1884.11.28
1,793 rows · 13,848 words · 46 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 28 Νοεμβρίου 1884.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, κύριοι.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης εἶχε ζητήσει τὴν ὑποβολὴν διαφόρων ἐγγράφων ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορώντων εἰς τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσήνῃ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα περιλαμβάνονται κατὰ κατηγορίας ἐν φακέλλοις μετὰ περιλήψεων· ἐπίσης περιλαμβάνουσι καὶ καταστάσεις ἀναφερομένας εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων τῶν ἐν Μεσσήνῃ ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1882. Τῆς καταδιώξεως ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν τὰ ἑξῆς: Τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1882 ὑπῆρχον ἐν ὅλῳ φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι 1135, ἐξ ὧν συνελήφθησαν 761 καὶ ἀπομένουσι καθ’ ὅλον τὸν Νομὸν Μεσσηνίας 374. Ἐκ τῶν ἀπομεινάντων ὑποτίθεται ὅτι οἱ πλεῖστοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συλληφθῶσιν, ἄλλοι κατέφυγον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἄλλοι ἀπεβίωσαν.
§3Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ κατάστασις αὕτη ἀναφέρεται ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν μέχρι σήμερον, ὅτε τὰ ἐγκλήματα συνέβησαν, καὶ ἂν ὑπάρχουν εἰς τὴν κατάστασιν.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι ἀνεκοίνωσα ὑπάρχει ἐν τῇ καταστάσει· ἐὰν δὲ παρέλειψά τι, δύνασθε, ἀφοῦ λάβητε γνῶσιν τῶν ἐν αὐτῇ, νὰ τὸ ζητήσητε.
§5Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ἐγκλήματα δὲν σημειοῦνται;
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδῶ ἔχω τὰ πάντα ἐν περιλήψει· ἐὰν θέλητέ τι πλέον, νὰ μοὶ τὸ σημειώσητε.
§7Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ περὶ τοῦ Μπαϊρακτάρη τὰ ἔχετε ἐκεῖ; διότι αὐτὰ εἶναι ὅλως ἰδιαίτερα.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγνώσατε αὐτὰ, κρατήσατε σημείωσιν καὶ πᾶσαν ἔλλειψιν, ἣν θέλετε εὕρει, θέλω ἀναπληρώσει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐζήτησε καταστάσεις τινὰς, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔγγραφος ἡ αἴτησίς του, ὥστε δὲν ἠξεύρω ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην αὐτῆς καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἀνταποκρίνωνται πρὸς αὐτὴν αἱ σημειώσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἃς προσάγω· ἐφ’ ὅσον τυχὸν δὲν ἀνταποκρίνονται, παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡ παρατήρησις, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἡ αἴτησις, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Νὰ ὑποβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρῶτον κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τὴν ἐκ τῶν γρασιδίων καὶ τριφυλλίων πρόσοδον κατ’ Ἐφορίας· δεύτερον, κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὴν πρόσοδον τοῦ ἔτους 1883 ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ ἐλαίου τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ἐπίσης καὶ τῆς Ἑπτανήσου.» Ὑποβάλλω λοιπὸν κατάστασιν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1883.
§9Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα καὶ τοῦ 1882 καὶ τοῦ 1883.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε τοῦ 1882 μόνον ἐλλείπει.
§11Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε καὶ τοῦ 1882.
§12ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀπήντησεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω προσκληθῆ καὶ ἐγὼ παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ καταθέσω τὸ πρακτικὸν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν. Φαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχεν ἀπευθύνει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν αὐτὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶχε ζητήσει τότε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ πρακτικὸν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος. Τούτου ἕνεκα δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω αὐτὸ ἔτι νὰ τὸ καταθέσω σήμερον. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅθεν θέλω τὸ ζητήσει, ἵνα καταθέσω αὐτὸ κατόπιν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπίσης ὁ Βουλευτὴς κ. Μποῦτος ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόσπασιν χωρίων τινῶν τοῦ Δήμου Ἰθώμης, καὶ τὴν προσθήκην αὐτῶν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Οἰχαλίας. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ἐπειδὴ εἶναι πρωτότυπα πάντα, νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἵνα μὴ παραπέσωσι.
§13ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι, δυνάμει κληροδοτήματός τινος, τὸ Κράτος ἀπέκτησε τὸ παρὰ τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος παλάτιον ἐκεῖνο, ὅπερ ἤδη ἐπισκευάζει τὸ Δημόσιον τοῦ κληροδοτήματος χορηγὸς ὑπῆρξεν ὁ ἀείμνηστος Πέτρος Δημάκης ἐξ Ἀλαγωνίας, ὅστις ὥρισεν, ὥστε ἀντὶ τούτων νὰ δίδωνται 5,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν Μελέ τῆς Τσερνίτζης ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, πρὸς πληρωμὴν τῶν διδασκάλων καὶ ὑπηρετῶν, καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τοῦ ἱερέως τοῦ ἐν Σιδηρόπορτᾳ τῶν Καρδυλίων ἱεροῦ Ναοῦ. Γνωστοποιῶ ὅμως τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι ἀντὶ τῆς ἐκπληρώσεως ὅλων τούτων, πάντοτε σχεδὸν διεψεύσθησαν τοῦ εὐεργέτου Δημάκη αἱ διατάξεις, καὶ ἤδη καὶ πάλιν, ὡς ἄλλοτε, καθυστεροῦνται οἱ μισθοὶ τῶν διδασκάλων, τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ ὑπηρέτου, καὶ τὸ χείριστον πάντων, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ κατάστημα κινδυνεύει νὰ καταπέσῃ, ἀφοῦ σχεδὸν οὐδέποτε δὲν ἐπέφερεν ἡ διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν βελτίωσιν ἢ ἐπισκευήν. Ἀπέχω νὰ ἐκθέσω ἂν ἡ διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ κληροδοτήματος ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτῆς, παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τηλεγραφικῶς νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὴν διὰ τοῦ κ. Νομάρχου Μεσσηνίας τί ἔκαμε τὰ χρήματα, ἅτινα πρὸ πολλοῦ κατέχει, διατί δὲν ἐφρόντισε περὶ τῆς ἐπισκευῆς τοῦ καταστήματος ἐν Μελὲ, καὶ διατί καθυστερεῖ τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων κλπ.; Μετὰ τὰ ἀνωτέρω, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν μεταξὺ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, καὶ τοῦ τέως Προέδρου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί ἔπραξε κατὰ τοῦ αὐτοῦ Προέδρου, χρηματίσαντος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ κατηγόρου καὶ δικαστοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ παραστήσω ὁποῖος κίνδυνος ἀπειλεῖ τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, ὁπόταν οἱ ἀνώτεροι τῆς Δικαιοσύνης λειτουργοὶ γίνωνται καὶ δικασταὶ καὶ κατήγοροι, ἵνα δικαιολογήσω ἢ τὴν ἐμὴν αἴτησιν περὶ τῆς τιμωρίας τοιούτων δικαστῶν ἀνωτέρων, ἢ τὴν ἐπενεχθεῖσαν τυχὸν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου τιμωρίαν κατ’ αὐτῶν, ἀναξίων νὰ κατέχωσι τὴν ἕδραν τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ.
§14Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Σχετικῶς πρὸς τὸ κληροδότημα τοῦτο οὐδεμίαν ἔχομεν ἐπίσημον πληροφορίαν περὶ καθυστερήσεως πληρωμῆς μισθῶν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοὶ ἀνεκοινώθησαν ἐξωδίκως πληροφορίαι περὶ τῆς οὐχὶ εὐαρέστου καταστάσεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ κληροδοτήματος, ἐγὼ δὲ διέταξα τὸν ἁρμόδιον Νομάρχην νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ διδακτικοῦ καταστήματος, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ προλαλήσας βουλευτὴς, καὶ μοὶ ἀναφέρῃ τὰ ἀφορῶντα ἐν γένει τὴν Σχολὴν καὶ τὸν Ναόν. Ἴσως κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι πρεπόντως κατηρτισμένη, ὥστε νὰ δύναται καλῶς νὰ διαχειρίζηται τὰς ὑποθέσεις καὶ ἐποπτεύῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ καταστήματα, τὰ ὑπὸ τοῦ κληροδοτήματος συντηρούμενα, διότι ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει καταρτισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντροῦται καὶ συνεδριάζῃ. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποτελεῖται, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἀπὸ τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μεσσηνίας, ἀπὸ τὸν Δήμαρχον Ἀλαγωνίας καὶ ἀπὸ δύω δημότας τοῦ Δήμου ἐκείνου, οἵτινες δὲν δύνανται εὐκόλως νὰ συναντῶνται καὶ συνεδριάζωσιν. Εἶναι ἴσως ἀνάγκη νὰ καταρτισθῇ ἄλλως ἡ Ἐπιτροπή. Συνεπείᾳ δὲ τῆς ἐπερωτήσεως θέλω προκαλέσει καὶ πάλιν τὸν Νομάρχην νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§15Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς προηγηθείσης παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα.
§16Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου, ἢ γενικὴ διαταγὴ, δι’ ἧς ἐδήλωσε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλάβετε, ἢ εἶναι ἰδία λύσις.
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Λύσις τοιαύτη ἐὰν ἐδόθη, δὲν γνωρίζω· θέλω δὲ ἐρωτήσει ἐὰν ἐδόθη καὶ ἄλλοτε, ἀφοῦ ἐπιμένετε νὰ τὸ μάθητε.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν καὶ ἄλλοτε, ἢ πρώτην φορὰν ἐγκαινιάσατε τὴν ἐγκύκλιον ταύτην.
§19Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Χθὲς εἶπον, κύριοι, ὅτι θέλω ἀναπτύξει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν κατὰ προτίμησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ πέρυσι συζητηθέντος Νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νόμου ἐκείνου. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατέταξε τὴν πρότασιν ταύτην ὡς τὸ ἑνδέκατον πρὸς συζήτησιν ἀντικείμενον, ἐνῷ εἶναι τὸ πρῶτον ἀντικείμενον, ὅπερ εἰσήχθη ἐφέτος πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ προέταξεν ἀντικείμενα, ὧν ἡ συζήτησις δὲν εἶναι διόλου κατεπείγουσα. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν θέλω νὰ διακόψω τὴν ἀρξαμένην περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 σπουδαιοτάτην καὶ ἐθνικὴν, οὕτως εἰπεῖν, συζήτησιν, ἀναβάλλω ν’ ἀναπτύξω τοὺς περὶ κατεπείγοντος τῆς προτάσεώς μου λόγους μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ διαληφθέντος δανείου.
§20ΤΙΝΕΣ. Λίαν κατεπεῖγον.
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λίαν κατεπεῖγον. — Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας θέλω εἴπει καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Δημάκη, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν. Μολονότι ὁ Δῆμος Ἀλαγωνίας, εἰς ὃν ἐκληροδότησεν ὁ Δημάκης τὴν περιουσίαν του, ἀνήκει εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Καλαμῶν, οὐχ ἧττον ἔχω καὶ ἐγὼ συμφέρον νὰ μεριμνῶ περὶ τοῦ Δήμου αὐτοῦ, ὡς ἀμέσως γειτονεύοντος μετὰ τοῦ τῆς ἐγκαταστάσεώς μου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἔφερον ἐν τῇ Βουλῇ τὸν λόγον, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ φροντίσῃ ὥστε τὰ εἰσοδήματα τοῦ κληροδοτήματος νὰ διατίθενται ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν διέθηκεν ὁ Δημάκης τὴν περιουσίαν του, καὶ νὰ μὴ καταβροχθίζωνται ἀπὸ τὸν μὲν, ἢ τὸν δέ. Κύριοι, τὰ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, ἅπερ ἔκτισεν ὁ κληροδότης, κατέστησαν ἑτοιμόῤῥοπα καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν αὐτοῖς ἐκπαιδευομένων. Τὸ παράδοξον ὅτι ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καίτοι προκληθεὶς νὰ δείξῃ προσοχὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, οὗτος τὸ ἀφῆκεν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, διότι παρὰ τὰς ὁποίας ἔφερον πέρυσιν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου παρατηρήσεις, τὸ Δημόσιον δαπανᾷ σπουδαίως ὡς ἰδιοκτήτης εἰς μεταβολὴν τῆς ἰδιοκτησίας, ἣν ὁ Δημάκης κατέλιπεν ὡς κληροδότημα πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν συνδημοτῶν του.
§22ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὑποβάλλω σχέδιον Νόμου περὶ ἀπαλείψεως καὶ μειώσεως τῶν καθυστερουμένων φόρων ἀπὸ τοῦ 1852–1863. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκίνησαν νὰ ὑποβάλω τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἐκτίθενται εἰς ἔκθεσιν αἰτιολογικὴν, ἥτις εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΧΟΪΔΑΣ. Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει καὶ οὐδὲν συμφέρον μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ εἰσέλθω ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὸν ἐρωτῶ. Γινώσκει τὰ τελούμενα ἐν Λαυρίῳ; Διατί δὲν ὑποβάλει εἰς ἐξέτασιν, ὅπως πληροφορηθῶμεν περὶ τῶν τελουμένων; Ἐὰν δὲν γινώσκῃ, τὸν παρακαλῶ νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν· διότι ἄνθρωπος ἐντιμότατος τηλεγραφικῶς καταγγέλλει ἐγκληματικὰς πράξεις. Ἔλαβον πληροφορίας ἀπό τινα φίλον μου καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ Γ. Γεωργίου εἰλικρινῶς ἀναφέρει ταῦτα· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προκαλέσῃ ἔρευναν, καὶ οὐχὶ νὰ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν τί συμβαίνει, ἀλλὰ νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ καταγγελλομένου.
§24Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὰς παρελθούσας Συνόδους τῆς παρούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς εἶχον ὑποβάλει πρότασιν περὶ ψηφίσεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, κατασκευασθέντος ἀπὸ τοῦ 1870 ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων Νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν ταύτην τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος τὸ Ἔθνος ἐδαπάνησεν εἰς ἀμοιβὰς ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1870 δραχμὰς 600,000. Καὶ ἡ πρότασίς μου αὕτη εἶχε μὲν καταταχθῆ εἰς τὰς ἡμερησίας διατάξεις ὑπὸ τῶν κυρίων Προέδρων, ἀλλ’ ἔμεινε νεκρὰ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασις περὶ ψηφίσεως τοῦ μνησθέντος Ἀστικοῦ Πολιτικοῦ Κώδικος ἕνεκα ἴσως ἐλλείψεως χρόνου πρὸς ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, καὶ διότι ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Κοντόσταυλος ἐξανέστη τότε κατὰ τῆς προτάσεώς μου, ὄχι διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἀλλὰ διότι πρέπει, εἶπε, νὰ ἀναμένωμεν μέχρις ὅτου κατασκευασθῇ ὁ Πανγερμανικὸς Κῶδιξ, παρὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐρανισθῶμεν καὶ ἡμεῖς πρὸς συμπλήρωσιν πολλῶν κεφαλαίων καὶ ἄλλων διορθώσεων. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κοντοσταύλου, μὲ ὅλην τὴν βαθεῖαν ὑπόληψιν ἣν τρέφω πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν παιδείαν καὶ νομομάθειάν του, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἦναι σωστὸς, καὶ τοιουτωτρόπως νὰ ἀναμένῃ ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ 20 ἔτη ἄνευ Ἀστικοῦ Κώδικος, μέχρις ὅτου ἀποπερατωθῇ ὑπὸ τῶν σοφῶν Γερμανῶν ὁ Ἀστικός των Κῶδιξ. Κύριοι, ὁ χρόνος εἶναι ὁ μόνος διδάσκαλος εἰς τὴν διόρθωσιν πάσης ἀνθρωπίνου ἐλλείψεως καὶ ἐργασίας. Παραδέχομαι ὅτι ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, ἂν καὶ κατεσκευάσθη ὑπὸ τῶν δοκιμωτέρων Νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος, ἔχει πολλὰς ἐλλείψεις καὶ σφάλματα, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ παρελεύσεως τοῦ χρόνου, θέλουν καταδειχθῆ τὰ ἐσφαλμένα, καὶ δυνάμεθα νὰ τὰ διορθώσωμεν νομοθετικῶς, καθὼς ἐπίσης, ἅμα ἐκδοθέντος τοῦ Γερμανικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, δυνάμεθα νὰ προσλάβωμεν εἰς τὴν ἡμετέραν Νομοθεσίαν πᾶν ὠφέλιμον νομοθέτημα ἀνάλογον εἰς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς Πατρίδος ἡμῶν, καὶ οὕτω δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Ἑλλὰς μίαν ἐντελῆ Νομοθεσίαν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Τόπου, καὶ νὰ μὴ διεπώμεθα ἐν μέρει μὲ τὸ Τουρκικὸν Δίκαιον, ἐν μέρει μὲ τὸ Ἰονικὸν Δίκαιον τῆς Ἑπτανήσου, καὶ μὲ τὸ Βυζαντινὸν καὶ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Λατινικὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν γλῶσσαν πολλὰ ὀλίγοι τὴν γνωρίζουν κατὰ βάθος, καὶ ἕνεκα τῆς πολυνομίας ταύτης ἡ ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνη προσκόπτει· διότι ἄλλοι δικαστικοὶ ἐξηγοῦν τὰς διαφόρους διατάξεις κατὰ τὸ δοκοῦν, καὶ ἄλλοι ἀπὸ ἀμάθειαν δὲν ἐννοοῦσι τὸ παράπαν τὴν εἰς Λατινικὴν γλῶσσαν Ρωμαϊκὴν Νομοθεσίαν, καὶ τούτου ἕνεκα αἱ ὑποθέσεις τῶν Ἑλλήνων διαιωνίζονται ἐπὶ 20 ἔτη καὶ περισσότερα, ἀπὸ Δικαστήρια εἰς Δικαστήρια τρέχοντες οἱ διάδικοι πρὸς λύσιν τῶν διαφορῶν των, μηδόλως γνωρίζοντες μὲ ποῖον νόμον θέλουν δικασθῆ, καὶ ἐπὶ τέλους ἐνώπιον τοῦ Ἀρίου Πάγου, ἀναιροῦντος ἔξαφνα, διότι τὸ κατώτερον Δικαστήριον κακῶς ἡρμήνευσε τὸν Ρωμαϊκὸν Νόμον, καὶ οὕτω οἱ διάδικοι εὑρίσκονται εἰς ἀδιάκοπον διαδικασίαν, ἕως ὅτου ἐξαντληθῶσιν ἀπὸ τὰ χρηματικά των μέσα. Εἶναι λοιπὸν καιρὸς νὰ δώσωμεν τέλος εἰς τὴν κακοδαιμονίαν ταύτην τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸν ἑτοιμασθέντα ἀπὸ τὰ 1870 Ἀστικὸν Κώδικα, ὅπως οἱ Ἕλληνες γνωρίσωσι θετικῶς μὲ ποίους νόμους θέλουσι ῥυθμίσει τὰς συναλλαγάς των καὶ ἐνοχάς των πάσης διαφορᾶς. Φρονῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἅπασα ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν θέλησίν της καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μου, ὅπως τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν, καθότι μικρὰ Ἐθνάρια ἐφιλοτιμήθησαν καὶ εἰσήγαγον Ἀστικοὺς νόμους ἐγχωρίους, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον 60 ἐτῶν, δὲν ἀπέκτησεν ἐγχώριον Νομοθεσίαν, παρὰ ἐρανιζόμεθα διαφόρων εἰδῶν Νομοθεσίας, καὶ οὕτω ἡ Ἑλλὰς ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκεται εἰς ἀναστάτωσιν καὶ λίαν ἀνώμαλον κατάστασιν. Ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς, ἅμα πατήσας τὸ ἔδαφος τῆς Πατρίδος μας, ὑπεσχέθη νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα πρότυπον Βασίλειον τῆς Ἀνατολῆς, πῶς λοιπὸν δύναται νὰ κατασταθῇ πρότυπον Βασίλειον, ἐνῷ εἰς τὰ Δικαστήρια ἀκούει καὶ βλέπει τις δίκας σκολιὰς ἕνεκα τῆς πολυνομίας; Εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν, ἥτις παμψηφεὶ ἀποδέχεται τὴν πρότασίν μου, ἥτις ἀφορᾷ τὴν θεραπείαν τοῦ πάσχοντος Τόπου μας. Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ὑπέβαλον πρότασιν περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως τῆς Ἐπαρχίας Πλαταμῶνος μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως χρόνου δὲν ἐψηφίσθη. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν ἅπασαν νὰ καταταχθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸς συζήτησιν, ὡς κατεπείγουσα. Ἐπίσης νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἡ ἑτέρα πρότασίς μου περὶ νομοθετικῆς ἑρμηνείας τοῦ Νόμου ΥΛΖʹ περὶ τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν τῶν ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν κτημάτων.
§25ΚΟΡΠΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἀγωνιστῶν τινων ἐκ τῶν ὀλίγων ἀπομεινάντων ἔτι, ἐξαιτουμένων ὅπως ἡ Βουλὴ ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος ἐθεώρησεν ἱκανοποιοῦντας τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας αὑτῶν. Βεβαίως, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται στενῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἀπονομὴ βαθμῶν ἐπάγεται καὶ ἀπονομὴν μισθῶν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ δαπάνης, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ ἄρτον εἰς τοὺς περιελθόντας εἰς τὴν ἐσχάτην πενίαν ἀγωνιστὰς καὶ πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους τὸ Ἔθνος ὀφείλει πολλὰ, δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦναι πολλοὶ οἱ δυνάμενοι εὐλόγως νὰ ἀντείπωσι.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν—ἐπειδὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Γερμανίας—νὰ ὑποβάλῃ πίνακα περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἐξαχθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰσαχθέντος εἰς τοὺς λιμένας τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Αὐστρίας. Ἐννοῶ ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν θὰ δεικνύῃ τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὰ μέρη ταῦτα, διότι καὶ ἀπὸ ἄλλα Κράτη εἰσάγεται ἐκεῖ σταφιδόκαρπος· ἀλλ’ ὅπως δήποτε θὰ δώσῃ μίαν ἰδέαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ πιθανότητα εἰσάγεται καὶ ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς λιμένας, τοὺς ὁποίους εἶπον.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὸν πίνακα, τὸν ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, περιέχοντα οὐ μόνον τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ σχετικῶς πρὸς τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ πᾶσαν τὴν ἐξαγωγὴν πρὸς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ ἐξωτερικοῦ.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσων ἐτῶν;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ 1880, 1881, 1882 καὶ 1883.
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πίναξ αὐτὸς πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι πάντα ὅσα ὑποβάλλονται ἐνταῦθα, παραπέμπονται εἰς τύπωσιν.
§32ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ παρακληθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν γνωμοδότησίν της ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Γερμανίας, ἵνα ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως αὐτῆς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς χθὲς ἀρξαμένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ δανείου. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Χατζόπουλος.
§34Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα, κύριοι, χθὲς τὸν λόγον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἤθελον ἔχει τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀκόμη συνεδρίασιν, ὅπως συντόμως καὶ προχείρως ὑποβάλω ἀπὸ τοῦ βήματος παρατηρήσεις τινὰς σχετικὰς πρὸς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπασχολοῦν, παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι, ὁμολογῶ, ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὸν τύπον τῶν ἀποριῶν. Καὶ δὲν αἰσθάνομαι, κύριοι, οὐδένα δισταγμὸν νὰ εἴπω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοιούτου μάλιστα θέματος δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν ἄλλην τινὰ ἀξίωσιν, εἰ μὴ τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἶναι ἀπορίαι, προβαλλόμεναι πρὸς λύσιν. Βεβαίως ὁμολογητέον ὅτι ἀπασχολούμεθα ἀπό τινος χρόνου ὑπὸ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔκτακτα καὶ πρωτοφανῆ εἶναι διὰ τὸν τόπον μας, ἀπασχολούμεθα, βλέπετε, ὑπὸ ζητημάτων πρὸ πάντων περὶ δανείων, δανείων ὑπερόγκων καὶ πολυπλοκωτάτων. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς ἰδίως οἱ σχετικῶς νεώτεροι ἐν τῇ πολιτικῇ, δυνάμεθα νὰ ἤμεθα δεδικαιολογημένοι, ἐὰν ἐνομίζομεν ὅτι τὰ πράγματα ἡμῶν δὲν ἤθελον τόσον προτρέξει, ὥστε ἐν τόσῳ βραχεῖ διαστήματι πρὸ παντὸς ν’ ἀπασχολώμεθα καὶ ν’ ἀποῤῥοφώμεθα ὑπὸ τοιούτων ζητημάτων, τιθέντες ἐκ ποδῶν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι πρὸ ὀλίγου χρόνου μᾶς ἀπησχόλουν. Ἠδυνάμεθα μέχρι πρὸ ὀλίγου νὰ ὑποθέτωμεν, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἁπλῆν κατάστασιν τοῦ Τόπου ἡμῶν, ὅτι περὶ ἄλλων ἠδυνάμεθα νὰ κληθῶμεν, ὅπως συνεισφέρωμεν τὸν ὀβολὸν ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν μελέτην ἐκείνων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν καὶ ἀποτελοῦσι τὸ διηνεκὲς πολιτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ζήτημα τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν διυλίζομεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν κώνωπα περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα τῆς λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, μετ’ ὀλίγον δὲ χρόνον ἐφαινόμεθα πρακτικώτεροι, ἠρχίσαμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν πραγματικῶν ἐκείνων αἰτίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαίνετο προσκόπτουσα ἡ μηχανὴ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος καὶ εἶχεν ἀρχίσει μία εἰλικρινὴς σχετικὴ ἐργασία, ἠρχίσαμεν νὰ σκεπτώμεθα καὶ περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν εὐθύνης, νὰ σκεπτώμεθα περὶ διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν, ἀλλὰ σήμερον ἄν τις, κύριοι, ἤθελεν ὑπομνήσει τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἤθελε προσκρούσει εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα, ὅτι περὶ ἕωλα καὶ τετριμμένα πλέον τυρβάζει. Ἀφίνω ὅμως εἰς ἕκαστον νὰ κρίνῃ ἂν ἐξέπεσαν τὰ ζητήματα ταῦτα διότι διωρθώθησαν τὰ καὶ πρότερον κακῶς ἔχοντα, ἢ διότι παρουσιάσθησαν ἄλλα, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τοὺς κινδύνους πλέον κατεπείγοντας. Καὶ ἐνῷ ἱστάμεθα μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐπὶ ἄλλων σημείων, ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὰ ἡμαρτημένα, κίνδυνος ἕτερος, μᾶλλον κατεπείγων, καλεῖ ἡμᾶς ἐπὶ ἄλλας θέσεις. Καὶ ἄν, κύριοι, ἀκόμη φαινώμεθα ἀσχολούμενοι τίνι τρόπῳ νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ ἐλαττώματα τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως ἡμῶν, καὶ ἐνῷ καταβάλλομεν δῆθεν πᾶσαν προσπάθειαν καὶ καλοῦμεν ὀργανωτὰς διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, προσποιούμενοι ὅτι δῆθεν ἐπράξαμεν ἡμεῖς πᾶν τὸ ἐφ’ ἡμῖν καὶ δὲν μᾶς ὑπολείπεται παρὰ ἡ συνδρομὴ τῶν ξένων φώτων, ἐνῷ, λέγω, ἐξαπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς προσκαλοῦντες ξένους ὀργανωτάς, παρίσταται ἡ ἀνάγκη ἴσως ἤδη νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ξένων ὀργανωτῶν τῶν οἰκονομικῶν μας! Ἀλλὰ σκεπτόμενοι περὶ ὀργανωτῶν τῶν οἰκονομικῶν μας, θὰ ἴδωμεν ἴσως ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ὁ ὀργανωτὴς αὐτῶν δὲν χρειάζεται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἱκανότητα παρὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐμπείρου περὶ τὰ ἐθνικὰ δάνεια Τραπεζίτου. Τοιοῦτος ὁ χαρακτὴρ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως σήμερον. Ἡ πρώτη, κύριοι, τῶν ἀποριῶν μου ἐσχετίζετο μὲ ἓν ἄρθρον τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ἠναγκάσθην ν’ ἀναγνώσω. Χθὲς εἶπεν ἀγορεύων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι μετέσχον καὶ ἐγὼ ἐν τούτῳ τῷ μέρει τῆς συζητήσεως. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, μετέσχον τῆς συζητήσεως, ἀναγινώσκων κείμενον νόμου, διότι κατήντησε καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν κειμένων τῶν νόμων νὰ ἦναι συμμετοχὴ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι κατήντησε νὰ ἦναι ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ ἡ πλέον καταφανὴς ἔννοια τοῦ γράμματος τοῦ νόμου καὶ τῶν συμβάσεων. Καὶ ὁποία, κύριοι, συζήτησις ἀπετελέσθη ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου; ἀπετελέσθη τοιαύτη, ὥστε κατήντησε νὰ θεωρῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ πλέον ἡ λύσις ἐνταῦθα, καὶ ἦλθεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπέμψῃ κραυγὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπικαλούμενος νὰ προσέλθουν διδάσκαλοι τῆς γραμματικῆς, ἵνα μᾶς λύσουν τὰ ἀναφυόμενα ζητήματα! Τοιαύτη, κύριοι, συζήτησις προεκλήθη, προκαλοῦσα τὰς τοιαύτας ἐπικλήσεις, προκαλοῦσα τὰς ὑπομνήσεις περὶ γραμματικῆς καὶ πάθους Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐπικαλῆται ὁ ἀγορεύων τὴν συνδρομὴν εἴτε γραμματικῶν εἴτε δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου εἴδους ἐπιστημόνων! Ἀγορεύων ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶχε παρατηρήσει ὅτι ἐκ τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, ὅπως οὗτοι, ποιούμενοι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς option, στερήσωσιν ἡμᾶς τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 ὑπισχνεῖται εἰς τὸ Κράτος. Εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακόπτων παρετήρησεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς option ἠδύναντο αὐτοὶ νὰ μεταχειρισθοῦν καὶ ἐν περιπτώσει ἀκόμη, καθ’ ἣν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ ἐγγραφή, στεροῦντες τὸ Κράτος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τῆς ὠφελείας τῆς διανομῆς τοῦ κέρδους, περὶ οὗ προβλέπει τὸ 6 ἄρθρον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου καταδεικνύει ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοιοῦτόν τι, καὶ οὐδὲ ἦτο ἴσως ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ· διότι τίνα ἔννοιαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ τίνι τρόπῳ ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ τὸ δικαίωμα τῆς option μὲ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐγγραφῆς; Ἐὰν ἐπετύγχανεν ἐντελῶς ἡ ἐγγραφὴ, πῶς αὐτοὶ ἤθελον ἐνασκήσει τὸ δικαίωμα τῆς option; τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, τὸ ἄρθρον εἶναι ῥητὸν, διότι τὸ ἄρθρον σᾶς λέγει: «Ἐπὶ δὲ τῶν ὑπολοίπων ἑκατὸν δέκα χιλιάδων διατηροῦν δικαίωμα αἱρέσεως (option) ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῶν φράγκων 342 καὶ ½, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἤθελον διατεθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν». Τὸ βʹ ἐδάφιον λέγει: «Ἡ μεταξὺ τοῦ ἐσχάτου ὁρίου καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως διαφορὰ ἐπὶ τῶν εἰς αἵρεσιν (option) ὑπαγομένων ὁμολογιῶν καθ’ ὅσον πραγματοποιηθῶσι κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν διανεμηθήσεται κλ.» Ἀλλ’ ἐπλάνησε τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ἡ ἔκφρασις «ἐπὶ τῶν εἰς αἵρεσιν ὑπαγομένων ὁμολογιῶν», ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ ὁρίσῃ περὶ τίνος μέρους τοῦ δανείου πρόκειται. Καὶ ἠπόρησα διατὶ νὰ περιέλθῃ εἰς τοιαύτην παρεννόησιν, διατὶ νὰ περιπλέκηται οὕτω. Σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς ὅτι δὲν κατενόησα τί ἤθελε νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ συγχρόνως ὅτι ἐθαύμασα πῶς κατορθώνει νὰ ὁμιλῇ ἐναντίον τοῦ ῥητοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου καὶ τῆς προφανοῦς ἐννοίας αὐτοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, μοὶ ἠγέρθη καὶ ἄλλη ἀπορία, ἐφ’ ἧς ἠθέλησα καὶ ν’ ἀποφύγω νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ἐκ τῆς θέσεώς μου, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτής. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐγγραφεισῶν μετοχῶν, ἐθεώρει τρόπον τινὰ ὅτι δὲν εἶναι κἂν ζήτημα, ὅτι αἱ ἐγγραφεῖσαι μετοχαὶ καταλογίζονται ἀπέναντι τοῦ ὁριστικοῦ μέρους τοῦ δανείου (τοῦ ferme). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς ἐθεώρησε τοῦτο ζήτημα καὶ ὑπέμνησεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι τὸ τοιοῦτον ἀναμφισβήτητον ὡς τὸ ὑπέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐζήτησα, ὅταν κατήρχετο τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ν’ ἀπαντήσῃ κάτι τι ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησε, διότι ὑπῆρχε σπουδὴ χθὲς ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅπως λυθῇ ταχέως ἡ συνεδρίασις. Καὶ ἐν τούτοις τὸ ζήτημα εἶναι σημαντικώτατον καὶ ἄξιον πολλῆς καὶ ἰδιαζούσης προσοχῆς. Πόθεν, κύριοι, προκύπτει ὅτι αἱ ἐγγραφεῖσαι μετοχαὶ πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν εἰς ferme; Ἐξετέθησαν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ὁμολογίαι ἀνήκουσαι εἰς τὸ ferme καὶ εἰς τὴν option, ἐγένοντο αἱ ἐγγραφαί· διατί ἡ προτίμησις πρὸς τὸ ferme; Δὲν ἠξεύρω ποίαν ὑποστήριξιν δύναται νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς τοιαύτης ἀδικαιολογήτου προτιμήσεως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ἂν ἀφίνεται ἐκ τοῦ νόμου ἄλυτον, λύεται ἐκ προηγουμένων, οὐδὲν δὲ ἐξ ἐναντίας προηγούμενον ἔχομεν ὑποστηρίζον τὴν ἀντίθετον ἰδέαν. Τί ἐγένετο εἰς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000; συνήφθη ῥητὴ συμφωνία περὶ τοῦ ὅτι αἱ μετοχαὶ, αἱ πρῶτον ἐγγραφησόμεναι, θέλουν καταλογισθῆ εἰς τὸ ferme. Τί σημαίνει ἡ ῥητὴ συμφωνία; σημαίνει ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἠδύνατο νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ ferme, καὶ τὴν τοιαύτην σημασίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ῥητὴν συμφωνίαν αὐτὴν, ὅτε ἐποιήσατο λόγον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου 1879: «Οἱ ἀγοράσαντες τὸ τρίτον οὐδεμίαν προσέφερον πρὸς τὸ Δημόσιον ὑπηρεσίαν διὰ τῆς ἀγορᾶς, οὐδένα δὲ διέτρεχον κίνδυνον, διότι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ὅτι τὸ τρίτον τοῦτο ἤθελε καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν. Εἶχον δὲ λάβει οὗτοι τὴν πρόνοιαν ἐν τῇ συμβάσει νὰ καταλογίσωσιν ἀπέναντι τῶν ἀγορασθεισῶν ὁμολογιῶν τὰς πρώτας ἐγγραφάς». Ἐπαινεῖ καὶ ἐπιδοκιμάζει τὴν πρόνοιαν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ τὸ τοιοῦτον. Εἶναι λοιπὸν δι’ ἐμὲ ἀκατανόητον πῶς τὸ τοιοῦτον παρερχόμεθα ὡς νὰ μὴ εἶναι τάχα ζήτημα· διότι κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τὸ ἐναντίον εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητον, ὅτι αἱ κατὰ πρῶτον ἐγγραφεῖσαι μετοχαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὴν option. Καὶ ἔχομεν ἐν πρώτοις προηγούμενα ὑποστηρίζοντα τοῦτο, διότι ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαιτήσωσιν οἱ ἐκδίδοντες τὸ δάνειον, ὅπως γίνῃ ἡ προτίμησις, ὑπὲρ τοῦ ferme, ἐδέησε νὰ γίνῃ ῥητὴ συμφωνία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ προηγούμενον, ὑπάρχει ἑτέρα περίστασις εἰς πρόσθετον σύμβασιν σχετικὴν πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Ἡ πρόσθετος αὕτη σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνῆψεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς ὡς Ὑπουργὸς τότε τῶν Οἰκονομικῶν, περιέχει τὴν ῥητὴν συμφωνίαν, ὅτι αἱ πρῶτον ἐγγραφησόμεναι μετοχαὶ θέλουσι διανεμηθῆ ἐξ ἴσου μεταξὺ τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δανειστὰς, καὶ τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες ἀνήκουσι εἰς τὸ Δημόσιον. Τί δεικνύουσι τὰ προηγούμενα ταῦτα; δεικνύουσιν ὅτι ἄνευ ῥητῆς συμφωνίας δὲν ὑπάρχει προτίμησίς τις ὑπὲρ τοῦ ferme. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν ἔλιπον τὰ προηγούμενα ταῦτα, δὲν ἔχομεν ἆρά γε ἄλλους κανόνας, καθ’ οὓς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἔχομεν τοὺς κανόνας τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄμεσον ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι περὶ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου πρόκειται. Τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; τὸ Δημόσιον ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ ἔχει διάφορα χρέη, τὰ δὲ διάφορα αὐτὰ χρέη δὲν ἔχουσι τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ἀλλ’ ἔχουσιν ὅρους, ἄλλους ἐπαχθεῖς καὶ ἄλλους ἧττον ἐπαχθεῖς. Τί δὲ εἶναι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου; εἶναι ἡ πληρωμὴ τῶν χρεῶν τούτων. Τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει χρήματα, δίδει τὰς ὁμολογίας, ἡ κοινωνία πληρώνει ἀντὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ γίνεται οὕτως ἡ ἐξόφλησις. Ἀλλὰ ποῖοι κανόνες ἐφαρμόζονται, ὅταν πρόκειται περὶ πληρωμῆς διαφόρων χρεῶν; Ἔχομεν κανόνας, οὓς ἄλλοτε μᾶς ἐδίδαξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος ὡς καθηγητὴς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, τὸν κανόνα ἰδίως ὅτι προτιμᾶται πάντοτε τὸ ἐπαχθέστερον χρέος. Ποῖον εἶναι τὸ ἐπαχθέστερον ἐνταῦθα; εἶναι τὸ συμφωνηθὲν μὲ τὴν option, εἶναι ἡ προκαταβολή· τὸ μὲν, διότι ἔχει συντομωτέραν προθεσμίαν, τὸ δὲ διότι συνδέεται μὲ ἐνέχυρον. Λοιπὸν κατὰ τοὺς κανόνας τούτους, τῶν ὁποίων τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐφαρμογὴν ἐνισχύουσι τὰ προηγούμενα, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ ἐγγραφεῖσαι μετοχαὶ ἀνήκουν εἰς τὴν option καὶ ὄχι εἰς τὸ ferme. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ὁ ὅλος μηχανισμὸς τοῦ προκειμένου δανείου ὑποστηρίζει ὡς ἐκ περισσοῦ τὴν τοιαύτην λύσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἔκδοσιν καὶ τὸν χρόνον αὐτῆς, τὸ Δημόσιον ἀφέθη ἐντελῶς εἰς τὴν ὁμάδα· ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἅτινα κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναμφισβήτητα, ὡς καὶ προηγουμένως εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ὑπεστήριξα, ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τῶν δανειστῶν τοῦ νὰ ἐκδώσωσιν εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν ἐντὸς ὁρισθέντος διαστήματος τὸ δάνειον, ὑπάρχει τὸ ἀντίστοιχον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκ τῶν προηγουμένων πηγάζει καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ, αἱ γενόμεναι, πρέπει νὰ καταλογισθῶσι κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν option. Ὁ ὅλος μηχανισμὸς τοῦ δανείου παρουσιάζει αὐτὰ τὰ ἀντίστοιχα δικαιώματα τῶν δανειστῶν καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν συναρμολόγησιν τῶν διαφόρων συμφερόντων, ὅπως ὑπάρξῃ συνταύτισις αὐτῶν· δικαιώματα εἰς τὴν ὁμάδα ἀφ’ ἑνὸς ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, δικαιώματα ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸ Δημόσιον, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐχρειάζετο νὰ γίνῃ μνεία ὡς πρὸς τὴν ῥηθεῖσαν ἰδίως προτίμησιν. Ἂν τὰ τοιαῦτα δικαιώματα δὲν παραδεχθῆτε, τότε δὲν πρόκειται περὶ δανείου ἁπλῶς ἐπαχθεστάτου, ὡς καὶ ἡμεῖς βεβαίως ὁμολογεῖτε, ἀλλὰ περὶ παραδόσεως τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους εἰς τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν! Καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη καὶ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος εἶναι σημαντικωτάτη. Ἂν ὑπολογισθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐγγραφεισῶν μετοχῶν εἰς τὴν option, κατὰ πρῶτον ἀπαλλασσόμεθα τοῦ κινδύνου νὰ ἴδωμεν τὰ χρεώγραφά μας πλειστηριαζόμενα ἀντὶ μηδαμινῆς τιμῆς, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ μέγιστος τῶν κινδύνων, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν δανειστῶν. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ κινδύνου ὡρισμένου χρηματικοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς τιμῆς τῆς οἰκονομικῆς τοῦ λαοῦ, περὶ τῆς φιλοτιμίας, τολμῶ εἰπεῖν, τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ δίδωμεν τοιαύτας ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι ἐκθέτουν καὶ παραδίδουν ἄνευ λόγου εἰς τὴν διάκρισιν τῶν δανειστῶν τὰ μέγιστα καὶ ὕψιστα ταῦτα συμφέροντα; Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, καὶ ἄλλη διαφορά· διότι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θεωρηθῇ ὅτι προτιμᾶται τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ δανείου, τὸ ferme, βεβαίως διατρέχομεν χρηματικὴν ζημίαν ἄμεσον, ἀλλὰ σημαντικὴν ὡς τὸν ἐλάχιστον τῶν κινδύνων. Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς ὅτι, ἐνασκουμένου τυχὸν τοῦ δικαιώματος τῆς option, χάνομεν τὸ ἥμισυ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ ἐσχάτου ὁρίου καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, τὸ ὁποῖον ἐδικαιούμεθα σήμερον νὰ λάβωμεν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο πλησιάζει τὸ ἑκατομμύριον, συνυπολογιζομένου καὶ ἄλλου ὠφελήματος, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σχετικῶς πρὸς τὸ ferme, δηλαδὴ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς jouissance. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν λογαριασμὸν, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι καὶ ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος φέρει εἰς ποσὸν ἑκατομμυρίου περίπου, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ περιφρονήσωμεν. Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν, κύριοι, νὰ χαρίζωμεν ἑκατομμύρια εἴτε πρὸς αὐτοὺς εἴτε δὲν εἰξεύρω πρὸς ποίους ἄλλους, οὔτε νὰ σπαταλῶμεν τὰ δημόσια χρήματα τοῦ Τόπου, τοῦ εὑρισκομένου εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν. Κατ’ ἐμὲ, ἡ τοιαύτη λύσις εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἀλλὰ τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἴπῃ τις, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ μοιρασθῶσιν αἱ ἐγγραφεῖσαι μετοχαὶ μεταξὺ τοῦ ferme καὶ τῆς option. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν θὰ ἦτο ἡ διανομὴ τῶν ἐγγραφεισῶν μετοχῶν μεταξὺ τοῦ ferme καὶ τῆς option. Ἀλλὰ μοὶ παρουσιάσθη καὶ ἑτέρα ἀπορία σχετικὴ πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς Τραπέζης. Κατέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς πόσα ἐχάσαμεν, ἀφήσαντες τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ὡς ἐντολοδόχος τοῦ Δημοσίου ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ ferme, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαλλάξαντες τὴν Τράπεζαν ἀφίνομεν εἰς τοὺς δανειστάς. Ἐγένετο ἡ ἁπλουστάτη παρατήρησις διατὶ, ἀπαλλάττοντες τὴν Τράπεζαν, δὲν κρατοῦμεν τὸ ποσὸν, ὅπως ἀντλήσωμεν τὴν προφανῆ ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον ἀκόμη ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ἐκδόσεως πρὸς τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, διότι ἤθελε προσκρούσει εἰς τὸ δικαίωμα τῶν δανειστῶν νὰ λάβωσιν αὐτοὶ τὰς 110,000 ὁμολογίας τοῦ ferme.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν, οὐχὶ δὲ ὅτι ἐκεῖνοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωσι τοῦτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§36ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπῆρχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δωρῆται τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν διατί δωρεῖτε τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους· τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς ἀπασχολήσει, δὲν ἦτο, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ διατί στερούμεθα τὴν ὠφέλειαν αὐτήν;
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἀνέπτυξα ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου. Διατί ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὸ δικαίωμα, ἔπραξε τοῦτο· ἴσως ἡ ἀπάντησίς μου δὲν σᾶς ἱκανοποίησε.
§38ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως, κ. Πρωθυπουργὲ, εἰς πολλὰ σᾶς παρενόησα· φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ ἀνάπτυξις, ἣν χθὲς ἐκάματε, δὲν ἱκανοποίησε πρὸ πάντων ἡμᾶς καὶ τοὺς φίλους σας. Καὶ τοῦτο εἶναι πρόσθετος λόγος, ὅπως μὴ εἰσέλθωμεν εἰς ἐξέτασιν τῶν ὅσων ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι βεβαίως δυνάμεθα νὰ διατρέξωμεν καὶ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ παρανοήσωμεν ὅσα χθὲς ἔλεγεν· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχουν πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων του, οἱ ὁποῖοι εἶχον κατανοήσει τοὺς χθεσινοὺς λόγους του. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅσας ὑπέστημεν βλάβας κατὰ τὴν σύναψιν ἑνὸς τοιούτου δανείου, ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ καὶ συμπλήρωμα τῆς τοιαύτης ζημίας, ἔπρεπε νὰ καταντήσωμεν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε οἱ δανεισταὶ νὰ μᾶς ἁρπάζουν πᾶν ὅ,τι δύνανται ὑπὸ οἱανδήποτε πρόφασιν. Τοιαῦται εἶναι, κύριοι, αἱ ἀπορίαι, τῶν ὁποίων ἐσκέφθην χθὲς νὰ προκαλέσω τὴν λύσιν, ἀπορίαι συνδεόμεναι βεβαίως καὶ μὲ ταπεινάς τινας γνώμας, αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπορίαι, αἱ προκύψασαι κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν προκληθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζηνοπούλου εἶχε σκοπὸν ἁπλῶς ν’ ἀνακοινώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου, ἀλλὰ παραδόξως κατ’ ἐμὲ δὲν προέκυψαν μόνον αἱ γενόμεναι χαρμόσυνοι ἀνακοινώσεις περὶ τῆς ἐπελθούσης ἐπιτυχίας τοῦ δανείου, προέκυψε καὶ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα, καὶ ἐνῷ ἐκαλούμεθα εἰς μίαν εὐτυχίαν ἐθνικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἔπρεπε βεβαίως νὰ παρατεθῶσι καὶ τραγήματα, καὶ χθὲς εὐωχήθημεν πρὸ πάντων ἐπὶ τῶν τραγημάτων καὶ τῶν μερικωτέρων ψυχαγωγιῶν τῆς εὐωχίας αὐτῆς. Ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ὅτι ἔμεινεν εὐχαριστημένος ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ δανείου, διότι ἐγένοντο ἐγγραφαὶ, δὲν ἐγνώριζε μὲν καὶ αὐτὸς πόσαι, ἀλλὰ τέλος πάντων ἐγένοντο ἐγγραφαὶ, καὶ ἀνακοινῶν τὴν εὐχάριστον ταύτην εἴδησιν ἔσπευσε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ὅτι αἱ ἐγγραφεῖσαι μετοχαὶ ἀνήκουν εἰς τὸ ferme, ἔσπευσε δηλαδὴ νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ ὅτι δὲν πρόκειται ἴσως περὶ οὐδεμιᾶς ἐγγραφῆς, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον λέγων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔλεγεν ὅτι μένει πάλιν εὐχαριστημένος ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων. Δὲν θὰ ἠδυνάμεθα εἰμὴ νὰ συγχαρῶμεν αὐτὸν ἐπὶ τῇ ὀλιγαρκίᾳ του! ἄλλοτε δὲν ἦτο τόσον ὀλιγαρκὴς, προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου, ἤδη κατέστη ὀλιγαρκέστατος, καὶ δυνάμεθα διὰ τὴν νέαν του ταύτην ἀρετὴν νὰ τὸν συγχαρῶμεν. Ἐλάβομεν ὁπωσδήποτε ὀλίγα χρήματα, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, λέγει, νὰ μᾶς δανείσουν ἀκόμη 2–3,000,000, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἰδοὺ, αἱ χαρμόσυνοι εἰδήσεις, ἃς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν! Καὶ τῳόντι, κύριοι, διατί νὰ δυσφορῶμεν; Μήπως ἐπέθεσαν σφραγῖδας ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, μήπως ἐκήρυξαν αὐτὸ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας; Πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι, διότι οὐδὲν τούτων συνέβη, καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν τοὺς τοιούτους οἰκονομικοὺς θριάμβους τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνοδεύουσι καὶ ἄρθρα ἐφημερίδων τῆς Εὐρώπης, διὰ τῶν ὁποίων προκαλοῦνται αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐν Εὐρώπῃ νὰ μὴ λάβωσι μετοχὰς τοιούτου δανείου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ὑπενθυμίζεται εἰς αὐτοὺς ἡ τύχη ἐκείνων τῶν εὐπίστων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μετοχὰς τοῦ Περοῦ καὶ τοῦ Χοντουρᾶ, τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Αἰγύπτου! Αὐταὶ εἶναι αἱ χαρμόσυνοι εἰδήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλ’ ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἡμᾶς συγχαίροντας αὐτὸν διὰ τὴν ὀλιγάρκειάν του, νὰ μὴ συγχαρῶμεν καὶ τὸ Ἔθνος διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ πίστις του καὶ ἡ φιλοτιμία του. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἤμεθα τοὐλάχιστον ὀλίγον ἐπιφυλακτικοὶ, καὶ ὅταν ὑπάρξῃ καταφανεστέρα ἀπόδειξις τῆς καταστάσεως ἐκείνης, εἰς ἣν ὠθεῖ ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ! Μᾶς ἀνακοινοῦται ὅτι ἐκαλύφθησαν αἱ μετοχαὶ αἱ ἀναλογοῦσαι εἰς τοὺς δανειστὰς, οὐδὲν ἕτερον· ἂς ἀναστείλωμεν λοιπὸν τὴν χαρὰν ἐπὶ τῷ ἀγγέλματι τῶν θριάμβων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἴδωμεν καὶ τὰ παρεπόμενα! Ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον ὁμολογητέον ὅτι ἐφωδίασε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ἔχοντας πρὸς αὑτὸν ἐμπιστοσύνην μὲ μίαν ἄλλην ἐλπίδα οὐχὶ μὲν κατὰ ταύτην, ἀλλὰ κατὰ προηγουμένας σχετικὰς συζητήσεις, διότι ἀνακοινοῦσιν ὅτι ἔχει νέα σχέδια ἐν τῇ κεφαλῇ του, ὅπως ἀνορθώσῃ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι πᾶσαν ἔλλειψιν παρουσιασθησομένην, δηλονότι νέα ἐλλείμματα· διότι ἐν τῷ συστήματι τῷ οἰκονομικῷ του ὑπάρχει σχέδιον οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Κράτους, διότι ἔχω, ἔλεγε, διὰ τὸ μέλλον τὴν ἰδέαν νὰ ὑποστηρίξω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τοῦ ἅλατος, καὶ μὴ φοβεῖσθε, ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους του, ὅτι δὲν δύνασθε εὐπροσώπως νὰ κατέλθητε εἰς τὰς ἐκλογὰς, δύνασθε νὰ κατέλθητε μὲ τὸ ἐφόδιον ἐπινοίας, ἥτις πρόκειται νὰ σώσῃ τὸν Τόπον μὲ τὴν μεγαλόσχημον καὶ ὑπερήφανον σημαίαν ὅτι πρόκειται νὰ καταργήσητε τὸν φόρον τοῦ ἅλατος, καὶ ναὶ μὲν δὲν εἰξεύρομεν τί δύναται νὰ συμβῇ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀλλὰ μέχρι τῶν ἐκλογῶν ὁ λαὸς τῶν Ἐπαρχιῶν θέλει τραφῆ μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει τρώγει εἰς τὸ μέλλον τὸ ἅλας εὐθηνότερον! Καὶ τὸ σχέδιον τοῦτο εἶναι τῳόντι ἐπινόησις πρωτότυπος, καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν χρησιμότητα τοῦ σχεδίου, ἀνάγκη νὰ ἀναλογισθῶμεν τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ ἅλατος ἐπὶ παντὸς ὀργανισμοῦ καὶ ποίας εὐκολίας ἤθελεν ἔχει ἡ κοινωνία νὰ προμηθεύηται εὐθηνὸν ἅλας. Θέλει ἀναπτυχθῆ ἡ βιομηχανία, σᾶς ἔλεγεν, ἀλλὰ βεβαίως θέλει ἐνδυναμώσει καὶ ἡ Γεωργία ἐν τῷ μέλλοντι, ὑπὲρ ἧς τόσον μεριμνᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἡ ἐπίῤῥωσις τῶν γεωργῶν θέλει φέρει μεγαλειτέραν καλλιέργειαν τῆς γῆς, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀνόρθωσις τοῦ Τόπου, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ πάντων σκέπτεται ἀπὸ πολλοῦ περὶ τῆς εὐρωστίας τοῦ Τόπου, καὶ ταύτην σκεπτόμενος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ ἓν ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσουν ἐν τῷ μέλλοντι πάντοτε εἰς τὴν εὐρωστίαν τῶν ὀργανισμῶν! Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦται ἀπορίαι ἢ γνῶμαι μοὶ ἠγέρθησαν ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, ἔχω καί τινας γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πρὸ τῆς φάσεως τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον. Εἶχον γνώμας τινὰς καὶ ὅταν ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, καὶ πρὸ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκδόσεως. Καὶ τὰς γνώμας ἐκείνας ἀνεκοίνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος, μολονότι δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ θεωρῶ σπουδαιοτάτην τὴν διάφορον κρίσιν προσώπων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος σχετικῶς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἐθεώρουν, κύριοι, καὶ ἐχάρην χθὲς ὅταν ὑπὲρ ἐμοῦ εὕρισκον τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην μου ἐκείνην, ἐφρόνουν ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἦτο ἐν τῷ ἀποκλειστικῷ τῶν δανειστῶν δικαιώματι καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐνόουν τὴν μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἐκείνην τοῦ διατὶ ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Τὴν ἔκδοσιν τῶν 220 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, νομίζω, ὅτι καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ ὅλος ὁ μηχανισμὸς τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νόμου τὴν ἀφῆκεν, ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Τραπεζῶν ἐντὸς ὁρισθείσης προθεσμίας. Ἀλλά, κύριοι, ὁ μηχανισμὸς τοῦ δανείου καὶ τῆς συμβάσεως ἐπενόησεν, ὅπως λόγῳ συμφέροντος τῶν δανειστῶν μὴ ποιήσωνται οὗτοι τὴν ἔκδοσιν, εἰμὴ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δίδοντες ὅμως οἱ δανεισταὶ τὰ χρήματα τῆς προκαταβολῆς καὶ τοῦ ferme, ἀπέβλεπον εἰς τὸ ὅτι ἤθελε γείνει ἄμεσος χρῆσις τῶν χρημάτων αὐτῶν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ τοιαύτη χρῆσις τῶν χρημάτων αὐτῶν ἤθελε βεβαίως συμβιβάζεσθαι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν δανειστῶν, καὶ οὐδένα λόγον θὰ εἶχον οὗτοι, ὅπως σπεύσωσι νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν δὲν ἔβλεπον ὅτι κίνδυνος ἐπέκειτο καὶ πρὸ πάντων ὅτι ἐτελεῖτο ἡ παραβίασις τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτον τὸν συνδυασμὸν τῶν συμφερόντων ἐξῆρε κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ δανείου ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς λίαν ἐπιτυχῶς, καὶ ὅταν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔλεγε τότε ὅτι ἡ ἄρσις θὰ ἦναι τετελεσμένη πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, δὲν ἐνόει κυρίως ὑποχρέωσιν τῶν δανειστῶν, ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπετίθετο δηλαδή, ὅτι λέγων τοῦτο ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ἐνόει ὅτι οἱ δανεισταὶ ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ ἐνεργήσωσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου μόνον ὁπόταν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ παρίστα τὴν συνταύτισιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν διὰ τῆς ἐγκαίρου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ λαμβάνει τὰ χρήματα ἡ Κυβέρνησις καὶ διαχειρίζεται ταῦτα πρὸς ἄλλας ἀνάγκας καὶ τὴν ἄρσιν δὲν τὴν ἐκτελεῖ, τὸ κατ’ ἐμὲ παραβιάζουσα ὑποχρέωσιν, ἥν εἶχε καὶ πρὸς τοὺς δανειστὰς, καὶ οὕτω θέτει εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα καὶ δικαιώματα αὐτῶν. Τότε τί ἠθέλατε, νὰ πράξωσιν; Ἠδύναντο οὗτοι ἀμέριμνοι νὰ βλέπωσιν ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔδιδον δι’ ὡρισμένον σκοπὸν, τὰ μεταχειρίζεσθε πρὸς ἄλλον σκοπόν, θέτοντες εἰς κίνδυνον καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτῶν νὰ περιμένωσιν ἀκόμη; Καὶ ὑπῆρξε πάλιν συνταύτισις συμφερόντων, ἀλλὰ συνταύτισις συμφερόντων ὑπὸ ἔποψιν λίαν ὀδυνηρὰν πλέον, συνταύτισις οὕτως εἰπεῖν κινδύνων ὑπῆρξε πλέον· διότι δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν, ὅτι οὗτοι συνέλαβον τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ παραμικρὰ ἀναβολὴ ἤθελε συμπέσει μὲ τὴν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τοῦ δανείου. Πιθανὸν, καὶ εὔχομαι νὰ πλανῶνται, ἀλλὰ πιστεύω οὗτος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔσπευσαν. Καὶ ἐὰν ἐνόμιζον, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ταχέως ἠδύνασθε νὰ ἐκτελέσητε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βεβαίως ἠδύναντο νὰ περιμένωσι καὶ ἕνα καὶ δύω μῆνας, ὅπως ἀντλήσωσι καὶ οὗτοι τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἤθελε παραγάγει ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἡ ἐπίσπευσις αὕτη εἶναι ἓν κατηγορητήριον κατὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς σας. Καὶ τὸ δικαίωμα λοιπὸν εἶχον καὶ τὸ εὔλογον βεβαίως ὑπῆρχε τῆς ἐσπευσμένης ἐκδόσεως. Καὶ δὲν φρονῶ, κύριοι, δὲν εἶμαι κατὰ τοῦτο σύμφωνος καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέφρασε, δὲν φρονῶ ὅτι ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ἡ πρὸ τῆς ἐγγραφῆς ἀνακοίνωσις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς γνώμης ταύτης, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἦτο εὔλογος ἡ ἐπίσπευσις αὕτη, ἀδιαφόρως ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων ἠδύνατο νὰ διαψευσθῇ· διότι ἐφρόνουν, καὶ δικαίως, ὅτι ἠπειλεῖτο ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τοῦ δανείου. Δὲν ἐφρόνουν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Κρατῶν δύναται νὰ ἐπιτυγχάνηται καὶ συντηρῆται διὰ τοιούτων προσκαίρων ἐπιτυχιῶν καὶ προσκαίρων στρατηγημάτων, εἴτε ταῦτα συνίστανται εἰς ψευδεῖς παραστάσεις, εἴτε εἰς ὑπεκφυγὰς δηλώσεων καὶ πληροφοριῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ὅπως ὁ ἰδιώτης, οὕτω καὶ τὰ Κράτη τὴν πίστιν αὐτῶν πρέπει νὰ στηρίζωσιν εἰς τὴν εἰλικρινῆ ἔκθεσιν τῶν σχετικῶν πληροφοριῶν ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν πράγματα. Καὶ τοῦτο, κύριοι, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δύνανται αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης νὰ στηριχθῶσιν ἁπλῶς ἐπὶ τῶν λόγων ἡμῶν, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι, συμφωνοῦντες τυχὸν πάντες εἰς μίαν τοιαύτην περίστασιν, ἠδυνάμεθα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διαψεύδοντες ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ παραστήσωμεν, ὅτι ἄλλως ἔχουσι τὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεώς μας ἢ ὡς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀνεκοινοῦμεν. Οὐδὲ θεωρῶ, κύριοι, ὅτι προσβάλλει τις τὸν τόπον του, ὅταν ἐξηγῇ ἓν φαινόμενον, τοῦ ὁποίου τὸ εὔλογον ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀναμφισβήτητον ὕπαρξιν ἀνεγνώριζεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ εἴπωμεν, ὅταν ἀναγνωρίζωμεν τὸ φαινόμενον τῆς ἐκπτώσεως τῆς πίστεώς μας, ὅτι ὁ Τόπος ἔχασε τὴν ζωτικότητα αὑτοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ὅτι ὑπάρχει ἡ περίπτωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία κανονίζει τὰς τιμὰς τῶν ἀγορῶν. Ταύτην τὴν ἀρχὴν ὑπερήσπιζεν ἄλλοτε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἔκπτωσις λοιπὸν τοῦ δανείου αὐτοῦ εἶναι σχετικὴ βεβαίως μὲ τὰς ἄλλοτε ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἑπομένως καὶ ἂν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐπιτείνῃ τὴν δυσπιστίαν τῶν ἀγορῶν κατὰ τὴν γενομένην ἔκδοσιν τοῦ δανείου, εἶναι βεβαίως αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ ἀπειλὴ, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἠδύνατο ἡ πολιτική του νὰ διαρκέσῃ.
§39ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τέλος πάντων τί ποιητέον;
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς σᾶς σιωπητέον. Μὴ θέλομεν, κύριοι, νὰ παραγνωρίζωμεν οὔτε τὰ αἴτια τῆς οἰκονομικῆς μας ἐκπτώσεως, οὐδὲ τὴν ἀλήθειαν φαινομένων πασιγνώστων. Τὸ τοιοῦτον εἰς οὐδὲν συντελεῖ. Καὶ ἂν, κύριοι, δικαιολογῆται ἡ εὐπιστία, ὅταν πρόκειται ὁπωσδήποτε περὶ μέλλοντος, ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ παρελθόντος καὶ περὶ γεγονότων βεβαιουμένων, ἕκαστος ὀφείλει νὰ συλλογίζηται ὅτι ἡ εὐπιστία αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ἡ συζήτησις αὕτη, κύριοι, προεκλήθη, οὐχὶ βεβαίως διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐμελέτα νὰ προκαλέσῃ ζήτημα, ἵνα μεμφθῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι κατ’ ἀνάγκην προεκαλεῖτο ἀνακοίνωσις τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ δανείου. Ἀλλὰ προέκυψαν καὶ ἕτερα φαινόμενα, παρεννόησις, παρεξήγησις τοῦ Νόμου ἀκατανόητος, καὶ ἑπομένως ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν. Οὐδὲν λοιπὸν, ἵνα ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κ. Στεφανίδην, σήμερον δύναται νὰ προκύψῃ ὡς ποιητέον ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς προκληθείσης ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων, οὔτε ἐσκόπει οὔτε δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμά τι σήμερον σχετικὸν πρὸς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον ἡ συζήτησις αὕτη περιστρέφεται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τετελεσμένων γεγονότων, εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν πορισμάτων, τὰ ὁποῖα πλέον δὲν στηρίζονται εἰς σκέψεις καὶ ὑπολογισμοὺς, εἰς ἐμπιστοσύνην ἢ δυσπιστίαν, ἀλλ’ εἰς γεγονότα πασίγνωστα καὶ ἀναμφίρηστα. Ἡ συζήτησις ἑπομένως αὕτη εἶναι παρασκευαστικὴ τῶν γνωμῶν ἡμῶν, τὰς ὁποίας πρέπει μετ’ οὐ πολὺ καὶ νὰ μορφώσωμεν καὶ νὰ ἐκφράσωμεν περὶ τοῦ πῶς ἐννοοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν πολιτευόμενοι καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθήσῃ διοικοῦσα τὰ Δημόσια, καὶ μάλιστα τὰ οἰκονομικὰ πράγματα. Καὶ ἐπὶ τούτων ἐν καιρῷ, συλλέγοντες καὶ τηροῦντες σημειώσεις ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ παρατηροῦντες οὐχὶ ἄλλο τι ἀλλ’ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἀναγκαζομένου νὰ κατέρχηται εἰς ἐκείνην τὴν πάλην, τὴν ὁποίαν παρετηρήσατε χθὲς, ταῦτα τὰ φαινόμενα συλλέγοντες καὶ παρατηροῦντες, νομίζω ὅτι πάντες ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τέλους σπουδαίως περὶ αὐτῶν.
§41ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ μοὶ ἀπαντήσῃς παρακαλῶ εἰς τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Ἰσοκράτης (θόρυβος).
§42ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε.
§43ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς, κύριοι, πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν περί τινα ὑπέρμετρον ζῆλον καὶ ἐπιτραπήτω μοι νὰ κάμω ὑπόμνησίν τινα πρὸς συναδέλφους, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους μέχρι πρό τινος χρόνου συνέπραττον. Ἂς ἀφήσωμεν πλέον τὰς προκαταλήψεις καὶ τὴν ὑπερβολικὴν ἐκείνην ἐμπιστοσύνην, αἱ ὁποῖαι καὶ τοὺς πρὸς οὓς καὶ ὑπὲρ ὧν ὑπάρχει νομίζω ὅτι οὔτε ὠφέλησεν οὔτε θὰ ὠφελήσῃ. Ὑπεστηρίξατε μετὰ ζήλου τῷ ὄντι πρωτοφανοῦς ἐπὶ ἔτη ἱκανὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· πολλάκις ἡ ὑποστήριξις αὕτη ἐγένετο ἐπὶ προφανεῖ παραιτήσει τῶν ἰδεῶν ὑμῶν ἐπὶ σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ ἐπὶ μειώσει αὐτῆς τῆς προσωπικῆς ὑμῶν φιλοτιμίας· καὶ τὸ ἐκάματε τοῦτο βεβαίως ἐκ μιᾶς ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη ἦτο προσωπικὴ, θεμιτὴ βεβαίως· ἔσχομεν καὶ ἡμεῖς ἐμπιστοσύνην τινὰ ἄλλοτε εἰς τὴν ὑποτιθεμένην ἱκανότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία ὅμως ἐδείχθη σήμερον ὁποία τις εἶναι. Ἀπέναντι τῆς προκαταλήψεως ταύτης τὰ πάντα ἐτέθησαν κατὰ μέρος, ἀλλὰ καὶ ὅταν φαινόμενα ἀντίθετα διέψευδον τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς ἱκανότητος, ἐπήρχετο πάλιν ἡ ἐλπὶς ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ καὶ τὰς ἀποτυχίας, ὅπως κατώρθωνε νὰ δικαιολογῆται διὰ λόγων τινῶν κατὰ τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις. Ἀλλ’ ὅταν βλέπετε, ὅτι οὔτε εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξιδιασμένης πλέον αὐτοῦ ἱκανότητος ταύτης τοῦ εὑρίσκειν προφάσεις δὲν δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ, κρίνατε ἐὰν δύναται τὰ πράγματα νὰ οἰκονομήσῃ, πράγματα φύσει δυσχερῆ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καθιστάμενα βεβαίως δυσχερέστερα, ὅταν οἱ Κυβερνῶντες λάβωσι μίαν ὁδὸν τόσον ὀλισθηράν. Τὰ σφάλματα ἐπιφέρουσιν ἄλλα σφάλματα κατ’ ἀνάγκην, ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα καταλήγουσιν εἰς μείζονα ἀνόρυξιν τοῦ βαράθρου. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν παρ’ αὐτοῦ νὰ κατορθώσῃ πλέον τὰ φύσει ἀκατόρθωτα, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσε μέχρι τοῦδε τὰ εὐκατόρθωτα. Τοιαύτη ἐμπιστοσύνη εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητος, καὶ αἴρων τις αὐτὴν δὲν προσβάλλει βεβαίως τὸ πρόσωπον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τὰ πράγματα τοῦ Τόπου ἡμῶν ἦσαν φύσει δυσχερῆ ὥστε ἠδύναντο πολλοὶ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ νὰ τριβῶσιν ἀλλεπαλλήλως καὶ πάλιν νὰ μὴ φθάνωσιν εἰς ἀληθῆ ἀνόρθωσιν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη τρία ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα μεγάλη τῷ ὄντι μεταβολὴ ἐπῆλθε, διότι ἐνόμισεν ἡ πλειοψηφία ὅτι διὰ παντὸς τρόπου ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ ὑποστηρίζουσα μίαν πολιτικὴν ἀποδεδειγμένως σφαλεράν. Ὑπάρχουσι, κύριοι, νομίζω, καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ νόμοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσον ἀναπόδραστοι, ὅπως εἶναι καὶ οἱ φυσικοὶ νόμοι, καὶ ὅταν ἀκολουθήσῃ τις μίαν σφαλερὰν πορείαν, μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι εἰς οἱονδήποτε εὔκολον νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἂν ἀκόμη εἰλικρινῶς θέλῃ νὰ τὸ πράξῃ. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, κύριοι, νομίζω ὅτι ἑτέρα διέξοδος εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἀντὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν δυσχέρειαν τοῦ νὰ προσπαθῇ νὰ δικαιολογῇ τὰ ἀνοικονόμητα, θὰ ἦτο ὀλιγώτερον ἀξιόμεμπτος ἢ μᾶλλον θὰ ἦτο ἀξιέπαινος καὶ ἀληθῶς μεγαλόφρων, ἐὰν ὡμολόγει παῤῥησίᾳ πλέον τὴν ἀποτυχίαν τῶν μέτρων του, τὴν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς του. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσητε στηριζόμενοι εἰς τὴν προσωπικὴν ταύτην ἐμπιστοσύνην, καὶ θεωροῦντες ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται, ἐξακολουθῶν τὴν ἰδίαν ὁδὸν, νὰ βελτιώσῃ, ἐνῷ προφανῶς θέλει ἀνορύξει μεγαλείτερον βάραθρον, θέλετε μόνον αὐξήσει τὴν εὐθύνην καὶ ὑμῶν αὐτῶν. Συνδεδεμένοι οὕτω πρὸς αὐτὸν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤρχισε πλέον νὰ διαψεύδεται ἐκ τῶν πραγμάτων, δὲν ἀποτελεῖτε πλέον ἐνίσχυσιν πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ βάρος οὕτως εἰπεῖν καὶ ὑμεῖς πρὸς αὐτὸν καὶ αὐτὸς πρὸς ὑμᾶς, καὶ τὸ τοιοῦτον βάρος ἀντὶ νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν πτῶσιν, συντελεῖ ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ῥαγδαιοτέραν! Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μέχρι τινὸς βαθμοῦ καὶ ὑμεῖς ἔχετε πλέον δυσπιστίαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως ἔχει καὶ αὐτὸς δυσπιστίαν πρὸς ὑμᾶς: καὶ διὰ τοῦτο ἐδοκίμασε δὶς καὶ τρὶς, ἀλλ’ ἐν οὐ δέοντι ἀδικῶν ἴσως καὶ ὑμᾶς καὶ ἑαυτὸν, νὰ προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ ἀντικειμένων καὶ συζητήσεων, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἐχώρει ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Μὴ ἐξακολουθῆτε ὑποστηρίζοντες τὴν πολιτικὴν ταύτην, μὴ θέλετε νὰ προσθέσητε τοιαύτας πλέον βλάβας, ὥστε νὰ καταστήσητε τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων ἀδύνατον. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα, δὲν θεωρῶ ὅτι πολλάκις δὲν εἶναι πεπρωμέναι λύσεις τινές διάφοροι καὶ αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ ἐξελίξει τοῦ πολιτικοῦ βίου τῶν Ἐθνῶν ἀποτελοῦσι κατάστασιν ἔκτακτον, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἡ δικαιοσύνη ὡς πρός τινα εἶναι πληρεστέρα. Ἂς στρέψωμεν, ἂν θέλετε, ἂς συνέλθωμεν εἰς ἑαυτοὺς, ἂς συλλογισθῶμεν, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀποτελοῦσι λεηλασίαν τῶν προϊόντων τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ· θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ πράξωμεν μετ’ οὐ πολὺ ὅ,τι δὲν ἠθελήσαμεν μέχρι τοῦδε νὰ πράξωμεν, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ἐὰν ἡ δαπάνη τῶν 100,000,000 ἀναγκαιοῖ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἢ συντελεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον κατὰ τὰ 50,000,000 εἰς τὴν ἐξαχρείωσιν αὐτοῦ. Ἐφθάσαμεν εἰς τὰ ἀδύνατα, καὶ ὁ λαὸς ἀναγκαζόμενος ὑπὸ τῶν πραγμάτων, θέλει ζητήσει νὰ κάμῃ ἐπὶ τέλους τὸν ἀληθῆ ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον κάμνουν οἱ λαοὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις, καὶ θὰ ἐξετάσῃ τίνες ὑπῆρξαν ὅσοι ἐξεμύζησαν τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Τόπου αὐτοῦ, ὅστις τόσον ἀναξίως πάσχει ἄνευ ἀνάγκης. Τότε βεβαίως καθαρώτερον θὰ εὑρεθῶσι πάντες οἱ ὁπωσδήποτε ὑπεύθυνοι ὅπου δήποτε καὶ ἂν εὑρίσκωνται, τότε οἱ τύποι δὲν ἔχουσιν ἐπιῤῥοήν· εὑρίσκεται ἴσως τότε πληρεστέρα δικαιοσύνη, ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη αὕτη εὑρίσκεται διὰ φοβερᾶς κρίσεως, τὴν ὁποίαν καλὸν ἴσως θὰ ἦτο διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν.
§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα χθὲς ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐβεβαιώθη, ὅτι καὶ ἡ ἐγγραφὴ τοῦ δανείου ἀπέτυχε. Τὸ δάνειον εἶχεν ἀποτύχει πρὶν πολλαχῶς καὶ πολυτρόπως· εἶχεν ἀποτύχει πρῶτον ἐν τῇ συνομολογήσει, διότι συνωμολογήθη ὑπὸ ὅρους βαρεῖς καὶ ἐπαχθεῖς. Ἠλπίζετο ὅμως, οὐχὶ βεβαίως παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, παρὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ἔσχατον ὅριον, ὡς τὸ ὀνομάζει ἡ σύμβασις, τῶν 342:50, δὲν θὰ ἦτο ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως· ἠλπίζετο ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει τοιαύτη βελτίωσις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ εἰς ἀνωτέραν τιμήν. Εἶχεν ἀποτύχει προσέτι τὸ δάνειον καὶ ἐν τῷ σκοπῷ, ὃν ὡς πρὸς μέρος αὐτοῦ, τὸ μέρος τῶν 72 ἑκατομμυρίων φράγκων, εἶχεν ὁρίσει ἡ Βουλή· διότι, ἐνῷ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 72,000,000 ἐσκοπεῖτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἄρσις δὲν ἐπετεύχθη, μέρος δὲ τοῦ δανείου ἐδαπανήθη εἰς ἄλλους σκοποὺς, καὶ θὰ παρουσιασθῇ βεβαίως ἀνάγκη νέου δανείου, ὅπως μετ’ ὀλίγον ἐκτελεσθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀπέτυχε τὸ δάνειον καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ· πρῶτον μὲν, διότι ἐξεδόθη εἰς τιμὴν ὀλίγον ἀνωτέραν τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῶν 342:50, δεύτερον δ’ ἀπέτυχε, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐγγραφῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 100,000 ὁμολογιῶν. Ἐὰν λάβωμεν τὴν τιμὴν, εἰς ἣν ἐξεδόθη, θέλομεν ἰδεῖ, συγκρίνοντες αὐτὴν καὶ πρὸς τὴν τιμὴν, εἰς ἣν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, καὶ πρὸς τὴν τιμὴν, ἣν ἔχει σήμερον τὸ δάνειον αὐτὸ, ὅτι ἐξεδόθη εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν. Γνωστὸν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἐξεδόθη εἰς τὴν τιμὴν τῶν 373· ἡ τιμὴ, εἰς ἣν κυρίως ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, δὲν εἶναι ἡ τιμὴ τῶν δραχμῶν 346:50, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ποσόν τι λόγῳ jouissance, λόγῳ προκαρπώσεως, οὕτως εἰπεῖν· διότι, ὡς γνωστὸν, τὸ ποσὸν τῶν 346 καὶ 50% δὲν καταβάλλεται ὅλον ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ μέρος αὐτοῦ καταβάλλεται μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1885, ἐνῷ ἡ ἀπόλαυσις τοῦ τόκου διὰ τὴν ὁμολογίαν ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς προκαρπώσεως ἀνέρχεται εἰς 1 φράγκον καὶ 47 λεπτά, ὥστε ἡ πραγματικὴ τιμὴ τῆς ὁμολογίας εἶναι ἀκριβέστερον 345 καὶ 3 λεπτά. Ἄν τὴν τιμὴν αὐτὴν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς τιμῆς τῶν 373, εἰς ἣν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἔχομεν διαφορὰν 28 περίπου δραχμῶν. Ἐὰν λάβωμεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν τιμὴν τῶν 365 δραχμῶν, ἥτις εἶναι σήμερον ἡ τιμὴ τῆς ὁμολογίας τῶν 120,000,000 ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀφαιρέσωμεν τὸν τόκον τῶν 12½ δραχμῶν, ὅστις θὰ πληρωθῇ τῇ 1 προσεχοῦς Ἰανουαρίου, ὑπολογίσωμεν δὲ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος μὲ 101, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, καὶ τῆς τιμῆς, ἣν ἔχει τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, εἶναι περίπου 4 δραχμαί. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ ὁμάδος Τραπεζιτῶν ἤθελεν ἐκδώσει σήμερον τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὔτε τὸ ποσὸν τῶν 100,000 ὁμολογιῶν, αἵτινες ἐνεγράφησαν, ἤθελε καλυφθῇ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε λάβει προκαταβολικῶς παρὰ τῆς ὁμάδος τὰ 72 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἐζήτει τὸ ποσὸν τοῦτο, οὐδὲν ἤθελεν ἐπιτύχει· διότι ὁμολογουμένως πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν τὴν ἐγγραφὴν τῶν 100,000 ὁμολογιῶν εἰς τὰς ἐνεργείας καὶ τὰ μέσα, ἅτινα ἡ ὁμὰς διαθέτει. Ἐκ τούτου δύναταί τις νὰ λάβῃ τὸ μέτρον τῆς ἀποτυχίας, ὅπερ εἶναι πολὺ μεγαλείτερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον φαίνεται, διότι δὲν προέβη μόνη εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν. Ἡ ἀποτυχία ὅμως δὲν εἶναι μόνον ἐκ τῆς τιμῆς τῆς πρὸς ὅλα σχετικῶς τὰ δάνεια κατωτέρας, εἰς ἣν ἐξεδόθη τὸ δάνειον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐκ τῆς ζημίας, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν 100,000 ὁμολογιῶν ἐπὶ αἱρέσει, αἵτινες δὲν ἐνεγράφησαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει ἀναλάβει ἡ ὁμάς, δηλοῦσα ὅτι, κατὰ τὸ δικαίωμα ὅπερ ἔχει ἐντὸς τῆς προθεσμίας, λαμβάνει αὐτάς. Ἄν δηλώσῃ ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ δέχεται, θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ Κράτος καὶ πᾶσα ἐκείνη ἡ ζημία, ἣν χθὲς παρέστησε διὰ τῶν 12 δραχμῶν καὶ 50 λεπτῶν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Τὴν ζημίαν αὐτὴν ἠμφισβήτησε, νομίζω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγνοῶ ποῦ στηριζόμενος, ἀλλ’ ἡ ζημία εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἐνῷ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000 ὁ τόκος πληρώνεται καὶ θὰ πληρώνεται μέχρι τέλους τῆς διορίας τῶν 18 μηνῶν πρὸς 7%, θὰ τρέχῃ συγχρόνως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ ὁμὰς ἤθελε δηλώσει, ὅτι λαμβάνει καὶ τὰς ὑπὸ ἐπιλογὴν 110,000 ὁμολογίας ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 35,000,000 καὶ ἐπὶ ἐννέα μῆνας θὰ τρέχῃ, λέγω, καὶ ὁ τόκος τῶν 5% ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν, τόκος ἀναλογῶν πρὸς 7,30%. Καθὼς γνωρίζετε ἐκ τῆς συμβάσεως, ἅμα οἱ ἀναλαβόντες τὸ δάνειον δηλώσωσιν, ὅτι δέχονται τὰς 110,000 ὁμολογίας ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000, δὲν παύει εὐθὺς ὁ τόκος αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ συμψηφισμοῦ, ὅστις δὲν γίνεται εὐθὺς, ἀλλὰ κατὰ τριτημόρια εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τῶν τριῶν τριμηνιῶν, ἐνῷ ὁ τόκος ἐπὶ τῶν 110,000 ὁμολογιῶν τρέχει ὑπὲρ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δηλώσεως. Οὕτω λ. χ. ἂν ἡ ὁμὰς ἤθελε δηλώσει τῇ 1 Δεκεμβρίου, ὅτι δέχεται τὰς 110,000 ὁμολογίας, ἤθελε μὲν πρῶτον λάβει αὐτὰς πρὸς 342:50, ἀρχομένου τοῦ τόκου αὐτῶν εὐθὺς, ὁ δὲ τόκος τῶν 7% ἐπὶ τῶν 35,000,000 δὲν ἤθελε παύσει εὐθὺς, ἀλλὰ θὰ ἐξηκολούθει κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ τῶν 35,000,000 μέχρι τοῦ τέλους τῆς πρώτης τριμηνίας, ἐπὶ τῶν ⅔ δὲ κατὰ τὴν δευτέραν, καὶ ἐπὶ τοῦ ⅓ κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν. Συγχρόνως δὲ τὰς ὑπολειπομένας ἑξαμηνίας θὰ λάβωσι καὶ τὴν προμήθειαν τοῦ ½%, ἥτις ἀναβιβάζει τὸν τόκον τῶν 7%. Τὸ πρῶτον ἔτος σχεδὸν παρῆλθεν, ὥστε μένει ½% ἀκόμη διὰ προμήθειαν τῆς τελευταίας ἑξαμηνίας, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ὁμάδος περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ δανείου τῶν 35,000,000 ἐπὶ μίαν ἔτι ἑξαμηνίαν, ὅτε θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ καὶ τετάρτης ἑξαμηνίας τὴν προμήθειαν. Οὕτως ἡ ἀποτυχία τῆς ἐγγραφῆς τῶν 110,000 ὁμολογιῶν τῶν ὑπὸ αἵρεσιν συνεπάγεται οὐ μόνον τὴν ζημίαν τοῦ νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 342:50 εἰς τὴν ὁμάδα, ἂν αὕτη δηλώσῃ ὅτι τὰς κρατεῖ, ἀλλὰ συνεπάγεται καὶ ἄλλας ζημίας τοῦ Δημοσίου, ὅτι ἐπὶ ἐννέα μῆνας θὰ πληρώνῃ τόκον ἐπὶ χρημάτων, ἅτινα ἐπλήρωσεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν πρό τινων ἡμερῶν εἰς τοὺς ἐνδοιασμοὺς Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι καὶ ἡ ἐποχὴ καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως δὲν ὡρίσθησαν ἐπωφελῶς, εἶπεν ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐγγυᾶται ἡ συμμετοχὴ, τὸ κοινὸν συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁμάδος τῶν Τραπεζιτῶν ἐν τῇ ἐκδόσει καὶ τῇ πραγματοποιήσει τοῦ δανείου. Ἀληθῶς ἡ ἔποψις αὕτη ἐκ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος θὰ ἦτο σπουδαία, ἂν τὰ χρεώγραφα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου προέβαινον ὑψούμενα καὶ εἶχον τάσιν πρὸς περαιτέρω ὕψωσιν· τότε ἡ ὁμὰς, βλέπουσα ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα προέβαινον ὑψούμενα, ὅτι ἑπομένως καὶ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἦτο δυνατὸν νὰ προσφερθῇ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης εἰς μεγάλην σχετικῶς τιμὴν, θὰ εὕρισκε συμφέρον νὰ ὠθήσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἔτι μᾶλλον εἰς ὕψωσιν, ἵνα ὠφεληθῇ τὴν μεγαλειτέραν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἔλαβε τὰς 110,000 ὁμολογίας, καὶ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐπώλησεν αὐτάς. Ἐὰν ὑποθέσωμεν λ. χ. ὅτι ἤθελεν ἀναβῇ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἰς τὰς 380 δραχμὰς καὶ ἐξεδίδετο καὶ τὸ νέον δάνειον εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, θὰ ὑπῆρχε κοινὸν τὸ συμφέρον τῆς ὁμάδος καὶ τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἡ ὁμὰς θὰ ἐπραγματοποίει κέρδος 40 ἢ 50 δραχμῶν καθ’ ὁμολογίαν, ἤθελε δὲ διανείμει καὶ ἐπὶ τῶν ὑπὸ αἵρεσιν 110,000 ὁμολογιῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως 40 περίπου δραχμῶν κέρδος. Τοιαύτη δὲ θὰ ἦτο ἡ ἔκβασις ἀληθῶς, ἂν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ἦτο ἐλεεινή. Κοινὸν ὅμως συμφέρον μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ὁμάδος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἅμα ἐφάνη ἐν ταῖς ἀγοραῖς οὐχὶ ὕψωσις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἀλλὰ τάσις πρὸς ἔκπτωσιν αὐτῶν. Ἐνῷ ἐπὶ ὑψώσεως συμφέρον εἶχεν ἡ ὁμὰς νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ περαιτέρω ὑψώσεως, ἐπὶ ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς συμφέρον εἶχεν εἰς ἔκπτωσιν μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου τῶν 342:50, ὅπως, λαμβάνουσα αὐτὰς εἰς μικροτάτας τιμὰς, πραγματοποιήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς βραδύτερον ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν διαφορὰν τιμῶν· διότι ὅσῳ μικροτέρα ἡ τιμὴ σήμερον, τόσῳ μεγαλειτέρα ἡ διαφορὰ ἀπὸ τὸ ἄρτιον καὶ τόσῳ μεγαλειτέρα ἡ ἐλπὶς προσεχοῦς ὑψώσεως καὶ ἀναλόγου κέρδους. Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἐκδοθὲν ἐν μέσῳ ἐλεεινῶν ἐσωτερικῶν περιστάσεων, βεβαίως ἐν Εὐρώπῃ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι δεκτὸν, ἀλλὰ δι’ Ἕλληνας κεφαλαιούχους, γνωρίζοντας καλῶς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, γνωρίζοντας ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς, οὐχὶ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς χείρονας ἔτι, θ’ ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλύτρων τῶν δανείων αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι δύναται μᾶλλον νὰ περικόψῃ καὶ τὰς μᾶλλον ἀναγκαίας δαπάνας ἢ νὰ καθυστερήσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν της, ἡ ἀσφάλεια καὶ τὸ μέλλον τοῦ δανείου οὐδένα ἐμπνέει δισταγμὸν, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν· οἱ ἀναλαβόντες τὸ δάνειον δὲν θὰ παραλίπωσι τὴν εὐκαιρίαν, νομίζω, νὰ λάβωσι τὰς ὑπὸ αἵρεσιν ὁμολογίας καὶ ν’ ἀπολαύσωσι πάσας τὰς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας. Αἱ ἀποτυχίαι αὗται τοῦ δανείου ἐδικαίουν, νομίζω, τοὺς χθὲς ἀγορεύσαντας ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ θεωρήσωσι τὴν ἀποτυχίαν ὡς μεγίστης σημασίας. Βεβαίως ἡ ἀποτυχία δὲν εἶναι ἁπλῶς χρηματική· ἡ χρηματικὴ εἶναι μεγάλη, διότι δὲν συνίσταται εἰς τὴν μικρὰν ἀπόδοσιν τοῦ δανείου μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς πίστεως καὶ τῶν ἄλλων δανείων τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία εἶναι δυστυχῶς σπουδαιοτέρα, διότι εἶναι καὶ πολιτικὴ, καὶ πολιτικὴ ὑπὸ ἔποψιν οὐ μόνον ἐσωτερικὴν, ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικήν. Περισσότερον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἑνὸς Κράτους δεικνύει ἡ τιμὴ, εἰς ἣν δύναται νὰ δανεισθῇ, ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων αὐτοῦ. Προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ ἢ καὶ μὲ περισσεύματα, εὔκολον εἶναι νὰ συῤῥάψῃ ἐπιτήδειος ἢ τολμηρὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων ὄπισθεν αὐτοῦ δεδοκιμασμένην πλειονοψηφίαν, δύναται δὲ διὰ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξαπατήσῃ ἐν τῇ πατρίδι του τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ κόμμα του· ἀλλ’ οὐδέποτε διὰ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαπατήσῃ τὰ κεφάλαια· τὰ κεφάλαια εἶναι φύσει δύσπιστα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ δανείων ἐξωτερικῶν, τὰ κεφάλαια ἐκεῖ εἶναι καὶ καλῶς πληροφορημένα. Παρήλθεν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν πολλάκις Κυβερνήσεις, εἴτε ἀγοράζουσαι ἐφημερίδας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἴτε ἀγοράζουσαι ῥήτορας ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, κατώρθουν νὰ πείσωσι τὰ κεφάλαια περὶ τοῦ μεγάλου μέλλοντος καὶ περὶ τῆς ἐπωφελοῦς χρήσεως μεγάλων δανείων, ἅπερ ἐζήτουν. Διὰ τοιούτων μέσων καὶ ὑποσχέσεων, παρασυρθέντα τὰ εὐρωπαϊκὰ κεφάλαια ἄλλοτε, ὑπέπεσαν εἰς ζημίας καταπληκτικάς. Ὀλίγους ἀριθμοὺς θ’ ἀναφέρω, ὅπως ἐννοήσητε, ἂν ἔχουσι δίκαιον νὰ ὦσι δύσπιστα τὰ κεφάλαια. Μέχρι τοῦ 1875 εἰς πέντε χιλιάδας ἑκατομμύρια ὑπελογίζοντο αἱ ζημίαι, ἃς εἶχον ὑποστῆ αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης ἐκ δανείων πρὸς μικρότερά τινα Κράτη. Εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν περιλαμβάνονται τὰ δάνεια τῆς Τουρκίας, ἅπερ αὕτη κατὰ τὸ 1876 ἀπεκήρυξε καὶ ἅτινα ἀνέρχονται εἰς ἓξ χιλιάδας ἑκατομμύρια. Ἡ ἀπώλεια αὕτη ἕνδεκα καὶ πλέον χιλιάδων ἑκατομμυρίων ἐν βραχεῖ χρόνῳ εἰς δάνεια πρὸς Κράτη, γενομένη δι’ ἐξαπατήσεως τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης, ἐξήγειρε καὶ προὐκάλεσε ἄλλοτε τὴν συγκρότησιν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπείας ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ. Ἡ ἐντολὴ αὐτῆς ἦτο νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὰ δάνεια ἐκεῖνα ἀπωλέσθησαν, καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα, δι’ ὧν δύνανται τὰ Ἀγγλικὰ κεφάλαια νὰ προστατευθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπείας ἀνακρίσεις, καὶ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας τόσον καλῶς γινώσκουν νὰ κάμνωσιν οἱ Ἄγγλοι, ἐβεβαιώθη, ὅτι αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν ζημιῶν ὑπῆρξαν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν δανεισθέντων Κρατῶν· ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἐγγύησις ὑπάρχει ἢ ἐκείνη, ἣν προσφέρει ἀληθὴς Προϋπολογισμός. Ὁμοίαν πρότασιν καὶ ὁμοίαν Ἐπιτροπείαν συνέστησαν καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Κοινὸν φρόνημα καὶ ἐκεῖ ἐσχηματίσθη, ὅτι τὰ κεφάλαια οὐδεμίαν ἄλλην ἔχουν ἀσφάλειαν ἢ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν Προϋπολογισμῶν· εἶπε δὲ, ὅτι αἱ ὁμάδες τῶν Τραπεζιτῶν, αἱ ἀναλαμβάνουσαι τὰ δάνεια, ὀφείλουσιν εἰς τὰ προγράμματα, δι’ ὧν προσκαλοῦν τὸ κοινὸν εἰς ἐγγραφὰς, νὰ σημειῶσι τίνα εἶναι τὰ χρέη τοῦ Κράτους, ὅπερ ζητεῖ νὰ δανεισθῇ, τίνα εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τὰ πραγματοποιηθέντα κατὰ τελευταίαν τινὰ σειρὰν ἐτῶν, τίνες εἶναι αἱ κεχορηγημέναι ὑποθῆκαι καὶ ἀσφάλειαι ὑπὲρ προγενεστέρων δανείων, αἱ ἤδη προσφερόμεναι ἀσφάλειαι καὶ τίνα τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν ἀσφαλειῶν αὐτῶν. Ὅταν τις ταῦτα πάντα τὰ προηγούμενα ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, βεβαίως δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι τῶν Προϋπολογισμῶν ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ ἀκρίβεια εἶναι τὸ κυριώτατον μέσον, ἡ ἀσφαλεστάτη βάσις, ὅπως ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ἐπιτύχητε δάνειον. Αὐτὸ βεβαίως ἔπραξε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν· ἐπαρουσίασε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ δανείου τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 μὲ περίσσευμα 300,000 δραχμῶν καὶ πλέον. Τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἔχουσα ἀνὰ χεῖρας ἡ ὁμὰς τῶν Τραπεζιτῶν, ἡ ἀναλαβοῦσα τὸ δάνειον, ἐφρόντισε πολὺ δικαίως δι’ ὅλων τῶν μέσων τῆς δημοσιότητος ἐν Εὐρώπῃ, ὅπως σχηματίσῃ ἐν ταῖς ἀγοραῖς αὐτῆς γνώμην εὐνοϊκὴν ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἡμῶν, εἰς τοῦτο βεβαίως συνετέλεσε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ οἱ νέοι φόροι, οὓς ἡ Βουλὴ εἶχε ψηφίσει. Πραγματικῶς ἐπί τινα χρόνον κατωρθώθη ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τῶν φύλλων, ἅτινα ἐν Εὐρώπῃ ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, νὰ πιστευθῇ, ὅτι πραγματικῶς ταῦτα ἐβελτιώθησαν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἀνθηρά, καὶ ὅτι ἀφόβως τὰ κεφάλαια ἠδύναντο νὰ προσέλθωσιν εἰς ἀγορὰν Ἑλληνικῶν δανείων. Ἀλλὰ τοιαῦτα μέσα, ὅταν δὲν βασίζωνται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, δὲν ἐπιτυγχάνουσι πλέον. Ἐν παντὶ Κράτει, ἀλλ’ ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ, οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπάλληλοι εἰσὶν ὑποχρεωμένοι τακτικῶς νὰ διαφωτίζωσι τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ Ἀγγλικὸν κοινὸν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, παρ’ ᾧ εἶναι διαπιστευμένοι. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐδημοσιεύθη ἐν Ἀγγλίᾳ μετ’ ἄλλων ἐκθέσεων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας δημοσιεύει κατὰ τριμηνίαν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἔκθεσις τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἀθήναις, ἥτις πᾶν ἄλλο παρίστα ἢ εὐχάριστον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν σχολιάζων ὁ Οἰκονομολόγος τοῦ Λονδίνου, ἴσως τὸ σπουδαιότατον περιοδικὸν τοῦ κόσμου, καθόσον ἀφορᾷ εἰς οἰκονομικὰ ζητήματα, παρέστησε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ἰδανικὸν, τὴν δὲ κατάστασιν ἡμῶν δὲ ὅσον ἐπιστεύετο ἀνθηρά. Ἔν τινι Ἑλληνικῇ ἐφημερίδι τοῖς Καιροῖς, ἐδημοσιεύθη μετάφρασις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἄλλοτε. Τὸ ἄρθρον, στηριζόμενον εἰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ἀθήναις, ἀνεγνώσθη καὶ μετεφέρθη πανταχοῦ, ἐξήλειψε δὲ βεβαίως πᾶσαν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν, ἣν εἶχε κατορθώσει νὰ προξενήσῃ εἴτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ ὁμὰς τῶν Τραπεζιτῶν. Ἀναγινώσκω μίαν περικοπὴν μόνον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Οἰκονομολόγου, ὅπως ἴδῃ ἡ Βουλὴ πῶς ἐξετιμήθη καὶ τίνα ἐντύπωσιν ἀφῆκεν ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας: «Προθύμως παραδέχεται ὡς πιθανὸν, ὅτι τὸ Ἔθνος θέλει κλείσει δι’ ἐλλείμματος 200,000 λιρῶν. Καὶ ὅταν τις ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ηὐξήθη ἀπὸ 2,487,000 λιρῶν κατὰ τὸ 1882 εἰς 3,445,000 λιρῶν κατὰ τὸ 1884, οὐδαμῶς δύναται νὰ ἐκπλαγῇ διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων σχετικῶς πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα. Καὶ αὐτὸ τὸ εὐπορώτερον Κράτος ἤθελε κλονισθῆ καὶ κύψει διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας πρὸς 40% ἐν διαστήματι δύω ἐτῶν. Ἤθελέ τις ἴσως ὑποθέσει ὅτι ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων κατὰ 200,000 λίρας εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀσήμαντον ἔλλειμμα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ποσὸν καθ’ ἑαυτὸ εἶναι ἀσήμαντον, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὰ ἐτήσια ἔσοδα οὐδαμῶς εἶναι τοιοῦτον. Εἶναι περίπου τὸ δέκατον ἕκτον τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως καὶ εἶναι τοῦτο ἐν συγκρίσει τοσοῦτο σημαντικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅσον ἔλλειμμα πέντε ὅλων ἑκατομμυρίων λιρῶν ἤθελεν εἶναι διὰ τὸν Τόπον τοῦτον (τὴν Ἀγγλίαν). Καὶ βεβαίως ἠθέλομεν λίαν ἐκπλαγῆ, ἀκούοντες Ἄγγλον τινὰ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐλλείμματος πέντε ἑκατομμυρίων λιρῶν ὡς περὶ ἐλλείμματος ἀσημάντου. «Τελευταῖον, ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 6,800,000 λιρῶν, ὅπερ δυνατὸν ν’ ἀπεφασίσθη, ἀλλ’ εἰσέτι κυμαίνεται, δὲν εἶναι πλάνη νὰ ὁμιλῇ τις περὶ αὐτοῦ, ὡς προωρισμένου δι’ ἁπάσας τὰς παραγωγικὰς τοῦ Τόπου δαπάνας; Ὁ ἡμέτερος ἀνταποκριτὴς βεβαίως ἐλησμόνησεν ὅλως, ὅτι πρόνοια δέον νὰ ληφθῇ διὰ τὴν εἰς τὸ Τουρκικὸν χρέος συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀναλόγως τῆς ἐπεκτάσεως τῶν συνόρων της καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὰς γαίας, ἃς ἐκτήσατο ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν σκοποῦμεν ν’ ἀρνηθῶμεν τῇ Ἑλλάδι τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ἀγαθῶν προθέσεων. Αἱ ἐνεστῶσαι προσπάθειαι αὐτῆς πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων της εἰσὶ λίαν ἀξιέπαινοι, καὶ πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως, ἣν κατὰ τὸ παρὸν ἐπιδιώκει, θέλει ἐπὶ τέλους στεφθῇ δι’ ἐπιτυχίας. Ἀλλὰ φόβοι ὑπάρχουσι μήπως ἡ εὐκταία αὕτη πρόοδος καὶ εὐημερία κινδυνεύσωσιν ὑπὸ λίαν ἐσπευσμένης συσσωρεύσεως βαρῶν, ἐξ ὧν ἤχθημεν εἰς τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν. Οἱ δ’ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἤθελον πράξει ὀρθῶς, δίδοντες προσοχὴν εἰς τὰς προτροπὰς τοῦ κ. Νίκολσων, καθ’ ἃς «μείζονα πίστιν ἤθελον ἀποκτήσει, ἐὰν εἶχον μικρὰν ὑπομονὴν, καὶ ἐὰν αἱ προσδοκίαι ἀπεδεικνύοντο γεγονότα, πρὶν ἢ ληφθῶσι μέτρα, ἄγοντα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν». Δὲν ἀρκεῖ ὅμως, ὅπως λάβῃ τις ἰδέαν ἀκριβῆ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς πίστεως σήμερον τῆς Ἑλλάδος, νὰ συγκρίνῃ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 πρὸς ἄλλα προηγούμενα δάνεια Ἑλληνικὰ, πρέπει, ὅπως λάβωμεν ἰδέαν τινὰ περὶ τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ πίστει τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, νὰ παραβάλωμεν τὴν θέσιν αὐτῆς κατὰ τοῦτο πρὸς τὴν θέσιν ἄλλων Κρατῶν. Τοιαύτη κατάταξις ἔχει ἤδη γίνει καὶ δημοσιευθῆ. Ἀλλ’ ἡ κατάταξις αὕτη ἐγένετο πρὸ τοῦ τελευταίου δανείου καὶ πρὸ τῶν ὑποτιμήσεων, ἃς ἔφερον οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰ δάνεια τῆς Ἑλλάδος. Ἡ θέσις ἡμῶν ἤδη εἶναι χείρων οἰκονομικῶς· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πρὶν εὑρισκόμεθα εἰς καλλίτερον σημεῖον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἂν ἐπεβάλοντο φόροι νέοι ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσιν ἡ πίστις καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἤδη ὅμως, ὅτε ἐπεβλήθη σχεδὸν διπλάσιον ποσὸν φόρων τῶν προϋπαρχόντων καὶ οὐδεμία βελτίωσις ἐπῆλθεν, ἀλλὰ τοὐναντίον χειροτέρευσις τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πολὺ χειροτέρα εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν καὶ σχεδὸν ἀπελπιστική. Ἡ πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς Κράτη τῆς Εὐρώπης: Περιλαμβάνει τὴν Ἀγγλίαν· ἡ Ἀγγλία σήμερον πληρώνει 3%, δύναταί τις ὅμως νὰ εἴπῃ, ὅτι ἠλαττώθη ἔτι πλέον ὁ τόκος, εἰς ὃν δανείζεται τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος· δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι σήμερον εἶναι 2 καὶ 70%, διότι πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐπεχείρησε μετατροπὴν τοῦ παγίου χρέους τῶν 3%, ὅπερ ἦτο ὑπὲρ τὸ ἄρτιον, δι’ ἀνταλλαγῆς τίτλων πρὸ 2½ καὶ 2 καὶ ¾%. Καὶ δὲν ἐπέτυχε μὲν ἐντελῶς ἕνεκεν ἀντιστάσεως καὶ συστάσεως τῶν Τραπεζιτῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι προσεχῶς ἀφεύκτως θὰ ἐπιτύχῃ. Ἡ πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς (3%), τὴν Πρωσσίαν (3½%), τὴν Βελγικὴν 3:55%), τὴν Ὀλλανδίαν 3¾%), τὴν Σουηδίαν (4%), τὴν Γαλλίαν (3:80, 3:90%), τὴν Γενεύην, τὴν Βυρτεμβέργην, τὴν Σαξωνίαν, τὴν Βαυαρίαν, τὰς Ἀγγλικὰς Ἰνδίας, τὴν Αὐστραλίαν, τὴν Βικτωρίαν, τὴν Νέαν Οὐαλίαν, τὸν Καναδᾶν, ἐξ ὧν οὐδὲν δανείζεται ἄνω τῶν 4½%. Ἡ δευτέρα κατηγορία περιλαμβάνει τὴν Ἰταλίαν (4:70%), τὴν Αὐστρίαν (4:80%), τὴν Οὑγγαρίαν (5¼%), τὴν Ῥωσσίαν (5¼ καὶ 5:60%), τὴν Ῥωμουνίαν (5¼%), τὴν Χιλήν, τὴν Βραζιλίαν (5%), καὶ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν Ἀγγλικῶν ἀποικιῶν. Ἡ τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τὴν Ἱσπανίαν (6½%), τὴν Αἴγυπτον (6%), τὴν Ἀργεντίνην (6%) καὶ τελευταίαν τὴν Ἑλλάδα (7%). Τὸ τελευταῖον δάνειον καταβιβάζει τὴν Ἑλλάδα κατωτέρω ἀκόμη τοῦ (7%). Ἡ τελευταία κατηγορία περιλαμβάνει τὰ χρεωκοπήσαντα ἢ σχεδὸν χρεωκοπήσαντα Κράτη, τὴν Περουβίαν, τὴν Βενεζουέλαν, τὸ Ὁνδούρας καὶ τὴν Τουρκίαν. Λυπηρὸν καὶ ἄπορον εἶναι, ὅτι κατέχομεν τὴν τελευταίαν βαθμῖδα, ἐνῷ τακτικῶς καταβάλλομεν τοὺς τόκους τῶν δανείων μας ἀπὸ τοῦ 1862. Εἰς οὐδὲν ἄλλο πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τοῦτο ἢ εἰς τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἣν δεικνύει ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν. Ἠδύνατό τις ὅμως νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ τιμὴ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αὐτὸ καὶ ἄλλοτε ἐῤῥέθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ· ἀλλ’ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οὐδεμίαν ἀναγκαίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων· τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων κυρίως ἐπηρεάζει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτοῦ εἶναι ἀληθῶς καὶ πράγματι ἐν ἰσοζυγίῳ ἢ παρουσιάζῃ περίσσευμα, ἀδύνατον τὰ χρεώγραφα αὐτοῦ νὰ μὴ ὦσιν ἐν ὑπερτιμήσει, καὶ ἀπόδειξις ἡ Ἰταλία. Πρὸ τοῦ 1875, ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν ἐπέτυχεν ἰσοζύγιον καὶ περισσεύματα, τὰ χρεώγραφά της ἐτιμῶντο 65 φράγκα μόνον. Ἀπὸ τοῦ 1875 ἤρξαντο ὑψούμενα εἰς τὰ 75, κατὰ τὸ 1878 εἰς τὰ 78 καὶ 79, κατὰ τὸ 1879 εἰς τὰ 85:60, κατὰ τὸ 1880 εἰς τὰ 90:85 καὶ ἐπὶ τέλους εἰς τὰ 95 κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Θὰ ἴδωμεν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἄρσιν δὲν θὰ ὑψωθῶσι τὰ χρεώγραφα ἡμῶν, ἐνόσῳ δὲν βελτιοῦται ὁ Προϋπολογισμός. Τὰς τιμὰς τῶν ξένων χρεωγράφων ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι πάντα τὰ χρεώγραφα τῆς Εὐρώπης σήμερον εἶναι ἐν ὑψώσει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως ἀπαντῶν ἐμέμφθη αὐτοῦ, διότι ἀνεκοίνωσε τιμὰς τῶν χρεωγράφων Κρατῶν δευτερευόντων καὶ δὲν ἐπεκαλέσθη τὰ τῶν μεγάλων Κρατῶν, ὧν ἡ πίστις στερεωτέρα, ἀνέφερε δὲ τὴν Γαλλίαν. Τὸ παράδειγμα ὅμως τῆς Γαλλίας, ἧς τὰ χρεώγραφα ἀληθῶς εἶναι σήμερον ἐν ὑποτιμήσει, δὲν ὠφελεῖ, διότι ἡ ὑποτίμησις ἀποδοτέα εἰς τὴν κρίσιν, ἥτις ἀρξαμένη ἀπὸ τοῦ 1882 ἐξακολουθεῖ ἀκόμη. Κατὰ τὸ 1882 ἐν Γαλλίᾳ ἐσταμάτησαν τὰς πληρωμὰς μεγάλοι οἶκοι, οἵτινες ἐγένοντο αἰτία τῆς πτώσεως καὶ ἄλλων μικροτέρων, οἵτινες συμπαρέσυρον καὶ ἐξακολουθοῦν συμπαρασύροντες καὶ ἄλλους. Δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει ὁ χρόνος, ἂν σᾶς ἀπηρίθμουν ἅπασαν τὴν σειρὰν τῶν πτωχεύσεων μεγάλων καὶ μικρῶν, αἵτινες ἀπὸ τοῦ 1882 συνέβησαν. Αἱ πτωχεύσασαι ἑταιρίαι εἰργάζοντο αἱ πλεῖσται ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τῆς Γαλλίας, ἡ δ’ ἐκκαθάρισις αὐτῶν, ἀπαιτήσασα καταβολὰς μεγάλων κεφαλαίων, εἰσέτι δὲν ἐπερατώθη, ἡ δὲ χρηματικὴ στενοχωρία ὡς πρὸς τὰς βιομηχανικὰς καὶ ἰδίως τὰς πιστωτικὰς ἐπιχειρήσεις ἐξακολουθεῖ. Ἀλλ’ ἡ ὑπερτίμησις τῶν δημοσίων δανείων σήμερον προέρχεται καὶ ἐξ ἄλλης αἰτίας, ἐκ τῆς εὐθηνίας τοῦ τόκου. Ἡμεῖς συνειθίσαμεν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν Γαλλίαν καὶ ὑποστηρίζωμεν, ὅτι ὁ τόκος τῶν δανείων δὲν εἶναι σήμερον εὐθηνότερος· ἐὰν ὅμως ῥίψωμεν τὸ βλέμμα εἰς ἄλλα ἔθνη, τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὴν Γερμανίαν π. χ. θέλομεν ἴδει τὸ ἐναντίον. Οἱ λόγοι τούτου εἶναι πολλοί. Ὅταν βλέπητε ἀποτυχίας καὶ δυσπιστίαν εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, τὴν δὲ ἀγορὰν δὲν ταράττουσι πολιτικοὶ κίνδυνοι, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι τὰ κεφάλαια θὰ δράμωσιν εἰς τὰ δημόσια χρεώγραφα. Ἐπειδὴ δ’ ἐν Εὐρώπῃ σήμερον ἐπικρατεῖ κρίσις, μᾶλλον ἢ ἧττον γενικὴ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ καὶ ἐν μέρει ἐν τῷ ἐμπορίῳ, τὰ κεφάλαια φεύγουσιν ἐξ αὐτῶν καὶ τοποθετοῦνται εἰς τὰ δημόσια χρεώγραφα, ἑπομένως τὰ ὑπερτιμῶσι. Τοὐναντίον, ὅταν βλέπητε ἀνθοῦσαν τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, θὰ παρατηρήσητε τὰ κεφάλαια προτιμῶντα αὐτὰ καὶ καταλιμπάνοντα τὰ χρεώγραφα. Τὴν ἐλάττωσιν ὅμως τοῦ τόκου συνεπάγεται καὶ ἄλλος λόγος· ἀπό τινος χρόνου ἤρξατο ἡ χρεωλυσία, ἡ ἀποκεφαλαίωσις, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐπιστρέφουσα μεγάλα κεφάλαια, ἅτινα ἦσαν ἀπησχολημένα εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις. Τὸ ποσὸν αὐτῶν κατ’ ἔτος αὐξάνει προστιθέμενον εἰς τὰ κυκλοφοροῦντα κεφάλαια καὶ τὰς ἄλλας οἰκονομίας καὶ τὰ κέρδη, καὶ ἐλαττοῖ τὸν τόκον τῶν κεφαλαίων. Μόνον οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Γερμανίας ἐπέστρεψαν μέχρι τοῦδε κεφάλαιον 1,300,000,000 φράγκων. Οὕτως αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης καὶ ἡ κατάστασις αὐτῆς ἦσαν εὐνοϊκαὶ πρὸς ἐπικερδεστέραν τοποθέτησιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 σήμερον. Οὐδεμία ἄλλη αἰτία ἐσωτερικὴ ἢ ἐξωτερικὴ τῆς ἀποτυχίας ὑπῆρξεν, ἢ ἡ κακὴ ἡμῶν οἰκονομικὴ κατάστασις, τῆς ὁποίας εἰκὼν ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἡ πεποίθησις τῶν κεφαλαιούχων, ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀπελπιστικὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἀφοῦ οὐ μόνον διὰ τῶν ὑπαρχόντων πόρων μέχρι τοῦ 1882 δὲν κατωρθώθη ἡ βελτίωσις, ἀλλ’ οὐδὲ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν 30,000,000 δραχμῶν προσθέτων φόρων· διότι ἐνῷ βλέπουν, ὅτι προστίθενται ἔσοδα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἱκανὰ νὰ πληρώσωσι τριπλάσιον ποσὸν τόκων καὶ χρεωλύτρων ἐκείνου, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, οὐδεμία ἀσφάλεια περὶ ἰσοζυγίου καὶ περισσευμάτων ἀποκτᾶται ἕνεκα τῶν δαπανῶν τῶν ὑπερόγκων καὶ τῆς ἀκαταπαύστου αὐξήσεως αὐτῶν. Ἐξ ἀνάγκης μόνον προσφεύγομεν εἰς οἰκονομίας. Ἡ οἰκονομία μᾶς ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως χρημάτων, διότι ἐξηντλήθησαν καὶ τὰ ἔσοδα ἐκ φόρων καὶ τὰ ἔσοδα ἐκ δανείων, διότι οὔτε ἐκ φόρων, οὔτε ἐκ τῶν δανείων ἔχομέν τι. Ὁμοιάζομεν κατὰ τοῦτο τὴν Τουρκίαν, ἥτις, ἀφ’ ὅτου ἀπηρνήθη τὰ χρέη της καὶ ἀδυνατεῖ νὰ δανεισθῇ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, δύναται νὰ καυχηθῇ ἐπὶ οἰκονομίαις. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, διὰ τῶν μέτρων αὐτῆς συνετέλεσεν, ὅπως καταστήσῃ χείρονα τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐγένετο κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀπειλητική, οὐχὶ τόσον ἐκ τῶν κακῶν, ἅτινα συνεπάγεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλ’ ἕνεκα πολλῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτον μέτρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναγόμενον ὅμως εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, εἰς τὸ 1880, ὑπῆρξεν ἡ ἐπέκτασις εἰς ὑπέρμετρον βαθμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκδώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα· μέχρις 130 ἑκατομμυρίων ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐκδώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐνῷ πρὶν τὸ ποσὸν αὐτῶν ἦτο πολὺ πλέον περιωρισμένον· ὁ προσδιορισμὸς ἀνυπερβλήτου ὁρίου, ὅταν ἐπικρατῇ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, σχεδὸν πανταχοῦ παρατηρεῖται καὶ εἶναι σωτήριος. Τὸ ἀπεριόριστον τοῦ ποσοῦ φέρει τὴν ὑποτίμησιν τῶν γραμματίων, καὶ ὅταν ταῦτα μὴ ἐξεδόθησαν, ἀρκεῖ ὅτι δύνανται νὰ ἐκδοθῶσιν. Ἡ ὑποτίμησις δὲν εἶναι πάντοτε ἀποτέλεσμα τῆς πληθώρας τῶν γραμματίων, ἀλλὰ καὶ τοῦ φόβου ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἅπαξ εἰσελθοῦσα εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἔχουσα τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ ἐκδίδειν διὰ τῆς Τραπέζης γραμμάτια, θ’ αὐξήσῃ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν αὐτῶν. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὑποτίμησις, πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ φόβος, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔχῃ ἐλευθερίαν ἐκδόσεως καὶ διὰ τῆς διοικήσεώς της ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι δὲν θέλει καὶ δὲν θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν αὔξησιν αὐτῶν. Ἐὰν κατὰ τὸ 1882 ἦσαν 102 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων, φόβος ὑπῆρχεν, ὅτι ἠδύνατο τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ν’ αὐξήσῃ ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῶν 130 ἑκατομμυρίων. Τοὺς φόβους αὐτοὺς κατέστησε λίαν πιθανοὺς ἡ Κυβέρνησις διὰ πολλῶν ἀφορμῶν, ἀλλ’ ἰδίως διὰ τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ὅσα συνῆψε. Συνῆψε τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, τὸ δάνειον ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν ἐκ 40 ἑκατομμυρίων, τὸ δάνειον ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων ἐκ 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐκτὸς αὐτῶν εἶχε φόβους ἡ κοινωνία, βλέπουσα τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄλλα δάνεια, τὰ δὲ δάνεια αὐτὰ ἤθελον ἐπιβάλει τὴν αὔξησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὅταν δὲν θέτητε ὅριον εἰς τὸν ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅπερ ἡ Τράπεζα ἢ μᾶλλον τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐκδώσῃ—διότι παρ’ ἡμῖν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν εἶναι ἢ τοῦ Κράτους γραμμάτιον, ἡ δὲ Τράπεζα ἀνεδέχθη τὴν ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν αὐτῶν— τότε εἶναι ἄφευκτος ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἕνεκα τούτου, ἀποτέλεσμα τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 καὶ τῶν μετὰ ταῦτα δανείων τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παρήγαγε νέας δυσχερείας, αἵτινες δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ εἰς τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἔλλειψιν προνοίας αὐτῆς. Ἅλλο μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, στενοχωρῆσαν τὴν ἀγορὰν, ὑπῆρξεν ἡ μεταβολὴ τῆς νομισματικῆς μονάδος. Ἡ ἐπελθοῦσα ὑπερτίμησις τῶν πραγμάτων εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ γραμμάτιον ἦτο ὑποτετιμημένον, ἑπόμενον ἦτο νὰ διατηρηθῇ καὶ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι ἡ ὑπερτίμησις ἐκείνη δὲν προῆλθεν ἐξ ἄλλου λόγου ἢ ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῶν παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἢ τῆς δυσχρηστίας νομίσματος χαλκίνου κατωτέρου τῶν πενταλέπτων. Τοῦτο λέγω, διότι ἡ Κυβέρνησις ἄλλοτε ἔλεγεν, ὅτι ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις ἤθελεν ἐπαναφέρει τὰς παλαιὰς τιμάς. Ἀλλ’ αὐτὸ οὔτε ἐγένετο, οὔτε δυνατὸν εἶνε νὰ γίνῃ, διότι ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς αἰτίας ἐκείνης ὑπερτιμήσεων οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς ἢ ζητήσεως, καὶ αἱ πλεῖσται ὑπερτιμήσεις ἔμειναν καὶ θὰ μείνωσιν. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῆς ἐπῆλθε καὶ ἕτερον κακὸν, ὅτι ὑπεχρεώθη τὸ Κράτος ν’ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, αὔξησις οὐδόλως βελτιοῦσα τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἥτις θ’ ἀναστείλῃ ἐπί τινα καιρὸν τὴν πραγματικὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Τὸ δάνειον εἶπον ὅτι ἀπέτυχε καὶ ἐν τῇ συνομολογήσει καὶ ἐν τῇ ἐγγραφῇ, ἀλλ’ ἀπέτυχε καὶ ἐν τῇ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐχὶ μόνον διότι δὲν ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν κατὰ τὴν τεταγμένην ἐποχὴν ἄρσιν αὐτῆς, ἄρσιν, ἥτις θὰ γίνῃ βεβαίως βραδύτερον διὰ προσθέτου τινὸς δανείου, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποφυγὴν τῶν ἐκ τῆς ἄρσεως ζημιῶν. Ἐνῷ ὁ σκοπὸς ἡμῶν ὑπῆρξεν οὐχὶ ἁπλῶς ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἀπαλλαγῇ ὁ Τόπος τῶν ἐξ αὐτῆς ζημιῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιτευχθῇ αὕτη οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθωσιν ἄλλαι ζημίαι, τοὐναντίον, ἐξετελέσθη κατὰ τρόπον, σπουδαίως βλάψαντα καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων αἰτιῶν, αἵτινες συνέτειναν εἰς ἐπιβάρυνσιν καὶ παράτασιν τῆς κρίσεως, ἥτις ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἔτους μαστίζει τὸν Τόπον, καὶ ἥτις, Κύριος οἶδε, πόσον θὰ διαρκέσῃ ἡ κυριωτάτη αἰτία, ἥτις προεκάλεσε τὴν κρίσιν, ὑπῆρξεν ἡ ἄνευ προνοίας ἐφαρμογὴ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα μὲ τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως, οὐδ’ εἰργάσθη πρὸς αὐτήν. Οὕτω παρῆλθεν ὁ πλεῖστος χρόνος, καταναλωθεὶς μάλιστα ὅπως γίνῃ δεινοτέρα ἡ θέσις, ἐνῷ τὸ πρώτιστον αὐτῆς καθῆκον ἦτο νὰ προπαρασκευάσῃ αὐτὴν, ἐλαττοῦσα τὰ κακὰ, τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὅτε μετὰ τὰς πλάνας, εἰς ἃς ὑπέπεσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτε διὰ τῶν δανείων καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς νομισματικῆς μονάδος, ὅτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν καὶ τοῦ συστήματος τῆς σπατάλης τῶν δημοσίων χρημάτων, ὅτε δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν σφαλμάτων περιῆλθε καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κοινωνία εἰς δεινὰς στενοχωρίας, τὸ δὲ συνάλλαγμα ἀνῆλθε μέχρις 20 καὶ 25%, ἀπειλοῦν ἔτι περισσότερον νὰ ὑψωθῇ, τότε κατὰ πρῶτον συνέλαβε τὴν ἰδέαν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἅμα δὲ συλλαβοῦσα τὴν ἰδέαν αὐτὴν, περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐσκέφθη, εἰμὴ περὶ τῆς εὑρέσεως τῶν πρὸς ἄρσιν χρημάτων. Ἅμα τὸ δάνειον εὑρέθη, ἐτέθησαν αἱ πρὸς καταβολὴν προθεσμίαι κατὰ τὰς εὐκολίας τῶν δανειστῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἄρσεως· διότι περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς οὐδεμία ἐγένετο σπουδαία σκέψις. Προπαρασκευὴν ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἐποιήσατο· δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐδόλως ὑπωπτεύθη κἂν τοὺς κινδύνους, οἵτινες παρομαρτοῦσιν εἰς ἀπότομον ἄρσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπολογούμενος εἶπεν, ὅτι βεβαίως ἡ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πληρωμὴ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς Τραπέζας ἤθελεν ἀφαιρέσει ἐκ τῆς κυκλοφορίας 40 ἢ 50,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν, εἶπεν, ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ νὰ φέρῃ χρηματικὴν κρίσιν, ἀφοῦ ἀφαιροῦμεν μὲν ἐκ τῆς κυκλοφορίας 40,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλ’ εἰσάγομεν ἀντ’ αὐτῶν μεταλλικὸν πολὺ μεγαλειτέρου ποσοῦ; Εἶναι δυνατὸν, εἶπε, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια νὰ ἔχωσιν ἀξίαν μεγαλειτέραν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος; Τοῦτο ὅμως εἶναι πλάνη· ἄλλη εἶναι ἡ δύναμις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ἄλλη ἡ τῶν χρημάτων. Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι λειτουργία, δὲν ἐξέρχονται τῆς χώρας καὶ χρησιμεύουσιν ἐφ’ ὅσον κυκλοφοροῦσιν ἀκαταπαύστως εἰς παντὸς εἴδους δάνεια, ἐνῷ τὸ νόμισμα εἶναι παγκόσμιον ἐμπόρευμα καὶ θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐξέλθῃ κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀσφάλεια, δὲν εἶναι ἐγγύησις, ὅτι ἀντὶ τῶν 40,000,000 γραμματίων θὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ 80,000,000 μεταλλικοῦ· διότι τὸ μεταλλικὸν αὐτὸ, ὅπερ λέγεται ὅτι θὰ εἰσαχθῇ, δὲν ἀπῃτήσατε παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ καταθέσῃ εἰς τὰ ταμεῖά της ὡς μεταλλικὸν, ὡς ἀσφάλειαν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ καταστατικοῦ της ἤθελε κυκλοφορήσει. Ὅ,τι ἐδώκατε εἰς μεταλλικὸν πρὸς τὴν Τράπεζαν, τὸ ἐδώκατε ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης, ὅπως τὸ διατηρήσῃ ὡς ἀποταμίευμα, ἑπομένως δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν σήμερον ἢ αὔριον δὲν θὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὴν κυκλοφορίαν, ἂν ἑπομένως τὸ κενὸν, ὅπερ ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως 40,000,000 κυκλοφορούντων πρότερον τραπεζικῶν γραμματίων, ἐπληρώθη. Ἀλλὰ τί σημαίνει τοῦτο, λέγουν, δὲν παρατηρεῖτε τὰς καταστάσεις τῆς Τραπέζης; Δὲν βλέπετε ἐξ αὐτῶν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χορηγήσεων τῆς Τραπέζης πρὸς τὴν κοινωνίαν ἐξακολουθεῖ τὸ αὐτὸ, καὶ μάλιστα ὅτι ηὐξήθη, ὅτι αἱ προεξοφλήσεις εἶναι ἀνώτεραι ἢ πρότερον; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐγένετο τὸ κενὸν, διότι ἠδύνατο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς ἔχουσα τὰ μέσα νὰ συγκεντρώσῃ ἐκ τῆς ἀγορᾶς κεφάλαια εἰς τὰ ταμεῖά της, νὰ διατηρῇ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν προεξοφλήσεων ἢ καὶ νὰ αὐξήσῃ αὐτὸ, ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον νὰ πράξῃ τοῦτο ἄνευ περιορισμοῦ τοῦ εἰς προεξοφλήσεις καὶ δάνεια προωρισμένου ἰδιωτικοῦ κεφαλαίου. Τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια δανείζουν εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ ἐν γένει εἰς τὰς καθημερινὰς χρείας τῶν ἀνθρώπων πολὺ περισσότερα ποσὰ ἢ αἱ Τράπεζαι· ἂν ταῦτα περιωρίσθησαν, οὐδὲν τὸ ὄφελος διὰ τὴν κοινωνίαν, ἂν ἡ Τράπεζα διετήρησε τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν προεξοφλήσεων. Τὰ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια ἐλλείπουσιν ἢ θὰ λείψωσιν ἐκ τῆς κυκλοφορίας. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐπώλησε 10,000,000 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, 5 ἢ 6,000,000 λαχειοφόρους, ὅτι ἔλαβε δόσεις ὁμολογιῶν καὶ μετοχῶν νέας ἐξ ἀρκετῶν ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν ἀπέσυρε τῆς κυκλοφορίας χάριν τῆς ἄρσεως· δὲν ἀφῄρεσεν οὕτω τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα πρὶν οἱ ἰδιῶται ἐδάνειζον, ἀντικαταστήσασα τίτλους ἀχρήστους διὰ τὴν κυκλοφορίαν; Δι’ οὐδενὸς λοιπὸν μέσου ἄλλου ἀνεπληρώθη τὸ κενὸν, διότι τὸ μὲν μεταλλικὸν φεύγει, οὐδεμία δὲ φροντὶς ἐλήφθη, ὅπως ἀναπληρωθῇ τοῦτο διὰ γραμματίων ἐξαργυρωτέων τῇ ἐμφανίσει. Πιθανόν τις νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως ποσοῦ 40,000,000 δρ., διότι ταῦτα ἐπλεόναζον. Κατὰ τὸ 1877, ὅτε ἤρξατο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἀνήρχοντο εἰς 34,000,000 δρ. μόνον, ἑπομένως 60 ἕως 70,000,000 ὑπέρβασις ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐπέτρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ ἀκινδύνως ὅλον ἢ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῶν. Τοιαύτη ὅμως γνώμη προέρχεται ἐκ τῆς πλάνης, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 100,000,000 γραμματίων ἦτο πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀγορᾶς, συντελοῦν μόνον εἰς ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ, χωρὶς νὰ στενοχωρηθῇ ἡ ἀγορά. Ἀλλ’ ἂν ὄχι ὅλον, τὸ πλεῖστον ὅμως μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἦτο ἀναγκαῖον ἢ εἶχε καταστῆ ἀναγκαῖον, καὶ ἢ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ, ἢ ἔπρεπε βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς κυκλοφορίας. Καθῆκον πρώτιστον τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἅμα συνέλαβε τὴν ἀπόφασιν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὶν ἔτι δημοσιεύσῃ τὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀγορὰν κατὰ τῶν κακῶν τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατάστασιν. Ἀπ’ ἀρχῆς ἤμην ὑπὲρ τῆς ἄρσεως διὰ μιᾶς καὶ διὰ δανείου· ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος ὑποθέτει τὴν λῆψιν πάντων τῶν προφυλακτικῶν μέτρων περὶ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα φοβηθεῖσα ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ ἀπέναντι στενοχωριῶν, ὅτε ἤθελεν ἔλθει ἡ ἡμέρα τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἀπέσυρεν ἀπ’ ἀρχῆς ἀρκετὸν ποσὸν γραμματίων, ἤρχισε νὰ περιστέλλῃ κατά τι τὰ δάνειά της καὶ νὰ πωλῇ τίτλους. Ἐνῷ δ’ ἕνεκα ἄλλων περιστάσεων ὑπῆρχεν ἀνάγκη μείζονος κυκλοφορίας, ἡ ἀγορὰ τοὐναντίον ἐστενοχωρήθη, ὁ φόβος κατέλαβε τὰ κεφάλαια καὶ ἡ κρίσις ἐνέσκηψε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας, δυστυχῶς ὅμως δὲν τὴν ἐμιμήθη· ἂν τὴν ἐμιμεῖτο, ἴσως πολλῶν ἑκατομμυρίων ζημίας ἠθέλομεν ἀποφύγει. Τὴν Ἰταλίαν ἐμιμήθη μόνον εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων· μᾶς εἶπε χθές: τί παραπονεῖσθε διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων; ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις διὰ 586, νομίζω, ἀποστολῶν ἔλαβε τὸ δάνειον τῶν 640,000,000 ἐξ Ἀγγλίας. Ἀγνοῶ τοῦτο, ἀλλ’ ἂν ἐγένετο, θὰ ἐγένετο, διότι ἡ μεταφορὰ ἐξ Ἀγγλίας ἐτελέσθη διὰ τῶν σιδηροδρόμων, καὶ πιθανώτατα ἐκ φόβου ἐγένετο διὰ πολλῶν ἀποστολῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ὡς διωργάνωσε τὰ τῆς ἄρσεως, δὲν ἐστερήθη χρημάτων. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ ἄρῃ διὰ μιᾶς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ παρεσκευάσθη ἐπὶ μακρὸν χρόνον· εἰσήγαγε τὸν περὶ τούτου νόμον, νομίζω, κατὰ τὸ 1880, ἡ δὲ ἄρσις ἐγένετο τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1883, καθ’ ὅλον δὲ τοῦτο τὸ διάστημα ἠσφάλιζε τὰς Τραπέζας καὶ τὸ κοινὸν κατὰ τῶν ἐπιζημίων συνεπειῶν τῆς ἄρσεως. Ἡ ἄρσις δὲν εἶναί τι εὔκολον· δὲν ἀρκεῖ νὰ εὕρητε καὶ δανεισθῆτε χρήματα, ὅπως πληρώσητε τὰ χρέη σας. Ἡ Αὐστρία ἐπιθυμεῖ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ δύναται σήμερον νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὑπὸ συμφέροντας ὅρους, ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι περὶ τὴν ἄρσιν τὴν ἀναστέλλουν. Ἴσως προτιμῶσι τὸ σύστημα τῆς βαθμιαίας καὶ ἐν μακρῷ διαστήματι ἄρσεως. Τοῦτο ἐδέχθη ἄλλοτε ἡ Γαλλία, καὶ πρὸ ὀλίγου ἡ Ῥωσσία. Ἡ Ῥωσσία ἀπεφάσισε νὰ πληρώνῃ 50,000,000 ῥουβλίων κατ’ ἔτος ἀπέναντι τοῦ χρέους της, καὶ τοῦτο ἐκτελεῖ ἀπὸ τοῦ 1881 τακτικῶς· ἀλλ’ ἐνῷ ἐπλήρωσε μέχρι τοῦδε 162,000,000 ῥουβλίων, δὲν ἐξηφάνισεν ἴσον ποσὸν πιστωτικῶν γραμματίων ἐκ τῶν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ, ἀλλ’ ὀλιγώτερον, χάριν τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀγορῶν. Ἡ Ἰταλία ἔπραξε καὶ ἄλλο τι, ὅπερ ἀπορῶ πῶς, συμβουλευθέντες τὴν Ἰταλίαν, δὲν ἐμιμήθητε. Τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐκυκλοφόρει ἐν τῇ Ἰταλίᾳ πρὸ τῆς ἄρσεως, ἦτο 1,660,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, εἴτε τοῦ Κράτους, εἴτε τῶν Τραπεζῶν. Πρὶν ἢ ἐπιβληθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1866, τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια ἐν Ἰταλίᾳ ἦσαν 495,000,000 μόνον. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, νομοθετοῦσα τὴν ἄρσιν, δὲν ἐπανέφερε τὴν κυκλοφορίαν εἰς τὸ ἀρχικὸν ποσὸν τῶν 495,000,000, ἀλλ’ ἀνεβίβασεν αὐτὴν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1,000,000,000, διότι τόσον ηὔξησαν καὶ αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τῆς ἀγορᾶς. Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἐλάβομεν περὶ τούτου φροντίδα. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, νὰ ὁρίσῃ πιθανόν τι ποσὸν γραμματίων, κάτω τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ὅπως διατηρηθῇ ἡ κυκλοφορία. Ἄνευ τούτου αἱ ζημίαι ἦσαν ἀναπόφευκτοι καὶ ἐπῆλθον. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε καὶ ἄλλο μέτρον παρεκάλεσε τὰ Κράτη τῆς Νομισματικῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ὅπως μὴ δέχωνται εἰς τὸ ἑξῆς ἀργυρᾶ συμπληρωτικὰ νομίσματα αὐτῆς, συνεβλήθη μάλιστα μέ τινα τῶν Κρατῶν αὐτῶν, ὅπως τῇ ἐπιστρέψωσιν αὐτά, καὶ σπουδαῖον ποσὸν τῇ ἐπεστράφη καὶ τῇ ἐπιστρέφεται· τοῦτο δὲ ὅπως μὴ ὁ Τόπος, αἱ Τράπεζαι, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἤθελον εὑρεθῇ κατὰ τὴν ἄρσιν ἐν στενοχωρίᾳ, καὶ ὅπως τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν τῶν νομισμάτων αὐτῶν διατηρῆται ἐντὸς τῆς Χώρας ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον. Παρ’ ἡμῖν ὅμως οὐδὲν τούτων ἐγένετο· ἐξ ἐναντίας, ἕνεκα διαφόρων μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Τράπεζα περιῆλθεν ἐνωρὶς εἰς πολλὰς στενοχωρίας περιῆλθεν εἰς τὴν στενοχωρίαν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν προκαταβολὴν τῶν 72,000,000, ἅτινα κατά τι μέρος ἐλήφθησαν ἐξ Ἑλληνικῶν κεφαλαίων, ἠναγκάσθη δὲ νὰ δανείσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν διάφορα ἄλλα ποσὰ, δυνάμει ἄλλων συμβάσεων. Καὶ οὕτως ὅμως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ βοηθήσῃ τὴν Τράπεζαν, ὅπως μὴ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὰς συναλλαγὰς καὶ τὰς περιστάσεις τῆς Χώρας γραμματίων, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο. Τοιοῦτο, κύριοι, τὸ δάνειον τῶν 170,000,000. Ἀπέτυχεν ἐν τῇ συλλήψει αὐτοῦ, ἐν τῇ συνομολογήσει, ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐγγραφῇ, ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεως πρὸς ἄρσιν, ἀπέτυχεν ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ κυριωτάτου τῶν σκοπῶν αὐτοῦ, τῇ ἀσφαλεῖ καὶ ἀζημίῳ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εὔχομαι νὰ μὴ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον αἴτιον μεγάλων ζημιῶν καὶ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ περὶ αὐτοῦ ὅ,τι ὁ Γλάδστων ἔλεγε περὶ ἄλλου δανείου ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ἐν ζωηρᾷ ἀληθῶς εἰκόνι: «Τὸ δάνειον αὐτὸ», ἔλεγεν, «ὁμοιάζει μὲ τὸν λεοντιδέα τοῦ Αἰσχύλου, ὅστις μικρὸς «μὲν ἔπαιζε μετὰ τῶν παίδων καὶ τῶν ὑπηρετῶν, ἀνδρω«θεὶς δὲ κατέφαγε τὸν οἶκον σύμπαντα». Νομίζω, ὅτι τοιοῦτο δάνειον, ὑπὸ τοιούτους ὅρους συνομολογηθὲν, τοσούτῳ ἀποτυχὸν καὶ ἐπιβαρύνον τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ 12,000,000 δραχμὰς περίπου ἐνιαυσίαν δαπάνην, οὐ μόνον θέλει δυσχεράνει ἐπὶ πολὺ εἰς τὸ μέλλον τὸ ἔργον τῆς προαγωγῆς τοῦ Τόπου, ἀλλὰ θέλει καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν βλάψει τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἕως οὗ μεταβάλωμεν σύστημα οἰκονομικῆς διοικήσεως.
§45ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 Μ. Μ.)