1885.01.15
2,074 rows · 15,634 words · 118 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 15 Ἰανουαρίου 1885.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ προχθεσινὰ πρακτικὰ· (ἀναγινώσκονται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θέλουσιν ἀναγνωσθῆ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως· (ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν καὶ διακόπτεται ὑπὸ θορύβου).
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Χθὲς δὲν ὑπῆρξε συνεδρίασις.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πῶς ἔχετε πρακτικὰ, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο χθὲς συνεδρίασις;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἀπαρτία, καὶ ἔπειτα ἐφέρατε ἔνστασιν (θόρυβος).
§7ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔγεινε χθὲς ἢ δὲν ἔγεινεν ἀπαρτία;
§8ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἔγεινεν, ἔγεινε.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ λέγετε σεῖς. Χθὲς, κύριοι, ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ εὑρέθησαν 121, μεταξὺ αὐτῶν συμπεριελήφθη καὶ εἷς εὑρισκόμενος ἐν Πειραιεῖ, ὁ Τζανετάκης Γρηγοράκης. Ἦτο 4 καὶ ½ ἡ ὥρα, ὅτε πολλοὶ ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῶν Ἀντιπολιτευομένων εἶπον, ὅτι εἶναι τέσσαρες καὶ ἡμίσεια, δὲν εἶναι ἀπαρτία καὶ ἡμεῖς φεύγομεν, καὶ ἔφυγον 10 ἕως 15. Ὅταν ἔφυγον αὐτοί, τότε εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι ἦλθον ἄλλοι δύω ἀκόμη, ἀλλὰ τότε ἔφυγον 10 καὶ διὰ τοῦτο φεύγοντες ἡμεῖς τῷ εἴπομεν, ὅτι ἀντὶ δύω φεύγουν πολλαπλάσιοι. Ὅταν ἐπανῆλθον ἐγὼ καὶ εἶδον νὰ ἀναγινώσκωνται τὰ πρακτικὰ, εἶπον πῶς ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία; Λοιπὸν ὑπῆρξεν ἀπαρτία ἢ δὲν ὑπῆρξεν, ἀφοῦ ἦτο εἷς ἐν Πειραιεῖ καὶ κατὰ τὸν ἴδιον ἰσχυρισμόν σας δὲν εἶναι πλέον τῶν 122;
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθανασιάδης μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου ἠρώτησε τὸν Γραμματέα πόσοι εἶναι; 121 τῷ εἶπε. Κύριε Δηλιγιάννη, νὰ σηκωθῶμεν νὰ φύγωμεν, διότι δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐναντίον τοῦ Συντάγματος δὲν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή· δὲν σὲ ἀφίνω νὰ ἐργασθῇς ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει. Λοιπὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή· εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀντιλέγοντες εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν νὰ.......
§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τῶν προχθεσινῶν μάλιστα νὰ γείνῃ ἡ ἐπικύρωσις.
§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ κλείσητε τὴν συζήτησιν, καλὸν εἶναι νὰ συνεννοηθῶμεν, ἵνα ἀνταλλάξωμεν τὰς ἰδέας μας περὶ τούτου. Δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, οὐδὲ φιλονικοῦμεν, οὐδὲ συζητοῦμεν τὴν νομιμότητα συζητήσεως γενομένης, διότι δὲν ἐγένετο συζήτησις, οὐδὲ ἀπόφασις ἐλήφθη τοιαύτη· ἠμφισβητήθη ἐν γεγονὸς, ἂν χθὲς ἐγένετο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ κατὰ μίαν καὶ μόνην στιγμὴν, καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἐγένετο συζήτησις ἢ ἐλήφθη ἀπόφασις, διότι οὐδὲ συζήτησις ἔλαβε χώραν, οὐδὲ ἀπόφασις· ἁπλῶς ἀμφισβητοῦμεν σήμερον τὸ γεγονὸς, ἐὰν ὑπῆρξε μία στιγμὴ χθὲς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ὑπῆρξεν ἐν ἀπαρτίᾳ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐδὲν πολιτικὸν κέρδος δύναταί τις νὰ πορισθῇ, οὐδὲ ἡ πλειοψηφία πρόκειται νὰ πορισθῇ κέρδος τι, οὐδὲ ἡ μειοψηφία. Βεβαιοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι χθὲς ἐκαθήμεθα ἐνταῦθα, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Θ. Γκίκας.... εἶναι παρών;
§18Θ. ΓΚΙΚΑΣ. Παρών.
§19Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠρώτησε τὸν Γραμματέα, κ. Παπαδόπουλε, ἐτελείωσεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου; ὁ Γραμματεὺς ἀπήντησε μάλιστα. Πόσοι εἶναι παρόντες; ὁ Γραμματεὺς ἀπήντησεν 121. Ἄ, ἀδελφὲ, μοῦ λέγει, περιμένομεν μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐδῶ, νὰ φύγωμεν. Καὶ ἐφύγαμεν περὶ τοὺς 30. Ὅταν εἴμεθα εἰς τὴν θύραν, ἠκούσαμεν, ὅτι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι ἦλθεν ἀκόμη εἷς, καὶ ὅτι εἷς λοιπὸν λείπει· ἡμεῖς ἐφύγομεν. Τώρα ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἐπισήμου ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐκήρυξε μετὰ ταῦτα τὴν Βουλὴν ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ὅτι διέταξε ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, ἀνεκόπη ὅμως παρὰ τοῦ κ. Δημητρακάκη ἰσχυρισαμένου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· διότι πρὶν ἢ κηρυχθῇ αὕτη, εἶχον ἀναχωρήσει ὅλοι. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος ἐκ νέου καὶ εὑρέθησαν 103 παρόντες. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἐγένετο μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, ὥστε περιέπεσε τὸ Προεδρεῖον εἰς λάθος ἀξιοθρήνητον, διότι περιέλαβε καὶ τὸν Βουλευτὴν κ. Δαλιάνην ὡς παρόντα, ἐνῷ οὗτος εὑρίσκεται εἰς Δερβὶς–Τσελεπῆ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ὑποτιμᾶτε ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἀρχὴν τοῦ Προέδρου. Ἐπικυρώσατε τὰ πρακτικὰ τοῦ Σαββάτου καὶ προχωρήσατε εἰς τὴν συζήτησιν χωρὶς νὰ μᾶς ἀναγκάζητε νὰ ἀποκαλύπτωμεν ταῦτα καὶ νὰ ἐκτιθέμεθα εἰς τὸ κοινόν.
§20ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ἤμην εἰς τὸν Πειραιᾶ χθὲς καὶ μὲ σημειώσατε μεταξὺ τῶν παρόντων.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ καὶ ὄχι δύω ἢ τρεῖς.
§22ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὅτε οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ λοιποὶ ἀνεχώρησαν, ἐγὼ ἔμεινα ἐδῶ μετὰ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου καί τινων ἄλλων, καὶ γνωρίζομεν τὰ πράγματα ἀκριβῶς, ὡς ἔγειναν. Εἴπατε ὅτι ἦσαν 121. Ἀνεχώρησαν, εἴπομεν· εἴπατε ὅτι δύω μόνον λείπουν, ἀλλὰ καὶ οἱ δύω αὐτοὶ δὲν ἐνεφανίσθησαν.
§23ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἔφθασα ἐγὼ ἐκείνην τὴν στιγμήν.
§24ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθε καὶ ὁ Γαρδικιώτης.
§25ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Διετάξατε τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν καὶ σᾶς ἔγεινε παρατήρησις, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, ἐγὼ δὲ ἀναφέρομαι εἰς τὴν τιμήν σου, ἂν πιστεύῃς ἐν τιμῇ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἦσαν 123, ὅτε διέταξας ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά, ἀναφέρομαι εἰς τὴν τιμὴν τοῦ Ὑπουργείου· ἂς ὁμολογήσουν ἐν τιμῇ καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἦσαν 123, ὅτε σεῖς διετάξατε τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν.
§26Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι οἱ κύριοι ἀντιλαμβάνονται διαφορετικώτερα τὰ πράγματα παρ’ ὅ,τι ἡμεῖς, διαστρέφουν δὲ καὶ τὰ ἁπλούστερα. Ἐγὼ ἤκουσα ὅτι ὁ Πρόεδρος, μόλις ἐτελείωσεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ....
§27ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Λᾶθος, λᾶθος.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παρήγγειλε τὸν Γραμματέα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ ὅτε ἔφυγαν ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην πολλοὶ Βουλευταί. Ἡμεῖς τοῖς ἐλέγομεν διατί φεύγετε, ὅτε ὁ Δημητρακάκης ἐπιστρέψας εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶνε ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε διετάχθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου καί, ἐπειδὴ ἐφύγετε, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ· αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς γεγονός. Ἐρωτῶ τώρα διατί θέτετε εἰς ἀμφισβήτησιν τὴν καλὴν πίστιν τοῦ κ. Προέδρου; Τί ζήτημα πρόκειται, τί ζήτημα ἐχάσατε ἢ τί ζήτημα ἐκερδήσαμεν; ἢ θέλετε νὰ προσβάλητε τὸν Πρόεδρον; ὁ Πρόεδρος ἀντελήφθη σύμφωνα μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ διέταξε τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν. Ἐφύγετέ τινες ἐξ ὑμῶν, καὶ ὕστερον δὲν ἦτο ἀπαρτία.
§29ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τὸν Κουμουνδοῦρον, διότι αἱ πεποιθήσεις μου ἦσαν ὑπὲρ τοῦ Κουμουνδούρου ὡς καὶ νῦν αἱ πεποιθήσεις μου εἶναι ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ ὁ κ. Χοϊδᾶς, καίτοι ἀντιπολιτευόμενος ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, διετέλεσεν ὑπάλληλος αὐτῶν τῶν Κυβερνήσεων.
§31ΧΟΪΔΑΣ. Ἤμην ὑπάλληλος δημοκρατικός, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου.
§32ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου καὶ ἡσυχάσατε· διότι ἡ κοινωνία κρίνει περὶ ἡμῶν. Ἔχομεν τοὺς κρίνοντάς μας, τοὺς ἐκλογεῖς μας.
§33ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ὑπῆρξα Ἀντεισαγγελεὺς καὶ τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ ποσάκις παρῃτήθην ὅταν σεῖς εἶσθε ὑπὸ Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας ὑπηρετεῖτε δουλικώτατα· σᾶς λέγω δὲ ὅτι ἐγίνετε ὀπαδὸς τοῦ Τρικούπη ὅταν ἔγεινε Πρωθυπουργός, λησμονήσαντες τὸν ὑβριστὴν καὶ συκοφάντην τοῦ ἀρχηγοῦ σας.
§34ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ὁ υἱός του καὶ ἂς ἀπαντήσῃ, προκαλῶ καὶ δὲ τὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ ὁμολογήσῃ ἂν ποτὲ ἐγὼ εἶπον μίαν λέξιν, καὶ πότε ἐγκατέλειψα τὸν Κουμουνδοῦρον. Τὸν κύριον Τρικούπην ἔκαμα φίλον, ὅταν δὲν ἤμην Βουλευτής.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα, δὲν ζητοῦμεν ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἄκυρον ἀποφάσεώς της τινὸς, δὲν ζητοῦμεν ν’ ἀνακηρύξῃ ἡ Βουλὴ οὐδὲ τὸ ἄκυρον συζητήσεώς τινος αὐτῆς· ζητοῦμεν ν’ ἀποσοβήσωμεν ὀλέθριον ἀποτέλεσμα ὀλεθρίας πλάνης, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Προεδρείῳ τῆς Βουλῆς. Ἄλλοτέ ποτε ἠδυνήθη Κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς φίλων μόνον τὴν Βουλὴν ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ γίνηται συνεδρίασις, ἡ συνεδρίασις νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις καὶ μετὰ τοῦτο νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ἐπιοῦσαν, ἡ ὁποία τότε ἀπετελεῖτο ἐκ τριῶν μεγάλων κομμάτων, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἠμφισβήτησε τὸ κῦρος τῶν γενομένων. Καὶ τῶν τριῶν τούτων μεγάλων πολιτικῶν κομμάτων ἡγοῦντο τρεῖς ἀποθανόντες ἤδη πολιτικοὶ ἄνδρες, ὁ Βούλγαρης, ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Δεληγεώργης. Ὅταν ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, ἐπροτάθη ὡς λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ὑπουργοὶ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Τί ἐπράξαμεν ἀντιλέγοντες πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀκύρωσιν τῶν γενομένων; εἴπομεν πρὸς αὐτοὺς, ἐνενήκοντα ἑπτὰ βεβαιοῖ ὁ κατάλογος ὅτι ἦσαν παρόντες. «Ἂς ἔλθωσιν οἱ ἐνενήκοντα ἑπτὰ καὶ ἄν τις ἐξ αὐτῶν ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἦτο παρὼν τὴν προτεραίαν, συγκινοῦμεν ν’ ἀκυρωθῶσι τὰ πάντα, διότι δὲν δεχόμεθα νὰ ὑποληφθῶμεν ἡμεῖς εἰσηγησάμενοι πρᾶξιν μὴ νομίμως γενομένην, καὶ ὄχι μὴ νομίμως γενομένην, ἀλλ’ ἀντισυνταγματικῶς γενομένην.» Ἀνεγνώσθη τότε ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ ἕκαστος ἀκούων τὸ ὄνομά του ἔλεγε: μάλιστα ἤμην παρών· ἀφοῦ δὲ ὡμολόγησαν καὶ οἱ ἐνενήκοντα ἑπτὰ ὅτι ἦσαν παρόντες, ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔγιναν ὅλα νομίμως καὶ Συνταγματικῶς. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως, δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, πρόκειται ὅμως περὶ βεβαιώσεως γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διατεινόμεθα ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, βεβαιοῦντες ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε στιγμὴ κατὰ τὴν χθεσινὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν 123 Βουλευταὶ παρόντες. Καὶ διατί νομίζετε ἐπιμένομεν, κύριοι; Νομίζετε, ὅτι δὲν γνωρίζομεν, ὅτι, ἂν ὁ Πρόεδρος θέσῃ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ μελῶν τῆς Βουλῆς θέλουσιν εἴπει ὅτι μάλιστα ἐγένετο ἀπαρτία καὶ ὑπῆρξε συνεδρίασις; Τὸ γνωρίζομεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἀποτρέψωμεν τοὺς συναδέλφους ἡμῶν ἀπὸ τοῦ νὰ βεβαιώσωσι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξε πράγματι. Καὶ θέλομεν νὰ τοὺς ἀποτρέψωμεν, διὰ νὰ μὴ μειωθῇ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ ὑπολάβωσιν οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχοντες, ὅτι ἐνταῦθα συντελοῦνται τὰ πάντα εἰκονικῶς, ὅτι βεβαιοῦται ψευδῶς ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐνῷ δὲν ἦτο, ὅτι συνέρχονται Βουλευταὶ καὶ πράττουσι καὶ τὰς πράξεις τῶν Βουλευτῶν παριστῶμεν ὡς πράξεις τῆς Βουλῆς, διότι οἱ Βουλευταὶ οὗτοι δὲν παριστῶσι τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἀποτελοῦσι τὸν ἀριθμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενον, διὰ νὰ παραστήσωσι τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο ἐνιστάμεθα, διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μὴ ἐπιμένετε νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχουσι πρακτικὰ τῆς χθές, διότι δὲν ὑπάρχουσι πρακτικά, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρξε συνεδρίασις, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ Βουλὴ ἐν συνεδριάσει δὲν ἠμποροῦν νὰ συνταχθῶσι πρακτικά· διότι πρακτικὰ δὲν εἶναι αἱ πράξεις τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς. Συνιστῶμεν ἰδίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς φίλους αὐτῆς — διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας — νὰ μὴ ὠθῇ τοὺς φίλους αὐτῆς μέχρι τοσούτου, διότι μειώνει τὸ κῦρος τῶν ἐπισήμως βεβαιουμένων, καὶ πρώτη ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον νὰ διατηρῇ ἄθικτον τὸ κῦρος τῶν ἐπισήμως παριστωμένων ὡς γιγνομένων. Ἀλλοίμονον ἂν ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πεισθῇ, ὅτι τὰ ἐπισήμως βεβαιούμενα εἰσὶ ψευδῆ.
§36Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ βεβαιοῦσιν 123 παρόντες. Ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐξελέγξεως σήμερον ὅτι ἀπουσίαζεν εἷς· λοιπὸν ἦσαν 122, πρακτικὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἦναι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦσαν 124.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ ἐξελέγξωμεν ἤδη ἂν οἱ ἐν τῷ καταλόγῳ τῷ χθὲς ἀναγνωσθέντι σημειούμενοι ἦσαν πραγματικῶς παρόντες ἢ οὔ. Τοιαύτη ἐξέτασις καὶ ἄτοπος θὰ ἦτο καὶ περιττή, διότι οὐδεμία πρᾶξις οὐσιαστικὴ ἔλαβε χώραν χθές. Ἀφοῦ ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἀπήγγειλεν ὁ Πρόεδρος, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐξήγετο ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, εὐθύς, ἄνευ μεσολαβήσεως οὐδεμιᾶς ἄλλης πράξεως, ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς καὶ ἐγένετο νέα τοῦ καταλόγου ἀνάγνωσις· ἐκ τῆς νέας ἀναγνώσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ἑπομένως οὐδὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὡς χθὲς γενόμενον, εἰμὴ τοῦτο μόνον, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἀπήγγειλεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὅτι ὁ Πρόεδρος ἀπήγγειλε τοῦτο, εἶναι γεγονός, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι τοιαύτη ἀπαγγελία ἐγένετο· εὐθὺς δὲ ὡς ἐγένετο τοιαύτη ἀπαγγελία ἔχομεν συνεδρίασιν, καὶ εὐθὺς ὡς ἔχομεν συνεδρίασιν πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ πρακτικά. Ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ δὲν θὰ ἀναγράψωσιν ἄλλο εἰμὴ μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ χθεσινὴν πρᾶξιν. Ἓν μόνον ἐγένετο, ἡ εἰρημένη ἀπαγγελία ὑπὸ τοῦ Προέδρου, εὐθὺς κατόπιν τῆς ἀπαγγελίας ἠμφισβητήθη ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχε· θὰ ἀναγραφῇ καὶ τοῦτο τὸ γεγονὸς ἐν τοῖς σήμερον κυρουμένοις χθεσινοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἀπεδείχθη ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχεν. Ἕτερόν τι περὶ τῶν χθὲς πεπραγμένων δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς ν’ ἀναγράψωμεν σήμερον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀντιλέγοντες εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ Βουλευτὴς Μέσης κ. Σταμούλης ὑποβάλλει τρία Νομοσχέδια· τὸ μὲν περὶ προσθήκης ἀποδείξεως εἰς τὸν περὶ ἐκτιμήσεως ἐλαιοκάρπου τῆς Κερκύρας Νόμον· τὸ ἕτερον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 6 Μαρτίου 1868 Νόμου περὶ ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς κοινῆς περιουσίας τῆς νήσου Κερκύρας, καὶ τὸ τρίτον περὶ διανομῆς τῆς ἐπικοίνου περιουσίας μεταξὺ τῶν Δήμων τῆς νήσου Κερκύρας. (Ὅρα Παράρτημα). Τηλεγράφημα ἀπεστάλη ἐκ Λευκάδος ὑπὸ τῶν Εὐσταθίου Μαρουδῆ καὶ Εὐσταθίου Βλάχου, παραπονουμένων διὰ τὰς κακοπραγίας, τὰς γενομένας κατ’ αὐτῶν παρὰ τῶν ἀποσπασμάτων πρὸς καταδίωξιν φυγοδίκων. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§40Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν τί εἰδήσεις ἔχουσι περὶ τῆς ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς ἐν Βουλκάνῳ καὶ τί μέτρα ἔλαβον καὶ ἂν αἱ ἐκεῖ Ἀρχαὶ παρενέβησαν σκανδαλωδῶς κατὰ τὴν ἐκλογήν.
§41ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἔχει καμμίαν πληροφορίαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης·
§42Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι ἡ λόγχη ἐκανόνιζεν ἄλλοτε τὰς ἐκλογὰς τὰς Δημοτικὰς καὶ Βουλευτικάς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποτὲ ὅμως καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε οὔτε σεῖς, ἂν ἡ λόγχη εἰσῆλθεν εἰς Μονὴν καὶ ἔλυσεν ἐκεῖ ἐκλογικὰ ζητήματα· ἐπέπρωτο τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἀναμορφωτικῆς Κυβερνήσεως. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διέταξε βεβαίως τὰς Ἀρχὰς νὰ ἐνεργήσωσιν ὅσα ἐνήργησαν, ἀλλ’ ἐγὼ κατήγγειλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ ὄργανα ἐκεῖ τῆς Χωροφυλακῆς οὔτε τὸν Νόμον σέβονται, οὔτε τίποτε. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἐκ τῶν κακοήθων αὐτῶν ὀργάνων καὶ συνεπῶς θεωρεῖται ἔνοχος· ἐγὼ πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεθάῤῥυνε τὰ ἀτοπήματα τὰ λαβόντα χώραν ἐκεῖ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, καὶ διὰ νὰ μάθητε τί ἐγένετο, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει). Ἐζήτησα ἐκτενεστέρας διασαφήσεις περὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου καὶ ἔμαθον ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης Παπασπυρίδης, ὁ Δημόπουλος καὶ αὐτὸς ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ Κατσούλης ὁ χωροφύλαξ καὶ εἴκοσιν ἄλλοι καὶ ὁ Δήμαρχος ἐναντίον τοῦ Κανονιστικοῦ Διατάγματος εἰσῆλθον εἰς τὸν Ναὸν καὶ ἠπείλησαν καὶ ἐβίασαν τοὺς Μοναχοὺς νὰ ὑπογράψωσι καὶ ἀναδείξουν ὡς Ἡγούμενον τὸν Προκόπιον, τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐκλογικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δύω ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Ὁ Δήμαρχος Ἰθώμης, ὡς Γραμματεὺς τῆς Ἐκλογῆς, ἔγραφε τὰ Πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἀντέγραφον ἐκεῖνοι, καὶ οὕτως ἐτελείωσε τὸ ζήτημα τῆς Ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐνθυμῆσθε σεῖς ποτὲ ἄν ἔλαβέ ποτε τοιαύτη πρᾶξις χώραν εἰς Ἐκλογὴν Μονῆς, καὶ εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ἄλλοτε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι τὰ πάντα θὰ τελεσθῶσιν ὅπως κατορθωθῇ νὰ μεταβληθῇ τὸ ἀποτέλεσμα. Οἱ Μοναχοὶ ἐκαλοῦντο πρὸ τῆς ἐκλογῆς εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ ἐκεῖ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐγένετο προσπάθεια νὰ μεταβληθῇ ἡ γνώμη αὐτῶν καὶ ὑποστηριχθῇ ὁ ὑποψήφιος τῆς ἀντιφρονούσης μερίδος· ἀφοῦ δὲ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἐλήφθη τὸ μέτρον τῶν παρελθουσῶν ἐποχῶν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν οἱ στρατιῶται βανδαλικῶς καὶ ἀτόπως. Ἡ ὑπόθεσις κατηγγέλθη, ἠρώτησα μάλιστα τὸν καταγγείλαντα ἂν δύναται νὰ ἀποδείξῃ ὅλους τοὺς ἰσχυρισμούς του καὶ μοῦ εἶπε: μάλιστα· εἶπεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ζητήσῃ πρὶν τῆς καταγγελίας ἱκανοποίησιν καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν μὴ τήρησιν τοῦ Νόμου. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἄν ἔλαβε τοιοῦτον τηλεγράφημα καὶ ἄν πρόκηται νὰ διατηρήσῃ μετὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τὴν ἐντελῶς ἀποδεδειγμένην τοὺς ἐνωμοτάρχας καὶ τοὺς χωροφύλακας.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει μέχρι τοῦδε κανὲν παράπονον περὶ αὐτῶν.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ἄν δὲν ἐλάβετε περὶ τούτου εἴδησιν, δὲν ἐλάβετε τοὐλάχιστον περὶ τῆς ἐν Βουρνίζῃ βανδαλικῆς πράξεως τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τῶν ποιμένων, οἱ ὁποῖοι κατήγγειλαν τὴν πρᾶξιν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν προσαγαγόντες καὶ τὴν ἰατρικὴν ἔκθεσιν, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀντὶ νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τῶν στρατιωτῶν, συνέλαβε καὶ ἐφυλάκισε τοὺς ποιμένας; Νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ Νόμος νὰ τηρῆται σεβαστός· νὰ ἔχῃ ἀσφάλειαν ὁ πολίτης ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀπεναντίας ἀτιμάζουσι τὰς παρθένους, διαῤῥηγνύουσι τὰς θύρας, ἁρπάζουσι τὰ πρόβατα καὶ τὰς ὄρνιθας καὶ τυραννοῦσι παντοιοτρόπως τὸν πολίτην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιβάλλῃ τὸ κῦρος τοῦ Νόμου. Ἐπιθυμῶ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του, ἵνα μὴ εὑρεθῶ εἰς δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑπερασπίσω τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ Νόμος μοὶ χορηγεῖ.
§45Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἓν τῶν μέσων, εἰς τὰ ὁποῖα δίδουν προσοχὴν αἱ Κυβερνήσεις πάντων τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, εἶναι καὶ ἡ τακτικὴ συναλλαγὴ τῆς ἀλληλογραφίας διὰ τοῦ Ταχυδρομείου, πολὺ δὲ περισσοτέραν προσοχὴν δίδουσιν ὁσάκις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῇ ἀναμιγνύεται καὶ διεθνὴς ὑπηρεσία τῶν Ταχυδρομείων, ὅ ἐστι τῶν ἐρχομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν ὁδηγουμένη βεβαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ὅτου ἀνεφάνη ἐν Ἰταλίᾳ ἡ χολέρα, διέταξεν ἓν τῶν ἐθνικῶν ἀτμοπλοίων, τὰ Ψαῤῥᾶ, νὰ μεταφέρῃ τοὺς ταχυδρομικοὺς σάκκους μεταξὺ Πριντιζίου καὶ Κερκύρας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὸν χειμῶνα δὲν εἶναι τακτικὸς ὁ πλοῦς τῶν ἀτμοπλοίων καὶ συχνὰ συμβαίνουν καθυστερήσεις ὅλης τῆς Εὐρώπης· ἕνεκα δὲ τούτου τὰ ἐν Κερκύρᾳ ἀτμόπλοια παραμένουσι πολλάκις ὀλίγας ὥρας μέχρις οὗ ἔλθῃ τὸ ἐκ Πριντιζίου, διότι τὸ ἐκεῖθεν ἐρχόμενον ταχυδρομεῖον εἶναι σπουδαιότατον, καθόσον φέρει τὸ ταχυδρομεῖον ἁπάσης σχεδὸν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ προχθὲς τὸ ἀτμόπλοιον τῆς ἑταιρίας δὲν ἔφερε τὴν ἀλληλογραφίαν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ πλοίαρχος, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ἐγκαίρως· καὶ ἐν τούτοις καὶ εἰς Πάτρας καὶ εἰς Πειραιᾶ ἀφίκετο ἐξ ὥρας μετὰ τὴν τεταγμένην, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἐλοξοδρόμησεν ἐπὶ ἓξ ὥρας εἰς Ἰθάκην διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ ἕνα Ὑπουργικὸν Βουλευτὴν 24 ὥρας ταχύτερον· ἔπρεπε λοιπὸν ἕνεκεν τοῦ γεγονότος τούτου νὰ καθυστερήσῃ τὸ διεθνὲς ταχυδρομεῖον, νὰ θαλασσοπνιγῶσιν ἔν τε Πάτραις καὶ Πειραιεῖ ἐν καιρῷ τρικυμίας οἱ ἀποβιβαζόμενοι, διὰ νὰ γείνῃ ἡ εὐκολία νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον 24 ὥρας ἐνωρίτερον ἕνα Βουλευτὴν τοῦ κόμματός του. Εἰς ἄλλην πάλιν γραμμὴν ἀτμόπλοιον τῆς ἰδίας Ἑταιρίας ἀπέσχε νὰ προσεγγίσῃ εἰς Νάξον, ἵνα μὴ ἐπιβιβασθῇ εἷς ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτής· λοιπὸν ἡ Ἑταιρία ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος ἔδωκε τόσα προνόμια καὶ χρηματικὰς βοηθείας χάριν τῆς συγκοινωνίας, ἐγένετο ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀρκετὰ μέσα νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς τοιαύτας της εὐκολίας· τῇ ἐψηφίσαμεν δάνειον 40,000,000 διὰ ναυτικὰς παρασκευάς, καὶ ἀντὶ τούτων κατεσκεύασεν ὁ κ. Τρικούπης λιβερνίδας χρησίμους μόνον διὰ τὰ Ἑλληνικὰ παράλια, αἵτινες περιέρχονται τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ μεταφέρουν ἄναυλα τοὺς Ὑπουργικοὺς Βουλευτὰς εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ δὲν ἦτον ἀνάγκη ἵνα καὶ ἡ Ἑταιρία αὕτη τεθῇ εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, προχθὲς εἶδον νὰ ἀγανακτῶσι πολλοὶ ἐκ τῆς Ὑπουργικῆς πλευρᾶς, διότι συνάδελφός τις εἶπε τὴν φράσιν «εἶναι ἠγορασμένοι». Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ γίνεται μὲ παράδες μόνον· πᾶσα θυσία, γινομένη εἰς βάρος τῆς Πολιτείας, εἶναι μέσον ἐξαγορᾶς. Τὸ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ κοινωνία νὰ μὴ λάβῃ ἐγκαίρως τὸν φάκελλον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Ταχυδρομείου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγκλείονται τόσα ἐμπορικὰ συμφέροντα, διὰ μόνον τὸν σκοπὸν νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἔλευσις ἑνὸς Ὑπουργικοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἐξαγορὰ βουλευτικῆς συνειδήσεως; Νὰ μεταβαίνουν οἱ Ὑπουργικοὶ Βουλευταὶ εἰς τὰ τηλεγραφεῖα, προσκαλούμενοι ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διανυκτερεύσαντα ἐπὶ πολλὰς κατὰ συνέχειαν νύκτας εἰς τὸ τηλεγραφεῖον καὶ προσκαλοῦντα τοὺς Ὑπουργικοὺς Βουλευτὰς νὰ ἔλθωσι, καὶ αὐτοὶ νὰ τῷ ἀπαντῶσι, δὲν ἐρχόμεθα, ἂν δὲν μᾶς διορίσῃς τὸν δεῖνα ὑπάλληλον, καὶ δὲν παύσῃς τὸν δεῖνα, καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐγένετο ἡ θέλησίς των, νὰ ἔρχωνται τρέχοντες καὶ ῥιγῶντες ἀπὸ τὸ ψῦχος, δὲν εἶναι τοῦτο ἀπεμπόλησις βουλευτικῆς συνειδήσεως; (Θόρυβος). Βουλευτής τις, μεταβαίνων εἰς Βόνιτσαν, ἐκάθητο εἰς τὸ Μεσολόγιον, ζητῶν τὸν διορισμὸν ἑνὸς Ἐπάρχου πρὸς ἀντάλλαγμα τῆς ἐπανόδου του, καὶ ἡ αἴτησίς του ἐξετελέσθη ἀμέσως, καὶ οὗτος ἀντὶ εἰς Βόνιτσαν ἦλθεν ἐνταῦθα· διὰ νὰ διευκολυνθῇ δὲ ἡ κένωσις θέσεως Ἐπάρχου, ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προκαλέσῃ τὸν ἀδελφόν του νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ Ἐπάρχου, εἰς ἣν ἦτο διωρισμένος. Τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν διὰ νὰ τὴν πιέσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τεθῇ εἰς τὰ νεύματά της, ἠρνεῖτο νὰ τῇ ἐπικυρώσῃ τοὺς λογαριασμοὺς, καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, αὕτη διὰ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὅσων τῇ ὀφείλει τὸ Δημόσιον ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ εἰς τὴν πλήρη διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν λειτουργίαν τῶν ἀτμοπλοίων καὶ νὰ τῇ ἀποστείλῃ καὶ δύω Βουλευτὰς, οὓς θεωρεῖ αὕτη τῆς ἀπολύτου διαθέσεώς της. Ταῦτα δὲν εἶναι ἀπεμπόλησις τῆς Βουλευτικῆς ἀξίας; Ἂς ἴδῃ, κύριοι, ἕκαστος τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ φρίξῃ δι’ ὅσα συμβαίνουσιν ἐκ τῶν παύσεων καὶ διορισμῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν τελουμένων κατ’ αὐτὰς τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τῶν ἐπανελθόντων ὑπουργικῶν Βουλευτῶν. Καὶ δὲν εἶναι ὅλαι αἱ μεταβολαὶ δημοσιευμέναι εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτήν. Γνωρίζω Νομάρχην πεπαυμένον καὶ Ταμίας πολλοὺς, διότι οἱ τελευταῖοι οὗτοι εὗρον τὴν δυστυχίαν των· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ βανδαλικοῦ περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν Νόμου ἐξανέστησαν οἱ φορολογούμενοι καὶ ἐπετίμησαν εἰς τὰς Ἐπαρχίας τοὺς μεταβάντας ὑπουργικοὺς Βουλευτὰς, διατί δὲν συντρέχουσι καὶ αὐτοὶ νὰ καταργηθῇ ὁ Νόμος οὗτος, ἀφοῦ μάλιστα ἔκαμον περὶ τούτου πρότασιν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι; Οὗτοι διὰ νὰ ἀποπλανήσωσι τοὺς ἐκλογεῖς των τοῖς λέγουσιν, ὅτι δὲν πταίει ὁ Νόμος, ἀλλ’ ἡ κακοήθεια τῶν Ταμιῶν, ὧν τὴν παῦσιν θὰ ἐπιζητήσωσι, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ τάξις αὕτη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὑφίσταται τὴν μεγαλειτέραν καταδρομήν. Κύριοι, πολλοὶ καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐταράχθησαν διὰ τὴν ἐπίτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς παρούσης Βουλῆς ἡ φήμη ὅτι πωλοῦνται καὶ ἀγοράζονται οἱ Βουλευταί. Κακὸν καὶ ὀλέθριον, διότι βεβαιοῖ ὅτι ἀπέτυχε τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ σκέψις περὶ ἀντικαταστάσεώς του. Ἡ ἀποτυχία δὲ κατέστη φανερὰ ἀπὸ τῆς τριετοῦς διοικήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Οὐδεὶς εἰς τὰς προτέρας Βουλὰς ἐγίνετο λόγος περὶ ἐξαγορᾶς βουλευτῶν· εἷς μόνον, ὁ μακαρίτης Ῥαφτάκης, εἶπεν ὅτι Κυβέρνησίς τις τοῦ ἔδωσεν 6,000 δραχμὰς, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν τὰς ἐπῆρεν· ἡ τοιαύτη φήμη ἤρχισεν ἀπὸ τὸ 1880, ὅτε ἐγένετο Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Τρικούπης. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι δύω Βουλευταὶ, ὁ Κότταρης τῆς Δωρίδος καὶ Χατζόπουλος τῆς Λαμίας ἔλαβον τότε ἀπὸ τὸν κ. Σκουλούδην ὁ πρῶτος 1,000 τάλληρα καὶ ὁ δεύτερος 500· διότι ὁ κ. Σκουλούδης εἶχε συμφέρον νὰ διατηρηθῇ ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου νὰ τῷ χορηγηθῇ ἡ Κωπαΐς.
§46ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Κύριε Δημητρακάκη......
§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡσυχάσατε, κ. Σκουλούδη, διότι ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἄλλα πολλὰ διὰ σᾶς, καὶ τότε ἀπαντᾶτε ἀπὸ τοῦ βήματος δι’ ὅλα. Σᾶς ὁρκίζομαι, κύριοι, ὅτι τὴν ἐπαύριον καθ’ ἣν εἶπον πέρυσιν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἀνωτέρω πληροφορίαν μὲ πλησιάζει εἰς τὴν γωνίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον, ἀλλὰ τὸν ἔβλεπον πάντοτε εἰς τὴν ὁμάδα τῶν μεσιτῶν, καὶ μοὶ λέγει, κύριε Δημητράκη, μὲ γνωρίζεις; — ὄχι. —Μὴ ἐρωτᾷς ποῖος εἶμαι. Δὲν εἶναι δύω οἱ Βουλευταί, εἰς οὓς ἐδόθησαν χρήματα ἀπὸ τὸν κ. Σκουλούδην, ὡς εἶπες χθές, ἀλλ’ εἶναι ἓξ καὶ δύναμαι νὰ δώσω καὶ τὰ ὀνόματά των καὶ τὸ ποσὸν τὸ δοθὲν ἑκάστῳ.
§48ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ (θόρυβος).
§49ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Εἷς ἀνώτερος ὑπάλληλος, εἷς τῶν μᾶλλον ἐμπεπιστευμένων τοῦ κ. Τρικούπη, εἶπε χθὲς, ὡς τὸν ἤκουσαν πολλοὶ εἰς καφφενεῖον, ὅτι εἶναι παράδοξον, τοῦ Σκουλούδη ἐργαζομένου μετὰ τοῦ Τρικούπη νὰ φεύγωσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον οἱ Βουλευταὶ δεῖνα καὶ δεῖνα, (νομίζων αὐτοὺς ὁμοίους μὲ τὸν ἑαυτόν του). Ἐφημερὶς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων λέγει σήμερον ὅτι Βουλευτὴς Ὑπουργικὸς ἔλεγεν εἰς τὸ καφφενεῖον, ὅτι ἡ συγκρότησις ἀπαρτίας διὰ τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ὑπόθεσις 10,000 δραχμῶν.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοιαῦτα πράγματα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος.
§51Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ εἰπὼν ταῦτα δὲν εἶναι Βουλευτὴς, εἶναι ὁ βιβλιοθηκάριος τῆς δημοσίας βιβλιοθήκης, ὁ κ. Ῥοΐδης. Εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, εἶναι ζήτημα δέκα χιλιάδων δραχμῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Ροΐδης δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς Βουλῆς.
§52ΒΑΛΒΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγεις κ. Δημητρακάκη, εἶναι ψεύδη...... (θόρυβος).
§53ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ ζητήσατε ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν εἰς τοὺς τηλεγραφητὰς, καὶ τότε θὰ ἰδοῦμεν ἂν ἐγὼ εἶμαι ψεύστης ἢ σεῖς.
§54ΒΑΛΒΗΣ. Ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐμοῦ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε σεβαστότερος.
§55ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ μὲ σέβεσθε καὶ σεῖς διὰ νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ σεβαστότερος (ἱλαρότης). Λοιπὸν, κύριοι, ὅταν βλέπετε ὅτι ἀλλεπάλληλα συμβάντα ἐνισχύουν τὴν ἰδέαν τῆς ἀπεμπολήσεως τῶν Βουλευτῶν, πρὸς τί, κύριοι, νὰ ταράττεσθε; Ποῦ ἠκούσθη, ἢ ἴδατε ποτὲ νὰ μεταβαίνῃ ὁ ὑπαστυνόμος εἰς τὸ ἀτμόπλοιον νὰ παραλαμβάνῃ ἀπὸ αὐτὸ τοὺς Βουλευτὰς νὰ τοὺς θέτῃ ἐντὸς τῆς παρ’ αὐτοῦ μισθωμένης ἁμάξης, καὶ κλείων τὴν θυρίδα νὰ τοὺς ἀποστέλλῃ μὲ φορτωτικήν, λέγων εἰς τὸν ἁμαξᾶν «ἴσια εἰς τὴν Βουλὴν» καὶ εἰς παραλαβὴν τοῦ Ὑπουργείου; Ἔπαυσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν δεσμοφύλακα Ζακύνθου συγγενῆ του, καὶ διώρισε τὸν φίλον ἑνὸς Βουλευτοῦ, καὶ ἀμέσως ὁ τηλέγραφος ἐτσάκισε τὰ σύρματά του διὰ νὰ πείσῃ τὸν Βουλευτὴν νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας· καὶ ἐπειδὴ οὗτος δὲν πείθεται, διατάττει τὸν νεοδιορισθέντα δεσμοφύλακα νὰ μεταβῇ καὶ ἐκβιάσῃ τὸν Βουλευτὴν νὰ ἐπιβιβασθῇ ἀμέσως διὰ τὰς Ἀθήνας· ἄλλως, θέλει ἀνακληθῇ ὁ διορισμός του. Διατείνονταί τινες ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης ἀγοράζει βουλευτὰς, διότι δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχῃ τοσοῦτον μέγα συμφέρον δι’ αὐτὸν ἡ συντήρησις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τοῖς ἀπαντῶ, ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης ἔχει μέγιστον συμφέρον εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ κ. Τρικούπη ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ μέχρι τέλους Ἰουνίου τοὐλάχιστον, διότι τότε ἔχει σκοπὸν νὰ παραδώσῃ τὴν Κωπαΐδα ὡς στειρευμένην, ἐνῷ κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται ἐκεῖ ἔργα δὲν ἀποξηραίνεται ὄχι εἰς 3, ἀλλ’ οὔτε εἰς 13 ἔτη, καὶ ἐν τούτοις μετ’ ὀλίγον, ὡς εἶπον, παραδίδεται ὡς ἀποξηραμένη. Καὶ ἐξεύρετε τί γείνεται; ἓν μέρος τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος θὰ μεταφέρῃ εἰς τὰς ἐν Θήβαις παραλίμνας, τὸ δὲ κέντρον τῆς Κωπαΐδος θέλει παραδώσει ὡς ἁπλοῦν τέλμα, ἐνῷ ἡ λίμνη αὕτη καθ’ ὅλον τὸ θέρος εἶναι τέλμα· καὶ μάλιστα κατὰ τὸ 1856 ἐξηράνθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε διὰ νὰ εὑρεθῇ ὕδωρ νὰ πίνωσιν οἱ ἐργάται, ἔσκαψαν τέσσαρα μέτρα βάθος ἐντὸς τῆς λίμνης. Ἰδοὺ ὁ λόγος διατί ὁ κ. Σκουλούδης πειρᾶται διὰ πάσης θυσίας νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν τὸν κ. Τρικούπην μέχρι Ἰουνίου, ὅτε οὗτος ὡς εὐνοῶν παραπολὺ τὴν ὁμάδα τοῦ κ. Σκουλούδη, θὰ παραλάβῃ ἀνεξετάστως τὴν Κωπαΐδα ὡς ἀποξηραμένην, ἐνῷ ἂν ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν θὰ παραλάβῃ τοιοῦτον εἰκονικὸν ἔργον, ἀλλὰ θὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ὁμάδα ὡς μὴ ἐκτελέσασαν τὰ συμπεφωνημένα, καὶ τότε θὰ ὑπάρξῃ δίκη μεταξὺ τῶν συνεταίρων τοῦ κ. Σκουλούδη καὶ τῆς Γαλλικῆς ἑταιρίας, εἰς ἣν παρεχώρησε τὸ ἔργον, ἡ δὲ δίκη πιθανὸν νὰ μεταβάλῃ χαρακτῆρα καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν ἐπὶ ἀπάτῃ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐτελειώσατε;
§57ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς σέβομαι, κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ὑπήρξατε διδάσκαλός μου, ἐπειδὴ εἶσθε ὁ πεπαιδευμενέστερος τῶν δικαστικῶν, εἰς οὓς ἀνήκω, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ εἶσθε σοβαρώτερος πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ πραότερος πρὸς ἡμᾶς χάριν τῆς ἰδίας σου ὑπολήψεως·
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ σεῖς συντομότερος.
§59ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς δίδω τὸν λόγον ὅτι θὰ ἦμαι συντομότερος, ὅταν καὶ σεῖς εἶσθε σοβαρώτερος πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ πραότερος πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἐσυμβιβάσθαμεν. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ ἑταιρία ἡ ἀτμοπλοϊκὴ παρῄτησε τὸ ταχυδρομεῖον διὰ νὰ φέρῃ ἕνα Βουλευτὴν κυβερνητικόν· ἀλλὰ δὲν διέρχεται ἀπὸ ἄλλην νῆσον διὰ νὰ μὴ ἐπιβιβασθῇ ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτής.
§60ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ψεύματα!
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἔχομεν τηλεγράφημα τοῦ κ. Δαμηράλη.
§62ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἦτο τρικυμία καὶ τὸ ἀτμόπλοιον δὲν ἠδύνατο νὰ προσεγγίσῃ. Αὐτὸ εἶναι ἀγένεια, κύριε Δημητρακάκη, νὰ λέγητε ψεύματα.
§63ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Παρασκευᾶ, εἰς τὴν Μεσόγειον γίνονται μεγαλείτεραι τρικυμίαι, ἢ εἰς τὸν Ἀδριατικὸν κόλπον;
§64ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Τὸ διὰ τὴν Νάξον ἀτμόπλοιον εἶναι μικρόν.
§65ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ «Πηνειὸς» εἶναι μικρὸν ἀτμόπλοιον; Λοιπὸν, κύριοι, αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξηγριώθησαν προχθὲς κατὰ συναδέλφου τινὸς εἰπόντος, ὅτι ἀγοράζονται καὶ πωλοῦνται Βουλευταὶ Ὑπουργικοί· καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἦναι συνεσταλμένοι καὶ νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορμὰς νὰ ἐκθέτωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν τὰ αἴσχη των.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν· καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ πράξω, διότι καὶ ἐγὼ ἦλθον χθὲς ἐνταῦθα ἐκ Πατρῶν διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον προσήγγισεν εἰς Ἰθάκην. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς μετετόπισε τὸ ζήτημα, καὶ ἐκεῖ ὅπου ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ—διότι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καθαρὰ—οὐδὲν εἶπεν, ἀπήντησε δὲ μόνον ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν μὴ προσέγγισιν τοῦ ἀτμοπλοίου εἰς τὴν νῆσον Νάξον· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτῳ δὲν ἐνέχεται. Τῳόντι καθόσον ἀφορᾷ τὴν νῆσον Νάξον, ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι πράγματι τὸ ἀτμόπλοιον δὲν προσήγγισεν ἕνεκα εἴτε κακοκαιρίας, εἴτε διότι ἔπαθεν, ὡς μοὶ εἶπον, ἡ μηχανή του. Πιθανὸν ἑπομένως ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Δαμηράλης, εὑρισκόμενος ἐν τῇ νήσῳ, νὰ ἐπείσθη, ὅτι ἦτο εἰς κατάστασιν τὸ ἀτμόπλοιον νὰ προσεγγίσῃ, μὴ δυνάμενος νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ καιροῦ εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, οὔτε ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἔπραξέ τι τὸ ἄτοπον, οὔτε ὁ συνάδελφος ἡμῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ συνταξειδεύσω. Τὴν εὐθύνην φέρει καθαρῶς ἡ Κυβέρνησις· διότι ἡ ἑταιρία εἰς πᾶσαν ἀπαίτησιν πάσης Κυβερνήσεως ὀφείλει δυστυχῶς νὰ ὑποκύπτῃ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἀτμόπλοιον ἡ «Ἑρμούπολις» περιέμενεν ἐπὶ μίαν ὥραν εἰς Κέρκυραν διὰ τὸν φάκελλον τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ τὰ Ψαῤῥὰ δὲν εἶχον φθάσει ἐγκαίρως. Ἂν ὅμως τὸ ἀτμόπλοιον τοῦτο ἀνεχώρει κατ’ εὐθεῖαν διὰ Πάτρας, θὰ ἔφθανεν ἐκεῖ περὶ τὴν ἑβδόμην πρωϊνὴν ὥραν, ἡμεῖς δὲ θὰ ἤμεθα εἰς Πειραιᾶ τὴν ἕκτην ἢ ἑβδόμην τῆς ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς καὶ δὲν θὰ ὑφιστάμεθα τὰ δεινὰ ὅσα ὑπέστημεν. Ἐκτὸς τῶν Ἑλλήνων ἐπιβατῶν ἦσαν καὶ ξένοι ἐπιβάται, οἱ ὁποῖοι ἐταξείδευον ἐκ Κερκύρας. Ἐφθάσαμεν, κύριοι, εἰς Πειραιᾶ τὴν Δευτέραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ διατί; διότι, ὡς ἐπληροφορήθην, ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὸν πλοίαρχον νὰ προσεγγίσῃ εἰς Ἰθάκην, τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζω καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ κ. πλοιάρχου, ὅτι ῥητῶς διετάχθη ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως νὰ προσεγγίσῃ εἰς Ἰθάκην κατ’ ἀνωτέραν διαταγὴν καὶ παραλάβῃ τὸν ἀξιότιμον ἡμῶν συνάδελφον. Περὶ τούτου ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀλλὰ σιγᾷ καὶ φρονίμως τοῦτο πράττει, διότι συναισθάνεται τὸ ἄτοπον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν διάκειται φιλικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοὺς ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὺς, οὓς ἔχει μετ’ αὐτῆς, ἔχω νὰ παρατηρήσω δύω τινά· ὅτι πράγματι ἡ Ἑταιρία ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἓν ποσὸν σπουδαῖον, ἀνερχόμενον, νομίζω, εἰς 800 χιλιάδας δραχμῶν. Ἀπὸ πέρυσι συνετάχθη συμβόλαιον καὶ συνωμολογήθη τόκος πρὸς 8%, ὑποχρεοῦται δὲ τὸ Δημόσιον νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην εἰς πρώτην εὐκαιρίαν· ἀλλ’ ἐφέτος τὸ χρέος τοῦτο δὲν συμπεριελήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τοῦτο μὲν διὰ νὰ παρουσιασθῇ ὅτι ἐγένοντο οἰκονομίαι, τοῦτο δὲ διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει ἴσως, ἐπικειμένων ἐκλογῶν, νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν της ἓν ὅπλον σπουδαῖον διὰ τοὺς ἐν Σύρῳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ προκαλεῖσθε ἐπὶ τούτου ν’ ἀπαντήσητε ἂν ἦναι ἀληθὲς ἢ ὄχι, ὅτι τὸ ἀτμόπλοιον ἡ «Ἑρμούπολις» διετάχθη παρ’ ὑμῶν νὰ προσεγγίσῃ εἰς Ἰθάκην χάριν ἑνὸς Βουλευτοῦ, καθόσον περὶ τοῦ ἄλλου ἀτμοπλοίου, ἀφοῦ, ὡς ἐπληροφορήθην, ἐσπεύσατε εἰς τὸ Κατάστημα τῆς Ἑταιρίας διὰ νὰ λάβητε πληροφορίας, ἕπεται ὅτι δὲν εἴχετε γνῶσιν. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, διότι δὲν ἐπεθύμουν αἱ ἀνακρίβειαι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως.
§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δυσχεραίνω καὶ ἐγὼ, ὅτι παρέρχεται ὁ χρόνος, ἀλλὰ εἰς τοῦτο συντελεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις· διότι πρὸ μικροῦ, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐσιώπα, θὰ ἔπραττέ τι καλλίτερον, ἤδη δὲ, ὅτε πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ, ἀντιτάσσει σιωπὴν δῆθεν εἰς ἄλλους. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἰδίας ὑποθέσεως, παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγας στιγμάς. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων προσέβλεψε διά τινων διατάξεων, λίαν συντελεστικῶν εἰς τὴν καλὴν τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴν, τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Δικαστικῶν Γραφείων· ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται εἶχον περιέλθει εἰς ἀχρηστίαν. Συνεπείᾳ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐπερωτήσεών μου καὶ ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κατέβαλον προσπαθείας τινὰς πρὸς ἀναβίωσιν τῶν διατάξεων τούτων, καὶ ἤρχισαν ἤδη αἱ ἐπιθεωρήσεις, αἵτινες ἔφερον εἰς φῶς πολλὰ δικαστικὰ ἐγκλήματα, ἅτινα ἄνευ τῶν ἐπιθεωρήσεων ἤθελον μείνει ἐσαεὶ τεθαμμένα ὑπὸ τὸν κονιορτὸν τῶν γραφείων. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία εἰς πολλὰ κακῶς ἔχοντα ἤδη, ὅτε ἐγνώσθησαν ἐπισήμως τὰ συμβαίνοντα εἰς πρώτην εὐκολίαν καλῆς διαθέσεως τῶν κυβερνώντων. Ἐπικειμένης δὲ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω κατάλληλον νὰ ὑποβάλω παράκλησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰς τελευταίας ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν. Καὶ σχετικήν τινα ἄλλην ἐπερώτησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, πότε θ’ ἀξιωθῶμεν νὰ ἴδωμεν δημοσιευομένην στατιστικὴν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν τόσῳ χρήσιμον, διότι πρὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ἐδημοσιεύθη τοιαύτη ἐναντίον τῶν σχετικῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων διατάξεων. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔφερεν εἰς φῶς ἀσχημίας διαπραττομένας εἰς τὰς φυλακὰς καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου περὶ Διευθυντῶν αὐτῶν Νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἀναμορφώσῃ τὰς φυλακάς. Νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ λάβωμεν καὶ ἄλλας πληροφορίας σχετικὰς, ἂν δηλαδὴ εἰς τὰ αὐτὰ οἰκήματα φυλακίζωνται ἐκεῖνοι οἵτινες ἔχουσιν εἰς τὴν ῥάχιν των ἀποφάσεις διὰ βαρέα ἐγκλήματα, ἐκεῖνοι περὶ ὧν ὑπάρχει νομικὸν πλάσμα, ὅτι εἶναι ἀθῶοι μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν ηὐτύχησαν νὰ ἦναι πλούσιοι, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν των. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν πάντες οὗτοι κεῖνται ἀναμὶξ καὶ ταὐτοχρόνως δυνάμει τίνος Νόμου γίνεται τοῦτο. Ὁμοίαν ἐπερώτησιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, καὶ τότε ἔλαβον τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ πρόνοια. Θέλω λοιπὸν νὰ μάθω, ἂν μετὰ πάροδον τριῶν ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξέ τι σχετικὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφορῶντος εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ἐνδιαφέρει δὲ καὶ πάντας ἡμᾶς ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, διότι ἄδηλον τὸ μέλλον, καὶ τὶς οἶδεν, ἐὰν ἐξ ἰδιοτροπίας ἀνακριτοῦ τινος —χάρις εἰς τὰς πολλὰς δικονομικὰς ἐλλείψεις—δὲν εὑρεθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ἀθῶοι ὄντες, εἰς τὰς φυλακάς· ἄλλως δὲ διὰ τ’ ἀδικήματα δὲν εἶναι δολίας προαιρέσεως. Προσέτι πρὸ πολλοῦ καθυστερεῖται ἡ δημοσίευσις τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τελευταῖον ἤρξατο ἡ δημοσίευσις τῶν ἀποφάσεων τοῦ ἔτους 1884, ἀλλὰ καὶ αὕτη διεκόπη. Ἐρωτῶ διατί δὲν ἐλήφθη οὐδεμία φροντὶς νὰ δημοσιευθῶσιν αἱ πρὸ τοῦ 1884 ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν νομολογίαν, καὶ περιττὸν θεωρῶ νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, πόσον εἶναι χρήσιμοι εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια. Περαίνων τὸν λόγον παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί ἀνεβλήθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων Ζαγορᾶς καὶ Νηλείας, διότι τηλεγραφικῶς ἀπεδόθη τοῦτο εἰς ἐνεργείας ἀντιδραστικὰς τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ δ’ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ τῶν Συμβουλίων εἰς ὅλας τὰς Κοινότητας, ἐκεῖ ἀνεβλήθησαν, ἐνῷ ἀκριβῶς ἐκεῖ ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀνάγκη, διότι κινδυνεύουσι σπουδαιότατα Κοινοτικὰ συμφέροντα καὶ παραβλάπτεται οὐσιωδῶς ἡ Κοινοτικὴ ἐκπαίδευσις. (Ἀναγινώσκει τὰς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις του, ἃς παραδίδει εἰς τὸ Προεδρεῖον). (Ὅρα Παράρτημα). Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰς περὶ τῶν γενομένων ἐπιθεωρήσεων ἐν τοῖς Δικαστικοῖς Γραφείοις ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: 1) Ἐὰν καὶ εἰς τίνας φυλακὰς καὶ δυνάμει τίνος Νόμου κρατοῦνται κατάδικοι καὶ ὑπόδικοι καὶ διὰ πολιτικὰ χρέη ὁμοῦ· 2) Ἐὰν καὶ πότε δημοσιευθήσεται ἡ στατιστικὴ περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνης καὶ διατί δὲν ἐδημοσιεύθη μέχρι τοῦδε· 3) Ἐὰν καὶ πότε δημοσιευθήσονται αἱ πρὶν τοῦ 1884 ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ δ’ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, διατί ἐξαιρετικῶς ἀνεβλήθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων Ζαγορᾶς καὶ Νηλείας τῆς Ἐπαρχίας Βώλου. Νὰ πληροφορήσῃ προσέτι τὴν Βουλὴν διατί δὲν διετάχθη ἔτι ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Νέων Ἐπαρχιῶν, ἀφοῦ ἡ ἐσπευσμένως ἐνεργηθεῖσα κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1881 εἶναι ἐλλιπεστάτη. Διατί δὲ καὶ ἡ ἐνεργουμένη ἀπογραφὴ τοῦ Κράτους κατὰ πενταετίαν δὲν ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1879.
§69ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπανειλημμένως ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιστατῶν καὶ τῶν διευθυντῶν τῶν Σωφρονιστηρίων διὰ νὰ ἴδωμεν ἐξ αὐτῶν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τελευταίου Νόμου, καὶ συνάμα ν’ ἀνεύρωμεν τὰς αἰτίας τῶν συμπλοκῶν καὶ τῶν δραπετεύσεων ἐκ τῶν φυλακῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου, τοῦ Δικηγόρου, τὸ ὁποῖον ἐξασκῶ ἀπὸ ἐτῶν καὶ ἤδη, σχολαζούσης τῆς Βουλῆς, γιγνώσκω, ἀλλὰ δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξαγγείλω. Παρακαλῶ ἐν τούτοις τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ ἔλαβον χώραν τοιαῦται συμπλοκαὶ ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ ἐσχάτως ἐν Ἰθάκῃ δραπετεύσεις, νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις ἐπ’ αὐτῶν, τὰς ὁποίας νὰ ἀναθέσῃ εἰς τακτικὸν ἀνακριτὴν καὶ ὄχι εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ τελευταῖος Νόμος ἀνεκήρυξε διευθυντὰς καὶ ἐπιστάτας. Νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὰς σπουδαιοτέρας φυλακὰς τοῦ Παλαμηδίου, τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Πύλου, τῆς Ἰθάκης, τοῦ Ῥίου καὶ Ἀντιῤῥίου καὶ τῆς Χαλκίδος ἀνακριτὴς, ὅστις νὰ δυνηθῇ ν’ ἀνεύρῃ πῶς εἰσάγονται ἐντὸς τῶν φυλακῶν μάχαιραι, καὶ πῶς παρασκευάζονται αἱ δραπετεύσεις. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν θελήσῃ τις ἐξ ἀπροόπτου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς φυλακὰς ταύτας, δύναται κάῤῥα ὁλόκληρα νὰ φορτώσῃ ὄχι μόνον ἀπὸ κάμας καὶ πιστόλας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα ὄργανα φονικά. Τοιαῦται πράξεις δὲν δικαιολογοῦσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ νέου Νόμου περὶ φυλακῶν, οὐδὲ τὴν τοσοῦτον πολυτελῆ δαπάνην, τὴν ὁποίαν ὁ Νόμος οὗτος ἀπῄτησεν, οὐδ’ ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ τῆς ψήφου μας τοιαύτας δαπάνας, αἵτινες εἶναι ἀσώτευσις καὶ αἵτινες καταισχύνουσι τὴν ἐνέργειαν τὴν βουλευτικήν. Παρακαλῶ, ἐπαναλέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ δι’ ἀνακρίσεως εἰλικρινοῦς πρὸς διάγνωσιν τῶν τοιούτων κακῶν, καὶ ὁπόταν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποδείξεις τῆς ὑποστάσεως ἢ μὴ τούτων, θέλω καταδείξει πρὸς αὐτὴν τοὺς προθύμους προμηθευτὰς τῶν τοιούτων ὅπλων εἰς τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς διαμένοντας δυστυχεῖς, ἐφ’ ὧν οὐδόλως θὰ ἐπιδράσῃ ὁ νέος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Νόμος, ἐὰν τὸ σύστημα ἐξακολουθήσῃ τῆς ἐξαχρειώσεως ὡς εἶναι. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος θὰ δεχθῇ τὴν ἐπερώτησίν μου ὅπως τὴν διετύπωσα ἐντεῦθεν καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὴν διατυπώσω ἐγγράφως ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος τὸ τρίτον ἤδη θὰ ἀκούσῃ μίαν ἐπερώτησίν μου. Κύριε Ὑπουργὲ, τὸ ζήτημα μεταξὺ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου τῶν Καλαμῶν....
§70ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Θὰ τὸ φέρω αὔριον.
§71ΤΖΑΝΕΣ. Τέλος πάντων δόξα τῷ Θεῷ ὅτι τὸ ἐνοήσατε.
§72Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τάξις ἐμπόρων καὶ ὀπωροπωλῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν παθοῦσα ἀπὸ πυρκαϊὰν ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις, νομίζω, συνέστησεν αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρεκάλεσε τὸ Προεδρεῖον νὰ τὴν διαβιβάσῃ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί ἔπραξεν ἐπὶ ταύτης, καὶ τί νομίζει ὅτι δύναται νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῶν πολιτῶν αὐτῶν τῶν παθόντων μεγάλην ζημίαν.
§73ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀναγγείλῃ ἡ Κυβέρνησις τί ἔπραξεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ συνέστησε πρὸς αὐτὴν, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θεωρῇ αὐτὸν ὑπόχρεων νὰ ἐκτελῇ τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς συνιστώμενα.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκτελῇ τὰ συνιστώμενα, οὐδὲ ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὰ συνιστώμενα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Ἐλάβομεν τὴν ἀναφορὰν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἔχομεν ἰδίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν θέλομεν ἀνακοινώσει ἐν καιρῷ.
§75ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ζητήματος Νίκολσων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ ὑποβάλωσι συγχρόνως καὶ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διεβίβασεν ἡ Πρεσβεία εὐχαριστοῦσα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἱκανοποιήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν κατετέθη. Συγχρόνως παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ ὑποβάλωσι καὶ τὸ ἕτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ, ἤτοι τὴν ἀνάκρισιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Μοιραρχίας καὶ διαβιβασθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἐτιμώρησε τὸ πρῶτον τὸν χωροφύλακα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰ ἕτερα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι πρωτοκολλημένα, ὡς μοὶ ἐφάνη ὁμολογῶν καὶ ὁ ἴδιος οὐχὶ εἰς τὸ πρωτόκολλον τῶν δημοσίων ἐγγράφων, ἀλλ’ εἰς ἕτερον πρωτόκολλον τῶν ἐμπιστευτικῶν καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὡς ἠξίωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι εἶναι καὶ ταῦτα ἰδιωτικαὶ ἐπιστολαί.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν πληροφοριῶν τινων περὶ τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 δραχμῶν, τοῦ συνομολογηθέντος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ περὶ τῶν ληφθέντων χρημάτων δυνάμει τοῦ Νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἐπέκεινα τῶν 72,000,000, τῶν προωρισμένων εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὰς πληροφορίας ταύτας κατέστρωσα ἐν σημειώματι, τὸ ὁποῖον ἔντυπον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ διανεμηθῇ.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ κατέθεσα ἔντυπον, ἵνα διανεμηθῇ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον διανέμεται.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ περὶ τῶν πινάκων τῶν ἐσόδων τοῦ 1883 τί ἐγένετο;
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πίναξ τῶν ἐσόδων ἀντεγράφη ἐκ νέου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, παρεδόθη εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἕτοιμος εἰς διανομὴν πρὸς τὸ ἑσπέρας τῆς αὔριον. Ἐξήτασα καὶ πάλιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ τῆς καταθέσεως αὐτοῦ τῆς προηγουμένης καὶ εὗρον ὅτι κατετέθη τὸ πρῶτον χάριν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ δὲ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης γινώσκουσιν, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τοῦ πίνακος ἐκείνου, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐβεβαίωσεν ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης, δὲν γνωρίζω δὲ διατί ἕτερος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνακοινώσῃ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Κατόπιν τῆς καταθέσεως, τῆς χάριν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ γενομένης, ἐγένετο κατάθεσις καὶ ἐνταῦθα, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι παρέπεσε. Τοῦτο δὲ συμβαίνει, διότι εὐθὺς ὡς κατατίθενται τὰ ἔγγραφα, διάφοροι Βουλευταὶ λαμβάνουσιν αὐτὰ καὶ δὲν φροντίζουσι νὰ τὰ ἐπιστρέφωσιν εἰς τὸ Γραφεῖον. Ἤδη, ὡς προεῖπον, ἀντεγράφη ἐκ νέου ὁ πίναξ, παρεδόθη χθὲς εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν θὰ ἦναι ἕτοιμος πρὸς διανομήν.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι κατέθηκε τὸν πίνακα τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων τοῦ 1883 κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιώσω τὸ ἐναντίον, διότι ὀφείλω νὰ πιστεύσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὅτι μετέφερεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν εὐθύνην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν ὁποῖον κάμω τὴν παρατήρησιν κατὰ συνέπειαν, ὅτι 20 ἡμέραι παρῆλθον ἐν διακοπαῖς, ὅτι πέντε ἡμέραι παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν, καὶ ὀκτὼ εἶχον παρέλθει πρὸ τῶν διακοπῶν, τὸ ὅλον ἡμέραι 33, καθ’ ἃς δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ. Ποιοῦμαι ὡσαύτως τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, οἱ λαμβάνοντες τὰς πληροφορίας ἅμα κατατιθεμένας, δὲν εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς τοιαύτης ἀταξίας, τῆς ὑπαρχούσης εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἦναι ἀκριβῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀναγκάζονται δὲ οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ζητῶσι καὶ λαμβάνωσιν ἀμέσως τὰ κατατιθέμενα ἔγγραφα ἵνα ἐξελέγχωσιν, ἐὰν αἱ κατατιθέμεναι πληροφορίαι εἶναι αὐταὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας δηλοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὅτι καταθέτουσι, διότι πολλάκις παρετηρήθη τὸ ἐναντίον.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ ἀφορμαὶ αὐταὶ εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καὶ μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.
§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρέσχεν εἰς τὴν Βουλὴν φῶτα, τὰ ὁποῖα ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς οὐδ’ ἠθέλησέ ποτε μέχρι τοῦδε νὰ παράσχῃ, οὔτε θέλει δυνηθῆ νὰ παράσχῃ.
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§86ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω Νομοσχέδιον περὶ Ἐνόρκων, δὲν ζητῶ δὲ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ πέρυσι συνταχθὲν, ἀλλ’ ὑποβάλλω νέον, διότι ἐκτὸς ἄλλων μικρῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον εἰς τὸ πέρυσι συνταχθὲν, προσέθηκα εἰς τὸ ἤδη ὑποβαλλόμενον διατάξεις τινὰς περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν ταῖς Νέαις Ἐπαρχίαις. (Ὅρα Παράρτημα).
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν καλωδίων εἰς ἓν τῶν ἄρθρων παρεισέφρησε λάθος, τὸ ὁποῖον δὲν θίγει τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ εἶναι γραφικὸν λᾶθος. Πρὸς διόρθωσιν τοῦ λάθους τούτου εἰσάγω Νομοσχέδιον ἐὰν, ἐννοεῖται, ἔχῃ διάθεσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶσθε ἁρμόδιος νὰ προβάλητε τοὺς δισταγμοὺς τούτους.
§89Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀπευθύνω ἐπερωτήσεις διαφόρους πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μὲ ἠξίωσαν ἀπαντήσεως. Ἐὰν τοῦτο τὸ ἔπραξαν, διότι δὲν εἶχον ν’ ἀπαντήσωσί τι εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, ἐν ἄλλοις λόγοις δὲν εἶχον τί νὰ ἀντιτάξωσι πρὸς δικαιολογίαν, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ κοινωνία· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀπήντησαν ἀπὸ περιφρόνησιν πρὸς ἐμὲ ἢ καὶ ἀπὸ ἔλλειψιν ἁβροφροσύνης, τοὺς διαβεβαιῶ ὅτι ἡ περιφρόνησις ἐντελῶς στρέφεται κατὰ τοῦ ἰδίου αὐτῶν προσώπου. Ἐν τούτοις ἐγὼ ἔχω τὴν παρηγορίαν, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου ὡς Βουλευτὴς, καὶ ἐπειδὴ αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω καθῆκον, ὁσάκις λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως καὶ ἐκ τῆς παραβάσεως τοῦ Νόμου, νὰ ἀπευθύνω ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς καὶ νὰ ἐλέγχω αὐτοὺς, δὲν ἀποδειλιῶ, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου τοῦτο μέχρις ἐσχάτων μετὰ θάῤῥους. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ Διοίκησις τῆς Ὑπομοιραρχίας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς ἐνωμοτάρχην τινὰ πρώτης τάξεως Ἀντωνόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευεν ὡς τυφλὸν ὄργανον ἀκράτου φατριασμοῦ καὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν ὀρέξεων τῶν πολιτικῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ περιπλέον οὗτος μετεχειρίζετο τὴν ἐξουσίαν του πρὸς ἴδιον ὄφελος καὶ πρὸς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς κατανοσφίσεως τῶν δασικῶν προϊόντων. Συνεφώνησε μεθ’ ὅλων τῶν χωροφυλάκων, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν, καὶ ὅπως ἀποστέλλῃ αὐτοὺς εἰς ὡρισμένα μέρη διὰ νὰ περιποιῶσιν εἰς ἑαυτοὺς ἀθέμιτα κέρδη, ἀντήλλασσε τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον καθ’ ὑπόδειξιν αὐτῶν τοὺς ἀπέστελλε, διὰ τῆς μισθοδοσίας των ὁλοκλήρου ἢ καὶ μέρους αὐτῆς κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἡ κατάστασις αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς διαβεβαιῶ — καὶ θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει ἐὰν μὲ συνδράμῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν—ἐξηκολούθησεν ἐπὶ μῆνας ἕξ, ἐπὶ μῆνας ὀκτώ, ἴσως καὶ πλειοτέρους, διότι καλῶς δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἐγείρονται παράπονα, ἐγείρονται κραυγαὶ πανταχόθεν, οὐδεμία δίδεται ἀκρόασις· ἀπεναντίας, ἐξηκολούθει νὰ διοικῇ τὴν Ἐπαρχίαν ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος, ὡς νὰ ἔλειπον Ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐπὶ τέλους εὑρέθη εἷς χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποφέρῃ τὴν μεγάλην ζημίαν καὶ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν ὑφίστατο καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἄνδρες τῆς Χωροφυλακῆς διὰ τῆς διαρκοῦς καθυστερήσεως τῶν μισθοδοσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευον, ὡς εἶπον, πρὸς ἀνταλλαγὴν τῆς τοποθετήσεώς των εἰς τὰ ὡρισμένα ἐκεῖνα δασικὰ μέρη, καὶ τὸν κατήγγειλε διὰ τὰς πράξεις αὐτάς. Παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς καταγγελίας ταύτης δύω, τρεῖς, τέσσαρες μῆνες καὶ μετὰ ἐπανειλημμένας ὑπομνήσεις αὐτῆς ὑπὸ διαφόρων πολιτῶν, ἀναγκάζεται ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀποστείλῃ Ἀξιωματικὸν τῆς Χωροφυλακῆς διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἀνακρίσεων, ὅπως ἀποδειχθῇ ἐὰν τῳόντι αἱ κατηγορίαι κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου αὐτοῦ ἦσαν βάσιμοι. Διεξήχθη ὁλόκληρος ἡ ἀνάκρισις ὑπὸ τοῦ Ἀξιωματικοῦ τούτου, τοῦ κυρίου Λαπαθιώτου, ὁ ὁποῖος προσεκάλεσε καὶ τὸν καταγγείλαντα χωροφύλακα ὅπως τὸν ὑποβάλῃ εἰς ἐξέτασιν· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ μέσα κατεβάλλοντο, ὑποσχέσεις ἐδίδοντο, ὅπως ὁ χωροφύλαξ μεταπεισθῇ νὰ μὴ καταθέσῃ τὴν ἀλήθειαν κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ τὴν καταγγελίαν του. Τίς οἶδε διὰ τίνων μέσων ὁ χωροφύλαξ ἐπείσθη νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ καταθέσῃ περιστατικὰ οὐχὶ σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, ὡς φέρων τὴν εὐθύνην, ἐκ τοῦ φόβου ὃν εἶχε μήπως βραδύτερον καταγγελθῇ ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ ψευδεῖ κατηγορίᾳ καὶ μόνον ὅταν τῷ παρεδόθη ἔγγραφος ἀπόδειξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς βεβαιοῖ, ὅτι παραιτεῖται πάσης κατ’ αὐτοῦ ἀξιώσεως, μετέβη εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ μετέβαλε τὴν κατάθεσίν του. Ἀνεπληρώθη ὅμως αὕτη διὰ τῆς ἐξετάσεως ἄλλων μαρτύρων, καὶ ἀφοῦ ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις, συνέταξεν ὁ Ἀνακριτὴς Ὑπομοίραρχος τὴν ἔκθεσίν του καὶ ὑπέβαλε μετ’ αὐτῆς τὴν δικογραφίαν περατωμένην εἰς τὴν Μοιραρχίαν, καὶ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Δέκα ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες καὶ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ μένει νεκρὰ καὶ τεθαμμένη εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ οὐ μὴν τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ἐνωμοτάρχης ἐκεῖνος βραβεύεται τοποθετηθεὶς εἰς τὸν κυριώτερον σταθμὸν τῶν δασῶν ἐν τῷ Δήμῳ Βώλακος. Ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθη, πιεζόμενος ὑπὸ δυνάμεων, τὰς ὁποίας ἀφίνω εἰς σᾶς νὰ φαντασθῆτε, νὰ μεταβάλῃ κατά τι τὴν κατάθεσίν του, χωρὶς ὅμως, νομίζω, καὶ νὰ ὠφελήσῃ τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, μετεμελήθη βραδύτερον, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἔπραξεν ἔγκλημα νὰ ἀναιρέσῃ μίαν καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔκαμε. Προσῆλθε λοιπὸν εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν, ἀνεκοίνωσε τὴν μεταμέλειάν του καὶ κατέθεσε τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐνωμοτάρχου, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει). Ἐνηργήθησαν λοιπὸν ἀνακρίσεις, βεβαιοῦται τὸ ἔγκλημα, κατατίθεται τὸ ἔγγραφον εἰς τὴν Δημαρχίαν, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἀντὶ τιμωρίας καὶ μεταθέσεως αὐτοῦ, τοποθετεῖται εἰς ἓν τῶν κυριωτέρων δασῶν τοῦ Κράτους· καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος σκανδαλωδῶς, βλέπετε, ὅτι διατηρεῖται ἐν τῷ σπουδαίῳ τούτῳ σταθμῷ καὶ μένει μέχρι σήμερον ἐκδικούμενος πάντας τοὺς μάρτυρας τοὺς ἐναντίον αὐτοῦ μαρτυρήσαντας καὶ πάντας ἐκείνους, ὅσοι εἶχον συμφέρον νὰ μετατεθῇ πρὸς φύλαξιν καὶ σωτηρίαν τῶν δασῶν. Μ’ ὅλα δὲ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἐξακολουθοῦν νὰ γίνωνται, δὲν λαμβάνεται οὐδεμία πρόνοια ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἐν τούτοις, ὅπως πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀλήθεια καὶ ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι καὶ ὁ ἤδη ὑπομοίραρχος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα λησμονῶ, ἀπῄτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μετατεθῇ ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος ἐκ τῆς Ὀλυμπίας, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη ἀκρόασις· ἵνα δὲ πεισθῇ περιπλέον ἡ Βουλή, ὅτι οὐδὲν προσθέτω, καὶ ὅτι ἀπεναντίας πολλὰ παραλείπω, διότι φείδομαι τοῦ χρόνου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν δικογραφίαν καὶ τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἤδη ὑπομοιράρχου Ὀλυμπίας. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ εἰς ταῦτα θ’ ἀπαντήσῃ διὰ τῆς σιγῆς· διότι, ἐὰν ὑποβάλῃ ταῦτα, θὰ ἔλθῃ εἰς φῶς τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Δημάρχου Ἀνδριτσαίνης παρεδόθη εἰς τὸν ὑπομοίραρχον κύριον Κ. Λαπαθιώτην.
§90Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ γίνω αἴτιος στενοχωρίας πλὴν εἰς τοῦτο δὲν πταίω ἐγὼ παρὰ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ δὲν ἔχουσι δίκαιον ἐκεῖνοι οἵτινες λέγουσιν, ὅτι πάντα ταῦτα γίνονται πρὸς διασπάθησιν τοῦ χρόνου· διότι, ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες τοῖς γίγνονται, ἤθελον δίδει ἱκανοποίησιν εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας καὶ δὲν ἤθελον ἀπαντᾷ νέα κατ’ αὐτοὺς προσκόμματα, ἀλλ’ ἤθελον προλαμβάνει αὐτά. Δὲν λέγω δὲ ἐγὼ τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὅτι εἶναι ἀπώλεια τοῦ χρόνου αἱ ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ μάλιστα ὅτι μόνος ἐπωφελῶς δαπανώμενος χρόνος εἶναι ὁ περὶ ταύτας, τὸ δὲ κατὰ τούτων παράπονον τῆς Συμπολιτεύσεως εἶναι πασῶν τῶν Συμπολιτεύσεων· διότι εἶναι παρατηρημένον παρ’ ἡμῖν τοῖς πολιτευομένοις ὅτι, ὅταν ἤμεθα μὲ τὴν Κυβέρνησιν, παραπονούμεθα κατὰ τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες παρεμβάλλονται εἰς τὴν περάτωσιν τῆς τυπικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν δὲ ἀπολέσωμεν τὴν θέσιν αὐτήν, τότε παραπονοῦνται οἱ ἄλλοι ὅτι παρεμβάλλομεν προσκόμματα. Αὐτὸ πάντοτε συμβαίνει εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ δὲν πρέπει νὰ κωφεύωμεν εἰς αὐτὰς, διότι αὔριον οἱ νῦν κυβερνῆται θὰ ἦναι οὐχὶ μόνον κυβερνῆται, ἀλλ’ οὔτε καὶ Βουλευταί· θὰ ἦναι ἰδιῶται καὶ θὰ διαβιβάζουν τὰ παράπονά των ὡς ἰδιῶται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ περιφρονῶνται. Πρέπει λοιπὸν καὶ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ τις ὢν νὰ σκέπτεται ὅτι θὰ γείνῃ ἰδιώτης καὶ νὰ ἐνθυμῆται τὸ τρεπτὸν τῆς τύχης, ὥστε ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ διατελῶν νὰ πολιτεύηται οὕτως, ὡς θὰ θέλῃ νὰ πολιτεύωνται αὔριον οἱ ἄλλοι πρὸς αὐτόν· ἑπομένως ὀφείλει σοφρονεῖν. Ἡ Ἐξουσία ὅμως παρεκτρέπει τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἐντεῦθεν τὸ λόγιον τὸ ὁποῖον λέγει «Ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσιν». Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ὄντες ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ δὲν σέβεσθε τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν καὶ ὅταν ἦσθε ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας δεικνύετε ὅτι τὰ σέβεσθε, τότε πῶς θέλει ἐπέλθει θεραπεία τῶν κακῶν; δυστυχῶς τὸ μάθημα αὐτὸ δὲν δύναταί τις εὐκόλως νὰ τὸ μάθῃ, καὶ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ διατελῶν λησμονεῖ ὅτι προσεχῶς θὰ γίνῃ ἰδιώτης, ὥστε νὰ μετριοπαθῇ. Ἡ ὑπόμνησις αὕτη εἶναι λίαν διδακτική. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα τὸν Φίλιππον τὸν Μακεδόνα· ἀλλὰ ποία ἡ ἀπόστασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἡμῶν! Ἀλλ’ αὐτὸς εἶχε δίκαιον, διότι ἐτύγχανε παρὰ τῶν συγχρόνων του θεοποιητικῶν θυμιαμάτων, καὶ εὐχερῶς ἐλησμόνει τὸ τρεπτὸν τῆς τύχης, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπως σωφρονῇ, ἔταξεν ἐπίτηδες ὑπάλληλον νὰ τῷ ἐπαναλαμβάνῃ συνεχῶς τὸ «Φίλιππε, μέμνησο ἄνθρωπος ὤν». Αὐτὸ δὲν τὸ ἐφηρμόσατε σεῖς, δὲν ἠδύναντο οἱ φίλοι σας νὰ σᾶς τὸ ὑπομνήσωσι, τουλάχιστον εἰς τὸ πάθημα τοῦ Νίκολσων. Εἰς τὸ ἐπεισόδειον ἐκεῖνο ὠφείλατε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι δὲν θὰ ἦσθε ἰσοβίως Ὑπουργοὶ, ἑπομένως ὠφείλατε νὰ μὴ θυσιάσητε τὴν πατρίδα διὰ νὰ μείνητε Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ νὰ ἐθυσιάζετε τὸ χαρτοφυλάκιον ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, καὶ ἔπρεπε νὰ παραιτηθῆτε, νὰ πέσετε πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ Ἔθνους καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέλθητε (ἱλαρότης).
§91ΤΙΝΕΣ. Τέτοια παιγνίδια δὲν γίνονται.
§92ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία ὑποχώρησις, νὰ ἔλθῃ ἡ ἄλλη Κυβέρνησις, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέλθητε.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸς λέγεται λόγος προτρεπτικὸς, δὲν εἶναι ἐπερώτησις.
§94ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἕνεκα ὅλων αὐτῶν εἶπον ὅσα εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ ἦσθε ἰδιῶται, καὶ θὰ ἐπιζητῆτε τὴν προστασίαν σας ἐκ τῶν θεσμῶν ἐκείνων, οὓς νῦν θέλετε νὰ ἀναιρέσητε διὰ τοὺς ἄλλους.
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Δουζίνα....
§96ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ εἰς προγενεστέραν, ἐποχὴν δὲν σᾶς ἐγνώριζον πλὴν ἐκ τῆς φήμης ἐκείνης, περὶ ἧς καὶ ὁ κ. Χοϊδᾶς πολλάκις ἐποιήσατο λόγον· σήμερον ὅμως κατεπέσατε πολὺ καὶ προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ μὴν ἦσθε Ὑπουργὸς, διότι ἤδη ἀπωλέσατε τὴν παῤῥησίαν σας. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω καὶ ὁ Φίλιππος ὁ Μακεδὼν, καθὸ ἄνθρωπος, ἀπολαμβάνων τοσαύτας ὑπερανθρώπους τιμὰς, ὥρισεν ἕνα τῶν ἀνθρώπων του ἵνα τῷ ὑπομιμνήσκῃ «Φίλιππε, ἄνθρωπος εἶ». Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουν νὰ γινώσκωσιν ὅτι θὰ ἦναι ἰδιῶται, θὰ τοὺς καταπιέζῃ ὁ χωροφύλαξ καὶ ὁ Ἀστυνόμος καὶ θὰ πάσχουν μύρια, ὥστε θ’ ἀναγκάζωνται νὰ στέλλωσι τηλεγραφήματα καὶ ἀναφορὰς καὶ αὐτὰ θὰ λαμβάνουν τὴν τύχην, ἣν σήμερον ἔχουν αἱ ἀναφοραὶ, ὅτι ἐξ ἀριστερῶν θὰ διέρχωνται πρὸς τὰ δεξιὰ τοῦ Προέδρου καὶ ἐκεῖθεν πρὸς τὸ Γραφεῖον καὶ κατόπιν τί θὰ γίνωνται οὔτε ἐγὼ δὲν εἰξεύρω. Περιφρονοῦνται λοιπὸν καὶ ἐπερωτήσεις καὶ ἀναφοραί. Καὶ τί ταῦτα; Τί εἶναι αἱ ἀναφοραί; εἶναι ἡ παραμυθία εἴτε τοῦ ἀνθρακοπώλου τοῦ ἐν ἐσχατιᾷ τινι τῆς Ἐπικρατείας γυμνουμένου ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, εἴτε τῆς χήρας, εἴτε τῶν ὀρφανῶν· αὐτὸ εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Δυστυχῶς ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ ὕψιστον τοῦ ἐλευθέρου πολίτου δικαίωμα ἐξεμηδενίσατε, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς ὅ,τι λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἀφίνεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἡ τήρησις αὐτοῦ· τοῦτο πῶς ἐννοεῖται νὰ γίνεται; Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶπεν εἰς τὸν πατριωτισμὸν οὔτε τῆς Βουλῆς, οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ, οὔτε τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων.
§97ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὄχι· εἰς τὴν φλυαρίαν (ἱλαρότης).
§98ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πῶς γινώσκεται ἐπίκουρος τοῦ Συντάγματος ὁ πατριωτισμός; Εἰς ἄλλα Ἔθνη ὑπάρχουσιν ἄλλα στάδια ἐκδηλώσεως· ὑπάρχει πρῶτον στάδιον τὸ ἀναφέρεσθαι, καὶ δεύτερον στάδιον τὰ κλούβια αὐγὰ, οἱ σαπροὶ καρποὶ, λεμόνια κτλ. διαδηλώσεις· πλὴν ἡμεῖς δὲν τολμῶμεν τοιαῦτα, φοβούμεθα τὴν Ἐξουσίαν. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ εὕρωμεν ἀκίνδυνόν τι μέσον· τὸ τοιοῦτον δὲ στάδιον ποῖον εἶναι; Ὡς ἀκίνδυνον στάδιον ἐκδηλώσεως τοῦ πατριωτισμοῦ ἐπὶ τῇ καταπατήσει τοῦ Συντάγματος προτείνω ἓν, ὅπερ εἶναι ἀθωότατον καὶ ἁπλούστατον· ἐν μέσῃ νυκτὶ καὶ ἐπὶ τῶν δωμάτων ἐπάνω εἰς τὰς ταράτσας ν’ ἀρχίσουν οἱ κάτοικοι τῆς Πρωτευούσης νὰ κτυποῦν τοὺς τεντζερέδες, διότι ἡ ἀναφορὰ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν· τὴν διαδήλωσιν δὲν δύνασαι νὰ τὴν κάμῃς, διότι ὁ εὔζωνος καὶ ὁ χωροφύλαξ περιπολεῖ!
§99ΤΙΝΕΣ. Καὶ ὁ Κοσσονάκος.
§100ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν βρωμάει μπαρούτη, δὲν γίνεται διαδήλωσις· ἠμπορεῖ νὰ γείνουν μερικὰ ζήτω, πλὴν εἷς πυροβολισμὸς σκορπίζει τὰ πλήθη· ἑπομένως τὸ ἀσφαλέστερον, ὡς εἶπον, ἐν μιᾷ νυκτὶ τῆς κατσαρόλες, τοὺς τεντζερέδες, τὰ τηγάνια διὰ νὰ φανῇ, ὅτι χάνει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Πρωτευούσης ἡ Κυβέρνησις (ἱλαρότης). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀκίνδυνον. Αὗται εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς μὴ προσοχῆς σας ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Αἱ παραγνωριζόμεναι ἐπερωτήσεις ἐπιφέρουν τὰς ἀναφορὰς, αἱ δὲ παραγνωρίσεις τῶν ἀναφορῶν ἐπιφέρουσι πάντα τὰ ἄλλα. Βλέπετε εἰς ποίαν κατάστασιν ἐφθάσαμεν; καὶ ἐν τούτοις δὲν λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ἓν μέτρον ἐπανορθωτικόν. Θὰ ἦσθε ἅπαξ ἔτι, δὶς, τρὶς, πεντάκις δὲν θὰ ἦσθε Βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοὶ, διατί δὲν ἀποφασίζετε νὰ ἀφήσητε ἴχνος τῆς διαβάσεώς σας; Βλέπετε εἰς ποῖον σημεῖον ἐφθάσαμεν καὶ μουντζουρόνεται τὸ πρόσωπον τῆς Πατρίδος διὰ νὰ μὴ σαλευθοῦν οἱ Ὑπουργοί; Πρέπει λοιπὸν εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ νὰ μὴ φροντίζῃ πῶς θὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν Ἐξουσίαν διὰ παντὸς μέσου, ἀλλὰ πῶς ν’ ἀφήσῃ καλὰ ἔργα· διότι, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τί μένει πλέον διὰ τὴν Πατρίδα; δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν Ἐξουσίαν εἰς ἕνα μόνον καὶ ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν εἴμεθα μακράν, διότι ἀπεγοητεύθη ὁ λαός· θὰ εἴπῃ ἂς δοκιμάσω καὶ αὐτὴν τὴν τύχην· διατί νὰ μὴ προλάβωμεν αὐτό; μήπως διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι καλὸν αὐτό; Ὑπάρχει ἡ διάκρισις τῶν Ἐξουσιῶν; δὲν ὑπάρχει. Ἐδώσατε τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὑμεῖς δὲ ἐλάβετε ὡς ἀντάλλαγμα, ὅπως σᾶς παραχωρήσωμεν τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν· δὲν ὑπάρχει οὐδεμία τάξις, οὐδεμία διάκρισις Ἐξουσιῶν. Αἱ Ἐπαρχίαι ἐγένοντο Τοπαρχίαι, οὐαὶ δὲ τῷ μὴ ἀνήκοντι εἰς πολιτικόν τινα πάτρωνα, δὲν εὑρίσκει οὐδ’ αὐτὴν τὴν στοιχειωδεστέραν δικαιοσύνην! Καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν συνέβη τοῦτο. Μοὶ ἔκοψαν 800 πεύκας καὶ ἐζήτησα νὰ τιμωρηθῇ ὁ δράστης· εἶπον δὲ εἰς τὸν ὑπομοίραρχον τοῦτο, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἔγεινεν. Ἐπειδὴ δὲ μὲ τὸν Εἰρηνοδίκην, τὸν Ἔπαρχον κτλ. δὲν ἔχω συγκοινωνίαν, διότι δὲν μὲ πλησιάζει οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος, ἠγνόουν ὁλοσχερῶς τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις. Ἠναγκάσθην ἐπὶ τέλους τὸν τελευταῖον Αὔγουστον καὶ ἔκαμα ἀναφορὰν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν, κατόπιν τῆς ὁποίας μετὰ ἔρευναν τῶν Ἀρχῶν ἔμαθον, ὅτι ἐγένετο κατηγορία κατὰ ἑνὸς ἀγωγιάτου, ὅστις εἰσαχθεὶς εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ἐξέθεσεν, ὅτι ἄλλος τὸν ἔστειλε νὰ κόψῃ, ἑπομένως οὗτος δὲν εὐθύνεται. Ἐπὶ τέλους τί συνέβη; τὸ Πταισματοδικεῖον τὸν ἠθώωσεν, ἐπειδὴ ἀπεδείχθη, ὅτι ἄλλος τὸν ἔστειλε. Λοιπὸν καὶ μολονότι ἔκαμα ἐγὼ ἀναφορὰν καὶ εἶπον, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ὁ αἴτιος, πάλιν, βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τὸν Αὔγουστον ἄχρι τοῦδε τίποτε δὲν ἔγεινε.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πταίει ὁ Ἀντωνιάδης (ἱλαρότης καὶ διάλογοι).
§102ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος λέγει περὶ τεντσεροκρουσίας, ἐγὼ δὲ λέγω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ· διότι, κύριοι, ἐργαζόμεθα εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς Περιόδου καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ δείξωμεν ἐξερχόμενοι ἐντεῦθεν κατὰ τί ἐβελτιώσαμεν τὴν κατάστασιν, ἣν εὕρομεν εἰσιόντες. — Ἀναλαμβάνω ἤδη τὴν ἐξ ἀρχῆς τοῦ λόγου ὑπόθεσιν περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀπαντήσῃ· αὕτη εἶναι περὶ τῶν κρεωπωλῶν (ἱλαρότης).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐβρώμησε τὸ κρέας.
§104ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί ἀποφαίνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν;
§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν ν’ ἀπευθύνετε τὰ παράπονά σας.
§106ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος διατελεῖ ὑπὸ κηδεμονίαν καὶ ἡ ἀνωτέρα Διοικητικὴ Ἀρχὴ ὀφείλει νὰ προνοήσῃ, ὅπως μὴ ἐπέλθωσιν ἄκοσμα. Ἕνεκα τῆς προλήψεως λοιπὸν ἐνδεχομένων κακῶν ὀφείλει νὰ διατάξῃ τί ὀφείλει ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ καὶ τί ὀφείλει ἡ Δημοτικὴ νὰ κάμῃ. Ἐῤῥέθη παρά τινων ὅτι, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξασκήσωσι καὶ νὰ μετέρχωνται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κρεωπώλου, ν’ ἀποκλεισθῶσι. Μία τοιαύτη ἔκφρασις ἤθελεν ἐπιφέρει ἡσυχίαν οὐ μόνον εἰς τὸν Δῆμον τὸν ἐμὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους. Ἀποφεύγετε ὅμως ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τούτου, χωρὶς, ὡς προεῖπον, νὰ σκεφθῆτε ὅτι δὲν θὰ ἦσθε μίαν ἡμέραν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ ἢ καὶ Βουλευτὴς καὶ θὰ ἀναγκάζεσθε ν’ ἀναφέρεσθε εἰς τοὺς κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς περιφρονοῦν. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θ’ ἀπαντήσῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου περὶ ναυτικῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον καὶ αἵτινες εἶναι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου ὑποβεβλημέναι καὶ ἄλλαι ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου. Ἐὰν θέλετε νὰ ὑποβάλω αὐτὰς ἐκ νέου, τότε δὲν θὰ ἔχω παρὰ νὰ ὑποβάλω τὸ ἔντυπον ἐκείνων, ὥστε πάλιν θὰ γίνῃ τὸ παράπονον ἐπὶ ματαιοπονίᾳ καὶ ἀπωλείᾳ τοῦ χρόνου. Ἐπειδὴ τέλος πάντων εἶμαι τοῦ χαρακτῆρος νὰ μὴν ἀνέχωμαι πράγματα ἐναντίον τῆς λογικῆς καὶ τοῦ Νόμου, διὰ τοῦτο ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο καταγγέλλω πᾶν ὅ,τι μοὶ φαίνεται μὴ ὀρθόν· ὀφείλω νὰ κάμω λόγον καὶ δι’ ἓν στρεβλὸν πρᾶγμα συμβαῖνον ἐσχάτως εἰς τὸ πεζικόν. Δὲν ἠξεύρω διατί ἐδόθησαν εἰς τοὺς στρατιώτας περίσφυρα, ὅπερ δὲν συντελεῖ, ἢ εἰς τὸ νὰ πάσχωσιν οἱ στρατιῶται ἀπὸ ποδάγραν ἕνεκα τῆς διαρκοῦς ὑγρασίας, ἣν ταῦτα ἅπαξ βραχέντα διατηροῦσι περὶ τὸν πόδα. Εἶναι δὲ καὶ ἀσχημία φοβερά· τοὺς βλέπετε λερωμένους εἰς τὴν λάσπην, ἐνῷ μὲ τὰ ἁπλᾶ ὑποδήματα καὶ ἡ ὑγρασία στεγνώνει καὶ ἡ λάσπη λουστράρεται· αὐτὸ λοιπὸν τὸ μέτρον δὲν μοῦ φαίνεται ὀρθὸν καὶ πρέπει νὰ λείψῃ ἢ νὰ γίνουν τοὐλάχιστον δερμάτινα. Ἀλλὰ διατί δὲν θέλετε τὴν ἐγχώριον μαλλίνην κάλτσαν; Ἐκτὸς τούτου σᾶς ἐρωτῶ, διατί νὰ μὴ ἐνδυθῇ ὁλόκληρος ὁ στρατὸς ἐξ ἐγχωρίου ὑφάσματος καὶ περιβλήματος μαλλίνου, μάλιστα δὲ νὰ λείψῃ καὶ ἡ πολύπτυχος φουστανέλλα οἵαν οἱ εὔζωνοι, καὶ ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς σαγιακένιον μέχρι γονάτων ἀμπεχόνιον; Ταῦτα πάντα φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἐνδιαφέρεσθε ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς εὐημερίας. Φαντασθῆτε 30,000 ἀνδρῶν ἐνδυομένους ἐτησίως ὑπὸ ἐγχωρίου βιομηχανίας. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ πᾶν ὅ,τι λέγω, ἀλλὰ πρέπει νὰ λέγωνται τὰ ὀρθὰ, διότι εἶναι ἓν εἶδος ἀποταμιεύσεως ἰδεῶν· ἂν σήμερον δὲν γίνῃ τοῦτο, αὔριον δύναται ἄλλος τις νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Καὶ περὶ τῶν λουτρῶν τῶν Μεθάνων εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποβληθῇ τὸ σχέδιον, ἵνα ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ, καθότι ὑποθέτω ὅτι ἐκεῖ θὰ γίνῃ τι ἄχρηστον πρᾶγμα· μὲ 60,000 δραχμῶν τί δύναται νὰ γίνῃ; οὐδὲν ἄλλο ἢ μία δεξαμενὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐμβάπτωνται πάντες οἱ πάσχοντες συγχρόνως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ τὸ σχέδιον. Εἰς τὰς τοιαύτας ἐργασίας νομίζω καλὸν νὰ μετάσχῃ καὶ ἡ Βουλὴ, διότι πολλὰ ἄτοπα γίγνονται. Μανθάνω π. χ. ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ βιβλιοθήκη διὰ τῶν χρημάτων τοῦ Βαλλιάνου παραπλεύρως εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ὅτι ἀποβάλλεται ἐκεῖθεν τὸ κενοτάφιον τῶν ἐν Δραγατσανίῳ πεσόντων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ὑπὲρ ἐλευθερίας ἀγωνισθέντες νὰ εὕρουν μίαν σπιθαμὴν γῆς νὰ ἡσυχάσουν; Ὁ χῶρος ἐκεῖνος παρὰ τὸ Πανεπιστήμιον ἀφέθη δι’ αὐτούς. Πῶς ἤδη σηκώνετε τὸ Μαυσωλεῖον ἐκεῖνο. Δὲν τοὺς ἀφίνετε ἐκεῖ, δὲν ἀξίζουν αὐτὸν τὸν τόπον; Καὶ τὸ χειρότερον ἀκόμη διαμφισβητεῖται καὶ ὁ τόπος ἔνθα κεῖνται τὰ ὀστᾶ τοῦ Καραΐσκου, ὃν ἠγόρασε μὲ τὸ αἷμά του. Ἤκουσα ὅτι διαμφισβητεῖται καὶ ἡ κυριότης τοῦ μέρους ἔνθα παρὰ τὸν τάφον τοῦ Καραΐσκου κεῖνται τὰ ὀστᾶ τῶν πεσόντων ἐν τῷ Φαληρικῷ. Δὲν δύναται ὁ στρατάρχης τῆς Ἑλλάδος νὰ ἡσυχάσῃ εἰς τὸ πεδίον τοῦ Φαλήρου, εἰς ὃ σημεῖον ἔπεσε! Πανταχόθεν, κύριοι, ὅπου καὶ ἂν παρατηρήσετε, εἴτε εἰς τὴν Πολιτείαν, εἴτε εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν βλέπετε παρὰ μίαν σιχαμάραν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Νίκολσων. Ὁ κ. Πετρίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§108Α. ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Προχθὲς, ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. Ζηνόπουλος ἐπὶ τοῦ ἀτυχοῦς συμβάντος τοῦ κ. Νίκολσων, ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἵνα τὴν γνώμην μου εἴπω, καὶ τοῦτο ἤδη πράττω. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Ζηνόπουλος, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Συνόδου, ἦλθε μὲ ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὸ συμπέρασμα καὶ ἡ οὐσία ἦτο: διατί ὁ Ὑπουργὸς τῆς Αὐστρίας ὡμίλησε τόσον φιλικὰ περὶ Ἑλλάδος; τί συμβαίνει; πῶς ἐξηγεῖται αὐτό; μὴ τυχὸν καὶ μυστική τις συνθήκη τεκταίνεται; καὶ ἐζήτει εὐθύνας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, διότι εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ τῆς Αὐστρίας Ὑπουργὸς φίλα πρὸς ἡμᾶς νὰ φρονῇ. Σήμερον ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας κ. Νίκολσων καὶ μᾶς ἔρχεται πάλιν ὁ κύριος Ζηνόπουλος μὲ ἄλλην ἐπερώτησιν, πλὴν σήμερον ἀνυψώνει τὴν πατριωτικὴν φωνήν του εἰς τὴν διὰ πασῶν. Προσεβλήθη, λέγει, προσεβλήθη, ἀνακράζει, ἡ πατρὶς εἰς τὰ καίρια· εἶναι, ἐπαναλαμβάνει, φρικῶδες, εἶναι ἀτιμωτικὸν τὸ γεγονὸς τὸ ἐκτελεσθὲν ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος· κατόπιν ἔρχεται πρὸς αἰτιολόγησιν τῶν ἄνω ῥιφθεισῶν φράσεων, καὶ διὰ μακροῦ λόγου, μακρῶν ἀγορεύσεων, ζητεῖ νὰ αἰτιολογήσῃ τὰ ὅσα εἶπε. Πλὴν εἰς μάτην, τὰ παράλογα δὲν ταξινομοῦνται, ἡ λογικὴ εἶναι πρὸς αὐτὰ ἀσυμβίβαστος. Ἤκουσα συνάμα μετὰ τῆς αὐτῆς προσοχῆς καὶ τὰ ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως λεχθέντα, πλὴν μετὰ πολλῆς μου ἀπορίας παρετήρησα, ὅτι καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ οἱ συμπολιτευόμενοι εἰσὶ σύμφωνοι, εἰσὶν ὁμοφρονοῦντες· καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Πάντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι παρεδέχθησαν ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τιμωρήσας τὸν ἄθλιον ἐκεῖνον χωροφύλακα μεθ’ ὅλης τῆς δικαιοδοσίας του, μάλιστα ηὔχοντο καὶ ἀνωτέραν νὰ εἶχε πρὸς τιμωρίαν δικαιοδοσίαν· πάντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι παρεδέχθησαν, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καθαιρέσῃ αὐτὸν, καλῶς ἔπραξε νὰ ἐκδώσῃ τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε διαταγὴν, ἥτις εἰς τὸν στρατῶνα ἀνεγνώσθη, καὶ ἐν γένει ὅτι τὰ πάντα καλῶς ἔπραξεν, ἐκτὸς τοῦ πραξικοπήματος τοῦ, ὡς λέγουσιν, ἀτιμάσαντος τὴν πατρίδα, τοῦ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ διαταγὴ αὕτη φανερὰ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι, εἶναι ἴδιον ἐντίμου ἀνθρώπου ὅταν σφάλῃ, ἢ ὅταν ἀδικήσῃ τινὰ, νὰ ζητῇ κρύφα συγγνώμην, καὶ οὐχὶ φανερὰ καὶ διαῤῥήδην ν’ ἀνομολογῇ τὸ λάθός του; ὅ,τι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔπραξεν, εἶναι πρᾶγμα ἐμφαῖνον καθαρῶς τὸν εὐγενῆ χαρακτῆρα τοῦ κ. Τρικούπη. Ἄλλως τε, κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν ἐστραμμένον τὸ βλέμμα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν προσηλωμένον πρὸς τὴν Δύναμιν ταύτην, τὴν Ἀγγλίαν, διότι ὀφείλομεν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὸ παρελθὸν, εὐγνωμοσύνην διὰ τὸ παρὸν, καὶ πρὸς αὐτὴν ἀτενίζοντες τρέφομεν ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον, καὶ ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ τῆς Ἀνατολῆς, εὐθὺς ἅμα ἡ πρώτη ὥρα σημάνῃ, αὐτὴν τὴν Δύναμιν θὰ παρακολουθήσωμεν, πρὸς αὐτὴν θὰ συνταχθῶμεν, ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἐλπίσωμεν τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων μας. Εἷς λοιπὸν ὑπάλληλος, εἷς ἀγροῖκος χωροφύλαξ, προσβάλλει τὸν Ἀντιπρόσωπον τοῦ φίλου καὶ μεγάλου αὐτοῦ Ἔθνους, καὶ τολμᾶτε ν’ ἀξιοῖτε, ὅτι κρύφα καὶ ἐν παραβύστω ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἱκανοποίησις; ἐγὼ μέμφομαι καὶ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν ἔκαμεν ὅ,τι ἔπρεπεν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν νὰ κάμῃ, καθόσον φρονῶ ὅτι εἶχε στάδιον καὶ περαιτέρω νὰ προέβαινεν, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ οὐδὲ εἰς τοῦ τελευταίου Ἄγγλου τὸ πνεῦμα σκιὰ ὑπονοίας, ὅτι ἀφοῦ ὁ ἀντιπροσωπεύων αὐτοὺς ἐν Ἑλλάδι προσεβλήθη, δὲν ἔλαβε πλήρη τὴν ἱκανοποίησιν. Πλὴν ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου ἀλλοῦ ἔγκειται· ἀπό τινος ἤρχισε κἄπως ἡ κοινωνία νὰ ἀναγινώσκῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. Ζηνοπούλου, λοιπὸν καὶ ἡ περίστασις αὕτη τοῦ ἀτυχοῦς ἐπεισοδίου ὑπέθεσεν ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὅτι θὰ τὸν ἀπεδείκνυεν εἰς τὸ κοινὸν κατόπιν τῶν ἀγορεύσεών του ὡς κάτοχον καὶ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, κατόπιν τῶν τόσων ἄλλων καὶ ἄλλων γνώσεών του, ἤτοι οἰκονομικῶν, διοικητικῶν κλπ., πλὴν ἀτυχῶς δι’ αὐτὸν δὲν ἐσκέφθη τὴν ἐκ τοῦ λόγου κατάχρησιν. Πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν του ἦλθε καὶ μᾶς ἔφερε σωρείαν συγγραφέων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, Γάλλους, Ἄγγλους, Βέλγους, Γερμανοὺς, καὶ ποίους δὲν ἐπεκαλέσθη; πόσας καὶ πόσας περικοπὰς δὲν μᾶς ἀνέγνωσε; καὶ πόσον δὲν μᾶς κατηνάλωσε χρόνον; ἀκριβῶς ἀντελαμβανόμην αὐτὸν, ὡς διδάσκαλον διδάσκοντα τὸ Διεθνὲς, καὶ οὐχὶ ἐξηγοῦντα αὐτὸ ὡς πολιτευόμενον. Καὶ ἐγὼ τὸ Διεθνὲς ἐμελέτησα Δίκαιον, ἀλλὰ ὡς πολιτευόμενος τὸ ἐσυνόψισα εἰς ἓν ἄρθρον, καὶ ἰδοὺ αὐτὸ: «ἰσχὺς τηλεβόλων». Ὅτε πρό τινος ἡ Ῥωσσία ἔφθασε μέχρι τοῦ Ἁγίου Στεφάνου μὲ τὴν πρόθεσιν καὶ προσωτέρω νὰ προβῇ, ἐὰν ἡ Ἀγγλία μετεχειρίζετο τὸ Διεθνὲς Δίκαιον τοῦ κ. Ζηνοπούλου, ἡ Κωνσταντινούπολις θὰ ἦτο σήμερον πόλις Σλάβων, ἀλλ’ εὐτυχῶς μετεχειρίσθη τὸ πρακτικὸν τῶν ἰσχυρῶν τηλεβόλων της Δίκαιον, καὶ ἔσωσε τὴν Πρωτεύουσαν αὐτὴν ἐκ τῆς ἁρπαγῆς τῶν ἐκ τοῦ Βοῤῥᾶ κατελθόντων Σκυθῶν. Οὐδεὶς, κύριοι, ἐξ ἡμῶν ἐλησμόνησε τὸ ἐν Παρισίοις συμβὰν λυπηρὸν γεγονὸς κατὰ τὴν ἐκεῖ ἄφιξιν τοῦ Ἀλφόνσου, Βασιλέως τῆς Ἱσπανίας· παραχρῆμα καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ ἅπαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔσπευσαν νὰ ζητήσωσιν αὐτοπροσώπως συγγνώμην καὶ παντοιοτρόπως νὰ ἐκφράσουν τὴν λύπην των διὰ τὸ συμβάν· ὁ Βασιλεὺς τοὺς ηὐχαρίστησεν ἐπιφυλαττόμενος, κατόπιν ἀνεχώρησε· πλὴν ὁ ἱπποτικὸς Ἱσπανικὸς λαὸς δὲν ἐθεώρησεν ἀρκοῦσαν τὴν ἱκανοποίησιν, ἂν καὶ ἐνόουν ὅτι ὁ Γρεβὺ εἶχεν ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ παράσχῃ πᾶσαν ἱκανοποίησιν, καὶ ὅτι οἱ Ζηνόπουλοι, οἱ ἀναρχικοὶ, οἱ δημοκόποι δὲν τὸν ἄφινον.
§109Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ζηνόπουλος δὲν εἶναι δημοκόπος.
§110ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Κατὰ σύμπτωσιν ἔτυχε τὸ ὄνομά του πλησίον τῆς λέξεως δημοκόπος, πλὴν ἡσυχεῖτε καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ σᾶς εἴπω περὶ Ζηνοπούλου. Εἶχεν ὁ Γρεβὺ ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ ὑψώσῃ τὴν Ἱσπανικὴν σημαίαν καὶ διὰ κανονιοβολισμῶν νὰ τὴν χαιρετίσῃ, ἀλλ’ ὡς εἴπομεν, οἱ δημοκόποι ἐπεκράτησαν· αὔριον ὅμως, ὅταν ἡ Γαλλία θὰ ἔχῃ τὸν νοῦν της προσηλωμένον πρὸς τὸν Ῥῆνον, νομίζετε ὅτι θὰ ἦναι ἀμέριμνος πρὸς τὰ Πυρηναῖα; τότε ὁ ἱπποτικὸς Ἰσπανικὸς λαὸς θὰ τοῖς ἀνταποδώσῃ τὰ ἴσα διὰ τὴν γενομένην αὐτῷ προσβολήν. Πλὴν, κύριοι, ἀσχέτως καὶ πρὸς τὸ διδασκαλικὸν Διεθνὲς Δίκαιον τοῦ κ. Ζηνοπούλου καὶ πρὸς τὸ ἐμὸν, γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Πρέσβεως εἶναι ἀπρόσβλητον, εἶναι ἀπαραβίαστον, οὐχὶ μόνον παρὰ τοῖς πεπολιτισμένοις λαοῖς, ἀλλὰ καὶ παρ’ αὐτοῖς τοῖς ἀγρίοις τῆς Ἀσίας καὶ Ἀφρικῆς, πανταχοῦ θεωρεῖται ἱερόν. Καὶ φυσικώτατον, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ συνεννόησις. Ἔχομεν καὶ ἀντίθετα παραδείγματα· ὅτε ὁ Ξέρξης ἦλθεν εἰς Ἑλλάδα, ἔπεμψε καὶ εἰς Σπάρτην δύω πρέσβεις, οἵτινες ἐζήτησαν γῆν καὶ ὕδωρ· ἐν τῇ ὁρμῇ τῆς ἀγανακτήσεώς των οἱ Σπαρτιάται τοὺς ἔῤῥιψαν ἐντὸς φρέατος, καὶ τοῖς εἶπον, λάβετε καὶ γῆν, λάβετε καὶ ὕδωρ, πλὴν ἀμέσως μετεμελήθησαν, καὶ ἐσκέφθησαν πῶς τὸ ἄγος αὐτὸ νὰ ἐξαλείψωσι. Προσεκάλεσαν λοιπὸν δύω ἐκ τῶν καλῶν τῆς Σπάρτης τέκνων καὶ τοῖς εἶπον, μεταβῆτε παρὰ τῷ Ξέρξῃ, καὶ εἰπέτε αὐτῷ ὅτι ἡ Σπάρτη τῷ πέμπει ἀντὶ τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ διέπραξε, φονεύσασα τοὺς πρέσβεις του, νὰ λάβῃ παρ’ ὑμῶν ὁποίαν θελήσῃ ἱκανοποίησιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς αὐτὸς ἐφάνη γενναιότερος τῶν Ἑλλήνων καὶ τοὺς ἀπέπεμψεν. Αἰκατερίνη ἡ Βʹ ἀνεκάλυψε τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ἀναμιγνυόμενον ἐν τῷ Κράτει της εἰς συνωμοσίαν κατὰ τῶν καθεστώτων· πῶς ἐσκέφθη νὰ τὸν ἐξαποστείλῃ εἰς τὰ ὀπίσω; τὸν παρακαλεῖ δι’ ἐπιστολῆς της νὰ μεταβῇ εἰς τὸ δεῖνα πλοῖον, ὅπως τῷ ἀναγγείλῃ τι· ἅμα ὁ Πρέσβυς μετέβη εἰς τὸ πλοῖον, εὐθὺς καὶ ἡ Ἀγγλικὴ σημαία ὑψοῦται, καὶ λαμβάνει τὰς κεκανονισμένας τιμὰς ὁ Πρέσβυς, ἀλλὰ συγχρόνως τὸ πλοῖον ἀναχωρεῖ δι’ Ἀγγλίαν· καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ὁ πλοίαρχος καὶ τὸ πλήρωμα ὑπὸ τὰς διαταγὰς διετέλουν τοῦ πρέσβεως· τὸν ἀποβιβάζει εἰς Ἀγγλίαν πάλιν μὲ τὰς κεκανονισμένας τιμὰς, γράφει δὲ συνάμα εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸν Πρέσβυν ὑμῶν ἀναμιχθέντα εἰς συνωμοσίαν κατὰ τῶν καθεστώτων ἔπεμψα ὑμῖν μεθ’ ὅλων τῶν τιμῶν· πέμψατε ἄλλον ἀντ’ αὐτοῦ. Ἐδικαιώθη ἡ Αἰκατερίνη. Σήμερον δὲ, ὅτε βάναυσος καὶ ἀγροῖκος ὑπάλληλος ἡμῶν, βαναύσως καὶ ἀγροίκως συμπεριφέρεται πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἔθνους, τολμῶσι νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ μᾶς λέγωσι μυστικὰ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ συγγνώμη, καὶ οὐχὶ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, ἀντὶ νὰ εἴπωσι πρὸς τὸν κ. Τρικούπην: εἶχες στάδιον κἄτι περιπλέον νὰ ἔπραττες καὶ δὲν τὸ ἔπραξες. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι εὔκολον, δὲν εἶναι τόσῳ πρόχειρον, ὅπως τὸ νομίζετε, τὸ νὰ μεταχειρίζηταί τις τὰς λέξεις «Ἐθνικὴ τιμή, Ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια», νὰ τὰς μεταχειρίζηται δὲ ὁ τυχὼν, ὁπόταν θέλῃ καὶ ὅπως τῷ ἀρέσει. Τὴν Ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε προσβληθεῖσαν καὶ καταπατηθεῖσαν, θὰ σᾶς ὑπομνήσω δὲ τὸ ἀπαίσιον γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἰδού. Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ δυναμένου τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου νὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν, ἀπεστάλη πρὸς τοὺς λῃστὰς, ἐσυνθηκολόγησε πρὸς αὐτοὺς, συνέφαγε, συνευθύμησε, συνεχόρευσεν, ἔψαλε δὲ καὶ παιᾶνα τῶν λῃστῶν, καὶ διὰ δαπάνης ἁδρᾶς χρημάτων ἐπεβίβασεν αὐτοὺς ἐντὸς Ἐθνικοῦ πλοίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκυμάτιζεν αἱματόφυρτος, ὑπερήφανος Ἐθνικὴ σημαία, καὶ τοὺς ἐξαπέστειλε ποῦ; ἐκεῖ ὅπου τὸ αἷμά μας, τὸ αἷμα τῶν Κρητῶν, ὑπὸ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως, ἐζυμώνετο πρὸς τὴν γῆν ἐκεῖ ἐξαπέστειλε τὰ τέρατα ἐκεῖνα ὅπως συμμετάσχωσιν εἰς τὸν ὑπὲρ Ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα, ἐνῷ αὐτὰ ἐζήτουν τὴν πρὸ ἐτῶν ἐλευθέραν Ἑλλάδα νὰ δουλώσουν καὶ καταστρέψουν! Ὁποία σύγχυσις φρενῶν! τὴν μόνην διαφορὰν ὅπου βλέπω...
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο τότε ὁ κ. Τρικούπης.
§112ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Καὶ βεβαίως θὰ ἦτο μειοψηφῶν.
§113ΧΟΪΔΑΣ. Ἐὰν ἦτο ἐν μειοψηφίᾳ ὁ κ. Τρικούπης, διατί δὲν κατέθετε τὴν Ἐξουσίαν;
§114ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Αἱ τότε τῆς Πατρίδος δειναὶ περιστάσεις τῷ ἐπέβαλον νὰ ὑπομένῃ, ἄλλως τε καὶ σήμερον διατείνεσθε, ὅτι ἔπρεπε κἄτι παρόμοιον νὰ πράξῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κ. Νίκολσων. Ἐξαπεστάλησαν λοιπὸν 200 κακοῦργοι εἰς Κρήτην κατόπιν συνθήκης, τῆς ὁποίας δράστης ἦτον ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρᾶξις ἥτις ἐνεκόλαψε στίγμα εἰς τὸ μέτωπον τῆς Πατρίδος, ὅπερ μόνον ἡ εἰλικρινὴς μεταμέλειά μας σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ἀπαλείψῃ. Μίαν διαφορὰν ἐγὼ εὑρίσκω μεταξὺ τῶν δύω παιάνων, ὅτι ὁ μὲν κ. Ζηνόπουλος ἔπαιξε τὸν παιᾶνα τῶν ληστῶν, ὁ δὲ κ. Τρικούπης τὸν παιᾶνα τοῦ μεγαλόφρονος Ἀγγλικοῦ Ἔθνους.
§115Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν φρονῇ τις ὅτι περιήλθομεν σήμερον εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε νὰ ἀπολέσωμεν ἢ καὶ ἀπωλέσαμεν τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον καὶ τὰ ἄτομα καὶ τὰ Κράτη τὰ βιώσιμα ἀποβάλλουσι, τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας προσωπικότητος ἡμῶν ὡς Κράτους καὶ ὡς Ἔθνους, τὴν συναίσθησιν τῶν ἰδίων ἡμῶν δικαιωμάτων, τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας ἡμῶν ἀνεξαρτησίας! ἂν περὶ τούτου ἐγείρεται ἀμφιβολία καὶ ὑπάρχωσιν ἴσως οἱ μετὰ βαθείας θλίψεως αἰσθανόμενοι καὶ τὴν τοιαύτην ἀκόμη ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγὼ ἀποκρούω, ἐγείρεται ζήτημα ἂν ὑφίσταταί τι πλέον ἀκέραιον. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἀφ’ ἑτέρου ἂν περιήλθομεν ἤδη ἢ ἂν ἤμεθα ἐξ ἀρχῆς εἰς τοιαύτην κατάστασιν ὥστε νὰ διατελῶμεν εἰς ἄγνοιαν τῶν κανόνων ἐκείνων, κατὰ τοὺς ὁποίους τηροῦνται τὰ δικαιώματα τῆς προσωπικότητος, τῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν Κρατῶν, κατὰ τὰς Διεθνεῖς αὐτῶν σχέσεις! Ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τούτων ἔχει κανόνας βεβαίους ἰδιάζοντας, καὶ τὸ Κράτος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φαίνεται ἀγνοοῦν αὐτοὺς εὑρίσκεται βεβαίως εἰς τὴν ἐσχάτην κατάστασιν τῶν ὅλως ἀπολιτεύτων Ἐθνῶν. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται κανεὶς νὰ ὑποθέσῃ καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην παρὰ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν πρόσφατον ἱστορίαν τοῦ μικροῦ τούτου Κράτους, ἵνα ἴδῃ εἰς πρὸ ὀλίγου παρελθούσας ἐποχὰς ποία ὑψηλή, ποία βαθεῖα ἐπίγνωσις τῶν Διεθνῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ὑπῆρχεν ἄλλοτε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ἐκ πρώτης ὄψεως τοὐλάχιστον, ὅτι ἦτο ἡ ἀκμὴ τῆς πατρίδος ἡμῶν κατὰ σύγκρισιν τοὐλάχιστον πρὸς τὴν σημερινὴν αὐτῆς κατάστασιν! Συγκινεῖταί τις τῷ ὄντι ἀναγινώσκων τὰ ἐπεισόδια Διπλωματικῶν διενέξεων, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἡ μικρὰ Ἑλλὰς εἶχε πρὸς Κράτη Εὐρωπαϊκὰ, πρὸς Κράτη ἰσχυρά. Ἀναγινώσκων τις ἐκεῖνα τὰ ἐπεισόδια φαντάζεται ὅτι ὑπῆρξε πρὸ ἐτῶν τινων Κράτος μικρὸν, ἀλλ’ ἔχον ὑπερήφανον καὶ βαθεῖαν τὴν συναίσθησιν τῶν ἑαυτοῦ δικαιωμάτων καὶ παρίστα τὸ λαμπρότερον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παραστήσῃ φαινόμενον Κράτους μικροῦ, ἀνθισταμένου κατὰ ἰσχυρῶν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαίων του. Ἄν ἰδίως ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀφαιρέσητε τὴν συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων, διαγράψατε αὐτό· διότι ὑλικὴν οὕτως εἰπεῖν ἀξίαν δὲν ἔχει, ἔχει πρὸ πάντων ἀξίαν ἠθικήν. Ἐὰν θέλετε ἡ πατρὶς ἡμῶν νὰ ἦναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συμπαθείας τῶν μεγάλων Κρατῶν, πρὸ πάντων τοῦτο ἀποδείξατε διὰ τῆς διαγωγῆς σας, ὅτι ἔχει συναίσθησιν τῆς ἰδίας αὐτῆς προσωπικότητος, τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀξιοπρεπείας· ἐὰν τὸ τοιοῦτον κλονίσητε, δὲν ἔχετε πλέον Λαὸν συναισθανόμενον τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν καὶ αὐτοτέλειαν, κατεστρέψατε τὸ πᾶν. Μὴ κλονίζετε λοιπὸν, μὴ ἀφαιρεῖτε, μὴ ἐλαττώνετε παντάπασι τὸ φρόνημα ἐκεῖνο τοῦ Λαοῦ, ὅτι ἀποτελεῖ Κράτος δυνάμενον μάλιστα νὰ εὑρίσκηται μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, Κράτος ἔχον ἴδια δικαιώματα. Μὴ ἐμβάλλετε εἰς τὸν Λαὸν τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι τυχαῖον ἄθροισμα ἀτόμων, μὴ συναισθανομένων τὰ ἴδια αὑτῶν δικαιώματα καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν. Οὕτω λοιπὸν φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἦτο πολὺ δύσκολον ἵνα τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, μὴ εἰσέλθῃ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρεστάθησαν δύω γεγονότα ἔκτακτα καὶ πρωτοφανῆ εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, καὶ εἰς τὰ γεγονότα ταῦτα ἀπεδόθη μεγάλη σημασία οὐ μόνον ὑπὸ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπ’ ἐναντίας δημοσιογραφικὸν ὄργανον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξόχως ἀντιπροσωπεῦον τὰς ἰδέας αὐτῆς, ἐπέδειξε μάλιστα ἐπιφύλαξίν τινα ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἀλλὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα συνηγοροῦντα συνήθως ἢ πάντοτε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγραψαν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος, καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἐπιδείξεως παρέστησαν ὡς οἰκτρὸν ἐπεισόδιον μειώσεως τῆς Ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν, καὶ ἐκ τούτου ὁρμώμενα ἐστράφησαν εἰς παρατηρήσεις ὅτι ἀδίκως ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἐπέβαλε τοιαύτην ταπεινωτικὴν ἐπίδειξιν! Θὰ ἦτο λοιπὸν ἔλλειψις, ἂν τοιοῦτο ζήτημα παρηρχόμεθα ἐν σιγῇ ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ ἐπικρίνω τὴν σπουδὴν ἐκείνην, μετὰ τῆς ὁποίας ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὸ μέσον, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἤδη ὅτι ἠδυνάμεθα καὶ νὰ τὸ ἀποφύγωμεν. Καὶ τὰ δύω γεγονότα, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰς βάσεις τοῦ ζητήματος τούτου, ἦσαν ὅσον ἀπροσδόκητα τόσον καὶ πρωτοφανῆ ἐν Ἑλλάδι. Προσβολὴ ἀγρία, βανδαλικὴ ἐναντίον Ἀντιπροσώπου μεγάλης Δυνάμεως καὶ Δυνάμεως εὑρισκομένης εἰς σχέσεις καὶ εἰς δεσμοὺς εὐγνωμοσύνης ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, βανδαλική, εἶπον, ἀκατανόητος καὶ ἀκατονόμαστος ἐπίθεσις ἐγένετο ἐκ μέρους κατωτέρου ὀργάνου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Τὸ γεγονὸς δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ ἐμποιήσῃ ἀπορίαν, ἔκπληξιν, ἀγανάκτησιν, καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι δὲν θέλει ἐν τῷ μέλλοντι ἐπαναληφθῆ. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου μέρους ἔχομεν ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἦτο ἀπροσδόκητον, πρωτοφανὲς, καὶ οὐ μόνον πρωτοφανὲς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον, τὸ γεγονὸς μιᾶς ἐπιδείξεως ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἀκατανοήτου, τὴν ὁποίαν οἱ παριστάμενοι ἐκεῖ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξηγήσωσι, δὲν ἠδύναντο, οὕτως εἰπεῖν, νὰ χωνεύσωσι, διότι εἶχέ τι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, καὶ τὸ ἐμπαικτικόν. Καὶ ἠπόρει ἕκαστος πολίτης, ποία ἆρά γε σχέσις μεταξὺ τοῦ γεγονότος καὶ τοῦ ἐγκλήματος ἑνὸς χωροφύλακος καὶ τῆς τελευταίας πανηγυρικῆς ἐπιδείξεως ὑπὸ τὰ Ἀνάκτορα ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος! Καὶ ὅταν, κύριοι, σκεφθῇ τις ὅτι πρὸ πάντων ἡ προσβολὴ κρίνεται κατὰ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας γεννῶσι πράξεις τινὲς, βεβαίως δὲν δύναται εἰμὴ νὰ θεωρήσῃ, ὅτι δικαίως ἐξίστατο καὶ ἠπόρει πᾶς πολίτης, ποία ἆρά γε ὑπῆρξεν ἡ αἰτία, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ τελευταῖον ἐκεῖνο γεγονὸς, καὶ ἐὰν δὲν ὑπέθετεν ἐξ ἀρχῆς πᾶς τις ὅτι ὑπῆρξαν βεβαίως ἐν τῷ μεταξὺ αἰτίαι, τότε ἠδύνατο νὰ συλλάβῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὴν λυπηρὰν ὑπόνοιαν, ὅτι ἄρα ἠδύνατο νὰ προέλθῃ τοιαύτη ἐπίδειξις ἐπιβαλλομένη παρὰ τῆς Ἀγγλίας ὡς δυσμενῶς διακειμένης πρὸς τὴν Ἑλλάδα! Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι λόγοι, οἵτινες ἤθελον ἐπιβάλει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, ἤρκει μόνον ὁ λόγος ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν πᾶν τοιοῦτον αἴσθημα, πᾶσα τοιαύτη πικρία. Ἀλλὰ παρισταμένου τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ποία ἆρά γε εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως; Ἐρχόμεθα ἆρά γε ἐν τοιούτῳ ζητήματι προκατειλημμένοι μὲ τὴν διάθεσιν, ὅπως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῶν προτέρων ἔλθωμεν εἰς ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἔπρεπε, κύριοι, ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι νὰ ἀγνοῶμεν ἐντελῶς ποῖος ὁ ἰδιάζων χαρακτὴρ τῶν διεθνῶν ζητημάτων, ἵνα ἐρχώμεθα προκατειλημμένοι μὲ τοιαύτην διάθεσιν, ἔπρεπε νὰ ἀγνοῶμεν τὸ στοιχειωδέστερον πάντων τῶν χαρακτηριζόντων τὰ τῶν διεθνῶν σχέσεων, ὅτι εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τὸ Ἔθνος συγχωνεύεται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις λοιπὸν ὅταν πρόκειται περὶ ἐξωτερικῶν σχέσεων, περὶ πράξεων Κυβερνήσεως σχετικῆς πρὸς ἄλλας Δυνάμεις, ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπροσωπευούσης εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σύμπαν τὸ Ἔθνος· αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων ὡς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις ὑποχρεοῦσιν ὁλόκληρον τὸ Κράτος, τὰ παθήματα τῶν Κυβερνήσεων εἶναι παθήματα τοῦ Ἔθνους, μία παρεκτροπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι ἄλλου Κράτους εἶναι παρεκτροπὴ τοῦ Κράτους, τοῦ Ἔθνους. Οὐδεὶς δύναται λοιπὸν, παραγνωρίζων τοὺς κανόνας, τοὺς διέποντας τὰς διεθνεῖς πράξεις τῶν Κυβερνήσεων, ἐλαφρῶς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ τείνῃ εἰς ἀναίρεσιν εἴτε τοῦ νομικοῦ εἴτε τοῦ ἠθικοῦ κύρους τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῆς πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις. Ἀλλὰ μήπως ἆρά γε ἡ Ἀντιπολίτευσις, καίτοι ταῦτα συναισθανομένη, ἀλλὰ πάσχουσα ἔνδειαν ὕλης αἰτιάσεων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος διὰ νὰ πολεμήσῃ ἐν αὐτῷ τῷ σταδίῳ τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι δύναταί τις νὰ αἰτιαθῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅτι πάσχει ἔνδειαν ὕλης αἰτιάσεων ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν κατέστη πράγματι φορτικὴ ἡ πληθώρα τῆς ὕλης, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ οὕτως εἰπεῖν τὰ ζητήματα τὰ τόσα καὶ τότα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἀντὶ νὰ μεγεθύνωνται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπεναντίας σμικρύνονται, ἵνα, οὕτως εἰπεῖν, δυνηθῶσιν νὰ χωρέσωσι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης! Ἀλλὰ μὴ τυχὸν, κύριοι, παρίσταται ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς διαπράξασά τι ὑπὲρ ἑαυτῆς, ὥστε νὰ πολεμήσωμεν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρὸς ἴδιον αὑτῆς συμφέρον ἐπιβλαβῶς διὰ τὸ Ἔθνος ἐνήργησε; Πῶς παρίσταται ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τόπου ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμούς μας; παρίσταται ἡ Κυβέρνησις τετραυματισμένη ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτῆς φιλοτιμίᾳ, ἡ Κυβέρνησις παρίσταται παθοῦσα ἐνώπιον ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἤρατο τελευταῖον Διπλωματικόν τινα θρίαμβον, ὁ ὁποῖος κινεῖ τὴν ζηλοτυπίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Λοιπὸν ἐπὶ τίνι λόγῳ δυνάμεθα νὰ αἰσθανώμεθα ἐν τοιούτῳ ζητήματι πάθος Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως; πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ηὐχόμεθα, εἰσαχθέντος ὅπως δήποτε τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγκαρδίως ηὐχόμεθα, θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἔδιδε τοιαύτας ἐξηγήσεις, ὥστε καὶ ἡμεῖς νὰ σπεύσωμεν νὰ τελειώσωμεν μίαν τοιαύτην ὀδυνηρὰν συζήτησιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, μόνον περὶ ἐπιδείξεως συναισθήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἡμῶν, τῆς ἰδίας ἡμῶν ὡς Κράτους καὶ ὡς Ἔθνους προσωπικότητος· τὰ προκληθέντα ζητήματα ἔχουσι καὶ ἄλλην ἀξίαν, ἔχουσι τὴν ἀξίαν τοῦ προηγουμένου, καὶ πρέπει ἴσως ἡ Βουλὴ ἐντελῶς νὰ ὀλιγωρήσῃ τῆς σημασίας καὶ τῆς βαρύτητος τῆς ἰδέας τοῦ προηγουμένου ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων, ἵν’ ἀδιαφορήσῃ ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοιούτου ζητήματος, ἵνα θεωρήσῃ ὅτι τὰ γενόμενα εἶναι μηδαμινὰ καὶ ἀνάξια προσοχῆς, ἐνῷ ὅ,τι ἐπράξατε πρὸς μίαν Δύναμιν, δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε ἀκολούθως πρὸς μίαν ἄλλην. Καὶ συλλογισθῆτε ὁποία θὰ ἦτο ἡ θέσις ἡμῶν, ἐὰν ἠθέλομεν καθιερώσει σιωπηρῶς οὕτω νομολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ἤθελεν εἶσθαι παρὰ ἡ καταδίκη τῆς προσωπικότητος ἡμῶν ὡς Κράτους. Οὐδὲ συζητοῦμεν σήμερον, κύριοι, ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἠδύνατο εὐχαρίστως νὰ ἀκούσῃ παιανιζόμενον τὸν Ἀγγλικὸν παιᾶνα ἢ τὸν Ἀγγλικὸν ὕμνον. Περὶ τούτου οὐδαμῶς πρόκειται. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ ἡ Κυβέρνησις σὺν αὐτῷ δύναται βεβαίως τὸν Ἀγγλικὸν ὕμνον προθύμως καὶ ἐνθουσιωδῶς ν’ ἀκούσωσιν· ἀλλὰ πᾶν τὸ ἐναντίον ὑπάρχει· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐπαίχθη ὁ Ἀγγλικὸς παιὰν οὕτως, ὅπως ἔδει νὰ παιχθῇ καὶ ὅπως εἶναι διατεθειμένον σύμπαν τὸ Ἔθνος νὰ ἀκούσῃ αὐτόν· δὲν ἐπαίχθη μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῆς Ἀγγλίας, ἐπαίχθη καθὼς ἀνεκοίνωσεν ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς εὐχαρίστως δύναται νὰ φέρῃ ὅπλα ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν αὐτὰ καθ’ ὃν τρόπον εὔχεται τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος! Καὶ διὰ τοῦτο ἡ πικρία, ἡ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος, καθίσταται ἴσως ἔτι μείζων καὶ ὀδυνηρά. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον, κύριοι, τῶν θλιβερῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν, βεβαίως καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ γεγονὸς τῆς βανδαλικῆς ἐπιθέσεως τοῦ χωροφύλακος Καλπούζου. Τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιθέσεως ἐκείνης ἐξετάζεται κατ’ ἀνάγκην, ὄχι διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ, ἐὰν ὑπῆρξεν ἐπιεικὴς τυχὸν ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς αὐτὸν ποινή, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνώτερον ὅριον, ὄχι ἀκόμη διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ, ἂν τὴν προσβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, τὴν ἔκαμεν ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητος τοῦ προσβληθέντος, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς, διότι κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ταύτας δὲν θὰ ἔχωμεν ζήτημα βεβαίως διεθνὲς, ἐξετάζομεν κατ’ ἀνάγκην τὴν βδελυρὰν ταύτην ἐπίθεσιν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐν αὐτῇ τὰ στοιχεῖα καὶ τὴν πηγὴν τὴν ἀποχρῶσαν τῆς τελευταίας ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἐπιδείξεως. Εἶναι, κύριοι, θεμελιώδης κανών, τὸν ὁποῖον πιστεύω οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν, ὅτι δύναται μόνον ἡ προσβολὴ παρ’ ἰδιώτου, ἢ παρ’ ὀργάνου τινὸς τῆς Ἐξουσίας κατ’ Ἀντιπροσώπου Δυνάμεως ξένης νὰ θεωρηθῇ προσβολὴ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὴν ξένην Δύναμιν, ἀλλ’ οὐδεὶς οὐδέποτε ἐθεώρησεν ἐκ τῶν συγγραψάντων περὶ διεθνοῦς δικαίου, ὅτι ἡ προσβολὴ ἑνὸς ὀργάνου τῆς Ἐξουσίας ἐναντίον τοῦ Ἀντιπροσώπου ξένου Κράτους εἶναι προσβολή, τὴν ὁποίαν τὸ ἴδιον Κράτος, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ προσβαλών, ἐπιχειρεῖ κατὰ τοῦ ξένου Κράτους· εἶναι κανὼν θεμελιώδης, ὅτι τὸ προσβαλλόμενον Κράτος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ προσβολέως τοῦ Ἀντιπροσώπου αὑτοῦ, καὶ μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει Ποινικὸς Νόμος τοῦ ἰδίου Κράτους, τιμωρῶν τὸν προσβαλόντα, τότε τὸ προσβεβλημένον Κράτος δύναται νὰ ζητήσῃ ἐξαιρετικὴν ἄλλην ἱκανοποίησιν. Ὑπάρχει ὅμως περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρεῖται τὸ Κράτος πλέον προσβάλλον· ἡ περίστασις εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δείξει ὀλιγωρίαν τινὰ, ἤθελε δείξει ἔλλειψιν πλήρους συναισθήσεως καὶ συμμερισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ τοῦ παθήματος τοῦ ξένου Κράτους, ὅτε ἤθελε χαρακτηρισθῆ οἱονεὶ ὡς συνένοχος τῆς πράξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν εἴτε πολίτης, εἴτε ὄργανον τῆς Ἐξουσίας, καὶ τότε βεβαίως τὸ προσβληθὲν Κράτος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἱκανοποίησιν παρὰ τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἱκανοποίησις ἡ ζητουμένη βεβαίως τότε κατ’ ἀνάγκην περιέχει καὶ μείωσίν τινα τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσβαλόντος Κράτους. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ ἐπικαλῆταί τις, προκειμένου περὶ τοιούτων θεμελιωδῶν κανόνων, συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς δικαίου, διότι οὐδεὶς σπουδαίως ἀμφισβητεῖ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἄν τυχὸν τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ προσβαλὼν, δὲν ὑπέπεσε μὲν εἰς τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ τὸ καταστήσωσιν ὁπωσδήποτε συνυπεύθυνον τοῦ ἐγκλήματος, ἀλλ’ ἐπέδειξεν ἔλλειψιν ἁβρότητος, manque d’ égards manque de courtoisie, ἀπέναντι τοῦ ἄλλου Κράτους, τότε ἔχομεν ἄλλου εἴδους ὑποχρεώσεων παραβίασιν, ἀλλὰ τότε πάλιν λέγουν οἱ συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς δικαίου, βεβαίως ἡ παραβίασις τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεων, ἂν δὲν εἶναι βαρεῖα, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ προσβληθέντος Κράτους ὡς προσβολή τις τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ προβῇ ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς βιαίαν ἱκανοποίησιν. Αἱ τυχαῖαι καὶ ἄνευ κακῆς προθέσεως παραλείψεις τῆς ἁβρότητος, les manques de courtoisie, δίδουν ἀφορμὴν μόνον εἰς ἀνταλλαγὴν ἐξηγήσεων. Ὅταν λοιπὸν συνέβησαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἦσαν πολὺ βαρεῖαι αἱ παραλείψεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν δὲν ἔσπευσε ν’ ἄρῃ τὴν τοιαύτην δυσαρέσκειαν δι’ ἐγκαίρων ἐξηγήσεων. Καὶ ἤθελε, νομίζω, ἀδικήσει τις καὶ τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον καὶ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἀδικήσει αὐτοὺς διττῶς, ἄν ἤθελεν ὑποθέσει ὅτι ἀπέναντι τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος κατῆλθεν ἡ Ἀγγλία ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, χωρὶς νὰ συντρέχῃ οὐδεὶς λόγος, ἀπῄτησεν ἱκανοποίησιν μειοῦσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν μικροῦ Κράτους, καὶ τιθέμεθα τῷ ὄντι εἰς ἓν δίλημμα λίαν δυσχερές· πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις τὸν Ἐπιτετραμμένον ἑνὸς μεγάλου Κράτους, τὸν ἔμπειρον βεβαίως περὶ τὰ διπλωματικά, πρέπει νὰ τὸν ὑποθέσῃ ἀγνοοῦντα τοὺς στοιχειωδεστέρους κανόνας τῶν Διεθνῶν σχέσεων ἢ πρέπει νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἡ κραταιὰ Ἀγγλία εἶναι τόσον ἀναξιοπρεπὴς, ὥστε, διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, νὰ κάμῃ τοιαύτας ὑπερβολικὰς, ὡς ἡ Κυβέρνησις τὰς χαρακτηρίζει, αἰτήσεις. Εἶναι ὕβρις πρὸς τὴν Ἀγγλίαν τοῦτο, καὶ δυνάμεθα τὸ ἐναντίον νὰ θεωρήσωμεν βέβαιον, ὅτι ἂν ἦτο Κράτος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλία ἤθελε κάμει ὑποχωρήσεις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ἡ Ἑλλὰς, ἤθελε κάμει ὑποχωρήσεις διὰ νὰ δείξῃ τὴν συναίσθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου αὑτῆς μεγαλείου. Καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἐψέγετε ἄλλους, διατί ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ζητημάτων μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν συμφερόντων δὲν ἀντετάσσοντο κατὰ κραταιῶν Δυνάμεων, ὅπως δείξωσιν ὅτι ἔχουσι συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, ἰσχυρίζεσθε σήμερον, ὅτι ἡ ἀντίστασις ὑμῶν ἐπὶ ζητήματος τοιούτου φιλοτιμίας ἐθνικῆς δὲν ἤθελεν ἐμβάλει ἀμέσως εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν τὴν αἴσθησιν τοῦ νὰ μὴ προσβάλῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἀξιοπρέπειαν, αἰτοῦσα ὑπερβολικὰ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἄδικα ἢ ὑπερβολικὰ ἐζητοῦντο; Καὶ ἀφοῦ ὑμεῖς ἀποδοκιμάζετε καὶ ἀπεδοκιμάσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ γενόμενα, νομίζω ὅτι προχειρότερος θρίαμβος δὲν ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ὑπὸ τὰς ὄψεις ἡμῶν, παρὰ ἡ τοιαύτη ἀντίστασις ἐναντίον τοιαύτης αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν τυχαίως ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἔῤῥιψεν εἷς Ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως, ἀντίστασις, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἤθελεν εἶσθαι ἠναγκασμένη μία μεγάλη Δύναμις, χάριν καὶ τῆς ἰδίας αὑτῆς ἀξιοπρεπείας νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἀλλὰ παρὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασεν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἴσως ὑπάρχουν τινὲς οἱ ἀμφισβητοῦντες, ὅτι τὸ τελεσθὲν ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἀπαραίτητον Κράτους ἀνεξαρτήτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παρέστησε τὸ τοιοῦτον, ἀπεναντίας ὑπέδειξε διά τινος τρόπου καί τινων λέξεων, ὅτι ἐτελέσθη μείωσις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους. Ὅταν πρόκηται περὶ ζητημάτων ἱκανοποιήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ὀφείλων τὴν ἱκανοποίησιν δὲν παρέχει ὡς δικαίαν καὶ ἑκουσίαν, ἀλλ’ ὑπείκων εἰς τὴν ὑπερβολικὴν ἀπαίτησιν, αὐτὸ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τις λεπτομερέστερον τὰ πράγματα, αὐτὸ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν καταβιβασμὸν τῆς ἀξιοπρεπείας. Τὰ Ἔθνη βεβαίως δὲν προσβάλλονται καὶ δὲν ὑβρίζονται ὡς συνήθως τὰ ἄτομα μόνον διὰ λέξεων ὑβριστικῶν· προσβάλλονται καὶ ὑβρίζονται διὰ συνθηματικῶν παραστάσεων, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἠδύνατό τις νὰ ἐπινοήσῃ παράστασιν συνθηματικὴν ταπεινωτέραν, παρὰ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐτελέσθη ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Ποίαν σημασίαν, κύριοι, ἔχει ἡ ἐπίδειξις αὕτη; Ἀπῃτήθη ἡ ἐπίδειξις ἐκείνη διὰ νὰ παρασταθῶμεν εἰς ἓν θέαμα; ὄχι· βεβαίως εἶχε σημασίαν ἄλλην, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῃτήθη. Μήπως ἀπῃτήθη ἵνα ἐπιβαρυνθῇ ἡ θέσις τοῦ χωροφύλακος, νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ ποινὴ ἡ ἐπιβληθεῖσα κατὰ τοῦ χωροφύλακος; οὐδὲν τοιοῦτον ὑπῆρχεν. Ἄσχετος ὁ χωροφύλαξ πρὸς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην. Μήπως συμμετεῖχε τῆς τιμῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανεν ἡ Χωροφυλακὴ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, ὁ χωροφύλαξ ὁ προσβαλών; αὐτὸς ἀπηλλάγη τῆς τιμῆς ταύτης· ἦτο ἀπών, μόνος αὐτὸς ἔλιπεν ἀπὸ ὅλην τὴν Χωροφυλακήν, ἡ ὁποία παρετάχθη ὅπως λάβῃ τὴν τιμήν, τὴν ἀπονεμηθεῖσαν αὐτῇ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος! Ἡ ἐπίδειξις ἐκείνη εἶχε σχέσιν ἄμεσον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐταπείνωνε τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἐρχόμενοι εἰς ἐπικουρίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ζητήσωμεν νὰ μάθωμεν, τίνες ἆρά γε ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι περιήγαγον αὐτὴν καὶ τὸν στρατὸν ἀναξίως εἰς τὴν θέσιν ταύτην! Τιμῶμεν τὴν Κυβέρνησιν ζητοῦντες τὸν τοιοῦτον λόγον, προσβάλλει δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐξευτελίζει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε θεωρήσει ὅτι οὐδὲν συνέβη, συνέβη ἓν πρᾶγμα ἀνάξιον προσοχῆς. Ἂν θέλετε νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν δὲν κινδυνεύει πλέον ἀπὸ τοιούτους ἐξευτελισμούς, τότε δυνάμεθα ἴσως νὰ συμφωνήσωμεν πρὸς ὑμᾶς, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ παρόντος διαμαρτυρόμεθα κατὰ τῆς τοιαύτης ἰδέας, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια ὑμῶν ὡς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ αἰσθάνηται τὸ φαινόμενον, τὸ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθη ὁ τελευταῖος πολίτης, χρεωστοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ ᾐσθάνθη, καὶ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῆς ἐρχόμενοι ζητοῦμεν τὴν ἐξήγησιν. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐρώτησιν ἴσως περιττὴν μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ πρᾶξις αὕτη προῆλθεν ἑκουσίως παρ’ ὑμῶν; τότε βεβαίως θὰ τὴν ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων σκέψεων καὶ ἄλλων αἰσθημάτων. Ἄν ἡ πρᾶξις ἦναι ὅλως ἑκουσία, βεβαίως ἡμεῖς δὲν θὰ ἀμφισβητήσωμεν μίαν αὐθόρμητον, ἔστω καὶ ὑπερβολικὴν καθ’ ὑμᾶς ἐπίδειξιν πρὸς ἱκανοποίησιν μιᾶς Δυνάμεως, τοιαῦτα δικαιώματα ἐχούσης ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὅμως ἠθέλομεν ἴσως κάμει μίαν ὑπόμνησιν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι διὰ νὰ ἐπιδείξετε τὴν ἱκανοποίησιν ἐκείνην, καθιερώσατε ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται ἄλλη τις Δύναμις, μὴ εὑρισκομένη εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἀγγλίας ἀπέναντι ἡμῶν, νὰ ἀξιοῖ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς λόγοις· μόνον τὴν τοιαύτην ὑπόμνησιν ἠθέλομεν κάμει πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ καθ’ ἑαυτὴν τὴν αὐθόρμητον ἐπίδειξιν ἠθέλομεν τὴν συμμερισθῆ, διότι οὔτε ζήτημα φιλοτιμίας τοῦ Κράτους θὰ εἴχομεν, οὔτε ἡ ἐπίδειξις ἤθελεν ἀποτελεῖ ἀντικείμενον διαφορᾶς μεταξὺ αἰσθημάτων λαοῦ καὶ Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἐπροβαίνομεν καὶ εἰς ὑπόμνησίν τινα πρόσθετον, ἠδυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι μίαν ἐπίδειξιν ὄχι τυπικὴν ἠδύνασθε νὰ προκαλέσητε πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς Ἀγγλίας· διότι βεβαίως σύμπαντα τὸν λαὸν ἠθέλατε τὸν ἔχει σύμφωνον εἰς οἱανδήποτε ἱκανοποίησιν αὐθόρμητον, προερχομένην ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ λαοῦ. Ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ σᾶς ὑπομνήσωμεν ὅτι ἄτοπόν τι ἠδύνατο νὰ περιέχῃ ἡ τοιαύτη ἐπίδειξις, μόνον διὰ τὴν ὑπερβολικὴν αὐτῆς τυπικότητα καὶ ὡς ἔχουσα τι ψυχρὸν καὶ βεβιασμένον, ἐνῷ ἠδύνατο καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ λαὸς εἰς ἐπικουρίαν ὑμῶν, ὅπως τρανωτέραν τὴν ἐπίδειξιν παράσχῃ εἴς τε τὸν Ἐπιτετραμμένον καὶ τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἠθέλομεν συναισθανθῆ ἔτι μᾶλλον, ἐὰν ἠθέλομεν ἰδεῖ καὶ τὴν ἐλαχίστην σκιὰν ἀπαιτήσεως τοιαύτης, στηριζομένης ἐπὶ τῆς ὑπονοίας, ὅτι τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκ μιᾶς παρεννοήσεως εἶχε παραλείψει τι πρὸς τιμὴν μεγάλης Δυνάμεως καὶ τοῦ Ἀντιπροσώπου αὐτῆς. Ἀλλ’ εἴπετε ἡμεῖς αὐτοὶ ἀναιροῦντες τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τῆς πράξεως, εἴπετε ὅτι δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς πρωτοβουλίας ὑμῶν, ἀλλὰ προῆλθε μόνον διότι ἀπῃτήθη. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, τὸ προηγούμενον τοῦτο εἶναι ὀλέθριον, τὸ ὁποῖον καθιεροῦτε. Ποῦ ἠκούσθη ὅτι παρέχεται μία ὑπερβολικὴ ἱκανοποίησις ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐζητήθη, καὶ ἐπὶ τῇ προσθήκῃ ἀκόμη τῆς ἄλλης ἔτι μᾶλλον ἀκατανοήτου δικαιολογίας, ὅτι ὑπωπτεύσατε ὅτι τὴν τοιαύτην ὑπερβολικὴν ἱκανοποίησιν ἤθελε ζητήσει ἀνενδότως καὶ τὸ Κράτος, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει ὁ Ἐπιτετραμμένος; Τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένωσιν ἀνεξέλεγκτα, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ παραστήσωμεν καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὅτι ἀγνοοῦμεν καὶ τὰ στοιχειωδέστερα τοῦ Διεθνοῦς δικαίου, καὶ ὅτι ἐπαύσαμεν νὰ αἰσθανώμεθα τὰ στοιχειωδέστερα τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐπίδειξις αὕτη, ἡ μὴ προελθοῦσα ἐκ τῆς πρωτοβουλίας σας, προῆλθε προφανέστατα ἕνεκα λόγων ἄλλων, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς ἐκ τῆς πράξεως τοῦ χωροφύλακος· διότι ἡ πρᾶξις τοῦ χωροφύλακος δὲν προεκάλεσεν οὐδὲ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ αἴτησιν ἱκανοποιήσεως, ἡ ὁποία περιέχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Κράτος προσέβαλε καὶ τοῦ Κράτους ἡ ἀξιοπρέπεια πρέπει νὰ μειωθῇ πρὸς ἱκανοποίησιν. Ἔχει λοιπὸν εὐλόγους ἀφορμὰς παραπόνων ὁ Ἐπιτετραμμένος ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὐτόν; ἂν ὑπῆρξαν τοιοῦτοι λόγοι, τότε τιθέμεθα ὑπὸ τὰ κράτος ἄλλων σκέψεων, τότε συνομολογοῦμεν ὅτι δικαίως ὑπέστημεν τὴν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ὡς Κράτος, διότι διὰ πράξεων ἢ παραλείψεων αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως πλέον προσεκρούσαμεν πρὸς τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον ξένης Δυνάμεως. Καὶ βεβαίως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐγκλημάτησε, πρέπει νὰ δέχεται τὴν δικαίαν ἐκείνην ταπείνωσιν τῆς ἱκανοποιήσεως, ἥτις περιέχεται καὶ ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς τιμωρίας. Ἀλλὰ δυνάμεθα τότε νὰ σᾶς ὑπομνήσωμεν νὰ προσέχητε τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἑξῆς, νὰ μὴ δημιουργῆτε τοιούτους λόγους ἱκανοποιήσεως, ἥτις μειοῖ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους· καὶ μὰ τὸν Θεὸν ἐπεθύμουν μᾶλλον νὰ ὑπῆρξε πρᾶξις ἢ παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ χωνεύσω τὴν ἱκανοποίησιν τὴν δοθεῖσαν, διὰ νὰ θεωρήσω τὴν ἱκανοποίησιν ἴσως καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν δικαίαν. Ὡς βλέπετε λοιπὸν ὑπάρχουσιν ὑποθέσεις καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἐπίδειξιν ἴσως μὲν καὶ μὴ ἀπαραίτητον διὰ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους περιεβλήθη, ἴσως ὡς ἔχουσάν τι τὸ σόλοικον τυπικῶς, ἀλλὰ τέλος πάντων ὡς ὀφειλομένην κατ’ οὐσίαν πρὸς τὸν προσβληθέντα Ἀντιπρόσωπον ξένου Κράτους, ὡς ὀφειλομένην ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡμῶν· ἀλλὰ τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ τὸ δεχθῶμεν, ἐὰν εἴχετε τὴν γενναιότητα νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὑμεῖς ἐσφάλετε καὶ ὄχι μόνος ὁ χωροφύλαξ Καλποῦζος. Δὲν δύναταί τις λοιπὸν, κύριοι, χωρὶς ν’ ἀδικήσῃ καὶ τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον καὶ τὴν Κυβέρνησίν του, νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ τελεσθέντα ἐζήτησεν ἄνευ μεσολαβησασῶν σπουδαίων καὶ ἀλλεπαλλήλων παραλείψεων. Καὶ εἶναι πλέον κατάδηλον εἰς πάντα ὅτι ἐμεσολάβησαν σπουδαῖαι παραλείψεις ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, ἵνα ταῦτα ἀπαιτηθῶσι παρὰ μεγάλης Δυνάμεως. Καὶ διεπράξατε σφάλματα ἕνεκα ἴσως τοῦ ἰδιάζοντος χαρακτῆρος ὑμῶν, ἕνεκα ἴσως τοῦ ἰδιάζοντος χαρακτῆρος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω τοῦτο, καθόσον φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ ἀναδεξάμενος καὶ διαχειρισθεὶς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐξ ἀρχῆς, καὶ διὰ τοῦτο μόνος ἀναλαμβάνει καὶ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν. Καὶ ἐξ ὅσων βλέπω εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, βλέπω ἐν αὐτοῖς ἀπεικονιζόμενον, οὕτως εἰπεῖν, τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βλέπω ἐξ ἀρχῆς τὴν συνήθη αὐτοῦ ὀλιγωρίαν πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἄλλων· ἀλλὰ βλέπω κατόπιν καὶ τὴν ἄμεσον ὑποχώρησιν αὐτοῦ. Εἶναι αἱ ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐνυπάρχουσιν εἰς τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ. Οὐδ’ ἠπόρησα ἑπομένως πολὺ, διότι ἔσχομεν τὴν πρωτότυπον ταύτην πορείαν Διπλωματικοῦ ζητήματος. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ὑπερβολικὴν περίσκεψιν καὶ ὑπερβολικὴν πρόνοιαν δὲν ἀπέδωκα αὐτῷ ποτὲ, καὶ ὅ,τι συμβαίνει ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ συμβαίνῃ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἡμῶν ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπέναντι ξένης Δυνάμεως· καὶ εἶναι ἠναγκασμένος ἕκαστος νὰ συνάγῃ μετὰ φόβου τοὺς φοβεροὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχομεν καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν σχέσεις, ὅταν ἡ αὐτὴ περίσκεψις, ἡ αὐτὴ πρόνοια, ἥτις διεχειρίσθη τὰ ἐσωτερικὰ, ἐπεκτείνονται εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος τὰς Διεθνεῖς. Ὅσοι τυχὸν ἐνόμισαν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ διπλοῦς ὁ ἀνθρώπινος χαρακτὴρ, ὅσοι ἐνόμισαν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ὅλως ἰδιάζοντα προσόντα ἐπὶ τῶν Διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων καὶ τῆς διεξαγωγῆς Διεθνῶν ζητημάτων, ἄς ἔλθωσι νὰ ἴδωσι τὸν θρίαμβον τὸν Διπλωματικὸν, τὸν ὁποῖον ἤρατο μετὰ τὴν πρώτην ταύτην τυχοῦσαν εὐκαιρίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, εὑρισκόμενοι ἀπέναντι δυσεξηγήτων τινῶν φαινομένων, ἐζητήσαμεν, καὶ δικαίως, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παράσχῃ ἡμῖν τὴν ἀπαραίτητον ἐκείνην βάσιν, ὅπως δυνηθῶμεν ἐν ἐπιγνώσει νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτῆς. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ᾖναί τις βέβαιος ὅτι ὑπῆρξαν παραλείψεις καθ’ ὅλην τὴν πορείαν τοῦ ζητήματος τούτου. Βλέπομεν τὸ γεγονὸς τὸ θλιβερὸν τῆς ἐπιθέσεως τοῦ Καλπούζου, τὸ ἄλλο οἰκτρὸν γεγονὸς, τὸ λαβὸν χώραν τελευταῖον ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Τίνα μεταξὺ τούτων συνέβησαν; Παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνδεικτικῶς μᾶλλον, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς τελευταίας ἱκανοποιήσεως ἐγεννήθη ἕνεκα τῆς γνωστῆς παραλείψεως ἐν ἐγγράφῳ τινὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπῆρξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου βαρεῖα καὶ ἀδικαιολόγητος παράλειψις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ νομίζω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει—καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀτομική μου ἰδέα—ὅτι πάλιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔσπευδε νὰ ἐξηγήσῃ καταλλήλως καὶ ἀποχρώντως ἐκείνην τὴν δῆθεν μόνην παράλειψιν, δὲν ἤθελεν ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος ἀνενδότως ἀπαιτήσει τὴν τελευταῖον ζητηθεῖσαν ἱκανοποίησιν. Ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης ἔλαβε χώραν ἔλλειψις ἁβροφροσύνης, manque d’ égards, manque de courtoisie. Ἀλλὰ πῶς μοναδικὴ τοιαύτη παράλειψις δὲν προελήφθη, δὲν ἐπανωρθώθη καταλλήλως; Ἀλλὰ παραλείψεις, διὰ τὰς ὁποίας ὁ Ἐπιτετραμμένος ἐδείχθη τόσον ἀνένδοτος, ὑποθέτω ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι καὶ ἴσως σοβαρώτεραι· καὶ δὲν ἔπρεπε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποκύψῃ εἰς παραλείψεις τοιαύτας τόσῳ μᾶλλον, καθόσον μάλιστα ἐγνώριζεν ὅτι ὑπῆρχον λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἠδύναντο νὰ παρεξηγηθῶσιν. Ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συναισθανθῇ ὅτι δὲν ἀντεπροσώπευε τὰ ἴδια αὑτοῦ αἰσθήματα, ἀλλὰ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐναποτεθειμένα αὐτῷ ὕψιστα συμφέροντα. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν μᾶλλον συγκεκριμένως ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπῃτήθη ἡ τελευταία ἱκανοποίησις; Ἐὰν τοὐλάχιστον ἀντὶ τῆς ἐπιστολῆς εἴχομεν ἐξηγήσεις πλήρεις καὶ ἀποχρώσας, ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶχον εἰσχωρήσει ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν, ἠθέλομεν εἴπει, ἂς λείψῃ τέλος πάντων ἡ ἐπιστολή· ἀλλὰ δὲν βλέπω τὰς ἀληθεῖς ἐξηγήσεις, καὶ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι σκότους. Καὶ εἰς ἐπίμετρον τοῦ ἀτόπου προσετέθη αὐτὴ ἡ δικαιολογία, ἡ ὁποία ἐγένετο, τῆς τελευταίας ἐπιδείξεως: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις βαρέως λυπουμένη ἐπὶ τῇ πα«ρανόμῳ καὶ ἀγροίκῳ διαγωγῇ τοῦ χωροφύλακος Καλ«πούζου καὶ βαρέως καταδικάζουσα αὐτὴν, προεκάλεσε «τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς ταύτης, ἵνα πάντες οἱ χωρο«φύλακες παραδειγματισθῶσιν, ὅτι δέον νὰ προσφέρωνται «ἁβροφρόνως καὶ ἀνεκτικῶς πρὸς τοὺς φιλησύχως καὶ φι«λονόμως διάγοντας». Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἔκπληξιν μοὶ προὐξένησεν ἡ τοιαύτη δικαιολόγησις. Ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἐπίδειξις ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, ἐπαιανίσθη ὁ Ἀγγλικὸς ὕμνος πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν χωροφυλάκων! Δὲν ὑπῆρχον λοιπὸν ἄλλα μέσα εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν χωροφυλάκων; Καὶ συγχρόνως λέγετε ὅτι πρέπει νὰ προσέχωσι νὰ μὴ τραυματίζωσι, νὰ μὴ ἐνεργῶσι βανδαλικὰς πράξεις κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φιλησύχως καὶ φιλονόμως διάγουσι! Συνυπακούεται, φαίνεται, ὅτι, ὅταν δὲν διάγωσί τινες φιλησύχως καὶ φιλονόμως, ἐπιτρέπονται αἱ βιαιοπραγίαι! Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὰ τελευταίως τελεσθέντα χάριν παραδειγματισμοῦ, ἤθελον παραδειγματισθῆ ἐκ τοιαύτης ἐπιδείξεως. Φοβοῦμαι μάλιστα μήπως ὑπάρχουσι χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑποθέσει ὅτι ταῦτα ἐπιβάλλονται, ὅταν πρόκηται περὶ προσβολῆς ξένου Ἀντιπροσώπου μεγάλης Δυνάμεως καὶ ἴσως, ὅταν δὲν πρόκηται περὶ τοιούτου, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτων παραδειγματικῶν ποινῶν! Θὰ ἔχωσι δὲ ἀνάγκην οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, ὅπως ἐπικαλῶνται τὸν τοιοῦτον παραδειγματισμόν, νὰ ἀποστηθήσωσι μὲ ὅλον τὸ δυσπρόφερτον αὐτοῦ τὸν Ἀγγλικὸν ὕμνον, ἵνα ἀπαγγέλλωσιν αὐτὸν εἰς πᾶσαν ἀνάλογον τυχὸν ἐπαναληφθησομένην περίστασιν! Οἱ Νόμοι οἱ Ἑλληνικοὶ δὲν ὑπενθυμίζουσιν εἰς τοὺς χωροφύλακας τὸ καθῆκον αὐτῶν· ὁ ὕμνος ὁ Ἑλληνικὸς δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν χωροφυλάκων, καὶ ἐπέπρωτο νὰ ὑπενθυμίζῃ εἰς τοὺς χωροφύλακας τὸ ἑαυτῶν καθῆκον ὁ Ἀγγλικὸς ὕμνος! Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ ταπεινώσεις, τὰς ὁποίας εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς ἐπιβάλλετε. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοῦ ἀβεβαίου ἐπί τινων λεπτομερειῶν καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφέρωμεν οὐδεμίαν ὡρισμένην κρίσιν ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ· δὲν δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν κρίσιν τινὰ συγκεκριμένην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Γενικῶς μόνον παρατηροῦμεν, ὅτι ἐξ εἰρωνείας ἴσως τῆς τύχης ἐγένετο ἡ ἐπίδειξις αὕτη ἡ ταπεινωτικὴ ἐν τῇ θέσει, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐγένετο, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ αἰσθανθῶμεν, ὅτι ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἡ λέξις Σύνταγμα συνδέεται δυστυχῶς μέχρι τοῦδε μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν ἐσωτερικῶν συμφερόντων, μὲ κακοδιοίκησιν οἰκτρὰν καὶ μὲ κατάπτωσιν οἰκονομικὴν, πάντες ἤδη οἱ φίλοι τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ βλέπωμεν μετ’ ὀδύνης, ὅτι ἐπὶ τέλους πρᾶξις ταπεινωτική, μειοῦσα καὶ αὐτὴν τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἔθνους ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς αὐτοῦ σχέσεσιν, ἐπέπρωτο νὰ τελεσθῇ ἐν τῇ Πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ τὰ Ἀνάκτορα τοῦ Βασιλέως (χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κασιμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8.20′ Μ. Μ).