1884.12.14
1.644 στίχοι · 12.581 λέξεις · 100 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1884.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου ἀναγγέλλει ὅτι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν, ὥραν δεκάτην πρὸ μεσημβρίας, τελεῖται ἡ ἐγκατάστασις τοῦ νέου Πρυτάνεως, καὶ προσκαλοῦνται οἱ κ. Βουλευταί, ἐὰν εὐαρεστῶνται, νὰ παρευρεθῶσιν. Ἀναφορὰ διαφόρων πολιτῶν ἐκ Ζαχόλης, παραπονουμένων ὅτι τὸ Δημόσιον ἀντιποιεῖται γαίας καὶ δένδρα ἀνήκοντα εἰς αὐτοὺς κατ’ ἰδιοκτησίαν. Ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου Κυμαίων, ἐξαιτουμένου τὴν μετατροπὴν τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων εἰς ἐμμέσους. Ἀναφορὰ διαφόρων ὑφασματεμπόρων, παριστώντων ὅτι τὸ Δασμολόγιον ὡς πρὸς τὰ ὑφάσματα δεῖται διορθώσεως, καὶ ἐξαιτουμένων διόρθωσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, κ. Πρόεδε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§4Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα διὰ νὰ γένωνται γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φρονήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ νέου Δασμολογίου. Κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐψηφίσθη τὸ νέον Δασμολόγιον, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἦτο παροῦσα· ὅταν ὅμως ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ἐψηφίσθη, ὅταν ἐδημοσιεύθη ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἐν ἐλευθέρᾳ χώρᾳ διαθέτουσι τὰ πολιτικὰ κόμματα, δὲν παρέλειψε νὰ καταστήσῃ γνωστὴν τὴν γνώμην της, ἤτοι ὅτι θεωρεῖ τὸ Δασμολόγιον τοῦτο κακῶς γενόμενον. Πρῶτον, διότι συντελεῖ εἰς καταφανῆ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου, ἐξεταζόμενον ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικήν· δεύτερον, διότι συντελεῖ εἰς τὴν διατάραξιν τοῦ ἐμπορίου, ἐξεταζόμενον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παροχῆς τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας τὸ ἐμπόριον δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον εἰσάγεται ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἔργον τὴν ἐμπορίαν τῶν ὑφασμάτων, ὠφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας ἵνα συστήσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν· διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶπον ὅτι περιέχει τὸ νέον Δασμολόγιον, ἔχει καὶ τὸ κακὸν τοῦτο, ὅτι διετάραξε καθ’ ὑπερβολὴν εἰδικῶς καὶ τὸ ἐμπόριον τῶν ὑφασμάτων οὐ μόνον ἕνεκα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν διαφόρων κατηγοριῶν τῶν ὑφασμάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ νέου τρόπου, καθ’ ὃν προσδιορίζεται δι’ αὐτοῦ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν τελῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Βώλου κ. Φιλάρετος ὑποβάλλει τροπολογίαν περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 234 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Συγχρόνως ὑποβάλλει ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς καὶ ἐπερώτησιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§6Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ προχθὲς περὶ τῶν δημοσίων ἔργων τῆς Λακεδαίμονος, προσθέτω ὅτι ὁ ἐργολάβος τοῦ κατασκευαζομένου τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Ἀράχωβαν, τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην, κ. Α. Ματάλας μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ἐχαράχθη ὑπὸ τοῦ Γάλλου ἀρχιμηχανικοῦ καὶ τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Ἐν τούτοις, καίτοι ὑπεβλήθη πρὸ πολλοῦ τὸ σχέδιον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐνεκρίθη, ἑπομένως οὔτε ἐξετέθη εἰς μειοδοσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παρουσιασθῶσιν αὐτός τε καὶ οἱ λοιποὶ συνδημόται του Οἰνούντιοι, ὡς καὶ οἱ Ἁγιοπετρῖται νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ μὲ θυσίαν των χάριν τῆς εὐκολίας τοῦ τόπου των.
§7ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Διὰ νὰ κερδήσωσι χρήματα....
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ διατί, κ. συνάδελφε, νὰ μὴ κερδήσωσι καὶ αὐτοί, ἀφοῦ θὰ καταβάλωσι κόπους καὶ χρήματα; Διατί νὰ κερδίζωσι μόνον εἰς τὰς περὶ τὸ Μεσολόγγιον ἐπαρχίας ὅπου ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν 4,500,000 καὶ εἰς Χαλκίδα 3,000,000, ἐνῷ εἰς τὴν ἰδικήν μας δὲν ἐξωδεύθησαν οὔτε 100,000 ἀπὸ ἓν δάνειον 20,000,000, τὸ ὁποῖον ἐδώκαμεν διὰ μόνην τὴν ὁδοποιΐαν, ἀφοῦ ἡ Ἐπαρχία μας εἶναι μία ἀπὸ τὰς μᾶλλον προσοδοφόρους; Λέγω καὶ εἰς σᾶς ὅ,τι εἶπον προχθὲς καὶ εἰς ἕτερον συνάδελφον, ὅτι ὁσάκις τις ζητεῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἔργα δημόσια διὰ τὸν Τόπον μας, ὀφείλετε νὰ τὸν συντρέχητε καὶ οἱ λοιποὶ, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἐλέγχητε, χάριν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ψευδόμενον καὶ μωρολόγον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πάντοτε διϊσχυρίσθην, ὅτι ἡ ἀποστολή μου ἐνταῦθα εἶναι νὰ φροντίζω περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου μας καὶ οὐχὶ περὶ προσωπικῶν καὶ ἰδιωτικῶν, καὶ τοιαύτας ἀρχὰς ἔχει ἅπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ψεύματα (θόρυβος εἰς τὰ ἀκροατήρια).
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (δεικνύων τὰ ἀκροατήρια). Νὰ καταβοῦν καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι ἐδῶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν ...
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ὁ κ. Ματάλας προτείνει νὰ ἐκτεθῇ καὶ αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ εἰς ἐργολαβίαν καὶ εἴτε αὐτὸς εἴτε ἄλλος τὸ ἀναλάβει, θὰ φέρουν εἰς πέρας μίαν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦσιν ὅλοι οἱ Λακεδαιμόνιοι, καὶ ἡ ὁποία ἤρχισεν ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου καὶ δὲν κατεσκευάσθη ἐξ αὐτῆς οὔτε τὸ τρίτον. Προσθέτει ὁ αὐτὸς κ. Ματάλας, ὅτι κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ μηχανικοὶ, διέρχεται ἡ ὁδὸς αὕτη πρὸς τὸ δεξιὸν μέρος τῆς μέχρι τοῦδε ὁδοῦ, ὅπου δὲν εὐκολύνεται καμμία κοινότης· ἐνῷ, ἂν διήρχετο πρὸς τὸ ἀριστερὸν, θὰ διηυκολύνοντο τὰ χωρία τοῦ Δήμου Οἰνοῦντος, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ πλησιάσῃ πολὺ, καὶ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων μετὰ τῶν γειτόνων των Ἁγιοπετριτῶν, οἵτινες κατεσκεύασαν τὰς πλείστας τῶν μέχρι τοῦδε ὁδῶν τοῦ Κράτους, ἑπομένως τακτικοὶ διὰ τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἐργάται θὰ παρουσιασθῶσιν οἱ εὐκολώτεροι ἐν τῇ μειοδοσίᾳ ἐργάται χάριν καὶ τῆς ἰδίας των εὐκολίας. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν μεγάλων ἔργων ἐν τῇ Λακεδαίμονι. Ὁ ἴδιος κ. Ματάλας μὲ πληροφορεῖ, ὅτι ἡ παρὰ τὸ χωρίον Ἀρχοντικὸν τοῦ Δήμου Μελετίνης γέφυρα ἕνεκα τῆς τελευταίας πολυομβρίας ἐκρημνίσθη, καὶ οὕτω διεκόπη ἡ πρὸς τὸ Γύθειον καὶ μεταξύ των συγκοινωνία πολλῶν χωρίων τῆς Μελετίνης καὶ Φελλίας. Ἀνάγκη νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ νὰ φανῇ χριστιανικωτέρα τῶν Τούρκων, οἵτινες ἀνήγειραν τὴν κρημνισθεῖσαν γέφυραν, ἵνα σχεδιασθῇ ταχέως καὶ ἀνεγερθῇ, καθόσον ἡ δαπάνη της φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 3,000 δραχμάς. Ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ συμπολίτης μου Λάσκαρης, διατελῶν νῦν εἰς Λάρισσαν δι’ ὑποθέσεις του, κατήγγειλε πέρυσι διάφορα ἐν Πειραιεῖ λαθρεμπόρια, διὰ τὰ ὁποῖα καίτοι ὁ τελώνης ἐβράδυνε νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του, οὐχ ἧττον μετὰ ἕξ μῆνας ἐξέδωκε τὰς ὑπ’ ἀριθ. 36–42 ἀποφάσεις του, δι’ ὧν κατεδίκασε διαφόρους εἰς 74,000 δραχ. πρόστιμον, μεταξὺ δὲ τῶν καταδικασθέντων εἶναι καὶ ὁ Ῥετσίνας διὰ 32,000· οὗτοι ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐφέσεις, ὅπερ ἠκύρωσε τὰς ἀποφάσεις τοῦ τελώνου καὶ ἀπήλλαξε τοὺς λαθρεμπόρους, διότι συνέπεσε νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐφέσεις κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ὁ Ῥετσίνας ἐστάλη ἀπὸ τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον τοῦ Πειραιῶς, ἵνα κάμῃ παραστάσεις διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν χρεωκοπικὴν κατάστασιν ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων καὶ ἰδίως τοῦ Δασμολογίου τοῦ κ. Τρικούπη. Εὐκολυνθείσης λοιπὸν τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ κ. Ῥετσίνα ἀπὸ τὸ τῶν 32,000 δραχ. πρόστιμον καὶ χαρισθεισῶν καὶ 30,000 εἰς τὸν Τριαντάφυλλον, 8,000 εἰς τὸν Φερετόπουλον καὶ 4,500 εἰς τὸν Χουτόπουλον, ὁ κ. Ῥετσίνας ἐπανελθὼν εἶπεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς του, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ ἐκτελέσῃ θαυματουργὰ σχέδια, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ διαλύσωσι τὴν στιγμιαίαν στενοχωρίαν, ἣν διέρχεται τὸ Ἑλλ. ἐμπόριον, καὶ οὕτω διὰ νὰ κλείσῃ ὁ κ, Τρικούπης τὸ στόμα τῶν ἀπεσταλμένων μιᾶς πόλεως, ἐθυσίασε 74,000, χωριστὰ τὰς 40,000, ἃς θὰ πληρώσῃ εἰς τὸν καταδότην τῶν διαληφθέντων λαθρεμπορίων, καθόσον οὗτος ἐνήγαγε τὸ Δημόσιον ὡς δολίως ἀποφασίσαν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ τελώνου καὶ στερῆσαν αὐτὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς καταδείξεως· καὶ ἔχει πλῆρες δίκαιον.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ ἐφέσεις δὲν ἀπευθύνονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποῦ διευθύνονται;
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Νομικῶν Συμβούλων.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅ ἐστιν εἰς τὰ τσιράκια σου, ἑπομένως καὶ νευρόσπαστά σου. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τὴν δημιουργίαν τῶν τοιούτων Συμβούλων, καθόσον ἐγνωρίζομεν, ὅτι εἰργάζεσο νὰ δημιουργήσῃς μίαν ὑπηρεσίαν, ὄπισθεν τῆς ὁποίας νὰ κρύπτῃς τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών σου.
§16ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μήπως εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς καὶ διὰ τὰς πράξεις τῶν δικαστῶν;
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ δικασταὶ λαμβάνουν δέκα δραχμὰς τὴν ἡμέραν, ἐνῷ οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι εἴκοσι πέντε, περισσότερα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου· καὶ διὰ τοῦτο διὰ νὰ λάβῃ τις μίαν τῶν θέσεων τῶν ὀκτὼ τούτων σοφῶν, πρέπει νὰ δίδῃ ὅρκον ὑποταγῆς καὶ ἐμπιστοσύνης τρομερώτερον ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον δίδουσι τὰ μέλη τῆς Καμόρας, οἱ σύντροφοι τοῦ Λομβάρδου, ἐπὶ τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου τῆς Ζακύνθου. Καθ’ ὃν καιρὸν, κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαλλάττει τὸν Ῥετσίναν ἀπὸ 32,000 δραχμὰς, δὲν ἀπαλλάττει πτωχὸν παντοπώλην καταδικασθέντα εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς, διότι εὑρέθησαν ἐῤῥιμμένα εἰς γωνίαν τοῦ ἐργαστηρίου του 70 δράμια καπνοῦ τριμμένου καὶ ὅλως ἀχρήστου εἰς κάπνισμα. Ἐὰν σᾶς διηγηθῶ, κύριοι, ποία σκηνὴ ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Σπάρτης διὰ νὰ τιμωρηθῇ ὁ μνησθεὶς παντοπώλης, θὰ ἀηδιάσητε ἀπὸ τὴν βδελυρότητα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Μετέβησαν εἰς χωρίον ἐξ 150 οἰκογενειῶν ὁ ἐπόπτης, Ταμίας καὶ Ἔφορος Λακεδαίμονος πρὸς σύλληψιν λαθρεμπορίων καπνοῦ. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ πτωχὸς παντοπώλης χωρικός· τὸν ἐξετάζει πρῶτος ὁ Ταμίας ἂν πωλῇ καπνὸν, καὶ ὁ χωρικὸς ἀρνεῖται. Μεταβαίνει κατόπιν ὁ Ἔφορος, ὅστις ἐρευνήσας ἐν τῷ ἐργοστασίῳ εὑρίσκει τετριμμένον καὶ ἄχρηστον 70 δράμια καπνοῦ, τὸν ὁποῖον, τῷ λέγει ὁ παντοπώλης, ὅτι τὸν ἔῤῥιψεν ἐκεῖ διὰ νὰ τὸν χαρίσῃ εἰς ποιμένα, ὅστις ἤθελεν ἔχει αἶγας ψωριώσας, διότι δὲν ἦτο χρήσιμος διὰ κάπνισμα. Ὁ Ἔφορος καταμηνύει εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ καπνοκοπτείου τὸν παντοπώλην, καὶ ὁ Διευθυντὴς τῷ ἐπιβάλλει τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς, 500 δραχμὰς, συνάμα δὲ τὸν εἰσάγουσι καὶ εἰς τὸν Πλημμελειοδικεῖον διὰ νὰ τιμωρηθῇ ὁ παραβάτης καὶ ποινικῶς (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὰ ἀκροατήρια νὰ τοὺς ἡσυχάσῃ. (θόρυβος καὶ ψιθυρισμοὶ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ διὰ γαλβανισμοῦ οὔτε δι’ ἠλεκτρισμοῦ.
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γίνεται διὰ διαταγῆς τοῦ Προέδρου, ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ πράξῃ. Ἔρχονται πέντε ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους πληρώνετε καὶ τοὺς ἀνέχεσθε, καὶ ὅταν θέλωμεν νὰ τοὺς ἐπιτιμήσωμεν, οἱ Ὑπουργοὶ ἐπανίστανται. Αὐτὸ εἶναι ἀσέβεια καὶ πρὸς σεαυτὸν καὶ πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀλλ’ ἂν δὲν σέβεσθε τὸν ἑαυτόν σας, τὸ Σῶμα δὲν ἀνέχεται νὰ τὸ περιφρονοῦν. Κύριε Δημητρακάκη, δὲν ἠμπορεῖτε νά ἐξακολουθήσητε, ἐὰν δὲν γείνῃ ἡσυχία.
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐξετάζεται πρῶτος ὁ Ταμίας, ὅστις ἀρνεῖται ὅτι ὁ παντοπώλης ἐπώλει καπνὸν, καὶ εἶχε τοιοῦτον ἐκτεθειμένον· ὁ Ἔφορος διατείνεται ὅτι εὗρε τὸν παντοπώλην πωλοῦντα καπνὸν, ὃν κατέσχε, καὶ ὅτι ὁ Ταμίας δὲν εἶδε καπνὸν, διότι ἐπρόλαβεν αὐτὸς νὰ τὸν κατάσχῃ· ἀλλ’ ὁ Ταμίας διατείνεται ὅτι οὗτος διῆλθε τοῦ παντοπωλείου πρῶτος, καὶ τοῦτο βεβαιοῦται καὶ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς μάρτυρας. Ὁ Πρόεδρος λέγει ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Ἔφορον, ὀφείλω νὰ στείλω Σᾶς ἢ τὸν Ταμίαν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ψεύδορκον, καὶ φρονῶ ὅτι ὁ ψευδόμενος θὰ ἦναι ὁ ἔχων συμφέρον εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ παντοπώλου, καὶ τοιοῦτος εἶσαι σὺ, ὅστις θὰ λάβῃς τὸ τέταρτον τοῦ προστίμου ὡς ἀνακαλύψας τὴν λαθραίαν πώλησιν τούτου, δεικνύων τὸν ὡς πειστήριον εὑρισκόμενον ἐκεῖ τετριμμένον καπνὸν τῶν 70 δραμίων, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐπεβάλετε τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς· δὲν ἠξεύρω, ποίαν ποινὴν εἴχετε νὰ ἐπιβάλητε, ἂν συνελλαμβάνετε πολλὰς ὀκάδας καπνοῦ! Εἰς τοῦτο, λέγει ὁ Ἔφορος, δὲν πταίω ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Καπνοκοπτείου, ὅστις ἐπιβάλλει κατὰ τὸν νόμον τὰ πρόστιμα. Αὐτὸ εἶναι σωστὸν, ἀπαντᾷ ὁ Πρόεδρος, ἀλλὰ θά προϋπῆρξε καμμία σύσκεψις μεταξὺ τοῦ Διευθυντοῦ καὶ σοῦ, ὅστις θὰ λάβῃς τὸ τέταρτον τοῦ προστίμου, διὰ νὰ κανονίσητε τὸ ποσόν. Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, ὁ δυστυχὴς παντοπώλης ὑποβάλλει ἔφεσιν εἰς τοὺς σοφοὺς τοῦ κ. Τρικούπη Νομικοὺς Συμβούλους διὰ τὴν διαληφθεῖσαν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀκυροῦται αὕτη, ἀλλ’ οὔτε τὸ ποσὸν τοῦ προστίμου μετριάζεται· καὶ τοῦτο καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀκριβῶς οἱ αὐτοὶ σοφοὶ ἀπαλλάττουσι τὸν Ρετσίναν καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν καὶ ἄλλους ζημιοῦντας τὸ Δημόσιον 120,000 δραχμάς· διότι καὶ ὁ Ρετσίνας ἀπήλλαξε τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν τὸν εἶχον φέρει τὰ παράπονα τῶν Πειραιωτῶν. Ὁ δὲ περὶ οὗ ὁ λόγος παντοπώλης, μὴ ἔχων νὰ πληρώσῃ τὰς 500 δραχμὰς τὸ πρόστιμον, καὶ γνωρίζων ὅτι κατὰ τὸν νέον περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου νόμον θὰ σήπηται εἰς τὰς φυλακὰς μέχρις ὁλοσχεροῦς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους, ἀπεφάσισε καὶ ἔφυγεν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ εὑρίσκεται τώρα εἰς Σμύρνην. Σεῖς δὲ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ποίαν ἔχετε νὰ φέρητε δικαιολογίαν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διὰ νὰ ἀποφύγητε τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ καταγγείλαντος τὰ λαθρεμπόρια τοῦ Ρετσίνα καὶ λοιπῶν; Εἰς τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν φέρω ἑτέραν ἐπερώτησιν συναφῆ μὲ ἐκείνην, ἣν ἤγειρε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπὶ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθείσης ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἔμποροι τῆς Σύρου μοὶ ἀνέθηκαν νὰ ὑποστηρίξω ἐν τῇ Βουλῇ ἀναφοράν των, ἧς χθὲς ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος. Αὐτοὶ λέγουν ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ ὡς πρὸς τὸν δασμὸν τῶν ὑφασμάτων, ὁ ἔμπορος τοῦ λοιποῦ ἔχει ἀνάγκην ὄχι πλέον ἑνὸς, ὡς μέχρι τοῦδε, ταμείου, ἀλλὰ πολλῶν, ὅπως, ἀφοῦ διὰ τοῦ πρώτου πληρώσωσι τοὺς ἐμπόρους εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ τῶν ἑτέρων νὰ πληρώνωσι τοὺς δασμοὺς καὶ λοιπὰ τελωνιακὰ δικαιώματα· διότι οἱ δασμοὶ οὗτοι εἶναι ἴσοι ἢ καὶ διπλάσιοι πολλάκις τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος. Ἕπεται λοιπὸν ὅτι αἱ συναλλαγαὶ θὰ ἐλαττωθῶσι σπουδαίως, καὶ ἐκ τούτου, ἀντὶ ν’ αὐξηθῶσι τὰ τελωνιακὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, θὰ ἐλαττωθῶσιν, ὅπως ἀποδεικνύει ἀπό τινων μηνῶν ἡ ἀντιπαραβολὴ τῶν περυσινῶν εἰσοδημάτων πρὸς τὰ ἐφετεινὰ τῶν ἀντιστοιχούντων μηνῶν. Οἱ ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἶναι ἐκ τῶν ἀρκετὰ γνωστῶν ἐμπόρων τῆς Σύρου, ἑπομένως οἱ ἰσχυρισμοί των δὲν εἶναι ὑπερβολικοί. Κύριε Πρωθυπουργέ, καθ’ ἑκάστην ἐγείρονται παράπονα ὄχι μόνον ἀπὸ τὰς ἐμπορικὰς μεγαλουπόλεις Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Πειραιῶς καὶ Σύρου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάσας τὰς παραλίους, ὅτι τὸ Δασμολόγιόν σου συντρέχει εἰς δύω καταστροφὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐμπορίου καὶ τῶν ἐκ θαλάσσης εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, ὑπὲρ τῆς πολλαπλασιάσεως τῶν ὁποίων τὸ ἐπενόησας. Γνωρίζεις, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι κατὰ τὸ Δασμολόγιόν σου οἱ πτωχοὶ δὲν ἠμποροῦν τοῦ λοιποῦ νὰ ἐνδυθῶσι φανέλαν, ἑπομένως θὰ ἀποθάνωσιν ἀπὸ περιπνευμονίαν, ἀφοῦ μάλιστα ἔφερες καὶ νόμον, δι’ οὗ φορολογεῖς καὶ τὰ καυσόξυλα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται ν’ ἀνάπτωσι καὶ φωτίαν, καὶ θὰ τοὺς ξεπαγιάσῃς. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εὕρω τὸν λόγον, διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἀποθάνῃ τὸ ταχύτερον τὴν παροῦσαν γενεὰν τῆς Ἑλλάδος. Κύριε Πρωθυπουργέ, ὕστερον ἀφ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης περὶ Δασμολογίου καὶ τὰ ὁποῖα θὰ λεχθῶσι μετὰ πλειοτέρων λεπτομερειῶν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφοράν τινων οἰνοπνευματοποιῶν τῆς Σύρου καὶ τούτων, τῶν ὁποίων καίτοι δηλωσάντων ἐγκαίρως καὶ ἀκριβῶς τὸ ἐκ πνευμάτων προϊόν τῆς ἐργασίας των, ὁ Ἔφορος ἐν τῇ ἀποφάσει του τὸ ὑπερεδιπλασίασεν· ἐζήτησαν νὰ γίνῃ ἐξέλεγξις· καὶ γενομένης ταύτης, εὑρέθη τὸ ποσὸν ὁποῖον τὸ ἐδήλωσαν. Ὁ Ἔφορος τοὺς ὑπέδειξεν ὅτι κἄτι δύναται νὰ κάμῃ, ἀλλὰ καὶ κἄτι πρέπει νὰ κάμουν καὶ αὐτοὶ εἰς αὐτόν. Ὁ Ἔφορος λέγεται Δροσόπουλος· δὲν τὸν γνωρίζω. Αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἠναγκάσθησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας νὰ παραπονεθῶσιν αὐτοπροσώπως πρὸς ὑμᾶς συσταινόμενοι καὶ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ των κ. Σκουλούδη· τοῖς εἴπετε, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι εἶχον δίκαιον πλῆρες, καὶ ὅτι τηλεγραφικῶς θὰ διατάξητε τὴν θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος. Ἀνεχώρησαν αὐτοὶ μετὰ τέσσαρας ἡμέρας πεποιθότες ὅτι ἔφθασεν ἡ διαταγή σας πρὸ αὐτῶν, ἀλλὰ μόλις ἀπεβιβάσθησαν εἰς τὴν Σῦρον, καὶ συλληφθέντες ἀπήχθησαν εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, καὶ ἵνα μὴ πάθωσι τὰ συμφέροντά των, διότι ἦσαν εἰς τὰς φυλακὰς, ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὸ ὑπερβάλλον τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα: ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ἠπάτησε καὶ ὁ ἀντιπρόσωπός των κ. Σκουλούδης ἢ ὁ Ἔφορος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ τηλεγράφημα, καὶ τότε ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Ἔφορος ἐκεῖνος ἔχει κατὰ τὴν παροιμίαν «γερὲς τὴς πλάτες του», καὶ θὰ ἐπλήρωσεν ἀκριβὰ διὰ νὰ λάβῃ τὴν θέσιν ταύτην, ὅπως ἐπλήρωσε καὶ ἕτερος συνάδελφος Ἔφορος ἄλλης μεγαλοπόλεως 25,000 δραχμάς, ἀφοῦ τὴν ἰδίαν θέσιν τὴν ἐζήτει ἀντίπαλος προσφέρων 20,000 δραχμάς! Εἰς τὴν ἐρώτησίν μου δὲ ποῖον θὰ ἦναι τὸ κέρδος αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου διὰ νὰ κάμῃ τοιαύτην θυσίαν; μοὶ ἀπήντησεν ὅτι ἀπὸ τὰ δύω μόνα πνευματοπωλεῖα τῆς πόλεως ἐκείνης ἠδύνατο ἐντὸς τριμηνίας νὰ κερδήσῃ τὰς 25,000· τοιοῦτό τι φαίνεται νὰ συμβαίνῃ καὶ εἰς τὸν Ἔφορον Σύρου διὰ νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ περιφρονῇ τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δι’ ὑπόθεσιν μάλιστα, δι’ ἣν ἔδειξε τοὐλάχιστον ὅτι ἐνδιαφέρεται καὶ ὁ κ. Σκουλούδης. Κύριοι, ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμή, δὲν πρέπει νὰ σιωπήσωμεν ὅσοι τοὐλάχιστον ἀντελήφθημεν τὰς ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις καταχρήσεις τινῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀπέπτυσαν πάντα χαλινὸν, καὶ ἐργάζονται μὲ τὴν ἀναιδεστέραν αὐθαιρεσίαν, ὁσάκις φρονοῦν ὅτι αἱ παρεκτροπαί των συνᾴδουσι μὲ τὰς ἀργυρολογικὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὕστερον ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπέφερε διὰ τῆς διοικήσεώς του χρεωκοπίαν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Λακεδαίμονος δὲν ἀρνεῖται ὅτι ἐδιπλασίασεν αὐθαιρέτως τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων· διότι, κατὰ τὴν ἰδέαν του, οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοδομῶν καὶ οἱ ἐπιτηδευματίαι εἶναι οἱ εὔποροι, οἵτινες ὀφείλουν νὰ συντρέξωσιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἀφοῦ περιῆλθεν εἰς στενοχωρίαν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας Γυθείου καὶ Οἰτύλου. Ὁ Νόμος ἀφίνει ἀφορολόγητον τὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ κατοικεῖ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁσάκις τὸ ἐνοίκιον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 240 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς τοὺς Λακωνικοὺς Δήμους, ἐξαιρουμένων τῶν πόλεων Οἰτύλου καὶ Γυθείου, οὐδεμίαν οἰκοδομὴν δύναται νὰ ἐνοικιάσῃ τις πλέον τῶν 100 δραχμῶν κατ’ ἔτος, πολὺ μᾶλλον τὰς ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν κατοικουμένας· καὶ ἐν τούτοις οἱ ἐκεῖ Ἔφοροι διετίμησαν αὐτὰς πλέον τῶν 240 δραχμῶν καὶ διέταξαν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ὅπερ πρώτην φορὰν ἰδόντες οἱ κάτοικοι τῶν Δήμων Μαλευρίου, Κολοκυνθίου καὶ Οἰτύλου ἐδυστρόπησαν καὶ ἔδωκαν εὐκαιρίαν εἰς τὰς Ἀρχὰς νὰ γεμίσωσι τὰς φυλακὰς Σπάρτης καὶ Καλαμῶν ἀπὸ τοὺς οἰκοκυραίους τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ τὸ δυστύχημα αὐτὸ θὰ λάβῃ διαστάσεις μεγάλας. Ἓν βῆμα λείπει νὰ γίνωσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοκέφαλοι, ἀφοῦ εἶναι τοσοῦτον ἀσθενὴς ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἐξουσία τῆς προϊσταμένης Κυβερνήσεως. Περαίνων, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω τὴν περὶ τῶν δημοσίων ἔργων ἐν Λακεδαίμονι μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τούτοις καθιστῶ προσεκτικὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς περὶ τῶν λαθρεμπορίων Πειραιῶς ἀξιώσεως τοῦ συμπολίτου μου Λάσκαρη, καὶ τῶν κατὰ τοῦ Δασμολογίου ἐνστάσεων τῶν ἐμπόρων Σύρου. Προτρέπω τοὺς ὑπουργοὺς νὰ περιστείλωσι τὰς παρεκτροπὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων των καὶ ἰδίως τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων καὶ ἐπαχθεστάτων φορολογικῶν νόμων, διότι θὰ μετανοήσωσιν, ὅταν ὅμως θὰ ἦναι πολὺ ἀργά.
§22Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐξ ἀρχῆς ὅτε εἰσήχθη ἡ ἡμερησία διάταξις, εἶχον ὑποβάλει δύω προτάσεις Νόμου, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ πρώτην φορὰν, διότι αἱ προτάσεις μου αὗται εἶχον ὑποβληθῆ ἀπὸ τὴν ά. Σύνοδον· ἀτυχῶς ὅμως ἕνεκα τῶν πολλῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τότε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ προτάσεις αὗται ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ συζητηθῶσιν. Ἐν τούτοις, καὶ ἤδη, ἐνῷ περιέμενον αἱ προτάσεις μου νὰ συζητηθῶσιν ἐκ πρώτης ἀφετηρίας, ἐξ ἀρχῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, αὗται κατήντησαν εἰς τὸν ἀριθ. 15 ἢ 16. Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι Βουλευταὶ, λυπηρότατον, διότι ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Περιόδου της, χωρὶς ἴσως νὰ πταίῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ μόνον ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, περιεφρονήθησαν τὰ προνόμιά μας. Ὑπῆρξα καὶ ἄλλοτε Βουλευτὴς δύω ἢ τρεῖς φορὰς, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶδον προτάσεις Νόμου τῶν κυρίων Βουλευτῶν ν’ ἀποσυρθῶσι, καθόσον ἔχουν δικαίωμα οἱ Βουλευταὶ καὶ συμφέροντα ἐπαρχιακὰ ἢ διὰ γενικὰς ἰδέας, ἵνα αἱ ὑποβαλλόμεναι προτάσεις των γένωνται Νόμοι. Καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1865 καὶ τοῦ 1869 καὶ τοῦ 1872, ὅτε ὑπῆρξα Βουλευτὴς, πλεῖσται προτάσεις Βουλευτῶν ἔλαβον σάρκα καὶ ἐγένοντο Νόμοι τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ ἐκτὸς τῶν ἰδικῶν μου προτάσεων οὐδεμίαν ἄλλην εἶδον νὰ γείνῃ Νόμος, καὶ τοῦτο διότι αἱ προτάσεις τῶν Βουλευτῶν περιφρονοῦνται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους. Δὲν πιστεύω εἰς κανὲν Κοινοβούλιον Συνταγματικοῦ Ἔθνους νὰ περιφρονῆται τόσον τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἰς τὸ ὑποβάλλειν Νόμους. Ἔχουσι τὴν αὐτὴν τιμὴν αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως ὡς αἱ προτάσεις τῶν Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπερωτήσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἕως πότε τὸ Προεδρεῖον θὰ σιωπᾷ, ὥστε πᾶσα πρότασις Νόμου τῶν κυρίων Βουλευτῶν ν’ ἀποσύρηται βαθμηδὸν καὶ νὰ μὴ συζητῆται; Κατὰ τὸν Κανονισμόν μας πᾶσα πρότασις ἔχει τὴν τάξιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεδόθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, δὲν δύναται ν’ ἀπωλέσῃ τὴν θέσιν της παρὰ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισε παρ’ ἅπαξ ἐπὶ τῆς προτάσεως Νόμου τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Σπάρτης κ. Δημητρακάκη. Ἐννοῶ νὰ προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅπως ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον πρότασις Βουλευτοῦ νὰ καταντήσῃ ἀπὸ 1 εἰς 15; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει εἰς τοιαύτας προτάσεις ν’ ἀποφαίνηται ἐκ προοιμίων καὶ νὰ λέγῃ ἂν συμφέρῃ ἢ μὴ ἡ πρότασις εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον νὰ τὴν πολεμήσῃ, δύνανται οἱ ὑποβαλόντες Βουλευταὶ νὰ τὴν ὑπερασπισθῶσιν, ὑπερασπιζόμενοι τὰ δικαιώματα τῶν Ἐπαρχιῶν των ἢ τὰς ἰδέας των. Τοιαῦται εἶναι αἱ δύω προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔφερον, ἡ μία ἀφορᾷ περὶ προσαρτήσεως τῆς Ἐπαρχίας Βάλτου εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ἄρτης, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς ά. Συνόδου τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον. Παρακαλῶ λοιπὸν αἱ προτάσεις μου νὰ λάβωσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν θέσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν τὰς ὑπέβαλον.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκε τὰς πληροφορίας περὶ ὁδοποιΐας, τὰ ὁποίας πρὸ τριῶν ἑβδομάδων ἐζήτησα;
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ κατετέθησαν.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα δὲν ἐτελείωσε τὴν ἐργασίαν του· ἐλπίζω τὴν Δευτέραν νὰ τὰς καταθέσω.
§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ παρασιωπήσω συμβὰν, τὸ ὁποῖον χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβε χώραν κατ’ ἐντίμου Συναδέλφου ἐκ μέρους ὑπαλλήλου τῆς Κυβερνήσεως ἐν δημοσίᾳ ὁδῷ. Ὁ Βασίλειος Κρητικὸς, γραφεὺς αʹ τάξεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μὲ μισθοδοσίαν 120 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ μηνιαῖον βοήθημα δραχμῶν 80, αὐτὸς χθὲς, συναντήσας ἔντιμον Συνάδελφον ψηφίσαντα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡμίλησε πρὸς αὐτὸν αὐθαδῶς καὶ τὸν ἠπείλησε, διότι ἐτόλμησε νὰ καταψηφίσῃ τῆς Κυβερνήσεως.
§27ΤΖΑΝΕΣ. Μετὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ζητῶ τὸν λόγον, διότι εἶμαι ἐγὼ ὁ συναντηθείς.
§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελε δὲ συμβῆ δυστύχημά τι, ἂν δὲν παρίστατο ἀξιωματικός τις, καὶ ὁ αὐθάδης αὐτὸς, ὁ ῥαπισθεὶς ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ, δὲν ἐτρέπετο εἰς φυγήν. Οἱ συμπολῖται τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ βαρέως φέροντες τὴν συμπεριφορὰν τοῦ ὑπαλλήλου, ἦσαν ἕτοιμοι χθὲς τὸ ἑσπέρας νὰ ἱκανοποιήσωσιν αὐτὸν, μεσολαβήσεις ὅμως πολλαὶ ἔκαμον εἰς τὸ νὰ μὴ συμβῇ τι δυσάρεστον. Διὰ νὰ μὴ φανῶ δὲ ἀσυνεπὴς πρὸς ἐκείνους, ἔρχομαι σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, σεβομένους τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ τιμωρήσωσι τὸν αὐθάδη ὑπάλληλον, νὰ παραδειγματίσουν τὸν πολίτην. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν τιμωρήσῃ αὐτὸν, θὰ εἴπῃ ὅτι τῇ συναινέσει αὐτῆς ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο. Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ τῶν ἄλλων· διότι, ἂν σήμερον εἶναι Ὑπουργοὶ, αὔριον θὰ ἦναι Βουλευταὶ, καὶ ἅμα ἀρχίσωμεν οὕτω, δὲν θὰ καταλήξωμεν καλά· διότι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν δὲν εἶναι ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον δὲν περιστοιχοῦσι φίλοι καὶ συγγενεῖς πονοῦντες αὐτὸν καὶ δυνάμενοι νὰ θυσιασθῶσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Τοιαύτη προσβολὴ θέλει θεωρηθῆ καὶ προσβολὴ ὁλοκλήρου τῆς Ἐπαρχίας, διότι ἐξυβρίσθη ὁ ἐντεταλμένος παρ’ αὐτῆς Βουλευτὴς παρὰ ὑπαλλήλου. Παραπονούμενος καταγγέλλω τὴν πρᾶξιν ταύτην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ θὰ παραπονεθῶ πικρῶς, ἂν δὲν μάθω ὅτι ἐπῆλθε βαρεῖα ἡ τιμωρία ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων.
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πληροφορῶ τὸν ἔντιμον ἐπερωτήσαντα, ὅτι προλαβὼν τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ διέταξα τὴν δέουσαν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὀλίγον πρὶν ἀναχωρήσω ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὴν Βουλὴν, προσῆλθον πρός με Μεσσήνιοί τινες καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσαν τὸ συμβὰν, τὸ λαβὸν χθὲς χώραν. Παραχρῆμα διέταξα ταχεῖαν καὶ αὐστηρὰν ἐξέτασιν περὶ τοῦ πράγματος (θόρυβος).
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἀνακρίσεις θὰ κάμετε! Ἔπρεπε νὰ τὸν ἀπολύσητε.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πολῖταί τινες ἦλθον καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσαν τὸ συμβὰν αὐτὸ, δὲν ἐνόμισα δὲ ὅτι εἶχον δικαίωμα ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἀνακοινώσει συμβάντος τινὸς ἐκ μέρους πολιτῶν, ἀξιοτίμων ἴσως, ἀλλ’ ἀγνώστων εἰς ἐμὲ, νὰ προβῶ ἀνεξετάστως εἰς παῦσιν ὑπαλλήλου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία οὐδὲν ἔχει μέχρι τῆς στιγμῆς παράπονον. Διέταξα λοιπὸν ταχίστην καὶ αὐστηρὰν ἐξέτασιν. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχω αὔριον· πείσθητε δὲ ὅτι θέλω ἐπιβάλει αὐστηρὰν τιμωρίαν, ἂν ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ τὰ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου λεγόμενα (θόρυβος ἐκ δεξιῶν). Εἶναι ἀρκετὰ περίεργοι οἱ θορυβοῦντες· ἐγὼ σᾶς ἀνήγγειλα ἐνέργειαν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην ἅμα τῇ πρὸς ἐμὲ ἀνακοινώσει τοῦ γεγονότος ἐκ μέρους ἀγνώστων ἐμοὶ πολιτῶν. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ἐγὼ νὰ γνωρίζω, ὅτε προέβαινον εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν, ὁποία περὶ τοῦ πράγματος διαβεβαίωσις ἤθελε γίνει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμιζον καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἀξιώσω ποσῶς προσοχῆς τὸ πρᾶγμα, ἀναμένων τί ἤθελε λεχθῆ ἐν τῇ Βουλῇ. Θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἐν τῇ Βουλῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀναπτυχθέντα καὶ ὅσα θέλει εἴπει ὁ μέλλων νὰ μὲ διαδεχθῇ ἔντιμος Βουλευτὴς Καλαμῶν, ἔχων δ’ ὅλα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θέλω διατάξει τὰ πρέποντα.
§32Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Φίλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπεστήριξα τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη μετὰ θάῤῥους, φρονῶν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη συνάδει μετὰ τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος μου. Ἐπείσθην ὅμως, ὅτι δὲν δύναμαι πλέον νὰ ὑποστηρίζω τοιαύτην πολιτικὴν, καὶ ἐξέφρασα τοῦτο ἔχων ὑψηλὰ τὸ φρόνημα καὶ δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον εἰς οὐδένα, παρὰ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν Πατρίδα μου. Τοῦτο ἔπραξα καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὁπόταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, καὶ ὅτε διὰ τῆς ψήφου μου εἶπον ὅτι δὲν ἐμπιστεύομαι τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τούτοις προκληθεὶς ὀφείλω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ λαβόντα χώραν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, ὅστις καλῶς μὲ γνωρίζει, καὶ ὅστις πολλάκις μετ’ ἐμοῦ συνεζήτησε, πιστεύω ὅτι δὲν θ’ ἀρνηθῇ νὰ δώσῃ πίστιν εἰς ὅσα θὰ εἴπω. Δὲν ἔπρεπε, κύριοι, ὅμως ν’ ἀμφισβητήσῃ οὗτος, ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι ἀλλοῖον τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε, διότι οἱ ἀξιότιμοι ἐκεῖνοι Μεσσήνιοι, οἱ μεταβάντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, δὲν εἶναι Μεσσήνιοι ἁπλῶς, ἀλλ’ εἶναι νέοι ἐπίτροποι τῶν ἐνταῦθα διαμενόντων Καλαμίων σπουδαστῶν, οἵτινες παρὰ τῷ Ὑπουργῷ μετέβησαν ἀπεσταλμένοι. Ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγὼ, καὶ ὡς ἀνὴρ καὶ ὡς Βουλευτὴς, ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὸν αὐθάδη ἐκεῖνον. (Εὖγε!) Ἡ Ἐπαρχία μου καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποδίδουν τιμὴν πρὸς ἐμὲ καὶ ἀποβλέπουσι πρὸς τὰ ἔργα μου, μοὶ ἐπιτάσσουσι νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ αὐθάδους ἐκείνου τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὤφειλε διὰ τῆς ἀποβολῆς αὐτοῦ, διατελοῦντος ὡς ὑπαλλήλου αὐτῆς, νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν Βουλήν.
§33Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. «Μήτε δίκην δικάσῃς πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς».
§34ΤΖΑΝΕΣ. Ἐκεῖ, κύριε Βουλευτὰ, κατὰ τὰ διέποντα τὸ Πολίτευμα νόμιμα, ἐκεῖ ὀφείλετε νὰ στραφῆτε, ζητοῦντες τὴν ὑποστήριξιν αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἐγκαθέτους ἐν τοῖς θεωρείοις. Δὲν δύναμαι δὲ ν’ ἀδικήσω τοὺς ἐν αὐτοῖς ἐντίμους πολίτας, τοὺς φοιτητὰς, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς βιομηχάνους, τὸν ἀληθῆ λαὸν, τὸν παρακαθήμενον ἐν τοῖς θεωρείοις, τοὺς δημοσιογράφους, τοὺς ἀγρυπνοῦντας ἐπὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Τόπου, λέγω δὲ μόνον, ὅτι ἡ ἐργασία τῶν ἐγκαθέτων διὰ συριγμῶν, χλευασμῶν, ἀποδοκιμασιῶν καὶ τῶν τούτοις ὁμοίων ἐκεῖθεν ἐνδεικνυομένη ἑπόμενον εἶναι νὰ τρέπηται καὶ εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ οἱ ἐγκάθετοι καὶ οἱ τρόφιμοι τῶν Ὑπουργείων νὰ ζητῶσι λόγον παρ’ ἡμῶν τῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πράξεών μας. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταὶ, χθὲς τὸ ἑσπέρας μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, ὅτε διὰ τῆς ψήφου μου ἐβεβαίωσα περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐμπιστεύομαι αὐτὴν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, καὶ ἐνῷ εἶχον ἀπέλθει, ἱστάμενος ἔξωθι τοῦ καφενείου τοῦ Τζόχα, ὅθεν διήρχετο ὁ κ. Δηλιγιάννης μετὰ πλείστων ὅσων πολιτῶν, συνοδευόντων αὐτὸν εἰς τὴν οἰκίαν του, ἤκουον ὄπισθέν μου συζητοῦντας τινὰς νέους καὶ θέλοντας νὰ μάθωσιν ἂν αἱ ληφθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως 17 ψῆφοι πλέον παριστῶσιν ἰσχὺν Κοινοβουλευτικήν· ἔστρεψα ἐκ περιεργείας νὰ ἴδω τοὺς συζητοῦντας, ὅτε ἅμα ἠρωτήθην περὶ τούτου, κληθεὶς νὰ δώσω τὴν γνώμην μου· ἀπήντησα ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ ἦναι μὲ ὀλίγας μόνον ψήφους ἐν ἰσχύϊ, ἄλλοτε δὲ τοὐναντίον, ἔχουσα ψήφους ὑπερτέρας 35 ἢ 25 ἢ 17, διότι τὰ πράγματα μεταβάλλονται. Τοιαύτην τινὰ ἀπάντησιν ἔδωκα πρὸς τοὺς συζητοῦντας, ὅτε ὁ φίλος μου, περὶ οὗ ὁ λόγος, παρεμβὰς, μοὶ ἀπηύθυνε τὰ ἑξῆς: «Καὶ πῶς σὺ, φίλος τοῦ κ. Τρικούπη, τὸ ἑσπέρας σήμερον τὸν κατεψήφισες;» Εἰς τὸν φίλον μου παρετήρησα τίνι δικαιώματι μ’ ἐρωτᾷ, καὶ ἂν ζητῇ νὰ τῷ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου· εἰς τὴν καταφατικὴν αὐτοῦ ἀπάντησιν, τὸν ὠνόμασα παληάνθρωπον, θελήσας νὰ μακροθυμήσω ἐπὶ τῇ αὐθαδείᾳ του, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπέμεινε καὶ νὰ μὲ ὑβρίσῃ, τὸν ἐδίκασα συνοπτικῶς (ποιεῖται διὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς κίνησιν ἀνάστροφον ῥαπίσματος), κ. Πρωθυπουργὲ, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ ῥάπισμα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβωσι μέρος ἄλλοι ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου ἐκεῖ παρατυχόντων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡμεῖς οἱ Μεσσήνιοι συγχωροῦμεν τὴν κακίαν, πάντα, ὅστις μᾶς πταίει, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς οὐδένα ἀδίκως καὶ ἀγενῶς νὰ μᾶς προσβάλῃ. Ἰδοὺ πῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τοῦτο, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ συμβῶσι δυσάρεστα, προληφθέντα ὅμως διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἣν οἱ συμπολῖταί μου, συνελθόντες, ἀπέστειλον τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν σήμερον ἦσθε Ὑπουργὸς, αὔριον θὰ ἦσθε Βουλευτὴς, καὶ ὡς Βουλευτὴς δὲν πρέπει ν’ ἀνέχησθε τοιούτους ἀνθρώπους, οἵτινες ζητοῦν τοσοῦτον αὐθαδῶς καὶ διὰ τοιούτου τρόπου λόγον τῶν πράξεων τῶν Βουλευτῶν. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ διδάξω ἐγὼ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ὀφείλει λόγον εἰς οὐδένα, ἀλλ’ εἰς τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ καὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του, οἵτινες δύνανται νὰ κρίνωσι καὶ νὰ κατακρίνωσι τὰς πράξεις τῶν Ἀντιπροσώπων των διὰ τῆς καταθέσεως τῆς ψήφου αὐτῶν. Λόγον νὰ δώσῃ ὁ Βουλευτὴς πρὸς τὰ θρέμματα τῶν Ὑπουργείων εἶναι ἀνάξιον, εἶναι ἀπρεπές. Ὁ Βουλευτὴς εἰς τὰς ἐνεργείας του ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὴν τιμὴν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Τόπου. Ὁ Βουλευτὴς οὕτως ἐνεργῶν καὶ πράττων, ὑπερηφάνως δύναται νὰ ἀντιμετωπίζῃ καὶ πάντα κίνδυνον. Οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν πρέπει νὰ συγχωρήσῃ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, διότι εἶναι πρᾶξις κακοήθης, διότι εἶναι πρᾶξις, ἥτις διακινδυνεύει ὄχι πλέον τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Βουλευτοῦ. Καὶ τὸ ἐπαναλέγω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν δὲν ἐπρονόουν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὁ αὐθάδης ἐκεῖνος τῆς Κυβερνήσεως ὑπάλληλος ἤθελεν εἰς τεμάχια διαμελισθῇ. Οἱ ἐνταῦθα φίλοι μου, οἱ συγγενεῖς μου, οἱ συμπολῖταί μου, κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἤθελον δώσει καλὸν μάθημα καὶ διὰ τὸ μέλλον πρὸς πάντα οἱονδήποτε ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀνευρίσκουσι τὴν ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν προσβολὴν ἀδιακρίτως κατὰ τῶν Βουλευτῶν. Δηλῶ μάλιστα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ ἀκούσωσιν οἱ ἐγκάθετοι καὶ πάντες οἱ τρόφιμοι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ πᾶς, ὅστις ὑποθέτει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα, θέλων νὰ κατακρίνῃ τὰς πράξεις μου ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐπιτίθεται βαναύσως καὶ ἀπρεπῶς κατ’ ἐμοῦ, ὅτι ἔχω ἓξ καλὰς σφαίρας νὰ τῷ δωρήσω εἰς πρώτην μετ’ αὐτοῦ φιλικὴν συνάντησιν. Ὅπως σέβομαι τὰς πράξεις τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως αὐτῶν, οὕτω ἀπαιτῶ σεβασμόν. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§35Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ προσβληθέντος Βουλευτοῦ, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, τιμῶν τὴν θέσιν του, ὄχι ὡς Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὡς Βουλευτοῦ, δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων, οὔτε νὰ νομίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑβρισθέντος Βουλευτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ εἶχεν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς ἐξετάσεις μαρτύρων, μολονότι εἶχεν ἀποχρώσας, ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ κυρίου Τζάνε ἀποδείξας, τοῦ προτείνω ὡς μάρτυρας τὸν ἀνθυπολοχαγὸν τοῦ προσωπικοῦ, τὸν παρευρεθέντα κ. Μητσάκην, καὶ τὸν πρώην ὑπαστυνόμον Π. Μπολάνην, καὶ τοῦτο ἐπειδὴ ἐζήτησε καὶ ἠθέλησε νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅστις πιστεύω ὅτι θέλει ὑψηλὰ νὰ τηρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω ὅτι ἤθελεν αὐθωρεὶ προβῆ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ αὐθάδους αὐτοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι νέος ἄνθρωπος, καὶ δὲν πιστεύω νὰ θελήσῃ νὰ ἀδικήσῃ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν Αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐχὶ τῆς πτέρυγος ταύτης ἢ ἐκείνης, ἀλλὰ ὅλης τῆς Βουλῆς. Σεῖς δὲ εἶσθε, κ. Πρόεδρε, τεθειμένος νὰ ὑποστηρίξητε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς.
§37Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ φύσις, ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἡ συναίσθησις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, ὄχι μόνον ἐπιτρέπει, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι πρόκειται περὶ προσβολῆς Βουλευτοῦ, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, δι’ ἣν ἡ συζήτησις δύναται ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην τινὰ ὥραν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ τις κατὰ τὸν συνήθη χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ φέρῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὑψηλότερον, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ οὐδεμίαν στιγμὴν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παρατρέξῃ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, χωρὶς νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα· διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Βουλευτὴς, συζητῶν ἐνταῦθα, καὶ ἀποφαινόμενος γνώμην, διατελεῖ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ κινδύνου νὰ διαπληκτισθῇ ἐν ταῖς ὁδοῖς, καὶ μάλιστα μὲ δημοσίους ὑπαλλήλους ἕνεκα τῆς ψήφου αὐτοῦ, τότε τίθεται εἰς κλονισμὸν ἡ ἐλευθερία τοῦ Βουλευτοῦ, ἡ πλήρης, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ, καὶ ἑπομένως ἀπόλλυται καὶ ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ κοινωνία περὶ τῆς γνησιότητος καὶ ἐλευθερίας τῶν ἀποφάσεών μας. Καὶ ἠπόρησα, κύριοι, διὰ τοῦτο, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας μὴ παρέχοντα τὴν σημασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, κρίνων μάλιστα ἀπολύτως αὐτὸ, διότι Βουλευτὴς παρὰ δημοσίου ὑπαλλήλου προσεβλήθη διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ εἴπῃ ὅτι διέταξεν ἀνακρίσεις, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἀμέσως συλλέξει πᾶσαν πληροφορίαν, καὶ σχηματίζων πεποίθησιν ὁριστικὴν ν’ ἀνακοινώσῃ ταύτην εἰς τὴν Βουλήν· καὶ προκειμένου, κύριοι, περὶ ὕβρεως συντελεῖ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀμέσου λύσεως, διότι ἐπὶ προσβολῶν τιμῆς ἡ ἱκανοποίησις πρέπει νὰ ἦναι ὡς οἷόν τε ταχίστη διὰ νὰ ἔχῃ ἀξίαν. Καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρήσῃ τὸν προσβαλόντα τὴν τιμὴν τοῦ Βουλευτοῦ, ἢ πρέπει αὐθημερὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, ἢ ἄλλως δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, ἐὰν γίνῃ βραδέως. Καὶ τοῦτο, ὅταν πρόκηται περὶ ἁπλῆς προσβολῆς ἀτόμων· ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ ὕβρεως ἢ ἀπειλῆς ἐναντίον Βουλευτοῦ διὰ πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καθήκοντα, πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀσυλίας τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ περὶ τῆς πλήρους ἀσφαλείας τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ὑποθέσεως, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ ν’ ἀδιαφορήσῃ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν, φρονεῖτε ὅτι μᾶς ἐπιτρέπεται ἡ ἀδιαφορία, μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰ ῥηθέντα; Ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἠθέλομεν δείξει ὀλιγωρίαν, δὲν ἠθέλομεν ἆρά γε ὑβρίσει ἡμᾶς αὐτούς;
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν προηγούμενα. Ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προσεβλήθη· τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τί τότε δὲν ἐγένετο...;
§39ΤΙΝΕΣ. Τὸ καπέλον....
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀναγνωρίζετε πάντες καὶ συναισθάνεσθε ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὡρισμέναι λέξεις ἢ ἐκφράσεις, δι’ ὧν γίνονται αἱ ὕβρεις καὶ αἱ ἀπειλαί. Ὁ τρόπος πολλάκις, καθ’ ὃν ἀπευθύνονταί τινες ἐκφράσεις, δίδει εἰς αὐτὰς τὸν χαρακτῆρα τῆς ὕβρεως ἢ τῆς ἀπειλῆς. Λοιπὸν συμπεραίνων, κύριοι, φρονῶ ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ κατέχεται ὑπὸ τῆς πλήρους πεποιθήσεως, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν, ἥτις ἐγένετο μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, πρέπει νὰ σχηματίσωμεν πάντες ὡρισμένην τινὰ γνώμην καὶ ὅτι ἐὰν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος, ἐπετρέπετο ἡ ἀμφιβολία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἤδη ἡ ἀναβολὴ δὲν ἐπιτρέπεται. Συμπεραίνων λοιπὸν, φρονῶ, ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀναγνωρίζων τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον, θέλει προβῆ εὐθὺς αὔριον εἰς τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§41ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καὶ λυποῦμαι καὶ ἀπορῶ, κύριοι, διὰ τὴν ἐπιμονὴν τῆς ἐπὶ πλέον συζητήσεως ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αἱ ὀλίγαι ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαρκεῖς, καὶ ὅτι ἤθελον πείσει πάντας ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ πρὶν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινωθῇ τὸ πρᾶγμα, ἐνήργησα ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσω. Ἐνήργησα δὲ, ὅπως προεῖπον, καὶ ἀπῄτησα τάχιστα νὰ γίνῃ αὐστηρὰ ἔρευνα περὶ τῆς προκειμένης πράξεως· διότι φρονῶ, ὅτι ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος καὶ ἀπηλλαγμένη πάσης οἱασδήποτε καὶ ὁποθενδήποτε προερχομένης ἐπηρείας. Διὰ τοῦτο δὲ λυποῦμαι, ἀκούων ὅτι ἄνδρες, ἐπιφανῆ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀξιοῦντες θέσιν, προκαλοῦσιν εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς ἀπρεπῆ καὶ ἀνόσιον ἐπίδρασιν ἐπὶ τὴν συνείδησιν Βουλευτῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μόνον—διότι οἱ προσελθόντες πρός με πολῖται μοὶ ἀνέφερον τὸ ὄνομα τοῦ Βουλευτοῦ—διέταξα ταχίστην καὶ αὐστηρὰν ἐξέτασιν, καὶ ἴσως ἐντὸς τῆς νυκτὸς αὐτῆς θέλω ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως, ἐντὸς δὲ τῆς αὔριον θὰ ἦμαι εἰς θέσιν ὁριστικῶς ν’ ἀποφασίσω. Τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς ἀποφάσεως εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν ἐμὴν ἁρμοδιότητα· ὅ,τι δὲ ἀποφασίσω, θέλει εἶσθαι ἀπόῤῥοια τῆς ἐμῆς πεποιθήσεως. Δὲν θέλω ἑπομένως πράξει κατὰ διαταγὴν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μόνον ὅ,τι θέλει εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐμῆς σκέψεως καὶ πεποιθήσεως.
§42Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσῳ σπουδαῖον, ὅσῳ ἠθέλησαν νὰ τὸ παραστήσωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, εἰς δύω περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας προσεβλήθη τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἰς τὸ πρόσωπον σοῦ καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ εἰς τὰς δύω περιστάσεις ὑπεστήριξα ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζηται, οὔτε ἐντὸς τοῦ Παλατίου τοῦ Βασιλέως, οὔτε ἀπὸ ἀνώτερον ὑπάλληλον, ὁποῖος ἦτον ὁ Νομάρχης Χαλκίδος. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, ὅστις εἶπε τότε ὅτι, αὐτοῦ Πρωθυπουργοῦντος, αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑπάλληλος. Σήμερον ὅμως τί γίνεται; διορίζονται καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις καὶ ἐν ταῖς ἕδραις τῶν Καθηγητῶν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουν τοὺς Βουλευτάς. Αὐτὰ εἶναι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα καθιέρωσεν ἀπὸ τοῦ 1882 ὁ ἀρχηγὸς τοῦ μακαρίτικου Πέμπτου κόμματος. Δὲν παραξενεύομαι λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας αὐτὴν τὴν στιγμὴν λέγει ὅτι θ’ ἀποφασίσῃ αὔριον. Καὶ ὅταν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, προσεβλήθητε ἐν τῷ Παλατίῳ, καὶ ὅταν ὁ κ. Λομβάρδος προσεβάλλετο παρὰ τοῦ Νομάρχου, ἡμεῖς εἴμεθα μειονοψηφία, ἠδύνατο δὲ ὁ τῷ ὄντι κοινοβουλευτικώτατος κ. Κουμουνδοῦρος νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν δέχεται διαταγὰς, ὡς λέγει σήμερον ὁ κ. Βουλπιώτης, διατασσόμενος, ἀλλ’ εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὡς ἀνὴρ σεβόμενος καὶ ἑαυτὸν καὶ τὰς πεποιθήσεις του «ἐμοῦ Πρωθυπουργοῦντος, αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑπάλληλος». Ἡ ἀπάντησις τότε ἦτο ἀξία τοῦ Κουμουνδούρου· ἡ ἀπάντησις σήμερα εἶναι ἀξία τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν.
§43ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἐγὼ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας δὲν φρονῶ φίλα, ἴσως δὲ εἶναι ἡ μόνη περίστασις, καθ’ ἣν ὡμίλησεν εἰλικρινῶς καὶ λογικῶς· διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ τί συνέβη καὶ αὔριον θὰ σᾶς εἴπῃ. Λοιπὸν ἀφήσατε αὔριον νὰ ἴδητε τί θὰ σᾶς εἴπῃ, καὶ τότε δύνασθε νὰ τὸν καταδικάσητε.
§44Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀσυλία τοῦ Βουλευτοῦ ἐνομοθετήθη ἀπέναντι τῆς Ἐξουσίας τῆς Πολιτείας, ἤτοι ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Πολιτείαν καὶ διαχειριζομένων τὴν Ἐξουσίαν αὐτῆς. Δὲν ἐπετράπη οὐδεμία καταδίωξις κατὰ Βουλευτῶν καὶ διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν, ὅσαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀναγραφείσας ῥητὰς ἐξαιρέσεις· πολλῷ δὲ ἧσσον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ζητηθῇ ποτὲ λόγος παρ’ αὐτῶν διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς σήμερον εἶναι συναφὲς μὲ τὴν Νομοθετικὴν ταύτην ἀσυλίαν· εἶναι ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος. Ἐνόμιζον ὅμως ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι ἤλπιζα ὅτι τὴν σπουδαιότητα τῆς γενομένης κατὰ τοῦ κ. Τζάνε ὕβρεως ἔμελλον νὰ ἀναγνωρίσωσιν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν Πολιτειακὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἤθελον δώσει τὴν ὀφειλομένην εἰς Βουλευτὴν ἱκανοποίησιν· οὐδ’ ὅτι θὰ παρετείνετο ἡ συζήτησις ἐπὶ πράγματος αὐτοφανοῦς. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς σχέσεως τῶν Βουλευτῶν πρὸς τοὺς πολίτας. Ὁ Βουλευτὴς εἶναι βεβαίως ὑπόχρεως νὰ δικαιολογήσῃ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του τὴν ψῆφον, ἣν ἔδωκε κατά τινα ψηφοφορίαν· διότι εἶναι πάντοτε ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἐκείνων τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν ψῆφον καὶ περὶ τῶν συμφερόντων, τῶν ὁποίων ἐτάχθη νὰ μεριμνᾷ. Τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐπὶ τῆς πολιτείας τῶν Βουλευτῶν ἐνασκεῖ τὴν εὐγενεστέραν καὶ ἠθικωτέραν ἐπιῤῥοὴν, ἥτις δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπ’ αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὸν λαὸν, μόνον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὑπὲρ πάντα ἴσως ἄλλον, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν οὐδενός. Ὅθεν δὲν ζητοῦμεν νὰ προστατεύσῃ ἡ Κυβέρνησις ἡμᾶς ἐν ταῖς σχέσεσιν ἡμῶν πρὸς τὸν Λαὸν, διότι γνωρίζει ὁ Λαὸς πῶς πολιτευόμεθα, καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν πολιτευόμεθα. Διὰ τοῦτο οὔτε ἐπεθυμήσαμέν ποτε νὰ ζητήσωμεν νὰ πλαστογραφήσωμεν τὸ φρόνημα τοῦ Λαοῦ, τοποθετοῦντες ψευδεῖς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις τῆς Βουλῆς καὶ πληροῦντες αὐτὰ δι’ ὑπηρετῶν καὶ ἐργατῶν τῶν τυπογραφείων, διὰ κλητήρων μετημφιεσμένων, διὰ χωροφυλάκων μετημφιεσμένων καὶ διὰ μισθωτῶν τοῦ Δημοσίου ταμείου. Εὐχαριστούμεθα μάλιστα διὰ τὴν τοιαύτην πλαστογράφησιν, τὴν γιγνομένην ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὕτω δίδοται ἡ ἀφορμὴ νὰ παρασταθῇ αὐτοφανῶς καὶ καταλυπτῶς εἰς πάντας ποία ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἀκούομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διερμηνευόμενον διὰ τῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐγκαθέτων τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ τοῦ Λαοῦ ὅστις κατοικεῖ ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν φθονοῦμεν, ὅταν ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀναγινώσκῃ τὸ Διάταγμα περὶ ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς· δὲν φθονοῦμεν, ὅταν χειροκροτῆται, διότι τῷ ὄντι τὸ κατόρθωμά του ἐκεῖνο, τὸ νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος ἵνα ἀναγνώσῃ τὸ εἰρημένον Διάταγμα, τὸ κατόρθωμά του ἐκεῖνο εἶναι μέγα, καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ ὑπὸ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὰ ὄργανά του ἔχουσι τάξει ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις. Ἠδυνάμεθα ἀληθῶς νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ περιβάλῃ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην ἡ Βουλὴ μὲ τὸ κῦρος αὐτῆς· ἀλλὰ γνωρίζομεν ὅτι δὲν εἴμεθα ἡ πλειονοψηφία, καὶ διότι δὲν εἴμεθα ἐν πλειονοψηφίᾳ, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ περιβάλωμεν διὰ τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ἡ διαχείρισις τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅθεν ἀρκούμεθα μόνον εἰς ἁπλᾶ παράπονα, καὶ τὰ παράπονα ταῦτα ἀπευθύνομεν οὐχὶ διὰ νὰ περιστείλωμεν τὰ διαπραττόμενα ἀτοπήματα, ἢ διὰ νὰ τύχωμεν χάριτος, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκούσωσιν οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης συμπολῖται ἡμῶν, καὶ γνωρίσωσι πῶς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν διαχειρίζεται τὴν δημοσίαν ἐντολήν του, καὶ πῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐτάχθησαν Ἀστυνόμοι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των. Ἀλλ’ ἐὰν ἀδιαφορῶμεν διὰ τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὸν λαὸν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἀδιάφοροι πρὸς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων τὸ θράσος προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ζητῶσι λόγον παρὰ Βουλευτοῦ διὰ τὴν ψῆφόν του μεθ’ ὑβριστικῆς περιφρονήσεως. Δὲν ἠκούσατε οὔτε λόγον τινὰ παρ’ ἡμῶν, ὅταν ὑπάλληλος ὑπομίσθιος τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς ὁμολογῶν, ὅτι αὐτὸς συντάσσει ἐφημερίδα, ἐτόλμησε νὰ ὑβρίσῃ διὰ τῆς ἐφημερίδος του ἀξιότιμον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Καλαμῶν κ. Κάρτσωνα, νὰ τὸν ἐξυβρίσῃ διὰ χυδαιοτάτων ὕβρεων, διότι ὁ κ. Κάρτσωνας, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, προέτεινε τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως αὐτοῦ. Ὁ κ. Κάρτσωνας κατήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος πρὸ 8 μηνῶν ἐμισθοδοτεῖτο, χωρὶς νὰ προσφέρῃ τὴν ἐλαχίστην ὑπηρεσίαν. Αἱ κατὰ τοῦ κ. Κάρτσωνα ὕβρεις εὗρον ἀληθῶς ἀμέριμνον ἢ ἀνάλγητον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ ἐκπληρώσαντος τὸ καθῆκον του. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν κατεδέχθη νὰ εἴπῃ τὸν ἐλάχιστον λόγον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ποιήσωμεν λόγον, ὅταν μέλος τῆς Βουλῆς ἀναβαίνῃ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ καταγγέλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ λόγον διὰ τὴν ψῆφον, ἣν ἔδωκε, καὶ ὅτι μάλιστα τὸν ὕβρισε διὰ τοῦτο. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀνηγγέλθη εἰς αὐτὸν τοιοῦτόν τι γεγονὸς ὑπὸ Ἐπιτροπῆς νέων, καὶ ὅτι διέταξεν ἀνακρίσεις, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εὗρον τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν παράδοξον. Ἀξιότιμοι νέοι, ἀποτελέσαντες ἐπιτροπὴν, κατήγγειλαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἄτοπον διαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου του, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ καὶ πεισθῇ πρὶν ἢ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον, ὅστις περιέπεσεν εἰς τὸ ἀτόπημα τοῦτο. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Βουλευτὴς βεβαιοῖ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θέλει ἐξετάσει· διότι ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ ταύτης δηλοῖ, ὅτι μέλλει νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν νὰ μείνῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὅτι τὰ ἐντεῦθεν καταγγελθέντα εἶναι ἄξια πίστεως, καὶ μάλιστα νὰ δεχθῶμεν, τὴν ὁποίαν ἐποίησεν ὁμολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως θέλει προβῆ εἰς ἐξέτασιν. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ἀνάμιξιν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἂν παρεπονέθη πολλάκις κατὰ κακοῦ τινος, παρεπονέθη ἰδίως διὰ τοῦτο, διὰ τὴν ἀνάμιξιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διοίκησιν. Τώρα ζητοῦσι νὰ προφυλαχθῶσιν ἀπὸ τὴν ἀνάμιξιν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς ἠξιώσαμεν νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν θέλει ἐξετάσει, ἀλλὰ θέλει τιμωρήσει τὸ αὐθαδιάσαντα ὑπάλληλόν του; Δὲν πρέπει ἴσως νὰ ἀναμνήσω καὶ ἐγὼ ὅσα ἄλλος ἔντιμος συνάδελφος ἀνέμνησε προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν εὐλάβειαν πασῶν τῶν Ἐξουσιῶν πρὸς τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὰ μέλη αὐτῆς. Τῷ ὄντι μετὰ μεγάλης σπουδῆς, καὶ πρὶν ἢ καταγγελθῇ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἄλλη τις Ἐξουσία ἔσπευσε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅστις ἤδη κάθηται ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἄλλοτε ἐγὼ ἤμην ἐντελῶς ἀλλότριος τῶν τότε ἐνεργουμένων, διότι δὲν διετέλουν ἐν σχέσεσιν οὔτε μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργείου, οὔτε μετὰ τοῦ στελέχους τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, εἶμαι ὅμως καλῶς πληροφορημένος, ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλαβε ζωηρὸν μέρος διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ προσβληθὲν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκπληρώσας ἐπαρκῶς τὰ πρὸς τὴν Βουλὴν καθήκοντά του. Δημόσιος ὑπάλληλος ἔγραψεν ἄλλοτε κατὰ Βουλευτοῦ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του· ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε βεβαιώσας, ὅτι τάχιστα θέλει παύσει τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, καίτοι ἔχων λόγους νὰ συμπαθῇ πρὸς αὐτόν· δὲν ἐπεφυλάχθη, οὐδ’ εἶπεν, ὅτι θέλει προβῆ εἰς τινα περαιτέρω ἐξέτασιν. Ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι τὰ παραδείγματα ταῦτα θέλει μιμηθῆ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Μετὰ τὴν καταγγελίαν τοῦ προσβληθέντος Βουλευτοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ εἰς περαιτέρω ἐξέτασιν. Ἑπομένως θέλει προβῆ ἀμέσως εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ περιπεσόντος εἰς τὸ αὔθαδες τοῦτο ἀτόπημα ὑπαλλήλου.
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θεωρῶ περιττὴν τὴν ἐπανάληψιν τῶν ὅσων εἶπον πρὸ ὀλίγου. Προσθέτω μόνον, ὅτι τὰ λεχθέντα ἐν Βουλῇ μέλλουσι βεβαίως ν’ ἀσκήσωσιν οὐσιώδη ἐπιῤῥοὴν ἐν τῷ καταρτισμῷ τῆς γνώμης μου. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐξήγησις αὕτη εἶναι ἐπαρκής.
§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν διετύπωσα ἐπερώτησιν, παρακαλῶν κκ. τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρωσι πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποδράντων ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, καὶ πόσοι ἐπανῆλθον εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ πόσοι ἀπέδρασαν μὴ ἐπανελθόντες ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν τε ἐξεταστικῶν καὶ τῶν ποινικῶν. Ἐλπίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται, ἀφοῦ παρῆλθον τοσαῦται ἡμέραι, θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ βραδύτης ὅμως αὐτὴ μοὶ ἐμβάλλει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δύσκολον εἶναι εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσι τοὺς πίνακας τούτους. Ἂν ὅμως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν αἰσθάνωνται τοιαύτην δυσκολίαν, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω αὐτοὺς, ὅπως ὅσον δύνανται τάχιον φέρωσι τὰς πληροφορίας ταύτας, καθόσον εἶναι ἀναγκαῖαι, προκειμένου μάλιστα νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ἔχουσι σχέσιν αἱ πληροφορίαι αὗται πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, καθῆκον εἶναι τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ αὐτὰς, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας τῶν φυλακῶν, ὅταν αἱ πληροφορίαι αὗται ἐλλείπωσι. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς—καίτοι ὑποπτεύομαι ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν δίδονται, διότι ἴσως δὲν εἶναι συμφέρουσαι εἰς αὐτοὺς—νὰ ὑποβάλωσιν ὅσον τάχιον τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται συνδέονται οὐσιωδῶς καὶ μὲ ἄλλο ζήτημα· συνδέονται μὲ τὰς ὑποσχέσεις καὶ ἐπαγγελίας, ἃς ἔδωκαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ περὶ τῆς ἀναμορφώσεως τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἰδίᾳ τῶν φυλακῶν, διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ὁποίων ἐψηφίσατε τὸν περὶ διαιρέσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους νεώτερον Νόμον.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν ἔφερα ἀκόμη, διότι δὲν τὰς ἔλαβον· τὰς ἐζήτησα τηλεγραφικῶς καὶ ἐλπίζω ὅτι ταχέως θὰ ἔλθωσι, καὶ θέλω τὰς ὑποβάλει ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν.
§48Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπήντησε προχείρως τότε· μέχρι σήμερον ὅμως δὲν ἐγένετο οὐδεμία προσαγωγὴ ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην. Ὅθεν ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω ὑπόμνησιν, ἵνα τὸ μὲν ἐπαναλάβω τὰ ἐρωτηθέντα τότε, τὸ δὲ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν ἢ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως παράσχωσι πρὸ πάντων τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, διότι τὸ ζήτημα τῶν ἐγγράφων ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι λελυμένον ἐκ τῶν προτέρων. Ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐτηρήθησαν κατὰ τὴν παραλαβὴν τῶν τριῶν πλοίων, τῶν τριῶν ἀτμοτελωνίδων. Τώρα τὸ πρᾶγμα, κύριοι, ὡς ἐκ τοῦ ἀντικειμένου, ὡς ἐκ τῆς εὐτελείας, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα, ἴσως φαίνεται ἀνάξιον λόγου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, κατ’ ἀρχὴν τοὐλάχιστον, εἶναι σοβαρόν· διότι, κύριοι, τί θὰ εἴπητε, ὅταν μάθητε ὅτι ἄνευ τινὸς πραγματικῆς ἐγγυήσεως παραλαμβάνονται πλοῖα; Ὁ ἰδιώτης, κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτου ἀντικειμένου, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐμπιστεύηται ἀπολύτως εἰς ξένα πρόσωπα; Μοὶ ἔκαμε μεγίστην ἐντύπωσιν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θεωρεῖ πᾶσαν ἑτέραν ἐγγύησιν περιττήν, ἀφοῦ ἐξητάσθησαν τὰ πλοῖα ταῦτα ὑπὸ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ ἑταιρίας τοῦ Λόϋδ. Ἀλλὰ τί δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅταν ἀκούῃ ὅτι, καὶ ἀφοῦ μετεφέρθησαν τὰ πλοῖα ἐνταῦθα, δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ οὐδεμία δοκιμασία; Καυχώμεθα, κύριοι, ὅτι ἐνεργοῦμεν ναυτικὰς παρασκευὰς, καὶ ὅμως δὲν ἔχομεν ἓν μεμετρημένον μίλλιον, καὶ ἡ ἔλλειψις τούτου δικαιολογεῖ πληρέστατα τῷ ὄντι τὰς δυσχερείας τῆς τοιαύτης δοκιμασίας. Μήπως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπηχθῶσι δύω τρεῖς πάσσαλοι, χωρὶς νὰ ἔλθῃ ὀργανωτὴς ἐξ Εὐρώπης; καὶ κατὰ τοῦτο ἡ ἐπερώτησίς μου εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων. Δὲν ἔχομεν εἰς τὸν Ναύσταθμον οὔτε ἓν μεμετρημένον μίλλιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀπαιτήσει 100 ἢ 200 δραχμάς!
§49Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸν ἐν Πόρῳ παλαιὸν Ναύσταθμον.
§50ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Πόρον ὑπάρχει ἕν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀτελέστατον· πρῶτον, διότι εἶναι μήκους ἑνὸς μόνου μιλλίου, καὶ ἑπομένως ἀνεπαρκὲς διὰ δοκιμὰς, καὶ δεύτερον διότι δὲν ἔχει πλείονα καὶ ἱκανὰ σημεῖα κατὰ γραμμήν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ πῶς ἔχει ταύτην τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην! Καὶ ποίαν ἐγγύησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρέχει τὸ βιβλίον τὸ κανονίζον τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ veritas; Ἰδοὺ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐζήτησα καὶ ἐπρομηθεύθην. Κύριοι, εἶμαι θετικῶς πληροφορημένος, ὅτι οὐδέποτε οὔτε ἑταιρία ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν—διότι εἶναι ἐναντίον καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας του—νὰ βασισθῇ εἰς πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ ἡ ἑταιρία αὕτη, ἡ ὁποία ἔχει ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τὸν προορισμὸν τοῦ νὰ προσθέτῃ μικρὰν ἐνθάῤῥυνσιν κατὰ ὑπερβολικῶν καὶ ἐπικινδύνων ἀτελειῶν εἰς τὸν μέλλοντα νὰ φορτώσῃ πλοῖόν τι, πιστοποιοῦσα περὶ τῆς καταστάσεώς του.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζετε ὅτι περιωρίσθημεν εἰς μόνην τὴν πιστοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐκδίδει ἡ ἑταιρία ἐν σχέσει πρὸς τὸ βιβλίον veritas; Ταύτην ἐξέδωκεν, ἀλλ’ αὕτη εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς ἐκείνην, περὶ ἧς ὡμίλησα. Εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην ἀνετέθη τὸ ἔργον νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐτηρήθησαν ἅπαντες οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐξετέλεσεν ἡ ἑταιρία ἐκείνη τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται ἐνίοτε εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς ἐξ ἀξιωματικῶν. Ἔχομεν ἄρα δύω εἰδῶν πιστοποιήσεις· ἔχομεν τὴν συνήθη, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἀνεπαρκὴς, τὴν συνδεομένην πρὸς τὸν νηϊογνώμονα τῆς ἑταιρίας, ἔχομεν καὶ τὴν εἰδικὴν πιστοποίησιν περὶ τῆς ἐξετάσεως, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν πρακτόρων αὐτῆς, κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐξετέλεσεν ἡ ἑταιρία Λόϋδ. Πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα συνεκεντρώθησαν ἐν φακέλλῳ· ἐπειδὴ ὅμως ἐνόμισα, ὅτι κατόπιν τῶν δοθεισῶν ἐξηγήσεων εἴχετε εἴπει, ὅτι δὲν ἠθέλατε νὰ προσαγάγω τὸν φάκελλον—περιέχει δὲ ὁ φάκελλος οὗτος ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀξίαν τίτλων—ἐνόμισα ὅτι εἴχομεν συνεννοηθῆ, ὅπως μὴ προσαγάγω τὰ ἔγγραφα τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἶναι καὶ εὔκολον νὰ λάβῃ ἕκαστος γνῶσιν αὐτῶν ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου.
§52ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ συζήτησις στρέφεται εἰς τὰ ἑξῆς· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν, ἐνόμισα ὅτι ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχει ἡ πιστοποίησις ἡ χορηγουμένη διὰ πάντα τὰ πλοῖα, ἤδη λέγει ὅτι ὑπάρχει ἄλλη τις πιστοποίησις περὶ ἐξετάσεως, ἐνεργηθείσης κατ’ εἰδικὴν ἐντολὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς συμφωνίας τῶν ἰδιοκτήτων τῶν κατσσκευασθέντων πλοίων πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν συγκεκριμένην τῶν πιστοποιήσεων τῆς ἑταιρίας, βεβαίως πρίν ἢ παρουσιασθῶσι τὰ ἔγγραφα, εἶναι πρόωρον νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησίν τινα· πρέπει λοιπὸν νὰ παρουσιασθοῦν τὰ ἔγγραφα καὶ τότε θὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν· πάντοτε ὅμως μένει τὸ ἕτερον ἀκέραιον, διατί, προκειμένου περὶ τόσον εὐκόλου ἐργασίας, ἔστω καὶ ἂν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ πιστοποίησις τῆς ἑταιρίας ταύτης παρεῖχεν ἀσφάλειαν, διατί νὰ παραλείπεται ἐκείνη ἡ δοκιμασία, ἡ ὁποία οὐδαμοῦ ἀλλοῦ παραλείπεται, προκειμένου περὶ πλοίων Κρατῶν; Διατί παραλείπεται ἡ κατασκευὴ τοῦ ἁπλουστάτου ἐκείνου μέσου τῆς δοκιμασίας τῶν πλοίων; Μένουν ταῦτα τὰ δύω ἄσχετα πρὸς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι θὰ προσαγάγω πρῶτον τὰς συμβάσεις, δεύτερον τὰς πιστοποιήσεις τῶν κατ’ εἰδικὴν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως γενομένων παραλαβῶν καὶ τρίτον τὰς πιστοποιήσεις, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὸν νηϊογνώμονα. Ἀλλὰ ταῦτα ἀποτελοῦσι τίτλους, καὶ ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον οἱ θέλοντες ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ τὰ ἴδωσι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου. Ἂν ὅμως ἐπιμένετε, θέλω τὰ προσαγάγει εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§54ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν βαρύνομαι νὰ μεταβῶ ἐκεῖ· δὲν ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύσω τοὺς συναδέλφους μου.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ λοιπὸν, ἂν ἄλλος Βουλευτὴς δὲν ἀπαιτήσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, θέλω θεωρήσει ὅτι προτιμᾶτε νὰ μείνωσι τὰ ἔγγραφα ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὅτι θέλετε τὰ συμβουλευθῆ ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου.
§56Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σπανιώτατα, κύριοι, ἢ μᾶλλον σχεδὸν ποτὲ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ κάμω ἐπερώτησιν περὶ πραγμάτων ἀναγομένων εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου, περὶ τῶν ὑπαλλήλων· ἐσυνείθισα ἐν τῷ μακρῷ μου πολιτικῷ καὶ ἀντιπολιτευτικῷ σταδίῳ νὰ βλέπω ἐρχομένους καὶ παρερχομένους τοὺς ὑπαλλήλους μετὰ μεγίστης ἀδιαφορίας. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρασιωπήσω τὸ φοβερὸν κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον εἰς τὴν ἀνταπόκρισιν τῆς Ἐπαρχίας τῶν Καλαβρύτων. Μετὰ τὴν διοργάνωσιν τῶν Ταχυδρομείων εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἡμεῖς οἱ Καλαβρυτινοὶ ν’ ἀνταποκρινώμεθα μὲ τὴν Ἐπαρχίαν μας δι’ εὐκαιρίας ἀνθρώπων, ἀναχωρούντων ἐντεῦθεν εἰς Καλάβρυτα ἢ ἐκεῖθεν δι’ ἐδῶ. Τὸ Ταχυδρομεῖον πλέον δι’ ἡμᾶς εἶναι ἄγνωστον, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποστείλωμεν ἀσφαλῶς ἐπιστολήν. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τῆς εὐλογημένης ἐκείνης ἡμέρας τῆς 2 Μαρτίου, καθ’ ἣν ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ῥοσφετικὴ διακύμανσις τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη ἔφερε τρεῖς ἢ τέσσαρας ταχυδρομικοὺς ἐπιστάτας εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, ἀλλ’ οἱ πρῶτοι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ ἐνθυμοῦμαι καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν, διότι εἶναι ἐντόπιοι, ὁ εἷς Θεμιστοκλῆς Κοκκῆς καὶ ὁ ἕτερος Νικόλαος Παλαιολόγος, ἦσαν ἄνθρωποι ἔντιμοι, καὶ διηύθυναν τὴν ὑπηρεσίαν ἐντίμως. Πρό τινος καιροῦ, ἀφ’ ὅτου διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Λομβάρδος, μᾶς διώρισε ταχυδρομικὸν ἐπιστάτην νέον τινὰ 17 ἐτῶν, ὅστις καὶ κατὰ τὸν Νόμον ἀκόμη περὶ ἀπογραφῆς δὲν δύναται νὰ διορισθῇ, διότι ἐκεῖ ὁ Νόμος διατάσει ῥητῶς πρὶν τῆς ὑπηρετήσεως εἰς τὸν στρατὸν δὲν δύναται νὰ διορισθῇ εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν· ἀλλ’ οἱ Νόμοι σήμερον χλευάζονται, εἶναι μηδὲν, καὶ μάλιστα διὰ τὸν δημοκρατικὸν κ. Λομβάρδον. Ἐπειδὴ προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καλῶς ποιῶν ἀπήντησεν εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας κ. Χαντζόπουλον ποῖα ὡρισμένως παράπονα ἔχει ταχυδρομικὰ ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας, διότι τῷ ὄντι μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ πληροφορίας, καὶ τὰς ζητεῖ διὰ τῶν Τμηματαρχῶν, ὁ δὲ κ. Λομβάρδος μένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὸν τύπον... Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἠγωνιζόμεθα κατὰ 4 μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν κομμάτων, ὁποῖαι διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τοῦ κ. Τρικούπη, ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἐγένοντο ὅπως τυπῶνται τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καθ’ ἑκάστην καὶ τὴν πρωΐαν δημοσιεύωνται. Ἔλεγον ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ζῇ καὶ δὲν ὑπάρχει παρὰ διὰ τῆς δημοσιότητος· καὶ τότε εἴχομεν ἓν Τυπογραφεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἐδαπάνα 40 μόνον χιλιάδας παλαιῶν δραχμῶν, σήμερον δὲ ἀγνοῶ πόσα ἔχομεν Τυπογραφεῖα, εἰξεύρω ὅμως ὅτι δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 165,000 δραχμὰς νέας, καὶ ἐν τούτοις ποῦ εἶναι αὐτὰ τὰ πρακτικά; Ἀναγκαζόμεθα λοιπὸν χάριν αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν, νὰ δαπανῶμεν ἐξ ἰδίων, διότι ἐπιθυμοῦμεν ὅ,τι πράττομεν καὶ ὅ,τι λέγομεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος καὶ ἡ Ἐπαρχία, ἥτις μᾶς ἐκλέγει. Δαπανῶμεν λοιπὸν ἐξ ἰδίων, ἵνα τυπώσωμεν τοὺς λόγους μας, καὶ πληρόνωμεν τὸν νενομισμένον φόρον τοῦ γραμματοσήμου ὅπως ἀποστέλλωμεν τὰς ἐφημερίδας εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μας ἢ καὶ εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας εἰς φίλους μας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον κύριοι; ἀπόλλυνται! Τὴν 30 Νοεμβρίου ἀπέστειλα φάκελλον μετὰ 30 ἐφημερίδων καὶ τοῦ παραρτήματος τῶν «Καιρῶν», ἐν οἷς εἶναι κατακεχωριμένος ὁ λόγος μου, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω ἀπάντησιν· δὲν ἐγνώριζον ἂν ἔλαβον ἢ δὲν ἔλαβον τὰς ἐφημερίδας. Χθὲς δὲ ἐλθόντος ἐκεῖθεν τυχαίως Καλαβρυτινοῦ τινος λαμβάνω ἐπιστολὴν, δι’ ἧς μοὶ λέγουν· διατί ἀμελεῖς, ἀφοῦ ἄλλο τίποτε δὲν ἔχομεν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, διατί ἀμελεῖς νὰ δημοσιεύσῃς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησες; λαμβάνομεν δὲ περὶ τούτου μόνον πληροφορίας ἐκ Πατρῶν. Λαμβάνω ἑτέραν ἐπιστολὴν σήμερον ἀπὸ τὸν ἀδελφόν μου· μοὶ λέγει, ἂν ἐπιθυμῇς νὰ μοῦ γράφῃς, ἵνα λαμβάνω τὰς ἐπιστολάς σου, πρέπει νὰ μοῦ γράφῃς διὰ τῶν Μαζεΐκων· εἰς τὰ Καλάβρυτα δὲν ἔχομεν δυστυχῶς οὐδεμίαν ἀσφάλειαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ταχυδρομείου. Τὴν 30 λοιπὸν Νοεμβρίου ἀπέστειλον τὸν φάκελλον τῶν ἐφημερίδων εἰς τὰ Καλάβρυτα. Ὡρισμένη εἶναι λοιπὸν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω, καὶ ἀπωλέσθη· καὶ χθὲς κατὰ τύχην ἀνεχώρει ἄλλος ἀπὸ ἐδῶ Καλαβρυτινὸς καὶ εὑρέθησαν 15 ἕως 20 φύλλα, τὰ ὁποῖα ἔστειλον δι’ ἐπίτηδες πεζοῦ. Ἐπανήλθομεν ταχυδρομικῶς εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1818, καθ’ ἣν εὑρίσκω ἐπιστολάς τινας τοῦ μακαρίτου πατρός μου καὶ τῶν ἀοιδίμων θείων μου τοῦ 1818, ὅτε καταδιωκόμενοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους διετέλουν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Ὀδυσσέα εἰς τὴν Ῥούμελην, εὑρίσκω ἐπιστολὰς γραμμένας ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα πρὸς αὐτοὺς εὑρισκομένους τότε εἰς τὸ Ζητοῦνι.—Ἐπειδὴ, λέγει, «τούταις τὴς ἡμέρες ἀνεχώρησαν τινὲς διὰ νὰ περάσωσιν εἰς τὸ Μουλαλίκι, εὕρομεν καιρὸν νὰ σᾶς γράψωμεν ὅτι εἴμεθα καλὰ» (ἱλαρότης). Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον μᾶς ἔφερεν ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ σωτήριον ἔτος 1884. Μετὰ τοῦτο ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω· σήμερον διενεμήθη εἰς ὅλους μας σύμβασις, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ κύρωσις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καί τινων κυρίων, οἵτινες ἀναλαμβάνουν τὴν ἐργολαβίαν τῶν μονοπωλίων, ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη μᾶς παραπέμπει εἰς Β. Διάταγμα. Β. Διάταγμα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἔχομεν· ἡ δὲ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως», ἥτις κατὰ καθῆκον ἔπρεπε νὰ διανέμηται εἰς τοὺς Βουλευτὰς, δὲν διανέμεται ποσῶς, οὔτε φύλλον ἐλάβομεν ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, καὶ ἐὰν δὲν εἴμεθα περιβεβλημένοι μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, ἠθέλομεν δίδει καὶ ἡμεῖς 7 δραχμὰς ἵνα γίνωμεν συνδρομηταὶ καὶ λαμβάνωμεν αὐτήν. Κατόπιν αὐτῶν ἔρχομαι εἰς μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρό τινος εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἕνεκεν ἀσθενείας δὲν ἠδυνάμην νὰ παρευρίσκωμαι ἐν τῇ Βουλῇ, εἶδον ὅμως ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηύθυνα ὅπως ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Στρατηγοῦ Vosseur περὶ τοῦ Νόμου τῆς ἀπογραφῆς, ἐὰν ᾖναι ἱκανὸς νὰ μορφώσῃ στρατὸν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ καὶ τῶν θυσιῶν τοῦ Ἔθνους, ἤκουσα ὅτι ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—δὲν εἰξεύρω ἂν ᾖναι ἀληθὲς—ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, διότι δὲν ἐννοεῖ νὰ δέχεται συμβουλάς.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι εἶπον εἶναι τετυπωμένον.
§58ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ λοιπὸν λέγω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τοῦτο, καὶ ἂς ἀνέλθῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, συμβουλὴ εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔδωσα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἐζήτησα ἀπ’ αὐτὸν νὰ μᾶς φέρῃ ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τοῦ Στρατηγοῦ Vosseur ἐπὶ τοῦ Νόμου τῆς ἀπογραφῆς, ὅστις διέπει τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος; ὄχι, κύριοι· ἐσυνείθισα νὰ ἦμαι λογικός. Νομοθετήσαντες ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ὀργανωτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀνωμολογήσαμεν ὅτι οἱ ὑπάρχοντες στρατιωτικοὶ ἐν τῷ τόπῳ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνίκανοι νὰ ὀργανῶσι στρατόν· ἀνομολογήσαντες λοιπὸν τὴν ἀνικανότητα ἡμῶν εἰς τὸ νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν καὶ ἀναγκασθέντες νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Προϋπολογισμὸν διὰ μισθῶν μεγάλων—διότι ὁ Στρατηγὸς Vosseur λαμβάνει ἀντιμισθίαν κατ’ ἔτος μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ, ἀντὶ 10 Στρατηγῶν τῆς Ἑλλάδος—δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν οἱ Νόμοι, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, εἶναι ἐπαρκεῖς νὰ ὀργανῶσι στρατόν; Ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν δαπάνην αὐτὴν ὑποβαλλόμεθα διὰ τὸν στρατόν; δαπανῶμεν δι’ αὐτὸν 20,000,000 νέων δραχμῶν· καὶ ἐν τούτοις, δαπανῶντες αὐτὸ τὸ μέγα ποσὸν εἰς τὴν χρεωκοπικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ὡδήγησαν σήμερον, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν ἂν δυνάμεθα τουλάχιστον εἰς τὸν στρατὸν αὐτὸν νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν; Καὶ τίς ἄλλος ἁρμοδιώτερος δύναται νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας παρὰ ὁ Στρατηγὸς Vosseur, ὅστις ἀνωμολογήθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἱκανώτερος καὶ αὐτοῦ καὶ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος; Ἡ ἐπερώτησίς μου λοιπὸν ἦτο λογικὴ, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ σύστημα ν’ ἀποφεύγῃ τὴν ἀπάντησιν ὅπου δὲν τὸν συμφέρει, λέγων ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἢ ὅτι δὲν δέχεται συμβουλὰς. Τελειώνω λοιπὸν, κύριοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ῥητῶς διατί τὸ Ἔθνος ὑποβάλλεται, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἰς 20,000,000 δραχμῶν βάρη. Κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν καὶ κατὰ τὴν πεποίθησιν σχεδὸν τῶν ⅚ τοῦ στρατοῦ, στρατὸς ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος διωρίσθη 16 ἐτῶν, τώρα ἐσχάτως διωρίσθη; πρὸ πόσου καιροῦ;
§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν γνωρίζω· ὀνομάζεται Ἀνδρέας Παπανικολόπουλος.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἰξεύρω ἂν πρόκηται περὶ τοῦ αὐτοῦ νέου· ἀλλ’ ἄλλοτε μοὶ ἐγένετο παράστασις περὶ ἑνὸς δῆθεν ἀνηλίκου· προσεκάλεσα τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τοῦ ἐζήτησα πληροφορίας ὑπ’ εὐθύνην του, μοὶ εἶπεν ὅτι αὐτὸν τὸν νέον τὸν ἐγνώρισε, καὶ εἶναι νέος ἀνώτερος τῶν 20 ἐτῶν, καὶ ὅτι εἶναι ἀπόφοιτος τοῦ Πανεπιστημίου, ἂν εἶναι αὐτός.
§62Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτός.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ φθάσωσι τὰ Ταχυδρομεῖα τοῦ Κράτους εἰς τὸν βαθμὸν τῆς τελειότητος, τὸν ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, τὸ προσωπικὸν τῶν Ταχυδρομείων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1881 συνίστατο εἰς 161 πρόσωπα, ἀνεβιβάσθη σήμερον εἰς 434 πρόσωπα, καὶ ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦτο, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1881 συνίστατο εἰς 153 χιλιάδας δραχμὰς, ἀναβιβάζεται σήμερον εἰς 415 χιλιάδας.
§64ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τὰ δὲ ἔσοδα πόσα εἶναι τώρα; ἐτετραπλασιάσθησαν.
§65ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Βαίνουν εἰς ἐλάττωσιν.
§66Χ. ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ἥτις ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ ταχυδρομικοῦ Ἐπιστάτου Καλαβρύτων καὶ ἀπέληξεν εἰς τὸν στρατηγὸν Βοσὲρ, θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ πρῶτον μέρος. Ὁ ἤδη Ἐπιστάτης τοῦ Ταχυδρομείου Καλαβρύτων εἶναι υἱὸς τοῦ Παπανικολοπούλου, τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἐφ’ ὅλου τοῦ πολιτικοῦ του βίου μέχρι πρὸ τριῶν ἐτῶν εἶχε πολιτικὸν φίλον καὶ ἀντιπρόσωπον, εἶναι δὲ καὶ Δήμαρχος τῆς πρωτευούσης ὁ πατήρ του. Ἐγὼ, κύριοι, γνωρίζω ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ἔχει τὸ ἐλάττωμα μόνον τοῦτο, ὅτι ἐνῷ μέχρι τότε ἦτο φίλος τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ὁ πατήρ του, σήμερον εἶναι πολιτικὸς φίλος ἐμοῦ. Λυποῦμαι ὅτι ἀπωλέσθησαν 30 φύλλα τῆς ἐφημερίδος «οἱ Καιροὶ» καὶ ἐστερήθησαν οἱ τριάκοντα ἐν Καλαβρύτοις φίλοι τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου τῶν φώτων τῶν ἰδεῶν του, ἀλλ’ ἂν ἀπωλέσθησαν ἐν τῷ Ταχυδρομείῳ τῶν Καλαβρύτων, εἶναι κατάλληλος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Εἰς δὲ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡλικίας τοῦ ταχυδρομικοῦ Ἐπιστάτου, ὃν ὁ προλαλήσας παρέστησε μόλις δεκαεξαετῆ, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπερβαίνει τὸ 21, καὶ ἀρκεῖ εἰς πίστιν τῶν λεγομένων μου, ὅτι τυγχάνει φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐγγεγραμμένος πρὸ διετίας.
§67ΤΖΑΝΕΣ. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν Διευθυντῶν τῶν Φυλακῶν, καὶ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, εἶπον, σπουδαίως καὶ νὰ μὴ παίζωμεν, διότι ὁ Νόμος περὶ Φυλακῶν ἐπεσώρευσεν ὑποχρεώσεις διὰ μεγάλων δαπανῶν εἰς τὸ Κράτος, καὶ θέλομεν νὰ μάθωμεν ἂν τοὐλάχιστον διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ Νόμου ἐξυπηρετήσαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου καὶ συνάμα τῆς κοινωνίας· διότι, ἂν μὲν ἐπετύχομεν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν καὶ ἐπὶ τούτῳ τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἂν δὲ ὄχι, νὰ ζητήσωμεν διὰ τροποποιήσεως αὐτοῦ νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπανόρθωσιν τοῦ τυχὸν λάθους. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν δὲν παρήγγειλε νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, νὰ παραγγείλῃ τηλεγραφικῶς νὰ ὑποβληθῶσιν αὗται, διότι οὐ μόνον ἐπεσωρεύθησαν ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ μεταβολῆς συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀντὶ νὰ ἐπανορθοῦται ἡ ποινὴ, ἀντὶ νὰ ἠθικοποιῆται τὸ ἄτομον, ἐξαχρειοῦται καὶ καταφθείρεται ὁ πολίτης εἰς τὰ σπήλαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται Φυλακαί. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον Καλαμῶν καὶ τὸν τέως Πρόεδρον τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν παίζω, ζητῶν ταῦτα· θέλω νὰ μάθω ἂν πράγματι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξεπλήρωσε καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἔχω ὅλην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Κοντόσταυλος εἶναι λίαν ἁβρὸς καὶ λίαν εὐγενής· δὲν προσήγαγε δὲ μέχρι τοῦδε τὰ ἔγγραφα, διότι μεγάλας ἀσχολίας ἔχει. Ἄλλως, τὴν ὑπενθύμισιν ταύτην κάμνω πρὸς τὸν κ. Κοντόσταυλον, ἵνα μὴ τυχὸν, ὢν ἐμπερδευμένος εἰς τὰς ἀσχολίας τῶν δύω Ὑπουργείων, μὲ λησμονήσῃ καὶ πάλιν. Τὸν παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, διότι θὰ κάμωμεν μίαν μικρὰν συνομιλίαν μεταξύ μας.
§68ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς ἰδιαιτέρως, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἔσπευσα νὰ τὰ ζητήσω παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ εὐθὺς ὡς φθάσουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θέλω τὰ καταθέσει.
§69ΤΖΑΝΕΣ. Τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§70ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εὐθὺς ὡς φθάσουν θὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν.
§71Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ Νόμου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἀνεκάλυψεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ εὐοδόσεώς του ἓν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακροῦ χρόνου διεπράττετο ἐν τῇ Ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ παρὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ ναυτιλιακά. Κατὰ τὸν ψηφισθέντα τὸ 1862 Νόμον περὶ ναυτικῶν συντάξεων, ἡ σύνταξις ἀπενέμετο εἰς τὸν ναύτην μετὰ εἰκοσιπέντε ἐτῶν ὑπηρεσίαν· πρόδηλον δὲ ὅτι τὸ τέρμα τοῦτο τοῦ Νόμου οὐδεὶς τῶν ναυτῶν τῆς ὡρίμου ἡλικίας ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ. Ἄρα τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου ἦτο καθαρῶς ταμιευτικὸν, ἢ μᾶλλον δημευτικὸν καὶ ἀπάνθρωπον, διότι ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη κατέβαλλον τὸν ὀβολόν των, ἐκ τῶν τρικυμιῶν μόλις σωζόμενοι οἱ ναῦται, καὶ δὲν ἐνεγράφοντο αἱ καταθέσεις αὗται εἰς τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐν τοῖς Λιμεναρχείοις ἀντὶ νὰ τηρῶσι κατέστρεφον. Τοῦτο δὲ τὸ ἀνεκάλυψαν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου Νόμου ὅτε, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ περιστείλῃ τὸ ὅριον τῆς συντάξεως τῶν ναυτῶν εἰς δώδεκα μόνον ἔτη, ἐζήτασα καὶ δὲν εὗρον οὐδὲν Ναυτολόγιον διὰ τοὺς παλαιοὺς αὐτοὺς ναύτας, οἵτινες κατὰ τὰς εἰκασίας τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἤθελον φθάσει τὸ τέρμα τοῦ Νόμου, ὅπως ἀπολαύσουν σύνταξιν. Τούτου ἀντελήφθην ἐξ ἰδίας ἐργασίας, μάλιστα δὲ εἰς ἓν φυλλάδιον ἑνὸς ἐμποροπλοιάρχου εἶδον σημειωμένον, ὅτι εἶχεν ὑπηρεσίαν συμπεπληρωμένην μέχρι τοῦ 1868, ἐν τούτοις εἰς τὸ Ναυτολόγιον τὸ ἐν τῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ δὲν ἐμφαίνεται τοῦτο. Διὰ ταῦτα εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅτε ἐπ’ ἐσχάτων εἶδον τὸν ἐπιστάτην τοῦ λιμένος Αἰγίνης νὰ μὴ παραδίδῃ ἐξωφλημένα τὰ φυλλάδια εἰς δύω σπογγαλιεῖς συμπολίτας μου, νὰ ἀπευθύνω περὶ τῆς καταχρήσεως ταύτης τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,— διότι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν ὑπάρχει,—ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν καλωσύνην νὰ τὸν ἀναπληροῖ, καὶ ἔκαμον τὸ παράπονον, ὅτι ὁ ἐπιστάτης τοῦ λιμένος Αἰγίνης καθυστερεῖ τὰ φυλλάδια δύω σπογγαλιέων, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν· ἡ δὲ ἀπόκρυψις τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι πλατωνικός τις πόθος, ἀλλὰ συνεπάγεται καὶ τὸν σφετερισμὸν τοῦ χρήματος, διότι ὅταν ἀποπλέῃ πλοῖόν τι ἀπό τινος λιμένος, σημειοῖ ὁ λιμενάρχης τὸν χρόνον τοῦ ἀπόπλου, καὶ εἰς τὴν ἐπάνοδον ὀφείλει νὰ σημειώσῃ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ πληρώματος καὶ λάβῃ τὰ τέλη ἀπὸ τὸν πλοίαρχον. Ὅταν λοιπὸν διαβιβάσῃ πλῆρες τὸ Ναυτολόγιον, ἀνάγκη νὰ διαβιβάσῃ καὶ τὰ χρήματα· μὴ διαβιβάζων δὲ τὸ Ναυτολόγιον, δὲν παρουσιάζεται ὅτι εἶναι καταχραστής. Τὸ δὲ χείριστον εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῷ τέλει τούτῳ οἱ ὑπάλληλοι τῶν Λιμεναρχείων, νὰ ναυτολογῶσιν εἰς τὸ ἴδιον φυλλάδιον ἄλλους. Γίνονται ταῦτα κ. Γουδῆ;
§72ΓΟΥΔΗΣ. Μάλιστα.
§73ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν οἱ σπογγαλιεῖς αὐτοὶ οἱ συμπολῖταί μου ὑπηρέτησαν ἐν τῷ πλοίῳ ἐκείνῳ ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἐπανακάμψαντος δὲ τοῦ πλοίου εἰς τὸν λιμένα τοῦ ἀπόπλου, ἐζήτησαν νὰ λάβωσι τὰ φυλλάδιά των, διότι ἄνευ φυλλαδίων δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι εἰς ἄλλο πλοῖον, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδείξωσιν τὴν ἀπώλειαν τῶν φυλλαδίων, ὅτε διὰ τὴν ἔκδοσιν δευτέρου φυλλαδίου ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν βαρέων τελῶν. Δὲν ἀπέδωκε λοιπὸν ὁ λιμενάρχης τὰ φυλλάδια, καὶ διὰ τοῦτο ἀπηυθύνθην πρὸς ὑμᾶς, ὅπως γείνῃ περὶ τοῦ πράγματος τούτου ἐξέτασις· ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἔσπευδον νὰ ναυτολογηθῶσιν εἰς ἄλλο πλοῖον καὶ δὲν εἶχον φυλλάδια, ἠναγκάσθην, ἵνα προκαλέσω ἀπάντησίν σας, ν’ ἀπευθύνω τηλεγράφημα καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προεκλήθη ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὑπάρχει ὁ φάκελλος εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου, τὸν ὁποῖον θέλω ὑποβάλει αὔριον.
§75ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν αὔριον ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Πληροφοροῦμαι ὅμως καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον καὶ συνδέεται μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ λίαν στενῶς, δηλαδὴ ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τοὺς μηχανικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι διὰ Νόμου ἐταξινομήθησαν καὶ ἀπεδόθησαν εἰς ἕκαστον αὐτῶν οἱ ἀνήκοντες βαθμοί. Κατόπιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ἤδη ἀπουσιάζων, χαριζόμενος πρὸς τὸν ἀδελφόν του διὰ νὰ τοῦ δώσῃ μεγαλείτερον βαθμὸν, ὑπέβαλεν ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν, τὸ ὁποῖον ἐτροποποίησε τὸ πρῶτον.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε τὸ αὐτὸ ἐδηλώσατε, σᾶς εἶπον καὶ ἀπέδειξα ὅτι τὸ Νομοσχέδιον εἶχε συνταχθῆ πρὶν ἢ ὁ κ. Τομπάζης ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἑπομένως τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εὐθύνον αὐτόν.
§77ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δυστυχῶς ὅμως ὑπάρχουσι τόσαι συμπτώσεις σπουδαῖαι, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ, μὴ γνωρίζων τὴν κυοφορίαν τοῦ Νομοσχεδίου, νὰ μὴ ἐξετάσω τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἀναγνωρίσω τὴν πατρότητα. Ὅταν ὅμως ὁμολογῆτε ὅτι εἶναι ἄλλος ὁ προκαλέσας τὴν ἐγκυμοσύνην, τότε βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην. Λοιπὸν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ τελευταίου Νόμου ὅσοι ἐκ τῶν μηχανικῶν θέλουσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοῦτον, δύνανται νὰ τὸ δηλώσωσιν, οἱ δὲ ἄλλοι ἐξακολουθοῦσι μένοντες ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ Νόμου. Οἱ δηλώσαντες λοιπὸν, ὅτι ἀσπάζονται τὰς διατάξεις τοῦ τελευταίου Νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποβιβάζονται ἀπὸ ἀξιωματικῶν εἰς ὑπαξιωματικοὺς, ἔγειναν ἀντὶ ὑποπλοιάρχων λόγου χάριν μὲ τρία συρήτια δεκανεῖς, λοχίαι. Τί ὅμως ἦτο τὸ δέλεαρ τὸ παρακινῆσαν αὐτοὺς πρὸς τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦτον; τὸ χρῆμα ... Νόμος ηὔξησε τὴν μισθοδοσίαν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ καὶ τὴν ἔκαμεν ἀνωτέραν τοῦ ἀξιωματικοῦ, οἱ δὲ ὑπηρετοῦντες μηχανικοὶ εὑρέθησαν εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ γείνωσιν ὑπαξιωματικοὶ μὲ μείζονα μισθὸν, ἢ νὰ μείνωσιν ἀξιωματικοὶ μὲ ἐλάσσονα, καί τινες τούτων ἐπροτίμησαν τὸ πρῶτον. Ἐπλανήθησαν ὅμως, ἐνέδρα ἦτο, ἅμα ἐδήλωσαν ὅτι ἀσπάζονται τὸν νέον Νόμον καὶ θέλουσι συμμορφωθῇ πρὸς αὐτὸν καὶ ἐδήλωσαν ὅτι ἀντὶ ἀξιωματικῶν θέλουσι νὰ γείνωσιν ὑπαξιωματικοί· φαντασθῆτε ὅμως τί ὀργανισμὸς αὐτός! ἐδῶ ναυαγεῖ καὶ τοῦ Λεζὲν ἡ ἱκανότης (ἱλαρότης)· ἀντὶ νὰ λάβωσι τὴν μείζονα μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέσχετο τὸ γράμμα τοῦ Νόμου, ἐξακολουθοῦσιν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι σήμερον μισθοδοτούμενοι μὲ τὸν ἐλάσσονα μὲν βαθμὸν, τοῦ μείζονος ὅμως, βαθμοῦ. Ἐλάμβανον τότε 150 δραχμὰς καὶ τοῖς ὑπεσχέθητε, ἐὰν αὐτοχειριασθῶσιν, ἐὰν ἀποφασίσωσι νὰ καταβιβασθῶσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, θὰ λάβωσιν ἔτι 30 δραχμὰς, ἀλλὰ τοὺς ἠπατήσατε. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προεκλήθησαν γνωμοδοτήσεις· διὰ τοῦτο δὲ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ προλάβω ἓν ναυάγιον νέον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἤδη ὅμως, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρόκειται νὰ προβῇ εἰς προβιβασμὸν τεχνιτῶν ἐν τοῖς Συνεργείοις. Τοὺς προβιβασμοὺς αὐτοὺς θὰ τοὺς ἐνεργήσῃ ἐπὶ τίνι βάσει, ἐπὶ τίσιν ὅροις καὶ ἐπὶ τῇ ἐξελέγξει τίνων προσώπων; Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, διότι πληροφοροῦμαι ὅτι οἱ προβιβασμοὶ θὰ ἐνεργηθῶσι πάλιν ἐπὶ τῇ ὑποδείξει τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διατελεῖ διευθυντὴς τῶν Συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου καὶ ἕνεκα τούτων ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα τὰ ἱκανὰ πρὸς ἐπίσπασιν εἰς ἑαυτὸν δι’ ἑαυτὸν ἑκάστου αὐτῶν τῆς εὐνοίας τοῦ κυρίου τῶν Συνεργείων διευθυντοῦ. Λοιπὸν ἂς δηλώσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τί θέλει πράξει, διότι οὔτε ὁ κύριος Ἀντωνιάδης θὰ λάβῃ, ὡς ἀκούω διακόπτοντάς με, ῥοσφέτιον ἐξ αὐτῶν, διότι δὲν τὸν εὐνοεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τὸν κλωτσᾷ. Ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασιν ἐφέτος εἰς τὴν Βρωμολίμνην πάλιν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν ἐκεῖ λουτρῶν, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ συμφώνου θέλει ὑποστηρίξει μίαν πρότασιν περὶ καταρτίσεως συστήματός τινος λουτήρων. Πιστεύω ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐποχὴν τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν ἐπεσκέφθησαν αὐτὰ καὶ τὴν περὶ τὴν χρῆσιν αὐτῶν δυσχέρειαν κατεῖδον ἀφ’ ἑτέρου. Λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῶσι λουτῆρες. Τὸ περὶ τούτου μέλημα εἶχε δηλώσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι τὸν ἀπασχολεῖ πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο. Ἀνέγνωσα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὅτι ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ, ἀλλὰ διὰ δαπάνης 60,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία διατίθεται διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τίποτε, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωσι κρηπιδώματα, ὀχετοί, μηχανήματα πρὸς ἐπίτασιν τῆς δυνάμεως τοῦ ὕδατος, καὶ τοὐλάχιστον ἑκατὸν λουτῆρες μετὰ τῶν ἀναγκαίων δωματίων. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ μία δεξαμενὴ ὡς ἡ τοῦ κ. Δαμασκηνοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν θά καταδύωνται ἅπαντες ἀδιακρίτως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ σχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ δημοπρασία αὕτη, καθόσον εἰς τὰ τοιαῦτα ἔργα ἐπιφυλάσσομαι μίαν ἡμέραν νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὑπάρχουσιν ἔργα περὶ τῶν ὁποίων δύναμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἰς μάτην ἐδαπανήθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδες δραχμῶν. Κατὰ συνέπειαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ τὸ σχέδιον περὶ τῶν λουτήρων, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ κρίνῃ καὶ μελετήσῃ περὶ τούτου· διότι δὲν εἶναι οὔτε τοπικὸν, οὔτε προσωπικὸν ἔργον, ἀλλ’ ἔργον δημόσιον, δηλαδὴ παγκόσμιον. Τώρα θὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· ὑπάρχει εἷς ὀργανισμὸς τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, ὁ ὁποῖος διαγράφει τὰ καθήκοντα τῶν διδασκάλων καὶ διδασκομένων καὶ ὁ ὁποῖος, σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀντάξιος νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰ κάτεργα μᾶλλον, τὰς φυλακὰς τῶν βαρυποίνων· διότι δύναται, λέγει, ὁ διδάσκαλος νὰ ἀφήσῃ νηστικὸ τὸ παιδί. Καὶ ἂν τὸ παιδὶ πάθῃ; αὐτὸ εἶναι βάσανος. Τὰ παιδιὰ στέλλονται εἰς τὸ σχολεῖον διὰ νὰ μάθωσι γράμματα· ἐάν δὲν μάθωσι, θὰ μείνωσιν εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν, καὶ αὐτὸ εἶναι λογαριασμὸς τῶν γονέων των. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν ἡ τιμωρία διὰ τὴν ἀμέλειαν. Ἀλλ’ οἱ διδάσκαλοι παρεκτρέπονται ἔτι μᾶλλον καὶ τοῖς ἐπιβάλλουσι ποινὰς βαρυτέρας· τοὺς τοποθετοῦσι γονυκλινεῖς ἐπὶ τῶν λίθων ἀσίτους. Εἶναι αὐτὴ διδασκαλία; Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὔτε ἡ ἀρκοῦδες δὲν διδάσκονται ἔτσι, ὄχι οἱ ἄνθρωποι. Πρὸς τὰς ποινὰς ἐκείνας τοῦ Νόμου μεταχειρίζονται πολλάκις καὶ βούνευρα, συνάμα δὲ ἀποστεροῦσι καὶ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ παιδὸς, διὰ τὸ ὁποῖον δύνανται καὶ νὰ καταγγελθῶσιν ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ καταργήσητε πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπηχήματα τῆς Βαυαροκρατίας, καὶ νὰ ἀπαγορεύσητε ἐκ τῶν διδασκάλων πᾶσαν ποινὴν κατὰ τῶν μαθητῶν πλὴν τῆς καταγγελίας, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπει ὁ ποινικὸς Νόμος.
§78ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα καταγγέλλετε ὅτι γίνονται, ὁ Νόμος δὲν τὰ ἐπιτρέπει.
§79ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ὑπάρχει ὁ Νόμος περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοίκων, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐκτελεῖται ὀρθῶς. Ἐνοικιάζων τις μίαν οἰκίαν, δυστροπεῖ καὶ δὲν πληρώνει τὰ ἐνοίκια τριῶν, τεσσάρων, πέντε μηνῶν· ἐγείρει ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἀγωγὴν ταύτην περὶ ἐξώσεως, ἔρχεται εἰς τὸ Δικαστήριον ἐνώπιον τοῦ Προέδρου, συζητεῖται ἡ ὑπόθεσις, καὶ ὁ Πρόεδρος δίδει προθεσμίαν ἑνὸς ἔτι μηνός· δηλαδὴ ἡ δικαιοσύνη βοηθεῖ τὴν ἀδικίαν καὶ λέγει εἰς τὸν ὀφειλέτην: τοῦ ἔφαγες τὰ ἐνοίκια πέντε μηνῶν, φάγε του ἀκόμη ἄλλου ἑνός. Ἔπρεπεν ὁ Πρόεδρος νὰ λέγῃ, διὰ νὰ δείξῃ τὴν ἐπιείκειάν του: δὲν ἐπλήρωσες τὰ ἐνοίκια τῶν πέντε μηνῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἔξωσίν σου, πλήρωσέ του τὸν ἕνα μῆνα, διὰ νὰ σοῦ ἐπιτραπῇ νὰ μείνῃς καὶ εὕρῃς ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλην κατοικίαν, μολονότι καὶ τοῦτο περιττόν· διότι μὴ πληρώνων γνωρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐξωθῇ· ἄλλως τε καὶ ἀπὸ τῆς ἀγωγῆς μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως πάλιν μεσολαβεῖ ἱκανὸς χρόνος. Καὶ ἐκτὸς τούτου, ὅταν ὁ οἰκοδεσπότης φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ ζητήσῃ τὴν ἔξωσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ κατοικῇ οὗτος εὐκόσμως καὶ ἡσύχως ἐν τῇ οἰκίᾳ· ἔριδες καὶ φιλονικίαι θὰ ἐπέλθωσι, καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον συνήθως τὰς διαδέχεται. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα τοιαῦτα καὶ πάντα ταῦτα ἕνεκα τῆς ὑπερβάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος ἔχει. Πάρε τὸν λοιπὸν σὺ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ σπῆτί σου ἕως ὅτου νὰ εὕρῃ οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ πέντε μῆνας δὲν εὗρεν, ἢ ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον ἓν διαμέρισμα, ἓν χάνι, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐγκαθίστανται ὅσοι δὲν πληρόνουσι τὰ ἐνοίκιά των.
§80ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζετε, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἑρμηνεύῃ τὰ ἐκ τοῦ Νόμου καθήκοντα τοῦ Προέδρου;
§81ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀναφέρω τὰ γινόμενα, εἰς τὴν ὑμετέραν δὲ φρόνησιν ἐναπόκειται ἡ χρῆσις τοῦ προσήκοντος μέτρου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ κύριοι Δικηγόροι, οἱ ἐν τῷ Σώματι ὑπάρχοντες, θὰ ἦναι σύμφωνοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Πανταχόθεν γίνεται λόγος περὶ μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως πρὸς περιστολὴν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν διαφόρων προϊόντων τῆς Πατρίδος μας εἰς τὰς ξένας Ἐπικρατείας, καὶ ἰδίως περὶ τῆς σταφίδος. Ἔχει ὅμως καὶ ἡ Ἐπαρχία Τροιζηνίας καὶ ἡ Ἄνδρος καὶ ἄλλαι Ἐπαρχίαι ἓν προϊόν, τὰ λεμόνια....
§82ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Περὶ τούτων ἐνδιαφέρεται καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μεριμνᾷ περὶ τούτων, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολῆσθε περὶ τούτου ὑμεῖς.
§83ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὴν Ῥωσσίαν εἰσαγόμενον τὸ λεμόνιον πληρόνει μέγα τέλος, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ τὸ προϊὸν αὐτὸ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Σημειώσατε δὲ, ὅτι σήμερον ἡ παραγωγὴ τοῦ λεμονίου εἶναι λίαν δαπανηρὰ, καθόσον μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν δένδρων ἐχρειάσθη νὰ ἀναφυτευθῶσι, καὶ ἑπομένως οἱ ἰδιοκτῆται δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας. Καλὸν λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ γίνῃ μία διαπραγμάτευσις, ἴσως κατορθωθῇ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ δασμός.
§84Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐπηρώτησε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠδύνατο καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ συμπεριληφθῇ, διότι εἶναι λίαν συναφὲς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τότε ἐνθυμοῦμαι ὅτι συνάμα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὄχι μόνον διὰ τὸ δάνειον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα καὶ πᾶν ὅ,τι ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐν ὅλῳ διοίκησιν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως τότε ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ ἐξειδικεύσῃ τὰς συζητήσεις, καὶ πραγματικῶς συνῄνεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, καὶ μὴ συναινῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἀποφύγῃ. Δι’ αὐτὸ ἀναγγέλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι αὔριον θέλω συζητήσει τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, καὶ θέλω τὸ συζητήσει ἐπὶ τοσοῦτον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέσχε νὰ ἀπαντήσῃ, παρὰ τὸ καθῆκόν του, εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος. Συνεπῶς, ἂν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν, ἠδυνήθην νὰ μελετήσω αὐτὰ καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, θὰ τὸ πράξω, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀρνεῖται μέχρι σήμερον νὰ τὸ κάμῃ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Γερμανίας.
§86ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον πλέον· εἶναι 8 ἡ ὥρα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§88ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐμποδίζει τοῦτο νὰ κάμωμεν ἀρχήν.
§90ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι τὴν 8 ὥραν θὰ ἀπερχώμεθα· πέραν τῆς 8 εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητήσωμεν. Ἀτυχῶς δὲ ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, θὰ εἶναι ἀρκούντως μακρά· θὰ διαρκέσῃ πέραν τῆς ἡμισείας ὥρας. Πολὺ ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ἐπειδὴ θὰ γίνῃ συζήτησις ἐκτεταμένη, νὰ ἦναι ἡ Βουλὴ πλήρης, διότι τώρα ἔμειναν ὀλίγοι Βουλευταί.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλετε νὰ ὁμιλήσετε;
§92ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν ἀμεροληψίαν σας· εἶναι 8 ἡ ὥρα· ἐσυμφωνήσαμεν ῥητῶς....
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε ἀναβολήν; Ἐγὼ δὲν ἀποφασίζω τίποτε, ἀλλ’ ἡ Βουλή.
§94ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν ἐπιμένετε ὅπως παρατείνετε τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς σκηνὰς καὶ σοβαρὰς συνεπείας. Προσέξατε. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται μεμονωμένη ἡ Βουλὴ νὰ προβαίνῃ εἰς συζήτησιν.
§95ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Πολὺ καλὰ, καθήσατε, τί φεύγετε;
§96ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπέρασεν ἡ ὥρα.
§97ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τί καθήσατε καὶ καθήσατε; δὲν ἔχετε ἀπαρτίαν, κύριε Πρόεδρε.
§98ΖΩΤΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀπαρτίαν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν).
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε, τί ἀναγινώσκετε τὸν κατάλογον;
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 Μ. Μ.).