1885.01.16
2,257 rows · 16,986 words · 78 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
Τῆς 16 Ἰανουαρίου 1885
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἰορδάνου Μαυρομμάτη, κατοίκου Ἑρμουπόλεως, πρώην καθηγητοῦ τῶν ναυτικῶν, ἐξαιτουμένου διορισμὸν ὡς ναυτοδιδασκάλου. Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας κ. Δουζίνας ὑποβάλλει τὸν ὁρμαθὸν τῶν ἐπερωτήσεών του. (Ὄρα Παράρτημα). Ὁ κ. Κασιμάτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Νίκολσων (θόρυβος).
§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ἐγὼ προηγουμένως νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀρξαμένη ἐπερώτησις· δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ἐγὼ νὰ μὲ ἐγγράψετε δι’ ἐπερώτησιν....
§5ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Οὕτως ἐγένετο καὶ χθὲς (θόρυβος).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γίνῃ ἐπερώτησις καὶ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ἐξακολουθεῖ μέχρις οὗ ἐξαντληθῇ.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔγεινε χθὲς τὸ ἴδιον; Δὲν προηγήθησαν ἐπερωτήσεις τῆς συζητήσεως τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Νίκολσων;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μοὶ λέγετε περὶ κανόνος, μοὶ λέγετε μόνον τί ἐγένετο χθές. Ὅ,τι ἔγεινε χθὲς, παρῆλθε (θόρυβος).
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν θέλετε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα διὰ πλειονοψηφίας, βεβαίως ἡ πλειονοψηφία ἐρωτωμένη θὰ εἴπῃ ὅτι ὑμεῖς καλῶς λέγετε. Τὰ ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ ὑποβάλλονται δι’ ἐπερωτήσεων. Ποῖον ζήτημα μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθη δι’ ἐπερωτήσεως;
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀδίκως προκαλεῖτε σκάνδαλα, καὶ τὰ προκαλεῖτε διότι συγχέετε δύω τινά· συγχέετε τὰς ἐπερωτήσεις μὲ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Αἱ ἐπερωτήσεις, κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατὰ τὰ ἐπικρατοῦντα πανταχοῦ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, προηγοῦνται πάσης ἄλλης πράξεως τῆς Βουλῆς· ἡ συζήτησις ὅμως αὐτῶν, ἂν δὲν γίνῃ ἐκ τοῦ προχείρου καὶ παραχρῆμα, ἀποτελεῖ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν πολλάκις ὅτι ἡ Βουλή, προκειμένου περὶ συζητήσεως ἐπὶ ἐπερωτήσεώς τινος, ἐρωτηθεῖσα ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν καὶ ἐπελήφθη ἑτέρου ἀντικειμένου, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ θέλει ἐξακολουθήσει, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς αὐτήν· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ τὸν λόγον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κάμουν ἐπερωτήσεις.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὀρθότατα παρετήρησεν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐπερωτήσεως καὶ συζητήσεως ἐπὶ ἐπερωτήσεως. Αἱ ἐπερωτήσεις ἔχουσι τάξιν ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἡμῶν ἀνεξάρτητον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων λαμβάνει σειρὰν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἐὰν δὲ τοῦτο ἐτηροῦμεν, αἱ συζητήσεις ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἦσαν πολὺ ὁμαλώτεραι. Δυστυχῶς πλεῖστοι τῶν κκ. Βουλευτῶν ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐπερωτήσεως ἐπιλαμβάνονται συζητήσεως ἐπὶ ἐπερωτήσεως· τοῦτο ἔγεινεν ἐπὶ πολλῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας· ἡ ἐπερώτησις αὕτη μετετράπη εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων. Τὸ γενόμενον δὲν δύναται νὰ ἀπογίνῃ. Ἀφοῦ χθὲς καὶ προχθὲς συνεζητήσαμεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, καίτοι δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, σιωπηρῶς ἀπεδέχθημεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη· ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιον σήμερον τὸ σιωπηρῶς ἀποδεκτὸν γενόμενον νὰ ἀναιρέσωμεν· πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ὡς ἀναγραπτέαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ὡς ἀναγραπτέαν πρώτην, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐξακολουθήσεως ἀρξαμένης συζητήσεως· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως πρέπει ἐκ τούτου νὰ λάβωμεν τὸ ἐνδόσιμον, ὅπως σκεφθῶμεν περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ ἀποφασίσωμεν νὰ μὴ ἀνεχώμεθα τοιαύτην παράβασιν ἐν τῷ μέλλοντι. Ὁσάκις πρόκειται περὶ συζητήσεως ἐπὶ ἐπερωτήσεως, πρέπει νὰ κανονίζηται αὕτη μετὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ὁσάκις δὲ πρόκειται περὶ ἁπλῆς θέσεως ἐπερωτήσεως καὶ περὶ ἀπαντήσεως τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κατὰ ταῦτα δυνάμεθα ἤδη νά προβῶμεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ ἁπλῶς εἰς ἀναγγελίας ἐπερωτήσεων, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι ἕτοιμος ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν εὐθὺς, ἄλλως βραδύτερον· δέον δὲ ν’ ἀπόσχωμεν ἀπὸ πάσης συζητήσεως, προσδιορίζοντες μόνον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν περὶ ἑκάστης τῶν ἐπερωτήσεων θέλει γίνει συζήτησις, ἂν θεωρῇ ὁ ἐπερωτήσας ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ αὐτῆς.
§12ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχω τι νὰ εἴπω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε κατ’ εὐθεῖαν, ὡς ὤφειλε νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος εἶχε λάθος· ἐπροτίμησε νὰ τὸ εἴπῃ διὰ περιστροφῶν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος ἦτον ἐν τῷ δικαίῳ.
§14ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὴν τὴν περιστροφήν σας ἤθελον παραλείψει, ἂν εἰς τὴν ὁμιλίαν σας δὲν εἰσηγάγετε καὶ ἐμέ. Εἶπεν ἀκριβῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἔγινεν ἡ παραβίασις ἐκ μέρους τῶν ἐπερωτώντων Βουλευτῶν τοῦ νὰ μὴ περιορίζωνται εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ νὰ προκαλῶσι συζητήσεις, τοῦτο δὲ αὐτὸ συνέβη, προσέθεσε, καὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ἀφορώσης τὸν Ἔκτακτον Ἀπεσταλμένον τῆς Ἀγγλίας. Λοιπὸν, κ. Πρωθυπουργὲ, δὲν συνέβη τοῦτο, δὲν εἶναι ποσῶς ἀκριβὲς, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν ἐλαφροτέραν λέξιν. Ὅταν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν, σεβόμενος καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ καὶ ἀφορῶν εἰς τὸ σπουδαῖον τῆς ὑποθέσεως, εἶπον, ὅτι πατριωτικὸν καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει ν’ ἀπέχω πάσης κρίσεως μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ταῦτα δὲ ἦσαν ἀναγκαῖα ἐν ἐπερωτήσει, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶχε στοιχεῖον ἢ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ταῦτα εἶπον καὶ κατῆλθον τοῦ βήματος καὶ ἀνήλθετε ὑμεῖς, καὶ δὲν περιωρίσθητε νὰ εἴπητε ὅτι θὰ ὑποβάλητε τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὑπεβάλετε πάνθ’ ὅσα εἴχετε μεθ’ ὑμῶν καὶ προέβητε εἰς ἐξηγήσεις, καὶ τόσον πολλὰς μάλιστα ὥστε μεθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δὲν ἐκρίνατε πρέπον ν’ ἀπαντήσητε πλέον, διότι πᾶν ὅ,τι εἴχετε νὰ εἴπητε, τὸ εἴπετε, ἀφοῦ εἴπετε ἀκόμη καὶ ὅτι ἡ ἐπιβληθεῖσα ἡμῖν ταπεινωτικὴ πρᾶξις ἦτον ὑπερβολικὴ καὶ ὑπεβάλετε τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἐξήγετο ἅπασα ἡ ἐνέργεια ὑμῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Λοιπὸν προεκαλέσατε ὑμεῖς τὴν συζήτησιν. Ταῦτα λέγω οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ διότι μοὶ ἀπεδόθη μομφὴ, ἣν δὲν δύναμαι νὰ ἀνεχθῶ. Ὀφείλω ἤδη νὰ προσθέσω καὶ ἕτερόν τι. Διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον, ἀργὰ βεβαίως, περὶ τῶν ἐπερωτήσεων, φοβοῦμαι μὴ πρόκειται — καὶ πρέπει τοῦτο καλῶς νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ — μὴ πρόκειται νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τὸ Συνταγματικὸν τῆς ἐπερωτήσεως (Θόρυβος). Νὰ ἐξηγηθῶμεν· ἂν δὲν ἐπιζητεῖτε τοῦτο, εἴμεθα σύμφωνοι, τοῦτο σᾶς τιμᾷ. Μὴ μὲ διακόπτετε ὅμως· δὲν κερδίζετε τίποτε.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε δὲν ἠσχολήθη παρὰ εἰς ἐπερωτήσεις· καμμίαν ἄλλην ἐργασίαν δὲν ἔκαμεν.
§16ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνων τὸν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν μας σχετικῶς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, εἶπε καθαρῶς ὅτι αὗται θὰ ὑποβάλλωνται ἁπλῶς, θὰ προσδιορίζηται δὲ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἡ Βουλή, προσέθηκε, κρίνῃ ἀξίαν τὴν ἐπερώτησιν νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, τότε μόνον θὰ γίνεται. Τοιοῦτόν τι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν λέγει, καὶ ἂν σεῖς τὸ ἀποφασίσητε, δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἐφαρμόσητε.
§17ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁρίζει τὴν ἡμέραν.
§18ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ προσδιορίσητε τὴν ἡμέραν, τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἡ εὐπρέπεια ἡ ὀφειλομένη πρὸς τὸν ἐπερωτῶντα, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνεργεῖ ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ἐνασκεῖ ὕψιστον δικαίωμα, ἀπαιτεῖ ν’ ἀνατίθηται εἰς αὐτὸν ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας· τοῦτο δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις εἶναι κοινοβουλευτικώτατος, ὁσάκις τῷ συμφέρει νὰ ἦναι, δὶς εἰς τὰς δύω σπουδαίας ἐπερωτήσεις, ἃς ὑπέβαλον, καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ δανείου, ὅτε ἐζήτησα ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὁ κ. Τρικούπης ἐγερθεὶς εἶπε «ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἡμέραν ὁ κύριος Ζηνόπουλος». Ἐὰν πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα οὕτω, πάντες οἱ Βουλευταὶ—καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἐν ὀνόματι ὅλων τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—πάντες θέλουσι τὸ δεχθῇ. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μείνει εἰς τὴν ἰδέαν, ἣν ἐξέφρασεν, ὑμεῖς ἀποφασίσητε κατ’ αὐτὴν, θ’ ἀποφασίσητε ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, εἰς ἡμᾶς δὲ οὐδὲν δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε· διατί; διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν γνωρίζομεν ἡμεῖς ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μας θὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸ καθαρτήριον τῆς πλειοψηφίας, θὰ τὴν ἀναπτύσσωμεν ἀμέσως κατὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτῆς, καὶ θὰ τὴν ἀναπτύσσωμεν διὰ τρόπου, ὅστις θ’ ἀναγκάζῃ ὑμᾶς ν’ ἀπαντᾶτε. Τὸ κυριώτατον πάντων ἐν ταῖς Βουλαῖς, ὁ ὕψιστος τῶν κανόνων, ὁ παντοδύναμος κανὼν, εἶναι ἡ καλὴ πίστις. Ἐὰν μεταξὺ ἡμῶν ἔχωμεν καλὴν πίστιν, οὐδὲν δύναται νὰ συμβῇ ἄτοπον ἢ ἀντικοινοβουλευτικόν. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ κάμω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θ’ ἀναγκάσῃ ἡμᾶς τοὺς ἐπερωτῶντας νὰ ἐνασκήσωμεν τὸ δικαίωμα ἡμῶν δι’ οὗ τρόπου ὁ Κανονισμὸς μᾶς ἐπιτρέπει.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. προαγορεύσας ὀρθῶς παρετήρησεν ὅτι τὰ ζητήματα πάντα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τῆς καλῆς πίστεως ἄριστα λύονται, καὶ φρονῶ, ὅτι ἂν ἡ καλὴ πίστις ἐπρυτάνευεν ἐπὶ πάντων ἐν γένει, ἂν αἱ συζητήσεις ἡμῶν διεξήγοντο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀπολήγωσιν εἰς ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιδιώκῃ, δὲν θὰ εἴχομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα σήμερον. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἠθέλησα δι’ ὅσων εἶπον περὶ ἐπερωτήσεως νὰ μεταβιβάσω εἰς τὴν πλειοψηφίαν τὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἀποστερῇ τὸν ἐπερωτῶντα τοῦ δικαιώματος τῆς συζητήσεως. Τοιαύτην πρόθεσιν βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω, οὐδὲ εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἀπολύτως ἡ ἰδέα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι εἰς τὸν Βουλευτὴν τὸν ἐπερωτῶντα ἀνήκει πάντοτε ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως· διότι δύναται οὗτος νὰ ζητήσῃ ἀκατάλληλον ἡμέραν, δύναται νὰ ζητήσῃ ἡμέραν, ἣν καὶ ἕτερος Βουλευτὴς καθώρισεν εἰς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, καὶ νὰ ἐπέρχηται ἐκ τούτου σύγκρουσις. Πάντα ταῦτα λύονται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἂν μὴ ὦσι λελυμένα διὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνηται ἀπόφασις παρὰ μόνου τοῦ ἐπερωτῶντος, ἀλλὰ καὶ οἱ Κανονισμοὶ ἄλλων Κοινοβουλίων περιφρουροῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ κατὰ τῆς πλειοψηφίας, διότι ἐκεῖ ὁρίζονται ἡμέραι, καθ’ ἃς ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων ἔχει προτεραιότητα ἐπὶ πάσης ἄλλης συζητήσεως, ὅπως πάλιν ὁρίζονται ἄλλαι ἡμέραι, καθ’ ἃς αἱ προτάσεις αἱ Κυβερνητικαὶ ἔχουσι προτεραιότητα συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Τοιοῦτον κανονισμὸν νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὥστε νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένος καὶ ὁ ἐπερωτήσας, ὅτι θέλει ἐπιτύχει τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, νὰ ἦναι δὲ ἐξασφαλισμένη καὶ ἡ Νομοθετικὴ ἐργασία κατὰ τῆς καταχρήσεως τῶν τοιούτων συζητήσεων. Ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, τουτέστι τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ κ. Νίκολσων, ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι τὴν συζήτησιν δὲν προεκάλεσεν ἄλλος ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι ἐγὼ, ἀπαντήσας εἰς τὴν ἐπερώτησίν του. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο λέγω, ὅτι ἄλλο ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν καὶ ἄλλο συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεως· τοῦτο δὲ εὕρηται ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τοῖς Κανονισμοῖς τῶν Κοινοβουλίων ἄλλων Ἐθνῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλων ἐπερώτησιν, ὀφείλει ν’ ἀπέχῃ πάσης ἀναπτύξεως, ἥτις νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα συζητήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς εἴτε τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἴτε κατ’ ἄλλην, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ λάβῃ πληροφορίας ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δίδει ἀπάντησιν, ἐν ᾗ ἀπέχει ὅσον τὸ δυνατὸν παντὸς τοῦ ἀποτελοῦντος συζήτησιν. Αἱ ἐρωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἦσαν πολλαὶ, περιεῖχον ὁλόκληρον τὸ ζήτημα· ἡ ἀπάντησις ἄρα, ὅσον καὶ ἂν ἦτο ξηρὰ, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ περιέχῃ ὁλόκληρον τὸ ζήτημα· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν προέβη εἰς συζήτησιν ἐν τῇ ἀπαντήσει, ἣν ἔδωκεν· ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις, καὶ πᾶσαν τὴν συζήτησιν ταύτην κατακρίνω· δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ νὰ τὴν ἐμποδίσω, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω γνώμην, περὶ αὐτῆς καὶ νὰ πολιτεύωμαι κατὰ τὴν γνώμην, ἣν ἔχω περὶ τῆς συζητήσεως, διότι θεωρῶ ταύτην ἐπιβλαβῆ ἐθνικῶς, καὶ ἀπέσχον διὰ τοῦτο ἀπὸ πάσης ἄλλης ἀναπτύξεως. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴν ἀπαντήσω· ἔδωκα εἰς αὐτὸν πᾶσαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε· κατέθεσα πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν ὅτι ἐπετρέπετο νὰ καταθέσω, ἀλλ’ εἰς τὴν συζήτησιν δὲν εἰσῆλθον, καὶ νομίζω ὅτι ὤφειλον οἱ ἐπερωτήσαντες, πρὶν ἢ προκαλέσωσι τὴν συζήτησιν ταύτην, νὰ σκεφθῶσιν ὡρίμως ἂν συμφέρῃ αὕτη ἐθνικῶς ἢ οὔ· τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἡ Βουλὴ ἠνέχθη τὴν συζήτησιν, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ δύω συνεδριάσεις ἐξηκολούθησεν αὕτη, δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ ἤδη, ὡς ἂν ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὅ,τι ὅμως συνέβη, δὲν συνέβη ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ὅσον τὸ καθ’ ἑαυτὴν, ἀπεκδύεται πάσης εὐθύνης ἐπὶ τῇ συζητήσει ταύτῃ, ἣν θεωρεῖ λίαν ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα.
§20Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐχαρίστως ἤκουσα τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν μοὶ φαίνεται τῳόντι ἀδύνατον νὰ ἀπεκδυώμεθα ἰδιοτήτων ἐρεθιστικῶν, ν’ ἀπεκδυώμεθα τῶν πλαγίων σκοπῶν, καὶ πρὸ πάντων νὰ μὴ ἐμφορώμεθα ὑπὸ πείσματος· δὲν μοὶ φαίνεται δὲ δύσκολον νὰ διεξάγωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν μετ’ ἐμβριθείας καὶ σοβαρότητος, ἡ ὁποία προσήκει εἰς τὸ μόνον ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα τῆς Ἑλλάδος. Ἴσως ὀλίγον ἀπέχει ἡ γνώμη μου ἀπὸ τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς γενομένης συζητήσεως· χρεωστῶ ὅμως ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν παρέλιπον. Ἴσως ἤθελον ἀδικήσει τοὺς ἀξιοτίμους ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες μετέσχον τῆς συζητήσεως, ἐὰν παρέλιπον τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὴν προκειμένην συζήτησιν δὲν ἐπροκάλεσε μόνον ἡ ἀγανάκτησις καὶ ἡ θλῖψις, ἣν ἠσθάνθη ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν εἶδε τελούμενα τὰ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος τελεσθέντα, ἀλλ’ ἐπροκάλεσε τὴν συζήτησιν προσέτι καὶ αὐτὴ ἡ καταγγελία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ καταγγελία τῆς ἰδίας αὑτοῦ πράξεως. Παρέτεινε δὲ ἰδίως τὴν συζήτησιν ἡ ἀδεξιότης περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνηγγέλθη ἡ ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἀμέσως ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις οὐχὶ μόνον κατήγγειλε τὴν ἰδίαν αὑτοῦ πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἔδωκε τὴν ἱκανοποίησιν εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ καὶ παρήγαγεν ἓν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἡ ἀνακοίνωσις. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ καταθέσῃ ὡρισμένα ἔγγραφα· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν ὅτι δὲν θεωρεῖ ἑαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ καταθέσῃ ταῦτα, ἐντεῦθεν δὲ προῆλθεν ἡ διαφωνία, ἥτις ἔφερε τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἢ ὄχι ν’ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐνῷ δὲ συζητοῦμεν ἐπὶ τούτου ἀποφεύγοντες νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐπικαλῆται πάντοτε τὴν δύναμιν τῆς πλειοψηφίας, ἐπρότεινε τοιοῦτόν τι. Ἐὰν μετὰ δεξιότητος διεξήγοντο αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἐκπληρωθῇ τὸ καθῆκον τοῦτο ἀξιοπρεπῶς καὶ ἐμβριθῶς· ἐὰν δὲ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία ἐπ’ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, θέλω λάβει τὸν λόγον, καὶ θέλω ἀνακοινώσει τὰς γνώμας μας, καὶ θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ ὅτι αἱ γνῶμαί μου, αἵτινες νομίζω, ὅτι εἰσὶν ἀποδεκταὶ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αἱ γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλουσιν ἀποδείξει ὅτι αὕτη ἀντιπολιτεύεται μὲν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι καὶ Κυβέρνησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς Διεθνεῖς σχέσεις αὐτῆς. Ἡμεῖς πολὺ διαφέρομεν Ἀντιπολιτεύσεων προηγηθεισῶν· ἐὰν κατὰ τοὺς πρὸ μικροῦ παρεληλυθότας χρόνους ὑπῆρξαν Ἀντιπολιτεύσεις, αἵτινες ἐπελάθοντο καὶ τῶν Διεθνῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ζητημάτων τοῦ Κράτους διὰ νὰ παλαίσωσι τὴν ἐσωτερικὴν πάλην, ἡμεῖς οὐδέποτε θέλομεν ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τοιαῦτα ἄξια κατακρίσεως ἐπιχειρήματα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ συντελῇ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ δὲ νὰ παρατρέπῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦτο, ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ ὑποχρεωθῶμεν εἰς μέτρον τι κατὰ τὴν ὑποβολὴν καὶ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων· ἀλλὰ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ συνεννοηθῶμεν εἰλικρινῶς διὰ νὰ προσδιορισθῇ ποῖον εἶναι τὸ προσῆκον τοῦτο μέτρον. Τὸ προσῆκον τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπηνίσσετο χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβαλὼν Νομοσχέδιον καὶ λέγων ὅτι «ἐάν ποτε δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν,» διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται, ὅταν συζητῇ ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ἐκτὸς ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ Κράτους Κοινοβουλευτικοῦ εἶναι Νομοθετικὸν Σῶμα τῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, τὸ ὁποῖον καθῆκον μόνον εἶχε νὰ ψηφίζῃ Νόμους καὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἴσως ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις τῆς τηρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Νόμων εἶναι ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τοῖς Κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι δὲν καλεῖται νὰ νομοθετῇ μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὴν πολιτείαν ἐκείνων, οἵτινες ἐντολὴν λαβόντες παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος, τῇ συνεννοήσει τῆς Βουλῆς, ἐπεφορτίσθησαν νὰ τηρῶσι τοὺς Νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτην γνώμην ἔχομεν περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, καὶ γνώμην ἀλλοίαν οὐδενὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ, φρονοῦμεν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐκπληροῦσι καθῆκον προβάλλοντα ἐπερωτήσεις, πρέπει νὰ ἀναγγέλλωσι τὰς ἐπερωτήσεις ξηρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρὶν δὲ οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ἁρμόδιοι φροντίσωσι νὰ συλλέξωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἢ τὰ ἔγγραφα, νὰ προσαγάγωσι ταῦτα εἰς προσεχῆ τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν· τὴν συζήτησιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ ἡ πλειοψηφία, ἀλλ’ ὁ προβάλλων τὴν ἐπερώτησιν, τῇ συναινέσει ὅμως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ἔχει νὰ ζητήσῃ χρόνον εἰμὴ τοσοῦτον ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος νὰ εὕρῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ἢ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας πρὸς διαφώτισιν τοῦ πράγματος πληροφορίας. Ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ ἐναντίον, ἐὰν ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἐπερωτῶν ἤθελε προσδιορίσει ἡμέραν τινὰ καὶ ἄλλος ἤθελεν ἀντιτάξει ἄλλην, νὰ ἀποφαίνεται ἡ πλειοψηφία ἐπὶ τῆς διαφωνίας, ἠθέλετε κατορθώσει, ὥστε αἱ συζητήσεις τῶν ἐπερωτήσεων νὰ ἀναβάλλωνται πάντοτε ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅπως τοῦτο ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1882. Λάβετε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἴδετε, ἐὰν ὅλα τὰ προβληθέντα Νομοσχέδια παρὰ Βουλευτῶν δὲν ἀνεβλήθησαν μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ καὶ ἔπαυσαν αἱ συζητήσεις. Ἐὰν δὲ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ἀναβάλληται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων οὕτως, ὥστε νὰ μὴν ἦναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ποτὲ, ἡ πλειοψηφία, ἥτις ἤθελεν οὕτως ἀποφασίσει, ἤθελε καταργήσει τὸ δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν πρὸς ἐπερωτήσεις, τὸ ὁποῖον δὲν παράγεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παράγεται ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως ἡ πλειοψηφία ἤθελεν ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀφαιρέσῃ τοὺς Βουλευτὰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος παραχωρηθὲν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, τὸ ὁποῖον διαφεύγει τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς. Ὥστε ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἀναγγελίαν ἁπλῶς καὶ ξηρῶς τῆς ἐπερωτήσεως, μετὰ δὲ τὴν ἀναγγελίαν νὰ προσδιορίζῃ ὁ ἐπερωτῶν τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τὸν πρὸς συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν συλλογὴν τῶν πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ἀναγκαίων πληροφοριῶν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ἐπελήφθημεν ὅπως δήποτε τοῦ ζητήματος τοῦ κανονισμοῦ, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καλὸν, νομίζω, ν’ ἀποφασισθῶσι τὰ περὶ τούτου διὰ τρόπου εὐκρινοῦς καὶ ὡρισμένου. Ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, εἶναι πρέπον ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγγελίᾳ τῶν ἐπερωτήσεων νὰ περιορίζηται ὁ ἐπερωτῶν εἰς τὴν ξηρὰν ἀφήγησιν τοῦ θέματος· ὁ δὲ Ὑπουργὸς, φρονῶ, ὅτι πρέπει ἢ ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ἂν ἦναι ἕτοιμος, πρὸς τοῦτο, πάλιν ξηρὸς καὶ ἀποφεύγων πᾶσαν συζήτησιν, ἢ ν’ ἀπαντήσῃ καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελε πορισθῆ τὰς πληροφορίας καὶ τὰ ἔγγραφα· ἡ ἀπάντησις ὅμως, ἡ διδομένη εἴτε κατὰ τὴν ἡμέραν, τῆς ἐπερωτήσεως, εἴτε κατ’ ἄλλην ἡμέραν δὲν ἀποτελεῖ καὶ συζήτησιν· ταῦτα εἶναι προκαταρκτικὰ, ἡ δὲ συζήτητις θέλει γίνει κατὰ χρόνον ὁρισθησόμενον μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις πρέπει νὰ δοθῇ τὸ ταχύτερον. Ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν δὲ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως εἶναι πρέπον ὁ ἐπερωτῶν νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας, διότι ὁ ἐπερωτῶν ἀνήκει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤτοι εἰς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ἡ πλειονοψηφία νὰ κανονίζῃ τὰ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ πρὸς συζήτησιν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἂν ἀνήκῃ ὁ Βουλευτὴς, τὸ δικαίωμα αὐτοῦ πρὸς συζήτησιν πρέπει νὰ ἦναι κεκανονισμένον καὶ ἀνεξάρτητον τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐν ἐκτάκτῳ περιστάσει δύναται καὶ ἐκτάκτως νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς συζητήσεως ὡρισμένης ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν συνήθων ἐπερωτήσεων, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ λόγος ἵνα παρεκβῶμεν τοῦ κανόνος, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἡμέρας τακτὰς ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, μίαν, δύω ἢ τρεῖς, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ προτάσσωνται αἱ ἐπερωτήσεις πάσης ἄλλης συζητήσεως, νὰ καλῶνται δὲ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας αἱ ἐπερωτήσεις εἰς συζήτησιν κατὰ τὴν σειράν τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν. Δὲν δύναται οὕτως ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀδικήσῃ τὸν ἐπερωτῶντα, εἴτε ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, εἴτε εἰς τὴν μειονοψηφίαν· ἕκαστος Βουλευτὴς θὰ ἔχῃ ἴσα δικαιώματα πρὸς ἐπερώτησιν καὶ πρὸς τὴν παρεπομένην συζήτησιν. Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ φρονῶ ὅτι τοιαύτη θὰ ἦναι, διότι οὕτω διατάσσονται τὰ περὶ τούτου καὶ ἐν κανονισμοῖς ξένων Κρατῶν, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλονται ἄνευ συζητήσεως, πάντοτε δὲ καὶ ἐγγράφως.
§22ΤΙΝΕΣ. Διατί καὶ ἐγγράφως;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ τοῦτο, ἵνα ᾖ πλήρης ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀπαντῶν ὁ Ὑπουργὸς εἰς προφορικὴν ἐπερώτησιν δύναται νὰ μὴ ἐτήρησεν αὐτὴν ἐν τῇ μνήμῃ ἀκριβῶς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ ὑπάρχῃ εὐθύνη. Εἰς τὴν γενομένην ἐπερώτησιν ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ ἀπάντησις εὐθὺς, ὀφείλεται δὲ πάντως ἡ ἀπάντησις τὸ ταχύτερον· εὐθὺς δὲ κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ ἂν ὁ Ὑπουργὸς βραδύνῃ ν’ ἀπαντήσῃ, πρὸ τῆς ἀπαντήσεως ἐγγράφεται ἡ ἐπερώτησις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸς συζήτησιν, ἂν ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς θεωρῇ ἀναγκαίαν τὴν συζήτησιν, καὶ λαμβάνῃ σειράν κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων θὰ προτάσσηται τῆς τῶν ἄλλων θεμάτων. Δυνάμεθα δὲ νὰ προσδιορίσωμεν ὡς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, καθ’ ἃς θὰ προτάσσηται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, τὴν Τετάρτην καὶ τὸ Σάββατον, ἀλλὰ περὶ τούτου ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει, φροντίζουσα ὅπως παράσχῃ πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
§24ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγείρεται ἓν ζήτημα· ἐὰν ὑπάρξῃ βραδύτης τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς ἀπάντησιν, ὁ ἐπερωτῶν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ μίαν περίστασιν, ὡς ἀποτελοῦσαν περίστασιν βραδύτητος· ποῖος τότε θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐν ἀμφιβολίᾳ πρέπει νὰ λύωνται τὰ τοιαῦτα ὑπὲρ τοῦ ἐπερωτῶντος, καίτοι αὐτὸς ὁ ἐπερωτῶν θὰ προτιμᾷ συνήθως νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατ’ ἀρχὴν, πιστεύω, εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ ἂν ἤμεθα κατ’ ἀρχὴν σύμφωνοι, δυνάμεθα νὰ προσπαθήσωμεν νὰ συμφωνήσωμεν καὶ ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰς ἡμέρας, τὰς ὁποίας θέλομεν τάξει διὰ τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ συζήτησις αὕτη θέλει γίνεσθαι τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἤτοι κατὰ σειρὰν προτεραιότητος.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ μία κατάχρησις, κύριοι, φέρει τὴν ἄλλην. Εἷς ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόει ὅτι παρεκτρέπονται εἰς συζήτησιν μετὰ ἐπερώτησιν, εἶμαι καὶ ἐγὼ, καὶ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν τριῶν Συνόδων τῆς παρούσης Βουλῆς—διότι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην Βουλὴν προσδιωρίζετο ὡρισμένη ἡμέρα διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, διότι οὐδεμία ἄλλη πλειονοψηφία Βουλῆς ἠθέλησε ν’ ἀπολέσῃ αὐτὸ τὸ πολύτιμον Συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ—ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν τριῶν Συνόδων, καθ’ ἃς προσδιωρίζετο ἡμέρα συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων, προσδιωρίσθη τοιαύτη τὸ Σάββατον. Πόσαι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἐπερωτήσεις συνεζητήθησαν; σᾶς ἐρωτῶ ν’ ἀπαντήσητε· οὔτε τὸ ἓν δέκατον· καὶ ἐὰν συνεζητήθησάν τινες, αὗται ἦσαν αἱ μᾶλλον ἐπουσιώδεις, διότι μόνον περὶ τούτων ἔδιδον κατὰ προτεραιότητα πληροφορίας οἱ Ὑπουργοί. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι τοῦτο γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Ἔθνη· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὅτι εἰς τὰ ἄλλα μέρη δὲν ἔχουσιν οἱ πολῖται παράπονα, ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῆς διοικήσεώς του. Εἰς τὰ ἄλλα μέρη ὁ χωροφύλαξ δὲν δέρει τὸν πολίτην, ὁ Ἀστυνόμος δὲν τὸν φυλακίζει παρανόμως, ὁ εὔζωνος δὲν τὸν βασανίζει, ὁ Ταμίας δὲν τὸν κλέπτει, ὁ Ἔφορος δὲν τὸν ἀδικεῖ, ὁ Νομάρχης γνωρίζει τὸ καθῆκόν του, ἑπομένως ἐκεῖ καὶ μία ἡμέρα καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα εἶναι πολὺ διὰ τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεων. Ἐν Ἑλλάδι, ὅμως γνωρίζετε ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸν, διότι γνωρίζετε τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος, μάλιστα δὲ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα τρία ἔτη. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν ἐν Ἑλλάδι τὸ Σύνταγμα, ὥρισαν ἓξ μῆνας διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐνῷ εἰς τὴν Εὐρώπην ἀρκοῦν εἷς ἢ δύω μῆνες, διότι ἐκεῖ τὰ πράγματα εἶναι κεκανονισμένα, αἱ Κυβερνήσεις γνωρίζουσι τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ συζητήσῃ ἢ τὰς τακτικὰς αὐτῆς ἐργασίας, καὶ ὀλίγας ἡμέρας περὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μᾶς εἶπε μὲ μειλίχιον γλῶσσαν νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν, ἵνα συζητῶμεν τὰς ἐπερωτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελον φέρει πληροφορίας οἱ ἐπερωτηθέντες Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ φροντίζωσι νὰ φέρωσι πληροφορίας περὶ τῶν ἐπερωτήσεων τῶν μὴ σπουδαίων, ὅταν δὲ πρόκηται περὶ σπουδαίων ἐπερωτήσεων, θιγουσῶν τὴν διαγωγὴν ἑκάστου Ὑπουργοῦ, θὰ φροντίζωσι νὰ μὴ φέρωσι τοιαύτας. Παρὰ πολὺ ἁπλοῦς μᾶς ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ μᾶς προτείνῃ νὰ δεχθῶμεν αὐτὸν τὸν περιορισμόν. Λοιπὸν, κ. Πρωθυπουργὲ, δὲν δεχόμεθα οὐδένα περιορισμόν· ἐνόσῳ ἡ διοίκησις εἶναι ἀχαλίνωτος, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχει τὸ Σύνταγμα. Γίνονται δὲ αἱ μεγάλαι συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, διότι Σεῖς οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἀπαντᾶτε, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀναπτύσσωμεν αὐτὰς κατὰ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μας. Δὲν δεχόμεθα λοιπὸν οὐδεμίαν μεταβολὴν, καὶ ἂν θελήσῃ ἡ πλειονοψηφία νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, ἡμεῖς θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἔσχατα.
§27ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι, ἡ παροῦσα μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας στιγμὰς, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ Βουλή. Εἶναι στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐπιθυμοῦμεν νὰ εὕρωμεν κοινὸν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ νὰ σταθῶμεν. Δὲν πρέπει τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ τὴν ἀπωλέσωμεν. Καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδειξαν ἐν ταῖς ἀγορεύσεσιν αὐτῶν, ὅτι καὶ Ἀντιπολίτευσις καὶ Συμπολίτευσις ἐπιθυμοῦσι νὰ εὑρεθῇ τρόπος ὄχι συμβιβασμοῦ βεβαίως, ἀλλὰ κανονισμοῦ τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ὡμίλησε τελευταῖος, ὑπέβαλεν ἐν λεπτομερείᾳ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐννοεῖ ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀφοῦ ἡμεῖς τὴν ἐπροτείναμεν, δὲν ἔχομεν τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς θέλω ὑποβάλει ὀλίγας παρατηρήσεις, καὶ πιστεύω ὅτι ἐξ αὐτῶν θὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐξακολουθοῦμεν ἔχοντες ἀγαθὴν πίστιν καὶ ἀγαθὴν πρόθεσιν. Εἰς δύω σημεῖα διαφωνοῦμεν· πρῶτον εἰς τὸ σημεῖον τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡμέρας, περὶ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφάνη ἀφειδέστατος, εἰπὼν ὅτι καὶ τρεῖς ἡμέρας δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπε καθαρῶς ὅτι εἶναι καλὸν ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τῆς ὑποβαλλομένης ἐπερωτήσεως νὰ γίνηται ἐκ κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, πρὸς ὃν ἡ ἐπερώτησις, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν εἰς ἣν περίστασιν, κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Χατζοπούλου, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἤθελε βραδύνει. Εἰς τὸ σημεῖον λοιπὸν τοῦτο διαφωνοῦμεν, καὶ νομίζομεν ὅτι ἡμέραι πρέπει νὰ προσδιορίζωνται εἰδικῶς καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτω θέλομεν ἀπολέσει ὀλιγωτέρας ἡμέρας.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν ἐπερωτῶντα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτὸν ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἴσως καὶ ἐντὸς τῆς ἐπαύριον ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν· ἑπομένως εἶναι ἁρμόδιος νὰ ὁρίσῃ τὰς ἡμέρας μετὰ τὰς ὁποίας θέλει ἀπαντήσει.
§29ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφωνοῦμεν καὶ εἰς ἓν ἄλλο, εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ δώσῃ πρόχειρον ἀπάντησιν χωρὶς ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ ν’ ἀποτελῇ ἔναρξιν συζητήσεως. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν δύναται—εἶναι ἐν τῇ φύσει τὸ πρᾶγμα ἀδύνατον—νὰ ἦναι ἁπλῆ, νὰ ἦναι δηλαδὴ καθαρῶς τυπική· θὰ περιέχῃ οὐσίαν, εἴτε ἀναιροῦσαν τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεως, εἴτε μειοῦσαν τὴν σημασίαν αὐτῆς· ἑπομένως ὁ ἐπερωτῶν θὰ περιέρχηται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιτάττῃ κατὰ τῆς γενομένης ἀπαντήσεως, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι προσῆκον καὶ εὐπρεπὲς ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος νὰ μὴ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην ἀπάντησιν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν νομίζει ὅτι ἡ ἐπερώτησις δὲν θίγει εἴτε τὴν εὐθύνην εἴτε τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ, εἴτε γενικώτερα συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Πολιτείας. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἕνεκα τοιούτων λόγων ὁ Ὑπουργὸς ἀναγκασθῇ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἐπερωτῶν νὰ ἀναπτύσσῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Ἑπομένως διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἁπλῆν ὑποβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἐπερωτῶντα, ἀλλ’ εἰς τὸν Ὑπουργόν· ἂν ὁ Ὑπουργὸς νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ, γίνεται συζήτησις· ἂν νομίσῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, δὲν ἀπαντᾷ. Τώρα βεβαίως εἶναι καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀναγκαία· τότε δικαιοῦται νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργός. Ἂν ὅμως ὁ ὑποβάλλων τὴν ἐπερώτησιν νομίσῃ, ὅτι ἡ διδομένη ἀπάντησις ἐξασθενεῖ τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, τουτέστιν ἂν ἀρνῆται τὴν οὐσίαν αὐτῆς, ἢ μεταβάλλῃ τὴν σημασίαν αὐτῆς, τότε βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντᾷ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἂν οὕτω πως παραδεχθῶμεν, ἂν δείξωμεν ὅτι πράγματι ἐμφορούμεθα καλῆς πίστεως, οὐδεμία δυσκολία νὰ συνεννοηθῶμεν καὶ νὰ συμβαδίσωμεν. Τώρα κάμνω καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ὑπάρχουσιν ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι σπουδαιότητα γενικὴν καὶ μεγάλην σημασίαν. Αἱ ἐπερωτήσεις αὗται θὰ κανονίζωνται βεβαίως ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὁ ἀντιπολιτευόμενος καὶ ὁ συμπολιτευόμενος Βουλευτὴς πρὸς τὴν Πατρίδα. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εἰμὴ ἁπλᾶ παράπονα· ἐπὶ τοιούτων ἐπερωτήσεων εἶναι ἀδύνατον νὰ τεθῇ κανονισμὸς, διότι ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἡ ἁπλουστέρα ἀπάντησις εἶναι οὐ μόνον ἔναρξις, ἀλλὰ καὶ λῆξις τῆς συζητήσεως. Πιστεύω ὅτι ταῦτα θέλει παραδεχθῆ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ὀφείλω νὰ κάμω παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἐξηγηθείσης λύπης ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῇ γενομένῃ συζητήσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Ἐκτάκτου Ἀπεσταλμένου τῆς Ἀγγλίας. Νομίζει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν γένει δὲν ἦτο συζητητέον. Εἶναι ὄντως λίαν λυπηρὸν ὅτι γίνεται τοιαύτη συζήτησις· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐχὶ εἰς ἐμὲ, οὐχὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εἰς ἑαυτὸν ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του ταύτην. Καὶ ἐν δυσὶ λέξεσι θέλω σᾶς εἴπει διατί. Ὅταν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς οὐχὶ μόνον τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ ἂν προσδιωρίζετο καὶ ἑτέρα ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν μὲ ἐξηνάγκαζεν εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τοιαύτη, ὥστε μοὶ ἦτο πλέον ἀδύνατον νὰ ἀποφύγω τὴν συζήτησιν. Ἂν ἄνευ οὐδενὸς σχολίου ἡ Κυβέρνησις ἐδήλου εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὐτὴ, ἡ θεματοφύλαξ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας, ἐθεώρησεν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτη ὅτι ὤφειλε, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τούτων, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν, οὐδεὶς—ἐγὼ μὲν βεβαίως, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ὁμιλήσω νομίζω καὶ ἐν ὀνόματι πάντων—οὐδεὶς ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελε κάμει παρατήρησιν· ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἦτο τοιαύτη, ὥστε κατεδικάζετο ἡ πρᾶξις ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὴν ἔπραξεν. Ἤδη ποῖον εἶναι τὸ ἐκτιθέμενον, μετὰ τοιαύτην δήλωσιν, συμφέρον τοῦ Κράτους; Ποῖον τὸ ἐκτιθέμενον συμφέρον τῆς Πατρίδος, διὰ νὰ ἐξηγηθῇ πρὸς ἡμᾶς ἡ λύπη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ λύπη τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ; Εἶναι συμφέρον τῆς Πατρίδος τὸ ἐκτιθέμενον ἢ ἁπλῶς συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως; Νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ δεύτερον· ἀπέναντι ὅμως τοῦ συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως, πιστεύω ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος εἶναι ὑπέρτερον. Νομίζω δὲ πράγματι ὅτι, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι οὐχὶ ἐκ κακῆς προθέσεως ἀλλ’ ἐξ ἀκαταλλήλου, ἐξ ἀστόχου ἐνεργείας ἐπῆλθεν ἡ τοιαύτη λύσις, νομίζω ὅτι δικαία εἶναι ἡ θλῖψις, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη τὸ Ἔθνος. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς λύπης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἣν συμμεριζόμεθα πάντες, ἦτο ὀρθὸν ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ μᾶλλον ἔδει ν’ ἀπευθύνῃ αὐτὴν πρὸς ἑαυτὸν διὰ τὴν δήλωσιν ἐκείνην τὴν ἀτυχῆ, ἥτις ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν θλιβερὰν ταύτην συζήτησιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται....
§31ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν παραδέχεται τίποτε.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπόφασις δὲν γίνεται καμμία.
§33ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γραφῶσιν αὐτὰ εἰς τὰ πρακτικά· ἅμα γραφῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ, εἴμεθα σύμφωνοι.
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἂν εἶναι σήμερον Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι θέλομεν κανονίσει τὴν μετοχὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως καὶ ἐὰν ἤμεθα Κυβέρνησις. Τὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀρκεῖ νὰ συμπίπτῃ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§35ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω, κύριοι, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, διὰ τοῦ ὁποίου δηλοῖ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν, ὅτι ἀπεδέχθη προθύμως τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν Ἐπιτετραμμένον αὐτῆς ἱκανοποίησιν. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἐπιοῦσαν ὁ αὐτὸς κ. Ἐπιτετραμμένος ἐλθὼν παρ’ ἐμοὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὰς εὐχαριστίας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ προθυμίᾳ, μεθ’ ἧς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέδωκε τὴν εἰρημένην ἱκανοποίησιν πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ἔσπευσα τὴν προφορικῶς ταύτην ὑποβληθεῖσαν ἔκφρασιν τῶν εὐχαριστιῶν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον· καὶ τὸ ἔγγραφον δὲ τοῦτο τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ ὡς εἴρηται εὐχαριστηρίου καταθέτω ὡσαύτως.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§37ΤΙΝΕΣ. Ξηρῶς, κ. Ζυγομαλᾶ.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀτυχῶς θὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα τῆς ξηρότητος τῶν Ταμείων τοῦ Κράτους, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς παράσχῃ τὴν πληροφορίαν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μεριμνήσῃ ὅπως καὶ τὰ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τάγματα τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις λάβωσι τ’ ἀπαιτούμενα χρήματα, ὅπως ἀρκέσωσιν εἰς τὰς μισθοδοσίας τῶν στρατιωτῶν· καὶ συνιστῶ τοῦτο, διότι ἀτυχῶς ἐστερήθησαν σχεδὸν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρημάτων. Καθυστεροῦνται μισθοὶ ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ καθυστερῶνται καὶ οἱ μισθοὶ τῶν στρατιωτικῶν, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἄλλον πόρον. Ἡ Κυβέρνησις δι’ ἀφρόνων μέτρων κατώρθωσεν ὥστε τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἔχωσι λεπτόν. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι τὰ τάγματα τοῦ στρατοῦ ἔχουσιν ἔλλειψιν χρημάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
§39ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Προστίθημι καὶ ἐγὼ τὴν καθυστέρησιν πληρωμῶν καὶ εἰς τοὺς ναυτικούς.
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τῆς ἀνεχείας μέχρι λεπτοῦ τῶν Ταμείων τοῦ Κράτους.......
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν διατυπῶ διαρκῶς. Εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον προσῆλθε δικαιοῦχος διὰ νὰ λάβῃ χρήματα ἱερὰ, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ παλαιοῦ Νόμου κατετίθεντο εἰς τοὺς Συμβολαιογράφους ὡς παρακαταθῆκαι, καὶ διὰ τοῦ νεωτέρου Νόμου οἱ Συμβολαιογράφοι τὰ καταθέτουν εἰς τὸ κεντρικὸν Ταμεῖον. Ὁ πίναξ κατέστη τελεσίδικος. Προσῆλθεν ὁ δικαιοῦχος νὰ λάβῃ 20,000 δραχμὰς, καὶ ὁ Ταμίας τῷ εἶπεν ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς ἄλλην χρῆσιν. Ὑπάρχει Νόμος τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου τιμωροῦνται οἱ καταχρασταὶ τῶν χρημάτων τούτων τῶν ἱερῶν. Ὁ προσελθὼν εἰς τὸ Ταμεῖον ὅπως λάβῃ τὰ χρήματά του ὀνομάζεται Στέφανος Ἀλεβιζάκης. Ἔκαμε καὶ αἴτησιν θεραπείας διὰ τὸ ποσὸν τῶν εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν. Εἶναι ταῦτα ἀληθῆ; Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δι’ ἐγκυκλίου του ἀπελύθησαν ἐπίστρατοι, οἵτινες εἶχον τιμωρηθῆ μὲ ἐνιαύσιον πρόσθετον ὑπηρεσίαν καὶ ὤφειλον νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν ἥμισυ ἔτος· ἀλλὰ πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους οὗτοι ἀπελύθησαν, ὡς ἔμαθον, δι’ ἐγκυκλίου ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ, σημαίνουσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν φρονεῖ, ὅτι περιορίζεται ὑπὸ τοῦ Νόμου ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἐπιστράτους καὶ κληρωτοὺς τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας. Ἄν δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, τὸν παρακαλῶ πρὸ πάντων τὸ μέτρον αὐτὸ, τοῦ δι’ ἀποφάσεώς του περιορισμοῦ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, νὰ τὸ λάβῃ πρὸ πάντων ὑπὲρ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1883, οἵτινες ἀδίκως καὶ παρανόμως ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατὸν ἓξ μῆνας καὶ ἓν ἔτος ἐπὶ πλέον, οὐχὶ δὲ ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων. Καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς Συμβάσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔλαβεν 4,000,000 δραχμῶν παρὰ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως καὶ παρὰ τοῦ Comtoir d'Escompte ἐπὶ ἐνεχυριάσει δεκαὲξ χιλιάδων ὁμολογιῶν τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ δραχμῶν 250 ἑκάστην, διότι ἐξετίμησεν ἡ ὁμὰς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ 250 δραχμῶν ἑκάστην μετοχὴν, ἐνῷ ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία της εἶναι 500 δραχμῶν, νομίζω. Ἐπίσης τὴν Σύμβασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἔλαβε 2,500,000 δραχμῶν παρὰ τῆς Τραπέζης Société Marseillaise, Anglo—Foreign Bank ing καὶ Ζαφειροπούλου καὶ Ζαρίφη ἐπὶ ἐνεχυριάσει 10,000 ὁμολογιῶν. Ἐπίσης τὴν Σύμβασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἔλαβε 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν παρὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐπὶ ἐνεχυριάσει 12 χιλιάδων ὁμολογιῶν.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ διαφόρων τραπεζιτῶν, δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἄνευ Νόμου καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης τὴν Σύμβασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἔλαβεν ἕτερα 2 ἑκατομμύρια παρὰ τῆς Τραπέζης Credit Lyonnais ἐπὶ ἐνεχυριάσει 8,000 ὁμολογιῶν. Ἐπίσης νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔλαβεν 700,000 δραχμῶν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Γνωρίζετε ὅτι τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας ἀποτίθενται εἰς ἰδιαίτερον Ταμεῖον, καὶ εἶναι εἰδικὸς Νόμος, ὁ κανονίζων τὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Δὲν πιστεύω ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλαβε τὰ χρήματα ταῦτα αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως. Ἐννοῶ ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα ἔλαβε διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ πιστεύω ὅτι τὰ ἔλαβε νομίμως. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ φέρῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, ὅπως ἴδωμεν ποῦ ἐστηρίχθη. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ξηρῶς εἶχον νὰ ὑποβάλω, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§45Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τεσσαράκοντα περίπου ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησα νὰ παραγγελθῇ ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀπαιτουμένην ἄδειαν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ μηνύσεώς τινος δοθείσης κατ’ ἐμοῦ καὶ ἐπὶ ἑτέρας μηνύσεως συναφοῦς δοθείσης ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ Βουλευτοῦ ἄλλου. Ἐπειδὴ δὲ παρῆλθον τεσσαράκοντα ἡμέραι ἀφ’ ἧς ὑπέβαλον τὴν ἀναφοράν μου, καὶ παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι ἀφ’ ἧς, συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὁ Εἰσαγγελεὺς ὑπέβαλε τὴν αἴτησίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καίτοι παρακληθεὶς παρ’ ἐμοῦ προφορικῶς κατ’ ἰδίαν, δὲν ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν δύναμαι δὲ ἐγὼ οὔτε ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀνεχθῶ νὰ ὑπάρχῃ κατ’ ἐμοῦ ἐκκρεμὴς κατηγορία ὅσῳ προφανῶς ψευδὴς καὶ ἀστεία καὶ ἀσήμαντος καὶ ἂν ἦναι αὕτη, καὶ δὲν δύναμαι νὰ περιμένω τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι ἤδη νὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὴν Βουλήν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἤδη, κ. Ἀργυρόπουλε.
§47Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω δὲ ὀλίγας λέξεις δικαιολογούσας τὴν αἴτησίν μου. Ἐδόθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ ἐδημοσιεύθη μάλιστα ἐν ἐφημερίδι μήνυσις κατ’ ἐμοῦ ἐκ μέρους δῆθεν γυναικός τινος, ἀγνώστου μοι ἐντελῶς, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε μέχρι σήμερον εἶδον, οὐδ’ αὕτη μὲ εἶδε ποτὲ, ὅτι ἐπειράθην νὰ τὴν ἀπαγάγω, νὰ τῆς ἀφαιρέσω χρήματα καὶ ὅτι τὴν ἐδυσφήμησα. Κατήγγειλα δὲ ἐγὼ ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει ἕνα Βουλευτὴν ὡς ἐπινοήσαντα καὶ γράψαντα καὶ δημοσιεύσαντα τὴν κατ’ ἐμοῦ μήνυσιν, καὶ ἐπιμεληθέντα τὴν ψευδῆ αὐτῆς ὑπογραφὴν καὶ τὴν ψευδῆ ἐγχείρισιν αὐτῆς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους, χάριν τῆς δημοσίας ἠθικῆς καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, παραλείπω. Ἐπιθυμῶ δὲ καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἀναγκασθῶ νὰ τοὺς ἐκθέσω ἐνταῦθα. Πρόκειται δὲ κυρίως διὰ τῆς ἐνεργηθησομένης ἀνακρίσεως νὰ βεβαιωθῶσι φρικταὶ κοινωνικαὶ κακοήθειαι, διαπραχθεῖσαι καὶ διαπραττόμεναι ἐν μέσαις Ἀθήναις ὑπὸ τοῦ εἰρημένου Βουλευτοῦ, τὸ συμφέρον δὲ τῆς κοινωνίας τὸ ἠθικὸν καὶ ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς ἀπαιτοῦσι τὴν ταχεῖαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν καὶ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν.
§48ΤΖΑΝΕΣ. Συνεπείᾳ ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρά τινος στρατιώτου πάσχοντος, εὑρισκομένου εἰς τὸ παράρτημα τοῦ στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, ἐν τῷ ὁποίῳ νοσηλεύονται οἱ ὀφθαλμιῶντες, μετέβην νὰ ἴδω ὁ ἴδιος τί συμβαίνει. Δὲν θὰ ἦναι δὲ πολὺ ἂν εἴπω, ὅτι ἐν τῷ παραρτήματι τούτῳ εὑρίσκονται ἕως 60 ἢ 70 πάσχοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς, διατελοῦντες ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ὑπαξιωματικοῦ. Ἔχω μεγίστην ὑπόληψιν εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον ἰατρὸν τὰ τῆς θεραπείας ταύτης κ. Διαμαντόπουλον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν ἔργα ἰατροῦ, νὰ ἐπιχειρῶσι δὲ πράξεις θεραπευτικὰς ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων τοῦ ἀνθρώπου ὀργάνων, τῶν τῆς ὁράσεως δηλονότι. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ Θεραπευτήριον τοῦτο τῶν ὀφθαλμιώντων, νὰ καλέσῃ δὲ τοὺς ἁρμοδίους, πρὸς οὓς νὰ ἐπιστήσῃ μεγίστην προσοχὴν περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἐν αὐτῷ στρατιωτῶν. Ἐντὸς τοῦ Θεραπευτηρίου ἐκείνου εὑρίσκονται Ἕλληνες στρατιῶται, οἰκογενειάρχαι ἢ τέκνα οἰκογενειῶν, οἵτινες διατρέχουσι τὸν κίνδυνον ν’ ἀπολέσωσι τὴν ὅρασιν, ἀφοῦ ἀδαεῖς χεῖρες ἐπιλαμβάνονται θεραπείας σπουδαίας ἄνευ ἐπιτηρήσεως ἐπιστημονικῆς. Εἶδον οὕτω κινδυνεύοντα καὶ ῥητῶς ἀναφέρω τὸν Γεώργιον Σκυλομάγουλον, πάσχοντα δεινῶς, ἀλλὰ προτιμῶντα νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ Θεραπευτηρίου ἐκείνου, καίτοι πάσχει. Καὶ πάλιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ τὴν θυσίαν τῆς μεταβάσεώς του ἐκεῖ, καὶ εἶμαι βέβαιος μετὰ τοῦτο θὰ διατάξῃ τὴν ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπόλυσιν τῶν πασχόντων τούτων ἁπάντων σχεδὸν ἐκ τριχωμάτων.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξεδόθη διαταγὴ, ὅπως οἱ πάσχοντες τριχώματα θεωρῶνται ὡς ἀνήκοντες εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, οἱ δὲ ἀνήκοντες εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας ἀποστέλλωνται εἰς τὰς ἑστίας των.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς δοθείσης εἰς τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας κ. Νίκολσων. Ὁ κ. Κασιμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§51Σ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μέρος τῆς τακτικῆς ῥητόρων τινῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι τὸ νὰ προτρέπουν ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἀρνώμεθα τὴν ὑποστήριξίν μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθὸ πολλαχῶς παραβλάπτουσαν δῆθεν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ νὰ συμπεραίνωσιν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν καταλείπεται χρόνος, ὁ ἀρκῶν ἵνα καὶ ἡμεῖς λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπ’ αὐτῶν παρουσιάζονται, ὅτι πειθόμεθα, ὅτι οἱ ῥήτορες οὗτοι εἶχον δίκαιον, ἀλλ’ ὅτι ἄλλοι λόγοι μᾶς πείθουν οὐχ ἧττον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Τώρα, κύριοι, εἶναι καταφανὲς, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον βιοῦμεν, δὲν εἶναι δυνανὸν εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως ν’ ἀγορεύωμεν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα· ἄλλως, βεβαιωθῆτε, ὅτι εἰς τὰς πλείστας τῶν προτάσεων τῶν τοιούτων ῥητόρων θὰ εἴχομεν σπουδαίας ἀντιῤῥήσεις. Καὶ εἰς αὐτὰ τὰ θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁ κ. Ζηνόπουλος, ἔχει τριβήν τινα, εἰς τὰ διοικητικὰ, καὶ τὰ ὁποῖα δογματικῶς ὑπεστήριξε πρὸ ἡμερῶν, ἠδυνάμην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἦσαν ὀρθαὶ αἱ γνῶμαί του, ὅτι ὁ Δήμαρχος διορίζει τὸν Ἀστυνόμον ἀνεξετάστως, διότι εἶναι ὑποχρεωτικὸν τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Ἀστυνόμου. Ἠδυνάμην νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστος ἡ θέσις τοῦ διαχειριστοῦ τῆς δημοτικῆς περιουσίας μὲ τὴν θέσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβούλου, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον θὰ προὐκάλει μίαν μακρὰν συζήτησιν, ἠναγκάσθην νὰ σιωπήσω, ἀφίνων εἰς ἄλλην ἐποχὴν τὴν ἐξέτασιν τῶν τοιούτων ζητημάτων. Τοιουτοτρόπως καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἰσῆλθεν εἰς ἓν πεδίον, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἔχει εἰδικὴν πεῖραν, καὶ ὅμως ἐλάλησε τοιουτοτρόπως ἀπὸ τοῦ βήματος ὡσὰν ἦτο ὁ Βάτελ ἢ ὁ Γρότιος.
§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἀνέγνωσα.
§53ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω αὐτὸ, ὅτι δὲν τὸν ἀνεγνώσατε. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας καὶ σήμερον ἐπιμένει, ὅτι ἡ συζήτησις προέκυψεν ἐκ τοῦ ὅτι αὐτὸς ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε τὴν κακὴν διεξαγωγὴν τοῦ παρεμπίπτοντος τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας· ἐπιμένει ὅτι ἔσφαλε, καὶ βεβαίως διὰ τοῦτο δὲν τολμᾷ νὰ προσαγάγῃ τὰς ἐπιστολὰς τὰς ἰδιαιτέρας τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ ἤλπιζον, ὅτι μετὰ τὴν εὐσυνείδητον δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος κ. Δεληγεώργης ἐποιήσατο, ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν προσαγωγὴν....
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον ἐγὼ πῶς δὲν ἐπιμένω;
§55ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς δείξω τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά; Ἂν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ σφάλλουν, σφάλλω καὶ ἐγώ.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον τὸ θεωρῶ περιττὸν, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποδειχθῆ διὰ τῶν ἐπιστολῶν, τὸ θεωρῶ ὡς ἀποδεδειγμένον.
§57ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δέχομαι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε τώρα, καὶ ἔρχομαι νὰ τὸ ἐξετάσω. Ζητεῖτε ἐπανειλημμένως, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσαχθῶσιν αὐταὶ αἱ ἐπιστολαί. Ἔσφαλε, λέγετε, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς κατὰ τί ἔσφαλε; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, εἶναι ὀρθή. (Πρὸς τὸ Προεδρεῖον: Σᾶς παρακαλῶ τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων. (Τῷ προσάγεται οὗτος). Εἰς τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων ὑπάρχει ἐπιστολὴ Ἀγγλιστὶ γεγραμμένη, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀποτείνομαι δὲ εἰς τὸν κ. Ἀθανασιάδην, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει λέγων, ὅτι δὲν ὑπάρχει αἴτησις τοῦ Ἐπιτετραμμένου περὶ ἱκανοποιήσεως) ἐδῶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὁ Ἐπιτετραμμένος ἀπετάθη ἐπισήμως εἰς τὸν ἡμέτερον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ εἶπε: «Κατὰ τὴν ἐσώκλειστον ἔκθεσίν μου ἔλαβε χώραν ἓν λυπηρὸν παρεμπίπτον καὶ ἀναφέρων τοῦτο εἰς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, πείθομαι, ὅτι θέλετε λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως δοθῇ ἡ δέουσα ἱκανοποίησις».
§58ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἔγγραφον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐπιστολή, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ τελευταία ἱκανοποίησις· αὐτὸ τὸ ἔγγραφον δὲν ὑπάρχει.
§59ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω ἁπλῶς, ὅτι δὲν ἐλάβετε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν· διότι, ἐὰν τὸ ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἐβλέπετε ὅτι μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς οὐδ’ ὑμεῖς δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἔπταισεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἤκουσε τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον παραπονούμενον καὶ ἀμέσως προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ χωροφύλακος, ἐνήργησε δὲ καὶ μίαν ἱκανοποίησιν, δηλαδὴ ἐξέφρασε τὴν λύπην της, καὶ ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, ὅτι ἐτιμώρησε τὸν χωροφύλακα· ἡ ἔκθεσις τῆς λύπης ἦλθε καὶ ἐκ μέρους τῆς Βασιλείας. Ἕως αὐτοῦ τοῦ σημείου ὑπάρχει διαφωνία, ὅτι ἐξετέλεσεν ἀξιοπρεπῶς καὶ δεόντως τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις; Ἂν τολμήσῃ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει ὁ δικφωνῶν, τότε θὰ ἦναι ἀσυνεπὴς, διότι ἁπλῶς λέγετε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἱκανοποίησις τῆς Πλατείας. Τί μένει λοιπὸν τώρα νὰ μάθητε ἀπὸ τὰς ἐπιστολὰς αὐτάς; Τὸ διατί ἐζητήθη μιὰ βαρυτέρα ἱκανοποίησις; Σᾶς λέγω διατί· ἐὰν ἐμελετᾶτε τῳόντι τὸ Δίκαιον τῶν Ἐθνῶν, θὰ ἐβλέπετε διατί· ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ἰδανικοῦ κώδικος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ γείνῃ εἰς τὸ δίκαιον τῶν Ἐθνῶν, τοῦ καθηγητοῦ Μπλούντζλη, προτείνετε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως διόλου ἀπαράδεκτα εἰς τὸ δίκαιον τῶν Ἐθνῶν, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἀρχίζετε νὰ φαντάζησθε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ποῦ πρέπει νὰ τρέξωμεν ἐπὶ τέλους ἵνα ἴδωμεν ὁποῖον εἶναι τὸ δίκαιον τῶν Ἐθνῶν τὸ ἐν ἰσχύϊ; Ἐγὼ σᾶς φέρω ὄχι πλέον θεωρίας, ἀλλὰ πράγματα. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἔγγραφον τῆς 25 Ἰανουαρίου τοῦ 1871, τὸ ὁποῖον ὁ Καγκελάριος τῆς Γερμανίας ἐκ Βερσαλλιῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, παραπονεθέντα ὅτι κακῶς κατεσχέθησαν ἓξ Ἀγγλικὰ πλοῖα καὶ ἐβυθίσθησαν εἰς τὸ στόμιον τοῦ Σηκουάνα, καὶ ζητοῦντα ἱκανοποίησιν διὰ τοῦτο, θὰ ἰδῆτε ἐν αὐτῷ ὅτι ὁ μέγας Καγκελάριος τῆς Γερμανίας ἀπήντησεν ὅτι ἦτο ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του νὰ τὸ πράξῃ, διότι ἐν καιρῷ πολέμου εἶναι ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα τῆς ἀγγαρείας καὶ ἐπὶ ξένων πλοίων. Ἡ δὲ ἀνωτάτη αὐθεντία περὶ τούτου δὲν εἶναι ὁ Μπλούντζλη, ἀλλ’ εἶναι ὁ Ἄγγλος ἀνώτερος δικαστὴς καὶ συγγραφεὺς Sir Phillimore, ὅστις ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς κατασχέσεως πλοίων ἀνηκόντων εἰς τρίτην Δύναμιν, ὅταν πρόκειται νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτῶν ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἐμπολέμων Κρατῶν. Τώρα ὅταν ἐξετάσητε τί λέγει ὁ συγγραφεὺς οὗτος, τοῦ ὁποίου ἡ αὐθεντία εἶναι ἀναμφισβήτητος, θὰ ἰδῆτε πόσον εἶναι ἀκριβῶς ἀνεγνωρισμένον τὸ δόγμα τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν Πρεσβευτῶν, καὶ ποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἱκανοποίησις, ἥτις πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς, ὅταν γείνῃ προσβολὴ κατ’ αὐτῶν. Ἐπειδὴ, κύριοι, πολλὰ λέγονται ἐντεῦθεν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω δύω γραμμὰς ἀναφερομένας εἰς αὐτὸ τὸ θέμα· διότι συμφέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ γινώσκῃ πῶς θεωροῦνται οἱ Πρεσβευταὶ, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά των, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Πρεσβευταὶ προσεβλήθησαν. Ὁ Phillimore ἐπαναλαμβάνων τοὺς λόγους τοῦ Ἑλβετοῦ Βάτελ, ὅστις ἦτο σύμβουλος Πρεσβείας καὶ Πρεσβευτὴς καὶ συνέγραψε τὸ τελειότερον ἔργον ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, τὸ ἀναγνωρίζει ὡς κείμενον ἰσχῦον καὶ σήμερον. Ὁ Βάτελ λέγει τάδε περὶ τῶν Πρεσβευτῶν καὶ τῶν προσβολῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατ’ αὐτῶν (ἀναγινώσκει): «Une affaire de cette nature n'est point un different particulier, une question litigieuse dans la quelle chaque partie tire le droit de son côté; c'est la querelle de toutes les nations, intéressées à maintenir comme sacrés le droit et les moyens qu’ elles ont de communi quer ensemble et de traiter de leurs affaires. Quiconque fait violence à un ambassadeur, ou à tout autre Ministre public blesse la sureté commune et le salut des nations, et se rend coupable d'un crime atroce envers tous les peuples». Ὁ Φίλλιμωρ τελέως ἐκπροσωπῶν τὴν σύγχρονον ἐπιστήμην ἰδοὺ πῶς ἐπαναλαμβάνει ἔτι εὐκρινέστερον τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποῤῥέουν ἀπὸ προσβολὴν, ἡ ὁποία τυχὸν γίνεται καθ’ ἑνὸς Πρεσβευτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ προσβολὴ ἀποτελεῖ παραβίασιν τῆς κοινῆς τῶν Ἐθνῶν εὐδαιμονίας καὶ ἀσφαλείας. Ἑπομένως ὑπάρχει τι τὸ ἰδιάζον εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο», τουτέστιν ὅτι ἡ παραβίασις τούτου ἀνόμοιος οὖσα τῇ προσγινομένῃ εἰς ἰδιαίτερα Ἔθνους τινὸς συμφέροντα βλάβῃ, καθίσταται παραχρῆμα καὶ ἀπ’ εὐθείας ἀντικείμενον γενικοῦ ἀλληλεθνοῦς διαφέροντος, καὶ δικαιοῖ πάντα τὰ Ἔθνη νὰ ζητήσωσι καὶ ἐκβιάσωσιν ἱκανοποίησιν μὲν διὰ τὴν προσβολὴν, τὴν τιμωρίαν δὲ τοῦ προσβολέως». Λοιπὸν τιμωρίαν καὶ ἱκανοποίησιν ὅλα τὰ Ἔθνη δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσιν ἅμα γενομένης προσβολῆς τινος καθ’ ἑνὸς μόνον τῶν Πρεσβευτῶν. Τώρα, κύριοι, προσεβλήθη ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας, ἐδάρη καὶ ἐλιθοβολήθη, ἐδάρη, κύριοι, συνοδεύων κυρίαν, τὴν σύζυγόν του ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας, ὅστις ἀνήκει εἰς Ἔθνος μέγα, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς τρέφει ζωηρότατα αἰσθήματα τοῦ μεγαλειτέρου σεβασμοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν κυρίως ὀφείλει τὴν γένεσιν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος· διότι, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ὁ θεῖος τῆς Βασιλίσσης ὁ Δοὺξ Clarense ὁ ἐν περιθωρίῳ ἐπισήμου ἐγγράφου διὰ μολυβδίδος γράψας πρὸς τὸν ναύαρχον Κοδριγκτῶνα, ἐπιστέλλων τὰ τρία ἐκεῖνα ἀθάνατα μονοσύλλαβα «go il Ned» (γιούρια Ἐδουάρδε), βεβαιότατα ἡ μάχη τοῦ Ναυαρίνου δὲν ἤθελε λάβει χώραν, καὶ ἄνευ τῆς μάχης τοῦ Ναυαρίνου ἕκαστος Ἕλλην γινώσκει τί ἤθελε δυστυχῶς συμβῆ. Πρὸ τούτου καὶ ὁ Γύλφορδ ἦλθε καὶ διὰ τῆς ἱδρύσεως ἀκαδημίας εὐηργέτησε τοὺς Ἕλληνας, καὶ ὁ Βύρων ἦλθε καὶ ἔδωκε τοιαύτην βοήθειαν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ Ἑλληνικὴ ψυχὴ, ἡ ὁποία νὰ λησμονήσῃ αὐτὰς τὰς εὐεργεσίας. Ὁ Ἄστυγξ ἐπίσης μᾶς συνέδραμε διὰ πάσης θυσίας· καὶ ὁ Στάνωπ τοσαύτην ἔδοτο διὰ τοῦ φιλελληνισμοῦ του εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ἀγῶνα σημασίαν, ὥστε προεκάλεσε τὰς διαμαρτυρήσεις τῆς Αὐστρίας, ὅτι γερουσιαστὴς Ἄγγλος ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην ἀμφιβάλλων ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις, ἀφοῦ τὸ πρόσωπον τοῦ Πρέσβεως οἱασδήποτε τάξεως θεωρεῖται ἱερόν; Ἀφοῦ δὲ ὅλα τὰ Ἔθνη δύνανται ν’ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα τὸ ἐκ τῆς προσβολῆς ἀποῤῥέον, φρονεῖτε ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν δὲν ἐγένετο γνωστὸν εἰς ὅλας τὰς Αὐλὰς ὅτι ἐξυλοκοπήθη καὶ ἐλιθοβολήθη ὑπὸ χωροφύλακος ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας; Φρονεῖτε ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν ἔγειναν γνωστὰ εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον τῆς Ἀγγλίας; Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐγένοντο γνωστὰ, ἀφοῦ ὁ κ. Νίκολσων διὰ τοῦ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐπισήμου ἐγγράφου του λέγει ῥητῶς, ὅτι ὁ λόρδος Γράμβιλλ ἀρκεῖται εἰς τὴν τελικῶς δοθεῖσαν ἱκανοποίησιν. Τώρα ζητεῖ νὰ μάθῃ ὁ κ. Ζηνόπουλος τί περιεῖχον αἱ ἰδιαίτεραι τοῦ κ. Νίκολσων πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπιστολαί. Τί ἄλλο θὰ ἠδύναντο νὰ περιέχουν παρ’ ὅ,τι λέγει τὸ ἀλληλεθνὲς δίκαιον, τουτέστιν ὅτι τὴν ἐλαφρὰν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν θέλει ὁ κ. Ζηνόπουλος, δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεώς του, μόνης ἐχούσης δικαίωμα νὰ κανονίσῃ ἐντὸς ὁρίων τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως; Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Νίκολσων ἐγνωστοποίησεν ἰδιαιτέρως τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ὅτι ἡ ἀρχικῶς δοθεῖσα ἱκανοποίησις δὲν ἐκρίνετο ἐπαρκὴς ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει διὰ τοῦτο ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν κρίνει εὔλογον νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πρὸς αὐτὴν γενομένας ἰδιαιτέρας ἀνακοινώσεις; Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔδοτο κατ’ ἀρχὰς ἱκανοποίησιν, ἣν οὐδεὶς κατακρίνει, ἀλλὰ τὸ Ἀγγλικὸν Ἀνακτοβούλιον ἔκρινε μόνον τὴν τελευταίαν ἱκανοποίησιν ὡς ἐπαρκῆ, τί ἄλλο ἠδύναντο νὰ περιέχωσιν αἱ ἰδιαίτεραι τοῦ κ. Νίκολσων ἐπιστολαὶ παρ’ ὅτι δι’ αὐτῶν εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν «προσέξατε, διότι ἡ ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν δίδετε ὡς ἐπαρκῆ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρέσκῃ εἰς τὰ ἐνδιαφερόμενα ἐν τοιαύταις περιπτώσεσιν Ἔθνη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον τῆς Ἀγγλίας, ὅπου κυρίως ἀντανακλᾷ ἡ προσβολὴ αὕτη». Λοιπὸν δικαίως ἀρνεῖται ἡ Κυβέρνησις τὴν προσαγωγὴν τῶν ἰδιαιτέρων τοῦ κ. Νίκολσων ἐπιστολῶν. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν ἱκανοποίησιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν. Ὅτε ἔλαβε χώραν ἓν ξυλοκόπημα μετὰ λιθοβολισμοῦ τοιούτου εἴδους, ἐννοεῖται ὅτι ὡς λέγει ὁ Phillimore, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Ἔθνος, οὗτινος ὁ Πρεσβευτὴς προσεβλήθη, ἐξέπεσε τῆς ἀξιοπρεπείας του, τότε δὲ ἀπαιτεῖται πάνδημός τις ἱκανοποίησις ἵνα ἀνορθωθῇ ἡ ἐκπεσοῦσα αὕτη ἀξιοπρέπεια αὐτοῦ. Τώρα ὁ κ. Ζηνόπουλος σᾶς λέγει: Σὺ αὐτὸς, κ. Πρωθυπουργὲ, ὁμολογεῖς ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις. Ἀλλὰ τί ἐπεθύμει ὁ κ. Ζηνόπουλος νὰ εἴπῃ; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι συμβουλεύουν; ὅτι «ἐπιέσθην ἀπὸ τὸ δίκαιον τῶν Ἐθνῶν; ἀπὸ τὰ Ἀνακτοβούλια;»
§60ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ διαψεύδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κ. Κασιμάτη.
§61ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τί λέγει τὸ δίκαιον τῶν Ἐθνῶν. Ὅτι ὁ κ. Κουρτοπάσης δὲν συνέταξε Πρωτόκολλον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλὰ διὰ τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δηλώσεώς του βεβαίως δὲν ἐνόησε νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐξέφρασεν ἰδίαν κρίσιν μεταξὺ συναδέλφων, οὔτε εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοποίησις αὐτὴ ἡ δι’ ἁπλῆς ἐκφράσεως λύπης δοθεῖσα.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἁπλαῖ εἰκασίαι.
§63ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι εἰκασίαι, εἶναι συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα συναγόμενα ἐκ τῶν ἀψευδῶν πραγμάτων δι’ ἐπαγωγῆς εἶναι ἀσφαλέστερα τῶν ἀμέσων ἀντιλήψεων· δὲν δύνασθε δὲ νὰ ἐξέλθητε ἀπὸ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα. Ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία ἱκανοποίησις ἀρέσκουσα εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη καὶ εἰς τὸ Ἀνακτοβούλιον τῆς Ἀγγλίας. Κακῶς λοιπὸν λέγετε: ἔπταισες, διότι δὲν δεικνύεις τὰς ἰδιαιτέρας ἐπιστολάς· ἔπταισες, διότι σοῦ ἐζητήθη βαρυτέρα ἱκανοποίησις καὶ τὴν ἔδωκες. Ναὶ εἶναι βαρυτέρα, ἀλλ’ εἶναι κατὰ τὰ ἔθιμα τοῦ Δικαίου τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὰ παραδείγματα τῆς Μασσαλίας καὶ τῆς Ῥώμης. Εἰς τὴν Μασσαλίαν ἀφῃρέθησαν τὰ σήματα τοῦ Προξενείου τῆς Ἰταλίας. Διὰ τοῦτο παρεπονέθη ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἡ δὲ Γαλλικὴ Κυβέρνησις διέταξε νὰ ἀναρτηθῶσι πάλιν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐδόθη ἱκανοποίησις εἰς τὴν ἡμετέραν Πλατείαν, ἐν τῷ μέσῳ τῶν Γαλλικῶν ὅπλων καὶ ὑπὸ τὴν κροῦσιν τοῦ ἐθνικοῦ τῆς Ἰταλίας ὕμνου· δι’ αὐτοῦ δὲ τοῦ τρόπου ἀνωρθώθη ἡ ἐκπεσοῦσα ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἰταλικοῦ Ἔθνους.
§64Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὅμοιον;
§65ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι πολὺ βαρύτερον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἐν Μασσαλίᾳ, διότι ἐκεῖ ὁ ὄχλος προσέβαλε τὰ σήματα τοῦ Ἰταλικοῦ Προξενείου. Ἐδῶ ὁ προσβολεὺς ἦτο ἄνθρωπος τῆς Ἐξουσίας, ὅστις ἔδειρε καὶ ἐλιθοβόλησε τὸ ἀπαραβίαστον πρόσωπον Πρεσβευτοῦ, συνοδεύοντος κυρίαν, καὶ μὴ δυναμένου νὰ βλάψῃ τὸν πευκῶνα. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐξουσίας ἐκπροσωπεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἀμέσως. Λοιπὸν ὤφειλεν αὕτη νὰ δώσῃ πάνδημον τὴν ἱκανοποίησιν. Λοιπὸν ἡ ἱκανοποίησις, ἥτις ἐδόθη, εἶναι πολὺ ἐλαφροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἰταλίαν. Οὐδεὶς δὲ ἐθεώρησεν ὅτι προσεβλήθη διὰ τοῦτο ἡ Γαλλία. Οὐδεὶς ἐθεώρησεν ὅτι ὁ μέγας ἀρχηγὸς τοῦ καθολικισμοῦ προσεβλήθη, διότι κατὰ τὸ 1849 διέταξε τὸν στρατὸν αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν κροῦσιν τοῦ ἐθνικοῦ τῆς Αὐστρίας ὕμνου, ν’ ἀνορθώσῃ πάλιν τὰ σήματα τῆς Αὐστριακῆς Πρεσβείας εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ προσβαλόντος αὐτὰ ὄχλου. Πῶς, κύριοι, προσεβλήθη τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος; Διότι δημοσίᾳ καθηρέθη ὁ ἀσυγγνώστως πταίσας χωροφύλαξ, εἰς δὲ τὴν καθαίρεσιν παρευρεθεὶς καὶ ὁ Πρόξενος τῆς Ἀγγλίας ἀπεκαλύφθη καὶ ἔδοτο τὴν χεῖρά του εἰς τὸν πολὺ κατώτερον αὐτοῦ Μοίραρχον εἰς ἔνδειξιν φιλίας, δι’ αὐτὸ προσεβλήθη τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος; Ποῦ ἀλλοῦ λοιπὸν εἶναι τὸ ἔγκλημα; Εἰς τὸ ὅτι ὁμολογεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ ἱκανοποίησις. Λοιπὸν ἡ σοφία τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου, ὅστις μᾶς προτρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ὑποστήριξίν μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἑξῆς: ἔπρεπε νὰ εἴπητε ὅτι ὑποτάσσεσθε, ὅτι ὑπακούετε εἰς τὴν πίεσιν τὴν ἐξωτερικὴν, καὶ ὅτι εἶσθε εὐγνώμονες, διότι ἡ πίεσις αὕτη εἶναι μικρά. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι, κύριοι, τὸ ἀξιοπρεπέστερον ἀπὸ τὰ δύω; Τὸ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑποβαλλόμεθα εἰς τὸ Δίκαιον τῶν Ἐθνῶν, καὶ εἰς τὰς ποινάς του, καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν Ἔθνους, εἰς τὸ ὁποῖον τόσα ὀφείλομεν καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ θεωροῦμεν ὅτι εἶναι βαρεῖα ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἢ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει ἡ σοφία τοῦ κ. Ζηνοπούλου, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπητε αὐτό; Κύριοι, ὄχι μόνον ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ κυβερνᾷ καὶ βουλεύηται ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ὁ κοινότερος ἄνθρωπος ἤθελεν εἰπεῖ βεβαιότατα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ἄριστα εἰποῦσα, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ὑπερβολικὸν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτησε τὸ Δίκαιον τῶν Ἐθνῶν, διότι ἔπρεπε νὰ δοθῇ, ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, μία ἱκανοποίησις. Ἀλλὰ ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει καὶ ἄλλην σοφίαν ἵνα μᾶς διδάξῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν Κυβέρνησιν· διατί; διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς τιμωρησάσης τὸν χωροφύλακα ἀποφάσεως εἶπεν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων ἦτο ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας, καὶ διότι εἶπεν, ὅτι ἦτο ἀπηγορευμένον ἀνεξαιρέτως εἰς ὅλους νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν πευκῶνα. Ἐπειδὴ εἶπεν αὐτὰ ἄρα εἶναι ἔνοχος, διότι μετὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀθωώσῃ τὸν χωροφύλακα καὶ ν’ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἱκανοποίησιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Εἰς ταῦτα πρῶτον, κύριοι, λέγω ὅτι εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς νομικοὺς, ὁ δὲ κ. Ζηνόπουλος προφανῶς δὲν εἶναι νομικός, ὅτι «mala grammatica non vitiat titulum» μόνον δὲ εἰς κακὴν γραμματικὴν πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τὴν ἀντίφασιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς πρώτης παραγράφου τῆς ῥηθείσης ἀποφάσεως, ἐν ᾗ λέγονται τὰ ἀνωτέρω, καὶ τῆς δευτέρας, δι’ ἧς ἐλέγχεται ὁ χωροφύλαξ, παραβὰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλεται τοῦ νὰ φέρηται καλῶς πρὸς πάντας, ἰδίως δὲ πρὸς τοὺς Πρεσβευτάς. Προφανῶς ὁ συντάξας τὴν ἀπόφασιν γραμματεὺς παρέλειψέ τι τὸ συναρμολογοῦν τὰς δύω πρώτας παραγράφους· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν καταφεύγω εἰς αὐτά, λέγω μόνον ὅτι εἶναι λοξὴ ἡ σοφία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ ὑπηρέτης τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν προσβολήν, ἐγνώριζεν ὅτι ἦτο Πρέσβυς ὁ κ. Νίκολσων, ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαγόρευσις, καὶ μολαταῦτα ἔδειρε τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας καὶ τὸν ἐλιθοβόλησε. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, νὰ εἴπητε ἤδη ὡς λογικοὶ ἄνθρωποι, δὲν εἶναι ὀρθότατον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα μὴ ἀφήσῃ νὰ πιστευθῇ, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι τὸ χειρότερον τέρας τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, συνοδεύοντα μάλιστα μίαν κυρίαν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς μέρος μὴ ἀπηγορευμένον; Ὁ Ἕλλην πάντοτε ἐσεβάσθη τὸ ἀσθενὲς φῦλον· τοῦτο τρανῶς ἀπέδειξε καὶ ὅτε εὑρέθη εἰς κατάστασιν ἐγκληματικῆς παραφορᾶς. Καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Δήλεσι, ὅπου ἤχθη ἐξ ἀτυχῶν περιστάσεων μηκέτι τυχουσῶν τῆς δεούσης ἐκτιμήσεως, ἐσεβάσθη τὸ ἀσθενὲς φῦλον· καὶ ἠθέλατε τώρα κατὰ τὴν σοφίαν τοῦ κ. Ζηνοπούλου νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ κ. Νίκολσων ἦτο πρέσβυς, ὅτι δὲν ἦτον ἀπηγορευμένη ἡ εἴσοδος εἰς τὸν πευκῶνα καὶ ὅτι ἔβλεπεν ὅτι συνώδευε κυρίαν, καὶ μολαταῦτα τὸν ἔδειρε καὶ τὸν ἐλιθοβόλησεν; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζει ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἀμέσως τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ κηρύξωμεν, ὅτι ἔσφαλε, καὶ νὰ φέρωμεν αὐτὸν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην ὑπάλληλος, ἢ χωροφύλαξ, ὅστις ἐν γνώσει διατελῶν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων εἶναι Πρέσβυς, ἐν γνώσει, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαγόρευσις, τὸν ἔδειρε καὶ τὸν ἐλιθοβόλησεν! Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἀλλοῦ πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν κατατρίβοντες τὸν πολύτιμον χρόνον εἰς ματαίας ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἐπιβλαβεῖς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Δὲν ἐνοήσαμεν, φαίνεται, ποῖα καθήκοντα καὶ ποῖα δικαιώματα ἔχει ὁ Ἑλληνισμός. Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι τὸ μικρότερον κατὰ τοὺς ἀριθμούς, ἀλλ’ ὑπ’ ἄλλην ἔποψιν τὸ μέγιστον Ἔθνος ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τῶν Ἐθνῶν. Ὁ Ἀγγλικανισμὸς εἶναι τετμημένος εἰς Ἄγγλους, Ἀμερικανούς, Αὐστραλιαίους κλπ. Ὁ Γερμανισμὸς εἶναι τετμημένος εἰς Πρώσσους, Αὐστριακούς, Ἑλβετοὺς κλπ. Ὁ Λατινισμὸς εἶναι τετμημένος εἰς Γάλλους, Ἰταλούς, Ἱσπανούς, Ῥωμούνους κλπ. Μόνον ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἀκέραιος, διότι πᾶς Ἕλλην περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς σκέπτεται καὶ ἐνεργεῖ. Πρέπει ἑπομένως καὶ ἡμεῖς νὰ ὑψωθῶμεν μέχρι τῆς περιωπῆς τοῦ Ἔθνους, εἰς ὃ ἀνήκομεν, ἵνα δυνηθῶμεν ἀναλόγως νὰ πολιτευώμεθα. Ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλου Στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, διότι ὁ Ἕλλην διακαῶς ἀγαπᾷ τὸν ἐθνικὸν ἐξοπλισμὸν καὶ δὲν ἀγαπᾷ τὸν στρατιωτικισμόν, εἰς ὃν ἄγει ὁ μόνιμος στρατός. Ὁ Ἕλλην θέλει δικαιοσύνην, διότι ἐπ’ αὐτῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ στρατιωτικισμοῦ στηρίζεται ὁ πολιτισμός. Ὁ Θησεὺς αὐτὴν συνέστησε πρώτην, καὶ μόνον ἐν καιρῷ πολέμου παρώρμα εἰς τὸν στρατόν. Εἶναι καθῆκόν μας νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων. Ἔχομεν ἀνάγκην νέου Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, ἄλλα πολλὰ παρὰ τὰ ἰσχύοντα διατάσσοντα. Ἔχομεν ἀνάγκην Ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων καὶ Νομαρχιακῶν Ἐφετείων. Εἶναι καθῆκόν μας νὰ καταστήσωμεν τελειότατον τὸ σύμπλεγμα τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ δανεισθῶμεν καὶ εἴκοσι καὶ τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ἔτι ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ τὰ δανεισθῶμεν, ἵνα τελειοποιήσωμεν τὴν συγκοινωνίαν ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ σκεπτώμεθα ἐπὶ τῶν σπουδαίων τούτων ἀντικειμένων, ἡμεῖς κατατρίβομεν τοὺς λόγους μας εἰς συζήτησιν ἐπουσιωδῶν ὅλως ζητημάτων. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα πῶς τὰ πραγματεύονταί τινες τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Φέρουσι παραδείγματα ὅλως ἀνεφάρμοστα. Ἰδοὺ, λέγουν, τί ὡραίαν διακοίνωσιν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Πατσιφίκου! Ἀλλὰ τὴν διακοίνωσιν ταύτην δὲν τὴν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὁ τότε Ἐπιτετραμμένος τῆς Γαλλίας Thouvenelle, ὅστις διὰ τῆς Ἑλλάδος ἐσκόπει νὰ ταπεινώσῃ τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ διακοινώσεις του εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐχρησίμευσαν ἢ εἰς τὸ ν’ ἀναγκασθῇ ὁ Ναπολέων ν’ ἀποστείλῃ ἐδῶ ὡς Ἔκτακτον Ἀπεσταλμένον τὸν Βαρῶνον Gros, ὅστις μᾶς κατεδίκασε νὰ πληρώσωμεν δι’ ὀλίγα φρόκαλα τοῦ Πατσιφίκου, καὶ δι’ ἄλλα ἀσήμαντα ἀντικείμενα δραχ. 150,000, ἐνῷ ἄνευ πεισμάτων πρὸς τὴν μεγάλην Ἀγγλίαν, θὰ ἐξοφλῶμεν διὰ μόνων δραχμῶν 6,000. Δὲν ἐνθυμούμεθα τί συνέβη μὲ τὴν Γαλλίδα ὀρχήτριαν ἐνταῦθα; Δὲν ἐνθυμούμεθα τί συνέβη μὲ τὸν Μουσοῦρον εἰς τὰ Ἀνάκτορα; Οὐδεμία δὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ῥηθεισῶν περιπτώσεων καὶ τῆς προκειμένης, καθ’ ἣν ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἐδάρη καὶ ἐλιθοβολήθη βαναύσως καὶ ἀσυγγνώστως ὑπὸ χωροφύλακος καὶ ὑπηρέτου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τοιαύτην σκανδαλώδη προσβολὴν δὲν θὰ ἠνείχοντο αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, διότι γινώσκουσι τί ὁρίζουσι τὰ νόμιμα τῶν Ἐθνῶν, διότι, ὡς λέγει ὁ Monteski eu, τὸ πρόσωπον τοῦ Πρέσβεως εἶναι ἱερὸν, ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλεύθερον τὸν λόγον καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἵνα δύναται ν’ ἀσκῇ τὰ δικαιώματά του. Λοιπὸν, κύριοι, μετὰ τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔφερον, ἀποδεικνύεται ἡ Κυβέρνησις νικήτρια. Ἔπρεπεν ἡ προσβληθεῖσα τιμὴ τῆς Ἀγγλίας νὰ ἱκανοποιηθῇ· δὲν ἠδύνατο δὲ τοῦτο νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ ὡς ἀπῄτησε παρ’ ἡμῶν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις. Τοιαύτην ἱκανοποίησιν ἔδωκαν μεγάλα Ἔθνη εἰς πολὺ μικροτέρας περιστάσεις. Ἡ μεταξὺ προξένου καὶ ἀξιωματικοῦ γενομένη χειραψία, παιανιζούσης τῆς μουσικῆς τὸν ὕμνον τοῦ ξένου Ἔθνους, ἀποκατέστησαν αὖθις πλήρη τὴν φιλίαν τῶν δύω Ἐθνῶν. Δὲν πρόκειται ὅμως μόνον περὶ φιλίας μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τῆς προστασίας τῆς Ἀγγλίας· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ φιλίας καὶ ἐὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶδον προχθὲς εἰς μίαν ἐφημερίδα, ἠλήθευεν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἐνισχύσῃ· διότι πράγματι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Ἀλληλεθνεῖ δικαίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον οἱουδήποτε Ἔθνους νὰ προσβάλῃ τὴν ἐσωτερικὴν κυριαρχίαν ἑτέρου Ἔθνους, ἀλλ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν συνέβη τοῦτο. Ἐγὼ αὐτὸς ἐπεσκέφθην τὸν πευκῶνα καὶ εἶδον, ὅτι ὑπάρχει ἀτραπὸς, φέρουσα εἰς τὸν Λυκαβητόν. Εἰς τὴν ἀτραπὸν ταύτην ὁ κ. Νίκολσων ἐβάδιζε, προσεπάθησε δὲ διὰ τῶν ὀλίγων Ἑλληνικῶν λέξεων, τὰς ὁποίας γινώσκει, νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν χωροφύλακα, ὅτι ἐσκόπει διὰ τῆς ἀτραποῦ ταύτης ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὸν Λυκαβητόν. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ χωροφύλαξ ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὸν εὐλαβῶς μέχρι τοῦ τέλους τῆς ἀτραποῦ, ἐὰν ἀμφέβαλλε περὶ τοῦ σκοποῦ του τούτου. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἐπιβλαβεῖς ταύτας συζητήσεις καὶ ἂς σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκαίων μεταῤῥυθμίσεων τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ σήμερον ὀφείλω νὰ εἴπω ἅπαξ ἔτι ὅ,τι πολλάκις ἐπανέλαβον. Καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀνέλθω, εἶπον ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ βελτίωσις τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὡς Βουλευτὴς, εἶπον εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεων. Δὲν δύνασθε εἰς οὐδὲν μέρος τῆς Εὐρώπης νὰ στρέψητε τὸ βλέμμα χωρὶς νὰ ἴδητε τὴν αὐτὴν ἰδέαν ῥιζουμένην. Ἴδατε αὐτὸν τὸν μέγαν πολιτικὸν τῆς Ἀγγλίας, τὸν Γλάδστωνα, ὃν θαυμάζει ὁ πολιτισμὸς, καὶ αὐτὸς ἀδυνατεῖ νὰ παλαίῃ κατὰ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται ἅπαντα τὰ Συνταγματικὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, ἀφότου ἔπαυσεν ἡ εὐθύνη τῶν Ἡγεμόνων καὶ ἐπιβαρύνει αὕτη τοὺς Πρωθυπουργούς. Ἰδοὺ διατὶ, μέγας εἰς τὴν φιλολογίαν Ἄγγλος, ἀλλ’ ἀδαέστατος εἰς τὴν πολιτικὴν, ὁ Κάρναϋλ, ἀδυνατῶν νὰ διαγνώσῃ τὰς δυσχερείας ταύτας, ἀπεκάλεσε τὸν φιλελευθερώτατον Γλάδστωνα τὰ μάλιστα ἀξιοκαταφρόνητον (contemplibles) τύραννον, καὶ παραβαλὼν αὐτὸν πρὸς τὸν Τσάρον καὶ τὸν Κρόμγουελ, εὗρεν ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν τριῶν τούτων διαφορά. Ταῦτα δὲ πάντα λέγονται, διότι σήμερον τὰ πράγματα ἔχουσιν ὅλως διαφόρως ἢ ἄλλοτε. Νῦν πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἅπαντες, ὅτι ἐνόσῳ ἰσχύουσι τὰ ἐνεστῶτα Πολιτεύματα, καθίσταται ἐπάναγκες νὰ ἀκολουθῶμεν τὸν κρατοῦντα Πρωθυπουργὸν, ἢ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μέλλοντα νὰ κυβερνήσῃ. Τὸ νὰ θέλῃ τις νὰ ᾖναι πάντοτε ἀντιπολιτευόμενος, καὶ νὰ φέρῃ ἀντιῤῥήσεις καθ’ ὅλων τῶν προτεινομένων μέτρων, εἶναι καθαρὰ ἀναρχία. Μεθ’ ὅλα ταῦτα οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διεξήγαγεν ἄριστα τὸ προκείμενον λυπηρὸν ζήτημα, καὶ ὅτι, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν δύναται νὰ ταπεινωθῇ ἡ Ἑλλάς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§66Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν ἠμφισβητήθη σπουδαίως, οὔτε ἦτο δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἡ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν 7 Ἰανουαρίου διαδραματισθεῖσα σκηνὴ προσέτριψεν αἰσχύνην καὶ ὄνειδος εἰς τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, καὶ δικαίως ἐξήγειρε τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν καὶ λύπην. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἴσως δὲν ἐξετιμήθη μέχρι τοῦδε ἀρκούντως τὸ μέγεθος τοῦ ὀνείδους τούτου. Καὶ ἀληθῶς! ἡ Κυβέρνησις, ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς, σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐθεωρήθη ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἀκατονόμαστον, ἀλλ’ ὅλως τυχαίαν πρᾶξιν ἑνὸς ἀτόμου, καὶ πρὸς ἔκτισιν τῆς ἀνυπάρκτου, ἢ κἂν ἀμφιβόλου ταύτης εὐθύνης, ἐπεβλήθη αὐτῷ οὐχὶ ἡ ἀξιοπρεπὴς καὶ ἀνδρικὴ ἐκδήλωσις τῆς βαθείας αὐτοῦ ἀγανακτήσεως καὶ λύπης ἐπὶ τῷ συμβάντι, ὅπως ἐμπρέπει εἰς ἐλεύθερα καὶ φιλότιμα Ἔθνη, ἀλλ’ ἐπεβλήθη αὐτῷ ἡ ἐξευτελιστικὴ καὶ πομπευτικὴ ἐξαίτησις συγγνώμης ἐν δημοσίῳ τόπῳ, ὁποία εἰς βάρβαρα Ἔθνη καὶ εἰς δούλους λαοὺς ἠδύνατο μόνον νὰ προσαρμόσῃ. Ἡ αἴτησις τοιαύτης συγγνώμης ἐν δημοσίῳ τόπῳ ἐχαρακτηρίζετο, κύριοι, ὡς ὀνειδιστικὴ ποινὴ ἐν ταῖς Ποινικαῖς Νομοθεσίαις τοῦ μεσαιῶνος, καὶ ἐπεβάλλετο κατὰ τῶν ἐπὶ ἐξυβρίσει καταδίκων, ἐξαναγκαζομένων νὰ ἐκδηλῶσι δημοσίᾳ τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν πρὸς τοὺς ὑβρισθέντας, καὶ νὰ ζητῶσι παρ’ αὐτῶν συγγνώμην. Ἀλλ’ ἡ ὀνειδιστικὴ αὕτη ποινὴ ἐξέλιπεν εὐτυχῶς ἐκ τῶν νεωτέρων Νομοθεσιῶν, διότι ἐθεωρήθη ὡς ἀπάδουσα εἰς τὰς περὶ τιμῆς καὶ ἠθικῆς ἰδέας τῶν νεωτέρων χρόνων. Καὶ ὅμως τοιαύτη τις ὀνειδιστικὴ ποινὴ ἐπεβλήθη καὶ ἐξετελέσθη κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, λήγοντος τοῦ ΙΘʹ. αἰῶνος! Καὶ ἡ ποινὴ αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, ἐπεβλήθη δι’ ὅλως τυχαίαν πρᾶξιν ἑνὸς ἀτόμου, δι’ ἣν οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ἢ κἂν ἀμφίβολον εἶναι, ἂν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εὐθύνην τινὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, διὰ πρᾶξιν, τῆς ὁποίας πάντες ἀνομολογοῦμεν τὸ βάναυσον καὶ ἀγροῖκον, ἀλλὰ τῆς ὁποίας δύναταί τις ἴσως νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ποινικὴν βαρύτητα, προβάλλων ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις. Τοιαύτη, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια, ἡ ἀληθὴς σημασία τῆς ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος τελεσθείσης σκηνῆς. Ἡ Ἑλλὰς προσήχθη ἐκεῖ κατάδικος εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης, ὅπως προσήγοντο οἱ κατάδικοι τοῦ μεσαιῶνος, καὶ ἐκεῖ ἀνεγνώρισεν ἑαυτὴν ἔνοχον παραπτώματος, δι’ ὃ οὐδεμίαν ἔφερεν εὐθύνην, ᾐτήσατο ταπεινὴν συγγνώμην ἐνώπιον τοῦ κ. Προξένου τῆς Ἀγγλίας, ἀνακρουομένου τοῦ Ἀγγλικοῦ ὕμνου, καὶ παρουσιάζοντος ὅπλα τοῦ παρισταμένου στρατοῦ, καὶ ἐκεῖ δημοσίως ὑπεσχέθη, ὅτι δὲν θέλει ὑποπέσει ἄλλοτε εἰς παρομοίαν πρᾶξιν· διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τελευταίας ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ διαταγῇ περικοπῆς, καθ’ ἣν ταῦτα ἐγένοντο «ἵνα πάντες οἱ χωροφύλακες παραδειγ«ματισθῶσιν, ὅτι δέον νὰ προσφέρωνται ἁβροφρόνως καὶ «ἀνεκτικῶς πρὸς τοὺς φιλησύχως καὶ φιλονόμως διάγον«τας». Ὡς ἐὰν ἐχρειάζετο ἡ πομπευτικὴ αὕτη σκηνή, ἵνα κατανοήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς τὰ στοιχειωδέστερα τῶν καθηκόντων του, καὶ ἵνα μὴ ὑποπίπτῃ εἰς τὰς πλέον βαναύσους πράξεις, καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει πρὸς τοῦτο ἡ κατὰ τὴν προηγουμένην ἡμέραν ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ στρατοῦ ἀνάγνωσις τῆς διαταγῆς, δι’ ἧς ἐτιμωρεῖτο καὶ ἀπεβάλλετο ὁ χωροφύλαξ! Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατόν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ εἰς τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν προσαφθὲν ὄνειδος. Μόνον ἐκεῖνοι δύνανται νὰ θεωρῶσιν ὡς ἀδιαφόρους τοιαύτας πράξεις καὶ ἐνεργείας, ὅσοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ δεχθῶσιν ἀταράχως καὶ ἀπαθῶς ῥαπίσματα ἐπὶ τῶν παρειῶν των, καὶ ἐπὶ τοῦ προσώπου αὐτῶν ἐμπτύσματα ξένων· ἀλλ’ οἱ ἔχοντες τὴν δέουσαν συναίσθησιν τῆς ἀνθρωπίνης τιμῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν διακινδυνεύουσιν, ἵνα προλάβωσιν, ἢ ἐκπλύνωσι τοιαύτας προσβολὰς καὶ τοιούτους ῥύπους. Καὶ ἀπορῶ πῶς ἐλησμόνησε τὰς ἰδέας ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πολλάκις ἄλλοτε μεγαλαυχήσας περὶ ἐθνικῆς τιμῆς καὶ περὶ ἐθνικῶν δικαιωμάτων· καὶ ἀπορῶ πῶς ἀπεδέχθη τὰς ἐναντίας ἰδέας ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ τολμήσας ποτὲ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς διαπόμπευσιν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς τὴν ἀποδοχὴν ἐπισήμων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου, δι’ ὧν 400 χιλιάδες Ἑλλήνων ἀνέκτησαν τὴν ἐλευθερίαν! Ἀλλὰ πρὸς τί, κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη, ἀφοῦ οὐδεμία εἶναι πλέον δυνατὴ θεραπεία τῶν γενομένων; Μήπως διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐνδέχεται, ὅπως ἤκουσα τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ διακινδυνεύσωσιν ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα; Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ προσβολὴ εἶναι ἤδη γεγονὸς τετελεσμένον καὶ οὐδεμία εἶναι δυνατὴ ἐπανόρθωσις τῶν τελεσθέντων. Ἀλλ’ ἂν ἔληξεν οὕτως καὶ ἐκλείσθη ὁριστικῶς ὁ λογαριασμὸς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας, ἀρχίζει, καὶ πρέπει ν’ ἀρχίσῃ, νέος λογαριασμὸς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθη τὴν προστασίαν τῶν ἐθνικῶν δικαίων καὶ συμφερόντων, καὶ ἰδίως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, τοῦ ὑπερτάτου καὶ ὑψίστου δικαιώματος καὶ συμφέροντος. Ἔχουσιν ἑπομένως οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐκκαθαρίσωσι καὶ τὸν λογαριασμὸν τοῦτον, ἤγουν νὰ μελετήσωσιν ἐπιμελῶς τὰ διατρέξαντα καὶ νὰ ἀνεύρωσι τὰς ἀληθεῖς αἰτίας τῶν ἐπελθόντων θλιβερῶν γεγονότων. Κατὰ τί, ἐρωτῶ, δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἡ ἐξέτασις αὕτη; Ἐγνώριζον ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀνακοίνωσις τῶν Διεθνῶν διαπραγματεύσεων ὡς καὶ πᾶσα περὶ αὐτῶν συζήτησις ἐνόσῳ διατελοῦσιν ἐκκρεμεῖς, ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας αὐτῶν τοιαύτη ἀπαγόρευσις ἤθελεν ἀναιρέσει τὸ δικαίωμα τοῦ Ἔθνους νὰ ζητῇ λόγον καὶ εὐθύνας παρὰ τῶν Κυβερνήσεων περὶ τῆς λύσεως, ἣν παρεδέχθησαν. Ἀναμφισβήτητον ἑπομένως εἶναι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν τοῦ ν’ ἀνεύρωμεν τὰς ἀληθεῖς αἰτίας τῶν ἐπελθόντων θλιβερῶν ἀποτελεσμάτων. Πρέπει, κύριοι, ν’ ἀποδώσωμεν τὰς αἰτίας ταύτας εἰς ἐθνικὴν ἀσθένειαν καὶ ἀδυναμίαν, ἢ εἰς ἀνάγκην προλήψεως κατεπειγόντων καὶ ἐπικειμένων ἐθνικῶν κινδύνων; ἢ πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τὰ γεγονότα εἰς ἐλλείψεις αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ προλάβωσιν αὐτὰ διὰ πάσης ἐπιμελείας; Ἐὰν τὸ πρῶτον εἶναι ἀληθές, τότε, κύριοι, δὲν ὑπολείπεται ἡμῖν ἢ νὰ κλίνωμεν πενθίμως τὴν κεφαλὴν πρὸ τῆς σκληρᾶς καὶ ἀδίκου εἱμαρμένης, καὶ νὰ πνίξωμεν εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς ἡμῶν τὴν κατέχουσαν ἡμᾶς πατριωτικὴν ἀγανάκτησιν καὶ ὀδύνην· ἀλλ’ ἐὰν τὸ δεύτερον ἦναι ἀληθές, τότε ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν βαρείας εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπαιτίων, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι, ἐὰν εὑρέθησαν Ὑπουργοὶ ἀμαυρώσαντες τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, παρεγνώρισαν οὗτοι τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἰδέας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ποιοῦντες ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἠρωτήσαμεν τοὺς Κυβερνήτας τῆς χώρας τίνος ἕνεκα παρεδέχθησαν καὶ παρέσχον ἱκανοποίησιν τοιαύτην, προσάπτουσαν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους μομφήν. Ἠκούσατε, κύριοι, τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ ἱκανοποίησις ἦτον ὑπερβολική, ἀλλ’ ἐθεώρησαν καθῆκον ἑαυτῶν, ὡς εἶπε, ν’ ἀποδώσωσι τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην ἕνεκα τῶν ἑξῆς δύω λόγων· πρῶτον, διότι τοιαύτην ἱκανοποίησιν ᾐτήσατο ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ὁ ἔχων δικαίωμα κατὰ τὰ Διπλωματικὰ ἔθιμα νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως· δεύτερον, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας ἤθελεν ἐγκρίνει καὶ ἀναγνωρίσει τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, καὶ ἐθεώρησαν, φαίνεται, ἀσύνετον νὰ προκαλέσωσι Διπλωματικὴν μετὰ τῆς Ἀγγλίας διένεξιν. Ὀφείλομεν ἐν ἄκρᾳ δικαιοσύνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄκρᾳ αὐστηρότητι, νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων. Δὲν ἐπιχειρῶ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὕπαρξιν τοῦ Διπλωματικοῦ ἐθίμου, καθ’ ὃ ὁ προσβληθεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεώς του, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε καὶ παρεδέχθη ὅτι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα ἐκτείνεται μόνον μεταξὺ ἐκείνων τῶν τρόπων τῆς ἱκανοποιήσεως, οἵτινες δὲν περιέχουσι προσβολὴν τοῦ δίδοντος τὴν ἱκανοποίησιν, οἵτινες οὐδαμῶς θίγουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ, οἵτινες ἀναγνωρίζονται μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν ὡς τρόποι φιλικῆς ἱκανοποιήσεως· διότι ἤθελεν εἶσθαι πράγματι ἀλλόκοτον νὰ προβῶμεν καὶ πέραν τοῦ ὁρίου τούτου· ἤθελεν εἶσθαι παράλογον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι, ἐὰν ὁ προσβληθεὶς ἤθελε διατυπώσει ὡς τρόπον ἱκανοποιήσεώς του τὴν διέλευσιν, φερ’ εἰπεῖν, τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων ἀσκεποῦς πρὸ τῆς Ἀγγλικῆς σημαίας, ἢ ἕτερόν τι χεῖρον τούτου, ἡμεῖς ὠφείλομεν, κατὰ τὰ Διπλωματικὰ ἔθιμα, νὰ δεχθῶμεν τοιαύτας ἀξιώσεις. Ἀλλὰ τότε τὸ ζήτημα στρέφεται κυρίως εἰς τοῦτο. Ὁποία τις εἶναι ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις; Δὲν προσβάλλει αὕτη τὴν τιμὴν τὴν Ἑλλάδος; Δὲν θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ὑπόληψιν αὐτῆς; Συνηθίζεται μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης; Ἔχουσι πράγματι τοιαύτην γνώμην οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἢ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτούς; Τότε ὤφειλον νὰ στηρίξωσι τὴν γνώμην ταύτην ἐπί τινος αὐθεντίας· ὤφειλον νὰ ἐπικαλεσθῶσι συγγραφεῖς, διδάσκοντας καὶ ἀναγνωρίζοντας τὸν τοιοῦτον τῆς ἱκανοποιήσεως τρόπον· ὤφειλον ν’ ἀναφέρωσι προηγούμενον παράδειγμα τοιαύτης ἱκανοποιήσεως, παρὰ τινος τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης χορηγηθείσης. Ὡς συγγραφέα, ἔχοντα τοιαύτην γνώμην, ἀνέφερεν ἡμῖν ὁ προλαλήσας Ἄγγλον τινά. Ἀλλὰ ἐκ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ προλαλήσαντος ἀναγνώσεως τοῦ κειμένου τοῦ συγγραφέως τούτου ἀπεδείχθη, ὅτι περὶ παντὸς ἄλλου πραγματεύεται, ἢ περὶ ἐκείνου, ὅπερ ὁ προλαλήσας ἐζήτει νὰ στηρίξῃ. Ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς Ἰταλίας ἐν Μασσαλίᾳ. Δὲν εἶχον τὸν καιρὸν ἵνα ἐξελέγξω τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων του, ἐκ τῶν προτέρων ὅμως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ τι κοινὸν μεταξὺ τῶν ἐν Μασσαλίᾳ καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν συμβάντων.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ προσβολῆς διαρκοῦς τῶν Ἰταλῶν ὑπὸ τῶν Γάλλων, καὶ ἐκεῖ κατεβίβασαν οἱ Γάλλοι τὰ σήματα τῶν Ἰταλῶν.
§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τὸ Διεθνὲς δίκαιον, ὅταν δὲν εὑρίσκεται τὸ πρόσωπον, ὅπερ προσέβαλε, τότε γίνεται πάνδημος ἡ ἱκανοποίησις.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἀδεξίως ὀχυροῦται ἡ Κυβέρνησις ὄπισθεν αἰτήσεως τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, ὑφίσταται ἆρά γε τοιαύτη αἴτησις ἱκανοποιήσεως, ἤγουν αἴτησις τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Καταφατικῶς ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰπὼν ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη διετυπώθη δι’ ἐπιστολῆς τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνθείσης, καὶ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος δὲν προσάγει τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, ἀξιῶν, ὅτι ἡ προσαγωγὴ αὐτῆς ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἐπιβαλλομένην ἑκάστῳ ὑποχρέωσιν πρὸς τήρησιν τοῦ ἀποῤῥήτου τῆς ἰδιωτικῆς ἀλληλογραφίας. Ἐκφράζω μετὰ τόσων συναδέλφων τὴν ἀπορίαν μου ἐπὶ τῷ ἐπιχειρήματι τούτῳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ κ. Πρόεδρος περιέπεσεν εἰς τοιοῦτον ἀδιέξοδον κύκλον. Ἂν ὑπάρχῃ αἴτησις τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, κανονίζουσα τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεώς του, ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι τὸ ἐπισημότερον τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; καὶ πρέπει ἀναγκαίως νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη, τὰς φράσεις, ὧν ἐποιήσατο χρῆσιν, ὅπως ἐκτιμήσῃ αὐτὸ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἂν δὲ τοιαύτη αἴτησις δὲν ὑπεβλήθη, ἀλλὰ σκέψεις ἀντηλλάγησαν ἰδιωτικῶς μεταξὺ τοῦ κ. Νίκολσων καὶ τοῦ κ. Τρικούπη περὶ ἱκανοποιήσεως, τότε σφάλλεται ἡ Κυβέρνησις προτείνουσα ὡς δικαιολογίαν τῆς διαγωγῆς της τὴν ὕπαρξιν ἀπαιτήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου· διότι τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, καὶ τὰ γενόμενα πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς μόνην τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· διότι δὲν ὤφειλε, δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ οἱανδήποτε αἴτησιν ἱκανοποιήσεως πρὶν ἢ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀκριβῆ ὑποβολὴν αὐτῶν διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου. Καὶ φρονῶ μάλιστα, ὅτι οὐδὲ εἰς τοῦτο ὤφειλε νὰ ἀρκεσθῇ, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἀπαιτήσῃ προσέτι, πρὶν ἢ ἀποδεχθῇ τὴν ἱκανοποίησιν, καὶ τὴν ἐπίσημον βεβαίωσιν, ὅτι τὴν αἴτησιν ταύτην ἐγκρίνει καὶ ὑποστηρίζει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἐπιτετραμμένου, ἵνα μὴ τυχὸν ἕνεκα διαφορᾶς γνώμης ἀποβῇ ἀνεπαρκὴς ἢ περιττὴ ἡ αἰτουμένη ἱκανοποίησις. Τοιαύτην λοιπὸν αἴτησιν ὤφειλεν ἀναγκαίως νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ἐπιτετραμμένου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ἤθελε πράξει τοῦτο, τότε ἴσως ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ὑπολογίζων ἀκριβέστερον τὰ διατρέξαντα καὶ ἀναλογιζόμενος τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεώς του, ἴσως ἤθελε διστάσει, ἴσως δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ δικαιολογήσῃ καὶ ὑποβάλῃ αἴτησιν τοιαύτην, διότι ὁ ἔντιμος Ἐπιτετραμμένος εἶναι ἐντριβὴς Διπλωματικὸς ὑπάλληλος καὶ βαθὺς γνώστης τῶν διεπόντων τὰς Διεθνεῖς σχέσεις κανόνων, καὶ ἑπομένως ἐγνώριζε κάλλιστα ὅτι κατὰ κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, παρὰ πάντων παραδεδεγμένους καὶ ἀνεγνωρισμένους, αἱ κατὰ τοῦ προσώπου του προσβολαὶ δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀπευθυνόμεναι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἀντιπροσωπεύει, καὶ ἑπομένως νὰ δικαιολογήσωσι Διεθνῆ ἱκανοποίησιν, εἰμὴ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀπευθυνθῆ κατ’ αὐτοῦ ἐν ἐπιγνώσει τῆς Διπλωματικῆς αὐτοῦ ἰδιότητος. Καὶ ὅμως ὁ ἔντιμος Ἐπιτετραμμένος, ἐκθέτων τὰ γεγονότα, ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ χωροφύλαξ διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἰδιότητός του ταύτης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὑποστηρίζει ὅτι κατόπιν ἐγένετο γνωστὴ εἰς τὸν χωροφύλακα ἡ ἰδιότης του ὡς Ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βεβαίωσις, εἶναι μᾶλλον ὑπόθεσις τοῦ κυρίου Ἐπιτετραμμένου, ὅστις ἀγνοῶν τὴν Ἑλληνικὴν δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ἀσφαλῶς ἐὰν ὁ χωροφύλαξ κατενόησε σαφῶς τὴν Διπλωματικὴν ἰδιότητά του. Ἕνεκα δὲ τούτου ἀμφιβολίαι ἐγείρονται σπουδαῖαι καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀκόμη περιπτώσεως, δυναμένης νὰ δικαιολογήσῃ Διεθνῆ ἱκανοποίησιν. Καὶ μάλιστα φρονῶ, ὅτι ἕνεκα τῶν ἀμφιβολιῶν τούτων, προσελθὼν κατὰ πρῶτον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁ ἔντιμος Ἐπιτετραμμένος δὲν ἠτήσατο, καίτοι ἐν δικαιοτάτῃ διατελῶν ἀγανακτήσει, προσωπικήν, ἤγουν Διπλωματικὴν ἱκανοποίησιν, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν αὐστηρὰν ἄνευ πατάγου καταδίωξιν τοῦ ὑπαιτίου. Ἀλλὰ πῶς, κύριοι, κατόπιν ὁ ἔντιμος Ἐπιτετραμμένος μετέβαλεν ἀποτόμως καὶ ἐπανειλημμένως γνώμην; Ἐξησκήθη ἆρά γε ἐπίδρασις καὶ πίεσις ἐπ’ αὐτοῦ ἐκ μέρους ἑτέρων συναδέλφων του, ἢ μήπως ἔλλειψίς τις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὰ διαβήματα ταῦτα; Διεδόθη, κύριοι, ἡ πρώτη ὑπόθεσις, καὶ μετ’ ἀπορίας μου ἤκουσα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὑποστηριζομένην ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, ἰσχυριζομένου, ὅτι οἱ συνάδελφοι τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρετανίας, προσβληθέντες δῆθεν, ἐπέβαλον εἰς αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἱκανοποίησιν. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ προλαλήσαντος ἀναιρεῖται ἄρδην ἐξ ἐπισήμου δηλώσεως αὐτοῦ τοῦ ἐντίμου Πρέσβεως τῆς Ἰταλίας, δηλώσαντος ἐπισήμως ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατοι αἱ διαδόσεις αὗται καὶ ἐν ὅλῳ καὶ ἐν μέρει, διὰ δηλώσεως, δημοσιευθείσης καὶ ἐν τῷ ἡμιεπισήμῳ ὀργάνῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ δευτέρα ὅμως ὑπόθεσις, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη νὰ προβῇ ὁ ἔντιμος Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας εἰς αἴτησιν προσωπικῆς ἱκανοποιήσεως, δὲν εἶναι ἁπλῆ ὑπόθεσις, εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἐντελὴς βεβαιότης, ἀποδεικνυομένη ἐξ ὅλης τῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζητήσεως. Τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης μεταβολῆς ἐξέθετο βεβαίως, καὶ ὤφειλε νὰ ἐκθέσῃ ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς, δι’ ὧν ᾐτήσατο κατόπιν τὰς προσωπικὰς ἱκανοποιήσεις, καὶ ἂν αἱ ἐπιστολαὶ αὗται ἤθελον προσαχθῆ, ἀναντιῤῥήτως ἐν αὐταῖς ἠθέλομεν ἀνεύρει τοὺς λόγους τῆς μεταβολῆς ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἐν ἐλλείψει τῶν ἐπιστολῶν, φρονῶ ὅτι ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεως τοῦ περιεχομένου τῶν ἐπιστολῶν ἐκείνων, δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν ἀσφαλῆ πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἐλλείψεις καὶ αἱ πλημμελεῖς ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως προεκάλεσαν τὴν μεταβολὴν τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου. Καὶ ἰδοὺ (ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος» εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως «κατόπιν.... ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἐπίσημον ἔκθεσιν περὶ τῶν συμβάντων, ταὐτοχρόνως δὲ μὲ εἰδοποίησε δι’ ἰδιαιτέρας του ἐπιστολῆς, ὅτι ἠναγκάζετο νὰ ζητήσῃ καὶ ἱκανοποίησιν προσωπικήν». Τίνες οἱ ἐξαναγκάσαντες τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον νὰ ζητήσῃ προσωπικὴν ἱκανοποίησιν λόγοι, δὲν εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἀναπτύξῃ, ἀλλ’ ἴσως ἐξάγονται οὗτοι ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διετυπώθη ἡ ἱκανοποίησις αὕτη. Τί ἐζήτησεν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος; τὴν καταδίκην καὶ ἀποβολὴν τοῦ χωροφύλακος, τὴν ἀνάγνωσιν τῆς διαταγῆς ἐπὶ γενικοῦ προσκλητηρίου καὶ ἐπίσημον ἐπίσκεψιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς λύπης αὐτῶν διὰ τὰ συμβάντα. Τὴν 4 Ἰανουαρίου, ὥραν 2½ μ. μ. ἀναγγέλλει τὸ λυπηρὸν συμβὰν ὁ Ἐπιτετραμμένος εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ τὴν ἑπομένην ἀναγκάζεται νὰ ζητήσῃ ἐπίσημον ἐπίσκεψιν πρὸς ἔκφρασιν τῆς λύπης, τὴν ὁποίαν ἡ πρᾶξις ἔπρεπε νὰ διεγείρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν! Ἀλλ’ ὅπως αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν εἶπεν ἡμῖν. «Προσβολὴ ἐγένετο κατ’ Ἀντιπροσώπου «ξένης, φίλης καὶ εὐεργέτιδος Δυνάμεως. Ἡ προσβολὴ «αὕτη παρήγαγε παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως παρήγαγε «καὶ παρ’ ἅπαντι τῷ Ἔθνει, αἴσθημα ἄκρας ἀγανακτή«σεως· ἐπίσης δὲ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ Ἔθνους ᾐσθά«νετο τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως παράσχῃ πλήρη ἱκανοποίη«σιν........» Εἰς ταῦτα προσθέτω, ὅτι ὁ προσβληθείς, ἐπισκεφθεὶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὰς 2½ μ. μ. καὶ ἀναγγείλας τὸ συμβὰν, παρῃτήθη πάσης προσωπικῆς ἱκανοποιήσεως· καὶ ἐρωτῶ, δὲν ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν αὐθωρεὶ ν’ ἀποδώσωσι τὴν ἐπίσκεψιν πρὸς τὸν Ἐπιτετραμμένον καὶ νὰ δηλώσωσιν εἰς αὐτὸν ἀμέσως τὴν ἄκραν αὐτῶν ἀγανάκτησιν, τὴν ἄκραν λύπην αὐτῶν καὶ τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἀνέμενον νὰ ὑποβάλῃ πρῶτον αἴτησιν περὶ τούτου ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον τοῦτο; Μήπως ἐνταῦθα εὑρίσκομεν τὸν μίτον τὸν ἄγοντα εἰς τοὺς λόγους τῆς περὶ ἧς πρόκειται μεταβολῆς; ἀλλ’ ἐνταῦθα δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι μᾶλλον εἰκασίας πρὸς ὑμᾶς ἐκθέτω καὶ διὰ τοῦτο ἐπιχειρῶ ν’ ἀνεύρω τὸν λόγον τῆς δευτέρας καὶ οὐσιωδεστέρας μεταβολῆς τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, ἐξετάζων πάλιν αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐνταῦθα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολὺ ἀναλυτικώτερος· ἰδοὺ τί εἶπεν (ἀναγινώσκει). «Ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας δὲν ἐθεώρησε τὴν ἱκανοποίησιν «ταύτην ἐπαρκῆ, ἰδίως δὲν ἐθεώρησεν ἱκανοποιοῦσαν αὐτὸν «τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ἐν τῇ διαταγῇ περὶ φυλακίσεως «καὶ ἀποπομπῆς τοῦ χωροφύλακος· ἡ αἰτιολογία ἐκείνη «δὲν ἐποιεῖτο μνείαν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ, καὶ ἀφοῦ ἔλαβε «γνῶσιν ὅτι ὁ κ. Νίκολσων ἦτο Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγ«γλίας, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἐπιτετραμμένος εἶχε καταλίπει τὸ «μέρος τὸ ἀπηγορευμένον, καὶ εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν ὁδὸν, «ἐξηκολούθησε προσβάλλων αὐτόν· ταύτην τὴν παράλειψιν «ἐθεώρησεν, ὡς ἐπιῤῥίπτουσαν ἐφ’ ἑαυτὸν ἐν μέρει τὸ ἄδικον· «ἐνῷ, ἂν ἀνεφέρετο ἐν τῇ διαταγῇ ὅτι ἐξηκολούθησεν ὁ «χωροφύλαξ τὴν προσβολὴν, καὶ ἀφοῦ ἔμαθεν ὅτι ἦτο «Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀφοῦ ἀπεχώρησεν ἀπὸ «τοῦ ἀπηγορευμένου ἐδάφους, τὸ ἔγκλημα θὰ ἦτο ἐναργὲς, «προσέτι ἄρα ἐζήτησε διὰ νεωτέρας αὐτοῦ ἰδιαιτέρας ἐπι«στολῆς, ὅπως ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουρ«γείου γένηται ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος». Ἔχομεν λοιπὸν πλῆρες τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἐπιτετραμμένος ἀπῄτησε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὴν τελευταίαν ἱκανοποίησιν. Δὲν ἐθεώρησε τὴν προτέραν ἐπαρκῆ ἕνεκα τῆς ἀπρεποῦς συντάξεως τῆς τιμωρούσης τὸν χωροφύλακα διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, βάσιμον καὶ ἰσχυρὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἢ μήπως ὡς πρόφασιν προέβαλεν αὐτὸ ὁ ἔντιμος Ἐπιτετραμμένος; Ἀνεγνώσθη πρὸς ἡμᾶς ἡ διαταγὴ ἐκείνη καὶ ἐκ μόνης τῆς ἀναγνώσεως πείθεται ἕκαστος, ὅτι ἐν πληρεστάτῳ δικαίῳ εὑρέθη δυστυχῶς ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ἡ διαταγὴ αὕτη εἶναι συντεταγμένη εἰς τρόπον, ὁ ὁποῖος οὐχὶ μόνον περιέχει ἔλλειψιν πάσης ἁβρότητος, ἀλλὰ δύναμαι εἰπεῖν περιέχει νέαν προσβολὴν κατ’ αὐτοῦ, διότι αὐτὸς ἀνακηρύσσεται παραίτιος τῶν γενομένων, καὶ εἰς αὐτὸν ἐπιῤῥίπτεται ὅλον τὸ ἄδικον καὶ ὅλη ἡ εὐθύνη αὐτῶν. Καὶ ἀπορεῖ τις ἀληθῶς, πῶς ἔγγραφον τοιοῦτον συνετάχθη μετὰ τοσαύτης ἀπερισκεψίας, καὶ ἡ ἀπορία καθίσταται ἔτι μεγαλειτέρα, ὅταν κάτωθι τῆς διαταγῆς εὑρίσκῃ τις τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐντριβεστάτου παρ’ ἡμῖν περὶ τὴν προσήκουσαν σύνταξιν τοιούτων ἐγγράφων. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἱκανοποιήσῃ ἐντίμως τὸν Ἀντιπρόσωπον μεγάλης φίλης καὶ εὐεργέτιδος Δυνάμεως, ἡ κοινοτέρα ἁβρότης ἀπῄτει ν’ ἀποφύγῃ ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ πᾶσαν μνείαν τῶν ἀφορμῶν καὶ τῶν αἰτίων, νὰ περιορισθῇ εἰς μόνα τὰ τῆς ἐπιθέσεως γεγονότα, καὶ νὰ διατυπώσῃ μάλιστα ταῦτα, ὅπως ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἐξέθετο αὐτὰ ἐν τῷ ἐγγράφῳ του πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Ἐνεργήσασα ὅπως ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, δικαιολογεῖ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι αὐτὴ προεκάλεσε τὴν τελευταίαν ἐξευτελιστικὴν ἱκανοποίησιν, ἣν δὲν ἔσχε τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκρούσῃ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἀριδήλως ἀποδεικνύεται τὸ σαθρὸν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνέδωκεν ἕνεκεν αἰτήσεως τοῦ Ἐπιτετραμμένου. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο οὐδόλως ἰσχύει, ἵνα καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτῆς. Ἕτερον ἐπιχείρημα, ὡς ἠκούσατε, ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἡ πεποίθησις αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἤθελεν ἐγκρίνει καὶ ὑποστηρίξει τὴν ὑπὸ τοῦ Ἐπιτετραμμένου αὐτῆς ἀπαιτηθεῖσαν ἱκανοποίησιν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἀσφαλῆ τὴν πεποίθησιν ταύτην τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζει αὐτήν. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι δυνάμενοι νὰ δικαιολογήσωσιν ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος, λόγοι δυνάμενοι νὰ στηρίξωσιν ἀντίθετον πεποίθησιν. Γνωσταὶ εἶναι καὶ ἐμπράκτως ἀπεδείχθησαν αἱ εὐμενεῖς διαθέσεις τῆς παρούσης Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Πασίγνωσται εἶναι αἱ ἀρχαὶ τῆς ἰσότητος, τῆς εὐθύτητος, τῆς δικαιοσύνης, αἱ διέπουσαι τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Ἀμφιβολίαι τέλος ἐγείρονται καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀκόμη περιπτώσεως, δυναμένης νὰ δικαιολογήσῃ Διεθνῆ ἱκανοποίησιν. Πῶς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἡ μεγάλη Ἀγγλία ἤθελεν ἀπαιτήσει πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ Ἐπιτετραμμένου αὐτῆς τὴν ἀμαύρωσιν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ γοήτρου τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος; Καὶ τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀκόμη γραφέντα κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὅτι κατὰ τὰς πρὸς τὸν ἔντιμον Ἐπιτετραμμένον ὁδηγίας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὤφειλεν οὗτος νὰ ἀρκεσθῇ εἰς πᾶσαν πρὸς αὐτὸν ἱκανοποίησιν, οἵαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐγκρίνει, ὑποστηρίζουσιν ἀκόμη τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πεποίθησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὀρθοτέρα, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἰσχυρὰ Ἀγγλία ἤθελεν ἐκβιάσει ἡμᾶς εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς χορηγηθείσης ἱκανοποιήσεως, τὸ κατ’ ἐμὲ, προετίμων μυριάκις νὰ ὑποκύψωμεν εἰς μόνην τὴν παντοδυναμίαν τῆς Ἀγγλίας, ἢ νὰ ἐνδώσωμεν μετὰ οἰκτρᾶς σπουδῆς καὶ προθυμίας ἅμα τῇ ἁπλῇ ὑποβολῇ τῆς αἰτήσεως τοῦ Ἐπιτετραμμένου αὐτῆς. Τὰ Ἔθνη, κύριοι Βουλευταί, τὰ ὑποκύπτοντα εἰς μόνην τὴν ἀκαταμάχητον βίαν, διασώζουσιν, ἂν οὐχὶ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν τιμὴν καὶ τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας. Ἀλλ’ οἱ ἐνδίδοντες ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἀνεχόμενοι ἢ προβαίνοντες εἰς πράξεις καὶ ἐνεργείας, εἰς τὴν τιμὴν ἀντικειμένας, χαρακτηρίζονται παρὰ πάντων ὡς ποταποὶ καὶ εὐτελεῖς, καὶ θεωροῦνται ἀνάξιοι οὐ μόνον πάσης ἐκτιμήσεως καὶ συμπαθείας, ἀλλὰ καὶ ἐθνικῆς ἀκόμη ὑπάρξεως. Οὐδὲν Κράτος, διδάσκει ὁ διάσημος τῆς Γερμανίας νομοδιδάσκαλος Bluntschli, δύναται νὰ ὑποστῇ ταπεινώσεις, χωρὶς νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ. Ἕνεκα λοιπὸν τούτων συμπεραίνων, φρονῶ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω ἁπλῶς τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν βαθεῖαν αὐτῆς λύπην ἐπὶ τῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διεξαγωγῇ τοῦ ζητήματος τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας, ἵνα ἀποδειχθῇ πασιφανῶς ὅτι, ἂν εὑρέθησαν Ὑπουργοὶ προσενεχθέντες ὡς προσηνέχθησαν, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀποδοκιμάζει αὐτοὺς ὡς παραγνωρίσαντας τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ περὶ ἐθνικῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας.
§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρετανίας εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, τὴν γνώμην ὅμως αὐτὴν εἰς οὐδένα ἐστήριξε λόγον. Ὑποθέτω ἑπομένως, ὅτι εἶναι ἐπανάληψις τοῦ κοινοῦ ἐκείνου τύπου, ὅτι αἱ ἐν ταῖς Βουλαῖς συζητήσεις περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων εἶναι ἐπιβλαβεῖς. Ἄν τοῦτο δύναται νὰ ᾖναι ἀληθὲς ἐνίοτε ἐπὶ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐπὶ ὑποθέσεων, αἵτινες ὡς ἡ ὑπὸ συζήτησιν ἐπερατώθη. Τὸ πᾶν εἶναι νὰ γίνηται ἡ περὶ αὐτῶν συζήτησις προσηκόντως καὶ οὕτω γίνεται. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς βλάβης δῆθεν τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, ἠθέλησε νὰ καλύψῃ μόνον τὸ αὐτὸ συμφέρον, ὅπερ ἠθέλησε νὰ καλύψῃ καὶ διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς καταθέσεως τῶν ἐπιστολῶν. Τὸ μόνον συμφέρον, ὅπερ εἶναι ἐκτεθειμένον ἐν τῇ συζητήσει, ἣν διεξάγομεν, εἶναι προσωπικὸν συμφέρον, εἶναι ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρετανίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισε καὶ νομίζει, ὅτι ἀρνούμενος νὰ προσαγάγῃ τὰς ἐπιστολὰς, τὰς διαμειφθείσας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Μεγάλης Βρετανίας, δυσχεραίνει τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Νομίζει ὅτι, ἀρνούμενος νὰ καταθέσῃ καὶ ἀποκρύπτων τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐνήργησε, καὶ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην προστατεύει καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀφαιρεῖ τὰ μέσα, ὅπως ἐλέγξῃ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτη τακτικὴ εἶναι λίαν ἁπλοϊκὴ, ὅπως εἶναι Κοινοβουλευτική· τοὐναντίον, τοιαύτη τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δεινοῖ ἔτι μᾶλλον τὴν θέσιν αὐτῆς, εἶναι αὐτοκαταδίκη, ἀπαλλάττουσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς ἀνάγκης πρὸς περαιτέρω ἀναζήτησιν τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσαγωγὴν ἀποδείξεων. Εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὴ ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι κατὰ τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἔθιμα μορφωθέντα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ μετενεχθέντα παρ’ ἅπασι τοῖς Κοινοβουλίοις, καὶ τηρούμενα παρὰ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες σέβονται ἑαυτὰς, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν, ὁμιλοῦντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα ἀπολογούμενον ὑπὲρ ἰδίων πράξεων, νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἐγγράφων, ἅτινα δὲν εἶναι κατατεθειμένα, ἢ ἅτινα δὲν εἶναι παρεσκευασμένος νὰ καταθέσῃ ἐπὶ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Ὁ κανὼν οὗτος εἶναι παραπλήσιος τῷ κανόνι τῷ ἰσχύοντι ἐν τῷ Ποινικῷ δικαίῳ, ἐν τοῖς Ποινικοῖς Δικαστηρίοις. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν συνήγορον τοῦ κατηγορουμένου νὰ ἐπικαλῆται ἔγγραφα, ἅτινα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν, ἢ ἅτινα δὲν ὑποβάλλονται κατὰ τοὺς ἀποδεικτικοὺς τύπους, τοὺς κανονιζομένους ὑπὸ τῶν Νόμων. Τί ἠθέλετε εἰπεῖ περὶ συνηγόρου, ὑπερασπίζοντος τὸν κατηγορούμενον καὶ στηριζομένου ἐπὶ ἐγγράφων ἀγνώστων τῇ ἀποδεικτικῇ διαδικασίᾳ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται χωρὶς νὰ δύνηται νὰ παρουσιάσῃ; Ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἐκεῖνος κανὼν εἶναι τοσοῦτον λογικὸς, ὥστε παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητεῖται, ὁσάκις δ’ ἐγένετο ἐν Κοινοβουλίῳ ἡ ἀντίῤῥησις καθ’ Ὑπουργῶν, ζητούντων νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ ἐγγράφων, ἅτινα δὲν εἶναι κατατεθειμένα, ἢ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ προσάξωσι, πάντοτε ἐγένετο δεκτή. Καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ὁ κανὼν οὗτος ἐπιβάλλεται καὶ τηρεῖται ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις. Δὲν ἐπιτρέπεται τουτέστιν ἐπὶ ὑποθέσεων δημοσίων, αἵτινες ἐπερατώθησαν πλέον, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν νὰ ἐκλέγῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐγγράφων ἐκεῖνα, ἅπερ συμφέρει αὐτῷ, καὶ ταῦτα μόνον νὰ καταθέσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ δὲ εἰς τοὺς ἀντιπάλους αὑτοῦ ν’ ἀναζητήσωσιν ἐν τῷ φακέλλῳ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλει νὰ προσαγάγῃ. Περὶ τούτου, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ προβάλω γνώμας, ἃς δὲν δύναμαι νὰ στηρίξω ἐπὶ τοῦ κύρους ἄλλων, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Θιέρσου, καθ’ οὗ πᾶν ἄλλο ἢ μομφὴ ἐπὶ ἐλλείψει σεβασμοῦ πρὸς τὰ Κυβερνητικὰ δικαιώματα δύναται ν’ ἀποδοθῇ. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐν ὁμοίᾳ περιστάσει ὁ κ. Θιέρσος· (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ὑπόθεσίς τις ἐπερατώθη καὶ δύναταί τις τὰ πάντα ν’ ἀνακοινώσῃ, τὸ πρωτόκολλον συντάσσεται περὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐγγράφων. Δὲν θὰ ἦτο δίκαιον ν’ ἀφήσῃ τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀναζητῇ ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκεῖνα, ὧν ἡ προσαγωγὴ τὴν ὠφελεῖ, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς πολιτικοὺς της ἀντιπάλους νὰ ἐρευνήσωσι καὶ αὐτοὶ τὸν φάκελλον ὅπως ἀνεύρωσιν ἐκεῖνα, ἅτινα δύνανται νὰ ὦσιν αὐτοῖς ὠφέλιμα... Κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔπρεπέ ποτε νὰ παραδίδωνται ἔγγραφα σχετικὰ πρός τινα ὑπόθεσιν, εἰμὴ ὅταν δύναταί τις νὰ καταθέσῃ πάντα ἐπὶ τοῦ γραφείου. Τοιαύτη εἶναι ἡ πρακτικὴ ἐν Ἀγγλίᾳ. Τότε ἕκαστος ἐξετάζει καὶ ἀναζητεῖ πᾶν οὗτινος ἔχει ἀνάγκην. Ἑκατέρωθεν τότε ὑπάρχει ἰσότης. Ἀλλ’ ὅταν τις ἔρχηται ἐνώπιον ἡμῶν ὡπλισμένος μὲ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συγκαλύψῃ τὸ τάδε ἔγγραφον, ὅπερ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ προσαγάγῃ, ἀλλὰ συγχρόνως ἀντλεῖ εἰς τὰς χαρτοθήκας τῆς διοικήσεως, ὅπως ἐξαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα τὸν ὠφελοῦσι νὰ προσαγάγῃ, λέγω ὅτι τότε δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη καὶ ὅτι ὁ ἀγὼν δὲν εἶναι ἴσος». Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἐκ τοῦ φακέλλου τῆς ὑποθέσεως λαμβάνει καὶ προσάγει μόνον τὰ ἔγγραφα ὅσα τὸν ὠφελοῦν, ἀρνεῖται δὲ νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, ὅσα τὸν βλάπτουν. Εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ διεξαχθῇ ἐξ ἴσου ἡ συζήτησις; Μία μόνη ἐξαίρεσις ἐπιτρέπεται τοῦ κανόνος ἐκείνου· ὅταν δηλονότι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφων τινῶν δύναται νὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Τότε μόνον δύναται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀρνηθῇ τὴν προσαγωγὴν, ἀλλὰ τοιοῦτό τι δὲν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ εἶναι ἰδιωτικαί, καὶ δυνάμει τοῦ ἀποῤῥήτου δὲν δύναται νὰ τὰς προσαγάγῃ· δὲν ἐπεκαλέσθη δημόσιον συμφέρον οὐδέν, σήμερον δὲ μόλις ὁμιλῶν ἐπὶ ἄλλου ζητήματος εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου. Ἄλλο ὅμως τοῦτο καὶ ἄλλο ἡ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος, περὶ ἧς ὡμίλησα. Καὶ ἂν ἑπομένως ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ εἶναι ἀληθῶς ἰδιωτικαί, ἅμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν βεβαιοῖ, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ προσαγόμεναι διακινδυνεύουσι δημόσια συμφέροντα, εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὴ ἡ ἄρνησις τοῦ νὰ καταθέσῃ αὐτὰς, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ ὑπόθεσις ἐπερατώθη καὶ δικαιωματικῶς ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Εἶναι ὅμως ἰδιωτικαὶ αἱ ἐπιστολαὶ, ὧν ἀρνεῖται τὴν προσαγωγὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τοιοῦτό τι ῥητῶς δὲν ἐβεβαίωσε. Προκειμένου ὅμως περὶ διεξαγωγῆς καὶ συζητήσεως δημοσίων ὑποθέσεων, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ἰδιωτικὴ ἡ ἐπιστολὴ, ἣν πρὸς ὑμᾶς ἔγραψεν ὁ Πρεσβευτὴς, ἂν δὲν ἦσθε ἕτοιμοι νὰ βεβαιώσητε, ὅτι ὁ Πρεσβευτὴς ἰδίᾳ χειρὶ ἔθεσεν ὑπ’ αὐτῆς τὴν λέξιν «ἰδιωτική»· τότε μόνον ἐνόησεν ὁ Πρεσβευτὴς νὰ ὑποχρεώσῃ ὑμᾶς εἰς ἐχεμυθίαν καὶ σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν ἀλληλογραφίαν. Ὅταν ὅμως τοιαύτην λέξιν δὲν φέρῃ ἡ ἐπιστολὴ, πόθεν θὰ συναγάγητε ὅτι αὕτη εἶναι ἰδιωτικὴ καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσαχθῇ; Ἆρά γε δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν τοῦτο ἐκ τοῦ σχήματος τοῦ χάρτου; Τὸ ἰδιωτικὸν ὅμως ἢ μὴ τῶν ἐγγράφων δὲν συνάγεται ἐκ τοῦ σχήματος τοῦ χάρτου. Ἂν πάλιν προσέξωμεν εἰς μόνον τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἐπιστολή, ζητοῦσα παρὰ Κυβερνήσεως ἱκανοποίησιν δημοσίᾳ ὑβρισθέντος Ἀντιπροσώπου ξένου Κράτους καὶ ζητοῦσα ἱκανοποίησιν δημοσίᾳ, περιέχει ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς ἀλληλογραφίας; Λοιπὸν οὔτε ῥητὴ διαβεβαίωσις ὑπάρχει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ τῆς ἐπιστολῆς χαρακτῆρος, οὔτε ἐκ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς δύναται νὰ συναχθῇ τοιοῦτος χαρακτήρ. Ἀλλ’ εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἐπιτετραμμένον εἰς Ἀντιπρόσωπον τῆς Μεγάλης Βρετανίας νὰ διαπραγματευθῇ ὑπόθεσιν περὶ ἱκανοποιήσεως αὐτοῦ δι’ ἰδιωτικῆς ἀλληλογραφίας; Περισσότερον βεβαίως τῶν ἄλλων οἱ Ἄγγλοι Διπλωμάται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ποιοῦνται χρῆσιν ἰδιαιτέρων ἐπιστολῶν ἐν τῇ ἀλληλογραφίᾳ αὑτῶν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ πάντες γινώσκετε τὸν λόγον. Ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ οὐδὲν ὑπάρχει ἔγγραφον ἐξωτερικόν, ὁσάκις φέρεται σχετικὴ ὑπόθεσις ὑπὸ συζήτησιν, τοῦ ὁποίου δὲν ζητεῖται καὶ δὲν γίνεται ἡ προσαγωγή. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀγγλίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, γινώσκοντες ὅτι πιθανώτατον εἶναι νὰ ζητηθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡ κατάθεσις τῆς ἀλληλογραφίας αὐτῶν, φροντίζουσι πάντοτε, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἀγγλικῆς Διπλωματίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, νὰ προσφεύγωσιν εἰς ἰδιαιτέρας ἐπιστολὰς, αἵτινες δὲν ἀνακοινοῦνται ὁσάκις γράφουσι περὶ ἐμπιστευτικῶν ἢ ἠρτημένων ἔτι ὑποθέσεων, τοῦτο δὲ διότι ἄλλως ἤθελον στερεῖσθαι πηγῆς σπουδαιοτάτης, ἐλλείψει ἐμπιστοσύνης παρὰ ταῖς ξέναις Αὐλαῖς. Τοιαύτη ὅμως περίπτωσις δὲν δύναται νὰ ἦναι ἡ προκειμένη. Ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς δοθείσης ἐν Ἑλλάδι ἱκανοποιήσεως, Βουλευτὴς Ἄγγλος ἐζήτει παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας λόγον, διατί, ἀφοῦ ἁπλῆ ἐπίθεσις ἐγένετο παρὰ χωροφύλακος ἐναντίον τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρετανίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, Κυβέρνησις φίλη, ἐδείχθη πρόθυμος νὰ χορηγήσῃ τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, προσεφύγετε εἰς ἱκανοποίησιν, συνισταμένην εἰς τιμωρίαν οὐχὶ πλέον τοῦ ἐνόχου, ἀλλὰ τιμωρίαν αὐτοῦ τοῦ Κράτους; Τί ἤθελον ἀπαντήσει εἰς τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἡ ἀλληλογραφία πᾶσα διεξήχθη ἰδιωτικῶς, ἂν ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἔγραψεν ἰδιωτικὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε δι’ ἰδιωτικῆς ἐπίσης ἐπιστολῆς; Τίνα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρετανίας θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης, ὅτι ἄνευ λόγου ἠδίκησε ξένον Κράτος, ἀφοῦ δὲν θὰ τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον ν’ ἀνακοινώσῃ ἐπιστολάς, αἵτινες φέρουσιν ἰδιωτικὸν χαρακτῆρα; Πιστεύετε ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε Ἐπιτετραμμένος τῆς Μεγάλης Βρετανίας νὰ περιπλέξῃ εἰς τοιαύτην ἀδυναμίαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Κυβερνήσεώς του, ὥστε νὰ τὸν ἀφήσῃ ἀναπολόγητον ἀπέναντι μομφῶν, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὡς μετερχομένης ἀπέναντι μικροῦ Κράτους τρόπους ἱκανοποιήσεως, οὓς ἴσως δὲν θὰ μετήρχετο εἰς ὁμοίας περιπτώσεις ἀπέναντι ἰσχυρῶν Κρατῶν; Ἀδύνατον κατ’ ἐμὲ νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι τοιαύτη ὑπόθεσις διεξήχθη δι’ ἀλληλογραφίας ἰδιωτικῆς. Ὑποτεθείσθω ὅμως, ὅτι ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἐζήτησε τὴν ἱκανοποίησιν τὴν ἐπὶ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος δοθεῖσαν δι’ ἰδιωτικῆς ἐπιστολῆς. Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἅμα λαβόντος τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν; Τὸ καθῆκον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο τὸ καθῆκον παντὸς Ὑπουργοῦ παντὸς Κράτους. Πάσης ἀνακοινώσεως περὶ δημοσίων ὑποθέσεων, γενομένης μεταξὺ τῶν ξένων Δυνάμεων καὶ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ οὐσία πρέπει νὰ καταγράφηται ἐν ἐπισήμοις ἐγγράφοις, ὅπως διατηρῆται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ νὰ ἴδητε εἰς οἷον ἄτοπον ἤθελε φέρει ἡ μέθοδος, ἣν ἠθέλησε νὰ ἐγκαινιάσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον ἔρχεται διάδοχος Κυβέρνησις ἄλλη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς νέας Κυβερνήσεως ζητεῖ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν φάκελλον ὅπως μελετήσῃ αὐτὸν, ἢ ὅπως τὸν σχετίσῃ πρὸς ἄλλα ζητήματα. Ζητεῖ ἐντὸς τοῦ φακέλλου τὸ ἔγγραφον, ἐφ’ οὗ στηριχθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε τὴν ποινὴν ἣν ὑπέβαλε, καὶ οὐδὲν εὑρίσκει· θὰ τῷ εἴπωσιν, ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ὑπῆρξεν ἐν τῷ φακέλλῳ, θὰ τῷ εἴπωσιν ὅτι τὸ ἔγγραφον ὑπάρχει εἰς χεῖρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις θ’ ἀρνηθῇ βεβαίως νὰ τὸ δώσῃ. Εἶναι λοιπὸν οὗτος τρόπος διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας; Εἶναι δυνατὸν περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, ἐνδιαφερούσης ὄχι μόνον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, ὅλα τὰ Ἔθνη, διότι ἀποτελεῖ πλέον προηγούμενον ἐν τῷ Διεθνεῖ δικαίῳ, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τ’ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα; Τί δὲ θὰ σώζωνται μόνον ἐν αὐτῷ; Αἱ ἐκθέσεις τῶν ὑπομοιράρχων καὶ τὰ πρωτότυπα τῶν ἐγγράφων, δι’ ὧν συνωδεύθησαν τὰ πρὸς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον σταλέντα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ποῖον λοιπὸν ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἅμα λαβόντος τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου καὶ ἰδόντος ὅτι δι’ αὐτῆς ζητεῖται τιμωρία τοῦ Κράτους;—διότι τιμωρία τοῦ Κράτους εἶναι ἡ ἐπιβληθεῖσα ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος· τὰ Κράτη δὲν τιμωροῦνται ἢ δι’ ἠθικῶν ποινῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ ἠθικαὶ ποιναὶ εἶναι ἐπίσης ποιναί.— Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον ἀπέναντι Πρεσβευτοῦ, ζητοῦντος τοιαύτην τιμωρίαν; ὤφειλεν εὐθὺς δι’ ἐπιστολῆς νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, ὅπως τὴν αἴτησίν του περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως διατυπώσῃ ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ· ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς αὐθαιρέτου ἰδιοτροπίας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας· οὗτος εἶναι κανονισμένος ἐν τῇ πράξει καὶ γνωστὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὅλων τῶν Κρατῶν. Ἑπομένως θὰ διετύπου τὴν αἴτησίν του περὶ ἱκανοποιήσεως ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ. Ἀλλὰ συνέφερεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πράξῃ τοῦτο; ποσῶς· καὶ δὲν τὸ ἔπραξεν, οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους οὓς ἀνέφερεν, ἀλλὰ διότι ἡ ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ ἀναγραφὴ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὴν θέσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἐξ ἁβροφροσύνης βεβαίως πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν δὲν ἠθέλησε τοὺς λόγους τῆς μεταβολῆς τῆς ἱκανοποιήσεως, ἣν ἐζήτησε, νὰ τοὺς καταγράψῃ ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, προτιμήσας χάριν αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι αὐτὸς μᾶλλον μετέβαλε τὴν γνώμην αὐθαιρέτως, ἢ ὅτι ἄλλαι ἀφορμαὶ, ἐκ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προελθοῦσαι, προὐκάλεσαν τὴν ἀλλαγὴν τῶν ἀπαιτήσεών του. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του, παρεκάλει αὐτὸν νὰ διατυπώσῃ τὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ δεχθῇ τὴν παράκλησιν, διότι τὴν συγκατάβασιν, τὴν παραχώρησιν ἐκείνην, ἐποιήσατο ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος προσωπικῶς πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν· ἦτο προσωπικὴ πρὸς αὐτὸν χάρις, ἧς εἶχε δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Οὕτω τὰ πράγματα θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν νόμιμον καὶ κανονικὴν αὐτῶν ὁδόν. Ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν ἐπιστολῶν ὄχι μόνον συνάγει τις ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐπιμόνου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅπως καταθέσῃ τὰς ἐπιστολὰς, ἀλλ’ ἐξάγεται καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διεβίβασε πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀνεγνώσθη προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, σήμερον δ’ ἐπίσης ἀνεπτύχθη κατὰ τὰ οὐσιώδη αὐτοῦ μέρη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Τριπόλεως Βουλευτοῦ. Ἐν αὐτῷ τῷ ἐγγράφῳ τί εἴδετε; εἴδετε πρῶτον μὲν ν’ ἀντιτίθηται πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προσβληθέντος Ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας τοῦ συμβάντος ἡ κατάθεσις αὐτοῦ τοῦ ἐνόχου, ἀνθρώπου τῆς ἐσχάτης ἠθικότητος, κατάθεσις μάλιστα τοιούτου ἐνόχου μὴ κυρουμένη ὑπὸ τῆς μαρτυρίας οὐδενὸς ἄλλου μάρτυρος, καὶ δεύτερον εἴδετε ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ τὸν ὑπαινιγμὸν ὅτι, ἂν ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἔπαθεν ὅσα ἔπαθεν, αἰτία εἶναι αὐτὸς οὗτος, θελήσας νὰ εἰσέλθῃ παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς ἀπηγορευμένον μέρος. Ὅταν τοιοῦτον ἔγγραφον ἀναγινώσκητε, ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς προσαγάγωσι τὰς ἐπιστολὰς, ὅπως μάθητε διὰ τίνα λόγον μετέβαλε γνώμην ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος; Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀνάξιος Ἀντιπρόσωπος τοιαύτης Δυνάμεως, ἂν, ἀφοῦ προσεβλήθη, ἐλάμβανεν ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ προσβαλόντος, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται, ὅτι ἔπαθεν ὅσα ἔπαθε, διότι ἠθέλησε νὰ παραβιάσῃ νόμιμον ἀπαγόρευσιν, καὶ ὅτι δὲν ἦτο ἀξιόπιστος, λέγων ὅσα ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει, ὡς διαψευδόμενος ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος, καὶ ἠρκεῖτο μὲ ἄδικον τιμωρίαν αὐτοῦ; Βεβαίως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τοιοῦτον Ἐπιτετραμμένον, εὐχαριστηθέντα μετὰ τοιοῦτον ἔγγραφον εἰς τὴν ἱκανοποίησιν, ἣν κατ’ ἀρχὰς ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀποβολῆς τοῦ χωροφύλακος καὶ διὰ τῆς φυλακίσεως αὐτοῦ ἐπὶ δύω μῆνας, ἤθελε θεωρήσει ὡς κακῶς ἀντιπροσωπεύσαντα τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὑποθέσωμεν ἤδη, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ὑποθέσεις ἀνυπόστατοι, ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ περιέχουσιν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν αἴτησιν περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως, ἥτις ἐδόθη ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πραγματεύονται ἐνοχοποιοῦντος τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἅμα λαβόντος τοιαύτην ἐπιστολήν; καὶ ὁ τὰ στοιχειωδέστατα τῆς Διεθνοῦς πράξεως ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων γινώσκων ἤθελε θεωρήσει τὴν ζητουμένην ἱκανοποίησιν ὡς ὅλως ἄδικον καὶ ἀδικαιολόγητον. Καθῆκον λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως ἦτο εὐθὺς μετὰ πάσης εἰλικρινείας καὶ εὐλαβείας ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἱκανοποίησιν ὡς ἄδικον, ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν αὐτῆς ὡς πρὸς τὸ ὑβριστικὸν αὐτῆς μέρος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἔπραξε. Τί δ’ ἀνέφερεν ἡμῖν ὡς δικαιολόγησιν τῆς ἀπραξίας, τῆς ἀδιαφορίας αὐτοῦ; εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Ἀντιπροσώπου αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτὸ ἔκρινε φρόνιμον νὰ μὴ ἀντιστῇ. Ἀλλ’ ἦτο λόγος οὗτος ὅπως ὑποχωρήσῃ εἰς ἄδικον καὶ ὑβριστικὴν ἱκανοποίησιν; Ὁ ἀναγινώσκων διὰ μέσου τῶν λέξεων ἐκείνων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄλλον ἀνευρίσκει λόγον. Δὲν ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ταπεινωτικὸν τῆς ἱκανοποιήσεως καὶ ν’ ἀρνηθῇ αὐτὴν, διότι τοιαύτη ἄρνησις θὰ συνεπήγετο δυσκολίας Κυβερνητικάς. Ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ τὴν ἱκανοποίησιν, ἣν ἐζήτει ὁ Ἐπιτετραμμένος, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιμείνει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰ χαρτοφυλάκια, ἤθελε δ’ ἔλθει ἑτέρα Κυβέρνησις, ἵνα συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν....
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός...
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραπλεύρως μου λέγει τις, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἄξιος. Γνωρίζω ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα του, καὶ τοιαύτη ἡ γνώμη καὶ ὑπουργικῶν τινων ἐφημερίδων. Ἐφημερίς τις ὑπουργικὴ, διηγουμένη τὴν ἐπαύριον τὰ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος, ἐξεθείαζε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τῇ πρακτικῇ αὐτοῦ διανοίᾳ, θαυμάζουσα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἑνὸς «τραλαλὰ» ἐπὶ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος κατώρθωσε καὶ τὸν ὑβρισθέντα Ἀντιπρόσωπον νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ν’ ἀπελπίσῃ ἀπὸ μεταβολῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ τελευταῖον ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χωρὶς νὰ ἐπιβάλῃ ἰδίᾳ αὐτοῦ χειρὶ τὴν ὕβριν εἰς τὸν Τόπον. Ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ εἴς τινα φίλον του τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑπογράψῃ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος, καὶ εὐθὺς μετέπειτα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν. Ἡ παράλειψις ἐκτελέσεως καθήκοντος, ἣν μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἄνευ προηγουμένων, ἀλλὰ τὰ προηγούμενα αὐτὰ δὲν ἔμειναν ἀτιμώρητα. Ἕν προηγούμενον ἐξ αὐτῶν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐνθυμοῦνται. Κατὰ τὸ 1858 ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα δολοφονίας κατὰ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, ἡ ἀπόπειρα τοῦ Ὀρσίνη. Ἅμα γενομένης τῆς ἀποπείρας, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας τότε, ὁ κόμης Βαλέβσκης, ἀπέστειλε διακοίνωσιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἐν ᾗ παρεπονεῖτο μετὰ πολλῆς τῆς αὐστηρότητος ἐπὶ τῇ ἀνοχῇ καὶ τῇ προστασίᾳ, ἥν, ὡς ἔλεγεν, ἐπιτρέπει ὁ Ἀγγλικὸς νόμος εἰς τοὺς συνωμοτοῦντας ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ δολοφονίᾳ. Πρωθυπουργὸς τότε ἦτο ὁ Πάλμεστρων, περὶ τῆς ζηλοτυπίας τοῦ ὁποίου ὑπὲρ τοῦ Ἀγγλικοῦ ὀνόματος, ὁσάκις προσεβάλλετο, οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κανονίζον ἄλλως τὰ περὶ καταδιώξεως τῶν συνωμοτούντων ἐν Ἀγγλίᾳ πρὸς διάπραξιν δολοφονιῶν, ἀφοῦ ὑπεστηρίζετο, ὅτι ἡ συνωμοσία ἐκείνη καὶ ἄλλαι παρεσκευάσθησαν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὡς βάσιν δὲ δικαιολογητικὴν τοῦ Νομοσχεδίου ἐπεσύναψε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας. Ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐν τῇ βʹ ἀναγνώσει ἀπέῤῥιψε τὸ Νομοσχέδιον, εἰ καὶ ἐθεώρει αὐτὸ ἀναγκαῖον, ἐπεψήφισε δὲ πρότασιν, ἐν ᾗ ἐξέφραζεν ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισε καθῆκόν της πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Νομοσχεδίου ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην. Τὸ Ὑπουργεῖον εὐθὺς παρῃτήθη. Ἂν λοιπὸν ἀπέναντι τοσοῦτον ὡμολογημένου ἐλαττώματος τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας καὶ ὡμολογημένης ἀνοχῆς αὐτῆς περὶ τὴν πρόληψιν τῶν ἐπὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἐδάφους συνωμοσιῶν πρὸς δολοφονίαν ἡγεμόνων γειτόνων Χωρῶν ἐνόμισε τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συγκαταβῇ, διότι δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνεχθῇ, ὅπως ζητηθῇ τοῦτο δι’ ἐγγράφου ἐπιτιμητικοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ πέσῃ, νομίζετε ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν εἶναι ὁμοία; Ἢ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀδιάφορόν τι ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, καὶ ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστώμεθα μὲ τὰς προτροπὰς, τὰς ὁποίας μέλος τι τῆς Συμπολιτεύσεως χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἔδιδεν ἡμῖν, ὅτι χάριν δηλονότι τῆς Ἀγγλίας ἔπρεπε καὶ περισσότερον ἀκόμη νὰ ἐξευτελισθῶμεν παρ’ ὅ,τι ἐξηυτελίσθημεν ἐπὶ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ὅσον περισσότερον ἐξευτελιζόμεθα ἀπέναντι αὐτῆς, τόσον περισσότερον πλησιάζομεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς μεγάλης ἰδέας, τῶν μεγάλων σχεδίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Προχθὲς πάλιν ἄλλο φιλικὸν τῆς Κυβερνήσεως φύλλον εὕρισκεν, ὅτι εἶναι ἄξιος Ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ εὗρε τὸν τρόπον νὰ παιδαγωγήσῃ καὶ μορφώσῃ τὴν Χωροφυλακὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀνεμιμνήσκετο τοῦ παραδείγματος τῶν λῃστῶν τοῦ Μαραθῶνος καὶ τοῦ παραδείγματος τῆς ἀπαγωγῆς τῆς ἠθοποιοῦ τοῦ Σουλιὲ, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ὅπως τότε δι’ ἐκείνων τῶν τιμωριῶν ἐδιδάχθησαν πλέον οἱ Ἕλληνες νὰ μὴν ἀπάγωσι τὰς ἠθοποιοὺς καὶ νὰ μὴ ἐπαγγέλλωνται τὸν λῃστὴν, οὕτω ἤδη διὰ τῆς τιμωρίας, ἥτις ἐπεβλήθη τῇ Χωροφυλακῇ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, ἐδιδάχθη αὕτη νὰ σέβηται τοὺς φιλησύχους πολίτας. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος νομίζω, ὅτι ἀρκοῦντα ἐῤῥέθησαν, ἀφοῦ μάλιστα ἀσθενεστάτη ὑπῆρξεν ἡ ὑπεράσπισις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο ἐλάχιστα θὰ εἴπω. Ὅ,τι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι δηλαδὴ ὁ παθὼν κανονίζει κατὰ τὰ ἔθιμα τὴν ποινὴν, προσέχων μόνον, ὅπως ἡ τιμωρία μὴ παραβιάζῃ τὸ δίκαιον καὶ τὸ πρέπον, στηρίζεται ἐπὶ διαστροφῆς κειμένων. Τὰ ἔθιμα καὶ ὁ παθὼν κανονίζουσι τὴν τιμωρίαν, ὁσάκις ἡ προσβολὴ ἐγένετο Κράτους πρὸς Κράτος, εἴτε διότι τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας προσέβαλε, παραγγεῖλαν πρὸς τοῦτο τὰ ὄργανα αὑτοῦ, ἢ διότι προσβολὰς καὶ ὕβρεις, γενομένας παρ’ ἰδιωτῶν ἢ ὑπὸ τῶν ὑποδεεστέρων ὀργάνων αὑτοῦ, ἐνέκρινεν ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ τιμωρήσῃ. Πῶς θέλετε ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων, ὅτε Κράτος ἀδικεῖ Κράτος, νὰ κανονισθῇ ἄλλως ἡ τιμωρία ἢ κατὰ τὰ ἔθιμα τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι ποινικοὶ Νόμοι, τιμωροῦντες τὰ ἐγκλήματα αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Κράτους, τοῦ νομοθετοῦντος, πρὸς ἄλλο Κράτος; Βεβαίως τὰ ἔθιμα πρέπει νὰ κανονίσωσι τὴν ἱκανοποίησιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ἀλλὰ τίς ποτε ἐφαντάσθη νὰ ὑποστηρίξῃ, καὶ μάλιστα ἀπέναντι τοῦ Διπλωματικοῦ κόσμου, ὅτι, ὁσάκις ἰδιώτης ἢ ὑποδεέστερόν τι ὄργανον τῆς Διοικήσεως προσβάλλῃ ξένον Ἀντιπρόσωπον, τὴν τιμωρίαν δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ οὗτος κατὰ τὰ ἔθιμα, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑπῆρξε πρόθυμος πρὸς ἱκανοποίησιν καὶ τὰ Δικαστήρια παρέχωσι πάσας τὰς ἐγγυήσεις, προκειμένου μάλιστα περὶ τιμωρίας πράξεων κατὰ ξένων; Ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσι Νόμοι αὐστηρῶς τιμωροῦντες ἰδίως τὰς ὕβρεις λόγῳ ἢ ἔργῳ κατὰ τῶν Ἀντιπροσώπων Ἡγεμόνων· τοὺς Νόμους τούτους αὐστηρῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἐφήρμοζον τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Ἐξαιρετικαὶ ποιναὶ δὲν ζητοῦνται παρὰ Κρατῶν, οἷα ἡ Ἑλλὰς, ὅπου καὶ Νόμοι αὐστηροὶ κεῖνται καὶ Δικαστήρια καλῶς λειτουργοῦσιν, ἐφαρμόζοντα αὐτούς. Ζητοῦνται παρὰ Κρατῶν ἡμιπολιτίστων καὶ εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὅταν λ. χ. ὁ προσβαλὼν ἐνήργησεν ἐκ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ ἢ ἐκ φυλετικοῦ ἢ ἄλλου πάθους, ἅτινα μέγα μέρος τοῦ λαοῦ συμμερίζεται, ἡ τιμωρία πρέπει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παραγάγῃ ἐντύπωσιν καὶ νὰ ἦναι ἀπειλὴ καθ’ ὅλου τοῦ λαοῦ. Δύναταί τις ὅμως ἐπὶ προσβολῆς, κατ’ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας, ἐν Ἑλλάδι ἐπενεχθείσης, νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἦτο τυχαία, ἀλλ’ ὑπηγορεύθη ἐξ ἐχθρικῶν αἰσθημάτων ἡμῶν καὶ ὅτι ἑπομένως ἀνάλογος ἔπρεπε νὰ ἦναι καὶ ἡ τιμωρία! Μὴ ζητῶμεν ἑπομένως νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀνάγκην, ὑφ’ ἣν ὑπεκύψαμεν ἐνῷ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρετανίας θὰ ηὐχαριστεῖτο μὲ τὴν τιμωρίαν τοῦ χωροφύλακος κατὰ τοὺς ἰσχύοντας Νόμους, ἠναγκάσθη ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ τὴν ἱκανοποίησιν, ἣν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Νομίζω, ὅτι ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀντικοινοβουλευτική, ὑπῆρξεν ἐναντία πρὸς τὰ Διεθνῆ ἔθιμα καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅμως εἰ καὶ τοιαύτην ἰδέαν ἔχω περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν. Τὴν ψηφοφορίαν τὴν θεωρῶ ὑβριστικήν θεωρῶ ὅτι ἡ ψηφοφορία, καθ’ ἣν ἡ πλειονοψηφία θὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦναι ἡ ἐπανάληψις τῆς σκηνῆς τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὴν χωροφυλακὴν θ’ ἀντικαταστήσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ τὴν μουσικὴν τὸ Ὑπουργεῖον. Εἰς τοιαύτην ἐπανάληψιν ταπεινωτικῆς σκηνῆς ἡμεῖς δὲν θὰ θελήσωμεν νὰ συντελέσωμεν. Καὶ ἐπειδὴ πιθανώτατον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις σκέπτεται μόνον ὡς κομματάρχης, θὰ ζητήσῃ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ τὴν πρᾶξίν του, ἡ δὲ πλειονοψηφία θὰ ὑποκύψῃ, ἡμεῖς θὰ καταψηφίσωμεν τοιαύτην πρότασιν. Καταψηφίζοντες ἐννοοῦμεν—διότι τοιοῦτο νομίζω εἶναι τὸ φρόνημα πάντων τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—ὅτι σεβόμεθα τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Μεγάλης Βρετανίας καὶ τὰ Διεθνῆ νόμιμα, ἀποδοκιμάζομεν ὅμως τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντικοινοβουλευτικὴν καὶ ὡς ἐναντίαν καὶ πρὸς τὰ Διεθνῆ νόμιμα καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐπιβάλλει ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γεγραμμένος ὁ κ. Μοσχοβάκης.
§75ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον (θόρυβος).
§76ΕΤΕΡΟΙ. Ἂς ὁμιλήσωσιν οἱ ἐγγεγραμμένοι (θόρυβος).
§77ΖΩΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 20′ Μ. Μ.)