1884.12.22
1,837 rows · 13,902 words · 91 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τῆς 22 Δεκεμβρίου 1884
(Σάββατον)
(Ὥρα 4 Μ. Μ.).
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κύριος Σωτηρόπουλος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν ζητῶν πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐπίσης περὶ ὀφειλετῶν τοῦ Δήμου Ἐράνης. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας κ. Δουζίνας ὑποβάλλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησιν περὶ τῶν κρεωπωλείων ἐν Πόρῳ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ χωρίου Μαζώματα τῆς Τροιζηνίας. Ὑπομιμνήσκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις του· τέταρτον παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσῃ τί ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ μὴ παραχωρήσεως προθεσμίας ἐπὶ τῶν ἐξώσεων. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ εὐηρεστήθησαν νὰ ἀπαντήσωσιν εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπερωτήσεις μου, ἀλλὰ δὲν κρίνω τὴν παροῦσαν ἡμέραν ἁρμοδίαν πρὸς συζήτησιν· θὰ πράξω τοῦτο βραδύτερον καὶ ἐὰν δυνηθῶ ἴσως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω ὅμως λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀναφορικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐκλογῆς τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀσαφῶς ἀπήντησεν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὑπῆρχον ἐμπόδιά τινα καὶ ὅτι ταῦτα ἤρθησαν· ἀλλὰ δὲν εἶπε σαφῶς, οὔτε τίνα τὰ ἐμπόδια, οὔτε πότε ἐνεργηθήσονται αἱ ἐκλογαί· ἐκ τούτου δύναμαι βασίμως νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον αἱ νέαι Ἐπαρχίαι θέλουσι περιμένει τὴν ἐκλογὴν τῶν Κοινοτικῶν Συμβούλων, μολονότι κατεπείγουσα ἀνάγκη ὑπάρχει αὐτῶν. Ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, οὗτος προέβαλεν ὡς κώλυμα τὴν ἔλλειψιν καταλόγων· ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος δὲν μοὶ φαίνεται ἀκριβὴς, διότι κατάλογοι ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι δι’ ὧν ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ τῶν Βουλευτῶν, ἐξ ὧν ἠδύναντο νὰ καταρτίσωσι τοὺς διὰ τὰ Κοινοτικὰ Συμβούλια χρησίμους· δὲν εἶναι δὲ καὶ ἡ πληροφορία τοῦ Νομάρχου Λαρίσης ἀκριβὴς, ὅτι δῆθεν οἱ Δήμαρχοι παρενέβαλον προσκόμματα πρὸς κατάρτισιν νέων καταλόγων. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω οἱ Δήμαρχοι γνωρίζοντες κάλλιον παντὸς ἄλλου τὸ κατεπεῖγον παρέσχον πᾶσαν συνδρομήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἔχῃ ἄλλον τινα λόγον πείθοντα νὰ δηλώσῃ αὐτόν· διότι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπε, δὲν εἶναι πειστικὸς, πρέπει δὲ νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ ἐκλογὴ τῶν Κοινοτικῶν Συμβούλων, διότι σπουδαῖαι ζημίαι εἰς τὰς Κοινότητας προσγίγνονται. Ἐντεῦθεν ὁρμῶμαι νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν διὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Κατὰ τὸ 1881 ἐνηργήθη ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὰς Νέας Ἐπαρχίας, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἡ πρέπουσα ἀπογραφὴ ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἐνηργήθη, διότι ἐπέκειτο τότε ἡ ἐκλογὴ τῶν Βουλευτῶν· ἔπρεπε κατόπιν νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἀπογραφή. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διατάξῃ ταύτην εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας. (Ὅρα Παράρτημα). Ἐπειδὴ ὅμως ὁ λόγος περὶ στατιστικῆς παρατηρῶ ὅτι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, δυνάμει Διατάγματος, ἐκδοθέντος τὸ 1871, διετάχθη ἵνα ἡ ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους ἐνεργῆται κατὰ πενταετίαν. Ἡ τελευταία ἐνηργήθη κατὰ τὸ 1879, ἔκτοτε δὲν ἐνηργήθη ἄλλη, ἐνῷ κατὰ τὸ 1884 ἔπρεπε νὰ ἐδημοσιεύετο ἡ ἀπογραφὴ τοῦ ὅλου Κράτους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ, διατί δὲν ἐγένετο ἔκτοτε ἡ ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ ἀπογραφὴ χρησιμεύει. Ὀλίγας ἀκόμη λέξεις θέλω σᾶς εἶπει, ἵνα ἀνακοινώσω τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπεστάλη. Πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ, ὅταν πρόκηται νὰ καταγγέλλωμεν πρόσωπα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα δικαστικὰ, ἀπόντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀπολογηθῶσι· διὰ τοῦτο πρὶν ἢ γείνῃ ἐπίσημος ἐξέτασις, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσω ἀναμφισβήτητον τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἐν τούτοις θεωρῶ καλὸν ν’ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι οἱ τηλεγραφοῦντες εἶνε ἄξιοι πάσης ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις· ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι καὶ λόγοι ὑπὲρ τοῦ προσώπου, καθ’ οὗ τηλεγραφοῦσι. Τὸ τηλεγράφημα ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καταγγέλλει δὲ τὸν Εἰσαγγελέα Χαλκίδος, ὡς ὑπερβάντα τὰ ὅρια τῶν καθηκόντων του καὶ εἰς ὑπόθεσιν καθαρῶς πολιτικῆς διαφορᾶς ἀναμιχθέντα ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐξώσῃ ἔκ τινος οἰκίας καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐτῇ τὸν ἀντίδικον. Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα. (Ἀναγινώσκει). Ὅμοιον ζήτημα ἀνεφάνη, ὡς γινώσκετε, πολλάκις καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ ἂν οἱ Εἰσαγγελεῖς, χωρὶς νὰ ἐκτελῶσιν ἀπόφασιν, δύνανται νὰ ἀποφασίζωσι τὰς περὶ κατοχῆς διαφορὰς, καὶ σαφῶς τότε ἐξετυλίχθη τὸ παράνομον τοιαύτης ἐνεργείας. Οἱ τηλεγραφοῦντες παραπονοῦνται, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς παρενέβη ἐναντίον τῶν κειμένων Νόμων αὐτοπροσώπως καὶ διέταξεν ἔξωσιν ἐκ τῆς κατοχῆς τῆς οἰκίας· ταῦτα ἐγένοντο εἰς Νέα Ψαρά.— Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῶν πληροφοριῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἔντιμοι Δικηγόροι καταγγέλλουσι τὴν πρᾶξιν ταύτην, πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐξέτασις καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ καταγγελλομένου, ὅστις ἐὰν εἶναι ἀμέτοχος παρανόμου πράξεως, δὲν πρέπει νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης κατηγορίας. Ἐγὼ προσωπικῶς οὔτε τὸν γνωρίζω, οὔτε ἀφορμήν τινα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἔχω.
§3ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Περὶ τούτου ἀπετάθην πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ζητῶν παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχουν δίκαιον οἱ ἀναφερόμενοι· διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ καταγγελλόμενος, διακρίνεται μεταξὺ πάντων διὰ τὴν εὐσυνειδησίαν του, καὶ δὲν πιστεύω νὰ διέπραξε τοιαύτην πρᾶξιν.
§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ φέρῃ ῥητὰς πληροφορίας, οὐχὶ νὰ λέγῃ δὲν πιστεύω.
§5ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§6ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῶν φυλακισμένων ἐν Ἀργυροκάστρῳ.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε ὀλίγας στιγμάς. Τὸ ζήτημα τῆς ὑπονόμου Βάθιας καὶ τῶν ἄλλων ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης εἶναι σπουδαιότατον, διότι δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν διατήρησιν τῶν οἰκιῶν τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀλλὰ συγχρόνως ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως. Ἡ ὑπόνομος τῆς Βάθιας εἶναι ὑπόνομος κεντρικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν καταλήγουσι πολλαὶ ἕτεραι, ὅλαι δὲ αἱ ἀκαθαρσίαι τῆς πόλεως καταλήγουσιν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο· ἐὰν ἑπομένως τὸ ἐρχόμενον θέρος μένῃ ἡ ὑπόνομος αὕτη ἀσκεπὴς, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι ἐκ νέου θὰ ἔχωμεν ἐπιδημίαν εἰς τὴν συνοικίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἐξαπλωθῇ ἐφ’ ὅλης τῆς πόλεως· ἤδη εἴχομεν τὴν ἑστίαν τοῦ μολύσματος πρὸ δύω ἐτῶν ἐν τῇ συνοικίᾳ ἐκείνῃ, ἅπαντες δὲ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῆς ἐφρόντισαν νὰ καταβάλωσι τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον χρειάζεται διὰ τὴν ὑπόνομον ταύτην. Δὲν ἤλπιζόν ποτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὢν μάλιστα καὶ ἰατρὸς, ἤθελεν ἀπαντήσει τόσον ἐπιπολαίως, ὅτι ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ κατασκευασθῇ ἡ ὑπόνομος αὕτη σήμερον, θὰ κατασκευασθῇ ἄλλοτε. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φροντίσῃ ταχέως καὶ σπουδαίως περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης, διότι πλέον τῶν 3,000 οἰκιῶν τῶν Ἀθηνῶν ἔχουσι τὰ ὑπόγεια αὑτῶν πλήρη ὑδάτων, καὶ ἑπομένως καὶ αἱ οἰκίαι καταστρέφονται καὶ ἡ ὑγεία τῶν πολιτῶν πάσχει. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ὡς τάχιστα φροντίσει νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπόνομος τῆς Βάθιας καὶ αἱ ἄλλαι, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἡ δαπάνη αὕτη ἀφορᾷ οὐχὶ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τοὺς παροδίους ἰδιοκτήτας κατὰ τὰ ¾ καὶ τὸν Δῆμον κατὰ τὸ ¼, τὸ Δημόσιον δὲ δὲν ἔχει δαπανήσει λεπτόν.
§9ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον, ἔπρεπε νὰ δαπανήσῃ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δεικνύει μεγάλην ἀμέλειαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ὑπονόμων, καὶ τοῦτο πληροφοροῦμαι ἰδίως ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἄλλοτε εἶχε πίστωσιν διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν ὑπονόμων, ἐφέτος δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ νὰ φανῇ ὅτι φέρει οἰκονομίαν τινὰ δὲν περιέχει οὐδὲ ἓν λεπτὸν διὰ τὰς ὑπονόμους.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἦτο παράνομον.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διατί παράνομον; προκατέβαλε τὸ Δημόσιον τὴν δαπάνην τῶν ὑπονόμων, τὴν ὁποίαν εἶτα ἤθελεν εἰσπράξει· οὐδεμία παρανομία ὑπάρχει ἐν τῇ προκαταβολῇ ταύτῃ.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο ὁρίζεται ἐν τῷ Νόμῳ τοῦ 1856 περὶ τῶν ὑπονόμων.
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάμα—διότι δὲν δύνανται νὰ διχασθῶσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ θελήσῃ νά ἐργασθῇ μόνος—παρακαλῶ λοιπὸν ἀμφοτέρους νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ τοῦ ἑξῆς. Εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ πεζοδρόμια εἶναι εὐρύτερα τῶν ἄλλων ὁδῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ· ὑπάρχει ὅμως μία ἀνωμαλία, κατὰ τῆς ὁποίας σήμερον διαμαρτύρονται ὅλοι οἱ ἁμαξηλάται, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἦλθον πρός με καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ ἤδη τίθενται τὰ δενδρύδια ἐπὶ τῶν πεζοδρομίων, νὰ φροντίσῃ νὰ κανονισθῇ τὸ πεζοδρόμιον τὸ ἔμπροσθεν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν οἰκιῶν Καραπάνου καὶ Χατζανέστη πρὸς τὴν γραμμὴν τοῦ ὅλου πεζοδρομίου, διότι τὸ μέρος τοῦτο ἐξέχει κατὰ ἓν μέτρον, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ διέλθωσιν αἱ ἅμαξαι ὅτε διέρχεται ὁ Ἱπποσιδηρόδρομος, καὶ ἐκεῖ γίνονται αἱ πλειότεραι συγκρούσεις.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐξέχει τὸ μέρος τοῦτο τοῦ πεζοδρομίου, ἀλλ’ εἰσέχει τὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι· στενότερον εἶναι τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνέφερον.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γνωρίζω καλῶς τὴν ὑπόθεσιν. Ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Δημόσιον μία μεγίστη δαπάνη, ἵνα ἀνασκευασθῇ τὸ ὅλον πεζοδρόμιον τῆς ὁδοῦ Σταδίου.
§18ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι τοῦτο, θὰ ἦναι πολὺ τὸ ὅλον.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὅλον ζητεῖται· οὕτως ἠτοίμασε τὸ ἔργον ὁ μηχανικός.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὅλης ὁδοῦ καὶ δὲν ἐνδιαφέρομαι πῶς συνέταξε τὸ σχέδιον ὁ μηχανικός· ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς παρακαλῶ, εἶναι νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ πεζοδρομίου, τὸ ὁποῖον στενεύει τοσοῦτον τὴν μέσην ὁδὸν, ὥστε δὲν δύνανται αἱ ἅμαξαι νὰ διέλθωσιν ἐλευθέρως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει νὰ ἄρῃ τὴν δυσκολίαν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο τὸ πεζοδρόμιον δὲν τῷ φαίνεται ἀνώμαλον.
§21ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἡ μέση ὁδὸς ἔχει πανταχοῦ τὸ αὐτὸ πλάτος;
§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι. Εἰς τὸ μέρος τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ, ἡ μέση ὁδὸς στενεύει, διότι ἐξέχει τὸ πεζοδρόμιον κατὰ ἓν μέτρον, καὶ τοῦτο φέρει μεγάλην δυσκολίαν εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἁμαξῶν, ἤδη μάλιστα ὅτε παρανόμως ὁ Ἱπποσιδηρόδρομος διέρχεται διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κακῶς διέρχεται, ὄχι ὅμως καὶ παρανόμως· ποῖος ὅμως ἔκαμε τοῦτο;
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρανόμως ὑπάρχει ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου ὁ Ἱπποσιδηρόδρομος, ἀφοῦ παρακωλύει τὴν συγκοινωνίαν, καὶ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἑταιρίας προβλέπει περὶ τούτου.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι κακῶς ὑπάρχει καὶ ὄχι παρανόμως· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅταν ἦλθεν, ὅτι θὰ ἐξοδεύσῃ 7,000 δραχμῶν καὶ δὲν θέλει γίνει ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου γραμμὴ τοῦ Ἱπποσιδηροδρόμου, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Ἱπποσιδηρόδρομος ἔλαβε δύω ἀνεψιοὺς τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἔμεινε τὸ πρᾶγμα ὅπως εἶχεν ἐξ ἀρχῆς.
§27ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὅπως μὴ δυσχεραίνηται ἡ συγκοινωνία τῶν ἁμαξῶν καὶ ἐπέρχωνται καὶ ζημίαι καὶ δυστυχήματα, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ, ὅπως διορθωθῇ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ πεζοδρομίου καὶ καταστῇ ὁλόκληρος ἡ ὁδὸς ἐννέα μέτρων καὶ μὴ μένῃ ὀκτὼ μόνον εἰς τὸ μέρος τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, δὲν ἔχει δὲ ἢ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁδοῦ Σταδίου, ὅταν διέρχηται ἐφ’ ἁμάξης, ἵνα πεισθῇ ὅτι ἔχω δίκαιον.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὁδὸς Σταδίου ἔχει πολλὰς ἀνωμαλίας, ἡ κυριωτέρα δὲ δὲν εἶναι ἡ περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ κυριωτέρα εἶναι, ὅτι τὸ δάπεδον τῆς ὁδοῦ δὲν εἶναι ὁριζόντιον, ἡ μία πλευρὰ τῆς ὁδοῦ εἶναι ὑψηλοτέρα τῆς ἄλλης, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἰδίως μετὰ τὴν στρῶσιν τῶν τροχιῶν τοῦ Ἱπποσιδηροδρόμου ἐπέρχονται πολλὰ ἄτοπα· θὰ ἦτο καλὸν νὰ διεῤῥυθμίζετο καὶ νὰ ἐστρωννύετο ἐκ νέου ὅλη ἡ ὁδὸς, καίτοι ἀποτέλεσμα τούτου θὰ ἦτο ἡ μία πλευρὰ τῆς ὁδοῦ νὰ κατεβιβάζετο πολύ· ἀλλὰ πλὴν τούτου θὰ ἐπήγετο μεγάλην δαπάνην, ἥτις δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν, καίτοι ὁ μηχανικὸς ἠτοίμασε σχέδιον πλῆρες περὶ τῆς νέας στρώσεως τῆς ὁδοῦ, ἐθεωρήσαμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὴν ὁδὸν ὡς ἔχει, ἀφοῦ ἐγένετο ἱκανὴ δαπάνη διὰ τὴν στρῶσιν τῶν πεζοδρομίων ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ δαπέδου. Εἶχον ὑποβάλει κατὰ προηγουμένας συνεδριάσεις διαφόρους πίνακας προκληθέντας ἐξ ἐπερωτήσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ κατ’ Ἐπαρχίας, περὶ τιμῶν τοῦ καπνοῦ καὶ περὶ διαιρέσεως αὐτοῦ κατὰ ποιότητας. Ὑποβάλλω καὶ σήμερον πίνακα συμπληρωτικὸν τῶν προηγουμένων περὶ παραγωγῆς καπνοῦ, περὶ τιμῶν καὶ ποιοτήτων διὰ τὸ ἔτος 1883 καὶ 1884.
§29Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ὑπόθεσις τοῦ δανείου, ἐξήγησα μὲν τοὺς λόγους, ἐφ’ οἷς ἐφρόνουν, ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τοῦτο παρέβη ῥητὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, ἐξήγησα δὲ συγχρόνως ἢ μᾶλλον προανήγγειλα νέαν παρανομίαν παρασκευαζομένην, ὡς συνέπειαν ἀναπόφευκτον ἐκείνων τῶν παρανομιῶν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς δὲν εἶχε συντελεσθῆ· ἑπομένως δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσω περὶ αὐτοῦ λόγον· σήμερον ὅμως ἀνέγνων ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» σύμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς συνομολογεῖται δάνειον 9,000,000 δραχμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποχρεώσεως, ἥτις εἰς βάρος τῆς Τραπέζης ἀνεγράφη ἐν τῷ Νόμῳ τοῦ 1880. Εἶχον εἴπει τότε, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο, ἐὰν συνωμολογεῖτο ὑπὸ μόνης τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἄνευ ῥητῆς περὶ τούτου ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἀποτελέσει πρᾶξιν παραβιάζουσαν ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις καὶ ἀναιροῦσαν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἡ πρᾶξις ἤδη συνετελέσθη καὶ ἠδυνάμην νὰ συζητήσω περὶ τῶν λόγων, ἐφ’ οἷς φρονῶ, ὅτι αὕτη εἶναι ἀντισυνταγματική· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ἡμέραν τῆς διακοπτομένης αὔριον συνόδου αὐτῆς· διότι συνείθισα, καὶ συνειθίσαμεν πάντες οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἰ καὶ συνεχῶς ἀποδίδεται εἰς ἡμᾶς ἰδίως δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ ἐναντίον, νὰ σεβώμεθα τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ μὴ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ λειτουργίαν. Τὸ ἀπεδείξαμεν μάλιστα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας καὶ τὸ ἀπεδείξαμεν περιφανῶς. Ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσῆγε τὴν πίστωσιν περὶ τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον, ἐδίσταζε—καὶ ἐδίσταζε, διότι εἶχεν ἀπέναντί του τὸν Κανονισμὸν—νὰ προτείνῃ τὴν ἐσπευσμένην αὐτοῦ ἐπιψήφισιν· ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης αὐθόρμητος προέτεινε τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα, μιᾷ φωνῇ, ἐπεψήφισεν αὐτοστιγμεὶ τὸν Νόμον ἐκεῖνον. Διὰ τοῦτο δὲν προβαίνω εἰς συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου τοῦ δανείου τῶν 9,000,000, ἑπομένως οὔτε προκαλῶ σήμερον ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἐὰν προεκάλουν τοιαύτην, ἤθελον δώσει ἀφορμὴν εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν, ἥτις ὄχι μόνον ταύτην τὴν συνεδρίαν ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἔτι δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον διὰ τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀποδίδομεν ἡμεῖς εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, τόσον δὲ σπουδαῖον, ὥστε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὅτε ἀνεγίνωσκα τὴν σύμβασιν ταύτην, δι’ ἧς ὄχι μόνον συνομολογεῖται τὸ δάνειον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὑποθηκεύονται δημόσια εἰσοδήματα, ἐνόμιζον ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἦτο δοριάλωτος. Ἐπειδὴ, λέγω, τοσοῦτον σπουδαῖον θεωροῦμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνόμισα ὅτι δὲν ὤφειλον ν’ ἀφήσω αὐτὸ νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητον, καὶ ὅτι δικαίωμα εἶχον καὶ καθῆκον νὰ προαναγγείλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τῆς Βουλῆς καὶ τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν θέλω συζητήσει αὐτό. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ, ἵνα κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίαν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἀπασχολήσῃ αὐτὴν κατὰ προτίμησιν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς νὰ ἐπανέρχωνται ἐπὶ τὸ αὐτὸ ζήτημα, ὁσάκις ἂν θέλωσι. Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς συνάψεως Συμβάσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν συνεζητήθη διὰ μακρῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ἤθελεν ὑπογράψει Σύμβασιν τοιαύτην, ὁποίαν καὶ ὑπέγραψε κατόπιν ἐπανειλημμένων συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς ψηφοφορίαν, τῆς ὁποίας κύριον θέμα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἦτο ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς συνάψεως τῆς Συμβάσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κυρίως τὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίθεσίν του ἐστήριξεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ καίτοι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ἐὰν θέλῃ Βουλευτής τις νὰ προκαλέσῃ ἐκ νέου συζήτησιν, ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει τοῦτο, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας ταύτης τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Ὥστε μετὰ τὰς διακοπὰς ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητήσῃ ἐκ νέου τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔτυχε πάσης συνδρομῆς παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καίτοι ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπέσχομεν νὰ εἴπωμέν τι, δὲν δύναμαι κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ἡμέραν νὰ μὴ παρατηρήσω, ὅτι δύω μῆνας εἰργάσθημεν καὶ οὐδὲν ἐπράξαμεν, καὶ τοῦτο, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐθεώρησεν, ὅτι μὴ δυναμένη νὰ νικήσῃ διὰ τῆς ψήφου, ἔχει δικαίωμα νὰ παρεμποδίζῃ τὴν ἐργασίαν διὰ τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων καὶ δι’ ἀποχωρήσεων ἐν οὐ δέοντι.
§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ζητῶ νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ὀλίγον ἐνδιαφέρεται ἡ Ἀντιπολίτευσις περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ αὐτῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ κρίνῃ αὐτὴν, διότι δὲν ἀναγνωρίζει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τῆς πολιτείας της, δὲν ἐζήτησε νὰ δηλώσῃ τὴν περὶ αὐτῆς γνώμην του. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει κριτὴν τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ τοὺς ἐκλογεῖς τῶν μελῶν αὐτῆς· ἐκεῖνοι θέλουσι κρίνει. Ἑπομένως ἐντελῶς ἀδιαφορεῖ περὶ τῆς οἱασδήποτε γνώμης, ἣν ἔχει περὶ αὐτῆς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα οἱανδήποτε ἔχει ἐνδόμυχον γνώμην νὰ ἐκφράσῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Σᾶς εἶπεν ὅτι δύω μῆνες παρῆλθον ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ συνῆλθε, καὶ δὲν ἐγένετο κατ’ αὐτοὺς ἐργασία τις, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ που Συνταγματικὸν Κράτος, ἐν τῷ ὁποίῳ Κυβέρνησις ἐκυβέρνησεν ἐπὶ τριετίαν, ἀφοῦ ἔλαβεν ἀπεριόριστον καὶ ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ συνέταξε καὶ ἐπέτυχε νὰ λάβῃ κεκυρωμένους τριῶν ἐτῶν συνεχῶν Προϋπολογισμοὺς εἰκονικούς, παριστῶντας πάντας ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, καταλιπόντας δὲ πάντας ὀγκώδη ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα καὶ τῶν τριῶν τούτων ἀλληλοδιάδοχα ἐτῶν ἐχειροτέρευσαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος Συνταγματικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν Νόμους, κανονίζοντας μέγιστα οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, κατορθώνει νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ παραλαμβάνῃ αὐτοὺς ἵνα ἐκτελέσῃ, καὶ ὕστερον μεταβάλλει καὶ ἀναιρεῖ αὐτοὺς κατ’ ἰδίαν γνώμην καὶ ἀρέσκειαν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος Συνταγματικόν, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸς ἐξόφλησιν 69 ἑκατομμυρίων χρεῶν τοῦ Δημοσίου ἀνθ’ ὧν ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὸ Κράτος ἔδωκεν 72 ἑκατομμύρια, καὶ μετὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε σχεδὸν λάθρα ἀκόμη καὶ 10 ἄλλα ἑκατομμύρια. Καὶ μετὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὁ δὲ οἰκονομικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος μένει εἰς τὴν ἀμφιβολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος Συνταγματικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ Νόμοι ἐκτελοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ἐκτελοῦνται παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ Διοίκησις κατεβιβάσθη εἰς ὑπηρέτην τοῦ κόμματος καὶ τῆς φατρίας. Καὶ ἀφοῦ οὕτως ἐκυβέρνησαν καὶ εἰς τοιαύτην περιήγαγον τὴν Χώραν κατάστασιν, νὰ τολμᾷ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δράμῃ καὶ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο συνέταξεν εἰκονικὸν, νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸν δρομαίως, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἐκτελοῦνται οἱ Συνταγματικοὶ τύποι, ἀλλὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν οὗτοι εἰκονικῶς, καὶ δυνηθῇ οὕτω νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Ἠγανάκτησε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι δὲν εὗρε τὴν Βουλὴν τοσοῦτον εὔκαμπτον, παρέχουσαν τὴν εἰθισμένην ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν. Ἡ ἀποκάλυψις τῶν πραγμάτων ὑπῆρξε καταφανής. Τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα παρεῖχον εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ἐνόμιζον, ὅταν παρεῖχον αὐτὴν, ὅτι αἱ ὑποσχέσεις αὐτοῦ ἤθελον ἐκτελεσθῆ. Ἀλλὰ πλέον τὰ πράγματα ἐπῆλθον καὶ ἀφῆκαν φωνὴν ὅτι πᾶσαι αἱ ὑποσχέσεις ἦσαν ψευδεῖς. Ἡ ἀποκάλυψις εἵπετο ὅτι ἤθελεν εὐλόγως κλονίσει τὰς πεποιθήσεις, οὐχὶ μόνον τῶν ὑποστηριζόντων τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἴσως καὶ αὐτῶν τῶν οἰκειοτάτων τῷ κ. Πρωθυπουργῷ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἡ Ἀντιπολίτευσις πολλὰ ὀλίγον ἐνδιαφέρεται ὁποίαν γνώμην ἔχει ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Γνωρίζει τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν πρὸ πολλοῦ χρόνου. Εἶδεν αὐτὸν καὶ ἤκουσε τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφερε περὶ παντὸς πολιτευομένου, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ δαμάσῃ διὰ νὰ ἀποδέχεται τὰς γνώμας αὐτοῦ. Τὸν ἤκουσε ποίας γνώμας ἐξήνεγκε καὶ κατὰ τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ καὶ κατὰ τῶν μὴ ὑποστηριζόντων τὰς γνώμας αὐτοῦ. Ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀξιοῖ νὰ ποιήσῃ ἐξαίρεσιν περὶ αὐτῆς, ἐκφέρων καλλιτέραν περὶ αὐτῆς γνώμην.
§32ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤλπιζον ἀπέναντι τῆς εὐλαβείας, μεθ’ ἧς ὡμίλησα ἐνώπιον ὑμῶν, εὐλαβείας, ἣν ὤφειλον εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι τὰ πρόσωπα τὰ συνιστῶντα αὐτήν, δὲν ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀπαντήσει τοσοῦτον ἀναξίως, καὶ πρὸς ἐμὲ μάλιστα, ὅστις ἔχω μάρτυρας πάντας ὑμᾶς, ὅτι οὐδέποτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν μὲ ἀντικείμενα, ἅπερ δὲν εἶχον σπουδαιότητα, ἀξίαν τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τοιαῦτα, διότι ἐπὶ πάσης ἐπερωτήσεώς μου προεκάλεσε ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Τί ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε, ἵνα ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταγγείλῃ αὐτὴν ἐπὶ παρεμβολῇ προσκομμάτων εἰς τὴν πορείαν τοῦ Κοινοβουλίου; Πότε εἰσήχθη ἡμῖν ὁ Προϋπολογισμός; Ποῖα εἶναι τὰ σπουδαῖα νομοσχέδια, ἅπερ ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὁποίων ἐξαρτῶνται σπουδαῖα συμφέροντα τῆς χώρας; Ἀλλὰ τί ὤφειλε κατὰ πρῶτον λόγον νὰ πράξῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπανελθούσης τῆς Βουλῆς μετὰ ὀκτάμηνον ἀπουσίαν; Μήπως νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος εἶναι Κοινοβούλιον Δουκάτου τινὸς τῆς Γερμανίας; Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τίς ἡ μεγάλη καὶ θεμελιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῶν καθαρῶς Κοινοβουλευτικῶν Πολιτευμάτων, ὧν ἓν εἶναι εὐτυχῶς καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῶν Συνταγμάτων τῶν ἐκχωρηθέντων ὑπὸ τῶν Ἡγεμόνων; Τὸ κυριώτατον καθῆκον τοῦ Κοινοβουλίου δὲν εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τῶν νόμων, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας.
§33ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἰδίως δὲ ἡ φλυαρία.
§34ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν καταδέχομαι νὰ ἀντεπιστρέψω τὴν ἀπρεπῆ καὶ κακόηχον ταύτην λέξιν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ πιστοποιήσω, καὶ θὰ τὸ πιστοποιήσητε καὶ σεῖς, ὅτι μαρτυρεῖ αὕτη διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, ὅπερ ὁ εἰπὼν αὐτὴν κατέχει. Διατί λέγουσιν, ὅτι κατηναλώθη ὁ χρόνος ἀσκόπως; Ὁ χρόνος, ὁ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, δὲν παρῆλθε παντάπασιν ἀσκόπως. Συνεζητήσαμεν εὐρέως τὸ ζήτημα τοῦ δανείου, διότι τὸ δάνειον ἦτο τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου ἦτο πλήρης ἀποτυχία τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ ὑπολογισμῶν, εἶναι δὲ ἴσως μεστὴ κινδύνων καὶ διὰ τὴν Δημοσίαν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς κοινωνίας. Συνεζητήσαμεν τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ τίς Ἕλλην, εἰς οὗ τὰς φλέβας ῥέει αἷμα Ἑλληνικὸν, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίζῃ μέχρι τῶν ἐγκάτων αὐτοῦ τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν στρατοῦ; Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τολμᾷ νὰ εἴπῃ, ὅτι παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου! Λυποῦμαι διότι τὰ εἶπεν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐνδομύχως λυπεῖται. Μᾶς ὡμίλησε περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, εὐτύχημα, διὰ σᾶς πρὸ πάντων τοὺς ἐν τῇ Συμπολιτεύσει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη. Τί ἀπεδείχθη ὁ Προϋπολογισμὸς μέχρι τοῦδε εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; εἷς Μανδραγόρας, τὸ ὑπνωτικὸν ἐκεῖνο, οὗ τὸ ὄνομα πάντες γνωρίζομεν. Διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν του ὁ κ. Τρικούπης οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ ἀπεκοίμιζε τὸ Ἔθνος, παρέδιδεν αὐτὸ εἰς τὰ τερπνὰ ὄνειρα τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας τῶν μεγάλων Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν προπαρασκευῶν τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ διαρκῶς καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τῷ παρεσκεύαζεν ἐξέγερσιν ἐλεεινήν. Εἶναι μάλιστα καθῆκον οὐχὶ μόνον ἡμῶν τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀλλὰ καὶ ὑμῶν τῶν ἐν τῇ Συμπολιτεύσει ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς, μεθ’ ἣν θὰ παρουσιασθῶμεν πάντες ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ἐξονυχισθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καὶ ἐδάφιον πρὸς ἐδάφιον. Ἀλλ’ εἶναι—διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἁβροφρόνως καὶ κοινοβουλευτικῶς ἔφερον ἐνώπιον ὑμῶν—εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη; παντάπασιν. Ἐγὼ, ὅστις ὑπέβαλον τὴν περὶ δανείου ἐπερώτησιν καὶ συνεζήτησα πρῶτος αὐτὴν, προανήγγειλα ἁπλῶς ὡς μελετωμένην καὶ ταύτην τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἐδικαιούμην τότε νὰ συζητήσω γεγονὸς, ὅπερ δὲν εἶχε συντελεσθῆ. Συνεζητήσαμεν τὰς ἄλλας ἐν τῷ δανείῳ παρανομίας, παρανομίας προφανεῖς δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁμολογουμένας μάλιστα ὑπ’ αὐτοῦ τούτου ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, οὗ τὴν σχετικὴν περικοπὴν θέλω σᾶς ἀναγνώσει. Διὰ τοῦτο τὸν ἠκούσατε καὶ ἠπορήσατε βεβαίως καὶ ἐλυπήθητε, ἐγὼ δ’ ἐλυπήθην ἔτι μᾶλλον, ὅταν εἶδον ὅτι, ἔχων τὸ δικαίωμα, δὲν ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον λόγον, τὸν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως γενόμενον, φράσεις ἢ ἀναξίας Πρωθυπουργοῦ ἢ ἀκαταλήπτους, διὰ τοῦτο ἠκούσατε αὐτὸν νὰ ἀπειλῇ οὐχὶ ἕνα Βουλευτὴν, ἀλλὰ πολίτην οἱονδήποτε διὰ ποινικῆς καταδιώξεως, διότι ἔπραξε τὸ φρικτὸν ἔγκλημα νὰ προτείνῃ γνώμην τινὰ, ἥτις, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον. Καὶ ὁ παράδοξος οὗτος ἰσχυρισμὸς, κατὰ δυστυχίαν—καὶ λέγω κατὰ δυστυχίαν, διότι ὁ ὁμιλῶν ἦτο Πρωθυπουργὸς—εἶναι κατακεχωρισμένος ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Ἐγὼ ἔλεγον ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσῃ ἀλλαχοῦ τὰ χρήματα τὰ ἀποκλειστικῶς προωρισμένα διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὅτι τοῦτο πράξας διέπραξε παρανομίαν. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἀείποτε ὅλα ζητεῖ νὰ τὰ διαστρέψῃ—ἀλλ’ ἦλθε στιγμὴ, καὶ εἶναι αὕτη, καθ’ ἣν τὸ γόητρον, δι’ οὗ αἱ διαστροφαὶ διήρχοντο, ἐξέλιπε, καὶ αἱ διαστροφαὶ δὲν ἔχουσι πλέον πέρασιν—ἠθέλησε νὰ διαστρέψῃ καὶ τὴν ἐμὴν ὁμιλίαν· καὶ τί εἶπε; πρῶτον ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ, ἐπλήρωσε δὲ ταύτας τὰς νομίμους δαπάνας ἐκ τοῦ δανείου· καὶ δεύτερον—αὐτὸ δὲ ἦτο τὸ μέγιστον τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ, ὁ Ἀχιλλεύς του—ὅτι ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ δανείου ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς, ὅτι χάριν τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν—σημειώσατε δὲ τοῦτο καλῶς—ὤφειλε νὰ διαθέσῃ τὰ διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀποκλειστικῶς προωρισμένα χρήματα, ἵνα ἐκτελέσῃ οὕτω θρησκευτικῶς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἵνα λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς ἐμὲ, τὸν φρονοῦντα ὅτι παρεβίασε μάλιστα τὸν νόμον, ὅτι ἤθελεν ἐγείρει κατ’ ἐμοῦ ποινικὴν καταδίωξιν, ἐὰν δὲν ἤμην Βουλευτής. Τὰ τοιαῦτα εἶναι βεβαίως ἀστεῖα, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ λυπηρὰ λεγόμενα ὑπὸ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον σήμερον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δὲ ἁπλῶς τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀπεφάσισεν ὁ κ. Τρικούπης τὴν διάπραξιν τῆς παρανομίας ταύτης, καὶ ἐν ᾧ ἀπροκαλύπτως ὁμολογεῖ τὴν παρανομίαν. Κατὰ τὴν 9ην Ὀκτωβρίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δι’ ἀναφορᾶς του παρεκάλεσεν αὐτὸ εὐλαβῶς νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς τὴν συνομολόγησιν μετ’ αὐτῆς τοῦ δανείου τῶν 9,000,000. Μεταξὺ δὲ τῶν δικαιολογιῶν, ἃς ἐν τῇ ἀναφορᾷ του ἐξέθηκε, τίς εἶναι ἡ κυριωτάτη; Ἀκούσατε: «Ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως ταύτης, ἀπαλλασσομένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς συμμετοχῆς τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἀναγεννᾶται τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1880 πηγάζον δικαίωμα τοῦ Δημοσίου νὰ πραγματοποιήσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ δάνειον 10,000,000, καὶ οὕτως ἀναπληρώσῃ τὸ εἰς τὰς ἐκτάκτους στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἀνάγκας δαπανηθὲν ποσὸν, ὅπερ—καὶ ἐδῶ προσέξατε καλῶς, εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς ὅστις ὁμιλεῖ—ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ μὴ διατεθέντος ποσοῦ τοῦ τελευταίου δανείου». Λοιπὸν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προωρισμένον, κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνευ προφανοῦς παρανομίας νὰ διατεθῇ ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου· ἀνέφερα αὐτὸ μόνον ἵνα ἴδητε εἰς ποίαν σύγχυσιν περιῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· σήμερον πρόκειται περὶ τῆς ἀναγγελθείσης ἁπλῶς ἐπερωτήσεως, ἣν ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν θέλω ἐπεξηγήσει ἤδη, διότι δὲν προτιθέμεθα ἡμεῖς οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν Βουλήν. Τότε θέλετε πεισθῇ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἀναιροῦνται διὰ λόγων ἐννοίας κενῶν, καὶ, ὡς ἐβεβαιώθητε πρὸ μικροῦ διὰ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ δανείου διετέθησαν παρανόμως εἰς ἄλλας ἀνάγκας, θέλετε πεισθῇ τότε, ὅτι καὶ τοῦτο, ὅπερ ὑποστηρίζομεν, εἶναι ἀληθὲς, ἤτοι ὅτι τὸ δάνειον ἄνευ ῥητῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς, ἄνευ τουτέστι νόμου δὲν ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ, ὅτι δὲ γενόμενον ἄνευ νόμου, ἐγένετο παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὤφειλον νὰ κάμω τὴν ἀναγγελίαν ταύτην διὰ νὰ προειδοποιήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν· εἶναι καθῆκον τῶν Ἀντιπολιτεύσεων ν’ ἀναστέλλωσι τὰς Κυβερνήσεις ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν τῶν παρανομιῶν, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ὀλισθήσωσι. Καὶ ἐπειδὴ περὶ τούτου πρόκειται, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω αὐτὸν ἔτι, ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς τὰ μέτρα—τοῦτο εἶναι ἐν τῷ συμφέροντί του καὶ ἐν τῷ καθήκοντι αὐτοῦ τῷ ἱερῷ πρὸς τὴν Πατρίδα—πρέπει, λέγω, νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς τὰ μέτρα, ἅπερ ἐσπευσμένως καὶ σπασμωδικῶς λαμβάνει πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μήπως τὰ ἤδη λυπηρῶς σαλευόμενα βήματα αὐτοῦ καταστῶσιν ἀνατρεπτικά.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν φροντίζομεν καὶ ἡμεῖς ὁποίαν γνώμην ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς Γόρτυνος, οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἡ Συμπολίτευσις, ὁποίαν γνώμην δύναται οὗτος νὰ ἔχῃ περὶ ἡμῶν εἴτε περὶ τῶν προτάσεων ἡμῶν, εἴτε περὶ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Γνωρίζομεν ὅτι θὰ ἔχῃ πάντοτέ τι ἀπ’ εὐθείας ἀντίθετον, καὶ τοῦτο μᾶς ἀρκεῖ. Δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἐὰν ὑπῆρξε καὶ εἰς ἄλλο Κοινοβούλιον παράδειγμα ἀνδρὸς μετερχομένου τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετερχομένου τὸν ὑποψήφιον Πρόεδρον μελλούσης Κυβερνήσεως, ὁμιλήσαντός ποτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ προσώπου τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸ ὕφος, μὲ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς Γόρτυνος. Ἠξεύρω, ὅτι ὑπάρχουσι Κανονισμοὶ Κοινοβουλίων, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν εἰς τοὺς ἀγορεύοντας ν’ ἀποτείνωνται προσωπικῶς, οὐχὶ μόνον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὔτε πρὸς οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ ν’ ἀπευθύνωνται μόνον πρὸς τὸν Πρόεδρον διὰ ν’ ἀποφεύγωνται τὰ προσωπικὰ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω παράδειγμα Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον, ἐπαναλέγω, ὁ μετερχόμενος τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ μετερχόμενος τὸν ὑποψήφιον Πρόεδρον μελλούσης Κυβερνήσεως ν’ ἀποταθῇ ποτε μὲ τὸ ὕφος καὶ μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀπετάθη προσωπικῶς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πατρίδος του ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς Γόρτυνος.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λησμονεῖς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος αὐθαδέστατα ἀπετάθη πρὸς τὸν ἀρχηγὸν πατέρα μου;
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός; Ἁπλῶς καὶ μόνον ὑπενθύμισεν, ὅτι ἐπὶ δύω μῆνας συνεδριάζομεν καὶ οὔτε εἷς Νόμος ἄχρι τοῦδε ἐψηφίσθη. Δὲν ἠξεύρω δὲ καὶ ἐγὼ ἂν ὑπάρχῃ παράδειγμα Κοινοβουλίου ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὅμοιόν τι παρετηρήθη. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχῃ παράδειγμα Κοινοβουλίου συνεδριάζοντος ἐπὶ δύω σχεδὸν συνεχεῖς μῆνας καὶ εἰσέτι οὔτε ἓν μόνον Νομοσχέδιον ἀπὸ τὰ τόσα κατεπείγοντα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποβεβλημένα εἰς τὴν ψῆφόν του, νὰ μὴ ψηφισθῇ ἀκόμη. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχῃ παράδειγμα Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ δύω μῆνας συνεδριάζον, νὰ καταναλίσκῃ ὅλας του τὰς συνεδριάσεις εἰς ἐπερωτήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ὅλως διόλου ξένας τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Κατορθοῦται ἀπαρτία μετὰ τὰς τέσσαρας ὥρας μ. μ. καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν ἐπερωτήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεων καὶ, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, διότι εἶναι ἀπὸ τὸ λεξικόν σας, νὰ ἐξακολουθῶμεν μὲ φλυαρίας ἐπὶ φλυαριῶν μέχρι τῆς ἑβδόμης καὶ ἡμισείας, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ φωνάζωμεν, παρῆλθεν ἡ ὥρα, θ’ ἀναχωρήσωμεν. Μὰ, σταθῆτε τοὐλάχιστον ν’ ἀναγνώσωμεν ἓν Νομοσχέδιον, ὄχι, ἀπερχόμεθα, δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν. Καὶ ἡ τακτικὴ αὕτη διαρκεῖ ἐπὶ τρία ἔτη καὶ μᾶς προαναγγέλλουν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μας. Εἶναι μέγα δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ δείξατέ μοι ἓν Κοινοβούλιον, καθ’ ὅ τακτικῶς καθ’ ἡμέραν νὰ γίνηται μία ἐπερώτησις ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην, καθ’ ὃ καθ’ ἑκάστην, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἔκφρασιν, νὰ γίνωνται φλυαρία ἐπὶ φλυαριῶν διὰ νὰ καταναλίσκηται ἐπὶ ματαίῳ ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς. Τὰ δωμάτια τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἐπληρώθησαν φακέλλων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀκαταπαύστως ζητοῦν διὰ νὰ ἴδουν, διὰ νὰ ἐξετάσουν καὶ ἀκόμη παραπονοῦνται, ὅτι δὲν τοὺς δίδομεν ἀπαντήσεις. Εὐτύχημα ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς ἕως τώρα, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζηνόπουλος. Εὐτύχημα διότι καὶ πάλιν ἐψηφίσατε δωδεκατημόριον ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐσυζητήσατε. Εὐτύχημα εἶναι τοῦτο; Ἐρωτήσατε τὴν Γαλλίαν. Ὁποῖαι φωναὶ δὲν ἐγείρονται ὁλονὲν ἐκεῖ ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι καὶ πάλιν εἰσέρχονται εἰς τὴν ά τοῦ ἔτους καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἐψηφισμένος. Ὅσοι ἀναγινώσκετε τὰ δημόσια φύλλα τὸ γινώσκετε. Εὐτύχημα δι’ ἡμᾶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλία θεωρεῖ δι’ αὐτὴν ὡς δυστύχημα! Δὲν θέλετε νὰ συζητήσωμεν μᾶς εἶπον; Δὲν θέλετε νὰ σᾶς ἐξελέγξωμεν; Καὶ ποῖος σᾶς τὸ ἠρνήθη; Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δάνειον; Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν ὄχι; Δὲν ἐξητάσθη τρίς; Θέλετε νὰ τὸ ἐξετάσητε καὶ τετάρτην; νὰ τὸ ἐξετάσητε καὶ τετάρτην· ἀλλὰ νὰ ἀφήσητε καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐργασθῇ. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὰ στρατιωτικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ αἷμα τοῦ Ἔθνους; Ναὶ, ἠθέλομεν νὰ τὰ ἐξετάσητε. Ἠθέλομεν νὰ σᾶς ἀκούσωμεν, ἠθέλομεν νὰ μᾶς εἴπητε κατὰ τί ἁμαρτάνομεν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζομεν. Ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐκάμετε, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, καὶ τί μᾶς εἶπε: σταθῆτε νὰ πέσετε σεῖς ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν, ν’ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑπάγω νὰ ἐξετάσω τοὺς Νόμους καὶ τοὺς Κανονισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκάμετε, νὰ ἰδῶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον, καὶ τότε θὰ σᾶς ἐκφράσω γνώμην, καὶ τότε θὰ σᾶς εἴπω ἐὰν εἶναι καλὴ ἡ μονοετὴς θητεία, ἢ ἄν χρειάζεται ἡ τριετής. Ἓν μόνον θετικὸν μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Γόρτυνος, τὸ νὰ ἐξοβελίσωμεν τὴν κακόζηλον λέξιν τῆς θητείας καὶ ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν διὰ τριῶν ἄλλων λέξεων «διάρκεια στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». Ὁ λόγος του εἶναι τυπωμένος· τίποτε ἄλλο θετικὸν δὲν μᾶς εἶπε. Μᾶς ἐφωτίσατε μὲ τοῦτο; Μεταξὺ ὑμῶν ποία ἰδέα ἑνιαία καὶ περὶ στρατιωτικῶν ἐξῆλθεν; Ἄλλο ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, κηρυχθεὶς φανερῶς ἐναντίον τῆς μονοετοῦς θητείας, καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι ἀνίσως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, θέλει ἐπαναφέρει τὴν πολυχρόνιον θητείαν. Τὸ αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Ζηνόπουλος, τὸ αὐτὸ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις μάλιστα μὲ θάῤῥος εἶπεν ὅτι, καίτοι ἐπίκεινται ἐκλογαὶ, αὐτὸς θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολυετῆ θητείαν. Εἶναι τοῦτο ἰδέα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἀλλὰ ἠκούσατε τὸν κ. Ῥηγόπουλον καὶ τὸν κ. Χατζόπουλον, οἵτινες σᾶς εἶπον ὅτι θέλουσι μονοετῆ θητείαν. Ἄν λοιπὸν οὔτε ἐδῶ δὲν ὁμονοῆτε, εἰς τί ἄλλο θὰ ὁμονοήσητε; οὕτω θὰ σχηματίσητε Κυβέρνησιν ποτέ; Ἀλλὰ μᾶς εἴπατε, παραιτηθεῖτε σεῖς, νὰ ἔλθωμεν νὰ μελετήσωμεν τοὺς Νόμους, νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς Κανονισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκάματε, νὰ ἴδωμεν τ’ ἀποτελέσματά των καὶ ἔπειτα θὰ εἴπωμεν τί θὰ κάμωμεν. Ἠκούσθη αὐτὸ ποτὲ, νὰ ἔρχηται ὁ μετερχόμενος τὴν ἀρχηγίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ ὁμολογῇ ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἀκόμη, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἰδέαν εἰς τὸν νοῦν του, παρὰ μόνον, ὅτι πρέπει νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν λέξιν «θητεία» διὰ τῶν λέξεων «διάρκεια στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας;» Εἶναι μέγα τὸ προτέρημα καὶ σπάνιον τὸ νὰ κατορθώνῃ τις δι’ ὁρμαθοῦ λέξεων νὰ ἐκφράζῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος διὰ μιᾶς λέξεως δύναται νὰ ἐκφράσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἑνὸς Τόπου· ἀπαιτοῦνται ἰδέαι καὶ πρὸ πάντων πεποιθήσεις σταθεραὶ, τὰς ὁποίας νὰ ἔλθῃ ἐντεῦθεν ν’ ἀναπτύξῃ καὶ ὑποστηρίξῃ. Εὔκολον εἶναι νὰ λέγητε κάτω οἱ φόροι. Ἀλλὰ τί θὰ ἀντικαταστήσητε;
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἰκονομίας.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἰκονομίας, καὶ μὲ τὴν ἀφαίρεσιν ἀκόμη τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν, ἕως ὅτου φέρητε τὸ ἰσοζύγιον, καὶ τότε μετὰ 15 ἢ 20 ἔτη νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν μεγάλην ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπαναλαμβάνετε κάθε στιγμὴν, ὅτι ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἀπελπισθέντες νὰ νικήσητε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν ψήφων, ἐπροσπαθήσατε καὶ προσπαθεῖτε διὰ παντὸς τρόπου νὰ θέσητε πᾶν ἐμπόδιον εἰς τὸν δρόμον τοῦ Κοινοβουλίου; Καὶ τοῦτο σήμερον μόνον παρουσιάζεται; Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀφοῦ τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἠκολουθήσατε καὶ εἴδετε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε οὔτε διὰ τῶν μακρῶν συζητήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, οὔτε διὰ τῶν ἐνστάσεων περὶ ἀπαρτίας νὰ φέρητε παράλυσιν, ἀνήλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μᾶς εἴπετε: Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν πλέον μαζῆ σας, σᾶς ἀποχαιρετῶμεν καὶ ἀναχωροῦμεν, καὶ ἀνεχωρήσατε (ἡ μείζων μερὶς) καὶ εἴπετε: Ὅτι ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν καὶ θὰ ἐπαναστατήσῃ. Τὴν ἐπιοῦσαν αἱ ἐφημερίδες σας ἐκήρυττον, ὅτι εἰς τὰς Ἐπαρχίας στάσεις θὰ ἐκραγῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας εἶδον τὴν ἀξιοσέβαστον μείζονα μερίδα νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ πορευθῇ οἴκαδε, ἠρώτησαν τί τρέχει, ἔμαθον καὶ ἐχαμογέλασαν καὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ὅπου ἐπεριμένατε τὴν ἐπανάστασιν, οὐ μόνον οὐδεὶς ἐκινήθη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ διάλειμμα ἀπὸ τῆς τελευταίας Συνόδου μέχρι τῆς παρούσης, ἓξ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἐγένοντο, καὶ εἰς τὰς ἓξ ὁ λαὸς ἐξεφράσθη ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἦλθεν ἡ τετάρτη, ἡ παροῦσα Σύνοδος, καὶ σᾶς εἴδομεν λίαν εὐχαρίστως νὰ ἐπανέλθετε. Καλῶς ἤλθατε. Μᾶς ἐπερωτᾶτε διατί κρατοῦμεν ἀκόμη τὴν Ἐξουσίαν; Σᾶς ἀπαντῶμεν: πῶς ἤλθατε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἐκηρύξατε, ὅτι δὲν δύνασθε πλέον νὰ ἐργασθῆτε μαζῆ μας; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ ἐγκαταλίπῃ ποτὲ τὴν θέσιν του. Ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔστειλε, σᾶς ἔστειλε διὰ νὰ καθήσητε ἐκεῖ καὶ νὰ πολεμήσητε, ἔστω καὶ εἷς ἂν μείνῃ. Καὶ ἂν τῳόντι ἦτο περίστασις, καθ’ ἣν ἠσθάνεσθε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε πλέον νὰ παραμείνητε, τὸ καθῆκόν σας ἦτο νὰ ἀποταθῆτε πρὸς τοὺς ἐντολεῖς σας καὶ νὰ τοὺς ἀποδώσητε τὴν Ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσαν, τὴν ὁποίαν ἐκρίνατε, ὅτι δὲν ἠδύνασθε πλέον νὰ κρατήσητε. Ἀλλὰ σεῖς ἐξήλθετε καὶ χωρὶς νὰ ἀνανεώσητε τὴν ἐντολήν σας, ἐπανήλθετε. Ἐπανήλθετε ἀναγνωρίζοντες ὅτι ἡμεῖς μετὰ τὴν ἀναχώρησίν σας διωρθώθημεν κατὰ τὴν ἰδέαν σας; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ εἴπητε, διότι ἀπὸ τότε ἕως τώρα ὅλαι αἱ ἐφημερίδες σας καὶ τὰ ὄργανά σας φωνάζουν καὶ σεῖς ἐδῶ ἐπαναλαμβάνετε, ὅτι αὐτὴ ἡ πτέρυξ εἶναι ἠγορασμένη, συνώμοσε μὲ αὐτὸν τὸν τύραννον νὰ καταστρέψῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἐπανήλθετε διότι διωρθώθητε σεῖς καὶ ᾐσθάνθητε, ὅτι ἡ παρελθοῦσα διαγωγή σας δὲν ἦτο συνετή; Τότε καλῶς ἤλθατε. Ἀλλὰ τότε ἀφήσατε τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της. Εἴδατε ποτὲ εἰς Συνταγματικὸν Πολίτευμα ἡ μειονοψηφία νὰ μὴ ὑποτάσσητε εἰς τὴν ψῆφον τῆς πλειονότητος; Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ μειονοψηφία νὰ ζητῇ σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ἀκολουθοῦντες καὶ τώρα τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἠκολουθήσατε, εἶχεν ἢ ὄχι δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραπονεθῇ, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ ὅτι ἡ διαγωγὴ, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε, δὲν εἶναι διαγωγὴ Κοινοβουλευτικὴ καὶ Συνταγματική; διότι σύνταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ὅπου ἡ πλειοψηφία ἐμποδίζεται ὑπὸ τῆς μειοψηφίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά της. Ἀδιαφοροῦμεν δὲ καὶ ὑμεῖς ἂν σεῖς πρὸς τοῦτο ἀδιαφορεῖτε, διότι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν θὰ δικάσῃ ὁ Τόπος.
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ Κοινοβουλίου ν’ ἀπασχολήσω αὐτὸ, ἀπαντῶν εἰς τὰ περὶ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ περὶ ἐμοῦ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· νομίζω μάλιστα, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καὶ μάταιον, διότι οὐδ’ ἤθελον δυνηθῆ νὰ συντελέσω εἰς βελτίωσιν τοῦ ἀνδρός. Τί νὰ εἴπω πρὸς διδασκαλίαν ἀνδρὸς, μὴ γνωρίζοντος τί ἐστὶ Προϋπολογισμὸς, ποία ἡ ἱστορία τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, ποῖοι οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα ὑπεχρεώθησαν αἱ Κυβερνήσεις νὰ μὴ εἰσπράττωσιν ἔσοδα, εἰμὴ ὅσα οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐπέτρεψαν, καὶ νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς δαπάνας ἄλλας, εἰμὴ ἐκείνας τὰς ὁποίας οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐνέκριναν; Τί νὰ εἴπω αὐτῷ περὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ Βουλευταὶ νὰ παραιτῶνται ἐκ βουλευτικῆς θέσεως; Αὐτὸς ἴσως νομίζει, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ παραιτῆται ὅταν θέλῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἤλεγξε τὴν Ἀντιπολίτευσιν διότι τὰ μέλη αὐτῆς δὲν παρῃτήθησαν πέρυσι, καὶ σᾶς παρέστησε μάλιστα, ὅτι ταῦτα ὤφειλον νὰ παραιτηθῶσι. Δὲν γνωρίζει, ὅτι τὸ παραιτεῖσθαι τοὺς Βουλευτὰς εἶναι καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις τῶν Βουλευτῶν καὶ οὐχὶ δικαίωμα, ἑπομένως, ὅτι δὲν δύνανται οὔτε ἔχουσι δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσιν ὅταν θέλωσι. Νομίζει ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν πέρυσιν ὑπόχρεοι ν’ ἀκολουθήσωσι τὸν πολιτικὸν τοῦτον ἄνδρα, καὶ ὅτι ἠδύναντο νὰ παραιτηθῶσι καθ’ ὃν τρόπον παρῃτήθη καὶ αὐτὸς κατὰ τὸ 1874, ὅτε ἀποδοκιμασθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὴν τὴν παραίτησίν του, προτραπεὶς ὅμως ἔπειτα ὑπὸ φίλων ἀνεκάλεσεν αὐτήν; Νομίζει, ὅτι, ὡς αὐτὸς ἐκήρυξε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι δὲν θέλει ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν, προτραπεὶς ἔπειτα ὑπὸ φίλων, ἐλησμόνησε τὸ κήρυγμά του ἐκεῖνο καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰργάσθη μετ’ αὐτῆς, οὕτω καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πέρυσιν ἠδύναντο νὰ παραιτῶνται καὶ νὰ ἀνακαλῶσιν εἶτα τὰς παραιτήσεις των! Ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς ἀνάξιον νὰ ποιήσωμεν μνείαν τοῦ ἀνδρὸς, ἐὰν δὲν ἐτύγχανε περιβεβλημένος τὴν ἐπίσημον ἰδιότητα, δι’ ἧς περιβάλλεται. Ἐπειδὴ ὅμως ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ νομίσῃ, ὅτι δύναται νὰ μᾶς διδάξῃ τὰς Συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις μας, ὤφειλον νὰ ἐκθέσω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἧς κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους προέκυψεν ὁ πολιτικὸς, ὁ ἀνταγωνισθεὶς πρὸς τὸν ἀποθανόντα πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ἀνταγωνισμὸς μετεβλήθη καὶ ἐγένετο τοιοῦτος, οἷον διεξάγουσιν αὐτὸν σήμερον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὑπὸ τὰς εἰσηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὸ 1880 τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καταγγέλλοντα προσωπικῶς τὸν προϊστάμενον τοῦ Ὑπουργείου ὡς στερηθέντα καὶ αὐτῆς τῶν φίλων αὐτοῦ τῆς πίστεως διὰ νὰ ἀφεθῇ αὐτῷ πλήρης ἐλευθερία κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων; Δὲν ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ οἱ φίλοι τοῦ Κουμουνδούρου δὲν ἐνεπιστεύοντο αὐτόν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὸν κατὰ τὸ 1880 ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιτιθέμενον κατὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ διὰ βαρειῶν ὕβρεων, καὶ οὐ μόνον κατὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ κατὰ πάσης ταύτης τῆς πτέρυγος; Δὲν ἔλεγε τότε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι πάντα τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἦσαν ἄξια νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ὑποδίκου; Καὶ ἔρχονται νῦν οἱ ὑβρισταὶ οὗτοι νὰ μᾶς διδάξωσι πῶς πρέπει νὰ ἀγορεύωμεν ἡμεῖς; Καὶ ζητεῖ νὰ μᾶς διδάξῃ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός! Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, πρέπει νὰ καταπαύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν αἰσθάνονται ἀληθῆ ψυχολογικὴν ἀνάγκην. Τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵστανται, αἰσθάνονται πλέον κλονιζόμενον ὑπὸ τοὺς πόδας των. Τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς ἑαυτοὺς ἀπώλεσαν πρὸ πολλοῦ. Βλέπουσι τώρα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας μειουμένην καὶ κινδυνεύουσαν καὶ ταύτην νὰ ἀπολεσθῇ. Οἱ ἄνθρωποι εἰς τοιαύτας περιπετείας δὲν ἀντέχουσιν, ἐξίστανται ἐκ τῆς ὀργῆς, καὶ ἐκτρέπονται εἰς ὕβρεις. Ἂς ἀνεχθῶμεν αὐτοὺς νὰ ποιῶνται χρῆσιν τῶν τοιούτων μέσων, ἀμυνόμενοι ἵνα σώσωσιν ἑαυτούς· πρὸς ὅσα δὲ ἐῤῥέθησαν, ἂς ἀντιτάξωμεν τὴν σιωπήν.
§42ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43Σ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθεὶς, παράσχῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς παρεμπίπτοντος, ὅπερ συμβαίνει ἐν Κυθήροις. Οἱ κάτοικοι δύω χωρίων ἐρίζουσι περὶ τῆς χρήσεως βοσκοτόπου τινὸς, ὃν οἱ μὲν θεωροῦσιν ἐν μέρει δημοτικὸν, ἐν μέρει ἰδιωτικὸν, οἱ δὲ ἀποκλειστικῶς δημοτικόν. Τὸ πρᾶγμα ἀνηνέχθη εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν, ἥτις ἐγνώρισε τοῦτο, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς τὸν Ἔπαρχον, οὗτος δὲ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὸ προηγούμενον τῆς ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κυθήρων καταλήψεως τῶν ἀκινήτων τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, κατέστησε προσεκτικὸν τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἵνα συμμορφωθῇ πρὸς τὸ προηγούμενον τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ κατάληψις τῶν ἀκινήτων τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Θεοδώρων ὑπῆρξε πρᾶξις ὅλως παράνομος, διότι εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ Δημόσιον οὐδέποτε ἐκτήσατο τίτλον κυριότητος ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἢ ἐπὶ τῶν Μονῶν καὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ταῦτα ἀνέκαθεν ἀπετέλεσαν μέρος τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἑκάστης νήσου. Τούτου ἕνεκα διὰ μὲν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 68 Νόμου τῆς 7ης Βουλῆς, τὰ εἰσοδήματα ἑκάστης νήσου ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τῶν εἰσοδημάτων τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐσχηματίσθησαν δύω Ταμεῖα, τὸ Κεντρικὸν καὶ ἑπτὰ Δημοτικά· διὰ δὲ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10 Νόμου τῆς 8ης Βουλῆς ὡρίσθησαν τά τε εἰσοδήματα καὶ αἱ δαπάναι τῶν ἐγχωρίων Ταμείων. Τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Νόμου τούτου αἱ παράγραφοι 1 καὶ 2 ἀποδίδουσιν εἰς τὸ ἐγχώριον, ἤτοι Δημοτικὸν Ταμεῖον, ἁπάντων τῶν ἀστυκῶν καὶ ἀγροτικῶν καὶ μοναστηριακῶν κτημάτων, ὅσα εἶναι δημοτικὰ, τὸ εἰσόδημα· τὸ δὲ ἄρθρον 2 § 6 αὐτόθι συνδυαζόμενον, πρὸς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 68 Νόμου τῆς 7ης Βουλῆς, διατάσσει ἵνα τὸ ἀνωτέρω εἰσόδημα δαπανᾶται καὶ πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ ἐγχωρίου Κλήρου καὶ τῶν ἐγχωρίων διδασκάλων. Ἐπειδὴ ὅμως πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν Νόμων τούτων, τῶν χωρισάντων τὰ δημοτικὰ ἀπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ ὁρισάντων τὰ δημοτικὰ εἰσοδήματα καὶ τὰς δαπάνας, ἡ Γερουσία, τῇ γνωμοδοτήσει καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κυθήρων εἶχεν ἤδη διαθέσει ἅπαντα τὰ μοναστηριακὰ ἀκίνητα ὑπὲρ ἱερωμένων προσώπων, τὰ μὲν τῶν Ἁγίων Θεοδώρων ὑπὲρ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κυθήρων, τὰ δὲ τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ὑπὲρ τῶν ἱερέων Καλλιγέρου καὶ Κεντρητοῦ, καὶ ἐπειδὴ καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἀνωτέρω Νόμων οἱ ἐπικαρπωταὶ τῶν ῥηθέντων μοναστηριακῶν ἀκινήτων ἔμειναν ἀνενόχλητοι, τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ἐν προφανεῖ ἀγνοίᾳ διατελοῦν τῶν εἰρημένων Νόμων, ὑπέλαβεν, ὅτι τὰ ἐν λόγῳ ἀκίνητα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κοινότητα Κυθήρων, καὶ συνεπῶς μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κυθήρων Εὐγενίου διέταξε νὰ ἐκμισθωθῶσιν ὡς Δημόσια κτήματα. Ἐν τούτοις, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Κοντολέων καὶ ἐγὼ, ἅμα τῇ ἀποβιώσει τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κυθήρων, ὑπεβάλομεν Νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Ἐπαρχίας Κυθήρων, ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε αὐτοῦ οὔτε ἄλλων Ἐπαρχιακῶν Νομοσχεδίων ἦλθεν εἰσέτι ἡ σειρὰ πρὸς συζήτησιν. Ἐπειδὴ δὲ ἀπίθανον εἶναι νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχὴν Κυθήρων ν’ ἀπέχῃ τοῦ νὰ ἐκμισθοῖ ὡς Δημόσια τὰ ῥηθέντα μοναστηριακὰ ἀκίνητα τῶν Ἁγίων Θεοδώρων καὶ τὸν εἰς θέσιν Κακοπέτρι βοσκότοπον, ἵνα ἐκμισθοῖ αὐτὰ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ τοῦ τόπου ἔνθα κεῖνται μέχρις οὗ εὐδοκήσῃ ὁ Θεὸς νὰ συζητηθῇ τὸ ἐν λόγῳ Νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Ἐπαρχίας Κυθήρων. Δυστυχῶς δὲν φαίνεται ἐγγίζουσα ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, ἀφοῦ θέματα, οἷον τὸ σήμερον ἀσχολῆσαν τὴν Βουλὴν, καθίστανται ἀντικείμενα μακρᾶς συζητήσεως· ἀφοῦ ὁ κ. Ζηνόπουλος καταγγέλλει τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, διότι δῆθεν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὰ 9,000,000 δραχ. παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ὡμολόγησεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ ἐκτὸς τῶν 72,000,000 δραχμῶν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἕτερα 10,000,000 παλαιῶν δραχμῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι καθ’ ἑκάστην τοιαῦται συζητήσεις προκαλοῦνται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς διακώλυσιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο ἀπαραίτητον καθίσταται ν’ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιον τῇ Ἐπαρχίᾳ Κυθήρων διοικητικῶς· ἐντεῦθεν δὲ τὸ Δημόσιον οὐδόλως βλάπτεται, διότι ὡς κατὰ τοὺς ῥηθέντας Νόμους τὰ εἰσοδήματα τῶν ἐγχωρίων ἀκινήτων ἐχρησίμευον εἰς τὴν Δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, οὕτω καὶ σήμερον θὰ χρησιμεύωσι, καὶ τότε τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, ὃ ἔρχεται εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀπόρων ἢ σχεδὸν ἀπόρων Δήμων, οἷοί εἰσι καὶ οἱ Δῆμοι Κυθήρων, δὲν θὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ βοηθῇ τούτους ὡς τοὺς βοηθεῖ σήμερον.
§44ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ τινὲς ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἐρειδόμενοι εἰς τὴν ἀριθμητικὴν δύναμίν των, δίδουσιν αἰτίαν εἰς ἐρεθισμοὺς ματαίους, καὶ ἐνῷ ἡ αἴθουσα αὕτη ἀντηχεῖ ἀπὸ λέξεις, κατὰ τὸ πλεῖστον κενὰς, εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ἀργυροκάστρου στενάζουσιν Ἕλληνες ἀδελφοί μας· ἔκαμα χθὲς ἐπερώτησιν περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἀπήντησε. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρόντα σήμερον, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου.
§45ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ πρῶτον ἀκούω τὴν στιγμὴν ταύτην ὅτι ἀπηυθύνθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοιαύτη ἐπερώτησις, διότι χθὲς ἀσθενῶν δὲν παρεκάθησα εἰς τὴν Βουλήν.
§46ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐστάλησαν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§47ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Χθὲς δὲν ἤμην παρὼν εἰς τὴν Βουλήν. Διημείφθησαν πολλὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἴσως κατορθωθῇ νὰ φθάσῃ εἰς αἴσιον πέρας. Ὑπάρχουσι πολλαὶ δυσκολίαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνδεόμεναι μετὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἐθνικότητος, καὶ ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου βραδύνει· ἐξακολουθῶ ὅμως ἐπιδιώκων τὴν ἀποφυλάκισιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐλπίζω, ὡς εἶπον, νὰ ἐπιτύχω.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰ ἀποφασισθέντα, μετὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, αἱ συνεδριάσεις θέλουσι διακοπῆ μέχρι τῆς 10 Ἰανουαρίου. Θέλει μὲν ἐξακολουθήσει σήμερον κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφησις τριῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· μετὰ τοῦτο ὅμως πάντων τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων ἀντικειμένων ἡ συζήτησις εἶναι προπαρασκευαστική, διότι πάντα πρόκεινται νὰ συζητηθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Πλὴν τῶν τριῶν ὡς εἴρηται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν συζητητέων Νομοσχεδίων, τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἔχει προτάξει σήμερον καὶ δύω ἄλλα νομοσχέδια εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τὸ περὶ διατιμήσεως τῶν ἐσωτερικῶν τηλεγραφημάτων καὶ τὸ περὶ συστάσεως εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ ἑκατέρου τούτων σκοποῦμεν νὰ συζητήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλει γενῇ δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι σήμερον. Ὡς ὅμως προέταξε ταῦτα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιθυμοῦμεν κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὡσαύτως πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄλλα Νομοσχέδια ἐπίσης ἀναγκαῖα. Κατὰ τὰς σημειώσεις μου παραδείγματος χάριν ἓξ Νομοσχέδια παρεστάθησαν ὡς ἔχοντα χαρακτῆρα κατεπείγοντα· τέσσαρα μὲν προταθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, δύω δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Βουλευτοῦ ἐκ Βώλου κ. Φιλαρέτου. Ταῦτα πάντα σκοποῦσι νὰ βελτιώσωσι τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι τὰ Νομοσχέδια ταῦτα εἶναι κατεπείγοντα καὶ ἐπεθύμουν νὰ προταχθῶσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ὑπάρχουσί τινα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν ὑπὸ Βουλευτῶν ἢ καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῶν ὁποίων μεταβάλλονται ἢ τροποποιοῦνται Νόμοι περὶ φόρων, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν αὐτοὺς ἐπαχθεῖς εἰς τοὺς φορολογουμένους. Τοιαῦτα Νομοσχέδια εἶναι ἡ πρότασις Νόμου περὶ τῶν ἐκ τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος παραγομένων οἰνοπνευμάτων, τὸ Νομοσχέδιον περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως φόρου ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευμένου οἴνου, τοιοῦτον ἐπίσης εἶναι ἡ πρότασις Νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ δικαιώματος καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν. Καὶ τῶν Νομοσχεδίων δὲ τούτων τὴν προήγησιν συνιστῶμεν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Εὐκταῖον εἶναι πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τῆς συζητήσεως πάντων τῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ψηφιζόμενα ἐπηρεάζουσιν ὅπως δήποτε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους· διότι, ὅταν θέλομεν συζητεῖ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ ἔσοδα, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἂν πρέπῃ νὰ ἀναγραφῶσι τὰ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα, τοῦτο δὲ δὲν θέλει εἶναι βέβαιον, εἰμὴ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐκδώσῃ τὴν ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων τούτων ψῆφόν της. Ἑπομένως εἰς ταύτην τὴν κατηγορίαν ἀνήκει καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Ἐπειδὴ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἔχωμεν ἀφορμὰς εἰς προκαταρκτικὰς συζητήσεις κατὰ τὴν πρώτην ἐπαναληφθησομένην συνεδρίασιν, ἀναγγέλλομεν ταῦτα ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὰς παρατηρήσεις μας ταύτας. Ἀλλὰ καθῆκον ἔχω προσέτι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τινα ἐπερώτησιν, ἥτις εἶχεν ἀπευθυνθῆ εἰς αὐτόν. Καθ’ ἃ ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπεβλήθη παρ’ αὐτοῦ πρότασις περὶ τῆς παύσεως τοῦ δημοσίου ἐκείνου ὑπαλλήλου, ὅστις ἐζήτησε λόγον παρά τινος κ. Βουλευτοῦ διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔδωκεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπεθύμουν κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν νὰ μάθωμεν ἂν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἐνεκρίθη καὶ ἐὰν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἐπαύθη. Ἀλλὰ πλὴν τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης ἐλέχθη, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν ἐλάμβανε μόνον μισθόν, ἀλλὰ καὶ βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθει νὰ λαμβάνῃ εἰσέτι· ἑπομένως παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ ὑπάλληλος οὗτος σημειωμένος εἰς τὸν κατάλογον τῶν λαμβανόντων μηνιαῖα βοηθήματα, καὶ ἂν ὑπάρχῃ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πῶς συνέβη νὰ λαμβάνῃ τὸ αὐτὸ πρόσωπον συγχρόνως μισθὸν καὶ βοήθημα. Παρακαλοῦμεν προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι ἡμεῖς, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἀπεδώκαμεν μεγάλην προσοχὴν εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι ν’ ἀφήσωμεν νὰ διέλθωσι ταῦτα τῆς Βουλῆς καθ’ ὃν τρόπον ἴσως δύνανται νὰ ἀξιῶσί τινες ἐπιθυμοῦντες νὰ διαφύγωσι τὸν ἔλεγχον· ἑπομένως ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσλογγίου Βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης ἐζήτησε νὰ γένηται γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι μόνον τὰ ὀνόματα πάντων τῶν μετακληθέντων ξένων μηχανικῶν, ἀλλὰ καὶ ποῖον τεχνικὸν βαθμὸν εἶχεν ἕκαστος τῶν μετακληθέντων τούτων μηχανικῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐστηρίχθη βεβαίως ἐπὶ τῆς ὡμολογημένης ἱκανότητος αὐτῶν, ὅταν μετεκαλέσατο αὐτοὺς ἐνταῦθα καὶ συνεφώνησε μετ’ αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ γνωρίζῃ ποῖον ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ ἕκαστος τῶν μετακληθέντων εἶχε βαθμόν· ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις γνωρίζῃ καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸν βαθμὸν ἑκάστου αὐτῶν, εὔκολον νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸν μισθόν, τὸν ἀνάλογον εἰς τὸν βαθμὸν αὐτῶν, ὃν ἕκαστος αὐτῶν ἐλάμβανεν ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι. Οὕτω μόνον θέλομεν δυνηθῆ νὰ κρίνωμεν ἂν ὁ ἀπονεμηθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν Ἑλλάδι μισθὸς ἑκάστῳ αὐτῷ τυγχάνῃ ἀνάλογος πρὸς ἐκεῖνον, ὃν ἐλάμβανον ἐν ταῖς πατρίσι των. Ἀλλὰ προσέτι ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν τὴν ἀνάγκην, ἣν ἔχομεν νὰ μάθωμεν πόσα χιλιόμετρα ὁδῶν κατεσκευάσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀναγινώσκῃ καθ’ ἑκάστην ἐν ἐφημερίσι τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ Ἔθνος ὀφείλει εἰς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην διότι ἔστρωσε τὴν Ἑλλάδα διὰ ὁδῶν, ὅτι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἀνεπτύχθησαν τοσοῦτον ὅσον οὐδεὶς ἐφαντάζετο, καὶ ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἡμᾶς κατέβαλον τῳόντι θαυμασίας προσπαθείας πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, οὐδὲ δύναται νὰ μένῃ ἔτι ἐν τῇ ἀβεβαιότητι ἂν ταῦτα ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀληθῆ. Ἂν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, πρέπει νὰ τὸ βεβαιωθῶμεν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ βεβαιωθῶμεν, ἂν δὲν μᾶς εἴπωσι τίνας ὁδοὺς κατεσκεύασαν, τίνα μέρη, ποίας πόλεις ἢ ποίους πληθυσμοὺς συνέδεσαν δι’ ἑκάστης τῶν ὁδῶν τούτων· διότι τότε θέλομεν κρίνει ἂν ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν ἐγένετο ὡς ἔπρεπε, πόσαι ὁδοὶ κατεσκευάσθησαν, ποῖαι εἶχον ἀρχίσει ἐπὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, πόσαι δὲ δὲν ἤρχισαν ἐπὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, ἀλλὰ ἀρξάμεναι τώρα καὶ αὗται ἐξακολουθοῦσι νὰ κατασκευάζωνται. Ἐπίσης παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι διὰ πᾶσαν πίστωσιν ἀναπληρωτικὴν, ἣν ἐζήτησε διὰ τῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἤδη ἐπὶ τῶν πιστώσεων τῶν χορηγηθεισῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ: διότι οὕτω θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι ἡ πίστωσις, ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσα, πράγματι ἐξηντλήθη καὶ δὲν ἤρκεσε, καὶ ὅτι εὐλόγως νῦν ζητεῖ τὴν ἀναπληρωτικήν. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶμεν νὰ μάθωμεν ἂν αἱ πιστώσεις διατίθενται συμφώνως πρὸς τὸν προορισμὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς προσδιώρισεν αὐτὰς, διότι κατὰ τὸν τελευταῖον Μάρτιον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητουμένου καταλόγου τῶν δαπανηθέντων εἰς ἔξοδα ἀστυνομικὰ, ὅτι δῆθεν δὲν εἶχε καιρὸν νὰ συλλέξῃ καὶ μᾶς δώσῃ τὰς ζητουμένας ταύτας πληροφορίας. Τότε ἐμάθομεν παρ’ αὐτοῦ ὅτι αἱ δι’ ἔκτακτα ὑγιειονομικὰ ἔξοδα πιστώσεις διετέθησαν παρ’ αὐτοῦ εἰς ἵδρυσιν τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ δώσῃ ἀπὸ τοῦδε τὰς ἀναγκαίας παραγγελίας, ἵνα παρασκευασθῶσιν ἐγκαίρως καὶ μᾶς δοθῶσιν οἱ τοιοῦτοι πίνακες τῶν γενομένων ἐξόδων.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας· ὅσαι πληροφορίαι καὶ ὅσοι πίνακες ὑπεβλήθησαν, δὲν ἐτυπώθησαν καὶ δὲν διενεμήθησαν. Παρακαλῶ τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ φροντίσῃ, ὥστε κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦτο τῶν ἐργασιῶν μας νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Ἐπίσης παρακαλῶ τοὺς Κυρίους Ὑπουργοὺς, ἵνα ὅλαι αἱ ἄλλαι πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπεβλήθησαν, νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αὗται τυπωμέναι διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν.
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πίναξ, δηλῶν κατ’ ἄρθρα καὶ κεφάλαια τὰ βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1883 καὶ τὰ ἀναγνωρισθέντα καὶ πληρωθέντα ἔξοδα τῆς αὐτῆς χρήσεως, ἀλλὰ μόνον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1884, ἡ χρῆσις δὲ τοῦ 1883 λήγει κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1884, δὲν περιελήφθησαν δ’ ἐν τῷ εἰρημένῳ πίνακι καὶ τὰ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ 1884 βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἔσοδα καὶ ἀναγνωρισθέντα καὶ πληρωθέντα ἔξοδα, διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν δι’ ὑμῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ἐκτεθῶσιν ἐν συμπληρωτικῷ πίνακι αἱ πληροφορίαι αὗται καὶ νὰ κατατεθῶσι καὶ αὗται εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν, ἃς ἐζητήσαμεν περὶ τῆς ὁδοποιΐας.
§51Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπειδὴ ἔχουν ὑποβληθῆ δύω προτάσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ μία ἀφορᾷ μίαν τροποποίησιν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ἐπειδὴ δὲ ἡ τροποποίησις αὕτη ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δύναται νὰ φέρῃ αὔξησιν τῶν ἐσόδων, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη, διότι δύναται νὰ φέρῃ μίαν μεταβολὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι δὲ σπουδαιοτάτη ἡ πρότασις αὕτη καὶ εὐεργετικὴ ὄχι μόνον διὰ τὰ τέκνα τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ τέκνα ἐν γένει τῶν ἐπιθυμούντων νά ἐκπαιδεύσωσιν αὐτὰ στρατιωτικῶς.
§52Ρ. ΡΩΜΑΣ. Τὰ μεγάλα οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ ζητήματα, τὰ ἀναφυέντα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐνεστώσης Συνόδου, ἐπὶ τοσοῦτον ἀπησχόλησαν καὶ ἀπεῤῥόφησαν ἅπασαν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὥστε πᾶν ἄλλο ζήτημα μὴ συναφὲς πρὸς ταῦτα, θὰ ἐφαίνετο ὅλως ἐπουσιῶδες καὶ παράκαιρον· ἕνεκα τούτου ἀνέβαλον καὶ ἐγὼ νὰ πραγματευθῶ ἐνώπιον ὑμῶν περὶ ζητήματος οὐχὶ σμικροῦ, ὅπερ πρὸ πολλοῦ μένει ἐκκρεμὲς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου προτίθεμαι σήμερον νὰ ἐκφέρω διὰ βραχέων τὰς σκέψεις μου. Προσεπάθησα πάντοτε, κύριοι, ἐπιμόνως καὶ εἰλικρινῶς μέχρι τοῦδε ἀπέφυγον, τοῦ νὰ ἀποκαλύψω εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν γεγονὸς, δυνάμενον νὰ ἐπιδράσῃ κακῶς ἐπὶ τῆς κοινῆς συνειδήσεως· καὶ οὐδέποτε ἐγενόμην πρόξενος σκανδάλων καὶ κακῶν οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου. Ὅταν ὅμως οἱ διενεργοῦντες τὰ τοιαῦτα δὲν παύωσι νὰ γεννῶσι καθ’ ἑκάστην καὶ νέα, καὶ ὅταν ἕνεκα τούτου βλέπω σαλευομένην παρ’ ἡμῖν τὴν κοινωνικὴν καὶ θρησκευτικὴν ἁρμονίαν, τότε, κύριοι, ἐγὼ πρέπει κατ’ ἀνάγκην καὶ κατὰ καθῆκον νὰ ἀναφέρω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐν προκειμένῳ τὸ ζωηρὸν αὐτῆς ἐνδιαφέρον. Κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον καὶ τὴν ὀλιγοήμερον ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἀπουσίαν μου ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κ. Θ. Δηλιγιάννης ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἀρχιεπισκοπικὸν ζήτημα τῆς Ζακύνθου, ζητήσας συνάμα νὰ κατατεθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μετὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Νικολάου Κατραμῆ. Μή τις δ’ ἀπορήσῃ ἐπὶ τὸ ὅτι ἐγὼ, ἐπανελθὼν τότε εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔκαμα περὶ τούτου εὐθὺς λόγον, καθόσον, ἐκκρεμοῦς ἔτι ὄντος τοῦ ζητήματος, δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐκληφθῶ ὡς ἀμέσως ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ προσώπου. Περιέμενον λοιπὸν τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προπαρασκευασθεῖσαν τελείαν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅτε αἴφνης ἐπῆλθε καὶ ἡ δικαία ἀποχώρησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἤδη δὲ ὅτε ἡ χειροτονία τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου εἶναι γεγονὸς τετελεσμένον, ἐπιβάλλεται ἡμῖν, φρονῶ, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, διότι ὁ χαρακτὴρ τῆς ὑπουργικῆς ἐνεργείας ἐπὶ τῆς σημαντικῆς ταύτης ὑποθέσεως διατηρεῖται ἀμείωτος καὶ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη διατελεῖ ἀείποτε ὑπὸ τὸν ἀδιάλειπτον ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν, κύριοι, ἐξετάσωμεν μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὸ σύνολον τῆς ὑπουργικῆς ἐνεργείας, οἷα ἀπ’ ἀρχῆς ἀνεπτύχθη ἐν τῷ σκοπίμως δημιουργηθέντι ζητήματι τούτῳ, καὶ ὡς ἐπὶ τέλους κατέληξε διὰ τῆς παύσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Νικολάου, θέλομεν εὐκόλως ἐξαγάγει τὸ θλιβερὸν συμπέρασμα, ὅτι ὑπὸ τὸ κρατοῦν Κυβερνητικὸν σύστημα οὐδενὸς τὰ νομίμως κεκτημένα δικαιώματα εἶναι ἐξησφαλισμένα καὶ ὅτι οὔτε οἱαδήποτε προσόντα, οὔτε ἡ ἰσοβιότης ἢ ἱκανότης ἰσχύουσι πλέον νὰ ἀναχαιτίσωσι τὴν Κυβερνητικὴν αὐθαιρεσίαν εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ, ὁσάκις αὕτη ἐπιθυμεῖ, τοὺς οἱουσδήποτε σκοπούς της. Συμβαίνει νὰ ἀσθενήσῃ ὑπάλληλός τις, οἱουδήποτε βαθμοῦ, ἐπί τινα χρόνον καὶ ἡ τύχη τὸ φέρει νὰ μὴ ἦναι οὗτος φίλος, θιασώτης καὶ θερμὸς ὀπαδὸς τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, τουτέστι νὰ μὴ συμβιβάζηται ἡ συνείδησις καὶ τὸ καθῆκόν του πρὸς τὰς παρανόμους ὑπουργικὰς ὀρέξεις; εὐθὺς καὶ ἄνευ πολλῶν περιστροφῶν προσφέρεται, οὕτως εἰπεῖν, πανηγυρικῶς ἐπὶ πίνακι ἡ κεφαλή του πρὸς κοινὸν παραδειγματισμὸν καὶ ἐκφόβισιν τῶν συναδέλφων του. Οὔτε εὐλάβεια πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ἀσθενοῦντος, οὔτε ἀνασκοπὴ οὐδεμία πρὸς τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, οὔτε κοινοτάτης φιλανθρωπίας ὑπαγόρευσις δύνανται πλέον νὰ περιστείλωσι καὶ ματαιώσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐκθέσμων καὶ ἀσπλάγχνων Κυβερνητικῶν βουλημάτων. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Νικόλαος ἔπαθεν ἀπό τινος ὑπὸ καρδιακοῦ νοσήματος προσβληθείς. Πλεῖστοι ὅσοι καρδιακοὶ, ἐξασκοῦντες μίαν οἱανδήποτε ἐπιστήμην, καί περ τοιοῦτοι, δὲν ἐκωλύθησαν ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός των μέχρι τῆς τελευταίας αὐτῶν πνοῆς. Δυνατὸν ὁ καρδιακὸς ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ λάβῃ οἰδήματα καὶ δύσπνοιαν, ἀλλὰ μετά τινα χρόνον ἐπανέρχεται πάλιν εἰς τὴν προτέραν αὑτοῦ κατάστασιν. Ἡ ἀσθένεια δ’ αὕτη, ὡς γνωρίζετε κύριοι, οὐδεμίαν φέρει χαλάρωσιν ἢ διατάραξιν τῶν διανοητικῶν δυνάμεων. Ὅθεν ὁ νοσήσας Ἀρχιερεὺς ἐξηκολούθει διευθύνων τὰ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του ἄριστα, αὐτὸς οὗτος συντάσσων καὶ διαβιβάζων πάντα τὰ ἀναγκαιοῦντα ἔγγραφα εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχάς· ἐδέχετο δὲ κατ’ οἶκον πάντας τοὺς ἐπισκεπτομένους αὐτὸν εἰς ἀκρόασιν καὶ ἐξήρχετο ἐνίοτε εἰς περίπατον, χάριν ἀναψυχῆς, ἐποχούμενος. Πάντες ἔβλεπον μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ εὐχαρίστως ἐπερχομένην τὴν βαθμιαίαν ἀνάῤῥωσιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, καθ’ ὅσον καὶ ἡ ἐξοίδησις τῶν ποδῶν ἔβαινεν ἐλαττουμένη καὶ ἡ ἐν γένει βελτίωσίς του καθίστατο ὁσημέραι ἐπαισθητή. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἡ μόνη ἐν προκειμένῳ ἁρμοδία Ἀρχὴ, οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀφορμὴν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ θεωρήσῃ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ζακύνθου ὡς ἀνίκανον εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ κανονικὴ αὕτη κατάστασις ἐξηρέθιζε καὶ ἐξώργιζε τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον αὕτη ἐπεδίωκε τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικολάου δι’ ἀνθρώπου ἀξίου ἑαυτῆς καὶ κοσμουμένου ὑπὸ τῶν ἠθικῶν ἐκείνων πλεονεκτημάτων, ἅτινα τοσούτῳ δαψιλῶς τὴν περικοσμοῦσιν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἄρῃ πᾶν ἐμπόδιον πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ μυχίου πόθου της. Πράγματι δὲ κατὰ τὴν 19ην Ἰανουαρίου ε. ε., ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἐμφανίζεται ἀπροσδοκήτως ἐνώπιον τοῦ ἀρχιεπισκόπου Νικολάου ὁ Νομάρχης Ζακύνθου κ. Σπυράκης κρατῶν ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφον ἢ ἐπιστολὴν, ἐν εἴδει διαταγῆς, καὶ λέγων εἰς αὐτὸν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως «ἢ πρέπει νὰ παραιτηθῇς ἀπὸ τὴν ἀρχιεπισκοπήν σου, ἢ θὰ παυθῇς». Ἀφίνομεν ἕκαστον νὰ ἐννοήσῃ ὁποῖον καίριον ἠθικὸν τραῦμα καὶ ὁποῖον τρομερὸν κλονισμὸν ἦτο προωρισμένον νὰ ἐπιφέρῃ εἰς ἕνα ἀναῤῥωνύοντα καρδιακὸν τοιοῦτον ἀσεβέστατον καὶ σκληρότατον Κυβερνητικὸν πρόσταγμα! Ἐμβρόντητος τὸ κατ’ ἀρχὰς ὁ ἀρχιερεὺς ἐξανίσταται μετ’ ὀλίγον κατὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ τούτου τολμήματος, ἀποκρούων τὴν πρότασιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας παρουσιάζονται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχιεπισκόπου δύω ἰατροὶ, διαταγὴν ἔχοντες νὰ ἐξετάσωσιν αὐτὸν καὶ συντάξωσιν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεώς του. Ἡ πρώτη ὅμως αὕτη ἔκθεσις δὲν ἐκρίθη, φαίνεται, ἀρκοῦσα. Δευτέρα λοιπὸν Κυβερνητικὴ διαταγὴ προσῆλθον ἐκ νέου τρεῖς ἰατροὶ, οἵτινες γυμνώσαντες τὸν ταλαίπωρον ἀρχιερέα ἐν τῷ μέσῳ τοῦ χειμῶνος καὶ ἐν ψυχροτάτῳ δωματίῳ, κατεβασάνισαν ἐπὶ πολλὴν ὥραν στηθοσκοποῦντες καὶ ἐξετάζοντες αὐτὸν καὶ ἀφίνοντες ἐν τῇ ἀναχωρήσει των οὐχὶ πλέον τὸν ἀναῤῥωνύοντα ἀρχιεπίσκοπον, ἀλλ’ ἀδρανὲς καὶ λιπόψυχον σῶμα (γενικὴ συγκίνησις). Ἐὰν τὰ τοιαῦτα τερατουργήματα διεπράττοντο ἐν παρῳχημένοις χρόνοις ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Δυναστείας ἐναντίον ἑνὸς πρωθιεράρχου, ἐρωτῶ, τί ἤθελεν εἴπει ὁ χριστιανικὸς κόσμος; Τί ἤθελεν εἴπει ὁ ὀρθόδοξος τῶν Ἑλλήνων λαός; Καὶ τίνος ἕνεκεν νομίζετε, κύριοι, ὅτι προέβησαν μετὰ τοσαύτης βιαιοπαθείας, τραχύτητος καὶ ἀσεβείας εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ἀρχιεπισκόπου Νικολάου; Τὴν αἰτίαν μᾶς τὴν φανερώνει αὐτὸς οὗτος ὁ παυθεὶς ἀρχιεπίσκοπος ἐν τῇ ἐπιστολῇ του πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην (τῆς πρώτης Μαρτίου ἐ. ἔ.), ἐν ᾗ μετὰ παῤῥησίας λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: «Κρίνω περιττὸν νὰ ἐξιστορήσω τὰ ὅσα πρὸ καιροῦ ἐχαλκεύοντο, ὅπως παραιτηθῶ τῆς ἐπισκοπῆς μου. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρασιωπήσω ὅτι οἱ ἐνεργοῦντες προεκάλουν συστηματικῶς ἐπιστολὰς ἐντεῦθεν διαβιβαζούσας εἰς Ἀθήνας ὅτι παρέλυσε δῆθεν ἡ ἐπισκοπή μου, ἐνῷ αὐτοὶ ἐγίνωσκον ὅτι ἐξηρχόμην ἐποχούμενος, ὅτι ἐδεχόμην τοὺς ἐπισκεπτομένους με, ὅτι ἐτήρουν ἀλληλογραφίαν μετὰ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ φίλων μου, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ἐγὼ διηύθυνα τὰ τῆς ἐπισκοπῆς μου, διαβιβάζων πρὸς τὴν Δημαρχίαν, Νομαρχίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον ἔγγραφα ὑπηρεσίας συντεταγμένα καὶ ὑπογεγραμμένα ὑπ’ ἐμοῦ. Ἀκολούθως διέδωκαν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου ἔχει παράπονα κατ’ ἐμοῦ. Τοῦτο δὲν ἔχεται ἀληθείας. Παράπονα κατ’ ἐμοῦ ἔχουσιν ἐκεῖνοι τὰς διαταγὰς τῶν ὁποίων παρακούσας δὲν ἠθέλησα νὰ βλάψω τὴν συνείδησιν καὶ τὸν χαρακτῆρά μου, προτιμήσας νὰ ὑποστῶ πᾶσαν θυσίαν, παρὰ γινόμενος ἐπίορκος νὰ διαστρέψω τοὺς ἱεροὺς Κανόνας καὶ Νόμους τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας. Παράπονα λοιπὸν ἔχουσιν οἱ προτείναντές μοι νὰ ἐπιτρέψω ἀθέσμους καὶ παρανόμους γάμους· νὰ μεταθέσω ἀπὸ μιᾶς εἰς ἑτέραν Ἐκκλησίαν ἐφημερίους σεβαστούς· νὰ χειροτονήσω ἀκαταλλήλους καὶ ἀγραμμάτους ἱερεῖς ἢ νὰ τιμωρήσω ἀσπλάγχνως ἱερεῖς ἐναρέτους καὶ σώφρονας.... Ἐν τούτοις ἅμα ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Νομάρχου τὴν λυπηρὰν ἀγγελίαν καὶ εἶδον ἐμαυτὸν δὶς περιστοιχούμενον ὑπὸ ἰατρῶν, ἀποσταλέντων ἐπισήμως οὐχὶ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Ἀρχῆς, στηθοσκοπούντων με δι’ ἰατρικῶν ἐργαλείων καὶ ἐχόντων με ἐπὶ ἀρκετὴν ὥραν γυμνὸν τὸ στῆθος καὶ τοὺς πόδας, ὅπως ἐξετάσωσι τὴν σωματικήν μου κατάστασιν, ἐνόμισα χρέος μου νὰ πέμψω δύω ἔγγραφα γραφέντα ἰδίᾳ μου χειρὶ πρὸς τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχὴν, τὴν ἱερὰν Σύνοδον, τὸ μὲν ὑπ’ ἀριθ. 573, τὸ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 580, δι’ ὧν ἐξιστορῶν τὰ γεγονότα ἐξητούμην νὰ μὲ θέση ἐνήμερον τῶν διατρεχόντων, ἐπικαλούμενος ἐνταυτῷ τὴν κανονικὴν καὶ νόμιμον σύμπραξιν αὐτῆς πρὸς περιφρούρησιν τῆς ἐπισκοπικῆς μου θέσεως καὶ περιστολὴν τῶν κατ’ ἐμοῦ ἐνεργουμένων, τῶν οὐ σμικρὸν προσβαλλόντων τὸν ἀρχιερατικὸν χαρακτῆρά μου». Ἰδοὺ ἡ αἰτία, ἡ μόνη καὶ ἀποκλειστική, τῆς παύσεως τοῦ ἀρχιεπισκόπου Νικολάου. Αὐτὸς δὲν ἦτο ὄργανον ὑποχείριον εἰς τὰς ὑπουργικὰς ἀξιώσεις.... Καὶ τίς ὁ σκοπός, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀνεβιβάσθη εἰς τὴν οὕτως ἐκθέσμως κενωθεῖσαν Ἀρχιεπισκοπὴν ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος; Τὸν σκοπὸν μᾶς τὸν φανερώνει αὐτὴ ἡ ἀπ’ ἄμβωνος πρωτοφανὴς φατριαστικὴ ὁμολογία τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς χειροτονίας του, ὁμολογία, ἥτις τοσούτῳ συνετάραξε τὰς συνειδήσεις καὶ ἐσκανδάλισε τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, καθὼς καὶ πάντας τοὺς λαβόντας ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτῆς. Τὸν σκοπὸν μᾶς τὸν φανερώνει αὐτὴ ἡ ἐν Ζακύνθῳ ἀκατονόμαστος διαγωγὴ τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου, συμμετέχοντος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποστολῆς, εἰς φατριαστικὰ συμπόσια, εἰς ἐπιδείξεις τῶν τριόδων, εἰς προπόσεις καὶ πὶκ—νίκ, τὰ πάντα ἐνεργοῦντος πρὸς φατριαστικὴν ἐπίῤῥωσιν καὶ κερδοσκοπίαν καὶ ἐπὶ τέλους μὴ διστάζοντος νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν σύνταξιν πολιτικῆς ἐφημερίδος, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἡ «Ἀλήθεια». Ἰδού, κύριοι, ὁ ἱερὸς σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεβιβάσθη εἰς τὴν κενωθεῖσαν Ἀρχιεπισκοπὴν ὁ νέος Ἀρχιερεὺς, καὶ ἰδοὺ ποῦ ἐφθάσαμεν. Ποῦ καὶ πότε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τίνι χρόνῳ καὶ ἐν τίνι Ἐπαρχίᾳ καὶ ὑπὸ ποίαν Κυβέρνησιν ἠκούσθησάν ποτε τὰ τοιαῦτα; Καὶ τίς ἄλλος Ἕλλην Ἀρχιερεὺς ἐγένετο τοσούτῳ ἐπιλήσμων τῶν στοιχειωδεστέρων καὶ κοινοτέρων χριστιανικῶν αὐτοῦ καθηκόντων; Καὶ ἐὰν τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐκκλησιαστικὰ δημιουργήματα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ὁποῖα κατὰ λογικὴν ἀνάγκην πρέπει νὰ ἦναι τὰ διοικητικά; Ἐπάξια βεβαίως νὰ ἀντιπροσωπεύωσι τοὺς πάτρωνάς των... Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Νικολάου γεννᾶται οὐσιῶδες ζήτημα: εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτικὴ Ἐξουσία νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτην, ὡς προέβη; Τίς, εὐσυνειδήτως κρίνων, διστάζει νὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὸ Ὑπουργεῖον παρεβίασε τὰ κείμενα καὶ ἐν οὐδενὶ ἔθετο τὰ ἱερὰ θέσμια τῆς Ἐκκλησίας, τὰ προηγούμενα αὐτῆς, καὶ τὰς κοινοτέρας τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ὑπαγορεύσεις; Διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον ἐπήνεγκε καταφανῆ σύγχυσιν Ἐξουσιῶν, ἐπεμβὰν πρωτοβούλως εἰς σφαῖραν καθαρᾶς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας. Ἕνεκα τούτου μὴ προσέξητε, κύριοι, ἐὰν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα τὸ ἀνέκαθεν σύστημά της, προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ συνήθη «συγχωροχάρτια», ἅτινα καλῶς γινώσκετε, πῶς αὕτη ἐκσπᾷ ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν ὑφισταμένων καὶ ὑποχειρίων αὐτῇ Ἀρχῶν. Πρέπει ὅμως νὰ προσέξητε σοβαρῶς καὶ νὰ μεριμνήσητε σπουδαίως μήπως ἡ Ἑλληνικὴ ἡμῶν Ἐκκλησία, ἥτις, ἐν ἡμέραις φοβεραῖς δουλείας καὶ καταδιωγμῶν, ἐχρημάτισεν ἡ ἱερὰ κιβωτὸς τοῦ ἐθνισμοῦ καὶ τῆς ἡμετέρας ἐλευθερίας, διασεισθῇ ἐν τοῖς θεσμοῖς αὐτῆς ὑπὸ ἱεροσύλων χειρῶν, καὶ μεταβαλλομένη εἰς σκοτεινὸν ὄργανον μυσαροῦ φατριασμοῦ καὶ ἠθικῆς ὑποδουλώσεως ἀμαυρώσῃ οὕτω τὸ λαμπρὸν ἐκεῖνο γόητρον, ὅπερ τόσον δικαίως κέκτηται ἐν τῇ ἐθνικῇ τῶν Ἑλλήνων συνειδήσει (εὖγε, εὖγε ἀριστερόθεν).
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἀπηύθυνα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἡ ἐπερώτησις δὲν ἔχει ἀντικείμενον τὴν διάπραξιν ἀτομικοῦ τινος ἀδικήματος· ἔχει ἀντικείμενον τὴν ἔρευναν πράξεων τῆς Πολιτικῆς Ἀρχῆς, ἵνα γνωσθῇ ἐὰν αὗται ἐπεχειρίσθησαν καὶ ἐνηργήθησαν ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς, ἢ ἂν ἀπετέλουν ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ὁ Νόμος ἔθετο εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἀθέτησιν τῆς νενομοθετημένης αὐθυπαρξίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ ζήτημα τῆς παύσεως τοῦ Ἐπισκόπου Ζακύνθου, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ.
§54ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Βεβαίως ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πέρυσι παρ’ ὑμῶν προκληθεὶς κατέθηκα ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου· ἐζητήσατε τότε νὰ ὁρίσω ἡμέραν, ἀλλ’ ἐγὼ προθύμως ἀφῆκα εἰς ὑμᾶς νὰ ὁρίσητε ταύτην· σεῖς λοιπὸν ὁρίσατε. Ἦλθεν ἡ ὁρισθεῖσα ἡμέρα, ἀλλὰ μάτην σᾶς περιέμενα νὰ συζητήσητε· σεῖς ἀφήσατε ταύτην νὰ παρέλθῃ, χωρὶς νὰ εἴπητε λέξιν· ἔληξεν ἡ Σύνοδος καὶ ἀνέλαβον τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα. Ὅπως μετὰ πολλῆς προθυμίας κατέθηκα τότε τὰ ἔγγραφα καὶ ἀφῆκα εἰς ὑμᾶς νὰ ὁρίσητε τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, οὕτω προθύμως θὰ σπεύσω καὶ ἤδη νὰ καταθέσω πάλιν τὰ ἔγγραφα καὶ ἀπὸ τοῦδε ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ ὁρίσητε ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, καὶ συζήτησιν εὐρεῖαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ τρανῶς, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ προστατεύσῃ ὅσον ἠδύνατο κάλλιον τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναμιμνήσκων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπηύθυνα ἀληθῶς τοιαύτην ἐπερώτησιν, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀποδώσω εἰς ἀμέλειαν ἢ εἰς ὑπεκφυγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὴν μὴ συζήτησιν αὐτῆς. Ὥστε ἦτον ἐντελῶς μάταιον νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐγὼ ἀνεκάλεσα αὐτά· ἐγὼ ἐζήτησα μόνον νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ διαβιβάσῃ πάλιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα· παρακαλῶ δὲ καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ ἀποστείλῃ αὐτὰ ἐπὶ ἀποδείξει, ἵνα λάβω γνῶσιν αὐτῶν, ὥστε μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου.
§56ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§57ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§58ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ Γεώργιος Ζαχίλας κατήγετο ἐκ τῆς Μακεδονίας, συνέπραξε δὲ εἰς ἅπαντας τοὺς Ἑλληνικοὺς ἀγῶνας, διὰ τοὺς ὁποίους ἀγῶνάς του ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τῷ ἀπένειμεν 70 δραχμὰς μηνιαίως, ἐπειδὴ ἦτο πτωχός· κατὰ δὲ τὸ 1878 ἡ Κυβέρνησις ἀνεβίβασε τὸ χορήγημα τοῦτο εἰς 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ὁ ἀγωνιστὴς οὗτος ἀποθανὼν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀφῆκε τὴν χήραν αὐτοῦ Τριανταφυλλιὰν λιμοκτονοῦσαν, ἀφ’ ὅτου μάλιστα μία οἰκία αὐτοῦ πωληθεῖσα πρὸ 8 μηνῶν δὲν ἐπήρκεσε νὰ πληρωθῶσιν ἅπαντες οἱ δανεισταί του. Οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ λιμοκτονῇ ἡ χήρα αὕτη, χήρα ἀγωνιστοῦ καταγομένου ἐκ Μακεδονίας, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς τόσον σπουδαίως σκέπτεται. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔκαμα ἐπερώτησιν περὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός· σήμερον ἰδιαιτέρως μοὶ εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα τῆς κατηγορίας ταύτης, περὶ τῶν ὁποίων ἁπάντων θέλει ληφθῆ μέτρον γενικὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ Νόμου εἰδικοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ κατὰ τὰς διακοπὰς νὰ ἑτοιμάσῃ τὸν Νόμον τοῦτον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ ψηφίσῃ αὐτόν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο πρότασις περὶ κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἥτις θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν. Οὐδεμία ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐγένετο· νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει ἡ ἡμερησία διάταξις κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μας νὰ ῥυθμισθῇ κατ’ αὐτήν.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγένοντο πολλαὶ προτάσεις ἀντιφατικαὶ πρὸς ἀλλήλας. Ἄλλαι προέτειναν νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου, ἄλλοι πρωτίστη νὰ ταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἄλλοι ἄλλας ὑπέβαλον προτάσεις, ἡ δὲ Βουλὴ περὶ οὐδεμιᾶς ἀπεφάνθη.
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μεθ’ ὅσα πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, νομίζω ὅτι παίζομεν ἐνταῦθα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀρκετὰ σαφῶς ἐξήγησε τὴν ἰδέαν του, καὶ εἶπεν ὅτι μεταξὺ τῶν πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητητέων Νομοσχεδίων ἀνάγονται καί τινα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔφερεν.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὅταν δὲν γίνηται ἀντίῤῥησις ἐπὶ προτάσεώς τινος, ἡ Βουλὴ παραδέχεται ταύτην· πρότασίς τις θεωρεῖται γενομένη δεκτή, ὅταν παραδεχθῇ αὐτὴν ἡ Βουλή. Τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἶναι βεβαίως ὀρθὰ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν μέτρων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καὶ ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων πρὶν ἢ ἀποφανθῇ περὶ τῶν μέτρων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ὑπάρχει καὶ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ τῶν Νομοσχεδίων τῶν σχετιζομένων πρὸς αὐτὸν, φαίνεται δὲ πάντοτε ὀρθότερον νὰ γίνηται ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατόπιν ταύτης νὰ προβαίνῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν Νομοσχεδίων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ Νομοσχέδια ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι πρὶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· εἶναι τὰ Νομοσχέδια τὰ δικαστικὰ π. χ. τὰ ὁποῖα, καίτοι εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, μικρὸν ἐκ τούτου ὠφελήθησαν· διότι ἀμφιβάλλω ἐὰν ἀφ’ ὅτου συνεδριάζωμεν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὶς ἢ τρίς. Νομίζω δὲ ὅτι σπουδαιότερον τοῦ τῶν προτακτέων θέμα ἀποφάσεως εἶναι ὁ κανονισμὸς τρόπου, ὅπως εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι καὶ σήμερον πλησιάζει, ὡς βλέπετε, ἡ 8 ὥρα καὶ ἀκόμη δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐὰν ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ τηρήσωμεν κανόνας ὡς γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια περὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι προτάσσονται ἐν πάσῃ συνεδριάσει αἱ ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ περιοριζόμεναι μόνον εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτῶν, τῆς συζητήσεως τασσομένης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τότε ἤθελεν ἔχει σημασίαν ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ δὲν ἤθελεν ἐκπέσει εἰς ἣν σήμερον ἐξέπεσεν ἀσημότητα. Φρονῶ ὅμως ὅτι, θεωροῦντες προτακτέα τὰ Νομοσχέδια, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ τὰ ἄλλα ἐπείγοντα, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτάξωμεν τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδεμιᾶς ἄλλης συζητήσεως, διότι ἐξ αὐτῆς ἤρτηται ὁ σχηματισμὸς γνώμης τῆς Βουλῆς περὶ τῶν κοινῶν βάσεων τῶν Κυβερνητικῶν προτάσεων.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρώτη συνεδρίασις μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοῦτο.
§65Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§67Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἀρκετὰ προκεχωρημένη ἡ ὥρα καὶ δὲν τὸ ἀγνοῶ· διὰ τοῦτο δὲν ἀπαντῶ εἰς ὅσα πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ μ’ ἐμποδίσῃ νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου. Δι’ ὀλίγων λέξεων λοιπὸν ὑποδεικνύω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, δίκην συνταγῆς, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐργασθῶμεν, τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνάμεθα νὰ εἰσερχώμεθα ἐγκαίρως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ πρῶτον νὰ κλείωσιν ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα τὴν 3ην ὥραν, νὰ ἀρχίζωμεν τὴν συνεδρίασιν τὴν 3ην καὶ νὰ τελειόνωμεν τὴν 8ην ἢ τὴν 9ην ἐὰν θέλητε· ἐὰν δὲ δὲν γίνηται ἀπαρτία τὴν 3ην, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ λείψωσιν αἱ ἐπερωτήσεις, ἢ τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῶσιν, εἶναι πολὺ εὔκολον τοῦτο· νὰ φροντίσητε νὰ λειτουργῇ καλῶς ἡ διοικητικὴ καὶ ἡ δικαστικὴ μηχανή. Ἐὰν θέλητε νὰ λείψωσιν αἱ ἐπερωτήσεις καὶ νὰ μὴ ἔρχωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν σᾶς ἐπισκέπτονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποβάλωσι τὰ παράπονά των, ὀφείλετε νὰ ἐνεργῆτε τὸ καθῆκόν σας καὶ νὰ μὴ δίδητε ἀφορμὰς εἰς παράπονα καὶ ἀντεγκλήσεις. Ἰδοὺ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἐπερωτήσεις δύνανται νὰ μετριασθῶσι καὶ αἱ ἐργασίαι ἡμῶν νὰ προχωρήσωσι καὶ μὴ θέλετε νὰ ῥίπτητε αἰωνίως εἰς τοὺς ἄλλους ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, σεῖς δὲ πάντοτε ἀναμάρτητοι νὰ φαίνησθε. Δείξατε σεῖς, ὡς ὀφείλετε, τὸ καλὸν παράδειγμα καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θὰ σᾶς μιμηθῶσιν. Ὡς πρὸς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τοῦ νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τῶν Νομοσχεδίων ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅμως ὅρον νὰ προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἀναγκαῖα καὶ ἐπείγοντα. Κύριοι, μετ’ ὀλίγους μῆνας λήγει ἡ ἐργασία τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου, ὅταν δὲ ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν πατρίδα μας ἐρωτηθῶμεν παρὰ τῶν ἐκλογέων μας τί ἐπράξαμεν περὶ δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ἐντραπῶμεν· διότι θὰ τοῖς ἀπαντήσωμεν, οὐδέν, μόνον τὸν Νόμον περὶ ἀρχειοφυλάκων καὶ περὶ συντάξεως τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἐψηφίσαμεν, ἐνῷ τόσων ἄλλων ἐπείγουσα ὑπάρχει ἀνάγκη. Νομίζω, ὅτι ὅλοι ἔχομεν καθῆκον κατὰ τὴν τελευταίαν τοὐλάχιστον Σύνοδον νὰ συνέλθωμεν ἐκ τῆς ἀναλγησίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἄν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα τὰ ὑποβληθέντα πρὸς τοῦτο Νομοσχέδια, ἄς ψηφισθῶσι τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσωσιν εὐρεῖαν συζήτησιν. Δὲν ἐννοῶ ὁποίαν συζήτησιν δύναται νὰ προκαλέσῃ τὸ Νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς ἀποπείρας πρὸς συμβιβασμὸν, περὶ καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων καὶ ἄλλα τινά. Διὰ τοῦτο ἐνισχύω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν μετὰ χαρᾶς ἤκουσα πρὸ μικροῦ γενομένην παρὰ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, νὰ ἦναι ἐκ τῶν προταχθέντων Νομοσχεδίων καὶ τὰ δικαστικὰ, οὐ μόνον τὰ ἤδη ἐγγεγραμμένα τέσσαρα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ὑπουργικὰ, ὡς καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, καὶ ἐὰν ἐν αὐτοῖς εὕρῃ διατάξεις καλὰς, νὰ τὰς δεχθῇ ἄνευ ἀντιῤῥήσεων.
§68Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ποίας ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχομεν γνώμας, δὲν ὑπελάμβανον, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἔπρεπε νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι ἐγένοντο ἀποδεκταὶ παρὰ τῆς Βουλῆς αἱ γνῶμαι ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω, ὅτι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονίζει ἡ πλειονοψηφία, ἧς εἰσηγητὴς εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὸν εἰσηγούμενον αὐτῆς κ. Πρωθυπουργὸν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἴχομεν· ἠρκέσθην δὲ εἰς τὴν ἁπλῆν ταύτην ἀνακοίνωσιν, διότι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς γνώμας ἡμῶν καὶ ἤθελε συντάξει ἄλλην ἡμερησίαν διάταξιν, εἴχομεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, ἀρχομένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Σκοπὸν λοιπὸν κύριον εἶχον νὰ ἀποφύγωμεν τὰς περὶ τούτου συζητήσεις, ἵνα μὴ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπολεσθῇ καιρὸς πρὸς κανονισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐζήτησε νὰ διαιρεθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς γενικὴν συζήτησιν καὶ εἰς συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, μεταξὺ δὲ τῶν δύω τούτων συζητήσεων νὰ παρεμβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν Νομοσχεδίων, ὧν τὴν προήγησιν συνεστήσαμεν. Τοῦτο εἶναι πρωτότυπον καὶ ἑπομένως ἀναγκαζόμεθα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον θέμα εἶναι τὸ Νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1885. (Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἀνωτέρω Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρα καὶ σύνολον εἰς τρίτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Κατόπιν παρεδέχθη εἰς τρίτην ὡσαύτως συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρα καὶ σύνολον τὸ Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς τηλεγραφικῆς ἑταιρίας «Eastern» συμβάσεως πρὸς κατάδυσιν συμπληρωτικῶν καλωδίων).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ Νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 20 καὶ 22 τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1884 νόμου ΑΡϚʹ.
§71ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τούτου ἔχω ἀντίῤῥησιν καὶ θὰ λάβω τὸν λόγον.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ὡς προβλέπω, θὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις, οὐχὶ διότι ὑπάρχουσιν οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν ἤ τινα τῶν καθ’ ἕκαστον, ἀλλὰ διότι ὑπάρχουσί τινες θέλοντες νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλαι διατάξεις.
§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§74ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ πρώτου Δασμολογίου.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται νὰ γείνῃ πρότασις, ὅπως τὰ κατὰ τὸ Δασμολόγιον ἀτελῶς εἰσαγόμενα ὑποβάλλωνται εἰς δημοτικὴν φορολογίαν· τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, θὰ προταθῇ δὲ ὡς πρόσθετος διάταξις.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς θὰ προτείνωμεν νὰ συντάσσηται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τιμολόγιον ὅλων τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸν Δῆμον πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, καὶ νὰ ψηφισθῇ δημοτικὸς δασμὸς μὴ ὑπερβαίνων τὰ 2%.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἡ πρότασις, ἥτις θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν βάσιν τοῦ Νομοσχεδίου, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα· διότι θὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις καὶ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν χρόνον, τὸν προσδιορισθέντα διὰ τὴν διακοπήν. Νομίζω ἑπομένως ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν, ἵνα μὴ εὑρεθῶσιν οἱ Δῆμοι εἰς δυσχερῆ θέσιν, νὰ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον ὡς ἔχει, νὰ ἀναβάλωμεν δὲ τὴν συζήτησιν ἑτέρου Νομοσχεδίου περιέχοντος θεμελιωδεστέρας διατάξεις, εἴτε ἐπιπροσθέτους τῶν ἐν τῷ ψηφισθησομένῳ Νόμῳ εἴτε καὶ ἀνατρεπούσας τινὰς ἐξ αὐτῶν, εἰς τὸν χρόνον καθ’ ὃν θὰ συνέλθωμεν μετὰ τὰς διακοπάς· διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἄφευκτον ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως τροπολογιῶν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν βάσιν τοῦ Νομοσχεδίου, ἔσται διὰ τὴν ἔλλειψιν χρόνου νὰ μείνωμεν εἰς τὸ καθεστὼς, οἱ προτείνοντες τὰς τροπολογίας θὰ προτιμήσωσι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τῆς διατηρήσεως τοῦ καθεστῶτος.
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς θέτετε εἰς δίλημμα.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο πταίει ὁ χρόνος· ἀλλ’ ἐνώπιον τοιούτου διλήμματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀρθῇ, πρέπει νὰ πράξωμεν τὸ συμφερότερον διὰ τοὺς Δήμους. Ἀφοῦ, ἂν ἡ συζήτησις ἀπολήξῃ εἰς τὴν μὲ ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου πρὸ τῶν διακοπῶν, ἐξ ἀνάγκης τὰ τῶν Δημοτικῶν δασμῶν διὰ τὸ 1885 θέλουσι κανονισθῆ κατὰ τὸν Δεκέμβριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος, ἐθεώρησα προτιμότερον νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεραπεύει ἀνάγκην ὑφισταμένην. Μετὰ δὲ τὰς διακοπὰς δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τροποποιήσεων προταθησομένων παρὰ τῶν θεωρούντων ἀνεπαρκῆ τὰ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ἢ καὶ ἐπιδιωκόντων ῥιζικωτέραν μεταβολήν.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι συμφερώτερον νὰ μείνῃ τὸ καθεστὼς ὡς ἔχει.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἂς μείνει τὸ Νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συζητήσωμεν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ πρακτικά. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§83ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, πρόκειται περὶ εὐθύνης τινὸς, ἧς πρέπει νὰ εὑρεθῇ ὁ ἔνοχος, καὶ ἐπειδὴ ἂν μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως θέλει πιστευθῆ, ὅτι τὴν εὐθύνην τῶν ζημιῶν τῶν Δήμων, τῶν πιθανῶν ἢ μᾶλλον τῶν βεβαίων, θέλει φέρει ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει καλῶς, ὅτι οἱ μεγαλείτεροι Δῆμοι τοῦ Κράτους εἰσπράττουσι τοὺς ἐμμέσους φόρους δι’ ἐνοικιάσεως. Ὤφειλε λοιπὸν ἀναμφισβητήτως νὰ εἰσαγάγῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εὐθὺς ὡς ἤρξαντο αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι τῇ πρώτῃ Ἰανουαρίου ἐκτίθενται εἰς δημοπρασίαν οἱ δημοτικοὶ φόροι, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος τίνι τρόπῳ θὰ γίνῃ ἡ φορολογία. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ βεβαίως δὲν ἀπατῶμαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰσήγαγεν ἓν Νομοσχέδιον πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς, κατόπιν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀνεκλήθη καὶ μόνον κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου εἰσήχθη αὐτὸ, ὅπερ ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ γείνῃ Νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τὸ σφάλμα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις δὲν ἐφρόντισε νὰ εἰσαχθῇ τὸ Νομοσχέδιον ἐγκαίρως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ ζημιωθῶσιν οἱ Δῆμοι τοσοῦτον, ἐὰν ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου, ὅσον θὰ ζημιωθῶσιν ἀναμφισβητήτως, ἐὰν τροχάδην καὶ ἄνευ συζητήσεως—διότι κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν μόνον εἰκονικὴ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ, καὶ ὁ Κικέρων αὐτὸς ἂν ἀνήρχετο τὸ βῆμα—ἂν ἐπιπολαίως, λέγω, παραδεχθῶμεν Νομοσχέδιον, ὅπερ, ἐκτὸς τούτων, εἶναι καὶ φορολογικὸν, διότι τὸ Νομοσχέδιον, ὡς εἰσάγεται, βαρύνει τὰ ἤδη εἰς δασμὸν ὑποκείμενα πράγματα καὶ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ταῦτα νὰ φορολογήσωσιν οἱ Δῆμοι ἔτι πλέον. Καὶ ἂν εἴχομεν δασμολόγιον κατηρτισμένον μετὰ συνέσεως καὶ ἐπιστήμης, ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, τότε βεβαίως ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ἴσως ἐπὶ ἓν ἔτος τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν Δασμολόγιον τερατῶδες, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθη σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος, ὅταν καὶ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς πέρυσιν, εἰσάγων αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπεν, ὅτι σπουδαίως θέλει τὸ βελτιώσει, ὅταν ἔχωμεν πράγματα τῆς πρώτης ἀνάγκης δασμολογούμενα ἀπηνῶς, πράγματα δὲ πολυτελείας οὐδόλως δασμολογούμενα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἴδιον σοβαρᾶς Βουλῆς, οἵα ἡ παροῦσα, νὰ ἐπιψηφίσῃ τοιοῦτον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ φορολογῇ προσθέτως αὐτὰ τὰ τοσοῦτον ἀνεπιστημονικῶς καὶ βαρέως φορολογούμενα εἴδη. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι θέλει συναινέσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου μέχρι τῆς 10 Ἰανουαρίου.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον εἰσήχθη τὴν 22 Νοεμβρίου.
§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατόπιν τὸ ἀπεσύρατε καὶ ἐφέρατε τροποποιήσεις.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπέβαλον τροποποιήσεις, ἀφοῦ ἤκουσα τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον εἰσήχθη ἐγκαίρως καὶ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ, ἂν δὲν παρεμποδίζετο εἰς τὰς συζητήσεις της, νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ἐγκαίρως· ἂν δὲν ἔχωμεν ἐψηφισμένον τόσον αὐτὸ ὅσον καὶ πολλὰ ἄλλα ἐπίσης ἀναγκαῖα, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιῤῥίψητε τὴν εὐθύνην εἰς ἡμᾶς· ἡμεῖς εἰσηγάγομεν οὕτως ἐγκαίρως τὸ Νομοσχέδιον, ὥστε ἠδύνατο εὐρέως νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ὥρας τῶν δημοπρασιῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Νομοσχεδίου παρατηρῶ, ὅτι δὲν πρόκειται τοῦτο νὰ ἐπιβάλῃ νέαν φορολογίαν· αὐτὸ ἐπιτρέπει ἁπλῶς εἰς τοὺς Δήμους νὰ ἐπιβάλλωσι φορολογίαν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, φορολογίαν, ἥτις νὰ ἐξισοῦται πρὸς τὴν πρόσοδον τὴν κατὰ τὸν Νόμον τὸν τέως κείμενον ἀπολαμβανομένην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὴν ἐξουσίαν, ἣν ὁ Νόμος τοῖς δίδει, διότι, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, τὴν ἐξουσίαν ταύτην περιορίζομεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ὑπάρχοντος Δασμολογίου, ὅπερ, κατ’ αὐτὸν, εἶναι τερατῶδες· εἶναι τερατῶδες, διότι φορολογεῖ ἐλαφρῶς πράγματα πολυτελῆ, τουτέστι τοὺς ἀδάμαντας καὶ τὰ κρατοῦντα ἐν μικρῷ χώρῳ, ἐνῷ εἶναι μεγάλης ἀξίας — ἐν πᾶσι τοῖς Δασμολογίοις τὰ τοιαῦτα φορολογοῦνται ἐλαφρῶς, διότι ἂν φορολογηθῶσι βαρέως, εὐκόλως ἀποκρυπτόμενα, λαθρεμπορεύονται — εἶναι τερατῶδες, διότι ὑπάρχουσιν εἴδη ἐν τῷ Δασμολογίῳ τῆς πρώτης ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται βαρέως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἀπέδειξεν· ἐξ ἐναντίας ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης φορολογοῦνται ἐλαφρότατα ἢ εἰσάγονται ἀτελῶς· συνέπεια δὲ τούτου ὑπῆρξεν ἡ μεγάλη ὑποτίμησις τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Γενομένου καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν λόγου περὶ τούτου καὶ ῥηθέντος, ὅτι τὸ κρέας ὑπετιμήθη σπουδαίως ἕνεκα τοῦ δασμοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπετιμήθη τὸ κρέας, ἦτον, ὅτι ἔμπορός τις εἶχε φέρει 500 βόας. Ἀλλ’ ὡς Δημοτικὸς Σύμβουλος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔπρεπε νὰ γινώσκῃ τὰ τῆς καταναλώσεως τοῦ κρέατος ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ ἑπομένως ὅτι 500 βόες ἀποτελοῦσι τὴν κατανάλωσιν μιᾶς μόνον ἑβδομάδος, ἡ δὲ ὑποτίμησις διαρκεῖ καὶ σήμερον ἔτι 60 ἕως 80 λεπτῶν.
§87ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ κρέας ἔχει 1,30.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρότερον εἶχε 2 δραχμὰς καὶ 2,40· ἡ δὲ ὑποτίμησις εἶχεν ἀρχίσει πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν 500 βοῶν καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὴν κατανάλωσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ οὐ μόνον τὰ κρέατα ὑπετιμήθησαν, πλεῖστα ὅσα εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης ὡσαύτως ὑπετιμήθησαν καὶ ἀδιακόπως ὑποτιμῶνται. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν προτεινόντων τροπολογίας εἰς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἡμῶν εἶναι ἀκριβῶς αὕτη, ὅτι θέλουσιν ἐκεῖνοι νὰ φορολογηθῶσι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήσαμεν ἡμεῖς ὅτι πρέπει νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Δήμων, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ, κατ’ αὐτοὺς, ὁ λόγος, δι’ ὃν ἔμειναν ἀφορολόγητα τὰ εἴδη ταῦτα, δὲν εἶναι ἀπῶχρον, θέλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δημοτικὸν δασμὸν ἀνώτερον τοῦ ὅρου, εἰς ὃν ὑπεβάλλοντο πρότερον ὑπὲρ τῶν Δήμων καὶ μέχρι τοῦ ὅρου τῆς προτέρας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου φορολογίας, τουτέστι θέλουσιν ὁ δημόσιος φόρος νὰ μετατραπῇ εἰς δημοτικόν· θέλουσι προσέτι, ὡς ἀνέγνωσα ἐν ἐκθέσει μελῶν τινων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας, διότι ταῦτα ἐνδιαφέρουσι τὸ ἐμπόριον τῶν Ἀθηνῶν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν πρέπει οὕτω νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν δημοτικῶν δασμῶν, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσι φόρους βαρεῖς εἰς τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐλαφροὺς δὲ εἰς τὰ τῆς πολυτελείας. Ἔχω τὴν ἔκθεσιν ἀνὰ χεῖρας καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὸ σχετικὸν ἐδάφιον.
§89ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Εἶχεν ἀνάγκην νὰ δυσφημήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς θέλουσαν νὰ ἐπιβάλῃ βαρεῖς φόρους ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, διὰ τοῦτο εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐλέγξω τὰς ἀνακριβείας ταύτας αὐτοῦ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ πληρώνωσι τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς πάντες οἱ ἐν τῷ Δήμῳ καταναλίσκοντες ὤνια καὶ ἐμπορεύματα δημόται, καὶ οὐχὶ μόνον τινὲς ἐξ αὐτῶν. Ὑμεῖς δὲ θέλετε νὰ πληρώνωσιν αὐτοὺς τινὲς μόνον καὶ ὄχι πάντες. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἐὰν πράγματι τὸ Νομοσχέδιον ὑμῶν ἐγένετο δεκτὸν, τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς ἐπὶ τῆς καταναλώσεως θέλουσι πληρώνει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταναλίσκωσιν ἐμπορεύματα, ὑποκείμενα εἰς τελωνιακὸν τέλος, ἐνῷ οἱ καταναλίσκοντες ἐμπορεύματα μὴ ὑποκείμενα εἰς τέλος δὲν θέλουσι πληρώνει τι, ἐνῷ ἡμεῖς θέλομεν νὰ πληρώνωσι τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς πάντες. Καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι οὐσιώδης, διότι τὰ ἐκ τῶν δημοτικῶν δασμῶν εἰσπραττόμενα παρὰ τῶν δημοτῶν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσιν ἕκαστον αὐτῶν ὡς καταναλωτήν. Ἀνθιστάμεθα λοιπὸν κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ὑποβάλλομεν τὴν γνώμην ἡμῶν, σκοποῦσαν νὰ φέρῃ ἰσότητα εἰς τὴν διανομὴν τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς Κυβέρνησιν νὰ δυσφημῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ διαστρέφῃ πρὸς τοῦτο τὴν ἀλήθειαν· εἶναι διαστροφὴ ἀναντίῤῥητος τῆς ἀληθείας, εἰς ἣν προσφεύγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δυσφημήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἀντιλέγουσιν εἰς τὰ Νομοσχέδια αὐτοῦ.
§90ΤΡΑΚΑΣ. Δύω λέξεις. Ἐκτὸς τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κύριος Δηλιγιάννης προσθέτω τὸ ἑξῆς: Πολλοὶ Δῆμοι εἰσπράττουν τὸ ἥμισυ τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ζώων. Ἂν λοιπὸν στερήσωμεν τοὺς Δήμους αὐτοὺς τοῦ φόρου τούτου, δὲν δύνανται νὰ συντηρηθῶσι· π. χ. ὁ Δῆμος Τρικκάλων, ὁ Δῆμος Λαρίσσης, ὁ Δῆμος Καρδίτσης, Φερσάλων, Λαμίας, ἂν δὲν ἠμποροῦν νὰ εἰσπράξουν φόρους ἐπὶ τῶν ζώων, δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ φορολογία τοῦ δασμοῦ εἶναι βαρεῖα εἰς πολλοὺς Δήμους καὶ τότε ἀντὶ τῶν 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας θὰ φορολογήσωμεν 5%.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)