1885.01.12
2.428 στίχοι · 18.314 λέξεις · 121 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 12 Ἰανουαρίου 1885
(Σάββατον)
(Ὥρα 4½ Μ. Μ.).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν κ. Πρόεδρε, τί ἐννοεῖτε διὰ τῆς φράσεως «περατωθείσης τῆς συζητήσεως»;
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγώ, ἠρώτησα ἐὰν ἔχῃ τις τὸν λόγον, καὶ εἶπον ὅτι κηρύττεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
§3ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν ἠρωτήσατε, σᾶς ἀπήντησα ὅτι πολλοὶ θὰ λάβωσι τὸν λόγον· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἐπερατώθη, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τῶν πρακτικῶν τὰς λέξεις «περατωθείσης τῆς συζητήσεως»· διότι οὐ μὴν δὲν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐζήτησαν τὸν λόγον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διόρθωσις γίνεται κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ διόρθωσις· ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἄνευ τῆς διορθώσεως τῶν πρακτικῶν.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν θεωρεῖτε, κ. Πρόεδρε, περατωμένην τὴν συζήτησιν, πῶς θὰ ἐξακολουθήσωμεν σήμερον;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἰδική σας φροντίς.—Λοιπὸν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§8ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ἐνίσταμαι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ Μιχαὴλ Αἰλιανοῦ περὶ μετασχηματισμοῦ τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, σήμερον εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Οἱ Κύριοι Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι ν’ ἀπαντήσωσι εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἐγένοντο.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡμέρα ὡρισμένη διὰ τὰς ἐπερωτήσεις.
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ λήξαντος ἔτους, ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον ὑποβάλει. Καταθέτω λοιπὸν καὶ πάλιν τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς τινος τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαμῶν Βουλευτοῦ, εἶχον ὑποσχεθῆ αὐτῷ νὰ τηλεγραφήσω εἰς τὸν Νομάρχην Μεσσηνίας, ἵνα λάβῃ μέτρα περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν Ἐκπαιδευτηρίων, τῶν διατηρουμένων ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δημάκη. Εἰς ἀπάντησιν καταθέτω ἤδη τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Νομάρχου, ἐξηγοῦντος τοὺς λόγους τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ βεβαιοῦντος ὅτι ἤδη θέλει λάβει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Εἶχον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν καταπέσῃ τὸ κατάστημα τὸ κείμενον εἰς τὸν Δῆμον Ἀλαγωνίας καὶ ἐν Μελὲ τὸ περιέχον τὰ σχολεῖα «τὰ τοῦ Δημάκη καλούμενα», τίς εἶναι ὑπόχρεως νὰ τὰ ἐπισκευάσῃ; Εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησε, καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσχημάτισε τὴν ἰδέαν του. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ προσθέσω πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι εἶχον ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀναγγέλλουσιν ὅτι, ἕνεκα τῶν πολλῶν βροχῶν, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν ἐν Μεσσηνίᾳ, τὸ κατάστημα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καταῤῥέει, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν κ. Νομάρχην Μεσσηνίας νὰ ληφθῶσι πρόχειρα μέτρα περὶ τοῦ καταστήματος τούτου κατὰ τὸ παρὸν, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ὑποβληθῇ τὸ σχεδιογράφημα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν γενικὴν τῶν καταστημάτων ἐπισκευήν. Συνάμα δ’ ἀναγγέλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1883, ἤτοι ἀπὸ 15 μηνῶν, οἱ διδάσκαλοι διδάσκουσι δωρεὰν, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι οἱ διδάσκαλοι, ἀναμένοντες νὰ ζήσωσιν ἀπὸ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο μισθάριον, δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν εἰς τὸ μέλλον νὰ διδάξωσι· διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐντείλῃ τὸν κύριον Νομάρχην νὰ καλέσῃ τὴν διαχειριστικὴν τοῦ κληροδοτήματος Ἐπιτροπὴν, ἤτοι τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, τὸν Γυμνασιάρχην καὶ τὸν Δήμαρχον Ἀλαγωνίας, νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν τάξιν· διότι δὲν εἶναι καλὸν σύμπτωμα νὰ βλέπῃ τις ὅτι ἀπὸ 15 μηνῶν ἀπληρώτους τοὺς διδασκάλους, κατακρημνιζόμενον τὸ κατάστημα, ἐν γένει δὲ κατάστασιν ἀσυγχώρητον καὶ ἀξίαν παρατηρήσεως καὶ μομφῆς. Ἐὰν ὁ ἀείμνηστος εὐεργέτης Δημάκης ἐγνώριζε πῶς θὰ διεχειρίζετο ἡ περιουσία αὐτοῦ, δὲν θ’ ἄφινε τὸ μέγαρον ἐκεῖνο ἀντὶ μάλιστα πέντε χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἄλλοτε διδομένων ἀργὰ καὶ ἄλλοτε χορηγουμένων πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τοῖς δημοσίοις καταστήμασιν ἐν Ἀλαγωνίᾳ κατά τινα τρόπον ἀκατάληπτον. Τὸν κ. Ὑπουργὸν παρακαλῶ συνάμα νὰ διατάξῃ συντόνως καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν διδασκάλων, τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ ὑπηρέτου, ἐχόντων, ὡς προείρηται, λαμβάνειν πρὸ δεκαπέντε μηνῶν αὐτούς.
§16Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. «Ἐν παντὶ καιρῷ δεῖ τὸ δίκαιον ἐπικρατεῖν, ἐν πάσῃ ὑποθέσει». Καὶ ἕτερον γνωμικὸν «Κρίνειν τὸ δίκαιον, μὴ τὸ συμφέρον θέλε». Τὰ δύω ταῦτα γνωμικὰ κατὰ τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα εἰς ὅλας τὰς φιλοσοφικὰς Σχολὰς ἀνεκηρύσσοντο πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀνθρωπίνου κοινωνίας, καὶ τὰ δύω ταῦτα γνωμικὰ ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος τοῦ νὰ σπεύσῃ παραχρῆμα νὰ δικαιώσῃ τὸν προσβληθέντα ἀδίκως Ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρετανίας κ. Νίκολσων, αἰκισθέντα βανδαλικῶς ὑπὸ χωροφύλακος, διατελοῦντος ἐν ὑπηρεσίᾳ τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν κατὰ τὴν ὑπώρειαν τοῦ Λυκαβητοῦ. Ἡ δοθεῖσα ἱκανοποίησις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἔθνους διὰ τὴν ἄδικον προσβολὴν, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ὁ ἀγροῖκος ἐκεῖνος χωροφύλαξ κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐπεδοκιμάσθη παρ’ ὅλων τῶν ἀγαθῶν πατριωτῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἰδίως τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, ὡς εἶμαι πληροφορημένος, καὶ δὲν προσεβλήθη ποσῶς ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὅταν ἡ ἱκανοποίησις στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον, καὶ καθόσον προέλαβε πᾶν ἐπακόλουθον δυστύχημα εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς περίστασιν ἀδιαφορίας, ἢ νωθρότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὑπὸ τοῦ προσβληθέντος αἰτηθείσης καὶ κανονισθείσης ἱκανοποιήσεως, ἵνα πανδήμως διὰ παραστάσεως εἰς ἰλαδὸν σώματος χωροφυλακῆς ἐν τῇ συνταγματικῇ πλατείᾳ τῶν Ἀθηνῶν, παιανιζούσης τῆς μουσικῆς τὸν ὕμνον τῆς Ἀνάσσης τῆς Μεγάλης Βρετανίας. Καὶ βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνέδωσεν εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἱκανοποιήσεως, ὡς ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της «ᾖ ἀνάγκη, καὶ Ζεὺς αὐτὸς ἥκει», καὶ περὶ πλέον ἐμφιλοχωροῦσα καὶ εἰς τὰ συμβάντα τῶν παρελθόντων ἐτῶν τοῦ Στολάρχου Πάρκερ, καὶ τὸ παρατράγωδον τῆς Γαλλίδος ἐκείνης τοῦ 1863, ὅπου τότε ἡ Ἑλλὰς ἕνεκα τῆς ἀβελτηρίας τῶν κυβερνώντων ὑπέστη ἀνυπολογίστους ζημίας. Ὅθεν γνωρίζουσα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις μὲ ποῖον ἔχει νὰ λογαριασθῇ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ γνωρίζουσα τὸ ἰδιόῤῥυθμον τῶν Ἄγγλων Ὑπουργῶν τῆς θυγατρὸς τοῦ Ποσειδῶνος Ἀλβιόνης, ἐχούσης ἐν παλάμῃ Ἄλκιμον ἔγχος, ἀκαχμένον ὀξέϊ χαλκῷ βριθὺ, μέγα, στιβαρὸν, τῷ δάμνησι στίχας ἀνδρῶν ἡρώων, τοῖσίν τε κοτέσεται ὀβριμοπάτρη, ἐπρόλαβε, λέγω, πᾶσαν ἐνδεχομένην δυσχέρειαν πρὸς βλάβην ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, ἔδωκε τὴν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ προσβληθέντος ἱκανοποίησιν διὰ τὸ λυπηρὸν ἐπεισόδιον, ὑπὸ τοῦ ἀξέστου ἐκείνου ἀτασθάλου χωροφύλακος, συμμορφωθεῖσα κατὰ τὸ σοφὸν γνωμικὸν «Σωτηρίας σημεῖον, ἥμερος τρόπος», καὶ καθ’ ὅσον ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις δὲν ἀπεμακρύνθη τοῦ δόγματος τῶν σοφῶν: «Τὸ γνῶθι σαυτὸν πανταχοῦ ἐστι χρήσιμον· καὶ τὸ «τῆς ἀλαζονείας οὔ τις ἐκφεύγει δίκην». Ὅθεν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ἄριστα, ἱκανοποιήσασα προθύμως ἄνευ μεγάλων διαστάσεων καὶ θορύβων ἀλαζονείας, ὡς ἀξιοῖ ἡ ἄφρων Ἀντιπολίτευσις πάσχουσα ἀπὸ ἀρχομανίαν, καθότι πᾶσα ἀδιαφορία καὶ νωθρότης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς μας ἤθελε παρεξηγηθῆ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἄλλοτε ἔδωκε τῇ Ἑλλάδι ἐπαχθὲς τῆς ἀλαζονείας τῶν κυβερνώντων μάθημα. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῆς δημοκοπίας της προσπαθεῖ διὰ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου τοῦ λυπηροῦ νὰ ἀναβῇ εἰς τὴν Ἐξουσίαν· ἀλλὰ πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὸ Ἔθνος ἐγνώρισε κατὰ βάθος τὰς ἐπιθυμίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰς ἀγαθὰς καὶ ἐπωφελεῖς πράξεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰ ἐσθλὰ ἔργα συνηγοροῦν πανδήμως ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως αὐτῆς ἐπὶ πολλὰ ἔτη· καὶ ἡ Πατρὶς ἡμῶν ὀφείλει ἄκραν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν πρόνοιαν, ἥν περ ταχέως ἔλαβεν εἰς τὸ λυπηρὸν ἐπεισόδιον καὶ ἀπήλλαξε τὸν Τόπον ἀπὸ τὰς σοβαρὰς συνεπείας δυστυχημάτων, ὡς ἐπάθομεν ἐπὶ τοῦ Πάρκερ ἕνεκα τῆς ἀλαζονείας καὶ ἀπερισκεψίας τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, πάσχουσα διατάραξιν φρενῶν, δὲν δύναται νὰ κατανοήσῃ τὸ ἁμάρτημά της εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ὅπερ παρεμφερὲς πρὸς τὸ Εὐριπίδειον ἐκεῖνο: Ὅταν γὰρ ὀργὴ δαιμόνων βλάπτῃ τινὰ, τοῦτ’ αὐτὸ πρῶτον ἐξαφαιρεῖται φρενῶν τὸν νοῦν τὸν ἐσθλὸν, εἰς δὲ τὰ χείρω τρέπει γνώμην ἵν’ εἰδῇ μηδὲν ὧν ἁμαρτάνει. Τούτων οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, χαίρω καὶ ἀγάλλομαι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς διὰ τὴν ἐπιτυχῆ λύσιν τοῦ δυσχεροῦς ζητήματος τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρετανίας, καὶ συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέσης καρδίας, ἥτις διὰ πολιτικῆς φρονήσεως διεσκέδασε τὸ ἀμαυρὸν πολιτικὸν νέφος, ὅπερ ἤθελεν ἐπισκιάσει τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα τῆς Ἑλλάδος μετὰ σφοδρᾶς θυέλλης καὶ καταστροφῆς ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος μας.
§17Ι. ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Στεφανίδης ἦτο ἄλλο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ παρελθὸν τοιοῦτον, ὥστε ν’ ἀξιοῖ ἀπαντήσεως, τότε βεβαίως ἠδυνάμην νὰ τῷ δώσω τὴν ἀνήκουσαν ἀπάντησιν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξέφερε λέξεις ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀτυχῶς τυγχάνει ὢν συνάδελφός μου, θὰ εἴπω τινὰ περὶ αὐτοῦ. Ὅταν ἀπεδύθη εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, ἔσπευσε νὰ μεταβῇ εἰς Ἀγυιὰν καὶ νὰ μεταχειρισθῇ πᾶν μέσον ἀθέμιτον καὶ οὕτω ἀνεδείχθη δεύτερος Ἀντιπρόσωπος αὐτῆς. Τὸ παρελθὸν καὶ ὁ βίος τοῦ Στεφανίδου εἶναι ἀποδεδειγμένα καὶ εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορῶ καὶ τεχνολογῶ τὸ ἄτομόν του. Ὁ Στεφανίδης συνεννοήθη μέ τινας σπουδαστὰς ἐν Ἀθήναις τότε καὶ ἐξ αὐτῶν εἷς εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ δολοφονηθέντος Δημάρχου Ἀγυιᾶς· μετ’ αὐτοῦ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν ἵνα βεβαιωθῇ ὁποίαν θέσιν θὰ ἔχῃ ἐν Ἀγυιᾷ ὅπως ἀποφασίσῃ ν’ ἀποδυθῇ εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα, καὶ ποῖον ἄρα γε θὰ ἦναι τὸ κατάλληλον πρόσωπον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐσυμβιβάζετο ὁ κ. Στεφανίδης νὰ συνδυασθῇ. Μετὰ τοῦ νέου λοιπὸν ἐκείνου, μὲ τὸν ὁποῖον συνεννοήθη τότε, συνεννοεῖται καὶ ἤδη, ὡς τοῦ μόνου φίλου του περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν μέτρων ἐν γένει, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Στεφανίδης λαμβάνει πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου ἐκείνου. Ἐξελέγη λοιπὸν Βουλευτὴς, ἀλλὰ μόλις ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, ἐγὼ ἀμέσως διεμαρτυρήθην εἰς τὴν Ἐπαρχίαν κατ’ αὐτοῦ, εἰπὼν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμπράξω μετὰ τοῦ κ. Στεφανίδου, διότι ἡ διαγωγή του καὶ τὸ παρελθὸν εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, καὶ ἑπομένως ἔκτοτε ἀπηξίουν οὐδὲ καὶ τὸν συνήθη χαιρετισμόν του νὰ δεχθῶ, καὶ τέλος εἰς τὸν προδότην τοῦ Μακρυγιάννη ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντήσω. Προκαλῶ ὅμως αὐτὸν, ἐὰν ἔχῃ τὸ θάῤῥος καὶ λέγῃ ἀλήθειαν, ὅτι ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκφράζεται ἡ εὐχαρίστησις τοῦ Τόπου ὑπὲρ τῆς πολιτείας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον· ἄλλως, εἶναι ψεύστης ἀναιδής. Ταῦτα ἐν συντόμῳ πρὸς τὸν ἔνθερμον φίλον τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐγὼ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, διὰ νὰ δείξω τίς ἦτον ὁ χωροφύλαξ Καλποῦζος, καὶ τίνας ἐντυπώσεις ἔκαμεν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μου ἡ διεξαγωγὴ αὐτοῦ, ἥτις κατεμάρανε πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν διὰ τὴν ὁμολογουμένην ἐθνικὴν ταπείνωσιν.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου συμπολῖταί τινες ἐκ Πειραιῶς, οἵτινες μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι Ἐπιτροπὴ ἄλλων συμπολιτῶν των, κατοικούντων ἐν Πειραιεῖ, ἐργαζομένων δὲ ἐν τοῖς διαφόροις σιδηρουργείοις τῆς πόλεως, καὶ μοὶ ἐνεχείρισαν ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ἀναφορὰν, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν ἐντολέων των, παρακαλέσαντές με νὰ καταθέσω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὑπογεγραμμένοι ἀνέρχονται εἰς 180. Δὲν γνωρίζω τοὺς προσελθόντας εἰς τὴν οἰκίαν μου, ὡς καὶ τοὺς ἄλλους, ὧν αἱ ὑπογραφαὶ φαίνονται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐκθέτουσι τὸ αὐτὸ παράπονον. Παριστῶσιν, ὅτι, ἂν ἡ ἀρτιγενὴς βιομηχανία τῆς σιδηρουργίας ἐν Πειραιεῖ εἶχεν ὑποκύψει εἰς τὴν ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ πάσης τῆς βιομηχανίας καὶ ἐπὶ παντὸς τοῦ ἐμπορίου τῆς ἀκμαζούσης πρὸ μικροῦ ἐκείνης πόλεως ἐνήσκησεν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ὅτι τελευταῖον ἐδόθη θανάσιμον, ἵνα εἴπω οὕτω, κτύπημα εἰς τὴν ἀρτιγενῆ σιδηρουργικὴν βιομηχανίαν τῆς πόλεως Πειραιῶς. Καὶ λέγουσιν ἀλήθειαν. Ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἡ ἐπισκήψασα ἐπὶ τὴν Χώραν, ἐνήσκησεν ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐπὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἐπὶ τὴν βιομηχανίαν τῆς πόλεως Πειραιῶς, διότι κατέστησε σπανιώτατα τὰ κεφάλαια, διότι περιώρισε τὸν κύκλον τῶν καταναλωτῶν, ἕνεκα δὲ τούτων πτωχεύσεις ἐπανειλημμένως ἀπηγγέλθησαν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, πληθὺς δὲ πτωχεύσεων ὑπάρχει ἐν τῇ πόλει Πειραιῶς, πληθὺς, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεκήρυξαν εἰσέτι τὰ Δικαστήρια, καὶ τὴν ὁποίαν οἰκονομοῦσιν ἐκ συμφέροντος ἰδίου οἱ πιστωταί. Ἀλλ’ ἂν τὰ δυσάρεστα ταῦτα ἀποτελέσματα, τὰ ἐπελθόντα ἐκ τῆς ἐπισκηψάσης οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐπέδρασαν ἐπίσης καὶ ἐπὶ τὴν ἀρτιγενῆ βιομηχανίαν τῆς σιδηρουργίας τῆς πόλεως Πειραιῶς, ἡ τελευταῖον γενομένη μετὰ τῆς Γερμανίας σύμβασις, εἶπον οἱ προσελθόντες εἰς ἐμὲ, ἡ ἀναγράψασα τὴν ἀτέλειαν ἐπὶ πολλῶν προϊόντων τῆς σιδηρουργικῆς βιομηχανίας, ἀφῄρεσε πᾶν μέσον συντηρήσεως καὶ ὑπάρξεως τῶν ἐν Πειραιεῖ σιδηρουργείων. Μοὶ εἶπον ὅτι ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ σιδηρουργεῖα τῆς πόλεως Πειραιῶς διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πορισθῇ ἐκεῖθεν τὰ προϊόντα τῆς τέχνης, διότι πάντες προτιμῶσι τὰ ἐκ τῆς Εὐρώπης ἐρχόμενα, καὶ ὡς κρείττονος τέχνης καὶ ὡς εὐθηνότερα. Διὰ τοῦτο μοὶ εἶπον ὅτι ἐργοστάσια, ἀκμάζοντα πρό τινος, ἀπέλυσαν πληθὺν ἐργατῶν. Μοὶ ἀνέφερον δὲ τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Δζὼν–Μὰκ–Δούαλ, ἐν τῷ ὁποίῳ οὗτοι εἰργάζοντο, καὶ μοὶ παρέστησαν ὅτι ἑβδομήκοντα τεχνῖται, δεδοκιμασμένοι ἐπὶ ἔτη πολλά, ἠναγκάσθησαν ν’ ἀπέλθωσι καὶ ἤδη πένονται. Εὐτυχῶς διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν δὲν παρέστησαν μέχρι τοῦδε εἰς αὐτὴν τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ἐπέσκηψαν ἕνεκα παραπλησίων αἰτιῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐργασία θέλει προσφέρεσθαι, ἀλλὰ δὲν θέλει ζητεῖσθαι, διότι τὰ κεφάλαια κατέστησαν σπανιώτερα, καὶ θέλουσιν ἔτι μᾶλλον καταστῆ σπανιώτερα, θέλει δὲ προσφέρεσθαι ἡ ἐργασία διὰ νὰ πορίσῃ ἄρτον ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐργατῶν, οὗτοι δὲ δὲν θέλουσιν εὑρίσκει ἐργασίαν διὰ νὰ πορίζωνται τὸν ἄρτον τοῦτον. Εἶναι δὲ λίαν ἐπαισθητὴ ἡ ζημία ἰδίως εἰς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁπλῆ ἐργασία χειρῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐργασία ἀπαιτοῦσα τεχνικὴν ἐμπειρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξησκήθησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη οἱ τὴν ἐργασίαν ταύτην προσφέροντες μὲ θυσίας καὶ στερήσεις διὰ ν’ ἀποκτήσωσι ταύτην τὴν ἐμπειρίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἔζων ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Τὸ ζήτημα ἀληθῶς μοὶ φαίνεται ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασα νὰ ἐκτελέσω τὴν παράκλησιν τῶν συμπολιτῶν τούτων, καὶ νὰ ὑποσχεθῶ εἰς αὐτοὺς ὅτι θέλω καταθέσει εἰς χεῖρας τοῦ Προέδρου τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν (τὴν καταθέτει). Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τῆς Χώρας εἶναι σπουδαιότατον. Νομίζω, ὅτι τὰς συνεπείας τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου ἠσθάνθη ἤδη ἡ Χώρα, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὄχι μόνον ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ὑπουργείου πολιτικὴ εἶναι ἡ κυρία ὑπαιτία τῶν ἐπισκηψάντων μέχρι τοῦδε δεινῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ δεινὰ ταῦτα θέλουσι, προϊόντος τοῦ χρόνου, ἐπιταθῆ ἐπὶ μᾶλλον. Διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκρινεν ὅτι ἔχει πρώτιστον καθῆκον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας. Καὶ τοῦτο ἔπραξεν ἤδη ἐπανειλημμένως, ἐνεγκοῦσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν ἐπὶ θεμάτων οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ συμπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, οἷα δήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ὑποδοχή, τὴν ὁποίαν αἱ παραστάσεις ἡμῶν θέλουν εὑρεῖ, ἔχομεν πάντοτε ἀνάγκην τῶν φώτων, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία κατέχει ἐν τοῖς Γραφείοις· διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν ἐπανειλημμένως τὰ φῶτα ταῦτα, καὶ μάλιστα εἴχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν αὐτά, ἀφοῦ ἐποιήσατο ἤδη χρῆσιν αὐτῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐμνημόνευσε τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1883, τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀφοῦ δ’ ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν φώτων τούτων, εἴχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως παραθέσῃ ταῦτα καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, διὰ νὰ ποιήσωμεν καὶ ἡμεῖς χρῆσιν αὐτῶν, καὶ χειραγωγηθῶμεν εἰς τὰς μελέτας μας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πίνακα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν πραγματοποιηθέντων καθ’ Ὑπουργεῖον ἐξόδων καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1883. Ἀλλ’ ἦλθε μίαν ἡμέραν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι κατατίθησι τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος ζητηθείσας πληροφορίας· τὸ κατατεθὲν ὅμως ἔγγραφον ἦτο πίναξ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1883 μόνον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ κατέθεσα ὅλα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ τὰ εἴχομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος θὰ ἀπαντήσῃ τί ἔγειναν.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ γεγονότος, λαβόντος χώραν· κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλανᾶσθε, ἂν νομίζετε, ὅτι, ἂν κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι κατετέθησαν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τί χρησιμεύει ἡ παρατήρησίς σας αὕτη; Καὶ ἀπορῶ πῶς ἄνθρωπος ἐπιστήμων καὶ νοήμων δὲν ἠδυνήθη ἐπὶ τρία ἔτη νὰ μάθῃ τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἤθελε γείνει γνωστὸν εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν πρόκειται νῦν περὶ σχέσεων Βουλευτῶν πρὸς ἀλλήλους, ἵνα δίδωσιν αὐτοὶ πληροφορίας, ἀλλὰ περὶ σχέσεων τῶν Βουλευτῶν πρὸς Κυβέρνησιν, παρεμπίπτοντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἔχει κῦρος ἡ πληροφορία τοῦ κ. Καραπάνου.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤκουσα ὑμᾶς πολλάκις διακόπτοντας ῥήτορας διὰ νὰ δώσητε πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἐγνωρίζετε. Νομίζω ὅτι, ἔχων παράδειγμα ὑμᾶς, δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ σᾶς δώσω πληροφορίαν, διότι ἐγὼ ἤμην ἐν γνώσει ὅτι κατετέθησαν.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ συνάδελφος δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ κατάθεσις εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἰσοδυναμεῖ μὲ κατάθεσιν ἐν τῇ Βουλῇ, τί νὰ τοῦ κάμω; Ἄλλην ἡμέραν ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀνήγγειλεν ὅτι κατατίθησι τὰς ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Γόρτυνος ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ κατέθηκε πίνακα ἄλλον, ὅστις ὅμως καὶ αὐτὸς ἦτο πίναξ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων οὐχὶ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1883, ἀλλὰ μέχρι 30 Σεπτεμβρίου καὶ ὄχι μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, μόνον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· ἐγὼ κατέθηκα πάντα.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς δὲν ἔχω ἐν χερσὶ πίνακας τοιούτους.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθησαν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἐγὼ κατέθηκα, καὶ περὶ τούτου νὰ φέρητε τὸν λόγον· ἐγὼ ὅμως κατέθηκα πάντα ὅσα εἴπετε.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡμέραν τινὰ, ἀπαντῶν πρὸς ἐμὲ, ζητοῦντα τοὺς πίνακας τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων τοῦ 1883 καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου, εἶπεν, ὅτι κατέθηκεν αὐτοὺς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἓν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς μειοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπελθὸν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, ἔλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ καί τινας τῶν πινάκων, καὶ ὑπέδειξεν ὅτι ὁ συνάδελφος οὗτος, ὁ φίλος μου κ. Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς, Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἦτο ὁ ἀποδρὰς καὶ ὑπεξαιρέσας τὰ ἐπίσημα ταῦτα ἔγγραφα. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐπανῆλθεν εὐτυχῶς, πρὶν ἢ καταδιωχθῇ διὰ κατασχετηρίου ἐγγράφου, καὶ κατέθηκε τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ σήμερον, ὅτι κατέθηκε τοὺς πίνακας τῶν ἐξόδων· ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐνῷ παρῆλθον καὶ αἱ 20 ἡμέραι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, δὲν ἐφρόντισε νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ διανεμηθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς παρετήρησα, καὶ τῶν δύω Ὑπουργείων, τῶν ὁποίων οἱ πίνακες διενεμήθησαν, οἱ πίνακες δὲν εἶναι τυπωμένοι, ἀλλὰ λιθογραφημένοι, ὅπερ ἠδύνατο νὰ γείνῃ τάχιστα καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πέντε Ὑπουργείων. Ἐν τοσούτῳ παρῆλθον αἱ 20 ἡμέραι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἐστερημένοι τῶν φώτων, τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀνάγκην, ἂν ἀληθῶς κατέθηκε τοὺς πίνακας τούτους εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν καὶ πίνακας τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων τοῦ 1883 καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθηκε πίνακα τοιοῦτον, ὅστις εἶναι λιθογραφημένος. Μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ πίναξ οὗτος εἶναι πλήρης σφαλμάτων. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐπισημότης τοῦ ἐγγράφου τούτου δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὸν μελετῶντα τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδεχθῇ τοὺς ἐν αὐτῷ ἀριθμοὺς ὡς ἀκριβεῖς. Ἀληθῶς δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω τινὰς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐν αὐτῷ ἀναφέρονται. Οὕτω π.χ. — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν συνήθως ἀσχολουμένων περὶ τὰ οἰκονομικὰ — ἐν τῷ πίνακι τούτῳ, ὁ ὁποῖος ἐπιγράφεται «Κατάστασις τῶν βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τοῦ 1883 καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1883», ὑπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ κεφαλαίου 4 τῶν ἐσόδων, σημειοῦται ὅτι εἰσεπράχθησαν καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1883 ἐξ ἁλικῶν 2,861 δραχμῶν. Δύνασθε νὰ ὑποθέσητε ὅτι εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράχθησαν 1,300,000, κατὰ τὸ 1881 1,000,000, κατὰ τὸ 1880 900,000; Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τὸ 1883 εἰσεπράχθησαν 2,861 δραχμαί; Βεβαίως εἶναι λάθος· ἀλλ’ ὅταν εὑρίσκετε λάθη εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ποίαν ἐμπιστοσύνην ἔχετε πλέον εἰς τοὺς ἄλλους ἀριθμούς;
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτα λάθη δὲν δικαιολογοῦνται.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίνα λάθη δὲν δικαιολογοῦνται; Ὁ πίναξ εἶναι πολὺ καλῶς συντεταγμένος καὶ τώρα θὰ τὸ ἀκούσητε.
§32Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο πρὶν ἢ φέρω τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνόμισα ἀναγκαῖον ν’ ἀποταθῶ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἐλπίζω ὅτι τὸ Γραφεῖον ἤθελεν ἀνακοινώσει τὰς παρατηρήσεις μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ οὗτος ἤθελε συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα φροντίσῃ νὰ συνταχθῇ πίναξ ἀκριβὴς καὶ μοὶ ἀποσταλῇ. Παρετήρησα μάλιστα, ὅτι ἐκ τοῦ εἰρημένου πίνακος ἐλλείπουσι διάφοροι εἰσπράξεις, καὶ οὕτω ὡς πρόσοδος τοῦ ἄρθρου 1 κεφαλαίου Αʹ. τῶν ἐσόδων ἐξ ἐγγείων φόρων δὲν περιλαμβάνονται πᾶσαι ὑπὸ τὸ εἰρημένον ἄρθρον, εἰμὴ τὰ εἰσπραχθέντα μόνον ἐκ τῶν ἀροτήρων βοῶν, ἐκ τῶν στρεμματικῶν φόρων καὶ ἐκ τῶν ἐλαιοδεκάτων. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ λάβω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ἔλαβον σήμερον νέον πίνακα, μοὶ εἶπον δὲ ὅτι ὁ πίναξ οὗτος συμπληροῖ ὅλα τὰ κενά. Δυστυχῶς ὅμως καὶ ὁ πίναξ οὗτος εἶναι ἄλλου εἴδους πίναξ. Φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ νὰ διευθύνῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, κατορθοῖ καθ’ ἕκαστον νέον ἔτος νὰ εἰσπράττῃ περισσότερα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοῦ πίνακος τούτου μᾶς κοινοποιεῖ σύγκρισιν τῶν εἰσπραχθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1883 καὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1884· καὶ μάλιστα διὰ νὰ γείνῃ καταφανὴς ἡ πρόοδος, σημειοῖ ἀπέναντι ἑκάστου Ταμείου τὸ ποσοστὸν τῶν καθυστερούντων. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν οὐχὶ πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1883 κατὰ μόνον τοὺς 10 μῆνας τοῦ ἔτους, ἀλλὰ πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων, καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, ἡ ὁποία, ὡς γνωστὸν, ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1883 καὶ λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1884. Τὴν πληροφορίαν ταύτην δὲν εὑρίσκω οὔτε ἐν τῷ πίνακι τούτῳ. Ὅθεν, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων τοῦ ἔτους 1883, καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1883 κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαιοῖ, ὅτι κατέθηκε τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί ἐγένοντο αὐτὰ τὰ ἔγγραφα· διότι νομίζω ὅτι, ἂν ἀληθῶς κατετέθησαν, δὲν κατετέθησαν πρὸς μόνην τὴν χρῆσιν τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ διὰ τὴν χρῆσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ εἰκοσαήμερον τοῦτο διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν, ἵνα τυπώσῃ τὸν πίνακα τοῦτον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πίνακες οὗτοι λιθογραφοῦνται καὶ οἱ πίνακες οὗτοι ἐντὸς ὀλίγου θέλουσι παραδοθῆ.
§34Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος λέγει, ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι λιθογραφοῦνται καὶ ἐντὸς ὀλίγου θέλουσι παραδοθῆ.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ πίναξ, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον τελευταῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τοὺς ἑτέρους πίνακας, τῶν ὁποίων ἡ ἔλλειψις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ. Ὁ πίναξ οὗτος παρεσκευάσθη κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, ἐφροντίσαμεν δὲ νὰ τυπωθῇ ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὸ ταχύτερον, καὶ ἐπρόκειτο ν’ ἀνακοινώσωμεν τὰ τῆς τυπώσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι διενεμήθη ἤδη πρὸ τῆς τοιαύτης ἀνακοινώσεως. Ὁ πίναξ οὗτος δὲν ἔχει σκοπόν τινα μεγαλαυχίας, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀλλ’ εἶναι εἷς ἐκ τῶν πινάκων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος ἀξιοῖ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δημοσιεύηται. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τοῦδε δὲν κατώρθου νὰ πραγματοποιήσῃ τοῦτο· τελευταῖον ἐπετεύχθη ἡ δημοσίευσις βεβαιουμένων, εἰσπραττομένων καὶ καθυστερούντων συγκριτικοῦ πίνακος, θὰ δημοσιεύηται δὲ καὶ ἐνταῦθα ὡς καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις Ἐπικρατείαις τοιοῦτος πίναξ κατὰ μῆνα. Ἐδημοσιεύθησαν ἤδη οἱ πίνακες μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, ἤδη δημοσιεύεται ὁ πίναξ τοῦ Νοεμβρίου καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ δημοσιευθῇ καὶ ὁ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ἀπὸ μηνὸς δὲ εἰς μῆνα θὰ δημοσιεύωνται οἱ πίνακες συγκριτικῶς πάντοτε. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐχλεύασε τὸ συγκριτικόν. Ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις, ἔνθα οἱ πολιτευόμενοι ἐννοοῦσι τίνες αἱ χρήσιμοι οἰκονομικαὶ δημοσιεύσεις, καὶ τὶ ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δημοσιεύῃ, πίναξ ἄνευ συγκρίσεως χαρακτηρίζεται ὡς πίναξ ἄνευ σημασίας. Ὁ πίναξ οὗτος, ὅπως καὶ ὁ ἕτερος πίναξ, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶναι πίναξ τῶν ἐσόδων τοῦ ταμιακοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου, ἤτοι τῶν Ἐπαρχιακῶν Ταμείων, οὐχὶ δὲ τῶν ἐσόδων τῶν εἰδικῶν Ταμείων, παραλείπονται τουτέστι τὰ ἔσοδα τὰ τελωνιακά, τὰ ἔσοδα τῶν ἁλικῶν καὶ ἄλλα, αὕτη δὲ ἡ παράλειψις τῶν ἐσόδων καὶ ἡ τῶν ἁλυκῶν ἰδίως ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι κακῶς συνετάχθη ὁ πίναξ, ἀναφέρων ἔσοδα ἐξ ἁλυκῶν 2,000 δραχ., ἐνῷ εἰσπράττονται ἐκ τῶν ἁλυκῶν ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατοστύες χιλιάδων ἐπὶ πλέον. Ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι τοῦτο εἶναι λάθος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλως ἐν πίνακι μὴ περιλαμβάνοντι τὰς εἰσπράξεις τῶν εἰδικῶν Ταμείων, ἀλλὰ μόνον τὰς εἰσπράξεις τοῦ ταμιακοῦ τμήματος: τὸ ταμιακὸν ὅμως τμῆμα, ἤτοι οἱ Ἐπαρχιακοὶ Ταμίαι, εἰσπράττουσι ποσὰ ἐλάχιστα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν τακτικὴν διαχείρισιν τῶν ἁλυκῶν ἐκμισθώσεως αὐτοπήκτων ἁλάτων καὶ ἄλλων. Ταῦτα ἀνερχόμενα περίπου εἰς 2,000 δρ. εἶναι τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον τῶν ἁλυκῶν ἐν τῷ πρώτῳ πίνακι τοῦ 1883, καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ τοῦ 1884 σημειούμενα. Ἐκ τούτου δὲ καταφαίνεται, ὅτι καὶ ὁ ἕτερος πίναξ δὲν περιέχει κατάστασιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1883 ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1883 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1884, ἀλλὰ περιέχει κατάστασιν ἄλλην, ζητηθεῖσαν ὑπό τινος τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ ἀναγομένην εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ ταμιακοῦ τμήματος, τουτέστιν εἰς τὰς εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῶν εἰδικῶν Ταμιῶν.
§36Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μακαρίσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἡ ὁποία εἰσήχθη τέλος πάντων εἰς τὸν πολιτισμὸν ἀφ’ ἧς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· διότι, διὰ νὰ ἐξισώσῃ τὴν Πατρίδα ἡμῶν πρὸς τὰς πεπολιτισμένας ἄλλας χώρας, ἀπεφάσισεν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ δημοσιεύῃ συγκριτικὸν πίνακα τῶν γιγνομένων κατὰ μῆνα εἰσπράξεων. Ἀλλὰ πρὶν μᾶς δώσῃ τὰ περισσὰ ταῦτα τρόφιμα, τὰ ὁποῖα αἱ πεπολιτισμέναι ἄλλαι χῶραι δίδουσιν εἰς τὸ κοινὸν, ἡμεῖς εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς δώσῃ τὸν ἄρτον, διότι τὸν ἄρτον ἐζητοῦμεν, καὶ ἄρτος δι’ ἡμᾶς ἦσαν αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν ποσῶν τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1883 ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους τούτου. Ἦτο δὲ δι’ ἡμᾶς ἄρτος, καὶ εἴχομεν ἀληθῶς ἀνάγκην πρὶν ἢ μάθωμεν πῶς ἐγένοντο αἱ εἰσπράξεις καὶ ποῖαι βελτιώσεις ἐγένοντο περὶ τὴν εἴσπραξιν καὶ ποῖα ἀγαθὰ προῆλθον ἐκ τῶν βελτιώσεων τούτων, εἴχομεν, λέγω, ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883, τοῦτο δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ μάθωμεν, ἀφοῦ πίναξ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων δὲν μᾶς ἐδόθη, οἱ δὲ τυχὸν κατατεθέντες πίνακες τῶν ἐξόδων δὲν μᾶς δίδουσι τὴν πληροφορίαν ταύτην. Τὸ παράξενον δὲ εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς σχέσιν μὲ ἕκαστον τῶν τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὅτι ὀφείλει, ὅταν λαμβάνῃ μίαν πληροφορίαν, νὰ ἐρευνᾷ ἡ πληροφορία αὕτη τίνος τμήματος εἶναι, καὶ ἀφοῦ μάθῃ τοῦτο, νὰ ζητῇ νὰ μάθῃ καὶ ἐξ ἄλλου τμήματος ἄλλας πληροφορίας διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰς πρώτας. Ἡμεῖς εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν τὰ ποσὰ τά εἰσελθόντα εἰς τὰ Δημόσια Ταμεῖα ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1883 κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1883, καὶ τὰ ποσὰ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1883, ἵνα παραβάλωμεν αὐτὰ καὶ εὕρωμεν τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1883. Εἶναι τάχα τοῦτο 2 μόνον ἑκατομμύρια, ὡς μᾶς εἶπε τὴν πρώτην φορὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ἀνέρχεται εἰς 6 ἑκατομμύρια, ὡς μᾶς εἶπεν ἑτέραν φορὰν, ἢ εἶναι μόνον 4 ἑκατομμύρια καί τινες ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν, ὡς μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ κατὰ Μάϊον δημοσιευθεὶς ἐπίσημος Ἰσολογισμὸς τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἢ ἀνέρχεται εἰς 8 ἑκατομμύρια, ὡς ἤρξαντο τώρα νὰ μᾶς ἀναγγέλλωσιν αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου; Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ ἐὰν κατετέθη πίναξ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσω τὸ Γραφεῖον.
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὸ Γραφεῖον καὶ νὰ μᾶς ἀπαντήσητε· διότι, ἐὰν μὲν κατετέθη, πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν ὑμᾶς διατί δὲν ἐδημοσιεύσατε αὐτὸν, ἐνῷ ἐδημοσιεύσατε ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐζητήθησαν, ὡς τὸν πίνακα τὸν συγκριτικὸν τῶν εἰσπράξεων τῶν Ταμείων.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐζητήθη ὑπὸ ἄλλου Βουλευτοῦ καὶ ἔχει πᾶς Βουλευτὴς τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε καὶ ὑμεῖς.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τέλος πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατενόησεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δημοσιεύωνται κατὰ μῆνα συγκριτικοὶ πίνακες τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἴσως δὲ ἐννοήσει ἀργότερον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δημοσιεύωνται καὶ πίνακες τῶν ἐξόδων, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης πρέπει νὰ ἦναι συγκριτικοί· παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐγίνετο, ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλοτε δημοσιευομένων πινάκων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἤδη δημοσιευομένων εἶναι, ὅτι οἱ τότε δημοσιευόμενοι περιελάμβανον ὅλα ἐν γένει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐξ οἱουδήποτε ταμείου εἰσεπράττοντο, ὁ δὲ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περιλαμβάνει μόνον τὰ εἰσπραττόμενα ἀπὸ τὰ Ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα. Ὁ πίναξ οὗτος δύναται νὰ ἦναι χρήσιμος εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐξελέγχωσι τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμιακῶν ὀργάνων, δὲν χρησιμεύει ὅμως οὔτε εἰς τὸ κοινὸν, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Τί μᾶς ὠφελεῖ νὰ μάθωμεν, ὅτι εἰς δέκα μῆνας εἰσεπράχθησαν 26 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὰ Ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν εἰς πόσα ποσὰ ἀνέβησαν αἱ εἰσπράξεις ὅλων ἐν γένει τῶν Ταμείων τοῦ Κράτους καὶ κατὰ πόσον αἱ εἰσπράξεις αὗται εἶναι ἀνώτεραι ἢ κατώτεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν ἢ τῶν πέρυσι πραγματοποιηθεισῶν; Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον εἶναι συντεταγμένος καὶ ὁ ἕτερος πίναξ, τὸν ὁποῖον χθὲς παρουσίασε, καθόσον καὶ αὐτὸς δὲν περιλαμβάνει τὴν ἐνέργειαν τῶν εἰδικῶν Ταμείων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ πλήρη πίνακα, παριστάνοντα ἐν συνόλῳ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ὄχι κατατετμημένα.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς πίνακας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1883 ὑπέβαλον, ταῦτα δὲ πάντα τὰ ἄλλα ὑποβάλλονται ἐκ περισσοῦ, εἴτε διότι ζητοῦνται παρὰ Βουλευτῶν εἴτε διότι ἡ ὑπηρεσία νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ παρέχῃ τὰς πληροφορίας ταύτας διὰ τοὺς θέλοντας καὶ δυναμένους νὰ χρησιμοποιήσωσιν αὐτάς. Ὅτι ἔχουσι μεγίστην χρησιμότητα καὶ ταῦτα, εἶναι ἀναντίῤῥητον, δὲν ἐννοῶ ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ ταῦτα ἔχουσι χρησιμότητα, δὲν πρέπει νὰ δημοσιεύωνται καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας. Δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ τὴν κατάστασιν τῆς ληξάσης τῇ 31 Ὀκτωβρίου χρήσεως, εἰμὴ μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν αὐτὴν πρὸ μηνὸς καὶ πλέον, καὶ ἐνθυμεῖσθε μάλιστα ὅτι, ὅταν ὑπέβαλον αὐτὴν παρετήρησα ὅτι, καίτοι δὲν εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλωμεν τὸν πίνακα εἰμὴ μέχρι τοῦ Μαρτίου, οὐχ ἧττον τὸν ὑπεβάλομεν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου νομίζω. Ἡ χρησιμότης ὅμως τῶν ἄλλων πινάκων δὲν εἶναι μόνον, οὐδὲ κυρίως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας; ἀπ’ ἐναντίας, οἱ πίνακες ἐκεῖνοι εἶναι χρήσιμοι διὰ τὴν μελέτην τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων ἑνὸς ἑκάστου φορολογικοῦ εἴδους. Ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις εἶναι χρήσιμος ἡ ἔγκαιρος γνῶσις τῆς προόδου τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄλλων φόρων διακεκριμένως. Ἐὰν δὲ εἷς τῶν πινάκων περιέχῃ μόνον τὰς βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις κατὰ Ταμεῖα, ὅπερ εἶναι χρήσιμον εἰς τὴν ἐποπτείαν τῆς ὑπηρεσίας, ὑπάρχει παραπλεύρως ὁ πίναξ τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων κατὰ φορολογικὰς κατηγορίας, ὅπερ ἀπαραίτητον πρὸς μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς καταστάσεως. Πλὴν δὲ τούτων δημοσιεύονται καὶ καταστάσεις μηνιαῖαι τῶν κυριωτέρων ἐκ τῶν εἰδικῶν Ταμιῶν, ἤτοι τῶν Τελωνῶν. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως 10 ἢ 15 ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν ἑκάστου μηνὸς καταχωρίζεται πίναξ λεπτομερὴς τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἔχει οὕτω πᾶς τις ὅλα τὰ στοιχεῖα πρὸς μελέτην, ἰδίᾳ τῆς προόδου τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων ἑκάστου φόρου.
§42ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Τὸ νὰ ἐκπληροῖ τις τὸ καθῆκόν του εἶναι ἐπαινετόν· τὸ νὰ μέμφηται ὅμως παρὰ τὴν ἀλήθειαν τοὺς προκατόχους του, ὡς μὴ ἐκπληρώσαντας τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπές. Οἱ προκάτοχοι κατηγορήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ἐδημοσίευσαν ποτὲ μηνιαίους πίνακας καὶ ὅτι μόνον οὗτος ἀπεφάσισε νῦν νὰ δημοσιεύῃ κατὰ μῆνα τοιούτους, συμμορφούμενος μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, ὡς εἶπε. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι καὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐδημοσίευσαν τοιούτους πίνακας καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος, ἀντιπολιτευόμενος ὤν τότε, ἐμέμφθη ἐμοῦ, διότι δὲν περιελάμβανον εἰς τοὺς πίνακας ἐκείνους τὰ ἔξοδα καὶ κατ’ ἄρθρον. Δὲν εἶναι ἀληθὲς λοιπὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε, καὶ δύναταί τις νὰ ἐκπληροῖ καλῶς τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μέμφεται ἀδίκως τοὺς προκατόχους.
§43ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνατραφεὶς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, γνωρίζει, ὅτι ὁ κυριώτερος κανὼν τῆς ταχείας περαιώσεως παντὸς ἔργου εἶναι ὁ καταμερισμὸς τῶν ἔργων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ν’ ἁρπάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, τῆς δὲ Βουλῆς νὰ ἐξελέγχῃ καὶ αὕτη πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα τῇ χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὑπέβαλε τυπωμένα τά τε φορολογικὰ Νομοσχέδια καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀμέσως κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν Συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ ἐκαυχήθη διὰ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν, ὅπως ἠδύνατο νὰ φέρῃ, τυπωμένας καὶ τὰς πληροφορίας, ἃς ζητοῦμεν, τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1883, ἂν οὐχὶ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, μέχρι τοὐλάχιστον τῆς 31 Αὐγούστου· περὶ τούτου οὐδόλως ἐφρόντισε. Τώρα θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν ἀμέλειαν τῆς μὴ δημοσιεύσεως εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ δυστυχῶς αὐτὸ τὸ καθῆκον ἔχει τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἂν δὲν ἀνήκῃ εἰς αὐτὴν, πρέπει νὰ παραιτηθῇ, καθόσον ἡ ἀποτυχία εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου καταδηλοῖ μειονοψηφοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ μὴ τύπωσις λοιπὸν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι ἀμέλεια, ἀλλ’ ἔργον πονηρὸν, ἔργον δυστροπίας τῆς Κυβερνήσεως, πολὺ δὲ περισσότερον, ἀφοῦ εἶναι ἀφωσιωμένοι αὐτῇ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Προεδρεῖον ἢ μᾶλλον ὁ Πρόεδρος, ὅστις δὲν συναισθάνεται ἀτυχῶς τὴν ἀξίαν τῆς θέσεώς του, ὅτι εἶναι ἀνώτερος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς ἐνεργείαις του ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἐν τούτοις τολμᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡμεῖς ἀμοιροῦμεν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι αὐτὸς ἦλθε μὲ τὰς μεγάλας ἰδέας νὰ μᾶς διδάξῃ! Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ λέγει διὰ νὰ τὰ ἀκούωσι καὶ παραμυθῶνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ τῶν Συναδέλφων, οἵτινες χωρὶς νὰ τὸν πιστεύωσιν, ὑποκρίνονται ὅτι τὸν πιστεύουσι, δι’ οὓς λόγους γνωρίζομεν ὅλοι μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνηται τυφλὸν ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὔτε τὸ παρελθόν του, οὔτε ἡ θέσις του τὸ ἐπιτρέπει, καὶ ἡμᾶς φέρει εἰς δύσκολον θέσιν ἀπέναντί του.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ πόθον γενικὸν τοῦ νομικοῦ μας κόσμου ὑποβάλλων Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ πνευματικὸν ἐντρύφημα τοῦ Σεβαστοῦ θείου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ Δικηγόρου κ. Μανωλίδου, Συναδέλφου ἡμῶν ἐπὶ πολλὰς Περιόδους καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος, ὅστις ἐμερίμνησε περὶ τοῦ νομικοῦ τούτου ζητήματος. (Ὅρα Παράρτημα). Γνωρίζετε ὅτι ἐν τῷ λογιστικῷ Νόμῳ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη μία παραγραφὴ ἔκτακτος ἢ πενταετὴς, ἥτις, ἐνῷ ἡ τριακονταετὴς τοῦ Κοινοῦ Δικαίου δὲν ἔχει δικαιολογικὴν βάσιν, διότι στηρίζεται εἰς αὐθαιρεσίαν, φαντασθῆτε ἐὰν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ πενταετὴς, ἡ ὁποία ἁπλῶς χάριν εὐκολίας λογαριασμῶν ἐθεσπίσθη, κατέστη δὲ ἡ μάστιξ ἀληθῶς τῶν ἰδιωτῶν καὶ τὸ δημευτήριον πολλῶν περιουσιῶν διὰ τῆς διασταλτικῆς ἑρμηνείας τῶν Δικαστηρίων. Κατὰ τὸν Νόμον ἡ πενταετὴς παραγραφὴ ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἐπὶ δύω συνεχεῖς Προϋπολογισμοὺς τῆς κεκλεισμένης χρήσεως ἀναγραφῇ χρέος τοῦ Δημοσίου· ἐκ τούτου προκύπτει ὅτι δικαίωμα δὲν παραγράφεται, ἀπαίτησις ἰδανικὴ δὲν παραγράφεται, τί παραγράφεται; Πᾶν χρέος, δηλαδὴ τὸ ἐκκαθαρισμένον τὸ μετὰ καταδίκην ὀφειλόμενον, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διὰ νὰ πληρωθῇ καὶ μὴ πληρωθὲν τὸ καὶ ἐπὶ δύω χρήσεις κεκλεισμένας ἀναγραφὲν ὡς ὀφειλόμενον καὶ ἐπὶ τέλους μὴ ζητηθὲν ἐπὶ πενταετίαν. Περὶ τῆς τοιαύτης περιπτώσεως προβλέψας ὁ λογιστικὸς Νόμος διατάσσει, ἵνα τὸ τοιοῦτον χρέος μετὰ πενταετίαν μὴ πληρώνηται. Τὰ Δικαστήρια δυστυχῶς ἠρμήνευσαν τὸ τοιοῦτον πάντοτε ταμιευτικῶς καὶ παραγράφουν οὕτω τὰς ἀγωγάς. Ἡ τριακονταετὴς παραγραφὴ τῶν ἀγωγῶν μετεβλήθη εἰς πενταετῆ· οἰκόπεδα, γαῖαι, κτήματα ἀποκτῶνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς πενταετοῦς παραγραφῆς. Ὀφείλομεν λοιπὸν ἔπαινον εἰς τὸν σεβαστὸν θεῖον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις ἠσχολήθη εἰς αὐτὴν τὴν μελέτην καὶ κατήρτισε Νομοσχέδιον συνοδευόμενον μετ’ ἐκτεταμένης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ τιμήσῃ ἐμὲ καὶ μοὶ παραδώσῃ τοῦτο πρὸ 2 ἐτῶν, ὅπως τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ ἀνέμενον τὴν θεραπείαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἐπ’ ἐσχάτων ἐνδίδων εἰς τὰς παροτρύνσεις τοῦ φίλου συναδέλφου, ὑποβάλλω τὸ Νομοσχέδιον εἰς τὴν ὑμετέραν ἐκτίμησιν μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι θέλει λάβει καὶ τοῦτο τὴν ὁδὸν τῶν Μακάρων, ὡς πάντα τὰ Νομοσχέδια, τὰ μὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενα, λαμβάνουσιν. Ὑπάρχει δὲ δι’ ἐμὲ μικρὰ ἄγκυρα ἐλπίδος ἐπιψηφίσεως, ἂν καὶ μετὰ σαθρᾶς καμήλου δεδεμένη, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰ θεῖα θέλει ἐπιμείνει νὰ ψηφισθῇ. Τὸ Νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχει ἐκτεταμένην εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν, αἱ δὲ τοιαῦται ἐκθέσεις πολὺ σπανίως παρ’ ἡμῶν ἀναγινώσκονται, καθόσον ἀποβλέπομεν εἰς τὸ πόρισμα, εἶναι περιττὸν νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις χάριν οἰκονομίας, ἐὰν δέ τις θέλῃ νὰ ἀναγνώσῃ ταύτην, δύναται νὰ τὴν μελετήσῃ κατ’ ἰδίαν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς. Τελευταῖον συνιστῶ τὴν ταχεῖαν ἐκτύπωσιν καὶ ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κύριοι, ἐάν τις ὅστις παρίσταται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, βεβαίως δὲν γήθεται βλέπων πέριξ ὅλους τοὺς παράγοντας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐκεῖθεν τὴν δημοσιογραφίαν, ἐντεῦθεν τὸν βιομήχανον, τὸν ἔμπορον, τὸν γεωργὸν, τουτέστι τὸν καθ’ αὑτὸ λαὸν, τὸ Ἔθνος, ἐκεῖθεν τὴν πολεμικὴν δύναμιν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ μόνον τὴν ἡμίσειαν, διότι ἡ πρωτότοκος κατεδικάσθη εἰς ἀφάνειαν· ἡ ναυτικὴ δύναμις εἶναι ἡ δεξιὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐνταῦθα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ ἡ ναυτικὴ παροῦσα. Πρὸ ἐτῶν ἐπρότεινα, ὅπως μὴ ἀποκλείεται ἡ πρωτότοκος θυγάτηρ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἔθνους, τὸ ναυτικὸν, ἀπὸ τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ Ἔθνους συμβαινόντων, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ ἐγκέφαλος τοῦ Ἔθνους. Ὀφείλει λοιπὸν νὰ παρίσταται καὶ αὐτὴ οὐχὶ ὡς ἀκροατὴς μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς φρουρὰ ὅπως μετάσχῃ καὶ αὐτὴ τῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὑπερηφανείας, ὅτι μετέχει καὶ αὐτὴ τῶν ἀγαθῶν τοῦ Συνταγματισμοῦ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μετὰ τῆς χερσαίας. Διατί κατεδικάσατε τοὺς ναυτικοὺς νὰ μένωσι κεκλεισμένοι εἰς τὰ πλοῖα, ὡς ἐν φυλακαῖς, χωρὶς ν’ ἀπολαμβάνωσι καὶ αὐτοὶ τῶν διδακτικῶν ἀντιλήψεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς Πατρίδος, καὶ νὰ γνωρίζουν ὑπὲρ τίνος καθεστῶτος εἰσὶ προωρισμένοι νὰ θυσιασθῶσιν; Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει διαβιβάσει ἁρμοδίως τὴν πρότασίν μου ταύτην, καὶ πρὸς τὰ ὁδοιπορικὰ, ἅτινα πληρώνονται διὰ χοροὺς καὶ αὐλικὴν παράστασιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, νὰ δίδεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ προσέτι κἄτι τι, ὅπως παρίστανται ἀλληλοδιαδόχως ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ ναῦται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ χαίρωσι καὶ τῆς τιμῆς τῆς φρουρᾶς τῆς Βουλῆς. Ἤδη, ὅτε ἐψηφίσθη πλέον ἡ ὕπαρξις τοῦ ὀργανωτοῦ τοῦ ναυτικοῦ, ὀφείλομεν κατὰ τὸν καὶ περὶ δεδικασμένου νομικὸν κανόνα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον αὐτὸ ὡς ἐθνωφελὲς, καὶ νὰ προσδοκῶμεν μετ’ ἐλπίδος χρηστοὺς καρπούς. Συνεπῶς ἐπιδιώκων κἀγὼ τὴν χρησιμότητα τοῦ ἀνδρὸς παρακολουθῶ τὰ διαβήματά του, ἐσχημάτισα δὲ περὶ τοῦ ὀργανωτοῦ τούτου, καθ’ ἃ ἤκουσα, καλὴν ἰδέαν καὶ διὰ τοῦτο λοιπὸν προτείνω ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον, τῇ συμβουλῇ καὶ τῇ συμπράξει τοῦ ὀργανωτοῦ, ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Γνωρίζετε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι γίνονται ἐνέργειαι πρὸ ἐτῶν ὅπως ἐν Πειραιεῖ κατασκευασθῇ δεξαμενὴ πρὸς καθαρισμὸν τῶν πλοίων. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς ἔχει τόσην σήμερον στενοχωρίαν, ὥστε μόλις δύναται τὸ ἐμπόριον νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἄνεσιν· ἀλλὰ μετὰ 10, μετὰ 50, μετὰ 200 ἔτη, ἐὰν φρονῆτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ βίον μακρότερον, ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς δὲν θὰ ἦναι ἱκανὸς νὰ περιλάβῃ οὐδὲ τὰς λέμβους μόνον, αἱ ὁποῖαι, θ’ ἀποκομίζωσι τὰ ἐμπορεύματα ἀπὸ τὰ ἀτμόπλοια, ἅτινα θὰ προσορμίζωνται ἔξω. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀρθῇ πᾶν πρόσκομμα, περιστέλλον τὴν εὐρύτητα τοῦ λιμένος, καὶ τοιοῦτον εἶναι ἡ δεξαμενή. Ἐὰν θελήσητε νὰ μεταβάλητε τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς εἰς καθαρτήριον πλοίων, δὲν ἔχετε πλέον λιμένα ἐμπορικόν. Ἀφ’ ἑτέρου ἐν περιπτώσει ἐχθροπραξιῶν, βεβαίως ὁ ἐχθρὸς θὰ πολιορκήσῃ τὴν πρωτεύουσαν κατὰ συνέπειαν καὶ τὸν Πειραιᾶ. Ἐὰν μείνῃ ἔξω πλοῖον πολεμικὸν ἢ ἐμπορικὸν χρῆζον ἐπισκευῆς, ποῦ θὰ ἐπισκευασθῇ; Ὀφείλετε νὰ ἔχητε λοιπὸν καὶ ἕτερα σημεῖα μακρὰν ὁπωσδήποτε τοῦ Πειραιῶς, ἵνα ἦσθε ἐξησφαλισμένοι· δὲν δύνασθε νὰ συγκεντρώσητε πᾶσαν τὴν ναυτικὴν δύναμιν τοῦ Κράτους εἰς ἓν σημεῖον. Πρέπει λοιπὸν τὸ τοιοῦτον νὰ ληφθῇ, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν. Δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὸ παρὸν καὶ νὰ θεωρῶμεν ὡς μικρᾶς ἀξίας τὰς μελέτας αὐτὰς, διότι πολλάκις μικραὶ τοιαῦται ἀφορμαὶ ἀπεδείχθησαν ὅτι ἔχουν ὀλεθρίας συνεπείας. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ νὰ ζητήσω δημοσίᾳ τὴν γνώμην τοῦ διοργανωτοῦ. Σήμερον ἔχετε συγκεντρωμένην τὴν ναυτικὴν δύναμιν εἰς τὴν Σαλαμῖνα· ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ὁ Μαρδόνιος καὶ οἱ ἀφεντάδες του ἔβαλον τὸν θρόνον των ἄνωθεν τῶν Μεγάρων καὶ ὁ βέβηλος ποὺς τῶν Τούρκων ἐπάτησε τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς Ἀκροπόλεως. Τίς ἑπομένως τοὐντεῦθεν δὲν κατανοεῖ τὸ ὀλέθριον σύστημα τῆς ἐν ἑνὶ σημείῳ ἐν Πειραιεῖ καὶ πέριξ αὐτοῦ συγκεντρώσεως πάντων τῶν μέσων τῆς ἐπιθέσεως καὶ ἀμύνης τοῦ Ἔθνους; Καὶ προσθέσατε καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τὴν ἀπόδειξιν τοῦ εὐαλώτου τοῦ σημείου αὐτοῦ. Διατί, κύριοι, δὲν βλέπομεν τὴν ἀνάγκην τῆς διαιρέσεως τῶν δυνάμεων τοῦ ἐχθροῦ; καὶ διατί δὲν βλέπομεν ἕτερα σημεῖα τῆς Χώρας ἀπὸ τῶν προϊστορικῶν χρόνων μέχρι σήμερον χρηματίσαντα ἀνάλωτα ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν μας; τὰ σημεῖα ταῦτα αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία μᾶς τὰ ὑποδεικνύει, εἶναι ἐκεῖνα εἰς ἃ καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ 1821 εὗρον τὸ ἄσυλον. Ἄλλως τε καὶ ὑπὸ στρατηγικὴν ἔποψιν ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, εὑρίσκομεν ὅτι εἶναι παράλογον νὰ συγκεντρώσωμεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν πᾶσαν τὴν Ἐθνικὴν δύναμιν, διότι οὕτω δι’ ἑνὸς εὐτυχοῦς κτυπήματος ὁ ἐχθρὸς μὲ συγκεντρωμένας τὰς δυνάμεις του καὶ μὴ φοβούμενος ἀντιπερισπασμὸν καταλύει τὸ Ἑλληνικὸν, δὲν ἔχει νὰ πολιορκήσῃ εἰμὴ τὸν Πειραιᾶ, ἔξω δὲ αὐτοῦ οὐδὲν κέντρον ἀντιπερισπασμοῦ. Φρονήσεως ἄρα ἔργον ἡ μεθόδευσις τῆς διαιρέσεως τῶν δυνάμεων τοῦ ἐχθροῦ διὰ σχηματισμοῦ κέντρου ἐνεργείας εἰς σημεῖον τῆς Χώρας ἐπίκαιρον πρὸς ἐπιφορὰν ἀντιδράσεως δι’ ἀντικαθημένης Ἐθνικῆς δυνάμεως. Ἀλλ’ ὅταν συγκεντροῦτε ἅπασαν τὴν ναυτικὴν δύναμιν ἐν Πειραιεῖ καὶ τὰς ἐξυπηρετικὰς ταύτης λειτουργίας, εἴπατέ μοι παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ποῦ θὰ τύχῃ ἐπισκευῆς καὶ ἄλλης ἀρωγῆς ἐθνικὸν πλοῖον μὴ συναποκλεισθὲν μετὰ τῶν λοιπῶν ἐν Πειραιεῖ, βλαβὲν δὲ κατά τινα συμπλοκὴν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ; Ἐπαναλαμβάνω, ἡ πρωτεύουσα θὰ ἀποκλεισθῇ τὸ πρῶτον καὶ μετ’ αὐτῆς ἀπόλλυται καὶ πᾶσα ἡ ναυτικὴ δύναμις τῆς Χώρας. Ἰδοὺ, κύριοι, μελέται, ἰδοὺ ζήτημα ὑψίστου συμφέροντος διὰ τὸν Τόπον, ἀλλ’ ὑμεῖς ἀδιαφορεῖτε! Ὅλα ταῦτα βεβαίως, μελετώμενα προσηκόντως, παρέχουν προσδοκίαν βελτιώσεως τῶν κοινῶν, ἀλλὰ δὲν δίδεται προσοχὴ εἰς αὐτὰ, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν λεγομένην πολιτικήν. Πολιτικὴ εἶναι τὸ νὰ ὑπάρξῃ μία διαίρεσις ἐν τῷ Κράτει φαινομενικὴ ὡς δῆθεν ὑπὲρ ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν, πράγματι δὲ νὰ τυραννῇ τὸ ἓν τμῆμα τὸ ἕτερον καὶ ἐναλλὰξ νὰ φαίνεται δῆθεν νὰ προσπαθῇ τὸ ἓν τμῆμα ὑπὲρ τῆς εὐνομίας, τὸ δὲ ἕτερον νὰ κατακρίνηται ὡς προστάτης τῆς κακοηθείας· Ἡ πολιτικὴ εἶναι οἱ ὑπάλληλοι καὶ ὅλα τὰ ὄργανα τῶν λειτουργιῶν, καὶ ὅπως γνωρίζετε, ἐννοοῦν νὰ μὴ ἐκτελοῦν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον ἀνεξαρτήτως καὶ εὐσυνειδήτως, διότι ὑπάρχει ἐν ἑκάστῃ Ἐπαρχίᾳ ὁ Τοπάρχης, ὑπάρχει ὁ Πασσᾶς, ὁ Βουλευτὴς, ὅστις δίδει διαταγὰς περὶ πάντων, καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐπιτείνεται καὶ λόγῳ ἄλλης τινὸς παραβλέψεως, διότι ἂν ὁ ὑπάλληλος πιέζεται ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν, εἴπομεν ἄλλοτε τίνι τρόπῳ ὀφείλομεν νὰ διορθώσωμεν τοῦτον· ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ μέτρου τούτου εἰς τίνα ἐχέγγυα ἡ πατρὶς ἀνέθετο τὴν ἑαυτῆς ἐξασφάλισιν ἐκ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ὑπαλλήλων; τὴν ἀνέθεσεν εἰς τὸν ὅρκον. Ἰδοὺ ἡ ἄλλη παράβλεψις, ἡ ἐπιτείνουσα τὸ κακόν· ὁ ὅρκος δὲν τηρεῖται, καὶ ἐνταῦθα εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Γνωρίζετε πάντες ὅτι ὁ ἄξων, περὶ ὃν στρέφεται ἅπας ὁ μηχανισμὸς καὶ ὁ πολιτικὸς καὶ ὁ κοινωνικὸς καὶ ὁ δικαστικὸς καὶ ὁ διοικητικὸς, εἶναι ὁ ὅρκος· ἡ βάσις τῆς ἐνεργείας τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ εἶναι ὁ ὅρκος, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τὸ διωκόμενον παρὰ τῆς Νομοθεσίας. Ἂν ὁ ὁρκιζόμενος δὲν κατανοῇ τί ἐστὶν ὅρκος, τότε ὁ ὅρκος καταντᾷ μία ματαία διατύπωσις, ἥτις ἀποβαίνει καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τοὺς εὐσυνειδήτους, διότι εἶναι ἄνισος ἡ κατάστασις μεταξὺ τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς καὶ ἰδίως τῆς Δικαστικῆς· διότι οἱ προσαγόμενοι εἰς τὸ Δικαστήριον, εἴτε ἐν ἀποδεικτικῇ διαδικασίᾳ, εἴτε ἄλλως πως ὑποβάλλονται εἰς ὅρκον, καὶ ὁ ἀγνοῶν τί ἐστὶν ὅρκος εὐχερῶς καὶ ὀμνύει καὶ παρακινεῖ καὶ ἄλλους εἰς τοῦτο, καὶ ὁ ἐπιορκῶν οὕτω εὑρίσκεται εἰς κρείττονα θέσιν, δηλαδὴ ὁ ἐπίορκος βραβεύεται ὑπὸ τῆς Νομοθεσίας, ὁ δὲ εὐορκῶν πάσχει· διότι, ἐὰν ἐγὼ ἀκολουθῶ τοῦ Ἰσοκράτους τὸ δόγμα «ἕνεκα χρημάτων μηδένα Θεὸν ὀμόσῃς, μὴ δ’ ἂν εὐορκεῖν μέλλῃς» καὶ τὸ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου «μὴ ὀμόσαι ὅλως», ὁ ἀντίδικός μου, ἀγνοῶν τὰ τοιαῦτα, προσφέρεται ἀνενδοιάστως καὶ εἰς τὸν τολμηρότερον ὅρκον, οὕτω δὲ ὁ μὲν φαῦλος βραβεύεται, ὁ δὲ εὐσεβὴς γίνεται θῦμα, καὶ δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Ἐν μέσῃ τῇ πρωτευούσῃ ὑπάρχουσιν ἐσχηματισμέναι ὁμάδες ἀτόμων, αἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἐπαγγέλλονται εἰμὴ τὸ παρέχειν ὑπηρεσίας διὰ τούτου εἰς ἄτομα ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Τίς ἡ αἰτία τούτου; ἡ ἄγνοια ἐκείνων περὶ τὸ πρὸς ὅ ὁρκίζονται, ἡ ἄγνοια τῆς εὐσεβείας, διότι δὲν ἐδιδάχθησαν οὔτε κατ’ οἶκον, οὔτε ἐν τοῖς σχολείοις, οὔτε δυστυχῶς ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τὴν εὐσέβειαν, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἡ εὐσέβεια λείπει ἀφ’ ἡμῶν, δι’ ὃ καὶ πάντες ἐπιορκοῦσι καὶ Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταὶ καὶ ὑπάλληλοι καὶ δικασταί· εἶναι ἡ παντελὴς παντὸς λεγομένου μορφωμένου ἀποχὴ ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας· πολιτική δὲ, στηριζομένη εἰς τὴν ψευδορκίαν, ποίαν πρόοδον θέλει κάμει; οὐδεμίαν. Ἡ ἔλλειψις τῆς διδασκαλίας ἔφθασεν, εἶπα, καὶ μέχρι τῆς Ἐκκλησίας, καὶ διὰ τοῦτο ὅσοι μάθωσιν, ἔστω καὶ ὀλίγα γράμματα, περιφρονοῦσιν αὐτὴν ὡς ἀμαθῶν συρφετὸν καὶ νομίζουσιν ὅτι τὸ περὶ ὅ στρέφεται ἡ εὐσέβεια εἶναι σκιά. Δὲν πηγαίνουσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, νομίζουν ὅτι εἶναι πρόστυχον ἔργον. Αὕτη δὲ ἡ περὶ τὰ θεῖα ἀμάθεια ἐρημόνει τὰς Ἐκκλησίας. Τί δὲ πράττουσι τώρα οἱ τῶν Ἐκκλησιῶν διευθυνταὶ πρὸς ἐφέλκυσιν πελατείας; μετέβαλον ταύτας εἰς ᾠδικὰ καφενεῖα. Ὅ,τι δὲν κατορθόνουν διὰ τῆς εὐσεβείας, ἐπιτρέπουσιν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ κατορθοῦται δι’ ἄλλων μέσων, μεταβάλλοντες τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν θείαν λατρείαν εἰς ἡδονὴν, ἣν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν ᾠδικῶν καφενείων· λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐν τῷ κεντρικωτέρῳ μέρει τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχει ἐνοριακὸς ναὸς, ὁ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ὅστις μετεβλήθη εἰς τοιοῦτον ᾠδικὸν καεφνεῖον.
§45ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μωρὲ μᾶς πέθανες (ἱλαρότης).
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ λέγω ἡ εὐσέβεια δὲν ἐπαρκεῖ εἰς συσσώρευσιν πιστῶν εἰς τὸν ναὸν, ζητοῦν οἱ ἐπίτροποι, ἵνα διὰ τῆς ἡδονῆς ἑλκύσωσι πελατείαν. Ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τί ἔπραξαν μέχρι τοῦδε; ἤκουσα μίαν ἐγκύκλιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις διέταξεν ὅπως αἱ γυναῖκες ἰδιαίτερον μέρος καταλάβωσιν ἐν τῷ ναῷ (ψιθυρισμοί). Ἄφετε αὐτοὺς νὰ λέγωσιν ὅ,τι θέλουσιν, ἡμεῖς εἴμεθα ἀκατάληπτοι, διότι σπουδαιολογοῦμεν.—Λοιπὸν ἡ διαταγὴ αὕτη, ἥτις εἶναι ἐν γνώσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τί ἀποτέλεσμα ἔφερε; Τί ἠμποροῦσεν ἄλλο παρὰ νὰ περιφρονηθῇ ἡ Σύνοδος; Τότε ἠδύνατο νὰ πράξῃ τι, ἐὰν ἐλαμβάνοντο μέτρα διδασκαλίας ἀναπτύσσοντα τῆς εὐσεβείας τὰς ἀρχάς. Ἀνεγνώσθη ἡ διαταγὴ αὕτη κατὰ κακοῦ πράγματι! ἐπῆλθέ τι ἀποτέλεσμα; ὄχι· διότι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀγνοεῖ ὅτι τὰ πλήθη ἄγονται διὰ τῆς διδασκαλίας, αὕτη δὲ εἶναι ἡ αἰτία ὅτι ἡ διδασκαλία ἔλειψε παντελῶς ἀπὸ τὰς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ κακὸν ἐπροχώρησεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ οἱ λαοὶ κατέστησαν δυσποίμαντοι, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πατρῶν Καλογερᾶς ἔφυγεν ἐκ τῆς Ἐπισκοπῆς του.
§47ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν πᾷς εἰς τὴν Ἁγίαν Εἰρήνην νὰ εἰπῇς αὐτά; (ἱλαρότης).
§48ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Οὐ παντὸς ἐννοεῖν ταῦτα· ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω. Λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, φρονῶ ὅτι ἓν ἐκ τῶν δύω πρέπει νὰ γίνῃ. Διατί; διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ἠθικὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καθόσον ἤδη, ἐπαναλαμβάνω, βραβεύεται ἡ φαυλότης· ἢ θὰ εἶναι ὁ ὅρκος ἱερὸς ἢ νὰ καταργηθῇ παντάπασι καὶ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια καὶ ἀπὸ τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν καὶ ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον. Ἐγὼ δὲ κατ’ ἀρχὴν εὐσεβῶς φρονῶ ὅτι ὁ ὅρκος δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν Νομοθεσίαν· ἀλλ’ ἀφοῦ ὅλα τὰ Ἔθνη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων στηρίζονται ἐν τῇ ἐπικλήσει τῶν θείων καὶ εἰσήχθη, ὀφείλομεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν σεβαστὸν, διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι καθ’ ἑκάστην παρουσιάζονται ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τὰ φάσματα τῆς ψευδορκίας. Ὅστις θέλει νὰ κερδήσῃ τὴν ὑπόθεσίν του, εἶναι δὲ συνειδήσεως εὐλυγίστου, αὐτὸς διευθύνεται πρὸς τὸν πράκτορα ψευδομαρτύρων, παρασκευάζει τοὺς μάρτυρας, οἵτινες ἔρχονται ἐνώπιον τῶν Εἰσηγητῶν καὶ καταθέτουσι τὴν μαρτυρίαν των, καὶ τοιουτοτρόπως περιουσίαι κατεβροχθίσθησαν παρὰ φαύλων ἀνθρώπων, ἐπικαλουμένων εἰς βοήθειαν αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐνταῦθα Δικηγόρων, καὶ ἀφήσατε τὸν κρονόληρον Στεφανίδην. Ἡ ψευδορκία καὶ ἐπιορκία, κύριοι, εἶναι πληγὴ ἐθνικὴ, ἥτις πρέπει νὰ θεραπευθῇ, ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος ὀφείλει ἐντόνως καὶ μετὰ ζήλου νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς ἐνδελεχοῦς διδασκαλίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ· ἄλλως, ὡς γίγνεται σήμερον προσευχὴ ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις, αὕτη γίγνεται πρὸς ἁμαρτίαν τῳόντι. Ὅταν βλέπετε ἐν τῷ Ναῷ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης νὰ φοιτῶσι τὰ πλήθη οὐχὶ ἐπὶ διδαχῇ, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσητε ἄλλο τι ἢ ὅτι ὁ ναὸς οὗτος μετεβλήθη εἰς Πορνεῖον, διότι ἐκεῖ πάντες πηγαίνουν διὰ ν’ ἀκούσωσι τὰς ᾀδούσας νεάνιδας.
§49ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μᾶς ἐξέλαβες ὅτι εἴμεθα μουρλοὶ νὰ σᾶς ἀκούωμεν;
§50ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε κλητὴρ, φέρε κάθισμα εἰς τὸν κύριον Στεφανίδην, διότι στέκει ὄρθιος. Καὶ ἐλπίζετε λοιπὸν, ὅτι θέλουσιν ὀρθοποδήσει τὰ κείμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἰς τὸν ὅρκον; Κλέπτει ὁ ὑπάλληλος· τί σημαίνει ἂν ἔδωκεν ὅρκον; ὁ ὅρκος δὲν εἶναι ἱερὸς θεσμός. Καταργήσατε τὸν ὅρκον· διατί; ἐγὼ ὡς ὑπάλληλος, εὐλαβούμενος τὸν ὅρκον, ἐξέρχομαι πένης τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὁ ἄλλος βαθύπλουτος μὴ τηρῶν αὐτόν. Λοιπὸν δὲν εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου. Τούτων δὲ τοιούτων ὄντων, τί πράττετε οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν; οὐδὲν, κύριε Ὑπουργέ· ὡς ἰδίως οἱ Συνοδικοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ χειροτονοῦν ἱερεῖς ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ χειροτονοῦν, ἀλλὰ τὸ πράττουσιν ἐπὶ χρηματισμῷ, καὶ κατέστησαν τοσοῦτον σαρδανάπαλοι, ὥστε νὰ ζητῶσι νὰ πληρόνωνται ἁδρῶς, διότι ἄλλως δὲν ἐννοοῦν νὰ ἐξέλθουν τὸ κατώφλιον τῆς θύρας των· καὶ παράδειγμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη τὴν ἡμέραν τῶν Θεοφανείων, ὅτι ἐνῷ ἐδῶ ὑπάρχουσι τοσοῦτοι Ἀρχιερεῖς, οὐδεὶς εὑρέθη νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἁγιασμοῦ εἰς τὴν δεξαμενήν· αὐτοὶ εἶναι οἱ διδάσκαλοι τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς εὐσεβείας, οἱ τεταγμένοι παρὰ τῆς Πολιτείας! Πρὸς ποῖον σκοπὸν λοιπὸν ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς βάρος τοῦ Λαοῦ αὐτὴ ἡ δαπάνη διὰ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ διὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς, ἐνῷ οὐδ’ ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ κηρύσσουσι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ; Ὀφείλετε ἄρα, κ. Ὑπουργὲ, νὰ προσκαλέσητε τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἐν τάχει νὰ σκεφθῇ πρῶτον περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ κατορθώσῃ, ὅπως ἀντὶ νὰ ἐπιδιώκωσιν οἱ πιστοὶ ἐν τοῖς ναοῖς τέρψιν ἡδονικὴν, ἐπιδιώκωσιν διδασκαλίαν καὶ ἠθικὴν τροφήν. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι σύμπασα ἡ ἱερὰ ἀκολουθία εἶναι διδασκαλία, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀκατάληπτος τῷ Κοινῷ διὰ τὴν ἀρχαΐζουσαν γλῶσσάν της· ἑπομένως οὐδεμία ὠφέλεια ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπειδὴ οἱ πολῖται δὲν ἐννοοῦν τὰ τροπάρια. Καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως πάλιν τῆς γλώσσης ἔχω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι μετὰ λύπης μου βλέπω τὴν κατάπτωσιν τῆς γλώσσης. Πολλοὶ ἐκ τῶν νέων τῆς Ἑλλάδος, θέλοντες νὰ γράψωσι καὶ ποιήματα καὶ ἄλλας πραγματείας, γράφουσι ταύτας χυδαϊστὶ, ἐν ᾧ ὀφείλομεν ὁλονὲν ν’ ἀγωνιζώμεθα, ὅπως πάντες κατορθώσωσι νὰ ἐννοῶσι τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν· ἀλλ’ ἡμεῖς πράττομεν τὸ ἐναντίον· ἐν ᾧ βλέπομεν τὸν φούρναρην νὰ λέγῃ κλίβανον, οἱ νέοι μας λογιώτατοι λέγουσιν ἀντὶ ἀκτῖνα φωτὸς, ἀχτίδα φωτός. Λοιπὸν πῶς δυνάμεθα οὕτως ὀπισθοδρομοῦντες νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν; Πῶς δυνάμεθα νὰ κατανοῶμεν τοὺς θησαυροὺς τῆς σοφίας, τοὺς ὑπὸ τῆς προγονικῆς μας μεγαλοφυΐας ἀποταμιευμένους ἐν ταῖς Ἱεραῖς Ἀκολουθίαις, ὅπως ἠθικοποιηθῶμεν καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν ἀνακύψῃ; Ὑπὸ τὴν παρεμπίπτουσαν ταύτην μελέτην τῆς φράσεως τῆς γλώσσης, κ. Ὑπουργέ, νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, ὅπως οὐδὲν ἔργον λογιωτατικὸν, ὅπερ ὀφείλει νὰ ἐγκριθῇ, νὰ μὴ ἐγκρίνηται, ἂν ᾖναι γεγραμμένον χυδαϊστί. Εἰς δὲ τὸ ἄλλο ζήτημα τῆς ἠθικοποιήσεως τοῦ Ἔθνους, νὰ προσκληθῇ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὥστε νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τοῖς ναοῖς τὴν διδασκαλίαν, ὅπως εἶναι καὶ ὁ προορισμὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἐκκλησίᾳ ἡ διδασκαλία ἐνδελεχής· διατί; διότι ὑπῆρχεν ὁ ζῆλος τῶν διδασκόντων· ἡμεῖς σήμερον καθολοκληρίαν παρελείψαμεν αὐτήν. Ἂς λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὀφείλομεν εἰς ἄλλον Προϋπολογισμὸν νὰ καταργήσωμεν τὴν χορηγίαν, τὴν χορηγουμένην διὰ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς, διότι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ὠφέλιμος, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής. Κατὰ τὴν Σύνοδον τοὐλάχιστον τὴν τελευταίαν ταύτην, κύριε Ὑπουργέ, ὀφείλετε ν’ ἀφήσητε ἴχνη τῆς διαβάσεώς σας ἐν τῇ Κυβερνήσει, ν’ ἀφήσητε ἓν ἔργον τοὐλάχιστον σημειωτικὸν τῆς ἀξίας σας. Ὑπεσχέθητε περὶ τῶν Μονῶν νὰ φέρητε Νομοσχέδιον, δὲν ἐφέρατε τοιοῦτον, ὅπως δὲν ἐφέρατε καὶ περὶ τοῦ Κλήρου, καὶ λήγει ἡ Σύνοδος. Λοιπὸν σπεύσατε, διότι θὰ σᾶς τύπτῃ ἡ συνείδησις, ὅτι οὐδὲν κατωρθώσατε. Συντόνως πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον περὶ τῆς διδασκαλίας ἐν τοῖς ναοῖς καὶ τῆς διδασκαλίας διὰ τοὺς παῖδας καὶ τῆς διδασκαλίας δι’ ἀνθρώπους πάσης ἡλικίας κατὰ τὰς ἑορτάς. Κύριοι, αἱ ἑορταὶ δὲν εἶναι νὰ μεθᾷ ὁ πολίτης καὶ προπηλακίζηται, διότι δυστυχῶς σήμερον εἰς τοῦτο μετεβλήθησαν. Εἶναι αἱ ἑορταὶ ἡμέραι σωτηρίας, μελέτης τῶν θείων διδασκαλιῶν, αἵτινες ἀνυψοῦν τὴν διάνοιαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν καθιστῶσι γενναῖον, καρτερικὸν, περιφρονητὴν τῶν ἀπολαύσεων καὶ τῶν ἀσεβῶν προσταγῶν τῶν τυράννων, καὶ εἰς τὸ τοιοῦτον πνεῦμα ὀφείλομεν τὴν ἀνεξαρτησίαν μας. Τίς θὰ προσκυνήσῃ τύραννον, ὅταν ἐλπίζῃ εἰς τὸν Θεὸν καὶ γνωρίζῃ ὅτι καὶ οἱ Τρεῖς Παῖδες ἠδυνήθησαν νὰ καταβάλωσι τὴν δύναμιν τοῦ Ναβουχοδονόσορος. Ἅπασα ἡ ἐκκλησιαστικὴ μελέτη εἶναι μελέτη κατὰ τῆς τυραννίας. Ταύτην τὴν διδασκαλίαν ὀφείλομεν νὰ μεταδίδωμεν εἰς τὰ τέκνα μας· ἄλλως, πρέπει νὰ διαγράψωμεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἐπίδομα διὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς κτλ. καὶ νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸν ὅρκον, οὔτε ὁ δικαστὴς, οὔτε ὁ μάρτυς, οὔτε οὐδεὶς πρέπει νὰ ὁρκίζεται· διότι οὕτως ὁ ὅρκος εἶναι μέσον ὑπὲρ τῶν φαύλων κατὰ τῶν εὐσεβῶν καὶ τὸ δέλεαρ, δι’ οὗ ἁρπάζουσι τὴν ξένην περιουσίαν. Περὶ αὐτοῦ ποία μελέτη ἔγεινε; Μὴ νομίσητε ταῦτα ἀλλότρια τῶν καθηκόντων σας. Δὲν εἴμεθα, κύριοι, μηχανὴ τυπωτικὴ νὰ ψηφίζωμεν τοῦτο καὶ ἐκεῖνο καὶ ἕνα στερεότυπον Προϋπολογισμὸν πρὸς φορολογίαν· εἴμεθα ἐντεταλμένοι νὰ ψηφίζωμεν πρῶτον καὶ κυρίως πᾶν ὅ,τι ἤθελεν ἠθικοποιήσει τὸν κόσμον, διότι ἄλλως πάντες θὰ ἤμεθα ἐπίορκοι, ψεύδορκοι, καταχρασταί. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν φιλοτιμούμενος, ἵν’ ἀφήσῃ ἴχνη τῆς διαβάσεώς του ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, θέλει μεριμνήσει περὶ αὐτῶν τῶν θεμάτων, καὶ ἐὰν ἐγκαίρως δὲν ληφθῇ πρόνοια, παρὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ὡς νῦν κακῶς ἔχουσι, θέλω ὑποβάλει Νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς Συνόδου καὶ τῶν Ἀρχιερέων, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, τότε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ Δυτικῇ Ἐκκλησίᾳ, τουτέστιν εἰς σχίσμα, νὰ μεταβληθῶμεν εἰς παλαιορθοδόξους καὶ νεοορθοδόξους. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποῖον χωρισμὸν θέλει πέσει ἡ Πατρίς! Τί θέλει συμβῆ ὅταν διαιρεθῶμεν εἰς κακοδόξους καὶ καλοδόξους; Ἐνθυμηθεῖτε τί σκάνδαλα ὑπέστη ἡ κοινωνία μας καὶ ἡ Πολιτεία ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερον διὰ νὰ ἦναι ὀλίγοι μὴ ὀρθόδοξοι εἰς τὸ Αἰγαῖον ἢ ἀλλαχοῦ, καὶ τότε ἀποβλέψατε εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς δευτέρας σχισματικότητος, ἥτις εἶναι ἄφευκτος, διότι ἰδού, ἐὰν π. χ. δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος ναὸς παρὰ ὁ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ἐγὼ δὲν θὰ πηγαίνω, θὰ ἱδρύσω ἄλλον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ κάμω τὰ ὀρθὰ, τὰ ὀρθόδοξα, διότι δὲν δύναμαι νὰ φοιτῶ εἰς τὰ Καφὲ–Σαντάν. Θέλω λοιπὸν, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ διόρθωσις, ὑποβάλει τὴν πρότασιν, ὡς εἶπον, περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἐπιδόματος διὰ τὴν ἱερὰν Σύνοδον καὶ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ ὅρκου ἐκ πάντων ἐξ ὧν κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους ἀπαιτεῖται ὅρκος. Συγχρόνως νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας καὶ τοῦ Κλήρου, οὐχὶ Κλήρου μισθοδοτουμένου—διότι ποτὲ δὲν συνέβη τοῦτο εἰς τὸν ὀρθόδοξον Ἑλληνισμὸν, ἐργάζεται καὶ ἀπολαμβάνει— ἀλλὰ δύνασθε ὅμως νὰ τρέψετε εἰς τροφὴν τοῦ Κλήρου τοῦ ἐνοριακοῦ τὴν περιουσίαν τῶν Μοναστηρίων. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅπερ καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν ὡς δυνάμενον διὰ τοῦ λόγου μου νὰ κατορθώσω ὅ,τι πάντες ἐκ καρδίας ἐπιθυμοῦμεν, καὶ ὤφειλον νὰ σιωπῶ, ὡς οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ καὶ ὅμως τὸν πόθον, τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ μένουν ἐντὸς τοῦ στήθους ἐγκεκλεισμένα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αἰσθάνεται ἡ ψυχή μου, ὥστε νὰ πάλλῃ ἡ καρδία μου, δὲν δύναμαι νὰ ὑποφέρω, νὰ καταπνίξω· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ μᾶλλον ἐπεθύμουν νὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅ,τι ὁ Πλούταρχος περὶ τοῦ Κάτωνος λέγει, ὅτι ἐπεθύμει, ὥστε νὰ ἠδύνατο νὰ ἀνέλθῃ εἰς ὑψηλὸν μέρος καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κόσμον «Ὦ ἄνθρωποι ποῦ φέρεσθε». Τοιαύτην ἐπιθυμίαν ἐγὼ ζητῶ νὰ ἔχωσι πάντες καὶ τοιαύτην ἐπεθύμουν νὰ καταστήσω ἐν ὑμῖν αἰσθητήν. Προπηλακιζόμεθα, ὁ εἷς ὑβρίζει, ὁ ἄλλος γελᾷ· μολαταῦτα μεταξὺ ὅλων αὐτῶν τῶν σκοπέλων καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν δυσκολιῶν αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ἱκανοποιημένον, ὅτι δύναμαι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν σπουδάζων ἐπὶ τῆς νοσολογικῆς καταστάσεως τῆς Πατρίδος νὰ ἡσυχάσω ἐμαυτόν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορικῶς πρὸς τοὺς πίνακας τοὺς κατατεθέντας καὶ διανεμηθέντας δίδω τὰς ἑξῆς πληροφορίας: ὅτι διενεμήθησαν οἱ πίνακες τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ναυτικῶν, Ἐσωτερικῶν, Ἐκκλησιαστικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπάρχουν δὲ φαίνεται τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Προσέτι διενεμήθη καὶ ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1883.
§52Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν ἐλάβαμεν τοὺς πίνακας τούτους.
§53ΤΙΝΕΣ. Δὲν τοὺς ἐλάβομεν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον διαβεβαιοῖ ὅτι διενεμήθησαν. Ὅταν ἐπανέλθετε εἰς τὰς οἰκίας σας, νὰ ἐξετάσητε τὰ ἔγγραφα καὶ ἀφοῦ πεισθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχουσι, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν διενεμήθησαν, διότι τὸ Γραφεῖον λέγει τὸ ἐναντίον.
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν διενεμήθησαν, ἐκτὸς ἐὰν διενεμήθησαν καθ’ ἣν ὥραν συνεδριάζομεν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε αὐτὰ, κ. Δηλιγιάννη (παραδίδει τοὺς πίνακας).
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἄλλοι ἔλαβον τοὺς πίνακας, ἐγὼ ὅμως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι δὲν τοὺς ἔλαβον καὶ παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ μοὶ σταλῶσι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξετάσατε καὶ σεῖς ἐξετάζω καὶ ἐγώ.
§59Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαιῶ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπεστείλατε, δὲν ὑπάρχει πίναξ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1883– 1884.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα σᾶς τὸν ἔδωσα.
§61Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐκείνη ἡ κατάστασις, περὶ ἧς ἔκαμα λόγον καὶ εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν συνέταξε τὸ Ταμιακὸν Τμῆμα καὶ περιέχει ἀνακριβείας καὶ ἐξήγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ περὶ ταύτης.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς γινώσκετε, κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη Νόμος διὰ δύω διατάξεων τοῦ ὁποίου μετεβλήθη καὶ ἡ Δημοτικὴ φορολογία. Ὁ Νόμος οὗτος ἑπόμενον ἦτο νὰ φέρῃ μέγαν κλονισμὸν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Δήμων, καὶ πρὸ πάντων τῶν Δήμων πρώτης τάξεως. Καὶ οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἂν ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίζετο παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ σπουδαίως ἤθελε πολεμηθῆ καὶ ἀμφιβάλλω, ἂν ἤθελε γίνει δεκτὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ τοὐλάχιστον ἂν ἤθελε ψηφισθῆ, ὅπως ἐψηφίσθη· ἀλλὰ εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι, ὅτι ὁ Νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὁ Νόμος ἐκεῖνος, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἔχει τὸ ἐλάττωμα τοῦ ὅτι ἐψηφίσθη παρὰ μιᾶς μόνον πτέρυγος τῆς Βουλῆς, χωρὶς ν’ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς μειονοψηφίας· διότι ἡ μειονοψηφία, μὴ δυναμένη νὰ παρίσταται εἰς εἰκονικὰς συζητήσεις...
§64Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ χθὲς, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο λόγος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου συναλλαγαί, καὶ πρέπει νὰ διατάξητε πᾶς μὴ Βουλευτὴς νὰ ἐξέλθῃ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπω κανένα.
§66ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Νόμος, λέγω, ἐκεῖνος δὲν ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐψηφίσθη μόνον παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ μειονοψηφία εἶχεν ἀποχωρήσει. Ἂν καὶ ἡ μειονοψηφία ἠκούετο, βεβαίως ὁ Νόμος ἐκεῖνος δὲν ἤθελε ψηφισθῆ, ὡς ἐψηφίσθη· ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία, μὴ δεχομένη νὰ παρίσταται εἰς εἰκονικὰς συζητήσεις, εἰς συζητήσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶχε λόγον οὐδὲ φωνὴν, ἠναγκάσθη τότε νὰ ἀπόσχῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω ὅτι, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ εἰσαχθὲν Νομοσχέδιον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τροποποιήσεως καὶ πάλιν τῆς Δημοτικῆς φορολογίας, πάντες οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλουσι καυτηριάσει Νόμον, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, ἢ νὰ κατασυντρίψῃ καὶ καταῤῥίψῃ τοὺς πρώτους Δήμους τοῦ Κράτους. Ἀργὰ ἐνόησε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγε Νομοσχέδια ἀλλεπάλληλα, διότι εἰσήγαγεν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς δύω Νομοσχέδια διάφορα περὶ τροποποιήσεως τῆς Δημοτικῆς φορολογίας. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτῶν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ κακὰ, ὅσα προσεγένοντο εἰς τοὺς Δήμους, δὲν θέλουσι παύσει, καὶ γινώσκει ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ κειμένου Νόμου τὰ εἰσοδήματα τῶν πρώτων Δήμων τοῦ Κράτους κατέπεσαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ 1884 ἔτους. Ἔχομεν, κύριοι, πρόχειρα παραδείγματα, ἔχομεν τὸν Δῆμον Λαυρίου, ὅστις κατὰ τὸν κείμενον Νόμον, ἐνῷ πέρυσιν εἰσέπραξεν 80,000 δραχμῶν ἐκ τῶν ἀμέσων Δημοτικῶν δασμῶν, ἐφέτος μόλις ἐδυνήθη διὰ τῆς δημοπρασίας νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τῶν 40,000 δραχμῶν. Ἔχομεν τ. ἔ. ἕνα ἐκ τῶν Δήμων τοῦ Κράτους, οὗτινος τὰ εἰσοδήματα ἀμέσως κατεβιβάσθησαν εἰς τὸ ἥμισυ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ 1884. Ἔχομεν, κύριοι, τὸν Δῆμον Ἀθηνῶν, τὸν πρῶτον Δῆμον τοῦ Κράτους, οὗτινος οἱ δασμοὶ κατὰ μὲν τὸ 1884 κατεκυρώθησαν ἀντὶ 1,180,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν δημοπρασίαν συνεπείᾳ αὐτοῦ τοῦ σοφοῦ Νόμου, ὃν εἶχον τὴν τόλμην νὰ ψηφίσωσι νύκτωρ καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον μάλιστα, συνεπείᾳ, λέγω, αὐτοῦ τοῦ τερατώδους Νόμου, Νόμου μὴ ψηφισθέντος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς θελήσεως, ἀλλὰ τῆς θελήσεως μόνον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, τὰ εἰσοδήματα, λέγω, τοῦ πρώτου Δήμου τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τοσαύτας ἀξιώσεις ἔχουσιν ὄχι μόνον οἱ δημόται, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος καὶ πάντες οἱ ξένοι, οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὴν πόλιν, τὰ εἰσοδήματα τοῦ πρώτου Δήμου τοῦ Κράτους ἠλαττώθησαν σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ, ἤτοι κατὰ 465,000 δραχμῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἄλλων Δήμων τοῦ Κράτους τὰ εἰσοδήματα κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ ὀλιγώτερον ἠλαττώθησαν συνεπείᾳ αὐτοῦ τοῦ σοφοῦ Νόμου, διότι εἶναι, φαίνεται, πεπρωμένον εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν Τόπον, ἀφοῦ συνετρίβησαν τὰ οἰκονομικὰ ὅλου τοῦ Κράτους διὰ τῶν καινοφανῶν Νόμων, οὓς ἡ Κυβέρνησις αὕτη πρὸς δυστυχίαν τοῦ Τόπου εἰσήγαγε, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀσυμπλήρωτος ἡ Ἐθνικὴ καταστροφὴ, ἔπρεπε, λέγω, νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ καταστροφὴ ἡ οἰκονομικὴ τῶν πρώτων Δήμων τοῦ Κράτους, οἵτινες εἶνε ἡ μονὰς καὶ ἡ βάσις τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτων πάντων, κύριοι, εὐρεῖα, εὐρυτάτη καὶ πεφωτισμένη συζήτησις, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θέλει γείνει κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν θέλει ἔλθει εἰς συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς Δημοτικῆς φορολογίας. Ἐγὼ ὅμως, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν τότε συζήτησιν ἡ γνῶσις παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δημοπρασιῶν, τῶν κατὰ τὸ 1885 ἔτος, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δημοπρασίας τοῦ 1884 ἔτους, ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν συγκριτικὸν πίνακα τοῦ ποσοῦ τῶν ἐμμέσων Δημοτικῶν δασμῶν τῶν Δήμων τοῦ 1884 πρὸς τοὺς ἐμμέσους Δημοτικοὺς δασμοὺς τῶν Δήμων τοῦ 1885. Ἐννοῶ δὲ ἐκείνων τῶν Δήμων, οἵτινες δυνάμει τοῦ τότε κειμένου Νόμου ἐφορολόγουν 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας ὠνίων, ἐμπορευμάτων καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τῶν σιτηρῶν, καὶ περὶ τούτου καθυποβάλλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. (Ὅρα Παράρτημα). Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι σπουδαίως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὅπως καὶ πέρυσιν οὕτω καὶ ἐφέτος αὐξάνει ἓν ποσὸν, δηλαδὴ τὸ ποσὸν τοῦ ἐπιμισθίου τῶν ἀνακριτῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1883 ἔτους (κεφάλαιον 4, ἄρθρον 3, ἐπιμίσθιον ἀνακριτῶν) εἶχεν ἐγγραφῆ μόνον τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 5,400· ἡ Κυβέρνησις τότε, ἐπαγγελλομένη, ὅτι εἶχε νὰ φέρῃ ἐνταῦθα τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, ἐπαγγελλομένη καὶ τότε καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτι πρόκειται νὰ ἀναμορφώσῃ πάντας τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως, οἵτινες εἶχον δῆθεν καταῤῥεύσει, ἐζήτησε διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸν τετραπλασιασμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ τὴν ἀναγραφὴν δραχμῶν 21,000 ἐν κεφαλαίῳ 4 ἄρθρῳ 3 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· ἔλεγε δὲ τότε, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅτι λόγος τῆς αὐξήσεως καὶ τοῦ τετραπλασιασμοῦ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι τὸ πλῆθος τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων, καὶ ἔγραφεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ πρᾶγμα δι’ ὅπερ βεβαίως θέλει φρίξει ἡ Βουλή· ὅτι δηλαδὴ παρὰ μὲν τοῖς τακτικοῖς ἀνακριταῖς εἶναι ἐκκρεμεῖς 10,928 ἀνακρίσεις, παρὰ δὲ τοῖς λοιποῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις τοῦ Κράτους εἶναι ἐκκρεμεῖς 51,952, δηλαδὴ ἔχομεν 62,880 ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις. Τότε ἐζήτει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν τετραπλασιασμὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐπιμισθίου τῶν ἀνακριτῶν ἀκριβῶς καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἵνα βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς ἀνακριτικῆς Δικαιοσύνης. Σήμερον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιμένει εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 21,000. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ στατιστικὰς πληροφορίας πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ ποσὸν τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς καὶ παρὰ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις ἠλαττώθη· διότι ἂν, κύριοι, δὲν ἠλαττώθη οὐδὲ ἐφέτος, εἶναι δὲ ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰσηγουμένου τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, νομίζω, ὅτι ἐξ αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δυνάμεθα κατὰ τὴν συγκριτικὴν ἀνατομίαν νὰ κρίνωμεν ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα. Καὶ περὶ τούτου λοιπὸν καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. (Ὅρα Παράρτημα). Ἤδη ἀπὸ τῆς 3 Δεκεμβρίου π. ἔ. ἐπηρώτησα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἐκ τῶν φυλακῶν τούτων δραπετεύσαντας καταδίκους ἢ ὑποδίκους. Ἀνέμενον τότε ἐπὶ 15 ἡμέρας τὰς πληροφορίας τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐγερθεὶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ χαρακτηρίζοντος αὐτὸν ὕφους ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι τηλεγραφικῶς παρηγγέλθησαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς αὐτὸν τὰς αἰτηθείσας καταστάσεις. Ἀπὸ τῆς 3 Δεκεμβρίου, κύριοι, παρῆλθεν εἷς καὶ ἥμισυς μὴν, καὶ ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοιαύτης ἐπερωτήσεως, συνδεομένης πρὸς αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἠθικὴν τοῦ Κράτους, ὤφειλε χθὲς, ἅμα ἐπάτησε τὸν πόδα αὑτοῦ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ καταθέσῃ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, εἰσέτι δὲν κατέθεσε ταύτας, ἐνῷ ἐδύνατο οὐχὶ τηλεγραφικῶς πλέον νὰ ἔχῃ αὐτὰς, ἀλλὰ καὶ πεζοὺς ἀπεσταλμένους, ἐὰν ἔστελλε, βεβαίως ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς ἤθελον κομίσει εἰς αὐτὸν τὰς πληροφορίας. Δὲν φέρει ὅμως αὐτὰς, διότι πάντοτε ἐδείχθη ἀνεπιεικὴς, ἵνα μὴ εἴπω ὑβριστὴς, πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως· δὲν φέρει αὐτὰς, διότι φοβεῖται νὰ φέρῃ αὐτὰς, διότι ὅταν ἔλθωσιν αἱ σημειώσεις περὶ τῶν δραπετευσάντων κακούργων, καταδίκων, ἢ ὑποδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, θέλω ἐρωτήσει αὐτὸν, τί ἔπραξε περὶ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, καὶ ποῦ εὑρίσκονται αἱ ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν φυλακῶν, οἵτινες ἀφῆκαν νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους ἄνθρωποι, ἀδικήσαντες τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν. Εἶναι γνωστὴ ἡ ταχύτης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, καὶ δὲν ὤφειλεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον νὰ καθυστερήσῃ πληροφορίας, αἵτινες, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον πεποίθησιν, ἐκθέτουσι τὴν φιλοτιμίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τὰ ὀνόματα ταῦτα κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, θέλετε ἴδει, ὅτι ὑπὸ ἕκαστον τῶν ὀνομάτων κρύπτεται ἐγκληματικὴ πρᾶξις, εἰς ἣν ἂν δὲν συνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνήργησαν ὅμως οἱ ἄμεσοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργοῦ· ἴσως ἐπὶ μιᾶς μάλιστα συνήργησεν αὐτὸς ὁ Νομάρχης τῆς Ἀττικῆς, καὶ θέλω ἐκθέσει τότε τὸ γεγονὸς καὶ δυνάμει τίνος παραγγελίας τοῦ Νομάρχου τῆς Ἀττικῆς πρὸς ἕνα ἀστυνομικὸν κλητῆρα, οὐδαμῶς ὅμως ἐπὶ τοῦ προκειμένου πταίοντα, ἀπεφυλακίσθη καὶ ἐδόθη εἰς συνοδίαν τῷ ἀστυνομικῷ τούτῳ κλητῆρι διαβόητός τις κακοῦργος, ὁ Μονὰς (ἔκπληξις εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως), καταδεδικασμένος εἰς θάνατον, ὅστις κατόπιν δὲν ἐπέστρεψεν εἰς τὰς φυλακὰς. Ἀναφέρω ὀνόματα καὶ πράξεις ὡρισμένας. Καὶ δὲν εἶναι μόνη αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ ἀνωτέρου τούτου ὑπαλλήλου, ἥτις ἐκθέτει τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλαι πράξεις, περὶ ὧν ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει θέλω ἐπερωτήσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς πλαστογραφίας τοῦ μητρώου τῶν ἀῤῥένων τοῦ Δήμου Ἀθηναίων ἐκ μέρους τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, πρωτοστατοῦντος ὡς Προέδρου τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου.
§67ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἄν ἔχετε διδόμενα, νὰ καταγγείλητε τὸν Νομάρχην.
§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ἐκεῖνον, ὅστις διακόπτει, ἀπαντῶ, ὅτι ἐξετέλεσα τὸ ἐμὸν καθῆκον· διότι, ἅμα τῇ γνώσει τῆς τοιαύτης πλαστογραφίας τοῦ μητρῴου, κατήγγειλα δημοσίᾳ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου τὴν πρᾶξιν ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀκροπόλει», καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐνυπογράφου ταύτης καταγγελίας μου ἐξῆλθεν ἓν ἔγγραφον ἡμιεπίσημον ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Νομαρχίας, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ἀπήντων εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐζήτουν ὑπεκφυγὰς καὶ ἀτραποὺς, δι’ ὧν νὰ ῥίψωσι σκότος εἰς τὴν ἀποκαλυπτομένην ἀδικίαν. Ὥστε ἂν ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διακοπῆς ὠφελήθητε, πιστεύω ἤδη ὅτι ἐπείσθητε, ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ἐβλάφθητε. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλει λήξει καὶ ἡ Σύνοδος αὕτη τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θέλει φέρει τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἐζήτησα, διότι ὁ κατάλογος οὗτος θέλει ἐκθέσει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐδυνήθην ὅμως, κύριοι, ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν νὰ καταρτίσω κατάλογον ἐγκληματιῶν, οἵτινες ἐντὸς ὀλιγίστου χρονικοῦ διαστήματος ἐδραπέτευσαν ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐδραπέτευσε λοιπὸν ὁ εἰς θάνατον καταδεδικασμένος Μονάς. Ἐδραπέτευσεν ἐκ τῶν φυλακῶν Γεννηματᾶ ὁ κατάδικος Λεμπέσης.
§69Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπὸ τίνος ἐποχῆς; Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου Νόμου;
§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§71ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀνεφέρατε τὸν Λεμπέσην ὡς δραπετεύσαντα. Ὁ Λεμπέσης, ἐπειδὴ ἠπειλεῖτο εἰς τὰς φυλακὰς ἐδῶ ἡ ζωή του, ἐδραπέτευσε, καὶ κατόπιν προσῆλθε εἰς τὰς φυλακὰς Χαλκίδος.
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ φυλακαὶ μετὰ τὸν νέον Νόμον. Ὥστε ὁ Λεμπέσης ὑποκατεστάθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐδραπέτευσεν ὁ Ἀναστάσιος Μπησαράκης, κατάδικος ἐκ τῶν φυλακῶν Γεννηματᾶ. Ὁ κατάδικος Πάντος ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Κόκλα, ὅστις κατόπιν συνελήφθη. Ἐδραπέτευσεν ὁ διαβόητος Γιαταγάνας ἐκ τῶν φυλακῶν Τριγγέτα. Ὁ φοβερὸς κατάδικος Ἡρ. Φαρμάκης ἐδραπέτευσεν ἐκ τοῦ Μεδρεσὲ, καταδεδικασμένος εἰς θάνατον μετὰ τοῦ λοχίου Χριστιανοῦ, τοῦ τουφεκισθέντος εἰς Ἄρταν. Μετὰ τούτου ἐδραπέτευσεν ἐκ τοῦ Μενδρεσὲ καὶ ὁ κατάδικος Κρητικός. Ἐκ τῶν φυλακῶν Γεννηματᾶ ἐδραπέτευσεν ὁ κατάδικος Ἰωσὴφ Νάσπιας, ἐπίσης καὶ ὁ Παντελέσκος, ὅστις συνελήφθη κατόπιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀναμόρφωσις, ἣν ἐδώρησε τῷ Ἔθνει ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, ἥτις ἀκόμη κάθηται ἐπὶ τούτων τῶν ἑδωλίων.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μένουσι πλέον ἄλλοι εἰς τὰς φυλακάς;
§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἐπιτυχὴς ἡ ἐρώτησις· διότι, ἂν ταῖς φυλακαῖς μένουσιν ἄλλοι, μένουσι διότι θέλουσι νὰ μένωσι, διότι ὡς ἔχουσι σήμερον αἱ φυλακαὶ, ὡς ἀνεμόρφωσε καὶ ταύτας ἡ Κυβέρνησις, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι εἰς τὴν αἵρεσιν τῶν φυλακισμένων ἔγκειται ἡ διαμονὴ αὐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἢ ἡ ἔξοδος καὶ ἡ δραπέτευσις αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν καὶ πότε θέλει καταθέσει τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας.
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§76ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν ὑποδίκων μόνον τρεῖς ἐδραπέτευσαν, ἐξ αὐτῶν δὲ συνελήφθησαν οἱ δύω, ἀλλὰ δὲν τὸ βεβαιῶ μετὰ θετικότητος, διότι πρὸ ἡμερῶν ἐξήτασα τὸν φάκελλον αὐτὸν καὶ ἴσως ἀπατῶμαι.
§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε ἔχομεν ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν Ἀθηνῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πέντε, τρεῖς δὲ ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔχομεν ἄρα ὀκτώ. Ἤδη πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐκ τῶν φυλακῶν Ἄρτης ἀπέδρασαν ὁ λῃστὴς Δ. Καραδήμας, ὁ λῃστὴς Καμπρῆς, ὁ λῃστὴς Γ. Τσάγκας. Καὶ ἀκόμη θέλετε νὰ ὁμιλῆτε!
§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι ὅταν εἶναι Ὑπουργὸς, δὲν ἀναγινώσκει τὰς ἐφημερίδας· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ κάμω αὐτῷ παρατήρησίν τινα· ἤθελον συμβουλεύσει αὐτὸν πρὸ πάντων ὅταν εἶναι Ὑπουργὸς νὰ ἀναγινώσκῃ τὰς ἐφημερίδας. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, πληροφορῶ αὐτὸν, ἴσως ἐπειδὴ ἐμάντευσα τὸ ἐλάττωμά του, ὅτι τὴν διατριβὴν ἐκείνην τὴν ἐνυπόγραφον, ἐδημοσίευσα ἐν ἐφημερίδι, ἥτις φίλα φρονεῖ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ «Ἀκροπόλει». Δὲν ἤμην δὲ ἠναγκασμένος, μὴ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, νὰ ἐγείρω ἐγὼ δημοσίαν καταγγελίαν κατὰ τοῦ Νομάρχου. Τοσοῦτον μᾶλλον δὲν ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἐγείρω τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, διότι ἴσως ἕνεκα ἄλλων λόγων ἤθελον παρεξηγηθῆ. Ὅταν ὅμως τὴν καταγγελίαν ἐκείνην ἐδημοσίευσα εἰς ἔγκριτον ὄργανον τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰς ὄργανον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πολὺ ἤθελε φωτισθῆ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄν τὸ ἀνεγίνωσκε, νομίζω, ὅτι ὡς πολίτης καὶ ὡς Βουλευτὴς ἐξετέλεσα πολὺ περισσότερον τὸ καθῆκόν μου, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὤφειλεν ἐκ τῆς δημοσίας ταύτης καταγγελίας νὰ ἐπιληφθῇ τῆς καταγγελλομένης ταύτης πράξεως.
§80ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ καταθέσω τὰ χθὲς ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶ. Πρῶτον εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου διαβιβάζει πρὸς αὐτὸ τὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ συμβάντος, ὅπερ ἔλαβε χώραν παρὰ τὸν Λυκαβητὸν τ. ἔ. τὰ περὶ τῆς προσβολῆς τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐπενεχθείσης.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου τὴν μετάφρασιν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§82ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μάλιστα. Προσθέτω μόνον ἐνταῦθα καὶ τὸ διαβιβαστικὸν ἔγγραφον τοῦ Ἐπιτετραμμένου. Καταθέτω ἐπίσης δύω ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας, δι’ ὧν παραπέμπονται πρὸς αὐτὸν αἱ ἡμερήσιαι διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ χωροφύλακος.
§83ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι, ἀφοῦ ἔγεινεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς πρώτης ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Ἐπιτετραμμένος ἐκοινοποίησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν βέβαια, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοποιημένος καὶ διέγραψε τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεώς του.
§84ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἀπεστάλη ποτὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§85ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔγγραφον ἐν τῷ ὁποίῳ ὅτι δῆθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἔλιπεν ἡ φράσις ὅτι: χωρὶς νὰ προσβάλῃ ὁ Ἐπιτετραμμένος τὸν χωροφύλακα, αὐτὸς ἐπετέθη.
§86ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Οὔτε τοιοῦτον ἐπίσημον ἔγγραφον ὑπάχει.
§87Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν ὑποβάλλων ὑμῖν ἐπερώτησιν, ἣν πάντες θ’ ἀναγνωρίσητε ὡς ἀναγκαίαν καὶ κατεπείγουσαν. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν πρὸ τῶν διακοπῶν εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 δραχμῶν, ἣν, ὡς ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐθεώρησα καὶ κατήγγειλα ὡς παράνομον, ὡς ἀντισυνταγματικήν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τότε, ὅτι μία τῶν πρώτων συνεδριάσεων μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς θέλει καθιερωθῆ πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης. Ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς ὑφισταμένης συζητήσεως περὶ τοῦ ἐπεισοδίου Νίκολσων ἔρχεται ἡ σειρὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ συνέβη τι, ὅπερ μὲ ἀναγκάζει νὰ προσθέσω παρατηρήσεις τινὰς καὶ νὰ ζητήσω πληροφορίας, αἵτινες θὰ μοὶ χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ διετάχθη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο καὶ ἐκ τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξήχθη ἀριδήλως ὅτι πλὴν τῶν 9,000,000, τῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δανεισθέντων παρανόμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔλιπον καὶ δέκα τοὐλάχιστον εἰ μὴ πλείονα ἄλλα ἑκατομμύρια, ὅπως ἀποπληρωθῶσι τὰ εἰς τὰς δύω Τραπέζας ὀφειλόμενα. Κατὰ τὸν Νόμον, τὸν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸν περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἡ ἄρσις δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, εἰμὴ ἐὰν κατεβάλλοντο μέχρι λεπτοῦ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὰς Τραπέζας ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἔχομεν ἑπομένως ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τίνος τρόπου ἐπρομηθεύθη, πλὴν τῶν 9,000,000, τὰ λοιπὰ ἑκατομμύρια τὰ πληρωθέντα εἰς τὰς Τραπέζας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§89ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι τεταγμένη ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ζηνόπουλος χθές.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§91Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τὰ τέλη τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως τὸ ζήτημα τοῦ ἐπεισοδίου, ὅπερ ἀπησχόλησε χθὲς τὴν Βουλὴν, περιῆλθε κατὰ δυστυχίαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ κατέλθῃ. Ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἐγγράφων· ἀλλὰ περὶ τίνος ἐγγράφου; περὶ τοῦ μόνου ἐγγράφου, ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ τιμωρήσῃ ἕνα ἄνδρα τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἀποβάλῃ αὐτὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ νὰ ἐκθέσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἶναι ἰδιωτικὸν, καὶ ἐκαυχήθη μάλιστα, ὅτι ἐνόσῳ αὐτὸς εἶναι Ὑπουργὸς, ὁ κ. Νίκολσων δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, ὅτι τὸ μυστικὸν αὐτοῦ ἔγγραφον δύναται νὰ διακοινωθῇ! Ἀλλοίμονον ἐὰν τοιοῦτό τι ἐφρόνει ὁ κ. Νίκολσων! εἶχε τὸ δικαίωμα πᾶς τις νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸ καθῆκόν του. Ἐγὼ δὲν ἤθελα τολμήσει βεβαίως νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν εἰς αὐτὸν τοῦτο, ἀφοῦ δι’ ἰδιωτικῆς ἐπιστολῆς, ἣν ὡς κ. Τρικούπης καὶ ὄχι ὡς Πρωθυπουργὸς, δὲν ἠδύνατο νὰ διακοινώσῃ, ἐνόει ὁ κ. Νίκολσων νὰ ζητήσῃ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους του, διὰ πράξεως προσβαλλούσης τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους παρὰ τῷ ὁποίῳ παρεδρεύει. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι ἰδιωτικὸν καὶ ὅτι ἐπὶ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου, ἐπὶ ἐγγράφου τουτέστιν, ὅπερ δὲν ἐκθέτει τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπογράψαντος αὐτὸ, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ἐγγράφου ἐξέδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαύτην διαταγὴν, ἀναιροῦσαν ἐκεῖνα ἅπερ αὐτὸς οὗτος τὴν προτεραίαν καὶ ἔγραψε καὶ ὑπέγραψε καὶ ἔπραξεν; Ἐὰν τὸ ἔγγραφον εἶναι ἰδιωτικὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον παρεβίασε τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἀλλὰ ἐπρόδωσεν αὐτό· διότι, ἂν ἦναι τοιοῦτον τὸ ἔγγραφον, ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ὡς τίμιος ἄνθρωπος—καὶ εἶναι βεβαίως ἐντιμότατος ὁ κ. Νίκολσων,—δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ φροντίσῃ αὐτὸς περὶ τῆς δημοσιεύσεώς του. Τίς εἶναι λοιπὸν ἡ ἀπάντησις, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δίδει εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὸν στρατὸν, ὅστις μετὰ θλίψεως καὶ ὀδύνης εἶδε τὰ τελεσθέντα τὴν 7 Ἰανουαρίου; Τί μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅπερ ὅμως ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα ὡς ἀκριβές; Μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἱκανοποιήσεως ἔχει αὐτὸς οὗτος ὁ παθὼν, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ παθὼν προσδιώρισε τὸν τρόπον ἐκεῖνον τὸν ἐξευτελιστικὸν, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ τὸν ἐκτελέσῃ. Ἤδη δὲ, ὅτε ζητοῦσιν ὁ Τόπος καὶ ἡ Βουλὴ λόγον παρ’ αὐτοῦ, ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον εἶναι νὰ προσαγάγῃ ἡμῖν τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐξεβιάσθη εἰς τὴν λυπηρὰν καὶ δι’ αὐτὸν ταύτην ἀπόφασιν, ἀφοῦ ἔκρινεν ἄδικον καὶ ὠνόμασεν ἡμῖν ῥητῶς ὑπερβολικὴν τὴν τελευταίαν αἴτησιν τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου. Καὶ ὅμως ἐπιμένει λέγων, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, καὶ καυχᾶται μάλιστα, ὅτι ἔχει τόσην δύναμιν, ὥστε νὰ μὴ προδώσῃ τὰ μυστικὰ τοῦ κ. Νίκολσων! Αὐτὰ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύνανται νὰ λέγωνται ἐνώπιον Βουλευτῶν, δὲν δύνανται νὰ ἐκστομίζωνται ἐνώπιον ἀκροατηρίου κοινὸν ἔχοντος νοῦν, κοινοτάτην μόνον λογικήν. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ τις, ὅταν ἐπὶ λόγοις τοιούτοις θὰ προσκαλέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς φίλους, οὓς ὤφειλε νὰ τιμᾷ καὶ νὰ σέβηται, θὰ προσκαλέσῃ ὑμᾶς, οὓς ἡμεῖς τιμῶμεν καὶ σεβόμεθα πράγματι, ἵνα εἴπητε ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦτο; Καὶ ἄν τὸ εἴπητε ὅμως, καὶ ἄν τὸ ἐπιβάλητε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ πείσητέ τινα ὅτι εὐσυνειδήτως ἐψηφίσατε. Διατί, κύριε Πρωθυπουργὲ, καταχρᾶσθε ἐπὶ τοσοῦτον τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν φίλων σας;
§92ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν καταχρᾶται οὐδεὶς τῆς ἐμπιστοσύνης μας. Μᾶς ὑβρίζετε. Ἡμεῖς ὅ,τι ψηφίζομεν, αὐτὸ καὶ πιστεύομεν.
§93ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Κατσικόπουλος ἐξήνεγκε τὴν λέξιν ὕβριν, ἣν οὐδέποτε ἤκουσέ τις παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δικαιοῦμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν ἢ ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὴν Ἑλληνικὴν ἢ ὅτι δὲν γινώσκει τοὺς κοινοτέρους κανόνας τῆς λογικῆς.
§94ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐγένεια, διὰ τῆς ὁποίας θέλετε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι δὲν μᾶς ὑβρίζετε.
§95ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε καλῶς πρὶν ἢ ἀποφασίσητε νὰ κάμητε τοιαύτην διακοπήν. Τρία ἔτη πολεμοῦμεν ἐνταῦθα, τρία ἔτη κατέχω τὸ βῆμα λίαν συνεχῶς, καὶ οὐδέποτε οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, οὐδεὶς ἐκ τῆς πτέρυγος, εἰς ἣν χθὲς ἔτι προσήλθετε, ἠτιάθη κατ’ ἐμοῦ αὐτὸ, δι’ ὅπερ σήμερον ἀπροσέκτως ὅσον καὶ ἀδίκως μὲ αἰτιᾶσθε σεῖς. Δὲν ἐννοεῖτε δυστυχῶς, ὅτι ὅταν ὁμιλῶν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συνιστῶ αὐτῷ νὰ μὴ ποιῆται κατάχρησιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν φίλων του, δὲν ἐννοεῖτε, λέγω, ὅτι διὰ τούτου πᾶν ἄλλο ἐκφέρω ἢ ὕβριν, ὅτι λέγω μάλιστά τι κοινοβουλευτικώτατον.
§96ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ....
§97ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἂς λείψῃ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον· δὲν θὰ ἐξέλθητε ἐξ αὐτοῦ ἢ τετραυματισμένος.
§98ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον......
§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατόπιν ἀπαντᾶτε, μὴ διακόπτετε τώρα.
§100ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τὸ παρεμβληθὲν ἐπεισόδιον, καὶ μολονότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, διότι πάντες μὲ ἠκούσατε, ὅτι εἶσθε βέβαιοι, ὅτι οὐδὲν ἐξῆλθε τοῦ στόματός μου ἀπρεπὲς, λυποῦμαι διὰ τὸ συμβὰν, καὶ ἐὰν σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ πράγματος ἀναξίου, σᾶς ζητῶ συγγνώμην, καίτοι μὴ πταίων ἐγώ. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ φύσις τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἀρνεῖται νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ὅταν ἐκ τῆς ἀρνήσεώς του ταύτης ἔγκριτον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου εἶπεν ὅτι ἐξάγει τὸ συμπέρασμα, ὅτι βεβαίως τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο περιέχει στοιχεῖα μαρτυροῦντα ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις δὲν προσηνέχθη καλῶς, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, ἐλαφρῶς ὅπως τὸ ἔπραξε, νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ὀρθοτάτην γνώμην ἐκείνην. Ἐὰν τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ἐκθέτῃ τὴν ἐνέργειαν ὑμῶν καὶ τὴν προσωπικὴν ὑμῶν εὐθύνην, οὐδεὶς λόγος σᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸ φέρητε· ἀφοῦ εἶναι ἔγγραφον δι’ οὗ ἐζητήθη πρᾶξις διεθνὴς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του καὶ τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἴδωμεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυανὴν Βίβλον, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε εὐπρεπῶς καὶ σπουδαίως ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόσωπος ἤθελε σᾶς ἀπαγορεύσει, ἢ ἐδικαιοῦτο, καὶ ἂν τὸ ἤθελεν, ὅπερ δὲν πιστεύω, νὰ σᾶς ἀπαγορεύσῃ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἐπιμένετε εἰς τὴν ἄλλως ἀκατανόητον ἄρνησίν σας, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον καὶ ὁ στρατὸς ἡμῶν, ὅτι χωρὶς ν’ ἀναγκασθῆτε — ἀδιάφορον ἐὰν ἐζητήθητε, διότι ἐὰν τὰ στοιχεῖα ἐφ’ οἷς ἐζητήθητε δὲν ἦσαν δεδικαιολογημένα, δὲν εἶσθε ἠναγκασμένοι — χωρὶς λέγω νὰ ἐξαναγκασθῆτε, ἐπράξατε ὅ,τι κατὰ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ στρατοῦ ἐπράξατε. Ἐπεθύμουν εἰς ταύτην καὶ μόνην τὴν συζήτησιν νὰ περιορισθῶμεν, διότι αὕτη εἶναι κατ’ ἐμὲ πολλῷ σπουδαιοτέρα. Ἐκ ταύτης θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι Βουλὴ τοῦ Ἔθνους ἢ μορμολύκειον τοῦ διευθύνοντος τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς. Ὅταν σᾶς ζητῶμεν τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν πρόκειται νὰ στηρίξωμεν τὴν κρίσιν ἡμῶν περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον κατεπίκρανε πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, ὑμεῖς ἀρνεῖσθε τὸ κυριώτερον, τὸ μόνον πρὸς τοῦτο στοιχεῖον, τί φρονεῖτε περὶ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τοῦ Συντάγματος; καὶ διατί ζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἢ ψῆφον νομοθετικήν; Τίς εἶναι ἡ πεποίθησις, τίς ἡ ἐμπιστοσύνη, ἣν τοιαύτη Βουλὴ ἐμπνέει εἰς τὸν Τόπον; Κύριε Πρωθυπουργέ, εἶσθε προϊὸν τῆς Κοινοβουλευτικῆς πάλης, σήμερον εἶσθε Πρωθυπουργὸς, αὔριον θὰ ἦσθε ἀντιπολιτευόμενος, εἶσθε ὅμως πάντοτε πολίτης Ἕλλην. Συναισθανθῆτε ὅτι πᾶν τραῦμα καταφερόμενον κατὰ τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας, κατὰ τῆς ἠθικῆς βαρύτητος τῆς Βουλῆς, εἶναι τραῦμα θανάσιμον καταφερόμενον κατὰ τῆς καρδίας τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως εἶπεν, ὅτι δὲν καταθέτει τὸ ἔγγραφον, καὶ εἰς τὴν εὐγενῆ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρότασιν περὶ παροχῆς χρόνου πρὸς σπουδαιοτέραν σκέψιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξεν οὐχὶ μόνον ἐπίμονον ἄρνησιν, ἀλλὰ καὶ συμπεριφορὰν ἀνοίκειον. Εἴμεθα λοιπὸν ἠναγκασμένοι νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν σπουδαίως θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ ἑπομένως εὐσυνειδήτως νὰ κρίνωμεν. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ποῦ αὖθις σᾶς ἐξωθεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργός; Σᾶς προσκαλεῖ νὰ κρίνητε ἐν ἀγνοίᾳ! Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε πρὸ τῶν διακοπῶν συνεζητήθη τὸ ζήτημα περὶ τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἀπηυθύνθησαν αἰτιάσεις ὡρισμέναι ἐπὶ κακῇ διοικήσει αὐτοῦ· ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς ῥητῶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὲν γνωρίζει εἰμὴ περὶ τινῶν, καὶ ὅτι περὶ τῶν ἄλλων ἤθελεν ἐξετάσει καὶ πληροφορήσει τὴν Βουλήν· ἀπεξεδύθη λοιπὸν αὐτὸς πάσης ἠθικῆς εὐθύνης, προσεκάλεσεν ἐν τούτοις αὐθωρεὶ ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἔχει καλῶς! Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι κατάχρησις τῆς ἐμπιστοσύνης σας ταῦτα; ἀποτείνομαι εἰς ἐκείνους, οἵτινες τὴν λέξιν ταύτην ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσιν ἀδίκως καὶ μὴ ὀρθῶς ὡς λέξιν προσβλητικήν. Δὲν θέλω ἐξετάσει ποσῶς τὰς λεπτομερείας τοῦ συμβάντος· ὀφείλω ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον μεγάλης, φίλης καὶ εὐεργέτιδος Δυνάμεως νὰ παραδεχθῶ ἐπὶ λέξει πᾶν ὅ,τι αὐτὸς ἀνήγγειλεν, ἐπεθύμουν ὅμως ἵνα τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραττε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν ἔπραττε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν οἰκτρὰν ἀνάγκην, εἰς ἣν βραδύτερον περιῆλθεν. Δὲν ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταθέσῃ ἡμῖν, ὡς ὤφειλε, πάντα τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων, ἅπερ κατέθεσεν, οἱ γινώσκοντες ν’ ἀναγινώσκωσι μεταξὺ τῶν γραμμῶν διέκριναν τί συνέβη. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδητε μετὰ πόσης ἐλαφρότητος, ἵνα μὴ εἴπω κακῆς πίστεως, ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως ἐτέθη δυστυχῶς εἰς ἀμφιβολίαν περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Δὲν θέλω ν’ ἀναμνησθῶ τῆς ἱστορίας τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, τῆς ἱστορίας αὐτοῦ, ἥτις ἀνέγραψεν ἐν ταῖς σελίσιν αὐτῆς τὴν γνωστὴν οἰκονομικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Νίκολσων, τὴν κατακρίνουσαν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δὲν φαντάζομαι ἐγὼ ποτὲ ὅτι Πρωθυπουργὸς ἑνὸς Κράτους, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἰδίως, ἤθελε θέσει ἀνωτέρω τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ μνησικακίαν· ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ διακρίνω ἐν τοῖς ἐγγράφοις, εἶναι ὅτι δὲν ἐνεργήθησαν τὰ πράγματα ὡς ἔδει νὰ ἐνεργηθῶσιν, οὔτε ἐν εὐπρεπείᾳ οὔτε ἐν ἀκριβείᾳ. Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήγγελλεν ἐντεῦθεν κατηγορητήριον ἠθικὸν κατὰ τοῦ κ. Νίκολσων—διότι εἶναι κατηγορητήριον νὰ λέγῃ τις περί τινος, ὅτι ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν, 48 ὡρῶν, ἐπὶ ὑψίστου ζητήματος ἐπάγοντος μάλιστα μεγάλην εὐθύνην, μετέβαλε τρὶς γνώμην—ὅτε τοῦτο ἐξήγγελλεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ παρίστα τὸν κ. Νίκολσων, ὡς δὲν ἤθελε παραστήσει τὸν τελευταῖον τῶν ἀνθρώπων, ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ διατί αὕτη ἡ μεταβολή, προσέθηκεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του τὰ ἑξῆς: ὅτι ὁ κ. Νίκολσων δὲν ἐθεώρησεν ἀκριβῆ τὰ ἐν τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγραφέντα καὶ ἔκρινε μάλιστα ὅτι, ὡς εἶχε συνταχθῆ ἡ διαταγὴ ἐκείνη, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν πᾶσα ἡ εὐθύνη τῶν τελεσθέντων. Πιθανὸν νὰ μὴ εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πιθανὸν νὰ μὴ ἤθελε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὸν κ. Νίκολσων, θὰ ἦτο πολὺ μικρός, ἐὰν ἔπραττεν αὐτό· ἀλλ’ ὁ κ. Νίκολσων τοιοῦτόν τι ὑπέθεσε. Δύνασθε δὲ νὰ φαντασθῆτε τίς ἦτο ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις, εἰς ἣν ἕνεκα τούτου ὁ κ. Νίκολσων περιῆλθε βραδύτερον, παρακολουθοῦντες μετὰ προσοχῆς τὴν ἀνέλιξιν τῶν γεγονότων. Ἐν τῇ πρώτῃ στιγμῇ τῆς προσβολῆς, ὅταν ἦτο ἐν τῇ ὁρμῇ τῆς δικαίας αὐτοῦ ἀγανακτήσεως καὶ ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ κ. Νίκολσων, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργός, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἐδέχθη αὐτὸν προσηνῶς καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης εὐπρεπείας, ἐν τῇ πρώτῃ ταύτῃ στιγμῇ δὲν ἐζήτησε δημοσίαν τινὰ πρᾶξιν ἱκανοποιήσεως, ἐδήλωσε μάλιστα ῥητῶς, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μὴ γείνῃ πάταγος, καὶ εἶπεν ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὴν κατὰ Νόμον τιμωρίαν τοῦ κατ’ αὐτοῦ ἀσεβήσαντος. Ταῦτα δὲ πάντα ἐβεβαίωσεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πρέπει ἑπομένως ν’ ἀνατραπῶσιν ὅλοι οἱ Νόμοι οἱ φυσικοὶ, διὰ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἄνευ ἑτέρου τινὸς λόγου ὁ κ. Νίκολσων μετὰ παρέλευσιν 24 ὡρῶν, ὅτε ἡ γαλήνη βεβαίως ἐπανῆλθεν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, ἤθελε καταστῆ δριμύτερος, καὶ ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἑτέρων 24 ὡρῶν ἤθελε καταστῆ ἀπηνής, διότι ἀπηνεστάτη βεβαίως ἦτο ἡ τελευταία ἀπαίτησίς του. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Νίκολσων, τὴν πρὸς αὐτὸν παραδοθεῖσαν καὶ τὴν δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπευθυνθεῖσαν· ἡ ἔκθεσις ἐκείνη συνετάχθη ἅμα τῇ λήξει τοῦ ἐλεεινοῦ ἐκείνου δράματος. Ἡ ἔκθεσις ἐκείνη ἀνέγραφεν ἐν λεπτομερείᾳ πάντα τὰ συμβάντα, καὶ μεταξὺ τούτων δύω σπουδαιότατα· τὸ πρῶτον καὶ κυριώτατον—καὶ πρέπει νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο πολὺ—εἶναι ἡ καὶ μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος γνῶσιν, ὅτι ὁ ὑπ’ αὐτοῦ προσβαλλόμενος ἦτο ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρετανίας, ἐξηκολούθησεν οὗτος κακοποιῶν αὐτὸν, τὸ δεύτερον δὲ, ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐξηκολούθει τύπτων τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον καὶ μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ δάσους ἔξοδον αὐτοῦ· δὲν πιστεύω νὰ ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Νίκολσων, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσεν ἤδη τοῦτο. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔλαβεν ἐπισήμως παρὰ τοῦ κ. Νίκολσων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐφ’ ὧν ὤφειλε νὰ στηριχθῇ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις διαχειριζόμενος, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, λέγει, δυστυχῶς, ὅτι τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως, καὶ ἐξευτελιστικὸν ἔτι, δικαιοῦται ὁ προσβληθεὶς νὰ ὑποδείξῃ......
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· ῥητῶς εἶπον ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἐξευτελιστικὴν ποινήν· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσω νὰ μὴ ἀναφέρητε ἀνακριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον.
§102ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ῥητῶς, ῥητότατα ὅτι ἐν ταῖς περιπτώσεσι ταύταις, κατὰ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον, τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως κανονίζει ὁ προσβληθείς.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου καὶ τοῦ πρέποντος.
§104ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προσθέτω προθύμως· Θὰ χρησιμεύσῃ καθ’ ὑμῶν. Ἔχετε ὑπομονήν.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπετε ὑμεῖς πρότερον ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ προσβληθεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως ἔστω καὶ ἐξευτελιστικόν· διὰ τοῦτο ἐξηγέρθην καὶ διεμαρτυρήθην.
§106ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐξακολουθεῖτε νὰ μὲ διακόπτητε, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν μοὶ χρησιμεύει τὴν στιγμὴν ταύτην τοῦτο. Θὰ ἔλθῃ ὅμως καὶ τούτου ἡ στιγμή. Ἐκεῖνο ὅπερ μοὶ χρησιμεύει τώρα εἶναι ἂν τὸ Διεθνὲς Δίκαιον λέγῃ που, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ προσβληθεὶς νὰ ὁρίσῃ τὴν ἱκανοποίησιν αὑτοῦ· περὶ τούτου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν· αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον· ἀλλὰ συλλυποῦμαι τὴν πατρίδα, ἂν νομίζετε ὅτι ἡ ζητηθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Νίκολσων ἱκανοποίησις ἦτο εὐπρεπὴς καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὴν Ἑλλάδα τιμῆς, συγχρόνως δὲ συγχαίρω ἡμᾶς. Ἐν τούτοις τί παρατηροῦμεν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ οὗ ἐπεβλήθη εἰς τὸν Καλποῦζον ἡ ποινὴ τῆς διμήνου φυλακίσεως καὶ ἡ ἀποπομπὴ ἀπὸ τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς; Παρατηροῦμεν, ὅτι τὰ δύω ταῦτα σπουδαιότατα— διότι ἔχουν προσέτι στενοτάτην σχέσιν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου—γεγονότα, τὸ πρῶτον ὅτι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος ὁ Ἐπιτετραμμένος, τὸ δεύτερον ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἐκ τοῦ δάσους ἐξηκολούθει τυπτόμενος ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος, διαῤῥήδην διαψεύδονται. Καὶ εἶναι, κατὰ δυστυχίαν, τὸ ἔγγραφον γεγραμμένον μὲ τρόπον, ὅστις δεικνύει ἢ ὅτι ὁ γράψας αὐτὸ ἀγνοεῖ πῶς γράφονται τὰ τοιαῦτα μάλιστα ἐπίσημα ἔγγραφα, ἢ ὅτι ὑπῆρχε σκοπὸς ἐμμέσου προσβολῆς τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλως ἀξιοθαύμαστον τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Ἀρνεῖται τὴν γνῶσιν τῆς ἰδιότητος τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου ἐκ μέρους τοῦ χωροφύλακος, ὀνομάζει μάλιστα ῥητῶς τὸν κ. Νίκολσων ἄγνωστον, καὶ ὅμως τιμωρεῖ διὰ τῆς ἀνωτάτης πειθαρχικῆς ποινῆς καὶ προσέτι δι’ ἀποπομπῆς τὸν χωροφύλακα διότι— λέγει τὸ περίεργον τοῦτο ἔγγραφον— ἐξύβρισε πρόσωπον, ἐξαιρετικὸν καὶ ὑπέρτερον ἔχον δικαίωμα ἐπὶ τῆς τοιαύτης εὐλαβείας. Ἐν τῷ διατακτικῷ καταλογίζει, ὡς βλέπετε, ἐπιβαρυντικὴν περίστασιν, ἥν ἐν τῷ δικαιολογικῷ διακηρύττει ἀνύπαρκτον! Ἀλλ’ εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν δώρων τῆς ἀναμορφώσεως. Καὶ εἶναι, ὡς παρατηρεῖτε, δῶρον πλουσιώτατον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει) «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν ἀναφοράν σας (τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Μοιραρχίαν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας) καθ’ ἣν περὶ ὥραν 2 μ. μ. τῆς χθὲς ἐν τῷ κάτωθι τοῦ Λυκαβητοῦ πευκῶνι ἐπιχειρήσαντος εἴσοδον ἐν αὐτῷ τοῦ ἐνταῦθα Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας κ. Νίκολσων μετὰ τῆς κυρίας του χάριν περιπάτου, ὁ τεταγμένος πρὸς φύλαξιν τοῦ πευκῶνος τούτου χωροφύλαξ Λουκᾶς Καλποῦζος (ΑΜ. 10,245) ἑπόμενος εἰς ἣν εἶχεν αὐστηρὰν διαταγὴν νὰ μὴν ἐπιτρέψῃ τὴν ἐν τῷ πευκῶνι εἴσοδον εἰς οὐδένα ἀνεξαιρέτως χάριν τῆς γιγνομένης αὐτόθι φυτείας, προσηνέχθη ἀγροίκως, διότι ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη ἕνεκα ἀγνοίας τῆς Ἀγγλικῆς διαλέκτου ν’ ἀποκωλύσῃ τὴν εἴσοδον τοῦ ἀγνώστου αὐτῷ κ. Νίκολσων, γνωρίζων τούτῳ ἣν πρὸς τοῦτο εἶχε διαταγὴν, προέβη μέχρι τῆς αὐθαδείας ὅπως ἐπιβάλῃ χεῖρα ἐκβιάζων τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ. «Ἐπειδὴ ἐντεῦθεν προκύπτει ὅτι ὁ προμνημονευθεὶς χωροφύλαξ ἐναντίον ἧς εἶχεν ὑποχρεώσεως ὅπως εὐλαβῆται τῆς ἀξιοπρεπείας παντὸς ἤκισε καὶ ἐξύβρισε πρόσωπον ἐξαιρετικὸν καὶ ὑπέρτερον ἔχον δικαίωμα ἐπὶ τῆς τοιαύτης εὐλαβείας λόγῳ τοῦ περιβάλλοντος τὸν κ. Νίκολσων Διπλωματικοῦ χαρακτῆρος, Διὰ ταῦτα Τιμωροῦμεν μὲν αὐτὸν διὰ τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς καθ’ ἡμᾶς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, τουτέστι διὰ διμήνου φυλακίσεως, ἣν θέλει ἐκτίσει εἰς τὰς φυλακὰς Ἀκροναυπλίας ἀποστελλόμενος ἐκεῖσε ὑπὸ ἀσφαλῆ συνοδίαν, διατάσσομεν δὲ τὴν ἀποπομπὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ περὶ τῆς ἀποπομπῆς ἡμετέρα ἀπόφασις ἀνακοινωθήσεται παραχρῆμα παρ’ ὑμῶν εἰς τὸν εἰρημένον χωροφύλακα ἐπὶ γενικοῦ προσκλητηρίου τῶν ἀνδρῶν τῆς Μοιραρχίας. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 5 Ἰανουαρίου 1885.
Ὁ Ὑπουργὸς
(Τ. Σ.) Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.»
Εἶμαι βέβαιος, ὅτι πᾶς ὅστις ἐξ ἡμῶν εὑρίσκετο εἰς ἃς περιστάσεις εὑρέθη ὁ κ. Νίκολσων ἀναγινώσκων τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὸν ἢ προσβαλλόμενον ἢ ἐμπαιζόμενον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη τις ἔλλειψις, οὐσιωδεστάτη καὶ αὕτη καὶ δυσεξήγητος, ὅτι ἡ τιμωρία αὕτη ἡ ὑπὲρ τὸ δέον αὐστηρὰ, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐπιδοκιμάζω, δὲν ἀνεκοινώθη αὐθημερὸν εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας τῆς διαταγῆς, ἐκφράζει ἁπλῶς τὴν λύπην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῷ γεγονότι καὶ ὑπόσχεται ὅτι θὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, ὅπως τιμωρηθῇ δεόντως ὁ προσβαλὼν καὶ ἱκανοποιηθῇ ἀποχρώντως ὁ κ. Νίκολσων.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τῆς τιμωρίας ἀνεκοινώθησαν αὐθημερόν.
§108ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς διαψεύσω, διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ συναδέλφου σας.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνεκοινώθη καὶ παρ’ ἐμοῦ ἀπ’ εὐθείας.
§110ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἴσως καὶ τοῦτο ἀπὸ ἐκεῖνα, ἅπερ κρύπτετε, διότι εἶναι ἀνάξια νὰ ἴδωσι τὸ φῶς.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον τὸ ψεῦδος φοβεῖται τὸ φῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσε τὰ περὶ τούτου καθ’ ἣν ἡμέραν τὸ ἔγγραφον ἀναφέρει, ἡ δὲ διαταγὴ ἀνεκοινώθη εὐθὺς ὡς ἐξεδόθη παρ’ ἐμοῦ προφορικῶς εἰς τὸν κ. Ἐπιτετραμμένον.
§112ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς προφορικὰς ταύτας ἀνακοινώσεις, εἰς ἃς οὐχὶ χάριν τοῦ φωτὸς προσφεύγετε, ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν. Δὲν ἐσυλογίσθητε ὅμως ὅτι ἐκθέτετε οὕτω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν; λέγοντες, ὅτι ἀνεκοινώσατε ὑμεῖς προφορικῶς, ἢ ἐκφέρετε πρᾶγμα, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀληθὲς, ἢ ὁμολογεῖτε ὅτι ἠδικήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐπροδόσατε μάλιστα αὐτὸν, προβάντα ἐν ἀγνοίᾳ τῶν παρ’ ὑμῶν πραχθέντων εἰς τὸ παράδοξον τοῦτο ἔγγραφον. Ἰδοὺ δὲ τὶ λέγει τὸ ἔγγραφον· εἶναι γραμμένον Γαλλιστὶ καὶ μεταφράζω αὐτό. Ἡ ἐπίθεσις ἐγένετο τὴν 4 Ἰανουαρίου, ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Νίκολσων ἐπεδόθη αὐθημερόν. Τὴν 5 Ἰανουαρίου ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αὐθημερὸν ἐξετελέσθη, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν φέρει ἡ ἀπάντησις τοῦ Μοιράρχου ἀναγγέλλοντος τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς (θόρυβος). Ἔχετε μέγα δίκαιον νὰ θορυβῆσθε, ἀλλ’ ὅμως ἰδοὺ τὶ ἀναφέρει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, φέρον καὶ τοῦτο, ἀτυχῶς διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν τῆς 5 Ἰανουαρίου (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀκατονόμαστος προσβολὴ, ἧς ἐγίνετε θῦμα καὶ ἣν εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἀνακοινώσητε διὰ τῆς ὑμετέρας χθεσινῆς ἐπιστολῆς, βαθέως μὲ ἐλύπησε. Σπεύδω νὰ ἐκφράσω ὑμῖν ἐπὶ ταύτῃ τὴν ζωηρὰν λύπην τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι αὕτη θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ λάβῃ κατεπειγόντως πάντα τ’ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως παραδειγματικὴ μὲν ποινὴ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν ἔνοχον, δοθῇ δὲ πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως πᾶσα ἱκανοποίησις, δυναμένη νὰ ἐξαλείψῃ τῆς μνήμης αὐτοῦ τὸ λυπηρὸν τοῦτο γεγονός. Ἐν Ἀθήναις, 5)17 Ἰανουαρίου 1885.
Α. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ.»
Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος εἶχεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπάντησιν — καὶ θέλω παραδεχθῆ, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς ὄφελος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν διαβεβαίωσίν του περὶ προφορικῆς ἀνακοινώσεως—εἶχεν ἀπάντησιν ἀντίθετον πρὸς ἐκείνην, ἣν τῷ ἔδωκεν αὐθημερὸν προφορικῶς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Φαντασθῆτε τὸν Ἐπιτετραμμένον, μὴ ἔχοντα σχέσιν ἐπίσημον, εἰμὴ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν—πιστεύω ὅτι ἔχει σχέσεις καὶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπίσημον σχέσιν, ἐφ’ ἧς νὰ δύναται νὰ στηρίξῃ εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ἰδικῆς του εὐθύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς ἄλλον— φαντασθῆτε αὐτὸν βλέποντα, ὅτι ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῷ ἔλεγεν ἐγγράφως, ὅτι λυπεῖται διὰ τὰ γενόμενα καὶ ὅτι θὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα πρὸς τιμωρίαν τοῦ ἐγκληματήσαντος, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς συγχρόνως τῷ ἀνεκοίνου προφορικῶς ὅτι ἡ τιμωρία ἐγένετο, καὶ θὰ συνομολογήσητε ἀμέσως μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἦτο φυσικὸν, εἰς ἃς μάλιστα εὑρίσκετο ὁ κ. Νίκολσων ἀτομικὰς διαθέσεις—διότι εἶναι τοῦτο γεγονὸς καὶ δύναταί τις ἄνευ πλαγίου σκοποῦ νὰ τὸ ἀναφέρῃ, ὅπως χαρακτηρίσῃ τίς ἦτο ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου, — θὰ συνομολογήσητε, λέγω, μετ’ ἐμοῦ, ὅτι εὑρισκόμενος εἰς θέσιν οὐχὶ εὐάρεστον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, φυσικὸν ἦτο νὰ ὑπονοήσῃ πολλὰ ἐπὶ τῇ προφανεῖ ταύτῃ καὶ ἀνεξηγήτῳ ἀντιφάσει τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι λυπηρὸν διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ ἔγγραφα, διότι ἐκ τούτου δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ ἀσφαλῶς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀρνεῖται ἡμῖν ταῦτα, ὡς καταμαρτυροῦντα αὐτοῦ καὶ καταλογίζοντα εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἀξιώσεων. Ἂν εἴχομεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἠθέλομεν γνωρίζει πότε καὶ διατὶ ἐγένετο ἡ πρώτη μεταβολὴ τῆς ἀρχικῆς γνώμης καὶ ἐζητήθη ἡ δημοσία ἐνώπιον τοῦ οἰκείου Σώματος τιμωρία, καὶ πότε καὶ διατὶ ἐγένετο ἡ ἑτέρα μεταβολὴ καὶ ἐζητήθη ἡ διαδραμάτισις τῆς ἐξευτελιστικῆς σκηνῆς τῆς 7 Ἰανουαρίου. Βλέπετε, ὅτι δὲν ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα χάριν παιδιᾶς, ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ γεγονότος καὶ διὰ ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, κατακρίνοντες αὐτὰς ἂν ὑπῆρξαν ἄστοχοι καὶ ἀδέξιοι, ἐπιδοκιμάζοντες ὅμως αὐτὰς, ἂν ἀπεδεικνύοντο εὔστοχοι καὶ ἀξιοπρεπεῖς. Ἐγὼ, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον, δὲν θέτω εἰς ἀμφιβολίαν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Νίκολσων, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ἐπικρίνω τὴν ἀντίθετον πρὸς ταύτην ἀναγραφὴν τῶν συμβάντων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἦτο ἡ ἀναγραφὴ αὕτη ἀληθής; Ἔπρεπε τότε, καθῆκον ἱερὸν πρὸς τὴν Πατρίδα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰ ἐντεῦθεν πηγάζοντα δικαιώματα τοῦ Ἔθνους, ἅπερ οὐχὶ μόνον τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἀλλὰ πάντα τὰ δίκαια τοῦ κόσμου, ἡ λογικὴ, ἡ αἰωνία δικαιοσύνη ἀναγνωρίζουσιν ὑπὲρ τῶν Ἐθνῶν καὶ ὑπὲρ τῶν ἀτόμων. Ἂν ὄντως, ὡς ἀναγράφει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ χωροφύλαξ δὲν ἐγνώρισε τὸν ἔκτακτον ἀπεσταλμένον καὶ ἂν ἦναι προσέτι ἀληθὲς, καὶ βεβαίως εἶναι, ὅτι ὑπάρχει αὐστηρὰ ἀπαγόρευσις εἰσόδου εἰς τὸ δάσος, ἣν ἠγνόει μὲν βεβαίως ὁ κ. Ἐπιτετραμμένος, ἀλλὰ τὴν ἄγνοιαν ταύτην δὲν ὤφειλε νὰ ἐρευνήσῃ ὁ χωροφύλαξ, διότι ἄγνοια ἐπὶ τούτοις δὲν ἐπιτρέπεται, τὸ ζήτημα δὲν ἦτο πλέον διεθνὲς, ἀλλὰ τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ὅλαι οἱ συγγραφεῖς λέγουσι τοῦτο, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἦτο ὑπερήφανος νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Νίκολσων μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, ἣν τῷ ἐπέδωκεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι του δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ὅτι αἱ ἀκριβεῖς πληροφορίαι λέγουσιν ὅτι δὲν ἀνεγνωρίσθη, καὶ μὴ ἀναγνωρισθεὶς ἔχει μὲν δικαίωμα τῆς ἐξαιρετικῆς (οὕτως ἐκφράζονται οἱ συγγραφεῖς τοῦ διεθνοῦς δικαίου) τῆς Κυβερνήσεως προστασίας, ἑπομένως τῆς ἐπιβολῆς αὐστηρᾶς ποινῆς κατὰ τοῦ ἀδικήσαντος αὐτὸν, ἀλλ’ εἰς διπλωματικὴν ἐνέργειαν δὲν δύναται νὰ προβῇ (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ νὰ πεισθῆτε ὅτι ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης, ἥτις θίγει ὅ,τι ἔχει ἡ Πατρὶς ἁγιώτερον, τὴν τιμὴν αὐτῆς, δὲν ὁρμώμεθα ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως (θόρυβος). Ποῖος θὰ σᾶς κάμῃ τὸ ἄδικον νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ οἰκτρὰ αὕτη περίστασις δὲν ἔθιξε τὴν Ἑλληνικὴν ὑμῶν καρδίαν; Σεῖς εὑρίσκεσθε μάλιστα εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίστασιν ὅτι ἔχετε τὴν ἐνδόμυχον, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ὁρατῶς στηριζομένην, πεποίθησιν ὅτι πᾶν ὅ,τι πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι καλῶς πεπραγμένον. Σᾶς καλοτυχίζω ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, ἥτις κατασιγάζει τοὐλάχιστον τὰς κραυγὰς τῆς συνειδήσεώς σας, ἀλλ’ ὑπ’ ὄψιν ἔχων πράγματα καὶ ἐπ’ αὐτῶν κρίνων δὲν δύναμαι νὰ συγκαλοτυχίσω καὶ τὸν Τόπον, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε. Καὶ τρίτον λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύναμαι ἢ νὰ παραδεχθῶ ὡς ἀληθῆ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιτετραμμένου, καὶ ἐπὶ ταύτης στηριζόμενος ἀποδέχομαι, καίτοι ὑπὲρ τὸν Νόμον ἐπιταθεῖσαν, τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς τὸν προσβολέα τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας ποινήν. Ηὐχόμην μάλιστα νὰ ἦτο μείζων ἡ ἐν τῷ δικαιώματι τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπιβλητέα ποινή, τὸ ηὐχόμην δὲ οὐχὶ ἐναντίον τοῦ χωροφύλακος, ἀλλὰ διότι ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἡ παροῦσα μία ἐκ τῶν πολλῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς, ὡς Ἔθνος πεπολιτισμένον, ὡς Ἔθνος δυνάμενον νὰ παραβληθῇ πρὸς τὰ ἄριστα καὶ κράτιστα τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν τοῦ κόσμου, ἀποστρέφεται πράξεις βαρβάρους, διότι καὶ ἡ λέξις βάρβαρος δὲν εἶναι Ἑλληνική. Ἔκρινα λοιπὸν τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν καλῶς ἐπιβληθεῖσαν, καίτοι ὑπὲρ τὸν Νόμον· λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὡς καλῶς ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ γινώσκῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡρισμέναι εἶναι αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ ἀπὸ τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς ἀποβολή. Εἶναι ἡ περίστασις τῆς δωροδοκίας, ἡ τῆς μὴ ἐκτελέσεως διαταγῶν τῆς Πολιτικῆς Ἀρχῆς καὶ ἡ τῆς μέθης, ἀλλὰ μετὰ τρεῖς ἕνεκα ταύτης πειθαρχικὰς ποινάς. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἐξετάζω, ἀφοῦ ἐπεθύμουν ἡ ποινὴ νὰ ἦτο μεγαλειτέρα. Πῶς ὅμως συμβιβάζεται ἡ τοιαύτη ποινὴ πρὸς τὸν χαρακτῆρα, ὅν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔδωκεν, ἐν τῇ νομίμῳ αὐτοῦ ἁρμοδιότητι, εἰς τὴν πρᾶξιν; Ἡ πρᾶξις ἦτο κακὴ καὶ τιμωρητέα, ἀλλὰ τιμωρητέα ὅσον ἤθελεν εἶσθαι ἂν ὁ κ. Νίκολσων ὠνομάζετο Παῦλος, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν παρέστησεν καὶ ὡς παραβάντα αὐστηρὰν ἀστυνομικὴν ἀπαγόρευσιν καὶ ὡς ἄγνωστον. Ἀλλὰ, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην ἀνακοίνωσιν ὁ κ. Νίκολσων δὲν ἐζήτησε πανηγυρικήν τινα πρᾶξιν, οὐδὲ κἂν ἁπλῶς δημοσίαν, ἔστειλεν ἔπειτα ἐπιστολήν, γραφεῖσαν μάλιστα, ὡς εἰκάζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν νύκτα τῆς 4ης, δι’ ἧς ἐζήτει τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς τιμωρίας ἐνώπιον τῆς φρουρᾶς, ἧς ἀπετέλει μέρος ὁ τιμωρηθείς. Τί λέγει διὰ τούτου αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Τρικούπης; Δὲν ἄγει αὐτὸς ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ἐπιτετραμμένου ἐπῆλθε πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης; Διατί ὅμως ἐπῆλθε; Τί ἆρά γε συνέβη ἐν τῷ μεταξύ; Ἰδοὺ αὖθις διὰ τίνας σπουδαίους λόγους ἐζητήσαμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ μοιράρχου, τὸ Σάββατον, ἤτοι τὴν 5 Ἰανουαρίου τὰ πάντα φαίνονται τετελειωμένα, γνωστὸν δὲ εἶναι ὅτι τὴν Κυριακὴν ὁ τιμωρηθεὶς ἀπεστάλη εἰς Ναύπλιον. Καὶ ὅμως τὴν Δευτέραν, ἀπόντος τοῦ ἐγκληματήσαντος, τοῦ ἤδη τιμωρηθέντος, ὄντος μάλιστα ἐφεξῆς πολίτου, ἑπομένως μὴ διατελοῦντος πλέον ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τελεῖται τὸ ἐλεεινὸν ἐκεῖνο δρᾶμα, ὅπερ κατεπίκρανε πάντας ἡμᾶς, κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, καὶ λέγετε ἐδῶ ὅ,τι θέλετε. Ἤκουσα μάλιστα ἔντιμον φίλον μου, ὃν καὶ τιμῶ καὶ σέβομαι, φίλον μου τῆς πλειονοψηφίας, λέγοντα ὅτι, ἂν εἶχε δύω ψήφους, ἤθελε δώσει ἀμφοτέρας ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο λέγων μοι, εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέκυψεν εἰς ἀνωτέραν βίαν· δὲν μοὶ τὸ εἶπεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι φιλόπατρις, δύναμαι νὰ πιστοποιήσω, ὅτι εἶχε τὴν πεποίθησιν, λέγων τοὺς λόγους ἐκείνους, ὅτι πᾶν τὸ γενόμενον ἐγένετο κατ’ ἀνάγκην. Ἄν βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἐγίνετο κατ’ ἀνάγκην, οὐδεὶς ἤθελε ἐπικρίνει, οὐδὲ συζητήσει κἄν αὐτό. Εἰσάγων τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐξέθεσα καθαρῶς τὴν ἀρχὴν, εἰς ἣν ἀδιστάκτως πιστεύω, ὅτι ἡ φιλοτιμία τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶναι ὡς ἡ τῶν ἀτόμων, ἡ φιλοτιμία τῶν Ἐθνῶν εἶναι ἀλληλένδετος πρὸς τὰ μεγάλα αὑτῶν συμφέροντα· τὸ ἄτομον, αὐτὸ δύναται νὰ παραλείψῃ πᾶν συμφέρον χάριν τῆς φιλοτιμίας του, ἀλλὰ τὰ μεγάλα συμφέροντα τῶν Ἐθνῶν ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὰ οὐχὶ ἀσυνήθως ὅρους, οὓς μόνη ἡ φιλοτιμία δὲν ἤθελεν ἐπιτρέψει· τοῦτο δὲ διότι ἡ ζωὴ τῶν Ἐθνῶν καὶ ἡ ὕπαρξις αὐτῶν εἶναι τιμιωτέρα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀτόμων· τοῦτο δὲ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον, διότι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ πράγματα τῶν Ἐθνῶν δὲν διαχειρίζονται τὴν ἰδίαν αὑτῶν φιλοτιμίαν καὶ τιμὴν, ἀλλὰ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἐμὲ τυφλὴ φιλοπατρία, ἀφοῦ ταύτας τὰς ἀρχὰς πρεσβεύω. Ἀλλὰ ποῦ πρὸς Θεοῦ! ἡ ἀνάγκη; Ἀφοῦ οὔτε κἄν τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐζητήθη ἡ τοιαύτη ἐξευτελιστικὴ καὶ πομπευτικὴ πρᾶξις, προσήχθη, καὶ ἐνθυμοῦμαι ἤδη μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν κακόηχον λέξιν, ἥτις ἐξετοξεύθη κατὰ τοῦ μεγαθύμου καὶ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρὸς, τοῦ Κουμουνδούρου, τῆς διαπομπεύσεως, διὰ ποίαν ἀνάγκην θὰ εἴπητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι διεπομπεύθη τῳόντι σήμερον ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος ἡ Ἐθνικὴ τιμή; Δὲν ἔχετε ἄλλο ἔγγραφον ἐπίσημον, δὲν ἔχετε ἄλλην πληροφορίαν, κυρουμένην διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ γεγονὸς ἐγένετο ἐν παραβάσει αὐστηρᾶς ἀστυνομικῆς ἀπαγορεύσεως, διαπραχθείσῃ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ἐπιτετραμμένου, καὶ πρὸ πάντων ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ χωροφύλακος περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ προσβληθέντος. Πόθεν ἐξάγει ἡ Κυβέρνησις τὰς πληροφορίας ταύτας; Τὰς ἐξάγει βεβαίως ἐκ τῶν εἰς αὐτὴν ὑποβληθεισῶν ἀναφορῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν καὶ ἐκ τῶν γενομένων ἀνακρίσεων. Ταῦτα δὲ τὰ στοιχεῖα ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψιν· ἡ Βουλὴ γινώσκει ἐπισήμως, ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἠγνόει, ὅτι ὁ ὑπ’ αὐτοῦ προσβληθεὶς ἦτο ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, προσέτι δὲ, ὅτι τὸν εὗρεν εἰς τόπον αὐστηρῶς ἀπηγορευμένον. Αὐτὸ γνωρίζει ἡ Βουλὴ, αὐτὸ θὰ μάθῃ τὸ Ἔθνος. Ἐὰν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὰ πιστεύσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ ὑπευθύνου καὶ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ἐὰν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ποῖον Ἐθνικὸν δίκαιον, ποῖον κανιβαλικὸν δίκαιον ἠδύνατο νὰ σᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ πράξητε ὅ,τι ἐπράξατε; Ὅλους τοὺς συγγραφεῖς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου ἀνεδίφησα, ὄχι δὲ μόνον εἰς οὐδένα εὗρον τὴν τερατώδη ἀρχὴν, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερε περὶ τοῦ δικαιώματος δῆθεν τοῦ παθόντος, ἀναγεγραμμένην, ἀλλὰ τοὐναντίον παρὰ τοῖς πλείστοις εἶδον ἀναγεγραμμένην ῥητῶς τὴν ἐναντίαν ἀρχήν. Παρά τισι μάλιστα, καὶ ἐπιφανεστάτοις, εἶδον ἀναγεγραμμένην καὶ ἄλλην ἀκόμη ἀρχήν· δὲν θεωροῦσι κἄν οὗτοι τὸ γνωστὸν τοῦ προσώπου, παρέχον ἀφορμὴν εἰς Διπλωματικὴν, εἰς διεθνῆ συζήτησιν. Ἀποφαίνονται ἐκεῖνοι, ὅτι ἐὰν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ προσβληθῇ ὁ ξένος ἀπεσταλμένος, τότε μόνον ἡ ὑπόθεσις δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον Διπλωματικῆς ἐνεργείας. Παραδέχονται δὲ ἅπαντες ἁπλῶς, καὶ δὲν δύναται νὰ μὴ τὸ παραδεχθῇ τις, ὅτι ὀφείλεται ἰδιαιτέρα ἐξαιρετικὴ προστασία εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν ξένων Δυνάμεων. Ὁ Kläber λέγει: «Ἡ ἀσυλία αὕτη ἢ ἐξαιρετικὴ προστασία ὀφείλεται εἰς τοὺς Πρέσβεις τῶν τριῶν τάξεων. Ἐκτείνεται δὲ ἐπὶ πασῶν τῶν ἐπισήμων ἐνεργειῶν τοῦ Πρέσβεως καὶ κυρίως ἐπὶ τῆς ἐνασκήσεως τῶν Διπλωματικῶν αὐτοῦ καθηκόντων». Ὁ Heffter δὲ κατηγορηματικώτερον λέγει: «Ἐπίσης ὁ προσβληθεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀσυλίαν (iuviolabilité) ἐν περιστάσεσιν ἐντελῶς ξέναις τοῦ δημοσίου αὐτοῦ χαρακτῆρος. Τουλάχιστον αἱ προσβολαὶ, αἱ ἐν τοιαύταις περιστάσεσι γενόμεναι κατ’ αὐτοῦ, δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς ἀξιώσεις Διπλωματικὰς. Ἔτι δὲ ὀλιγώτερον δύναται ὁ Πρέσβυς νὰ παραπονεθῇ Διπλωματικῶς, ἐὰν ἐκεῖνος ὅστις ἐγένετο ἔνοχος προσβολῆς κατ’ αὐτοῦ, ἠγνόει τὴν ἐπίσημον αὐτοῦ ἰδιότητα». Τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ἀνευρίσκει τις παρὰ πᾶσι τοῖς περὶ Διεθνοῦς δικαίου συγγράψασιν. Ὁ Bluntschli, ὅστις ἐν ἄρθρῳ τινὶ λέγει, ὅτι τὸ προσβληθὲν μέρος κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως, δὲν τὸ λέγει ἀπολύτως. Ἐν πρώτοις δὲν λέγει ποσῶς, ὅτι ὁ προσβληθεὶς, ἤτοι τὸ πρόσωπον τὸ παθὸν, ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος, ὅπερ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὑπαλλήλου του προσεβλήθη. Ἑπομένως ἡ οἰκεία Κυβέρνησις δύναται νὰ κρίνῃ ποία εἰς τὸ Ἔθνος ὀφείλεται ἱκανοποίησις. Καὶ εἶναι τόσον βέβαιον τοῦτο, ὥστε ἐὰν ἡ Ἀγγλία θεωρήσῃ ἀνεπαρκῆ τὴν ἐσπευσμένως καὶ ἀκρίτως δοθεῖσαν ἱκανοποίησιν καὶ σᾶς ζητήσῃ βαρυτέραν, ὀφείλετε νὰ δώσητε καὶ ἐκείνην, κατατραυματίζοντες ἔτι μᾶλλον τὴν Ἐθνικὴν τιμήν. Ἀλλὰ πότε, κατὰ τὸν μέγαν ὄντως συγγραφέα τοῦτον, παράγεται τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο τοῦ προσβληθέντος Κράτους; παράγεται μόνον ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Ἔθνος, ἐν ᾧ ἐγένετο ἡ προσβολὴ, ἔχει ποινικὸν Νόμον, μὴ περιέχοντα διάταξιν, τιμωροῦσαν τὴν πρᾶξιν, ὅπερ, εὐτυχῶς, περὶ τῶν Νόμων τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ λεχθῇ. Καὶ εἰς τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ τόσον στενὸ, προσθέτει ὁ συγγραφεὺς σημείωσιν, ἣν τεθειμένην ὑπὸ τὸ ἄρθρον 470 θὰ σᾶς ἀναγνώσω διὰ νὰ ἴδετε, ὅτι ὄχι μόνον λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ὅπως ἐκεῖνος σκέπτεται, ἀγόμενος ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀληθοῦς φιλοπατρίας, οὕτω καὶ ἐγὼ ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τούτου ὁδηγοῦμαι, ἐλέγχων τὰ τελεσθέντα καὶ στηλιτεύων τὸν ἐπιβληθέντα εἰς τὴν προσφιλῆ ἡμῶν καὶ εὐγενῆ πατρίδα ἐξευτελισμόν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ δὲ τούτῳ τῷ 470 ῥητῶς λέγεται «τὸ Κράτος» καὶ ὄχι ὁ προσβληθεὶς Ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἠννόει ὅ,τι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ! Τὸ διεθνὲς δίκαιον θὰ ἦτο τότε πᾶν ἄλλο ἢ δίκαιον, θὰ ἦτο παραλογισμὸς, ἂν ἀνέθετεν εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον, τὸν ἀγανακτοῦντα, τὸν ἐξηρεθισμένον παθόντα, νὰ κρίνῃ ὁ ἴδιος περὶ τῆς ὀφειλομένης αὐτῷ ἱκανοποιήσεως. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον. «Τὸ Κράτος, οὗ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια περιϋβρίσθησαν, δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τι ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους, παρ’ οὗ ζητεῖ ἱκανοποίησιν». Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ σημείωσις, περὶ ἧς πρὸ μικροῦ εἶπον. «Ὅσῳ μᾶλλον τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς ἀναπτύσσεται παρὰ «τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ, τόσῳ μᾶλλον ὀφείλει τις νὰ «προσφέρηται μετὰ φειδοῦς καὶ περισκέψεως ἐν τῇ ἐφαρ«μογῇ τοῦ ἀνωτέρω Κανόνος. Ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει, «τοῦτο ἀπέναντι Κράτους ἰσχυροῦ. Κατὰ τῶν ἀσθενῶν «Κρατῶν ἐγείρονται εὐχερέστερον ἀξιώσεις ὑπερβολικαί. «Καὶ ὅμως οὐδὲν Κράτος δύναται ν’ ἀνεχθῇ ἐξευτελισμούς, «χωρὶς νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν ὕπαρξίν του, διότι τὸ Κρά«τος εἶναι ἡ προσωποποίησις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς «τιμῆς ὁλοκλήρου λαοῦ. Τὸ διεθνὲς δίκαιον, κεκλημένον «νὰ προστατεύῃ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν «Κρατῶν, δὲν δύναται ν’ ἀνεχθῇ τοιαύτας προσβολάς. Εὐ«θὺς ὡς Κράτος τι κατασταθῇ ἀνάξιον νὰ προσφέρωνται «πρὸς αὐτὸ ὡς πρὸς ἀξιότιμον πρόσωπον, προτιμότερον «εἶναι νὰ τῷ ἀρνηθῶμεν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ὑ«πάρξεως». Ἐρωτῶ πάντα, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν ὡς ἄτομα σᾶς ζητήσῃ τις τοιαύτην ἱκανοποίησιν, ἠθέλατε τὴν δώσει; Βεβαίως δὲν ἠθέλατε τὴν δώσει, καὶ ἀπαντῶ ἐγὼ ἀνθ’ ὑμῶν, σεβόμενος τὴν φιλοτιμίαν σας. Πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ πράξητε, προκειμένου περὶ τῆς πατρίδος; Ἀλλὰ μὴ μόνον τοῦτο ἔχῃ τὸ ἐξευτελιστικὸν τὸ γενόμενον πρὸς τὸ Ἔθνος ἀδίκημα; Ἐὰν τὰ πράγματα συνέβαινον τοὐλάχιστον λογικῶς, δεόντως, νομίμως οὐδέποτε, διότι οἱ Νόμοι τοιούτους κολαφισμοὺς δὲν ἐπιτρέπουσιν, ἀλλὰ λογικῶς, ἀλλὰ ἀνθρωπίνως, ἠδύνατό τις νὰ κύψῃ τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ ἤθελεν ὑποκύψει εἰς τὴν σκληρὰν καὶ ἀδυσώπητον ἀνάγκην, ἣν ἡ ἀστοχία τῆς Κυβερνήσεως παρεσκεύασεν. Ἀλλὰ ἠκούσατε βεβαιούμενον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναγραφόμενον δὲ καὶ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ Καλποῦζος ἔλαβε γνῶσιν, ἐνώπιον ἐνόπλου παρατάξεως τοῦ Σώματος, καὶ τῆς τιμωρίας καὶ τῆς ἀποπομπῆς, καὶ ἀπεστάλη μάλιστα τὴν Κυριακὴν εἰς Ναύπλιον. Πότε δὲ διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν τέλεσιν τῆς ἀπαισίας σκηνῆς τῆς 7 Ἰανουαρίου ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος; τὴν ἐπιοῦσαν, ἤτοι τὴν Δευτέραν, μὴ παρόντος τοῦ τοῦ ἐγκληματίου. Κατὰ τίνος ἆρά γε ἐξετελοῦντο ταῦτα; ἐξετελοῦντο, δυστυχῶς, κατὰ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ στρατὸς ἦτο παρών, ἐτολμῶντο κατὰ τοῦ Ἔθνους, διότι τὸ Ἔθνος ἀντεπροσώπευεν ὁ στρατός! Πῶς συμβιβάζονται ταῦτα; Ἐν τῇ ἀγανακτήσει, ἣν ὡς Ἕλλην αἰσθάνομαι κατὰ πάσης πράξεως βαρβάρου, δυναμένης νὰ ἐκθέσῃ τὴν ὑπόληψιν τῆς πατρίδος μου, λυποῦμαι διότι δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποδείξῃ ἡ Ἑλλὰς, ἐπιτείνουσα διὰ τρόπου λογικοῦ τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐγκληματίου, τὴν ἀποδοκιμασίαν αὑτῆς κατὰ τοιούτων πράξεων καὶ νὰ δικαιώσῃ ἔτι μᾶλλον, ἐν τῇ πεποιθήσει τοῦ κόσμου, τὴν εὐγένειαν τῶν αἰσθημάτων αὑτῆς καὶ τὴν ἐν τῷ πολιτισμῷ πρόοδόν της. Ἀλλὰ τοιαύτη ἐπίτασις τῆς ποινῆς κατὰ τοῦ ἐγκληματίου δὲν ἐγένετο, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, καθόσον ἐκεῖνος ἦτο πλέον πολίτης, καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπ’ αὐτοῦ εἶχεν ἐκλείψει. Ὅ,τι ἐγένετο λοιπὸν μετὰ ταῦτα, ἐγένετο κατὰ τοῦ στρατοῦ, ὡς εἶπον, καὶ κατὰ τοῦ Τόπου, ὃν ὁ στρατὸς ἐν τῇ θλιβερᾷ ἐκείνῃ στιγμῇ ἀντεπροσώπευσεν. Καὶ εἶναι περίεργος, εἶναι ἀναξία μάλιστα, δύναμαι νὰ εἴπω, ἡ φράσις, ἣν περιέχει τὸ ἔγγραφον τῆς τοιαύτης βανδαλικῆς παραστάσεως. Ἐγένοντο, λέγει, ταῦτα διὰ νὰ παραδειγματισθῇ ὁ στρατὸς ὁ ἐκεῖ προσελθών! Δὲν ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ τὸ γεγονὸς τῆς προσβολῆς ἐγέννησε τηλικαύτην ἀγανάκτησιν εἰς τὸν κύριον Ἐπιτετραμμένον, δὲν ἀμφιβάλλω, λέγω, ὅτι ὁ κ. Νίκολσων ἤθελεν ἀντιτάξει ἀγανάκτησιν πολλῷ μείζονα καὶ δικαιοτέραν κατὰ τῆς πράξεως ταύτης, ἥτις ἀντὶ τοῦ ἐνόχου ἐτιμώρει καὶ ἐξηυτέλιζεν ἀθώους, πολὺ δὲ μᾶλλον ὅτι δὲν ἤθελε ποτὲ ζητήσει οὗτος τοιαύτην ἄδικον καὶ παράλογον πρὸς τὸν στρατὸν προσβολὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Νίκολσων δὲν τὸ ἔχομεν, ὁ κ. Τρικούπης τὸ κρατεῖ ἐν τῷ σκότει, ὅπου, ὡς εἶπεν, ἐμφωλεύει τὸ ψεῦδος. Αὗται εἶναι αἱ λεπτομέρειαι, ἐν ἀκριβείᾳ, καὶ αἱ περιστάσεις αἱ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀπαρχῆς μέχρι τέλους χαρακτηρίσασαι· αὗται αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως, αὗται αἱ ἀρχαὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τοῦ ὁποίου τὰς σοφὰς ἀποφάνσεις τοσοῦτον ἐστρέβλωσεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν, καὶ δὲν θὰ τὰ λάβωμεν, τὰ ἔγγραφα, ἅπερ τοσάκις ἐπὶ ματαίῳ ἐζητήθησαν, καὶ ἐν οἷς ἀποδεικνύεται βεβαίως ὅτι ἡ ἐξευτελιστικὴ ἱκανοποίησις, ἥτις ἐδόθη, βαρύνει ἀποκλειστικῶς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται νῦν ταῦτα, εἶναι ἴσως πιθανὸν καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ποσῶς ἔγγραφα, εἶναι πιθανώτερον νὰ περιέχωσι ταῦτα πράγματα ἀφορῶντα καὶ βλάπτοντα αὐτὸν προσωπικῶς. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, τὰ πρόσωπα πρέπει νὰ ὑποχωροῦν, ἡ δὲ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Ἦτο περιττὸν, ἦτο μάλιστα ἀνευλαβὲς καὶ πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον περὶ οὗ ὁμιλεῖτε, καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἣν οὗτος ἀντιπροσωπεύει, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐπίσης ἀνευλαβῶς ὡμιλήσατε, ἦτον ὅλως περιττὸν καὶ λίαν ἀτυχὲς νὰ εἴπητε ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ζητηθεῖσα ἱκανοποίησις ἦτο ὑπερβολική. Ἐὰν ἦτο ὑπερβολικὴ, ὠφείλετε ν’ ἀντιτάξητε εἰς τὸν παθόντα, ὡς σεῖς τὸν ἀπεκαλέσατε, τὰς ἀληθεῖς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ νὰ τῷ εἴπητε εὐθαρσῶς, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν πέραν τῶν ὅρων τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους. Ἱκανοποίησις δὲ ὑπερβολικὴ δὲν εἶναι βεβαίως ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Βλέπετε ὅτι δὲν εἴχετε δίκαιον, ὅτι δὲν εἴχετε συμφέρον μάλιστα νὰ μὲ διακόψητε; Τὸ ὑπερβολικὸν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν; Ἐὰν σᾶς ζητήσῃ τις ὑπερβολικόν τι, δὲν θὰ θεωρήσητε ὅτι προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν ὑμῶν; Καὶ ἀφοῦ εἴπατε, ὅτι ὑπερβολικὴ ἦτον ἡ ἀξίωσις ἐκείνη ἑνὸς ἀτόμου πρὸς Ἔθνος ὁλόκληρον, ἀφοῦ οὕτω ἐχαρακτηρίσατε αὐτὴν, πῶς ἠδυνήθητε, τελευτῶντες τὴν ἀγόρευσίν σας, νὰ εἴπητε ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἔθνους δὲν προσεβάλλετο; Αὐτὰ εἶναι πράγματα, ἅπερ δὲν πρέπει κἂν νὰ λέγωνται.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§114ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε, εἶναι δυστυχῶς τυπωμένον. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ σπουδαιότατον ὑμῶν καθῆκον, ἀφοῦ εἴχετε αὐτὴν τὴν γνώμην; Ἀφοῦ εἴχετε τὴν γνώμην ταύτην καὶ αὐτὴν ἐξηγήσατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἐφρονεῖτε ὅτι ἡ ζητηθεῖσα ἱκανοποίησις ἦτο ὑπερβολικὴ, διατί ἐσπεύσατε νὰ ἐκτελέσητε τὴν ὑπερβολικὴν αὐτὴν ἀπαίτησιν; Καὶ διατί δὲν ἀπηυθύνεσθε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας; Εἴπετε, ὅτι εἴχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει τὴν ὑπερβολικὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀπεσταλμένου της. Δὲν ἠδύνασθε νὰ εἴχετε τὴν πεποίθησιν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Ἀγγλία ἀπῄτει ὅ,τι ἀπῄτησεν ὁ κ. Νίκολσων, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελεν ὑποχωρήσει λεληθότως, ἐν τῷ σκότει, δὲν ἤθελε κύψει ἐνώπιον ἀτόμου, ὅπερ ὑμεῖς ὠνομάσατε ἄγνωστον, ἀλλὰ ἤθελεν ὑποκύψει ἐνώπιον τῆς κραταιᾶς Ἀγγλίας. Καὶ εἶναι ζήτημα ἐὰν ἡ Ἀγγλία, ἐν τῇ ἐξόχῳ θέσει, ἣν κατέχει, καὶ ἐν τῷ φιλελληνισμῷ τῆς πεφωτισμένης Κυβερνήσεώς της, ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην ταπείνωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Παρῆλθον οἱ καιροὶ ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς τὰ Ἔθνη ἐξηυτέλιζον ἄλληλα. Σήμερον ὅλα προώδευσαν καὶ Ἔθνη καὶ Κυβερνήσεις καὶ Κοινωνίαι. Προώδευσαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ πολέμιοι, ἐκτὸς τῆς ὑπερτάτης στιγμῆς τῶν μαχῶν, συγκροτοῦσιν ἀμοιβαίους Συλλόγους φιλανθρωπικούς. Λοιπὸν δυσκόλως ἤθελεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀποφασίσει νὰ πιέσῃ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα διὰ τόσον μικρὸν ἐπεισόδιον. Ἀλλὰ εἴχετε καὶ καθῆκον νὰ πράξητε τοῦτο, εἴχετε καθῆκον νὰ εἴπητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἀγγλικήν, ὅτι ἡ πληροφορία τοῦ Ἀντιπροσώπου της δὲν εἶναι ἀκριβής. Εἴχετε τὰς ἀνακρίσεις εἰς ἀπόδειξιν τῶν λόγων σας, ὅ,τι δὲ ἐγράψατε ἐν τῷ ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ σας, δὲν πιστεύω νὰ τὸ διαψεύσητε νῦν πρὸς συγκάλυψιν τῆς εὐθύνης σας.
§115ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Νίκολσων μετέβαλε τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔδωκε, διότι κατόπιν παρουσιάσθη ὁ Μοίραρχος.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἐῤῥέθη χθὲς καὶ τὸ διέψευσα.
§117ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ διαψεύδῃ, τὸ παραδέχομαι· ἐγὼ ἐστηρίχθην εἰς ἔγγραφων φέρον τὴν ἰδίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπογραφήν, τὸ ἔγγραφον δὲ τοῦτο, τὸ διαψεῦδον τὴν κατάθεσιν τοῦ Ἐπιτετραμμένου, ἐστάλη αὐτῷ πρὸς ἱκανοποίησίν του! Εἶναι λίαν πιθανὸν, ἐὰν ἀνήγγελλε τὴν ἀλήθειαν τῶν συμβάντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἢ μᾶλλον εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη—ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν—δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει ν’ ἀδικήσῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ μάλιστα ἠθικῶς. Εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν σύμπραξιν καὶ τῶν λοιπῶν φίλων τῇ Ἑλλάδι Δυνάμεων. Τὰ διεθνῆ ζητήματα δὲν κρίνονται αὐθαιρέτως. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί ἔπραξεν ἡ Ἑλλὰς, ὅταν αὐτὴ αὕτη ἡ Δύναμις, ἐν περιστάσεσιν ἄλλαις, ἀπέστειλε καθ’ ἡμῶν τὸν κραταιὸν αὐτῆς στόλον. Ἐνθυμεῖται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξέπληξε τότε τὸν κόσμον διὰ τῆς εὐσταθείας αὐτῆς. Γνωρίζει δὲ αὐτὸς, ὅστις καὶ εἰς τὰ τῆς Διπλωματίας ἐνησχολήθη, ὅτι τὰ ἔγγραφα, ἅπερ τότε ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐθεωρήθησαν ἁπανταχοῦ ὡς πρότυπα ἀριστουργημάτων Διπλωματικῶν ἐγγράφων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ βοηθεῖ, νομίζων ἴσως ὅτι πράττει τὸ ἐναντίον, καὶ μοὶ λέγει, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα τὰ συνέταξεν ὁ Θουβενέλ. Ἀλλὰ τί ἄλλο λέγω ἐγώ; Τί ἄλλο εἶπον, ἢ ὅτι καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ἤθελον αἱ ἄλλαι Δυνάμεις μείνει ἀδιάφοροι; Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅτι διὰ τὰς διεθνεῖς ἐκείνας ὑπηρεσίας του ὁ Θουβενὲλ τὴν μὲν ἐπιοῦσαν προήχθη εἰς Πρέσβυν ἐν Κωνσταντινουπόλει, μετ’ οὐ πολὺ δὲ εἰς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς μεγάλης Γαλλίας. Ἰδοὺ εἰς τί στηριζόμενος, κύριοι Βουλευταὶ, θεωρῶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ θλιβερᾷ ταύτῃ περιπτώσει ἀξιόμεμπτον. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω αὐτὴν ἐκ προαιρέσεως ἔνοχον· ἀλλ’ ἐν τηλικαύτῃ ἀταξίᾳ, ἀπροσεξίᾳ καὶ ἀνακριβείᾳ ἐνήργησεν, ὥστε θεωρῶ αὐτὴν ὑπαίτιον τοῦ βαρβάρου γεγονότος, οὗ ἐγενόμεθα μάρτυρες, τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς Ἑλλάδος ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀνάγκης. Εἶπον ταῦτα, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁμιλῶ ἐνώπιον ἀληθῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλοπατρίαν ὑμῶν (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§118ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§119ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὥρα εἶναι περασμένη.
§120ΖΩΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 Μ. Μ).