοι ἦσαν Ὑποπλοίαρχοι, καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν Εὐελπίδων εἶναι Ταγματάρχαι τῆς ξηρᾶς, ἐνῷ ἐκεῖνοι εἶναι μόλις Λοχαγοί· δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς ἱκανοποιήσωμεν;
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλος εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ναυτικοῦ.
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κατὰ τί θὰ βλαφθῇ ὁ ὀργανισμός; Ἐγὼ ὑποβάλλω τοῦτο καὶ μελετήσατέ το. Τώρα ἀναγινώσκω εἰς ἓν φύλλον τῆς «Προνοίας» Πειραιῶς, ὅτι εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνοδιδασκάλου τοῦ πρώτου Ἑλληνικοῦ Σχολείου διωρίσθη ὁ τελειόφοιτος τῆς Φιλολογίας καὶ στενὸς φίλος.... Ὁ Ἑλληνοδιδάσκαλος οὗτος οὔτε ἐπάτησεν εἰς τὸ Σχολεῖον, διότι, ὡς λέγει, διωρίσθη πρὸς τὸ θεαθῆναι διὰ νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθόν.
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τίνος εἶναι στενὸς φίλος;
§22ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσητε· δὲν θέλω νὰ γεννήσω συζητήσεις (ἱλαρότης).
§23ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρὸς τὸ θεαθῆναι διδάσκαλοι δὲν διορίζονται οὐδαμοῦ. Ὁ διδάσκαλος αὐτὸς ἐπληροφορήθην, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πολὺ τακτικός, τὸν ἐκάλεσα εἰς ἀπολογίαν καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἔπασχεν ἡ ὑγεία του καὶ ἐζήτησε μετάθεσιν καὶ τὸν μετέθεσα εἰς Ζάκυνθον.
§24ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ὁ Εἰρηνοδίκης Τσιγκουράτος, ὁ ὁποῖος πράγματι εἶναι εἷς τῶν τιμιωτέρων ὑπαλλήλων, ἐζήτησε τὴν μετάθεσίν του, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Δουζίνας, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠῤῥαβωνίσθη τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰωάννου Παπαντωνίου.
§25ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ’ς τὰ στέφανα λοιπὸν (γέλως).
§26ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Καὶ ἑπομένως ἔκαμε πολὺ καλὰ νὰ ζητήσῃ τὴν μετάθεσίν του. Εἰς ὅσα ἄλλα περὶ ἐμοῦ εἶπεν ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντήσω.
§27ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀπαξιοῖς ν’ ἀπαντήσῃς σὺ εἰς ἐμένα; ἃ νὰ κουρεύεσαι (γέλως). Σοῦ ἐπλήρωσα τὰ ἔξοδα καὶ ἔγεινες Βουλευτής.
§28ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν γενομένην ἐν τοῖς τελευταίοις Συνόδοις Νομοθετικὴν ἐργασίαν περὶ στρατοῦ παρέβλεψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἰσαγάγῃ Νομοθέτημα, δι’ οὗ νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν τεχνιτῶν τοῦ Ὁπλοστασίου· Οἱ ἄνδρες οὗτοι ἐξομοιούμενοι κατὰ πάντα πρὸς τοὺς τεχνίτας τοῦ Συνεργείου τοῦ Ναυστάθμου ὑπερβάλλουσι μὲν αὐτοὺς ὡς πρὸς τὰς πολλὰς προσθέτους ἐργασίας καὶ ὑπηρεσίας δι’ ὧν βαρύνονται, ὑστεροῦσι δ’ αὐτῶν κατὰ τὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν, διότι ἀποκλείονται μὲν τοῦ Νόμου περὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ ἐπικληθέντος «εὐεργετικοῦ», σύνταξιν δὲ ἀποχωροῦντες λαμβάνουσι γλισχροτάτην, πολὺ μικροτέραν τῶν τεχνιτῶν τοῦ Συνεργείου, λίαν δὲ δυσανάλογον πρὸς τὴν μεγάλην αὐτῶν ἀξίαν καὶ πρὸς τὰ πρόσθετα αὐτῶν καθήκοντα. Οἱ ἄριστοι οὗτοι ἄνδρες πλὴν τῆς ἐν τοῖς ἐργοστασίοις ἐργασίας των ἐκτελοῦσι καὶ βαρεῖαν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Πολλάκις τὸ ἓν τρίτον τῶν φρουρῶν τῆς πόλεως καὶ τοῦ Φρουρίου τοῦ Ναυπλίου ἐπιβάλλεται αὐτοῖς. Πάντοτε δὲ ἐκτελοῦσιν ἐκεῖ καὶ πυροσβεστῶν καὶ πυροβολητῶν καθήκοντα. Εἰς τὸ Κράτος προσέφερον ἐξαιρέτους ὑπηρεσίας καὶ κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν καὶ μετ’ αὐτὴν ἐν πάσαις ταῖς ἀνωμαλίαις παρέμειναν τύπος πειθαρχοῦντος Σώματος. Τὰ προϊόντα τῆς τέχνης αὐτῶν ἁμιλλῶνται πρὸς τὰ ἄριστα ἐξ Εὐρώπης ἐρχόμενα ὅμοια, διὰ γλισχροτάτων δὲ μέσων κατώρθωσαν νὰ παράγωσι διὰ τῆς εὐφυΐας καὶ τῆς ἐπιμονῆς ὅ,τι ἐφαίνετο ἀδύνατον νὰ παραχθῇ. Καὶ ἂν αἱ Κυβερνήσεις ἐμερίμνων περὶ τοῦ Ὁπλοστασίου, ἀναμφιβόλως θὰ καθίστατο διὰ μὲν τὸ Κράτος εὐεργετικὸν ἐργαστήριον προϊόντων τέχνης, διὰ δὲ τὸ Ἔθνος τὸ μόνον πρακτικὸν σχολεῖον ἀρίστων τεχνιτῶν, ὅπως καὶ σήμερον εἶναι, ἀλλ’ ἐν μικροτάτῳ ἀριθμῷ δυστυχῶς. Τὸ 1881 ἐψηφίσθη εἰδικὸς Νόμος περὶ τῆς συντάξεως τῶν τεχνιτῶν τοῦ Συνεργείου τοῦ Ναυστάθμου, ὅστις ἠσφάλισεν εἰς τοὺς τεχνίτας ἐκείνους καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἐπαρκῆ σύνταξιν. Ὁ δὲ πέρυσι ψηφισθεὶς Νόμος περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου περιέλαβε καὶ αὐτοὺς, οἵτινες οὕτως ἀποχωροῦντες τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας ἔχουσι διπλῆν σύνταξιν ἴσην σχεδὸν πρὸς τὴν σύνταξιν ἀξιωματικῶν. Οἱ δὲ τεχνῖται τοῦ Ὁπλοστασίου ἅπαντες ἔγγαμοι ἢ προστάται οἰκογενειῶν ὄντες, μόνην ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντός των ἔχουσι τὴν πενιχροτάτην σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, σύνταξιν εὐτελῆ καὶ ἀνεπαρκεστάτην. Ἔχω καθῆκον νὰ προκαλέσω τὴν περὶ αὐτῶν μέριμναν, διότι εἶναι Σῶμα χρησιμώτατον εἰς τὸ Ἔθνος, ἐφ’ ὃ καυχᾶται ἡ πόλις τοῦ Ναυπλίου καὶ πρὸς ὃ εὐλόγως τρέφω ἰδιαιτάτην στοργήν. Ὑψῶν ὑπὲρ αὐτῶν φωνὴν ἐλπίζω, ὅτι καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς θὰ ἐπισπάσωμαι τὴν μέριμναν καὶ κολακεύομαι πιστεύων ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λαμβάνων γνῶσιν τοῦ ἀδικήματος θέλει σπεύσει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως ἐξασφαλισθῇ εἰς αὐτοὺς τοὺς πολυτίμους καὶ χρηστοτάτους ἄνδρας μέλλον κρεῖσσον, εἴτε ἀνοιγομένων αὐτοῖς τῶν θυρῶν τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν ἢ ἀνοιγομένης αὐτοῖς τῆς ὁδοῦ πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ (ὁδὸν ἣν θέλουσιν ἀξίως διανύσει), εἴτε ἄλλως, χορηγουμένης αὐτοῖς συντάξεως ἴσης πρὸς τὴν τῶν τεχνιτῶν τοῦ Συνεργείου, ὅπως καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν μὴ πάσχωσι μετὰ τὴν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀποχώρησιν τὰς ἐσχάτας στερήσεις. Τὴν θερμὴν ταύτην σύστασίν μου ἀναμένω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπεκδέχομαι τὴν ἐπ’ αὐτῆς γνώμην καὶ τὰ μέτρα του. Ἀλλὰ πλὴν τούτου θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ περὶ τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ὧν τὸ στάδιον ἀγνοῶ διατὶ οὕτω περιωρίσθη ἀπέναντι τῶν ἄλλων Σωμάτων. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν πολλῷ βαρυτέραν καὶ μᾶλλον ἐπιστημονικὴν ἔν τισι τῆς τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Οἰκονομίας, μόρφωσιν δὲ ἔχουσιν ἴσην πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ κλάδου τῆς Οἰκονομίας. Καὶ ὅμως εἰς ἐκείνους μὲν ἡ Νομοθεσία ἔχει ἀνοίξει εὐρὺ στάδιον μέχρι τοῦ ἀνωτάτου βαθμοῦ τοῦ ἀντιστρατήγου, εἰς τούτους δὲ κλείεται ἡ ὁδὸς μετὰ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ταγματάρχου. Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ πολέμου περιέχουσαι πολλῶν ἑκατομμυρίων περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ἐγκλείουσαι ἤδη καὶ ὕλας, χρῃζούσας ἀπαύστου τεχνικῆς μερίμνης, εἰσὶν ἀνατεθειμέναι εἰς τὴν ἐπιτήρησιν ἀξιωματικῶν φερόντων μόνον τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, Ἐφορεῖαι δὲ μεγάλαι, αἱ πρώτης τάξεως, εἰσὶν ἀνατεθειμένοι εἰς ἄλλους φέροντας μόνον τὸν βαθμὸν τοῦ Λοχαγοῦ. Καὶ ταῦτα ἐν ᾧ χρόνῳ ἀποθῆκαι ἱματισμοῦ ἐγκλείουσαι ὑλικὸν δεκάκις ὑποδεέστερον τὴν ἀξίαν τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἢ μὴ χρῆζον οὐδεμιᾶς περιποιήσεως ἢ μόνον τῆς ὑπὸ τῶν ὑπηρετούντων στρατιωτῶν καθαρίσεως χρῆζον, ἀποθῆκαι τοιαῦται, λέγω, ἐφορεύονται ὑπὸ Ταγματαρχῶν, Συνταγματαρχῶν καὶ ἀνωτέρων ἔτι. Διατί ἡ διαφορὰ αὕτη; Διατί ἐνῷ εἰς ἅπαντα τὰ ἄλλα τοῦ στρατοῦ Σώματα ὁ βαθμὸς τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ κατηργήθη, εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου διατηρεῖται οὗτος καὶ ἐν μεγίστῳ ἀριθμῷ, ὥστε νὰ ἀδικῶνται τοσοῦτοι κάλλιστοι καὶ λίαν ἀνεπτυγμένοι νέοι; Διατί τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ἐφορειῶν ἀνέθηκαν εἰς Ἀξιωματικὸν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ δὲν λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ ἰδίου τοῦ εἰδικοῦ Σώματος τὸν Γενικὸν Διευθυντήν; Διατί ἐκ τῶν Γενικῶν θέσεων νὰ δίδωνται εἰς ὅλα τὰ Σώματα, εἰς δὲ τὸ Σῶμα τοῦτο οὐχί, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν πολλὰς τοιαύτας ὑπηρεσίας ἐκτελοῦσιν οἱ Ἀξιωματικοὶ οὗτοι; Ὅλα ταῦτα δὲν χρήζουσι Νομοθετήματος εἰδικοῦ, ἀλλὰ μικρᾶς τινος τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ βελτιώσεως τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Φρονῶ ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θ’ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο καὶ θὰ λάβῃ τὰ πρὸς ἐπιτυχίαν μέτρα. Τοιαῦτα δὲ νομίζω καὶ προτείνω Πρῶτον. Νὰ παύσῃ ὁ βαθμὸς τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ καὶ διὰ τοὺς Ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ὡς ἐπαύσατο δι’ ὅλα τὰ Σώματα. Δεύτερον. Νὰ διορίζηται Διευθυντὴς τῶν μὲν Ἐφορειῶν πρώτης τάξεως (οἷαι αἱ τοῦ Ναυπλίου, τῆς Κερκύρας καὶ τοῦ Βώλου) τοὐλάχιστον Ταγματάρχης Ἔφορος, ὡς εἰς τὴν τῶν Ἀθηνῶν, εἰς δὲ τὰς ἄλλας Ἐφορείας Λοχαγοὶ μὲ ἀνάλογον προσωπικὸν Ἀξιωματικῶν. Τρίτον. Ἂν δὲν δοθῇ καὶ εἰς τοὺς Ἀξιωματικοὺς τούτους ἀνάλογος ἀριθμὸς γενικῶν θέσεων, τοὐλάχιστον ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν Ἐφορειῶν τοῦ πολέμου νὰ δοθῇ εἰς Ἀξιωματικὸν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, παρεχομένου τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλο. Πέπεισμαι ὅτι ταῦτα μελετῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἀποδεχθῆ, ἂν ὄχι ὁλοσχερῶς, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον.
§29Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριοι, διερμηνεύων τὰς ἰδέας δεκαὲξ συναδέλφων ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σύστασιν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς αὐτῶν, τὴν ὁποίαν θὰ συνοδεύσω μὲ πολὺ ὀλίγας λέξεις. Καὶ ἄλλοτε ἐποιησάμην ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου λόγον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν Δικαστικῶν λειτουργῶν· ἐξέθηκα τότε, ὅση μοι δύναμις, τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐμὴν γνώμην καθιστῶσι τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ἐπείγουσαν καὶ ἐπιβάλλουσαν μὲ ὅλας τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Κράτος. Ἤδη δὲν σκοπῶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὴν κρίσιν μου ἐν τῇ συνειδήσει οὐδενὸς τῶν κ. Βουλευτῶν κρατεῖ ἐναντία γνώμη, καὶ μάλιστα ἀφοῦ δύω μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ἐγκριτότερα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πανδήμως καὶ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς των ὑπεσχέθησαν, ὅτι θὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δηλώσαντες οὕτω ὅτι ἀνομολογοῦσι τὴν ἀνάγκην ταύτην. Βλέπω ὅμως μετὰ λύπης μου ὅτι κατὰ τὴν βουλευτικὴν ταύτην Περίοδον αἱ ὑποσχέσεις, αἱ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διδόμεναι, ἀπώλεσαν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόσμου τὴν σημασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι δίδουσιν εἰς τὰς ὑποσχέσεις τῶν τιμίων ἀνθρώπων, καὶ πολὺ δικαίως, διότι οὐδεμίαν ὑπόσχεσίν της ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως τὰς ὑποσχέσεις καὶ τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἰδιαιτέρως κάμνει πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν), καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς πρακτικὰ συμφέροντα. Τοὐναντίον, περὶ τῆς ἐκπληρώσεως αὐτῶν ἔχω ὅλως ἐναντίαν γνώμην. Ἐννοῶ τὰς ὑποσχέσεις, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς γενικώτερα πράγματα καὶ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς τῆς Κυβερνήσεως δίδονται. Εἶναι ἀληθῶς ἀστεῖον νὰ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀπαγγέλων πανηγυρικοὺς ἀπὸ τοῦ Βήματος τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὲρ τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης ἱκανοποιεῖ αὐτοὺς ἀρκούντως, ἐνῷ οὗτοι οὐ μόνον πένονται, ἀλλὰ καὶ πεινῶσιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βώλου συνάδελφος κ. Φιλάρετος ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Περιόδου ταύτης, ὡς γνωρίζετε, μοχθεῖ πάνυ ἀξιεπαίνως ὑπὲρ τῆς διορθώσεως διατάξεων τινῶν Νόμων, οἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀπρόσκοπτον αὐτῶν ἐφαρμογήν. Μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων ἔχει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς 26ης Ὀκτωβρίου ἐνεστῶτος ἔτους μίαν σύστασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος κωλύει τὴν ὑποβολὴν Νόμου ὑπὸ Βουλευτοῦ, ἐπιβαρύνοντος τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐν τῇ συστάσει ταύτη ἀναγράφονται λίαν εὐγλώττως οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν κ. Φιλάρετον καὶ καθ’ ἡμᾶς δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην αὔξησιν. Ὑποβάλλω λοιπὸν σύστασιν φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς δεκαὲξ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐὰν ἀποδέχηται τὴν σύστασιν ταύτην τοῦ κ. Φιλαρέτου.
§30ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κατώρθωσε μέγα τι χθὲς, ὡς φρονεῖ, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐγγράφως καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Γνωρίζετε τὰς διαθέσεις μου πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, δὲν ἔχω οὐδὲν ἐνδιαφέρον νὰ ὑπερασπίσω τὴν τιμὴν αὐτοῦ, ἢ νὰ ἐξετάσω ἂν καλῶς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του ἢ ὄχι. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ πάντων ἐνδιαφέρομαι, εἶναι νὰ σωθῇ ὁλόκληρος ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν καὶ πρὸ πάντων τμῆμα αὐτῆς μέγα ἀπὸ κίνδυνον ἄμεσον καὶ ἐπικείμενον ζωῆς καὶ περιουσίας. Μεγάλη ἀποθήκη πυρίτιδος ὑπάρχει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ εἰς ἄλλα μέρη γνωστὰ, ὑπάρχει καὶ κατασκευαστήριον πυρίτιδος Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς τάχιστα νὰ διατάξῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ἀποθήκης τῆς πυρίτιδος, καὶ δεύτερον τὴν ἄμεσον παῦσιν πάσης ἐργασίας πρὸς κατασκευὴν πυρίτιδος, διότι πᾶσα στιγμὴ παρερχομένη εἶναι κίνδυνος ζωῆς καὶ περιουσίας χιλιάδων πολιτῶν.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος οὔτε ἐνεργεῖ οὔτε θὰ ἐνεργήσῃ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ὥστε σήμερον ἐπῆγε μὲ ἕνα ἀξιωματικὸν καὶ ἐζήτησε νὰ εὕρῃ μίαν θέσιν κατάλληλον διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς πυρίτιδος· ἡ δὲ θέσις, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξε καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ τῷ παραχωρήσωμεν τὴν ἄδειαν, εἶναι πολὺ μακρὰν ὥστε ἡσυχάσατε.
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τέλος πάντων καλὸν εἶναι, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν τρέχει κίνδυνον ἡ πρωτεύουσα. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ, καὶ ἐὰν τὸν ἀγνοῇ θὰ τὸν γνωρίζωσιν οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ πυριτιδοποιεῖα καὶ πᾶσα ἀποθήκη πυρίτιδος δέον νὰ τίθενται μακρὰν τῶν πόλεων. Παρακαλῶ ὡσαύτως αὐτὸν νὰ μὴ λησμονήσῃ νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τάχιστα τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους τῷ ἐζήτησα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τῆς Δημοσίου ἀσφαλείας, περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων δι’ ἐκτάκτους ὑγειονομικὰς ἀνάγκας καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τῆς ἀπογραφῆς. Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἁρμοδίους συναδέλφους του, νὰ μᾶς ὑποβάλωσι προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμὸν τῶν δαπανηθέντων δι’ οἰκοδομὴν ἢ ἐπισκευὴν Δημοσίων κτιρίων κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ συγχρόνως νὰ μᾶς πληροφορήσῃ πόσον ἀρχικῶς ἐκόστισεν εἰς τὸ Κράτος ἕκαστον τῶν ἐπισκευασθέντων Δημοσίων κτιρίων. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας ταύτας ὅσον τάχιστα, διότι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἄλλως, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔξωθεν ἔχομεν, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πολὺ κολακευτικαὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§33ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὰς νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δαπάνη τῆς διακοσμήσεως τοῦ γραφείου τοῦ στρατηγοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως κυρίου Βοσσέρ.
§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅπως, κύριοι, ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει πληθὺς Νόμων καὶ διατάξεων, οὕτω καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων κλάδων τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας ὑπάρχει μεγίστη πληθὺς Νόμων, καὶ ἐνίοτε ἐν συγκρούσει πρὸς ἀλλήλους. Τοιουτοτρόπως περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔχομεν τέσσαρας Νόμους. Δὲν λέγω, ὅτι οἱ Νόμοι περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων συγκρούονται, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, προκειμένου περὶ Νόμων φορολογικῶν, εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ὅπως οὗτοι τυγχάνωσι σαφεῖς καὶ εὔκολοι πρὸς γνῶσιν τῶν φορολογουμένων. Ἤθελεν εἶσθαι λοιπὸν βεβαίως καλὸν, ὅπως καὶ οἱ Νόμοι περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων συγχωνευθῶσι, καίτοι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ προτείνῃ τις τὴν συγχώνευσιν Νόμων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ συγχωνεύσει ἐννοεῖ ἄλλο πρᾶγμα, ἐννοεῖ, ὅπως ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἔχομεν λοιπὸν περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τέσσαρας ὅλους Νόμους· εἷς δὲ τούτων εἶναι ὁ τῆς 24 Ὀκτωβρίου τοῦ 1877, ὅστις ἔν τινι τῶν ἄρθρων αὐτοῦ διατάσσει, ὅπως ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν Νομῶν καὶ τῶν Ἐπαρχιῶν πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ καταλόγου παρὰ τῆς γνωστῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων τῶν φορολογουμένων, ὁ φορολογικὸς κατάλογος προσυζητεῖται καὶ προεξελέγχεται παρὰ τοῦ Ἐφόρου, τοῦ Τελώνου καὶ παρὰ τοῦ Ταμίου τῆς Ἐπαρχίας. Θὰ ὑπῆρχε λοιπὸν ἀναμφισβητήτως λόγος καὶ λόγος σπουδαῖος, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη νομοθετηθῇ, ὁ δὲ λόγος, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, εἶναι ὁ ἑξῆς· ὅτι ἐν ταῖς ἄλλαις μὲν περιφερείαις βεβαίως ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν, ὅπως ἐξελέγχῃ προκαταρκτικῶς μόνος τοὺς καταλόγους, ἀλλὰ διὰ τὰ μεγάλα κέντρα, ὅπως εἶναι αἱ πρωτεύουσαι τῶν Νομῶν καὶ Ἐπαρχιῶν, βεβαίως ὁ Ἔφορος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ταύτην. Διὰ τοῦτο πιστεύω ὅτι ὁ Νομοθέτης ἀπῄτησεν, ὅπως ὁ κατάλογος οὗτος προεξελέγχηται καὶ προσυζητῆται παρὰ τριῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὑτῶν δύνανται κάλλιον νὰ γνωρίζωσι τοὺς φορολογουμένους. Ἐν τούτοις, κύριοι, θέλετε ἀπορήσει, ἐὰν μάθητε, ὅτι σήμερον ἐν τῷ Ἐφοριακῷ καταστήματι τῶν Ἀθηνῶν συνεδριάζει ἡ κατὰ τὸν Νόμον δευτέρα Ἐπιτροπὴ, ἥτις ὅμως κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι Ἐπιτροπὴ νομίμως συνεδριάζουσα, καὶ δύναται μάλιστα νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μία παρασυναγωγή. Ἐργάζεται ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων τῶν φορολογουμένων κατὰ τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ἐργασία τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Νόμου τῆς 24 Ὀκτωβρίου τοῦ 1877, ὁρίζουσαν ὅτι «Εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Νομῶν καὶ Ἐπαρχιῶν ὀφείλει ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος, ἀφοῦ σχεδιάσῃ τὸν φορολογικὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευμάτων, νὰ συζητήσῃ αὐτὸν μετὰ τοῦ Τελώνου καὶ Ταμίου, μεταῤῥυθμίσῃ δὲ αὐτὸν, ὁσάκις ὑπάρξῃ διαφωνία, κατὰ τὴν γνώμην τῶν πλειόνων. — Ὅπου δὲν ὑπάρχει Τελώνης, διορίζεταί τις ἀντ’ αὐτοῦ ἐκ τῶν Δημοσίων λειτουργῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Ἐπαναλέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ συνεδριάζουσα σήμερον Ἐπιτροπὴ ἐν τῷ Ἐφοριακῷ καταστήματι πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ ἐκδίκασιν τῶν παραπόνων τῶν φορολογουμένων συνεδριάζει ἀκύρως καὶ ἐναντίον τοῦ Νόμου, διότι ἡ ἐπιβλητικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 τῆς προεξελέγξεως τῶν κατολόγων τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐτηρήθη. Καὶ ἂν βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ καταλόγου ἐπιτηδευμάτων, καθ’ οὗ οὐδεμία ἐγένετο ἔνστασις, ἐδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἴσως δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη τις· ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, κατὰ τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐξηγέρθησαν οἱ ἐπιτηδευματίαι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, διότι ἐπεδόθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας 1,500 ἐνστάσεις, ὅτε, λέγω, τοσαύτη πληθὺς ἐνστάσεων ἐπεδόθη, νομίζω, ὅτι πείθεταί τις, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἐντὸς τοῦ Νόμου ἡ σύσκεψις καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς τοιουτοτρόπως σήμερον ἐργαζομένης Ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὰς δεούσας περὶ τούτου πληροφορίας, καὶ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα διόρθωσις καὶ θεραπεία.
§35ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς κ. Καπετανάκης ὑπέβαλε πρότασιν, ἣν καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὑπέγραψα καὶ θέλω ὑποστηρίξει. Καὶ βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλουσι νὰ μεριμνήσωσι περὶ τούτου, δηλονότι περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, διότι πράγματι ἡ αὔξησις αὕτη ἀφορᾷ ὄχι εἰς τὸ καλῶς ἔχειν τῶν προσώπων, ἀλλ’ εἰς γενικώτερα συμφέροντα. Ἐσκέφθην μάλιστα πολλάκις, κύριοι, νὰ φέρω πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ διαιρέσεως τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίας, διὰ λόγους πολλοὺς καὶ αἰτίας οὐχὶ ὀλίγας· ἀλλὰ βλέπων τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας, ἀπέσχον καὶ ἀπέχω ἀπελπιζόμενος, ὅτι δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς δαπάνας ἄλλας, ἐπίσης ἀπαιτουμένας ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ὡς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ τοιαύτη αὔξησις, ἄλλως ἀπόδοσις ἄρτου εἰς τὰς στερουμένας οἰκογενείας ἐκείνων, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὁποίων ἔχομεν ἐμπιστευθῆ τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν, δέον τὸ ταχύτερον νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἀνάγκη ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς οἰκονομίας, παρεμποδίζοντες τὴν σπατάλην τοῦ Ἐθνικοῦ χρήματος. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι Βουλευταί, ἀναφέρω τρανὸν δεῖγμα σπατάλης, ἢ ἀπόνου δαπάνης τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ οὗ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν μάλιστα παρακαλῶ, καὶ εὔχομαι νὰ μὲ διαψεύσῃ ἐὰν σφαλερῶς ἔμαθον· τί, κύριοι Βουλευταί; τὰ ἀκόλουθα: Ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιστάτου τῶν ἐθνικῶν δενδροκομείων καὶ ἐδέησε νὰ κληθῇ τοιοῦτος ἐκ τῆς Ἑσπερίας. Ἔμαθον ἀκριβέστατα, ὅτι ἐκλήθη πρὸ καιροῦ ὁ τοιοῦτος ἐξ Ἰταλίας, ὅτι ὁ κληθεὶς εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς προκοπῆς τῶν φυτῶν καὶ τῶν δένδρων, ὅτι ἡ γνῶσις τοῦ κλάδου τῆς βοτανικῆς τῷ εἶναι ξένη, ὅτι κατέστρεψε δένδρα, καὶ διὰ τοῦτο οἰκονομήθη ἄλλοθι ὡς καλλιεργητὴς γερανίων, καὶ ὅτι τέλος πάντων εἶναι οὐχὶ δενδροκόμος, οὐχὶ βοτανικὸς, οὐχὶ κἂν φυτοκόμος, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ὁμολογίαν κυνηγὸς, τοιοῦτον ἔχων πτυχίον. Ἑπόμενον λοιπὸν, κύριοι, νὰ μὴ ἐδόθησαν πρὸς ἐμὲ ἀρκοῦσαι αἱ περὶ τοῦ δενδροκόμου τούτου πληροφορίαι· ἑπόμενον νὰ μὲ ἠπάτησεν, ὅστις τοιαύτας μοὶ ἔδωκεν εἰδήσεις περὶ τοῦ ἐξ Ἰταλίας ἐλθόντος τοιούτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, περὶ οὗ ἔμαθον, ἔτι ἐν ὅλῳ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὑτοῦ, καὶ λόγῳ κατοικίας δαπανᾷ τὸ Δημόσιον κατὰ μῆνα δραχμὰς 500. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πτυχίον τοῦ ἐν λόγῳ δενδροκόμου, καὶ ἂν μὲν κατέχῃ τὸ τοῦ κυνηγοῦ ἐπάγγελμα νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτὸν κατὰ τὰς γνώσεις του, ἀφοῦ ἐφέρομεν αὐτὸν ἐκεῖθεν ὅθεν ἦλθεν. Παρακαλῶ λοιπὸν πρὸς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι βοτανικὸς, εἶναι κηπουρὸς, οἱ δὲ κηπουροὶ δὲν ἔχουσι δίπλωμα.
§37ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ κηπουροὶ βεβαίως δὲν εἶναι διπλωματοῦχοι, ἀλλ’ οἱ δενδροκόμοι εἰσὶν ἐπιστήμονες, σπουδάζοντες εἰς τὰς δενδροκομικὰς σχολὰς τὴν δενδροκομικὴν, ἥτις, ὡς οὖσα κλάδος τῆς βοτανικῆς, ἀπαιτεῖ γνώσεις γεωλογικὰς, ἐντομολογικὰς καὶ ἄλλας πολλάς. Ὁ ἐξ Ἰταλίας περὶ οὗ ὁ λόγος κληθεὶς, ἐκλήθη ὡς δενδροκόμος, κύριε Πρόεδρε, οὐχὶ δὲ ὡς κηπουρός.
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 24 τοῦ Συντάγματος, δὲν ὑπεβλήθη Νομοσχέδιον, ἀλλὰ σύστασις περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, μετὰ τῆς ὁποίας ὑπεβλήθησαν παρ’ ἐμοῦ ἐπίσης πρὸ μηνῶν καὶ ἄλλα Νομοσχέδια τείνοντα εἰς τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀναδιοργάνωσιν τῶν Δικαστηρίων, συμφώνως δὲ μὲ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη πρὸ μικροῦ πρότασις ὑπὸ δεκαὲξ Βουλευτῶν ὑπογεγραμμένη, ἵνα γείνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς συστάσεως. Κατ’ ἐμὲ, τὰ πάντα ἔχουσι κανονικῶς καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι καὶ περιττὴ ἡ συζήτησις, διότι τὸ ζήτημα ἔχει ἀρκούντως ὡριμάσει. Ἐὰν ὅμως ὑποτεθῇ τὸ ἐναντίον, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως, δύναται νὰ προηγηθῇ τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας συζήτησις· οὐχ ἧττον δὲν νομίζω, ὅτι ἐξ ἀπροόπτου πρέπει νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ψηφοφορία, οὔτε συζήτησις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ οἱανδήποτε ἡμέραν προσεχῆ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ γίνῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ διάθεσις πρὸς τοῦτο, συζήτησις καὶ ἑπομένως ψηφοφορία.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, διότι σύστασις πρός τινα γίνεται περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ὁ εἰς ὃν συνιστᾶται ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσῃ. Ἡ Κυβέρνησις, πρὸς ἣν γίνεται ἡ σύστασις αὕτη, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ μισθούς· ἑπομένως οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν διάθεσιν τῆς αὐξήσεως ἔχοντες ἐκ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα τῆς εἰσηγήσεως Νόμων, δύνανται νὰ εἰσηγήσωνται τοιοῦτον.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἴσως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει νὰ γίνῃ ψηφοφορία, διότι εἰς ἄλλην περίστασιν εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει τὸ Σύνταγμα. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἀπαγορεύει ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς πρότασιν ἀφορῶσαν εἰς αὔξησιν ἐξόδων διὰ μισθοδοσίαν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυστυχῶς τὸ ἄρθρον 24 δὲν ἀπαγορεύει τοῦτο· ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως χορηγήσεως μισθοδοσίας εἰς πρόσωπα οὐχὶ εἰς θέσεις.
§42ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον: «Οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου πηγάζει ἀπὸ τὴν Βουλήν».
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγει διὰ μισθοδοσίαν εἰς ὄφελος προσώπου οὐχὶ θέσεως. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἔλεγεν ἀπολύτως ὅτι πρότασις τοιαύτη, ὁποία ἡ πρὸ ὀλίγου ὑποβληθεῖσα, δὲν δύναται νὰ ὑποβάλληται ὑπὸ Βουλευτῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐννοῶ τὸ ἄρθρον, δὲν ἐπιτρέπει τοιαύτην ἀπαγόρευσιν.
§44ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καθ’ ὅσον γνωρίζω τοιαύτη ἐδόθη ἄλλοτε ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Περίοδον ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ ἐναντίας, ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἐπροκάλεσεν ἐπὶ τούτῳ παρατηρήσεις καὶ ἐγὼ προθύμως ἐδέχθην, ὅτι ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἦτον ἐν τῷ δικαίῳ λέγων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἤδη λέγω ἐπὶ τούτου.
§46ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἤδη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μετέβαλε γνώμην, θέλομεν συμμορφωθῆ μὲ τὴν νέαν αὐτοῦ ἑρμηνείαν καὶ προσεχῶς θέλομεν ὑποβάλει Νομοσχέδιον.
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ ὑπάρχουσι τοσοῦτοι ἐγχώριοι ἐπιστήμονες, μηχανικοὶ καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν παρ’ οὐδεμιᾷ Ἑταιρίᾳ σιδηροδρόμων ἢ ἄλλων, αἵτινες ἔχουσι τοὺς ὁμοεθνεῖς των, δὲν προσλαμβάνει τούτους ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ μετακαλεῖ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους ξένους. Σήμερον ἀκόμη συνήντησα ἕνα συμπολίτην μου μηχανικὸν, σπουδάσαντα ἐν Παρισίοις, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἄνευ ἐργασίας. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ὅπως δίδεται ὁ ἄρτος εἰς τοὺς ἐγχωρίους.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐὰν ἔλαβε τὴν ἐπερώτησίν μου.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔλαβον ἐπερώτησίν σας.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε δὲν ἐννοῶ τί κάμνει τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν ζητῶμέν τι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ζητοῦμεν ὄχι διὰ νὰ ἀνερχώμεθα ἐπὶ τοῦ Βήματος, ἀλλὰ διότι ἔχομεν ἀνάγκην ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν· δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ τρόπος οὗτος τιμᾷ τὸ Προεδρεῖον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ σταλῇ ἀμέσως ἡ ἐπερώτησίς μου, διότι αὔριον ἔχω ἀνάγκην ἀπαντήσεως εἰς αὐτήν.
§51ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἦλθεν ὁ κ. Μαρκόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν διακήρυξιν τῆς ἐπιχωματώσεως, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπάρχουσι καὶ οἱ ὅροι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὤφειλον οἱ ἐργολάβοι τῆς ἐπιχωματώσεως τοῦ λιμένος Κατακώλου νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν, καὶ ὁποῖα δικαιώματα ἀποκτῶσιν, ἐπίσης καὶ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ὑφ’ ὁποίους ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Μᾶς εἶπεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὅταν εἶδε χθὲς τὸν κ. Μαρκόπουλον, τῷ διέφυγε τὴν προσοχὴν νὰ τὸν ἐρωτήσῃ, ἀλλ’ ὅτι σήμερον πρὶν ἀρχίσῃ συζήτησίς τις θὰ καταθέσῃ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον ἀναγκαῖον νὰ μᾶς διαφωτίσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· διότι ἐν αὐτῷ διαγράφει τακτικῶς τί ἔχει νὰ λάβῃ καὶ τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ ἐργολάβος, ὅπως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λιμένος. Εἰς αὐτὸ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν οἱ ὅροι αὐτοὶ χορηγῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα αὐξήσεως τοῦ τιμήματος διὰ τὸν ἀνώτερον ἀριθμὸν τῶν κυβικῶν μέτρων, ἅπερ θὰ ἐπιχωματώσῃ, ἀπὸ ἐκεῖνα ἅπερ διελάμβανεν ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ἔδωκε τὸ ἔργον εἰς ἀποκοπὴν καὶ τότε δὲν ἔχει δικαίωμα περαιτέρω ἀπαιτήσεως ἡ ἐργολάβος Ἑταιρία· καὶ πιστεύω, ὅτι ἔχει δίκαιον τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, διότι ἡ ἐργολαβία ἐδόθη κατ’ ἀποκοπὴν καὶ ὄχι κατὰ κυβικὰ μέτρα.....
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§53ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἰσέρχομαι. — Παρημέλησεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιτιμηθῇ σήμερον, ὅστις εἶχε τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ χθὲς, ὅτι δὲν δέχεται λακτίσματα ἀπό τινας Βουλευτάς. Τῷ παρατηρῶ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οὗτοι δὲν λακτίζουν, ἀλλὰ δέρουν διὰ τοῦ λόγου· καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ξυλιζόμενοι, οὔτε μεταβάλλονται, οὔτε ὁμιλοῦν, ὡς οἱ Ὑπουργοί μας, ὁμοιάζουν τὸ ζῷον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τρώγει καθ’ ἡμέραν ξύλον καὶ δὲν παραπονεῖται οὔτε διαβάλλεται, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνεθυμήθη χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς μνημονευόμενον ὑπὸ τοῦ Σωκράτους.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διευκρινηθῇ τὸ θέμα, διότι δύναται νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἄλλοτε τὸ αὐτό. Τὸ ψηφιζόμενον παρὰ τῆς Βουλῆς εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ ὑποβληθὲν κείμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ· ὁ Ὑπουργὸς ὑποβάλλει χειρόγραφον ἐνυπόγραφον. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἐπίσημον κείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλεῖται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Τὸ κείμενον τοῦτο πρὸς εὐκολίαν τῶν Βουλευτῶν τυποῦται καὶ συμβαίνει ὅ,τι συνέβη ἐν τῷ παρελθόντι καὶ θὰ συμβῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐν τῷ κειμένῳ νὰ παρεισφρήσωσι λάθη τυπογραφικά, εἴτε συντακτικὰ, εἴτε ἄλλα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ψήφισις, ἡ γινομένη παρὰ τῆς Βουλῆς, εἰς ποῖον κείμενον ἀφορᾷ, εἰς τὸ παρηλλαγμένον ἔντυπον ἢ εἰς τὸ ὑποβληθὲν πρωτότυπον; ἐὰν ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑποβληθὲν πρωτότυπον, πρέπει, ἀνακαλυφθείσης τῆς διαφορᾶς, νὰ γίνεται ἀναγγελία περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐγένετο ἤδη, ὥστε ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἤθελε θεωρήσει, ὅτι ἐν γνώσει οὐχὶ τελείᾳ τῶν διατάξεων ἐψήφισε, λάβῃ μέτρον τι περὶ ἀνατροπῆς τοῦ γενομένου. Ἀλλὰ, καίτοι ἀναγνωρίζομεν τὴν σημασίαν τοῦ ἐντύπου κειμένου, δὲν δυνάμεθα ὅμως, νομίζω, νὰ θεωρήσωμεν ὡς ψηφισθὲν κείμενον τὸ διανεμηθὲν ἔντυπον, ἀφοῦ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐπισημότητα, οὐδὲν κῦρος ὡς ἀνυπόγραφον· δύνανται δὲ νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἔντυπα διαφέροντα πρὸς ἄλληλα, εἴτε διότι ἐγένετο ἀνατύπωσις τοῦ αὐτοῦ κειμένου, εἴτε διότι συνηρμολογήθησαν πρὸς τὸ ἀρχικὸν κείμενον μεταξὺ τῶν τριῶν ἀναγνώσεων αἱ τροπολογίαι. Τὸ τελευταῖον τυπωθὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ὁριστικὴν ψήφισιν· ἀλλὰ θὰ ἦναι πάντοτε βεβαία ἡ διάκρισις τοῦ τελευταίου; Ὁπωσδήποτε τὸ νὰ ἐξαρτώμεθα ἐκ τοῦ Τυπογράφου, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν. Ὀρθότερον φαίνεται νὰ θεωρηθῇ ψηφιζόμενον τὸ κατατεθὲν ἐνυπόγραφον κείμενον· ἂν δὲ ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ ἔντυπα δὲν ἦσαν μέχρι κεραίας σύμφωνα πρὸς τὸ κείμενον, εἰ μὲν τὰ τυπογραφικὰ σφάλματα ἦσαν ἀδιάφορα, ἀρκεῖ ἡ περὶ τούτου δήλωσις, εἰ δὲ ὑπῆρξεν οὐσιώδης διαφορὰ, πρέπει διὰ ψηφίσεως νέου Νόμου νὰ μεταῤῥυθμίζηται τὸ κείμενον. Δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ γνώμην πλαγίαν ἐπὶ τοῦ θέματος, οὐδ’ ἐπιμένω εἰς ἣν ἐξέθηκα, ἀναμένων ἐκ τῆς συζητήσεως τὸν κανονισμὸν τοῦ θέματος, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρέχει τινὰ δυσχέρειαν τὸ πρᾶγμα καὶ οὐδεμία λύσις εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀτόπων. Κατὰ τύπους ὀρθὸν εἶναι νὰ θεωρῆται ὡς κείμενον τὸ ἐπισήμως ὑποβληθὲν καὶ φέρον τὴν κύρωσιν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ προτείναντος, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οὐσιαστικαί τινες ἀντιῤῥήσεις καὶ ἰδίως ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα κανονίζει τὰς σκέψεις αὑτῆς ἐκ τοῦ ἐντύπου, τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει. Ἀλλὰ τοῦ προτείναντος ἡ ψῆφος ἀνάγεται εἰς τὸ ἐνυπόγραφον κείμενον, ψηφίζονται δ’ οὕτω δύω κείμενα, ἀφοῦ μάλιστα ἐνδέχεται ὁ γραμματεὺς ν’ ἀναγινώσκῃ τὸ χειρόγραφον, ὅτε κείμενον διὰ τοὺς ἀκροασθέντας Βουλευτὰς εἶναι τὸ χειρόγραφον.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸ σύνολον, διότι ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τροπολογία.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου παρουσιάζεται ἡ αὐτὴ δυσχέρεια, ἐὰν τὸ ἔντυπον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ χειρόγραφον.
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὸ ἔντυπον, ἡ Βουλὴ ἀκολουθεῖ τὸν γραμματέα καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅ,τι ἀναγινώσκει ὁ γραμματεύς.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὸ ἔντυπον.
§60ΤΙΝΕΣ. Πάντοτε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παράλειψις ἔγινεν ἐν τῇ Συμβάσει καὶ ἡ Σύμβασις δὲν ἀναγινώσκεται.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι τοῦτο θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, διότι δύναται νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἄλλοτε.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ κανονίζωμεν, ὥστε πάντοτε τὰ Νομοσχέδια νὰ ἀναγινώσκωνται ὑπὸ τοῦ γραμματέως ἀπὸ τὸ πρωτότυπον, ἠθέλομεν ἔχει τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως τῶν σφαλμάτων, διότι θὰ παρετηροῦμεν τὴν ἔλλειψιν ἀπὸ τοῦ ἐντύπου, καὶ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλήν.
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ σχέδια Νόμων, τὰ ὁποῖα οἱ Ὑπουργοὶ ἢ οἱ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τύχωσι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ψήφου τοῦ Βασιλέως, καθίστανται Νόμοι. Οἱ Βουλευταὶ ψηφίζοντες ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν ἔντυπα, τὰ ὁποῖα τυποῦνται τῇ φροντίδι τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ πρωτότυπον νὰ ἦναι ὑπ’ ὄψιν ὅλων τῶν Βουλευτῶν· τοῦτο δὲ τὸ ἔντυπον κείμενον ψηφίζουσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀντικείμενον τάξεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα ἐξ ἴσου πάντες. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς οὐδένα τῶν Ὑπουργῶν πρόθεσίν τινα, ἀλλὰ τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα ὑπηγορεύθη ἰδίως ὑπὸ τῆς δυσπιστίας τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς τὴν ἄλλην Πολιτειακὴν Ἐξουσίαν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποκρούσητε μίαν ἀδύνατον ἴσως, ἀλλ’ ἐνδεχομένην περίπτωσιν. Κατατίθησιν ἡ Κυβέρνησις Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βλάπτει καιρίως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ἀντὶ τούτων ἐκτυποῦται καὶ διανέμεται κείμενον, τὸ ὁποῖον παραλείπει τὰς διατάξεις ἐκείνας. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ψηφίζουν τὸ κείμενον τοῦτο, ἀλλὰ τοῦτο διαφέρει τοῦ ἐντύπου. Εὐτυχῶς δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν αὐστηρῶς εἰς τὴν τάξιν, ἡ δὲ τάξις εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει ἐκεῖνα τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀνέγνων, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δίδωσι τὴν ψῆφόν των. Ἐν τῷ κειμένῳ τῆς Συμβάσεως, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀνέγνων, δὲν περιέχονται αἱ ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ προτεινόμεναι προσθῆκαι, οὔτε ἐν τῷ κειμένῳ, τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἀναγγελίαν, ἀλλὰ νὰ φέρῃ πρότασιν Νόμου, τὴν ὁποίαν εὐχαρίστως θέλομεν ψηφίσει καὶ σήμερον ἀκόμη, καὶ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§65ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπολύτως καὶ ἀποκλειστικῶς οὐδὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποφασίσωμεν, οὔτε εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καθιερώσωμεν μίαν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἤθελαν εἶσθαι ἐνίσχυσις τῆς ἀταξίας, καὶ ἑπομένως ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ νὰ δώσωμεν λύσιν εἰς μίαν ἀταξίαν, ἡ ὁποία προφανῶς ἀποτελεῖ κατάστασιν προβληματικὴν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Νόμου. Μόνον οἱ ἐφαρμόζοντες τοὺς Νόμους εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφανθοῦν ποῖον ἦτο τὸ ψηφισθὲν, οὐδέποτε ὅμως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Λοιπὸν οὐδεμίαν ἑρμηνείαν δύναται νὰ δώσῃ ἡ Βουλή· ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ὅταν ἦναι ὑπαίτιος τοιαύτης ἀταξίας, δύναται νὰ λάβῃ πρόνοιαν τί πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, διότι βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὰς περιστάσεις πρέπει νὰ λυθῇ ὑπὸ τῶν ἐφαρμοζόντων τοὺς Νόμους.
§66ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ λύει ὁ Κανονισμὸς, ὅστις λέγει, ὅτι «πᾶσα πρότασις Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ παραδίδεται ἐγγράφως εἰς τὸν Πρόεδρον, καταχωρίζεται ἐν βιβλίῳ, τυποῦται καὶ διανέμεται». Ἑπομένως ἐκεῖνο, ὅπερ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, εἶναι τὸ ἔντυπον· δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τὸ πρωτότυπον, ἀφοῦ δὲ βεβαιοῦται, ὅτι τὸ ἔντυπον περιεῖχε τὴν ἔλλειψιν, καὶ τοῦτο ἐψηφίσθη, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, μεταβολὴ τοῦ ψηφισθέντος δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως ἢ διὰ Νόμου. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξέφρασε γνώμην ὁριστικήν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα λύεται ἀναμφιλέκτως ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ πρότασις Νόμου, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Δηλιγιάννης, πάντες δεχόμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἀμέσως.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὅρους τῆς ἐγγραφῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Δημοσίων ἔργων ἡ ἐπιχωμάτωσις τῆς ἀκτῆς τοῦ λιμένος Κατακώλου. Χθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἀνεῦρε τοὺς ὅρους, καὶ ἐπειδὴ βεβαίως ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Γραφείου, τὸ ὁποῖον διευθύνει ὁ κ. Μαρκόπουλος, ὁ δὲ κ. Μαρκόπουλος δὲν ἦτο παρὼν, περιέμενε νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ λάβῃ τοὺς ὅρους τῆς ἐγγραφῆς. Εὐτυχῶς ὁ κ. Μαρκόπουλος ἦλθε καὶ βεβαίως εἶχε καιρὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ καὶ λάβῃ τοὺς ὅρους τῆς ἐγγραφῆς.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι περισσότερον ἐπιθυμῶ νὰ τοὺς ἴδω ἀπὸ ὑμᾶς, ἑπομένως ὄχι μόνον προφορικῶς εἰς τὸν κύριον Μαρκόπουλον καὶ τὸν κύριον Δούμαν εἶπον, ὅτι ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Γραφεῖόν μου ἔστειλα ἔγγραφον νὰ μοὶ σταλῇ τὸ ἔγγραφον ἐντὸς τῆς ἡμέρας. Ἐὰν τὸ λάβω ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως, θὰ τὸ καταθέσω.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ὀλίγην τινὰ ἀνησυχίαν μὲ θέτει ἡ τελευταία δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔστειλεν ἔγγραφον καὶ ἐζήτησε δι’ αὐτοῦ τοὺς ὅρους, διότι πολλὰ ἐνδεχόμενον τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νὰ ἐστάλη διὰ νὰ παρασκευάσῃ ἀπάντησιν ἀρνητικήν.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διόλου.
§71ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Προκειμένου περὶ ἀντικειμένου σχετικοῦ πρὸς τὰ Δημόσια ἔργα, εὑρίσκω κατάλληλον τὴν στιγμὴν διὰ νὰ ἐπερωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν περὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Πρὸ μηνὸς καὶ ἐπέκεινα ἐνηργήθη δημοπρασία περὶ κατασκευῆς τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀμφίσσης μέχρι Λαμίας, δηλαδὴ ἀπὸ Γραβιᾶς μέχρι....... Εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου ὑπελογίσθη δαπάνη 194 χιλιάδων δραχμῶν, νομίζω, τελευταῖος μειοδότης ἔμεινε κἄποιος......... ἐξ Ἄργους ἐργολάβος τῆς κατασκευῆς καὶ ἄλλου τμήματος. Μετά τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας ἐκοινοποιήθη, ὡς ἔμαθον, πρὸς τὸν κύριον αὐτὸν ὑπὸ τῆς ἐνταῦθα Νομαρχίας ἡ ἔγκρισις, ἀλλὰ μὲ ἀντίτιμον 194 χιλιάδων δραχμῶν, ἐνῷ αὐτὸς εἶχε προσφέρει 160 μόνον. Τότε παρετήρησεν εἰς τὸν Νομάρχην, ὅτι συνέβη λάθος εἰς τοὺς ἀριθμούς, μολονότι ἦτο συμφέρον του καὶ ἐξεδόθη ἄλλη ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἔγινε τὸ συμβόλαιον. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ὅλα αὐτὰ συνέβησαν οὕτω. Εἶμαι δὲ μακρὰν νὰ ὑποθέσω δόλον τινά, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου μία ἀλήθεια, ὅτι δὲν δίδεται ἡ προσήκουσα προσοχή.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§73ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω βεβαίως προτείνει τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸ προτείνω, ἀλλὰ ἀπέχω, καίτοι ἐθεώρουν τοῦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ἀξιοπρεπῆ καὶ σπουδαίαν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς, καθόσον ἀφορᾷ μάλιστα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω αὖθις τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες συνήθως ἐπιῤῥίπτονται ἡμῖν, ἀλλ’ ὧν οὐδὲ ἴχνος ὑπάρχει ἀληθὲς, ὅτι τουτέστι θέλομεν νὰ παρακωλύσωμεν τὰς οὐσιώδεις ἐργασίας τῆς Βουλῆς, μολονότι καὶ ἐπὶ τοῦ τί ἐστὶν οὐσιώδης ἐργασία τῆς Βουλῆς διαφωνοῦμεν καὶ ἐξήγησα ἄλλοτε ἐπὶ τούτῳ τὴν γνώμην μου. Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρουσιάζει περίσσευμα 330, νομίζω, χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ περίσσευμα τοῦτο ἐστηρίζετο εἴς τε τὰ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα τὰ ἤδη νενομοθετημένα, καὶ εἰς ἔσοδα, ἅπερ ἐπρόκειτο νὰ νομοθετηθῶσι, τὰ μὲν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, οὗ ἐπὶ τῇ βάσει σημειοῦται ποσὸν προσθήκης 2,000,000 δραχμῶν, τὰ δὲ διὰ τοῦ Νόμου περὶ φορολογίας τῶν καυσοξύλων, τῶν διὰ ξηρᾶς μεταφερομένων, ἧς τὸ προϊὸν ἀναγράφεται εἰς 450, νομίζω, ἢ 500 χιλιάδας δραχμῶν· τὸ ὅλον 2,500,000. Εἶναι πολὺ φυσικὸν, ὅτι βάσις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἡ μεταξὺ ἐξόδων καὶ ἐσόδων διαφορά. Ἐκεῖθεν θὰ ἴδῃ τις πόσον εἶναι τὸ ἔλλειμμα, ἢ τὸ περίσσευμα, ἐκεῖθεν θὰ ἐξαγάγῃ πάντα τὰ συμπεράσματα, ἐκεῖθεν θὰ ὁδηγηθῇ ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐλάττωσις φόρων καὶ προσθήκη δαπάνης. Εἶναι ἀδύνατον σπουδαίως καὶ σοβαρῶς νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἄνευ τοιούτων δεδομένων, Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος Προϋπολογισμοῦ συμβαίνει καί τι ἄλλο, καὶ τοῦτο τὸ ἄλλο καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν Συνταγματικῶς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐν τῷ μεταξὺ διεπράχθησαν οἰκονομικαὶ πράξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς κατεκρίναμεν ἐντεῦθεν καὶ αἵτινες ἐπήνεγκον αὔξησιν ἐξόδων συνωμολογήθησαν τουτέστι δάνεια, ἅπερ ἐλήφθησαν ἤδη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ ὧν ἡ πληρωμὴ τῆς ὑπηρεσίας ἤρξατο ἤδη. Ταῦτα πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι δὲ μικρὸν τὸ ἐκ τούτων ἐπιβαρύνον τὸν Προϋπολογισμὸν ποσόν· εἶναι, νομίζω 2,000,000 δραχμῶν περίπου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ὁ Προϋπολογισμὸς, οὗ μέρος ἀποτελεῖ καὶ αὕτη ἡ δαπάνη, διότι δὲν εἶναι εἰδικὴ πίστωσις, εἶναι ἐγγραφὴ πιστώσεως ἐν Προϋπολογισμῷ μὴ συζητηθέντι ἔτι, δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, παρ’ ἀφοῦ προεξετασθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ ἄνευ τῆς προηγουμένης προεξεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν γίνεται ἔναρξις τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὗται εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, αἵτινες παραβιάζονται. Ἀλλ’ ἡ οὐσία τοῦ πράγματος μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ σκεφθῶμεν ἂν δυνάμεθα σπουδαίως καὶ σοβαρῶς νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, διότι ὁ πραγματικὸς Προϋπολογισμὸς συνετάχθη οὕτω ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν, ὁ δὲ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν δὲν περιέχει τὴν ἀληθῆ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων κατάστασιν. Ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράφει περίσσευμα, ὅπερ μάλιστα διελαλήθη εἰς τὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ἂν τὸ Νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου δὲν ψηφισθῇ, καὶ ὑπάρχει γνώμη καὶ μεταξὺ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει μάλιστα πεποίθησις, ὅτι δὲν θέλει ψηφισθῆ, θὰ λείψουν 2,000,000· ἂν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν καυσοξύλων, ὃν δύναμαι νὰ θεωρήσω ἀπὸ τοῦδε ἀδικώτατον, δὲν ψηφισθῇ ἐπίσης, θὰ λείψωσιν ἔτι 500,000, τὰ δὲ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν, προσέθηκαν ἤδη βάρη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 2,000,000. Λοιπὸν ἀντὶ Προϋπολογισμοῦ μὲ 300,000 περίσσευμα, θὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν μὲ 5,000,000 ἔλλειμμα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ἦναι σπουδαῖον, ἂν ἦναι καὶ εὐπρεπὲς ν’ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοιούτου Προϋπολογισμοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἐν τῇ οὐσίᾳ του ἀναλόγως τῶν ἐπελθουσῶν μετὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ περιστάσεων. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ σεμνύνονται ὅτι ἀπήλειψαν ἢ θέλουν ἀπαλείψει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Οἰκονομικοῦ Νόμου περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων, τουτέστιν ὅτι θέλουσιν ἀναστηλώσει τὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν οὐδὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν χωρὶς νὰ ἦναι διατεταγμένον ἐν ὑπάρχοντι Νόμῳ τοῦ Κράτους. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν νὰ ψηφίσωμεν, οὐδὲ νὰ συζητήσωμεν. Τί νὰ εἴπωμεν ἐντεῦθεν; εἶναι περίσσευμα ἢ ἔλλειμμα; Τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἠκούσαμεν ἐπὶ τούτου· ἴσως ἐκείνη ἤθελεν εὕρει καὶ ὑποδείξει νέους πόρους. Μὴ ἀπατῶμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν κόσμον. Δὲν εἰξεύρω ἐὰν ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ σύστημά του τοῦ νὰ δείκνυται ἄκαμπτος εἰς τὰς ἰδέας του καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὰς εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ τοὺς φίλους του. Ἐὰν ἐπιμένῃ, τόσον τὸ χειρότερον· τότε θὰ κρίνῃ ὁ Τόπος περὶ τοῦ πόσον εὐλαβῶς διαχειριζόμεθα τὴν ἐμπιστευθεῖσαν εἰς ἡμᾶς λειτουργίαν, καὶ εἶναι μεγάλη ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι μεγαλειτέρα, ἕνεκα τῆς εὐθύνης ἣν συνεπιφέρει, ἡ λειτουργία τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ὀλιγώτερον, ὅπερ ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο, τὸ νὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ Βῆμα πρῶτος αὐτὸς εὐθὺς ὡς συνεπείᾳ τεχνάσματος ψηφοφορικοῦ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὤφειλε, λέγω, νὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ Βῆμα καὶ ἐξηγήσῃ τὰς μεταβολὰς, αἵτινες ἐπῆλθον πρὸς δείνωσιν τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Τόπου, ν’ ἀναγγείλῃ ὁποῖα μέτρα πρόκειται νὰ λάβῃ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ τοσοῦτον διατυμπανισθέντος ἰσοζυγίου, εἴτε προτείνων ἐλαττώσεις ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προτείνῃ τοιαύτας, εἴτε προτείνων νέας αὐξήσεις φόρων, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι καὶ εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ προβῇ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὤφειλον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶπον δὲ, ὅτι δὲν ἐπιμένω, ἂν καὶ εἶχον δικαίωμα, εἰς πρότασιν ῥητὴν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα ἀποκρούσω ἄδικον αἰτίασιν, ἣν ἐσυνειθίσαμεν ν’ ἀκούωμεν καὶ ἣν μετ’ ἀηδίας θὰ ἠκούομεν καὶ αὖθις, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀληθής.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
§75ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Περιμένω νὰ ἴδω τί θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§76ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ποῖον Προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος φέρει 300,000 δραχμὰς περίσσευμα....;
§77Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ὑποβάλω μίαν ἔγγραφον ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει τὴν ἐπερώτησίν του). (Ὅρα Παράρτημα).
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἰσχυρίσθη, ὅτι ὡς μένουσι τὰ πράγματα, συντελεῖται παραβίασις Συνταγματικῶν διατάξεων, νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν συντελεῖται τοιοῦτόν τι. Ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας ἀφίνει εἰς ἀνησυχίαν τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσι μὲν νὰ παρεμβάλωσι πρόσκομμα εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιθυμοῦσιν ὅμως νὰ ἀκούσωσιν ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκῃ, ὅτι συντελεῖται ἀθέτησις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἢ ἂν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν συντελεῖται.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σιωπὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν...
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος κ. Ζηνόπουλος, ἀναγκάζει καὶ ἐμὲ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅπως παρουσιάσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὑφίσταται μεγάλας ἀλλοιώσεις, καθὼς παρετήρησε καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος. Ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθησαν οἱ Νόμοι περὶ αὐξήσεως τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν καυσοξύλων, θέλουσι λείψει ἀπὸ τὰ ἔσοδα 2,500,000· ἀφ’ ἑτέρου εἶναι γνωστὸν ὅτι ἕνεκα τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν, ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει αὐξήσει κατὰ 2,000,000 καὶ ἐπέκεινα· ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκείνου, ὃν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, 5 ἢ 6,000,000. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ ἐργασία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπεξεργασθείσης αὐτὸν, οὔτε ἡ γενικὴ συζήτησις τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἦναι σπουδαία· διότι διὰ νὰ ἦναι σπουδαία μία ἐργασία, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ γνωστῶν καὶ βασίμων δεδομένων, ἀφοῦ ὅμως τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, μεταβάλλουν τοσοῦτον τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν γνωρίζομεν πρῶτον μὲν ἐὰν τὰ προτεινόμενα ἔσοδα θέλωσι ψηφισθῆ, δεύτερον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ψηφισθῶσι, πόθεν θέλομεν οἰκονομήσει τὸ ἐξ αὐτῶν ἔλλειμμα, καὶ τρίτον διὰ τίνων πόρων θέλουσι πληρωθῆ αἱ νέαι δαπάναι. Κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ φέρηται τέλειος. Διὰ ταῦτα παρατηρῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἐργασία, εἰς ἣν καλούμεθα νὰ εἰσέλθωμεν, δὲν εἶναι σπουδαία καὶ ἐπεθύμουν νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῶν Νόμων, δι’ ὧν αὐξάνουν τὰ ἔσοδα ἢ τουλάχιστον νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν θέλουν ψηφισθῆ οἱ Νόμοι οὗτοι, πόθεν θέλει ἀναπληρώσει τὸ προκύψον ἔλλειμμα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει πρότασις, δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.
§83ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ ὅπως ἡ Κυβέρνησις μᾶς παρουσιάσῃ καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν· ἡ δαπάνη αὐτῶν θέλει συμπεριληφθῆ εἰς τὸν Προϋποϋπολογισμόν; Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐγένετο τοιαύτη ἐξέλεγξις, ἀλλὰ δὲν ἀνεγράφη δαπάνη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἥτις θὰ ἦναι πλέον τῶν 500,000.
§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκτὸς τῶν ὅσων εἶπον οἱ προλαλήσαντες νομίζω καλὸν νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ σχετικά τινα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε εἶπον, καὶ τὰ ὁποῖα θεωρῶ πολὺ σπουδαῖα. Ὑποβάλλεται ὁ Προϋπολογισμὸς, τυποῦται, διανέμεται, ἐπεξεργάζεται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀρχίζει ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν συμβαίνει τι, οὐχὶ ἄτοπον, ἀλλὰ καθαρῶς ἀντισυνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει ἐντελῶς τὸν Προϋπολογισμὸν, δηλ. οἱ Τμηματάρχαι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἔρχονται ἐνταῦθα, δίδουσι τὰς σημειώσεις των εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα Γραμματέα καὶ αὐξομειοῦσι τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δὲν πρόκειται περὶ δεκαλέπτου αὐξήσεως ἢ χιλιάδων· αἱ αὐξομοιώσεις ἀνέρχονται εἰς ἑκατομμύρια πολλάκις. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τούτου; εἶναι ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς μεταβάλλεται ἀσκεπτεὶ, ἐνῷ ἡ γενικὴ συζήτησις καὶ ἡ ἐπεξεργασία στηρίζεται εἰς γνωστοὺς ἀριθμοὺς, μεταβάλλεται διὰ παντομίμας, καὶ ἐνῷ ὁ ἀρχικὸς Προϋπολογισμὸς εἶχε, φέρ’ εἰπεῖν, περίσσευμα, εὑρίσκεται μὲ ἔλλειμμα ἑκατομμυρίων. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις ταύτας, διότι τὰς θεωρῶ σπουδαίας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι Συνταγματικόν. Οὐ μόνον πρέπει νὰ τυπῶνται καὶ νὰ διανέμωνται ἐγκαίρως αἱ αὐξομειώσεις αὗται, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει ν’ ἀποφαίνηται ἐπ’ αὐτῶν ὡς τὸ Σύνταγμα διατάσσει. Πρέπει νὰ παύσῃ ἡ εἰκονικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ κατηγγέλθησαν πράξεις ἀντισυνταγματικαί· δὲν ὑπάρχει Προϋπολογισμὸς, τί θὰ συζητήσωμεν; Ἔχομεν Προϋπολογισμὸν ἢ δὲν ἔχομεν; Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις;
§87Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει ὅλα τὰ ἔξοδα καὶ ὅλα τὰ ἔσοδα, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν γνώσει αὐτοῦ, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐκτελέσῃ καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία θὰ τὸν ψηφίσῃ· ἀλλ’ ἤδη συμβαίνει κἄτι τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἢ τὸ παράνομον· 40 ἐτῶν πεῖρα μᾶς διδάσκει, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται ἤδη εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον, διότι εἰς τὰ εἰσοδήματα εἶναι ἐγγεγραμμένα ποσὰ μὴ νομοθετημένα. Εἶναι τακτικὰ εἰσοδήματα; ὄχι· πρόκειται νὰ γίνουν. Πόσα θὰ γίνουν; Θὰ ψηφισθῶσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθησαν ἀκόμη. Προσέτι ἐκ τῶν δανείων προέκυψαν τόκοι 2,000,000. Αὐτὸ τὸ ἔξοδον περιλαμβάνεται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; ὄχι. Τότε τί Προϋπολογισμὸς εἶναι αὐτός; Ἀπορῶ, κύριοι, πῶς λέγετε εἰς τοιαύτην κατάστασιν νὰ προχωρήσωμεν· τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄτοπον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
§89Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ὀφείλω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ ζήλου καὶ ταχύτητος ἐπελήφθη τοῦ ἔργου, καὶ ἰδοὺ ἔχετε πρὸ καιροῦ ἤδη εἰς χεῖρας ὑμῶν τὸ προϊὸν τῆς μελέτης αὐτῆς μετὰ τῶν προτάσεων τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 δὲν εἶναι Προϋπολογισμὸς τυπικός· διότι ὁ Προϋπολογισμὸς, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅταν τὰ Κράτη εὑρίσκωνται ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, δὲν εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναγραφὴ τῶν ὑπαρχόντων Νόμων· ἀλλ’ εἰς Κράτη διατελοῦντα, μᾶς εἶπεν, ἐν ᾗ καταστάσει διατελοῦμεν ἡμεῖς, ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ οὐσιαστικώτερον τῶν μέτρων. Διὰ νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς, μᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα μέτρα εἶναι μέτρα τοῦ Ἔθνους, πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐνδελεχὴς, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον μετ’ ὀλίγον θὰ παρασταθῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι σαφῶς ἐξηγημένον πρὸς αὐτοὺς τί ἐπράξαμεν καὶ διατὶ τὸ ἐπράξαμεν. Σπεύδων δὲ νὰ προκαταλάβῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον ἀκόμη τῆς Βουλῆς ἀπεφάνθη, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θέλει νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ μέτρα, ἐννοεῖ νὰ ᾖναι ἡ Ἑλλὰς σκύβαλον ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἐξουθένωμα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἀλλὰ τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τοιαύτην νὰ μετέρχηται γλῶσσαν; Καὶ λοιπὸν ὅσοι φρονοῦσιν, εἴτε ἐκτὸς εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν οἰκοδόμημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκτίσθη ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ μέτρα ἕκαστον χωριστὰ καὶ πάντα συλλήβδην ἐξεταζόμενα οὐ μόνον ἀπέτυχον κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀντίθετα παρήγαγον ἀποτελέσματα, τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν ἐν τῷ Τόπῳ καὶ τὴν κοινὴν δυσπραγίαν, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατηγγέλθησαν ἤδη ὑπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ὡς ἀνακριβεῖς καὶ εἰκονικοὶ, ὅτι τὰ ἐν αὐτοῖς ἀναγραφόμενα μέτρα δὲν ἦσαν μέτρα τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἀνεγράφησαν χάριν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τῶν προσώπων τῶν ἀναγραψάντων αὐτὰ, ὅσοι, λέγω, ταῦτα φρονοῦσι, καὶ εἶναι οὗτοι οἱ πολλοὶ, ἐννοοῦσι λοιπὸν νὰ κατασταθῇ ἡ Ἑλλὰς τὸ ἐξουθένωμα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου; Πῶς τολμᾷ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου αὐτῆς νὰ διαγράφῃ ἐκ τῆς καρδίας ἡμῶν τὸ Ἐθνικὸν συναίσθημα, ἐν ὀνόματι καὶ χάριν τοῦ ὁποίου καὶ μόνου παριστάμεθα ἐνταῦθα; Πῶς Κυβερνήτης εὐπαίδευτος καὶ τῆς ἀρίστης τυχὼν ἀγωγῆς ἀπεφάσισε νὰ ἐκφέρῃ τὴν βαρυτάτην ἐκείνην μομφὴν κατὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων, ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν τὸ καθῆκον τῷ ἐπέβαλεν ὡς Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς ἁπλῆν καὶ εἰλικρινῆ ἔκθεσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν πειρᾶται τὴν μείωσιν τῆς ὑπολήψεως τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τῶν πραγμάτων ἀπέδειξεν ὅτι εὐχαριστεῖται τὰ πάντα νὰ ἰσοπεδώσῃ. Δὲν βλέπετε ὑπὸ ποίους ὅρους ἐννοεῖ νὰ λειτουργῇ ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου; Ὑπάρχουσι Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἀποκρούοντες κατὰ συνείδησιν πολλὰ τῶν μέτρων τοῦ Ὑπουργείου· καὶ ὅμως, ἄν τις ἐξ αὐτῶν θελήσῃ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ φρόνημά του, ὑποβάλλεται ἀμέσως εἰς τὴν σκληρὰν δοκιμασίαν νὰ ἴδῃ αὐτὴν τὴν γνώμην του ἀναιρουμένην διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ψήφου. Ἄλλοτε, κύριοι, δὲν συνέβαινον τὰ τοιαῦτα. Εἰς τὰ 1873 Πρωθυπουργὸς ἦτον ὁ φιλόπατρις Δεληγεώργης. Τὸ πρῶτον τότε εἰσελθὼν ἐν τῇ Βουλῇ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ῥυθμίσω τὰς πεποιθήσεις μου ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἑπομένως δὲν εἶχον λόγους ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ ὅμως προέκυψαν ζητήματα, καὶ ζητήματα σπουδαῖα, πολιτικὰ μάλιστα χαρακτηρισθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὡς π. χ. τὰ ζητήματα τοῦ Λαυρίου, τῶν Τραπεζῶν καὶ ἄλλα, εἰς ἃ καὶ ἠγόρευσα καὶ ἐψήφισα κατὰ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐδεμία μοὶ ἐγένετο παρατήρησις· τοὐναντίον, ἐπανειλημμένως ὁ διακεκριμένος ἐκεῖνος νοῦς μοὶ ἐξεδήλωσε τὴν ἐκτίμησίν του. Τότε δὲ μόνον ἐκηρύχθην Ἀντιπολιτευόμενος, ὅταν ἀπέναντι τοῦ ὑποψηφίου διὰ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τοῦ ὑποδειχθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐτέθη παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ὄνομα τοῦ ἐνδόξου γόνου τῶν Καλαβρύτων, τοῦ φιλοπάτριδος, τοῦ μεγάλου πολίτου, τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη. Ἐν τούτοις ἀμέσως κατόπιν ἐπῆλθον τὰ λεγόμενα Δημοκρατικά. Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις ἀπεφάσισαν ν’ ἀποδοκιμασθῇ ὁ Ζακύνθιος ῥήτωρ διὰ τὰ παρ’ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ Δημοκρατίας λεχθέντα. Ἐγὼ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ σταδίου μου, καίτοι ἔχων ἀνάγκην νὰ περιποιηθῶ τοὺς ἐξέχοντας ἄνδρας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀνέλαβον οὐχ ἧττον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Λομβάρδου, ὡμίλησα ἐνθέρμως ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτοῦ μετὰ 17 μόνον ἄλλων συναδέλφων. Τότε ἐδέχθην τὰ ἐγκάρδια συγχαρητήρια τοῦ κ. Λομβάρδου διὰ τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ φρονήματός μου, καὶ μάρτυς αὐτὸς ὁ ἔντιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις ἦτον ἐκ τῶν ὁμοφρονούντων, καὶ ὅστις ἐπεδοκίμασε τὰ συγχαρητήρια ἐκεῖνα. Καὶ ὅμως, κύριοι, κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Συνόδου, δὲν ἐδίστασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ καὶ περὶ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἤμην ἄξιος νὰ παρακάθημαι εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως! Ταῦτα εἶπον, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἐπὶ τοῦ κρατοῦντος συστήματος ὑπάρχει τάσις καὶ προδιάθεσις, ὅπως καταπνιγῇ πᾶν ἀνεξάρτητον φρόνημα. Λυποῦμαι, ὅτι, ἐν τῷ μέσῳ τῆς λειψανδρίας, ἥτις μαστίζει τὸν Τόπον, δὲν ἐνόησάν τινες νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ ἀγαθὰ αὐτῶν προσόντα ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Τόπου. Λυποῦμαι, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον διεψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ Κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν τοῦ κ. Τρικούπη. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Τρικούπης ἔφερε τὸν Τόπον εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς ὃ οὐδεὶς ἠδύνατο ποτὲ νὰ φαντασθῇ. Λυποῦμαι, διότι, ἀπὸ Κυβερνήσεως φιλονόμου, ἀναμορφωτικῆς, κεκηρυγμένης ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν καὶ κατὰ τῶν φοροδανείων, συνετῆς καὶ Ἐθνικῆς, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἀπέβη ἡ μᾶλλον ῥιψοκίνδυνος τῶν Κυβερνήσεων, ἀφ’ ὅσας ποτὲ εἶδεν ἡ Ἑλλάς. Κατέστη Κυβέρνησις τοῦ πείσματος καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ, Κυβέρνησις φορολόγος, προστάτις τῶν σειρήνων τῶν Χρηματιστηρίων, ἄστοργος περὶ τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου πλούτου, μὴ ὀκνοῦσα νὰ θέτῃ χεῖρα παραβάτου καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν Νόμων, διδάξασα τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἀθέτησιν τῶν ἐπαγγελιῶν φιλοτίμου Κυβερνήσεως, καὶ τὴν περιφρόνησιν τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ λησμονήσῃ, ὅτι τὸ Καπιτώλιον ὀλίγον ἀπέχει τῆς Ταρπηΐας. Μάτην πειρᾶται νὰ πείσῃ καὶ τοὺς ἐντὸς καὶ τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι ὁ Λαὸς στέργει καὶ τοὺς καταθλιπτικοὺς φόρους καὶ τὰ μεγάλα δάνεια καὶ τὰ μονοπώλια· ὁ Λαὸς σιωπᾷ· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι τῆς ὀργῆς τῶν Λαῶν προηγεῖται πάντοτε ἡ σιωπή. Καὶ σιωπᾷ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς, ἀναμένων τὴν ταχίστην θεραπείαν τῆς κακῆς τοῦ Τόπου καταστάσεως παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, τῆς ὁποίας ἂν δὲν τύχῃ, τότε θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων αὐτοῦ, ὅταν ἰδίως φορολογῆται ἀπηνῶς, καὶ ὅταν βλέπῃ ματαιουμένας τὰς χρηστοτέρας τῶν ἐλπίδων του. Μάτην πειρᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πείσῃ, ὅτι ὁ κατὰ κεφαλὴν φορολογικὸς ὄρος οὐδαμοῦ εἶναι κατώτερος ἢ ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν δὲν εἶναι ὀρθή· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρίνωμεν τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἄλλα Κράτη, ἐν οἷς καὶ ὁ ἰδιωτικὸς πλοῦτος εἶναι μέγας, καὶ ἡ ἐξαγωγὴ μείζων τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ τὰ ὠφελήματα, τ’ ἀνταλλάγματα, ἅτινα τὸ Κράτος χορηγεῖ πρὸς τοὺς πολίτας, πολλὰ καὶ μεγάλα. Ἀλλ’ ἔστω, ἂς τὸ ἐξετάσωμεν καὶ οὕτω· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς βάρος τῶν φόρων καὶ νὰ μὴ πλανώμεθα, φρονοῦντες, ὅτι κατὰ κεφαλὴν πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς πολλαπλάσια τῶν ἄλλων Λαῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραβάλλων τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὸ κατέχον τὴν κατωτέραν βαθμῖδα ἐν Εὐρώπῃ φορολογούμενον Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι εἶναι τὸ Βέλγιον, ἀνέφερεν, ὅτι ἡ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογία ἀνέρχεται ἐκεῖ μὲν εἰς 49 φράγκα καὶ ὅτι διπλασία εἶναι ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἀνέρχεται εἰς 98 φράγκα. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας σύγγραμμα, νεωστὶ ἐκδοθὲν, μόλις πρό τινων μηνῶν, τοῦ ἐν Βερολίνῳ Κάουφμαν, ὅστις ἔγραψε περὶ τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης. Κατ’ αὐτὸν, ἡ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογία εἶναι ἐν Γαλλίᾳ μὲν 66 καὶ 25, ἐν Βελγίῳ δὲ 41 καὶ 25.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ φόρου.
§91ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ τοῦ Δημοτικοῦ φόρου συμπεριλαμβανομένου. Ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀναλογία εἶναι 37 καὶ 30· ἀλλ’ ὑπάρχουσι Κράτη, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῆς Ἑλλάδος ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὅπου αἱ ἀναλογίαι εἰσὶ μικρότεραι καὶ ἡ κατὰ κεφαλὴν φορολογία μικροτέρα. Ἰδοὺ αὐτά. 1) Πρωσσία 22.50· 2) Σαξωνία 20· 3) Οὐγγαρία 27.50· 4) Ἑλβετία 16.25· 5) Πορτογαλλία 22.50· 6) Ῥωσσία 15· 7) Σουηδία 13.75· 8) Δανιμαρκία 25· 9) Νορβηγία 12.50. Ὅθεν βλέπετε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐννέα Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, ὅπου ἡ ἀναλογία κατὰ κεφαλὴν εἶναι πολὺ μικροτέρα, ἐν συγκρίσει δὲ πρὸς τὴν Νορβηγίαν, ἥτις ὑπολογίζεται πρὸς 12.50, ἡ διαφορὰ εἶναι 25 φράγκα κατὰ κεφαλήν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἐπιθυμῶν νὰ μὴ πλανώμεθα, μᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι δῆθεν κατὰ τὸν Leroy Beaulieu, τὸ Βέλγιον εἶναι τὸ ἧττον φορολογούμενον Κράτος! Ἡ ἐμπιστοσύνη, κύριοι, τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο μέχρι τινὸς νὰ ἐννοηθῇ καὶ πρὸ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ μέτρων. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι σήμερον μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ἀνωμολόγησε τὴν ἀποτυχίαν ἁπάντων τῶν μέτρων αὑτοῦ, πᾶσα περαιτέρω ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ συνυπεύθυνον αὐτὸ τοῦτο τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ ἐμμονὴ τῆς Βουλῆς εἰς περαιτέρω ὑποστήριξιν τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου θέλει ἐξηγηθῆ καὶ ἄλλως, ὅτι ἡ Βουλή, ἐν γνώσει διατελοῦσα τῆς ἀθλίας τοῦ Τόπου καταστάσεως, δὲν δύναται, ἕνεκα δευτερευόντων λόγων, ν’ ἀνακόψῃ τὸ κακὸν, καὶ κατέστη ἀνίκανος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σπουδαιοτέρων αὑτῆς καθηκόντων. Καὶ τότε θέλουν ἐφαρμοσθῆ καὶ παρ’ ἡμῖν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ μεγαλοφυὴς Μοντέσκιος, ὅστις, ἐρευνῶν τὰ αἴτια τῆς πτώσεως τῆς Ῥώμης καὶ πάσης πολιτείας, προσημαίνει τὸν κίνδυνον ὡς ἑξῆς: «Ἡ περὶ τοῦ Δημοσίου συμφέροντος ἀδιαφορία ὁδηγεῖ Κράτος τι ταχύτερον εἰς τὴν καταστροφήν του, παρὰ ἡ τυραννία ἡγεμόνος τινός. Τὸ πλεονέκτημα Κράτους ἐλευθέρου εἶναι, ὅτι τὰ εἰσοδήματά του διαχειρίζονται καλλίτερον· ἀλλ’ ὅτε συμβαίνει τὸ ἐναντίον, ὅταν, ἀντὶ τῶν φίλων καὶ συγγενῶν τοῦ ἡγεμόνος, εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμουν τὴν τύχην των οἱ φίλοι καὶ συγγενεῖς ὅλων τῶν ἐν τέλει, τότε τὸ πᾶν ἀπώλετο. Οἱ Νόμοι παραβιάζονται ἐπικινδυνωδέστερον παρ’ ὅσον παραβιάζονται ὑφ’ ἑνὸς ἡγεμόνος, ὅστις, πάντοτε ὢν ὁ μέγιστος πολίτης τοῦ Κράτους, ἔχει τὸ μέγιστον συμφέρον εἰς τὴν διατήρησιν αὐτοῦ». Καὶ τῷ ὄντι, τοιαῦτα τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα τῆς διπλῆς συγχύσεως τῶν Ἐξουσιῶν, ἣν σήμερον καθιερώσαμεν. Ἐπέμβασις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς Νομοτελεστικῆς, σφετερισμός, ἀντιποίησις ἐκ μέρους τῆς Ἐκτελεστικῆς τῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἠκούσαμεν Βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου νὰ κηρύττωσι πρό τινων ἡμερῶν τὸ δόγμα τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς Νομοθετικῆς μετὰ ζήλου ὑποστηριζόμενον. Ἠκούσαμεν Βουλευτὰς διαμαρτυρομένους ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν αὕτη τυχὸν ἤθελεν ἐγκρίνει νομιμωτάτην πρότασιν Δημάρχου περὶ διορισμοῦ Ἀστυνόμου καὶ κατενοήσαμεν τὴν πίεσιν. Ἀνεγνώσαμεν πάντες μετ’ ἐκπλήξεως τὴν ἀφελεστάτην ἀπάντησιν τοῦ ἁπλοϊκοτάτου ἐκείνου Ἐπάρχου Μεγαρίδος πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐρωτήσαντα διατί δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα περί τινος ὑποθέσεως, ἐκείνου δ’ ἀπαντήσαντος ὅτι δὲν εἶχε συνεννοηθῆ ἀκόμη μετὰ τῶν Βουλευτῶν Μεγαρίδος! Ἀλλὰ καὶ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἀρέσκεται εἰς τὴν ἀντιποίησιν ἔργων, ἅτινα εἰσὶ καθαρῶς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀπόδειξις αἱ τελευταῖαι συζητήσεις περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, διὰ νὰ παραλείπω τἆλλα. Πῶς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐξεδηλώθη ἡ ἐπέμβασις τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς; Χρήματα, ὡρισμένα δι’ εἰδικοῦ Νόμου εἰς ἄλλους εἰδικοὺς σκοποὺς, ὡρισμένους ἐν τῷ Νόμῳ, μετεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης Κυβερνητικῆς ἐνεργείας ὑπῆρξαν ὀλέθρια. Ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργείας; πρῶτον, τὸ κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καθιερώθη, καὶ τὸ κακὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τοὺς μικροτέρους ὑπαλλήλους, οἵτινες, ὅταν βλέπωσι τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν παραβιάζουσαν τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους, τ’ αὐτὰ καὶ χειρότερα θὰ διαπράξωσι καὶ ἐκεῖνοι· δεύτερον, ἡ παράτασις τῆς ἀβεβαιότητος τῆς κοινωνίας καὶ ἰδίως τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου περὶ τοῦ ἂν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀβεβαιότης, ἥτις ἐγεννήθη, ὅταν ἐπείσθη ὁ κόσμος ὅτι τὰ χρήματα τῶν δόσεων μετεχειρίζετο ἡ Κυβέρνησις εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Τοῦτο δὲ ἐπήνεγκε θετικὰς καὶ ἀνυπολογίστους ζημίας εἰς τὸ ἐμπόριον ἰδίᾳ· τρίτον, ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 πρὸς τὴν Τράπεζαν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ οὗ ἐπεβάρυνεν ἡ Κυβέρνησις τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν τόκων τοῦ δανείου τούτου, καὶ ὅπερ δὲν ἀνέγραψεν ἀκόμη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπὶ προφανεῖ παραβιάσει τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος. Πῶς συνωμολογήθη αὐτὸ τὸ δάνειον; μόνον διὰ Διατάγματος. Πῶς δ’ ἐχαρακτηρίσθη αὐτὸ τὸ Διάταγμα; νομοθετικόν. Ἀλλὰ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς. Ἀνομολογῶ ὅτι ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης ὅπως χορηγήσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον ὑφίστατο, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἄδεια πρὸς λῆψιν αὐτοῦ. Κάμνω δὲ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: ποία εἶναι ἡ σύμβασις τοῦ 1880, καὶ ποία ἡ διάταξις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸ δάνειον; Ἡ σύμβασις τοῦ Ὀκτωβρίου 1880 εἶχε συνομολογηθῆ πρὸς παράτασιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ τῳόντι, ἐνῷ ἐν τῷ αὐτῷ τόμῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1880 γίνεται λόγος περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἀπεφασίσθη νὰ πραγματοποιηθῇ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1881, μετά τινας μῆνας, καὶ παρὰ τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως ἐζητήθη καὶ ἐπετράπη παράτασις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ συνομολόγησις μεγάλου δανείου. Ἐγένετο τότε ἡ σύμβασις τοῦ 1880, κυρωθεῖσα διὰ Νόμου, ἐν ᾗ πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὑπεχρεώθη ἡ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ καὶ δέκα ἔτι ἑκατομμύρια. Καὶ περὶ τούτων πρόκειται. Ὅθεν ἐπέπρωτο ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ συνωμολογήθη τῷ 1880 σύμβασις ἀφορῶσα εἰς τὴν παράτασιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ ἐπωφεληθῇ τοιαύτης διατάξεως, πρὸς τίνα σκοπόν; Διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν! Ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐδέησεν ἡ Τράπεζα νὰ τεθῇ ἐκτὸς τοῦ δανείου τῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων. Εἴδομεν τὰ ἔγγραφα τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξητάσαμεν αὐτά. Ἡ Τράπεζα ῥητῶς λέγει ἐν ἐγγράφῳ αὐτῆς, ὑπ’ ἀριθμὸν 3725: «Ὅθεν, καθ’ ὅσον ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις σὺν τῇ ἐπιστροφῇ πρὸς τὴν Τράπεζαν τῶν παρὰ ταύτης καταβληθέντων ἀπέναντι τῆς ἐνοχῆς της εἰς τὸ δάνειον τῶν φράγκων 170,000,000 νὰ ἐπιφυλάξῃ τὸ ἀντιστοιχοῦν αὐτῆς δικαίωμα εἰς τὴν ἐκ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου 6 τῆς ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1880 συμβάσεως ὑποχρέωσιν τῆς Τραπέζης, δὲν πρέπει κατὰ τὸν Νόμον ἡ Τράπεζα ἀπὸ τοῦδε νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε ἐπιστροφὴν ἀπέναντι τῶν ὑπ’ αὐτῆς καταβληθέντων λόγῳ ἐνοχῆς εἰς τὸ δάνειον τῶν φράγκων 170,000,000, οὐδὲ νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τοῖς βιβλίοις της πρᾶξιν σχετικήν». Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 21,134 ἐγγράφου της: «Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἔκδοσις τῶν ὁριστικῶν ὁμολογιῶν ἀπαιτεῖ χρόνον τινὰ, ὁ δὲ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τοῦ δανείου, ἡ ἄρσις δηλονότι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπείγει, ἀποδεχόμεθα ὅπως, δυνάμει τοῦ παρόντος μου, ἢ δι’ ἑτέρας προσθέτου πράξεως θεωρήσητε συνωμολογημένον κατὰ τοὺς ὅρους τῆς μνησθείσης συμβάσεως δάνειον δραχμῶν ἐννέα ἑκατομμυρίων καὶ πιστώσητε μὲ ἴσον ποσὸν τὴν εἰς Τραπεζικὰ μερίδα τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Ὥστε, κατὰ ταῦτα, τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 συνωμολογήθη δυνάμει τοῦ παρόντος ὡς λέγει τὸ ἔγγραφον, ἤτοι δι’ ἁπλῆς διαταγῆς Ὑπουργικῆς, περιληφθείσης ἐντὸς τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα. Προσέτι, διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Τραπέζης ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ὅπως ἠκούσατε καὶ παρ’ ἄλλων ἐντεῦθεν, ὑπέστη τὸ Κράτος καὶ ἄλλας ζημίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πέρυσιν: Ἡ ἐγγραφὴ τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ἢ ἐγγραφὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν αὐτῷ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἔχει ἐκ προγενεστέρας συμφωνίας ὑποχρέωσιν πρὸς τὸ Δημόσιον νὰ δανείσῃ αὐτῷ 9 ἑκατομμύρια πραγματικὰ, ἐφ’ ὧν νὰ μὴν ἀπολαύῃ πλέον τοῦ 7% ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ· 7% ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ θέλει λάβει καὶ ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ, ἂν τὸ δάνειον τοῦτο περιέλθῃ εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο δὲν πρόκειταί ποτε νὰ περιέλθῃ εἰς αὐτήν, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ οἰκονομία τῆς συμβάσεως, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ περιέλθῃ εἰς αὐτήν. Ἂν μὲν ἐπιτύχῃ ἡ ἐγγραφὴ, ἢ ἐφ’ ὅσον ἐπιτύχῃ, τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ πρὸς ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως· ἂν δὲν ἐπιτύχῃ ἡ ἐγγραφὴ, ἢ ἐφ’ ὅσον ἐπιτύχῃ, ἡ Τράπεζα θέλει καταβάλει πρὸς τὸ Δημόσιον εἰς πραγματοποίησιν τοῦ παλαιοῦ δανείου τὸ ποσὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποδώσει εἰς τὴν ὁμάδα ὅ,τι ἐν ὀνόματι αὐτῆς παρὰ τῆς Τραπέζης ἔλαβεν· ὥστε περὶ Τραπέζης δὲν πρέπει νὰ ποιώμεθα λόγον· πρέπει νὰ ποιώμεθα λόγον περὶ Δημοσίου, καὶ ἂν ὡς πρὸς τὰ ὁριστικῶς λαμβανόμενα 55 ἑκατομμύρια ὑπάρχωσι κέρδη ὑπὲρ τῆς ὁμάδος, ὡς πρὸς τὰ ἐγγραφέντα ὑπὸ τῆς Τραπέζης 13 ἐκ τῶν 55 ἑκατομμυρίων, τὰ κέρδη ταῦτα ἀνήκουσιν ὁλοκλήρως εἰς τὸ Δημόσιον, διατηρουμένης ἀκεραίας τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης, ὅπως δεχθῇ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων πρὸς 7%». Ἀλλὰ τὰ κέρδη ταῦτα, ὑπερβαίνοντα τὸ 1½ ἑκατομμύριον, τί ἀπέγειναν; Εἰσῆλθον εἰς τὰ βαλάντια τῆς ὁμάδος. Ἡ ἀπομάκρυνσις τῆς Τραπέζης συνέτεινε προσέτι καὶ εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου· διότι τί ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός; «Τὰ δάνεια, τὰ διὰ τῆς Δημοσίας ἐγγραφῆς πραγματοποιούμενα, ἀπεδείχθη ὅτι πραγματοποιοῦνται πάντα δι’ Ἑλληνικῶν κεφαλαίων». Ἡ δὲ πίστις τῆς Τραπέζης ἦτο μία ἐγγύησις περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον, διατεθὲν, ὡς διετέθη, ἐξηυτέλισε καὶ ἐστιγμάτισε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι τί γίνονται σήμερον; Εἰς ποίαν τιμὴν τιμῶνται καὶ εἰς χεῖρας τίνων κεῖνται ὡς ἐνέχυρον; εἰς χεῖρας ἐκείνων, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οἵτινες ἔχουσι συμφέρον νὰ τὰς ὑποτιμῶσι καὶ κινδυνεύουσιν οὕτω νὰ πωληθῶσιν εἰς τιμὰς μηδαμινάς. Τέταρτον ἐπιβλαβὲς ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐξευτελιστικὴ ἐκδρομὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς διάφορα Τραπεζιτικὰ γραφεῖα ἐνταῦθά τε καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπως διὰ κοινῆς συνεισφορᾶς λάβῃ χρήματα διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παραδίδων ὡς ἐνέχυρον πρὸς αὐτὰ τὰς ὁμολογίας τοῦ πολυπαθοῦς δανείου εἰς τιμὰς ἐξευτελιστικάς. Πρὸς τοῦτο δὲ ἔκαμε σύμβασιν, συνωμολόγησε τόκους καὶ προμηθείας, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Τὸ πέμπτον ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν τολμηροτέραν τῶν ὑπερβασιῶν του, ὑπῆρξεν ἡ ἀφαίμαξις τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ἔπραξε, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ πέποιθεν ὅτι θέλει τύχει ἑνὸς bill d’ indemnité, ἤτοι ἡ Βουλὴ ἐπιεικῶς θέλει τὸν ἐπαναφέρει εἰς τὴν νόμιμον ὁδὸν, νομιμοποιοῦσα τὴν παρανομίαν του. Καὶ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ ὅτι παρηνόμησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιείκειαν αὐτῆς; Δὲν εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι οὐδέποτε θέλει ἐπιζητήσει τὴν ἐπιείκειαν αὐτῆς, ἀλλὰ μόνον τὴν δικαιοσύνην της; Δὲν εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὅστις πολλάκις εἶπε καὶ τοῦτο, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὰς διαταγὰς τῆς Βουλῆς; Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ταῦτα λέγων προσκρούει εἰς αὐτὴν τὴν οὐσίαν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος; Ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἄλλο τι, ἢ Ἐπιτροπεία τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι συμφώνως πρὸς τὰ αἰσθήματα αὐτῆς ὀφείλει νὰ ῥυθμίζῃ τὴν πολιτείαν του; Καὶ ὅμως σήμερον ἐπιείκειαν ζητεῖτε, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ δικαιοσύνην· ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις σας, καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ἐνεργείας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Νόμων, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐκάματε. Καὶ τῳόντι, ἐν ἄρθρῳ τετάρτῳ τοῦ Διατάγματος περὶ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ὅπερ ἐξεδώκατε τὴν 9ην Δεκεμβρίου τοῦ 1883 («Ἐφημερὶς Κυβερνήσεως» 1883, ἀριθ. 518) ἀναγινώσκομεν τὸν τρόπον, ὃν ἐκανονίσατε ὅπως ἐκδίδῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς ὁδοποιΐας χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ σεῖς πρῶτοι παρεβιάσατε αὐτόν. Κατὰ τὸ Διάταγμά σας ἡ κεντρικὴ ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας Ἐπιτροπὴ ἔχει χρέος ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ἐπιταγῶν πρὸς πληρωμὴν δαπάνης διατασσομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων, εἴτε μὴ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἀναφερομένης ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Ἐπιτροπὴ ἠναγκάσθη νὰ συντάξῃ χρηματικὸν ἔνταλμα ἐπὶ ψευδοῦς καὶ εἰκονικῆς αἰτίας στηριζόμενον, ἔφερε λόγον π. χ. διὰ τὸν ἐργολάβον δεῖνα μιᾶς ἰδανικῆς Ἐθνικῆς ὁδοῦ, καὶ τὰ χρήματα ἐλήφθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας! Ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη διαμαρτύρεται, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσι τοιοῦτον μάθημα οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, διότι καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ὑπάλληλοι, νὰ συντάσσωσι δηλονότι, κατὰ διαταγὴν, ψευδῆ καὶ πλαστὰ πρωτόκολλα, οὔτε νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος οἱ κκ. Ὑπουργοὶ νὰ ὁμολογῶσιν ἀπροκαλύπτως, προκειμένου περὶ χρηματικῆς διαχειρίσεως, ὅτι οὐδεὶς ἐφεξῆς φραγμὸς δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὰς Ὑπουργικὰς ὀρέξεις. Ἑπομένως δὲν χωρεῖ ἐπιείκεια ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ αὐστηρὰ Δικαιοσύνη, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ πατάξῃ τὰς αὐταρχικὰς ἐνεργείας σας. Ἀλλ’ ἡ πλημμελὴς ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἠνάγκασεν αὐτὴν ἐν τέλει νὰ ποιήσηται ἐπιδρομὴν καὶ εἰς ὅλα τὰ Δημόσια Ταμεῖα, καὶ νὰ διαρπάσῃ τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τοῖς Ταμείοις τοῖς τε Ἐπαρχιακοῖς καὶ τῷ Κεντρικῷ, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδ’ αὐτῶν τῶν παρακαταθηκῶν τῶν ἰδιωτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ παρακωλύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων.
§92ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Κοντογούρη, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁμιλεῖτε ἐνώπιον ἑξήκοντα ἀτόμων. Ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ μὴ ἀπαρτίας; (θόρυβος, ψιθυρισμοί).
§94ΧΟΪΔΑΣ. Ἀντὶ νὰ ἐρωτᾶτε, κύριε Πρόεδρε, ἂν ὑπάρχῃ πρότασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ καλέσητε τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις κυρίους Βουλευτάς.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν, ἂν θέλωσι νὰ μένωσιν ἐδῶ ἢ ἂν θέλωσι νὰ μένωσιν εἰς τὰ δωμάτια. Ἂν θέλητε ὅμως νὰ προτείνετε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§96ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία (θόρυβος).
§97ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας....... Ἐξακολουθήσατε, κύριε Κοντογούρη.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖται ὁ κ. Κατσικαπῆς τῆς προτάσεώς του περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§99ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
§100ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου αὐτῆς ὀργάνου κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ταύτης ἔλεγε ταῦτα: «Ἡ Βουλὴ περιβάλλουσα τὴν Κυβέρνησιν μετ’ ἐμπιστοσύνης.......
§101ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιμένω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 113· ἑπομένως, μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.)