1884.12.10
2.554 στίχοι · 20.050 λέξεις · 48 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 10 Δεκεμβρίου 1884
(Δευτέρα)
(Ὥρα 4 Μ. Μ.).
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησις χήρας Βαφιοπούλου μετὰ τῶν θυγατέρων της, ἐξαιτουμένων τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ βοηθήματος. Τηλεγράφημα ἐκ Κορίνθου Κωνσταντίνου Δ. Πεζάνη, παραπονουμένου ὅτι κατελήφθη ἡ ἄμπελός του παρὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Αἴτησις Ἀναστασίου Βεῤῥοίου ἐκ Καλαμῶν, ζητοῦντος μικρὰν βοήθειαν, διότι, καίτοι δημόσιος ὑπάλληλος ἐπὶ μακρὸν, δὲν συνεπλήρωσε τὸν χρόνον τῆς συντάξεως. Ἀναφορὰ πολλῶν χηρῶν συνταξιούχων περὶ αὐξήσεως τῆς συντάξεώς των εἰς νέας δραχμάς. Ἀναφορὰ Λεωνίδα Μιχαλοπούλου περὶ εὑρέσεως θησαυροῦ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ἀνδρέας Στράτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Τροπολογία τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου κ. Φιλαρέτου ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Τροπολογία τοῦ Βουλευτοῦ Κραναίας κ. Βαλσαμάκη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου. (Ὅρα Παράρτημα). Ὡσαύτως τροπολογία τοῦ Βουλευτοῦ Κυθήρων κ. Κασιμάτη, ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βώλου εἶχε ζητήσει παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ τὴν ὑποβολὴν σημειώσεων περὶ τῶν πηγῶν, ἐξ ὧν παρελήφθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου, καὶ περὶ τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες ἐπηνέχθησαν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου εἰς τὰ τέως κείμενα. Τὰς σημειώσεις ταύτας συνέταξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ἐφρόντισα δὲ ὅπως τυπωθῶσι καὶ ἀντίτυπα ὑπέβαλον ἤδη, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ διενεμήθησαν πρὸ μικροῦ, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου εἶχε ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν ὑπηρετούντων ἐκ προσθέτου ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ κατὰ Ἰούλιον καὶ ἐν τῷ παρόντι. Ὡς ἀπήντησα ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ἐκθέσεων νὰ καταστρωθῇ τοιαύτη κατάστασις· ἐζήτησα τηλεγραφικῶς παρὰ τῶν Σωμάτων πληροφορίας, συνεκεντρώθησαν δὲ αὗται, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων συνετάχθη ἡ κατάστασις, ἣν ἤδη ὑποβάλλω. Πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ τῶν δημοτικῶν δασμῶν. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται, ὅπως οἱ δημοτικοὶ δασμοὶ, οἱ καθοριζόμενοι διὰ τοῦ Νόμου περὶ Δασμολογίου, τροποποιηθῶσιν οὐ μόνον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1886, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1885 κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑποβληθέντος τὴν ἡμέραν ἐκείνην Νομοσχεδίου. Τὸ Νομοσχέδιον εἶναι λίαν κατεπεῖγον, διότι πρόκειται ἀκριβῶς νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ δημοτικῶν δασμῶν διὰ τὸ ἔτος 1885, καὶ μόνον διὰ τὸ ἔτος 1885, διότι διὰ τὸ ἔτος 1886 προνοεῖ ὁ νόμος. Ἐὰν ἄρα θεωρῶμεν χρήσιμον τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου, πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὅπως γείνῃ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις ἐν καιρῷ, ὅπως ἐκδοθῇ ὁ Νόμος πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῷ ὑποβληθέντι Νομοσχεδίῳ παρεισέφρησαν λάθη τινὰ, ὑποβάλλω αὐτὸ ἐκ νέου ἔντυπον, ὅπως ληφθῇ τὸ νέον κείμενον ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ, ὅπως συζητήσῃ αὐτὸ κατὰ προτίμησιν ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, κύριοι, παρεκάλεσα θερμῶς τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ συστάσεως Ἐφορείας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Τσουμέρκων, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι ἀναγκάζονται νὰ ὁδοιπορῶσιν ἐπὶ 25 ὁλοκλήρους ὥρας, ἵνα μεταβαίνωσιν εἰς Ἄρταν, πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ, διὰ τὰς ὑποθέσεις των. Τότε καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφάνη ἀποκρούουσα κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασίν μου, ὡς ἀναγνωρίζουσα τὸ δίκαιον, ἀλλὰ πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων διϊσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς χρόνος πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ ἀπαιτουμένου ὀργανικοῦ νόμου περὶ συστάσεως Ἐφορείας. Κατὰ δὲ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ἐφορειῶν ἔν τισιν Ἐπαρχίαις, ὅπερ ψηφισθὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀγνοῶ ποῖοι λόγοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ καὶ τὴν Ἐπαρχίαν Τσουμέρκων, ἐνῷ προφανῶς ὑπάρχει καὶ ἐν αὐτῇ μεγίστη ἀνάγκη. Ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὸ προχθὲς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Δασονομείων ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις Ἁλμυροῦ καὶ Αἰγίνης δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐπαρχία Τσουμέρκων παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς Ἐπαρχίας ταύτης. Ἡ Ἐπαρχία Τσουμέρκων, κύριοι, εἶναι μία ἐκ τῶν ὀρεινοτέρων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, στερουμένη ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, καὶ μάλιστα ἐν καιρῷ χειμῶνος. Τὰ δὲ χωρία καὶ αἱ κωμοπόλεις αὐτῆς ἀπέχουσιν 25 ὥρας τῆς Ἄρτης, ἥτις εἶναι πρωτεύουσα τοῦ Νομοῦ, ἔνθα ὑπάρχει ἡ Ἐφορεία καὶ ἔνθα ἀναγκάζονται οἱ κάτοικοι τῆς Ἐπαρχίας νὰ μεταβαίνωσι διὰ τὰς ὑποθέσεις των. Γινώσκετε, κύριοι, πόσον κοστίζει εἰς τοὺς ἐργατικοὺς χωρικοὺς τὸ ν’ ἀφίνωσι τὰς ἐργασίας των, ὅπως διανύσωσιν 25 μὲν ὥρας διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ χάριν ὑποθέσεώς των, ὁποίαν τυχὸν ἔχουσιν εἰς τὴν Ἐφορείαν, ἑτέρας δὲ 25 διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς οἰκίας των, δηλαδὴ ἀναγκάζονται νὰ ὁδοιπορήσωσι 50 ὥρας· ἀφίνω, ὅτι εἰς τὴν πρωτεύουσαν θέλουσι μείνει μίαν καὶ δύω ἡμέρας ἕνεκα τῶν προσκομμάτων, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται συνήθως ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων. Ὥστε ὁ πτωχὸς χωρικός, ὅστις πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ μίαν καλύβην, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία τοῦ φόρου δὲν ἀνέρχεται ἄνω τῶν δέκα δραχμῶν, ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψῃ ὁλόκληρον ἑβδομάδα τὰς ἐργασίας του, καὶ νὰ ὑποστῇ πολλὰς κακουχίας καὶ κινδύνους ἴσως, ὅπως μεταβῇ εἰς Ἄρταν καὶ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἄδειαν ὑλοτομίας πρὸς κατασκευὴν τῆς καλύβης του. Ὡς βλέπετε, κύριοι, εἶναι μεγίστη ἀνάγκη συστάσεως Ἐφορείας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Τσουμέρκων, καὶ πέποιθα ὅτι πάντες ἀναγνωρίζετε τὸ δίκαιον τοῦτο, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως πάντες ἀναγνωρίζομεν καὶ τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τοῦ Κράτους, ἂν καὶ ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη διὰ μίαν Ἐφορείαν 4ης τάξεως δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 3,500 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐὰν δὲ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον ἡ Κυβέρνησις διστάζῃ ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος ἔτους τὸ μικρὸν τοῦτο ποσὸν, θεωροῦσα καὶ ἤδη ἀδύνατον τὴν σύστασιν Ἐφορείας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Τσουμέρκων, τότε θὰ παρακαλέσω τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τοὐλάχιστον φανῶσι πρόθυμοι εἰς ἀνέξοδόν τινα θεραπείαν τοῦ κακοῦ· διότι φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναθέσωμεν διὰ νόμου εἰς ἄλλην τινὰ Ἀρχὴν τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν ὑλοτομίας, καὶ οὕτω θέλομεν παράσχει μεγάλην εὐεργεσίαν εἰς τοὺς κατοίκους, διότι θέλομεν ἀπαλλάξει αὐτοὺς ἐξ ὅλων τῶν κινδύνων καὶ τῶν κακουχιῶν χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν ποσῶς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ νόμου, διότι ὑπάρχει ὁ Εἰσπράκτωρ.
§5ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ νόμου δυνάμεθα νὰ ν’ ἀναθέσωμεν τὰ καθήκοντα ταῦτα εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην.
§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πᾶς Δῆμος ἔχει τὸν Δημόσιον Εἰσπράκτορα.
§7ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ ἕξ ὅλους μῆνας εἷς καὶ μόνος εἰσπράκτωρ ὑπάρχει ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω Νομοσχέδιον, ὅπως συστηθῇ ἰδιαίτερον Δασονομεῖον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Τζουμέρκων καὶ ἀνατεθῇ ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν ὑλοτομίας εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην τῆς πρωτευούσης, κατὰ τ’ ἄλλα δὲ νὰ ἰσχύωσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 3, 4, 5 καὶ 6 τοῦ ΧΙΓʹ Νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ διοικήσεως τῶν δασῶν διατάξεων. (Ὅρα Παράρτημα), Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ νὰ μεταβῇ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὸν Νομὸν Ἄρτης, διότι ἐπὶ τρία ἔτη τὰ δημόσια ἔργα ἐξακολουθοῦσι νὰ γίνωνται λίαν πλημμελῶς, ἀλλὰ σήμερον πολλὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄχρηστα καὶ κατεστραμμένα· γίνονται γέφυραι καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς παραλαβῆς καταῤῥέουσιν. Αἱ γενόμεναι ὁδοὶ εἶναι ἄχρηστοι· ἡ μεταξὺ Ἄρτης καὶ Μενιδίου ὁδὸς εἶναι ἀθλιεστάτη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ εἰ δυνατὸν εἷς ἢ δύω ἐκ τῶν Γάλλων μηχανικῶν, ἵνα ἐπιθεωρήσωσι τὰ ἐκεῖ γενόμενα δημόσια ἔργα καὶ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν.
§8ΤΡΑΚΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐδόθησαν τὸ πετρέλαιον, τὰ πυρεῖα καὶ τὰ παιγνιόχαρτα εἰς ἐργολάβον τινὰ καὶ ποῖον, καὶ τί σκέπτετε νὰ πράξῃ· διότι ἤκουσα πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων μου, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ προσέλθωσι καὶ προσφέρωσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν διετέθησαν ἢ ὄχι τὰ περὶ αὐτῶν. Ἐὰν δὲ δὲν διετέθησαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ τὰ διαθέσῃ, νὰ δημοσιεύσῃ διακήρυξιν ἐπίσημον καὶ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον, διὰ νὰ ἔλθωσι νὰ λάβωσι μέρος οἱ βουλόμενοι καὶ δυνάμενοι ἐργολάβοι. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀμέσως δύναται νὰ μοὶ τὴν δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ πετρελαίου, ὑποβάλλω ἐπερώτησιν ἐγγράφως καὶ ζητῶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: ἰδίως ποία ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς τοῦ πετρελαίου καὶ ποῖαι αἱ δαπάναι ἕως οὗ φθάσῃ εἰς τοὺς λιμένας καὶ παραδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἰδίως δὲ πόσας ὀκάδας θὰ ζυγίζῃ ἑκάστη κάσσα, δηλαδὴ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ παραδίδωμεν εἰς τὸν ὑπάλληλον, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ὁ ἀγοράζων πρὸς μεταπώλησιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁπότε θέλετε.
§11ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, ὅπως συζητηθῇ τὸ περὶ τῆς παύσεως τοῦ Ἀστυνόμου Πατρῶν ζήτημα, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει κατὰ τοῦ Ἀστυνόμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ὁ Ἀστυνόμος Πατρῶν εἶναι τόσον ἔντιμος καὶ τόσον ὑπερήφανος, ὥστε παρ’ οὐδενὸς ζητεῖ χάριν νὰ μὴ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἡ κοινωνία τῶν Πατρῶν ὁλόκληρος σέβεται καὶ ἐκτιμᾷ τὸν Ἀστυνόμον τοῦτον.
§14ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος· διότι, ἀσχέτως πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ παυθέντος Ἀστυνόμου, τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται μετὰ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ἐνησχολήθη ἐπὶ τοσοῦτον, τουτέστι περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ἀστυνόμους. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἔχων ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν, ἐκεῖνος μόνος ἔχει ἀπόλυτον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν, ἐπιφυλασσόμενος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὅτι ἡ παῦσις τοῦ Ἀστυνόμου Πατρῶν ὑπῆρξε διπλοῦν ἀτύχημα· ἀτύχημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι συνετέλεσε νὰ προσθέσῃ νέα στοιχεῖα εἰς τὴν κατ’ αὐτῆς Ἀντιπολίτευσιν ἐν Πάτραις· ἀτύχημα διὰ τὸν τόπον, διότι βεβαίως ὁ παυθεὶς Ἀστυνόμος ἦτο καὶ φιλότιμος καὶ φιλόνομος καὶ διώκτης τοῦ ἐγκλήματος. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἕτερον ἀτύχημα, τοῦτο δὲ εἶναι ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ ἐγκαίρως συνεννόησις μεταξὺ δύω ἐντιμοτάτων πράγματι ὑπαλλήλων, τοῦ τε Ἀστυνόμου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Νομάρχου Πατρῶν.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπηρετοῦσι, κύριοι, ἐν τῷ στρατῷ ἀρχαῖοι τινὲς ὑπαξιωματικοὶ ἔντιμοι καὶ ἱκανοί, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα διαφόρων περιστάσεων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νεώτερον νόμον περὶ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἕνεκα τούτου ἡ θέσις αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ κατέστη λίαν δύσκολος, διότι δὲν δύνανται νὰ ἐλπίζωσιν ἕτερόν τι εἰ μὴ ὑφιστάμενοι ἐξέτασιν ἐντὸς τῶν ταγμάτων, εἰς ἃ ὑπηρετοῦσι, νὰ τύχωσι μόνον τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Κατὰ τὴν τελευταίαν περιοδείαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐνεφανίσθησαν καὶ ὑπέβαλον παραστάσεις περὶ τῆς δυσκόλου θέσεως, ἐν ᾗ διατελοῦσι στερηθέντες τοιουτοτρόπως πάσης προαγωγῆς· παρεπονέθησαν μάλιστα προσέτι καὶ διὰ τὸν τρόπον τῶν ἐξετάσεων, ὁ ὁποῖος ἐτάχθη, ἵνα τύχωσι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ· διότι αἱ ἐξετάσεις αὗται γίνονται κατὰ τάγματα, καὶ συμβαίνει εἰς ἓν τάγμα νὰ ὑπηρετῶσι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἐνῷ εἰς ἕτερον τάγμα ὑπηρετοῦσιν οὐχὶ ἀρχαῖοι ὑπαξιωματικοί, ἀλλὰ νεώτεροι, καὶ τοῦτο πολὺ δυσχεραίνει τὴν θέσιν αὐτῶν, διότι μόνον δύω ἐξ ἑκάστου τάγματος γίνονται δεκτοί. Τὰ παράπονα ταῦτα ὑποβαλὼν ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνέστησεν, ὡς ἔμαθον, νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τούτων. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπηρώτησα τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ὑπεβλήθησαν τοιαῦται παραστάσεις καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ πράξῃ τι, καὶ ἤδη ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην. (Ὅρα Παράρτημα). Συγχρόνως ὑποβάλλω ἀναφορὰν καταδίκου ἀγνώστου εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ τῆς ἀναφορᾶς του δείκνυται ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἐγγράμματος, παραπονουμένου ὅτι, ἐνῷ ἐβεβαιώθη ὅτι ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν ἐν καταστάσει ἀμύνης καὶ ἐνῷ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου προτάσεις τῶν ἁρμοδίων περὶ ἀπονομῆς χάριτος, οὐδὲν εἰσέτι ἐγένετο ὑπὲρ αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὸν κύριον πρόεδρον νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ὅπως τοῦτο ἐξετάσῃ ἐὰν τὰ παράπονα ταῦτα ἔχωνται ὑποστάσεως καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§16Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν μοι ἐνεχείρισεν εἷς μηχανικὸς ἀρχιτέκτων, διὰ τῆς ὁποίας ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ὡς πρὸς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι πολὺ σύντομος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὴν ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει).
§17Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐπερώτησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν· ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει γνῶσιν τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως καὶ παραχρῆμα θέλει δώσει ἀπάντησιν ἀποχρῶσαν. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν κατὰ τὴν παραλαβὴν τῶν τελευταίων ναυπηγηθέντων πλοίων Κίσσης, Κίχλης καὶ Ἀηδόνος ἐτηρήθησαν αἱ ἐγγυήσεις καὶ αἱ νόμιμοι διατυπώσεις αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου· διότι γνωρίζομεν, ὅτι συνήθως στέλλονται ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως καὶ παραλαμβάνουσι τὰ πλοῖα, ὅπερ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ἐτηρήθη, καὶ διὰ τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἔπρεπε νὰ γείνῃ δοκιμασία τις ἐνταῦθα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἤδη ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν ἐτηρήθη ἑτέρα τις διατύπωσις κατὰ τὴν παραλαβὴν τῶν πλοίων τούτων ἢ παρελήφθησαν ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει ἀπὸ τὰς ναυπηγησάσας ταῦτα ἑταιρίας, καὶ ἐὰν ἐγένετο δοκιμασία τις ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὅτε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν πρακτικὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν σύμβασιν περὶ τῆς κατασκευῆς, ἵνα ἴδωμεν τοὺς ὅρους, ἐφ’ οἷς ἐγένετο ἡ παραγγελία. Παρακαλῶ συγχρόνως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα τὸ ταχύτερον λάβῃ πρόνοιαν νὰ μεταθέσῃ ἀπὸ τὸν Δῆμον Ἀπεραντίων ἐκεῖνο τὸ ἀπόσπασμα τῶν στρατιωτῶν, τὸ ὁποῖον ἐξετράπη καὶ εἰς ἀπόπειραν προσβολῆς κατὰ γυναικῶν καὶ πυροβολισμοὺς καθ’ ἑνὸς τῶν πολιτῶν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον, καὶ τοῦτο κατὰ καθῆκον καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τοιαύτη συμπεριφορὰ στρατιωτῶν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ὀδυνηρὰς συνεπείας. Μερικοὶ ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται φαίνεται, ὅτι νομίζουσιν, ὅτι ὑπηρετοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, μὴ διανέμοντες τὰ φύλλα τινῶν ἐφημερίδων, ἀπορῶ δὲ πῶς ἀταξία τοιαύτη συνέβη καὶ εἰς Μεσολόγγιον, ὅθεν ὁ ἀδελφός μου μοὶ ἔγραψεν, ὅτι φύλλα ἐφημερίδων καὶ ἰδίως μιᾶς, τῆς «Πρωΐας» δὲν διανέμονται ἢ σπανιώτατα. Δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ὅτι γίνεται ἐκ προσθέσεως ἐκεῖ ἢ ἐδῶ, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ μὴ γίνωνται τοιαῦται παραλείψεις· διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἐφεύρωμεν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνάμεθα νὰ στέλλωμεν τὰς ἐφημερίδας ἡμῶν καὶ τὰς ἐπιστολάς. Ἤκουσα ὅτι ἐπενοήθησαν τρόποι τινὲς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ κατορθοῦται νὰ μεταβιβάζωνται ἀσφαλῶς ἐπιστολαὶ καὶ ἐφημερίδες, ἀλλὰ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀφοῦ μάλιστα λαμβάνει γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ φαινομένου τούτου.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅπως καὶ πᾶς ἄλλος Βουλευτὴς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ πᾶσαν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ βεβαιοῖ, ὅ,τι αὐτὸς θεωρεῖ ὡς ἀληθὲς, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ νὰ δεχώμεθα καὶ ἡμεῖς ὡς ἀληθὲς πᾶν ὅ,τι ἀνεκοινώθη εἰς αὐτὸν ὡς τοιοῦτον. Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν ἀληθὲς μόνον ὅ,τι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐξηκριβώσαμεν ὡς τοιοῦτον. Ἂν διὰ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορηθῶμεν ὅτι συνέβη τὸ καταγγελλόμενον, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θέλομεν λάβει πᾶν μέτρον, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ ὅπως ἐπέλθῃ τιμωρία καὶ ἐπανόρθωσις. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Βουλευτὴν νὰ σημειώσῃ τὰ παρ’ αὐτοῦ καταγγελθέντα, ὅπως γνωρίζωμεν ἀκριβῶς περὶ τίνων θὰ ἐξετάσωμεν, διότι πρέπει νὰ γίνῃ διοικητική τις ἀνάκρισις, προκειμένου περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παραλαβὴν τῶν πλοίων, λέγω εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν παρελήφθησαν τὰ πλοῖα, ὑπῆρξε καὶ ἀσφαλὴς καὶ οἰκονομικώτερος ἐκείνου τοῦ ὁποίου πρότερον ἐποιούμεθα χρῆσιν. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει Ἑταιρία γνωστὴ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ Ἑταιρία Loyd, τῆς ὁποίας μάλιστα ὁ πίναξ τῶν πλοίων, ὁ νηογνώμων, ἔχει ἐπίσημον χαρακτῆρα· εἶναι ἀσφαλιστικὴ Ἑταιρία. Ὅπως δὲ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνει εἰς Ἑταιρίας, εὐδοκιμούσας ἐπὶ πολὺν χρόνον, ν’ ἀποκτῶσι αὐθεντικὴν ἀναγνώρισιν, οὕτω καὶ ἡ Ἑταιρία αὕτη ἀπέκτησε τοιαύτην αὐθεντείαν· πλὴν δὲ τῶν ἄλλων αὑτῆς ἔργων ἐξετάζει καὶ τὰ τῶν πλοίων. Τῆς ἐξετάσεως ταύτης πόρισμα εἶναι τὸ τεῦχος τὸ ἐτησίως ἐκδιδόμενον ὑπὸ τὸν τίτλον veritas, ἐν ᾧ καταγράφεται πᾶν πλοῖον μετὰ παρατηρήσεων περὶ τῶν ἰδιοτήτων καὶ τῆς καταστάσεως κυρίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀσφαλείας καὶ περὶ τοῦ χρόνου ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ διαρκέσῃ ἡ τοιαύτη κατάστασις. Κατὰ τὸν τύπον τοῦ βιβλίου ἐκείνου συνετάχθησαν νηϊογνώμονες εἰς διάφορα Κράτη, οὐδεὶς ὅμως νηϊογνώμων ἔχει τὴν αὐθεντείαν τὴν τοῦ τῆς Ἑταιρίας Loyd. Πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρία διὰ πρακτόρων αὑτῆς τὴν ἐξέτασιν τῶν κατασκευαζομένων πλοίων πρὸς βεβαίωσιν ἐὰν κατασκευάζωνται κατὰ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν καὶ παραλαμβάνει ταῦτα. Παρὰ τῆς Ἑταιρίας ταύτης ἐγένετο καὶ ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ παραλαβὴ τῶν τελευταίων κατασκευασθέντων πλοίων ἡμῶν, ὑπάρχουσι δὲ ἐνταῦθα τὰ πρακτικὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ θὰ τὰ ὑποβάλω. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχει πάντα λόγον ἵνα ᾖ εὐχαριστημένον ἐκ τῆς ἀκριβείας καὶ λεπτομερείας, μεθ’ ἧς ἐγένετο ἡ ἐξέτασις αὕτη, εἶναι καὶ λίαν οἰκονομικὸς ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐξετάσεως καὶ παραλαβῆς· διότι κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα ἀπεστέλλομεν ἐντεῦθεν ἐπιτροπὰς διὰ πολλῆς δαπάνης.
§19ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Συνέπεσε νὰ πληροφορηθῶ, ὅτι οὐδεμία Ἑταιρία οὔτε αὐταὶ αἱ ἐν Ἀγγλίᾳ περιβάλλουσιν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου μὲ ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον τὴν Ἑταιρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἀφοῦ αἱ ἐν Ἀγγλίᾳ Ἑταιρίαι δὲν παρέχουν τοιαύτην ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, πολὺ ὀλιγώτερον ἔπρεπε νὰ παράσχωμεν ἡμεῖς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν θὰ ἦσαν μεγάλαι δαπάναι, ἐὰν προεβαίνομεν καὶ ἡμεῖς εἰς μίαν δοκιμασίαν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὴν παραλαβὴν τῶν ἐφημερίδων, ὑπομιμνήσκω ὅτι τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀπηύθυνα μετὰ πάσης προφυλάξεως, εἶπον ὅτι ἔλαβον ἐπιστολὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ μοὶ ἀνεκοινοῦτο, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν αἱ ἐφημερίδες, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἀποστείλει, καὶ ἠθέλησα νὰ παρακαλέσω ὅπως γίνῃ σύστασίς τις, ὅπως προσέχωσι περισσότερον ὡς πρὸς τὰς ἐφημερίδας.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ πράξωμεν κἄτι τι περισσότερον, θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς ἀνακρίσεις· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς σημειώσητε τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν.
§21ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν καταγγέλλω γεγονότα· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ θέλετε, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ μικροῦ τινος πράγματος. Διενεμήθη ὁ πίναξ τῶν προϋπολογισθέντων, ἀναγνωρισθέντων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων τοῦ 1883 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1883 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1884. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε—διότι τετράκις ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου—ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν καὶ τὴν ὑποβολὴν τῶν προϋπολογισθέντων, βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε τὸν πίνακα τοῦτον καὶ τὸ τυπογραφεῖον δὲν τὸν ἐξετύπωσεν ἀκόμη, παρακαλῶ νὰ φροντίσητε νὰ ἐκτυπωθῇ ταχέως· ἂν δὲ δὲν τὸν κατέθηκε, παρακαλῶ νὰ φροντίσητε νὰ κατατεθῇ.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸν κατέθηκα καὶ ἀνήγγειλα καὶ τὴν κατάθεσίν του εἰς τὴν Βουλὴν, πολλοὶ δὲ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔλαβον γνῶσιν.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον διενεμήθη ὁ εἷς μόνον πίναξ· διὰ τοῦτο εἶχον δικαίωμα νὰ κάμω τὴν ἐρώτησιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει γίνει φροντὶς περὶ ταχείας ἐκτυπώσεως τοῦ ἑτέρου.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ πίναξ τῶν ἐξόδων δὲν εἶναι πλήρης, διότι περιλαμβάνει τὰ ἔξοδα μόνον τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλλον τὸ ὅλον· δὲν εἶμαι δὲ ὑπεύθυνος διὰ τὴν μὴ μέχρι τοῦδε ἐκτύπωσιν.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μᾶς εἶναι πολὺ ἐπίπονον νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν ἑκάστοτε τὰ αὐτὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς βλέπετε ἐπιμένοντας· διότι τετράκις ὡμίλησα, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἀκόμη ἀτελὴς πίναξ μᾶς ἐπιδίδεται.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα παρὰ τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βότσαρη, υἱοῦ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Βότσαρη, παραπονουμένου ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου παρὰ τὸν Νόμον καταστρέφουσι τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ χωρὶς νὰ προηγηθῇ οὐδεμία ἐκτίμησις ἢ ἀποζημίωσις ὡς τὸ Διάταγμα ὁρίζει, εἶχον δὲ καὶ ἐπιστολὴν, ἐν ᾗ ἐν ἐκτάσει διεκτραγωδεῖ τὰ τελούμενα ἐκεῖ παρὰ τῶν ἐργολάβων τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἐργασίαν τοῦ σιδηροδρόμου. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγένετο παραβίασις τῆς συμβάσεως, ἥτις ὁρίζει ἄλλην γραμμήν. Ἀλλὰ πρὸ πάντων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ ὅπως αἱ Ἐπιτροπαὶ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων. Συνήντησα τὸν Διευθυντὴν τῶν ἔργων τῆς Ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὸν σιδηρόδρομον, καὶ παρέστησα εἰς αὐτὸν τὰ παράπονα τῶν ἐνδιαφερομένων, τὰ ὁποῖα εἶναι παράπονα ὁλοκλήρων τάξεων, διότι οὐ μόνον ἐν Κορίνθῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Ἀττικῇ οὐδεμία ἐπῆλθεν ἀποζημίωσις ἕνεκα ἀμελείας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, πρὸ πάντων τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις σύγκειται ἐκ τοῦ Ἐπάρχου, Ἐφόρου καὶ τοῦ Μηχανικοῦ. Σήμερον τὰ ἔργα προβαίνουν καὶ καταπατῶνται κτήματα σπουδαίας ἀξίας, σταφιδῶνες, ὧν ἕκαστον στρέμμα τιμᾶται 800 καὶ 1000 δραχμὰς. Οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι θεωροῦσιν ὡς πάρεργον τὸ ἔργον τῆς ἐκτιμήσεως· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου του θὰ εὕρῃ ὅτι ὑπάρχει ὁρμαθὸς αἰτήσεων ἐνδιαφερομένων κτηματιῶν τῆς Ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ ἄλλων· ἐνταῦθα ἔχουσιν ὑποβάλει αἰτήσεις οἱ χωρικοὶ τῶν χωρίων Καλυβίων, Χανίου, Λιοσίων, Μενιδίου, Ἀμαρουσίου, Χαλανδρίου, Λιοπησίου, Κοροπίου, Μαρκοπούλου, οἵτινες δηλοῦσιν ὅτι ἀποδέχονται τὰς ἐκτιμήσεις. Οἱ Ἀμαρουσιῶται δὲ παραπονοῦνται ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἐκτίμησις· ἐνῷ ἡ Ἑταιρία καταλαμβάνει τὰ κτήματα, πρέπει νὰ φροντίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάσσῃ τὴν αὐστηρὰν ἐκτίμησιν, διότι ἄλλως δὲν ζημιοῦνται μόνον οἱ πολῖται, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ζημία καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, διότι οἱ ἰδιοκτῆται δύνανται νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον ἡ Ἑταιρία πρὶν ἢ γένηται ἐκτίμησις καὶ ἀποζημίωσις, ἐὰν δὲ ἡ Ἑταιρία ἐμποδισθῇ, θὰ ζητήσῃ ἁδροτάτας ἀποζημιώσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἀποζημίωσιν τῶν κτηματιῶν.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινος καιροῦ ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι σταφιδοκτήμων τις ἐκ Πατρῶν ἐφεῦρε μέθοδον, δι’ ἧς φρονεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποξηραίνηται ταχέως καὶ ἀσφαλῶς ὁ σταφιδοκαρπὸς, καὶ ὅτι ἀνεφέρθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ζητῶν ἀμοιβὴν, ἵνα δημοσιεύσῃ τὴν ἐφεύρεσίν του. Κατόπιν ἀνέγνων ὅτι καὶ ὁ καθηγητὴς κ. Δαμασκηνὸς ἐπενόησεν ὁμοίαν ἐφεύρεσιν, ἀκολούθως δὲ ἐγράφη ὅτι καὶ τρίτος ηὐτύχησε νὰ κάμῃ παρομοίαν ἀνακάλυψιν, ἀνεφέρθησαν δὲ καὶ οὗτοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦντες ἀμοιβὴν νὰ δημοσιεύσωσι τὰς ἀνακαλύψεις των. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν τῳόντι ὑπεβλήθησαν τοιαῦται ἀναφοραὶ, τί ζητοῦν οἱ ἐφευρέται οὗτοι καὶ τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ὅπως αἱ ἐφευρέσεις αὐτῶν παραδοθῶσιν εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψῃ τι ὠφέλιμον διὰ τὸν σταφιδοκαρπόν.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὐχὶ μόνον τρεῖς, ἀλλὰ πολλοὶ ὑπέβαλον τοιαύτας ἀναφορὰς, καὶ ἐκ τῆς Ἀγγλίας ἔτι ἐστάλη παρ’ ἑνὸς ἐπιστολὴ ἀναγγέλλουσα, ὅτι ἐφεῦρε μηχάνημα διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ σταφιδοκαρποῦ· τὰς ἐστείλαμεν πάσας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ γνώμην.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καλλίτερον θὰ ἦτο, ἂν ἐξεδίδετο Νόμος περὶ προνομίων, ὅμοιος μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιοῦτον γενικὸν Νόμον περὶ προνομίων, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἰδικὸν ὡς πρὸς τὴν σταφίδα, ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὁ ἐφευρέτης ἀποζημίωσιν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κάμει χρῆσιν τῆς ἐφευρέσεώς του. Ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν οὐδὲν ἔχομεν νὰ μάθωμεν, καθόσον οἱ ἐφευρέται δὲν λέγουν τὶ ἀνεκάλυψαν, ἀλλὰ μόνον ὅτι ἀνεκάλυψαν, καὶ ζητοῦν ἐξασφάλισιν τῆς ἀνακαλύψεώς των. Ὥστε ἂν αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ οἱ ἐφευρέται νὰ δημοσιεύωσι τὰς ἀνακαλύψεις των.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπινοήσεις μηχανημάτων πρὸς ἀποξήρανσιν καρπῶν ὑπάρχουσι πολλαὶ, δὲν εἶναι δὲ πᾶσαι μυστικαὶ, ὑπάρχουσι δὲ καὶ δεδημοσιευμέναι, αὗται δὲ εἶναι καὶ αἱ σπουδαιότεραι· ἰδίως ἐν Ἀμερικῇ ἐγένοντο ἐφευρέσεις μηχανημάτων πρὸς ἀποξήρανσιν καρπῶν, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἔχουσαι πρακτικὴν ἀξίαν. Ἀπό τινος χρόνου ἠνοίξαμεν ἀλληλογραφίαν μετὰ βιομηχανικῶν καταστημάτων ἐν Ἀμερικῇ κατασκευασάντων μηχανήματα πρὸς ἐφαρμογὴν τοιούτων ἐφευρέσεων, εἷς δὲ τῶν ἐφευρετῶν, ὁ μᾶλλον ἐπιτυχὼν, ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὰ μηχανήματα ἔχουν πλειοτέραν ἐξόδευσιν ἐν Ἀμερικῇ, προτείνει νὰ φέρῃ ἐνταῦθα δύω μηχανήματά του καὶ προβῇ εἰς δοκιμὰς, δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον νὰ φθάσωμεν μετ’ αὐτοῦ εἰς συμφωνίαν τινά. Μεταξὺ τῶν ἐφευρέσεων τῶν δημοσιευθεισῶν — διότι αὗται, ὡς εἶπον, εἶναι αἱ σπουδαιότεραι — ὑπάρχει καὶ Ἕλληνός τινος ἐφεύρεσις ἐξετασθεῖσα ἐν Γαλλίᾳ καὶ θεωρηθεῖσα ἀξία λόγου. Ταύτην καὶ ἐνταῦθα ἡ ἐξετάσασα Ἐπιτροπὴ εὗρεν ἔχουσαν ἀξίαν. Ἀλλὰ τὸ μηχάνημα τὸ Ἀμερικανικὸν, περὶ οὗ ὡμίλησα, μέχρι τοῦδε ἐφάνη τὸ πρακτικώτερον. Ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ψηφισθῇ εἴτε γενικὸς Νόμος κατὰ τὰ κείμενα ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις, εἴτε εἰδικὸς περὶ σταφίδος, χορηγῶν προνόμια ἐφευρέσεως μηχανημάτων, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐνεργείας, διότι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον διὰ τῆς χορηγήσεως τοιούτων προνομίων ἐφευρέσεως ν’ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ἐφευρέσεις, λειτουργούσας ἀλλαχοῦ· ἂν ἐπιτρέψωμεν κατὰ τοὺς νόμους τοὺς συνήθεις περὶ προνομίων ἐφευρέσεως νὰ λαμβάνωσιν ἀποκλειστικὰ δικαιώματα οἱ παριστῶντες ὅτι ἀνεκάλυψάν τι χρήσιμον, θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον διανεμόμενα καὶ τὰ ἀποκλειστικὰ δικαιώματα, ὅπως διενεμήθησαν καὶ τὰ μεταλλεῖα, καὶ ὅπως δὲν δυνάμεθα ὡς πρὸς τὰ μεταλλεῖα νὰ πράξωμεν οὐδέν, διότι ὅλα εἶναι παρακεχωρημένα εἰς ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσιν αὐτὰ, οὕτω καὶ αἱ ἐφευρέσεις μηχανημάτων πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς σταφίδος δὲν θὰ δύνανται νὰ μᾶς χρησιμοποιηθῶσι, λειτουργοῦντος τοῦ Νόμου, διότι θὰ ὑπάρχωσιν οἱ κατέχοντες τὰ προνόμια, οἵτινες θὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τοὺς πράγματι ἐφευρίσκοντας χρήσιμα μηχανήματα πληρωμὴν ἵνα ἐπιτρέψωσι τὴν χρῆσιν τῆς ἐφευρέσεως αὐτῶν, ἢ θὰ προκαλῶσι δίκας. Ἐν Ἑλλάδι προτιμότερον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσωμεν διατηροῦντες τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον ἰσχύει παρ’ ἡμῖν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται παρὰ πολλῶν καὶ ὅπου ὑφίστανται οἱ Νόμοι περὶ προνομίων ἐφευρέσεων. Ἐν τοῖς δημοσιεύμασι τῶν γραφείων, τῶν διεπόντων τὰ τῶν προνομίων ἐφευρέσεων, ὑπάρχουσι πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι περὶ τῶν προνομιούχων μηχανημάτων καὶ ἂν μεταξὺ αὐτῶν εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν χρήσιμον, θέλει εἰσαγάγει αὐτὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, συνεννοουμένη πρὸς τὸν ἐφευρέτην καὶ μηδόλως εἰς τοῦτο παρακωλυομένη ἐκ προνομίων κεχορηγημένων παρ’ ἡμῖν.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, αἱ ἀνακαλύψεις, αἱ γενόμεναι ἐν Ἀμερικῇ καὶ Γαλλίᾳ, ἔχουν ἀξίαν, καὶ ὅτι εἶναι σπουδαῖαι, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ ἐνταῦθα ὅμοιαι καὶ καλλίτεραι ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀποκλειστικῶς ἐνασχολοῦνται εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος καὶ οἵτινες συνήθως εἶναι οἱ καταλληλότεροι διὰ νὰ κάμουν τοιαύτας ἐφευρέσεις. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῶν προνομίων παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος, ἐὰν ψηφίσωμεν νόμον περὶ προνομίων, νὰ ἀπομακρύνωμεν τὰς ἀνακαλύψεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ γίνονται ἀλλαχοῦ· διότι κατὰ τὰ κείμενα εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ λαμβάνων προνόμιον, δυνάμει τοῦ γενικοῦ νόμου, δὲν δύναται νὰ τὸ ἐξασκήσῃ οὐδὲ νὰ ἔχῃ ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἢ κατὰ τῶν ἰδιωτῶν, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἀνακάλυψίς του ἦτο γνωστή, οὔτε ἀποκλείει τὸ προνόμιον μιᾶς ἀποκαλύψεως τῆς νεωτέρας ἀνακαλύψεως καὶ βελτιώσεως. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλο μέσον διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν δημοσιότητα αἱ ἀνακαλύψεις αἱ γενόμεναι ἐνταῦθα καὶ μάλιστα αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Δαμασκηνοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ προνομίων.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συνθήκης. (Ψηφίζεται εἰς 2αν ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον, τὸ κυροῦν τὴν ἀνωτέρω σύμβασιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσλήψεως ξένων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§37Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔδωκα τροποποίησιν· ἐπειδὴ δὲ αὐτὴ θὰ φέρῃ συζήτησιν ἐκτεταμένην, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον μέχρις οὗ τυπωθῇ ἡ τροπολογία μου καὶ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς τυπώσεως τῆς τροπολογίας σας δὲν θέλομεν προβῆ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσλήψεως ξένων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§40Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέμεινα, κύριοι Βουλευταὶ, ἀνενδότως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς περὶ δανείου ἐπερωτήσεώς μου, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει, ὡς ἐπανειλημμένως εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, νομικὴν καὶ πολιτικὴν εὐθύνην. Ὅταν δὲ τοιοῦτον ζήτημα ὑπόκειται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως αὐτοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ συμφέρον ν’ ἀπαιτήσῃ, ἵνα ἡ Βουλὴ τὸ πράξῃ. Φρονῶ — ἡ πεποίθησίς μου εἶναι λυπηρὰ — ἀλλὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ δανείου εἶναι τὸ ἔσχατον ἡμῶν οἰκονομικὸν μέτρον τὸ ἀτυχές, μεθ’ ὃ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἀποβαίνει, ἵνα μή τι πλεῖον εἴπω, ὀδυνηρά. Θέλω ἐξετάσει ἐν ὀλίγοις, διότι τὰ ζητήματα πάντα εἶναι ἁπλᾶ, καὶ τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τοῦ δανείου καὶ τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ. Κατεκρίθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπέτρεψεν ἢ μᾶλλον ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς οἰκονομικῆς προπαρασκευῆς τῆς χώρας, ὅπως ἡ τιμὴ αὐτῆς, ἡ ἐμπιστοσύνη, ἣν παρέχει εἰς τὰ ξένα κεφάλαια, μὴ ὑποστῇ μείωσιν. Τοιοῦτος ἦτο ὁ νόμος, τοιαῦται αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εἰσήγαγε τὸν νόμον. Τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Πάντα δὲ ταῦτα θέλουσιν ἀποδειχθῆ. Κατεκρίθη συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι παρεβίασε τὸν νόμον, ἐνεργήσασα ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποχωρήσῃ τῆς συμμετοχῆς αὑτῆς εἰς τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Κατεκρίθη περιπλέον, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου, διὰ τῆς παραβιάσεως ταύτης τοῦ νόμου παρεσκεύαζεν ἑτέραν αὐτοῦ παραβίασιν, δεινοτέραν ταύτην, διότι ὁ παραβιαζόμενος νόμος εἶναι τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, διὰ τῆς συνομολογήσεως δανείου, μὴ ἐπιτραπέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐξηγήθη καθαρῶς ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ προηγηθῇ τοῦ δανείου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Τὸ μέτρον τῆς προκαταβολῆς, μέτρον ὅπερ εἶναι πάντοτε ἐξευτελιστικόν, οὐδένα ἄλλον εἶχε λόγον καὶ σκοπόν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου δὲν ὑπῆρχεν ὅρος, ἐξαναγκάζων τὴν ὁμάδα νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Τίς ὅμως ἠξίωσε τοῦτο, τίς ἠμφισβήτησεν, ὅτι ὁ νόμος τοιαύτην διάταξιν δὲν περιέχει; Ἀλλὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐγένετο αὕτη παραίτιος, ὅπως ἡ ὁμὰς ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, καθ’ ὃ εἶχε μὲν δικαίωμα, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ ἀκαταλλήλῳ; Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἦτο ἀπόδειξις, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τῆς χώρας, ἀπόδειξις πλήρης, πραγματικὴ ἀπόδειξις. Καὶ βεβαίως μέσον μόνον, ἀλλὰ μέσον ἀσφαλῶς ἀποδεικνῦον τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῆς χώρας εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς εἶπεν, ἢ ἠδύνατο εὐλόγως νὰ εἴπῃ, ὅτι ἂν κατωρθοῦτο ὁπωσδήποτε νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα μετ’ αὐτὴν ἐκδοθῇ τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, τὸ δάνειον τοῦτο ἤθελε τύχει τιμῆς ἀνωτέρας. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὡς μέσον ἀποδείξεως εἶναι συγχρόνως καὶ ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ Κράτους. Δὲν ἐγένετο ἡ ἄρσις, διότι ἡ ἄρσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέτυχον. Δὲν ἐγένετο ἡ ἄρσις, διότι τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα ἐδαπανήθησαν εἰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πᾶν ἄρα ὅ,τι προεῖπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπεδείχθη πεπλανημένον· περιήχθη ἑπομένως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ὁμάδα νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Τὰ ζητήματα πάντα, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, εἰσὶν ἀλληλένδετα καὶ συναφῆ· τὸ ἓν εἶναι ἀποτέλεσμα ἢ αἰτία τοῦ ἄλλου. Κυρία αἰτία εἶναι ἡ οἰκτρὰ ἀποτυχία τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κυρία αἰτία εἶναι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 δὲν παρίστα τὴν ἀληθῆ τοῦ Τόπου οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὅτι τὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκεσαν εἰς πληρωμὴν τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφεισῶν δαπανῶν καὶ ὅτι τούτου ἕνεκα διετέθησαν τὰ χρήματα τοῦ δανείου, τὰ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προωρισμένα, εἰς πληρωμὴν ἐξόδων τῆς συνήθους ὑπηρεσίας, καὶ τοῦτο κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην. Ἐκ ταύτης δὲ τῆς ἀπολύτου, ἀλλὰ λυπηρᾶς καὶ μαρτυρούσης παντελῆ καὶ ἀξιοθρήνητον ἔλλειψιν προνοίας οἰκονομικῆς, ἐκ ταύτης τῆς ἀνάγκης ἐπήγασαν πάντα τὰ κακὰ, καὶ πρώτιστα πάντων ἡ ἀποπομπὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ δανείου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπαντῶν εἰς προηγηθεῖσαν περὶ τούτου ὁμιλίαν μου, ἔλεγεν ἡμῖν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν συνωμολόγησε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰμὴ μόνην τὴν ἰδιαιτέραν σύμβασιν, ἀνεξάρτητον, ὡς εἶπεν, οὖσαν τῆς περὶ τοῦ δανείου, ὅτι δὲ εἰς τὸ δάνειον μετεῖχε δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας μετὰ τῆς ὁμάδος, ὅτι ἑπομένως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν, ἠδύνατο τὴν μὲν συμφωνίαν ἐκείνην τὴν ἰδιαιτέραν νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ, νὰ παραχωρήσῃ δὲ τὰς μετοχὰς, ἃς ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα, εἰς τὴν ὁμάδα. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔλεγε τοσοῦτον ἀντίθετα πρός τε τὸν νόμον καὶ πρὸς τὴν λογικὴν, ὥστε δὲν ἠδυνήθην νὰ μὴ διακόψω αὐτὸν, καὶ ὁ κ. Τρικούπης, στενοχωρημένος ὡς ἦτο, ἐξῆλθε δυστυχῶς, ἀπαντῶν πρὸς ἐμὲ, τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας· εἶπον δὲ δυστυχῶς, διότι οὐδέποτε ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξέκλινα ἐγὼ τῆς εὐπρεπείας, τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους, καὶ τῆς εὐλαβείας τῆς ὀφειλομένης πρὸς τοιοῦτον ἀκροατήριον. Μοὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε ἔμπλεως ὀργῆς, ὅτι δὲν ἤξιζε νὰ τὸν διακόψω, καὶ νὰ ἐγερθῶ μάλιστα διὰ νὰ τῷ κάμω παρατήρησιν, ἥτις δέν μοι περιποιεῖ τιμήν. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ἠγανακτησμένος, πολλῷ δὲ ἧσσον νὰ ἀπαντήσω πρὸς αὐτὸν διὰ παραπλησίου τρόπου· διότι δὲν νομίζω ἐγὼ, ὅτι ἡ τιμὴ ἡμῶν ἐξαρτᾶται ἐκ πλάνης τινὸς περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων ἢ τὴν ἐξήγησιν τῶν διατάξεων νόμου. Δὲν εἶμαι δὲ ἠγανακτησμένος, καὶ διότι διέκρινα τότε καὶ διακρίνω ἔτι τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἰδίως. Εἶμαι ὅμως συγχρόνως καὶ εὐγνώμων αὐτῷ, διότι ἡ παρεκτροπή του ἐκείνη, ἥτις ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἔθιξε τότε, μὲ ἐξηνάγκασε νὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐδικαιούμην νὰ στηρίξω τὴν γνώμην μου. Ἐζήτησα λοιπὸν τὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀλληλογραφίαν. Ἐκ δὲ τῆς ἀλληλογραφίας ταύτης τί προκύπτει, κύριοι βουλευταί; προκύπτει, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Τράπεζα κατεδίκασε τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· προκύπτει ὅτι δὲν ἤκουσεν ἡ Τράπεζα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέκυψεν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τοσοῦτον βαρείας αἰτιάσεως πρόκειται, θά μοι ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τῆς 6 Ὀκτωβρίου ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ν’ ἀποσυρθῇ τοῦ δανείου. Μᾶς εἶπε δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐζήτησε τοῦτο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν προφορικῶς καὶ πρίν. Βεβαίως δὲ καὶ πρὶν τὸ ἐζήτησε, διότι πολὺ πρὶν εἶχε βεβαιωθῆ τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν μέσων τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως πολὺ πρὶν εἶχε δαπανηθῆ ἀλλαχοῦ τὸ ποσὸν, τὸ πρὸς τοῦτο προωρισμένον. Ἐπανέλαβε δὲ τὴν αἴτησιν αὑτοῦ εἰδικώτερον, καὶ ἐκανόνισε μάλιστα, μόνος αὐτὸς ἄνευ τῆς Τραπέζης, καὶ τὰς λεπτομερείας τῆς συμφωνίας, κατὰ τὴν εἰκοστὴν τετάρτην Ὀκτωβρίου, ἡ δ’ Ἐθνικὴ Τράπεζα αὐθημερὸν τῷ ἀπήντησεν, ὅτι ἡ αἴτησίς του ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον! Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῷ προσέθηκεν, ὅτι αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀκούσῃ, πράγματι δὲ δὲν τὸν ἤκουσεν! Ἰδοὺ τί ἐπὶ λέξει λέγει ἡ Τράπεζα: «Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ΑΡΚΗʹ Νόμου τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐπεφυλάχθη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐξώνησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν φράγκων 170,000,000, ὅσας ἀνέλαβεν ἡ Τράπεζα ὁριστικῶς (ferme), χωρεῖ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐν λόγῳ ὁμολογιῶν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, καὶ δι’ ὅσας ὁμολογίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἤθελον διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς καλυφθῆ. Πᾶσα προγενεστέρα πρὸς τὴν Τράπεζαν ἀπόδοσις τῶν ἀπέναντι τῆς εἰς τὸ εἰρημένον δάνειον ἐνοχῆς αὐτῆς καταβεβλημένων παρὰ ταύτης, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου, δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀναγέννησιν τῆς ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1880 συμβάσεως ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης πρὸς χορήγησιν δανείου 10,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἢ ἐγγυήσεως περὶ ἴσου ποσοῦ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ εἰρημένου ἄρθρου». Προσθέτει δὲ ἡ Τράπεζα ὅτι, ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τῇ ἀποδοθῶσι τὰ διὰ τὸ δάνειον καταβληθέντα ὑπ’ αὐτῆς χρήματα, θέλει μὲν τὰ δεχθῆ, ἀλλὰ θὰ τὰ δεχθῇ ἁπλῶς διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῆς ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὀφειλῆς. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῇ 12 Νοεμβρίου, εἰσάγων ἐντεῦθεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐβεβαίου ἀνακριβῶς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ γεγονὸς ἐτελέσθη, καὶ τοῦτο διότι ἂν ὁ Νόμος ἐπέτρεπεν αὐτῷ ὅ,τι ἐπειράθη παρανόμως νὰ πράξῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἶχε τελεσθῆ τότε, ἤτοι νὰ μὴ εἶχε λάβει τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἢ νὰ μὴ εἶχεν ἐκλείψει ὁλοτελῶς ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης. Ὅτι δὲ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔδει νὰ προηγηθῇ τοῦ δανείου, ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Νόμου. Ἡ τελευταία δόσις τοῦ δανείου κατεβλήθη τῇ 10 Ὀκτωβρίου, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης, τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρήματα καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ὑποχρεώσεως αὐτῆς διήρκουν ἕνα μόνον μῆνα, ἐκπνέοντα τῇ 10 Νοεμβρίου. Τίς δ’ ἄλλη πληρεστέρα ταύτης ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἄρσις ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ βραδύτερον τῇ 10 Ὀκτωβρίου; Πρόδηλον ἑπομένως ὅτι ἡ Τράπεζα, εἰς ῥητὴν τοῦ Νόμου διάταξιν στηριζομένη, δὲν ἤκουσε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ. Εἶχον λοιπὸν δίκαιον, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτε σᾶς διέκοψα, ὅπως σᾶς καταδείξω τὴν ἀντίθεσιν τῶν λόγων ὑμῶν πρὸς τὰς ῥητὰς καὶ σαφεῖς διατάξεις τοῦ Νόμου, ἃς παρεβιάσατε. Δὲν θὰ σᾶς εἴπω ὅμως ἐγὼ ὅτι χάνετε οὕτω τὴν τιμήν σας, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι χάνετε τὸ κῦρος ὑμῶν. Ἐπιμένω δὲ εἰς τὰ τῆς Τραπέζης, διότι φρονῶ ὅτι ἐντεῦθεν πηγάζουσι πάντα τὰ λοιπὰ, ὅτι αἰτία πάντων τούτων εἶναι τὸ τῆς παρανόμου ἀπωθήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἢ μᾶλλον ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις, εἰς ἣν περιήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, καὶ ἥτις ἐξηνάγκασεν αὐτὸν ν’ ἀπωθήσῃ τὴν Τράπεζαν. Ἰδοὺ δὲ πῶς προέκυψαν τὰ ἐπελθόντα δυσάρεστα· ἐξηνάγκασε τὴν Τράπεζαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀπόσχῃ τοῦ δανείου πρὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ, διὰ νὰ λάβῃ τὰ 9,000,000 δραχμῶν πρὸς πλήρωσιν τοῦ χαίνοντος κενοῦ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐκ τῶν πινάκων, οὓς κατ’ αἴτησιν ἡμῶν ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐξάγεται ἀκριβῶς, οὐδ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ γνωρίζῃ εἰς τί συνίσταται τὸ κενὸν, ἀλλὰ βεβαίως ἐλλείπουσι πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς Τραπέζας ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πλείονα τῶν 16 ἢ 17,000,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦ ἐκνόμου δὲ τούτου μέσου, διὰ τῆς προώρου δηλαδὴ ἀποχωρήσεως τῆς Τραπέζης, ἤθελον προσπορισθῆ τοὐλάχιστον τὰ ἐννέα. Ἀλλ’ ἀφοῦ διέπραξε τὴν πρώτην παρανομίαν, μετέπεσεν εἰς ἄλλην καὶ αὖθις εἰς ἄλλην. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ πεπρωμένος κλῆρος τῶν παραβαινόντων τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου. Τίς δὲ εἶναι ἡ ἄλλη παρανομία; Τὰς μετοχὰς, ἃς ἐλάμβανεν ἡ Τράπεζα ἐπὶ τόκῳ 7%, ἐφιλοδώρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ὁμάδα ἐπὶ τόκῳ 7, 35%, ἀντὶ τουτέστι τῆς τιμῆς τῶν 357:50 δραχμῶν, εἰς τιμὴν δραχμῶν 342:50. Ἀλλ’ εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ; οὐδαμῶς. Ἠθέλησεν, ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον 6, νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, ἠθέλησε νὰ συγκαλύψῃ τὴν διαπραχθεῖσαν παρανομίαν πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, εἰπὼν ὅτι, ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ ὁριστικῶς (ferme) 55,000,000 ὀνοματικοῦ κεφαλαίου εἰς τὴν ὁμάδα, δὲν ὑπερέβη τὸ ποσὸν τοῦτο, δοὺς εἰς αὐτὴν καὶ τὰς ὑπὸ τῆς Τραπέζης λαμβανομένας ὁριστικῶς μετοχὰς, ἀλλ’ ὅτι συνεπλήρωσεν ἁπλῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν 55,000,000. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, τόσον ἀτυχὴς καὶ τόσον ἀναξία τῆς νοημοσύνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ βεβιασμένη αὕτη δικαιολογία, ὥστε δύω λέξεις ἤθελον ἀρκέσει, ἐκ τοῦ νόμου ἐξαγόμεναι, νὰ τὴν καταῤῥίψωσιν εἰς θρύμματα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6, δίδεται τῳόντι εἰς τὴν ὁμάδα, ἐν ᾗ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ποσὸν ὁμολογιῶν 110,000, ἀντιστοιχουσῶν εἰς 55,000,000 δραχμάς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς Τραπέζης, ἥτις εἶναι προσηρτημένη εἰς τὴν ἑτέραν καὶ ἥτις ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Νόμου, ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τούτων τῶν ferme, καὶ μόνον ἐκ τούτων, λαμβάνει τὰς 25,200 ἡ Τράπεζα. Ὥστε ὅτε ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸ δάνειον, μόνον 42,400,000 δραχμῶν ἔδωκεν ἀντὶ δραχμῶν 342:50 καθ’ ὁμολογίαν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε πολλῶν ἐξηγήσεων δὲν χρήζει. Περὶ τοῦ ἄρθρου 6 οὐδεὶς λόγος, διότι ἐν αὐτῷ περὶ 55,000,000 ἀληθῶς πρόκειται. Ἰδοὺ ὅμως τί λέγει τὸ ἄρθρον πρῶτον τῆς συμβάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, τὸ κυρωθὲν διὰ τοῦ αὐτοῦ Νόμου: «Εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1880 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, αὕτη θέλει λάβει συμμετοχὴν (participation) εἰς τὸ ἐκδοθησόμενον δάνειον τῶν φρ. 170,000,000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ «ἐπὶ μόνων τῶν λαμβανομένων ὁριστικῶς (ferme)» 110,000 ὁμολογιῶν τοῦ ἐν λόγῳ δανείου κατὰ 9,000,000 καὶ 180 φρ. πραγματικοῦ κεφαλαίου, εἰσερχομένη κατὰ τὴν ἀνωτέρω ἀναλογίαν εἰς τὴν ὁμάδα τῶν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ εἰρημένου δανείου συμβαλλομένων μετὰ τῆς Κυβερήσεως τραπεζιτῶν, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς μετὰ τῆς εἰρημένης ὁμάδος συμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν». Βλέπετε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἦτο σύντροφος τῆς ὁμάδος, ὡς ἀνακριβῶς ἐλέγετε, ὅτε ἠναγκάσθην νὰ σᾶς διακόψω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχεν ἀγνώστους συμφωνίας καὶ ἰδιαίτερα συμφέροντα, ἀλλ’ ὅτι τὸ σεμνὸν αὐτῆς ὄνομα παρέσχεν εἰς τὰ τοῦ δανείου ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου; Ἐγένετο λοιπὸν ἡ Τράπεζα συμμέτοχος (participant) μόνον διὰ τῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβάσεως καὶ μόνον ἐπὶ τῶν ὁριστικῶς (ferme) παραχωρουμένων ὁμολογιῶν, ἤτοι τῶν 110,000, ἐξ ὧν, ἀφαιρουμένων τῶν εἰς τὴν Τράπεζαν ἀναλογουσῶν 25,200, μένουσι διὰ τὴν ὁμάδα 84,800. Πόση δὲ εἶναι ἡ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν 357,50, ἀνθ’ ἧς ἐλάμβανε τὰς ὁμολογίας ἡ Τράπεζα, καὶ ἐκείνης, ἀνθ’ ἧς λαμβάνουσιν αὐτὰς οἱ Τραπεζῖται τῆς ὁμάδος, διαφορά; Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής· ἡ διαφορὰ αὕτη ἀναβαίνει εἰς 369,000 δραχμῶν! Εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψητε εἰς τὸν Καιάδαν τόσα χρήματα τοῦ Δημοσίου; Ἀλλὰ τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐζημιώθημεν ἐκ τούτου ποσῶς, σᾶς εἶπε μάλιστα — καὶ εἰς τί δὲν προσφεύγει ὁ κ. Τρικούπης, ὅπως συγχύζῃ τὰ πράγματα! — σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ ὠφελούμεθα. Ἰδοὺ, ἔχομεν ἀνάγκην δανείου καὶ ἐνῷ θὰ ἐπληρώναμεν δι’ αὐτὸ τόκον ἀνώτερον, ἰδοὺ, ὅτι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὸ δάνειον παρὰ τῆς Τραπέζης ἀντὶ 7%, καὶ οὕτω ἐρχόμεθα εἰς ἰσοζύγιον· διότι παντοῦ, βλέπετε, ἀνευρίσκει τὸ ἰσοζύγιον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; παντάπασιν. Ἂν τὰ πράγματα ἐλάμβανον χώραν, ὡς ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωσιν, ἂν τουτέστι τὸ δάνειον ἐξεδίδετο μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις θὰ ἦτο ἡ πλήρης ἀπόδειξις τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ Τόπου, αἱ μετοχαὶ τοῦ δανείου θὰ ἐτοποθετοῦντο βεβαίως εἰς τιμὴν ἀνωτέραν καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 357,50, ἀνθ’ οὗ ἐλάμβανε τὰς ὁμολογίας ἡ Τράπεζα, καὶ τότε μόνον ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδώσῃ τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης καταβληθέντα, ὅπως φέρῃ εἰς ἀναβίωσιν τὴν παλαιὰν σύμβασιν. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 παλαιῶν δραχμῶν δὲν εἶναι συμψηφισμένον εἰς τὸ τῶν 170,000,000. Ἡμεῖς ἐξετάζομεν τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστημεν ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ δανείου τούτου, τὴν ζημίαν δὲ ταύτην τὴν ὑπέστημεν βεβαίως, ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀνεπανορθώτως. Ἂν τὸ δάνειον μὴ ἀπετύγχανεν ὅπως ἀπέτυχεν, ἂν τὸ δάνειον μὴ ἀπετύγχανε τόσον οἰκτρῶς, ὁ τόκος τῶν 7% θὰ ἦτο ἆρά γε τόκος τοσοῦτον ἐλαφρὸς, ὥστε νὰ ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ τὰς χεῖρας ἀπὸ εὐχαρίστησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων, ὅτι ἠδυνήθη νὰ δανεισθῇ ἐπὶ τόκῳ 7%; Ἂν τὸ δάνειον ἐπετύγχανεν, ὁ τόκος οὗτος θὰ ἦτο, κύριε Πρωθυπουργὲ, βαρὺς καὶ ἀσύμφορος. Ἂν αἱ ὁμολογίαι ἐξεδίδοντο οὐχὶ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 346,50, ἀλλ’ εἰς ἣν προσεδοκᾶτε ἢ ἐπηγγέλεσθε τιμὴν τῶν δρ. 370 ἢ 380, βεβαίως ὁ τόκος τῶν 7%, ὃν σήμερον θεωρεῖτε εὐτύχημα, θὰ ἦτο τόκος ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ διατί εἶπον, ἐν ἐπιγνώσει τὸ ἐπαναλαμβάνω τοῦ βάρους τῆς ἐκφράσεως, ὅτι παραβίασις τοῦ Νόμου διεπράχθη καὶ ὅτι ἐκ τῆς παραβιάσεως τοῦ Νόμου προέκυψεν ὑλικὴ ζημία τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ὑπέστημεν καὶ ἑτέραν ζημίαν· αὕτη δὲ, ἀναντίῤῥητος ἐπίσης, ἀλλὰ καὶ μὴ πολεμηθεῖσα, ἀναγνωρισθεῖσα μάλιστα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ ζημία δὲ αὕτη εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς jouissance (ὅπερ σημαίνει πληρωμὴ τόκου μὴ καταβληθέντος κεφαλαίου), ποσοῦ ἀναβαίνοντος εἰς 315,000 δραχμῶν. Τί δικαίωμα εἴχετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ φιλοδωρήσητε εἰς τὴν ὁμάδα καὶ ταύτας τὰς 315,000 δραχμάς; οὐδὲν, ἀλλὰ τὸ ἐπράξατε, ῥητὰς τοῦ Νόμου διατάξεις παραβιάσαντες. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐξόδων· ταῦτα θὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένα. Τὰ ἔξοδα ταῦτα εἶναι, κύριοι, διὰ νὰ γνωρίζητε καλῶς, αἱ 2,300,000 δραχμῶν, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς τὴν ὁμάδα διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ἂν ὁρίσωμεν πόσα ἐκ τούτων ὠφελήθη ἡ ὁμὰς, θὰ μᾶς εἴπῃ ἀμέσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐξογκοῦμεν αὐτά· ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν ν’ ἀρνηθῇ, ἂν δύναται, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε συνεβλήθη μετὰ τῆς ὁμάδος, ἐνόησεν ὅτι ἐν ταῖς παροχαῖς, αἵτινες ἐγένοντο πρὸς τὴν ὁμάδα χάριν διευκολύνσεως τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, ἦτο καὶ τὸ πιθανὸν, τὸ βέβαιον κέρδος, τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν πραγματικῶς δαπανηθησομένων πρὸς τὰ διδόμενα. Ὅσον λοιπὸν μικρὰς καὶ ἂν ὑπολογίσῃ τις τὰς ἐκ τούτου ὠφελείας, ἔστω καὶ εἰς πέντε δραχμὰς ἀντὶ τῶν 10 καθ’ ὁμολογίαν, εἰς ἃς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριφυλίας ὥρισεν αὐτὰς, πάντοτε διεπράχθη κατὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ζημία σημαντικὴ, ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν. Δὲν ἠδύνατο ἄρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον καὶ χωρὶς νὰ γίνῃ ἀμέσως ὁ αἴτιος τῶν ζημιῶν, ἃς σᾶς ἀνέφερα, νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως ἡ Τράπεζα ἀπομακρυνθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναγκασθεὶς ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ἀποδείξεως τῶν ἐσφαλμένων, τῶν πάντοτε κατὰ δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν αὐτοῦ, τὸ ἔπραξε, διατί τὰς μετοχὰς ταύτας τὰς ἐχάρισεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ὁμάδα; Διατί ἐχάρισεν εἰς αὐτὴν τὰς τέσσαρας δραχμὰς τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς πρὸς τὴν ὁμάδα παραχωρήσεως; Διατί δὲν ἐκράτει αὐτάς; Μήπως εἶναι μικρὰ καὶ ἡ ἐκ τούτου ζημία; εἶναι πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν. Διατί νὰ μὴ ὠφεληθῇ κἄν τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ παραβίασις τοῦ Νόμου, διατί νὰ μὴ ἐλαττωθῇ τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ Δημοσίου ἡ ζημία κατὰ 110,000 δραχμάς; Ἀλλ’ ἐγένοντο ταῦτα, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἕνεκα τῆς ἀπρονοησίας αὐτοῦ, περιῆλθεν εἰς θέσιν τοσοῦτον στενόχωρον, ὥστε ἦτο δέσμιος ὑπὸ τὰς χεῖρας τῆς ὁμάδος. Καὶ ἔχω μάλιστα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐξεβίασεν αὐτὸς τὴν ὁμάδα διὰ τῶν τοιούτων παροχῶν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ συμπληρώσῃ ἐξ αὐτοῦ τὰ ἐλλείποντα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσά. Τὰ ζητήματα ταῦτα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι τοσοῦτον συναφῆ, τοσοῦτον καθαρῶς, τοσοῦτον εὐγλώττως ὑπ’ αὐτῶν τῶν νόμων καταγγελλόμενα, καὶ ὑπὸ τῆς Τραπέζης εὐθαρσῶς καταδεικνυόμενα, πρὸς ταπείνωσιν τοῦ ἀξιώματος τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ὥστε δικαιολογοῦσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἐπὶ τοιαύτης ἐνεργείας τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ πράξω μετὰ τὸ πέρας τῆς παρούσης συζητήσεως. Ἀλλὰ διατί ἐγένοντο πάντα ταῦτα; πάντα ταῦτα εἶναι συνέπεια τῆς οἰκτρᾶς ἡμῶν οἰκονομικῆς καταστάσεως. Διατί δὲ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι οἰκτρά; διότι τοιαύτην κατήντησεν αὐτὴν ἡ ἀπρονοησία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ηὔξησεν ὑπερμέτρως, πυρετωδῶς, διὰ σπατάλης ἀνηκούστου τὰς δημοσίας δαπάνας. Ἐδιπλασίασε—πλέον ἴσως τούτου θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἔπραξεν, ἐὰν τὰ πράγματα ἐξετασθῶσιν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ λεπτομερείᾳ—ἐδιπλασίασεν ὅμως ἀναντιῤῥήτως τὰς μὴ παραγωγικὰς δαπάνας ἐν διαστήματι δύω ἢ τριῶν ἐτῶν! Τοῦτο δὲ θέλω σᾶς ἀποδείξει, κύριοι Βουλευταὶ, διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος τί τελεῖται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους. Πρέπει νὰ μάθωσιν ἅπαντες, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν 86,000,000 οὔτε ὁδοποιΐα, οὔτε σιδηρόδρομοι, οὔτε πολεμικαὶ παρασκευαὶ, οὔτε στρατιωτικαὶ, οὔτε ναυτικαί. Ἤθελον μάλιστα ταύτην τὴν στιγμὴν σύμπασα ἡ Ἑλλὰς νὰ ἦτο ἐνταῦθα καὶ νὰ ἤκουε τῶν λόγων μου. Ἔχετε δίκαιον ἴσως νὰ θορυβῆσθε σεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Ἑλλάδα, διότι ὅταν ὁμιλῶ ἐνώπιον ὑμῶν, βεβαίως ὁμιλῶ ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι τοῦτο ἀληθὲς, πρέπει εὐόρκως, τοὐλάχιστον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ν’ ἀντιπροσωπεύσητε τὴν πατρίδα. Ὅτε πρὸ μηνὸς εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ποῦ νομίζετε ὅτι ἀνέτρεξεν; ἀνέτρεξεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879. Τί δὲ φαντάζεσθε, ὅτι εἶπε; δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε, ἀλλ’ εἶναι εὐτυχῶς τετυπωμένον, ἂν καὶ ἦναι ὄντως ἀπίστευτον· εἶπεν ὅτι, ἄν πρόκηται νὰ σκεφθῶμεν περὶ οἰκονομιῶν, μόνον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν οἰκονομίας· πᾶν ὅ,τι προσετέθη κατόπιν ὑπ’ αὐτοῦ εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον· εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλαττωθῇ οὐδὲ μία δραχμὴ ἐκεῖθεν, χωρὶς νὰ καταβιβασθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ γίνῃ ἐξουθένωμα—αὐτὴ εἶναι ἡ εὔηχος φράσις του—τῶν Ἐθνῶν, χωρὶς νὰ ἀθετήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς ξένους, χωρὶς νὰ ἀρνηθῶμεν ἄρτον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἡμῶν, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ὁδοποιΐαν, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς σιδηροδρόμους καὶ χωρὶς νὰ καθυστερήσωμεν τοὺς τόκους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ταῦτα εἶπε, τὰ ἐνθυμεῖσθε, δὲν ἀμφιβάλλω. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ὅτε ἤκουσα ταῦτα, ἐφρόνουν καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐν αὐτοῖς ὑπάρχει τοὐλάχιστον σπέρμα τι ἀληθείας, ἀλλ’ οὔτε κἂν σκιὰ ἀληθείας ὑπῆρχεν! Θὰ παρακολουθήσω ἐν ὀλίγοις, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὸ ἐν ὀλίγοις, διότι τὰ πράγματα εἶναι καθαρώτατα καὶ δὲν χρῄζουσι πολλῶν, θὰ παρακολουθήσω ἐν ὀλίγοις τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν ἐκδρομὴν αὐτοῦ πρὸς τὸ 1879· θὰ συνδέσω ὅμως τὸ 1879 πρὸς τὸ 1880, ὅπερ εἶναι τὸ κυρίως οἰκονομικὸν ἔτος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκληροδότησεν εἰς αὐτὸν τὴν θέσιν, ἣν σήμερον κατέχει· διότι εἰς τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνας οἱ πλεῖστοι τῶν σπουδαίων φίλων, οἵτινες τὸν ἠκολούθησαν, εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαγγελίας ἐπείσθησαν. Ἀφήρεσα, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τοὺς Προϋπολογισμοὺς πάντα τὰ ἔξοδα, ἅπερ ἔχουσι σχέσιν τινὰ πρὸς οἱαδήποτε ζωτικὰ τῆς Πατρίδος συμφέροντα· ἀφήρεσα λοιπὸν πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὰ δάνεια, πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν Βασιλικὴν ἐπιχορήγησιν, πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, ἀφήρεσα πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὰς ἐπιστροφὰς τῶν χρημάτων, πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ναυτικὰ καὶ τὰ στρατιωτικὰ, καὶ ἐξήτασα μόνον τὰ τῆς συνήθους καὶ τακτικῆς ὑπηρεσίας τῶν πέντε Ὑπουργείων, ὅπου οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει εἰμὴ ἔξοδα προσωπικοῦ καὶ διαχειρίσεως. Εἰς αὐτοὺς δὲ τοὺς ἀριθμοὺς, οἵτινες ἐξαγόμενοι ἐκ τῶν κεκυρωμένων Προϋπολογισμῶν εἶναι ἐπίσημοι, εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Κατὰ τὸ 1879 τὰ πέντε ταῦτα Ὑπουργεῖα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἅπερ ἐπίσης εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, δηλαδὴ μὴ παραγωγικά, ἀνήρχοντο εἰς νέας δραχμὰς 14,500,000, ἐγκαταλείπω τὰς μονάδας. Εἰς πόσας ἀνήρχοντο κατὰ τὸ 1884; Εἰς 29,542,000. Ἡ διαφορὰ εἶναι 14,953,000 ἢ 15,000,000 περίπου. Ἐξήτασα πόση εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ἐπιβαλλομένη νῦν ἀπὸ τὰς Νέας Ἐπαρχίας, ἐξήτασα δὲ τὰς δαπάνας τὰς σχετικὰς, ἀφοῦ ἀφαιρῶ πάσας τὰς λοιπὰς, ἑπομένως καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἐξήτασα τὰς δαπάνας τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων μέχρι δραχμῆς, διότι τεσσάρων μόνων Ὑπουργείων ὑπαλλήλους ἔχομεν ἐκεῖ· αἱ δαπάναι αὗται εἶναι 1,585,000 δραχμῶν. Ὅταν ἀφαιρέσωμεν ταύτας ἀπὸ ἐκείνας, μένουσι πλειότεραι τῶν τοῦ 1879 αἱ μὴ παραγωγικαὶ δαπάναι τοῦ 1884 κατὰ 13,368,000 δραχμῶν. Βλέπετε πόσον εἶναι ἀληθὲς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ κόρον λεχθὲν, ὅτι εἶναι sacra santa, ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα, τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προστεθέντα ἔξοδα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν εἰς τὰ 1879 διὰ νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν! Ἀλλὰ, κ. Πρωθυπουργὲ, ὁμιλεῖτε ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὁμιλεῖτε πρὸς τὸ ἔθνος αὐτό· τὰ πράγματα, ἐφ’ ὧν ὁμιλεῖτε, εἶνε δημόσια, πάντες δύνανται νὰ κάμωσι τοὺς ἁπλοῦς λογαριασμοὺς, οὓς ἐγὼ ἔκαμα, πῶς ἐτολμήσατε νὰ ἐξενέγκητε τοιαύτας ἀνακριβείας; Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς εἴπω αὖθις, ὅτι δὲν σᾶς περιποιεῖ τοῦτο τιμήν, θὰ σᾶς εἴπω μόνον, ὅτι σᾶς ἀφαιρεῖ τὸ κῦρος. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσω καὶ τὰ τοῦ 1880· τὸ 1880 ἦτο ἔτος χρυσοῦ αἰῶνος διὰ τὴν Ἑλλάδα, τότε ἀνεφάνη ὁ νέος οἰκονομικὸς Μεσσίας. Ἀντετάχθην τότε εἰς τὰς προταθείσας οἰκονομίας, ἀλλὰ πιστοποιῶ ἤδη μόνον, ὅτι οἰκονομίαι διεπράχθησαν· λοιπὸν τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἦτο τὸ ἔτος τὸ ἀκριβῶς ἀνῆκον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι αὐτὸ τῷ ἔδωκε τὴν Ἐξουσίαν. Τότε τὰ ἔξοδα, περὶ ὧν ὁ λόγος, τὰ μὴ παραγωγικὰ, ὡρίσθησαν εἰς δραχ. νέας 13,923,000 ἢ 14,000,000 περίπου· ἡ διαφορὰ τούτων πρὸς τὰ αὐτὰ ἔξοδα τοῦ 1884 ἀνέρχεται εἰς δραχ. 15,600,000, μετὰ δὲ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν εἰς δρ. 14,034,000, τουτέστιν ὑπὲρ τὸ διπλάσιον. Ταῦτα εἶναι τὰ ἔξοδα τὰ ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα, ὧν τὴν ἐλάττωσιν δὲν ἐπιτρέπουσιν ἡ τιμὴ καὶ τὰ μεγάλα τῆς Πατρίδος συμφέροντα! Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ἔτι, πῶς; καὶ ἐνταῦθα ἐξήνεγκε βαρείας λέξεις κατ’ ἀνδρῶν, εἰς οὓς εὐγνωμοσύνην μᾶλλον ὀφείλει τὸ Κράτος· ὅσοι ἐξήτασαν τὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων Ἐθνῶν καὶ γινώσκουσι τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, δύνανται νὰ εἴπωσιν, ἂν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μάρτυρες τιμῆς καὶ αὐταπαρνήσεως. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ περὶ αὐτῶν, ὅτι ἂν δὲν τοῖς ἔδιδε τὰ 12%, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ εἴσπραξιν δημοσίων εἰσοδημάτων. Ἀλλὰ τὰ 12% ἐκεῖνα εἶναι ἆρά γε αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων; Δὲν ἠκούσατε χθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὀλοφυρόμενον ἐντεῦθεν συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Φιλαρέτου νομίζω, περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὀλοφυρόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ μόνον ἴσως διὰ νὰ γραφῇ εἰς τὰς ἐφημερίδας, διότι πέρυσι σκεφθεῖσα δῆθεν καὶ ἐφέτος προσπαθήσασα ν’ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν Δικαστῶν ἡ Κυβέρνησις, δὲν τὸ κατώρθωσεν ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιπετειῶν τοῦ Κράτους; Λοιπὸν αὐτοὶ οὗτοι ὁμολογοῦσι, καὶ εἶναι πράγματι, ἀλλὰ προσφεύγω εἰς τὴν ὁμολογίαν των, διότι τὰ πάντα διαστρέφουσιν αὐτοὶ οὗτοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν δραχμῶν εἰς φράγκα δὲν εἶναι αὔξησις μισθοῦ. Πόθεν ὅμως προέκυψεν ἡ ἀνάγκη αὕτη; ἐξ ἀσυνέτου μέτρου αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ μέτρου τῆς ἄνευ ἄλλης ἀνάγκης, εἰμὴ μόνον τῆς ὑποβολιμαίας αὐξήσεως τῶν δημοσίων φόρων, εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Διεμαρτυρήθημεν τότε, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν· ὅλοι δὲ ὑφιστάμεθα σήμερον τίς ὀλιγώτερον, τίς πλειότερον τὰς συνεπείας τοῦ ἀσυνέτου ἐκείνου μέτρου. Δὲν εἶμαι ἄρα ὑποχρεωμένος νὰ καταλογίσω εἰς ὄφελος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ταῦτα τὰ τέσσαρα ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, ἅπερ ἀναλογοῦσιν εἰς αὐτὴν τὴν αὔξησιν ἢ τὴν μετατροπὴν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφήρουν καὶ ταῦτα—διότι ὀφείλει κατὰ δυστυχίαν νὰ πληρώνῃ ὁ Τόπος τὰ ἀσύνετα τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ μέτρα, καὶ ἂν μὴ ἦτο τοῦτο, οὐδεὶς βεβαίως ἤθελεν ἔχει τὴν ὄρεξιν νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐξέλιξιν μέτρων τοιούτων, ἅπερ οὔτε ἀρχὴν, οὔτε τέλος ἔχουσι—καὶ ἂν ἀφήρουν τὰ τέσσαρα ταῦτα ἑκατομμύρια, τί θὰ ἀπέμενε πάλιν ὡς προϊὸν ἀσπλάγχνου σπατάλης; 9,000,000 μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1884, 8,000,000 δὲ περίπου μεταξὺ τοῦ 1879 καὶ τοῦ 1884. Τί δὲ εἶναι τὰ ὀκτὼ ταῦτα ἑκατομμύρια; εἶναι πλειότερα, ὑπολογιζόμενα ὡς τόκος, ἀπὸ τὰ 170,000,000 τοῦ δανείου, ὅπερ ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεστάτους ἠναγκάσθημεν νὰ συνομολογήσωμεν, διὰ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς τῆς χώρας παρασκευάς. Εἶναι δυστύχημα, ὅτι προφέρων τις τὰς λέξεις ταύτας τῶν ἐθνικῶν παρασκευῶν ἀναγκάζεται νὰ μειδιᾷ· εἶναι μέγα ἐθνικὸν δυστύχημα. Ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ μειδιᾷ; Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἐνεθυμήθην καὶ τὸ λέγω ἀμέσως, διότι ἔρχεται ἀτυχῶς προσφυέστατα εἰς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου. Ὅτε παρέβαλον τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ ἔτους 1879, εὗρον, ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς προβλέψεως πρὸς ναυπηγίαν ταῦτα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προτεινομένων διὰ τὸ ἔτος 1885 παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις πρὸ τριῶν ἐτῶν μᾶς ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι πᾶσα ἡμέρα, παρερχομένη ἄνευ ναυτικῶν παρασκευῶν, εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν· κατὰ ποῖον νομίζετε ποσόν; κατὰ τὸ σπουδαῖον ποσὸν τῶν 2,000 δραχμῶν. Ἀπὸ τοῦ 1879 τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ διοίκησις αὐτοῦ, τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ, πάντα τὰ ἔξοδα τῆς Ναυτικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ προσθήκης δύω χιλιάδων μόνον δραχμῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879! Ἰδοὺ οἱ ἀριθμοί: τῷ 1879 δραχμὰς 3,748,000, τῷ 1885 3,750,000. Καταλαμβάνετε; Παίζομεν λοιπὸν μὲ τὰ ἱερώτερα; διότι πρέπει πάντες βεβαίως, ὑμεῖς δὲ πρὸ πάντων, φίλοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας, οἵτινες ἐκ πατριωτισμοῦ, εἶμαι βέβαιος, ἐπιστεύσατε εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρέπει νὰ ἐπείσθητε, ὅτι μόνον ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι μόνον ὁσάκις ἐχαλκεύοντο νέαι αὐξήσεις τῶν φόρων, μόνον τότε ἀπηυθύνετο εἰς τὸν πατριωτισμὸν ὑμῶν, εἰς τὴν φιλοπάτριδα ὑμῶν καρδίαν· αὐτὸν τὸν πανίσχυρον λόγον προέβαλε πάντοτε, διαβεβαιῶν καὶ διαμαρτυρόμενος ὅτι ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο νὰ ἀναπτύξῃ καὶ τοὺς πόρους τοῦ Κράτους οἰκονομικῶς καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας αὐτοῦ ἐσωτερικῶς, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὴν Ναυτικὴν ἡμῶν καὶ Στρατιωτικὴν παράστασιν ἐξωτερικῶς. Βεβαίως ἀπέναντι τοιούτων λόγων, ἐκφερομένων ἀπὸ τοῦ ὑψίστου τούτου βήματος ἐκ μέρους Πρωθυπουργοῦ, πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία ἠδύνατο νὰ συγκινηθῇ, οἱ δὲ φίλοι τυφλῶς νὰ παρακολουθήσωσι. Γνωρίζετε καλῶς ἐξ ὅλης τῆς ἱστορίας τῶν συζητήσεων ἡμῶν, ὅτι οὐδέποτε ἐπέκρινα ὑμᾶς ἐπὶ τῇ παρασχεθείσῃ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐμπιστοσύνῃ ὑμῶν τῇ ἀπολύτῳ· ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω σήμερον, ὅτι τὰ πράγματα ἐπῆλθον τοιαῦτα, ὥστε πᾶσα περαιτέρω ἐμπιστοσύνη εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ὅταν γοερὰν φωνὴν τὰ πράγματα ἀφίνωσιν, ὅταν βλέπετε ὅτι ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τίποτε δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον διὰ τὰς σπουδαίας ταύτας ἀνάγκας, καὶ ἐν τούτοις οἱ Προϋπολογισμοὶ ἐδιπλασιάσθησαν, πῶς δύνασθε ἐφεξῆς νὰ πιστεύσητε, πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς αὔριον, ὅταν ἡ καταστροφὴ ἐπέλθῃ, ὅτι εἴχετε κἂν δικαίωμα νὰ πλανηθῆτε; Σήμερον δὲν ἔχετε οὐδὲ τὸ δικαίωμα νὰ πλανηθῆτε, καὶ ἂν τῷ ὄντι πονῆτε τὴν πατρίδα ἡμῶν, πρέπει αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰ δυνατόν, ν’ ἀνακόψητε τοῦ κακοῦ τούτου τὴν πρόοδον. Τί εἶναι, νομίζετε, ἐγγεγραμμένον διὰ τὰς Ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; σχεδὸν μηδέν. Αὐτὰ τὰ ποσὰ λαμβάνονται ἐκ τῶν δανείων, ἅπερ θὰ πληρώσωσι τὰ τέκνα, οἱ ἔγγονοι καὶ οἱ δισέγγονοι ἡμῶν· ἀναγράφονται δὲ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὀλίγαι ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τούτων· διὰ τὴν ὁδοποιΐαν π. χ., περὶ ἧς τόσα διατυμπανίζονται, καὶ τὴν ὁποίαν οὐδαμοῦ εἴδομεν, ἐγγράφονται, νομίζω, 470,000 δρ. μόνον, διότι τόσα ἀναλογοῦσι πρὸς τὸ δάνειον, ὅπερ μέχρι τοῦδε ἐπραγματοποιήθη. Πρέπει οὕτω νὰ ἐξετάσητε τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ἴδητε, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπὲρ τῶν τοιούτων σπουδαίων πραγμάτων τῆς χώρας. Καὶ ὅτε ἐγκαυχώμενος μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, παραβάλλων δὲν εἰξεύρω διατί τὰ ἔσοδα τοῦ 1879 οὐχὶ πρὸς τὰ ἔσοδα ἀλλὰ πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1885, ὅτι ταῦτα ὑπερεδιπλασιάσθησαν, θὰ εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπητε, ὅτι ταῦτα ὑπερεδιπλασιάσθησαν οὐχὶ πρὸς θεραπείαν τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ πρὸς κορεσμὸν τῆς ἀκορέστου αὐτοῦ σπατάλης. Θὰ σᾶς ὑπέβαλον ἀκόμη καὶ ἕνα ἄλλον ὑπολογισμὸν, μᾶλλον ἁρμόζοντα πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ νὰ ἴδητε ὁπόσον προφανὴς καὶ πόσον καταπληκτικὴ εἶναι ἡ σπατάλη· ἀλλὰ δὲν αἰσθάνομαι τὴν πρὸς τοῦτο ἀνάγκην. Τὴν γνωρίζετε καλῶς τὴν σπατάλην ταύτην, διότι εἰξεύρετε, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ὑπηρεσία, ἥτις νὰ μὴ ἐγένετο πολυτελὴς ἄνευ ἀνάγκης. Μήπως δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν Προξενικὴν πολυτέλειαν, τὴν σπατάλην τῶν Ταχυδρομείων, τῶν Τηλεγραφείων, τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, τῶν Νομικῶν Συμβούλων, τῶν ἀνυπάρκτων φυλακῶν, τῶν Ἐπαρχείων, ἅτινα στεροῦνται διοικουμένων, τῶν παντοδαπῶν ὀργανωτῶν, τῶν ἄνευ ἐργασίας ἐργοστασίων καὶ τόσων ἄλλων ἐξόχως παραγωγικῶν καὶ ἐθνικῶν δαπανῶν; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα. Πόσα δὲ εἶναι; 13 ὅλα ἑκατομμύρια· ἀφαιρῶ τὰ 4, 9 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ τοιαῦτα εἶναι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι τὴν ἀξίαν τῶν Προϋπολογισμῶν Κρατῶν ὡς τὸ ἡμέτερον, καὶ σώζουσιν αὐτὰ ἐξοικονομούμενα· διότι, ἐὰν εἴχομεν τὰ 9 ταῦτα ἑκατομμύρια, θὰ εἴχομεν ἄρει πρὸ πολλοῦ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δι’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, δύνασθε βεβαίως νὰ δώσητε χάριν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἴσως καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δώσω αὐτῷ χάριν, ἀλλ’ ἐμπιστοσύνην δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε πρὸς αὐτὸν ἐφεξῆς. Εἶναι τινά πράγματα, ἅτινα οὔτε διὰ λόγων, οὔτε διὰ παρατάξεως τετορνευμένων ἀριθμῶν δύνανται νὰ συγκαλυφθῶσιν· εἶναι τινὰ πράγματα, ἅπερ προχωροῦσι μὲ βῆμα τόσον κατεσπευσμένον, εἶναι τόσον ὁρμητικά, ὥστε δύνανται νὰ παρασύρωσι καὶ λόγους καὶ ἀριθμούς· διὰ τοῦτο εἴδατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ῥιφθέντα ἀκάθεκτον εἰς τὰ τῆς φορολογίας, καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἠκούσατε, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ χαρτοσήμου, νὰ ὀνομάσω τὴν ἀκάθεκτον αὐτὴν ὁρμὴν φορομανίαν. Ὅτε ἀνήγαγεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἔπρεπε μοιραίως νὰ σκεφθῇ περὶ ἐσόδων· δὲν ἐσκέπτετο δὲ περὶ ἐσόδων, ὡς σᾶς ἔλεγεν, ἵνα ἐκπληρώσῃ σπουδαίας ἐθνικὰς τοῦ Τόπου ἀνάγκας, ἀλλὰ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὸ πάθος αὐτὸ τῆς σπατάλης. Καὶ εἶναι πάθος φοβερὸν ἡ σπατάλη· ἐνόμιζεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μεγαλουργεῖ, ἐνόμιζεν, ὅτι ἂν κατώρθου νὰ προσελκύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὡς τὴν προσείλκυσε δυστυχῶς, ἠδύνατο ν’ ἀναμορφώσῃ τὰ πάντα ἐν Ἑλλάδι, ἴσως μάλιστα εἶχεν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μία μεγάλη Κυβέρνησις ἠθέλησε καὶ αὐτὴ—ἐπειδὴ δὲ οὕτω καθιερώθη ἡ λέξις, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ἀπαγγείλω γαλλιστὶ —ἠθέλησε νὰ μεγαλουργήσῃ (faire grand). Τοῦτο ἔλεγον οἱ κόλακες πρὸς τὸν Ναπολέοντα· ἔλεγον αὐτῷ, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεγαλουργήσῃ, ἐκεῖνος δὲ τὸ ἐπίστευσεν, ἀλλ’ ἤρχισεν ἀπὸ τὸ Μεξικὸν καὶ κατήντησεν εἰς τὸ Σεδάν. Καὶ ποῖον Τόπον εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὗ τὰ οἰκονομικὰ τοσοῦτον ἀσπλάγχνως διεχειρίσθη; εἶχε μίαν μικρὰν καὶ πτωχὴν Ἑλλάδα, ἐξελθοῦσαν μόλις ἀπὸ δαπάνας, αἵτινες τὴν εἶχον κατασυντρίψει, τὰς δαπάνας τοῦ μεθοριακοῦ ἡμῶν ζητήματος. Τίς δὲ ἦτον αὐτός, ὅστις ἐπίστευσεν, ὅτι ἠδύνατο διὰ τοιαύτης Ἑλλάδος faire grand! Ἀλλ’ ὅταν τις καταβαίνῃ μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ, δὲν δύναται πλέον νὰ σταματήσῃ· ἀπέτυχε λοιπὸν εἰς πάσας αὐτοῦ τὰς οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις καὶ ἀπέτυχε μὲ τρόπον ἀνήκουστον, ἀπίστευτον ὅλως. Ἐπέβαλε τοὺς ἀτυχεστέρους καὶ παραδοξοτέρους τῶν φόρων. Ἐπέβαλε τὸν περίεργον ἐκεῖνον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ μᾶς ἔλεγε προχθὲς ἀκόμη, ὅτι αὐτὸν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ τὸν ἐπιβάλλει τοιοῦτον, ὅπως μὴ πιέσῃ τὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ τί ἐξάγεται ἀπὸ τοὺς πίνακας, οὓς τῷ ἐζήτησα; ὅτι ἡ παραγωγὴ ἠλαττώθη ἐπὶ 2,300,000 ὀκάδων κατὰ 800,000, ἤτοι κατὰ πλειότερον τοῦ ⅓. Ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐνέγραψεν ἐξ αὐτοῦ 10,000,000· τί δὲ εἰσέπραξεν; οὐδὲ κἂν τρία. Τὸ ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸ ὡμολόγησε δὲ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἐνῷ ἐτόλμησε—διότι καὶ αὐτὸ εἶναι τόλμημα—νὰ σημειώσῃ μόνον τέσσαρα. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν φόρων, οὓς σᾶς ἔπεισεν, ἢ μᾶλλον σᾶς παρέπεισε, νὰ ψηφίσητε. Ἐπὶ ποσῶν 20 ἢ 25,000,000, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀρχαιοτέρου φόρου τοῦ χαρτοσήμου, μᾶς ὁμολογεῖ ἐντεῦθεν ὅτι δὲν εἰσέπραξε τὰ 15,000,000, ὅτι δὲν ἦτο μάλιστα δυνατὸν νὰ τὰ εἰσπράξῃ! Ἀλλὰ τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα· τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἅπερ δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἢ νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν, εἶναι σχετικῶς ὀλίγα, ἀμφιβάλλω ἂν ὑπερβαίνωσι τὰ 25 καὶ ταῦτα ἑκατομμύρια. Ἐν τούτοις τί μᾶς εἶπεν ἐντεῦθεν περὶ τῶν ἐξόδων ὁ κ. Πρωθυπουργός; Μᾶς εἶπεν, ὅτι 15,000,000 πιστώσεις δὲν ἐπραγματοποιήθησαν! Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἂν εἶχεν οἰκονόμον τοιοῦτον, τοιαύτας παρουσιάζοντα εἰς αὐτὸν προβλέψεις, δὲν ἤθελεν ἀποπέμψει αὐτὸν αὐτοστιγμί; Ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐπὶ διαχειρίσεων περιουσιῶν, ἐὰν τοιαύτην διαχείρισιν τῶν περιουσιῶν αὐτῶν παρουσίαζον οἱ διαχειρισταί, ἂν δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσωσιν αὐτοὺς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ διαχειρίζεσθαι. Ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτος ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τῷ ὄντι ὁ κ. Τρικούπης μειονεκτεῖ ἐπὶ τοσοῦτον ἐν ταῖς διανοητικαῖς αὐτοῦ ἐνεργείαις, ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη τοιούτων μέτρων; παντάπασιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατελήφθη ὑπὸ τοῦ πάθους, περὶ οὗ σᾶς ὡμίλησα· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον—ἐπεχείρησε ν’ ἀναμορφώσῃ Τόπον, ὃν ἥκιστα ἐγνώρισεν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—καὶ τοῦτο ἐνδιαφέρει πάντας ἡμᾶς, κκ. συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας— καίτοι ἔχων περὶ ἑαυτὸν 150 ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἐν οἷς καὶ φῶτα ὑπάρχουσι πολλά, ἀλλ’ ἐν πᾶσιν ὑπάρχει καρδία πονοῦσα τὴν Ἑλλάδα, περιέγραψεν ὅμως περὶ αὐτὸν κύκλον φρικτῆς ἐρημίας, νομίσας ὅτι μόνος ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ βάρη τῆς Κυβερνήσεως μιᾶς χώρας. Οὐδέποτε ἐζήτησε τὴν γνώμην ὑμῶν, οὐδέποτε ἤκουσε τὰς παραινέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀφίνω ταύτην, αὕτη εἶναι κατηραμένη, ἀλλὰ τὰς γνώμας ὑμῶν οὐδέποτε τὰς ἐζήτησε, δὲν ἐπέτρεψε μάλιστα εἰς ὑμᾶς οὐδὲ νὰ ἐκφέρητε καθόλου τὴν γνώμην ὑμῶν ὁπωσδήποτε. Δὲν κατακρίνω οὐδένα, πιστοποιῶ τὰ πράγματα, ἅπερ ἀνελίχθησαν ἐνταῦθα πρὸς βαθεῖαν θλῖψιν ἡμῶν, τῶν τῆς πτέρυγος ταύτης· διότι τί σημαίνει, κκ. συνάδελφοι, ἀδελφοὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ἐὰν μᾶς χωρίζῃ αὕτη ἡ γραμμή; Εἴμεθα τέκνα τῆς αὐτῆς Πατρίδος καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους ὡς τέκνα τῆς αὐτῆς μητρός. Ἡ τιμὴ ὑμῶν εἶναι τιμή μας, ἡ ὑπόληψις ὑμῶν εἶναι ὑπόληψις ἰδική μας. Ἰδοὺ διατί περιῆλθεν εἰς τὴν ἀμηχανίαν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἰδοὺ διατί περιήγαγε τὸν τόπον εἰς φρικτὴν τῷ ὄντι ἀμηχανίαν. Τί μᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ἔτι, τί γνωρίζομεν πάντες ἡμεῖς, τί βλέπομεν τελούμενον περὶ ἡμᾶς; Ἡ Ἑλλὰς πολὺ ἐνωρὶς, δὲν γνωρίζομεν τὴν ὥραν οὐδὲ τὴν στιγμήν, ἀλλὰ λίαν ταχέως καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα, δύναται νὰ κληθῇ εἰς δρᾶσιν· τίς εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸ ἱερὸν αὐτῆς, τὸ μόνον καθῆκον, διότι ἄνευ αὐτοῦ ἡ Ἑλλὰς εἶναι τι μηδαμινὸν, εἶναι ἐμπορικὸν κατάστημα; Ὅταν περιήγαγε τὸν Τόπον εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀθλιότητα, ὥστε τὰ μὲν δάνεια ν’ ἀναβιβασθῶσιν εἰς 600,000,000, τὸ δὲ τελευταῖον Ἐθνικὸν δάνειον νὰ ἐκπέσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ νὰ ὑποτιμηθῇ ἡ ὁμολογία κατὰ 7 δραχμὰς—διότι 98 δραχμὰς ἐπωλήθησαν προχθὲς αἱ ὁμολογίαι τῶν δύω δόσεων—ὁποίαν κατέστησε τὴν πίστιν τῆς χώρας; Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς κληθῇ εἰς δρᾶσιν, θὰ ἔχῃ πρὸ πάντων ἀνάγκην χρημάτων· ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρῃ αὐτὰ τὰ χρήματα; Ἄνευ δὲ χρημάτων εἰς τί δύναται νὰ συντελέσῃ ἡ φιλοπατρία τῶν Ἑλλήνων, τὸ θάῤῥος αὐτῶν, ἔστω καὶ ὁ ἡρωϊσμὸς αὐτῶν; Ἰδοὺ αἱ θλιβεραὶ συνέπειαι, εἰς ἃς εἴμεθα ἐκτεθειμένοι ἕνεκα τῆς ἀτασθάλου, τῆς ἀπρονοήτου οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν δύναται νὰ ὀνομασθῇ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ὁ οἰκονομικὸς αὐτὸς κυκεὼν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω αὖθις, διὰ πάντα ταῦτα δύνασθε νὰ δώσητε εἰς αὐτὸν χάριν ἐξ ἐπιεικείας, ἀλλὰ νὰ τὸν πιστεύσητε πλέον δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον. Καὶ ἐπεθύμουν, κκ. Βουλευταὶ, τὸ ηὐχόμην ἐκ καρδίας, νὰ παρουσιασθῇ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν νὰ δοξασθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα. Γνωρίζετε πόσους καὶ τίνας ἔχει ἐχθροὺς τὸ Πολίτευμα τοῦτο· γνωρίζετε ὅτι πανταχόθεν ὑποσκάπτεται, οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι· δὲν ἀγνοεῖτε, ὅσοι μάλιστα παρακολουθεῖτε τὰ ἔξω συμβαίνοντα καὶ τὰς πανταχοῦ γιγνομένας συζητήσεις, ὅτι ἐκλονήθησαν καὶ κλονοῦνται αἱ πεποιθήσεις τῶν λαῶν περὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, περὶ τῶν ἐγγυήσεων, ἃς τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα παρέχει. Ἡμεῖς αὐτοὶ, καὶ πάντες τὸ ἀνομολογοῦμεν, συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, ἡμεῖς αὐτοὶ αἰσθανόμεθα πόσον εἰς τὴν ὑπόληψιν, εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Τόπου κατήλθομεν. Εἶναι στιγμὴ ἡ παροῦσα, καθ’ ἣν δυνάμεθα ν’ ἀνυψωθῶμεν, καὶ τὸ μέγα τοῦτο — καὶ λέγω μέγα, διότι ἄνευ ἐλευθέρων θεσμῶν, καλῶς λειτουργούντων, ἡ Πατρὶς ἡμῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ — καὶ τὸ μέγα τοῦτο γεγονὸς σεῖς, κκ. Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, δύνασθε νὰ τὸ πραγματοποιήσητε. Ἐὰν πεισθῆτε, ὅτι τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς ἡμεῖς τὰ παριστῶμεν ἐντεῦθεν, ἀμέτοχοι, ὡς εἶπον, παντὸς πολιτικοῦ ὑπολογισμοῦ, ὀφείλετε νὰ ἄρητε τὴν ἀνεπιφύλακτον ταύτην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐμπιστοσύνην, ἥτις ἡμῶν μὲν πάντων τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας ἐξουδετεροῖ παντάπασιν, αὐτὰ δὲ τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος καθοδηγεῖ εἰς τὸν ὄλεθρον. Δὲν ἐσκόπουν, ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα συζήτησις εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη τῶν πολιτικῶν συζητήσεων, ἃς πρόκειται νὰ διεξαγάγῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, θὰ εἴπω καὶ τοῦτο, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ λέγωνται πάνθ’ ὅσα κυκλοφοροῦσιν ἐν ταῖς συνειδήσεσι τοῦ λαοῦ· Θὰ ἦτο ἴσως, ἡμῶν ἀπρακτούντων, εὐκταῖον νὰ ἐδικαιοῦτο κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμήν, ἐν τῇ ὑπάρξει αὐτῆς, ἄλλη τις Ἐξουσία τοῦ Κράτους, τοιαύτην ἔχουσα τὴν ὑψηλὴν ἀποστολήν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ θὰ ἐπεθύμουν μᾶλλον νὰ ἴδω, εἶναι νὰ ἔβλεπον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνομολογοῦντα τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ· ἤθελον νὰ ἴδω αὐτὸν ζητοῦντα νὰ σωθῇ ἀπὸ τῶν περαιτέρω κακῶν, ἅπερ ἡ παρουσία αὐτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας δύναται νὰ προξενήσῃ εἰς αὐτήν. Καὶ λέγω νὰ σωθῇ, διότι τιμῶ οὕτω τὴν φιλοπατρίαν αὐτοῦ. Τί εἶναι τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα; Εἰς τί ἄλλο συνίσταται ἢ εἰς τοῦτο, ὅτι πολιτική τις, ὅταν εἴτε διὰ τὸν ἕνα, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐκ συῤῥοῆς δυσμενῶν καὶ ἀπροόπτων περιστάσεων ἀποτύχῃ, πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ, ἵνα ἔλθῃ ἄλλη πολιτική; Οὕτω μόνον συγκρατεῖται ἡ τάξις, οὕτω πως συντηροῦνται τὰ καθεστῶτα καὶ τὰ πράγματα βελτιοῦνται. Ἠκούσαμεν ἐπανειλημμένως διθυράμβους περὶ τῆς μονιμότητος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Θὰ ηὐχόμην νὰ ἔλειπεν ἀπὸ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἡ μονιμότης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι ἄνευ τῆς μονιμότητος ταύτης ἀντὶ νὰ βλέπωμεν τὸν κ. Τρικούπην αὐξάνοντα εἰς τὸ διπλάσιον τὰ μὴ παραγωγικὰ ἔξοδα, θὰ τὸν ἐβλέπομεν πράττοντα ὅ,τι ἔπραττε κατὰ τὸ 1880· θὰ τὸν ἐβλέπομεν ζητοῦντα νὰ ἁρπάσῃ τὴν Ἐξουσίαν, ἔστω καὶ διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης δημοκοπίας, ἀλλὰ διὰ τούτου θὰ ὠφελεῖτο ἡ πατρίς· διότι τὸ χρῆμα, ὅπερ ἐξῳκονομήθη κατὰ τὸ 1880, ἦτο χρῆμα περιφυλαχθὲν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Θησαυροῦ. Αὐτὴν τὴν μονιμότητα δὲν πρέπει, κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ παρατείνητε ἐπὶ πλέον, διότι τὰ ὀλέθρια αὐτῆς ἀποτελέσματα εἶναι ἄφευκτα. Δὲν δύναται ὁ ἅπαξ ὀλισθήσας νὰ ὀπισθοδρομήσῃ. Διὰ τοῦτο εἴδατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπικαλούμενον τὸ Ἔθνος καὶ ἐξαίροντα τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ νὰ ζήσῃ! Καὶ ὅμως εὑρέθησαν θαυμασταὶ, οἵτινες διέκριναν ἐν ταῖς λέξεσι ταύταις μέγα σχέδιον. Ἰδοὺ ὁ μεγαλεπήβολος ἄνθρωπος, ἀνεφώνησαν. Τί ὅμως νομίζετε ὅτι ὑπῆρχεν ἐν ταῖς λέξεσιν ἐκείναις; ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἔκφρασις τῆς ἰδίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπελπισίας. Ὁ κ. Τρικούπης γνωρίζει καλῶς ἑαυτὸν, εἶναι δὲ εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ τὰς πράξεις αὑτοῦ, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαβλέπῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς αὑτοῦ πορείας, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχει καὶ τὴν ἄλλην, κατὰ τοὺς θαυμαστὰς, ἀρετὴν, τὴν ἀρετὴν, ἥτις διὰ τὰ πρόσωπα μὲν εἶναι μωρία, διὰ δὲ τοὺς Κυβερνήτας τῶν ἐθνῶν εἶναι ἔγκλημα· ἔχει τὴν ἄλλην ἀρετὴν, ἣν ἄλλοι θαυμασταὶ ἐξύμνησαν. Θραύεται, μᾶς εἶπον, ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ δὲν κάμπτεται. Τὸ θραύεσθαι ἀλλὰ μὴ κάμπτεσθαι εἶναι ἀφροσύνη διὰ τὸν ἰδιώτην, τὸ θραύεσθαι ἀλλὰ μὴ κάμπτεσθαι εἶναι προδοσία διὰ τὸν Κυβερνήτην μιᾶς χώρας. Ἔκφρασιν λοιπὸν ἀπελπισίας περιεῖχεν ἡ ἐπίκλησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς πρὸς ζωὴν ἐπιθυμίας τοῦ Ἔθνους. Ἄλλοτε ἐκάλει τὸν λαὸν νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν αὑτοῦ· ἄλλοτε ἐπηγγέλλετο τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἄλλοτε ὡδήγει ἡμᾶς εἰς τὰ πέρατα τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ τώρα μᾶς λέγει ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ζήσῃ, ἐννοῶν βεβαίως ὅτι καὶ περὶ τούτου ἔτι ἠρχίσαμεν νὰ δυσπιστῶμεν. Ἀλλ’ ἐνόει καί τι ἄλλο, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει σθένος νὰ ζήσῃ. Τόπος, καθ’ οὗ κατηνέχθησαν τόσα καίρια τραύματα ἐν τῇ οἰκονομικῇ αὐτοῦ ἀναπτύξει, τόπος ὅστις ἐξηντλήθη παντοειδῶς, τόπος οὗ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς μανιωδῶς αὐξηθείσας ἀνάγκας, κατέφυγεν ὡς καὶ εἰς τὸ ταπεινὸν ἐπάγγελμα τοῦ παντοπώλου, τόπος, ἐν ᾧ σπουδαιότατος δικαστικὸς σύλλογος, οἱ μᾶλλον πεφωτισμένοι καὶ μᾶλλον νομιμόφρονες πολῖται τῆς πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου, ἐξεγείρονται ἀπέλπιδες κατὰ τῆς φορολογικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀκολασίας, βεβαίως ἔχει σθένος ἵνα ζήσῃ, ἀφοῦ εἰσέτι ἀντέχει. Ἐξ ἡμῶν ὅμως οὐδεὶς θέλει νὰ ζήσῃ μόνον ἡ Ἑλλάς· τὸ ζῇν εἶναι καὶ εἰς τὸ κοινότατον τῶν προσώπων καὶ εἰς τὸ κοινότατον τῶν Ἐθνῶν φυσικόν. Ἡμεῖς θέλομεν τὴν Ἑλλάδα ἱκανὴν νὰ δράσῃ, ἱκανὴν νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα αὑτῆς, ἱκανὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν μέγαν καὶ ἱερὸν αὑτῆς προορισμόν. Ἀλλ’ ὅταν σεῖς ἐκμυζᾶτε τοὺς πόρους αὐτῆς, ὅταν πελεκίζητε αὐτὴν ἀσπλάγχνως καὶ καθιστᾶτε οἰκονομικῶς ἀνίκανον—διότι νὰ τὴν διαφθείρητε ἠθικῶς εἶναι ἀδύνατον— νὰ ἐπιτελέσῃ πᾶν ὅ,τι ἔχει ἱερώτερον ἡ πατρὶς ἡμῶν, τὴν ἄστοργον χεῖρα, ἥτις κρατεῖ τὸν ἀνόσιον αὐτὸν πέλεκυν, ἡμεῖς θέλομεν πράξει πᾶν τὸ ἐφ’ ἡμῖν ὅπως ἀνακόψωμεν· ἀλλ’ ὀφείλετε καὶ σεῖς, φίλοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας, νὰ τὸ πράξητε μεθ’ ἡμῶν ἐν ὀνόματι καὶ πρὸς σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μεμονωμένης πράξεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου, δι’ ἣν νὰ ὑπέχῃ πολιτικὴν καὶ νομικὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ περὶ ὅλου ἐν γένει τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ζηνόπουλος εἰς τὸ ζήτημα· εἰς ἣν θέσιν ἔθεσε τὸ ζήτημα καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ τὸν παρακολουθήσωμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῶσιν ὅλαι αἱ φάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἰσῆλθεν, ἐὰν πρόκηται περὶ μόνον νομικῆς καὶ πολιτικῆς εὐθύνης εἰς τὴν ὁποίαν μόνον ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀπαντήσῃ. Νομίζω ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο, ἐὰν συνεφώνει μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος προέτεινε προχθὲς νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ὁ Προϋπολογισμός· ἴσως τὸ ἓν δέκατον μόνον τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ζηνοπούλου ἀφεώρα τὸ δάνειον, τὰ δὲ ἐννέα δέκατα τῆς ὁμιλίας του, ἡ ὁποία ἦτο λίαν εὐφραδὴς, ἀφεώρων τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ὅλον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζομεν. Ἐὰν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ ὅλου τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν ἀπ’ εὐθείας καὶ καθαρῶς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§42ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν μὲ ἐπροσέξατε· δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν κατελάβατε. Ἐγὼ κατήγγειλα ῥητῶς τὴν νομικὴν εὐθύνην, ἐξήγησα τοὺς Νόμους, ἀνέγνων τὰ ἔγγραφα, ἀπέδειξα τὴν καταγγελίαν καὶ προεἶπον ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρότασις, διὰ νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόφασις προσήκουσα εἰς τοιαύτην περίπτωσιν. Ἀλλὰ τί εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου, εἶπον; εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς ἀστοχίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι δὲν εἴχομεν τὰ χρήματα· ἐπρόκειτο λοιπὸν ν’ ἀποδείξω διατί δὲν εἴχομεν τὰ χρήματα, διατί ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ἐδαπανήσαμεν 15,000,000 οὐχὶ ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ ἀλλ’ ἐκ τοῦ δανείου πρὸς θεραπείαν ἀναγεγραμμένων ἐν ἐκείνῳ ἀναγκῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· βλέπετε μάλιστα, ὅτι ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνέφερον καὶ ἀπέδειξα εἶναι ἴσως περίπτωσις ἐλαφρυντικὴ ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν εἶχε χρήματα, καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραβῇ τὸν νόμον. Δὲν ἐννοῶ πῶς ἐπῆλθεν ὑμῖν ἡ ἰδέα, ὅτι ὡμίλησα περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἴσως ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐπιθυμίας ταύτης ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦτο ἐν ὑμῖν τόσον ἰσχυρὰ, ὥστε ἀπὸ προχθὲς ἔτι διαρκεῖ ἐν ὑμῖν καὶ εἶσθε ἀνυπόμονοι νὰ συζητήσητε τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν εἰδικὴν ταύτην συζήτησιν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ δανείου ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν. Ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τῆς φιλικῆς ὑμῶν ἀφοσιώσεως δύνασθε νὰ ἦσθε ἐντελῶς ἥσυχος.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ἄδικον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, θέλων νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ τὴν Βουλὴν τὴν εὐθύνην τῆς συγχύσεως, ἥτις ἐπικρατεῖ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Πᾶσα ἡ εὐθύνη τῆς συγχύσεως ἀνήκει εἰς αὐτόν. Ἐν τῷ δικαιώματί του, ὡς Βουλευτοῦ, ἠθέλησεν οὕτω νὰ κανονίσῃ τὴν συζήτησιν· ἡμεῖς παρεστήσαμεν ὅτι κακῶς τὴν κανονίζει, εἴπομεν ὅμως ταὐτοχρόνως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτὸν, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαιωμάτων, καὶ βλέπετε εἰς τίνα κυκεῶνα εἰσῆλθε καὶ ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ περὶ τίνος ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς σήμερον. Περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡμίλησε; περὶ γενικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ὡμίλησε; περὶ δανείου, ὡς ἐπηγγέλθη, ὡμίλησεν; ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Πάντα ἔθιξεν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐκ τῶν ζητημάτων τούτων ἐξήντλησεν, οὐδὲν ἀνέπτυξε συστηματικῶς, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς συμπεράσματα· ὡμίλησε μόνον ὡς ἀντιπολιτευόμενος, εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ τὸν ὄλεθρον τοῦ Τόπου, εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἠδύνατο, θὰ τὴν κατεδίκαζε νομικῶς, εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὴν καταδικάσῃ νομικῶς, καὶ διὰ τοῦτο τῇ δίδει χάριν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ζητεῖ, οὐδὲ δέχεται· καὶ ἀφοῦ τὰ τῆς χάριτος δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῶν Βουλευτῶν, ζητεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ κῦρος ἢ οὔ. Ἑπομένως, ἐὰν καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ὁμιλίᾳ εὕρητε σύγχυσίν τινα, ταύτην νὰ ἀποδώσητε εἰς τὸν Κανονισμὸν, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀκολουθήσω τὸν κύριον Βουλευτήν. Καίτοι ὅμως εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους θέλω εἰσέλθει, ὅταν τὸ θέμα τοῦτο εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως συζητηθῇ ἐν τῇ λεπτομερεῖ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξετάσει, εἶμαι ἠναγκασμένος ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀνασκευάσω ἀριθμούς τινας, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτής, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως, ἄνευ οὐδενὸς κειμένου ἀνέφερεν ἐντεῦθεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα πείσῃ αὐτὴν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις κατέστησεν ἀναγκαῖον διὰ τὸ ἔτος 1885, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς καθαρᾶς διοικήσεως καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς δυναμένας νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὑποχρεωτικαὶ, καὶ πρὸς τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν, ὑπερτερεῖ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 κατὰ 13 ἑκατομμύρια, καὶ ἑπομένως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 κατὰ πλείονα ἔτι ἑκατομμύρια. Νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἤκουον ταῦτα, δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ αἰσθάνωνται πόσον εἶχον δίκαιον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν εἰπὼν, ὅτι ἔπρεπε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, νὰ τὸ φέρῃ συνάμα μετὰ τῆς γενικῆς συζητήσεως περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἠδύνατο προσηκόντως ν’ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα· ἀφοῦ δὲ ἐθεώρησεν, ὅσα περὶ τούτων εἶπεν, ὡς συνδεόμενα πρὸς τὰ τοῦ δανείου, δὲν ἔπρεπε νὰ εἰδικεύσῃ τὴν περὶ τούτου συζήτησιν, καταστήσας οὕτως ἀδύνατον τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀποφθεγματικῶς παρ’ αὐτοῦ βεβαιωθέντων, καὶ τὴν ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτοῦ προσαγωγὴν ἀποδείξεων, ὧν ἡ ἔλλειψις παρέχει ἤδη εἰς πάντα τὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ, ὅτι ὅσα εἶπεν, εἶναι ἐστερημένα βάσεως. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν ἀρκεῖ νὰ πιστεύωμεν ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶναι ἐστερημένα βάσεως, ὡς μὴ δικαιολογηθέντα παρ’ αὐτοῦ· ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος συνοπτικῶς ἤδη, ἐπιφυλαττόμενος, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, νὰ ἀποδείξω ὅτι ἐντελῶς ἀβάσιμα εἶναι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, λαμβάνω δὲ τὸν ὑστεροῦντα πλειότερον παντὸς ἄλλου, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἀναγράφει ἔξοδα 52,655,000 παλαιῶν δραχμῶν, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 ἀναγράφει ἔξοδα 85,252,000 νέων δραχμῶν, ἑπομένως ἔχομεν διαφορὰν 32,597,000 καὶ προσέτι τὰ ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας. Ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης 14,325,000 προέρχονται ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους, 113,000 ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, 235,500 ἐκ τῶν συντάξεων...
§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἴπατε, ὅτι θὰ μὲ ἀκολουθήσητε, ἐγὼ περιωρίσθην εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παράδοξος ἀπαίτησις! Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον πάντες καὶ αὐτὸς οὗτος ἀνεγνώρισαν ὡς ἄγοντα εἰς πλήρη σύγχυσιν, ἔχει τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐμμείνω ἐν τῇ συγχύσει ταύτῃ καὶ νὰ μὴ ὁμιλήσω μετ’ ἀκριβείας, πραγματευόμενος περὶ ἀριθμῶν. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι, οὓς μνημονεύω, εἶναι πόρισμα ἐργασίας, τὴν ὁποίαν εὑρίσκετε λεπτομερῶς ἀναγεγραμμένην ἐνταῦθα (δεικνύει τετράδιον), ἀνακοινῶ δ’ ὑμῖν ἤδη μόνα τ’ ἀθροίσματα τῶν ἐν τοῖς ἀναλυτικοῖς πίναξιν ἀριθμῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς δαπάνας, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἄλλως ἢ ὡς ὑποχρεωτικαὶ, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὑπάγει καὶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ τὰς ναυτικὰς δαπάνας εἰς τὰς ὑποχρεωτικάς· πρόκειται ἄλλαις λέξεσι περὶ δαπανῶν, ὧν ἡ αὔξησις δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς προαιρέσεως, ἐκ τῆς οἰκειοθελοῦς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως· τοιούτων δαπανῶν ἔχομεν αὔξησιν ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους 14,335,000· πᾶσα Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ τὴν αὔξησιν ταύτην· ἐπίσης ἡ ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς αὔξησις δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγραφῇ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ ἐκ τῶν συντάξεων αὔξησις εἶναι πόρισμα τῶν κειμένων νόμων, δὲν δύναται ἄρα νὰ παραλειφθῇ· περὶ τῶν αὐξήσεων ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς οὐ μόνον οὐδὲν ἀντιλέγει κατὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῶν ὡς ὑποχρεωτικῶν, ἀλλ’ ἐπέκρινε τὴν περὶ τὰς ναυτικὰς δαπάνας γλισχρότητα, εὐχηθεὶς ἵνα προέλθωμεν εἰς δαπάνας γενναιοτέρας· ἐν τῷ στρατῷ ἔχομεν αὔξησιν 7,385,000, ἐν τῷ ναυτικῷ 1,639,000. Τὰ μονοπώλεια ἐπάγονται ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 2,725,000 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἄνευ ἀντιστοίχου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880. Ἐννοεῖται, ὅτι ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ θεωρήσωμεν ὡς ἀφαιρετέα ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν προστεθεισῶν προαιρετικῶν δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885· ἂν ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν μονοπωλίων, πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, τὰς δαπάνας πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἀποτελοῦντος τὸ ἀντικείμενον τοῦ μονοπωλίου, ὡς καὶ τὰς δαπάνας τῆς διαχειρίσεως. Ἔχομεν ἔτι ἔξοδα παρεπόμενα εἰς ἀνωτέραν εἴσπραξιν ἐσόδων, ἤτοι αὔξησιν ἐκ ποσοστῶν χαρτοσήμου καὶ γραμματοσήμου δραχμὰς 212,000· δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν ταύτας, ἀφοῦ ἔχομεν ἀναγεγραμμένην τὴν αὔξησιν ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ χαρτοσήμου· ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀφαιρεῖ αὐτάς, ἀλλὰ τὰς καταλογίζει ὡς πραγματικὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ᾗ ὅμως ἐπιδαψιλεύει αὐτῇ χάριν. Ὁμοίας φύσεως αὔξησιν ἔχομεν ἐκ τῶν ἁλάτων διὰ τὰ ἔξοδα τῶν συστηθησομένων εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, τὰ καλυφθησόμενα ἐκ τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων σημειωθείσης αὐξήσεως προσόδου ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος πρὸς 13½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἁλαταποθήκαις, ἀντὶ τῶν 10 λεπτῶν, ἐν ταῖς γενικαῖς. Ἄλλαι αὐξήσεις τῆς αὐτῆς φύσεως εἶναι, ἡ ἐκ τῆς ὁδοποιΐας κατὰ 200,000 δραχμῶν, ἡ ἐκ ποσοστῶν κατὰ 50,000, ἡ ἐξ ἐξόδων βεβαιώσεως φόρων κατὰ 50,000. Ἀφαιρετέον προσέτι τὴν αὔξησιν ἐκ προξενικῶν τελῶν κατὰ 469,000 δραχμῶν. Ἡ αὔξησις αὕτη δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἀφοῦ προέρχεται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς νόμου ψηφισθέντος πρὸ τοῦ 1880, καὶ καθ’ ὃν τὰ ἄμισθα Προξενεῖα ἐγένοντο ἔμμισθα, καὶ τὰ ἔσοδα αὐτῶν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου αὔξησις τῶν ἐσόδων ὑπολείπεται τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Τὰ τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τοῦ Τηλεγραφείου ἔξοδα ηὔξησαν κατὰ 300,000 δραχμῶν, ἀλλὰ πλειότερον ἔτι ηὔξησαν τὰ ἔσοδα. Πάντα ταῦτα φέρουσι ποσὸν 28,205,000, ὅπερ ἀφαιρούμενον ἀπὸ τῶν 32,597,000, καθ’ ἃ ὑπερτερεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, ἀφίνει ὑπόλοιπον 4,392,000, εἰς ἃ προσθετέον τὴν διαφορὰν ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880. Ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῆς ἀναγωγῆς ληπτέον ὑπ’ ὄψει, ὅτι καὶ αἱ αὐξήσεις, αἱ ἀποτελέσασαι τὸ ποσὸν τῶν 28,205,000, ὑπελογίσθησαν ἄνευ τῆς ἀναγωγῆς, ὅταν δ’ εἰς τὴν ἐκ τούτων διαφορὰν προστεθῇ ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, συμψηφίζεται πᾶσα ἐκ τῆς ἀναγωγῆς προσθήκη εἰς τὸ εἰρημένον ὑπόλοιπον τῶν δραχμῶν 4,392,000. Ἀλλ’ ἐν τῇ ὑπολειπομένῃ ταύτῃ διαφορᾷ τῶν μὴ ὑποχρεωτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 πρὸς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 περιέχονται καὶ τὰ ἔξοδα τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, πλὴν τῶν στρατιωτικῶν, ἀνελθόντα κατὰ τὸ 1882 εἰς 2,675,209· ἀφαιρουμένων ἄρα καὶ τούτων ἀπὸ τῶν 4,392,000, ὑπολείπεται ἐλάχιστον ποσὸν, ἤτοι δραχμῶν 1,700,000 ἢ εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς δύω ἑκατομμυρίων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, ἥτις ἐπῆλθεν ἀπὸ τοῦ 1880 ἐν τῇ διοικήσει καὶ τοῖς ἄλλοις κλάδοις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐὰν ἄρα πρόκηται νὰ σκεφθῶμεν περὶ εὐθύνης Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας τὰς ἐπενεκτέας εἰς τὰς δαπάνας τὰς μὴ ὑποχρεωτικὰς, καὶ τὰς μὴ σχετιζομένας πρὸς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας θεωρεῖ ὡς τὰς μόνας ἁπτομένας τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ποῖον στάδιον ἐνεργείας ἔχομεν; ἔχομεν 2 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια. Ἐντὸς μόνου τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δύω ἑκατομμυρίων ἐπιτρέπεται ἡ ἐξέτασις ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας. Ἂν ἠδύνατο καὶ δὲν ἐπραγματοποίησεν αὐτὰς, τὸ γεγονὸς εἶναι σπουδαῖον, ἔστω καὶ προκειμένου περὶ 2 ἑκατομμυρίων. Μικρὸν θέλει ὠφελήσει τὸ Δημόσιον οἰκονομία 10% ἢ 20% ἐπὶ ποσοῦ 2,000,000· ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσι τοιαῦται οἰκονομίαι, καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγήσηται αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς φειδοῦς τῶν Δημοσίων· ἡ λεπτομερὴς ὅμως ἐξέτασις περὶ τὰ καθέκαστον τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν δύω ἑκατομυρίων δεικνύει, ὅτι οὐδεμιᾶς εἶναι αὕτη δεκτικὴ περικοπῆς. Περὶ περικοπῶν δὲ προκειμένου, κατά τινα προηγουμένην συνεδρίασιν, ἤκουσα τινὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σχετίζοντος αὐτὰς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου καὶ ἐπικρίνοντος τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰσηγήσατο οἰκονομίας ἐν οὐ δέοντι. Εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ τοῦτο, ὅτι παρουσιάζουσα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν τοσοῦτο περιεσταλμένον ἐν τοῖς ἐξόδοις, συντελεῖ, ὅπως τὸ Κράτος μὴ ἀνακτᾷ τὴν πίστιν. Πῶς ἦτο δυνατὸν, εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, νὰ πιστεύσωσιν οἱ ξένοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἤδη οἰκονομικῶς συντεταγμένη καὶ παρέχει ἀσφαλὲς ἔδαφος πρὸς ἐπιχειρήσεις, οἷα ἡ τοῦ δανείου, ὅτι ἐπαρκεῖ εἰς ἀπότισιν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλύτρων αὐτῆς, ὅταν βλέπωσιν αὐτὴν ἔχουσαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀνεπαρκῶς πληρωνομένην καὶ ἐστερημένην τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ, ὅταν βλέπωσι περικοπτομένας καὶ τὰς ἀναγκαιοτέρας πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας δαπάνας; Ἠκούσαμεν δὲ καὶ ἑτέρου Βουλευτοῦ ἐπικρίναντος τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπραγματοποίησεν οἰκονομίας ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κρίνων καὶ αὐτὸς περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, οὐχὶ ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χάριτος—διότι πάντοτε ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ χάριν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μὴ ἐπιπέσῃ κατ’ αὐτῆς ἀμείλικτος, ὅπως ἠκούσαμεν παρ’ αὐτῆς, ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ἐὰν ἤθελε—ἐν τοιούτῳ πνεύματι ὁμιλῶν καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος μόνον ἐξ ἐπιεικείας ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νομικὸν διὰ τὴν μὴ διάθεσιν πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ Κυβέρνησις ἀναγράφει τὰς δαπάνας ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα ἐκ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐν αἷς περιπτώσεσι παραστῇ ἀνάγκη πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου δαπάνης μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, δύνηται νὰ διαθέσῃ τὸ ὅλον ἄνευ παραβιάσεως τῶν κειμένων. Ἀλλ’ ἐνῷ ζητεῖ τοιαύτας ἀδείας δαπάνης παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μέχρι τοσούτου ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ ἐπέτυχε τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, ὥστε παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠκούσθησαν γοεραὶ κραυγαὶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀνευλαβείᾳ. Ἦσαν δὲ τῷ ὄντι αὗται φωναὶ ἀπελπισίας, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔβλεπεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους τῶν ἐξόδων πλήρης ἐλπίδων, καὶ πιστεύουσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἕνεκεν αὐτῶν ἤθελεν εὑρεθῆ προσεχῶς εἰς ἀνάγκην 15 καὶ 20 ἑκατομμυρίων, ἔλεγε καθ’ ἑαυτὴν ὅτι, ὅταν φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἡ Ἐξουσία ἐκφεύγει τῶν χειρῶν αὐτῆς, ὅταν τὰ 20,000,000 δὲν δυνηθῇ ν’ ἀναπληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ βιασθῇ νὰ καταλίπῃ τὰς ἕδρας ἐκείνας, ἵνα καταλάβωσιν αὐτὰς ἄλλοι. Ὅτε ὅμως εἶδεν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως καὶ τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα, ἀνέστρεψε τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν καὶ ἐπιτίθεται λυσσωδῶς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐτόλμησε δαπάνας νομίμους ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας καὶ ἑπομένως ἐπιβεβλημένας παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ. Τοιαύτη πρὸς τὴν Βουλὴν ἀσέβεια, κατὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι ἱκανὴ αὐτὴ καὶ μόνη ν’ ἀποκλείσῃ ἐσαεὶ τοὺς νῦν κυβερνῶντας ἀπὸ τῶν ἑδρῶν τῆς Ἐξουσίας. Ὅταν ἡ Βουλὴ ψηφίζῃ δαπάνας, ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, ὁ μὴ πραγματοποιῶν αὐτὰς Κυβερνήτης ἀσεβεῖ πρὸς τὴν Βουλήν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν οἰκονομιῶν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναγεγραμμένην ἐπὶ τῆς σημαίας αὑτῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις. Καὶ περὶ πάντων μὲν τούτων θέλομεν ποιήσει λόγον ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲ περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ περὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ δανείου. Πρόκειται νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ἂν περὶ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ περὶ δανείου νόμου ἡ Κυβέρνησις ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῶν διαγεγραμμένων εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ ἐὰν μὴ ἐξελθοῦσα τῶν ὁρίων εἰργάσθη τελεσφόρως. Λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τοῦ δανείου εἰργάσθη καὶ συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον καὶ διὰ τρόπου πραγματοποιήσαντος πάντας τοὺς σκοποὺς, οὓς, αἰτησαμένη τὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου, ἐπηγγέλθη. Παραδέχομαι πληρέστατα, ὅτι τὸ νομικὸν ζήτημα, προκειμένου περὶ Συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τὸ μόνον, ἴσως δὲν εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον· τὸ σπουδαιότερον ἴσως, προκειμένου περὶ Κυβερνήσεως συμπρατούσης μετὰ τῆς Βουλῆς ἐμπνεομένης παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐμπνεούσης αὐτήν, εἶναι ἡ ἐπιτυχία, εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους τὸ Κοινοβούλιον, ἀντιπροσωπεῦον τὸ Ἔθνος, ἐπιδιώκει. Ἂν ἡ Κυβέρνησις, καί τοι ἐτήρησε καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐπιδιωχθέντα, ἐξελέγχεται ἀνεπαρκὴς πρὸς τὸ ἔργον, ὃ ἐκλήθη νὰ ἐκτελέσῃ. Ἑπομένως ἂν ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐκβάσει τῶν τοῦ δανείου ἀποτυχία, οὐδέποτε ἠθέλομεν ἐπικαλεσθῆ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιείκειαν, οὐδὲ ἠθέλομεν ὀχυρωθῆ ὄπισθεν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη κατὰ πάντα συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν παρ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς ψηφισθέντων. Ἔχων ὅμως τὴν γνώμην καὶ ὢν ἕτοιμος νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπηγγέλθημεν, ὅτι ἠθέλομεν ἐπιδιώξει διὰ τοῦ δανείου, καὶ θέλομεν πραγματοποιήσει, ἐπετεύχθη πλήρης, δύναμαι νὰ ἔχω καὶ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἐξετασθῶσι τὰ περὶ τούτου ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας τῶν οἰωνδήποτε κατὰ μέρος ἐνεργειῶν, ἐν τοῖς τελικοῖς ἀποτελέσμασι καὶ οὐχὶ λαμβανομένου ὡς θέματος ἑνὸς ἐκ τῶν πολλῶν ζητημάτων, ἅτινα ἀνεφύησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει, ὅπως, ἂν δὲν ἐπῆλθον ἐπ’ αὐτοῦ πλήρη τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς ἀνακοινωθεῖσι πρότερον ὑπολογισμοῖς ἐθεωρήθησαν ὡς πιθανά, ν’ ἀξιῶμεν, ὅτι ἐπῆλθεν ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ, ἐφ’ ᾗ ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει εὐθύνην. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτυχίας ἢ τῆς ἀποτυχίας πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἐν τῷ συνόλῳ· ὁ τελικός, σκοπὸς εἰς ὃν ἀφορᾷ μέτρόν τι, εἶναι ὁ ληπτέος ὑπ’ ὄψει, ὅπως κριθῇ ἡ εὐστοχία τοῦ μέτρου καὶ τὸ δόκιμον τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅταν πρόκηται περὶ νομικῆς εὐθύνης· ἀρκεῖ ἡ παραβίασις τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἢ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ ἐν οἱᾳδήποτε διατάξει, ἵνα ἐπιτρέπηται εἰς πάντα νὰ καλῇ τὴν Κυβέρνησιν εἰς λογοδοσίαν ὡς ὑπέχουσαν εὐθύνην. Ὅταν δὲν πρόκηται περὶ παραβιάσεως τοῦ Νόμου ἐν τῷ γράμματι ἢ τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ ἠθικῆς εὐθύνης ἐπὶ πραγματοποιήσει ἢ μὴ τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ἐπαγγελίας πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν ἐν τῷ συνόλῳ καὶ τῷ τελικῷ αὐτῶν πορίσματι. Ποῖος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις προέτεινεν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ψήφισιν τοῦ δανείου; Ὁ σκοπὸς ἦτο τριπλοῦς· ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ πραγματοποίησις τῶν δαπανῶν τῶν διὰ τοῦ νόμου περὶ δανείου 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν προβλεπομένων, καὶ ἡ πραγματοποίησις τῶν δαπανῶν τῶν διὰ τοῦ νόμου περὶ δανείου 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν προβλεπομένων. Οἱ δύω οὗτοι νόμοι κατηργήθησαν, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτῶν ἀναβιοῦσιν ἐν τῷ Νόμῳ περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει σήμερον, ὅτε ἤρχισεν ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου ἐκείνου, νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καθ’ ὃν τρόπον εἰργάσθη, τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων θέλει ἀποβῆ συντελεστικὸν πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν, ἐφ’ οἷς ἐψηφίσθη, ἢ ἂν κατέστη ἡ ἐπίτευξις αὐτῶν ἀδύνατος. Πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων περὶ τῶν τοῦ δανείου ἐθεώρησαν, ὅτι κύριον στάδιον ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας εἶναι τὸ κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Ἐκ τῶν ἐκδοθεισῶν, εἶπον, εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν 220,000 ὁμολογιῶν ἐτοποθετήθησαν αἱ 110,000, ἑπομένως ὑπάρχει ἀποτυχία κατὰ τὸ ἥμισυ, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτυχία κατὰ τὸ ὅλον· διότι μὴ ἔχουσα ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἐκ τοῦ ἡμίσεος τούτου πόρους, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσῃ τοὺς σκοπούς, ἐφ’ οἷς ἐψηφίσθη τὸ δάνειον· εἶπον καὶ πλέον τούτου, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀποτυχίας οὐ μόνον τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων μέτρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτῆς δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλλετο ὅτι ἤθελεν ἄρει αὐτήν. Παρέστησα ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία ἡμέρα ἀναβολῆς τῆς ἄρσεως ἐπῆλθεν, ὅτι, ὡς συνετάχθη ἡ σύμβασις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία μίαν ἡμέραν πρὸ ἐκείνης, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἀρθῇ· διότι, κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ τελευταία δόσις ἐξ 24,000,000 ἔδει νὰ καταβληθῇ ἐν Παρισίοις τὴν 10)22 Ὀκτωβρίου καὶ κατεβλήθη τὴν ἡμέραν ταύτην, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτῆς ἀπαιτεῖται χρόνος, ἵνα φθάσῃ τὸ χρῆμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὗτος δὲ ὁ χρόνος εἶναι ὁ μόνος κανονίσων τὴν ἡμέραν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τοῦτο ἐπηγγειλάμεθα, ὅτε προετείναμεν τὰ τοῦ δανείου εἰς τὴν Βουλήν, τοῦτο δὲ βλέπετε σήμερον πραγματοποιούμενον. Πάντα τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλήν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια, ἵνα τὸ χρῆμα φθάσῃ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ταχύτερον, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, ἢ ὅσον μετηνέχθη τὸ χρῆμα τοῦ Ἰταλικοῦ δανείου ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰς Ἰταλίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θέλει ἀρθῆ ταχύτερον, ἢ ὅσον ἦτο εὔλογον νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτε ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, οὐ μόνον εἰς τὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἀπέδωκε τὴν κατ’ αὐτὸν ἀναβολὴν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἀπέδωκεν αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν χρημάτων ἐκ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔλλειψιν, ἀναπληρωθεῖσαν ἐκ τῶν δόσεων τοῦ δανείου· τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ὑπελόγισε σήμερον εἰς 16 ἢ 17,000,000, εἰπὼν ὅτι ἀνεπληρώθη ἐκ τῶν χρημάτων τῶν ὑπὸ τῶν Τραπεζιτῶν καταβληθεισῶν δόσεων, ἡ ἔλλειψις δὲ τῶν χρημάτων τούτων εἶναι, κατ’ αὐτὸν, ἡ αἰτία τῆς ἀναβολῆς τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλων νὰ κατακρίνῃ ἐν ἄλλοις τὴν Κυβέρνησιν, ἀναγνωρίζει ὅτι τοιαύτη ἔλλειψις δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι αὐτὸς οὗτος ἀναγνωρίζει ὅτι ποσὸν 9,000,000 ἡ Κυβέρνησις ἐπορίσθη ἄλλοθεν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ποιεῖται χρῆσιν τῶν ὁμολογιῶν, ἵνα δι’ αὐτῶν λαμβάνῃ καὶ ἄλλας προκαταβολὰς, αἵτινες ἀναπληροῦσι τὸ κενόν. Τὸ ποσὸν τῶν 9,000,000, τὸ ἐκ τῆς τροπῆς τῆς εἰς τὸ δάνειον μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι σήμερον διαθέσιμον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Διαθέσιμα εἶναι καὶ πάντα τὰ ἄλλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσιν ἐπὶ προκαταβολῇ ἀπέναντι ἑτέρων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Πάντα δὲ ταῦτα τὰ ποσὰ εὑρίσκονται ἤδη ἐνταῦθα, ἡ δ’ ἀναβολὴ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προέρχεται ἐκ μόνου τοῦ λόγου, ὅτι ἡ τελευταία δόσις κατὰ τὴν σύμβασιν τῶν καταβλητέων ἐν Παρισίοις 72,000,000 δὲν ἔφθασεν ἔτι εἰς Ἀθήνας· ἐλπίζομεν, ὅτι κατὰ τὰς συμφωνίας θέλει φθάσει μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς, καὶ ἡ ἄρσις θέλει πραγματοποιηθῆ κατὰ τὴν πρώτην τοῦ προσεχοῦς. Ὁ Προϋπολογισμὸς παρέχει τὰ μέσα, ὅπως διὰ τῶν ἐσόδων τῆς τρεχούσης χρήσεως πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας τῶν ἐξόδων τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἂν δ’ αἱ περιστάσεις παραγάγωσιν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, περὶ τῆς ἀναπληρώσεως θὰ ληφθῇ μέτρον βραδύτερον. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν χρημάτων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, οὐδόλως σχετιζόμεναι πρὸς τὴν δεαχείρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Αἱ δαπάναι, πρὸς ἃς διετέθησαν αἱ καταβολαὶ, αἱ ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, εἶναι ἀνεγνωρισμέναι διὰ νόμου, ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν πλήρει γνώσει, ὅτι ἤθελε διαθέσει χρήματα ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας, καὶ οὐ μόνον ὅτι ἤθελε δαπανήσει ἐκ δημοσίων χρημάτων οἱωνδήποτε, ἀλλ’ ὡς πρός τινας καὶ ὅτι ἤθελε δαπανήσει καὶ ἐκ τῶν χρημάτων αὐτοῦ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170,000,000 συνεχωνεύθη τὸ δάνειον τῶν 40,000,000 καὶ τὸ δάνειον τῶν 12,000,000, ἐπὶ τῷ ῥητῷ ὅρῳ, ὅτι τὰ διὰ τῶν δανείων ἐκείνων προνοούμενα θέλουσι πραγματοποιηθῆ διὰ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Πᾶσαι αἱ ἄδειαι δαπάνης, αἱ δοθεῖσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν προηγουμένων δανείων τῶν 40,000,000 καὶ τῶν 12,000,000, ἄδειαι δαπάνης, διὰ ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους μετηγγίσθησαν εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὡς ἐκ τῶν ἀδειῶν τούτων ὅ,τι ἀτόπως ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, προκειμένου περὶ τῶν ἐν γένει πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανήσῃ, διότι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ δαπανῶν, ἐν αἷς ἐπιτρέπεται περιστολὴ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ περὶ ὑποχρεώσεων πρὸς Ἑταιρίας ἀναλαβούσας τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, καὶ περὶ ὑποχρεώσεων πρὸς πραγματοποίησιν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἔργων, ὑπὲρ ὧν ἡ Βουλὴ, ψηφίσασα τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ἤθελεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δαπανήσῃ ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τὰ χορηγούμενα· θ’ ἀντεστρατευόμεθα δὲ πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ἐδαπανῶμεν κατὰ τὰ ψηφισθέντα. Δαπανήσαντες δὲ συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον, κατ’ οὐδὲν παρεκωλύσαμεν τὴν ἔγκαιρον ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς ἐξοφλήσεως τῶν δανείων τῶν Τραπεζῶν. Διεμείναμεν ἄρα ἐντελῶς ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ Νόμου διαγεγραμμένων ὁρίων, ἐν οἷς ἐδαπανήσαμεν· Θὰ ἐτιθέμεθα δὲ ἐκτὸς τοῦ Νόμου, ἂν ἐπράττομεν ὅ,τι συνεβούλευεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁμιλεῖ ὡς Βουλευτὴς καὶ δὲν ὑπέχει ποινικὰς εὐθύνας ἐπὶ τοιαύταις συμβουλαῖς, δὲν ἔχω ἑπομένως τὴν εὐκαιρίαν νὰ τῷ χαρίσω τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐδείχθη πρόθυμος νὰ μᾶς χαρίσῃ. Ἄν ἡμεῖς τῷ ἐχαρίζομεν ποινὴν, θὰ εἶχεν ἀξίαν ἡ χάρις, διότι ἔχει ἡ Συμπολίτευσις τὴν δύναμιν νὰ πραγματοποιήσῃ ὅ,τι ἐπαγγέλλεται, καὶ ἂν τὸ ἀπαραβίαστον τῶν Βουλευτῶν δὲν καθίστα αὐτὸν ἀπρόσβλητον, αἱ πρὸς ἀθέτησιν τοῦ Νόμου παροτρύνσεις αὐτοῦ εὐρὺ θὰ παρεῖχον τὸ στάδιον πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν. Ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο ἐκτελεστὴς τοῦ Νόμου, ὡς ἡμεῖς, δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος, ὅπως πραγματοποιήσῃ ὅ,τι εἰς ἡμᾶς συμβουλεύει, παριστῶν ὡς παραβίασιν τοῦ Νόμου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατὰ γράμμα ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Εἶπον, ὅτι τὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι μεμονωμένως καὶ κεχωρισμένως ἀπὸ τοῦ ὅλου ζητήματος τοῦ δανείου. Ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἠδύνατο καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ὀλιγώτερον ἢ νὰ ἀποτύχῃ ὁλοτελῶς, καὶ ὅμως τὸ δάνειον νὰ ἐπιτύχῃ. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὡς παρετήρησα καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἡ ἔκδοσις τοῦ τελευταίου ἡμίσεος τοῦ δανείου ἐπραγματοποιήθη μόνον κατὰ τὸ πέμπτον, ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐπέτυχε, καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπραγματοποιήθη, ἡ δὲ πρᾶξις αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας ἐθεωρήθη ὡς μία τῶν εὐστοχωτέρων τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ σταδίου. Αὐτὸ δὲ τοῦτο, ἡ ἐν τῇ μερικῇ ἀποτυχίᾳ, τουτέστιν ἡ ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου κατὰ τὸ ἥμισυ πραγματοποίησις τοῦ ἡμετέρου δανείου ἀποδεικνύει πόσον καλῶς εἶχον συνδυασθῆ τὰ κατ’ αὐτὸ ἐν τῇ ἀρχικῇ αὐτοῦ συλλήψει. Ἕτερος Βουλευτὴς κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν παρετήρησεν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ μερικὴ ἐπιτυχία τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου δὲν ἦτο φυσική· εἶπεν ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ συμφωνίαι μετὰ τῆς ὁμάδος, ἂν δὲν εἶχον παραχωρηθῆ εἰς αὐτὴν ὁριστικῶς αἱ 110,000 ὁμολογίαι μετὰ καὶ τῆς αἱρέσεως ἐπὶ ἑτέρων 110,000 ὁμολογιῶν, δὲν θὰ ἐβλέπομεν οὐδὲ τὰς 100,000 ὁμολογίας καλυπτομένας κατὰ τὴν ἔκδοσιν· διότι κατὰ τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὸ δάνειον, ἂν μὴ διὰ τεχνητῶν μέσων ὑπεστηρίζετο, ἤθελεν ὁριστικῶς ἀποτύχει. Ἐὰν ταῦτα ὑποτεθῶσιν ἀληθῆ, τί ἄλλο ἀποδεικνύουσιν εἰμὴ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὕτως ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ τὰ τοῦ δανείου, ὥστε, ἐνῷ ἐν τῇ φυσικῇ φορᾷ τῶν πραγμάτων ἡ εἰς τὸ δάνειον ἐγγραφὴ θὰ ἀπετύγχανεν, ἐπιτυγχάνει αὕτη κατὰ τὸ ἥμισυ· ἐν τῇ φυσικῇ φορᾷ τῶν πραγμάτων ζητοῦσα ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ 72 ἑκατομμύρια δὲν ἤθελε λάβει εἰμὴ ποσὰ ἐλάχιστα, κατορθώνει ὅμως νὰ λάβῃ πλῆρες τὸ ποσὸν τῶν 72,000,000, τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου, τὸ ἥμισυ ἐκ δημοσίας ἐγγραφῆς. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἂν Κράτος τι δύναται ἀποτεινόμενον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς νὰ τύχῃ παρ’ αὐτῶν τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ δάνειον, πᾶσα παρέμβασις τρίτων ἀποβαίνει ἐπιζήμιος, χρηματικῶς τοὐλάχιστον, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς μέχρι τινός. Οἱ τρίτοι, ἐγγυώμενοι τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, θέλουσι βεβαίως πληρωθῆ διὰ τοῦτο διὰ προαφαιρέσεων τόκου, διὰ προμηθειῶν καὶ δι’ ἄλλων χορηγημάτων· ἑπομένως τὰ Κράτη, τὰ προηγμένα οἰκονομικῶς, ἀφ’ ἧς ᾐσθάνθησαν ἑαυτὰ ἱκανῶς ἠνδρωμένα, ἐχειραφετήθησαν ἀπὸ τῆς κηδεμονίας τῶν τραπεζιτῶν. Οὕτως ἡ Ἀγγλία, ἥτις πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπραγματοποίει τὰ δάνεια αὑτῆς διὰ τραπεζιτῶν, ἐπ’ ἐσχάτων πραγματοποιεῖ αὐτὰ ποιοῦσα ἀπ’ εὐθείας αὐτὴ ἔκκλησιν εἰς τὰς ἀγοράς· καὶ ἡ Γαλλία, ἐποιήσατο τὸ πείραμα τοῦτο ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ τρίτου, ἐπέτυχε δὲ τὸ πείραμα, καὶ ἔκτοτε καὶ αὐτὴ ἀπευθύνεται πρὸς τὰς ἀγορὰς ἀπ’ εὐθείας· ἀλλ’ ἡ Ἰταλία, καίτοι βεβαίως πολλῷ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένη καθ’ ὅλα ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ τοῖς οἰκονομικοῖς, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ τοιοῦτον ἔργον μόνη· ὅτε ἠθέλησε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον αὑτῆς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν μετὰ τραπεζιτῶν συνεργασίαν πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ἐπὶ τῇ ἐξ ὑπαρχῆς χορηγήσει πρὸς αὐτοὺς ὁριστικῶς μέρους μόνον τῶν ὁμολογιῶν, ἀφορῶσα εἰς τὸ συμφέρον, ὅπερ οὗτοι θὰ εἶχον κατόπιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑπολοίπων ὑπὸ τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ τὸ ὅλον διέθεσεν ἐκ προοιμίων ὑπὲρ αὐτῶν ὁριστικῶς, χορηγήσασα καὶ παροχὰς δι’ ἔξοδα καὶ προμηθείας, οἵας καὶ ἡμεῖς παρεχωρήσαμεν. Ὅτε λοιπὸν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ἱκανῶς ἠνδρωμένην, ὅπως ἀπ’ εὐθείας πραγματοποιήσῃ δάνειον διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς ἐν ξέναις ἀγοραῖς, οὐδὲν παράδοξον ἂν ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοκιμάσωμεν τὸ πείραμα, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε μέχρι τοῦδε ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, τὸ ὁποῖον ὅμως ἄλλαι Δυνάμεις εἰσέτι δὲν ἀπετόλμησαν. Ἤλθομεν ἡμεῖς εἰς συμφωνίας μετὰ τραπεζιτῶν καὶ παρέσχομεν εἰς αὐτοὺς ὀφέλη· πιθανὸν τὰ ὀφέλη ταῦτα νὰ μὴ ἦναι, ὅσα ἀπηρίθμησεν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, πιθανὸν νὰ ἦναι κατώτερα, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι σπουδαῖα, διότι σπουδαία ὑπῆρξε καὶ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ παρέσχον εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ σπουδαῖοι ἦσαν καὶ οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους διέτρεχον. Ἂν οἱ κίνδυνοι ἦσαν οἱ ἐκτεθέντες παρὰ τοῦ ἀγορεύσαντος ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, τουτέστι ν’ ἀποτύχῃ ἐν τῇ ἐγγραφῇ τὸ δάνειον ὁλοσχερῶς, ἂν ἐξεδίδετο ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν Τραπεζιτῶν, πῶς δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας παρέσχον οὗτοι καταστήσαντες μὲν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπιτυχὲς τὸ δάνειον ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ, ὡς πρὸς δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατὰ τὸ ὅλον, πῶς δύναταί τις ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν κινδύνων ν’ ἀρνηθῇ αὐτοῖς ὠφελείας ἔστω καὶ ὅσας ἀνέφερεν ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. Βουλευτής; Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον, βλέπουσα, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο ἐπιβεβλημένη, οὕτω νὰ συνδυάσῃ τὰ τοῦ δανείου, ὥστε οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἔκβασις τῆς ἐκδόσεως, νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον ὅλον τὸ ποσόν, οὗτινος ἡ ἀπότισις ἦτο ἀναγκαία πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς ἐγένετο· εὑρέθη ὁμὰς Τραπεζιτῶν, ἥτις τὸ ἥμισυ μὲν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παρέσχεν ἀπέναντι ὁμολογιῶν, ἃς ἀπέκτησεν ὁριστικῶς, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ παρέσχεν ὡς προκαταβολὴν ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμοίων ὁμολογιῶν· οὕτω δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἀνὰ χεῖρας ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν τῶν συνδεομένων πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἠδύνατο νὰ ἀδιαφορῇ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκδόσεως, ἂν ἡ ἐγγραφὴ ἤθελε καλύψει ἅπαν τὸ ποσὸν τὸ ἐκδοθὲν εἰς τὸ Δημόσιον, ἢ ἂν ἤθελε καλύψει μέρος μόνον αὐτοῦ. Ἐκ τῆς ἀποτυχίας ἄρα κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἐγγραφῆς δὲν ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ὅσα ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἁπλοῦς ὑπολογισμὸς δεικνύει, ὅτι ἐλάχιστον τὸ χρηματικὸν ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ ἐπιτυχίᾳ τοῦ δανείου ἐν τῇ ἐκδόσει. Ἐκ τῶν 340 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐξεδόθησαν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν μόνον αἱ 220 χιλιάδες. Αἱ ἕτεραι 120 χιλιάδες μένουσιν ἐκτὸς τῆς ἐκδόσεως, ἰδιοκτησία τῆς Κυβερνήσεως· ὥστε περὶ αὐτῶν δὲν πρόκειται. Ἐκ τῶν 220 δὲ χιλιάδων ἐκδοθεισῶν ὁμολογιῶν ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔχει ἐνδιαφέρον εἰς τὰς 110 χιλιάδας ὁμολογίας. Ἐπὶ τῶν ἑτέρων δὲ 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν, ἐὰν ἐπετύγχανεν ἡ ἐγγραφή, ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου θὰ ἦτο μόνον τὸ ἥμισυ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐν τῇ συμβάσει ὡρισμένης καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, τοὐτέστι δύω δραχμαὶ καθ’ ὁμολογίαν. Αὕτη εἶναι ἡ ὅλη ζημία, ἢ μᾶλλον ἡ ὅλη ἔλλειψις ὠφελείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς μὴ ὁλικῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ, ποσὸν ἐλάχιστον ἀπέναντι τῆς ὅλης ἐπιχειρήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία αὕτη, ἐνῷ χρηματικῶς οὐδόλως σχεδὸν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ τὴν ἀνάλυσιν ταύτην, ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον, ἐνῷ κατ’ οὐδὲν ἐπέδρασεν ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄρα ἠθικῶς ἔσχε τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσι; Σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἔλεγεν, ὅτι κατόπιν τῆς μερικῆς ἀποτυχίας τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἐπῆλθεν ὑποτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ ἑπομένως μεγίστη ζημία. Κατόπιν τῆς μερικῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου τοῦ Ἰταλικοῦ ἐπῆλθεν ἐπίσης ὑποτίμησις, κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, τῶν Ἰταλικῶν χρεωγράφων, ἀλλ’ ἡ ὑποτίμησις ἐκείνη ἐξέλιπε, μετ’ ὀλίγον ἀντικατέστησεν αὐτὴν μικρὰ ὑπερτίμησις καὶ βαθμηδὸν τὰ τῶν τιμῶν τῶν Ἰταλικῶν χρεωγράφων ἔφθασαν εἰς σημεῖον λίαν εὐάρεστον. Οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα ὑποθέτωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι τοιαύτη ἡ πορεία τῶν πραγμάτων καὶ ὡς πρὸς τὸ ἡμέτερον δάνειον. Βεβαίως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καθ’ ἣν δὲν ἐκαλύφθη μέρος αὐτοῦ, θὰ ὑπάρξῃ ὑποτίμησίς τις, ἀλλ’ ἡ ὑποτίμησις αὕτη δὲν θέλει διαρκέσει, θέλουσιν ἀνακτήσει αἱ ὁμολογίαι τῶν Ἑλληνικῶν δανείων τὰς προτέρας αὐτῶν τιμὰς, αἵτινες θέλουσιν ἐξακολουθήσει ἐν προόδῳ. Ὀφείλομεν ἄρα οὐχὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ μεμονωμένην ν’ ἀποβλέψωμεν κρίνοντες περὶ τοῦ δανείου, ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν τελικὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν τὸ δάνειον συνωμολογήθη, καὶ, ἀποβλέποντες εἰς αὐτὸν, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι, ὡς κατηρτίσθησαν τὰ τοῦ δανείου, ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἅπαν τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, ἵνα ἐγκαίρως ἀποτίσῃ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἄρῃ αὐτὴν, καὶ ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο ἔλαβεν ἐπὶ ὅροις, οἵτινες παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἄλλα Κράτη μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα ἔλαβον αὐτὸ, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι βαρεῖς. Ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τοῦ δανείου ἀπόφασιν, ἦτο τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν δὲν ἐπετυγχάνομεν ἐν τοῖς μέτροις, τὸ κακὸν θὰ ἦτο ἀνεπανόρθωτον. Τὰ πράγματα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπεφασίσθη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶχον φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε οὐδὲν ὑπῆρχε μέσον, ἵνα σωθῇ ἡ χώρα ἀπὸ τῆς γενικῆς χρεωκοπίας, εἰμὴ μόνον ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ διακηρύξαντες, ὅτι ἠθέλομεν ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐπιτυχόντες διὰ τῆς διακηρύξεως ταύτης, ἐπικυρωθείσης διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κατόπιν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἄρσεως ἐκ προκαταβολῆς, ἂν κατόπιν τῆς διακηρύξεως δὲν ἐπήρχετο ἡ ἄρσις, θὰ ἐβλέπομεν τὰ πράγματα λαμβάνοντα μορφὴν ἀπαισίαν· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον εἶχε φθάσει εἰς ὑπερτίμησιν 20%, ἐπανῆλθε σχεδὸν εἰς τὸ ἄρτιον διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν περὶ ἄρσεως, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἄρσις, δὲν θὰ ἐσταμάτα πλέον ἡ ὑπερτίμησις εἰς τὰ 20 καὶ τὰ 30%, ἀλλ’ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο θὰ ἔφθανεν ἔνθα δὲν ὑπάρχει σωτηρία ἐκ τῆς χρεωκοπίας. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως φαίνονται θεωροῦντες αὐτὸ οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂν ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ συνομολογήσεως δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἄνευ συμφωνίας μετὰ Τραπεζιτῶν, ὅπως καταστήσῃ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου βεβαίαν, καὶ κατόπιν δὲν ἐκαλύπτετο τὸ δάνειον, τὰ ἀποτελέσματα ἤθελον εἶσθαι τότε τοιαῦτα, ὁποῖα ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὰ σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας. Ἠθέλησαν ὅμως τινὲς νὰ παραστήσωσιν, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἄρσις, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἀποσοβήσωμεν τὸ κακὸν, καὶ ὅτι μὴ προσφυγόντες εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα, καὶ θεωρήσαντες ὅτι ἔπρεπε διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις κατ’ αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ γείνῃ μετὰ πολλὰ ἔτη, νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὸ κακὸν, ἀπεδείξαμεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν τὸν τρόπον καθ’ ὃν πρέπει Κυβέρνησις νὰ διαχειρίζηται τοιαῦτα ζητήματα. Οἱ τρόποι, τοὺς ὁποίους οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι ὑπηνίσσοντο, εἶναι καταφανεῖς πρὸς πάντας. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ λυσιτελῶς χρῆσις τῶν τρόπων ἐκείνων, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ποιήσει ἔναρξιν ἐκεῖθεν· ἀλλ’ ἐξετάσασα ἡ Κυβέρνησις τὰ περὶ τούτου, ἐπείσθη ὅτι, ἂν δὲν προσέφευγεν εἰς μέτρον ῥιζικὸν, τὰ πράγματα ἤθελον φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε πᾶσα ἐνέργεια πρὸς θεραπείαν ἤθελεν ἐπαυξήσει τὸ κακόν. Ἂν ἀντὶ νέου δανείου, ἱκανοῦ πρὸς ἀπότισιν ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐλαμβάνομεν δάνειον μικρότερον πρὸς τὸν σκοπὸν, ὡς προετάθη ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ νὰ ἀποσύρωμεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας γραμμάτια τινὰ χωρὶς νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, σήμερον ὁ Τόπος θὰ εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν. Αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ Τραπεζικῶν γραμματίων· ἂν ὅμως τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων περιωρίζετο, χωρὶς νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν ἐπιχειρήσεων ἐν τῷ Κράτει; ἢ ἡ Τράπεζα ἤθελεν αὐτὴ ἀντικαταστήσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπέσυρε, πραγματοποιοῦσα ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν διαφορὰν τοῦ 1 πρὸς 7%, καὶ διὰ τοῦτο φυσικὸν θὰ ἦτο ἡ Τράπεζα νὰ ἐπεθύμει τὸν τρόπον ἐκεῖνον τῆς λύσεως, ἢ ἡ Κυβέρνησις θὰ προενόει, ὅπως ἀπαγορεύσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐκδώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἀποσυρθέντων ἐκ τῆς κυκλοφορίας, καὶ οὕτως ἤθελεν ἐπέλθει στενοχωρία τῶν συναλλαγῶν, ἀλλὰ στενοχωρία ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τουτέστιν ὑφισταμένης ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Φρονοῦσιν οἱ τοιαῦτα προτείνοντες, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ περιορισμὸς τῶν γραμματίων ἤθελε φέρει τὴν ἐλάττωσιν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου· πιθανὸν νὰ ἔφερεν ἐλάττωσίν τινα τῆς ὑποτιμήσεως, ἀλλὰ θὰ ἔφερεν ἐλάττωσιν μικρὰν, διότι ὅσῳ καὶ ἂν διὰ τοιούτου μέσου ἠλαττοῦτο τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ, ἐνόσῳ δὲν ἀπεδίδετο εἰς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον τὸ πλεονέκτημα τῆς ἐξαργυρώσεως αὐτοῦ, παρουσιαζομένου εἰς τὰς θυρίδας τῆς Τραπέζης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ διατελῇ ἐν ὑποτιμήσει διατελοῦντος δὲ τοῦ γραμματίου ἐν ὑποτιμήσει, καὶ ὑπαρχούσης συνάμα τῆς στενοχωρίας, τὴν ὁποίαν ἤθελε παραγάγει ὁ περιορισμὸς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἠθέλομεν ἔχει τότε κρίσιν, οὐχὶ τοιαύτην, οἵαν ἔσχομεν παροδικὴν, ἀλλὰ κρίσιν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποσοβήσωμεν, διότι μετὰ τοιαύτην κατάστασιν δὲν θὰ ἤμεθα πλέον εἰς θέσιν ἐπιτρέπουσαν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ λεχθέντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐλάμβανε τὴν πρόνοιαν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβεν αὐτὴν, νὰ προβῇ εἰς τὸ ῥιζικὸν μέτρον, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ τοῦτο βραδύτερον, ἄνευ δὲ τοιούτου μέτρου θᾶττον ἢ βράδιον, ἡ κατάστασις θ’ ἀπέβαινε τοιαύτη, ὥστε ἡ χρεωκοπία θὰ ἦτο ἄφευκτος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τὸ δάνειον δὲν ἔτυχε τῆς ὑποδοχῆς, τὴν ὁποίαν καθ’ ἣν ὥραν ὑπεβάλετο τὸ μέτρον εἰς τὴν Βουλὴν, ἠδυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐλέγομεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐπέλθωσι τὰ ἀγαθὰ, τὰ ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ χώρᾳ, ἡ ἐκ τούτου ἐντύπωσις θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε βεβαίως αἱ τιμαὶ, αἱ προσενεχθησόμεναι ἀντὶ τῶν ὁμολογιῶν, θὰ ἦναι ἀνώτεραι τῶν ἐν τῇ συμβάσει πρὸς τοὺς Τραπεζίτας ἀναγραφομένων εἰς βάρος αὐτῶν. Ἀλλὰ κατόπιν τούτου πολλὰ ἐπῆλθον γεγονότα, ὧν ἕνεκα δὲν ἠδύνατο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἀπεκδεχόμεθα. Ἅπαν τὸ ἐμπόριον, οὐ μόνον τὸ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ τὸ παγκόσμιον ἐμπόριον, εὑρίσκεται ἐν θέσει ἀνωμάλῳ. Ἡ κρίσις, ἥτις ἐμάστισε τὴν Ἑλληνικὴν ἀγορὰν ἐκ λόγων ἴσως ἐπιτοπίων, ἐμάστισεν ἁπάσας τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐμάστισεν αὐτὰς πολὺ βαρύτερον ἢ ὅσον ἡμεῖς ᾐσθάνθημεν αὐτήν. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου τινὲς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὰ δάνεια Ἐπικρατειῶν τινων σήμερον εἶναι ὑπερτετιμημένα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, σχετικῶς πρὸς ἐποχὰς προγενεστέρας· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, παραβάλλων τὰ τοῦ δανείου τοῦ νῦν πραγματοποιουμένου πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐθεώρησεν ὅτι αἱ τιμαὶ, ἐφ’ αἷς πραγματοποιεῖται σήμερον τὸ δάνειον, εἶναι πολὺ χαμηλαὶ σχετικῶς πρὸς τὰς τιμὰς, ἐφ’ αἷς ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐμνημόνευσε δὲ Κρατῶν τινων, ἔνθα αἱ τιμαὶ τῶν δανείων σήμερον εἶναι ἀνώτεραι ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἔδει καὶ παρ’ ἡμῖν αἱ τιμαὶ νὰ ἦναι σήμερον ἀνώτεραι ἢ ὅ,τι ἦσαν τότε. Τοῦτο δὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας ἐπανέλαβε καὶ ἄλλος κατόπιν, καίτοι εἶχον ἀνασκευάσει αὐτὸ, παραστήσας, ὅτι τὰς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἐξετάσῃ ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὰς τιμὰς τῶν Ἑλληνικῶν ἐν ταῖς Ἐπικρατείαις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἔδει νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰς ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ. Ἰδίως ὅμως περὶ δανείου Ἑλληνικοῦ προκειμένου ἐν τῇ τιμῇ τῶν Γαλλικῶν χρεωγράφων ἀναζητητέον τὸν ὅρον συγκρίσεως· διότι ἀγορὰ ἡμετέρα εἶναι κυρίως ἡ ἀγορὰ τῶν Παρισίων, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγου ἤρξατο οὖσα ἀγορὰ δι’ ἡμᾶς καὶ ἡ τοῦ Λονδίνου. Ὅτε ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, εἴχομεν καὶ ἄλλας ἀγορὰς, εἴχομεν τὰς Ἑλληνικὰς καὶ Ἀνατολικὰς ἀγοράς· εἴχομεν οὐ μόνον τὰς Ἀθήνας, ἐν αἷς μέγα ποσὸν ἐνεγράφη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ εἴχομεν τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τὴν Ῥουμανίαν. Εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων οὐδεμία ἐγγραφὴ ἐγένετο ἐν ταῖς ἀγοραῖς ταύταις· δύναμαι νὰ εἴπω οὐδεμία, διότι τὰ ἐγγραφέντα ποσὰ εἶναι τόσῳ μικρὰ, ὥστε δὲν εἶναι ἄξια νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει. Δὲν ἐνεγράφησαν πλείονα, διότι ἐξέλιπεν ἡ πίστις εἰς τὴν Ἑλλάδα; Δὲν ἐνεγράφησαν διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον πάσχει, διότι αἱ ἀγοραὶ τῆς Ἀνατολῆς διατελοῦσιν ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει· ὁ λόγος, δι’ ὃν αἱ ἀγοραὶ τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ἀλεξανδρείας δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, εἶναι ὅτι μαστίζει ἡ κρίσις τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅτι αἱ ἀγοραὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας σχεδὸν ἐξηφανίσθησαν. Δὲν δυνάμεθα ἄρα νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν τοῦ δανείου τούτου εἴτε ὡς πρὸς τὰς τιμὰς, εἴτε ὡς πρὸς τὸ καλυφθὲν ποσὸν ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ, παραβάλλοντες αὐτὸ πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, διότι αἱ ἐποχαὶ εἶναι ὅλως διάφοροι. Τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ἀγορῶν, ὑπεστηρίχθη δὲ καὶ ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν Παρισίων. Τὰ Ἑλληνικὰ δὲ κεφάλαια ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐκείναις κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν εὑρίσκονται καὶ ταῦτα ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ συνδράμωσι τὸ δάνειον τοῦτο, ὅπως συνέδραμον τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Καίτοι ὅμως οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, τὸ δάνειον ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ εἰς ἐγγραφὴν ἐκδοθέντος ποσοῦ. Ἡ δὲ ἀποτυχία τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος κατ’ οὐδὲν, ὡς παρέστησα, ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὴν ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν τοῦ δανείου, ἐπὶ τὴν εἴσπραξιν παντὸς τοῦ χρήματος τοῦ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰς ὁμολογίας τὰς ἐκτεθείσας εἰς ἐγγραφήν. Ἐκ τούτων ἄρα οὐδεμία ἐπίκρισις χωρεῖ κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε νομικὴ εἴτε ἠθική. Ἀλλ’ ἕτερον ζήτημα ἀνεκινήθη, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μετοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἐκεῖ, εἶπον, ὑπάρχει καὶ νομικὴ εὐθύνη. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς παρέστησαν οἱ κκ. Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετεῖχε τῶν τοῦ δανείου ἐκ συμβάσεως κυρωθείσης διὰ νόμου, δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τοῦ δανείου, εἰμὴ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Καὶ τί ἄλλο ἐγένετο ἢ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἡ Τράπεζα κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ταύτης; Αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀποχώρησις τῆς Τραπέζης ἐκ τοῦ δανείου προενοήθη ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ καὶ τῇ συμβάσει ἀνεγράφη ἡ ἐνδεχομένη τροπὴ τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς δάνειον αὐτοτελὲς 9 ἑκατομμυρίων, τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ σήμερον γινόμενα ἔκτοτε ἦσαν διαγεγραμμένα; Ἔκτοτε ἐγινώσκομεν, ὅτι τὰ 72 ἑκατομ. δὲν ἠδύναντο νὰ ἀρκέσωσι πρὸς τὸν τριπλοῦν σκοπὸν, τὸν ἐπιδιωκόμενον διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἐπεβαρύνετο δι’ ὑποχρεώσεων ἄλλων, εἰς ὧν τὴν ἀπότισιν, ἕως οὗ ληφθῇ νομοθετικῶς ὁριστικὴ πρόνοια, θὰ διετίθεντο προσωρινῶς αἱ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰσπράξεις. Ἔκτοτε ἐγινώσκομεν, ὅτι τὰ 72 ἑκατομμύρια ἀρκοῦσι πρὸς τὴν ἀπότισιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτι ὅμως πλὴν τῆς ἀποτίσεως τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠθέλομεν ἔχει συγχρόνως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανῶμεν διὰ τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ὅτι ὑπῆρχον παρῳχημένα ἐλλείμματα προαφαιροῦντα εἰσπράξεις, εἰς τὴν ἐνεστῶσαν χρῆσιν ἀνηκούσας. Ταῦτα ἦσαν γνωστότατα, καὶ ἑπομένως ἔκτοτε βλέπομεν πᾶσαν πρόνοιαν ληφθεῖσαν, ὅπως καὶ αἱ εἰρημέναι ὑποχρεώσεις ἐκπληρωθῶσι διὰ τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰσπράξεων. Τίνος ἄλλου ἕνεκεν ἐθέσαμεν τὴν διάταξιν ἐν τῷ Νόμῳ περὶ τροπῆς τοῦ δανείου τῆς Τραπέζης εἰμή, διότι προεβλέπομεν, ὅτι θὰ εἴχομεν ἀνάγκην τῶν 9 ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον; Καὶ οὐ μόνον τῶν 9 ἑκατομμυρίων, διότι ἔκτοτε ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον ἐκ Πατρῶν Βουλευτήν, ἰσχυριζόμενον, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ διαθέσωμεν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, ὡς ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, τὰς ὁμολογίας, λέγω, τὰς ἀνηκούσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπήντων, ὅτι οὐ μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὰς διαθέσωμεν ὡς ἐνέχυρον ἀπέναντι προκαταβολῶν, ἀλλ’ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἴχομεν συμφωνήσει πρὸς τοὺς τραπεζίτας, ὅπως ποιήσωνται προκαταβολὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ αὐτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν ἔχει ἀνάγκην ποσῶν ἀνωτέρων τῶν διὰ τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων κανονιζομένων. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ 72 ἑκατομμύρια, ἅτινα εἶναι ἀκριβῶς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἐπήρκουν, πλὴν τῶν ἄλλων ταμιακῶν ἀναγκῶν, καὶ εἰς τὰς δαπάνας τὰς ναυτικάς, τὰς στρατιωτικάς, τὰς τῶν σιδηροδρόμων, περὶ ὧν εἶχον ψηφισθῆ ἴδιοι Νόμοι. Ἐν αὐτῷ τῷ κυροῦντι τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου Νόμῳ ῥητῶς λέγεται, ὅτι αἱ δαπάναι, αἵτινες θὰ ἐγίνοντο ἐκ τοῦ εἰδικοῦ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ τοῦ τῶν 12 ἑκατομμυρίων θέλουσιν ἤδη γίνει ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ δὲ ἦτο γνωστὸν ἔκτοτε, ὅτι προσεχὴς ἦτο ἡ ὑποχρέωσις τοιούτων δαπανῶν, τίνα πρωτίστως πρόνοιαν βλέπετε λαμβανομένην περὶ πραγματοποιήσεως αὐτῶν ἢ τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν ταῖς συμβάσεσι καὶ ἐκτελουμένην ἤδη, αὐτὴν ταύτην, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἤτοι τὴν αἵρεσιν τὴν διδομένην εἰς τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῆς Τραπέζης περὶ ἀναβιώσεως τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ὅπως δανείσῃ εἰς τὸ Δημόσιον αὐτοτελῶς 9 ἑκατομμύρια; Ὡς πρὸς ταῦτα ἡ Τράπεζα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ποιήσηται τὴν τροπὴν ἀπὸ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ αὐτοτελὲς δάνειον μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς 3 δόσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ δάνειον ἐξεδίδετο πρότερον· ἄλλως, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Καὶ ἐνταῦθα διακόπτω τὴν σειράν τοῦ λόγου, ἵνα παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ἀποδεικνύουσαν, ὅτι κατὰ τὸν Νόμον δὲν προβλέπεται ἡ περίπτωσις τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αὐτὴ ἡ φράσις ἀποδεικνύει, ὅτι ἐπιτρέπεται· διότι ὁ Νόμος τοῦτο λέγει, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου νὰ γίνῃ κατόπιν τῆς καταθέσεως τῆς τρίτης δόσεως ἐν ἐξαιρετικῇ περιπτώσει· ἑπομένως ἐν τῇ κανονικῇ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς τρίτης δόσεως, ἄνευ δὲ τῆς καταβολῆς τῆς τρίτης δόσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 7 πῶς ἐκφράζεται: (Ἀναγινώσκει.) «Ἐπιφυλάσσεται «τῇ Κυβερνήσει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξωνήσῃ τὰς ἐν λόγῳ «ὁμολογίας ἐντὸς προθεσμίας ἀνατρεπτικῆς ἑνὸς μηνὸς «ἀπὸ τῆς τρίτης ἐπὶ τοῦ δανείου καταβολῆς, κατὰ τὸ «ἄρθρον 7 τῆς περὶ τούτου συμβάσεως, καθ’ ὅσον ἡ ἔκθε«σις τούτου εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἤθελε συντελεσθῆ «πρότερον· ἄλλως, ἡ ἄνω μηνιαία ἀνατρεπτικὴ προθεσμία «ἄρχεται ἀπὸ τῆς συντελέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ δανείου «εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν.» Τουτέστιν ὁ Νόμος ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι δύναται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου νὰ γίνῃ πρὸ τῆς τρίτης καταβολῆς, ἐνῷ ἡ ἄρσις δὲν δύναται νὰ γίνῃ πρὸ τῆς τρίτης καταβολῆς. Ἑπομένως αὐτὸ τοῦτο τὸ 7 ἄρθρον τοῦ Νόμου ἀναγράφει ὡς νόμιμον τὴν περίπτωσιν, ἐφ’ ᾗ ἐθεώρησαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς νομικῶς εὐθυνομένην τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ 7 ἄρθρον ῥητῶς λέγει, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ δάνειον ἤθελεν ἐκδοθῆ πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς τρίτης δόσεως, ἀφετηρία τῆς διορίας εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς καταβολῆς· ἑπομένως τὸ δάνειον ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς τρίτης δόσεως, ἥτις πάντως θέλει προηγηθῆ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἑπομένως ἔχομεν διαπεπιστωμένον ἐκ τοῦ Νόμου, ὅτι τὸ δάνειον ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ καὶ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶπον παρεμπιπτόντως, διότι νομίζω ὅτι οὐδ’ αὐτοὶ οἱ τ’ ἀναντία ἰσχυρισθέντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀξιοῦσι τοὐλάχιστον ἤδη μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου, ὅτι ἐσπουδαιολόγουν. Ἐπανέρχομαι δὲ εἰς τὰ τοῦ δανείου τῆς Τραπέζης, καὶ λέγω ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο προνοεῖ περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖον ὅπως ἡ Τράπεζα, ἀντὶ τῆς μετοχῆς εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἀναλάβῃ τὰς παλαιὰς αὐτῆς περὶ δανείου ὑποχεώσεις. Εἰς τοῦτο δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα κατὰ τὸν Νόμον, εἰμὴ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἐὰν ἐπήρχετο αὕτη μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς τρίτης δόσεως· ἄλλως, ὑποχρεοῦται εἰς αὐτὴν μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς τρίτης δόσεως. Ἐπῆλθεν ἡ ἔκδοσις μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς τρίτης δόσεως, καὶ ἑπομένως ἑτέρα κατηγορία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἣν σήμερον λησμονεῖ, δὲν ἔχει ὑπόστασιν· διότι, ὅτε κατὰ πρῶτον ὑπέβαλε τὴν πρότασίν του ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνήγγειλεν, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ καταγγείλῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῷ ἀνομήματι, ὅτι, ἐνῷ ἡ τρίτη καταβολὴ ἐγένετο τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου, ἡ δὲ τροπὴ τοῦ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἕνα μῆνα μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς τρίτης δόσεως, παρῆλθεν ἡ δεκάτη Νοεμβρίου καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπραγματοποίησε μετ’ αὐτὴν τὴν περὶ τροπῆς συμφωνίαν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, παραβιάσασα οὕτω ῥητὸν γράμμα τοῦ Νόμου.
§46ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, οὔτε σᾶς ὠφελεῖ.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπράξατέ τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο συνετὸν νὰ ἐπράττετε συχνότερον, ἀνεγνώσατε τὸ ἄρθρον τοῦ Νόμου καὶ ἀφοῦ τὸ ἀνεγνώσατε ἐπείσθητε, ὅτι πάντα ὅσα ἐῤῥέθησαν πρὸς ὑμᾶς περὶ τούτου ἦσαν ἀνεμώλια. Ἐτράπητε δὲ τότε ἐπὶ ἄλλα ὁμοίας φύσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπὴν μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς τρίτης δόσεως ἢ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἂν ἐκείνη προηγεῖτο ταύτης. Ἐπειδὴ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐγένετο μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς τρίτης δόσεως, εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν τροπὴν, περὶ ἧς πρόκειται, μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς δόσεως ἀναβάλλουσα μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ὅτε δ’ ἡ Κυβέρνησις ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὴν, ὅτι θὰ ἐποιεῖτο χρῆσιν τῆς κεχορηγημένης αὐτῇ αἱρέσεως ζητοῦσα τὴν τροπὴν, ἡ Τράπεζα ἦτο φυσικὸν νὰ προνοήσῃ ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῆς συμφερόντων. Ἐγίνωσκεν ἡ Τράπεζα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωκε διὰ τῆς ἀποχωρήσεως ἐκείνης ἀπὸ τῆς εἰς τὸ δάνειον μετοχῆς πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ὅπως ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου κατὰ τὸν μεταξὺ χρόνον καὶ ἕνα μῆνα ἐπὶ πλέον· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα φυσικῶς ἐθεώρει ὠφελιμώτερον ν’ ἀπολαμβάνῃ τόκον 7% παρὰ 1% καὶ διὰ τοῦτο ἀπήντησεν, ὡς ἀπήντησε. Τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὡς ἀποδεικνύουσαν, ὅτι κηδομένη ἡ Τράπεζα τῶν Συνταγματικῶν ἀρχῶν, ἐνόμισε πρέπον νὰ διδάξῃ τὴν Κυβέρνησιν τοὺς ὅρους τοῦ Συνταγματικῶς πολιτεύεσθαι. Οἱ ὅροι τοῦ Συνταγματικῶς πολιτεύεσθαι, προκειμένου περὶ Τραπέζης οἱασδήποτε, εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ λαμβάνῃ, ὅταν ἔχῃ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, 7% καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ 1%. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο, δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζημίωσε τὴν χώραν, διότι ἐπλήρωσε 7% ἀντὶ 1% διὰ χρῆμα ἀναγκαῖον πρὸς ἀπότισιν ὀφειλῆς τοῦ Κράτους. Εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; Τοῦτο ἐννοῶ, ὅτι εἶναι ζήτημα σπουδαῖον καὶ συζητητέον ὡς τοιοῦτον. Ποῖα ἄρθρα τῆς συμβάσεως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦτο; Τί ἀπηντήσαμεν εἰς ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ θέματος προηγουμένως; Εἴπομεν προηγουμένως, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶχεν ἐκ τοῦ Νόμου καὶ δὴ ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως τὴν ἄδειαν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς τραπεζίτας ὁμολογίας 55 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ὅτε δὲ συνεφώνησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως λάβῃ αὕτη κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως μετοχὴν ἐν τῷ δανείῳ, τὴν μετοχὴν ταύτην κατελόγισεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 55 ἑκατομμυρίων, ὅπερ εἶχεν ἐκ τοῦ Νόμου τὴν ἄδειαν νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν Τραπεζιτῶν· παραιτηθείσης δὲ ἤδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς εἰρημένης εἰς τὸ δάνειον μετοχῆς αὑτῆς, ὑφίσταται ἀκεραία ἡ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως ἄδεια τῆς πρὸς τοὺς τραπεζίτας διαθέσεως παντὸς τοῦ ἐκ 55 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Στηριζομένη εἰς τὴν διάταξιν τοῦ εἰρημένου ἄρθρου ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς τραπεζίτας, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐντολήν μου διετέθη ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ ἤδη δὲν θὰ ληφθῇ παρ’ αὐτῆς, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ παραχωρήσω εἰς ὑμᾶς, ἂν καὶ ὑμεῖς τὸ ἀποδέχεσθε. Νομικῶς εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ προτείνῃ τοῦτο, δεκτῆς δὲ γενομένης τῆς προτάσεως, νὰ καταλογίσῃ ἐν ὀνόματι τῶν τραπεζιτῶν ἁπάσας τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως ὁριστικῶς χορηγουμένας εἰς αὐτοὺς ὁμολογίας. Ἀλλὰ μὴ ἐζημιώθη ἐκ τῆς πράξεως ταύτης τὸ Δημόσιον; Ἂν ἐζημιώθη, καίτοι ἡ ζημία προέρχεται ἐκ πράξεως ἐπιτρεπομένης ὑπὸ τοῦ Νόμου, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι δὲν ὑπέχει ἐπ’ αὐτῇ ἡ Κυβέρνησις ἠθικὴν εὐθύνην. Ἂν, μὴ γινομένης χρήσεως τῆς ἐκ τῶν συμβάσεων ἀδείας, ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει λόγον δι’ ἣν ἐποιήσατο ἐν οὐ δέοντι χρῆσιν τοιαύτης ἀδείας. Οὔτε ζημίαν τινὰ ὑπέστη τὸ Δημόσιον, οὔτε ὠφελείας τινὸς ἐστερήθη ἐκ τῶν ἐνεργηθέντων· ὁ δὲ λόγος εἶναι ἁπλοῦς. Ὡς γινώσκετε, ὡς ἐκ τῆς ἀναλογίας τοῦ τόκου τῶν χρεωγράφων τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἀγοραίαν αὐτῶν τιμὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ 9 ἑκατομ. ἀντὶ 7%. Ἐὰν ἤθελεν ἀφήσει τὴν Τράπεζαν μετέχουσαν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ ἤθελε ζητήσει τὰ 9 ἑκατομμύρια, ἀποτεινομένη εἰς ἄλλους τραπεζίτας, θὰ ἠναγκάζετο νὰ πληρώσῃ τόκον πολὺ ἀνώτερον τῶν 7%, ἡ δὲ διαφορὰ τοῦ τόκου θὰ ἦτο τουλάχιστον ἰσοβαρὴς πρὸς τὴν ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου, τὴν ἐκ τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθν. Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἡ ἀπόδοσις εἰς τοὺς Τραπεζίτας τῆς εἰς τὸ δάνειον μετοχῆς τῆς Τραπέζης ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἄρθρ. 6 τῆς συμβάσεως, ἐστέρησε τὸ Δημόσιον τῶν ὠφελημάτων, ἅτινα θ’ ἀπεδίδοντο παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ τὰ ὠφελήματα ταῦτα ἦσαν ἴσα, ἴσως δὲ καὶ κατώτερα τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου διὰ τόκου ἀνωτέρου τῶν 7%, ἀνθ’ ὧν πραγματοποιεῖ ἡ Τράπεζα τὸ αὐτοτελὲς δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων. Πλὴν δὲ τούτου, ἔχουσα τὴν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν τραπεζιτῶν, ἵνα πορισθῇ τὰ 9 ἑκατομμύρια, παραχωροῦσα εἰς αὐτοὺς ὁριστικῶς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὤφειλε καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον τοιούτου ποσοῦ ἀπευθυνομένη ἀλλαχοῦ, νὰ προτιμήσῃ τὸν τρόπον, ὃν προείλετο, καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἡ Κυβέρνησις, γινώσκουσα τὴν κατάστασιν τῶν ἀγορῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῶν ἀγορῶν τῆς Δύσεως, ἐξ ὧν ἐξήρτητο ἡ ἐπιτυχία τοῦ δανείου, καθῆκον εἶχε νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἐπαυξήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Τραπεζιτῶν εἰς τὰ τοῦ δανείου· ἔχουσα ἄρα ἀδιάθετον ποσὸν 9 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν 55 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἐπετρέπετο νὰ διαθέσῃ ὁριστικῶς, συμφέρον ἦτο τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τοὺς τραπεζίτας, ἐπαυξάνουσα οὕτω τὸ διαφέρον αὐτῶν ἐν τῷ δανείῳ, διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐν αὐτῷ μετοχῆς. Διατιθεμένων ὁριστικῶς τῶν 9 ἑκατομ. πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἡ κατὰ τὴν ἔκδοσιν ἐγγραφὴ τοῦ ποσοῦ τούτου καθίστατο οἱονεὶ ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένη, ἢ τοὐλάχιστον ἀπεστερεῖτο, ἧς ἄλλως θὰ εἶχεν ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον σημασίας. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις τοσοῦτον σπουδαίαν ἐθεώρησε τὴν ὠφέλειαν ἐκ τῆς ὁριστικῆς πρὸ τῆς ἐγγραφῆς διαθέσεως ὁμολογιῶν, ὥστε ἅπαν τὸ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνειον ἐξεχώρησεν ὁριστικῶς εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἔκδοσιν Τραπεζίτας. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν προέβη ἐπὶ τοσοῦτον· ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὴν ὁριστικὴν ἐκχώρησιν εἰς μέρος μόνον τοῦ δανείου, καθορισθὲν διὰ τῆς συμβάσεως· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐκ τοῦ μέρους τούτου τοῦ δανείου, ὅπερ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν Νόμου, τὴν ἄδειαν ἵνα ἐκχωρήσῃ εἰς τοὺς Τραπεζίτας, κατέστησάν τινα ἑκατομμύρια διαθέσιμα, ἔσπευσε, συνεννοηθεῖσα πρὸς τοὺς Τραπεζίτας, νὰ μεταβιβάσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν κυριότητα, προτιμήσασα παντὸς ἄλλου τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ προσπορισμοῦ τῶν ἀναγκαιούντων αὐτῇ προσθέτων κεφαλαίων, καὶ οὐ μόνον ζημίαν δὲν ἐπήνεγκεν εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἀλλὰ σπουδαίως ὠφέλησεν αὐτό· διότι ἀποτέλεσμα τῆς ἐκχωρήσεως εἰς τοὺς Τραπεζίτας μετοχῆς εἰς τὸ δάνειον ἐννέα ἐπιπλέον ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἶναι ὅτι ἐπιτείνεται κατὰ τοσοῦτον τὸ συμφέρον αὐτῶν, ὅπως ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τὴν ἀγορὰν εἰς ὑπερτίμησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἡ δὲ ὑπερτίμησις αὐτῶν διαφέρει μεγάλως τῷ Δημοσίῳ, ὡς κατέχοντι 120 χιλιάδας ὁμολογιῶν, διαφέρει δὲ ἄλλως καὶ γενικώτερον τῇ κοινωνίᾳ, διότι ἡ ὑπερτίμησις τῶν ὁμολογιῶν τοῦ τελευταίου δανείου ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἐπὶ πάντα τ’ ἄλλα Ἑλληνικὰ χρεώγραφα καὶ γενικώτερον ἐπὶ τὴν πίστιν τῆς χώρας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Νομίζω, ὅτι ἐπεθεώρησα πάντας τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας περὶ τῆς νομικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν τοῦ δανείου καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς αὐτῆς εὐθύνης. Περὶ νομικῆς παραβάσεως, τῆς Κυβερνήσεως, ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως τῶν κυρωθέντων ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀρκεῖ εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ γείνῃ λόγος. Τὴν ἠθικὴν δὲ εὐθύνην ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀναλάβω πᾶσαν, βέβαιος, ὅτι ἐπισταμένη μελέτη τῶν κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου καὶ τῶν μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ ἐπὶ τῇ ἐκδόσει αὐτοῦ πείθει πάντα, ὅτι, ἐὰν ἄλλως εἶχον διασκευασθῆ τὰ τοῦ δανείου, θὰ ἐπήρχετο ἀποτυχία πλήρης, ὅτι δὲ σήμερον, ἐνῷ δὲν ὑπῆρξεν ἐπιτυχία πλήρης ἐπὶ τῇ ἐκδόσει, καὶ αὐτὴ ἡ μερικὴ τῆς ἐγγραφῆς ἀποτυχία, ὡς ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, δὲν παρακωλύει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐπίτευξιν τῶν τελικῶν σκοπῶν, εἰς οὓς τὸ δάνειον ἀφορᾷ. Τὸ δάνειον ἀφορᾷ πρωτίστως εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅστις δὲ θέλει νὰ κρίνῃ περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐν τοῖς τοῦ δανείου, δύω τινὰ κυρίως πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐπετεύχθη δι’ αὐτοῦ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Λέγω ὅτι, ἐὰν μὴ ἤρετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, σήμερον δὲν θὰ ἐσυζητοῦμεν ὁμαλῶς ἐνταῦθα· ἡ δὲ περὶ πραγματοποιήσεως δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπόφασις ἐξήγαγε τὴν χώραν ἀπὸ καταστάσεως ἐκρύθμου, ἀγούσης εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως κατέστησαν τὴν ἄρσιν βεβαίαν καὶ προσεχεστάτην· τῆς δὲ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται καὶ παρ’ ἡμῖν ὁποῖα παρετηρήθησαν καὶ εἰς ἄλλας Ἐπικρατείας καὶ θέλουσι τάμει ὁδὸν εὐρεῖαν πρὸς τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον τῆς Χώρας.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 5′ Μ. Μ.).