1884.11.27
2,035 rows · 15,778 words · 81 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 27 Νοεμβρίου 1884.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ συνταξιούχων ἐκ Ναυπλίου αἰτουμένων νὰ ἀναχθῇ εἰς νέας δραχμὰς ἡ σύνταξίς των. Πρότασις νόμου τῶν κκ. Τριγγέτα σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον περὶ βοσκῆς, ὅπως συμπεριληφθῇ καὶ ἡ Ἐπαρχία τῶν Πυλία. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Αἴτησις καπνοπωλῶν Χαλκίδος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου. Αἴτησις Κωνσταντίνου Βόμβα περὶ προστασίας τοῦ υἱοῦ του ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ. Ὁ κύριος Ἀθανάσιος Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατυπῶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συζητήσεως ἔκαμα, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ προσκαλέσῃ τὸν ὀργανωτὴν τοῦ στρατοῦ Γάλλον Στρατηγὸν κ. Βοσὲρ, ὅπως ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἀκριβῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην ἐπὶ τῆς ἑξῆς ἐρωτήσεως. Εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ ἰσχύοντος περὶ ἀπογραφῆς Νόμου νὰ μορφωθῇ στρατὸς ἱκανὸς, ὅπως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἡ πατρὶς ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὸν τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀπαραγράπτων αὐτῆς δικαίων, τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν τιμήν αὐτῆς;»
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐζητήθησαν χθὲς διάφορα ἔγγραφα, καὶ εἴς τινας τῶν αἰτήσεων ἀπήντησα εὐθὺς, εἰς ἄλλας δὲ εἶπον ἀπαντῶν ὅτι θέλουσιν ὑποβληθῆ σήμερον τινὰ ἔγγραφα, ἄλλα δὲ θέλουσιν ὑποβληθῆ βραδύτερον παρασκευαζόμενα ἐν τοῖς Γραφείοις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶχε ζητήσει ὅπως ὑποβληθῇ ὁ προσωρινὸς Ἀπολογισμὸς τοῦ 1883. Καὶ προσωρινὸς μὲν Ἀπολογισμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως χρόνος, ἀλλὰ συγκεντροῦνται αἱ σημειώσεις τῶν Ταμιῶν, αὗται δὲ δὲν περιέχουσιν ἀποτελέσματα ἀναλλοίωτα, διότι θὰ ὑποστῶσι τὸν ἔλεγχον τοῦ Λογιστηρίου καὶ τὸ Λογιστήριον θὰ φέρῃ μεταβολὰς, καὶ ἐξ ἄλλων δὲ λόγων δύνανται νὰ ἐπέλθωσί τινες ἀλλοιώσεις. Ὅπως παρετήρησα καὶ χθὲς, τοιούτων σημειώσεων πίναξ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτοὺς τούτους τοὺς πίνακας φέρω καὶ πάλιν, ἀλλ’ οὐχὶ πλήρεις, ἐνῷ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπέβαλον αὐτοὺς πλήρεις· διότι οἱ πίνακες οὗτοι εἶχον δοθῆ εἰς ἓν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπερ ἀπῆλθεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἴσως φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τοὺς πίνακας.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἐνόει ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας διὰ τῆς λέξεως προσωρινοῦ Ἀπολογισμοῦ, ὃν ἐζήτησεν· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐζήτησα, δὲν γνωρίζω ἐὰν θεραπεύεται δι’ αὐτῶν τῶν πινάκων, οἵτινες εἰσάγονται σήμερον. Ἐγὼ ἐζήτησα πίνακα τῶν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1883 πραγματοποιηθέντων ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883. Καὶ ἐζήτησα τοῦτο, διότι, ὅταν εἰσηγάγετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἐδηλώσατε, ὅτι ἔχετε ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 μέχρι τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου, καὶ δὲν ἔλιπον ἢ μόνον τὰ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐκ τούτων εἴχετε παρὰ πλείστων ταμείων, δὲν σᾶς ὑπελείποντο δὲ εἰμὴ ὀλίγων ταμείων. Ἄλλως, ἔκρινα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ὁ πίναξ οὗτος, διότι μέχρι τοῦδε βεβαίως συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ Λογιστήριον τὰ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους εἰσάγετε σήμερον, ἐκπληρῶσιν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἐκπληροῦσι τὴν ἀνάγκην ταύτην, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ὅμως δὲν ὑπεβλήθησαν πίνακες, θέλουσι δὲ ὑποβληθῆ μετὰ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας· τὰ στοιχεῖα ὑπάρχουσιν, οἱ δὲ πίνακες καταρτίζονται· ἀλλὰ πάντοτε πρόκειται περὶ ἀποτελεσμάτων μεταβλητέων. Καίτοι ὅμως μεταβλητέοι οἱ πίνακες, καίτοι δὲν πρόκειται περὶ ὁριστικῶν ἀποτελεσμάτων, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ τυπωθῶσι.
§6ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε καὶ τοὺς ἐλλείποντας πίνακας.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ τηλεγραφήσωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὅπως σταλῶσι.
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς δι’ οἰκογενειακὰς ἀνάγκας ἀπῆλθεν εἰς τὴν Κρήτην δι’ ὀλίγας ἡμέρας.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι πολὺ προτιμότερον νὰ περιμείνωμεν, ὅπως φέρῃ τὰ ἔγγραφα ὁ κ. Ζυγομαλᾶς.
§10Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀλίγον ἔλειψε νὰ στείλωμεν ἐπίτηδες στρατιωτικὸν πρὸς καταδίωξίν του.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς δι’ ἐπερωτήσεώς του ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβάλωμεν διαφόρους πληροφορίας περὶ καπνοῦ. Περὶ τούτων εἶπον καὶ χθὲς ὅτι εἶναι τινὲς ὑποβεβλημέναι πληροφορίαι, ἄλλας θέλομεν ὑποβάλει αὔριον, καί τινας βραδύτερον, διότι ὡς πρός τινας εἴχομεν ἀνάγκην νὰ στείλωμεν τηλεγραφήματα, καὶ ἀναμένομεν τὰς ἀπαντήσεις. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἤδη πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ἑπομένης ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ζητεῖ «τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς κατ’ Ἐπαρχίαν καὶ ποιότητα, ἀνθ’ ἧς ἐπωλήθη ἐν τοῖς τόποις τῆς παραγωγῇ, καθ’ ἕκαστον τῶν ἀνωτέρω ἐτῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1879 ἕως τοῦ 1883, ὁ καπνός, καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς αὐτοῦ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους». Τὰς πληροφορίας ταύτας ἔχει συγκεντρωμένας ἡ ὑπηρεσία διὰ τὰ 1878, 1879 καὶ 1880, διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1881 καὶ καθεξῆς, δὲν τὰς ἔχει συγκεντρωμένας. Ἐστάλησαν διαταγαί, ὅπως δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι τὸ ταχύτερον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καλὸν νομίζω εἶναι νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦδε τὰς λεπτομερεῖς πληροφορίας τῶν ἐτῶν 1878, 1879 καὶ 1880, ἵνα ἐξασφαλισθῶσι διὰ τοῦ τύπου, ὡς χρήσιμοι εἰς σύγκρισιν τοῦ παρελθόντος πρὸς τὸ μέλλον. Οἱ πίνακες διαιροῦσι τὸν καπνὸν εἰς τέσσαρας κατηγορίας καὶ παρέχουσι τὰς πληροφορίας διακεκριμένως περὶ ἑκάστης· πλὴν δὲ τῶν πινάκων τούτων ὑποβάλλεται καὶ πίναξ ἀνακεφαλαιωτικός. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ζητήσαντα χθὲς πίνακα περὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐκ φόρου γρασιδίων καὶ τριφυλλίων, εἶχον ἀπαντήσει ὅτι ὁ πίναξ εἶναι ἕτοιμος· ὑποβάλλω δὲ αὐτὸν ἤδη.
§12Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατ’ Ἐφορίας;
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.—Ἐζητήθη προσέτι παρ’ ἑτέρου Βουλευτοῦ σημείωσις «Πόσος καπνὸς ἐξήχθη τοῦ Κράτους ἀποσταλεὶς εἰς τὴν Αἴγυπτον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου τρέχοντος ἔτους». Περὶ τούτου ἐλλείπουσι πληροφορίαι ὀλιγίστων μόνον Ἀρχῶν, ἐνόμισα δὲ ὅτι δὲν ἔπρεπε χάριν αὐτῶν νὰ ἀναβάλω τὴν ὑποβολὴν τῶν καταστάσεων. Κατὰ τὰς καταστάσεις ταύτας ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου τοῦ 1884 ἀπεστάλη καπνὸς εἰς τὴν Αἴγυπτον ἐκ τῆς ἀναλώσεως, ἤτοι ἐκ τοῦ ἐλευθέρως ἐν τῷ Κράτει κυκλοφοροῦντος, 540,000 ὀκάδες, ἐκ δὲ τῆς διαμετακομίσεως 54,000, ἐν συνόλῳ 595,000· εἰς διάφορα ἄλλα μέρη ἀπεστάλη καπνὸς ἐκ τῆς ἀναλώσεως 10,000 ὀκάδες, ἐκ τῆς διαμετακομίσεως 31,353, τὸ σύνολον 41,353· ἐν γενικῷ ἀθροίσματι ἐκ τῆς ἀναλώσεως 560,000, καὶ ἐκ τῆς διαμετακομίσεως 85,000, ἤτοι ὁμοῦ 645,000. Ἐζητήθη ὅμως νὰ ὑποβληθῶσιν ἐν πρωτοτύπῳ καὶ αἱ πληροφορίαι, ἐφ’ ὧν στηρίζονται οἱ πίνακες οὗτοι· αὗται εἶναι πᾶσαι τηλεγραφικαί, διότι τηλεγραφικῶς ἐζητήθησαν· διαιροῦνται εἰς δύω φακέλλους, τὰς καταθέτω.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἴδατε, κύριοι, ὅτι Βουλευταὶ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων ἐξετραγῴδησαν τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ὁ λαὸς ἐκ τοῦ Νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὥστε ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν Νόμου δι’ οὗ καταργεῖται ὁ μνησθεὶς Νόμος, καὶ φέρωμεν αὖθις εἰς ἰσχὺν τὸν ἀρκετὰ δραστήριον Νόμον περὶ καταδιώξεως, ὅστις ἐλειτούργει πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ διαληφθέντος Νόμου. Τὴν πρότασιν ταύτην κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπεβάλομέν τινα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη. Ἡ πρότασις αὕτη ἐστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστάλη καὶ ἄλλος πολύφυλλος Νόμος, ὁ περὶ χαρτοσήμου. Ἡ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ δύω καὶ τρεῖς συνεδριάσεις ἐπεράτωσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου Νόμου, ἐσιώπησε δὲ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, ἵνα αὔριον τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον συζητήσεως ἡ πρότασίς μας· ἄλλως, θέλω ἐξηγήσει τοὺς λόγους διατί ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ὁ κύριος Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀποφασίζῃ νὰ γίνῃ αὔριον ἡ συζήτησις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί νὰ διακόψωμεν τὰς ἐπερωτήσεις;
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅπως ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι καθαρόν· ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἐὰν δὲ δὲν ὑποβάλῃ ἕως αὔριον, ἐζήτησε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἄλλης ἀναπτύξεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ τοῦ Κανονισμοῦ αὔριον θὰ ἦναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§18ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ ἂς τελειώσωσιν αἱ ἐπερωτήσεις, δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ παραιτηθῶ τῆς ἰδέας μου. Ἐὰν λοιπὸν αὔριον δὲν ἐγγραφῇ, θέλω φέρει τὸν λόγον διατί θεωρῶ τὴν πρότασίν μας λίαν κατεπείγουσαν. Καταθέτω μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἐρωτᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁποίαν περὶ θητείας τῶν στρατιωτῶν ἐξέθηκαν γνώμην εἰς τὰς ἐκθέσεις των οἱ Ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στρατοῦ κ. κ. Σ. Σοῦτζος ἀντιστράτηγος, Β. Σαπουντσάκης καὶ Β. Πετμεζᾶς ὑποστράτηγοι, ἢ τοὐλάχιστον νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰς τὰς ἐκθέσεις τούτων τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, τὰς ὁποίας συμπεριέλαβον οὗτοι καὶ ἐν ταῖς ἐκθέσεσί των ὁμοίας πρὸς τὰς τῶν Σωματαρχῶν». Κύριοι, ἔχω πληροφορίαν ὅτι εἷς ἐκ τῶν Ἐπιθεωρητῶν στρατηγῶν διαταχθεὶς ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν ποία ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ καὶ ποία ἡ γνώμη τῶν ὑπ’ αὐτὸν Σωματαρχῶν περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῆς θεραπείας τῶν ἐλλείψεων· ὁ Ἐπιθεωρητὴς συνῆψε μάλιστα καὶ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐκθέσεις καὶ 12 ἢ 14 ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς Σωματαρχῶν, περιεχούσας ἐκτεταμένας πληροφορίας.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πότε ἐγένετο αὐτό; κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα;
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς μετὰ τὴν λεπτομερῆ αὐτοῦ ἔκθεσιν ἔλαβεν εἰς ἀπάντησιν τὴν παῦσίν του ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἴσως πρόκειται περὶ προκατόχων.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ Σαπουντζάκη, ὅστις παρ’ ὑμῶν καὶ διωρίσθη καὶ ἐπαύθη ὡς ἀρχηγὸς καὶ Ἐπιθεωρητής.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς αὐτὰ ὅτι δὲν ἔχουσιν ὕπαρξιν.
§24Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀντιπρόσωπος τριακοσίων οἰκογενειῶν τῆς πόλεως Κρήνης τῆς Ἐρυθραίας χερσονήσου τῆς Τουρκικῆς χώρας μὲ ἐπεφόρτισε νὰ παραδώσω εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων τὴν παροῦσαν ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ συμπάθειαν εἰς τὰ μέγιστα δεινοπαθήματα τῶν εἰρημένων οἰκογενειῶν, παθουσῶν ἐκ τῶν ἐπελθουσῶν σεισμῶν θεομηνίας καὶ ἕνεκα τούτου καὶ τῆς Τουρκικῆς δυναστείας ἔμεινον ἀνέστιοι, καὶ περιφέρονται εἰς τὰς ἀγυιὰς τῆς πόλεως ἄεργοι, καὶ ἐν ἄκρᾳ δυστυχίᾳ καὶ ἀπελπισίᾳ, καὶ ἀξιωθῶσιν ἔργῳ πάσης βοηθείας καὶ ἀπαλλαγῆς τῶν δεινῶν των, εὐελπιστοῦντες ὅτι θὰ λάχωσι τὰ πάντα ἐκ τῆς μητρός των Ἑλλάδος. Διὸ παρακαλῶ κἀγὼ τὴν Βουλὴν ἅπασαν, ὅπως συμπαθῶς παραδεχθῇ καὶ ἐκδηλώσῃ ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει τὴν ταπεινὴν παράκλησιν τῶν δυστυχῶν τούτων οἰκογενειῶν, καὶ χορηγηθῶσιν εἰς αὐτὰς μέσα τινὰ, ὅπως μεταναστεύσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καθ’ ὁμίλους καὶ συνοικισθῶσιν εἴς τι παράμερον μέρος αὐτῆς, δοθῶσι δὲ εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτὰς καὶ γαῖαι ἐθνικαὶ ἀκαλλιέργητοι πρὸς ἀποκατάστασίν των, καθό εἰσιν ἀμπελουργοὶ ἐμπειρότεροι πάσης ἄλλης φυλῆς. Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δείξῃ τὴν εὐμένειάν της συντόμως, χορηγοῦσα πᾶσαν βοήθειαν πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐν λόγῳ οἰκογενειῶν ὡς ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρήσκων μας, ἐνεργήσῃ δὲ τὰ δέοντα πρὸς μετανάστευσιν ταχεῖαν καὶ ἀποκατάστασιν αὐτῶν εἴς τι μέρος τῆς Ἑλλάδος, ἢ κατὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὴν Πελοπόννησον, μὴ λησμονοῦσα ἡ Κυβέρνησις καὶ τοὺς ἑξῆς στίχους τοῦ Εὐριπίδου: «τὰς χάριτας ὅστις εὐγενῶς χαρίζεται, «ἥδιστον ἐν βροτοῖσιν· οἵ δὲ δρῶσι μὲν, «χρόνῳ δὲ πολλῷ δρῶσι, δυσγενέστεροι. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἅπασα ὁμοθυμαδὸν ἡ Βουλὴ θέλει δείξει εὐμένειαν εἰς τὴν παράκλησιν ταύτην, καθὸ δὲν εἶναι κομματική· διότι καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν λείπουσι τὰ φιλανθρωπικὰ αἰσθήματα πρὸς περίθαλψιν ὁμοθρήσκων Ἑλλήνων περιοίκων μέχρι τοῦδε ὡς ἐκ τῶν καιρικῶν περιστάσεων μακράν τῆς μητρός των Ἑλλάδος εἰς τὴν χώραν τῆς Τουρκικῆς δυναστείας. Συγχαίρω τὰ μέγιστα τὴν Βουλὴν περὶ τῆς εὐμενοῦς ἐκδηλώσεως πρὸς ἀποδοχὴν τῆς παρακλήσεως τῶν δυστυχῶν οἰκογενειῶν, καὶ ἐκ μέρους αὐτῶν προσφέρω μετὰ θερμῶν δακρύων χαρᾶς τὰς εὐγνωμοσύνας των πρὸς ἅπαντας τοὺς Βουληφόρους τῆς Ἑλλάδος.
§25Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἵν’ ἀπολαμβάνῃ τις τὰς ὑπολήψεις τοῦ κοινοῦ, τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ μέρος, πρέπει πρῶτον νὰ σέβηται ἑαυτόν· καὶ ἵνα γείνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τῆς ἰδέας αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι σήμερον νὰ ἀνακοινώσω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν διαταγὴν τῆς παύσεως τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου Βουλκάνου, τὴν διαταγὴν δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἀφήσω ὑμᾶς νὰ κρίνητε ἐὰν εἶπον ἀλήθειαν, ἢ ἂν ψευδῶς ἠθέλησα νὰ ὑπερασπισθῶ τοὺς φίλους μου ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μου. Παρεκάλεσα καὶ ἄλλοτε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὲ, νὰ κάμῃς ὁποιασδήποτε μεταθέσεις καὶ ὁποιουσδήποτε διορισμοὺς εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Νὰ μεταθέσῃς ἕδρας Εἰρηνοδικείων, ἕδρας Δήμων, νὰ κάμῃς τέλος πάντων ὅ,τι νομίζεις συμφέρον εἰς τὴν πολιτικήν σου, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσῃς τὴν τάξιν, τὴν περιουσίαν καὶ τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν. Δὲν παρεκάλεσα ποτὲ, οὔτε ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ κάμῃ τὸν δεῖνα διορισμὸν πρὸς τὸν δεῖνα φίλον της, νὰ μὴ κάμῃ τὴν δεῖνα μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ δεῖνα Εἰρηνοδικείου ἢ τοῦ Δήμου· δὲν ἐζήτησα τίποτε ἄλλο παρὰ ἀσφάλειαν τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν κατοίκων. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν μὲ παρουσιάζει ὡς ἄνθρωπον ζητοῦντα δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἐξασφαλίσω πολιτικὴν ἐπιῤῥοὴν, διότι ἐὰν ἤθελον δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἐπιτύχω τοῦτο, εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἤθελε μὲ δεχθῆ, ἐὰν ἤθελον διὰ ῥουσφετίων νὰ ζήσω ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μου, καὶ ἐὰν ἤθελον νὰ ἐμποδίσω τὸν ἔντιμον φίλον μου νὰ λάβῃ οἱανδήποτε συνδρομήν. Δὲν ἐζήτησα τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὴν ἀσφάλειαν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἰς διαφόρους περιστάσεις ἔκαμα ἐπερωτήσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις, ἥτις μοὶ ἐδόθη, μὲ κάμει νὰ ἔλθω νὰ ἀποδείξω ὅ,τι περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἶπον, δὲν εἶναι οὔτε ἄδικος ἐπίθεσις, οὔτε συκοφαντία· διότι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ πολιτεία εἰς ἕκαστον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἐπιβάλλεται νὰ ὑποστηρίζω τὴν Ἐπαρχίαν μου εἰς ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὴν ὑποστηρίξω. Εἶπον λοιπὸν, κύριοι, χθὲς ὅτι ἀπόφασις τοῦ Ἐπισκόπου Μεσσήνης, ἥτις ἐστηρίζετο ἐπὶ διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπέφερε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): Τί θὰ εἴπῃ αὐτὸ, τὸ «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐγγράφου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ»; Δὲν εἰξεύρω ἐὰν δὲν γνωρίζω τὴν γλῶσσάν μου. Ἀναγινώσκω ἤδη τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν κατέθεσε χθές. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσήνης ἐρωτᾷ δι’ ἐγγράφου του (ἀναγινώσκει). Ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπαντᾷ δι’ ἐγγράφου του (ἀναγινώσκει). Ἐξεταστέον λοιπὸν, κύριοι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐξήγησιν τοῦ Νόμου εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσήνης. Ὁ Νόμος λέγει οὕτω: (ἀναγινώσκει). Οὐδὲν ἄλλο λέγει ὁ Νόμος καὶ τὸ Διάταγμα, ἡ δὲ ἐγκύκλιος διασαφίζει τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς· ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ὑμᾶς πάντας, εἶχον δίκαιον νὰ παραπονεθῶ καὶ νὰ εἶμαι ἠγανακτισμένος χθὲς καὶ μετὰ πικρίας νὰ ὁμιλήσω; Ἐγνώριζον ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἀγνώμονες, ἀλλὰ δὲν ἤλπιζον ποτὲ ὅτι ἠδύνατο καὶ Ἱεράρχης νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος. Ἦτο ἴσως ἐπιτετραμμένον εἰς Ἱεράρχην πιεζόμενον ἀπὸ ἀνωτέραν βίαν νὰ μὴ μὲ ὑποστηρίξῃ, ἐὰν δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ἀποκρούσῃ· δὲν ἐπερίμενα ὅμως ποτὲ νὰ ἴδω αὐτὸν παρανομοῦντα ἵνα μὲ καταπολεμήσῃ. Ἡ ἀγανάκτησίς μου ἦτο δικαία, καὶ τὸ ἀναγνωρίζετε βεβαίως. Τώρα ἐξεταστέον: Τοῦτο ἀποτελεῖ καταδίωξιν τῶν φίλων μου; διότι, ὡς εἶπον χθὲς, ἡ Μονὴ ἐκείνη ἔχει μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν δύω Δήμων Ἰθώμης καὶ Οἰχαλίας. Δὲν πιστεύω νὰ διαμφισβητήσῃ κανεὶς τὴν ὑπογραφὴν τῶν καλογήρων, οἵτινες μοὶ γράφουσιν ἐπιστολὴν καὶ παραπονοῦνται διὰ τὴν συμπεριφορὰν τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἀρχῆς. Οἱ καλόγηροι εἶναι 14· δὲν μένουν παρὰ 5, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι μου. Ἐκ τῶν 14 δὲ τούτων οὐδεὶς εὑρέθη ἄξιος νὰ διορισθῇ Σύμβουλος, ἀλλὰ διορίζονται ἐκ τῶν 5 οἱ τρεῖς καὶ μένει ἐκτὸς ὁ μέλλων νὰ ἐκλεχθῇ Ἡγούμενος. Αὐτὸ, κύριοι, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ διορισμὸς δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὴν ἠθικὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἐπισκοπῆς διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Ἡγουμένου καὶ τῶν Συμβούλων, τοὺς ὁποίους θέλει. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπενέβη, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἔγγραφον τοῦ ἰδίου πρὸς ἕνα ἐκ τῶν Προηγουμένων, τὸν Θεόφιλον Δουρδούνιαν, διαμένοντα ἐν Καλάμαις. Τοῦτον ἐκάλεσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ τῷ εἶπε νὰ ψηφοφορήσῃ τὸν φίλα φρονοῦντα πρὸς τοὺς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἀντιπάλους μου· ὁ Δουρδούνιας ἠρνήθη, ὁ δὲ Ἐπίσκοπος τιμωρῶν αὐτὸν τὸν διατάσσει ἐγγράφως νὰ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μονήν. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει). Δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι χαρακτηριστικώτατον τοῦ Ἐπισκοπικοῦ πείσματος. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἑτέραν ἔγγραφον διαταγὴν τοῦ Ἐπισκόπου ἀφορῶσαν εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Ἡγουμένου, ἵνα ἴδητε τὰς ἐν αὐτῇ ἀπειλάς.
§26ΤΖΑΝΕΣ. Ἄν ὁ σεβασισμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας ἐτήρει τὴν τακτικὴν αὐτὴν, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ὁ Γρηγόριος ὁ ὑποψήφιος καὶ φίλος σας νὰ μένῃ εἰς τὰς Καλάμας ὡς σκάνδαλον.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἂς τὸ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ ἔγγραφον περὶ οὗ σᾶς εἶπον (ἀναγινώσκει). Καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι μαρτύριον τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου εἰς τὴν ἐκλογήν. Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἄλλα ἔγγραφα, διότι εἶναι περιττὸν, ἀφοῦ ὅσα σᾶς ἀνέγνωσα πιστοποιοῦσι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὡς καὶ τὴν τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς· ἔμαθον ὅμως χθὲς παρ’ ἐντίμου φίλου μου, τοῦ κ. Λεωνίδα Καπετανάκη, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐπιβιβάσεώς του εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, φίλος ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἀναβάλλεται ἐπ’ ἀόριστον. Ἐτηλεγράφησα νὰ πληροφορηθῶ περὶ τούτου· ἂν δὲ αὐτὸ ἐγένετο, εἶναι νέα ἀπόδειξις τρανωτάτη, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, οὔτε νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, καὶ ἀνέβαλεν αὐτὴν, ἵνα τῷ δοθῇ καιρὸς νέας ἀποτελεσματικωτέρας ἐνεργείας. Ὅθεν καταθέτω τὴν διαταγὴν αὐτὴν, καταθέτω ἐπίσης καὶ τὴν ἄλλην διαταγὴν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀποστείλῃ ἀμφοτέρας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος πιστεύω, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἔκνομον κατάστασιν ταύτην. Ἐπειδὴ ὅμως, κύριοι, ἐθεωρήθην ὑβριστὴς καὶ συκοφάντης, καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ἄνθρωπος ἐννοῶν τὴν ἀποστολήν του ἐν τῷ κόσμῳ δὲν ἔχει σκοπὸν παρὰ νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ, καὶ ἐπειδὴ ὅλα μου τὰ παράπονα καὶ αἱ καταγγελίαι, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα ὡς ἀντιπολιτευόμενος, δὲν ἔχουν σκοπὸν παρὰ τὸ ἀγαθὸν εἰς τὸν μικρὸν κύκλον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκομαι, καὶ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶμαι συκοφάντης καὶ διαστροφεὺς τῆς ἀληθείας, καὶ ἵνα μὴ νομίζωσί τινες ὅτι περιαυτολογῶ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα (ἀριθμεῖ ταῦτα). Ὅταν ἔλθωσιν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ τότε ἂν εἶμαι φιλαλήθης, ἢ ἂν ἁπλῶς ἀρέσκομαι νὰ περιαυτολογῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Δύναμαι δὲ ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω ὅτι, συνεπείᾳ τοῦ τηλεγραφήματός μου καὶ συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Συλλόγου τοῦ Δικαστηρίου τῶν Καλαμῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε πολὺ ὀρθῶς τὸ Εὐζωνικὸν, τὸ τάγμα ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, νὰ ἔλθῃ εἰς Καλάμας· δὲν θὰ λείψω δὲ ἀπὸ τοῦ νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ διασαλπίζω πᾶσαν πρᾶξιν ἀγαθὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀποβλέπουσαν οὐχὶ εἰς κομματικοὺς σκοποὺς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν τοῦ τόπου ἐκείνου. Ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ζητῶ νὰ προσαγάγῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ Συλλόγου τοῦ Δικαστηρίου Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῆς τάξεως ἐν Μεσσηνίᾳ, πρὸς δὲ νὰ προσαγάγῃ καὶ τὴν κατάστασιν τῶν φυγοδίκων.
§28ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αὐτὰ θὰ βραδύνουν.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἀδιάφορον· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, παρακαλῶ νὰ τὸ φέρετε, διότι πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς μου καὶ ὄχι περὶ πολιτικοῦ συμφέροντος.
§30ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Πότε ἐγένετο;
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ἐπὶ τῆς Ὑπουργείας τοῦ κ. Ῥάλλη, ὅταν ἐγὼ εἶχον κάμει τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Μεσσηνίας, ὁ δὲ Σύλλογος τῶν Δικαστῶν ἐπρότεινε νὰ μετασταθμεύσῃ ἐκεῖ στρατιωτικὴ δύναμις καὶ νὰ προστεθῶσι δύω Δικασταί, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις, ἥτις εἶχε σαλευθῆ.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἦτο διασαλευμένη ἡ τάξις ἐν τῇ Μεσσηνίᾳ.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διότι μὲ δικαιοῖ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τηλεγραφήματα... Πρὸς δὲ παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἴτε τηλεγραφικῶς, εἴτε ἐγγράφως. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, ἂν σᾶς ἀπησχόλησα, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔπρεπε νὰ ἀμφισβητῆται ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οὓς δύναταί τις νὰ ποδοπατήσῃ χωρὶς νὰ ἦναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, προκαλῶ δὲ πάντα εἴτε ἐκ τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκ τῆς κοινωνίας, ὅστις ἤθελε μὲ εὕρει κατ’ ἐλάχιστον ψευδόμενον νὰ μὲ πτύῃ κατὰ πρόσωπον.
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης χθὲς ἐπηρώτησέ με διὰ τίνας λόγους ἔπαυσα ἢ διέταξα νὰ παυθῇ ὁ Ἡγούμενος καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Μονῆς Βουλκάνου· ἀπήντησα ἀμέσως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι οὔτε ἔπαυσα, οὔτε διέταξα τοιαύτην παῦσιν, οὔτε ἐδικαιούμην νὰ παύσω Ἡγούμενον ἢ Συμβούθιον, κατέθηκα δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ δύω καὶ μόνα τηλεγραφήματα, τὰ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας διαμειφθέντα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Καὶ ἐξ ὅσων χθὲς εἶπον καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν τηλεγραφημάτων καὶ ἐκ τῆς σημερινῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατεδείχθη, ὅτι οὔτε ἔπαυσε τὸ Ὑπουργεῖον Ἡγούμενον ἢ Συμβούλιον, οὔτε ἠρωτήθη τὸ Ὑπουργεῖον περὶ παύσεως ἢ διορισμοῦ τοιούτου. Ὅπως ἡ Βουλὴ ἤκουσεν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν λύσιν ἀπορίας αὑτοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προσωρινῆς ἀναπληρώσεως Ἡγουμενοσυμβουλίου ἐκπίπτοντος ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν στηριζομένην εἰς τὸν Νόμον καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κρατοῦσαν ἐν ὁμοίαις περιπτώσεσι τακτικήν, περὶ ἧς ἑρμηνεία ἔχει ἐπισήμως ἀνακοινωθῆ πρὸς τὴν Σύνοδον καὶ δι’ αὐτῆς, ἀποδεξαμένης, ταύτην πρὸς τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια δι’ ἐγκυκλίων ἐπανειλημμένων. Ἡ μία τῶν ἐγκυκλίων εἶναι τοῦ ἔτους 1861 καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Ποτλῆ, διαπρεποῦς νομικοῦ, ἡ δὲ τοῦ ἔτους 1869 καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Σαράβα ἐπίσης ἀνεγνωρισμένου νομικοῦ. Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας ἐζήτησε τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας, τὸ Ὑπουργεῖον παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὰς δύω αὐτὰς ἐγκυκλίους.
§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἀπορίαν προέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁ Σ. Ἀρχιεπίσκοπος;
§36ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἠκούσατε τὸ τηλεγράφημά του. Ἐρωτᾷ ἂν δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ Ἡγουμενοσυμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἡ πενταετὴς ὑπηρεσία ἔληξε, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ὅτι τὰ περὶ προσωρινῆς ἐν γένει ἀναπληρώσεως τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων ἔχουσι κανονισθῆ διὰ τῆς ῥηθείσης ἐγκυκλίου. Ἡ λύσις δὲ, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, εἶναι νομιμωτάτη καὶ δικαιοτάτη. Ὅπως ὁ ἄρτι διακόψας με καλῶς γνωρίζει—διότι διηύθυνεν ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας— τὰ ζητήματα ἢ τοῦ διορισμοῦ Ἡγουμένου ἢ Συμβούλου ἐν περιπτώσει ἀποβιώσεως ἢ ἐκπτώσεως αὐτῶν ἢ τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, ὅταν ἐξ ἐκλογῆς προέρχωνται, εἶναι ζητήματα ἀφεθέντα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς προϊσταμένης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἰδίως τῶν κατὰ τόπους Ἐπισκόπων. Ὅταν Μονή τις δὲν ἔχῃ Μοναχοὺς πλείονας τῶν ἕξ, τότε τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον αὐτῆς δὲν σχηματίζεται δι’ ἐκλογῆς, ἀλλὰ διορίζεται ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου ἐξ ἰδίας αὑτοῦ πρωτοβουλίας. Ὅταν δὲ οἱ Μοναχοὶ εἶναι πλείονες τῶν ἕξ, τότε ὁ Ἐπίσκοπος διατάσσει τὴν ἐκλογήν, ὁ Ἐπίσκοπος ἀποφαίνεται περὶ αὐτῆς, καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ἀντικαθιστᾷ προσωρινῶς διὰ διορισμοῦ πάντα ἀποβιώσαντα ἢ ἐκπεσόντα τῆς Ἀρχῆς. Ἐπὶ πασῶν δὲ τῶν περιπτώσεων εἶναι ἀπηγορευμένη πᾶσα ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ μόνον τετελεσμένου γεγονότος γίνεται ἀνακοίνωσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα γνωρίζῃ πρὸς ποίας Ἀρχὰς πρέπει ν’ ἀπευθύνηται. Κατὰ ταῦτα καὶ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἀνάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας. Οὐδὲ γνωρίζει ἀκόμη τὸ Ὑπουργεῖον ἂν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας ἀντικατέστησε τὸν Ἡγούμενον, τοῦ ὁποίου ἡ θητεία ἔληξε, δι’ ἄλλου, οὔτε ἂν διέταξε νέαν ἐκλογὴν καὶ διὰ πότε, οὔτε ἂν ἀνέβαλεν αὐτήν· διότι καὶ ἡ περὶ αὑτοῦ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀναβάλλειν τὴν ἐκλογὴν κρίσις ἀνετέθη εἰς τοὺς Ἐπισκόπους. Πρόδηλον ἐκ τούτων ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου στεροῦνται ἐντελῶς βάσεως καὶ ἀληθείας. Τούτου ἕνεκεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης σήμερον μετέθηκε τὸ ζήτημα, καὶ τὰ παράπονα, ἅτινα κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου διετύπωσε χθὲς, τὰ ἐπανέλαβε σήμερον κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὰ παράπονα αὐτὰ στηρίζωνται ἐπὶ παρεκκλίσει τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας ἀπὸ τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ· ὅ,τι ὅμως εἰς ἔνδειξιν τῆς ἀληθείας τῶν παραπόνων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤκουσα, δὲν μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύσω ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος παρεξέκλινε· διότι τὸ μόνον παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ἦτο ὅτι πρόσκλησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀπηυθύνθη πρός τινα Μοναχὸν ἀπόντα ἐκ τῆς Μονῆς αὐτοῦ καὶ διαμένοντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν οἰκείαν Μονήν· ἀλλ’ ἡ ἔνδειξις αὐτὴ ἀντὶ ν’ ἀποτελῇ παράβασιν τοῦ καθήκοντος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, μαρτυρεῖ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Ἂν δὲ, ὅπως ἄλλος τις ἔντιμος Βουλευτὴς διακόψας τὸν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὑπάρχῃ καὶ Μοναχὸς ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν προσεκλήθη, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας ἔχει τὸ καθῆκον προκαλούμενος νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, διότι οἱ κληρικοὶ δὲν δύνανται, Μοναχοὶ ὄντες, νὰ μένωσιν εἰς τὰς πόλεις. Ὁ νόμος ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι ἐπιτακτικὸς καὶ αὐστηρὸς, καὶ αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ πολλάκις προσεκλήθησαν νὰ συντρέξωσι τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχὴν εἰς τὸ νὰ συγκεντρώνῃ εἰς τὰς Μονὰς τοὺς εἰς τὰς πόλεις περιπλανωμένους Μοναχούς. Ἐν τούτοις θέλω ζητήσει πληροφορίας περὶ ὅσων ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης εἶπε, χωρὶς οὕτω νὰ θεωρῶ ὅτι ἔχουσιν ὑπόστασιν ὅσα κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἐλέχθησαν. Τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μεσσηνίας τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει μέχρι τοῦδε ἀφορμὴν νὰ μὴ θεωρῇ ἐντελῶς ἄξιον τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς· τοιαύτην δ’ ἔχον γνώμην τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐθεώρησεν ὡς ἀξίας πίστεως ὅλας τὰς μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν πρὸς αὐτὸ ὑποβληθείσας ἐντόνους διαμαρτυρήσεις ὑπό τε τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ ὑπὸ τῶν ἐν Καλάμαις Ἀρχῶν περὶ πανηγυρικῆς καὶ ἀνεπιφυλάκτου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου αὐτοῦ ἐνεργείας ὑπὲρ τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
§37Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξω τὸ ζήτημα ἀπὸ ὅ,τι ἔχει προσωπικὸν ἢ πολιτικόν. Πρέπει νὰ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τοῦ ζητήματος καὶ νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τοῦ ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ τῆς αὐτῆς Ἐπαρχίας Βουλευτοῦ κ. Μπούτου, καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἀφῃρημένως καὶ ὡς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου. Ἡ διάρκεια τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων εἶναι πενταετής· ἐὰν δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πενταετίας κηρυχθῇ μέλος τι ἔκπτωτον, τότε τὸ Ὑπουργεῖον προέβλεψε διὰ διαταγῆς, κανονίσαν τὸν τρόπον καθ’ ὃν θέλει ἀναπληροῦσθαι. Ἡ διαταγὴ αὕτη εἶχεν ἐκδοθῆ πρὸ πολλοῦ, καὶ ἀφορᾷ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν γιγνομένων ἐκπτώτων. Γίνονται δὲ ἔκπτωτα τὰ μέλη τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων εἴτε δι’ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐκδιδομένης διὰ παραβάσεις ἐσωτερικὰς τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς μοναχῶν, εἴτε δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, ἐκδιδομένης διὰ παραβάσεις ἐξωτερικὰς τῶν καθηκόντων αὑτῶν ὡς πολιτῶν. Ἐπὶ τούτων εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι μὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν διαταγὴν, ἣν ἠκούσατε ἀναγνωσθεῖσαν, ἐδόθη ἐξήγησις εἰς τὸν Σεβασμιώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Μεσσηνίας, ὅτι ὡς πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον Βουλκάνου, τοῦ ὁποίου ἡ νόμιμος πενταετὴς διάρκεια ἔληξε, πρέπει νὰ ἀντικατασταθῶσι τὰ μέλη αὐτοῦ, καὶ ἐφαρμοσθῇ πρὸς ἀναπλήρωσίν του τὸ αὐτὸ μέτρον, ὅπερ εἶχε διαταχθῆ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κηρυχθέντων ἐκπτώτων μελῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ αὔριον νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ Νόμου ἐγένετο πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει μᾶς προσαγάγῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, ἐγκύκλιον ἢ διαταγήν, δι’ ἧς εἶχεν εἰσαχθῆ ἡ νομολογία αὕτη.
§38Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐσυνείθισα, κ. Βουλευταί, ὄχι διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων νὰ σέβωμαι πάντας, ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ μοὶ ἀποδίδωσι τὰ ἴσα. Ὅταν χθὲς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου μοὶ ἐπέῤῥιψε τὴν αἰτίασιν ὅτι, τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς πολιτῶν καὶ στρατιωτῶν, ἐπετέθην ἐν τινι χωρίῳ τοῦ Δήμου Ἀνδανείας κατὰ τῶν φίλων του, τῷ ὄντι ἀπεκάλεσα τὸν δόντα αὐτῷ τὰς πληροφορίας αὐτὰς συκοφάντην, καὶ προσέθηκα ὅτι ἐγένετο θῦμα τῆς εὐπιστίας του πρὸς τοὺς φίλους του· ἵνα μὴ δὲ ὑπολάβητε ὅτι ἀναιρῶ τὰς πληροφορίας τοῦ συναδέλφου μου χωρὶς νὰ ἀποδεικνύω τοὺς λόγους μου, θέλω προσαγάγει δικαστικὸν βούλευμα διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἀλλά, κύριοι, παρεπονέθη ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῷ εἶπον, ὅτι πολλάκις ἀνακριβεῖς πληροφορίας πάντοτε ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν. Θέλετε, κ. βουλευταί, καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν; Σήμερον τί περιεῖχεν ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε; Ἠκούσατε ἐκτιθέμενον ἐντεῦθεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι μεταθέσεις πρωτευουσῶν Δήμων, ὅτι ἐγένοντο μεταθέσεις ἑδρῶν Εἰρηνοδικείων. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν διακόπτων με λέγει ὅτι ἐγένετο μετάθεσις τῆς πρωτευούσης τοῦ Εἰρηνοδικείου τοῦ Δήμου Ἰθώμης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων χωρία τινὰ τοῦ Δήμου Ἰθώμης ὑπήχθησαν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον τοῦ δήμου Οἰχαλίας διὰ νὰ μὴ πιστευθῇ ὅτι ἐγένετο πρὸς χάριν ἢ πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς πολιτικῆς μερίδος, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, ἀποδειχθῇ δὲ καὶ τὸ ἀνακριβὲς τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος λεχθέν. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς· ὁλόκληρα χωρία τοῦ Δήμου Ἰθώμης ἄνευ διακρίσεως κομματικῆς ἐζήτησαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν Δῆμον Οἰχαλίας, διότι εἶναι πλησιέστερα εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκείνου. Καὶ γνωρίζουσιν ἅπαντες οἱ κ. Βουλευταὶ καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ὅτι, διὰ νὰ ἀποσπασθῶσι χωρία ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας Εἰρηνοδικείου τινὸς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἑτέρου, ἀπαιτεῖται ὅπως ὁλόκληρον τὸ δικαστήριον γνωμοδοτήσῃ περὶ τούτου. Παρακαλῶ δὲ ἐπίσης τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου νὰ ἔλθῃ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη δὲν περιέχει τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν κατοίκων τῶν χωρίων ἐκείνων ζητούντων δικαιοσύνην. Κύριοι, ὅ,τι εἶπον χθὲς, προκειμένου περὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου Βουλκάνου, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ τίς θὰ γείνῃ Ἡγούμενος ἐν τῇ Μονῇ Βουλκάνου καὶ τίνες Σύμβουλοι, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον δὲν θέλω οὔτε νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσιν ἐν τῷ τόπῳ πολιτικῶς. Ἡ Μονὴ τοῦ Βουλκάνου κεῖται ἐν τῷ Δήμῳ Ἰθώμης καὶ ἀπὸ εἰκοσαετίας, ἐν ὅσῳ ἤμην φίλος τοῦ μακαρίτου πατρὸς τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον διετέλει πάντοτε φίλα φρονοῦν τῷ κ. Ἀντωνοπούλῳ· καὶ ἔκτοτε δὲ ἀφ’ ὅτου ἀπεχωρίσθην τῆς πολιτικῆς μερίδος τοῦ πατρός του, ἐξηκολούθει νὰ εἶναι ἀντίθετον πρὸς ἐμὲ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔδωκα προσοχὴν εἰς αὐτό· εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς ὑπερίσχυεν ἡ ἰδική μου μερίς. Θεωρῶ δὲ ἀνάξιον τῆς ἀναπτύξεως τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐκείνου νὰ σκεφθῶ κἄν, ὅτι δύναται ὁ Μοναχὸς νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Μεσσήνης, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεπτυγμένοι καὶ εὐκατάστατοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐπηρεάζουσιν αὐτούς. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὅ,τι χθὲς εἶπον, εἶναι ἀληθές, τοῦτο δὲ θέλει ἀποδειχθῆ, ὡς ἀνωτέρω ἐξέθηκα, διὰ τῆς προσαγωγῆς τοῦ βουλεύματος.
§39Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσον θέλει ἂς διατείνεται ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ ἐκλογὴ τῆς Μονῆς Βουλκάνου· τὸ ἐναντίον εἶναι πασίδηλον. Ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέθεσε τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου Εὔας εἰς τὸ τῆς Οἰχαλίας χάριν πολιτικῶν σκοπῶν, δὲν εἶναι ἀκριβές· ἐγὼ εἶπον, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς οἱανδήποτε μετάθεσιν θέλει. Ὅτι δὲ ἔγεινε διαίρεσις τοῦ Δήμου Ἰθώμης, μέρος τοῦ ὁποίου ἐτάχθη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου τοῦ Δήμου Οἰχαλίας, δὲν τὸ ἠρνήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς ἐξηγεῖ τὴν σύμπτωσιν τοῦ νὰ διορισθῶσιν ὡς μέλη τοῦ νέου Ἡγουμενοσυμβουλίου οἱ μόνοι πέντε ὁμοφρονοῦντες αὐτῷ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Βουλκάνου, χωρὶς ἐκ τῶν ὑπολοίπων δέκα τεσσάρων οὐδὲ εἷς νὰ κριθῇ ἱκανὸς πρὸς τοῦτο;
§40ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, εἶναι σπουδαῖον, οὐχὶ ὅμως ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξητάσθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων ἐκ Μεσσήνης συναδέλφων· εἶναι σπουδαῖον διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὴν Μονὴν Βουλκάνου, ἄξιον προσοχῆς· ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, πολλῷ δὲ μᾶλλον τῆς προσοχῆς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις ὀφείλει νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀμέσως περὶ τῆς ἐκλογῆς, περὶ ἧς ἐλέχθη ὅτι ἀνεβλήθη σκανδαλωδῶς, διὰ νὰ ἰσοπεδωθῶσι δῆθεν οἱ πατέρες τῆς Μονῆς ἐκείνης ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσήνης ὑποστηριζομένων, καθ’ ἃ ἐλέχθη δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου....
§41ΜΠΟΥΤΟΣ. Μὴ κάμνετε συζήτησιν περὶ προσώπων.
§42ΤΖΑΝΕΣ. Οὐδεμίαν περὶ προσώπου συζήτησιν ἐπιχειρῶ· ζητῶ τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, καὶ προσθέτω ὅτι δέον νὰ διαταχθῇ ἀμέσως ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκλογῆς πρὸς ἀπόκρουσιν πάσης ἀσχημίας. Μετὰ τὰ ἀνωτέρω λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομήν της. (Ὅρα Παράρτημα)
§43ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ περὶ τελῶν χαρτοσήμου Νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ παρεκίνησε νὰ προτείνω αὐτὰς εἶναι ὁ ἑξῆς: Ὁ νομοθέτης, ἐπιτρέψας τὸ ἔνδικον τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἐφέσεως μέσον, ἔπραξε βεβαίως τοῦτο, ὅπως παράσχῃ εὐρύτερον τὸ στάδιον τῆς ὑπερασπίσεως εἰς τοὺς διαδίκους καὶ καταστήσῃ ἀκριβεστέραν τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Δυστυχῶς ὅμως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπεδείχθη ὅτι πολλάκις τὰ δικαιώματα ταῦτα χρησιμεύουσιν ὡς ὅπλα στρεψοδικίας καὶ μέσα πρὸς διαιώνισιν τῶν δικῶν· διότι διάδικοι, θέλοντες νὰ ἀποφύγωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των ἢ ἀναγκάσωσι τὸν ἀντίδικόν των νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν ἐπιβλαβῆ συνήθως δι’ αὐτόν, ἀφίνουσι νὰ δικασθῶσιν ἐρήμην, εἶτα ἀνακόπτουσι τὴν ἀπόφασιν κατόπιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς φροντίζουσι νὰ φέρωσιν ἀπείρους ἐνστάσεις ὡς ἐκ τῶν ὁποίων, μὲ τὴν εὐκολίαν μάλιστα μὲ τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια ἡμῶν προβαίνουσιν εἰς τὴν ἔκδοσιν προδικαστικῶν ἀποφάσεων, διαιωνίζεται ἡ δίκη, καὶ ἀναγκάζεται πολλάκις ὁ διάδικος νὰ καταλίπῃ συμφέροντα αὑτοῦ πολύτιμα μὴ ἐπαρκῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διαδικασίας. Εἰς πάντα δὲ ταῦτα ὄχι ὀλίγον συντελεῖ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν τὰ τέλη τῆς σημάνσεως ὑπόχρεως εἶναι νὰ προκαταβάλλῃ, οὐχὶ ὁ ἐγείρων τὸ ἔνδικον μέσον, ἀλλ’ ὁ ἐπισπεύδων. Τὸν περιορισμὸν τοῦ κακοῦ τούτου προτίθενται νὰ φέρωσιν αἱ παρ’ ἐμοῦ προτεινόμεναι τροπολογίαι. Κατ’ αὐτὰς τὰ τέλη τῆς σημάνσεως ὀφείλει νὰ προκαταβάλλῃ ὁ ἐγείρων τὸ ἔνδικον μέσον. Ἐπίσης ὁ ἀνακόπτων ἐρήμην ἀπόφασιν ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ παράβολον δέκα δραχμῶν, καταπίπτον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς ἀνακοπῆς. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐλπίζω ὅτι θέλει τεθῇ φραγμός τις εἰς τὴν στρεψοδικίαν, καθόσον οἱ θέλοντες ἄνευ λόγου νὰ διαιωνίσωσι δίκην τινά, δὲν θὰ τὸ πράττωσι, γινώσκοντες ὅτι αὐτοὶ θὰ ὑποστῶσι τὸ ἐκ ταύτης βάρος. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν τοῦτο τὸ εὐχάριστον, ὅτι ὁ ἐπιδιώκων ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τὸ ἴδιον δίκαιον δὲν θέλει ὑφίσταται τὰ βάρη τῆς στρεψοδικίας τοῦ ἀντιδίκου του. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τοῦ Νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω καὶ περὶ αὐτοῦ ὀλίγα τινά. Κατ’ ἐμὲ, πολὺ κάλλιον θὰ ἐξεπληροῦτο ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς κοινωνίας, ἐὰν τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ πολιτικῶν δικῶν ἐῤῥυθμίζοντο ἀναλόγως τῆς ἀξίας τοῦ ποσοῦ τῆς διαφορᾶς, καθόσον φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταβάλλῃ τὰ αὐτὰ τέλη ὁ πολίτης, προκειμένου περὶ ἐπιδίκου ἀπαιτήσεως 500 δραχμῶν, μὲ ἐκεῖνα ἃ καταβάλλει, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεως 1,000,000 δραχμῶν. Εἶναι δὲ καὶ ἀσύμφορον, καθόσον ὡς ἐκ τῶν ἀπαιτουμένων ὑπερόγκων δαπανῶν δι’ ὅλας ἀδιακρίτως τὰς δίκας, πολλοὶ προτιμῶσι νὰ παραιτήσωσι τὰ δίκαιά των παρὰ νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια· ἐνῷ, ἂν τὰ δικαστικὰ τέλη ἐῤῥυθμίζοντο ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῆς ἀπαιτήσεως, θὰ ἐπήρχετο τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον πολὺ περισσότερον, διότι θὰ ἠδυνάμεθα τότε νὰ ἐπιβαρύνωμεν πολὺ τὰς δίκας τὰς ἀφορώσας μεγάλα ποσὰ, ἐλαττώσωμεν δὲ τὰ τέλη τὰ ἀφορῶντα τὰς μικρὰς δίκας, καὶ οὕτω νὰ καταστήσωμεν μᾶλλον εὐπρόσιτον τὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς, διότι οἱ πτωχοὶ εἶναι οἱ ἔχοντες τὰς μικροτέρας δίκας. Οὕτω δὲ θὰ ἐφαρμόζηται ἀκριβῶς καὶ ἐπὶ τῶν δικῶν καὶ ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου ἡ ἰσότης, ἡ ὁποία, φρονῶ, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὅλους νὰ προστρέχωσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης καὶ ζητῶσι τὸ δίκαιόν των, εἴτε πλούσιοι εἶναι, εἴτε πένητες, ἐν ὅσῳ ὁ πτωχὸς, ὁ μὴ ἔχων τὰ μέσα νὰ ἀντιπαλαίσῃ πρὸς τὸν πλούσιον ἀντίδικόν του, καταπιέζεται καὶ καταθλίβεται ὑπ’ αὐτοῦ, δὲν εἶναι πραγματικὴ, ἀλλ’ εἶναι ὀνομαστικὴ μόνον. Ῥίπτω λοιπὸν τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν μελετήσῃ, καὶ ἐὰν νομίσῃ αὐτὴν ὀρθήν, νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὸ Νομοσχέδιόν της κατὰ ταύτην.
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω δύω προτάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐπαρχιακῶν, Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Συμβουλίων περὶ κατασκευῆς ἢ ἐπισκευῆς δημοσίων ἔργων τῆς δικαιοδοσίας των, ἡ δὲ ἀφορᾷ τὰ Συμβολαιογραφικὰ βιβλία καὶ τὴν φύλαξιν αὐτῶν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τῶν σπουδαίων συζητήσεων περὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, ἐκθέτων διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζονται ἀμφότερα τὰ Νομοσχέδια ταῦτα. Τοῦτο θέλω πράξει ἅμα γείνῃ ἡ πρώτη αὐτῶν ἀνάγνωσις κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁπότε θέλω παραστήσει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἰδιωτικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον συμφέρον παντὸς πολίτου καὶ τοῦ Κράτους. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ πέμπτη ἢ ἕκτη ἡμέρα, ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ Ἐθνικὸν δάνειον τῶν 170,000,000. Ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐτόκλητος ἤθελεν ἔλθει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δώσῃ ὡρισμένας καὶ θετικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐγγραφῆς τὸ ἤλπιζον, πρῶτον διὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῷ κοινῷ ἀνησυχίαν, διότι, ὅσοι ἀναγινώσκετε τὰς ἐφημερίδας, βλέπετε πόσον ἀντιφατικαὶ εἶναι αἱ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων διαδόσεις, εὔχομαι νὰ μὴ εἶναι αἱ χειρότεραι ἐκεῖναι, αἵτινες εἶναι αἱ ἀληθεῖς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε καθῆκον νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ δι’ ἕτερον σπουδαιότατον λόγον. Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ οἰκονομικὴ τιμὴ τῆς Χώρας, τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ὡς καὶ τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας, ὡς Ἔθνους, συμφέροντα. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπραξε τοῦτο οὔτε χθὲς, οὔτε σήμερον, ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί μέχρι τοῦδε γνωρίζει περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς προκηρυχθείσης ἐγγραφῆς τοῦ δανείου.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, ὁ κεκανονισμένος πρὸς ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφοριῶν ἐνδιαφερουσῶν αὐτὴν, εἶναι ὁ δι’ ἐπερωτήσεων, ὁσάκις δὲν ἐπιβάλλεται ἐκ νομοθετικῆς διατάξεως ἡ ἀνακοίνωσις. Οἱ Βουλευταὶ εἶναι 245, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἐν τῷ ἀριθμῷ τούτῳ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἷς, ὅστις ν’ ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, ὁσάκις πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος, καὶ καταστήσῃ οὕτω κανονικὴν τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο περιέμενον νὰ γίνῃ ἡ ἐρώτησις, ὅπως ἐγένετο, καὶ εἰς ταύτην ἀπαντῶ προθύμως. Τὸ ζήτημα παρεστάθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς θίγον τὴν οἰκονομικὴν τιμὴν τοῦ Τόπου. Περὶ οἰκονομικῆς τιμῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος, ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἄλλαι χῶραι, πολὺ στερεώτεραι οἰκονομικῶς τῆς Ἑλλάδος, π. χ. ἡ Ἰταλία, ἐκδοῦσαι δάνεια πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τοποθετήσωσιν ἐν τῇ πρώτῃ ταύτῃ ἀποπείρᾳ πλέον τοῦ ⅕· διότι ὅλοι γινώσκετε, ὅτι τοῦ Ἰταλικοῦ δανείου τὸ τελευταῖον ἥμισυ, τὸ ἐκδοθὲν πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐτοποθετήθη κατὰ τὸ πεμπτημόριον. Ἡ τοποθέτησις κατὰ τὸ πεμπτημόριον ἐπὶ τῇ ἐκδόσει δὲν ἠμπόδισε τὴν βραδυτέραν τοποθέτησιν τοῦ ὅλου διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις. Εὐτυχῶς τοῦ δανείου, ὡς φαίνεται, τοῦ ἡμετέρου ἐτοποθετήθη πολὺ πλειότερον τοῦ πεμπτημορίου· ἀκριβῶς τὸ ποσὸν δὲν γνωρίζομεν, διότι ἐπίσημον περὶ τούτου ἀνακοίνωσιν δὲν ἐλάβομεν· ὡς φαίνεται συγκεντροῦνται ἐν Παρισίοις, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀνωτέρα διεύθυνσις, αἱ πληροφορίαι ἐκ τῶν διαφόρων σημείων ἔνθα ἐγένοντο αἱ ἐγγραφαὶ, ἀλλ’ ὅ,τι παρίσταται ὡς βέβαιον, εἶναι ὅτι ὑπερέβη ἡ ἐγγραφὴ τὰς 100 χιλιάδας ὁμολογίας ἐπὶ τῶν 220 χιλιάδων τῶν ἐκδοθεισῶν. Ἡ τοιαύτη τοποθέτησις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ἄλλα οἰκονομικὰ ζητήματα, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ἐξησφαλισμένη, τὸ χρῆμα ἅπαν εἶναι κατατεθειμένον, διότι καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν εἶναι κατατεθειμένον ὁριστικῶς, καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν ἑτέρων 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν, τῶν μὴ τοποθετηθεισῶν κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκδοσιν, καὶ τοῦτο εἶναι εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως τοποθετημένον, καὶ τὰ ἄλλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα χρειάζονται εἰς συμπλήρωσιν, καὶ ταῦτα ὑπάρχουσιν ἤδη εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Πλῆρες λοιπὸν τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει βραδύνει ὀλίγον ἵνα φθάσῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὁλόκληρον διὰ μιᾶς ἀποστολῆς. Ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν ἀποστολῶν τούτων, τῶν διαβαθμιζομένων κατὰ τρόπον ἐπαγόμενον τὴν βραδύτητα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περιειργάσθην τὸ ζήτημα πῶς εἰς Ἰταλίαν ἀπεστάλησαν τὰ χρήματα, τὰ ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δανείου. Βεβαίως τὸ δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι πολὺ ἀνώτερον τοῦ δανείου τοῦ παρ’ ἡμῶν πραγματοποιουμένου, διότι ἐκεῖνο ἀνέρχεται εἰς 644 ἑκατομμύρια φράγκων· ἀλλὰ πόσαι, νομίζετε, ἀποστολαὶ ἐχρειάσθησαν, ἵνα τὸ ποσὸν ἐκεῖνο μεταβιβασθῇ ἀπὸ τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν Ἰταλίαν; 588 ἀποστολαὶ διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν νομισμάτων, διότι χρήματα εἰς μεταλλικὸν δὲν δύνανται νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς πολὺ μεγάλην ποσότητα ἑκάστοτε. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς διαβαθμίσεως τῶν ἀποστολῶν φέρει μικράν τινα βραδύτητα, ὄχι ὅμως μεγαλειτέραν ἐκείνης, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος καὶ πρότερον. Τὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε κατ’ οὐδὲν σχετίζονται πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἡ δὲ ἔκδοσις τοῦ δανείου καὶ ἡ μερικὴ αὐτῆς ἐπιτυχία καὶ ἡ μερικὴ αὐτῆς ἀποτυχία—διότι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπέτυχε καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπέτυχε—παρέχει πᾶσαν βεβαιότητα ὅτι ἡ ὁριστικὴ τοποθέτησις τοῦ δανείου ἔσται προσεχεστάτη. Ἀφοῦ ἐκ τοῦ δανείου ἐτοποθετήθη τὸ ἥμισυ τοῦ ἐκδοθέντος ποσοῦ σχεδὸν, τουτέστι τὸ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸ ὁριστικῶς ἀποκτηθὲν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς ὁμάδος θέλει ὁδηγήσει αὐτὴν, ὅπως ἀποκτήσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον πραγματοποιοῦσα τὴν αἵρεσιν· ἂν ὅμως αὐτοὶ δὲν θελήσουν νὰ δηλώσωσι τὴν αἵρεσιν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὴ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ὁμολογίας.
§47ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πόσον χρόνον ἔχει τὴν αἵρεσιν;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι αὐτὴ ἔχει δικαίωμα αἱρέσεως ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας ἀπὸ τῆς σήμερον, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἔχει τὴν προκαταβολὴν εἰς τὴν διάθεσίν του ἐπὶ 13, τουτέστιν ἔχει αὐτὴν ἐπὶ ἓξ μῆνας πέραν τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν οἱ συμβαλλόμενοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως. Οὐδεμία ἄρα δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἡ ὁμὰς ἔχει τὸ συμφέρον, ἵνα πραγματοποιήσῃ αὐτὴ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου, δηλοῦσα τὴν αἵρεσιν. Ἂν ὅμως περιστάσεις ὅλως ἀπρόοπτοι ἤθελον ἀποτρέψει αὐτὴν τοῦ νὰ δηλώσῃ τὴν αἵρεσιν, ἔχει ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ δικαιώματος τῆς αἱρέσεως, ἓξ μῆνας, ἵνα διαθέσῃ τὰς ὁμολογίας ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Ἡ δὲ τρέχουσα τιμὴ τῶν μετοχῶν καὶ σήμερον, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἂν ἐπὶ ταύτῃ γένηται διάθεσις, ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου θὰ ἦναι ἡ αὐτή, ὡς νὰ εἶχε γίνει ἐπὶ τῇ ἐκδόσει. Ὥστε τὰ ἐκ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἀποτελέσματα πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐξασφαλίζοντα τὴν πλήρη αὐτοῦ τοποθέτησιν, ἡ δὲ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐδόλως σχετιζομένη πρὸς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, θέλει βεβαίως πραγματοποιηθῆ κατὰ τὴν ἐποχήν, τὴν ὁποίαν καὶ πρότερον ἐδηλώσαμεν.
§49Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη ὅτε ἐτελείωσεν ἡ ἐγγραφὴ τοῦ δανείου, καὶ ἐγένοντο γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐγγραφὴν ταύτην μὲ πλειοτέραν ἄνεσιν, καὶ δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ εἴπῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, καθ’ ὅσον τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ δανείου. Διὰ τρία τινὰ οἱ ἀγορεύσαντες τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐμέμφθησαν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν σχετικῶς μὲ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου· πρῶτον ὅτι ἐπέτρεψε νὰ ἐκδοθῇ τοῦτο εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὶν πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον· δεύτερον, ὅτι μέρος τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν κατετέθησαν ἐγκαίρως εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ διετέθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου καὶ ἐντεῦθεν ἐκλονίσθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους καὶ κίνδυνος ἦτο νὰ ἀποτύχῃ ἡ ἐγγραφή, καὶ τρίτον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρέωσε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ν’ ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς συμμετοχῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει εἰς τὰς ὁριστικῶς πωληθείσας 110,000 ὁμολογίας, καὶ οὕτω ἐστερήθη τὸ Κράτος ὄχι μικρὰν ποσότητα διὰ τὰ ἐκ τῆς συμμετοχῆς ταύτης ὠφελήματα. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν πρώτην αἰτίασιν, ἀρκεῖ τις νὰ ἀναγνώσῃ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰς ὁποίας ἀπήγγειλεν ἐντεῦθεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νόμου περὶ τοῦ δανείου, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐὰν ὑπάρχωσι σήμερον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατακρίνουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἔκδοσιν πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, παραίτιος τούτου εἶναι αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐβεβαίου μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν θέλει ἐνεργηθῆ ἀφεύκτως μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἤθελε τοποθετηθῆ τοῦτο εἰς ὑψηλὰς τιμάς. Ὅτε δὲ ἡμεῖς παραβάλλοντες τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρεχώρησε τὰς 110 χιλιάδας ὁμολογίας, πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἀπεδεικνύομεν ὅτι ἐζημιοῦτο ἐξ αὐτῶν τὸ Δημόσιον, ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔλεγε: «Μὴ δυσανασχετῆτε διὰ τὴν μικρὰν ταύτην ζημίαν· ἡμεῖς ἐκανονίσαμεν οὕτω πως τὰ τοῦ δανείου, ὥστε ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν θέλει γίνει μετὰ τὴν ἄρσιν. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε ἐπωλήσαμεν ὁριστικῶς, μόλις φθάνει τὸ τριτημόριον τοῦ ὅλου δανείου, εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἐὰν ἐκ τούτου ζημιούμεθα κατά τι, διότι θέλομεν ἀποζημιωθῆ ἀπειροπλασίως ἀπὸ τὰ ἄλλα δύω τρίτα, τὰ ὁποῖα θέλουν πωληθῆ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἔχετε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θέλουν διατεθῆ εἰς τιμὰς πολὺ ὑψωμένας. Ἔμαθεν ὁ κόσμος, μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπέβαλε μὲ πολλὴν προθυμίαν καὶ πολλὴν εὐκολίαν βαρυτάτους φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἤκουσεν ὅτι ὄχι μόνον ἐξησφαλίσαμεν τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν καὶ περίσσευμα· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῆς μεγάλης ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν θέλει προξενήσει ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τότε καὶ μόνον θέλει ἐννοήσει ὁ κόσμος, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὄχι μόνον ἀπέκτησε τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ὅτι ἔχει καὶ περισσεύματα, καὶ ἡ πίστις αὐτοῦ θέλει ὑψωθῆ». Ἀλλ’ ἐνῶ ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐβεβαίου ἐπανειλημμένως τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου θέλει ἐνεργηθῆ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ διάταξίν τινα περὶ τούτου οὔτε εἰς τὴν σύμβασιν, οὔτε εἰς τὸν νόμον, ἀφῆκε δὲ τὰ πάντα εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τραπεζιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἐλεύθεροι νὰ κανονίσουν ὄχι μόνον τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ δανείου· εἰς ἡμᾶς δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐκάμνομεν εἰς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐπανελάμβανε νὰ λέγῃ ὅτι οἱ τραπεζῖται, μετὰ τῶν ὁποίων συνηλλάχθη, γνωρίζουν καλλίτερα τὰ τῶν δανείων, ἀρκεῖ δὲ ὅτι συνεταύτισαν τὰ συμφέροντά των μὲ τὰ ἡμέτερα διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι θέλουν πράξει τὸ καλλίτερον, διότι ἄλλως δὲν ζημιοῦται μόνον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ αὐτοί. Ἐν τούτοις οἱ τραπεζῖται, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε τοιαύτην πεποίθησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διέψευσαν καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς ἐπαγγελίας καὶ ὑποσχέσεις αὐτοῦ, καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ἐκδώσουν τὸ δάνειον πρὶν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον τινὲς τῶν προαγορευσάντων, ὑπενθυμίζοντες τὰς ὑποσχέσεις του, τὸν προσεκάλουν νὰ παρέμβῃ καὶ ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, ὑψόνων τοὺς ὤμους του ἔλεγεν: «Εἶναι περιττὸν ν’ ἀναφέρητε τί ἔλεγον πέρυσι περὶ τοῦ ἀντικειμέννου αὐτοῦ, ἀναγνώσατε τὴν σύμβασιν καὶ τὸν νόμον καὶ ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω οὔτε νὰ συμβουλεύσω οὔτε ν’ ἀπαιτήσω ἀπὸ τοὺς τραπεζίτας νὰ μὴ ἐκδώσωσιν ἀμέσως τώρα τὸ δάνειον», ὡς ἐὰν ἄλλος ἔλεγεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠκούσατε καὶ ἄλλος ἔκαμνε τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν! Ἡ ἔκδοσις λοιπὸν τοῦ δανείου ἐγένετο, καὶ ἠκούσατε ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ· ἀντὶ τῆς μεγάλης καὶ ὑψηλῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέσχετο πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ δάνειον ἐξεδόθη εἰς τὴν τιμὴν τῶν 346 καὶ 50 ἑκατοστῶν καθ’ ὁμολογίαν, τουτέστιν εἰς ποσότητα μὴ ὑπερβαίνουσαν οὔτε κατὰ 1% τὸ ἔσχατον ὅριον τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεχωρήθησαν πέρυσιν αἱ 110 χιλιάδες ὁμολογίαι. Ἐνῷ δὲ ἐξεδόθησαν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν 220 χιλιάδες ὁμολογίαι, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ τοποθετηθοῦν εἰμὴ περὶ τὰς 100 χιλ. μόλις, καθόσον ἀκόμη δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μάθωμεν ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διετέθη. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ δυσάρεστα, ἀποβαίνουσιν ἔτι μᾶλλον λυπηρὰ, ὅταν τὰ παραβάλωμεν μὲ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου ἐξεδόθησαν 190 χιλ. ὁμολογιῶν, καὶ ἐγένοντο ἐγγραφαὶ διὰ 300 χιλιάδες καὶ ἐπέκεινα, ἡ δὲ τιμὴ, εἰς ἣν ἐξεδόθη, ἦτο 373 δραχ. καθ’ ὁμολογίαν, ἤτοι κατὰ 26 δραχ. καὶ 50 λεπτὰ ἀνωτέρα τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ σημερινὸν δάνειον· ἐν διαστήματι λοιπὸν τριῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον, καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπηλαύσαμεν καὶ ἀπολαμβάνομεν διαρκοῦς εἰρήνης καὶ καυχώμεθα ὅτι ἐῤῥυθμίσαμεν κατὰ πάντα τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐπῆλθεν ἔκπτωσις τῆς πίστεως ἡμῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἠλαττώθη ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων μας κατὰ 26 καὶ 50, τουτέστι κατὰ 5 καὶ ½% περίπου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, θὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα ἐλάττωσις ὀφείλεται εἰς τὴν ἐκεῖ ἐπικρατοῦσαν οἰκονομικὴν κρίσιν. Τὸ αὐτὸ ἐνθυμοῦμαι ἔλεγε καὶ πέρυσιν, ὅτε παραβάλλοντες ἡμεῖς τοὺς ὅρους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων πρὸς τοὺς ὅρους τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐλέγομεν καὶ ἀπεδεικνύομεν, ὅτι οἱ ὅροι τοῦ τελευταίου δανείου εἶναι πολὺ βαρύτεροι καὶ ἐξευτελιστικώτεροι διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τότε ἔλεγεν ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχει κρίσις εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἔλαβα, κύριοι, πέρυσι τὴν περιέργειαν νὰ ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου, καὶ παρεκάλεσα τοὺς ὑπαλλήλους τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὰ χρηματιστικὰ δελτία τοῦ Occonomiste francais καὶ νὰ σημειώσουν ποῖαι ἦσαν αἱ τιμαὶ τῶν χρεωγράφων διαφόρων Ἐπικρατειῶν καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν τῶν ἐτῶν 1881, 1882 καὶ 1883, εἰς τὴν σημείωσιν δὲ ταύτην προσέθηκα καὶ τὰς σημερινὰς τιμάς. Παραλείπων τὰ χρεώγραφα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας—διότι μεταξὺ τῶν μεγάλων τούτων Κρατῶν καὶ ἡμῶν δὲν ὑπάρχουσιν ὅροι συγκρίσεως—σᾶς ἀναφέρω ὅτι τὸ Αὐστριακὸν δάνειον κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1881, ὅτε δηλαδὴ ἐξεδόθη εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐπωλεῖτο εἰς τὰς 313, τὴν αὐτὴν δὲ ἀκριβῶς ἀξίαν ἔχει καὶ σήμερον, ὥστε εἰς τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἐπῆλθεν οὐδεμία μεταβολή. Τὰ Ρουμουνικὰ δάνεια τῶν 5% κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1881 εἶχον ἀξίαν 91%; σήμερον δὲ 94, ὥστε ὑψώθησαν κατὰ 3%. Τὰ τῆς Ρωσσίας τῶν 5% κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1881 ἐκυκλοφόρουν πρὸς 87%, σήμερον δὲ ἔχουσιν 96. Τὰ τῆς Ἰταλίας εἶχον 94 κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1881 καὶ σήμερον ἔχουν 96,45. Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, οὐδόλως ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν δημοσίων χρεωγράφων· ὥστε δὲν πιστεύω νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ ἐφέτος τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ἐπῆλθεν ἐλάττωσις εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἡμετέρων χρεωγράφων, τοῦτο, κύριοι, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, τὴν ὁποίαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι βλέπουν καθαρῶς καὶ ἐννοοῦσι καλῶς, μολονότι ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ συγκαλύπτωμεν ἑκάστοτε τὴν γυμνότητά της μὲ τὰς πολυώρους ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὲ τὸν ὄγκον τῆς Κυβερνητικῆς πλειοψηφίας καὶ μὲ τὰ πομπώδη ἄρθρα τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀποβλέπουν εἰς τὰ πράγματα καὶ οὐδόλως ἀπατῶνται ἀπὸ τὰ τοιαῦτα. Εἴπομεν, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐξεδόθησαν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν 220 χιλιάδες ὁμολογίαι, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δὲν ἐτοποθετήθησαν παρὰ μόνον αἱ 100 χιλιάδες· ἐκ τῶν ἐκδοθεισῶν εἰς ἐγγραφὴν 220 χιλ. αἱ 110 χιλ. ἀνῆκον εἰς τοὺς τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἤδη πληρώσει τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, καὶ 110 χιλιάδες εἰς τὸ Δημόσιον· ἀφοῦ δὲ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ τοποθετηθοῦν κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ὅλαι αἱ ἐκδοθεῖσαι ὁμολογίαι, γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα ἐὰν αἱ τοποθετηθεῖσαι ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τοὺς τραπεζίτας ἢ πρέπει νὰ διανεμηθοῦν μεταξὺ τῶν τραπεζιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν λύεται οὔτε ἀπὸ τὴν σύμβασιν, οὔτε ἀπὸ τὰ προηγούμενα ἡμῶν, διότι ἐν μὲν τῇ συμβάσει δὲν γίνεται καθόλου λόγος περὶ τούτου, προηγούμενον δὲ, τὸ ὁποῖον νὰ λύῃ ὡρισμένως τὸ ζήτημα, δὲν ὑπάρχει· διότι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων δὲν εἶχε προπωληθῆ οὐδὲν μέρος, εἶχε μόνον δοθῆ τὸ ἥμισυ τούτου ὑπὸ αἵρεσιν (option) πρὸς τοὺς τραπεζίτας τοὺς χορηγήσαντας τὴν προκαταβολὴν, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην τότε τὸ Κράτος, ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου καὶ οἱ τραπεζῖται ἐκράτησαν τὸ ὑπὸ αἵρεσιν, ἡ τότε Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετ’ αὐτῶν σύμβασιν, καθ’ ἣν ἐν περιπτώσει μὴ τοποθετήσεως ὅλων τῶν ὁμολογιῶν αἱ πωληθησόμεναι θέλουν ἀνήκει ἐξ ἡμισείας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς τραπεζίτας. Ἐπὶ δὲ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἐξ οὗ εἶχε προπωληθῆ μέρος, ἐγένετο ῥητὴ μνεία εἰς τὴν περὶ τούτου σύμβασιν, ὅτι, ἐὰν ἀποτύχῃ ἡ δημοσία ἐγγραφὴ, αἱ πρῶται ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι θέλουν διατεθῆ, θέλουν ἀνήκει εἰς τοὺς τραπεζίτας καὶ ὄχι εἰς τὸ Δημόσιον· βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὰ προηγούμενα ἡμῶν δὲν λύουσιν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, καὶ ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην ἄλλων εἰδημονεστέρων διὰ νὰ κρίνω καὶ ἐγὼ ἂν τῷ ὄντι αἱ διατεθεῖσαι ὁμολογίαι πρέπει νὰ δοθοῦν εἰς τοὺς τραπεζίτας ἐν ὅλῳ, ἢ πρέπει νὰ διανεμηθοῦν μεταξὺ τῶν τραπεζιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅπως μοὶ ἐφάνη ὅτι πρεσβεύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ διατεθεῖσαι ὁμολογίαι ἀνήκουσι καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς τραπεζίτας.
§50ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶπον.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν λοιπὸν ἀνήκουν καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς τραπεζίτας, τότε ἡ ἀποτυχία τῆς ἐγγραφῆς ἐζημίωσεν ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς μόνον τὸ Δημόσιον, δὲν ἐπέφερε δὲ εὐτυχῶς οὐδεμίαν ζημίαν εἰς τοὺς τραπεζίτας, μετὰ τῶν ὁποίων συνηλλάχθημεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλουν ἐξακολουθήσει νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν προθυμίαν νὰ μᾶς δανείζωσι χρήματα, ἀρκεῖ μόνον νὰ δυνάμεθα νὰ δίδωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ ὅμοια κέρδη, μὲ ὅσα ἔλαβον ἀπὸ τὸ προκείμενον δάνειον. Ἰδοὺ δὲ, χάριν περιεργείας, πόσα κερδίζουσιν ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην: Ἔλαβον 110 χιλιάδας ὁμολογίας, διὰ τὰς ὁποίας ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον 37 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὤφειλον νὰ καταβάλλωσι κατὰ τριμηνίαν, καὶ κατέβαλον τὸ ἓν τρίτον πρὸ 8 μηνῶν, τὸ ἄλλο τρίτον πρὸ 5 μηνῶν, καὶ τὸ τελευταῖον τρίτον πρὸ 2 μηνῶν, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον κατέβαλον τὸ ὅλον πρὸ 5 μηνῶν. Ἔλαβον δὲ διὰ τὰς καταβολὰς ταύτας πρῶτον μὲν τὸν τόκον πρὸς 7 καὶ 35% κατ’ ἔτος, ἤτοι διὰ τοὺς 5 μῆνας δραχμὰς 1,130,000. Ἔπειτα δὲ μίαν juissance, δηλαδὴ τὸν τόκον μιᾶς ἑξαμηνίας, ὅστις φέρει 1,375,000. Τοὺς ἐπερίσσευσαν καὶ ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσιεύσεως, διὰ τὰ ὁποῖα τοῖς ἐδόθη τὸ μέγα ποσὸν τῶν 2,300,000, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζω ὅτι τοὺς ἐπερίσσευσαν τοὐλάχιστον 1,100,000· ὠφελήθησαν περιπλέον ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἠγόρασαν, καὶ ἐκείνης, εἰς ἣν ἐπώλησαν τὰς ὁμολογίας ταύτας ἀνὰ 4 δραχμὰς καθ’ ἑκάστην, 440,000 δραχμὰς, ἑπομένως διὰ τὰ 37 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρὸ 5 μηνῶν κατέθεσαν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ὠφελήθησαν 4,045,000, ἤτοι ἔλαβον διὰ 5 μῆνας ἐπὶ τῶν καταβληθέντων 36,675,000 τόκον 10 καὶ 73 ἢ κατ’ ἔτος 25 καὶ 46, ὥστε οἱ κύριοι οὗτοι ἐδάνεισαν εἰς τὸ Κράτος διὰ νὰ διευκολύνουν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἔπραξαν τοῦτο ἐντελῶς μὲ τὸ ἀζημίωτον αὐτῶν, διότι θὰ λάβουν, ἐὰν ὑπερισχύσῃ ἡ ἑρμηνεία τοῦ κ. Τρικούπη, τόκον ἐτήσιον πρὸς 26%. Τὸ Δημόσιον ὅμως, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην δὲν ἠδυνήθη νὰ τοποθετήσῃ οὐδεμίαν τῶν ὁμολογιῶν του, τρέχει ἤδη τὸν κίνδυνον νὰ ζημιωθῇ πολλὰ, διότι τὸ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πάθῃ, εἶναι νὰ ἐξασκήσωσιν οἱ τραπεζῖται τὴν option καὶ νὰ γίνωσι κύριοι τῶν ὁμολογιῶν τούτων οὐχὶ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 346½, εἰς ἣν ἐξεδόθη τὸ δάνειον, ἀλλ’ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 342,50, ὡς ἔλαβον τὰς ὁριστικῶς πωληθείσας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θέλουν λάβει καὶ τὸν τόκον μιᾶς ἑξαμηνίας λόγῳ juissance, ἑπομένως θέλουν κερδίσει 4 δραχμὰς διὰ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς καὶ δώδεκα καὶ πεντήκοντα λεπτὰ διὰ τὴν λεγομένην juissance. Ὥστε διὰ τὰ τριάκοντα πέντε ἑκατομμύρια τῆς προκαταβολῆς, τὰ ὁποῖα κατέθεσαν πρὸ ἓξ μηνῶν καὶ ἔλαβον ἤδη τόκον 8% 1,400,000 δραχμῶν, θέλουν ὠφεληθῆ προσέτι 1,700,000 δραχμὰς, καὶ οὕτω θέλουν πραγματοποιήσει κέρδος 3,100,000 δραχμὰς, ὅπερ ἐπὶ τῶν 35,000,000 ἀναλογεῖ πρὸς 8 καὶ 88 ἑκατοστὰ διὰ τοὺς 6 μῆνας ἢ 17 καὶ 76 0)0 διὰ τὸ ἔτος. Ἡ ἀποτυχία λοιπὸν τῆς ἐγγραφῆς ἐκθέτει τὸ Δημόσιον εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ χάσῃ ὅπως δήποτε πολλὰ, ἐνῷ ἐὰν ἐπετύγχανεν, ἤθελε κερδίσει καὶ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς καὶ τὴν juissance.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ θὰ ἦτο, ἐὰν ἐπετύγχανε καὶ ἐὰν δὲν ἐπετύγχανε· διότι, ἐὰν ἐπετύγχανεν, εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου νὰ δηλώσωσι τὴν αἵρεσιν.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν σύμβασιν.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐπετύγχανεν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσωσι τὴν αἵρεσιν διὰ τὸ ποσὸν τῶν 110,000 ὁμολογιῶν τῶν περιπλέον, δηλοῦντες δὲ τὴν αἵρεσιν ἤθελον πραγματοποιήσει πᾶσαν τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ὅμως κακῶς ὑπελογίσατε καὶ ἣν ζημιοῦται καὶ ἤδη τὸ Δημόσιον.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς option, ἤθελε διατεθῆ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἂν δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει τὸ δάνειον.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως ἰδοὺ τί λέγει: «Ἐκ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν, αἱ συμβαλλόμεναι Τράπεζαι ἀναλαμβάνουν εἰς ἴδιον λογαριασμὸν ὁριστικῶς (fermes) ἀπὸ τοῦδε 110,000, ἐπὶ τιμῇ φράγκων 342½, ἐπὶ δὲ τῶν ὑπολοίπων 110,000 διατηροῦσι δικαίωμα αἱρέσεως (option) ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἤθελον διατεθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν».
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπελογίσαμεν νὰ λάβωμεν καὶ 2 δραχμὰς ἐκ τοῦ περιπλέον ποσοῦ τῶν ὁμολογιῶν ἐξ ἑκάστης.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ὁλοκλήρου εἴτε ἐπιτύχει, εἴτε ἀποτύχει· σᾶς δίδω δὲ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν ὡς πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐκάματε, καθ’ ὃν ἡ πληρωμὴ τῶν τῆς option ὁμολογιῶν γενήσεται πρὸς 342 καὶ ἥμισυ· δὲν θὰ εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη πληρωμὴ, ἀλλ’ εἰς ταῦτα θέλει προστεθῆ καὶ τὸ ἥμισυ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ὁριστικῆς καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως· ὑμεῖς ὅμως ὑπελογίσατε ἐπὶ μόνῃ τῇ τιμῇ τῇ ὁριστικῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπελογίσατε καλῶς· οἱ δὲ τραπεζῖται ἔχουσι πλῆρες τὸ δικαίωμα αἱρέσεως νὰ πραγματοποιήσωσι τὸ δάνειον.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτό; Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκεται πάλιν τὸ ἄρθρον 6).
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γινώσκω καὶ ἐγὼ ὀλίγα γράμματα, ἀλλὰ φαίνεται ἡ γραμματικὴ, τὴν ὁποίαν ἐσπούδασα, ἦτο τῆς ἀρχαίας σχολῆς, ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωπος τῆς νεωτέρας σχολῆς ἐκάμετε καὶ νέαν γραμματικὴν, ἀφοῦ ἐκάματε τόσας ἀναμορφώσεις. — Ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἐγένετο ἤδη ζήτημα γραμματικὸν, παρακαλῶ νὰ μᾶς βοηθήσωσιν εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ οἱ ἐνασχολούμενοι εἰς τὰ τοιαῦτα. Ποῦ εἶναι ὁ καθηγητὴς κ. Τζιβανόπουλος; Ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ συζητήσωμεν, ἀφοῦ καὶ αὐτὰ τὰ κείμενα διαστρέφονται! (Θόρυβος).
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξηγήσατε τὴν ἰδέαν σας, θέλω δὲ ἐξηγήσει καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, διὰ νὰ ἐκθέσω καθαρώτερα τὴν ἰδέαν μου. Ἐὰν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ διατεθοῦν καὶ αἱ 110,000 ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ Κράτος ἤθελε λάβει δι’ ἑκάστην δραχμὰς 344 καὶ 50, ἤτοι 2 δραχμὰς ὀλιγώτερον τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, αἵτινες ἤθελον δοθῆ κατὰ τὴν σύμβασιν εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον. Ἀφοῦ ὅμως τοῦτο δὲν κατωρθώθη, οἱ συμβαλλόμενοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκήσωσι τὴν αἵρεσιν, καὶ τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ δώσῃ τὰς 110,000 ὁμολογίας εἰς αὐτοὺς ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 342 καὶ 50, πρὸς δὲ τὴν λεγομένην juissance! Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα καὶ ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως καὶ ἐγὼ οὕτω τὸ ἐννοῶ, περιμένω δὲ νὰ ἴδω πῶς θὰ τὸ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοιαῦτα εἶναι, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐγγραφῆς. Τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἐξέφρασαν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγίνετο οὕτω προώρως ἡ ἐγγραφὴ, ἀνεβάλετο δὲ διὰ νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ δάνειον ἤθελε τοποθετηθῆ ὁλόκληρον καὶ εἰς πολὺ ἀνωτέραν τιμήν. Ἀλλ’ ἐγὼ μὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν κρίσιν τῶν ἐντίμων τούτων φίλων μου, ἀναγκάζομαι νὰ μὴ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην των. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ὅσον παρέρχεται ὁ καιρὸς καὶ γίνεται καταφανὴς ἡ ἀποτυχία τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀποδεικνύεται ἡ ἀθλιότης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, κατὰ τοσοῦτον καταπίπτει ἡ δημοσία πίστις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐλαττοῦται ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων ἡμῶν. Διὰ νὰ ἔχουν ἀξίαν τὰ χρεώγραφά σας, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἄρητε ἢ νὰ μὴ ἔχητε ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐὰν ἤρκει τοῦτο καὶ μόνον, ἔπρεπεν ὅλα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται εἰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, νὰ διατίθενται εἰς ὑψηλὰς τιμὰς. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 25,000,000, καί τοι ἐκδοθὲν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καίτοι φέρον τόκον 8% καὶ ἔκπτωσιν 20%, ἥτις ἀνεβίβαζε τὸν τόκον εἰς 10%, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἐδέησε νὰ ἀναβιβασθῇ ὁ τόκος εἰς 9% καὶ ἀνεβιβάσθη ὁ πραγματικὸς τόκος εἰς 11%, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἠδυνήθη νὰ διατεθῇ διὰ μιᾶς, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον; Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι τῷ ὄντι, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ἐπιστέγασμα τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος, καὶ τὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα, ἔχοντα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, κατώρθωσαν νὰ ἄρουν αὐτήν, ἔδωκαν ψηλαφητὴν ἀπόδειξιν τῆς καλῆς αὐτῶν οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν ἐκείνων καὶ ἡμῶν εἶναι ὅτι ἐκεῖνα μὲν ἐφρόντισαν κατ’ ἀρχὰς νὰ ἐλαττώσωσι τὰς συνεπείας αὐτῆς διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ δὲν ἐσκέφθησαν περὶ τῆς ἄρσεως, εἰμὴ ὅταν ἐξησφάλισαν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἶχον περισσεύματα ἱκανὰ πρὸς πληρωμὴν τοὐλάχιστον τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἄρσιν δανείων. Ἡμεῖς δὲ ἠθελήσαμεν νὰ νεωτερίσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν καθ’ ὅλου ἐξ ἀρχῆς περὶ βαθμιαίας ἐλαττώσεως τῶν κακῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προέβημεν δι’ ἑνὸς ἅλματος εἰς τὴν ἄρσιν αὐτῆς, χωρὶς νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ναὶ μὲν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος, ἀλλὰ διὰ νὰ ἵσταται καλῶς τὸ ἐπιστέγασμα καὶ νὰ ἦναι ἐν ἀσφαλείᾳ οἱ ὑπ’ αὐτὸ στεγαζόμενοι, πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ θεμελίων καὶ τοίχων στερεῶν, τὰ δὲ θεμέλια καὶ οἱ τοῖχοι τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος εἶναι ἡ ἐπιτυχία τῶν οἰκονομικῶν μέτρων καὶ ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ἰσοζυγίου. Καί τοι λέγοντες πρὸ πολλοῦ, ὅτι ἐξησφαλίσαμεν τὸ ἰσοζύγιον, καὶ παρεστήσαμεν εἰς τὸν κόσμον ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα ὑπόσχονται πλήρη ἐπιτυχίαν, ὄχι μόνον δὲν κατωρθώσαμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποθητὸν αὐτὸ σημεῖον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος δίδομεν μεγαλειτέραν τὴν περὶ τοῦ ἐναντίου ἀπόδειξιν. Πρὸ δύω ἐτῶν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Καλλιγᾶς ἔλεγεν ἀγαλλόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὄχι μόνον ἐπάτησε τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπερέβη, τουτέστιν οὐ μόνον ἐπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ὅτι ἔχει καὶ περίσσευμα. Τὴν ῥῆσιν ὅμως ταύτην τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διέψευσε πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις λαλῶν περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1883, ἔλεγεν ὅτι δὲν θέλει παρουσιάσει ἰσοζύγιον, ἀλλὰ θέλει ἔχει καὶ μικρὸν ἔλλειμμα 3–4,000,000, ὅπερ ἤλπιζε νὰ περιορισθῇ ἐκ τῆς αὐστηρᾶς καταδιώξεως, ἥτις ἔμελλε νὰ ἐνεργηθῇ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τὸν περυσινὸν Πρωθυπουργὸν διέψευσεν ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ὅστις εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 θέλει φθάσει κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὰ 9 ἑκατομμύρια, ὅ ἐστὶ θὰ ἦναι τριπλάσιον τοῦ πέρυσιν ἀναγγελθέντος. Χωρὶς δὲ νὰ ἔμβω εἰς λεπτομερεστέραν ἐξέτασιν τοῦ ἀποτελέσματος τούτου, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ 9,000,000 καὶ ἄλλα 4, καὶ νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ἔλλειμμα εἰς 13,00,000· διότι ἀπὸ μὲν τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ δύω ἑκατομμύρια διὰ τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων καὶ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ, εἰς δὲ τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ προσθέσῃ δύω ἑκατομμύρια διὰ τὸν ὑπάρχοντα ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 δὲν θὰ ἦναι κατώτερον τῶν 13,000,000. Προβαίνων ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1884, μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα ταύτης δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰ 2 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐνῷ μᾶς ἔλεγε τοῦτο, μᾶς ἐπληροφόρει συγχρόνως, ὅτι ἐκ τῶν ἐψηφισμένων ἐσόδων δὲν θέλουσι βεβαιωθῆ ὑπὲρ τὰ 15 ἑκατομμύρια, παραλείψας νὰ προσθέσῃ, ὅτι καὶ εἰς τὰς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ψηφισθείσας πιστώσεις προσετέθησαν 15,000,000, ὥστε ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ὅστις εἰσήχθη πέρυσιν ἀπὸ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἄρτιος καὶ ἰσοσκελής, παρουσιάζεται σήμερον ἀπὸ τοὺς γεννήτορας αὐτοῦ ἠκρωτηριασμένος, διότι ἐκ μὲν τοῦ ἑνὸς ποδὸς, τοῦ ποδὸς τῶν ἐσόδων, ἀπέκοψε 15,000,000, εἰς δὲ τὸν ἕτερον πόδα τῶν ἐξόδων προσέθεσεν ἄλλα 15,000,000. Καὶ δὲν ἔλαβε μὲν δυσκολίαν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὸν ἐκτρωματικὸν αὐτὸν καὶ μὴ δυνάμενον νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του Προϋπολογισμὸν νὰ θέσῃ ἐπὶ τῆς κλίνης τοῦ Προκρούστου καὶ διαστέλλων τὸν ἕνα πόδα αὐτοῦ, συστέλλων δὲ τὸν ἕτερον, νὰ ζητῇ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι τὴν διαφορὰν τῶν 50 ἑκατομμυρίων θέλει περιορίσει εἰς 2 μόνα, καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, ὁ παρουσιάζων τοιοῦτον εἰδεχθὲς φαινόμενον, θέλει μὲν μείνει χωλὸς, ἀλλ’ ἔχων τὸν ἕνα πόδα ὀλίγας γραμμὰς μικρότερον τοῦ ἑτέρου, θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἵσταται εἰς τοὺς πόδας του. Δὲν ἐδυσκολεύθη ἐπίσης νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1885 θέλει ἀφήσει περίσσευμα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ποῖος μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ τὰς ἐπανειλημμένας ἀποτυχίας δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις; Διὰ νὰ πιστεύσῃ τις εἰς τοιαῦτα τερατολογήματα πρέπει νὰ πάσχῃ—ἂς συγχωρηθῇ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ῥῆσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ— ἀπὸ τὸ πάθος τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ πρέπει μάλιστα νὰ ἔφθασε τὸ πάθος του εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀμβλύνονται αἱ σωματικαὶ καὶ ψυχικαὶ δυνάμεις, καὶ δὲν εἶναι ὁ πάσχων εἰς κατάστασιν οὔτε νὰ βλέπῃ, οὔτε νὰ κρίνῃ ὀρθῶς τὰ πράγματα. Ἀφοῦ τὸ 1883, περὶ τοῦ ὁποίου μᾶς ὑπεσχέθησαν ὅτι θέλει ἔχει περίσσευμα, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀφίνει ἔλλειμμα μεγαλείτερον τῶν 13,000,000, ἀφοῦ τὸ 1884, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο παρίστανον μὲ περίσσευμα, παρουσιάζει σήμερον ἀποτελέσματα τοσοῦτον ἐκτρωματικά, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι θὰ ᾖναι ἀσφαλέστεραι αἱ διὰ τὸ 1885 προῤῥήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἰδοὺ, κύριοι, διὰ ποῖον λόγον κατέπεσεν ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, καὶ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ καλυφθῇ τὸ δάνειον, μολονότι ἐξεδόθη εἰς τοσοῦτον ἐξευτελιστικὴν τιμήν, πολὺ κατωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐβεβαίωνεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἠθέλομεν ἐπιτύχει. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν πρώτην αἰτίασιν, ἥτις ἀπεδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν δευτέραν αἰτίασιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ αἰτίασις αὕτη εἶναι αὐταπόδεικτος· δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀναγνώσητε τὸν νόμον διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι τόσον ἡ ἀξία τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι προεπωλήθησαν, ὅσον καὶ ἡ προκαταβολὴ τῶν 35,000,000, ἔπρεπεν ἅμα εἰσπραττόμεναι νὰ παραδίδωνται εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ νὰ ἐπέλθῃ μετὰ ἐννέα μῆνας ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ Νόμου ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ μεταχειρίζεται τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ ἐνεργῇ οἱανδήποτε πληρωμήν· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἡ ἀξιέπαινος συνήθεια, ὁσάκις πρόκειται περὶ κατεπείγοντος ἔργου ἢ σπουδαίας ὅπως δήποτε ἐπιχειρήσεως, νὰ δημιουργῆται εἰδικὸς πόρος, καὶ τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τοῦ πόρου τούτου νὰ κατατίθενται εἰς εἰδικὸν ταμεῖον διὰ νὰ χρησιμεύωσιν ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου· οὕτως ἐπράξαμεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, οὕτω πράττουσι πολλοὶ Δῆμοι διὰ τοὺς λιμένας, τὰ ὑδραγωγεῖα κλπ. Τοιοῦτό τι συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὑπῆρχεν ἀπόλυτος καὶ ἐπείγουσα ἀνάγκη, πρῶτον μὲν ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δεύτερον δὲ νὰ εὑρεθῶσι τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς κατασκευὴν τοῦ στόλου, καὶ τρίτον νὰ προμηθευθῶσι τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια διὰ τοὺς σιδηροδρόμους· ἐπειδὴ δὲν ἐπήρκει ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς ὅπως γίνωσι ταῦτα, ἐψηφίσθη τὸ δάνειον, καὶ ὁ περὶ τούτου νόμος ῥητῶς ἐκανόνισεν, ὅπως τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα χρησιμεύσωσιν ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς τρεῖς τούτους σκοπούς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ πρῶτος τῶν σκοπῶν τούτων, ὁ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐθεωρήθη ὡς μέλλων νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέσῃ μέρος τοῦ δανείου τούτου ὑπὸ ὅρους λίαν βαρεῖς καὶ λίαν ἐξευτελιστικούς, ὅπως δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον κεφάλαια, καὶ ἐξοφλήσῃ τὸ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος της. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὸ πρῶτον τριτημόριον τῶν 72 ἑκατομμυρίων νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης τριμηνίας, ἤτοι κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου, τὸ δεύτερον τριτημόριον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουλίου καὶ τὸ τελευταῖον κατὰ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου. Ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἔπραξεν οὕτω καὶ ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα δὲν εἰσῆλθον ὁλοσχερῶς εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἐγένετο χρῆσις μέρους αὐτῶν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προσβάλῃ τὴν πίστιν ἡμῶν· ὅταν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐμάνθανον ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῶν Τραπεζῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, δανεισθεῖσα ὑπὸ βαρεῖς ὅρους διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ καταθέτῃ ἀμέσως τὰ εἰσπραττόμενα εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλ’ ὅτι μετεχειρίζετο μέρος αὐτῶν πρὸς ἄλλους σκοποὺς, ἐκλονίζετο ἡ δημοσία πίστις καὶ ἐξευτελίζετο· εἶναι δὲ καὶ τοῦτο μία ἀπὸ τὰς αἰτίας τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου καὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ τρίτον θέμα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς 25,200 μετοχάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποφασίσει νὰ λάβῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀπεσύρθη.
§66Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πιθανὸν πάλιν νὰ τὰς λάβῃ.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσατε πέρυσιν, ἐκ τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπωλήθησαν ὁριστικῶς εἰς τοὺς Τραπεζίτας, ὑπεχρεώθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ λάβῃ 25,200, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀκυρωθῇ παλαιά τις καὶ σχεδὸν λησμονημένη σύμβασις τοῦ 1880, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ εἰς τὸ Κράτος 10,000,000 παλαιῶν δραχμῶν ἐπὶ τόκῳ 7%. Ἐπειδὴ δὲ ἡ τιμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν αἱ 110,000 ὁμολογίαι, ἔδιδε τόκον ἀνώτερον τῶν 7%, συνεφωνήθη νὰ μὴ ὠφεληθῇ τὴν διαφορὰν ταύτην ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον, καὶ διὰ τοῦτο τὰς 25,200 ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ Τράπεζα, ἔμελλε νὰ τὰς πληρώσῃ οὐχὶ πρὸς 342½, ἀλλὰ πρὸς 357 καὶ 15)00. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τιμῶν ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν 369,180. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς συμμετοχῆς τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον. Ἡ Τράπεζα εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ πᾶν περίσσευμα ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς ἐγγραφῆς, ἐξ ὧν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἔμελλον νὰ περισσεύσωσι 10 δραχμαὶ καθ’ ὁμολογίαν, περιπλέον δὲ καὶ τὴν jouissance τὸν τόκον μιᾶς ἑξαμηνίας, συνιστάμενον εἰς 12 καὶ 50 λεπτὰ καθ’ ὁμολογίαν· πάντα δὲ ταῦτα τὰ ὠφελήματα συνεφωνήθη νὰ τὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον, πληρονόμενον οὕτω διὰ πᾶσαν ὁμολογίαν πρὸς δραχμὰς 380 περίπου. Ἐκ τούτων ἐκέρδιζε τὸ Δημόσιον τὰ ἑξῆς· ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου 369,180, ἐκ τῆς jouissance 315,000 καὶ ἐκ τῶν ἐξόδων, ὑπολογιζομένων πρὸς 10 δραχμὰς καθ’ ὁμολογίαν, 252,000, τὸ ὅλον 936,180. Συνεφωνήθη περιπλέον ἢ μᾶλλον, ἐπεφυλάχθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ δικαιώματος νὰ ἀπομακρύνῃ μετὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ κρατήσῃ αὐτὴ τὰς ὁμολογίας, ἀνακαλοῦσα εἰς τὴν ζωὴν τὴν σύμβασιν τοῦ 1880, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο νὰ δανείσῃ ἡ Τράπεζα, ὡς προεῖπον, δέκα ἑκατομμύρια πρὸς 7%· ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη ἐγένετο προδήλως πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, διότι κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχε πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ δάνειον ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ εἰς τιμὴν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000· ἀφοῦ δὲ ἐκεῖνο ἐξεδόθη πρὸς 373, ἦτο πολὺ πιθανὸν κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ προκείμενον νὰ ἐκδοθῇ εἰς ἀνωτέραν καὶ τῶν 380 δραχμῶν, καὶ οὕτω νὰ προκύψῃ κέρδος ἀνώτερον τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καλῶς ποιῶν ἐξησφάλισεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· διὰ τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει ἐτέθη ῥητὸς ὅρος ὅτι μετὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς συμμετοχῆς ἀπὸ τοῦ δανείου καὶ νὰ κρατήσῃ αὐτὴ τὰς ὁμολογίας, ἐπαναφέρουσα εἰς τὴν ζωὴν τὴν σύμβασιν τοῦ 1880. Ἀλλὰ τί συνέβη; πρὶν ἀκόμη ἐνεργηθῇ ἡ δημοσία ἐγγραφὴ, ἐμάθομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπήλλαξε τὴν Τράπεζαν τῆς συμμετοχῆς ταύτης, ἡ δὲ ἀπαλλαγὴ αὕτη ἐστέρησε τὸ Κράτος τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἀπολαύσει ἐκ τῆς συμμετοχῆς καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέβαινον εἰς 930 χιλιάδας. Ἤκουσα μίαν ἡμέραν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα, ὅτι ἡ ζημία δὲν εἶναι πραγματική· διότι ἀποσυρομένη τοῦ δανείου τούτου ἡ Τράπεζα, ὑποχρεοῦται νὰ δανείσῃ εἰς τὸ Κράτος 10,000,000 πρὸς 7%, καὶ ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν δάνειον μὲ τόσον τόκον. Κατὰ τοῦτο ἔχει ἐν μέρει δίκαιον, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου ἐξασφαλίζει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μόνον τὸ πρῶτον ὠφέλημα, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν 369,000 δραχμῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἄλλα δύο, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, ἤτοι τὸ κέρδος ἐκ τῶν ἐξόδων καὶ τὴν juissance, συμποσούμενον εἰς δραχμὰς 569,000. Ἤθελον δὲ μείνει καὶ ταῦτα πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἀπαλλάξασα τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν, ἐκράτει καὶ διέθετεν ὑπὲρ ἑαυτῆς τὰς ὁμολογίας, ἀλλ’ ὡς ἠκούσαμεν τὰς παρεχώρησεν εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Τραπεζιτῶν μὲ τοὺς ὅρους, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχον παραχωρηθῆ καὶ αἱ ἄλλαι ὁμολογίαι. Τοῦτο, κύριοι, δι’ ἐμὲ ἀποβαίνει ἀκατάληπτον, καὶ περιμένω νὰ ἀκούσω τὰς ἐξηγήσεις, ἃς θέλει δώσει ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι κατ’ ἐμὲ, ἀφοῦ ἀπεσύρθη ἡ Τράπεζα, ἐὰν αἱ 25,200 ὁμολογίαι ἐξεδίδοντο εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Κράτος ἤθελεν ὠφεληθῆ ἀκόμη καὶ 4 δραχμὰς διὰ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν 342½ καὶ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ δάνειον, ἤτοι 100,800 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ ὁμολογίαι αὗται ἐδόθησαν εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Τραπεζιτῶν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶχον δοθῆ καὶ αἱ ἄλλαι, πᾶσαι αὗται αἱ ὠφέλειαι, συμποσούμεναι εἰς δραχμὰς 669,880 αἱ ὁποῖαι ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἐτράπησαν εἰς τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζιτῶν. Ἐγὼ ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὴν Σύμβασιν καὶ τὸν Νόμον, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἀπήντησα τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Δημοσίου, ὅπως δώσῃ τὰς ὁμολογίας εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Τραπεζιτῶν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε ἀποσυρθῆ ἡ Τράπεζα. Καὶ ἐννοῶ τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὰς ὁμολογίας ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ καὶ διατί, ἀφοῦ τὰς ἀπέσυρε, δὲν τὰς ἐκράτησε νὰ τὰς ἐκδώσῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ὠφεληθῇ τὰς 667 χιλιάδας. Τελειόνω, κύριοι, ἀνακεφαλαιόνων ὡς ἑξῆς α.) ἐναντίον τῶν ὑποσχέσεων καὶ τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἔκδοσις εἰς ἐγγραφὴν τοῦ δανείου ἐγένετο πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τοῦτο δὲ κατὰ τὴν κρίσιν πολλῶν ἐπέφερε ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον· βʹ.) τὸ Ὑπουργεῖον, παρανόμως ἐνεργοῦν, ἔβαλε χεῖρα εἰς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προσδιωρισμένα διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ διέθεσε μέρος αὐτῶν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐκ τούτου δὲ ἐγένετο παραίτιον νὰ κλονισθῇ ἡ δημοσία πίστις καὶ νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν, καὶ γʹ.) ὅτι διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς συμμετοχῆς τοῦ δανείου ἐπῆλθε ζημία ἱκανῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸ Δημόσιον.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς διευκρινίσεως τῆς ἀπορίας τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συμβάσεως. Ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν αἵρεσιν, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὡς καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, μετασχὼν τῆς συζητήσεως κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο, ἐθεώρησαν ὅτι τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 ἐξησφάλιζεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πλήρη τὴν ὠφέλειαν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἐγγραφῇ ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἐκ τοῦ δανείου πέραν τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, τῶν ὁριστικῶς ληφθεισῶν ὑπὸ τῆς ὁμάδος. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, παρέλειψαν νὰ ἀναγνώσωσι τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει πραγματοποίησιν τῶν 110,000 ὁμολογιῶν (θόρυβος). Τὸ ἄρθρον 6 ἐν πρώτῳ ἐδαφίῳ πραγματεύεται περὶ τῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ὑπὸ αἵρεσιν λαμβανόμεναι ὁμολογίαι δὲν ἤθελον πραγματοποιηθῆ κατὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελον πραγματοποιηθῆ· τὸ δεύτερον ἐδάφιον λέγει ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον πραγματοποιηθῆ καὶ ἐφ’ ὅσον ἤθελον πραγματοποιηθῆ, θέλει γίνει ἡ διανομή, ἣν καὶ κανονίζει τὸ ἐδάφιον καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἄρα περιπτώσει καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐξασκεῖται ὑπὸ τῆς ὁμάδος δικαίωμα ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν τῆς αἱρέσεως, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει τὸ δάνειον ὑπολογίζεται ὑπὲρ τῆς ὁμάδος ἀντὶ 342,50, μετὰ ταύτης τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν δύω περιπτώσεων, ὅτι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἐνῷ ἡ ὁμὰς καταβάλλει τὰς 342,50 δραχμὰς, θέλει ὠφεληθῆ τὴν ἐπὶ πλέον τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν, ἀνθ’ ἧς θέλει δυνηθῆ νὰ διαθέσῃ αὐτὰς, ὅταν εὕρῃ ἀγοραστὰς, εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν λαμβάνει δύω δραχμὰς ἐκ τῶν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει ἐπὶ πλέον τῶν 342½ καταβαλλομένων, ἀπαλλασσομένης τῆς ὁμάδος ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς καταβολῆς τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐγγραφεισῶν ὁμολογιῶν, ἀφοῦ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ κοινοῦ. Καὶ ἐν τῇ μιᾷ περιπτώσει καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ, τουτέστιν εἴτε πραγματοποιηθῶσιν, εἴτε μὴ, αἱ 110,000 ὁμολογίαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν αἵρεσιν, ὑπὲρ τῆς ὁμάδος θέλει καταλογισθῆ, ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἀγοραίας καὶ τῆς τιμῆς τοῦ ὁριστικοῦ, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τελευταίας ταύτης τιμῆς καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως μεῖον δύω δραχμαί· ἂν πραγματοποιηθῇ ἐν τῇ ἐγγραφῇ καὶ ἐφ’ ὅσον πραγματοποιηθῆ ἡ διάθεσις τῶν ὑπὸ αἵρεσιν ὁμολογιῶν, γίνεται ὁ ὑπολογισμὸς δι’ ἀφαιρέσεως δύω δραχμῶν ἀπὸ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, καὶ τὸ Δημόσιον πληρώνει εἰς τοὺς τραπεζίτας τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ὑπολοίπου καὶ τῆς τιμῆς τοῦ ὁριστικοῦ, ἂν δὲν πραγματοποιηθῆ, γίνεται διὰ προσθέσεως....
§69Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὸ κείμενον.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδού: «Ἐκ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ ἄρθρου, καθ’ ὃ τὸ ἐγγραφὲν ποσὸν ἐκ τῶν ὑπὸ αἵρεσιν ὁμολογιῶν καταλογίζεται ὡς πρὸς τοὺς συμβληθέντας ἀντὶ 342,50, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπὶ πλέον μεταξὺ τούτων διαφορά....
§71ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορά.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Κατὰ τὴν πρώτην καταλογίζονται αἱ 110,000 ὁμολογίαι τῆς αἱρέσεως ἐπὶ τιμῇ 342,50, ἑπομένως ὑπὲρ τῆς ὁμάδος θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν ὁριστικῶς ληφθεισῶν ὁμολογιῶν καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀγοραίας· κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν «ἡ μεταξὺ τοῦ ἐσχάτου ὁρίου καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως διαφορὰ ἐπὶ τῶν εἰς αἵρεσιν (option) ὑπαγομένων ὁμολογιῶν, καθ’ ὅσον πραγματοποιηθῶσι κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, διανεμηθήσεται ἐξ ἴσου μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συμβαλλομένων Τραπεζῶν». Κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τὸ Δημόσιον δὲν λαμβάνει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ θέλει δοθῆ εἰς τὴν ὁμάδα τὸ ἥμισυ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς τιμῆς τῶν ὁριστικῶς λαμβανομένων ὁμολογιῶν. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἡμίσεος τούτου φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ὡς καὶ ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ πρώτου ἐδαφίου, τουτέστιν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενον μικρὸν θὰ παραλλάσσῃ τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἐν τῷ ἐδαφίῳ πρώτῳ ὁριζομένου, ἀφοῦ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως, ἐξ ἧς θ’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ δύω δραχμαὶ, δὲν εἶναι ἡ τῶν 346½, ἀλλ’ ἡ τῶν 345, ἃς τὸ πρόγραμμα ὁρίζει ἐπὶ ἀμέσῳ πληρωμῇ καὶ ἄλλαι ὡς ἐκ τοῦ καταλογισμοῦ τοῦ χρεωλύτρου θὰ ὑπάρχωσιν ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν δύω ἐδαφίων διαφοραὶ καὶ εἰς βάρος τῆς περιπτώσεως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ὁμάδα ἡ περίπτωσις τοῦ ἐδαφίου πρώτου περιέχει πολλὰς ἐπιβαρύνσεις, ὧν εἶναι ἡ ὁμὰς ἀπηλλαγμένη κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐδαφίου δευτέρου, οὐδὲ δύναται νὰ ἔχῃ αὕτη ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ πρώτου ἐδαφίου βεβαιότητα, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ διαθέσῃ τὰς ὁμολογίας εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῆς παρ’ αὐτῆς καταβληθησομένης. Ὥστε ἀβάσιμοι ἀποδεικνύονται οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας περὶ τῶν κερδῶν, ἅτινα οἱ συμβαλλόμενοι θέλουσι πραγματοποιήσει ἐκ τῶν εἰς τὴν αἵρεσιν ὑποκειμένων ὁμολογιῶν. Τὸ κέρδος, ἐὰν ὑπάρξῃ, ἐξήρτηται ἐκ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἀγοραίας ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν· πᾶς δὲ ἀπὸ τοῦδε ὑπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης ἀξίας εἶναι αὐθαίρετος. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς αἱρέσεως, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δὲ ζητήματα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, ἐπιλαμβανόμενος αὐτῶν ἐν ᾗ σειρᾷ ἀνέπτυξε τὰ κατ’ αὐτὰ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, παρατηρῶ ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐν πρώτοις ἔψεξε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· δὲν ἀποδέχεται τὴν γνώμην συναδέλφων αὐτοῦ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἐκ τούτου ἐπῆλθε ζημία, ἔδει ἄρα ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη ἐν τούτῳ παρανόμως· διότι ἂν δὲν πρόκειται περὶ παρανομίας, δὲν ἐννοῶ περὶ τίνος ἄλλου ἠδύνατο νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζημίωσεν, ἂν δὲν παρηνόμησε, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἐννοῶ νὰ ψέγῃ τις διὰ παρανομίαν, νὰ ψέγῃ διότι χωρὶς νὰ παρανομήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐζημίωσε τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐὰν οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο ἐγένετο, καὶ τοῦτο ὁμολογεῖ ὁ κ. βουλευτής, ἀγνοῶ εἰς τί ἀφορᾷ ἡ παρατήρησίς του. Ὑπάρχει νόμος, κανονίζων τὰ περὶ τοῦ δανείου· δὲν ἐννοεῖ δὲ βεβαίως ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἐψήφισε νόμον μὴ ἐπιδεχόμενον παρερμηνείαν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι εἶναι καθαρὸν τὸ γράμμα αὐτοῦ, ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν συμβαλλομένων τὴν ἐνάσκησιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τῶν διὰ τοῦ νόμου χορηγουμένων· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν ἤθελε δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ὁμάδα νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἄρσεως· ἀλλ’ οὐδὲ εἶχεν ἀφορμὴν ἵνα ἐμποδίσῃ αὐτὴν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὧν χάριν ἐθεώρει ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου νὰ πραγματοποιηθῇ μετὰ τὴν ἄρσιν, εἶχον ἐπέλθει. Ἡ Κυβέρνησις ὅτε εἰσήγαγε τὰ περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν, ἐθεώρει, ὡς ἐξήγησε καὶ τότε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον, ὅτε ἡ κοινωνία θὰ εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν θὰ ὑπῆρχε, διότι ἡ τοιαύτη πεποίθησις ἔχει οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα· ἀλλὰ ταῦτα εἶχον ἐπιτευχθῇ καὶ ἀπόδειξις ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος μαρτυροῦσα ὅτι ἐν τῇ πεποιθήσει τῆς κοινωνίας ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο γεγονὸς τετελεσμένον. Δὲν εἶχεν ἄρα λόγον ἡ Κυβέρνησις ἵνα παρεμβῇ ὅπως ἐμποδίσῃ ἠθικῶς τοὐλάχιστον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐπὶ τιμῇ 346,50 ἐθεώρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὡς ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ παραβαλὼν ταύτην πρὸς τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, εἶπεν: Ἰδοὺ πόσον ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατέπεσεν ἐν τῇ Δημοσίᾳ πίστει· ἵνα μὴ ὑποτεθῇ δὲ ὅτι ἡ κατάπτωσις αὕτη δὲν εἶναι εἰδικὴ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ σχετίζεται πρὸς τὴν ἐν γένει οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης, ἀνέφερεν ἕτερα δάνεια, τὰ ὁποῖα διατελοῦσι σήμερον ἐν ᾗ καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θέσει ἢ καὶ ἐν θέσει βελτιωμένῃ· εἶπε δὲ ὅτι προτιμᾷ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀντιπαράθεσιν τὰ δάνεια οὐχὶ τῶν σπουδαιοτέρων οἰκονομικῶς ἐθνῶν, ἀλλὰ τῶν ἐθνῶν τῶν οἰκονομικῶς διακυμαινομένων. Ἀκριβῶς ὅμως τὸ ἐναντίον ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐὰν ἤθελε νὰ κρίνῃ περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῶν οἰκονομικῶν τῆς Εὐρώπης. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει οὐχὶ τὰς τιμὰς τῶν δανείων τὰς διακυμαινομένας ἐκ λόγων ἐσωτερικῶν τῶν οἰκείων Κρατῶν, λόγων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν ἐν γένει κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἐκείνας τὰς ἀγορὰς, τῶν ὁποίων αἱ τιμαὶ κανονίζονται κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐμπορίου· τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ ἀγοραὶ τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Παρισίων. Ὅταν λάβωμεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀγορὰν τῶν Παρισίων καὶ τὰς τιμὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τί εὑρίσκομεν; Λαμβάνω τὸ δάνειον τὸ Γαλλικὸν τῶν 3%, διότι τὸ δάνειον τῶν 5% μετετράπη ἐν τῷ μεταξὺ καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὅρος συγκρίσεως, καὶ τί εὑρίσκω; ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τουτέστι τὴν 5)17 Ἰουνίου 1881 ἐτιμᾶτο τὸ δάνειον ἐκεῖνο 86,85 ἕως 86,80· σήμερον ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 τιμᾶται 79,19 ἕως 79,40· ὑπάρχει ἄρα ὑποτίμησις ἀνωτέρα τῶν 7 φράγκων, ἤτοι πλέον τῶν 9%. Ἐπειδὴ δὲ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, 5½%, παρατηρεῖτε ὅτι τὸ δάνειον ἐκδίδεται ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ τῆς ἀντιστοιχούσης εἰς τὴν προειρημένην ἀναλογίαν. Τὸ γενικὸν ἐμπόριον εὑρίσκεται σήμερον εἰς χείρονα θέσιν τοῦ γενικοῦ ἐμπορίου κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 κατὰ 9%, καὶ ὅμως τὸ δάνειον ἐκδίδεται ἐπὶ ἐλαττώσει τιμῆς μόνον 5½%. Ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας οὐ μόνον παρεγνώρισε τὴν τοιαύτην κατ’ ἀναλογίαν ἐκτίμησιν τῆς διαφορᾶς, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὴν, ἤτοι τὰ 5½% ἐπὶ πλέον ἐν τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ὡς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν πλείστων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐκείνου οὐδόλως ἀπήλαυσε τιμῆς ἀνωτέρας τῆς τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ὅστις ἤκουσε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἤθελεν ὑποθέσει ὅτι τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἀπήνεγκεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὰ πολὺ μεγαλείτερα, ἢ ὅσα τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο διατίθεται ἀντὶ 342,50 ἐφ’ ὅσον ἐξεδόθη εἰς ἐγγραφήν, εἰς ποίαν δὲ τιμὴν θέλουσι τοποθετηθῆ αἱ 120,000 ὁμολογίαι αἱ ὑπὸ τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου μένουσαι, δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν ἤδη, ὥστε περὶ τούτου νὰ πραγματευθῶμεν. Παραβάλλοντες τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ διατεθὲν ἤδη ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ πρὸς τὴν ἐν γένει διάθεσιν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τί εὑρίσκομεν; ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τούτου τὸ ληφθὲν δυνάμει τῆς αἱρέσεως ὑπὸ τῶν συμβληθέντων, ἤτοι 120,000 ὁμολογίαι, δὲν ἀπήνεγκεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 342,50, ἀλλὰ μόνον 340, ἐπίσης 340 ἀπήνεγκε καὶ τὸ ποσὸν τοῦ αὐτοῦ δανείου τὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διατεθὲν διὰ τῶν Προξενείων, ἤτοι ὁμολογίαι 30, 000· ἑπομένως ἐπὶ ὁλικοῦ ποσοῦ ὁμολογιῶν 240,000, αἱ 120,000 διατεθεῖσαι πρὸς τοὺς συμβληθέντας, καὶ ἕτεραι 30,000 ὁμολογίαι διατεθεῖσαι ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τουτέστιν ἐν συνόλῳ 150,000 ὁμολογίαι ἐκ τῶν 240,000, ἀπήνεγκον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 2½ φράγκα ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἐξ ἑκάστης ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἀπενεχθέντων· μόναι δὲ 90,000 ὁμολογίαι διετέθησαν πρὸς 373 φράγκα ἑκάστη· ὥστε καίτοι τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἐκδίδεται ἐν ἐποχῇ οἰκονομικῶς πολὺ ὀλιγώτερον εὐνοϊκῇ τῆς καθ’ ἣν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, οὐχ ἧττον ὅμως ὡς ἐκ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεπραγματεύθη ἡ Κυβέρνησις τὰ περὶ αὐτοῦ πρὸς τὴν ὁμάδα ἐπετεύχθη ἀνωτέρα ἀποφορά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὑπελόγισε διαφορὰν εἰσπράξεως πρὸς ὅρον συγκρίσεως παρ’ αὐτοῦ αὐθαιρέτως δημιουργηθέντα καὶ παρέστησεν ὅτι ζημιοῦται τὸ Δημόσιον ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν διαφορὰν ταύτην, ἀλλ’ ὁ ὅρος συγκρίσεως ὑπῆρξεν αὐθαίρετος καὶ κατὰ φαντασίαν μόνον ζημιούμεθα τὴν διαφοράν. Ἂν ἀντὶ νὰ συγκρίνῃ πρὸς τοὺς ἰδανικοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἐπενόησεν, ὑπελόγιζε πρὸς τὸν γνωστὸν ὅρον τῆς ἀποφορᾶς τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ὅστις ἦτο πραγματικός, ὡς ἔχων ἱστορικὴν ὑπόστασιν, ἀντὶ ζημίας ἑκατομμυρίων, ἤθελε βεβαιώσει τὴν ἐπὶ πλέον ἀπόδοσιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 τουτέστι τὴν διαφορὰν τῶν 2½ δραχμῶν κατὰ ὁμολογίαν ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ πραγματοποιηθέντος. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας προέβη καὶ εἰς ὑπολογισμοὺς ἄλλους. Ὑπολογίζει ὡς κέρδος τῶν συμβληθέντων τὴν jouissance, καὶ καλῶς ὑπολογίζει αὐτήν, τουτέστι τὸ τοκομερίδιον τὸ λαμβανόμενον δι’ ἐποχήν, καθ’ ἣν δὲν εἶχεν ἔτι καταβληθῆ τὸ χρῆμα. Ὑπολογίζει ὅμως προσέτι ὡς δεύτερον κέρδος καὶ τὸν τόκον τῆς προκαταβολῆς, ἐνῷ ἐν τούτῳ ἀκριβῶς κεῖται ἡ ἐκ τῆς jouissance ὠφέλεια...
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν τὸ ἐνοήσατε, διὰ τοῦτο ὑπελογίσατε κακῶς.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἐνόησα αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε τώρα.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπατε ὅτι οἱ προκαταβαλόντες ἔλαβον τόκον καὶ ἔλαβον προσέτι καὶ τὴν jouissance.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πλὴν τούτων, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προβαίνων εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ εἶπεν ὅτι ἐκ τῶν δοθέντων εἰς τοὺς τραπεζίτας χάριν τῶν ἐξόδων τοῦ δανείου δὲν ἐδαπανήθη τὸ ὅλον, προσέθηκε δὲ καὶ ταῦτα τὰ κατ’ αὐτὸν μὴ δαπανηθέντα καὶ ηὔξησεν οὕτω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἰδανικῶν ἑκατομμυρίων. Πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας περὶ τῶν μὴ δαπανηθέντων; Ἐπετρέπετο νὰ ἐκφράσῃ ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν ἐδαπάνησαν οἱ τραπεζῖται τὸ ὅλον καὶ νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, ἀλλὰ δὲν ἐπετρέπετο νὰ παριστᾷ ὡς θετικοὺς ὑπολογισμοὺς ἀθροίσεις ἀριθμῶν ἐπὶ οὐδενὸς στηριζομένων δεδομένου ἐπισήμου ἢ καὶ ἀνεπισήμου. Οἱ τραπεζῖται διατείνονται ὅτι ἐδαπάνησαν πλείονα τῶν εἰς αὐτοὺς διὰ ἔξοδα χορηγηθέντων· τοῦτο ἐπίσης διατείνονται ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν ἴσως καὶ ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον ἐξωνήσαντο τὸν εὐρωπαϊκὸν τύπον· ἀλλ’ ἂν ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσιν ἀποδείξεις δυναμένας νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ὑπολογισμούς, πολλῷ μᾶλλον ὁ μέχρι δραχμῆς καθορισμὸς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ οἱ τραπεζῖται δὲν ἐδαπάνησαν εἶναι ὅλως αὐθαίρετος. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ἐπραγματοποίησεν ἢ δὲν ἐπραγματοποίησεν ἐκ τοῦ δανείου, ποίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προσδιορισθείσης ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου τιμῆς αὐτοῦ. Ἐπικρίνει ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ δάνειον ὡς ἐκδοθὲν ἐπὶ τιμῇ εὐτελεῖ, ἀλλ’ ἄν ἐξεδίδετο ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ, ἀφοῦ μόνον τὸ εἰς τοὺς τραπεζίτας ἀνῆκον ποσὸν διετέθη διὰ τῆς ἐγγραφῆς, τὸ δημόσιον οὐδὲν θὰ ὠφελεῖτο ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς, αὐτῶν δὲ τὰ κέρδη θὰ ἦσαν μεγαλείτερα. Ἐὰν τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ἐπὶ τιμῇ ἑκάστης ὁμολογίας φράγκων 373, ὡς ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, οἱ τραπεζῖται θὰ ἀπελάμβανον ὅλον τὸ κέρδος, τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν 373 πρὸς τὰ 346½· διότι τὸ ποσὸν τὸ διατεθὲν ἐν τῇ ἐγγραφῇ εἶναι τὸ ὁριστικῶς εἰς αὐτοὺς ἀνῆκον καὶ οὗ τὸ ἀντίτιμον πρὸς 342½ καταβληθὲν παρ’ αὐτῶν εἰσεπράχθη παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τρεῖς δόσεις. Πᾶσα ἄρα κατὰ τὴν ἔκδοσιν διαφορὰ τιμῆς ὑπὲρ τὰ 342½ ἀνήκει εἰς τοὺς κυρίους τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἄν ἦτο τοιαύτη, οἵαν ἠξίου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, μόνα αὐτῶν τὰ κέρδη θὰ ηὔξανεν· ἐπίσης δὲ καὶ ἐὰν ὑπῆρξε ζημία ἐκ τῆς ὁρισθείσης τιμῆς τοῦ δανείου, ἡ ζημία αὕτη ἐπέπεσεν ἐπὶ μόνους αὐτούς. Συζητοῦντες περὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως ἤδη μετὰ τὴν κάλυψιν μόνου τοῦ ποσοῦ τοῦ ὁριστικῶς ληφθέντος ὑπὸ τῶν Τραπεζιτῶν, δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο, ἡ μόνη τιμὴ ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι ἡ πρὸς τοὺς τραπεζίτας συμφωνηθεῖσα τῶν 342½ ἢ κατὰ 2½ δραχμὰς ἀνωτέρα τῆς συμφωνηθείσης ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120,000,000· ἡ τιμὴ δὲ τῶν 342½ ἦτο κατὰ ½ τοῖς ἑκατὸν ἀνωτέρα τῆς τρεχούσης ὅτε συνεφωνήθη, ἤτοι ὅτε ἐψηφίσθη τὸ δάνειον. Ἂν ἔκτοτε ἐπῆλθεν ὕψωσις τιμῶν, αὕτη δίκαιον εἶναι νὰ ὠφελήσῃ τοὺς ἀγοράσαντας τὰς ὁμολογίας καὶ καταβαλόντας τὸ τίμημα ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἡ τιμὴ ἦτο κατωτέρα· ἡ δὲ ὠφέλεια αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀγοράσαντες τὰς ὁμολογίας οἱ Τραπεζῖται ἐπὶ τῇ συνομολογήσει τῆς συμβάσεως ἀντὶ ἀμέσου καταβολῆς τῆς ἀξίας ὁρισθείσης ἐπὶ βάσει τῶν τότε τρεχουσῶν τιμῶν, εὐλόγως ἀπεξεδέχοντο ἐκ τῆς ἐγγραφῆς ὠφέλειαν ἀνωτέραν τοῦ συνήθους τόκου τῶν παρ’ αὐτῶν καταβληθέντων κεφαλαίων· διότι ἐὰν προέκειτο μόνον τὸν συνήθη τόκον νὰ ὠφεληθῶσι, δὲν εἶχον ἢ νὰ ἀγοράσωσιν ὁμολογίας ἐκδεδομένας καὶ ἐχούσας κεκτημένην κυκλοφορίαν. Ἂν οὗτοι συνεφώνησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα παραχωρήσωσι προκαταβολικῶς εἰς αὐτὴν τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην, ἔπραξαν τοῦτο ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ὠφελείας τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ ἐκείνης, ἐφ’ ᾗ προκατέβαλον τὸ χρῆμα. Πλὴν τῆς μομφῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐπανέλαβε καὶ τὴν ἑτέραν μομφὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέθεσε τὸ προκαταβληθὲν χρῆμα πρὸς σκοποὺς μὴ ἐπιτρεπομένους ὑπὸ τοῦ Νόμου. Ὁ Νόμος, εἶπεν, ἀναφέρει ῥητῶς τοὺς σκοποὺς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ τὸ χρῆμα, ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἐδαπάνησε πρὸς τοὺς σκοποὺς τούτους ἐν ἄλλῃ σειρᾷ ἢ τῇ ἀναφερομένῃ ἐν τῷ Νόμῳ, εἴτε ἐδαπάνησε καὶ πρὸς ἄλλους σκοποὺς προσωρινῶς τὸ χρῆμα, θεωρεῖ ὅτι παρηνόμησεν. Ἐγὼ τοὐναντίον ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον, εἰς ὃ ἀναφέρονται αἱ παρατηρήσεις αὗται τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εὑρίσκω ὅτι κατ’ οὐδὲν ἡ Κυβέρνησις ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῶν ὑπ’ αὐτοῦ διαγραφομένων, καὶ ὅτι ἤθελε πράξει ἔγκλημα πρὸς τὴν Πολιτείαν ἄλλως πολιτευομένη ἢ ὡς ἐπολιτεύθη ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Εἶχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς τὸ χρῆμα τὸ ἐκ τοῦ δανείου κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐν Γαλλίᾳ κατατεθὲν, εἶχε προσέτι ὀφειλὰς διὰ νομίμων πιστώσεων ἀνεγνωρισμένας· τὰς ὀφειλὰς ταύτας ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἠθικῶς ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ διὰ τοῦ χρήματος ἐκείνου, ἀφοῦ ἦτο τὸ εὐθηνότερον ὡς μὴ ἐπαγόμενον ἔξοδα μεταφορᾶς, ἤρκει μόνον διὰ τῆς πληρωμῆς ταύτης κατ’ οὐδὲν νὰ προσκόψῃ ἡ λειτουργία τῆς διατάξεως, εἰς ἣν ἀφώρα ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τὸ χρῆμα ἐλαμβάνετο χάριν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἐὰν ἄρα ἡ Κυβέρνησις διέθετε πρὸς ἀπότισιν νομίμου ὀφειλῆς τοῦ Κράτους τὸ χρῆμα τοῦτο διὰ τρόπου ἐπαγομένου ἀναβολὴν, ἔστω καὶ μιᾶς ἡμέρας, εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς βραδυτέρας καταβολῆς τοῦ χρήματος εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θά ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ· εὐθὺς ὅμως ὡς οὐδεμία ἕνεκα τῆς ἀποτίσεως τῆς ὀφειλῆς ἀναβολὴ ἐπέρχεται εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εὐθὺς ὡς κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν, τὸ ταχύτερον ἐργαζομένης πρὸς τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἔχῃ αὕτη ἅπαν τὸ χρῆμα ἐν τῷ ταμείῳ τῆς Τραπέζης, εὐθὺς ὡς τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸ χρῆμα θὰ ἦτο κατατεθειμένον ἐν αὐτῷ, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵνα θεωρηθῇ κατ’ οὐδὲν παραβιασθὲν εἴτε τὸ γράμμα, εἴτε τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ Νόμου. Ἡ Κυβέρνησις διέθεσε τὸ χρῆμα ἐν Εὐρώπῃ εἰς ἀπότισιν τῶν τόκων καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τῶν ἐθνικῶν δανείων· ἀπέναντι τῶν τόκων καὶ τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας τῶν δανείων τούτων ἔχομεν εἰσπράξεις ἐνταῦθα· αἱ εἰσπράξεις αὗται δὲν θὰ ἦναι ἀποχρῶσαι, ὅπως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τελευταίας καταθέσεως εἰς τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν τοῦ ἐκ Γαλλίας μετακομιζομένου χρήματος συμπληρωθῇ εἰς ἀπόδοσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, ἤτοι τῶν 72,000,000· διὰ τοῦτο ἐγκαίρως ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις ὅπως δι’ ἄλλων μέσων συμπληρωθῇ τὸ ἐλλεῖπον καὶ ἓν τῶν μέσων τούτων εἶναι ἡ ἀπόκτησις τῶν ἐννέα ἑκατομμυρίων διὰ τῆς τροπῆς τῆς εἰς τὸ δάνειον μετοχῆς τῆς Τραπέζης, τὸ ἕτερον δὲ μέσον εἶναι συμφωνίαι πρὸς ἄλλας Τραπέζας, πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως ἀπέναντι ὁμολογιῶν τοῦ δανείου καταθέσωσι πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἅπαν τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος· ἑπομένως ἐντελῶς εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Μένει ἡ ἄλλη παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας ὡς τρίτη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μομφὴ, ὅτι αὐτή ἡ τροπὴ τῆς εἰς τὸ δάνειον μετοχῆς τῆς Τραπέζης ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Νόμου, ἔστω καὶ ἂν ἡ παραβίασις αὕτη ἐγένετο πρὸς σκοπὸν τὸν ὁποῖον ὁ Νόμος δὲν ἀποκρούει, ἀφοῦ ἐγένετο διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον ὁ Νόμος ἀποκρούει. Πᾶν τὸ γενόμενον ὡς πρὸς τὴν εἰς τὸ δάνειον μετοχὴν τῆς Τραπέζης καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐκ τῆς τροπῆς νέον δάνειον τῆς Τραπέζης στηρίζεται ἐπὶ ῥητῶν διατάξεων τῶν συμβάσεων καὶ τοῦ Νόμου. Κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸς τὴν Τράπεζαν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῆς, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρὶν καθεστὼς ὡς πρὸς τὸ δάνειον τὸ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ὡς πρὸς δὲ τὴν ὁμάδα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ πρὸς αὐτὴν ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν ὁριστικῶς λαμβανομένων ὁμολογιῶν 110,000 ὁμολογίας. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως, αὐτὸ τοῦτο τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνεγνώσθη ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ῥητῶς λέγει, ὅτι 55,000,000 δάνειον δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς ὁμάδος ὁριστικῶς λαμβανομένων τῶν ὁμολογιῶν ἀντὶ τιμῆς 342 50)00. Τοῦτο τὸ δικαίωμα τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἀναγεγραμμένον δι’ οὐδεμιᾶς ἄλλης διατάξεως καταργεῖται. Διὰ συμφωνίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς τραπεζίτας ἐπρόκειτο ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τούτων νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁμολογίας ἀνταποκρινομένας εἰς ποσὸν 9,000,000· ἀλλὰ ὅτε τὴν περὶ τῆς διαθέσεως ταύτης συμφωνίαν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀδείᾳ τοῦ Νόμου ἡ Κυβέρνησις μετατρέπει εἰς ἄλλην συμφωνίαν, δύναται κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Νόμου νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν Τραπεζιτῶν τὸ ποσὸν, διότι ἔμενε πάντοτε τοῦτο διαθέσιμον ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 110,000 ὁμολογιῶν τοῦ ἄρθρου 6. Ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ διαθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπὲρ τῶν Τραπεζιτῶν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ κρατήσωμεν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ἵνα τὸ διαθέσωμεν βραδύτερον ἐπὶ τιμῇ βελτίονι· ἀλλὰ δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 6 ἐπικεκυρωμένου διὰ Νόμου ἑπομένως θέσιν Νόμου ἐπέχοντος, ἐπετρέπετο νὰ τὸ διαθέσωμεν, ἑπομένως διαθέσαντες αὐτὸ ἐπράξαμέν τι νόμιμον. Ἔρχεται τὸ ζήτημα μὴ ἐπράξαμέν τι ἐπιζήμιον; Ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι παραχώρησις εἰς τὴν ὁμάδα ὁμολογιῶν ὁριστικῶς εἶναί τι ἐπιζήμιον, τότε ἐπράξαμέν τι ἐπιζήμιον. Ἡ παραχώρησις ὁμολογιῶν ὁριστικῶς πρὸ τῆς ἐκδόσεως, ἐὰν ὑπάρξῃ διαφορὰ τῆς τιμῆς τῆς παραχωρήσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, θέλει φέρει κέρδος ὑπὲρ τῶν εἰς οὓς αὗται παραχωροῦνται, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον.....
§79ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προοίμιον τῆς συμβάσεως περιλαμβάνει καὶ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἤξιζε νὰ διακόψητε τὴν συζήτησιν, ἵνα εἴπητε ἀνακρίβειαν τόσῳ προφανῆ· διότι ἀναφέρεται ἡ Τράπεζα ἐν ἀρχῇ τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ δάνειον τῶν 9,000,000· τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς τοὺς συμβληθέντας, ἀλλ’ εἶναι συμφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κυρωθεῖσα διὰ νόμου· οἱ συμβαλλόμενοι οὐδὲν εἶχον δικαίωμα ἵν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Μετὰ τῆς Τραπέζης εἶχε συμφωνίας ἡ ὁμὰς, οἵας εἶχε καὶ μετ’ ἄλλων πολλῶν Τραπεζῶν, ἀναφέρεται ἄρα ἡ Τράπεζα ἐν τῷ προοιμίῳ οὐχὶ ὡς συμβαλλομένη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅπως ἀναφέρονται καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἐν τῷ προοιμίῳ Τραπεζικὰ Καταστήματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχον ἄλλοθεν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 9,000,000, καὶ οὐδεμίαν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως ἀνελάμβανον διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρέωσιν, οὐδ’ εὑρίσκονται εἰς σχέσεις οἷαι αἱ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὡς ἐκ τῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν συμβάσεως, ἀνεξαρτήτου ὅλως τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν ὁμάδα, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μετατρέψῃ τὴν εἰς τὸ δάνειον μετοχὴν αὐτῆς συνομολογοῦσα ἄλλο δάνειον. Παραιτούσης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνεπείᾳ τῆς τροπῆς τὸ ὑπὲρ αὐτῆς διατεθὲν ποσὸν ἐκ τῶν ὁριστικῶς ληφθεισῶν ὁμολογιῶν παρὰ τῶν συμβαλλομένων, ἔμενεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα εἴτε εἰς αὐτοὺς νὰ παραχωρήσῃ τὸ ποσὸν, εἴτε νὰ τὸ διατηρήσῃ, ὅπως τὸ διαθέσῃ βραδύτερον. Ἔχουσα ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Νόμου τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διαθέσῃ ὑπὲρ ἐκείνων, ἐθεώρησεν ὅτι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πράττει, ἐξασφαλίζουσα οὕτω ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ κατὰ τὴν σύμβασιν ἀντίτιμον. Πάντοτε δὲ τὰ Κράτη τὰ ἐκδίδοντα δάνεια, περὶ τῆς τύχης τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαια, ἀποκλίνουσιν εἰς τὴν ἐκ προοιμίων παραχώρησιν ὅσον ἔνεστι μεγαλειτέρου ποσοῦ ὁριστικῶς, διότι ἡ παραχώρησις αὕτη ἐξασφαλίζει ἐπὶ τοσοῦτον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου μὴ ἀφίνουσα ἐξηρτημένην τὴν τύχην αὐτοῦ ἐκ μόνης τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐκδόσεως. Καὶ ἐπὶ τούτου ἄρα καὶ ἐντὸς τοῦ Νόμου ἐνηργήσαμεν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Νόμου δεικνύει ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 55,000,000, τὸ ἀρχικῶς ὡρισμένον, ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς παραχωρητέον ὁριστικῶς, ἑπομένως ἐὰν ἠκολουθοῦμεν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, δὲν θὰ εἰργαζόμεθα ἐντελῶς συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου· διότι δὲν θὰ εἴχομεν ὁριστικῶς τοποθετημένον πλήρη τὸν ἀριθμὸν τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, ἀλλὰ θὰ εἴχομεν τοποθετημένας ἑκατὸν δέκα χιλιάδας ὁμολογίας μεῖον τὸ ποσὸν τὸ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰ 9,000,000. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχει ζημία καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ μετεῖχε τοῦ δανείου οὐχὶ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς μετέχουσιν αὐτοῦ καὶ οἱ ἄλλοι Τραπεζῖται καὶ καταλογίζει εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῇ παραιτήσει τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν καὶ τὴν ἐκ τῆς ἀνηκούσης εἰς αὐτὰς jouissance. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα καὶ ἤδη δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ἐὰν θέλωμεν. Ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἔχομεν διαθεσίμους, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ πλείονα τῶν 7% ὡς τόκον ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 ἄνευ jouissance καὶ ἄλλων ὠφελημάτων, εὐχαρίστως θὰ ἐδέχετο εἰς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ὁμολογίας ἐκ τῶν διαθεσίμων ἐπὶ τῷ ὑπολογισμῷ ὅλων τῶν διαφορῶν, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας. Ἐὰν ἡ Τράπεζα σήμερον τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 9,000,000 πραγματοποιήσῃ ἀπέναντι ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, πάλιν θὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον οὐχὶ 342. 50)00, ἀλλὰ 357· διότι τοιαύτη πληρωμὴ φέρει τὸν τόκον εἰς 7%, τοῦ ὁποίου ἀνώτερον δὲν δύναται αὕτη νὰ λάβῃ. Θὰ καταβάλῃ δ’ αὐτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκπτώσεως λόγῳ jouissance· διότι πᾶσα ὠφέλεια ἐκ jouissance θ’ ἀπετέλει αὔξησιν τοῦ τόκου. Ἑπομένως ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 55,000,000, δύναται καὶ σήμερον νὰ γείνῃ ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, ἤτοι ἐπὶ τῶν διαθεσίμων ὁμολογιῶν, ἀλλὰ πιθανώτατον εἶναι ὅτι δὲν θὰ θεωρήσωμεν συμφέρον οὕτω νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Περὶ κανονισμοῦ τῶν τοῦ δανείου τούτου βραδύτερον θὰ ἴδωμεν ἐὰν παρίσταται ἀνάγκη ὑποβολῆς νομοσχεδίου· ἐξαρτᾶται τοῦτο ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ δανείου· ἀλλ’ ὅπως δήποτε ὅ,τι θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, εἶναι ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται ν’ ἀποκτήσῃ πλειότερα τῶν 7% ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου· διότι ὡς πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Δημόσιον, τῆς ὁποίας ἐπληρώθησαν ἄλλοτε τὰ ἀνταλλάγματα. Καὶ εἰς τὰς τρεῖς ἄρα παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, νομίζω ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ ἀντιτάξω, ὅτι οὔτε τοῦ νόμου παραβίασις ἐγένετο, οὔτε ζημία οὐδεμία τοῦ Δημοσίου· διότι τὸ μὲν νόμιμον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει ἐναργῶς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἰσχὺν νόμου ἐχουσῶν συμβάσεων, περὶ δὲ τοῦ λυσιτελοῦς μαρτυρεῖ ἡ διὰ τῶν ἐνεργειῶν τούτων ἐπιτευχθεῖσα ἐξασφάλισις τῆς ἀνυπερθέτου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεγνώρισεν ὡς πρός τινα παρ’ ἄλλων ἐπικριθέντα τὸ ἀζήμιον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς ἐκεῖνα δὲ, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ὡς ζημιώσαντα τὸ Δημόσιον, νομίζω ὅτι ἀπέδειξα ὅτι ἠπατᾶτο.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 Μ. Μ.)