Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Θ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 5

1884.11.12

2.745 στίχοι · 22.045 λέξεις · 42 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1884.11.12
Προεδρεία
Π. ΚΑΛΛΙΓΑ
Περίοδος
Θ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1885)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5

Τῆς 12 Νοεμβρίου 1884.

(Δευτέρα)

Ὥρα 3 Μ. Μ. Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μανθάνω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μάλιστα θὰ τὸν ὑποβάλῃ τυπωμένον· λοιπὸν ὑποθέτω, ὅτι βιάζεται νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ λοιπὸν θὰ συζητηθῇ πολὺ ταχέως καὶ ἐπειδὴ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στελέχη τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκδοθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων τῶν χρήσεων 1881, 1882, 1883 καὶ 1884 ἐπὶ τῶν ἄρθρων 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ Κεφ. 1, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ Κεφ, 2, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 7, 11 καὶ 12 τοῦ Κεφ. 3, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ Κεφ. 4, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 τοῦ Κεφ. 5, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 7, 9 καὶ 17 τοῦ Κεφ. 6, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Κεφ. 8, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5, 9, 12, 13 καὶ 14 τοῦ Κεφ. 9, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 4 τοῦ Κεφ, 10 καὶ ἐπὶ τοῦ Κεφ. 12 μετὰ τοῦ σχετικοῦ Καθολικοῦ Βιβλίου.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ καὶ ἐζήτησεν ἀκρόασιν· γενόμενον δὲ δεκτὸν προσεφώνησε τῇ Α. Μ. ὡς ἑξῆς· «Μεγαλειότατε, Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἄρτι καταρτισθὲν, ἔρχεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Υ. Μ. τὴν ἔκφρασιν τοῦ βαθυτάτου αὐτοῦ σεβασμοῦ. Χαίρει μετὰ τοῦ ἔθνους διὰ τὴν αἰσίαν ἐπάνοδον τῆς Υ. Μ. καὶ εὔχεται ἐκ βάθους ψυχῆς ὑπὲρ τῆς πολυτίμου ὑγείας τῆς Υ. Μ. τῆς Σεπτῆς ἡμῶν Ἀνάσσης, τοῦ λαοφιλοῦς διαδόχου καὶ ἁπάσης τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος». Ἡ Α. Μ. ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς· «Ἀπὸ καρδίας εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὰς εὐχάς της ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας μου. Συγχαίρω ὑμῖν διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ σᾶς περιέβαλεν. Πέποιθα δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τῆς ἔμφρονος καὶ πεφωτισμένης διευθύνσεώς σας ἡ Βουλὴ θέλει περατώσει εὐκόλως τὰς ἐργασίας της ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους».

§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ἔρχομαι, κύριε, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1885· ὡς ἐλέχθη δὲ πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑποβάλλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ἔντυπον· δύναται ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς εὐθὺς νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπεξεργασίας αὐτοῦ, καὶ εἶναι ἐλπιζόμενον, ὅτι θέλει δυνηθῆ καὶ ἡ Βουλὴ ταχέως ν’ ἄρξηται τῆς περὶ αὐτοῦ συζητήσεως. Συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλω καὶ καταστάσεις, ὧν τινὲς μὲν, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, δέον νὰ συνοδεύωσι τὸν προϋπολογισμὸν, ἄλλαι δὲ, κατ’ ἔθιμον καὶ ὑποχρέωσιν κοινοβουλευτικὴν, εἶναι πρέπον ν’ ἀνακοινῶνται εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τὰς καταστάσεις ταύτας ὑποβάλλω τετυπωμένας. Σὺν τῇ ὑποβολῇ τῶν τευχῶν τούτων ἔπρεπεν ἴσως, κατὰ τὴν πρώτην ταύτην εὐκαιρίαν, καθ’ ἣν παρουσιάζεται ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ προκαλέσῃ γενικὴν συζήτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς πολιτικῆς, διότι ἐκ τοιαύτης συζητήσεως ἤθελεν ὁδηγηθῆ ἡ Βουλὴ καὶ περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν ὁδηγηθῆ ἐπίσης καὶ περὶ τῶν πρακτέων. Καὶ τοιαύτη συζήτησις πολιτικὴ βεβαίως θέλει προκληθῆ ἐν τῇ Βουλῇ· νομίζω ὅμως προτιμότερον, ἐπὶ τῇ παρούσῃ εὐκαιρίᾳ, νὰ περιορισθῶ, κατὰ τὰ εἰθισμένα, εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἵνα μὴ τὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀναμιγνυόμενα μετὰ τῆς γενικῆς πολιτικῆς, παρασταθῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ ἐλάσσονι τῆς ἀναγκαίας ἐν εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπεξεργαζομένη ἡ Βουλὴ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ψηφίζουσα αὐτὸν, δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ποία ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, εἰς ἣν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος πρόκειται νὰ προσαρμοσθῇ. Ἵνα ὅμως τὴν κατάστασιν ταύτην ἐννοήσητε κατ’ ἀκρίβειαν, πρέπει νὰ παραβάλω αὐτὴν πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν προϋπάρχουσαν, ἰδίως δὲ νὰ παραβάλω τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθουσῶν συνόδων καὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῶν συνόδων ἐκείνων, καὶ μάλιστα πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῶν συνόδων τῆς παρούσης περιόδου, ἀφ’ οὗ τὰ μέτρα ταῦτα ἀποτελοῦσι σύνολον οἰκονομικὸν, οὗτινος ὁ ὑποβαλλόμενος προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα. Ὅτε ἡ παροῦσα Βουλὴ τὸ πρῶτον ἐπελήφθη τῶν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους πολιτικῆς, εἰς ποῖον σημεῖον εὗρεν αὐτὰ, εἰς τίνα σχέσιν εὗρε τὰ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, καὶ πῶς ἔχοντα τὰ τῆς φορολογίας καὶ τὰ τῶν προσόδων; Ἐὰν ἠθέλομεν τὴν παραβολὴν ταύτην νὰ ἐκτελέσωμεν, λαμβάνοντες ὡς ἀφετηρίαν τὸ ἔτος 1881, τὸ ἀμέσως προηγηθὲν τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἡ παροῦσα βουλευτικὴ περίοδος, δὲν θὰ εἴχομεν βάσιν ἀσφαλῆ, διότι τὸ ἔτος 1881, ὅπως καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1880, διεξήχθησαν ἐν περιστάσεσιν ἐκτάκτοις· οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἀφῆκαν ἐλλείμματα, καὶ ταῦτα, τὸ πλεῖστον, οὐχὶ ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, ἀλλ’ ἐξ ἐκτάκτων προϋπολογισμῶν, ἐπιβαλλομένων ἐξ ἐκτάκτων ὅλως περιστάσεων. Ἡ παραβολὴ, ἵνα ἔχῃ πραγματικὴν ἔννοιαν, προκειμένου σήμερον περὶ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, δέον νὰ γένηται πρὸς προϋπολογισμοῖς προηγουμένους τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1881 καὶ 1880, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνομεν ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879. Κατὰ τὸ 1879 ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν ἀναγράφων ἔσοδα μὲν τοῦ κράτους 45,808,000, ἔξοδα δὲ 60,078.000, τουτέστι παρουσιάζων ἔλλειμα 14,270.000. Ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἐπῆλθον μεταβολαὶ, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1879 παρουσίασεν ἔλλειμμα 11,749,000 δραχμῶν παλαιῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς προσφάτου οἰκονομικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ περίοδος αὕτη ἡ βουλευτικὴ ἐπελαμβάνετο τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς ἔργου. Ταῦτα εἴχομεν τ’ ἀποτελέσματα κατὰ τὸ 1879. Ἀλλὰ κατὰ τί εἶχε μεταβληθῆ ἡ κατάστασις; ἡ τότε ἕως τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπελαμβάνετο τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 ἡ παροῦσα βουλευτικὴ περίοδος; Μεγάλαι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον ἐπενεχθῆ μεταβολαὶ εἰς τὸ πρώην οἰκονομικὸν καθεστώς· εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000· προσετέθησαν ἑπομένως εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,749,000 δραχμῶν 6,960,000 δραχμῶν ἐκ τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν 120,000,000· προσετέθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορία-38,524,000 παλαιῶν δραχμῶν, τουτέστι 34,400,000 νέων δραχμῶν· τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα προσετέθησαν ἐπὶ τόκῳ ἐλαχίστῳ, ἀλλὰ τὸν ἐλάχιστον τοῦτον τόκον ἐξηγόραζεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, διότι, ὡς ἐκ τῆς προσθήκης ἐκείνης, ἐπῆλθεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου μέχρι τῶν 20%, τουτέστιν ἐζημιοῦτο πᾶς πολίτης τοῦ κράτους 20% ἐπὶ τῆς ἰδίας χρηματικῆς περιουσίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτων προσετέθησαν καὶ ἄλλαι ὑποχρεώσεις βαρύταται. Πρὸ τοῦ 1879 εἶχε ψηφισθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος περὶ γενικῆς ὑποχρεωτικῆς στρατολογίας, νόμος ἀπόφρων, ἐὰν μὲν συνδυασθῇ πρὸς τὴν μονοετῆ θητείαν στρατὸν 30000, ἐὰν δὲ πρὸς διετῆ θητείαν, στρατὸν 39000. Ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ σύστημα τῆς μονοετοῦς θητείας, ἑπομένως δὲν θὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα 39000 ἄνδρας, θὰ ἔχωμεν ὅμως ὑπὲρ τὰς 30000· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν εἶχεν ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ 1879. Τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀνεγράφετο μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δύναμις στρατοῦ ἐκ 19 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀλλὰ τοσαύτη δύναμις μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου παρίστατο, πολλῷ δὲ κατωτέρα ἦτο ἡ πραγματική. Ἀντὶ τῆς δυνάμεως ἐκείνης θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ ἑξῆς τὴν τοῦ νόμου τοῦ 1878. Πρὸ μικροῦ εἶχε φθάσει ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 30000, ἤδη δὲ ἔχομεν ὑπὸ τὰ ὅπλα 27500. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμοὺς τῶν κατὰ τὸ 1879 κατατεταγμένων 10 ἢ 12 χιλιάδων ἀνδρῶν, τίνα χρηματικὴν ἐπιβάρυνσιν παριστῶσι καὶ τίνων ποσῶν ἐπάγονται τὴν προσθήκην εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, ἐπηυξημένον διὰ τῶν βαρῶν τῶν νέων δανείων; Πλὴν δὲ τούτων, εἴχομεν καὶ ἄλλας ἐπιβαρύνσεις, ὧν τὴν ἀνάγκην πάντες ἀνομολογοῦσιν· εἴχομεν τὴν ἐπιβάρυνσιν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐθεωρήθη ὅτι ὑπάλληλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ διαθρέψωσι διὰ τοῦ μισθοῦ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, δὲν ἦσαν οἱ δυνάμενοι νὰ εἰσπράξωσιν ἀνελλιπῶς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, ἢ νὰ ἐπιτελέσωσιν ἐνδελεχῶς τὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ὑποχρεωτικὴ ἄρα ἦτο ἡ πρόσθετος αὕτη ἐπιβάρυνσις, διότι ἐὰν ταύτην μὴ ἐδεχόμεθα, ἠθέλομεν πληρώσει τὸ ποσὸν ὑπὸ ἄλλον τύπον, πολὺ ἐπαχθέστερον διὰ τὸ δημόσιον καὶ τὸ Κράτος. Ἐπίσης ὑποχρεωτικὴ καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, εἴτε τῆς σιδηροδρομικῆς, εἴτε τῆς ἁμαξιτῆς. Ὅταν εἰς τὸ τοῦ 1879 ἔλλειμμα ἐκ 12,000,000 σχεδὸν δραχμῶν ἐπιπροστεθῶσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος εἰς τὸ ὁποῖον φθάνομεν; Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐνταῦθα νὰ προβῶ εἰς ὑπολογισμὸν, διότι ἔχετε τὸ ἀποτέλεσμα ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, οὓς ἐψηφίσατε, ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, οὓς προσκαλεῖσθε καὶ θὰ προσκληθῆτε νὰ ψηφίζητε. Ἐὰν τὰ ἔξοδα τοῦ 1879 τὰ πραγματικὰ ἀνῆλθον εἰς 54,647,000 δραχμῶν, ἤδη τὰ ἔξοδα ἀναβαίνουσιν εἰς 85,000,000, καὶ δὲν περιέχουσιν οὐδὲ ταῦτα πάσας τὰς δαπάνας, τὰς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῶν νόμων τῶν κειμένων· διότι καὶ ἡ πραγματικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ θέλει αὐξήσει ὀλίγον, συνεπείᾳ τῆς πλήρους ἀναπτύξεως τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἥτις ἐπάγεται αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐνῷ ἤδη ἀναγράφομεν ἐν αὐτῷ ἠλαττωμένας πιστώσεις ἕνεκα τοῦ προϋπάρχοντος ὑλικοῦ, ὑλικοῦ ἀποκτηθέντος ἐκ τῶν δανείων, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ὡμίλησα, αἱ πιστώσεις αὗται θέλουσιν εἶσθαι μεγαλήτεραι προσεχῶς· οὕτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ποσὸν 1,100,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τοῦ κατὰ τὸ 1884 ἀναγραφέντος δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ πίστωσις τοῦ 1884 ἦτο ἠλαττωμένη ἕνεκα τῆς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο χρησιμοποιήσεως τοῦ ἐφοδίου τοῦ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν προμηθευθέντος. Εἰς 86 ἄρα ἢ εἰς 87 ἑκατομμύρια ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰ ἐτήσια ἔξοδα τοῦ κράτους, ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐσόδων, ὁποῖα ἀνεγράφοντο κατὰ τὸ 1879, χάσμα μέγα. Κατὰ τὸ 1879 τὰ ἔσοδα ἀνέβησαν εἰς 42,898,000 δραχμῶν· πρὸς ταῦτα παραβαλλόμενα τὰ ἔξοδα ἐξ 86,000,000, εἶναι ὑπερδιπλάσια! Ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τί ποιητέον; δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ περιορισμοῦ ἐξόδων, καὶ ποία ἡ τοιούτων περιορισμῶν συνέπεια; Δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ μὴ πληρωμῆς τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἢ τῶν τόκων τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ περὶ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας, ἢ περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κράτους ἐψηφισμένου ηὐξημένου μισθοῦ; ἢ περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος τῆς ἁμαξιτῆς καὶ σιδηροδρομικῆς ὁδοποιΐας; Δυνάμεθα βεβαίως νὰ σκεφθῶμεν περὶ πάντων τούτων, ἐὰν φρονῶμεν, ὅτι ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν τὸ κράτος διατελῇ ἐν χρεωκοπίᾳ, ὅτι ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν τὸ κράτος οὐδεμίαν ἀναγνωρίζῃ νομικὴν ἢ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα φρονῶμεν, εὐθὺ βαίνομεν πρὸς τὴν ἀποσύνθεσιν. Καὶ βεβαίως ἡ τοιαύτη πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ πολιτικὴ οἰκονομική. Ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν προσθετέων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 ἀναγκαίων δαπανῶν, καὶ ὁμιλῶ μόνον περὶ αὐτῶν, διότι οὐδεμία ἄλλη προσθήκη ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ προϋπολογισμῷ ἐγένετο. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προσθηκῶν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους ἄλλων ἢ τῶν προμνησθεισῶν, καὶ τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν ἄνευ καταστροφῆς τῶν θεμελίων τῆς πολιτείας, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων δαπανῶν, θὰ ἐνόουν τοιαύτην συζήτησιν· προκειμένου ὅμως περὶ δαπανῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων, περὶ δαπανῶν, τῶν ὁποίων πάντες ἀνομολογοῦσιν, ἐν λόγοις τουλάχιστον, τὴν ἀνάγκην, δὲν ἔχομεν περὶ ἄλλου νὰ σκεφθῶμεν, παρὰ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἀπαντήσωμεν αὐτάς. Μάταιαι αἱ συζητήσεις, ἐὰν ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι, ἐὰν οἱ προστεθέντες φόροι ἦσαν πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, ἀρκεῖ, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι μόνοι ὑπῆρξαν ἱκανοὶ, εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, ἵνα μὴ ἐπιτρέπηται ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀντιῤῥήσεως περὶ τῆς ἀνάγκης νέων πόρων καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν, ἐπιβάλλεται ἡ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξευρέσεως καὶ διαῤῥυθμίσεως αὐτῶν, διότι ἡ ἄστοχος ἐκλογὴ τοῦ τρόπου δύναται νὰ ματαιώσῃ τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ἐπεβλήθησαν τοιαῦτα βάρη εἰς τὴν χώραν, ἡ δὲ ἐπιτυχὴς ἐκλογὴ δύναται νὰ καταστήσῃ τὰ βάρη ταῦτα φορητότερα. Εἰς τοῦτο λοιπὸν περιστρέφεται ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις, ἐκτὸς μόνον ὡς πρὸς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι αὕτη εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀφορᾷ ἢ εἰς τὸ ἐπικρίνειν πᾶν τὸ γινόμενον, πᾶν τὸ πραττόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πᾶν τὸ ψηφιζόμενον παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ἐπωφελεῖσθαι ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τῶν ἀτόμων, ἐξεταζόντων μόνον τὴν ἐπ’ αὐτὰ ἐπίδρασιν τῶν λαμβανομένων μέτρων καὶ μὴ σκοπούντων εἰς τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτείας. Ἠδυνάμεθα δι’ ἄλλου τρόπου νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων κενοῦ, ὅπερ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους, παρελθουσῶν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ ἕνεκα αὐτῶν, παρουσιάζει· ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, ἐπιβαρύνοντες ἀμέσως τὴν παραγωγὴν καὶ μὴ ἐπιβάλλοντες τὴν φορολογίαν ἐπὶ τὴν κατανάλωσιν· ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἐπιβαρύνοντες τὴν κατανάλωσιν διὰ τρόπου ἄλλου ἢ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐδέχθημεν, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν, εἴτε διὰ τοῦ ἑνὸς εἴτε διὰ τοῦ ἑτέρου συστήματος. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθησαν τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους, διὰ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἐπιβαρυνούσης ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τὴν παραγωγήν. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν ἐπιτυχῶς κατενέμετο τὸ φορολογικὸν σύστημα, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπονώτερον νὰ βαστάσῃ ὁ λαὸς τὰ βάρη, ἢ ἂν ἐπεβάλλοντο αὐτῷ ταῦτα ἐν τῷ οἰκονομικῷ συστήματι, τῷ πρὸ πολλοῦ ἐπικρατοῦντι καὶ κληροδοτηθέντι, ὡς πρὸς τὴν βάσιν αὑτοῦ, ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς δυναστείας. Εἴχομεν κληρονομήσει παρὰ τῆς δυναστείας ἐκείνης τὴν δεκάτην, καὶ τὴν δεκάτην ἐπετύχομεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἑτέρου συστήματος φορολογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξε τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν σχεδὸν ἀπὸ πάσης ἐπαισθητῆς ἐπιβαρύνσεως. Οὕτως ἐτέθη ἀσφαλὲς θεμέλιον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πολιτικὴν, ἀπαλλαγείσης τῆς παραγωγῆς τῆς γεωργικῆς ἀπὸ τοῦ κυριωτέρου βάρους, ὅπερ ἐπίεζεν αὐτὴν ἀπὸ αἰώνων, καὶ ηὐρύνθη τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἠδυνήθημεν νὰ ἱδρύσωμεν τὸ νέον οἰκοδόμημα. Ἐζημιώθη τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς μετατροπῆς τοῦ ἐγγείου φόρου 1,400.000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐδόθη δύναμις παραγωγικὴ εἰς τὴν χώραν πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ἠδυνήθημεν ἑπομένως ν’ αὐξήσωμεν καὶ τὴν φορολογίαν ἐν γένει, ἰδίως μάλιστα ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέα φορολογικὰ βάρη κατὰ τρόπον καινοφανῆ ἐν τῇ χώρᾳ. Τὰ βάρη ταῦτα ἐπεβλήθησαν οὕτως, ὥστε ἀφίνον ὅσον ἔνεστι τὴν παραγωγὴν ἐλευθέραν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι οἱαδήποτε φορολογία, εἴτε ἄμεσος εἴτε ἔμμεσος, εἴτε ἐπὶ τὸν καταναλωτὴν εἴτε ἐπὶ τὸν παραγωγὸν, δὲν θέλει καταλήξει κατά τι καὶ εἰς τὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι φόροι ἀπολήγοντες πλειότερον εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ φόροι ὀλιγώτερον πιέζοντες αὐτήν. Βεβαίως δὲ οἱ φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως εἶναι οἱ ὀλιγώτερον πιέζοντες τὴν παραγωγήν· ἀλλὰ καὶ οἱ φόροι οὗτοι δύνανται νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ ἐπιπίπτωσιν ἐπαισθητῶς ἐπὶ τὴν παραγωγήν. Καὶ ἰδοὺ εὐθὺς ἔχομεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ὁ φόρος οὗτος, ὡς ἐπιβάλλεται ἐν ἄλλοις Κράτεσι, πιέζει τὴν παραγωγὴν ἐν τῇ πλήρει αὐτοῦ μορφῇ τοῦ μονοπωλείου, εἶναι δὲ τόσον καταπιεστικὸς, ὥστε, ἂν ἐν Ἑλλάδι ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὑπὸ τὴν μορφὴν ταύτην, θὰ ἦτον ἀδύνατος ἡ ἐξαγωγὴ καπνοῦ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, χάρις εἰς τὴν πρὸς τὴν Αἴγυπτον ἐπιτευχθεῖσαν σύμβασιν, ἀποφέρει πολλὰ εἰς τὸν τόπον. Ἔπρεπεν ἄρα τὴν φορολογίαν τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ οὕτω νὰ διαῤῥυθμίσωμεν, ὥστε κατ’ οὐδὲν νὰ παραβλαφθῇ ἡ παραγωγὴ, νὰ μὴ περιορισθῇ κατ’ οὐδὲν· οὐ μόνον νὰ μὴ φορολογηθῇ ὁ παράγων καπνὸν, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν νὰ ὑποβληθῇ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, διότι οἱαδήποτε τοιαύτη ὑποχρέωσις ἀποτελεῖ πίεσιν τῆς παραγωγῆς, παρεμποδίζουσά πως τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Τὸ δὲ σύστημα, ὅπερ ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ λειτουργεῖ, ἀφίνει τὴν παραγωγὴν ἐν τῇ αὐτῇ ἐλευθερίᾳ, ἐν ᾗ διετέλει καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου. Ἤδη δὲ ἀνεῴχθησαν αἱ πύλαι τῆς Αἰγύπτου, διὰ τῆς πρὸς αὐτὴν συμβάσεως, εἰς τὴν νόμιμον τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ ἐμπορίαν, ἐνῷ πρὶν ἦσαν ἀνεῳγμέναι εἰς μόνην τὴν παράνομον. Καὶ βλέπομεν ἤδη ἐκ τῶν στατιστικῶν πινάκων τῆς Αἰγυπτιακῆς κυβερνήσεως, ὅτι εἰσάγεται εἰς τὴν Αἴγυπτον ποσὸν καπνοῦ ἑλληνικοῦ ἀνερχόμενον ἐτησίως εἰς 1,400,000 ὀκάδας. Τοῦτο δὲ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως· ὅτι δὲ σπουδαία θέλει εἶσθαι ἡ αὔξησις ἐν τῷ μέλλοντι, δυνάμεθα νὰ εἰκάσωμεν παρατηροῦντες, ὅτι ὑπερδιπλασία εἶναι ἡ ὅλη ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ κατανάλωσις καπνοῦ, ἔξωθεν εἰσαγομένου. Ὁποία δὲ εἶναι ἡ πρόσοδος τῆς ἡμετέρας χώρας ἐκ τοιαύτης εἰσαγωγῆς καπνοῦ, δύναται ἕκαστος νὰ ἐννοήσῃ ὑπολογίζων οὐχὶ τὴν ἁπλῆν ἀξίαν τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τὰς ὠφελείας, αἱ ὁποῖαι παρέπονται εἰς τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ, ὠφελείας τοῦ ἐμπόρου, ὠφελείας τοῦ μεταφέροντος τὸν καπνὸν κατὰ ξηρὰν, ὠφελείας τοῦ μεταφέροντος αὐτὸν κατὰ θάλασσαν. Ἡ παραγωγὴ κατ’ οὐδὲν ἠλαττώθη ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ νέον τῆς φορολογίας τῆς καταναλώσεως, τοὐναντίον δὲ ἠδυνήθη ν’ ἀπολαύσῃ πλήρη τὴν ὠφέλειαν τῆς Ἑλληνοαιγυπτιακῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ μὴ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῆς ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ καταναλωσίμου καπνοῦ προσόδου τοιαύτη, ὥστε νὰ ματαιῶται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Ὅτε προετάθη τὸ μέτρον εἰς τὴν Βουλήν, ἐῤῥέθη ὅτι ἀληθῶς διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀπαλλάττεται ἡ παραγωγή, ἀλλ’ ὅτι θέλει διαφύγει καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ καταναλωσίμου καπνοῦ τὴν φορολογίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ πεῖρα ἄλλων ἐπικρατειῶν, νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ φορολογία τῆς καταναλώσεως, ἂν τὸν καπνὸν μὴ ἐπιτηρήσῃ ἡ ὑπηρεσία εὐθὺς ἀπὸ τῆς φυτεύσεως αὐτοῦ. Ἐξετάσωμεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα· πρέπει δὲ νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰ ἐν λεπτομερείᾳ, διότι εἰς τοῦτο κυρίως συνίσταται τὸ ἔργον ἡμῶν, ν’ ἀνεύρωμεν ἂν τὸ σύστημα, ὅπερ ἀπεδέχθημεν, ἦναι τῷ ὄντι τὸ ὠφελιμώτερον, ἵνα, ἂν τὰ πράγματα ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας, ἐξακολουθήσωμεν ἐν τῇ αὐτῇ ὁδῷ, ἄλλως δὲ τραπῶμεν ἐπὶ ἑτέραν, διότι, ὡς παρετήρησα, τὸ χάσμα, ὅπερ πρόκειται νὰ πληρώσωμεν, εἶναι μέγα. Ἐν ταῖς καταστάσεσιν, ἃς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν ὅ,τι ζητοῦμεν. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ποσῶν ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως ἐξόδων κοπῆς καὶ συσκευῆς, καὶ ἐκ τελῶν ταινιῶν ἐπὶ τοῦ εἰσπραχθέντος καὶ κοπέντος εἰς τὰ ἐργοστάσια καπνοῦ, ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους 8βρίου 1884. Κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, ἡμέραν, καθ’ ἣν ἄρχεται ὁ πίναξ οὗτος, ὑπῆρχε μέγα ἀπόθεμα καπνοῦ ἀφορολογήτου, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης ἤθελε διαφύγει τὴν φορολογίαν, ὡς εὑρισκόμενον εἰς χεῖρας τῶν καταναλωτῶν· διὰ τοῦτο κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας μικρὰ εἶναι ἡ ἐκ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ πρόσοδος· ἀλλ’ ὅ,τι ἀποδεικνύει τὸ εὔστοχον τοῦ μέτρου καὶ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἐπιτυχίαν, εἶναι ἡ ἀπὸ περιόδου εἰς περίοδον αὔξησις· καὶ ἰδού, τὸν πρῶτον μῆνα, τὸν Ἰανουάριον, εἴχομεν εἴσπραξιν 159,000, τὸν Φεβρουάριον 175,000, τὸν Μάρτιον 211,000, τὸν Ἀπρίλιον 178,000, τὸν Μάϊον 257,000, τὸν Ἰούνιον 259,000, τὸν Ἰούλιον 280,000, τὸν Αὔγουστον 294,000, τὸν Σεπτέμβριον 281,000, καὶ τὸν Ὀκτώβριον 315,000. Πλὴν μιᾶς ἢ δύο ἐξαιρέσεων, ἕκαστος μήν, ὡς βλέπετε, ἀπέδιδε περισσότερον τοῦ προηγουμένου· ἤρξατο ἡ πρόσοδος ἀπὸ 159,000, καὶ ἔφθασε μετὰ ἐννέα μῆνας εἰς 315,000· δωδεκαπλασιαζόντες δὲ τὴν πρόσοδον τοῦ τελευταίου μηνός, πλησιάζομεν εἰς ἐτησίαν πρόσοδον 4,000,000. (Θόρυβος). Ἀκούω φωνήν τινα λέγουσαν, ὅτι ἡ πρόσοδος αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία. Καὶ πόσας ἔχομεν προσόδους ἀποφερούσας τοιοῦτον ποσόν; Ἂς ἐρωτήσῃ ὁ κ. βουλευτής, ὅστις ἐξήνεγκε τὴν παρατήρησιν ταύτην, τὸν γείτονά του, πρῴην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ ὧν διένειμεν ὁλόκληρον τὴν ἔγγειον περιουσίαν τοῦ Κράτους, πόσα ἀποφέρουσιν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας; Ἀναφέρουσιν ὅσα καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Μόλις ἀποφέρουσι ποσὸν ὑπέρτερον τοῦ ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ σιγαροχάρτου, ἐφ’ ᾧ καὶ δὲν πρόκειται περὶ φόρου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τιμήματος ἁπάσης τῆς ἐγγείου περιουσίας τοῦ Κράτους, τῆς ἀποκτηθείσης διὰ τῶν ἀγώνων τοῦ 1821. Ἔχομεν λοιπὸν πρόσοδον ἐτησίαν 4,000,000 διατελοῦσαν ἐν διηνεκεῖ αὐξήσει, διότι, ὡς παρετηρήσατε, ἐξακολουθεῖ ἡ αὔξησις τῆς προσόδου ταύτης, ἥτις εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον σπουδαία, ὅσῳ ἀποκτᾶται ἐκ φόρου καταναλώσεως ἄνευ πιέσεως τῆς παραγωγῆς, ἥτις ἀφίεται οὕτως ἐλευθέρα, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ φορολογία αὕτη ἡ ἀρίστη τῶν παρ’ ἡμῖν φορολογιῶν. Ἔχομεν δύω ἢ τρεῖς ἄλλας φορολογίας ἀποφερούσας πλειότερα. Ἔχομεν τὸν φόρον τὸν τελωνειακὸν, ἔχομεν τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ διὰ ποίας πιέσεως λαμβάνομεν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα; Ἔχομεν τὸ Κράτος ὁλόκληρον ἀποκεκλεισμένον, ἵνα εἰσπράττωμεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἡ ζημία ἡ ἐκ τούτου εἶναι βεβαίως πολλῶν ἑκατομμυρίων, δὲν δυνάμεθα ὅμως ἄνευ αὐτῶν νὰ κυβερνηθῶμεν, ἀλλ’ ἐνταῦθα ἀποκτῶμεν τὰ 4,000,000 ἄνευ οὐδεμιᾶς πιέσεως τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ· μόνον εἰς ἀπόλαυσιν τρυφῆς ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον, τὴν ὁποίαν δύναταί τις κατὰ πολὺ νὰ περιορίσῃ ἢ καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ. Τέσσαρα ἑκατομμύρια, ὡς εἶπον, ἀπολαμβάνομεν ἀκαθάριστα ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ὁριστικὸν, ὡς μαρτυρεῖ ὁ πίναξ· αὔξησιν θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι μεγάλην. Εἶναι ἐν πρώτοις γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ἔτι ἀπόλειμμα προμηθείας καπνοῦ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κοπέντος, ἀλλ’ εἶναι προσέτι γνωστὸν ἐκ τῆς πείρας ἄλλων ἐθνῶν, εἰσαγαγόντων νέας φορολογίας, ὅτι οὐδέποτε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἀποφέρουσιν αὗται πλήρη τὴν πρόσοδον. Λαμβάνομεν ἐν παραδείγματι τὸν Ἰταλικὸν φόρον, τὸν καταργηθέντα ἐσχάτως, ἐπὶ τοῦ ἀλέσματος. Κατὰ τὸ πρῶτον τῆς ἐφαρμογῆς ἔτος τὸ 1866 ἀπήνεγκε 26,000,000 φρ. κατὰ τὸ ἑπόμενον 29,000,000, κατὰ τὸ τρίτον 46,000,000, κατὰ τὸ τέταρτον 58,000,000 καὶ ἔφθασε, κατὰ τὸ 1876, ἤτοι μετὰ ὀκταετίαν, εἰς 83,000,000, τοὐτέστι σχεδὸν εἰς τὸ τριπλάσιον.

§5Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ;

§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κατάστασιν τῶν δαπανῶν. Αἱ δαπάναι, κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους τούτου, ἀνῆλθον εἰς 403,000, ὅπερ ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους φέρει 806,000. Ἐὰν προσθέσητε καὶ ποσόν τι ἐκ τῶν ἀρχικῶν δαπανῶν τῶν γενομένων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους τούτου θὰ φθάσωσιν εἰς 850,000, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο δέον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἵνα γνῶμεν τὸ καθαρὸν ἔσοδον. Ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἐπιτυχὴς, εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος θὰ διατηρηθῇ, διότι δὲν δυνάμεθα ἀπέναντι ἐλλείμματος, ὁποῖον τὸ ἄλλως παρουσιαζόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ καταργήσωμεν φόρον ἀποφέροντα τοιοῦτον ποσόν. Δὲν δύναται δὲ ν’ ἀποφέρῃ πλειότερον ὁ φόρος οὗτος, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ μονοπωλίου κανονιζόμενος. Ἔχομεν πειράματα περὶ τούτου διεξαχθέντα ἐν ξέναις χώραις, ὅπου εἰσήχθη τὸ μονοπώλιον. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Τουρκίας, ὅπου εἰσήχθη τὸ μονοπώλιον, κατὰ τὸ σύστημα τῆς Ἰταλίας, ἐν ᾗ ὅμως ἤδη γίνεται μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας. Τὸ μονοπώλιον ἐν Τουρκίᾳ ἐφηρμόσθη οὐχὶ παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρ’ ὁμάδος τραπεζιτῶν ξένων, κυρίως Γερμανῶν, ἡ δὲ ἀποτυχία τοῦ μονοπωλίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε σήμερον σκέπτονται περὶ τοῦ πρακτέου καὶ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος, διότι τὸ σύστημα τῶν μονοπωλίων, προκειμένου περὶ καπνοῦ, προαπαιτεῖ πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαντῶσιν ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ καὶ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα δὲν ἀπαντῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν. Λειτουργεῖ τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ λειτουργεῖ, διότι ἔχει αὕτη τελείαν ὑπηρεσίαν καὶ λαὸν συνειθισμένον νὰ ἕπηται εἰς τὰ κελεύσματα τῆς ὑπηρεσίας. Παρ’ ἡμῖν θὰ ἦτο ὅλως ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος περὶ μονοπωλίου καπνοῦ, ἀλλὰ, καὶ ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, ἡ ζημία τῆς κοινωνίας θὰ ἦτο μεγαλειτέρα τῆς ὠφελείας τοῦ δημοσίου, καὶ ὅσον ἐπιτυχέστερος θὰ ἦτο ὁ νόμος, ὡς φορολογικὸς, τοσοῦτον θὰ ἦτο ἐπιβλαβέστερος εἰς τὸν πλοῦτον τῆς χώρας. Ἤθελεν ἀποφέρει ἴσως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποστερήσει τὴν χώραν προσόδου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ 10 ἢ 15 ἑκατομμυρίων. Τὸ ποσὸν τοῦ φόρου θὰ ἠδύνατο ἡ πολιτεία νὰ λάβῃ καὶ ἀλλαχόθεν, ἀλλὰ τὰς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πόθεν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναπληρώσῃ ἡ χώρα; Ἤδη, ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν σιτηρῶν, ἀναγκαζόμεθα ἐν Ἑλλάδι, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης, νὰ σκεπτώμεθα περὶ μεταβολῆς τοῦ εἴδους τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, περὶ φυτειῶν, περὶ χρησιμοποιήσεως ἄλλης τῆς γῆς, ὅπως περιορίσωμεν τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἴπερ ποτε δ’ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ δὲν ἐπετρέπετο νὰ εἰσαγάγωμεν σύστημα φορολογίας, ὁποῖον προανέφερον, παρεμποδίζον τὴν καλλιέργειαν πλουσιωτάτου προϊόντος, καὶ περιορίζον ἢ ἄρδην καταργοῦν τοιαύτην ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πρόσοδον. Τοὐναντίον ἔδει νὰ παραδεχθῶμεν φορολογίαν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, συνδυαζομένην μετὰ μέτρων, ἀπαλλαττόντων ἀπὸ παντὸς προσθέτου βάρους, ἀπὸ παντὸς περιορισμοῦ, ἢ ἔστω καὶ ἁπλοῦ πολιτειακοῦ κανονισμοῦ τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ· ὅτι δὲ τοιαῦτα μέτρα δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπιτυχῶς, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀποδιδούσης τῆς νῦν λειτουργούσης φορολογίας σπουδαιότατα ποσὰ ὑπὲρ τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ παρέχει εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ μέσα τῆς αὐξήσεως τῆς προσόδου, ὁδηγουμένους ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν θεραπείαν τῶν πλημμελῶς ἐχόντων ἐν τῷ Νόμῳ. Πολλάκις ἤκουσα ἐπικρινόμενα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀτελείας ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ὁσάκις δ’ αἱ ἐπικρίσεις συνωδεύοντο καὶ ὑπὸ παρατηρήσεων περὶ τῶν ἀτελειῶν, ὅπερ ὅμως σπανιώτατα συνέβαινεν, ηὐγνωμόνουν πρὸς τοὺς ἐπικριτάς, ἀλλ’ οὐδέποτε δυσηνασχέτουν, διότι θεωρῶ ἀδύνατον οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ οὐδαμοῦ, νὰ ἐπιτευχθῇ εἰσαγωγὴ νεωτερισμῶν διὰ νόμου τελείου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ἐν Ἑλλάδι δὲ πλειότερον ἢ ἐν ἄλλῳ Κράτει, διότι ἐνταῦθα ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἀτελεστέρα ἢ ἀλλαχοῦ, καὶ οἱ νόμοι εἶναι ἀτελέστεροι ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῶν διαῤῥυθμίσει, ὡς κατασκευαζόμενοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ τῇ βάσει νομοθετημάτων ξένων, ἄνευ ἀποχρώσης ἰδίας πείρας καὶ ἄνευ παρασκευαστικῆς ἐργασίας ἀποχρώσης. Μόνον διὰ τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑπαγορεύσεων συμπληρουμένη, δύναται νομοθεσία, οὕτω καταρτιζομένη, νὰ προσαρμοσθῇ ἐντελῶς εἰς τὰς περιστάσεις τῆς χώρας· τοῦτο δὲ πράττομεν ἤδη καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, παρασκευάσαντες νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξ οὗ ἀπεκδεχόμεθα τὴν ἀναπλήρωσιν πολλῶν ἐλλείψεων καὶ τὴν ἐπίτευξιν πληρεστέρας εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Καὶ ἄνευ τοῦ νέου νομοθετήματος πεποίθαμεν, ὅτι ἤθελε φθάσει ἡ πρόσοδος κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος εἰς 6 ἑκατομμύρια καὶ εἰς πλειότερα ἔτι βραδύτερον, τὰ δὲ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον, ἦσαν ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἔδει ν’ ἀποφέρῃ ἂν πλήρης εἰσεπράττετο ὁ φόρος, οὐχὶ τέσσαρα, οὐχὶ ἕξ, ἀλλὰ δέκα καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Συμπλήρωμα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶναι ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ σιγαροχάρτου. Ταύτην τὴν φορολογίαν πολλαχῶς ἐχλεύασαν οἱ ἀντίθετοι. Ἐν τούτοις ἀπεκτήσαμεν πρόσοδον σπουδαιοτάτην δι’ αὐτῆς ἄνευ ἀμέσου ἐπιβαρύνσεως τάξεώς τινος καὶ ἄνευ δαπανῶν εἰσπράξεως, ὁποίας συνήθως ἐπάγονται οἱ φορολογικοὶ νόμοι. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους μέχρι σήμερον. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς φορολογίας τῆς γενομένης τὴν 12 Ὀκτωβρίου 1883, μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, εἴχομεν ἐκ τοῦ φόρου περὶ σιγαροχάρτου πρόσοδον 31,000 δραχμῶν, τὸν Νοέμβριον ἀνῆλθεν αὕτη εἰς 36,000, τὸν Δεκέμβριον ἔφθασεν εἰς 38 χιλιάδας, τὸν Ἰανουάριον τοῦ παρόντος ἔτους εἰς 49,000, τέλος τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1884 ἔχομεν 76,000· τοῦ Ὀκτωβρίου τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶνε πλήρη, ἀλλὰ προαγγέλλουσιν εἴσπραξιν περὶ τὰς 83 χιλιάδας· τοῦτο τὸ ποσὸν δωδεκαπλασιαζόμενον δίδει ἐτησίαν πρόσοδον ἀκαθάριστον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἂν δὲ μὴ ἀνακοπῇ ἡ προϊοῦσα αὔξησις πιθανὸν νὰ φθάσῃ ἡ ἐτησία πρόσοδος καὶ εἰς 1,500, 000 ταχέως. Τὰ ἔξοδα δὲ περιορίζονται εἰς μόνην τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ καὶ εἰς τὸ ποσοστὸν τὸ πληρωνώμενον εἰς τοὺς ταμίας διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ εἴδους τούτου. Ἂν ταῦτα ὑπολογισθῶσιν εἰς 3 λεπτὰ κατὰ φυλλάδιον τῶν 20 λεπτῶν, ἔχομεν ἀφαιρετέα ἀπὸ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων 15 τοῖς ἑκατόν· ὥστε ἂν κατὰ τὸ 1885 εἰσπραχθῶσιν 1,200,000, ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἔσται ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον. Ὁ φόρος ἄρα τῆς καταναλώσεως τοῦ σιγαροχάρτου, ὅπως καὶ ὁ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιτυχὴς, καὶ ν’ ἀναγραφῇ διαρκῶς πλέον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ φορολογικῇ νομοθεσίᾳ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν εἶχε προκαλέσει παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προεκάλεσαν οἱ ἕτεροι φορολογικοὶ νόμοι. Ἐξ ἐναντίας ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὶν ἢ ὑποβάλλωμεν τὸ περὶ αὐτοῦ νομοσχέδιον, σχεδὸν πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἡ ὑποβολὴ προτάσεως νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἐπειδὴ δ’ ἐβράδυνεν ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ, βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ἄλλοι διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐποιεῖτο χρῆσιν τοῦ μέσου τούτου τῆς αὐξήσεως προσόδων.

§7ΧΟΪΔΑΣ. Τίς ἐξ ὅλων τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς;

§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ὅστις διεμαρτύρετο κατὰ τῆς κυβερνήσεως, διότι δὲν εἰσῆγε τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων κατὰ τὸ 1882.

§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἤμην κατὰ τοῦ φόρου καὶ εἶμαι.

§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶσθε κατὰ τοῦ φόρου, ἀφοῦ τὸν εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις· ὅτε ὅμως ἐνομίζετε ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἤθελε τὸν προτείνει, εἶσθε ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἐκόπτεσθε ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπαιτοῦντες τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου.

§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς συναλλαγῆς, ἣν εἶχε κάμει ἡ κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν, μετὰ τινων βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου.

§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐκ συναλλαγῆς ἢ ἐξ ἑτέρου λόγου δὲν προετείναμεν τὸν νόμον, ἀπαντᾷ αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος προετάθη παρ’ ἡμῶν, καὶ ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. βουλευτὴς διεμαρτύρετο ἐπὶ τῇ μὴ ὑποβολῇ, ὁ νόμος ἦτο συντεταγμένος καὶ ἐν τῷ ὑποβάλλεσθαι· ὑπεβλήθη δ’ ἔκτοτε καὶ ἐξετελέσθη καὶ ἐκτελεῖται. Τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἐνταῦθα, ὅπως καὶ παρ’ ἄλλαις ἐπικρατείαις, ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ ὑπῆρξαν λίαν ἀτελῆ. Εἶνε βέβαιον, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἂν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, θὰ εἴχομεν πρόσοδον σπουδαίαν· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι εἰς τὰ κράτη, ἔνθα ἡ ἀμπελοφυτεία εἶναι ἐκτεταμένη, δυσκόλως ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, λειτουργῶν ἀκριβῶς. Ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, ἥτις δὲν φοβεῖται νὰ φέρῃ μέχρι τῶν ἐσχάτων συνεπειῶν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἡ ὕπαρξις τῶν σταλακτηρίων τῶν γεωργῶν φέρει μεγίστας δυσκολίας εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ σήμερον ἐν τῇ γαλλικῇ βουλῇ συζητεῖται μέτρον περὶ φορολογίας τῶν γεωργῶν τῶν ἀποσταζόντων οἰνόπνευμα ἐκ τῶν ἰδίων στεμφύλων ἢ ὀπωρῶν· τοσοῦτον εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε παρετηρήθη ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἡ φυλλοξήρα περιώρισε τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων, ηὔξησε σπουδαίως ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων. Παρ’ ἡμῖν ὅμως αἱ δυσχέρειαι ἦταν πολλῷ μεγαλείτεραι ἢ ἀλλαχοῦ. Οὐδὲ σκέψις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐνταῦθα περὶ περιορισμοῦ οἱουδήποτε τοῦ ἀποστάζοντος τὸ ἴδιον αὑτοῦ προϊόν, ἠδυνάμεθα μόνον νὰ κανονίσωμεν, ὅπως ἐκανονίσθη ἀλλαχοῦ ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν τοῖς συστηματικοῖς ἀποσταλακτηρίοις. Τοῦτο ὅμως παρ’ ἡμῖν ἦτο δυσχερέστερον ἢ ἀλλαχοῦ, διότι δὲν εἴχομεν ἐνταῦθα διϋλιστήρια ὁποῖα ἔχουσιν ἐν ἄλλοις Κράτεσιν. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων, ἀπέτυχεν ἐντελῶς, ἡ δὲ ἐπιτυχία τοῦ φόρου τούτου ἐπῆλθε μόνον, ὅτε ἀνεπτύχθησαν ἐκεῖ τὰ μεγάλα διϋλιστήρια, τὰ καθιστῶντα εὐχερῆ τὴν φορολογίαν, διότι ἐν αὐτοῖς εὐχερὴς εἶναι ἡ ἐπιτήρησις. Ἡμεῖς τοιαῦτα διϋλιστήρια οὐδόλως εἴχομεν ἐν τῷ κράτει· ἓν μόνον ὑπῆρχεν ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἐκεῖνο ἀκανονίστως λειτουργοῦν. Ἤδη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἀνεπτύχθη εὐθὺς, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, ἡ βιομηχανία αὕτη τῆς ἀποστάξεως, καὶ εἴδετε πάντες, ἀνερχόμενοι τὴν ὁδὸν τοῦ Πειραιῶς, ἔνθεν καὶ ἔνθεν μεγάλα διϋλιστήρια ἀνεγειρόμενα, ὧν τὸ πρῶτον ἤρξατο ἤδη λειτουργοῦν. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ πρώτου τούτου καταστήματος βλέπομεν τὴν πρόσοδον ἐν Πειραιεῖ πολλαπλασιαζομένην· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι εὐθὺς ὡς, συνεπείᾳ τοῦ νόμου τούτου, λάβῃ ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἐν Ἑλλάδι τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα ὃν ἔχει καὶ ἀλλαχοῦ, θέλομεν ἴδει ἀποτελέσματα πληρέστερα τῶν σημερινῶν. Εἴχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ποσὸν 2,140,000 ὡς πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ποτῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πολὺ δὲν εἰσεπράχθη. Τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ζύθου εἰσεπράχθη ὁλόκληρον, διότι ἡ βιομηχανία τῆς ζυθοποιΐας ἐξασκεῖται διὰ τρόπου ἐπιτρέποντος τὴν ἐπιτήρησιν, καὶ ἑπομένως τὴν πλήρη φορολογίαν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ζύθου, τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὰ ποτὰ διέφυγον κατὰ πολὺ τὴν φορολογίαν. Τὸ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενον ὑπεβλήθη εἰς τὸν φόρον, καὶ ἐκ τούτου εἴχομεν πρόσοδον σπουδαίαν, οὐχὶ τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τῆς φορολογίας τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγομένων ποτῶν καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου ὑπῆρξε μικρά. Ἐφ’ ὅσον τὰ καταστήματα, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἀναπτύσσονται, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ φορολογία ἐντὸς τοῦ Κράτους θέλει εἶσθαι γονιμωτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον ὅμως καὶ ἡ πρόσοδος ἡ ἐκ τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων θέλει εἶσθαι ἐλάσσων, διότι, ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἡ χώρα μέχρι τοῦδε ἦτο ὑπόχρεως νὰ πορίζηται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ πλεῖστον τοῦ οἰνοπνεύματος, εἰς τὸ ἑξῆς θέλει παράγει αὕτη τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν κατανάλωσιν ποσόν. Αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα καὶ τὰς ὁποίας ὑπέβαλον πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγράφουσι τὰ ἀποτελέσματα, ὡς ἐξέθηκα αὐτά. Τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντα οἰνοπνεύματα, οἰνοπνευματώδη ποτὰ, καὶ ζῦθος, ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1883 ἕως τέλος Σεπτεμβρίου 1884, ἀπέτισαν φόρον καταναλώσεως 540000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγωγὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ βεβαιωθῇ, εἰμὴ κατὰ μὲν τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι ποσοῦ 81,000 δραχ., κατὰ δὲ τὴν τετάρτην μέχρι ποσοῦ 107,000, κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ ἔτους τούτου μέχρι ποσοῦ 84,000 καὶ κατὰ τὴν δευτέραν μέχρι ποσοῦ 69,000 δραχ.

§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὰς καταστάσεις αὐτὰς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀναφέρεται καὶ ὁ τόπος ἐκ τοῦ ὁποίου προέκυψεν ὁ φόρος;

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλα, διακεκριμένως κατ’ ἐφορίαν.

§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι κεχωρισμένον τὸ κονδύλιον τῶν προστίμων;

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἄλλης κατηγορίας ἔσοδον τὰ πρόστιμα· δὲν περιλαμβάνονται ἐνταῦθα. Τὰ τοῦ ζύθου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου παρέστησα πρὸ ὀλίγου ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ποτῶν, ὁ δὲ ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγόμενος ἀπήνεγκεν 81,000 δραχ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκ τοῦ ζύθου εἰσεπράχθησαν πλείονα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀναγεγραμμένου ποσοῦ ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἂν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τὸ φορολογήσιμον ποσὸν, ἡ πρόσοδος θὰ ἦτο ἀνωτέρα τῆς ἐγγεγραμμένης. Ἐκ τῆς πείρας δὲ ὁδηγηθέντες, παρεσκευάσαμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ προσεπαθήσαμεν ν’ ἀναπληρώσωμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ κειμένου νόμου, κανονίζοντες τὰ τῆς βεβαιώσεως προσφυέστερον πρὸς τὰς ἀτελείας τῆς παρ’ ἡμῖν ὑπηρεσίας. Βεβαίως ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐφοριακὴ παρ’ ἡμῖν δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ ὅ,τι ἐπιτελεῖ ἐν Γαλλίᾳ ἡ εἰδικὴ ἐπὶ τῶν φόρων καταναλώσεως ὑπηρεσία· ἀλλὰ δυνάμεθα, ἀποβλέποντες εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν, νὰ διαῤῥυθμίσωμεν νομοσχέδιον συμπληρωτικὸν οὕτως, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἡ ὑπὸ τῶν ἐφοριῶν βεβαίωσις εὐχερεστέρα. Καὶ ἄνευ ψηφίσεως τοιούτου συμπληρωματικοῦ νόμου, αὐτὴ αὕτη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κειμένου νόμου ἤθελε διδάξει πολλοὺς ἐκ τῶν ἐφόρων περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον δέον νὰ προβαίνωσιν εἰς τὸ ἔργον, ἀλλὰ, πλὴν τῆς, διὰ τῆς ἀσκήσεως, ἐξοικειώσεως τῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, συντελεστικὴ πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν θὰ ἦναι ἡ προσαρμογὴ διατάξεών τινων τῆς νομοθεσίας πρὸς τὸ ἰδιοφυὲς τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπαλληλίας. Ὁ φόρος ὅμως τῶν οἰνοπνευμάτων ἐγένετο ἀντικείμενον ἐπικρίσεων σπουδαίων, ὡς ἐπιβαρύνων οὐ μόνον τὸν καταναλωτὴν πρὸς ὃν οὐδεμίαν δεικνύει συμπάθειαν, ἀλλ’ ὡς παρεμποδίσας τὴν πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν χρησιμοποίησιν τῆς σταφίδος, τῶν στεμφύλων καὶ αὐτῶν τῶν βεβλαμμένων σταφυλῶν. Αἱ παρατηρήσεις αὗται, ὅπου δὲν προέρχονται ἐκ τῆς τυφλῆς ἐπιθυμίας τοῦ κατακρίνειν πᾶν τὸ κυβερνητικὸν, ὑπηγορεύθησαν ἐξ ἀντιλήψεως τοῦ νόμου οὐχὶ ἀκριβοῦς. Ἄν τὰ τοῦ νόμου εἶχον μελετηθῆ ἀκριβέστερον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἐν Ἑλλάδι, ἤθελον πεισθῆ οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰνοπνευμάτων ἐζημιώθη ὁ παραγωγὸς τῆς σταφίδος καὶ τῶν στεμφύλων, ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ὑπῆρξε δι’ αὐτὸν σωτήριος· ἂν ὁ νόμος οὗτος μὴ εἶχε ψηφισθῆ, θὰ ἦτο ἀδύνατον σήμερον νὰ πωληθῇ ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν σταφίδος πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, καὶ τοῦτο, διότι ἡ ὑπερβολικὴ ὑποτίμησις τῶν σιτηρῶν κατέστησεν ἀδύνατον τὸν συναγωνισμὸν τῆς σταφίδος ἐπὶ οἰνοπνευματοποιΐᾳ πρὸς τὰ σιτηρά. Ὑπολογισμοὶ ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὑπὸ ἀνδρὸς εἰδικοῦ, ἀποδεικνύοντες ὅτι εἰς ὅσον ἐξηυτελισμένην τιμὴν καὶ ἂν πωληθῇ ἡ σταφὶς, δὲν δύναται ἐξ αὐτῆς νὰ παραχθῇ οἰνόπνευμα, δυνάμενον νὰ συναγωνισθῇ ἐπωφελῶς πρὸς τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἐκ σιτηρῶν παραγόμενον. Ἀλλὰ πῶς ὁ νόμος ἐθεράπευσε τὴν κατάστασιν ταύτην; Ὁ νόμος ἐθεράπευσε τὴν κατάστασιν ταύτην ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται εἰς τὸ οἰνόπνευμα διὰ τῆς βεβαιώσεως τῆς πρώτης ὕλης· ἡ δὲ ἀναλογία τῆς πρώτης ὕλης πρὸς τὸ παραγόμενον οἰνόπνευμα καθορίζεται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ καθώρισεν, ὅτι ὁ ὑγιὴς σταφιδόκαρπος παράγει οἰνόπνευμα ὡς 3 καὶ ¾ πρὸς 1· ἀλλὰ ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ καθώρισε βραδύτερον, ὅτι ὁ βεβλαμμένος σταφιδόκαρπος παράγει οἰνόπνευμα ὡς 8 πρὸς 1. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἑπομένως ἐθεωρήθη, ὅτι πᾶσα σταφὶς προσφερομένη πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν εἶναι βεβλαμμένη, καὶ δὲν ἀπαιτεῖται περὶ τούτου ἐξέτασις, διότι αὐτὴ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐμποδίζει τὴν μὴ βεβλαμμένην νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα· οὐδὲ θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ παρ’ ἡμῖν ἐφοριακὴ ὑπηρεσία νὰ βεβαιώσῃ τὴν διάκρισιν μεταξὺ βεβλαμμένου καὶ μὴ βεβλαμμένου σταφιδοκάρπου, τουτέστι τοῦ ἐπαρκῶς βεβλαμμένου, ἵνα ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἀναλογίαν τοῦ 8 πρὸς 1. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ πᾶσα σταφὶς διατεθεῖσα εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ἐθεωρήθη ὡς βεβλαμμένη· ἀλλ’ ἡ σταφὶς αὕτη κατὰ μέσον ὅρον παρήγαγεν οἰνόπνευμα οὐχὶ 1 ἐπὶ 8, ἀλλὰ 1 ἐπὶ 5. Ἑπομένως ὁ παραγωγὸς τῆς σταφίδος, οὐ μόνον δὲν ἐπλήρωσε φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐκ τῆς σταφίδος αὐτοῦ παραχθέντος οἰνοπνεύματος ἀλλ’ ἔλαβεν ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης βραβεῖον τὰ ⅜ καὶ χάρις εἰς τὰ ⅜ ἠδυνήθη νὰ συναγωνισθῇ ἡ σταφὶς πρὸς τὰ σιτηρὰ, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ, ἐὰν ἀφίετο ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, ἐν ἴσῃ δὲ μοίρᾳ θὰ ἀφίετο, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ὁ νόμος. Ὅ,τι δὲ ἐγένετο περὶ τῆς σταφίδος, τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ περὶ τῶν βεβλαμμένων σταφυλῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπετεύχθη, ὥστε ποσά τινα ἐξ αὐτῶν ὡς καὶ πολλῷ πλείονα σταφίδος, διετέθησαν πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν. Οἱ ἐπικρίναντες παρέστησαν, ὅτι, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ὁ νόμος, ἤθελον διατεθῆ πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν ἐκ μιᾶς μόνον ἐπαρχίας, τῆς Ἠλείας, 30,000,000, ἑπομένως ἐξ ὅλου τοῦ κράτους πολλαπλάσια. Ἀλλ’ ὑπολογισμὸς, ἁπλούστατος, καταδεικνύει τὴν πλάνην. Τί θὰ ἠδύνατο νὰ διατεθῇ ἐκ τῆς σταφίδος, ἂν τὰ πάντα ἦσαν εὐνοϊκὰ, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ὁ συναγωνισμὸς πρὸς τὴν ἐκ τῶν σιτηρῶν οἰνοπνευματοποιΐαν; Ὡς εἶπον, ἡ ἀναλογία τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ἐκ σταφίδος εἶναι ὡς 1 πρὸς 3 καὶ ¾, εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν ὡς 1 πρὸς 4. Ἡ κατανάλωσις οἰνοπνεύματος ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὰς σημειώσεις τῆς ὑπηρεσίας τὰς τέως ἀναγραφείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀνέρχεται εἰς 2 ἑκατομμύρια ὀκάδων· αὕτη δὲ ἡ κατανάλωσις ἀποτελεῖ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς παραγωγῆς, διότι ἐξαγωγὴ οἰνοπνεύματος δὲν γίνεται, καίτοι τὸ ἐξαγόμενον οἰνόπνευμα εἶναι ἀπηλλαγμένον παντὸς φόρου· ἑπομένως τετραπλασιαζομένου τοῦ ποσοῦ τούτου, ἔχομεν εἰς ὀκάδας τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διατεθῇ πρὸς παραγωγὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἐν Ἑλλάδι καταναλισκομένου οἰνοπνεύματος· ὀκτὼ ἄρα ἑκατομμύρια ὀκάδες, τουτέστιν 23 ἑκατομμύρια λίτραι σταφίδος, εἶναι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ διατεθῇ πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι μόνον ἐκ σταφίδος καὶ οὐχὶ ἐκ στεμφύλων, ἢ βεβλαμμένων σταφυλῶν, ἢ σύκων, ἢ σιτηρῶν, ἤθελε παραχθῆ οἰνόπνευμα. Βεβαίως, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, δὲν ἐπετεύχθη, ὅπως τὰ 23 ταῦτα ἑκατομμύρια διατεθῶσιν ἅπαντα πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, διότι καὶ στέμφυλα ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, καὶ ἰδίως σιτηρὰ, ἀλλὰ σπουδαῖα ποσὰ σταφίδος ἠδυνήθησαν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Πάντα δὲ τὰ οὕτω διατεθέντα ἐχρησιμοποιήθησαν χάρις εἰς τὸν νόμον, ὅστις ὑπῆρξεν εὐεργετικὸς ἰδίως εἰς τοὺς παραγωγοὺς σταφίδος. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ περὶ τούτου, διότι, ὡς εἶπον, τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων οὐδεὶς σχεδὸν πολεμεῖ, ὡς ἐπιβάλλοντα φόρον καταναλώσεως, ἀλλ’ εἶχον ἐξεγερθῆ τινὲς κατ’ αὐτοῦ, ὡς ζημιοῦντος τὴν παραγωγὴν, ἤτοι τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἤδη νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εὐηργέτησε τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἑπομένως ὁ μόνος οὗτος λόγος κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νόμου ἐκλείπει· ὑπολείπονται ὅμως ἐλλείψεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις, καὶ περὶ τούτων θὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι, καίτοι πολλὰ ἐλπίζω ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδόλως ὅμως ἀπεκδέχομαι ἐξ αὐτοῦ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου, διότι φόρος, ὅστις δὲν ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ ἐντέλειαν ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἰμὴ ὅτε ἤλλαξεν ἐντελῶς ὁ τρόπος τοῦ ἐργάζεσθαι τῶν βιομηχάνων τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, βεβαίως ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντελῶς· οὐχ ἧττον ὅμως πέπεισμαι, ὅτι θέλει λειτουργήσει ἱκανῶς καὶ θὰ ἀποφέρῃ πρόσοδον, ἥτις, προστιθεμένη εἰς τὰς ἄλλας προσόδους ἐκ φόρων καταναλώσεως, θέλει συντελέσει εἰς τὴν κάλυψιν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἕτερος φόρος καταναλώσεως εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν οἴνων. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἴχομεν ἀναγράψει τῷ 1884 πρόσοδον 3,200,000. Καὶ τούτου ὅμως μέγα μέρος δὲν εἰσεπράχθη· ἀλλ’ εἰσεπράχθη ἱκανόν, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νομοθετήματος. Καὶ ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῶν οἴνων εἰσπράττεται διὰ τῶν ἐφοριακῶν ἡμῶν ἀρχῶν· τοῦτο ἀρκεῖ ἵνα ἐννοηθῇ, ὅτι ἀτελῶς ἐνεργεῖται ἡ βεβαίωσις, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ ὅτι αἱ ἐφοριακαὶ ἡμῶν ἀρχαὶ εἶναι ἱκαναί, ἵνα ἐφαρμόσωσιν ἀκριβῶς νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι πρὸς ἀνελλιπῆ λειτουργίαν, ὑπηρεσίαν πολὺ πλέον μεμορφωμένην τῆς ἡμετέρας. Ἀλλ’ ἡ εἴσπραξις τοῦ ἔτους τούτου δικαιολογεῖ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ οὓς θέλομεν φθάσει ἀσφαλῶς εἰς πρόσοδον δύω περίπου ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Τοῦ ἔτους 1883 ἡ πρόσοδος, ἕνεκα ἐλλιποῦς βεβαιώσεως, ὑπῆρξε κατωτέρα τοῦ ποσοῦ τούτου· ἡ πρόσοδος ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1883 ἀνέβη εἰς 1,187,000, προστιθεμένης δ’ εἰς αὐτὴν καὶ τῆς ἐκ δρ. 301,000 προσόδου ἐκ παραγωγῆς τοῦ προηγουμένου ἔτους, καταναλωθείσης μετὰ τῆς τοῦ 1883, ἔχομεν ὁλικὴν πρόσοδον ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἤτοι ἀπὸ Ἰουνίου 1883 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1884, δραχ. 1,488,124.

§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰσεπράχθη ἢ ἐβεβαιώθη;

§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐβεβαιώθη. Τὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ μεταβληθῶσι κατά τι, διότι γίνονται ἔτι παρὰ διαφόρων ἐφοριῶν ἀποστολαὶ ἀποδεικτικῶν εἰσπρακτέων ἐκ παραγωγῆς τοῦ ἔτους 1883, ἐπειδὴ μέχρι τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου ἐβεβαιοῦτο ἡ παραγωγὴ τοῦ 1883, ἀπὸ πρώτης δὲ Ὀκτωβρίου ἤρξατο ἡ ἐγγραφὴ τῶν βεβαιώσεων τοῦ 1884. Ἡ φορολογία αὕτη ἀντικατέστησεν ἑτέραν φορολογίαν, καὶ δέον, ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὰ τῆς νέας φορολογίας, νὰ παραβάλωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν προηγουμένην, καὶ εἴδομεν, ἂν πλείονα δι’ αὐτῆς εἰσπράττωμεν, καὶ ἂν εἰσπράττωμεν αὐτὰ δι’ ἐλάσσονος πιέσεως ἢ διὰ μείζονος πιέσεως. Κατὰ τὸ προηγούμενον σύστημα, εἴχομεν βεβαίωσιν 900 περίπου χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, εἴχομεν δὲ εἴσπραξιν 350,000 κατ’ ἔτος, τὴν δὲ εἴσπραξιν ταύτην καὶ τὴν βεβαίωσιν πόθεν εἴχομεν καὶ πῶς ἀπεκτῶμεν; Ἄξιοι μελέτης εἶναι οἱ πίνακες τῶν χρηματικῶν καταλόγων τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἵνα ἴδητε, τίνες εἶναι οἱ φορολογητέοι καὶ τίνα τὰ ποσὰ, φέρω ἐνταῦθα δείγματα τῶν χρηματικῶν ἐκείνων καταλόγων. Κατ’ ὄνομα φορολογεῖταί τις διὰ 30 ἑκατοστὰ στρέμματος 13 λεπτὰ, ἕτερος διὰ 60 ἑκατοστὰ στρέμματος 27 λεπτὰ, καὶ οὕτω καθεξῆς, τουτέστι διὰ κλάσματα στρεμμάτων, ἄλλος 13 λεπτὰ, ἄλλος 14 λεπτὰ, ἄλλος 27 λεπτὰ, ἄλλος πάλιν 27 λεπτὰ, ἄλλος 38 λεπτὰ, καὶ πάλιν ἄλλος 38 λεπτὰ, ἄλλος 25 λεπτὰ, ἄλλος 39 λεπτὰ, καὶ οὕτω πλεῖστοι ὅσοι ἐν τοῖς πίναξι τούτοις ἐγγεγραμμένοι. Αὕτη ἦτο ἡ φορολογία ἡ προϋπάρχουσα, διότι ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι ἔκτασιν βεβαιωμένην στρεμμάτων ἀμπέλων 405 χιλιάδων· εἰς πόσους δὲ εἶναι διανεμημέναι αἱ 405 αὗται χιλιάδες στρεμμάτων; δύναταί τις σχεδὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι πᾶς ἕλλην ἔχει καὶ τεμάχιον ἀμπέλου. Ὅταν τοῦτο λάβητε ὑπ’ ὄψει, βλέπετε ὁποία τις εἶναι ἡ κατανομὴ τῆς φορολογίας καὶ ὅταν γίνηται λόγος περὶ τῶν καθυστερούντων, καὶ περὶ τῆς ἐλλείψεως προνοίας κυβερνητικῆς πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων, ἐρωτῶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπράττωνται καθυστεροῦντα ὑποδιαιρούμενα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ ἂν ἡ δαπάνη τῆς εἰσπράξεως τοιούτων καθυστερημάτων δὲν ὑπερβαίνη κατὰ πολὺ τὴν πρόσοδον. Εἰσπράττομεν 350 χιλιάδας δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ τί ἐδαπανῶμεν; νομίζω, ὅτι εἶναι περιττοὶ οἱ ὑπολογισμοὶ, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἴσπραξις καὶ δαπάνη ἰσοφάριζον, καὶ ὅτι οὐδὲν ἐκ τοῦ προϋπάρχοντος φόρου εἰσεπράττομεν, ἀλλὰ μόνον κατεθλίβετο ὁ λαὸς ἀσκόπως. Αὕτη ἦτο ἡ φορολογία, ἣν ἀντικατέστησεν ἡ σημερινή. Ὅταν δὲ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἴνων, συμβαίνωσιν, ὅπως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν παντὸς φορολογικοῦ νόμου, πιέσεις τινες, δὲν πρέπει τις νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν ἀπολύτως, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ προϋπάρχον σύστημα, καὶ ἐνώπιον εἰκόνος τοῦ προϋπάρχοντος συστήματος, οἵαν περιέγραψε αὐτὴν, τίς δύναται σπουδαιολογῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ νέον σύστημα ἐπιβαρύνει τὸν λαόν; Ἐνῷ δὲ δὲν ἐπιβαρύνει τὸν λαὸν, ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀποφέρει 1,187,000 δραχμῶν διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διὰ τὸ προσεχὲς δὲ ἔτος, κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, θέλει βεβαίως ἀποφέρει καὶ 2 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι νόμος τις εἶναι καλλίτερος τοῦ προϋπάρχοντος ἢ ὅτι εἶναι καὶ ἀπολύτως καλός, ἵνα μὴ μελετηθῶσι καὶ τὰ καθέκαστα αὐτοῦ· δύναται ὁ νόμος νὰ ἦναι ἐν γένει καλὸς, ἀλλὰ δύναται νὰ πιέζῃ εἰδικῶς τάξεις τινας, τμήματά τινα τῆς χώρας. Ἂν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀνακουφίσωμεν τοὺς πιεζομένους διὰ μέτρων εἰδικῶν, εἶναι πρέπον τὰ μέτρα ταῦτα νὰ λαμβάνωνται, καὶ διὰ τοῦτο ἐμελετήθη τὸ ζήτημα, ἂν εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν παράπονα κατὰ τοῦ συστήματος τούτου τῆς φορολογίας καὶ προὐτάθησαν ἄλλα ἂν, λέγω, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὡς πρὸς τὰ τμήματα ἐκεῖνα νὰ γένηται παραδεκτὴ ἡ αἴτησις αὐτῶν. Ὁ νόμος, ὡς σήμερον ἔχει, ἀπαλλάττει πάσης φορολογίας τοὺς παραγωγούς, ἐνῷ τὸ προηγούμενον σύστημα τὴν παραγωγὴν ἐφορολόγει, ἀπαλλάττει αὐτούς, δι’ οἱονδήποτε ποσὸν ἤθελον αὐτοὶ καταναλώσει ἢ ἤθελον μεταχειρισθῆ εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως διαθέσει, πλὴν μόνον διὰ λιανικῆς πωλήσεως, παρεστάθη δὲ ἐκ τμημάτων τινων τῆς χώρας, ὅτι, ὡς ἐκ τῶν ἰδιαζουσῶν περιστάσεων τῆς ἀμπελοφυτείας καὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τοῖς τμήμασιν ἐκείνοις, θὰ ἦτο συμφέρον εἰς αὐτὰ, ἐὰν ἐπεβάλλετο ἡ τοῦ νόμου φορολογία ἐπὶ πάντας ἀδιακρίτως, τουτέστιν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλοῦντος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὅλης παραγωγῆς, κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς οἰνοποιΐας. Προετάθη δι’ ἀναφορῶν, ὅπως ἐπιβληθῇ φόρος ἀδιακρίτως ἐπὶ πάσης παραγωγῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ βαρέλαν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τοιοῦτος φόρος θ’ ἀπεκρούετο, καὶ τοι πολλοὶ εἶναι οἱ ἀνενεχθέντες ὑπὲρ τοιούτου μέτρου εἰς τμήματά τινα τῆς Ἑλλάδος, ἢ μᾶλλον εἰς ἓν μόνον τμῆμα, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν καὶ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο ἐρωτώμενον, ἤθελεν ἀποφανθῆ ὁλόκληρον ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοιούτου μέτρου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ δεχθῶμεν τὴν τροπὴν ὡς πρὸς αὐτὸ, διότι ἡ πρόσοδος ἔσται ἡ αὐτή· θὰ ὑπάρχῃ ἐλάττωσις ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως θὰ ὑπάρχῃ ἐπέκτασις τοῦ φορολογητέου ἐδάφους, διότι ἐνῷ ὁ φόρος ἐπιβάλλεται σήμερον εἰς μόνους τοὺς λιανικῶς πωλοῦντας, θὰ ἐπιβάλληται τότε εἰς πάντας τοὺς παράγοντας. Ἐὰν ἄρα τὸ τμῆμα ἐκεῖνο θελήσῃ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον αὐτοῦ διὰ τοιούτου μέτρου, δύναται νὰ γίνῃ ὡς πρὸς αὐτὸ ὅ,τι ἀκριβῶς ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ποτῶν καὶ τῶν οἴνων γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, δηλαδὴ ἡ λεγομένη ἄδεια ἐξαγορᾶς ἢ μετατροπῆς τῆς φορολογίας. Περὶ τούτου θέλει ὑποβληθῆ νόμος γενικὸς, ἐπιτρέπων εἰς πᾶν τμῆμα τοῦ Κράτους ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ φόρου του διὰ τοιαύτης τροπῆς. Ὅταν τοιοῦτον νόμον ψηφίσωμεν, ἐὰν διαμέρισμά τι δὲν προτείνῃ τὴν ἐξαγορὰν, ἑαυτὸ μόνον θὰ αἰτιᾶται, δὲν θὰ δύνηται νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ κατὰ τῆς Βουλῆς, ὡς παραγνωρισασῶν τὰ συμφέροντα αὐτοῦ· ἐὰν δὲ πάλιν ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς τροπῆς καὶ παραπονοῦνται οἱ παραγωγοί, ἑαυτοὺς πάλιν θὰ αἰτιῶνται, διότι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ διαμερίσματος θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τῆς ἐξαγορᾶς.

§19Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσόν;

§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ βεβαιοῦται ἡ παραγωγὴ κατὰ βαρέλαν παρὰ τῷ παραγωγῷ, θὰ χρεῶται δὲ αὐτὸς ἀνὰ μίαν δραχμὴν κατὰ βαρέλαν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι θὰ πληρώνῃ κατὰ δόσεις, ὡς γίνεται ἐπὶ τοιούτων εἰσπράξεων.

§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον πληρώνουσι μίαν δραχμὴν κατὰ βαρέλαν, εἰς ταῦτα τί θὰ γίνῃ;

§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον εἰς τὰ διαμερίσματα, ἅτινα θὰ ζητήσωσι τὴν μετατροπὴν τοῦ συστήματος, θὰ εἰσαχθῇ αὕτη, εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ πολὺ εἰς ἓν τμῆμα τῆς Ἑλλάδος θὰ γίνῃ αὕτη δεκτή, ἀμφιβάλλω δὲ καὶ περὶ τούτου· θέλομεν ὅμως προτείνει τὸ μέτρον, διότι ἐζητήθη καὶ οὐδαμῶς βλάπτει. Ὡς μέτρον γενικὸν ἐπιβαλλόμενον, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὡς μέτρον γενικὸν ἐπιτρεπόμενον δυνάμεθα.

§23ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ποῖον τμῆμα εἶναι τὸ ζητῆσαν τὸ σύστημα τοῦτο;

§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ Πάτραι. Μετὰ τοὺς νόμους «περὶ φόρων καταναλώσεως» δέον νὰ ἐξετάσωμεν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει ταύτῃ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τῶν ἤδη πρῶτον ἐφαρμοζομένων, τὰ τοῦ δασμολογίου. Ὡς πρὸς τὸ δασμολόγιον, ἠκούσθησαν ἐπικρίσεις πολλαὶ, τῶν ὁποίων τινὲς ἀντιμάχονται καὶ πρὸς ἀλλήλας. Κατεκρίθη τὸ δασμολόγιον, διότι φορολογεῖ βαρέως τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, ἡ δὲ κατάκρισις αὕτη προῆλθεν ἰδίως παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πρότερον κατεμέμφοντο τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ὡς φειδομένης τῶν εὐπορωτέρων τάξεων ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἀπορωτέρων· ἀλλὰ παραλείποντες τὰς ἐπικρίσεις ταύτας καὶ περιοριζόμενοι εἰς τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δασμολογίου καὶ εἰς τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἠκούσαμεν προσαπτόμενον εἰς τὸ δασμολόγιον, ὅτι ἕνεκα αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν δημοσίων προσόδων ἐκ τοῦ εἴδους τούτου τῆς φορολογίας, ὑποχρεοῖ εἰς αὔξησιν ἄλλων φόρων, καὶ ἑπομένως εἶναι κατὰ τοσοῦτον ἐπαχθής. Ἐξεταστέον ἄρα, ἐὰν τῷ ὄντι τὸ δασμολόγιον φέρῃ ἐλάττωσιν εἰσπράξεων, καὶ ἐὰν, ὅπου φέρῃ ἐλάττωσιν εἰσπράξεων, φέρῃ αὐτὴν ἐπωφελῶς διὰ τὸν τόπον, εἴτε ὡς ἐκ τῶν ἀμέσων, εἴτε ὡς ἐκ τῶν ἐμμέσων συνεπειῶν τῆς ἐλαττώσεως. Ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ δασμολογίου δὲν λαμβάνονται δύω κοινὰ ἀριθμητικὰ στοιχεῖα ὑπ’ ὄψει. Πρῶτον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβάλλωνται τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τοῦ νέου δασμολογίου πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παλαιοῦ ἀκέραια, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ παρορᾶται τὸ γεγονὸς, ὅτι πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου δασμολογίου εἶχε ψηφισθῆ νόμος περὶ καταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης κατὰ ξηρὰν, νόμος, ὅστις, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ἔφερεν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων 288,000 δραχμῶν. Τὸ δημόσιον δὲν θὰ ἐζημιοῦτο τὸ ποσὸν τοῦτο· ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκείνῃ ἐκθέσει, ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῆς προσόδου ἐκ τῆς τελωνιακῆς ζώνης, ἤθελεν ἐπιφέρει αὔξησιν τῆς προσόδου ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων· διότι τὰ ποίμνια τὰ ἐκ τῆς γείτονος Ἐπικρατείας ἤθελον εἰσαχθῆ πολυαριθμότερα μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ζώνης, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δασμολόγιον ἡ ἐλάττωσις τῶν 288,000 δραχμῶν ὑφίσταται πλήρη, πρέπει δὲ νὰ λαμβάνηται αὕτη ὑπ’ ὄψει κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς διαφορᾶς τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νέου δασμολογίου πρὸς τὸ παλαιόν. Πλὴν τούτου, δέον νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι τὸ νέον δασμολόγιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁλόκληρον εὐθὺς, ὅτι ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις αὐτοῦ πᾶσαι, πλὴν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ νήματα καὶ ὅτι ἀκριβῶς ἐκεῖ περιλαμβάνονται πολλὰ τῶν εἰδῶν πολυτελείας, ἐφ’ ὧν ἐπηνέχθη δασμολογικὴ αὔξησις. Ἡ αὔξησις τῶν προσόδων, ἡ ἐκ τῶν κατηγοριῶν τῶν ὑφασμάτων καὶ τῶν νημάτων προσδοκωμένη, εἶχε σημειωθῆ ἐν τοῖς πίναξιν, οὓς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐπεξειργάζετο αὕτη τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δασμολογίου. Κατὰ τοὺς πίνακας ἐκείνους τὸ νέον δασμολόγιον ἐν ταῖς κατηγορίαις τῶν νημάτων καὶ ὑφασμάτων περιέχει μεταβολὰς, αἵτινες ἤθελον φέρει ἐλάττωσιν μὲν ἐσόδων 65,000 δραχμῶν, αὔξησιν δὲ 355,000, ἑπομένως ἐν συνόλῳ αὔξησιν 290,000. Ταύτην τὴν αὔξησιν θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ἀφοῦ καὶ ἡ κατηγορία τοῦ νέου δασμολογίου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ νήματα, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τῆς 19ης τρέχοντος μηνός. Ὥστε ἡ ἕνεκα τούτου ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ θέλει εἶσθαι παροδικὴ, μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1884 παρουσιασθησομένη. Ὅταν τὰ δύω ταῦτα ποσὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς εἰσπράξεις τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας κατ’ ἀναλογίαν, αἱ διαφοραὶ αἱ βεβαιωθεῖσαι δὲν παρίστανται πλέον τοσοῦτον σπουδαῖαι, ὅσον φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ ἑτέρα ὡς ἐκ τῆς πανθωμολογημένης ἐλαττώσεως τῆς εἰσαγωγῆς. Δὲν δύναταί τις νὰ φρονῇ, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει τῆς χώρας τῇ σημερινῇ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰσαγωγὴ κατὰ τοὺς μῆνας τούτους, ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν εἶχεν ὑποστῆ ἡ σταφὶς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη φέτος, δὲν εἶχον ὑποστῆ τὰ σῦκα τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν φέτος· τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν εἴχομεν τὴν χολέραν, ἥτις παρεμποδίζει τὴν συγκοινωνίαν καὶ δυσχεραίνει εἰς ἄκρον τὴν εἰσαγωγήν. Ὡς ἐκ τοῦ ἐκρύθμου τούτου τῶν φετεινῶν περιστάσεων μεγίστη ἐλάττωσις θὰ ἦτο πιθανὴ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς τοῦ δασμολογίου μεταβολῆς. Ἀδύνατον εἶναι τὰ ποσὰ τὰ εἰσαγόμενα νὰ ἦναι τὰ αὐτὰ φέτος, οἷα ἦσαν καὶ πέρυσιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους, βλέπομεν τὴν εἰσαγωγὴν ὑπερτέραν κατὰ πολὺ τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ εἰσαγωγὴ ἐλαττοῦται τῆς τοῦ περυσινοῦ, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας, καὶ ἐλαττοῦται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἤδη πᾶσα ἡ ὠφέλεια ἡ ἐκ τῶν πρώτων ἕξ μηνῶν ἐξέλιπεν. Ἀλλὰ τὸ δασμολόγιον πρὸς τοῦτο εἶναι ξένον, ἐὰν δὲ σχετίζηταί πως πρὸς αὐτὸ, ἡ σχέσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν δημοσίων προσόδων. Ἐν τῷ δασμολογίῳ ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ αὐξήσεις τελῶν καὶ πολαὶ ἐλαττώσεις. Τὸ τελικὸν συμπέρασμα, καθ’ ὑπολογισμὸν γενικὸν, εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τῆς προσόδου, ἣν ἀπέδιδε τὸ προηγούμενον δασμολόγιον. Ἐὰν, ἀναγράφοντες τὰς αὐξήσεις, δὲν ἀπεδεχόμεθα καὶ τὰς ἐλαττώσεις, ἢ πολλὰς ἐξ αὐτῶν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν αὔξησιν προσόδων πολλῷ ὑπερτέραν. Ἡμεῖς ὅμως ἀπέναντι τῶν αὐξήσεων προέβημεν εἰς ἐλαττώσεις· προέβημεν δὲ εἰς ἐλαττώσεις ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, διότι, ὡς προεῖπον, προκειμένου νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογικὴν νομοθεσίαν βαρεῖαν εἰς τὸν τόπον, ἔπρεπε νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τῶν φόρων οὕτως, ὥστε νὰ δύνηται ἡ χώρα νὰ βαστάσῃ περισσότερα βάρη· ἔπρεπε νὰ εὐρύνωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν, τὸ ἔδαφος, τὰ θεμέλια τοῦ οἰκοδομήματος νὰ καταστήσωμεν, ὅσον οἷόν τε, στερεώτερα· ἔπρεπε ν’ ἀνακουφίσωμεν τὰς τάξεις, αἵτινες εἶναι ἀληθὴς πηγὴ πάσης παραγωγῆς, τὰς τάξεις τὰς περιλαμβανούσας τοὺς μεγάλους ἀριθμοὺς, διότι ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος ἀποῤῥέει ἐκ τῶν ἀριθμῶν, καίτοι τὰ ἄτομα τὰ ἀποτελοῦντα τοὺς ἀριθμοὺς ἀποδίδουσιν ἕκαστον ποσὰ ἐλάσσονα τῶν ἀποδιδομένων ἐκ τῶν ὀλίγων. Οὐχὶ διὰ τῆς ὑπερμέτρου ἐπιβαρύνσεως τῆς φορολογίας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ τῶν στοιχείων τῆς φορολογίας, θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πλήρης τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἀνόρθωσις, ἵνα δύνηται ὁ τόπος νὰ βαστάσῃ φορολογίαν ἔκτακτον, ὁποία εἶχε καταστῆ ἀναγκαία εἰς πλήρωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ κενοῦ, ὅπερ παρέστησα πρὸς ὑμᾶς ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου· ἔπρεπεν ὁ λαὸς ν’ ἀνακουφισθῇ, ἔπρεπε νὰ δύνηται νὰ τρέφηται εὐθηνότερον, νὰ ἐνδύηται εὐθηνότερον, καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέπει τὸ νέον δασμολόγιον, ἐὰν δὲ ἐπέτυχεν ἢ οὒ, δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἐπισκεπτόμενοι τὴν ἀγοράν. Μόνον τὸ δασμολόγιον ἔφερε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; βεβαίως οὐχί· δὲν ἔχετε ἢ ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὰς διαφορὰς τῶν σημερινῶν τιμῶν πρὸς τὰς προτέρας, ἵνα βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ καταργηθεὶς δασμὸς εἶναι πολὺ ὀλιγώτερος τῆς διαφορᾶς ἐπὶ ἔλαττον τῆς τιμῆς τῶν τροφίμων. Ἀλλὰ τί ἄλλο συνετέλεσε; πάλιν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ἀπὸ τῆς αὐτῆς, ὡς καὶ τὸ δασμολόγιον, ἀποῤῥέοντα ἀρχῆς. Συνετέλεσε μετὰ τοῦ δασμολογίου ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δοῦσα εἰς τὸ χρῆμα ἑκάστου ἀξίαν μεγαλειτέραν τῆς προτέρας. Καθ’ ἣν ἡμέραν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ μᾶλλον καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπεφασίσθη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐν χερσὶ τοῦ λαοῦ, ὑπετιμᾶτο κατὰ 20 τοῖς ἑκατὸν τῆς ὀνομαστικῆς αὑτοῦ ἀξίας· νῦν δὲ τὸ αὐτὸ νόμισμα κυκλοφορεῖ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, καίτοι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἰσέτι δὲν ἤρθη. Αὐτὸ δὲ τοῦτο ἐλέγομεν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὅτε, προκειμένου περὶ μεταβολῆς νομισματικοῦ συστήματος, ἐλέγετε, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης θέλει ἐπέλθει ὑπερτίμησις, τῶν ὠνίων· ἔλεγον τότε οἱ πολέμιοι τοῦ μέτρου σοφοὶ οἰκονομολόγοι, ὅτι αὐξάνοντες τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος, αὐξάνετε καὶ τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων, ὅτι διὰ τῶν 100 λεπτῶν τῆς νέας δραχμῆς δὲν θὰ δύνασθε ν’ ἀγοράζητε περισσότερα τῶν διὰ τῶν 100 λεπτῶν τῆς παλαιᾶς ἀγοραζομένων. Καὶ τῷ ὄντι ἐπί τινα χρόνον, ὡς ἐκ περιστάσεων ἄλλων, δὲν ἐπῆλθεν ὑποτίμησις, καὶ εὐθὺς ἐθριάμβευον οἱ ταῦτα προειπόντες. Ἰδοὺ ἔλεγον, ὅτι ἡ Βουλὴ κακῶς ἐνομοθέτησε τὰ περὶ τούτου, ἰδοὺ ὅτι εὑρέθη τρόπος νὰ πλουτίζωμεν, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ὑποτιμῶμεν τὸ νόμισμα, ἵνα ἔχωμεν περισσότερον χρῆμα. Ἡμεῖς διεμαρτυρόμεθα, ὅτι τὸ νόμισμα δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς, καὶ ἐὰν τὰς ἐπηρέαζεν ἐν ἀρχῇ, τοῦτο συνέβαινεν ἐκ τῆς συνηθείας, καὶ ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἐπηρεασμὸς παροδικός· ταχέως ὁ συναγωνισμὸς ἤθελε κανονίσει τὴν τιμὴν, οὐχὶ κατὰ τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος, ἀλλὰ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ ἐν αὐτῷ περιεχομένου χρυσοῦ ἢ ἀργύρου. Σήμερον αἱ τιμαὶ κανονίζονται πρὸς τὴν νέαν δραχμὴν, λογιζομένης ἀνελλιπῶς τῆς ἀξίας, ἣν αὕτη ἔχει ὑπὲρ τὴν παλαιάν. Τὸ δασμολόγιον ὡς πρός τινα εἴδη, ὡς πρὸς τὰ κρέατα ἰδίως, ἤνοιξε τὰς πύλας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγὴν, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὅσον δήποτε μικρὸν εἶναι τέλος τι, ἀπωθεῖ τὸ ἐμπόριον. Τὸ ἐμπόριον ἰδίως ἑλκύεται εἰς τὰς ἀγορὰς, αἵτινες οὐδὲν ἐξ αὑτοῦ ἀπαιτοῦσι καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο κεντρικὸν ἐμπορεῖον κρεάτων ἡ Ἑλλάς. Διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ δὲ, ὃν προεκάλεσεν ἡ τοιαύτη συγκέντρωσις, ἐκανονίσθη ἡ τιμὴ τῶν κρεάτων ἐν νέαις δραχμαῖς κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας αὐτῶν πρὸς τὰς παλαιὰς καὶ ἐπὶ τῇ ἀρτίᾳ αὐτῶν ἀξίᾳ, ἀφοῦ ἡ προσεχὴς ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατήργησε τὴν προϋπάρχουσαν ὑποτίμησιν, ἀφηρέθη δ’ ἀπὸ τῆς προτέρας τιμῆς καὶ ἡ τοῦ καταργηθέντος δασμοῦ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς σημερινῆς εὐθηνίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ εὐθηνία τὸ ἀγαθὸν τὸ ἀποκτηθὲν ἐκ τοῦ νέου δασμολογίου, ἀπεκτήθη καὶ ἄλλο ἀφανὲς, ἀλλὰ σπουδαιότατον. Διὰ τοῦ δασμολογίου, καὶ κυρίως διὰ τοῦ δασμολογίου, θέλομεν ἐπιτύχει, ὅπως αἱ ξέναι ἀγοραὶ ἀνοίξωσι τὰς πύλας αὑτῶν εὐρύτερον εἰς τὰ προϊόντα τῆς ἡμετέρας χώρας. Δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐμπορικὰς συνθήκας ὑπὲρ τῶν προϊόντων ἡμῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συνάψωμεν ἄλλως, εἰμὴ δι’ ἀνταλλαγμάτων παρεχομένων ἐπὶ τοῦ δασμολογίου· πρέπει ἑπομένως νὰ ἔχωμεν διεῤῥυθμισμένον τὸ δασμολόγιον διὰ τρόπου ἐπιτρέποντος εἰς ἡμᾶς νὰ ποιῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ παραχωρήσεις ἐπ’ ἀνταλλάγματι. Καθ’ ἣν ὥραν παρεσκευάζετο τὸ νέον δασμολόγιον, διεπραγματευόμεθα ἐμπορικὴν συνθήκην ἐν ἄλλοις καὶ μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἐζητοῦμεν παρὰ τῆς Γερμανίας ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐπὶ τῶν σύκων, ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν, ἀλλὰ ταῦτα ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωμεν ἄνευ ἀνταλλάγματος· τὸ δὲ ἀντάλλαγμα δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγηθῇ, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος τότε δασμολογίου. Ὑπέβαλεν ἡ Γερμανικὴ κυβέρνησις τὰς αἰτήσεις αὑτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δασμολογίου ἐκείνου· εὐτυχῶς αἱ αἰτήσεις αὐτῆς συνέπιπτον ἐν γένει πρὸς τὰς βάσεις ἐφ’ ὧν εἰργαζόμεθα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου δασμολογίου· αἱ ἀτέλειαι ἢ ἐλαττώσεις δασμῶν, ἃς ἐζήτει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἀφώρων κυρίως εἰς εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ πρώτων ὑλῶν βιομηχανίας, ἢ ἐπὶ εἰδῶν βιομηχανίας χρησίμων εἰς τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, ἑπομένως ἠδυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Πολλὰ παρεχωρήσαμεν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἵνα ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς πολλά, ἀλλὰ τὰ πολλά, ἅπερ παρεχωρήσαμεν, εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐξ ὧν ὠφελούμεθα καὶ ἡμεῖς παραχωροῦντες, ὡς ἐπίσης, φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Γερμανία ὠφελεῖται ἐκ τῶν πρὸς τὰ ἡμέτερα προϊόντα παραχωρήσεων αὐτῆς. Τὰ παραχωρηθέντα εἰς τὴν Γερμανίαν ἀνεγράψαμεν πάντα ἐν τῷ νέῳ δασμολογίῳ· ἐὰν ἄρα βλέπετε πολλὰς ἐλαττώσεις ἐν αὐτῷ, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχουσιν αὗται ἀντισήκωμα 1,800,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Γερμανία παρῄτησεν ἐκ τοῦ δασμοῦ μόνης τῆς σταφίδος, παραλείπω δὲ τὰ σῦκα, τὰς ἐλαίας καὶ ἄλλα εἴδη· ἡ Γερμανία μάλιστα συνῄνεσεν, ὅπως τὰ διὰ τῆς συμβάσεως παραχωρούμενα εἰς ἡμᾶς ἐφαρμοσθῶσι καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως καὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν κυρώσεων, διότι καὶ ἡμεῖς ὑποσχεθέντες νὰ περιλάβωμεν τὰς πρὸς αὐτὴν παραχωρήσεις ἐν τῷ νέῳ δασμολογίῳ, δι’ αὐτοῦ τούτου θὰ παρείχομεν καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δασμολογίου πᾶσαν τὴν ἐκ τῶν ἐλαττώσεων ὠφέλειαν· οὕτω δὲ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἡ σταφὶς εἰσάγεται εἰς Γερμανίαν ἐπὶ ἠλαττωμένῳ τέλει 8 μαρκῶν, ἀντὶ τοῦ προϋπάρχοντος τέλους τῶν 24 μαρκῶν. Ἰδοὺ, κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα τὸν ἀνακοινωθέντα μοι παρὰ τῆς Γερμανικῆς ὑπηρεσίας, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τὸ ἔτος 1883, διότι ἐκ τῶν ἡμετέρων πινάκων δὲν δύναταί τις ν’ ἀρυσθῇ πληροφορίας, ἐπειδὴ οἱ πίνακες οὗτοι σημειοῦσι μόνον τὸν λιμένα τῆς ἐκφορτώσεως, δὲν παρακολουθοῦσιν ὅμως τὸ προϊόν κατὰ τὴν ἐκεῖθεν εἰσαγωγὴν εἰς ἄλλο Κράτος. Κατὰ τὸ 1883 εἰσήχθησαν εἰς Γερμανίαν πρὸς κατανάλωσιν ἐπιχώριον 94,869 καντάρια σταφίδος, ἅτινα ἐπὶ δασμῷ 24 μαρκῶν θὰ ἀπέτινον 2,276,856 μάρκας, ἀπέτισαν δὲ πρὸς ὀκτὼ μάρκας 758,952 μάρκας. Ἑπομένως ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον μαρκῶν 1,518,000 ἤτοι δραχμῶν 1,898,000. Ταῦτα, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν δύο τρίτων τοῦ δασμοῦ δὲν θὰ ἐπενέγκῃ μεγάλην αὔξησιν εἰσαγωγῆς, ἀλλ’ ἡ αὔξησις ἔσται βεβαίως μεγίστη, καὶ ἑπομένως τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως προσδοκώμενον ἔσται καὶ τοῦτο πολλαπλάσιον. Ὅτε εἰσηγάγομεν τὸ δασμολόγιον, ἐῤῥέθη παρὰ πολλῶν, ὅτι διὰ τοῦ δασμολογίου τούτου θὰ ἐξεγείρωμεν τὰς ξένας δυνάμεις, ἵνα λάβωσι μέτρα κατὰ τῶν ἡμετέρων προϊόντων, ὅτι αἱ ξέναι Δυνάμεις θὰ θελήσωσι νὰ μᾶς ἐκδικηθῶσι. Παρίστων οἱ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ δασμολόγιον ἐκμεταλλευόμενοι, ὅτι τὸ δασμολόγιον τοῦτο ἦτο καταστρεπτικὸν διὰ τὰ ξένα Κράτη, ὑπὲρ ὧν ἐκεῖνοι ἐκήδοντο, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ ξένα Κράτη ν’ ἀνεχθῶσι πολιτικὴν οὕτω στενὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε πάθει τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας της, συμπαρασύρουσα δυστυχῶς ἐν τῷ παθήματι καὶ τὴν χώραν. Καθ’ ὃν χρόνον ἐλέγοντο ταῦτα καὶ ἐγράφοντο ἐν μεγαλοσχήμοις ἐφημερίσιν, ἡμεῖς διεπραγματευόμεθα μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὑποβληθεὶς νόμος περὶ προσθέτου φορολογίας τῆς σταφίδος κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς εἰς τὰς πόλεις. Ὡς γινώσκετε, ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, δηλαδὴ πολὺ πρὶν ἢ γίνῃ ἐνταῦθα λόγος περὶ νέου δασμολογίου, εἶχεν εἰσαχθῆ παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν νόμος ὅστις ἐπέβαλε σπουδαίαν φορολογίαν ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης σταφίδος εἰς τὰς πόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν τεσσάρων χιλιάδων ψυχῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας, ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξαίρει τὰ τοῦ νόμου τούτου, λέγων ὅτι δύναται ν’ ἀναγράψῃ πρόσοδον ἐξ αὐτοῦ ἐλαχίστην 1,000,000. Διαπραγματευόμενοι τότε ἡμεῖς μετὰ τῆς Γαλλίας περὶ ἐμπορικῆς συνθήκης, παρετηροῦμεν εἰς αὐτὴν, ὅτι εἰς οὐδὲν συνετέλει ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀντὶ ἀνταλλάγματος ἐλάττωσίν τινα τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὅταν διὰ νομοθετήματος ὑποβεβλημένου εἰς τὴν Βουλὴν πρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ, οὐχὶ πλέον κατὰ τὴν τελωνιακὴν γραμμὴν τοῦ ὅλου κράτους, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἐσωτερικαῖς περιφερείαις, νέα φορολογία, φορολογία οὐχὶ δημοτική, ἀλλὰ τοῦ δημοσίου, εἰσπραττομένη κατὰ τὴν εἴσοδον τοῦ προϊόντος ἡμῶν εἰς τὰς πόλεις. Παρεστήσαμεν ἄρα, ὅτι μόνον ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν λάβει παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μόνον ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ἤθελε τεθῆ κατὰ μέρος, ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς διαπραγματεύσεις. Καὶ τὴν βεβαίωσιν ἐκείνην ἐλάβομεν προσφάτως, ἐξασφαλισθείσης οὕτω τῆς σταφίδος ἀπὸ τοῦ κινδύνου τοιαύτης προσθέτου φορολογίας, ἐλπὶς δὲ εὔλογος ὑπάρχει ὅτι δι’ ἀνταλλαγμάτων ἐπὶ τοῦ νέου δασμολογίου, θὰ δυνηθῶμεν, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς Γαλλίας, νὰ ἐπιτύχωμεν ἐλάττωσιν τοῦ κειμένου δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν διὰ τῆς τελωνιακῆς γραμμῆς. Ἐπίσης τὸ δασμολόγιον κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ μᾶς βλάψῃ, τοὐναντίον μάλιστα ἴσως μᾶς παρέχει καὶ τὰ μέσα πρὸς εὐχερεστέραν διαπραγμάτευσιν, ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν ἡμῶν πρὸς ἄλλα Κράτη, εἰς σύναψιν ἐμπορικῶν συνθηκῶν. Ἐνέργειαι ἐγένοντο ἐν Ἀμερικῇ, ὅπου ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος, καὶ κρατοῦντος τοῦ ὑπάρχοντος δασμοῦ, ὅστις εἶναι βαρύτατος, αὐξάνει ὁσημέραι σπουδαιότατα, ἵνα ψηφισθῇ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Πρὸς τὴν αὐστριακὴν κυβέρνησιν πρὸ πολλοῦ διεπραγματευόμεθα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ διὰ τὴν σταφίδα καὶ διὰ τὰ σῦκα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγαλειτέραν τῆς σταφιδοεξόδευσιν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Αὐστρίας, θέλομεν ἀποκτήσει ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα θέλομεν ἀποτίσει δι’ ἐλαττώσεων ἐπὶ τοῦ δασμολογίου· ἔχοντες δὲ δασμολόγιον φέρον ηὐξημένους εἰδῶν τινων τοὺς δασμούς, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἐλαττώσεις, εἰς ἃς δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου. Ὡς πρὸς τὸ δασμολόγιον ἐγένοντο παρατηρήσεις τινες ἐπὶ λεπτομερειῶν, ἀλλ’ αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὸ εὑρετήριον, ὅπερ παρά τινων ἐθεωρήθη ὅτι κακῶς κατέταξεν εἴδη τινά· ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου παρέπεμψεν εἰς τὸ εὑρετήριον τὸν κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν, ἵνα ᾖ εὐχερεστέρα ἡ διόρθωσις, δυναμένη νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Παρετηρήθη προσέτι, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοὺς δασμοὺς τῶν δήμων, δὲν ἐλήφθη ἐπαρκὴς πρόνοια διὰ τὸ ἔτος 1885. Ἀπὸ τοῦ 1886 ἡ πρόνοια τοῦ νόμου εἶναι ἀποχρῶσα, ἀφοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1885 ἐπιτρέπεται ὑπὲρ ἑκάστου δήμου πᾶσα μεταβολὴ τοῦ ποσοστοῦ, ἥτις ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀναγκαία, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἀπελάμβανε πρότερον. Ἐπειδὴ οὐδὲ κατὰ τὸ 1885 πρέπει οἱ δῆμοι νὰ στερηθῶσι προσόδου, ἥτις εἴς τινας εἶναι ἀναγκαία, θέλομεν ὑποβάλει νομοσχέδιον ἐπιτρέπον καὶ τὴν κατὰ τὸ 1885 πρόνοιαν περὶ μὴ ἐλαττώσεως τῶν δημοτικῶν δασμῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ψηφιζόμενον ἐγκαίρως, θέλει ἐξασφαλίσει ὑπὲρ τῶν δήμων τὴν πρόσοδον, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐθεωρήθη ἐπαρκής. Μετὰ τὸ δασμολόγιον, οἰκονομικὸν μέτρον δεόμενον ἐξετάσεως, πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι βεβαίως τὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ τοῦ δανείου πρὸς ἄρσιν αὐτῆς. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνέπεσεν εἰς στιγμὰς δυσχερεῖς, καὶ πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι τῶν περιστάσεων ἀπεδόθησαν παρά τινων εἰς αὐτὴν τὴν ἄρσιν· ἀποβλέποντες οὗτοι εἰς τὸ στενόχωρον τῶν καιρῶν ἐθεώρησαν ὅτι, ἂν μὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, τοὐλάχιστον κατά τι, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνετέλεσεν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἀνωμαλίαν. Εἶπον, καὶ καλὴ ἂν ᾖναι ἡ ἄρσις, εἶναι μεταβολή, καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἐν στιγμαῖς κρισίμοις, ἐπαυξάνει τὴν δυσχέρειαν. Ἀλλ’ ἂν ᾖναι τοῦτο ἀληθὲς ἐν γένει περὶ τῶν μεταβολῶν, ὑφισταμένων οἰκονομικῶν κρίσεων, ἡ μόνη μεταβολή, ἥτις ἠδύνατο νὰ γίνῃ, χωρὶς νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν κρίσιν, εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅταν αὕτη συνδέεται μετὰ εἰσαγωγῆς ἐν τῷ τόπῳ δεκάδων πολλῶν ἑκατομμυρίων. Βεβαίως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύναται νὰ ἐπενέγκῃ διατάραξίν τινα εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὅτε γίνεται μόνη. Ὅταν κυκλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἄνευ ἀντισηκώματος μεταλλικοῦ, ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς κυκλοφορίας, καταλείπει κενόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπαισθητὸν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ καὶ, ἂν ὑπάρχῃ κρίσις, ἐπαυξάνει αὐτήν· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται ν’ ἀποσυρθῶσιν ἐκ τῆς κυκλοφορίας 42,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, κομίζονται δὲ εἰς τὴν χώραν πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ 81,000,000 μεταλλικοῦ, ποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ στενοχωρία, ἀναπληρουμένου οὕτω τοῦ ἀποσυρομένου τῆς κυκλοφορίας κεφαλαίου διὰ ποσοῦ διπλασίου; Τὸ δάνειον δὲν ἐξεδόθη ἔτι, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἤρθη, ἀλλὰ τὸ χρῆμα ἐπληρώθη· κατεβλήθησαν 72,000,000 καὶ πρὸς τούτοις ἕτερα 9,000,000, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει· ἑπομένως ἔχομεν ποσὸν μεταλλικοῦ ἀσυγκρίτως ὑπέρτερον τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποσυρθῆ ὁλόκληρον ὅταν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὸ ποσὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος χρήματος σήμερον εἶναι πολὺ ὑπέρτερον τοῦ ποσοῦ ὅπερ θὰ διετέλει ἐν κυκλοφορίᾳ ἂν μὴ ἐλαμβάνετο ἡ ἀπόφασις περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· πῶς ἄρα εἶναι δυνατὸν ἄρσις ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὕτως ἐκτελουμένη, νὰ ᾖναι καὶ κατ’ ἐλάχιστον αἰτία τῶν σημερινῶν στενοχωριῶν; Πῶς δυνάμεθα νὰ σχετίσωμεν ταύτας πρὸς ἐκείνας ὡς αἰτίας δυνάμεθα νὰ τὰς σχετίσωμεν, ἀλλ’ ὡς πρὸς θεραπείαν, διότι ποῖον ἦτο τὸ καλὸν καὶ πόθεν προῆλθε; Τὸ κακὸν προῆλθεν οὐχὶ ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Νομίζετε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ τὸ κυκλοφοροῦν χρῆμα ἐν τῷ τόπῳ εἰς ὑποτίμησιν 20% καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν χρηματικὴν κρίσιν; τί ἄλλο εἶναι ἡ ὑποτίμησις 20% ἢ χρηματικὴ κρίσις; ἂν τὸ μέτρον τῆς ἄρσεως δὲν ἐλαμβάνετο ἐνωρὶς, ἡ κρίσις θὰ ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα· ἂν ἀφίνωμεν ὀλίγους μῆνας νὰ παρέλθωσι, χωρὶς νὰ λάβωμεν τὴν περὶ ἄρσεως ἀπόφασιν, θὰ εἴχομεν κρίσιν οὐχὶ παροδικὴν, ὡς τὴν παροῦσαν, ἀλλ’ ἄγουσαν εὐθὺ εἰς τὸν ὄλεθρον. Τὸ χρῆμα, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, κατετέθη. Ἐῤῥέθη δὲ ὅτι ἀνεβλήθη ἡ ἄρσις, ὅτι εὐθὺς ὡς κατετέθη τὸ χρῆμα, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἦσαν ἐπινοήσεις τῶν λεγόντων· οὐδὲν τοιοῦτον ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ οὐδὲ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου. Ὁ νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ, εἰμὴ ὅτι ἡ ἄρσις θὰ ἐγίνετο εὐθὺς ὡς τὸ μεταλλικὸν χρῆμα ἦτο διαθέσιμον πρὸς ἐξαργύρωσιν ἐν ταῖς θυρίσι τῆς Τραπέζης τῶν παρουσιαζομένων τραπεζιτικῶν γραμματίων· ἐπῆλθεν ἐκ πράξεως ἢ παραλείψεως τῆς Κυβερνήσεως βραδύτης περὶ τὴν κατάθεσιν τοῦ χρήματος ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης; Οὐ μόνον δὲν ἐπῆλθε βραδύτης, ἀλλὰ καὶ πᾶσα πρόνοια ἐλήφθη, ὅπως μεταβιβασθῇ ἐνταῦθα ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Ἐπετεύχθη ἡ τροπὴ τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος εἰς χρυσὸν, δι’ ἐλαχίστης καταβολῆς δεκαπέντε ἐπὶ τοῖς χιλίοις.

§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δηλαδὴ 1,5%, μᾶς εἴπατε τοῖς χιλίοις, διὰ νὰ φανῇ κἄτι τι.

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑνὸς καὶ ἡμίσεως τοῖς χιλίοις, κατὰ παραδρομὴν εἶπον δεκαπέντε. Ἐπετεύχθη ἄρα διὰ ποσοῦ ὅλως ἀσημάντου ἡ τροπή· ἐπίσης καὶ περὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ νομίσματος ἐνταῦθα ἐγένοντο εὐθὺς συμφωνίαι. Ἀμφότερα ταῦτα ὁμοῦ, ἥ τε τροπὴ τοῦ νομίσματος εἰς χρυσὸν καὶ ἡ μεταφορὰ τοῦ νομίσματος ἐνταῦθα, πραγματοποιηθήσονται ἀντὶ πληρωμῆς ἑπτὰ ὀγδόων τοῖς ἑκατὸν. Τοῦτο ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ ἐσπεύσαμεν, ὅπως, ὅσον οἷόν τε ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον, μετενεχθῇ τὸ χρῆμα ἐνταῦθα, εὐθὺς δὲ ὡς φθάσει, θέλει ἀρθῆ καὶ αὐτοδικαίως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Οὐδεμία ὑπέρβασις τῶν προθεσμιῶν τῶν ἐν τῷ νόμῳ ἐπῆλθε. Τὸ χρῆμα κατετέθη ἐν Παρισίοις ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ νόμος καθιστᾷ αὐτὸ ἀπαιτητὸν, τὸ χρῆμα μεταφέρεται ἐνταῦθα ὅσον ἔνεστι ταχύτερον, καὶ πάντα ταῦτα μᾶς ἄγουσι μέχρι τῶν μέσων Δβρίου· κατὰ τί ὁ νόμος παραβιάζεται; Τοὐναντίον ἐκτελεῖται. Ἀλλὰ παραβίασιν τοῦ νόμου ἀνεῦρον καὶ ἀλλαχοῦ· εἶπον τὰ 72,000,000 ἐδόθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποτίσεως τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέους· πῶς ἄρα ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ χρήματος τούτου πρὸς ἄλλους σκοπούς; Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀποτίσῃ, καὶ ὀφείλει ν’ ἀποτίσῃ, χρέη δημόσια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἀπέστελλε κατ’ ἔτος μεγάλα ποσὰ ἀποτίνουσα πρὸς τοὺς μεταφέροντας τὸ χρῆμα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν προμηθείας καὶ ἔξοδα μεταφορᾶς· διατὶ εἶπον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠκολούθησε καὶ δὲν ἀκολουθεῖ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τὸ αὐτὸ σύστημα; διατὶ ἀφοῦ ἔχει ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς προμηθείας δὲν ἔστελλεν ἐντεῦθεν τὸ χρῆμα εἰς τὴν Εὐρώπην εἰς ἀπότισιν τῶν χρεῶν ἐκείνων, ἀλλὰ προτιμᾷ νὰ ποιῆται χρῆσιν τῶν 72,000,000 τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἀνελλιπῶς νὰ φέρῃ ἐνταῦθα; Ἔπρεπε διὰ τοῦ ἐκ Γαλλίας ἀτμοπλοίου νὰ μεταφέρῃ ἐνταῦθα τὰ ἐν Παρισίοις κατατιθέμενα εἰς λογαριασμὸν τῶν 72,000,000, ἵνα ἀποτίνῃ τὰς πρὸς τὰς τραπέζας ὀφειλὰς, δι’ ἑτέρου δὲ, ἢ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἀτμοπλοίου, ὤφειλε ν’ ἀποστέλλῃ εἰς Γαλλίαν ἄλλα ἑκατομμύρια, ἢ καὶ αὐτὰ, ἐπιβαρυνομένη διὰ διπλῶν ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ προμηθείας. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε τοῦτο νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπῆρχεν ὀφειλὴ τοῦ δημοσίου, καὶ ἂν ὑπῆρχε πίστωσις πρὸς ἀπότισιν αὐτῆς. Εὐθὺς ὡς τὰ δύο ταῦτα συνέτρεχον, ἔπρεπε τὸ χρῆμα νὰ λάβῃ, ὅπου τὸ εὕρισκεν εὐθηνώτερον. Ἀναντιῤῥήτως δ’ εὐθηνώτερον τὸ εὕρισκεν, ἐὰν αὐτὸ τὸ χρῆμα τὸ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διέθετεν ἐκεῖ, λαμβάνουσα τὸ ἀντάλλαγμα ἐνταῦθα. Τοῦτο ἐγένετο. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν. Ἐκ τῶν 72,000,000 ἐλλείπουσι κατά τινας 40,000,000, κατ’ ἄλλους 60,000,000, κατ’ ἄλλους 22,000,000. Νομίζω ὁ ἀριθμὸς 22,000,000 εἶχε συγκεντρώσει τὰς περισσοτέρας συμπαθείας. Θὰ σᾶς εἴπω τίνες ἀριθμοὶ ἐλλείπουσιν. Ἐκ τοῦ ὅτι ὅμως ἐλλείπουσι, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόχειρον τὸ χρῆμα εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένην ἡμέραν. Ἰδοὺ πῶς ἔχουσι τὰ χρηματικά· καὶ ἵνα ἐννοηθῶ ἀκριβῶς, πρέπει νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς διαχειρίσεως ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπελήφθημεν αὐτῆς καὶ ἐποιησάμεθα πρὸς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ταμιακῆς. Τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας ἀνελάβομεν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1882, ἀλλὰ πρὸς εὐχερέστερον ὑπολογισμὸν ὑποθέτω, ὅτι τὴν ἀνελάβομεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1882, καὶ καταλογίζω ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἰς πίστωσιν καὶ εἰς χρέωσιν ἡμῶν πᾶν τὸ δαπανηθὲν καὶ τὸ εἰσπραχθὲν· τί ἐπληρώσαμεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1882 δι’ ἔξοδα μὴ ἀναγόμενα εἰς τὰς χρήσεις, περὶ ὧν ὑμεῖς προὐνοήσαμεν; 21,360,000· τουτέστι μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1881, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἕως 31 Ὀκτωβρίου 1882, προέκυψεν ἔλλειμμα 21,000,000, πληρωθὲν παρὰ τῶν διαχειριζομένων τότε τὰ δημόσια. Ἡ χρῆσις τοῦ 1882 κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ἀφῆκεν ἔλλειμμα 3,672,000, πληρωθὲν παρὰ τῶν αὐτῶν διαχειριστῶν, ἤτοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἡ χρῆσις τοῦ 1883 παρουσίαζε κατὰ τὰ τέλη Αὐγούστου, ὅτε ἔλαβον τὴν περὶ τούτου σημείωσιν, προσωρινὸν ἔλλειμμα 8,565,000 ἡ δὲ τοῦ 1884, 5,642,000· τουτέστιν ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1882 καὶ ἕως τέλους Αὐγούστου 1884 ἐγένοντο παρ’ ἡμῶν πληρωμαὶ πέραν τῶν εἰσπραχθέντων 39,240,000. Ἀλλὰ πλὴν τούτων τῶν πληρωμῶν, ἐπραγματοποιήθησαν καὶ ἄλλαι, πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων· ἐγένοντο ἔκτακτοι δαπάναι διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ δι’ ἀποζημιώσεις γαιῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων· καὶ τοιαύτας ἔχομεν τῆς χρήσεως τοῦ 1882, εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς 836,193, εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς 736,048. Τὸ ὅλον 1,572,000. Τῆς χρήσεως τοῦ 1883, εἰς ἀποζημιώσεις γαιῶν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου καταληφθεισῶν 98,072· τῆς χρήσεως τοῦ 1884 εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς 3,515,000, εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς 1,442,275· ἑπομένως ἐκ τῶν δύο κεφαλαίων, τοῦ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν καὶ τοῦ τῶν ἀποζημιώσεων γαιῶν, ἐπληρώθησαν 6,627,000, ἅτινα προστιθέμενα εἰς τὰ 39,240,000 ἀποφέρουσι 45,868,000. Προσθετέον εἰς ταύτας 239,000 ἀποδοθείσας εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ λογαριασμὸν προσωρινοῦ δανείου, συνομολογηθέντος τὸ 1876, καὶ προσέτι 212,000 εἰς ἐξαργύρωσιν ἐντόκων γραμματίων· τουτέστιν ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν χρήσεων, ἃς διεχειρίσθημεν, 41,320,000. Τί δὲ εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ἐκτὸς τῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων; Πρῶτον· ὑπόλοιπον κεφαλαίου τοῦ δανείου τῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, παρὰ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης τὸ 1882, 1,709,000 τὸ 1883 290,000 παρὰ τοῦ οἴκου Ῥοδοκανάκη, τὸ 1882 3,637,000, τὸ 1883 926,000, παρὰ τῆς ἐν Παρισίοις Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, τὸ 1882 12,588,000, τὸ 1883 826,000, ἐκ λογαριασμοῦ ἐγγραφῆς τοῦ δανείου 29,000, ἐξ ἀντιτίμου 4957 ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν, 1,737,428, ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 δραχμὰς 21,755,000. Εἶτα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκ δραχμῶν 4,451,000. Τὸ ποσὸν τοῦ ὑπολοίπου τούτου θὰ εὑρεθῇ σεσημειωμένον εἰς τοὺς πίνακας τοὺς ὑποβληθέντας κατὰ μάρτιον τοῦ 1882, ὡς ἀνερχόμενον εἰς 9,803,000, διότι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου εἶχον μετενεχθῆ εἰς πίστωσιν τοῦ δημοσίου αἱ παρὰ ταῖς Τραπέζαις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καταθέσεις. Τέλος εἰσέπραξε τὸ δημόσιον, μὴ ἀναγομένας εἰς τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων, παρὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας δραχμὰς 360,000. Ταῦτα εἶναι τὰ ποσὰ, ἅπερ εἰσέπραξε τὸ δημόσιον, πλὴν τῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων. Ἑπομένως ἐὰν ταῦτα, ἀνερχόμενα ἐν συνόλῳ εἰς 26,567,000, ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν 46,320,000, ἅτινα ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον ἐπέκεινα τῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων, ἔχομεν δαπανηθέντα πέραν τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων εἰσπράξεων, δυνάμει πιστώσεων καὶ ὑποχρεώσεων ἀπαιτητῶν, 19,753,000. Αὕτη ἦτο ἡ ὀφειλὴ, ἣν τὸ δημόσιον ἔδει νὰ πληρώσῃ ἐκ χρημάτων οἱωνδήποτε τοῦ δημοσίου, ἀφοῦ ἡ μὲν Βουλὴ εἶχε ψηφίσει τὰς πιστώσεις, τὰ δὲ ἔσοδα τῶν χρήσεων δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν ἀπότισιν αὐτῶν. Ἤδη εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναπληροῦσιν αὐτὸ αἱ παρὰ ταῖς ἐνταῦθα Τραπέζαις καταθέσεις, αἱ προωρισμέναι εἰς τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τὴν ἤδη ἐνεργουμένην διὰ τῶν ἐκεῖ κατετεθειμένων χρημάτων· διότι, ὡς προεῖπον, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρόνονται ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων αἱ ἐνταῦθα Τράπεζαι Ἐθνικὴ, Ἰονικὴ καὶ Ἠπειροθεσσαλικὴ, εἰσπράττουσι δημοσίας προσόδους. Ταῦτα πάντα τὰ εἰσπραχθέντα καὶ εἰσπραττόμενα θέλουσι καταλογισθῆ ἀπέναντι τῶν ποσῶν τῶν, ὡς εἴρηται, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διατιθεμένων πρὸς ἀπότισιν τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων τῶν δανείων. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἄρα ἀπὸ τῶν 19,735,000 δραχμῶν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξαν αἱ τρεῖς Τράπεζαι ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ὑπολοίπου εἰς συμπλήρωσιν τῶν 72,000,000. Καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 9,000,000 ὑπάρχει πρόνοια ἤδη ἐν τῷ νόμῳ τῷ περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐκύρου δύω συμβάσεις, τὴν μίαν πρὸς τὴν ὁμάδα τὴν συμβληθεῖσαν περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 καὶ τὴν ἑτέραν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν ὁμάδα, ὑπεχρεοῦτο ἐκείνη νὰ λάβῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἐγγεγραμμένον εἰς τὸ δάνειον ὁριστικῶς, διὰ τῆς ἑτέρας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπεχρεοῦτο αὕτη, ὅπως ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐγγεγραμμένου ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς ὁμάδος λάβῃ ποσὸν 9,000,000, τρέπουσα οὕτω εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἄλλην παλαιοτέραν. Ἐπετρέπετο ὅμως εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν ἀρχικὸν αὐτοῦ προορισμὸν, διὰ τῆς ἀναβιώσεως τῆς ἀρχικῆς ὑποχρεώσεως, ἂν ἐθεώρει ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ ἀμφότερα τὰ ποσά. Παρουσιασθείσης τῆς ἀνάγκης ταύτης, προσεκλήθη ἡ Τράπεζα ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρότερον καθεστὼς, δανείζουσα τουτέστιν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ ἐννέα ἑκατομμύρια, δυνάμει τῆς προηγουμένης ὑποχρεώσεως’ ἡ δὲ ὁμὰς μένει οὕτως ὑπόχρεως, κατὰ τὸ ἄρθρ. 6 τῆς συμβάσεως αὐτῆς, νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ δημόσιον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ὁριστικῶς συμπεφωνημένον. Οὕτως ἀποκτῶνται τὰ ἐννέα ἑκατομμύρια· ἂν δὲ ἀπαιτηθῶσι καὶ ἄλλα τινὰ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ὑπολοίπου, περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ἔχομεν καὶ περὶ τούτου ὑποσχέσεις ὅτι εὐκόλως θὰ ἠδυνάμεθα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ δημόσιον, νὰ λάβωμεν προκαταβολὴν τοῦ ἀναγκαίου ποσοῦ· ὥστε οὐδεμία θέλει ὑπάρξει δυσχέρεια, ἵνα ἅπαν τὸ χρῆμα, κατὰ τὴν τεταγμένην προθεσμίαν, εὑρεθῇ κατατεθειμένον εἰς τὰ ταμεῖα τῶν τραπεζῶν, καὶ ἑπομένως ἵνα δηλώσωσιν αὗται κατὰ τὴν αὐτὴν προθεσμίαν ὅτι, ἔχουσαι ἤδη τὸ ἀποταμίευμα τοῦτο, εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐξαργυρῶσι πᾶν τὸ κυκλοφοροῦν γραμμάτιον αὐτῶν. Ἤδη, ἀφοῦ ἐξέθηκα τὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν κυριωτέρων νομοθετημάτων, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται τὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους οἰκονομικὸν σύστημα, ἂς ἐπισκοπήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύω τελευταίων προϋπολογισμῶν, τουτέστι τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως, ἥτις ἔληξε μετὰ τοῦ τέλους τοῦ παρελθόντος μηνὸς, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ. Καίτοι ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1883 πρὸ δύω ἑβδομάδων σχεδόν, δὲν δυνάμεθα ἔτι νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, καὶ τοῦτο διότι τοιοῦτος ἀπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ, πρὶν ἢ τὸ λογιστήριον παραλάβῃ, ἐξελέγξῃ καὶ ἐγγράψῃ τὰ στοιχεῖα τῶν διαχειρίσεων τῶν διαφόρων ὑπολόγων. Αὐτὸς δὲ ὁ νόμος ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑποβολὴ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ταχέως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ, οὐχὶ εὐθὺς μετὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου, ὅτε λήγει ἡ χρῆσις, ἀλλὰ κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ ἑπομένου ἔτους· καὶ ἕως τοῦ Μαρτίου βεβαίως θέλει ὑποβληθῆ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμός· ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, ἴσως καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ τρέχοντος μηνὸς, θέλουσιν ὑποβληθῆ καταστάσεις προσωριναί, αἵτινες θέλουσι παρέχει ἐπαρκεῖς πληροφορίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημειώσεων τῶν ταμείων. Καὶ ἤδη ὅμως δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἱκανὰ ἐκ τῶν λογαριασμῶν, οὓς ἔχομεν συγκεντρωμένους καὶ οἵτινες φθάνουσιν οἱ πλεῖστοι μὲν μέχρι τοῦ τέλους Σεπτεμβρίου, τινῶν ὅμως ταμείων οὐδὲ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τουτέστιν ὑπάρχουσι ταμεῖα, τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα οὐδὲ τοῦ Αὐγούστου. Τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὡρίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δραχ. 86 ἑκατομ. καὶ 122,000, μέχρι τέλους δὲ Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθησαν 41,868,000· ἑπομένως ὑπολείπονται πρὸς συμπλήρωσιν βεβαιωτέα μέχρι 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1884 44,254,000. Ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων, τουτέστιν ἐκ τῶν 41,868,000 εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 37,372,000, ἑπομένως καθυστεροῦσιν ἐξ αὐτῶν 4,475,000. Ἐκ δὲ τῶν ὑπολειπομένων πρὸς βεβαίωσιν μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τεσσαράκοντα τεσσάρων ἑκατομ. καὶ 254,000, μόνον κατὰ πιθανότητα δυνάμεθα ἤδη νὰ προσδιορίσωμεν τί θέλει εἰσπραχθῆ καὶ τί θέλει καθυστερήσει. Ἐπὶ τῶν πιθανοτήτων τούτων στηριζόμενος λέγω, ὅτι δὲν θέλουσι φθάσει εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν, καὶ ἑπομένως θέλουσι καθυστερήσει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 44,254,000, πρῶτον ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν περίπου ἓν ἑκατομμύριον· ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν περιέγραψα πρότερον ἐπήνεγκεν ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ὑποθέτομεν ὅτι, καί τοι κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν εἴχομεν ὑπέρβασιν κατὰ ἐννεακοσίας χιλιάδας δραχμῶν καὶ πλέον, θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ ἔτους ποσὸν κατώτερον κατὰ 1,000,000. Ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχωμεν 800,000 δραχ. ἐλάσσονα εἴσπραξιν· καὶ τὸ χαρτόσημον, ὅπως ὅλοι οἱ ἔμμεσοι φόροι, ὅπως οἱ φόροι καταναλώσεως, ὅπως τὰ τέλη εἰσαγωγῆς, ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ὑφισταμένης· θεωρεῖται μάλιστα πολλαχοῦ ὡς τὸ θερμόμετρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας· τοσαύτην ἄρα δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἕνεκα τῆς καταστάσεως ἐλάττωσιν τῆς προσόδου ταύτης. Ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων, τουτέστιν ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τοῦ περὶ αὐτῶν νόμου, διότι, καὶ ἂν ἐφαρμοσθῇ, ὀλίγων ἡμερῶν στάδιον θὰ ἔχῃ, ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι διαγραπτέαι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ 250 χιλ. Ἐκ τοῦ νόμου περὶ τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς μήπω ἐφαρμογῆς, ἓν ἑκατομμύριον. Ἐκ τῶν δικαιωμάτων καταναλώσεως, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φόρων τούτων, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἓν ἑκατομμύριον, τοῦ οἴνου ἓν ἑκατομμύριον, τοῦ καπνοῦ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τοῦ σιγαροχάρτου δύο ἑκατομμύρια ἐπὶ ἔλαττον, ἐκ τῶν ἀνανεουμένων παλαιῶν χρεῶν 900 χιλιάδες ἐπὶ ἔλαττον. Τὸ σύνολον ἄρα τῆς κατὰ πιθανότητα καθυστερήσεως ἔσται 14,950,000. Ἀπέναντι τούτων θὰ ἔχωμεν προσαυξήσεις ἐσόδων τινων, ἃς ὑπολογίζομεν περίπου εἰς 2,000,000· θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἐλάττωσιν δαπανῶν, τουτέστι μὴ πραγματοποίησιν πολλῶν πιστώσεων. Τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη, προστιθεμένη εἰς τὰ 2 ἑκατομμύρια τὰ ἐπιπλέον εἰσπραχθησόμενα, θέλει ἀποτελέσει ποσὸν, ὅπερ ἀφαιρούμενον ἀπὸ τῶν 14950000 θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα τοῦ 1884 περίπου δύο ἑκατομμυρίων. Ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς. Τὰ ἐκτεθέντα εἶναι ἐνδεικτικὰ ἁπλῶς, οὐδεμίαν δ’ ἄλλην δύνανται νὰ ἔχωσιν ἔννοιαν. Τὸ ὅλον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1884, ἀφοῦ ὡς εἶπον δὲν ἐφηρμόσθησαν τὰ νέα μονοπώλια, καὶ ἕνεκα τῶν ἐλαττώσεων αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τὰ ἔσοδα, συνεπείᾳ τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως, τῆς τὰ μάλα ἐπιδρώσης ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, θέλει εἶσθαι περίπου 2 ἑκατομμυρίων. Τοῦ δὲ 1883 τὰ ἀποτελέσματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς· ὡς εἶπον ὅμως τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα δὲν εἶναι πλήρη, τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν θὰ φέρωμεν πρὸ τοῦ Μαρτίου, ἤδη ὁμιλοῦμεν περὶ πιθανοτήτων.

§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι βέβαια τὰ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου· ὥστε εἷς μὴν μόνον λείπει.

§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πλεῖστα, οὐχὶ ὅλα. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ τακτικὰ ἔξοδα ὡρίσθησαν εἰς 72 ἑκατομμύρια καὶ ἕνδεκα χιλιάδας· δι’ εἰδικῶν δὲ νόμων καὶ διαταγμάτων προσετέθησαν 1,334,000 εἰς τὰ ἔξοδα, ἔχομεν ἑπομένως ἐν ὅλῳ 73,346,000. Ἐξ αὐτῶν δὲ ἐπληρώθησαν 67,553,000, καὶ ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις 5,792,000. Αἱ ἀδιάθετοι αὗται πιστώσεις προέρχονται ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους 1,300,000· ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν 300,000, τῆς δικαιοσύνης 400 000, τῶν ἐσωτερικῶν 900,000, τῶν ἐκκλησιαστικῶν 600,000, τῶν στρατιωτικῶν 1,300,000, τῶν ναυτικῶν 400,000 τῶν οἰκονομικῶν 100,000, ἐξ ἐξόδων διοικήσεως 400,000, ἐκ διαφόρων πληρωμῶν 70,000. Ἔσοδα δὲ τῆς χρήσεως τοῦ 1883 εἴχομεν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 72,133,000· ἐβεβαιώθησαν δὲ ἐξ αὐτῶν κατὰ τὰ γνωστὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα 65,000,000· ἑπομένως ἐβεβαιώθησαν ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων 7,133,000. Κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἴχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας εἰσπράξεις ἐκ νέων φόρων, οἵτινες εἴτε δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἴτε ἐπραγματοποιήθησαν ἐπ’ ἐλάχιστον· οἱ φόροι οὗτοι εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου, ἐξ οὗ προσεδοκᾶτο πρόσοδος 2,140,000, ἐνῷ ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους, ἐφαρμοσθεὶς δὲ περὶ τὰ μέσα δὲν ἠδύνατο κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμά τι ὡς ἐκ τῆς οἰκονομίας αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἐκ τοῦ οἴνου εἴχομεν ἀναγεγραμμένα τρία ἑκατομμύρια καὶ διακοσίας χιλιάδας, ἐκ τοῦ καπνοῦ 4 ἑκατομμύρια, ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 1,500,000, ἅτινα μετὰ τῆς ἐκ τῶν ποτῶν προσόδου ἀποτελοῦσι τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα 10,840,000. Ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς ὅμως ἢ ἐκ τῆς βραδείας ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἐκείνων, αἱ βεβαιώσεις ἐξ αὐτῶν ὑπῆρξαν 2 ἑκατομμύρια καὶ 263 χιλιάδων· ἑπομένως ἡ μὴ πραγματοποίησις τῶν νόμων ἔδει νὰ φέρῃ ἐλάττωσιν ἐσόδων 8,576,000. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἡ ἐλάττωσις εἶναι μόνον 7,133,000· ἕπεται ἄρα, ὅτι ἄλλων προσόδων εἴχομεν βεβαιώσεις ἀνωτέρας.

§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα τὰ εἰσπραχθέντα ἐν συνόλῳ;

§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου δὲν ἔχομεν σημειώσεις ἀκόμη. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ προϋπολογισθέντων εἶναι 7,133,000, οἱ δὲ νέοι φόροι, οἱ τὸ πλεῖστον μὴ ἐφαρμοσθέντες ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀπήνεγκον ἐλάσσονα τῶν ἀναγραφέντων ὡς βεβαιωθησομένων, 8,576,000· ἑπομένως 1,443,000 ἐπὶ πλέον ἐβεβαιώθησαν ἐξ ἄλλων φόρων. Τὰ ἐπὶ πλέον ἐν συνόλῳ βεβαιωθέντα εἶναι τὰ ἑξῆς: ἐξ ἐμμέσων φόρων 270,000, δασῶν 100,000, ἐθνικῶν κτημάτων 400,000, προστίμων καὶ ποινικῶν ἐξόδων 90,000, τυχηρῶν 200,000, ἐπιστροφῶν χρημάτων 1,600,000, ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων 500,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 3,970,000· τὰ δ’ ἐπὶ ἔλαττον βεβαιωθέντα, πλὴν τῶν ἐκ δικαιωμάτων καταναλώσεως εἶναι τὰ ἑξῆς: ἐκ τελωνιακῶν 700,000, χαρτοσήμου 900,000, ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν 500,000, μεταλλείων 250,000, ἐξόδων ἐκλογῶν 90,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2,440,000, ἅτινα ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν ἐπὶ πλέον βεβαιωθέντων καταλείπουσι διαφορὰν 1,443,000. Ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη βεβαίωσις, ἀφαιρουμένη ἀπὸ τοῦ καθυστερήματος ἐκ δικαιωμάτων καταναλώσεως, παρέχει τὴν διαφορὰν τοῦ συνόλου τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Ἀφαιρούμενα δὲ τὰ βεβαιωθέντα ταῦτα ἀπὸ τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων προϋπολογισθέντων ἐν συνόλῳ ἐξόδων, παριστῶσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 ἀνερχόμενον εἰς 9,925,000. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων χρήσεων, τῆς χρήσεως 1883, καθ’ ἣν οἱ νέοι νόμοι σχεδὸν δὲν ἐλειτούργησαν, καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, κατὰ πιθανότητα, νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτε οἱ νέοι νόμοι ἐλειτούργησαν, ἀλλ’ οὐχὶ ἐντελῶς, καὶ ὅτε, ὅπως πάντοτε ἐπὶ νέων φόρων, ἔχομεν πολὺ ἐλάσσονα βεβαίωσιν τοῦ ἐπιτευχθησομένου μέσου ὅρου τῆς βεβαιώσεως μετὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν νόμων τούτων.

§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη θέλω μεταβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, τουτέστιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸν νομοσχεδίων. Πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1883, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀριθμοί, οὓς ἀνεκοίνωσα, ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένοι ἐντὸς τοῦ κατατεθέντος τεύχους μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· μόνον ταῦτα δὲν συμπεριέλαβον, διότι εἶναι πιθανότητες, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλλωνται ἐπισήμως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας σημειώσεις περὶ πιθανοτήτων· τὰ ἄλλα ὅμως πάντα ἀποτελοῦσιν ἐπίσημα στοιχεῖα καὶ εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ παραρτηματικῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως, ὅστις τυχὸν δὲν ἠδυνήθη νὰ παρακολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῶν ἀριθμῶν, δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ κενὰ διὰ τῶν πινάκων τοῦ τεύχους, ἔνθα εὑρίσκετε σημειωμένον πάντα ἀριθμὸν παρ’ ἐμοῦ μνημονευθέντα, καὶ πλείστους ἄλλους. Συντάττοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἔδει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν, περὶ ἧς ὡμίλησα πρὸς ὑμᾶς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἔδει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 τῶν 11,700,000 εἶχον προστεθῆ δαπάναι δεκάδων ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἠδυνάμεθα νὰ περικόψωμεν· ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν καὶ κατὰ τὸ 1879 θεωρουμένων ὡς ἀναγκαίων νὰ πραγματοποιήσωμεν περιστολὴν, καί τοι περιστολὴ τοιαύτη ὡς ἐκ τῆς σμικρότητος τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ μεγάλα ἀποτελέσματα ἀπέναντι τῶν ἐπιδιωκομένων ποσῶν. Κατὰ τὸ 1879 εἴχομεν πρόσοδον 42,898,000· εἰς ταύτην τὴν πρόσοδον τί προσετέθη ἔκτοτε; Κατὰ τὸ 1880 ἐπηνέχθησαν εἰς τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν μεταβολαί τινές· κατὰ τὸ 1880 κατηργήθη ἡ δεκάτη, ἐπιβληθέντος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐξ οὗ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις ἐσόδων· ἀλλ’ ἐπεβλήθησαν ἄλλοι φόροι, ἐκ τῶν ὁποίων, ἐπῆλθεν αὔξησις· ἐπεβλήθη ὁ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν διὰ τῆς μετατροπῆς τῆς παλαιᾶς εἰς νέαν δραχμήν, ἐπεβλήθησαν 2 δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐπεβλήθη καὶ πρόσθετον τέλος ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ταῦτα πάντα παραβαλλόμενα πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως ταύτης διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, σχεδὸν ἀφίνουσι τὰ ἔσοδα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον πρότερον ἦσαν. Ἑπομένως ὅ,τι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ εἴχομεν νὰ προσδοκῶμεν, ἐὰν μὴ ἀπὸ τοῦ 1882 ἐλαμβάνοντο μέτρα φορολογικὰ νεώτερα, θὰ ἦτο αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τῶν 42,898,000 δραχμῶν, τῶν εἰσπραχθεισῶν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1879 μετὰ τοῦ μέσου ὅρου τῶν συνήθων προσαυξήσεων τῆς προσόδου τῶν φόρων. Εἴχομεν προσέτι προσθετέαν εἰς τὸ ποσὸν ἐκείνων καὶ τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, πρόσοδον κατὰ τὴν τότε φορολογίαν δυναμένην νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 5,000,000 περίπου. Ἐὰν ταῦτα προσθέσωμεν εἰς τὰ 42,898,000 ἢ 43,000,000, διὰ τὸ στρογγύλον τοῦ ἀριθμοῦ, ἔχομεν 48,000,000 ὡς ἀφετηρίαν, τὰ ὁποῖα δέον νὰ ἐξογκώσωμεν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 85,000,000, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἐκτὸς ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἐλάττωσίς τις δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐλάττωσιν, ὡς προεῖπον, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα τῶν προσθέτων δαπανῶν, διότι αἱ προσθῆκαι ἄλλαι μὲν εἶναι ἀναγκαῖα παρεπόμενα τῶν ηὐξημένων εἰσπράξεων, ἄλλαι δὲ ἀφορῶσιν εἰς δαπάνας ὑποχρεωτικὰς, εἴτε διὰ συμβάσεων, εἴτε ἠθικῶς. Αἱ ἐλαττώσεις ἄρα, ἂν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι, θὰ καταλογισθῶσιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν διατεθεισῶν πιστώσεων κατὰ τὸ 1879, ἀνερχομένων εἰς 54,647,000. Τότε μόνον ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀλήθεια αὕτη, ὅταν δύναταί τις ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι πλὴν τῶν ὑποχρεωτικῶν ἐκείνων δαπανῶν, περὶ ὧν ἐποίησα λόγον, ὑπάρχουσι καὶ αὐξήσεις ἄλλαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπιπρόσθετοι εἰς τὰς δαπάνας τὰς μέχρι τοῦ 1879 γενομένας. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο μὴ ἀποδειχθῇ, οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχουσιν αἱ παρατηρήσεις περὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον προσετέθη εἰς τὴν φορολογίαν, διότι, ἂν μὴ προσετίθετο εἰς τὴν φορολογίαν, θὰ προσετίθετο εἰς τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀνοίξει ἐν προσεχεῖ χρόνῳ τὴν θύραν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Ἤδη, καὶ μετὰ τὸν περιορυσμὸν τῶν ἐλλειμμάτων διὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, καὶ πάλιν βλέπετε ἐξογκουμένην τὴν ὀφειλὴν τοῦ κράτους. Βλέπετε τὴν ἐν ἔτει 1882 διαχείρισιν τοῦ 1881 ἀφίνουσαν ἔλλειμμα εἴκοσι ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων τῆς χρήσεως ἐκείνης δαπανῶν. Αὐτὴ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1882, καίτοι ἡ ἄκρα περὶ τὴν ἐντέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ φειδὼ περιώρισε τὸ ἀρχικῶς προαγγελλόμενον ἔλλειμμα εἰς τὸ πέμπτον ἢ τὸ ἕκτον, οὐχ’ ἧττον ἀφῆκεν ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ὑπῆρξε μέγα, ἀλλὰ θὰ ἦτο πολλῷ μεγαλήτερον ἂν εἶχον ἔκτοτε ἀναπτυχθῆ πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι, περὶ ὧν ἐποίησα λόγον. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ἐφηρμόζετο ἔκτοτε, ἀλλὰ δὲν ἐπήνεγκεν εὐθὺς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ προήγοντο μετ’ ὀλίγων ἐτῶν πάροδον, τουτέστι μετὰ τὴν πλήρη αὐτοῦ λειτουργίαν. Τὰ δάνεια δὲν ἦσαν τότε ἐπίσης ἐξωγκωμένα, ὡς τώρα, ἐννοῶ τὰ τοκοφόρα, διότι τὰ δάνεια ἦσαν τ’ αὐτά, ἀλλὰ τὰ τοκοφόρα δὲν ἦσαν τότε τόσον ἐξωγκωμένα, διότι τὸν τόκον τοῦ ἑνὸς τῶν δανείων τούτων, τοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπέτινεν οὐχὶ τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἡ κοινωνία. Εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρέπει νὰ προστίθηται πάντοτε καὶ τὸ ἔλλειμμα τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀπέτινεν ἡ κοινωνία, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπέτινεν ἡ κοινωνία, διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος κατὰ 20%. Εἰς τὰ δάνεια ἐλάχιστα προσετέθησαν ἔκτοτε· τὸ 1879 εἴχομεν διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν δανείων ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 17.328,000 δραχμῶν, ἀλλ’ εἴχομεν ταὐτοχρόνως προσωρινὰ δάνεια 53,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 37.000,000 ἦσαν δάνεια ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα σήμερον ἀποτίνονται διὰ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ὅταν εἰς τὰ 17 ἐκεῖνα ἑκατομμύρια προσθέσητε τὸν ἀναλογοῦντα τόκον εἰς τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ τότε ὑφιστάμενον ποσὸν ἀναβιβάζεται πολύ, ὅταν δ’ εἰς αὐτό, οὕτως ηὐξημένον, προσθέσητε τὰ τῆς ὑπηρεσίας προσθέτου δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐκ δραχμῶν παλαιῶν 38,524,000, καὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, φθάνετε σχεδὸν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου χρέους, τὸ ὁποῖον ἀναγράφομεν σήμερον, διότι ἐλάχιστα, ὡς εἶπον, προσετέθησαν κατόπιν, καὶ προσετέθησαν ἀπέναντι τῶν ἐλλειμμάτων τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐλλειμμάτων τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα εἶναι ἀναπόφευκτοι συνέπειαι τοῦ προηγουμένου ἐλλείμματος. Ἐνόσῳ δὲν κατορθώσωμεν διὰ πολιτικῆς συστηματικῆς καὶ ἐπιμόνου νὰ περιστείλωμεν τὸ κληροδοτηθὲν ἔλλειμμα καὶ νὰ τὸ ἐξαλείψωμεν, θέλομεν πάντοτε βλέπει αὐξανόμενα τὰ χρέη ἡμῶν καὶ ἐξογκουμένας τὰς δυσχερείας· ἐὰν δὲ δὲν ἐλαμβάνετο ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς ἡ πρόνοια, ἡ ληφθεῖσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῶν ἔργων αὐτῆς, ἵνα καταπολεμήσῃ διὰ πάντων τῶν μέσων τὸ ἔλλειμμα, σήμερον, μετὰ παρέλευσιν τριῶν προϋπολογισμῶν, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, θὰ εἴχομεν προσθέτους δυσχερείας πολλῷ μᾶλλον δυσκαταγωνίστους. Ἀλλὰ καὶ ἤδη ἔχομεν δυσχερείας· οἱ φόροι δὲν ἀπέδωκαν εὐθὺς τὴν πρόσοδον, ἣν παρ’ αὐτῶν ἀπεξεδεχόμεθα ἐν τῷ μέλλοντι, ἀπέδωκαν πρόσοδον ἀποδείξασαν, ὅτι ἐπὶ τῶν φόρων τούτων δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος, ἀλλὰ δὲν ἀπέδωκαν ἔτι ὁλόκληρον τὴν ἀναγκαίαν πρόσοδον πρὸς κανονισμὸν προϋπολογισμοῦ ἀρτίου, τουτέστιν ἐπαρκοῦντος εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας. Εἶπον ποῖαι εἶναι αἱ ἀναπόδραστοι ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας οὐδεὶς σπουδαίως πολιτευόμενος δύναται νὰ θέλῃ νὰ περικόψῃ· ἀλλὰ πλὴν τούτων, ὑπάρχουσιν ἄλλαι δαπάναι χρήσιμοι, ἐὰν μὴ ἀναγκαῖαι, δαπάναι εἰς ἄλλα κράτη μᾶλλον ἡμῶν προωδευμένα, θεωρούμεναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δυνάμεναι νὰ θεωρηθῶσιν ἁπλῶς χρήσιμοι. Πάσας ταύτας τὰς δαπάνας ἐθέσαμεν κατὰ μέρος, ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν τέλος βεβαίαν καὶ διαρκῆ τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Πρέπει νὰ λάβωμεν σταθερὰν ἀπόφασιν μηδὲν νὰ προσθέτωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπιβάλληται ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης, καὶ τοῦτο ἐν ὅσῳ δὲν παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς σταθερὸν περίσσευμα. Μόνον ὅταν τοιοῦτον περίσσευμα ἀναφανῇ, ἐπιτρέπεται σκέψις περὶ προσθέτων δαπανῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν φαίνωνται αὗται χρήσιμοι. Ταύτην εἴχομεν τὴν ἀρχὴν ὁδηγὸν περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους· ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἤδη δυνάμεθα, ἐπὶ τῇ βάσει πραγματικῶν ἀποτελεσμάτων, ν’ ἀναγράψωμεν ἐν αὐτῷ τὴν πρόσοδον τῶν νέων φόρων, ὁποία δείκνυται πιθανὴ ἐκ τῆς τοῦ τελευταίου ἔτους, μειοῦντες κατὰ τοῦτο πολὺ τὰ πρότερον ἀναγεγραμμένα, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, ἐπὶ ὁμοίας στηριζόμενοι πληροφορίας, τουτέστιν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, ἠδυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν πιστώσεων τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη ὅτι δὲν γίνεται χρῆσις. Διὰ τοιαύτης διπλῆς ἐργασίας, τοῦτο μὲν διὰ τῆς ἀποφάσεως, ὅπως μηδεμία γένηται προσθήκη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, μὴ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ ἀπολύτου ἠθικῆς ἢ νομικῆς ἀνάγκης, τοῦτο δὲ διὰ τῆς διαγραφῆς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων πάντων ὅσα ἀπεδείχθησαν ὅτι δὲν δαπανῶνται, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐλαττοῦται κατὰ 5,000,000 περίπου δραχμῶν, ὡς θέλω ἐκθέσει λεπτομερέστερον μετ’ ὀλίγον, καὶ διὰ τῆς μειώσεως ταύτης ἀντισηκώνονται αἱ ἀναπόδραστοι προσθῆκαι, μενούσης καὶ διαφορᾶς ἐπὶ ἔλαττον 561 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἀνεγράψαμεν τὴν πρόσοδον τῶν φόρων, ὁποία ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, οὐχὶ πλέον ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐξ ὑπολογισμῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ὁμοίων φόρων ἀλλαχοῦ. Ἐκ τούτου ἐπέρχεται μεγάλη ἐλάττωσις εἰς τὰ ἀναγραφόμενα ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναγράφομεν ὅμως καὶ προσαυξήσεις προσόδων, ἃς θέλω ἀναφέρει μετ’ ὀλίγον. Καὶ εἰσερχόμεθα εὐθὺς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ τε προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τοῦ τῶν ἐξόδων. Ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔσοδα τῆς χρήσεως 1885, 85,641,000, ἔξοδα δὲ ἀναγράφει 85,252,000 ἑπομένως ὑπάρχει πλεόνασμα ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν.

§33ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι καὶ πέρυσιν εἴχετε περίσσευμα.

§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πέρυσιν εἴχομεν περίσσευμα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελθόντα δυσάρεστα, θέλει ἀπολήξει σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον. Εἶναι πρόδηλον ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρέστησα πρὸ ὀλίγου ὡς πιθανά, ὅτι ἐὰν δὲν ἀνεφύοντο αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τοῦ παρόντος ἔτους, καὶ ἐὰν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι ὀλίγον ταχύτερον, μήπω ἐφαρμοσθέντες ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, ἐὰν ταῦτα ἐγίνοντο, βεβαίως θὰ εἴχομεν περίσσευμα, καὶ θὰ εἴχομεν περίσσευμα ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.

§35ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι ματαία ἡ εὐχή μου.

§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι δύνασθε νὰ θεωρῆτε βέβαιον, καὶ δὲν εἶναι ματαία εὐχὴ, εἶναι, ὅτι ἐὰν ψηφίζητε τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ ἓν, δύω ἢ τρία ἔτη, θὰ ἴδητε τὸ ἰσοζύγιον παρασκευάζον τὴν ὁδὸν εἰς τὰ περισσεύματα. Τὰ ἔσοδα, ὡς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, παρουσιάζουσι διαφορὰς πρὸς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, ἄλλας μὲν ἐπὶ πλέον καὶ ἄλλας ἐπὶ ἔλαττον. Ἰδοὺ δὲ αἱ κυριωδέστεραι. Ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ἀνεγράφη ἐπὶ πλέον ἐκ τῆς ἐπικαρπίας τῶν σπειρομένων ἐθνικῶν γαιῶν μικρὸν ποσὸν 5,000 δραχμῶν, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος· ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ τῶν σύκων ἀπεκδεχόμεθα αὔξησιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἡ αὔξησις ἔδει νὰ ᾖ πολλῷ μεγαλειτέρα τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἴσως θὰ ἐπιδράσωσι δυσαρέστως ἐπὶ τὴν καλλιέργειαν, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσωμεν ποσὸν ἀνώτερον. Τούτου ἕνεκα, περιλαμβάνοντες ἐν τῇ αὐξήσει καὶ τὴν πρόσοδον τοῦ ἐκ 5% ὁδικοῦ φόρου, κατὰ παραδρομὴν παραλειφθεῖσαν ἐν τῷ προηγουμένῳ προϋπολογισμῷ ἀναγράφομεν αὔξησιν 206,000 δραχμῶν. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων ἔχομεν αὔξησιν 300,000 δραχμῶν, τοῦτο δὲ, διότι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ πρόσοδος ἔσται μεγαλειτέρα τῆς ἀναγεγραμμένης πρότερον, καὶ διότι ὡς προεῖπον, ὁμιλῶν περὶ τῆς καταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ὑπάρχει εἰσαγωγὴ ποιμνίων πολλῷ μεγαλειτέρα ἢ πρότερον, ἥτις εἶχεν ὑπολογισθῆ ἐν καιρῷ ὡς ἱκανὴ, ἵνα ἀποφέρῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων πρόσοδον ἀντισηκώνουσαν τὴν θυσιαζομένην ἐκ 288,000 δραχμῶν, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ κατὰ ξηρὰν εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, μετὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν, ἀπέδειξεν, ὅτι φέρει ποσὸν κατὰ 300,000 δραχμῶν ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐπίσης καὶ εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας ἔχομεν προσθήκην προσόδου 50,000 δραχμῶν. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔχομεν ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων τὰς ἑξῆς· 1.350,000 ἐκ τοῦ ἐλαίου, διότι τὸ ἔτος τοῦτο εἶναι τὸ ἄφορον, 100,000 ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν καρπῶν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχε σημειωθῆ ποσὸν ὑπέρτερον τοῦ πραγματικοῦ· ἐπίσης τοῦ δικαιώματος ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν ἡ πρόσοδος ἀπεδείχθη κατωτέρα τῆς ὑπολογιζομένης, ἀφαιροῦντες ὅμως ἀπὸ τῆς διαφορᾶς τὰ ἐπὶ πλέον βεβαιωθησόμενα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἰδιωτικῶν καὶ κοινοτικῶν βοσκῶν, σημειοῦμεν 50,000 δραχμῶν ἐπὶ ἔλαττον. Οἱ ἔμμεσοι φόροι παρουσιάζουσιν αὐξήσεις· ἐκ τῶν τελωνιακῶν 1,000,000· τοῦτο δὲ διότι, ὅπως τὸ ἔτος 1885 διὰ τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ ἐλαίου τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν εἶναι οἰκονομικῶς ἄφορον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου φόρος ἐσημειώθη ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 1,350,000 δρ., οὕτω τὸ αὐτὸ ἔτος διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἧς τὸ ἔλαιον φορολογεῖται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, εἶναι οἰκονομικῶς εὔφορον, διότι καταλογίζεται εἰς τὸ ἔτος τοῦτο ἡ τοῦ ἑτέρου ἔτους παραγωγή, ὡς κατ’ αὐτὸ ἐξαγομένη. Εἰς τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν 700,000 δραχμῶν προσθέτομεν 300,000 δραχμ. ἐκ προσαυξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου δασμολογίου. Εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου προσθέτομεν 2,000,000, διότι ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως ἁπάντων τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων καὶ ἀναχωνεύσεως αὐτῶν εἰς ἕνα, διαῤῥυθμίζοντα ἄλλως τὴν κλίμακα τῆς φορολογίας· ἡ νέα διαῤῥύθμισις, ἥτις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀνάγκην, ὅπως φεισθῇ ὁ νόμος τῶν μικρῶν περιουσιῶν καὶ ἐπιβαρύνῃ ὅσον ἔνεστι τὰς μεγαλειτέρας, προσέτι δὲ καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αἱ ἐξασφαλίζουσαι τὴν πραγματοποίησιν τῆς φορολογίας ἐν πολλοῖς, ἐν οἷς ἀπεδείχθη ὅτι αὕτη διαφεύγει αὐτὴν, ταῦτα πάντα καθιστῶσι πιθανωτάτην τὴν αὔξησιν τῆς εἰσπράξεως κατὰ ποσὸν ἴσως ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου. Ἐκ τῶν προστίμων τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐκ τῶν ἐπὶ παραβάσεσι τῶν διαφόρων φορολογικῶν νόμων καταγινωσκομένων ποινῶν, ἀναγράφεται αὔξησις 200,000 δραχμῶν, δικαιολογουμένη ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε βεβαιώσεων. Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων ἀναγράφεται αὔξησις 230,000 δραχμῶν, διότι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 δὲν ἀφορᾷ εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Ἐκ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων, ἀτμοπλοίων καὶ λοιπῶν, ἡ πρόσοδος ἀνεγράφη ὑπερτέρα κατὰ 100,000 δραχμῶν. Κατὰ 700,000 δραχμῶν ἀνεγράφη ὑπερτέρα ἡ ἐκ τῶν πυρείων πρόσοδος, ἥτις πέρυσιν εἶχεν ἀναγραφῆ μόνον διὰ τμῆμα τοῦ ἔτους. Ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ πετρελαίου ἀναγράφεται εἴσπραξις 2,900,000 ἐπὶ πλέον, εἴσπραξις ἐννοεῖται ἀκαθάριστος, διότι ἡ ἀντίστοιχος δαπάνη σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Ταῦτα εἶναι τὰ ἐπὶ πλέον ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, τὰ δὲ ἐπὶ ἔλαττον ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι τὰ ἑπόμενα. Τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν στηρίζοντες ἐπὶ τῶν γνωστῶν ἀποτελεσμάτων, σημειοῦμεν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου ἐλάττωσιν 940,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῶν οἴνων ἐλάττωσιν 1,200,000, ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἐλάττωσιν 1,800,000, ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐλάττωσιν 5,325,000. Εἰς τὰ δημόσια νομήματα καὶ κτήματα σημειοῦμεν αὔξησιν τῆς προσόδου ἐξ ἰαματικῶν ὑδάτων καὶ ἰχθυοτροφείων 28,500 δρ. εἰς τὸ ἅλας αὔξησιν 700,000 δρ. ἀκαθάριστον’ τοῦτο δὲ, διότι εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον συνιστῶνται εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, ἐν αἷς, διατηρουμένου καθ’ ὅλα τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος, ὡς πρὸς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, ἔνθα τὸ ἅλας θὰ ἐξακολουθῇ πωλούμενον ἀντὶ 10 λεπτῶν κατ’ ὀκὰν, θέλει πωλεῖσθαι ἅλας ἀντὶ 15 λεπτῶν κατ’ ὀκὰν, ἢ καὶ ὀλιγώτερον, πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων.

§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ἐξοικονομήσητε καὶ τὰ πρόσωπα.

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς οἰκονομίαν προσώπων, τῷ καθιστῶ γνωστὸν, ὅτι θὰ δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν ἡ μεταφορὰ καὶ διαχείρισις. Ἡ ἐκ τῶν δασῶν πρόσοδος αὐξάνει ὡσαύτως κατὰ 479,000 δραχμῶν, κυρίως ὡς ἐκ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν διὰ ξηρᾶς ἐπ’ ἐμπορίᾳ εἰσαγομένων εἰς τὰς πόλεις καυσοξύλων πρὸς τὰ διὰ θαλάσσης εἰσαγόμενα, διότι ἤδη φορολογοῦνται μόνον τὰ καυσόξυλα τὰ εἰσαγόμενα διὰ θαλάσσης, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν θὰ φορολογῆται καὶ ἡ διὰ ξηρᾶς ἐπ’ ἐμπορίᾳ γινομένη εἰσαγωγή. Ἡ διὰ θαλάσσης γινομένη εἰσαγωγὴ ἐφορολογεῖτο ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς προστασίας τῶν δασῶν, ἀλλ’ ὁ αὐτὸς λόγος ὑπάρχει καὶ πρὸς τὴν διὰ ξηρᾶς εἰσαγωγὴν, ἴσως μάλιστα ὑπάρχει ὑπέρτερος ὁ λόγος τῆς προστασίας τῶν δασῶν ἐν τῇ διὰ ξηρᾶς εἰσαγωγῇ, ὡς πολὺ εὐχερεστέρᾳ. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων ἔχομεν προσθήκην 57,000 καὶ ἀφαίρεσιν 200,000 ὑπαγορευομένας ἐκ τῶν προσφάτων ἀποτελεσμάτων. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν «διαφόρων εἰσοδημάτων» ἔχομεν αὐξήσεις ἐκ τόκων ὑπερημερίας 25,000, ἐξ ἀποληπτέων ἐξόδων πολιτικῶν δικῶν 21,000· ἐξ ἀποληπτέων ἐξόδων καταμετρήσεων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν φορολογικῶν νόμων 19,500· ἐκ διοδίων καὶ πορθμείων 27,100· ἐξ ἀποληψίμων ἐξόδων τῶν ἐνεργηθησομένων βουλευτικῶν ἐκλογῶν 140,000, ὧν τὸ ἀντίῤῥοπον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων· ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου προκαταβαλλομένων τελῶν καὶ ἐξόδων, τῶν ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένων, 375,000 δραχμῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ κράτους ἀναγράφουσιν οὐχὶ τὴν βεβαιουμένην πρόσοδον, ἀλλὰ τὴν εἰσπραττομένην, διότι τοιαύτη ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ὥστε, ἐὰν ἀνεγράφετο ἡ βεβαίωσις, θὰ εἴχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀριθμοὺς κενούς· μετὰ τὸν νέον ὅμως περὶ εἰσπράξεων νόμον, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ εἴσπραξις πλησιάζει ἤδη πλειότερον πρὸς τὴν βεβαίωσιν, τοῦτο δὲ θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἀναγραφὴν τοῦ βεβαιωθησομένου ποσοῦ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, κατὰ τὸν κρατοῦντα κανόνα ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις ἄρθροις τοῦ προϋπολογισμοῦ· οὐχ ἧττον ἐθεωρήθη προτιμότερον ν’ ἀναγραφῇ καὶ πάλιν τὸ εἰσπράξιμον ἀντὶ τοῦ εἰσπρακτέου, αὐξανόμενον ὅμως κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ εἰσπράξεων νόμου ἀποτελεσμάτων. Ἑτέραν ἐπὶ πλέον πρόσοδον ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἔχομεν ἐκ 50,000, ἕνεκα τῆς μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπολήψεως τόκου 4%, ἀντὶ 1%, ἐπὶ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων κεφαλαίων, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν διαφόρων ἐθνικῶν δανείων. Ἔχομεν προσέτι πρόσοδον 1,500,000 ἐκ διαφορᾶς τῶν ἀποδοθησομένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως 11,500,000 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀντὶ 10,000,000 εἰς μεταλλικόν. Ὅτε συνήφθη καὶ ἐξετελέσθη ἡ συμφωνία, τὰ ἐξ 11,500,000 δραχμῶν γραμμάτια εἶχον ἴσην ἀξίαν πρὸς τὰ 10,000,000, τοῦ ἀντ’ αὐτῶν καταβληθέντος εἰς τὴν Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως μεταλλικοῦ, ἤδη ὅμως ἔχουσιν ἀξίαν ὑπερτέραν κατὰ 1,500,000, ἤτοι τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν, ἀφοῦ ὡς ἐκ τῆς προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἔχει τὴν ἀξίαν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα αὔξησις ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ δραχμῶν 54,000, ἐξ ἀποδόσεως τιμήματος ἱματισμοῦ ναυτῶν. Ἐπὶ ἔλαττον δ’ ἔχομεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ 10,000 ἐκ δικαιωμάτων στατῆρος καὶ κοιλοῦ, κατὰ τὴν γενομένην ἐνοικίασιν, καὶ 142,000 δραχμῶν, ὡς ἀναβαλλομένης τῆς ἐγγραφῆς ὀφειλομένων τόκων παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου, μέχρι κανονισμοῦ τοῦ οἰκείου λογαριασμοῦ. Τὰ ἐκκλησιαστικὰ εἰσοδήματα παρουσιάζουσι προσθήκην 58,000 καὶ ἐλάττωσιν 12,000, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν καθυστερούντων ἐσόδων, ἔχομεν 900,000 δραχμῶν ἐλάττωσιν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ μετατροπῆς τῶν χρεῶν δὲν ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν τὴν πρόσοδον, ἣν ἐξ αὐτοῦ ἀπεξεδεχόμεθα. Μένουσιν οὕτω τὰ πρὸς τὸ δημόσιον χρέη ἀκέραια, ἀλλὰ κατ’ ἐλάχιστον πληρώνονται. Τοιαῦται αἱ αὐξομειώσεις τῶν ἐσόδων, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῶν, κατὰ τὸ 1885, συμποσοῦται εἰς 85,641,000, ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς ποσὸν ἔλαττον τῶν τοῦ 1884 κατὰ 481,403 δραχμάς. Ἐπὶ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς εἶπον, ἐτηρήθη ἡ ἀρχή, ὅπως μηδεμία γένηται προσθήκη, πλὴν ἐκείνων, ἃς ἐπιβάλλουσι νομικοὶ λόγοι ἢ καὶ ἠθικοί, ἀλλὰ λόγοι ὑπερτάτης ἀνάγκης· διὰ τοῦτο, καὶ προσέτι διότι ἐν τοῖς προϋπολογισθεῖσιν ἐλήφθησαν πλειότερον ὑπ’ ὄψει ἢ ἐν τῷ παρελθόντι τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα, ἔχομεν ἐπαισθητὰς ἐλαττώσεις. Ἐν ᾧ τουτέστιν ἐν τῷ παρελθόντι ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει πλειότερον ἡ ἀνωτάτη κατὰ νόμον δαπάνη, ἤδη ἐπλησιάσαμεν πλειότερον πρὸς τὰ ἠλαττωμένα ποσά, ἅτινα ἐν τοῖς πράγμασιν ἐπάγεται ἡ τῶν νόμων ἐκτέλεσις. Ἐκ τούτων πάντων προκύπτουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων αἱ ἑξῆς αὐξομειώσεις. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν προστίθενται, ἕνεκα τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, 4,891,000 δραχμῶν· ἕνεκα τῆς συνήθους προσθήκης νέων συνταξιούχων 72,000· δι’ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ μεταφορὰν τῶν ἀρχείων του 18,000· εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ταμείων, ἕνεκα τῆς προσθήκης ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ 37,000· εἰς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ χαρτοσήμου, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν ἀντιστοίχων εἰσπράξεων 98,000· πρὸς ἀγορὰν τῶν παιγνιοχάρτων 90,000, τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου 740,000· διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἁλάτων εἰς ἐπαρχιακὰς ἀποθήκας 431,733· ἀφαιροῦνται δὲ ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν δανείων διὰ διαφορὰν συναλλάγματος καὶ ἐκ τόκων δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 842,000 δραχμῶν· ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ στατιστικοῦ γραφείου 28,000 δραχμαί· ἐκ τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων 1,117,194· ἐκ τῶν ἐξόδων οἰκοδομῶν τελωνιακῶν καταστημάτων 300,000· ἐκ τῶν ἐξόδων νέων ἀτμοτελωνίδων, περιληφθησομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 54,815· ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν ταινιῶν, τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῶν ἐργοστασίων τοῦ καπνοῦ 1,370,000· ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων 300,000. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης προστίθενται 15,000 εἰς τὰ ἐνοίκια τῶν καταστημάτων· 56,000 εἰς τὰ ἔξοδα τῶν φυλακῶν ἕνεκα τοῦ νέου ὀργανισμοῦ αὐτῶν, καὶ 76,000 εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀφαιροῦνται δὲ 15,000 ἐκ τῶν μισθῶν. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐσωτερικῶν προστίθενται· εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἕνεκα τοῦ νέου ὀργανισμοῦ της 11,640· εἰς τὰ ἔξοδα διατηρήσεως καταδίκων 20, 000· εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ἐνεργηθησομένων νέων ἐκλογῶν 132, 000· ἀφαιροῦνται δὲ ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐπαρχείων καὶ νομαρχιῶν, λόγῳ οἰκονομίας, 111,000· ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν 44,000· ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἕνεκα συγχωνεύσεως θέσεων, 60,000 δραχμῶν· δὲν ἀναγράφεται μεγαλείτερον ποσὸν, καί τοι ὑποβληθήσεται νομοσχέδιον περὶ συγχωνεύσεως τῶν δύο ὑπηρεσιῶν· ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπιτευχθῆ οἰκονομία πολλῷ σπουδαιοτέρα· ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 τὸ ὅλον αὐτῆς ποσόν· εὐθὺς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ κατώτερον προσωπικὸν, τουτέστι πᾶσαι αἱ ταχυδρομικαὶ ὑποεπιστασίαι καί τινες τῶν ἐπιστασιῶν δύνανται ἀπὸ τοῦδε νὰ καταργηθῶσιν, ἀνατιθεμένων τῶν καθηκόντων αὐτῶν εἰς τὰ τηλεγραφεῖα· ἐκ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν ἐξόδων τῶν μηχανικῶν 25,000· ἐκ τῶν ἐπισκευῶν δημοσίων κτιρίων 130,000. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προστίθενται· εἰς μισθοὺς ἀρχιερέων, ἕνεκα τῶν νέων χειροτονιῶν, 10,000· εἰς μισθοὺς δημοδιδασκάλων, ἕνεκα αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, 15,700· ἀφαιροῦνται δέ· ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἕνεκα καταργήσεως θέσεων βοηθῶν 120,000, ἐκ τῶν ἐξόδων δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπάναι μὴ ἀναγκαῖαι 85,000. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν προστίθενται τὰ ἔξοδα τῆς σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν δραχμαὶ 108,000· δι’ ἱματισμὸν στρατοῦ 1,100,000· ἀφαιροῦνται δέ· ἐκ μισθῶν, ἕνεκα κενῶν θέσεων 248,000· ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, περιοριζομένης τῆς δυνάμεως, 900,000· ἐκ τῶν ἐξόδων τροφῆς καὶ ἱππονομῆς, ἕνεκα ἀφαιρέσεως ἀριθμοῦ καὶ ὑποτιμήσεως τοῦ ὑλικοῦ 1,150,000· ἐκ τῶν ἐξόδων νοσηλείας καὶ ἰδιωτικῶν ὑπηρεσιῶν 98,000. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν προστίθενται· εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Ναυστάθμου, ἕνεκα αὐξήσεως τῶν τεχνιτῶν 49,000· εἰς τὴν νεοσύστατον σχολὴν τῶν δοκίμων 71,000· εἰς τὴν δαπάνην τοῦ ἱματισμοῦ 10, 000· εἰς τὰ ἔξοδα τῶν φάρων καὶ φανῶν 13,000· εἰς τὰ ἔξοδα νοσηλείας καὶ ὁδοιπορικὰ 16,790. Ἀφαιροῦνται δὲ ἐκ τῶν ἐξόδων ὑλικοῦ 343,640· ἐκ τῶν μισθῶν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως βαθμοφόρων 144,000· ἐκ διαφόρων ἐξόδων μὴ πραγματοποιηθέντων ἐν τῷ παρελθόντι, ὡς μὴ ἀναγκαίων, 200,000. Αὗται εἶναι αἱ ἐλαττώσεις καὶ προσθῆκαι, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀπολήγει εἰς τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα τῶν δραχμῶν 85,252,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα, ὡς εἶπον, εἶναι ἀναγκαῖα, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀναγκαῖα, φαίνονται ὑπέρτερα τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Τοῦτο κατ’ οὐδὲν βοηθεῖ τὰς σκέψεις ἡμῶν, διότι καὶ ἂν ἦναι, ὡς φαίνονται, ὑπέρτερα, εἶναι ἀνεπίτευκτος σπουδαία αὐτῶν ἐλάττωσις. Ἀλλ’ εὐτυχῶς οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους εἶναι τοιαῦτα, οἷα φαίνονται ἀναγραφόμενα καὶ ψηφιζόμενα, οὔτε τὰ ἔσοδα εἶναι τοσαῦτα ἐκ φορολογίας, ὅσα ἀναγράφονται. Πρέπει τοῦτο νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει πρὸς τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ψηφίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἷς ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς τὰ παράπονα κατὰ τῆς φορολογίας ὑποστηρίζονται, εἶναι ὅτι μεταδίδοται ἡ πεποίθησις εἰς τὸν φορολογούμενον, ὅτι φορολογεῖται ὁ ἑλληνικὸς λαὸς πλειότερον τῶν ἄλλων λαῶν, καὶ πλειότερον ἢ ὅσον αἱ δυνάμεις αὐτοῦ ἐπιτρέπουσιν. Βλάπτει δὲ καὶ τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πίστιν τῆς χώρας ἡ πεπλανημένη ἰδέα, ὅτι φορολογεῖται ὁ λαὸς μέχρις ἐξαντλήσεως, καὶ ὅτι ἡ δημοσία τοῦ κράτους ὑπηρεσία εἶναι πολυτελής. Καὶ, οἷος φαίνεται, ἐξεταζόμενος ὁ προϋπολογισμὸς, ἐὰν πρὸς τὸν πληθυσμὸν ὑπολογισθῶσι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, δὲν παρουσιάζει ἀναλογίαν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑποβάλλονται τὰ ἧττον φορολογούμενα κράτη. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀναλογίας κατὰ κεφαλὴν δὲν παρέχει ἀληθῆ τὰ συμπεράσματα, διότι ἐπὶ τὴν ἀναλογίαν κατὰ κεφαλὴν δὲν ἐπιδρᾷ ἡ φορολογικὴ δύναμις τοῦ ἀτόμου. Ἔπρεπε νὰ γινώσκωμεν τὴν ἀναλογίαν πρὸς τὴν πρόσοδον τὴν ἰδιωτικὴν τῆς χώρας, ἵνα δυνηθῶμεν ἀσφαλῶς ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ βάρους τῆς φορολογίας. Οὐχ’ ἧττον ὅμως, ἐν ἐλλείψει προσδιορισμοῦ τοιαύτης ἀναλογίας, ὅστις, ἀλλαχοῦ μὲν ἐπετεύχθη κατὰ προσέγγισιν μόνον, ἐν Ἑλλάδι δὲ εἶναι ἐντελῶς ἀνέφικτος, διὰ τὴν ἔλλειψιν στατιστικῶν πληροφοριῶν ἐξικνουμένων μέχρι τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κατὰ κεφαλὴν ἀναλογίας. Ἡ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογία τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους εἶναι κατωτέρα καὶ αὐτοῦ τοῦ κατωτάτου ὅρου ἄλλων κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ πολὺ μικροτέρα παρίσταται, ὅταν ζητήσωμεν αὐτὴν, διακρίνοντες τὰ ἐκ φόρων ἔσοδα ἀπὸ τῶν λοιπῶν προσόδων, ὅταν τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας διακρίνωμεν ἀπὸ τῶν ἄλλων πιστώσεων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε λόγῳ τάξεως, εἴτε χάριν συντηρήσεως δημοσίας περιουσίας, εἴτε χάριν προσόδου ἐκ δημοσίων νομημάτων, εἴτε εἰς ἀπότισιν προγενεστέρων ὑποχρεώσεων τοῦ κράτους ἐλαττοῦσαν τὸ παθητικόν. Ἐκ τῶν ἐσόδων βαρύνουσιν ἐπὶ τὸν λαὸν μόνον τὰ ἐκ φόρων· δέον ἄρα νὰ διακρίνωμεν τὴν ἐκ φόρων πρόσοδον. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐμελετήθησαν καὶ προώδευσαν πλειότερον ἢ ἐν παντὶ ἄλλῳ Κράτει, ὁ προϋπολογισμὸς ἤδη συντάσσεται κατὰ διαιρέσεις τοιαύτας· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διακρίνονται τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ φόρων, ἀπὸ τῶν ἀναγραφομένων λόγῳ τάξεως, ἢ τῶν ἐκ προσόδου περιουσίας, ἢ τῶν ἐξ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων. Ἐπίσης καὶ εἰς τὰ ἔξοδα γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν ἐξόδων τῆς καθαρᾶς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καὶ τῶν ἐξόδων τῶν λόγῳ τάξεως ἀναγραφομένων ἢ τῶν διατιθεμένων εἰς ἀπόκτησιν κινητοῦ ἢ ἀκινήτου. Ἡμεῖς ἔτι δὲν δυνάμεθα τὸν προϋπολογισμὸν νὰ συντάξωμεν οὕτως· δυνάμεθα ὅμως νὰ κατατάξωμεν τὰ τοῦ πρϋπολογισμοῦ ἐν τοιαύταις κατηγορίαις, ἵνα κρίνωμεν περὶ τοῦ βάρους τῆς φορολογίας καὶ ῥυθμίσωμεν κατ’ αὐτὸ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν, ὡς πρὸς τὰ ἀναγνωριστέα, χάριν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἔξοδα. Κατὰ ταῦτα, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων περιέχει ἔσοδα ἐκ προσόδου κτημάτων τελούντων ὑπὸ τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου 2,356,000· ἐξ ἀντιτίμου ἀπαλλοτριουμένων ἐθνικῶν κτημάτων 5,151,000· ἀναγραφόμενα λόγῳ τάξεως 4,154,500· παραγόμενα ἐξ ἀναλήψεως καταβληθέντων ἐξόδων 7,368,000· Ἔχομεν ἄρα ἔσοδα ἐκ 19,000,000 μὴ προερχόμενα ἐκ φόρων· ἀφαιροῦντες δ’ αὐτὰ ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσόδων, ἀναγνωρίζομεν ἐκ φορολογίας ἔσοδα 66,600,000· τώρα, ἐὰν λάβωμεν ἀνὰ χεῖρας τὸ σύγγραμμα, εἰς ὃ συνήθως ἀνατρέχουσιν οἱ ἐπικαλούμενοι παρ’ ἡμῖν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τὴν ἐξωτερικὴν ἐπιστήμην, τὸ τοῦ Leroy Beaulieu, εὑρίσκομεν ὅτι τὸ ἧττον φορολογούμενον κράτος κατὰ κεφαλὴν εἶναι τὸ Βέλγιον, ἀνερχομένης ἐκεῖ τῆς φορολογίας κατὰ κεφαλὴν εἰς 49 φράγκα· ἐνῷ ἡ κατὰ κεφαλὴν φορολογία εἶναι διπλασία ἐν Γαλλίᾳ· πρὸς τὴν ἐν Βελγίῳ ἄρα ἀναλογίαν ἂν παραβάλωμεν τὴν ἡμετέραν, ἀφοῦ εἰς τὰ 66,600,000 προσθέσωμεν καὶ τὴν δημοτικὴν φορολογίαν ἐξ ὀκτὼ περίπου ἑκατομμυρίων, ἔχομεν 74,600,000, ἅτινα ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,000,000 διανεμόμενα, παριστῶσι τὴν Ἑλλάδα φορολογουμένην πολὺ ὀλιγώτερον κατὰ κεφαλὴν ἢ τὸ Βέλγιον. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς φορολογεῖται ἐλαφρότερον τοῦ βελγικοῦ, διότι ἐν Βελγίῳ ὁ ἰδιωτικὸς πλοῦτος εἶναι μέγας, καὶ ἡ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογία τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογία τῆς φορολογίας ἐν Ἑλλάδι, ἐπὶ ὅρῳ πολλῷ κατωτέρω καὶ αὐτοῦ τοῦ βελγικοῦ, ἔτι δὲ μᾶλλον ἀπέχοντι τοῦ γαλλικοῦ, ἀναιρεῖ τὰς ἐκ διαστροφῆς παραστάσεις, καθ’ ἃς ὁ φορολογικὸς κατὰ κεφαλὴν ὅρος οὐδαμοῦ εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἔχοντα τὰ τῆς φορολογίας παρ’ ἡμῖν, εἶναι βαρέα καὶ πρέπει νὰ μὴ παραγνωρίζηται ἡ ἀλήθεια αὕτη, διότι τὰ πάντα ἐνταῦθα διατελοῦσιν ἐν διαμορφώσει, καὶ πᾶν χρῆμα ἀφαιρούμενον ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ἀφαιρεῖται ἀπὸ ἐργασίας, ἥτις παρ’ ἡμῖν εἶναι πολὺ παραγωγικωτέρα ἢ ἐν ἄλλοις Κράτεσι· διότι παρ’ ἡμῖν ἡ γῆ ἔτι δὲν ἐξηντλήθη, ὅπως ἀλλαχοῦ, ἡ δ’ ἐκχέρσωσις αὐτῆς ἀποφέρει πλοῦτον πολὺ μεγαλείτερον ἢ ἐν ἄλλαις χώραις ἡ καλλιέργεια· ἡ βιομηχανία ἤδη γεννᾶται παρ’ ἡμῖν καὶ χρήζει περιθάλψεως, ἥτις δὲν θὰ τῇ ἦτο τοσοῦτον ἀναγκαία, ἂν εἶχεν ἀνδρωθῆ, ὥστε ἐὰν δυνάμεθα καὶ τὴν ἐλαχίστην οἰκονομίαν νὰ πραγματοποιήσωμεν, ὅπως ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν, διότι τὰ διὰ τῶν φόρων ἀφαιρούμενα ἀπὸ τοῦ λαοῦ εἶναι ἀναγκαῖα εἰς αὐτὸν, κατὰ τὸ στάδιον ὅπερ διανύομεν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου· οὐχ’ ἧττον ὅμως, πρέπει ἐπίσης καὶ νὰ γνωρίζωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς βάρος τῶν φόρων καὶ νὰ μὴ πλανώμεθα φρονοῦντες, ὅτι κατὰ κεφαλὴν πληρώνει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς πολλαπλάσια τῶν ἄλλων λαῶν. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, προέβημεν εἰς ἐργασίαν, ἥτις, ὡς εἶπον, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα ἐπίσημον κῦρος, ἀλλ’ ἐγένετο μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ἀκριβείας, ὥστε τὰ πορίσματα αὐτῆς νὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις σκέψεως. Διακρίνομεν ἄρα ἐκ τῶν ἐξόδων τὰ καταβαλλόμενα ἀπέναντι προγενεστέρων ὑποχρεώσεων καὶ ἐλαττοῦντα τὸ παθητικόν. Ὅταν τὸ δημόσιον πληρώνῃ εἰς ἀπότισιν χρεῶν, τὸ χρεώλυτρον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ζημιοῦν αὐτό· αὐξάνει τὸ χρεώλυτρον τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ παθητικοῦ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ἑλληνικῷ, ἐν τῷ ὁποίῳ παρεστήσαμεν τὸ ἰσοζύγιον, ὡς ἐπιτυγχανόμενον, μετὰ μικρᾶς μόνον διαφορᾶς τῶν ἐσόδων ὑπὲρ τὰ ἔξοδα, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων 5,361,000 δραχμῶν διὰ δαπάνας, αἵτινες ἐλαττοῦσι τὸ παθητικὸν, ἤτοι διὰ χρεώλυτρα, δι’ ἀποδόσεις ὀφειλῶν, πειθόμεθα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν ἔχει ἁπλοῦν πλεόνασμα 300,000 δραχμῶν, ἔχει πραγματικὸν πλεόνασμα 5 ἑκατομμυρίων καὶ 600 ἢ 700 χιλιάδων δραχμῶν. Βεβαίως πᾶν κράτος πρέπει νὰ ἀναγράφῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ του ποσὰ διὰ χρεωλύσια, καὶ ἀναγράφον αὐτὰ, πρέπει νὰ τὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τῶν ἐσόδων, καὶ νὰ μὴ καταλογίζῃ αὐτὰ ὡς πλεόνασμα· ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐκ τῶν δαπανῶν πολλαὶ δὲν ἐγένοντο χάριν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐγένοντο πρὸς σκοποὺς παραγωγικούς, ὅτι πολλαὶ ἀπετέλεσαν αὔξησιν περιουσίας, μὴ ἀναγραφομένην ὅμως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν Ἰταλίᾳ συντάσσεται, πλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως, ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τῆς περιουσίας τοῦ κράτους, προϋπολογισμὸς ἐν ᾧ ἀναγράφεται πᾶσα ἐλάττωσις ἢ αὔξησις τοῦ παθητικοῦ, ἢ τοῦ ἐνεργητικοῦ· καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀποκτώμενα ἐν τοῖς γραφείοις ὑλικὰ, αὐτὰ τὰ χαρτοφυλάκια καὶ τὰ μελανοδοχεῖα καταγράφονται, ἐπὶ τῇ βάσει πίνακος καταλογισμοῦ τῆς διαρκείας. Τὸ μελανοδοχεῖον ἀγοραζόμενον ἐγγράφεται ἐν τῷ ἐνεργητικῷ, ἀλλ’ ἐγγράφεται, ὡς ἔχον διάρκειαν τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν, καὶ ἑπομένως εἰς μόνους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων. Οὕτως ἡ Ἰταλία δύναται νὰ γνωρίζῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, οὐ μόνον τὸ σημεῖον εἰς ὃ διατελεῖ ἡ διαχείρισις, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ αὐτῆς. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ φθάσωμεν, ἀλλὰ πολλὰ πρέπει νὰ γίνωσι, ὡς πρὸς τὴν λογιστικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, ὡς πρὸς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, καὶ ὡς πρὸς ἄλλα ἔτι, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει βραδύτερον, πρὶν ἢ δυνηθῶμεν τελεσφόρως νὰ ἐργασθῶμεν· οὐχ ἧττον, γίνεται ἤδη ἐνταῦθα τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τοῦτο. Δευτέρα διάκρισις ἐξόδων μὴ διατιθεμένων εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους, εἶναι ἡ τῶν ἀφορώντων εἰς πρόσκτησιν νέων καὶ συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν κινητῶν καὶ ἀκινήτων κτήσεων τοῦ κράτους, αὐξανούσας τὸ ἐνεργητικόν· ἀνέρχονται δὲ τὰ ἔξοδα ταῦτα εἰς 444,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, εἰς 25,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, εἰς 807,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, εἰς 341,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστικῶν, εἰς 305,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν, καὶ εἰς 285,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, τουτέστιν ἐν συνόλῳ εἰς 2,207,000. Τρίτη διάκρισις εἶναι ἡ τῶν δαπανῶν παραγωγικῶν προσόδου ἐκ δημοσίων νομημάτων ἀνερχομένων εἰς 401,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, εἰς 58,000 ἐκ τοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, εἰς 171,000 ἐκ τοῦ τῶν ναυτικῶν, καὶ εἰς 1,949,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, τουτέστιν ἐν συνόλῳ εἰς 2,527,000. Τετάρτη διάκρισις εἶναι ἡ τῶν ἀποληπτέων καταβολῶν πρὸς βεβαίωσιν φόρων καὶ δικαιωμάτων, ἀνερχομένων εἰς 2,931,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, καὶ εἰς 794 χιλ. ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν. Τελευταία δὲ διάκρισις εἶναι ἡ τῶν καταβολῶν τῶν λόγῳ τάξεως ἀναγραφομένων ὡς ἐξόδων καὶ ἀναλαμβανομένων ἐξ ἀντιστοίχων εἰσπράξεων, ἀνέρχονται δ’ αὗται εἰς 5,017,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, εἰς 5,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, εἰς 180,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, εἰς 54,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν, καὶ εἰς 800,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς 6,000,000. Ἔχομεν ἑπομένως ἐκ τῶν κατηγοριῶν τούτων 19,880,000 δραχ. ἀφαιροῦντες δ’ αὐτὰς ἀπὸ τοῦ ὅλου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἔχομεν ὡς ἔξοδα ὑπηρεσίας τοῦ κράτους 65 ἑκατομμύρια καὶ 372 χιλιάδας δραχ. ἤτοι ἐλάσσονα τῶν ἐκ φορολογίας ἐσόδων κατὰ 1,237,000. Ἤδη, ἀφοῦ ἐξέθηκα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, δέον νὰ εἴπω ὀλίγα τινα καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν συμπληρώσει τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀναγραφόμενα καὶ τὰ κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους ψηφισθέντα. Ἐκ τῶν νόμων τῶν οἰκονομικῶν, οὕς θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ μόνος φέρων αὔξησιν προσόδων, διὰ διαῤῥυθμίσεως ἄλλης ἢ τῆς τέως ἰσχυούσης, εἶναι ὁ τοῦ χαρτοσήμου. Τἄλλα νομοσχέδια, ἄν φέρωσιν αὔξησιν προσόδων, τὴν φέρουσιν ἐκ βελτίονος κανονισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως, κατὰ τὰ λοιπὰ δὲ εἶναι μᾶλλον εὐεργετικὰ διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ ὑφισταμένου εἰς ἄλλο λυσιτελέστερον σύστημα. Οὕτως ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἤδη, ὅτε ὅλον τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν τοῦ κράτους κατασκευάζεται, δὲν εἶναι πρέπον, χάριν μικροῦ ἐσόδου, νὰ δυσχεραίνηται ἡ διὰ τῶν ὁδῶν τούτων συγκοινωνία. Τὸ ἔσοδον, τὸ ἐκ τῶν διοδίων, ἀποφέρει ἤδη ἐτησίως περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐλαττοῖ κατὰ πολὺ τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐκ τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τινα μάλιστα σημεῖα, ὅπου καὶ μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν γίνεται χρῆσις ἔτι τῶν φορτηγῶν ζώων, διὰ μικρὰς ἀποστάσεις, ἡ ἐπιβολὴ τοῦ διοδίου ἀποτελεῖ ἐπιβάρυνσιν· θὰ προετίμων οἱ οὕτω μεταφέροντες προϊόντα νὰ μὴ εἶχεν ἀντικατασταθῆ διὰ τῆς ὁδοῦ ἡ προϋπάρχουσα ἀτραπὸς, ἵνα μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τέλη. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐξαίρεσις, ἀλλὰ δεικνύει ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς τὰ διόδια, τὰ τοσοῦτον μικρὰν ἀποφέροντα πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, καθίστανται λίαν ἐπαχθῆ. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 200,000 δραχμῶν, τὸ ἀποκτώμενον ὑπὸ τοῦ δημοσίου, ἆρα εἶναι τοῦτο τὸ πληρωνόμενον παρὰ τῆς κοινωνίας; Ἡ κοινωνία πληρώνει τὸ διπλάσιον ἢ τὸ τριπλάσιον ποσόν· ὁ ἐργολάβος, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων, δέον νὰ ἔχῃ παρὰ τὴν ὁδὸν, κατ’ ἀποστάσεις, ἀνὰ μίαν οἰκογένειαν, κατοικοῦσαν ἐκεῖ χάριν τῆς εἰσπράξεως· πᾶσαι ἄρα αὗται αἱ οἰκογένειαι διατρέφονται ἐκ τῶν εἰσπράξεων· καὶ οὕτω αἱ οἰκογένειαι αὗται καὶ ὁ ἐργολάβος, οὐδὲν προσθέτοντες εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, τοὐναντίον μάλιστα παρακωλύοντες τὸ ἀγαθὸν τῆς συγκοινωνίας, ἀπολαμβάνουσιν ἐκ τοῦ τέλους τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι, ἀντὶ τῶν 600,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας σήμερον καταβάλλει ἡ κοινωνία εἰς διόδια, καὶ τῶν 200,000, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῶν εἰσπράττει τὸ δημόσιον, θὰ ἦτο λυσιτελέστερον νὰ ἐπεβάλλετο μικρά τις ἐτησία φορολογία ἐπὶ τῶν ποιουμένων συστηματικὴν χρῆσιν τῶν ὁδῶν, ἀποδίδουσα εἰς τὸ δημόσιον τὰς 200,000 δραχμὰς ἢ καὶ ποσὸν μικρότερον, διότι προκειμένου περὶ τοιούτου ἀγαθοῦ, τὸ ποσὸν τῆς προσόδου δὲν εἶναι τὸ μόνον ἔχον σημασίαν. Ἑπομένως ὑποβληθήσεται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ τέλους τῶν διοδίων ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1886, καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, διὰ μικρᾶς τινος προσθήκης εἰς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τῶν φορτηγῶν ζώων καὶ τῶν ἁμαξῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρόσθετος αὕτη φορολογία θὰ ἦναι πολλῷ ἐλάσσων τῶν τελῶν, ἅτινα νῦν πληρώνουσιν αἱ ἅμαξαι καὶ τὰ φορτηγὰ, ποιούμενα χρῆσιν τῶν ὁδῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἀνακτήσῃ τὸ δημόσιον, διὰ τοῦ ἐλάσσονος τούτου φόρου, ἀκεραίας τὰς τέως εἰσπραττομένας 200,000 δραχμῶν, ὑπολειφθῇ δ’ ἡ πρόσοδος κατὰ δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ἀντισήκωμα εἶναι πρόδηλον. Θὰ εἰσαγάγωμεν πάλιν νομοσχέδιον περὶ δασῶν, περὶ οὗ καὶ πρότερον ἐποιησάμην μνείαν, καὶ ἐλπίζω ὅτι τέλος, κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν νομοθέτημα, οὗ ἡ ἀνάγκη ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων. Τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν ἐμνήσθην πρὸ ὀλίγου, ὥστε δὲν ἐπανέρχομαι· τὸ μνημονεύω ὅμως διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι, ἐνῷ ἀναφέρω τί θὰ προτείνωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, θέλω ἐπίσης νὰ ἦναι γνωστόν, τί τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν καὶ ἀναπτύσσομεν, τί τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστημα, ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἅλατος, ἀπαιτεῖ. Τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστημα ἀπαιτεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἅλατος εἶναι ἐπίσης ἐπαχθὴς ὡς ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σίτου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐν τῷ δασμολογίῳ κατ’ οὐδὲν ἐκαινοτομήσαμεν, διότι, ἐν ταῖς περιστάσεσιν, ἐν αἷς εὑρίσκεται σήμερον ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἦτο πρέπον νὰ φέρωμεν ἐλαττώσεις ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν, καίτοι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι βαρεῖα. Ἀλλ’ ἐνῷ ὡς πρὸς τὰ σιτηρὰ ὑπάρχει ὁ εἰδικὸς οὗτος λόγος, δι’ ὃν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν, ἥτις ἐξ ἄλλων λόγων ἐπεβάλλετο, οὐδεὶς ἐκ τῶν λόγων ἐκείνων ὑπάρχει, ἵνα μὴ καταργήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἅλατος, ὅστις ἀνατιμᾷ εἶδος πρωτίστης ἀνάγκης, τροφὴν τοῦ ἀνθρώπου, τροφὴν τοῦ κτήνους καὶ πρώτην ὕλην βιομηχανίας. Θὰ ἦτο δίκαιον, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους δὲν ἐπέτρεπον νὰ στερηθῶμεν τῆς προσόδου τῆς ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἅλατος, νὰ καταργήσωμεν μὲν τὴν φορολογίαν ταύτην, νὰ ἐπιβαρύνωμεν δὲ ἑτέραν φορολογίαν ἐδωδίμων, ἀλλ’ ἐδωδίμων οὐχὶ τοσοῦτον ἀναμφηρίστως τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὅσον τὸ ἅλας. Ὅταν ὁ καφὲς καὶ ἡ ζάκχαρις φορολογῶνται ἐν Ἑλλάδι ὀλιγώτερον ἢ ἐν ταῖς πλείσταις τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, πῶς δικαιολογούμεθα ἐπιβάλλοντες φορολογίαν ἐπὶ τοῦ ἅλατος; Διατί τὴν φορολογίαν ταύτην δὲν μεταφέρομεν ἐπὶ τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως.

§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατί δὲν τὸ προτείνετε;

§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν προτείνομεν τοῦτο ἤδη, εἶναι ὅτι, ὅταν εἰσάγωνται συνάμα πολλαὶ μεταβολαὶ εἰς τὸ δασμολόγιον, ἐπέρχεται ἐκ τούτου ἀνωμαλία εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ ὅτι εἶναι πρέπον ν’ ἀποβλέπῃ τις οὐ μόνον εἰς τὴν ὀρθότητα τοῦ μέτρου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ὅτε τὸ νέον δασμολόγιον μόλις ἐφαρμόζεται εἰς τἆλλα εἴδη ἀπό τινων μηνῶν, δὲν ἐφαρμόζεται δ’ ἔτι εἰς τὰ νήματα καὶ τὰ ὑφάσματα, ἐθεωρήσαμεν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ φέρωμεν νέαν δασμολογικὴν διατάραξιν ἔστω καὶ διὰ βελτιώσεως σπουδαιοτάτης. Οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν βελτίωσιν ταύτην καὶ βραδύτερον· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀνωμαλία, ἥτις ὑφίσταται ἤδη, ὅτε ὑποχρεοῦνται αἱ ἐπαρχίαι αἱ μακρὰν εὑρισκόμεναι τῶν ἁλυκῶν νὰ ἀγοράζωσι τὸ ἅλας, οὐχὶ ἐπὶ προσθήκῃ δεκατημορίων τινων εἰς τὴν τιμὴν τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ ἐπὶ τιμῇ ἐνίοτε πενταπλασίᾳ καὶ ἑξαπλασίᾳ, διότι καὶ εἰς ἑξήκοντα καὶ ἑβδομήκοντα λεπτὰ φθάνει, καθ’ ὥρας τινὰς τοῦ ἔτους, ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ἐν τισιν ἐπαρχίαις. Ὅταν ἔχωμεν μονοπώλιον, πρέπει νὰ ἐξασφαλίζωμεν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἅλατος ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, ἐπὶ τιμῇ μὴ ἀπομακρυνομένῃ πολὺ τῆς ἀρχικῆς τιμῆς τῆς ἐν τῇ ἁλυκῇ. Τὸ νῦν προτεινόμενον μέτρον θεραπεύει βεβαίως ἓν τῶν κακῶν· ἀλλὰ δὲν θεραπεύει ῥιζικῶς τὸ κακόν, δὲν θεραπεύει τὸ κακὸν τῆς φορολογίας τάξεως, ἥτις δὲν ἔπρεπε νὰ φορολογῆται, δὲν θεραπεύει τὴν φορολογίαν τῆς βιομηχανίας. Ἀλλὰ προσέτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος, ὅστις δὲν ὑπάρχει ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἄλλων φόρων ἐπίσης ἐπαχθῶν· ὁ λόγος οὗτος εἶναι, ὅτι τὸ ἅλας εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ παραγωγὴ τῆς χώρας, καὶ ὅταν ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ παραγωγή, θὰ δύνανται νὰ στηριχθῶσι βιομηχανίαι ἐπὶ τοῦ ἅλατος; βιομηχανίαι, αἵτινες θὰ δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς ὁμοίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ βιομηχανίας. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ ἡ ὕπαρξις τῶν ἁλυκῶν ἐν τῷ κράτει καθιστᾷ εὐχερεστάτην τὴν λαθρεμπορίαν. Ἐν ταῖς ἀμέσοις περιφερείαις τῶν ἁλυκῶν, ἡ λαθρεμπορία ἐξασκεῖται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀναγκάζεται τὸ δημόσιον νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ βάρβαρον μέτρον τῆς καταστροφῆς τοῦ αὐτοπήκτου ἅλατος· δαπανῶμεν πρὸς καταστροφὴν ἑνὸς τῶν πλουσιωτέρων δώρων τῆς φύσεως, διότι ἂν δὲν τὸ καταστρέψωμεν, θέλει γίνει ἀντικείμενον λαθρεμπορίας. Ἡ δὲ λαθρεμπορία, οὐ μόνον ἐπάγεται δαπάνας καὶ ἐλαττόνει τὸ κέρδος, ἀλλ’ ἐπιδρᾷ λίαν ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τῶν χωρῶν, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ ἁλυκαὶ, καὶ θὰ ἦναι εὐεργέτημα πρὸς τὰς χώρας ἐκείνας, ἂν καταργηθῇ ὁ πειρασμός. Τὸ μέτρον, ὡς εἶπον, εἶναι ἐκ τῶν λυσιτελεστέρων, σήμερον ὅμως θὰ ἔφερεν ἀνωμαλίας, ἐπιβαλλόμενον, διότι θὰ ἐπήγετο τὴν εἰς ἄλλα εἴδη μεταβολὴν τοῦ δασμολογίου, ἐνῷ εἰς τὰ εἴδη ἀκριβῶς ἐκεῖνα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπῆλθον ζημίαι, ἕνεκα ἐσφαλμένων πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐνεργουμένης διαῤῥυθμίσεως· μέχρις ὅτου ὅμως ληφθῇ τὸ μέτρον, δυνάμεθα ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Θέλομεν προσέτι ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέδιον συμπληροῦν τὸν νόμον τὸν περὶ καταργήσεως τῆς κατὰ ξηρὰν τελωνιακῆς ζώνης. Ἡ κατάργησις τῆς τελωνιακῆς ζώνης τῆς κατὰ ξηρὰν, ἀπεδείχθη εὐεργετική. Ἤδη βλέπομεν τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῇ μεγάλῃ εἰσαγωγῇ τῶν ποιμνίων, καὶ ἐν τῇ ἀναπτυχθείσῃ ἐπιμιξίᾳ τῶν γειτνιακῶν καὶ τῶν νέων τοῦ κράτους ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ τὰ τέλη τῶν διαβατηρίων φέρουσιν ἔτι πρόσκομμα εἰς ταύτην· θέλομεν ἑπομένως ὑποβάλει νομοσχέδιον, καταργοῦν τὰ τέλη τῶν διαβατηρίων, κατὰ τὰς χώρας ἐκείνας. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπὶ τῇ καταργήσει τῆς δεκάτης, ἐθεωρήθη ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἄμεσος ζημία τοῦ δημοσίου ἐκ τοῦ νεωτερισμοῦ τούτου, καὶ ἑπομένως περιωρίσθη ὁ νόμος εἰς μόνην τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας, τῆς ἀντικαθισταμένης διὰ τοῦ νέου μέτρου. Ἦτο πρέπον νὰ βεβαιωθῶμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νέου μέτρου, πρὶν ἢ καταργήσωμεν καὶ ἕτερον φόρον τὸν ἐπὶ τῶν γρασιδίων καὶ τῶν τριφυλλίων. Διὰ μικρᾶς τινος προσθήκης εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δυνάμεθα νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν γεωργίαν ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν γρασιδίων καὶ τῶν τριφυλλίων καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ ἐπαχθοῦς ἐνασχολήσεως. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη ἡ προσθήκη εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ ἦναι ἴση πρὸς τὸ ὅλον ποσὸν τῆς προσόδου τῆς ἐκ τῶν γρασιδίων καὶ τριφυλλίων, διότι τοσαῦτα ἔξοδα καὶ τοσαύτην δυσχέρειαν εἰσπράξεως ἐπάγεται ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ ἐπὶ τῶν γρασιδίων καὶ τῶν τριφυλλίων φόρου, ὥστε ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι κατωτέρα τῆς ἀναγραφομένης. Ταύτην λοιπὸν τὴν ἀληθῆ πρόσοδον, καὶ οὐχὶ τὴν φαινομένην, πρέπει νὰ ἐπιπροσθέσωμεν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Περὶ τούτου ὑποβάλλεται νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νόμου, ὃν πέρυσιν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἀνατολικῆς τηλεγραφικῆς ἑταιρίας, οὐ μόνον ἀπέκτησε τὸ κράτος πάσας τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας τὰς ὑποβρυχίους τηλεγραφικὰς γραμμὰς τῆς ἑταιρίας ἐκείνης, ἀλλ’ ἐπεξέτεινεν αὐτὰς καὶ ἐπὶ ἄλλας νήσους. Ἐκ τοῦ μέτρου τῆς ἐπεκτάσεως εἶχον παραλειφθῆ μόνη ἡ νῆσος Σκύρος, ἡ Ἀνάφη, ἡ Φολέγανδρος, καὶ μία ἢ δύω ἄλλαι· ἀλλὰ καὶ περὶ τούτων ἐλήφθη ἤδη πρόνοια διὰ προσθέτου συμβάσεως. Ἔδει ὅμως νὰ ληφθῇ καὶ ἄλλη τις πρόνοια. Αἱ νῆσοι, αἵτινες πρὸ τῆς συμβάσεως διετέλουν ἐν τηλεγραφικῇ συγκοινωνίᾳ πρὸς ἀλλήλας καὶ πρὸς τὸ ἄλλο κράτος, διὰ τῶν ὑποβρυχίων τῆς ἑταιρίας γραμμῶν, ἀπέτινον τέλη πολλαπλάσια τῶν τῆς ἐναερίου τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας. Ἐπὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ νόμου ἀφωμοιώθησαν τὰ τέλη πάντα τῶν ὑποβρυχίων γραμμῶν πρὸς τὰ τέλη δύω ἢ τριῶν ὑποβρυχίων γραμμῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὸ κράτος, τουτέστι προσδιωρίσθησαν εἰς τὸ διπλάσιον τῶν τελῶν τῶν ἐναερίων γραμμῶν. Ἀλλὰ καὶ αὕτη τῶν τελῶν ἡ ἐλάττωσις εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἄδικος, καθὸ ἀνεπαρκής. Ὅπως ἐν τῷ ταχυδρομείῳ τὸ αὐτὸ πληρόνει τέλος ὁ ἐπιστέλλων ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου τοῦ κράτους, καὶ ὁ ἐπιστέλλων εἰς γειτνιακὴν ἐπαρχίαν, οὕτω τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ πληρόνῃ τέλος ὁ τηλεγραφῶν εἰς μέρος, ἔνθα ὑποβρυχίως τὸ σύρμα μεταβιβάζει τὸ τηλεγράφημα, καὶ εἰς μέρος ἔνθα ἐναερίως μεταβιβάζει αὐτό. Καὶ οἰκονομολογικῶς ἡ πλήρης ἀφομοίωσις ἀποδεικνύεται ὀρθὴ, διότι ἐπέρχεται συμψηφισμὸς· ἄν τις, χάρις εἰς τὸ ὁμοιόμορφον κατὰ μέσον ὅρον τέλος, πληρόνῃ ὀλιγώτερον διὰ τὸ ἀπωτέρω στελλόμενον γράμμα ἢ τηλεγράφημα, πληρόνει περισσότερον διὰ τὸ ἐγγυτέρω, καὶ ἑπομένως τὸ σύνολον τῆς εἰσπράξεως τοῦ δημοσίου εἶναι τὸ αὐτὸ· ἁπλοποιεῖται δὲ τὸ λογιστικὸν καὶ ὑπάρχει ἰσότης. Ὡς ἐκ τούτου, θέλοντες νὰ ἀφομοιώσωμεν ἐντελῶς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη τῶν ἐναερίων καὶ τῶν ὑποβρυχίων γραμμῶν, ὑπεβάλομεν εἰς γενικὸν ἔλεγχον τὰ τῶν τελῶν τῶν τηλεγραφικῶν, καὶ προσδιωρίσαμεν αὐτὰ ἐπὶ βάσει διαφόρῳ τῆς μέχρι τοῦδε· προσδιωρίσθη τὸ τέλος εἰς μίαν μὲν δραχμὴν κατὰ τηλεγράφημα ἐκ 15 λέξεων, δι’ ὅλα τὰ τηλεγραφήματα, εἴτε ὑποβρυχίως εἴτε ἐναερίως μεταβιβάζονται, εἰς προσθήκην δὲ 5 λεπτῶν δι’ ἑκάστην λέξιν ἐπὶ πλέον τῶν 15, ἀντὶ τῆς νῦν κειμένης διαβαθμίσεως. Προσέτι δὲ ἐκανονίσθη, ὅπως τηλεγραφήματα περιέχοντα ἓξ μόνον λέξεις, ἐν αἷς ἡ ἐπιγραφὴ καὶ ἡ ὑπογραφὴ καὶ μία μόνη λέξις ὡς κείμενον, τελῶσι μόνον 50 λεπτά. Ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης ἱκανοποιούσης ὡμολογημένην ἀνάγκην προσδοκᾶται αὔξησις προσόδου. Πλεῖσται εἶναι αἱ περιστάσεις καθ’ ἃς διὰ μιᾶς μόνης λέξεως θέλει τις νὰ συγκοινωνήσῃ τηλεγραφικῶς πρὸς συγγενεῖς, φίλους ἢ συνεταίρους, ἀλλὰ δὲν ποιεῖται χρῆσιν τοῦ τηλεγράφου, διὰ τὸ δυσανάλογον τοῦ τέλους· ἡ νέα διατίμησις παρέχει αὐτῷ τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα συχνοτέραν ποιῆται χρῆσιν τοῦ τηλεγράφου, πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς εὐκολίαν ἑαυτοῦ. Μετὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς κυβερνήσεως, συνδέεται καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι φορολογικὸν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἔχει στενὴν συνάφειαν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα, τῆς χώρας καὶ τοῦ δημοσίου. Εἶναι δὲ τοῦτο νομοσχέδιον, ἀπαγορεῦον τὰ ὑποσχετικὰ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν, δι’ ὧν κατορθοῦται ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ λαχείου ἀπὸ τοῦ τόκου, καὶ ἡ πώλησις μόνου τοῦ λαχείου. Ἐνῷ διὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἀπαγορεύονται τὰ χρηματικὰ λαχεῖα, διὰ τοιαύτης περιγραφῆς τοῦ νόμου γίνεται πώλησις λαχείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ὅμως δὲν ἐξέδωκε λαχεῖον, ἀλλὰ λαχειοφόρους ὁμολογίας. Ἡ λαχειοφόρος ὁμολογία εἶναι τρόπος ὑπηρεσίας δανείου, θεωρούμενος λυσιτελὴς, εἰς κράτη μάλιστα διατελοῦντα ἐν περιστάσεσιν, οἷαι αἱ τῆς Ἑλλάδος, ὡς διευκολύνων τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου καὶ ἐπιτρέπων τὴν ἐλάττωσιν τῆς πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ καταβολῆς. Ἀλλ’ ὅταν δύνηται τοῦ λαχειοφόρου ὁμολόγου νὰ γίνηται χρῆσις, ἣν πάντες βλέπομεν, ὡς λαχείου, τὸ καλὸν μετατρέπεται εἰς μέγα κακόν. Ἂν ἡ πολιτεία ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ χρηματικὰ λαχεῖα, καὶ καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον βλέπομεν τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν ἐνεργουμένην, προσφερομένου τοῦ ὑποσχετικοῦ εἰς τὴν θύραν ἑκάστου οἰκογενειάρχου, τὸ δημόσιον θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιῇ ἐκ λαχείων τοῦ κράτους πρόσοδον ἑκατομμυρίου. Τοῦτο δὲ βλέπομεν γινόμενον ἐν ἄλλοις κράτεσιν, ὅπου ὑπάρχουσι λαχεῖα τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ τὸ κράτος ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἀνήθικον, καὶ προετίμησε νὰ στερηθῇ τοιαύτης προσόδου μᾶλλον, ἢ νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην λύμην εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐνῷ ὅμως τὸ Κράτος ἀρνεῖται εἰς ἑαυτὸ τοιαύτην ὠφέλειαν, ταύτην καρποῦνται ἄλλοι, οὐχὶ οἱ ἐκδόντες τὰς λαχειοφόρους ὁμολογίας, ἀλλ’ οἱ μετατρέποντες αὐτὰς εἰς λαχεῖα διὰ τοῦ ὑποσχετηρίου. Φέρομεν λοιπὸν νομοσχέδιον ἀπαγορεῦον τὰ τοιαῦτα ὑποσχετήρια, συνέπεια δὲ τούτου ἔσται, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐπιτρέπωνται λαχειοφόρα δάνεια, ὅταν τὸ λαχεῖον ἀποτελῇ ἀνάλογον μόνον μέρος τοῦ ὅλου ἐτησίου χορηγήματος. Ὅταν τὸ λαχεῖον δὲν ὑπερβαίνῃ, ὡς συνήθως, τὸ τρίτον τῆς ὅλης ἀξίας τοῦ λαχειοφόρου τοκομεριδίου, δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν αὐτὸ τὸ δάνειον διατιθέμενον ὡς λαχεῖον. Ὁ συνδυασμὸς τοῦ λαχείου μετὰ τοῦ τόκου χρησιμεύει, ὅπως καταστήσῃ τὸ δάνειον πλέον εὐπρόσδεκτον καὶ εὐονώτερον, λαχειοφόρα δὲ δάνεια δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτρέπωμεν ἕνεκα τῆς καταχρήσεως τῆς μετατρεπούσης τὸ δάνειον εἰς λαχεῖον. Ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου τὸ ἅλας, ὡς ἀντικείμενον περὶ οὗ θέλει ληφθῆ πρόνοια ῥιζική, κατὰ προσεχῆ σύνοδον, ἀλλ’ ἐπίσης ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ μέτρου ἄλλου, τὸ ὁποῖον κατὰ προσεχῆ σύνοδον θέλομεν φέρει πρὸς συμπλήρωσιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§41ΧΟΪΔΑΣ. Ὥστε ἔχετε σκοπὸν νὰ διαιωνισθῆτε ἐν τῇ Κυβερνήσει.

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ παροῦσα Βουλὴ τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, στηρίζεται ἐπὶ τοιούτων βάσεων, ὥστε δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διαμείνωμεν διαρκῶς ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἵνα ὦμεν πεπεισμένοι, ὅτι θέλει διατηρηθῆ καὶ συμπληρωθῇ ὅστις δήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν, ὅσον δήποτε καὶ ἂν τυχὸν ἤδη κατακρίνῃ τὸ σύστημα, θέλει εὑρεθῆ ἠναγκασμένος ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἵνα παραδεχθῇ καὶ συμπληρώσῃ ἐν προσεχεῖ συνόδῳ, τὸ ἡμέτερον ἔργον. Θέλομεν λοιπὸν ἡμεῖς, ἢ θέλουσιν ἄλλοι, ὑποβάλει ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον, δι’ οὗ θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ 500 χιλιάδας δραχμῶν, εἶναι δὲ τοῦτο ἡ τροπὴ τῶν δανείων τῶν ἐχόντων ἀγοραίαν ἀξίαν ἀνωτέραν τῆς ἀρτίας. Τὰ δάνεια, τὰ ἔχοντα ἀξίαν ἀνωτέραν τῆς ἀρτίας, ἐξοφλούμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῇ ἀποτίσει τοῦ κεφαλαίου ἀρτίου, ἀποφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ὠφέλειαν πᾶσαν τὴν ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἀγορᾷ διαφοράν, μεταξὺ τῆς τρεχούσης τιμῆς καὶ τῆς ἀρτίας. Τοῦτο εἰς τὰ κράτη, παρ’ ὧν παρελάβομεν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, παρέσχεν εὐκαιρίαν πρὸς τροπὴν τοῦ χρέους εἰς ἕτερον, ἀποφέρον τόκον ἐλάσσονα· καλεῖται ὁ πιστωτὴς ἵν’ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς πρὸς αὐτὸν ὀφειλῆς τοῦ δημοσίου, ἐκτὸς ἂν προτιμᾷ νὰ δεχθῇ, ἀντὶ χρημάτων, ὁμολογίας νέου δανείου, οὗ τινος ἡ ὑπηρεσία ὀλιγώτερον ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον· διὰ τοιαύτης ἐνεργείας ἐπὶ τῶν δανείων τῶν 25,000,000 φράγκων τοῦ 1867, τῶν 4,000,000 φράγκων τοῦ 1878, καὶ τῶν 6,000,000 δραχμ. τοῦ 1862 εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἐλάττωσις 1,500.000 φράγκων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, διατί δὲν γίνεται ἀπὸ τοῦδε; Δὲν γίνεται ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς. Τοιαῦτα μέτρα λαμβάνονται, ὅτε ἡ ἀγορὰ εὑρίσκεται ἐν ὁμαλῇ καταστάσει. Καί τοι δὲ διατελεῖ ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει ἡ ἀγορὰ, οὐχ’ ἧττον τὰ δάνεια, ὧν ἐμνήσθην, κυκλοφοροῦσιν ἄνω τοῦ ἀρτίου, εἶναι ἄρα δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ πρᾶξις καὶ ἤδη, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὴ καὶ ὠφέλιμος καὶ δικαία, δὲν ἕπεται καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ εὐθύς· ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θέλει ἐκτελεσθῆ, θέλει ὑποδειχθῆ ἐκ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς. Πειράματα τοιαῦτα ἐπιτρέποντα, ὅταν ἡ ἀγορὰ διατελῇ ἐν πλήρει εὐεξίᾳ· οὐχ ἧττον ἔπρεπε νὰ μνησθῶμεν καὶ τούτου, εἰς βεβαίωσιν τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ὑπάρξεως προσθέτων πόρων, καὶ εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἴμεθα καταδεδικασμένοι νὰ περιμένωμεν τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου ἐκ μόνης τῆς προσαυξήσεως τῶν ἐπιβεβλημένων φόρων. Πλὴν τῶν κανονισμῶν τούτων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, εἰς οὓς ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται, διότι νομοθετήματα ἀπαραίτητα ἐλλείπουσι παρ’ ἡμῖν. Ἐν ᾧ ψηφίζομεν πιστώσεις ἑκατομμυρίων, ὅσα θὰ ἐθεωροῦντο ἄλλοτε μυθώδη, ὅλως ἀνεπαρκὴς πρόνοια ἐλήφθη περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ποσῶν τούτων κατὰ τοὺς νόμους. Τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, τὰ τοῦ Λογιστηρίου, τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐν γένει δὲν διατελοῦσιν, ἐν ᾗ καταστάσει ἔδει νὰ διατελῶσι, προκειμένου περὶ τοσούτῳ τιμαλφῶν συμφερόντων τοῦ κράτους. Πρέπει νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου καὶ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας οὕτως, ὥστε νὰ τίθενται εὐθὺς ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν νόμων. Εὔκολον εἶναι νὰ παραπονώμεθα, διότι δὲν πραγματοποιεῖται τελείως καὶ ἐγκαίρως αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ ἀπαίτησις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀπαίτησις, ἥτις οὐδέποτε ἐπραγματοποιήθη, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει λογιστικὸς νόμος ἐν Ἑλλάδι. Προσπαθείας καταβάλλομεν, ἵνα δίδωται δημοσιότης ὅσον ἔνεστι πληρεστέρα καὶ ταχυτέρα εἰς τὰς πράξεις. Ἤδη ἠρξάμεθα δημοσιεύοντες ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὰ μηνιαῖα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς διαφόρων οἰκονομικῶν νόμων. Ἤδη, μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπεβάλομεν πολλὰς τοιαύτας καταστάσεις· ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι ἀνεξέλεγκτα. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ διαφωτισμοῦ τῆς κοινωνίας περὶ ἐπιτυχίας τῶν νόμων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας αὐτῶν εἶναι ἐπαρκῆ, ἀλλ’ εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς πιστῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἑπομένως ἀπαιτεῖται νόμος περὶ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, νόμος περὶ Λογιστηρίου, νόμος περὶ ἐξελέγξεως τῶν παρῳχημένων χρήσεων, τῶν ὁποίων ἔχομεν τοσαύτας ἀνεπεξεργάστους, ὥστε οἱοσδήποτε νόμος περὶ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, ἀφορῶν εἰς μόνον τὸ μέλλον, δὲν θὰ καταστήσῃ αὐτὸ ἐνήμερον. Ἀλλ’ εὐθὺς ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ θὰ ζητήσωμεν μίαν ἐγγύησιν. Ἤδη τὰ ἐντάλματα ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἐγγυήσει τῆς θεωρήσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις εἶναι ὑπάλληλος τοῦ κράτους, ἐνεργῶν τὴν θεώρησιν κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ ἐκδίδοντος τινὰ τῶν ἐνταλμάτων· ἀλλ’ ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων δέον νὰ γίνεται παρ’ ἀρχῆς ἀνεξαρτήτου ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ δύνηται αὕτη νὰ πληρώσῃ ὀβολὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄνευ τῆς προηγουμένης βεβαιώσεως ἐλεγκτοῦ, ἐκ μόνου τοῦ νόμου ἐξαρτωμένου, ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι νόμιμος. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον χάριν τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ χάριν τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἰδίως χάριν τῶν ὑπουργῶν· διότι ἐνδέχεται ὁ ὑπουργὸς νὰ σφάλῃ περὶ τὴν ἔννοιαν νόμου τινὸς, περὶ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἔχει εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι πρέπον, ἕνεκα τοιούτου σφάλματος, νὰ ἐκτίθηται τὸ δημόσιον εἰς καταβολὰς, αἵτινες δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι εὐκόλως θὰ τῷ ἀποδοθῶσι καὶ νὰ ἐκτίθηται ὁ διατάκτης εἰς καταλογισμοὺς, οἵτινες, πλὴν τῆς ὑλικῆς ζημίας, δύνανται νὰ προκαλῶσι παρεξηγήσεις. Ἀνεπαρκὴς καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ διατάκτου, εἶναι ὁ μετὰ τὴν πληρωμὴν ἔλεγχος, ὅταν μάλιστα, ὡς συμβαίνει τὸ πλεῖστον παρ’ ἡμῖν, ἀναβάλληται οὗτος ἐπὶ 10 ἢ 20 ἔτη ἢ καὶ ἐπ’ ἀορίστῳ. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τὴν διοικητικὴν· ἀλλὰ δὲν χωλαίνει μόνη αὕτη, χωλαίνει καὶ ἡ ἐξέλεγξις ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ πολιτική. Ἤδη ὑπεβάλομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἔντυπον ἀπὸ τῆς πρώτης ἐργασίμου ἡμέρας τῆς συνόδου, ἀλλὰ καὶ πάλιν πόσος ὑπολείπεται χρόνος ἵνα ψηφισθῇ οὗτος ἐγκαίρως, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐνασκήσῃ τὸν ἔλεγχον, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ τῆς βασάνου ταύτης; Δὲν εἶνε δυνατὸν, διακηρυμένου τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ὡς ἔχει, τουτέστιν ἀρχομένου αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ά Ἰανουαρίου, νὰ ἔχωμεν πλήρη κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἵνα ἐνασκηθῇ πλήρης ὁ ἔλεγχος οὗτος, πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς ν’ ἀφορᾷ εἰς ἔτος ἀρχόμενον μετὰ τὴν ά. Ἰανουαρίου, ἢ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συνέρχηται πρὸ τῆς ά Νοεμβρίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν χρόνον τῶν τακτικῶν αὐτῆς συνόδων, τοῦτο δὲ ἀπεδείχθη οὐ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράχθη ἐν πολιτείαις, ὧν αἱ Βουλαὶ συνέρχονται ἐν ὥρᾳ μὴ προσφόρῳ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ ά Ἰανουαρίου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Ἰταλία ἐψήφισε νόμον, καθ’ ὃν τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς ἔτος, τέως ἀρχόμενον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, ἄρχεται εἰς τὸ μέλλον ἀπὸ 1 Ἰουλίου, καὶ ἐφηρμόσθη ἤδη τὸ μέτρον τοῦτο· καὶ ἄλλα κράτη, οἷον Ἀμερικὴ, Ἱσπανία, Πορτογαλλία, Βραζιλία, παραδέχονται τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὡς πρώτην τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῶν ἔτους, ἄλλα δὲ πάλιν, ὡς ἡ Ἀγγλία, ἡ Πρωσσία, ἡ Δανία, τὴν ά Ἀπριλίου. Καὶ ἡμεῖς βεβαίως τοιαύτην τινὰ ἐποχὴν ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους πρέπει νὰ δεχθῶμεν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν θὰ προτείνωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον· διότι προαπαιτεῖ πλεῖστα ὅσα. Παρασκευάζομεν ταῦτα, ἤρξατο ἡ ἐργασία, ὅταν δὲ προτείνωμεν τὸ μέτρον, πρέπει νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἕτοιμος πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ κατὰ τἆλλα λίαν ἁπλοῦ, ἀλλὰ λογιστικῶς λίαν δυσχεροῦς ἔργου, τῆς μετατροπῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Πάντες οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κράτους θὰ ὑποστῶσιν ἐκ τούτου τροπήν· θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἓν οἰκονομικὸν ἔτος ἐκ μηνῶν τριῶν ἢ ἕξ, δι’ οὗ θέλει συνδεθῆ τὸ παλαιὸν καθεστὼς πρὸς τὸ νέον· θὰ ὑπάρχῃ ἄρα πλήρης ἀνωμαλία ἐν τοῖς λογιστικοῖς βιβλίοις, ἕως οὗ τὸ νέον σύστημα λειτουργήσῃ. Πάντα ταῦτα, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι· πρέπει ὅμως νὰ παρασκευασθῶσι τὰ πρὸς τοῦτο, διότι εἶναι τὸ ἔργον ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ὅσα ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπιτελέσῃ. Πρέπει νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε ὁ ἔλεγχος νὰ μὴ ᾖναι εἰκονικός, διότι τοιοῦτος καθίσταται, ὅταν μετὰ ψήφισιν τριῶν ἢ τεσσάρων δωδεκατημορίων, ἀπολήγομεν εἰς τὴν ἐπιτροχάδην ψήφισιν προϋπολογισμοῦ, ἐν πλήρει διατελοῦντος λειτουργίᾳ. Ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, καὶ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ ἐντύπου, θέλει δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν πρὸ τῆς 1ης τοῦ ἔτους. Πρέπει νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο, διότι ἂν τοῦτο πράξωμεν, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι ἐκτιμῶμεν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου. Πρέπει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὐθὺς ἀπὸ τῆς σημερινῆς ἑσπέρας, νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τοῦ ἔργου αὐτῆς, διότι αἱ ἡμέραι, αἵτινες μᾶς χωρίζουσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, δὲν εἶναι πολλαί, τὸ δὲ ἔργον εἶναι μέγα. Τὸ ἔργον εἶναι τὸ μέγιστον πάντων, εἰς ἃ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ· δὲν εἶναι τυπικὸς προϋπολογισμός· διότι ὁ προϋπολογισμός, ὅταν τὰ Κράτη εὑρίσκωνται ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, εἶναι ἁπλῆ ἀναγραφὴ τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ἀλλ’ εἰς Κράτη διατελοῦντα ἐν ᾗ καταστάσει διατελοῦμεν ἡμεῖς, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ οὐσιαστικώτερον τῶν μέτρων. Ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ, θέλει πεισθῆ ἡ κοινωνία, ὅτι τὰ ἐν αὐτῷ δὲν ἐτέθησαν χάριν τῶν συμφερόντων τῶν ἀναγραψάντων αὐτὰ, ὅτι ἐφ’ ὃ προϋπολογισμὸς οὗτος ἐπιβαρύνει τὸν λαόν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιβληθῶσι τὰ βάρη ταῦτα· δέον νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς ἐκ τῆς ἐπεξεργασίας, ἥτις θέλει γίνει ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τ’ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι κομματικὰ, ἀλλ’ εἶναι μέτρα τοῦ ἔθνους· δὲν δύναται δὲ νὰ πεισθῇ περὶ τούτου ὁ λαὸς ἄνευ συζητήσεως, ἡ δὲ συζήτησις πρέπει νὰ γίνῃ ἐνδελεχὴς, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ μετ’ ὀλίγον θὰ παρασταθῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἐξηγημένον πρὸς αὐτοὺς τί ἐπράξαμεν καὶ διατὶ τὸ ἐπράξαμεν. Αὗται αἱ συζητήσεις αἱ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦναι ἡ δικαιολόγησις τῆς πορείας ἐκείνων, οἵτινες ἐψήφισαν ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιολόγησις, ἂν ἦναι δεκτικὴ δικαιολογήσεως, τῆς πορείας ἐκείνων οἵτινες ἐψήφισαν κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέλει τις ψηφίσει, μετὰ ὥριμον συζήτησιν, ἐναντίον μέτρων, ὧν ἄνευ δὲν δύναται τὸ κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀπαραιτήτους αὐτοῦ δαπάνας, οὐδ’ ἐναντίον δαπανῶν ἀφορωσῶν εἰς ἀπότισιν χρεῶν, εἰς σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, εἰς συμπλήρωσιν ἢ μᾶλλον εἰς καταρτισμὸν τῶν τέως ὅλως ἐλλειπόντων μέσων συγκοινωνίας, διότι, ὅ,τι εἴχομεν μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι βεβαίως συγκοινωνία· διατελοῦμεν κατὰ τοῦτο ἐν καταστάσει ἀγρίᾳ, πρέπει δὲ νὰ καταστήσωμεν καὶ τὴν σιδηροδρομικὴν καὶ τὴν δι’ ἁμαξιτῶν ὁδῶν συγκοινωνίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν παράλληλον τῶν πεπολιτισμένων κρατῶν. Ἵνα ἐπιτύχωμεν δὲ πάντα ταῦτα, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν, ὁποῖον προτείνομεν· ὅστις δὲν θέλει νὰ ψηφίσῃ πάντα ταῦτα, ἐννοεῖ νὰ ἦναι ἡ Ἑλλὰς σκύβαλον ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἐξουθενώμα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ λαὸς, ὅταν παρασταθῶμεν ἐνώπιον αὐτοῦ, νὰ γινώσκῃ ποῦ ἐστηρίχθημεν ἵνα πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν· θέλομεν, ὅπως ὁ λαὸς μὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἡμῶν ὡς προσώπων, ἀλλ’ ὡς πολιτικῆς· ὅταν δ’ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐν ἐπιγνώσει ἀποφανθῇ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ποία θὰ ἦναι ἡ ἐτυμηγορία αὐτοῦ· ἡ ἐτυμηγορία θὰ ἦναι ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες δι’ ὅσων εἶπον καὶ ἔπραξαν, δι’ ὅσων προέτεινον καὶ δι’ ὅσων ἐψήφισαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπέδειξαν, ὅτι ἔχουσι πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι πιστεύουσιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ σθένος τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα ἵνα ζήσωσιν, ὅτι θέλει νὰ ζήσῃ, καὶ θὰ ζήσῃ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
2Τῆς 12 Νοεμβρίου 1884.
3(Δευτέρα)
4Ὥρα 3 Μ. Μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
8§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μανθάνω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ
9ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μάλιστα θὰ τὸν ὑπο-
10βάλῃ τυπωμένον· λοιπὸν ὑποθέτω, ὅτι βιάζεται νὰ συζη-
11τηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον διὰ
12λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ λοι-
13πὸν θὰ συζητηθῇ πολὺ ταχέως καὶ ἐπειδὴ κατὰ πᾶσαν πι-
14θανότητα θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολο-
15γισμοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
16καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στελέχη τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκδο-
17θέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων τῶν χρήσεων 1881, 1882,
181883 καὶ 1884 ἐπὶ τῶν ἄρθρων 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ Κεφ. 1,
19ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ Κεφ, 2, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 7,
2011 καὶ 12 τοῦ Κεφ. 3, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 2, 3, 4 καὶ 5
21τοῦ Κεφ. 4, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 τοῦ Κεφ. 5, ἐπὶ τῶν
22ἄρθρων 7, 9 καὶ 17 τοῦ Κεφ. 6, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Κεφ.
238, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5, 9, 12, 13 καὶ 14 τοῦ Κεφ. 9, ἐπὶ τῶν
24ἄρθρων 1, 2 καὶ 4 τοῦ Κεφ, 10 καὶ ἐπὶ τοῦ Κεφ. 12 μετὰ
25τοῦ σχετικοῦ Καθολικοῦ Βιβλίου.
26§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν εἰς
27τὴν Α. Μ. τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ καὶ ἐζήτησεν ἀκρόασιν·
28γενόμενον δὲ δεκτὸν προσεφώνησε τῇ Α. Μ. ὡς ἑξῆς·
29«Μεγαλειότατε,
30Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἄρτι καταρτισθὲν, ἔρχεται νὰ
31ὑποβάλῃ εἰς τὴν Υ. Μ. τὴν ἔκφρασιν τοῦ βαθυτάτου αὐτοῦ
32σεβασμοῦ.
33Χαίρει μετὰ τοῦ ἔθνους διὰ τὴν αἰσίαν ἐπάνοδον τῆς
34Υ. Μ. καὶ εὔχεται ἐκ βάθους ψυχῆς ὑπὲρ τῆς πολυτίμου
35ὑγείας τῆς Υ. Μ. τῆς Σεπτῆς ἡμῶν Ἀνάσσης, τοῦ λαοφι-
36λοῦς διαδόχου καὶ ἁπάσης τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἐπ’
37ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος».
38Ἡ Α. Μ. ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς·
39«Ἀπὸ καρδίας εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὰς εὐχάς της
40ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας μου.
41Συγχαίρω ὑμῖν διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ
42Βουλὴ σᾶς περιέβαλεν.
43Πέποιθα δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τῆς ἔμφρονος καὶ πε-
44φωτισμένης διευθύνσεώς σας ἡ Βουλὴ θέλει περατώσει εὐκό-
45λως τὰς ἐργασίας της ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους».
46§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ἔρχομαι, κύριε, νὰ ὑπο-
47βάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ
48ἐξόδων τοῦ ἔτους 1885· ὡς ἐλέχθη δὲ πρὸ μικροῦ ἀπὸ
49τοῦ βήματος τούτου, ὑποβάλλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον
50ἔντυπον· δύναται ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς εὐθὺς
51νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπεξεργασίας αὐτοῦ, καὶ εἶναι ἐλπιζόμενον,
52ὅτι θέλει δυνηθῆ καὶ ἡ Βουλὴ ταχέως ν’ ἄρξηται τῆς περὶ
53αὐτοῦ συζητήσεως. Συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπο-
54βάλλω καὶ καταστάσεις, ὧν τινὲς μὲν, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ
55λογιστικοῦ νόμου, δέον νὰ συνοδεύωσι τὸν προϋπολογισμὸν,
56ἄλλαι δὲ, κατ’ ἔθιμον καὶ ὑποχρέωσιν κοινοβουλευτικὴν, εἶ-
57ναι πρέπον ν’ ἀνακοινῶνται εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἔχῃ γνῶσιν
58αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τὰς
59καταστάσεις ταύτας ὑποβάλλω τετυπωμένας.
60Σὺν τῇ ὑποβολῇ τῶν τευχῶν τούτων ἔπρεπεν ἴσως, κατὰ
61τὴν πρώτην ταύτην εὐκαιρίαν, καθ’ ἣν παρουσιάζεται ἡ
62Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ προκαλέσῃ γενικὴν συ-
63ζήτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς πολιτικῆς, διότι ἐκ τοιαύ-
64της συζητήσεως ἤθελεν ὁδηγηθῆ ἡ Βουλὴ καὶ περὶ τῆς εὐθύ-
65νης τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν ὁδηγηθῆ ἐπίσης καὶ περὶ τῶν
66πρακτέων. Καὶ τοιαύτη συζήτησις πολιτικὴ βεβαίως θέλει
67προκληθῆ ἐν τῇ Βουλῇ· νομίζω ὅμως προτιμότερον, ἐπὶ τῇ
68παρούσῃ εὐκαιρίᾳ, νὰ περιορισθῶ, κατὰ τὰ εἰθισμένα, εἰς τὰ
69ἀφορῶντα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἵνα μὴ τὰ τῆς οἰκονομι-
70κῆς πολιτικῆς, ἀναμιγνυόμενα μετὰ τῆς γενικῆς πολιτικῆς,
71παρασταθῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ ἐλάσσονι τῆς ἀναγκαίας ἐν εἰσα-
72γωγικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπεξεργαζομένη ἡ
73Βουλὴ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ψηφίζουσα αὐτὸν, δέον νὰ
74ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ποία ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κρά-
75τους, εἰς ἣν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος πρόκειται νὰ προσαρ-
76μοσθῇ. Ἵνα ὅμως τὴν κατάστασιν ταύτην ἐννοήσητε κατ’
77ἀκρίβειαν, πρέπει νὰ παραβάλω αὐτὴν πρὸς τὴν κατάστασιν
78τὴν προϋπάρχουσαν, ἰδίως δὲ νὰ παραβάλω τὰ τοῦ προϋπο-
79λογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν
80παρελθουσῶν συνόδων καὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῶν
81συνόδων ἐκείνων, καὶ μάλιστα πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῶν
82συνόδων τῆς παρούσης περιόδου, ἀφ’ οὗ τὰ μέτρα ταῦτα ἀ-
83ποτελοῦσι σύνολον οἰκονομικὸν, οὗτινος ὁ ὑποβαλλόμε-
84νος προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα. Ὅτε ἡ πα-
85ροῦσα Βουλὴ τὸ πρῶτον ἐπελήφθη τῶν τῆς οἰκονομικῆς
86τοῦ Κράτους πολιτικῆς, εἰς ποῖον σημεῖον εὗρεν αὐτὰ, εἰς
87τίνα σχέσιν εὗρε τὰ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, καὶ πῶς
88ἔχοντα τὰ τῆς φορολογίας καὶ τὰ τῶν προσόδων; Ἐὰν ἠθέ-
89λομεν τὴν παραβολὴν ταύτην νὰ ἐκτελέσωμεν, λαμβάνον-
90τες ὡς ἀφετηρίαν τὸ ἔτος 1881, τὸ ἀμέσως προηγηθὲν τοῦ
91ἔτους, καθ’ ὃ ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἡ παροῦσα βουλευ-
92τικὴ περίοδος, δὲν θὰ εἴχομεν βάσιν ἀσφαλῆ, διότι τὸ ἔτος
931881, ὅπως καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1880, διεξήχθησαν ἐν
94περιστάσεσιν ἐκτάκτοις· οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων
95ἀφῆκαν ἐλλείμματα, καὶ ταῦτα, τὸ πλεῖστον, οὐχὶ ἐκ τοῦ τα-
96κτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, ἀλλ’ ἐξ ἐκτάκτων
97προϋπολογισμῶν, ἐπιβαλλομένων ἐξ ἐκτάκτων ὅλως περιστά-
98σεων. Ἡ παραβολὴ, ἵνα ἔχῃ πραγματικὴν ἔννοιαν, προκειμέ-
99νου σήμερον περὶ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, δέον νὰ γένη-
100ται πρὸς προϋπολογισμοῖς προηγουμένους τῶν προϋπολογι-
101σμῶν τοῦ 1881 καὶ 1880, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνομεν ὡς
102βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879.
103Κατὰ τὸ 1879 ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν
104ἀναγράφων ἔσοδα μὲν τοῦ κράτους 45,808,000, ἔξοδα δὲ
10560,078.000, τουτέστι παρουσιάζων ἔλλειμα 14,270.000.
106Ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἐπῆλ-
107θον μεταβολαὶ, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους
1081879 παρουσίασεν ἔλλειμμα 11,749,000 δραχμῶν παλαιῶν.
109Αὕτη εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς προσφάτου οἰκονομικῆς ἡμῶν νο-
110μοθεσίας. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ περίο-
111δος αὕτη ἡ βουλευτικὴ ἐπελαμβάνετο τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς
112ἔργου. Ταῦτα εἴχομεν τ’ ἀποτελέσματα κατὰ τὸ 1879. Ἀλ-
113λὰ κατὰ τί εἶχε μεταβληθῆ ἡ κατάστασις; ἡ τότε ἕως τῆς
114ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπελαμβάνετο τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπο-
115λογισμοῦ τοῦ 1882 ἡ παροῦσα βουλευτικὴ περίοδος; Μεγά-
116λαι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον ἐπενεχθῆ μεταβολαὶ εἰς τὸ πρώην
117οἰκονομικὸν καθεστώς· εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δάνειον τῶν
118120,000,000· προσετέθησαν ἑπομένως εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν
11911,749,000 δραχμῶν 6,960,000 δραχμῶν ἐκ τόκων καὶ
120χρεωλυσίων τῶν 120,000,000· προσετέθησαν ἀπὸ τῆς ἐπο-
121χῆς ἐκείνης εἰς τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορία-
12238,524,000 παλαιῶν δραχμῶν, τουτέστι 34,400,000 νέων
123δραχμῶν· τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα προσετέθησαν ἐπὶ τόκῳ
124ἐλαχίστῳ, ἀλλὰ τὸν ἐλάχιστον τοῦτον τόκον ἐξηγόραζεν ἡ
125ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, διότι, ὡς ἐκ τῆς
126προσθήκης ἐκείνης, ἐπῆλθεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμ-
127ματίου μέχρι τῶν 20%, τουτέστιν ἐζημιοῦτο πᾶς πολί-
128της τοῦ κράτους 20% ἐπὶ τῆς ἰδίας χρηματικῆς περιουσίας.
129Ἀλλὰ πλὴν τούτων προσετέθησαν καὶ ἄλλαι ὑποχρεώσεις βα-
130ρύταται. Πρὸ τοῦ 1879 εἶχε ψηφισθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁ
131νόμος περὶ γενικῆς ὑποχρεωτικῆς στρατολογίας, νόμος ἀπό-
132φρων, ἐὰν μὲν συνδυασθῇ πρὸς τὴν μονοετῆ θητείαν στρα-
133τὸν 30000, ἐὰν δὲ πρὸς διετῆ θητείαν, στρατὸν 39000. Ἀ-
134πεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ σύστημα τῆς μονοετοῦς θητείας, ἑπομέ-
135νως δὲν θὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα 39000 ἄνδρας, θὰ ἔχω-
136μεν ὅμως ὑπὲρ τὰς 30000· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν εἶχεν
137ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ 1879. Τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀνεγράφετο μὲν
138ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δύναμις στρατοῦ ἐκ 19 χιλιάδων ἀν-
139δρῶν, ἀλλὰ τοσαύτη δύναμις μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου παρί-
140στατο, πολλῷ δὲ κατωτέρα ἦτο ἡ πραγματική. Ἀντὶ τῆς
141δυνάμεως ἐκείνης θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ ἑξῆς τὴν τοῦ νόμου τοῦ
1421878. Πρὸ μικροῦ εἶχε φθάσει ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ μέ-
143χρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 30000, ἤδη δὲ ἔχομεν ὑπὸ τὰ ὅπλα
14427500. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς
145πραγματικοὺς ἀριθμοὺς τῶν κατὰ τὸ 1879 κατατεταγμέ-
146νων 10 ἢ 12 χιλιάδων ἀνδρῶν, τίνα χρηματικὴν ἐπιβάρυν-
147σιν παριστῶσι καὶ τίνων ποσῶν ἐπάγονται τὴν προσθήκην εἰς
148τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, ἐπηυξημένον διὰ τῶν βαρῶν τῶν
149νέων δανείων; Πλὴν δὲ τούτων, εἴχομεν καὶ ἄλλας ἐπιβα-
150ρύνσεις, ὧν τὴν ἀνάγκην πάντες ἀνομολογοῦσιν· εἴχομεν τὴν
151ἐπιβάρυνσιν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων,
152διότι ἐθεωρήθη ὅτι ὑπάλληλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ διαθρέψωσι
153διὰ τοῦ μισθοῦ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, δὲν ἦσαν οἱ δυνάμενοι
154νὰ εἰσπράξωσιν ἀνελλιπῶς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, ἢ
155νὰ ἐπιτελέσωσιν ἐνδελεχῶς τὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ὑ-
156ποχρεωτικὴ ἄρα ἦτο ἡ πρόσθετος αὕτη ἐπιβάρυνσις, διότι
157ἐὰν ταύτην μὴ ἐδεχόμεθα, ἠθέλομεν πληρώσει τὸ ποσὸν ὑπὸ
158ἄλλον τύπον, πολὺ ἐπαχθέστερον διὰ τὸ δημόσιον καὶ τὸ Κρά-
159τος. Ἐπίσης ὑποχρεωτικὴ καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις διὰ τὴν ἀνά-
160πτυξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, εἴτε τῆς σιδηροδρομικῆς,
161εἴτε τῆς ἁμαξιτῆς. Ὅταν εἰς τὸ τοῦ 1879 ἔλλειμμα ἐκ 12,
162000,000 σχεδὸν δραχμῶν ἐπιπροστεθῶσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα,
163ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος εἰς τὸ ὁποῖον φθάνομεν;
164Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐνταῦθα νὰ προβῶ εἰς ὑπολογισμὸν, διότι ἔχε-
165τε τὸ ἀποτέλεσμα ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς,
166οὓς ἐψηφίσατε, ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, οὓς προσκαλεῖσθε καὶ θὰ
167προσκληθῆτε νὰ ψηφίζητε. Ἐὰν τὰ ἔξοδα τοῦ 1879 τὰ
168πραγματικὰ ἀνῆλθον εἰς 54,647,000 δραχμῶν, ἤδη τὰ ἔ-
169ξοδα ἀναβαίνουσιν εἰς 85,000,000, καὶ δὲν περιέχουσιν οὐδὲ
170ταῦτα πάσας τὰς δαπάνας, τὰς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῶν νόμων
171τῶν κειμένων· διότι καὶ ἡ πραγματικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ
172θέλει αὐξήσει ὀλίγον, συνεπείᾳ τῆς πλήρους ἀναπτύξεως τῆς
173ἐφαρμογῆς τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἥτις ἐπάγεται αὔξησιν
174τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρα-
175τιωτικῶν, καὶ ἐνῷ ἤδη ἀναγράφομεν ἐν αὐτῷ ἠλαττωμένας
176πιστώσεις ἕνεκα τοῦ προϋπάρχοντος ὑλικοῦ, ὑλικοῦ ἀποκτη-
177θέντος ἐκ τῶν δανείων, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ὡμίλησα, αἱ
178πιστώσεις αὗται θέλουσιν εἶσθαι μεγαλήτεραι προσεχῶς·
179οὕτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀναγκαζόμεθα νὰ
180ἀναγράψωμεν ποσὸν 1,100,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τοῦ
181κατὰ τὸ 1884 ἀναγραφέντος δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ,
182διότι ἡ πίστωσις τοῦ 1884 ἦτο ἠλαττωμένη ἕνεκα τῆς κα-
183τὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο χρησιμοποιήσεως τοῦ ἐφοδίου τοῦ κατὰ
184τὴν ἐπιστράτευσιν προμηθευθέντος. Εἰς 86 ἄρα ἢ εἰς 87 ἑκα-
185τομμύρια ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰ ἐτήσια ἔξοδα τοῦ κράτους,
186ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐσόδων, ὁποῖα ἀνεγράφοντο
187κατὰ τὸ 1879, χάσμα μέγα. Κατὰ τὸ 1879 τὰ ἔσοδα
188ἀνέβησαν εἰς 42,898,000 δραχμῶν· πρὸς ταῦτα παραβαλ-
189λόμενα τὰ ἔξοδα ἐξ 86,000,000, εἶναι ὑπερδιπλάσια!
190Ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ προϋπολογι-
191σμοῦ τί ποιητέον; δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ περιορι-
192σμοῦ ἐξόδων, καὶ ποία ἡ τοιούτων περιορισμῶν συνέπεια;
193Δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ μὴ πληρωμῆς τῶν τόκων τοῦ
194δανείου τῶν 120,000,000, ἢ τῶν τόκων τοῦ δανείου τῆς
195ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ περὶ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ
196νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας, ἢ περὶ τῆς καταργήσεως
197τοῦ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κράτους ἐψηφισμένου ηὐξημένου
198μισθοῦ; ἢ περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος τῆς
199ἁμαξιτῆς καὶ σιδηροδρομικῆς ὁδοποιΐας; Δυνάμεθα βεβαίως
200νὰ σκεφθῶμεν περὶ πάντων τούτων, ἐὰν φρονῶμεν, ὅτι ἀδιά-
201φορον εἶναι, ἐὰν τὸ κράτος διατελῇ ἐν χρεωκοπίᾳ, ὅτι ἀδιάφορον
202εἶναι, ἐὰν τὸ κράτος οὐδεμίαν ἀναγνωρίζῃ νομικὴν ἢ ἠθικὴν
203ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα φρονῶμεν, εὐθὺ βαίνομεν πρὸς τὴν
204ἀποσύνθεσιν. Καὶ βεβαίως ἡ τοιαύτη πολιτικὴ δὲν δύναται
205νὰ ὀνομασθῇ πολιτικὴ οἰκονομική. Ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν
206προσθετέων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 ἀναγκαίων δα-
207πανῶν, καὶ ὁμιλῶ μόνον περὶ αὐτῶν, διότι οὐδεμία ἄλλη
208προσθήκη ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ προϋπολογισμῷ ἐγένετο. Ἐὰν
209ἐπρόκειτο περὶ προσθηκῶν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους ἄλλων
210ἢ τῶν προμνησθεισῶν, καὶ τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ παρα-
211λείψωμεν ἄνευ καταστροφῆς τῶν θεμελίων τῆς πολιτείας,
212ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων δαπανῶν, θὰ ἐνόουν τοιαύτην
213συζήτησιν· προκειμένου ὅμως περὶ δαπανῶν ἀπολύτως ἀναγ-
214καίων, περὶ δαπανῶν, τῶν ὁποίων πάντες ἀνομολογοῦσιν, ἐν
215λόγοις τουλάχιστον, τὴν ἀνάγκην, δὲν ἔχομεν περὶ ἄλλου νὰ
216σκεφθῶμεν, παρὰ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἀπαντήσωμεν αὐτάς. Μά-
217ταιαι αἱ συζητήσεις, ἐὰν ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι, ἐὰν οἱ
218προστεθέντες φόροι ἦσαν πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, ἀρκεῖ, ὅτι οἱ φόροι
219οὗτοι μόνοι ὑπῆρξαν ἱκανοὶ, εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς
220ὁποίας ἀνέφερα, ἵνα μὴ ἐπιτρέπηται ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ, μὴ
221ἐπιτρεπομένης ἀντιῤῥήσεως περὶ τῆς ἀνάγκης νέων πόρων καὶ
222περὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν, ἐπιβάλλεται ἡ συζήτησις περὶ τοῦ
223τρόπου τῆς ἐξευρέσεως καὶ διαῤῥυθμίσεως αὐτῶν, διότι ἡ
224ἄστοχος ἐκλογὴ τοῦ τρόπου δύναται νὰ ματαιώσῃ τὸν σκο-
225πὸν, πρὸς ὃν ἐπεβλήθησαν τοιαῦτα βάρη εἰς τὴν χώραν, ἡ δὲ
226ἐπιτυχὴς ἐκλογὴ δύναται νὰ καταστήσῃ τὰ βάρη ταῦτα φο-
227ρητότερα. Εἰς τοῦτο λοιπὸν περιστρέφεται ἡ οἰκονομικὴ συ-
228ζήτησις, ἐκτὸς μόνον ὡς πρὸς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι αὕτη εἰς
229οὐδὲν ἄλλο ἀφορᾷ ἢ εἰς τὸ ἐπικρίνειν πᾶν τὸ γινόμενον, πᾶν
230τὸ πραττόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πᾶν τὸ ψηφιζόμενον
231παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ἐπωφελεῖσθαι
232ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τῶν ἀτόμων, ἐξεταζόντων μόνον τὴν ἐπ’
233αὐτὰ ἐπίδρασιν τῶν λαμβανομένων μέτρων καὶ μὴ σκοπούν-
234των εἰς τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτείας.
235Ἠδυνάμεθα δι’ ἄλλου τρόπου νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πλή-
236ρωσιν τοῦ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων κενοῦ, ὅπερ ὁ προϋπο-
237λογισμὸς τοῦ κράτους, παρελθουσῶν τῶν ἐκτάκτων περιστά-
238σεων καὶ ἕνεκα αὐτῶν, παρουσιάζει· ἠδυνάμεθα νὰ προβῶ-
239μεν εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, ἐπιβαρύνοντες ἀμέσως
240τὴν παραγωγὴν καὶ μὴ ἐπιβάλλοντες τὴν φορολογίαν
241ἐπὶ τὴν κατανάλωσιν· ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἐπιβαρύνον-
242τες τὴν κατανάλωσιν διὰ τρόπου ἄλλου ἢ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον
243ἐδέχθημεν, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸν
244λαὸν, εἴτε διὰ τοῦ ἑνὸς εἴτε διὰ τοῦ ἑτέρου συστήματος. Ἡ
245Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθησαν τὸ σύστημα τῆς αὐ-
246ξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους, διὰ φορολογίας ἐπὶ τῆς
247καταναλώσεως, ἐπιβαρυνούσης ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτε-
248ρον τὴν παραγωγήν. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν ἐπιτυχῶς
249κατενέμετο τὸ φορολογικὸν σύστημα, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπο-
250νώτερον νὰ βαστάσῃ ὁ λαὸς τὰ βάρη, ἢ ἂν ἐπεβάλλοντο
251αὐτῷ ταῦτα ἐν τῷ οἰκονομικῷ συστήματι, τῷ πρὸ πολλοῦ
252ἐπικρατοῦντι καὶ κληροδοτηθέντι, ὡς πρὸς τὴν βάσιν αὑτοῦ,
253ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς δυναστείας. Εἴχομεν κληρονομήσει παρὰ
254τῆς δυναστείας ἐκείνης τὴν δεκάτην, καὶ τὴν δεκάτην ἐπε-
255τύχομεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἑτέρου συστήματος φορο-
256λογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξε τὴν παραγωγὴν τῶν δημητρια-
257κῶν καρπῶν σχεδὸν ἀπὸ πάσης ἐπαισθητῆς ἐπιβαρύνσεως.
258Οὕτως ἐτέθη ἀσφαλὲς θεμέλιον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν
259πολιτικὴν, ἀπαλλαγείσης τῆς παραγωγῆς τῆς γεωργικῆς
260ἀπὸ τοῦ κυριωτέρου βάρους, ὅπερ ἐπίεζεν αὐτὴν ἀπὸ αἰώνων,
261καὶ ηὐρύνθη τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἠδυνήθημεν νὰ ἱδρύσωμεν τὸ
262νέον οἰκοδόμημα. Ἐζημιώθη τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς
263μετατροπῆς τοῦ ἐγγείου φόρου 1,400.000 δραχμῶν, ἀλλ’
264ἐδόθη δύναμις παραγωγικὴ εἰς τὴν χώραν πολλῶν ἑκατομ-
265μυρίων. Ἠδυνήθημεν ἑπομένως ν’ αὐξήσωμεν καὶ τὴν φορο-
266λογίαν ἐν γένει, ἰδίως μάλιστα ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιβάλωμεν
267νέα φορολογικὰ βάρη κατὰ τρόπον καινοφανῆ ἐν τῇ χώρᾳ.
268Τὰ βάρη ταῦτα ἐπεβλήθησαν οὕτως, ὥστε ἀφίνον ὅσον
269ἔνεστι τὴν παραγωγὴν ἐλευθέραν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλ-
270πίζωμεν, ὅτι οἱαδήποτε φορολογία, εἴτε ἄμεσος εἴτε ἔμμεσος,
271εἴτε ἐπὶ τὸν καταναλωτὴν εἴτε ἐπὶ τὸν παραγωγὸν, δὲν
272θέλει καταλήξει κατά τι καὶ εἰς τὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ὑ-
273πάρχουσι φόροι ἀπολήγοντες πλειότερον εἰς τὴν παραγωγὴν
274καὶ φόροι ὀλιγώτερον πιέζοντες αὐτήν. Βεβαίως δὲ οἱ φόροι
275ἐπὶ τῆς καταναλώσεως εἶναι οἱ ὀλιγώτερον πιέζοντες τὴν
276παραγωγήν· ἀλλὰ καὶ οἱ φόροι οὗτοι δύνανται νὰ διαῤῥυθμι-
277σθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ ἐπιπίπτωσιν ἐπαισθητῶς ἐπὶ τὴν πα-
278ραγωγήν. Καὶ ἰδοὺ εὐθὺς ἔχομεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς κατανα-
279λώσεως τοῦ καπνοῦ. Ὁ φόρος οὗτος, ὡς ἐπιβάλλεται ἐν ἄλλοις
280Κράτεσι, πιέζει τὴν παραγωγὴν ἐν τῇ πλήρει αὐτοῦ μορφῇ
281τοῦ μονοπωλείου, εἶναι δὲ τόσον καταπιεστικὸς, ὥστε, ἂν ἐν
282Ἑλλάδι ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὑπὸ τὴν μορφὴν ταύτην, θὰ ἦτον
283ἀδύνατος ἡ ἐξαγωγὴ καπνοῦ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, χάρις
284εἰς τὴν πρὸς τὴν Αἴγυπτον ἐπιτευχθεῖσαν σύμβασιν, ἀπο-
285φέρει πολλὰ εἰς τὸν τόπον. Ἔπρεπεν ἄρα τὴν φορολογίαν
286τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ οὕτω νὰ διαῤῥυθμίσωμεν,
287ὥστε κατ’ οὐδὲν νὰ παραβλαφθῇ ἡ παραγωγὴ, νὰ μὴ περιο-
288ρισθῇ κατ’ οὐδὲν· οὐ μόνον νὰ μὴ φορολογηθῇ ὁ παράγων κα-
289πνὸν, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν νὰ ὑποβληθῇ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν
290δημοσίαν ὑπηρεσίαν, διότι οἱαδήποτε τοιαύτη ὑποχρέωσις ἀ-
291ποτελεῖ πίεσιν τῆς παραγωγῆς, παρεμποδίζουσά πως τὴν ἀνά-
292πτυξιν αὐτῆς. Τὸ δὲ σύστημα, ὅπερ ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βου-
293λῆς καὶ λειτουργεῖ, ἀφίνει τὴν παραγωγὴν ἐν τῇ αὐτῇ ἐλευ-
294θερίᾳ, ἐν ᾗ διετέλει καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου. Ἤδη
295δὲ ἀνεῴχθησαν αἱ πύλαι τῆς Αἰγύπτου, διὰ τῆς πρὸς αὐτὴν
296συμβάσεως, εἰς τὴν νόμιμον τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ ἐμπορίαν, ἐνῷ
297πρὶν ἦσαν ἀνεῳγμέναι εἰς μόνην τὴν παράνομον. Καὶ βλέπομεν
298ἤδη ἐκ τῶν στατιστικῶν πινάκων τῆς Αἰγυπτιακῆς κυβερνή-
299σεως, ὅτι εἰσάγεται εἰς τὴν Αἴγυπτον ποσὸν καπνοῦ ἑλληνικοῦ
300ἀνερχόμενον ἐτησίως εἰς 1,400,000 ὀκάδας. Τοῦτο δὲ κατὰ τὸ
301πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως· ὅτι δὲ σπουδαία
302θέλει εἶσθαι ἡ αὔξησις ἐν τῷ μέλλοντι, δυνάμεθα νὰ εἰκάσωμεν
303παρατηροῦντες, ὅτι ὑπερδιπλασία εἶναι ἡ ὅλη ἐν τῇ χώρᾳ
304ἐκείνῃ κατανάλωσις καπνοῦ, ἔξωθεν εἰσαγομένου. Ὁποία δὲ
305εἶναι ἡ πρόσοδος τῆς ἡμετέρας χώρας ἐκ τοιαύτης εἰσαγω-
306γῆς καπνοῦ, δύναται ἕκαστος νὰ ἐννοήσῃ ὑπολογίζων οὐχὶ
307τὴν ἁπλῆν ἀξίαν τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τὰς ὠφελείας, αἱ ὁποῖαι
308παρέπονται εἰς τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ, ὠφελείας τοῦ ἐμπόρου,
309ὠφελείας τοῦ μεταφέροντος τὸν καπνὸν κατὰ ξηρὰν, ὠφε-
310λείας τοῦ μεταφέροντος αὐτὸν κατὰ θάλασσαν. Ἡ παρα-
311γωγὴ κατ’ οὐδὲν ἠλαττώθη ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ νέον τῆς φο-
312ρολογίας τῆς καταναλώσεως, τοὐναντίον δὲ ἠδυνήθη ν’ ἀπο-
313λαύσῃ πλήρη τὴν ὠφέλειαν τῆς Ἑλληνοαιγυπτιακῆς συμβά-
314σεως. Ἀλλὰ μὴ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῆς ἐκ τῆς
315φορολογίας τοῦ καταναλωσίμου καπνοῦ προσόδου τοιαύτη,
316ὥστε νὰ ματαιῶται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Ὅτε προετάθη
317τὸ μέτρον εἰς τὴν Βουλήν, ἐῤῥέθη ὅτι ἀληθῶς διὰ τοῦ συ-
318στήματος τούτου ἀπαλλάττεται ἡ παραγωγή, ἀλλ’ ὅτι
319θέλει διαφύγει καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ καταναλωσίμου κα-
320πνοῦ τὴν φορολογίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως μαρ-
321τυρεῖ ἡ πεῖρα ἄλλων ἐπικρατειῶν, νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ φορολο-
322γία τῆς καταναλώσεως, ἂν τὸν καπνὸν μὴ ἐπιτηρήσῃ ἡ ὑπη-
323ρεσία εὐθὺς ἀπὸ τῆς φυτεύσεως αὐτοῦ. Ἐξετάσωμεν
324ἤδη τ’ ἀποτελέσματα· πρέπει δὲ νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰ ἐν
325λεπτομερείᾳ, διότι εἰς τοῦτο κυρίως συνίσταται τὸ ἔργον
326ἡμῶν, ν’ ἀνεύρωμεν ἂν τὸ σύστημα, ὅπερ ἀπεδέχθημεν,
327ἦναι τῷ ὄντι τὸ ὠφελιμώτερον, ἵνα, ἂν τὰ πράγματα ἀντα-
328πεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας, ἐξακολουθήσωμεν ἐν τῇ αὐτῇ
329ὁδῷ, ἄλλως δὲ τραπῶμεν ἐπὶ ἑτέραν, διότι, ὡς παρετήρησα,
330τὸ χάσμα, ὅπερ πρόκειται νὰ πληρώσωμεν, εἶναι μέγα. Ἐν
331ταῖς καταστάσεσιν, ἃς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, δυνάμεθα νὰ
332ἀνεύρωμεν ὅ,τι ζητοῦμεν. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας προσωρινὴν κα-
333τάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ποσῶν ἐκ δικαιώματος κατα-
334ναλώσεως ἐξόδων κοπῆς καὶ συσκευῆς, καὶ ἐκ τελῶν ταινιῶν
335ἐπὶ τοῦ εἰσπραχθέντος καὶ κοπέντος εἰς τὰ ἐργοστάσια κα-
336πνοῦ, ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους 8βρίου 1884.
337Κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, ἡμέραν, καθ’ ἣν ἄρχεται ὁ
338πίναξ οὗτος, ὑπῆρχε μέγα ἀπόθεμα καπνοῦ ἀφορολογήτου, τὸ
339ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης ἤθελε διαφύγει τὴν φορολογίαν, ὡς εὑρι-
340σκόμενον εἰς χεῖρας τῶν καταναλωτῶν· διὰ τοῦτο κατὰ τοὺς
341πρώτους μῆνας μικρὰ εἶναι ἡ ἐκ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ
342πρόσοδος· ἀλλ’ ὅ,τι ἀποδεικνύει τὸ εὔστοχον τοῦ μέτρου καὶ
343τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἐπιτυχίαν, εἶναι ἡ ἀπὸ περιόδου εἰς
344περίοδον αὔξησις· καὶ ἰδού, τὸν πρῶτον μῆνα, τὸν Ἰανουά-
345ριον, εἴχομεν εἴσπραξιν 159,000, τὸν Φεβρουάριον 175,000,
346τὸν Μάρτιον 211,000, τὸν Ἀπρίλιον 178,000, τὸν Μάϊον
347257,000, τὸν Ἰούνιον 259,000, τὸν Ἰούλιον 280,000, τὸν
348Αὔγουστον 294,000, τὸν Σεπτέμβριον 281,000, καὶ τὸν
349Ὀκτώβριον 315,000. Πλὴν μιᾶς ἢ δύο ἐξαιρέσεων, ἕκαστος
350μήν, ὡς βλέπετε, ἀπέδιδε περισσότερον τοῦ προηγουμένου·
351ἤρξατο ἡ πρόσοδος ἀπὸ 159,000, καὶ ἔφθασε μετὰ ἐννέα μῆ-
352νας εἰς 315,000· δωδεκαπλασιαζόντες δὲ τὴν πρόσοδον τοῦ
353τελευταίου μηνός, πλησιάζομεν εἰς ἐτησίαν πρόσοδον 4,000,
354000. (Θόρυβος).
355Ἀκούω φωνήν τινα λέγουσαν, ὅτι ἡ πρόσοδος αὕτη δὲν εἶναι
356σπουδαία. Καὶ πόσας ἔχομεν προσόδους ἀποφερούσας τοιοῦτον
357ποσόν; Ἂς ἐρωτήσῃ ὁ κ. βουλευτής, ὅστις ἐξήνεγκε τὴν
358παρατήρησιν ταύτην, τὸν γείτονά του, πρῴην ἐπὶ τῶν Οἰκο-
359νομικῶν ὑπουργὸν, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν
360Βουλὴν, καὶ δι’ ὧν διένειμεν ὁλόκληρον τὴν ἔγγειον περιου-
361σίαν τοῦ Κράτους, πόσα ἀποφέρουσιν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας;
362Ἀναφέρουσιν ὅσα καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Μόλις ἀποφέ-
363ρουσι ποσὸν ὑπέρτερον τοῦ ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ σιγαρο-
364χάρτου, ἐφ’ ᾧ καὶ δὲν πρόκειται περὶ φόρου, ἀλλὰ πρόκειται
365περὶ τιμήματος ἁπάσης τῆς ἐγγείου περιουσίας τοῦ Κράτους,
366τῆς ἀποκτηθείσης διὰ τῶν ἀγώνων τοῦ 1821.
367Ἔχομεν λοιπὸν πρόσοδον ἐτησίαν 4,000,000 διατελοῦ-
368σαν ἐν διηνεκεῖ αὐξήσει, διότι, ὡς παρετηρήσατε, ἐξακολουθεῖ
369ἡ αὔξησις τῆς προσόδου ταύτης, ἥτις εἶναι τοσούτῳ μᾶλ-
370λον σπουδαία, ὅσῳ ἀποκτᾶται ἐκ φόρου καταναλώσεως ἄνευ
371πιέσεως τῆς παραγωγῆς, ἥτις ἀφίεται οὕτως ἐλευθέρα, ὥστε
372δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ φορολογία αὕτη ἡ ἀρίστη τῶν παρ’
373ἡμῖν φορολογιῶν. Ἔχομεν δύω ἢ τρεῖς ἄλλας φορολογίας
374ἀποφερούσας πλειότερα. Ἔχομεν τὸν φόρον τὸν τελωνειακὸν,
375ἔχομεν τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ διὰ ποίας πιέσεως
376λαμβάνομεν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα; Ἔχομεν τὸ Κράτος ὁλόκληρον
377ἀποκεκλεισμένον, ἵνα εἰσπράττωμεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.
378Ἡ ζημία ἡ ἐκ τούτου εἶναι βεβαίως πολλῶν ἑκατομμυρίων,
379δὲν δυνάμεθα ὅμως ἄνευ αὐτῶν νὰ κυβερνηθῶμεν, ἀλλ’ ἐν-
380ταῦθα ἀποκτῶμεν τὰ 4,000,000 ἄνευ οὐδεμιᾶς πιέσεως τοῦ
381ἐργαζομένου λαοῦ· μόνον εἰς ἀπόλαυσιν τρυφῆς ἐπιβάλλομεν
382τὸν φόρον, τὴν ὁποίαν δύναταί τις κατὰ πολὺ νὰ περιορίσῃ
383ἢ καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ.
384Τέσσαρα ἑκατομμύρια, ὡς εἶπον, ἀπολαμβάνομεν ἀκαθά-
385ριστα ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο
386δὲν εἶναι τὸ ὁριστικὸν, ὡς μαρτυρεῖ ὁ πίναξ· αὔξησιν θὰ
387ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι μεγάλην. Εἶναι ἐν πρώτοις γνωστὸν
388ὅτι ὑπάρχει ἔτι ἀπόλειμμα προμηθείας καπνοῦ πρὸ τῆς ἐ-
389φαρμογῆς τοῦ νόμου κοπέντος, ἀλλ’ εἶναι προσέτι γνωστὸν
390ἐκ τῆς πείρας ἄλλων ἐθνῶν, εἰσαγαγόντων νέας φορολογίας,
391ὅτι οὐδέποτε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἀποφέρουσιν αὗται πλήρη
392τὴν πρόσοδον. Λαμβάνομεν ἐν παραδείγματι τὸν Ἰταλικὸν φό-
393ρον, τὸν καταργηθέντα ἐσχάτως, ἐπὶ τοῦ ἀλέσματος. Κατὰ τὸ
394πρῶτον τῆς ἐφαρμογῆς ἔτος τὸ 1866 ἀπήνεγκε 26,000,000 φρ.
395κατὰ τὸ ἑπόμενον 29,000,000, κατὰ τὸ τρίτον 46,000,
396000, κατὰ τὸ τέταρτον 58,000,000 καὶ ἔφθασε, κατὰ τὸ
3971876, ἤτοι μετὰ ὀκταετίαν, εἰς 83,000,000, τοὐτέστι σχε-
398δὸν εἰς τὸ τριπλάσιον.
399§5Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα εἰς τὴν εἴσ-
400πραξιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ;
401§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κατά-
402στασιν τῶν δαπανῶν. Αἱ δαπάναι, κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμη-
403νον τοῦ ἔτους τούτου, ἀνῆλθον εἰς 403,000, ὅπερ ἐπὶ τοῦ
404ὅλου ἔτους φέρει 806,000. Ἐὰν προσθέσητε καὶ ποσόν τι ἐκ
405τῶν ἀρχικῶν δαπανῶν τῶν γενομένων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος,
406τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους τούτου θὰ φθάσωσιν εἰς 850,000, τὸ
407δὲ ποσὸν τοῦτο δέον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσό-
408δου, ἵνα γνῶμεν τὸ καθαρὸν ἔσοδον.
409Ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἐπιτυχὴς, εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος θὰ
410διατηρηθῇ, διότι δὲν δυνάμεθα ἀπέναντι ἐλλείμματος, ὁποῖον
411τὸ ἄλλως παρουσιαζόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ κα-
412ταργήσωμεν φόρον ἀποφέροντα τοιοῦτον ποσόν. Δὲν δύνα-
413ται δὲ ν’ ἀποφέρῃ πλειότερον ὁ φόρος οὗτος, διὰ τοῦ συ-
414στήματος τοῦ μονοπωλίου κανονιζόμενος. Ἔχομεν πειρά-
415ματα περὶ τούτου διεξαχθέντα ἐν ξέναις χώραις, ὅπου
416εἰσήχθη τὸ μονοπώλιον. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Τουρ-
417κίας, ὅπου εἰσήχθη τὸ μονοπώλιον, κατὰ τὸ σύστημα τῆς
418Ἰταλίας, ἐν ᾗ ὅμως ἤδη γίνεται μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς
419λειτουργίας. Τὸ μονοπώλιον ἐν Τουρκίᾳ ἐφηρμόσθη οὐχὶ
420παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρ’ ὁμάδος τρα-
421πεζιτῶν ξένων, κυρίως Γερμανῶν, ἡ δὲ ἀποτυχία τοῦ μονο-
422πωλίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε σήμερον σκέπτονται περὶ τοῦ
423πρακτέου καὶ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος, διότι τὸ σύ-
424στημα τῶν μονοπωλίων, προκειμένου περὶ καπνοῦ, προα-
425παιτεῖ πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαντῶσιν ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ καὶ
426τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα δὲν ἀπαντῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν. Λειτουρ-
427γεῖ τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ λειτουργεῖ,
428διότι ἔχει αὕτη τελείαν ὑπηρεσίαν καὶ λαὸν συνειθισμένον νὰ
429ἕπηται εἰς τὰ κελεύσματα τῆς ὑπηρεσίας. Παρ’ ἡμῖν θὰ ἦτο
430ὅλως ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος περὶ μονοπωλίου καπνοῦ,
431ἀλλὰ, καὶ ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, ἡ ζημία τῆς κοινω-
432νίας θὰ ἦτο μεγαλειτέρα τῆς ὠφελείας τοῦ δημοσίου, καὶ
433ὅσον ἐπιτυχέστερος θὰ ἦτο ὁ νόμος, ὡς φορολογικὸς, τοσοῦτον
434θὰ ἦτο ἐπιβλαβέστερος εἰς τὸν πλοῦτον τῆς χώρας. Ἤθελεν
435ἀποφέρει ἴσως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια,
436ἀλλ’ ἤθελεν ἀποστερήσει τὴν χώραν προσόδου ἐκ τοῦ ἐξω-
437τερικοῦ 10 ἢ 15 ἑκατομμυρίων. Τὸ ποσὸν τοῦ φόρου θὰ ἠ-
438δύνατο ἡ πολιτεία νὰ λάβῃ καὶ ἀλλαχόθεν, ἀλλὰ τὰς εἰσ-
439πράξεις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πόθεν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναπληρώσῃ
440ἡ χώρα; Ἤδη, ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν σιτηρῶν, ἀναγ-
441καζόμεθα ἐν Ἑλλάδι, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώ-
442πης, νὰ σκεπτώμεθα περὶ μεταβολῆς τοῦ εἴδους τῆς καλλι-
443εργείας τῆς γῆς, περὶ φυτειῶν, περὶ χρησιμοποιήσεως ἄλλης
444τῆς γῆς, ὅπως περιορίσωμεν τὴν παραγωγὴν τῶν δημητρια-
445κῶν καρπῶν, εἴπερ ποτε δ’ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ δὲν ἐπετρέπετο
446νὰ εἰσαγάγωμεν σύστημα φορολογίας, ὁποῖον προανέφερον,
447παρεμποδίζον τὴν καλλιέργειαν πλουσιωτάτου προϊόντος, καὶ
448περιορίζον ἢ ἄρδην καταργοῦν τοιαύτην ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ
449πρόσοδον. Τοὐναντίον ἔδει νὰ παραδεχθῶμεν φορολογίαν ἐπὶ
450τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, συνδυαζομένην μετὰ μέτρων,
451ἀπαλλαττόντων ἀπὸ παντὸς προσθέτου βάρους, ἀπὸ παντὸς
452περιορισμοῦ, ἢ ἔστω καὶ ἁπλοῦ πολιτειακοῦ κανονισμοῦ τὴν
453παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ· ὅτι δὲ τοιαῦτα μέτρα δυνάμεθα νὰ
454ἐφαρμόσωμεν ἐπιτυχῶς, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀπο-
455διδούσης τῆς νῦν λειτουργούσης φορολογίας σπουδαιότατα
456ποσὰ ὑπὲρ τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ παρέ-
457χει εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ μέσα τῆς αὐξήσεως τῆς προσόδου, ὁδηγου-
458μένους ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν θεραπείαν τῶν πλημμελῶς ἐχόντων ἐν
459τῷ Νόμῳ. Πολλάκις ἤκουσα ἐπικρινόμενα τὰ μέτρα τῆς Κυβερ-
460νήσεως δι’ ἀτελείας ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ὁσάκις δ’ αἱ ἐπι-
461κρίσεις συνωδεύοντο καὶ ὑπὸ παρατηρήσεων περὶ τῶν ἀτε-
462λειῶν, ὅπερ ὅμως σπανιώτατα συνέβαινεν, ηὐγνωμόνουν πρὸς
463τοὺς ἐπικριτάς, ἀλλ’ οὐδέποτε δυσηνασχέτουν, διότι θεωρῶ
464ἀδύνατον οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ οὐδαμοῦ, νὰ ἐπιτευχθῇ εἰσα-
465γωγὴ νεωτερισμῶν διὰ νόμου τελείου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐν
466ταῖς λεπτομερείαις· ἐν Ἑλλάδι δὲ πλειότερον ἢ ἐν ἄλλῳ
467Κράτει, διότι ἐνταῦθα ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἀτελεστέρα ἢ ἀλλα-
468χοῦ, καὶ οἱ νόμοι εἶναι ἀτελέστεροι ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῶν διαῤ-
469ῥυθμίσει, ὡς κατασκευαζόμενοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ τῇ βά-
470σει νομοθετημάτων ξένων, ἄνευ ἀποχρώσης ἰδίας πείρας καὶ
471ἄνευ παρασκευαστικῆς ἐργασίας ἀποχρώσης. Μόνον διὰ τῶν
472ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑπαγορεύσεων συμπληρουμένη, δύναται νο-
473μοθεσία, οὕτω καταρτιζομένη, νὰ προσαρμοσθῇ ἐντελῶς εἰς
474τὰς περιστάσεις τῆς χώρας· τοῦτο δὲ πράττομεν ἤδη καὶ
475ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ κα-
476πνοῦ, παρασκευάσαντες νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω-
477μεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξ οὗ ἀπεκδεχόμεθα τὴν ἀνα-
478πλήρωσιν πολλῶν ἐλλείψεων καὶ τὴν ἐπίτευξιν πληρεστέ-
479ρας εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Καὶ ἄνευ τοῦ νέου νομοθετήμα-
480τος πεποίθαμεν, ὅτι ἤθελε φθάσει ἡ πρόσοδος κατὰ τὸ προσ-
481εχὲς ἔτος εἰς 6 ἑκατομμύρια καὶ εἰς πλειότερα ἔτι βραδύ-
482τερον, τὰ δὲ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι
483αἱ πληροφορίαι, ἃς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε τὸ πρῶ-
484τον εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον, ἦσαν ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι τὸ
485ποσὸν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἔδει ν’ ἀποφέρῃ ἂν πλή-
486ρης εἰσεπράττετο ὁ φόρος, οὐχὶ τέσσαρα, οὐχὶ ἕξ, ἀλλὰ δέκα
487καὶ πλέον ἑκατομμύρια.
488Συμπλήρωμα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶναι ἡ φορο-
489λογία ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ σιγαροχάρτου. Ταύτην
490τὴν φορολογίαν πολλαχῶς ἐχλεύασαν οἱ ἀντίθετοι. Ἐν τούτοις
491ἀπεκτήσαμεν πρόσοδον σπουδαιοτάτην δι’ αὐτῆς ἄνευ ἀ-
492μέσου ἐπιβαρύνσεως τάξεώς τινος καὶ ἄνευ δαπανῶν εἰσπρά-
493ξεως, ὁποίας συνήθως ἐπάγονται οἱ φορολογικοὶ νόμοι. Καὶ ἐν-
494ταῦθα ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους
495μέχρι σήμερον. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς φορολογίας τῆς γενομένης
496τὴν 12 Ὀκτωβρίου 1883, μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔ-
497τους, εἴχομεν ἐκ τοῦ φόρου περὶ σιγαροχάρτου πρόσοδον 31,000
498δραχμῶν, τὸν Νοέμβριον ἀνῆλθεν αὕτη εἰς 36,000, τὸν Δεκέμ-
499βριον ἔφθασεν εἰς 38 χιλιάδας, τὸν Ἰανουάριον τοῦ παρόντος
500ἔτους εἰς 49,000, τέλος τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1884 ἔχομεν
50176,000· τοῦ Ὀκτωβρίου τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶνε
502πλήρη, ἀλλὰ προαγγέλλουσιν εἴσπραξιν περὶ τὰς 83 χιλιάδας·
503τοῦτο τὸ ποσὸν δωδεκαπλασιαζόμενον δίδει ἐτησίαν πρόσο-
504δον ἀκαθάριστον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἂν δὲ μὴ ἀνακοπῇ ἡ προ-
505ϊοῦσα αὔξησις πιθανὸν νὰ φθάσῃ ἡ ἐτησία πρόσοδος καὶ εἰς 1,
506500, 000 ταχέως. Τὰ ἔξοδα δὲ περιορίζονται εἰς μόνην τὴν
507προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ καὶ εἰς τὸ ποσοστὸν τὸ πληρωνώμενον
508εἰς τοὺς ταμίας διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ εἴδους τούτου. Ἂν
509ταῦτα ὑπολογισθῶσιν εἰς 3 λεπτὰ κατὰ φυλλάδιον τῶν 20
510λεπτῶν, ἔχομεν ἀφαιρετέα ἀπὸ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων 15
511τοῖς ἑκατόν· ὥστε ἂν κατὰ τὸ 1885 εἰσπραχθῶσιν 1,200,
512000, ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἔσται ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον.
513Ὁ φόρος ἄρα τῆς καταναλώσεως τοῦ σιγαροχάρτου, ὅπως
514καὶ ὁ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, δύναται νὰ θεω-
515ρηθῇ ὡς ἐπιτυχὴς, καὶ ν’ ἀναγραφῇ διαρκῶς πλέον ἐν τῇ
516ἡμετέρᾳ φορολογικῇ νομοθεσίᾳ.
517Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν εἶχε προκαλέσει παρὰ
518τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προεκάλε-
519σαν οἱ ἕτεροι φορολογικοὶ νόμοι. Ἐξ ἐναντίας ἐνθυμοῦμαι, ὅτι
520πρὶν ἢ ὑποβάλλωμεν τὸ περὶ αὐτοῦ νομοσχέδιον, σχεδὸν πρό-
521γραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἡ ὑποβολὴ προτάσεως νό-
522μου περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἐπειδὴ δ’ ἐβράδυ-
523νεν ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ, βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ἄλλοι διε-
524μαρτυρήθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐποιεῖτο χρῆσιν
525τοῦ μέσου τούτου τῆς αὐξήσεως προσόδων.
526§7ΧΟΪΔΑΣ. Τίς ἐξ ὅλων τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς;
527§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ὅστις διεμαρτύρετο κατὰ
528τῆς κυβερνήσεως, διότι δὲν εἰσῆγε τὸν νόμον περὶ φορολογίας
529τῶν οἰνοπνευμάτων κατὰ τὸ 1882.
530§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἤμην κατὰ τοῦ φόρου καὶ εἶμαι.
531§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶσθε κατὰ τοῦ φόρου, ἀφοῦ τὸν εἰσήγαγεν
532ἡ Κυβέρνησις· ὅτε ὅμως ἐνομίζετε ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἤ-
533θελε τὸν προτείνει, εἶσθε ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἐκόπτεσθε ἐν τῇ
534Βουλῇ, ἀπαιτοῦντες τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου.
535§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς συναλλαγῆς, ἣν
536εἶχε κάμει ἡ κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν, μετὰ τι-
537νων βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου.
538§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐκ συναλλαγῆς ἢ ἐξ ἑτέρου λόγου δὲν
539προετείναμεν τὸν νόμον, ἀπαντᾷ αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος
540προετάθη παρ’ ἡμῶν, καὶ ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. βουλευτὴς
541διεμαρτύρετο ἐπὶ τῇ μὴ ὑποβολῇ, ὁ νόμος ἦτο συντεταγμέ-
542νος καὶ ἐν τῷ ὑποβάλλεσθαι· ὑπεβλήθη δ’ ἔκτοτε καὶ ἐξε-
543τελέσθη καὶ ἐκτελεῖται. Τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἐνταῦθα,
544ὅπως καὶ παρ’ ἄλλαις ἐπικρατείαις, ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ
545ὑπῆρξαν λίαν ἀτελῆ. Εἶνε βέβαιον, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
546οἰνοπνευμάτων, ἂν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τὸ πο-
547σὸν, θὰ εἴχομεν πρόσοδον σπουδαίαν· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέ-
548βαιον ὅτι εἰς τὰ κράτη, ἔνθα ἡ ἀμπελοφυτεία εἶναι ἐκτετα-
549μένη, δυσκόλως ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων,
550λειτουργῶν ἀκριβῶς. Ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, ἥτις δὲν φοβεῖ-
551ται νὰ φέρῃ μέχρι τῶν ἐσχάτων συνεπειῶν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
552νόμων, ἡ ὕπαρξις τῶν σταλακτηρίων τῶν γεωργῶν φέρει με-
553γίστας δυσκολίας εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνο-
554πνευμάτων, καὶ σήμερον ἐν τῇ γαλλικῇ βουλῇ συζητεῖται
555μέτρον περὶ φορολογίας τῶν γεωργῶν τῶν ἀποσταζόντων οἰ-
556νόπνευμα ἐκ τῶν ἰδίων στεμφύλων ἢ ὀπωρῶν· τοσοῦτον
557εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε παρετηρήθη ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι ἀφ’ ὅτου
558ἡ φυλλοξήρα περιώρισε τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων, ηὔ-
559ξησε σπουδαίως ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμά-
560των. Παρ’ ἡμῖν ὅμως αἱ δυσχέρειαι ἦταν πολλῷ μεγαλείτε-
561ραι ἢ ἀλλαχοῦ. Οὐδὲ σκέψις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐνταῦθα περὶ
562περιορισμοῦ οἱουδήποτε τοῦ ἀποστάζοντος τὸ ἴδιον αὑτοῦ
563προϊόν, ἠδυνάμεθα μόνον νὰ κανονίσωμεν, ὅπως ἐκανονίσθη
564ἀλλαχοῦ ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν τοῖς συστημα-
565τικοῖς ἀποσταλακτηρίοις. Τοῦτο ὅμως παρ’ ἡμῖν ἦτο δυσχερέ-
566στερον ἢ ἀλλαχοῦ, διότι δὲν εἴχομεν ἐνταῦθα διϋλιστήρια
567ὁποῖα ἔχουσιν ἐν ἄλλοις Κράτεσιν. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτε τὸ πρῶ-
568τον εἰσήχθη ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων, ἀπέτυχεν ἐν-
569τελῶς, ἡ δὲ ἐπιτυχία τοῦ φόρου τούτου ἐπῆλθε μόνον, ὅτε
570ἀνεπτύχθησαν ἐκεῖ τὰ μεγάλα διϋλιστήρια, τὰ καθιστῶντα
571εὐχερῆ τὴν φορολογίαν, διότι ἐν αὐτοῖς εὐχερὴς εἶναι ἡ ἐπι-
572τήρησις. Ἡμεῖς τοιαῦτα διϋλιστήρια οὐδόλως εἴχομεν ἐν τῷ
573κράτει· ἓν μόνον ὑπῆρχεν ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἐκεῖνο ἀκανονί-
574στως λειτουργοῦν. Ἤδη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου
575ἀνεπτύχθη εὐθὺς, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, ἡ βιομηχανία αὕτη τῆς
576ἀποστάξεως, καὶ εἴδετε πάντες, ἀνερχόμενοι τὴν ὁδὸν τοῦ
577Πειραιῶς, ἔνθεν καὶ ἔνθεν μεγάλα διϋλιστήρια ἀνεγειρόμενα,
578ὧν τὸ πρῶτον ἤρξατο ἤδη λειτουργοῦν. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς συ-
579στάσεως τοῦ πρώτου τούτου καταστήματος βλέπομεν τὴν
580πρόσοδον ἐν Πειραιεῖ πολλαπλασιαζομένην· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι
581εὐθὺς ὡς, συνεπείᾳ τοῦ νόμου τούτου, λάβῃ ἡ βιομηχα-
582νία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἐν Ἑλλάδι τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα
583ὃν ἔχει καὶ ἀλλαχοῦ, θέλομεν ἴδει ἀποτελέσματα πληρέ-
584στερα τῶν σημερινῶν. Εἴχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνα-
585γεγραμμένον ποσὸν 2,140,000 ὡς πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου
586τῶν ποτῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πολὺ δὲν εἰσεπράχθη.
587Τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ζύθου εἰσεπράχθη ὁλόκλη-
588ρον, διότι ἡ βιομηχανία τῆς ζυθοποιΐας ἐξασκεῖται διὰ τρό-
589που ἐπιτρέποντος τὴν ἐπιτήρησιν, καὶ ἑπομένως τὴν πλήρη
590φορολογίαν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ζύθου, τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὰ
591ποτὰ διέφυγον κατὰ πολὺ τὴν φορολογίαν. Τὸ ἐκ τοῦ ἐξω-
592τερικοῦ εἰσαγόμενον ὑπεβλήθη εἰς τὸν φόρον, καὶ ἐκ τούτου εἴ-
593χομεν πρόσοδον σπουδαίαν, οὐχὶ τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τῆς φο-
594ρολογίας τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ φόρου
595καταναλώσεως ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Ἀλλὰ ἐπὶ τῶν
596ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγομένων ποτῶν καὶ τοῦ οἰνοπνεύμα-
597τος, ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου ὑπῆρξε μικρά. Ἐφ’ ὅσον τὰ κα-
598ταστήματα, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἀναπτύσσονται, ἐπὶ τοσοῦτον
599ἡ φορολογία ἐντὸς τοῦ Κράτους θέλει εἶσθαι γονιμωτέρα, ἐπὶ
600τοσοῦτον ὅμως καὶ ἡ πρόσοδος ἡ ἐκ τοῦ φόρου καταναλώ-
601σεως ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων θέλει εἶσθαι ἐ-
602λάσσων, διότι, ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἡ
603χώρα μέχρι τοῦδε ἦτο ὑπόχρεως νὰ πορίζηται ἐκ τοῦ ἐξωτε-
604ρικοῦ τὸ πλεῖστον τοῦ οἰνοπνεύματος, εἰς τὸ ἑξῆς θέλει παρά-
605γει αὕτη τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν κατανάλωσιν ποσόν.
606Αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα καὶ τὰς ὁποίας
607ὑπέβαλον πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγράφουσι τὰ ἀπο-
608τελέσματα, ὡς ἐξέθηκα αὐτά. Τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσα-
609χθέντα οἰνοπνεύματα, οἰνοπνευματώδη ποτὰ, καὶ ζῦθος, ἀπὸ
61018 Ἀπριλίου 1883 ἕως τέλος Σεπτεμβρίου 1884, ἀπέτισαν
611φόρον καταναλώσεως 540000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐντὸς τοῦ
612Κράτους παραγωγὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ βεβαιωθῇ, εἰμὴ κατὰ μὲν
613τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι ποσοῦ
61481,000 δραχ., κατὰ δὲ τὴν τετάρτην μέχρι ποσοῦ 107,000,
615κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ ἔτους τούτου μέχρι ποσοῦ
61684,000 καὶ κατὰ τὴν δευτέραν μέχρι ποσοῦ 69,000 δραχ.
617§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὰς καταστάσεις αὐτὰς, κύριε Πρω-
618θυπουργὲ, ἀναφέρεται καὶ ὁ τόπος ἐκ τοῦ ὁποίου προέκυψεν
619ὁ φόρος;
620§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλα, διακεκριμένως κατ’ ἐφορίαν.
621§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι κεχωρισμένον τὸ κονδύλιον τῶν
622προστίμων;
623§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἄλλης κατηγορίας ἔσοδον τὰ πρόστι-
624μα· δὲν περιλαμβάνονται ἐνταῦθα.
625Τὰ τοῦ ζύθου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου παρέστησα πρὸ ὀλί-
626γου ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ποτῶν, ὁ δὲ ἐντὸς τοῦ Κράτους
627παραγόμενος ἀπήνεγκεν 81,000 δραχ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκ τοῦ ζύ-
628θου εἰσεπράχθησαν πλείονα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋ-
629πολογισμῷ, οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀναγεγραμμένου ποσοῦ ἠδυνήθη-
630μεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Βέβαιον
631ὅμως εἶναι, ὅτι ἂν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τὸ φορο-
632λογήσιμον ποσὸν, ἡ πρόσοδος θὰ ἦτο ἀνωτέρα τῆς ἐγγεγραμμέ-
633νης. Ἐκ τῆς πείρας δὲ ὁδηγηθέντες, παρεσκευάσαμεν νομοσχέ-
634διον, δι’ οὗ προσεπαθήσαμεν ν’ ἀναπληρώσωμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ
635κειμένου νόμου, κανονίζοντες τὰ τῆς βεβαιώσεως προσ-
636φυέστερον πρὸς τὰς ἀτελείας τῆς παρ’ ἡμῖν ὑπηρεσίας. Βε-
637βαίως ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως ἡ ὑπηρεσία ἡ
638ἐφοριακὴ παρ’ ἡμῖν δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ ὅ,τι ἐπιτελεῖ ἐν
639Γαλλίᾳ ἡ εἰδικὴ ἐπὶ τῶν φόρων καταναλώσεως ὑπηρεσία·
640ἀλλὰ δυνάμεθα, ἀποβλέποντες εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ὑπη-
641ρεσίας ἡμῶν, νὰ διαῤῥυθμίσωμεν νομοσχέδιον συμπληρωτικὸν
642οὕτως, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἡ ὑπὸ τῶν ἐφοριῶν βεβαίωσις
643εὐχερεστέρα. Καὶ ἄνευ ψηφίσεως τοιούτου συμπληρωματικοῦ
644νόμου, αὐτὴ αὕτη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κειμένου νόμου ἤθελε δι-
645δάξει πολλοὺς ἐκ τῶν ἐφόρων περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁ-
646ποῖον δέον νὰ προβαίνωσιν εἰς τὸ ἔργον, ἀλλὰ, πλὴν τῆς,
647διὰ τῆς ἀσκήσεως, ἐξοικειώσεως τῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν ὑπη-
648ρεσίαν, συντελεστικὴ πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν θὰ ἦναι ἡ
649προσαρμογὴ διατάξεών τινων τῆς νομοθεσίας πρὸς τὸ ἰδιο-
650φυὲς τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπαλληλίας. Ὁ φόρος ὅμως τῶν
651οἰνοπνευμάτων ἐγένετο ἀντικείμενον ἐπικρίσεων σπουδαίων,
652ὡς ἐπιβαρύνων οὐ μόνον τὸν καταναλωτὴν πρὸς ὃν οὐδεμίαν
653δεικνύει συμπάθειαν, ἀλλ’ ὡς παρεμποδίσας τὴν πρὸς οἰνο-
654πνευματοποιΐαν χρησιμοποίησιν τῆς σταφίδος, τῶν στεμφύ-
655λων καὶ αὐτῶν τῶν βεβλαμμένων σταφυλῶν. Αἱ παρατηρή-
656σεις αὗται, ὅπου δὲν προέρχονται ἐκ τῆς τυφλῆς ἐπιθυμίας
657τοῦ κατακρίνειν πᾶν τὸ κυβερνητικὸν, ὑπηγορεύθησαν ἐξ ἀντι-
658λήψεως τοῦ νόμου οὐχὶ ἀκριβοῦς. Ἄν τὰ τοῦ νόμου εἶχον
659μελετηθῆ ἀκριβέστερον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν
660τῆς βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἐν Ἑλλάδι, ἤθελον
661πεισθῆ οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰνοπνευ-
662μάτων ἐζημιώθη ὁ παραγωγὸς τῆς σταφίδος καὶ τῶν στεμ-
663φύλων, ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ὑπῆρξε δι’ αὐτὸν
664σωτήριος· ἂν ὁ νόμος οὗτος μὴ εἶχε ψηφισθῆ, θὰ ἦτο ἀδύνατον
665σήμερον νὰ πωληθῇ ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν σταφίδος
666πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, καὶ τοῦτο, διότι ἡ ὑπερβολικὴ
667ὑποτίμησις τῶν σιτηρῶν κατέστησεν ἀδύνατον τὸν συναγω-
668νισμὸν τῆς σταφίδος ἐπὶ οἰνοπνευματοποιΐᾳ πρὸς τὰ σιτηρά.
669Ὑπολογισμοὶ ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὑπὸ ἀν-
670δρὸς εἰδικοῦ, ἀποδεικνύοντες ὅτι εἰς ὅσον ἐξηυτελισμένην τι-
671μὴν καὶ ἂν πωληθῇ ἡ σταφὶς, δὲν δύναται ἐξ αὐτῆς νὰ πα-
672ραχθῇ οἰνόπνευμα, δυνάμενον νὰ συναγωνισθῇ ἐπωφελῶς πρὸς
673τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἐκ σιτηρῶν παραγόμενον. Ἀλλὰ πῶς ὁ
674νόμος ἐθεράπευσε τὴν κατάστασιν ταύτην; Ὁ νόμος ἐθεράπευσε
675τὴν κατάστασιν ταύτην ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς. Κατὰ
676τὸν νόμον, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται εἰς τὸ οἰνόπνευμα διὰ τῆς
677βεβαιώσεως τῆς πρώτης ὕλης· ἡ δὲ ἀναλογία τῆς πρώτης
678ὕλης πρὸς τὸ παραγόμενον οἰνόπνευμα καθορίζεται ὑπὸ εἰδικῆς
679ἐπιτροπῆς. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ καθώρισεν, ὅτι ὁ ὑγιὴς σταφι-
680δόκαρπος παράγει οἰνόπνευμα ὡς 3 καὶ ¾ πρὸς 1· ἀλλὰ
681ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ καθώρισε βραδύτερον, ὅτι ὁ βεβλαμμένος
682σταφιδόκαρπος παράγει οἰνόπνευμα ὡς 8 πρὸς 1. Ἐν τῇ ἐ-
683φαρμογῇ ἑπομένως ἐθεωρήθη, ὅτι πᾶσα σταφὶς προσφερομένη
684πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν εἶναι βεβλαμμένη, καὶ δὲν ἀπαιτεῖ-
685ται περὶ τούτου ἐξέτασις, διότι αὐτὴ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος
686ἐμποδίζει τὴν μὴ βεβλαμμένην νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ οἰνοπνευ-
687ματοποιεῖα· οὐδὲ θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ παρ’ ἡμῖν ἐφοριακὴ ὑπη-
688ρεσία νὰ βεβαιώσῃ τὴν διάκρισιν μεταξὺ βεβλαμμένου καὶ
689μὴ βεβλαμμένου σταφιδοκάρπου, τουτέστι τοῦ ἐπαρκῶς βε-
690βλαμμένου, ἵνα ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἀναλογίαν τοῦ 8 πρὸς 1. Ἐν
691τῇ ἐφαρμογῇ πᾶσα σταφὶς διατεθεῖσα εἰς παραγωγὴν οἰνο-
692πνεύματος, ἐθεωρήθη ὡς βεβλαμμένη· ἀλλ’ ἡ σταφὶς αὕτη
693κατὰ μέσον ὅρον παρήγαγεν οἰνόπνευμα οὐχὶ 1 ἐπὶ 8, ἀλλὰ
6941 ἐπὶ 5. Ἑπομένως ὁ παραγωγὸς τῆς σταφίδος, οὐ μόνον
695δὲν ἐπλήρωσε φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐκ τῆς σταφίδος
696αὐτοῦ παραχθέντος οἰνοπνεύματος ἀλλ’ ἔλαβεν ἐκ τῆς φορολο-
697γίας ταύτης βραβεῖον τὰ ⅜ καὶ χάρις εἰς τὰ ⅜ ἠδυνήθη νὰ
698συναγωνισθῇ ἡ σταφὶς πρὸς τὰ σιτηρὰ, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ
699ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ, ἐὰν ἀφίετο ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, ἐν ἴσῃ δὲ
700μοίρᾳ θὰ ἀφίετο, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ὁ νόμος. Ὅ,τι δὲ ἐγένετο
701περὶ τῆς σταφίδος, τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ περὶ τῶν βεβλαμμένων
702σταφυλῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπετεύχθη, ὥστε ποσά τινα ἐξ
703αὐτῶν ὡς καὶ πολλῷ πλείονα σταφίδος, διετέθησαν πρὸς
704οἰνοπνευματοποιΐαν. Οἱ ἐπικρίναντες παρέστησαν, ὅτι, ἂν μὴ
705ὑπῆρχεν ὁ νόμος, ἤθελον διατεθῆ πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν ἐκ
706μιᾶς μόνον ἐπαρχίας, τῆς Ἠλείας, 30,000,000, ἑπομένως ἐξ
707ὅλου τοῦ κράτους πολλαπλάσια. Ἀλλ’ ὑπολογισμὸς, ἁ-
708πλούστατος, καταδεικνύει τὴν πλάνην. Τί θὰ ἠδύνατο νὰ
709διατεθῇ ἐκ τῆς σταφίδος, ἂν τὰ πάντα ἦσαν εὐνοϊκὰ, ἂν μὴ
710ὑπῆρχεν ὁ συναγωνισμὸς πρὸς τὴν ἐκ τῶν σιτηρῶν οἰνοπνευ-
711ματοποιΐαν; Ὡς εἶπον, ἡ ἀναλογία τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύ-
712ματος ἐκ σταφίδος εἶναι ὡς 1 πρὸς 3 καὶ ¾, εἰς στρογγύλον
713ἀριθμὸν ὡς 1 πρὸς 4. Ἡ κατανάλωσις οἰνοπνεύματος ἐν
714Ἑλλάδι, κατὰ τὰς σημειώσεις τῆς ὑπηρεσίας τὰς τέως ἀνα-
715γραφείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀνέρχεται εἰς 2 ἑκατομμύρια
716ὀκάδων· αὕτη δὲ ἡ κατανάλωσις ἀποτελεῖ τὸν ἀνώτατον
717ὅρον τῆς παραγωγῆς, διότι ἐξαγωγὴ οἰνοπνεύματος δὲν γίνε-
718ται, καίτοι τὸ ἐξαγόμενον οἰνόπνευμα εἶναι ἀπηλλαγμένον
719παντὸς φόρου· ἑπομένως τετραπλασιαζομένου τοῦ ποσοῦ τού-
720του, ἔχομεν εἰς ὀκάδας τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον δύ-
721ναται νὰ διατεθῇ πρὸς παραγωγὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἐν Ἑλλά-
722δι καταναλισκομένου οἰνοπνεύματος· ὀκτὼ ἄρα ἑκατομμύρια
723ὀκάδες, τουτέστιν 23 ἑκατομμύρια λίτραι σταφίδος, εἶναι ὁλό-
724κληρον τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ δια-
725τεθῇ πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι μόνον ἐκ
726σταφίδος καὶ οὐχὶ ἐκ στεμφύλων, ἢ βεβλαμμένων σταφυλῶν,
727ἢ σύκων, ἢ σιτηρῶν, ἤθελε παραχθῆ οἰνόπνευμα. Βεβαίως, ὡς
728ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, δὲν ἐπετεύχθη, ὅπως
729τὰ 23 ταῦτα ἑκατομμύρια διατεθῶσιν ἅπαντα πρὸς παρα-
730γωγὴν οἰνοπνεύματος, διότι καὶ στέμφυλα ἐχρησιμοποιήθη-
731σαν πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, καὶ ἰδίως σιτηρὰ, ἀλλὰ σπου-
732δαῖα ποσὰ σταφίδος ἠδυνήθησαν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς
733τοιοῦτον σκοπόν. Πάντα δὲ τὰ οὕτω διατεθέντα ἐχρη-
734σιμοποιήθησαν χάρις εἰς τὸν νόμον, ὅστις ὑπῆρξεν εὐεργετικὸς
735ἰδίως εἰς τοὺς παραγωγοὺς σταφίδος. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνα-
736πτυχθῶσι τὰ περὶ τούτου, διότι, ὡς εἶπον, τὸν νόμον περὶ
737φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων οὐδεὶς σχεδὸν πολεμεῖ, ὡς
738ἐπιβάλλοντα φόρον καταναλώσεως, ἀλλ’ εἶχον ἐξεγερθῆ τι-
739νὲς κατ’ αὐτοῦ, ὡς ζημιοῦντος τὴν παραγωγὴν, ἤτοι τοὺς
740σταφιδοκτήμονας. Ἤδη νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμ-
741φιβάλλῃ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εὐηργέτησε τοὺς σταφιδοκτήμονας,
742ἑπομένως ὁ μόνος οὗτος λόγος κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νόμου ἐκλεί-
743πει· ὑπολείπονται ὅμως ἐλλείψεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις, καὶ
744περὶ τούτων θὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι,
745καίτοι πολλὰ ἐλπίζω ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδόλως ὅμως
746ἀπεκδέχομαι ἐξ αὐτοῦ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου,
747διότι φόρος, ὅστις δὲν ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ ἐφαρμοσθῇ
748κατ’ ἐντέλειαν ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἠδυνήθη
749νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἰμὴ ὅτε ἤλλαξεν ἐντελῶς ὁ τρόπος τοῦ ἐρ-
750γάζεσθαι τῶν βιομηχάνων τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, βεβαίως
751ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντελῶς· οὐχ ἧτ-
752τον ὅμως πέπεισμαι, ὅτι θέλει λειτουργήσει ἱκανῶς καὶ θὰ
753ἀποφέρῃ πρόσοδον, ἥτις, προστιθεμένη εἰς τὰς ἄλλας προσό-
754δους ἐκ φόρων καταναλώσεως, θέλει συντελέσει εἰς τὴν κά-
755λυψιν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
756Ἕτερος φόρος καταναλώσεως εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν οἴνων. Ἐκ
757τοῦ φόρου τούτου εἴχομεν ἀναγράψει τῷ 1884 πρόσοδον
7583,200,000. Καὶ τούτου ὅμως μέγα μέρος δὲν εἰσεπράχθη·
759ἀλλ’ εἰσεπράχθη ἱκανόν, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νο-
760μοθετήματος. Καὶ ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῶν οἴνων εἰσπράττεται διὰ
761τῶν ἐφοριακῶν ἡμῶν ἀρχῶν· τοῦτο ἀρκεῖ ἵνα ἐννοηθῇ, ὅτι
762ἀτελῶς ἐνεργεῖται ἡ βεβαίωσις, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ
763ἀξιώσῃ ὅτι αἱ ἐφοριακαὶ ἡμῶν ἀρχαὶ εἶναι ἱκαναί, ἵνα ἐφαρ-
764μόσωσιν ἀκριβῶς νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι πρὸς
765ἀνελλιπῆ λειτουργίαν, ὑπηρεσίαν πολὺ πλέον μεμορφωμένην
766τῆς ἡμετέρας. Ἀλλ’ ἡ εἴσπραξις τοῦ ἔτους τούτου δικαιο-
767λογεῖ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ οὓς θέλομεν
768φθάσει ἀσφαλῶς εἰς πρόσοδον δύω περίπου ἑκατομμυρίων
769κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Τοῦ ἔτους 1883 ἡ πρόσοδος, ἕνεκα
770ἐλλιποῦς βεβαιώσεως, ὑπῆρξε κατωτέρα τοῦ ποσοῦ τούτου·
771ἡ πρόσοδος ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1883 ἀνέβη εἰς 1,187,
772000, προστιθεμένης δ’ εἰς αὐτὴν καὶ τῆς ἐκ δρ. 301,000
773προσόδου ἐκ παραγωγῆς τοῦ προηγουμένου ἔτους, καταναλω-
774θείσης μετὰ τῆς τοῦ 1883, ἔχομεν ὁλικὴν πρόσοδον ἀπὸ τῆς
775ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἤτοι ἀπὸ Ἰουνίου 1883 μέχρι τέλους
776Σεπτεμβρίου 1884, δραχ. 1,488,124.
777§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰσεπράχθη ἢ ἐβεβαιώθη;
778§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐβεβαιώθη. Τὰ ἀποτελέσματα δύνανται
779νὰ μεταβληθῶσι κατά τι, διότι γίνονται ἔτι παρὰ διαφόρων
780ἐφοριῶν ἀποστολαὶ ἀποδεικτικῶν εἰσπρακτέων ἐκ παραγω-
781γῆς τοῦ ἔτους 1883, ἐπειδὴ μέχρι τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου
782ἐβεβαιοῦτο ἡ παραγωγὴ τοῦ 1883, ἀπὸ πρώτης δὲ Ὀκτω-
783βρίου ἤρξατο ἡ ἐγγραφὴ τῶν βεβαιώσεων τοῦ 1884. Ἡ
784φορολογία αὕτη ἀντικατέστησεν ἑτέραν φορολογίαν, καὶ
785δέον, ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὰ τῆς νέας φορολογίας, νὰ παραβά-
786λωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν προηγουμένην, καὶ εἴδομεν, ἂν πλείονα
787δι’ αὐτῆς εἰσπράττωμεν, καὶ ἂν εἰσπράττωμεν αὐτὰ δι’ ἐλάσ-
788σονος πιέσεως ἢ διὰ μείζονος πιέσεως. Κατὰ τὸ προηγούμενον
789σύστημα, εἴχομεν βεβαίωσιν 900 περίπου χιλιάδων δραχμῶν
790κατ’ ἔτος, εἴχομεν δὲ εἴσπραξιν 350,000 κατ’ ἔτος, τὴν δὲ
791εἴσπραξιν ταύτην καὶ τὴν βεβαίωσιν πόθεν εἴχομεν καὶ
792πῶς ἀπεκτῶμεν; Ἄξιοι μελέτης εἶναι οἱ πίνακες τῶν
793χρηματικῶν καταλόγων τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἵνα
794ἴδητε, τίνες εἶναι οἱ φορολογητέοι καὶ τίνα τὰ ποσὰ, φέρω
795ἐνταῦθα δείγματα τῶν χρηματικῶν ἐκείνων καταλόγων.
796Κατ’ ὄνομα φορολογεῖταί τις διὰ 30 ἑκατοστὰ στρέμματος 13
797λεπτὰ, ἕτερος διὰ 60 ἑκατοστὰ στρέμματος 27 λεπτὰ, καὶ
798οὕτω καθεξῆς, τουτέστι διὰ κλάσματα στρεμμάτων, ἄλλος
79913 λεπτὰ, ἄλλος 14 λεπτὰ, ἄλλος 27 λεπτὰ, ἄλλος πά-
800λιν 27 λεπτὰ, ἄλλος 38 λεπτὰ, καὶ πάλιν ἄλλος 38 λε-
801πτὰ, ἄλλος 25 λεπτὰ, ἄλλος 39 λεπτὰ, καὶ οὕτω πλεῖστοι
802ὅσοι ἐν τοῖς πίναξι τούτοις ἐγγεγραμμένοι. Αὕτη ἦτο ἡ φο-
803ρολογία ἡ προϋπάρχουσα, διότι ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι ἔκτασιν
804βεβαιωμένην στρεμμάτων ἀμπέλων 405 χιλιάδων· εἰς πό-
805σους δὲ εἶναι διανεμημέναι αἱ 405 αὗται χιλιάδες στρεμ-
806μάτων; δύναταί τις σχεδὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι πᾶς ἕλλην ἔχει καὶ
807τεμάχιον ἀμπέλου. Ὅταν τοῦτο λάβητε ὑπ’ ὄψει, βλέπε-
808τε ὁποία τις εἶναι ἡ κατανομὴ τῆς φορολογίας καὶ ὅταν
809γίνηται λόγος περὶ τῶν καθυστερούντων, καὶ περὶ τῆς ἐλ-
810λείψεως προνοίας κυβερνητικῆς πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστε-
811ρούντων, ἐρωτῶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπράττωνται καθυ-
812στεροῦντα ὑποδιαιρούμενα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ ἂν ἡ
813δαπάνη τῆς εἰσπράξεως τοιούτων καθυστερημάτων δὲν ὑπερ-
814βαίνη κατὰ πολὺ τὴν πρόσοδον. Εἰσπράττομεν 350 χιλιά-
815δας δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ τί ἐδα-
816πανῶμεν; νομίζω, ὅτι εἶναι περιττοὶ οἱ ὑπολογισμοὶ, καὶ ὅτι
817δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἴσπραξις καὶ δαπάνη ἰσο-
818φάριζον, καὶ ὅτι οὐδὲν ἐκ τοῦ προϋπάρχοντος φόρου εἰσε-
819πράττομεν, ἀλλὰ μόνον κατεθλίβετο ὁ λαὸς ἀσκόπως. Αὕτη
820ἦτο ἡ φορολογία, ἣν ἀντικατέστησεν ἡ σημερινή. Ὅταν δὲ
821κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου καταναλώσεως
822ἐπὶ τῶν οἴνων, συμβαίνωσιν, ὅπως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν
823παντὸς φορολογικοῦ νόμου, πιέσεις τινες, δὲν πρέπει τις νὰ
824κρίνῃ περὶ αὐτῶν ἀπολύτως, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ προϋ-
825πάρχον σύστημα, καὶ ἐνώπιον εἰκόνος τοῦ προϋπάρχοντος συ-
826στήματος, οἵαν περιέγραψε αὐτὴν, τίς δύναται σπουδαιολο-
827γῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ νέον σύστημα ἐπιβαρύνει τὸν λαόν; Ἐνῷ
828δὲ δὲν ἐπιβαρύνει τὸν λαὸν, ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀποφέρει
8291,187,000 δραχμῶν διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διὰ τὸ προσεχὲς δὲ
830ἔτος, κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, θέλει βε-
831βαίως ἀποφέρει καὶ 2 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ
832ἀπόδειξις, ὅτι νόμος τις εἶναι καλλίτερος τοῦ προϋπάρχον-
833τος ἢ ὅτι εἶναι καὶ ἀπολύτως καλός, ἵνα μὴ μελετηθῶσι καὶ
834τὰ καθέκαστα αὐτοῦ· δύναται ὁ νόμος νὰ ἦναι ἐν γένει κα-
835λὸς, ἀλλὰ δύναται νὰ πιέζῃ εἰδικῶς τάξεις τινας, τμήματά
836τινα τῆς χώρας. Ἂν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀνακουφίσωμεν τοὺς
837πιεζομένους διὰ μέτρων εἰδικῶν, εἶναι πρέπον τὰ μέτρα
838ταῦτα νὰ λαμβάνωνται, καὶ διὰ τοῦτο ἐμελετήθη τὸ ζή-
839τημα, ἂν εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὰ ὁποῖα
840ἠγέρθησαν παράπονα κατὰ τοῦ συστήματος τούτου τῆς φορο-
841λογίας καὶ προὐτάθησαν ἄλλα ἂν, λέγω, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν
842ὡς πρὸς τὰ τμήματα ἐκεῖνα νὰ γένηται παραδεκτὴ ἡ αἴτη-
843σις αὐτῶν. Ὁ νόμος, ὡς σήμερον ἔχει, ἀπαλλάττει πάσης
844φορολογίας τοὺς παραγωγούς, ἐνῷ τὸ προηγούμενον σύστημα
845τὴν παραγωγὴν ἐφορολόγει, ἀπαλλάττει αὐτούς, δι’ οἱονδή-
846ποτε ποσὸν ἤθελον αὐτοὶ καταναλώσει ἢ ἤθελον μεταχειρι-
847σθῆ εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἢ ὁπωσδήποτε
848ἄλλως διαθέσει, πλὴν μόνον διὰ λιανικῆς πωλήσεως, παρε-
849στάθη δὲ ἐκ τμημάτων τινων τῆς χώρας, ὅτι, ὡς ἐκ τῶν
850ἰδιαζουσῶν περιστάσεων τῆς ἀμπελοφυτείας καὶ τῆς κατανα-
851λώσεως τοῦ οἴνου ἐν τοῖς τμήμασιν ἐκείνοις, θὰ ἦτο συμφέρον
852εἰς αὐτὰ, ἐὰν ἐπεβάλλετο ἡ τοῦ νόμου φορολογία ἐπὶ πάντας
853ἀδιακρίτως, τουτέστιν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλοῦν-
854τος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὅλης παραγωγῆς, κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον στά-
855διον τῆς οἰνοποιΐας. Προετάθη δι’ ἀναφορῶν, ὅπως ἐπιβληθῇ
856φόρος ἀδιακρίτως ἐπὶ πάσης παραγωγῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ
857βαρέλαν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τοιοῦτος φόρος θ’ ἀπεκρούετο,
858καὶ τοι πολλοὶ εἶναι οἱ ἀνενεχθέντες ὑπὲρ τοιούτου μέτρου
859εἰς τμήματά τινα τῆς Ἑλλάδος, ἢ μᾶλλον εἰς ἓν μό-
860νον τμῆμα, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν καὶ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο
861ἐρωτώμενον, ἤθελεν ἀποφανθῆ ὁλόκληρον ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’
862ἐὰν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοιούτου μέτρου, οὐ-
863δεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ δεχθῶμεν τὴν τροπὴν ὡς
864πρὸς αὐτὸ, διότι ἡ πρόσοδος ἔσται ἡ αὐτή· θὰ ὑπάρχῃ
865ἐλάττωσις ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως
866θὰ ὑπάρχῃ ἐπέκτασις τοῦ φορολογητέου ἐδάφους, διότι ἐνῷ
867ὁ φόρος ἐπιβάλλεται σήμερον εἰς μόνους τοὺς λιανικῶς
868πωλοῦντας, θὰ ἐπιβάλληται τότε εἰς πάντας τοὺς παράγον-
869τας. Ἐὰν ἄρα τὸ τμῆμα ἐκεῖνο θελήσῃ ν’ ἀντικαταστήσῃ
870τὸν φόρον αὐτοῦ διὰ τοιούτου μέτρου, δύναται νὰ γίνῃ ὡς
871πρὸς αὐτὸ ὅ,τι ἀκριβῶς ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ποτῶν καὶ
872τῶν οἴνων γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, δηλαδὴ ἡ λεγομένη ἄδεια
873ἐξαγορᾶς ἢ μετατροπῆς τῆς φορολογίας. Περὶ τούτου θέλει
874ὑποβληθῆ νόμος γενικὸς, ἐπιτρέπων εἰς πᾶν τμῆμα τοῦ Κρά-
875τους ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ φόρου του διὰ
876τοιαύτης τροπῆς. Ὅταν τοιοῦτον νόμον ψηφίσωμεν, ἐὰν δια-
877μέρισμά τι δὲν προτείνῃ τὴν ἐξαγορὰν, ἑαυτὸ μόνον θὰ αἰ-
878τιᾶται, δὲν θὰ δύνηται νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς Κυβερ-
879νήσεως ἢ κατὰ τῆς Βουλῆς, ὡς παραγνωρισασῶν τὰ συμφέ-
880ροντα αὐτοῦ· ἐὰν δὲ πάλιν ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς τροπῆς
881καὶ παραπονοῦνται οἱ παραγωγοί, ἑαυτοὺς πάλιν θὰ αἰτιῶν-
882ται, διότι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ διαμερίσματος θὰ ἐφαρμοσθῇ
883τὸ μέτρον τῆς ἐξαγορᾶς.
884§19Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσόν;
885§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ βεβαιοῦται ἡ παραγωγὴ κατὰ βαρέλαν
886παρὰ τῷ παραγωγῷ, θὰ χρεῶται δὲ αὐτὸς ἀνὰ μίαν δραχ-
887μὴν κατὰ βαρέλαν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι θὰ πληρώνῃ κατὰ δό-
888σεις, ὡς γίνεται ἐπὶ τοιούτων εἰσπράξεων.
889§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον
890πληρώνουσι μίαν δραχμὴν κατὰ βαρέλαν, εἰς ταῦτα τί θὰ
891γίνῃ;
892§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον εἰς τὰ διαμερίσματα, ἅτινα θὰ ζητή-
893σωσι τὴν μετατροπὴν τοῦ συστήματος, θὰ εἰσαχθῇ αὕτη, εἶ-
894μαι δὲ εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ πολὺ εἰς ἓν τμῆμα
895τῆς Ἑλλάδος θὰ γίνῃ αὕτη δεκτή, ἀμφιβάλλω δὲ καὶ
896περὶ τούτου· θέλομεν ὅμως προτείνει τὸ μέτρον, διότι ἐζη-
897τήθη καὶ οὐδαμῶς βλάπτει. Ὡς μέτρον γενικὸν ἐπιβαλλό-
898μενον, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὡς μέτρον
899γενικὸν ἐπιτρεπόμενον δυνάμεθα.
900§23ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ποῖον τμῆμα εἶναι τὸ ζητῆσαν τὸ σύστη-
901μα τοῦτο;
902§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ Πάτραι.
903Μετὰ τοὺς νόμους «περὶ φόρων καταναλώσεως» δέον
904νὰ ἐξετάσωμεν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει ταύτῃ τῶν ἀποτε-
905λεσμάτων τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τῶν ἤδη πρῶτον ἐφαρ-
906μοζομένων, τὰ τοῦ δασμολογίου. Ὡς πρὸς τὸ δασμολό-
907γιον, ἠκούσθησαν ἐπικρίσεις πολλαὶ, τῶν ὁποίων τινὲς
908ἀντιμάχονται καὶ πρὸς ἀλλήλας. Κατεκρίθη τὸ δασμο-
909λόγιον, διότι φορολογεῖ βαρέως τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, ἡ δὲ
910κατάκρισις αὕτη προῆλθεν ἰδίως παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πρό-
911τερον κατεμέμφοντο τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ὡς
912φειδομένης τῶν εὐπορωτέρων τάξεων ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἀ-
913πορωτέρων· ἀλλὰ παραλείποντες τὰς ἐπικρίσεις ταύτας καὶ
914περιοριζόμενοι εἰς τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δα-
915σμολογίου καὶ εἰς τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἠκούσαμεν προσα-
916πτόμενον εἰς τὸ δασμολόγιον, ὅτι ἕνεκα αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἐλάτ-
917τωσις τῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη
918τῶν δημοσίων προσόδων ἐκ τοῦ εἴδους τούτου τῆς φορολο-
919γίας, ὑποχρεοῖ εἰς αὔξησιν ἄλλων φόρων, καὶ ἑπομένως εἶναι
920κατὰ τοσοῦτον ἐπαχθής. Ἐξεταστέον ἄρα, ἐὰν τῷ ὄντι
921τὸ δασμολόγιον φέρῃ ἐλάττωσιν εἰσπράξεων, καὶ ἐὰν, ὅπου
922φέρῃ ἐλάττωσιν εἰσπράξεων, φέρῃ αὐτὴν ἐπωφελῶς διὰ τὸν
923τόπον, εἴτε ὡς ἐκ τῶν ἀμέσων, εἴτε ὡς ἐκ τῶν ἐμμέσων
924συνεπειῶν τῆς ἐλαττώσεως. Ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς περὶ τῶν
925ἀποτελεσμάτων τοῦ δασμολογίου δὲν λαμβάνονται δύω κοινὰ
926ἀριθμητικὰ στοιχεῖα ὑπ’ ὄψει. Πρῶτον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
927παραβάλλωνται τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τοῦ νέου δασμο-
928λογίου πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παλαιοῦ ἀκέραια, ἀλλὰ
929πρέπει νὰ μὴ παρορᾶται τὸ γεγονὸς, ὅτι πρὸ τῆς ψηφίσεως
930τοῦ νέου δασμολογίου εἶχε ψηφισθῆ νόμος περὶ καταργήσεως
931τῆς τελωνιακῆς ζώνης κατὰ ξηρὰν, νόμος, ὅστις, κατὰ τοὺς
932ὑπολογισμοὺς τοὺς ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχε-
933δίου, ἔφερεν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων ἐκ τῶν τελωνιακῶν
934εἰσπράξεων 288,000 δραχμῶν. Τὸ δημόσιον δὲν θὰ ἐζη-
935μιοῦτο τὸ ποσὸν τοῦτο· ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ
936ἐκείνῃ ἐκθέσει, ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῆς προσόδου ἐκ τῆς τε-
937λωνιακῆς ζώνης, ἤθελεν ἐπιφέρει αὔξησιν τῆς προσόδου ἐκ
938τοῦ φόρου τῶν ζώων· διότι τὰ ποίμνια τὰ ἐκ τῆς γείτονος
939Ἐπικρατείας ἤθελον εἰσαχθῆ πολυαριθμότερα μετὰ τὴν κα-
940τάργησιν τῆς ζώνης, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δασμολόγιον ἡ ἐλάτ-
941τωσις τῶν 288,000 δραχμῶν ὑφίσταται πλήρη, πρέπει δὲ
942νὰ λαμβάνηται αὕτη ὑπ’ ὄψει κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς
943διαφορᾶς τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νέου δασμολογίου πρὸς
944τὸ παλαιόν. Πλὴν τούτου, δέον νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι τὸ νέον
945δασμολόγιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁλόκληρον εὐθὺς,
946ὅτι ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις αὐτοῦ πᾶσαι, πλὴν τῶν ἀφο-
947ρωσῶν εἰς τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ νήματα καὶ ὅτι ἀκριβῶς ἐκεῖ
948περιλαμβάνονται πολλὰ τῶν εἰδῶν πολυτελείας, ἐφ’ ὧν ἐπη-
949νέχθη δασμολογικὴ αὔξησις. Ἡ αὔξησις τῶν προσόδων, ἡ
950ἐκ τῶν κατηγοριῶν τῶν ὑφασμάτων καὶ τῶν νημάτων προσ-
951δοκωμένη, εἶχε σημειωθῆ ἐν τοῖς πίναξιν, οὓς ὑπέβαλεν ἡ
952Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐπεξειργάζετο αὕτη τὸ νομο-
953σχέδιον περὶ τοῦ δασμολογίου. Κατὰ τοὺς πίνακας ἐκείνους
954τὸ νέον δασμολόγιον ἐν ταῖς κατηγορίαις τῶν νημάτων καὶ
955ὑφασμάτων περιέχει μεταβολὰς, αἵτινες ἤθελον φέρει ἐλάτ-
956τωσιν μὲν ἐσόδων 65,000 δραχμῶν, αὔξησιν δὲ 355,000,
957ἑπομένως ἐν συνόλῳ αὔξησιν 290,000. Ταύτην τὴν αὔξησιν
958θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ἀφοῦ καὶ ἡ κατηγορία
959τοῦ νέου δασμολογίου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ
960νήματα, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τῆς 19ης τρέχοντος μηνός.
961Ὥστε ἡ ἕνεκα τούτου ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ θέλει εἶσθαι
962παροδικὴ, μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1884 παρουσιασθησο-
963μένη. Ὅταν τὰ δύω ταῦτα ποσὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς
964εἰσπράξεις τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας κατ’ ἀναλογίαν,
965αἱ διαφοραὶ αἱ βεβαιωθεῖσαι δὲν παρίστανται πλέον το-
966σοῦτον σπουδαῖαι, ὅσον φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως.
967Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ ἑτέρα ὡς ἐκ τῆς πανθωμολογη-
968μένης ἐλαττώσεως τῆς εἰσαγωγῆς. Δὲν δύναταί τις νὰ φρονῇ,
969ὅτι ἐν τῇ καταστάσει τῆς χώρας τῇ σημερινῇ ἦτο δυνατὸν
970νὰ ὑπάρχῃ εἰσαγωγὴ κατὰ τοὺς μῆνας τούτους, ὁποία ὑπῆρχε
971κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὸ παρελ-
972θὸν ἔτος δὲν εἶχεν ὑποστῆ ἡ σταφὶς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας
973ὑπέστη φέτος, δὲν εἶχον ὑποστῆ τὰ σῦκα τὰς ζημίας τὰς
974ὁποίας ὑπέστησαν φέτος· τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν εἴχομεν τὴν
975χολέραν, ἥτις παρεμποδίζει τὴν συγκοινωνίαν καὶ δυσχεραίνει
976εἰς ἄκρον τὴν εἰσαγωγήν. Ὡς ἐκ τοῦ ἐκρύθμου τούτου τῶν
977φετεινῶν περιστάσεων μεγίστη ἐλάττωσις θὰ ἦτο πιθανὴ καὶ
978ἄνευ οὐδεμιᾶς τοῦ δασμολογίου μεταβολῆς. Ἀδύνατον εἶναι
979τὰ ποσὰ τὰ εἰσαγόμενα νὰ ἦναι τὰ αὐτὰ φέτος, οἷα ἦσαν
980καὶ πέρυσιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας
981τοῦ ἔτους, βλέπομεν τὴν εἰσαγωγὴν ὑπερτέραν κατὰ πολὺ
982τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ εἰσαγωγὴ ἐλαττοῦται τῆς
983τοῦ περυσινοῦ, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας,
984καὶ ἐλαττοῦται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἤδη πᾶσα ἡ ὠφέλεια
985ἡ ἐκ τῶν πρώτων ἕξ μηνῶν ἐξέλιπεν. Ἀλλὰ τὸ
986δασμολόγιον πρὸς τοῦτο εἶναι ξένον, ἐὰν δὲ σχετίζηταί
987πως πρὸς αὐτὸ, ἡ σχέσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν
988πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν δημο-
989σίων προσόδων. Ἐν τῷ δασμολογίῳ ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ
990αὐξήσεις τελῶν καὶ πολαὶ ἐλαττώσεις. Τὸ τελικὸν συμπέ-
991ρασμα, καθ’ ὑπολογισμὸν γενικὸν, εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς αὐ-
992ξήσεως τῶν προσόδων, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε οὐχὶ ὑπὲρ τῆς
993ἐλαττώσεως τῆς προσόδου, ἣν ἀπέδιδε τὸ προηγούμενον δα-
994σμολόγιον. Ἐὰν, ἀναγράφοντες τὰς αὐξήσεις, δὲν ἀπεδεχό-
995μεθα καὶ τὰς ἐλαττώσεις, ἢ πολλὰς ἐξ αὐτῶν, θὰ ἠδυνά-
996μεθα νὰ ἔχωμεν αὔξησιν προσόδων πολλῷ ὑπερτέραν. Ἡμεῖς
997ὅμως ἀπέναντι τῶν αὐξήσεων προέβημεν εἰς ἐλαττώσεις· προ-
998έβημεν δὲ εἰς ἐλαττώσεις ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, διότι, ὡς προ-
999εῖπον, προκειμένου νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογικὴν νομοθεσίαν
1000βαρεῖαν εἰς τὸν τόπον, ἔπρεπε νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τῶν
1001φόρων οὕτως, ὥστε νὰ δύνηται ἡ χώρα νὰ βαστάσῃ περισ-
1002σότερα βάρη· ἔπρεπε νὰ εὐρύνωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν, τὸ ἔδα-
1003φος, τὰ θεμέλια τοῦ οἰκοδομήματος νὰ καταστήσωμεν, ὅσον
1004οἷόν τε, στερεώτερα· ἔπρεπε ν’ ἀνακουφίσωμεν τὰς τάξεις,
1005αἵτινες εἶναι ἀληθὴς πηγὴ πάσης παραγωγῆς, τὰς τάξεις τὰς
1006περιλαμβανούσας τοὺς μεγάλους ἀριθμοὺς, διότι ὁ ἐθνικὸς
1007πλοῦτος ἀποῤῥέει ἐκ τῶν ἀριθμῶν, καίτοι τὰ ἄτομα τὰ ἀπο-
1008τελοῦντα τοὺς ἀριθμοὺς ἀποδίδουσιν ἕκαστον ποσὰ ἐλάσσονα
1009τῶν ἀποδιδομένων ἐκ τῶν ὀλίγων. Οὐχὶ διὰ τῆς ὑπερμέτρου
1010ἐπιβαρύνσεως τῆς φορολογίας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν
1011φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ τῶν στοιχείων τῆς
1012φορολογίας, θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πλήρης τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώ-
1013ρας ἀνόρθωσις, ἵνα δύνηται ὁ τόπος νὰ βαστάσῃ φορολογίαν
1014ἔκτακτον, ὁποία εἶχε καταστῆ ἀναγκαία εἰς πλήρωσιν τοῦ
1015οἰκονομικοῦ κενοῦ, ὅπερ παρέστησα πρὸς ὑμᾶς ἀρχόμενος τῆς
1016ὁμιλίας μου· ἔπρεπεν ὁ λαὸς ν’ ἀνακουφισθῇ, ἔπρεπε νὰ δύ-
1017νηται νὰ τρέφηται εὐθηνότερον, νὰ ἐνδύηται εὐθηνότερον, καὶ
1018εἰς τοῦτο ἀποβλέπει τὸ νέον δασμολόγιον, ἐὰν δὲ ἐπέτυχεν
1019ἢ οὒ, δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἐπισκεπτόμενοι τὴν ἀγοράν.
1020Μόνον τὸ δασμολόγιον ἔφερε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα; βεβαίως
1021οὐχί· δὲν ἔχετε ἢ ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὰς διαφορὰς τῶν ση-
1022μερινῶν τιμῶν πρὸς τὰς προτέρας, ἵνα βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ
1023καταργηθεὶς δασμὸς εἶναι πολὺ ὀλιγώτερος τῆς διαφο-
1024ρᾶς ἐπὶ ἔλαττον τῆς τιμῆς τῶν τροφίμων. Ἀλλὰ τί
1025ἄλλο συνετέλεσε; πάλιν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ἀπὸ
1026τῆς αὐτῆς, ὡς καὶ τὸ δασμολόγιον, ἀποῤῥέοντα ἀρ-
1027χῆς. Συνετέλεσε μετὰ τοῦ δασμολογίου ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκα-
1028στικῆς κυκλοφορίας, δοῦσα εἰς τὸ χρῆμα ἑκάστου ἀξίαν με-
1029γαλειτέραν τῆς προτέρας. Καθ’ ἣν ἡμέραν συνετάχθη τὸ νο-
1030μοσχέδιον περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ
1031μᾶλλον καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπεφασίσθη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχε-
1032δίου τούτου, τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐν
1033χερσὶ τοῦ λαοῦ, ὑπετιμᾶτο κατὰ 20 τοῖς ἑκατὸν τῆς ὀνομα-
1034στικῆς αὑτοῦ ἀξίας· νῦν δὲ τὸ αὐτὸ νόμισμα κυκλοφορεῖ ἐπὶ
1035τῷ ἀρτίῳ, καίτοι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἰσέτι δὲν ἤρθη.
1036Αὐτὸ δὲ τοῦτο ἐλέγομεν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὅτε, προκειμένου
1037περὶ μεταβολῆς νομισματικοῦ συστήματος, ἐλέγετε, ὅτι διὰ
1038τῆς μεταβολῆς ταύτης θέλει ἐπέλθει ὑπερτίμησις, τῶν ὠνίων·
1039ἔλεγον τότε οἱ πολέμιοι τοῦ μέτρου σοφοὶ οἰκονομολόγοι,
1040ὅτι αὐξάνοντες τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος, αὐξάνετε καὶ
1041τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων, ὅτι διὰ τῶν 100 λεπτῶν τῆς
1042νέας δραχμῆς δὲν θὰ δύνασθε ν’ ἀγοράζητε περισσότερα τῶν
1043διὰ τῶν 100 λεπτῶν τῆς παλαιᾶς ἀγοραζομένων. Καὶ τῷ
1044ὄντι ἐπί τινα χρόνον, ὡς ἐκ περιστάσεων ἄλλων, δὲν ἐπῆλ-
1045θεν ὑποτίμησις, καὶ εὐθὺς ἐθριάμβευον οἱ ταῦτα προειπόντες.
1046Ἰδοὺ ἔλεγον, ὅτι ἡ Βουλὴ κακῶς ἐνομοθέτησε τὰ περὶ τού-
1047του, ἰδοὺ ὅτι εὑρέθη τρόπος νὰ πλουτίζωμεν, δὲν ἔχομεν ἢ
1048νὰ ὑποτιμῶμεν τὸ νόμισμα, ἵνα ἔχωμεν περισσότερον χρῆμα.
1049Ἡμεῖς διεμαρτυρόμεθα, ὅτι τὸ νόμισμα δὲν δύναται νὰ ἐπη-
1050ρεάσῃ τὰς τιμὰς, καὶ ἐὰν τὰς ἐπηρέαζεν ἐν ἀρχῇ, τοῦτο
1051συνέβαινεν ἐκ τῆς συνηθείας, καὶ ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἐπηρεασμὸς
1052παροδικός· ταχέως ὁ συναγωνισμὸς ἤθελε κανονίσει τὴν τι-
1053μὴν, οὐχὶ κατὰ τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος, ἀλλὰ κατὰ τὸ
1054ποσὸν τοῦ ἐν αὐτῷ περιεχομένου χρυσοῦ ἢ ἀργύρου. Σήμε-
1055ρον αἱ τιμαὶ κανονίζονται πρὸς τὴν νέαν δραχμὴν, λογιζομέ-
1056νης ἀνελλιπῶς τῆς ἀξίας, ἣν αὕτη ἔχει ὑπὲρ τὴν παλαιάν.
1057Τὸ δασμολόγιον ὡς πρός τινα εἴδη, ὡς πρὸς τὰ κρέατα
1058ἰδίως, ἤνοιξε τὰς πύλας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐκ τοῦ ἐξω-
1059τερικοῦ εἰσαγωγὴν, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὅσον δήποτε μι-
1060κρὸν εἶναι τέλος τι, ἀπωθεῖ τὸ ἐμπόριον. Τὸ ἐμπόριον ἰδίως
1061ἑλκύεται εἰς τὰς ἀγορὰς, αἵτινες οὐδὲν ἐξ αὑτοῦ ἀπαιτοῦσι
1062καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο κεντρικὸν ἐμπορεῖον κρεάτων ἡ Ἑλλάς.
1063Διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ δὲ, ὃν προεκάλεσεν ἡ τοιαύτη συγ-
1064κέντρωσις, ἐκανονίσθη ἡ τιμὴ τῶν κρεάτων ἐν νέαις δραχμαῖς
1065κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας αὐτῶν πρὸς τὰς πα-
1066λαιὰς καὶ ἐπὶ τῇ ἀρτίᾳ αὐτῶν ἀξίᾳ, ἀφοῦ ἡ προσεχὴς ἄρ-
1067σις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατήργησε τὴν προϋπάρ-
1068χουσαν ὑποτίμησιν, ἀφηρέθη δ’ ἀπὸ τῆς προτέρας τιμῆς καὶ
1069ἡ τοῦ καταργηθέντος δασμοῦ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς σημε-
1070ρινῆς εὐθηνίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ εὐθηνία τὸ ἀγαθὸν τὸ
1071ἀποκτηθὲν ἐκ τοῦ νέου δασμολογίου, ἀπεκτήθη καὶ ἄλλο ἀφα-
1072νὲς, ἀλλὰ σπουδαιότατον. Διὰ τοῦ δασμολογίου, καὶ κυρίως
1073διὰ τοῦ δασμολογίου, θέλομεν ἐπιτύχει, ὅπως αἱ ξέναι ἀγο-
1074ραὶ ἀνοίξωσι τὰς πύλας αὑτῶν εὐρύτερον εἰς τὰ προϊόντα
1075τῆς ἡμετέρας χώρας. Δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐμπο-
1076ρικὰς συνθήκας ὑπὲρ τῶν προϊόντων ἡμῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ
1077συνάψωμεν ἄλλως, εἰμὴ δι’ ἀνταλλαγμάτων παρεχομένων
1078ἐπὶ τοῦ δασμολογίου· πρέπει ἑπομένως νὰ ἔχωμεν διεῤῥυθ-
1079μισμένον τὸ δασμολόγιον διὰ τρόπου ἐπιτρέποντος εἰς ἡμᾶς
1080νὰ ποιῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ παραχωρήσεις ἐπ’ ἀνταλλάγματι.
1081Καθ’ ἣν ὥραν παρεσκευάζετο τὸ νέον δασμολόγιον, διε-
1082πραγματευόμεθα ἐμπορικὴν συνθήκην ἐν ἄλλοις καὶ μετὰ
1083τῆς Γερμανίας. Ἐζητοῦμεν παρὰ τῆς Γερμανίας ἐλάττωσιν
1084τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐπὶ τῶν σύκων,
1085ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν, ἀλλὰ ταῦτα ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσω-
1086μεν ἄνευ ἀνταλλάγματος· τὸ δὲ ἀντάλλαγμα δὲν ἠδύνατο
1087νὰ χορηγηθῇ, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος τότε δασμολογίου.
1088Ὑπέβαλεν ἡ Γερμανικὴ κυβέρνησις τὰς αἰτήσεις αὑτῆς ἐπὶ
1089τῇ βάσει τοῦ δασμολογίου ἐκείνου· εὐτυχῶς αἱ αἰτήσεις αὐ-
1090τῆς συνέπιπτον ἐν γένει πρὸς τὰς βάσεις ἐφ’ ὧν εἰργαζόμεθα
1091κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου δασμολογίου· αἱ ἀτέλειαι ἢ
1092ἐλαττώσεις δασμῶν, ἃς ἐζήτει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἀφώ-
1093ρων κυρίως εἰς εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ πρώτων ὑλῶν βιομη-
1094χανίας, ἢ ἐπὶ εἰδῶν βιομηχανίας χρησίμων εἰς τὰς ἀπορω-
1095τέρας τάξεις, ἑπομένως ἠδυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Πολλὰ
1096παρεχωρήσαμεν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἵνα ἀποκτήσωμεν καὶ
1097ἡμεῖς πολλά, ἀλλὰ τὰ πολλά, ἅπερ παρεχωρήσαμεν, εἶναι
1098ἐξ ἐκείνων, ἐξ ὧν ὠφελούμεθα καὶ ἡμεῖς παραχωροῦντες,
1099ὡς ἐπίσης, φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Γερμανία ὠφελεῖται ἐκ τῶν
1100πρὸς τὰ ἡμέτερα προϊόντα παραχωρήσεων αὐτῆς. Τὰ πα-
1101ραχωρηθέντα εἰς τὴν Γερμανίαν ἀνεγράψαμεν πάντα ἐν τῷ
1102νέῳ δασμολογίῳ· ἐὰν ἄρα βλέπετε πολλὰς ἐλαττώσεις ἐν
1103αὐτῷ, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχουσιν αὗται ἀντισή-
1104κωμα 1,800,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Γερμανία παρῄ-
1105τησεν ἐκ τοῦ δασμοῦ μόνης τῆς σταφίδος, παραλείπω δὲ τὰ
1106σῦκα, τὰς ἐλαίας καὶ ἄλλα εἴδη· ἡ Γερμανία μάλιστα συν-
1107ῄνεσεν, ὅπως τὰ διὰ τῆς συμβάσεως παραχωρούμενα εἰς
1108ἡμᾶς ἐφαρμοσθῶσι καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως καὶ
1109τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν κυρώσεων, διότι καὶ ἡμεῖς ὑποσχεθέν-
1110τες νὰ περιλάβωμεν τὰς πρὸς αὐτὴν παραχωρήσεις ἐν τῷ
1111νέῳ δασμολογίῳ, δι’ αὐτοῦ τούτου θὰ παρείχομεν καὶ πρὸς
1112αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δασμολογίου πᾶσαν τὴν ἐκ
1113τῶν ἐλαττώσεων ὠφέλειαν· οὕτω δὲ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἡ
1114σταφὶς εἰσάγεται εἰς Γερμανίαν ἐπὶ ἠλαττωμένῳ τέλει 8
1115μαρκῶν, ἀντὶ τοῦ προϋπάρχοντος τέλους τῶν 24 μαρκῶν.
1116Ἰδοὺ, κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα τὸν ἀνακοινωθέντα μοι
1117παρὰ τῆς Γερμανικῆς ὑπηρεσίας, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ εἰσαγωγὴ
1118τῆς σταφίδος ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τὸ ἔτος 1883, διότι ἐκ
1119τῶν ἡμετέρων πινάκων δὲν δύναταί τις ν’ ἀρυσθῇ πληροφο-
1120ρίας, ἐπειδὴ οἱ πίνακες οὗτοι σημειοῦσι μόνον τὸν λιμένα
1121τῆς ἐκφορτώσεως, δὲν παρακολουθοῦσιν ὅμως τὸ προϊόν κατὰ
1122τὴν ἐκεῖθεν εἰσαγωγὴν εἰς ἄλλο Κράτος. Κατὰ τὸ 1883
1123εἰσήχθησαν εἰς Γερμανίαν πρὸς κατανάλωσιν ἐπιχώριον
112494,869 καντάρια σταφίδος, ἅτινα ἐπὶ δασμῷ 24 μαρκῶν
1125θὰ ἀπέτινον 2,276,856 μάρκας, ἀπέτισαν δὲ πρὸς ὀκτὼ μάρ-
1126κας 758,952 μάρκας. Ἑπομένως ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλατ-
1127τον μαρκῶν 1,518,000 ἤτοι δραχμῶν 1,898,000. Ταῦτα,
1128ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν δύο τρίτων τοῦ
1129δασμοῦ δὲν θὰ ἐπενέγκῃ μεγάλην αὔξησιν εἰσαγωγῆς, ἀλλ’
1130ἡ αὔξησις ἔσται βεβαίως μεγίστη, καὶ ἑπομένως τὸ κέρδος
1131τὸ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως προσδοκώμενον ἔσται καὶ τοῦτο πολ-
1132λαπλάσιον.
1133Ὅτε εἰσηγάγομεν τὸ δασμολόγιον, ἐῤῥέθη παρὰ πολλῶν, ὅτι
1134διὰ τοῦ δασμολογίου τούτου θὰ ἐξεγείρωμεν τὰς ξένας δυνά-
1135μεις, ἵνα λάβωσι μέτρα κατὰ τῶν ἡμετέρων προϊόντων, ὅτι αἱ
1136ξέναι Δυνάμεις θὰ θελήσωσι νὰ μᾶς ἐκδικηθῶσι. Παρίστων οἱ
1137κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ δασμολόγιον ἐκμεταλλευόμενοι,
1138ὅτι τὸ δασμολόγιον τοῦτο ἦτο καταστρεπτικὸν διὰ τὰ ξένα
1139Κράτη, ὑπὲρ ὧν ἐκεῖνοι ἐκήδοντο, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν
1140τὰ ξένα Κράτη ν’ ἀνεχθῶσι πολιτικὴν οὕτω στενὴν τῆς Ἑλ-
1141ληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε
1142πάθει τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας της, συμπαρασύρουσα δυστυ-
1143χῶς ἐν τῷ παθήματι καὶ τὴν χώραν. Καθ’ ὃν χρόνον ἐλέ-
1144γοντο ταῦτα καὶ ἐγράφοντο ἐν μεγαλοσχήμοις ἐφημερίσιν,
1145ἡμεῖς διεπραγματευόμεθα μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως,
1146ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν
1147ὑποβληθεὶς νόμος περὶ προσθέτου φορολογίας τῆς σταφίδος
1148κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς εἰς τὰς πόλεις. Ὡς γινώσκετε,
1149ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, δηλαδὴ πολὺ πρὶν
1150ἢ γίνῃ ἐνταῦθα λόγος περὶ νέου δασμολογίου, εἶχεν εἰσαχθῆ
1151παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν νόμος
1152ὅστις ἐπέβαλε σπουδαίαν φορολογίαν ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης
1153σταφίδος εἰς τὰς πόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν
1154τεσσάρων χιλιάδων ψυχῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1155τῆς Γαλλίας, ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1156ἐξαίρει τὰ τοῦ νόμου τούτου, λέγων ὅτι δύναται ν’ ἀναγράψῃ
1157πρόσοδον ἐξ αὐτοῦ ἐλαχίστην 1,000,000. Διαπραγματευό-
1158μενοι τότε ἡμεῖς μετὰ τῆς Γαλλίας περὶ ἐμπορικῆς συνθήκης,
1159παρετηροῦμεν εἰς αὐτὴν, ὅτι εἰς οὐδὲν συνετέλει ν’ ἀπαιτή-
1160σωμεν ἀντὶ ἀνταλλάγματος ἐλάττωσίν τινα τοῦ δασμοῦ ἐπὶ
1161τῆς σταφίδος, ὅταν διὰ νομοθετήματος ὑποβεβλημένου εἰς
1162τὴν Βουλὴν πρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ, οὐχὶ πλέον κατὰ τὴν
1163τελωνιακὴν γραμμὴν τοῦ ὅλου κράτους, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἐσωτε-
1164ρικαῖς περιφερείαις, νέα φορολογία, φορολογία οὐχὶ δημοτική,
1165ἀλλὰ τοῦ δημοσίου, εἰσπραττομένη κατὰ τὴν εἴσοδον τοῦ
1166προϊόντος ἡμῶν εἰς τὰς πόλεις. Παρεστήσαμεν ἄρα, ὅτι μόνον
1167ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν λάβει παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως
1168τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ
1169τῆς Βουλῆς, μόνον ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν
1170ἤθελε τεθῆ κατὰ μέρος, ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς
1171διαπραγματεύσεις. Καὶ τὴν βεβαίωσιν ἐκείνην ἐλάβομεν προσ-
1172φάτως, ἐξασφαλισθείσης οὕτω τῆς σταφίδος ἀπὸ τοῦ κινδύνου
1173τοιαύτης προσθέτου φορολογίας, ἐλπὶς δὲ εὔλογος ὑπάρχει
1174ὅτι δι’ ἀνταλλαγμάτων ἐπὶ τοῦ νέου δασμολογίου, θὰ δυ-
1175νηθῶμεν, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβάσεως μετὰ
1176τῆς Γαλλίας, νὰ ἐπιτύχωμεν ἐλάττωσιν τοῦ κειμένου δα-
1177σμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν διὰ τῆς τε-
1178λωνιακῆς γραμμῆς.
1179Ἐπίσης τὸ δασμολόγιον κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ μᾶς βλά-
1180ψῃ, τοὐναντίον μάλιστα ἴσως μᾶς παρέχει καὶ τὰ μέσα
1181πρὸς εὐχερεστέραν διαπραγμάτευσιν, ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν
1182ἡμῶν πρὸς ἄλλα Κράτη, εἰς σύναψιν ἐμπορικῶν συνθηκῶν.
1183Ἐνέργειαι ἐγένοντο ἐν Ἀμερικῇ, ὅπου ἡ εἰσαγωγὴ τῆς στα-
1184φίδος, καὶ κρατοῦντος τοῦ ὑπάρχοντος δασμοῦ, ὅστις εἶναι
1185βαρύτατος, αὐξάνει ὁσημέραι σπουδαιότατα, ἵνα ψηφισθῇ
1186ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Πρὸς τὴν αὐστρια-
1187κὴν κυβέρνησιν πρὸ πολλοῦ διεπραγματευόμεθα, ἐπὶ τῇ ἐλ-
1188πίδι ὅτι καὶ διὰ τὴν σταφίδα καὶ διὰ τὰ σῦκα, τὰ ὁποῖα
1189ἔχουσι μεγαλειτέραν τῆς σταφιδοεξόδευσιν ἐν ταῖς ἀ-
1190γοραῖς τῆς Αὐστρίας, θέλομεν ἀποκτήσει ὠφελήματα, τὰ
1191ὁποῖα θέλομεν ἀποτίσει δι’ ἐλαττώσεων ἐπὶ τοῦ δασμολο-
1192γίου· ἔχοντες δὲ δασμολόγιον φέρον ηὐξημένους εἰδῶν τινων
1193τοὺς δασμούς, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἐλαττώσεις, εἰς ἃς
1194δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ
1195δασμολογίου.
1196Ὡς πρὸς τὸ δασμολόγιον ἐγένοντο παρατηρήσεις τινες ἐπὶ
1197λεπτομερειῶν, ἀλλ’ αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὸ εὑρετήριον, ὅπερ
1198παρά τινων ἐθεωρήθη ὅτι κακῶς κατέταξεν εἴδη τινά·
1199ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου παρέπεμψεν
1200εἰς τὸ εὑρετήριον τὸν κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν, ἵνα ᾖ εὐ-
1201χερεστέρα ἡ διόρθωσις, δυναμένη νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ Β.
1202Διατάγματος. Παρετηρήθη προσέτι, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοὺς δα-
1203σμοὺς τῶν δήμων, δὲν ἐλήφθη ἐπαρκὴς πρόνοια διὰ τὸ ἔτος
12041885. Ἀπὸ τοῦ 1886 ἡ πρόνοια τοῦ νόμου εἶναι ἀποχρῶσα,
1205ἀφοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1885 ἐπιτρέ-
1206πεται ὑπὲρ ἑκάστου δήμου πᾶσα μεταβολὴ τοῦ ποσοστοῦ,
1207ἥτις ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀναγκαία, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ πο-
1208σὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμά-
1209των ἀπελάμβανε πρότερον. Ἐπειδὴ οὐδὲ κατὰ τὸ 1885
1210πρέπει οἱ δῆμοι νὰ στερηθῶσι προσόδου, ἥτις εἴς τινας εἶναι
1211ἀναγκαία, θέλομεν ὑποβάλει νομοσχέδιον ἐπιτρέπον καὶ τὴν
1212κατὰ τὸ 1885 πρόνοιαν περὶ μὴ ἐλαττώσεως τῶν δημο-
1213τικῶν δασμῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ψηφιζόμενον ἐγκαίρως,
1214θέλει ἐξασφαλίσει ὑπὲρ τῶν δήμων τὴν πρόσοδον, ἥτις μέχρι
1215τοῦδε ἐθεωρήθη ἐπαρκής.
1216Μετὰ τὸ δασμολόγιον, οἰκονομικὸν μέτρον δεόμενον ἐξε-
1217τάσεως, πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι βεβαίως
1218τὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ τοῦ
1219δανείου πρὸς ἄρσιν αὐτῆς. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1220κλοφορίας συνέπεσεν εἰς στιγμὰς δυσχερεῖς, καὶ πᾶσαι αἱ δυσ-
1221χέρειαι τῶν περιστάσεων ἀπεδόθησαν παρά τινων εἰς αὐτὴν
1222τὴν ἄρσιν· ἀποβλέποντες οὗτοι εἰς τὸ στενόχωρον τῶν καιρῶν
1223ἐθεώρησαν ὅτι, ἂν μὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, τοὐλάχιστον κατά τι,
1224ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνετέλεσεν ὁπωσδή-
1225ποτε εἰς τὴν ἀνωμαλίαν. Εἶπον, καὶ καλὴ ἂν ᾖναι ἡ ἄρσις,
1226εἶναι μεταβολή, καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἐν στιγμαῖς κρισίμοις,
1227ἐπαυξάνει τὴν δυσχέρειαν. Ἀλλ’ ἂν ᾖναι τοῦτο ἀληθὲς ἐν
1228γένει περὶ τῶν μεταβολῶν, ὑφισταμένων οἰκονομικῶν κρίσεων,
1229ἡ μόνη μεταβολή, ἥτις ἠδύνατο νὰ γίνῃ, χωρὶς νὰ ἐπαυ-
1230ξήσῃ τὴν κρίσιν, εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1231ρίας, ὅταν αὕτη συνδέεται μετὰ εἰσαγωγῆς ἐν τῷ τόπῳ δε-
1232κάδων πολλῶν ἑκατομμυρίων. Βεβαίως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγ-
1233καστικῆς κυκλοφορίας δύναται νὰ ἐπενέγκῃ διατάραξίν τινα
1234εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὅτε γίνεται μόνη. Ὅταν κυ-
1235κλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἄνευ
1236ἀντισηκώματος μεταλλικοῦ, ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς κυκλοφορίας,
1237καταλείπει κενόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπαισθητὸν ἐν τῇ κυκλο-
1238φορίᾳ καὶ, ἂν ὑπάρχῃ κρίσις, ἐπαυξάνει αὐτήν· ἀλλ’ ὅταν πρό-
1239κειται ν’ ἀποσυρθῶσιν ἐκ τῆς κυκλοφορίας 42,000,000 τραπε-
1240ζικῶν γραμματίων, κομίζονται δὲ εἰς τὴν χώραν πρὸς πλή-
1241ρωσιν τοῦ κενοῦ 81,000,000 μεταλλικοῦ, ποία δύναται νὰ
1242ἐπέλθῃ στενοχωρία, ἀναπληρουμένου οὕτω τοῦ ἀποσυρομένου
1243τῆς κυκλοφορίας κεφαλαίου διὰ ποσοῦ διπλασίου; Τὸ δά-
1244νειον δὲν ἐξεδόθη ἔτι, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἤρθη,
1245ἀλλὰ τὸ χρῆμα ἐπληρώθη· κατεβλήθησαν 72,000,000 καὶ
1246πρὸς τούτοις ἕτερα 9,000,000, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει· ἑπο-
1247μένως ἔχομεν ποσὸν μεταλλικοῦ ἀσυγκρίτως ὑπέρτερον τοῦ
1248ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον θέλει ἀπο-
1249συρθῆ ὁλόκληρον ὅταν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὸ
1250ποσὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος χρήματος σήμερον εἶναι πολὺ
1251ὑπέρτερον τοῦ ποσοῦ ὅπερ θὰ διετέλει ἐν κυκλοφορίᾳ ἂν μὴ
1252ἐλαμβάνετο ἡ ἀπόφασις περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1253κλοφορίας· πῶς ἄρα εἶναι δυνατὸν ἄρσις ἀναγκαστικῆς κυ-
1254κλοφορίας, οὕτως ἐκτελουμένη, νὰ ᾖναι καὶ κατ’ ἐλάχιστον
1255αἰτία τῶν σημερινῶν στενοχωριῶν; Πῶς δυνάμεθα νὰ σχετί-
1256σωμεν ταύτας πρὸς ἐκείνας ὡς αἰτίας δυνάμεθα νὰ τὰς σχε-
1257τίσωμεν, ἀλλ’ ὡς πρὸς θεραπείαν, διότι ποῖον ἦτο τὸ καλὸν
1258καὶ πόθεν προῆλθε; Τὸ κακὸν προῆλθεν οὐχὶ ἐκ τῆς ἄρσεως
1259τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς
1260ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Νομίζετε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ
1261φθάσῃ τὸ κυκλοφοροῦν χρῆμα ἐν τῷ τόπῳ εἰς ὑποτίμησιν
126220% καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν χρηματικὴν κρίσιν; τί ἄλλο
1263εἶναι ἡ ὑποτίμησις 20% ἢ χρηματικὴ κρίσις; ἂν τὸ
1264μέτρον τῆς ἄρσεως δὲν ἐλαμβάνετο ἐνωρὶς, ἡ κρίσις θὰ
1265ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα· ἂν ἀφίνωμεν ὀλίγους μῆνας νὰ πα-
1266ρέλθωσι, χωρὶς νὰ λάβωμεν τὴν περὶ ἄρσεως ἀπόφασιν, θὰ
1267εἴχομεν κρίσιν οὐχὶ παροδικὴν, ὡς τὴν παροῦσαν, ἀλλ’ ἄγου-
1268σαν εὐθὺ εἰς τὸν ὄλεθρον.
1269Τὸ χρῆμα, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, κατετέθη.
1270Ἐῤῥέθη δὲ ὅτι ἀνεβλήθη ἡ ἄρσις, ὅτι εὐθὺς ὡς κατετέθη τὸ
1271χρῆμα, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ
1272διατάγματος περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1273ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἦσαν ἐπινοήσεις τῶν λεγόντων· οὐδὲν
1274τοιοῦτον ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ οὐδὲ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου.
1275Ὁ νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ, εἰμὴ
1276ὅτι ἡ ἄρσις θὰ ἐγίνετο εὐθὺς ὡς τὸ μεταλλικὸν χρῆμα ἦτο
1277διαθέσιμον πρὸς ἐξαργύρωσιν ἐν ταῖς θυρίσι τῆς Τραπέζης
1278τῶν παρουσιαζομένων τραπεζιτικῶν γραμματίων· ἐπῆλθεν ἐκ
1279πράξεως ἢ παραλείψεως τῆς Κυβερνήσεως βραδύτης περὶ τὴν
1280κατάθεσιν τοῦ χρήματος ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης; Οὐ
1281μόνον δὲν ἐπῆλθε βραδύτης, ἀλλὰ καὶ πᾶσα πρόνοια ἐλήφθη,
1282ὅπως μεταβιβασθῇ ἐνταῦθα ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Ἐπετεύχ-
1283θη ἡ τροπὴ τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος εἰς χρυσὸν, δι’ ἐλαχί-
1284στης καταβολῆς δεκαπέντε ἐπὶ τοῖς χιλίοις.
1285§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δηλαδὴ 1,5%, μᾶς
1286εἴπατε τοῖς χιλίοις, διὰ νὰ φανῇ κἄτι τι.
1287§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑνὸς καὶ ἡμίσεως τοῖς χιλίοις, κατὰ πα-
1288ραδρομὴν εἶπον δεκαπέντε. Ἐπετεύχθη ἄρα διὰ ποσοῦ ὅλως
1289ἀσημάντου ἡ τροπή· ἐπίσης καὶ περὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ νο-
1290μίσματος ἐνταῦθα ἐγένοντο εὐθὺς συμφωνίαι. Ἀμφότερα ταῦ-
1291τα ὁμοῦ, ἥ τε τροπὴ τοῦ νομίσματος εἰς χρυσὸν καὶ ἡ μετα-
1292φορὰ τοῦ νομίσματος ἐνταῦθα, πραγματοποιηθήσονται ἀντὶ
1293πληρωμῆς ἑπτὰ ὀγδόων τοῖς ἑκατὸν. Τοῦτο ὠφείλομεν νὰ πρά-
1294ξωμεν καὶ ἐσπεύσαμεν, ὅπως, ὅσον οἷόν τε ταχύτερον καὶ
1295ἀσφαλέστερον, μετενεχθῇ τὸ χρῆμα ἐνταῦθα, εὐθὺς δὲ ὡς
1296φθάσει, θέλει ἀρθῆ καὶ αὐτοδικαίως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφο-
1297ρία. Οὐδεμία ὑπέρβασις τῶν προθεσμιῶν τῶν ἐν τῷ νόμῳ ἐ-
1298πῆλθε. Τὸ χρῆμα κατετέθη ἐν Παρισίοις ἀκριβῶς τὴν ἡμέ-
1299ραν, καθ’ ἣν ὁ νόμος καθιστᾷ αὐτὸ ἀπαιτητὸν, τὸ χρῆμα με-
1300ταφέρεται ἐνταῦθα ὅσον ἔνεστι ταχύτερον, καὶ πάντα ταῦτα
1301μᾶς ἄγουσι μέχρι τῶν μέσων Δβρίου· κατὰ τί ὁ νόμος πα-
1302ραβιάζεται; Τοὐναντίον ἐκτελεῖται.
1303Ἀλλὰ παραβίασιν τοῦ νόμου ἀνεῦρον καὶ ἀλλαχοῦ· εἶπον τὰ
130472,000,000 ἐδόθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποτίσεως τοῦ πρὸς
1305τὰς Τραπέζας χρέους· πῶς ἄρα ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο χρῆ-
1306σιν τοῦ χρήματος τούτου πρὸς ἄλλους σκοπούς; Ἡ Κυβέρ-
1307νησις ὤφειλε ν’ ἀποτίσῃ, καὶ ὀφείλει ν’ ἀποτίσῃ, χρέη δημό-
1308σια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἀπέστελλε κατ’ ἔτος μεγάλα ποσὰ
1309ἀποτίνουσα πρὸς τοὺς μεταφέροντας τὸ χρῆμα εἰς τὸ ἐξω-
1310τερικὸν προμηθείας καὶ ἔξοδα μεταφορᾶς· διατὶ εἶπον ἡ Κυ-
1311βέρνησις δὲν ἠκολούθησε καὶ δὲν ἀκολουθεῖ ἐν τῇ περιστάσει
1312ταύτῃ τὸ αὐτὸ σύστημα; διατὶ ἀφοῦ ἔχει ἀναγεγραμμένα
1313ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς προ-
1314μηθείας δὲν ἔστελλεν ἐντεῦθεν τὸ χρῆμα εἰς τὴν Εὐρώπην εἰς
1315ἀπότισιν τῶν χρεῶν ἐκείνων, ἀλλὰ προτιμᾷ νὰ ποιῆται χρῆσιν
1316τῶν 72,000,000 τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἀνελλιπῶς νὰ φέρῃ ἐν-
1317ταῦθα; Ἔπρεπε διὰ τοῦ ἐκ Γαλλίας ἀτμοπλοίου νὰ μετα-
1318φέρῃ ἐνταῦθα τὰ ἐν Παρισίοις κατατιθέμενα εἰς λογαριασμὸν
1319τῶν 72,000,000, ἵνα ἀποτίνῃ τὰς πρὸς τὰς τραπέζας ὀ-
1320φειλὰς, δι’ ἑτέρου δὲ, ἢ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἀτμοπλοίου, ὤφειλε
1321ν’ ἀποστέλλῃ εἰς Γαλλίαν ἄλλα ἑκατομμύρια, ἢ καὶ αὐτὰ, ἐπι-
1322βαρυνομένη διὰ διπλῶν ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ προμηθείας.
1323Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε τοῦτο νὰ
1324ἐξετάσῃ, ἂν ὑπῆρχεν ὀφειλὴ τοῦ δημοσίου, καὶ ἂν
1325ὑπῆρχε πίστωσις πρὸς ἀπότισιν αὐτῆς. Εὐθὺς ὡς τὰ
1326δύο ταῦτα συνέτρεχον, ἔπρεπε τὸ χρῆμα νὰ λάβῃ,
1327ὅπου τὸ εὕρισκεν εὐθηνώτερον. Ἀναντιῤῥήτως δ’ εὐθηνώτερον
1328τὸ εὕρισκεν, ἐὰν αὐτὸ τὸ χρῆμα τὸ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ
1329διέθετεν ἐκεῖ, λαμβάνουσα τὸ ἀντάλλαγμα ἐνταῦθα. Τοῦτο
1330ἐγένετο. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν. Ἐκ τῶν
133172,000,000 ἐλλείπουσι κατά τινας 40,000,000, κατ’
1332ἄλλους 60,000,000, κατ’ ἄλλους 22,000,000. Νο-
1333μίζω ὁ ἀριθμὸς 22,000,000 εἶχε συγκεντρώσει τὰς περισσο-
1334τέρας συμπαθείας. Θὰ σᾶς εἴπω τίνες ἀριθμοὶ ἐλλείπουσιν.
1335Ἐκ τοῦ ὅτι ὅμως ἐλλείπουσι, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει
1336πρόχειρον τὸ χρῆμα εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1337κλοφορίας, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένην ἡμέραν.
1338Ἰδοὺ πῶς ἔχουσι τὰ χρηματικά· καὶ ἵνα ἐννοηθῶ ἀκριβῶς,
1339πρέπει νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς διαχειρίσεως ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’
1340ἣν ἐπελήφθημεν αὐτῆς καὶ ἐποιησάμεθα πρὸς τὴν Βουλὴν
1341ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ταμιακῆς. Τὴν κυβέρ-
1342νησιν τῆς χώρας ἀνελάβομεν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1882, ἀλλὰ
1343πρὸς εὐχερέστερον ὑπολογισμὸν ὑποθέτω, ὅτι τὴν ἀνελάβο-
1344μεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1882, καὶ καταλογίζω ἀπὸ τῆς ἡμέ-
1345ρας ἐκείνης εἰς πίστωσιν καὶ εἰς χρέωσιν ἡμῶν πᾶν τὸ δαπα-
1346νηθὲν καὶ τὸ εἰσπραχθὲν· τί ἐπληρώσαμεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου
13471882 δι’ ἔξοδα μὴ ἀναγόμενα εἰς τὰς χρήσεις, περὶ ὧν ὑμεῖς
1348προὐνοήσαμεν; 21,360,000· τουτέστι μεταξὺ τῶν εἰσπρα-
1349χθέντων ἐσόδων καὶ τῶν πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως
1350τοῦ 1881, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἕως 31 Ὀκτωβρίου 1882,
1351προέκυψεν ἔλλειμμα 21,000,000, πληρωθὲν παρὰ τῶν δια-
1352χειριζομένων τότε τὰ δημόσια. Ἡ χρῆσις τοῦ 1882 κατὰ
1353τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν,
1354ἀφῆκεν ἔλλειμμα 3,672,000, πληρωθὲν παρὰ τῶν
1355αὐτῶν διαχειριστῶν, ἤτοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
1356Ἡ χρῆσις τοῦ 1883 παρουσίαζε κατὰ τὰ τέλη Αὐγούστου,
1357ὅτε ἔλαβον τὴν περὶ τούτου σημείωσιν, προσωρινὸν ἔλλειμμα
13588,565,000 ἡ δὲ τοῦ 1884, 5,642,000· τουτέστιν ἀπὸ
1359πρώτης Ἰανουαρίου 1882 καὶ ἕως τέλους Αὐγούστου
13601884 ἐγένοντο παρ’ ἡμῶν πληρωμαὶ πέραν τῶν εἰσπρα-
1361χθέντων 39,240,000. Ἀλλὰ πλὴν τούτων τῶν πλη-
1362ρωμῶν, ἐπραγματοποιήθησαν καὶ ἄλλαι, πάντοτε ἐπὶ
1363τῇ βάσει πιστώσεων· ἐγένοντο ἔκτακτοι δαπάναι διὰ στρα-
1364τιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ δι’ ἀποζημιώσεις
1365γαιῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων· καὶ τοι-
1366αύτας ἔχομεν τῆς χρήσεως τοῦ 1882, εἰς ναυτικὰς παρα-
1367σκευὰς 836,193, εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς 736,048. Τὸ
1368ὅλον 1,572,000. Τῆς χρήσεως τοῦ 1883, εἰς ἀποζημιώσεις
1369γαιῶν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου καταληφθεισῶν
137098,072· τῆς χρήσεως τοῦ 1884 εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς
13713,515,000, εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς 1,442,275· ἑπο-
1372μένως ἐκ τῶν δύο κεφαλαίων, τοῦ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν
1373καὶ τοῦ τῶν ἀποζημιώσεων γαιῶν, ἐπληρώθησαν 6,627,000,
1374ἅτινα προστιθέμενα εἰς τὰ 39,240,000 ἀποφέρουσι 45,868,
1375000. Προσθετέον εἰς ταύτας 239,000 ἀποδοθείσας εἰς τὴν
1376Τράπεζαν διὰ λογαριασμὸν προσωρινοῦ δανείου, συνομολογη-
1377θέντος τὸ 1876, καὶ προσέτι 212,000 εἰς ἐξαργύρωσιν ἐν-
1378τόκων γραμματίων· τουτέστιν ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον ὑπὲρ
1379τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν χρήσεων, ἃς διεχειρίσθημεν, 41,
1380320,000. Τί δὲ εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ἐκτὸς τῶν ἐσόδων τῶν
1381χρήσεων; Πρῶτον· ὑπόλοιπον κεφαλαίου τοῦ δανείου τῶν ἑ-
1382κατὸν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, παρὰ τῆς πιστωτικῆς Τρα-
1383πέζης τὸ 1882, 1,709,000 τὸ 1883 290,000 παρὰ τοῦ
1384οἴκου Ῥοδοκανάκη, τὸ 1882 3,637,000, τὸ 1883 926,
1385000, παρὰ τῆς ἐν Παρισίοις Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως,
1386τὸ 1882 12,588,000, τὸ 1883 826,000, ἐκ λογαριασμοῦ
1387ἐγγραφῆς τοῦ δανείου 29,000, ἐξ ἀντιτίμου 4957 ἀδια-
1388θέτων ὁμολογιῶν, 1,737,428, ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς λογαρια-
1389σμὸν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 δραχμὰς 21,755,000.
1390Εἶτα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου
13911881 ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
1392ἐκ δραχμῶν 4,451,000. Τὸ ποσὸν τοῦ ὑπολοίπου τούτου θὰ
1393εὑρεθῇ σεσημειωμένον εἰς τοὺς πίνακας τοὺς ὑποβληθέν-
1394τας κατὰ μάρτιον τοῦ 1882, ὡς ἀνερχόμενον εἰς 9,803,
1395000, διότι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου εἶχον μετενεχθῆ εἰς πί-
1396στωσιν τοῦ δημοσίου αἱ παρὰ ταῖς Τραπέζαις διὰ τὴν
1397ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καταθέσεις. Τέλος εἰσέπραξε τὸ
1398δημόσιον, μὴ ἀναγομένας εἰς τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων,
1399παρὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας δραχμὰς 360,000.
1400Ταῦτα εἶναι τὰ ποσὰ, ἅπερ εἰσέπραξε τὸ δημόσιον, πλὴν
1401τῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων. Ἑπομένως ἐὰν ταῦτα, ἀνερχόμενα
1402ἐν συνόλῳ εἰς 26,567,000, ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν 46,320,000,
1403ἅτινα ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον ἐπέκεινα τῶν ἐσόδων τῶν
1404χρήσεων, ἔχομεν δαπανηθέντα πέραν τῶν τακτικῶν καὶ ἐκ-
1405τάκτων εἰσπράξεων, δυνάμει πιστώσεων καὶ ὑποχρεώσεων ἀ-
1406παιτητῶν, 19,753,000. Αὕτη ἦτο ἡ ὀφειλὴ, ἣν τὸ δημό-
1407σιον ἔδει νὰ πληρώσῃ ἐκ χρημάτων οἱωνδήποτε τοῦ δημοσίου,
1408ἀφοῦ ἡ μὲν Βουλὴ εἶχε ψηφίσει τὰς πιστώσεις, τὰ δὲ ἔσοδα
1409τῶν χρήσεων δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν ἀπότισιν αὐτῶν. Ἤδη
1410εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ἀναγκαία ἡ
1411ἀναπλήρωσις τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναπληροῦσιν
1412αὐτὸ αἱ παρὰ ταῖς ἐνταῦθα Τραπέζαις καταθέσεις, αἱ προωρι-
1413σμέναι εἰς τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηρεσίαν τῶν δανείων,
1414τὴν ἤδη ἐνεργουμένην διὰ τῶν ἐκεῖ κατετεθειμένων χρημάτων·
1415διότι, ὡς προεῖπον, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρόνονται ἐκ τῶν
1416χρημάτων ἐκείνων τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ἀπέναντι
1417τῶν ὁποίων αἱ ἐνταῦθα Τράπεζαι Ἐθνικὴ, Ἰονικὴ καὶ
1418Ἠπειροθεσσαλικὴ, εἰσπράττουσι δημοσίας προσόδους. Ταῦτα
1419πάντα τὰ εἰσπραχθέντα καὶ εἰσπραττόμενα θέλουσι κατα-
1420λογισθῆ ἀπέναντι τῶν ποσῶν τῶν, ὡς εἴρηται, ἐν τῷ ἐξωτε-
1421ρικῷ διατιθεμένων πρὸς ἀπότισιν τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων
1422τῶν δανείων. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἄρα ἀπὸ τῶν 19,735,000
1423δραχμῶν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξαν αἱ τρεῖς Τράπεζαι
1424ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ
1425τοῦ ὑπολοίπου εἰς συμπλήρωσιν τῶν 72,000,000.
1426Καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 9,000,000 ὑπάρχει πρόνοια
1427ἤδη ἐν τῷ νόμῳ τῷ περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
1428φορίας. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐκύρου δύω συμβάσεις, τὴν μίαν
1429πρὸς τὴν ὁμάδα τὴν συμβληθεῖσαν περὶ τοῦ δανείου τῶν
1430170,000,000 καὶ τὴν ἑτέραν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
1431Διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν ὁμάδα, ὑπεχρεοῦτο ἐκείνη νὰ
1432λάβῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἐγγεγραμμένον εἰς τὸ δάνειον
1433ὁριστικῶς, διὰ τῆς ἑτέρας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
1434ὑπεχρεοῦτο αὕτη, ὅπως ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐγγεγραμ-
1435μένου ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς ὁμάδος λάβῃ ποσὸν 9,000,000, τρέ-
1436πουσα οὕτω εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἄλλην παλαιοτέραν.
1437Ἐπετρέπετο ὅμως εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν τὸ
1438ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν ἀρχικὸν αὐτοῦ προορισμὸν, διὰ τῆς ἀνα-
1439βιώσεως τῆς ἀρχικῆς ὑποχρεώσεως, ἂν ἐθεώρει ἀναγκαῖον
1440νὰ λάβῃ ἀμφότερα τὰ ποσά. Παρουσιασθείσης τῆς ἀνάγκης
1441ταύτης, προσεκλήθη ἡ Τράπεζα ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρότε-
1442ρον καθεστὼς, δανείζουσα τουτέστιν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ
1443ἐννέα ἑκατομμύρια, δυνάμει τῆς προηγουμένης ὑποχρεώσεως’
1444ἡ δὲ ὁμὰς μένει οὕτως ὑπόχρεως, κατὰ τὸ ἄρθρ. 6 τῆς συμ-
1445βάσεως αὐτῆς, νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ δημόσιον ὁλόκληρον τὸ
1446ποσὸν τὸ ὁριστικῶς συμπεφωνημένον. Οὕτως ἀποκτῶνται τὰ
1447ἐννέα ἑκατομμύρια· ἂν δὲ ἀπαιτηθῶσι καὶ ἄλλα τινὰ μέχρι
1448συμπληρώσεως τοῦ ὑπολοίπου, περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον,
1449ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ἔχομεν καὶ περὶ τού-
1450του ὑποσχέσεις ὅτι εὐκόλως θὰ ἠδυνάμεθα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1451ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ δημόσιον, νὰ
1452λάβωμεν προκαταβολὴν τοῦ ἀναγκαίου ποσοῦ· ὥστε οὐδεμία
1453θέλει ὑπάρξει δυσχέρεια, ἵνα ἅπαν τὸ χρῆμα, κατὰ τὴν τε-
1454ταγμένην προθεσμίαν, εὑρεθῇ κατατεθειμένον εἰς τὰ ταμεῖα
1455τῶν τραπεζῶν, καὶ ἑπομένως ἵνα δηλώσωσιν αὗται κατὰ τὴν
1456αὐτὴν προθεσμίαν ὅτι, ἔχουσαι ἤδη τὸ ἀποταμίευμα τοῦτο,
1457εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐξαργυρῶσι πᾶν τὸ κυκλοφοροῦν γραμμά-
1458τιον αὐτῶν.
1459Ἤδη, ἀφοῦ ἐξέθηκα τὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν κυριω-
1460τέρων νομοθετημάτων, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται τὸ τοῦ παρελθόντος
1461ἔτους οἰκονομικὸν σύστημα, ἂς ἐπισκοπήσωμεν τὴν οἰκονομι-
1462κὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποτε-
1463λεσμάτων τῶν δύω τελευταίων προϋπολογισμῶν, τουτέστι
1464τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως, ἥτις ἔληξε μετὰ τοῦ τέλους
1465τοῦ παρελθόντος μηνὸς, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἤδη
1466ἐν ἐνεργείᾳ. Καίτοι ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1883 πρὸ δύω
1467ἑβδομάδων σχεδόν, δὲν δυνάμεθα ἔτι νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν
1468Βουλὴν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, καὶ τοῦτο διότι
1469τοιοῦτος ἀπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ, πρὶν ἢ τὸ
1470λογιστήριον παραλάβῃ, ἐξελέγξῃ καὶ ἐγγράψῃ τὰ στοι-
1471χεῖα τῶν διαχειρίσεων τῶν διαφόρων ὑπολόγων. Αὐ-
1472τὸς δὲ ὁ νόμος ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑποβολὴ προσωρινοῦ
1473ἀπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ταχέως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπι-
1474βάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ, οὐχὶ εὐθὺς μετὰ
1475τὴν 31 Ὀκτωβρίου, ὅτε λήγει ἡ χρῆσις, ἀλλὰ κατὰ τὸν
1476Μάρτιον τοῦ ἑπομένου ἔτους· καὶ ἕως τοῦ Μαρτίου βεβαίως
1477θέλει ὑποβληθῆ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμός· ἀλλὰ καὶ πρὸ
1478τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, ἴσως καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ τρέχον-
1479τος μηνὸς, θέλουσιν ὑποβληθῆ καταστάσεις προσωριναί, αἵτι-
1480νες θέλουσι παρέχει ἐπαρκεῖς πληροφορίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1481σημειώσεων τῶν ταμείων. Καὶ ἤδη ὅμως δυνάμεθα νὰ γνω-
1482ρίζωμεν ἱκανὰ ἐκ τῶν λογαριασμῶν, οὓς ἔχομεν συγκεντρω-
1483μένους καὶ οἵτινες φθάνουσιν οἱ πλεῖστοι μὲν μέχρι τοῦ τέ-
1484λους Σεπτεμβρίου, τινῶν ὅμως ταμείων οὐδὲ μέχρι τῆς ἐπο-
1485χῆς ἐκείνης, τουτέστιν ὑπάρχουσι ταμεῖα, τῶν ὁποίων δὲν
1486ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα οὐδὲ τοῦ Αὐγούστου.
1487Τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὡρίσθησαν διὰ
1488τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δραχ. 86 ἑκατομ. καὶ 122,000, μέ-
1489χρι τέλους δὲ Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθησαν 41,868,000· ἑπο-
1490μένως ὑπολείπονται πρὸς συμπλήρωσιν βεβαιωτέα μέχρι 31
1491Δεκεμβρίου τοῦ 1884 44,254,000. Ἐκ τῶν βεβαιωθέντων
1492ἐσόδων, τουτέστιν ἐκ τῶν 41,868,000 εἰσεπράχθησαν μέ-
1493χρι τέλους Σεπτεμβρίου 37,372,000, ἑπομένως καθυστεροῦ-
1494σιν ἐξ αὐτῶν 4,475,000. Ἐκ δὲ τῶν ὑπολειπομένων πρὸς
1495βεβαίωσιν μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τεσσαράκοντα
1496τεσσάρων ἑκατομ. καὶ 254,000, μόνον κατὰ πιθανότητα
1497δυνάμεθα ἤδη νὰ προσδιορίσωμεν τί θέλει εἰσπραχθῆ καὶ τί
1498θέλει καθυστερήσει. Ἐπὶ τῶν πιθανοτήτων τούτων στηριζό-
1499μενος λέγω, ὅτι δὲν θέλουσι φθάσει εἰς τὸ προϋπολογισθὲν πο-
1500σόν, καὶ ἑπομένως θέλουσι καθυστερήσει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν
150144,254,000, πρῶτον ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν περίπου ἓν
1502ἑκατομμύριον· ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν περιέγραψα πρότε-
1503ρον ἐπήνεγκεν ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ὑπο-
1504θέτομεν ὅτι, καί τοι κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν εἴχομεν
1505ὑπέρβασιν κατὰ ἐννεακοσίας χιλιάδας δραχμῶν καὶ πλέον,
1506θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ ἔτους ποσὸν κατώτερον κατὰ
15071,000,000. Ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχωμεν
1508800,000 δραχ. ἐλάσσονα εἴσπραξιν· καὶ τὸ χαρτόσημον, ὅπως
1509ὅλοι οἱ ἔμμεσοι φόροι, ὅπως οἱ φόροι καταναλώσεως, ὅπως
1510τὰ τέλη εἰσαγωγῆς, ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς
1511ὑφισταμένης· θεωρεῖται μάλιστα πολλαχοῦ ὡς τὸ θερμόμετρον
1512τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας· τοσαύτην ἄρα δυνά-
1513μεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἕνεκα τῆς καταστάσεως ἐλάττωσιν
1514τῆς προσόδου ταύτης. Ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων, τουτέστιν ἐκ
1515τῆς μὴ ἐφαρμογῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τοῦ περὶ αὐτῶν νόμου,
1516διότι, καὶ ἂν ἐφαρμοσθῇ, ὀλίγων ἡμερῶν στάδιον θὰ ἔχῃ,
1517ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι διαγραπτέαι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1518250 χιλ. Ἐκ τοῦ νόμου περὶ τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου,
1519διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς μήπω ἐφαρμογῆς, ἓν ἑκατομμύριον.
1520Ἐκ τῶν δικαιωμάτων καταναλώσεως, δι’ οὓς λόγους ἀνέ-
1521πτυξα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φόρων
1522τούτων, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἓν ἑκατομμύριον, τοῦ
1523οἴνου ἓν ἑκατομμύριον, τοῦ καπνοῦ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τοῦ
1524σιγαροχάρτου δύο ἑκατομμύρια ἐπὶ ἔλαττον, ἐκ τῶν ἀνα-
1525νεουμένων παλαιῶν χρεῶν 900 χιλιάδες ἐπὶ ἔλαττον. Τὸ
1526σύνολον ἄρα τῆς κατὰ πιθανότητα καθυστερήσεως ἔσται
152714,950,000. Ἀπέναντι τούτων θὰ ἔχωμεν προσαυξήσεις ἐσό-
1528δων τινων, ἃς ὑπολογίζομεν περίπου εἰς 2,000,000· θὰ
1529ἔχωμεν δὲ καὶ ἐλάττωσιν δαπανῶν, τουτέστι μὴ πραγμα-
1530τοποίησιν πολλῶν πιστώσεων. Τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέ-
1531σματα μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη, προστιθεμένη
1532εἰς τὰ 2 ἑκατομμύρια τὰ ἐπιπλέον εἰσπραχθησόμενα, θέλει
1533ἀποτελέσει ποσὸν, ὅπερ ἀφαιρούμενον ἀπὸ τῶν 14950000 θέλει
1534ἀφήσει ἔλλειμμα τοῦ 1884 περίπου δύο ἑκατομμυρίων. Ταῦτα
1535δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς. Τὰ ἐκτεθέντα εἶναι
1536ἐνδεικτικὰ ἁπλῶς, οὐδεμίαν δ’ ἄλλην δύνανται νὰ ἔχωσιν
1537ἔννοιαν. Τὸ ὅλον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1884, ἀφοῦ ὡς εἶπον
1538δὲν ἐφηρμόσθησαν τὰ νέα μονοπώλια, καὶ ἕνεκα τῶν ἐλατ-
1539τώσεων αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τὰ ἔσοδα, συνεπείᾳ τῆς ὑφιστα-
1540μένης καταστάσεως, τῆς τὰ μάλα ἐπιδρώσης ἐπὶ τῆς κατα-
1541ναλώσεως, θέλει εἶσθαι περίπου 2 ἑκατομμυρίων.
1542Τοῦ δὲ 1883 τὰ ἀποτελέσματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς· ὡς
1543εἶπον ὅμως τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα δὲν εἶναι πλήρη, τὸν
1544προσωρινὸν ἀπολογισμὸν θὰ φέρωμεν πρὸ τοῦ Μαρτίου, ἤδη
1545ὁμιλοῦμεν περὶ πιθανοτήτων.
1546§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι βέβαια τὰ ἀποτελέσματα μέχρι
1547τέλους Σεπτεμβρίου· ὥστε εἷς μὴν μόνον λείπει.
1548§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πλεῖστα, οὐχὶ ὅλα. Διὰ τοῦ προϋπολο-
1549γισμοῦ τὰ τακτικὰ ἔξοδα ὡρίσθησαν εἰς 72 ἑκατομμύρια καὶ
1550ἕνδεκα χιλιάδας· δι’ εἰδικῶν δὲ νόμων καὶ διαταγμάτων προσ-
1551ετέθησαν 1,334,000 εἰς τὰ ἔξοδα, ἔχομεν ἑπομένως ἐν ὅλῳ
155273,346,000. Ἐξ αὐτῶν δὲ ἐπληρώθησαν 67,553,000, καὶ ἔ-
1553μειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις 5,792,000. Αἱ ἀδιάθετοι αὗται πι-
1554στώσεις προέρχονται ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους 1,300,000· ἐκ τοῦ
1555ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν 300,000, τῆς δικαιοσύνης 400
1556000, τῶν ἐσωτερικῶν 900,000, τῶν ἐκκλησιαστικῶν 600,
1557000, τῶν στρατιωτικῶν 1,300,000, τῶν ναυτικῶν 400,000
1558τῶν οἰκονομικῶν 100,000, ἐξ ἐξόδων διοικήσεως 400,000,
1559ἐκ διαφόρων πληρωμῶν 70,000. Ἔσοδα δὲ τῆς χρήσεως
1560τοῦ 1883 εἴχομεν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
156172,133,000· ἐβεβαιώθησαν δὲ ἐξ αὐτῶν κατὰ τὰ γνωστὰ
1562μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα 65,000,000· ἑπομένως ἐβεβαι-
1563ώθησαν ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων 7,133,000.
1564Κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἴχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγε-
1565γραμμένας εἰσπράξεις ἐκ νέων φόρων, οἵτινες εἴτε δὲν ἐπραγ-
1566ματοποιήθησαν ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἴτε ἐπραγματοποιήθησαν
1567ἐπ’ ἐλάχιστον· οἱ φόροι οὗτοι εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν πνευματω-
1568δῶν ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου, ἐξ οὗ προσεδοκᾶτο πρόσοδος
15692,140,000, ἐνῷ ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους,
1570ἐφαρμοσθεὶς δὲ περὶ τὰ μέσα δὲν ἠδύνατο κατὰ τοὺς πρώ-
1571τους μῆνας νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμά τι ὡς ἐκ τῆς οἰκονομίας
1572αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἐκ τοῦ οἴνου εἴχομεν ἀναγεγραμμένα τρία
1573ἑκατομμύρια καὶ διακοσίας χιλιάδας, ἐκ τοῦ καπνοῦ 4
1574ἑκατομμύρια, ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 1,500,000, ἅτινα μετὰ
1575τῆς ἐκ τῶν ποτῶν προσόδου ἀποτελοῦσι τὰ ἐν τῷ προϋ-
1576πολογισμῷ ἀναγεγραμμένα 10,840,000. Ἐκ τῆς μὴ ἐφαρ-
1577μογῆς ὅμως ἢ ἐκ τῆς βραδείας ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἐκεί-
1578νων, αἱ βεβαιώσεις ἐξ αὐτῶν ὑπῆρξαν 2 ἑκατομμύρια καὶ
1579263 χιλιάδων· ἑπομένως ἡ μὴ πραγματοποίησις τῶν νόμων
1580ἔδει νὰ φέρῃ ἐλάττωσιν ἐσόδων 8,576,000. Ἀντὶ τούτου
1581ὅμως ἡ ἐλάττωσις εἶναι μόνον 7,133,000· ἕπεται ἄρα, ὅτι
1582ἄλλων προσόδων εἴχομεν βεβαιώσεις ἀνωτέρας.
1583§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα τὰ εἰσπραχθέντα ἐν συνόλῳ;
1584§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου δὲν ἔχομεν σημειώσεις ἀκόμη.
1585Ἡ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ προϋπολογισθέντων
1586εἶναι 7,133,000, οἱ δὲ νέοι φόροι, οἱ τὸ πλεῖστον μὴ ἐφαρ-
1587μοσθέντες ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀπήνεγκον ἐλάσσονα τῶν ἀνα-
1588γραφέντων ὡς βεβαιωθησομένων, 8,576,000· ἑπομένως
15891,443,000 ἐπὶ πλέον ἐβεβαιώθησαν ἐξ ἄλλων φόρων. Τὰ
1590ἐπὶ πλέον ἐν συνόλῳ βεβαιωθέντα εἶναι τὰ ἑξῆς: ἐξ ἐμμέ-
1591σων φόρων 270,000, δασῶν 100,000, ἐθνικῶν κτημάτων
1592400,000, προστίμων καὶ ποινικῶν ἐξόδων 90,000, τυχηρῶν
1593200,000, ἐπιστροφῶν χρημάτων 1,600,000, ἐσόδων κεκλει-
1594σμένων χρήσεων 500,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 3,970,000· τὰ δ’ ἐπὶ
1595ἔλαττον βεβαιωθέντα, πλὴν τῶν ἐκ δικαιωμάτων κατανα-
1596λώσεως εἶναι τὰ ἑξῆς: ἐκ τελωνιακῶν 700,000, χαρτοσή-
1597μου 900,000, ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν 500,000,
1598μεταλλείων 250,000, ἐξόδων ἐκλογῶν 90,000, ἤτοι ἐν
1599ὅλῳ 2,440,000, ἅτινα ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν ἐπὶ πλέον
1600βεβαιωθέντων καταλείπουσι διαφορὰν 1,443,000. Ἡ ἐπὶ
1601πλέον αὕτη βεβαίωσις, ἀφαιρουμένη ἀπὸ τοῦ καθυστερήμα-
1602τος ἐκ δικαιωμάτων καταναλώσεως, παρέχει τὴν διαφο-
1603ρὰν τοῦ συνόλου τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ προϋπολο-
1604γισθέντα. Ἀφαιρούμενα δὲ τὰ βεβαιωθέντα ταῦτα ἀπὸ
1605τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ Βασιλικῶν Διαταγ-
1606μάτων προϋπολογισθέντων ἐν συνόλῳ ἐξόδων, παριστῶσι τὸ
1607ἔλλειμμα τοῦ 1883 ἀνερχόμενον εἰς 9,925,000. Τοιαῦτα
1608εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων χρήσεων, τῆς χρή-
1609σεως 1883, καθ’ ἣν οἱ νέοι νόμοι σχεδὸν δὲν ἐλειτούργησαν,
1610καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, κατὰ πιθα-
1611νότητα, νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτε οἱ νέοι νόμοι ἐλειτούργησαν,
1612ἀλλ’ οὐχὶ ἐντελῶς, καὶ ὅτε, ὅπως πάντοτε ἐπὶ νέων φόρων,
1613ἔχομεν πολὺ ἐλάσσονα βεβαίωσιν τοῦ ἐπιτευχθησομένου
1614μέσου ὅρου τῆς βεβαιώσεως μετὰ τὴν κανονικὴν λειτουρ-
1615γίαν τῶν νόμων τούτων.
1616§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1617§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη θέλω μεταβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν
1618μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν εἰς τὴν πα-
1619ροῦσαν σύνοδον, τουτέστιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολο-
1620γισμοῦ τοῦ 1885 καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸν νομοσχε-
1621δίων. Πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1884 καὶ τοῦ
16221883, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀριθμοί, οὓς ἀνεκοίνωσα, ὑπάρχουσιν
1623ἀναγεγραμμένοι ἐντὸς τοῦ κατατεθέντος τεύχους μετὰ τοῦ
1624προϋπολογισμοῦ· μόνον ταῦτα δὲν συμπεριέλαβον, διότι
1625εἶναι πιθανότητες, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλλωνται
1626ἐπισήμως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας σημειώσεις περὶ πιθανοτήτων·
1627τὰ ἄλλα ὅμως πάντα ἀποτελοῦσιν ἐπίσημα στοιχεῖα καὶ εὑ-
1628ρίσκονται ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ παραρτηματικῷ τεύχει τοῦ
1629προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως, ὅστις τυχὸν δὲν ἠδυνήθη νὰ
1630παρακολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῶν ἀριθμῶν, δύναται ν’ ἀνα-
1631πληρώσῃ τὰ κενὰ διὰ τῶν πινάκων τοῦ τεύχους, ἔνθα εὑρί-
1632σκετε σημειωμένον πάντα ἀριθμὸν παρ’ ἐμοῦ μνημονευθέντα,
1633καὶ πλείστους ἄλλους.
1634Συντάττοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἔδει νὰ ἔχω-
1635μεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν, περὶ ἧς ὡμίλησα πρὸς ὑμᾶς
1636ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἔδει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰς
1637τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 τῶν 11,700,000 εἶχον προστεθῆ
1638δαπάναι δεκάδων ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἠδυ-
1639νάμεθα νὰ περικόψωμεν· ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ
1640πόσον ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν καὶ κατὰ τὸ
16411879 θεωρουμένων ὡς ἀναγκαίων νὰ πραγματοποιήσωμεν
1642περιστολὴν, καί τοι περιστολὴ τοιαύτη ὡς ἐκ τῆς σμικρό-
1643τητος τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου δὲν ἠδύνατο
1644νὰ φέρῃ μεγάλα ἀποτελέσματα ἀπέναντι τῶν ἐπιδιωκομένων
1645ποσῶν. Κατὰ τὸ 1879 εἴχομεν πρόσοδον 42,898,000· εἰς
1646ταύτην τὴν πρόσοδον τί προσετέθη ἔκτοτε; Κατὰ τὸ 1880
1647ἐπηνέχθησαν εἰς τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν με-
1648ταβολαί τινές· κατὰ τὸ 1880 κατηργήθη ἡ δεκάτη, ἐπι-
1649βληθέντος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐξ
1650οὗ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις ἐσόδων· ἀλλ’ ἐπεβλήθησαν ἄλλοι
1651φόροι, ἐκ τῶν ὁποίων, ἐπῆλθεν αὔξησις· ἐπεβλήθη ὁ πρόσθε-
1652τος φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν διὰ τῆς μετατρο-
1653πῆς τῆς παλαιᾶς εἰς νέαν δραχμήν, ἐπεβλήθησαν 2 δραχ-
1654μαὶ κατὰ χιλιάδα ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐπεβλήθη καὶ πρόσθε-
1655τον τέλος ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ταῦτα
1656πάντα παραβαλλόμενα πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων,
1657διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ τῆς ἀντικαταστά-
1658σεως ταύτης διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
1659σχεδὸν ἀφίνουσι τὰ ἔσοδα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον
1660πρότερον ἦσαν. Ἑπομένως ὅ,τι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ
1661εἴχομεν νὰ προσδοκῶμεν, ἐὰν μὴ ἀπὸ τοῦ 1882 ἐλαμβά-
1662νοντο μέτρα φορολογικὰ νεώτερα, θὰ ἦτο αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ
1663ποσὸν τῶν 42,898,000 δραχμῶν, τῶν εἰσπραχθεισῶν ἐκ
1664τῆς χρήσεως τοῦ 1879 μετὰ τοῦ μέσου ὅρου τῶν συνήθων
1665προσαυξήσεων τῆς προσόδου τῶν φόρων. Εἴχομεν προσέτι
1666προσθετέαν εἰς τὸ ποσὸν ἐκείνων καὶ τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ
1667τῶν νέων ἐπαρχιῶν, πρόσοδον κατὰ τὴν τότε φορολογίαν δυ-
1668ναμένην νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 5,000,000 περίπου. Ἐὰν ταῦτα
1669προσθέσωμεν εἰς τὰ 42,898,000 ἢ 43,000,000, διὰ τὸ
1670στρογγύλον τοῦ ἀριθμοῦ, ἔχομεν 48,000,000 ὡς ἀφετη-
1671ρίαν, τὰ ὁποῖα δέον νὰ ἐξογκώσωμεν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν
167285,000,000, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἐκτὸς ἐὰν ἐπι-
1673τευχθῇ ἐλάττωσίς τις δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐλάττωσιν, ὡς προεῖ-
1674πον, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα τῶν προσθέτων δαπα-
1675νῶν, διότι αἱ προσθῆκαι ἄλλαι μὲν εἶναι ἀναγκαῖα παρε-
1676πόμενα τῶν ηὐξημένων εἰσπράξεων, ἄλλαι δὲ ἀφορῶσιν εἰς
1677δαπάνας ὑποχρεωτικὰς, εἴτε διὰ συμβάσεων, εἴτε ἠθικῶς. Αἱ
1678ἐλαττώσεις ἄρα, ἂν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι, θὰ
1679καταλογισθῶσιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν διατεθεισῶν πιστώσεων
1680κατὰ τὸ 1879, ἀνερχομένων εἰς 54,647,000. Τότε μόνον
1681ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀλήθεια αὕτη, ὅταν δύνα-
1682ταί τις ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι πλὴν τῶν ὑποχρεωτικῶν ἐκεί-
1683νων δαπανῶν, περὶ ὧν ἐποίησα λόγον, ὑπάρχουσι καὶ αὐ-
1684ξήσεις ἄλλαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπιπρόσθετοι εἰς
1685τὰς δαπάνας τὰς μέχρι τοῦ 1879 γενομένας. Ἐφ’ ὅσον
1686τοῦτο μὴ ἀποδειχθῇ, οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχουσιν αἱ παρατη-
1687ρήσεις περὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον προσετέθη εἰς τὴν φορολο-
1688γίαν, διότι, ἂν μὴ προσετίθετο εἰς τὴν φορολογίαν, θὰ προ-
1689σετίθετο εἰς τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀνοίξει
1690ἐν προσεχεῖ χρόνῳ τὴν θύραν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κρά-
1691τους. Ἤδη, καὶ μετὰ τὸν περιορυσμὸν τῶν ἐλλειμμάτων
1692διὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν,
1693καὶ πάλιν βλέπετε ἐξογκουμένην τὴν ὀφειλὴν τοῦ κράτους.
1694Βλέπετε τὴν ἐν ἔτει 1882 διαχείρισιν τοῦ 1881 ἀφίνουσαν ἔλ-
1695λειμμα εἴκοσι ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων
1696τῆς χρήσεως ἐκείνης δαπανῶν. Αὐτὴ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1882,
1697καίτοι ἡ ἄκρα περὶ τὴν ἐντέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ φειδὼ
1698περιώρισε τὸ ἀρχικῶς προαγγελλόμενον ἔλλειμμα εἰς τὸ πέμ-
1699πτον ἢ τὸ ἕκτον, οὐχ’ ἧττον ἀφῆκεν ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα
1700τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ὑπῆρξε μέγα, ἀλλὰ θὰ ἦτο πολλῷ μεγα-
1701λήτερον ἂν εἶχον ἔκτοτε ἀναπτυχθῆ πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι, περὶ
1702ὧν ἐποίησα λόγον. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ἐφηρμόζετο
1703ἔκτοτε, ἀλλὰ δὲν ἐπήνεγκεν εὐθὺς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέ-
1704σματα, τὰ ὁποῖα θὰ προήγοντο μετ’ ὀλίγων ἐτῶν πάροδον,
1705τουτέστι μετὰ τὴν πλήρη αὐτοῦ λειτουργίαν. Τὰ δάνεια
1706δὲν ἦσαν τότε ἐπίσης ἐξωγκωμένα, ὡς τώρα, ἐννοῶ τὰ το-
1707κοφόρα, διότι τὰ δάνεια ἦσαν τ’ αὐτά, ἀλλὰ τὰ τοκοφόρα
1708δὲν ἦσαν τότε τόσον ἐξωγκωμένα, διότι τὸν τόκον τοῦ ἑνὸς
1709τῶν δανείων τούτων, τοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1710ἀπέτινεν οὐχὶ τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἡ κοινωνία. Εἰς τὰ ἐλλείμ-
1711ματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς ἄρ-
1712σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρέπει νὰ προστίθηται
1713πάντοτε καὶ τὸ ἔλλειμμα τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ ποσοῦ
1714τὸ ὁποῖον ἀπέτινεν ἡ κοινωνία, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀναγ-
1715καστικῆς κυκλοφορίας, διότι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς
1716ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπέτινεν ἡ κοινωνία, διὰ τῆς
1717ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος κατὰ 20%. Εἰς τὰ δά-
1718νεια ἐλάχιστα προσετέθησαν ἔκτοτε· τὸ 1879 εἴχομεν διὰ
1719τὴν ἀπότισιν τῶν δανείων ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν προϋπο-
1720λογισμὸν 17.328,000 δραχμῶν, ἀλλ’ εἴχομεν ταὐτοχρόνως
1721προσωρινὰ δάνεια 53,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 37.000,
1722000 ἦσαν δάνεια ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐξ ἐκείνων τὰ
1723ὁποῖα σήμερον ἀποτίνονται διὰ τοῦ δανείου τῶν 170,
1724000,000. Ὅταν εἰς τὰ 17 ἐκεῖνα ἑκατομμύρια προσθέ-
1725σητε τὸν ἀναλογοῦντα τόκον εἰς τὸ δάνειον τῆς ἀναγ-
1726καστικῆς κυκλοφορίας, τὸ τότε ὑφιστάμενον ποσὸν ἀναβι-
1727βάζεται πολύ, ὅταν δ’ εἰς αὐτό, οὕτως ηὐξημένον, προσθέσητε
1728τὰ τῆς ὑπηρεσίας προσθέτου δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1729ρίας, ἐκ δραχμῶν παλαιῶν 38,524,000, καὶ τοῦ δανείου τῶν
1730120,000,000, φθάνετε σχεδὸν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου
1731χρέους, τὸ ὁποῖον ἀναγράφομεν σήμερον, διότι ἐλάχιστα, ὡς
1732εἶπον, προσετέθησαν κατόπιν, καὶ προσετέθησαν ἀπέναντι τῶν
1733ἐλλειμμάτων τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐλλειμμάτων τὰ ὁποῖα
1734καὶ ταῦτα εἶναι ἀναπόφευκτοι συνέπειαι τοῦ προηγουμένου
1735ἐλλείμματος. Ἐνόσῳ δὲν κατορθώσωμεν διὰ πολιτικῆς συ-
1736στηματικῆς καὶ ἐπιμόνου νὰ περιστείλωμεν τὸ κληροδοτηθὲν
1737ἔλλειμμα καὶ νὰ τὸ ἐξαλείψωμεν, θέλομεν πάντοτε βλέπει
1738αὐξανόμενα τὰ χρέη ἡμῶν καὶ ἐξογκουμένας τὰς δυσχε-
1739ρείας· ἐὰν δὲ δὲν ἐλαμβάνετο ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς ἡ
1740πρόνοια, ἡ ληφθεῖσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῶν ἔργων αὐτῆς, ἵνα
1741καταπολεμήσῃ διὰ πάντων τῶν μέσων τὸ ἔλλειμμα, σήμε-
1742ρον, μετὰ παρέλευσιν τριῶν προϋπολογισμῶν, ἀντὶ νὰ ἔχω-
1743μεν τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὸν κα-
1744ταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, θὰ εἴχομεν προσ-
1745θέτους δυσχερείας πολλῷ μᾶλλον δυσκαταγωνίστους.
1746Ἀλλὰ καὶ ἤδη ἔχομεν δυσχερείας· οἱ φόροι δὲν ἀπέδω-
1747καν εὐθὺς τὴν πρόσοδον, ἣν παρ’ αὐτῶν ἀπεξεδεχόμεθα ἐν τῷ
1748μέλλοντι, ἀπέδωκαν πρόσοδον ἀποδείξασαν, ὅτι ἐπὶ τῶν φό-
1749ρων τούτων δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν διὰ τὴν ἀνόρθωσιν
1750τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος, ἀλλὰ δὲν ἀπέδωκαν ἔτι
1751ὁλόκληρον τὴν ἀναγκαίαν πρόσοδον πρὸς κανονισμὸν προϋπο-
1752λογισμοῦ ἀρτίου, τουτέστιν ἐπαρκοῦντος εἰς πάσας τὰς ἀνάγ-
1753κας τῆς πολιτείας. Εἶπον ποῖαι εἶναι αἱ ἀναπόδραστοι ἀνάγκαι,
1754τὰς ὁποίας οὐδεὶς σπουδαίως πολιτευόμενος δύναται νὰ θέλῃ νὰ
1755περικόψῃ· ἀλλὰ πλὴν τούτων, ὑπάρχουσιν ἄλλαι δαπάναι
1756χρήσιμοι, ἐὰν μὴ ἀναγκαῖαι, δαπάναι εἰς ἄλλα κράτη μᾶλλον
1757ἡμῶν προωδευμένα, θεωρούμεναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ
1758παρ’ ἡμῖν δυνάμεναι νὰ θεωρηθῶσιν ἁπλῶς χρήσιμοι. Πάσας
1759ταύτας τὰς δαπάνας ἐθέσαμεν κατὰ μέρος, ἵνα δυνηθῶμεν
1760ν’ ἀποκτήσωμεν τέλος βεβαίαν καὶ διαρκῆ τὴν ἐξί-
1761σωσιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Πρέπει νὰ λάβωμεν
1762σταθερὰν ἀπόφασιν μηδὲν νὰ προσθέτωμεν εἰς τὸν προϋπο-
1763λογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπιβάλληται ὑπὸ
1764ἀναποδράστου ἀνάγκης, καὶ τοῦτο ἐν ὅσῳ δὲν παρουσιάζει
1765ὁ προϋπολογισμὸς σταθερὸν περίσσευμα. Μόνον ὅταν τοιοῦ-
1766τον περίσσευμα ἀναφανῇ, ἐπιτρέπεται σκέψις περὶ προσθέτων
1767δαπανῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν φαίνωνται αὗται χρήσιμοι.
1768Ταύτην εἴχομεν τὴν ἀρχὴν ὁδηγὸν περὶ τὸν καταρτισμὸν
1769τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους· ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ προϋ-
1770πολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἤδη δυνάμεθα, ἐπὶ τῇ βάσει πραγ-
1771ματικῶν ἀποτελεσμάτων, ν’ ἀναγράψωμεν ἐν αὐτῷ τὴν
1772πρόσοδον τῶν νέων φόρων, ὁποία δείκνυται πιθανὴ ἐκ τῆς
1773τοῦ τελευταίου ἔτους, μειοῦντες κατὰ τοῦτο πολὺ τὰ πρό-
1774τερον ἀναγεγραμμένα, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καὶ ἐν τῷ προϋπο-
1775λογισμῷ τῶν ἐξόδων, ἐπὶ ὁμοίας στηριζόμενοι πληροφορίας,
1776τουτέστιν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, ἠδυνά-
1777μεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν πιστώσεων τὰ ποσὰ, τῶν ὁ-
1778ποίων ἀπεδείχθη ὅτι δὲν γίνεται χρῆσις. Διὰ τοιαύτης δι-
1779πλῆς ἐργασίας, τοῦτο μὲν διὰ τῆς ἀποφάσεως, ὅπως μηδε-
1780μία γένηται προσθήκη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων,
1781μὴ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ ἀπολύτου ἠθικῆς ἢ νομικῆς ἀνάγκης,
1782τοῦτο δὲ διὰ τῆς διαγραφῆς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
1783ἐξόδων πάντων ὅσα ἀπεδείχθησαν ὅτι δὲν δαπανῶνται, ὁ
1784προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐλαττοῦται κατὰ 5,000,000
1785περίπου δραχμῶν, ὡς θέλω ἐκθέσει λεπτομερέστερον μετ’ ὀ-
1786λίγον, καὶ διὰ τῆς μειώσεως ταύτης ἀντισηκώνονται αἱ
1787ἀναπόδραστοι προσθῆκαι, μενούσης καὶ διαφορᾶς ἐπὶ ἔλατ-
1788τον 561 χιλιάδων δραχμῶν.
1789Ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἀνεγράψαμεν τὴν
1790πρόσοδον τῶν φόρων, ὁποία ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἀποτελεσμά-
1791των, οὐχὶ πλέον ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας καὶ
1792ἐξ ὑπολογισμῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ὁ-
1793μοίων φόρων ἀλλαχοῦ. Ἐκ τούτου ἐπέρχεται μεγάλη ἐλάτ-
1794τωσις εἰς τὰ ἀναγραφόμενα ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνα-
1795γράφομεν ὅμως καὶ προσαυξήσεις προσόδων, ἃς θέλω ἀναφέρει
1796μετ’ ὀλίγον.
1797Καὶ εἰσερχόμεθα εὐθὺς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστον
1798τοῦ τε προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τοῦ τῶν ἐξόδων.
1799Ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς
1800ἀναγράφει ἔσοδα τῆς χρήσεως 1885, 85,641,000, ἔξοδα
1801δὲ ἀναγράφει 85,252,000 ἑπομένως ὑπάρχει πλεόνα-
1802σμα ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν.
1803§33ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι καὶ πέρυσιν
1804εἴχετε περίσσευμα.
1805§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πέρυσιν εἴχομεν περίσσευμα, καὶ ἐλ-
1806πίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελ-
1807θόντα δυσάρεστα, θέλει ἀπολήξει σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον. Εἶναι
1808πρόδηλον ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα
1809παρέστησα πρὸ ὀλίγου ὡς πιθανά, ὅτι ἐὰν δὲν ἀνεφύοντο αἱ
1810οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τοῦ παρόντος ἔτους, καὶ ἐὰν ἐφηρμό-
1811ζοντο οἱ νόμοι ὀλίγον ταχύτερον, μήπω ἐφαρμοσθέντες ἕνεκα
1812τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, ἐὰν ταῦτα
1813ἐγίνοντο, βεβαίως θὰ εἴχομεν περίσσευμα, καὶ θὰ εἴχομεν
1814περίσσευμα ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολο-
1815γισμῷ.
1816§35ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας, ἀλλὰ φο-
1817βοῦμαι, ὅτι εἶναι ματαία ἡ εὐχή μου.
1818§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι δύνασθε νὰ θεωρῆτε βέβαιον, καὶ δὲν
1819εἶναι ματαία εὐχὴ, εἶναι, ὅτι ἐὰν ψηφίζητε τὰ μέτρα τῆς
1820Κυβερνήσεως, μετὰ ἓν, δύω ἢ τρία ἔτη, θὰ ἴδητε τὸ ἰσοζύγιον
1821παρασκευάζον τὴν ὁδὸν εἰς τὰ περισσεύματα.
1822Τὰ ἔσοδα, ὡς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
18231885, παρουσιάζουσι διαφορὰς πρὸς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν
1824ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, ἄλλας μὲν ἐπὶ πλέον καὶ
1825ἄλλας ἐπὶ ἔλαττον. Ἰδοὺ δὲ αἱ κυριωδέστεραι. Ἐκ τῶν
1826ἀμέσων φόρων ἀνεγράφη ἐπὶ πλέον ἐκ τῆς ἐπικαρπίας τῶν
1827σπειρομένων ἐθνικῶν γαιῶν μικρὸν ποσὸν 5,000 δραχμῶν,
1828κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος· ἐκ τοῦ σταφιδο-
1829κάρπου καὶ τῶν σύκων ἀπεκδεχόμεθα αὔξησιν ἐπὶ τοῦ πο-
1830σοῦ τοῦ ἀναγραφέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἡ αὔξησις
1831ἔδει νὰ ᾖ πολλῷ μεγαλειτέρα τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ
1832προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, αἵ-
1833τινες ἴσως θὰ ἐπιδράσωσι δυσαρέστως ἐπὶ τὴν καλλιέργειαν,
1834ἐθεωρήσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσωμεν ποσὸν ἀνώ-
1835τερον. Τούτου ἕνεκα, περιλαμβάνοντες ἐν τῇ αὐξήσει καὶ
1836τὴν πρόσοδον τοῦ ἐκ 5% ὁδικοῦ φόρου, κατὰ παρα-
1837δρομὴν παραλειφθεῖσαν ἐν τῷ προηγουμένῳ προϋπολογισμῷ
1838ἀναγράφομεν αὔξησιν 206,000 δραχμῶν.
1839Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων ἔχομεν αὔξησιν 300,000
1840δραχμῶν, τοῦτο δὲ, διότι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πα-
1841ρελθόντος ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ πρόσοδος ἔσται μεγαλειτέρα
1842τῆς ἀναγεγραμμένης πρότερον, καὶ διότι ὡς προεῖπον, ὁμιλῶν
1843περὶ τῆς καταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης τῶν νέων Ἐ-
1844παρχιῶν, ὑπάρχει εἰσαγωγὴ ποιμνίων πολλῷ μεγαλειτέρα
1845ἢ πρότερον, ἥτις εἶχεν ὑπολογισθῆ ἐν καιρῷ ὡς ἱκανὴ, ἵνα
1846ἀποφέρῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων πρόσοδον ἀντισηκώνουσαν
1847τὴν θυσιαζομένην ἐκ 288,000 δραχμῶν, διὰ τῆς καταργή-
1848σεως τοῦ κατὰ ξηρὰν εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ὁ φόρος τῶν ἐπι-
1849τηδευμάτων, μετὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν, ἀπέ-
1850δειξεν, ὅτι φέρει ποσὸν κατὰ 300,000 δραχμῶν ἀνώτε-
1851ρον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐπίσης καὶ εἰς τὰς ἀνω-
1852νύμους ἑταιρίας ἔχομεν προσθήκην προσόδου 50,000 δραχ-
1853μῶν. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔχομεν ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν ἀμέσων
1854φόρων τὰς ἑξῆς· 1.350,000 ἐκ τοῦ ἐλαίου, διότι τὸ ἔτος
1855τοῦτο εἶναι τὸ ἄφορον, 100,000 ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ
1856τῶν καρπῶν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχε σημειωθῆ ποσὸν ὑπέρ-
1857τερον τοῦ πραγματικοῦ· ἐπίσης τοῦ δικαιώματος ἐπικαρπίας
1858τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν ἡ πρόσοδος ἀπεδείχθη κατωτέρα τῆς
1859ὑπολογιζομένης, ἀφαιροῦντες ὅμως ἀπὸ τῆς διαφορᾶς τὰ ἐπὶ
1860πλέον βεβαιωθησόμενα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἰδιωτικῶν καὶ κοι-
1861νοτικῶν βοσκῶν, σημειοῦμεν 50,000 δραχμῶν ἐπὶ ἔλαττον.
1862Οἱ ἔμμεσοι φόροι παρουσιάζουσιν αὐξήσεις· ἐκ τῶν τελω-
1863νιακῶν 1,000,000· τοῦτο δὲ διότι, ὅπως τὸ ἔτος 1885 διὰ
1864τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ ἐλαίου τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν εἶ-
1865ναι οἰκονομικῶς ἄφορον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου
1866φόρος ἐσημειώθη ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 1,350,000 δρ., οὕτω
1867τὸ αὐτὸ ἔτος διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἧς τὸ ἔλαιον φορολογεῖ-
1868ται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, εἶναι οἰκονομικῶς εὔφορον, διότι
1869καταλογίζεται εἰς τὸ ἔτος τοῦτο ἡ τοῦ ἑτέρου ἔτους παρα-
1870γωγή, ὡς κατ’ αὐτὸ ἐξαγομένη. Εἰς τὴν ἐπὶ πλέον δια-
1871φορὰν 700,000 δραχμῶν προσθέτομεν 300,000 δραχμ.
1872ἐκ προσαυξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμο-
1873γῆς τοῦ νέου δασμολογίου. Εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου
1874προσθέτομεν 2,000,000, διότι ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελ-
1875θοῦσαν σύνοδον νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως ἁπάντων τῶν
1876περὶ χαρτοσήμου νόμων καὶ ἀναχωνεύσεως αὐτῶν εἰς ἕνα, διαῤ-
1877ῥυθμίζοντα ἄλλως τὴν κλίμακα τῆς φορολογίας· ἡ νέα διαῤῥύθ-
1878μισις, ἥτις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀνάγκην, ὅπως φεισθῇ ὁ νόμος τῶν
1879μικρῶν περιουσιῶν καὶ ἐπιβαρύνῃ ὅσον ἔνεστι τὰς μεγαλειτέρας,
1880προσέτι δὲ καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αἱ ἐξασφαλίζουσαι
1881τὴν πραγματοποίησιν τῆς φορολογίας ἐν πολλοῖς, ἐν οἷς ἀπε-
1882δείχθη ὅτι αὕτη διαφεύγει αὐτὴν, ταῦτα πάντα καθι-
1883στῶσι πιθανωτάτην τὴν αὔξησιν τῆς εἰσπράξεως κατὰ πο-
1884σὸν ἴσως ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου. Ἐκ τῶν προ-
1885στίμων τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, καὶ
1886ἐκ τῶν ἐπὶ παραβάσεσι τῶν διαφόρων φορολογικῶν νό-
1887μων καταγινωσκομένων ποινῶν, ἀναγράφεται αὔξη-
1888σις 200,000 δραχμῶν, δικαιολογουμένη ἐκ τῶν μέχρι
1889τοῦδε βεβαιώσεων. Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων ἀναγράφεται
1890αὔξησις 230,000 δραχμῶν, διότι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμ-
1891μένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 δὲν ἀφορᾷ εἰς ὁλό-
1892κληρον τὸ ἔτος. Ἐκ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων, ἀ-
1893τμοπλοίων καὶ λοιπῶν, ἡ πρόσοδος ἀνεγράφη ὑπερτέρα κατὰ
1894100,000 δραχμῶν. Κατὰ 700,000 δραχμῶν ἀνεγράφη
1895ὑπερτέρα ἡ ἐκ τῶν πυρείων πρόσοδος, ἥτις πέρυσιν εἶχεν
1896ἀναγραφῆ μόνον διὰ τμῆμα τοῦ ἔτους. Ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ
1897πετρελαίου ἀναγράφεται εἴσπραξις 2,900,000 ἐπὶ πλέον,
1898εἴσπραξις ἐννοεῖται ἀκαθάριστος, διότι ἡ ἀντίστοιχος δα-
1899πάνη σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Ταῦτα
1900εἶναι τὰ ἐπὶ πλέον ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, τὰ δὲ ἐπὶ
1901ἔλαττον ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι τὰ ἑπόμενα.
1902Τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν στηρίζοντες ἐπὶ τῶν γνωστῶν
1903ἀποτελεσμάτων, σημειοῦμεν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν
1904πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου ἐλάττωσιν 940,000
1905δραχμῶν, ἐπὶ τῶν οἴνων ἐλάττωσιν 1,200,000, ἐπὶ τοῦ
1906σιγαροχάρτου ἐλάττωσιν 1,800,000, ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐλάτ-
1907τωσιν 5,325,000. Εἰς τὰ δημόσια νομήματα καὶ κτήματα
1908σημειοῦμεν αὔξησιν τῆς προσόδου ἐξ ἰαματικῶν ὑδάτων καὶ
1909ἰχθυοτροφείων 28,500 δρ. εἰς τὸ ἅλας αὔξησιν 700,000 δρ.
1910ἀκαθάριστον’ τοῦτο δὲ, διότι εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέ-
1911διον, κατὰ τὸ ὁποῖον συνιστῶνται εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, ἐν
1912αἷς, διατηρουμένου καθ’ ὅλα τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος,
1913ὡς πρὸς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, ἔνθα τὸ ἅλας θὰ ἐξακο-
1914λουθῇ πωλούμενον ἀντὶ 10 λεπτῶν κατ’ ὀκὰν, θέλει πωλεῖ-
1915σθαι ἅλας ἀντὶ 15 λεπτῶν κατ’ ὀκὰν, ἢ καὶ ὀλιγώτερον,
1916πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων.
1917§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ἐξοικονομήσητε καὶ τὰ πρό-
1918σωπα.
1919§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς,
1920ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς οἰκονομίαν προσώπων, τῷ καθιστῶ
1921γνωστὸν, ὅτι θὰ δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν ἡ μεταφορὰ καὶ διαχεί-
1922ρισις. Ἡ ἐκ τῶν δασῶν πρόσοδος αὐξάνει ὡσαύτως κατὰ
1923479,000 δραχμῶν, κυρίως ὡς ἐκ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώ-
1924σεως τῶν διὰ ξηρᾶς ἐπ’ ἐμπορίᾳ εἰσαγομένων εἰς τὰς πόλεις
1925καυσοξύλων πρὸς τὰ διὰ θαλάσσης εἰσαγόμενα, διότι ἤδη φο-
1926ρολογοῦνται μόνον τὰ καυσόξυλα τὰ εἰσαγόμενα διὰ θαλάσ-
1927σης, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, τὸ ὁποῖον εἰσάγο-
1928μεν θὰ φορολογῆται καὶ ἡ διὰ ξηρᾶς ἐπ’ ἐμπορίᾳ γινομένη
1929εἰσαγωγή. Ἡ διὰ θαλάσσης γινομένη εἰσαγωγὴ ἐφορολογεῖτο
1930ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς προστασίας τῶν δασῶν, ἀλλ’ ὁ αὐτὸς λό-
1931γος ὑπάρχει καὶ πρὸς τὴν διὰ ξηρᾶς εἰσαγωγὴν, ἴσως μά-
1932λιστα ὑπάρχει ὑπέρτερος ὁ λόγος τῆς προστασίας τῶν δα-
1933σῶν ἐν τῇ διὰ ξηρᾶς εἰσαγωγῇ, ὡς πολὺ εὐχερεστέρᾳ.
1934Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων
1935ἔχομεν προσθήκην 57,000 καὶ ἀφαίρεσιν 200,000 ὑπα-
1936γορευομένας ἐκ τῶν προσφάτων ἀποτελεσμάτων. Ἐν τῷ
1937κεφαλαίῳ τῶν «διαφόρων εἰσοδημάτων» ἔχομεν αὐξήσεις
1938ἐκ τόκων ὑπερημερίας 25,000, ἐξ ἀποληπτέων ἐξόδων
1939πολιτικῶν δικῶν 21,000· ἐξ ἀποληπτέων ἐξόδων κατα-
1940μετρήσεων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν φορολογικῶν νόμων 19,500·
1941ἐκ διοδίων καὶ πορθμείων 27,100· ἐξ ἀποληψίμων ἐξό-
1942δων τῶν ἐνεργηθησομένων βουλευτικῶν ἐκλογῶν 140,000,
1943ὧν τὸ ἀντίῤῥοπον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων· ἐκ
1944τῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου προκαταβαλλομένων τελῶν καὶ ἐξό-
1945δων, τῶν ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένων,
1946375,000 δραχμῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ οἱ προϋπολογισμοὶ
1947τοῦ κράτους ἀναγράφουσιν οὐχὶ τὴν βεβαιουμένην πρόσοδον,
1948ἀλλὰ τὴν εἰσπραττομένην, διότι τοιαύτη ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ
1949διαφορὰ μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ὥστε, ἐὰν ἀνε-
1950γράφετο ἡ βεβαίωσις, θὰ εἴχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀ-
1951ριθμοὺς κενούς· μετὰ τὸν νέον ὅμως περὶ εἰσπράξεων νόμον,
1952τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀπεδείχθη,
1953ὅτι ἡ εἴσπραξις πλησιάζει ἤδη πλειότερον πρὸς τὴν βεβαίω-
1954σιν, τοῦτο δὲ θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἀναγραφὴν τοῦ βεβαιω-
1955θησομένου ποσοῦ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, κατὰ τὸν κρατοῦντα
1956κανόνα ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις ἄρθροις τοῦ προϋπολογισμοῦ·
1957οὐχ ἧττον ἐθεωρήθη προτιμότερον ν’ ἀναγραφῇ καὶ πάλιν
1958τὸ εἰσπράξιμον ἀντὶ τοῦ εἰσπρακτέου, αὐξανόμενον ὅμως κατὰ
1959τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ εἰσπρά-
1960ξεων νόμου ἀποτελεσμάτων. Ἑτέραν ἐπὶ πλέον πρόσοδον ἐν
1961τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἔχομεν ἐκ 50,000, ἕνεκα τῆς μετὰ
1962τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπολήψεως τό-
1963κου 4%, ἀντὶ 1%, ἐπὶ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ
1964Τραπέζῃ κατατεθειμένων κεφαλαίων, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δια-
1965φόρων ἐθνικῶν δανείων. Ἔχομεν προσέτι πρόσοδον 1,500,000
1966ἐκ διαφορᾶς τῶν ἀποδοθησομένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης Κων-
1967σταντινουπόλεως 11,500,000 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμ-
1968μάτια, ἀντὶ 10,000,000 εἰς μεταλλικόν. Ὅτε συνήφθη καὶ
1969ἐξετελέσθη ἡ συμφωνία, τὰ ἐξ 11,500,000 δραχμῶν γραμ-
1970μάτια εἶχον ἴσην ἀξίαν πρὸς τὰ 10,000,000, τοῦ ἀντ’
1971αὐτῶν καταβληθέντος εἰς τὴν Τράπεζαν Κωνσταντινουπό-
1972λεως μεταλλικοῦ, ἤδη ὅμως ἔχουσιν ἀξίαν ὑπερτέραν κατὰ
19731,500,000, ἤτοι τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν, ἀφοῦ ὡς
1974ἐκ τῆς προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ
1975τραπεζικὸν γραμμάτιον ἔχει τὴν ἀξίαν τοῦ μεταλλικοῦ νο-
1976μίσματος. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα αὔξησις ἐν τῷ αὐτῷ κεφα-
1977λαίῳ δραχμῶν 54,000, ἐξ ἀποδόσεως τιμήματος ἱματισμοῦ
1978ναυτῶν. Ἐπὶ ἔλαττον δ’ ἔχομεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ
197910,000 ἐκ δικαιωμάτων στατῆρος καὶ κοιλοῦ, κατὰ
1980τὴν γενομένην ἐνοικίασιν, καὶ 142,000 δραχμῶν, ὡς ἀνα-
1981βαλλομένης τῆς ἐγγραφῆς ὀφειλομένων τόκων παρὰ τοῦ ἐπὶ
1982τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου, μέχρι κανονισμοῦ τοῦ οἰκείου λο-
1983γαριασμοῦ. Τὰ ἐκκλησιαστικὰ εἰσοδήματα παρουσιάζουσι
1984προσθήκην 58,000 καὶ ἐλάττωσιν 12,000, κατὰ τὰ ἀποτε-
1985λέσματα τοῦ παρελθόντος. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν καθυ-
1986στερούντων ἐσόδων, ἔχομεν 900,000 δραχμῶν ἐλάττωσιν,
1987διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ μετατροπῆς τῶν
1988χρεῶν δὲν ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἑπο-
1989μένως δὲν ἔχομεν τὴν πρόσοδον, ἣν ἐξ αὐτοῦ ἀπεξεδεχό-
1990μεθα. Μένουσιν οὕτω τὰ πρὸς τὸ δημόσιον χρέη ἀκέραια, ἀλλὰ
1991κατ’ ἐλάχιστον πληρώνονται. Τοιαῦται αἱ αὐξομειώσεις τῶν
1992ἐσόδων, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῶν, κατὰ
1993τὸ 1885, συμποσοῦται εἰς 85,641,000, ἤτοι ἐν συνόλῳ
1994εἰς ποσὸν ἔλαττον τῶν τοῦ 1884 κατὰ 481,403 δραχμάς.
1995Ἐπὶ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς εἶπον, ἐτη-
1996ρήθη ἡ ἀρχή, ὅπως μηδεμία γένηται προσθήκη, πλὴν ἐκεί-
1997νων, ἃς ἐπιβάλλουσι νομικοὶ λόγοι ἢ καὶ ἠθικοί, ἀλ-
1998λὰ λόγοι ὑπερτάτης ἀνάγκης· διὰ τοῦτο, καὶ προσέτι
1999διότι ἐν τοῖς προϋπολογισθεῖσιν ἐλήφθησαν πλειότερον ὑπ’ ὄ-
2000ψει ἢ ἐν τῷ παρελθόντι τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα, ἔχο-
2001μεν ἐπαισθητὰς ἐλαττώσεις. Ἐν ᾧ τουτέστιν ἐν τῷ παρελ-
2002θόντι ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει πλειότερον ἡ ἀνωτάτη κατὰ νό-
2003μον δαπάνη, ἤδη ἐπλησιάσαμεν πλειότερον πρὸς τὰ ἠλατ-
2004τωμένα ποσά, ἅτινα ἐν τοῖς πράγμασιν ἐπάγεται ἡ τῶν νό-
2005μων ἐκτέλεσις. Ἐκ τούτων πάντων προκύπτουσιν ἐν τῷ
2006προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων αἱ ἑξῆς αὐξομειώσεις. Ἐν τῷ
2007ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν προστίθενται, ἕνεκα τῆς συνο-
2008μολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, 4,891,000
2009δραχμῶν· ἕνεκα τῆς συνήθους προσθήκης νέων συνταξιούχων
201072,000· δι’ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
2011Συνεδρίου καὶ μεταφορὰν τῶν ἀρχείων του 18,000· εἰς τὰ
2012ἔξοδα τῶν ταμείων, ἕνεκα τῆς προσθήκης ὑποδεεστέρου προσω-
2013πικοῦ 37,000· εἰς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ χαρτοσήμου, ἕνεκα τῆς
2014αὐξήσεως τῶν ἀντιστοίχων εἰσπράξεων 98,000· πρὸς ἀγο-
2015ρὰν τῶν παιγνιοχάρτων 90,000, τῶν πυρείων καὶ τοῦ πε-
2016τρελαίου 740,000· διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἁλάτων εἰς ἐ-
2017παρχιακὰς ἀποθήκας 431,733· ἀφαιροῦνται δὲ ἐκ τῶν ἐξό-
2018δων τῶν δανείων διὰ διαφορὰν συναλλάγματος καὶ ἐκ τόκων
2019δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 842,000 δραχμῶν· ἐκ
2020τῶν ἐξόδων τοῦ στατιστικοῦ γραφείου 28,000 δραχμαί·
2021ἐκ τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων 1,117,194· ἐκ τῶν
2022ἐξόδων οἰκοδομῶν τελωνιακῶν καταστημάτων 300,000· ἐκ τῶν
2023ἐξόδων νέων ἀτμοτελωνίδων, περιληφθησομένων ἐν τῷ προϋπο-
2024λογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 54,815· ἐκ τῶν ἐξό-
2025δων τῶν ταινιῶν, τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῶν ἐργοστασίων
2026τοῦ καπνοῦ 1,370,000· ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων 300,000.
2027Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης προστίθενται 15,000 εἰς τὰ
2028ἐνοίκια τῶν καταστημάτων· 56,000 εἰς τὰ ἔξοδα τῶν φυλακῶν
2029ἕνεκα τοῦ νέου ὀργανισμοῦ αὐτῶν, καὶ 76,000 εἰς τὰ ἔξοδα τῆς
2030ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀφαιροῦνται δὲ 15,000 ἐκ τῶν μισθῶν.
2031Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐσωτερικῶν προστίθενται· εἰς τὰ
2032ἔξοδα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἕνεκα τοῦ νέου ὀργανι-
2033σμοῦ της 11,640· εἰς τὰ ἔξοδα διατηρήσεως καταδίκων 20,
2034000· εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ἐνεργηθησομένων νέων ἐκλογῶν 132,
2035000· ἀφαιροῦνται δὲ ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας
2036καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐπαρχείων καὶ νομαρχιῶν, λόγῳ οἰ-
2037κονομίας, 111,000· ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν κατὰ
2038τὸν νέον ὀργανισμὸν 44,000· ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τη-
2039λεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἕνεκα συγχωνεύσεως θέσεων, 60,000
2040δραχμῶν· δὲν ἀναγράφεται μεγαλείτερον ποσὸν, καί τοι ὑπο-
2041βληθήσεται νομοσχέδιον περὶ συγχωνεύσεως τῶν δύο ὑπηρε-
2042σιῶν· ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπιτευχθῆ οἰκονομία
2043πολλῷ σπουδαιοτέρα· ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν
2044ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 τὸ ὅλον αὐτῆς ποσόν· εὐθὺς
2045ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ δύνανται νὰ πραγματο-
2046ποιηθῶσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ κατώτερον προσωπικὸν, τουτέστι
2047πᾶσαι αἱ ταχυδρομικαὶ ὑποεπιστασίαι καί τινες τῶν ἐπιστα-
2048σιῶν δύνανται ἀπὸ τοῦδε νὰ καταργηθῶσιν, ἀνατιθεμένων τῶν
2049καθηκόντων αὐτῶν εἰς τὰ τηλεγραφεῖα· ἐκ τοῦ προσωπικοῦ
2050καὶ τῶν ἐξόδων τῶν μηχανικῶν 25,000· ἐκ τῶν ἐπι-
2051σκευῶν δημοσίων κτιρίων 130,000. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν
2052Ἐκκλησιαστικῶν προστίθενται· εἰς μισθοὺς ἀρχιερέων, ἕνεκα
2053τῶν νέων χειροτονιῶν, 10,000· εἰς μισθοὺς δημοδιδασκάλων,
2054ἕνεκα αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, 15,700·
2055ἀφαιροῦνται δέ· ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἕνε-
2056κα καταργήσεως θέσεων βοηθῶν 120,000, ἐκ τῶν ἐξόδων
2057δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπάναι μὴ ἀναγκαῖαι 85,000.
2058Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν προστίθενται τὰ ἔξοδα
2059τῆς σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν δραχμαὶ 108,000· δι’
2060ἱματισμὸν στρατοῦ 1,100,000· ἀφαιροῦνται δέ· ἐκ μισθῶν, ἕ-
2061νεκα κενῶν θέσεων 248,000· ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, περιορι-
2062ζομένης τῆς δυνάμεως, 900,000· ἐκ τῶν ἐξόδων τροφῆς
2063καὶ ἱππονομῆς, ἕνεκα ἀφαιρέσεως ἀριθμοῦ καὶ ὑποτιμήσεως
2064τοῦ ὑλικοῦ 1,150,000· ἐκ τῶν ἐξόδων νοσηλείας καὶ ἰδιω-
2065τικῶν ὑπηρεσιῶν 98,000. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν
2066προστίθενται· εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Ναυστάθμου, ἕνεκα αὐ-
2067ξήσεως τῶν τεχνιτῶν 49,000· εἰς τὴν νεοσύστατον σχολὴν
2068τῶν δοκίμων 71,000· εἰς τὴν δαπάνην τοῦ ἱματισμοῦ 10,
2069000· εἰς τὰ ἔξοδα τῶν φάρων καὶ φανῶν 13,000· εἰς τὰ
2070ἔξοδα νοσηλείας καὶ ὁδοιπορικὰ 16,790. Ἀφαιροῦνται δὲ
2071ἐκ τῶν ἐξόδων ὑλικοῦ 343,640· ἐκ τῶν μισθῶν, ἕνεκα τῆς
2072ἐλλείψεως βαθμοφόρων 144,000· ἐκ διαφόρων ἐξόδων μὴ
2073πραγματοποιηθέντων ἐν τῷ παρελθόντι, ὡς μὴ ἀναγκαίων,
2074200,000.
2075Αὗται εἶναι αἱ ἐλαττώσεις καὶ προσθῆκαι, ὡς ἐκ τῶν ὁ-
2076ποίων ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀπολήγει εἰς τὸ ὁλικὸν
2077ἄθροισμα τῶν δραχμῶν 85,252,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα, ὡς
2078εἶπον, εἶναι ἀναγκαῖα, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀναγκαῖα,
2079φαίνονται ὑπέρτερα τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Τοῦτο κατ’
2080οὐδὲν βοηθεῖ τὰς σκέψεις ἡμῶν, διότι καὶ ἂν ἦναι, ὡς φαί-
2081νονται, ὑπέρτερα, εἶναι ἀνεπίτευκτος σπουδαία αὐτῶν ἐλάτ-
2082τωσις. Ἀλλ’ εὐτυχῶς οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους
2083εἶναι τοιαῦτα, οἷα φαίνονται ἀναγραφόμενα καὶ ψηφιζόμενα,
2084οὔτε τὰ ἔσοδα εἶναι τοσαῦτα ἐκ φορολογίας, ὅσα ἀναγρά-
2085φονται. Πρέπει τοῦτο νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει πρὸς τὴν ὀρθὴν
2086ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ψηφίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν,
2087διότι εἷς ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς τὰ παράπονα κατὰ τῆς φο-
2088ρολογίας ὑποστηρίζονται, εἶναι ὅτι μεταδίδοται ἡ πεποί-
2089θησις εἰς τὸν φορολογούμενον, ὅτι φορολογεῖται ὁ ἑλληνικὸς
2090λαὸς πλειότερον τῶν ἄλλων λαῶν, καὶ πλειότερον ἢ ὅσον αἱ
2091δυνάμεις αὐτοῦ ἐπιτρέπουσιν. Βλάπτει δὲ καὶ τὴν ἐν τῷ
2092ἐξωτερικῷ πίστιν τῆς χώρας ἡ πεπλανημένη ἰδέα, ὅτι φορο-
2093λογεῖται ὁ λαὸς μέχρις ἐξαντλήσεως, καὶ ὅτι ἡ δημοσία τοῦ
2094κράτους ὑπηρεσία εἶναι πολυτελής. Καὶ, οἷος φαίνεται, ἐξε-
2095ταζόμενος ὁ προϋπολογισμὸς, ἐὰν πρὸς τὸν πληθυσμὸν ὑπο-
2096λογισθῶσι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, δὲν παρουσιάζει ἀναλο-
2097γίαν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑποβάλλονται τὰ ἧττον φο-
2098ρολογούμενα κράτη. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ
2099ἐκτίμησις τῆς ἀναλογίας κατὰ κεφαλὴν δὲν παρέχει ἀληθῆ
2100τὰ συμπεράσματα, διότι ἐπὶ τὴν ἀναλογίαν κατὰ κεφαλὴν
2101δὲν ἐπιδρᾷ ἡ φορολογικὴ δύναμις τοῦ ἀτόμου. Ἔπρεπε νὰ
2102γινώσκωμεν τὴν ἀναλογίαν πρὸς τὴν πρόσοδον τὴν ἰδιωτι-
2103κὴν τῆς χώρας, ἵνα δυνηθῶμεν ἀσφαλῶς ν’ ἀποφανθῶμεν
2104περὶ τοῦ βάρους τῆς φορολογίας. Οὐχ’ ἧττον ὅμως, ἐν ἐλλεί-
2105ψει προσδιορισμοῦ τοιαύτης ἀναλογίας, ὅστις, ἀλλαχοῦ μὲν
2106ἐπετεύχθη κατὰ προσέγγισιν μόνον, ἐν Ἑλλάδι δὲ εἶναι ἐν-
2107τελῶς ἀνέφικτος, διὰ τὴν ἔλλειψιν στατιστικῶν πληροφο-
2108ριῶν ἐξικνουμένων μέχρι τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου, ἐξ ἀνάγκης
2109πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κατὰ κεφαλὴν
2110ἀναλογίας. Ἡ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογία τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
2111δων τοῦ κράτους εἶναι κατωτέρα καὶ αὐτοῦ τοῦ κατωτάτου
2112ὅρου ἄλλων κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ πολὺ μικροτέρα πα-
2113ρίσταται, ὅταν ζητήσωμεν αὐτὴν, διακρίνοντες τὰ ἐκ φόρων
2114ἔσοδα ἀπὸ τῶν λοιπῶν προσόδων, ὅταν τὰ ἔξοδα τῆς ὑπη-
2115ρεσίας διακρίνωμεν ἀπὸ τῶν ἄλλων πιστώσεων τῶν ἀναγρα-
2116φομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε λόγῳ τάξεως, εἴτε χά-
2117ριν συντηρήσεως δημοσίας περιουσίας, εἴτε χάριν προσόδου
2118ἐκ δημοσίων νομημάτων, εἴτε εἰς ἀπότισιν προγενεστέρων
2119ὑποχρεώσεων τοῦ κράτους ἐλαττοῦσαν τὸ παθητικόν.
2120Ἐκ τῶν ἐσόδων βαρύνουσιν ἐπὶ τὸν λαὸν μόνον τὰ ἐκ φόρων·
2121δέον ἄρα νὰ διακρίνωμεν τὴν ἐκ φόρων πρόσοδον. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου
2122τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐμελετήθησαν καὶ προώδευσαν πλειότε-
2123ρον ἢ ἐν παντὶ ἄλλῳ Κράτει, ὁ προϋπολογισμὸς ἤδη συντάσσεται
2124κατὰ διαιρέσεις τοιαύτας· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διακρίνονται τὰ
2125ἔσοδα τὰ ἐκ φόρων, ἀπὸ τῶν ἀναγραφομένων λόγῳ τάξεως, ἢ τῶν
2126ἐκ προσόδου περιουσίας, ἢ τῶν ἐξ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων.
2127Ἐπίσης καὶ εἰς τὰ ἔξοδα γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν ἐξό-
2128δων τῆς καθαρᾶς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καὶ τῶν ἐξόδων
2129τῶν λόγῳ τάξεως ἀναγραφομένων ἢ τῶν διατιθεμένων εἰς
2130ἀπόκτησιν κινητοῦ ἢ ἀκινήτου. Ἡμεῖς ἔτι δὲν δυνάμεθα
2131τὸν προϋπολογισμὸν νὰ συντάξωμεν οὕτως· δυνάμεθα ὅμως
2132νὰ κατατάξωμεν τὰ τοῦ πρϋπολογισμοῦ ἐν τοιαύταις κα-
2133τηγορίαις, ἵνα κρίνωμεν περὶ τοῦ βάρους τῆς φορολογίας καὶ
2134ῥυθμίσωμεν κατ’ αὐτὸ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν,
2135ὡς πρὸς τὰ ἀναγνωριστέα, χάριν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας,
2136ἔξοδα. Κατὰ ταῦτα, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων περιέ-
2137χει ἔσοδα ἐκ προσόδου κτημάτων τελούντων ὑπὸ τὴν κυ-
2138ριότητα τοῦ δημοσίου 2,356,000· ἐξ ἀντιτίμου ἀπαλλοτριου-
2139μένων ἐθνικῶν κτημάτων 5,151,000· ἀναγραφόμενα λόγῳ
2140τάξεως 4,154,500· παραγόμενα ἐξ ἀναλήψεως καταβληθέν-
2141των ἐξόδων 7,368,000· Ἔχομεν ἄρα ἔσοδα ἐκ 19,000,000
2142μὴ προερχόμενα ἐκ φόρων· ἀφαιροῦντες δ’ αὐτὰ ἐκ τῶν ἀ-
2143ναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσόδων, ἀναγνωρίζομεν
2144ἐκ φορολογίας ἔσοδα 66,600,000· τώρα, ἐὰν λάβωμεν ἀνὰ
2145χεῖρας τὸ σύγγραμμα, εἰς ὃ συνήθως ἀνατρέχουσιν οἱ ἐπικα-
2146λούμενοι παρ’ ἡμῖν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τὴν ἐξωτερικὴν ἐπιστή-
2147μην, τὸ τοῦ Leroy Beaulieu, εὑρίσκομεν ὅτι τὸ ἧττον φορολο-
2148γούμενον κράτος κατὰ κεφαλὴν εἶναι τὸ Βέλγιον, ἀνερχομένης
2149ἐκεῖ τῆς φορολογίας κατὰ κεφαλὴν εἰς 49 φράγκα· ἐνῷ ἡ κατὰ
2150κεφαλὴν φορολογία εἶναι διπλασία ἐν Γαλλίᾳ· πρὸς τὴν
2151ἐν Βελγίῳ ἄρα ἀναλογίαν ἂν παραβάλωμεν τὴν ἡμετέραν,
2152ἀφοῦ εἰς τὰ 66,600,000 προσθέσωμεν καὶ τὴν δημοτικὴν
2153φορολογίαν ἐξ ὀκτὼ περίπου ἑκατομμυρίων, ἔχομεν 74,600,
2154000, ἅτινα ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,000,000 διανεμόμενα, παρι-
2155στῶσι τὴν Ἑλλάδα φορολογουμένην πολὺ ὀλιγώτερον κατὰ
2156κεφαλὴν ἢ τὸ Βέλγιον. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ ἑλ-
2157ληνικὸς λαὸς φορολογεῖται ἐλαφρότερον τοῦ βελγικοῦ, διότι
2158ἐν Βελγίῳ ὁ ἰδιωτικὸς πλοῦτος εἶναι μέγας, καὶ ἡ κατὰ κε-
2159φαλὴν ἀναλογία τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου εἶναι μεγάλη, ἀλλ’
2160ὁπωσδήποτε ἡ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογία τῆς φορολογίας ἐν
2161Ἑλλάδι, ἐπὶ ὅρῳ πολλῷ κατωτέρω καὶ αὐτοῦ τοῦ βελγικοῦ,
2162ἔτι δὲ μᾶλλον ἀπέχοντι τοῦ γαλλικοῦ, ἀναιρεῖ τὰς ἐκ δια-
2163στροφῆς παραστάσεις, καθ’ ἃς ὁ φορολογικὸς κατὰ κεφαλὴν
2164ὅρος οὐδαμοῦ εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ καὶ
2165οὕτως ἔχοντα τὰ τῆς φορολογίας παρ’ ἡμῖν, εἶναι βαρέα καὶ
2166πρέπει νὰ μὴ παραγνωρίζηται ἡ ἀλήθεια αὕτη, διότι τὰ
2167πάντα ἐνταῦθα διατελοῦσιν ἐν διαμορφώσει, καὶ πᾶν χρῆμα
2168ἀφαιρούμενον ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ἀφαιρεῖται ἀπὸ ἐργασίας, ἥτις
2169παρ’ ἡμῖν εἶναι πολὺ παραγωγικωτέρα ἢ ἐν ἄλλοις Κράτεσι·
2170διότι παρ’ ἡμῖν ἡ γῆ ἔτι δὲν ἐξηντλήθη, ὅπως ἀλλαχοῦ, ἡ
2171δ’ ἐκχέρσωσις αὐτῆς ἀποφέρει πλοῦτον πολὺ μεγαλείτερον ἢ
2172ἐν ἄλλαις χώραις ἡ καλλιέργεια· ἡ βιομηχανία ἤδη γεννᾶ-
2173ται παρ’ ἡμῖν καὶ χρήζει περιθάλψεως, ἥτις δὲν θὰ τῇ ἦτο
2174τοσοῦτον ἀναγκαία, ἂν εἶχεν ἀνδρωθῆ, ὥστε ἐὰν δυνάμεθα καὶ
2175τὴν ἐλαχίστην οἰκονομίαν νὰ πραγματοποιήσωμεν, ὅπως ἐ-
2176λαττώσωμεν τοὺς φόρους, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν,
2177διότι τὰ διὰ τῶν φόρων ἀφαιρούμενα ἀπὸ τοῦ λαοῦ εἶναι
2178ἀναγκαῖα εἰς αὐτὸν, κατὰ τὸ στάδιον ὅπερ διανύομεν τοῦ
2179ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου· οὐχ’ ἧττον ὅμως, πρέπει ἐπίσης καὶ νὰ
2180γνωρίζωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς βάρος τῶν φόρων καὶ νὰ
2181μὴ πλανώμεθα φρονοῦντες, ὅτι κατὰ κεφαλὴν πληρώνει ὁ ἑλ-
2182ληνικὸς λαὸς πολλαπλάσια τῶν ἄλλων λαῶν. Ἐπίσης καὶ
2183ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, προέβημεν εἰς ἐργασίαν, ἥτις, ὡς εἶπον,
2184δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα ἐπίσημον κῦρος, ἀλλ’
2185ἐγένετο μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ἀκριβείας, ὥστε τὰ πο-
2186ρίσματα αὐτῆς νὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις
2187σκέψεως. Διακρίνομεν ἄρα ἐκ τῶν ἐξόδων τὰ καταβαλλόμενα
2188ἀπέναντι προγενεστέρων ὑποχρεώσεων καὶ ἐλαττοῦντα τὸ
2189παθητικόν. Ὅταν τὸ δημόσιον πληρώνῃ εἰς ἀπότισιν χρεῶν,
2190τὸ χρεώλυτρον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ζημιοῦν αὐτό·
2191αὐξάνει τὸ χρεώλυτρον τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους διὰ τῆς
2192ἐλαττώσεως τοῦ παθητικοῦ.
2193Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ἑλληνικῷ,
2194ἐν τῷ ὁποίῳ παρεστήσαμεν τὸ ἰσοζύγιον, ὡς ἐπιτυγχανόμε-
2195νον, μετὰ μικρᾶς μόνον διαφορᾶς τῶν ἐσόδων ὑπὲρ τὰ ἔξοδα,
2196ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ
2197προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων 5,361,000 δραχμῶν διὰ δα-
2198πάνας, αἵτινες ἐλαττοῦσι τὸ παθητικὸν, ἤτοι διὰ χρεώλυτρα,
2199δι’ ἀποδόσεις ὀφειλῶν, πειθόμεθα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗ-
2200τος δὲν ἔχει ἁπλοῦν πλεόνασμα 300,000 δραχμῶν, ἔχει
2201πραγματικὸν πλεόνασμα 5 ἑκατομμυρίων καὶ 600 ἢ 700
2202χιλιάδων δραχμῶν. Βεβαίως πᾶν κράτος πρέπει νὰ ἀναγρά-
2203φῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ του ποσὰ διὰ χρεωλύσια, καὶ ἀ-
2204ναγράφον αὐτὰ, πρέπει νὰ τὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τῶν ἐ-
2205σόδων, καὶ νὰ μὴ καταλογίζῃ αὐτὰ ὡς πλεόνασμα· ὅταν ὅ-
2206μως πρόκειται νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προ-
2207ϋπολογισμῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐκ τῶν δαπα-
2208νῶν πολλαὶ δὲν ἐγένοντο χάριν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐγένον-
2209το πρὸς σκοποὺς παραγωγικούς, ὅτι πολλαὶ ἀπετέλεσαν αὔ-
2210ξησιν περιουσίας, μὴ ἀναγραφομένην ὅμως ἐν τῷ προϋπολο-
2211γισμῷ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν Ἰταλίᾳ συντάσσεται, πλὴν τοῦ
2212προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως, ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς
2213τῆς περιουσίας τοῦ κράτους, προϋπολογισμὸς ἐν ᾧ ἀναγράφε-
2214ται πᾶσα ἐλάττωσις ἢ αὔξησις τοῦ παθητικοῦ, ἢ τοῦ ἐνεργη-
2215τικοῦ· καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀποκτώμενα ἐν τοῖς γραφείοις ὑ-
2216λικὰ, αὐτὰ τὰ χαρτοφυλάκια καὶ τὰ μελανοδοχεῖα κατα-
2217γράφονται, ἐπὶ τῇ βάσει πίνακος καταλογισμοῦ τῆς διαρ-
2218κείας. Τὸ μελανοδοχεῖον ἀγοραζόμενον ἐγγράφεται ἐν τῷ ἐν-
2219εργητικῷ, ἀλλ’ ἐγγράφεται, ὡς ἔχον διάρκειαν τεσσάρων ἢ πέν-
2220τε ἐτῶν, καὶ ἑπομένως εἰς μόνους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν
2221ἐτῶν ἐκείνων. Οὕτως ἡ Ἰταλία δύναται νὰ γνωρίζῃ κατὰ
2222πᾶσαν στιγμὴν, οὐ μόνον τὸ σημεῖον εἰς ὃ διατελεῖ ἡ δια-
2223χείρισις, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ
2224παθητικοῦ αὐτῆς. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ φθάσωμεν, ἀλλὰ
2225πολλὰ πρέπει νὰ γίνωσι, ὡς πρὸς τὴν λογιστικὴν ἡμῶν ὑ-
2226πηρεσίαν, ὡς πρὸς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, καὶ ὡς πρὸς
2227ἄλλα ἔτι, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει βραδύτερον, πρὶν ἢ δυνη-
2228θῶμεν τελεσφόρως νὰ ἐργασθῶμεν· οὐχ ἧττον, γίνεται ἤδη
2229ἐνταῦθα τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τοῦτο.
2230Δευτέρα διάκρισις ἐξόδων μὴ διατιθεμένων εἰς τὰ τῆς
2231ὑπηρεσίας τοῦ κράτους, εἶναι ἡ τῶν ἀφορώντων εἰς πρόσκτη-
2232σιν νέων καὶ συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν κινητῶν καὶ ἀκι-
2233νήτων κτήσεων τοῦ κράτους, αὐξανούσας τὸ ἐνεργητικόν· ἀ-
2234νέρχονται δὲ τὰ ἔξοδα ταῦτα εἰς 444,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ
2235ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, εἰς 25,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου
2236τῶν ἐξωτερικῶν, εἰς 807,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρα-
2237τιωτικῶν, εἰς 341,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστι-
2238κῶν, εἰς 305,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν, καὶ
2239εἰς 285,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, τουτέστιν
2240ἐν συνόλῳ εἰς 2,207,000. Τρίτη διάκρισις εἶναι ἡ τῶν δαπα-
2241νῶν παραγωγικῶν προσόδου ἐκ δημοσίων νομημάτων ἀνερχο-
2242μένων εἰς 401,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, εἰς
224358,000 ἐκ τοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, εἰς 171,000 ἐκ τοῦ
2244τῶν ναυτικῶν, καὶ εἰς 1,949,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου
2245τῶν ἐσωτερικῶν, τουτέστιν ἐν συνόλῳ εἰς 2,527,000. Τε-
2246τάρτη διάκρισις εἶναι ἡ τῶν ἀποληπτέων καταβολῶν πρὸς
2247βεβαίωσιν φόρων καὶ δικαιωμάτων, ἀνερχομένων εἰς 2,931,
2248000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, καὶ εἰς 794 χιλ.
2249ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν. Τελευταία δὲ διάκρισις
2250εἶναι ἡ τῶν καταβολῶν τῶν λόγῳ τάξεως ἀναγραφομένων
2251ὡς ἐξόδων καὶ ἀναλαμβανομένων ἐξ ἀντιστοίχων εἰσπράξεων,
2252ἀνέρχονται δ’ αὗται εἰς 5,017,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν
2253οἰκονομικῶν, εἰς 5,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερι-
2254κῶν, εἰς 180,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν,
2255εἰς 54,000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν, καὶ εἰς 800,
2256000 ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, ἤτοι ἐν συνόλῳ
2257εἰς 6,000,000. Ἔχομεν ἑπομένως ἐκ τῶν κατηγοριῶν τού-
2258των 19,880,000 δραχ. ἀφαιροῦντες δ’ αὐτὰς ἀπὸ τοῦ ὅλου
2259τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἔχομεν ὡς ἔξοδα ὑπηρεσί-
2260ας τοῦ κράτους 65 ἑκατομμύρια καὶ 372 χιλιάδας δραχ.
2261ἤτοι ἐλάσσονα τῶν ἐκ φορολογίας ἐσόδων κατὰ 1,237,000.
2262Ἤδη, ἀφοῦ ἐξέθηκα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων
2263καὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, δέον νὰ εἴπω ὀ-
2264λίγα τινα καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων
2265θέλομεν συμπληρώσει τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885
2266ἀναγραφόμενα καὶ τὰ κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους ψη-
2267φισθέντα. Ἐκ τῶν νόμων τῶν οἰκονομικῶν, οὕς θέλομεν ὑ-
2268ποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ μόνος φέρων αὔξησιν προσόδων,
2269διὰ διαῤῥυθμίσεως ἄλλης ἢ τῆς τέως ἰσχυούσης, εἶναι ὁ
2270τοῦ χαρτοσήμου. Τἄλλα νομοσχέδια, ἄν φέρωσιν αὔ-
2271ξησιν προσόδων, τὴν φέρουσιν ἐκ βελτίονος κανονι-
2272σμοῦ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως, κατὰ τὰ λοιπὰ δὲ εἶ-
2273ναι μᾶλλον εὐεργετικὰ διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ
2274ὑφισταμένου εἰς ἄλλο λυσιτελέστερον σύστημα. Οὕτως ἐθεω-
2275ρήσαμεν ὅτι ἤδη, ὅτε ὅλον τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν τοῦ
2276κράτους κατασκευάζεται, δὲν εἶναι πρέπον, χάριν μικροῦ ἐ-
2277σόδου, νὰ δυσχεραίνηται ἡ διὰ τῶν ὁδῶν τούτων συγκοι-
2278νωνία. Τὸ ἔσοδον, τὸ ἐκ τῶν διοδίων, ἀποφέρει ἤδη ἐτησίως
2279περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐλαττοῖ κατὰ πολὺ τὴν
2280ὠφέλειαν τὴν ἐκ τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τινα μάλιστα σημεῖα,
2281ὅπου καὶ μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν γίνεται χρῆσις
2282ἔτι τῶν φορτηγῶν ζώων, διὰ μικρὰς ἀποστάσεις, ἡ ἐπιβολὴ
2283τοῦ διοδίου ἀποτελεῖ ἐπιβάρυνσιν· θὰ προετίμων οἱ οὕτω
2284μεταφέροντες προϊόντα νὰ μὴ εἶχεν ἀντικατασταθῆ διὰ τῆς
2285ὁδοῦ ἡ προϋπάρχουσα ἀτραπὸς, ἵνα μὴ ὑποβάλλωνται εἰς
2286τέλη. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐξαίρεσις, ἀλλὰ δεικνύει ὅτι
2287ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς τὰ διόδια, τὰ τοσοῦτον μι-
2288κρὰν ἀποφέροντα πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, καθίστανται
2289λίαν ἐπαχθῆ. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 200,000 δραχ-
2290μῶν, τὸ ἀποκτώμενον ὑπὸ τοῦ δημοσίου, ἆρα εἶναι τοῦτο
2291τὸ πληρωνόμενον παρὰ τῆς κοινωνίας; Ἡ κοινωνία πλη-
2292ρώνει τὸ διπλάσιον ἢ τὸ τριπλάσιον ποσόν· ὁ ἐργολάβος,
2293ἵνα ἀναλάβῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων, δέον νὰ ἔχῃ
2294παρὰ τὴν ὁδὸν, κατ’ ἀποστάσεις, ἀνὰ μίαν οἰκογένειαν,
2295κατοικοῦσαν ἐκεῖ χάριν τῆς εἰσπράξεως· πᾶσαι ἄρα αὗται
2296αἱ οἰκογένειαι διατρέφονται ἐκ τῶν εἰσπράξεων· καὶ οὕτω αἱ
2297οἰκογένειαι αὗται καὶ ὁ ἐργολάβος, οὐδὲν προσθέτοντες εἰς
2298τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, τοὐναντίον μάλιστα παρακω-
2299λύοντες τὸ ἀγαθὸν τῆς συγκοινωνίας, ἀπολαμβάνουσιν ἐκ τοῦ
2300τέλους τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι, ἀντὶ τῶν
2301600,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας σήμερον καταβάλλει ἡ κοι-
2302νωνία εἰς διόδια, καὶ τῶν 200,000, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῶν
2303εἰσπράττει τὸ δημόσιον, θὰ ἦτο λυσιτελέστερον νὰ ἐπεβάλλετο
2304μικρά τις ἐτησία φορολογία ἐπὶ τῶν ποιουμένων συστηματι-
2305κὴν χρῆσιν τῶν ὁδῶν, ἀποδίδουσα εἰς τὸ δημόσιον τὰς
2306200,000 δραχμὰς ἢ καὶ ποσὸν μικρότερον, διότι προκειμέ-
2307νου περὶ τοιούτου ἀγαθοῦ, τὸ ποσὸν τῆς προσόδου δὲν εἶναι
2308τὸ μόνον ἔχον σημασίαν. Ἑπομένως ὑποβληθήσεται εἰς τὴν
2309Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ τέλους τῶν διο-
2310δίων ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1886, καὶ ἀντικαταστάσεως
2311αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, διὰ μικρᾶς τινος προσθήκης εἰς
2312τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τῶν φορτηγῶν ζώων καὶ τῶν ἁμα-
2313ξῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρόσθετος αὕτη φορολογία θὰ ἦναι
2314πολλῷ ἐλάσσων τῶν τελῶν, ἅτινα νῦν πληρώνουσιν αἱ ἅμα-
2315ξαι καὶ τὰ φορτηγὰ, ποιούμενα χρῆσιν τῶν ὁδῶν· ἀλλὰ καὶ
2316ἂν δὲν ἀνακτήσῃ τὸ δημόσιον, διὰ τοῦ ἐλάσσονος τού-
2317του φόρου, ἀκεραίας τὰς τέως εἰσπραττομένας 200,000
2318δραχμῶν, ὑπολειφθῇ δ’ ἡ πρόσοδος κατὰ δεκάδας
2319τινὰς χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ἀντισήκωμα εἶναι πρόδηλον. Θὰ
2320εἰσαγάγωμεν πάλιν νομοσχέδιον περὶ δασῶν, περὶ οὗ καὶ πρό-
2321τερον ἐποιησάμην μνείαν, καὶ ἐλπίζω ὅτι τέλος, κατὰ τὴν
2322σύνοδον ταύτην, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν νομοθέτημα, οὗ
2323ἡ ἀνάγκη ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων. Τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2324εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν ἐμνήσθην πρὸ ὀλίγου, ὥστε δὲν ἐπα-
2325νέρχομαι· τὸ μνημονεύω ὅμως διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι, ἐνῷ
2326ἀναφέρω τί θὰ προτείνωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, θέλω
2327ἐπίσης νὰ ἦναι γνωστόν, τί τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον
2328ψηφίζομεν καὶ ἀναπτύσσομεν, τί τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστη-
2329μα, ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἅλατος, ἀπαιτεῖ. Τὸ οἰκονομικὸν
2330τοῦτο σύστημα ἀπαιτεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ
2331ἅλατος, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος. Ὁ
2332φόρος ἐπὶ τοῦ ἅλατος εἶναι ἐπίσης ἐπαχθὴς ὡς ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ
2333σίτου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐν τῷ δασμολογίῳ
2334κατ’ οὐδὲν ἐκαινοτομήσαμεν, διότι, ἐν ταῖς περιστάσεσιν, ἐν αἷς
2335εὑρίσκεται σήμερον ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐν Ἑλ-
2336λάδι, δὲν ἦτο πρέπον νὰ φέρωμεν ἐλαττώσεις ἐπὶ τῆς φορολογίας
2337τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν, καίτοι ἡ φορολογία αὕτη
2338εἶναι βαρεῖα. Ἀλλ’ ἐνῷ ὡς πρὸς τὰ σιτηρὰ ὑπάρχει ὁ εἰδικὸς
2339οὗτος λόγος, δι’ ὃν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐ-
2340λάττωσιν, ἥτις ἐξ ἄλλων λόγων ἐπεβάλλετο, οὐδεὶς ἐκ τῶν
2341λόγων ἐκείνων ὑπάρχει, ἵνα μὴ καταργήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ
2342τοῦ ἅλατος, ὅστις ἀνατιμᾷ εἶδος πρωτίστης ἀνάγκης, τρο-
2343φὴν τοῦ ἀνθρώπου, τροφὴν τοῦ κτήνους καὶ πρώτην ὕλην
2344βιομηχανίας. Θὰ ἦτο δίκαιον, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κρά-
2345τους δὲν ἐπέτρεπον νὰ στερηθῶμεν τῆς προσόδου τῆς ἐκ τοῦ
2346φόρου τοῦ ἅλατος, νὰ καταργήσωμεν μὲν τὴν φορολογίαν
2347ταύτην, νὰ ἐπιβαρύνωμεν δὲ ἑτέραν φορολογίαν ἐδωδίμων,
2348ἀλλ’ ἐδωδίμων οὐχὶ τοσοῦτον ἀναμφηρίστως τῆς πρώτης ἀ-
2349νάγκης, ὅσον τὸ ἅλας. Ὅταν ὁ καφὲς καὶ ἡ ζάκχαρις φορο-
2350λογῶνται ἐν Ἑλλάδι ὀλιγώτερον ἢ ἐν ταῖς πλείσταις τῶν
2351ἄλλων ἐπικρατειῶν, πῶς δικαιολογούμεθα ἐπιβάλλοντες φο-
2352ρολογίαν ἐπὶ τοῦ ἅλατος; Διατί τὴν φορολογίαν ταύτην δὲν
2353μεταφέρομεν ἐπὶ τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως.
2354§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατί δὲν τὸ προτείνετε;
2355§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν προτείνομεν τοῦ-
2356το ἤδη, εἶναι ὅτι, ὅταν εἰσάγωνται συνάμα πολλαὶ
2357μεταβολαὶ εἰς τὸ δασμολόγιον, ἐπέρχεται ἐκ τούτου ἀ-
2358νωμαλία εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ ὅτι εἶναι πρέπον ν’ ἀπο-
2359βλέπῃ τις οὐ μόνον εἰς τὴν ὀρθότητα τοῦ μέτρου, ἀλλὰ
2360καὶ εἰς τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ.
2361Ὅτε τὸ νέον δασμολόγιον μόλις ἐφαρμόζεται εἰς τἆλλα εἴδη
2362ἀπό τινων μηνῶν, δὲν ἐφαρμόζεται δ’ ἔτι εἰς τὰ νήματα καὶ
2363τὰ ὑφάσματα, ἐθεωρήσαμεν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ φέρω-
2364μεν νέαν δασμολογικὴν διατάραξιν ἔστω καὶ διὰ βελτιώ-
2365σεως σπουδαιοτάτης. Οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν
2366βελτίωσιν ταύτην καὶ βραδύτερον· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἔ-
2367πρεπε νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀνωμαλία, ἥτις ὑφίσταται ἤδη, ὅτε ὑπο-
2368χρεοῦνται αἱ ἐπαρχίαι αἱ μακρὰν εὑρισκόμεναι τῶν ἁλυκῶν
2369νὰ ἀγοράζωσι τὸ ἅλας, οὐχὶ ἐπὶ προσθήκῃ δεκατημορίων τινων
2370εἰς τὴν τιμὴν τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ ἐπὶ τιμῇ ἐνίοτε πεν-
2371ταπλασίᾳ καὶ ἑξαπλασίᾳ, διότι καὶ εἰς ἑξήκοντα καὶ ἑβδο-
2372μήκοντα λεπτὰ φθάνει, καθ’ ὥρας τινὰς τοῦ ἔτους, ἡ τιμὴ
2373τοῦ ἅλατος ἐν τισιν ἐπαρχίαις. Ὅταν ἔχωμεν μονοπώλιον,
2374πρέπει νὰ ἐξασφαλίζωμεν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἅλατος ἐν ἑκά-
2375στῃ ἐπαρχίᾳ, ἐπὶ τιμῇ μὴ ἀπομακρυνομένῃ πολὺ τῆς ἀρχικῆς
2376τιμῆς τῆς ἐν τῇ ἁλυκῇ. Τὸ νῦν προτεινόμενον μέτρον θεραπεύει
2377βεβαίως ἓν τῶν κακῶν· ἀλλὰ δὲν θεραπεύει ῥιζικῶς τὸ κα-
2378κόν, δὲν θεραπεύει τὸ κακὸν τῆς φορολογίας τάξεως, ἥτις
2379δὲν ἔπρεπε νὰ φορολογῆται, δὲν θεραπεύει τὴν φορολογίαν
2380τῆς βιομηχανίας. Ἀλλὰ προσέτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος
2381ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος, ὅστις δὲν
2382ὑπάρχει ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἄλλων φόρων ἐπίσης ἐπαχθῶν·
2383ὁ λόγος οὗτος εἶναι, ὅτι τὸ ἅλας εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ πα-
2384ραγωγὴ τῆς χώρας, καὶ ὅταν ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ παραγωγή,
2385θὰ δύνανται νὰ στηριχθῶσι βιομηχανίαι ἐπὶ τοῦ ἅλατος;
2386βιομηχανίαι, αἵτινες θὰ δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς
2387ὁμοίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ βιομηχανίας. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο
2388ἀλλὰ ἡ ὕπαρξις τῶν ἁλυκῶν ἐν τῷ κράτει καθιστᾷ εὐχερε-
2389στάτην τὴν λαθρεμπορίαν. Ἐν ταῖς ἀμέσοις περιφερείαις τῶν
2390ἁλυκῶν, ἡ λαθρεμπορία ἐξασκεῖται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀναγ-
2391κάζεται τὸ δημόσιον νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ βάρβαρον μέτρον
2392τῆς καταστροφῆς τοῦ αὐτοπήκτου ἅλατος· δαπανῶμεν πρὸς
2393καταστροφὴν ἑνὸς τῶν πλουσιωτέρων δώρων τῆς φύσεως,
2394διότι ἂν δὲν τὸ καταστρέψωμεν, θέλει γίνει ἀντικείμενον
2395λαθρεμπορίας. Ἡ δὲ λαθρεμπορία, οὐ μόνον ἐπάγεται δα-
2396πάνας καὶ ἐλαττόνει τὸ κέρδος, ἀλλ’ ἐπιδρᾷ λίαν ἐπι-
2397βλαβῶς ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τῶν χωρῶν, ὅπου ὑπάρχουσιν
2398αἱ ἁλυκαὶ, καὶ θὰ ἦναι εὐεργέτημα πρὸς τὰς χώρας ἐκείνας,
2399ἂν καταργηθῇ ὁ πειρασμός. Τὸ μέτρον, ὡς εἶπον, εἶναι ἐκ
2400τῶν λυσιτελεστέρων, σήμερον ὅμως θὰ ἔφερεν ἀνωμαλίας,
2401ἐπιβαλλόμενον, διότι θὰ ἐπήγετο τὴν εἰς ἄλλα εἴδη μετα-
2402βολὴν τοῦ δασμολογίου, ἐνῷ εἰς τὰ εἴδη ἀκριβῶς ἐκεῖνα
2403κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπῆλθον ζημίαι, ἕνεκα ἐσφαλμένων
2404πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐνεργουμένης διαῤῥυθμίσεως· μέχρις
2405ὅτου ὅμως ληφθῇ τὸ μέτρον, δυνάμεθα ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς
2406τὸ ὑποβαλλόμενον κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον.
2407Θέλομεν προσέτι ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέ-
2408διον συμπληροῦν τὸν νόμον τὸν περὶ καταργήσεως τῆς κατὰ
2409ξηρὰν τελωνιακῆς ζώνης. Ἡ κατάργησις τῆς τελωνιακῆς
2410ζώνης τῆς κατὰ ξηρὰν, ἀπεδείχθη εὐεργετική. Ἤδη βλέ-
2411πομεν τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῇ μεγάλῃ εἰσαγωγῇ τῶν
2412ποιμνίων, καὶ ἐν τῇ ἀναπτυχθείσῃ ἐπιμιξίᾳ τῶν γειτνια-
2413κῶν καὶ τῶν νέων τοῦ κράτους ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ τὰ τέλη
2414τῶν διαβατηρίων φέρουσιν ἔτι πρόσκομμα εἰς ταύτην· θέλο-
2415μεν ἑπομένως ὑποβάλει νομοσχέδιον, καταργοῦν τὰ τέλη
2416τῶν διαβατηρίων, κατὰ τὰς χώρας ἐκείνας.
2417Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριών-
2418των κτηνῶν ἐπὶ τῇ καταργήσει τῆς δεκάτης, ἐθεωρήθη ὅτι
2419ἤθελεν ἐπέλθει ἄμεσος ζημία τοῦ δημοσίου ἐκ τοῦ νεωτε-
2420ρισμοῦ τούτου, καὶ ἑπομένως περιωρίσθη ὁ νόμος εἰς μόνην
2421τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὡς πρὸς τὴν κα-
2422τάργησιν τῆς φορολογίας, τῆς ἀντικαθισταμένης διὰ τοῦ
2423νέου μέτρου. Ἦτο πρέπον νὰ βεβαιωθῶμεν περὶ τῶν
2424ἀποτελεσμάτων τοῦ νέου μέτρου, πρὶν ἢ καταργήσωμεν καὶ
2425ἕτερον φόρον τὸν ἐπὶ τῶν γρασιδίων καὶ τῶν τριφυλλίων.
2426Διὰ μικρᾶς τινος προσθήκης εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων
2427κτηνῶν, δυνάμεθα νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν γεωργίαν ἀπὸ τοῦ
2428φόρου ἐπὶ τῶν γρασιδίων καὶ τῶν τριφυλλίων καὶ τὴν ὑπη-
2429ρεσίαν ἀπὸ ἐπαχθοῦς ἐνασχολήσεως. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη
2430ἡ προσθήκη εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ
2431ἦναι ἴση πρὸς τὸ ὅλον ποσὸν τῆς προσόδου τῆς ἐκ τῶν
2432γρασιδίων καὶ τριφυλλίων, διότι τοσαῦτα ἔξοδα καὶ το-
2433σαύτην δυσχέρειαν εἰσπράξεως ἐπάγεται ἡ βεβαίωσις καὶ
2434εἴσπραξις τοῦ ἐπὶ τῶν γρασιδίων καὶ τῶν τριφυλλίων φό-
2435ρου, ὥστε ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι κατωτέρα τῆς ἀναγρα-
2436φομένης. Ταύτην λοιπὸν τὴν ἀληθῆ πρόσοδον, καὶ οὐχὶ τὴν
2437φαινομένην, πρέπει νὰ ἐπιπροσθέσωμεν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ
2438τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Περὶ τούτου ὑποβάλλεται νομο-
2439σχέδιον.
2440Διὰ τοῦ νόμου, ὃν πέρυσιν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, τοῦ κυροῦν-
2441τος τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἀνατολικῆς τηλεγραφικῆς ἑται-
2442ρίας, οὐ μόνον ἀπέκτησε τὸ κράτος πάσας τῆς ἐσωτερικῆς
2443συγκοινωνίας τὰς ὑποβρυχίους τηλεγραφικὰς γραμμὰς τῆς ἑ-
2444ταιρίας ἐκείνης, ἀλλ’ ἐπεξέτεινεν αὐτὰς καὶ ἐπὶ ἄλλας νήσους.
2445Ἐκ τοῦ μέτρου τῆς ἐπεκτάσεως εἶχον παραλειφθῆ μόνη ἡ νῆσος
2446Σκύρος, ἡ Ἀνάφη, ἡ Φολέγανδρος, καὶ μία ἢ δύω ἄλλαι· ἀλλὰ
2447καὶ περὶ τούτων ἐλήφθη ἤδη πρόνοια διὰ προσθέτου συμβά-
2448σεως. Ἔδει ὅμως νὰ ληφθῇ καὶ ἄλλη τις πρόνοια. Αἱ νῆσοι, αἵ-
2449τινες πρὸ τῆς συμβάσεως διετέλουν ἐν τηλεγραφικῇ συγκοινω-
2450νίᾳ πρὸς ἀλλήλας καὶ πρὸς τὸ ἄλλο κράτος, διὰ τῶν ὑποβρυχίων
2451τῆς ἑταιρίας γραμμῶν, ἀπέτινον τέλη πολλαπλάσια τῶν τῆς
2452ἐναερίου τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας. Ἐπὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ
2453νόμου ἀφωμοιώθησαν τὰ τέλη πάντα τῶν ὑποβρυχίων γραμ-
2454μῶν πρὸς τὰ τέλη δύω ἢ τριῶν ὑποβρυχίων γραμμῶν, ἀνη-
2455κουσῶν εἰς τὸ κράτος, τουτέστι προσδιωρίσθησαν εἰς τὸ δι-
2456πλάσιον τῶν τελῶν τῶν ἐναερίων γραμμῶν. Ἀλλὰ καὶ αὕτη
2457τῶν τελῶν ἡ ἐλάττωσις εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἄδικος, καθὸ ἀνε-
2458παρκής. Ὅπως ἐν τῷ ταχυδρομείῳ τὸ αὐτὸ πληρόνει τέλος
2459ὁ ἐπιστέλλων ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου τοῦ κράτους, καὶ ὁ ἐπι-
2460στέλλων εἰς γειτνιακὴν ἐπαρχίαν, οὕτω τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ
2461πληρόνῃ τέλος ὁ τηλεγραφῶν εἰς μέρος, ἔνθα ὑποβρυχίως τὸ
2462σύρμα μεταβιβάζει τὸ τηλεγράφημα, καὶ εἰς μέρος ἔνθα ἐναε-
2463ρίως μεταβιβάζει αὐτό. Καὶ οἰκονομολογικῶς ἡ πλήρης ἀφο-
2464μοίωσις ἀποδεικνύεται ὀρθὴ, διότι ἐπέρχεται συμψηφισμὸς·
2465ἄν τις, χάρις εἰς τὸ ὁμοιόμορφον κατὰ μέσον ὅρον τέλος, πλη-
2466ρόνῃ ὀλιγώτερον διὰ τὸ ἀπωτέρω στελλόμενον γράμμα ἢ τη-
2467λεγράφημα, πληρόνει περισσότερον διὰ τὸ ἐγγυτέρω, καὶ ἑπο-
2468μένως τὸ σύνολον τῆς εἰσπράξεως τοῦ δημοσίου εἶναι τὸ
2469αὐτὸ· ἁπλοποιεῖται δὲ τὸ λογιστικὸν καὶ ὑπάρχει ἰσότης. Ὡς
2470ἐκ τούτου, θέλοντες νὰ ἀφομοιώσωμεν ἐντελῶς τὰ τηλεγρα-
2471φικὰ τέλη τῶν ἐναερίων καὶ τῶν ὑποβρυχίων γραμμῶν, ὑπε-
2472βάλομεν εἰς γενικὸν ἔλεγχον τὰ τῶν τελῶν τῶν τηλεγραφι-
2473κῶν, καὶ προσδιωρίσαμεν αὐτὰ ἐπὶ βάσει διαφόρῳ τῆς μέχρι
2474τοῦδε· προσδιωρίσθη τὸ τέλος εἰς μίαν μὲν δραχμὴν κατὰ
2475τηλεγράφημα ἐκ 15 λέξεων, δι’ ὅλα τὰ τηλεγραφήματα, εἴτε
2476ὑποβρυχίως εἴτε ἐναερίως μεταβιβάζονται, εἰς προσθήκην δὲ 5
2477λεπτῶν δι’ ἑκάστην λέξιν ἐπὶ πλέον τῶν 15, ἀντὶ τῆς
2478νῦν κειμένης διαβαθμίσεως. Προσέτι δὲ ἐκανονίσθη, ὅπως
2479τηλεγραφήματα περιέχοντα ἓξ μόνον λέξεις, ἐν αἷς
2480ἡ ἐπιγραφὴ καὶ ἡ ὑπογραφὴ καὶ μία μόνη λέξις ὡς
2481κείμενον, τελῶσι μόνον 50 λεπτά. Ἐκ τῆς ἐλατ-
2482τώσεως ταύτης ἱκανοποιούσης ὡμολογημένην ἀνάγκην
2483προσδοκᾶται αὔξησις προσόδου. Πλεῖσται εἶναι αἱ περιστάσεις
2484καθ’ ἃς διὰ μιᾶς μόνης λέξεως θέλει τις νὰ συγκοινωνήσῃ τη-
2485λεγραφικῶς πρὸς συγγενεῖς, φίλους ἢ συνεταίρους, ἀλλὰ δὲν
2486ποιεῖται χρῆσιν τοῦ τηλεγράφου, διὰ τὸ δυσανάλογον τοῦ τέ-
2487λους· ἡ νέα διατίμησις παρέχει αὐτῷ τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα συ-
2488χνοτέραν ποιῆται χρῆσιν τοῦ τηλεγράφου, πρὸς ὄφελος τοῦ
2489δημοσίου καὶ πρὸς εὐκολίαν ἑαυτοῦ.
2490Μετὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς κυβερνήσεως, συνδέεται
2491καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι φορολογικὸν, ἀλλ’ οὐχ
2492ἧττον ἔχει στενὴν συνάφειαν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα,
2493τῆς χώρας καὶ τοῦ δημοσίου. Εἶναι δὲ τοῦτο νομοσχέδιον,
2494ἀπαγορεῦον τὰ ὑποσχετικὰ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν, δι’
2495ὧν κατορθοῦται ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ λαχείου ἀπὸ τοῦ τόκου,
2496καὶ ἡ πώλησις μόνου τοῦ λαχείου. Ἐνῷ διὰ τῆς νομοθεσίας
2497ἡμῶν ἀπαγορεύονται τὰ χρηματικὰ λαχεῖα, διὰ τοιαύτης πε-
2498ριγραφῆς τοῦ νόμου γίνεται πώλησις λαχείων τῆς Ἐθνικῆς
2499Τραπέζης, ἥτις ὅμως δὲν ἐξέδωκε λαχεῖον, ἀλλὰ λαχειοφόρους
2500ὁμολογίας. Ἡ λαχειοφόρος ὁμολογία εἶναι τρόπος ὑπηρεσίας
2501δανείου, θεωρούμενος λυσιτελὴς, εἰς κράτη μάλιστα διατε-
2502λοῦντα ἐν περιστάσεσιν, οἷαι αἱ τῆς Ἑλλάδος, ὡς διευκολύνων
2503τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου καὶ ἐπιτρέπων τὴν ἐλάττω-
2504σιν τῆς πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ καταβολῆς. Ἀλλ’ ὅταν δύνη-
2505ται τοῦ λαχειοφόρου ὁμολόγου νὰ γίνηται χρῆσις, ἣν πάντες
2506βλέπομεν, ὡς λαχείου, τὸ καλὸν μετατρέπεται εἰς μέγα κα-
2507κόν. Ἂν ἡ πολιτεία ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ χρηματικὰ λαχεῖα,
2508καὶ καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον βλέπομεν τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν
2509ἐνεργουμένην, προσφερομένου τοῦ ὑποσχετικοῦ εἰς τὴν θύραν
2510ἑκάστου οἰκογενειάρχου, τὸ δημόσιον θὰ ἠδύνατο νὰ πραγμα-
2511τοποιῇ ἐκ λαχείων τοῦ κράτους πρόσοδον ἑκατομμυρίου. Τοῦτο
2512δὲ βλέπομεν γινόμενον ἐν ἄλλοις κράτεσιν, ὅπου ὑπάρχουσι
2513λαχεῖα τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ τὸ κράτος ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο
2514θὰ ἦτο ἀνήθικον, καὶ προετίμησε νὰ στερηθῇ τοιαύτης προσό-
2515δου μᾶλλον, ἢ νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην λύμην εἰς τὴν κοινωνίαν.
2516Ἐνῷ ὅμως τὸ Κράτος ἀρνεῖται εἰς ἑαυτὸ τοιαύτην ὠφέλειαν,
2517ταύτην καρποῦνται ἄλλοι, οὐχὶ οἱ ἐκδόντες τὰς λαχειοφόρους
2518ὁμολογίας, ἀλλ’ οἱ μετατρέποντες αὐτὰς εἰς λαχεῖα διὰ τοῦ
2519ὑποσχετηρίου. Φέρομεν λοιπὸν νομοσχέδιον ἀπαγορεῦον τὰ
2520τοιαῦτα ὑποσχετήρια, συνέπεια δὲ τούτου ἔσται, ὅτι θὰ ἦναι
2521δυνατὸν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐπιτρέπωνται λαχειοφόρα δάνεια, ὅταν
2522τὸ λαχεῖον ἀποτελῇ ἀνάλογον μόνον μέρος τοῦ ὅλου ἐτησίου
2523χορηγήματος. Ὅταν τὸ λαχεῖον δὲν ὑπερβαίνῃ, ὡς συνήθως,
2524τὸ τρίτον τῆς ὅλης ἀξίας τοῦ λαχειοφόρου τοκομεριδίου, δὲν
2525διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν αὐτὸ τὸ δάνειον διατιθέ-
2526μενον ὡς λαχεῖον. Ὁ συνδυασμὸς τοῦ λαχείου μετὰ τοῦ τόκου
2527χρησιμεύει, ὅπως καταστήσῃ τὸ δάνειον πλέον εὐπρόσδε-
2528κτον καὶ εὐονώτερον, λαχειοφόρα δὲ δάνεια δὲν ἠδυνάμεθα
2529νὰ ἐπιτρέπωμεν ἕνεκα τῆς καταχρήσεως τῆς μετατρεπούσης
2530τὸ δάνειον εἰς λαχεῖον.
2531Ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου τὸ ἅλας, ὡς ἀντικείμενον περὶ
2532οὗ θέλει ληφθῆ πρόνοια ῥιζική, κατὰ προσεχῆ σύνοδον, ἀλλ’
2533ἐπίσης ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ μέτρου ἄλλου, τὸ
2534ὁποῖον κατὰ προσεχῆ σύνοδον θέλομεν φέρει πρὸς συμπλή-
2535ρωσιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰσοζυγίου
2536τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2537§41ΧΟΪΔΑΣ. Ὥστε ἔχετε σκοπὸν νὰ διαιωνισθῆτε ἐν τῇ
2538Κυβερνήσει.
2539§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον
2540ἀπεδέχθη ἡ παροῦσα Βουλὴ τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως,
2541στηρίζεται ἐπὶ τοιούτων βάσεων, ὥστε δέν ὑπάρχει ἀνάγκη
2542νὰ διαμείνωμεν διαρκῶς ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἵνα ὦμεν πεπει-
2543σμένοι, ὅτι θέλει διατηρηθῆ καὶ συμπληρωθῇ ὅστις δήποτε
2544καὶ ἂν ᾖ ὁ διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν, ὅσον δήποτε καὶ
2545ἂν τυχὸν ἤδη κατακρίνῃ τὸ σύστημα, θέλει εὑρεθῆ ἠναγκασμέ-
2546νος ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἵνα παραδεχθῇ καὶ συμπληρώσῃ
2547ἐν προσεχεῖ συνόδῳ, τὸ ἡμέτερον ἔργον. Θέλομεν λοιπὸν
2548ἡμεῖς, ἢ θέλουσιν ἄλλοι, ὑποβάλει ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλὴν
2549μέτρον, δι’ οὗ θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολο-
2550γισμοῦ κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ 500 χιλιάδας δραχμῶν,
2551εἶναι δὲ τοῦτο ἡ τροπὴ τῶν δανείων τῶν ἐχόντων ἀγο-
2552ραίαν ἀξίαν ἀνωτέραν τῆς ἀρτίας. Τὰ δάνεια, τὰ ἔχοντα
2553ἀξίαν ἀνωτέραν τῆς ἀρτίας, ἐξοφλούμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου
2554ἐπὶ τῇ ἀποτίσει τοῦ κεφαλαίου ἀρτίου, ἀποφέρουσιν εἰς τὸ
2555δημόσιον ὠφέλειαν πᾶσαν τὴν ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἀγορᾷ δια-
2556φοράν, μεταξὺ τῆς τρεχούσης τιμῆς καὶ τῆς ἀρτίας. Τοῦτο
2557εἰς τὰ κράτη, παρ’ ὧν παρελάβομεν τὴν οἰκονομικὴν
2558ἡμῶν νομοθεσίαν, παρέσχεν εὐκαιρίαν πρὸς τροπὴν
2559τοῦ χρέους εἰς ἕτερον, ἀποφέρον τόκον ἐλάσσονα· καλεῖ-
2560ται ὁ πιστωτὴς ἵν’ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς
2561πρὸς αὐτὸν ὀφειλῆς τοῦ δημοσίου, ἐκτὸς ἂν προτιμᾷ
2562νὰ δεχθῇ, ἀντὶ χρημάτων, ὁμολογίας νέου δανείου, οὗ τι-
2563νος ἡ ὑπηρεσία ὀλιγώτερον ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον· διὰ τοι-
2564αύτης ἐνεργείας ἐπὶ τῶν δανείων τῶν 25,000,000 φράγ-
2565κων τοῦ 1867, τῶν 4,000,000 φράγκων τοῦ 1878, καὶ
2566τῶν 6,000,000 δραχμ. τοῦ 1862 εἶναι δυνατὸν νὰ πραγ-
2567ματοποιηθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἐλάττωσις
25681,500.000 φράγκων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου, δύναταί τις
2569νὰ ἐρωτήσῃ, διατί δὲν γίνεται ἀπὸ τοῦδε; Δὲν γίνεται ἕ-
2570νεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς. Τοιαῦτα
2571μέτρα λαμβάνονται, ὅτε ἡ ἀγορὰ εὑρίσκεται ἐν ὁμαλῇ κα-
2572ταστάσει. Καί τοι δὲ διατελεῖ ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει
2573ἡ ἀγορὰ, οὐχ’ ἧττον τὰ δάνεια, ὧν ἐμνήσθην, κυκλοφοροῦσιν
2574ἄνω τοῦ ἀρτίου, εἶναι ἄρα δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ πρᾶξις καὶ ἤδη,
2575ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὴ καὶ ὠφέλιμος καὶ δικαία, δὲν
2576ἕπεται καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ εὐθύς· ἡ ὥρα, καθ’ ἣν
2577θέλει ἐκτελεσθῆ, θέλει ὑποδειχθῆ ἐκ τῆς βελτιώσεως τῆς κα-
2578ταστάσεως τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς. Πειράματα τοιαῦτα
2579ἐπιτρέποντα, ὅταν ἡ ἀγορὰ διατελῇ ἐν πλήρει εὐεξίᾳ·
2580οὐχ ἧττον ἔπρεπε νὰ μνησθῶμεν καὶ τούτου, εἰς βεβαίωσιν
2581τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ὑπάρξεως προσθέτων πόρων, καὶ εἰς ἀ-
2582πόδειξιν, ὅτι δὲν εἴμεθα καταδεδικασμένοι νὰ περιμένωμεν
2583τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου ἐκ μόνης τῆς
2584προσαυξήσεως τῶν ἐπιβεβλημένων φόρων.
2585Πλὴν τῶν κανονισμῶν τούτων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, εἰς
2586οὓς ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται, διότι νομοθετήματα ἀπαραί-
2587τητα ἐλλείπουσι παρ’ ἡμῖν. Ἐν ᾧ ψηφίζομεν πιστώσεις ἑκα-
2588τομμυρίων, ὅσα θὰ ἐθεωροῦντο ἄλλοτε μυθώδη, ὅλως ἀνε-
2589παρκὴς πρόνοια ἐλήφθη περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ποσῶν
2590τούτων κατὰ τοὺς νόμους. Τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου,
2591τὰ τοῦ Λογιστηρίου, τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐν γένει δὲν δια-
2592τελοῦσιν, ἐν ᾗ καταστάσει ἔδει νὰ διατελῶσι, προκειμένου
2593περὶ τοσούτῳ τιμαλφῶν συμφερόντων τοῦ κράτους. Πρέπει
2594νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου καὶ τῆς λογι-
2595στικῆς ὑπηρεσίας οὕτως, ὥστε νὰ τίθενται εὐθὺς ἐνώπιον
2596τοῦ κοινοῦ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν
2597νόμων. Εὔκολον εἶναι νὰ παραπονώμεθα, διότι δὲν πραγ-
2598ματοποιεῖται τελείως καὶ ἐγκαίρως αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ ἀ-
2599παίτησις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀπαίτησις, ἥτις οὐδέποτε
2600ἐπραγματοποιήθη, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει λογιστικὸς νόμος ἐν Ἑλ-
2601λάδι. Προσπαθείας καταβάλλομεν, ἵνα δίδωται δημοσιότης
2602ὅσον ἔνεστι πληρεστέρα καὶ ταχυτέρα εἰς τὰς πράξεις.
2603Ἤδη ἠρξάμεθα δημοσιεύοντες ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
2604νήσεως τὰ μηνιαῖα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς διαφόρων
2605οἰκονομικῶν νόμων. Ἤδη, μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπεβάλο-
2606μεν πολλὰς τοιαύτας καταστάσεις· ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι
2607ἀνεξέλεγκτα. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ διαφωτισμοῦ τῆς κοινωνίας
2608περὶ ἐπιτυχίας τῶν νόμων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας
2609αὐτῶν εἶναι ἐπαρκῆ, ἀλλ’ εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς τὴν βεβαίωσιν
2610τῆς πιστῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἑπομένως
2611ἀπαιτεῖται νόμος περὶ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, νόμος περὶ
2612Λογιστηρίου, νόμος περὶ ἐξελέγξεως τῶν παρῳχημένων χρή-
2613σεων, τῶν ὁποίων ἔχομεν τοσαύτας ἀνεπεξεργάστους, ὥστε
2614οἱοσδήποτε νόμος περὶ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, ἀφορῶν εἰς
2615μόνον τὸ μέλλον, δὲν θὰ καταστήσῃ αὐτὸ ἐνήμερον. Ἀλλ’ εὐ-
2616θὺς ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ θὰ ζητήσωμεν μίαν ἐγγύησιν.
2617Ἤδη τὰ ἐντάλματα ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἐγγυήσει τῆς
2618θεωρήσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις
2619εἶναι ὑπάλληλος τοῦ κράτους, ἐνεργῶν τὴν θεώρησιν κατ’ ἐν-
2620τολὴν αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ ἐκδίδοντος τινὰ τῶν ἐνταλ-
2621μάτων· ἀλλ’ ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων δέον νὰ γίνεται παρ’
2622ἀρχῆς ἀνεξαρτήτου ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ δύνηται
2623αὕτη νὰ πληρώσῃ ὀβολὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄνευ
2624τῆς προηγουμένης βεβαιώσεως ἐλεγκτοῦ, ἐκ μόνου τοῦ νό-
2625μου ἐξαρτωμένου, ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι νόμιμος. Τοῦτο εἶναι
2626ἀναγκαῖον χάριν τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ χάριν τῶν ὑ-
2627παλλήλων, καὶ ἰδίως χάριν τῶν ὑπουργῶν· διότι ἐνδέχεται
2628ὁ ὑπουργὸς νὰ σφάλῃ περὶ τὴν ἔννοιαν νόμου τινὸς, περὶ
2629τὰ ποσὰ, ἅτινα ἔχει εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι
2630πρέπον, ἕνεκα τοιούτου σφάλματος, νὰ ἐκτίθηται τὸ δημόσιον
2631εἰς καταβολὰς, αἵτινες δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι εὐκόλως θὰ
2632τῷ ἀποδοθῶσι καὶ νὰ ἐκτίθηται ὁ διατάκτης εἰς καταλογι-
2633σμοὺς, οἵτινες, πλὴν τῆς ὑλικῆς ζημίας, δύνανται νὰ προκα-
2634λῶσι παρεξηγήσεις. Ἀνεπαρκὴς καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα
2635τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ διατάκτου, εἶναι ὁ
2636μετὰ τὴν πληρωμὴν ἔλεγχος, ὅταν μάλιστα, ὡς συμβαίνει
2637τὸ πλεῖστον παρ’ ἡμῖν, ἀναβάλληται οὗτος ἐπὶ 10 ἢ 20 ἔτη ἢ
2638καὶ ἐπ’ ἀορίστῳ. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τὴν δι-
2639οικητικὴν· ἀλλὰ δὲν χωλαίνει μόνη αὕτη, χωλαίνει καὶ ἡ ἐξέ-
2640λεγξις ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ πολιτική. Ἤδη ὑπεβάλομεν
2641τὸν προϋπολογισμὸν ἔντυπον ἀπὸ τῆς πρώτης ἐργασίμου
2642ἡμέρας τῆς συνόδου, ἀλλὰ καὶ πάλιν πόσος ὑπολείπεται
2643χρόνος ἵνα ψηφισθῇ οὗτος ἐγκαίρως, ἵνα ἡ Βουλὴ
2644ἐνασκήσῃ τὸν ἔλεγχον, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐφαρμοσθῇ
2645ἄνευ τῆς βασάνου ταύτης; Δὲν εἶνε δυνατὸν, διακηρυμένου
2646τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ὡς ἔχει, τουτέστιν ἀρχομένου αὐτοῦ
2647ἀπὸ τῆς ά Ἰανουαρίου, νὰ ἔχωμεν πλήρη κοινοβουλευτικὸν
2648ἔλεγχον. Ἵνα ἐνασκηθῇ πλήρης ὁ ἔλεγχος οὗτος, πρέπει ὁ
2649προϋπολογισμὸς ν’ ἀφορᾷ εἰς ἔτος ἀρχόμενον μετὰ τὴν ά.
2650Ἰανουαρίου, ἢ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συνέρχηται πρὸ τῆς ά Νο-
2651εμβρίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ
2652τὸν χρόνον τῶν τακτικῶν αὐτῆς συνόδων, τοῦτο δὲ ἀπε-
2653δείχθη οὐ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, πρέπει καὶ
2654ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράχθη ἐν πολιτείαις, ὧν αἱ Βουλαὶ
2655συνέρχονται ἐν ὥρᾳ μὴ προσφόρῳ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
2656προϋπολογισμοῦ ἀπὸ ά Ἰανουαρίου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος
2657ἡ Ἰταλία ἐψήφισε νόμον, καθ’ ὃν τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς ἔτος,
2658τέως ἀρχόμενον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, ἄρχεται εἰς τὸ μέλλον
2659ἀπὸ 1 Ἰουλίου, καὶ ἐφηρμόσθη ἤδη τὸ μέτρον τοῦτο· καὶ ἄλλα
2660κράτη, οἷον Ἀμερικὴ, Ἱσπανία, Πορτογαλλία, Βραζιλία, πα-
2661ραδέχονται τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὡς πρώτην τοῦ οἰκονομικοῦ
2662αὐτῶν ἔτους, ἄλλα δὲ πάλιν, ὡς ἡ Ἀγγλία, ἡ Πρωσσία, ἡ Δα-
2663νία, τὴν ά Ἀπριλίου. Καὶ ἡμεῖς βεβαίως τοιαύτην τινὰ ἐποχὴν
2664ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους πρέπει νὰ δεχθῶμεν· ἀλλὰ καὶ
2665τοῦτο δὲν θὰ προτείνωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον· διότι
2666προαπαιτεῖ πλεῖστα ὅσα. Παρασκευάζομεν ταῦτα, ἤρξατο ἡ
2667ἐργασία, ὅταν δὲ προτείνωμεν τὸ μέτρον, πρέπει νὰ δυνάμεθα
2668νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία εἶναι
2669ἕτοιμος πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ κατὰ τἆλλα λίαν ἁπλοῦ,
2670ἀλλὰ λογιστικῶς λίαν δυσχεροῦς ἔργου, τῆς μετατροπῆς τοῦ
2671οἰκονομικοῦ ἔτους. Πάντες οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κράτους θὰ
2672ὑποστῶσιν ἐκ τούτου τροπήν· θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἓν οἰκο-
2673νομικὸν ἔτος ἐκ μηνῶν τριῶν ἢ ἕξ, δι’ οὗ θέλει συνδεθῆ τὸ
2674παλαιὸν καθεστὼς πρὸς τὸ νέον· θὰ ὑπάρχῃ ἄρα πλήρης ἀ-
2675νωμαλία ἐν τοῖς λογιστικοῖς βιβλίοις, ἕως οὗ τὸ νέον σύστη-
2676μα λειτουργήσῃ. Πάντα ταῦτα, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς
2677ὑπηρεσίας, δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι· πρέπει ὅμως νὰ
2678παρασκευασθῶσι τὰ πρὸς τοῦτο, διότι εἶναι τὸ ἔργον
2679ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ὅσα ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπιτε-
2680λέσῃ. Πρέπει νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε ὁ ἔλεγχος νὰ μὴ ᾖναι
2681εἰκονικός, διότι τοιοῦτος καθίσταται, ὅταν μετὰ ψήφισιν
2682τριῶν ἢ τεσσάρων δωδεκατημορίων, ἀπολήγομεν εἰς τὴν ἐπι-
2683τροχάδην ψήφισιν προϋπολογισμοῦ, ἐν πλήρει διατελοῦντος
2684λειτουργίᾳ.
2685Ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ
2686προϋπολογισμοῦ, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, καὶ
2687τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ ἐντύπου, θέλει δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ ψη-
2688φίσῃ αὐτὸν πρὸ τῆς 1ης τοῦ ἔτους. Πρέπει νὰ κατορθώσω-
2689μεν τοῦτο, διότι ἂν τοῦτο πράξωμεν, θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι
2690ἐκτιμῶμεν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου. Πρέπει ἡ Ἐπιτροπὴ
2691τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὐθὺς ἀπὸ τῆς σημερινῆς ἑσπέρας, νὰ
2692ποιήσηται ἔναρξιν τοῦ ἔργου αὐτῆς, διότι αἱ ἡμέραι, αἵτινες
2693μᾶς χωρίζουσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, δὲν εἶ-
2694ναι πολλαί, τὸ δὲ ἔργον εἶναι μέγα. Τὸ ἔργον εἶναι τὸ μέ-
2695γιστον πάντων, εἰς ἃ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ· δὲν εἶναι
2696τυπικὸς προϋπολογισμός· διότι ὁ προϋπολογισμός, ὅταν τὰ
2697Κράτη εὑρίσκωνται ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, εἶναι ἁπλῆ ἀναγραφὴ
2698τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ἀλλ’ εἰς Κράτη διατελοῦντα ἐν ᾗ
2699καταστάσει διατελοῦμεν ἡμεῖς, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ
2700οὐσιαστικώτερον τῶν μέτρων. Ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει
2701ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ, θέλει πεισθῆ ἡ κοινωνία, ὅτι τὰ ἐν αὐτῷ
2702δὲν ἐτέθησαν χάριν τῶν συμφερόντων τῶν ἀναγραψάντων
2703αὐτὰ, ὅτι ἐφ’ ὃ προϋπολογισμὸς οὗτος ἐπιβαρύνει τὸν
2704λαόν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιβληθῶσι τὰ βάρη ταῦ-
2705τα· δέον νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς ἐκ τῆς ἐπεξεργασίας, ἥτις θέ-
2706λει γίνει ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τ’
2707ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι κομματικὰ,
2708ἀλλ’ εἶναι μέτρα τοῦ ἔθνους· δὲν δύναται δὲ νὰ πεισθῇ περὶ
2709τούτου ὁ λαὸς ἄνευ συζητήσεως, ἡ δὲ συζήτησις πρέπει νὰ
2710γίνῃ ἐνδελεχὴς, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ μετ’ ὀλίγον θὰ παρα-
2711σταθῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἦναι
2712ἐξηγημένον πρὸς αὐτοὺς τί ἐπράξαμεν καὶ διατὶ τὸ ἐπρά-
2713ξαμεν. Αὗται αἱ συζητήσεις αἱ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ
2714ἦναι ἡ δικαιολόγησις τῆς πορείας ἐκείνων, οἵτινες ἐψήφισαν
2715ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιολόγησις, ἂν ἦναι δεκτικὴ δικα-
2716ιολογήσεως, τῆς πορείας ἐκείνων οἵτινες ἐψήφισαν κατ’
2717αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέλει
2718τις ψηφίσει, μετὰ ὥριμον συζήτησιν, ἐναντίον μέτρων, ὧν
2719ἄνευ δὲν δύναται τὸ κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀπαραι-
2720τήτους αὐτοῦ δαπάνας, οὐδ’ ἐναντίον δαπανῶν ἀφο-
2721ρωσῶν εἰς ἀπότισιν χρεῶν, εἰς σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν
2722καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, εἰς συμ-
2723πλήρωσιν ἢ μᾶλλον εἰς καταρτισμὸν τῶν τέως ὅλως ἐλ-
2724λειπόντων μέσων συγκοινωνίας, διότι, ὅ,τι εἴχομεν μέ-
2725χρι τοῦδε δὲν εἶναι βεβαίως συγκοινωνία· διατελοῦμεν
2726κατὰ τοῦτο ἐν καταστάσει ἀγρίᾳ, πρέπει δὲ νὰ κα-
2727ταστήσωμεν καὶ τὴν σιδηροδρομικὴν καὶ τὴν δι’ ἁμαξι-
2728τῶν ὁδῶν συγκοινωνίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ φθάσωμεν
2729εἰς τὴν παράλληλον τῶν πεπολιτισμένων κρατῶν. Ἵνα ἐπιτύ-
2730χωμεν δὲ πάντα ταῦτα, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ψηφίσωμεν
2731προϋπολογισμὸν, ὁποῖον προτείνομεν· ὅστις δὲν θέλει νὰ ψη-
2732φίσῃ πάντα ταῦτα, ἐννοεῖ νὰ ἦναι ἡ Ἑλλὰς σκύβαλον ἐν τῇ
2733πολιτικῇ καὶ ἐξουθενώμα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἡμεῖς
2734ἐννοοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ λαὸς, ὅταν παρασταθῶ-
2735μεν ἐνώπιον αὐτοῦ, νὰ γινώσκῃ ποῦ ἐστηρίχθημεν ἵνα
2736πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν· θέλομεν, ὅπως ὁ λαὸς μὴ
2737ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἡμῶν ὡς προσώπων, ἀλλ’ ὡς πολιτικῆς·
2738ὅταν δ’ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐν ἐπιγνώσει ἀποφαν-
2739θῇ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ποία θὰ ἦναι ἡ ἐτυ-
2740μηγορία αὐτοῦ· ἡ ἐτυμηγορία θὰ ἦναι ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες
2741δι’ ὅσων εἶπον καὶ ἔπραξαν, δι’ ὅσων προέτεινον καὶ δι’ ὅσων
2742ἐψήφισαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπέδειξαν, ὅτι ἔχουσι πίστιν εἰς τὴν
2743Ἑλλάδα, ὅτι πιστεύουσιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ σθένος τῶν
2744ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα ἵνα ζήσωσιν, ὅτι θέλει
2745νὰ ζήσῃ, καὶ θὰ ζήσῃ.