1885.01.22
1.441 στίχοι · 10.968 λέξεις · 58 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 22 Ἰανουαρίου 1885.
(Τρίτη)
Ὥρα 4½ Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἰωαννίδου, ἀρχαίου δημοσίου ὑπαλλήλου, ἐκτιθεμένου τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας του καὶ τὴν παροῦσαν οἰκτρὰν αὐτοῦ κατάστασιν. Αἰτεῖται σύνταξιν ἢ ἀνάλογον μηνιαῖον βοήθημα.
§2ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸς βεβαίωσιν, κύριοι Βουλευταὶ, τῶν ἐργασιῶν τῶν Δικαστηρίων προεκάλεσα τὴν σύνταξιν συγκριτικοῦ πίνακος τῶν ἐργασιῶν τούτων κατὰ τὰ πέντε τελευταῖα ἔτη, τὸν ὁποῖον καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἐξ αὐτοῦ θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ Δικαστήρια εἰργάσθησαν ἐσχάτως, καὶ μάλιστα κατὰ τὰ ἔτη 1883 καὶ 1884, πολὺ περισσότερον ἢ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐξαιρέσει τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ λίαν βεβαρημένου Ἐφετείου Ἀθηνῶν, καὶ δύω ἢ τριῶν ἄλλων Πρωτοδικείων ἐκ τῶν μᾶλλον πολυασχόλων, ὅλα τὰ λοιπὰ Δικαστήρια εἶναι τὰ μὲν σχεδὸν, τὰ δὲ ἄλλα καὶ ἐντελῶς ἐνήμερα. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ὑπάρχει ἐπίσης ἀρκοῦσα πρόοδος, περιορισθέντος ὡς πρὸς αὐτὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρὰ τοῖς τακτικοῖς ἀνακριταῖς ἐκ τοῦ παρελθόντος συσσωρευθεισῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων. Ὅλα δὲ ταῦτα ἐπῆλθον ἀφ’ ἑνὸς μὲν χωρὶς οὐδεμία, λόγου ἀξία τουλάχιστον, νὰ ἐπέλθῃ προσθήκη εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, διότι ἐκ τῶν δέκα θέσεων, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ περυσινοῦ Προϋπολογισμοῦ προσετέθησαν, μόνον δύω ἐπληρώθησαν, καὶ ἐξ ἑτέρου, ἐνῷ τὰ Δικαστήρια ἐξακολουθοῦσιν ὁλονὲν ἐπιβαρυνόμενα μὲ ποικίλην ἄλλην πρόσθετον καὶ ὅλως ἀλλοτρίαν εἰς αὐτὰ ἐργασίαν. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, κύριοι, πόσον τὰ Δικαστήρια ἐπιβαρύνονται ἐκ τῆς ἀλλοτρίας ταύτης ἐργασίας, συγχωρήσατέ μοι νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν ἐργασιῶν τούτων. Καὶ πρῶτον μὲν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς Προέδρους τῶν Πρωτοδικείων, εἰς αὐτοὺς ἀνατίθεται ἡ ἐκδίκασις τῶν φορολογικῶν καταλόγων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οἰκείων ἐνστάσεων· δεύτερον εἰς αὐτοὺς ἀνατίθεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς περιοδίας ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις πρὸς κλήρωσιν τῶν στρατευσίμων, καὶ τελευταῖον λαμβάνουσιν οὗτοι μέρος εἰς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια ὡς μέλη αὐτῶν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τοὺς Προέδρους ὡς τοιούτους. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ Δικαστήρια ὁλόκληρα, καὶ αὐτὰ ἐπιβαρύνονται ἐπίσης μὲ ἀλλοτρίας ἐργασίας· καὶ τοιαῦται εἶναι πρῶτον, ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατ’ αὐτῶν ὑποβαλλομένων ἐνστάσεων, καὶ δεύτερον καὶ κυρίως ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐκλογῶν τῶν τε Βουλευτικῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν. Ἵνα ἴδητε δὲ πόσον ἐπιβαρύνονται τὰ Πρωτοδικεῖα ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, παρατηρῶ ὡς ἐν παραδείγματι, ὅτι κατὰ τὸ ἄρτι λῆξαν ἔτος, τὸ ἔτος 1884, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστὸν, δὲν ἐγένοντο γενικαὶ ἐκλογαὶ, οὔτε Βουλευτικαὶ οὔτε Δημοτικαὶ, ἐγένοντο οὐδὲν ἧττον δεκαὲξ Δημοτικαὶ καὶ ἓξ Βουλευτικαί. Καὶ ἐν τούτοις ἀπησχολήθησαν ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν τούτων τόσοι δικασταὶ, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι σχεδὸν παρέλυσαν αἱ ἐργασίαι δέκα Πρωτοδικείων. Ἂν προσθέσητε εἰς αὐτὰ καὶ τὰς παρεμπιπτούσας ἐργασίας τῶν Κακουργιοδικείων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποσπῶνται τόσοι δικασταὶ, θέλετε ἴδει ὅτι ἡ κοινῶς ἀποδιδομένη εἰς τοὺς δικαστὰς ὀλιγωρία καὶ ἀμέλεια δὲν εἶναι, τοὐλάχιστον, τόσον δεδικαιολογημένη ὅσον κοινῶς λέγεται καὶ πιστεύεται. Ὡς πρὸς τὸν πίνακα, τὸν εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην ἀφορῶντα, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς αὐτοῦ καὶ αἱ ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις παρά τε τοῖς τακτικοῖς ἀνακριταῖς καὶ τοῖς ἄλλοις ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις, ὅπως οὕτω παραστῇ πλήρης ἡ εἰκὼν τῆς καταστάσεως τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ τὸν πίνακα τοῦτον, εἰς ὃν πρὸ καιροῦ ἐργάζομαι, καταρτίζω ἤδη, καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ᾖναι περατωμένος καὶ θέλω τὸν ὑποβάλει ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν. Ὁ πίναξ δὲ οὗτος θὰ περιέχῃ ὄχι μόνον τὰς ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς περατωθείσας ἐντὸς τοῦ ἔτους 1884 ὑπό τε τῶν τακτικῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, κατὰ περιφερείας. Ὑποβάλλω δὲ καὶ ἕτερον ἰδιαίτερον πίνακα, ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐργασίας τῶν Κακουργιοδικείων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα παρατηρῶ μετὰ χαρᾶς, ὅτι τελευταίως καὶ ἀπό τινων ἤδη ἐτῶν ἤρξαντο λειτουργοῦντα πολὺ κάλλιον ἢ τὸ πρίν, ὡς θέλετε ἐξαγάγει ἐκ τοῦ ὑποβαλλομένου πίνακος. Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης εἶχε ζητήσει νὰ μάθῃ πόσοι ἐδραπέτευσαν ἐκ τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν ὑπόδικοι, πόσοι ἐδραπέτευσαν ἐκ τῶν ποινικῶν φυλακῶν κατάδικοι, καὶ πόσοι ἐδραπέτευσαν ἐκ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων διὰ πολιτικὰ χρέη. Καταθέτω τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ὑπόδικοι μὲν ἐδραπέτευσαν ἐν συνόλῳ ἑπτὰ, ἐκ τῶν ὁποίων εἷς κατὰ τὴν δραπέτευσιν ἐφονεύθη, ὥστε μένουσιν ἕξ. Κατάδικοι δὲ ἕξ, ἐξ ὧν οἱ μὲν δύω προσῆλθον, ὁ δὲ εἷς συνελήφθη· τέσσαρες δὲ ἢ πέντε ἐδραπέτευσαν ἐκ τῶν διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένων, ἐξ ὧν δύω προσῆλθον καὶ δύω συνελήφθησαν. Θὰ μὲ συγχωρήσητε ὅμως νὰ παρατηρήσω σχετικῶς πρὸς τὰς πληροφορίας ταύτας τὸ ἑξῆς: Εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κύριος Λεβίδης, μὲ εἶχεν ἐρωτήσει περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δραπετευσάντων ὑποδίκων, καὶ εἶπον τότε εἰς αὐτὸν ὅτι, ὡς ἐνόμιζον, ἦσαν οὗτοι τρεῖς· τώρα δὲ προκύπτει ὅτι ἦσαν ἕξ· ἀλλὰ θέλω ἐξηγήσει τὸν λόγον διατί εἶπον τότε ὅτι ἦσαν τρεῖς· ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι, διότι οἱ μὲν τρεῖς εἶχον δραπετεύσει ἐκ τῶν φυλακῶν Τρικκάλων, οἱ δὲ λοιποὶ τρεῖς ἐκ τῶν φυλακῶν Ἄρτης· ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅμως Τρικκάλων, πρὸς ὃν εἶχον ἀποτείνει τότε τὴν ἐρώτησιν ταύτην περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δραπετευσάντων ἐκ τῶν αὐτόθι φυλακῶν, ὑπολαβὼν ὅτι ἐζήτουν νὰ μάθω πόσοι ἐδραπέτευσαν, οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ οἰκείου νόμου, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῶν διευθυντῶν τῶν φυλακῶν, ἀπήντησεν ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν φυλακῶν Τρικκάλων εἶχε δραπετεύσει, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐγὼ τότε, ὅτι εἶχον δραπετεύσει τρεῖς μόνον ἀντὶ ἕξ. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀναφερόμενοι ἓξ δραπετεύσαντες, ἐδραπέτευσαν μετὰ μὲν τὴν ἰσχὺν τοῦ οἰκείου νόμου, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῶν διευθυντῶν τῶν φυλακῶν, διότι ἔκτοτε οὐδεὶς ἐδραπέτευσεν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βώλου κύριος Φιλάρετος εἶχε ζητήσει νὰ προσαγάγω κατάλογον, ἐμφαίνοντα τὰς εἰς χεῖρας τῶν Δικαστικῶν γραμματέων εὑρισκομένας προκαταβολὰς ἢ πρόστιμα. Ὑποβάλλω πίνακα περιέχοντα λεπτομερῶς ὅλας αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Ὁ κύριος Τζάνες ἔχει ζητήσει νὰ καταθέσω τὴν δικογραφίαν τοῦ Δικαστηρίου Καλαμῶν περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας Δικηγόρων τινῶν· καταθέτω ταύτην. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶχε ζητήσει νὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν περὶ τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, ὡς καὶ τῶν ἐκκρεμῶν καταγγελιῶν κατὰ τῶν χωροφυλάκων Μεσσήνης. Καταθέτω ταύτην. Ὁ ἕτερος Βουλευτὴς Μεσσήνης κύριος Μποῦτος εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, πρῶτον περὶ τῶν κατὰ Βουλευτῶν Μεσσήνης ὑπαρχουσῶν κατηγοριῶν, καὶ δεύτερον περὶ τῶν κατὰ τῶν αὐτῶν ἐκδοθεισῶν τυχὸν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου Καλαμῶν. Καταθέτω καὶ τὰ περὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἔγγραφα.
§3Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, κύριοι, καὶ ἐπίστευον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε δώσει τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν χωροφυλάκων εἰς τὴν Μονὴν Βουλκάνου. Ἐπίστευον τοὐλάχιστον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν, ἀφοῦ εἶδεν ὅτι παρῆλθεν ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, ζητήσει τὰς πληροφορίας ταύτας καὶ διατάξει νὰ ἐκτελέσωσι τὰς διαταγὰς αὐτοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς οὐδεμία μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις. Ἓν μόνον ἔγγραφον μοὶ ἔδωκε ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ κύριος Ὑπουργός, ἀποβλέπον τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε κάμει. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θέλουσι ληφθῆ οὐδαμῶς ὑπ’ ὄψει, ὅτι θέλουσι λησμονηθῆ ἐντελῶς αἱ παρατηρήσεις μου. Δὲν ἐλπίζω, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα καὶ καταγγέλλων τὴν ἀμέλειαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἴδω αὐτὴν λαμβάνουσαν τὰ κατάλληλα μέτρα σήμερον τοὐλάχιστον. Ἔρχομαι ὅμως νὰ παραπονεθῶ, ἔρχομαι νὰ στιγματίσω τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως· διότι βεβαίως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέρχεται ταχεῖα, διορθοῦσα καὶ τιμωροῦσα τοὺς παρανομοῦντας, βεβαίως δὲν δύναταί τις ν’ ἀποκρούσῃ τὸν συλλογισμόν, ὅτι κατὰ διαταγὴν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως συνέβη ὅ,τι συνέβη, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν αὐτὴ προστατεύει τοὺς ἐγκληματήσαντας. Θέλω λοιπὸν νὰ στιγματίσω τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐλπίζων μόνον τοῦτο, ὅτι ὁ κόσμος, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἀριθμοῦσα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὰ ἁμαρτήματά της, θέλει ἐπιφέρει ἐπὶ τέλους τὴν ἐτυμηγορίαν της.
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύω λέξεις ἐπὶ τῶν καταβληθεισῶν πληροφοριῶν,
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν τηρεῖτε τὴν αὐτὴν τακτικήν; (Θόρυβος).
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, ὅτι δὲν τῷ ἐπετράπη ὁ λόγος· διότι ὁ κ. Φιλάρετος ἐζήτησε νὰ φέρῃ παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐχούσας σχέσιν μετὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας οὗτος γραπτὰς κατέθεσεν, ἀλλὰ καὶ προφορικῶς ἐξέθηκεν, ἀλλὰ δὲν ἐπετράπη ὁ λόγος, παρετηρήθη δὲ τότε ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι δύναται νὰ ἐγγράψῃ ἑαυτὸν, ὡς μέλλοντα νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν ὅτε θέλει λάβει τὸν λόγον κατὰ σειράν. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ ὁ λόγος εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ φέρῃ ἀμέσως τὰς παρατηρήσεις του ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, διότι ἐνδεχόμενον ἦτο αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ νὰ καταδείξωσι τὴν ἀνάγκην νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλας πληροφορίας πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κατατεθεισῶν.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, διότι τὴν παρατήρησίν μου ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅστις ἐφαρμόζει τὸν Κανονισμὸν ὅπως θέλει.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως τὸν ἐννοῶ, καὶ ἐὰν θέλετε διαφορετικὰ, νὰ προκαλέσητε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὅλαι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας κάμνετε, εἶναι μηδέν· ὅστις θέλει νὰ διευθύνῃ τὸν Κανονισμὸν, νὰ φέρῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι τὰς παρατηρήσεις τὰς θεωρῶ ὡς ἔκφρασιν γνώμης.
§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ πράξω παραπλήσιον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ πράξῃ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Βώλου. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρατηρήσεις τινάς, τὰς ὁποίας δὲν ἤθελον ἀπευθύνει, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀρκεσθῆ εἰς τὴν ἁπλῆν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς κατέθηκεν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὰς γραπτὰς ταύτας πληροφορίας νὰ συνοδεύσῃ καὶ διὰ προφορικοῦ λόγου, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ φέρω τὸν λόγον. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης τῆς πολιτικῆς, τῆς ὁποίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέστησε τὰς προόδους, διότι δὲν ἔλαβον εἰσέτι γνῶσιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς κατέθεσεν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω ἄλλοτε λόγον περὶ αὐτῆς. Περὶ τῆς ποινικῆς ὅμως δικαιοσύνης ἤθελον παραβῆ τὸ καθῆκον, ἐὰν δὲν ἤθελον ἀπευθύνει τὰς παρατηρήσεις μου καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι μοὶ ὑπαγορεύεται ὡς ἀναπόφευκτον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλαὶ ὑποθέσεις τῆς διοικήσεως ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν διοίκησιν καὶ ὑπήχθησαν εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπλεόνασαν αἱ ἐργασίαι τῶν Δικαστηρίων. Τοῦτο ἐὰν εἶναι ἐλάττωμα νομοθετικὸν, ἦτον ὅμως ἀνάγκη ἐπιβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας καὶ ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς διοικητικῆς. Ἔπρεπεν ἀληθῶς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματα, κατὰ τῶν ὁποίων πολλαὶ ἐτολμήθησαν κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους ἐπιδρομαί. Ἔπρεπε πρὸς τὸ συμφέρον τῆς διοικήσεως νὰ ἀνατεθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῆς εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, διότι ἡ ὑπὸ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς διεξαγωγὴ τῶν ὑποθέσεων τούτων δὲν παρεῖχεν ἐγγυήσεις εἰς τοὺς πολίτας περὶ τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς ἀμεροληψίας τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ κακὸν τοῦτο, οὗ ἕνεκα ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ ἐργασίαι τῶν Δικαστηρίων, δὲν ἐπῆλθε διὰ τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ψηφισθέντων Νόμων μόνον. Πρὸ πολλῶν χρόνων ἡ κατάστασις αὕτη ἐπῆλθεν, ἐπιβαρύνουσα τὰ Δικαστήρια διὰ τῶν ἀλλοτρίων τούτων ὑποθέσεων. Δὲν συνέβη λοιπὸν μόνον τὴν τελευταίαν τριετίαν νὰ ἐπιφορτισθῶσι τὰ Δικαστήρια διὰ τῶν τοιούτων ὑποθέσεων· ἑπομένως ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία τῆς βραδύτητος τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζουσιν ὅσοι θέλουσι νὰ ἴδωσι τὴν ἀνύψωσιν τῆς δικαιοσύνης, καὶ θέλουσι νὰ ὑπάρχωσι πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις περὶ τῆς εὐθύτητος καὶ ἀμεροληψίας τῆς λειτουργίας αὐτῆς, τοῦτο ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν αὐτῶν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠσχολήθη. Τὴν προσοχὴν τῶν ἀνδρῶν τούτων ἐφείλκυσαν ἰδίως τὰ συμβαίνοντα ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, διότι αὐτὰ κατέστησαν ἀναπόφευκτα νὰ ἐξαρτᾶται ἡ διαγωγὴ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἐκ τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Εἰσαγγελεῖς, ὅσον καὶ ἂν ἦναι δικαστικὸς ὁ χαρακτὴρ αὐτῶν, εἰσὶν ἐξηρτημένοι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως, τυγχάνοντες πρὸ τῆς πληθύος τῶν ἐκκρεμῶν Δικαστικῶν ἀνακρίσεων, περιέρχονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκλέγωσί τινας τῶν ἀνακρίσεων τούτων καὶ ταύτας νὰ προτάσσωσιν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ὄργανον τοῦτο, ἤτοι ὁ Εἰσαγγελεὺς, διατελεῖ ὑπὸ τὴν δρᾶσιν τῆς πολιτικῆς, ἡ ἐκλογὴ τῶν μηνύσεων ἢ καταγγελιῶν, αἵτινες ἐνεργοῦνται, γίνονται ὑπὸ τὸ συμφέρον τῆς δράσεως τῆς πολιτικῆς. Δὲν συμβαίνει δὲ μόνον τοῦτο τὸ κακὸν, ὅτι ἕνεκα τούτου μένουσιν ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ τοῦτο συντελεῖ, ἵνα σχηματισθῇ πεποίθησις εἰς τὸν λαὸν, ὅτι καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πολιτικῆς, διδάσκουσι δὲ τὸν λαὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην, εἰμὴ ἂν προστατεύηται ὑπὸ τῆς πολιτικῆς. Τοῦτο δὲ τυγχάνει ὁ χείριστος πολέμιος τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐπὶ τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ποῖα μέχρι τοῦδε μετῆλθε μέσα ἵνα μειώσῃ τὸ κακὸν, ἂν οὐχὶ νὰ ἐκριζώσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ κρατύνῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν εὐθύτητα τῶν Δικαστῶν καὶ τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Μετὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀσχοληθῶ ἀπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν περὶ ὁδοποιΐας πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθεσεν. Ἐπιφυλάσσομαι ἀληθῶς, ὅταν αἱ πληροφορίαι αὗται περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν ἡμῶν, ν’ ἀνακοινώσω ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην μου· ἀλλὰ διὰ νὰ κατασταθῇ τοῦτο εὐκολώτερον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅσα καὶ ἂν ἦσαν τὰ κατατεθέντα τεύχη, νὰ μὴ διστάσῃ νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὰ πλεῖστα εἶναι ἐπὶ ἑνὸς φύλλου, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν ἐπὶ ἑνὸς φύλλου καὶ ἦσαν μακρότερα, δὲν πρέπει νὰ φεισθῶμεν τῆς διὰ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν δαπάνης, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Διοίκησιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δι’ αὐτὰ δαπανηθέντων, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβαρύναμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν οὐχὶ μόνον δι’ εἰδικῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἀγογγύστως καταβάλλει ὁ λαὸς, ἀλλὰ καὶ διὰ δανείων εἴκοσιν ἑκατομμυρίων. Πρέπει δὲ ἡ Βουλὴ νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τούτου· διότι, ὅταν ἤθελεν ἐξαντληθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, δὲν γνωρίζω ἂν θέλῃ εἶσθαι εἰς κατάστασιν τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦτο νέαν ἐπικουρίαν, ὅσην διὰ τοῦ δανείου τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων ἐχορήγησεν αὐτῷ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφάνη προσέτι λίαν φιλότιμος καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠρνήθη νὰ ὑποβάλῃ μόνον τὰς περὶ ὁδοποιΐας πληροφορίας ὅσας ἐζητήσαμεν, ἀλλὰ κατέθηκε καὶ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὠνόμασε προμελέτην σιδηροδρόμου, μελετωμένου δῆθεν νὰ κατασκευασθῇ. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ἐζητήσαμεν, οὐδὲ ἐπιβάλλει ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ. Αἱ προμελέται τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων ὑποβάλλονται εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ αἱ κύριαι μελέται τῆς κατασκευῆς αὐτῶν· διότι ἡ Διοίκησις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ ἵνα πεισθῇ ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ μέσα πρὸς κατασκευὴν τῶν ὑπὸ τῶν μελετῶν τούτων περιγραφομένων ἔργων, καὶ ἐὰν τὰ ὑπάρχοντα ἐπαρκῶσι πρὸς ταῦτα. Αἱ Βουλαὶ δύνανται ν’ ἀκούσωσιν ὅτι συνεγράφη προμελέτη κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἐν Πελοποννήσῳ· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν καταβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένην πρότασιν Νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, τοῦ ὁποίου τὴν προμελέτην ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ προμελέτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν, οὐδὲν κῦρος. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτιρικῶν ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ Νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἠθέλομεν ἐξετάσει τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἠθέλομεν ἐξετάσει ἐὰν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους προτείνεται ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου, εἶναι συμφέροντες, ἠθέλομεν ἐξετάσει τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διαθέσῃ εἰς τοῦτο καὶ ἠθέλομεν δώσει τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποβάλλει τοιοῦτο Νομοσχέδιον, διότι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον· πρὸς ποῖον λοιπὸν σκοπὸν ἐγένετο ἡ ἀνακοίνωσις τῆς προμελέτης ταύτης εἰς τὴν Βουλήν; Προμελέτης ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ αὕτη μᾶς ἔλιπε, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου, ἢ χρημάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκένωσεν ἡ Κυβέρνησις τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους διὰ τῆς σπατάλης καὶ τῆς διασπαθήσεως αὐτῶν; Τὸ διάβημα τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν οὐ μόνον δὲν εἶναι σπουδαῖον, ἀλλ’ εἶναι ἐμπαικτικὸν τοῦ λαοῦ τῆς Πελοποννήσου. Μήπως ἠθέλησε δι’ αὐτοῦ νὰ δώσῃ εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἀρκαδίας καὶ τῆς Μεσσηνίας ἐλπίδας, τὰς ὁποίας κατὰ δυστυχίαν τοῦ τόπου δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσῃ; Δὲν γνωρίζω ἂν ἀπαιτοῦνται 21 ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἢ ἂν ἀπαιτεῖται καὶ ἀνώτερον τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ ποσόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἔχει τὰ μέσα ἵνα προβῇ εἰς τὴν δαπάνην τοῦ ποσοῦ τούτου, ἂς μᾶς καταδείξῃ τοῦτο καὶ ἂς προβάλῃ τὸ περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου Νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν προβάλλει τὸ τοιοῦτον Νομοσχέδιον, ἀλλὰ μᾶς φέρει προμελέτην τοῦ σιδηροδρόμου. Καὶ πῶς νὰ προβάλῃ Νομοσχέδιον τοιοῦτον; Τίς δὲν ἀναλογίζεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσε νά καταναλώσῃ δάνειον ὁλόκληρον ἐξ 170 ἑκατομμυρίων, ἵνα μόλις ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν 69 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας; Τίς δὲν ἀναλογίζεται ὅτι 12 ἑκατομμύρια καὶ 500 χιλιάδας δραχμῶν ἐδανείσθη προχθὲς ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ παρούσης αὐτῆς καταντήσασα νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος μέχρι τῆς προκλήσεως πολλῶν Τραπεζῶν εἰς συνεισφορὰν τοῦ ποσοῦ τούτου; Τίς δὲν ἀναλογίζεται ὅτι 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια ὀφείλει προσέτι νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τοῦ 1885 πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της πρὸς τὰς ἑταιρίας, τὰς ἀναλαβούσας ἤδη τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν καταληφθέντων γηπέδων; Ἔχει δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ προσέτι ἐντὸς τοῦ 1885 καὶ 35 ἑκατομμύρια τῆς προκαταβολῆς. Τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τοῦ 1885, ἀνέρχονται εἰς 56 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουσι κατὰ σημαντικὸν ποσὸν τὰ ἔσοδα, καὶ διὰ τοῦτο θέλει ὑπάρξει ὀγκῶδες καὶ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο πρέπει νὰ πληρωθῇ ἐντὸς τοῦ 1885. Καὶ ἔχει μὲν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τούτων εἰς τὴν διάθεσίν της 140 χιλιάδας ὁμολογίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτων ἐνεχυρίασε προχθὲς 40 χιλιάδας διὰ τὰ παντοδαπὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα προχθὲς τὸν Δεκέμβριον συνωμολόγησε διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὥστε δὲν μένουσιν ἐλεύθεραι εἰμὴ 44 χιλιάδες ὁμολογιῶν. Καὶ αἱ ἐνεχυριασθεῖσαι ὁμολογίαι ἐνεχυριάσθησαν διὰ 250 φράγκα ἑκάστη, ἤτοι διὰ τὸ ἥμισυ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας αὐτῶν. Ὅταν δὲ πωληθῶσιν, ἡ τιμὴ αὐτῶν θέλει ἐξαρτηθῆ ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, περὶ τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζω ποίας εὐχαρίστους καὶ αἰσίας εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ἀνεκοινώθη ἡ προμελέτη αὕτη τοῦ ἰδανικοῦ τούτου σιδηροδρόμου. Διὰ νὰ μάθωσι τάχα οἱ λαοὶ τῆς Πελοποννήσου, ὅτι θέλουσι κατασκευάσει σιδηροδρόμους καὶ ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν, ἢ διὰ νὰ δώσωσι καὶ πάλιν εἰς αὐτοὺς ἐλπίδας, ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε συνέβη; Τάχα δὲν ἐδιδάχθη ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων; Τάχα ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ καὶ νέας ἐλπίδας ἀπὸ ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων πλανηθεὶς ἐτράφη ἤδη ἐπὶ τρία ἔτη; (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυπηρὸν, κύριοι, ὁσάκις Βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐκπληροῖ ἀκριβῶς καὶ ἀμερολήπτως τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ λυπηρότερον εἶναι ὁσάκις ἡ διαφορὰ τῆς κοινωνικῆς θέσεως μεταξὺ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ Προέδρου εἶναι τοῦ πρώην Καθηγητοῦ πρὸς τὸν πρώην μαθητήν. Πολλὰ δὲ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ἀπέχων ἀφίνω σεῖς νὰ χαρακτηρίσητε τὴν πρὸς ἐμὲ πρὸ μικροῦ συμπεριφορὰν τοῦ κ. Προέδρου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ κατακριθῶ ὡς συντελῶν πρὸς σπατάλην τοῦ χρόνου, διότι ναὶ μὲν ὁμιλῶ συχνά, διότι εἰς οὐδεμίαν ἐκ τῶν δύω φατριῶν ἀνήκων καὶ μὴ ἔχων ἀρχηγὸν ἵνα ὁμιλῇ ἀντ’ ἐμοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκφράζω τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ πάντοτε συντόμως καὶ χωρὶς κατατρίβων πολὺν χρόνον. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὴ μεταχειρισθῇ ἄλλο μέτρον δι’ ἐμὲ καὶ νὰ θεωρῇ, ὡς ὀφείλει, πάντας τοὺς Βουλευτὰς ἴσους. Ἐγὼ πρὸ μικροῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ φέρω συζήτησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης πρὸς συμπλήρωσιν τῶν παρ’ αὐτοῦ κατατεθεισῶν πληροφοριῶν· πρὸς τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον. Μολονότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἀπέδειξε, δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δικαιοσύνης, πιστεύω ἐν τούτοις, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει προκαλέσει τοιαύτην συζήτησιν καὶ τότε θέλω πράξει καὶ τὸ ἐμὸν καθῆκον, ἵνα ἀπαντήσω καθ’ ὅσον δύναμαι εἰς ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης εἶπε πρὸ μικροῦ καὶ νὰ συμπληρώσω ὅσα ἀπήντησεν ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τὸ βῆμα ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ὅπως ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον μου τοῦτο ἀπαιτεῖται ὅπως αἱ πληροφορίαι ὦσι πλήρεις· νομίζω δὲ ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης εἰσὶν ἀτελεῖς· διότι, καθόσον ἐνόησα, ὑπεβλήθη συγκριτικὸς πίναξ τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ πληροφορία τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων.
§13ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κάμω γνωστόν, ὅτι καταρτίζεται τοιοῦτος πίναξ, τὸν ὁποῖον θέλω ὑποβάλει.
§14ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ τοιαύτη πληροφορία, διότι θέλομεν ἐξετάσει τὰ αἴτια τῆς πληθύος τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Αἱ πληροφορίαι λοιπὸν εἶναι ἀτελεῖς, διότι δὲν περιέχουσι βεβαίως ὅσα ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων διαλαμβάνει, καθόσον κατ’ αὐτὸν ἀνὰ πᾶσαν τριμηνίαν γίνονται αἱ στατιστικαὶ, πρέπει δὲ νὰ ἦναι ὅλα τὰ ἄλλα τὰ σχετικὰ εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν· διὰ τοῦτο παρεπονέθην διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ὅτι ἔπαυσαν νὰ δημοσιεύωνται αἱ στατιστικαὶ, αἵτινες ἄλλοτε ἐδημοσιεύοντο τακτικῶς.
§15ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω.
§16ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ πάντων παρεκάλεσα νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν τελευταίων Εἰσαγγελικῶν ἐπιθεωρήσεων.
§17ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη ἐπερώτησις καὶ θὰ τὴν φέρω.
§18ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐδικαιούμην νὰ ὑπενθυμίσω ταῦτα καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω ἤδη, περιορίζομαι δὲ μόνον νὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ὑποβληθέντων πινάκων.
§19ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐζήτησα καὶ ἐγώ.
§20ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς μίαν ἐπερώτησιν, ἥτις τῷ ἐγένετο περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς τῶν κοινοτικῶν συμβούλων Ζαγορᾶς καὶ Νηλείας, διότι σκανδαλωδῶς διαταγῇ τοῦ Ἐπάρχου διετάχθη ἡ ἀναβολή.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔδωκε διαταγὴν πρὸς ἀναβολήν, καὶ ἂν ἔγεινεν ἀναβολὴ τὸ ἀγνοεῖ· διότι, ἂν ἔγεινε, θὰ ἔγεινεν ἕνεκα ἐλλείψεως καταλόγων, ἢ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον.
§22ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἀνακριβῶς ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν καταλόγων εἶχε βραδύνει ἡ ἐκλογή· ἀλλ’ ἐγὼ αὐθεντικῶς γνωρίζω, ὅτι οἱ κατάλογοι εἶναι πρὸ πολλοῦ ἕτοιμοι, ὁ δὲ Ἔπαρχος διέταξε τὴν ἀναβολὴν, ἐπειδὴ ἐνδιαφέρονται ἰσχυροί τινες. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ καὶ παρακαλῶ τὸ ταχύτερον, διότι ἡ ὑπεκφυγὴ αὐτῆς ἀποδεικνύει τὸ βάσιμον τῶν παραπόνων.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἀλλ’ ὀλίγα λεπτὰ, διότι ξηρῶς θὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Καλαμῶν καὶ τὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπισυνάπτονται, διὰ νὰ ἴδητε, ἐὰν ἔχω δίκαιον νὰ ἦμαι κατὰ τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ τότε νὰ κρίνητε, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐγκρίνων τὴν τοιαύτην κατάστασιν εἶναι συγγνωστὸς (ἀναγινώσκει).
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μηνύσεις εἶναι αὐταὶ ἢ καταδίκαι;
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μυνήσεις· ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὰς καταδίκας (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν). Κατεδικάσθησαν ἐν ὅλῳ 10 ἀπὸ τοῦ 1882 (ἀναγινώσκει). Αὐτοὶ κατεδικάσθησαν, διότι ἐκτύπησαν, διότι ἐξεβίασαν οἰκίας, διότι ἔφαγον ὄρνιθας κλπ, αἱ ἄλλαι μηνύσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Τώρα ἀπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ ἐὰν οἱ χωροφύλακες οὗτοι καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι πρέπει νὰ παραμένωσιν ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ διαπράττωσι τοιαῦτα ἐγκλήματα, ἰδίως δὲ ὁ Παπασπυρίδης, κατὰ τοῦ ὁποίου ἠκούσατε πόσαι καταγγελίαι ὑπάρχουσιν. Ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ· ἐὰν δὲ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ, πιστεύω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁ πραγματικὸς αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης.
§26Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ πληροφορία ἡ τελευταία, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὅτι κατεδικάσθησαν ὀκτὼ ἢ ἐννέα χωροφύλακες ἐκ τῶν καταμηνυθέντων καὶ εἷς μόνον ὑπενωμοτάρχης, αὐτὸ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Παπασπυρίδου καὶ τῶν ἄλλων, δὲν ἦτο ἀκριβές. Οὔτε σήμερον, οὔτε αὔριον, οὔτε ποτὲ θά κατορθώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης νὰ φέρῃ καταδικαστικὴν ἀπόφασιν κατὰ τῶν ἐνωμοταρχῶν, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον, διότι οἱ ἐνωμοτάρχαι οὗτοι καὶ πεπαιδευμένοι καὶ μεμορφωμένοι εἶναι καὶ εὐόρκως ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των.
§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι δὲν ἦτο ἐδῶ, ὅταν ἀνεγίνωσκον τὸ ἔγγραφον, πρέπει τάχα νὰ τὸ ἀναγνώσω ἐκ νέου διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν διαστρέφονται εὐκόλως τὰ πράγματα; Ὁ Εἰσαγγελεὺς ὑπέβαλε δύω πίνακας, εἰς μὲν τὸν ἕνα ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμέναι αἱ ἐκκρεμεῖς καταγγελίαι, εἰς δὲ τὸν δεύτερον ἀναφέρονται οἱ καταδικασθέντες. Ἡ Βουλὴ ἔλαβεν αὐτὸν καὶ βεβαίως ἐπείσθη, ὅπως ὀφείλει νὰ πείθεται πᾶς τις ἐνώπιον τῶν ἐπισήμων ἀποδείξεων.
§28Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης δὲν ἐνόησεν ὅ,τι εἶπον. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἀνέγνωσεν ἕνα κατάλογον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο πολλαὶ καταγγελίαι, ἀλλ’ ἀνέγνωσε καὶ δεύτερον κατάλογον, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἐνωμοτάρχης, κατὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξεδόθη ἀπόφασις καταδικαστική.
§29Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι δὲν ἐγένοντο ἀκόμη ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν τούτων.
§30Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γίνωσι ταχέως αἱ ἀνακρίσεις, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ ἀβασίμου τῶν καταγγελιῶν καὶ νὰ ἴδητε ὅτι οὐδεὶς τῶν ἐνωμοταρχῶν θὰ καταδικασθῇ.
§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, οἱ κύριοι Βουλευταὶ Μεσσήνης φιλονεικοῦσι, καὶ ἐνῷ ὁ μὲν λέγει ὅτι ἐκ τῶν καταγγελθέντων ἐγκληματιῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων ἄλλοι κατεδικάσθησαν, καὶ ἄλλων μένουν ἐκκρεμεῖς αἱ κατ’ αὐτῶν κατηγορίαι ἐν τῇ Εἰσαγγελείᾳ, ὁ ἕτερος μετὰ θράσους λέγει ὅτι ἐκ τῶν μὴ καταδικασθέντων εἰσέτι οὐδεὶς θὰ καταδικασθῇ. Καὶ ποῦ στηριζόμενος, κ. Μποῦτε, λέγεις δογματικῶς ὅτι δὲν θὰ καταδικασθῶσιν; Ἔχεις βέβαια τὴν πεποίθησίν σου εἰς τοῦτον (δεικνύει τὸν Πρωθυπουργὸν), ὅστις σοὶ λέγει ὅσας παρανομίας πράττουσιν οἱ ὑπάλληλοι χάριν σοῦ κανεὶς δὲν θὰ πάθῃ τίποτε, φθάνει νὰ ἐξακολουθῇς νὰ δίδῃς ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ψῆφόν σου.
§32ΜΠΟΥΤΟΣ. Διατί λοιπὸν, ἐὰν ἦναι ἔνοχοι, δὲν δικάζονται;
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ τίς πταίει, ἐὰν δὲν δικάζωνται; Ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ οἱ Ἀνακριταί. Τὰ τυφλὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας. Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ Μεσσήνης μόνον, τοῦτο συμβαίνει εἰς πάσας τὰς Ἐπαρχίας· καθ’ ἑκάστην ἔχομεν ἐπερωτήσεις περὶ τῶν ἐγκλημάτων τῆς χωροφυλακῆς καὶ εὐζώνων, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς Βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως ὅσοι δὲν ἔχουν τὴν εὐτυχίαν νὰ χαίρωσιν, ὡς ὁ κ. Μποῦτος, τὴν ἐξιδιασμένην εὔνοιαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι ζήτημα λοιπὸν περὶ τῆς ἀκολασίας τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας τάξεως εἰς ἁπάσας τὰς Ἐπαρχίας, καὶ οὐχὶ μόνον ἐν Μεσσήνῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον νὰ καυτηριάσω τὴν αὐθάδειαν τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες θέλουν νὰ κάμωσι καὶ ἐνταῦθα ἐπίδειξιν ὅτι οὗτοι ὡς ὑπουργικοὶ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ πράξωσιν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις των καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι πᾶν τὸ συντρέχον εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν συμφερόντων των. Ἄλλως πῶς ἤθελε τολμήσει ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ μᾶς εἴπῃ ἀπροκαλύπτως ὅτι εἶναι βέβαιος ὅτι ἐπὶ τριάκοντα καταγγελιῶν ἐναντίον ἑνὸς καὶ μόνου ἀποσπασματάρχου, καὶ ἑκατὸν ἄλλων κατὰ διαφόρων τῆς ὑπηρεσίας ὀργάνων δὲν θὰ ἐκδοθῇ οὔτε μία καταδικαστικὴ ἀπόφασις; Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ἔχει τὰς πεποιθήσεις του καὶ αὐτὸς καὶ πάντες ὅσοι ἐτόλμησαν νὰ χλευάσωσιν ἐκείνους τῶν συναδέλφων, οἵτινες μετέβησαν χθὲς εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν μειονοψηφοῦσαν ἔχουν λόγους ἠθικοὺς, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει οὔτε ῥουσφέτια οὔτε χρήματα νὰ χορηγῇ εἰς τοὺς συνεργάτας της, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ διανέμει ταῦτα ἐν ἀφθονίᾳ. Πολλοὶ δ’ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἀντὶ νὰ χλευάζωσι τοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἔπρεπε νὰ ἐρυθριῶσι, διότι αὐτοὶ κάθηνται παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς, οἵτινες ἔστειλαν προώρως εἰς τὸν Ἅδην ἐκεῖνον ὅστις ἔκαμεν αὐτοὺς νὰ ἔχωσι σημασίαν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις των. Λοιπὸν, κύριοι, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ λέγω ὅτι ὀφείλουν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξωσι τὴν ταχίστην περάτωσιν τῶν δικῶν τῶν καταγγελθέντων ἐνωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ἐὰν εἶναι ἀθῶοι οἱ καταμηνυθέντες ἢ πράγματι ἐγκλημάτησαν. Ὅπως δήποτε δὲ πρέπει νὰ μετατεθῶσιν ἐκεῖθεν, διότι κατεμηνύθησαν ὑπὸ πολιτῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἐκεῖ διὰ νὰ τυραννῶσι καὶ βασανίζωσιν ἐκείνους, οἵτινες πρὸ διετίας τοὺς κατεμήνυσαν. Πρέπει νὰ συλλογισθῇς καὶ σὺ, κ. Μποῦτε, ὅτι σήμερον εἶσαι ὑπουργικὸς, αὔριον θὰ ἦσαι ἀντιπολιτευόμενος καὶ δὲν δύνασαι ν’ ἀνθέξῃς οὔτε ἑβδομάδα ἐὰν μέρος κατὰ σοῦ διαπραχθῶσι τῶν ὅσων διαπράττονται χάριν σοῦ κατὰ τῶν ἀντιπάλων σου.
§34ΚΟΜΝΑΣ ΤΡΑΚΑΣ. Κατόπιν τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον σήμερον, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀρκετὰ σπουδαῖον. Ἐν Λαμίᾳ πωλεῖται τὸ ἅλας 25 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν καὶ ἀναλόγως. Θὰ πωλεῖται 40 καὶ 50 λεπτὰ εἰς τὰ χωρία. Τοῦτο δὲ προέρχεται, διότι ὁ ἁλαταποθηκάριος ἐπώλησεν εἰς δύω τρεῖς ἐμπόρους ὅλον τὸ ἅλας ἀντὶ νὰ πωλῇ κατ’ ἀναλογίαν εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔπραξε τοῦτο ἕνεκα λόγων κομματικῶν διὰ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς ἐμπόρους τούτους, ἀλλὰ πολλοὶ ἔμποροι ἀνέφερον τηλεγραφικῶς τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ ζητήσωσι θεραπείαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ἔλαβε τηλεγραφικῶς ἀναφορὰν τῶν ἐν Λαμίᾳ ἐμπόρων καὶ τί ἐνήργησεν ἐπὶ ταύτης.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔλαβον τοιαύτην ἀναφοράν.
§36ΤΡΑΚΑΣ. Λοιπὸν γνωστοποιῶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἅλας εἰς τὰς ἀποθήκας δὲν ὑπάρχει καθόλου, διότι ἐπωλήθη εἰς τοὺς ἐμπόρους ὁλικῶς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πωλῆται λιανικῶς εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους. Πρὸς θεραπείαν λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν μεταφορὰν ἅλατος ἐξ ἄλλων ἀποθηκῶν, καὶ πρὸ πάντων νὰ διατάξῃ τὸν Ἁλαταποθηκάριον νὰ πωλῇ τὸ ἅλας τοῦτο κατὰ μερίδας μέχρις ἑκατὸν ὀκάδων.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἡ ὁποία πληροφορία, νομίζω, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς οὐδὲν ἐκ τῶν πολλῶν τευχῶν, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν. Αἱ Ἐθνικαὶ ὁδοὶ κατασκευάζονται ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καθόσον οἱ εἰδικοὶ πόροι τῆς ὁδοποιΐας μόλις ἐπαρκοῦσιν εἰς μισθοδοσίας ὁδοστατῶν, ἐργοδηγῶν, ὁδοιπορικὰ ἔξοδα καὶ τὴν συντήρησιν ἐν γένει τῶν ὁδῶν. Παρετήρησα δὲ ἐκ τῆς τελευταίας καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι, μεταβαλλόμεναι εἰς νέας, ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν 18,000,000 καὶ ὀλιγώτερον ἀκόμη, εἶχε λάβει τὸ Δημόσιον δώδεκα σχεδὸν ἑκατομμύρια, ἑπομένως δὲν ὑπολείπονται παρὰ 6 ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι θέλει ἐξαντληθῆ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν διαφόρων Ἐθνικῶν ὁδῶν, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν κατάστασιν εἶναι ἤδη εἰς ἐνέργειαν· ἐν τούτοις παρετήρησα ὅτι ἐντὸς τοῦ μηνὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις διέταξε νὰ κατασκευασθῶσιν εἰς Θεσσαλίαν Ἐθνικαὶ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ στοιχίσωσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, 3 περίπου ἑκατομμύρια· ἐκτὸς τούτου, ἐκτίθενται ἤδη εἰς δημοπρασίαν διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς ἐργολαβίαν διάφοροι ὁδοὶ ἐν Πελοποννήσῳ, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη προϋπελογίσθη εἰς 10 ἢ 11,000,000, μανθάνω δὲ ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν καὶ ἡ κατασκευὴ καὶ διαφόρων ἄλλων. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ πόθεν θὰ καταβληθῇ ἡ δαπάνη αὕτη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τούτων.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§39ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, σύμφωνα μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα ἀφ’ ὅτου ἔσχον καὶ ἐγὼ εἴτε τὴν τύχην, εἴτε τὴν ἀτυχίαν νὰ πολιτεύωμαι, καὶ τὸ ὁποῖον σύστημά μου εἶναι τέλος πάντων νὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν ἓν καὶ μόνον, τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ἔρχομαι νὰ σημειώσω πορίσματά τινα ἐκ δύω πρὸ ὀλίγου ἐπερωτήσεων δύω συναδέλφων. Μετὰ τὴν ἔκφρασιν καὶ ἐκ μέρους μου θλίψεως δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤκουσα πρὸ ὀλίγου περί τε τῆς δικαιοσύνης καὶ περὶ ἄλλων τινῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, ὅτι ὄχι καθηκόντως ἐκτελοῦνται αἱ ὑπηρεσίαι, ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ πόρισμα τρόπον τινὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Καὶ πρῶτον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε πίνακας περὶ τῆς καταστάσεως τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, οἵτινες παρουσιάζουν μέγαν ἀριθμὸν ἀποφάσεων, καὶ ἐφάνη εὐχαριστούμενος διὰ τοῦτο. Ἀλλά, κύριοι, ὁ πολὺς ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων δὲν ἀποτελεῖ τὸ εὖ· τὸ ποιὸν τῶν ἀποφάσεων ἀποτελεῖ τὸ εὖ· ἂν λοιπὸν ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, λόγου χάριν, 5 ἢ 6 χιλιάδες ἀποφάσεις εἰς ἓν ἔτος, τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἱκανοποιήσῃ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη λειτουργεῖ προσηκόντως· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ποιὸν τῶν ἀποφάσεων, καθόσον εὐχερὲς εἶναι νὰ ἐκδίδονται ἀποφάσεις διατάσσουσαι τὴν προσαγωγὴν οἱουδήποτε ἐγγράφου, καὶ τοῦτο εὐλόγως, διότι ὅταν ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει ἐκφωνοῦνται 500 ὑποθέσεις καὶ δικάζωνται 300 καὶ ἕκαστος δικαστὴς λαμβάνει 100 ὑποθέσεις νὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῶν ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος, βεβαίως ποίαν ἐργασίαν ἀπαιτεῖτε νὰ σᾶς κάμῃ; μόνον διὰ νὰ τὰς φιλολογήσῃ ἀπαιτοῦνται 15 ἡμέραι. Τί ἀπόφασιν νὰ προσαγάγῃ; προσάγει ἀπόφασιν διατάσσουσαν αἴφνης τὴν προσαγωγὴν ἑνὸς πληρεξουσίου, ἐτελείωσεν· αὐτὸ εἶναι μία ἀπόφασις. Δὲν εἶναι λοιπὸν εὐχάριστον, ὅτι ἐξεδόθησαν πολλαὶ ἀποφάσεις, ἀλλὰ ποῖαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν, πόσαι ἐξ αὐτῶν ἐξεκλήθησαν, καὶ πόσαι προσεβλήθησαν δι’ ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Λοιπὸν βλέπομεν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι τὸ βαρόμετρον· εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον εἶναι τέσσαρα ἔτη ὀπίσω.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε χρόνια.
§41ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς μομφὰς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ εἰς ἐκφράσεις χαρᾶς, ἀλλ’ εἰς πρακτικὰς σκέψεις περὶ τοῦ πρακτέου. Λοιπὸν ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω τὸ μέτρον τοῦ νὰ συστηθῇ κατ’ Ἐπαρχίας Πρωτοδικεῖον, καὶ οὕτω νὰ ἔχῃ ὁ Πρωτοδίκης νὰ ἀποφασίζῃ καθ’ ἑβδομάδα ἐπὶ 5 ἢ 6 ὑποθέσεων. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὸ σύστημα, ὅπερ προτείνω ἐγώ, νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν συμφερώτατον, διότι θὰ ἀπαλλαγῇ τὸ Δημόσιον ἀπὸ πλεῖστα ἔξοδα, ὡς τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν μαρτύρων, τὰ τῶν ἀνακριτῶν κτλ. Εἰς τοὺς Πρωτοδίκας δὲ νὰ ἀνατεθῶσι καὶ εἰρηνοδικειακὰ καὶ συμβολαιογραφικὰ καθήκοντα. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ πολίτης ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεών του καὶ νὰ μεταβαίνῃ εἰς ἄλλο μέρος, ὅπου εἶναι τὸ Δικαστήριον, δὲν ζημιοῦται οἰκονομικῶς; Δὲν ἐπέρχεται γενικὴ εἰς τὸ Κράτος οἰκονομικὴ ζημία οὕτως; Παρ’ ἡμῖν, δυστυχῶς, ἐπεκράτησε τὸ πνεῦμα τῆς στασιμότητος, τῆς κακῶς νοουμένης συντηρητικότητος, ἐπιμένομεν νὰ ἐξακολουθῶμεν τὰ ἴχνη τῶν πρὸ 40 ἢ 50 ἐτῶν νομοθετησάντων Βαυαρῶν ἀπαρεγκλίτως. Τώρα ἔχομεν ἐγγεγραμμένον Νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεώς τινος τῆς Δικονομίας, πέρυσιν ἄλλο, καὶ κατὰ πᾶσαν Σύνοδον παρουσιάζονται τοιαῦται προτάσεις· ἀλλ’ ἂς γίνῃ μία σκέψις περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς Δικονομίας. Εἶναι πολλαὶ διατάξεις ἐν αὐτῇ, αἱ ὁποῖαι σήμερον δὲν ἔχουν τὴν θέσιν των. Ἔρχομαι εἰς ὁμοίαν μελέτην καὶ περὶ τῆς ἑτέρας ἐπερωτήσεως. Εἴδομεν τὴν οἰκτρὰν διαγωγὴν τοῦ χωροφύλακος, καὶ καθ’ ἑκάστην βλέπομεν ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοργανώσεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι ὅλη ἡ στρατιωτικὴ διοργάνωσις εἶναι ἐναντίον τῆς φύσεως τοῦ Τόπου, τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἕλληνος, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ Ἐθνοφυλακή· ἡ ἀρχὴ τῆς συστάσεως τῆς ἐθνοφυλακῆς εἶναι ὑψηλὴ, καὶ τότε θὰ λείψῃ καὶ ἡ ζωοκλοπὴ καὶ αἱ καταπιέσεις τῶν χωρικῶν, καὶ ἐκ τῆς ἐθνοφυλακῆς θὰ ἔχετε καὶ ἐξοικονομήσεις σπουδαίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὅ,τι βλέπομεν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐννοοῦμεν νὰ τὸ ἐγκολπωθῶμεν καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσωμεν τυφλῶς. Αὐτὴ εἶναι μία ἐμπειρικὴ πολιτικὴ πολὺ ἐξευτελιστική.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§43Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε χθὲς, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αὐτοῦ τούτου καθορίσαντος σαφῶς, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάῤῥους, ὅπερ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐξέπληξε, τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν τῆς ἐπερωτήσεώς μου· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλεγχόμενος ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, ἅπερ διέθεσε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ θέλων νὰ παραστήσῃ ὡς διαχείρισιν τὴν ὄντως τὸν χαρακτῆρα τῆς ὑπεξαιρέσεως φέρουσαν χρηματιστικὴν ἐκείνην πρᾶξιν, σᾶς εἶπεν ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τούτου bill d’ indemnité. Ἐὰν εἶπον τὴν λέξιν «ὑπεξαίρεσιν», δὲν τὴν εἶπον ἵνα ἐκφράσω μομφὴν σχετικῶς πρὸς τὴν ποινικὴν ἔννοιαν αὐτῆς, εἶπον ταύτην, διότι οὐδὲν ἄλλο παριστᾷ ἡ πρὸς ἀλλότριον σκοπὸν χρῆσις χρημάτων δι’ εἰδικοὺς σκοποὺς προωρισμένων, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἕτοιμα τὰ πρὸς ἀντικατάστασιν μέσα, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ῥητὴ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκφρασις. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦτον τὸν χαρακτῆρα φέρει, ἀλλὰ τὸν χαρακτῆρα, ὅστις στιγματίζει τὸ πρόσωπον φέρει συγχρόνως μόνον ὅταν γίνεται αὕτη πρὸς σκοπὸν νοσφίσεως προσωπικῆς. Ὁμολογῶ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοιοῦτος σκοπὸς δὲν ὑπῆρχεν. Εἶπον, ὅτι μετὰ τόλμης, ἥτις τοὐλάχιστον ἐμὲ ἐξέπληξεν, ἐξέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν αἴτησιν συγγνώμης, ἣν προτίθεται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν τοιαύτην διαχείρισιν, ἢ μᾶλλον διὰ τὴν τοιαύτην ὑπέρβασιν τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ἐξουσίας ὑπὸ τῶν Νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, διότι ἐννοῶ καλῶς, ἐννοεῖ δὲ κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὀφείλει νὰ τὸ ἐννοῇ, πόσον ὑψηλὸν εἶναι τὸ γεγονὸς τοῦτο, καθὸ ἡ Συνταγματικὴ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ ἀναλάβῃ βαρεῖαν εὐθύνην τῆς παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὸ δὲ Κοινοβούλιον ὑποχρεοῦται νὰ καταπίῃ τὴν παράβασιν ταύτην καὶ νὰ συγχωρήσῃ τὸν διαπράξαντα αὐτὴν Ὑπουργὸν χάριν ἐπίσης τῶν αὐτῶν συμφερόντων. Εἶναι τῳόντι τὸ μέτρον τοῦτο ἓν ἐκ τῶν ὑψίστων, τὸ ὡραιότερον κόσμημα τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, διότι ἐν Συνταγματικῷ Πολιτεύματι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑποστηριζομένη, ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν αὐτῆς, ἐκπροσωπεῖ διαρκῶς τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, καὶ εὑρεθεῖσα ἐνώπιον περιστάσεων, αἵτινες ἀναγκάζουσιν αὐτὴν νὰ ὑπερβῇ τὸν Νόμον, ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ πρὸς διάσωσιν τῶν κινδυνευόντων ἴσως συμφερόντων τοῦ Κράτους. Εἶναι μυστήριον τοῦτο τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος ἐκ τῶν σημαντικωτάτων, καὶ τοῦτο τὸ σπουδαιότατον μέτρον προτίθεται, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ πρᾶξιν, ἥτις οὐδένα χαρακτῆρα φέρει γενικοῦ συμφέροντος, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς ῥητὰς τῶν Νόμων διατάξεις, ἡ ὁποία εἶναι μάλιστα ὕβρις πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, διαπραχθεῖσα παρούσης τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους! Ἐν τῇ πρώτῃ ἐπερωτήσει μου ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων, τοῦ συνομολογηθέντος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐξέφερον τότε τὴν γνώμην μου, ὅτι θεωρῶ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην ὑπερβαίνουσαν τὰ ὅρια τῆς δοθείσης εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἐντολῆς. Ἐξήγησα τότε διὰ μακρῶν τὴν ἰδέαν μου, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τούτου· δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ, διότι πᾶν ὅ,τι ἀντέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον ἐμὲ, ἀλλὰ πάντας, ὅσοι εὐσυνειδήτως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἤθελον νὰ σκεφθῶσι, δὲν ἠδύνατο νὰ πείσῃ. Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐκανονίσθη ῥητῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς τίνα εἶχε προορισμὸν, ἡ δὲ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐξησφαλίσθη ὑπ’ αὐτοῦ ἀνεξαρτήτως πάσης περιστάσεως ἀπροόπτου, ἀνεξαρτήτως ἀκόμη καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς πλήρους, τῆς ἐντελοῦς ἀποτυχίας τοῦ δανείου. Ἐγίνωσκεν ἡ Βουλὴ, ὅτι ὠφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας 69 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἐγίνωσκεν ἡ Βουλὴ, ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἐψήφισε λοιπὸν Νόμον, δι’ οὗ πρῶτον ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον προκαταβολῆς, ὅπερ γνωστὸν τοῖς πᾶσιν εἶναι, ὅτι εἶναι δάνειον ἐπιζήμιον μὲν βεβαίως, ἴσως δὲ καὶ ἐξευτελιστικόν. Προσέτι ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παράσχῃ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ (ferme) τὸ ἓν τρίτον τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, καὶ συνεπλήρωσεν οὕτω, καθ’ ὑπέρβασιν μάλιστα δύω ἢ καὶ πλειόνων ἑκατομμυρίων, τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀπέναντι τῶν διατάξεων τούτων οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε, διότι ἡ Βουλὴ ἔλαβε συγχρόνως τὴν πρόνοιαν ῥητῶς νὰ καθορίσῃ ὅτι, ἅμα κατατιθεμένων τῶν δόσεων τῆς προκαταβολῆς καὶ τῶν ὁριστικῶς παραχωρηθεισῶν ὁμολογιῶν, τὰ χρήματα τὰ καταβαλλόμενα θέλουν ἀποδίδεσθαι εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ ἐντὸς διαστήματος ἐννέα μηνῶν τὰ χρήματα ταῦτα ἤθελον πληρώσει τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ, καὶ μόνον διὰ τῆς καταθέσεως αὐτῶν ἤθελεν ἐπέλθει αὐτοδικαίως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Νόμου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ Νόμου, ὅστις εἰσήγαγε παρ’ ἡμῖν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ῥητῶς ἐλέχθη ἐν τῷ Νόμῳ ἐκείνῳ, ὅτι αὕτη θὰ διαρκέσῃ μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν πληρωθῶσι τὰ εἰς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα. Δὲν ἤθελον ἀνατρέξει εἰς ὅσα ὁ μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατελθὼν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ συντάκτης τῆς Συμβάσεως ἐν αὐτῇ τῇ συζητήσει περὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ ἔτος 1880 ῥητῶς εἶπε, συμπληρῶν τοὺς λόγους τοῦ κ. Σωτηροπούλου, Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παραστήσῃ ποίαν ἔννοιαν εἶχε, τίνα σκοπὸν καὶ διὰ πόσην χρονικὴν διάρκειαν εἶχε προσδιορισθῆ τὸ δάνειον ἐκεῖνο· ἐπρόκειτο, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, τότε νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αἱ ἔκτακτοι τοῦ 1881, ὁ δὲ κύριος Τρικούπης, ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συμπράττων μάλιστα κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην μετὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν ὅτι, καθ’ ἃς ἔχει αὐτὸς πληροφορίας, δὲν θὰ χρειασθῇ, ὡς ἤλπιζε, τὸ δάνειον ἐκεῖνο, καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ 1881 ἤθελον πληρωθῆ καὶ ἄνευ αὐτοῦ. Οὗτος ἦτο τοῦ δανείου ὁ σκοπὸς, ὁ σκοπὸς δὲ ἐκεῖνος ἐξέλιπεν· ἐκλιπόντος τοῦ σκοποῦ, ἐξέλιπε καὶ τὸ δάνειον. Γνωρίζετε δὲ καλῶς, ὅτι, προκειμένου περὶ δανείου, —καὶ οὐδεμία βεβαίως ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὰ δάνεια ἀποφασίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς—ἀλλὰ γνωρίζετε, εἶπον καλῶς, ὅτι προκειμένου περὶ δανείου, πρέπει νὰ προσδιορίζηται πρώτιστα πάντων ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν τὸ δάνειον πραγματοποιεῖται. Εἶπον δὲ πρώτιστα πάντων, διότι γνωστὸν εἶναι τοῖς πᾶσι τίς τῶν χρημάτων ἡ δύναμις, γνωστὸν δὲ εἶναι ἐπίσης ὅτι ἡ μόνη ἐγγύησις, ἡ κυριωτάτη τῶν Συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, εἶναι ὅτι μόνον ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὡρισμένοις σκοποῖς δικαιοῦται νὰ ἐμπιστεύηται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὴν χρῆσιν χρημάτων τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ. Ἀνέφερεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν Νόμον τοῦ 1884 περὶ τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἄλλα ὅλως ἐννοεῖ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ μάλιστα ἐν τῇ τροποποιήσει, ἥτις ἐγένετο, καὶ τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν ταύτην, εἰμὴ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Τράπεζαν τοῦ Ἐφιάλτου, ὅστις ἐπίεζεν αὐτὴν, διότι εἰς πιστωτικὸν κατάστημα εἶναι Ἐφιάλτης πράγματι ὑποχρέωσις ἐν πάσῃ στιγμῇ εἰς παροχὴν δανείου 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, στιγμῇ, ἣν δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ ὁ ὑπόχρεως. Καὶ ὅτι ἔχει αὐτὴν μόνον τὴν ἔννοιαν, εἶναι τὸ πρᾶγμα προφανές. Ἂν τὸ δάνειον ἐπετύγχανεν, ὁ τόκος, ὁ τὸ Δημόσιον ἐπιβαρύνων, θὰ ἦτον ὀλιγώτερος τοῦ συνομολογουμένου διὰ τῆς Συμβάσεως τοῦ 1880, οὐδεὶς δ’ εὐσυνειδήτως διευθύνων τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν πραγματοποίησιν δανείου ἐπὶ βαρυτέρῳ τόκῳ ἐκείνου, ἐφ’ ᾧ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐδανείσθη. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν παραλείψω, διατί συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων ὁ κ. Πρωθυπουργός; Συνωμολόγησεν αὐτὸ, ὡς ῥητῶς εἶπεν ἡμῖν, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἐγίνετο διὰ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἄν εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν, καὶ ἂν εἶχεν ὅμως τὴν παράδοξον ἔννοιαν ἡ Βουλὴ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ, ἀπούσης αὐτῆς, ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ τὴν παράλογον ἔννοιαν, ὅτι ἐπέτρεπε τὸ δάνειον διὰ τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἤθελεν εἶσθαι ὕβρις πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλεγέ τις πρὸς αὐτὴν, ὅτι ἐν ᾧ ἔλαβε πάντα τὰ μέτρα, μὲ θυσίαν τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ, μὲ θυσίαν καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Χώρας, ὅπως ἐξασφαλίσῃ ἐντελῶς τὴν ἄρσιν ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ, ἤθελε ψηφίσει συγχρόνως καὶ Νόμον χορηγοῦντα νέον δικαίωμα πρὸς συνομολόγησιν νέου δανείου ἐπὶ αὐτῷ τούτῳ τῷ σκοπῷ. Εἶπον, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο παραλογισμὸς, καὶ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Πατρίδος μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραλογίζηται. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἐπῆλθον βραδύτερον γεγονότα, ἅπερ μαρτυροῦσιν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πᾶν ἄλλο κατανοεῖ ἢ ὅτι εἶναι Ὑπουργὸς Συνταγματικοῦ Κράτους. Διαρκούσης τῆς Βουλῆς, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀνάγκης, πρὸς ἐπίτασιν μάλιστα τῶν δυσχερῶν περιστάσεων τῆς Χώρας, προέβη εἰς συνομολόγησιν δανείων οὐ μόνον ἐξευτελιστικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπικινδύνων, ἵνα πραγματοποιήσῃ πρὸς τὸ θεαθῆναι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἁπλῶς ἐπειδὴ τὸ εἶπεν. Οὕτω, κ. Πρωθυπουργὲ, πρὸ πάντων κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν διαχειρίζονται οἱ εὐλαβῶς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν Ἐθνῶν τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν πράγματα διοικοῦντες. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν συνιστᾷ Κυβερνήτην τῆς Χώρας, δὲν θά συνίστα οὔτε ἁπλῶς οἰκογενειάρχην ἐν περιπτώσει παραπλησίᾳ, ἂν δὲν εἶναι πλήρης ἀπόδειξις τῆς εὐπορίας τοῦ Κράτους. Καὶ σεῖς περιηγάγετε τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐσχάτην οἰκονομικὴν ἀπόγνωσιν, ἵνα ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Αὐτὸ εἶναι ἄνω ποταμῶν. Τίς δὲ σᾶς ἠνάγκασε νὰ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; ἂν δὲν ἠδυνήθητε νὰ τὸ πράξητε ἐν καιρῷ, περιήλθατε εἰς τὴν ἀδυναμίαν ἐξ ἰδίας ὑμῶν εὐθύνης. Ἀλλὰ τέλος πάντων εἴχετε τὸ καθῆκον νὰ ἀνακοινώσητε τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσητε τὴν συνδρομὴν αὐτῆς καὶ τὴν σύμπραξιν, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὴν νόμιμον κύρωσιν τῶν μέτρων, ἅτινα ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖα, ὅπως διέλθωμεν καὶ τὴν δυστυχεστάτην δοκιμασίαν αὐτήν. Μᾶς ἐλέγατε ἐντεῦθεν ἐπανειλημμένως νομίζοντες, ὅτι ὁμιλεῖτε εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ κατανοήσωσι τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει γίνει τὴν ὡρισμένην ἡμέραν. Ἀλλὰ τίς ἦτο αὕτη ἐκ τοῦ Νόμου; Ἐκείνη ἆρά γε, ἣν ὡρίσατε ὑμεῖς; παντάπασιν. Μία μόνη ἦτο ἡ ὡρισμένη ἡμέρα, ἡ ἡμέρα τῆς καταβολῆς τῆς τελευταίας δόσεως τοῦ δανείου, τοὐτέστιν ἡ 11 Ὀκτωβρίου, καὶ, ἕνεκα τῶν ὑλικῶν δυσχερειῶν τῆς μετακομίσεως τῶν χρημάτων, ἡ 20 ἢ 25. Αὕτη ἡ ἡμέρα ἐν τούτοις παρῆλθε, μὴ συγκληθείσης ἔτι τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ συνῆλθε τὴν 27, νομίζω, Ὀκτωβρίου, ἡμεῖς δὲ εἰσηγάγετε τὸν Προϋπολογισμὸν τὴν 12 Νοεμβρίου. Εἴχετε λοιπὸν τότε πλήρη τὴν ἀποτυχίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Νόμου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκόν σας, τὸ στοιχειωδέστατον; νὰ ἀνακοινώσητε ταῦτα εἰλικρινῶς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην αὐτῆς καὶ τὴν σύμπραξιν περὶ τοῦ τί ποιητέον, καὶ λέγω περὶ τοῦ τί ποιητέον, διότι πολὺ ἀμφιβάλλω ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, μὴ ἔχοντες αὐτοὶ ἐκτεθειμένην ἰδίαν προσωπικὴν φιλοτιμίαν κακῶς ἐννουμένην, ἀμφιβάλλω ἂν ἤθελον ἐκθέσει τὸ Κράτος, ὡς ἐπράξατε σεῖς, ὅπως ἄρωσι διὰ πάσης θυσίας καὶ διὰ κινδύνων τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ἤρετο αὕτη, νὰ ἔμενε τὸ συνάλλαγμα ἐν τῇ μικρᾷ τρεχούσῃ ὑποτιμήσει, καὶ νὰ ἐξηκολουθοῦμεν ἐπί τινα ἔτι χρόνον οὕτω, μέχρις οὗ δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν, μέχρις οὗ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν εὐπρεπῶς καὶ ἄνευ κινδύνου τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα διὰ τὴν ἄρσιν. Εἶναι τῳόντι καλὸν, γενικῶς ἐξεταζομένη, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ εἶναί τινα καλὰ, ἅπερ γίνονται ὀλέθρια, ἐὰν κακῶς διαπραχθῶσι. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπράξατε ὑμεῖς, τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ ἔτι ὅτι δὲν εἴχετε Νόμον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων, τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθητε νὰ ὑπερβῆτε τὰ ὅρια τῆς δεδομένης ἡμῶν ἐξουσίας· τοῦτο ὑπεραποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοῦ Κράτους ἐπείγουσα καὶ σοβαρὰ, πρὸς θεραπείαν τῆς ὁποίας ἠναγκάσθητε νὰ πράξητε τὴν παρανομίαν ταύτην, παρανομίαν οὐχὶ ἁπλῆν, ἀλλὰ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἀπέναντι τοιούτων πράξεων, ἀπέναντι σειρᾶς παρανομιῶν μαρτυρουσῶν τὴν ἀθέτησιν παντὸς δικαιώματος τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ἀνατροπὴν ὅλων τῶν κανόνων, ἐφ’ οἷς ἱστάμεθα ἐνταῦθα, ἀφοῦ οὐ μόνον διεπράξατε ταῦτα ἄνευ ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, πῶς τολμᾶτε σήμερον νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν σαρκάζοντες αὐτὴν ἀνευλαβῶς, ὅτι προσέρχεσθε διὰ νὰ ζητήσητε συγγνώμην ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις; Καὶ δὲν εἶναι ἀκριβῶς συγγνώμη· ἡ ἔκφρασις «bill d’ indemnité» σημαίνει «ἀποκατάστασιν εἰς ἀκέραιον». Συνετρίψατε τοὐτέστι τοὺς φραγμοὺς τοῦ Συντάγματος καὶ ἔρχεσθε νὰ ζητήσητε τὴν ἐγκαθίδρυσιν αὐτῶν παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅμως εἴχετε τὸ θάῤῥος καὶ σεῖς καὶ οἱ φίλοι ὑμῶν καὶ πρὸ πάντων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς ἐλέγχητε ἐντεῦθεν διατί ἐπιμένομεν νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ τούτου, διατί προβάλλομεν ταύτας τὰς ἐπερωτήσεις καὶ ἀναστέλλομεν τὴν ἔγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Ἀλλὰ σεῖς αὐτοὶ δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα, ἂν ηὐλαβεῖσθε τοὺς Νόμους τῆς Πατρίδος, ἂν ἐσέβεσθε ὑμᾶς αὐτοὺς, νὰ συμπράξητε μετὰ τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ ἀποκατασταθῆτε. Ἡ πρᾶξίς σας ἔθεσεν ὑμᾶς ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, καὶ μόνον ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ σᾶς ἀποκαταστήσῃ εἰς ἀκέραιον, ὅπως δυνηθῆτε νὰ συμπράξητε μετ’ αὐτῆς. Ὅταν ἐζήτησα τὸν πίνακα τῶν συνομολογηθέντων δανείων πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἐνόμιζον ποτὲ, τὸ ὁμολογῶ, ὅτι ἤθελε προκύψει τοιοῦτον ἀποφώλιον τέρας. Ὅστις ἴδει τὸν πίνακα ἐκεῖνον, πρέπει νὰ συγκαλύψῃ ἐξ αἰσχύνης τὸ πρόσωπον. Προσέτρεξεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου καὶ ἔτεινε χεῖρα ἐπαίτου καὶ ἐζήτησε παρὰ παντοδαπῶν τραπεζιτῶν καὶ ἀτόμων συνεισφορὰν, ἵνα κατορθώσῃ ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν! Καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους; ὑπὸ ὅρους, οἵτινες, ἄν πραγματοποιηθῶσι—καὶ εἶναι μέγας ὁ κίνδυνος, ἴσως εἶναι βεβαιότης, κατὰ δυστυχίαν, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσιν— ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ ἔσχατον τοῦ ἐξευτελισμοῦ σημεῖον. Ἵνα δὲ ἐννοήσητε εἰς ποίαν θέσιν περιερχόμεθα, σᾶς λέγω ἐν ὀλίγοις ποῦ εὑρίσκεται αὐτὸ τὸ ἀτυχὲς δάνειον τῶν 170,000,000 μετὰ τὰ διαπραχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 35,000,000 ἔχομεν ὑποθηκευμένας 140,000 ὁμολογίας, αὗται δὲν μᾶς ἀνήκουσιν ἤδη, μόνον ὅταν δυνηθῶμεν ν’ ἀποδώσωμεν τὸ χρῆμα θὰ λάβωμεν αὐτάς. Ἀπέμειναν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 90,000 ὁμολογίαι, κατὰ δὲ τὸν πίνακα, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, 46,000 ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἐδόθησαν εἰς ἐνέχυρον, μὲ τὴν συμφωνίαν νὰ ἐκποιηθῶσιν ἐπὶ πλειστηριασμῷ, συμπραττούσης μάλιστα τῆς Κυβερνήσεως καὶ διευκολυνούσης τοῦτο, ὑπάρχει περὶ τούτου ῥητὴ διάταξις εἰς τὴν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης συμφωνίαν. Ὑπολείπονται δὲ μόνον 34,000 ὁμολογίαι, ἀντιπροσωπεύουσαι, ὅσον θέλετε καὶ ἂν ὑπολογίσητε τὴν τιμὴν αὐτῶν, ποσὸν 10 ἢ 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἢ τοῦτο τὸ ποσὸν, καὶ τοῦτο ἀμφίβολον, ἀπέναντι πόσου νομίζετε ποσοῦ προωρισμένου δι’ εἰδικοὺς σκοποὺς ἀπὸ τὸν Νόμον τῶν 170,000,000; Ἀπέναντι 52 ἑκατομμυρίων· διότι 40 ἑκατομμύρια ἐψηφίσθησαν διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, αἱ ὁποῖαι κατήντησαν πλέον μυθολογικόν τι φαινόμενον, καὶ 12 ἑκατομμύρια διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους. Ἐπειδὴ δὲ θέλω νὰ ἦμαι δίκαιος καὶ νὰ προλάβω ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τούτου, σημειῶ, ὅτι διὰ μὲν τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, εἶναι, βλέπετε, καὶ στρατιωτικαὶ, αἵτινες ὅμως δὲν περιέχονται εἰς τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἐξωδεύθησαν 4 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοστύες τινὲς χιλιάδων δραχμῶν, διὰ δὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους ἐπληρώθη μέχρι τοῦδε ὁλόκληρον τὸ μέγα ποσὸν τῶν 98,000 δραχμῶν! Ἰδοὺ τὸ ἐξαγόμενον τοῦ δανείου, ὅπερ μέχρι τῆς 2ας μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥρας συνεδριάζοντες ἐψηφίσαμεν! Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλα ταῦτα προελέχθησαν τότε, καὶ κατέστη προσεκτικὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκούσῃ. Ἀλλὰ διατί δὲν ὑπέκυψε τοὐλάχιστον εἰς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων; Τὸ δάνειον ἐψηφίσθη διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, περιῆλθεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ ἐκ τῶν ὡρισμένων ποσῶν δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Δὲν εἶχε βεβαίως δικαίωμα πρὸς τοῦτο, διότι ἂν εἶχε δικαίωμα, συζήτησις δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ὁ Νόμος, ὁ Νόμος περὶ δανείου δὲν θὰ εἶχε τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν, ἂν ὁ σκοπὸς τῆς ἄρσεως δὲν ἦτο ἐξησφαλισμένος δι’ αὐτοῦ. Ἤρχισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ παρανομίας, καὶ διὰ παρανομιῶν κατέληξεν εἰς τὴν λυπηρὰν ταύτην ὑπόθεσιν. Πρώτη παρανομία εἶναι, ὅτι διέθεσε χρήματα, ἀποκλειστικῶς ἀνήκοντα εἰς ὡρισμένους σκοποὺς, πρὸς σκοποὺς ἄλλους, ἢ ἀκριβῶς εἰπεῖν, πρὸς θεραπείαν τῶν συνήθων ἀναγκῶν, δευτέρα παρανομία, ἣν ἀπεδείξαμεν, εἶναι ὅτι διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν τρίτην, ἣν θὰ ἀκούσητε, ἐξώθησε τὴν Τράπεζαν, ἡ τρίτη εἶναι ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ τετάρτη, ἣν δύναμαι νὰ ὀνομάσω ἀσεβεστάτην, ὅτι συνωμολόγησεν ἕτερα δάνεια ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, παρούσης, καὶ ταῦτα ἐξευτελιστικά. Τί δὲ μᾶς προέβαλε, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς δικαιολογίαν; Ἕνα πίνακα, οὗ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐνοήσω τὴν ὑψηλὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν, ἀνερχόμενον μέχρι τοῦ 1881, ἀναλύοντα αὐθαιρέτως τὰ ἐλλείμματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς τὰ ἑπόμενα παρελάμβανον ἀπὸ τὰ προηγούμενα ἔτη, διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι εἶχεν ὑποχρεώσεις ἐπὶ τῆς παρούσης χρήσεως πηγαζούσας ἐκ τοῦ 1881. Ἐπὶ τούτου—διότι δὲν εἶναι σήμερον ὁ προσήκων χρόνος—δὲν θέλω ὁμιλήσει ἐν λεπτομερείᾳ, θὰ ἔλθῃ καὶ τούτου ἡ στιγμὴ καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τούτων πᾶν ἄλλο ἐτηρήθη ἢ ἡ ὀφειλομένη πρὸς τὴν ἀλήθειαν εὐλάβεια. Ἀλλὰ παρατηρῶ ἤδη τοῦτο γενικῶς, ὅτι εἶναι ἀνάξιον καὶ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς νὰ γίνηται ἄγονος ἔκθεσις τοιούτων συνερισμῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων χρήσεων· αὐτὰ εἶναι ἴσως παιδικὰ ἀθύρματα, προωρισμένα νὰ παρατρέπωσι τὴν προσοχὴν τῶν ἁπλουστέρων· ἀλλὰ τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος κατὰ τί τὴν μεταβάλλουσι; Μήπως ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαδεχομένη ἑτέραν, εἶναι ἐχθρὰ ἐκείνης καὶ πολέμιος; Τί εἶναι ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας; συνέχεια ἀδιάσπαστος. Ἐὰν εἴτε ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ ἀναγκῶν, εἴτε καὶ ἕνεκα κακῆς διαχειρίσεως, αἱ προηγούμεναι χρήσεις ἀφῆκαν βάρη εἰς τὰς ἑπομένας, ταῦτα δὲν εἶναι ἄγνωστα εἰς τὸν ἀναλαμβάνοντα τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας, εἶναι δὲ βάρη νόμιμα, ἐπιβαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ὑποχρεοῦντα τὸν διαχειριζόμενον τὰ οἰκονομικὰ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς. Ἂν τὸ Ἔθνος ἐξήρχετο τὸ 1881 ἀπὸ δαπάνας ὑπερόγκους, αἵτινες τὸ ἐγονάτισαν, τί ὤφειλε νὰ κάμῃ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἐὰν ἦτο Κυβέρνησις συνετὴ, ἐὰν εὐσυνειδήτως διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας; ὤφειλε νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας, ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐπιχείρισιν ἔργων, ἅπερ δὲν ἠδύναντο νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὰ οἰκονομικὰ νεῦρα τῆς Χώρας. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἡ παροῦσα, πράξασα ὅλως τὸ ἐναντίον, ὡς ὑπεραπεδείξαμεν δι’ ἀριθμῶν ἐντεῦθεν, καὶ περιαγαγοῦσα τὴν Χώραν εἰς τὴν ἐπικίνδυνον δυσχέρειαν τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, ὅτε θὰ ἐπέλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς πληρωμῆς τῶν ἀκατονομάστων τούτων δανείων, ἀνέλαβε καὶ τὴν εὐθύνην σύμπασαν τῶν συνεπειῶν. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐὰν ὑπῆρχον τοιαῦται ἀνάγκαι, δὲν ἐδικαιοῦσθε νὰ δαπανήσητε οὔτε ἓν λεπτὸν ἀπὸ τὸ δάνειον, τὸ διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν προωρισμένον. Ὥστε δὲν πρόκειται σήμερον οὐδὲ περὶ τῆς ἐρεύνης τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ περὶ τῆς λεπτομεροῦς ἐξετάσεως ἑκάστης τῶν πράξεων αὐτῆς, ἀλλὰ πρόκειται τὸ πολὺ ὑψηλότερον, νὰ μάθῃ τουτέστιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρ’ ἡμῶν ἂν τὸ χρῆμα αὐτοῦ, ὅπερ ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του χύνει εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν, διαχειρίζεσθε σεῖς οἱ Ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ ἢ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἡμεῖς οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δύναμαι ἐν ὀνόματι πάντων νὰ ὁμιλήσω γινώσκων τὴν φιλοπατρίαν αὐτῶν, ἐὰν Κυβέρνησις Συνταγματικὴ περιήρχετο εἰς πραγματικὴν ἀνάγκην, πρὸς σωτηρίαν συμφερόντων τοῦ Κράτους κινδυνευόντων, καὶ ἐξήρχετο τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ἠθέλομεν πρῶτοι δώσει τὴν ζητουμένην συγγνώμην. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται τοιοῦτόν τι· πρόκειται σήμερον νὰ διεκδικήσωμεν τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην τοῦ Κοινοβουλίου αὐθεντίαν, καὶ διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἀλλὰ πρὸ πάντων, καὶ εἰς τοῦτο ἐπιμένω, διότι καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα καὶ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ σύμπραξις αὐτῆς καὶ ἡ ψῆφος. Ἀλλ’ ὁμοῦ μὲ τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικὸν, ὅπερ κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ πρώτιστον, διότι οὐαὶ ἡμῖν ἂν δὲν εἴχομεν τὰς Συνταγματικὰς ἐλευθερίας ὑπὸ ἀσφαλῆ ἐγγύησιν, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικὸν, ὅπερ πρέπει νὰ προκαλέσῃ πάντων ἡμῶν τὴν φιλοπάτριδα ἐξέγερσιν τῆς συνειδήσεως. Ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ εἶπον ἐπανειλημμένως, ὀλισθαίνουσα κατὰ πᾶν βῆμα, κατέρχεται ραγδαίως κατὰ κρημνῶν, καὶ θέλει περιαγάγει τὸν Τόπον Κύριος οἶδεν, εἰς ποῖον ὄλεθρον. Ἔχομεν καθῆκον νὰ σταματήσωμεν τὸ κακόν. Εἶπον ἄλλοτε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι αὐτὸς ὤφειλε νὰ ἀνομολογήσῃ ἐνταῦθα τὴν πλάνην του, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖον, τὸ ἀληθὲς μεγαλεῖον, ὡς μαρτυροῦν τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν Πατρίδα, ὤφειλε νὰ συλλογισθῇ ὅτι ὡς δημόσιος ἄνθρωπος ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος, ὤφειλε νὰ δίδῃ ὅτι πᾶν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω εἶναι βῆμα καταστροφῆς. Δυστυχῶς δὲν προσέχει εἰς πάντα ταῦτα τὰ καίρια, θέλει μόνον νὰ παρατείνῃ ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ Ὑπουργικὸν βίον καταντήσαντα δι’ ἄνθρωπον σεβόμενον ἑαυτὸν ἀβίωτον, καὶ διὰ τοῦτο ἄνευ συνέσεως καὶ ἐπὶ κινδύνῳ τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας ἡμῶν, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐν τῇ ὁρισθείσῃ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἡμέρᾳ, διακυβεύει τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως, εἰς ἣν τὸν ἐξέθεσε, καὶ διὰ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἐκ τῶν συνομολογηθέντων δανείων ἐπίκεινται. Ὅταν ἀνεγνώσατε τὸν κατάλογον ἐκεῖνον, τὸ μαρτυρολόγιον ἐκεῖνο τῆς οἰκονομικῆς τιμῆς τῆς Χώρας, δὲν ἐλυπήθητε, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνήκετε;
§44ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἐχάρημεν.
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς εἷς μόνον, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς πτέρυγος, ὁ συνήθης εἷς εἶπεν ὅτι ἐχάρη· οὐδεὶς ἄλλος ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐκστομίσῃ τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ οὔτε κἂν αὐτὸς ἐχάρη· εἶναι ἴσως τεταγμένος ἐκεῖ, ἵνα λέγῃ πράγματα, ἅτινα βεβαίως αὐτῷ μὲν δὲν περιποιοῦσι τιμὴν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα καιρίως βλάπτουσι τοὺς φίλους, ὑπὲρ ὧν ὁμιλεῖ. Μήπως δὲν εἶπεν ἐντεῦθεν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθετον τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐλέγξῃ δῆθεν ἐμὲ τὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ καὶ τὰς ὁδηγίας ἐκτελέσαντα μέτρον γενικῆς τῆς Πατρίδος ἀνάγκης, ἐκτελέσαντα δ’ αὐτὸ καὶ ἐπιτυχῶς καὶ ἐν μυρίοις κινδύνοις καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου ἀνταμειφθέντος ἠθικῶς ἐπὶ τούτῳ; Εἴμεθα βεβαίως Βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς κόμματα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἤμεθα Ἕλληνες. Γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Τρικούπης ὅτι ἐπὶ 9 ὅλα ἔτη δὲν ἤνοιξα τὸ στόμα μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἥτις ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν μὲ τιμᾷ, μόνον καὶ μόνον διότι, ἂν ἤνοιγον τὸ στόμα μου, ἠδυνάμην νὰ βλάψω τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Δὲν ἤθελον βεβαίως ποιήσει λόγον περὶ τούτου, οὐδὲ διότι ἐλέχθησαν ἀτόπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδὲ συνεπείᾳ τῆς παρούσης διακοπῆς τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἂν δὲν ἔβλεπον τὸ δι’ ἐμὲ ἀκατανόητον, ὅτι ταῦτα τὰ μὴ ῥητέα ῥήματα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ αὐθεντικῷ ὀργάνῳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀρκοῦσι ταῦτα ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, διότι εἶμαι δημόσιος ἄνθρωπος, διότι ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι δύναμαι νὰ ὑπηρετήσω τὴν Πατρίδα καὶ διότι αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ πιστοποιῶ ἐν πάσῃ στιγμῇ οὐ μόνον τὴν τιμήν μου καὶ τὴν πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσιν, ἅπερ οὐδενὶ ἐπιτρέπω νὰ διαμφισβητήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνεπιφύλακτον φιλοπατρίαν μου. Οὕτω νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σκέπτηται ὁ δημόσιος ἄνθρωπος, καὶ ἂν σᾶς ἀπησχόλησα ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς περὶ τοῦ προσώπου μου, τὸ ἔπραξα ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς ὑμᾶς, οἵτινες μὲ ἔχετε συνάδελφον. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ προφανῶς ἀντισυνταγματικὴ, καὶ ὄχι μόνον ἀντισυνταγματικὴ, ἀλλὰ καὶ ἐκ προθέσεως περιφρονητικὴ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ κατ’ οὐσίαν, λέγω, εἶναι ἐπιζήμιος καὶ ἐπικίνδυνος εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἱερὸν καθῆκον πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀξιοπρέπειαν, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρὸς τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ φρουρὸς καὶ ὁ φύλαξ, ἔχει καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ ἀποδοκιμάσῃ πράξεις, αἵτινες ἀναιροῦσι τὰ δικαιώματα αὐτῆς καὶ αἱ ὁποῖαι ἐκμηδενίζουσι πᾶσαν ἐγγύησιν παρεχομένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ὅταν δὲ αἱ τοιαῦται πράξεις ἔχωσι συγχρόνως καὶ τὸν ἐξευτελιστικὸν τοῦτον χαρακτῆρα, ὃν φέρουσιν αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας διέπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἐξετέθη εἰς ἐπαιτίαν ἐν ᾗ στιγμῇ πρόκειται νὰ τελέσῃ ὕψιστον οἰκονομικὸν μέτρον, μαρτυροῦν τὴν εὐεξίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου, θέλω νὰ ἴδω ἐὰν θὰ δυνηθῶμεν ἡμεῖς, οἱ Βουλευταὶ τοῦ Ἔθνους, νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ συνεισφορᾶς, ἥτις συνελέχθη διὰ νὰ κηδευθῇ ἡ οἰκονομικὴ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§46Α. ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὑπάρχει νόσος, τὴν ὁποίαν οἱ Ἰατροὶ ἀποκαλοῦσι Δαλτονισμόν· εἰς τοὺς ἐκ ταύτης κατεχομένους παρίστανται τὰ διάφορα χρώματα ἀλλοῖα παρὰ τὰ πραγματικά, ἤτοι τὸ μέλαν κόκκινον, τὸ λευκὸν κίτρινον καὶ καθεξῆς, οἱ δὲ Ἰατροὶ τοῦ ναυτικοῦ προπάντων μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐξετάζουσι τοὺς εἰς τὸ ναυτικὸν κατατασσομένους μὴ ἐκ ταύτης τῆς νόσου κατέχωνται, καθόσον διὰ σημάτων εἰς τὰ πλοῖα αἱ συνεννοήσεις γίνονται. Εἰς τὸν κύριον Ζηνόπουλον ἀνέκαθεν παρετήρησα ὅτι ἀκριβῶς ἐκ τοῦ νοσήματος αὐτοῦ κατέχεται, πλὴν μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ Δαλτονισμός του εἶναι διανοητικός, καὶ βλέπει τὰ πράγματα ὅλως ἀντιθέτως ἢ ὅπως οἱ ὀρθῶς κρίνοντες. Ἔρχεται πάλιν σήμερον μὲ ζήτημα νέον ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· ἔχασα πλέον τὸν ἀριθμὸν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν εἶναι ἡ πέμπτη ἢ ἡ ἕκτη ἐπανάληψις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δανείου· ἀπέκαμε πλέον οὐχὶ μόνον ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ πάντες ν’ ἀκούωσι ἐπαναλαμβανόμενα τὰ αὐτὰ, τὰ αὐτὰ νὰ βλέπωσι παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀναμασσώμενα. Ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δάνειον αὐτὸ, ἔτυχε τῆς πλέον ἐκτεταμένης συζητήσεως, καὶ ἐν γένει καὶ κατὰ μέρος, δὲν ἔμεινεν οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον μέρος αὐτοῦ ἄνευ αὐστηρᾶς ἐξελέγξεως, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι χημικὴ ἦτον ἡ ἀνάλυσίς του ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· κατόπιν τούτων ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη καὶ ἐγένετο Νόμος. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς νέα συζήτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δανείου, νέα ἡ συζήτησις, ἀλλὰ μὲ τὰ παλαιὰ ἐπιχειρήματα· δὲν ἀπηύδησεν ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ καὶ τρίτην φορὰν ἐπὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ τὰ αὐτὰ μᾶς ἐπαναλαμβάνει, ἀλλὰ καὶ τετάρτην καὶ πέμπτην, καὶ ἤδη εἶναι ἡ ἕκτη ἐπανάληψις, ὅτε πλέον ἡ ἀγανάκτησις ἐπῆλθεν. Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι ἄλλας τόσας ὁμιλίας ἐὰν κάμετε, δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ μειώσητε τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν εὐεργεσίαν πρὸς τὴν κοινωνίαν τὸ δάνειον αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις σεμνύνεται, καὶ πολὺ δικαίως, καθόσον δι’ αὐτοῦ τὴν ἀπήλλαξε ἐκ τοῦ πιέζοντος αὐτὴν ἐφιάλτου. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ποία ἡ φύσις; Ποία ἡ καταγωγὴ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων; Εἶναι νέον δάνειον, τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις συνῆψεν, ἢ εἶναι ἡ ἑνοποίησις ἄλλων προγενεστέρων δανείων, τὰ ὁποῖα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις συνενώσασα συνώψισε εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων; Ἀπὸ τὰς Τραπέζας Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν εἴχομεν πρὸ ἑπταετίας συνάψει δάνειον εἰς χρυσὸν ἐξ 72 ἑκατομμυρίων, ὅθεν καὶ ἡ τόσα καὶ τόσα κακὰ εἰς τὸ Ἔθνος προξενήσασα ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀκολούθως εἴχομεν νομιμοποιήσει δάνειον ἐκ 40 ἑκατομμυρίων διὰ ναυτικὰς προπαρασκευάς· τὰ παλαιὰ λοιπὸν αὐτὰ δάνεια, τὰ συναφθέντα εἰς προγενεστέρας ἐποχὰς δι’ ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἦλθε καὶ συνώψισεν εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ὑπὸ πολὺ ἐπωφελεστέρους ὅρους ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀπαλλάξασα συγχρόνως καὶ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὸν ὀλέθριον σάρακα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Συμβαίνει ὅμως καὶ ἕτερόν τι. Ὡς γνωστὸν κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον ἦτον ὑπόχρεον νὰ πληρώνῃ διὰ τόκους παλαιῶν δανείων καὶ δι’ ἄλλα ἐξ Εὐρώπης χρησιμεύοντα ποσὸν ὡς ἔγγιστα 30 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν· ἵνα λοιπὸν τὸν χρυσὸν αὐτὸν προμηθευθῇ, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ πρὸς τραπεζογραμμάτια, ἐπλήρωνε κατ’ ἔτος πλέον τῶν 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ποσὸν ὡς ἔγγιστα εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· τὸ δάνειον αὐτὸ, αὐτὸ ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁμιλεῖ, δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρων, εἰς οὐδὲν τοὺς κατηγόρους του λογίζεται, θὰ ἐνόησεν ὅμως ἤδη ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι «ἀντὶ αἰγὸς, τράγον ἤμελγεν.» Ἐξακολουθεῖ δὲ μετὰ πατάγου ὁ κύριος Ζηνόπουλος νὰ ἐπερωτᾷ ἐπανειλημμένως καὶ νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εὐθύνας, διότι, ὡς λέγει, τὰ χρήματα τὰ προωρισμένα διὰ τοῦ Νόμου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐδαπάνησεν εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Νομίζω, ὅτι πᾶσα ἀπάντησις εἶναι περιττή· διότι αὐτὴ ἡ ἄρσις, ἡ ἤδη συντελεσθεῖσα, εἶναι ἡ ἀποχρῶσα ἀπάντησις πρὸς διάψευσιν τῶν λεγομένων του, τῷ ἐπιπροσθέτομεν ὅμως, ὅτι ἕνεκεν διαφόρων περιστατικῶν ἐπῆλθεν ἀχρηματία, ἤτοι ἐκ τῆς μὴ πωλήσεως τῆς σταφίδος ἐλλείπουσι πλέον τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἐκ τῆς μὴ πωλήσεως ἄλλων προϊόντων ἐπίσης πολλὰ ἐλλείπουσιν, ἕνεκεν τῆς χολέρας χαλάρωσις τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἕνεκεν τοῦ δικαστικοῦ ἐκείνου ἐπεισοδίου οὐκ ὀλίγον ἡ πίστις ἐκλονίσθη, συνεπῶς τὸ Δημόσιον δὲν εἰσέπραξεν ὅ,τι προσεδόκα· κατὰ συνέπειαν δὲ συνῆψε τὸ δάνειον τῶν 9,000,000, καὶ ἄλλα τινὰ προσωρινὰ δάνεια. Διατί, λέγουν, νὰ πληρώσῃ ἐκ τῶν ἐν Παρισίοις χρημάτων, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ χρέη αὐτὰ, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἐδῶ χρημάτων; διότι καὶ ἐκεῖνα τὰ χρήματα ὡς καὶ τὰ ἐδῶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ ἄλλα ἔμελλον νὰ συγκεντρωθῶσιν ἐδῶ· ἄλλως τε δὲν τὸ ἐννοεῖτε, ὅτι ἦτο μία τραπεζιτικὴ καθαρῶς πρᾶξις, ἢ μήπως ἦτον ἄλλη ἡ ποιότης τοῦ ἐκεῖ χρυσοῦ πρὸς τὸν ἐδῶ; Ποῦ καὶ πόθεν τὰς τοιαύτας ἀρύεται ἰδέας ὁ κ. Ζηνόπουλος δὲν ἐννοῶ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχουσι 4 ἢ 5, ὁ κύριος Καραπάνος, ὁ κύριος Σκουλούδης, ὁ κύριος Ζηνόπουλος, ὁ κύριος Παχὺς, οἵτινες κατ’ ἔτος ἀνέτως καὶ μεγαλοπρεπῶς περιηγοῦνται τὴν Ἑσπερίαν, καὶ οἵτινες ἐπανακάμπτοντες μᾶς διηγοῦνται περὶ τῶν νερῶν τοῦ Βυσὶ, τοῦ Φραντζεσπὰτ, τῶν Πυρηναίων καὶ ἄλλα διάφορα, σὺν τούτοις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ζηνόπουλος μᾶς διηγεῖται καὶ τὰς διαφόρους συζητήσεις του, ἄλλοτε μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Βελγίου, ἄλλοτε μὲ τὸν ἀείμνηστον Γαμβέταν· μάλιστα γνωρίζω καὶ ἀστεῖόν τι ἐπεισόδιον. Καθ’ ἣν ἡμέραν παρουσιάσθη εἰς τὸν Γαμβέταν ὁ κ. Ζηνόπουλος, παρουσιάσθη καὶ ὁ ἐκεῖ τότε χάριν ἐμπορίου διαμένων κ. Λαμπίκης, ἐμποροῤῥάπτης, ἀκολούθως παρουσιάσθη καὶ τρίτος τις Ἕλλην, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Γαμβέτας διηγεῖτο, ὅτι ἐγνώρισε τὸν Ἕλληνα Βουλευτὴν Ζηνόπουλον, καὶ προσέθηκε μάλλιστα τὸ πόσον ἐνθουσιώδη καὶ ζωηρὸν τὸν εὗρε. Τί συνέβαινε δέ; ἐξελάμβανεν ὡς Ζηνόπουλον τὸν Λαμπίκην (θόρυβος), ὡς φαίνεται. Κατόπιν τῶν ταξειδίων του καὶ τῶν, ὡς εἴρηται, συνεντεύξεών του, ἐνόμισεν ὅτι ἀπέκτησε τὰς γνώσεις καὶ τὰ καλὰ τῆς Εὐρώπης, καὶ τὸ περιεργότερον ζητεῖ νὰ τὰς μεταδώσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς, δηλαδὴ νὰ μᾶς κάμῃ συγκοινωνοὺς τῶν καλῶν αὐτῶν, ὅθεν αἱ ἀδιέξοδοι καὶ ἀπέραντοι βαττολογίαι. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι τὰς ὁμιλίας του τὸ Κοινὸν ἤρχισε νὰ τὰς ἀναγινώσκῃ, τοῦτο ὅμως διότι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν μερίδα ταύτην ἄλλοι καλλίτεροι ῥήτορες (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν)· οὐχ ἧττον καὶ αὐτὸ ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος θὰ διασκεδασθῇ, ὅτε δηλαδὴ ἐννοήσωσιν ἀκριβῶς τί λέγει ἢ τί θέλει νὰ εἴπῃ. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ διὰ τὸ περιστατικὸν τῆς μετὰ τῶν ληστῶν συνεννοήσεως, αὐτὸ καλῶς τὸ διετύπωσα εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου, περὶ δὲ τοῦ ὅτι συνυπουργὸς ἦτο ὁ κ. Τρικούπης, σᾶς ἀπαντῶ ὅτι ἦτο τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκτὸς δὲ τούτου κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἦτο καὶ μειοψηφῶν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον.
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Δὲν θὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν; Νομίζει ἀρκούσας τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Πετρίτση; Ἐὰν νομίζῃ ἀρκούσας τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Πετρίτση, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τίποτε πλειότερον νὰ κάμωμεν, εἰμὴ, ὑποδείξαντες τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ δάνειον τοῦτο, νὰ ῥίψωμεν τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς δράστας.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς λαμβάνει τὸν λόγον· συμπέρασμα δὲν ἐξήχθη, καὶ ἑπομένως τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως παρὰ......
§50Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι προσῆκον, ἀφοῦ ὁ ἐπερωτῶν ἀνέπτυξε τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, ἀφοῦ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς του ἀπέδειξεν, ὅτι παρεβιάσθησαν οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἰδιοποιήθη Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν Νόμον, καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι εἶναι προσῆκον, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπάντησιν, περιέχουσαν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθησαν νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας των, τὰ ὁποῖα ὥρισε τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἔλθωσι καὶ ἀναπτύξωσι τὰ περὶ τούτου. Παρακαλῶ ἑπομένως τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, καὶ ἰδίως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἔστω καὶ βραχύλογον ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζηνοπούλου.
§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δώσῃ πρωτίστως λόγον περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ ἐδαπάνησεν εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀποφεύγῃ νὰ δώσῃ λόγον, εἶναι ὑπόλογος αὕτη· ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξῃ, διότι καὶ ἡ τιμὴ αὐτῆς, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἔθνους εἶναι ἐκτεθειμένη· περὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ μικροῦ ποσοῦ πρέπει νὰ δίδεται λόγος, πολὺ δὲ μᾶλλον προκειμένου περὶ πλείστων ἑκατομμυρίων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένοντο Συμβάσεις διάφοροι. Ἔχομεν πληροφορίας περὶ τούτων καὶ πολλὰ διαδίδονται. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ δὲν θέλουσιν ἀνεχθῆ νὰ ἐκτεθῇ ἡ τιμὴ αὐτῶν ἐνταῦθα καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἔθνους εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἐζητήσαμεν νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιολόγουν αὐτὴν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δημοσίων χρημάτων· καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις καθυστερεῖ νὰ φέρῃ τὰ σπουδαιότερα ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ δικαιολογηθῇ. Ἔλαβεν 700 χιλιάδας δραχμῶν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας διὰ νὰ κάμῃ ἄλλην χρῆσιν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις καθυστερῇ νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀρνῆται νὰ ἀπαντήσῃ, ἔχομεν τὸ δικαίωμα πάντες νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι ἡ διαχείρισις αὕτη καλύπτει μέγιστα συμφέροντα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε διὰ τῶν Συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνωμολόγησε. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δανείου εἶπον, καὶ πάλιν λέγω, ὅτι ἔχω θετικὰς πληροφορίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ποιεῖται τὸ δάνειον τοῦτο μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ὠφεληθῶσιν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως· ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο κινδυνεύει, καὶ κινδυνεύει μετ’ αὐτοῦ καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ Ἔθνους. Σήμερον ἐκ τῆς Συμβάσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις, βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποθήκευσε μετοχὰς ἀξίας 500 δραχμῶν ἑκάστην, ἀντὶ 250· αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις καὶ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος σήμερον· εἰς τοιαύτην ἀξίαν κατήντησαν αἱ μετοχαὶ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τότε ἐβεβαίωσα, ὅτι ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι σχέδιον ὑπῆρχεν, ὅπως κερδήσωσι μέγιστα κέρδη οἱ συμβαλλόμενοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔλεγεν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης. Βλέπετε σήμερον, ὅτι ὅρος τῆς Συμβάσεως εἶναι, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐπὶ δημοσίου πλειστηριασμοῦ ἐκποίησις τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου ἀντὶ 250 δραχμῶν. Ὑπολογίζετε, κύριοι, πόσων ἑκατομμυρίων ζημίαν ὑφίσταται τὸ Ἔθνος καὶ ὁποίαν ἀτίμωσιν καὶ ἐξευτελισμόν; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀφήσῃ εἰς τὸ σκότος, ἐὰν δὲν ἔλθῃ νὰ δώσῃ πληροφορίας, τότε δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπονοίας, καὶ ὑπονοίας βαρυτάτας κατὰ τῆς διαχειρίσεως ταύτης.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: Ποῦ στηριζόμενος ἔδωκεν εἰς διαφόρους Τραπέζας ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογίας τοῦ δανείου; Ὁ Νόμος περὶ ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐγκρίνει τὴν Σύμβασιν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ μιᾶς ὁμάδος Τραπεζιτῶν. Κατὰ τὴν Σύμβασιν ἐκείνην αἱ 110 χιλιάδες ὁμολογίαι λαμβάνονται ὁριστικῶς ἀπὸ τὴν ὁμάδα, αἱ ἄλλαι δὲ 140 χιλιάδες δίδονται εἰς αὐτὴν ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν τοῦ δανείου τῶν 35 ἑκατομμυρίων. Περὶ τῶν λοιπῶν ὁμολογιῶν ὁ Νόμος καὶ ἡ Σύμβασις δὲν ἀποφαίνονται, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν διάταξιν, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐνεχυρίασιν οὔτε τὴν ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν. Θέλω λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ εἰς ποῖον Νόμον στηριζόμενος ἔδωκεν ὡς ἐνέχυρον τὰς ὁμολογίας αὐτάς.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου δραχμῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ὁ Νόμος δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ Νόμου στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅσα ἔπραξεν.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν τιμὴν θέλει ἐκδοθῆ τὸ δάνειον; Μόνον περὶ τῶν ὁμολογιῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἀναφέρει ὁ Νόμος· περὶ τῶν ἄλλων ὁ Νόμος καὶ ἡ Σύμβασις σιωποῦν. Πόθεν παράγει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, μοὶ εἶναι ὅλως ἀκατανόητον.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον;
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7½ Μ. Μ).