Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Θ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 40

1885.01.18

4.012 στίχοι · 29.857 λέξεις · 1 πίνακας · 83 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1885.01.18
Προεδρεία
Π. ΚΑΛΛΙΓΑ
Περίοδος
Θ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1885)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40

Τῆς 18 Ἰανουαρίου 1885.

(Παρασκευή).

Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δικηγορικὸς Σύλλογος Σπάρτης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν δηλοῖ ὅτι προσχωρεῖ εἰς τὰς περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου σκέψεις τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν. Ἀναφορὰ τοῦ κ. Ῥοδίου καὶ Τσόχα, ἐξαιτουμένων ὅπως ἐπιβληθῇ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀκατεργάστων μαρμάρων, διότι ἄλλως βλάπτεται ἡ ἐν Ἑλλάδι βιομηχανία.

§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θερμῶς συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι τὸ νέον Δασμολόγιον ἔβλαψε τὴν βιομηχανίαν, τὴν ἄρτι συστηθεῖσαν, τῆς μαρμαροκοπίας. Ἐνταῦθα συνεστήθησαν βιομηχανικὰ καταστήματα πρὸς ἐκκοπὴν τῶν μαρμάρων καὶ κατώρθωσαν νὰ κόπτωσιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ ἀτέλεια, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ καταστρέψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν βιομηχανίαν αὐτήν· ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ μάρμαρα, τὰ εἰσαγόμενα ἔξωθεν καὶ τὰ ὁποῖα διαγωνίζονται πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ, θὰ δεχθῇ νὰ τεθῇ φόρος.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, δι’ οὗ ἐξαιτεῖται τὴν ἄδειαν πρὸς παραπομπὴν εἰς δίκην δύω Βουλευτῶν, τοῦ κ. Κων. Ἀργυροπούλου καὶ τοῦ κ. Σ. Τζιβανοπούλου. Θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως φέρῃ ἔκθεσιν.

§4ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος. Οὐδόλως ἐξεπλάγην, κύριοι, προχθὲς ὅτε ἤκουσα ὅτι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Ἀργυρόπουλος ἐπωφεληθεὶς ἐκ τῆς μικρᾶς ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀπουσίας μου, ἐζήτησε ν’ ἀναμίξῃ εἰς τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας καὶ τὸ προσφιλὲς αὐτῷ, ἀλλὰ γελοῖον δουλικὸν ζήτημα.

§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν τὸ ἀνέμιξεν.

§6Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξεπλάγην, κύριοι, ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ διαγωγῇ τοῦ κ. Ἀργυροπούλου, διότι ἡ ἄγνοια τοῦ Βουλευτοῦ τούτου περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ πρότερον βίος αὐτοῦ......

§7ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.

§8Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. — πληρέστατα δικαιολογοῦσι τὴν τοιαύτην αὐτοῦ μέριμναν καὶ τὸν τοιοῦτον αὐτοῦ ζῆλον περὶ ὑπηρετριῶν. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς τὰ πνεύματα πάντων τῶν ἐναρέτων καὶ χρηστῶν πολιτῶν ἡ σκανδαλώδης αὐτοῦ ἀνάμιξις εἰς τὰς δοσοληψίας καὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν ὑπηρετριῶν (θόρυβος), καὶ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐζήτησε νὰ ἀνακινήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, δι’ ὃ κατέστη τοσοῦτον καταγέλαστος ἐν τῇ κοινωνίᾳ....

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά.

§10Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιλανθανόμενος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τῆς θέσεώς του καὶ μὴ φειδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς δὲν ἐφείσθη αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ ν’ ἀπασχολῇ τὰς πολυτίμους ἡμῶν στιγμὰς ζητῶν νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον ἡμῶν ἠλίθιόν τινα στρατιώτην (θόρυβος).... διότι ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐπερωτήσεως προχθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς οὐδὲν ἕτερον ἐπεδίωκεν ἢ νὰ δείξῃ τὴν τρυφερὰν αὐτοῦ μέριμναν περὶ ὑπηρετριῶν καὶ νὰ ἐφελκύσῃ τὰς συμπαθείας αὐτῶν.

§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά;

§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Τζιβανόπουλε νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε.

§13ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσῃ. Θὰ ὁμιλήσω κατόπιν καὶ θέλω σᾶς δείξει ὁποῖον αἶσχος προσάπτει ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν Βουλὴν (θόρυβος).

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὅλοι σᾶς παρακαλοῦν νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε.

§15Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδίδων, κύριοι, εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Βουλῆς, περιορίζομαι ὡς πρὸς τὴν ἀπευθυνθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀργυροπούλου ἐπερώτησιν νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ αἴτησις τῆς Εἰσαγγελίας περὶ παραπομπῆς ἡμῶν εἰς δίκην, ἵνα τὸ Δικαστήριον ἀποφανθῇ ποῖος ἐκ τῶν δύω ἔχει δίκαιον.

§16Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσῃ, ἵνα σᾶς ἀποδείξω κατόπιν ὅτι ἐν τῇ οἰκουμένῃ δὲν ἐγεννήθη ποτὲ ἀχρειέστερον αὐτοῦ ὑποκείμενον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τῷ ἀπηγόρευσε νὰ ἐξακολουθήσῃ, τὸν μουτζώνω καὶ ἐγὼ καὶ ἀπαξιῶ νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη ὁ ἀναλυτικὸς πίναξ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1883 καὶ διενεμήθη.

§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πίναξ διενεμήθη καὶ ἐλάβομεν αὐτὸν, ἐπειδὴ δὲ ἀνηγγείλατε τοῦτο, μὲ ἀναγκάζετε νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας διὰ ν’ ἀπευθύνω μίαν παρατήρησιν. Ὁ πίναξ οὗτος κατὰ τοῦτο διαφέρει τοῦ προϋποβληθέντος, ὅτι ὁ προϋποβληθεὶς εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ τὸ Ταμιακὸν Τμῆμα, ἐνῷ οὗτος παριστᾷ τὰ βεβαιωθέντα καὶ ὑπὸ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, παρετήρησα δὲ ὅτι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐσημειοῦντο ἐν τῷ προϋποβληθέντι πίνακι ὡς εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν Ταμείων καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, διαφέρουν ἀπὸ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ὡς εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν Ταμείων. Ἐνταῦθα μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία διατί τοῦτο; ἢ ὁ εἷς τῶν πινάκων εἶναι ἐσφαλμένος ἢ ὁ ἕτερος.

§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λογιστικὸς Νόμος ὁρίζει καὶ τὸν Μάρτιον ὡς περιλαμβανόμενον ἐν τῇ διορίᾳ τῆς ὑποβολῆς τοῦ πίνακος, διότι ὁ συντάξας τὸν Νόμον ἐκεῖνον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπαιτεῖται χρόνος τις πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Λογιστηρίου συλλογὴν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν σημειώσεων· ἡ Βουλὴ ὅμως ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ ὁ πίναξ πρὸ τοῦ τέλους Μαρτίου καὶ ὑπεβλήθη ὀλίγῳ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀκριβὴς εἰς τὰς λεπτομερείας, εἶναι ἀκριβὴς εἰς στρογγύλους ἀριθμούς· δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἐν πᾶσι, διότι συνετάχθη ἐπὶ σημειώσεων μὴ ἐξελεγχθεισῶν, τὰ ἀποτελέσματα ὅμως εἶναι τὰ αὐτὰ ἐν συνόλῳ, αἱ δὲ διαφοραὶ χιλιάδων ἢ δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐν ἄρθροις κατάταξιν. Αἱ σημειώσεις τῶν Ταμείων ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μετὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν καταλογισμοὺς ἀσφαλεῖς. Τοιοῦτος ἔλεγχος εἰσέτι δὲν ἐξεπληρώθη. Καὶ ὁ πρῶτος πίναξ τῶν Ἐπαρχιακῶν Ταμείων καὶ ὁ δεύτερος τῶν τε Ἐπαρχιακῶν καὶ εἰδικῶν συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν σημειώσεων μὴ προεξηλεγμένων ἢ ἐν μέρει μόνον ἐξελεγχθέντων, παρέχουσιν ὅμως κατὰ προσέγγισιν τὰ ἀποτελέσματα κατ’ ἄρθρον, ἀκριβέστερον δὲ ἐν τῷ συνόλῳ.

§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἴσα ἴσα αὐτὴ ἡ δικαιολογία, ἣν προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, γεννᾷ τὴν ἀπορίαν· διότι, ἂν τῳόντι ὁ τελευταῖος ὑποβληθεὶς πίναξ συντάσσεται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μετὰ τὴν προεξέλεγξιν τῶν ὑποβληθεισῶν καταστάσεων, τότε ἦτο πιθανὸν καὶ ἐνδεχόμενον νὰ διέφερεν ἀπὸ τὸν δεύτερον, ὁ ὁποῖος συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει καταστάσεως μήπω ἐξελεγχθείσης. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ οἱ δύω πίνακες συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς καταστάσεως, διατί διαφέρουσιν; ἀναντιῤῥήτως κἄπου λαμβάνει χώραν λάθος, εἴτε τὸ ἓν Τμῆμα ἔσφαλεν, εἴτε τὸ ἕτερον. Διὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ ποῖον τῶν δύω Τμημάτων ἔσφαλε.

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐξέλεγξις, ἡ γενησομένη ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, θέλει ἀποδείξει ποῖον τῶν δύω Τμημάτων ἔσφαλε.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας κ. Νίκολσων.

§23ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πᾶν ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἔθνους, οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἀποτελεῖ ζήτημα πρωτίστης σπουδαιότητος, καὶ ὅτι ἑπομένως δικαίως πρέπει νὰ ἐπισπᾶται τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, ὡς εἰς πᾶν ἄλλο ζήτημα, οὕτω καὶ εἰς τὰ ζητήματα τῆς τοιαύτης φύσεως, πρέπει, ἂν θέλωμεν νὰ μένωμεν ἐν τῇ ἀληθείᾳ, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν νὰ τηρῶμεν μέτρον, μέτρον τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς ἡμᾶς αὐτὴ αὕτη ἡ οὐσία τῆς ἑκάστοτε ἐξεταζομένης ὑποθέσεως. Δὲν τηροῦμεν δὲ προδήλως τὸ μέτρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅταν θέτωμεν ἐκ παραλλήλου καὶ συγκρίνωμεν ὡς ὅμοια τὸ ζήτημα, περὶ οὗ σήμερον πρόκειται, περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ὁροθεσίας τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο περὶ τῆς τύχης ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, διὰ τῆς περὶ πολέμου ἢ περὶ εἰρήνης ἀποφάσεως, δηλαδὴ τῆς ἀναῤῥίψεως τοῦ περὶ τῶν ὅλων κύβου. Οὔτε ἐμέμφθην δὲ ἐγὼ τὴν τότε Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐλλείψει εἰλικρινείας καὶ πατριωτισμοῦ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, οὔτε ἦτο δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ μεμφθῶ αὐτὴν ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ ἐλλείψει, εἰς ἐμὲ ὅστις ἐγνώριζον ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ αἰσθήματα καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν εἰρημένην Κυβέρνησιν, καὶ πρὸ πάντων τὰ αἰσθήματα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἐμέμφθην δὲ μόνον τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐπὶ σφαλερᾷ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐκτιμήσει τῶν τότε περιστάσεων καὶ τῆς τότε θέσεως τῶν πραγμάτων, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω τὰ περὶ τούτου καὶ οὔτε θεωρῶ σήμερον ἀναγκαῖον νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτό. Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τῆς λίαν ἀδικαιολογήτου παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε προχθὲς περὶ τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. Κωνσταντόπουλος. Αὕτη δὲ ἡ παρατήρησις μοὶ παρέχει μόνη τὴν ἀφορμὴν νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον, διότι ἄλλως δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ πράξω τοῦτο, θεωρῶν, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἔδωκεν ἐν ἀρχῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν καὶ μένουσιν ἀρκοῦσαι πρὸς διαφώτισιν αὐτῆς. Ὅτι δὲ, κύριοι Βουλευταί, τὴν σημασίαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας κατανοοῦμεν ἐπίσης καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκτιμῶμεν ἀποχρώντως, ἀπόδειξιν πρόχειρον εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν αὐτῇ τῇ ὁμολογίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας, ὡς ὑπερβολικήν· διότι εἰς τὴν ὁμολογίαν ταύτην προέβημεν, εἰς μόνον τὸ αἴσθημα τῆς λύπης, ἐπὶ τῷ γεγονότι τούτῳ, ὑπείκοντες, καίτοι ἄλλως κάλλιστα ἐνοοῦμεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἐξαγάγει ἐκ τῆς ὁμολογίας ταύτης τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐξήγαγε διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τὸ συμπέρασμα τουτέστιν, ὅτι αὐτοὶ ἑαυτοὺς κατακρίνομεν ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ ἡμῶν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ὁμολογία αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περιέχει καὶ ἄλλο τι πολὺ σπουδαιότερον καὶ πολὺ πρακτικώτερον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης παρεῖδεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν διὰ τῆς ὁμολογίας ταύτης ἐνδεικνυομένην ἐκ μέρους ἡμῶν πρόθεσιν καὶ πρόνοιαν καὶ οἱονεὶ διαμαρτύρησιν, ὅπως μὴ χρησιμεύσῃ ἡ περίστασις αὕτη ὡς προηγούμενον εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ διατί λοιπὸν, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐνηργήσαμεν ὡς ἐνηργήσαμεν; ἐνηργήσαμεν οὕτω, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν καὶ πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησε κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος, ἔχομεν, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ Ἔθνη οὐδέποτε πρέπει νὰ ἐκλαμβάνωσι καὶ νὰ ἐκτιμῶσιν ἓν οἱονδήποτε, εἴτε ἐκ τῶν ἠθικῶν εἴτε ἐκ τῶν ὑλικῶν συμφερόντων αὐτῶν κατὰ μέρος καὶ κεχωρισμένως, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐκλαμβάνωσι καὶ νὰ ἐκτιμῶσι τὰ συμφέροντα ταῦτα γενικῶς καὶ ἐν συνόλῳ καὶ ἐν τῇ καθόλου ἀλληλεπιδράσει καὶ ἑνότητι αὐτῶν. Δὲν ἐθεωρήσαμεν δὲ συνᾷδον πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα ἡμῶν νὰ ἐπιδείξωμεν ὀλιγωρίαν πρὸς μεγάλην Δύναμιν, ἡ ὁποία καὶ σήμερον καὶ πρότερον καὶ πάντοτε ἐδείχθη εὐεργετικὴ πρὸς ἡμᾶς, καὶ τῶν εὐνοϊκῶν διαθέσεων τῆς ὁποίας ὁλονὲν καὶ σήμερον ἔχομεν καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλομεν ἔχει μεγίστην ἀνάγκην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, κύριοι Βουλευταί, διότι τοῦτο εἶναι ἴσως τὸ ὀλιγώτερον· τὸ κύριον εἶναι ὅτι ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ ἐπισπεύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ δισταγμοῦ καὶ διὰ τῆς βραδύτητος καὶ διὰ τῆς ἀναβολῆς ἠδύνατο νὰ λάβῃ μεγάλας διαστάσεις, καὶ ἀπὸ μικροῦ νὰ κατασταθῇ μέγα, οὐχὶ βεβαίως ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν καθολικωτέρων συμφερόντων ἡμῶν· περὶ τούτου δὲ εἴχομεν καὶ ἀλγεινὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἀνάμνησιν. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὡς ἰδίως ὁ ἀξιότιμος κ. Χοϊδᾶς ἀνέπτυξεν, ὅτι, ἂν δὲν ἐσπεύδομεν τόσον, καὶ ἂν δὲν ἐπιδεικνυόμεθα τόσον πρόθυμοι, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ἐλαφροτέρους ὅρους, ἀποφεύγοντες ἰδίως τὴν ἐπελθοῦσον δυσάρεστον λύσιν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, κεῖται τὸ λάθος, τὸ μέγα λάθος, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὡς τοιοῦτον ὁλόκληρος ἡ Ἀγγλικὴ ἱστορία, ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι τὰς ἅπαξ διατυπωθείσας ἀπαιτήσεις παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑπεστήριξε πάντοτε καὶ τότε ἀκόμη ὅτε κατ’ οὐσίαν δὲν ἤθελε τυχὸν ἐγκρίνει αὐτάς. Εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τιμωρεῖ, μεταθέτει, ἀπολύει ἴσως τὸν Ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ἀλλὰ πότε; ἀφοῦ πρῶτον ἐπιτύχει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀντιπρόσωπος οὗτος ἐπρότεινε καὶ ὑπεστήριξεν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ προὐτάθη, κύριοι Βουλευταί, μεταξὺ ἄλλων καὶ ἴσως ἀντιφατικῶς πρὸς αὐτά, καὶ ἡ ἀπορία διατί ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, ὅστις κατ’ ἀρχὰς ἐφάνη τόσον ἐπιεικὴς ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κατ’ αὐτοῦ γενομένης προσβολῆς, καὶ ἠρκέσθη εἰς τὴν μετρίαν ἐκείνην πρώτην ἱκανοποίησιν, ἠγέρθη, λέγω, ἡ ἀπορία πῶς ὁ Ἀντιπρόσωπος οὗτος μετέπεσεν ἔπειτα εἰς τοιαύτην αὐστηρότητα, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν δευτέραν ἀπαίτησιν αὐτοῦ; Πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας ταύτης ἠκούσατε ἀναπτυχθείσας διαφόρους εἰκοτολογίας καὶ ἰδίως ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ πάντων ἐπέμεινον πάντες οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ ὁποία παριστᾷ, ὡς ἐλατήριον τῆς μεταβολῆς ταύτης τῆς γνώμης τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας, τὴν ἀγανάκτησιν, ἣν δῆθεν οὗτος ᾐσθάνθη, ὅτε ἔλαβε γνῶσιν τῆς πρώτης ἡμερησίας διαταγῆς τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἐτροποποιεῖτο τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν παράστασιν τῶν γεγονότων. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες ἀντὶ νὰ δικαιολογῶσι, καταδικάζουσι μάλιστα τὸν ἀξιότιμον Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας, διότι παριστῶσιν αὐτὸν διαχειριζόμενον καὶ μετερχόμενον τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἀγγλίας, οὐχὶ χάριν αὐτῆς τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ χάριν ἰδιαιτέρου προσωπικοῦ λόγου. Ἐγὼ δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ μόνη καὶ ἀποκλειστικὴ αἰτία, δι’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας προέβη εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς κατὰ τὰ εἰρημένα γνώμης αὐτοῦ, συνίσταται εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι μετὰ δευτέραν σκέψιν συνεκινήθη πως ἐκ τῆς συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπέκειτο αὐτῷ, ἐπὶ τῇ διεκδικήσει τῆς ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ προσβληθείσης ἀξιοπρεπείας τοῦ μεγάλου Ἀγγλικοῦ Ἔθνους. Οὔτε παραδέχομαι δὲ, ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἤθελε δυνηθῆ ποτε νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν οἱανδήποτε, ὁρμώμενος ἐκ ταπεινῆς αἰτίας, διότι διατελῶν, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, καὶ εἰς ἐπίσημον καὶ εἰς ἰδιαιτέραν μετ’ αὐτοῦ διαρκῆ συνάφειαν, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω οὐ μόνον τὸ ἤπιον, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐγενὲς τοῦ ἤθους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τῶν ἀποριῶν καὶ τῶν εἰκοτολογιῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ μίαν τινὰ ἀπορίαν καὶ ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐρώτησιν διατί, ἀφοῦ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πᾶσαν ἄλλην δυνατὴν ὑπόθεσιν, δυναμένην νὰ ἐξηγήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης τοῦ Ἄγγλου Ἀντιπροσώπου, εἰς μίαν μόνην ἐπίσης ἐγγὺς κειμένην καὶ ἐπίσης πιθανὴν δὲν ἀπέβλεψεν, δηλαδὴ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, ἀφοῦ προσελθὼν τὸ πρῶτον παρὰ τῷ κυρίῳ Πρωθυπουργῷ ἐξεφράσθη τόσῳ μετριοπαθῶς πρὸς αὐτὸν περὶ τῆς ἱκανοποιήσεώς του, δυνατὸν ἦτο ν’ ἀπετάθη κατόπιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς τὰς ζητηθείσας ὁδηγίας νὰ προέβη τότε εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς δευτέρας αὐτοῦ προτάσεως; Τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν ὑποβάλλω βεβαίως, ὑποθέτων αὐτὴν ὡς μᾶλλον στηριζομένην ἐπὶ γεγονότος τινὸς ἢ ὡς μᾶλλον πιθανὴν, ἀλλὰ τὴν ὑποβάλλω μόνον ἵνα ἐρωτήσω, ὡς εἶπον, τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διατί ταύτην μόνην μεταξὺ πασῶν τῶν ἄλλων δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐξήγησιν τῆς ἀπορίας, τὴν ὁποίαν ἐξήγησε, σχετικῶς πρὸς τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου. Ἀλλ’ ὁ λόγος τῆς τοιαύτης παραλείψεως εἶναι βεβαίως λίαν πρόδηλος, συνιστάμενος εἰς τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀνετρέπετο ἄρδην καὶ ἐκ βάθρων κατέπιπτεν ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ πᾶσαν τὴν αἰτίαν τῆς μεταβολῆς τῆς γνώμης τοῦ Ἄγγλου Ἀντιπροσώπου εἰς προσωπικὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐνοχήν. Ὅπως δήποτε ὅμως, κύριοι, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, οὔτε ἡμεῖς δύνασθε νὰ μὴ ὁμολογήσετε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ προσβολὴ, ἥτις ἐγένετο κατὰ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας ἦτο, κατὰ δυστυχίαν, ὄντως δεινὴ, καὶ τοιαύτη οἷα ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς ἀμφιταλάντευσιν, μεταξὺ τῆς προαιρέσεως καὶ τοῦ καθήκοντος, πάντα οἷον δήποτε, διότι ἡ προσβολὴ αὕτη ἦτο ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς αἱ δεινότεραι μεταξὺ τῶν προσβολῶν, κατὰ τὰς γενικὰς ἐν παντὶ τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ παραδεδεγμένας καὶ ἐπικρατούσας ἰδέας. Διὰ τοῦτο δὲ ἐνομίσαμεν καὶ ἡμεῖς, καίτοι θεωροῦντες τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν ὡς ὑπερβολικὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτήν· τοῦτο δὲ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πετρίτσης εἶπε προχθὲς, ὅτι ἀληθῶς ἐξευτελίζεται καὶ ἀληθῶς ταπεινοῦται οὐχὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἐπανορθοῖ, ἔστω καὶ ἐν μέτρῳ ὑπερβολῆς, τὸ διαπραχθὲν ἀδίκημα, ἀλλ’ ὅτι ἀληθῶς ἐξευτελίζεται καὶ ἀληθῶς ταπεινοῦται ἐκεῖνος, ὅστις διαπράττει αὐτό. Δὲν ἐδυνάμεθα δὲ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ παρίδωμεν, ὅτι διὰ τῆς γενομένης κατὰ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας προσβολῆς, ἐπεβαρύνετο ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ προσβολὴ αὕτη διεπράχθη, κατὰ δυστυχίαν, ὑπὸ ὀργάνου τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ· πρᾶγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Κωνσταντόπουλος, μεθ’ ὅλην τὴν νομικὴν δεινότητα αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθη μέχρι τέλους νὰ ἐννοήσῃ. Οὔτε δυνάμεθα δὲ νὰ παραδεχθῶμεν τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζηνόπουλος, περὶ τοῦ ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἔδει νὰ θεωρηθῇ, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ὡς ἰδιώτης, ἅτε ἐν τῷ περιπάτῳ διατελῶν, δηλαδὴ ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐπισήμου αὐτοῦ ἐνεργείας. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένος· διότι οἱ Διπλωματικοὶ Πράκτορες, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι διατηροῦσι διαρκῶς καὶ ἀπαύστως τὴν ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν ἰδιότητα, καὶ πᾶσα ἑπομένως κατ’ αὐτῶν γινομένη προσβολὴ θεωρεῖται ὡς ἀναφερομένη εἰς τὴν ἰδιότητα αὐτῶν ταύτην, ἐκτὸς ἂν δι’ ἀνοικείου συμπεριφορᾶς, ἢ ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος, προεκάλεσαν καὶ ἐξετέθησαν αὐτοὶ οὗτοι εἰς τὴν προσβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔπαθον· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν, τοιοῦτον ὑπηνίξατο περὶ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Νίκολσων. Τούτου δ’ οὕτως ἔχοντος, πᾶσα περαιτέρω ἔρευνα καὶ περὶ τὰ πράγματα καὶ περὶ τὴν θεωρίαν τοῦ Διεθνοῦς δικαίου, περὶ ἧς τοσοῦτος, ἄνευ ἀνάγκης, ἐγένετο λόγος ἐντεῦθεν, μοὶ φαίνεται ἐντελῶς περιττὴ, καὶ ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ προσάψωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ διαγωγῇ αὐτῆς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος.

§24Ι. ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ἔχω, κύριοι, διττὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμμετάσχω κἀγὼ τῆς σοβαρᾶς συζητήσεως ταύτης τοῦ Διεθνοῦς ἡμῶν ζητήματος, καὶ ἔχω τοιαύτην ὑποχρέωσιν, διότι καὶ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τούτου εἶμαι καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς ἀνῆκε καὶ ὁ Λουκᾶς Καλποῦζος, ὁ ἐπὶ τοσοῦτον παρεκτραπεὶς κατὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Καὶ ὡς μέλος μὲν τοῦ Κοινοβουλίου βεβαίως, κύριοι, μετὰ τὰ ὑπὸ τῶν διακεκριμένων ῥητόρων τῆς πτέρυγος ταύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, λεχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε, δὲν ἀπομένει εἰς ἐμὲ συμπλήρωμά τι· ἐὰν δ’ ἐπεκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν καθέκαστον τοῦ ζητήματος, οὐδὲν ἄλλο θέλω πράξει ἢ νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτὰ, ὅσα οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες ἐξέθηκαν ἐνώπιον ὑμῶν· ἄλλως δὲ, κύριοι, διὰ νὰ εἰσέλθω κἀγὼ εἰς αὐτὸν τὸν λαβύρινθον, βεβαίως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀδυναμίαν μου ἀπέναντι τοιούτων ῥητόρων, οἵτινες εἰσελθόντες πρὸ ἐμοῦ ἐντὸς αὐτοῦ μόλις κατώρθωσαν νὰ εὕρωσι τὴν διέξοδον, καὶ ἐπὶ τέλους φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἀπόπειρα ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν λεπτομερειῶν θ’ ἀποβῇ εἰς μάτην, διότι ἡ συζήτησις αὕτη θεωρεῖται πλέον ἐξηντλημένη. Ὡς ἀξιωματικὸς ὅμως τῆς Χωροφυλακῆς δέον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν ὑπηρεσιακὴν, νὰ ἐκθέσω τοιαύτην ἰδέαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε νὰ δικαιῶμαι λέγων, ὅτι ἰδοὺ καὶ μία νέα ἰδέα, ἥτις λαμβάνει τὴν ἀνήκουσαν αὐτῇ θέσιν. Ἀναλογιζόμενος, κύριοι, πᾶν ὅ,τι ὑπαγορεύει τὸ καθῆκον εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, βεβαίως ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ἀκριβῶς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ὅλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν χωροφύλακα Καλποῦζον· ἀλλὰ, κύριοι, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ οὐσιῶδες τοῦτο ζήτημα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἵνα μ’ ἐπιτρέψῃ ἐπί τινας στιγμὰς νὰ στρέψω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ παρεμπίπτοντός τινος ζητήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς γινώσκετε, δὲν προὐκάλεσα ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφός μου ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς. Τὸ παρεμπίπτον τοῦτο ζήτημα ὀφείλω νὰ ἐξετάσω μετὰ μεγάλου πόνου καὶ ἐνδιαφέροντος, ἅτινα αἰσθάνομαι, ὀφείλω, ἐπαναλέγω, νὰ ἐξετάσω αὐτὸ κατὰ καθῆκον ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας μου, ἵνα ὑπερασπίσω τὴν δυσφημηθεῖσαν ὑπόληψιν καὶ τιμὴν τοῦ λαοῦ αὐτῆς, τοῦ τόσον περιφρονηθέντος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου ἐκλεκτοῦ του, ὅσον περιεφρονήθη καὶ ἐπροδόθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου, περὶ οὗ πρόκειται, κ. Στεφανίδου, καὶ ἡ μεγάλη τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος καὶ εὐεργέτις αὐτοῦ οἰκογένεια τοῦ ἀειμνήστου στρατηγοῦ τοῦ ἀγῶνος Μακρυγιάννη. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θὰ τύχῃ, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς δεούσης εὐμενοῦς καὶ δικαίας ὑμῶν ἐκτιμήσεως. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ὁ γέρων συνάδελφός μου κ. Στεφανίδης ἦλθε καὶ μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μεθ’ ὅλης τῆς ἐπισημότητος, ἀλλὰ καὶ ἀνερυθριάστως καὶ ἀνενδοιάστως, ὅτι δῆθεν οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἅπαντες ἀπέστειλαν αὐτῷ ἔγγραφον διακοίνωσιν, ἵνα ἐκφράσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πλήρη εὐαρέσκειαν αὐτῶν διὰ τὴν γενναίαν δῆθεν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι συνετάραξεν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ κατέθλιψε πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν. Ἐν τῷ ἀκούσματι τούτῳ, κύριοι, ἀντελήφθην ἀμέσως τοῦ σκοποῦ οὗ ἕνεκεν ὡρμήθη ὁ ἡμέτερος συνάδελφος νὰ ἐκφρασθῇ τοιουτοτρόπως, καὶ ἠθέλησα, ὡς εἴδατε, κύριοι, νὰ τὸν διακόψω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου πρὸς στιγμὴν, ἀλλ’ ἔτυχον ἀπαντήσεως ἐκ στόματος, ὅπερ ἐπλάσθη νὰ λειτουργῇ μόνον διὰ τὴν αἰσχρολογίαν καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀηδίαν, ἀπαντήσεως, ἥτις μόνον εἰς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. Στεφανίδου καὶ τῶν ὁμοίων του ἀνῆκεν. Ἀντελήφθην, κύριοι, ὅτι ἠθέλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἵνα τὸ ὄνειρον τῆς παρελθούσης νυκτὸς φέρῃ καὶ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς γεγονὸς, μετὰ δὲ τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του ἠναγκάσθην ν’ ἀπαντήσω ὡς ἐμπρέπει αὐτῷ καὶ τῷ ὑπέμνησα μόνον τὸν ῥύπον, ὃν φέρει ἐσαεὶ ἀνεξάλειπτον ἐπὶ τοῦ μετώπου του πρὸς κοινὸν παράδειγμα. Ἐν τούτοις ἀπεδείχθη, ἀφοῦ προσεκάλεσα αὐτὸν ἵνα παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, ὅτι οὔτε ἔγγραφον εἶχεν, οὔτε κἄν ἁπλῆν τινα ἐπιστολὴν τῆς συνήθους ἀλληλογραφίας ἑνὸς μωροῦ πρὸς ἄλλον μωρὸν, ἑπομένως ὀφείλων νὰ ὑπερασπίσω καὶ τὴν τιμὴν τοῦ λαοῦ, ὅστις προσδοκᾷ τὸ πᾶν ἐξ ἀμφοτέρων ἡμῶν τῶν Ἀντιπροσώπων του, ὁμολογῶ παῤῥησίᾳ, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος πᾶν ὅ,τι αἰσθάνεται ἤδη ὁ ἐπίλοιπος Ἑλληνικὸς λαὸς, αὐτὸ τοῦτο αἰσθάνεται ἐνδομύχως καὶ ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, μετὰ τοιαύτην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οἰκτρὰν διαγωγὴν ἐπὶ τοῦ Διεθνοῦς τούτου ζητήματος, ὅτε καὶ ὁ στρατὸς προεπηλακίσθη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοτιμία προσεβλήθη καιρίως. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς λυπηρὸν ἐκλεκτὸς Ἐπαρχίας, τυχὼν μεγάλης τιμῆς, νὰ μὴ μεριμνᾷ παντάπασιν περὶ τῆς τιμῆς τοῦ λαοῦ τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ προσπαθῇ ὅπως ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς τιμῆς τῶν συμπολιτῶν του καὶ προσθέσῃ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πολιτικῆς του, ὃν τυφλῶς ἀκολουθεῖ! Καὶ βεβαίως τί πλέον προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξῃ ὁ κ. συνάδελφος, ἢ ὅτι ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς τιμῆς τοῦ ἀρχηγοῦ του; Ἀφ’ ἑτέρου, κύριοι, ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς λαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν εὐχαρίστησιν καὶ εὐγνωμοσύνην μου εἰς ἄλλα ἄτομα, εἰς ἑτεροεπαρχιώτας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐμφορούμενοι ἐξ ἀγαθῶν καὶ ἁγνῶν αἰσθημάτων πατριωτισμοῦ ἔσπευσαν νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν τιμὴν τῆς Ἐπαρχίας μας, μὴ ἀνεχόμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ ξένοι νὰ βλέπωσιν αὐτὴν προσβαλλομένην ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπευθύνου συναδέλφου μου. Ἀνέγνωσα, κύριοι, ἐν τῷ προχθεσινῷ φύλλῳ τῆς «Νέας Ἐφημερίδος» διατριβὴν, προερχομένην ἀπό τινα κύριον, τοῦ ὁποίου πρώτην ἤδη φορὰν βλέπω τὸ ὄνομα, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται τρανῶς, ὅτι ὁ κ. Στεφανίδης δὲν μᾶς εἶπεν ἀλήθειαν, διότι ὄχι μόνον ἔγγραφον δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὡς ἐκ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τοῦ μεσολαβήσαντος ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς διαπραχθείσης ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος σκηνῆς, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὁ κ. Στεφανίδης ἐξεδήλωσεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ φρόνημα δῆθεν τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλ’ οὔτε τηλεγράφημα. Μέρος τῆς διατριβῆς ταύτης θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι, ν’ ἀκούσητε καὶ θέλετε συμφωνήσει πληρέστατα πρὸς τοῦτο, θέλετε δὲ ἴδει ἐν τῇ διατριβῇ ταύτῃ ἀπεικονισμένα τὰ αἰσθήματα, ἐξ ὧν ἄγεται ὑπὲρ τῆς Ἐπαρχίας μου ὁ νέος οὗτος, ὅστις οὔτε εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου ἀνήκει, οὔτε κἂν ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω αὐτὸν ἐξ ὄψεως, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸν γνωρίσω καὶ τὸν συγχαρῶ, εὐχαριστῶν ἅμα αὐτὸν καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἐπαρχίας μου, ὀνομάζετε δὲ Δημήτριος Παπαπαναγιώτου (ἀναγινώσκει τὴν διατριβήν). Ἀλλὰ, κύριοι, προσπαθῶ ὅσον ἔνεστι ν’ ἀποφύγω καὶ μάλιστα ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὰ τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα καὶ ἑπομένως δὲν θέλω βεβαίως προχωρήσει πλειότερον, διότι πιθανὸν ὁ γέρων συνάδελφός μου, ὡς ἀχαλίνωτος, νὰ μὲ φέρῃ εἰς θέσιν, καθ’ ἣν νὰ παρεκτραπῶ κἀγὼ ἐναντίον τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς ἑαυτόν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῆς ὑπηρεσίας τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἑπομένως τοῦ καθήκοντος τοῦ χωροφύλακος Καλπούζου, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου εἶπον, φρονῶ, καὶ ἐκθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Μοίραρχος τῆς πρωτευούσης κ. Στεφάνου εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων Ἀξιωματικῶν τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, ἔχει δὲ στρατιωτικὴν ἀρετὴν καὶ μεγάλην ἱκανότητα καὶ ἀξίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διακρίνεται καὶ ἐπὶ πατρικῇ, οὕτως εἰπεῖν, συμπεριφορᾷ πρὸς τοὺς ὑποδεεστέρους, ὥστε συμπεραίνω, ὅτι κατὰ τὴν ῥητὴν τούτου διαταγὴν πρὸς τὸν χωροφύλακα Καλποῦζον νὰ μεταβῇ καὶ φρουρήσῃ εἰς τὴν θέσιν περὶ ἧς πρόκειται, θὰ προσεπάθησε καὶ κατώρθωσε νὰ ἐννοήσῃ ὁ χωροφύλαξ αὐτὴν καὶ ν’ ἀντιληφθῇ λεπτομερῶς τί ὤφειλεν εἰς οἱανδήποτε περίστασιν νὰ πράξῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του. Ἑπομένως ἐκ τῆς διαταγῆς τοῦ Μοιράρχου δὲν εἶχεν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ν’ ἀμφιβάλλῃ μήπως παρεκτραπῇ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἐπίσημος ξένος μετέβη μετὰ τῆς κυρίας του ἵνα περιηγηθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ πευκῶνος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν τὸν χωροφύλακα Καλποῦζον ἐκλάβωμεν ὡς ἔχοντα πλήρη τὰ προσόντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὸν ὑψηλὸν ὄντως προορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Σῶμα τοῦτο εἰς τὸ Κράτος, βεβαίως εἶμαι ἠναγκασμένος λογικῶς ἐξετάζων τὸ πρᾶγμα νὰ εἴπω μίαν ἀλήθειαν, πικρὰν κατά τινας, τουτέστιν ὅτι ὁ χωροφύλαξ εἶχε δίκαιον. Εἶχε δίκαιον παραβιαζόμενος εἰς τὸ καθῆκόν του καὶ διὰ τὸ καθῆκον νὰ μεταχειρισθῇ βίαν κατὰ τῆς βίας, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς οὐδένα τὴν εἴσοδον ἐν τῷ πευκῶνι, ὅ,τι δὲ ἔπραξεν ὁ χωροφύλαξ κατὰ τοῦ κ. Νίκολσων, φρονῶ ὅτι ἦτο πολλὰ ὀλίγον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι ἐν πεποιθήσει νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Καλπούζου πρὸς τὸν κ. Νίκολσων, ἀλλὰ λέγω παραδειγματιζόμενος ἐξ αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος, ὅτι ἀφοῦ ὁ χωροφύλαξ διετάχθη ὡρισμένως, ὡρισμένως ὤφειλε καὶ νὰ ἐκτελέσῃ, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ οὐδὲ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα, ἐὰν μετέβαινε νὰ παραβιάσῃ τὰ διατεταγμένα· ἐὰν δ’ ἀκόμη λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ ὅτι ὁ χωροφύλαξ οὗτος ἦτο νήφων, καθ’ ἣν στιγμὴν συνηντήθη μετὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ καὶ τὸ ἕτερον, ὅτι ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀφορμῆς τοῦ κ. Νίκολσων ὁ χωροφύλαξ ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ καὶ μετεχειρίσθη βάρβαρον συμπεριφορὰν καὶ τρόπον δι’ ὃν ἐτιμωρήθη· ἄρα ὁ χωροφύλαξ ἔλαβε πάντοτε ἀφορμὴν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ, μὴ ὢν αὐτόπτης, τὸν τρόπον καὶ τὸ μέτρον τῆς ἀφορμῆς τῆς προελθούσης ὑπὸ τοῦ κ. Νίκολσων· πιθανὸν ὁ χωροφύλαξ νὰ ἐχαρακτήρισε τὴν ἀφορμὴν πλέον τοῦ δέοντος σοβαρὰν κατὰ τῆς στρατιωτικῆς του θέσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν δύναται νὰ μὲ πείσῃ οὐδεὶς ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ κ. Νίκολσων διήρχετο μακρὰν τῆς θέσεως· δὲν πείθομαι ἐκ τῶν λόγων ῥήτορός τινος τῆς Συμπολιτεύσεως εἰπόντος τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Νίκολσων, μεταβὰς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο μετὰ τῆς συζύγου του, δὲν ἐσκόπει ποσῶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν πευκῶνα, ἀλλὰ διήρχετο παραπλεύρως τῆς θέσεως αὐτῆς· διότι τότε τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μεταβῇ μακρὰν τῆς θέσεώς του ὁ χωροφύλαξ, καὶ νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἐπίσημον ξένον; Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἂν δὲ λάβωμεν ἐπὶ τέλους ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ τὴν Ἀγγλικὴν ἐπιμονήν, εἴμεθα πλέον παρὰ βέβαιοι ὅτι πρῶτος ὁ κ. Νίκολσων ἔδωκεν ἀφορμήν· μὴ δυνηθέντες δὲ ἀμέσως νὰ συνεννοηθῶσιν ἀμφότεροι, διότι οὔτε ὁ εἷς γινώσκει τὴν Ἑλληνικήν, οὔτε ὁ ἕτερος τὴν Ἀγγλικὴν, ἦλθον εἰς ῥῆξιν ὡς ἐκ τῆς ἑκατέρωθεν προελθούσης παρεξηγήσεως· παρεξήγησεν ὁ κ. Νίκολσων τὸν τρόπον τοῦ χωροφύλακος, ὅστις βεβαίως δὲν ἔπραξεν ἄλλο, ἢ νὰ γνωστοποιήσῃ αὐτῷ ὅτι εἰς κάθε ἄλλο ἦτο Ἐπιτετραμμένος οὐχὶ δὲ καὶ νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ μέρους, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐβάδιζεν. Ἂν ὅμως ἐκλάβωμεν τὸν χωροφύλακα τοῦτον ὡς ἔχοντα ἐπίμεμπτον διαγωγὴν, οἵαν ὄντως ἔχει, καὶ ὡς ἔχοντα ῥοπὴν εἰς τὸ ἐπιτίθεσθαι, τότε πείθομαι, κύριοι, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐπισήμου ξένου. Εἶναι ἀποδεδειγμένη, κύριοι, ἡ ἐν τῷ στρατῷ διαγωγὴ, ἣν ἐπεδείξατο ὁ Καλποῦζος, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις, δὲν προέβλεψεν, ἐνῷ εἶχε καθῆκον ν’ ἀπομακρύνῃ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τὸν Καλποῦζον. Γινώσκω ἀπὸ ἀξιόπιστον πηγὴν — διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ ἐν τῷ πεζικῷ φύλλον μητρώου αὐτοῦ δὲν εἶδον — γινώσκω ὅμως καλῶς, ὅτι ὁ Καλποῦζος ἐπεδείξατο ἐν τῷ πεζικῷ χειρίστην διαγωγήν, ὅτι διέπραξεν ἐγκλήματα καὶ οὐχὶ μόνον ἓν ἔγκλημα. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν τώρα τὴν ἐν τῷ πεζικῷ διαγωγὴν τοῦ Καλπούζου, διότι ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐν τῇ Χωροφυλακῇ ἑτέραν χειρίστην διαγωγὴν αὐτοῦ. Ὁ Καλποῦζος, ὡς χωροφύλαξ ἐξεταζόμενος, δὲν ἔχει δικαίωμα οὔτε στιγμὴν νὰ μείνῃ ἐν τῇ Χωροφυλακῇ μετὰ τὰς τόσας φοβερὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας ἐν ὀλίγῳ χρονικῷ διαστήματι ὑπέστη. Ὑπάρχει τὸ φύλλον μητρώου τῆς ἐν τῇ Χωροφυλακῇ ὑπηρεσίας τοῦ Καλπούζου κατατεθειμένον εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν αὐτῷ παρατηρεῖτε, κύριοι, ὁποία εἶναι ὄντως ἡ διαγωγὴ τοῦ Καλπούζου. Ἔχει ὅλας 8 ποινὰς, τὰς ὁποίας ἐν ὀλίγῳ χρονικῷ διαστήματι ὑπέστη· μεταξὺ δὲ τῶν ποινῶν αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ τρεῖς τοιαῦται, αἵτινες τῷ ἐπεβλήθησαν ἕνεκα μέθης. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔμεινεν οὗτος ἐν τῇ Χωροφυλακῇ, καὶ μάλιστα κατὰ προτίμησιν· ἐνῷ δὲ ὤφειλεν ἡ ὑπηρεσία νὰ θέσῃ αὐτὸν ὑπὸ αὐστηρὰν καὶ ἀένναον ἐπιτήρησιν, εἰς ἐπίμετρον τῶν μεγάλων σφαλμάτων τῷ ἐνεπιστεύθη καὶ τὴν φύλαξιν τῆς θέσεως ἐκείνης, ἔνθα ἐπῆλθε τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο ἀποτέλεσμα. Κύριοι, βεβαίως δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ διερμηνεύσω δεόντως τὸν Νόμον, διότι δὲν ἔχω τὴν ἀπαιτουμένην νομικὴν μάθησιν, δὲν ἔχω τὰς γνώσεις, ἃς οἱ ἐπιστήμονες νομικοὶ ἔχουσι πρὸς διερμήνευσιν ὀρθὴν τῶν διαφόρων νόμων· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὸ ζήτημα τὴν ἀνήκουσαν, οὕτως εἰπεῖν, θέσιν, ἐξετάζων αὐτὸ ὑπὸ ἔποψιν νομικήν· λέγω μόνον, καθ’ ὅσον μοὶ εἶναι δυνατὸν, ὅτι ὁ Νομοθέτης, ὅστις προέβλεψε καὶ διετύπωσε διαφόρους διατάξεις ἐν τῷ Νόμῳ περὶ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, προέβλεψε βεβαίως καὶ τὰς συνεπείας, τὰς σοβαρὰς προπάντων, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ σοβαρὰ προχθεσινὴ συνέπεια, καὶ προβλέπων ταύτας ἔθεσε καὶ ἕτερόν τινα ὅρον, ὅτι πᾶς ὁ ἐκτελῶν τὰ τοῦ Νόμου ὀφείλει νὰ προσέχῃ ἵνα καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑρμηνεύωνται καλῶς, ὥστε καὶ ὁ διατάσσων καὶ ὁ ἐκτελῶν ὀφείλουσι νὰ ἐφιστῶσιν ἰδιάζουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ Νόμου, νὰ ἐξετάζωσι καὶ νὰ μὴ παραλείπωσι καὶ τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησιν, ὅτε ᾐτήσατο νὰ καταταχθῇ ὁ Καλποῦζος ἐν τῇ Χωροφυλακῇ, ἐξήταζε τὴν ἐν τῷ πεζικῷ διαγωγὴν αὐτοῦ, ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ κατατάξῃ ἐν τῇ Χωροφυλακῇ αὐτόν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις προέβλεπεν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ οὗτος μετὰ τὰς ὀλίγας ποινὰς, αἵτινες κατ’ ἀρχὰς τῷ ἐπεβλήθησαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διορθωθῇ, καὶ ὅτι ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ δὲν συνεβιβάζετο μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος εἰς ὃ ἀνῆκεν, ὤφειλε νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν ἐκ τῶν τάξεων τῆς Χωροφυλακῆς τότε, ὅτε ἦτο πολλὰ ὀλίγον τὸ κακὸν, καὶ διὰ μόνον τὸν Καλποῦζον κακὸν, καὶ ὄχι δι’ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος ὀλέθριον.

§25ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι πάρα πολλοὶ χωροφύλακες, ὁμοιάζοντες πρὸς τὸν Καλποῦζον.

§26ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται διὰ τὸν Καλποῦζον— καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχει πολλοὺς ὁμοίους του, δὲν ἀξίζει ὁ Καλποῦζος συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ—ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου, πρόκειται ἐπὶ τέλους περὶ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ ὁποίου αἱ ἐκδουλεύσεις αἱ μεγάλαι εἶναι κατακεχωρισμέναι χρυσοῖς γράμμασιν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ μέχρι σήμερον γινώσκει ἡ Ἑλλὰς ὁποίας ἐκδουλεύσεις τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς προσήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸν Θρόνον. Ἀλλὰ ἡ ἱστορία τοῦ Σώματος αὐτοῦ ποῦ εὑρίσκεται; εὑρίσκεται ἐκεῖ ποῦ δὲν φαίνεται, εὑρίσκεται κατὰ τὸ δημῶδες ἐκεῖνο, εἰς τὰ χρονοντούλαπα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται ὁμιλῶν ἐγὼ ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ Σώματος αὐτοῦ, ὅπως διὰ τῶν λόγων μου μαλάξω τὴν καρδίαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἀνῆκον πρὸς τὸ λίαν χρήσιμον τοῦτο Σῶμα, διότι βεβαίως παρεξηγοῦμαι. Ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε ὁποίας διαθέσεις ἔχει ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Ἑπομένως οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ καταπείσῃ καὶ ἰσχύσῃ ἵνα ἀλλάξῃ γνώμην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὁποίαν γνώμην εἶχε καὶ ἔχει πάντοτε περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο, κύριοι, δὲν πταίει καθ’ ὁλοκληρίαν μόνον ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ὑπάρχουν σκάνδαλα ἐν τῷ κέντρῳ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰ σκάνδαλα ταῦτα παραγκωνίζουσι καὶ πλησιάζουσι νὰ καταστρέψωσι τὸ χρησιμώτατον εἰς τὴν Πατρίδα ἡμῶν Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ βεβαίως, ὡς μέχρι τοῦδε παρηγκωνίσθη καὶ ὡς κατήντησε, καταλληλότερον θὰ ἦτο ἐὰν ὠνομάζετο «ἀγροφυλακή». Ἄλλος τις ἴσως εἶναι ὁ κατάλληλος καὶ ὁ δυνάμενος ἀνεπιφυλάκτως ἤδη νὰ κρίνῃ καὶ ἐξετάσῃ ὁποίαν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἔχει ἀποστολὴν καὶ ἀξίαν ἡ Χωροφυλακή, δι’ αὐτὸ τοῦτο δὲν προχωρῶ εἰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος τούτου τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν ἐπέστη ἡ κατάλληλος στιγμή. Περαίνων τὸν λόγον, κύριοι, προστίθημι ὅτι δὲν δύναμαι ἢ συμμεριζόμενος τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματα ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐκφράσω κἀγὼ τὴν βαθεῖαν λύπην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐλεεινὴ διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος, εὐχόμενος πρὸς τούτοις ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφωτίσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ ἐκείνους, οἵτινες ἐτράπησαν τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἥτις ἄγει τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἰς τὸν ὄλεθρον.

§27Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, «μὴ κίνει τὸν ἀνάγυρον» ἦτο παροιμία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, καὶ ἐλέγετο, προκειμένου λόγου εἰς ὑπόθεσίν τινα τοῦ νὰ μὴ ἀναφανῶσιν ἀσχημίαι ἀτόμου τινὸς, καὶ διὰ τῆς τοιαύτης παροιμίας ἐπροφυλάττοντο ἀπὸ πᾶσαν ὁμιλίαν, ἔχουσαν ἀσχημίας, καθότι ὁ ἀνάγυρος ἦτο φυτόν τι, ἀναφυόμενον πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπερ σειόμενον, ἢ ἁπτόμενον χερσὶν ἀπέφερεν ἀποφορὰν δυσωδίας· αὐτὴν, λέγω, τὴν παροιμίαν ὤφειλεν ὁ λεγόμενος Βουλευτὴς Ἰω. Μοσχοβάκης, κατὰ κακὴν μοῖραν ἐκλεχθεὶς ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάνοιάν του, καὶ τότε βεβαίως δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, καὶ λαλήσῃ διαφόρους φληναφίας καὶ ἐρεσχελίας, καὶ ἰδίως παρατόλμως λαλήσῃ περὶ τιμῆς καὶ ἀτιμίας χωροφυλάκων, καὶ ἐπιτιμήσῃ πρὸ παντὸς ἄλλου τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δῆθεν ἀνεξετάστως κατατάττει εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς ἄνευ προηγουμένης ἐρεύνης τοῦ βίου ἑνὸς ἑκάστου χωροφύλακος—(ἀλλ’ ἂν τῷ ὄντι τοῦτο συνέβαινε, βεβαίως ὁ Ἰω. Μοσχοβάκης ἤθελεν εἶσθαι ἀπαράδεκτος εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς—ἀλλ’ εἰς τοιοῦτον ἄνθρωπον τὸν Ἰω. Μοσχοβάκην τί ἄλλο νὰ εἴπῃ τις πρὸς φίμωσιν τοῦ ἰταμοῦ στόματός του, εἰμὴ τοὺς ἑξῆς Ὁμηρικοὺς στίχους, οἵτινες ἀρκετὰ εὐστόχως καὶ ἐκφραστικῶς ἐξηγοῦν τὴν ποιότητά του ἐν τῇ κοινωνικῇ συμπεριφορᾷ του «Ὤμοι ἀναιδείην ἐπιειμένε, κερδαλεόφρον οὖλε Μοσχοβάκη Ἤδη μὲν αἰδὼς ἀνθρώποισιν ὄλωλε, Ἀτὰρ ἀναιδείη γαίαν ἐπιστρέφεται.» Ὥστε ὁ Ἰωάννης Μοσχοβάκης ἂν εἶχεν ἀσπροῦ τιμὴν καὶ αἰδούμενος τὴν κοινωνίαν, ἤθελε βεβαίως σκεπάσει τὸ κεκηλιδωμένον μέτωπόν του, καὶ ἐνδεδυμένος τὸν μαῦρον νεκρικὸν χιτῶνα τῆς ἀτιμίας, ῥιφθῆ ἑκουσίως ὡς εἴδους αὐτοχειρίας εἴς τι ξηροπήγαδον, καὶ δώσει τέλος τοῦ ἀθλίου βίου του, κατὰ τὰ γνωμικὰ τῶν ἀρχαίων σοφῶν «Κρεῖσσον τὸ μὴ ζῆν ἐστὶν, ἢ ζῆν ἀθλίως καὶ ἀτίμως· «Καὶ ζῶν ὁ φαῦλος καὶ θανὼν κολάζεται.» Ὅθεν πῶς ὁ Ἰωάννης Μοσχοβάκης ἔχει τὴν τόλμην νὰ παρίσταται ὡς Βουλευτὴς Ἀγυιᾶς ἔχων τοιαύτην ὡς εἴρηται ποιότητα; Ἀλλὰ συμβιβάζεται ποτὲ τοῦτο τὸ ἀξίωμα τοῦ βουληφόρου μὲ τὴν διαγωγήν του; καθὸ αὐτὸς ἐπὶ δύω ἔτη ἦτο δεσμώτης εἰς τὰ στρατιωτικὰ δεσμωτήρια κατηγορούμενος ἐπὶ κλοπῇ δημοσίων χρημάτων ἐκ δέκα χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὸ Αʹ. Στρατοδικεῖον κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς δέκα ἐτῶν δεσμὰ καὶ ἓξ μηνῶν, καὶ ἠκυρώθη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπόφασις λόγῳ τινὸς παρατυπίας, καὶ δικασθεὶς ὁ εἰρημένος Ἰωάννης Μοσχοβάκης ὑπὸ τοῦ Βʹ. Στρατοδικείου ἠθωώθη ὕστερον ἀπὸ δύω ἔτη ὑποδικίας κατὰ μειοψηφίαν τριῶν δικαστῶν πρὸς τέσσαρας, καὶ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον τοῦ στρατοῦ, ὁ κατὰ μειοψηφίαν ἀθωωθεὶς φέρει διὰ παντὸς κηλίδα ἀτιμίας τῆς κλοπῆς ἐπὶ τοῦ μετώπου του! Ἀλλ’ ὁ εἰρημένος Ἰωάννης Μοσχοβάκης, ἂν καὶ κατὰ μειοψηφίαν ἀθωωθείς, πάλιν ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς κλοπῆς, καὶ ἤδη εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ βάρος νέας καταδιώξεως ἐπὶ κλοπῇ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τῆς Μονῆς Πολυδενδρίου, καὶ διεπραγματεύετο νὰ πωλήσῃ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα σπουδαῖον κτῆμα τῆς Μονῆς, εἰς τὸν κ. Κουμανούδην εἰς Ἀθήνας πρό τινος καιροῦ. Τοιοῦτος ὢν ὁ Ἰωάννης Μοσχοβάκης, ἀνέβη τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἀνερυθριάστως ὅπως διαψεύσῃ ἐμὲ, διότι εἶπον κατὰ τὴν 16 Ἰανουαρίου 1885 εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἀγυιᾶς εἶναι λίαν εὐχαριστημένος διὰ τὴν λυσιτελῆ καὶ σύντομον λύσιν τοῦ δυσχεροῦς ἐπεισοδίου τοῦ Νίκολσων, ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρετανίας, ἥν περ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος μετὰ πάσης φρονήσεως πολιτικῆς πρὸς ἀπομάκρυνσιν παντὸς δεινοτέρου ἀπευκταίου ἐκ τῆς Πατρίδος ἡμῶν καὶ μάλιστα εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔχω ἀνάγκην παρ’ οὐδενὸς νὰ διαψευσθῶ ὡς πρὸς τὰ φρονήματά μου, καὶ εἴτε κάμω λόγον ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, εἴτε ἐξ ἰδίας μου πεποιθήσεως ὑπὲρ τῆς παρούσης συνετῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, πατρικῶς μεριμνῶσα ὑπὲρ τῆς ὀλβιότητος τοῦ Κράτους, ἐν γένει καὶ ἰδίως, ἀπένειμε δαψιλῶς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ἀγυιᾶς ἄπειρα εὐεργετήματα πρὸς βελτίωσιν τοῦ Τόπου καὶ εὐημερίαν τῶν συμπολιτῶν μου, οἷον ἁμαξιτοὺς δρόμους, γεφύρας, κτλ. κτλ. καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην εἰς κάθε ζήτημα νὰ λαμβάνω παραγγελίας ἐκ τῆς Ἐπαρχίας, ὅπως ἀνταποκρίνωμαι εἰς τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καθὸ εἰμὶ κύριος τῶν ἰδεῶν μου καὶ τῶν πεποιθήσεών μου, καὶ ὀφείλω νὰ πολιτεύωμαι ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους καὶ ἰδίως τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, ἥτις μὲ ἐτίμησε διὰ τῆς ψήφου της, ὥστε πᾶσα διάψευσις γενομένη ἐκ μέρους τοῦ Μοσχοβάκη δὲν πρέπει νὰ ἐκληφθῇ ὡς δῆθεν ἐκπηγάζουσα ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυᾶς, ἀλλὰ πᾶσα διάψευσις καὶ ἀντιλογία εἶναι τῆς ἰδιοῤῥύθμου σκέψεως τῆς κεφαλῆς τοῦ Μοσχοβάκη, καταχρωμένου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Ἐπαρχίας, ὡς γενομένου πολεμίου ἐξ ἰδιοτελείας τῆς ἀγαθῆς καὶ πατρικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπαρχία Ἁγυιᾶς εἶναι καὶ θέλει εἶσθαι διὰ παντὸς εὐγνώμων καὶ ἀφοσιωμένη πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διὰ τὰς ἀγαθὰς μερίμνας της καὶ προθέσεις αὐτῆς, ἅστινας ἔδειξε καὶ δεικνύει ὑπὲρ τῆς εὐνομίας καὶ εὐδαιμονίας τῆς Ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς καὶ ἐν γένει τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἰωάν. Μοσχοβάκην, τοῦ ὁποίου ἡ ποιότης εἶναι ὅ,τι βδελυρὸν, δὲν περιμένει τι καλὸν καὶ ὑγιὲς ν’ ἀκούσῃ τις ἐκ τῶν ῥυπαρῶν χειλέων του. Ὡς πρὸς τὴν ἐπιτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὅτι δῆθεν δὲν προσέχει ἀκριβῶς εἰς τὴν κατάταξιν τῶν χωροφυλάκων καὶ εἰς τὴν διαγωγὴν αὐτῶν, αὐτὸ τοῦτο τὸ μέρος τῆς ὁμιλίας του εἶναι κατ’ αὐτοῦ· διότι, ἂν ἐπρόσεχεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς διατείνεται ὁ Μοσχοβάκης, αὐτὸς βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἀπαράδεκτος εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς ὡς ἐπιληψίμου διαγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁμιλίας του εἶναι καὶ ἀστεῖον, δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης Μοσχοβάκης, ὅστις εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κατηγορίας περὶ νέας κλοπῆς καὶ ὅστις μόλις πρὸ δύω μηνῶν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς φυλακὰς ἕνεκα τῆς κλοπῆς τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν τοῦ Δημοσίου, νὰ τολμᾷ νὰ ὁμιλῇ περὶ ἠθικῆς καὶ τιμίας διαγωγῆς τῶν χωροφυλάκων ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πλήθοντος τοῦ ἀκροατηρίου, καὶ νὰ προσπαθῇ χωρὶς ἐντροπὴν νὰ θέλῃ νὰ νουθετήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος τοῦ νὰ προσέχῃ εἰς τὴν ἠθικὴν τῶν χωροφυλάκων! Τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ὁμοιάζει ὡς νὰ βλέπῃ τις εἰς τὸν ἄμβωνα τῆς Μητροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν φαύλην τινὰ γυναῖκα καὶ προαγωγὸν νά ὁμιλῇ ἐξ ἄμβωνος περὶ ἠθικῆς, τιμίας διαγωγῆς καὶ σωτηρίας τῆς ψυχῆς τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὁ Ἰω. Μοσχοβάκης καλῶς ἔπραξεν ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα ἔχων κεκαλυμμένας τὰς χεῖράς του διὰ χειροκτίων, καὶ τοῦτο ἐπὶ σκοπῷ ἔπραξεν, ὅπως μὴ φανῶσι εἰς τὸ Κοινοβούλιον αἱ ἁρπακτικαὶ ῥυπαραὶ χεῖρές του, ἢ καὶ νὰ μὴ μιάνῃ τὸ ἱερὸν βῆμα τῆς Βουλῆς διὰ γυμνῶν χειρῶν του, ἀλλὰ καλλίτερον ἤθελε πράξει, καὶ ἂν ἐσκέπαζε καὶ τὸ πρόσωπόν του μὲ βαθεῖάν τινα νεκρικὴν σκέπην διὰ νὰ μὴ φαίνωνται αἱ κηλίδες τοῦ μετώπου του τῆς κατὰ μειοψηφίαν ἀθωώσεώς του ἐκ τοῦ Στρατοδικείου, καὶ ὡς γνωρίζει κάλλιστα παντὸς ἄλλου, ὁποῖα ἀτάσθαλα μέσα ἐγένοντο πρὸς τὴν ἔκνομον ἀθώωσίν του. Ὅθεν, οὖλε Μοσχοβάκη, βάσκ’ ἴθι καρπαλίμως ἐνδεδυμένος τὸν χιτῶνα τῆς ἀναιδείας εἰς τὸν ξηραπήγαδον τάφον τῆς κολάσεως, ὅνπερ ἀνέσκαψας μὲ τὰς ἰδίας σου χεῖρας πρὸς αἰωνίαν καταδίκην σου.

§28Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν κατέθετε οὗτος τὰς δύω ἐπιστολάς. Ἀλλὰ δὲν τὰς καταθέτει, διότι ἐν αὐταῖς θὰ διαγνωσθῇ καθαρὰ, ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος τούτου τὸν συνώδευσαν εἰς τὰς σκέψεις του δύω ἰδιότητες ἀναπόσπαστοι ἀπὸ αὐτὸν: τὸ «πεῖσμα» καὶ ἡ «μνησικακία». Δύω σημεῖα κυρίως ὑπάρχουν εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τὰ ὁποῖα δεικνύουν, ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως προὐκάλεσε τὴν ἀτυχῆ λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ἀνέπτυξαν ἐπιτυχῶς οἱ προλαλήσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κύριοι Ζηνόπουλος, Χαντζόπουλος, Κωνσταντόπουλος καὶ Δεληγεώργης. Εἰς τὸ πρῶτον ὅμως σημεῖον δὲν ἐνησχολήθησαν πολὺ, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλει ἀποδειχθῆ, ἐὰν ἀναπτυχθῇ καλῶς, ὅτι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τούτου τὸν συνώδευσαν, ὡς εἶπον, ἀμφότεραι αἱ ἰδιότητες, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν πρώτην μετ’ αὐτοῦ συνέντευξιν ὁ κ. Νίκολσων εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ ἡ τιμωρία τοῦ ἐγκληματίου μὲ «πάταγον». Μετ’ ὀλίγον ὁ Μοίραρχος ἐπανέλαβε τὴν ἰδίαν ἐξήγησιν, καὶ πάλιν ἔμεινε μέτριος ὁ κ. Νίκολσων, ὅστις ἔλαβε καὶ δευτέραν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ συνέντευξιν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐφάνη ὁ αὐτός. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν δευτέραν ταύτην συνέντευξιν μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἠρεθίσθη ὁ κ. Νίκολσων, καὶ ἔγραψεν ἐν προκεχωρηκυίᾳ νυκτὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπιστολήν, ἐν ᾗ ὑπερεθεμάτισε τὴν περὶ τιμωρίας τοῦ χωροφύλακος ἀξίωσίν του. Τί συνέβη λοιπὸν εἰς τὴν δευτέραν συνέντευξιν ταύτην διὰ νὰ ἐρεθισθῇ ὁ κ. Νίκολσων; τεκμαίρεται, ὅτι εἰς τὴν συνέντευξιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐτήρησεν ἁβρόφρονα συμπεριφορὰν πρὸς τὸν προσβληθέντα ξένον. Τὸ μέρος δὲ ὅπου συνηντήθησαν εἶναι γνωστόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐτήρησεν ἁβρόφρονα συμπεριφοράν, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν κ. Νίκολσων. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Νίκολσων, ἐρεθισθεὶς διὰ τὴν τοιαύτην ἀνεπιτηδείαν πρὸς αὐτὸν συμπεριφορὰν τῶν Ὑπουργῶν, ἔγραψε τὴν ἐν προκεχωρηκυίᾳ νυκτὶ ἐπιστολήν, δι’ ἧς ἐζήτει μεγαλειτέραν τιμωρίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸ πρῶτον ὅτε ἦτο καὶ περισσότερον, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἠρεθισμένος. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀπρεποῦς πρὸς τὸν παθόντα συμπεριφορᾶς τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ δευτέρα ὑπερθεμάτισις, ἀνέπτυξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ῥήτορες, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ ἀτυχὴς λύσις. Ἴσως, κύριοι, ἐτήρησε τὴν διαγωγὴν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του συγχυσθείς, διότι τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, εἶναι ἓν ἐκ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα πρὸ δύω περίπου ἐτῶν τὰ ἐδίδαξεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη νὰ παρεκκλίνουν τοῦ καθήκοντός των, καὶ ἀντὶ νὰ τηροῦν τὴν τάξιν, νὰ παρεκτρέπωνται εἰς ἐγκλήματα—εἶναι χωροφύλαξ—καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ἀπὸ διετίας ἡ Χωροφυλακή, ὡς καὶ ἡ Ἀστυνομία, ἔπραξαν τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα ἐν αὐτῇ τῇ Πρωτευούσῃ. Καὶ ἐνῷ ἔπραξαν τοιαῦτα, δὲν ἐτιμωρήθησαν παντάπασι, διότι τὰ ἔπραξαν κατὰ τῶν ἀντιπάλων τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζω, ὅτι διεβιβάσθησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τελεσίδικοι ἀποφάσεις κατὰ χωροφυλάκων, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξετελέσθησαν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐξέδοτο ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγειλε νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσιν αἱ κατὰ τῶν χωροφυλάκων ἀποφάσεις πρὶν ἢ τὸ Ὑπουργεῖον ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως, καὶ οὕτως ἔμειναν ἀτιμώρητοι. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι αἱ δύω ἰδιότητες τοῦ πείσματος καὶ τῆς μνησικακίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπέφερον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δυστυχοῦς λύσεως ἐπὶ τοῦ συμβάντος κατὰ τοῦ κ. Νίκολσων. Ὀφείλεται ἐπίσης τὸ Ἐθνικὸν αὐτὸ πάθημα καὶ εἰς τὴν ἀκολασίαν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ Ἀστυνομίας, ἧς αἰτία εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὤθησεν αὐτὰς εἰς τὸ διαπράττειν ἐγκλήματα. Ὅτι, κύριοι, προήδρευσε τὸ πάθος τοῦ πείσματος καὶ τῆς μνασικακίας τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλου περιστατικοῦ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καταδιώκει τὸν κ. Νίκολσων καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ κυρίου Ἐπιτετραμμένου ἦτο «ὑπερβολική». Κύριοι, τίς εἶναι ὁ ὑπερβολικός; Ὁ ἔχων ἀξιώσεις ἱκανοποιήσεως ἀνωτέρας τοῦ πρέποντος καὶ ὁ ἀπαιτῶν τι ἀνώτερον τοῦ πρέποντος, τὸν ὀνομάζουν μὲ τὴν μετριωτέραν ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης προσωνυμίαν τοῦ «ἀδιακρίτου». Καὶ οὕτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὠνόμασε τὸν κ. Νίκολσων καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς Βουλῆς «ἀδιάκριτον». Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποίει τὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πεῖσμα καὶ τὴν μνησικακίαν κατὰ τοῦ κ. Νίκολσων ἡ ὕβρις αὕτη· ἤθελε νὰ τῷ ἀποδώσῃ καὶ ἄλλας, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησε νὰ τὰς ἐκφέρῃ ὁ ἴδιος, ἵνα μὴ περιπλεχθῇ προσωπικῶς εἰς τὰς Διπλωματικὰς διενέξεις, διὰ τοῦτο τὰς ὑπηγόρευσε νὰ τὰς ἐκφέρῃ Βουλευτής, ὅστις κατὰ Νόμον οὐδένα λόγον δίδει δι’ ὅσα ἀπαγγέλλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅλοι γνωρίζομεν, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνάμιξιν οὐδενὸς εἰς τὴν συζήτησιν ἐκτὸς ἑαυτοῦ μόνου καὶ εἰς ζητήματα κοινὰ καὶ ἐσωτερικὰ, καὶ τοιαύτην ἄδειαν ἀναμίξεως δὲν ἐπιτρέπει οὔτε εἰς αὐτοὺς τοὺς συναδέλφους του, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν καθ’ ἑκάστην τοὺς δυστυχεῖς (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς) κολαριζομένους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ μὴ τολμῶσι νὰ δίδωσιν ἐξηγήσεις, καὶ ἂν ποτέ τις τούτων ἀναβῇ τὸ βῆμα ἐρεθιζόμενος διὰ τὰς κατ’ αὐτοῦ προσβολὰς, βλέμμα ὀργίλον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν κατακρημνίζει ἀμέσως ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τοῦτο συμβαίνει συνηθέστατα εἰς τὸν Λομβάρδον· καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ὅπερ ἀπαιτεῖ διαχείρισιν λεπτοτάτην, ἐπέτρεψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀναμιχθῇ Βουλευτὴς, καὶ τοιοῦτον ἐξελέξατο τὸν κ. Κασιμάτην, εἰς ὃν ὑπηγόρευσε νὰ ὑβρίσῃ τὸν κ. Νίκολσων, καὶ διὰ νὰ ἦναι βαρυτέρα ἡ ὕβρις, ὥρισε Βουλευτὴν, ὅστις φαίνεται ἐντριβὴς εἰς τὴν ἐξωτερικὴν συμπεριφορὰν, ἰδίως τὴν Ἀγγλαμερικανικήν. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Κασιμάτης εἰς τὴν πρώτην του ὁμιλίαν: πῶς ἀπαιτοῦν νὰ καταθέσῃ τὰς ἐπιστολὰς ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἆρα τὸ ἐπιτρέπει ὁ κ. Νίκολσων;—ἂν καὶ αἱ ἐπιστολαὶ αὗται ὡς ἀφορῶσαι διπλωματικὴν διένεξιν, εἶναι ἐπίσημα ἔγγραφα, μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριος οἶδε, διατί ὁ κ. Νίκολσων δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γίνωσι δημόσια ἔγγραφα αἱ ἐπιστολαί του· διότι κατ’ ἀρχὰς εἶπε νὰ γίνῃ τιμωρία ἐλαφρὰ, ἀλλὰ κατόπιν τῷ εἶπεν ἄλλος ἀνώτερος συνάδελφος ὅτι πολὺ ἐλαφρὰ ἐξέλαβε τὸ συμβὰν, καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη τὸν ὤθησε νὰ ὑπερθεματίσῃ τὸν τρόπον τῆς πρὸς αὐτὸν ἱκανοποιήσεως — Τοῦτο εἶναι μία ὕβρις πρὸς τὸν κ. Νίκολσων, διότι τὸν χαρακτηρίζει ὡς μὴ γνωρίζοντα τὰ καθήκοντά του καὶ ἐπιπόλαιον. Μᾶς εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Κασιμάτης, ἀπαντῶν εἰς ὅσα οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἶπον περὶ τῆς πείρας καὶ ἱκανότητος τοῦ κ. Νίκολσων, αὐτὸς δὲν εἶναι οὔτε πρῶτος Γραμματεὺς Πρεσβείας, ἀλλὰ δεύτερος εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἀγγλικὴν, καὶ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ λείπῃ ἐνταῦθα καὶ Πρέσβυς καὶ Γραμματεὺς, διετάχθη αὐτὸς νὰ τοὺς ἀναπληρώσῃ προσωρινῶς. Αὐτὴ ὅλη ἡ φράσις τοῦ κ. Κασιμάτη ἀντιστοιχεῖ μὲ Ἑλληνικὴν συνήθη φράσιν «Μὴ νομίζητε ὅτι ὁ κ. Νίκολσων εἶναι μεγάλον πρᾶγμα, εἶναι γραμματικοῦδι». Ἀλλὰ τὸ πεῖσμα καὶ ἡ μνησικακία τοῦ κ. Τρικούπη δὲν ἱκανοποιήθησαν ἕως ἐδῶ· νομίσας ὅτι ἄλλος Διπλωμάτης ὤθησε τὸν κ. Νίκολσων εἰς τὴν ὑπερθεμάτισιν τῶν ἀξιώσεών του, παρήγγειλεν εἰς ἐφημερίδα καὶ ὕβρισεν ἀνώτερον διπλωμάτην, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐδείχθη πάντοτε φιλελληνικώτατος, καὶ ἀντιπροσωπεύει μεγάλην Δύναμιν, φίλα φρονοῦσαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἠξεύρετε ἀπὸ ποῖον κεφάλαιον δαπάνης συντηρεῖται ἡ ἐφημερὶς αὕτη; ἀπὸ τὴν δαπάνην, ἣν μὲ ὅλας τὰς οἰκονομικάς μας στενοχωρίας χορηγοῦμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα διατηρήσωμεν τὴν παιδείαν, καὶ βοηθήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς Θρᾴκην καὶ Μακεδονίαν, ὅπου ἡ φυλὴ μισελληνικωτάτη ἐνισχυομένη καὶ ὑπὸ ἰσχυρῶν προστατῶν ἐπιβουλεύεται τὸν Ἑλληνισμόν. Μανθάνετε ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τούτου, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἀπὸ τὸ πεῖσμα νὰ ὑβρίσῃ τοὺς ἀντιφρονοῦντας δὲν διστάζει νὰ δειχθῇ σπάταλος ἱεροσυλῶν καὶ εἰς τὰς δαπάνας τὰς ὡρισμένας διὰ τὴν μᾶλλον ἱερὰν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λύσῃ συμφώνως μὲ τὸν Νόμον, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ προηγούμενα ὁμοίας φύσεως, καὶ χωρὶς νὰ περιπλακῇ καθόλου τὸ Ἔθνος εἰς Διπλωματικὰς διενέξεις. Εἰς τὰ 1851 ὁ Πρέσβυς τῆς Γαλλίας Ῥουὰν κατερχόμενος ἔφιππος εἰς Πειραιᾶ ἐκρατήθη παρὰ τῶν ζητούντων τὰ διόδια διὰ τὸν φόρον τοῦ ἵππου του· ὁ Πρέσβυς ἐκτύπησεν ἕνα τούτων μὲ τὸ μαστίγιον, καὶ τότε οἱ δύω ἕτεροι τὸν ἔδειραν. Ὁ Ῥουὰν ἀνελθὼν εἰς Ἀθήνας ἀνήγγειλε τὸ συμβὰν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Πάϊκον. Οὗτος μετέβη ἀμέσως πρὸς τὸν Πρέσβυν, ἐξέφρασε τὴν λύπην του ἐπὶ τῷ συμβάντι καὶ παρήγγειλεν ἀμέσως εἰς τὸν τῆς Δικαιοσύνης Δαμιανὸν, ὅστις καὶ οὗτος μετέβη εἰς τὸν Πρέσβυν, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ ἀπαγγείλῃ τὴν κατὰ Νόμον ἔγκλησιν τῶν ἐγκληματιῶν εἰς τὸν ἀποσταλησόμενον ἁρμόδιον δικαστικόν· μετὰ τινα ὥραν μετέβη ὁ Ἀντεισαγγελεὺς κ. Ῥικάκης παρὰ τῷ Πρέσβει καὶ συνέταξε τὴν ἔγκλησιν, καὶ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας οἱ προσβαλόντες τὸν Πρέσβυν κατεδικάσθησαν ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν, καὶ οὕτως ἔληξεν ἀληθῶς ἄνευ πατάγου ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη χωρὶς νὰ ὑποστῇ τὸν ἐλάχιστον κολαφισμὸν τὸ Ἔθνος. Τὸ αὐτὸ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Νίκολσων, ὅτε τὸ πρῶτον τῷ ἀνήγγειλε τὸ συμβὰν, ὅτι θὰ ἀποστείλῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις τυγχάνει νὰ ἦναι καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἰδιότητί του νὰ τῷ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του, ἐν τῇ δευτέρᾳ νὰ τῷ ζητήσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν καταγγελίαν εἰς τὸν ἁρμόδιον δικαστικὸν ὑπάλληλον, καὶ ὄχι τὸν Μοίραρχον, καθόσον οἱ χωροφύλακες δικάζονται διὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, καὶ οὕτω τὴν 8 τὸ πολὺ Ἰανουαρίου ἤθελε καταδικασθῆ ὁ Καλποῦζος εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν, καὶ λήξει ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ χωρὶς νὰ συμβῇ ἡ τῆς 7 Ἰανουαρίου ἀτυχὴς διὰ τὸ Ἔθνος λύσις, καὶ ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας δὲν ἤθελεν ἔχει ἄλλην ἀξίωσιν ἱκανοποιήσεως, ἀφοῦ ὁ ἐγκληματήσας ἤθελε καταδικασθῆ εἰς τὴν βαρυτέραν ποινὴν, ἣν προβλέπουν διὰ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα οἱ Ἑλληνικοὶ Νόμοι; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ εἶδε τὸν κ. Νίκολσων εἰς τὴν πρώτην συνάντησιν μέτριον, ἐσκέφθη νὰ σώσῃ τὸν Καλποῦζον ἀπὸ βαρεῖαν τιμωρίαν, καὶ νὰ τὸν τιμωρήσῃ μὲ δίμηνον πειθαρχικὴν ποινὴν, καθόσον ὁ Καλποῦζος ἦτον ἐκ τῶν ἐπιτηδειοτέρων ὀργάνων ἐν τῇ Χωροφυλακῇ, καὶ Κύριος οἶδε πόσας τῷ εἶχε χορηγήσει πολυτίμους ὑπηρεσίας, ποσάκις τάχα μετημφιεσμένος δὲν εὑρέθη εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς διὰ νὰ χειροκροτῇ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ποδοκροτῇ τοὺς ἀντιπάλους των! ἡ στοργὴ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τὴν Χωροφυλακὴν τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ τὸ πεῖσμα καὶ μνησικακία νὰ ἐκδικηθῇ τὸν κ. Νίκολσων, προὐκάλεσαν τὴν ἀτυχεστάτην διὰ τὸ Ἔθνος λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ πεῖσμα καὶ ἡ μνησικακία τοῦ κ. Τρικούπη ἐξετάθη καὶ εἰς τοὺς ἀποθαμένους· καὶ διότι τινὲς τῶν ῥητόρων εἶπον, ὅτι ἄλλοι τοιαύτας καὶ σοβαρωτέρας Διπλωματικὰς διενέξεις ἔλυσαν ἀξιοπρεπέστερον, ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. Κασιμάτην νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ προηγούμενα μαρτυροῦν ἀτυχεστέρας λύσεις. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τοῦτο θὰ ἀφήσω εἰς τὴν ἀπάτην, οὔτε τὴν Βουλὴν, οὔτε τὸν κ. Κασιμάτην, διερχόμενος καὶ τὰς συμβάσας προηγουμένας Διπλωματικὰς ἐν Ἑλλάδι περιπλοκὰς καὶ τὴν λύσιν, ἧς ἔτυχον. Κατὰ τὸ 1834 ὁ Ζωγράφος, ὡς Πρέσβυς ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐκλήθη εἰς Διπλωματικὸν γεῦμα παρὰ τῷ Μ. Βεζύρῃ, ὅπου ὁ ἐπὶ τῶν τελετῶν ἀδαὴς τῶν Διπλωματικῶν ἐθίμων, τῷ ὥρισε θέσιν κατόπιν τοῦ νεωτέρου, τοῦ Πρέσβεως τῆς Πρωσσίας. Ὁ Ζωγράφος ἐκάθησεν εἰς τὴν θέσιν, ἥτις τῷ ἀνῆκεν· ὁ δὲ τελετάρχης τῷ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ τὴν παραχωρήσῃ εἰς τὸν τῆς Πρωσσίας Πρέσβυν, ἀλλ’ ὁ Ζωγράφος ἐζήτησε διὰ τοῦ ἀρχαιοτέρου Πρέσβεως νὰ λυθῇ Διπλωματικῶς τὸ ζήτημα· ἔγινεν ἀμέσως ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ γεύματος Διπλωματικὸν Συνέδριον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, καὶ τὸ Συνέδριον ἔδωκε τὴν θέσιν εἰς τὸν Ζωγράφον, παρήγγειλε δὲ τὸν Ῥεῒζ– Ἐφένδην (Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν) νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἠνώχλησε τὸν Ζωγράφον, καὶ ἔφερεν αὐτὴν τὴν σύγχυσιν, καὶ ὁ τελετάρχης ἀπεπέμφθη ἀμέσως. Ἀπὸ τὸ 1841, ὅτε ἐπὶ τῆς τότε Κρητικῆς Ἐπαναστάσεως ὁ Καρατάσσος ἠθέλησε νὰ ὑποκινήσῃ ταραχὰς εἰς Μακεδονίαν, ἡ Τουρκία διέταξε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν ἡ εἰς τὴν Τουρκίαν εἴσοδός του. Τὸ 1846, ὢν ὁ Καρατάσσος ὑπασπιστὴς τοῦ Ὄθωνος, ὑπῆγε νὰ θεωρήσῃ τὸ διαβατήριόν του διὰ Κωνσταντινούπολιν, ἀλλ’ ὁ Μουσοῦρος, Πρέσβυς τῆς Τουρκίας, ἠρνήθη, εἰπὼν, ὅτι τῷ εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ τῷ εὐκολύνῃ τὴν εἰς Τουρκίαν μετάβασίν του. Ὁ Καρατάσσος μετέβη εἰς τὸν Κωλέττην καὶ ἀνήγγειλε τὸ περιστατικὸν, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Παλάτι διὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ γεῦμα, διότι ἦτο καὶ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐδίδετο Ἀνακτορικὸς χορὸς, ὅπου διηγούμενος τὴν ἄρνησιν τοῦ Μουσούρου εἰς τὸν Ὄθωνα, ἐξώγκωσε τὸν τρόπον τῆς ἀρνήσεως, ἐνῷ ὁ Μουσοῦρος ἔστειλεν εὐθὺς ὑπάλληλόν του πρὸς τὸν Κωλέττην, δίδων ἐξηγήσεις διὰ τὴν ἄρνησίν του, καὶ προσθέτων, ὅτι τὴν αὔριον θὰ γράψῃ εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην καὶ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ θεωρήσῃ τὸ διαβατήριον τοῦ Καρατάσσου, καὶ πιστεύει, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν ταύτην. Ὁ Κωλέτης ἐθεώρησε τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς ἐπαρκεῖς. Τὸ ἑσπέρας κατελθὼν ὁ Ὄθων εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ χοροῦ καὶ περιερχόμενος κατὰ πρῶτον, ὡς συνείθιζε, τὸν κύκλον τῶν Διπλωματῶν, καὶ πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Κωλέττην καὶ μάθῃ τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Μουσοῦρος ἐξηγήσεις, ἠρεθισμένος ἀπὸ τὰς ὑπερβολικὰς παραστάσεις τοῦ Καρατάσσου, ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Μουσούρου καὶ τῷ εἶπεν: «Ἐπίστευον, κύριε Πρέσβυ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ἔχαιρε παρ’ ὑμῖν περισσοτέραν ἐκτίμησιν». «Μεγαλειότατε», ἀπαντᾷ ὁ Μουσοῦρος, θέλων νὰ ἐξηγηθῇ· ἀλλ’ ὁ Ὄθων ἐγύρισε τὰ νῶτα καὶ ἔφυγε, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ ἀκούσῃ. Ὁ Πρέσβυς ἀνεχώρησεν ἀμέσως ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα. Τὴν ἐπαύριον, τῇ ἐπιμονῇ τοῦ Λάγεντ, Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ἀντιπαθοῦντος πρὸς τὸν Κωλέττην, συνῆλθε Διπλωματικὸν Συμβούλιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ Λάγενς εἶπεν, ὅτι ὅλης αὐτῆς τῆς σκηνῆς ἀφορμὴ, εἶναι ὁ Κωλέτης, ὁ ὠθήσας τὸν Βασιλέα εἰς τὴν κατὰ τοῦ Πρέσβεως προσβολὴν, ἑπομένως προτείνει, ἵνα ὁ Κωλέτης, ὑπὸ τὰς ἰδιότητας καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μεταβῇ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Πρέσβεως καὶ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του, ἐπὶ τῷ ἐν τῷ χορῷ κατ’ αὐτοῦ συμβάντι. Ὁ Πρόκενς καὶ ὁ Πυσκατόρης ἐβεβαίουν ὅτι ὁ Κωλέττης δὲν εἶχε γνῶσιν, καὶ ὅτι μόνον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ Κωλέττης νὰ μεταβῇ καὶ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του, συνάμα δὲ ὁ Βασιλεὺς νὰ στείλῃ ἕνα ὑπασπιστήν του ἵνα ἐκφράσῃ τὴν λύπην του πρὸς τὸν Πρέσβυν, διὰ τὸ ἐκ κακῆς συνεννοήσεως ἐπελθὸν ἐν τῷ χορῷ συμβάν· ἀλλ’ ὁ Κωλέττης εἶπεν εἰς τοὺς Πρόσκεν καὶ Πισκατόρην, ὅτι κακῶς ἀνέμιξαν τὸν Βασιλέα, διότι αὐτὸς ὡς Συνταγματικὸς Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ καλύψῃ τὸν Ἡγεμόνα, προσθεὶς ὅτι, ἐπειδὴ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ Μουσοῦρος μετὰ τὴν ἄρνησιν, ὤφειλε νὰ τὰς δώσῃ πρὸ τῆς ἀρνήσεως, λέγων εἰς τὸν Καρατάσσον νὰ στείλῃ νὰ λάβῃ τὸ διαβατήριον μετ’ ὀλίγον, καὶ οὕτως ἤθελεν ἔχει γνῶσιν τῆς ἀρνήσεως ὁ Βασιλεὺς, ὅστις δικαίῳ τῷ λόγῳ ἠγανάκτησεν, ὅταν ὁ Ἀντιπρόσωπος φίλης Δυνάμεως χαρακτηρίζῃ αὐτοὺς τοὺς ὑπασπιστάς του ὡς συνωμότας. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἐγένετο ὁμιλία τις εἰς τὸν Πρέσβυν μετὰ τρόπου ὄχι λεπτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μεταβῇ πρῶτος καὶ νὰ τῷ κάμῃ ἁπλῆν ἐπίσκεψιν χωρὶς νὰ ἐκφράσῃ λύπην. Τοῦτο δὲν ἐδέχθη ἡ Τουρκία, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ὁποίαν διέγραψεν ὁ Λάγενς ἱκανοποίησιν. Ὁ Μετερνὴχ ἐγνωμοδότησεν ἵνα ὁ Κωλέττης ἀποσυρθῇ δι’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ εἷς συνάδελφός του, ὅστις νὰ δώσῃ τὴν ὑπὸ τῆς Τουρκίας αἰτουμένην ἱκανοποίησιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ παρεδέχθη οὔτε ὁ Ὄθων οὔτε ὁ Κωλέττης, καὶ οὕτως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔμεινεν ἐκκρεμὴς μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1847, ὅτε ἀπέθανεν ὁ Κωλέττης, καὶ ἐπιμεινάντων καὶ τῶν ὑπὸ τὴν Πρωθυπουργίαν τοῦ Τζαβέλλα συνυπουργῶν του, ἐδόθη ἡ ἱκανοποίησις, ἣν διετύπωσεν ὁ Κωλέττης, ἐπισκεψαμένου πρώτου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Γλαράκη τὸν Μουσοῦρον, ἐπανελθόντα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ 1841 διελθὼν ὁ Στατφὸρδ Κάνιγκ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ἔτυχε ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος πολλῶν περιποιήσεων μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοὺς κατ’ αἴτησίν του διορισμοὺς, τοῦ μὲν Μαυροκορδάτου, ὡς Πρέσβεως εἰς Κωνσταντινούπολιν, τοῦ δὲ Μάσωνος, ὡς καθηγητοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἔκτοτε ὁ Κάνιγκ ἠγάπα τὸν Ὄθωνα. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Κωλέττου ὁ Κάνιγκ διερχόμενος πάλιν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἶπεν εἰς τὸν Ὄθωνα, δὲν συμφέρει καθόλου, νὰ μεταβιβάσῃ ὁ Παλμεστρὼν τὴν πρὸς τὸν Κωλέττην ἀντιπάθειάν του εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ καλὸν εἶναι νὰ τὸν περιποιηθῇ, ἀλλάζων ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικήν. Ὁ Ὄθων εἶπεν, ὅτι ἤθελε τὸ κάμει, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας Λάγενς, ὅστις καὶ τὸν ὑβρίζει πανταχοῦ καὶ συνωμοτεῖ ἐναντίον του, τούτου ὅμως μετατιθεμένου ἐντεῦθεν θὰ φέρῃ ἀμέσως τὴν μεταβολὴν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Μαθὼν τοῦτο ὁ Παλμεστρὼν, οὐ μόνον μετέθεσε τὸν Λάγενς, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ ἔτι μᾶλλον τὸν Ὄθωνα, διώρισε Πρέσβυν καθολικὸν, τὸν Οὐάης. Ἀλλ’ ὁ Ὄθων, εὑρὼν ἀφορμὴν τὰς ἐν Ἑλλάδι καὶ Εὐρώπῃ ταραχὰς τοῦ 1848, ἀπέσχε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του, ἀλλὰ παρελθουσῶν τούτων τὸ 1849, ὁ Παλμεστρὼν τῷ ὑπενθύμισεν αὐτήν. Ὁ Ὄθων ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παίξῃ μὲ τὸν Παλμεστρῶνα διὰ σοφισμάτων, ὅπως ἔπαιζε μὲ τοὺς Ἕλληνας, διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ καλέσῃ εἰς τὰ πράγματα τὸν Μαυροκορδάτον, ὃν μόνον ἀνεγνώριζεν ἡ Ἀγγλικὴ πολιτικὴ ὡς ἀντιπρόσωπόν της, ἐκάλεσε τὸν Κριεζῆν, Χρυσόγελων, Λόντον καὶ Στάϊκον, οἵτινες εἶχον ποτὲ χροιὰν Ἀγγλικῆς πολιτικῆς. Τοῦτο ἐθεώρησεν ὁ Παλμεστρὼν ὡς χλευασμὸν, καὶ ἔδωκε πίστιν εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Μαυροκορδάτου, παραγγείλαντος, ὅτι ὁ Ὄθων εἶναι κακῆς πίστεως, καὶ ὅτι, ἐνόσῳ αὐτὸς βασιλεύει εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ Ἀγγλικὴ πολιτική, καὶ ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἐκθρονισθῇ, ἂν παρουσιασθῇ ἐπίθεσίς τις ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν· διότι, ἂν τὸ 1848 ἐσώθη ἀπὸ τὰς ἀνταρσίας, διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ ἰσχυροῦ Γαλλικοῦ κόμματος, τοῦτο εἰς δευτέραν προσβολὴν θὰ τῷ ἐπιτεθῇ, διότι ἀφοῦ τὸν ἔσωσε τὸ 1848, ἀντὶ νὰ τὸ ἀνταμείψῃ, τὸ περιεφρόνησεν. Ὁ Παλμεστρὼν ἔστειλεν ἀμέσως ἰσχυρὸν στόλον, καὶ τὴν 4 Ἰανουαρίου 1850 ἐδόθη ἀπὸ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας διακοίνωσις, ἐν ᾗ ἡ Ἀγγλία ἀπῄτει: 1) τὰς ξηρονήσους Ἐλαφόνησον, Σαπιέντζιαν, καί τινας ἄλλας, ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ Ἰόνιον Κράτος· 2) 15,000 λίρας, διότι ὁ μοίραρχος Πανᾶς, καταδιώκων εἰς Ἀκαρνανίαν ληστὰς, προσφυγόντας εἰς ξηρόνησον Ἐπτανησιακὴν, ἀπέβη εἰς αὐτὴν καὶ τοὺς συνέλαβε, καταπατήσας οὕτως ἔδαφος Ἐπτανησιακόν· 3) ἑτέρας 15,000 λίρας, διότι ὁ Λαζαρέτος, φρούραρχος Πατρῶν, μαθὼν, ὅτι ἀτμόπλοιον Ἀγγλικὸν ἀποβιβάζει συναντάρτας τοῦ Μερεντίτου, διὰ νὰ σχηματίσωσι ληστρικὰς συμμορίας, μετέβη καὶ συνέλαβεν ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς λέμβου τρεῖς τούτων καὶ ἕνα Ἐπτανήσιον, οὓς ἐκράτησε παρανόμως ὀλίγας ἡμέρας· 4) 5,000 λίρας δι’ ἀποζημίωσιν τοῦ παρανόμως κατακρατηθέντος Ἰονίου ὑπηκόου, καὶ 15,000 λίρας διὰ τὰς ζημίας τοῦ Πατζιφίκου, 3,000 λίρας διὰ τὰ ἁρπαγέντα ὑπὸ τοῦ ὄχλου τῶν Ἀθηνῶν πράγματά του, καὶ 12,000 λίρας διὰ τὰ ἀφανισθέντα χρεώγραφά του· ἡ διακοίνωσις προσέθετεν, ὅτι μέχρι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀπαιτήσεων τούτων ὁ στόλος θέλει ἀποκλείσει τὰ Ἑλληνικὰ παράλια. Τὴν διακοίνωσιν ταύτην ἀνεκοίνωσεν ἀμέσως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς Πρέσβεις τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ οἱ μὲν τῆς Αὐστρίας Πρόκενς, Πρωσσίας Σαὶν–Σιμὼν καὶ Ῥωσσίας Περσάνης, εἶπον, ὅτι οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσιν ἄνευ ὁδηγιῶν τῶν Κυβερνήσεών των, ἐλλείποντος μάλιστα τότε τηλεγράφου, μόνος ὁ Θουβενὲλ, Ἐπιτετραμμένος ἁπλοῦς τῆς Γαλλίας, οὐ μόνον κατέκρινε τὸ διάβημα αὐτὸ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ἀνέλαβε καὶ τὴν σύνταξιν τῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἀπαντήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διάβημα, ὅπερ ἐχλεύασε προχθὲς εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅστις θὰ ἔπραττε καλλίτερον ἂν ἐχλεύαζε τὴν τότε διαγωγὴν τοῦ πατρός του, μετερχομένου τὸν κατάσκοπον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας.

§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτον αὐτός;

§30ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Δραγούμης. (Ψιθυρισμοί).

§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις διεβιβάσθη εἰς τὰ Ἀνακτοβούλια τῆς Γαλλίας, Αὐστρίας, Ῥωσσίας καὶ Πρωσσίας, ἅπερ κατέκριναν τὸ διάβημα τῆς Ἀγγλίας, ὡς ἀδικαιολόγητον, καὶ ὡς τοιοῦτο κατηγγέλθη καὶ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅπου ἀπώλεσεν ὁ Παλμεστρὼν τὴν πλειονοψηφίαν, ὑπερασπισαμένου τὴν Ἑλλάδα τοῦ Πὶλ, ὅστις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως ἐξελθὼν εἰς περίπατον ἔφιππος, καὶ πεσὼν τοῦ ἵππου ἐπληγώθη καὶ ἀπέθανεν αὐθημερόν. Διήνυσεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐν τῷ Διπλωματικῷ σταδίῳ μέχρις Ἀπριλίου, ὅτε ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὰς Δυνάμεις καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παρεδέχθη, ἵνα ἡ Ἑλλὰς πληρώσῃ εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Ταμεῖον 3,000 λίρας, διότι ὁ Φρούραρχος Πατρῶν προσέβαλε τὸ Ἀγγλικὸν ἔδαφος ἁρπάσας ἀπὸ λέμβον πολεμικοῦ Ἀγγλικοῦ πλοίου ἄνδρας προσφυγόντας εἰς τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν, 500 λίρας ἀποζημίωσιν εἰς τὸν παρανόμως κρατηθέντα Ἰόνιον ὑπήκοον· 2,000 λίρας εἰς τὸ Ἰόνιον Ταμεῖον, διότι ὁ Μοίραρχος Ἀκαρνανίας κατεπάτησεν ἔδαφος Ἰονικόν, ἁρπάσας ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν ξηρόνησον ληστὰς, προσφυγόντας ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Ἰονίου Κράτους, καὶ 500 λίρας εἰς τὸν Πατζίφικον διὰ τὰ ἁρπαγέντα ὑπὸ τοῦ ὄχλου ἔπιπλά του, ἡ δὲ τῶν 12,000 λιρῶν ἀπαίτησίς του διὰ τὰ ἀπωλεσθέντα χρεώγραφά του, νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀποφασισθῇ ὑπὸ Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀκόμη οὔτε συνῆλθε, καὶ τέλος ἡ Ἀγγλία νὰ παραιτηθῇ πάσης ἀπαιτήσεως ἐπὶ τῶν ξηρονήσων Ἐλαφονήσου καὶ λοιπῶν, ὡς ἀνηκουσῶν τῇ Ἑλλάδι. Βλέπετε λοιπὸν, κ. Κασιμάτη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπλήρωσεν 6,000 λίρας εἰς τὸν Πατσίφικον διὰ δύω παληοκαρέκλας, ἃς τῷ ἔσπασεν ὁ ὄχλος τῶν Ἀθηνῶν, οὔτε ἡ Γαλλία κατεδίκασε τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἶπες καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· τοὐναντίον, ἡ Γαλλία ἐβράβευσε τὴν διαγωγὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τοῦ Ἐπιτετραμμένου της Θουβενὲλ, ὃν προεβίβασεν εἰς Πρέσβυν, καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Λόντου, δοὺς αὐτῷ τὴν μεγάλην Ταινίαν τῆς Λεγεῶνος, παρὰ τὰ περὶ τοῦ παρασήμου τούτου κεκανονισμένα, διότι δὲν δίδεται εἰς ἁπλοῦν Ὑπουργὸν, ὁποῖος ἦτον ὁ Λόντος, ἀλλ’ εἰς Πρέσβυν ἢ Πρωθυπουργὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Φίλιππος, εἰ καὶ ἠγάπα πολὺ τὸν Κωλέττην, τῷ ἔδωκε μόνον τὸν ἀνώτερον Ταξίαρχον, καὶ ὅταν ἔγινεν οὗτος ἐν Ἑλλάδι Πρωθυπουργὸς τὸ 1844, τῷ ἀπενεμήθη ἡ μεγάλη Ταινία· τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ Ναπολέων διὰ τὸν μάλα παρ’ αὐτοῦ εὐνοούμενον Καλλέργην. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Σουλιὲ, ὅπερ μνημονευθὲν ἐπέχυσε θυμηδίαν τινὰ εἰς τινας τῶν Ὑπουργικῶν Βουλευτῶν, διότι τυγχάνει ὁ διαχειρισθεὶς αὐτὸ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Δηλιγιάννης, νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἱκανοποίησεν ἡ Ἑλλὰς χρηματικῶς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν εἰς ποίαν θέσιν ἦτον ἡ Ἑλλὰς τότε ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων; Ἐδίωξεν ἕνα ἡγεμόνα, καὶ ἐξώργισε τὰς δύω Γερμανικὰς Δυνάμεις, δυσηρέστησε τὴν Γαλλίαν, δὲν ηὐχαρίστησε τὴν Ῥωσσίαν· μετὰ τοῦτο ἐκλέγει παμψηφεὶ τὸν Ἄγγλον πρίγκιπα Ἀλφρέδον ὡς Βασιλέα, καὶ οὕτω δεικνύει ὅτι εἶναι παραδεδομένη εἰς τὰ νεύματα τῆς Ἀγγλίας, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἐκλεγόμενοι διὰ τὸ Στέμμα τῆς Ἑλλάδος Πρίγκιπες δὲν τὸ ἐδέχοντο, φρονοῦντες ὅτι ἡ θέσις των θὰ κρέμαται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς Ἀγγλίας. Αὐτὴ ἡ περίστασις ἠνάγκασε τὸν Ἐρνέστον νὰ μὴ δεχθῇ τὸ Στέμμα, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐστερήθη ἡγεμόνος ὡρίμου καὶ πεπειραμένου περὶ τὴν διοίκησιν, καὶ ἀπαλλάττοντος τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὴν ἀνακτορικὴν ἐπιχορήγησιν· διότι ὁ φιλελληνικώτατος ἀδελφός του Λεοπόλδος τοῦ Βελγίου, προτρέπων αὐτὸν νὰ δεχθῇ, τῷ παρεχώρει καὶ 80,000 λίρας, ἃς ἐλάμβανε κατ’ ἔτος ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ὡς πρώην σύζυγος τῆς βασιλόπαιδος καὶ διαδόχου τοῦ Ἀγγλικοῦ θρόνου. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἐδέχθησαν τὸν Ἑλληνικὸν θρόνον, καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὥριμος ἀνὴρ ὁ Φερδινάνδος τῆς Πορτογαλλίας, καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Δουκὸς τοῦ Βάδεν–Βάδεν, ἔχων καὶ οὗτος ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ προικὸς 500 χιλιάδας τάλληρα. Ὁ δὲ Ναπολέων μαθὼν ὅτι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Συνελεύσει ἀνεπτύχθη ἀφ’ ἑνὸς ἰσχυρὸν κόμμα προτιθέμενον νὰ ἀνακηρύξῃ Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος τὸν υἱὸν τοῦ Ὠμὰλ υἱοῦ τοῦ Φιλίππου τῆς Γαλλίας, ἔχοντος ἐτήσιον εἰσόδημα 10,000,000 φράγκα, ἀφ’ ἑτέρου ἤρξαντο νὰ γεννῶνται καὶ ἰδέαι δημοκρατικαὶ, ἐκάλεσε τὸν ἐν Παρισίοις Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας καὶ τῷ εἶπε: «Γράψον τῷ Παλμεστρῶνι, ὅτι ἀφοῦ ἐδίωξεν ἕνα Βασιλέα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὀφείλει νὰ εὕρῃ ἄλλον, καθόσον οἱ Ἕλληνες ἢ θὰ ἐγκαθιδρύσωσιν ἕνα Βουρβῶνον, ἢ θὰ καθιερώσωσι τὴν Δημοκρατίαν». Τῆς παραγγελίας αὐτῆς λαβὼν γνῶσιν ὁ Παλμεστρών, καὶ συμπεσόντος νὰ ᾖναι ἐν Λονδίνῳ τοῦ Χριστιανοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ του Γεωργίου διὰ τοὺς γάμους τοῦ πρίγκιπος τῆς Οὐαλίας, συνέλαβε τὴν ἰδέαν καὶ προὐκάλεσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ Γεωργίου, ἣν ἐσύστησε στενὰ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ ἀπειλῇ ὅτι ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν ἐγκρίνῃ τὴν ἐκλογὴν του αὐτὴν, αἱ Δυνάμεις παραιτοῦνται τῆς μερίμνης νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα Ἡγεμόνα. Εἰς τοιαύτην δυσμενῆ θέσιν εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ὅτε ἀνεφύη τὸ Διπλωματικὸν ζήτημα τοῦ Σουλιὲ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιεφέροντο ἥ τε Αὐστρία, ἧς ἦτον ὑπήκοος ἡ παθοῦσα ὑποκρίτρια, καὶ ἡ Γαλλία, ἧς ἦτον ὁ ζημιωθεὶς ἐργολάβος τοῦ θεάτρου Σουλιὲ, ἑπομένως ἡ ἐξ 60,000 φράγκων ἀποζημίωσις ἦτον ἐλαφρὰ, χωρὶς τὴν ἐλαχίστην ἄλλην ἠθικὴν ταπείνωσιν, ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἦτο ἐγκαταλελειμμένη τότε ἡ Ἑλλὰς, ὥστε ἡ Τουρκία ἀκόμη τὴν ἐφορολόγησε, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς μεγάλης ἑνδεκαμελοῦς Κυβερνήσεως, 44,000 δραχμὰς, ἃς ἀφεῖλεν ὁ Γρίβας ἀπὸ τοὺς παρὰ τὸν Ἀλφειὸν παραχειμάζοντας σκηνίτας κουτζοβλάχους. Καὶ ἂν ἐνθυμηθῶμεν ἀκόμη ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τοῦ συμβάντος τοῦ Σουλιὲ κατέλαβον τὴν πλατεῖαν τῆς Τραπέζης Ἄγγλοι στρατιῶται λόγῳ ὅτι ἔχουσιν ἐν τῇ Τραπέζῃ ταύτῃ κεφάλαια Ἄγγλοι ὑπήκοοι, ἑπομένως ἦτο τὸ μόνον εὔκολον ἐν ἀντιστάσει κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Αὐστρίας καὶ Γαλλίας νὰ ἴδωμεν ἀποβιβαζομένους εἰς Ἀθήνας ὡς κατόχους τοὺς Αὐστριακοὺς καὶ Γάλλους, διότι τὸ Ἔθνος ἐθεωρεῖτο ὡς διατελοῦν ἐν ἀναρχικῇ καταστάσει, καὶ τοιαύτη ἦτο πραγματικῶς, ὅπως τὸ ἀπέδειξε μετά τινας ἑβδομάδας ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Σουλιὲ ὁ ἐπελθὼν ἐμφύλιος ἐν Ἀθήναις πόλεμος τῆς 19 Ἰουνίου. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Κασιμάτης φρονῇ, ὅτι εὑρισκόμεθα καὶ σήμερον εἰς τὴν παραλελυμένην ἐκείνην ἐποχὴν, τότε ἔχει δίκαιον νὰ θεωρῇ τὴν ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἀτυχῆ λύσιν τῆς μετὰ τοῦ κ. Νίκολσων διπλωματικῆς περιπλοκῆς, ὡς ἐπιδέξιον ἐνέργειαν τοῦ κ. Τρικούπη. Μολονότι δὲν δύναμαι νὰ διαψεύσω ὡς πρὸς τοῦτο τὸν κ. Κασιμάτην, διότι ὡς εἷς τῶν μᾶλλον οἰκείων τοῦ Ὑπουργείου, πιθανὸν νὰ ἀνεκάλυψεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη κατέστησεν ὀλισθηρὰν τὴν θέσιν τοῦ Ἔθνους, ὁμοίαν μ’ ἐκείνην τῆς Μεσοβασιλείας τοῦ 1863· καὶ χειροτέραν μάλιστα, καθόσον, ἂν δὲν εἴχομεν τότε τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, δὲν ἤμεθα ὅμως, ὅπως τώρα, κατεστραμμένοι οἰκονομικῶς. Ἐπείσθητε, πιστεύω, κ. Κασιμάτη, ὅτι αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις, καίτοι μὴ ἔχουσαι τὰ ἰδικά σας φῶτα, ἔλυον πολὺ ἐθνικώτερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον τὰς Διπλωματικὰς διενέξεις, καίτοι εὑρισκόμεναι εἰς δύσκολον θέσιν ἕνεκα δυσμενειῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι ἰσχυρῶν, ὅπερ τώρα δὲν συμβαίνει εὐτυχῶς. Ἑπομένως πρὶν ἢ ἐπικρίνῃ τις ἐπισήμως τὰς πράξεις παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, ὀφείλει νὰ διδάσκηται προηγουμένως τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του. Ὕστερον ἀπὸ τὰς λεπτομερεῖς ἐξηγήσεις, συναδούσας μὲ τὴν λογικὴν, ἅσπερ ἀνεπτύξαμεν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως καὶ ἐγὼ καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀντιπολιτευόμενοι Συνάδελφοι, ἀπεδείχθη ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν διεχειρίσθησαν ἓν τόσον λεπτὸν καὶ σπουδαῖον ζήτημα μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ψυχραιμίαν καὶ πρόνοιαν· τουναντίον, ὡδηγήθησαν εἰς τὰς ἐνεργείες των ὑπὸ πείσματος καὶ μνησικακίας, διαθέσεις, αἵτινες τοὺς κατέδειξαν κατ’ ἀρχὰς μὲν τολμῶντας νὰ ἐκδικηθῶσι, κατόπιν θρασυδείλους καὶ ταπεινωθέντας, καὶ μετ’ αὐτῶν κατεδικάσθη νὰ δειχθῇ δυστυχῶς τοιοῦτο καὶ τὸ Ἔθνος.

§32Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε μέγιστον δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅταν ἐξέφρασεν ἐντεῦθεν τὴν θλῖψίν του ἐπὶ τῇ συζητήσει ταύτῃ. Ἐπὶ τῆς θλίψεως ταύτης ἐξήγησα τὴν ἡμετέραν ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰπὼν ὅτι ἡμεῖς θλιβόμεθα πλειότερον καὶ εἰλικρινέστερον. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐκ τῆς ἀκάρπου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου παρατάσεως τῆς συζητήσεως ταύτης προέκυψεν, εἶναι ὅτι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι σήμερον ἡ θλῖψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπηύξησε. Ναὶ, καὶ μὴ ἀπορῆτε, ἐπηύξησε βεβαίως ἡ θλῖψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν ἤκουσε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπερίμενα παρὰ τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ὃν τιμῶ καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς δημόσιον πρόσωπον, τοῦ ὁποίου γινώσκω καὶ τὴν ἄλλην μὲν παίδευσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν νομικὴν, καὶ τοῦ ὁποίου ἠξεύρω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι εἶναι γεννημένος διὰ τὰ Διπλωματικὰ τῆς Πατρίδος ἡμῶν πράγματα, ἐπερίμενα παρὰ τοῦ κ. Κοντοσταύλου, τοιαύτην ἔχοντος μεγάλην περὶ ἑαυτοῦ ἰδέαν, ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου προσήκουσαν εἰς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου τί ἠκούσαμεν; ἠκούσαμεν ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Πατρίδος δὲν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος, εἰμὴ μόνον ἵνα ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, ὅτι ἂν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν ἀπηυθύναμεν πρὸς αὐτὸν ἐπιτιμήσεις, δὲν θὰ ἀνέβαινεν ἐπὶ τοῦ βήματος. Λυποῦμαι ἂν οὕτως ἐννοῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του ὁ ἀξιότιμος κ. Κοντόσταυλος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ δὲ τῆς ἀπολογίας τοῦ κ. Κοντοσταύλου μίαν μόνον ἔχω λέξιν νὰ εἴπω, τὴν λέξιν ἐκείνην τὴν ἀτυχῆ, τὴν κακόηχον λέξιν, ἥτις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ χείλη ἀνδρὸς νομιζομένου χρηστοῦ, τὴν λέξιν «διεπόμπευσε». Μᾶς εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἐτίμα πάντοτε τὸν Κουμουνδοῦρον, ὅτι σέβεται μάλιστα τὴν μνήμην αὐτοῦ. Καὶ τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο; Τίς δὲ ἤθελε δώσει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ σέβηται ἄνδρα, τὸν ὁποῖον ἐσέβετο ἅπας ὁ Ἑλληνισμός; Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς ἐλέγχοντες, μήπως ἐλέγχοντες καὶ ἐλεγχόμενοι καὶ ἀκούοντες τὰς ἐπικρίσεις, συζητοῦμεν περὶ προσώπων; Κρίνομεν περὶ τῶν πράξεων, καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν πράξεων προσδιορίζει τὴν εὐθύνην τοῦ πράξαντος αὐτάς. Ὅταν λοιπὸν ὁ κ. Κοντόσταυλος εἶπε διὰ τὸν Κουμουνδοῦρον, ὅτι διεπόμπευσε τὴν Ἐθνικὴν τιμὴν, ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν ὕβριν ἐπὶ τῆς πράξεώς του ταύτης. Ἂν ὁ κ. Κοντόσταυλος μετημελήθη, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι μετημελήθη, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ καθαρῶς τὴν μεταμέλειάν του· τοῦτο θὰ τὸν ἐτίμα. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ θλῖψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ηὔξησεν ἐπὶ τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι οὐδὲν ἄλλο ἔκαμεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Κοντόσταυλος ἢ νὰ καταγγείλῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως· καὶ ταῦτα ὁ κ. Τρικούπης βεβαίως τὰ διέκρινεν. Ἰδοὺ δὲ διατί εἶπον ὅ,τι σᾶς ἔκαμε νὰ ἀπορήσητε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ εἶπε μάλιστα ἐν ἐκτάσει, ὅτι ἡ μεταβολὴ ἡ παράδοξος, ἡ μεταβολὴ ἡ φυσικῶς ἀκατανόητος τῆς γνώμης τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπῆλθεν, ἕνεκα τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ ἐντεῦθεν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὁ κ. Νίκολσων, ὅτι ἦτο παρεσκευασμένον ἵνα ἐπιῤῥίψῃ εἰς αὐτὸν πᾶσαν τῶν γενομένων τὴν εὐθύνην. Τοῦτο μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθαρῶς, ἡ σιωπὴ δὲ τοῦ κ. Τρικούπη μαρτυρεῖ ὅτι οὐδὲν προσέθηκα.

§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο.

§34ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ἀναιρεῖ ὁ κ. Τρικούπης ὅ,τι εἶπε. Λυποῦμαι δὲ πλειότερον, διότι ὁ κ. Τρικούπης θέλει ἀναιρέσει αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτὸν τὸν κ. Τρικούπην ἐνώπιον ὑμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπρόκλητος μάλιστα, εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς. Εἶναι ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, κατακεχωρισμένα δὲ εἰς τὸ στόμα τῆς ἀληθείας τῆς κρατούσης φατρίας τὴν «Ὥραν». (Ἀναγινώσκει). «Ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας δὲν ἐθεώρησε τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην ἐπαρκῆ, ἰδίως δὲν ἐθεώρησεν ἱκανοποιοῦσαν αὐτὸν τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ἐν τῇ διαταγῇ περὶ φυλακίσεως καὶ περὶ ἀποπομπῆς τοῦ χωροφύλακος· ἡ αἰτιολογία ἐκείνη δὲν ἐποιεῖτο μνείαν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ, καὶ ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων ἦτο Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἐπιτετραμμένος εἶχε καταλείπει τὸ μέρος τὸ ἀπηγορευμένον καὶ εἶχε καταβῆ εἰς τὴν ὁδὸν, ἐξηκολούθησε προσβάλλων αὐτόν. Ταύτην τὴν παράλειψιν ἐθεώρησεν ὡς ἐπιῤῥίπτουσαν εἰς αὐτὸν ἐν μέρει τὸ ἄδικον, ἐνῷ, ἂν ἀνεφέρετο ἐν τῇ διαταγῇ ὅτι ἐξηκολούθησεν ὁ χωροφύλαξ.......» κλπ. Λοιπὸν εἶπεν ἢ δὲν εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης ἐπὶ λέξει, ὅτι ἐθεώρησεν ὁ κ. Νίκολσων τὴν διαταγὴν ὡς ἐπιῤῥίπτουσαν εἰς αὐτὸν ἐν μέρει τὸ ἄδικον;

§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε ὀλίγας γραμμὰς ἀκόμη διὰ νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὸ συμπέρασμα;

§36ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· (ἀναγινώσκει). «Ἂν ἀνεφέρετο ἐν τῇ διαταγῇ, ὅτι ἐξηκολούθησεν ὁ χωροφύλαξ τὴν προσβολὴν καὶ ἀφοῦ ἔμαθεν, ὅτι ἦτο Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀφοῦ ἀπεχώρησεν ἀπὸ τοῦ ἀπηγορευμένου ἐδάφους, τὸ ἔγκλημα θὰ ἦτον ἐναργές· προσέτι ἄρα ἐζήτησε διὰ νεωτέρας αὐτῷ ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς, ὅπως ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργείου γένηται ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἐνώπιον ἁπάσης τῆς ἐν τῇ Πρωτευούσῃ Χωροφυλακῆς, ὅπως παρίσταται κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ὁ Πρόξενος τῆς Ἀγγλίας, ὅπως ἀνακρούσῃ ἡ μουσικὴ τὸ Ἀγγλικὸν ᾆσμα καὶ ὅπως παρουσιάσῃ ὅπλα ἡ Χωροφυλακὴ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν». Ἤλπιζον ὅτι ἐπὶ τούτου τοὐλάχιστον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἠμφισβήτει τόσον εὐθαρσῶς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου λεχθέντα ἐνώπιον τοιούτου ἀκροατηρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν περιωρίσθη νὰ διαψεύσῃ τὸν προϊστάμενόν του, ἐπέτεινε συγχρόνως τὴν ὕβριν, τὴν ἔλλειψιν ἁβρότητος πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ὅταν ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν οὕτω λαλοῦντος, ἐνεθυμήθην τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρέθη ἐν ᾗ στιγμῇ παρεβάλλοντο παρ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὰ δύω ἐκεῖνα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐνόμισα ὅτι μένεα ἴσως ἔπνεε κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ περιπλέξῃ ἔτι μᾶλλον τὴν καὶ ἤδη οὐχὶ εὐάρεστον θέσιν αὐτοῦ. Ἐπέτεινε λοιπὸν τὴν ὕβριν κατὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, εἰπὼν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων δὲν ἐγίνωσκεν, ὅταν κατὰ πρῶτον εἶδε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, πόσον ἤξιζεν ἡ Ἀγγλικὴ τιμὴ, εἶπεν ὅτι ἐζήτησε τόσον ὀλίγον, διότι οὕτως εἶχε ζυγίσει τότε τὴν Ἀγγλικὴν τιμήν. Ἀλλ’ ὅταν ἔμεινε μόνος καὶ ἐσκέφθη, καὶ ἐζύγισεν ἐκ νέου ἐν ἡσυχίᾳ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος του, τότε ἐζήτησε τὸ περιπλέον. Ἀλλ’ αὐτὰ, κ. Βουλευταὶ, εἶναι ἀνάξια οὐχὶ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ τῆς κοινοτέρας αἰθούσης. Ἂν τοιοῦτος εἶναι ὁ κ. Νίκολσων, ἂν τοιοῦτοι εἶναι οἱ Ἀντιπρόσωποι τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ποίαν ἰδέαν ἆρά γε ὁδηγεῖ ἡμᾶς νὰ σχηματίσωμεν ὁ κ. Κοντόσταυλος περὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; Ἤλεγξεν ἡμᾶς προσέτι ὁ κ. Κοντόσταυλος, διατί μεταξὺ τῶν τόσων ἄλλων ἀποριῶν, τὰς ὁποίας προεβάλομεν, δὲν προεβάλομεν τὴν σπουδαιοτέραν κατ’ αὐτὸν—ἀνικροῦσαν ὅμως ὅ,τι πρὸ μικροῦ εἶπε περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς ὁ κ. Νίκολσων ἐγένετο ἀπαιτητικώτερος — τὴν σπουδαιοτέραν, εἶπε, πασῶν. Ποία δὲ εἶναι αὕτη; Διατί δὲν ἐξεφράσαμεν τὴν ἀπορίαν, μήπως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἡ διατάξασα ὅ,τι ὁ κ. Νίκολσων ἐζήτησε τελευταῖον, καὶ ἑπομένως μήπως ἡ μεταβολὴ ἐπῆλθε συνεπείᾳ ῥητῆς διαταγῆς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἦτο τόσῳ ἐνθουσιασμένος ὁ κ. Κοντόσταυλος ἐπὶ τῇ στενοχωρίᾳ, εἰς ἣν μᾶς περιήγαγε, ὥστε αὐτὸς, ὁ τόσῳ ἤρεμος, ἀπετάθη πρὸς ἡμᾶς δι’ ἀποστροφῆς, καὶ εἶπε: διατί λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀπορίαν δὲν τὴν ὑπεβάλατε; Δὲν εἶναι, κατὰ δυστυχίαν, ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος κ. Κοντόσταυλος, διὰ νὰ ἀκούσῃ ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν του. Δὲν ὑπεθέσαμεν τοῦτο, διότι δὲν μᾶς ἀφῆκε νὰ ὑποθέσωμεν αὐτὸ ἡ καθαρὰ, ἡ ἀνεπίδεκτος πάσης ἀμφιβολίας ὁμολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον, ἤθελον προσθέσει πρὸς τὸν κ. Κοντόσταυλον, σκληρότατα ἀπεφασίσατε ἀπόψε νὰ τιμωρήσητε, διαψεύδοντες αὐτὸν κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔσπευσε νὰ δώσῃ τὴν ζητηθεῖσαν ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις «ἤθελεν ἐγκρίνει» τὴν ὑπερβολικὴν αἴτησιν τοῦ Ἐκτάκτου Ἀπεσταλμένου.

§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βέβαια.

§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω ἓν βέβαια περὶ ἐκείνου ὅπερ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετον ὅλως τούτου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ περὶ τούτου πρόκειται. Ὥστε δὲν εἶχον ἄδικον, ὅταν ἐλέγχων τὴν ἀντίφασιν τῶν δύω ἐκείνων ἐγγράφων ἠρώτησα τοὺς δύω συναδέλφους, ἐὰν δὲν βλέπωνται, ἂν δὲν ἦναι συνάδελφοι, ἀλλὰ ἐχθροί. Τοῦτο ἐπιστοποίησεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Κοντόσταυλος πρὸ μικροῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Κοντόσταυλος φρονεῖ ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ὅ,τι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καὶ ὅ,τι καὶ ἡμεῖς παραδεχόμεθα, ἤτοι, ὅτι συμφερώτερον θὰ ἦτο διὰ τὰ μεγάλα τῆς Πατρίδος συμφέροντα νὰ μὴ ἐγίνετο ἡ συζήτησις αὕτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεναντίας ῥητῶς εἶπεν ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων θιγόντων ἀμέσως τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Πατρίδος, εἶναι ἀναγκαῖον μάλιστα νὰ γίνεται συζήτησις, ἤλεγξε μόνον ἡμᾶς ὅτι δὲν περιωρίσθημεν ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συζητήσεως ὅπως ἐκεῖνος τοὺς ἐννοεῖ χωρὶς κἂν καὶ νὰ τοὺς ἐξηγήσῃ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὀνομάζει ὑπερβολικὴν τὴν ἀπαίτησιν ἐκείνην, καὶ ἐνῷ ὁμολογεῖ οὕτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέκυψεν εἰς πρᾶξιν προσβάλλουσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς χώρας, παραδόξως φαίνεται φρονῶν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ἐπὶ τούτῳ χειροκροτημάτων, ἐπαίνων καὶ ἐπιδοκιμασιῶν. Ἀλλ’ εἰς τοιαῦτα τί ν’ ἀπαντήσῃ τις; Δυστυχῶς τὰ ζητήματα, ἅπερ ἀνάγονται εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον, ἐπιπολαίως μόνον ἔθιξε, καὶ συμφέρει μάλιστα εἰς τὸν κ. Κοντόσταυλον νὰ εἴπω ὅτι οὐδόλως εἰσῆλθεν εἰς αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἐξετάζονται οὕτω: τοιαῦτα ζητήματα παρεντιθέμενα ἐν μέσῳ τῶν χειλέων ἑνὸς Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν ἀναλύονται καὶ ἀνατέμνονται μέχρι τῶν ἐγκάτων αὐτῶν. Ὁ κ. Κοντόσταυλος ἠθέλησε νὰ ἀναιρέσῃ ὅ,τι ἡμεῖς εἴπομεν ἀναγινώσκοντες κείμενα διασήμων συγγραφέων, ὅτι αἱ Διπλωματικαὶ ἀξιώσεις δὲν ἐγείρονται ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ προσβολὴ δὲν ἐγένετο ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἰδιότητι τοῦ προσβληθέντος· αὐτὸ τὸ γράφουσι καθαρῶς καὶ ἐπὶ λέξεσιν ὅλοι οἱ περὶ Διεθνοῦς Δικαίου συγγράψαντες. Ἀλλ’ ἐὰν περιωρίζετο εἰς τοῦτο ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἤθελον εἴπει, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον. Ἀλλ’ εἶπε προσέτι ἀνακριβῶς, ὅτι ἡμεῖς διετάθημεν ἐντεῦθεν—καὶ δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀνόματι πάντων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἤκουσα πάντας—ὅτι ὁ κ. Νίκολσων προσεβλήθη ἐν περιστάσει ἰδιωτικῇ. Οὐδεὶς εἶπε τοιοῦτόν τι· ἀπηντήσαμεν μόνον εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ δικαιώματος δῆθεν τοῦ παθόντος, ἦτο δὲ ὡραία ἡ ἔκφρασις πρὸς χαρακτηρισμὸν τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ νὰ προσδιορίζῃ τὸ εἶδος τῆς ἱκανοποιήσεως αὐτοῦ, καὶ πρὸς ἀναίρεσιν τούτου ἀντετάξαμεν τὰς ρήσεις τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων προσεβλήθη ὡς ἰδιώτης· τὸ εἶπεν ὅμως κατὰ δυστυχίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ εἶπε μάλιστα διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χαρακτηρίσω. Αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτῆς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Νίκολσων εἰσῆλθεν εἰς τόπον αὐστηρῶς ἀπηγορευμένον, ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ λέξει τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην διαταγὴν, λέγει ῥητῶς, ὡς νὰ ἦτο ἐντεταλμένος ὁ γράψας τοῦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐχὶ ὁ κ. Νίκολσων, ἀλλὰ πᾶς ὅστις, μέχρι Βασιλέως ἴσως, εἰσήρχετο εἰς τὸν πευκῶνα, θὰ ἀπεδιώκετο ἐκεῖθεν, διότι αὐστηρὰν διαταγὴν εἶχεν ὁ χωροφύλαξ Καλποῦζος, λέγει τὸ Ὑπουργικὸν ἔγγραφον, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν εἴσοδον εἰς οὐδένα ἀνεξαιρέτως. Ἐὰν εἰς τοιοῦτον τόπον ἀπηγορευμένον εὑρέθη ὁ κ. Νίκολσων, δὲν παρεβίασεν ἆρά γε διάταξιν τῶν νόμων τῆς Πολιτείας παρ’ ᾗ ἑδρεύει καὶ δὲν περιέπεσεν εἰς ἐκεῖνο ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θὰ ἀφῄρει πᾶν δικαίωμα ἱκανοποιήσεως καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Κυβέρνησίν του; Διατί τοῦτο τὸ ἐγράψατε; Ποίου δαίμονος ἔμπνευσις ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοιούτου ἐγγράφου; Διατί δὲ εἴπατε προσέτι σαφῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐκακοποίησεν ἄγνωστον εἰς αὐτὸν ἄνθρωπον; Διατί ῥητῶς καὶ διὰ τρόπου οὐχὶ βεβαίως ἁβρόφρονος διεψεύσατε ἐπίσημον ἔγγραφον κατατεθὲν ὑμῖν ἐν εἴδει παραπόνου καὶ διηγήσεως τῶν εἰς αὐτὸν συμβάντων παρὰ τοῦ κ. Νίκολσων; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς, ὡς καὶ προχθὲς ἐξήγησα διὰ μακρῶν, οὐχὶ μόνον ὁ κύριος Νίκολσων, ἀλλὰ πᾶς ὅστις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς ὁμοίαν περίστασιν, ἤθελε μεταβάλει γνώμην οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ τὸ μετριώτερον, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ ἄγριον. Ἐὰν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἱκανοποίησιν, ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του ὑπὸ τοῦ κ. Νίκολσων, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελε βεβαίως παύσει τοιοῦτον ὑπάλληλον. Αὐτὸ ἤθελε πράξει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἴπῃ καὶ ὄχι ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Δὲν λέγεται, κύριε Κοντόσταυλε, περὶ Κυβερνήσεων καὶ πρὸ πάντων περὶ τῆς Ἀγγλικῆς, ὅτι, καίτοι μὴ ἐπιδοκιμάζουσα τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀντιπροσώπου αὐτῆς, ἐπιδοκιμάζει ὅμως πρὸς βλάβην τῶν ἄλλων τὰς πράξεις αὐτοῦ. Μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι εἶναι γνωστὸν, ὅτι μάλιστα αὐτὴ ἡ φήμη ἡ ὡραία περὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἶναι πασίγνωστος, ὅτι ἐν περιπτώσεσι τοιαύταις ἐγκρίνει ὅσον δήποτε παράβολον πρᾶξιν τοῦ Ἀντιπροσώπου αὐτῆς, καὶ ἀφοῦ ἐπιβληθῇ εἰς τὰ ἀσθενέστερα Κράτη, τότε μεταθέτει, ἀνακαλεῖ ἢ παύει τοὺς παρεκτραπέντας ὑπαλλήλους της! Αὐτὰ εἶναι τεχνάσματα, ἅπερ Κυβέρνησις σεβομένη ἑαυτὴν δὲν δύναται νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τυχόν ποτε ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς Κυβέρνησίς τις ἔπραξεν οὕτως ἀναξίως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα περὶ Κυβερνήσεως ἐξευγενισμένου Ἔθνους. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶπέ τι πλειότερον, τὶ καινότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, προσθέτω ὅμως τοῦτο, ὅτι ἐὰν ᾐσθάνθη αὐτὸς θλῖψιν ἐπὶ τῷ γεγονότι, ὅπερ ὀνομάζει ὑπερβολικὸν, ὁ Τόπος ᾐσθάνθη βαθυτάτην πικρίαν, καὶ ᾐσθάνθη βαθυτάτην πικρίαν, διότι τὸ ζήτημα δὲν κεῖται ἐκεῖ ἐν τοῖς τελεσθεῖσιν ἐπὶ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος, κεῖται ἐν τῇ ἰδέᾳ, τὴν ὁποίαν τὰ τελεσθέντα ἐκεῖνα ἐκπροσωποῦσι. Τοιαῦτα μέτρα—καὶ προκαλῶ πάντας νὰ μοὶ φέρωσιν ἓν παράδειγμα ἀντίθετον—τοιαῦτα μέτρα δημοσίας πομπῆς δὲν λαμβάνονται κατ’ Ἐθνῶν, ἅπερ εἶναι παραδεδεγμένα ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ οἰκογενείᾳ ὡς Ἔθνη εὐνομούμενα. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι Ἔθνος εὐνομούμενον καὶ ὡς τοιοῦτον ἔχει τὸ δικαίωμα, ἵνα θεωρῶνται οἱ Νόμοι αὐτῆς ὡς οἱ Νόμοι πάντων τῶν ἄλλων εὐνομουμένων Κρατῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ ἡ Ἀγγλία τοὺς Νόμους τοὺς Ἑλληνικοὺς ὡς Νόμους Ἀγγλικοὺς καὶ ἐπὶ τοῖς ὅροις τούτοις εἶναι εἰσηγμένη εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν, καὶ ἐπὶ τοῖς ὅροις τούτοις ἔχει σχέσεις φιλικὰς πρὸς τὰ ἄλλα Ἔθνη. Capitulations δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι· οἱ Νόμοι οἱ Ἑλληνικοὶ εἶναι Νόμοι ἐπιστημονικῶς καὶ πολιτικῶς ὀρθοὶ, καὶ μόνον τῶν Νόμων τούτων ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ ἐγγυᾶται καὶ πρὸς τοὺς ξένους, οἵτινες μάλιστα ὑπὸ τῶν Νόμων τούτων διέπονται πλὴν εἰδικῶν, ἐλαχίστων περιπτώσεων ἑτεροδικίας, τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν, τὴν τιμὴν αὐτῶν, τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἡ δὲ ἄμεσος καὶ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τῶν Νόμων τούτων εἶναι ἡ μόνη ὀφειλομένη ἱκανοποίησις. Τὸ γεγονὸς τοῦ Καλπούζου εἶναι γεγονὸς δυσάρεστον, εἶναι γεγονὸς βάρβαρον, βάναυσον, ἀποδοκιμαστέον, ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς συνηθέστατον, οὐχὶ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα Ἔθνη πολλῷ ἡμῶν ἀρχαιότερα εἰς τὸν πολιτισμόν. Τούτου οὕτως ἔχοντος, μόνον κατὰ τοῦ Καλπούζου ἠδύνατο νὰ ἐξεγερθῇ ἡ ἀγανάκτησις τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Πολιτείαν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, καὶ μόνον κατ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἐπιπέσῃ ἡ ὀργὴ αὐτῶν καὶ ἡ δύναμις καὶ τὸ βάρος τῶν Νόμων. Ἡ δυστυχὴς Ἑλλὰς τί ἔπραξε; Καὶ ὅτι ἡ γνώμη μου, ἥτις εἶναι γνώμη πάντων ὅσοι καὶ ἐσκέφθησαν, καὶ ἔγραψαν, καὶ ὡμίλησαν περὶ τοῦ Ἀλληλεθνοῦς Δικαίου, εἶναι ὀρθὴ, τὸ ἀπέδειξεν ἐν τῇ φυσικῇ αὐτοῦ συναισθήσει τοῦ δικαίου καὶ τῷ σεβασμῷ του πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρετανίας. Οὐδὲν ἄλλο ἐζήτησεν ἐκεῖνος ἐν ἀρχῇ ἢ τὴν αὐστηρὰν κατὰ τὸν Νόμον τιμωρίαν, καὶ παρεκάλεσε μάλιστα, ὡς ῥητῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ μὴ γείνῃ περὶ τούτου δημοσία τις πρᾶξις, νὰ μὴ γείνῃ θόρυβος. Τὰ τελεσθέντα λοιπὸν ἔχουσιν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ μεμονωμένη αὕτη πρᾶξις ἑνὸς ἀτόμου, ὅπερ προσβαλὸν τὸν Ἀντιπρόσωπον ξένης Δυνάμεως, εἶναι ὑπόλογον πρὸς τὴν πατρίδα αὐτοῦ, ἐθεωρήθη ἐν ἀλληλεγγύῃ μεθ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους. Ἐν ἀλληλεγγύῃ μεθ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους κρίνονται αἱ πράξεις τοῦ ἀτόμου ἢ ὅταν ἦναι βεβαιωμένη ἡ πρὸς τὸ κακοποιεῖν τάσις τόπου τινὸς, ἢ ὅταν πρόκηται περὶ Ἔθνους μὴ εἰσηγμένου εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν, ἑπομένως βαρβάρου. Ἰδοὺ διατί ἐθλίβη ὁλόκληρος ὁ τόπος. Τοιοῦτον μέτρον ἱκανοποιήσεως, ζητηθείσης ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι μοναδικόν. Ἐὰν μᾶς ἐπέβαλον ἀποζημίωσιν ὑλικὴν, ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν, ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τὴν θεωρήσωμεν δικαίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν θεωρήσωμεν ἀνεκτήν· ἀλλὰ νὰ μᾶς ἐπιβάλωσι διαπόμπευσιν, ταύτην μόνον κατὰ τῶν Ζουλοῦ ἢ τῶν Κάφρων ἢ τῶν Ἀράβων δύναται Ἔθνος ἐξευγενισμένον νὰ ἐπιβάλῃ. Ὥστε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἀγανακτῶμεν, ἀγανακτῶμεν δικαίως, διότι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ πονοῦμεν, διότι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ ἔχομεν εὔθικτον τὴν Ἑλληνικὴν φιλοτιμίαν. Διὰ τοῦτο μάλιστα σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, διὰ τοῦτο σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ πάντες οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι λυπούμεθα ἐπὶ τῇ συζητήσει ταύτῃ καὶ θέλομεν νὰ δοθῇ ὡς οἷόν τε πέρας εἰς αὐτήν· ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς θέλωμεν νὰ δοθῇ πέρας εἰς αὐτὴν, ἠστόχησαν βεβαίως οἱ σκεφθέντες νὰ προβάλωσιν ἐντεῦθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀπαντήσῃ ἐκ νέου, καὶ ὄχι μόνον ἀστόχως ἐσκέφθησαν, ἀλλὰ καὶ κατέστησαν προφανεστέραν τὴν ἀσυμφωνίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκείνου μὲν εἰπόντος χθὲς ὅτι, θεωρῶν τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπιβλαβῆ, περιωρίσθη εἰς ὅσα εἶπε καὶ δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ ὁμιλήσῃ αὖθις—ὅταν δὲ τοῦτο λέγῃ ὁ Πρωθυπουργὸς, τὸ λέγει βεβαίως σύμπασα ἡ Κυβέρνησις—τούτου δὲ λαβόντος ἀπροσδοκήτως τὸν λόγον σήμερον. Ἡμεῖς ὅμως ἐπιθυμοῦμεν νὰ λήξῃ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ λήξῃ ἀναλόγως τῆς σοβαρότητος τῆς Βουλῆς, ἀναλόγως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους, ὅπερ ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύει, ἀναλόγως τῆς εὐλαβείας, ἣν ὀφείλει αὕτη νὰ ἀποδείξῃ πρὸς μεγάλην, φίλην καὶ εὐεργέτιδα Δύναμιν, ἀναλόγως ὅμως καὶ τοῦ τὰς καρδίας ἡμῶν συμπάντων, συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων, κατέχοντος αἰσθήματος. Ἰδοὺ διατί φρονοῦμεν ἡμεῖς οἱ ἐν Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι δὲν δύναται, δὲν συμφέρει, δὲν συμφέρει πρὸ πάντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταλήξῃ ἡ Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν. Δὲν συμφέρει νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν οὐχὶ διὰ τὸν ταπεινὸν λόγον τῆς καταμετρήσεως τῶν ἀριθμῶν—ψηφοφορίαν πρὸς τοῦτο ἐν πάσῃ στιγμῇ δύναται καὶ Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις νὰ προκαλέσῃ, ἑπομένως λογικῶς δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ ἡμῖν τοιοῦτος σκοπός—ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ τοιαύτη ψηφοφορία καὶ διὰ τοὺς λόγους μὲν ἐκείνους, οἵτινες ἐνδιαφέρουσι τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἁπάντων, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὴν θέσιν τὴν ἀξιοπρεπῆ, τὴν σπουδαίαν, τὴν σοβαρὰν, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον ὀφείλει νὰ τηρήσῃ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Τί σημαίνει ἡ ψηφοφορία; ἡ ψηφοφορία σημαίνει διαίρεσιν γνωμῶν, ἀντίθεσιν μάλιστα γνωμῶν· φρονοῦμεν ὅμως ἡμεῖς ἀντιθέτως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; οὐχί. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπεν ἐντεῦθεν καὶ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν θεωρεῖ ὑπερβολικήν. Ἐξήγησα δὲ προχθὲς ὅτι ὑπερβολικὴ σημαίνει ταπεινωτική, καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν τὸ αὐτό· ἀλλὰ φρονοῦμεν ἡμεῖς περιπλέον, ὅτι αὕτη ἡ ταπεινωτικὴ ἱκανοποίησις δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν ὑποδεεστέραν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν περὶ τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἡ Ἀγγλία, δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ τερατῶδες τῆς πράξεως, τὸ ὁποῖον, ὡς τερατῶδες, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀντανάκλασιν καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν, ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον, διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ χωρισθῶσιν· ἐὰν ψηφίσωμεν κατὰ τοῦ αἰτίου, ὅπερ εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, συμψηφοφοροῦμεν καὶ κατὰ τοῦ ἀποτελέσματος, ὅπερ εἶναι ἡ ταπείνωσις. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρνησις, οὕτω μάλιστα εὐγενῶς προκαλουμένη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἐλαττώσῃ διὰ μιᾶς τοιαύτης ψηφοφορίας τὴν σημασίαν, τὴν ἐξ ὑποκειμένου διὰ τὸν ἱκανοποιηθέντα Ἐπιτετραμμένον καὶ τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος, τῆς δοθείσης ἱκανοποιήσεως. Οὐδεμία θὰ προστεθῇ ὠφέλεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ψηφοφορίας, ἥν, ὡς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἀπόψε εἰς ἕτερον ζήτημα δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν, ἐνῷ ἡ βλάβη, ἡ ἐξ αὐτῆς διά τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἔθνος εἶναι προφανής. Ἰδοὺ διὰ τίνας λόγους πρὸς ὑμᾶς μὲν, κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας, λέγομεν νὰ μὴ δεχθῆτε, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ἐξορκίζομεν ἐπὶ τῷ καθήκοντι αὐτῆς νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ ψηφοφορίαν. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς μειονοψηφίας— δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα βεβαίως ἐν ὀνόματι οὐδενὸς νὰ ὁμιλῶ, ἀλλ’ ἔχω τὸ καθῆκον νὰ γινώσκω τὴν φιλοπατρίαν πάντων—ἐλπίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει συμμερισθῆ τὴν γνώμην ταύτην, δύναμαι δὲ νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν θέλουσι δράξει μάλιστα καὶ οἱ συνάδελφοι οἱ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτῆς πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἂς συλλογισθῇ, ὅτι ἐὰν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη, ἐὰν εἶχε τὸ πρὸς τοῦτο θάῤῥος, τὸ εἶχε, διότι κατὰ τὸ Πολίτευμα ἡμῶν, ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑποστηριζομένη Συνταγματικὴ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει ἐν πάσῃ στιγμῇ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον καὶ διαχειρίζεται ὑπὸ τὴν εὐθύνην μὲν αὐτῆς, ἀλλ’ ἄνευ περιορισμοῦ, πλὴν τῶν ὑπὸ τῶν Νόμων τοῦ Κράτους ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων ἐπιβαλλομένων, τὴν τιμὴν αὐτοῦ, τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, τὸ παρὸν αὐτοῦ, τὸ μέλλον αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐπεθύμουν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ἀπήντησεν ἐπαρκῶς, δὲν νομίζω καλὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου· νομίζω ὅμως ὅτι δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὸ συμπέρασμά μου, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἔπρεπε νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, ἀλλ’ οὐδὲ εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζήτησις, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως ἤθελον προσβληθῆ τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐκφράζω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν βαθυτάτην λύπην μου ἐπὶ τῷ συμβάντι, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν ἡ Κυβέρνησις ἐκ καθαρᾶς φιλαρχίας προεκάλεσε τὴν λυπηρὰν σκηνὴν, τὴν τελεσθεῖσαν πρό τινων ἡμερῶν ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, καὶ διότι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ βία, μετὰ σπουδῆς ὑπερεθεμάτισεν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας, ἀφήσασα ὄπισθέν της κάκιστον προηγούμενον. Ἀλλ’ ἰδίως ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι ἡ Κυβέρνησις Συνταγματικοῦ Κράτους ἐτόλμησε παρὰ τὰ νόμιμα καὶ τὰ ἔθιμα νὰ διαπραγματευθῇ ὑπόθεσιν, τὴν τόσῳ σοβαρὰν, δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε πρὸς ὑπεράσπισίν της, ἀλλὰ δὲν προσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς παραβιάσεως τοῦ ἀποῤῥήτου τῆς ἐπιστολῆς, καὶ διότι οὕτω καθιέρωσε κάκιστον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκθέσῃ μέγιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Συμφωνῶ δὲ καὶ μὲ τὸ συμπέρασμα τῶν πρὸ ἐμοῦ προλαλησάντων, ὅτι ψηφοφορία δὲν εἶναι καλὴ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, δὲν εἶναι σκόπιμος. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι θέλουσι πραγματωθῆ αἱ ἐλπίδες αὐτοῦ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὑπείκουσα εἰς τὴν φωνὴν τοῦ καθήκοντος, δὲν θέλει προκαλέσει ψηφοφορίαν· διότι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν διακόψας με εἶπεν, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην δι’ ἣν ἔπραξε πρᾶξιν· ἔλεγε δὲ ταῦτα, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὄπισθεν αὐτοῦ ἔχει τὴν πλειοψηφίαν καὶ ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα δύναται νὰ λύσῃ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ. Προβλέπω, εὔχομαι δὲ νὰ πλανῶμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς θέλει ὑποβάλει πρότασιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αἱ συνέπειαι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι δεχθῆ τοιαύτην πρότασιν, οὐδόλως δὲ δύνανται νὰ βαρύνωσι καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς διαμαρτυρομένη κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως, καὶ ἥτις ὑπέδειξεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφοφορίας. Ἀδιάφορον δὲ ἐὰν ὁ ἀριθμὸς θελήσῃ καὶ πάλιν ν’ ἀμνηστεύσῃ τὰ τελεσθέντα. Ἡ εὐθύνη ἂς πέσῃ ἐπὶ τῶν ὑπευθύνων.

§40ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ Κοινοβουλευτικὴν τὴν τακτικὴν, ἣν ἠκούσατε; Εἶναι Κοινοβουλευτικὸν νὰ ἐγείρῃ μερὶς ἀντιπολιτευομένη τὸ Ὑπουργεῖον κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ διὰ γεγονὸς λυπηρὸν, νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἡμέρας ὅλας, καὶ ἔπειτα νὰ λέγῃ: Σεῖς μὲν εἶσθε ἔνοχοι, ἐγὼ ὅμως δὲν ζητῶ γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου ἔστω καὶ ἀπωτάτην ἐπὶ τούτου; Ὁ χαρακτὴρ, ὁ δοθεὶς εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἡ ἀποπειρωμένη λύσις ὑπὸ τοῦ εἰσηγησαμένου τὴν ἐπερώτησιν κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας εἶναι τοσούτῳ κατάκριτος, ὥστε ἤθελε παραβῆ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ὅστις δυνάμενος δὲν κατέκρινεν αὐτήν. Ἴσως ἔδει λῆξις τῆς συζητήσεως νὰ ἦναι ἡ ἀποδοκιμασία αὐτῆς. Τίς προεκάλεσε δὲ τὴν συζήτησιν, ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτής; Δὲν εἶναι αὐτὸς ὅστις διὰ τῆς μακρᾶς καὶ μεμελετημένως παρεσκευασμένης ἐπερωτήσεως ἔσυρεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον μόνον ἐξηγήσεις ἠδύναντο νὰ ζητηθῶσι καὶ μετ’ αὐτὰς νὰ παύσῃ; Δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ὅστις μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μετὰ τὴν ἁπλῶς ἀφηγηματικὴν αὐτοῦ ὁμιλίαν, τὴν οὐδόλως προκλητικὴν συζητήσεως, δὲν εἶναι ὁ κ. Εἰσηγητὴς αὐτὸς ὅστις, ἐπωφελούμενος ἀπαντήσεως δῆθεν πρὸς τὴν διήγησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, κατήρξατο τῆς ἐπιθετικῆς ταύτης συζητήσεως; Δὲν παρέτεινεν αὐτὴν, ἀλλεπαλλήλως ὁμιλήσας; Καὶ αὐτὸς ζητεῖ σήμερον νὰ καταλήξῃ τοιαύτη συζήτησις ἄνευ ψηφοφορίας! Ἐπὶ πέντε ἤδη συνεδριάσεις οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν, ἢ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων, ἥκιστα τιμώντων τὸν λέγοντα, νὰ κατηγορῇ αὐτοῦ. Παρέστησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς Πατρίδος του μνησικάκως ἔχοντα πρὸς τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας καὶ διὰ τοῦτο ἀνεχθέντα τὴν προσβολὴν αὐτοῦ. Παρέστησεν αὐτὸν ὡς ἐξυβρίσαντα τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας, διὰ τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τὸ πρῶτον καὶ εἶτα διὰ τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀφηγήσεως τοῦ γεγονότος. Ἀκόμη δὲ πρὸ ὀλίγου δὲν ἠκούσατε; Δὲν σᾶς ἔλεγεν αὖθις ὅτι ἐξύβρισεν αὐτὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργός! (εὖγε, εὖγε). Καὶ μεθ’ ὅλον τὸ πατριωτικὸν αὐτὸ ἔργον, σᾶς ζητοῦσι ν’ ἀφήσητε τὴν συζήτησιν, ἵνα πάλιν ἂν δυνηθῶσιν ὑπηρετήσωσι τὸν τόπον, καθ’ ὅμοιον τρόπον, διὰ τοῦ ἰδίου θέματος! Ἐζήτησε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσαγάγῃ αὕτη τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος ἠξίωσε τὴν ἱκανοποίησιν τὴν δοθεῖσαν, διὰ τῆς ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς ἀναγνώσεως τῆς τιμωρούσης τὸν Καλποῦζον διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐθεώρησεν αὐτὸ σπουδαιοτάτην ἀφετηρίαν ἐπιθέσεως. Ἐπὶ τούτου ἠκούσατε πολλοὺς ὁμιλήσαντας καὶ παντοῖα εἰπόντας ἐπὶ τῆς φύσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου. Ἐζήτησεν ἄρα αὐτὸ ὁ Εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως, διότι τῷ ἐχρησίμευεν ἵνα μάθῃ ἂν τῷ ὄντι ἐζήτησε τοιαύτην ἱκανοποίησιν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος; ὄχι. Τὸ ἐζήτησε, διότι εἴξευρεν ἴσως, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προσαχθῇ τὸ ἔγγραφον, καὶ ἐπὶ τῇ ἀρνήσει ἐπεζήτει, ὡς ἤθελε, νὰ ἱδρύσῃ κατηγορίαν, ἐπὶ εἰκασιῶν καὶ φανταστικῶν παραβάσεων στηριζομένων τοῦτο καὶ ἔπραξεν. Ἐπιληφθεὶς τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι ἰδιωτικὸν, καὶ εὑρὼν ἐν τούτῳ στάδιον εὐρὺ εἰς ἐξ ὑποθέσεων κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου....

§41Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ λέγονται μόνον εἰς τὰ δικαστήρια.

§42ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λησμονεῖτε ὅτι ἡ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἠθικὴ εἶναι ἂν μὴ στενοτέρα, ἴση ὅμως πρὸς τὴν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου; Ἀγνοεῖ ὁ διακόψας ὅτι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ λεχθῇ ἐπὶ Δικαστηρίου, ἄριστα δύναται νὰ ῥηθῇ καὶ ἐδῶ; (εὖγε). Ἦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσαγωγὴν τῆς ἐπιστολῆς, ἢ τῶν ἐπιστολῶν, ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐνέδωκεν εἰς ἔγγραφον αἴτησιν, γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ δὲν προῆλθεν εἰς τὴν δοθεῖσαν ἱκανοποίησιν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας. Δὲν ἤρκει ἡ τοιαύτη ἐπίσημος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δήλωσις; Τί ἐχρησίμευε πλέον τὸ ἔγγραφον διὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐζητήθη ἡ ἱκανοποίησις καὶ δὲν ἐδόθη ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργείου; Ἠδύνατο πλέον ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ αἴτησις; ὄχι βέβαια. Καὶ ἰδοὺ, διατί εἶπον, ὅτι ἐζητήθη τὸ ἔγγραφον, ὄχι ἵνα προσαχθῇ, ἀλλ’ ἵνα μὴ προσαχθῇ. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε ἐκ τῆς σαθρότητος τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ζητούντων τὸ ἔγγραφον, περὶ τοῦ ἀδικαιολογήτου τῆς αἰτήσεως αὐτῶν, σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν ἄτοπον ἀντίφασιν, εἰς ἣν περιέστη ἐπὶ τούτου ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Σᾶς εἶπεν, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Διπλωματίᾳ εἴθισται νὰ μεταχειρίζωνται συνεχῶς ἐπιστολὰς οἱ Ἄγγλοι Διπλωμάται, διότι πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ἐπισήμως στέλλουσι, πάντα ἀνεξαιρέτως δημοσιεύονται ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ, τῇ διανεμομένῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Μόνον δὲ ὅσα εἶναι γεγραμμένα ἐν εἴδει ἐπιστολῆς, ταῦτα δὲν δημοσιεύονται. Ἄρα ὅσα γράφουσιν ἐν τύπῳ ἐπιστολῆς, τὰ γράφουσιν ἵνα μὴ δημοσιευθῶσιν. Ἄρα ὁ κύριος Ἐπιτετραμμένος ἔγραψεν ἰδιαιτέρως ἵνα μὴ δημοσιευθῇ ἡ ἐπιστολή του ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ. Ὅθεν, ἀφοῦ δὲν ἤθελε νὰ δημοσιευθῇ αὕτη ἐκεῖ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἤθελε νὰ δημοσιευθῇ ἐνταῦθα; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι κύριος τοῦ μυστικοῦ τῆς ἐπιστολῆς εἶναι ὁ γράψας, καὶ δὲν δύναται νὰ δημοσιεύσῃ τις αὐτὴν ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτοῦ. Ἂν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος ἤθελε τὴν δημοσίευσιν, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὴν ἢ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ αὕτη; Ἡ γενομένη παραβολὴ πρὸς τὴν ἐνώπιον ποινικοῦ Δικαστηρίου βραδεῖαν προσαγωγὴν ἐγγράφου, ὅπερ εἶναι ἀπαράδεκτον, μόνη αὐτὴ ταπεινοῖ τὸ θέμα καὶ τὸ ἐπιχείρημα, καὶ εἶναι ἥκιστα ἀκριβής. Ἀφοῦ λοιπὸν ἱκανοποίησις ἐζητήθη, τὸ κυρίως ἐξεταστέον ἦτο, ἂν ὠφείλετο τοιαύτη εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας, προσβληθέντα ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητός του ὑπὸ ὀργάνου τῆς δημοσίας δυνάμεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ κατωτάτου. Μόνος ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Ἀντιπρόσωπος ἠμφισβήτησε τὴν πρὸς ἱκανοποίησιν ὑποχρέωσιν. Εἶπεν, ὅτι ἤρκει ἡ κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς Νόμους τιμωρία τοῦ προσβολέως. Βεβαίως, ἂν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος προσεβάλλετο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἰδιότητός του, δὲν ὑπῆρχε περίστασις ἱκανοποιήσεως αὐτοῦ· διότι ἡ ἱερότης καὶ τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ προσώπου τοῦ Πρέσβεως ἐπάγεται ἐν τοιαύτῃ περιστάσει μόνον τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου, ἀλλ’ οὐδεμίαν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ Συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου λέγουσι τῳόντι, ὅτι μόνον ὅταν προσβληθῇ ἐν τῇ ἰδιότητί του ὁ Ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως, εἴτε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, εἴτε ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τούτων, ὀφείλεται ἱκανοποίησις· ἀλλὰ λέγουσιν ἐπίσης, ὅτι ὀφείλεται καὶ ὅταν προσβληθῇ ὑπὸ ὀργάνου τῆς Ἀρχῆς, ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ· διότι ἡ ἀλληλεγγύη τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ξένων Δυνάμεων δὲν εἶναι ἀμφισβητήσιμος. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν προσβολήν, γενομένην μετὰ τὴν γνωστοποίησιν τῆς ἰδιότητος τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου εἰς τὸν χωροφύλακα παρὰ τούτου καὶ γενομένην παρ’ ὀργάνου τῆς Δημοσίας δυνάμεως. Δὲν ἐχρειάζετο λοιπὸν χρόνος ἐκτελέσεως καθήκοντος, ἵνα ἐπαχθῇ ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἱκανοποίησιν. Ἐν τοῖς χρονικοῖς τοιούτων διενέξεων, κατὰ τὰς Διεθνεῖς σχέσεις, θέλετε εὕρει πολλὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐζητήθη καὶ ἐδόθη ἱκανοποίησις διὰ προσβολὴν γενομένην κατ’ Ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως, ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητός του, οὐχὶ δ’ ἕνεκα τῶν καθηκόντων του. Ἐκ τῶν πολλῶν ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Προσεβλήθη ἄλλοτε ὁ Πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας ἐν Λονδίνῳ Ματθαιὼφ ὑπὸ τῶν δανειστῶν του, ἐνῷ ἦτον ἤδη μετατεθειμένος εἰς Ὁλλανδίαν. Μεταβαίνων εἰς περίπατον ἐκρατήθη ὑπὸ Δικαστικοῦ κλητῆρος διὰ χρέη λιρῶν 300. Ἐσταμάτησαν τὴν ἅμαξαν αὐτοῦ, κατεβίβασαν αὐτὸν τῆς ἁμάξης καὶ ἀφαιρέσαντες τὸν πῖλον καὶ τὴν ῥάβδον αὐτοῦ, ὡδήγησαν εἰς κράτησιν ἐπί τινας ὥρας· διότι ἐπὶ ἐγγυήσει φίλων του ἀπελύθη τάχιστα. Ἕνεκα τῆς προσβολῆς ταύτης, μὴ γενομένης οὔτε ἐν τῇ ἐκτελέσει καθηκόντων, οὔτε ἕνεκα τοιούτων, καίτοι παυθέντων τῶν παραιτίων ὑπαλλήλων, ἐζητήθη παρὰ τῆς Ῥωσσίας καὶ ἐδόθη ἱκανοποίησις, ἐπάγουσα τῳόντι ταπείνωσιν τοῦ δίδοντος αὐτήν. Ἔπεμψε δηλονότι ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας Ἄννα κατ’ ἀνάγκην εἰδικὸν Πρεσβευτὴν εἰς Ῥωσσίαν, ὅστις ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, παρισταμένης τῆς Αὐλῆς καὶ ὅλου τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος, ἐν ἐπισήμῳ τελετῇ, οὕτως εἰπεῖν, διὰ προσφωνήσεως πλήρους φράσεων ἐξιλαστικῶν, ᾐτήσατο συγγνώμην παρὰ τοῦ Αὐτοκράτορος τοῦ Μεγάλου Πέτρου, ἐπὶ τῷ θλιβερῷ γεγονότι τῆς προσβολῆς τοῦ Ἀντιπροσώπου του.

§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξέφρασε τὴν λύπην του.

§44ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἠτήσατο συγγνώμην. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ Αὐτοκράτωρ, ἀπαντῶν εἰς τὴν μακρὰν προσφώνησιν, ἔλεγε: «Θὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπόν μου νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βασίλισσαν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἐνδίδων εἰς τὴν παράκλησιν αὐτῆς, ἀποδέχεται τὰς συγχωρήσεις, ἃς ἐξ ὀνόματος αὐτῆς ἠτήσατο ὁ Πρέσβυς». Τοῦτο ἀνέφερα, ἵνα δείξω ὅτι, ὅταν ἡ προσβολὴ ἐγένετο ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητος παρ’ ὑπαλλήλου Δημοσίου, ἱκανοποίησις τις ἠθικὴ ὀφείλεται πάντοτε. Ὅτι λοιπὸν ἱκανοποίησις ὠφείλετο, δὲν ἦτο σπουδαίως ἀμφισβητήσιμον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἡ ἱκανοποίησις, ἣν ὑπέστημεν, δὲν ἦτον ὑπερβολική. Ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἦτον ὑπερβολικὴ ὅσον καὶ ἀλγεινή· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσοβηθῇ. Ἠμφισβητήθη ἐπίσης, ὅτι, συνήθως ἐν τῇ πρακτικῇ, ὁ προσβληθεὶς διατυποῖ τὴν ἱκανοποίησιν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς γενομένης προσβολῆς. Ὁ Bluntschli ῥητῶς λέγει τοῦτο· ἀλλὰ πρὶν αὐτὸς τὸ εἴπῃ, εἶχε γείνει τοῦτο δεκτὸν ἐν τῇ πράξει. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ παραδείγματα, διότι εἶναι τόσον πολλὰ καὶ τόσον ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, ὥστε δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀρχὴν, μόνον ὅστις δὲν ἔλαβε καιρὸν ν’ ἀναγνώσῃ τὴν πληθὺν τῶν τοιούτων περιστάσεων, ἢ ὅστις ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ τὴν ἀλήθειαν κατὰ μέρος. Ἀναφέρονται μάλιστα παραδείγματα μέχρις ἐσχάτων ἔτι, καθ’ ἃ ὁ προσβληθεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τῆς ἀμνηστεύσεως καὶ τῆς χάριτος τοῦ προσβολέως, ὡς συνέβη παρ’ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν φόρων τοῦ προσβαλόντος τὸν Πρέσβυν τῆς Γαλλίας Ῥοὰν, ὁ ὁποῖος ἠτήσατο νὰ χαρισθῇ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἑξαμήνου φυλακίσεως τοῦ καταδικασθέντος ἐνοικιαστοῦ, δύω μῆνας μετὰ τὴν φυλάκισίν του. Ὡς πρὸς τὴν τιμωρίαν τῶν προσβαλλόντων Πρέσβεις, οἱ Νόμοι κατὰ μὲν τὸν ὁρισμὸν ὁμοιάζουσι μὲ τὸν Ἑλληνικὸν Νόμον, κατὰ τὰς ποινὰς δὲ ποικίλλουσι πρὸς ἀλλήλους. Ἀλλὰ καί τοι ἔχουσι Νόμους τὰ Κράτη, ὅμως ἐν προσβολῇ γινομένῃ ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητος, ἅμα ἤθελε ζητηθῇ ἱκανοποίησις, μὴ ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ δίκαιον, μηδὲ πληγώνουσα τὴν τιμὴν τοῦ ἱκανοποιοῦντος Κράτους, δίδεται αὕτη προθύμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ὄργανα διέπραξαν τὴν προσβολήν. Ὁ τελευταῖος ὁμιλήσας, ὡς καὶ ἄλλοι, ἀνέφερον τὰς χρηματικὰς ἀποζημιώσεις ὡς ἥσσονος ἀξίας ἱκανοποιήσεις. Ἐν τῇ βαθμολογίᾳ τῶν ἱκανοποιήσεων, ἡ ἀποζημίωσις διὰ χρημάτων εἶναι βαρυτέρα, καί τοι διαφέρουσα οὐσιωδῶς κατὰ τὴν αἰτίαν καὶ τὴν φύσιν τῆς προσβολῆς. Εἶναι δὲ βαρυτέρα, διότι, πλὴν ἄλλων, περιέχει ἄρνησιν τῶν Νόμων τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ, δι’ ἧς μόνης ἠδύνατο νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ βλαβείς. Ἀλλ’ ἂν ἐν τῇ βαθμολογίᾳ τῶν ἱκανοποιήσεων, ἡ ἀποζημίωσις διὰ χρημάτων εἶναι βαρυτέρα διὰ τὸν προσβολέα, ἡ ἀναγνώρισις τῆς κυριαρχίας τῆς προσβληθείσης Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀπονομὴ τοῦ ἀνήκοντος αὐτῇ σεβασμοῦ διαιρεῖται, καὶ γινομένη μὲν ἁπλῶς εἶναι μικροτέρα, γινομένη δὲ πανηγυρικῶς εἶναι μεγαλειτέρα. Ἤδη, ἄν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἱκανοποίησιν, ἐρωτᾶται: ἂν ἠρνεῖτο τὴν ζητηθεῖσαν, θὰ ἀπέφευγεν αὐτήν; Θὰ ἠγείρετο Διπλωματικὴ συζήτησις καὶ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ὅσῳ παρετείνετο ὁ χρόνος, τόσῳ θὰ ἐζητεῖτο μείζων· διότι ἡ ἀξία τῆς ἱκανοποιήσεως δέον νὰ ἦναι ἄμεσος καὶ ταχεῖα ἀναίρεσις τῆς προσβολῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξύ, θὰ ἤκουε τὰς παραστάσεις καὶ τοὺς ὑπαινιγμοὺς καὶ τὰς βαρείας αἰτιάσεις τῆς Ἀγγλικῆς. Ἄρθρα δριμέα κατὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ θὰ ἐπλήρουν τὰ Ἀγγλικὰ φύλλα, τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου χοροστατοῦντος. Ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ἀγορεύσεις ἐπιθετικαὶ θὰ διηρέθιζον τὰ πράγματα, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπέκυπτεν εἰς ἱκανοποίησιν. Νομίζετε, ὅτι τότε ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῆς ἤθελε προσβληθῆ ὀλιγώτερον; Ἐν τούτοις γνωρίζετε ὅτι εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν συγχωρεῖται νὰ ἐξετάζῃ μονομερῶς ἓν δικαίωμα αὐτῆς, καὶ ὁ συνδυασμὸς τῶν τυπικῶν πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὑπαγορεύει τὴν ἐπικράτησιν συνήθως τούτων ἀπέναντι παντὸς ἄλλου. Ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς τὰ παραδείγματα τῶν δοθεισῶν ἱκανοποιήσεων εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, διὰ τὴν γενομένην προσβολὴν εἰς τὰ ἐμβλήματα τοῦ Ἰταλικοῦ Προξενείου ἐν Μασσαλίᾳ καὶ τῆς Αὐστριακῆς πρεσβείας ἐν Ῥώμῃ, ἱκανοποιήσεων, καθ’ ἃς καὶ ἐκεῖ, παιανιζούσης τῆς μουσικῆς τὸν ἐθνικὸν ὕμνον τῶν προσβληθεισῶν Ἐπικρατειῶν, ἐτοποθετήθησαν ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν τῶν Κυβερνήσεων τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας τὰ ῥιφθέντα ἐμβλήματα. Ἑρμηνεύοντες τοῦτο εἶπον τινὲς ὅτι ἡ κατὰ τῶν σημάτων προσβολὴ εἶναι μεγαλειτέρα τῆς κατὰ τοῦ Πρέσβεως, ἢ τοῦ Ἀντιπροσώπου. Ἀτυχὴς ἑρμηνεία· εἶναι ὡς νὰ ἔλεγον ὅτι ἡ προσβολὴ ἔργῳ τοῦ προσώπου τοῦ Ἡγεμόνος εἶναι μικροτέρα τῆς προσβολῆς τῶν σημάτων αὐτοῦ. Ἡ νομοθεσία ἐν τούτοις δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, διότι τιμωρεῖ ἐκείνην μὲν διὰ θανάτου, ταύτην δὲ διὰ φυλακίσεως μόνον μονοετοῦς.

§45Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ποταμιάνε....

§46ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.

§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος μοὶ τὸ ἐπιτρέπει. Νομίζετε ὅτι, ἂν ἓν πρόσωπον προσβληθῇ καθ’ ὁδὸν καὶ τὸ πρόσωπον αὐτὸ δὲν φέρῃ κανὲν χαρακτηριστικὸν, καὶ ἂν ῥίψητε τὰ σήματα μιᾶς Πρεσβείας, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό;

§48ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὐδαμῶς νομίζω τοῦτο. Στηρίζεσθε εἰς περίστασιν, ἥτις δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν παροῦσαν. Σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁμιλῶν μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν ταραχῆς ἐν τῷ λόγῳ, ἥτις παριστᾷ διαρκῆ τινα βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς, σᾶς ἔλεγε: «Καὶ πῶς θέλετε νὰ ψηφίσωμεν; Θὰ ἦτο ὡς νὰ ἐπαναληφθῇ, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ἡ σκηνὴ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος». Ἂς ἦναι ἥσυχος περὶ τούτου. Ἡ Βουλὴ αὕτη καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ καὶ ἐννοεῖ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ἠξεύρει νὰ τὴν ὑψοῖ ὅπως δεῖ. Αὐτὸς ὅμως, ἐνῷ ταῦτα ἔλεγε πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, ἐπαναλάμβανεν ὅ,τι καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύσει του εἶπε, καὶ ἀντιφάσκων ἐποιεῖτο ἔκκλησιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν καὶ ἐζήτει παρ’ αὐτῆς λύσιν, ἥτις νὰ μὴ προσβάλῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλλάδος. Περιττὴ καὶ ἡ ἔκκλησις καὶ τὸ ῥητορικὸν σχῆμα. Βεβαίως, ἂν οὐχὶ πλειότερον, ἐπίσης τοὐλάχιστον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἠσθάνθημεν ἡμεῖς ἄλγος βαθὺ ἐπὶ τῇ δοθείσῃ ἱκανοποιήσει, ὅπως ἠσθάνθημεν καὶ ἀγανάκτησιν διὰ τὴν γενομένην προσβολὴν εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς φίλης, τῆς μεγάλης, τῆς εὐεργέτιδος, τῆς τέως προστάτιδος Δυνάμεως. Ἀλλὰ προτοῦ ἐπικαλεσθῇ τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν, θὰ ἔκαμνε καλὰ νὰ στερεώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φιλοπατρίαν, τὴν ὁποίαν παρασύρει ὡς ἐλαφρὸν φλοιὸν ἡ πρώτη φορὰ τοῦ λόγου, τὸ πρῶτον πνεῦμα τῆς ἐνταῦθα πολεμικῆς, παρασύρον καὶ αὐτὸν καὶ ἐκείνην εἰς ἐπιθέσεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πατρίδος του ἀπέναντι ξένων, καὶ εἰς ὕβρεις κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἀφοῦ ὁμιλεῖ περὶ πλειοψηφίας, ἥτις φοβεῖται μὴ γείνῃ μορμολύκειον τοῦ Ὑπουργείου, περὶ Ἀντιπροσώπων, οἵτινες δύνανται νὰ πνίξωσι τὰς κραυγὰς τῆς συνειδήσεως αὐτῶν—δι’ ὃ συγχαίρει αὐτοὺς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τοὺς οὓς ἐκπροσωποῦσιν οὗτοι—δὲν ἐννοεῖ ὅτι τοιαῦτα λέγων δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται εὐθὺς καὶ νὰ ὁμιλῇ περὶ φιλοπατρίας ἀμέσως ἔπειτα; Ἐπικαλεῖται τὴν ἰδικήν μας φιλοπατρίαν; Ἡμεῖς καταγγέλλομεν τὴν ἰδικήν του. Ἡ συζήτησις αὕτη ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι λίαν ὠφέλιμος εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ἐπίσης, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ κατεφάνη, ὅτι τὰ αἰσθήματα καὶ αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος διατηροῦνται πάντοτε ἀκμαῖα, καὶ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν ἐλησμόνησε τοὺς πολλοὺς δεσμοὺς τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ἀγάπῃ, ἣν οἱ Ἄγγλοι ἐπεδείξαντο πρὸς αὐτό. Ἐλπίζει ὅτι ὅπως τὸ ἐνεστὼς συνεχίζει τὸ παρελθὸν, οὕτω τὸ μέλλον θὰ ἦναι σύμφωνον τῷ παρελθόντι. Μηδεὶς ὅμως ἂς εἴπῃ ὅτι ἂν ἐγίνετο ἔκκλησις εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, αὕτη ἤθελε μετριάσει τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἐπιτετραμμένου αὐτῆς. Ὡς ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μέχρι τοῦδε δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, καθ’ ὃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπέῤῥιψε ἢ ἀνεκάλεσε τὴν περὶ ἱκανοποιήσεως πρότασιν, ἣν Ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἐποιήσατο. Τὸ 1847 μικροῦ δεῖν ἐκηρύττετο πόλεμος μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας διὰ προσβολὴν Ἄγγλου Προξένου, γενομένην παρὰ Γάλλου ἀξιωματικοῦ. Βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν ἐγίνετο τοιαύτη ἔκκλησις, θὰ ἦτον ἄγονος ἀπέναντι τῆς ἀρχῆς ἐκείνης τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ εἰκάσῃ τις, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Ὑπουργεῖον δὲν θεωρεῖ ὑπερβολικὴν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας, ὡς ἐθεώρησεν αὐτὴν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ὅμως, καὶ ἂν τοῦτο φρονῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας, δι’ ἄλλου τρόπου θέλει ἀποδείξει αὐτό. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπεβλήθη ἄλλοτε ἀπέναντι τῶν ξένων Δυνάμεων, διὰ περιστάσεις πολὺ ταύτης ἐλαφροτέρας, εἰς πολὺ βαρυτέρας ὑποχρεώσεις. Καὶ τοῦ Πατσιφίκου καὶ τοῦ Σουλιὲ αἱ ἀποζημιώσεις, Διπλωματικῶς καὶ μετὰ τόσα παθήματα γενόμεναι, ἐδείκνυον ὅτι αἱ Δυνάμεις τότε ἔτρεφον πρὸς τὴν Ἑλλάδα πικρίαν τινὰ, ἥτις εὐτυχῶς ἤδη ἐξέλιπεν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοιούτων πικρῶν περιπετειῶν πολλὰ δύναται νὰ διδάσκηται. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ κλεισθῇ. Ἐξηντλήθη ἡ ἔρευνα πασῶν τῶν ὄψεων τῆς ὑποθέσεως. Ὁ Λαὸς καὶ ἐπὶ τῇ γενομένῃ κατὰ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας προσβολῇ, ᾐσθάνθη δικαίαν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν ὀδύνην τῆς ἱκανοποιήσεως βαθέως ἐπὶ πολὺν χρόνον δὲν θὰ λησμονήσῃ. Εἰς ταῦτα ὅμως οὐδαμῶς ἔχει νὰ φέρῃ γνώμην διὰ τῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδείξωμεν οὕτω τὰ πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος ζωηρὰ ἀγάπης αἰσθήματα οὔτε τὴν διὰ τὰ γεγονότα λύπην ἡμῶν. Ἡ Βουλὴ δὲν θεωρεῖ ποσῶς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου εἰς τὰ γενόμενα ἐνεχομένην· ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐξέλθῃ τῆς συζητήσεως, σώζουσα τὴν τιμὴν τοῦ Τόπου, τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ φέρῃ γνώμην, καταδικάζουσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἐπιδοκιμάζουσαν τὰ γενόμενα· ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἴπῃ ποτὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι παραίτιος τῶν γενομένων, καὶ τοῦτο πρέπει ποτὲ νὰ μὴ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Τοῦτο ὑπαγορεύει καὶ ἡ ἀληθὴς τῆς Βουλῆς ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ ἀληθὴς φιλοπατρία (χειροκροτήματα).

§49ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν πολυλογίαν τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§50ΤΙΝΕΣ. Πόθεν;

§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων.

§52ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ γλῶσσα λανθάνουσα, τ’ ἀληθῆ λέγει.

§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ πολύ, διότι δὲν συμφέρει Ἐθνικῶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ δικαιολογοῦντα τὸν πρωτοφανῆ ἐξευτελισμὸν τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀναγνώσητε εἰς οἱονδήποτε συγγραφέα γράψαντα περὶ διεθνοῦς δικαίου, ὅπως ἴδητε, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ διπλωματικαί, γίνονται διὰ διακοινώσεων καὶ ἐπιστολῶν, ἀλλὰ οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη νὰ ἀποκαλέσῃ τὴν διπλωματικὴν ἐπιστολὴν ἀπόῤῥητον ἰδιωτικὴν ἐπιστολήν, μὴ δυναμένην νὰ κοινοποιηθῇ. Εὔχομαι νὰ μὴ τυπωθῇ ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως μὴ γείνῃ τοῦτο γνωστὸν καὶ πέραν τῶν Ἀθηνῶν.

§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐτυπώθη ἤδη.

§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐτυπώθη εἰς τὴν «Ὥραν», τὴν ὁποίαν σεῖς πολλάκις ἀπεκηρύξατε. Εὔχομαι νὰ διαγραφῇ, διότι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ μάθῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς κόσμος ὅτι ὁ Πρωθυπουργός, διατελέσας καὶ ἐν διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀπεκάλεσεν ἰδιωτικὴν ἐπιστολὴν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἀφορμὴ νὰ τελεσθῇ τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο γεγονός. Πάντες οἱ συγγραφεῖς ἀνεξαρτήτως ὁμολογοῦσιν, ὅτι τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ συγκοινωνοῦσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ξένων Δυνάμεων μετὰ τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι Δημόσιον. Ὁ de Cussy — καὶ μετ’ αὐτοῦ συμφωνοῦσι πάντες οἱ γράψαντες περὶ διεθνῶν ζητημάτων — λέγει ῥητῶς: Les affaires se traitent au moyen de Lettres, Notes, dépêches ou rapports etc. Les lettres aussi bien que les notes officielles signées sont usitées entre les ministres publics et le gouvernement de l'Etat, auprès duquel ils sont accrédités. Δηλαδὴ «ἡ διαπραγμάτευσις τῶν διαφόρων ὑποθέσεων γίγνεται δ’ ἐπιστολῶν, διακοινώσεων, ἐκθέσεων κλπ. τῶν ἐπιστολῶν καὶ ἐπισήμων ἐνυπογράφων διακοινώσεων ποιοῦνται χρῆσιν συνήθως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ξένων Δυνάμεων ἐν τῇ ἀλληλογραφίᾳ αὑτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους παρ’ ᾧ εἰσὶ διαπεπιστευμένοι». Βλέπετε, κύριοι, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ ἀναγνωρίζονται ὡς Δημόσια ἔγγραφα καὶ κυριώτατα ὄργανα διαπραγματεύσεως διεθνῶν ζητημάτων· ταῦτα ὁμολογοῦνται παρὰ πάντων, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Μὴ προσάγων δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἀπονομὴ τῆς ἱκανοποιήσεως εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον, παραβαίνει ὄχι μόνον τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ τὸν θεμελιώδη Νόμον. Τὸ πρωτοφανὲς γεγονὸς, τὸ λαβὸν χώραν ἐπὶ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀρξάμενον παρὰ τὸν πευκῶνα, ἔχει κυρίαν αἰτίαν παράλειψιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐζήτησα τὴν ἀνάκρισιν τὴν γενομένην ἐν τῇ Χωροφυλακῇ, ὅπως ἀκούσωμεν καὶ τί εἶπεν ὁ χωροφύλαξ, τί λέγουν οἱ μάρτυρες, ὅπως μορφώσωμεν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φρονοῦσιν ἴσως ὅτι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πιστεύουν εἰς τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ κ. Ἀντιπροσώπου, ἐγὼ ὅμως ὡς Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὰ πιστεύσω· ἔχω μίαν μόνον ὑποχρέωσιν νὰ ἴδω ποῦ εἶναι τὸ δίκαιον καὶ ἐκεῖ ἀναλόγως τοῦ δικαίου νὰ ἀποφανθῶ ἂν ἦναι ὑπερβολικὴ ἡ τιμωρία ἢ ἂν ἦναι δικαία· ἀλλ’ ἵν’ ἀποφανθῶ, πρέπει ν’ ἀκούσω ἀμφότερα τὰ μέρη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν προσήγαγε τὸ ἔγγραφον τῆς Μοιραρχίας, διὰ νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρησεν εἰς τὰ ἔσχατα· ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου ἐκ τῆς πρώτης Ὑπουργικῆς διαταγῆς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ χωροφύλαξ τεταγμένος φρουρὸς ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του ὡς στρατιώτης ἀπηγόρευσε τὴν δίοδον εἰς ἄγνωστον, ὃν ἀπωθήσαντα καὶ ἀντιστάντα μάλιστα, ἐτιμώρησε βαναύσως ὁ χωροφύλαξ Καλποῦζος. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, δι’ αὐτὸ δὲ τιμωρεῖ αὐτὸν μὲ δίμηνον φυλάκισιν, καὶ ἀποπομπήν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρὸς τὸν Ἐπιτετραμμένον, τότε δὲ ὁ Ἐπιτετραμμένος ζητεῖ μείζονα τιμωρίαν· διὰ ποῖον λόγον; Ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος εἶχε συμφέρον καὶ ἐπιθυμίαν νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ διεθοῦς δικαίου, ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ Ἐπιτετραμμένος προσεβλήθη ὡς ἄγνωστος παρὰ φρουροῦ, ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν του, δὲν ἦτον ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Λυποῦμαι διότι ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν σήμερον ἀναγράφοντος νέον κανόνα, ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως, καὶ ἂν ὡς ἄγνωστος παρὰ τρίτου προσβληθῇ, τὸ ζήτημα εἶναι διεθνές· ὁ τοιοῦτος κανὼν δὲν εἶναι ὀρθός. Πάντες οἱ συγγραφεῖς ὁμολογοῦσιν ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως, ἂν προσεβλήθη, ἀγνώστου οὔσης τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, τιμωρεῖται δὲ ὁ δράστης, ἐὰν συλληφθῇ, αὐστηρῶς, ὡς ὁρίζει ὁ Νόμος. Ἡ μεγάλη ὑποχώρησις τῆς Κυβερνήσεως, ὁ μέγας ἐξευτελισμὸς δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἀνέμελψαν τὸν Ἀγγλικὸν παιᾶνα ἐπὶ τῆς Πλατείας, τὸ ὅτι ἐξηυτέλισεν ὁλόκληρον Σῶμα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου πρὸ τῶν Ἀνακτόρων, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως ὅτι ἔγγραφον Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ προσβαλὼν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του προσέβαλε τὸν Ἐπιτετραμμένον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ, διότι δὲν ἐνόει τὴν Ἀγγλικὴν γλῶσσαν. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις πιεζομένη νὰ τὴν ἀνατρέψῃ, ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν εἶπε πρίν, δὲν ἦτον ἀλήθεια, ἦτο ψεῦδος καὶ ἀπέδειξε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ψευδομένην δημοσίᾳ ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου· διότι ἐν τῇ δευτέρα διαταγῇ του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ χωροφύλαξ παραβαίνων τὸ καθῆκόν του ἐπὶ Δημοσίας ὁδοῦ καὶ ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητός του ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας προσέβαλε τὸν κ. Νίκολσων. Λυποῦμαι διότι ἀνέλαβον νὰ ἐλαφρύνουν τὸ σοβαρὸν τοῦ γεγονότος Βουλευταὶ ἀξιότιμοι τῆς Συμπολιτεύσεως Ἐννοῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις διέπραξε τὸ Ἐθνικὸν αὐτὸ ἔγκλημα, τὸν ἐθνικὸν αὐτὸν ἐξευτελισμὸν, ἀλλ’ ἔχει τοὐλάχιστον τὴν ψευδῆ δικαιολόγησιν καὶ λέγει ὅτι ἐπιέσθη, ἐφοβήθη ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελε μὲ πιέσει περισσότερον καὶ τὸ ἔπραξα· ἀλλ’ οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἶναι ἀσύγγνωστοι, ἂν ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου ἢ διὰ τῆς ψήφου των ὑπερασπίζουν πρᾶξιν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις πιεζομένη ἔπραξε, καὶ τὴν ὁποίαν ὁμολογεῖ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὡς ὑπερβολικήν. Οἱ προλαλήσαντες ἐκ τῶν σοβαρῶν Ὑπουργικῶν ἔφερον παραδείγματα ἱκανοποιήσεων. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, ἔχουν σχέσιν πρὸς τὰ σήμερον τελεσθέντα. Σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Κασιμάτης ὅτι ἀνεκρούσθη ὁ ὕμνος ὁ Ἰταλικὸς ἐν Μασσαλίᾳ παρὰ τῆς Δημοτικῆς μουσικῆς. Ἀλλὰ τοῦτο συνέβη, διότι εἶναι κανὼν ἀνεγνωρισμένος παρὰ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅτι ἂν ὁ δράστης κατὰ Ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως ἢ κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας ἑνὸς Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ ἢ ἀνακαλυφθῇ, τότε γίνεται μία γενικὴ ἱκανοποίησις réparation éclatante ὅταν ἀκαίρως καὶ ἐν οὐ δέοντι ἐζήτησεν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας, χαρακτηρίσας φαίνεται ὡς ἀνοχὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν μὴ ἔγκαιρον ἔκφρασιν τῆς λύπης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ἀτυχὲς συμβάν. Ἐν Μασσαλίᾳ ἠγέρθη ὅλος ὁ λαὸς καὶ κατέῤῥιψε τὰ σήματα τῆς Ἰταλίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ ἔνοχος, καὶ ἐγένετο ἡ τοιαύτη ἱκανοποίησις, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐνόει νὰ προσβάλῃ τὴν Ἰταλικήν. Σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ποταμιάνος ἕτερον παράδειγμα ἐν Ἀγγλίᾳ συμβάν. Αὐτὸ στηρίζεται εἰς ἕτερον ἐπίσης κανόνα τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ δράστης μὲν συνελήφθη, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει Νόμος νὰ τιμωρήσῃ τὸν δράστην, τότε ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν προσβληθεῖσαν, δι’ ἄλλου τρόπου παρὰ διὰ τοῦ Νόμου.

§56ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ παράδειγμα τῶν τελωνοφυλάκων τῶν Γάλλων τῶν παραβιασάντων τὰ ὅρια τῆς Σαρδηνίας ἵνα συλλάβουν λαθρεμπόριον ἐντὸς τοῦ Σαρδηνικοῦ ἐδάφους, τὸ ἐνθυμεῖσθε; ὑπεχρεώθη ἡ Γαλλία νὰ πέμψῃ ἔκτακτον ἀπεσταλμένον πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Σαρδηνίας ἵνα ζητήσῃ συγγνώμην.

§57ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, συνέβη καὶ εἰς Βενετίαν καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ ἱκανοποίησις τότε ἀρκοῦσα ἐθεωρήθη ἡ τιμωρία τῶν δραστῶν, τὴν χάριν δὲ τῶν τιμωρηθέντων δραστῶν ἐζήτησαν ἀμέσως οἱ ἴδιοι προσβληθέντες, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῆτε ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸν ζῆλον τινῶν Ὑπουργικῶν συναδέλφων.

§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε δὲν θέλετε ψηφοφορήσει.

§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν· ἐὰν γείνῃ ψηφοφορία, θὰ καταψηφίσωμεν βεβαίως τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξηυτέλισε τὸν Τόπον. Ἂν δὲν γείνῃ ψηφοφορία, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον καὶ λογικώτερον δι’ ὑμᾶς τοὺς Ὑπουργικοὺς καὶ πλειοψηφοῦντας, ὄχι δι’ ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι μένομεν ἐλεύθεροι. Ἂν ψηφίσητε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ψηφίσητε ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν, εἶναι ὑπερβολικὸν καὶ παράλογον καὶ ὅτι ἠναγκάσθη καὶ ἐπείσθη νὰ τὸ πράξῃ. Ἂν σεῖς ψηφίσητε σήμερον ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν, εἶσθε Ὑπουργικώτεροι τοῦ Πρωθυπουργοῦ· ἄρα σεῖς ἐξευτελίζετε κατὰ μείζονα λόγο τὴν Ἐθνικὴν φιλοτιμίαν καὶ ἀξιοπρέπειαν· διότι ἡμεῖς πρὸ πάντων εἴμεθα ἐνταῦθα φρουροὶ τῶν ἀπολύτων δικαιωμάτων τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας. Τὰ ζητήματα τὰ διεθνῆ εἶναι λεπτά, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ σᾶς ὠθήσῃ εἰς τὸ νὰ πράξητε πρᾶξιν, ἥτις πλέον ἀνεξιτήλοις γράμμασι θέλει γραφῆ εἰς ὅλα τὰ συγγράμματα τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τὰ ὁποῖα θέλουν συγγράψει εἰς τὸ μέλλον. Ἀνοίξατε εἰς οἱονδήποτε συγγραφέα τοῦ διεθνοῦς δικαίου, θὰ εὕρητε τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Δημητρακάκης σᾶς ἀνέφερε καὶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ 1848 καὶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Πατσιφίκου, καὶ θὰ ἴδητε ἐκεῖ Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις ἀνδρικῶς ἀνθισταμένας καὶ συζητούσας. Εἰς οὐδὲν Κράτος θὰ ἴδητε τὴν Κυβέρνησιν πρόθυμον καὶ αὐτοβούλως προβαίνουσαν αὐτὴν εἰς ἐξευτελισμόν, πάντοτε θὰ ἰδῆτε ὅτι ἔγεινε μακρὰ συζήτησις καὶ διαπραγμάτευσις καὶ ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις, καὶ τὰ παραδείγματα τοῦ κ. Κασιμάτη καὶ Ποταμιάνου σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἂν ἀναγνώσητε τὰ σχετικὰ πρακτικὰ τὰ δημοσιευθέντα εἰς διάφορα συγγράμματα, θὰ ἴδητε ὅτι ἐγένοντο διαπραγματεύσεις ἐπὶ μῆνας δι’ ἐπιστολῶν τῆς αὐτῆς φύσεως, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν, καὶ μετὰ ἕξ μῆνας, μετὰ ἓν ἔτος, μετὰ δύω ἔτη ἐδόθη ἱκανοποίησις καὶ ὄχι τόσον ἐξευτελιστικὴ οἵα ἡ δοθεῖσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις εἶναι πρωτοφανῶς, ἐξευτελιστική, οὐδὲν ὅμοιον παράδειγμα, καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδέποτε πλέον θὰ ἐπαναληφθῇ, θὰ εὕρητε εἰς οἱονδήποτε σύγγραμμα· ποτὲ δὲν θὰ ἴδητε Κυβέρνησιν αὐτοβούλως ἑαυτὴν ἐξευτελίζουσαν καὶ ἀσυζητητεὶ εἰς τρόπον τοιοῦτον ὡς ἐξηυτέλισεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν.

§60Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, κύριοι, νὰ προσεγγίσωμεν εἴς τινα συνεννόησιν καὶ εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, ὅπως καταλήξωμεν φυσικῶς τότε καὶ εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, τὸ ἐναντίον δηλ. τοῦ συμπεράσματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ποταμιᾶνος ἐθεώρει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαραίτητον. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ἐκ προοιμίων, ὅτι ὑπάρχουσιν ἴσως ἀκόμη σπουδαιότεροι λόγοι τῶν προμνημονευθέντων, ἐπιβάλλοντες, ἵνα χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ χάριν τῆς ἐπικυρώσεως τῶν λόγων αὐτῆς μὴ προβῶμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὁ κ. Ποταμιᾶνος ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν· καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τοῦ συμπεράσματος τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ θὰ εἴπω κατόπιν ἴσως ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα. Εἰς τί προκαλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν; Ἂν ἐπιδοκιμάζωμεν ἢ ἀποδοκιμάζωμεν τὴν τελευταίαν πρᾶξιν τὴν ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος; ἀλλὰ τὴν ἀπεδοκίμασεν ἡ Κυβέρνησις! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς ὑπερβολικὴν τὴν τελευταίαν ἐκτελεσθεῖσαν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου· βεβαίως θὰ τεθῇ ἓν ζήτημα ὡρισμένον καὶ τὸ συμπέρασμα μιᾶς συζητήσεως πρέπει νὰ ἔχῃ ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Μὴ ἆρά γε θὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ὑπερβολικότητος τοῦ συμβάντος τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος; ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο ὅσοι ὑπάρχουν Βουλευταὶ τόσαι γνῶμαι καὶ τόσαι διαβαθμίσεις τῆς ὑπερβολικότητος δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν. Ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ βαθμοῦ τῆς ὑπερβολικότητος, τὸν ὁποῖον ἀποδίδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐπίδειξιν ἐκείνην, ἀλλὰ πιθανὸν ἴσως ἡ ὑπερβολικότης αὐτὴ νὰ ᾖναι μείζων ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω. Λοιπὸν ἂν πρόκειται περὶ ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας τῆς ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἐπιδείξεως, δὲν εἰξεύρω πῶς δύνασθε ὑμεῖς νὰ ἀποδοκιμάσητε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐπιδοκιμάζοντες τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἅμα κηρύττοντες ὅτι οὐδὲν εἶχε τὸ ὑπερβολικὸν ἡ ἐπίδειξις. Δὲν εἰξεύρω ποίαν ἐξήγησιν δύναται νὰ δώσῃ τις εἰς τοιαύτην ἐπιδοκιμασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκ προοιμίων ἀπέκρουσεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ περὶ τίνος ἄλλης ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας πρόκειται; ὅταν θέσωμεν κατὰ μέρος τὴν ἐν τῇ Πλατείᾳ ἐπίδειξιν, δηλαδὴ τὸ ἀποτέλεσμα, ἔχομεν τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων αὐτοῦ. Δὲν ἀντελήφθην καλῶς τὸν συλλογισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀποχωρίσῃ τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν αἰτίων, ἀπὸ τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ ἀποτελέσματος. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων τῆς ἀναμφισβητήτως ὑπερβολικῆς ἐκείνης ἐπιδείξεως, ποῖον ἔχομεν αἴτιον γνωστόν, πιστοποιημένον παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ; ἔχομεν τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἐθεώρησεν ὅτι προσέκρουσεν εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἁβρότητα, διότι περιεῖχεν ἀντίθετα τῶν βεβαιώσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἔκθεσις αὐτοῦ περιέχει, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη σύνταξις ἐκείνου τοῦ ἐγγράφου ὑπῆρξε τὸ αἴτιον τῆς ὑπερβολικῆς ἐκείνης ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξετελέσαμεν. Ἐν τῷ σταδίῳ λοιπὸν τῶν αἰτίων βεβαιούμενον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχομεν μόνον τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ὡς αἴτιον τῆς ἐπιδείξεως, καὶ ἡμεῖς μᾶλλον ὑπερασπίζομεν ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶπον μὲν ὅτι ὑπῆρξαν ἴσως καὶ ἄλλαι παραλείψεις, ἀλλὰ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀντιβαίνουσιν εἰς τὴν προσοχήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν καὶ δὲν προστρίβωσιν εἰς αὐτὴν ὄνειδος, παραλείψεις ὅμως, αἵτινες ἤθελον βεβαιωθῆ μόνον διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων διακοινώσεων τοῦ Ἐπιτετραμμένου. Ἀλλ’ ἂν μόνη παράλειψις καὶ μόνον αἴτιον ἦτο τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως, τί θὰ ἀποδοκιμάσωμεν ἢ τί θὰ ἐπιδοκιμάσωμεν; Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς δικαιολόγησιν τῆς τελευταίας πράξεως πλαγίως τὸ ἀπεδοκίμασε, διότι ἴσως ὤφειλε νὰ τὸ ἀποδοκιμάσῃ. Δυνάμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ὅτι τὸ ἐπιδοκιμάζομεν; Τί ἠθέλομεν εἰπεῖ ἐπιδοκιμάζοντες; ἀποδοκιμάζομεν πλειότερον τὴν τελευταίαν πρᾶξιν. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα ὅλων τῶν ὁμιλιῶν σας ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Τὸ πνεῦμα ὅλων τῶν ὁμιλιῶν σας εἶναι νὰ ἀποδώσητε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς μίαν παραδρομὴν, μίαν ἔλλειψιν ἐν τῇ συντάξει τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, διὰ νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶχον μίαν βάσιν καὶ δικαιολόγησιν, καὶ ἡ δικαιολόγησις εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ἐπιτετραμμένος, ὅτι ἡ παράλειψις ἐκείνη, ἡ ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ἦτο κατὰ τὴν ἰδέαν του καὶ τὴν ἰδέαν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως παράλειψις προσκρούουσα εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ὀφειλομένην ἁβρότητα ἢ τὴν ἀλήθειαν. Λοιπὸν εἴμεθα, κύριοι, καὶ εἶσθε εἰς ἓν δίλημμα, εἰς μίαν στενωπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔρχεται νὰ σᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν στενωπὸν ταύτην· καὶ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δικαιολόγησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ποταμιάνος ἔφερεν, ὅτι μετὰ τόσους λόγους καὶ τόσους ὀνειδισμοὺς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς μίαν ψηφοφορίαν. Ἀλλοίμονον εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ἂν εἰς ὅλους τοὺς λόγους καὶ τὰς κατακρίσεις, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην γίνονται κατ’ αὐτῶν εἰς πᾶσαν στιγμήν, ἦσαν πάντοτε ἠναγκασμέναι νὰ θέτωσι ζητήματα εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ Διεθνοῦς ζητήματος, καὶ τὸ ἀκανθῶδες τοῦ ζητήματος τὸ αἰσθάνεσθε σεῖς αὐτοὶ, διότι δὲν θέλετε νὰ προκαλέσητε συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα προσκρούουσιν εἰς αὐτὰς ὑμῶν τὰς ὁμιλίας καὶ τὰς πράξεις. Καὶ λέγων ταῦτα, νομίζω, ὅτι εἶμαι λίαν συνεπὴς πρὸς ὅσα εἶπον προχθὲς ἐν ἐκτάσει. Παρετήρησα τότε τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν οἱ συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς δικαίου ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν· εἶναι καθήκοντα τοῦ αὐστηροῦ, οὕτως εἰπεῖν, δικαίου, ὑποχρεώσεις ἀπαραίτητοι, εἶναι καὶ ἄλλα καθήκοντα δευτερεύοντα ἢ ἀτελῆ· ὀνομάζουν καθήκοντα ἀτελῆ τὰ καθήκοντα τῆς ἁβρότητος μεταξὺ τῶν Κρατῶν, καὶ ἡ παραβίασις τῶν τοιούτων καθηκόντων ἀποτελεῖ ἓν manques d’ égards· προσθέτουσι δὲ οἱ συγγραφεῖς, ὡς λόγου χάριν ὁ Calvo, ὅτι ἐπὶ τῆς παραβιάσεως τῶν τοιούτων καθηκόντων συνήθως μόνον ἀνταλλάσσονται ἐξηγήσεις. Λοιπὸν ἐγὼ, ὁμιλῶν τότε, εἶπον, ὅτι φαίνεται, ὅτι παράλειψίς τις τῶν τοιούτου εἴδους καθηκόντων ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἡ παράλειψις τῶν τοιούτων καθηκόντων ἐπέφερε τὴν τελευταίαν ἀπαίτησιν τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἀλλὰ μήπως ὑμεῖς λέγετε τὸ ἐναντίον; Ὑμεῖς αὐτὸ τοῦτο εἴπατε, ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ ὁ Πρέσβυς ἐνόμισεν, ὅτι ὑπῆρξε παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑμεῖς ἀπεδέχθητε τὴν διόρθωσιν διὰ τῆς τελευταίας ὑπερβολικῆς ἐπιδείξεως. Καὶ ἠδυνάμην μὲν νὰ ἔχω τὰς ὑπονοίας, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι τοιαῦται παραλείψεις, αἱ ὁποῖα ἐλαφρύνουν μᾶλλον τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν δὲν ὑπῆρξαν αἱ παραλείψεις, ἡ τελευταία ἱκανοποίησις θὰ ἦτο ἔτι μᾶλλον ὑπερβολικὴ καὶ ἀδικαιολόγητος, καὶ ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί σημαίνει, ἔτι μᾶλλον ὑπερβολική, ἀλλ’ ἐξήγησα διατί δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἡ δεῖνα συγκεκριμένη παράλειψις. Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε: γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μου προσέκρουσε πρὸς ξένην Δύναμιν κατὰ τὸν δεῖνα τρόπον; Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο παράλογον, ἐνόσῳ δὲν βλέπομεν τὰ παράπονα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἑαυτὸν προσβληθέντα. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχω μίαν γενικὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδειξέ τινα ὀλιγωρίαν πρὸς τὸν Ἐπιτετραμμένον, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, πρέπει νὰ εἴπω ποίαν ὀλιγωρίαν· ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ αἰτιάσεις τοῦ Ἐπιτετραμμένου ὑπῆρχον βεβαίως ἐν τῇ ἐπιστολῇ, τὴν ὁποίαν ἐζητοῦμεν καὶ ζητοῦμεν ὡς ἀναγκαίαν, καὶ ἡ ἐπιστολὴ δὲν προσάγεται, εἰς τί καταλήγει τότε κατ’ ἀνάγκην πρὸ παντὸς συνεπῶς πρὸς τοὺς λόγους ἡμῶν, εἰς τί καταλήγει ἡ αἰτίασις, ἵνα μὴ εἴπω ἡ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μομφὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; καταλήγει εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχει τὴν βάσιν, ὅπως στηρίξῃ ὡρισμένον συγκεκριμένον συμπέρασμα, ἐπὶ τοιούτου ζητήματος· διότι, σὺ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησας, ὅτι δὲν ὀφείλεις καὶ δὲν δικαιοῦσαι νὰ προσαγάγῃς τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ στηριχθῶμεν. Λοιπὸν δὲν ὀφείλω ἄλλο τι νὰ πράξω, παρὰ νὰ λάβω σημείωσιν τῆς δυσχερείας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παρέσχεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως συναγάγῃ ἐπίσημα ἀσφαλῆ συμπεράσματα. Ἀλλά, κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιφέρω συντόμους τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου· ἔφερε τὸ παράδειγμα τοῦ 1709 τῆς ἱκανοποιήσεως, τῆς δοθείσης παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ῥωσσικήν· ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς εἴπομεν, διατί παρέσχετε ὀφειλομένην τινὰ καὶ πρέπουσαν ἱκανοποίησιν τοῦ εἴδους ἐκείνου; ἀπεναντίας, παρατηροῦμεν, ὅτι ἐχρεωστεῖτε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πράξεως τοῦ χωροφύλακος νὰ κάμητε πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν μίαν ἐπίσκεψιν, ὅπως ἐκφράσητε τὴν λύπην ἡμῶν. Τοιοῦτόν τι ἦτο ἡ ἀποστολὴ ἐκτάκτου Ἀπεσταλμένου τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Ῥωσσίας. Καὶ δὲν δύναμαι, κύριοι, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τέλους μία ἐπίσκεψις πρὸς τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἤθελεν ἰσοζυγίσει ἐπὶ τοῦ προκειμένου μὲ τὴν ἀποστολὴν ἐκείνην εἰς τὴν Ῥωσσίαν· ἀλλὰ παρέτρεξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ῥωσσίας. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἀμφισβητήσεως τῶν προνομιῶν τῶν Πρέσβεων, καὶ ἠθέλετε παρατηρήσει ὅτι, διότι παρελείφθη εἰς ἓν ἔγγραφον ἡ μνεία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦται πράξεις προσκρούουσαι εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν Πρέσβεων, ἀπῄτησε τότε ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις νὰ τεθῇ ἡ τοιαύτη μνεία· εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἐνδιεφέρθησαν καὶ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, διότι προσεβλήθη ὁ Πρέσβυς ἕνεκα χρεῶν ὑπὸ ὀργάνων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐνεργούντων παρανόμως, διὰ τοῦτο κυρίως, διότι ἐπρόκειτο περὶ Πρέσβεως. Λοιπὸν τί σχέσιν ἔχει τὸ ἓν ζήτημα μὲ τὸ ἄλλο; Ἐκεῖ πρὸ πάντων ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῶν Πρέσβεων. Ἀλλὰ μήπως εἴπατε, ὅτι ἐπράξατε τὴν ἱκανοποίησιν ἐκείνην, διὰ νὰ ἀποκαταστήσητε τὴν τιμὴν ἢ τὰ δικαιώματα τοῦ Πρεσβευτοῦ; λέγετε ἐν τῷ τελευταίῳ ἐγγράφῳ σας, ὅτι διατάσσεται ἡ ἐν τῇ Πλατείᾳ παράταξις, ὅπως παραδειγματίσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ προσβάλλουν τοὺς φιλησύχως καὶ φιλονόμως διάγοντας. Αὐτὸ εἶναι ἀποκατάστασις τῆς τιμῆς τοῦ Πρέσβεως; Δὲν εἰξεύρω, ἄν ἤθελεν ὁ Ἐπιτετραμμένος λεπτολογήσει ἐπὶ τῶν ἐκφράσεών σας αὐτῶν, ἄν δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς ταύτας ὑπῆρχε μᾶλλον νέα ἔλλειψις ἁβρότητος πρὸς αὐτὸν, ἐνῷ ἡ πρᾶξις καθ’ ἑαυτὴν ἐξηυτέλιζεν ἡμᾶς. Ἐξεφράσθητε, ὡς ἄν ἐχρειάζετο νὰ πιστωθῇ ὅτι ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας διάγει φιλησύχως καὶ πρέπει ἡ Χωροφυλακὴ νὰ μάθῃ, ὅτι δὲν δικαιοῦται τόσον σκληρῶς νὰ προσβάλῃ τοιούτους φιλησύχους ἀνθρώπους. Ἐὰν ἄλλως ἤθελε κάμει ἡ Χωροφυλακὴ, ὅπως ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ δώσωμεν, ἔστω καὶ μὲ μίαν ὑπερβολικὴν ἐπίδειξιν, παραδειγματισμὸν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα φιλήσυχα ὄντα προσβάλλουν. Καὶ ὡς τιμωρίαν παραδειγματικὴν ἐχαρακτηρίσατε τὸ νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Στρατὸς ἢ ἡ Χωροφυλακὴ νὰ ἀκούσῃ τὸν Ἀγγλικὸν ὕμνον ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος! (ἱλαρότης). Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ παραδειγματισμοῦ, ὀφείλομεν ἴσως νὰ διδάξωμεν καὶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν νὰ ἀποστηθίσωσι τὰς πρώτας λέξεις τοῦ ὕμνου τοῦ Ἀγγλικοῦ, διὰ νὰ ὑπομιμνήσκωσιν εἰς τοὺς χωροφύλακας, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συμβῇ περίπτωσις παρομοία ἐκείνης, ἥτις συνέβη ἐν τῷ Λυκαβηττῷ: «God save the Queen»! (ἱλαρότης). Καὶ ἤθελον προκαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ φροντίσωμεν, ἵνα οἱ συνεπαρχιῶται ἡμῶν ἀποστηθίσωσι τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ ὕμνου τοῦ Ἀγγλικοῦ, ὥστε ἅμα χωροφύλαξ τις ἐπιχειρήσῃ κατά τινος φιλησύχου ἀνθρώπου βανδαλικήν τινα ἐπίθεσιν, νὰ ὑπενθυμηθῇ, ὅτι δύναται καὶ πάλιν νὰ ὑποστῇ τὴν φοβερὰν τιμωρίαν τοῦ νὰ ἀκούσῃ τὸν Ἀγγλικὸν ὕμνον, παρατεταγμένος εἰς τὴν Πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἔχω, κύριοι, νὰ κάμω καὶ μίαν παρατήρησιν, καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ εἰς ταύτην τὴν συζήτησιν συνάδελφος ἐκ τῶν νομικῶν ἀνέφερεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ χρηματικὴ εἶναι βαρυτέρα καὶ τῆς τοιαύτης ἱκανοποιήσεως. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν εἶναί τι προσβλητικὸν ἡ ἀποζημίωσις ἡ χρηματικὴ, ἀλλ’ εἶναί τι ὀφειλόμενον εἰς τοιαύτας περιστάσεις κατὰ τοὺς Κανόνας τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Ὅταν ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ἐνεργήσῃ πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιφέρει βλάβην εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου, τότε τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, διότι τότε ὑπάρχει ἡ κατὰ τοῦ προστήσαντος ἀγωγὴ actio institoria κατὰ τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν ἐὰν εἰς χωροφύλαξ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος βλάψῃ ἀδίκως τὴν περιουσίαν εἴτε πολίτου εἴτε ξένου, ἔχει καὶ ὁ πολίτης καὶ ὁ ξένος τὴν τοιαύτην ἀγωγὴν ὡς ἀπαίτησιν νόμιμον κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδέποτε ὅμως δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην νὰ δώσῃ ἠθικὴν ἱκανοποίησιν. Ἐὰν, λόγου χάριν, ὁ χωροφύλαξ εἶχεν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του καταστρέψει τὰ ἐνδύματα ἢ θραύσει τὴν ῥάβδον τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, ἡ χρηματικὴ ἀπαίτησις θὰ ἐπεβάλλετο κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι συνένοχος προσβολῆς τῆς τιμῆς. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ προσβολὴ τῆς περιουσίας καὶ ἄλλο ἡ προσβολὴ τῆς τιμῆς. Καὶ ὤφειλον τὴν τελευταίαν παρατήρησιν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Κασιμάτην, διότι εἶπε μὲν ἀληθῶς πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἐπὶ τόσον σαθρᾶς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὡς σκανδαλώδη τὴν συνταύτισιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τοῦ χωροφύλακος πρὸς τὸ Κράτος. Παραδέχομαι λοιπὸν μόνον, ὅτι ἔλαβε χώραν παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως, προκαλέσασα τὴν τελευταίαν ἐπίδειξιν, ἀλλὰ ἐκφράζων τὴν ὑπόνοιαν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ συνομολογήσω ὅ,τι ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν ὡρισμένην μομφὴν, μὴ ἔχοντες τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, καὶ φρονῶ ὅτι ἂν θελήσωμεν νὰ ἐκφράσωμεν οἱαδήποτε συμπεράσματα, αὐτὰ θὰ ἦναι μᾶλλον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.

§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμά σας;

§62ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῶν συμπερασμάτων τοῦ κ. Ποταμιάνου. Δὲν εἶσθε, φαίνεται, ἐξ ἀρχῆς ἐδῶ, κύριε Μίληση.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§64Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ἀληθῶς, ὅτι πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ παρῆλθε τοσοῦτον ἡ ὥρα παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἑκατέρας τῶν πτερύγων νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπομονήν των, διὰ νὰ ἀκούσωσι καὶ τῶν ὀλίγων λέξεων, ἃς σκοπῶ νὰ εἴπω αὐτοῖς. Ἀναγνωρίζω μὲν, ὅτι ἀληθῶς ἱκανὰς ὥρας παραμένουσι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ βεβαίως τυγχάνουσι κεκμηκότες, χρεωστῶ ὅμως νὰ εἴπω τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας μέλλω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἀνέλαβον τοιαύτην ὑποχρέωσιν προχθὲς τὴν Τετάρτην, ὅταν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὑπαινιξάμενον τὰ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀπήντησα ἀμέσως, ὅτι, ἐὰν μοὶ δοθῇ εὐκαιρία ἵνα ποιήσωμαι γνωστὰς εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας μας, ἤθελε γνωσθῆ ὅτι μικρὸν διαφέρει ἡ ἐμὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμη ἀπὸ τῆς γνώμης, ἣν ἐκεῖνος ἐξεδήλου τότε. Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἐρευνῶν πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προέκυψαν ἐν τῷ μέσῳ, νὰ περιορισθῶ δὲ εἰς μόνα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως προκαλεῖ ἀναγκαίως πρὸς ἔρευναν καὶ συζήτησιν. Δὲν θέλω ἑπομένως ἀσχοληθῆ νὰ ἐξετάσω τὸ καθαρῶς Διεθνὲς ζήτημα, ἐὰν ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἱκανοποίησις ἦτον ἡ προσήκουσα ἢ οὔ· οὔτε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κυρίως χαρακτῆρος Διεθνοῦς, ἀλλὰ στενῶς μετ’ αὐτοῦ συνδέεται, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ περιῆλθεν, ἵνα παράσχῃ τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ῥητῶς μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἤθελε παράσχει· οὐδὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀδεξιότητος περὶ τὴν συζήτησιν, τὸ ἄνευ ἀνάγκης προκύψαν ἐν τῷ μέσῳ, καὶ περὶ τὸ ὁποῖον εἴχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ μακρὸν, ἤτοι τὸ ζήτημα μέχρι τίνος ὁρίου ἐκτείνεται ἡ ἐλευθερία τῶν Ὑπουργῶν νὰ προσάγωσιν ἢ καὶ νὰ ἀρνῶνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Θέλω παραιτήσει κατ’ ἀνάγκην καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν ἔχῃ οὐδὲν τὸ ἐπισφαλὲς, οὐδὲν τὸ εὐπαθὲς, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει ἀξίαν, διότι ἐφάπτεται τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ ζήτημα τὸ καθαρῶς διοικητικὸν παρῆγεν ἐν ἡμῖν τὴν ἀπορίαν, ἐὰν συνέπεσε νὰ προσενεχθῇ μετὰ βίας ἀδικαιολογήτου πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρετανίας ὁ χωροφύλαξ καὶ ἕνεκα τούτου τὸ γεγονὸς ἀπησχόλησε καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡμᾶς, καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθημεν νὰ συζητῶμεν τόσας ἡμέρας· δὲν εἶναι τάχα ἄξιον τῆς μερίμνης ἡμῶν νὰ μάθωμεν, μήπως πολλοὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων δὲν ἔπαθον τοιαῦτα, μήπως τὰ γενόμενα πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον δὲν ἐγένοντο πολλάκις, καὶ δὲν προεκάλεσαν μέγαν λόγον ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ; Μήπως ἡ ἀνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀτιμωρησία τῶν γενομένων κατὰ πολιτῶν Ἑλλήνων τοιούτων ἀδικημάτων, δὲν ἐπιβαρύνει αὐτὴν δι’ εὐθύνης καὶ διὰ τὴν γενομένην πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον προσβολὴν παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας; Ποῖα ἦσαν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα ἐκτραπέντων κατὰ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας; Ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν πολλάκις ἐπαναληφθεισῶν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἀκόμη καταγγελιῶν τῶν τοιούτων πράξεων; Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν καὶ αὐτῆς τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, εἰς τὴν ὁποίαν πάντα ταῦτα τὰ ἀδικήματα πρὸ μακροῦ χρόνου κατηγγέλθησαν; Ἀλλὰ ὀφείλω, κύριοι, νὰ παραλίπω πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα. Ὀφείλω δὲ νὰ παραλίπω ταῦτα οὐ μόνον διὰ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ διότι πλεῖστα τούτων λεπτομερῶς ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἄλλως, καὶ ἂν παραλειφθῇ ἡ ἔρευνα ἐκείνων τὰ ὁποῖα τυχὸν δὲν ἀνεπτύχθησαν λεπτομερῶς ἢ ἐὰν ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄλλοτε, οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται εἰς τὸ Κράτος, διότι δύναται νὰ γείνῃ ἐν ἄλλῳ χρόνῳ κεχωρισμένως τῆς παρούσης συζητήσεως, ἐν ᾧ ἐὰν ἡ ἔρευνα αὕτη ἤθελε συνδεθῇ μετὰ τοῦ ζητήματος τούτου, πιθανὸν νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως ἤθελε μεταδώσει εἰς ταύτην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ ἐπιθυμία νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξήγησαν ἤδη μέλη αὐτῆς, ἤτοι νὰ μὴ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ Δημόσιον συμφέρον. Ἡ ἐνεστῶσα Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μιμηθῇ τὴν πρό τινων ἐτῶν Ἀντιπολίτευσιν, οὐδ’ ἐλησμόνησεν ὅσα ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου ἡμῶν μᾶς κατέλιπε περὶ τῆς πορείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης. Ἐὰν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις παρεληλυθότων χρόνων ἐνόμιζον, ὅτι τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν περὶ ἐπικρατήσεως αὑτῶν ἐν τοῖς ἐσωτερικοῖς πράγμασι πρέπει νὰ ἐκτείνωσι πανταχοῦ καὶ πάντοτε, ἐὰν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐκεῖναι ἐφρόνουν, ὅτι ἕνα μόνον εἶχον σκοπὸν καὶ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξωσι, καὶ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ θεωρῶσιν ὡς ἀποκλειστικὸν καὶ κύριον μέλημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸν σκοπὸν νὰ καταλάβωσι τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικὰ, καὶ δὲν περιώριζον τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ Δημόσιον συμφέρον, ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου τούτου δὲν δύναται νὰ φανῇ ἐπιλήσμων τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὡς Ἀντιπολίτευσις ἔχει, διὰ νὰ καταδηλώσῃ καὶ κατὰ τοῦτο πόσον διαφέρει ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες πρὸς τοὺς τότε Κυβερνῶντας ὡς Ἀντιπολιτευόμενοι τοιαύτην μετῆλθον πολιτείαν. Ὀφείλω δὲ νὰ κάμω λόγον καὶ περί τινος ὑπαινιγμοῦ, οὐδὲ σκοπῶ νὰ ἀφήσω τὸν ἐλάχιστον ὑπαινιγμὸν, ὅτι οἱ μετασχόντες μέχρι τοῦδε τῆς συζητήσεως ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένοντο ὑπαίτιοι τῆς μέχρι τῆς ἑσπέρας ταύτης παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ὑπαινιγμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ δύω ἡμερῶν ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ. Οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον οἱ λόγοι τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν μετέσχε τῆς συζητήσεως, ἐπέβαλον εἰς αὐτούς. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις, προσελθοῦσα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν πρῶτον εἰσαγαγόντα τὴν ἐπερώτησιν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Εὐρυτανίας, κατήγγειλεν αὐτὴ αὕτη τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς πρᾶξιν, βεβαιοῦσα τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις, ἣν ἔδωκεν, ἦτον ὑπερβολικὴ, καὶ ὅτι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας οὐδέποτε ἤθελε προβῆ εἰς αὐτὴν, τίς δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐὰν ἐπῆλθεν ἐν αὐτῇ οὐχὶ ἁπλῇ ἐπιθυμίᾳ, ἀλλὰ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν νὰ ζητήσῃ νὰ γνωσθῇ διατί καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην; Μήπως ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνθυμεῖται τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τῶν λόγων ὅμως τοὺς ὁποίους ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν οὐχὶ ὡς Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὡς ἀντιπολιτευόμενος; Μήπως δὲν ἐνθυμεῖται ἡ Ἀντιπολίτευσις μετὰ πόσης δυνάμεως καὶ μετὰ πόσης ὀργῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπέκρινε τοὺς ἄλλοτε Κυβερνήτας, διδάσκων αὐτοὺς ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη δὲν πρέπει νὰ δειλιῶσι διὰ νὰ παραστήσωσι τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ταύτην ἀμφισβητῶσι τὰ μεγάλα Κράτη, καὶ ὅτι, ἐὰν δουλικῶς ἀποδέχωνται πᾶν ὅ,τι τὰ μεγάλα Κράτη ἀπαιτήσωσι, τοῦτο εἶναι δουλοφροσύνη, ἡ δὲ δουλοφροσύνη ἐγείρει τὴν περιφρόνησιν τῶν μεγάλων Κρατῶν πρὸς τὰ μικρὰ Κράτη, ὅτι ἡ σχέσις τοῦ περιφρονοῦντος πρὸς τὸν περιφρονούμενον εἶναι σχέσις ὀλεθρία ἐπὶ πάντων τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου; Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα μᾶς προήγαγεν ἐν τῷ μέσῳ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εὔλογον λοιπὸν ἦτο νὰ ἐρωτήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις πῶς συνέβη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη; Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἀντιπολιτευόμενοι παρίσταντο ὑπερήφανοι, λέγοντες πρὸς τοὺς τότε Κυβερνήτας διατί νὰ μὴ προστατεύσητε τὴν ἐθνικὴν τιμήν; — καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν προσεβάλλετο — αὐτοὶ οἵτινες ἔλεγον τότε διατί ν’ ἀκούσητε συμβουλὰς ἰσχυρῶν; — καὶ ποῦ; ἐκεῖ ὅπου ἐκεῖνοι, οἵτινες μᾶς συνεβούλευον, ἐνήργουν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων — δὲν ἦτον εὔλογον νὰ ἐρωτήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις πῶς σεῖς, ἀφοῦ χαρακτηρίζετε τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν ὑπερβολικὴν, ἀφοῦ ὁμολογεῖτε, ὅτι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας δὲν ἠθέλατε παράσχει αὐτὴν, πῶς ἐσπεύσατε ἀσυζητητεὶ νὰ παράσχητε αὐτήν; Διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἂς μὴ παρεξηγήσῃ ὅσα εἶπον περὶ τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων, οὐδ’ ἕνεκα τούτου νὰ ἐλέγξῃ τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἐπεβλήθη αὐτοῖς ἡ συζήτησις ἀπὸ τὴν ἀδέξιον διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως, ἥτις προεκλήθη ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὗ ἕνεκα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκον, ὅπερ ἦτον ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν, ἔσπευσε νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔχω νὰ πραγματευθῶ περὶ τῶν ζητημάτων τούτων, δὲν δύναμαι νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, διότι ὀφείλω ἵνα διαγράψω καὶ προσδιορίσω τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διερμηνεύων κατὰ τοῦτο τὸ φρόνημα πάντων τῶν ἀξιοτίμων μελῶν αὐτῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζει, ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτῆς δὲν εἶναι ἀπεριόριστος, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν καὶ ἐπικρίνειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦναι ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων τῆς διοικήσεως τῆς ἐσωτερικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοῦτο περιορίζεται, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παράγουσιν αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν τοιούτων σχέσεων δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀπόλυτον· ἔχει δὲ δικαίωμα ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέπουσι. Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ καθαρῶς Διεθνοῦς ζητήματος, ἐὰν ἡ δοθεῖσα πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἱκανοποίησις εἶναι προσήκουσα ἢ εἶναι ὑπερβολικὴ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν προσήκει ἡμῖν σήμερον. Ἐὰν σήμερον προεβαίνομεν εἰς ὡρισμένην ἀπόφασιν καὶ γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κακῶς ποιοῦσα, ἔδωκεν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔκρινεν ὑπερβολικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξ οἰκείας προαιρέσεως δὲν ἤθελε δώσει, ἐὰν ἀπεφαινόμεθα καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως, ὅτι τὴν θεωροῦμεν ὑπερβολικὴν τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὑπὸ οἱανδήποτε ἔννοιαν καὶ ἂν ἤθελεν ἐξενεχθῆ, ἤθελεν ἀναιρέσει τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Κυβερνητικῆς πράξεως. Ἤθελεν ἀναιρέσει αὐτὸ καὶ ἂν ἀπεφαίνετο ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἀληθῶς ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἤθελε μειώσει τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τῆς ἱκανοποιήσεως, καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας δὲν ἦτο τοιαύτη, καὶ ἐὰν ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας ἦτο ἀποδοκιμαστικὴ τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν ἀπεφαίνετο ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις δὲν ἦτο ὑπερβολική. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὰς σχέσεις πρὸς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὑπέλαβεν ἑαυτὸ προσβληθὲν, δὲν εἶναι ἀδιάφορον νὰ παραστῇ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀποφαινομένη, ὅτι ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ δοθεῖσα αὐτῷ ἱκανοποίησις, ἢ καὶ ἀποφαινομένη, ὅτι δὲν ἦτο ὑπερβολικὴ, ἀφοῦ ἀπέναντι τῆς τοιαύτης γνώμης τῆς πλειοψηφίας ἤθελε παρασταθῆ ἡ μειοψηφία, ἔχουσα ἀντίθετον ταύτης γνώμην. Ἡ τοιαύτη γνώμη τῆς πλειοψηφίας θὰ ἀπετέλει μείωσιν τῆς ἠθικῆς ἀξίας τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε, διεξάγουσα τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς ἄλλο Κράτος, ἀντιπροσωπεύσασα κατὰ τοῦτο καὶ τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ παράστασις μειοψηφίας, ἐν ᾗ περιπτώσει μόνη ἡ μειοψηφία ἤθελεν ἐκφράσει ἀντίθετον γνώμην, θέλει μειώσει ὡσαύτως τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τῆς πράξεως, καὶ ἡ μείωσις, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει, θὰ ἦτο μᾶλλον ἐπαισθητὴ, διότι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὕτως ἐχαρακτήρισε τὴν δοθεῖσαν ἱκανοποίησιν, οὐδεμίαν προβάλλων δικαιολογίαν οὐχὶ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ προσβληθὲν Κράτος, τῶν καὶ προσδιορισάντων τὸ εἶδος τῆς ἱκανοποιήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν, ἔκρινεν ὅμως ὑπερβολικήν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ κυρίως ζητήματος, τοῦ ζητήματος ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε, δοῦσα τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ προτρέψῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Διὰ τοῦτο οὐδὲ θέλει ὑποβάλει ἡ Ἀντιπολίτευσις θέμα, οὔτε θέλει ζητήσει νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν παρακαλῶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ μιμηθῇ καὶ αὕτη τὴν τακτικὴν ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις τοιαύτην μετέρχεται τακτικὴν, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς εὐθύνην, οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει, εἰμὴ νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην της καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἀφίνει δὲ αὐτὴν κυρίαν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ, διότι ὅ,τι δήποτε πράξῃ, θέλει τὸ πράξει ὑπὸ ἰδίαν αὑτῆς εὐθύνην. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν οὐδὲν συμφέρον διὰ νὰ ἱκετεύσωμεν ἢ ἐξορκίσωμέν τινα νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἡμεῖς, μὴ θέλοντες νὰ προβῶμεν εἰς πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ μᾶς ζητηθῶσιν εὐθύναι, ἀπέχομεν τῆς πράξεως ταύτης. Ἐξαγγέλλομεν μάλιστα τὴν γνώμην μας καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, ἂν θέλωσι νὰ ἀπέχωσι καὶ οὗτοι, καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγκάσωμεν αὐτοὺς νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν γνώμην ἡμῶν, κατ’ ἴσον λόγον δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν ἄλλο τι, ἢ νὰ συστήσωμεν εἰς αὐτοὺς νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμα ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ στενῶς μετὰ τοῦ εἰρημένου ζητήματος συνδεομένου, τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ ἐλέγχου ἑκάστης τῶν κατὰ μέρος πράξεων τοῦ Ὑπουργείου, τὰς ὁποίας τοῦτο μετῆλθε διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὴν περὶ ἱκανοποιήσεως τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ὑπόθεσιν, τοῦ ζητήματος τῆς ἐρεύνης, εἴτε τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐῤῥύθμισε καὶ ἐκανόνισε τὰς ἄλλας σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου—μ’ ὅλον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάζεται εἰς τὸν γυμνὸν ὀφθαλμὸν ὡς ζήτημα μᾶλλον ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ὡς ζήτημα ἐλέγχου Κοινοβουλευτικοῦ—καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλομεν ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν προεῖπον ὅτι ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος τοῦ κυρίως Διεθνοῦς. Ἡ κρίσις τῆς διεξαγωγῆς τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἐφάπτονται ἀμέσως εἴτε τῶν συμβάντων εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἐξ ὧν ἐπῆλθεν ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ πρὸς ἱκανοποίησιν, εἴτε τῶν δοθεισῶν πληροφοριῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεκοινώθη εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον ἡ γνώμη ἢ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς δοθείσης εἰς αὐτὸν ἱκανοποιήσεως, πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα, ἡ ἔρευνα πασῶν τούτων τῶν πράξεων, μοὶ φαίνονται συνδεόμενα στενῶς μετὰ τοῦ κυρίως Διεθνοῦς ζητήματος, οὐχὶ μόνον διότι ὁ ἀποφαινόμενος καὶ ἐπικρίνων ὡρισμένην πρᾶξιν ἐκ τῶν πράξεων τούτων τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως καταλήγει ἀφεύκτως εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἂν αἱ πράξεις αὗται δὲν ἐπράσσοντο ὡς ἐπράχθησαν, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἔπρεπε νὰ πραχθῶσι, δὲν ἤθελε προκύψει ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ὅπως χορηγήσῃ τοιαύτην ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκόμη ἡ ἔρευνα ἑκάστης τῶν πράξεων τούτων πρέπει βεβαίως νὰ συνδεθῇ μετὰ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, καὶ ἡ γνώμη ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐπί τινος πράξεως ἤθελε περιλάβει σιωπηρῶς τὴν ἐπίκρισιν καὶ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι οὔτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· διότι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἤθελεν εἶναι ἐπιδοκιμαστικὴ ἐντελῶς τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου, ἤθελε συγχρόνως ἐκδηλωθῆ ἐπισήμως καὶ ἡ ἐναντία γνώμη ἱκανοῦ ἀριθμοῦ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις ἤθελε μειώσει τὴν ἀξίαν τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας. Ἡ τοιαύτη δὲ διχογνωμία τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὴν ἐπίσημον ἔκφρασιν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ ἀληθῆ μείωσιν τῆς ἠθικῆς ἀξίας τῆς ἱκανοποιήσεως, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, ἢ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὑποδηλοῦσα καὶ οἱανδήποτε γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ προσβληθέντος Κράτους. Ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχωμεν πάσης τοιαύτης ἀποφάνσεως, καὶ συμβουλεύομεν καὶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ νὰ ὠθήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἐπίσημον ἀπόφασιν, εἴτε ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν πράξεων τῶν ἀποτελουσῶν τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἱκανοποιήσεως, εἴτε ἐπὶ ὡρισμένων κατὰ μέρος πράξεων ἐκ τῶν συνιστωσῶν τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου. Εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν μάλιστα δὲν φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ λόγος τις δυνάμενος νὰ δικαιολογήσῃ τῆς Συμπολιτεύσεως τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἂν μόνη ἡ Συμπολίτευσις ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ δώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπίσημόν τινα ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ λεχθέντα περὶ τῆς τακτικῆς τοῦ Ὑπουργείου καὶ περὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ δὲν ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὅτι αὕτη ἐγκρίνει καὶ ἐπικυροῖ πάσας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀπόδειξις αὕτη, δι’ ἧς ἤθελεν ἐφοδιάσει τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδαμῶς δύναται νὰ ἀποβῇ λυσιτελὴς εἰς αὐτὸ, διότι δὲν δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγον ἢ ἤθελον ἐπιφέρει ἀντίθετον κρίσιν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία ἤθελε φέρει. Οὐδ’ ἤθελε διδάξει τὴν κοινωνίαν καινόν τι ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας, διότι γνωστὸν εἶναι ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν πλειόνων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου· ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, φυσικὸν εἶναι ἡ πλειοψηφία αὕτη νὰ ἐκδώσῃ καὶ μεταβιβάσῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοιαύτην πιστοποίησιν, ἐγκρίνουσαν καὶ ἐπικυροῦσαν τὰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ κυρίου Ἐπιτετραμμένου ἀφορώσας καὶ γενομένας ὑπ’ αὐτοῦ πράξεις. Ἤθελεν ὅμως ζημιώσει καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἤθελεν ἀναλάβει τὴν εὐθύνην τοῦ γεγονότος· ἂν, διὰ νὰ πορίσῃ τοιοῦτον ἀσήμαντον κέρδος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ πλειοψηφία ἐπιμείνῃ, ἀντὶ νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις ἄνευ ἀποφάσεώς τινος, ἐπιμείνῃ νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ἀπόφασις αὕτη θέλει εἶσθαι πράγματι ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας, καὶ οὐχὶ ὁμόθυμος γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου· διότι ἀπέναντι τῆς γνώμης τῶν μελῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειοψηφίαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον καταρτίσει τὴν ἀπόφασιν, ἤθελεν ὑπάρχει ἡ γνώμη τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας. Ἑπομένως ἤθελε παρασταθῇ διαφωνία ἀληθὴς ἐπὶ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία διαφωνία. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη τις ἔκφρασις γνωμῶν ἐπάγῃ ζημίαν εἰς τὰ Δημόσια συμφέροντα, τὸ πολιτικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ἐλπίζει νὰ συγκομίσῃ ἐκ τῆς τοιαύτης αὐτῶν ἐπιμονῆς καὶ προτάσεως, θέλει εἶσθαι ἀσήμαντον πρὸ τῶν ἀληθῶν αὐτοῦ συμφερόντων, θέλει δὲ εἶσθαι ἀληθῶς λυπηρὸν, ἂν ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ὑποτάξῃ τὴν δίψαν τοῦ τοιούτου κέρδους εἰς τὸ Δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις τῶν συζητήσεων, χωρὶς νὰ παρασταθῇ τὸ Κοινοβούλιον διαφωνοῦν ἐπὶ τῶν ἀποτελούντων τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν θέλει ἀκούσει τὰς συμβουλὰς ἡμῶν ταύτας, διότι ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ναυπλίας, δηλώσαντος μάλιστα ἀγανάκτησιν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ γνώμῃ, τὴν ὁποίαν ὁ τὴν ἐπερώτησιν ὑποβαλὼν ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας πρὸ μικροῦ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ὑποθέτω, ὅτι διερμηνεύει τὴν γνώμην τῶν εἰσηγουμένων τὴν πλειοψηφίαν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ πλειονοψηφία θὰ ἐπιμείνῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἴσως αὕτη σκοπεῖ νὰ προβάλῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ τί ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν. Ἂν ἡ Συμπολίτευσις προβάλῃ θέμα πρὸς ψήφισιν, εἴτε ἐπιδοκιμάζον ῥητῶς τὴν ἄλλως ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ χαρακτηρισθεῖσαν ὡς ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν, δηλαδὴ ἐπιδοκιμάζον τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέχθη τὴν ζητηθεῖσαν ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν, εἴτε ἐπιδοκιμάζον ἢ τὸ ὅλον τῶν πράξεων τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἢ ὡρισμένην τινὰ ἐκ τῶν ἀποτελουσῶν τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἱκανοποιήσεως, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ τοιούτων θεμάτων, διότι ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην αὐτῶν· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν καὶ κατὰ τῶν θεμάτων τούτων, διότι ἠθέλομεν συντελέσει διὰ τῆς ἀρνητικῆς ψήφου ἡμῶν εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἀξίας τῶν γενομένων, τὴν ὁποίαν ἐξεθήκαμεν ὡς συνέπειαν πάσης ψηφοφορίας. Ὅθεν δὲν θέλομεν δώσει θετικὴν ψῆφον, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν πράξεις, τὰς ὁποίας ῥητῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκρινεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐχὶ ὡς ἀξίας ἐπιδοκιμασίας. Δὲν θέλομεν δὲ δώσει καὶ ἀποθετικὴν ψῆφον. Ἐπειδὴ ὅμως πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως, διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει μὲν παρασταθῆ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ὡς Σῶμα πολιτικὸν, μέλη ὅμως τινὰ αὐτῆς, ὅσα ἤθελον ἐγκρίνει, θέλουσι παραμείνει εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ὅπως συντελέσωσι νὰ συντηρηθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ διὰ νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καθ’ ὃν ἤθελον ἐγκρίνει, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην της, τρόπον ἡ πλειοψηφία. Προβαίνομεν μάλιστα νὰ δηλώσωμεν, ὅτι οὐχὶ μόνον τὰ ῥητῶς ἐπιδοκιμαστικὰ θέματα πρὸς ψήφισιν δὲν θέλει ψηφοφορήσει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἁπλοῦν θέμα τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι καὶ ἡ ἁπλῆ αὕτη μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀποτελεῖ σιωπηρὰν ἐπιδοκιμασίαν τῶν πράξεων, αἵτινες προεκάλεσαν τὴν γενομένην συζήτησιν. Ἑπομένως, καὶ ἂν ἤθελε προταθῆ θέμα ἁπλῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θέλομεν πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἴπομεν ὅτι θέλομεν πράξει καὶ ἐπὶ τῶν ῥητῶν θεμάτων τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως.

§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἄτοπον, ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν Πατρίδα νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς περὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπὸ ἡμερῶν ἐκφράζει γνώμην διὰ τοῦ λόγου. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, πᾶσα τοιαύτη ἔκφρασις γνώμης διὰ ψήφου, εἴτε παρὰ τῆς πλειοψηφίας εἴτε παρὰ τῆς μειοψηφίας, θὰ ἦτο ὀλεθρία εἰς τὸ Ἔθνος. Ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἔχων τοιαύτην ἰδέαν περὶ ἐκφράσεως γνώμης ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, διατί περιορίζει ταύτην εἰς μόνην τὴν διὰ τῆς ψήφου ἔκφρασιν γνώμης; Διατί, κατανοήσας ὅτι ἡ ἔκφρασις γνώμης διὰ τῆς ψήφου ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ἔχει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε; Διατί ἐπὶ πέντε ἡμέρας δὲν ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους αὑτοῦ, τοὺς ὁποίους ἀξιοῖ ὅτι ὁδηγεῖ, διατί δὲν ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους αὑτοῦ: παύσατε τὴν τοιαύτην συζήτησιν, παύσατε συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἐξευτελιστικὴν τοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἐπιζήμιον εἰς τὸ Ἔθνος, παύσατε συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε ἐλευθέρως, συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι ἐπιζήμιος εἰς τὸ Κράτος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω γνώμην, καὶ ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐγὼ δὲν μετέχω τῆς συζητήσεως, φρονῶν ὅτι τὸ κόμμα ἡμῶν δὲν δύναται νὰ δώσῃ ψῆφον; Καὶ πότε ἠκούσθη, κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ παρὰ ἡγέτου κόμματος, ὅτι περὶ θέματος, περὶ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσωμεν ψῆφον, ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ὁμιλῶμεν καὶ ὅτι ἄλλο ψῆφος καὶ ἄλλο λόγος; Ἡ Βουλὴ οὐδέποτε τοιαύτην διάκρισιν δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ λέγωμεν ὅ,τι δήποτε, μόνον δὲ ὅταν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν, πρέπει νὰ ὁδηγώμεθα ὑπὸ τῆς διανοίας ὅτι ἡ φλυαρία εἶναι ὁ κανὼν ὁ διέπων τὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ὁ λόγος δὲν ἐπάγεται εὐθύνας, εὐθύνας μόνον ἐπάγεται ἡ ψῆφος. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὁμιλῇ τοιουτοτρόπως, τίνα ἀνάγκην ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἀπαντήσωμεν; Λέγουσί τινες, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα καὶ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μείνωμεν ἵνα ἀναπτύξωμεν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν πρὸς συζήτησιν· ἀλλ’ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἀνέπτυξε τὰ θέματα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τίς ἡ ἀνάγκη περαιτέρω συζητήσεως; Τίς δὲν βλέπει, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, ἵνα μὴ βλάψῃ τὸ Ἔθνος, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συζητήσῃ, ἵνα μὴ βλάψῃ τὸ Ἔθνος; Ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν συζήτησιν ταύτην θεωροῦμεν ἐπιζήμιον, ὅτι τὴν συζήτησιν ταύτην θεωροῦμεν ἄτοπον· δὲν προέβημεν, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἰς ἐξορκισμούς, δὲν ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς συνιστῶντες τὰ συμφέροντα ἡμῖν· νομίζομεν ὅμως ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν παρὰ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ ἀποτείνωνται διὰ τοιούτου τρόπου πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, νὰ μὴ φρονῶσιν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Συμπολίτευσις τῶν γνωμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸ ἑαυτῆς συμφέρον. Οἱ νομίζοντες, ὅτι δύνανται ἐπὶ πέντε ἡμέρας νὰ συζητῶσιν οὐδεμίαν φέροντες εὐθύνην ἐπὶ τῇ συζητήσει ταύτῃ, οἱ ἐπὶ πέντε ἡμέρας ἀσχοληθέντες εἰς συζήτησιν σπουδαίως παραβλάπτουσαν τὰ συμφέροντα, τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, ἔρχονται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν λέγοντες: μὴ ψηφίσετε, διότι τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Καὶ δὲν βλέπομεν ἡμεῖς τί ὄπισθεν τούτου κρύπτεται; ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος; Βλέπετε ὅτι ἡττᾶσθε καὶ σπεύδετε νὰ ἐπιζητήσητε ὅπως ἀπαλλαγῆτε (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀπαιτεῖ νὰ μὴ ψηφίσητε, καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθη ὅτι ἐνδέχεται οὕτω νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασις, ὥστε νὰ μὴ δύναται ὑπὸ τὴν πρόφασιν ταύτην νὰ προστατευθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ φυγῇ αὐτῆς τῇ παρασκευαζομένῃ, λέγει ὅτι καὶ ἄλλως ἂν θέσητε τὴν πρότασιν, καὶ ἐὰν διατυπώσητε πρότασιν ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει πρὸς τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν εἰς συμφέροντα Διεθνῆ, πάλιν ἡμεῖς θέλομεν φύγει, ἵνα ἀποκρύψωμεν τὴν ἀδυναμίαν ἡμῶν, πάλιν ἡμεῖς θέλομεν θεωρήσει τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ζήτημα ἁπτόμενον τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους. Μόνον ἤδη, ἐπιστάσης τῆς ψηφοφορίας, ἀνένηψεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν: ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσητε, κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προσέξατε μὴ ἀποδείξητε, ὅτι ἐπὶ τοιούτου θέματος ὑπάρχει πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπὶ πέντε ἡμέρας προσπαθεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ μειονοψηφία· δὲν ὑπῆρξε θέμα, τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπελήφθησαν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα δυνηθῶσι νὰ προσβάλωσι τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ὑπῆρξε διαστροφὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν κατέφυγον ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐπιῤῥίψωσι μομφὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μετὰ ταῦτα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐπὶ τοιούτου θέματος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία! Μή τοι οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι σήμερον καὶ ἀπὸ πέντε ἡμερῶν δὲν ἀντεπροσώπευον τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Μή τοι εἶναι ἁπλᾶ ἄτομα, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ἡγούμενος τῆς μειονοψηφίας, ἔχῃ δικαιολογίαν ἂν εἴπῃ: λυποῦμαι, ὅτι εὑρέθησαν Βουλευταὶ, οἵτινες ἐπὶ τοσοῦτον νὰ παρίδωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος, ὥστε ἐπὶ πέντε ἡμέρας ν’ ἀνακινῶσι θέμα ἄτοπον, τὸ ὁποῖον τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα δὲν τοῖς ἐπέτρεπον νὰ κινήσωσι· δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐμποδίσω τὰ ἄτομα ταῦτα νὰ παρεκτραπῶσιν ὡς παρεξετράπησαν, ἀλλὰ δύναμαι ἐν ὀνόματι τῆς μειονοψηφίας νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτῶν, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν νὰ εἴπω, διαφωνῶ ἢ συμφωνῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ συνειδήσει μου, περὶ τούτου δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐκφρασθῶ, ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐκφράσω γνώμην, δὲν ἐξέφρασα γνώμην, οὐδ’ ἐξέφρασε γνώμην Βουλευτής τις ἐξ ἐκείνων, ὧν ἡ γνώμη εὐθύνει τὴν μειονοψηφίαν, καὶ σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, ἂς τείνωμεν πρὸς ἀλλήλους τὴν χεῖρα, διότι περὶ Ἐθνικοῦ ζητήματος πρόκειται; Ἐπὶ πέντε συνεδριάσεις δὲν ἐπρόκειτο περὶ Ἐθνικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ κομματικοῦ· ἐπὶ πέντε συνεδριάσεις ἠκούομεν ἐπαναλαμβανόμενον ὅτι, ἀφοῦ δὲν προσάγονται τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα, ἡ μὴ προσαγωγὴ ἀρκεῖ εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα περιέχουσιν ὅ,τι αἰσχρὸν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· διὰ τοῦτο, ἔλεγον οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀρνεῖσθε νὰ τὰ παρουσιάσητε. Ταῦτα ἠκούσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἠκούσθησαν λεγόμενα ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Περὶ τοῦ Διεθνοῦς ζητήματος ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἔπρεπεν ὅμως νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν τῷ πνεύματι ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον συνέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤδη, ὅτε περατοῦται ἡ συζήτησις καὶ ὅτε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν ὁμοφωνίᾳ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον ἐνώπιον τοιούτου ζητήματος νὰ αἰσθανθῶμεν, ὅτι ἐὰν εἴμεθα κόμμα, εἴμεθα ὅμως ὅλοι καὶ πολῖται Ἕλληνες, ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῶμεν, ὅτι ἐὰν ἐν τῇ Βουλῇ δέον νὰ διαιρώμεθα εἰς κόμματα πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν ζητημάτων, διότι διὰ τῶν κομμάτων ταῦτα διεξάγονται ὡς ἄριστα, ἀπέναντι ὅμως ἐξωτερικῶν ζητημάτων κόμματα δὲν ὑφίστανται· ταῦτα εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ὅπως δήποτε θίγουσιν εἰς τὰ αἰσθήματα ἡμῶν τὰ Ἐθνικά, καὶ ἐνώπιον αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐνθυμώμεθα ἢ μόνον ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες. Ποῦ τοῦ καθήκοντος τὴν συναίσθησιν ἀπεδείξατε διὰ τῆς συζητήσεως τῶν πέντε ἡμερῶν, τῆς ἤδη ληγούσης; Ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν σας. Συζήτησις βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ, καὶ εἶναι λυπηρόν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις δὲν ἔχει νὰ ἐλπίσῃ ἀπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν Ἐθνικῷ ζητήματι συνδρομήν. Ἀνέμνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὸ παρελθὸν ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰπὼν ὅτι ἡ νῦν Ἀντιπολίτευσις δὲν ὁμοιάζει τὰς παρελθούσας Ἀντιπολιτεύσεις. Τῷ ὄντι δὲν ὁμοιάζει, καὶ τοῦτο εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἔπαινος τῶν παρελθουσῶν Ἀντιπολιτεύσεων· ἐγὼ δὲ, ὡς ἀνήκων εἰς παρελθούσας Ἀντιπολιτεύσεις, εὐγνωμονῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος διὰ τὴν τοιαύτην ἀποδοθεῖσαν εἰς τὰς παρελθούσας Ἀντιπολιτεύσεις δικαιοσύνην. Τί θὰ ἦτο λυπηρότερον, ἢ ἐὰν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὰς παρελθούσας Ἀντιπολιτεύσεις, εἴχομεν περιπέσει ὡς ἀντιπολιτευόμενοι εἰς διαγωγήν, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς παρούσης Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὰς πέντε ταύτας τελευταίας συνεδριάσεις; Καὶ ἀπέναντι τοιαύτης διαγωγῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ; Πῶς ἐπολιτεύθημεν ἀπέναντι τῶν διαστροφῶν, ἀπέναντι τῶν ἀνυποστάτων προσβολῶν πολιτικῆς καὶ προσωπικῆς ἐμπαθείας, ἀπέναντι τῆς κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως ζητήματος ἐθνικοῦ; Τὸ καθῆκον ἐπέβαλεν ἡμῖν σιωπήν. Ἡ Συμπολίτευσις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἀπαντήσῃ μίαν πρὸς μίαν εἰς ἑκάστην τῶν καταγγελιῶν· ἀλλ’ ἡ Συμπολίτευσις ἐσιώπησεν. Εἴπομεν ἐξ ὑπαρχῆς ὅτι θὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μόνον ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθῆκον ἐθνικὸν νὰ ἀνακοινώσωμεν· εἴπομεν ὅτι θὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μόνον ὅσα ἡ Βουλὴ εἶχε δικαίωμα παρ’ ἡμῶν νὰ μάθῃ, ἀποφεύγοντες πᾶσαν συνηγορίαν ὑπὲρ τῶν παρ’ ἡμῶν πεπραγμένων, διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς συζητήσεις ἐκ μονομερίας, αἵτινες θὰ προεκάλουν ἐριστικὰς ἀπαντήσεις διὰ τῆς ἀπὸ ἀντιθέτου ἀπόψεως ἀναπτύξεως τοῦ ζητήματος. Ἐθεωρήσαμεν ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἢ μίαν μόνον ὄψιν, καὶ εἰς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἐνεμείναμεν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν διαφόρων ἐντυπώσεων, αἵτινες ἠδύναντο νὰ παραχθῶσιν ἐκ τῶν πολλῶν μὲν λόγων ἐκεῖθεν, ἐκ τῆς σιωπῆς δὲ ἐντεῦθεν. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερώτησις μακρὰ, περιέχουσα, ὡς προεῖπον, ὁλόκληρον τὸ ζήτημα. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην ἐδώσαμεν τὰς ἀπαντήσεις, αἵτινες ἦσαν ἐπιβεβλημέναι εἰς ἡμᾶς ἐκ τοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καθήκοντος. Οὐδὲν εἴπομεν πρὸς ἀπολογίαν ἡμῶν, ὡς ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσιν. Ἐν ταῖς συζητήσεσι, ταῖς γενομέναις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀπαύστως ἠκούομεν, ὅτι πρὸς ὑπεράσπισιν ἡμῶν εἴπομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἀλλὰ ἡμεῖς περὶ ὑπερασπίσεως οὐδόλως ἐσκέφθημεν, ὡμιλήσαμεν δὲ μόνον ἐφ’ ὅσον εἰς ἐπερώτησιν ἠναγκαζόμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐζήτησε πληροφορίας καὶ ταύτας ἐδώσαμεν, ἐντελῶς ἀδιαφοροῦντες ὁποία θὰ ἦτο ἡ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐντύπωσις ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην ἡμῶν· ἐντελῶς ἀδιαφοροῦντες, οὐχὶ διότι δὲν συνησθανόμεθα τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης ταύτης, ἀλλὰ τοὐναντίον διότι ἀμέριστον διεξεδικοῦμεν τὴν εὐθύνην ὑπὲρ ἡμῶν. Δὲν ἐβλέπομεν τὴν εὐθύνην τότε πρῶτον· τὴν εὐθύνην ἠσθάνθημεν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλαμβάνομεν τὴν ἀπόφασιν περὶ ἧς ἤδη συζητεῖτε. Ἀπόφασιν τοιαύτην μόνον βαθεῖα συναίσθησις εὐθύνης ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ, εὐθύνης παρεπομένης εἰς τὸ ἐκ λυπηρᾶς περιστάσεως ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν καθῆκον. Τὴν εὐθύνην ταύτην ἐγνωρίζομεν, διότι τὴν εἴδομεν κατὰ πρόσωπον, ὅταν ὑπεγράφομεν τὰ ἔγγραφα, τὴν εἴδομεν κατὰ πρόσωπον, ὅταν ἐτελοῦντο τὰ ἐκτελεσθέντα ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Νομίζετε, ὅτι οἱ οὕτως ἀναμετρήσαντες τὴν εἰς αὑτοὺς λαχοῦσαν εὐθύνην εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ παραγνωρίσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ μέγεθος αὐτῆς, ὥστε νὰ ἐπιζητήσωσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσιν αὐτῆς, ἢ ὅπως μειώσωσιν αὐτήν, ἀποκρύπτοντες ἔγγραφα ἢ ἐπινοοῦντες δικαιολογίας; Ἢ μή τοι νομίζετε, ὅτι ἡ εὐθύνη, ἣν ἀνελάβομεν, εἶναι δεκτικὴ ἐπιβαρύνσεως; Ἀνελάβομεν ἐν ἐπιγνώσει τὴν ὑπάτην εὐθύνην· οὐδὲν ἔγγραφον, οὐδεμία πληροφορία δύναται νὰ προσθέσῃ τι εἰς αὐτήν. Ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην, διότι εἴχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐνεργήσωμεν. Ἔχομεν δὲ τὴν συνείδησιν, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῶν πραχθέντα, ὅσην καὶ ἂν ἐπάγωνται εὐθύνην, ὑπηγορεύοντο ἡμῖν ὑπὸ τοῦ πρὸς τὸ Ἔθνος καθήκοντος. Τὸ καθῆκον μόνον συνεβουλεύθημεν, ἐκθέσαντες πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ γενόμενα. Ἐὰν τὰ πρὸς τὴν Βουλὴν παρ’ ἡμῶν ἀνακοινωθέντα δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα πείσωσιν αὐτὴν, ὅτι ἐξυπηρετήσαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, μόνοι ὑπεύθυνοι ἀπέναντι αὐτῆς ἐσμὲν ἡμεῖς καὶ πλήρη ἀναδεχόμεθα τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων. Παρ’ οὐδενὸς ζητοῦμεν, οὐδὲ δεχόμεθα ἐπιείκειαν· ἀλλ’ ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, χάριν τοῦ Ἔθνους, αὐστηρότητα ἄκαμπτον, διότι θέλομεν νὰ ὦσι πάντες οἱ πολιτευόμενοι πεπεισμένοι, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων οὐδεμία χωρεῖ παρὰ τῇ Βουλῇ ἐπιείκεια. Ἠκούσαμεν μικρολόγους παρατηρήσεις περὶ ἐγγράφων, διακρινομένων εἰς τὰ ἔχοντα ἐν τῇ γωνίᾳ τοῦ χάρτου ἐπιγεγραμμένην τὴν λέξιν «ἰδιαιτέρα», καὶ εἰς τὰ γεγραμμένα ἐπὶ μικροῦ χάρτου καὶ φέροντα προσφώνησιν «φίλε κύριε ἢ κύριε Ὑπουργέ»· ἠκούσαμεν, ὅτι τὰ πρῶτα εἶναι ἰδιαίτερα καὶ μὴ ἀνακοινωτέα, τὰ δὲ ἄλλα δημόσια. Ἂς διευκρινήσωσι τὰ περὶ τούτων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ τοιαῦτα ἀρέσκονται, δι’ ἡμᾶς δὲν ἐπλάσθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα. Καὶ ἤδη, κύριοι, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀναδεχθέντες πᾶσαν τὴν εὐθύνην, ἐπὶ τῇ διεξαγωγῇ τοῦ Διεθνοῦς ζητήματος, ἠκούσαμεν τὴν πενθήμερον συζήτησιν, ληγούσης δ’ αὐτῆς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα μάθωμεν πῶς ἐπὶ τέλους διατυποῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατηγοροῦσιν ἡμῶν τὴν γνώμην των, ποία θὰ ἦναι ἡ ψῆφος, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν γνώμην αὐτῶν, ἀκούομεν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκφράζωσι τὴν γνώμην αὐτῶν, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἐκφράζωσι καὶ διὰ τῆς ψήφου τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφράσωσι γνώμην διὰ τοῦ λόγου, ἤδη μανθάνομεν παρ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐκφράσωσι γνώμην διὰ τῆς ψήφου· κατεκρίνομεν τὴν ἔκφρασιν γνώμης διὰ τοῦ λόγου, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν παραίτησιν παρ’ αὐτῶν τοῦ σταδίου, εἰς ὃ ἐν δέοντι καὶ παρατόλμως εἰσῆλθον. Ἐπιδοκιμάζομεν πληρέστατα αὐτούς, ὁμολογοῦντας, ὅτι δὲν τολμῶσι νὰ δώσωσι ψῆφον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐπιδοκιμάζομεν αὐτούς, ἀνομολογοῦντας, ὅτι δίδοντες ψῆφον οἱανδήποτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θέλουσι πράξει ἔργον ἀντεθνικόν. Ἀντεθνικὴν ἐνομίσαμεν ἡμεῖς τὴν συζήτησιν, ἀντεθνικὴν νομίζομεν καὶ τὴν ψηφοφορίαν, ἑπομένως δὲν ἔχομεν λόγον, ἵνα θέλωμεν νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συναισθάνεται τέλος, ὅτι εἶναι ἄτοπον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Διεθνοῦς θεωροῦμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ, οἵα διεξήχθη συζήτησις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ ψηφοφορία, ἄρα διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει αἱ συζητήσεις αὗται πᾶσαι νὰ λήξωσιν ἄνευ ἐκφράσεως γνώμης τῆς Βουλῆς; Τὸ θέμα τὸ Διεθνὲς δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ διαχειρήσει τοῦ Διεθνοῦς ζητήματος, παρέλειψεν ἢ παρεβίασε τὸ καθῆκόν της, καὶ παραβιάσασα τὸ καθῆκόν της, ἔβλαψε τὸ Ἔθνος, βεβαίως τὸ Κοινοβούλιον ἔχει καθῆκον νὰ καταδικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ὅσον νομίζει, ὅτι ἐξυπηρετεῖ οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνομολογεῖ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ καταδικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοιούτου θέματος, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνομολογεῖ, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἐπὶ πέντε ἡμέρας, οὕτω συζητοῦσα, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τούτου δὲν ἔχει τι πλέον νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη ἀπολήξῃ εἰς ψηφοφορίαν, οὐχὶ περὶ τοῦ Διεθνοῦς θέματος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, ἀλλ’ εἰς ψηφοφορίαν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς ταύτης τῆς συζητήσεως. Εἴπομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀρχομένης τῆς συζητήσεως, ὅτι ἐθεωροῦμεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἄτοπον· τοῦτο λέγομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤδη, ληγούσης αὐτῆς· ἤδη δὲ λέγομεν αὐτῇ τοῦτο μετὰ πλείονος βεβαιότητος, διότι τὸ λέγομεν ἐνώπιον τῶν ἀποτελεσμάτων, ἔχοντες ἐνώπιον ἡμῶν ἁπάσας τὰς λεπτομερείας τῆς συζητήσεως. Ἤδη λέγομεν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προκληθεῖσα, προεκλήθη καὶ διεξήχθη ἐπὶ ζημίᾳ ἠθικῇ τῆς Χώρας, τὴν δὲ γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς συζητήσεως, πρέπει νὰ ἐκδηλώσῃ καὶ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην περὶ τῆς συζητήσεως ταύτης. Θὰ ἐρωτηθῶμεν, τί ἐπράξαμεν κατὰ τὰς τελευταίας πέντε συνεδριάσεις; Θὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἀπεκδυόμεθα τῆς εὐθύνης, ἐπὶ ταῖς ἀκόσμοις συζητήσεσι προσεπαθήσαμεν νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν· τότε δὲ θὰ ἐρωτηθῶμεν, ποία εἶναι ἡ ψῆφος, δι’ ἧς ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν κατὰ τὰς συζητήσεις, ἀφοῦ δὲν ἐπετρέπετο ἡμῖν ν’ ἀπαγορεύσωμεν αὐτάς; Ὀφείλει νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐθεώρει τὰς συζητήσεις ταύτας ἀτόπους, καὶ ὅτι τῆς πρώτης εὐκαιρίας, τῆς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ παρεχομένης, ἐπιλαμβάνεται, ἵνα ἀναγράψῃ τὴν γνώμην αὑτῆς ταύτην. Περὶ τῆς συζητήσεως ἐμορφώσαμεν γνώμην μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς, εἶναι δὲ αὕτη, αὐτὴ ἐκείνη, ἣν εἴχομεν ἐξ ὑπαρχῆς· τὴν γνώμην ταύτην ὀφείλομεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν νὰ ἐκφράσωμεν, ἵνα παραδώσωμεν αὐτὴν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀγανακτοῦσαν μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ τῇ διεξαγωγῇ τῆς συζητήσεως, ὡς τὴν ἐπίσημον γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἄρα εἴπωμεν, ὅτι μετὰ τὰς δοθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐξηγήσεις, ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τί ἄλλο ἐκφράζομεν, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξ ὑπαρχῆς ὑπεδείξαμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς τὸ πρέπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ὤφειλε ν’ ἀκούσῃ τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δοθείσας ἐξηγήσεις, καὶ ἂν δὲν ἐθεώρει ταύτας ἀποχρώσας, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν, λαβοῦσα δ’ αὐτὰς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Αὕτη ἦτο ἡ γνώμη, ἣν εἴχομεν ἐξ ὑπαρχῆς· ταύτης τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔκφρασιν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν ἔκτοτε, διότι ἔπρεπε νὰ παραστῇ ἡ εὐκαιρία, καὶ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην ἤδη τὸ πρῶτον ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ παρέχει ἡμῖν ὁ Κανονισμός. Ταύτης τῆς εὐκαιρίας πρέπει νὰ ἐπωφεληθῶμεν, ἵνα διατρανώσωμεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν, ἣν ἔχομεν γνώμην, ὅτι ἡ ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὰς πέντε τελευταίας συνεδριάσεις ἐπολιτεύθη διὰ τρόπου ἐπιβλαβοῦς τῷ Ἔθνει, ὡς ἐπηρεάζοντος τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὰ ἠθικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατεδίκασε σκληρῶς, ἀλλὰ δικαίως, διὰ τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως αὑτοῦ. (Ἐπευφημίαι ἔκ τε τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§66Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκάλυψεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην πάσας αὑτοῦ τὰς ἰδιότητας. Ὅσοι δὲ γνωρίζετε τὸν χαρακτῆρα αὑτοῦ, καὶ ὅσοι ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διαχειρίζεται καὶ διεξάγει τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, δὲν ἐξεπλάγητε βεβαίως ἐφ’ οἷς πρὸ μικροῦ εἶπε, διότι ἐν αὐτοῖς ἀναγνωρίζετε αὐτὸν τοιοῦτον, ὁποῖον πάντοτε. Οὐδ’ εὗρον κατά τι αὐτὸν παραλλαγέντα μὲ ὅλην τὴν δεινὴν δοκιμασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤγαγε τὸ Κράτος διὰ τῆς τριετοῦς Κυβερνήσεώς του, δοκιμασίαν δι’ ἣν τοσαύτην ὑπέχει εὐθύνην· ἐμνήσθη ἀληθῶς πρώτην φορὰν πρὸ μικροῦ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ εἶναι μάταιον νὰ ἐπικαλῆσθε τὴν δικαιοσύνην ταύτην ἀπὸ τοῦδε, διότι μετὰ μικρὸν θέλει ἔλθει ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε ἀτενίσει ζητοῦντες οὐχὶ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ τὴν ἐπιείκειαν τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἂν ἐμνήσθητε τῆς δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος ἐπὶ ζητημάτων, τῶν ὁποίων τὸ ἀκροσφαλὲς ἀναγνωρίζουσα ἡ Ἀντιπολίτευσις σᾶς συμβουλεύει νὰ μὴ προβῆτε εἰς ψηφοφορίαν, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πορισθῆτε ἐκ τούτου τὸ θάῤῥος ἵνα ὑφαρπάσητε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλετε εὑρεῖ ἐπιεικὲς τὸ Ἔθνος ἐπὶ τῆς ἄλλης ὑμῶν διαχειρίσεως, τῆς ὁποίας τὰς ὀλεθρίους συνεπείας κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους μετὰ μεγάλης ὑπομονῆς διέρχεται; Ἀλλὰ δὲν δεσπόζει τὸ κομματικὸν συμφέρον μόνον ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δὲν σκέπτεται καὶ δὲν ἀγορεύει καὶ δὲν πράττει μόνον ὑπ’ αὐτοῦ καὶ μόνου ὁδηγούμενος, ἀλλὰ καὶ τοσοῦτον ἀντλεῖ ἐξ αὐτοῦ θάῤῥος, ὥστε δὲν δειλιᾷ οὐδὲ πρὸ τῆς ἀληθείας, δὲν διστάζει οὐδὲ πρὸ τῆς ἀμαθείας, καὶ τολμᾷ μάλιστα ν’ ἀναγράψῃ δόγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς διενοήθη, πολλῷ δ’ ἧσσον οὐδεὶς ἀνεγνώρισέ ποτε ὡς ἀληθῆ. Σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ συζήτησις κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῆς ψηφοφορίας, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἡμεῖς συνεβουλεύσαμεν νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν, κακῶς ἐπράξαμεν ὑποκινήσαντες τὴν συζήτησιν καὶ ἀνομολογοῦμεν νῦν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἀμάθεια τοιαύτη δὲν προσήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν. Ἄν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ καθῆκον ν’ ἀπέχῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφοφορήσῃ, ποῖον καθῆκον, ποῖον συμφέρον ἀπεῖργε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τοῦ νὰ διδάξῃ τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, τοὺς διαχειριζομένους τὰ Δημόσια πράγματα, νὰ διαχειρίζωνται ταῦτα μετὰ σωφροσύνης καὶ δεξιότητος; Καὶ διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν διὰ ψηφοφορίας ἐξενεχθῇ ἐπισήμως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν δοθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον ἱκανοποίησιν, νομίζετε ὅτι δὲν ἠθέλομεν παραλίπει πρώτιστον καθῆκον, ἐὰν σᾶς ἀφίνωμεν νὰ διέλθητε ἐν σιγῇ τὴν ἀδεξίως καὶ ἀφρόνως γενομένην διεξαγωγὴν ὑποθέσεως τοσοῦτον ἀκροσφαλοῦς, δὲν ἐλέγομεν περὶ τῆς σκαιότητος ἢ κἄν τῆς ἀδεξιότητος ὑμῶν, διὰ τῶν ὁποίων περιηγάγετε τὸ Κράτος εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ δώσῃ τοιαύτην ἱκανοποίησιν; Νομίζετε, ὅτι εἶσθε οἱ ἀπόλυτοι κύριοι νὰ πράττητε ὅ,τι τὰ πάθη ὑμῶν ὑπαγορεύουσι, καὶ ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν σκαιότητα, ἣν κατεδηλώσατε, κοινοποιήσαντες ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, τοῦ ὁποίου ἡ πρὸς αὐτὸν κοινοποίησις ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ὡς διάψευσις αὐτοῦ; Νὰ ἐλέγξωμεν τοὐλάχιστον τὴν ἀδεξιότητα ὑμῶν, ἂν μόνον ἀδεξιότης ἦτο νὰ κοινοποιήσητε πρὸς αὐτὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἤθελε τὸ ὀλιγώτερον ὑποληφθῇ ὡς ἀμφισβητοῦν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὐχὶ ἁβρότης πρὸς Ἀντιπρόσωπον ξένου Κράτους, ἀλλὰ τὸ καθῆκο Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰ ὄργανα ἐπλημμέλησαν, ἐπέβαλεν εἰς ὑμᾶς νὰ ἀναγνωρίσητε ὡς τελεσθέντα; Νομίζετε, ὅτι ἠθέλομεν παραλίπει τὸ καθῆκον νὰ σᾶς διδάξωμεν διὰ τοῦ τοιούτου ἐλέγχου, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τείνητε ἀπροσέκτως τὴν χεῖρα εἰς ὑπόθεσιν τοσοῦτον ἀκροσφαλῆ, ὅτι ἦτον ἀφροσύνη νὰ ζητήσητε νὰ πιέσητε διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, ἐὰν τοιοῦτον αἴσθημα σᾶς παρέσυρε, καθ’ ὃν τρόπον πιέζετε τοὺς πολίτας διὰ τῶν βιαίων μέσων, τῶν ὁποίων ποιεῖσθε χρῆσιν, ἢ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν φίλων αὑτῶν διαπράττετε; Καὶ ἐλάβετε τὸ θάῤῥος νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως; Καὶ ἐτολμήσατε νὰ ἀποκαλέσητε ταύτην ἄτοπον; Καὶ ἐζητήσατε, παραγνωρίζοντες τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Δικαίου, νὰ ἐπιῤῥίψητε μομφὴν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐζήτησε νὰ σᾶς ἐλέγξῃ, οὐχὶ ἵνα σᾶς στιγματίσῃ διὰ ψηφοφορίας, ἀλλ’ ἵνα διὰ τῆς συζητήσεως σᾶς διδάξῃ; Συνεχάρη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἑαυτὸν, διότι ὡς Ἀντιπολίτευσις ἄλλοτε δὲν ὁμοιάζει τὴν ἐνεστῶσαν Ἀντιπολίτευσιν! Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἀληθῶς ἐρυθριᾷ, ἂν ἐμιμεῖτο τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ὡς ἀντιπολιτευομένου. Τίς ἐλησμόνησε, δὲν εἶναι ἀκόμη νωπαὶ εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν αἱ παράβολοι ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας ὡς Εἰσηγητὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἄλλοτε εἰσηγήσατο εἰς αὐτήν; Νομίζει, ὅτι ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ἓν μέλος τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου δὲν ἐδίστασε νὰ πράξῃ ὅσα οἱ ἐκτελοῦντες ἐντολὴν κατασκόπου πράττουσι, καταγγείλας κατὰ τὸ 1879 πράξεις τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἥπτοντο μεγίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς πρὸ 60 χρόνων δὲν εἶχεν ἰδεῖ; Ἐπιφανὴς πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποφύγω νὰ εἴπω τὸ ὄνομα, ἀλλ’ ὅστις κατέχει τανῦν θέσιν ἐπιφανῆ ἐν τῇ Κυβερνήσει τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, ἦτο δὲ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀνὴρ, ὅστις ᾐσθάνετο στοργὴν μεγαλειτέραν πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ᾐσθάνοντο δυστυχῶς ἐκεῖνοι ἐκ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες προτάττουσιν αὑτῶν τὴν φιλαρχίαν των, ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος συνεβούλευε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ προκαλέσῃ τὰ διάφορα ἐν Ἑλλάδι Σωματεῖα νὰ ἐξενέγκωσιν εὐχὰς ἵνα μὴ παραλειφθῇ ἀπὸ τῶν παραχωρηθησομένων εἰς τὴν Ἑλλάδα χωρῶν μεγάλη τις πόλις Ἑλληνικὴ, τῆς ὁποίας ἡ Ἑλληνικότης ἠμφισβητεῖτο, καὶ ἥτις ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς Ἠπείρου. Ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐξεδήλωσε τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἐν δὲ τῇ Ζακύνθῳ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνῆλθε καὶ ἐσκέπτετο νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν τοιαύτην. Τότε ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ὁ συνάδελφος καὶ πολιτικὸς φίλος τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τοῦ τότε εἰσηγητοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατήγγειλε τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς ὑποκινοῦντα τοιαύτας πράξεις ἐν τοῖς Δήμοις τοῦ Κράτους! Τίς ἐλησμόνησεν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ μὴ ποιήσωνται παραχωρήσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα ἠμφισβήτουν τὸ αὐθόρμητον καὶ ἑπομένως τὴν σημασίαν τῶν ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς Ἐπαρχίαις γενομένων κατὰ τὸ 1878 ἐπαναστάσεων, ὁ εἰσηγητὴς τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως νῦν Πρωθυπουργὸς ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς φίλους του καὶ εἰς ἑαυτὸν νὰ λέγωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅσα μόνον ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, ὁ Σαφὲτ–πασᾶς, ἔγραφεν ἐν τοῖς ὑπομνήμασιν αὑτοῦ πρὸς τὴν Εὐρώπην! Καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι οὕτω πως τότε ἀντεπολιτεύοντο ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ ἐπικρίνωσι τὴν ἐνεστῶσαν Ἀντιπολίτευσιν, διότι σωφρονοῦσα ἐζήτησε νὰ σταματήσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ψηφοφορίας, διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῇ ὅτι συντελεῖ εἰς οἱανδήποτε βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, τὴν ἐνεστῶσαν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνακόψῃ τὰς ἀπερισκέπτους τῶν ὁδηγούντων τὴν πλειοψηφίαν Ὑπουργῶν ἐνεργείας ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον εὐπαθοῦς, τοῦ ὁποίου δὲ δυστυχῶς τὴν διεξαγωγὴν ὡδήγησαν, ὡς φαίνεται, μόνα τὰ πάθη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἠξίου, φαίνεται, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὅτι ἠδύνατο νὰ ἰσχυρίζηται ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἦσαν ἰδιωτικαὶ ἐπιστολαί, χαρακτηρίζων αὐθαιρέτως ὡς ἰδιωτικὰς ἐπιστολὰς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ ἀντιποιούμενος δύναμιν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ μέγας ποντίφικος δὲν ἀξιοῖ πλέον, τὴν δύναμιν νὰ χαρακτηρίζῃ τὰ πάντα κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ βούλησιν. Δὲν ἐχαρακτήρισεν ὡς ἰδιωτικὰ ἔγγραφα περιελθόντα εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Καὶ ἠξίου νὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὡς ἐὰν ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν τῆς λογικῆς, καθὼς κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ τοῦτο εἰς τοὺς φίλους αὑτοῦ; Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζῃ τὰ ἔγγραφα ὡς ἰδιαίτερα ἢ ὡς ἐπίσημα κατὰ τὴν βούλησιν αὑτοῦ. Τὰ ἔγγραφα εἶναι ἰδιαίτερα, διότι εἶναι ἰδιαίτερα καὶ εἶναι ἐπίσημα, διότι εἶναι ἐπίσημα. Τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν γράφει ἰδιώτης πρὸς ἰδιώτην περὶ ἰδίων αὑτοῦ ὑποθέσεων, ἢ τὴν ὁποίαν γράφει ἄνθρωπος δημόσιος πρὸς ἄνθρωπον δημόσιον, ἀλλὰ περὶ ὑποθέσεως ἀτομικῆς εἴτε τοῦ γράφοντος εἴτε τοῦ λαμβάνοντος, τίς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἐπίσημον, καὶ νὰ ἀξιώσῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὰς προνομίας τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Ταῦτά εἰσιν ἐπιστολαὶ ἰδιαίτεραι· ἂν ἦσαν ἰδιαίτεραι ἐπιστολαὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτοῦ, περὶ τίνος ἰδιαιτέρας ὑποθέσεως δι’ αὐτῶν ἔγραφεν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος; Ἔγραφε τάχα περὶ Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, τῶν ὁποίων ἐγένετο κάτοχος, καὶ ἐζήτησε τὴν ἐξήγησιν τῆς τοσαύτης ὑποτιμήσεως αὐτῶν; Ἔγραφε περὶ χρηματιστικῶν πράξεων καὶ ἐζήτει νὰ συνενοηθῇ περὶ τῆς καλῆς ἐκβάσεως αὐτῶν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἢ ἔγραφε περὶ μετοχῶν τῆς Κωπαΐδος, τὰς ὁποίας κατέχει καὶ παρεπονεῖτο καταζητούμενος νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην δόσιν, καὶ ἀπετείνετο πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ζητῶν νὰ μεσολαβήσῃ παρὰ τοῖς γνωστοῖς φίλοις του ἵνα ἀπαλλάξωσιν αὐτὸν τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως; Ἢ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλικῆς Τραπέζης Anglo Forcing Bank ἔγραφεν ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπάντησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἐκείνου καταστήματος εἰς τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸς ὅλα τὰ πιστωτικὰ καταστήματα τῆς Εὐρώπης, ζητῶν παρ’ αὐτῶν νὰ συνεισφέρωσι τὸν ὀβολόν των διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος ἔγραψε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ὡς τοιοῦτος, καὶ ἀπέστειλε ταῦτα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς Πρωθυπουργὸν, καὶ ἔγραφε δι’ αὐτῶν περὶ ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦτο ἁρμόδιος ὡς Πρωθυπουργὸς ὁ πρὸς ὃν ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ἔγραφε δι’ αὐτῶν περὶ ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦτο ἁρμόδιος νὰ γράψῃ ὁ γράψας ὡς Ἐπιτετραμμένος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Καὶ τοιαῦτα ἔγγραφα ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἐπιστολὰς ἰδιαιτέρας; Ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ χαρακτηρισμοῦ του πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τῶν στατιστικῶν οἰκονομικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ καὶ τὰς ὁποίας ἑκάστοτε μᾶς παρέχει; Ἀφοῦ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα δὲν ἦσαν ἰδιαίτεραι ἐπιστολαί, ἕπεται ὅτι ἦσαν ἐπίσημα ἢ ἡμιεπίσημα. Καὶ τοιαῦτα ὄντα τὰ ἔγγραφα, ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις περὶ τὴν ὁποίαν περιεστρέφοντο δὲν εἶχεν εἰσέτι περατωθῆ, προβάλλων ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ περιεχομένου τῶν ἐγγράφων τούτων ἤθελε παρακωλύσει τὴν αἰσίαν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως· ἠδύνατο τότε νὰ μᾶς ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ αἰσία ἔκβασις τῆς ἐκκρεμοῦς ὑποθέσεως ἦτο ἰσχυρότερον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ ἐλέγξωμεν δι’ αὐτῶν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχεν ὡσαύτως δικαίωμα νὰ μᾶς ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἐπίσημα ταῦτα ἔγγραφα, ἂν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἡ δημοσίευσις αὐτῶν ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοιοῦτον μᾶς προέβαλε λόγον, ὅταν ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα; Ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ δώσῃ τοιαύτην διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Εἶπεν ἀληθῶς πρὸ μικροῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ ἠρνήθη τότε νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν εἶπεν ἀληθῆ, διότι δὲν ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ ταῦτα τότε λόγῳ ὅτι ἡ δημοσίευσις αὐτῶν ἐζημίου τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ λόγῳ ὅτι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ἦσαν ἰδιαίτεραι ἐπιστολαὶ, καὶ δὲν ἤθελε καταθέτων αὐτὰ νὰ ὑποληφθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον ὡς παραβιάζων τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν καὶ ἀναιρῶν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐφοβεῖτο δὲ μὴ ἕνεκα τούτου ἀπολέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἄλλων ὅσοι γράφουσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὸν ἰδιαιτέρως ἐπιστολάς. Καὶ ἐνῷ τὰ τοιαῦτα προέβαλλεν ἄξια οὐχὶ μόνον ἀνασκευῆς, ἀλλὰ μυκτηρισμοῦ, λεγόμενα μάλιστα ὑπὸ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἠξίου νὰ σιωπήσωμεν, ὡς ἠξίου νὰ σιωπήσωμεν, ἀφοῦ ἔλεγεν ὅτι ἔδιδεν ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν, καὶ ἐξεδήλου ἐμμέσως ἀπορίαν πῶς ὁ κύριος Ἐπιτετραμμένος μετέβαλε γνώμην ζητήσας τὴν ὑπερβολικὴν ταύτην ἱκανοποίησιν, ἐνῷ πρὸ μικροῦ εἶχε ζητήσει μετριωτέραν! Ἠξίου νὰ σιωπήσωμεν, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος μᾶς εἶπεν ὅτι ἠδυνήθη νὰ εἰκάσῃ ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου προῆλθε, διότι εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν παρέλιπε νὰ πιστοποιήσῃ δύω γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἐπιβαρυντικὴν ἀληθῶς περίπτωσιν ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου πραχθείσης ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος βιαιοπραγίας! Καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν ἐσιωπήσαμεν, ἐπειδὴ ἠθελήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν ἄτεχνον ταύτην καὶ ἀδεξίαν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης—διότι οὕτω πρέπει νὰ ὀνομάσω αὐτήν, ἀφοῦ δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποδώσω αὐτὴν καὶ εἰς πρόθεσιν, ἐνόσῳ δὲν ἔχω ἀποδείξεις— ἦλθε τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ κατακρίνῃ τὴν συζήτησιν, συγχύζων τὴν συζήτησιν μὲ τὴν ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς, ὡς ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς καὶ ἡ συζήτησις, καὶ παριστῶν ἐμὲ ὡς ἐπικρίνοντα τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀποδοκιμάζοντα τὸ μέρος, ὅπερ οὗτοι ἔλαβον κατὰ τὴν συζήτησιν! Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέχει ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὴν δύναμιν τοῦ διαστρέφειν τὰ πράγματα, τοῦ ἀποδίδειν εἰς ἄλλους ἰδιότητας καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσι, τοῦ ἀναιρεῖν αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς πρὸ μικροῦ εἶπε. Καὶ πράττει ταῦτα πάντα, διότι εἰς τὰς σκέψεις του πρωτεύει τὸ κομματικὸν συμφέρον. Διὰ τοῦτο κρίνων ἐξ ἰδίων ἐζήτησε νὰ ἀποδώσῃ καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι καὶ αὕτη ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ τὴν ψηφοφορίαν διὰ νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἀριθμητικὴν ἀσθένειαν, ἢ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐπίδειξιν τῶν πολυκρίθμων στρατιῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σύρει ὄπισθέν του. Δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ ὑψωθῇ ὑπεράνω τῶν ἀριθμῶν, ὑπεράνω τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ προσπαθεῖ νὰ πορίζηται. Καὶ τί φυσικώτερον εἶναι ἢ νὰ ἔχητε πλειοψηφίαν, κύριε Πρωθυπουργέ; Ἂν δὲν εἴχετε πλειοψηφίαν, δὲν θὰ ἐκάθησθε ἐπὶ τῶν θρανίων αὐτῶν, δὲν θὰ ἦσθε Κυβέρνησις, θὰ ἦσθε μειοψηφία. Μὴ μᾶς ἐπιδεικνύητε λοιπὸν ὅτι ἔχετε πλειοψηφίαν. Ἢ νομίζετε, ὅτι, ἂν ἔχητε πλειοψηφίαν, δὲν γνωρίζομεν ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν αὐτῆς; Ἢ νομίζετε, ὅτι ἡ κοινωνία, ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν δὲν γνωρίζουσι μέχρις ἑνὸς καὶ πόσος ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ θέλετε νὰ παραστήσητε ὅτι ἔχομεν συμφέρον νὰ ἀποκρύψωμεν τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ἐν τῇ κεφαλῇ ὑμῶν ἑτέρα ἔννοια, καὶ ἀφοῦ καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων κατεστήσατε ὑπηρέτριαν τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος, καὶ τὴν Διοίκησιν ἕνεκα αὐτοῦ κατεστρέψατε, καὶ τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου Ταμείου μετὰ τῆς αὐτῆς ἀνευλαβοῦς προαιρέσεως διαχειρίζεσθε, ἀφοῦ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ διαχειρίσει Διεθνῶν ζητημάτων σύρεσθε ὑπὸ τῶν ἀτομικῶν αἰσθημάτων σας, νομίζετε ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦτο δυνατὸν νὰ ταπεινώσῃ ἑαυτὴν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, εἰς ὃν ἡμεῖς κατεβιβάσθητε; Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς εὐθύνην, ὅσοι δὲ δὲν φροντίζουσι περὶ τῆς εὐθύνης αὑτῶν θέλουσιν ὑποστῆ τὰς συνεπείας τῆς ἀπερισκέπτου πολιτικῆς των. Καὶ μήπως δὲν ἦτον ἀπερίσκεπτος ἡ πολιτεία ὑμῶν, ὅταν πρό τινων ἑβδομάδων ἠναγκάσατε τὴν πλειοψηφίαν νὰ ψηφοφορήσῃ καὶ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, καθ’ ὃν χρόνον ὑμεῖς ἀπολογούμενοι διὰ τὰς καταγγελθείσας ὡρισμένας στρατιωτικὰς παραβάσεις ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐλέγετε ὅτι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἀπολογηθῆτε καὶ ἐζητεῖτε ἀναβολὴν, ἵνα προσαγάγητε πληροφορίας; Καὶ σήμερον εἰς ἄτοπα θέλετε σύρει τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτων ἡ εὐθύνη θέλει ἐπιπέσει ἐφ’ ὑμᾶς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τί θέλετε ψηφοφορήσει τὴν ἑσπέραν ταύτην; Θέλετε ψηφοφορήσει ὅτι ἡ ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε, δὲν εἶναι ὑπερβολική; Ἀλλὰ σεῖς αὐτοὶ ἐχαρακτηρίσατε αὐτὴν τοιαύτην. Θέλετε ψηφοφορήσει, ὅτι ἐπιδοκιμάζετε τὴν διεξαγωγήν, τὴν ὁποίαν τὰ ἔγγραφα ὑμῶν καταγγέλλουσιν ὡς ἄτοπον καὶ ἀδεξίαν; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κηδεμόνες οὐδενὸς, ἕκαστος δ’ ἂς φροντίσῃ περὶ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συμφέροντος· μᾶς ἀρκεῖ ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπεβλήθησαν· ἡ μέριμνα μάλιστα αὕτη καθίσταται ζωηροτέρα, διότι ὀφείλομεν νὰ φράξωμεν τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι φυσικὴν καὶ καθ’ ἕξιν τάσιν πρὸς διαβολήν. Τοιαύτη μόνον μέριμνα μᾶς ὑπηγόρευσε νὰ σᾶς ἐξαγγείλωμεν, ὅτι ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ θέλομεν προκαλέσει τὴν Βουλὴν εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἂν σεῖς θέλετε νὰ προκαλῆτε τὴν Βουλήν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλετε τὸ πράξει, ἂν προσδοκᾶτε νὰ πορισθῆτε καὶ ἐλάχιστον ἐκ τούτου κέρδος. Θέλετε τὸ πράξει, ἀδιαφοροῦντες καὶ διὰ τῆς Βουλῆς τὴν ὑπόληψιν καὶ διὰ τὴν ἐδικήν σας ὑπόληψιν· διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, διότι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐμαρτυρήσατε φειδὼ, οὔτε αὐτῆς τῆς πλειοψηφίας, μ’ ὅσην καὶ ἂν ὀφείλετε εἰς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἐπέδειξε πρὸς ὑμᾶς, ἀνεχθεῖσα πράξεις ἀναξίας ἐπιδοκιμασίας διὰ τὴν ὑμετέραν ὑπόληψιν· διότι γνωστὸν εἶναι τὸ θάῤῥος σας πρὸς τὴν ἀθέτησιν τῶν Νόμων καὶ πρὸς τὴν ἐξύβρισιν τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμέραν ἐξυβρίζετε, νομοθετοῦντες ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ.

§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντων ὑποβάλλω τὴν ἑπομένην πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δοθείσας ἐξηγήσεις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς στρατηγὸς λίαν προνοητικὸς παρατάξας τὰ τηλεβόλα τῆς πιστῆς πλειοψηφίας πρὸ μικροῦ δι’ ἰσχυρᾶς φωνῆς πολλὰ εἶπεν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ὅλα ἐπίστευεν. Ἂν δὲ δὲν ἤμεθα οἱ πάντες κεκμηκότες καὶ ἡ ὥρα προκεχωρημένη, δὲν θὰ ἦτο δύσκολος ἡ ἀντίκρουσις καὶ εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας τὴν ῥητορικὴν δεινότητά του. Μεταξὺ τῶν ὅσων εἶπε μὲ ἔπεισε μόνον ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα. Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἶπεν, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις καὶ πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διευθύνει αὐτὴν, ἔχει τὸ θάῤῥος τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ τὴν ἐκφράζῃ καὶ διὰ τῆς ψήφου. Ἐντεῦθεν δὲ ἐμόρφωσα καὶ ἐγὼ γνώμην, ἥτις, νομίζω, ὅτι συμβιβάζει τὰ διεστῶτα. Οἱ προτείναντες ὅπως μὴ γίνῃ ψηφοφορία, ὡρμήθησαν, καθόσον ἐνόησα, ἐκ τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ὑπὸ ἄλλον τύπον ἡ πρᾶξις, ἡ τελεσθεῖσα ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὡς ὁ πρῶτος ὑποβαλὼν τὴν τοιαύτην γνώμην εἶπεν, ἵνα μὴ ἡ μὲν Βουλὴ ἐνεργήσῃ ἔργα Χωροφυλακῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔργα μουσικῆς. Ἐν ᾧ λοιπὸν ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες δὲν θὰ ἦσαν σύμφωνοι, δύναται νὰ βλάψῃ, ἀφ’ ἑτέρου νομίζω ὅτι ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες εἶναι σύμφωνοι, βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ βλάψῃ, ψηφοφορία, δι’ ἧς ἐπρόκειτο νὰ ἐνισχυθῇ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἡ Κυβέρνησις τοῦ ὅτι ὑπέκυψε δηλαδὴ εἰς τὴν βίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν· τοιαύτη ψηφοφορία, ἂν θὰ ἦτο σύμφωνος μὲ ὅλην τὴν συζήτησιν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ νόημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ βλάψῃ. Πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων συνεφώνησαν ἄνευ ἐπιφυλάξεως εἰς τοῦτο, ὅτι ἕνεκεν βίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέκυψεν ἡ Κυβέρνησις, ἐδόθη ἱκανοποίησις ὑπερβολική. Ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ συμφωνήσῃ εἰς τοῦτο. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις εἶναι συνεπὴς εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ἐντεῦθεν, ἂν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ διὰ τῆς ἑαυτῆς ψήφου τὴν γνώμην της, ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ συμφώνως μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶσα, ἔστω μὴ ἀπολογουμένη, εἰς τὴν ἐπερώτησιν εἶπεν. Ἡδυνάμην λοιπὸν, συμφώνως πρὸς ταῦτα, νὰ ὑποβάλω πρότασιν, ὅτι: «ἡ Βουλή, πειθομένη μετὰ τὰ λεχθέντα ὅτι ἡ ἱκανοποίησις εἶναι ἄδικος, ἀπρεπὴς καὶ ὑπερβολική.....» μὅλα ταῦτα ἐγὼ διὰ νὰ διευκολύνω τὴν λύσιν, ἀφίνων αὐτὰς τὰς δύω λέξεις, περιορίζω τὴν πρότασίν μου εἰς τὸ «ὑπερβολική». Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν πρότασίν μου, ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις, ἡ δοθεῖσα τῷ Ἐπιτετραμμένῳ τῆς Ἀγγλίας εἶναι ὑπερβολικὴ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§69ΔΕΞΙΟΘΕΝ. Ἄ! ἄ! ἄ!

§70ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διατί, δὲν τὸ εἴπατε ὅλοι;—Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος ὑποβληθεῖσα πρότασις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, διότι τὴν ὑπερβολικότητα ἡ Κυβέρνησις κατήγγειλεν· ὁ ἀντιλέγων ἂς ἀπαντήσῃ. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἡδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ψηφοφορίαν, ἀφοῦ ὅμως τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ, ἂς λυθῇ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέκυψεν εἰς τὴν βίαν.

§71ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφρασε πρὸ μικροῦ ὁ ἔντιμος ἐκ Βώλου Βουλευτὴς κ. Φιλάρετος, ἐξάγεται ῥητῶς ἐκ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δραγούμης προέβαλεν· ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη λέγει καθαρῶς, ταύτην μάλιστα εἶχεν ἤδη προείπει αὐταῖς λέξεσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Βουλή, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μίαν ὅμως καὶ μόνην καθαρώτατα καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, μίαν καὶ μόνην καθαρώτατα καὶ ἀνεπιφυλάκτως ἔδωκαν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις ὑπῆρξεν ὑπερβολική· ἔδωκαν δὲ δυστυχῶς τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογίας καὶ ἠρνήθησαν μάλιστα ἀντικοινοβουλευτικώτατα νὰ ὑποβάλωσι τὰ ἔγγραφα (χειροκροτήματα). Ταύτην λοιπὸν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα· ἀλλὰ ἀκριβῶς διότι ταύτην ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, φρονοῦμεν μάλιστα ὅτι θὰ ἦναι ἐπίτασις τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἄν ἡ Βουλὴ ψηφοφορήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην.

§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἰδέα σας.

§73ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδέα, ἀλλ’ εἶναι πρᾶγμα. Δὲν πρόκειται σήμερον, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ παρουσιασθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Τόπου πράγματα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ—καὶ ἂς μὴ ὁμιλῇ περὶ ἐθνικῶν καὶ ἀντεθνικῶν, ὅταν αὐτὸς ἀντεθνικώτατα ἐπολιτεύθη—πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν ξένων, οὕς, δικαιολογούμενος, κατήγγειλε πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, πρὸς ξένους μάλιστα, οἵτινες ἔχουσιν ἀρκετὴν ὑπόληψιν πρὸς τὸ Ἔθνος ἡμῶν, ὥστε νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν τοῦτο ἔχει περὶ αὐτῶν. Κατήγγειλε λοιπὸν εἰς τὸ Ἔθνος ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὴν ὑπερβολικὴν ταύτην ἀξίωσιν ἱκανοποιήσεως, καὶ ἀναγκάζει σήμερον, ὁ φιλόπατρις αὐτὸς καὶ ἐθνικός, τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκ νέου τὴν ἀπρεπῆ αὐτὴν ἔκφρασιν!

§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Σεῖς μᾶς ἀναγκάζετε.

§75ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀνάγκην παρήγαγον αἱ ἄστοχοι ἐξηγήσεις αἱ δοθεῖσαι πρὸς τὴν Βουλήν, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος καὶ ἐν ὀνόματι καθήκοντος ἱεροῦ ὀφείλομεν ν’ ἀπόσχωμεν. Μὴ παίζωμεν, κύριοι, μὲ τὰς λέξεις. Προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, βλέπουσιν ἐν τῷ βάθει τὰ πράγματα καὶ διαγινώσκουσιν ἐκεῖ ποῦ κεῖται τὸ κακόν, ἀναζητοῦσι δὲ τὸ ὀρθὸν καὶ αὐτοῦ ἐπιλαμβάνονται διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου οἱ εἰλικρινῶς καὶ ἐν φιλοπατρίᾳ πολιτευόμενοι. Ἐλέχθη ἀπρεπῶς καὶ ἐναντίον τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις εἶναι ἡ ἀντίῤῥοπος τῆς Κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας δύναμις ἐν τῷ Τόπῳ, ἐλέχθη ὅτι ἡμεῖς ἀποφεύγομεν ἐκ φόβου κομματικοῦ τὴν ψηφοφορίαν. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀντεθνικὴ ἡ γεννηθεῖσα συζήτησις. Οὐδέποτε— καὶ τὸ λέγω παῤῥησίᾳ καὶ σεμνύνομαι ἐπὶ τούτῳ—οὐδέποτε ἐξεπλήρωσα κάλλιον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου, εἰμὴ ὅταν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην καὶ ἀνέλυσα πάσας τὰς ἐπὶ τῆς λυπηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Διατί; διότι, ἂν ἦτο δίκαιον ὅ,τι ὑπέστημεν, οὐαὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα! Ἄν ἦτο δικαία ἡ ζητηθεῖσα ἐξευτελιστικὴ ἱκανοποίησις, ταύτην θὰ εἶχεν ἀναγκαίως τὴν ἔννοιαν, ὅτι θὰ παρίστα τὸν Τόπον ὡς βάρβαρον. Ὅταν ὅμως ἀπέδειξα καὶ ὑπεραπέδειξα, μετ’ ἐμοῦ δὲ καὶ πάντες οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ κακὸν τὸ ὑπέστημεν ἐξ ἀστοχίας ἀτόμων, ἔστω κυβερνώντων τὴν Χώραν, ἀπηλλάξαμεν τὴν Πατρίδα ἀπὸ δεινοῦ ἐφιάλτου καὶ ἀνεκουφίσαμεν αὐτήν. Τοῦτο ὑπεραπεδείχθη· εἰς τοῦτο ἀρκούμεθα. Δὲν ποιούμεθα δὲ πλέον ἔκκλησιν οὔτε εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν ὑμῶν, οὔτε εἰς τὴν φιλοπατρίαν, ἐπειδὴ αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ μᾶς ἀπαγορεύσητε καὶ τοῦτο. Πράξατε ὅ,τι θέλετε (χειροκροτήματα).

§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀρκεταὶ εἶναι αἱ διαβολαὶ, αἱ σωρευθεῖσαι ἀπὸ ἱκανῶν ἡμερῶν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αἱ ὁποῖαι αὐταὶ καὶ μόναι, ἂν ἦτο δυνατόν ποτε νὰ πιστευθῶσιν, ἠδύναντο νὰ γεννήσωσι νέον Διπλωματικὸν ζήτημα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀνάγκη εἰς τὸν προαγορεύσαντα νὰ διαστρέψῃ ἐντελῶς καὶ τὴν πρότασιν, τῆς ὁποίας ἐν τούτοις τὴν ἀνάπτυξιν εἶχεν ἀκούσει διὰ μακρῶν γενομένην. Ἡ πρότασις εἶναι ἁπλῆ· ἡμεῖς διὰ τῆς προτάσεως δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς οὔτε περὶ τοῦ συμβάντος παρὰ τὰς ὑπωρείας τοῦ Λυκαβητοῦ, οὔτε περὶ τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας συνέβη, οὔτε περὶ τῆς περιπλοκῆς, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν, οὔτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς λύσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτήν. Ἡμεῖς παρέχοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν παρέχομεν, καὶ ἐξακολουθοῦντες νὰ παρέχωμεν αὐτὴν ὡς τὴν παρέχομεν, βεβαίως ἔχομεν λόγους ἐπαρκεῖς ἵνα κρίνωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, ἵνα μεταβάλωμεν τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐπ’ αὐτὴν ἔχομεν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο, καὶ ἐξηγήσασα τὴν ὑπόθεσιν, κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου, ἐξέφρασε τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς γνώμην περὶ τοῦ ὑπερβολικοῦ τῆς ζητηθείσης ἱκανοποιήσεως. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κεκλημένοι ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς γνώμης ταύτης τῆς Κυβερνήσεως· ἁπλῶς ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς συζητήσεως. Τί δὲ προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως; προέκυψεν ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις δὲν εἶχε λόγον ὑπάρξεως, γίνεται συζήτησις ἀδικαιολόγητος καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ Ἔθνος. Θέλομεν νὰ πιστοποιήσωμεν διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν, ὅτι κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐξακολουθῇ τοιαύτη συζήτησις. Ὅταν δὲ τοῦτο σαφῶς ἐκφράζωμεν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ διαστρέφῃ τὴν πρότασιν, ἵνα στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῆς νέαν ἀφορμὴν διαμαρτυρήσεως τῶν ξένων.

§77ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι θὰ εὑρισκόμεθα εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν κ. Δραγούμην· ἅμα ὑπέβαλε τὴν πρότασίν του, ἀμέσως ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ἐπειδὴ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀρξάμενος τῆς συζητήσεως, ὡμολόγησε τὴν ἱκανοποίησιν ὑπερβολικὴν, ἀπαντῶν δηλαδὴ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, καὶ αὐτὸς ἤρξατο τῆς συζητήσεως κακῶς, ἂν φρονῇ, ὅτι εἶναι κακῶς, καὶ προδοτικῶς, ἂν φρονῇ, ὅτι εἶναι προδοτικῶς, διότι αὐτὸς ἤρξατο τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ ὄχι ἡμεῖς· ἡμεῖς ἐκάμαμεν ἁπλῶς ἐπερώτησιν, καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἐπερίμενα ὅτι ἡ πλειοψηφία, συμφωνοῦσα μὲ τὴν γνώμην τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἤθελεν ὁμολογήσει, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις ἡ δοθεῖσα πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους εἶναι ὑπερβολική. Ἐπεθύμουν νὰ δείξετε πατριωτισμὸν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐπερίμενα, ὅτι θὰ εἶσθε συνεπέστεροι, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ἤθελεν ἔχει τὴν εἰλικρίνειαν ὡς πολιτευόμενος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν τὸ ἀνακαλῶ. Τότε βεβαίως ἡ πλειοψηφία δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν. Ἂν δὲν ἔχετε τώρα τὴν τόλμην νὰ εἴπητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονεῖτε καὶ ἀπηγγείλατε, βεβαίως ἡμεῖς δὲν εὐθυνόμεθα, ὁμολογοῦντες σὺν τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις ἦτο ὑπερβολική.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη· δύω ὑπάρχουν προτάσεις, ἡ τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ ἡ τοῦ κυρίου Δραγούμη.

§79ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι καὶ ἡ ἰδική μου ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ, ἀποδεχομένη ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπῆρξεν ἀντεθνικὴ»,—ἤτοι ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη προδοτικῶς —«μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ τρίτη πρότασις, ἡ τοῦ κ. Χοϊδᾶ, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ἐλάχιστοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη ὅτι ἡ εἰς τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας δοθεῖσα ἱκανοποίησις ἦτο ὑπερβολικὴ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη.

§81ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσιν Ὄχι. (Ἐνεργεῖται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Ρ. Χοϊδᾶ καὶ Πήλικα κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης Ο Ἀλέξ. Καραμπίνης Ν
Νικόλαος Στεφανίδης Ν Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
Ἰωάννης Μεσσηνέζης Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
Κωνσταντῖνος Θεοδώρου Ν Θεμιστ. Δαραλέξης
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Δημοσθ. Δόγκας Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν Ἀναγνώστης Δαλιάνης
Δημ. Οἰκονομίδης Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
Λεων. Καρυστινάκης Ν Διομ. Διαμάντης
Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἐπαμ. Α. Δημητρίου
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Σπυρ. Γ. Κουκούλεζας Ν
Λεωνίδας Ζωγράφος Νικόλ. Δ. Νομικός Ν
Σωτήριος Δανόπουλος Ἀριστομ. Βαλέττας Ν
Γεώργ. Τσώκρης Ν Δημ. Γαβαλᾶς
Κωνστ. Καραπάνος Ν Βαρβαρῖγος Πήλικας Ν
Γεώργιος Παχὺς Παναγ. Μαυροκέφαλος
Δημ. Καλλιφρονᾶς Χρῆστος Σολιώτης Ν
Δημ. Ράλλης Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
Παῦλος Καλλιγᾶς Ν Ἀλεξ. Φωτήλας
Δημ. Μουτσόπουλος Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νεοκλ. Πετιμεζᾶς
Ἀντών. Ζυγομαλᾶς Ο Δημ. Τσαχτσήρης
Νικόλ. Λεβίδης Ο Ἀλκιβ. Μάνταλος Ν
Ρόκος Χοϊδᾶς Ο Π. Λεβέντης Ν
Ἀνδρ. Στράτος Περικλῆς Πεῤῥωτὴς
Κωνστ. Στράτος Ν Κωνστ. Φλέσσας Ν
Ἰωάν. Καρτάλης Δημ. Τζάννες
Νικόλ. Γεωργιάδης Ν Δημ. Κάρτσωνας
Γεώργ. Φιλάρετος Ο Δημ. Τερτίπης
Ἱερώνυμος Κασαβέτης Ν Ἀπόστ. Βασαρδάνης Ν
Νικόλ. Κουκουσλῆς Ν Λεων. Κουκορῖκος Ν
Ἀπόστ. Φρόνιμος Γεώργ. Φραγκίδης Ν
Κωνστ. Γρίβας Ν Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
Τατσέλος Μαυρομάτης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
Ἀντ. Βάλβης Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης Γεώργ. Παπαγεωργίου
Ἀθαν. Βαλαβάνης Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς Ν
Θεοδ. Δηλιγιάννης Νικόλ. Παπανικολάου
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Νικόλ. Μπαλάφας
Ἠλ. Παλαμήδης Γεώργ. Κόρπας Ν
Κ. Μαντζουράνης Ο Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ο
Πέτρος Πετροπουλάκης Δημ. Κουρκουμέλης
Χαρίλ. Τζανετάκης Ο Ἀθ. Παραμυθιώτης
Πολυμέρης Ζαρίμπας Νικόλ. Βασιλάκης Ν
Χριστόδ. Στεριάδης Ν Σπυρ. Α. Νοταρᾶς
Νικόλ. Κατσικαπῆς Φώτ. Κανελλόπουλος Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Δημ. Σταυρόπουλος Ν
Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Ντετάκης
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Γεώργ. Πετρούλιας Ν
Παναγ. Ρίτσος Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν
Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ν
Ἀντ. Μήτσας Γεράσιμος Μουσούρης Ν
Γεώργ. Μίλησης ἀρν.Ἀγαμ. Μεταξᾶς
Δημ. Χατζόπουλος Σπυρ. Κοντολέων Ν
Γεώργ. Ζηνόπουλος ἀρν.Κοσμᾶς Πανάρετος
Νικόλ. Δ. Ζῶτος Ο Στυλ. Κασιμάτης Ν
Δημ. Βουλπιώτης Ν Κ. Χατζηπαναγιώτης
Μιχ. Ἰατρίδης Σωκράτης ΤζιβανόπουλοςΝ
Κωνστ. Λομβάρδος Ν Ἀντ. Καρδαρᾶς
Φριδερεῖκος Καῤῥέρ Ν Κωνστ. Κατσικόπουλος Ν
Ἀναστ. Λούντζης Ν Κωνστ. Σαλταφέρος
Ροβέρτος Ρώμας Δημ. Δημητρακάκης Ο
Μελέτιος Ρουσσόπουλος Ν Παναγ. Ἰακωβάτος
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ν Νικόλ. Μεταξᾶς
Περικλ. Παπαδόπουλος Ν Ε. Ἀρδαβάνης Ν
Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν Νικόλ. Κάγκας Ν
Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν Ὀδυσ. Πετρόπουλος Ν
Κωνστ. Ἰσχόμαχος Ν Ἠλ. Παπαηλιόπουλος Ν
Χαλήλ Δερβίς Βέης Ἀνδρ. Μαρλᾶς
Σερίφ Βέης Ν Γεώργ. Παπαστάμος Ν
Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν Γεώργ. Ροῦφος
Λάζ. Παπασταθόπουλος Ο Ἀγγελῆς Ροῦφος
Γεώργ. Λάππας Περικλ. Καλαμογδάρτης
Π. Μπογδάνος Ἀριστομ. Κοντογούρης
Σπυρ. Βαλαωρίτης Ν Νικόλ. Κουμανιώτης
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν Ἀνδρ. Ρηγόπουλος
Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Δημ. Τριγγέτας
Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν Ἀθαν. Μισυρλῆς
Δημ. Παπαλουκᾶς Π. Τριγγέτας Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ο Εὐάγγελος Ἀντύπας Ν
Ἰω. Στεφανόπουλος Γεώργ. Φλωριᾶς Ο
Παναγ. Κ. Μανέτας Ἀναστ. Ζερβός Ο
Δημ. Ζέγγελης Ν Ἰω. Ἀστεριάδης Ν
Ἀναστ. Σεχιώτης Ν Κωνστ. Βελισσάριος
Κ. Κωνσταντόπουλος Δημ. Π. Γουδῆς Ν
Ἠλ. Κοσσονάκος Ν Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Ν
Ἀθ. Κατριβάνος Στέφ. Σκουλούδης Ν
Βασίλ. Βούτουνας Ἰω. Γρυπάρης Ν
Στέφ. Δραγούμης Ν Ἀντ. Πετρίτσης Ν
Ν. Φιλάρετος Κωνστ. Κατσάκος
Γεώργ. Σταμούλης Ν Δημ. Παρασκευᾶς Ν
Σπυρ. Ἀλαμάνος Κωνστ. Κοττίκας Ν
Κωνστ. Βασιλάκης Χ. Ρίγγας
Λεων. Δεληγεώργης Στάμος Νάζος Ν
Χαρίλ. Τρικούπης Ν Πέτρος Μωραϊτίνης Ν
Ἔπαμ. Μπέλιας Ν Ἰω. Ζαλλώνης
Περικλ. Μποῦτος Ν Νικόλ. Στουρνάρας Ν
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν. Ταρμπάζης Ν
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἀχιλ. Τακιατζῆς Ν
Κωνστ. Μποῦτος Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ν
Ἀνδρ. Πρεζάνης Ν Σωτ. Σωτηρόπουλος
Ἀντ. Μάτσας Ν Δημ. Παπατσώρης Ν
Μιλτιάδης Βαρότσης Κυριάκος Πονηρόπουλος Ν
Ὄθων Μαῦρος Ν Νικόλ. Βλαχόπουλος Ν
Μιχ. Δαμιράλης Κωνστ. Διαλέτης Ν
Δημ. Δεσποταῖος Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
Ν. Γ. Καλαντζόπουλος Ν Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης Ν
Νικόλ. Φαρμάκης Ἰωάν. Παπαδόπουλος Ν
Ήλ. Ποταμιάνος Ν Ἀθ. Ζαφειριάδης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ν
Τηλέμαχος Ρούκης Ο Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς
Ἀλέξ. Πετσάλης Ν Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Πέτρος Σκουμπουρδῆς
Ξανθός Πικουλάκης Ν Κομνᾶς Τράκας
Ἀντ. Μυροαμιχάλης Ἀθ. Κέφαλος Ν
Λεων. Καπετανάκης Ἰω. Καλαμάρας
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος Θ. Φλογαΐτης
Ζ. Ζαρειφόπουλος Β. Βουδούρης Ν
Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Ν Δ. Κριεζώτης
Π. Κωσταντᾶς Ἀλέξ. Οἰκονόμου
Δ. Μεταλλινός Κ. Παπανικολῆς
Θ. Κανάρης Ν

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 134· 113 εἶπον Ναί, 19 εἶπον Ὄχι, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἡ πρότασις ἑπομένως ἔγεινε δεκτὴ διὰ ψήφων 113. (Λύεται ἡ συνεδρίασις). (Ὥρᾳ 11 Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
2Τῆς 18 Ἰανουαρίου 1885.
3(Παρασκευή).
4Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ.
5(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑ-
6ρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρα-
7κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν
8ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δικηγορικὸς Σύλλογος Σπάρτης δι’ ἀ-
10ναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν δηλοῖ ὅτι προσχωρεῖ εἰς
11τὰς περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου σκέψεις τοῦ
12Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν.
13Ἀναφορὰ τοῦ κ. Ῥοδίου καὶ Τσόχα, ἐξαιτουμένων ὅπως
14ἐπιβληθῇ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀκατεργάστων μαρ-
15μάρων, διότι ἄλλως βλάπτεται ἡ ἐν Ἑλλάδι βιομηχανία.
16§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θερμῶς συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύ-
17την, διότι τὸ νέον Δασμολόγιον ἔβλαψε τὴν βιομηχανίαν,
18τὴν ἄρτι συστηθεῖσαν, τῆς μαρμαροκοπίας. Ἐνταῦθα συνε-
19στήθησαν βιομηχανικὰ καταστήματα πρὸς ἐκκοπὴν τῶν
20μαρμάρων καὶ κατώρθωσαν νὰ κόπτωσιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ
21ἀτέλεια, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ κατα-
22στρέψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν βιομηχανίαν αὐτήν· ἐλπίζω
23ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ μάρμαρα, τὰ εἰσαγόμενα ἔξωθεν
24καὶ τὰ ὁποῖα διαγωνίζονται πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ, θὰ δε-
25χθῇ νὰ τεθῇ φόρος.
26§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δια-
27βιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐ-
28φετῶν, δι’ οὗ ἐξαιτεῖται τὴν ἄδειαν πρὸς παραπομπὴν
29εἰς δίκην δύω Βουλευτῶν, τοῦ κ. Κων. Ἀργυροπούλου καὶ
30τοῦ κ. Σ. Τζιβανοπούλου. Θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν
31Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως φέρῃ ἔκθεσιν.
32§4ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς
33ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κύριος Ἀργυρό-
34πουλος.
35Οὐδόλως ἐξεπλάγην, κύριοι, προχθὲς ὅτε ἤκουσα ὅτι ὁ
36ἔντιμος Βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Ἀργυρόπουλος ἐπωφελη-
37θεὶς ἐκ τῆς μικρᾶς ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀπουσίας μου,
38ἐζήτησε ν’ ἀναμίξῃ εἰς τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς
39ἱκανοποιήσεως τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας καὶ τὸ
40προσφιλὲς αὐτῷ, ἀλλὰ γελοῖον δουλικὸν ζήτημα.
41§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν τὸ ἀνέμιξεν.
42§6Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξεπλάγην, κύριοι, ἐπὶ
43τῇ τοιαύτῃ διαγωγῇ τοῦ κ. Ἀργυροπούλου, διότι ἡ ἄ-
44γνοια τοῦ Βουλευτοῦ τούτου περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ
45ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ πρότερον βίος αὐτοῦ......
46§7ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
47§8Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. — πληρέστατα δικαιολογοῦσι
48τὴν τοιαύτην αὐτοῦ μέριμναν καὶ τὸν τοιοῦτον αὐτοῦ ζῆ-
49λον περὶ ὑπηρετριῶν. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ᾐσθάνθη τὴν
50ἀνάγκην νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς τὰ
51πνεύματα πάντων τῶν ἐναρέτων καὶ χρηστῶν πολιτῶν
52ἡ σκανδαλώδης αὐτοῦ ἀνάμιξις εἰς τὰς δοσοληψίας καὶ
53τὴν τοποθέτησιν τῶν ὑπηρετριῶν (θόρυβος), καὶ πρὸς τοῦ-
54τον τὸν σκοπὸν ἐζήτησε νὰ ἀνακινήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ
55ζήτημα ἐκεῖνο, δι’ ὃ κατέστη τοσοῦτον καταγέλαστος ἐν
56τῇ κοινωνίᾳ....
57§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά.
58§10Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιλανθανόμενος ἐν τῷ περι-
59βόλῳ τούτῳ τῆς θέσεώς του καὶ μὴ φειδόμενος τῆς ἀξιο-
60πρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς δὲν ἐφείσθη αὐτῆς καὶ κατὰ
61τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐπὶ πολ-
62λὰς ἡμέρας οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ ν’ ἀπασχολῇ τὰς πο-
63λυτίμους ἡμῶν στιγμὰς ζητῶν νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον
64ἡμῶν ἠλίθιόν τινα στρατιώτην (θόρυβος).... διότι ὑπὸ τὸν
65τύπον τῆς ἐπερωτήσεως προχθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς οὐδὲν
66ἕτερον ἐπεδίωκεν ἢ νὰ δείξῃ τὴν τρυφερὰν αὐτοῦ μέρι-
67μναν περὶ ὑπηρετριῶν καὶ νὰ ἐφελκύσῃ τὰς συμπαθείας
68αὐτῶν.
69§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά;
70§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Τζιβανόπουλε
71νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε.
72§13ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσῃ.
73Θὰ ὁμιλήσω κατόπιν καὶ θέλω σᾶς δείξει ὁποῖον αἶσχος
74προσάπτει ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν Βου-
75λὴν (θόρυβος).
76§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὅλοι σᾶς παρακαλοῦν
77νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε.
78§15Σ. ΤΖΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδίδων, κύριοι, εἰς τὴν ἀ-
79παίτησιν τῆς Βουλῆς, περιορίζομαι ὡς πρὸς τὴν ἀπευθυν-
80θεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀργυροπούλου ἐπερώτησιν νὰ εἴπω,
81ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς
82ἡ αἴτησις τῆς Εἰσαγγελίας περὶ παραπομπῆς ἡμῶν εἰς
83δίκην, ἵνα τὸ Δικαστήριον ἀποφανθῇ ποῖος ἐκ τῶν δύω
84ἔχει δίκαιον.
85§16Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ ὁμι-
86λήσῃ, ἵνα σᾶς ἀποδείξω κατόπιν ὅτι ἐν τῇ οἰκουμένῃ δὲν
87ἐγεννήθη ποτὲ ἀχρειέστερον αὐτοῦ ὑποκείμενον. Ἀλλ’ ἀ-
88φοῦ ἡ Βουλὴ τῷ ἀπηγόρευσε νὰ ἐξακολουθήσῃ, τὸν μου-
89τζώνω καὶ ἐγὼ καὶ ἀπαξιῶ νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ.
90§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη ὁ ἀναλυτικὸς πίναξ τῶν ἐσό-
91δων τῆς χρήσεως τοῦ 1883 καὶ διενεμήθη.
92§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πίναξ διενεμήθη καὶ ἐλάβο-
93μεν αὐτὸν, ἐπειδὴ δὲ ἀνηγγείλατε τοῦτο, μὲ ἀναγκάζετε
94νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας διὰ ν’ ἀπευθύνω μίαν παρατή-
95ρησιν. Ὁ πίναξ οὗτος κατὰ τοῦτο διαφέρει τοῦ προϋπο-
96βληθέντος, ὅτι ὁ προϋποβληθεὶς εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ τὸ
97Ταμιακὸν Τμῆμα, ἐνῷ οὗτος παριστᾷ τὰ βεβαιωθέντα καὶ
98ὑπὸ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, παρετήρησα δὲ ὅτι τὰ ἔσοδα,
99τὰ ὁποῖα ἐσημειοῦντο ἐν τῷ προϋποβληθέντι πίνακι ὡς
100εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν Ταμείων καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἰσε-
101πράχθησαν ὑπὸ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, διαφέρουν ἀπὸ τὰ
102ἔσοδα, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ὡς εἰσ-
103πραχθέντα ὑπὸ τῶν Ταμείων. Ἐνταῦθα μοὶ ἐγεννήθη ἡ
104ἀπορία διατί τοῦτο; ἢ ὁ εἷς τῶν πινάκων εἶναι ἐσφαλμέ-
105νος ἢ ὁ ἕτερος.
106§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λογιστικὸς Νόμος ὁρίζει καὶ τὸν
107Μάρτιον ὡς περιλαμβανόμενον ἐν τῇ διορίᾳ τῆς ὑποβολῆς
108τοῦ πίνακος, διότι ὁ συντάξας τὸν Νόμον ἐκεῖνον εἶχεν
109ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπαιτεῖται χρόνος τις πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Λο-
110γιστηρίου συλλογὴν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν σημειώσεων· ἡ
111Βουλὴ ὅμως ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ ὁ πίναξ πρὸ τοῦ τέ-
112λους Μαρτίου καὶ ὑπεβλήθη ὀλίγῳ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς
113χρήσεως, συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖ-
114ναι ἀκριβὴς εἰς τὰς λεπτομερείας, εἶναι ἀκριβὴς εἰς στρογ-
115γύλους ἀριθμούς· δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἐν πᾶσι, διότι συνε-
116τάχθη ἐπὶ σημειώσεων μὴ ἐξελεγχθεισῶν, τὰ ἀποτελέσ-
117ματα ὅμως εἶναι τὰ αὐτὰ ἐν συνόλῳ, αἱ δὲ διαφοραὶ χι-
118λιάδων ἢ δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐν
119ἄρθροις κατάταξιν. Αἱ σημειώσεις τῶν Ταμείων ὑποβάλ-
120λονται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μετὰ
121τὴν ὁποίαν ἔχομεν καταλογισμοὺς ἀσφαλεῖς. Τοιοῦτος ἔ-
122λεγχος εἰσέτι δὲν ἐξεπληρώθη. Καὶ ὁ πρῶτος πίναξ τῶν
123Ἐπαρχιακῶν Ταμείων καὶ ὁ δεύτερος τῶν τε Ἐπαρχια-
124κῶν καὶ εἰδικῶν συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν ση-
125μειώσεων μὴ προεξηλεγμένων ἢ ἐν μέρει μόνον ἐξελεγχθέν-
126των, παρέχουσιν ὅμως κατὰ προσέγγισιν τὰ ἀποτελέσμα-
127τα κατ’ ἄρθρον, ἀκριβέστερον δὲ ἐν τῷ συνόλῳ.
128§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἴσα ἴσα αὐτὴ ἡ δι-
129καιολογία, ἣν προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, γεννᾷ τὴν ἀ-
130πορίαν· διότι, ἂν τῳόντι ὁ τελευταῖος ὑποβληθεὶς πίναξ
131συντάσσεται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μετὰ τὴν προε-
132ξέλεγξιν τῶν ὑποβληθεισῶν καταστάσεων, τότε ἦτο πιθα-
133νὸν καὶ ἐνδεχόμενον νὰ διέφερεν ἀπὸ τὸν δεύτερον, ὁ ὁ-
134ποῖος συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει καταστάσεως μήπω ἐξελεγ-
135χθείσης. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ οἱ δύω πίνακες συνετάχθησαν ἐπὶ
136τῇ βάσει τῆς αὐτῆς καταστάσεως, διατί διαφέρουσιν; ἀ-
137ναντιῤῥήτως κἄπου λαμβάνει χώραν λάθος, εἴτε τὸ ἓν
138Τμῆμα ἔσφαλεν, εἴτε τὸ ἕτερον. Διὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον
139ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ καὶ νὰ
140ζητήσῃ νὰ μάθῃ ποῖον τῶν δύω Τμημάτων ἔσφαλε.
141§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐξέλεγξις, ἡ γενησομένη ἐν τῷ Γε-
142νικῷ Λογιστηρίῳ, θέλει ἀποδείξει ποῖον τῶν δύω Τμημά-
143των ἔσφαλε.
144§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς
145συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς
146Ἀγγλίας κ. Νίκολσων.
147§23ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πᾶν
148ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν τι-
149μὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἔθνους, οὐδεὶς ἀρνεῖται,
150ὅτι ἀποτελεῖ ζήτημα πρωτίστης σπουδαιότητος, καὶ ὅτι
151ἑπομένως δικαίως πρέπει νὰ ἐπισπᾶται τὴν σύντονον
152προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, ὡς εἰς πᾶν ἄλλο ζήτημα,
153οὕτω καὶ εἰς τὰ ζητήματα τῆς τοιαύτης φύσεως, πρέπει,
154ἂν θέλωμεν νὰ μένωμεν ἐν τῇ ἀληθείᾳ, κατὰ τὴν ἐκτίμη-
155σιν αὐτῶν νὰ τηρῶμεν μέτρον, μέτρον τὸ ὁποῖον παρέχεται
156εἰς ἡμᾶς αὐτὴ αὕτη ἡ οὐσία τῆς ἑκάστοτε ἐξεταζομένης
157ὑποθέσεως. Δὲν τηροῦμεν δὲ προδήλως τὸ μέτρον τοῦτο
158ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅταν θέτωμεν ἐκ παραλλήλου καὶ
159συγκρίνωμεν ὡς ὅμοια τὸ ζήτημα, περὶ οὗ σήμερον
160πρόκειται, περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν
161Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὸ ζήτημα περὶ τῆς
162ὁροθεσίας τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο περὶ
163τῆς τύχης ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, διὰ τῆς περὶ πολέμου
164ἢ περὶ εἰρήνης ἀποφάσεως, δηλαδὴ τῆς ἀναῤῥίψεως τοῦ
165περὶ τῶν ὅλων κύβου. Οὔτε ἐμέμφθην δὲ ἐγὼ τὴν τότε
166Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐλλείψει εἰλικρινείας καὶ πατριωτισμοῦ
167κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, οὔτε ἦτο
168δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ μεμφθῶ αὐτὴν ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ ἐλ-
169λείψει, εἰς ἐμὲ ὅστις ἐγνώριζον ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ αἰ-
170σθήματα καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα
171ἀπετέλουν τὴν εἰρημένην Κυβέρνησιν, καὶ πρὸ πάντων
172τὰ αἰσθήματα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ σεβαστοῦ Προέ-
173δρου αὐτῆς. Ἐμέμφθην δὲ μόνον τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην
174ἐπὶ σφαλερᾷ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐκτιμήσει τῶν τότε
175περιστάσεων καὶ τῆς τότε θέσεως τῶν πραγμάτων, ὡς
176καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω τὰ περὶ τούτου
177καὶ οὔτε θεωρῶ σήμερον ἀναγκαῖον νὰ ἐπανέλθω καὶ πά-
178λιν ἐπὶ τὸ αὐτό.
179Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τῆς λίαν ἀδι-
180καιολογήτου παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε προ-
181χθὲς περὶ τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. Κωνσταντόπουλος. Αὕτη
182δὲ ἡ παρατήρησις μοὶ παρέχει μόνη τὴν ἀφορμὴν νὰ λά-
183βω σήμερον τὸν λόγον, διότι ἄλλως δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ
184πράξω τοῦτο, θεωρῶν, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ
185τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἔδωκεν ἐν ἀρχῇ εἰς τὴν Βου-
186λὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν καὶ
187μένουσιν ἀρκοῦσαι πρὸς διαφώτισιν αὐτῆς.
188Ὅτι δὲ, κύριοι Βουλευταί, τὴν σημασίαν τῆς ἐθνικῆς
189τιμῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας κατανοοῦμεν ἐπίσης
190καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκτιμῶμεν ἀποχρώντως, ἀπόδειξιν πρόχει-
191ρον εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν αὐτῇ τῇ ὁμολογίᾳ τοῦ κ.
192Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐθεω-
193ρήσαμεν τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν
194Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας, ὡς ὑπερβολικήν· διότι εἰς
195τὴν ὁμολογίαν ταύτην προέβημεν, εἰς μόνον τὸ αἴσθημα
196τῆς λύπης, ἐπὶ τῷ γεγονότι τούτῳ, ὑπείκοντες, καίτοι
197ἄλλως κάλλιστα ἐνοοῦμεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν
198ἐξαγάγει ἐκ τῆς ὁμολογίας ταύτης τὸ συμπέρασμα, τὸ
199ὁποῖον καὶ ἐξήγαγε διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, τοῦ κ. Δη-
200λιγιάννη, τὸ συμπέρασμα τουτέστιν, ὅτι αὐτοὶ ἑαυτοὺς
201κατακρίνομεν ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ ἡμῶν εἰς τὴν περίστασιν
202ταύτην.
203Ἀλλ’ ἡ ὁμολογία αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
204νήσεως περιέχει καὶ ἄλλο τι πολὺ σπουδαιότερον καὶ
205πολὺ πρακτικώτερον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης παρεῖδεν ἡ Ἀντι-
206πολίτευσις, καὶ τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν διὰ τῆς
207ὁμολογίας ταύτης ἐνδεικνυομένην ἐκ μέρους ἡμῶν πρό-
208θεσιν καὶ πρόνοιαν καὶ οἱονεὶ διαμαρτύρησιν, ὅπως μὴ
209χρησιμεύσῃ ἡ περίστασις αὕτη ὡς προηγούμενον εἰς τὸ
210μέλλον.
211Ἀλλὰ διατί λοιπὸν, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐνηργή-
212σαμεν ὡς ἐνηργήσαμεν; ἐνηργήσαμεν οὕτω, διότι ἔχομεν
213τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν καὶ πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει
214νὰ ἔχῃ, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησε κατά τινα τῶν πα-
215ρελθουσῶν συνεδριάσεων καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος, ἔχομεν,
216λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ Ἔθνη οὐδέποτε πρέπει νὰ
217ἐκλαμβάνωσι καὶ νὰ ἐκτιμῶσιν ἓν οἱονδήποτε, εἴτε ἐκ
218τῶν ἠθικῶν εἴτε ἐκ τῶν ὑλικῶν συμφερόντων αὐτῶν κατὰ
219μέρος καὶ κεχωρισμένως, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐκλαμβάνωσι
220καὶ νὰ ἐκτιμῶσι τὰ συμφέροντα ταῦτα γενικῶς καὶ ἐν
221συνόλῳ καὶ ἐν τῇ καθόλου ἀλληλεπιδράσει καὶ ἑνότητι αὐ-
222τῶν. Δὲν ἐθεωρήσαμεν δὲ συνᾷδον πρὸς τὰ γενικὰ συμφέ-
223ροντα ἡμῶν νὰ ἐπιδείξωμεν ὀλιγωρίαν πρὸς μεγάλην Δύ-
224ναμιν, ἡ ὁποία καὶ σήμερον καὶ πρότερον καὶ πάντοτε
225ἐδείχθη εὐεργετικὴ πρὸς ἡμᾶς, καὶ τῶν εὐνοϊκῶν διαθέ-
226σεων τῆς ὁποίας ὁλονὲν καὶ σήμερον ἔχομεν καὶ εἰς τὸ
227μέλλον θέλομεν ἔχει μεγίστην ἀνάγκην.
228Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, κύριοι Βουλευταί, διότι
229τοῦτο εἶναι ἴσως τὸ ὀλιγώτερον· τὸ κύριον εἶναι ὅτι ἐθεω-
230ρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ ἐπισπεύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν
231ταχύτερον τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον διὰ
232τοῦ δισταγμοῦ καὶ διὰ τῆς βραδύτητος καὶ διὰ τῆς ἀνα-
233βολῆς ἠδύνατο νὰ λάβῃ μεγάλας διαστάσεις, καὶ ἀπὸ μικροῦ
234νὰ κατασταθῇ μέγα, οὐχὶ βεβαίως ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κα-
235θολικωτέρων συμφερόντων ἡμῶν· περὶ τούτου δὲ εἴχομεν
236καὶ ἀλγεινὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἀνάμνησιν.
237Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὡς ἰδίως ὁ ἀξιότιμος κ.
238Χοϊδᾶς ἀνέπτυξεν, ὅτι, ἂν δὲν ἐσπεύδομεν τόσον, καὶ ἂν
239δὲν ἐπιδεικνυόμεθα τόσον πρόθυμοι, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ
240ὑποβληθῶμεν εἰς ἐλαφροτέρους ὅρους, ἀποφεύγοντες ἰδίως
241τὴν ἐπελθοῦσον δυσάρεστον λύσιν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀκρι-
242βῶς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, κεῖται τὸ λάθος, τὸ μέγα λά-
243θος, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὡς τοιοῦτον ὁλόκληρος ἡ
244Ἀγγλικὴ ἱστορία, ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι τὰς ἅπαξ δια-
245τυπωθείσας ἀπαιτήσεις παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτῆς
246ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑπεστήριξε πάντοτε καὶ τότε ἀ-
247κόμη ὅτε κατ’ οὐσίαν δὲν ἤθελε τυχὸν ἐγκρίνει αὐτάς. Εἰς
248τὰς περιστάσεις ταύτας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τιμωρεῖ,
249μεταθέτει, ἀπολύει ἴσως τὸν Ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ἀλλὰ
250πότε; ἀφοῦ πρῶτον ἐπιτύχει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προτά-
251σεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀντιπρόσωπος οὗτος ἐπρότεινε καὶ
252ὑπεστήριξεν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀγγλίας.
253Ἀλλὰ προὐτάθη, κύριοι Βουλευταί, μεταξὺ ἄλλων καὶ
254ἴσως ἀντιφατικῶς πρὸς αὐτά, καὶ ἡ ἀπορία διατί ὁ Ἀν-
255τιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, ὅστις κατ’ ἀρχὰς ἐφάνη τόσον
256ἐπιεικὴς ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κατ’ αὐτοῦ γενομένης
257προσβολῆς, καὶ ἠρκέσθη εἰς τὴν μετρίαν ἐκείνην πρώτην
258ἱκανοποίησιν, ἠγέρθη, λέγω, ἡ ἀπορία πῶς ὁ Ἀντιπρό-
259σωπος οὗτος μετέπεσεν ἔπειτα εἰς τοιαύτην αὐστηρό-
260τητα, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν δευτέραν ἀπαίτησιν αὐτοῦ;
261Πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας ταύτης ἠκούσατε ἀναπτυχθείσας
262διαφόρους εἰκοτολογίας καὶ ἰδίως ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν
263πρὸ πάντων ἐπέμεινον πάντες οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολι-
264τεύσεως, καὶ ἡ ὁποία παριστᾷ, ὡς ἐλατήριον τῆς μεταβο-
265λῆς ταύτης τῆς γνώμης τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας,
266τὴν ἀγανάκτησιν, ἣν δῆθεν οὗτος ᾐσθάνθη, ὅτε ἔλαβε
267γνῶσιν τῆς πρώτης ἡμερησίας διαταγῆς τοῦ ἐπὶ τῶν
268Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἐτροποποιεῖτο
269τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν παρά-
270στασιν τῶν γεγονότων. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες ἀντὶ νὰ
271δικαιολογῶσι, καταδικάζουσι μάλιστα τὸν ἀξιότιμον Ἀν-
272τιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας, διότι παριστῶσιν αὐτὸν δια-
273χειριζόμενον καὶ μετερχόμενον τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος
274τῆς Ἀγγλίας, οὐχὶ χάριν αὐτῆς τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ
275χάριν ἰδιαιτέρου προσωπικοῦ λόγου. Ἐγὼ δὲ, κύριοι Βου-
276λευταὶ, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ μόνη καὶ ἀποκλειστι-
277κὴ αἰτία, δι’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας
278προέβη εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς κατὰ τὰ εἰρημένα γνώ-
279μης αὐτοῦ, συνίσταται εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι μετὰ δευτέραν
280σκέψιν συνεκινήθη πως ἐκ τῆς συναισθήσεως τοῦ καθή-
281κοντος, τὸ ὁποῖον ἐπέκειτο αὐτῷ, ἐπὶ τῇ διεκδικήσει τῆς
282ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ προσβληθείσης ἀξιοπρεπείας τοῦ
283μεγάλου Ἀγγλικοῦ Ἔθνους. Οὔτε παραδέχομαι δὲ, ὅτι
284ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἤθελε δυνηθῆ ποτε νὰ
285προβῇ εἰς ἐνέργειαν οἱανδήποτε, ὁρμώμενος ἐκ ταπεινῆς
286αἰτίας, διότι διατελῶν, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, καὶ εἰς ἐ-
287πίσημον καὶ εἰς ἰδιαιτέραν μετ’ αὐτοῦ διαρκῆ συνάφειαν,
288εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω οὐ μόνον τὸ ἤπιον, ἀλλὰ καὶ
289τὸ εὐγενὲς τοῦ ἤθους αὐτοῦ.
290Ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ
291στάδιον τοῦτο τῶν ἀποριῶν καὶ τῶν εἰκοτολογιῶν, θὰ
292μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ μίαν τινὰ ἀπορίαν
293καὶ ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐρώτησιν
294διατί, ἀφοῦ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πᾶσαν ἄλλην δυνατὴν ὑπόθε-
295σιν, δυναμένην νὰ ἐξηγήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης
296τοῦ Ἄγγλου Ἀντιπροσώπου, εἰς μίαν μόνην ἐπίσης ἐγ-
297γὺς κειμένην καὶ ἐπίσης πιθανὴν δὲν ἀπέβλεψεν, δηλαδὴ
298εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας,
299ἀφοῦ προσελθὼν τὸ πρῶτον παρὰ τῷ κυρίῳ Πρωθυπουρ-
300γῷ ἐξεφράσθη τόσῳ μετριοπαθῶς πρὸς αὐτὸν περὶ τῆς ἱκα-
301νοποιήσεώς του, δυνατὸν ἦτο ν’ ἀπετάθη κατόπιν πρὸς
302τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς τὰς
303ζητηθείσας ὁδηγίας νὰ προέβη τότε εἰς τὴν διατύπωσιν
304τῆς δευτέρας αὐτοῦ προτάσεως; Τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν
305ὑποβάλλω βεβαίως, ὑποθέτων αὐτὴν ὡς μᾶλλον στηριζο-
306μένην ἐπὶ γεγονότος τινὸς ἢ ὡς μᾶλλον πιθανὴν, ἀλλὰ
307τὴν ὑποβάλλω μόνον ἵνα ἐρωτήσω, ὡς εἶπον, τὴν Ἀντι-
308πολίτευσιν, διατί ταύτην μόνην μεταξὺ πασῶν τῶν ἄλ-
309λων δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐξήγησιν τῆς ἀπορίας, τὴν
310ὁποίαν ἐξήγησε, σχετικῶς πρὸς τὴν μεταβολὴν τῆς γνώ-
311μης τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου.
312Ἀλλ’ ὁ λόγος τῆς τοιαύτης παραλείψεως εἶναι βεβαίως
313λίαν πρόδηλος, συνιστάμενος εἰς τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς ὑπο-
314θέσεως ταύτης ἀνετρέπετο ἄρδην καὶ ἐκ βάθρων κατέπι-
315πτεν ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀν-
316τιπολίτευσις ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ πᾶσαν τὴν αἰτίαν τῆς
317μεταβολῆς τῆς γνώμης τοῦ Ἄγγλου Ἀντιπροσώπου εἰς
318προσωπικὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐνοχήν.
319Ὅπως δήποτε ὅμως, κύριοι, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγ-
320μα, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, οὔτε ἡμεῖς δύνασθε
321νὰ μὴ ὁμολογήσετε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ προσβολὴ, ἥτις ἐγέ-
322νετο κατὰ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας ἦτο, κατὰ
323δυστυχίαν, ὄντως δεινὴ, καὶ τοιαύτη οἷα ἠδύνατο νὰ φέρῃ
324εἰς ἀμφιταλάντευσιν, μεταξὺ τῆς προαιρέσεως καὶ τοῦ κα-
325θήκοντος, πάντα οἷον δήποτε, διότι ἡ προσβολὴ αὕτη
326ἦτο ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς αἱ δεινότεραι
327μεταξὺ τῶν προσβολῶν, κατὰ τὰς γενικὰς ἐν παντὶ τῷ
328πεπολιτισμένῳ κόσμῳ παραδεδεγμένας καὶ ἐπικρατούσας
329ἰδέας.
330Διὰ τοῦτο δὲ ἐνομίσαμεν καὶ ἡμεῖς, καίτοι θεωροῦντες
331τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν ὡς ὑπερβολικὴν, ὅτι δὲν ἔ-
332πρεπε ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτήν· τοῦτο δὲ τόσῳ μᾶλλον,
333ὅσῳ εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ.
334Πετρίτσης εἶπε προχθὲς, ὅτι ἀληθῶς ἐξευτελίζεται καὶ
335ἀληθῶς ταπεινοῦται οὐχὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἐπανορθοῖ, ἔστω
336καὶ ἐν μέτρῳ ὑπερβολῆς, τὸ διαπραχθὲν ἀδίκημα, ἀλλ’
337ὅτι ἀληθῶς ἐξευτελίζεται καὶ ἀληθῶς ταπεινοῦται ἐκεῖνος,
338ὅστις διαπράττει αὐτό. Δὲν ἐδυνάμεθα δὲ εἰς τὴν προκει-
339μένην περίπτωσιν νὰ παρίδωμεν, ὅτι διὰ τῆς γενομένης
340κατὰ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας προσβολῆς, ἐπε-
341βαρύνετο ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ προσβολὴ αὕτη
342διεπράχθη, κατὰ δυστυχίαν, ὑπὸ ὀργάνου τῆς Κυβερνή-
343σεως καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ· πρᾶ-
344γμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Κωνσταντόπουλος,
345μεθ’ ὅλην τὴν νομικὴν δεινότητα αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθη μέ-
346χρι τέλους νὰ ἐννοήσῃ.
347Οὔτε δυνάμεθα δὲ νὰ παραδεχθῶμεν τὸν ἰσχυρισμὸν,
348τὸν ὁποῖον ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζηνόπουλος, περὶ
349τοῦ ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἔδει νὰ θεωρηθῇ,
350εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ὡς ἰδιώτης, ἅτε ἐν τῷ περι-
351πάτῳ διατελῶν, δηλαδὴ ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐπισήμου
352αὐτοῦ ἐνεργείας. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἐντελῶς
353ἐσφαλμένος· διότι οἱ Διπλωματικοὶ Πράκτορες, εἶναι ἀναν-
354τίῤῥητον, ὅτι διατηροῦσι διαρκῶς καὶ ἀπαύστως τὴν ἐκ
355τῆς θέσεως αὐτῶν ἰδιότητα, καὶ πᾶσα ἑπομένως κατ’ αὐ-
356τῶν γινομένη προσβολὴ θεωρεῖται ὡς ἀναφερομένη εἰς τὴν
357ἰδιότητα αὐτῶν ταύτην, ἐκτὸς ἂν δι’ ἀνοικείου συμπερι-
358φορᾶς, ἢ ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος, προεκάλεσαν καὶ ἐξετέ-
359θησαν αὐτοὶ οὗτοι εἰς τὴν προσβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔπαθον·
360ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν, ἀπο-
361λύτως οὐδὲν, τοιοῦτον ὑπηνίξατο περὶ τοῦ Ἀντιπροσώ-
362που τῆς Ἀγγλίας, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Νίκολσων. Τούτου
363δ’ οὕτως ἔχοντος, πᾶσα περαιτέρω ἔρευνα καὶ περὶ τὰ
364πράγματα καὶ περὶ τὴν θεωρίαν τοῦ Διεθνοῦς δικαίου,
365περὶ ἧς τοσοῦτος, ἄνευ ἀνάγκης, ἐγένετο λόγος ἐντεῦθεν,
366μοὶ φαίνεται ἐντελῶς περιττὴ, καὶ ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι
367ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ προσάψωσιν εἰς τὴν
368Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ διαγωγῇ αὐτῆς εἰς τὴν περίστασιν
369ταύτην, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος.
370§24Ι. ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ἔχω, κύριοι, διττὴν ὑποχρέωσιν
371νὰ συμμετάσχω κἀγὼ τῆς σοβαρᾶς συζητήσεως ταύτης τοῦ
372Διεθνοῦς ἡμῶν ζητήματος, καὶ ἔχω τοιαύτην ὑποχρέωσιν,
373διότι καὶ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τούτου εἶμαι καὶ ἀξιω-
374ματικὸς τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἀ-
375τυχῶς ἀνῆκε καὶ ὁ Λουκᾶς Καλποῦζος, ὁ ἐπὶ τοσοῦτον
376παρεκτραπεὶς κατὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης
377Βρεττανίας. Καὶ ὡς μέλος μὲν τοῦ Κοινοβουλίου βεβαίως,
378κύριοι, μετὰ τὰ ὑπὸ τῶν διακεκριμένων ῥητόρων τῆς πτέ-
379ρυγος ταύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν
380τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, λεχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι
381τοῦδε, δὲν ἀπομένει εἰς ἐμὲ συμπλήρωμά τι· ἐὰν δ’ ἐπε-
382κτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν καθέκαστον τοῦ ζητήματος, οὐ-
383δὲν ἄλλο θέλω πράξει ἢ νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτὰ, ὅσα οἱ
384προαγορεύσαντες ῥήτορες ἐξέθηκαν ἐνώπιον ὑμῶν· ἄλλως
385δὲ, κύριοι, διὰ νὰ εἰσέλθω κἀγὼ εἰς αὐτὸν τὸν λαβύρινθον,
386βεβαίως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀδυναμίαν μου ἀπέ-
387ναντι τοιούτων ῥητόρων, οἵτινες εἰσελθόντες πρὸ ἐμοῦ ἐν-
388τὸς αὐτοῦ μόλις κατώρθωσαν νὰ εὕρωσι τὴν διέξοδον, καὶ
389ἐπὶ τέλους φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἀπόπειρα ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως
390τῶν λεπτομερειῶν θ’ ἀποβῇ εἰς μάτην, διότι ἡ συζήτησις
391αὕτη θεωρεῖται πλέον ἐξηντλημένη.
392Ὡς ἀξιωματικὸς ὅμως τῆς Χωροφυλακῆς δέον νὰ ἐξε-
393τάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν ὑπηρεσιακὴν, νὰ ἐκθέσω τοι-
394αύτην ἰδέαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε νὰ δικαιῶμαι λέγων, ὅτι
395ἰδοὺ καὶ μία νέα ἰδέα, ἥτις λαμβάνει τὴν ἀνήκουσαν αὐτῇ
396θέσιν. Ἀναλογιζόμενος, κύριοι, πᾶν ὅ,τι ὑπαγορεύει τὸ κα-
397θῆκον εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Σώματος
398τῆς Χωροφυλακῆς, βεβαίως ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ἀκριβῶς
399τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ὅλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται
400ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν χωροφύλακα Καλποῦζον· ἀλλὰ,
401κύριοι, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ οὐσιῶδες τοῦτο ζήτημα παρα-
402καλῶ τὴν Βουλὴν ἵνα μ’ ἐπιτρέψῃ ἐπί τινας στιγμὰς νὰ
403στρέψω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ παρεμπίπτοντός τινος ζητήμα-
404τος, τὸ ὁποῖον, ὡς γινώσκετε, δὲν προὐκάλεσα ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ
405κ. συνάδελφός μου ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει τῆς Βου-
406λῆς. Τὸ παρεμπίπτον τοῦτο ζήτημα ὀφείλω νὰ ἐξετάσω
407μετὰ μεγάλου πόνου καὶ ἐνδιαφέροντος, ἅτινα αἰσθάνομαι,
408ὀφείλω, ἐπαναλέγω, νὰ ἐξετάσω αὐτὸ κατὰ καθῆκον ὡς
409Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας μου, ἵνα ὑπερασπίσω τὴν
410δυσφημηθεῖσαν ὑπόληψιν καὶ τιμὴν τοῦ λαοῦ αὐτῆς, τοῦ
411τόσον περιφρονηθέντος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου ἐκλεκτοῦ του, ὅσον
412περιεφρονήθη καὶ ἐπροδόθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου, περὶ οὗ πρό-
413κειται, κ. Στεφανίδου, καὶ ἡ μεγάλη τῆς ἱστορίας τῆς
414Ἑλλάδος καὶ εὐεργέτις αὐτοῦ οἰκογένεια τοῦ ἀειμνήστου
415στρατηγοῦ τοῦ ἀγῶνος Μακρυγιάννη. Ἑπομένως παρακα-
416λῶ τὴν Βουλὴν ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ
417τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θὰ τύχῃ,
418κύριοι Βουλευταὶ, τῆς δεούσης εὐμενοῦς καὶ δικαίας ὑμῶν
419ἐκτιμήσεως.
420Ἐνθυμεῖσθε πάντες, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ προχθεσινῇ συνε-
421δριάσει τῆς Βουλῆς ὁ γέρων συνάδελφός μου κ. Στεφανί-
422δης ἦλθε καὶ μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μεθ’ ὅλης
423τῆς ἐπισημότητος, ἀλλὰ καὶ ἀνερυθριάστως καὶ ἀνενδοιά-
424στως, ὅτι δῆθεν οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἅπαντες ἀπέστειλαν
425αὐτῷ ἔγγραφον διακοίνωσιν, ἵνα ἐκφράσῃ πρὸς τὴν Κυ-
426βέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
427τὴν πλήρη εὐαρέσκειαν αὐτῶν διὰ τὴν γενναίαν δῆθεν πο-
428λιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀ-
429ποδεδειγμένον ὅτι συνετάραξεν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ὁλό-
430κληρον τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ κατέθλιψε πᾶσαν Ἑλληνικὴν
431καρδίαν. Ἐν τῷ ἀκούσματι τούτῳ, κύριοι, ἀντελήφθην ἀ-
432μέσως τοῦ σκοποῦ οὗ ἕνεκεν ὡρμήθη ὁ ἡμέτερος συνάδελ-
433φος νὰ ἐκφρασθῇ τοιουτοτρόπως, καὶ ἠθέλησα, ὡς εἴδατε,
434κύριοι, νὰ τὸν διακόψω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου πρὸς στιγ-
435μὴν, ἀλλ’ ἔτυχον ἀπαντήσεως ἐκ στόματος, ὅπερ ἐπλάσθη
436νὰ λειτουργῇ μόνον διὰ τὴν αἰσχρολογίαν καὶ πᾶσαν ἄλ-
437λην ἀηδίαν, ἀπαντήσεως, ἥτις μόνον εἰς τὴν συμπεριφο-
438ρὰν τοῦ κ. Στεφανίδου καὶ τῶν ὁμοίων του ἀνῆκεν. Ἀντε-
439λήφθην, κύριοι, ὅτι ἠθέλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἵνα τὸ ὄ-
440νειρον τῆς παρελθούσης νυκτὸς φέρῃ καὶ παραστήσῃ εἰς
441τὴν Βουλὴν ὡς γεγονὸς, μετὰ δὲ τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του
442ἠναγκάσθην ν’ ἀπαντήσω ὡς ἐμπρέπει αὐτῷ καὶ τῷ ὑπέ-
443μνησα μόνον τὸν ῥύπον, ὃν φέρει ἐσαεὶ ἀνεξάλειπτον ἐπὶ
444τοῦ μετώπου του πρὸς κοινὸν παράδειγμα.
445Ἐν τούτοις ἀπεδείχθη, ἀφοῦ προσεκάλεσα αὐτὸν ἵνα
446παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, ὅτι οὔτε ἔγγρα-
447φον εἶχεν, οὔτε κἄν ἁπλῆν τινα ἐπιστολὴν τῆς συνήθους
448ἀλληλογραφίας ἑνὸς μωροῦ πρὸς ἄλλον μωρὸν, ἑπομένως
449ὀφείλων νὰ ὑπερασπίσω καὶ τὴν τιμὴν τοῦ λαοῦ, ὅστις
450προσδοκᾷ τὸ πᾶν ἐξ ἀμφοτέρων ἡμῶν τῶν Ἀντιπροσώπων
451του, ὁμολογῶ παῤῥησίᾳ, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου
452ζητήματος πᾶν ὅ,τι αἰσθάνεται ἤδη ὁ ἐπίλοιπος Ἑλλη-
453νικὸς λαὸς, αὐτὸ τοῦτο αἰσθάνεται ἐνδομύχως καὶ ὁ λαὸς
454τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, μετὰ τοιαύτην ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
455σεως οἰκτρὰν διαγωγὴν ἐπὶ τοῦ Διεθνοῦς τούτου ζητήμα-
456τος, ὅτε καὶ ὁ στρατὸς προεπηλακίσθη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ
457φιλοτιμία προσεβλήθη καιρίως. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἀφ’
458ἑνὸς λυπηρὸν ἐκλεκτὸς Ἐπαρχίας, τυχὼν μεγάλης τιμῆς,
459νὰ μὴ μεριμνᾷ παντάπασιν περὶ τῆς τιμῆς τοῦ λαοῦ
460τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ προσ-
461παθῇ ὅπως ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς τιμῆς τῶν συμπολιτῶν
462του καὶ προσθέσῃ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πολι-
463τικῆς του, ὃν τυφλῶς ἀκολουθεῖ! Καὶ βεβαίως τί πλέον
464προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξῃ ὁ κ. συνάδελφος, ἢ ὅτι ἀμφιβάλ-
465λει περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς τιμῆς τοῦ ἀρχηγοῦ του; Ἀφ’
466ἑτέρου, κύριοι, ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς
467λαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ
468βήματος τούτου τὴν εὐχαρίστησιν καὶ εὐγνωμοσύνην μου
469εἰς ἄλλα ἄτομα, εἰς ἑτεροεπαρχιώτας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως
470ἐμφορούμενοι ἐξ ἀγαθῶν καὶ ἁγνῶν αἰσθημάτων πατριω-
471τισμοῦ ἔσπευσαν νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν τιμὴν τῆς Ἐπαρ-
472χίας μας, μὴ ἀνεχόμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ ξένοι νὰ βλέπωσιν
473αὐτὴν προσβαλλομένην ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπευθύνου συνα-
474δέλφου μου. Ἀνέγνωσα, κύριοι, ἐν τῷ προχθεσινῷ φύλλῳ
475τῆς «Νέας Ἐφημερίδος» διατριβὴν, προερχομένην ἀπό
476τινα κύριον, τοῦ ὁποίου πρώτην ἤδη φορὰν βλέπω τὸ ὄ-
477νομα, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται τρανῶς, ὅτι ὁ κ.
478Στεφανίδης δὲν μᾶς εἶπεν ἀλήθειαν, διότι ὄχι μόνον ἔγ-
479γραφον δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὡς ἐκ τοῦ χρονικοῦ δια-
480στήματος τοῦ μεσολαβήσαντος ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δια-
481πραχθείσης ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος σκηνῆς, μέ-
482χρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὁ κ. Στεφανίδης ἐξεδήλωσεν ἐν
483τῇ Βουλῇ τὸ φρόνημα δῆθεν τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλ’
484οὔτε τηλεγράφημα. Μέρος τῆς διατριβῆς ταύτης θὰ σᾶς
485παρακαλέσω, κύριοι, ν’ ἀκούσητε καὶ θέλετε συμφωνήσει
486πληρέστατα πρὸς τοῦτο, θέλετε δὲ ἴδει ἐν τῇ διατριβῇ
487ταύτῃ ἀπεικονισμένα τὰ αἰσθήματα, ἐξ ὧν ἄγεται ὑπὲρ
488τῆς Ἐπαρχίας μου ὁ νέος οὗτος, ὅστις οὔτε εἰς τὴν Ἐ-
489παρχίαν μου ἀνήκει, οὔτε κἂν ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
490γνωρίζω αὐτὸν ἐξ ὄψεως, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸν
491γνωρίσω καὶ τὸν συγχαρῶ, εὐχαριστῶν ἅμα αὐτὸν καὶ
492ἐκ μέρους τῆς Ἐπαρχίας μου, ὀνομάζετε δὲ Δημήτριος
493Παπαπαναγιώτου (ἀναγινώσκει τὴν διατριβήν). Ἀλλὰ,
494κύριοι, προσπαθῶ ὅσον ἔνεστι ν’ ἀποφύγω καὶ μάλιστα
495ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὰ τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα καὶ
496ἑπομένως δὲν θέλω βεβαίως προχωρήσει πλειότερον, διότι
497πιθανὸν ὁ γέρων συνάδελφός μου, ὡς ἀχαλίνωτος, νὰ μὲ
498φέρῃ εἰς θέσιν, καθ’ ἣν νὰ παρεκτραπῶ κἀγὼ ἐναντίον τοῦ
499ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς ἑαυτόν.
500Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῆς ὑπηρεσίας τῆς Χωροφυ-
501λακῆς καὶ ἑπομένως τοῦ καθήκοντος τοῦ χωροφύλακος
502Καλπούζου, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου εἶπον, φρονῶ, καὶ ἐκθέτω
503εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον,
504ὅτι ὁ Μοίραρχος τῆς πρωτευούσης κ. Στεφάνου εἶναι ἐκ
505τῶν διακεκριμένων Ἀξιωματικῶν τοῦ Σώματος τῆς Χωρο-
506φυλακῆς, ἔχει δὲ στρατιωτικὴν ἀρετὴν καὶ μεγάλην ἱκα-
507νότητα καὶ ἀξίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διακρίνεται καὶ ἐπὶ
508πατρικῇ, οὕτως εἰπεῖν, συμπεριφορᾷ πρὸς τοὺς ὑπο-
509δεεστέρους, ὥστε συμπεραίνω, ὅτι κατὰ τὴν ῥητὴν τούτου
510διαταγὴν πρὸς τὸν χωροφύλακα Καλποῦζον νὰ μεταβῇ
511καὶ φρουρήσῃ εἰς τὴν θέσιν περὶ ἧς πρόκειται, θὰ προσε-
512πάθησε καὶ κατώρθωσε νὰ ἐννοήσῃ ὁ χωροφύλαξ αὐτὴν
513καὶ ν’ ἀντιληφθῇ λεπτομερῶς τί ὤφειλεν εἰς οἱανδήποτε
514περίστασιν νὰ πράξῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του.
515Ἑπομένως ἐκ τῆς διαταγῆς τοῦ Μοιράρχου δὲν εἶχεν
516οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ν’ ἀμφιβάλλῃ μήπως παρεκτραπῇ
517καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἐπίσημος ξένος μετέβη μετὰ τῆς κυ-
518ρίας του ἵνα περιηγηθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ πευκῶνος. Ἀλλὰ,
519κύριοι, ἐὰν τὸν χωροφύλακα Καλποῦζον ἐκλάβωμεν ὡς ἔ-
520χοντα πλήρη τὰ προσόντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωρο-
521φυλακῆς καὶ τὸν ὑψηλὸν ὄντως προορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει
522τὸ Σῶμα τοῦτο εἰς τὸ Κράτος, βεβαίως εἶμαι ἠναγκασμένος
523λογικῶς ἐξετάζων τὸ πρᾶγμα νὰ εἴπω μίαν ἀλήθειαν, πι-
524κρὰν κατά τινας, τουτέστιν ὅτι ὁ χωροφύλαξ εἶχε δίκαιον.
525Εἶχε δίκαιον παραβιαζόμενος εἰς τὸ καθῆκόν του καὶ διὰ
526τὸ καθῆκον νὰ μεταχειρισθῇ βίαν κατὰ τῆς βίας, νὰ μὴ
527ἐπιτρέψῃ εἰς οὐδένα τὴν εἴσοδον ἐν τῷ πευκῶνι, ὅ,τι δὲ
528ἔπραξεν ὁ χωροφύλαξ κατὰ τοῦ κ. Νίκολσων, φρονῶ ὅτι
529ἦτο πολλὰ ὀλίγον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ δὲν
530δύναμαι ἐν πεποιθήσει νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν καθ’
531ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Καλ-
532πούζου πρὸς τὸν κ. Νίκολσων, ἀλλὰ λέγω παραδειγμα-
533τιζόμενος ἐξ αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος, ὅτι ἀφοῦ ὁ χωροφύ-
534λαξ διετάχθη ὡρισμένως, ὡρισμένως ὤφειλε καὶ νὰ ἐκτε-
535λέσῃ, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ οὐδὲ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα, ἐὰν
536μετέβαινε νὰ παραβιάσῃ τὰ διατεταγμένα· ἐὰν δ’ ἀκόμη
537λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ ὅτι ὁ χωροφύλαξ οὗτος ἦτο νήφων,
538καθ’ ἣν στιγμὴν συνηντήθη μετὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου,
539ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, δὲν δύ-
540ναμαι νὰ παραδεχθῶ καὶ τὸ ἕτερον, ὅτι ἄνευ τῆς ἐλαχί-
541στης ἀφορμῆς τοῦ κ. Νίκολσων ὁ χωροφύλαξ ἐπετέθη
542κατ’ αὐτοῦ καὶ μετεχειρίσθη βάρβαρον συμπεριφορὰν καὶ
543τρόπον δι’ ὃν ἐτιμωρήθη· ἄρα ὁ χωροφύλαξ ἔλαβε πάν-
544τοτε ἀφορμὴν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ, μὴ ὢν
545αὐτόπτης, τὸν τρόπον καὶ τὸ μέτρον τῆς ἀφορμῆς τῆς
546προελθούσης ὑπὸ τοῦ κ. Νίκολσων· πιθανὸν ὁ χωροφύλαξ
547νὰ ἐχαρακτήρισε τὴν ἀφορμὴν πλέον τοῦ δέοντος σοβαρὰν
548κατὰ τῆς στρατιωτικῆς του θέσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν δύ-
549ναται νὰ μὲ πείσῃ οὐδεὶς ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ κ. Νίκολσων
550διήρχετο μακρὰν τῆς θέσεως· δὲν πείθομαι ἐκ τῶν λόγων
551ῥήτορός τινος τῆς Συμπολιτεύσεως εἰπόντος τοῦτο, ὅτι ὁ
552κ. Νίκολσων, μεταβὰς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο μετὰ τῆς συ-
553ζύγου του, δὲν ἐσκόπει ποσῶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν πευ-
554κῶνα, ἀλλὰ διήρχετο παραπλεύρως τῆς θέσεως αὐτῆς· διότι
555τότε τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μεταβῇ μακρὰν τῆς θέσεώς του ὁ
556χωροφύλαξ, καὶ νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἐπί-
557σημον ξένον; Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἂν δὲ λάβω-
558μεν ἐπὶ τέλους ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ τὴν Ἀγγλικὴν ἐπιμο-
559νήν, εἴμεθα πλέον παρὰ βέβαιοι ὅτι πρῶτος ὁ κ. Νίκολσων
560ἔδωκεν ἀφορμήν· μὴ δυνηθέντες δὲ ἀμέσως νὰ συνεννοη-
561θῶσιν ἀμφότεροι, διότι οὔτε ὁ εἷς γινώσκει τὴν Ἑλληνι-
562κήν, οὔτε ὁ ἕτερος τὴν Ἀγγλικὴν, ἦλθον εἰς ῥῆξιν ὡς ἐκ
563τῆς ἑκατέρωθεν προελθούσης παρεξηγήσεως· παρεξήγησεν
564ὁ κ. Νίκολσων τὸν τρόπον τοῦ χωροφύλακος, ὅστις βεβαίως
565δὲν ἔπραξεν ἄλλο, ἢ νὰ γνωστοποιήσῃ αὐτῷ ὅτι εἰς κάθε
566ἄλλο ἦτο Ἐπιτετραμμένος οὐχὶ δὲ καὶ νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς
567τοῦ μέρους, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐβάδιζεν.
568Ἂν ὅμως ἐκλάβωμεν τὸν χωροφύλακα τοῦτον ὡς ἔχον-
569τα ἐπίμεμπτον διαγωγὴν, οἵαν ὄντως ἔχει, καὶ ὡς ἔχοντα
570ῥοπὴν εἰς τὸ ἐπιτίθεσθαι, τότε πείθομαι, κύριοι, ὅτι δὲν
571ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐπισήμου ξένου. Εἶναι ἀποδεδειγ-
572μένη, κύριοι, ἡ ἐν τῷ στρατῷ διαγωγὴ, ἣν ἐπεδείξατο ὁ
573Καλποῦζος, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις, δὲν προέβλεψεν,
574ἐνῷ εἶχε καθῆκον ν’ ἀπομακρύνῃ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ
575τὸν Καλποῦζον.
576Γινώσκω ἀπὸ ἀξιόπιστον πηγὴν — διότι ὀφείλω νὰ ὁμο-
577λογήσω ὅτι τὸ ἐν τῷ πεζικῷ φύλλον μητρώου αὐτοῦ δὲν
578εἶδον — γινώσκω ὅμως καλῶς, ὅτι ὁ Καλποῦζος ἐπεδεί-
579ξατο ἐν τῷ πεζικῷ χειρίστην διαγωγήν, ὅτι διέπραξεν ἐγ-
580κλήματα καὶ οὐχὶ μόνον ἓν ἔγκλημα. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν
581ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν τώρα τὴν ἐν τῷ πεζικῷ διαγω-
582γὴν τοῦ Καλπούζου, διότι ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐν
583τῇ Χωροφυλακῇ ἑτέραν χειρίστην διαγωγὴν αὐτοῦ. Ὁ
584Καλποῦζος, ὡς χωροφύλαξ ἐξεταζόμενος, δὲν ἔχει δικαίωμα
585οὔτε στιγμὴν νὰ μείνῃ ἐν τῇ Χωροφυλακῇ μετὰ τὰς τό-
586σας φοβερὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας ἐν ὀλίγῳ χρονικῷ διαστή-
587ματι ὑπέστη. Ὑπάρχει τὸ φύλλον μητρώου τῆς ἐν τῇ
588Χωροφυλακῇ ὑπηρεσίας τοῦ Καλπούζου κατατεθειμένον
589εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν αὐτῷ παρατηρεῖτε,
590κύριοι, ὁποία εἶναι ὄντως ἡ διαγωγὴ τοῦ Καλπούζου.
591Ἔχει ὅλας 8 ποινὰς, τὰς ὁποίας ἐν ὀλίγῳ χρονικῷ δια-
592στήματι ὑπέστη· μεταξὺ δὲ τῶν ποινῶν αὐτῶν ὑπάρχουν
593καὶ τρεῖς τοιαῦται, αἵτινες τῷ ἐπεβλήθησαν ἕνεκα
594μέθης. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔμεινεν οὗτος ἐν τῇ Χωροφυλακῇ, καὶ
595μάλιστα κατὰ προτίμησιν· ἐνῷ δὲ ὤφειλεν ἡ ὑπηρεσία
596νὰ θέσῃ αὐτὸν ὑπὸ αὐστηρὰν καὶ ἀένναον ἐπιτήρησιν, εἰς
597ἐπίμετρον τῶν μεγάλων σφαλμάτων τῷ ἐνεπιστεύθη καὶ
598τὴν φύλαξιν τῆς θέσεως ἐκείνης, ἔνθα ἐπῆλθε τὸ λυπηρὸν
599ἐκεῖνο ἀποτέλεσμα.
600Κύριοι, βεβαίως δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ διερμηνεύσω δεόν-
601τως τὸν Νόμον, διότι δὲν ἔχω τὴν ἀπαιτουμένην νομι-
602κὴν μάθησιν, δὲν ἔχω τὰς γνώσεις, ἃς οἱ ἐπιστήμονες
603νομικοὶ ἔχουσι πρὸς διερμήνευσιν ὀρθὴν τῶν διαφόρων
604νόμων· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὸ ζήτημα τὴν ἀ-
605νήκουσαν, οὕτως εἰπεῖν, θέσιν, ἐξετάζων αὐτὸ ὑπὸ ἔποψιν νο-
606μικήν· λέγω μόνον, καθ’ ὅσον μοὶ εἶναι δυνατὸν, ὅτι ὁ Νομοθέ-
607της, ὅστις προέβλεψε καὶ διετύπωσε διαφόρους διατάξεις ἐν
608τῷ Νόμῳ περὶ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, προέβλεψε βε-
609βαίως καὶ τὰς συνεπείας, τὰς σοβαρὰς προπάντων, μετα-
610ξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ σοβαρὰ προχθε-
611σινὴ συνέπεια, καὶ προβλέπων ταύτας ἔθεσε καὶ ἕτερόν
612τινα ὅρον, ὅτι πᾶς ὁ ἐκτελῶν τὰ τοῦ Νόμου ὀφείλει νὰ
613προσέχῃ ἵνα καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑρμηνεύωνται καλῶς,
614ὥστε καὶ ὁ διατάσσων καὶ ὁ ἐκτελῶν ὀφείλουσι νὰ ἐφι-
615στῶσιν ἰδιάζουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δια-
616φόρων διατάξεων τοῦ Νόμου, νὰ ἐξετάζωσι καὶ νὰ μὴ πα-
617ραλείπωσι καὶ τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν τῶν διατάξεων τοῦ
618Νόμου. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησιν, ὅτε ᾐτήσατο νὰ κατα-
619ταχθῇ ὁ Καλποῦζος ἐν τῇ Χωροφυλακῇ, ἐξήταζε τὴν ἐν
620τῷ πεζικῷ διαγωγὴν αὐτοῦ, ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ
621κατατάξῃ ἐν τῇ Χωροφυλακῇ αὐτόν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις
622προέβλεπεν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ οὗτος μετὰ τὰς ὀλίγας ποι-
623νὰς, αἵτινες κατ’ ἀρχὰς τῷ ἐπεβλήθησαν, δὲν ἦτο δυνα-
624τὸν νὰ διορθωθῇ, καὶ ὅτι ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ δὲν συνεβι-
625βάζετο μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος εἰς ὃ ἀνῆκεν,
626ὤφειλε νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν ἐκ τῶν τάξεων τῆς Χωροφυ-
627λακῆς τότε, ὅτε ἦτο πολλὰ ὀλίγον τὸ κακὸν, καὶ διὰ μό-
628νον τὸν Καλποῦζον κακὸν, καὶ ὄχι δι’ ὁλόκληρον τὸ
629Ἔθνος ὀλέθριον.
630§25ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι πάρα πολλοὶ χωροφύλακες,
631ὁμοιάζοντες πρὸς τὸν Καλποῦζον.
632§26ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται διὰ τὸν Καλποῦζον—
633καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχει πολλοὺς ὁμοίους του, δὲν ἀξί-
634ζει ὁ Καλποῦζος συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ—ἀλλὰ
635πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου, πρόκειται ἐπὶ τέ-
636λους περὶ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ
637ὁποίου αἱ ἐκδουλεύσεις αἱ μεγάλαι εἶναι κατακεχωρισμέ-
638ναι χρυσοῖς γράμμασιν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος.
639Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ μέχρι σήμερον
640γινώσκει ἡ Ἑλλὰς ὁποίας ἐκδουλεύσεις τὸ Σῶμα τῆς
641Χωροφυλακῆς προσήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸν Θρό-
642νον. Ἀλλὰ ἡ ἱστορία τοῦ Σώματος αὐτοῦ ποῦ εὑρίσκεται;
643εὑρίσκεται ἐκεῖ ποῦ δὲν φαίνεται, εὑρίσκεται κατὰ τὸ δη-
644μῶδες ἐκεῖνο, εἰς τὰ χρονοντούλαπα τοῦ Ὑπουργείου τῶν
645Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται ὁμιλῶν ἐγὼ
646ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ Σώματος αὐτοῦ, ὅπως διὰ τῶν λό-
647γων μου μαλάξω τὴν καρδίαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ,
648καὶ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἀνῆκον πρὸς τὸ λίαν χρήσιμον τοῦτο
649Σῶμα, διότι βεβαίως παρεξηγοῦμαι. Ἡ Κυβέρνησις, ἢ
650μᾶλλον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀ-
651πέδειξε μέχρι τοῦδε ὁποίας διαθέσεις ἔχει ὑπὲρ τῆς βελ-
652τιώσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Ἑπομένως οὐδεὶς λόγος δύ-
653ναται νὰ καταπείσῃ καὶ ἰσχύσῃ ἵνα ἀλλάξῃ γνώμην ὁ
654κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
655ὁποίαν γνώμην εἶχε καὶ ἔχει πάντοτε περὶ τῆς κατα-
656στάσεως τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο, κύριοι, δὲν
657πταίει καθ’ ὁλοκληρίαν μόνον ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν
658Στρατιωτικῶν· ὑπάρχουν σκάνδαλα ἐν τῷ κέντρῳ τῆς
659στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰ σκάνδαλα ταῦτα παραγ-
660κωνίζουσι καὶ πλησιάζουσι νὰ καταστρέψωσι τὸ χρησι-
661μώτατον εἰς τὴν Πατρίδα ἡμῶν Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς.
662Καὶ βεβαίως, ὡς μέχρι τοῦδε παρηγκωνίσθη καὶ ὡς κατ-
663ήντησε, καταλληλότερον θὰ ἦτο ἐὰν ὠνομάζετο «ἀγροφυ-
664λακή». Ἄλλος τις ἴσως εἶναι ὁ κατάλληλος καὶ ὁ δυνά-
665μενος ἀνεπιφυλάκτως ἤδη νὰ κρίνῃ καὶ ἐξετάσῃ ὁποίαν
666καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἔχει ἀποστολὴν καὶ ἀξίαν ἡ Χω-
667ροφυλακή, δι’ αὐτὸ τοῦτο δὲν προχωρῶ εἰς λεπτομερείας
668τοῦ ζητήματος τούτου τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν ἐπέ-
669στη ἡ κατάλληλος στιγμή.
670Περαίνων τὸν λόγον, κύριοι, προστίθημι ὅτι δὲν δύναμαι
671ἢ συμμεριζόμενος τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματα ὁλοκλή-
672ρου τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐκφράσω κἀγὼ τὴν βαθεῖαν λύπην
673μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐλεεινὴ διεξαγωγὴν
674τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος, εὐχόμενος πρὸς τούτοις ὅ-
675πως ὁ Ὕψιστος διαφωτίσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ ἐκείνους, οἵτινες
676ἐτράπησαν τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἥτις ἄγει τὸ Ἔθνος ἡμῶν
677εἰς τὸν ὄλεθρον.
678§27Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, «μὴ κίνει τὸν
679ἀνάγυρον» ἦτο παροιμία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, καὶ ἐλέ-
680γετο, προκειμένου λόγου εἰς ὑπόθεσίν τινα τοῦ νὰ μὴ ἀ-
681ναφανῶσιν ἀσχημίαι ἀτόμου τινὸς, καὶ διὰ τῆς τοιαύτης
682παροιμίας ἐπροφυλάττοντο ἀπὸ πᾶσαν ὁμιλίαν, ἔχουσαν
683ἀσχημίας, καθότι ὁ ἀνάγυρος ἦτο φυτόν τι, ἀναφυόμενον
684πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπερ σειόμενον, ἢ ἁπτόμενον χερσὶν
685ἀπέφερεν ἀποφορὰν δυσωδίας· αὐτὴν, λέγω, τὴν παροιμίαν
686ὤφειλεν ὁ λεγόμενος Βουλευτὴς Ἰω. Μοσχοβάκης, κατὰ
687κακὴν μοῖραν ἐκλεχθεὶς ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, νὰ ἔχῃ
688εἰς τὴν διάνοιάν του, καὶ τότε βεβαίως δὲν ἤθελε τολμή-
689σει νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, καὶ λαλήσῃ δια-
690φόρους φληναφίας καὶ ἐρεσχελίας, καὶ ἰδίως παρατόλμως
691λαλήσῃ περὶ τιμῆς καὶ ἀτιμίας χωροφυλάκων, καὶ ἐπιτι-
692μήσῃ πρὸ παντὸς ἄλλου τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δῆθεν ἀνε-
693ξετάστως κατατάττει εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς ἄ-
694νευ προηγουμένης ἐρεύνης τοῦ βίου ἑνὸς ἑκάστου χωρο-
695φύλακος—(ἀλλ’ ἂν τῷ ὄντι τοῦτο συνέβαινε, βεβαίως ὁ
696Ἰω. Μοσχοβάκης ἤθελεν εἶσθαι ἀπαράδεκτος εἰς τὸ Σῶμα
697τῆς Χωροφυλακῆς—ἀλλ’ εἰς τοιοῦτον ἄνθρωπον τὸν Ἰω.
698Μοσχοβάκην τί ἄλλο νὰ εἴπῃ τις πρὸς φίμωσιν τοῦ ἰτα-
699μοῦ στόματός του, εἰμὴ τοὺς ἑξῆς Ὁμηρικοὺς στίχους,
700οἵτινες ἀρκετὰ εὐστόχως καὶ ἐκφραστικῶς ἐξηγοῦν τὴν
701ποιότητά του ἐν τῇ κοινωνικῇ συμπεριφορᾷ του
702«Ὤμοι ἀναιδείην ἐπιειμένε, κερδαλεόφρον οὖλε Μοσχοβάκη
703Ἤδη μὲν αἰδὼς ἀνθρώποισιν ὄλωλε,
704Ἀτὰρ ἀναιδείη γαίαν ἐπιστρέφεται.»
705Ὥστε ὁ Ἰωάννης Μοσχοβάκης ἂν εἶχεν ἀσπροῦ τιμὴν καὶ
706αἰδούμενος τὴν κοινωνίαν, ἤθελε βεβαίως σκεπάσει τὸ κε-
707κηλιδωμένον μέτωπόν του, καὶ ἐνδεδυμένος τὸν μαῦρον
708νεκρικὸν χιτῶνα τῆς ἀτιμίας, ῥιφθῆ ἑκουσίως ὡς εἴδους
709αὐτοχειρίας εἴς τι ξηροπήγαδον, καὶ δώσει τέλος τοῦ ἀ-
710θλίου βίου του, κατὰ τὰ γνωμικὰ τῶν ἀρχαίων σοφῶν
711«Κρεῖσσον τὸ μὴ ζῆν ἐστὶν, ἢ ζῆν ἀθλίως καὶ ἀτίμως·
712«Καὶ ζῶν ὁ φαῦλος καὶ θανὼν κολάζεται.»
713Ὅθεν πῶς ὁ Ἰωάννης Μοσχοβάκης ἔχει τὴν τόλμην
714νὰ παρίσταται ὡς Βουλευτὴς Ἀγυιᾶς ἔχων τοιαύτην ὡς
715εἴρηται ποιότητα;
716Ἀλλὰ συμβιβάζεται ποτὲ τοῦτο τὸ ἀξίωμα τοῦ βου-
717ληφόρου μὲ τὴν διαγωγήν του; καθὸ αὐτὸς ἐπὶ δύω ἔτη
718ἦτο δεσμώτης εἰς τὰ στρατιωτικὰ δεσμωτήρια κατηγορού-
719μενος ἐπὶ κλοπῇ δημοσίων χρημάτων ἐκ δέκα χιλιάδων
720δραχμῶν, καὶ τὸ Αʹ. Στρατοδικεῖον κατεδίκασεν αὐτὸν
721εἰς δέκα ἐτῶν δεσμὰ καὶ ἓξ μηνῶν, καὶ ἠκυρώθη ἡ περὶ
722ἧς ὁ λόγος ἀπόφασις λόγῳ τινὸς παρατυπίας, καὶ δικα-
723σθεὶς ὁ εἰρημένος Ἰωάννης Μοσχοβάκης ὑπὸ τοῦ Βʹ. Στρα-
724τοδικείου ἠθωώθη ὕστερον ἀπὸ δύω ἔτη ὑποδικίας κατὰ
725μειοψηφίαν τριῶν δικαστῶν πρὸς τέσσαρας, καὶ κατὰ
726τὸν ποινικὸν νόμον τοῦ στρατοῦ, ὁ κατὰ μειοψηφίαν ἀ-
727θωωθεὶς φέρει διὰ παντὸς κηλίδα ἀτιμίας τῆς κλο-
728πῆς ἐπὶ τοῦ μετώπου του! Ἀλλ’ ὁ εἰρημένος Ἰωάννης
729Μοσχοβάκης, ἂν καὶ κατὰ μειοψηφίαν ἀθωωθείς, πάλιν
730ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς κλοπῆς, καὶ ἤδη εὑρίσκε-
731ται ὑπὸ τὸ βάρος νέας καταδιώξεως ἐπὶ κλοπῇ τῶν ἐπι-
732σήμων ἐγγράφων τῆς Μονῆς Πολυδενδρίου, καὶ διεπραγ-
733ματεύετο νὰ πωλήσῃ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα, τὰ
734ἀφορῶντα σπουδαῖον κτῆμα τῆς Μονῆς, εἰς τὸν κ. Κου-
735μανούδην εἰς Ἀθήνας πρό τινος καιροῦ. Τοιοῦτος ὢν ὁ
736Ἰωάννης Μοσχοβάκης, ἀνέβη τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἀνερυ-
737θριάστως ὅπως διαψεύσῃ ἐμὲ, διότι εἶπον κατὰ τὴν 16
738Ἰανουαρίου 1885 εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἀγυιᾶς
739εἶναι λίαν εὐχαριστημένος διὰ τὴν λυσιτελῆ καὶ σύντομον
740λύσιν τοῦ δυσχεροῦς ἐπεισοδίου τοῦ Νίκολσων, ἀντιπρο-
741σώπου τῆς Μεγάλης Βρετανίας, ἥν περ ἔπραξεν ἡ Κυβέρ-
742νησις τῆς Ἑλλάδος μετὰ πάσης φρονήσεως πολιτικῆς
743πρὸς ἀπομάκρυνσιν παντὸς δεινοτέρου ἀπευκταίου ἐκ τῆς
744Πατρίδος ἡμῶν καὶ μάλιστα εἰς τοιαύτας κρισίμους περι-
745στάσεις τῆς Ἀνατολῆς.
746Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔχω ἀνάγκην παρ’ οὐδενὸς νὰ δια-
747ψευσθῶ ὡς πρὸς τὰ φρονήματά μου, καὶ εἴτε κάμω λόγον ἐξ
748ὀνόματος τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, εἴτε ἐξ ἰδίας μου πεποιθή-
749σεως ὑπὲρ τῆς παρούσης συνετῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, πατρι-
750κῶς μεριμνῶσα ὑπὲρ τῆς ὀλβιότητος τοῦ Κράτους, ἐν γένει
751καὶ ἰδίως, ἀπένειμε δαψιλῶς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ἀγυιᾶς
752ἄπειρα εὐεργετήματα πρὸς βελτίωσιν τοῦ Τόπου καὶ
753εὐημερίαν τῶν συμπολιτῶν μου, οἷον ἁμαξιτοὺς δρόμους,
754γεφύρας, κτλ. κτλ. καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην εἰς κάθε ζή-
755τημα νὰ λαμβάνω παραγγελίας ἐκ τῆς Ἐπαρχίας, ὅπως
756ἀνταποκρίνωμαι εἰς τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καθὸ
757εἰμὶ κύριος τῶν ἰδεῶν μου καὶ τῶν πεποιθήσεών μου, καὶ
758ὀφείλω νὰ πολιτεύωμαι ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους καὶ ἰδίως
759τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, ἥτις μὲ ἐτίμησε διὰ τῆς ψήφου
760της, ὥστε πᾶσα διάψευσις γενομένη ἐκ μέρους τοῦ Μο-
761σχοβάκη δὲν πρέπει νὰ ἐκληφθῇ ὡς δῆθεν ἐκπηγάζουσα
762ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυᾶς, ἀλλὰ πᾶσα διάψευσις καὶ
763ἀντιλογία εἶναι τῆς ἰδιοῤῥύθμου σκέψεως τῆς κεφαλῆς
764τοῦ Μοσχοβάκη, καταχρωμένου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
765Ἐπαρχίας, ὡς γενομένου πολεμίου ἐξ ἰδιοτελείας τῆς
766ἀγαθῆς καὶ πατρικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ
767Ἐπαρχία Ἁγυιᾶς εἶναι καὶ θέλει εἶσθαι διὰ παντὸς εὐγνώ-
768μων καὶ ἀφοσιωμένη πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διὰ
769τὰς ἀγαθὰς μερίμνας της καὶ προθέσεις αὐτῆς, ἅστινας
770ἔδειξε καὶ δεικνύει ὑπὲρ τῆς εὐνομίας καὶ εὐδαιμονίας τῆς
771Ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς καὶ ἐν γένει τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἀπὸ
772τὸν Ἰωάν. Μοσχοβάκην, τοῦ ὁποίου ἡ ποιότης εἶναι ὅ,τι
773βδελυρὸν, δὲν περιμένει τι καλὸν καὶ ὑγιὲς ν’ ἀκούσῃ τις
774ἐκ τῶν ῥυπαρῶν χειλέων του.
775Ὡς πρὸς τὴν ἐπιτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὅτι
776δῆθεν δὲν προσέχει ἀκριβῶς εἰς τὴν κατάταξιν τῶν χωρο-
777φυλάκων καὶ εἰς τὴν διαγωγὴν αὐτῶν, αὐτὸ τοῦτο τὸ
778μέρος τῆς ὁμιλίας του εἶναι κατ’ αὐτοῦ· διότι, ἂν ἐπρόσε-
779χεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς διατείνεται ὁ Μοσχοβάκης, αὐτὸς
780βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἀπαράδεκτος εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χω-
781ροφυλακῆς ὡς ἐπιληψίμου διαγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ μέρος τοῦτο
782τῆς ὁμιλίας του εἶναι καὶ ἀστεῖον, δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης
783Μοσχοβάκης, ὅστις εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κατηγο-
784ρίας περὶ νέας κλοπῆς καὶ ὅστις μόλις πρὸ δύω μηνῶν ἐ-
785ξῆλθεν ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς φυλακὰς ἕνεκα τῆς κλοπῆς
786τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν τοῦ Δημοσίου, νὰ τολμᾷ
787νὰ ὁμιλῇ περὶ ἠθικῆς καὶ τιμίας διαγωγῆς τῶν χωροφυ-
788λάκων ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πλήθοντος τοῦ ἀ-
789κροατηρίου, καὶ νὰ προσπαθῇ χωρὶς ἐντροπὴν νὰ θέλῃ νὰ
790νουθετήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος τοῦ νὰ προσέχῃ
791εἰς τὴν ἠθικὴν τῶν χωροφυλάκων! Τοῦτο, κύριοι Βουλευ-
792ταὶ, ὁμοιάζει ὡς νὰ βλέπῃ τις εἰς τὸν ἄμβωνα τῆς Μη-
793τροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν φαύλην τινὰ γυναῖκα καὶ προ-
794αγωγὸν νά ὁμιλῇ ἐξ ἄμβωνος περὶ ἠθικῆς, τιμίας διαγω-
795γῆς καὶ σωτηρίας τῆς ψυχῆς τῶν ἁμαρτωλῶν.
796Ὁ Ἰω. Μοσχοβάκης καλῶς ἔπραξεν ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα
797ἔχων κεκαλυμμένας τὰς χεῖράς του διὰ χειροκτίων, καὶ
798τοῦτο ἐπὶ σκοπῷ ἔπραξεν, ὅπως μὴ φανῶσι εἰς τὸ Κοινο-
799βούλιον αἱ ἁρπακτικαὶ ῥυπαραὶ χεῖρές του, ἢ καὶ νὰ μὴ
800μιάνῃ τὸ ἱερὸν βῆμα τῆς Βουλῆς διὰ γυμνῶν χειρῶν του,
801ἀλλὰ καλλίτερον ἤθελε πράξει, καὶ ἂν ἐσκέπαζε καὶ τὸ
802πρόσωπόν του μὲ βαθεῖάν τινα νεκρικὴν σκέπην διὰ νὰ
803μὴ φαίνωνται αἱ κηλίδες τοῦ μετώπου του τῆς κατὰ
804μειοψηφίαν ἀθωώσεώς του ἐκ τοῦ Στρατοδικείου, καὶ ὡς
805γνωρίζει κάλλιστα παντὸς ἄλλου, ὁποῖα ἀτάσθαλα μέσα
806ἐγένοντο πρὸς τὴν ἔκνομον ἀθώωσίν του. Ὅθεν, οὖλε Μο-
807σχοβάκη, βάσκ’ ἴθι καρπαλίμως ἐνδεδυμένος τὸν χιτῶνα
808τῆς ἀναιδείας εἰς τὸν ξηραπήγαδον τάφον τῆς κολάσεως,
809ὅνπερ ἀνέσκαψας μὲ τὰς ἰδίας σου χεῖρας πρὸς αἰωνίαν
810καταδίκην σου.
811§28Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ὁ
812Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε καὶ ὁ
813κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν κατέθετε οὗτος τὰς δύω ἐπιστολάς.
814Ἀλλὰ δὲν τὰς καταθέτει, διότι ἐν αὐταῖς θὰ διαγνωσθῇ
815καθαρὰ, ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος τούτου τὸν
816συνώδευσαν εἰς τὰς σκέψεις του δύω ἰδιότητες ἀναπόσπα-
817στοι ἀπὸ αὐτὸν: τὸ «πεῖσμα» καὶ ἡ «μνησικακία». Δύω
818σημεῖα κυρίως ὑπάρχουν εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῆς τῆς ὑ-
819ποθέσεως, τὰ ὁποῖα δεικνύουν, ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τῆς Κυ-
820βερνήσεως προὐκάλεσε τὴν ἀτυχῆ λύσιν τοῦ ζητήματος.
821Τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ἀνέπτυξαν ἐπιτυχῶς οἱ προλα-
822λήσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κύριοι Ζηνόπου-
823λος, Χαντζόπουλος, Κωνσταντόπουλος καὶ Δεληγεώργης.
824Εἰς τὸ πρῶτον ὅμως σημεῖον δὲν ἐνησχολήθησαν πολὺ, ἐν
825τῷ ὁποίῳ θέλει ἀποδειχθῆ, ἐὰν ἀναπτυχθῇ καλῶς, ὅτι τὸν
826κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τού-
827του τὸν συνώδευσαν, ὡς εἶπον, ἀμφότεραι αἱ ἰδιότητες,
828τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
829μᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν πρώτην μετ’ αὐτοῦ συνέντευξιν ὁ κ.
830Νίκολσων εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ ἡ τιμωρία τοῦ
831ἐγκληματίου μὲ «πάταγον». Μετ’ ὀλίγον ὁ Μοίραρχος ἐ-
832πανέλαβε τὴν ἰδίαν ἐξήγησιν, καὶ πάλιν ἔμεινε μέτριος ὁ
833κ. Νίκολσων, ὅστις ἔλαβε καὶ δευτέραν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ
834συνέντευξιν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐφάνη ὁ αὐ-
835τός. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν δευτέραν ταύτην συνέντευξιν
836μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἠρεθίσθη ὁ κ. Νίκολσων, καὶ ἔγρα-
837ψεν ἐν προκεχωρηκυίᾳ νυκτὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
838ἐπιστολήν, ἐν ᾗ ὑπερεθεμάτισε τὴν περὶ τιμωρίας τοῦ χω-
839ροφύλακος ἀξίωσίν του. Τί συνέβη λοιπὸν εἰς τὴν δευτέ-
840ραν συνέντευξιν ταύτην διὰ νὰ ἐρεθισθῇ ὁ κ. Νίκολσων;
841τεκμαίρεται, ὅτι εἰς τὴν συνέντευξιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
842δὲν ἐτήρησεν ἁβρόφρονα συμπεριφορὰν πρὸς τὸν προσβλη-
843θέντα ξένον. Τὸ μέρος δὲ ὅπου συνηντήθησαν εἶναι γνω-
844στόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐ-
845τήρησεν ἁβρόφρονα συμπεριφοράν, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς
846τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν κ. Νίκολσων. Ἕπεται λοιπόν,
847ὅτι ὁ κ. Νίκολσων, ἐρεθισθεὶς διὰ τὴν τοιαύτην ἀνεπιτη-
848δείαν πρὸς αὐτὸν συμπεριφορὰν τῶν Ὑπουργῶν, ἔγραψε τὴν
849ἐν προκεχωρηκυίᾳ νυκτὶ ἐπιστολήν, δι’ ἧς ἐζήτει μεγαλει-
850τέραν τιμωρίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸ πρῶτον
851ὅτε ἦτο καὶ περισσότερον, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἠρεθισμένος.
852Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀπρεποῦς πρὸς τὸν παθόντα συμ-
853περιφορᾶς τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐξωτε-
854ρικῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ δευτέρα ὑπερθεμάτι-
855σις, ἀνέπτυξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ῥήτορες, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλ-
856θεν ἡ ἀτυχὴς λύσις.
857Ἴσως, κύριοι, ἐτήρησε τὴν διαγωγὴν ταύτην ὁ κ. Πρω-
858θυπουργὸς ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του συγχυσθείς,
859διότι τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν αὐτὸ τὸ σκάνδα-
860λον, εἶναι ἓν ἐκ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα πρὸ δύω περίπου
861ἐτῶν τὰ ἐδίδαξεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη νὰ παρεκκλίνουν τοῦ
862καθήκοντός των, καὶ ἀντὶ νὰ τηροῦν τὴν τάξιν, νὰ παρ-
863εκτρέπωνται εἰς ἐγκλήματα—εἶναι χωροφύλαξ—καὶ γνωρί-
864ζομεν, ὅτι ἀπὸ διετίας ἡ Χωροφυλακή, ὡς καὶ ἡ Ἀστυνο-
865μία, ἔπραξαν τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα ἐν αὐτῇ τῇ Πρω-
866τευούσῃ. Καὶ ἐνῷ ἔπραξαν τοιαῦτα, δὲν ἐτιμωρήθησαν παν-
867τάπασι, διότι τὰ ἔπραξαν κατὰ τῶν ἀντιπάλων τῆς Κυ-
868βερνήσεως. Γνωρίζω, ὅτι διεβιβάσθησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν
869τῶν Στρατιωτικῶν τελεσίδικοι ἀποφάσεις κατὰ χωροφυλά-
870κων, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξετελέσθησαν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουρ-
871γεῖον αὐτὸ ἐξέδοτο ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγειλε
872νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσιν αἱ κατὰ τῶν χωροφυλάκων ἀποφά-
873σεις πρὶν ἢ τὸ Ὑπουργεῖον ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέ-
874σεως, καὶ οὕτως ἔμειναν ἀτιμώρητοι.
875Βλέπετε, κύριοι, ὅτι αἱ δύω ἰδιότητες τοῦ πείσματος
876καὶ τῆς μνησικακίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπέφερον τὸ
877ἀποτέλεσμα τῆς δυστυχοῦς λύσεως ἐπὶ τοῦ συμβάντος κατὰ
878τοῦ κ. Νίκολσων. Ὀφείλεται ἐπίσης τὸ Ἐθνικὸν αὐτὸ πά-
879θημα καὶ εἰς τὴν ἀκολασίαν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ Ἀστυ-
880νομίας, ἧς αἰτία εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὤθησεν
881αὐτὰς εἰς τὸ διαπράττειν ἐγκλήματα.
882Ὅτι, κύριοι, προήδρευσε τὸ πάθος τοῦ πείσματος καὶ
883τῆς μνασικακίας τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ
884ζητήματος τούτου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλου περιστα-
885τικοῦ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καταδιώκει τὸν κ. Νίκολ-
886σων καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος
887τούτου ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ κυρίου Ἐπιτετραμμένου ἦτο
888«ὑπερβολική».
889Κύριοι, τίς εἶναι ὁ ὑπερβολικός; Ὁ ἔχων ἀξιώσεις ἱκα-
890νοποιήσεως ἀνωτέρας τοῦ πρέποντος καὶ ὁ ἀπαιτῶν τι ἀ-
891νώτερον τοῦ πρέποντος, τὸν ὀνομάζουν μὲ τὴν μετριωτέραν
892ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης προσωνυμίαν τοῦ «ἀδιακρίτου».
893Καὶ οὕτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὠνόμασε τὸν κ. Νίκολσων καὶ
894ἐντὸς αὐτῆς τῆς Βουλῆς «ἀδιάκριτον». Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποίει
895τὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πεῖσμα καὶ τὴν μνησικακίαν κατὰ
896τοῦ κ. Νίκολσων ἡ ὕβρις αὕτη· ἤθελε νὰ τῷ ἀποδώσῃ καὶ
897ἄλλας, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησε νὰ τὰς ἐκφέρῃ ὁ ἴδιος, ἵνα μὴ
898περιπλεχθῇ προσωπικῶς εἰς τὰς Διπλωματικὰς διενέξεις, διὰ
899τοῦτο τὰς ὑπηγόρευσε νὰ τὰς ἐκφέρῃ Βουλευτής, ὅστις κα-
900τὰ Νόμον οὐδένα λόγον δίδει δι’ ὅσα ἀπαγγέλλει ἀπὸ τοῦ
901βήματος τούτου. Ὅλοι γνωρίζομεν, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρω-
902θυπουργὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνάμιξιν οὐδενὸς εἰς τὴν συ-
903ζήτησιν ἐκτὸς ἑαυτοῦ μόνου καὶ εἰς ζητήματα κοινὰ καὶ
904ἐσωτερικὰ, καὶ τοιαύτην ἄδειαν ἀναμίξεως δὲν ἐπιτρέπει
905οὔτε εἰς αὐτοὺς τοὺς συναδέλφους του, καὶ διὰ τοῦτο βλέ-
906πομεν καθ’ ἑκάστην τοὺς δυστυχεῖς (δεικνύει τοὺς Ὑπουρ-
907γοὺς) κολαριζομένους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ
908μὴ τολμῶσι νὰ δίδωσιν ἐξηγήσεις, καὶ ἂν ποτέ τις τού-
909των ἀναβῇ τὸ βῆμα ἐρεθιζόμενος διὰ τὰς κατ’ αὐτοῦ
910προσβολὰς, βλέμμα ὀργίλον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν κα-
911τακρημνίζει ἀμέσως ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τοῦτο συμβαί-
912νει συνηθέστατα εἰς τὸν Λομβάρδον· καὶ ἐν τούτοις εἰς
913τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ὅπερ ἀπαιτεῖ διαχείρισιν λεπτο-
914τάτην, ἐπέτρεψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀναμιχθῇ Βου-
915λευτὴς, καὶ τοιοῦτον ἐξελέξατο τὸν κ. Κασιμάτην, εἰς ὃν
916ὑπηγόρευσε νὰ ὑβρίσῃ τὸν κ. Νίκολσων, καὶ διὰ νὰ ἦναι
917βαρυτέρα ἡ ὕβρις, ὥρισε Βουλευτὴν, ὅστις φαίνεται ἐντρι-
918βὴς εἰς τὴν ἐξωτερικὴν συμπεριφορὰν, ἰδίως τὴν Ἀγγλα-
919μερικανικήν.
920Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Κασιμάτης εἰς τὴν πρώτην του ὁμι-
921λίαν: πῶς ἀπαιτοῦν νὰ καταθέσῃ τὰς ἐπιστολὰς ὁ κ.
922Πρωθυπουργός; Ἆρα τὸ ἐπιτρέπει ὁ κ. Νίκολσων;—ἂν καὶ
923αἱ ἐπιστολαὶ αὗται ὡς ἀφορῶσαι διπλωματικὴν διένεξιν,
924εἶναι ἐπίσημα ἔγγραφα, μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριος οἶδε, διατί ὁ
925κ. Νίκολσων δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γίνωσι δημόσια ἔγγραφα αἱ
926ἐπιστολαί του· διότι κατ’ ἀρχὰς εἶπε νὰ γίνῃ τιμωρία ἐ-
927λαφρὰ, ἀλλὰ κατόπιν τῷ εἶπεν ἄλλος ἀνώτερος συνάδελ-
928φος ὅτι πολὺ ἐλαφρὰ ἐξέλαβε τὸ συμβὰν, καὶ ἡ παρα-
929τήρησις αὕτη τὸν ὤθησε νὰ ὑπερθεματίσῃ τὸν τρόπον τῆς
930πρὸς αὐτὸν ἱκανοποιήσεως — Τοῦτο εἶναι μία ὕβρις πρὸς
931τὸν κ. Νίκολσων, διότι τὸν χαρακτηρίζει ὡς μὴ γνωρί-
932ζοντα τὰ καθήκοντά του καὶ ἐπιπόλαιον.
933Μᾶς εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Κασιμάτης, ἀπαντῶν εἰς ὅσα οἱ
934ἀντιπολιτευόμενοι εἶπον περὶ τῆς πείρας καὶ ἱκανότητος
935τοῦ κ. Νίκολσων, αὐτὸς δὲν εἶναι οὔτε πρῶτος Γραμμα-
936τεὺς Πρεσβείας, ἀλλὰ δεύτερος εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινου-
937πόλει Ἀγγλικὴν, καὶ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ λείπῃ ἐνταῦθα καὶ
938Πρέσβυς καὶ Γραμματεὺς, διετάχθη αὐτὸς νὰ τοὺς ἀνα-
939πληρώσῃ προσωρινῶς. Αὐτὴ ὅλη ἡ φράσις τοῦ κ. Κασι-
940μάτη ἀντιστοιχεῖ μὲ Ἑλληνικὴν συνήθη φράσιν «Μὴ νο-
941μίζητε ὅτι ὁ κ. Νίκολσων εἶναι μεγάλον πρᾶγμα, εἶναι
942γραμματικοῦδι». Ἀλλὰ τὸ πεῖσμα καὶ ἡ μνησικακία
943τοῦ κ. Τρικούπη δὲν ἱκανοποιήθησαν ἕως ἐδῶ· νομίσας
944ὅτι ἄλλος Διπλωμάτης ὤθησε τὸν κ. Νίκολσων εἰς τὴν
945ὑπερθεμάτισιν τῶν ἀξιώσεών του, παρήγγειλεν εἰς ἐφη-
946μερίδα καὶ ὕβρισεν ἀνώτερον διπλωμάτην, ὅστις καὶ αὐ-
947τὸς ἐδείχθη πάντοτε φιλελληνικώτατος, καὶ ἀντιπροσω-
948πεύει μεγάλην Δύναμιν, φίλα φρονοῦσαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλά-
949δος. Καὶ ἠξεύρετε ἀπὸ ποῖον κεφάλαιον δαπάνης συντη-
950ρεῖται ἡ ἐφημερὶς αὕτη; ἀπὸ τὴν δαπάνην, ἣν μὲ ὅλας
951τὰς οἰκονομικάς μας στενοχωρίας χορηγοῦμεν εἰς τὴν
952Κυβέρνησιν ἵνα διατηρήσωμεν τὴν παιδείαν, καὶ βοηθή-
953σωμεν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς Θρᾴκην καὶ Μακεδονίαν, ὅπου ἡ
954φυλὴ μισελληνικωτάτη ἐνισχυομένη καὶ ὑπὸ ἰσχυρῶν προ-
955στατῶν ἐπιβουλεύεται τὸν Ἑλληνισμόν.
956Μανθάνετε ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τούτου, κύριοι, ὅτι ὁ
957κ. Τρικούπης ἀπὸ τὸ πεῖσμα νὰ ὑβρίσῃ τοὺς ἀντιφρονοῦν-
958τας δὲν διστάζει νὰ δειχθῇ σπάταλος ἱεροσυλῶν καὶ εἰς
959τὰς δαπάνας τὰς ὡρισμένας διὰ τὴν μᾶλλον ἱερὰν ὑπηρε-
960σίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
961Κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
962νὰ λύσῃ συμφώνως μὲ τὸν Νόμον, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ
963προηγούμενα ὁμοίας φύσεως, καὶ χωρὶς νὰ περιπλακῇ
964καθόλου τὸ Ἔθνος εἰς Διπλωματικὰς διενέξεις.
965Εἰς τὰ 1851 ὁ Πρέσβυς τῆς Γαλλίας Ῥουὰν κατερχόμε-
966νος ἔφιππος εἰς Πειραιᾶ ἐκρατήθη παρὰ τῶν ζητούντων τὰ
967διόδια διὰ τὸν φόρον τοῦ ἵππου του· ὁ Πρέσβυς ἐκτύπησεν
968ἕνα τούτων μὲ τὸ μαστίγιον, καὶ τότε οἱ δύω ἕτεροι τὸν
969ἔδειραν. Ὁ Ῥουὰν ἀνελθὼν εἰς Ἀθήνας ἀνήγγειλε τὸ
970συμβὰν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Πάϊκον. Οὗ-
971τος μετέβη ἀμέσως πρὸς τὸν Πρέσβυν, ἐξέφρασε τὴν λύ-
972πην του ἐπὶ τῷ συμβάντι καὶ παρήγγειλεν ἀμέσως εἰς
973τὸν τῆς Δικαιοσύνης Δαμιανὸν, ὅστις καὶ οὗτος μετέβη
974εἰς τὸν Πρέσβυν, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ ἀπαγγείλῃ τὴν
975κατὰ Νόμον ἔγκλησιν τῶν ἐγκληματιῶν εἰς τὸν ἀποστα-
976λησόμενον ἁρμόδιον δικαστικόν· μετὰ τινα ὥραν μετέβη
977ὁ Ἀντεισαγγελεὺς κ. Ῥικάκης παρὰ τῷ Πρέσβει καὶ
978συνέταξε τὴν ἔγκλησιν, καὶ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας οἱ προσ-
979βαλόντες τὸν Πρέσβυν κατεδικάσθησαν ὑπὸ τοῦ Πλημ-
980μελειοδικείου εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν, καὶ οὕτως ἔληξεν
981ἀληθῶς ἄνευ πατάγου ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη χωρὶς νὰ ὑπο-
982στῇ τὸν ἐλάχιστον κολαφισμὸν τὸ Ἔθνος.
983Τὸ αὐτὸ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προ-
984κειμένου; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς
985τὸν κ. Νίκολσων, ὅτε τὸ πρῶτον τῷ ἀνήγγειλε τὸ συμ-
986βὰν, ὅτι θὰ ἀποστείλῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν,
987ὅστις τυγχάνει νὰ ἦναι καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐν τῇ
988πρώτῃ ἰδιότητί του νὰ τῷ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του, ἐν
989τῇ δευτέρᾳ νὰ τῷ ζητήσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν καταγγελίαν
990εἰς τὸν ἁρμόδιον δικαστικὸν ὑπάλληλον, καὶ ὄχι τὸν
991Μοίραρχον, καθόσον οἱ χωροφύλακες δικάζονται διὰ τοι-
992αῦτα ἐγκλήματα εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, καὶ οὕτω
993τὴν 8 τὸ πολὺ Ἰανουαρίου ἤθελε καταδικασθῆ ὁ Καλποῦ-
994ζος εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν, καὶ λήξει ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ
995χωρὶς νὰ συμβῇ ἡ τῆς 7 Ἰανουαρίου ἀτυχὴς διὰ τὸ
996Ἔθνος λύσις, καὶ ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας δὲν
997ἤθελεν ἔχει ἄλλην ἀξίωσιν ἱκανοποιήσεως, ἀφοῦ ὁ ἐγκλη-
998ματήσας ἤθελε καταδικασθῆ εἰς τὴν βαρυτέραν ποινὴν,
999ἣν προβλέπουν διὰ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα οἱ Ἑλληνικοὶ
1000Νόμοι; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ εἶδε τὸν κ. Νί-
1001κολσων εἰς τὴν πρώτην συνάντησιν μέτριον, ἐσκέφθη νὰ
1002σώσῃ τὸν Καλποῦζον ἀπὸ βαρεῖαν τιμωρίαν, καὶ νὰ τὸν
1003τιμωρήσῃ μὲ δίμηνον πειθαρχικὴν ποινὴν, καθόσον ὁ Καλ-
1004ποῦζος ἦτον ἐκ τῶν ἐπιτηδειοτέρων ὀργάνων ἐν τῇ Χω-
1005ροφυλακῇ, καὶ Κύριος οἶδε πόσας τῷ εἶχε χορηγήσει πο-
1006λυτίμους ὑπηρεσίας, ποσάκις τάχα μετημφιεσμένος δὲν
1007εὑρέθη εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς διὰ νὰ χειροκροτῇ
1008τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ποδοκροτῇ τοὺς ἀντιπάλους των! ἡ
1009στοργὴ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τὴν Χωροφυλακὴν τοῦ κ.
1010Τρικούπη, καὶ τὸ πεῖσμα καὶ μνησικακία νὰ ἐκδικηθῇ
1011τὸν κ. Νίκολσων, προὐκάλεσαν τὴν ἀτυχεστάτην διὰ τὸ
1012Ἔθνος λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ πεῖσμα
1013καὶ ἡ μνησικακία τοῦ κ. Τρικούπη ἐξετάθη καὶ εἰς τοὺς
1014ἀποθαμένους· καὶ διότι τινὲς τῶν ῥητόρων εἶπον, ὅτι ἄλλοι
1015τοιαύτας καὶ σοβαρωτέρας Διπλωματικὰς διενέξεις ἔλυ-
1016σαν ἀξιοπρεπέστερον, ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. Κασιμάτην
1017νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ προηγούμενα μαρτυροῦν ἀτυχεστέρας
1018λύσεις. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τοῦτο θὰ ἀφήσω εἰς τὴν ἀπάτην,
1019οὔτε τὴν Βουλὴν, οὔτε τὸν κ. Κασιμάτην, διερχόμενος
1020καὶ τὰς συμβάσας προηγουμένας Διπλωματικὰς ἐν Ἑλ-
1021λάδι περιπλοκὰς καὶ τὴν λύσιν, ἧς ἔτυχον.
1022Κατὰ τὸ 1834 ὁ Ζωγράφος, ὡς Πρέσβυς ἐν Κωνσταν-
1023τινουπόλει, ἐκλήθη εἰς Διπλωματικὸν γεῦμα παρὰ τῷ Μ.
1024Βεζύρῃ, ὅπου ὁ ἐπὶ τῶν τελετῶν ἀδαὴς τῶν Διπλωματι-
1025κῶν ἐθίμων, τῷ ὥρισε θέσιν κατόπιν τοῦ νεωτέρου, τοῦ
1026Πρέσβεως τῆς Πρωσσίας. Ὁ Ζωγράφος ἐκάθησεν εἰς τὴν
1027θέσιν, ἥτις τῷ ἀνῆκεν· ὁ δὲ τελετάρχης τῷ εἶπεν, ὅτι
1028πρέπει νὰ τὴν παραχωρήσῃ εἰς τὸν τῆς Πρωσσίας Πρέ-
1029σβυν, ἀλλ’ ὁ Ζωγράφος ἐζήτησε διὰ τοῦ ἀρχαιοτέρου
1030Πρέσβεως νὰ λυθῇ Διπλωματικῶς τὸ ζήτημα· ἔγινεν ἀμέ-
1031σως ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ γεύματος Διπλωματικὸν Συνέ-
1032δριον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, καὶ τὸ Συνέδριον ἔδω-
1033κε τὴν θέσιν εἰς τὸν Ζωγράφον, παρήγγειλε δὲ τὸν Ῥεῒζ–
1034Ἐφένδην (Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν) νὰ τιμωρήσῃ τὸν
1035ὑπάλληλον, ὅστις ἠνώχλησε τὸν Ζωγράφον, καὶ ἔφερεν
1036αὐτὴν τὴν σύγχυσιν, καὶ ὁ τελετάρχης ἀπεπέμφθη ἀ-
1037μέσως.
1038Ἀπὸ τὸ 1841, ὅτε ἐπὶ τῆς τότε Κρητικῆς Ἐπανα-
1039στάσεως ὁ Καρατάσσος ἠθέλησε νὰ ὑποκινήσῃ ταραχὰς
1040εἰς Μακεδονίαν, ἡ Τουρκία διέταξε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς
1041αὐτὸν ἡ εἰς τὴν Τουρκίαν εἴσοδός του. Τὸ 1846, ὢν ὁ
1042Καρατάσσος ὑπασπιστὴς τοῦ Ὄθωνος, ὑπῆγε νὰ θεωρή-
1043σῃ τὸ διαβατήριόν του διὰ Κωνσταντινούπολιν, ἀλλ’ ὁ
1044Μουσοῦρος, Πρέσβυς τῆς Τουρκίας, ἠρνήθη, εἰπὼν, ὅτι τῷ
1045εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ τῷ εὐκολύνῃ τὴν εἰς Τουρκίαν
1046μετάβασίν του. Ὁ Καρατάσσος μετέβη εἰς τὸν Κωλέττην
1047καὶ ἀνήγγειλε τὸ περιστατικὸν, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Παλάτι
1048διὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ γεῦμα, διότι ἦτο καὶ ἡμέρα, καθ’
1049ἣν ἐδίδετο Ἀνακτορικὸς χορὸς, ὅπου διηγούμενος τὴν ἄρ-
1050νησιν τοῦ Μουσούρου εἰς τὸν Ὄθωνα, ἐξώγκωσε τὸν τρό-
1051πον τῆς ἀρνήσεως, ἐνῷ ὁ Μουσοῦρος ἔστειλεν εὐθὺς ὑπάλ-
1052ληλόν του πρὸς τὸν Κωλέττην, δίδων ἐξηγήσεις διὰ τὴν
1053ἄρνησίν του, καὶ προσθέτων, ὅτι τὴν αὔριον θὰ γράψῃ εἰς
1054τὴν Ὑψηλὴν Πύλην καὶ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ θεωρήσῃ
1055τὸ διαβατήριον τοῦ Καρατάσσου, καὶ πιστεύει, ὅτι θὰ
1056λάβῃ τὴν ἄδειαν ταύτην. Ὁ Κωλέτης ἐθεώρησε τὰς ἐξη-
1057γήσεις αὐτὰς ἐπαρκεῖς. Τὸ ἑσπέρας κατελθὼν ὁ Ὄθων εἰς τὴν
1058αἴθουσαν τοῦ χοροῦ καὶ περιερχόμενος κατὰ πρῶτον, ὡς συ-
1059νείθιζε, τὸν κύκλον τῶν Διπλωματῶν, καὶ πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Κω-
1060λέττην καὶ μάθῃ τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Μουσοῦρος ἐξηγήσεις,
1061ἠρεθισμένος ἀπὸ τὰς ὑπερβολικὰς παραστάσεις τοῦ Καρα-
1062τάσσου, ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Μουσούρου καὶ τῷ εἶπεν: «Ἐ-
1063πίστευον, κύριε Πρέσβυ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος,
1064ἔχαιρε παρ’ ὑμῖν περισσοτέραν ἐκτίμησιν». «Μεγαλειό-
1065τατε», ἀπαντᾷ ὁ Μουσοῦρος, θέλων νὰ ἐξηγηθῇ· ἀλλ’ ὁ
1066Ὄθων ἐγύρισε τὰ νῶτα καὶ ἔφυγε, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ
1067ἀκούσῃ. Ὁ Πρέσβυς ἀνεχώρησεν ἀμέσως ἀπὸ τὰ Ἀνά-
1068κτορα. Τὴν ἐπαύριον, τῇ ἐπιμονῇ τοῦ Λάγεντ, Πρέσβεως
1069τῆς Ἀγγλίας, ἀντιπαθοῦντος πρὸς τὸν Κωλέττην, συνῆλθε
1070Διπλωματικὸν Συμβούλιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ Λάγενς εἶπεν,
1071ὅτι ὅλης αὐτῆς τῆς σκηνῆς ἀφορμὴ, εἶναι ὁ Κωλέτης, ὁ
1072ὠθήσας τὸν Βασιλέα εἰς τὴν κατὰ τοῦ Πρέσβεως προσ-
1073βολὴν, ἑπομένως προτείνει, ἵνα ὁ Κωλέτης, ὑπὸ τὰς ἰδιό-
1074τητας καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1075Ἐξωτερικῶν μεταβῇ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Πρέσβεως καὶ ἐκ-
1076φράσῃ τὴν λύπην του, ἐπὶ τῷ ἐν τῷ χορῷ κατ’ αὐτοῦ
1077συμβάντι. Ὁ Πρόκενς καὶ ὁ Πυσκατόρης ἐβεβαίουν ὅτι
1078ὁ Κωλέττης δὲν εἶχε γνῶσιν, καὶ ὅτι μόνον ὡς Ὑπουργὸς
1079τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ Κωλέττης νὰ μεταβῇ καὶ ἐκφράσῃ τὴν
1080λύπην του, συνάμα δὲ ὁ Βασιλεὺς νὰ στείλῃ ἕνα ὑπα-
1081σπιστήν του ἵνα ἐκφράσῃ τὴν λύπην του πρὸς τὸν Πρέ-
1082σβυν, διὰ τὸ ἐκ κακῆς συνεννοήσεως ἐπελθὸν ἐν τῷ χορῷ
1083συμβάν· ἀλλ’ ὁ Κωλέττης εἶπεν εἰς τοὺς Πρόσκεν καὶ Πι-
1084σκατόρην, ὅτι κακῶς ἀνέμιξαν τὸν Βασιλέα, διότι αὐτὸς
1085ὡς Συνταγματικὸς Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ καλύψῃ τὸν Ἡ-
1086γεμόνα, προσθεὶς ὅτι, ἐπειδὴ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ
1087Μουσοῦρος μετὰ τὴν ἄρνησιν, ὤφειλε νὰ τὰς δώσῃ πρὸ
1088τῆς ἀρνήσεως, λέγων εἰς τὸν Καρατάσσον νὰ στείλῃ νὰ
1089λάβῃ τὸ διαβατήριον μετ’ ὀλίγον, καὶ οὕτως ἤθελεν ἔχει
1090γνῶσιν τῆς ἀρνήσεως ὁ Βασιλεὺς, ὅστις δικαίῳ τῷ λόγῳ
1091ἠγανάκτησεν, ὅταν ὁ Ἀντιπρόσωπος φίλης Δυνάμεως χα-
1092ρακτηρίζῃ αὐτοὺς τοὺς ὑπασπιστάς του ὡς συνωμότας. Ἐν
1093τούτοις, ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἐγένετο ὁμιλία τις εἰς τὸν
1094Πρέσβυν μετὰ τρόπου ὄχι λεπτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1095τερικῶν νὰ μεταβῇ πρῶτος καὶ νὰ τῷ κάμῃ ἁπλῆν ἐπί-
1096σκεψιν χωρὶς νὰ ἐκφράσῃ λύπην. Τοῦτο δὲν ἐδέχθη ἡ
1097Τουρκία, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ὁποίαν διέγραψεν ὁ Λάγενς
1098ἱκανοποίησιν. Ὁ Μετερνὴχ ἐγνωμοδότησεν ἵνα ὁ Κωλέτ-
1099της ἀποσυρθῇ δι’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ
1100τὸν ἀναπληρώσῃ εἷς συνάδελφός του, ὅστις νὰ δώσῃ τὴν
1101ὑπὸ τῆς Τουρκίας αἰτουμένην ἱκανοποίησιν. Ἀλλὰ τοῦτο
1102δὲν τὸ παρεδέχθη οὔτε ὁ Ὄθων οὔτε ὁ Κωλέττης, καὶ
1103οὕτως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔμεινεν ἐκκρεμὴς μέχρι τοῦ Αὐ-
1104γούστου τοῦ 1847, ὅτε ἀπέθανεν ὁ Κωλέττης, καὶ ἐπιμει-
1105νάντων καὶ τῶν ὑπὸ τὴν Πρωθυπουργίαν τοῦ Τζαβέλλα
1106συνυπουργῶν του, ἐδόθη ἡ ἱκανοποίησις, ἣν διετύπωσεν ὁ
1107Κωλέττης, ἐπισκεψαμένου πρώτου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
1108τερικῶν Γλαράκη τὸν Μουσοῦρον, ἐπανελθόντα εἰς τὴν
1109Ἑλλάδα.
1110Τὸ 1841 διελθὼν ὁ Στατφὸρδ Κάνιγκ ἀπὸ τὰς Ἀθή-
1111νας ἔτυχε ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος πολλῶν περιποιήσεων μετα-
1112ξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοὺς κατ’ αἴτησίν του διορισμοὺς, τοῦ
1113μὲν Μαυροκορδάτου, ὡς Πρέσβεως εἰς Κωνσταντινούπολιν,
1114τοῦ δὲ Μάσωνος, ὡς καθηγητοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον.
1115Ἔκτοτε ὁ Κάνιγκ ἠγάπα τὸν Ὄθωνα. Μετ’ ὀλίγας ἡμέ-
1116ρας ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Κωλέττου ὁ Κάνιγκ διερχόμενος
1117πάλιν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἶπεν εἰς τὸν Ὄθωνα, δὲν συμ-
1118φέρει καθόλου, νὰ μεταβιβάσῃ ὁ Παλμεστρὼν τὴν πρὸς
1119τὸν Κωλέττην ἀντιπάθειάν του εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ κα-
1120λὸν εἶναι νὰ τὸν περιποιηθῇ, ἀλλάζων ἐν τῇ Κυβερνήσει
1121πολιτικήν. Ὁ Ὄθων εἶπεν, ὅτι ἤθελε τὸ κάμει, ἀλλὰ δὲν
1122ἠμπορεῖ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγ-
1123γλίας Λάγενς, ὅστις καὶ τὸν ὑβρίζει πανταχοῦ καὶ συνω-
1124μοτεῖ ἐναντίον του, τούτου ὅμως μετατιθεμένου ἐντεῦθεν
1125θὰ φέρῃ ἀμέσως τὴν μεταβολὴν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Μα-
1126θὼν τοῦτο ὁ Παλμεστρὼν, οὐ μόνον μετέθεσε τὸν Λάγενς,
1127ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ ἔτι μᾶλλον τὸν Ὄθωνα,
1128διώρισε Πρέσβυν καθολικὸν, τὸν Οὐάης. Ἀλλ’ ὁ Ὄθων,
1129εὑρὼν ἀφορμὴν τὰς ἐν Ἑλλάδι καὶ Εὐρώπῃ ταραχὰς τοῦ
11301848, ἀπέσχε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του, ἀλλὰ
1131παρελθουσῶν τούτων τὸ 1849, ὁ Παλμεστρὼν τῷ ὑπεν-
1132θύμισεν αὐτήν. Ὁ Ὄθων ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παίξῃ
1133μὲ τὸν Παλμεστρῶνα διὰ σοφισμάτων, ὅπως ἔπαιζε μὲ
1134τοὺς Ἕλληνας, διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ καλέσῃ εἰς τὰ πράγμα-
1135τα τὸν Μαυροκορδάτον, ὃν μόνον ἀνεγνώριζεν ἡ Ἀγγλικὴ
1136πολιτικὴ ὡς ἀντιπρόσωπόν της, ἐκάλεσε τὸν Κριεζῆν,
1137Χρυσόγελων, Λόντον καὶ Στάϊκον, οἵτινες εἶχον ποτὲ
1138χροιὰν Ἀγγλικῆς πολιτικῆς. Τοῦτο ἐθεώρησεν ὁ Παλμε-
1139στρὼν ὡς χλευασμὸν, καὶ ἔδωκε πίστιν εἰς τὴν εἰσήγησιν
1140τοῦ Μαυροκορδάτου, παραγγείλαντος, ὅτι ὁ Ὄθων εἶναι
1141κακῆς πίστεως, καὶ ὅτι, ἐνόσῳ αὐτὸς βασιλεύει εἰς τὴν Ἑλ-
1142λάδα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ Ἀγγλικὴ πολιτική,
1143καὶ ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἐκθρονισθῇ, ἂν παρουσιασθῇ ἐπί-
1144θεσίς τις ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν· διότι, ἂν τὸ 1848 ἐσώθη
1145ἀπὸ τὰς ἀνταρσίας, διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ ἰσχυροῦ Γαλ-
1146λικοῦ κόμματος, τοῦτο εἰς δευτέραν προσβολὴν θὰ τῷ
1147ἐπιτεθῇ, διότι ἀφοῦ τὸν ἔσωσε τὸ 1848, ἀντὶ νὰ τὸ ἀν-
1148ταμείψῃ, τὸ περιεφρόνησεν. Ὁ Παλμεστρὼν ἔστειλεν ἀμέ-
1149σως ἰσχυρὸν στόλον, καὶ τὴν 4 Ἰανουαρίου 1850 ἐδόθη
1150ἀπὸ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας διακοίνωσις, ἐν ᾗ ἡ Ἀγ-
1151γλία ἀπῄτει: 1) τὰς ξηρονήσους Ἐλαφόνησον, Σαπιέν-
1152τζιαν, καί τινας ἄλλας, ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ Ἰόνιον Κρά-
1153τος· 2) 15,000 λίρας, διότι ὁ μοίραρχος Πανᾶς, κατα-
1154διώκων εἰς Ἀκαρνανίαν ληστὰς, προσφυγόντας εἰς ξηρό-
1155νησον Ἐπτανησιακὴν, ἀπέβη εἰς αὐτὴν καὶ τοὺς συνέλα-
1156βε, καταπατήσας οὕτως ἔδαφος Ἐπτανησιακόν· 3) ἑτέρας
115715,000 λίρας, διότι ὁ Λαζαρέτος, φρούραρχος Πατρῶν,
1158μαθὼν, ὅτι ἀτμόπλοιον Ἀγγλικὸν ἀποβιβάζει συναντάρτας
1159τοῦ Μερεντίτου, διὰ νὰ σχηματίσωσι ληστρικὰς συμμο-
1160ρίας, μετέβη καὶ συνέλαβεν ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς λέμβου
1161τρεῖς τούτων καὶ ἕνα Ἐπτανήσιον, οὓς ἐκράτησε παρανό-
1162μως ὀλίγας ἡμέρας· 4) 5,000 λίρας δι’ ἀποζημίωσιν τοῦ
1163παρανόμως κατακρατηθέντος Ἰονίου ὑπηκόου, καὶ 15,000
1164λίρας διὰ τὰς ζημίας τοῦ Πατζιφίκου, 3,000 λίρας διὰ
1165τὰ ἁρπαγέντα ὑπὸ τοῦ ὄχλου τῶν Ἀθηνῶν πράγματά του,
1166καὶ 12,000 λίρας διὰ τὰ ἀφανισθέντα χρεώγραφά του· ἡ
1167διακοίνωσις προσέθετεν, ὅτι μέχρι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν
1168ἀπαιτήσεων τούτων ὁ στόλος θέλει ἀποκλείσει τὰ Ἑλ-
1169ληνικὰ παράλια.
1170Τὴν διακοίνωσιν ταύτην ἀνεκοίνωσεν ἀμέσως τὸ Ὑ-
1171πουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς Πρέσβεις τῶν με-
1172γάλων Δυνάμεων, καὶ οἱ μὲν τῆς Αὐστρίας Πρόκενς, Πρωσ-
1173σίας Σαὶν–Σιμὼν καὶ Ῥωσσίας Περσάνης, εἶπον, ὅτι οὐδὲν
1174δύνανται νὰ πράξωσιν ἄνευ ὁδηγιῶν τῶν Κυβερνήσεών των,
1175ἐλλείποντος μάλιστα τότε τηλεγράφου, μόνος ὁ Θουβενὲλ,
1176Ἐπιτετραμμένος ἁπλοῦς τῆς Γαλλίας, οὐ μόνον κατέκρι-
1177νε τὸ διάβημα αὐτὸ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ἀνέλαβε καὶ τὴν
1178σύνταξιν τῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἀπαντήσεων
1179τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διάβημα, ὅπερ ἐχλεύα-
1180σε προχθὲς εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅστις θὰ ἔπρατ-
1181τε καλλίτερον ἂν ἐχλεύαζε τὴν τότε διαγωγὴν τοῦ πα-
1182τρός του, μετερχομένου τὸν κατάσκοπον τῆς Ἀγγλικῆς
1183Πρεσβείας.
1184§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτον αὐτός;
1185§30ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Δραγούμης. (Ψιθυρι-
1186σμοί).
1187§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις διεβιβάσθη εἰς τὰ
1188Ἀνακτοβούλια τῆς Γαλλίας, Αὐστρίας, Ῥωσσίας καὶ
1189Πρωσσίας, ἅπερ κατέκριναν τὸ διάβημα τῆς Ἀγγλίας,
1190ὡς ἀδικαιολόγητον, καὶ ὡς τοιοῦτο κατηγγέλθη καὶ ἐν
1191τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅπου ἀπώλεσεν ὁ Παλμεστρὼν
1192τὴν πλειονοψηφίαν, ὑπερασπισαμένου τὴν Ἑλλάδα τοῦ
1193Πὶλ, ὅστις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως ἐξελθὼν εἰς
1194περίπατον ἔφιππος, καὶ πεσὼν τοῦ ἵππου ἐπληγώθη καὶ ἀπέ-
1195θανεν αὐθημερόν.
1196Διήνυσεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐν τῷ Διπλωματικῷ στα-
1197δίῳ μέχρις Ἀπριλίου, ὅτε ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὰς Δυνάμεις
1198καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παρεδέχθη, ἵνα ἡ Ἑλλὰς
1199πληρώσῃ εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Ταμεῖον 3,000 λίρας, διότι ὁ
1200Φρούραρχος Πατρῶν προσέβαλε τὸ Ἀγγλικὸν ἔδαφος ἁρ-
1201πάσας ἀπὸ λέμβον πολεμικοῦ Ἀγγλικοῦ πλοίου ἄνδρας
1202προσφυγόντας εἰς τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν, 500 λίρας
1203ἀποζημίωσιν εἰς τὸν παρανόμως κρατηθέντα Ἰόνιον ὑπή-
1204κοον· 2,000 λίρας εἰς τὸ Ἰόνιον Ταμεῖον, διότι ὁ Μοίραρ-
1205χος Ἀκαρνανίας κατεπάτησεν ἔδαφος Ἰονικόν, ἁρπάσας
1206ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν ξηρόνησον ληστὰς, προσφυγόντας ὑπὸ
1207τὴν προστασίαν τοῦ Ἰονίου Κράτους, καὶ 500 λίρας εἰς
1208τὸν Πατζίφικον διὰ τὰ ἁρπαγέντα ὑπὸ τοῦ ὄχλου ἔπι-
1209πλά του, ἡ δὲ τῶν 12,000 λιρῶν ἀπαίτησίς του διὰ
1210τὰ ἀπωλεσθέντα χρεώγραφά του, νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀπο-
1211φασισθῇ ὑπὸ Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀκόμη οὔτε συν-
1212ῆλθε, καὶ τέλος ἡ Ἀγγλία νὰ παραιτηθῇ πάσης ἀπαιτή-
1213σεως ἐπὶ τῶν ξηρονήσων Ἐλαφονήσου καὶ λοιπῶν, ὡς
1214ἀνηκουσῶν τῇ Ἑλλάδι.
1215Βλέπετε λοιπὸν, κ. Κασιμάτη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπλή-
1216ρωσεν 6,000 λίρας εἰς τὸν Πατσίφικον διὰ δύω παληοκα-
1217ρέκλας, ἃς τῷ ἔσπασεν ὁ ὄχλος τῶν Ἀθηνῶν, οὔτε ἡ
1218Γαλλία κατεδίκασε τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἶπες καθ’ ὑπαγό-
1219ρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· τοὐναντίον, ἡ Γαλλία ἐβρά-
1220βευσε τὴν διαγωγὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τοῦ
1221Ἐπιτετραμμένου της Θουβενὲλ, ὃν προεβίβασεν εἰς Πρέ-
1222σβυν, καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Λόντου, δοὺς
1223αὐτῷ τὴν μεγάλην Ταινίαν τῆς Λεγεῶνος, παρὰ τὰ περὶ
1224τοῦ παρασήμου τούτου κεκανονισμένα, διότι δὲν δίδεται
1225εἰς ἁπλοῦν Ὑπουργὸν, ὁποῖος ἦτον ὁ Λόντος, ἀλλ’ εἰς
1226Πρέσβυν ἢ Πρωθυπουργὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Φίλιππος,
1227εἰ καὶ ἠγάπα πολὺ τὸν Κωλέττην, τῷ ἔδωκε μόνον τὸν
1228ἀνώτερον Ταξίαρχον, καὶ ὅταν ἔγινεν οὗτος ἐν Ἑλλάδι
1229Πρωθυπουργὸς τὸ 1844, τῷ ἀπενεμήθη ἡ μεγάλη Ται-
1230νία· τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ Ναπολέων διὰ τὸν μάλα παρ’
1231αὐτοῦ εὐνοούμενον Καλλέργην.
1232Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Σουλιὲ, ὅπερ μνη-
1233μονευθὲν ἐπέχυσε θυμηδίαν τινὰ εἰς τινας τῶν Ὑπουργι-
1234κῶν Βουλευτῶν, διότι τυγχάνει ὁ διαχειρισθεὶς αὐτὸ ὡς
1235Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Δηλιγιάννης, νῦν ἀρχη-
1236γὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1237Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἱκανοποίησεν ἡ Ἑλλὰς χρη-
1238ματικῶς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν εἰς ποίαν θέσιν ἦτον ἡ
1239Ἑλλὰς τότε ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων; Ἐδίωξεν
1240ἕνα ἡγεμόνα, καὶ ἐξώργισε τὰς δύω Γερμανικὰς Δυνά-
1241μεις, δυσηρέστησε τὴν Γαλλίαν, δὲν ηὐχαρίστησε τὴν Ῥωσ-
1242σίαν· μετὰ τοῦτο ἐκλέγει παμψηφεὶ τὸν Ἄγγλον πρίγ-
1243κιπα Ἀλφρέδον ὡς Βασιλέα, καὶ οὕτω δεικνύει ὅτι εἶναι πα-
1244ραδεδομένη εἰς τὰ νεύματα τῆς Ἀγγλίας, καὶ διὰ τοῦτο
1245οἱ ἐκλεγόμενοι διὰ τὸ Στέμμα τῆς Ἑλλάδος Πρίγκιπες
1246δὲν τὸ ἐδέχοντο, φρονοῦντες ὅτι ἡ θέσις των θὰ κρέμαται
1247ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς Ἀγγλίας. Αὐτὴ ἡ περίστασις ἠνάγ-
1248κασε τὸν Ἐρνέστον νὰ μὴ δεχθῇ τὸ Στέμμα, καὶ ἡ Ἑλλὰς
1249ἐστερήθη ἡγεμόνος ὡρίμου καὶ πεπειραμένου περὶ τὴν δι-
1250οίκησιν, καὶ ἀπαλλάττοντος τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὴν
1251ἀνακτορικὴν ἐπιχορήγησιν· διότι ὁ φιλελληνικώτατος ἀ-
1252δελφός του Λεοπόλδος τοῦ Βελγίου, προτρέπων αὐτὸν νὰ
1253δεχθῇ, τῷ παρεχώρει καὶ 80,000 λίρας, ἃς ἐλάμβανε κατ’
1254ἔτος ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ὡς πρώην σύζυγος τῆς βασιλό-
1255παιδος καὶ διαδόχου τοῦ Ἀγγλικοῦ θρόνου. Διὰ τὸν αὐ-
1256τὸν λόγον δὲν ἐδέχθησαν τὸν Ἑλληνικὸν θρόνον, καὶ ὁ
1257πλούσιος καὶ ὥριμος ἀνὴρ ὁ Φερδινάνδος τῆς Πορτογαλ-
1258λίας, καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Δουκὸς τοῦ Βάδεν–Βά-
1259δεν, ἔχων καὶ οὗτος ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ προικὸς 500
1260χιλιάδας τάλληρα. Ὁ δὲ Ναπολέων μαθὼν ὅτι ἐν τῇ Ἑλ-
1261ληνικῇ Συνελεύσει ἀνεπτύχθη ἀφ’ ἑνὸς ἰσχυρὸν κόμμα
1262προτιθέμενον νὰ ἀνακηρύξῃ Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος τὸν
1263υἱὸν τοῦ Ὠμὰλ υἱοῦ τοῦ Φιλίππου τῆς Γαλλίας, ἔχοντος
1264ἐτήσιον εἰσόδημα 10,000,000 φράγκα, ἀφ’ ἑτέρου ἤρξαντο
1265νὰ γεννῶνται καὶ ἰδέαι δημοκρατικαὶ, ἐκάλεσε τὸν ἐν Πα-
1266ρισίοις Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας καὶ τῷ εἶπε: «Γράψον
1267τῷ Παλμεστρῶνι, ὅτι ἀφοῦ ἐδίωξεν ἕνα Βασιλέα ἀπὸ τὴν
1268Ἑλλάδα, ὀφείλει νὰ εὕρῃ ἄλλον, καθόσον οἱ Ἕλληνες
1269ἢ θὰ ἐγκαθιδρύσωσιν ἕνα Βουρβῶνον, ἢ θὰ καθιερώσωσι
1270τὴν Δημοκρατίαν». Τῆς παραγγελίας αὐτῆς λαβὼν γνῶ-
1271σιν ὁ Παλμεστρών, καὶ συμπεσόντος νὰ ᾖναι ἐν Λονδίνῳ
1272τοῦ Χριστιανοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ του Γεωργίου διὰ τοὺς γά-
1273μους τοῦ πρίγκιπος τῆς Οὐαλίας, συνέλαβε τὴν ἰδέαν καὶ
1274προὐκάλεσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ Γεωργίου, ἣν ἐσύστησε στενὰ
1275εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ ἀπειλῇ ὅτι ἂν ἡ Συ-
1276νέλευσις δὲν ἐγκρίνῃ τὴν ἐκλογὴν του αὐτὴν, αἱ Δυνά-
1277μεις παραιτοῦνται τῆς μερίμνης νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν
1278Ἑλλάδα Ἡγεμόνα.
1279Εἰς τοιαύτην δυσμενῆ θέσιν εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς ἀπέ-
1280ναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ὅτε ἀνεφύη τὸ Διπλωματι-
1281κὸν ζήτημα τοῦ Σουλιὲ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιεφέροντο ἥ τε
1282Αὐστρία, ἧς ἦτον ὑπήκοος ἡ παθοῦσα ὑποκρίτρια, καὶ ἡ
1283Γαλλία, ἧς ἦτον ὁ ζημιωθεὶς ἐργολάβος τοῦ θεάτρου Σου-
1284λιὲ, ἑπομένως ἡ ἐξ 60,000 φράγκων ἀποζημίωσις ἦτον
1285ἐλαφρὰ, χωρὶς τὴν ἐλαχίστην ἄλλην ἠθικὴν ταπείνωσιν,
1286ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι
1287ἐπὶ τοσοῦτον ἦτο ἐγκαταλελειμμένη τότε ἡ Ἑλλὰς, ὥστε
1288ἡ Τουρκία ἀκόμη τὴν ἐφορολόγησε, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς
1289μεγάλης ἑνδεκαμελοῦς Κυβερνήσεως, 44,000 δραχμὰς, ἃς
1290ἀφεῖλεν ὁ Γρίβας ἀπὸ τοὺς παρὰ τὸν Ἀλφειὸν παραχει-
1291μάζοντας σκηνίτας κουτζοβλάχους. Καὶ ἂν ἐνθυμηθῶμεν
1292ἀκόμη ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τοῦ συμβάντος τοῦ Σουλιὲ
1293κατέλαβον τὴν πλατεῖαν τῆς Τραπέζης Ἄγγλοι στρα-
1294τιῶται λόγῳ ὅτι ἔχουσιν ἐν τῇ Τραπέζῃ ταύτῃ κεφάλαια
1295Ἄγγλοι ὑπήκοοι, ἑπομένως ἦτο τὸ μόνον εὔκολον ἐν
1296ἀντιστάσει κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Αὐστρίας καὶ Γαλ-
1297λίας νὰ ἴδωμεν ἀποβιβαζομένους εἰς Ἀθήνας ὡς κατόχους
1298τοὺς Αὐστριακοὺς καὶ Γάλλους, διότι τὸ Ἔθνος ἐθεωρεῖτο
1299ὡς διατελοῦν ἐν ἀναρχικῇ καταστάσει, καὶ τοιαύτη ἦτο
1300πραγματικῶς, ὅπως τὸ ἀπέδειξε μετά τινας ἑβδομάδας
1301ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Σουλιὲ ὁ ἐπελθὼν ἐμφύλιος ἐν
1302Ἀθήναις πόλεμος τῆς 19 Ἰουνίου. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Κασι-
1303μάτης φρονῇ, ὅτι εὑρισκόμεθα καὶ σήμερον εἰς τὴν παρα-
1304λελυμένην ἐκείνην ἐποχὴν, τότε ἔχει δίκαιον νὰ θεωρῇ
1305τὴν ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἀτυχῆ λύσιν τῆς
1306μετὰ τοῦ κ. Νίκολσων διπλωματικῆς περιπλοκῆς, ὡς
1307ἐπιδέξιον ἐνέργειαν τοῦ κ. Τρικούπη. Μολονότι δὲν δύνα-
1308μαι νὰ διαψεύσω ὡς πρὸς τοῦτο τὸν κ. Κασιμάτην, διότι
1309ὡς εἷς τῶν μᾶλλον οἰκείων τοῦ Ὑπουργείου, πιθανὸν νὰ
1310ἀνεκάλυψεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη κατέστη-
1311σεν ὀλισθηρὰν τὴν θέσιν τοῦ Ἔθνους, ὁμοίαν μ’ ἐκείνην
1312τῆς Μεσοβασιλείας τοῦ 1863· καὶ χειροτέραν μάλιστα,
1313καθόσον, ἂν δὲν εἴχομεν τότε τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, δὲν
1314ἤμεθα ὅμως, ὅπως τώρα, κατεστραμμένοι οἰκονομικῶς.
1315Ἐπείσθητε, πιστεύω, κ. Κασιμάτη, ὅτι αἱ παρελθοῦσαι
1316Κυβερνήσεις, καίτοι μὴ ἔχουσαι τὰ ἰδικά σας φῶτα, ἔλυον
1317πολὺ ἐθνικώτερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον τὰς Διπλωματικὰς
1318διενέξεις, καίτοι εὑρισκόμεναι εἰς δύσκολον θέσιν ἕνεκα δυ-
1319σμενειῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι
1320ἰσχυρῶν, ὅπερ τώρα δὲν συμβαίνει εὐτυχῶς. Ἑπομένως
1321πρὶν ἢ ἐπικρίνῃ τις ἐπισήμως τὰς πράξεις παρελθουσῶν
1322Κυβερνήσεων, ὀφείλει νὰ διδάσκηται προηγουμένως τὴν
1323ἱστορίαν τῆς πατρίδος του.
1324Ὕστερον ἀπὸ τὰς λεπτομερεῖς ἐξηγήσεις, συναδούσας
1325μὲ τὴν λογικὴν, ἅσπερ ἀνεπτύξαμεν ἐπὶ τῆς προκειμένης
1326ὑποθέσεως καὶ ἐγὼ καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀντιπο-
1327λιτευόμενοι Συνάδελφοι, ἀπεδείχθη ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1328γὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν διεχειρίσθη-
1329σαν ἓν τόσον λεπτὸν καὶ σπουδαῖον ζήτημα μὲ τὴν ἀ-
1330παιτουμένην ψυχραιμίαν καὶ πρόνοιαν· τουναντίον, ὡδη-
1331γήθησαν εἰς τὰς ἐνεργείες των ὑπὸ πείσματος καὶ μνησι-
1332κακίας, διαθέσεις, αἵτινες τοὺς κατέδειξαν κατ’ ἀρχὰς μὲν
1333τολμῶντας νὰ ἐκδικηθῶσι, κατόπιν θρασυδείλους καὶ τα-
1334πεινωθέντας, καὶ μετ’ αὐτῶν κατεδικάσθη νὰ δειχθῇ δυ-
1335στυχῶς τοιοῦτο καὶ τὸ Ἔθνος.
1336§32Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε μέγιστον δίκαιον ὁ κ. Πρωθυ-
1337πουργός, ὅταν ἐξέφρασεν ἐντεῦθεν τὴν θλῖψίν του ἐπὶ τῇ
1338συζητήσει ταύτῃ. Ἐπὶ τῆς θλίψεως ταύτης ἐξήγησα τὴν
1339ἡμετέραν ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰπὼν
1340ὅτι ἡμεῖς θλιβόμεθα πλειότερον καὶ εἰλικρινέστερον. Ἀλλ’
1341ὅ,τι ἐκ τῆς ἀκάρπου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου παρατά-
1342σεως τῆς συζητήσεως ταύτης προέκυψεν, εἶναι ὅτι ἔχω
1343τὴν πεποίθησιν, ὅτι σήμερον ἡ θλῖψις τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1344γοῦ ἐπηύξησε. Ναὶ, καὶ μὴ ἀπορῆτε, ἐπηύξησε βεβαίως
1345ἡ θλῖψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν ἤκουσε τοῦ κ. Ὑ-
1346πουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπερίμενα παρὰ τοῦ κ.
1347Κοντοσταύλου, ὃν τιμῶ καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς δημόσιον
1348πρόσωπον, τοῦ ὁποίου γινώσκω καὶ τὴν ἄλλην μὲν παί-
1349δευσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν νομικὴν, καὶ τοῦ ὁποίου ἠξεύρω
1350τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι εἶναι γεννημένος διὰ τὰ
1351Διπλωματικὰ τῆς Πατρίδος ἡμῶν πράγματα, ἐπερίμενα
1352παρὰ τοῦ κ. Κοντοσταύλου, τοιαύτην ἔχοντος μεγάλην
1353περὶ ἑαυτοῦ ἰδέαν, ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου προσή-
1354κουσαν εἰς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἀντὶ
1355τούτου τί ἠκούσαμεν; ἠκούσαμεν ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
1356τερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Πατρίδος δὲν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ
1357βήματος, εἰμὴ μόνον ἵνα ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, ὅτι ἂν ὁ κ.
1358Κωνσταντόπουλος, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν ἀπηυθύναμεν πρὸς αὐ-
1359τὸν ἐπιτιμήσεις, δὲν θὰ ἀνέβαινεν ἐπὶ τοῦ βήματος. Λυποῦμαι
1360ἂν οὕτως ἐννοῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του ὁ ἀξιό-
1361τιμος κ. Κοντόσταυλος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
1362Ἐπὶ δὲ τῆς ἀπολογίας τοῦ κ. Κοντοσταύλου μίαν μό-
1363νον ἔχω λέξιν νὰ εἴπω, τὴν λέξιν ἐκείνην τὴν ἀτυχῆ,
1364τὴν κακόηχον λέξιν, ἥτις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ
1365χείλη ἀνδρὸς νομιζομένου χρηστοῦ, τὴν λέξιν «διεπόμ-
1366πευσε». Μᾶς εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἐτίμα πάντοτε τὸν Κου-
1367μουνδοῦρον, ὅτι σέβεται μάλιστα τὴν μνήμην αὐτοῦ.
1368Καὶ τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο; Τίς δὲ ἤθελε δώσει εἰς αὐ-
1369τὸν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ σέβηται ἄνδρα, τὸν ὁποῖον ἐσέ-
1370βετο ἅπας ὁ Ἑλληνισμός; Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς ἐλέγχον-
1371τες, μήπως ἐλέγχοντες καὶ ἐλεγχόμενοι καὶ ἀκούοντες
1372τὰς ἐπικρίσεις, συζητοῦμεν περὶ προσώπων; Κρίνομεν
1373περὶ τῶν πράξεων, καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν πράξεων
1374προσδιορίζει τὴν εὐθύνην τοῦ πράξαντος αὐτάς. Ὅταν
1375λοιπὸν ὁ κ. Κοντόσταυλος εἶπε διὰ τὸν Κουμουνδοῦρον,
1376ὅτι διεπόμπευσε τὴν Ἐθνικὴν τιμὴν, ἀπηύθυνε πρὸς αὐ-
1377τὸν ὕβριν ἐπὶ τῆς πράξεώς του ταύτης. Ἂν ὁ κ. Κοντό-
1378σταυλος μετημελήθη, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι μετημελήθη,
1379ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ καθαρῶς τὴν μεταμέ-
1380λειάν του· τοῦτο θὰ τὸν ἐτίμα.
1381Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ θλῖψις τοῦ κ.
1382Πρωθυπουργοῦ ηὔξησεν ἐπὶ τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
1383τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι οὐδὲν ἄλλο ἔκαμεν ἐντεῦθεν ὁ κ.
1384Κοντόσταυλος ἢ νὰ καταγγείλῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν·
1385οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλ-
1386ληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἐπιτετραμμένου
1387τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως·
1388καὶ ταῦτα ὁ κ. Τρικούπης βεβαίως τὰ διέκρινεν. Ἰδοὺ δὲ
1389διατί εἶπον ὅ,τι σᾶς ἔκαμε νὰ ἀπορήσητε.
1390Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος
1391τούτου, τὸ εἶπε μάλιστα ἐν ἐκτάσει, ὅτι ἡ μεταβολὴ ἡ
1392παράδοξος, ἡ μεταβολὴ ἡ φυσικῶς ἀκατανόητος τῆς
1393γνώμης τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἡ με-
1394ταβολὴ αὕτη ἐπῆλθεν, ἕνεκα τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουρ-
1395γείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ ἐντεῦθεν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ
1396κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὁ κ. Νίκολ-
1397σων, ὅτι ἦτο παρεσκευασμένον ἵνα ἐπιῤῥίψῃ εἰς αὐτὸν πᾶ-
1398σαν τῶν γενομένων τὴν εὐθύνην. Τοῦτο μᾶς εἶπεν ὁ κ.
1399Πρωθυπουργὸς καθαρῶς, ἡ σιωπὴ δὲ τοῦ κ. Τρικούπη
1400μαρτυρεῖ ὅτι οὐδὲν προσέθηκα.
1401§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο.
1402§34ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ἀναιρεῖ ὁ κ. Τρικού-
1403πης ὅ,τι εἶπε. Λυποῦμαι δὲ πλειότερον, διότι ὁ κ. Τρι-
1404κούπης θέλει ἀναιρέσει αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτὸν τὸν
1405κ. Τρικούπην ἐνώπιον ὑμῶν.
1406Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπρόκλητος μάλιστα, εἶπεν ἐπὶ
1407λέξει τὰ ἑξῆς. Εἶναι ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν,
1408κατακεχωρισμένα δὲ εἰς τὸ στόμα τῆς ἀληθείας τῆς κρα-
1409τούσης φατρίας τὴν «Ὥραν». (Ἀναγινώσκει). «Ὁ Ἐπιτε-
1410τραμμένος τῆς Ἀγγλίας δὲν ἐθεώρησε τὴν ἱκανοποίησιν
1411»ταύτην ἐπαρκῆ, ἰδίως δὲν ἐθεώρησεν ἱκανοποιοῦσαν αὐ-
1412»τὸν τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ἐν τῇ διαταγῇ περὶ φυλακί-
1413»σεως καὶ περὶ ἀποπομπῆς τοῦ χωροφύλακος· ἡ αἰτιολο-
1414»γία ἐκείνη δὲν ἐποιεῖτο μνείαν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ, καὶ ἀ-
1415»φοῦ ἔλαβε γνῶσιν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων ἦτο Ἐπιτετραμμένος
1416»τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἐπιτετραμμένος εἶχε κατα-
1417»λείπει τὸ μέρος τὸ ἀπηγορευμένον καὶ εἶχε καταβῆ εἰς
1418»τὴν ὁδὸν, ἐξηκολούθησε προσβάλλων αὐτόν. Ταύτην τὴν
1419»παράλειψιν ἐθεώρησεν ὡς ἐπιῤῥίπτουσαν εἰς αὐτὸν ἐν μέ-
1420»ρει τὸ ἄδικον, ἐνῷ, ἂν ἀνεφέρετο ἐν τῇ διαταγῇ ὅτι ἐξη-
1421»κολούθησεν ὁ χωροφύλαξ.......» κλπ. Λοιπὸν εἶ-
1422πεν ἢ δὲν εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης ἐπὶ λέξει, ὅτι ἐθεώρησεν
1423ὁ κ. Νίκολσων τὴν διαταγὴν ὡς ἐπιῤῥίπτουσαν εἰς αὐτὸν
1424ἐν μέρει τὸ ἄδικον;
1425§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε ὀλίγας γραμμὰς
1426ἀκόμη διὰ νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὸ συμπέρασμα;
1427§36ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· (ἀναγινώσκει). «Ἂν ἀνε-
1428»φέρετο ἐν τῇ διαταγῇ, ὅτι ἐξηκολούθησεν ὁ χωροφύλαξ
1429»τὴν προσβολὴν καὶ ἀφοῦ ἔμαθεν, ὅτι ἦτο Ἀντιπρόσωπος
1430»τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀφοῦ ἀπεχώρησεν ἀπὸ τοῦ ἀπηγορευ-
1431»μένου ἐδάφους, τὸ ἔγκλημα θὰ ἦτον ἐναργές· προσέτι
1432»ἄρα ἐζήτησε διὰ νεωτέρας αὐτῷ ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς,
1433»ὅπως ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργείου γέ-
1434»νηται ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἐνώπιον ἁπά-
1435»σης τῆς ἐν τῇ Πρωτευούσῃ Χωροφυλακῆς, ὅπως παρί-
1436»σταται κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ὁ Πρόξενος τῆς Ἀγγλίας,
1437»ὅπως ἀνακρούσῃ ἡ μουσικὴ τὸ Ἀγγλικὸν ᾆσμα καὶ ὅπως
1438παρουσιάσῃ ὅπλα ἡ Χωροφυλακὴ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν».
1439Ἤλπιζον ὅτι ἐπὶ τούτου τοὐλάχιστον ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1440γὸς δὲν θὰ ἠμφισβήτει τόσον εὐθαρσῶς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ τού-
1441του λεχθέντα ἐνώπιον τοιούτου ἀκροατηρίου.
1442Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν περιωρίσθη
1443νὰ διαψεύσῃ τὸν προϊστάμενόν του, ἐπέτεινε συγχρόνως
1444τὴν ὕβριν, τὴν ἔλλειψιν ἁβρότητος πρὸς τὸν κ. Ἐπιτε-
1445τραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ὅταν ἤκουσα τοῦ κ.
1446Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν οὕτω λαλοῦντος, ἐνεθυμήθην
1447τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρέθη ἐν ᾗ στιγμῇ παρεβάλλον-
1448το παρ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὰ δύω ἐκεῖνα ἔγ-
1449γραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑ-
1450πουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐνόμισα ὅτι μένεα ἴσως ἔ-
1451πνεε κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε
1452νὰ περιπλέξῃ ἔτι μᾶλλον τὴν καὶ ἤδη οὐχὶ εὐάρεστον
1453θέσιν αὐτοῦ.
1454Ἐπέτεινε λοιπὸν τὴν ὕβριν κατὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμέ-
1455νου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, εἰπὼν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων
1456δὲν ἐγίνωσκεν, ὅταν κατὰ πρῶτον εἶδε τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1457γόν, πόσον ἤξιζεν ἡ Ἀγγλικὴ τιμὴ, εἶπεν ὅτι ἐζήτησε
1458τόσον ὀλίγον, διότι οὕτως εἶχε ζυγίσει τότε τὴν Ἀγγλι-
1459κὴν τιμήν. Ἀλλ’ ὅταν ἔμεινε μόνος καὶ ἐσκέφθη, καὶ ἐζύ-
1460γισεν ἐκ νέου ἐν ἡσυχίᾳ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος του,
1461τότε ἐζήτησε τὸ περιπλέον. Ἀλλ’ αὐτὰ, κ. Βουλευταὶ, εἶ-
1462ναι ἀνάξια οὐχὶ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ τῆς κοινοτέρας
1463αἰθούσης.
1464Ἂν τοιοῦτος εἶναι ὁ κ. Νίκολσων, ἂν τοιοῦτοι εἶναι οἱ
1465Ἀντιπρόσωποι τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ποίαν ἰδέαν ἆρά
1466γε ὁδηγεῖ ἡμᾶς νὰ σχηματίσωμεν ὁ κ. Κοντόσταυλος περὶ
1467τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως;
1468Ἤλεγξεν ἡμᾶς προσέτι ὁ κ. Κοντόσταυλος, διατί μεταξὺ
1469τῶν τόσων ἄλλων ἀποριῶν, τὰς ὁποίας προεβάλομεν, δὲν
1470προεβάλομεν τὴν σπουδαιοτέραν κατ’ αὐτὸν—ἀνικροῦσαν
1471ὅμως ὅ,τι πρὸ μικροῦ εἶπε περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς ὁ κ.
1472Νίκολσων ἐγένετο ἀπαιτητικώτερος — τὴν σπουδαιοτέραν,
1473εἶπε, πασῶν. Ποία δὲ εἶναι αὕτη; Διατί δὲν ἐξεφράσαμεν
1474τὴν ἀπορίαν, μήπως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἡ δια-
1475τάξασα ὅ,τι ὁ κ. Νίκολσων ἐζήτησε τελευταῖον, καὶ ἑπο-
1476μένως μήπως ἡ μεταβολὴ ἐπῆλθε συνεπείᾳ ῥητῆς διατα-
1477γῆς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἦτο τόσῳ ἐνθου-
1478σιασμένος ὁ κ. Κοντόσταυλος ἐπὶ τῇ στενοχωρίᾳ, εἰς ἣν
1479μᾶς περιήγαγε, ὥστε αὐτὸς, ὁ τόσῳ ἤρεμος, ἀπετάθη
1480πρὸς ἡμᾶς δι’ ἀποστροφῆς, καὶ εἶπε: διατί λοιπὸν αὐ-
1481τὴν τὴν ἀπορίαν δὲν τὴν ὑπεβάλατε;
1482Δὲν εἶναι, κατὰ δυστυχίαν, ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος κ. Κον-
1483τόσταυλος, διὰ νὰ ἀκούσῃ ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν
1484ἐρώτησίν του. Δὲν ὑπεθέσαμεν τοῦτο, διότι δὲν μᾶς ἀφῆκε
1485νὰ ὑποθέσωμεν αὐτὸ ἡ καθαρὰ, ἡ ἀνεπίδεκτος πάσης ἀμ-
1486φιβολίας ὁμολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον, ἤθε-
1487λον προσθέσει πρὸς τὸν κ. Κοντόσταυλον, σκληρότατα
1488ἀπεφασίσατε ἀπόψε νὰ τιμωρήσητε, διαψεύδοντες αὐτὸν
1489κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι
1490ἔσπευσε νὰ δώσῃ τὴν ζητηθεῖσαν ὑπερβολικὴν ἱκανοποίη-
1491σιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυ-
1492βέρνησις «ἤθελεν ἐγκρίνει» τὴν ὑπερβολικὴν αἴτησιν τοῦ
1493Ἐκτάκτου Ἀπεσταλμένου.
1494§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βέβαια.
1495§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω ἓν βέβαια περὶ ἐκείνου
1496ὅπερ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετον
1497ὅλως τούτου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν,
1498καὶ περὶ τούτου πρόκειται. Ὥστε δὲν εἶχον ἄδικον, ὅταν
1499ἐλέγχων τὴν ἀντίφασιν τῶν δύω ἐκείνων ἐγγράφων ἠρώ-
1500τησα τοὺς δύω συναδέλφους, ἐὰν δὲν βλέπωνται, ἂν δὲν
1501ἦναι συνάδελφοι, ἀλλὰ ἐχθροί. Τοῦτο ἐπιστοποίησεν ἐντεῦ-
1502θεν ὁ κ. Κοντόσταυλος πρὸ μικροῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Κοντό-
1503σταυλος φρονεῖ ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ὅ,τι ὁ κ. Πρω-
1504θυπουργὸς εἶπε καὶ ὅ,τι καὶ ἡμεῖς παραδεχόμεθα, ἤτοι,
1505ὅτι συμφερώτερον θὰ ἦτο διὰ τὰ μεγάλα τῆς Πατρίδος
1506συμφέροντα νὰ μὴ ἐγίνετο ἡ συζήτησις αὕτη. Ὁ κ. Ὑ-
1507πουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεναντίας ῥητῶς εἶπεν ὅτι,
1508προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων θιγόντων ἀμέσως
1509τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Πατρίδος, εἶναι ἀναγ-
1510καῖον μάλιστα νὰ γίνεται συζήτησις, ἤλεγξε μόνον ἡμᾶς
1511ὅτι δὲν περιωρίσθημεν ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συζητήσεως
1512ὅπως ἐκεῖνος τοὺς ἐννοεῖ χωρὶς κἂν καὶ νὰ τοὺς ἐξηγήσῃ.
1513Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὀνομάζει ὑπερβολικὴν τὴν ἀπαίτησιν
1514ἐκείνην, καὶ ἐνῷ ὁμολογεῖ οὕτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέ-
1515κυψεν εἰς πρᾶξιν προσβάλλουσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
1516χώρας, παραδόξως φαίνεται φρονῶν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ἐπὶ
1517τούτῳ χειροκροτημάτων, ἐπαίνων καὶ ἐπιδοκιμασιῶν. Ἀλλ’
1518εἰς τοιαῦτα τί ν’ ἀπαντήσῃ τις;
1519Δυστυχῶς τὰ ζητήματα, ἅπερ ἀνάγονται εἰς τὸ Διεθνὲς
1520Δίκαιον, ἐπιπολαίως μόνον ἔθιξε, καὶ συμφέρει μάλιστα
1521εἰς τὸν κ. Κοντόσταυλον νὰ εἴπω ὅτι οὐδόλως εἰσῆλθεν
1522εἰς αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοιαῦτα ζη-
1523τήματα δὲν ἐξετάζονται οὕτω: τοιαῦτα ζητήματα παρεν-
1524τιθέμενα ἐν μέσῳ τῶν χειλέων ἑνὸς Ὑπουργοῦ Ἐξω-
1525τερικῶν ἀναλύονται καὶ ἀνατέμνονται μέχρι τῶν ἐγκάτων
1526αὐτῶν. Ὁ κ. Κοντόσταυλος ἠθέλησε νὰ ἀναιρέσῃ ὅ,τι ἡ-
1527μεῖς εἴπομεν ἀναγινώσκοντες κείμενα διασήμων συγγρα-
1528φέων, ὅτι αἱ Διπλωματικαὶ ἀξιώσεις δὲν ἐγείρονται ἐν πε-
1529ριπτώσει καθ’ ἣν ἡ προσβολὴ δὲν ἐγένετο ἐν τῇ ἐπισήμῳ
1530ἰδιότητι τοῦ προσβληθέντος· αὐτὸ τὸ γράφουσι καθαρῶς
1531καὶ ἐπὶ λέξεσιν ὅλοι οἱ περὶ Διεθνοῦς Δικαίου συγγρά-
1532ψαντες. Ἀλλ’ ἐὰν περιωρίζετο εἰς τοῦτο ὁ κ. Κοντόσταυ-
1533λος, ἤθελον εἴπει, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ
1534τὸ Διεθνὲς Δίκαιον. Ἀλλ’ εἶπε προσέτι ἀνακριβῶς, ὅτι ἡ-
1535μεῖς διετάθημεν ἐντεῦθεν—καὶ δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀνό-
1536ματι πάντων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι
1537ἤκουσα πάντας—ὅτι ὁ κ. Νίκολσων προσεβλήθη ἐν περι-
1538στάσει ἰδιωτικῇ. Οὐδεὶς εἶπε τοιοῦτόν τι· ἀπηντήσαμεν
1539μόνον εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ δικαιώ-
1540ματος δῆθεν τοῦ παθόντος, ἦτο δὲ ὡραία ἡ ἔκφρασις πρὸς
1541χαρακτηρισμὸν τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ
1542νὰ προσδιορίζῃ τὸ εἶδος τῆς ἱκανοποιήσεως αὐτοῦ, καὶ
1543πρὸς ἀναίρεσιν τούτου ἀντετάξαμεν τὰς ρήσεις τοῦ Διε-
1544θνοῦς Δικαίου. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων
1545προσεβλήθη ὡς ἰδιώτης· τὸ εἶπεν ὅμως κατὰ δυστυχίαν ὁ
1546κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ εἶπε μάλιστα διὰ
1547τρόπου, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χαρακτηρίσω. Αὐτὴ
1548αὕτη ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτῆς εἶπεν, ὅτι ὁ
1549κ. Νίκολσων εἰσῆλθεν εἰς τόπον αὐστηρῶς ἀπηγορευμένον,
1550ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ λέξει τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην διαταγὴν, λέγει
1551ῥητῶς, ὡς νὰ ἦτο ἐντεταλμένος ὁ γράψας τοῦτο νὰ εἴπῃ,
1552ὅτι οὐχὶ ὁ κ. Νίκολσων, ἀλλὰ πᾶς ὅστις, μέχρι Βασιλέως
1553ἴσως, εἰσήρχετο εἰς τὸν πευκῶνα, θὰ ἀπεδιώκετο ἐκεῖθεν,
1554διότι αὐστηρὰν διαταγὴν εἶχεν ὁ χωροφύλαξ Καλποῦζος,
1555λέγει τὸ Ὑπουργικὸν ἔγγραφον, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν εἴσο-
1556δον εἰς οὐδένα ἀνεξαιρέτως. Ἐὰν εἰς τοιοῦτον τόπον
1557ἀπηγορευμένον εὑρέθη ὁ κ. Νίκολσων, δὲν παρεβίασεν ἆρά
1558γε διάταξιν τῶν νόμων τῆς Πολιτείας παρ’ ᾗ ἑδρεύει καὶ
1559δὲν περιέπεσεν εἰς ἐκεῖνο ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1560τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θὰ ἀφῄρει πᾶν δικαίωμα ἱκανο-
1561ποιήσεως καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Κυβέρνησίν του; Διατί τοῦτο
1562τὸ ἐγράψατε; Ποίου δαίμονος ἔμπνευσις ὑπηγόρευσε τὴν
1563σύνταξιν τοιούτου ἐγγράφου; Διατί δὲ εἴπατε προσέτι
1564σαφῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐκακοποίη-
1565σεν ἄγνωστον εἰς αὐτὸν ἄνθρωπον; Διατί ῥητῶς καὶ διὰ
1566τρόπου οὐχὶ βεβαίως ἁβρόφρονος διεψεύσατε ἐπίσημον ἔγ-
1567γραφον κατατεθὲν ὑμῖν ἐν εἴδει παραπόνου καὶ διηγήσεως
1568τῶν εἰς αὐτὸν συμβάντων παρὰ τοῦ κ. Νίκολσων;
1569Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς, ὡς καὶ προχθὲς ἐξήγη-
1570σα διὰ μακρῶν, οὐχὶ μόνον ὁ κύριος Νίκολσων, ἀλλὰ πᾶς
1571ὅστις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς ὁμοίαν περίστασιν, ἤθελε μετα-
1572βάλει γνώμην οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ τὸ μετριώτερον, ἀλλ’
1573ἐπὶ τὸ ἄγριον. Ἐὰν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, μετὰ τὴν δοθεῖ-
1574σαν ἱκανοποίησιν, ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησίν
1575του ὑπὸ τοῦ κ. Νίκολσων, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελε
1576βεβαίως παύσει τοιοῦτον ὑπάλληλον.
1577Αὐτὸ ἤθελε πράξει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν
1578ὁμιλῇ τις περὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἔπρε-
1579πε νὰ εἴπῃ καὶ ὄχι ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
1580ρικῶν Ὑπουργός. Δὲν λέγεται, κύριε Κοντόσταυλε, περὶ
1581Κυβερνήσεων καὶ πρὸ πάντων περὶ τῆς Ἀγγλικῆς, ὅτι,
1582καίτοι μὴ ἐπιδοκιμάζουσα τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀντιπρο-
1583σώπου αὐτῆς, ἐπιδοκιμάζει ὅμως πρὸς βλάβην τῶν ἄλ-
1584λων τὰς πράξεις αὐτοῦ. Μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς
1585ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι εἶναι γνωστὸν, ὅτι μάλιστα
1586αὐτὴ ἡ φήμη ἡ ὡραία περὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνή-
1587σεως εἶναι πασίγνωστος, ὅτι ἐν περιπτώσεσι τοιαύταις ἐγ-
1588κρίνει ὅσον δήποτε παράβολον πρᾶξιν τοῦ Ἀντιπροσώπου
1589αὐτῆς, καὶ ἀφοῦ ἐπιβληθῇ εἰς τὰ ἀσθενέστερα Κράτη,
1590τότε μεταθέτει, ἀνακαλεῖ ἢ παύει τοὺς παρεκτραπέντας
1591ὑπαλλήλους της! Αὐτὰ εἶναι τεχνάσματα, ἅπερ Κυβέρ-
1592νησις σεβομένη ἑαυτὴν δὲν δύναται νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ καὶ
1593ἐὰν τυχόν ποτε ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς Κυβέρνησίς τις
1594ἔπραξεν οὕτως ἀναξίως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Ὑ-
1595πουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα περὶ
1596Κυβερνήσεως ἐξευγενισμένου Ἔθνους.
1597Δὲν νομίζω, ὅτι εἶπέ τι πλειότερον, τὶ καινότερον ὁ κ.
1598Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀπαντήσω εἰς αὐ-
1599τὸν, προσθέτω ὅμως τοῦτο, ὅτι ἐὰν ᾐσθάνθη αὐτὸς θλῖ-
1600ψιν ἐπὶ τῷ γεγονότι, ὅπερ ὀνομάζει ὑπερβολικὸν, ὁ Τό-
1601πος ᾐσθάνθη βαθυτάτην πικρίαν, καὶ ᾐσθάνθη βα-
1602θυτάτην πικρίαν, διότι τὸ ζήτημα δὲν κεῖται ἐκεῖ
1603ἐν τοῖς τελεσθεῖσιν ἐπὶ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος,
1604κεῖται ἐν τῇ ἰδέᾳ, τὴν ὁποίαν τὰ τελεσθέντα ἐκεῖνα ἐκ-
1605προσωποῦσι. Τοιαῦτα μέτρα—καὶ προκαλῶ πάντας νὰ μοὶ
1606φέρωσιν ἓν παράδειγμα ἀντίθετον—τοιαῦτα μέτρα δημο-
1607σίας πομπῆς δὲν λαμβάνονται κατ’ Ἐθνῶν, ἅπερ εἶναι
1608παραδεδεγμένα ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ οἰκογενείᾳ ὡς Ἔθνη
1609εὐνομούμενα. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι Ἔθνος εὐνομούμενον καὶ
1610ὡς τοιοῦτον ἔχει τὸ δικαίωμα, ἵνα θεωρῶνται οἱ Νόμοι
1611αὐτῆς ὡς οἱ Νόμοι πάντων τῶν ἄλλων εὐνομουμένων
1612Κρατῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ ἡ Ἀγγλία τοὺς Νό-
1613μους τοὺς Ἑλληνικοὺς ὡς Νόμους Ἀγγλικοὺς καὶ ἐπὶ
1614τοῖς ὅροις τούτοις εἶναι εἰσηγμένη εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν
1615οἰκογένειαν, καὶ ἐπὶ τοῖς ὅροις τούτοις ἔχει σχέσεις φιλι-
1616κὰς πρὸς τὰ ἄλλα Ἔθνη. Capitulations δὲν ὑπάρχουσιν
1617ἐν Ἑλλάδι· οἱ Νόμοι οἱ Ἑλληνικοὶ εἶναι Νόμοι ἐπιστη-
1618μονικῶς καὶ πολιτικῶς ὀρθοὶ, καὶ μόνον τῶν Νόμων τού-
1619των ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ ἐγγυᾶται καὶ πρὸς τοὺς ξέ-
1620νους, οἵτινες μάλιστα ὑπὸ τῶν Νόμων τούτων διέπονται
1621πλὴν εἰδικῶν, ἐλαχίστων περιπτώσεων ἑτεροδικίας, τὴν
1622ἀσφάλειαν αὐτῶν, τὴν τιμὴν αὐτῶν, τὴν περιουσίαν αὐ-
1623τῶν, ἡ δὲ ἄμεσος καὶ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τῶν Νόμων
1624τούτων εἶναι ἡ μόνη ὀφειλομένη ἱκανοποίησις. Τὸ γεγο-
1625νὸς τοῦ Καλπούζου εἶναι γεγονὸς δυσάρεστον, εἶναι γε-
1626γονὸς βάρβαρον, βάναυσον, ἀποδοκιμαστέον, ἀλλ’ εἶναι
1627γεγονὸς συνηθέστατον, οὐχὶ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ εἰς
1628πολλὰ ἄλλα Ἔθνη πολλῷ ἡμῶν ἀρχαιότερα εἰς τὸν πο-
1629λιτισμόν. Τούτου οὕτως ἔχοντος, μόνον κατὰ τοῦ Καλ-
1630πούζου ἠδύνατο νὰ ἐξεγερθῇ ἡ ἀγανάκτησις τῶν ἀντι-
1631προσωπευόντων τὴν Πολιτείαν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀποτελοῦ-
1632σι τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, καὶ μόνον κατ’ αὐτοῦ ἔ-
1633πρεπε νὰ ἐπιπέσῃ ἡ ὀργὴ αὐτῶν καὶ ἡ δύναμις καὶ τὸ
1634βάρος τῶν Νόμων. Ἡ δυστυχὴς Ἑλλὰς τί ἔπραξε; Καὶ
1635ὅτι ἡ γνώμη μου, ἥτις εἶναι γνώμη πάντων ὅσοι καὶ ἐ-
1636σκέφθησαν, καὶ ἔγραψαν, καὶ ὡμίλησαν περὶ τοῦ Ἀλλη-
1637λεθνοῦς Δικαίου, εἶναι ὀρθὴ, τὸ ἀπέδειξεν ἐν τῇ φυσικῇ
1638αὐτοῦ συναισθήσει τοῦ δικαίου καὶ τῷ σεβασμῷ του πρὸς
1639τὴν Ἑλλάδα ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρετανίας.
1640Οὐδὲν ἄλλο ἐζήτησεν ἐκεῖνος ἐν ἀρχῇ ἢ τὴν αὐστηρὰν
1641κατὰ τὸν Νόμον τιμωρίαν, καὶ παρεκάλεσε μάλιστα, ὡς
1642ῥητῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ μὴ γείνῃ περὶ τούτου
1643δημοσία τις πρᾶξις, νὰ μὴ γείνῃ θόρυβος. Τὰ τελεσθέντα
1644λοιπὸν ἔχουσιν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ μεμονωμένη αὕτη
1645πρᾶξις ἑνὸς ἀτόμου, ὅπερ προσβαλὸν τὸν Ἀντιπρόσωπον
1646ξένης Δυνάμεως, εἶναι ὑπόλογον πρὸς τὴν πατρίδα αὐτοῦ,
1647ἐθεωρήθη ἐν ἀλληλεγγύῃ μεθ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους. Ἐν ἀλ-
1648ληλεγγύῃ μεθ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους κρίνονται αἱ πράξεις
1649τοῦ ἀτόμου ἢ ὅταν ἦναι βεβαιωμένη ἡ πρὸς τὸ κακο-
1650ποιεῖν τάσις τόπου τινὸς, ἢ ὅταν πρόκηται περὶ Ἔθνους
1651μὴ εἰσηγμένου εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν, ἑπομένως
1652βαρβάρου. Ἰδοὺ διατί ἐθλίβη ὁλόκληρος ὁ τόπος. Τοιοῦτον
1653μέτρον ἱκανοποιήσεως, ζητηθείσης ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι
1654μοναδικόν. Ἐὰν μᾶς ἐπέβαλον ἀποζημίωσιν ὑλικὴν, ἠδυ-
1655νάμεθα νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν, ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τὴν θεωρήσωμεν
1656δικαίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν θεωρήσωμεν ἀνεκτήν· ἀλλὰ νὰ μᾶς
1657ἐπιβάλωσι διαπόμπευσιν, ταύτην μόνον κατὰ τῶν Ζουλοῦ
1658ἢ τῶν Κάφρων ἢ τῶν Ἀράβων δύναται Ἔθνος ἐξευγενι-
1659σμένον νὰ ἐπιβάλῃ. Ὥστε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἀγανα-
1660κτῶμεν, ἀγανακτῶμεν δικαίως, διότι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ
1661πονοῦμεν, διότι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ ἔχομεν εὔθικτον τὴν
1662Ἑλληνικὴν φιλοτιμίαν. Διὰ τοῦτο μάλιστα σᾶς εἶπον καὶ
1663χθὲς, διὰ τοῦτο σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ πάν-
1664τες οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι λυπούμεθα ἐπὶ τῇ συζητήσει
1665ταύτῃ καὶ θέλομεν νὰ δοθῇ ὡς οἷόν τε πέρας εἰς
1666αὐτήν· ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς θέλωμεν νὰ δοθῇ πέρας εἰς αὐτὴν,
1667ἠστόχησαν βεβαίως οἱ σκεφθέντες νὰ προβάλωσιν ἐντεῦθεν
1668τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀπαντήσῃ ἐκ
1669νέου, καὶ ὄχι μόνον ἀστόχως ἐσκέφθησαν, ἀλλὰ καὶ κα-
1670τέστησαν προφανεστέραν τὴν ἀσυμφωνίαν τοῦ κ. Πρωθυ-
1671πουργοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν,
1672ἐκείνου μὲν εἰπόντος χθὲς ὅτι, θεωρῶν τὴν συζήτησιν ταύ-
1673την ἐπιβλαβῆ, περιωρίσθη εἰς ὅσα εἶπε καὶ δὲν εἶχε σκοπὸν
1674νὰ ὁμιλήσῃ αὖθις—ὅταν δὲ τοῦτο λέγῃ ὁ Πρωθυπουργὸς,
1675τὸ λέγει βεβαίως σύμπασα ἡ Κυβέρνησις—τούτου δὲ λα-
1676βόντος ἀπροσδοκήτως τὸν λόγον σήμερον. Ἡμεῖς ὅμως
1677ἐπιθυμοῦμεν νὰ λήξῃ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ ἐπιθυ-
1678μοῦμεν νὰ λήξῃ ἀναλόγως τῆς σοβαρότητος τῆς Βουλῆς,
1679ἀναλόγως τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους, ὅπερ ἡ Βου-
1680λὴ ἀντιπροσωπεύει, ἀναλόγως τῆς εὐλαβείας, ἣν ὀφεί-
1681λει αὕτη νὰ ἀποδείξῃ πρὸς μεγάλην, φίλην καὶ εὐεργέ-
1682τιδα Δύναμιν, ἀναλόγως ὅμως καὶ τοῦ τὰς καρδίας ἡμῶν
1683συμπάντων, συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων,
1684κατέχοντος αἰσθήματος. Ἰδοὺ διατί φρονοῦμεν ἡμεῖς οἱ ἐν
1685Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι δὲν δύναται, δὲν συμφέρει, δὲν συμ-
1686φέρει πρὸ πάντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταλήξῃ ἡ
1687Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν. Δὲν συμφέρει νὰ καταλήξῃ εἰς ψη-
1688φοφορίαν οὐχὶ διὰ τὸν ταπεινὸν λόγον τῆς καταμε-
1689τρήσεως τῶν ἀριθμῶν—ψηφοφορίαν πρὸς τοῦτο ἐν πάσῃ
1690στιγμῇ δύναται καὶ Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις
1691νὰ προκαλέσῃ, ἑπομένως λογικῶς δὲν δύναται νὰ ἀ-
1692ποδοθῇ ἡμῖν τοιοῦτος σκοπός—ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γεί-
1693νῃ τοιαύτη ψηφοφορία καὶ διὰ τοὺς λόγους μὲν ἐκεί-
1694νους, οἵτινες ἐνδιαφέρουσι τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἁπάντων,
1695ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὴν θέσιν τὴν ἀξιοπρεπῆ, τὴν
1696σπουδαίαν, τὴν σοβαρὰν, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον
1697ὀφείλει νὰ τηρήσῃ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Τί
1698σημαίνει ἡ ψηφοφορία; ἡ ψηφοφορία σημαίνει διαίρεσιν
1699γνωμῶν, ἀντίθεσιν μάλιστα γνωμῶν· φρονοῦμεν ὅμως ἡμεῖς
1700ἀντιθέτως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; οὐχί. Ἡ Κυβέρνησις
1701μᾶς εἶπεν ἐντεῦθεν καὶ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
1702τερικῶν καὶ διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὴν ζητηθεῖ-
1703σαν ἱκανοποίησιν θεωρεῖ ὑπερβολικήν. Ἐξήγησα δὲ προ-
1704χθὲς ὅτι ὑπερβολικὴ σημαίνει ταπεινωτική, καὶ ἡμεῖς
1705φρονοῦμεν τὸ αὐτό· ἀλλὰ φρονοῦμεν ἡμεῖς περιπλέον, ὅτι
1706αὕτη ἡ ταπεινωτικὴ ἱκανοποίησις δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν
1707ὑποδεεστέραν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν περὶ τῆς Ἑλλάδος ἔχει
1708ἡ Ἀγγλία, δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ τερατῶδες τῆς πράξεως,
1709τὸ ὁποῖον, ὡς τερατῶδες, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀντανάκλασιν
1710καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὴν κα-
1711κὴν, ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον, διεξαγωγὴν τῆς ὑπο-
1712θέσεως ταύτης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ ζη-
1713τήματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ χωρισθῶσιν· ἐὰν ψηφί-
1714σωμεν κατὰ τοῦ αἰτίου, ὅπερ εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυ-
1715βερνήσεως, συμψηφοφοροῦμεν καὶ κατὰ τοῦ ἀποτελέσμα-
1716τος, ὅπερ εἶναι ἡ ταπείνωσις. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει
1717συμφέρον ἡ Κυβέρνησις, οὕτω μάλιστα εὐγενῶς προκα-
1718λουμένη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἐλαττώσῃ διὰ
1719μιᾶς τοιαύτης ψηφοφορίας τὴν σημασίαν, τὴν ἐξ ὑποκει-
1720μένου διὰ τὸν ἱκανοποιηθέντα Ἐπιτετραμμένον καὶ τὸ
1721Ἀγγλικὸν Ἔθνος, τῆς δοθείσης ἱκανοποιήσεως. Οὐδεμία
1722θὰ προστεθῇ ὠφέλεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ψηφοφο-
1723ρίας, ἥν, ὡς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἀπόψε εἰς ἕτε-
1724ρον ζήτημα δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν, ἐνῷ ἡ βλάβη,
1725ἡ ἐξ αὐτῆς διά τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἔθνος εἶναι
1726προφανής. Ἰδοὺ διὰ τίνας λόγους πρὸς ὑμᾶς μὲν, κύριοι
1727συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας, λέγομεν νὰ μὴ δεχθῆτε,
1728τὴν δὲ Κυβέρνησιν ἐξορκίζομεν ἐπὶ τῷ καθήκοντι αὐτῆς
1729νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ ψηφοφορίαν.
1730Ἐλπίζω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς μειονοψηφίας—
1731δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα βεβαίως ἐν ὀνόματι οὐδενὸς νὰ ὁ-
1732μιλῶ, ἀλλ’ ἔχω τὸ καθῆκον νὰ γινώσκω τὴν φιλοπατρίαν
1733πάντων—ἐλπίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει συμμερισθῆ
1734τὴν γνώμην ταύτην, δύναμαι δὲ νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν,
1735ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν θέλουσι δράξει μάλιστα καὶ οἱ
1736συνάδελφοι οἱ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀξίωσιν
1737νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτῆς πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἂς
1738συλλογισθῇ, ὅτι ἐὰν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη,
1739ἐὰν εἶχε τὸ πρὸς τοῦτο θάῤῥος, τὸ εἶχε, διότι κατὰ τὸ
1740Πολίτευμα ἡμῶν, ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑποστηριζομένη Συν-
1741ταγματικὴ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει ἐν πάσῃ στιγμῇ
1742τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον καὶ διαχειρίζεται ὑπὸ τὴν εὐθύνην
1743μὲν αὐτῆς, ἀλλ’ ἄνευ περιορισμοῦ, πλὴν τῶν ὑπὸ τῶν
1744Νόμων τοῦ Κράτους ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων ἐπιβαλλομέ-
1745νων, τὴν τιμὴν αὐτοῦ, τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, τὸ παρὸν
1746αὐτοῦ, τὸ μέλλον αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροα-
1747τηρίων).
1748§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐπεθύμουν
1749ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
1750κῶν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βου-
1751λευτὴς ἀπήντησεν ἐπαρκῶς, δὲν νομίζω καλὸν ν’ ἀπασχο-
1752λήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου· νομίζω ὅμως ὅτι δύναμαι
1753νὰ ἐκφράσω τὸ συμπέρασμά μου, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶ-
1754μαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἔπρεπε νὰ
1755διαρκέσῃ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, ἀλλ’ οὐδὲ εἶμαι μεταξὺ ἐκεί-
1756νων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζήτησις,
1757ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τῆς συζη-
1758τήσεως ἤθελον προσβληθῆ τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐκ-
1759φράζω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν βαθυτάτην λύπην μου ἐπὶ τῷ
1760συμβάντι, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν ἡ Κυβέρνησις
1761ἐκ καθαρᾶς φιλαρχίας προεκάλεσε τὴν λυπηρὰν σκηνὴν,
1762τὴν τελεσθεῖσαν πρό τινων ἡμερῶν ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ
1763Συντάγματος, καὶ διότι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ
1764βία, μετὰ σπουδῆς ὑπερεθεμάτισεν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ
1765Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας, ἀφήσασα ὄπισθέν της κά-
1766κιστον προηγούμενον.
1767Ἀλλ’ ἰδίως ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι ἡ Κυβέρνη-
1768σις Συνταγματικοῦ Κράτους ἐτόλμησε παρὰ τὰ νόμιμα
1769καὶ τὰ ἔθιμα νὰ διαπραγματευθῇ ὑπόθεσιν, τὴν τόσῳ σο-
1770βαρὰν, δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε πρὸς ὑπεράσπισίν
1771της, ἀλλὰ δὲν προσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντι-
1772προσωπείας ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς παραβιάσεως τοῦ ἀ-
1773ποῤῥήτου τῆς ἐπιστολῆς, καὶ διότι οὕτω καθιέρωσε κά-
1774κιστον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκθέσῃ μέγι-
1775στα ἐθνικὰ συμφέροντα.
1776Συμφωνῶ δὲ καὶ μὲ τὸ συμπέρασμα τῶν πρὸ ἐμοῦ προ-
1777λαλησάντων, ὅτι ψηφοφορία δὲν εἶναι καλὴ ὑφ’ ὅλας τὰς
1778ἐπόψεις, δὲν εἶναι σκόπιμος. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὴν ἐλ-
1779πίδα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι θέλουσι
1780πραγματωθῆ αἱ ἐλπίδες αὐτοῦ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὑ-
1781πείκουσα εἰς τὴν φωνὴν τοῦ καθήκοντος, δὲν θέλει προκα-
1782λέσει ψηφοφορίαν· διότι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς τὴν
1783παρελθοῦσαν Παρασκευὴν διακόψας με εἶπεν, ὅτι ἀνα-
1784λαμβάνει τὴν εὐθύνην δι’ ἣν ἔπραξε πρᾶξιν· ἔλεγε δὲ ταῦ-
1785τα, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὄπισθεν αὐτοῦ ἔχει τὴν πλειοψη-
1786φίαν καὶ ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα δύναται νὰ λύσῃ διὰ τοῦ
1787ἀριθμοῦ. Προβλέπω, εὔχομαι δὲ νὰ πλανῶμαι, ὅτι ὁ ἀξιό-
1788τιμος Πρωθυπουργὸς θέλει ὑποβάλει πρότασιν, ἀλλὰ νο-
1789μίζω, ὅτι αἱ συνέπειαι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνουν τὴν Κυβέρ-
1790νησιν καὶ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι δεχθῆ τοιαύτην πρό-
1791τασιν, οὐδόλως δὲ δύνανται νὰ βαρύνωσι καὶ τὴν Ἀντιπο-
1792λίτευσιν, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς διαμαρτυ-
1793ρομένη κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως, καὶ ἥτις ὑπέδειξεν,
1794ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφοφορίας. Ἀδιάφορον δὲ ἐὰν ὁ
1795ἀριθμὸς θελήσῃ καὶ πάλιν ν’ ἀμνηστεύσῃ τὰ τελεσθέντα.
1796Ἡ εὐθύνη ἂς πέσῃ ἐπὶ τῶν ὑπευθύνων.
1797§40ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ Κοινο-
1798βουλευτικὴν τὴν τακτικὴν, ἣν ἠκούσατε; Εἶναι Κοινοβου-
1799λευτικὸν νὰ ἐγείρῃ μερὶς ἀντιπολιτευομένη τὸ Ὑπουρ-
1800γεῖον κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ διὰ γεγονὸς λυπηρὸν, νὰ
1801παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἡμέρας ὅλας, καὶ ἔπειτα
1802νὰ λέγῃ: Σεῖς μὲν εἶσθε ἔνοχοι, ἐγὼ ὅμως δὲν ζητῶ γνώ-
1803μην τοῦ Κοινοβουλίου ἔστω καὶ ἀπωτάτην ἐπὶ τούτου;
1804Ὁ χαρακτὴρ, ὁ δοθεὶς εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἡ
1805ἀποπειρωμένη λύσις ὑπὸ τοῦ εἰσηγησαμένου τὴν ἐπερώ-
1806τησιν κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας εἶναι τοσούτῳ κατά-
1807κριτος, ὥστε ἤθελε παραβῆ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ὅστις δυ-
1808νάμενος δὲν κατέκρινεν αὐτήν. Ἴσως ἔδει λῆξις τῆς συζη-
1809τήσεως νὰ ἦναι ἡ ἀποδοκιμασία αὐτῆς.
1810Τίς προεκάλεσε δὲ τὴν συζήτησιν, ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ
1811ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτής; Δὲν εἶναι αὐτὸς ὅστις διὰ
1812τῆς μακρᾶς καὶ μεμελετημένως παρεσκευασμένης ἐπερωτή-
1813σεως ἔσυρεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον
1814μόνον ἐξηγήσεις ἠδύναντο νὰ ζητηθῶσι καὶ μετ’ αὐτὰς
1815νὰ παύσῃ; Δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ὅστις μετὰ τὰς ἐξηγήσεις
1816τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μετὰ τὴν ἁπλῶς ἀφηγηματικὴν αὐ-
1817τοῦ ὁμιλίαν, τὴν οὐδόλως προκλητικὴν συζητήσεως, δὲν
1818εἶναι ὁ κ. Εἰσηγητὴς αὐτὸς ὅστις, ἐπωφελούμενος ἀπαν-
1819τήσεως δῆθεν πρὸς τὴν διήγησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουρ-
1820γοῦ, κατήρξατο τῆς ἐπιθετικῆς ταύτης συζητήσεως; Δὲν
1821παρέτεινεν αὐτὴν, ἀλλεπαλλήλως ὁμιλήσας; Καὶ αὐτὸς
1822ζητεῖ σήμερον νὰ καταλήξῃ τοιαύτη συζήτησις ἄνευ ψη-
1823φοφορίας!
1824Ἐπὶ πέντε ἤδη συνεδριάσεις οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν, ἢ νὰ
1825ἐπιῤῥίπτῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δι’ ἐπι-
1826χειρημάτων, ἥκιστα τιμώντων τὸν λέγοντα, νὰ κατηγορῇ
1827αὐτοῦ. Παρέστησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς Πατρίδος
1828του μνησικάκως ἔχοντα πρὸς τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς
1829Ἀγγλίας καὶ διὰ τοῦτο ἀνεχθέντα τὴν προσβολὴν αὐτοῦ.
1830Παρέστησεν αὐτὸν ὡς ἐξυβρίσαντα τὸν Ἀντιπρόσωπον
1831τῆς Ἀγγλίας, διὰ τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τὸ πρῶ-
1832τον καὶ εἶτα διὰ τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀφηγήσεως τοῦ
1833γεγονότος. Ἀκόμη δὲ πρὸ ὀλίγου δὲν ἠκούσατε; Δὲν σᾶς
1834ἔλεγεν αὖθις ὅτι ἐξύβρισεν αὐτὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργός!
1835(εὖγε, εὖγε).
1836Καὶ μεθ’ ὅλον τὸ πατριωτικὸν αὐτὸ ἔργον, σᾶς ζη-
1837τοῦσι ν’ ἀφήσητε τὴν συζήτησιν, ἵνα πάλιν ἂν δυνηθῶσιν
1838ὑπηρετήσωσι τὸν τόπον, καθ’ ὅμοιον τρόπον, διὰ τοῦ
1839ἰδίου θέματος!
1840Ἐζήτησε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσαγάγῃ αὕτη
1841τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος ἠξίωσε τὴν ἱκα-
1842νοποίησιν τὴν δοθεῖσαν, διὰ τῆς ἐνώπιον τοῦ Σώματος
1843τῆς Χωροφυλακῆς ἀναγνώσεως τῆς τιμωρούσης τὸν Καλ-
1844ποῦζον διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
1845Ἐθεώρησεν αὐτὸ σπουδαιοτάτην ἀφετηρίαν ἐπιθέσεως. Ἐπὶ
1846τούτου ἠκούσατε πολλοὺς ὁμιλήσαντας καὶ παντοῖα εἰ-
1847πόντας ἐπὶ τῆς φύσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου. Ἐζήτησεν
1848ἄρα αὐτὸ ὁ Εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως, διότι τῷ ἐχρη-
1849σίμευεν ἵνα μάθῃ ἂν τῷ ὄντι ἐζήτησε τοιαύτην ἱκανοποί-
1850ησιν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος; ὄχι. Τὸ ἐζήτησε, διότι εἴξευ-
1851ρεν ἴσως, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προσαχθῇ τὸ ἔγγραφον, καὶ
1852ἐπὶ τῇ ἀρνήσει ἐπεζήτει, ὡς ἤθελε, νὰ ἱδρύσῃ κατηγορίαν,
1853ἐπὶ εἰκασιῶν καὶ φανταστικῶν παραβάσεων στηριζομένων
1854τοῦτο καὶ ἔπραξεν.
1855Ἐπιληφθεὶς τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι
1856τὸ ἔγγραφον εἶναι ἰδιωτικὸν, καὶ εὑρὼν ἐν τούτῳ στάδιον
1857εὐρὺ εἰς ἐξ ὑποθέσεων κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου....
1858§41Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ λέγονται μόνον εἰς τὰ
1859δικαστήρια.
1860§42ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λησμονεῖτε ὅτι ἡ ἐνώπιον τῶν Δικα-
1861στηρίων ἠθικὴ εἶναι ἂν μὴ στενοτέρα, ἴση ὅμως πρὸς τὴν
1862ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου; Ἀγνοεῖ ὁ διακόψας ὅτι πᾶν
1863ὅ,τι δύναται νὰ λεχθῇ ἐπὶ Δικαστηρίου, ἄριστα δύναται
1864νὰ ῥηθῇ καὶ ἐδῶ; (εὖγε).
1865Ἦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν
1866προσαγωγὴν τῆς ἐπιστολῆς, ἢ τῶν ἐπιστολῶν, ὧν ἐποιή-
1867σατο μνείαν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1868εἶπεν, ὅτι ἐνέδωκεν εἰς ἔγγραφον αἴτησιν, γενομένην ὑπὸ
1869τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ δὲν προ-
1870ῆλθεν εἰς τὴν δοθεῖσαν ἱκανοποίησιν ἐξ ἰδίας πρωτοβου-
1871λίας. Δὲν ἤρκει ἡ τοιαύτη ἐπίσημος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
1872δήλωσις; Τί ἐχρησίμευε πλέον τὸ ἔγγραφον διὰ τὸ γε-
1873γονὸς, ὅτι ἐζητήθη ἡ ἱκανοποίησις καὶ δὲν ἐδόθη ἐκ πρω-
1874τοβουλίας τοῦ Ὑπουργείου; Ἠδύνατο πλέον ν’ ἀμφισβη-
1875τηθῇ ἡ αἴτησις; ὄχι βέβαια. Καὶ ἰδοὺ, διατί εἶπον, ὅτι
1876ἐζητήθη τὸ ἔγγραφον, ὄχι ἵνα προσαχθῇ, ἀλλ’ ἵνα μὴ
1877προσαχθῇ.
1878Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε ἐκ τῆς σαθρότητος τῶν ἐπιχειρη-
1879μάτων τῶν ζητούντων τὸ ἔγγραφον, περὶ τοῦ ἀδικαιολο-
1880γήτου τῆς αἰτήσεως αὐτῶν, σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν ἄτοπον
1881ἀντίφασιν, εἰς ἣν περιέστη ἐπὶ τούτου ὁ ἔντιμος ἐκ Με-
1882σολογγίου Βουλευτής. Σᾶς εἶπεν, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐν τῇ
1883Ἀγγλικῇ Διπλωματίᾳ εἴθισται νὰ μεταχειρίζωνται συνε-
1884χῶς ἐπιστολὰς οἱ Ἄγγλοι Διπλωμάται, διότι πάντα τὰ
1885ἔγγραφα, ὅσα ἐπισήμως στέλλουσι, πάντα ἀνεξαιρέτως
1886δημοσιεύονται ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ, τῇ διανεμομένῃ εἰς
1887τὸ Κοινοβούλιον. Μόνον δὲ ὅσα εἶναι γεγραμμένα ἐν εἴδει
1888ἐπιστολῆς, ταῦτα δὲν δημοσιεύονται. Ἄρα ὅσα γράφουσιν
1889ἐν τύπῳ ἐπιστολῆς, τὰ γράφουσιν ἵνα μὴ δημοσιευθῶσιν.
1890Ἄρα ὁ κύριος Ἐπιτετραμμένος ἔγραψεν ἰδιαιτέρως ἵνα μὴ
1891δημοσιευθῇ ἡ ἐπιστολή του ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ. Ὅθεν,
1892ἀφοῦ δὲν ἤθελε νὰ δημοσιευθῇ αὕτη ἐκεῖ, πῶς εἶναι δυ-
1893νατὸν νὰ ἤθελε νὰ δημοσιευθῇ ἐνταῦθα;
1894Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι κύριος τοῦ μυστι-
1895κοῦ τῆς ἐπιστολῆς εἶναι ὁ γράψας, καὶ δὲν δύναται νὰ
1896δημοσιεύσῃ τις αὐτὴν ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτοῦ. Ἂν ὁ κ.
1897Ἐπιτετραμμένος ἤθελε τὴν δημοσίευσιν, μεθ’ ὅσα ἐλέχθη-
1898σαν, δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὴν ἢ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ
1899αὕτη;
1900Ἡ γενομένη παραβολὴ πρὸς τὴν ἐνώπιον ποινικοῦ Δι-
1901καστηρίου βραδεῖαν προσαγωγὴν ἐγγράφου, ὅπερ εἶναι
1902ἀπαράδεκτον, μόνη αὐτὴ ταπεινοῖ τὸ θέμα καὶ τὸ ἐπι-
1903χείρημα, καὶ εἶναι ἥκιστα ἀκριβής.
1904Ἀφοῦ λοιπὸν ἱκανοποίησις ἐζητήθη, τὸ κυρίως ἐξετα-
1905στέον ἦτο, ἂν ὠφείλετο τοιαύτη εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμ-
1906μένον τῆς Ἀγγλίας, προσβληθέντα ἐν γνώσει τῆς ἰδιότη-
1907τός του ὑπὸ ὀργάνου τῆς δημοσίας δυνάμεως τῆς Ἑλλη-
1908νικῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ κατωτάτου.
1909Μόνος ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Ἀντιπρόσωπος ἠμφισβήτησε
1910τὴν πρὸς ἱκανοποίησιν ὑποχρέωσιν. Εἶπεν, ὅτι ἤρκει ἡ
1911κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς Νόμους τιμωρία τοῦ προσβολέως.
1912Βεβαίως, ἂν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος προσεβάλλετο ἐν ἀγνοίᾳ
1913τῆς ἰδιότητός του, δὲν ὑπῆρχε περίστασις ἱκανοποιήσεως
1914αὐτοῦ· διότι ἡ ἱερότης καὶ τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ προσώπου
1915τοῦ Πρέσβεως ἐπάγεται ἐν τοιαύτῃ περιστάσει μόνον τὴν
1916αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου, ἀλλ’ οὐδεμίαν εὐθύνην τῆς
1917Κυβερνήσεως.
1918Οἱ Συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου λέγουσι τῳόντι,
1919ὅτι μόνον ὅταν προσβληθῇ ἐν τῇ ἰδιότητί του ὁ Ἀντι-
1920πρόσωπος ξένης Δυνάμεως, εἴτε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1921καθηκόντων του, εἴτε ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τούτων, ὀφεί-
1922λεται ἱκανοποίησις· ἀλλὰ λέγουσιν ἐπίσης, ὅτι ὀφείλεται
1923καὶ ὅταν προσβληθῇ ὑπὸ ὀργάνου τῆς Ἀρχῆς, ἐν γνώσει
1924τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ· διότι ἡ ἀλληλεγγύη τῶν ὀργάνων
1925τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ξένων Δυνάμεων δὲν εἶναι
1926ἀμφισβητήσιμος. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν προσβολήν, γενομένην
1927μετὰ τὴν γνωστοποίησιν τῆς ἰδιότητος τοῦ κ. Ἐπιτε-
1928τραμμένου εἰς τὸν χωροφύλακα παρὰ τούτου καὶ γενομέ-
1929νην παρ’ ὀργάνου τῆς Δημοσίας δυνάμεως.
1930Δὲν ἐχρειάζετο λοιπὸν χρόνος ἐκτελέσεως καθήκοντος,
1931ἵνα ἐπαχθῇ ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἱκανοποίησιν. Ἐν τοῖς
1932χρονικοῖς τοιούτων διενέξεων, κατὰ τὰς Διεθνεῖς σχέσεις,
1933θέλετε εὕρει πολλὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐζητήθη καὶ ἐ-
1934δόθη ἱκανοποίησις διὰ προσβολὴν γενομένην κατ’ Ἀν-
1935τιπροσώπου ξένης Δυνάμεως, ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητός
1936του, οὐχὶ δ’ ἕνεκα τῶν καθηκόντων του.
1937Ἐκ τῶν πολλῶν ἀναφέρω ἓν παράδειγμα.
1938Προσεβλήθη ἄλλοτε ὁ Πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας ἐν Λον-
1939δίνῳ Ματθαιὼφ ὑπὸ τῶν δανειστῶν του, ἐνῷ ἦτον ἤδη
1940μετατεθειμένος εἰς Ὁλλανδίαν. Μεταβαίνων εἰς περίπα-
1941τον ἐκρατήθη ὑπὸ Δικαστικοῦ κλητῆρος διὰ χρέη λιρῶν
1942300. Ἐσταμάτησαν τὴν ἅμαξαν αὐτοῦ, κατεβίβασαν αὐ-
1943τὸν τῆς ἁμάξης καὶ ἀφαιρέσαντες τὸν πῖλον καὶ τὴν
1944ῥάβδον αὐτοῦ, ὡδήγησαν εἰς κράτησιν ἐπί τινας ὥρας·
1945διότι ἐπὶ ἐγγυήσει φίλων του ἀπελύθη τάχιστα.
1946Ἕνεκα τῆς προσβολῆς ταύτης, μὴ γενομένης οὔτε ἐν
1947τῇ ἐκτελέσει καθηκόντων, οὔτε ἕνεκα τοιούτων, καίτοι
1948παυθέντων τῶν παραιτίων ὑπαλλήλων, ἐζητήθη παρὰ
1949τῆς Ῥωσσίας καὶ ἐδόθη ἱκανοποίησις, ἐπάγουσα τῳόντι
1950ταπείνωσιν τοῦ δίδοντος αὐτήν. Ἔπεμψε δηλονότι ἡ Βα-
1951σίλισσα τῆς Ἀγγλίας Ἄννα κατ’ ἀνάγκην εἰδικὸν Πρε-
1952σβευτὴν εἰς Ῥωσσίαν, ὅστις ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, παρι-
1953σταμένης τῆς Αὐλῆς καὶ ὅλου τοῦ Διπλωματικοῦ Σώμα-
1954τος, ἐν ἐπισήμῳ τελετῇ, οὕτως εἰπεῖν, διὰ προσφωνήσεως
1955πλήρους φράσεων ἐξιλαστικῶν, ᾐτήσατο συγγνώμην παρὰ
1956τοῦ Αὐτοκράτορος τοῦ Μεγάλου Πέτρου, ἐπὶ τῷ θλιβερῷ
1957γεγονότι τῆς προσβολῆς τοῦ Ἀντιπροσώπου του.
1958§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξέφρασε τὴν λύπην του.
1959§44ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἠτήσατο συγγνώμην. Καὶ οὐ μόνον
1960τοῦτο, ἀλλ’ ὁ Αὐτοκράτωρ, ἀπαντῶν εἰς τὴν μακρὰν
1961προσφώνησιν, ἔλεγε: «Θὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸν Ἀντιπρόσω-
1962πόν μου νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βασίλισσαν τῆς Ἀγγλίας,
1963ὅτι ἐνδίδων εἰς τὴν παράκλησιν αὐτῆς, ἀποδέχεται τὰς
1964συγχωρήσεις, ἃς ἐξ ὀνόματος αὐτῆς ἠτήσατο ὁ Πρέσβυς».
1965Τοῦτο ἀνέφερα, ἵνα δείξω ὅτι, ὅταν ἡ προσβολὴ ἐγένετο
1966ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητος παρ’ ὑπαλλήλου Δημοσίου, ἱκα-
1967νοποίησις τις ἠθικὴ ὀφείλεται πάντοτε.
1968Ὅτι λοιπὸν ἱκανοποίησις ὠφείλετο, δὲν ἦτο σπουδαίως
1969ἀμφισβητήσιμον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων
1970ὅτι ἡ ἱκανοποίησις, ἣν ὑπέστημεν, δὲν ἦτον ὑπερβολική.
1971Ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἦτον ὑ-
1972περβολικὴ ὅσον καὶ ἀλγεινή· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀ-
1973ποσοβηθῇ.
1974Ἠμφισβητήθη ἐπίσης, ὅτι, συνήθως ἐν τῇ πρακτικῇ, ὁ
1975προσβληθεὶς διατυποῖ τὴν ἱκανοποίησιν πρὸς ἀνόρθωσιν
1976τῆς γενομένης προσβολῆς. Ὁ Bluntschli ῥητῶς λέγει
1977τοῦτο· ἀλλὰ πρὶν αὐτὸς τὸ εἴπῃ, εἶχε γείνει τοῦτο δεκτὸν
1978ἐν τῇ πράξει. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ παρα-
1979δείγματα, διότι εἶναι τόσον πολλὰ καὶ τόσον ἀνεπίδεκτα
1980ἀμφισβητήσεως, ὥστε δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀρχὴν, μό-
1981νον ὅστις δὲν ἔλαβε καιρὸν ν’ ἀναγνώσῃ τὴν πληθὺν τῶν
1982τοιούτων περιστάσεων, ἢ ὅστις ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ τὴν ἀ-
1983λήθειαν κατὰ μέρος. Ἀναφέρονται μάλιστα παραδείγματα
1984μέχρις ἐσχάτων ἔτι, καθ’ ἃ ὁ προσβληθεὶς ἔχει τὸ δικαίω-
1985μα καὶ τῆς ἀμνηστεύσεως καὶ τῆς χάριτος τοῦ προσβο-
1986λέως, ὡς συνέβη παρ’ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν
1987φόρων τοῦ προσβαλόντος τὸν Πρέσβυν τῆς Γαλλίας
1988Ῥοὰν, ὁ ὁποῖος ἠτήσατο νὰ χαρισθῇ τὸ ὑπόλοιπον τῆς
1989ἑξαμήνου φυλακίσεως τοῦ καταδικασθέντος ἐνοικιαστοῦ,
1990δύω μῆνας μετὰ τὴν φυλάκισίν του.
1991Ὡς πρὸς τὴν τιμωρίαν τῶν προσβαλλόντων Πρέσβεις,
1992οἱ Νόμοι κατὰ μὲν τὸν ὁρισμὸν ὁμοιάζουσι μὲ τὸν Ἑλ-
1993ληνικὸν Νόμον, κατὰ τὰς ποινὰς δὲ ποικίλλουσι πρὸς
1994ἀλλήλους. Ἀλλὰ καί τοι ἔχουσι Νόμους τὰ Κράτη, ὅμως
1995ἐν προσβολῇ γινομένῃ ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητος, ἅμα ἤ-
1996θελε ζητηθῇ ἱκανοποίησις, μὴ ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ δίκαιον,
1997μηδὲ πληγώνουσα τὴν τιμὴν τοῦ ἱκανοποιοῦντος Κράτους,
1998δίδεται αὕτη προθύμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ὄργανα
1999διέπραξαν τὴν προσβολήν.
2000Ὁ τελευταῖος ὁμιλήσας, ὡς καὶ ἄλλοι, ἀνέφερον τὰς
2001χρηματικὰς ἀποζημιώσεις ὡς ἥσσονος ἀξίας ἱκανοποιή-
2002σεις. Ἐν τῇ βαθμολογίᾳ τῶν ἱκανοποιήσεων, ἡ ἀποζημί-
2003ωσις διὰ χρημάτων εἶναι βαρυτέρα, καί τοι διαφέρουσα
2004οὐσιωδῶς κατὰ τὴν αἰτίαν καὶ τὴν φύσιν τῆς προσβολῆς.
2005Εἶναι δὲ βαρυτέρα, διότι, πλὴν ἄλλων, περιέχει ἄρνησιν
2006τῶν Νόμων τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης αὐ-
2007τοῦ, δι’ ἧς μόνης ἠδύνατο νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ βλαβείς.
2008Ἀλλ’ ἂν ἐν τῇ βαθμολογίᾳ τῶν ἱκανοποιήσεων, ἡ ἀπο-
2009ζημίωσις διὰ χρημάτων εἶναι βαρυτέρα διὰ τὸν προσβο-
2010λέα, ἡ ἀναγνώρισις τῆς κυριαρχίας τῆς προσβληθείσης Κυ-
2011βερνήσεως καὶ ἡ ἀπονομὴ τοῦ ἀνήκοντος αὐτῇ σεβασμοῦ
2012διαιρεῖται, καὶ γινομένη μὲν ἁπλῶς εἶναι μικροτέρα, γι-
2013νομένη δὲ πανηγυρικῶς εἶναι μεγαλειτέρα.
2014Ἤδη, ἄν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἱκανοποίησιν, ἐρωτᾶ-
2015ται: ἂν ἠρνεῖτο τὴν ζητηθεῖσαν, θὰ ἀπέφευγεν αὐτήν;
2016Θὰ ἠγείρετο Διπλωματικὴ συζήτησις καὶ διαπραγμα-
2017τεύσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυ-
2018βερνήσεως. Ὅσῳ παρετείνετο ὁ χρόνος, τόσῳ θὰ ἐζητεῖτο
2019μείζων· διότι ἡ ἀξία τῆς ἱκανοποιήσεως δέον νὰ ἦναι ἄ-
2020μεσος καὶ ταχεῖα ἀναίρεσις τῆς προσβολῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ
2021Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξύ, θὰ ἤκουε τὰς παραστάσεις καὶ
2022τοὺς ὑπαινιγμοὺς καὶ τὰς βαρείας αἰτιάσεις τῆς Ἀγγλι-
2023κῆς. Ἄρθρα δριμέα κατὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνι-
2024σμοῦ θὰ ἐπλήρουν τὰ Ἀγγλικὰ φύλλα, τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ
2025τύπου χοροστατοῦντος. Ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ἀ-
2026γορεύσεις ἐπιθετικαὶ θὰ διηρέθιζον τὰ πράγματα, καὶ
2027μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπέκυπτεν εἰς ἱκανοποίησιν.
2028Νομίζετε, ὅτι τότε ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῆς ἤθελε προσβληθῆ
2029ὀλιγώτερον;
2030Ἐν τούτοις γνωρίζετε ὅτι εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν συγ-
2031χωρεῖται νὰ ἐξετάζῃ μονομερῶς ἓν δικαίωμα αὐτῆς, καὶ
2032ὁ συνδυασμὸς τῶν τυπικῶν πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα
2033ὑπαγορεύει τὴν ἐπικράτησιν συνήθως τούτων ἀπέναντι
2034παντὸς ἄλλου.
2035Ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς τὰ παραδείγ-
2036ματα τῶν δοθεισῶν ἱκανοποιήσεων εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῆς
2037Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῆς
2038Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, διὰ τὴν γενομένην προσβολὴν
2039εἰς τὰ ἐμβλήματα τοῦ Ἰταλικοῦ Προξενείου ἐν Μασσα-
2040λίᾳ καὶ τῆς Αὐστριακῆς πρεσβείας ἐν Ῥώμῃ, ἱκανοποιή-
2041σεων, καθ’ ἃς καὶ ἐκεῖ, παιανιζούσης τῆς μουσικῆς τὸν ἐ-
2042θνικὸν ὕμνον τῶν προσβληθεισῶν Ἐπικρατειῶν, ἐτοποθετή-
2043θησαν ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν τῶν Κυβερνήσεων τῆς Γαλλίας
2044καὶ τῆς Ἰταλίας τὰ ῥιφθέντα ἐμβλήματα.
2045Ἑρμηνεύοντες τοῦτο εἶπον τινὲς ὅτι ἡ κατὰ τῶν ση-
2046μάτων προσβολὴ εἶναι μεγαλειτέρα τῆς κατὰ τοῦ Πρέσ-
2047βεως, ἢ τοῦ Ἀντιπροσώπου. Ἀτυχὴς ἑρμηνεία· εἶναι ὡς
2048νὰ ἔλεγον ὅτι ἡ προσβολὴ ἔργῳ τοῦ προσώπου τοῦ Ἡ-
2049γεμόνος εἶναι μικροτέρα τῆς προσβολῆς τῶν σημάτων αὐ-
2050τοῦ. Ἡ νομοθεσία ἐν τούτοις δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην,
2051διότι τιμωρεῖ ἐκείνην μὲν διὰ θανάτου, ταύτην δὲ διὰ φυ-
2052λακίσεως μόνον μονοετοῦς.
2053§45Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ποταμιάνε....
2054§46ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
2055§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος μοὶ τὸ ἐπι-
2056τρέπει. Νομίζετε ὅτι, ἂν ἓν πρόσωπον προσβληθῇ καθ’ ὁ-
2057δὸν καὶ τὸ πρόσωπον αὐτὸ δὲν φέρῃ κανὲν χαρακτηρι-
2058στικὸν, καὶ ἂν ῥίψητε τὰ σήματα μιᾶς Πρεσβείας, εἶναι
2059ἓν καὶ τὸ αὐτό;
2060§48ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὐδαμῶς νομίζω τοῦτο. Στη-
2061ρίζεσθε εἰς περίστασιν, ἥτις δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν πα-
2062ροῦσαν.
2063Σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁμιλῶν
2064μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν ταραχῆς ἐν τῷ λόγῳ,
2065ἥτις παριστᾷ διαρκῆ τινα βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς, σᾶς
2066ἔλεγε: «Καὶ πῶς θέλετε νὰ ψηφίσωμεν; Θὰ ἦτο ὡς νὰ
2067ἐπαναληφθῇ, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ἡ
2068σκηνὴ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος». Ἂς ἦναι ἥσυχος
2069περὶ τούτου. Ἡ Βουλὴ αὕτη καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ
2070καὶ ἐννοεῖ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ἠξεύρει νὰ τὴν ὑψοῖ ὅ-
2071πως δεῖ. Αὐτὸς ὅμως, ἐνῷ ταῦτα ἔλεγε πρὸς τὴν Συμπο-
2072λίτευσιν, ἐπαναλάμβανεν ὅ,τι καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύ-
2073σει του εἶπε, καὶ ἀντιφάσκων ἐποιεῖτο ἔκκλησιν τῆς
2074ὑποθέσεως εἰς τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν καὶ ἐζήτει παρ’
2075αὐτῆς λύσιν, ἥτις νὰ μὴ προσβάλῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
2076Ἑλλάδος. Περιττὴ καὶ ἡ ἔκκλησις καὶ τὸ ῥητορικὸν
2077σχῆμα.
2078Βεβαίως, ἂν οὐχὶ πλειότερον, ἐπίσης τοὐλάχιστον καὶ
2079ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἠσθάνθημεν ἡμεῖς ἄλγος
2080βαθὺ ἐπὶ τῇ δοθείσῃ ἱκανοποιήσει, ὅπως ἠσθάνθημεν καὶ
2081ἀγανάκτησιν διὰ τὴν γενομένην προσβολὴν εἰς τὸν Ἀντι-
2082πρόσωπον τῆς φίλης, τῆς μεγάλης, τῆς εὐεργέτιδος, τῆς
2083τέως προστάτιδος Δυνάμεως. Ἀλλὰ προτοῦ ἐπικαλεσθῇ
2084τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν, θὰ ἔκαμνε καλὰ νὰ στερεώσῃ
2085τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φιλοπατρίαν, τὴν ὁποίαν παρασύρει ὡς
2086ἐλαφρὸν φλοιὸν ἡ πρώτη φορὰ τοῦ λόγου, τὸ πρῶτον
2087πνεῦμα τῆς ἐνταῦθα πολεμικῆς, παρασύρον καὶ αὐτὸν
2088καὶ ἐκείνην εἰς ἐπιθέσεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πατρίδος
2089του ἀπέναντι ξένων, καὶ εἰς ὕβρεις κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου.
2090Καὶ δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἀφοῦ ὁμιλεῖ περὶ πλειοψηφίας, ἥτις
2091φοβεῖται μὴ γείνῃ μορμολύκειον τοῦ Ὑπουργείου, περὶ
2092Ἀντιπροσώπων, οἵτινες δύνανται νὰ πνίξωσι τὰς κραυγὰς
2093τῆς συνειδήσεως αὐτῶν—δι’ ὃ συγχαίρει αὐτοὺς, ἀλλ’ οὐχὶ
2094καὶ τοὺς οὓς ἐκπροσωποῦσιν οὗτοι—δὲν ἐννοεῖ ὅτι τοι-
2095αῦτα λέγων δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται εὐθὺς καὶ νὰ ὁ-
2096μιλῇ περὶ φιλοπατρίας ἀμέσως ἔπειτα; Ἐπικαλεῖται τὴν
2097ἰδικήν μας φιλοπατρίαν; Ἡμεῖς καταγγέλλομεν τὴν ἰδι-
2098κήν του.
2099Ἡ συζήτησις αὕτη ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι λίαν ὠφέλι-
2100μος εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον
2101ἐπίσης, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ κατεφάνη, ὅτι τὰ αἰ-
2102σθήματα καὶ αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὸ
2103Ἀγγλικὸν Ἔθνος διατηροῦνται πάντοτε ἀκμαῖα, καὶ ὅτι
2104τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν ἐλησμόνησε τοὺς πολλοὺς δε-
2105σμοὺς τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ἀγάπῃ, ἣν οἱ Ἄγ-
2106γλοι ἐπεδείξαντο πρὸς αὐτό. Ἐλπίζει ὅτι ὅπως τὸ ἐνε-
2107στὼς συνεχίζει τὸ παρελθὸν, οὕτω τὸ μέλλον θὰ ἦναι
2108σύμφωνον τῷ παρελθόντι.
2109Μηδεὶς ὅμως ἂς εἴπῃ ὅτι ἂν ἐγίνετο ἔκκλησις εἰς τὴν
2110Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, αὕτη ἤθελε μετριάσει τὰς ἀπαι-
2111τήσεις τοῦ Ἐπιτετραμμένου αὐτῆς. Ὡς ὀρθῶς σᾶς εἶπεν
2112ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μέχρι τοῦδε δὲν ὑπάρχει παράδειγμα,
2113καθ’ ὃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπέῤῥιψε ἢ ἀνεκάλεσε τὴν
2114περὶ ἱκανοποιήσεως πρότασιν, ἣν Ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἐ-
2115ποιήσατο. Τὸ 1847 μικροῦ δεῖν ἐκηρύττετο πόλεμος με-
2116ταξὺ Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας διὰ προσβολὴν Ἄγγλου Προ-
2117ξένου, γενομένην παρὰ Γάλλου ἀξιωματικοῦ.
2118Βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν ἐγίνετο τοιαύτη ἔκκλησις, θὰ ἦ-
2119τον ἄγονος ἀπέναντι τῆς ἀρχῆς ἐκείνης τῆς Ἀγγλικῆς
2120Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ εἰκάσῃ τις, ὅτι τὸ Ἀγ-
2121γλικὸν Ὑπουργεῖον δὲν θεωρεῖ ὑπερβολικὴν τὴν ἀπαίτη-
2122σιν τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας, ὡς ἐθεώρησεν
2123αὐτὴν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ὅμως, καὶ ἂν τοῦτο φρονῇ
2124ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας, δι’ ἄλλου τρόπου θέλει ἀπο-
2125δείξει αὐτό.
2126Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἀπὸ καιροῦ εἰς
2127καιρὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπεβλήθη ἄλλοτε ἀπέναντι τῶν ξέ-
2128νων Δυνάμεων, διὰ περιστάσεις πολὺ ταύτης ἐλαφροτέ-
2129ρας, εἰς πολὺ βαρυτέρας ὑποχρεώσεις. Καὶ τοῦ Πατσιφίκου
2130καὶ τοῦ Σουλιὲ αἱ ἀποζημιώσεις, Διπλωματικῶς καὶ μετὰ
2131τόσα παθήματα γενόμεναι, ἐδείκνυον ὅτι αἱ Δυνάμεις τότε
2132ἔτρεφον πρὸς τὴν Ἑλλάδα πικρίαν τινὰ, ἥτις εὐτυχῶς ἤδη
2133ἐξέλιπεν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοιούτων πικρῶν περιπετειῶν
2134πολλὰ δύναται νὰ διδάσκηται.
2135Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ κλεισθῇ. Ἐξην-
2136τλήθη ἡ ἔρευνα πασῶν τῶν ὄψεων τῆς ὑποθέσεως. Ὁ
2137Λαὸς καὶ ἐπὶ τῇ γενομένῃ κατὰ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς
2138Μεγάλης Βρεττανίας προσβολῇ, ᾐσθάνθη δικαίαν ἀγανά-
2139κτησιν καὶ τὴν ὀδύνην τῆς ἱκανοποιήσεως βαθέως ἐπὶ
2140πολὺν χρόνον δὲν θὰ λησμονήσῃ. Εἰς ταῦτα ὅμως οὐδα-
2141μῶς ἔχει νὰ φέρῃ γνώμην διὰ τῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλή.
2142Δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδείξωμεν οὕτω τὰ πρὸς τὸ Ἀγ-
2143γλικὸν Ἔθνος ζωηρὰ ἀγάπης αἰσθήματα οὔτε τὴν διὰ
2144τὰ γεγονότα λύπην ἡμῶν. Ἡ Βουλὴ δὲν θεωρεῖ ποσῶς
2145τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου εἰς τὰ γενόμενα ἐνεχομένην·
2146ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐξέλθῃ τῆς συζητήσεως, σώζουσα τὴν
2147τιμὴν τοῦ Τόπου, τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κυβερνήσεως χω-
2148ρὶς νὰ φέρῃ γνώμην, καταδικάζουσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἢ
2149ἐπιδοκιμάζουσαν τὰ γενόμενα· ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἴπῃ ποτὲ,
2150ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι παραίτιος τῶν γενομένων, καὶ
2151τοῦτο πρέπει ποτὲ νὰ μὴ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Τοῦτο
2152ὑπαγορεύει καὶ ἡ ἀληθὴς τῆς Βουλῆς ἀξιοπρέπεια καὶ
2153ἡ ἀληθὴς φιλοπατρία (χειροκροτήματα).
2154§49ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ λάβω τὸν
2155λόγον μετὰ τὴν πολυλογίαν τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἐπὶ τοῦ
2156ζητήματος τούτου.
2157§50ΤΙΝΕΣ. Πόθεν;
2158§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων.
2159§52ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ γλῶσσα λανθάνουσα, τ’ ἀληθῆ λέ-
2160γει.
2161§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ πολύ, διότι δὲν
2162συμφέρει Ἐθνικῶς.
2163Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ
2164δικαιολογοῦντα τὸν πρωτοφανῆ ἐξευτελισμὸν τοῦ Ἔθνους
2165ὁλοκλήρου ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔχετε
2166παρὰ νὰ ἀναγνώσητε εἰς οἱονδήποτε συγγραφέα γράψαντα
2167περὶ διεθνοῦς δικαίου, ὅπως ἴδητε, ὅτι αἱ διαπραγματεύ-
2168σεις αἱ διπλωματικαί, γίνονται διὰ διακοινώσεων καὶ ἐπι-
2169στολῶν, ἀλλὰ οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη νὰ ἀποκαλέσῃ τὴν
2170διπλωματικὴν ἐπιστολὴν ἀπόῤῥητον ἰδιωτικὴν ἐπιστολήν,
2171μὴ δυναμένην νὰ κοινοποιηθῇ. Εὔχομαι νὰ μὴ τυπωθῇ
2172ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως μὴ γείνῃ τοῦτο γνω-
2173στὸν καὶ πέραν τῶν Ἀθηνῶν.
2174§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐτυπώθη ἤδη.
2175§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐτυπώθη εἰς τὴν «Ὥραν», τὴν ὁποίαν
2176σεῖς πολλάκις ἀπεκηρύξατε. Εὔχομαι νὰ διαγραφῇ, διότι
2177εἶναι πρωτοφανὲς νὰ μάθῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς κόσμος ὅτι ὁ
2178Πρωθυπουργός, διατελέσας καὶ ἐν διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ,
2179ἀπεκάλεσεν ἰδιωτικὴν ἐπιστολὴν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον
2180ὑπῆρξεν ἀφορμὴ νὰ τελεσθῇ τὸ λυπηρὸν ἐκεῖνο γεγονός.
2181Πάντες οἱ συγγραφεῖς ἀνεξαρτήτως ὁμολογοῦσιν, ὅτι τὸ
2182ἔγγραφον, δι’ οὗ συγκοινωνοῦσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ξέ-
2183νων Δυνάμεων μετὰ τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι Δημόσιον.
2184Ὁ de Cussy — καὶ μετ’ αὐτοῦ συμφωνοῦσι πάντες οἱ γρά-
2185ψαντες περὶ διεθνῶν ζητημάτων — λέγει ῥητῶς: Les affai-
2186res se traitent au moyen de Lettres, Notes, dépêches
2187ou rapports etc. Les lettres aussi bien que les no-
2188tes officielles signées sont usitées entre les ministres
2189publics et le gouvernement de l'Etat, auprès duquel ils
2190sont accrédités. Δηλαδὴ «ἡ διαπραγμάτευσις τῶν δια-
2191φόρων ὑποθέσεων γίγνεται δ’ ἐπιστολῶν, διακοινώσεων,
2192ἐκθέσεων κλπ. τῶν ἐπιστολῶν καὶ ἐπισήμων ἐνυπο-
2193γράφων διακοινώσεων ποιοῦνται χρῆσιν συνήθως οἱ ἀντι-
2194πρόσωποι τῶν ξένων Δυνάμεων ἐν τῇ ἀλληλογραφίᾳ αὑ-
2195τῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους παρ’ ᾧ εἰσὶ δια-
2196πεπιστευμένοι».
2197Βλέπετε, κύριοι, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ ἀναγνωρίζονται ὡς
2198Δημόσια ἔγγραφα καὶ κυριώτατα ὄργανα διαπραγματεύ-
2199σεως διεθνῶν ζητημάτων· ταῦτα ὁμολογοῦνται παρὰ πάν-
2200των, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Μὴ προσά-
2201γων δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στη-
2202ρίζεται ἡ ἀπονομὴ τῆς ἱκανοποιήσεως εἰς τὸν ἐπιτετραμ-
2203μένον, παραβαίνει ὄχι μόνον τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ
2204τὸν θεμελιώδη Νόμον.
2205Τὸ πρωτοφανὲς γεγονὸς, τὸ λαβὸν χώραν ἐπὶ τῆς Πλα-
2206τείας τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀρξάμενον παρὰ τὸν πευκῶνα,
2207ἔχει κυρίαν αἰτίαν παράλειψιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐζή-
2208τησα τὴν ἀνάκρισιν τὴν γενομένην ἐν τῇ Χωροφυλακῇ,
2209ὅπως ἀκούσωμεν καὶ τί εἶπεν ὁ χωροφύλαξ, τί λέγουν οἱ
2210μάρτυρες, ὅπως μορφώσωμεν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας.
2211Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
2212φρονοῦσιν ἴσως ὅτι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πιστεύουν
2213εἰς τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ κ. Ἀντιπροσώπου, ἐγὼ ὅμως
2214ὡς Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὰ πιστεύσω·
2215ἔχω μίαν μόνον ὑποχρέωσιν νὰ ἴδω ποῦ εἶναι τὸ δίκαιον
2216καὶ ἐκεῖ ἀναλόγως τοῦ δικαίου νὰ ἀποφανθῶ ἂν ἦναι
2217ὑπερβολικὴ ἡ τιμωρία ἢ ἂν ἦναι δικαία· ἀλλ’ ἵν’ ἀπο-
2218φανθῶ, πρέπει ν’ ἀκούσω ἀμφότερα τὰ μέρη. Ὁ κ. Πρωθ-
2219υπουργὸς δὲν προσήγαγε τὸ ἔγγραφον τῆς Μοιραρχίας,
2220διὰ νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρησεν εἰς
2221τὰ ἔσχατα· ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου ἐκ τῆς πρώτης Ὑπουργικῆς δια-
2222ταγῆς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ χωροφύλαξ τεταγμένος φρου-
2223ρὸς ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του ὡς στρατιώτης ἀπηγόρευσε
2224τὴν δίοδον εἰς ἄγνωστον, ὃν ἀπωθήσαντα καὶ ἀντιστάντα
2225μάλιστα, ἐτιμώρησε βαναύσως ὁ χωροφύλαξ Καλποῦζος.
2226Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, δι’ αὐτὸ δὲ
2227τιμωρεῖ αὐτὸν μὲ δίμηνον φυλάκισιν, καὶ ἀποπομπήν.
2228Ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρὸς τὸν
2229Ἐπιτετραμμένον, τότε δὲ ὁ Ἐπιτετραμμένος ζητεῖ μείζονα
2230τιμωρίαν· διὰ ποῖον λόγον; Ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος εἶχε
2231συμφέρον καὶ ἐπιθυμίαν νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ διεθοῦς
2232δικαίου, ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ Ἐπιτετραμμένος προσεβλήθη ὡς ἄ-
2233γνωστος παρὰ φρουροῦ, ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν του, δὲν
2234ἦτον ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Λυποῦμαι
2235διότι ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν σήμερον
2236ἀναγράφοντος νέον κανόνα, ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνά-
2237μεως, καὶ ἂν ὡς ἄγνωστος παρὰ τρίτου προσβληθῇ, τὸ
2238ζήτημα εἶναι διεθνές· ὁ τοιοῦτος κανὼν δὲν εἶναι ὀρθός.
2239Πάντες οἱ συγγραφεῖς ὁμολογοῦσιν ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος
2240ξένης Δυνάμεως, ἂν προσεβλήθη, ἀγνώστου οὔσης τῆς
2241ἰδιότητος αὐτοῦ, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς τοῦ ἰδιωτικοῦ
2242δικαίου, τιμωρεῖται δὲ ὁ δράστης, ἐὰν συλληφθῇ, αὐστη-
2243ρῶς, ὡς ὁρίζει ὁ Νόμος. Ἡ μεγάλη ὑποχώρησις τῆς Κυ-
2244βερνήσεως, ὁ μέγας ἐξευτελισμὸς δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἀνέ-
2245μελψαν τὸν Ἀγγλικὸν παιᾶνα ἐπὶ τῆς Πλατείας, τὸ ὅτι
2246ἐξηυτέλισεν ὁλόκληρον Σῶμα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ,
2247ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου πρὸ τῶν Ἀνακτόρων, ἀλλ’ εἶ-
2248ναι συγχρόνως ὅτι ἔγγραφον Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ὑπέ-
2249γραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
2250τικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ προσβαλὼν ἐν τῇ
2251ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του προσέβαλε τὸν Ἐπιτετραμ-
2252μένον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ, διότι δὲν ἐνόει τὴν
2253Ἀγγλικὴν γλῶσσαν. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἠναγκάσθη ἡ
2254Κυβέρνησις πιεζομένη νὰ τὴν ἀνατρέψῃ, ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ
2255ὅτι ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν εἶπε πρίν, δὲν ἦτον ἀλήθεια, ἦτο
2256ψεῦδος καὶ ἀπέδειξε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ψευδομένην
2257δημοσίᾳ ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου· διότι ἐν τῇ δευτέρα διατα-
2258γῇ του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ χωρο-
2259φύλαξ παραβαίνων τὸ καθῆκόν του ἐπὶ Δημοσίας ὁδοῦ
2260καὶ ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητός του ὡς ἀντιπροσώπου τῆς
2261Ἀγγλίας προσέβαλε τὸν κ. Νίκολσων.
2262Λυποῦμαι διότι ἀνέλαβον νὰ ἐλαφρύνουν τὸ σοβαρὸν
2263τοῦ γεγονότος Βουλευταὶ ἀξιότιμοι τῆς Συμπολιτεύσεως
2264Ἐννοῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις διέπραξε τὸ Ἐθνι-
2265κὸν αὐτὸ ἔγκλημα, τὸν ἐθνικὸν αὐτὸν ἐξευτελισμὸν, ἀλλ’
2266ἔχει τοὐλάχιστον τὴν ψευδῆ δικαιολόγησιν καὶ λέγει ὅτι
2267ἐπιέσθη, ἐφοβήθη ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελε
2268μὲ πιέσει περισσότερον καὶ τὸ ἔπραξα· ἀλλ’ οἱ Ἀντιπρό-
2269σωποι τοῦ Ἔθνους εἶναι ἀσύγγνωστοι, ἂν ἀπὸ τοῦ Βήμα-
2270τος τούτου ἢ διὰ τῆς ψήφου των ὑπερασπίζουν πρᾶξιν
2271τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις πιεζομένη ἔπραξε,
2272καὶ τὴν ὁποίαν ὁμολογεῖ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὡς ὑπερβο-
2273λικήν. Οἱ προλαλήσαντες ἐκ τῶν σοβαρῶν Ὑπουργικῶν
2274ἔφερον παραδείγματα ἱκανοποιήσεων. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐ-
2275δὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, ἔχουν σχέσιν πρὸς τὰ
2276σήμερον τελεσθέντα. Σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Κασιμάτης
2277ὅτι ἀνεκρούσθη ὁ ὕμνος ὁ Ἰταλικὸς ἐν Μασσαλίᾳ παρὰ
2278τῆς Δημοτικῆς μουσικῆς. Ἀλλὰ τοῦτο συνέβη, διότι εἶ-
2279ναι κανὼν ἀνεγνωρισμένος παρὰ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅτι
2280ἂν ὁ δράστης κατὰ Ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως ἢ
2281κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας ἑνὸς Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν
2282νὰ συλληφθῇ ἢ ἀνακαλυφθῇ, τότε γίνεται μία γενικὴ ἱκα-
2283νοποίησις réparation éclatante ὅταν ἀκαίρως καὶ ἐν οὐ
2284δέοντι ἐζήτησεν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας, χα-
2285ρακτηρίσας φαίνεται ὡς ἀνοχὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν μὴ
2286ἔγκαιρον ἔκφρασιν τῆς λύπης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ
2287ἀτυχὲς συμβάν. Ἐν Μασσαλίᾳ ἠγέρθη ὅλος ὁ λαὸς καὶ
2288κατέῤῥιψε τὰ σήματα τῆς Ἰταλίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
2289εὑρεθῇ ὁ ἔνοχος, καὶ ἐγένετο ἡ τοιαύτη ἱκανοποίησις,
2290ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐνόει νὰ
2291προσβάλῃ τὴν Ἰταλικήν. Σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ποταμιάνος
2292ἕτερον παράδειγμα ἐν Ἀγγλίᾳ συμβάν. Αὐτὸ στηρίζεται
2293εἰς ἕτερον ἐπίσης κανόνα τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὅτι, ἐφ’ ὅσον
2294ὁ δράστης μὲν συνελήφθη, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει Νόμος νὰ
2295τιμωρήσῃ τὸν δράστην, τότε ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται
2296νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν προσβλη-
2297θεῖσαν, δι’ ἄλλου τρόπου παρὰ διὰ τοῦ Νόμου.
2298§56ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ παράδειγμα τῶν τελωνοφυλάκων
2299τῶν Γάλλων τῶν παραβιασάντων τὰ ὅρια τῆς Σαρδη-
2300νίας ἵνα συλλάβουν λαθρεμπόριον ἐντὸς τοῦ Σαρδηνικοῦ
2301ἐδάφους, τὸ ἐνθυμεῖσθε; ὑπεχρεώθη ἡ Γαλλία νὰ πέμψῃ
2302ἔκτακτον ἀπεσταλμένον πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Σαρδηνίας
2303ἵνα ζητήσῃ συγγνώμην.
2304§57ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε,
2305συνέβη καὶ εἰς Βενετίαν καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα Κράτη,
2306ἀλλ’ ἱκανοποίησις τότε ἀρκοῦσα ἐθεωρήθη ἡ τιμωρία
2307τῶν δραστῶν, τὴν χάριν δὲ τῶν τιμωρηθέντων δραστῶν
2308ἐζήτησαν ἀμέσως οἱ ἴδιοι προσβληθέντες, ὥστε νομίζω
2309ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῆτε ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸν ζῆ-
2310λον τινῶν Ὑπουργικῶν συναδέλφων.
2311§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε δὲν θέλετε ψηφοφορήσει.
2312§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς
2313τὴν ψηφοφορίαν· ἐὰν γείνῃ ψηφοφορία, θὰ καταψηφίσωμεν
2314βεβαίως τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξηυτέλισε
2315τὸν Τόπον. Ἂν δὲν γείνῃ ψηφοφορία, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶ-
2316ναι τὸ ὀρθότερον καὶ λογικώτερον δι’ ὑμᾶς τοὺς Ὑπουρ-
2317γικοὺς καὶ πλειοψηφοῦντας, ὄχι δι’ ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι μένο-
2318μεν ἐλεύθεροι. Ἂν ψηφίσητε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν
2319θὰ σᾶς προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ψηφίσητε ἐναντίον τῆς
2320Ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυ-
2321πουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2322ἔπραξεν, εἶναι ὑπερβολικὸν καὶ παράλογον καὶ ὅτι ἠναγ-
2323κάσθη καὶ ἐπείσθη νὰ τὸ πράξῃ. Ἂν σεῖς ψηφίσητε σή-
2324μερον ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν, εἶσθε Ὑπουργικώτεροι τοῦ Πρω-
2325θυπουργοῦ· ἄρα σεῖς ἐξευτελίζετε κατὰ μείζονα λόγο
2326τὴν Ἐθνικὴν φιλοτιμίαν καὶ ἀξιοπρέπειαν· διότι ἡμεῖς
2327πρὸ πάντων εἴμεθα ἐνταῦθα φρουροὶ τῶν ἀπολύτων δι-
2328καιωμάτων τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας.
2329Τὰ ζητήματα τὰ διεθνῆ εἶναι λεπτά, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Κυ-
2330βέρνησις δὲν θὰ σᾶς ὠθήσῃ εἰς τὸ νὰ πράξητε πρᾶξιν,
2331ἥτις πλέον ἀνεξιτήλοις γράμμασι θέλει γραφῆ εἰς ὅλα τὰ
2332συγγράμματα τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τὰ ὁποῖα θέλουν συγ-
2333γράψει εἰς τὸ μέλλον. Ἀνοίξατε εἰς οἱονδήποτε συγγρα-
2334φέα τοῦ διεθνοῦς δικαίου, θὰ εὕρητε τὰ γεγονότα, τὰ ὁ-
2335ποῖα ὁ κ. Δημητρακάκης σᾶς ἀνέφερε καὶ τὴν ὑπόθεσιν
2336τοῦ 1848 καὶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Πατσιφίκου, καὶ θὰ ἴ-
2337δητε ἐκεῖ Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις ἀνδρικῶς ἀνθισταμένας
2338καὶ συζητούσας. Εἰς οὐδὲν Κράτος θὰ ἴδητε τὴν Κυβέρ-
2339νησιν πρόθυμον καὶ αὐτοβούλως προβαίνουσαν αὐτὴν εἰς
2340ἐξευτελισμόν, πάντοτε θὰ ἰδῆτε ὅτι ἔγεινε μακρὰ συζή-
2341τησις καὶ διαπραγμάτευσις καὶ ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις,
2342καὶ τὰ παραδείγματα τοῦ κ. Κασιμάτη καὶ Ποταμιά-
2343νου σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἂν ἀναγνώσητε τὰ σχετικὰ πρα-
2344κτικὰ τὰ δημοσιευθέντα εἰς διάφορα συγγράμματα, θὰ
2345ἴδητε ὅτι ἐγένοντο διαπραγματεύσεις ἐπὶ μῆνας δι’ ἐπι-
2346στολῶν τῆς αὐτῆς φύσεως, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κύριος
2347Πρωθυπουργός, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν, καὶ μετὰ ἕξ
2348μῆνας, μετὰ ἓν ἔτος, μετὰ δύω ἔτη ἐδόθη ἱκανοποίησις
2349καὶ ὄχι τόσον ἐξευτελιστικὴ οἵα ἡ δοθεῖσα παρὰ τῆς
2350Κυβερνήσεως. Ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις εἶναι πρωτοφανῶς,
2351ἐξευτελιστική, οὐδὲν ὅμοιον παράδειγμα, καὶ ἐλπίζω ὅτι
2352οὐδέποτε πλέον θὰ ἐπαναληφθῇ, θὰ εὕρητε εἰς οἱονδή-
2353ποτε σύγγραμμα· ποτὲ δὲν θὰ ἴδητε Κυβέρνησιν αὐτο-
2354βούλως ἑαυτὴν ἐξευτελίζουσαν καὶ ἀσυζητητεὶ εἰς τρόπον
2355τοιοῦτον ὡς ἐξηυτέλισεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν Ἑλ-
2356λάδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν.
2357§60Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, κύριοι, νὰ προσεγγί-
2358σωμεν εἴς τινα συνεννόησιν καὶ εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, ὅπως
2359καταλήξωμεν φυσικῶς τότε καὶ εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα,
2360τὸ ἐναντίον δηλ. τοῦ συμπεράσματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
2361ὁ κ. Ποταμιᾶνος ἐθεώρει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαραίτη-
2362τον. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ἐκ προοιμίων, ὅτι ὑ-
2363πάρχουσιν ἴσως ἀκόμη σπουδαιότεροι λόγοι τῶν προμνη-
2364μονευθέντων, ἐπιβάλλοντες, ἵνα χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς
2365Κυβερνήσεως καὶ χάριν τῆς ἐπικυρώσεως τῶν λόγων αὐ-
2366τῆς μὴ προβῶμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνό-
2367μισεν ὁ κ. Ποταμιᾶνος ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν· καὶ ἀρ-
2368χίζω ἀπὸ τοῦ συμπεράσματος τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ
2369προκειμένου, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ θὰ εἴπω κατόπιν ἴσως ὀλί-
2370γας λέξεις εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύ-
2371σαντα. Εἰς τί προκαλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν; Ἂν ἐπιδοκι-
2372μάζωμεν ἢ ἀποδοκιμάζωμεν τὴν τελευταίαν πρᾶξιν τὴν
2373ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος; ἀλλὰ τὴν ἀπεδοκίμα-
2374σεν ἡ Κυβέρνησις! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς
2375ὑπερβολικὴν τὴν τελευταίαν ἐκτελεσθεῖσαν ἀπαίτησιν τοῦ
2376κ. Ἐπιτετραμμένου· βεβαίως θὰ τεθῇ ἓν ζήτημα ὡρισμέ-
2377νον καὶ τὸ συμπέρασμα μιᾶς συζητήσεως πρέπει νὰ ἔχῃ
2378ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Μὴ ἆρά
2379γε θὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ὑπερβολικότη-
2380τος τοῦ συμβάντος τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος; ἀλλ’
2381ὡς πρὸς τοῦτο ὅσοι ὑπάρχουν Βουλευταὶ τόσαι γνῶμαι καὶ
2382τόσαι διαβαθμίσεις τῆς ὑπερβολικότητος δύνανται νὰ ὑ-
2383πάρχωσιν. Ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ βαθ-
2384μοῦ τῆς ὑπερβολικότητος, τὸν ὁποῖον ἀποδίδει ὁ κ. Πρω-
2385θυπουργὸς εἰς τὴν ἐπίδειξιν ἐκείνην, ἀλλὰ πιθανὸν ἴσως ἡ
2386ὑπερβολικότης αὐτὴ νὰ ᾖναι μείζων ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ
2387ἀποδίδω. Λοιπὸν ἂν πρόκειται περὶ ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀπο-
2388δοκιμασίας τῆς ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἐπιδεί-
2389ξεως, δὲν εἰξεύρω πῶς δύνασθε ὑμεῖς νὰ ἀποδοκιμάσητε
2390τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐπιδοκιμάζοντες τὴν πρᾶξιν ἐκείνην,
2391ἅμα κηρύττοντες ὅτι οὐδὲν εἶχε τὸ ὑπερβολικὸν ἡ ἐπίδει-
2392ξις. Δὲν εἰξεύρω ποίαν ἐξήγησιν δύναται νὰ δώσῃ τις εἰς
2393τοιαύτην ἐπιδοκιμασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκ προοιμίων ἀπέ-
2394κρουσεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ περὶ τίνος ἄλλης ἐπιδο-
2395κιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας πρόκειται; ὅταν θέσωμεν κατὰ
2396μέρος τὴν ἐν τῇ Πλατείᾳ ἐπίδειξιν, δηλαδὴ τὸ ἀποτέλε-
2397σμα, ἔχομεν τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων αὐτοῦ. Δὲν ἀντελή-
2398φθην καλῶς τὸν συλλογισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου
2399μου, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀποχωρίσῃ τὴν ἀποδοκιμα-
2400σίαν τῶν αἰτίων, ἀπὸ τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ ἀποτελέ-
2401σματος. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν
2402τῶν αἰτίων τῆς ἀναμφισβητήτως ὑπερβολικῆς ἐκείνης ἐπι-
2403δείξεως, ποῖον ἔχομεν αἴτιον γνωστόν, πιστοποιημένον παρὰ
2404τοῦ Πρωθυπουργοῦ; ἔχομεν τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρωθυπουρ-
2405γοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἐθεώρη-
2406σεν ὅτι προσέκρουσεν εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἁβρότητα, διότι
2407περιεῖχεν ἀντίθετα τῶν βεβαιώσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἔκθεσις
2408αὐτοῦ περιέχει, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ τοι-
2409αύτη σύνταξις ἐκείνου τοῦ ἐγγράφου ὑπῆρξε τὸ αἴτιον τῆς
2410ὑπερβολικῆς ἐκείνης ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξετελέσα-
2411μεν. Ἐν τῷ σταδίῳ λοιπὸν τῶν αἰτίων βεβαιούμενον παρὰ
2412τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχομεν μόνον τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ὡς
2413αἴτιον τῆς ἐπιδείξεως, καὶ ἡμεῖς μᾶλλον ὑπερασπίζομεν
2414ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶπον μὲν ὅτι
2415ὑπῆρξαν ἴσως καὶ ἄλλαι παραλείψεις, ἀλλὰ παραλείψεις,
2416αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀντιβαίνουσιν εἰς τὴν προσοχήν, τὴν
2417ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν καὶ δὲν προστρί-
2418βωσιν εἰς αὐτὴν ὄνειδος, παραλείψεις ὅμως, αἵτινες ἤθε-
2419λον βεβαιωθῆ μόνον διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων
2420διακοινώσεων τοῦ Ἐπιτετραμμένου. Ἀλλ’ ἂν μόνη παρά-
2421λειψις καὶ μόνον αἴτιον ἦτο τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τῆς Κυ-
2422βερνήσεως, τί θὰ ἀποδοκιμάσωμεν ἢ τί θὰ ἐπιδοκιμάσω-
2423μεν; Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς δι-
2424καιολόγησιν τῆς τελευταίας πράξεως πλαγίως τὸ ἀπεδο-
2425κίμασε, διότι ἴσως ὤφειλε νὰ τὸ ἀποδοκιμάσῃ. Δυνάμεθα
2426σήμερον νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ὅτι τὸ ἐπιδοκιμάζομεν; Τί ἠθέ-
2427λομεν εἰπεῖ ἐπιδοκιμάζοντες; ἀποδοκιμάζομεν πλειότερον
2428τὴν τελευταίαν πρᾶξιν.
2429Καὶ ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα ὅλων τῶν ὁμιλιῶν σας ἐπὶ
2430τοῦ προκειμένου; Τὸ πνεῦμα ὅλων τῶν ὁμιλιῶν σας εἶναι
2431νὰ ἀποδώσητε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς μίαν παραδρομὴν, μίαν
2432ἔλλειψιν ἐν τῇ συντάξει τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, διὰ νὰ
2433εἴπητε, ὅτι ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡ Ἀγ-
2434γλικὴ Κυβέρνησις εἶχον μίαν βάσιν καὶ δικαιολόγησιν,
2435καὶ ἡ δικαιολόγησις εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔ-
2436καμεν ὁ Ἐπιτετραμμένος, ὅτι ἡ παράλειψις ἐκείνη, ἡ ἐν
2437τῷ ἐγγράφῳ, ἦτο κατὰ τὴν ἰδέαν του καὶ τὴν ἰδέαν τῆς
2438Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως παράλειψις προσκρούουσα εἰς τὴν
2439πρὸς αὐτὸν ὀφειλομένην ἁβρότητα ἢ τὴν ἀλήθειαν. Λοι-
2440πὸν εἴμεθα, κύριοι, καὶ εἶσθε εἰς ἓν δίλημμα, εἰς μίαν στε-
2441νωπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔρχε-
2442ται νὰ σᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν στενωπὸν ταύτην· καὶ
2443δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δικαιολόγησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πο-
2444ταμιάνος ἔφερεν, ὅτι μετὰ τόσους λόγους καὶ τόσους ὀνει-
2445δισμοὺς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ κα-
2446ταλήξωμεν εἰς μίαν ψηφοφορίαν. Ἀλλοίμονον εἰς τὰς Κυ-
2447βερνήσεις, ἂν εἰς ὅλους τοὺς λόγους καὶ τὰς κατακρίσεις,
2448αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην γίνονται κατ’ αὐτῶν εἰς πᾶσαν
2449στιγμήν, ἦσαν πάντοτε ἠναγκασμέναι νὰ θέτωσι ζητήματα
2450εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ Διεθνοῦς ζη-
2451τήματος, καὶ τὸ ἀκανθῶδες τοῦ ζητήματος τὸ αἰσθάνεσθε
2452σεῖς αὐτοὶ, διότι δὲν θέλετε νὰ προκαλέσητε συμπεράσματα,
2453τὰ ὁποῖα προσκρούουσιν εἰς αὐτὰς ὑμῶν τὰς ὁμιλίας καὶ
2454τὰς πράξεις.
2455Καὶ λέγων ταῦτα, νομίζω, ὅτι εἶμαι λίαν συνεπὴς πρὸς
2456ὅσα εἶπον προχθὲς ἐν ἐκτάσει. Παρετήρησα τότε τὴν διά-
2457κρισιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν οἱ συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς
2458δικαίου ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν·
2459εἶναι καθήκοντα τοῦ αὐστηροῦ, οὕτως εἰπεῖν, δικαίου, ὑ-
2460ποχρεώσεις ἀπαραίτητοι, εἶναι καὶ ἄλλα καθήκον-
2461τα δευτερεύοντα ἢ ἀτελῆ· ὀνομάζουν καθήκοντα ἀτελῆ
2462τὰ καθήκοντα τῆς ἁβρότητος μεταξὺ τῶν Κρατῶν,
2463καὶ ἡ παραβίασις τῶν τοιούτων καθηκόντων ἀποτελεῖ
2464ἓν manques d’ égards· προσθέτουσι δὲ οἱ συγγραφεῖς,
2465ὡς λόγου χάριν ὁ Calvo, ὅτι ἐπὶ τῆς παραβιάσεως
2466τῶν τοιούτων καθηκόντων συνήθως μόνον ἀνταλλάσ-
2467σονται ἐξηγήσεις. Λοιπὸν ἐγὼ, ὁμιλῶν τότε, εἶπον, ὅτι
2468φαίνεται, ὅτι παράλειψίς τις τῶν τοιούτου εἴδους καθηκόν-
2469των ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἡ παράλειψις
2470τῶν τοιούτων καθηκόντων ἐπέφερε τὴν τελευταίαν ἀπαί-
2471τησιν τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἀλλὰ μήπως ὑμεῖς λέγετε τὸ ἐ-
2472ναντίον; Ὑμεῖς αὐτὸ τοῦτο εἴπατε, ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ
2473ἐκείνῳ ὁ Πρέσβυς ἐνόμισεν, ὅτι ὑπῆρξε παράλειψις τῆς
2474Κυβερνήσεως καὶ ὑμεῖς ἀπεδέχθητε τὴν διόρθωσιν διὰ τῆς
2475τελευταίας ὑπερβολικῆς ἐπιδείξεως. Καὶ ἠδυνάμην μὲν νὰ
2476ἔχω τὰς ὑπονοίας, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι τοιαῦται πα-
2477ραλείψεις, αἱ ὁποῖα ἐλαφρύνουν μᾶλλον τὴν θέσιν τῆς
2478Κυβερνήσεως· διότι, ἂν δὲν ὑπῆρξαν αἱ παραλείψεις, ἡ τε-
2479λευταία ἱκανοποίησις θὰ ἦτο ἔτι μᾶλλον ὑπερβολικὴ καὶ
2480ἀδικαιολόγητος, καὶ ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί σημαί-
2481νει, ἔτι μᾶλλον ὑπερβολική, ἀλλ’ ἐξήγησα διατί δὲν δύ-
2482ναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἡ δεῖνα συγκεκριμένη παρά-
2483λειψις. Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε: γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
2484σίς μου προσέκρουσε πρὸς ξένην Δύναμιν κατὰ τὸν δεῖνα
2485τρόπον; Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο παράλογον, ἐνόσῳ δὲν βλέ-
2486πομεν τὰ παράπονα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἑαυτὸν
2487προσβληθέντα. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχω μίαν γενικὴν ἰδέαν,
2488ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδειξέ τινα ὀλιγωρίαν πρὸς τὸν Ἐπιτε-
2489τραμμένον, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, πρέπει νὰ εἴπω ποίαν ὀλιγω-
2490ρίαν· ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ αἰτιάσεις τοῦ Ἐπιτετραμμένου ὑπῆρ-
2491χον βεβαίως ἐν τῇ ἐπιστολῇ, τὴν ὁποίαν ἐζητοῦμεν καὶ
2492ζητοῦμεν ὡς ἀναγκαίαν, καὶ ἡ ἐπιστολὴ δὲν προσάγεται,
2493εἰς τί καταλήγει τότε κατ’ ἀνάγκην πρὸ παντὸς συνε-
2494πῶς πρὸς τοὺς λόγους ἡμῶν, εἰς τί καταλήγει ἡ αἰτίασις,
2495ἵνα μὴ εἴπω ἡ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μομφὴ τῆς Ἀντι-
2496πολιτεύσεως; καταλήγει εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχει τὴν βά-
2497σιν, ὅπως στηρίξῃ ὡρισμένον συγκεκριμένον συμπέρασμα,
2498ἐπὶ τοιούτου ζητήματος· διότι, σὺ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρη-
2499σας, ὅτι δὲν ὀφείλεις καὶ δὲν δικαιοῦσαι νὰ προσαγάγῃς
2500τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα ἀσφαλῶς
2501νὰ στηριχθῶμεν. Λοιπὸν δὲν ὀφείλω ἄλλο τι νὰ πράξω,
2502παρὰ νὰ λάβω σημείωσιν τῆς δυσχερείας, τὴν ὁποίαν ἡ
2503Κυβέρνησις παρέσχεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως συνα-
2504γάγῃ ἐπίσημα ἀσφαλῆ συμπεράσματα.
2505Ἀλλά, κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιφέρω συντό-
2506μους τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου
2507συναδέλφου· ἔφερε τὸ παράδειγμα τοῦ 1709 τῆς ἱκανο-
2508ποιήσεως, τῆς δοθείσης παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως
2509πρὸς τὴν Ῥωσσικήν· ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς εἴπομεν, διατί
2510παρέσχετε ὀφειλομένην τινὰ καὶ πρέπουσαν ἱκανοποίησιν
2511τοῦ εἴδους ἐκείνου; ἀπεναντίας, παρατηροῦμεν, ὅτι ἐχρεω-
2512στεῖτε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πράξεως τοῦ χωροφύλακος
2513νὰ κάμητε πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν μίαν ἐπίσκεψιν, ὅπως ἐκ-
2514φράσητε τὴν λύπην ἡμῶν. Τοιοῦτόν τι ἦτο ἡ ἀποστολὴ
2515ἐκτάκτου Ἀπεσταλμένου τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Αὐτο-
2516κράτορα τῆς Ῥωσσίας. Καὶ δὲν δύναμαι, κύριοι, χάριν
2517τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἤθε-
2518λεν ἰσοδυναμεῖ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑ-
2519πουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τέλους μία ἐπίσκεψις πρὸς
2520τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἤθελεν ἰσοζυγίσει
2521ἐπὶ τοῦ προκειμένου μὲ τὴν ἀποστολὴν ἐκείνην εἰς τὴν
2522Ῥωσσίαν· ἀλλὰ παρέτρεξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ
2523τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη τῆς
2524Ἀγγλίας καὶ τῆς Ῥωσσίας. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο καὶ περὶ
2525ἀμφισβητήσεως τῶν προνομιῶν τῶν Πρέσβεων, καὶ ἠθέ-
2526λετε παρατηρήσει ὅτι, διότι παρελείφθη εἰς ἓν ἔγγραφον
2527ἡ μνεία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦται πρά-
2528ξεις προσκρούουσαι εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀπαραβιάστου
2529τῶν Πρέσβεων, ἀπῄτησε τότε ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις νὰ
2530τεθῇ ἡ τοιαύτη μνεία· εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἐνδιεφέρθησαν
2531καὶ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, διότι προσεβλήθη ὁ Πρέσβυς ἕνε-
2532κα χρεῶν ὑπὸ ὀργάνων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’
2533ἐνεργούντων παρανόμως, διὰ τοῦτο κυρίως, διότι ἐπρόκειτο
2534περὶ Πρέσβεως. Λοιπὸν τί σχέσιν ἔχει τὸ ἓν ζήτημα μὲ τὸ
2535ἄλλο; Ἐκεῖ πρὸ πάντων ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἀνα-
2536γνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῶν Πρέσβεων. Ἀλλὰ μήπως
2537εἴπατε, ὅτι ἐπράξατε τὴν ἱκανοποίησιν ἐκείνην, διὰ νὰ
2538ἀποκαταστήσητε τὴν τιμὴν ἢ τὰ δικαιώματα τοῦ Πρε-
2539σβευτοῦ; λέγετε ἐν τῷ τελευταίῳ ἐγγράφῳ σας, ὅτι δια-
2540τάσσεται ἡ ἐν τῇ Πλατείᾳ παράταξις, ὅπως παραδειγμα-
2541τίσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ προσβάλλουν τοὺς
2542φιλησύχως καὶ φιλονόμως διάγοντας. Αὐτὸ εἶναι ἀποκα-
2543τάστασις τῆς τιμῆς τοῦ Πρέσβεως; Δὲν εἰξεύρω, ἄν ἤθε-
2544λεν ὁ Ἐπιτετραμμένος λεπτολογήσει ἐπὶ τῶν ἐκφράσεών
2545σας αὐτῶν, ἄν δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς ταύτας ὑπῆρ-
2546χε μᾶλλον νέα ἔλλειψις ἁβρότητος πρὸς αὐτὸν, ἐνῷ ἡ
2547πρᾶξις καθ’ ἑαυτὴν ἐξηυτέλιζεν ἡμᾶς.
2548Ἐξεφράσθητε, ὡς ἄν ἐχρειάζετο νὰ πιστωθῇ ὅτι ὁ Πρέ-
2549σβυς τῆς Ἀγγλίας διάγει φιλησύχως καὶ πρέπει ἡ Χω-
2550ροφυλακὴ νὰ μάθῃ, ὅτι δὲν δικαιοῦται τόσον σκληρῶς νὰ
2551προσβάλῃ τοιούτους φιλησύχους ἀνθρώπους. Ἐὰν ἄλλως
2552ἤθελε κάμει ἡ Χωροφυλακὴ, ὅπως ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡ-
2553μεῖς ἠθέλομεν νὰ δώσωμεν, ἔστω καὶ μὲ μίαν ὑπερβολι-
2554κὴν ἐπίδειξιν, παραδειγματισμὸν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2555τοιαῦτα φιλήσυχα ὄντα προσβάλλουν. Καὶ ὡς τιμωρίαν
2556παραδειγματικὴν ἐχαρακτηρίσατε τὸ νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ
2557Στρατὸς ἢ ἡ Χωροφυλακὴ νὰ ἀκούσῃ τὸν Ἀγγλικὸν ὕ-
2558μνον ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος! (ἱλαρότης). Καὶ
2559ἐπειδὴ πρόκειται περὶ παραδειγματισμοῦ, ὀφείλομεν ἴσως
2560νὰ διδάξωμεν καὶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν νὰ ἀποστηθί-
2561σωσι τὰς πρώτας λέξεις τοῦ ὕμνου τοῦ Ἀγγλικοῦ, διὰ νὰ
2562ὑπομιμνήσκωσιν εἰς τοὺς χωροφύλακας, ἐν περιπτώ-
2563σει, καθ’ ἣν συμβῇ περίπτωσις παρομοία ἐκείνης, ἥτις
2564συνέβη ἐν τῷ Λυκαβηττῷ: «God save the Queen»! (ἱλα-
2565ρότης). Καὶ ἤθελον προκαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παι-
2566δείας, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ φροντίσωμεν, ἵνα οἱ συνεπαρχιῶ-
2567ται ἡμῶν ἀποστηθίσωσι τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ ὕμνου τοῦ
2568Ἀγγλικοῦ, ὥστε ἅμα χωροφύλαξ τις ἐπιχειρήσῃ κατά
2569τινος φιλησύχου ἀνθρώπου βανδαλικήν τινα ἐπίθεσιν, νὰ
2570ὑπενθυμηθῇ, ὅτι δύναται καὶ πάλιν νὰ ὑποστῇ τὴν φοβε-
2571ρὰν τιμωρίαν τοῦ νὰ ἀκούσῃ τὸν Ἀγγλικὸν ὕμνον, παρα-
2572τεταγμένος εἰς τὴν Πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἔ-
2573χω, κύριοι, νὰ κάμω καὶ μίαν παρατήρησιν, καὶ τοῦτο,
2574ἐπειδὴ εἰς ταύτην τὴν συζήτησιν συνάδελφος ἐκ τῶν νο-
2575μικῶν ἀνέφερεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ χρηματικὴ εἶναι
2576βαρυτέρα καὶ τῆς τοιαύτης ἱκανοποιήσεως. Ἀλλ’ ὄχι μό-
2577νον δὲν εἶναί τι προσβλητικὸν ἡ ἀποζημίωσις ἡ χρημα-
2578τικὴ, ἀλλ’ εἶναί τι ὀφειλόμενον εἰς τοιαύτας περιστάσεις
2579κατὰ τοὺς Κανόνας τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Ὅταν ὑπάλ-
2580ληλος τοῦ Κράτους ἐνεργήσῃ πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπι-
2581φέρει βλάβην εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου, τότε τὸ Δη-
2582μόσιον εἶναι ὑπεύθυνον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀστικοῦ
2583Δικαίου, διότι τότε ὑπάρχει ἡ κατὰ τοῦ προστήσαντος
2584ἀγωγὴ actio institoria κατὰ τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν ἐὰν
2585εἰς χωροφύλαξ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος βλάψῃ
2586ἀδίκως τὴν περιουσίαν εἴτε πολίτου εἴτε ξένου, ἔχει καὶ
2587ὁ πολίτης καὶ ὁ ξένος τὴν τοιαύτην ἀγωγὴν ὡς ἀπαίτη-
2588σιν νόμιμον κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδέποτε ὅμως δύνασθε
2589νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην νὰ δώσῃ
2590ἠθικὴν ἱκανοποίησιν. Ἐὰν, λόγου χάριν, ὁ χωροφύλαξ εἶ-
2591χεν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του καταστρέψει
2592τὰ ἐνδύματα ἢ θραύσει τὴν ῥάβδον τοῦ κ. Ἐπιτετραμμέ-
2593νου, ἡ χρηματικὴ ἀπαίτησις θὰ ἐπεβάλλετο κατὰ τοῦ Δη-
2594μοσίου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι συνένοχος προσβο-
2595λῆς τῆς τιμῆς. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ προσβολὴ τῆς πε-
2596ριουσίας καὶ ἄλλο ἡ προσβολὴ τῆς τιμῆς. Καὶ ὤφειλον
2597τὴν τελευταίαν παρατήρησιν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύ-
2598ριον Κασιμάτην, διότι εἶπε μὲν ἀληθῶς πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο
2599νὰ εἴπῃ ἐπὶ τόσον σαθρᾶς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὡς
2600σκανδαλώδη τὴν συνταύτισιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔκαμε
2601τοῦ χωροφύλακος πρὸς τὸ Κράτος. Παραδέχομαι λοιπὸν
2602μόνον, ὅτι ἔλαβε χώραν παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως,
2603προκαλέσασα τὴν τελευταίαν ἐπίδειξιν, ἀλλὰ ἐκφράζων
2604τὴν ὑπόνοιαν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ συνομολογήσω ὅ,τι
2605ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι δυνάμεθα νὰ διατυ-
2606πώσωμεν ὡρισμένην μομφὴν, μὴ ἔχοντες τὰ ζητηθέντα
2607ἔγγραφα, καὶ φρονῶ ὅτι ἂν θελήσωμεν νὰ ἐκφράσωμεν
2608οἱαδήποτε συμπεράσματα, αὐτὰ θὰ ἦναι μᾶλλον κατὰ
2609τῆς Κυβερνήσεως.
2610§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμά σας;
2611§62ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῶν συμπερασμάτων τοῦ κ.
2612Ποταμιάνου. Δὲν εἶσθε, φαίνεται, ἐξ ἀρχῆς ἐδῶ, κύριε
2613Μίληση.
2614§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
2615§64Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ἀληθῶς, ὅτι πρέπει
2616νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν
2617ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ παρῆλθε τοσοῦτον ἡ ὥρα
2618παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἑκατέρας τῶν πτερύ-
2619γων νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπομονήν των, διὰ νὰ ἀκούσωσι
2620καὶ τῶν ὀλίγων λέξεων, ἃς σκοπῶ νὰ εἴπω αὐτοῖς. Ἀνα-
2621γνωρίζω μὲν, ὅτι ἀληθῶς ἱκανὰς ὥρας παραμένουσι μέχρι
2622τῆς στιγμῆς ταύτης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ βεβαίως
2623τυγχάνουσι κεκμηκότες, χρεωστῶ ὅμως νὰ εἴπω τὰς λέ-
2624ξεις, τὰς ὁποίας μέλλω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν,
2625διότι ἀνέλαβον τοιαύτην ὑποχρέωσιν προχθὲς τὴν Τετάρ-
2626την, ὅταν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὑπαινιξάμενον τὰ
2627κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀπήντησα ἀμέσως, ὅτι, ἐὰν μοὶ δοθῇ
2628εὐκαιρία ἵνα ποιήσωμαι γνωστὰς εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώ-
2629μας μας, ἤθελε γνωσθῆ ὅτι μικρὸν διαφέρει ἡ ἐμὴ ἐπὶ τοῦ
2630προκειμένου γνώμη ἀπὸ τῆς γνώμης, ἣν ἐκεῖνος ἐξεδήλου
2631τότε.
2632Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἐ-
2633ρευνῶν πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς συζητήσεως
2634ταύτης προέκυψαν ἐν τῷ μέσῳ, νὰ περιορισθῶ δὲ εἰς μόνα
2635ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως προκαλεῖ
2636ἀναγκαίως πρὸς ἔρευναν καὶ συζήτησιν. Δὲν θέλω ἑπομένως
2637ἀσχοληθῆ νὰ ἐξετάσω τὸ καθαρῶς Διεθνὲς ζήτημα, ἐὰν ἡ
2638δοθεῖσα εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρετ-
2639τανίας ἱκανοποίησις ἦτον ἡ προσήκουσα ἢ οὔ· οὔτε τὸ
2640ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κυρίως χαρακτῆρος Διεθνοῦς,
2641ἀλλὰ στενῶς μετ’ αὐτοῦ συνδέεται, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πῶς
2642καὶ κατὰ τίνα τρόπον διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὰ τῆς
2643ὑποθέσεως ταύτης μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ περιῆλθεν, ἵνα
2644παράσχῃ τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἰ-
2645δίας πρωτοβουλίας ῥητῶς μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
2646δὲν ἤθελε παράσχει· οὐδὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀδεξιότητος περὶ
2647τὴν συζήτησιν, τὸ ἄνευ ἀνάγκης προκύψαν ἐν τῷ μέσῳ,
2648καὶ περὶ τὸ ὁποῖον εἴχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον ἐπιτα-
2649κτικὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ μακρὸν, ἤτοι τὸ ζήτημα μέ-
2650χρι τίνος ὁρίου ἐκτείνεται ἡ ἐλευθερία τῶν Ὑπουργῶν νὰ
2651προσάγωσιν ἢ καὶ νὰ ἀρνῶνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὰ ζη-
2652τούμενα ἔγγραφα. Θέλω παραιτήσει κατ’ ἀνάγκην καὶ αὐτὸ
2653τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν ἔχῃ
2654οὐδὲν τὸ ἐπισφαλὲς, οὐδὲν τὸ εὐπαθὲς, τὸ ὁποῖον ὅμως
2655ἔχει ἀξίαν, διότι ἐφάπτεται τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Κοινο-
2656βουλίου.
2657Τὸ ζήτημα τὸ καθαρῶς διοικητικὸν παρῆγεν ἐν ἡμῖν
2658τὴν ἀπορίαν, ἐὰν συνέπεσε νὰ προσενεχθῇ μετὰ βίας ἀδι-
2659καιολογήτου πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης
2660Βρετανίας ὁ χωροφύλαξ καὶ ἕνεκα τούτου τὸ γεγονὸς ἀ-
2661πησχόλησε καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡμᾶς, καὶ ἕνεκα τού-
2662του ἠναγκάσθημεν νὰ συζητῶμεν τόσας ἡμέρας· δὲν εἶναι
2663τάχα ἄξιον τῆς μερίμνης ἡμῶν νὰ μάθωμεν, μήπως πολ-
2664λοὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων δὲν ἔπαθον τοιαῦτα, μήπως
2665τὰ γενόμενα πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον δὲν ἐγένοντο
2666πολλάκις, καὶ δὲν προεκάλεσαν μέγαν λόγον ἐν τῇ κοινω-
2667νίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ; Μήπως ἡ ἀνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως
2668καὶ ἡ ἀτιμωρησία τῶν γενομένων κατὰ πολιτῶν Ἑλλή-
2669νων τοιούτων ἀδικημάτων, δὲν ἐπιβαρύνει αὐτὴν δι’ εὐθύ-
2670νης καὶ διὰ τὴν γενομένην πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον
2671προσβολὴν παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας; Ποῖα ἦσαν
2672τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν εἰς τοιαῦτα ἀδική-
2673ματα ἐκτραπέντων κατὰ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων ὀργάνων
2674τῆς Ἐξουσίας; Ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν πολλά-
2675κις ἐπαναληφθεισῶν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἀκόμη καταγγελιῶν
2676τῶν τοιούτων πράξεων; Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνερ-
2677γειῶν καὶ αὐτῆς τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, εἰς τὴν ὁ-
2678ποίαν πάντα ταῦτα τὰ ἀδικήματα πρὸ μακροῦ χρόνου
2679κατηγγέλθησαν;
2680Ἀλλὰ ὀφείλω, κύριοι, νὰ παραλίπω πάντα ταῦτα τὰ
2681ζητήματα. Ὀφείλω δὲ νὰ παραλίπω ταῦτα οὐ μόνον διὰ
2682νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν
2683ταύτην, ἀλλὰ καὶ διότι πλεῖστα τούτων λεπτομερῶς ἀ-
2684νεπτύχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολι-
2685τεύσεως. Ἄλλως, καὶ ἂν παραλειφθῇ ἡ ἔρευνα ἐκείνων τὰ
2686ὁποῖα τυχὸν δὲν ἀνεπτύχθησαν λεπτομερῶς ἢ ἐὰν ἀνα-
2687βληθῇ ἐπ’ ἄλλοτε, οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται εἰς τὸ Κράτος,
2688διότι δύναται νὰ γείνῃ ἐν ἄλλῳ χρόνῳ κεχωρισμένως τῆς
2689παρούσης συζητήσεως, ἐν ᾧ ἐὰν ἡ ἔρευνα αὕτη ἤθελε συν-
2690δεθῇ μετὰ τοῦ ζητήματος τούτου, πιθανὸν νὰ λάβῃ τὸν
2691χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως ἤθελε με-
2692ταδώσει εἰς ταύτην.
2693Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ ἐπιθυμία νὰ συντελέσωμεν εἰς
2694τὸ νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιθυ-
2695μία ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἀντι-
2696πολίτευσις, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξήγησαν ἤδη μέλη αὐτῆς, ἤτοι
2697νὰ μὴ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ Δημό-
2698σιον συμφέρον.
2699Ἡ ἐνεστῶσα Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν
2700νὰ μιμηθῇ τὴν πρό τινων ἐτῶν Ἀντιπολίτευσιν, οὐδ’ ἐλη-
2701σμόνησεν ὅσα ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου ἡμῶν
2702μᾶς κατέλιπε περὶ τῆς πορείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐ-
2703κείνης. Ἐὰν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις παρεληλυθότων χρόνων
2704ἐνόμιζον, ὅτι τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν περὶ ἐπικρατήσεως αὑ-
2705τῶν ἐν τοῖς ἐσωτερικοῖς πράγμασι πρέπει νὰ ἐκτείνωσι
2706πανταχοῦ καὶ πάντοτε, ἐὰν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐκεῖναι ἐ-
2707φρόνουν, ὅτι ἕνα μόνον εἶχον σκοπὸν καὶ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ
2708ἐπιδιώξωσι, καὶ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ θεωρῶσιν ὡς ἀποκλει-
2709στικὸν καὶ κύριον μέλημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸν σκο-
2710πὸν νὰ καταλάβωσι τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικὰ, καὶ δὲν πε-
2711ριώριζον τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα
2712διαγράφει τὸ Δημόσιον συμφέρον, ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ
2713χρόνου τούτου δὲν δύναται νὰ φανῇ ἐπιλήσμων τοῦ καθή-
2714κοντος, τὸ ὁποῖον ὡς Ἀντιπολίτευσις ἔχει, διὰ νὰ κατα-
2715δηλώσῃ καὶ κατὰ τοῦτο πόσον διαφέρει ἀπὸ ἐκείνους, οἵ-
2716τινες πρὸς τοὺς τότε Κυβερνῶντας ὡς Ἀντιπολιτευόμενοι
2717τοιαύτην μετῆλθον πολιτείαν.
2718Ὀφείλω δὲ νὰ κάμω λόγον καὶ περί τινος ὑπαινιγμοῦ,
2719οὐδὲ σκοπῶ νὰ ἀφήσω τὸν ἐλάχιστον ὑπαινιγμὸν, ὅτι οἱ
2720μετασχόντες μέχρι τοῦδε τῆς συζητήσεως ῥήτορες τῆς
2721Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένοντο ὑπαίτιοι τῆς μέχρι τῆς ἑσπέ-
2722ρας ταύτης παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ὑπαινιγμοῦ, τὸν
2723ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ δύω ἡμερῶν ἠθέλησε νὰ
2724ἀφήσῃ. Οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξεπλήρωσαν τὸ
2725καθῆκον, τὸ ὁποῖον οἱ λόγοι τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν
2726πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν μετέσχε τῆς συζητήσεως, ἐπέ-
2727βαλον εἰς αὐτούς. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις, προσελθοῦσα νὰ
2728ἀπαντήσῃ εἰς τὸν πρῶτον εἰσαγαγόντα τὴν ἐπερώτησιν
2729ἀξιότιμον Βουλευτὴν Εὐρυτανίας, κατήγγειλεν αὐτὴ αὕτη
2730τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς πρᾶξιν, βεβαιοῦσα τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ
2731ἱκανοποίησις, ἣν ἔδωκεν, ἦτον ὑπερβολικὴ, καὶ ὅτι ἐξ ἰδίας
2732πρωτοβουλίας οὐδέποτε ἤθελε προβῆ εἰς αὐτὴν, τίς δύ-
2733ναται νὰ ἐλέγξῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐὰν ἐπῆλθεν ἐν αὐ-
2734τῇ οὐχὶ ἁπλῇ ἐπιθυμίᾳ, ἀλλὰ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον
2735εἰς αὐτὴν νὰ ζητήσῃ νὰ γνωσθῇ διατί καὶ πῶς ἡ Κυ-
2736βέρνησις περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην; Μήπως ἡ Ἀν-
2737τιπολίτευσις δὲν ἐνθυμεῖται τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυ-
2738πουργοῦ, τῶν λόγων ὅμως τοὺς ὁποίους ἔλεγε πρὸς τὴν
2739Βουλὴν οὐχὶ ὡς Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὡς ἀντιπολιτευόμε-
2740νος; Μήπως δὲν ἐνθυμεῖται ἡ Ἀντιπολίτευσις μετὰ πό-
2741σης δυνάμεως καὶ μετὰ πόσης ὀργῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2742ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπέκρινε τοὺς ἄλλοτε Κυβερνήτας,
2743διδάσκων αὐτοὺς ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη δὲν πρέπει νὰ δει-
2744λιῶσι διὰ νὰ παραστήσωσι τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ταύτην
2745ἀμφισβητῶσι τὰ μεγάλα Κράτη, καὶ ὅτι, ἐὰν δουλικῶς
2746ἀποδέχωνται πᾶν ὅ,τι τὰ μεγάλα Κράτη ἀπαιτήσωσι,
2747τοῦτο εἶναι δουλοφροσύνη, ἡ δὲ δουλοφροσύνη ἐγείρει τὴν
2748περιφρόνησιν τῶν μεγάλων Κρατῶν πρὸς τὰ μικρὰ Κρά-
2749τη, ὅτι ἡ σχέσις τοῦ περιφρονοῦντος πρὸς τὸν περιφρονού-
2750μενον εἶναι σχέσις ὀλεθρία ἐπὶ πάντων τῶν συμφερόντων
2751τοῦ Τόπου; Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα μᾶς προήγα-
2752γεν ἐν τῷ μέσῳ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2753Εὔλογον λοιπὸν ἦτο νὰ ἐρωτήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις πῶς
2754συνέβη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη; Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἀν-
2755τιπολιτευόμενοι παρίσταντο ὑπερήφανοι, λέγοντες πρὸς τοὺς
2756τότε Κυβερνήτας διατί νὰ μὴ προστατεύσητε τὴν ἐθνικὴν
2757τιμήν; — καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν προσεβάλλετο — αὐτοὶ οἵτινες
2758ἔλεγον τότε διατί ν’ ἀκούσητε συμβουλὰς ἰσχυρῶν; — καὶ
2759ποῦ; ἐκεῖ ὅπου ἐκεῖνοι, οἵτινες μᾶς συνεβούλευον, ἐνήρ-
2760γουν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων — δὲν ἦτον εὔλογον νὰ
2761ἐρωτήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις πῶς σεῖς, ἀφοῦ χαρακτηρίζετε
2762τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν ὑπερβολικὴν, ἀφοῦ ὁμολο-
2763γεῖτε, ὅτι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας δὲν ἠθέλατε παράσχει
2764αὐτὴν, πῶς ἐσπεύσατε ἀσυζητητεὶ νὰ παράσχητε αὐτήν;
2765Διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἂς μὴ παρεξηγήσῃ ὅσα εἶπον περὶ τῆς
2766παρατάσεως τῶν συζητήσεων, οὐδ’ ἕνεκα τούτου νὰ ἐλέγξῃ
2767τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἐπεβλήθη αὐτοῖς
2768ἡ συζήτησις ἀπὸ τὴν ἀδέξιον διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως,
2769ἥτις προεκλήθη ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2770οὗ ἕνεκα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκον, ὅ-
2771περ ἦτον ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν, ἔσπευσε νὰ μεριμνήσῃ
2772περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου.
2773Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔχω νὰ πραγματευθῶ περὶ τῶν ζητη-
2774μάτων τούτων, δὲν δύναμαι νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, διότι
2775ὀφείλω ἵνα διαγράψω καὶ προσδιορίσω τὴν θέσιν τῆς
2776Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διερμη-
2777νεύων κατὰ τοῦτο τὸ φρόνημα πάντων τῶν ἀξιοτίμων
2778μελῶν αὐτῆς.
2779Ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζει, ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτῆς δὲν εἶναι
2780ἀπεριόριστος, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν καὶ ἐπικρίνειν
2781τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦναι ἀπόλυτον καὶ ἀπεριό-
2782ριστον ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων τῆς διοικήσεως τῆς ἐσω-
2783τερικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοῦτο περιορίζεται, ὅταν πρό-
2784κηται νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παράγουσιν
2785αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας.
2786Τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν τοιούτων
2787σχέσεων δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀπόλυτον· ἔχει δὲ δικαίωμα
2788ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν
2789ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸ ἐπι-
2790τρέπουσι. Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ
2791καθαρῶς Διεθνοῦς ζητήματος, ἐὰν ἡ δοθεῖσα πρὸς τὸν κ.
2792Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἱκανοποίησις
2793εἶναι προσήκουσα ἢ εἶναι ὑπερβολικὴ, ὅτι ἡ ἀπόφασις
2794αὕτη δὲν προσήκει ἡμῖν σήμερον. Ἐὰν σήμερον προεβαί-
2795νομεν εἰς ὡρισμένην ἀπόφασιν καὶ γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρ-
2796νησις, κακῶς ποιοῦσα, ἔδωκεν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔ-
2797κρινεν ὑπερβολικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξ οἰκείας προαιρέσεως
2798δὲν ἤθελε δώσει, ἐὰν ἀπεφαινόμεθα καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως,
2799ὅτι τὴν θεωροῦμεν ὑπερβολικὴν τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην,
2800ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὑπὸ οἱανδήποτε ἔννοιαν καὶ ἂν ἤθε-
2801λεν ἐξενεχθῆ, ἤθελεν ἀναιρέσει τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Κυ-
2802βερνητικῆς πράξεως. Ἤθελεν ἀναιρέσει αὐτὸ καὶ ἂν ἀπε-
2803φαίνετο ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἀληθῶς ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ δο-
2804θεῖσα ἱκανοποίησις, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2805Ἀλλ’ ἤθελε μειώσει τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τῆς ἱκανοποιήσεως,
2806καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας δὲν ἦτο τοιαύτη,
2807καὶ ἐὰν ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας ἦτο ἀποδοκιμαστικὴ
2808τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν ἀπεφαίνετο ἡ
2809πλειοψηφία, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις δὲν ἦτο ὑπερβο-
2810λική. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὰς σχέσεις πρὸς τὸ Κράτος,
2811τὸ ὁποῖον ὑπέλαβεν ἑαυτὸ προσβληθὲν, δὲν εἶναι ἀδιάφο-
2812ρον νὰ παραστῇ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀποφαινομένη,
2813ὅτι ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ δοθεῖσα αὐτῷ ἱκανοποίησις, ἢ καὶ
2814ἀποφαινομένη, ὅτι δὲν ἦτο ὑπερβολικὴ, ἀφοῦ ἀπέναντι τῆς
2815τοιαύτης γνώμης τῆς πλειοψηφίας ἤθελε παρασταθῆ ἡ
2816μειοψηφία, ἔχουσα ἀντίθετον ταύτης γνώμην.
2817Ἡ τοιαύτη γνώμη τῆς πλειοψηφίας θὰ ἀπετέλει μείω-
2818σιν τῆς ἠθικῆς ἀξίας τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρ-
2819νησις ἔπραξε, διεξάγουσα τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς
2820ἄλλο Κράτος, ἀντιπροσωπεύσασα κατὰ τοῦτο καὶ τὴν
2821πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ
2822παράστασις μειοψηφίας, ἐν ᾗ περιπτώσει μόνη ἡ μειοψη-
2823φία ἤθελεν ἐκφράσει ἀντίθετον γνώμην, θέλει μειώσει ὡ-
2824σαύτως τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τῆς πράξεως, καὶ ἡ μείωσις, ἥτις
2825ἤθελεν ἐπέλθει, θὰ ἦτο μᾶλλον ἐπαισθητὴ, διότι καὶ
2826αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὕτως ἐχαρακτήρισε τὴν δοθεῖ-
2827σαν ἱκανοποίησιν, οὐδεμίαν προβάλλων δικαιολογίαν οὐχὶ
2828ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ προσβληθὲν Κρά-
2829τος, τῶν καὶ προσδιορισάντων τὸ εἶδος τῆς ἱκανοποιήσεως,
2830τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν, ἔκρινεν ὅμως ὑπερ-
2831βολικήν.
2832Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ κυρίως ζη-
2833τήματος, τοῦ ζητήματος ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνη-
2834σις ἔπραξε, δοῦσα τὴν ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν, ἡ Ἀντι-
2835πολίτευσις δὲν δύναται νὰ προτρέψῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφέ-
2836ρῃ γνώμην. Διὰ τοῦτο οὐδὲ θέλει ὑποβάλει ἡ Ἀντιπολί-
2837τευσις θέμα, οὔτε θέλει ζητήσει νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν
2838γνώμην της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν παρακαλῶ
2839τὴν πλειοψηφίαν νὰ μιμηθῇ καὶ αὕτη τὴν τακτικὴν ταύ-
2840την τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις
2841τοιαύτην μετέρχεται τακτικὴν, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ἰδίαν
2842αὑτῆς εὐθύνην, οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει, εἰμὴ νὰ δηλώσῃ
2843τὴν γνώμην της καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἀφίνει δὲ αὐτὴν
2844κυρίαν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ, διότι ὅ,τι δήποτε πράξῃ,
2845θέλει τὸ πράξει ὑπὸ ἰδίαν αὑτῆς εὐθύνην. Ἑπομένως δὲν
2846ἔχομεν οὐδὲν συμφέρον διὰ νὰ ἱκετεύσωμεν ἢ ἐξορκίσωμέν
2847τινα νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἡμεῖς, μὴ θέλον-
2848τες νὰ προβῶμεν εἰς πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ
2849μᾶς ζητηθῶσιν εὐθύναι, ἀπέχομεν τῆς πράξεως ταύτης.
2850Ἐξαγγέλλομεν μάλιστα τὴν γνώμην μας καὶ πρὸς τοὺς
2851ἄλλους, ἂν θέλωσι νὰ ἀπέχωσι καὶ οὗτοι, καὶ ἂν δὲν
2852δυνάμεθα νὰ ἀναγκάσωμεν αὐτοὺς νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν
2853γνώμην ἡμῶν, κατ’ ἴσον λόγον δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ
2854πράξωμεν ἄλλο τι, ἢ νὰ συστήσωμεν εἰς αὐτοὺς νὰ μιμη-
2855θῶσι τὸ παράδειγμα ἡμῶν.
2856Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ στενῶς μετὰ τοῦ
2857εἰρημένου ζητήματος συνδεομένου, τοῦ ζητήματος τῆς εὐ-
2858θύνης καὶ τοῦ ἐλέγχου ἑκάστης τῶν κατὰ μέρος πράξεων
2859τοῦ Ὑπουργείου, τὰς ὁποίας τοῦτο μετῆλθε διὰ νὰ διε-
2860ξαγάγῃ τὴν περὶ ἱκανοποιήσεως τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου
2861τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ὑπόθεσιν, τοῦ ζητήματος τῆς
2862ἐρεύνης, εἴτε τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνεκοινώθη-
2863σαν εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουρ-
2864γείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁ-
2865ποῖον ἐῤῥύθμισε καὶ ἐκανόνισε τὰς ἄλλας σχέσεις αὐτοῦ
2866πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας,
2867καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου—μ’ ὅλον ὅτι τὸ ζήτημα
2868τοῦτο παρουσιάζεται εἰς τὸν γυμνὸν ὀφθαλμὸν ὡς ζήτημα
2869μᾶλλον ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ὡς ζήτημα ἐλέγχου Κοι-
2870νοβουλευτικοῦ—καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλομεν
2871ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν προεῖπον ὅτι
2872ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήμα-
2873τος τοῦ κυρίως Διεθνοῦς.
2874Ἡ κρίσις τῆς διεξαγωγῆς τῶν πράξεων τῆς Κυβερνή-
2875σεως, αἵτινες ἐφάπτονται ἀμέσως εἴτε τῶν συμβάντων εἰς
2876τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἐξ ὧν
2877ἐπῆλθεν ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ πρὸς ἱκανοποίησιν, εἴτε τῶν δο-
2878θεισῶν πληροφοριῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεκοινώθη εἰς τὸν
2879κ. Ἐπιτετραμμένον ἡ γνώμη ἢ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς δο-
2880θείσης εἰς αὐτὸν ἱκανοποιήσεως, πάντα ταῦτα τὰ ζητή-
2881ματα, ἡ ἔρευνα πασῶν τούτων τῶν πράξεων, μοὶ φαίνον-
2882ται συνδεόμενα στενῶς μετὰ τοῦ κυρίως Διεθνοῦς ζητή-
2883ματος, οὐχὶ μόνον διότι ὁ ἀποφαινόμενος καὶ ἐπικρίνων
2884ὡρισμένην πρᾶξιν ἐκ τῶν πράξεων τούτων τῆς διεξαγω-
2885γῆς τῆς ὑποθέσεως καταλήγει ἀφεύκτως εἰς τὸ συμπέρα-
2886σμα ὅτι, ἂν αἱ πράξεις αὗται δὲν ἐπράσσοντο ὡς ἐπρά-
2887χθησαν, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἔπρεπε νὰ πραχθῶσι, δὲν
2888ἤθελε προκύψει ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ὅπως χορη-
2889γήσῃ τοιαύτην ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκόμη ἡ
2890ἔρευνα ἑκάστης τῶν πράξεων τούτων πρέπει βεβαίως νὰ
2891συνδεθῇ μετὰ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, καὶ
2892ἡ γνώμη ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐπί τινος πράξεως ἤθελε
2893περιλάβει σιωπηρῶς τὴν ἐπίκρισιν καὶ τῆς πολιτείας τοῦ
2894κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας.
2895Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι οὔτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
2896του πρέπει νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς·
2897διότι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἤθελεν
2898εἶναι ἐπιδοκιμαστικὴ ἐντελῶς τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουρ-
2899γείου, ἤθελε συγχρόνως ἐκδηλωθῆ ἐπισήμως καὶ ἡ ἐναν-
2900τία γνώμη ἱκανοῦ ἀριθμοῦ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις
2901ἤθελε μειώσει τὴν ἀξίαν τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας.
2902Ἡ τοιαύτη δὲ διχογνωμία τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὴν
2903ἐπίσημον ἔκφρασιν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ ἐπι-
2904φέρῃ ἀληθῆ μείωσιν τῆς ἠθικῆς ἀξίας τῆς ἱκανοποιή-
2905σεως, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, ἢ ἠδύνατο
2906νὰ θεωρηθῇ ὑποδηλοῦσα καὶ οἱανδήποτε γνώμην ἐπὶ τῆς
2907πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ
2908προσβληθέντος Κράτους. Ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι πρέπει
2909νὰ ἀπέχωμεν πάσης τοιαύτης ἀποφάνσεως, καὶ συμβου-
2910λεύομεν καὶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ νὰ ὠθήσῃ
2911τὴν Βουλὴν εἰς ἐπίσημον ἀπόφασιν, εἴτε ἐπὶ τοῦ ὅλου
2912τῶν πράξεων τῶν ἀποτελουσῶν τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἱκα-
2913νοποιήσεως, εἴτε ἐπὶ ὡρισμένων κατὰ μέρος πράξεων ἐκ
2914τῶν συνιστωσῶν τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ
2915κ. Ἐπιτετραμμένου. Εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν μάλιστα δὲν
2916φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ λόγος τις δυνάμενος νὰ δι-
2917καιολογήσῃ τῆς Συμπολιτεύσεως τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἂν
2918μόνη ἡ Συμπολίτευσις ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ δώσῃ εἰς τὸ Ὑ-
2919πουργεῖον ἐπίσημόν τινα ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ λεχθέντα περὶ
2920τῆς τακτικῆς τοῦ Ὑπουργείου καὶ περὶ τῶν πράξεων αὐ-
2921τοῦ δὲν ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὅτι αὕτη ἐγ-
2922κρίνει καὶ ἐπικυροῖ πάσας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως,
2923ἡ ἀπόδειξις αὕτη, δι’ ἧς ἤθελεν ἐφοδιάσει τὸ Ὑπουργεῖον,
2924οὐδαμῶς δύναται νὰ ἀποβῇ λυσιτελὴς εἰς αὐτὸ, διότι δὲν
2925δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς Ἀντι-
2926πολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγον ἢ ἤθελον ἐπιφέρει ἀντί-
2927θετον κρίσιν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία ἤθελε φέ-
2928ρει. Οὐδ’ ἤθελε διδάξει τὴν κοινωνίαν καινόν τι ἡ τοι-
2929αύτη ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας, διότι γνωστὸν εἶναι ὅτι τὸ
2930Ὑπουργεῖον ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν πλειόνων μελῶν τοῦ
2931Κοινοβουλίου· ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία εἶναι ὑπὲρ
2932αὐτοῦ, φυσικὸν εἶναι ἡ πλειοψηφία αὕτη νὰ ἐκδώσῃ καὶ
2933μεταβιβάσῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοιαύτην πιστοποίησιν, ἐγ-
2934κρίνουσαν καὶ ἐπικυροῦσαν τὰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἱκανο-
2935ποιήσεως τοῦ κυρίου Ἐπιτετραμμένου ἀφορώσας καὶ γενο-
2936μένας ὑπ’ αὐτοῦ πράξεις. Ἤθελεν ὅμως ζημιώσει καὶ
2937αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς εἰσηγητὴς
2938τῆς πλειοψηφίας, ἤθελεν ἀναλάβει τὴν εὐθύνην τοῦ γεγο-
2939νότος· ἂν, διὰ νὰ πορίσῃ τοιοῦτον ἀσήμαντον κέρδος εἰς τὸ
2940Ὑπουργεῖον, ἡ πλειοψηφία ἐπιμείνῃ, ἀντὶ νὰ κλείσῃ ἡ
2941συζήτησις ἄνευ ἀποφάσεώς τινος, ἐπιμείνῃ νὰ προκαλέσῃ
2942ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ἀπόφασις αὕτη θέλει εἶσθαι
2943πράγματι ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας, καὶ οὐχὶ ὁμόθυμος
2944γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου· διότι ἀπέναντι τῆς γνώμης τῶν
2945μελῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειοψηφίαν, καὶ τὰ ὁποῖα
2946ἤθελον καταρτίσει τὴν ἀπόφασιν, ἤθελεν ὑπάρχει ἡ γνώμη
2947τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας. Ἑπομένως ἤθελε παρασταθῇ
2948διαφωνία ἀληθὴς ἐπὶ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω
2949ὅτι ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία
2950διαφωνία. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη τις ἔκφρασις γνωμῶν ἐπάγῃ
2951ζημίαν εἰς τὰ Δημόσια συμφέροντα, τὸ πολιτικὸν κέρδος,
2952τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ἐλπίζει νὰ συγκομίσῃ ἐκ τῆς
2953τοιαύτης αὐτῶν ἐπιμονῆς καὶ προτάσεως, θέλει εἶσθαι ἀ-
2954σήμαντον πρὸ τῶν ἀληθῶν αὐτοῦ συμφερόντων, θέλει δὲ
2955εἶσθαι ἀληθῶς λυπηρὸν, ἂν ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύ-
2956ναμιν νὰ ὑποτάξῃ τὴν δίψαν τοῦ τοιούτου κέρδους εἰς τὸ
2957Δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις
2958τῶν συζητήσεων, χωρὶς νὰ παρασταθῇ τὸ Κοινοβούλιον
2959διαφωνοῦν ἐπὶ τῶν ἀποτελούντων τὰς λεπτομερείας τῆς
2960ὑποθέσεως ταύτης.
2961Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν θέλει ἀκού-
2962σει τὰς συμβουλὰς ἡμῶν ταύτας, διότι ἤκουσα τοῦ ἀξιο-
2963τίμου Βουλευτοῦ Ναυπλίας, δηλώσαντος μάλιστα ἀγανά-
2964κτησιν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ γνώμῃ, τὴν ὁποίαν ὁ τὴν ἐπε-
2965ρώτησιν ὑποβαλὼν ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας
2966πρὸ μικροῦ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2967Ναυπλίας ὑποθέτω, ὅτι διερμηνεύει τὴν γνώμην τῶν εἰ-
2968σηγουμένων τὴν πλειοψηφίαν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι
2969ἡ πλειονοψηφία θὰ ἐπιμείνῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν
2970εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἴσως αὕτη σκο-
2971πεῖ νὰ προβάλῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἡ-
2972μεῖς δὲν ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ τί ἀπόκειται
2973εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν. Ἂν ἡ Συμπολίτευσις προβάλῃ
2974θέμα πρὸς ψήφισιν, εἴτε ἐπιδοκιμάζον ῥητῶς τὴν ἄλ-
2975λως ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ χαρακτηρισθεῖσαν ὡς
2976ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν, δηλαδὴ ἐπιδοκιμάζον τὴν
2977πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέχθη τὴν ζη-
2978τηθεῖσαν ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν, εἴτε ἐπιδοκιμάζον ἢ
2979τὸ ὅλον τῶν πράξεων τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ταύ-
2980της, ἢ ὡρισμένην τινὰ ἐκ τῶν ἀποτελουσῶν τὴν διεξα-
2981γωγὴν τῆς ἱκανοποιήσεως, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφο-
2982φορήσωμεν ὑπὲρ τοιούτων θεμάτων, διότι ἔχομεν ἐναντίαν
2983γνώμην αὐτῶν· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν
2984καὶ κατὰ τῶν θεμάτων τούτων, διότι ἠθέλομεν συντελέ-
2985σει διὰ τῆς ἀρνητικῆς ψήφου ἡμῶν εἰς τὴν μείωσιν τῆς
2986ἀξίας τῶν γενομένων, τὴν ὁποίαν ἐξεθήκαμεν ὡς συνέ-
2987πειαν πάσης ψηφοφορίας. Ὅθεν δὲν θέλομεν δώσει θετι-
2988κὴν ψῆφον, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν πρά-
2989ξεις, τὰς ὁποίας ῥητῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκρινεν ἀπὸ
2990τοῦ βήματος τούτου οὐχὶ ὡς ἀξίας ἐπιδοκιμασίας. Δὲν
2991θέλομεν δὲ δώσει καὶ ἀποθετικὴν ψῆφον.
2992Ἐπειδὴ ὅμως πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ πέρας τῆς
2993ὑποθέσεως, διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει μὲν πα-
2994ρασταθῆ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ὡς Σῶμα πολιτικὸν, μέλη
2995ὅμως τινὰ αὐτῆς, ὅσα ἤθελον ἐγκρίνει, θέλουσι παραμείνει
2996εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ὅπως συντελέσωσι νὰ συντηρηθῇ ἡ
2997Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ διὰ νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καθ’
2998ὃν ἤθελον ἐγκρίνει, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην της, τρόπον ἡ πλειο-
2999ψηφία.
3000Προβαίνομεν μάλιστα νὰ δηλώσωμεν, ὅτι οὐχὶ μόνον τὰ
3001ῥητῶς ἐπιδοκιμαστικὰ θέματα πρὸς ψήφισιν δὲν θέλει ψη-
3002φοφορήσει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἁπλοῦν θέμα
3003τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι καὶ ἡ
3004ἁπλῆ αὕτη μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀποτε-
3005λεῖ σιωπηρὰν ἐπιδοκιμασίαν τῶν πράξεων, αἵτινες προε-
3006κάλεσαν τὴν γενομένην συζήτησιν. Ἑπομένως, καὶ ἂν ἤ-
3007θελε προταθῆ θέμα ἁπλῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν
3008διάταξιν, θέλομεν πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἴπομεν
3009ὅτι θέλομεν πράξει καὶ ἐπὶ τῶν ῥητῶν θεμάτων τῆς ἐπι-
3010δοκιμασίας τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως.
3011§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος διὰ μα-
3012κρῶν ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἄ-
3013τοπον, ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν Πατρίδα νὰ ἐκφράσῃ γνώμην
3014ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς περὶ τῶν θεμάτων ἐκεί-
3015νων, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπὸ ἡμερῶν ἐκ-
3016φράζει γνώμην διὰ τοῦ λόγου. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ
3017Γόρτυνος, πᾶσα τοιαύτη ἔκφρασις γνώμης διὰ ψήφου, εἴτε
3018παρὰ τῆς πλειοψηφίας εἴτε παρὰ τῆς μειοψηφίας, θὰ ἦτο
3019ὀλεθρία εἰς τὸ Ἔθνος. Ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,
3020ἔχων τοιαύτην ἰδέαν περὶ ἐκφράσεως γνώμης ἐπὶ τοιούτων
3021θεμάτων, διατί περιορίζει ταύτην εἰς μόνην τὴν διὰ τῆς
3022ψήφου ἔκφρασιν γνώμης; Διατί, κατανοήσας ὅτι ἡ ἔκφρα-
3023σις γνώμης διὰ τῆς ψήφου ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ἔχει τὰ
3024ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε; Διατί ἐπὶ πέντε ἡμέρας
3025δὲν ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους αὑτοῦ, τοὺς ὁποίους ἀξιοῖ ὅτι
3026ὁδηγεῖ, διατί δὲν ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους αὑτοῦ: παύσατε
3027τὴν τοιαύτην συζήτησιν, παύσατε συζήτησιν, τὴν ὁποίαν
3028ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἐξευτελιστικὴν τοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν
3029ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἐπιζήμιον εἰς τὸ Ἔθνος, παύσατε συζήτη-
3030σιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε ἐλευθέρως, συ-
3031ζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι ἐπιζήμιος εἰς
3032τὸ Κράτος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω γνώμην, καὶ ὡς ἐκ
3033τῆς ὁποίας ἐγὼ δὲν μετέχω τῆς συζητήσεως, φρονῶν ὅτι
3034τὸ κόμμα ἡμῶν δὲν δύναται νὰ δώσῃ ψῆφον; Καὶ πότε
3035ἠκούσθη, κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ παρὰ ἡγέτου κόμματος, ὅτι
3036περὶ θέματος, περὶ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσωμεν ψῆφον,
3037ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ὁμιλῶμεν καὶ ὅτι ἄλλο ψῆφος καὶ
3038ἄλλο λόγος; Ἡ Βουλὴ οὐδέποτε τοιαύτην διάκρισιν δύνα-
3039ται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ λέγωμεν ὅ,τι δή-
3040ποτε, μόνον δὲ ὅταν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν, πρέπει νὰ
3041ὁδηγώμεθα ὑπὸ τῆς διανοίας ὅτι ἡ φλυαρία εἶναι ὁ κα-
3042νὼν ὁ διέπων τὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ὁ λόγος δὲν ἐπά-
3043γεται εὐθύνας, εὐθύνας μόνον ἐπάγεται ἡ ψῆφος. Ὅταν ὁ
3044κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὁμιλῇ τοιουτοτρόπως, τίνα ἀ-
3045νάγκην ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἀπαντήσωμεν;
3046Λέγουσί τινες, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα καὶ δὲν θὰ ἦναι
3047δυνατὸν νὰ μείνωμεν ἵνα ἀναπτύξωμεν τὰ θέματα, τὰ ὁ-
3048ποῖα ἔμειναν πρὸς συζήτησιν· ἀλλ’ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἀ-
3049νέπτυξε τὰ θέματα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τίς ἡ ἀ-
3050νάγκη περαιτέρω συζητήσεως; Τίς δὲν βλέπει, ὅτι ἐκεῖνο
3051τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, ἵνα
3052μὴ βλάψῃ τὸ Ἔθνος, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν
3053καὶ νὰ συζητήσῃ, ἵνα μὴ βλάψῃ τὸ Ἔθνος; Ἡμεῖς εἴπο-
3054μεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν συζήτησιν ταύτην θεωροῦμεν
3055ἐπιζήμιον, ὅτι τὴν συζήτησιν ταύτην θεωροῦμεν ἄτοπον·
3056δὲν προέβημεν, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἰς ἐξορ-
3057κισμούς, δὲν ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, πρὸς
3058τὸ συμφέρον αὐτῆς συνιστῶντες τὰ συμφέροντα ἡμῖν· νο-
3059μίζομεν ὅμως ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν παρὰ
3060τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ ἀποτείνωνται
3061διὰ τοιούτου τρόπου πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, νὰ μὴ φρο-
3062νῶσιν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Συμπολίτευσις τῶν γνωμῶν
3063τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸ ἑαυτῆς συμφέρον.
3064Οἱ νομίζοντες, ὅτι δύνανται ἐπὶ πέντε ἡμέρας νὰ συζη-
3065τῶσιν οὐδεμίαν φέροντες εὐθύνην ἐπὶ τῇ συζητήσει ταύτῃ,
3066οἱ ἐπὶ πέντε ἡμέρας ἀσχοληθέντες εἰς συζήτησιν σπου-
3067δαίως παραβλάπτουσαν τὰ συμφέροντα, τὴν ἀξιοπρέπειαν
3068τοῦ Κράτους, ἔρχονται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν λέγοντες:
3069μὴ ψηφίσετε, διότι τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τοῦ
3070Ἔθνους. Καὶ δὲν βλέπομεν ἡμεῖς τί ὄπισθεν τούτου κρύ-
3071πτεται; ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους εἶναι τὸ συμφέρον
3072τοῦ κόμματος; Βλέπετε ὅτι ἡττᾶσθε καὶ σπεύδετε νὰ ἐ-
3073πιζητήσητε ὅπως ἀπαλλαγῆτε (χειροκροτήματα ἐκ τῶν
3074ἀκροατηρίων).
3075Τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3076Γόρτυνος, ἀπαιτεῖ νὰ μὴ ψηφίσητε, καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθη
3077ὅτι ἐνδέχεται οὕτω νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασις, ὥστε νὰ
3078μὴ δύναται ὑπὸ τὴν πρόφασιν ταύτην νὰ προστατευθῇ ἡ
3079Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ φυγῇ αὐτῆς τῇ παρασκευαζομένῃ,
3080λέγει ὅτι καὶ ἄλλως ἂν θέσητε τὴν πρότασιν, καὶ ἐὰν
3081διατυπώσητε πρότασιν ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει πρὸς τὸ θέμα τὸ
3082ἀφορῶν εἰς συμφέροντα Διεθνῆ, πάλιν ἡμεῖς θέλομεν φύ-
3083γει, ἵνα ἀποκρύψωμεν τὴν ἀδυναμίαν ἡμῶν, πάλιν ἡμεῖς
3084θέλομεν θεωρήσει τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ζήτημα ἁπτόμενον
3085τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους.
3086Μόνον ἤδη, ἐπιστάσης τῆς ψηφοφορίας, ἀνένηψεν ὁ κ.
3087Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν: ἐπὶ
3088τοιούτων θεμάτων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσητε, κύριοι
3089τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προσέξατε μὴ ἀποδείξητε, ὅτι ἐπὶ
3090τοιούτου θέματος ὑπάρχει πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία
3091ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπὶ πέντε ἡμέρας προσπαθεῖ ἡ Ἀντιπο-
3092λίτευσις νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ μειονο-
3093ψηφία· δὲν ὑπῆρξε θέμα, τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπελήφθησαν
3094οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα δυνηθῶσι νὰ προσβάλωσι
3095τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ὑπῆρξε διαστροφὴ, εἰς τὴν ὁποίαν
3096δὲν κατέφυγον ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐπιῤῥίψωσι μομφὴν εἰς
3097τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μετὰ ταῦτα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς,
3098ὅτι ἐπὶ τοιούτου θέματος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι
3099δὲν ὑπάρχει διαφωνία! Μή τοι οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι
3100σήμερον καὶ ἀπὸ πέντε ἡμερῶν δὲν ἀντεπροσώπευον τὴν
3101Ἀντιπολίτευσιν; Μή τοι εἶναι ἁπλᾶ ἄτομα, ὅπως ὁ κ.
3102Βουλευτὴς, ὁ ἡγούμενος τῆς μειονοψηφίας, ἔχῃ δικαιολο-
3103γίαν ἂν εἴπῃ: λυποῦμαι, ὅτι εὑρέθησαν Βουλευταὶ, οἵτι-
3104νες ἐπὶ τοσοῦτον νὰ παρίδωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν πρὸς
3105τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος, ὥστε ἐπὶ πέντε ἡμέρας ν’ ἀ-
3106νακινῶσι θέμα ἄτοπον, τὸ ὁποῖον τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθι-
3107μα δὲν τοῖς ἐπέτρεπον νὰ κινήσωσι· δὲν ἠδυνάμην νὰ
3108ἐμποδίσω τὰ ἄτομα ταῦτα νὰ παρεκτραπῶσιν ὡς παρεξε-
3109τράπησαν, ἀλλὰ δύναμαι ἐν ὀνόματι τῆς μειονοψηφίας νὰ
3110διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτῶν, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν
3111Συμπολίτευσιν νὰ εἴπω, διαφωνῶ ἢ συμφωνῶ ἐπὶ τοῦ ζη-
3112τήματος τούτου ἐν τῇ συνειδήσει μου, περὶ τούτου δὲν
3113ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐκφρασθῶ, ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν
3114ἐπετρέπετο νὰ ἐκφράσω γνώμην, δὲν ἐξέφρασα γνώμην,
3115οὐδ’ ἐξέφρασε γνώμην Βουλευτής τις ἐξ ἐκείνων, ὧν ἡ
3116γνώμη εὐθύνει τὴν μειονοψηφίαν, καὶ σήμερον, ὅτε πρό-
3117κειται νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, ἂς τείνωμεν πρὸς
3118ἀλλήλους τὴν χεῖρα, διότι περὶ Ἐθνικοῦ ζητήματος πρό-
3119κειται; Ἐπὶ πέντε συνεδριάσεις δὲν ἐπρόκειτο περὶ Ἐ-
3120θνικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ κομματικοῦ· ἐπὶ πέντε συ-
3121νεδριάσεις ἠκούομεν ἐπαναλαμβανόμενον ὅτι, ἀφοῦ δὲν
3122προσάγονται τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα, ἡ μὴ προσαγωγὴ ἀρ-
3123κεῖ εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα περιέχουσιν ὅ,τι
3124αἰσχρὸν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· διὰ τοῦτο, ἔλεγον οἱ ῥή-
3125τορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀρνεῖσθε νὰ τὰ παρου-
3126σιάσητε. Ταῦτα ἠκούσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἠκούσθη-
3127σαν λεγόμενα ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
3128Περὶ τοῦ Διεθνοῦς ζητήματος ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζή-
3129τησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἔπρεπεν ὅμως νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν
3130τῷ πνεύματι ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον συνέστησεν ὁ κ. Βουλευ-
3131τὴς ἐκ Γόρτυνος ἤδη, ὅτε περατοῦται ἡ συζήτησις καὶ
3132ὅτε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζήτη-
3133σις ἐν ὁμοφωνίᾳ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπο-
3134λιτεύσεως ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον
3135ἐνώπιον τοιούτου ζητήματος νὰ αἰσθανθῶμεν, ὅτι ἐὰν εἴ-
3136μεθα κόμμα, εἴμεθα ὅμως ὅλοι καὶ πολῖται Ἕλληνες, ἔ-
3137πρεπε νὰ αἰσθανθῶμεν, ὅτι ἐὰν ἐν τῇ Βουλῇ δέον νὰ δι-
3138αιρώμεθα εἰς κόμματα πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐσωτερικῶν
3139ἡμῶν ζητημάτων, διότι διὰ τῶν κομμάτων ταῦτα διεξά-
3140γονται ὡς ἄριστα, ἀπέναντι ὅμως ἐξωτερικῶν ζητημάτων
3141κόμματα δὲν ὑφίστανται· ταῦτα εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα
3142ὅπως δήποτε θίγουσιν εἰς τὰ αἰσθήματα ἡμῶν τὰ Ἐθνι-
3143κά, καὶ ἐνώπιον αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐνθυμώμεθα ἢ
3144μόνον ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες. Ποῦ τοῦ καθήκοντος τὴν
3145συναίσθησιν ἀπεδείξατε διὰ τῆς συζητήσεως τῶν πέντε
3146ἡμερῶν, τῆς ἤδη ληγούσης; Ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν
3147σας. Συζήτησις βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ, καὶ εἶναι λυ-
3148πηρόν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ
3149Συμπολίτευσις δὲν ἔχει νὰ ἐλπίσῃ ἀπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
3150σεως ἐν Ἐθνικῷ ζητήματι συνδρομήν.
3151Ἀνέμνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὸ παρελθὸν
3152ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰπὼν ὅτι ἡ
3153νῦν Ἀντιπολίτευσις δὲν ὁμοιάζει τὰς παρελθούσας Ἀντι-
3154πολιτεύσεις. Τῷ ὄντι δὲν ὁμοιάζει, καὶ τοῦτο εἶναι ὁ με-
3155γαλείτερος ἔπαινος τῶν παρελθουσῶν Ἀντιπολιτεύσεων·
3156ἐγὼ δὲ, ὡς ἀνήκων εἰς παρελθούσας Ἀντιπολιτεύσεις, εὐ-
3157γνωμονῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος διὰ τὴν
3158τοιαύτην ἀποδοθεῖσαν εἰς τὰς παρελθούσας Ἀντιπολιτεύ-
3159σεις δικαιοσύνην. Τί θὰ ἦτο λυπηρότερον, ἢ ἐὰν ἡμεῖς, οἱ
3160ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὰς παρελθούσας Ἀντιπολιτεύσεις, εἴ-
3161χομεν περιπέσει ὡς ἀντιπολιτευόμενοι εἰς διαγωγήν, ὁποία
3162ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς παρούσης Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ
3163τὰς πέντε ταύτας τελευταίας συνεδριάσεις; Καὶ ἀπέναντι
3164τοιαύτης διαγωγῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποία ὑπῆρξεν ἡ
3165διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐν
3166τῷ Κοινοβουλίῳ; Πῶς ἐπολιτεύθημεν ἀπέναντι τῶν δια-
3167στροφῶν, ἀπέναντι τῶν ἀνυποστάτων προσβολῶν πολιτι-
3168κῆς καὶ προσωπικῆς ἐμπαθείας, ἀπέναντι τῆς κομματι-
3169κῆς ἐκμεταλλεύσεως ζητήματος ἐθνικοῦ; Τὸ καθῆκον ἐ-
3170πέβαλεν ἡμῖν σιωπήν. Ἡ Συμπολίτευσις θὰ ἠδύνατο νὰ
3171ἀναπτύξῃ τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἀπαντήσῃ μίαν πρὸς μίαν
3172εἰς ἑκάστην τῶν καταγγελιῶν· ἀλλ’ ἡ Συμπολίτευσις ἐ-
3173σιώπησεν. Εἴπομεν ἐξ ὑπαρχῆς ὅτι θὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς
3174τὴν Βουλὴν μόνον ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν
3175καθῆκον ἐθνικὸν νὰ ἀνακοινώσωμεν· εἴπομεν ὅτι θὰ ἐκθέ-
3176σωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μόνον ὅσα ἡ Βουλὴ εἶχε δικαίωμα
3177παρ’ ἡμῶν νὰ μάθῃ, ἀποφεύγοντες πᾶσαν συνηγορίαν ὑπὲρ
3178τῶν παρ’ ἡμῶν πεπραγμένων, διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ προ-
3179βῶμεν εἰς συζητήσεις ἐκ μονομερίας, αἵτινες θὰ προεκά-
3180λουν ἐριστικὰς ἀπαντήσεις διὰ τῆς ἀπὸ ἀντιθέτου ἀπό-
3181ψεως ἀναπτύξεως τοῦ ζητήματος. Ἐθεωρήσαμεν ἐξ ὑπαρ-
3182χῆς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν πρέ-
3183πει νὰ ἔχῃ ἢ μίαν μόνον ὄψιν, καὶ εἰς τὸ πρόγραμμα ἡ-
3184μῶν ἐνεμείναμεν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν διαφόρων ἐντυ-
3185πώσεων, αἵτινες ἠδύναντο νὰ παραχθῶσιν ἐκ τῶν πολλῶν
3186μὲν λόγων ἐκεῖθεν, ἐκ τῆς σιωπῆς δὲ ἐντεῦθεν.
3187Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερώτησις μακρὰ, περιέ-
3188χουσα, ὡς προεῖπον, ὁλόκληρον τὸ ζήτημα. Εἰς τὴν ἐπε-
3189ρώτησιν ἐκείνην ἐδώσαμεν τὰς ἀπαντήσεις, αἵτινες ἦσαν
3190ἐπιβεβλημέναι εἰς ἡμᾶς ἐκ τοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον κα-
3191θήκοντος. Οὐδὲν εἴπομεν πρὸς ἀπολογίαν ἡμῶν, ὡς ἠθέ-
3192λησάν τινες νὰ παραστήσωσιν. Ἐν ταῖς συζητήσεσι, ταῖς
3193γενομέναις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀπαύστως ἠκούομεν,
3194ὅτι πρὸς ὑπεράσπισιν ἡμῶν εἴπομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἀλλὰ
3195ἡμεῖς περὶ ὑπερασπίσεως οὐδόλως ἐσκέφθημεν, ὡμιλήσα-
3196μεν δὲ μόνον ἐφ’ ὅσον εἰς ἐπερώτησιν ἠναγκαζόμεθα νὰ
3197ἀπαντήσωμεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐζήτησε
3198πληροφορίας καὶ ταύτας ἐδώσαμεν, ἐντελῶς ἀδιαφοροῦν-
3199τες ὁποία θὰ ἦτο ἡ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐντύπω-
3200σις ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην ἡμῶν· ἐντελῶς ἀδιαφοροῦντες,
3201οὐχὶ διότι δὲν συνησθανόμεθα τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης
3202ταύτης, ἀλλὰ τοὐναντίον διότι ἀμέριστον διεξεδικοῦμεν
3203τὴν εὐθύνην ὑπὲρ ἡμῶν. Δὲν ἐβλέπομεν τὴν εὐθύνην τότε
3204πρῶτον· τὴν εὐθύνην ἠσθάνθημεν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐ-
3205λαμβάνομεν τὴν ἀπόφασιν περὶ ἧς ἤδη συζητεῖτε. Ἀπό-
3206φασιν τοιαύτην μόνον βαθεῖα συναίσθησις εὐθύνης ἠδύ-
3207νατο νὰ ὑπαγορεύσῃ, εὐθύνης παρεπομένης εἰς τὸ ἐκ λυ-
3208πηρᾶς περιστάσεως ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν καθῆκον. Τὴν
3209εὐθύνην ταύτην ἐγνωρίζομεν, διότι τὴν εἴδομεν κατὰ πρό-
3210σωπον, ὅταν ὑπεγράφομεν τὰ ἔγγραφα, τὴν εἴδομεν κατὰ
3211πρόσωπον, ὅταν ἐτελοῦντο τὰ ἐκτελεσθέντα ἐν τῇ Πλα-
3212τείᾳ τοῦ Συντάγματος. Νομίζετε, ὅτι οἱ οὕτως ἀναμε-
3213τρήσαντες τὴν εἰς αὑτοὺς λαχοῦσαν εὐθύνην εἶναι δυνα-
3214τὸν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ παραγνωρίσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
3215τὸ μέγεθος αὐτῆς, ὥστε νὰ ἐπιζητήσωσιν ὅπως ἀπαλλα-
3216γῶσιν αὐτῆς, ἢ ὅπως μειώσωσιν αὐτήν, ἀποκρύπτοντες ἔγ-
3217γραφα ἢ ἐπινοοῦντες δικαιολογίας; Ἢ μή τοι νομίζετε,
3218ὅτι ἡ εὐθύνη, ἣν ἀνελάβομεν, εἶναι δεκτικὴ ἐπιβαρύνσεως;
3219Ἀνελάβομεν ἐν ἐπιγνώσει τὴν ὑπάτην εὐθύνην· οὐδὲν ἔγ-
3220γραφον, οὐδεμία πληροφορία δύναται νὰ προσθέσῃ τι εἰς
3221αὐτήν. Ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην, διότι εἴχομεν τὸ καθῆ-
3222κον νὰ ἐνεργήσωμεν. Ἔχομεν δὲ τὴν συνείδησιν, ὅτι τὰ
3223παρ’ ἡμῶν πραχθέντα, ὅσην καὶ ἂν ἐπάγωνται εὐθύνην,
3224ὑπηγορεύοντο ἡμῖν ὑπὸ τοῦ πρὸς τὸ Ἔθνος καθήκοντος.
3225Τὸ καθῆκον μόνον συνεβουλεύθημεν, ἐκθέσαντες πρὸς τὴν
3226Βουλὴν τὰ γενόμενα. Ἐὰν τὰ πρὸς τὴν Βουλὴν παρ’ ἡ-
3227μῶν ἀνακοινωθέντα δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα πείσωσιν αὐτὴν, ὅτι
3228ἐξυπηρετήσαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, μόνοι ὑπεύθυ-
3229νοι ἀπέναντι αὐτῆς ἐσμὲν ἡμεῖς καὶ πλήρη ἀναδεχόμεθα
3230τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων. Παρ’ οὐδενὸς ζητοῦμεν,
3231οὐδὲ δεχόμεθα ἐπιείκειαν· ἀλλ’ ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς
3232Βουλῆς, χάριν τοῦ Ἔθνους, αὐστηρότητα ἄκαμπτον, διό-
3233τι θέλομεν νὰ ὦσι πάντες οἱ πολιτευόμενοι πεπεισμένοι,
3234ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων οὐδεμία χωρεῖ παρὰ τῇ
3235Βουλῇ ἐπιείκεια. Ἠκούσαμεν μικρολόγους παρατηρήσεις
3236περὶ ἐγγράφων, διακρινομένων εἰς τὰ ἔχοντα ἐν τῇ γωνίᾳ
3237τοῦ χάρτου ἐπιγεγραμμένην τὴν λέξιν «ἰδιαιτέρα», καὶ
3238εἰς τὰ γεγραμμένα ἐπὶ μικροῦ χάρτου καὶ φέροντα προσ-
3239φώνησιν «φίλε κύριε ἢ κύριε Ὑπουργέ»· ἠκούσαμεν, ὅτι
3240τὰ πρῶτα εἶναι ἰδιαίτερα καὶ μὴ ἀνακοινωτέα, τὰ δὲ
3241ἄλλα δημόσια. Ἂς διευκρινήσωσι τὰ περὶ τούτων ἐκεῖνοι,
3242οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ τοιαῦτα ἀρέσκονται, δι’ ἡμᾶς δὲν ἐπλά-
3243σθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα.
3244Καὶ ἤδη, κύριοι, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀναδεχθέντες πᾶσαν τὴν
3245εὐθύνην, ἐπὶ τῇ διεξαγωγῇ τοῦ Διεθνοῦς ζητήματος, ἠ-
3246κούσαμεν τὴν πενθήμερον συζήτησιν, ληγούσης δ’ αὐτῆς,
3247δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα μάθωμεν πῶς ἐπὶ
3248τέλους διατυποῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατηγοροῦσιν ἡμῶν
3249τὴν γνώμην των, ποία θὰ ἦναι ἡ ψῆφος, ἡ ἀντιπροσω-
3250πεύουσα τὴν γνώμην αὐτῶν, ἀκούομεν παρ’ ἐκείνων, οἵτι-
3251νες ἔχουσι τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκφράζωσι τὴν γνώμην αὐτῶν,
3252ὅτι δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἐκφράζωσι καὶ διὰ τῆς ψήφου τὴν
3253γνώμην αὐτῶν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκ-
3254φράσωσι γνώμην διὰ τοῦ λόγου, ἤδη μανθάνομεν παρ’
3255αὐτῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐκφράσωσι γνώμην διὰ
3256τῆς ψήφου· κατεκρίνομεν τὴν ἔκφρασιν γνώμης διὰ τοῦ
3257λόγου, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν
3258παραίτησιν παρ’ αὐτῶν τοῦ σταδίου, εἰς ὃ ἐν δέοντι καὶ
3259παρατόλμως εἰσῆλθον. Ἐπιδοκιμάζομεν πληρέστατα αὐ-
3260τούς, ὁμολογοῦντας, ὅτι δὲν τολμῶσι νὰ δώσωσι ψῆφον
3261ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐπιδοκιμάζομεν αὐτούς, ἀνο-
3262μολογοῦντας, ὅτι δίδοντες ψῆφον οἱανδήποτε ἐπὶ τοῦ ζη-
3263τήματος τούτου, θέλουσι πράξει ἔργον ἀντεθνικόν. Ἀντε-
3264θνικὴν ἐνομίσαμεν ἡμεῖς τὴν συζήτησιν, ἀντεθνικὴν νομί-
3265ζομεν καὶ τὴν ψηφοφορίαν, ἑπομένως δὲν ἔχομεν λόγον,
3266ἵνα θέλωμεν νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως
3267πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συναισθάνεται τέλος, ὅτι εἶναι ἄ-
3268τοπον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Διεθνοῦς θεωροῦ-
3269μεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ, οἵα διεξήχθη συζήτησις,
3270ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ ψηφοφορία, ἄρα διὰ τοῦτο
3271φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει αἱ συζητήσεις αὗται πᾶσαι νὰ λή-
3272ξωσιν ἄνευ ἐκφράσεως γνώμης τῆς Βουλῆς; Τὸ θέμα τὸ
3273Διεθνὲς δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς·
3274τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις,
3275ἐν τῇ διαχειρήσει τοῦ Διεθνοῦς ζητήματος, παρέλειψεν ἢ
3276παρεβίασε τὸ καθῆκόν της, καὶ παραβιάσασα τὸ καθῆκόν
3277της, ἔβλαψε τὸ Ἔθνος, βεβαίως τὸ Κοινοβούλιον ἔχει
3278καθῆκον νὰ καταδικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ὅσον νομίζει,
3279ὅτι ἐξυπηρετεῖ οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους.
3280Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνομολογεῖ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος
3281νὰ καταδικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοιούτου θέματος, ἡ
3282Ἀντιπολίτευσις ἀνομολογεῖ, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἐπὶ πέντε
3283ἡμέρας, οὕτω συζητοῦσα, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τού-
3284του δὲν ἔχει τι πλέον νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Ἀντιπολι-
3285τεύσεως, ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς
3286Βουλῆς, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη ἀπολήξῃ εἰς ψηφοφορίαν,
3287οὐχὶ περὶ τοῦ Διεθνοῦς θέματος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, δια-
3288φεύγει τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, ἀλλ’ εἰς ψηφοφορίαν περὶ
3289τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς ταύτης τῆς συζητήσεως. Εἴπομεν
3290εἰς τὴν Βουλὴν, ἀρχομένης τῆς συζητήσεως, ὅτι ἐθεωροῦ-
3291μεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἄτοπον· τοῦτο λέγομεν εἰς τὴν
3292Βουλὴν καὶ ἤδη, ληγούσης αὐτῆς· ἤδη δὲ λέγομεν αὐτῇ
3293τοῦτο μετὰ πλείονος βεβαιότητος, διότι τὸ λέγομεν ἐνώ-
3294πιον τῶν ἀποτελεσμάτων, ἔχοντες ἐνώπιον ἡμῶν ἁπάσας
3295τὰς λεπτομερείας τῆς συζητήσεως.
3296Ἤδη λέγομεν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ παρὰ τῆς
3297Ἀντιπολιτεύσεως προκληθεῖσα, προεκλήθη καὶ διεξήχθη
3298ἐπὶ ζημίᾳ ἠθικῇ τῆς Χώρας, τὴν δὲ γνώμην ταύτην, τὴν
3299ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς συζητήσεως, πρέπει νὰ ἐκδη-
3300λώσῃ καὶ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ
3301ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην περὶ
3302τῆς συζητήσεως ταύτης. Θὰ ἐρωτηθῶμεν, τί ἐπράξαμεν
3303κατὰ τὰς τελευταίας πέντε συνεδριάσεις; Θὰ εἴπωμεν,
3304ὅτι ἡμεῖς ἀπεκδυόμεθα τῆς εὐθύνης, ἐπὶ ταῖς ἀκόσμοις
3305συζητήσεσι προσεπαθήσαμεν νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτὰς, ἀλλὰ
3306δὲν εἰσηκούσθημεν· τότε δὲ θὰ ἐρωτηθῶμεν, ποία εἶναι ἡ
3307ψῆφος, δι’ ἧς ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν κατὰ
3308τὰς συζητήσεις, ἀφοῦ δὲν ἐπετρέπετο ἡμῖν ν’ ἀπαγορεύσω-
3309μεν αὐτάς; Ὀφείλει νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐθεώρει τὰς
3310συζητήσεις ταύτας ἀτόπους, καὶ ὅτι τῆς πρώτης εὐκαι-
3311ρίας, τῆς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ παρεχομένης, ἐπιλαμβάνε-
3312ται, ἵνα ἀναγράψῃ τὴν γνώμην αὑτῆς ταύτην.
3313Περὶ τῆς συζητήσεως ἐμορφώσαμεν γνώμην μετὰ τὸ
3314πέρας αὐτῆς, εἶναι δὲ αὕτη, αὐτὴ ἐκείνη, ἣν εἴχομεν ἐξ
3315ὑπαρχῆς· τὴν γνώμην ταύτην ὀφείλομεν διὰ τῆς ψήφου
3316ἡμῶν νὰ ἐκφράσωμεν, ἵνα παραδώσωμεν αὐτὴν εἰς τὴν
3317κοινωνίαν, ἀγανακτοῦσαν μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ τῇ διεξαγωγῇ τῆς
3318συζητήσεως, ὡς τὴν ἐπίσημον γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐὰν
3319ἄρα εἴπωμεν, ὅτι μετὰ τὰς δοθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
3320σεως ἐξηγήσεις, ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
3321διάταξιν, τί ἄλλο ἐκφράζομεν, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξ
3322ὑπαρχῆς ὑπεδείξαμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς τὸ πρέπον, ὅτι
3323ἡ Βουλὴ ὤφειλε ν’ ἀκούσῃ τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δοθεί-
3324σας ἐξηγήσεις, καὶ ἂν δὲν ἐθεώρει ταύτας ἀποχρώσας, ὤ-
3325φειλε νὰ ζητήσῃ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν, λαβοῦσα δ’ αὐ-
3326τὰς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Αὕτη ἦτο ἡ
3327γνώμη, ἣν εἴχομεν ἐξ ὑπαρχῆς· ταύτης τὴν ὑπὸ τῆς Βου-
3328λῆς ἔκφρασιν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν ἔκτοτε,
3329διότι ἔπρεπε νὰ παραστῇ ἡ εὐκαιρία, καὶ τὴν εὐκαιρίαν
3330ταύτην ἤδη τὸ πρῶτον ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ παρέχει
3331ἡμῖν ὁ Κανονισμός. Ταύτης τῆς εὐκαιρίας πρέπει νὰ ἐπω-
3332φεληθῶμεν, ἵνα διατρανώσωμεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν, ἣν
3333ἔχομεν γνώμην, ὅτι ἡ ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολίτευσις, κατὰ
3334τὰς πέντε τελευταίας συνεδριάσεις ἐπολιτεύθη διὰ τρόπου
3335ἐπιβλαβοῦς τῷ Ἔθνει, ὡς ἐπηρεάζοντος τὴν ἀξιοπρέπειαν
3336καὶ τὰ ἠθικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον
3337αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατεδίκασε σκλη-
3338ρῶς, ἀλλὰ δικαίως, διὰ τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως αὑ-
3339τοῦ. (Ἐπευφημίαι ἔκ τε τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροα-
3340τηρίων).
3341§66Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκάλυψεν
3342εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην πάσας αὑτοῦ
3343τὰς ἰδιότητας. Ὅσοι δὲ γνωρίζετε τὸν χαρακτῆρα αὑτοῦ,
3344καὶ ὅσοι ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τοῦ
3345τρόπου, καθ’ ὃν διαχειρίζεται καὶ διεξάγει τὰς δημοσίας
3346ὑποθέσεις, δὲν ἐξεπλάγητε βεβαίως ἐφ’ οἷς πρὸ μικροῦ εἶ-
3347πε, διότι ἐν αὐτοῖς ἀναγνωρίζετε αὐτὸν τοιοῦτον, ὁποῖον
3348πάντοτε. Οὐδ’ εὗρον κατά τι αὐτὸν παραλλαγέντα μὲ
3349ὅλην τὴν δεινὴν δοκιμασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤγαγε τὸ
3350Κράτος διὰ τῆς τριετοῦς Κυβερνήσεώς του, δοκιμασίαν
3351δι’ ἣν τοσαύτην ὑπέχει εὐθύνην· ἐμνήσθη ἀληθῶς πρώτην
3352φορὰν πρὸ μικροῦ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ εἶναι
3353μάταιον νὰ ἐπικαλῆσθε τὴν δικαιοσύνην ταύτην ἀπὸ τοῦ-
3354δε, διότι μετὰ μικρὸν θέλει ἔλθει ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁ-
3355ποίαν θέλετε ἀτενίσει ζητοῦντες οὐχὶ τὴν δικαιοσύνην,
3356ἀλλὰ τὴν ἐπιείκειαν τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος.
3357Καὶ ἂν ἐμνήσθητε τῆς δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος ἐπὶ
3358ζητημάτων, τῶν ὁποίων τὸ ἀκροσφαλὲς ἀναγνωρίζουσα ἡ
3359Ἀντιπολίτευσις σᾶς συμβουλεύει νὰ μὴ προβῆτε εἰς ψηφο-
3360φορίαν, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πορισθῆτε ἐκ τού-
3361του τὸ θάῤῥος ἵνα ὑφαρπάσητε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλετε εὑ-
3362ρεῖ ἐπιεικὲς τὸ Ἔθνος ἐπὶ τῆς ἄλλης ὑμῶν διαχειρίσεως,
3363τῆς ὁποίας τὰς ὀλεθρίους συνεπείας κατὰ τοὺς τελευταίους
3364τούτους χρόνους μετὰ μεγάλης ὑπομονῆς διέρχεται;
3365Ἀλλὰ δὲν δεσπόζει τὸ κομματικὸν συμφέρον μόνον ἐν
3366τῇ ψυχῇ καὶ τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δὲν σκέ-
3367πτεται καὶ δὲν ἀγορεύει καὶ δὲν πράττει μόνον ὑπ’ αὐτοῦ
3368καὶ μόνου ὁδηγούμενος, ἀλλὰ καὶ τοσοῦτον ἀντλεῖ ἐξ αὐ-
3369τοῦ θάῤῥος, ὥστε δὲν δειλιᾷ οὐδὲ πρὸ τῆς ἀληθείας, δὲν
3370διστάζει οὐδὲ πρὸ τῆς ἀμαθείας, καὶ τολμᾷ μάλιστα
3371ν’ ἀναγράψῃ δόγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς διενοήθη, πολλῷ
3372δ’ ἧσσον οὐδεὶς ἀνεγνώρισέ ποτε ὡς ἀληθῆ. Σᾶς εἶπε πρὸ
3373μικροῦ, ὅτι ἡ συζήτησις κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῆς ψηφοφο-
3374ρίας, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἡμεῖς συνεβουλεύσαμεν νὰ μὴ προβῇ
3375ἡ Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν, κακῶς ἐπράξαμεν ὑποκινήσαντες
3376τὴν συζήτησιν καὶ ἀνομολογοῦμεν νῦν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ
3377γίνῃ. Ἀμάθεια τοιαύτη δὲν προσήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
3378ἀνέλαβον νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν. Ἄν τὸ συμφέρον
3379τοῦ Κράτους ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ καθῆκον ν’ ἀπέ-
3380χῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφοφορήσῃ, ποῖον καθῆκον, ποῖον συμφέ-
3381ρον ἀπεῖργε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τοῦ νὰ διδάξῃ τοὺς
3382ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, τοὺς διαχειριζομένους τὰ Δημόσια
3383πράγματα, νὰ διαχειρίζωνται ταῦτα μετὰ σωφροσύνης καὶ
3384δεξιότητος;
3385Καὶ διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ζημιωθῶσι
3386τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν διὰ ψηφοφορίας ἐξενε-
3387χθῇ ἐπισήμως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀναγομέ-
3388νων εἰς τὴν δοθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον ἱκανο-
3389ποίησιν, νομίζετε ὅτι δὲν ἠθέλομεν παραλίπει πρώτιστον
3390καθῆκον, ἐὰν σᾶς ἀφίνωμεν νὰ διέλθητε ἐν σιγῇ τὴν ἀ-
3391δεξίως καὶ ἀφρόνως γενομένην διεξαγωγὴν ὑποθέσεως το-
3392σοῦτον ἀκροσφαλοῦς, δὲν ἐλέγομεν περὶ τῆς σκαιότητος ἢ
3393κἄν τῆς ἀδεξιότητος ὑμῶν, διὰ τῶν ὁποίων περιηγάγετε
3394τὸ Κράτος εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ δώσῃ τοιαύτην
3395ἱκανοποίησιν; Νομίζετε, ὅτι εἶσθε οἱ ἀπόλυτοι κύριοι νὰ
3396πράττητε ὅ,τι τὰ πάθη ὑμῶν ὑπαγορεύουσι, καὶ ὅτι δὲν
3397εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν σκαιότητα, ἣν
3398κατεδηλώσατε, κοινοποιήσαντες ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Ἐ-
3399πιτετραμμένον, τοῦ ὁποίου ἡ πρὸς αὐτὸν κοινοποίησις ἠ-
3400δύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ὡς διάψευσις αὐτοῦ; Νὰ
3401ἐλέγξωμεν τοὐλάχιστον τὴν ἀδεξιότητα ὑμῶν, ἂν μόνον
3402ἀδεξιότης ἦτο νὰ κοινοποιήσητε πρὸς αὐτὸν ἔγγραφον, τὸ
3403ὁποῖον ἤθελε τὸ ὀλιγώτερον ὑποληφθῇ ὡς ἀμφισβητοῦν
3404τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὐχὶ ἁβρότης πρὸς Ἀντιπρόσωπον
3405ξένου Κράτους, ἀλλὰ τὸ καθῆκο Κυβερνήσεως, τῆς ὁ-
3406ποίας τὰ ὄργανα ἐπλημμέλησαν, ἐπέβαλεν εἰς ὑμᾶς νὰ
3407ἀναγνωρίσητε ὡς τελεσθέντα;
3408Νομίζετε, ὅτι ἠθέλομεν παραλίπει τὸ καθῆκον νὰ σᾶς
3409διδάξωμεν διὰ τοῦ τοιούτου ἐλέγχου, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ
3410τείνητε ἀπροσέκτως τὴν χεῖρα εἰς ὑπόθεσιν τοσοῦτον ἀ-
3411κροσφαλῆ, ὅτι ἦτον ἀφροσύνη νὰ ζητήσητε νὰ πιέσητε
3412διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, ἐὰν
3413τοιοῦτον αἴσθημα σᾶς παρέσυρε, καθ’ ὃν τρόπον πιέζετε
3414τοὺς πολίτας διὰ τῶν βιαίων μέσων, τῶν ὁποίων ποιεῖ-
3415σθε χρῆσιν, ἢ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῶν ἀδι-
3416κημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν φίλων αὑτῶν διαπράττετε;
3417Καὶ ἐλάβετε τὸ θάῤῥος νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν ἀνάγκην
3418τῆς συζητήσεως; Καὶ ἐτολμήσατε νὰ ἀποκαλέσητε ταύ-
3419την ἄτοπον; Καὶ ἐζητήσατε, παραγνωρίζοντες τὰς κοινο-
3420τέρας ἀρχὰς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Δικαίου, νὰ ἐπιῤῥίψητε
3421μομφὴν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐζήτησε νὰ σᾶς ἐ-
3422λέγξῃ, οὐχὶ ἵνα σᾶς στιγματίσῃ διὰ ψηφοφορίας, ἀλλ’ ἵνα
3423διὰ τῆς συζητήσεως σᾶς διδάξῃ;
3424Συνεχάρη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἑαυτὸν, διότι ὡς Ἀντι-
3425πολίτευσις ἄλλοτε δὲν ὁμοιάζει τὴν ἐνεστῶσαν Ἀντιπο-
3426λίτευσιν! Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἀληθῶς ἐρυθριᾷ, ἂν
3427ἐμιμεῖτο τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ὡς ἀντιπολιτευομένου. Τίς
3428ἐλησμόνησε, δὲν εἶναι ἀκόμη νωπαὶ εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν
3429αἱ παράβολοι ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας ὡς Εἰσηγητὴς
3430τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἄλλοτε εἰσηγήσατο εἰς αὐτήν; Νο-
3431μίζει, ὅτι ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ἓν μέλος τοῦ ἐνεστῶτος Ὑ-
3432πουργείου δὲν ἐδίστασε νὰ πράξῃ ὅσα οἱ ἐκτελοῦντες ἐν-
3433τολὴν κατασκόπου πράττουσι, καταγγείλας κατὰ τὸ 1879
3434πράξεις τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα
3435ἥπτοντο μεγίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, ζητημάτων, τὰ
3436ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς πρὸ 60 χρόνων δὲν εἶχεν ἰδεῖ; Ἐπιφα-
3437νὴς πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπι-
3438τετραμμένον νὰ ἀποφύγω νὰ εἴπω τὸ ὄνομα, ἀλλ’ ὅστις
3439κατέχει τανῦν θέσιν ἐπιφανῆ ἐν τῇ Κυβερνήσει τοῦ μεγά-
3440λου ἐκείνου Κράτους, ἦτο δὲ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους
3441μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀνὴρ, ὅστις ᾐσθάνετο στοργὴν
3442μεγαλειτέραν πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀπὸ ἐκείνην
3443τὴν ὁποίαν ᾐσθάνοντο δυστυχῶς ἐκεῖνοι ἐκ τῶν συμπολι-
3444τῶν ἡμῶν, οἵτινες προτάττουσιν αὑτῶν τὴν φιλαρχίαν
3445των, ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος συνεβούλευε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρό-
3446νου ἐκείνου νὰ προκαλέσῃ τὰ διάφορα ἐν Ἑλλάδι Σωμα-
3447τεῖα νὰ ἐξενέγκωσιν εὐχὰς ἵνα μὴ παραλειφθῇ ἀπὸ τῶν
3448παραχωρηθησομένων εἰς τὴν Ἑλλάδα χωρῶν μεγάλη τις
3449πόλις Ἑλληνικὴ, τῆς ὁποίας ἡ Ἑλληνικότης ἠμφισβη-
3450τεῖτο, καὶ ἥτις ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς Ἠπείρου. Ὁ
3451Πρωθυπουργὸς τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐξεδήλωσε τὴν ἀνάγκην
3452ταύτην, ἐν δὲ τῇ Ζακύνθῳ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον
3453συνῆλθε καὶ ἐσκέπτετο νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν τοιαύτην.
3454Τότε ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ὁ συνάδελφος καὶ πολιτικὸς φί-
3455λος τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τοῦ τότε εἰσηγητοῦ τῆς Ἀν-
3456τιπολιτεύσεως, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατήγγειλε τὸν
3457Πρωθυπουργὸν ὡς ὑποκινοῦντα τοιαύτας πράξεις ἐν τοῖς
3458Δήμοις τοῦ Κράτους!
3459Τίς ἐλησμόνησεν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἔχοντες συμφέ-
3460ρον νὰ μὴ ποιήσωνται παραχωρήσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα ἠμ-
3461φισβήτουν τὸ αὐθόρμητον καὶ ἑπομένως τὴν σημασίαν
3462τῶν ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς Ἐπαρχίαις γενομένων κατὰ τὸ
34631878 ἐπαναστάσεων, ὁ εἰσηγητὴς τῆς τότε Ἀντιπολιτεύ-
3464σεως νῦν Πρωθυπουργὸς ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς φίλους του καὶ
3465εἰς ἑαυτὸν νὰ λέγωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅσα
3466μόνον ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, ὁ
3467Σαφὲτ–πασᾶς, ἔγραφεν ἐν τοῖς ὑπομνήμασιν αὑτοῦ πρὸς
3468τὴν Εὐρώπην!
3469Καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι οὕτω πως τότε ἀντεπολιτεύοντο
3470ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ ἐπικρίνωσι τὴν ἐνεστῶσαν Ἀντιπολί-
3471τευσιν, διότι σωφρονοῦσα ἐζήτησε νὰ σταματήσῃ τὴν Βου-
3472λὴν πρὸ τῆς ψηφοφορίας, διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῇ ὅτι συν-
3473τελεῖ εἰς οἱανδήποτε βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων,
3474τὴν ἐνεστῶσαν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο ἔπρα-
3475ξεν ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνακόψῃ τὰς ἀπερισκέπτους τῶν
3476ὁδηγούντων τὴν πλειοψηφίαν Ὑπουργῶν ἐνεργείας ἐπὶ
3477ζητήματος τοσοῦτον εὐπαθοῦς, τοῦ ὁποίου δὲ δυστυχῶς
3478τὴν διεξαγωγὴν ὡδήγησαν, ὡς φαίνεται, μόνα τὰ πάθη
3479τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
3480Ἠξίου, φαίνεται, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὅτι ἠδύνατο νὰ
3481ἰσχυρίζηται ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
3482μὴ καταθέσῃ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι
3483ἦσαν ἰδιωτικαὶ ἐπιστολαί, χαρακτηρίζων αὐθαιρέτως ὡς
3484ἰδιωτικὰς ἐπιστολὰς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ ἀντιποιού-
3485μενος δύναμιν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ μέγας ποντίφικος
3486δὲν ἀξιοῖ πλέον, τὴν δύναμιν νὰ χαρακτηρίζῃ τὰ πάντα
3487κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ βούλησιν. Δὲν ἐχαρακτήρισεν ὡς
3488ἰδιωτικὰ ἔγγραφα περιελθόντα εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ ὑπὸ
3489τὴν ἰδιότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Καὶ ἠξίου νὰ ἀνα-
3490γνωρίσωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὡς
3491ἐὰν ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν τῆς λογικῆς, καθὼς
3492κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ τοῦτο εἰς τοὺς φίλους αὑτοῦ; Οὐ-
3493δεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζῃ τὰ ἔγγραφα ὡς
3494ἰδιαίτερα ἢ ὡς ἐπίσημα κατὰ τὴν βούλησιν αὑτοῦ. Τὰ
3495ἔγγραφα εἶναι ἰδιαίτερα, διότι εἶναι ἰδιαίτερα καὶ εἶναι ἐ-
3496πίσημα, διότι εἶναι ἐπίσημα. Τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν
3497γράφει ἰδιώτης πρὸς ἰδιώτην περὶ ἰδίων αὑτοῦ ὑποθέσεων,
3498ἢ τὴν ὁποίαν γράφει ἄνθρωπος δημόσιος πρὸς ἄνθρωπον
3499δημόσιον, ἀλλὰ περὶ ὑποθέσεως ἀτομικῆς εἴτε τοῦ γράφον-
3500τος εἴτε τοῦ λαμβάνοντος, τίς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ
3501ὡς ἐπίσημον, καὶ νὰ ἀξιώσῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὰς προνομίας
3502τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Ταῦτά εἰσιν ἐπιστολαὶ ἰδιαίτε-
3503ραι· ἂν ἦσαν ἰδιαίτεραι ἐπιστολαὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐ-
3504ζητήσαμεν παρ’ αὐτοῦ, περὶ τίνος ἰδιαιτέρας ὑποθέσεως
3505δι’ αὐτῶν ἔγραφεν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας
3506πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος; Ἔγραφε τάχα
3507περὶ Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, τῶν ὁποίων ἐγένετο κάτο-
3508χος, καὶ ἐζήτησε τὴν ἐξήγησιν τῆς τοσαύτης ὑποτιμή-
3509σεως αὐτῶν; Ἔγραφε περὶ χρηματιστικῶν πράξεων καὶ ἐ-
3510ζήτει νὰ συνενοηθῇ περὶ τῆς καλῆς ἐκβάσεως αὐτῶν μετὰ
3511τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἢ ἔγραφε περὶ μετοχῶν τῆς Κω-
3512παΐδος, τὰς ὁποίας κατέχει καὶ παρεπονεῖτο καταζητού-
3513μενος νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην δόσιν,
3514καὶ ἀπετείνετο πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ζητῶν νὰ με-
3515σολαβήσῃ παρὰ τοῖς γνωστοῖς φίλοις του ἵνα ἀπαλλάξω-
3516σιν αὐτὸν τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως; Ἢ ὡς ἀντιπρόσω-
3517πος τῆς Ἀγγλικῆς Τραπέζης Anglo Forcing Bank ἔγρα-
3518φεν ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
3519κῶν τὴν ἀπάντησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἐκείνου καταστήμα-
3520τος εἰς τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρωθυπουρ-
3521γὸς ἀπηύθυνε πρὸς ὅλα τὰ πιστωτικὰ καταστήματα τῆς
3522Εὐρώπης, ζητῶν παρ’ αὐτῶν νὰ συνεισφέρωσι τὸν ὀβολόν
3523των διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλο-
3524φορίαν;
3525Ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος ἔγραψε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα
3526ὡς τοιοῦτος, καὶ ἀπέστειλε ταῦτα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
3527γὸν ὡς πρὸς Πρωθυπουργὸν, καὶ ἔγραφε δι’ αὐτῶν περὶ ὑ-
3528ποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦτο ἁρμόδιος ὡς Πρωθυπουργὸς
3529ὁ πρὸς ὃν ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ἔγραφε δι’ αὐτῶν
3530περὶ ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦτο ἁρμόδιος νὰ γράψῃ
3531ὁ γράψας ὡς Ἐπιτετραμμένος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας.
3532Καὶ τοιαῦτα ἔγγραφα ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3533ὡς ἐπιστολὰς ἰδιαιτέρας; Ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν
3534ἀκρίβειαν τοῦ χαρακτηρισμοῦ του πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τῶν
3535στατιστικῶν οἰκονομικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ζητοῦ-
3536μεν παρ’ αὐτοῦ καὶ τὰς ὁποίας ἑκάστοτε μᾶς παρέχει;
3537Ἀφοῦ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα δὲν ἦσαν ἰδιαίτεραι ἐπι-
3538στολαί, ἕπεται ὅτι ἦσαν ἐπίσημα ἢ ἡμιεπίσημα. Καὶ τοι-
3539αῦτα ὄντα τὰ ἔγγραφα, ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ,
3540ἐὰν ἡ ὑπόθεσις περὶ τὴν ὁποίαν περιεστρέφοντο δὲν εἶχεν
3541εἰσέτι περατωθῆ, προβάλλων ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ περιε-
3542χομένου τῶν ἐγγράφων τούτων ἤθελε παρακωλύσει τὴν
3543αἰσίαν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως· ἠδύνατο τότε νὰ μᾶς ἀρ-
3544νηθῇ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Κρά-
3545τους ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ αἰσία ἔκβασις τῆς ἐκκρεμοῦς ὑποθέ-
3546σεως ἦτο ἰσχυρότερον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ δικαιώματος,
3547τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ ἐλέγξωμεν δι’ αὐτῶν τὰς πράξεις τῆς
3548Κυβερνήσεως. Εἶχεν ὡσαύτως δικαίωμα νὰ μᾶς ἀρνηθῇ νὰ
3549καταθέσῃ τὰ ἐπίσημα ταῦτα ἔγγραφα, ἂν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι
3550ἡ δημοσίευσις αὐτῶν ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ
3551Κράτους. Ἀλλὰ τοιοῦτον μᾶς προέβαλε λόγον, ὅταν ἠρ-
3552νήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα; Ἔλαβε τὸ
3553θάῤῥος νὰ δώσῃ τοιαύτην διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλήν;
3554Εἶπεν ἀληθῶς πρὸ μικροῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἐπὶ
3555τοιούτῳ λόγῳ ἠρνήθη τότε νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα
3556ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν εἶπεν ἀληθῆ, διότι δὲν ἠρνήθη νὰ κα-
3557ταθέσῃ ταῦτα τότε λόγῳ ὅτι ἡ δημοσίευσις αὐτῶν ἐζη-
3558μίου τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ λόγῳ ὅτι τὰ ζη-
3559τηθέντα ἔγγραφα ἦσαν ἰδιαίτεραι ἐπιστολαὶ, καὶ δὲν ἤθελε
3560καταθέτων αὐτὰ νὰ ὑποληφθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ἐπιτετραμμέ-
3561νον ὡς παραβιάζων τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν καὶ ἀ-
3562ναιρῶν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐφοβεῖτο δὲ μὴ ἕ-
3563νεκα τούτου ἀπολέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἄλλων ὅσοι
3564γράφουσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὸν ἰδιαιτέρως ἐπιστολάς.
3565Καὶ ἐνῷ τὰ τοιαῦτα προέβαλλεν ἄξια οὐχὶ μόνον ἀνα-
3566σκευῆς, ἀλλὰ μυκτηρισμοῦ, λεγόμενα μάλιστα ὑπὸ Πρω-
3567θυπουργοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἠξίου νὰ σιωπήσωμεν, ὡς
3568ἠξίου νὰ σιωπήσωμεν, ἀφοῦ ἔλεγεν ὅτι ἔδιδεν ὑπερβολικὴν
3569ἱκανοποίησιν, καὶ ἐξεδήλου ἐμμέσως ἀπορίαν πῶς ὁ κύριος
3570Ἐπιτετραμμένος μετέβαλε γνώμην ζητήσας τὴν ὑπερβο-
3571λικὴν ταύτην ἱκανοποίησιν, ἐνῷ πρὸ μικροῦ εἶχε ζητήσει
3572μετριωτέραν! Ἠξίου νὰ σιωπήσωμεν, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος μᾶς
3573εἶπεν ὅτι ἠδυνήθη νὰ εἰκάσῃ ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης
3574ταύτης τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου προῆλθε, διότι εἰς τὴν ἀ-
3575πόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν παρέλιπε νὰ
3576πιστοποιήσῃ δύω γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἐπιβα-
3577ρυντικὴν ἀληθῶς περίπτωσιν ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ κ. Ἐπι-
3578τετραμμένου πραχθείσης ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος βιαιοπρα-
3579γίας! Καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν ἐσιωπήσαμεν, ἐπειδὴ ἠθελή-
3580σαμεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν ἄτεχνον ταύτην καὶ ἀδεξίαν διε-
3581ξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης—διότι οὕτω πρέπει νὰ
3582ὀνομάσω αὐτήν, ἀφοῦ δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀ-
3583ποδώσω αὐτὴν καὶ εἰς πρόθεσιν, ἐνόσῳ δὲν ἔχω ἀποδείξεις—
3584ἦλθε τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ κατακρίνῃ τὴν συζήτησιν,
3585συγχύζων τὴν συζήτησιν μὲ τὴν ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς,
3586ὡς ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς καὶ ἡ
3587συζήτησις, καὶ παριστῶν ἐμὲ ὡς ἐπικρίνοντα τοὺς ῥήτο-
3588ρας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀποδοκιμάζοντα τὸ μέρος,
3589ὅπερ οὗτοι ἔλαβον κατὰ τὴν συζήτησιν!
3590Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέχει ὑπὲρ πάντα ἄλ-
3591λον τὴν δύναμιν τοῦ διαστρέφειν τὰ πράγματα, τοῦ ἀπο-
3592δίδειν εἰς ἄλλους ἰδιότητας καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν
3593ἔχουσι, τοῦ ἀναιρεῖν αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς πρὸ μι-
3594κροῦ εἶπε. Καὶ πράττει ταῦτα πάντα, διότι εἰς τὰς σκέ-
3595ψεις του πρωτεύει τὸ κομματικὸν συμφέρον. Διὰ τοῦτο
3596κρίνων ἐξ ἰδίων ἐζήτησε νὰ ἀποδώσῃ καὶ εἰς τὴν Ἀντι-
3597πολίτευσιν, ὅτι καὶ αὕτη ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ τὴν ψηφο-
3598φορίαν διὰ νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἀριθμητικὴν ἀσθένειαν, ἢ
3599διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐπίδειξιν τῶν πολυκρίθμων στρα-
3600τιῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σύρει ὄπισθέν του.
3601Δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ ὑψωθῇ ὑπεράνω τῶν ἀριθμῶν,
3602ὑπεράνω τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ προσπα-
3603θεῖ νὰ πορίζηται. Καὶ τί φυσικώτερον εἶναι ἢ νὰ ἔχητε
3604πλειοψηφίαν, κύριε Πρωθυπουργέ; Ἂν δὲν εἴχετε πλειο-
3605ψηφίαν, δὲν θὰ ἐκάθησθε ἐπὶ τῶν θρανίων αὐτῶν, δὲν θὰ
3606ἦσθε Κυβέρνησις, θὰ ἦσθε μειοψηφία. Μὴ μᾶς ἐπιδεικνύη-
3607τε λοιπὸν ὅτι ἔχετε πλειοψηφίαν. Ἢ νομίζετε, ὅτι, ἂν ἔ-
3608χητε πλειοψηφίαν, δὲν γνωρίζομεν ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς
3609τῶν μελῶν αὐτῆς; Ἢ νομίζετε, ὅτι ἡ κοινωνία, ἡ πόλις
3610τῶν Ἀθηνῶν δὲν γνωρίζουσι μέχρις ἑνὸς καὶ πόσος ὁ ἀ-
3611ριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ θέλετε νὰ
3612παραστήσητε ὅτι ἔχομεν συμφέρον νὰ ἀποκρύψωμεν
3613τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Ἀντι-
3614πολίτευσις;
3615Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ἐν τῇ κεφαλῇ ὑμῶν ἑ-
3616τέρα ἔννοια, καὶ ἀφοῦ καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων κα-
3617τεστήσατε ὑπηρέτριαν τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος, καὶ
3618τὴν Διοίκησιν ἕνεκα αὐτοῦ κατεστρέψατε, καὶ τὰ χρή-
3619ματα τοῦ Δημοσίου Ταμείου μετὰ τῆς αὐτῆς ἀνευλαβοῦς
3620προαιρέσεως διαχειρίζεσθε, ἀφοῦ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ διαχει-
3621ρίσει Διεθνῶν ζητημάτων σύρεσθε ὑπὸ τῶν ἀτομικῶν αἰ-
3622σθημάτων σας, νομίζετε ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦτο
3623δυνατὸν νὰ ταπεινώσῃ ἑαυτὴν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, εἰς
3624ὃν ἡμεῖς κατεβιβάσθητε; Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἔχει
3625συμφέρον νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς εὐθύνην, ὅσοι δὲ
3626δὲν φροντίζουσι περὶ τῆς εὐθύνης αὑτῶν θέλουσιν ὑποστῆ
3627τὰς συνεπείας τῆς ἀπερισκέπτου πολιτικῆς των. Καὶ μή-
3628πως δὲν ἦτον ἀπερίσκεπτος ἡ πολιτεία ὑμῶν, ὅταν πρό
3629τινων ἑβδομάδων ἠναγκάσατε τὴν πλειοψηφίαν νὰ ψηφο-
3630φορήσῃ καὶ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς
3631διοικήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, καθ’ ὃν
3632χρόνον ὑμεῖς ἀπολογούμενοι διὰ τὰς καταγγελθείσας ὡρι-
3633σμένας στρατιωτικὰς παραβάσεις ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ
3634στρατοῦ, ἐλέγετε ὅτι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἀπολογηθῆτε
3635καὶ ἐζητεῖτε ἀναβολὴν, ἵνα προσαγάγητε πληροφορίας;
3636Καὶ σήμερον εἰς ἄτοπα θέλετε σύρει τὴν πλειοψηφίαν,
3637ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτων ἡ εὐθύνη θέλει ἐπιπέσει ἐφ’ ὑμᾶς
3638καὶ οὐχὶ ἐπὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
3639Τί θέλετε ψηφοφορήσει τὴν ἑσπέραν ταύτην; Θέλετε
3640ψηφοφορήσει ὅτι ἡ ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε, δὲν
3641εἶναι ὑπερβολική; Ἀλλὰ σεῖς αὐτοὶ ἐχαρακτηρίσατε αὐ-
3642τὴν τοιαύτην. Θέλετε ψηφοφορήσει, ὅτι ἐπιδοκιμάζετε τὴν
3643διεξαγωγήν, τὴν ὁποίαν τὰ ἔγγραφα ὑμῶν καταγγέλλου-
3644σιν ὡς ἄτοπον καὶ ἀδεξίαν; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κηδεμόνες
3645οὐδενὸς, ἕκαστος δ’ ἂς φροντίσῃ περὶ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ
3646συμφέροντος· μᾶς ἀρκεῖ ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν
3647νὰ ἔχωμεν περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπεβλή-
3648θησαν· ἡ μέριμνα μάλιστα αὕτη καθίσταται ζωηροτέρα,
3649διότι ὀφείλομεν νὰ φράξωμεν τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁ-
3650ποῖοι ἔχουσι φυσικὴν καὶ καθ’ ἕξιν τάσιν πρὸς διαβολήν.
3651Τοιαύτη μόνον μέριμνα μᾶς ὑπηγόρευσε νὰ σᾶς ἐξαγγεί-
3652λωμεν, ὅτι ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορή-
3653σωμεν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ θέλομεν προκαλέσει τὴν
3654Βουλὴν εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἂν σεῖς θέλετε νὰ προκα-
3655λῆτε τὴν Βουλήν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλετε τὸ πράξει,
3656ἂν προσδοκᾶτε νὰ πορισθῆτε καὶ ἐλάχιστον ἐκ τούτου
3657κέρδος. Θέλετε τὸ πράξει, ἀδιαφοροῦντες καὶ διὰ τῆς
3658Βουλῆς τὴν ὑπόληψιν καὶ διὰ τὴν ἐδικήν σας ὑπόληψιν·
3659διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, διότι οὐδέποτε μέχρι
3660τοῦδε ἐμαρτυρήσατε φειδὼ, οὔτε αὐτῆς τῆς πλειοψηφίας,
3661μ’ ὅσην καὶ ἂν ὀφείλετε εἰς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν
3662ἐμπιστοσύνην, ἣν ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἐπέδειξε πρὸς ὑμᾶς,
3663ἀνεχθεῖσα πράξεις ἀναξίας ἐπιδοκιμασίας διὰ τὴν ὑμετέραν
3664ὑπόληψιν· διότι γνωστὸν εἶναι τὸ θάῤῥος σας πρὸς τὴν
3665ἀθέτησιν τῶν Νόμων καὶ πρὸς τὴν ἐξύβρισιν τοῦ Κοινο-
3666βουλίου, τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμέραν ἐξυβρίζετε, νομοθετοῦντες
3667ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ.
3668§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3669Κυβερνήσεως λεχθέντων ὑποβάλλω τὴν ἑπομένην πρότα-
3670σιν: «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δοθείσας
3671ἐξηγήσεις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
3672§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς στρατηγὸς λίαν
3673προνοητικὸς παρατάξας τὰ τηλεβόλα τῆς πιστῆς πλειο-
3674ψηφίας πρὸ μικροῦ δι’ ἰσχυρᾶς φωνῆς πολλὰ εἶπεν, ἀλλ’ ἀμ-
3675φιβάλλω ἂν ὅλα ἐπίστευεν. Ἂν δὲ δὲν ἤμεθα οἱ πάντες
3676κεκμηκότες καὶ ἡ ὥρα προκεχωρημένη, δὲν θὰ ἦτο δύ-
3677σκολος ἡ ἀντίκρουσις καὶ εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας τὴν ῥητο-
3678ρικὴν δεινότητά του. Μεταξὺ τῶν ὅσων εἶπε μὲ ἔπεισε μό-
3679νον ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα. Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Ἀν-
3680τιπολίτευσιν εἶπεν, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις καὶ πρὸ πάντων
3681ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διευθύνει αὐτὴν, ἔχει τὸ θάῤῥος
3682τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ τὴν ἐκφράζῃ καὶ διὰ
3683τῆς ψήφου. Ἐντεῦθεν δὲ ἐμόρφωσα καὶ ἐγὼ γνώμην, ἥτις,
3684νομίζω, ὅτι συμβιβάζει τὰ διεστῶτα. Οἱ προτείναντες ὅπως
3685μὴ γίνῃ ψηφοφορία, ὡρμήθησαν, καθόσον ἐνόησα, ἐκ τοῦ
3686ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ὑπὸ ἄλλον τύπον ἡ πρᾶξις,
3687ἡ τελεσθεῖσα ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὡς ὁ
3688πρῶτος ὑποβαλὼν τὴν τοιαύτην γνώμην εἶπεν, ἵνα μὴ ἡ
3689μὲν Βουλὴ ἐνεργήσῃ ἔργα Χωροφυλακῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις
3690ἔργα μουσικῆς. Ἐν ᾧ λοιπὸν ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν
3691ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες δὲν θὰ ἦσαν σύμφωνοι, δύναται
3692νὰ βλάψῃ, ἀφ’ ἑτέρου νομίζω ὅτι ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁ-
3693ποίαν ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες εἶναι σύμφωνοι, βεβαίως δὲν
3694ἠδύνατο νὰ βλάψῃ, ψηφοφορία, δι’ ἧς ἐπρόκειτο νὰ ἐνι-
3695σχυθῇ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἡ Κυβέρνησις τοῦ ὅτι ὑπέκυψε
3696δηλαδὴ εἰς τὴν βίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὑπερβολικὴν ἱκα-
3697νοποίησιν· τοιαύτη ψηφοφορία, ἂν θὰ ἦτο σύμφωνος μὲ
3698ὅλην τὴν συζήτησιν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ νόημα τοῦ κ. Πρωθυ-
3699πουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατ’ οὐδὲν
3700δύναται νὰ βλάψῃ. Πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἐξ ἀμφοτέρων
3701τῶν πτερύγων συνεφώνησαν ἄνευ ἐπιφυλάξεως εἰς τοῦτο,
3702ὅτι ἕνεκεν βίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέκυψεν ἡ Κυβέρνησις,
3703ἐδόθη ἱκανοποίησις ὑπερβολική. Ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς
3704δύναται νὰ μὴ συμφωνήσῃ εἰς τοῦτο. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυ-
3705βέρνησις εἶναι συνεπὴς εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ἐντεῦ-
3706θεν, ἂν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ διὰ τῆς ἑαυτῆς
3707ψήφου τὴν γνώμην της, ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ συμφώνως
3708μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶσα, ἔστω μὴ ἀπολογουμένη,
3709εἰς τὴν ἐπερώτησιν εἶπεν. Ἡδυνάμην λοιπὸν, συμφώνως
3710πρὸς ταῦτα, νὰ ὑποβάλω πρότασιν, ὅτι: «ἡ Βουλή, πειθο-
3711μένη μετὰ τὰ λεχθέντα ὅτι ἡ ἱκανοποίησις εἶναι ἄδικος,
3712ἀπρεπὴς καὶ ὑπερβολική.....» μὅλα ταῦτα ἐγὼ διὰ νὰ διευ-
3713κολύνω τὴν λύσιν, ἀφίνων αὐτὰς τὰς δύω λέξεις, περιο-
3714ρίζω τὴν πρότασίν μου εἰς τὸ «ὑπερβολική». Διὰ τοῦτο
3715ὑποβάλλω τὴν πρότασίν μου, ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ Βουλὴ
3716»μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις, ἡ δο-
3717»θεῖσα τῷ Ἐπιτετραμμένῳ τῆς Ἀγγλίας εἶναι ὑπερβολι-
3718»κὴ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
3719§69ΔΕΞΙΟΘΕΝ. Ἄ! ἄ! ἄ!
3720§70ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διατί, δὲν τὸ εἴπατε ὅλοι;—Καὶ αὐτὴ
3721δὲ ἡ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος ὑποβληθεῖσα πρό-
3722τασις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, διότι τὴν ὑπερ-
3723βολικότητα ἡ Κυβέρνησις κατήγγειλεν· ὁ ἀντιλέγων ἂς
3724ἀπαντήσῃ. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ
3725ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν
3726τὴν πρότασιν. Ἡδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ψηφοφορίαν,
3727ἀφοῦ ὅμως τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ,
3728ἂς λυθῇ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ
3729πράγματα. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ
3730Κυβέρνησις ὑπέκυψεν εἰς τὴν βίαν.
3731§71ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφρασε πρὸ μικροῦ ὁ
3732ἔντιμος ἐκ Βώλου Βουλευτὴς κ. Φιλάρετος, ἐξάγεται ῥητῶς
3733ἐκ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δραγούμης προέβα-
3734λεν· ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη λέγει καθαρῶς, ταύτην
3735μάλιστα εἶχεν ἤδη προείπει αὐταῖς λέξεσιν ὁ κ. Πρωθυ-
3736πουργὸς ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Βουλή, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς
3737δοθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
3738σίαν διάταξιν. Μίαν ὅμως καὶ μόνην καθαρώτατα καὶ σή-
3739μερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προχθὲς ὁ κ.
3740Πρωθυπουργός, μίαν καὶ μόνην καθαρώτατα καὶ ἀνεπιφυ-
3741λάκτως ἔδωκαν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις ὑ-
3742πῆρξεν ὑπερβολική· ἔδωκαν δὲ δυστυχῶς τὴν ἐξήγησιν
3743ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογίας καὶ ἠρνήθησαν μά-
3744λιστα ἀντικοινοβουλευτικώτατα νὰ ὑποβάλωσι τὰ ἔγ-
3745γραφα (χειροκροτήματα). Ταύτην λοιπὸν τὴν ἔννοιαν ἔ-
3746χει ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα· ἀλλὰ ἀκριβῶς διότι ταύ-
3747την ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει
3748νὰ ψηφισθῇ, φρονοῦμεν μάλιστα ὅτι θὰ ἦναι ἐπίτασις τοῦ
3749κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἄν ἡ Βουλὴ ψηφοφορήσῃ τὴν
3750πρότασιν ταύτην.
3751§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἰδέα σας.
3752§73ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδέα, ἀλλ’ εἶναι πρᾶγμα.
3753Δὲν πρόκειται σήμερον, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ
3754παρουσιασθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ
3755Τόπου πράγματα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ—καὶ
3756ἂς μὴ ὁμιλῇ περὶ ἐθνικῶν καὶ ἀντεθνικῶν, ὅταν αὐτὸς ἀν-
3757τεθνικώτατα ἐπολιτεύθη—πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώ-
3758πιον τῶν ξένων, οὕς, δικαιολογούμενος, κατήγγειλε πρὸς
3759τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, πρὸς ξένους μάλιστα, οἵτινες ἔχου-
3760σιν ἀρκετὴν ὑπόληψιν πρὸς τὸ Ἔθνος ἡμῶν, ὥστε νὰ με-
3761ριμνῶσι περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν τοῦτο ἔχει περὶ αὐ-
3762τῶν. Κατήγγειλε λοιπὸν εἰς τὸ Ἔθνος ὁ κύριος Πρωθυ-
3763πουργὸς τὴν ὑπερβολικὴν ταύτην ἀξίωσιν ἱκανοποιήσεως,
3764καὶ ἀναγκάζει σήμερον, ὁ φιλόπατρις αὐτὸς καὶ ἐθνικός,
3765τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκ νέου τὴν ἀπρεπῆ αὐτὴν
3766ἔκφρασιν!
3767§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Σεῖς μᾶς ἀναγ-
3768κάζετε.
3769§75ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀνάγκην παρήγαγον αἱ ἄστο-
3770χοι ἐξηγήσεις αἱ δοθεῖσαι πρὸς τὴν Βουλήν, ἡμεῖς δὲ ἐν
3771ὀνόματι τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος καὶ ἐν ὀνόματι
3772καθήκοντος ἱεροῦ ὀφείλομεν ν’ ἀπόσχωμεν. Μὴ παίζωμεν,
3773κύριοι, μὲ τὰς λέξεις. Προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημά-
3774των, βλέπουσιν ἐν τῷ βάθει τὰ πράγματα καὶ διαγινώ-
3775σκουσιν ἐκεῖ ποῦ κεῖται τὸ κακόν, ἀναζητοῦσι δὲ τὸ ὀρ-
3776θὸν καὶ αὐτοῦ ἐπιλαμβάνονται διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ
3777συμφέροντα τοῦ Τόπου οἱ εἰλικρινῶς καὶ ἐν φιλοπατρίᾳ
3778πολιτευόμενοι. Ἐλέχθη ἀπρεπῶς καὶ ἐναντίον τοῦ ὀφειλο-
3779μένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις εἶναι ἡ
3780ἀντίῤῥοπος τῆς Κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας δύναμις ἐν τῷ
3781Τόπῳ, ἐλέχθη ὅτι ἡμεῖς ἀποφεύγομεν ἐκ φόβου κομμα-
3782τικοῦ τὴν ψηφοφορίαν. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
3783ὅτι εἶναι ἀντεθνικὴ ἡ γεννηθεῖσα συζήτησις. Οὐδέποτε—
3784καὶ τὸ λέγω παῤῥησίᾳ καὶ σεμνύνομαι ἐπὶ τούτῳ—οὐδέ-
3785ποτε ἐξεπλήρωσα κάλλιον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν
3786μου, εἰμὴ ὅταν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην καὶ ἀ-
3787νέλυσα πάσας τὰς ἐπὶ τῆς λυπηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως ἐ-
3788νεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Διατί; διότι, ἂν ἦτο δίκαιον
3789ὅ,τι ὑπέστημεν, οὐαὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα! Ἄν ἦτο δικαία
3790ἡ ζητηθεῖσα ἐξευτελιστικὴ ἱκανοποίησις, ταύτην θὰ εἶχεν
3791ἀναγκαίως τὴν ἔννοιαν, ὅτι θὰ παρίστα τὸν Τόπον ὡς
3792βάρβαρον. Ὅταν ὅμως ἀπέδειξα καὶ ὑπεραπέδειξα, μετ’ ἐ-
3793μοῦ δὲ καὶ πάντες οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολι-
3794τεύσεως, ὅτι τὸ κακὸν τὸ ὑπέστημεν ἐξ ἀστοχίας ἀτό-
3795μων, ἔστω κυβερνώντων τὴν Χώραν, ἀπηλλάξαμεν τὴν
3796Πατρίδα ἀπὸ δεινοῦ ἐφιάλτου καὶ ἀνεκουφίσαμεν αὐτήν.
3797Τοῦτο ὑπεραπεδείχθη· εἰς τοῦτο ἀρκούμεθα. Δὲν ποιού-
3798μεθα δὲ πλέον ἔκκλησιν οὔτε εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν ὑμῶν,
3799οὔτε εἰς τὴν φιλοπατρίαν, ἐπειδὴ αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγ-
3800κην νὰ μᾶς ἀπαγορεύσητε καὶ τοῦτο. Πράξατε ὅ,τι θέ-
3801λετε (χειροκροτήματα).
3802§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀρκεταὶ εἶναι αἱ διαβολαὶ, αἱ σωρευ-
3803θεῖσαι ἀπὸ ἱκανῶν ἡμερῶν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
3804αἱ ὁποῖαι αὐταὶ καὶ μόναι, ἂν ἦτο δυνατόν ποτε νὰ πι-
3805στευθῶσιν, ἠδύναντο νὰ γεννήσωσι νέον Διπλωματικὸν ζή-
3806τημα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀνάγκη εἰς τὸν προαγορεύ-
3807σαντα νὰ διαστρέψῃ ἐντελῶς καὶ τὴν πρότασιν, τῆς ὁποίας
3808ἐν τούτοις τὴν ἀνάπτυξιν εἶχεν ἀκούσει διὰ μακρῶν γενο-
3809μένην. Ἡ πρότασις εἶναι ἁπλῆ· ἡμεῖς διὰ τῆς προτάσεως
3810δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς οὔτε περὶ
3811τοῦ συμβάντος παρὰ τὰς ὑπωρείας τοῦ Λυκαβητοῦ, οὔτε
3812περὶ τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας συνέβη, οὔτε περὶ
3813τῆς περιπλοκῆς, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν, οὔτε περὶ τοῦ
3814τρόπου τῆς λύσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτήν. Ἡμεῖς πα-
3815ρέχοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν
3816παρέχομεν, καὶ ἐξακολουθοῦντες νὰ παρέχωμεν αὐτὴν ὡς
3817τὴν παρέχομεν, βεβαίως ἔχομεν λόγους ἐπαρκεῖς ἵνα κρί-
3818νωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, ἵνα μεταβάλωμεν τὴν
3819πεποίθησιν, ἣν ἐπ’ αὐτὴν ἔχομεν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξήγησεν
3820εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένοντο
3821ὅσα ἐγένοντο, καὶ ἐξηγήσασα τὴν ὑπόθεσιν, κατόπιν τῆς
3822ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου, ἐξέφρασε τὴν ἰδίαν ἑαυ-
3823τῆς γνώμην περὶ τοῦ ὑπερβολικοῦ τῆς ζητηθείσης ἱκανο-
3824ποιήσεως. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κεκλημένοι ν’ ἀποφανθῶμεν
3825περὶ τῆς γνώμης ταύτης τῆς Κυβερνήσεως· ἁπλῶς ἡμεῖς
3826θέλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς συζη-
3827τήσεως. Τί δὲ προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως; προέκυψεν
3828ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μετὰ
3829τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις δὲν εἶχε λόγον ὑπάρξεως, γίνεται
3830συζήτησις ἀδικαιολόγητος καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ Ἔθνος.
3831Θέλομεν νὰ πιστοποιήσωμεν διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν, ὅτι
3832κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐξακολουθῇ
3833τοιαύτη συζήτησις. Ὅταν δὲ τοῦτο σαφῶς ἐκφράζωμεν,
3834δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ διαστρέφῃ τὴν πρότασιν,
3835ἵνα στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῆς νέαν ἀφορμὴν διαμαρτυρήσεως τῶν
3836ξένων.
3837§77ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι θὰ εὑρισκόμεθα εἰς
3838διαφωνίαν μὲ τὸν κ. Δραγούμην· ἅμα ὑπέβαλε τὴν πρό-
3839τασίν του, ἀμέσως ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ἐπειδὴ ὁ Πρωθυ-
3840πουργὸς, ἀρξάμενος τῆς συζητήσεως, ὡμολόγησε τὴν ἱκα-
3841νοποίησιν ὑπερβολικὴν, ἀπαντῶν δηλαδὴ εἰς τὴν ἐπερώ-
3842τησιν, καὶ αὐτὸς ἤρξατο τῆς συζητήσεως κακῶς, ἂν
3843φρονῇ, ὅτι εἶναι κακῶς, καὶ προδοτικῶς, ἂν φρονῇ, ὅτι
3844εἶναι προδοτικῶς, διότι αὐτὸς ἤρξατο τῆς συζητήσεως
3845ταύτης καὶ ὄχι ἡμεῖς· ἡμεῖς ἐκάμαμεν ἁπλῶς ἐπερώτησιν,
3846καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἐπερίμενα
3847ὅτι ἡ πλειοψηφία, συμφωνοῦσα μὲ τὴν γνώμην τοῦ Πρωθυ-
3848πουργοῦ, ἤθελεν ὁμολογήσει, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις ἡ δο-
3849θεῖσα πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους εἶ-
3850ναι ὑπερβολική. Ἐπεθύμουν νὰ δείξετε πατριωτισμὸν ἐν
3851τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐπερίμενα, ὅτι θὰ εἶσθε συνεπέστε-
3852ροι, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εἶχε τὴν τόλμην νὰ
3853ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ἤθελεν ἔχει
3854τὴν εἰλικρίνειαν ὡς πολιτευόμενος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ
3855ὁποῖον εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν τὸ ἀνακαλῶ. Τότε
3856βεβαίως ἡ πλειοψηφία δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ὑποστηρίξῃ
3857τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ψηφίσῃ τὴν πρό-
3858τασιν. Ἂν δὲν ἔχετε τώρα τὴν τόλμην νὰ εἴπητε ἐκεῖνο
3859τὸ ὁποῖον φρονεῖτε καὶ ἀπηγγείλατε, βεβαίως ἡμεῖς δὲν
3860εὐθυνόμεθα, ὁμολογοῦντες σὺν τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅτι ἡ
3861ἱκανοποίησις ἦτο ὑπερβολική.
3862§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη· δύω
3863ὑπάρχουν προτάσεις, ἡ τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ ἡ τοῦ κυρίου
3864Δραγούμη.
3865§79ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι καὶ ἡ ἰδική μου ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἡ
3866Βουλὴ, ἀποδεχομένη ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ
3867τοῦ προκειμένου ὑπῆρξεν ἀντεθνικὴ»,—ἤτοι ὅτι ἐπὶ τῆς
3868προκειμένης ὑποθέσεως ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη προδοτικῶς
3869—«μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
3870§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ τρίτη πρότασις, ἡ τοῦ κ. Χοϊδᾶ,
3871τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ
3872κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ἐλάχιστοι). Ἀπεῤῥίφθη.
3873Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου «ἡ Βου-
3874λὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη ὅτι ἡ εἰς τὸν Ἐπιτετραμ-
3875μένον τῆς Ἀγγλίας δοθεῖσα ἱκανοποίησις ἦτο ὑπερβολικὴ,
3876μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» νὰ ἐγερθῶσιν (ἐ-
3877γείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
3878Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη.
3879§81ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3880§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
3881Βουλευτοῦ Μεγαρίδος λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχό-
3882μενοι τὴν πρότασιν λέγουσιν Ὄχι.
3883(Ἐνεργεῖται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ
3884τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Ρ. Χοϊδᾶ καὶ Πήλικα
3885κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3886Ἰωάννης Μοσχοβάκης Ο Ἀλέξ. Καραμπίνης Ν
3887Νικόλαος Στεφανίδης Ν Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
3888Ἰωάννης Μεσσηνέζης Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
3889Κωνσταντῖνος Θεοδώρου Ν Θεμιστ. Δαραλέξης
3890Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Δημοσθ. Δόγκας Ν
3891Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν Ἀναγνώστης Δαλιάνης
3892Δημ. Οἰκονομίδης Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
3893Λεων. Καρυστινάκης Ν Διομ. Διαμάντης
3894Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἐπαμ. Α. Δημητρίου
3895Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Σπυρ. Γ. Κουκούλεζας Ν
3896Λεωνίδας Ζωγράφος Νικόλ. Δ. Νομικός Ν
3897Σωτήριος Δανόπουλος Ἀριστομ. Βαλέττας Ν
3898Γεώργ. Τσώκρης Ν Δημ. Γαβαλᾶς
3899Κωνστ. Καραπάνος Ν Βαρβαρῖγος Πήλικας Ν
3900Γεώργιος Παχὺς Παναγ. Μαυροκέφαλος
3901Δημ. Καλλιφρονᾶς Χρῆστος Σολιώτης Ν
3902Δημ. Ράλλης Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
3903Παῦλος Καλλιγᾶς Ν Ἀλεξ. Φωτήλας
3904Δημ. Μουτσόπουλος Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
3905Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νεοκλ. Πετιμεζᾶς
3906Ἀντών. Ζυγομαλᾶς Ο Δημ. Τσαχτσήρης
3907Νικόλ. Λεβίδης Ο Ἀλκιβ. Μάνταλος Ν
3908Ρόκος Χοϊδᾶς Ο Π. Λεβέντης Ν
3909Ἀνδρ. Στράτος Περικλῆς Πεῤῥωτὴς
3910Κωνστ. Στράτος Ν Κωνστ. Φλέσσας Ν
3911Ἰωάν. Καρτάλης Δημ. Τζάννες
3912Νικόλ. Γεωργιάδης Ν Δημ. Κάρτσωνας
3913Γεώργ. Φιλάρετος Ο Δημ. Τερτίπης
3914Ἱερώνυμος Κασαβέτης Ν Ἀπόστ. Βασαρδάνης Ν
3915Νικόλ. Κουκουσλῆς Ν Λεων. Κουκορῖκος Ν
3916Ἀπόστ. Φρόνιμος Γεώργ. Φραγκίδης Ν
3917Κωνστ. Γρίβας Ν Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
3918Τατσέλος Μαυρομάτης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
3919Ἀντ. Βάλβης Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
3920Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης Γεώργ. Παπαγεωργίου
3921Ἀθαν. Βαλαβάνης Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς Ν
3922Θεοδ. Δηλιγιάννης Νικόλ. Παπανικολάου
3923Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Νικόλ. Μπαλάφας
3924Ἠλ. Παλαμήδης Γεώργ. Κόρπας Ν
3925Κ. Μαντζουράνης Ο Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ο
3926Πέτρος Πετροπουλάκης Δημ. Κουρκουμέλης
3927Χαρίλ. Τζανετάκης Ο Ἀθ. Παραμυθιώτης
3928Πολυμέρης Ζαρίμπας Νικόλ. Βασιλάκης Ν
3929Χριστόδ. Στεριάδης Ν Σπυρ. Α. Νοταρᾶς
3930Νικόλ. Κατσικαπῆς Φώτ. Κανελλόπουλος Ν
3931Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Δημ. Σταυρόπουλος Ν
3932Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Ντετάκης
3933Ν. Παπαμιχαλόπουλος Γεώργ. Πετρούλιας Ν
3934Παναγ. Ρίτσος Νικόλ. Βαλσαμάκης Ν
3935Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ν
3936Ἀντ. Μήτσας Γεράσιμος Μουσούρης Ν
3937Γεώργ. Μίλησης ἀρν.Ἀγαμ. Μεταξᾶς
3938Δημ. Χατζόπουλος Σπυρ. Κοντολέων Ν
3939Γεώργ. Ζηνόπουλος ἀρν.Κοσμᾶς Πανάρετος
3940Νικόλ. Δ. Ζῶτος Ο Στυλ. Κασιμάτης Ν
3941Δημ. Βουλπιώτης Ν Κ. Χατζηπαναγιώτης
3942Μιχ. Ἰατρίδης Σωκράτης ΤζιβανόπουλοςΝ
3943Κωνστ. Λομβάρδος Ν Ἀντ. Καρδαρᾶς
3944Φριδερεῖκος Καῤῥέρ Ν Κωνστ. Κατσικόπουλος Ν
3945Ἀναστ. Λούντζης Ν Κωνστ. Σαλταφέρος
3946Ροβέρτος Ρώμας Δημ. Δημητρακάκης Ο
3947Μελέτιος Ρουσσόπουλος Ν Παναγ. Ἰακωβάτος
3948Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ν Νικόλ. Μεταξᾶς
3949Περικλ. Παπαδόπουλος Ν Ε. Ἀρδαβάνης Ν
3950Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν Νικόλ. Κάγκας Ν
3951Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν Ὀδυσ. Πετρόπουλος Ν
3952Κωνστ. Ἰσχόμαχος Ν Ἠλ. Παπαηλιόπουλος Ν
3953Χαλήλ Δερβίς Βέης Ἀνδρ. Μαρλᾶς
3954Σερίφ Βέης Ν Γεώργ. Παπαστάμος Ν
3955Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν Γεώργ. Ροῦφος
3956Λάζ. Παπασταθόπουλος Ο Ἀγγελῆς Ροῦφος
3957Γεώργ. Λάππας Περικλ. Καλαμογδάρτης
3958Π. Μπογδάνος Ἀριστομ. Κοντογούρης
3959Σπυρ. Βαλαωρίτης Ν Νικόλ. Κουμανιώτης
3960Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν Ἀνδρ. Ρηγόπουλος
3961Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Δημ. Τριγγέτας
3962Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν Ἀθαν. Μισυρλῆς
3963Δημ. Παπαλουκᾶς Π. Τριγγέτας Ν
3964Φίλ. Βάρβογλης Ο Εὐάγγελος Ἀντύπας Ν
3965Ἰω. Στεφανόπουλος Γεώργ. Φλωριᾶς Ο
3966Παναγ. Κ. Μανέτας Ἀναστ. Ζερβός Ο
3967Δημ. Ζέγγελης Ν Ἰω. Ἀστεριάδης Ν
3968Ἀναστ. Σεχιώτης Ν Κωνστ. Βελισσάριος
3969Κ. Κωνσταντόπουλος Δημ. Π. Γουδῆς Ν
3970Ἠλ. Κοσσονάκος Ν Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Ν
3971Ἀθ. Κατριβάνος Στέφ. Σκουλούδης Ν
3972Βασίλ. Βούτουνας Ἰω. Γρυπάρης Ν
3973Στέφ. Δραγούμης Ν Ἀντ. Πετρίτσης Ν
3974Ν. Φιλάρετος Κωνστ. Κατσάκος
3975Γεώργ. Σταμούλης Ν Δημ. Παρασκευᾶς Ν
3976Σπυρ. Ἀλαμάνος Κωνστ. Κοττίκας Ν
3977Κωνστ. Βασιλάκης Χ. Ρίγγας
3978Λεων. Δεληγεώργης Στάμος Νάζος Ν
3979Χαρίλ. Τρικούπης Ν Πέτρος Μωραϊτίνης Ν
3980Ἔπαμ. Μπέλιας Ν Ἰω. Ζαλλώνης
3981Περικλ. Μποῦτος Ν Νικόλ. Στουρνάρας Ν
3982Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν. Ταρμπάζης Ν
3983Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἀχιλ. Τακιατζῆς Ν
3984Κωνστ. Μποῦτος Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ν
3985Ἀνδρ. Πρεζάνης Ν Σωτ. Σωτηρόπουλος
3986Ἀντ. Μάτσας Ν Δημ. Παπατσώρης Ν
3987Μιλτιάδης Βαρότσης Κυριάκος Πονηρόπουλος Ν
3988Ὄθων Μαῦρος Ν Νικόλ. Βλαχόπουλος Ν
3989Μιχ. Δαμιράλης Κωνστ. Διαλέτης Ν
3990Δημ. Δεσποταῖος Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
3991Ν. Γ. Καλαντζόπουλος Ν Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης Ν
3992Νικόλ. Φαρμάκης Ἰωάν. Παπαδόπουλος Ν
3993Ήλ. Ποταμιάνος Ν Ἀθ. Ζαφειριάδης Ν
3994Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ν
3995Τηλέμαχος Ρούκης Ο Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς
3996Ἀλέξ. Πετσάλης Ν Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
3997Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Πέτρος Σκουμπουρδῆς
3998Ξανθός Πικουλάκης Ν Κομνᾶς Τράκας
3999Ἀντ. Μυροαμιχάλης Ἀθ. Κέφαλος Ν
4000Λεων. Καπετανάκης Ἰω. Καλαμάρας
4001Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
4002Χαράλ. Κανελλόπουλος Θ. Φλογαΐτης
4003Ζ. Ζαρειφόπουλος Β. Βουδούρης Ν
4004Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Ν Δ. Κριεζώτης
4005Π. Κωσταντᾶς Ἀλέξ. Οἰκονόμου
4006Δ. Μεταλλινός Κ. Παπανικολῆς
4007 Θ. Κανάρης Ν
4008§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 134· 113 εἶπον Ναί,
400919 εἶπον Ὄχι, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον.
4010Ἡ πρότασις ἑπομένως ἔγεινε δεκτὴ διὰ ψήφων 113.
4011(Λύεται ἡ συνεδρίασις).
4012(Ὥρᾳ 11 Μ. Μ.)