1885.01.21
2,578 rows · 19,662 words · 90 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
Τῆς 21 Ἰανουαρίου 1885.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθῃ ὁ Βουλευτὴς Ἰθάκης κ. Μαυροκέφαλος νὰ ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον). Οἱ Βουλευταὶ κύριοι Κωνσταντᾶς, Μεταλλινὸς καὶ Ἀλαμάνος ὑποβάλλουσι Νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ἐν Κερκύρᾳ Κτηματικῆς καὶ Βιομηχανικῆς Δημοτικῆς Τραπέζης. Ἐπίσης ὑποβάλλουσιν οἱ αὐτοὶ Νομοσχέδιον περὶ ὁμοιομόρφου μετρικοῦ συστήματος..... (Ὅρα Παράρτημα). Οἱ ἐν Πάτραις Φαρμακοποιοὶ ἀναφέρονται νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον περὶ κινίνης. Ὡσαύτως οἱ ἐν Ἀθήναις Φαρμακοποιοὶ μοὶ ὑπέβαλον μίαν ἀναφορὰν καὶ διαφόρους ἀναφορὰς ἄλλων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους.
§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐξ Ἄρτης Γρηγορίου Μάτσα, παραπονουμένου ὅτι κατὰ διαταγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως ἐῤῥαβδίσθη καὶ ἐφυλακίσθη.
§4ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα ἐστάλη εἰς ἐμὲ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐξακρίβωσις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Καλαμῶν πολλοὶ ἰδιοκτῆται μεταξουργικῶν ἐργοστασίων ὑποβάλλουσι παρατηρήσεις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀτέλεια τῆς ἐξαγωγῆς τῶν κουκουλίων ἀποβαίνει εἰς τὸ ἐπιτήδευμα αὐτῶν ἐπιβλαβής. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Δήμου Μιληταίων τῆς Ἐπαρχίας Μέσης τῆς Κερκύρας ἐκφράζει τὴν εὐχὴν νὰ ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς Δημοτικῆς περιουσίας καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ἀμέσων Δημοτικῶν φόρων δι’ ἐμμέσων.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν συμβάσεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰς προκαταβολὰς τὰς ληφθείσας παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Τὰς συμβάσεις ταύτας ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφρόντισα νὰ τυπωθῶσι· λείπει μία, ἡ μετὰ τοῦ Crédit Lyonnais, διότι περὶ ταύτης ἔχομεν μόνον τηλεγραφικὴν εἴδησιν ἀναγράφουσαν τοὺς ὅρους, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καὶ τὴν σύμβασιν· εὐθὺς ὡς ληφθῇ αὕτη, θέλει ὑποβληθῆ. Ὑπεβλήθη καὶ ἡ ἑπομένη ἐπερώτησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: «Ἐὰν δυνάμει Ὑπουργικῶν διαταγῶν ἀπελύθησαν ἐπίστρατοι ὑφιστάμενοι πρόσθετον ὑπηρεσίαν πρὶν ἢ ἀποτίσωσι τὴν ποινὴν αὐτῶν, καὶ διατί τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐλήφθη ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς κληρωτοὺς κτλ». Ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἀπελύθησαν ἐπίστρατοι ὑφιστάμενοι πρόσθετον ὑπηρεσίαν πρὸ τῆς ἀποτίσεως τῆς ποινῆς των, ἀλλ’ ὅ,τι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εἶναι ὅτι ἐδόθη ἑρμηνεία κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου εἰς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ΑΛΓʹ Νόμου, καθ’ ὃ ἐπιβάλλεται ὑπηρεσία ἑνὸς ἔτους εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἐπιβάλλει ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐκ τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1881· ὁ δὲ κύριος Βουλευτὴς ὁ ἐπερωτήσας φαίνεται θεωρήσας ὅτι τὸ μέτρον τὸ λαμβανόμενον ὡς πρὸς τοὺς ἐπιστράτους εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ δὲν ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς καθυστεροῦντας τοῦ 1880 καὶ 1881· ἀλλ’ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος, ὁ ἐξετάσας τὸ ἄρθρον, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξήτασε τὴν γνώμην τῶν Νομικοῦ Συμβούλου, ἐπείσθησαν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰς μὲν τοὺς καθυστεροῦντας τοῦ 1880 καὶ 1881 ἐπιβάλλει πρόσθετον τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἔτους, εἰς δὲ τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἔτους, οὐχὶ πρόσθετον, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν δι’ ἐπερωτήσεώς του, ὅπως προσκληθῇ ὁ Ταμίας Τριφυλίας νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν διὰ προσωπικῆς κρατήσεως καταδιωχθέντων ὀφειλετῶν τοῦ Δήμου Ἐράνης κατά τινα τύπον, τὸν ὁποῖον διέγραψεν ὁ κ. Βουλευτής. Κατὰ τὸν τύπον τοῦτον ὑπέβαλεν ὁ Ταμίας κατάλογον, ὃν ἀνακοινῶ ἤδη εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπέβαλε συνάμα καὶ ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δι’ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη ὑπῆρξε πάντη ἀμερόληπτος καὶ τελεσφόρος, ἀλλὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τὴν προσαγωγὴν θεωρῶ περιττήν.
§7ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε, νομίζω, νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων τῷ ἐπετράπη νὰ κάμῃ χρῆσιν 700,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἔφερε Συμβάσεις καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν τὰ ἔφερε.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατέθηκα ὅ,τι ἐνόμιζον, ὅτι μοὶ ἐζητήθη καὶ παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν ἐπερώτησίν σας, διότι ἡ αἴτησις ὑμῶν περιωρίζετο εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν συμβάσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰς προκαταβολάς· εὐθὺς ὡς καταθέσητε ἑτέραν αἴτησιν, θέλω ὑποβάλει τὰ ζητηθησόμενα ἔγγραφα.
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν αἱ Συμβάσεις μετὰ τῶν Τραπεζῶν διὰ νὰ λάβῃ δάνειον ἡ Κυβέρνησις 9–10 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ συγχρόνως ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα δυνάμει τῶν ὁποίων ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις, νὰ λάβῃ 700,000 δραχμὰς παρὰ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Συγχρόνως ὑπέβαλον τὴν αἴτησίν μου ταύτην· ἐὰν τὸ Γραφεῖον δὲν σᾶς ὑπέβαλε πλήρη τὴν ἐρώτησίν μου, τότε δὲν πταίω ἐγώ, ἀλλ’ εἶναι ἄπορον τοῦτο.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἀκούομεν ὅτι γίνεται ἐπερώτησις, διατί ἐλάβομεν 700,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀπαντῶ ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰς ἐλάβομεν οὐχὶ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰς ἀποδίδομεν ἤδη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διαθέτοντες πρὸς τοῦτο ἔντοκα γραμμάτια, τὰς ἐλάβομεν δέ, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν παρέστη ἡ ἀνάγκη, δὲν ἦτο δυνατὸν προχείρως νὰ πορισθῶμεν χρήματα ἄλλοθεν. Δὲν ἦτο γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν θὰ ἐπήρκει τὸ ποσὸν, τὸ ἀποδοθὲν εἰς τὰς Τραπέζας εἰς ἐξόφλησιν ὁλοκλήρου τοῦ λογαριασμοῦ τῆς δοσοληψίας τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτε δὲ κατεφάνη τὸ ὑπόλοιπον ἐκεῖνο, μόνον πρόχειρον μέσον εἰς τὴν αὐθωρεὶ ἀπότισιν αὐτοῦ ὑπῆρχεν ἡ προσωρινὴ παροχὴ τοῦ ποσοῦ ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀποτίσεως ἐνεδεικνύετο, ὅσῳ προέκειτο περὶ λογιστικῆς μᾶλλον ἢ περὶ πραγματικῆς καταθέσεως αὐτοῦ. Ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὴν Τράπεζαν ἐκ τῆς ληψοδοσίας τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἦτο ἐκκαθαρισμένη· κατεφάνη δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τελευταίας πληρωμῆς, ὅτι ἕνεκα τῶν τόκων καὶ ἄλλων ἐξόδων ἀπῃτεῖτο ἀνώτερον ποσὸν τοῦ ὑπολογισθέντος. Ἵνα μὴ ὡς ἐκ τούτου ἀναβληθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπί τινας ἡμέρας, αἵτινες θὰ ἦσαν ἀναγκαῖαι, πρὸς πορισμὸν τοῦ ὑπολειπομένου μικροῦ ποσοῦ ἐθεωρήθη προτιμότερον νὰ καταλογισθῇ τὸ ποσὸν ὡς ἀποτιθὲν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ν’ ἀποδοθῇ δὲ πράγματι αὐτὸ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, εὐθὺς ὡς ἤθελον ἐξαργυρωθῆ τὰ διατεθέντα ἤδη ἔντοκα γραμμάτια. Ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, τῶν δικαιολογούντων τὴν διάθεσιν τοῦ δανείου. Συζήτησις περὶ τοῦ θέματος ἐὰν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται τοιαύτην διάθεσιν τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, εἶναι εὔλογος, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔλογος ἡ ἀπαίτησις καταθέσεως ἐγγράφων, ἐξ ὧν ἠρύσθημεν τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ τοῦτο ἀρυόμεθα ἐκ τοῦ Νόμου καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἀρυσθῶμεν ἐξ ἐγγράφων διοικητικῶν.
§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε τά ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπλήρωσεν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τὰς 700,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς σκοπὸν εἶχε νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ λάβῃ χρήματα ἐκ τοῦ Ταμείου τούτου, καὶ νὰ διαθέσῃ ταῦτα πρὸς ἄλλον σκοπὸν, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐκεῖνον διὰ τὸν ὁποῖον ἀνετέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα. Τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων εἶναι δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἑπομένως τὸ δάνειον ἀνήκει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· ὅταν δὲ δὲν ἐπαρκῶσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τούτου, τὰ ἐκ τοῦ φόρου τῆς ὁδοποιΐας εἰσπραττόμενα, τὸ Ταμεῖον τοῦτο ζητεῖ καὶ λαμβάνει ἐκ τοῦ δανείου παρὰ τῆς Τραπέζης χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας. Τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας συνέστη δυνάμει Νόμου, καὶ μετὰ τοῦτο ἐξεδόθη Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον γίνονται αἱ πληρωμαί. Ἑπομένως συνετάχθη ἔγγραφον, βεβαιοῦν τὴν πληρωμὴν, καὶ αὐτὸ συνέταξεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ διαχειριζομένη τὰ τοῦ Ταμείου τούτου. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἔλεγεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην 700,000 δραχμῶν, καὶ ὅτι ἔλαβεν αὐτὰς τὰς δραχμὰς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων; τοῦτο ἦλθε νὰ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐλήφθησαν τὰ χρήματα προσωρινῶς ὡς δάνειον προσωρινὸν, καὶ ὅτι σκοπεῖ ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ πληρώσῃ αὖθις, εἴτε εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, εἴτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὰς 700 χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε παρ’ αὐτῆς καὶ ἐπλήρωσε διὰ τὴν ἄρσιν. Τοῦτο δύναται νὰ ἦναι ἡ προαίρεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας; Ἂν ἤθελε νὰ τὰ λάβῃ, ἠδύνατο ἡ Τράπεζα ἢ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ δώσῃ τὰ χρήματα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ κατὰ τὸ Διάταγμα ἀπαιτοῦνται διάφοροι διατυπώσεις, σκοποῦσαι νὰ βεβαιώσωσι τὴν ἀληθῆ ἀνάγκην τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας; Τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα κατὰ τοῦτο διαφέρουσι τῶν κοινῶν Ταμείων, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ διαθέσητε εἰς ἄλλας ἀνάγκας τὰ χρήματα αὐτῶν, ν’ ἀφαιρέσητε χρήματα ἐκ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, τὰ ὁποῖα εἰσὶ προωρισμένα πρὸς εἰδικὸν σκοπόν. Διὰ νὰ λάβητε χρήματα ἐκ τῶν εἰδικῶν τούτων Ταμείων, πρέπει νὰ παρουσιάσητε ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα νὰ βεβαιόνωσι τὴν ἀνάγκην. Λοιπὸν ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔγγραφα; Ἠδύνατο ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ εἰδικοῦ τούτου Ταμείου; Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα ἔγγραφα, νὰ τὰ καταθέσῃ. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, νὰ εἴπῃ ὅτι ἐζήτησεν ἐκ τῶν χρημάτων τούτων τοῦ δανείου περὶ ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα ἐπὶ τῇ δηλώσει τῆς ἐπιθυμίας του ἀπέδωκεν αὐτῷ ὅσα ἐζήτησε.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἐζήτει τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐδικαιολόγουν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον τὸ ποσὸν τῶν 700,000 δραχμῶν· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀπήντησα, ὅτι οἱ νόμοι οἱ κείμενοι, οἵτινες εἶναι καὶ δημοσιευμένοι, περὶ τούτου διαλαμβάνουσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐρωτᾷ, ἐὰν τὰ τοῦ νόμου ἐξεπληρώθησαν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξεπληρώθησαν νὰ ὑποβάλω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα· θέλω φροντίσει ὅπως ὑποβληθῶσιν· ἐννοεῖται δὲ ὅτι τὰ ὑποβληθησόμενα ἔγγραφα θὰ ἀποδείξωσιν ὅτι τυπικῶς ἐγένοντο πάντα κατὰ νόμον, καίτοι δύναται νὰ προκληθῇ συζήτησις, ἂν καὶ οὐσιαστικῶς ἐμείναμεν ἐντὸς τοῦ στενοῦ κύκλου, ὃν διαγράφουσιν οἱ σκοποὶ, εἰς οὓς ἀφορᾷ ὁ νόμος. Ὁ νόμος ὁ περὶ ὁδοποιΐας κανονίζων τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λαμβάνονται τὰ χρήματα ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐννοεῖ νὰ δαπανῶνται ταῦτα ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ποσὸν δὲν ἐλήφθη ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἐλήφθη ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι, προκειμένου περὶ διαθέσεως ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας χρημάτων εἰς ἀπότισιν ὀφειλῶν ἀνεγνωρισμένων διὰ κανονικῶν πιστώσεων, ἠδυνάμεθα λαμβάνοντες αὐτὰ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας νὰ μὴ τὰ καταθέσωμεν εὐθὺς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν προσωρινῶς εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν ἀπαιτητῶν ὀφειλῶν, νὰ καταθέσωμεν δὲ τὸ ποσὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διαθέτοντες ὑπὲρ αὐτοῦ τὰ πρῶτα εἰσπραχθησόμενα χρήματα. Ἡ τοιαύτη ἀναβολὴ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ληφθέντων χρημάτων δὲν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δανείου ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἐκ ταύτης ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου ἦτο προφανὴς, ἡ δὲ ἀπαίτησις τοῦ νόμου περὶ καταθέσεως τοῦ χρήματος εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θὰ ἐπραγματοποιεῖτο, ἐθεωρήσαμεν ἐπιβαλλομένην ἡμῖν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν. Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πρᾶξις ἦτο ἔκρυθμος, ἀφοῦ ὅμως ὠφέλει ἀναντιῤῥήτως τὸ Δημόσιον ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας ἢ οὐδενὸς κινδύνου τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ἔκρυθμον αὐτῆς θὰ προεκάλει ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς χορήγησιν τῆς indemnité. Τὸ χρῆμα ἤδη κατατίθεται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι τὰ ἔντοκα γραμμάτια διετέθησαν ἤδη, τὸ δὲ προϊόν αὐτῶν θέλει καταλογισθῆ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 700,000 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§13ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὑπάρχει νόμος περὶ ἐντόκων γραμματίων;
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει μέχρι ποσοῦ 4,000,000· τὸ δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ἐκείνου διατεθὲν ποσὸν περιλαμβάνει τὸ ἀποδοτέον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀποδοτέον. Ἑπομένως ἐπ’ ὀλίγας μόνον ἡμέρας ἐγένετο χρῆσις τῶν χρημάτων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου διαχειρισθέντος αὐτὰ κατὰ τὴν διάβασιν ἀπὸ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τυπικῶς ἐτηρήθησαν τὰ τοῦ νόμου· ἂν δέ τις ἤθελε θεωρήσει τὴν πρᾶξιν οὐσιαστικῶς ἔκρυθμον, οὐδὲν ἄλλο δύναται ν’ ἀξιώσῃ ἢ ὅπως ζητηθῇ ἐπὶ ταύτῃ παρὰ τῆς Βουλῆς indemnité.
§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἴρουσι τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ὑπάρχει πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, δι’ ἧς ἐβεβαιώθη, ὅτι τὸ Ταμεῖον εἶχεν ἀνάγκην 700,000 δραχμῶν δι’ ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας, ὅτι δυνάμει αὐτῆς ἔλαβε τὰς 700,000 δραχμάς· ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἐβεβαίου ἀληθῆ πράγματα, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν γνώσει ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς πράξεως ταύτης διὰ νὰ λάβῃ τὰς 700,000 δραχμῶν. Καὶ δὲν ἐμπεριέχει ἀληθείας ἡ πρᾶξις, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ πληρωθῶσιν αἱ 700,000 δραχμαὶ εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, ἀλλὰ νὰ λάβωσι τὰς 700,000 δραχμὰς, διὰ νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέη τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως εἰκονικῶς συνετάχθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰκονικῶν τούτων ἐγγράφων ἐζητήθησαν τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων εἶχον ἀνάγκην. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀναγκαῖα τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς ἀνωμολογήθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐζητήθησαν τὰ χρήματα παρὰ τῆς Τραπέζης, ἀνωμολογήθη παρ’ ἐμοῦ, δὲν εἶναι δὲ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν ὅτι ἀνωμολογήθη παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς ὁδοποιΐας ἐβεβαίωσε πράγματα μὴ ἀληθῆ· διότι, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν χρημάτων αὐτῶν, αὐτὴ ἐβεβαίωσεν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην αὐτῶν. Οὐδὲν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκαλεῖτο νὰ βεβαιώσῃ καὶ οὐδὲν ἐβεβαίωσε, διότι τὰ χρήματα δὲν ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ κατὰ τὰ διατεταγμένα ὑπὸ τοῦ Νόμου περὶ Ταμείου ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ κατὰ τὰ διατεταγμένα ὑπὸ τοῦ Νόμου τούτου, μηδεμίαν ποιουμένου μνείαν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ὁδοποιΐας. Τὰ χρήματα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἵνα κατατεθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἔχον ἀνάγκην αὐτῶν, πρὸ τῆς καταθέσεως δὲ ἐχρησιμοποιήθησαν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Εἰς τοῦτο ἄρα καὶ μόνον συνίσταται τὸ ἔκρυθμον τῆς πράξεως, ὅτι ἀντὶ νὰ κατατεθῇ αὐθημερὸν τὸ ληφθὲν ποσὸν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, κατετέθη ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν παραλαβὴν, γενομένης κατὰ τὰς ὀλίγας ἐκείνας ἡμέρας ἐπωφελοῦς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διαχειρίσεως αὐτοῦ.
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι δὲν ἔφερε τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα, ὅτι δὲν τῷ ἐζητήθησαν. Εὐτυχῶς ἔχω τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται ἐγγράφως, διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιλαμβανώμεθα ἀκριβῶς καὶ νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅπως δυνάμεθα καὶ ν’ ἀπαντῶμεν.
§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως, ἔχω δικαίωμα ν’ ἀπαγγείλω τὴν ἐπερώτησίν μου· τὸ δὲ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὀφείλει τακτικῶς νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν. Θέλω δὲ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἐζήτησα ἀκριβῶς τὰ ἔγγραφα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς διαχειριστικῆς τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ διὰ τοῦτο ἔφερα καὶ τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ τὴν παρανομίαν του, βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως προσεχῶς, πρέπει ὅμως νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Τὸν παρακαλῶ νὰ φέρῃ τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε περὶ ἐπιστράτων, συγχρόνως δὲ τὴν γνωμοδότησιν τῶν Συμβούλων περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 56, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δεχθῇ, ὅπως ὁ Νομικὸς Σύμβουλος ἐκφέρει ἑρμηνείαν ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξενέγκῃ ἡ Βουλή.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπέναντι τῆς Βουλῆς εἶμαι ἐγὼ ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ ἑρμηνείᾳ, δὲν ἔχετε δὲ νὰ ζητήσητε εὐθύνην παρὰ τῶν Νομικῶν Συμβούλων.
§21ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως οὔτε σᾶς ἀπαλλάττομεν τῆς εὐθύνης. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ φέρητε τὴν γνωμοδότησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ἣν μόνοι σας ἀνεφέρατε, διότι δὲν ἀφώρα ἡ ἐπερώτησις τοὺς κληρούχους τοῦ 1880 καὶ 1881, ἀλλὰ τοὺς τοῦ 1883, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ φέρῃ καὶ τὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔλαβε τὰς 700,000 δραχμάς, ἤτοι τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐν γένει τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν.
§22ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ εἰσαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου σήμερον ἀναφορὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν μεταξοκλωστικῶν καταστημάτων ἐν Καλάμαις, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἀξία μεγίστης προσοχῆς, ὡς ἀφορῶσα εἰς ὑπόθεσιν λίαν σπουδαίαν, καὶ εἰς συμφέροντα μεγάλα τῆς πόλεως Καλαμῶν καὶ τοῦ Κράτους συνεπῶς. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμὰς, καταδεικνύων καὶ ἤδη, ὅπως καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὁποίων ἐγένετο κακῶν πρόξενος ἡ κατάργησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κουκουλίων· καὶ περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται, διότι εἰς τοῦτο οἱ ἐργοστασιάρχαι συμπολῖταί μου διὰ τῆς ἀναφορᾶς των αὐτῆς ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Ἡ κατάργησις λοιπὸν τοῦ φόρου τῶν κουκουλίων κατέῤῥιψε πάντα τὰ μεταξουργικὰ ἐργοστάσια ἐν Καλάμαις, καὶ οὐχὶ τοῦτο μόνον ἐπέφερεν ὡς κάκιστον ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἀφίνει εἰς τὰς ὁδοὺς ἐν στερήσει πλέον τῶν χιλίων ἐργατίδων καὶ ἐργατῶν. Περὶ δὲ τούτων ἁπάντων, καὶ ἐν γένει περὶ τῶν συνηγορουσῶν περιπτώσεων ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τοῦ εἰρημένου φόρου ὡς συντελοῦντος εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς βιομηχανίας ἐν τῇ πόλει Καλαμῶν θέλω εἴπει εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς ὅτε θὰ διανεμηθῇ ἡ εἰσαχθεῖσα ἀναφορὰ πρὸς ὑμᾶς τυπωμένη. Εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον παρέστησα, ὡς καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν βλάβην ἐν γένει ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κουκουλίων, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ δώσῃ εἰς κύρωσιν τὸν περὶ καταργήσεως αὐτοῦ ψηφισθέντα Νόμον. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως ἔσπευσε νὰ καταστήσῃ αὐτὸν Νόμον τοῦ Κράτους, θεωρῶν ἴσως, ὅτι συμφέρει ἡ κατάργησις ἑνὸς φόρου, συνεπαγομένη καὶ τὴν κατάῤῥιψιν τῆς ἐν Καλάμαις βιομηχανίας τῆς μεταξουργικῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε ἔπραξεν ἀδίκημα εἰς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, ἤδη δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμείνῃ, ἀδικῶν ἡμᾶς ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐπιμένουσα εἰς τὸ τοιοῦτον ἀδίκημα, νὰ χειραγωγήσῃ σπουδαίως τὴν μεταξουργικὴν βιομηχανίαν τῶν Καλαμῶν, παρέχουσα τὴν ἀρωγὴν τοῦ Κράτους εἰς τὴν σύστασιν ἐργοστασίου Ὑφαντικῆς. Ἰδοὺ συνδιαλλαγὴ ἐξαίρετος μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς διανεμηθησομένης ἀναφορᾶς ταύτης συζήτησιν θέλω καὶ περὶ τούτου ἐκθέσει τὰς ἰδέας μου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν ἔχουσαν οὑτωσί. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τῇ Βουλῇ γενικὸν καὶ λεπτομερῆ τρεχούμενον λογαριασμόν......»
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὑπέβαλον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναγνωσθῇ.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ λογαριασμοῦ τούτου ὑπεβάλομεν πληροφορίας προηγουμένως. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἀνάγονται εἰς τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ὑπεβλήθησαν τελεσθέντα, τουτέστιν ὁ λογαριασμὸς εἶναι πλήρης διὰ τὰ τῆς πρώτης καταθέσεως, εἶναι σχεδὸν πλήρης διὰ τὰ τῆς δευτέρας καταθέσεως, ὡς πρὸς δὲ τὴν τρίτην ἀναγράφει μόνον τὸ γεγονὸς τῆς καταθέσεως τοῦ ποσοῦ, καὶ μίαν ἐξ αὐτοῦ γενομένην πληρωμήν. Τὸ Ὑπουργεῖον εἰσέτι δὲν ἔλαβε τὸν ἐκκαθαρισμένον λογαριασμὸν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ πλήρη τὸν λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεως τῆς τρίτης καταθέσεως· εὐθὺς ὡς ληφθῇ θέλω τὸν ὑποβάλει.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἐξηγήσῃ σαφέστερον τί ζητεῖ, διότι ἐγὼ μέχρι τοῦδε δὲν ἐννοῶ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς του ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς ἢ περὶ τῆς καταθέσεως τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας περιέχουσιν οἱ πίνακες ὡς πρὸς τὴν πρώτην καταβολὴν καὶ ἐν μέρει ὡς πρὸς τὴν δευτέραν, τουτέστιν οἱ πίνακες ἐν τοῖς ὁποίοις βλέπει ἔνθεν μὲν τὰ κατατεθέντα παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τῆς ὁμάδος, ἔνθεν δὲ τὰ διατεθέντα ἐκ τῆς Τραπέζης της Κωνσταντινουπόλεως, προσέτι δὲ καὶ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον σημειοῦται πλῆρες ὡς πρὸς τὴν πρώτην προκαταβολὴν καὶ σχεδὸν πλῆρες ὡς πρὸς τὴν δευτέραν, μετὰ δὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω δώσει προσεχῶς, ἀναγραφήσεται πλήρης καὶ ὡς πρὸς τὴν τρίτην καταβολήν. Ἐὰν ἄλλο τι ζητῇ ὁ κ. Βουλευτής, τὸν παρακαλῶ νὰ διατυπώσῃ σαφῶς τὴν πρότασίν του ἵνα δυνηθῶμεν νὰ τὸ παράσχωμεν.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως θέλει εὑρεθῆ ἐνταῦθα ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐὰν διετάχθη ἡ Τράπεζα τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ καταθέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν Παρισίοις, δὲν ἔχομεν ἄλλο τι νὰ σημειώσωμεν ἢ ὅτι κατετέθη τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν Παρισίοις· ἐὰν διετάχθη ἡ Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως νὰ διαβιβάσῃ τὸ ποσὸν ἐνταῦθα, τότε θὰ σημειωθῇ καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον διεβιβάσθη, καὶ ἡ δαπάνη, ἀνθ’ ἧς ἐγένετο ἡ μεταφορὰ τοῦ χρήματος.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλα ταῦτα εὑρίσκετε σημειωμένα ἐνταῦθα· πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν κατάθεσιν καὶ μεταβίβασιν χρημάτων ἀπὸ τῆς Τραπέζης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς κατετέθησαν, εὑρίσκετε ἐνταῦθα σημειωμένα· ἀφ’ ἧς ὅμως τὰ χρήματα περιῆλθον εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, αἱ σχετικαὶ πρὸς ταῦτα δαπάναι δὲν δύνανται νὰ σημειωθῶσιν ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ.
§34Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῳόντι οἱ λογαριασμοί, οἵτινες κατετέθησαν, περιέχουσι τοσοῦτον ἀναμεμιγμένας τὰς ἀναγραφὰς τῶν δαπανῶν, ὥστε ἀπῃτεῖτο πολὺς κόπος διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ταξινομήσῃ ταύτας τις, καὶ δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ εἰς ποίαν κατηγορίαν πρέπει νὰ κατατάξῃ αὐτάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, παρετήρησα, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἀναγραφαί τινες μὴ ἀκριβεῖς. Ἐν πρώτοις πρόκειται περὶ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς πρώτης καταθέσεως. Δυστυχῶς οἱ κατατεθέντες λογαριασμοὶ δὲν εἶναι σελιδογραφημένοι, ἵνα δύναμαι νὰ παραπέμψω εἰς σελίδα· εὑρίσκω ἐν τούτοις τὸν Ἰσολογισμὸν τῆς πρώτης δόσεως. Ἡ πρώτη δόσις ἰσολογίσθη εἰς 16,320,306 καὶ 67 0)0, ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἦναι τόσον τὸ ποσὸν τῆς πρώτης δόσεως· διότι τῆς πρώτης δόσεως τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἀγορασθέντος μέρους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ ποσὸν τῆς πρώτης δόσεως τῆς προκαταβολῆς ἀνέρχεται εἰς 24 ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδας δραχμῶν, σημειοῦνται δὲ ὡς εἰσπραχθέντα μόνον 16 ἑκατομμύρια καὶ φέρονται εἰς Ἰσολογισμὸν 16 μόνον ἑκατομμύρια. Τώρα ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσιν ἀλλαχοῦ ἀναγεγραμμένα τὰ ἐλλείποντα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, εἰς ταύτην τὴν πυργοποιΐαν, δὲν βλέπω εἰμὴ τὰ ἑξῆς: «Ὅσα κατέθεσαν αἱ Τράπεζαι Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἠπειροθεσσαλίας ἐκ τῆς πρώτης δόσεως ἀ-
ξίας 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν······· Δρ. 4,558,262.08
ὁμοίως ἡ αὐτὴ αʹ δόσις προκαταβολ. Δρ. 11,666,666.67
Τὸ ὅλον Δραχμαὶ··················· Δρ. 16,224,928.75
Ἀλλ’ ἡ πρώτη δόσις τῶν ferme δὲν εἶναι 16 ἑκατομμύρια. Οὕτω δὲ ἔχομεν Ἰσολογισμὸν ἐπὶ ποσοῦ 16 ἑκατομμυρίων καὶ ὄχι ἐπὶ 24 ἑκατομμυρίων.
§35Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ὁμιλήσας περὶ τῆς ἐν Λακεδαίμονι ὁδοποιΐας, ἐσύστησα στενῶς, ὅπως τὸ ἀπὸ Ἀραχώβης εἰς Βρουλιᾶν τμῆμα τῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην ὁδοῦ ἐξέλθῃ ἀριστερὰ τῆς σημερινῆς ὁδοῦ παρὰ τὰ χωρία Οἰνοῦντος, διευκολῦνον οὐ μόνον τὸν Δῆμον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἅπασαν τὴν Ἀρκτικὴν Κυνουρίαν, ἔχουσαν στενὰς σχέσεις πρὸς τὴν Λακεδαίμονα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην, καὶ ὡς μανθάνω διετάχθη ἡ εἰς ἐργολαβίαν ἔκθεσις τοῦ ἔργου αὐτοῦ, διερχομένου πρὸς τὰ δεξιὰ τῆς σημερινῆς ὁδοῦ, μὴ προσφέροντος εὐκολίαν τινὰ εἰς καμμίαν κοινότητα· ὥστε καὶ ἐνταῦθα ἐπρώτευσε τὸ πεῖσμα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν Δημοσίων ἔργων τῆς Λακεδαίμονος. Μολονότι, κύριοι, ἡ ἔκθεσις τοσούτων ἔργων ἐν Πελοποννήσῳ εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐπικειμένων Βουλευτικῶν Ἐκλογῶν εἶναι καθαρὰ φενάκη, ἐξ ἧς νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ Κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι ἵνα ἐξαπατήσωσι τοὺς ἐκλογεῖς των κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἐν τούτοις πολὺ εὐήθεις τοὺς νομίζουσι τοὺς Πελοποννησίους, νὰ φρονῶσιν ὅτι οἱ Πελοποννήσιοι θὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως σκέπτεται νὰ περατώσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα τώρα ἐκθέτει ἐν Πελοποννήσῳ, ὅτι θὰ ἀρχίσῃ, ἀφοῦ δὲν ἔκαμαν τοῦτο, ὅταν ἐξώδευσαν εἰς σπατάλην ἔργων Δημοσίων δεκάδας μιλιουνίων, καὶ τώρα ἐξοδεύουν καὶ τὰ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας χρήματα εἰς ἄλλας ἀνάγκας, αὐτὸ δὲ θὰ τὸ γεμίσῃ ἀπὸ ἔντοκα γραμμάτια. Ἐνεθυμήθην, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἑλλάδος ἀπαντῶμεν δυστυχῆ ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα χρήματα νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας της, ἔδιδεν ὁμολογίας της, αἵτινες δὲν εἶχον καμμίαν ἀξίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὠνομάσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη «Ψωροκώσταινα». Ἀλλ’ οἱ Κυβερνῆται ἐκεῖνοι δὲν εἶχον οὔτε φορολογικοὺς Νόμους νὰ εἰσπράττωσι χρήματα, οὔτε Ταμεῖα καὶ Προϋπολογισμοὺς νὰ ἔχωσι χρήματα νὰ ἐξοδεύσωσι καὶ κατέφυγον εἰς τὸ πλάσμα τῶν Ὁμολογιῶν, ἀφοῦ οὔτε δάνεια ἦσαν εἰς θέσιν νὰ συνομολογήσωσιν· ἀλλὰ νὰ καταντήσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν τάξιν τῆς «Ψωροκώσταινας», ἀφοῦ εἰσέπραξεν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν 200 μιλιούνια ἐκ δανείων καὶ ἕτερα 200 μιλιούνια ἐξ εἰσπράξεως φόρων, εἶναι φοβερὰ κατάπτωσις τῆς Ἑλλάδος! Ἐν τούτοις κατερχόμενος συνιστῶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν διόρθωσιν τοῦ δρόμου ἀπὸ Ἀράχωβαν εἰς Βρουλιᾶν, διότι εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ διορθωθῇ.
§36ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, λυποῦμαι ὅτι δυστυχῶς ὑπελείφθην μόνος εἰς τὸ νὰ ὑπομιμνήσκω πάντοτε εἰς ὑμᾶς τὰ συμφέροντα τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Συμπληροῦται ἤδη ἔτος ἀφ’ ἧς ἐποχῆς πέρυσι κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε πάνυ εἰλικρινῶς, ὅτι ἡ προσωπική του γνώμη, καθὼς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶναι ἄλλη ἢ περὶ τοῦ ἀκαταλληλοτάτου τῆς θέσεως ἐν Ἀράπῃ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν καὶ ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν, ἥτις βεβαίως εἶναι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ὄχι μόνον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ τοῦ Πανελληνίου, ἴσως δὲ καὶ τῆς ἱστορίας τῶν μελλουσῶν γενεῶν, διστάζει ὅμως νὰ πράξῃ τὰ ἐναντία καὶ δέοντα, φόβῳ τῶν γενομένων δαπανῶν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, μὴ ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην τῆς ματαιώσεως αὐτῶν. Ἐὰν ὁ λόγος οὗτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ μίαν Κυβέρνησιν καὶ ν’ ἀποτρέψῃ τὸ Ἔθνος τῆς προσηκούσης ναυτικῆς καταρτίσεως, ἡ τοιαύτη σειρὰ τοῦ σκέπτεσθαι εἶναι ὁμοία τῆς σκέψεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος, θέλων ν’ ἀγοράσῃ τὴν βρῶσιν αὐτοῦ, ἠγόρασέ τι μὴ βρώσιμον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἶπεν «Ἐπειδὴ ἔδωκα τὸν παρᾶ μου, θὰ τὸ φάω». Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ἵνα μὴ ματαιώσωμεν τὰς γενομένας δαπάνας, θὰ ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες ἀσκόπως. Λοιπὸν ἐὰν τοιαῦται εἶναι αἱ πεποιθήσεις τῶν ἐν τοῖς πράγμασι, μὴ ἐξακολουθῶμεν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ ὑπὸ σκέψιν ἤδη ὑποβεβλημένῳ, νὰ ἀναγράφωμεν δαπάνας τοιαύτης φύσεως περὶ ματαίων ἔργων. Καὶ τὰ ἔργα δὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ εἶναι τετελεσμένα, εἶναι ἔργα οὐχὶ ναυτικὰ, ἀλλ’ ἔργα ἀστικὰ, οἰκοδομαί· ἑπομένως πρὸς ἄρσιν τοῦ δισταγμοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν ματαίωσιν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκεῖ ἐῤῥίφθησαν, καὶ πρὸς προφύλαξιν τῆς εὐσυνειδησίας αὐτοῦ ἐπὶ τὸ χρῆμα τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, προκαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀποφανθῆτε ἐὰν αἱ οἰκοδομαὶ αὗται δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἄλλους σκοπούς. Εἰς ποῖον δὲ προορισμὸν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι, τοῦτο ἐναπόκειται εἰς τὴν εὐρεῖαν πρόνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ μεριμνῶντος περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος· ἐμὲ μόνον ἓν ἐνδιαφέρει, καὶ ὅταν λέγω ἐμὲ, δὲν ἐννοῶ τὸ ἄτομον ἢ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἐπαρχίας Τροιζηνίας—ἐκτὸς ἐὰν θελήσητε νὰ μὲ ἀδικήσητε καὶ δὲν μοὶ πιστεύσητε—τὸ λέγω ὡς ἀντιπρόσωπος οὐ μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τοῦ Πανελληνίου, καὶ οὐ μόνον τοῦ Πανελληνίου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἱστορίας τῶν μελλουσῶν γεννεῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ τιμήσωσι τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, ὡς μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς κοσμογονίας. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε μίαν τοιαύτην Πρωθυπουργοῦ ἀπόφασιν καὶ ὁμοίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐφεξῆς νὰ ζητῆτε νέας δαπάνας διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὅτι εἶναι ὅλως ἄχρηστα εἰς τὸν προορισμὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, ἀπόδειξις ὅτι ἄχρι τοῦδε οὐδόλως ἐξυπηρέτησαν τὸ πολεμικὸν ναυτικόν. Ἐὰν, κύριοι, θελήσητε νὰ ἀναδιφήσητε τὴν ἱστορίαν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, θέλετε ἴδει, ὅτι ἄνευ τῆς δαπάνης δεκάδων ἑκατομμυρίων, μὲ γλισχρὰν δὲ ὁλοσχερῶς παροχὴν μέσων τῷ ἐν Πόρῳ Ναυστάθμῳ, ἐγένοντο ἔργα ὑπέρτερα ἢ σήμερον, καὶ ὑπῆρχε καθολικὴ τοῦ Ναυτικοῦ ἐξυπηρέτησις μέχρι καὶ κατασκευῆς ἀτμοπλοίων πολεμικῶν. Εἰς τὰς ἐποχὰς δ’ ἐκείνας ὑπῆρχον μὲν Ὑπουργοὶ μὴ ναυτικοί, μὴ εἰδικοὶ τοῦ κλάδου· ἐν τούτοις ὅμως ἐν Πόρῳ, ὁ κ. Αὐγερινὸς χρηματίσας Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κατώρθωσε διὰ καθολικοῦ τοῦ Ναυστάθμου προϋπολογισμοῦ 500,000 δραχμῶν νὰ κατασκευάσῃ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον φέρει καὶ ὄνομα καλλίτερον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἐπενοήθησαν, ὠνομάσθη «Αὐγή». Τὸ κατεσκεύασε δὲ εἰς τὸν Πόρον, ἐνῷ εἰς τὸν ἤδη ὑπάρχοντα Ναύσταθμον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 20 ἑκατομμύρια καὶ πλέον, οὔτε λέμβους δύνανται νὰ ναυπηγήσωσι, καὶ τὰς ἐκθέτουσιν εἰς δημοπρασίαν διὰ νὰ κατασκευάζωνται εἰς ἄλλα μέρη, ὡς δύνασθε νὰ βεβαιωθῆτε ἀναγινώσκοντες τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω πάλιν ἐν ἐκτάσει εἰς τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἀποδείξω τὰς ζημίας.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποβάλετε τὴν πρότασίν σας.
§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει μίαν τάσιν ἀκατάσχετον εἰς τὸ περατοῦν τὰς συζητήσεις. Καὶ ἐὰν τοῦτο ἠδύνατο νὰ φέρῃ καλόν τι εἰς τὴν Πατρίδα, πρῶτος ἐγὼ ἤθελον κλείσει τὸ στόμα μου· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ ποίαν ὠφέλειαν εἰς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων θὰ φέρῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἐπιψήφισις εἶναι τὸ γλυκὺ ὄνειρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Συνδέεται αὕτη μὲ τὴν βελτίωσιν, ἔστω καὶ τῶν ἐλαχίστων ἐκ τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος; Τοῦτο μόνον ἐπιδιώκετε, νὰ κλείσετε τὸ Βουλευτήριον καὶ νὰ κυβερνᾶτε τυραννικῶς καὶ ἀνεξελέγκτως. Τί σᾶς βλάπτει ὅτι δὲν ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμός; τὸ δωδεκατημόριον τὸ ἐλάβατε, καὶ δημοκοπεῖτε φωνάζοντες ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τί ὠφελεῖται ὁ Ἕλλην ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ; τοῦτον ὠφελεῖ ὁ ἔλεγχος. Λοιπὸν πρέπει ν’ ἀρθῇ αὐτὸ τὸ διαδοθὲν παρὰ τῷ κοινῷ, ὅτι βλάπτει ἡ παράτασις τῶν συνεδριάσεων, διότι δὲν ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμός. Διακηρύττω λοιπὸν εἰς τὸ Πανελλήνιον, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν συνδέεται μὲ οὐδὲν συμφέρον τῆς Πατρίδος, εἰμὴ μόνον μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῶν Ὑπουργῶν περὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς τυραννίας των, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ κηλιδώσωσι τὴν Βουλήν, ἄχρις ὅτου πάλιν εὐδοκήσωσι νὰ καλέσωσιν αὐτήν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὅσα κεφάλαια καὶ ἂν ἤθελον δαπανηθῆ, θὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον τῆς κατὰ τὴν πρωθυπουργικὴν ὁμολογίαν πλημμελείας. Ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ θέσις ἐκείνη—καὶ τοῦτο λέγω ὄχι ὅπως πείσω τινά, τοῦτο ἀδύνατον, ἀλλ’ ὅπως ἱκανοποιήσω ἐμαυτόν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθην ἐπωφελὲς τῇ πατρίδι, δὲν τὸ ἀπέκρυψα—ἐν τῷ Ναυστάθμῳ οὐδὲν ἕτερον τελεῖται ἐπὶ τετραετίαν καὶ πενταετίαν, ἢ νὰ ἐγείρωνται οἰκοδομαὶ καὶ νὰ καταστρέφωνται· ἀφίνω ὅτι πολλαὶ αὐτομάτως κατέῤῥευσαν ἐκ πλημμελοῦς κατασκευῆς. Πρὸς κατασκευὴν τοῦ νεωλκείου ἐδαπανήθησαν 500,000 δραχμαὶ διὰ τὸ πρόχωμα, ἔφεραν ξυλείαν 800,000 ἀπὸ τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν ἄφησαν εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ ἐσάπησε, τὸ δὲ πρόχωμα κατέῤῥευσε. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως ὁμιλοῦντες, νὰ μὲ διαψεύσητε, ἐὰν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν. Ποῦ δὲ ἤδη καθαρίζονται τὰ μικρὰ πλοῖα; εἰς τὸν Πόρον, διότι οὐδαμοῦ ἀλλοῦ δύναται νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐργασία. Τοῦτο δὲ, κύριοι, τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδαμοῦ μέσον ἐξυπηρετήσεως τῶν σκαφῶν, νομίζετε ὅτι εἶναι μικρόν; Ἀφίνω ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν Ἐθνικὴν τὴν πολεμικήν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Παρατηρῶ, ὅτι μόνος τῶν Ἑλλήνων, ὁ κ. Γουδῆς, δι’ ἰδίων κεφαλαίων συντηρεῖ ἀτμόπλοια διὰ τὴν ἀτμοπλοΐαν, ἰδιόκτητα αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῆς ἁμίλλης μάλιστα ταύτης ἔλαβε καὶ ζωὴν ἡ φθισικὴ ἐν Σύρῳ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα καὶ ἀνέκυψεν· ἀλλ’ ὁ κ. Γουδῆς δὲν προβαίνει περαιτέρω, διότι δὲν ἔχει ποῦ νὰ ἐπισκευάζῃ τὰ ἀτμόπλοιά του καὶ ἀναγκάζεται νὰ τὰ στέλλῃ εἰς Τεργέστην ἢ εἰς τὴν Μάλταν· τοῦτο πράττει καὶ ἡ Πανελλήνιος Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία τῆς Βιομηχανικῆς. Ποῖον λοιπὸν συναγωνισμὸν θέλετε νὰ διατηρήσῃ ἡ ναυτιλία ἡ Ἑλληνικὴ πρὸς τὰ ἄλλα Ἔθνη; καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τὸ λυπηρὸν, ὅτι ἐν Κρήτῃ συνεβλήθησαν μετὰ τῆς Ἑταιρίας Λόϋδ, ἵνα ἐκτελῆται ἡ συγκοινωνία. Ἡ Κρήτη, ἣν δύναταί τις νὰ ψαύσῃ, ἂν ἁπλώσῃ τὴν χεῖρά του ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, δὲν δύναται νὰ συγκοινωνήσῃ μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, διότι δὲν ὑπάρχει ἐξυπηρέτησις τῆς ναυτιλίας ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὴν Σῦρον καθαρίζονται μόνον τὰ ἀτμόπλοια τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ ἐκεῖ νεωλκεῖον διὰ τὰ λοιπά.
§39ΝΑΖΟΣ. Τοῦ λοιποῦ θὰ καθαρίζωνται καὶ τὰ τῶν λοιπῶν Ἑταιριῶν.
§40ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν σᾶς ἐγνώριζον, κύριε Νάζε, καὶ διὰ τὴν καλήν μας τώρα γνωριμίαν δὲν πρέπει νὰ σᾶς διαμφισβητήσω τὴν ἐξέλευσίν σας ὡς νικητοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὑποχωρῶ.—Καὶ τὰ μικρὰ πολεμικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐκαθαρίζοντο μέχρι τινὸς ἐν Πόρῳ, δὲν θὰ καθαρίζωνται τοῦ λοιποῦ· διότι ἐσχάτως κατὰ τὴν καθέλκυσιν ἑνὸς ἀτμοπλοίου ἔσπασεν ἡ ἐσχάρα καὶ ἐπῆλθον ζημίαι, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν εἶναι σύμφωνος νὰ τὴν ἐπισκευάσῃ. Ἡ ἐξ ὑπαρχῆς ὑπόθεσις τοῦ λόγου μου εἶναι νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ δεύτερον περὶ τοῦ ἐμπορικοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖτε διέποντες τὰ τοῦ Κράτους, μεθ’ ὅλης τῆς ἀριθμητικῆς αὐθεντίας σας, πρέπει νὰ ἐνασχοληθῆτε σπουδαίως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι καθ’ ἑκάστην παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπισκευάζωμεν ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα σεσαθρωμένα σκάφη, τὰ ὁποῖα ἔχομεν· διότι ἄλλως, θὰ τὰ στέλλετε ἀδιακόπως εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην πρὸς ἐπισκευὴν, ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο· πολλάκις δὲ ἡ ἐπισκευὴ ὑπερτερεῖ τὴν ἀξίαν τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου ἀπ’ ἀρχῆς. Ἐγὼ ἀπορῶ, ἀφοῦ κατὰ θεωρίαν προνοοῦμεν δι’ ἀναγραφῆς τηλικούτων κεφαλαίων περὶ στόλου, ὅπως μὴ ἔλθῃ ἐκ νέου ὁ Χόβαρτ, πῶς ἡσυχάζομεν, μὴ ἔχοντες ποῦ νὰ διορθώσωμεν τὰ σκάφη; Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ δὲν μεριμνᾶτε περὶ τῆς πολεμικῆς ναυτιλίας, μεριμνήσατε περὶ τῆς ἐμπορικῆς, τῆς ἀτμήρους, διότι ἱστιοφόρος δὲν ὑπάρχει· διότι πῶς θέλετε, εἴτε ἄτομον, εἴτε ὁμὰς νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, καταρτίσεως ἀτμήρους συγκοινωνίας, ὅταν βλέπῃ, ὅτι τὸ κέρδος ὅλον θὰ δαπανᾷ, ἀποστέλλουσα τὰ πλοῖα εἰς Τεργέστην ἢ Μάλταν; Ἔχει δὲ ἡ ἀπορία αὕτη τῆς συγκοινωνίας ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ὅπως βλέπετε, ὅ,τι συνέβη ἤδη ἐν Κρήτῃ, ὅπου τὴν συγκοινωνίαν θὰ ἐκτελῶσι τὰ ἀτμόπλοια τῆς Ἑταιρίας τοῦ Λόϋδ, ἐνῷ ἡ «Ἕνωσις» καὶ ἡ «Κρήτη», Ἐθνικὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα διέτρεχον 18 μίλλια τὴν ὥραν, ἠδύναντο διατηρούμενα νὰ ἐκτελέσωσι τὴν συγκοινωνίαν ταύτην, ἀλλὰ τὰ ἄφησαν καὶ κατεστράφησαν. Τώρα τέλος, διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς κεφαλαιούχους εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, πρέπει νὰ παράσχωμεν πρόχειρα τὰ μέσα τῆς θεραπείας τῶν ναυτικῶν ἀναγκῶν· πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὸν ἐν Πόρῳ Ναύσταθμον, πρὸς τί νὰ τὸν μεταβάλῃ εἰς ἀποθήκην πετρελαίου καὶ εἰς καπνοκοπτήριον; Δύναται αὐτὸ τὸ ἵδρυμα νὰ παραχωρήσῃ εἰς μίαν Ἑταιρίαν, ἡ ὁποία νὰ τὸ μεταχειρισθῇ διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ εἶναι ὁ ἐν Πόρῳ Ναύσταθμος, παρεχώρησεν ὁ Δῆμος εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τοῦτο, ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις συνεννοηθῇ μετὰ Ἑταιρίας πρὸς παραχώρησιν, οὐ μόνον ὁ Δῆμος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν γηπέδων συναινοῦν νὰ παραχωρηθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο δωρεάν· ἐν ἐναντίᾳ ὅμως περιπτώσει ἐννοεῖ ἡ κοινότης τοῦ Πόρου νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά της ἐπὶ τῶν γηπέδων αὐτῶν, τὰ γήπεδα δὲ ἐκεῖνα ἀνήκουν εἰς ἄτομα, τὰ ὁποῖα παρεχώρησαν αὐτὰ διὰ τὸν Ἐθνικὸν σκοπὸν τῆς ἀνεγέρσεως Ναυστάθμου, ἔχουσι δὲ ἀποδείξεις τῶν δικαιωμάτων τούτων ἀναμφισβητήτους, τὰς ὁποίας θὰ προσαγάγω μίαν ἡμέραν ἐνταῦθα ἐν ἀντιγράφῳ, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουν τὴν κυριότητα αὐτῶν (θόρυβος). Ὅταν ἦλθεν ὁ Καποδίστριας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἠθέλησεν ὁ Ῥῶσσος Ναύαρχος νὰ καταλάβῃ χῶρον ἐνταῦθα καὶ ἱδρύσῃ ἐν Πόρῳ Ναύσταθμον Ῥωσσικόν· πρὸς τοῦτο ἐξέλεξε δύω σημεῖα ἐντὸς τοῦ λιμένος τοῦ Πόρου, εἰς τὸ ἓν τὸ ἐπὶ τῆς νήσου, ἔνθα ἡ πόλις καὶ ἔνθα ὁ σημερινὸς Ναύσταθμος, κατεσκεύασεν ἀποθήκην ἱματισμοῦ καὶ ὑλικοῦ, εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον, τὸ ἐπὶ τῆς μεγάλης νήσου καὶ ἀπωτέρω, ἵδρυσεν ἀρτοποιεῖον· τότε οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μερῶν αὐτῶν ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὸν Ναύαρχον, ἀποκρούοντες τοὺς σκοπούς του καὶ λέγοντες, ὅτι παρανόμως οἰκοδομεῖ ἐκεῖ καὶ δὲν ἐφοβήθησαν τὴν ἰσχύν του τότε οὐδὲ τὸν Καποδίστριαν, ὅστις ἦτο ἐν Πόρῳ τότε, ἀλλὰ διεμαρτυρήθησαν, οὐχὶ ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐδάφους, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σημεῖον, καταλαμβανόμενον ὑπὸ τῶν Ῥώσσων. Ὅταν ἀνεχώρησεν ὁ Ναύαρχος ἐκεῖνος καὶ ἦλθεν ἄλλος, ἐπανέλαβον τὴν διαμαρτύρησιν καὶ οἱ Δημογέροντες. Ἀπέκρουσαν τότε τὴν κατάληψιν τῶν κτημάτων ἐκείνων, ὑπάρχουσι δὲ ἔγγραφα ἐπικεκυρωμένα περὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τὴν Δημογεροντίαν τῆς ἐποχῆς τοῦ 1832, κατὰ συνέπειαν οὐδεμία δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἀποδείξεων, αἵτινες δύνανται νὰ περιπλέξωσι τὸ Δημόσιον εἰς δίκας, καὶ ἐπὶ τέλους δὲν ἠξεύρω ποία θέλει εἶσθαι ἡ ἔκβασις. Ἐὰν ἐννοῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο εἰς Ἐθνικοὺς σκοποὺς, διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, οὐδεὶς θέλει φέρει τὴν παραμικρὰν ἀντίῤῥησιν· ἑπομένως δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ Ἑταιρίας τινὸς, ὅπως χρησιμοποιηθῇ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἐπανέλθω, οὐχὶ μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ πράξω τι περισσότερον· ἔχω ὅμως μίαν ἐλπίδα περισσοτέραν πρὸς τὸν Γάλλον Ναύαρχον, καὶ εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ ἀνδρὸς περὶ ὅλων τῶν τελεσθέντων καὶ περὶ ὅλων τῶν ἐν τῷ μέλλοντι συντελεσθησομένων, καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν θὰ λάβω καὶ ἄλλας πληροφορίας καὶ κατανοήσω τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνδρὸς, νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον. Παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἶναι ἐκ τῶν μὴ ἐπιδεχομένων ἀναβολήν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν μου, διότι πρῶτον θέμα εἶναι ὁ Ἀπολογισμὸς τῆς παρελθούσης Συνόδου, καθ’ ἣν ἤμην ἐγὼ Πρόεδρος καὶ διαχειριστής. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ρουσσόπουλος). (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ).
§42Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω κατὰ τίνα τρόπον ἐκτελοῦνται αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις περὶ χορηγίας τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς. Κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσι τὴν ὡρισμένην ἀποζημίωσιν, μόνον ὅταν ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντα αὑτῶν· τὸ Προεδρεῖον μέχρι τοῦδε κατὰ τίνα τρόπον ἐνόμισεν, ὅτι βεβαιοῦται ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των οἱ λαβόντες τὴν ἀποζημίωσιν Βουλευταί;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν τάξιν μόνον ὅσοι παρευρίσκονται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς λαμβάνουσι τὴν ἀποζημίωσιν.
§44Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐδόθη ποτὲ ἀποζημίωσις εἰς Βουλευτὴν, μὴ προσελθόντα εἰς τὰς συνεδριάσεις;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε. (Ἀναγινώσκεται ὁ Ἀπολογισμὸς κατ’ ἐδάφιον καὶ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 20 καὶ 22 τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1884 Νόμου ΑΡϞʹ.
§47ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις περὶ δανείου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν εἶναι ἀποφασισμένον, μάλιστα.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι λίαν κατεπεῖγον τὸ περὶ Δήμων.
§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν συμμεριζόμεθα, τὸ Νομοσχέδιον περὶ Δημοτικῶν φόρων εἶναι λίαν κατεπεῖγον, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτῶνται μεγάλα συμφέροντα σπουδαιοτάτων τῆς Ἑλλάδος Δήμων, διὰ τοῦτο, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὑποχωρῶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ μόνον τοῦ Νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς τῆς συζητήσεως ἔρχεται κατόπιν ἡ ἐπερώτησις περὶ δανείου.
§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λεβίδης.
§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ζητήματος βεβαίως σπουδαιοτάτου, διότι πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν Δημοτικὴν φορολογίαν τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν ἐν παντὶ ἄλλῳ Ἔθνει Νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν Δημοτικὴν φορολογίαν καὶ εἰς μεταβολὴν οἱανδήποτε τοῦ καθεστῶτος Δημοτικοῦ συστήματος τῆς φορολογίας, ἔχῃ μεγάλην σημασίαν, βεβαίως πολὺ μείζονα σημασίαν ἡ μεταβολὴ τῆς Δημοτικῆς φορολογίας δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῷ Τόπῳ αὐτῷ, ὅστις τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἤτοι τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν, ὀφείλει κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ Δημοτικὸν καθεστώς, ὅπερ εἶναι ὁ διάδοχος τοῦ κοινοτικοῦ καθεστῶτος. Ἂν ὑπῆρξαν πολιτικαὶ ὁμάδες, εἰς ἃς ὁ Ἑλληνισμὸς ὀφείλει τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν παλιγγενεσίαν αὐτοῦ, βεβαίως ὑπῆρξαν καὶ αἱ κοινότητες, εἰς ἃς ἀνέκαθεν εἶχε καταφύγει τὸ Ἔθνος, αὐτῶν δὲ τῶν κοινοτήτων διάδοχοι ἐγένοντο οἱ Δῆμοι. Οὐδεμία λοιπὸν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ λεπτομερῶς, μάλιστα διότι σήμερον πρώτην φορὰν ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν μεταβολὴν τῆς Δημοτικῆς φορολογίας, ἐπειδὴ, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ μεταβολὴ αὐτῆς, γενομένη πέρυσι, δὲν ἐγένετο παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μόνον παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Εἶναι περιττὸν διὰ μυριοστὴν φορὰν νὰ ἐπαναληφθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, βιαζομένη εἰς πάντα καὶ νομίζουσα, ὅτι ἐμπνέεται ὑπὸ θείας τινὸς ἀρχῆς καὶ δυνάμεως, κατέστρεψεν ἀναμφισβητήτως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Πολλάκις καὶ ἐν πολλαῖς συζητήσεσι διαπρεπεῖς ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀναμφισβητήτως κατέδειξαν, ὅτι ἂν ὑπῆρξε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, ἥτις κατέστρεψε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ εἴπω ἀνεπανορθώτως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σπουδαίως, ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις αὐτή. Κατέστρεψε δὲ ταῦτα, πρῶτον μὲν ὁρμωμένη ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι εἶναι ἀλάνθαστος καὶ πάντα γινώσκει, δεύτερον δὲ ἐκ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει, τῆς καθαρᾶς προσωπικῆς Κυβερνήσεως. Μὴ ἀρκουμένη δὲ εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἀναλαμβάνουσα μεγάλην εὐθύνην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, συνεδρίασε νύκτωρ καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ μετέβαλε διὰ τοῦ Νόμου ἐκείνου, ὅστις εἶναι γνωστὸς εἰς ὑμᾶς, καὶ τὴν Δημοτικὴν φορολογίαν. Δὲν ἤκουε τότε τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, δὲν ἤκουεν ἐκείνους, οἵτινες, καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὄντες, προσεπάθουν νὰ ἀνακόψωσι καὶ ταύτην τὴν πρωτοτυπίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐνόμιζεν ὅτι, ἀλάνθαστος τυγχάνουσα, καὶ περὶ τούτου τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ ἔχῃ δίκαιον. Ἦλθεν ὅμως—δυστυχῶς μὲν διὰ τὸ Ἔθνος, εὐτυχῶς δὲ διὰ τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἵτινες ἀντεπολιτεύοντο τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι ἀπεδείχθη ὅτι ὀρθὴ ἦτο καὶ τότε ἡ ἰδέα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—ἦλθε, λέγω, ὁ χρόνος καὶ ἀναμφισβητήτως κατέδειξεν, ὅτι εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους προσετέθη καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν οἰκονομικῶν τῶν Δήμων. Ἔχομεν, κύριοι, γνωστὰ μέχρι τοῦδε πλεῖστα ἀποτελέσματα δημοπρασιῶν τῶν ἐμμέσων δασμῶν τῶν Δήμων, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲ τούτων πᾶς τις πείθεται, ὅτι ὁ ἰσχύων Νόμος περὶ Δημοτικῆς φορολογίας ἐπέφερε τὰ ὀλέθρια ταῦτα ἀποτελέσματα. Καὶ πρὸ πολλῶν μὲν ἡμερῶν ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα ἐν συγκρίσει τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν τῶν ἐμμέσων Δημοτικῶν δασμῶν τοῦ 1884 ἔτους ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, προσηλωμένος ὢν εἰς τὸ σύστημα αὐτοῦ, τοῦ νὰ φρονῇ ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἶναι τὸ εὐτελέστερον τῶν δικαιωμάτων καὶ τὸ μᾶλλον ἀσήμαντον, ἐξ ὅσων κέκτηται ἡ Βουλὴ, ἐκώφευσεν ἐντελῶς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ἐκείνας, ὅπως εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κωφεύει εἰς πάσας τὰς ἐπερωτήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ ὁσάκις ἀπαντᾷ, ἀνέρχεται τὸ βῆμα, ἵνα τεθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ καὶ νὰ ἐρωτᾷ, τί ἆράγε ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; διότι, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα καὶ κατερχόμενος αὐτοῦ, εἶναι πάντοτε ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, κύριοι, ἐξ ἐξωδίκων πληροφοριῶν γινώσκομεν, ὅτι οἱ δασμοὶ οἱ ἔμμεσοι τῶν Δήμων, καὶ πρὸ πάντων τῶν Δήμων πρώτης τάξεως, κατέπεσαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὅπερ βεβαίως ἀποτελεῖ τὴν καταστροφὴν τοῦ Δημοτικοῦ θεσμοῦ. Ἐν τῷ Δήμῳ Ἄργους ἀπὸ 38,050 δραχμῶν κατέπεσεν ἐφέτος τὸ εἰσόδημα τῶν ἐμμέσων Δημοτικῶν δασμῶν εἰς δραχ. 30,000. Ἐν τῷ Δήμῳ Λαμίας ἀπὸ 86,000 κατέπεσεν εἰς δραχ. 46,000, δηλαδὴ εἰς τὸ ἥμισυ. Ἐν τῷ Δήμῳ Λαυρίου ἀπὸ 80,000 εἰς δραχ. 40,000 καὶ ἐν τῷ Δήμῳ Ἀθηναίων ἀπὸ 1,185,000 κατέπεσεν εἰς 715,000 δραχμάς, τουτέστι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 470,000. Αὐτὸς λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ὁ σοφὸς ἐκεῖνος Νόμος, ὅν, ἵνα μὴ τύχῃ καὶ ἀπολέσωσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ, ἐβιάσθησαν νὰ ψηφίσωσι πέρυσιν ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐν ὥρᾳ μεσονυκτίου! καίτοι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ παροῦσα ἐὰν ἦτο ἐνταῦθα ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ μετεχειρίζετο πάντα τὰ ὅπλα τοῦ λόγου ἐναντίον τοιούτου τερατώδους Νόμου, καὶ ἀναφοραὶ τῶν Δήμων ἀκόμη ἐὰν ἤρχοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, πρὸς ταῦτα πάντα λέγω, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἀλαλάζουσα κατὰ τὸ σύστημα αὐτῆς ὄπισθεν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἤθελε δώσει ἀκρόασιν ἢ σημασίαν. Καὶ τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο οὐχὶ μόνον ἐψηφίσθη ἐν ὥρᾳ μεσονυκτίου καὶ ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀξιότιμον μέλος τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ κ. Καραπάνος, διϊσχυρίζετο, ὅτι Νομοσχέδιον, δι’ οὗ μεταβάλλεται ἡ ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν περίπου καθεστῶσα Δημοτικὴ φορολογία, εἶναι περιττὸν κἂν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἐξεγειρόμενος ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐνόμιζεν, ὅτι προσέφερε τὴν μεγίστην τῶν εὐεργεσιῶν τοῖς Δήμοις καὶ τὴν μεγίστην τῶν ἐπικουριῶν τῇ Κυβερνήσει, ἂν ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ, ὅπως ἄνευ προεξελέγξεως καὶ προσυζητήσεως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν ὥρᾳ μεσονυκτίου ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τοῦθ’ ὅπερ καὶ κατώρθωσεν! Ἀλλ’ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἐποχῇ, κύριοι, καὶ εἶναι γνωστὸν, οὐχὶ ὁ Νόμος οὗτος μόνον ἐψηφίσθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα Νομοσχέδια σπουδαῖα ἀσυζητητεὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξελέγξεως, εἰμὴ τῆς ἐξελέγξεως, ἣν ὑφίστανται τὰ Νομοσχέδια ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ὑπουργῶν, ἐγένοντο Νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ μετεβλήθη οὐχὶ μόνον πλέον τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς, ἀλλ’ ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ καθεστὼς τοῦ Κράτους διὰ Νόμων ἄνευ συζητήσεως, διὰ Νόμων φιλοτεχνηθέντων οὐχὶ τοὐλάχιστον ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐν τοῖς τῶν οἰκείων Τμηματαρχῶν. Καὶ διὰ τοῦ συστήματος, λέγω, τούτου κατώρθωσαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μεταμορφώσωσι πάντας τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, νὰ μεταβάλωσι σχεδὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ προπαρελθοῦσαν Σύνοδον ὁλόκληρον τὸ καθεστὼς τῆς Ἑλλάδος. Ὑπὸ τοιαύτας, κύριοι, περιστάσεις εὑρίσκετο καὶ ἐτύγχανεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε ἠναγκάζετο, καθιστῶσα ὑπευθύνους τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ ἀπόσχῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς· διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὸ κατ’ ἐμὲ, πάσχει νόσημά τι, ὅπερ οἱ ψυχολόγοι βεβαίως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ νὰ γραφῇ ἡ ἱστορία τῆς ἐποχῆς ταύτης, θέλουσιν ὀνομάσει Νομομανίαν. Ἡ κυβέρνησις, λέγω, αὕτη οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι παρὰ τῆς ἱστορίας ἐκτὸς τῶν ἄλλων θέλει χαρακτηρισθῆ ὡς πάσχουσα Νομομανίαν. Οὐδὲν Ἔθνος γινώσκω, κύριοι, οὐχὶ μόνον τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐποχῶν, ὅπερ νὰ κέκτηται τοσαύτην σοφίαν νομοθετικὴν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ πάντας τοὺς Νόμους ἐκείνους, οὓς εἰσήγαγεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Θέλετε ἐκπληχθῆ, κύριοι, ἂν μάθητε, ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1884 ἐψηφίσαμεν ἑβδομήκοντα ὅλους Νόμους, κατὰ δὲ τὸ 1883 ἐψηφίσαμεν ὀγδοήκοντα ὅλους Νόμους, κατὰ δὲ τὸ 1882 ἐψηφίσαμεν ἑκατὸν εἴκοσι καὶ πέντε Νόμους, δηλαδὴ ἐντὸς ἁπλῆς τριετίας τριακόσιοι ὅλοι Νόμοι εἰσήχθησαν παρὰ τῶν φωστήρων αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλή, καθ’ ἧς ἀκόμη παραπονοῦνται, ὡς μὴ ἐργαζομένης δῆθεν, ἐψήφισεν ὅλην αὐτὴν τὴν σωρείαν τῶν Νόμων! Ἰδοὺ εἷς τῶν λόγων, ὧν ἕνεκεν ἔχομεν τὰ φοβερὰ ταῦτα ἀποτελέσματα ἐπὶ παντὸς κλάδου, ὃν οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ ἠθέλησαν νὰ ἀναμορφώσωσιν. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ τοσαύτη σύνεσις καὶ τοσαύτη σοφία, ὥστε ἐντὸς τοσοῦτον μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος τριακόσιοι ὅλοι Νόμοι νὰ ψηφισθῶσι, Νόμοι μεταβάλλοντες κατὰ τὸ μέγιστον μέρος τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὸ καθεστὼς τῆς Χώρας.
§54ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἦσο καὶ σὺ εἷς ἐξ ἐκείνων τῶν ψηφοφόρων;
§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἂν, κύριοι, ἐπετρέπετο, ἐδύνατό τις νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Νόμον τῶν Λοκρῶν, οὗτινος βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ, καὶ καθ’ ὃν, ὅστις προέτεινε Νόμον ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λοκρῶν, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸν τράχηλον ἐν βρόχῳ. Καὶ ἂν μὲν ὁ Νόμος ἐπετύγχανεν, ἐσώζετο ὁ προτείνων, ἂν δὲ ἀπετύγχανεν, ὁ προτείνων τὸν Νόμον ἀπηγχονίζετο. Μόνον, λέγω, διὰ τοιούτου τινὸς Νόμου ἠδύνατο τέλος πάντων τὸ Ἔθνος τοῦτο νὰ σωθῇ ἀπὸ τοῦ παθήματος αὐτοῦ, ὅπερ πάσχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Βεβαίως λοιπὸν δὲν ἠδύνατο τὸν γενικὸν τοῦτον κανόνα νὰ ἀποφύγῃ καὶ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δι’ οὗ μετεβλήθη ἡ Δημοτικὴ φορολογία. Σήμερον δὲ, κύριοι, εἰσάγεται ἕτερον Νομοσχέδιον, δι’ οὗ προσπάθεια καταβάλλεται, ὅπως μεταβληθῇ πάλιν τὸ Δημοτικὸν καθεστώς· καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν πάλιν ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὲς, διότι πρὸ τοῦ συζητουμένου Νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεβλήθη τῇ Βουλῇ τῇ 10 Δεκεμβρίου τοῦ 1884, εἶχεν ὑποβληθῆ ἄλλο, ὅπερ βεβαίως ἀποσύρει ἡ Κυβέρνησις, τὸ Νομοσχέδιον δηλαδὴ τῆς 22 Νοεμβρίου 1884. Ἔχομεν λοιπὸν εὐθὺς ἀμέσως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν μεταβολὴν τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως. Δύω Νομοσχέδια, τί πρὸς αὐτούς; Ἐκλέξατε οἱονδήποτε θέλετε. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τώρα, κύριοι, ποία εἶναι ἡ βάσις αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου. Ἡ βάσις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἤδη φορολογουμένων πραγμάτων. Τὸ Νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 2 λέγει· «Ἐὰν δι’ ἠτιολογημένης πράξεως Δημοτικοῦ Συμβουλίου «Δήμου τινὸς ἀποδειχθῇ ὅτι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν «ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, δὲν ἀρκεῖ ὁ κατὰ τὸ «ἄρθρον 20 προσδιορισθεὶς Δημοτικὸς δασμὸς πρὸς εἴσ«πραξιν ποσοῦ ἴσου τῷ τέως βεβαιουμένῳ ἢ τῷ ποσῷ, ὅ«περ θὰ ἐβεβαιοῦτο, ἂν ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ «ὁ ἕως τῆς 31 Δεκεμβρίου 1884 ἰσχύων Δημοτικὸς δα«σμὸς, ἐπιτρέπεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδο«μένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αὔξη«σις τοῦ δασμοῦ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος». Ἔχομεν ἄρα ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν, ἂν τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ φόροι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν Δημοτικῶν ἀναγκῶν, εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωσι τὰ εἰσοδήματα τῶν Δήμων διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἤδη φορολογουμένων εἰδῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ βάσις αὕτη τοῦ Νομοσχεδίου πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ· διότι, ἐνῷ ἐβαρύναμεν τὰ ἤδη φορολογούμενα πράγματα, τὰ ὤνια, τὰ ἐμπορεύματα καὶ τὰ σιτηρά, καὶ οὐχὶ κατὰ τρόπον ἐπιστημονικὸν, οὐχὶ συζητοῦντες λεπτομερῶς καὶ ἐπισταμένως περὶ τοῦ Νόμου, ἀλλὰ ψηφίζοντες αὐτὸν ἐν μιᾷ νυκτί, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ διὰ τούτου τοῦ Νομοσχεδίου θέλομεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὰ πάλιν τὰ οὑτωσὶν ἀτόπως ἐπιβαρυνθέντα πράγματα. Πολλοὶ τῶν Δήμων τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτῶν ἀπέκρουσαν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ πρῶτος πάντων ὁ Δῆμος τῶν Ἀθηναίων ἐξανέστη κατὰ τῆς τοιαύτης φορολογικῆς διατάξεως. Πολλὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δι’ ἐμβριθῶν καὶ φωταυγῶν συζητήσεων κατέδειξαν, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπιφέρει τὴν πλήρη καταστροφὴν τῶν Δήμων, διότι οὐδὲν Συμβούλιον Δημοτικὸν τοῦ Κράτους θέλει εὑρεθῆ, δυνάμενον νὰ ψηφίσῃ καὶ παραδεχθῇ τὴν αὔξησιν, ἣν δίδει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τοῖς Δήμοις, τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τῶν ἤδη φορολογουμένων πραγμάτων. Ἔχομεν μάλιστα, κύριοι, ῥητὰς περὶ τούτου διαβεβαιώσεις, ἔχομεν ψηφίσματα καὶ τοῦ Δήμου τῶν Ἀθηναίων καὶ τοῦ Δήμου τῶν Πατρῶν καὶ ἄλλων Δήμων τοῦ Κράτους, ὧν πάντων τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ῥητῶς ἐδήλωσαν τῇ Κυβερνήσει, ὅτι καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους, ὅπερ νὰ δεχθῇ ὅπως κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Νομοσχεδίου αὐξήσῃ τὴν φορολογίαν τῶν ἤδη φορολογουμένων πραγμάτων. Διατί; διότι τὸ Δασμολόγιον ἐπίσης δὲν ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἦτο εἰκονικὴ ἡ ψήφισις τοῦ Νόμου περὶ Δασμολογίου τοῦ Κράτους· δηλαδὴ ὁ πρῶτος Νόμος τοῦ Κράτους, ὁ Νόμος ὁ συνδεόμενος πρὸς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς κοινωνίας, ὁ συνδεόμενος μὲ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ὁ Νόμος, λέγω, περὶ Δασμολογίου ἐψηφίσθη καθ’ ὃν τρόπον, ἐνθυμεῖσθε, νύκτωρ, ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἂς ἐγείρεται συχνάκις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἂς προσπαθῇ νὰ παραστήσῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ σοφὸς Νόμος, εἶναι ὁ Νόμος οὗτος περὶ Δασμολογίου. Ἔχομεν, κύριοι, περὶ τούτου τὴν ἐναντίαν δήλωσιν πάντων τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου, πασῶν τῶν συντεχνιῶν τοῦ Κράτους, αἵτινες ἀλλεπαλλήλως καὶ δι’ ἀναφορῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ παντοιοτρόπως κατέδειξαν, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ Νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη ἀμελετήτως, ἐὰν ὑπάρχῃ Νόμος, ὅστις οὐδένα σκοπὸν καὶ οὐδένα προορισμὸν ἔχει, ἂν ὑπάρχῃ Νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη, ὅπως δὲν ἐδύνατο νὰ ψηφισθῇ ὁ τελευταῖος Νόμος τοῦ Κράτους, ὁ μᾶλλον ἐπουσιώδης, εἶναι λέγω ὁ Νόμος περὶ Δασμολογίου. Παραλείπω πολλὰς ἀναφορὰς καὶ βιομηχάνων καὶ ἐμπόρων, καὶ ἀναφέρω, κύριοι, πρὸς ὑμᾶς μόνον τὴν ἀναφορὰν τῶν ὑφασματεμπόρων τῶν Ἀθηνῶν, οἵτινες κατέδειξαν ἐμβριθῶς καὶ διὰ πραγμάτων, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ νέου Δασμολογίου εἶναι τοσοῦτον ἀμελέτητος, ὥστε φορολογοῦνται πράγματα 50% ἐπὶ τῆς ἀξίας, φορολογοῦνται εἴδη 100% ἐπὶ τῆς ἀξίας, φορολογοῦνται 1100% ἐπὶ τῆς ἀξίας! Αὐτὸ εἶναι τὸ Δασμολόγιον, ὅπερ, ὁσάκις δίδοται ἀφορμὴ τῷ κυρίῳ Πρωθυπουργῷ, ἀνέρχεται τὸ βῆμα καὶ προσπαθεῖ νὰ παραστήσῃ αὐτὸ τὸ ἐξάμβλωμα ὡς τὸ μεγαλοφυέστερον προϊὸν τῆς Κυβερνητικῆς σοφίας. Εἶναι περιττὸν βεβαίως, ὁμιλῶν τις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νὰ κατέλθῃ εἰς λεπτομερείας καὶ νὰ ἀποδείξῃ πράγματα, ἀποδειχθέντα διὰ τοῦ τύπου καὶ κατατεθέντα εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῶν ἀναφερομένων. Ἀνοίξατε, ὁπόταν θελήσητε, τὴν ἀναφορὰν τῶν ὑφασματεμπόρων τῶν Ἀθηνῶν, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐχὶ ἕν, ἀλλὰ δέκα καὶ δεκαπέντε εἴδη ὑφασμάτων ὑπάρχουσιν, εἰς ἃ τὸ Κράτος ἔθηκε τὴν φορολογίαν τῶν 50%, ἢ τῶν 100%. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἐκτὸς τούτων ὅτι, ἵνα κατασκευάσητε ἓν ὑδραγωγεῖον ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Φάληρον, ἂν δαπανήσετε 80,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν σιδηρῶν σωλήνων, διαμέτρου εἴκοσιν ἑκατοστῶν, θέλετε δαπανήσει 40,000 δραχμῶν ὡς τελωνιακὸν δασμὸν διὰ τοὺς σωλῆνας, δηλαδὴ θέλετε δαπανήσει τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῶν σωλήνων μόνον διὰ τὸν τελωνισμὸν αὐτῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἄλλην ἀναφοράν, τὴν τῶν ἀδελφῶν Τσιμωνιδῶν ἐν Πειραιεῖ, οἵτινες κατέδειξαν, ὅτι ἡ βιομηχανία τῶν ὀμβρελλῶν, ἣν αὐτοὶ εἰσήγαγον εἰς Πειραιᾶ, θέλει ἐντελῶς καταστραφῆ. Καὶ δὲν εἶναι μόνα ταῦτα τὰ παραδείγματα. Ἄν εἶχέ τις τὸ σύστημα τοῦ μακρηγορεῖν, ἐδύνατο νὰ πολλαπλασιάσῃ ἐπ’ ἄπειρον, ἢ τοὐλάχιστον ἐπὶ πολὺ παραδείγματα, δι’ ὧν θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ἄν ὑπάρχῃ Νόμος, ὡς πρὸς ὃν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀπέτυχεν, εἶναι ὁ ὕπατος τῶν Νόμων, τὸ Δασμολόγιον τὸ ἐθνικὸν, τὸ Δασμολόγιον τὸ ἐθνικόν, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ πάσης ἐθνικῆς προόδου, τὸ Δασμολόγιον τὸ ἐθνικὸν, ὅπερ πανταχοῦ καὶ πάντοτε ἐγένετο ὁ εἰσηγητὴς νέας προόδου τῶν Ἐθνῶν. Ἐν ᾧ ἐνταῦθα, διότι ἐφατριάσατε, διότι ἐψηφίσατε αὐτὸ τροχάδην, νύκτωρ καὶ ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀληθῶς καὶ πράγματι συνέβη δι’ αὐτοῦ τοῦ ἀμελετήτου καὶ ἐλεεινοῦ Δασμολογίου νὰ ἐπέλθῃ οὐχὶ πλέον ἡ παρακώλυσις τῆς ἐθνικῆς φιλοπονίας, τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, τῆς ἐθνικῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς ἐπῆλθε πλήρης καὶ ἐντελὴς καταστροφή. Ὥστε ἂς μὴ λαμβάνῃ συνεχῶς τὸν κόπον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις ἀνέρχεται τὸ βῆμα τοῦτο, νὰ ὀχυρῶται ὄπισθεν τοῦ Δασμολογίου, ὡς προχώματος ἀπὸ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ προσβάλῃ αὐτόν· διότι, ἂν ὑπάρχῃ Νόμος συνδεόμενος πρὸς ὑπέρτατα συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ Νόμος ὅστις, καίπερ συνδεόμενος πρὸς τοιαῦτα συμφέροντα, ἀπέτυχεν, εἶναι ὁ Νόμος αὐτός. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ Δῆμοι τοῦ Κράτους νὰ δεχθῶσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἄνευ τοὐλάχιστον παρατηρήσεων· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δι’ οὗ οὐδὲν ἄλλο γίνεται, εἰμὴ αὐτὰ τὰ φορολογούμενα εἴδη κατὰ τὸ Δασμολόγιον νὰ φορολογῶνται ἔτι πλέον, καὶ πῶς; διὰ τῆς πρωτοβουλίας αὐτῶν τῶν Δήμων, τουτέστι διὰ προτάσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς ἐποχαὶ, καθ’ ἃς τὰ Ἔθνη καταλαμβάνονται ὑπὸ ὀργασμοῦ, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς μεταβολὴν τῶν νόμων· ἀλλ’ ἵνα ὁ νόμος, κύριοι, μεταβληθῇ, εἶναι ἀνάγκη ἀσφαλῶς νὰ γινώσκωμεν, ὅτι ὁ νέος νόμος, ὅστις θέλει ἔλθει εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ παλαιοῦ, θέλει ἐπιφέρει ὁπωσδήποτε ὠφέλειάν τινα. Ἀλλὰ ποῖος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ δημοτικῆς φορολογίας μετέβαλε τὸ δημοτικὸν φορολογικὸν καθεστώς; Ποῖος ποτὲ Δῆμος τοῦ Κράτους παρεπονέθη διὰ τὸ ἰσχῦον τότε δημοτικὸν φορολογικὸν καθεστώς; Ἄν ὑπῆρχε, κύριοι, νόμος, ὅστις ἐλειτούργει ἀπροσκόπτως, ἂν ὑπῆρχε νόμος, καθ’ οὗ οὐδέποτε καὶ οὐδαμῶς ἐξηγέρθη ἡ συνείδησις τῶν φορολογουμένων ἢ τῶν Δήμων, ὑπῆρχεν ὁ τότε ἰσχύων δημοτικὸς φορολογικὸς νόμος. Οἱ Δῆμοι τοῦ Κράτους ἐδύναντο νὰ φορολογηθῶσι μέχρι 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰδῶν, ἣν ὥριζον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς αὐτοῦ τοῦ παναρχαίου καθεστῶτος; οὐδεμία. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι, κύριοι, τὰ ἐπακολουθήσαντα δεινὰ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Δήμων. Μεταβάλλομεν ἁπλῶς τὸ φορολογικὸν καθεστὼς, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ δυνάμενον νὰ σταθῇ πρὸ τῆς ἡμετέρας σοφίας· διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι προορισμὸς ἡμῶν εἶναι νὰ ἀνακαινίσωμεν καὶ ἀναπλάσωμεν τὰ πάντα. Ἠνορθώσαμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἀφοῦ ταῦτα ἠνορθώσαμεν, ἔπρεπε νὰ ἀνορθώσωμεν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῶν Δήμων. Ποίων Δήμων; ἐκείνων, οἵτινες ὑπὸ τὸ τότε ἰσχῦον σύστημα εἴδατε ὁποῖα ἀποτελέσματα ἔφερον, κατὰ δὲ τὸν κείμενον νέον νόμον εἴδομεν, ὅτι τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν ἔφθασαν εἰς τοσαύτην μείωσιν, ὥστε μόλις εἰς τὸ ἥμισυ τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνέρχονται. Καὶ ἂν μὲν, κύριοι, πρόκηται περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δικαίωμα ἔχει περὶ τὰ ἴδια νὰ ἐκτελῇ πειράματα· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς μονάδος τῆς Πολιτείας, περὶ τῶν Δήμων τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ φέρωσι νομοσχέδια, καὶ ἀμελετήτως συζητοῦσαι αὐτὰ, ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ καθιστῶσι ταῦτα νόμους τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τῶν νόμων τούτων νὰ γίνωνται ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς τῶν δημοτικῶν εἰσοδημάτων καὶ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων. Διὰ τῆς ἰσχυούσης ἄλλοτε Δημοτικῆς φορολογίας εἴχομεν τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ὅτι χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται οἱ δημόται τὸ ἐπαχθὲς τῶν φόρων συνετέλουν εἰς τὴν γιγαντιαίαν αὔξησιν τῶν Δημοτικῶν προσόδων· εἴχομεν τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐφορολογοῦμεν τὰ πλεῖστα τῶν πραγμάτων ἐλαφρῶς καὶ ἐπιεικῶς· ἐνῷ σήμερον διὰ τῶν εἰσαχθεισῶν ἀτελειῶν, αἵτινες κατὰ τὸν εἰσαχθέντα νόμον ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τοὺς Δήμους, περιωρίσαμεν τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων ἐπὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων, καὶ ἐξῃρέσαμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Δασμολογίου ἀναγραφόμενα ὡς ἀτελῆ, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἐπήνεγκεν, εἰμὴ καταστροφὴν τῶν Δημοτικῶν συμφερόντων. Καὶ ὅπως, κύριοι, εἴδομεν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἐξηγέρθη κατὰ τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, τοιουτοτρόπως βλέπομεν σήμερον, ὅτι ἐξεγείρεται ὁλόκληρον τὸ σύμπλεγμα τῶν Δήμων τοῦ Κράτους κατὰ τῆς ἰσχυούσης δημοτικῆς φορολογίας· μετὰ τὸ ἄκουσμα ἐκεῖνο τὸ Ἐθνικὸν «κάτω οἱ φόροι!», ἀκούομεν σήμερον, κύριοι, καὶ τὸ δημοτικὸν ἄκουσμα «κάτω οἱ φόροι!»· οὐχὶ ποτὲ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐνόησεν, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν οἱ φόροι· οὐχὶ ποτὲ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐνόησε νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῆς φορολογίας, εἴτε τῆς Ἐθνικῆς, εἴτε τῆς Δημοτικῆς, ἀλλὰ τὸ ἄκουσμα τοῦτο, ἐξηγούμενον καὶ σαφηνιζόμενον, σημαίνει, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀνέχηται τὸ Ἔθνος φόρους, οἵτινες ἐψηφίσθησαν πρὸς συναλλαγήν. Τὸ Ἔθνος ἐπὶ πλέον δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀνέχηται φόρους ἀδίκους καὶ ἀνίσους, ὅπως καὶ οἱ Δῆμοι τοῦ Κράτους δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ φορολογικὸν καθεστὼς, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο ἐπήνεγκεν, εἰμὴ νὰ καταῤῥίψῃ τὰ εἰσοδήματα τῶν Δήμων τοῦ Κράτους. Καὶ ἐξεγείρονται λοιπὸν οἱ Δῆμοι κατὰ τοῦ εἰσαγομένου Νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ οὐδὲν ἄλλο πράττει ἡ Κυβέρνησις, εἰμὴ τὰ ἤδη φορολογούμενα πράγματα νὰ φορολογῇ ὑπερβολικῶς, νὰ φορολογῇ δὲ αὐτὰ κατὰ τὸν ἐσφαλμένον ἐκεῖνον τρόπον, ὃν καὶ ἄλλοι πολλάκις κατέδειξαν. Δὲν ἐννοοῦσι, λέγω, οἱ Δῆμοι τοῦ Κράτους, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ πρόσθετος φορολογία ἐπὶ τῶν οὑτωσὶ φορολογουμένων πραγμάτων. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκφράζω τὴν βούλησιν τῶν πλείστων Δήμων τοῦ Κράτους, δηλῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θέλει πράξει εὐχῆς ἔργον, ἂν οὐ μόνον ἀποσύρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον, ἀλλὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἄλλοτε φορολογικὸν δημοτικὸν καθεστώς· διότι οὐδένα ἄλλον λόγον βλέπω τοῦ εἰσαγομένου Νομοσχεδίου, εἰμὴ ὅπως καταστρέψῃ τὸ δημοτικὸν καθεστώς. Ἐννοῶ λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω τὸν Νόμον τοῦ 1847, καθ’ ὃν ἡ δημοτικὴ φορολογία ἦτο 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν πραγμάτων. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχηται τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι συμφερώτερον τοῖς Δήμοις τοῦ Κράτους, ἂν ἀντὶ νὰ φορολογῶνται τὰ εἴδη ὅπως φορολογοῦνται ἤδη, δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν διὰ Νόμου, ὡς πρὸς τοὺς Δήμους, νὰ φορολογῶνται τὰ ἀτελῆ θεωρούμενα παρὰ τοῦ Δασμολογίου. Ἑπομένως ἡμεῖς, κηρυττόμενοι κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, νομίζομεν, ὅτι δὲν καινοτομοῦμεν, οὔτε εἰσάγομεν νέους Θεοὺς εἰς τὴν δημοτικὴν φορολογίαν ἡμῶν. Ὁσάκις δὲν δυνάμεθα νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ προτεινόμενος Νόμος ἀναμφισβητήτως δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ἔχομεν τὴν εὐτολμίαν νὰ θέλωμεν, ὅπως ἰσχύῃ τὸ καθεστὼς, καὶ οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, εἰμὴ νὰ ἀγωνιζώμεθα ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, τοῦ Νόμου δηλαδὴ τοῦ ἰσχύοντος ἄλλοτε, τῆς φορολογίας μέχρι τῶν 2%. Ἂν ὅμως τοῦτο δὲν γείνῃ δεκτὸν, ἀναγκαζόμεθα βεβαίως νὰ νεωτερίσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δεχθῇ νὰ φορολογῶνται παρὰ τῶν Δήμων τὰ ἀτελῆ παρὰ τοῦ Δασμολογίου θεωρούμενα εἴδη. Οὔτε εἶναι ἰσχυρὸν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἀφοῦ τὸ Κράτος ἐθεώρησε πράγματά τινα ἀτελῆ, ὅτι ταῦτα δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῶσι παρὰ τῶν Δήμων. Τὸ Κράτος ἔχει πολλοὺς καὶ ποικίλους φόρους. Δύναται, ἕνεκα γενικῶν λόγων, νὰ θεωρῇ πολλὰ πράγματα ἀτελῆ· τοῦτο δὲ δὲν γίνεται πρὸς ζημίαν βεβαίως τοῦ Κράτους, ἐνίοτε προέρχεται καὶ ἐκ Διεθνῶν λόγων. Ἀλλ’ ἡ βάσις τῆς δημοτικῆς φορολογίας εἶναι καθαρῶς τοπικοῦ συμφέροντος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸν, ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἄλλοτε καθεστὼς, τοὐλάχιστον νὰ νομοθετήσωμεν, ὅπως ὑπὲρ τῶν Δήμων ἐπιτραπῇ ἡ φορολογία τῶν ἀτελῶν θεωρουμένων πραγμάτων κατὰ τὸ Δασμολόγιον· διότι ἄλλως τε, καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ Δασμολόγιον, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι μεθ’ ὅλους τοὺς ἐπαίνους, οἵτινες ἐπλέχθησαν ὑπὲρ τοῦ Δασμολογίου τούτου, ἐθεωρήθησαν πράγματα ὡς ἀτελῆ, ἅτινα ἐπὶ οὐδενὸς λόγου βασίζονται. Ἔχομεν πλεῖστα πράγματα, ἅτινα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἀτελῆ, καὶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον μάλιστα ἕνεκα γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους νὰ κηρυχθῶσιν ἀτελῆ. Ἀλλ’ ἂν ἐξετάσητε ταῦτα ἓν πρὸς ἓν, θέλετε πεισθῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε παντάπασι νὰ θεωρηθῶσιν ἀτελῆ. Ἐδυνάμην, ἀνατρέχων εἰς τὸ Δασμολόγιον, νὰ ἀναφέρω τοιαῦτα πολλὰ πράγματα· καὶ παραδείγματος χάριν διατί πάντα τὰ ζῷα νὰ θεωρῶνται ἀτελῆ; Εἰς δὲ τὰ ζῷα τὸ Δασμολόγιον περιλαμβάνει καὶ τὰ πτηνὰ, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν πτηνῶν τῆς πολυτελείας. Ἀναφέρω τὰ ἀστειότερα· διατί τὰ πτηνὰ τῆς πολυτελείας, ὡς λόγου χάριν οἱ φασιανοὶ, ἅτινα παρατίθενται εἰς τὰς τραπέζας τῶν πλουσίων, νὰ θεωρῶνται ἀτελῆ; Οὐδεὶς λόγος γενικοῦ συμφέροντος ὑπάρχει. Ἀλλὰ θέλετε, κύριοι, βεβαίως γελάσει, ἂν μάθητε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἰσθανόμενος κλίσιν πρὸς τὰς τρίχας τῆς ἀνθρωπίνης κεφαλῆς, ἀφῆκε καὶ ταύτας ἀτελεῖς· διότι, φαίνεται, ἠθέλησε νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς φενάκας. Ἐδυνάμην κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον νὰ προχωρήσω εἰς τὸ Δασμολόγιον καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι οὐ μόνον πρὸς τὴν φενάκην ἔχει κλίσιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα πράγματα, ἅτινα οὐδεὶς λόγος γενικοῦ συμφέροντος ἐπέβαλε νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀτελῆ. Ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα, ὅτι οὐδαμῶς θέλουσι προσβληθῆ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, ἄν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἰδέα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρῴην καθεστὼς τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ἤτοι εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1847, γείνῃ δεκτὴ ἡ ἄλλη γνώμη, τοὐτέστι νὰ φορολογῶνται ὑπὲρ τῶν Δήμων τὰ ἀτελῆ κατὰ τὸ Δασμολόγιον πράγματα. Ὅταν, καὶ ἂν εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Νομοσχεδίου, θέλω καταδείξει, ὅτι καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὸ Νομοσχέδιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ ὀρθῆς βάσεως. Ἀλλὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν εἶναι πρόωρον.
§56Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Δῆμος εἶναι Κράτος ἐν μικρογραφίᾳ εἰκονιζόμενον, ὅτι εἶναι ἠθικὸν αὐτοτελὲς σῶμα, ἔχον ἰδίαν περιουσίαν, φορολογοῦν τοὺς δημότας, ἀστυνομεῦον, ἔχον ἐκπαιδευτικὰ καὶ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, χρησιμεῦον ὡς ὄργανον διοικήσεως καὶ ὡς μέσον κοινωνικῆς προόδου, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς ὅτι τὰ καθ’ αὑτὸ θεμέλια τοῦ Κράτους ἀποτελεῖ ὁ Δῆμος, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι οὗτος κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ ἐκ τῆς ἐχθρικῆς στάσεως, ἣν τὸ Κράτος ἔλαβεν ἀπέναντι αὐτοῦ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιρούς. Ἀλλὰ τοιοῦτον ναυάγιον προοιωνίζει τὴν ὑποδούλωσιν τοῦ Τόπου, τὴν διαρπαγὴν τῶν δημοτικῶν αὐτοῦ ἐλευθεριῶν, καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν τιμαλφεστέρων δικαιωμάτων τῆς Κοινότητος εἰς χεῖρας ἑνὸς αὐθαιρέτου Ὑπουργοῦ. Τοιαύτη ὅμως πολιτεία, ἐπαναφέρουσα ἡμᾶς εἰς ἐποχὰς παρῳχημένας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἀποδεκτή. Τῳόντι, κύριοι, καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης, εἰς τοιαύτας θλιβερὰς σκέψεις ἀγόμεθα, ὅταν ἐνθυμηθῶμεν τὰ ὅσα ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὰς δύω τελευταίας Συνόδους, ὡς καὶ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἐπιστέγασμα πάντων τούτων ὑπῆρξε τὸ Δασμολόγιον, τὸ ἀριστοτέχνημα τοῦτο, ὅπερ δὲν ἐδίστασε ν’ ἀποκαλέσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἷς τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Σύρου καὶ εὐεργετικόν. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ Δασμολογίου. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι ἡ Βουλὴ ταχέως νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου, διότι ὁ ἐμπορικὸς ἰδίως κόσμος διατελεῖ πράγματι ἐν ἀπογνώσει μὴ δυνάμενος νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τόπου, ἐκ μόνου ταμιευτικοῦ πνεύματος ὁρμωμένη, ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ Νόμον, δι’ οὗ νὰ φυγαδεύσῃ τὸ ἐμπόριον τῶν χρησιμωτέρων καὶ σπουδαιοτέρων εἰδῶν πρὸς βλάβην καὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς μετερχομένους τὸ ἐμπόριον τῶν τοιούτων εἰδῶν νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματα αὐτῶν καὶ νὰ παύσωσιν ἐργαζόμενοι. Ὁ ὀρθῶς ἐκτιμῶν τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν μετὰ δέους προσβλέπει εἰς τὴν αὔξουσαν μείωσιν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἀλλὰ τὴν τύχην τῶν Δημοσίων ἐσόδων παρακολουθοῦσι καὶ οἱ Δημοτικοὶ δασμοί. Κατὰ τὸ Δασμολόγιον, ὅπερ ἐκανόνισε καὶ τὰ περὶ Δημοτικῶν δασμῶν ἐν ἄρθροις 20–22, ὑπόκεινται εἰς Δημοτικὸν δασμὸν μόνα τὰ εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος ὑποκείμενα ἀντικείμενα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατανοήσας ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς Δημοτικοὺς δασμοὺς, συμπεριέλαβε διάταξιν, τὴν τοῦ ἄρθρου 22, καθ’ ἣν ἀπὸ τοῦ 1886 ἐπετρέπετο εἰς τοὺς Δήμους αὔξησις διὰ προσθήκης δεκατημορίου. Δὲν προεῖδεν ὅμως ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν Δημοτικῶν δασμῶν καὶ κατὰ τὸ 1885 ἤθελε φέρει εἰς μεγάλην στενοχωρίαν τοὺς Δήμους. Ἀλλά, ὑπὸ τῶν πραγμάτων πιεσθείς, ἠναγκάσθη νὰ φέρῃ Νομοσχέδιον, τὸ συζητούμενον, ὅπερ ἐψηφίσθη ἤδη δίς, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Δήμους καὶ κατὰ τὸ 1885 νὰ ἐπιβάλωσιν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος, ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος. Πρόκειται δηλαδὴ τὰ ὑποκείμενα εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος, τοῦ ὁποίου τὸ ποσοστὸν ηὔξησε καταπληκτικῶς διὰ τοῦ νῦν Δασμολογίου, νὰ φέρωσι καὶ τὸ βάρος ὅλων τῶν Δημοτικῶν δασμῶν. Καὶ τὰ 800 εἴδη ἀτελῆ; αὐτὰ νὰ μὴ πληρώνουν οὔτε λεπτὸν Δημοτικοῦ δασμοῦ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; Ὁ Δῆμος τῶν Ἀθηναίων π. χ. ἔχει ἔλλειμμα 450 χιλιάδας δραχ., ὁ τῶν Πατρῶν 150 κτλ. Πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τῶν αὐτῶν εἰδῶν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τῶν 450 χιλιάδων ἢ τῶν 150 χιλιάδων δραχμῶν. Τουτέστιν οἱ αὐτοὶ ἔμποροι ἢ καταναλωταί, οἱ πληρώνοντες τὰς 700 χιλιάδας εἰς Ἀθήνας, ἢ τὰς 300 εἰς Πάτρας, θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώσωσι καὶ τὰς ὑπολοίπους 450, ἢ 150 χιλιάδας. Εἶναι τοῦτο δίκαιον; Μεταβὰς πρὸ ὀλίγου εἰς Πάτρας, παρεκάλεσα καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος καὶ μοὶ δικτυπώσωσι τὴν γνώμην των, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δήμου καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος διετύπωσαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ σᾶς ὑποβάλω, φρονῶ δὲ ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου εἰσὶ καθ’ ὁδόν. Πρὸς βεβαίωσιν δὲ τῶν ὅσων μέλλω νὰ σᾶς εἴπω, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου κ. Καλαμογδάρτη, μέλους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων. Ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ λόγους ἰδιαιτέρους γενικωτέρων συμφερόντων νὰ χορηγῇ ἀτελείας καὶ νὰ μειώνῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου Ταμείου, οἱ Δῆμοι ἄλλας ἔχουσιν ἀνάγκας καὶ ἄλλα καθήκοντα. Κατὰ τὸν Δημοτικὸν Νόμον πᾶς Δημότης καὶ πᾶν Δημοτικὸν πρᾶγμα πρέπει νὰ καταβάλωσι φόρον τινά. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ σπουδαῖον πλεονέκτημα τοῦ ἐμμέσου Δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀμέσου: Ὅτι μόνον ὁ ἄμεσος φόρος ὑπόκειται εἴς τινας ἐξαιρέσεις, ὁ δ’ ἔμμεσος εἰς οὐδεμίαν. Ὁ μέγας σχολιαστὴς τοῦ Δημοτικοῦ ἡμῶν Νόμου, ὁ ἀείμνηστος Ἀργυρόπουλος, ἰδοὺ τὶ λέγει περὶ τούτου: «Οἱ ἔμμεσοι Δημοτικοὶ φόροι ἐφάπτονται οὐ μόνον ὅλων τῶν δημοτῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἑτεροδημοτῶν καὶ ἀλλοδαπῶν, οἵτινες διὰ τῆς ἐμμέσου φορολογίας πληρώνουσιν εἰς τὸν Δῆμον τὰ ὠφελήματα τῆς προσκαίρου ἐντὸς τῆς περιφερείας διατριβῆς των». Καὶ τωόντι, κύριοι, κατὰ τὸν Δημοτικὸν Νόμον πᾶς δημότης ἀπολαμβάνει ὅλων τῶν Δημοτικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων τῶν Δήμων πρὸς τὰ μέλη αὐτῶν, πρὸς ἃ χορηγεῖ προστασίαν ζωῆς, τιμῆς, περιουσίας, μέριμναν περὶ τῆς ὑγείας, τῆς καθαριότητος, φωτισμὸν, Δημοτικὴν συγκοινωνίαν, περίθαλψιν τῶν πασχόντων ἐν φιλανθρωπικοῖς καταστήμασι, Δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, ἵνα συντηρηθῶσι καὶ προαχθῶσιν, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐνισχύσεως τοῦ Δημοτικοῦ Ταμείου. Ἐκτὸς τούτου, ὅσον περισσότερα εἶναι τὰ φορολογούμενα εἴδη, τόσον ἐλαφρότερος καθίσταται ὁ εἰς ἕκαστον αὐτῶν ἐπιβαλλόμενος δασμὸς, καὶ μένει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἡ ἄδεια νὰ ἐκλέξῃ βαθμηδὸν ἐκεῖνα τὰ εἴδη, τῶν ὁποίων ἡ φορολογία δὲν εἶναι ἐπαχθής. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως καταστρέφεται ἡ διάταξις 27 § βʹ. τοῦ Δημοτικοῦ νόμου, καθ’ ἣν, διὰ νὰ ἐπιβληθοῦν ἔμμεσοι δημοτικοὶ φόροι, ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ ἐκλογὴ ἐκείνων τῶν φόρων, τῶν ὁποίων ἡ ἐπίθεσις εἶναι ὀλιγώτερον ἐνοχλητική. Ἀλλὰ περιορίζοντες διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιβάλλειν τοὺς ἐμμέσους φόρους ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν, ἐξουδετεροῦμεν τὴν σωστικὴν ταύτην διάταξιν καὶ καθιστῶμεν τοὺς φόρους ἐκ τῶν προτέρων ἐπαχθεῖς. Δὲν πρέπει λοιπόν, ὡς πρὸς τοὺς Δημοτικοὺς δασμοὺς, νὰ ποιώμεθα ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν τούτους ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων. Ὅθεν ζητοῦμεν τὴν διανομὴν τοῦ φόρου ἐπὶ πάντας τοὺς καταναλίσκοντας ὤνια καὶ ἐμπορεύματα εἰσαγόμενα ἔξωθεν εἰς τοὺς Δήμους, καὶ δὲν παραδεχόμεθα τὸ σύστημά σας, καθ’ ὃ ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε τὸν φόρον εἰς ὀλίγους μόνον ἐξ αὐτῶν, ν’ ἀπαλλάξητε δ’ αὐτοῦ τοὺς ἄλλους. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, ὑπάρχει διὰ τὸν Δῆμον Πατρέων καὶ εἰδικὸς λόγος πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ἡμῶν. Γνωρίζετε ὅτι ὁ δῆμος Πατρέων ἔχει συνομολογήσει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δάνειον 3,000,000 δραχμῶν. Πρὸς ἀσφάλειαν δ’ αὐτοῦ ἐχορήγησε πάντας τοὺς ἐμμέσους φόρους, εἰσπραττομένους ἐν τῷ τελωνείῳ, ὡς ἐγγύησιν μέχρι τελείας ἐξοφλήσεως. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Δασμολογίου αἱ εἰσπράξεις ἠλαττώθησαν, διότι περιωρίσθη ἡ εἰσαγωγή. Ἂν τὰ αὐτὰ εἴδη ἐμπορευμάτων ἐπιβαρυνθῶσι καὶ διὰ τῶν προσθέτων δασμῶν, ἡ εἰσαγωγὴ θὰ ἐλαττωθῇ ἔτι μᾶλλον, τὸ ἐμπόριον θὰ φυγαδευθῇ, ὁ δὲ Δῆμος ἡμῶν θέλει περιέλθει εἰς λίαν στενόχωρον θέσιν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ὡς συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου, ἐκ συμφώνου καὶ μετὰ τῶν ὁμοφρονούντων συναδέλφων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ, διότι οὕτω σωζόμεθα ἐκ τῆς ἀπειλούσης τοὺς Δήμους τοῦ Κράτους πλήρους ἀποσυνθέσεως, καὶ ἥτις ἔχει ὧδέ πως: Ἄρθρον 1. Τὰ ἄρθρα 20, 21, 22 τοῦ νόμου ᾼΡΑʹ. τῆς 19 Ἀπριλίου 1884, ὡς καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ἰδίου νόμου περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 3 τοῦ νόμου ΞΗʹ. τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847, καταργοῦνται. Ἄρθρον 2. Ὁ ὑπὲρ τῶν δήμων δασμὸς ἐπὶ τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, εἴτε ὑποκειμένων εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος εἴτε μὴ, ὡς καὶ τῶν ἐξ ἄλλων Δήμων τοῦ Κράτους μεταφερομένων, ὑπολογίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΞΗʹ. νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 διατηροῦντος πλήρη τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ.
§57ΤΡΑΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ προλαλήσαντες κατέδειξαν τὰς ἐλλείψεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου καὶ τὴν βλάβην, ἥτις θέλει ἐπέλθει εἰς τὰ Δημοτικὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἐν ὀλίγοις δὲ θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τινα, τὰ ὁποῖα ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος κατέδειξε καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι πραγματικὰ γεγονότα. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἐφρόντισαν νὰ κάμωσι κανὲν καλὸν εἰς τὸν Τόπον, ἤτοι Δημόσια καταστήματα, φυλακὰς καὶ ἄλλα ἀγαθοεργὰ, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου καὶ ἐντεῦθεν, ὅστις ἐν ὀλίγῳ χρονικῷ διαστήματι ἔκαμε πλεῖστα Δημόσια καταστήματα, ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἀγαθοεργὰ, καὶ τοῦτο συνέβη κατόπιν ἴσως, διότι συνέπεσαν ἄλλαι περιστάσεις καὶ πολλαὶ περιπέτειαι, οὐχ ἧττον ὅμως βλέπομεν, ὅτι ἐὰν ἠδυνήθη νὰ κατορθωθῇ κάτι τι, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοὺς Δήμους, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὰς Ἀθήνας, τὸν Πειραιᾶ καὶ ἄλλας πόλεις καὶ κωμοπόλεις τοῦ Κράτους νὰ ἔχωσι σχολεῖα καὶ ἄλλα Δημόσια καὶ ἀγαθοεργὰ καταστήματα καὶ νὰ ὦσιν ἐξωραϊσμέναι, καλλωπισμέναι κλπ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐγένοντο δαπάνῃ τῶν Δημοτικῶν Ταμείων καὶ τῇ ἐπιμελείᾳ τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν. Ἐπιτραπήτω μοι λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ θέλετε καταστρέψει τὰ συμφέροντα τῶν Δήμων καὶ θὰ ἀφήσητε αὐτοὺς ἄνευ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως καὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτῶν· διότι Δῆμος, ὅστις εἶχεν 100 χιλιάδας δραχμῶν εἰσπράξεις, ἤδη δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε 60. Πῶς λοιπὸν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας του; Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸν Δῆμον Λαμίας. Αὐτὸς ἔχει 1½ ἑκατομμύριον χρέος ἕνεκα τῆς ῥυμοτομίας τῆς πόλεως, καὶ τὸ πεμπτημόριον τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Δήμου διατίθεται ὑπὲρ τοῦ χρέους τούτου, τὸ δὲ τέταρτον τῶν προσόδων αὐτοῦ ἐπίσης διατίθεται ὑπὲρ τοῦ νεωστὶ συνομολογηθέντος δανείου, τοῦ χρησιμεύσαντος εἰς τὴν διὰ σιδηρῶν σωλήνων κατασκευὴν τῶν ὑδραγωγείων τῆς πόλεως, καὶ ἑπομένως τὸ ἐναπομένον ποσὸν κατὰ μέσον ὅρον ἐκ δραχμῶν 55–60 χιλιάδων μόλις καὶ μετὰ βίας ἐπαρκεῖ εἰς τὰς διαφόρους ἀνάγκας αὐτοῦ. Τώρα, ἀφοῦ διὰ τοῦ νέου τούτου Νόμου ἕνεκα τῆς ἀτελείας διαφόρων εἰδῶν καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ ἄλλων θὰ στερηθῇ ἀφεύκτως περὶ τὰς 30 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διοικηθῇ καὶ ἑπομένως θὰ κλεισθῶσι τὰ σχολεῖα καὶ θὰ παύσῃ καὶ ὁ καλλωπισμὸς τῆς πόλεως Λαμίας. Καὶ τότε βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης συνετέλεσαν εἰς τοῦτο, ὅπως συνετέλεσαν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ καλυφθῇ τὸ δάνειον. Ἀντὶ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πραγματικὴν αἰτίαν, ἥτις εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῶν ἐπιψηφισθέντων ἀσυνέτων φορολογικῶν Νόμων του καὶ τῆς δημιουργίας νέων θέσεων ὑπαλληλίας οὔτε ἐπετεύχθη, οὔτε θὰ ἐπιτευχθῇ, μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἀγορὰ τῆς Εὐρώπης ἔφερε πάντα ταῦτα τὰ ἀποτελέσματα. Ἐπεψηφίσθη ὁ Νόμος περὶ φορολογίας τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ ἔκτοτε κατεστράφη ἡ παραγωγή. Τοῦτο δὲ καὶ προχθὲς ἀπέδειξεν ὁ κ. Δηλιγιάννης διὰ τοῦ παραδείγματος τῆς Ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἥτις, ἐνῷ ἄλλοτε ἐλάμβανε 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἐτησίως παραγομένου καπνοῦ, ἤδη ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν δὲν λαμβάνει πλέον τῶν τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Τί δὲ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ Νόμου τούτου; εἰσέπραξε τόσα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα εἶναι ἔξοδα. Ἐὰν εἴχομεν τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέδειξεν ἀπὸ τοῦ 1882, ὄχι μόνον δὲν ἠθέλαμεν καταστρέψει τὴν παραγωγὴν καὶ καταζημιώσει τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ τοὺς καταναλωτάς, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἔχει εἰσπεπραγμένους καὶ φόρους ἐπὶ τῶν τριῶν ἐσοδειῶν περὶ τὰ 12 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀνεξόδως· καὶ ἰδοὺ, ὅτι δὲν εἴχομεν ἀνάγκην τοῦ τελευταίου δανείου ἐκ 12 ἑκατομμυρίων περίπου, δι’ οὗ ἐκαλύψαμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Διὰ ταῦτα θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου ΞΝʹ τοῦ ἔτους 1847 περὶ Δημοτικοῦ Δασμοῦ, καὶ ἑπομένως συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸν προλαλήσαντα κ. Κοντογούρην· δὲν συμφωνῶ δὲ νὰ λαμβάνηται τὸ δεκατημόριον κατὰ τὸ Δασμολόγιον, διότι θὰ συμβῶσιν ἀτοπήματα καὶ θὰ ἐπέλθωσιν ἐλλείψεις, διότι οὔτε οἱ φορολογούμενοι, οὔτε οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐννοῶσι τὴν φορολογίαν ταύτην. Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτου σᾶς γνωστοποιῶ καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός: Ἐγὼ χθὲς, ἀνερχόμενος ἐκ Πειραιῶς καὶ ἔχων ἓν κοφίνιον μὲ διάφορα τρόφιμα, συνηντήθην ὑπό τινος φύλακος τοῦ ἐνοικιαστοῦ εἰς τὸν Σταθμὸν τοῦ Σιδηροδρόμου, ὅστις μοὶ ἐζήτει τὸν δημοτικὸν φόρον ἐπὶ τῶν τροφίμων τούτων, τῶν ὁποίων ὁ φόρος δὲν ὑπερέβαινε τὰ εἴκοσι λεπτά· καὶ ὅμως αὐτὸς μοὶ ἐζήτει δύω δραχμάς. Ἐγὼ τοῦ εἶπον νὰ τοῦ δώσω 50 λεπτὰ διὰ νὰ μὴ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ ἀνέλθω, ἀλλ’ αὐτὸς ἐπέμενε καὶ ἠναγκάσθην νὰ τοῦ δώσω περισσότερα τῶν νομίμων διὰ νὰ προλάβω τὴν ἀναχώρησιν τοῦ τελευταίου Σιδηροδρόμου τῆς νυκτός. Ἐὰν μὲ τὸ δεκατημόριον δὲν θὰ γνωρίζωσι καὶ οἱ φορολογούμενοι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τί πρέπει νὰ πληρωθῇ, φαντασθῆτε τί θὰ συμβῇ διὰ τοῦ ἄλλου τρόπου, ὅστις διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται, τουτέστιν εἰς τὸ δεκατημόριον νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερόν τι ποσοστόν. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ ἀτελῆ ἀφορολόγητα, τότε οἱ Δῆμοι θὰ ζημιωθῶσιν ἄλλοι τὸ ἥμισυ, ἄλλοι τὸ τρίτον καὶ ἄλλοι τὸ τέταρτον τῆς ἐκ δημοτικοῦ δασμοῦ προσόδου, διότι τὰ εἴδη ταῦτα εἶναι τὰ ἐπικρατέστερα, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων τῶν δημοπρασιῶν. Παραδείγματος χάριν, ὁ Δῆμος Μακρυνίτσης μόνον ἐκ τῶν ἀκατεργάστων δερμάτων θὰ χάσῃ τὰ ¾ τῆς προσόδου του. Ὅθεν κατὰ ταῦτα παρακαλῶ νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κοντογούρη, καθόσον ἄλλως οἱ Δῆμοι θὰ στερηθῶσι τῶν προσόδων των καὶ θὰ παραλύσωσι, μὴ δυνάμενοι, ὄχι μόνον νὰ ἐπενέγκωσι βελτιώσεις εἰς τὸν Τόπον, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ διατηρήσωσι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα καὶ τὸν καλλωπισμὸν τῶν πόλεων κλπ.
§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Μίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω ἔλλειψιν τοῦ Νόμου τοῦ 1847, αὕτη δὲ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ θεραπευθῇ ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὸν Νόμον ἐκεῖνον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ὥριζον τὴν ἀξίαν τῶν πραγμάτων, τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων. Ἑπομένως ἦτο δυνατὸν Δημοτικά τινα Συμβούλια, ὁρμώμενα ἐκ τῆς φιλοδοξίας νὰ αὐξήσωσι τὰ εἰσοδήματα τῶν Δήμων, νὰ ὁρίζωσιν αὐθαιρέτως καὶ ὑπερβολικῶς τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων, καίτοι ὑπῆρχεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ ἀσφάλεια, ὅτι ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ, ἤτοι ὁ Νομάρχης ἐδύνατο, ἐὰν Δημοτικόν τι Συμβούλιον παρεγνώριζε τὸ καθῆκον αὐτοῦ καὶ προσδιώριζεν ἀνωτέραν τιμὴν τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ δώσῃ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν πραγμάτων. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ Νόμου ἔφερε καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐὰν οἱ Νομάρχαι δὲν ἐμετρίαζον τὰς ὑπερβολικὰς τιμὰς, ἐδύνατο ὁ φορολογούμενος ν’ ἀρνηθῇ τὸν φόρον εἰς τοὺς Εἰσπράκτορας τῶν Δήμων, ἢ τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἢ νὰ καταβάλῃ μὲν τὸν φόρον, νὰ ἐγείρῃ δὲ ἀγωγὴν ἐπὶ καταβολῇ ὑπερόγκου φόρου. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν ἀγωγὰς ἐπὶ καταβολῇ ὑπερόγκων φόρων ἐξ ἐμπόρων, οἵτινες ἐνήγαγον τοὺς ἐνοικιαστὰς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀξιοῦντες, ὅτι ὁ φόρος, ὃν εἰσπράττουσι, δὲν εἶναι ἡ ἀξία ἡ πραγματικὴ τῶν πραγμάτων. Ἑπομένως οἱ ἐνοικιασταὶ ἀνεκοίνωσαν τὰς δίκας κατὰ τῶν Δήμων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθον περιπλοκαὶ καὶ δίκαι. Ἐὰν ὅμως γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη, ἣν προτείνομεν, νὰ μείνωμεν εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1847, τεθῇ δὲ ἡ προσθήκη, ὅτι ἀπέναντι τοῦ ὁρισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ τῆς ἐπικυρώσεως ἐκ τοῦ Νομάρχου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ ἀρνηθῇ τὸν τοιουτοτρόπως ὁριζόμενον φόρον, νομίζω, ὅτι τὸ μόνον ἐλάττωμα τοῦ Νόμου τοῦ 1847 αἴρεται, καὶ ἔχομεν Νόμον βελτιωμένον, εἰς οὗτινος τὴν ἐφαρμογὴν τὸ Κράτος ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐνιαυτῶν εἶναι συνειθισμένον, καὶ Νόμον, δι’ οὗ εἴδομεν, ὅτι πολλοὶ Δῆμοι ἐντὸς πέντε ἢ δέκα ἐτῶν ἔφθασαν εἰς τὸ νὰ διπλασιάσωσι καὶ τριπλασιάσωσι τὰ εἰσοδήματα αὑτῶν. Ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας διὰ τοῦ προτεινομένου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Νομοσχεδίου θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, τουτέστι τὴν πρώτην δύναμιν τοῦ Κράτους, τὸν Δῆμον, ἐξ οὗ μέγα συμφέρον καὶ μεγάλην δύναμιν ἀντλεῖ τὸ Κράτος καὶ ἡ Πολιτεία, θέλομεν ἴδει μαραινόμενον καὶ πίπτοντα.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ Νόμου, τοῦ ἐπιβάλλοντος ἢ τοῦ ἐπιτρέποντος φορολογίαν ἔμμεσον ὑπὲρ τῶν Δήμων, καίτοι βεβαίως θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ὑπὲρ τῆς Χώρας νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἴχομεν τοιοῦτον Νόμον. Πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου βλέπομεν τάσιν πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν ἐμμέσων φόρων τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὲρ τῶν Δήμων, καὶ βλέπομεν καί τι πλέον Ἔθνη, τὰ ὁποῖα προώδευσαν ἐπὶ ἱκανὸν, ὥστε νὰ δύναται νὰ συντηρῶσι τοὺς Δήμους αὑτῶν, ἄνευ τοιαύτης φορολογίας. Ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ Νόμῳ περὶ Δασμολογίου περιλαμβάνονται διατάξεις περὶ δασμῶν τῶν Δήμων, οἵτινες δὲν ἀπέβλεψαν οὔτε κἂν εἰς ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν τούτων. Οἱ προλαλήσαντες ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὡμίλησαν περὶ τῶν δασμῶν τῶν Δήμων ὡσανεὶ εἶναι μέγα ἀγαθὸν καὶ ὡσανεὶ θὰ ἦναι στίγμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν θελήσῃ νὰ περιορίσῃ αὐτούς. Δυστυχῶς δὲν ἀπεδείχθημεν ἄξιοι τοιούτου στίγματος, δὲν ὑπῆρξε δὲ καὶ τὸ Ἔθνος ἄξιον τοῦ τοιούτου στίγματος· δυστυχῶς τὸ Ἔθνος δὲν ἦτο ἀνεπτυγμένον ἐφ’ ἱκανὸν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσαγάγωμεν Νόμον, καταργοῦντα τοὺς ὑπὲρ τῶν Δήμων δασμούς. Διὰ τῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους ὑπὲρ τῶν Δήμων, ὅ,τι ἐπεδιώξαμεν, εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐν τῇ δευτέρᾳ αὑτοῦ ἀγορεύσει. Κατὰ τὸν Νόμον, τὸν προγενέστερον τοῦ Νόμου περὶ Δασμολογίου, ἐπιτρέπεται εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ καθορίζωσι τὰς τιμὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ποσοστὸν δημοτικοῦ φόρου μέχρι 2%, ἐὰν ταύτας ἐγκρίνῃ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ διὰ τοῦ Νομάρχου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἕνεκα τούτου ἐγένοντο συγκρούσεις καὶ ἠγέρθησαν δίκαι παρὰ πολιτῶν, θεωρησάντων ἑαυτοὺς ἀδικηθέντας ἐκ προσδιορισμοῦ τιμῶν ἀνωτέρων τῶν ἀγοραίων, καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ κακὸν δύναται νὰ θεραπεύσῃ ἀφαιρῶν ἀπὸ τοῦ πολίτου τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Δικαστήρια. Κατ’ αὐτὸν πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, καταργοῦσα μὲν τὰς περὶ δημοτικῶν δασμῶν καινοτομίας τοῦ Νόμου περὶ Δασμολογίου, ἀλλ’ ἀπαγορεύουσα συνάμα τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Δικαστήρια, τοῦτο δὲ ἀρκεῖ εἰς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Νομάρχου ἐργαζόμενον, δὲν παρέχει ἱκανὰς ἐγγυήσεις εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τοὺς δημότας περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς δασμολογικῆς διατιμήσεως, ἠθελήσαμεν δὲ νὰ γείνῃ ἡ διατίμησις ὑπὸ ἀνωτέρας Ἀρχῆς, ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Τί συνεπέστερον, ἀφοῦ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐζήτησε τὰ περὶ Δασμῶν καὶ ἐκανόνισε ταῦτα ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν φορολογίαν, τί συνεπέστερον ἢ ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει νὰ κανονίζηται καὶ ὁ δασμὸς ὡς πρὸς τὴν Δημοτικὴν φορολογίαν; Ποίαν θὰ εἶχε δικαιολογίαν ἡ διαφορά; Οἱ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τῆς διακρίσεως εἶπον, ὅτι ὁ ἔμμεσος φόρος ὑπὲρ τῶν Δήμων εἶναι μᾶλλον δικαιολογημένος ἢ ὁ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· ἀλλὰ τὴν ἀντίθετον ταύτης γνώμην βλέπομεν ἀποδεδεγμένην ἁπανταχοῦ ὡς τὴν μόνην ὀρθὴν καὶ λυσιτελῆ, καὶ τὴν νομοθεσίαν τῶν ἄλλων Κρατῶν διεῤῥυθμισμένην κατὰ τρόπον ἀποδεικνύοντα πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀντιθέτου γνώμης. Παρετήρησαν οἱ προλαλήσαντες, ὅτι ὁ Δῆμος, προνοῶν περὶ τοῦ ἰδίου Προϋπολογισμοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται ὅ,τι θέλει, καὶ ὅτι ἡ Πολιτεία παρεμβαίνουσα ἀδικεῖ. Ἀρχὴ ὀλεθριωτέρα ταύτης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἀνατρεπτικὴ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Ὁ Δῆμος δὲν ἔχει ἴδιον δικαίωμα φορολογικόν· τὸ δικαίωμα τῆς φορολογίας ἀνήκει εἰς μόνον τὸ Κράτος, τὸ δὲ Κράτος ἐπιτρέπει εἰς τὸν Δῆμον νὰ φορολογῇ· πράττει τοῦτο ὡς μέτρον ὠφελοῦν αὐτὸ τὸ Κράτος, τὸ παρέχον τὸ δικαίωμα τῆς φορολογίας· οἱ Δῆμοι, φορολογοῦντες ὑπὲρ ἑαυτῶν, δὲν ἀσκοῦσιν ἴδιον δικαίωμα· ἴδια δικαιώματα φορολογίας ἔχει μόνον ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ τῶν δικαιωμάτων τούτων ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Δήμους τὴν ἐνάσκησιν ἐφ’ ὅσον οὗτοι δύνανται σκοπιμώτερον νὰ ἐπιτελέσωσι ἐν τῷ περιωρισμένῳ κύκλῳ τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν λειτουργίαν πολιτειακήν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος παρεπονέθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ὡς ἐκ τοῦ Νόμου περὶ Δασμολογίου, διὰ τὸν δημοτικὸν φόρον ὑπεβλήθη καὶ αὐτὸς εἰς ἐνοχλήσεις, ἀνερχόμενος ἐκ Πειραιῶς εἰς Ἀθήνας, ἐκλαβών, ὅτι αἱ ἐνοχλήσεις εἶναι συνέπειαι τῶν καινοτομιῶν τοῦ Νόμου, ἐνῷ εἰς τὰς αὐτὰς ἐνοχλήσεις ἤθελεν ὑποβληθῆ καὶ κατὰ τὸν παλαιὸν Νόμον, καὶ μάλιστα εἰς ὀλιγωτέρας ὑπεβλήθη ἤδη, διότι τὸ νέον Δασμολόγιον εἶναι ἁπλούστερον κατὰ τὴν διατίμησιν τοῦ προγενεστέρου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐνόμισεν, ὅτι, ἰσχυούσης τῆς προγενεστέρας περὶ δημοτικῶν δασμῶν διατάξεως, δὲν ὑπῆρχεν ἐνταῦθα διατίμησις, καὶ ὅτι εἰς οὐδεμίαν, χάριν τῆς δημοτικῆς δασμολογήσεως, ὑπεβάλλοντο ἐξέτασιν τὰ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Δήμου Ἀθηναίων εἰσαγόμενα ὤνια καὶ ἐμπορεύματα. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ τεῦχος τῆς διατιμήσεως, ἥτις ἐφηρμόζετο μέχρι τῆς 31 παρελθόντος Δεκεμβρίου. Τὸ τεῦχος τοῦτο ὁλόκληρον ἐκ σελίδων 55 περιέχει τὴν δασμολογικὴν διατίμησιν τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, κατατεταγμένην τοσούτῳ ἀμεθόδως, ὥστε δυσκόλως ἀνευρίσκει τις ἐν αὐτῇ τὸν ζητούμενον φορολογικὸν ὅρον, ἐνῷ τοὐναντίον ἐν τῷ δημοσίῳ Δασμολογίῳ, ὅπερ ἐπὶ τῷ ὡρισμένῳ ποσοστῷ ἐφαρμόζεται ἤδη καὶ εἰς τὸν δημοτικὸν φόρον, εἶναι εὐκολωτάτη ἡ ἀναζήτησις. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἐνοχλήσεις ὑπάρχουσι, καὶ δὲν δύνανται νὰ μὴ ἐξακολουθῶσιν ὑφιστάμεναι. Πῶς δὲ ὁ κ. Βουλευτής, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος παρετήρησεν ἐφ’ ἑαυτοῦ τὰ κακὰ τῆς δημοτικῆς ταύτης φορολογίας, πῶς κατόπιν τούτου δύναται νὰ θεωρῇ τὴν δημοτικὴν φορολογίαν ὡς ἀγαθόν τι; Πῶς δύναται νὰ ζητῇ τὴν ἐπέκτασιν τῆς φορολογίας ταύτης ἤδη, ὅτε καὶ αὐτοὶ οἱ δημόσιοι δασμοὶ θεωροῦνται ὡς κακόν τι ὑπὸ μόνης τῆς ἀνάγκης δικαιολογούμενον, καὶ ἐνῷ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους παρατηρεῖται τάσις εἰς κατάργησιν τῶν τελωνιακῶν ζωνῶν οὐ μόνον τῶν Δήμων ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν Κρατῶν; Ἀλλ’ ἐὰν αἱ τελωνιακαὶ ζῶναι, αἱ δημόσιαι, αἱ κανονίζουσαι τὴν ἐπικοινωνίαν Κράτους πρὸς Κράτος θεωρῶνται ὡς τι κακὸν καὶ γίνονται ἐνέργειαι καὶ συνεννοήσεις πρὸς ἄρσιν αὐτῶν μερικὴν ἢ καὶ γενικωτέραν, θὰ ἦτο ἀνακόλουθον νὰ θεωρήσωμεν τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους τὴν ἐσωτερικὴν διὰ ζωνῶν εἰσπράξεως τῶν δασμῶν ἑκάστου Δήμου ὡς τι ἀγαθόν. Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν διαιρέσεων τούτων καὶ ὁ διὰ τειχῶν παχυτέρων ἀποχωρισμὸς τῶν Δήμων ἀπ’ ἀλλήλων ἁρμόζουσιν εἰς πεπολιτισμένον Ἔθνος, καὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς μυκτηρισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰσηγησαμένης νομοθετήματα, παραγνωρίζοντα τὴν ἀξίαν τοιούτων θεωριῶν; Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ καταῤῥίψῃ τὰ τείχη ταῦτα, οὐδὲ κἂν νὰ χαμηλώσῃ αὐτὰ σπουδαίως· ἠδυνήθη μόνον ν’ ἀνοίξῃ ἐλευθέραν τὴν εἴσοδον εἴς τινα εἴδη, εἰς τὰ καὶ ὑπὸ τοῦ δημοσίου Δασμολογίου χαρακτηριζόμενα ὡς ἀτελῆ, κατὰ δὲ τῆς ἀτελείας ταύτης εἴδατε ἐξεγειγερμένην τὴν ἀγανάκτησιν τῶν προλαλησάντων. Ὡς πρός τινα εἴδη τὸ νέον Δασμολόγιον ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ Κράτος ἡμῶν νὰ διατελῇ πρὸς τὸν ἔξω κόσμον ἐν πληρεστέρᾳ ἐπικοινωνίᾳ. Τὰ εἴδη ταῦτα εἶναι εἴτε τῆς πρώτης ἀνάγκης διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ λαοῦ, εἴτε τῆς πρώτης ἀνάγκης διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ πολεμήσῃ καὶ τοῦτο εἰπὼν, ὅτι δὲν κατηργήθησαν μόνον φόροι ἐπὶ τροφίμων τινῶν, δὲν κατηργήθησαν μόνον φόροι ἐπὶ εἰδῶν χρησίμων εἰς λειτουργίαν τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ κατηργήθησαν ἐπὶ πλείστων ὅσων εἰδῶν πολυτελείας, ἀναζητήσας δὲ τὰ εἴδη ταῦτα τῆς πολυτελείας, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατηργήθη ὁ φόρος, εἶπεν ἐπὶ τέλους ὅτι, καταργηθέντος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων ἐν γένει, καταργεῖται καὶ ἐπὶ τῶν φασιανῶν, ὧν εἰσάγονται κατ’ ἔτος εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ νομίζω δέκα ζεύγη. Τὰς ἀναγραφείσας ἀτελείας ἐπέκρινε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, θεωρήσας, ὅτι ἡ ἀτέλεια εἰδῶν τινων προσκρούει εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς διεπούσας τὰ τῆς δημοτικῆς φορολογίας, εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος, καὶ εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν λόγων αὐτοῦ ἀνέγνωσε τεμάχια τοῦ συγγράμματος τοῦ ἀοιδίμου Περικλέους Ἀργυροπούλου, ἐν ᾧ γίνεται λόγος περὶ τῆς ἰσότητος τῆς Δημοτικῆς φορολογίας. Ὁ Περικλῆς Ἀργυρόπουλος λέγει ἐν τῷ συγγράμματί του, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι ἐν τοῖς Δήμοις πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς δημότας καὶ εἰς τοὺς ἑτεροδημότας καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς· ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν τὴν ἰσότητα, τὴν ὑπὸ τοῦ Περικλέους Ἀργυροπούλου οὕτως ἀκριβῶς καθοριζομένην, ἐπεξέτεινεν εἰς τὰ εἰσαγόμενα. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπε: πῶς ἀπέναντι τῆς ἀρχῆς ταύτης τῆς ἰσότητος δὲν φορολογεῖτε τὸν φασιανὸν, ἐνῷ φορολογεῖτε πράγματα ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίαν τοῦ φασιανοῦ; ἡ προτίμησις αὕτη, ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν φασιανὸν ἀπέναντι ἄλλων εἰσαγομένων εἰδῶν, ἀποτελεῖ ἀνισότητα, προσκρούουσαν εἰς τὰς ἐπιστημονικὰς ἀρχὰς τῆς Δημοτικῆς φορολογίας. Ἡ ἀτέλεια, ἣν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Δημοσίῳ Δασμολογίῳ καὶ ἥτις ἐπεξετάθη κατὰ τὸν Νόμον περὶ Δασμολογίου εἰς τὰ τῶν Δημοτικῶν δασμῶν, εἶναι ἐκ τῶν ἀρχῶν τῶν γονιμωτέρων ἐν τῇ οἰκονομικῇ· τὰ δὲ εἴδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐφηρμόσθη ἡ ἀτέλεια, δὲν εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, μόνον δυνηθεὶς ν’ ἀναφέρῃ τὸν φασιανὸν, δὲν εἶναι εἴδη πολυτελείας, εἶναι πράγματι εἴδη πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἵνα πεισθῇ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι εἶναι πράγματι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἂς ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ Δασμολογίου Ἐπιτροπῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἴδῃ κατὰ τίνων ἀτελειῶν παραπονεῖται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἀνήκει, καὶ εἰς τὰς πράξεις τοῦ ὁποίου ὑποθέτω ὅτι συνετέλεσεν. Ἰδοὺ τὰ εἴδη τῶν ὁποίων τὴν ἀτέλειαν ἐθεώρησε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὡς ἄδικον καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δήμου: «Ὁ βάμβαξ»· ζημιούμεθα, λέγει ὁ Δῆμος, ἐκ τῆς ἀτελείας ταύτης 7,000 δραχμὰς, καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπιβληθῇ ἐκ νέου εἰς τὸν βάμβακα ἡ δημοτικὴ αὕτη φορολογία. «Τὰ βιβλία»· ζητεῖ τὸ Συμβούλιον νὰ φορολογηθῶσιν ὡς καὶ πρότερον τὰ βιβλία, ἡ πρώτη αὕτη διανοητικὴ τροφὴ τοῦ λαοῦ. «Αἱ βαφαὶ, οἱ γαιάνθρακες, ὁ γῦψος, τὰ δέρματα, τὸ ζυθοβότανον, τὰ ζῷα ἐν γένει, οἱ ἵπποι, τὸ θεῖον, αἱ κέραμοι, τὰ ξηρὰ κρόμμυα, ἡ μέταξα, αἱ μηχαναὶ ῥαπτικῆς, ἡ νάφθη, ἡ ξυλικὴ θερμάνσεως, οἱ ξυλάνθρακες, τὰ πουλερικὰ, ἡ ῥητίνη, τὰ πίτυρα, τὰ ὄστρακα καὶ οἱ νωποὶ ἰχθεῖς, ὁ σίδηρος καὶ τὰ φάρμακα». Ταῦτα εἶναι τὰ εἴδη, τῶν ὁποίων τὸ ἀφορολόγητον διεγείρει ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὥστε εἶπεν ὅτι Νόμος, καταστήσας τὰ εἴδη ταῦτα ἀφορολόγητα πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὸν Δῆμον, εἶναι ὀλέθριος καὶ ἀποδεικνύει τὴν ἀνικανότητα τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὸ νομοθετεῖν, ἀνικανότητα τοιαύτην, ὥστε ὑπαγορεύει εἰς αὐτὸν τὴν ὑποβολὴν Νομοσχεδίου περὶ περιορισμοῦ τῆς νομομανίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ Βουλὴ, ἡ ὁποία περὶ ἑνὸς οἱουδήποτε τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, καὶ ἀνέγνωσα ἅπαντα, καθ’ ὧν παραπονεῖται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς ἐπιτροπῆς αὑτοῦ, νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ὑπόκηται εἰς φορολογίαν· δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἷς Βουλευτὴς, πλὴν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ καταργηθεῖσα φορολογία ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων παρέβλαπτε τὴν πρόοδον τῆς Χώρας, παρέβλαπτε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας, παρέβλαπτε τὸ εὖ εἶναι τοῦ λαοῦ. Πᾶσα δὲ ἡ ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν προαγορευσάντων καὶ ἡμῶν κεῖται ἐν τούτῳ τῷ θέματι, τῷ τῆς ἀτελείας, διότι ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, τουτέστιν ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῆς ἀξίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλει ἐπιβληθῆ τὸ τέλος, πιστεύω ὅτι οἱ προαγορεύσαντες δὲν ἐπινεύουσιν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀξίαν ὡς αὐτὸ θέλει, ἀπαγορευομένης τῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην προσφυγῆς τῶν ἐξ ὑπερόγκου τυχὸν ἐκτιμήσεως ἀδικουμένων. Ἀφοῦ δὲ ἡ αὐθαίρετος διατίμησις ἀποκρούεται, ἄλλη ὀρθοτέρα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τῆς ὁμοιομόρφου πρὸς τὴν διατίμησιν τοῦ Δημοσίου· τοιοῦτον δὲ σύστημα καθιεροῖ ὁ Νόμος περὶ Δασμολογίου. Ἀλλὰ ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς περὶ Δημοτικῶν δασμῶν διατάξεως τοῦ Νόμου τούτου τοιαῦτα, ὁποῖα παρέστησαν αὐτὰ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες; Ἄρα παρουσιάζεται ἀνάγκη διατιμήσεως τοιαύτης, ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες παρέστησαν, ἵνα εἰσπράξωσιν οἱ Δῆμοι καὶ κατὰ τὸ 1885 τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττον ἐξ ἐμμέσων φόρων μέχρι τοῦ 1885; Τὰ παρασταθέντα στηρίζονται ἐπὶ πληροφοριῶν ἀνακριβῶν. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸν Δῆμον Ἀθηναίων. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρέστησεν ὅτι ὁ Δῆμος Ἀθηναίων εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1884 ἐκ Δημοτικοῦ δασμοῦ 1,185,000 δραχμὰς, ἐνῷ ὁ Δημοτικὸς δασμὸς τοῦ 1885 κατεκυρώθη ἀντὶ 715,000. Ἀλλ’ εἰς πάντα ἄλλον ἐπετρέπετο ἡ ἐπὶ τοιούτου παραλληλισμοῦ κρίσις ἢ εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, διότι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, γινώσκει, ὅτι ἐὰν ὁ Δῆμος Ἀθηναίων εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος 1884 1,185,000 ἢ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ τοῦτο, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν κατετέθη ἔτι τὸ ποσὸν ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου, γινώσκει, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν εἰσέπραξε τὸ ποσόν· τοῦτο μαρτυρεῖ ὁλόκληρον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὑτοῦ.
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι τῳόντι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων ἔν τινι τῶν τελευταίων συνεδριάσεων αὑτοῦ ἀπεφάσισεν ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἐνοικιασταὶ ἐζημιώθησαν κατά τι, καλὸν θὰ ἦναι, ἐὰν μέρος τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν, πληρωθῇ ἐντὸς μακροτέρας τινὸς προθεσμίας. Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο, παρατηρῶ πρὸς ὑμᾶς, δὲν εἶναι μεγαλείτερον τῶν 100,000 δραχμῶν· ὥστε καὶ ἐὰν χαρίσωμεν εἰς ὑμᾶς τὰς 100,000 ταύτας δραχμὰς, βεβαίως τὸ εἰσόδημα κατεβιβάσθη εἰς 800,000 δραχμὰς.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ μοὶ χαρίσητε τίποτε οὐδὲ τὰς 100,000, τὰς ὁποίας ἐμνημονεύσατε ἤδη, ἀλλὰ ζητῶ νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, δὲν περιορίζεται εἰς 100,000· διότι ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ πληρώσῃ ἐντὸς πενταετίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ζημίας τοῦ ἐργολάβου, ἡ ὁποία, ὡς γινώσκετε, δὲν εἶναι 100,000 δραχμῶν. Εἰς 100,000 δραχμῶν ἀνήρχετο τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ γενομένη συγκατάβασις ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ ἡ ζημία τῶν ἐργολάβων γινώσκομεν ἐκ τῶν συνεταίρων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ ἀνακοίνωσις τῶν λογαριασμῶν καὶ οἵτινες προσεκλήθησαν νὰ καταβάλωσι τὸ ποσὸν τῆς ζημίας, ἀνέρχεται εἰς 240,000 δραχμῶν. Ὅταν δὲ αἱ εἰσπράξεις μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 240,000 περιορισθῶσιν εἰς 945,000, πόσας πρέπει περαιτέρω νὰ ἀφαιρέσωμεν ὡς κέρδος τοῦ ἐργολάβου; διότι ὁ ἐργολάβος δὲν ἀναδέχεται τὴν ἐργολαβίαν ἵν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν Δῆμον ὅ,τι εἰσέπραξεν· ὁ ἐργολάβος ἐννοεῖ, ὅτι θὰ κερδήσῃ ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης καὶ ὑποθέτω ὅτι 10% μόλις θεωρεῖ ὡς ἐπαρκὲς κέρδος. Ὅταν δὲ ἀφαιρέσητε καὶ τοῦτο, εἰς τίνα ἀριθμὸν φθάνομεν, πόσον ἀπέχομεν τοῦ ποσοῦ, ἀνθ’ οὗ παρεχωρήθη ἡ ἐργολαβία κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο; Ἀπέχομεν ἐλάχιστα, ὥστε ἡ προσθήκη εἰς τὸ δωδεκατημόριον τὸ ὑπὸ τοῦ δασμολογίου ὁριζόμενον ὡς ἀνώτατος ὅρος τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ ἔσται πολὺ κατωτέρα τῆς παρασταθείσης. Καὶ ἰδοὺ λεπτομερέστερον πῶς ἔχουσι τὰ περὶ τούτου. Λαμβάνω πάλιν ἀνὰ χεῖρας τὴν ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐν ταύτῃ εὑρίσκομεν παράπονα πρῶτον μὲν ἐπὶ τῇ ἀτελείᾳ εἰδῶν τινων, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησα πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου, δεύτερον δὲ ἐπὶ τῇ ἐλαττώσει τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ ἄλλων εἰδῶν, τῶν ὁποίων τὰ κυριώτερα ἀπαριθμοῦνται ἐνταῦθα. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ εἴδη ταῦτα; Νομίζετε, ὅτι εἶναι εἴδη πολυτελείας; Εἶναι καὶ ταῦτα εἴδη συνήθους ἀνάγκης, τινὰ δὲ καὶ πρώτης ἀνάγκης. Εἶναι βούτυρα, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος ἐλαττοῦται κατὰ 1000 δραχμὰς, γαιώμηλα ἐπαγόμενα ἐλάττωσιν 3,150 δραχμῶν, ἔλαιον κοινὸν 7,000 δραχμῶν, ἐλαῖαι 3,500, καφὲς 2,000, ὀρύζια 12,000, ζῦθοι 3,000, σιτηρὰ 18,000, κριθὴ καὶ λοιπὰ 8,000, ἄλευρα σίτου 35,000, ὀπωρικὰ 10,265. Ἐπὶ τούτων πάντων ἐπῆλθεν ἐλάττωσις, ὡς ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου εἰς τὸ δεκατημόριον τοῦ δημοσίου δασμοῦ, 112,000. Ἐὰν ταύτας προσθέσητε εἰς τὰς 715,000, ἀνθ’ ὧν ἐγένετο ἡ κατακύρωσις τοῦ ἐφετεινοῦ δασμοῦ, ἰδοὺ ἔχομεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀπενέγκει ὁ παλαιὸς φόρος. Δὲν πρόκειται ἄρα ἢ περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ, μὴ ἐπιβαρυνούσης τὸν Δῆμον πέραν τῆς διὰ τοῦ νόμου περὶ Δασμολογίου ἐπενεχθείσης ἐλαττώσεως εἰς τοὺς δασμοὺς τῶν εἰδῶν τούτων. Αὔξησις τοῦ ποσοστοῦ μετρία, αὔξησις ἱκανὴ ν’ ἀναπληρώσῃ μόνον τὸ ποσὸν τῆς μειώσεως τῶν δημοτικῶν προσόδων ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων δασμοῦ θέλει ἐπαρκέσει, ἵνα ὁ Δῆμος εἰσπράττῃ ὅ,τι θὰ προσεπορίζετο κατὰ τὸν προγενέστερον νόμον. Ἐῤῥέθη ὅτι ἀπόδειξις τοῦ ἀμελετήτου τοῦ νόμου περὶ Δασμολογίου ἰδίως ὡς πρὸς τ’ ἀφορῶντα εἰς τοὺς Δημοτικοὺς δασμοὺς εἶναι αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ἀναγκαζόμεθα κατὰ τὸ ἔτος τὸ ἀμέσως ἑπόμενον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου νὰ ζητήσωμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ νόμῳ ἀνεγνωρίσθη ἀρχῆθεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἀκριβῶς τὸ ὁριστέον ποσοστὸν ἐκ τῶν προτέρων. Διὰ τοῦ νέου Δασμολογικοῦ συστήματος τῶν Δήμων ἐκανονίσθη ὅτι ὁ Δημοτικὸς δασμὸς εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ ἔχῃ βάσιν διατίμησιν αὐθαιρέτως ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου συντασσομένην, ἀλλὰ θά ἔχῃ βάσιν αὐτὸ τὸ Δημόσιον Δασμολόγιον...
§62ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δασμὸς, ὁ προσδιοριζόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἶναι ἐπιβλητικὸς ἢ ἀφίνεται νὰ ὁρισθῇ μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου;
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δύναται νὰ ὁρισθῇ ποσοστὸν κατώτερον τοῦ δεκατημορίου, ἀφοῦ λέγει ὁ νόμος ὅτι «δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ δεκατημόριον».
§64ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐπικρίνομεν ἐν τῷ παλαιῷ συστήματι τὴν ἄδειαν τῆς ἐπιβολῆς Δημοτικοῦ δασμοῦ μέχρι 2%, τοιαύτην ἄδειαν παρεδέχθημεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ νέῳ Νόμῳ περὶ Δασμολογίου, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὲρ τῶν Δήμων ποσοστὸν μέχρι 10% τοῦ Δημοσίου δασμοῦ· ὅ,τι ἐπικρίνομεν, εἶναι ὅτι τὰ 2% τοῦ προγενεστέρου Νόμου ἐπεβάλλοντο ἐπὶ ἀξίας διατετιμημένης ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ σήμερον τὸ δεκατημόριον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ δασμοῦ, δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ εἰσαγομένου εἴδους, διατιμωμένης αὐθαιρέτως ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ ἄλλης Ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Δημοσίου δασμοῦ ὅπως παγίως ἐκανόνισεν αὐτὸν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία.
§66ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Νομίζω, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ μόνη ἀσφάλεια καὶ ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε, εἶναι αὕτη, ὅτι τουτέστι διὰ τοῦ προτεινομένου Νομοσχεδίου ἡ ἔγκρισις ἔγκειται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τῇ ἠτιολογημένῃ ἐκθέσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ πρὶν ἐνέκειτο αὕτη εἰς τὸν Νομάρχην. Νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες πρὸς ὑμᾶς δύνανται νὰ δεχθῶσι.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησίς σας δὲν σχετίζεται πρὸς τὰ λεγόμενα παρ’ ἐμοῦ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ παγίου Νόμου, ἐνῷ τὸ Νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς μόνον τὸ ἔτος 1885. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς περιέχον μεταβατικὴν διάταξιν, ἔχει τι τὸ αὐθαίρετον, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ἤδη περὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ τῆς παγίας διατάξεως τοῦ Νόμου περὶ Δασμολογίου, καὶ λέγω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐπεδίωξεν, ὅπως μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ κανονίζῃ τὰς βάσεις τοῦ φόρου, ἀλλὰ βάσεις τοῦ φόρου νὰ ἦναι τὰ διὰ τοῦ Δημοσίου Δασμολογίου ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας μονίμως κανονισθέντα. Ἀφοῦ διὰ τοῦ Νόμου περὶ Δασμολογίου ἠθελήσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ, καταργοῦντες τὴν αὐθαίρετον ὡς πρὸς τοῦτο ἐξουσίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ ἐθέσαμεν ὡς βάσιν τοῦ φόρου τὸ Δημόσιον Δασμολόγιον, ἔπρεπε νὰ ἐξεύρωμεν τὸ ποσοστὸν τῶν τελῶν τοῦ Δημοσίου Δασμολογίου, τὸ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸν κατὰ τὸν προγενέστερον Νόμον φορολογικὸν ὅρον τοῦ 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Εἰς ἀκριβῆ ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοστοῦ δὲν εἴχομεν στοιχεῖα ἱκανά· ὡρίσαμεν ἄρα ποσοστόν τι κατὰ πιθανὴν προσέγγισιν, ἀλλὰ περιελάβομεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο τοῦ ποσοστοῦ τούτου ἡ μεταῤῥύθμισις μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους, ὅτε θὰ ἀπεκτῶμεν τὰ στοιχεῖα, ὧν ἐστερούμεθα πρότερον, ἤτοι τὴν γνῶσιν τῆς ἀναλογίας τῆς βάσεως τοῦ νέου Νόμου πρὸς τὴν βάσιν τοῦ ἀρχαιοτέρου. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ ἔτος 1885 ποσοστοῦ, μὴ ὑπερβαίνοντος τὸ δεκατημόριον τῶν τελῶν τοῦ Δημοσίου Δασμολογίου, θὰ ἠδυνάμεθα κατὰ τὸ ἔτος 1886 νὰ γινώσκωμεν δι’ ἕκαστον Δῆμον ἂν καὶ κατὰ πόσα τὸ ποσοστὸν τοῦτο ὑπελείπετο τοῦ προγενεστέρου φορολογικοῦ ὅρου, ἤτοι τῶν 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Ἀλλὰ παρουσιάσθη δυσχέρεια κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος 1885, καὶ ἡ δυσχέρεια αὕτη ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν παραστάσεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὅτι δὲν ἐπέτρεπε νὰ ἀναμείνωμεν τὸ 1886, ὅπως μεταῤῥυθμίσωμεν τὸ ποσοστόν. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου Νομοσχεδίου προτείνομεν ὅπως καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος 1885 μεταῤῥυθμισθῇ τὸ ποσοστὸν, καίτοι στερούμεθα τοῦ ἀναγκαίου στοιχείου εἰς ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τῆς ἐπενεκτέας αὐξήσεως, αὐξηθῇ δὲ τὸ ποσοστὸν κατὰ τὸν ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ὁριζόμενον τρόπον, ἐπιτρέποντα μὲν πρὸς τοῦτο ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰσηγουμένου τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ περιορίζοντα ἠθικῶς τὴν ἐξουσίαν ταύτην διὰ τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως ἡ αὔξησις τοῦ ποσοστοῦ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος ἀναγκαιοῦν εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐὰν πρέπῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὸν τρόπον τοῦτον ἢ ἄλλον τρόπον ἐξευρέσεως τοῦ ποσοστοῦ τοῦ προσθετέου εἰς τὸ δεκατημόριον· τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Νόμῳ περὶ Δασμολογίου, καθ’ ἣν ὁ Δημοτικὸς δασμὸς ὁρίζεται εἰς ποσοστόν τι τοῦ Δημοσίου, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν προέτειναν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ ἀπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ εἴπωμεν ὅ,τι, ἐνῷ τὸ Δημόσιον Δασμολόγιον καθιέρωσεν ἀτελείας τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ ἐλαττώσεις δασμῶν, τὰ τῶν δασμῶν τῶν Δήμων δὲν θὰ διέπωνται ὑπὸ τῶν αὐτῶν κανόνων, ὅτι τὸ μὲν Δημόσιον θὰ ἔχῃ Δασμολόγιον πάγιον, οἱ δὲ Δῆμοι θὰ ὁρίζωσιν ἐτησίως τὴν διατίμησιν, ἥτις θ’ ἀποτελῇ τὴν βάσιν τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ, ὅτι τὸ μὲν Δημόσιον θὰ θεωρῇ ἀπαλλακτέα τοῦ δασμοῦ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, οἱ δὲ Δῆμοι θὰ ὑποβάλλωσιν αὐτὰ εἰς φόρον. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, καὶ οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἀμφιβάλλω ἂν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ εὑρεθῶσι πολλοὶ οἱ ψηφίσοντες ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προαγορευσάντων.
§68Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἐπροτάθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ τροποποιηθῶσι διατάξεις τινὲς τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντος Τελωνιακοῦ Δασμολογίου. Κατὰ τὰς διατάξεις ἐκείνας ἐξωμοιώθη ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλουσι κανονίζεσθαι εἰς τὸ μέλλον οἱ ἔμμεσοι δασμοὶ, τοὺς ὁποίους οἱ Δῆμοι ἐπιβάλλουσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν Προϋπολογισμῶν των, καὶ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Τελωνιακὸν Δασμολόγιον ἐκανόνιζε τὰ τῆς ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰ εἰσαγόμενα τέλη· προσέτι δὲ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον τὸ Τελωνιακὸν Δασμολόγιον προσδιορίζει, τὰ ἐπὶ ἑκάστου τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν ἐπιβαλλόμενα τελωνιακὰ τέλη θέλει προσδιορίζεσθαι καὶ ὁ ὅρος τῶν ἐμμέσων δασμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ Δῆμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὰ μέλη αὐτῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸν, ἐὰν τὰ κατὰ τοὺς Δημοτικοὺς δασμοὺς πρέπει νὰ κανονίζωνται κατὰ τὰς αὐτὰς σκέψεις, κατὰ τὰς ὁποίας κανονίζονται τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἐὰν οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ τοῦ φορολογικοῦ ὅρου τῶν ἐν τῷ Τελωνιακῷ Δασμολογίῳ, πρέπει νὰ διέπωσι καὶ τὸν φορολογικὸν ὅρον τῶν δασμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ Δῆμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς καταναλωτάς. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον περὶ Δημοτικῶν δασμῶν, τὸ ὁποῖον πράγματι δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ Τελωνιακὸν Δασμολόγιον τῶν Δήμων, πρέπει νὰ συνταχθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ Τελωνιακὸν Δασμολόγιον, οὐδὲ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίζωνται οἱ Δημοτικοὶ δασμοὶ κατὰ τοὺς αὐτοὺς κανόνας, καθ’ οὓς προσδιορίζονται τὰ ἐν τῷ Τελωνιακῷ Δασμολογίῳ τέλη. Δὲν ἔχω τοιαύτην γνώμην, διότι νομίζω ὅτι ἄλλοι κανόνες πρέπει νὰ διέπωσι τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν καὶ ἄλλοι τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν δασμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ Δῆμοι ἐπιβάλλουσιν. Οἱ Συντάκται τῶν Τελωνιακῶν Δασμολογίων δὲν ἔχουσι κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ προσπορίσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον περισσότερα ἔσοδα πρὸς ἐξίσωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ ὑποτάσσωσι τὰς σκέψεις των καὶ εἰς ἑτέρους σκοποὺς, οἵτινες ἰδίως πρέπει νὰ ὁδηγῶσιν αὐτούς· καὶ αὐτοὶ εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον ἡ προστασία τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, κατὰ δεύτερον ἡ προσπάθεια ἵνα τὰ ἐπιβληθησόμενα τέλη βαρύνωσιν ὀλιγώτερον τοὺς πένητας. Ἀλλ’ ὁ προσδιορισμὸς τῶν Δημοτικῶν δασμῶν δὲν γίνεται οὔτε πρέπει νὰ γίνεται ὑπὸ τοιαύτας σκέψεις. Βεβαίως καὶ οἱ ἐπιβάλλοντες τοὺς Δημοτικοὺς δασμοὺς ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συμπληρώσωσι τὰ ἔσοδα τῶν Δήμων, διὰ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐξίσωσιν αὐτῶν πρὸς τὰ ἔξοδα· ἀλλ’ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ φορολογικοῦ ὅρου τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ πρέπει νὰ διέπηται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐξίσου ἐπιβολῆς αὐτῶν εἰς πάντας τοὺς καταναλίσκοντας ἐν τῷ Δήμῳ· διότι δὲν ἐπιβάλλεται ὁ Δημοτικὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ εἴδους τοῦ καταναλισκομένου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ καταναλίσκοντος ἀτόμου, ὅσον δὲ περισσότερον καταναλίσκει τις, τοσοῦτον ὀφείλει νὰ πληρώνῃ περισσότερα ὡς Δημοτικὸν δασμόν. Εἶναι φορολογία οὐχὶ τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ τῆς περιουσίας τοῦ καταναλωτοῦ. Ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ συμφέρον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς κλάδου τινὸς νὰ ἀφήσῃ ἐντελῶς ἀτελὲς εἶδός τι ἐμπορεύματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς αὐτὸ, ὁ Δῆμος δὲν ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Κράτος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Πολλάκις δὲ συμβαίνει, διάφοροι Δῆμοι νὰ ἔχωσι συμφέροντα ἀντίθετα πρὸς τὸ Κράτος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσοστὸν τοῦ δασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλουσιν οἱ Δῆμοι, εἶναι ἐλάχιστον, ἡ ἀντίθεσις τοῦ συμφέροντος τοῦ Δήμου πρὸς τὸ τοῦ Κράτους δὲν ἐπάγει οὐδεμίαν ζημίαν, ἐνῷ διασώζει τὸ μικρὸ συμφέρον τῆς τοπικῆς περιφερείας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν Δῆμον. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι τὸ Κράτος πρὸς ἐνίσχυσιν κλάδου τινὸς τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, τῆς κτηνοτροφίας, φέρ’ εἰπεῖν, ἐπιβάλλει τελωνιακὸν τέλος περισσότερον ἀπὸ τὸν συνήθη φορολογικὸν ὅρον, συνεπεία τοῦ ὁποίου προσδιώρισε τὰ ἐπ’ ἄλλων εἰδῶν τελωνιακὰ τέλη, σκοποῦν νὰ περιορίσῃ οὕτω τὴν εἰσαγωγὴν ἢ νὰ καταστήσῃ τὴν τιμὴν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κρεάτων ἀνωτέραν τῆς τιμῆς τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγομένων ζῴων· τὸ συμφέρον ὅμως τοῦτο ἐνδέχεται νὰ μὴ ἔχῃ Δῆμός τις, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κτηνοτροφίαν, καὶ ὅστις ἔχει συμφέρον νὰ εἰσαχθῶσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερα κρέατα ἐξ ἄλλων Δήμων· ἑπομένως συμφέρει ὁ Δημοτικὸς δασμὸς νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερος. Ἑπομένως τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ τοὺς Δήμους εἰς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων ἢ ὠνίων, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ τὸ Κράτος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Ἡ ἀνισότης μάλιστα τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων εἰς τὸ Κράτος δύναται νὰ βλάψῃ καιριώτατα τὰ συμφέροντα τοῦ Δήμου, τὰ ὁποῖα συνίστανται εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν αὐτὸν φορολογικὸν ὅρον ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων ἢ ὠνίων εἰς τὸν Δῆμον, πλὴν ἂν εἰδικαὶ περιστάσεις τοῦ Δήμου ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὸν τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποδεχθῇ διάφορον φορολογικὸν ὅρον. Οὕτω π. χ. ἂν ὁ Δῆμος προσδιορίσῃ 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων ἄλλων ἐμπορευμάτων, ἔχει δ’ ὁ Δῆμος ἀνάγκην σιτηρῶν, προσδιορίζει φορολογικὸν ὅρον ὑποδεέστερον τῶν 2% ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Ἐπειδὴ πάντα τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸν Δῆμον ἐμπορεύματα ἢ ὤνια δὲν εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὁ Δῆμος προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας του, συναρμολογῶν τὰ συμφέροντά του πρὸς τὰ τῶν ἄλλων Δήμων, τῶν παραγόντων τὰ ὤνια. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ τελωνιακαὶ ζῶναι εἶναι συστήματα, τὰ ὁποῖα καταδικάζει ἡ ἐπιστήμη, ὡς παραβλάπτοντα τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου ἢ τῆς παραγωγῆς, ἐν γένει εἶναι ἀληθὲς, ὁσάκις πρόκειται περὶ τῶν τελωνιακῶν ζωνῶν, αἱ ὁποῖαι διαχωρίζουσι τὸ αὐτὸ Κράτος, ἢ τῶν τελωνιακῶν φραγμῶν, τὰ ὁποῖα Κράτη κοινὰ ἔχοντα συμφέροντα, ἐπιβάλλουσι πρὸς ἄλληλα. Ὡς ἦτον ἄλλοτε ἐν Αὐστρίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, βεβαίως συμφέρον ὑπῆρχε, καὶ ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν ἦτο, νὰ μὴ ὑπάρχωσιν αἱ τελωνιακαὶ ζῶναι τῶν Κρατῶν, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο ὑπηγόρευσε τὴν τότε καθεστηκυῖαν συνεννόησιν τῶν Κρατῶν πρὸς ἄλληλα, ἵνα συγχωνευθῶσιν αἱ διάφοροι τελωνιακαὶ ζῶναι εἰς μίαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν Δήμων δὲν κρατεῖ τοιοῦτόν τι. Οἱ Δῆμοι ζητοῦσι νὰ συμπληρώσωσι τὰ ἔσοδα αὑτῶν, ὅταν οἱ ἄλλοι πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων πορίζονται τὰ ἔσοδά των, δὲν ἐπαρκῶσιν, ἵνα καλύψωσι τὰ ἔξοδά των. Οὐδένα ἕτερον λόγον ἔχουσιν ἢ πῶς νὰ βαρύνωσιν ἐξ ἴσου τοὺς καταναλωτὰς, καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι τοὺς ἀπόρους. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ διατάξεις, αἱ κανονίζουσαι τὰ τῶν ἐμμέσων κοινοτικῶν δασμῶν, δὲν δύνανται νὰ ἦναι αἱ αὐταὶ μὲ τὰς διατάξεις τὰς κανονιζούσας τὰ τελωνιακὰ τέλη. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἥκιστα ὀρθὸν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ Δῆμοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ φορολογῶσι, καὶ ὅτι δικαίωμα ἔχει μόνον τὸ Κράτος, καὶ ὅτι, ἂν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Δήμους νὰ φορολογῶσι, τοῦτο εἶναι χάρις, τὴν ὁποίαν ποιεῖται τὸ Κράτος πρὸς αὐτούς. Τὸ δικαίωμα τοῦ φορολογεῖν δὲν εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀναπόφευκτον, οὐδὲ εἰς τὸ Κράτος, οὐδὲ εἰς τὰς κοινοτικὰς περιφερείας τὰς ἐν τῷ Κράτει, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης, εἰς ἣν καταφεύγει τὸ Κράτος, ὡς καταφεύγουσι καὶ ἐκεῖνοι διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας των· ἐὰν τὸ Κράτος εἶχεν ἄλλον πόρον, ἐξ οὗ νὰ πορισθῇ ἔσοδα ἐπαρκοῦντα εἰς τὰς ἀνάγκας του, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ φορολογήσῃ. Ὑποθέσατέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει ἴσως εἰς καμμίαν χώραν τῆς Εὐρώπης, ὑποθέσατε ὅτι μέγα χρυσωρυχεῖον ὑπάρχει ἔν τινι Κράτει, τὸ ὁποῖον ἐκμεταλλεύεται τὸ χρυσωρυχεῖον δι’ ἰδίων ὀργάνων, καὶ ὅτι ἐκ τούτου παρέχεται τόση πρόσοδος ὅση ἐπαρκεῖ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν. Τότε δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα οὐδ’ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ φόρους. Κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἐὰν Δῆμός τις ἔχῃ πόθεν νὰ πορίζηται τὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν του ἔξοδα, π. χ. ἐκ τῶν κτημάτων αὐτοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ φορολογήσῃ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει χρήσιμον τὴν ὕπαρξιν τῶν Δήμων, ἐφ’ ὅσον ὑποχρεοῖ αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν ἰδίους σκοποὺς, ἔχουσι δικαίωμα νὰ φορολογῶσιν, ὅταν δὲν δύνανται ἐξ ἄλλων πόρων νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν των, οὐδεμία δὲ παραχώρησις γίνεται εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πρὸς τίνα σκοπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ κοινὰς διατάξεις καὶ ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τελωνιακοῦ τέλους ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν καὶ ἐπὶ τῶν δασμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ Δῆμοι ἐπιβάλλουσι πρὸς ὄφελος τῶν Δημοτικῶν Ταμείων; Εἶπεν ὅτι ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ τὰς αὐτὰς διατάξεις, διὰ νὰ προλάβῃ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, ἐφαρμοζομένου τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος Νόμου περὶ δημοτικῶν δασμῶν τοῦ 1847. Αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἦσαν, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἁρμόδια νὰ προσδιορίσωσι τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν εἰς δημοτικὸν δασμὸν ὑπαγομένων ὠνίων, προσδιώριζον αὐτὰ ἀδίκως, ἔδιδον εἰς αὐτὰ ἀξίαν εἴτε ἀνωτέραν εἴτε κατωτέραν τῆς ἀληθοῦς, ἐντεῦθεν δὲ προέκυπτον ἔριδες καὶ προσεβάλλοντο συμφέροντα τῶν ἐνοικιαστῶν ἢ τῶν ἐργολάβων, προέκυπτον δίκαι, πολλάκις δ’ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ προέβαινεν εἰς ἀτοπήματα καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλὰ διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θεραπεύεται τὸ κακὸν, διότι εἰς τοὺς Δήμους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπάρχει Τελωνειακὴ Ἀρχὴ, γίνεται ἡ εἴσπραξις τοῦ προσδιοριζομένου κατὰ τὸ Νομοσχέδιον δημοτικοῦ δασμοῦ δι’ αὐτῆς συγχρόνως μετὰ τοῦ τελωνιακοῦ τέλους· ἀλλ’ εἰς τοὺς Δήμους, εἰς οὓς δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, θέλει ἀνατεθῆ ἡ εἴσπραξις τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, εἰς ἐνοικιαστὴν, ἢ εἰς ἴδια ὄργανα τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς· ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται νὰ προσδιορισθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσδιοριστέου διὰ τὸ Τελωνιακὸν Δασμολόγιον Τελωνιακοῦ Δημοσίου τέλους καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ κατατάξωσιν εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα κατηγορίαν τὰ εἰσαγόμενα εἰς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ἐμπορεύματα, ἐπὶ τοσοῦτον ὑπάρχει στάδιον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τῶν ὀργάνων τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ εἰς τὴν ἔγερσιν παραπόνων καὶ συγκρούσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ προλάβῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν θεραπεύεται ὁ σκοπὸς οὗτος, συμβαίνει ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον βλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν Δήμων. Ἐπειδὴ οἱ δημοτικοὶ δασμοὶ προσδιορίζονται μόνον ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῶν ὑποκειμένων εἰς τελωνιακὰ τέλη, ἕπεται ὅτι δὲν ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκηρύχθησαν ἀτελῆ· ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ Δῆμοι ἔχουσι κυρίως πόρους τὰ ἐκ τῶν δημοτικῶν δασμῶν ἔσοδα ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ ὠνίων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουσιν ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν, ἤδη θέλουσι πληρώνει ἐκεῖνοι μόνοι οἱ ὁποῖοι καταναλίσκουσι τὰ ὑποκείμενα εἰς τελωνιακὰ τέλη ἐμπορεύματα· ἑπομένως, ἂν διὰ Δασμολογίου προσδιωρίσθησαν τελωνιακὰ τέλη βαρέα ἐπί τινων εἰδῶν, θέλουσι πληρώνει τῶν εἰδῶν τούτων οἱ καταναλωταὶ οὐ μόνον τὰ τελωνιακὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ὁ ἔμπορος θέλει προσθέσει εἰς τὸ τίμημα τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ἀλλὰ καὶ τὸν δημοτικὸν δασμόν, ὅστις θέλει εἶσθαι ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωνεν, ὅταν ἐλειτούργει τὸ παλαιὸν καθεστὼς τῆς δημοτικῆς φορολογίας. Οὕτω πως οἱ καταναλίσκοντες ἐν τῷ Δήμῳ ἐμπορεύματα τίθενται εἰς ἄνισον θέσιν, καὶ φορολογοῦνται ὑπερβαλλόντως, μένουσι δὲ ἄλλοι ἀφορολόγητοι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον περιέχει ἀδικίαν, διότι ὑποχρεοῖ τοὺς Δήμους νὰ προσδιορίζωσι τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς κατὰ τοὺς αὐτοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους προσδιώρισεν αὐτοὺς τὸ τελωνιακὸν Δασμολόγιον. Δὲν πρόκειται ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ προσκληθῇ νὰ ἐρευνήσῃ τὰ τοῦ Τελωνιακοῦ Δασμολογίου· ἐπειδὴ ὅμως ἡ γνώμη πολλῶν, ἡ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκφρασθεῖσα, εἶναι ὅτι ἐπῆλθον ἐξ αὐτοῦ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διετάραξαν οὐ μόνον τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ ἐπιτείνωμεν τὰ διὰ τοῦ Τελωνιακοῦ Δασμολογίου ἐπελθόντα κακὰ, καὶ θέλομεν ἐπιτείνει αὐτὰ ἂν ὑποχρεώσωμεν τοὺς Δήμους νὰ ἐπιβάλλωσι τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς ἐπὶ μόνων ἐκείνων τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς εἰσαγωγικὰ τέλη διὰ τοῦ Τελωνιακοῦ Δασμολογίου. Γνωμοδοτῶ λοιπὸν ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν προτεινομένην τροπολογίαν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικόν, εἶναι καθαρῶς νομοθετικόν, καὶ συμφέρον πάντες ἔχομεν νὰ μὴ ἀδικήσωμεν τοὺς Δήμους, νὰ παράσχωμεν δ’ αὐτοῖς τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλουσι θεραπεύσει τὰς ἀνάγκας των. Οἱ Δῆμοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὑπάρχωσιν, ἑπομένως ἔχουσι δικαίωμα νὰ φορολογῶσιν· ἐπειδὴ δὲ δὲν δύνανται νὰ φορολογήσωσιν εἰμὴ διὰ νόμου, τὸ δὲ Κράτος ἐνασκεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ τοῦτο πρέπει ψηφίζοντες τὸν νόμον περὶ δημοτικῶν δασμῶν νὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τὸ συμφέρον τῶν Δήμων, τὸ ὁποῖον προστατεύει ἡ προταθεῖσα τροπολογία.
§69Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν νόμον του, ἀνέφερεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη εἰς τὸν σιδηρόδρομον, καὶ εἶπεν ὅτι ἤθελε μοὶ συμβῇ καὶ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον· ἀλλὰ δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ἐγὼ ἦλθον πολλάκις πρότερον καὶ ἐπλήρωσα ἀνενοχλήτως τοὺς φόρους τῶν εἰσαχθέντων τροφίμων, καὶ μόνον τώρα πρώτην φορὰν μοὶ συνέβη τοῦτο, διότι εὑρέθη ἐκεῖ εἷς ἀγροῖκος φύλαξ, ὁ ὁποῖος ἐμπερδεύθη μὲ τὸ δεκατημόριον τοῦ Δασμολογίου. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι οἱ Δῆμοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ φορολογῶσι· διότι τὸ Κράτος ἀνέθεσεν εἰς αὐτοὺς πλείστας ὑποχρεώσεις, ἤτοι 1) τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων, 2) τὴν κατασκευὴν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ χωρίοις ὁδῶν, πλατειῶν, πεζοδρομίων, ὑπονόμων καὶ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, 3) τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, 4) τὸν ἐξωραϊσμὸν καὶ καλλωπισμὸν τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, καὶ ἄλλα διάφορα. Πῶς λοιπὸν ταῦτα θὰ γείνωσιν, ἂν δὲν ἐπιβάλλωσιν οἱ Δῆμοι φόρους; Ἀλλ’ ἐπέπρωτο, φαίνεται, νὰ καταστραφῇ πᾶν καλὸν εἰς τὸν τόπον διὰ τῆς ἀναμορφωτικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν ἐφαρμόσητε τὸν προκείμενον νόμον, ὑπάρχουσι Δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἰσπράξωσι τίποτε σχεδόν, ἀφοῦ δὲν φορολογήσωσι τὰ ἀτελῆ, διότι ἐλαχίστη ποσότης ἐμπορευμάτων καταναλίσκεται ἐν αὐτοῖς, ἐνῷ τῶν ἀτελῶν εἰδῶν γίνεται μεγάλη χρῆσις, καὶ τότε, κύριοι, ἢ οἱ Δῆμοι θὰ περιέλθωσιν εἰς ἀποσύνθεσιν καὶ θὰ σταυρώσωσι τὰς χεῖρας, ἢ θὰ αὐξήσητε τὴν φορολογίαν τῶν φορολογουμένων διὰ τοῦ Δασμολογίου εἰδῶν, ἀλλ’ αὕτη θὰ ἦναι ἀδύνατος, διότι ἀντὶ τοῦ δεκατημορίου ἢ τοῦ ὀγδόου θὰ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ καὶ τὸ ποσὸν τοῦ τελωνιακοῦ φόρου ἵνα κατορθωθῇ ἐξίσωσις, τουτέστι νὰ εἰσπραχθῇ ἀνάλογον ποσὸν μὲ ἐκεῖνο τῆς χρήσεως 1884, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατόν. Τί τὰς θέλομεν τὰς θεωρίας τὰς φορολογικὰς καὶ ἐπιστημονικάς, ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω πρακτικὰ παραδείγματα, ἐκ τῶν ὁποίων βλέπετε ὁποῖαι ζημίαι πρόκειται νὰ ἐπέλθωσιν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Κοντογούρη τροπολογία καὶ ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον, ἑπομένως κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τούτου ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ κ. Κοντογούρης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (Θόρυβος).
§71ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δίκαιον ἤθελεν εἶσθαι ἄν, πρὶν ἐκδοθῇ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, προεκαλεῖτο τοὐλάχιστον ἡ ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸ 2ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ 1ου.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ 1ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (ἀναγινώσκεται).
§74ΦΛΩΡΙΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ἡ Βουλή, νομίζω, γνωρίζει, ὅτι ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἐν Ζακύνθῳ ἰσχύουν ἄλλοι Νόμοι περὶ Δημοτικῆς φορολογίας· διὰ τοῦ Νόμου τοῦ 71 ἢ 72, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὡρίσθησαν πόροι εἰδικοί, οἱ ὁποῖοι διανέμονται εἰς πάντας τοὺς Δήμους ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν. Κατὰ τὸν συζητούμενον τοῦτον Νόμον βεβαίως εὑρέθη ἡ θεραπεία αὐτῶν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας, εἰς ἥν, ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου περὶ Δασμολογίου Νόμου, ἤθελον εὑρεθῆ οἱ Δῆμοι τοῦ λοιποῦ Βασιλείου. Ταῦτα προσδιορίζουσι τὰ ἐλλείμματα, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται καὶ διατάσσει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου καὶ τῶν φορολογητέων εἰδῶν· ἀλλὰ τί δύναται νὰ γίνῃ εἰς τοὺς Δήμους τῆς Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου ὅπου ἡ γνώμη ἑνὸς Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἄνευ εἰδικῆς διατάξεως ἐφ’ ἁπάντων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων; Ὑποθέσατε τὸ ἑξῆς: Βεβαιοῦται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου τούτου, ὅτι αἱ εἰσπράξεις αἱ ἐκ τοῦ Νόμου τοῦ Δασμολογίου δὲν εἶναι ἀρκεταὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τινῶν ἐκ τῶν Δήμων ἐκείνων, καὶ τινὰ τῶν Δημοτικῶν τούτων Συμβουλίων—διότι δὲν ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἡ αὐτὴ οἰκονομικὴ δύναμις—ἀποφαίνονται ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξήσῃ ἡ φορολογία εἰς τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα εἴδη, τί θὰ γίνῃ, ὅταν ἄλλα Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν ἀποφαίνωνται περὶ τούτου; καὶ ἰδοὺ ἡ δυσκολία, εἰς ἣν θὰ εὑρεθοῦν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ἡ Διοίκησις ἀκόμη ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νέου Νόμου. Τὴν κατάστασιν ταύτην ὑποδεικνύω ἁπλῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ, ὅπως μὴ οἱ Δῆμοι τῶν νήσων ἐκείνων εὑρεθῶσιν ἄνευ μέσου τινὸς, δι’ οὗ νὰ θεραπεύσουν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ πηγάσουν ἐκ τοῦ Νόμου τούτου. Οἱ ἀγροτικοὶ μάλιστα Δῆμοι τῶν ἀνωτέρω νήσων θὰ εὑρεθοῦν ἀφεύκτως εἰς ἀπορίαν· ὥστε ἀνάγκη νὰ εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ οὗτοι νὰ δύνανται νὰ ἐφαρμόσουν τὴν θεραπείαν, τὴν διὰ τοῦ Νόμου τούτου διδομένην εἰς τοὺς λοιποὺς Δήμους τοῦ Κράτους.
§75ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ δυσκολία, τὴν ὁποίαν παρετήρησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, εἶναι πραγματικὴ, διότι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν συμφωνήσωσιν ὅλα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις, ὁ Νόμος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ συμφωνία οὐ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου· ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι τοιαύτη διαφωνία δὲν θὰ ὑπάρξῃ, διότι ἅπαντες οἱ Δῆμοι εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν καὶ ὅλοι θὰ αἰσθανθῶσι τὴν αὐτὴν ἀνάγκην καὶ θὰ ζητήσωσι τὴν αὐτὴν αὔξησιν, διότι τὸ εἰσπραττόμενον ποσὸν εἰσπράττεται εἰς τὰ Τελωνεῖα, παραδίδεται εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ διανέμεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὄχι ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν· καὶ τοῦτο μάλιστα ἐνέχει τὸ ἄτοπον, ὅτι πολλοὶ Δῆμοι, οἵτινες συνεισφέρουν εἰς τὸ Δασμολόγιον περισσότερον, νὰ λαμβάνωσιν ὀλιγώτερα. Πιθανὸν ὅμως καὶ νὰ προκύψῃ τοιαύτη δυσκολία, οἵαν ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, καὶ ἑπομένως θὰ ἦτο καλὸν ἐν τῷ Νόμῳ νὰ ὑπάρξῃ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ προλάβῃ τὸ τοιοῦτον, καὶ φρονῶ ὅτι δύναται νὰ προληφθῇ, ἐὰν ἐν τῷ Νόμῳ περιληφθῇ διάταξις δίδουσα τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἅμα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐκθέσεις τινὰς τῶν Δήμων, ἀναλόγως τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν, νὰ κανονίζῃ τὴν αὔξησιν τοῦ καταβαλλομένου σήμερον δασμοῦ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν μᾶλλον τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον θὰ ὑποστῇ ὁ φόρος ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου Δασμολογίου.
§76ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ αὐτὸς Νόμος, ὁ κανονίζων τὰ τῆς Δημοτικῆς φορολογίας τοῦ 1½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν διὰ τὰ πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν εἰσαγόμενα ὤνια καὶ ἐμπορεύματα, ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Ἰθάκῃ, διὰ τοῦτο ὅσα παρετήρησεν ὁ κ. Φλωριᾶς διὰ τοὺς Δήμους Κεφαλληνίας ἐφαρμόζονται καὶ διὰ τοὺς ἐν Ἰθάκῃ. Φρονῶ μάλιστα ὅτι ἀντὶ τοῦ ὅλως ἀορίστου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου παρέχεται εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καλὸν θὰ ἦτο διὰ ῥητῆς διατάξεως νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσοστὸν, μέχρι τοῦ ὁποίου νὰ δικαιῶνται τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν φορολογίαν, χωρὶς νὰ καθίσταται ἀνάγκη εἰδικῶν ἐκθέσεων καὶ Διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ τροποποίησις, τότε ἐξαιτοῦμαι νὰ διακρατηθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς ἡ ἐπεξήγησις, ὅτι τὰ ἰσχύοντα διὰ τὴν ἐν γένει Δημοτικὴν φορολογίαν εἰσὶν ἰσχυρὰ καὶ διὰ τὴν ἄλλοτε πρόσθετον φορολογίαν τοῦ ΥΝΔʹ Νόμου, ὅστις ἐφηρμόζετο ἐν ταῖς νήσοις Κεφαλληνίας, Ζακύνθου καὶ Ἰθάκης. Ὁπωσδήποτε παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Φλωριᾶ.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς παρετήρησα καὶ πρότερον, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς μόνην τὴν δημοτικὴν φορολογίαν τοῦ 1885, ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 ἰδίως προτίθεται τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ δασμοῦ κατὰ τὸ 1885 εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1884, ἀλλὰ θέτει περιορισμούς τινας, ζητεῖ νὰ μὴ κινηθῇ ἡ μηχανὴ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, εἰμὴ μόνον ἂν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δι’ ἠτιολογημένης πράξεως ἤθελε ζητήσει τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν Ἑπτανήσῳ, οἱ ὑπὲρ ὧν ἐπιτρέπεται ἡ δημοτικὴ φορολογία δὲν εἶναι ὡς ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει, ἑνιαῖον σῶμα, ἀλλ’ εἶναι πολλοὶ Δῆμοι, παρουσιάζεται δυσχέρεια, ἡ ὁποία, νομίζω ὅτι εὐκόλως δύναται νὰ ἀρθῇ, ὅταν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ δασμὸν, πρόκειται μόνον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ Νόμου. Τοῦτο ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ Νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ, ἂν καὶ ἓν μόνον Δημοτικὸν Συμβούλιον ἤθελε ζητήσει τοῦτο, καὶ ὅταν τοῦτο εἴπωμεν ἑρμηνευτικῶς, εἶναι, νομίζω, περιττὸν νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἄρθρον, διότι τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου ἐπιτρέπει τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν, ἀρκεῖ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οὕτως ἐννοῦμεν τὸ ἄρθρον. Ἐκεῖ ὅπου ἡ περιφέρεια τῆς δημοτικῆς φορολογίας συνίσταται ἐκ πολλῶν Δήμων, ἀρκεῖ ἡ πρᾶξις νὰ προέρχεται ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Δήμου τινὸς τῆς περιφερείας, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἐν αὐτῇ ὁ Νόμος. Τοῦτο προτείνω νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὡς ἑρμηνεία τοῦ Νόμου περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ.
§78ΦΛΩΡΙΑΣ. Οὕτω βεβαίως θεραπεύεται τὸ κακὸν, καὶ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι.
§79ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὁ Νόμος αὐτὸς εἶναι Νόμος εἰδικός. Ἐπειδὴ ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ἐπιτρέπεται ἐπιβολὴ ἀμέσων φόρων, ἔγινε Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται πρόσθετος δασμὸς 2%, ὅστις διανέμεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ εἰς ὅλους τοὺς Δήμους. Φρονῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ Νόμος ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ, καὶ διὰ τοῦ Δασμολογίου δὲν τροποποιεῖται ποσῶς. Οἱ Νομάρχαι ὅμως παρεδέχθησαν, ὅτι τὸ Δασμολόγιον, περιορίσαν τὸν δημοτικὸν δασμὸν, περιώρισε καὶ τὸν κατὰ τὸν Νόμον τοῦτον εἰσπραττόμενον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κακῶς παρεδέχθησαν αὐτό. Τὸ Δασμολόγιον ἐτροποποίησε τοὺς δασμοὺς, τοὺς ψηφιζομένους κατ’ ἐπέκτασιν τῶν δημοτικῶν, δὲν ἐτροποποίησε τὸν εἰδικὸν Νόμον. Ἂν δὲ γίνῃ διασάφησίς τις, εἶναι καλὸν νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν Νόμον δὲν ἐπῆλθεν οὐδεμία τροποποίησις. Ἄλλως, ἡ γενομένη διασάφησις κατ’ οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ, διότι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν δύνανται νὰ ψηφίσωσιν, οὔτε τὴν αὔξησιν, οὔτε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ Νόμου εἰσπραττομένου δασμοῦ.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιτρέπεται νὰ διασαφήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζει, διότι διὰ τῆς διασαφήσεως ἐξηγεῖ ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὸ ψηφιζόμενον· δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν διὰ πράξεώς της, ἀναγραφομένης εἰς τὰ πρακτικὰ, νὰ διασαφήσῃ τὴν ἔννοιαν νόμου ἐψηφισμένου· ὁ ἐψηφισμένος νόμος δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ εἰμὴ δι’ ἄλλου νόμου· ὥστε ἤδη δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν νομοθετικῶς διὰ ἑρμηνείας, ὁποίαν προτείνει ὁ προαγορεύσας, τὰ τῆς ἐννοίας τοῦ κειμένου νόμου. Ἐγὼ ἀπέφυγα νὰ θίξω ὁλοτελῶς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἢ ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τοῦ Δασμολογίου εἰς τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ δημοτικὰ Δασμολόγια, καὶ τότε ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ τῆς οὕτω ἐφαρμοζομένης δασμολογίας, ἢ δὲν ἐφαρμόζεται, καὶ τότε ὅσα εἴπομεν εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ προκείμενον.
§81ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης λέγει, ὅτι τὰ τῆς δημοτικῆς ταύτης φορολογίας κανονίζει Νόμος εἰδικὸς, ὅστις ὑφίσταται, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἄλλη ἐπεξήγησις ἢ προσθήκη· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Μουσούρης δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ὁ Νόμος ΥΝΔ, ὅστις ἐκανόνιζεν ἄλλοτε τὰ τῆς φορολογίας τοῦ 1½% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου τοῦ 1849 ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, 3, 4. Ἐπειδὴ διὰ τοῦ νέου περὶ Δασμολογίου Νόμου κατηργήθη ῥητῶς ὁ τοῦ 1849 δημοτικός, ἕπεται ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον ὁ ΥΝΔʹ ὁ κανονίζων τὴν φορολογίαν ταύτην, ὥστε ὁ κ. Μουσούρης, νομίζω, δὲν ἔχει δίκαιον.
§82ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Κάμνω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὅσον ἀφορᾷ τὰς νέας Ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐφηρμόσθη καλῶς ὁ Νόμος τοῦ 1847 ἕνεκα ἀπειρίας τῶν Δημοτικῶν συμβουλίων. Ἤθελεν εἶσθαι εὐχῆς ἔργον, ὅπως ἡ Δημοτικὴ φορολογία κανονισθῇ ὁμοιομόρφως εἰς ὅλους τοὺς Δήμους· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νομοσχεδίου καταστρέφει τὴν ἰσότητα τῆς δημοτικῆς φορολογίας τουλάχιστον ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ἐν αἷς δὲν ἐφηρμόσθη καλῶς ὁ Νόμος, ὡς εἶπον· διότι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΞΗ, Νόμου τοῦ 1847 ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Δήμους νὰ ἐπιβάλλωσι φορολογίαν 2% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ Νόμου, διὰ νὰ προλάβῃ ἴσως ἐνδεχομένας καταχρήσεις, περιέλαβε διάταξιν λέγουσαν, ὅτι «τῶν εἰς δασμὸν ὑποβαλλομένων ὠνίων ὁρίζεται ὀνομαστὶ τὸ δι’ ἕκαστον εἶδος κατὰ σταθμὸν καὶ μέτρον πληρωτέον τέλος». Τῆς διατάξεως ταύτης ἐπωφελούμενα Δημοτικά τινα Συμβούλια, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ Δημογραμματεῖς, ἐπωφελούμενοι τῆς ἀπειρίας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἔκαμον μεγάλην κατάχρησιν, διότι ὕψωσαν τὴν τιμὴν τῶν ἀντικειμένων εἰς τὸ διπλάσιον, τετραπλάσιον καὶ ὀκταπλάσιον, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ Δημοτικὴ φορολογία ἀντὶ νὰ ᾖναι 2% εἶναι 8, 10 καὶ 15%, ὅπερ εἶναι παράνομον. Σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον παράδειγμα, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων. Εἰς τὸν Δῆμον Πραμάντων τῆς Ἐπαρχίας Τζουμέρκων ἡ τιμὴ τοῦ χαλκοῦ ὁρίζεται διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς δραχ. 20 κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ ἀγοραία ἀξία αὐτοῦ δὲν ὑπερβαίνει τὰς 5 δραχμάς. Εἰς τὸν αὐτὸν Δῆμον ἡ τιμὴ τῶν κατειργασμένων δερμάτων, τῶν χρησιμευόντων δι’ ὑποδήματα τῶν χωρικῶν, ὁρίζονται εἰς 40 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ ἀγοραία ἀξία αὐτῶν δὲν ὑπερβαίνει τὰς 4 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Εἰς τὸν Δῆμον Ἄρτης διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὁρίζεται ἡ τιμὴ τῶν ἐρίων εἰς 10 καὶ 50 κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ ἀγοραία ἀξία αὐτῶν εἶναι 1 καὶ 80 ἕως 2 δραχμάς. Ἂν λοιπὸν ἀφήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ταῦτα δύνανται νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884· διότι οὕτω πῶς λέγει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νομοσχεδίου. Ὅταν δὲ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια κάμνουν τοιαύτην πρότασιν, βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ δημοτικὴ φορολογία 10% καὶ περιπλέον, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι παράνομον. Καὶ ἵνα προληφθῇ τοῦτο προτείνω εἰς τὸ τέλος τοῦ 2 ἄρθρου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς διατάξεως ταύτης ἐξαιροῦνται οἱ Δῆμοι τοῦ Νομοῦ Ἄρτης, Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων διὰ τὸ ἔτος 1885».
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω προτιμότερον νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἂν συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τζουμέρκων ἔν τινι Δήμῳ, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐνασκοῦν τὸ δικαίωμα τὸ χορηγούμενον αὐτῷ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2, θέλει πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει ὅπως καταχωρισθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, τουτέστι δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι τοῦτο προτείνει ὁ κ. Βουλευτής· προτείνει νὰ μὴ ἰσχύῃ ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κρῖνον ἐκ τῶν περιστάσεων, θέλει ἀποφασίζει ἂν ᾖναι δίκαιον νὰ γένηται ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις ἢ οὔ.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ θέλει συμβῆ τὸ ἑξῆς: Ὅτε κατὰ τὸ 1884 οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν Δήμων τῶν εἰρημένων Ἐπαρχιῶν προσδιώρισαν φορολογικὸν ὅρον ἀνώτερον τοῦ 2%, προσδιώρισαν 8 ἢ 10 ἢ 20%, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Τζουμέρκων. Ἀλλὰ προσδιώρισαν τὸν φορολογικὸν ὅρον τοσούτῳ μέγαν, διότι εἶχον ἀνάγκην νὰ πορισθῶσι τοσοῦτον ποσὸν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ πορισθῶσιν, ἐὰν προσδιώριζον τὸν φορολογικὸν ὅρον εἰς 2%. Ἑπομένως καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πράξῃ, ἤτοι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φορολογικὸν ὅρον, τὸν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν Ἐπαρχιῶν αὐτῶν προσδιορισθέντα, θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς τόσην πρόσοδον, ὅσης ἔχουσιν ἀνάγκην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γένηται σκέψις ἐμβριθεστέρα περὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν· διότι, μόνον ἂν αὕτη ἐγίνετο δεκτή, ἠθέλατε ἀποφύγει τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον τώρα συμβαίνει.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν δὲν ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τζουμέρκων. Οὗτος εἶπεν, ὅτι ἀντὶ φορολογίας 2% ἔν τισι Δήμοις, ὑπάρχει πράγματι φορολογία 20%. Πῶς τοιοῦτον ἄτοπον δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ προτάσεως ἀφορώσης εἰς φορολογίαν 2%; Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς οἱ Δῆμοι, οἱ τέως συντηρούμενοι διὰ τῶν 20%, θέλουσι συντηρηθῆ κατὰ τὸ 1885, περιοριζομένης τῆς φορολογίας εἰς 2%. Ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον διὰ τῆς προηγουμένης φορολογίας, καίπερ ἀτόπως ἐφαρμοζομένης, νὰ λάβωσι καὶ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νέου Νόμου, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δέον νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ φόρου· ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ περιστάσεις δὲν ἐδικαιολόγουν τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐν τῷ παρελθόντι, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θέλει πράξει ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τζουμέρκων προτείνει, τουτέστι θέλει ἀποφασίσει, ὅπως μὴ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ὅρου.
§86Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δυνάμει τίνος Νόμου ἐπέβαλον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια φόρον 20%;
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κακῶς διετίμων τὰ πράγματα. Ὅπως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων διετίμησε τὸ πετρέλαιον 90 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἔχει ἀξίαν 30 λεπτὰ μόνον κατ’ ὀκᾶν, οὕτω καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια Τζουμέρκων ἢ ἄλλων Ἐπαρχιῶν, κακῶς διατιμήσαντα, ἐπέβαλον φόρον διπλάσιον ἢ τριπλάσιον τοῦ ὀνοματικοῦ τῶν 2%.
§88ΤΡΑΚΑΣ. Λέγετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι θὰ φορολογήσωμεν σύμφωνα μὲ τὸ τελωνιακὸν Δασμολόγιον· ἐν αὐτῷ λοιπὸν, ὡς εἴδομεν, τὸ πετρέλαιον πληρώνει φόρον 43 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἑπομένως δέον νὰ πληρώνῃ τὸ δεκατημόριον 4 λεπτὰ εἰς τὸν Δῆμον. Ἀλλὰ δυστυχῶς, παρετήρησα, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου λέγετε, ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ δημοτικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Τότε ἐνῷ τὸ Δημόσιον κατ’ ὀκᾶν κερδίζει 50 λεπτὰ, τοὺς Δήμους διατί τοὺς στεροῦμεν τοὐλάχιστον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν; Διατί νὰ ἀδικηθῶσιν οἱ Δῆμοι; Τότε ἢ τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸ ἓν ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ ἐξερευνηθῇ τρόπος, δι’ οὗ νὰ μὴ στερηθῶσιν οἱ Δῆμοι τῆς προσόδου αὐτῆς.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ πετρέλαιον δὲν θέλει ὑποβάλλεσθαι εἰς δημοτικὴν φορολογίαν κατὰ τὸν νόμον, διότι κατὰ τὸν νόμον ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν μόνον τὰ ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ Δασμολογίῳ· καὶ εἶναι μὲν ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Δασμολογίῳ τὸ πετρέλαιον, ἀλλ’ εἶναι ἐγγεγραμμένον μόνον ἕως τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ Νόμος περὶ μονοπωλίου. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ ἐγγραφὴ αὕτη καταργεῖται, καὶ ἑπομένως δημοτικὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ πετρελαίου δὲν θέλει ἐπιβάλλεσθαι. Ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ διασάφησις αὕτη, ἵνα μὴ ὡς ἐκ τῆς σιωπῆς μου ὑποληφθῇ ἡ ἀντίθετος ἑρμηνεία ὡς κρατοῦσα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κοντογούρη ὁ ὑπὲρ τῶν Δήμων δασμὸς ἐπὶ τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, εἴτε ὑπαγομένων εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος, εἴτε μή, ὡς καὶ εἰς ἄλλους Δήμους τοῦ Κράτους μεταφερομένων, ὑπολογίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΞΗʹ Νόμου τοῦ 1847. Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ Νομοσχεδίου· ἄρα θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν πρῶτον περὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κοντογούρη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κοντογούρη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ Νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 Μ. Μ.)