1884.12.11
1,690 rows · 12,949 words · 77 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 11 Δεκεμβρίου 1884.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἑλένης Καζῆ (ἀναγινώσκει).
§2ΤΖΑΝΕΣ. Πόθεν εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑλένη Καζῆ;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ δὲν ἀναφέρει τὸ μέρος. Φαίνεται ὅμως ὅτι θὰ ἦναι Σουλιώτισσα. Ἔχομεν ἐπερωτήσεις. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ παρελθὸν ἔτος ὄντως ἐκ θεομηνίας ἔπαθον τὰ προϊόντα τῶν Καλαμῶν. Τὸ ἐνεστὼς ἔτος κατ’ εὐτυχίαν ἡ συλλογὴ ἐγένετο λαμπρά· οὐχ ἧττον οὐδεμία προσφέρεται τιμὴ, καὶ πάντες οἱ χωρικοὶ κατέχουσιν εἰς τὰς ἀποθήκας των τὰ σῦκα καὶ τὴν σταφίδα των. Ὑπολογίζεται ὅτι ἔμειναν ἀπώλητα τὰ προϊόντα καὶ πλέον τῶν 12 ἢ 10 ἑκατομμυρίων ὀκάδων μένουσιν ἄχρηστα πλέον. Ἐνόμισα καλὸν νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ Νόμου περὶ οἰνοπνευμάτων τροποποίησίν τινα. Ἡ τροποποίησις αὕτη οὐδόλως ἀντιστρατεύεται εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν προτίθεται ὁ Νόμος· διότι, ἂν μὲν γίνωσι δεκταὶ καὶ συμπεριληφθῶσιν αἱ παρατηρήσεις μου εἰς τὸ ἄρθρον 3, τὰ σῦκα καὶ ὁ σταφιδοκαρπὸς θὰ χρησιμεύωσι πρὸς ἐξαγωγὴν οἰνοπνεύματος. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐὰν δοθῇ τοῖς χωρικοῖς εὐκολία, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ πωλήσωσι, νὰ ἐξάγωσιν ἐξ αὐτῶν οἰνόπνευμα, νομίζω, λέγω, ὅτι καὶ τὸ Κράτος θὰ ὠφεληθῇ καὶ ἐκεῖσε θὰ δύνανται νὰ προσπορισθῶσι τὰ μέσα πρὸς διατροφὴν τῶν οἰκογενειῶν των. Παριστῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ λέγω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ Ἐπαρχία τῶν Καλαμῶν εὑρίσκεται εἰς μεγίστην ἔνδειαν. Πιστεύσατε, κ. Βουλευταί, ὅτι ἄνθρωποι οἰκογενειάρχαι δὲν δύνανται πλέον νὰ διαθέσωσι 15 φράγκα· τὸ σκέπτονται ἂν πρέπῃ νὰ ἐξοδεύσωσι 2 ἢ καὶ 3 φράγκα, ἐνῷ ἄλλοτε οἱ χωρικοὶ τῆς Ἐπαρχίας Καλαμῶν δὲν ἐσυλλογίζοντο νὰ ἐξοδεύσωσιν 25 καὶ 50 φράγκα εἰς ἁπλῆν ἐκδρομήν. Εἰσάγω λοιπὸν πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ σῦκα καὶ ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ ὁποῖος ἀπομένει ἀπώλητος, νὰ χρησιμεύῃ καὶ δι’ ἐξαγωγὴν οἰνοπνεύματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῆς προτάσεώς μου καὶ τὴν διανομήν της. (Ὅρα Παράρτημα).
§5Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεκλήθη δι’ ἐπερωτήσεώς μου πρὸ πολλῶν ἡμερῶν νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἐπιθεωρητῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἰδίως τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Σαπουντζάκη καὶ τὰς ἐν αὐτῇ ἐκθέσεις τὰς τῶν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του Σωματαρχῶν. Ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἐκείναις γίνεται λόγος περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν, ὅπως διορθωθῶσι τὰ ἡμαρτημένα τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ μας· διότι εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ἡ πρόσκλησις μόνη τοῦ ξένου στρατηγοῦ πρὸς μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, ἂν δὲν ληφθῇ φροντὶς καὶ περὶ τῶν καταλλήλων μέτρων. Δὲν εἰξεύρω ὅμως διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περιφρονεῖ τὴν πρόσκλησιν ταύτην τῆς Βουλῆς· εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄρνησίς του θὰ ἔχῃ δυσαρέστους δι’ αὐτὸν συνεπείας, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ μὴ ὑπεκφεύγῃ περαιτέρω, διότι θὰ μεταμεληθῇ.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐννοοῦμεν, κ. Πρόεδρε, τί τακτικὴ εἶναι αὐτή.
§7Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐκλεχθεὶς τοσάκις Βουλευτὴς, οὐδέποτε ἦλθον εἰς ἀντεγκλήσεις μὲ τοὺς ἐκ τῆς Ἐπαρχίας μου συναδέλφους· ἤρισα ἅπαξ μετ’ αὐτῶν καὶ οὐχὶ διὰ προσωπικὴν ἀφορμὴν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῆς πατρίδος μας καὶ ἐν γένει τοῦ Νομοῦ Λακωνίας. Οἱ κκ. συνάδελφοί μου Ρουσσόπουλος καὶ Βαρβιτσιώτης μὲ ἐκάκισαν ἐπὶ ἀχαριστίᾳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν τὴν ὑποστηρίζω, ἀφοῦ κατεσκεύασε πλείστας καὶ τὰς ὁποίας ἠρίθμησαν ὁδοὺς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Καλάμας, εἰς Μεγαλόπολιν, εἰς Μονεμβασίαν, εἰς Τρίπολιν, καὶ διὰ Γυθείου εἰς Οἴτυλον. Μολονότι ἐγνώριζον ὅτι οὐδεμία τούτων κατεσκευάζετο, μολαταῦτα περιεστάλην φοβηθεὶς μήπως οἱ συνάδελφοί μου εἶχον ὡς ὑπουργικοὶ ἀκριβεστέρας πληροφορίας. Ἀλλὰ μεταβὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου εἰς τὴν πατρίδα μου, δὲν εἶδον οὔτε ἀξίνην νὰ ἐμπηχθῇ εἰς τὰς διαληφθείσας ὁδοὺς, οὔτε παλούκια κἂν ἐστημένα δεικνύοντα τὰ ὅρια τῶν σχεδιαθεισῶν τούτων ὁδῶν. Διά τινας ἡμέρας ἐφοβήθην μήτοι αἱ ὁδοὶ αἱ κατασκευαζόμεναι ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην εἰς τὴν Λακεδαίμονα ἔχουσι τὴν χάριν, ἣν εἶχε τὸ καβοῦκι τοῦ ἱεροῦ Δερβίση, ὅπερ δὲν ἦτον ὁρατὸν εἰς τοὺς νόθους, καὶ διὰ μίαν στιγμὴν ἀμφέβαλον περὶ τῆς καταγωγῆς μου· ἀλλ’ εὐτυχῶς εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ὑπήγοντο πάντες οἱ συνεπαρχιῶταί μου μήτε αὐτῶν τῶν κυρίων συναδέλφων μου ἐξαιρουμένων. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἀφοῦ οὔτε ἕναρξις κἂν ἐγένετο κατασκευῆς ὁδῶν εἰς τὴν Λακεδαίμονα μετὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ μῆνας, ἡ ἡμιεπίσημος ἐφημερὶς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐδημοσίευσεν ὅτι διὰ τὰς ὁδοὺς τοῦ Νομοῦ τῆς Λακωνίας ἐξωδεύθησαν 2,856,000 δρ. καὶ ἐπανελάμβανε μάλιστα τὰς κατασκευασθείσας ὁδούς, ὅσας τὰς ἠρίθμησαν ἐν τῇ Βουλῇ οἱ κκ. συνάδελφοί μου, δηλαδὴ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Καλάμας, εἰς Μεγαλόπολιν, εἰς Τρίπολιν, εἰς Μονεμβασίαν καὶ διὰ Γυθείου εἰς Οἴτυλον, καὶ προσέτι τὴν κατασκευὴν δύω γεφυρῶν. Ἡμέραν τινὰ ἤκουσα ἐν Σπάρτῃ γενομένην δημοπρασίαν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς γεφύρας Καστανιᾶς, καὶ τὴν ἀνέγερσιν τῆς Ἀγόργιαννης, ἀλλ’ ὅτι ἦτον ἡ τρίτη ἢ τετάρτη δημοπρασία περὶ τούτων καὶ οὐδεὶς ἐργολάβος εὑρέθη. Ἡ πρώτη τῶν γεφυρῶν τούτων ἀνηγέρθη τὸ 1881 ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ἔγινεν ὅμως ἐλλειπὴς ἄνευ χειλέων καὶ ἑνὸς βραχίονος, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσι 5,000 δραχμῶν· διέταξε μὲν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς μειοδοσίαν, ἀλλὰ νὰ ἔχωσιν οἱ ἐργολάβοι τοιαῦτα προσόντα ὁποῖα μόνον οἱ ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσιν ἐργάται ἔχουσιν, οἵτινες βεβαίως δὲν ἔχουν συμφέρον διὰ τοιαύτης μικρᾶς δαπάνης ἔργα νὰ μεταβῶσιν εἰς Λακεδαίμονα, οἱ δὲ ἐν Σπάρτῃ τοιοῦτοι οἵτινες ἀνήγειραν ἀρκετά ἀσφαλῆ τὴν γέφυραν αὐτὴν, δὲν εἶναι κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν τοῦ κ. Τρικούπη δεκτοί. Ἡ δὲ γέφυρα αὕτη, ὡς μοὶ γράφουν προχθές, παρ’ ὀλίγον νὰ μείνῃ ἄχρηστος· διότι ὁ ποταμὸς, ἕνεκα τῆς πολυομβρίας, κινδυνεύει νὰ διαῤῥήξῃ τὴν παρόχθιον τῆς γεφύρας γῆν καὶ ν’ ἀφήσῃ τὴν γέφυραν μὴ λειτουργοῦσαν εἰς τὴν διάβασιν τοῦ ποταμοῦ. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν εὑρέθη ἐργολάβος καὶ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς ὑποσχεθείσης γεφύρας Ἀγόργιαννης στοιχιζούσης μόνον 3,000 δραχμὰς, καὶ οὕτως ὁ κ. Τρικούπης δεικνύμενος ὅτι κατασκευάζει ἔργα ἐν Λακεδαίμονι κατορθώνει διὰ τῆς μὴ εὑρέσεως ἐργολάβου ὄχι μόνον νὰ μὴ κατασκευάζῃ τίποτε, ἀλλὰ νὰ ἀφίνῃ νὰ καταστρέφωνται καὶ ὅσα κατεσκεύασαν οἱ προκάτοχοί του, καὶ τοῦτον τὸν κανόνα ἐφαρμόζει εἰς ὅλα τὰ ἐν Πελοποννήσῳ ἐνεργούμενα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη δημόσια ἔργα. Ἔρχεται κατόπιν ἡ μεταξὺ Σπάρτης εἰς Μεγαλόπολιν ὁδὸς, τὸ μεγαλείτερον ἔργον διὰ τὴν Λακωνίαν, δι’ ὃ ἐσημείωσε τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἐδαπάνησεν 1,850,000 δραχμάς. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι σχεδιασμένη καὶ ἀποφασισμένη νὰ κατασκευασθῇ ἀπὸ τὰ 1861, καὶ κατὰ τὸν τότε Νόμον διετάχθη καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν ἡμερομισθίων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον οἱ Δῆμοι νὰ συνεισφέρωσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ. Δυστυχῶς δὲν ἐγένετο, διότι ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ καὶ ἐπέδρασε, καθόσον διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἔμελλε νὰ συνδεθῇ ἡ Σπάρτη μετὰ τῆς Τριπόλεως καὶ Μεσσηνίας. Τότε ἠγέρθη διένεξις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν Λακεδαίμονος, τῶν μὲν ἀξιούντων τὴν ἀπ’ εὐθείας ἕνωσιν τῆς Τριπόλεως, τῶν δὲ διὰ τῆς Μεγαλοπόλεως. Τέλος πάντων τὸ 1879 προσδιωρίσθη κατὰ τὴν πρώτην ἀξίωσιν. Ἔμεινε λοιπὸν ἡ πρὸς τὴν Μεγαλόπολιν ὁδὸς μέχρι τοῦ 1882, ὅτε ἐψηφίσαμεν διὰ τὴν ὁδοποιίαν 20,000,000 δραχμῶν δάνειον, καὶ τὸ 1883 διετάχθη ἡ πρώτη σειρὰ τῶν Γάλλων μηχανικῶν καὶ ἐσχεδίασεν αὐτὴν, καὶ τὸ σχέδιον ἐνεκρίθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ μετά τινας μῆνας διετάχθη καὶ ἡ δευτέρα σειρὰ τῶν ξένων μηχανικῶν νὰ θεωρήσῃ τὸ σχέδιον, οὗτοι ἔλαβον ἄλλην γραμμὴν, ἐνεκρίθη καὶ τοῦτο τὸ σχέδιον. Ἀλλὰ μετά τινας μῆνας διατάττονται νὰ ἀναθεωρήσωσι τὸ σχέδιόν των. Οὗτοι δὲ τὸ τροποποιοῦν, καὶ τὸ τρίτον μένει ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε νὰ φανῇ ὅτι κατασκευάζει τόσον μέγα ἔργον εἰς Λακεδαίμονα καὶ Μεγαλόπολιν, πρὶν ἢ ἐγκριθῇ τὸ τρίτον σχέδιον, ἐκθέτει τὸ δεύτερον εἰς ἐργολαβίαν, ἀλλὰ δὲν διαιρεῖ τὸ ἔργον εἰς τρία τοὐλάχιστον τμήματα, ὡς συνήθως γίνεται, διὰ νὰ εὑρεθῶσιν ἐργολάβοι, ἀλλὰ τὸ ἐκθέτει ὁλόκληρον ἡνωμένον· ποῦ θὰ εὑρεθῇ ἐργολάβος νὰ ἔχῃ ἐγγύησιν δραχμῶν 1,850,000; διὰ τοῦτο οὐδεὶς παρουσιάσθη· καὶ οὕτως ἐπέτυχε καὶ εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ τὸν σκοπόν του ὁ κ. Τρικούπης· διότι, ἐνῷ διατείνεται ὅτι ἐκτελεῖ σπουδαῖον ἔργον εἰς Λακεδαίμονα, δὲν ἐκτελεῖ καθόλου. Ἔρχεται ἕτερον ἔργον, ἡ μεταξὺ Σπάρτης καὶ Καλαμῶν ὁδός. Γίνεται τὸ πρῶτον σχέδιον διὰ τῆς Λαγγάδας· ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον ἐργάζονται οἱ μηχανικοί, ἀλλὰ γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ. Ἀρχίζει νέα διαχάραξις διὰ τῶν Δήμων Καστορίου καὶ Ἀλαγωνίας· καταγγέλλουν τινὲς καλοθεληταὶ διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου των, ὅτι ὁ Νομάρχης χαριζόμενος εἰς Βουλευτὴν ἀντιπολιτευόμενον, ὑπέδειξε τὴν ἐκεῖθεν διαχάραξιν τῆς ὁδοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον ταράττεται εἰς τὴν πληροφορίαν ὅτι χορηγεῖ εὐκολίαν εἰς Βουλευτὴν ἀντιπολιτευόμενον, ζητεῖ λόγον ἀπὸ τοὺς Μηχανικούς· οὗτοι δὲ παρατηροῦν, ὅτι ἡ διὰ τῆς Λαγγάδας διαχάραξις θὰ στοιχίσῃ 4,000,000 δραχμὰς, διότι μία μόνη γέφυρα θὰ στοιχίσῃ 1,300,000 φράγκων, καθόσον πρόκειται νὰ συνδέσῃ βράχους δύω βουνῶν. Τοῦτο ἔδωκεν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ νὰ μὴ κάμῃ τίποτε κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του. Τέταρτον ἔργον ἔρχεται ἡ ὁδὸς ἀπὸ Σπάρτης διὰ Γυθείου εἰς Οἴτυλον, δι’ ἣν ὑπελογίσθησαν 320,000 δραχμαὶ, ἀλλ’ οὔτε εἰς ἐργολαβίαν ἐξετέθη, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Τρικούπης καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον τὸ ἔχει ὡς ἐκτελεσθέν.
§8ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Διετάχθη ἡ ἔκθεσίς του εἰς ἐργολαβίαν.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐσχεδιάσθη, κ. Συνάδελφε, ἡ ὁδὸς αὕτη; Εὑρέθη ἐργολάβος; Ὀφείλετε, κ. Συνάδελφε, ὁσάκις λαλῶ ὑπὲρ τῶν Δημοσίων ἔργων τῶν Ἐπαρχιῶν μας νὰ μὲ βοηθῆτε, καὶ ὄχι νὰ παρουσιάζεσθε δικηγόροι τῆς παραμελούσης ταῦτα Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή σας. Πέμπτον ἔργον κατὰ τὸν Νομὸν Λακωνίας, ἡ ἐπιδιόρθωσις ὁδοῦ ἐν ταῖς ὁδοῖς Μονεμβασίας, στοιχίζουσα 22,000 δραχμὰς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἔσχε τὴν τύχην ὡς μικρὸν ἔργον τῶν γεφυρῶν Καστανιᾶς καὶ Ἀγόργιαννης, καὶ δὲν ἔγινε τίποτε. Πέμπτον ἔργον, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ ἀναγκαιότερον καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τὸ 1879 ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ἡ ἑνόνουσα τὴν Σπάρτην μὲ τὴν Τρίπολιν ὁδὸς, ὅ ἐστὶ πρωτευούσας δύω σπουδαίων Νομῶν τῆς Πελοποννήσου, ἀφοῦ ὁ Νομὸς Λακωνίας εἶναι ὁ μόνος μὴ συνηνωμένος μὲ ἑτέραν ἁμαξιτὴν ὁδόν. Διηρέθη τὸ ἔργον αὐτὸ διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς τρία τμήματα. Τὸ πρῶτον, τὸ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Βρουλιᾶν, ἐδόθη εἰς ἐργολάβον φιλότιμον καὶ ἐργατικὸν, ὅστις μετὰ πολλὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα τῷ παρενέβαλε τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων, ἐπεράτωσε τὴν ἐργασίαν πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ ἐν τούτοις ἀκόμη τὸ Ὑπουργεῖον δὲν παρέλαβε τὸ ἔργον, καίτοι ὁ ἐργολάβος πρὸ μηνῶν διαμένων ἐνταῦθα παρακαλεῖ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν......
§10ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ παρέλαβε......
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ δυστυχὴς ἐργολάβος Σαράντος ἔμεινεν ἐνταῦθα μῆνας ὁλοκλήρους, παρακαλῶν τὸν Ὑπουργὸν νὰ παραλάβῃ τὸ ἔργον, ὅπερ περατωθὲν πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ μὴ λιθοστρωθὲν κατεστράφη; Ἔπειτα εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ, ἀφοῦ οὐδεμία ἐγένετο σκέψις περὶ τῶν ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα καὶ Καλεφίνας γεφυρῶν, περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁποίων πρὸ δωδεκαετίας ἐλήφθησαν σπουδαῖα μέτρα; Καὶ τὸ παράδοξον ὅτι οὔτε ἔχει σκοπὸν νὰ τὰς κατασκευάσῃ ὁ κ. Τρικούπης, καθόσον οὐδόλως τὰς ἐμνημόνευσεν ἐν τοῖς ἔργοις, τὰ ὁποῖα διέλαβεν ἡ ἐφημερίς του, ὅτι κατεσκεύασεν ἢ κατασκευάζει, καὶ οὕτω τὸ κατασκευασθὲν τμῆμα τῆς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν ὁδοῦ θὰ καταστραφῇ πρὶν ἢ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ. Ἦλθε κατόπιν ἡ σχεδιαγράφησις τοῦ ἑτέρου τμήματος τῆς ὁδοῦ, τοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Ἀράχωβαν, στοιχίζοντος 600 χιλ. δραχμάς. Διὰ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ὅμως καὶ τοῦτο, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Τρικούπη, τὸ συνεκόλλησε μὲ ἔργον, μὲ τὸ ὁποῖον δὲν συναντᾶται, εἰμὴ ἐντὸς αὐτῆς τῆς Τριπόλεως, στοιχίζον 1,000,000 δρ. τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἄστρους εἰς Τρίπολιν ἀπ’ εὐθείας, ἔργον κατὰ διαβόλου συλληφθὲν ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Τρικούπη· ἀγκαλὰ μήπως γνωρίζει τὸν τόπον διὰ νὰ μάθῃ πόθεν θὰ διέλθῃ αὐτὸς ὁ δρόμος καὶ τίνα μέρη θὰ συνδέσῃ; ἀφοῦ τὸ Ἄστρος ἑνόνεται μὲ τὴν Τρίπολιν διὰ τῆς κατασκευαζομένης ὁδοῦ διὰ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου καὶ Ἀραχώβης, καὶ ἡ Τρίπολις ἔχει ἀπ’ εὐθείας συγκοινωνίαν συντομοτέραν πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πρὸς τοὺς Μύλους ὁδόν; Εὐτυχῶς ἀντέστη εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ εἷς ὑπουργικὸς Βουλευτὴς καὶ μᾶς ἐβοήθησεν, ὥστε νὰ ἐκτεθῇ τὸ πρὸς τὴν Σπάρτην τμῆμα ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Ἀράχωβαν, διὰ τὸ ὁποῖον εὑρέθησαν εὐθὺς ἐργολάβοι οἱ κάτοικοι τοῦ Οἰνοῦντος καὶ Ἁγίου Πέτρου καὶ μὲ θυσίαν των, διότι διηυκολύνετο ἡ πρὸς τὰ χωρία των συγκοινωνία, καὶ τοῦτο ὑποστηρίζει τὸν διϊσχυρισμόν μου περὶ διαιρέσεως τῶν μεγάλων ἔργων εἰς τμήματα. Ἀλλὰ περὶ τοῦ τμήματος μεταξὺ Ἀραχώβης καὶ Βρουλιᾶ πρὸς περάτωσιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν οὐδεμία σκέψις γίνεται, διότι ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ τελειώσῃ κανὲν ἔργον συγκοινωνίας εἰς Λακεδαίμονα. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ Δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα κατεσκεύασεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας, διὰ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου του ὀργάνου, ὅτι ἐξώδευσε 2,856,000 δραχ. ἐνῷ δὲν ἐξώδευσεν ἀκόμη οὔτε λεπτόν. Τοιαύτη, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἶναι ἡ περιποίησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμες εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Λακωνίας καὶ ἔχεις τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔλθῃς νὰ σὲ ὑποδεχθοῦν! Δὲν ἐννοῶ ποῦ στηριζόμενος εἶχες τὴν ἀξίωσιν αὐτήν. Εἰς τοὺς φορολογικούς σου Νόμους, εἰς τὰς πιέσεις τῶν ὀργάνων σου πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων αὐτῶν; Αὐτὸς ὁ Δήμαρχος Σπάρτης κ. Μελετόπουλος, ὅστις εἶναι καὶ πολιτικός σου φίλος, μὲ τίνας ἤθελε ἔλθει νὰ σὲ ὑποδεχθῇ; μὲ τοὺς συνδημότας του Λογγαστρίτας, τῶν ὁποίων ἀφοῦ προσέβαλον τὴν τιμὴν καὶ τοὺς ἔδειραν οἱ εὔζωνοί σου, πρὸς ἱκανοποίησίν των τοὺς ἐφυλάκισαν, καὶ οἱ δικασταί σου προφασιζόμενοι, ὅτι οἱ Λογγαστρῖται ἐφύλαττον τὸν ἀρχιληστὴν Δημαρᾶν, ὁ ὁποῖος, δόξα τῷ Θεῷ, ἀπεκεφαλίσθη εἰς Πάτρας ἀπὸ τὸ 1852, καὶ σὺ διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου σου ὀργάνου ἐπῄνεις τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ τῶν εὐζώνων καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως! (Θόρυβος εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§12ΖΩΤΟΣ. Τί ἀνησυχία εἶναι αὐτὴ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὰ ἀκροατήρια;
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὰς τὰς διαταγὰς ἔχουν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὰ Κοινοβούλια τῆς Ἀγγλίας· εἶχον τύχην νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ πατέρες μας, οἵτινες ὑβρίσθησαν ἀνάξιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ὡς ξυλοσχίσται καὶ ἀπρεπεῖς εἰς τὴν κοινοβουλευτικήν των συμπεριφορὰν, διότι ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν αὐτοὶ εὐπρεπέστατοι (δεικνύει τὸν Πρωθυπουργὸν) νὰ δώσωσι τὰ μαθήματα τῆς σημερινῆς κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας. Ὅσον διὰ τὸν Λομβάρδον δὲν λέγω τίποτε, διότι καὶ ἡ καταγωγή του καὶ ἡ ἀνατροφή του τὸν προπαρεσκεύασαν νὰ διαιτᾶται ἐν τοῖς καταγωγίοις τῶν θορύβων καὶ προπαρασκευῶν ἐγκλημάτων. Ποῦ λοιπὸν, κ. Πρωθυπουργὲ, στηριζόμενος θέλεις νὰ σοὶ προετοιμάζωσι πομπώδεις ὑποδοχάς; Πρὸ σοῦ ὑπῆρξαν ἄλλοι, καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ ὁ Βούλγαρης, καὶ ὁ Ζαήμης, καὶ ὁ Δεληγεώργης, καὶ οἵτινες δὲν ἐπεβάρυναν ἢ κατέθλιψαν τὸν λαὸν μὲ τὰ δοσίματα, καὶ ἐν τούτοις περιοδεύσαντες ὡς Πρωθυπουργοὶ καὶ τὰς ἐπαρχίας μάλιστα, τὰς ὁποίας ἀντεπροσώπευον, δὲν ἀπῄτησαν τοιαύτας ὑποδοχάς.
§14ΖΩΤΟΣ. Ἔμαθε ἀπὸ τὸν Λομβάρδον.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοι ἀκόμη μεγαλείτεροι· ὁ ἀοίδιμος Μαυροκορδάτος εἰς τὰ 1841 ἦλθε νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς Βαυαροκρατίας· μετέβη εἰς Ναύπλιον, ἀφ’ ὅπου πρὸ ὀκταετίας εἶχεν ἐπέλθει πάλιν ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπέβη ἥσυχα χωρὶς ζητωκραυγὰς καὶ στεφάνους κορασίων, καὶ ἅπασα τὸν ἐσέβετο ἡ ἐκεῖ κοινωνία. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸν ἀείμνηστον Κωλέτην μεταβάντα εἰς Ναύπλιον τὸ 1847, ὅτε ἦτο τόσον πανίσχυρος Πρωθυπουργὸς, ὁποῖος οὔτε πρὶν οὔτε μετὰ ὑπῆρξέ ποτε ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν, κύριε Τρικούπη σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε πότε θὰ εὐδοκήσητε νὰ διατάξητε νὰ ἐκτελεσθῶσι δημόσια ἔργα καὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μας, καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν Νομόν; Πλησιάζεις νὰ ἐξοδεύσῃς ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον σοὶ παρεχώρησεν ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἑνώσῃς κατὰ πρῶτον τὰ κεντρικότερα, ἀκολούθως τὰ κατόπιν τούτων ἔχοντα σημασίαν εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ νὰ συμβαδίζῃ ἡ ἐκτέλεσις ἐξίσου εἰς ἅπαντα τὰ σημεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι νὰ μὴ ἐξοδεύσῃς λεπτὸν εἰς Νομοὺς ὁλοκλήρους καὶ πρὸ πάντων τῆς Πελοποννήσου, ἐν ᾧ χρόνῳ ἐξοδεύεις 300 χιλιάδας δραχμῶν διὰ νὰ κατασκευάσῃς ὁδὸν, ἥτις θὰ φέρῃ εὐνοϊκόν σου Βουλευτὴν εἰς χωρίον, ὅπερ δὲν ἀπέχει εἰμὴ ἑνὸς τετάρτου ὥρας ἀπὸ δημοσίαν ἁμαξιτὴν ὁδὸν, καὶ μάλιστα διὰ νὰ μὴ ὁδοιπορήσῃ αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς ἓν τέταρτον ἐπὶ ἡμιόνου ἐστρέβλωσας τὴν πρὸ τεσσαρακονταετίας λειτουργοῦσαν ἁμαξιτὴν ὁδὸν, καθιστῶν τὴν διεύθυνσίν της πλαγιωτέραν.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῦ ἔγινεν αὐτό;
§17Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς Βίλια τῆς Μεγαρίδος χάριν τοῦ Δραγούμη. Ἀφίνω ὅτι εἴς τινα μέρη παρὰ τὸ Μεσολόγγιον εἶδον ὅτι κατεσκευάσθησαν δύω καὶ τρεῖς ὁδοὶ ἑνόνουσαι τὰ αὐτὰ σημεῖα ὡς ἐκεῖναι ἀπὸ Ἀγρίνιον καὶ Μεσολόγγιον εἰς Ναύπακτον, καὶ τὰ ἔργα αὐτὰ ἐτελείωσαν, διότι ἤθελεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ τελειώσωσι, καὶ ἐξωδεύθησαν εἰς αὐτὰ περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐν ᾧ εἰς τὴν Λακωνίαν ὀλίγας ἑκατοστύας δραχμῶν, ἂν καὶ αἱ Ἐπαρχίαι αὐτῆς εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον προσοδοφόρων. Κατηγοροῦμεν τοὺς κακόμοιρους τοὺς Δημάρχους ὅτι κάμνουν δημοτικὰ ἔργα χάριν τῶν κομματαρχῶν των, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν νὰ ἐξοδεύσουν εἰμὴ ὀλίγας μονάδας χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ ὁ κύριος Τρικούπης ὡς κυβερνήτης νὰ τιμωρήσῃ τοιαύτας καταχρήσεις τῶν Δημάρχων, ἀφοῦ αὐτὸς ἐξοδεύει μιλιούνια χάριν τῶν κομματαρχῶν του; Ἂν ὄχι δι’ ἄλλον, κύριε Τρικούπη, διὰ τοὺς φίλους σου κἂν ἐκ Λακωνίας Βουλευτὰς δὲν κατασκευάζεις καὶ ἐκεῖ κανὲν ἔργον; Τί θὰ εἴπωσιν αὔριον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των;
§18ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Νὰ ἔχωσιν ὑπομονήν.
§19Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ τοῖς εἴπωσιν ὅμως καὶ ἐκεῖνοι, ὅταν τοῖς ζητήσωσι τὰς ψήφους των: «νὰ ἔχετε ὑπομονήν». Κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ Λακεδαίμων εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεώς σου, διότι εἶναι τέσσαρες οἱ ὑπουργικοὶ Βουλευταί, καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἴμεθα δύω μόνον· ἢ μήπως ἐγλυκάνθητε κατορθώσαντες νὰ ὑπουργικεύσητε ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τῆς Κορίνθου, ἐπιδιώκετε τοῦτο καὶ διὰ τὴν Λακεδαίμονα, καὶ δὲν κάμνετε κανὲν ἐκεῖ ἔργον, ἂν δὲν γίνωμεν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ὑπουργικοί; Ἀλλ’ ἴσως, κ. Πρωθυπουργέ, εἰς τὴν Κόρινθον πιεζόμενοι ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν σου χαίρουν, διότι εἶναι εὐχαριστημένοι νὰ πληρώνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν καὶ ἄλλους φόρους, ὅπως εἶναι καὶ οἱ τοῦ Βόλου κάτοικοι, κατὰ τὸν διϊσχυρισμὸν τοῦ Βουλευτοῦ των κ. Γεωργιάδου. Περαίνων τὴν ἐπερώτησίν μου σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ μὴ ἐμποδίζῃς περαιτέρω τὴν ἔναρξιν τῶν ἐν Λακεδαίμονι δημοσίων ἔργων καὶ ἰδίως νὰ φροντίσῃς περὶ τῆς γεφύρας τοῦ Εὐρώτα. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὁ κ. Κατσικόπουλος Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ).
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἕνας κάποιος Ἰωάννης Δεσποτόπουλος ἐὰν ᾖναι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ, κάμνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ μανθάνω, ὅτι τοὺς Κρῆτας πρόσφυγας ἔπαυσε χάριν οἰκονομίας, καὶ εἰς τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα ἐξελέγχω, εὗρον ἕνα κάποιον Ἰωάννην Δεσποτόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἀρκετὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐὰν ᾖναι ὑπάλληλος, καὶ τί ὑπάλληλος εἶναι· διότι τὸν ἕνα μῆνα τὸ ἔνταλμά του εἶναι 150 δρ., τὸ ἄλλον 200 καὶ φθάνει μέχρι 1.000.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἐξετάσω. Διὰ τοὺς Κρῆτας δὲν ἐλήφθη οὐδὲν μέτρον· δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ τροπῆς τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου εἰς φόρον δύω λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, ἐν αἷς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια κατὰ πλειονοψηφίαν ἤθελον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ μέτρου τούτου. (Ὅρα Παράρτημα). Ὑπεβλήθη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρ’ ἐμοῦ κατάστασις τῶν βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1883 ὁλοκλήρου καὶ τοῦ 1884 μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου. Ἡ κατάστασις ἐκείνη περιέχει τὰ βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Ὡς πρός τινα ἄρθρα, ἐνόμισα καλὸν νὰ δοθῶσι περαιτέρω σημειώσεις περὶ τῶν λεπτεμερειῶν· ταύτας περιέχουσιν αἱ δύω αὗται πρόσθετοι καταστάσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ φροντίσῃ περὶ τῆς τυπώσεως αὐτῶν, ὅπως καὶ περὶ τῆς τυπώσεως τῆς πρότερον ὑποβληθείσης καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1883. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, νομίζω, ὑποβάλλω προσωρινὴν κατάστασιν ἐμφαίνουσαν κατ’ ἐργοστάσιον κοπῆς καπνοῦ τὰς ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἰουνίου 1884 γενομένας δαπάνας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου ΑΡΚϚʹ.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποβάλλω σύμβασιν συμπληρωτικὴν μετὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν ὑποβρυχίων τηλεγράφων, διὰ τῆς ὁποίας συντελεῖται τὸ σύμπλεγμα τῶν ὑποβρυχίων τηλεγράφων ἁπασῶν τῶν νήσων. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Περιλαμβάνεται καὶ ἡ Σκῦρος;
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως, οὐδεμία νῆσος μένει.
§26ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ ὁδοὶ τῆς αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπὸ τοῦ 1880 χαραγμένα ἐπὶ τοῦ χάρτου τί γίνονται;
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ αὐτὰς τὰς ὁδοὺς μένει πάντοτε ἐκεῖ ὁ κ. Βλάσης, διὰ νὰ τὰς χαράξῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους.
§28ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνολον, κύριοι συνάδελφοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν Νόμου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου δημοτικοῦ φόρου ἐν τῷ δήμῳ Βώλακος διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ καταστραφέντος ὑδραγωγείου καὶ τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν τινων ἀπολύτως ἀναγκαίων διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθῶς εἷς μικρὸς ἀδάμας διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν. Ἐπεκαλέσθην τότε τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ τὴν ὑποσχεθῇ, διότι ἐν τῷ Τόπῳ ἐκείνῳ εἶναι ἐγκατεστημένοι πλεῖστοι ὅσοι ἐκ τῶν συμπολιτῶν του, οἱ ὁποῖοι πρὸς χάριν του δὲν πείθονται κἆν νὰ μεταφέρωσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα, διότι εἶναι προσηλωμένοι εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, καὶ ἑκάστοτε ἐγκαταλιμπάνοντες ἡμᾶς ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐργασιῶν μεταβαίνουσιν εἰς Ζάκυνθον, ὅπως ψηφίζωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀμφιβάλλω δὲ ἂν καὶ εἰς τὴν προσεχῆ ἐκλογὴν θὰ συμβῇ τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δείξῃ τὴν αὐτὴν εὐμένειαν, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔδειξε, καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις αὕτη τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὰ ἰδιωτικὰ τῶν δημοτῶν Βώλακος συμφέροντα. Πιστεύω δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἰδίως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο καὶ θὰ συγκατατεθῇ νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ἐγγραφῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρεπονέθην ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διατηροῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, καὶ ἠναγκάσθην ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν μίαν ἐπιστολὴν δημοσιευθεῖσαν διά τινος ἐφημερίδος, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται, ὅτι εἷς ἐκ τούτων, ὁ ἤδη Ἔπαρχος Ὀλυμπίας, ἐδέχθη νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ταύτῃ ὑπὸ ὅρους καὶ συνθήκας, νὰ θυσιάσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ προεξοφλήσῃ τὴν συνείδησίν του, προσφέρων τὰς ὑπηρεσίας του ὑπὲρ πολιτευομένου προσώπου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀναδεχθῆ νὰ τὸν διορίσῃ ὡς Ἔπαρχον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν ἐκείνην. Δυστυχῶς ὅμως, καίτοι παρετήρησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πᾶν τὸ δημοσιευόμενον ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ μὴ ἀναιρούμενον θεωρεῖται ὡς ὡμολογημένον καὶ ἀναντίῤῥητον, εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνεξετάστως ἐχαρακτήρισαν τὴν ἐπιστολὴν καὶ εἶπον ταύτην ὡς ψευδῆ καὶ πλαστήν, καὶ ἕνεκα τούτου εὑρέθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποσχεθῶ ὅτι θέλω καταθέσει τὸ πρωτότυπον τῆς ἐπιστολῆς ταύτης. Τὸ καταθέτω λοιπὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§32ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι εἶμαι ὀλίγον προκεχωρηκώς, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνώσω αὐτὸ μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς ἀνέγνωσα καὶ τὸ ἔντυπον· ἀλλ’ ἐν περιλήψει ἡ ἐπιστολή αὕτη ἀναφέρει, ὅτι «δέχομαι νὰ ὑπηρετήσω ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ σας κατὰ τὰς ὀρέξεις σας, ἐὰν μὲ διορίσητε, καὶ νὰ ἐκτελέσω ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος».
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὴν καταθέσητε εἰς τὸ Γραφεῖον.
§34ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω καὶ ἄλλο τι, ὅτι ὁ προκάτοχος ἐκείνου ἦτο ἐπίσης ἀνάξιος νὰ διοικῇ Ἐπαρχίαν, διότι ἦτο κατεστιγματισμένος διὰ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις· καὶ προχθὲς στηριζόμενος εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας εἶπον ὅτι εἶναι συγγενὴς τοῦ κ. Μπούτου, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὐτυχῶς συγγενής του, εἶναι φίλος του ὅμως καὶ προστατευόμενός του. Καταθέτω δὲ καὶ βούλευμα περὶ αὐτοῦ παραπομπῆς εἰς τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον.
§35ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν.
§36ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τί λέγει τὸ βούλευμα;
§37ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βούλευμα τὸν παραπέμπει εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἵνα δικασθῇ, διότι ἐξύβρισε Βουλευτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐνασκοῦντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως. Τὸ βούλευμα τοῦτο εἶναι συνέπεια ἑτέρου βουλεύματος, καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν βλέπω τὸν κύριον Κοσσονάκον, ὁ ὁποῖος τὸν κατήγγειλε δι’ αἰσχρὰς πράξεις· καὶ ὁσάκις ὅμως γίνεται λόγος περὶ τοῦ προσώπου τούτου φυγαδεύεται ἀπὸ τῆς αἰθούσης, ἵνα μὴ ἐκτεθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ ἐλέγξῃ ἐὰν δὲν λέγω ἀκριβῶς τὴν ἀλήθειαν. Ἐθαύμασα προχθὲς τὸν κ. Ζηνόπουλον, ὅταν ὡμίλει, ἀλλὰ παρέλειψε πολλά· διότι δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὰ καθέκαστα, ὅπως λάβω καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν νὰ εἴπω τινά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ εὐχαριστεῖτο πολὺ ἡ περιέργεια τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Παρακαλῶ ἐν τούτοις τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, καὶ ἂν, κύριοι, ἀμφισβητηθῇ καὶ πάλιν ἡ γνησιότης αὐτῆς, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διορίσῃ πραγματογνώμονας νὰ ἐξετάσωσι τὴν γνησιότητα αὐτῆς· διότι πιθανὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ τὴν ἀμφισβητήσωσι, καὶ εὐκόλως δύναται νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο διὰ τῆς παραβολῆς πρὸς ἄλλα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκόμενα ἔγγραφα ἰδιόχειρα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Εὐτυχῶς δὲ δι’ ἐμὲ ὁλόκληρος ἡ ἐπιστολὴ εἶναι γεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἰδίου, ὥστε δὲν πιστεύω καὶ πάλιν νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ γνήσιον αὐτῆς, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐκ τῆς ἁπλῆς παραβολῆς θέλει πεισθῆ περὶ τῆς γνησιότητος αὐτῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ὄχι πρὸς χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον πρὸς χάριν τῆς ἰδίας αὑτοῦ προσωπικῆς τιμῆς, νὰ μὴν ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τοιαῦτα πρόσωπα ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ.
§38Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφός μου εἶναι ἀληθές· καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἔρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ παριστᾷ τὰ πράγματα ὅλως ἀλλοῖα ἢ ὅπως ἔχουσι. Δὲν εἶδον τὴν ἐπιστολήν, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα προχθές, ἀναγινώσκοντος τοῦ προλαλήσαντος αὐτήν, πᾶν ἄλλο περιέχει ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν περιλήψει παρέστησεν ἐκ διαστροφῆς αὐθαιρέτως. Ἡ ἐπιστολὴ δὲν περιέχει τίποτε ἄλλο, ἀλλ’ ὅτι ὑπάλληλος πεπαυμένος ζητεῖ τὴν προστασίαν πολιτευομένου, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε. Τί λοιπὸν τὸ κακὸν φέρει ἡ ἐπιστολὴ αὕτη; Ἀλλὰ πάντα τὰ λεχθέντα δὲν ἀποτελοῦσιν εἰμὴ διαστροφὴν τῆς ἀληθείας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, μετατραπέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς δικολαβικὴν ἕδραν ἐν Εἰρηνοδικείῳ. Προχθὲς εἰς ἄλλην συνεδρίασιν μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἐπάρχου Ὀλυμπίας κ. Κολώκα ἐξετόξευσεν, εἶπεν ὅτι ὑπάρχει βούλευμα, κατ’ αὐτοῦ δι’ οὗ παύει πρὸς καιρὸν ἡ ἀνάκρισις. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, καίτοι γνωρίζων ὅτι δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ τοιοῦτον βούλευμα, καὶ ὅτι τοῦτο εἶχεν ἀλλοῖον χαρακτῆρα, δὲν ἠμφισβήτησα τὸν χαρακτῆρα τοῦ βουλεύματος, καὶ ῥητῶς ἐξέθηκα εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅτι τὸ βούλευμα, καίτοι ὄν, ὡς παρέστησεν ἀνακριβῶς ὁ προλαλήσας αὐτό, ἦτο ἰσοδύναμον μὲ ἀπαλλακτικόν· διότι οἱ ζητήσαντες νὰ μειώσουν τὴν πανθομολογουμένην χρηστότητα τοῦ δημοσίου τούτου λειτουργοῦ, θὰ προσήγαγον, ἐὰν εἶχον, νεωτέρας ἀποδείξεις. Εὐτυχῶς ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἡ πληροφορία μου ἐκείνη δὲν διεψεύσθη· καὶ ἰδοὺ ἔλαβον ἀντίγραφον ἐπίσημον τοῦ βουλεύματος τῶν Ἐφετῶν, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ἐκ πέντε ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν συγκείμενον, ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, τουτέστι κατήργησε τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπαυε πρὸς καιρὸν ἡ ἀνάκρισις. Καὶ ἡ πληροφορία αὕτη, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν Βουλὴν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκοῦσα, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας ἐρχόμενος ἐνταῦθα λέγει ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ λέγῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Περαίνων τὸν λόγον ὁ ἐξ Ὀλυμπίας Συνάδελφος, ἠθέλησε νὰ μὲ ἐλέγξῃ διατί ἐσιώπησα προχθὲς νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα κατὰ τῆς διοικήσεως ὡμίλησεν. Ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν ὅ,τι προοιμιαζόμενος προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν παρετήρησα, ὅτι οὐδὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω περὶ τῶν κατὰ τῆς διοικήσεως λεχθέντων, διότι οὐδὲν ὡρισμένον κατ’ αὐτῆς εἶπεν, οὐδεμίαν καταγγελίαν κατὰ ὑπαλλήλου ἀνέφερεν, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἐκτὸς τῶν ἀορίστων ἀλλ’ ἐμπαθῶν κατὰ τοῦ ἐπάρχου μεμψιμοιριῶν του, ἐπῄνεσεν ἅπασαν τὴν λοιπὴν διοίκησιν καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ προλαλήσας μὲ προεκάλεσε, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι ἡ διοίκησις σήμερον, βεβαίως δὲν εἶναι ἡ διοίκησις τοῦ 1873, ἐν τῇ σημαίᾳ τῆς ὁποίας εἶχεν ἀναγραφῆ τὸ περιώνυμον πολιτικὸν δόγμα, τὸ ὁποῖον οἱ τότε δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἐν ἐπιστολαῖς πρὸς πολιτευομένους ἔγραφον, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τόσον πιστῶς ἐτήρησαν. Ἀλλὰ τὸ πάθος τοῦ ἐξ Ὀλυμπίας Συναδέλφου εἶναι τοσοῦτον κορυφωμένον, κ. Πρόεδρε, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐξ Ὀλυμπίας ἀναχώρησιν τοῦ Ἐπάρχου κ. Κωτσάκη, ἐνόμισεν ὅτι τὸν συνέφερε νὰ μνησθῇ καὶ τούτου καὶ νὰ εἴπῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης εἶναι ἀνακριβῆ, ὡς καὶ τὰ κατὰ τοῦ νῦν Ἐπάρχου. Καὶ φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Πολιτεύματι καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, τοῦ δικαιώματος τούτου πρέπει νὰ κάμωσι χρῆσιν πάντοτε οἱ Συνάδελφοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις αὐτοῦ μετὰ φειδοῦς ἐν γένει μὲν, ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὸ ὕφος καὶ τὸν τρόπον, ὃν ὀφείλουν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ μετέρχωνται εἰς τὰς ὁμιλίας των. Δὲν πρέπει, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ἐλευθερίας, ἣν τοῖς παρέχει τὸ βῆμα, νὰ καθάπτωνται τῆς ὑπολήψεως προσώπων ἀπόντων, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιορίζωνται ἐντὸς τοῦ πρέποντος, νὰ καταγγέλλωσιν ὡρισμένας πράξεις, ἐὰν ἔχωσι τοιαύτας, καὶ νὰ μὴ καταφεύγωσιν εἰς ὕβρεις· διότι αἱ ὕβρεις καὶ αἱ τοιαῦται ἐκφράσεις, ἐκφερόμεναι κατὰ τῶν ἀπόντων, παρέχουσι τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς, ὑβριζομένους καὶ συκοφαντουμένους, νὰ ποιῶνται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἐκ φύσεως, ἤτοι τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης· διότι ὁ ὑπηρετῶν τὸ Κράτος ὑπάλληλος δὲν παύει τοῦ νὰ ἔχῃ πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου.
§39Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέφυγα νὰ σὲ ἀναφέρω, κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ κατέκρινα πράξεις δημοσίων ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας καὶ ἀπέδειξα, ἀφήσας εἰς τὴν κρίσιν τῶν δυναμένων νὰ κρίνωσι. Περὶ τούτων ἐπαρουσίασα ἐπιστολὴν τοῦ Ἐπάρχου Ὀλυμπίας, ὁ ὁποῖος σήμερον διοικῶν ἤδη τὴν Ἐπαρχίαν μας ὁμολογεῖ, ὅτι κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἀλλ’ ἐσώθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Καὶ νομίζεις, ὅτι αὐτὸ περιποιεῖ τιμήν; Ἐγὼ ἠμφισβήτησά ποτε ὅτι δὲν ἀπηλλάγη; ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα καὶ εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου ὡμολόγησα τοῦτο. Πῶς δὲ κατωρθώθη ν’ ἀπαλλαγῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον, δὲν ἠξεύρω· ἠξεύρω ὅμως, ὅτι ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐξήτασε τὰ πράγματα, δὲν ἀπηλλάγη ἐντελῶς, ἀλλ’ ἔπαυσε πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις κατ’ αὐτοῦ. Εἶναι περιττὸν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν περίοδον τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, πῶς ἐσώθη ἐκ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον ὁ Ἔπαρχός σας. Καὶ δὲν ἐθεωρήσατε πῶς εἶναι τολμηρὸν, κ. συνάδελφε καὶ ἀγαπητὲ ἀνεψιὲ, ν’ ἀναφέρητε τὴν διοίκησιν τοῦ 1873; Καὶ εἰς τί ὀφείλεις τὴν ὕπαρξίν σου ἐν τῇ πολιτικῇ, εἰμὴ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1873, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης ὄχι μόνον δὲν ἐπέτρεψε νὰ καταπολεμηθῇς, ἀλλὰ καὶ ὑπεστήριξεν ὑμᾶς, καὶ οὕτω εἰσῆλθεν ὁ ἀδελφός σου εἰς τὸ Βουλευτήριον δι’ ἐλευθέρας ἐκλογῆς;
§40Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν.
§41Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουν στενὴν σχέσιν; Καὶ ἂν τὸ ἀρνῆσθε, τότε ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς τὰ καλά μας (θόρυβος). Θὰ ἐπάθομεν βεβαίως κάτι τι καὶ ὡς ἐκ τούτου τολμῶμεν ν’ ἀμφισβητήσωμεν ἀνερυθριάστως τὰ τοῖς πᾶσι γνωστὰ καὶ ἀναμφισβήτητα. Εἰς τὸ 1873 λοιπὸν ὀφείλεις τὴν ὕπαρξίν σου· διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη σᾶς εἶχον τοποθετημένον ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ εἰς τὸ ἀῤῥάφι τῆς πολιτικῆς, ὡς καὶ ὅλην σου τὴν οἰκογένειαν διὰ τῆς πραγματικῆς ἐπιῤῥοῆς καὶ ἄνευ Κυβερνητικῆς συνδρομῆς ἢ ἄλλης τινὸς πιέσεως.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι Κοινοβουλευτικὰ αὐτά.
§43Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα, καὶ ἂν δὲν ἦναι Κοινοβουλευτικὰ, ὤφειλες, κ. Πρόεδρε νὰ τὰ προλάβῃς. Κατὰ τὸ 1873 κατωρθώθη ὁ ἀδελφός σου νὰ εἰσέλθῃ κατὰ πρῶτον καὶ χάριν τῆς ἀξιομνημονεύτου πατρικῆς ἐκείνης διοικήσεως εἰς τὸ Βουλευτήριον, καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναφέρῃς τόσον ἀχαρίστως. Ἀνέφερες καὶ προχθὲς ὅτι εἶμαι ἀτάσθαλος· δὲν σοὶ ἀπήντησα, διότι ἀπήντησεν εἰς τοῦτο τὸ μειδίαμα ὅλων τῶν Βουλευτῶν. Ἡ ἀτασθαλία δὲν χαρακτηρίζει ποσῶς ἐμὲ, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἐννοεῖτε τὴν λέξιν ταύτην, οὔτε τὰ γράμματα τὰ Ἑλληνικὰ γνωρίζετε. Ἀτάσθαλος δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις πρὸ 25 ἐτῶν πολιτευόμενος καὶ συνεχῶς Βουλευτὴς ἐρχόμενος ἐνταῦθα, δὲν μετήλλαξα θέσιν. Σεῖς ἠκολουθήσατε τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, τῇ συνδρομῇ τοῦ ὁποίου ἀνεδείχθητε Βουλευτὴς, καὶ ὅταν ἐκεῖνος ἔπεσεν ἐκ τῆς Ἐξουσίας ἐτάχθητε εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην. Ἀτάσθαλος ἑπομένως δὲν εἶμαι ἐγὼ, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὅστις συνεχῶς μεθίσταται ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἑτέραν πτέρυγα ἐξ ἰδιοτελείας, ὅπως σεῖς, ὁ ὁποῖος καὶ πρὶν προσέλθετε εἰς τὸν Κουμουνδοῦρον, ἀνήκετε εἰς τὸν ἤδη Πρωθυπουργόν. Ἀνεφέρατε, ὅτι φήμη ὑπάρχει περὶ ἐμοῦ, ὅτι διαστρέφω τὴν ἀλήθειαν· οἱ συμπράττοντες μετ’ ἐμοῦ 25 ἔτη καὶ οἱ φίλοι σας, οἱ ἀτομικῶς συνδεδεμένοι μετ’ ἐμοῦ, γνωρίζουσι τὸν χαρακτῆρα ἐμοῦ καὶ σοῦ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν κανένα σκοπόν.
§45Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετηρήσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἡ ἐπιστολὴ αὕτη λέγει ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ἀκριβῶς.
§46ΤΙΝΕΣ. Εἰς ποῖον ἀποτείνεται ἡ ἐπιστολή;
§47Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴς τινα φίλον τοῦ κ. Χριστοπούλου.
§48ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχει τὸ ὄνομά του;
§49Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει τὸν φάκελλον, ὅπως ἐξ αὐτοῦ προκύψῃ ὁ πρὸς ὃν ἀποστέλλεται· τὸ περιεχόμενον ὅμως ὑπάρχει πλῆρες, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς φίλον στενὸν τοῦ κ. Χριστοπούλου.
§50ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παραβιάζετε τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν.
§51Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἀνήκει ἀπάντησις.
§52ΤΙΝΕΣ. Πῶς εὑρέθη εἰς χεῖράς σας;
§53Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι μοὶ παρεδόθη παρ’ ἀνθρώπου, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς χεῖρας τυχαίως ἔπεσε, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει καὶ ὁ περικλείων αὐτὴν φάκελλος. Ἰδοὺ δὲ τὶ λέγει ἡ ἐπιστολή: «Βεβαίως θὰ ἔμαθες τὴν ὁριστικὴν ἀπαλλαγήν μου διὰ βουλεύματος τῶν Ἐφετῶν ἐκ τῆς ἀδίκως ἀποδοθείσης μοι κατηγορίας· μετέβην δὲ εἰς Ἀθήνας κατὰ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου, καὶ ἀφοῦ ἔμεινα ἐκεῖ σχεδὸν 40 ἡμέρας, δὲν ἠδυνήθην νὰ πραγματοποιήσω τὸν διορισμόν μου, διότι ὁ γνωστὸς φίλος, ὅστις ἦτον ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς μου, μὲ ἔπαιξε καὶ δύω λεπτὰ δὲν ἔδωκεν, ὥστε ἠναγκάσθην καὶ τὸν ἐμούντζωσα καὶ ἔφυγον ἄπρακτος, δυσαρεστηθεὶς μετ’ αὐτοῦ σπουδαίως εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἰς τὸ ἑξῆς οὔτε ζωγραφισμένον θέλω νὰ τὸν ἴδω, καὶ ἐννοεῖς ὅτι πᾶσα μετ’ αὐτοῦ σχέσις διεκόπη· διότι μοὶ ὀφείλει πολλὰ, ἐνῷ ἐγὼ οὐδέν. Μετὰ τοῦ Ἀσημάκη τὰ ἐλέγαμεν καθ’ ἑκάστην, ὅστις εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ μὲ συντρέξῃ· διὰ τοῦτο σὲ παρακαλῶ πολὺ ἅμα λάβῃς τὴν παροῦσάν μου, νὰ τοῦ γράψῃς τὰ δέοντα δι’ ἐμὲ ὅπως μὲ συντρέξῃ, ἔστω καὶ εἰς ἑτέραν Ἐπαρχίαν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθω αὐτόσε, ὅπως ἐπιθυμῶ πολὺ, διὰ νὰ ἐκδικηθῶ τὸν γνωστὸν φίλον, περὶ οὗ ἀνωτέρω σοὶ γράφω· ἀλλ’ ἔσο βέβαιος, ὅτι ὅλαι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος θὰ πραγματοποιῶνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, καὶ περὶ τούτου πιστεύω νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς, διότι εἶδες ὅταν ἤμην αὐτόσε πόσον σᾶς συνέτρεχον ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἀνωτέρω φίλου............... Ὅταν γράψῃς εἰς τὸν κ. Ἀσημάκην δι’ ἐμὲ, νὰ τοῦ γράψῃς περὶ προαγωγῆς μου· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, τὴν ἰδίαν θέσιν». Βλέπεις λοιπὸν, κ. συνάδελφε, ὅτι ἐγὼ δὲν ψεύδομαι, οὔτε κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν φροντίζῃ νὰ ἐκπληρῶσιν εὐόρκως τὰ καθήκοντά των οἱ ὑπάλληλοί της. Ὅταν καταθέτω ἐπιστολὴν περιέχουσαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐβεβαίωσα, δὲν εἶμαι ἄξιος ἐπικρίσεως, καὶ μάλιστα διὰ τρόπου, ὅστις δὲν ἁρμόζει εἰς Βουλευτὴν, οὔτε εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς σᾶς, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ῥηθῶσι, προκειμένου περὶ ἐμοῦ μάλιστα, κ. Χριστόπουλε, τὸν ὁποῖον γνωρίζει ὁ κόσμος καλῶς. Πρὸς τί δὲ ἀπεκαλέσατε τὰ ἐπιχειρήματά μου δικηγορικά; Ἐὰν, κύριε, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω φίλους μου καὶ ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ ὅ,τι ἔπραξε καὶ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος· ἀρκεῖ νὰ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου· πάντες ἐν Ἑλλάδι ἐξ ἐλαχίστων γίνονται μεγάλοι. Πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν πατραγαθίαν, αὐτοὶ ὀλίγης προσοχῆς εἶναι ἄξιοι· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω καὶ τὰ δύω. Ἐγώ, κ. Χριστόπουλε, κατάγομαι ἀπὸ γονεῖς, οἵτινες ἐθυσίασαν ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν, καὶ εἶχον πατέρα, ὅστις ἔκαμε τὸν πατέρα σου στρατηγὸν καὶ ἦτο πάντοτε Ἀντιπρόσωπος καὶ τελευταῖον Γερουσιαστής· ἐμὲ δὲ ἡ Ἐπαρχία μὲ τιμᾷ πάντοτε καὶ μὲ στέλλει διαρκῶς σχεδὸν Βουλευτὴν ἐπὶ εἰκοσιτρία ἔτη, ἐκτὸς μόνον κατὰ τὸ 1879, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπεκλείσθην, ὡς γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἤδη κατὰ ποῖον τρόπον, ἀφοῦ καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀγνοεῖ τοῦτο.
§54Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον, κ. Πρόεδρε, ἀπαντήσει εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ προαγορεύσας, διότι καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε, καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ διὰ τῆς φυσιογνωμίας της, ἀκροωμένη τοῦ Βουλευτοῦ, ἔδωκε τὴν εὐγλωττοτέραν ἀπάντησιν· εἰς ἓν ὅμως μόνον μέρος θέλω ἀπαντήσει, τουτέστιν εἰς τὸ ἀφορῶν τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε περὶ τοῦ ὅτι, ἐὰν ὑπάλληλός τις κατηγορηθῆ, καὶ ἀθωωθῆ διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ὅτι καὶ ἡ ἀθώωσις αὐτοῦ ἀφίνει πάντοτε στίγμα. Ἐγὼ βεβαίως δὲν παραδέχομαι, κ. Πρόεδρε, τὴν θεωρίαν τοῦ νομομαθοῦς τούτου κυρίου· ἀλλ’ ἐὰν δεχθῶ πρὸς στιγμὴν τὴν θεωρίαν ταύτην, τότε βεβαίως, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Κανελλόπουλος δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν μένει στίγμα τι ἐκ καταγγελίας, τὴν ὁποίαν περὶ ψευδορκίας τῷ ἔκαμον.
§55ΖΩΤΟΣ. Πρὸ μηνὸς, κύριοι, ἔκαμα γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ὑφίσταται τηλεγραφικὴ γραμμὴ μεταξὺ Φουρνᾶς καὶ Καρίτσης, χωρίων ἀπεχόντων ἓξ ὅλας ὥρας, καὶ ἐν τούτοις πρὸ τριετίας διατηροῦνται δύω τηλεγραφικοὶ φύλακες, ἐσχάτως δὲ προσετέθη καὶ τρίτος. Ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμέσως ἤθελε λάβει πληροφορίας καὶ ἤθελε παύσει τοὺς τηλεγραφοφύλακας, ἤθελε δὲ παύσει τὸν ὑπάλληλον τοῦ τηλεγραφείου, ὅστις ὑπογράφει τὰς πλαστὰς καταστάσεις, ἵνα πληρώνωνται οὗτοι. Ἠπόρησα δὲ, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνέβῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἔγεινεν Ὑπουργὸς, ἤτοι πρὸ τριετίας, ἐσκέπτετο περὶ αὐτῆς τῆς γραμμῆς ἂν πρέπει νὰ τὴν παρεκτείνῃ ἢ καταργήσῃ ταύτην, καὶ φρονῶ δὲ ὅτι ἀκόμη θὰ σκέπτεται περὶ αὐτῆς· ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις εἰσαγαγὼν τὸν Προϋπολογισμὸν προχθὲς, διήρεσε τὰς δαπάνας εἰς δύω τάξεις, δαπάνας ἠθικὰς καὶ νομικὰς, εἰς ποίαν ἐκ τῶν δύω τάξεων θέλει ἀναγράψει τὴν δαπάνην ταύτην τῶν τηλεγραφοφυλάκων, διὰ γραμμὴν μὴ ὑφισταμένην· ἀλλὰ, φρονῶ, ὅτι βεβαίως εἰς τὰς ἠθικὰς δαπάνας θὰ κατατάξῃ ταύτην. Ὅθεν παρακαλῶ, νὰ ἐρωτηθῇ ὑπ’ εὐθύνην του ὁ Δήμαρχος Κτημενίων, ἐὰν ὑφίσταται πρὸ δύω ἐτῶν ἡ γραμμή. Παρεκάλεσα τοῦτο καὶ πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν καὶ ὄχι μόνον οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔλαβον, ἀλλὰ τοὐναντίον μανθάνω, ὅτι διατηροῦνται οἱ τηλεγραφοφύλακες. Εἶναι τρομερὸν, κύριοι, οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου ἐκείνου, νὰ ὑφίστανται τὰ πάνδεινα ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι προσερχόμενοι διὰ νὰ λάβωσι ἁπλᾶς ἀδείας ὑλοτομίας, πρέπει ἢ νὰ ψευσθῶσιν εἰς τὸν Ἔφορον καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸν κ. Βουλπιώτην, ἢ ν’ ἀναγκασθῶσι νὰ μείνωσιν εἰς Καρπενήσιον δύω καὶ τρεῖς ἡμέρας ἕως ὅτου νὰ λάβωσι τοιαύτην· ἡ δὲ πρωτεύουσα τῆς Ἐπαρχίας ἀπέχει ὀκτὼ ὅλας ὥρας ἀπὸ τὸν Δῆμον ἐκεῖνον καὶ ἀναγκάζονται νὰ πληρώνωσι διὰ μίαν ἄδειαν 2 δραχμὰς, ὥστε καταντᾷ νὰ κοστίζῃ αὐτοῖς 15 δραχμάς. Εἰρηνοδικεῖον δὲν ὑφίσταται· ἔκαμα δὲ λόγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἰδιαιτέρως, ἐκτιμῶν τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Σᾶς εἶπον προσέτι, ὅτι εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν ὑπάρχουσι 200, χωρὶς νὰ μετέρχωνται ἐπιτήδευμά τι. Ἑξήκοντα δὲ πλαστὰ πρωτόκολλα ὑπὸ τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἐξεδόθησαν ἐναντίον φίλων μου, καὶ διὰ ταῦτα ἐγένοντο καταγγελίαι, ἀλλ’ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν μέχρι τοῦδε. Ὅθεν ἀναλογισθῆτε τὴν ψυχικὴν κατάστασιν τῶν πολιτῶν ἐκείνων, πληρωνόντων φόρους χρησιμεύοντας εἰς ψηφοθηρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας! Εἶναι λυπηρὸν νὰ βλέπωμεν συμβαίνοντα τὰ τοιαῦτα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας καὶ φέρῃ τὴν προσήκουσαν θεραπείαν. Σεβόμενος δὲ τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὴν ἰδικήν του οὐδέποτε ἐσεβάσθη μέχρι τοῦδε, νὰ παύσῃ τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρὸ δέκα ἡμερῶν ἐδημοσίευσα τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ ἐπαύοντο οἱ φύλακες, καὶ ἐδόθη διαταγὴ, ὅπως συλλέξωσι τοὺς τηλεγραφικοὺς στύλους.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ δανείου ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ν’ ἀναμνησθῆτε τὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι χθὲς μίαν ὁλόκληρον ὥραν ἠγόρευε διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν, ἵνα μὴ εἴπω σχεδὸν ὅλα, δὲν ἀπευθύνονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Δημόσιον, ὅταν ἐκδίδωσι δάνειον, ἀλλὰ συνεννοοῦνται μετὰ τῶν Τραπεζιτῶν ἢ Τραπεζῶν, καὶ ἀναθέτουσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου πότε εἰς Τραπέζας, ποτε εἰς ὁμάδας Τραπεζιτῶν. Σᾶς εἶπε προσέτι ὅτι μόναι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία ἀπευθύνονται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐκδίδουσαι τὰ δάνεια αὑτῶν, μετὰ τῆς πεποιθήσεως ὅτι θέλουσιν εὕρει τὸ Δημόσιον πρόθυμον ἵνα ἐγγραφῇ ἀγοραστὴς τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων των· ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ἰταλία, ὅταν ἐξέδωκε τὸ δάνειον διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, κατέφυγεν εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν Τραπεζιτῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν. Ἄν ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλετε αἰσθανθῆ τὴν αὐτὴν ἀπορίαν, ἣν καὶ ἐγὼ ᾐσθάνθην, ὅταν ἤκουον αὐτῶν. Θέλετε ἐρωτήσει ὑμᾶς αὐτοὺς πρὸς τίνα λόγον ἔλεγε ταῦτα; Μήπως ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ἐπερώτησιν ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν διατί δὲν ἐξέδωκεν ἀμέσως αὕτη τὸ δάνειον, ἀπευθυνομένη ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ προσέφυγεν εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν Τραπεζιτῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν; Μήπως ἡ Βουλὴ, συζητοῦσα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου, τοιοῦτόν τι ἔλαβεν ὡς θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἀγορεύσαντες ἐστήριξαν τοὺς λόγους αὐτῶν; Τοῦτο ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν συνεζήτει τὸ Νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἂν καὶ οὐδεὶς ἤλεγξεν αὐτὸν διότι ἀπεδέξατο τὴν συνδρομὴν τῶν Τραπεζιτῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν, προπωλήσας εἰς αὐτοὺς ἓν μέρος τοῦ δανείου, οὐδὲ ἠμφισβήτησέ τις τὴν χρησιμότητα τοῦ μέτρου καὶ τὴν λυσιτέλειαν αὐτοῦ. Ἐπικρίναντες τὸ Νομοσχέδιον οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τότε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ δανείου Νομοσχεδίου, ἀνέλυον τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, παριστῶντες τὸ ἐπαχθὲς αὐτοῦ καὶ καταδεικνύοντες τὸ ἐπιζήμιον τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ ν’ ἀποφύγῃ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς ἐλέγχους ἐκείνους, ἔστρεψε τότε τὸν λόγον, πανηγυρίζων τὸν συνδυασμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον, ὡς ἂν εἶχεν ἐπινοήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἑταιρικῆς ἐκδόσεως τῶν δανείων ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Τραπεζιτῶν. Καὶ τότε παρέστησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι πάντα ταῦτα, ὅσα ἔλεγε τότε, ἦσαν ἀνωφελῆ καὶ ἄχρηστα, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου τινὸς ζητήματος. Καὶ τότε εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτε μᾶς παρέστησε τὸ σύστημα τοῦτο ὡς ἐπινόησιν, τὴν ὁποίαν κατ’ εὐτυχίαν τοῦ Τόπου ἐφεῦρεν, ὅτι τὸ σύστημα ἦτο γνωστὸν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡμεῖς πρὸ αὐτοῦ, ὅτε ἐξεδώκαμεν τὸ δάνειον κατὰ τὸ 1879 τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δὲν ἀπευθύνθημεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐζητήσαμεν τὴν συνδρομὴν τῶν Τραπεζιτῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν. Καὶ χθὲς ὡσαύτως δὲν συνεζητεῖτο τὸ σύστημα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἡ χρῆσις αὐτοῦ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διετέθησαν τὰ ἐκ τούτου εἰσπραχθέντα χρήματα, διότι παρεστάθη ὅτι διετέθησαν πρὸς σκοποὺς ἄλλους, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐκείνους, ὑφ’ οὓς ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκατέλιπε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν τύχην καὶ ἠσχολήθη νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ἰταλία ἐξέδωκε τὸ δάνειον διὰ Τραπεζιτῶν καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει Κράτος εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ ὁποῖον δὲν μετέρχεται τὸ σύστημα τοῦτο, πλὴν τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ἀφοῦ ἐξήντλησε τὴν ἀλλοτρίαν ταύτην καὶ ἐντελῶς ἄχρηστον ὕλην, ἀφοῦ πλέον δὲν εἶχε νὰ ἐπινοήσῃ φράσεις διὰ νὰ φανῇ ἀγορεύων, καὶ νὰ ὑπολαμβάνηται ἀπὸ τῶν ἁπλουστέρων ὅτι ἀντιλέγει πρὸς τοὺς ἐπικρίνοντας αὐτὸν, μετέβη εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν, ἀλλὰ καὶ ταύτην ἀλλοτρίαν τῆς ἐπερωτήσεως, ἐπίσης ξένην τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπερώτησις ἤγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Σᾶς ὡμίλησε περὶ ἄλλου τινὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε διὰ τοῦ Νομοσχεδίου του, καὶ σᾶς παρέστησεν ὅτι εὐτυχὴς ἐπινόησις ἐπῆλθεν εἰς αὐτὸν διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἄρῃ ἀμέσως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ νὰ μὴν ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν, ἵνα ἡ ἄρσις ἐπιζητηθῇ βαθμηδὸν καὶ κατὰ διαλείμματα χρονικὰ καὶ οὐχὶ ἀμέσως. Σᾶς παρέστησεν ὅτι, ἂν ἤκουε τὴν γνώμην ἐκείνων, ὁ Τόπος ἤθελε περιέλθει εἰς χρεωκοπίαν, καὶ ἤθελεν ἴσως νὰ ἐνδείξῃ, ὅτι ἡμεῖς, ἐν ὀνόματι τοῦ Τόπου, ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, διότι συνέλαβε τὴν ἐπινόησιν νὰ μὴν ἀκούσῃ τὴν γνώμην ἐκείνων, ἀλλὰ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ καὶ τὸ θέμα τοῦτο ἦτο ἀλλότριον τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεως, οὐδὲ διεφώτιζε τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέθεσε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν εἰς αὐτὸν ὁ Νόμος, ἂν διέθεσε ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ Νόμος προσδιώριζεν, ἢ διέθεσεν αὐτὰ κατ’ ἰδίαν βούλησιν καὶ ἀρέσκειαν. Καὶ ὅταν ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθη νὰ ψαύσῃ τὸ κύριον θέμα τῆς ἐπερωτήσεως· ὅταν ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, μοὶ ἐφάνη ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν ὅσα εἶχε βεβαιώσει πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀληθῶς σᾶς ἐβεβαίωσε χθὲς ὅτι τὰ χρήματα, τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ δανείου, διετέθησαν πρὸς τοὺς τελικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ὁ Νόμος προσδιώριζε δι’ αὐτὰ, ἐνῷ εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν εἶχε βεβαιώσει ὑμᾶς ὅτι οὐχὶ μόνον πρὸς τοὺς σκοποὺς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας εἶχε δαπανήσει ἐκ τῶν χρημάτων τούτων. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὃν χθὲς ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δῆθεν ἐδαπάνησε τὰ χρήματα τοῦ δανείου πρὸς τοὺς τελικοὺς σκοποὺς τοῦ δανείου, δὲν εἶναι ἁπλοῦς, ὡς καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ δὲν εἶναι ἁπλῆ. Ἐκτὸς ὅτι, βεβαιῶν χθές, ὅτι διέθεσε τὰ χρήματα κατὰ τοὺς τελικοὺς σκοποὺς τοῦ Νόμου, ἀνῄρει ὅσα ὡμολόγησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ δανείου δὲν διέθεσε μόνον πρὸς τοὺς τελικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐκτὸς, λέγω, τούτου, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει περιωριζόμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν χθεσινὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ, ὅτι διέθεσε τὰ χρήματα πρὸς μόνους τοὺς τελικοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς ὁ Νόμος ἐπέτρεψε τὸ δάνειον, καὶ πάλιν τότε δὲν συνεμορφώθη μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου· διότι ὁ Νόμος δὲν ἀφῆκεν ἀκέραιον καὶ ἀδιαίρετον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ, ἀλλὰ διῄρεσεν αὐτὸ εἰς διαφόρους σκοποὺς καὶ ἀριθμὸν μὲν ὁμολογιῶν, τὸν ὁποῖον προώρισεν ὁ Νόμος τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀποκλειστικῶς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ταύτην ἀνέγραψεν ὡς πρώτιστον σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον προσδιωρίζοντο τὰ χρήματα τοῦ δανείου· ἄλλον δ’ ἀριθμὸν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου προώρισε διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ὁ Νόμος ἐφρόντισε νὰ προσδιορίσῃ ῥητῶς, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προσδιώριζεν ὡρισμένον ἀριθμὸν ὁμολογιῶν, τὰ χρήματα δὲ τῶν ὁμολογιῶν τούτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἀνάγκην, διότι διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ Νόμος ἀνέγραψεν, εἶχε προσδιορίσει ἄλλον ἀριθμὸν ὁμολογιῶν. Ὁ πρώτιστος σκοπὸς τοῦ Νόμου ἦτο ἡ ἐξόφλησις τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας, διότι δι’ αὐτῆς κατωρθοῦτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ γνώμη, ἣν εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔπρεπε τάχιστα ν’ ἀρθῇ, ὑπηγόρευσεν αὐτῷ τὴν ἰδέαν νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Νόμον περὶ δανείου, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ προσδιορίσῃ τοιαύτην τὴν διάθεσιν τῶν ἐξ αὐτοῦ χρημάτων. Αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ εἶχον ἀπασχολήσει ἄλλοτε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν διὰ Νόμου, ψηφισθέντος παρ’ αὐτῆς, νὰ δανεισθῇ 40 ἑκατομμύρια, νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα εἰς τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς τοῦ Κράτους. Ἡ φροντὶς περὶ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε πρὸς τὰς ἀναλαβούσας τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων Ἑταιρίας, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀπασχολήσει πρότερον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ εἶχεν εἰσαγάγει Νόμον καὶ εἶχε λάβει τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δανεισθῇ 12 ἄλλα ἑκατομμύρια διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἀλλ’ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ συνέταξε τὸν Νόμον, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τοῦτο δάνειον, ἐσκέφθη εἰς τὸ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προσδιοριζόμενον διὰ τοῦ Νόμου μέγα, σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις τοῦ Τόπου, ποσὸν διὰ τοῦ δανείου, νὰ προσθέσῃ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε ζητήσει διὰ τῶν ἄλλων δύω δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχον ψηφισθῆ πρότερον δι’ εἰδικῶν Νόμων. Ὁ πρώτιστος λοιπὸν σκοπὸς τοῦ Νόμου περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἦτο νὰ προσπορισθῇ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ πρὸς τοῦτο ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως 220 χιλιάδας ὁμολογιῶν, καὶ ἐπέτρεψε νὰ πωλήσῃ μὲν ἐξ αὐτῶν τὰς 110 χιλιάδας, ὅπως λάβῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, ἀνερχόμενον εἰς 37 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, νὰ λάβῃ δὲ προκαταβολὴν, ἐνεχυριάζουσα τὰς ἄλλας 110 χιλιάδας ὁμολογίας, ἤτοι νὰ συνομολογήσῃ προσωρινὸν δάνειον καὶ πορισθῇ καὶ τὰ ἄλλα 35 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο ὅπως προεξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέη τοῦ Δημοσίου. Τὰ 72 ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν εἶχον κοινὸν μὲ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, οὐδὲ μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Δι’ ἑκατέραν τῶν δύω τούτων ἀναγκῶν εἶχον μείνει ὑπόλοιπα ἐκ τοῦ δανείου αἱ ὑπόλοιποι 120 χιλιάδες ὁμολογιῶν, τὰ χρήματα τῶν ὁποίων εἶχον προορισθῆ, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ τὰς ἀποζημιώσεις πρὸς τοὺς κατασκευάζοντας τοὺς σιδηροδρόμους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν, λαβὼν ἐν χερσὶ τὰ 72 ἑκατομμύρια καὶ δαπανήσας αὐτὰ εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ εἰς ἀποζημιώσεις τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν, παρέβη τὸν νόμον, διότι διέθεσεν εἰς ἄλλας ἀνάγκας χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τοῦ νόμου προωρίζοντο εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ ἔχουν ἰσχυρὰν δύναμιν, ἵνα συγκινῶσι τὰς καρδίας τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἔχουσι δύναμιν, ἵνα θερμαίνωσι τὴν φαντασίαν καὶ νὰ ἐγείρωσι καὶ τὴν καρδίαν τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος. Τὰς ναυτικὰς λοιπὸν παρασκευὰς μᾶς προβάλλει σήμερον, ἵνα δείξῃ ὅτι χάριν αὐτῶν ἠναγκάσθη νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα τοῦ δανείου, ἂν καὶ αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ εἶχον καταλεχθῇ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἐγὼ ἤθελον προθύμως ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ σταματήσῃ εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Νόμου, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ σᾶς κατέδειξα, νὰ μὴ ἐνοχληθῇ, νὰ μὴ φέρῃ παρατήρησίν τινα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν διέθεσεν ἀλλαχοῦ τὰ χρήματα, τὰ προωρισμένα εἰς ἄλλον σκοπὸν, ἂν ἀληθῶς ἔκτακτοι ἀνάγκαι ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀπευθύνῃ τὴν ἐλαχίστην παρατήρησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐδαπάνα ἐκ τῶν 72 ἑκατομμυρίων ποσὸν χρημάτων, διὰ νὰ ἀποζημιώσῃ τὰς σιδηροδρομικὰς Ἑταιρίας, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἀπαίτησις αὐτῶν ἦτο ἐνεργὸς, τὸ δὲ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἄμεσον καὶ ἐπικείμενον, καὶ ἠπειλεῖτο ἕνεκα τῆς καθυστερήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ μειωθῇ ἡ πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνη τῶν Ἑταιριῶν, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἢ ἡ πρὸς αὐτὴν πίστις τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας. Ἤθελον πολὺ παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀπευθύνῃ τὴν ἐλαχίστην παρατήρησιν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπραξε τὴν παράβασιν ταύτην τοῦ Νόμου, ἵνα σώσῃ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καὶ παρασκευάσῃ τὸν Τόπον, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς ἐπικειμένην ἐθνικὴν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀνυπέρβλητος ἐθνικὴ ἀνάγκη, δι’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ μετατρέψῃ τὰ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας προωρισμένα χρήματα εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς ἢ εἰς ἀποζημιώσεις τῶν σιδηροδρομικῶν Ἑταιριῶν; Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω πολλὰ, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη παραπλησία εἶχε παρουσιασθῆ πρὸς τοῦτο· ἀρκεῖ νὰ μάθετε, ὅτι ἡ μεγίστη τῶν δαπανῶν, ἥτις ἐγένετο διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐχρησίμευσε πρὸς κατασκευὴν ἀτμοτελωνίδων, αἱ ὁποῖαι μόλις ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ κατέπλευσαν εἰς τοὺς λιμένας ἡμῶν, ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ μάθετε ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις, αἵτινες πρὸς τοὺς κατασκευάζοντας σιδηροδρόμους ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, εἶναι 98 μόνον χιλιάδες δραχμῶν, ὡς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, εἰσηγούμενος εἰς αὐτὴν τὸν Προϋπολογισμὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἴτε μόνον 65 χιλιάδες, ὡς διαψεύδοντες καὶ τὴν βεβαίωσιν ταύτην ἐπιστοποίησαν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπίμονον ἀπαίτησιν ἡμῶν ἠναγκάσθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὅθεν, ὡς βλέπετε, οὐδεμία μένει ἀμφιβολία ὅτι παρεβιάσθη ὁ Νόμος, καὶ ὅτι οὐδεμία παρέστη ἀνάγκη ἵνα δικαιολογήσῃ τοιαύτην παράβασιν τοῦ Νόμου· βλέπετε δὲ συγχρόνως, ὅτι ἂν παρεβιάσθη ὁ Νόμος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρεβιάσθη, διότι τὸ ἦθος αὐτοῦ εἶναι τοιοῦτον, νὰ μὴ σταματᾷ οὐδὲ πρὸ τοῦ Νόμου, νὰ νομίζῃ ὅτι οἱ Νόμοι εἶναι ὑποδεέστεροι αὐτοῦ, καὶ νὰ λησμονῇ ὅτι αἱ σχέσεις του πρὸς τὸ Στέμμα δὲν στηρίζονται εἰμὴ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ νὰ ἐκτελῇ πιστῶς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τίς ἤθελε μεμφθῆ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἀνηγγέλλετό που ἐπιδρομὴ ἐχθρῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἄν, διὰ ν’ ἀποκρούσῃ ταύτην, ἐδαπάνα ἐκ τῶν 72 ἑκατομμυρίων, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν χώραν ἐπαρκῶς, ἵνα θέσῃ ἐπὶ ποδὸς πολέμου τοὺς στρατούς, τοὺς ὁποίους ἔχει ὑπὸ τὰς σημαίας, ἵνα θέσῃ εἰς κίνησιν τὰ πλοῖα τοῦ στόλου, τὰ ὁποῖα τυχὸν εἶναι προσωρμισμένα εἰς τὸν Ναύσταθμον; Τίς ἤθελε μεμφθῆ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔλεγεν, ὅτι τοιαῦται ἀνάγκαι μὲ ἠνάγκασαν νὰ λησμονήσω τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ τηρήσω τὸν Νόμον τῆς Πατρίδος, ἡ ἀνάγκη ἦτο ἐπιτακτική, διότι ἐπρόκειτο νὰ σώσω εἴτε τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Κράτους, εἴτε τὴν τιμὴν αὐτοῦ, καὶ ἠναγκάσθην νὰ μὴ φανῶ ὡς ἐκ τούτου εὐλαβὴς πρὸς τοὺς Νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἐγὼ εἰσηγησάμην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑμεῖς ἐψηφίσατε. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῶσι μέτρα διὰ νὰ κατασταλῇ ἐπιδημία ἐπισκήψασα δυστυχῶς εἰς τὸ Κράτος καὶ ἀπειλοῦσα τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν, τίς θὰ ἐπέκρινε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἐδαπάνα ἐκ τῶν 72 ἑκατομμυρίων, ἀθετῶν τὸν Νόμον, διὰ νὰ περιστείλῃ τὴν ἐνσκήψασαν ἐπιδημίαν, ἢ λάβῃ μέτρα πρὸς περιστολὴν αὐτῆς; Τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῶν συμπολιτῶν του ἦτο ἐκτάκτως ἐπιτακτικὸν, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ θὰ ἦτο δεδικαιολογημένος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ηὐλαβεῖτο τοὺς Νόμους, τοὺς ὁποίους αὕτη ἔθετο. Ἀλλὰ νὰ δαπανήσῃ ἀπὸ τὰ 72 ἑκατομμύρια εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ὁ Νόμος προώρισε τὰ χρήματα ταῦτα, νὰ δαπανήσῃ εἰς κατασκευὴν ἀτμοτελωνίδων, ἢ νὰ διαθέσῃ 65 χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἀποζημιώσεις σιδηροδρόμων, διὰ νὰ δύναται νὰ μνημονεύῃ, ὅτι καὶ δι’ ἀποζημιώσεις σιδηροδρόμων ἐδαπάνησεν ἐκ τῶν 72 ἑκατομμυρίων, τοῦτο βεβαίως μαρτυρεῖ θάῤῥος τοιοῦτον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἐν Συνταγματικῇ χώρᾳ εἶναι ἄξιον ἰδίας μερίμνης τῆς Βουλῆς. Καὶ πόσα νομίζετε ὅτι ἐδαπάνησε δι’ αὐτὰς τὰς δῆθεν ναυτικὰς παρασκευάς, διὰ τὴν ἀγορὰν ὀλίγου ὑλικοῦ τοῦ στόλου, χρησίμου δι’ εἰρήνην καὶ ὄχι διὰ πόλεμον, διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀτμοτελωνίδων, διὰ τὴν κατασκευὴν τεσσάρων ἀστυνομικῶν τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος πλοίων; Κατὰ τοὺς ἐπισήμους πίνακας, τοὺς ὁποίους κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ αἴτησιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ οἱ ὁποῖοι παριστῶσι τὴν διαχείρισιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐδαπάνησε 3,515,000. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μνημονεύει, ὅτι ἐδαπάνησε καὶ 836,193 δραχμῶν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο πρὸ τῆς εἰσπράξεως χρημάτων ἐκ τοῦ δανείου. Μολονότι δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν προσδιώρισεν εἰς 836,193, δὲν ἦτο 836,193, ἀλλὰ μόνον 745,367, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τούτου· μ’ ὅλον τοῦτο, καὶ ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο περιληφθῇ εἰς τὰ δαπανηθέντα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, καὶ ἂν ὑπολογισθῇ τόσον ὅσον ψευδῶς ἐξήγησεν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ δαπανηθέντα εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς, ἤτοι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀτμοτελωνίδων καὶ τοῦ Εὐρώτα, ἀνέρχονται μόνον εἰς 4,351,193. Διὰ δὲ τοὺς σιδηροδρόμους ἐδαπανήθησαν 65,000· ὅθεν ἐδαπανήσατε εἰς τὰς δῆθεν ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ τοὺς σιδηροδρόμους 4,416,193. Ἀλλὰ σεῖς εἰσάγοντες τὸν Προϋπολογισμὸν εἴπετε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι σᾶς ἐλλείπουσι 19,000,000 ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξατε ἐκ τοῦ δανείου διὰ νὰ ἐξοφλήσητε τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου. Καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν 19,000,000 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 4,416,000, πρὸς ποίους ἐδαπανήθη τελικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ὁ Νόμος περὶ δανείου προσδιώρισεν, ὡς χθὲς ἐβεβαιοῦτε τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους εἰσήχθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον τακτικὴ, ἡ ὁποία δὲν ἐπαινεῖται οὐδὲ ὅταν τηρῆται ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν εἰς τὰς μεταξύ τῶν ἰδιωτικὰς σχέσεις, ἡ ὁποία ὅμως εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἐκτελούντων τοὺς νόμους πρὸς τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωσιν αὐτοὺς, εἶναι τακτικὴ, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω. Διατί ἀγανακτεῖτε κατὰ τῶν πτωχῶν κτηνοτρόφων, κατὰ τῶν ἀμαθῶν, γεωργῶν ὅταν παραβαίνωσιν ἀγορανομικήν τινα διάταξιν, ὅταν παραβλάπτωσι ξένην τινὰ ἰδιοκτησίαν, ὅταν κλέπτωσιν ἓν ἐρίφιον, καὶ καλούμενοι ἐνώπιον τῶν δικαστῶν ἀρνοῦνται τὰ πάντα, βεβαιοῦσι τὰ ἀντίθετα, καὶ παριστῶσιν ἑαυτοὺς ἀντὶ ζημιωτῶν τῆς ξένης ἰδιοκτησίας προστάτας αὐτῆς καὶ εὐεργέτας τῶν γειτόνων των; Καὶ ὅμως τοὺς ἀμαθεῖς ἀγρότας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἔχουσι δικαιολογίαν τινὰ διότι ἔχουσιν ἀτελεστάτην συνείδησιν τῶν νόμων, αὐτοὺς, ὡς μὴ λέγοντας τὴν ἀλήθειαν, τιμωρεῖ ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου τοὺς προσάγουσι. Καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος πρὸ πόσου χρόνου ἀπώλεσε τὴν συνήθειαν ν’ ἀκούῃ τὴν ἀλήθειαν; Καὶ σᾶς λέγουσιν ὅτι ἐδαπάνησαν πρὸς τοὺς τελικοὺς σκοποὺς, ὅτι ἐδαπάνησαν πρὸς ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐνῷ τέσσαρα μόνον ἑκατομμύρια ἐδαπάνησαν, καὶ ταῦτα οὐχὶ εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς, ἀλλ’ εἰς ἀνάγκας τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν! Καὶ σᾶς λέγουσιν ὅτι ἐκ τῶν 19 ἑκατομμυρίων ἀπεζημίωσαν τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ἐνῷ οὔτε 100 χιλιάδες δὲν ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην! Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως, κύριοι, ὅτι τῷ ὄντι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ σβέσῃ τὴν φλόγα, ἡ ὁποία κατέκαιε τὰ στέρνα του, ἐνόσῳ ἔβλεπε τὴν Ἑλλάδα ἀπαράσκευον καὶ μή δυναμένην νὰ παρατάξῃ στόλους διὰ νὰ καταστρέψῃ τοὺς ἐχθρούς της. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καιόμενος ἀπὸ αὐτὴν τὴν φλόγα, ἀπεφάσισε νὰ ἀψηφήσῃ τοὺς νόμους νὰ σπεύσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν εὐγενῆ ταύτην ἀνάγκην. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην, εἶχον δαπανηθῆ πρὸς κατασκευὴν ὀκτὼ θωρηκτῶν καὶ 15 πλοίων τῆς γραμμῆς τοῦ πολέμου. Τὰ ἄλλα χρήματα τί ἐγένοντο; Τέσσαρα μόνον ἑκατομμύρια καὶ 400 χιλιάδας δραχμὰς λέγει ὅτι ἐδαπάνησε δι’ αὐτά, ἀλλὰ λέγει συγχρόνως ὅτι ἐλλείπουσι 19 ἑκατομμύρια. Τί ἐγένοντο τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Διατί σοὶ ἔδωκεν αὐτὰ ἡ Βουλή, κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ εἰς τί σὺ τὰ ἐδαπάνησες; Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνειθίζει, ὅταν δὲν ἔχῃ πῶς νὰ δικαιολογηθῇ, νὰ παριστᾷ ἑαυτὸν ὅτι δῆθεν χλευάζει τοὺς ἀντιλέγοντας, διότι εἶναι τοσοῦτον σοφὸς, ὥστε εὑρίσκει τοὺς ἄλλους ἀσόφους, καὶ τοσοῦτον πανδαήμων, ὥστε κρίνει τοὺς ἄλλους ἀμαθεῖς. Ἵνα δῆθεν χλευάσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς τῷ ἔλεγον τί ἐγένοντο τὰ 22 ἑκατομμύρια, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι «ἐκ τῶν 72 ἑκατομμυρίων ἐλλείπουσι κατά τινας 40 ἑκατομμύρια, κατ’ ἄλλους 60, κατ’ ἄλλους 22. Νομίζω ὁ ἀριθμὸς τῶν 22 ἑκατομυρίων εἶχε συγκεντρώσει τὰς περισσοτέρας συμπαθείας». Ἀπρεπὲς ἦτο τοιοῦτον ὕφος εἰς ἄνδρα ὑπεύθυνον καὶ δοσίλογον, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν λογοδοσίαν, λησμονεῖ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ζητεῖ ν’ ἀποπλανήσῃ τὸ Κοινοβούλιον, πληροφορῶν αὐτὸ ὅτι ἐδαπάνησε τὰ χρήματα πρὸς τοὺς τελικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος προσδιώρισεν, ἤτοι εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ ἀποζημιώσεις τῶν κατασκευαζόντων τοὺς σιδηροδρόμους, ἐνῷ τὴν ἐπιοῦσαν ἀπεδεικνύοντο μὴ ἀληθῆ ταῦτα· διότι 7,908,205 ἐδαπανήθησαν εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίου τῶν δανείων· ἐνῷ 300 χιλιάδων δραχμῶν διέθεσεν ἐξ αὐτῶν διὰ νὰ ἐφοδιάσῃ τὸ ταμεῖον τῆς Ἄρτης, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε χρήματα, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πληρωμὰς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων ἢ τῆς φρουρᾶς, ἡ ὁποία ἐκεῖ ἐφρούρει· ἐνῷ 65 χιλιάδας ἐδαπάνησεν ἐξ αὐτῶν εἰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐνῷ ἐξ αὐτῶν ἐδαπάνησε καὶ εἰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀκόμη· ἐνῷ ἐξ αὐτῶν ἐδαπάνησε καὶ διὰ νὰ ἀγοράσῃ σιγαρόχαρτον δραχμὰς 166,612:79. Καὶ τὰ χρήματα τοῦ δανείου προωρίσθησαν νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀγορὰν σιγαροχάρτου. Τὰ χρήματα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν διὰ νὰ ἐξοφληθῶσι τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐχρησίμευσαν κατὰ ποσὸν σημαντικὸν εἰς θεραπείαν τῶν συνήθων ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διατί συνέβη τοῦτο; Διατί ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Αὐτὸ ἠθέλησε χθὲς νὰ παραστήσῃ ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ἐπερώτησιν ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, δυσαρεστήσας τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Ἄρτης, ὅστις παρέστη ἐν τῷ μέσῳ διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπιθυμίαν, ὅτι καὶ τὰ τοῦ δανείου πρέπει νὰ ἀναμιχθῶσι μὲ τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸς ὁ πόθος ν’ ἀναμιγνύωνται τὰ πάντα, νὰ ἀναμιγνύηται τὸ σιγαρόχαρτον μὲ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς, ν’ ἀναμιγνύηται ἡ πληρωμὴ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐν τῇ πατρίδι τοῦ κ. Καραπάνου, μετὰ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς Τραπέζας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς συγχύσεως εὐκολύνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς συγχύσεως θέλουσι νὰ περικαλύψωσι τὴν ἀλήθειαν. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, ἵνα διαφωτίσῃ ἑαυτὸ καὶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν σύγχυσιν ταύτην. Ἐὰν τὰ 19 ἑκατομμύρια δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς ἀλλοτρίους τοῦ Νόμου σκοποὺς, ἢ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤθελεν ἀρθῆ, καὶ ἤθελεν ἀρθῆ συμφώνως πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δηλονότι ἐν τῷ χρόνῳ ἐκείνῳ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅταν συνέταξε τὸν Νόμον, καὶ ὅταν εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅταν ὑπεστήριξεν αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου εἶχε προσδιορίσει ὡς χρόνον πραγματοποιήσεως τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως προέβαλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἦτο εὔκολον ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αὐταὶ αἱ τεράστιαι δυσχέρειαι πρὸς μεταφορὰν τῶν χρημάτων τῆς τρίτης δόσεως. Τί μᾶς ἐνδιαφέρει, ἐὰν δι’ 680 ἀποστολῶν ἡ Ἰταλία εἰσέπραξε τὰ 600,000,000 τοῦ δανείου αὐτῆς; Καὶ μᾶς προβάλλουσι τοῦτο καθ’ ὃν χρόνον τὰ χρήματα τὰ ἰδικά μας δὲν ἔμελλον νὰ φθάσωσιν εἰς Ἀθήνας διὰ τῶν σιδηροδρόμων, ἀλλὰ νὰ κομισθῶσιν ἐνταῦθα δι’ ἀτμοπλοίων, μηδένα διατρέχοντα κίνδυνον καὶ ἀσφαλιζόμενα διὰ τῶν ἁπλουστάτων τρόπων, δι’ ὧν ἀσφαλίζονται πάντοτε τὰ δι’ ἀτμοπλοίων μετακομιζόμενα χρήματα, ἐνῷ πέντε ἡμέραι ἀρκοῦσιν ἀπὸ Μασσαλίας μέχρι Πειραιῶς, ἐνῷ 20 ὧραι ἀρκοῦσιν ἀπὸ Παρισίων εἰς Μασσαλίαν. Ἠδύνασθε νὰ διαιρέσητε τὰ 24 ἑκατομμύρια εἰς τέσσαρα ἀτμόπλοια, ἕκαστον καθ’ ἑβδομάδα, καὶ ἐντὸς τεσσάρων ἑβδομάδων ἠθέλετε ἔχει τὰ χρήματα ὅλα τῆς τρίτης δόσεως. Κατὰ τὸ 1879 δὲν ἐκομίσαμεν ἡμεῖς ἓξ ἑκατομμύρια δι’ ἑνὸς ἀτμοπλοίου τοῦ Fraissinet, καὶ εἴχομεν αὐτὰ ἐντὸς ἑπτὰ ἡμερῶν εἰς Πειραιᾶ καὶ εἰσηγάγομεν αὐτὰ ἀμέσως εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἐὰν εἴχατε εἰς τέσσαρας ἑβδομάδας τὰ 24 ἑκατομμύρια, ἠθέλατε ἐξοφλήσει τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου, καὶ ζητήσει ἀπὸ τὰς Τραπέζας τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἤθελε σᾶς εἴπει, ὅτι χρεωστεῖτε ἀκόμη καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ταῦτα νὰ πληρώσητε. Ἀλλὰ σεῖς δὲν εἴχετε πλέον τὰ χρήματα, διότι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα, ἵνα πληρωθῶσι καὶ τὰ ἄλλα ἐκεῖνα ὀφειλόμενα εἰς τὴν Τράπεζαν ἑκατομμύρια, ὑμεῖς ἐξωδεύσατε εἰς ἀγορὰν σιγαροχάρτου καὶ εἰς πληρωμὴν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ταμείου τῆς Ἄρτης. Ἀφοῦ δὲ εὑρέθητε εἰς δυσχερῆ ἀληθῶς θέσιν, διότι ἐβλέπετε, ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐκπληρώσητε τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ σᾶς ἐνεπιστεύθη τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐτολμήσατε νὰ ὑποβάλητε τὸ Κράτος εἰς πᾶσαν θυσίαν, διὰ νὰ δυνηθῆτε τέλος πάντων νὰ δείξητε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι κατωρθώσατε ὅ,τι εἴπατε, ἤτοι ὅτι θὰ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἤρατε αὐτήν. Ἀληθῶς θυσία εἶναι νὰ συναινέσητε νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ συνηνέσατε, διότι εἶσθε ὁ ὑπαίτιος αὐτῆς τῆς ἀνατροπῆς τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἔλαβε χώραν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου αὐτοῦ. Εὑρέθητε λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσητε χρήματα, νὰ ζητήσητε νὰ δανεισθῆτε ἄλλα χρήματα παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον, αὐτοὶ δὲ δὲν σᾶς ἐδάνειζον, ἀλλ’ ἐζήτουν νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον διὰ νὰ εἰσπράξωσιν ἐκ τῶν ἐγγραφῶν τοῦ δανείου τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτε. Θυσία ἦτο ν’ ἀναγνωρίσητε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα ὅτι ἠδύναντο νὰ καταλογίσωσιν εἰς τὸ προπωληθὲν μέρος τοῦ δανείου τὰς ἐγγραφὰς, τὰς ὁποίας μᾶς εἴπατε ὅτι ἐπετύχατε κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἐὰν αἱ γενόμεναι δῆθεν ἐγγραφαὶ δὲν κατελογίζοντο εἰς τὸ μέρος τὸ προπωληθὲν τοῦ δανείου, θὰ κατελογίζοντο τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς μέρος τῶν ὁμολογιῶν τῶν πωλουμένων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος ἐζημιώθη ὑπὲρ τὰς 100 χιλιάδας δραχμῶν, στερηθὲν τῶν δύω φράγκων δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν. Ἀλλ’ ἡ θυσία αὕτη σᾶς παρεῖχεν ἄλλην εὐκολίαν· διότι, ἀφοῦ κατελογίσατε τὰς ἐγγραφὰς εἰς τὸ προπωληθὲν μέρος τοῦ δανείου, οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου δὲν εἶχον οὐδεμίαν δυσκολίαν πλέον ἵνα ἐγγράψωσιν οὐχὶ 100 χιλιάδας ὁμολογιῶν, ὅσας μᾶς εἴπετε ὅτι ἐνεγράφησαν, ἀλλὰ καὶ τὰς 110 χιλιάδας. Δὲν ἐπρόκειτο πλέον νὰ πληρώσωσιν οὐδὲ λεπτὸν, διότι ἐνεγράφοντο ἵνα ἀγοράσωσι τὸ ἴδιον αὑτῶν πρᾶγμα καὶ ἀγοράσωσιν ὁμολογίας, τὰς ὁποίας εἶχον ἤδη ἀγοράσει, καὶ τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον εἶχον ἤδη πληρώσει. Ἑπομένως προέβητε καὶ εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, διὰ νὰ παραστήσητε τοιουτοτρόπως καὶ εἰκονικὰς ἐγγραφὰς, καὶ νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἐπέτυχε τὸ δάνειον κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ ὅτι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου ὑπῆρξεν ἡ ἐπιτυχία τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ γνήσιαι ἂν ἦσαν αἱ 100 χιλιάδες ἐγγραφαὶ, δηλαδὴ ἐὰν ἐγίνοντο ὑπὸ ἀγοραστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ καταβάλωσι τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, ἐπειδὴ τὰ ἐκ τούτων χρήματα ἤθελον λάβει οἱ προαγοράσαντες τὸ μέρος τοῦ δανείου, ἀφοῦ κατελογίσατε εἰς ὄφελος αὐτῶν τὰς ἐγγραφὰς, ἐμένετε πάλιν ἐκτεθειμένοι διὰ τὰς ἐνεχυριασθείσας διὰ τὴν προκαταβολὴν, ἂν αὐτοὶ δὲν ἐνήσκουν τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως ἐπ’ αὐτῶν· ἐμένετε πάλιν ὀφείλοντες τὰ 35 ἑκατομμύρια, καὶ ἠθέλετε ἐξακολουθεῖ ἔχοντες εἰς ἐνέχυρον τὰς 110 χιλιάδας ὁμολογιῶν διὰ τὸ δάνειον τῶν 35 ἑκατομμυρίων τῆς προκαταβολῆς, καὶ ἐκτὸς τῶν εἰρημένων 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν καὶ ἄλλας 30 χιλιάδας ἐκ τῶν ἀνὰ χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ὑπολοίπων 120 χιλιάδων. Ἐὰν ἔκτακτοι περιστάσεις δὲν συμβῶσι, μετ’ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελε κληθῆ τὸ Κράτος νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ 35 ἑκατομμύρια τῆς προκαταβολῆς εἰς τοὺς προκαταβαλόντας αὐτὰ, δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν τιμὴν θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσητε τὰς 110 ταύτας χιλιάδας ὁμολογίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν οἱ ἐκδόται ἐνήσκουν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ Νόμος τοῦ δανείου παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς, νὰ ἐκλέξωσι καὶ λάβωσι τὰς 110 χιλιάδας ὁμολογιῶν, τὰς χρησιμευούσας ὡς ἐνέχυρον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ, ὡς πολίτην Ἕλληνα, εἶναι λίαν ἐπιθυμητὸν, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν, σπεύδοντες νὰ ἄρητε ὅπως καὶ ὅπως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θέλετε πάλιν ἀναγκασθῆ νὰ παραδώσητε τὰς 90 χιλιάδας ὑπολοίπους ὁμολογίας εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Τραπεζῶν, εἴτε ἂν ἐνεχυριάσητε αὐτὰς, ὡς μᾶς προετείνατε προχθὲς, εἴτε ἂν πωλήσητε αὐτὰς. Θέλετε ὑποβιβάσει τὴν τιμὴν των ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον θέλομεν ἔχει τὴν παρήγορον πληροφορίαν, ὅτι, ἐὰν ἐχάσαμεν ὅλον τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, κατωρθώσαμεν τέλος πάντων νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὴν προκαταβολήν· θέλομεν δ’ ἔχει ἥσυχον τὴν συνείδησίν μας, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ διὰ ναυτικῶν παρασκευῶν, διότι ἐπρομηθεύθημεν τὴν Κίχλαν καὶ τὴν Ἀηδόνα, ἀλλ’ οὐδὲν πλέον αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχωμεν χρήματα ἵνα προμηθευθῶμεν ἄλλα πλοῖα. Ὅταν ἐπηρωτῶμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀκολουθοῦντες τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου ἐκ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶ, κατὰ τὴν παραμονὴν τοῦ προσδιορισθέντος πρὸς ἔκδοσιν τοῦ δανείου χρόνου· ὅταν ἐπηρωτῶμεν τότε ὑμᾶς διατί σπεύδετε νὰ ἐκδώσητε τὸ δάνειον, ἐνῷ δὲν ἤρατε ἀκόμη τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νομίζετε ὅτι ἡμεῖς ὑπεθέτομεν ὅτι ἠθέλομεν μεταπείσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου; Ἢ νομίζετε, ὅτι ἠλπίζομεν ἡμεῖς, ὅτι ἂν τὸ δάνειον ἐξεδίδετο μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἤθελε προσπορισθῆ χρῆμα περισσότερον ἐκ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ; Γνωρίζομεν τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ, ἄν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν προεκήρυσσον ὡς θέμα πρὸς βράβευσιν τὴν ἀνεύρεσιν οἰκονομικοῦ τινος μέτρου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε, καὶ ὑπισχνούμην νὰ πληρώσω ἐν τοιαύτῃ περιστάσει βραβεῖα, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ὑποσχεθῶ νέον διαγωνισμὸν πρὸς βράβευσιν, ἐὰν μοὶ ἀναμνήσῃ τις μίαν μόνην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἠδυνήθη νὰ μεταπείσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Καὶ διὰ τὸ διαγώνισμα τοῦτο ὑπόσχομαι νὰ πληρώσω νέον βραβεῖον. Καὶ ἀφοῦ τοιαύτην εἴχομεν γνώμην, θὰ εἴμεθα ὑπερβαλλόντως ἀνακόλουθοι νὰ ὑποθάλπωμεν ἐν ἐμαυτοῖς τὴν ἐλπίδα ὅτι, ὅταν ἐπηρωτῶμεν αὐτὸν, ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἢ ὅτι ἠθέλομέν ποτε ἐλπίσει, ὅτι, καὶ ἂν τὸ δάνειον δὲν ἐξεδίδετο τότε καὶ ἂν ἀνεβάλετο, ἵνα προηγηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἤθελεν εἰσπράξει περισσότερον χρῆμα. Ἐγνωρίζομεν, ἔχοντες ἀκριβῆ καὶ πλήρη γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, ὅτι ἔμελλε νὰ συμβῇ, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὰ τηλεγραφήματα πρὸ μικροῦ μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι μετὰ τοῦτο ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ὑποτίμησις τῶν ὁμολογιῶν, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεῖ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καὶ ἂν αὕτη ἐγίνετο μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μεγαλειτέραν τιμήν. Ἀλλ’ εἴχομεν ἄλλον σκοπὸν, εἴχομεν τὸν σκοπὸν, ὅταν ἐπηρωτῶμεν, νὰ δείξωμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι διαγιγνώσκομεν τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας προεκάλει, μετερχόμενος πάντα ταῦτα τὰ μέσα διὰ νὰ κατορθώσῃ καὶ πραγματοποιήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· νὰ καταδείξωμεν εἰς αὐτὸν, ὅτι γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἦσαν μόνον οἱ κατὰ τὸν ψηφισθέντα Νόμον ἐπαχθεῖς ὅροι τοῦ δανείου, δὲν ἦσαν μόνον αἱ ἐπικερδεῖς καὶ συμφέρουσαι συμφωνίαι, τὰς ὁποίας συνωμολόγησαν τότε ὑπὲρ τῶν Τραπεζιτῶν, ὅταν τὸν Νόμον εἰσήγαγον καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφιζεν αὐτὸν, ἀλλ’ ὅτι πλὴν τούτων καὶ κατὰ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, εἰς νέας ὑπέβαλον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον θυσίας, τὴν θυσίαν ὅτι ἀφῆκαν εἰς ὄφελος τῶν Τραπεζιτῶν καὶ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ἐδωρήσαμεν εἰς τοὺς Τραπεζίτας ἐπὶ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον καταβάλει, τὸ μέρος τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰς 25,200 ὁμολογίας τῆς Τραπέζης καὶ ὅπερ ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀγορεύων, σᾶς παρεκάλεσε νὰ μὴ λησμονήσητε πόσον προνοητικὸς ἦτον ὅταν ἐσυζητεῖτο τὸ Νομοσχέδιον περὶ δανείου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ ὀφείλεται αὐτὸ τὸ μέγα κατόρθωμα, νὰ διατηρήσητε ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, ἵνα δανεισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ 10 ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν, διὰ τοῦτο δ’ ἀπεμάκρυνε τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν τραπεζιτῶν, τὴν ἀγοράσασαν τὰς 110 χιλιάδας ὁμολογίας διὰ τῶν 37,000,000. Δὲν γνωρίζω ἂν ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ· χρεωστῶ ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ γενόμενον, ἐγένετο κατὰ τρόπον ἥκιστα συμβιβαζόμενον μὲ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐπιψηφίζονται οἱ Νόμοι. Ἀληθῶς κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ δανείου ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῶσι παρεξηγήσεις τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρ. 7 τῆς Συμβάσεως, ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ τι, τὸ ὁποῖον ἐδέχθησαν καὶ οἱ τραπεζῖται, καὶ τὸ ὁποῖον πρὸ πέντε λεπτῶν τῆς ὥρας εἶχε διανεμηθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κκ. Βουλευτῶν—καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, διότι καὶ ἐγώ εἰμι μεταξὺ αὐτῶν— οὔτε ἔλαβον γνῶσιν τῆς νέας συντάξεως τοῦ ἄρθρου, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρός· ἐπείσθησαν δὲ πάντες, ὅτι ἀληθῶς πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως ἐγένετο ἡ νέα σύνταξις αὐτοῦ, οὐδ’ ἐνόησαν ὅτι δι’ αὐτῆς ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ 10 ἄλλα ἑκατομμύρια, ἤτοι ὅτι ἐχορηγήσαμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὐχὶ 72 ἑκατομμύρια διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη ἡμῶν, ἀλλ’ 82 ἑκατομμύρια. Καὶ ἀληθῶς 82 ἑκατομμύρια ἐχορηγήσαμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τώρα διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη ἡμῶν α) τὰ 37 ἑκατομμύρια, τὸ ἀντίτιμον τοῦ προπωληθέντος μέρους τοῦ δανείου τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν· β) τὰ 35 ἑκατομμύρια τῆς προκαταβολῆς· γ) τὰ 10 ἑκατομμύρια τοῦ νέου δανείου τῆς Τραπέζης. «Ἐπειδὴ παρετήρησα, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι παρερμηνεύονται διατάξεις τινὲς τῆς Συμβάσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐζήτησα παρ’ αὐτῆς ὅπως ἀποδεχθῇ νὰ καταχωρισθῇ ἐν τῷ Νόμῳ διάταξις ἑρμηνευτική. Ἡ Τράπεζα ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δι’ οὗ ἀποδέχεται ὅπως καταχωρισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ κατόπιν τούτου ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρόσθετον ἄρθρον 7, τοῦ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ 7 ἄρθρου γιγνομένου 8. Ἐφρόντισα ὅπως ἡ προσθήκη αὕτη δημοσιευθῇ καὶ διανεμηθῇ, καὶ ἤδη θὰ ἔχετε ταύτην ἀνὰ χεῖρας». Μετ’ ὀλίγον ἐψηφίσθη ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ, ἐψηφίσθη δὲ καὶ ἡ δῆθεν ἑρμηνευτικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν εἰρημένην ἔννοιαν, ἥτις παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὸ νέον δάνειον, τὰ 10 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν διῆλθε τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἀλλ’ ἐπεψηφίσθη μόνον εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, ἤτοι εἰσήχθη καὶ ἐπεψηφίσθη μόνον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Βλέπετε, κατὰ δυστυχίαν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἀκρίβειαν οὐδαμοῦ, οὔτε ἐν τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν ψηφίζονται οἱ Νόμοι, οὐδ’ ἐν τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν ἐκτελοῦνται, οὐδ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀριθμοῖς· διότι οὐδὲν ἄλλο εἴδομεν, εἰς μὴ σπουδὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία πολλάκις διαφεύγει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ψήφισιν τῶν Νόμων. Τί νὰ εἴπω διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων, ἢ διὰ τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνας δι’ ἃς προωρίσθησαν; Ἀλλ’ ὅταν ἐσυζητοῦμεν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ἐποριζόμεθα καὶ ἄλλο τι κέρδος, τοῦ ὁποίου ἔχομεν μεγάλην ἀνάγκην, φίλοι συνάδελφοι, τὸ ἑξῆς. Καὶ ἀκούσατε, οὐχὶ τοὺς λόγους ἡμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι ἡμεῖς ἐξ ἰδιοτελείας καὶ φατριασμοῦ καὶ ἄλλων σκοπῶν πλαγίων ζητοῦμεν νὰ σᾶς παρασύρωμεν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἠκούσατε αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἠλέγχομεν αὐτὸν διατί συνήνεσε νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτι ἐλησμόνησεν ὅσα εἶχεν εἴπει εἰς τὴν Βουλήν, συζητουμένου τοῦ Νόμου περὶ δανείου, ὅτι οὕτω μόνον ἐκδίδων τὸ δάνειον μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἤθελε κατορθώσει νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον. Ἀλλὰ προχθὲς, ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε «μὴ δίδητε προσοχὴν εἰς ταῦτα». Ἔλεγεν ἀληθῶς τότε αὐτά, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν, ἐὰν δὲν γράφωνται ἐν τῷ Νόμῳ, καὶ ἐπειδὴ ὅσα σᾶς εἶπε τότε διὰ νὰ σᾶς πείσῃ, δὲν ὑπάρχουσι γεγραμμένα ἐν τῷ Νόμῳ, ἦσαν λόγοι κενοὶ ἀνάξιοι προσοχῆς. Καὶ νομίζετε ὅτι εἶνε μικρὸν τὸ κέρδος τοῦτο, ἐὰν τοιαύτην ὁμολογίαν ἀπεκτήσαμεν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καθιστῶσαν κατάδηλον τὸ συμβαῖνον ἐν τῇ Πατρίδι δεινόν; Ἐλπὶς εἶναι, ὅτι θέλει ἔλθει προσεχῶς ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Τόπος θέλει δυνηθῆ νὰ καταβάλῃ ὅλας τὰς δυνατὰς ἀποπείρας, διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ οἰκονομική πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρώθησεν αὐτό. Καὶ δὲν ἤκουσε ταῦτα μόνον ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τῶν ἰδίων λόγων αὐτοῦ ἤκουσαν καὶ ἄλλην ὁμολογίαν, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα διαδίδουσι τὰ τηλεγραφήματα εἶναι ψεύδη καὶ εἰς ταῦτα δὲν πρέπει νὰ προσέχῃ τις. Αὐτὸ ἡμεῖς ἐγινώσκομεν ἤδη, καὶ ἀναγινώσκοντες τὰ τηλεγραφήματα γνωρίζομεν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἔργα τῶν ἐν Ἀθήναις τηλεγραφικῶν Πρακτορείων, καὶ ὅτι τὰ Πρακτορεῖα τῶν δύω γνωστῶν ἐν Ἑλλάδι τηλεγραφικῶν ἑταιριῶν κατήντησαν καὶ ταῦτα ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, μεταδίδοντα ψεύδη, καὶ ἐκθειάζοντα πάντοτε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ψέγοντα δὲ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἦτον ἀναγκαῖον νὰ τὸ ἀκούσητε καὶ ὑμεῖς, διότι θέλει ἔλθει ἴσως ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν ἀκούσει καὶ πάλιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν ὅταν διεδέχθη τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς Μεσσήνης. Δὲν σᾶς ἔλεγε τότε, ὅτι μόλις ἐν Εὐρώπῃ ἤκουσαν τὸ ὄνομα τοῦ Κουμουνδούρου ὡς ἀνελθόντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπετιμήθησαν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα; Αὐτὰ βεβαίως θέλετε ἀκούσει καὶ πάλιν, ὅταν ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τῆς κρατούσης πανσόφου πολιτικῆς, ὅτε πιθανῶς θέλει πάλιν σᾶς ἀναγγελθῆ, ὅτι ὑπετιμήθησαν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πάνσοφος οἰκονομικὴ πολιτικὴ περιήγαγεν ἡμᾶς ἀληθῶς εἰς θέσιν τοιαύτην, εἰς τὴν ὁποίαν ὀλίγα Κράτη περιῆλθον. Τὴν στιγμὴν ταύτην εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐχὶ μόνος ἐγώ, ἀλλὰ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν ἠξεύρουσι τί νὰ ἐπιθυμήσωσι. Πρέπει νὰ ἐπιθυμήσωσι νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μέχρι τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ πρέπει νὰ μὴ ἐπιθυμήσωσι νὰ πραγματοποιηθῇ παντάπασιν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Καὶ πῶς νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Τάχα δὲν συλλογίζονται ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται καὶ ἐξετάζουσι τὰ ὑπὸ συζήτησιν οἰκονομικὰ ζητήματα, τάχα δὲν συλλογίζονται πόσον εὐπαθῆ καὶ εὐμετάτρεπτα εἶναι τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν, ὅτι ὁ Τόπος ὑπέστη κλονισμὸν οἰκονομικὸν, ὅταν ἀνηγγέλθη, ὅτι αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; ὅτι ὁ Τόπος ὑπέστη κλονισμὸν δευτέραν φορὰν, ἀντίθετον ὅμως οἰκονομικὸν κλονισμὸν, ὅταν ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι, ὅτι δὲν αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; ὅτι ὑπέστη τρίτον κλονισμόν, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι βεβαίως αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; καὶ ὅτι, ἐὰν ὄχι κλονισμόν, ἀλλὰ καθολικὴν ἀνατροπὴν τῶν σκέψεων καὶ ἐνεργειῶν θέλει ἐπιφέρει ἐν ὅλῳ τῷ οἰκονομικῷ κόσμῳ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν γεννηθῇ ἐν αὐτῷ ἀσφαλὴς πεποίθησις, ὅτι δὲν θέλει κατορθωθῆ ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Πῶς θέλετε ὑμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν αὐτὴν μετ’ ἐμοῦ γνώμην καὶ ἐξετάζοντες τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἡμῶν, νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιαῦτα θέλουσιν ἐπέλθει δεινὰ, ἂν δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Ἡ εὐπάθεια τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ὑποστάσης τοσούτους κλονισμοὺς, ἐπέφερε βεβαίως τὴν οἰκονομικὴν ταύτην κατάστασιν. Ἀπαραλλάκτως τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα φέρουσιν ἀλλεπάλληλοι σπασμοὶ εἰς ἀσθενῆ σώματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν δυστυχίαν νὰ ἔχωσι νοσοῦν τὸ σύστημα τῶν νεύρων των. Ἀλλ’ ἐνῷ προβλέπουσι ποῖον κακὸν θέλει συντελεσθῆ, ἐὰν γείνῃ γνωστὸν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, συλλογισθῆτε πάλιν ποῖον κακὸν θέλει συντελεσθῆ καὶ εἰς ποίαν θέσιν θέλει εὑρεθῆ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἤθελε κατορθώσει ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν! Ἢ νομίζετε ὅτι, ἀρθείσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλουσιν εἰσρεύσει τὰ χρήματα εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι τὰ χαίνοντα ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλουσι τάχιστα πληρωθῆ διὰ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους; Τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐν τρισὶ κατὰ συνέχειαν Προϋπολογισμοῖς ἀφῆκεν ἡ διαχείρισις τοῦ παρόντος Ὑπουργείου; Καὶ ἐὰν τὰ ἐλλείμματα αὐτὰ ἐξακολουθήσωσιν ὡς θέλουσιν ἐξακολουθήσει, ἐὰν μάλιστα ψηφισθῇ ὡς ἔχει ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ Προϋπολογισμὸς, ἀφοῦ τὰ ἐλλείμματα ἐξακολουθήσωσι, τί θέλει πράξει ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν δὲν θέλει πορισθῆ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς τόκους τῶν δανείων; Ποῦ δὲ θέλει εὑρεῖ προθυμίαν, ἵνα δανείσωσιν αὐτήν; Καὶ ἂν δὲν εὕρῃ προθυμίαν νὰ τὴν δανείσωσιν, ἂν εὕρῃ τὰς θύρας κεκλεισμένας, τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ἀναλογίζεται, ὅτι μόνον θέλει παρασταθῆ πάλιν μέσον σωτηρίας, νὰ ἐπαναφέρωσι πάλιν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Τῷ ὄντι ὁμολογῶ εἰλικρινῶς—καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ταράσσει τὸν νοῦν μου οὐδεὶς πειρασμὸς φιλαρχίας—ποῖον γόητρον ἔχει πλέον ἡ Ἀρχὴ, ὅταν κατήντησε τοσούτῳ δυσχερὴς καὶ ἀκανθώδης ἡ ἐπικλωθομένη ἀποστολὴ εἰς τοὺς μετέχοντας αὐτῆς; Τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θερμαίνει τὴν καρδίαν μου, οὔτε αὐτὸ τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας. Καὶ τὸ εἶπον πάθος, διότι τῷ ὄντι αὐτὸ εἶναι ἱκανὸν νὰ περιβάλῃ τὸν ἄνθρωπον διὰ τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ λησμονῇ καὶ τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ ἄτομον καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀνυψοῦται ὑπεράνω τῶν ἀνθρωπίνων ἀτελειῶν. Ποία φιλοδοξία δύναται νὰ θερμάνῃ τινὰ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὅν δὲν εἶναι ἀναμφίβολον, εἶναι μᾶλλον πιθανὸν, ὅτι ὅσας καὶ ἂν καταβάλῃ προσπαθείας, ὅσας καὶ ἂν προσενέγκῃ ὑπερανθρώπους ὑπηρεσίας, ὅτι ὅσῳ καὶ ἂν ὑψωθῇ ὑπεράνω τοῦ πραγματικοῦ τούτου κόσμου, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ματαιουμένας τὰς προσπαθείας του, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι εἰς τὴν πατρίδα μου, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπισκήψῃ εἰς αὐτὴν ἡ μεγίστη συμφορά! Διὰ τοῦτο τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν διακρίνω τὴν μίαν πτέρυγα· θεωρῶ πάντας ἀδελφοὺς κεκλημένους νὰ μεριμνήσωσιν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ ὅσῳ ἀνυψοῦμαι, τοσοῦτον ἀπὸ τοῦ ὕψους εἰς τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζω ἐμαυτὸν βλέπω τὸ ἀνορυχθὲν βάραθρον, καὶ διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι διερμηνεύω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ εἰλικρινὲς φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, προκαλῶν τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους νὰ σπεύσωσι νὰ περιφράξωσι τὸ βάραθρον τοῦτο πρὶν ἢ ἡ πατρὶς καταπέσῃ ἐν αὐτῷ. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐν τῶν ἀκροατηρίων).
§59ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὀκτὼ ἡ ὥρα πλέον, κύριε Πρόεδρε, (θόρυβος).
§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Ἀθανασιάδης καὶ μετ’ αὐτὸν ἔχω τὸν λόγον ἐγὼ καθὼς καὶ ἄλλοι. Βλέπω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει προθυμία μεγάλη, ὅπως εἰς μίαν παννύχιον συνεδρίασιν ἐψηφίσθη τὸ δάνειον, οὕτως εἰς μίαν παννύχιον ζητοῦσι νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν· ἀπεφάσισαν νὰ μᾶς μεταβάλωσιν εἰς χώραν τοῦ Κεδίβου καὶ εἰς χώραν τοῦ Σουδάρη. Ἡμεῖς ὅμως τὰ ἐσυζητήσαμεν εὐρέως, καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν πλέον εἰς τοὺς κατεργαραίους νὰ νέμωνται τὴν Ἐθνικὴν περιουσίαν (ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸν Κανονισμόν (θόρυβος). Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων ὕβρισεν ὁλόκληρον τὴν πτέρυγα, νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν καὶ παρακαλεῖται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔκφρασίν του (θόρυβος). Προτείνατε τὴν ἀναβολήν;
§64ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Δημητρακάκης, μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ἀκολούθως ὁ κ. Ἀθανασιάδης (θόρυβος). Σᾶς ἀνακαλῶ, κ. Πετιμεζᾶ, εἰς τὴν τάξιν καὶ αὐτὸ θὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.— Προσκαλεῖται ὁ κ. Δημητρακάκης (θόρυβος).
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸς καὶ μάταιος ὁ γινόμενος θόρυβος. Τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ πρὶν φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐτυμηγορίας, νομίζω ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ ἐξετασθῇ εὐρέως. Διὰ νὰ γείνῃ ὅμως ἡ εὐρεῖα αὕτη συζήτησις, νομίζομεν ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακάκης, μετ’ αὐτὸν τὸν ἐζήτησα ἐγὼ, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσητε· μετ’ ἐμὲ ὁ κ. Ἀθανασιάδης, καὶ μετὰ τὸν κ. Ἀθανασιάδην ὁ κ. Πετιμεζᾶς· πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἄλλοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι νὰ θέλουν νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν νύκτα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν; Πρέπει νὰ εἴμεθα, νομίζω, συνεπεῖς εἰς τὰ ἔργα μας καὶ λογικοὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς ἀποφάσεις μας. Ἡμεῖς παραμένομεν συνήθως μέχρι τῆς 8 ὥρας· ἡ ὀγδόη ὥρα ἐσήμανεν ἤδη. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν σκοπεῖ νὰ ἀναβῇ τὸ βῆμα διὰ νὰ καταβῇ μετὰ πέντε λεπτά. Ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον, ἴσως ἀναγκασθῇ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ λαλήσῃ καὶ πλέον τῆς ὥρας· ὥστε εἶναι ἀδύνατον τέσσαρες καὶ πέντε Βουλευταὶ νὰ ἀκουσθῶσιν αὐτὴν τὴν νύκτα; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ματαιοπονοῦμεν, καὶ πρέπει ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἰδέας μας. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ γείνῃ ψηφοφορία.
§69ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπροτάθη ἡ ἀναβολὴ (φωναί, θόρυβος).
§71ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀπορῶ πῶς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν στέργουν νὰ παραμείνουν, ὅπως περατωθῇ ἡ συζήτησις, ἐνῷ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ προταχθῶσι τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀξιοῖ νῦν ἵνα ἐξακολουθήσῃ μακρὰ συζήτησις περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐθεώρει ὡς δευτερεῦον ζήτημα (θόρυβος).
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ............. ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως... Τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, κ. Πρόεδρε!
§73ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἀπαρτία· ἔγεινε πρότασις μὴ ἀπαρτίας!
§74ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἄν τὴν ἐγκατέλειψεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, κάμνω ἐγὼ πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§75ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε, (θόρυβος).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας θὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 118, ἑπομένως δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.).