1884.03.19
1,569 rows · 11,144 words · 141 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70
τῆς 19 Μαρτίου 1884.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀνδρέου Κυριακοπούλου ὑποθηκοφύλακος Θουρείας, ὅστις ἐκθέτει ὅτι κατὰ παραγγελίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐνήργησεν ἐγγραφὰς ὑποθηκῶν διὰ τὰς παραχωρουμένας γαίας καὶ φυτείας, ἔστειλε δὲ κατόπιν τοὺς καταλόγους εἰς τὸν Ταμίαν, ὁριστικοὺς κηρυχθέντας, ἀλλ’ οὗτος δὲν εἰσπράττει τὸ δικαίωμά του καὶ ζητεῖ ὥστε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου· τοῦτ’ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὑποθηκοφύλακας. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ ἱερέως Δημητρίου Οἰκονόμου, Πάνου Ζώτου, καὶ Βασιλείου Δ. Ζώτου, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1879 ἐνέκρινε νὰ τοῖς δίδεται βοήθημα ἐκ δραχμῶν 35, τοῦ μὲν ἱερέως Δημητρίου ἕνεκα πυρπολήσεως τῆς οἰκίας του, τοῦ δὲ Πάνου Ζώτου ἕνεκα ἀπωλείας τοῦ ποδός του εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ὅτι τὸ βοήθημα τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἔπαυσε διδόμενον πρὸς αὐτοὺς, παρακαλοῦσι δὲ ὅπως ἐξακολουθήσῃ νὰ τοῖς δίδεται.— Ἀναφορὰ Ἀντωνίου Ἰωάννου Γεννατᾶ, ὅστις ὑπομιμνήσκει τὰς τοῦ πατρός του ἐκδουλεύσεις, καὶ ἐξαιτεῖται, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὸν σύνταξις.— Ἀναφορὰ Μαριγῶς Δ. Πουλέτου, ἥτις ἐκθέτει, ὅτι ὁ μὲν πατήρ της ἐφονεύθη κατὰ τὸ 1822 ἀγωνιζόμενος, ὁ δὲ σύζυγός της ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Πλατάνου τὸ 1854, καὶ ἔχει δύω θυγατέρας ἀγάμους· ἐξετεῖται ἑπομένως βοήθειαν.— Αἴτησις Νικολάου Παπαδοπούλου ἐκ Τριπόλεως τῆς Πελοποννήσου ἐπιτίμου λοχαγοῦ τῆς φάλαγγος τοῦ 1821, ἀδικηθέντος μέχρι τοῦδε, πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ βαθμοῦ του. Εἶναι ὁ γνωστὸς συντάκτης τῆς Φήμης.
§4ΖΕΓΚΕΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀναφερόμενος εἶναι, ὡς γνωρίζομεν πάντες, ἐκ τῶν παλαιῶν ἀγωνιστῶν καὶ ἀδικηθεὶς μέχρι τοῦδε χρήζει μιᾶς προστασίας, καὶ δικαίως. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἵνα λάβῃ μίαν πρόνοιαν.
§5ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μετὰ συστάσεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Σύρου Γλύκα ἔχον ὡς ἑξῆς· «Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς. Πληθὺς αἰτήσεων ἐν ἀρχείῳ Βουλῆς συνηγορεῖ ὑπὲρ ὑποστηρίξεως ἐγχωρίου βιομηχανίας σχοινοποιίας Σύρου, Κερκύρας, Νάξου κτλ. (Ἀναγινώσκεται).
§9ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφορὰν 80 περίπου οἰνοπωλῶν ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των αὐτῆς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπανορθώσῃ ἀδίκημα, ὅπερ προσγίγνεται αὐτοῖς. Συμβαίνουσι μάλιστα δύω ἀδικήματα, 1) ὅτι οἱ φορολογούμενοι οὗτοι οἰνοπῶλαι πληρώνουν φόρον καταναλώσεως οἴνων τῶν μὲν φθαρέντων δι’ ὀξυδώσεως, ἕνεκα φυσικῶν αἰτίων, τῶν δὲ καταστραφέντων ἐξ ἀπροόπτων γεγονότων, πυρκαϊᾶς, πλημμύρας, κτλ. καὶ οὗτοι ἐπλήρωσαν ἤδη τὸν φόρον· 2) ἄλλοι δέ τινες καὶ ὅλοι ὁμοῦ παραπονοῦνται, ὅτι καταδιώκονται ἀπηνῶς νὰ πληρώσουν φόρον καταναλώσεως οἴνων, οὓς εἶχον ἐναποταμιεύσει κατὰ τὸ ἔτος 1882, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπλήρωσαν τότε ἔγγειον φόρον ἀμπέλων, καὶ ἤδη ζητοῦνται νὰ πληρώσωσι καὶ φόρον καταναλώσεως, τουτέστι δύω φόρους. Ποιοῦνται λοιπὸν οἱ συμπολῖταί μας οὗτοι ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ζητοῦντες νὰ θεραπευθῶσι τ’ ἀδικήματα ταῦτα. Σήμερον ἐπλήρωσεν οἰνοπώλης τις 500 δραχμὰς ὡς φόρον καταναλώσεως οἴνων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει, διότι ἡ πυρκαϊὰ τοὺς κατέστρεψεν, ἄλλος δὲ ἐπλήρωσε φόρον οἴνων καταστραφέντων ἐκ πλημμύρας. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἴχομεν πολλὰς βροχὰς, καὶ πολλοὶ οἱ οἶνοι κατεστράφησαν ἐκ τῶν πλημμυρῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους τῶν ἀναφερομένων, οἵτινες ἀνεβαίνουσι πλέον τῶν 80. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι ἐν καταλλήλῳ περιστάσει θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰ προσγινόμενα εἰς τοὺς οἰνοπώλας τοιαῦτα ἀδικήματα. Βλέπετε δὲ, ὅτι προφανῶς ἀδικοῦνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεραπεύσῃ τ’ ἀδικήματα ταῦτα. Ἤδη ἀποτεινόμενος εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ξηριὰ πλησίον τῆς πόλεως Ἄργους· ἄνευ αὐτῆς ἡ δημοσία ὁδὸς ἀπὸ Ἄργους εἰς Κόρινθον εἶναι ἀδιάβατος, καθόσον οὔτε φορτηγὰ ζῶα, οὔτε ἁμάξια δύνανται νὰ διαβῶσι ἰδίως τὸν χειμῶνα.
§10ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως, ὅστις παρίστατο κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ γραφείου τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βώλου κ. Φιλάρετος.
§11ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, διότι καὶ σπουδαία εἶναι ἡ ἔκθεσις, καὶ πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς παραδειγματισμὸν ἐν γένει.
§12ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε νὰ τυπωθῇ, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκθεσις δὲν εἶναι πλήρης, διότι ἡ παράδοσις δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη καὶ πρόκειται νὰ συμπληρωθῇ δι’ ἄλλης κατόπιν ἐκθέσεως.
§13ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ τότε· κ. Πρόεδρε, ἂς τυπωθῇ τώρα αὐτὸ τὸ μέρος.
§14ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§15ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποβάλλω δύω ἐπερωτήσεις, ἐξ ὧν ἡ μία ἀπευθύνεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ δὲ ἄλλη εἰς τὸν ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ τὰς ἀναγνώσῃ, διότι ἀσθενῶ.
§16ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξηγήσω τὰ διατρέχοντα πρὸς τὴν Βουλὴν· εἶχον εἰπεῖ δὲ, ὅτι ἀπελπισθέντες ἐπὶ τέλους ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ περιέλθωμεν εἰς συνεννόησίν τινα μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, κατεφύγομεν καὶ εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, ἐπικαλεσθέντες τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 13 τῆς οἰκείας συμβάσεως. Τινὲς τῶν Δυνάμεων ἀπήντησαν ἤδη εἰς τὴν παράκλησιν ἡμῶν ταύτην· ἄλλαι καθυστεροῦν εἰσέτι. Ἑπομένως, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τῶν κατὰ μέρος ἀπαντήσεων τούτων, μέχρις ὅτου συμπληρωθῶσιν ὅλαι.
§18ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀρκεῖ ὅτι γίνεται περὶ τούτου ἡ προσήκουσα ἐνέργεια, καὶ ἀρκοῦμαι εἰς τὰ λεχθέντα παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα.
§19ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἑτέραν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Φιλαρέτου ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατί ὁ κ. Ἔπαρχος Βώλου παρήγγειλε τοὺς Δημάρχους κτλ.» (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ στείλῃ τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§21ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§22ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὑποβάλλω, κ. Πρόεδρε, παράπονα κατὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον εἶνε ἐλλειπὲς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν ἔλαβον οὐδ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ ἔπρεπε νὰ φωνάξω τοὺς κλητῆρας, ἵνα μοὶ δοθῇ ἀντίτυπον αὐτῆς· δὲν ἔλαβον οὐδὲν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶνε τεταγμένα εἰς ά. συζήτησιν, τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον καὶ τρίτον, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ λάβῃ μέτρον τι περὶ θεραπείας τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι, ἐὰν δὲν ὑποβάλλωνται οἱ κλητῆρες οὔτε εἰς τὸν ἁπλοῦν κόπον νὰ διανέμωσιν εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὰ νομοσχέδια, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον τότε παραμένουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς. Κατόπιν τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν παρεκτροπῶν τῆς Διοικήσεως τῆς Ἀστυνομίας ἐπὶ τῶν χθὲς ἰδίως λαβουσῶν χώραν. Μετὰ λύπης ἔμαθον, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ συνέβη σκηνὴ λυπηρὰ, σκηνὴ, ἥτις κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔλαβον κατόπιν, ὀλίγου δεῖν νὰ προκαλέσῃ δράματα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, συνταράσσοντα τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν. Εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας δὲν ἔχει συμφέρον μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της σπουδαίως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς Ἀστυνομίας.
§23ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Τί συνέβη;
§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Συνέβη τοῦτο, ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐν στιγμῇ παραφορᾶς ἐπετέθη κατὰ ὑπαξιωματικοῦ, ὅστις ἐξετέλει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐῤῥάπισεν αὐτὸν ὑπὸ τὰ ὄμματα ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ. Φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ στρατὸς ἢ μέρος τοῦ στρατοῦ ἐξέλαβε τὴν προσβολὴν ταύτην ὡς προσβολὴν καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ γενομένην, καὶ ἐὰν δὲν παρενέβαινον ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, ἴσως χθὲς τὴν νύκτα θὰ εἴχομεν δράματα λίαν λυπηρά.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλομεν ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ Γραφείου εἰς τὴν τακτικωτέραν διανομὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων εἰς τοὺς κ. βουλευτάς· ἀλλὰ τινὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶνε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διενεμήθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς προχθὲς τὸ Σάββατον.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὡς παρατηρεῖτε, ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν κατέχει τὴν πρώτην θέσιν· τοῦτο δὲ, καίτοι ὁ χρόνος ἀπαιτεῖ, ὅπως ταχύτατα ψηφισθῇ, ἐγένετο, διότι 3 ἢ 4 νομοσχέδια πρέπει πάντως νὰ διεκπεραιωθῶσιν. Ἐλπίζω, ὅτι ταῦτα θὰ διεκπεραιωθῶσι σήμερον. Πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅμως ἐγγράφονται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν νομοσχέδιά τινα, ἵνα ἐξακριβωθῇ ἡ περὶ αὐτῶν γνώμη τῆς Βουλῆς ὅπως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ψηφισθῶσι, ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις προκαλοῦσα μακρὰς συζητήσεις, ἀναβληθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Πολλὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀπαιτοῦσι συζήτησιν βραχυτάτην ἢ οὐδεμίαν, ὥστε ἡ ψήφισις αὐτῶν θὰ παρέπεται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν· εὐθὺς ὅμως ὡς ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπάρχει περὶ αὐτῶν ἐν τῇ ἀρχῇ ἢ ἐν τοῖς καθέκαστον διαφωνία σπουδαία, θὰ ἐγκαταλείπωνται, περιοριζομένης τῆς συζητήσεως εἰς τὰ νομοσχέδια ὅσα πρόκεινται εἰς γʹ συζήτησιν ἢ εἰς βʹ. Εἰς τὸ δασμολόγιον τὸ διανεμηθὲν παρεισέφρησαν λάθη τινὰ τυπογραφικὰ ἔν τισιν ἀντιτύποις τὰ ἑξῆς. Σελὶς 4. Ἐν τῇ στήλῃ τοῦ δασμοῦ ἀντὶ δραχ. 3,50 ἐσημειώθη μόνον λεπ. 50 ὁ δασμὸς τῶν ἀλεύρων ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1886, ἤτοι ἀφῃρέθη ὑπὸ τοῦ κυλίνδρου ὁ ἀριθμὸς 3. Ὁ δασμὸς τοῦ τεΐου ἀντὶ δραχμῶν 4 ἐσημειώθη 1 δραχμή. Σελὶς 7. Ἐν τῇ στήλῃ τοῦ δασμοῦ ἀπέναντι τῆς ἐκ πεύκης ξυλείας σημειωθήτω 2 λεπ. κατ’ ὀκᾶν, παρακατιὸν δὲ ἀφαιρεθήτω ὁ ἀριθμὸς 2 ἐκ τῆς στήλης τῶν δραχμῶν καὶ γενέσθω λεπ. 2½. Σελὶς 12. Ὁ τῆς ἰχθυοκόλλας δασμὸς σημειωθήτω λεπ. 20 ἀντὶ 02. Σελὶς 18. Ὁ τοῦ ἐν βαρελίοις ζύθου δασμὸς σημειωθήτω λεπ. 35 ἀντὶ 53. Σελὶς 33. Ὁ τῶν παιγνιοχάρτων δασμὸς σημειωθήτω δραχμὰς 10 ἀντὶ 01.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ σημείωσις αὕτη.
§28ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Καὶ νὰ μᾶς διανεμηθῇ καὶ τὸ δασμολόγιον, κ. Πρόεδρε, διότι δὲν τὸ ἐλάβομεν.
§29Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος περὶ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 20 τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ περὶ ἀπομαχικοῦ ταμείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸ μηνῶν προσεκάλεσεν ὅλους τοὺς βουλευτὰς τοὺς ἁρμοδίους ἄνευ διακρίσεως Συμπολιτεύσεως ἢ Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες ἐξελέξαντο ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας μέλος ἦτο καὶ ὁ κ. Φλογαΐτης, καὶ πάντες συνεφώνησαν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίῤῥησις (θόρυβος) νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ψηφισθῇ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ὑπάρξει ἀντίῤῥησις.
§30ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις. (Θόρυβος).
§31ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καίτοι περὶ τοῦ κ. Βαρελίδου οὐδένα ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἀτομικῶς ἐνδοιασμὸν καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ πεισθῶ ὅτι καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἀπεδείχθη ἡ χρηστότης ἀνδρός, οὗτινος χρηστὸς ὑπῆρξεν ὅλος ὁ βίος, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ εἰδικῆς ὑποθέσεως καὶ ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν εἰς αὐτὴν ἀναγομένων ἐγγράφων, ἔλαβον καὶ ἐγὼ γνῶσιν τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ καὶ προεκάλεσα τὴν σύνταξιν ἐκθέσεως λεπτομεροῦς, ἐξ αὐτῶν δ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ οὐδόλως ἐνέχεται, διότι δὲν ἀνεμίχθη ὁ κ. Βαρελίδης. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλλω καὶ πάντα τὸν φάκελλον.
§35ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§36ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου μὲ προὐκάλεσε νὰ εἴπω ὅ,τι γνωρίζω ὁ κ. Παλαμήδης, ὀφείλω νὰ καταθέσω τί γινώσκω ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς τοῦ κ. Βαρελίδου ἀνέλαβεν ἐργολαβικῶς μίαν ὑπόθεσιν μιᾶς γυναικὸς νεοφωτίστου, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸ τριῶν ἢ δύω ἐτῶν, δὲν γνωρίζω, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀφορᾷ τὰ κτήματα τῶν χωρικῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Παλαμήδης· ἐὰν ἀνεμίχθη ὁ κ. Βαρελίδης ἢ ὄχι, δὲν γνωρίζω. Γνωρίζω ὅτι ὁ γαμβρός του εἶναι ἀναμεμιγμένος καὶ ὡς δικηγόρος ἀνέλαβεν ἐργολαβικῶς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· αὐτὸ καὶ μόνον γνωρίζω.
§37Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως σὺν τῇ ὑποβολῇ τοῦ φακέλλου νὰ συνυποβάλῃ καὶ τὴν ἀναφοράν, περὶ ἧς ἔκαμε μνείαν ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτής, διότι ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐπλαστουργήθη ἐνταῦθα καὶ τοῦτο φαίνεται ἐκ τῆς αὐτῆς γραφῆς τῶν ὑπογραφῶν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἐτροποποιήθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς τρίτην συζήτησιν).
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὰ ἀντικείμενα 2, 3 καὶ 4 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ μὴ συζητηθῶσι, διότι δὲν διενεμήθησαν.
§40ΤΙΝΕΣ. Νὰ διανεμηθῶσιν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀσφαλείας καὶ ἀστυνομίας τῶν σιδηροδρόμων κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κεντρικῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν).
§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν—διότι ἀναπληροῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν—νὰ ὑποβάλῃ αὔριον πίνακα συμπληρωτικὸν τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ δαπάνης πρὸς τὰς πράγματι σήμερον γινομένας, διότι σήμερον πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, γίνονται, ἀλλὰ γίνονται ἄνευ νόμου, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων καὶ Ὑπουργικῶν διαταγῶν προκαλουμένων ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις οὐδὲ εἰς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα περιωρίζετο. Τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἑπομένως ἐν τούτῳ οὐδεμία θέλει ἐπέλθει μεταβολή, διότι ἔν τε τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὰ τέως πράγματι γινόμενα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ προσωπικοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου.
§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐπέρχεται αὔξησις δαπανῶν;
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα. Εἰς τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου διορίζεται προσωπικὸν, ὅπως πολλάκις θὰ ἐλάβατε ἀφορμὴν νὰ γνωρίσητε κατόπιν διαφόρων ἐπερωτήσεων, ἄνευ οὐδενὸς νόμου. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄλλον προσωπικὸν τοῦ Ναυστάθμου εἶναι ἄνευ νόμου διωρισμένον. Σήμερον πρόκειται νὰ νομιμοποιηθῶσι πάντα ταῦτα. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ τὰ ἄρθρα 1–5 ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6 νὰ διαγραφῇ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται τὸ ἄρθρον 6, τὸ δὲ 7 γίνεται 6. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9, γενόμενα 6, 7 καὶ 8 καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καθιδρύσεως Σχολῆς τορπιλλητῶν ἐν τῷ ἐν Σαλαμῖνι Ναυστάθμῳ.
§49Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζητοῦνται ἐνταῦθα νομοσχέδια καὶ ψηφίζονται, ποῦ εἶναι οἱ κκ. βουλευταί;
§50ΤΙΝΕΣ. Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια.
§51ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν, κύριε Πρόεδρε. Αὐτὴ δὲν εἶναι κατάστασις. Νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ· διότι ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ θ’ ἀναχωρήσω διὰ πάντα.
§52ΤΙΝΕΣ. Εἶναι παρόντες, κ. Χοϊδᾶ.
§53ΧΟΪΔΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι παρόντες. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 126. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καθιδρύσεως Σχολῆς τορπιλλητῶν ἐν τῷ ἐν Σαλαμῖνι Ναυστάθμῳ).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας καὶ τῶν προσόντων πρὸς προβιβασμὸν τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3). Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§56ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὰ τρία ἔτη νὰ γίνωσι δύω. (Γίνεται δεκτὸν μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται).
§57ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἡ ἡλικία τῶν τριάκοντα ἐτῶν εἰς τίνας προσμετρεῖται;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀρχικῶς διοριζομένων εἰς θέσιν λογιστοῦ· ὡς πρὸς τοὺς ἐκ προβιβασμοῦ διοριζομένους δὲν ὑπάρχει ὅριον ἡλικίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ.
§60ΧΟΪΔΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι πολλοὶ σκοπεύουν νὰ μετάσχουν τῆς συζητήσεως, ἐπειδὴ καθ’ ἡμᾶς παραβλάπτονται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δικαιώματα κεκτημένα δυνάμει τοῦ Συντάγματος.
§61ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά· αὔριον.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὔριον θ’ ἀρχίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων καὶ περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§64ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι, εἶναι ἀξιέπαινος, ὁμολογῶ, ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔθεσεν ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς. Ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἤδη ἕκαστος ἔχει σχηματίσει ὁπωσοῦν πεποίθησιν, ὅπως δώσῃ τὴν ψῆφόν του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολλοὶ καὶ ἐμβριθεῖς ἐν τῷ Σώματι ἠγόρευσαν ἐπὶ μακρόν. Πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ὑπηρεσία ἐν γένει τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐξασφάλισις αὐτῆς θὰ φέρῃ δύω καλά, 1) τὴν πρόοδον εἰς τὸ Ἔθνος καὶ 2) τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀντιπροσώπων ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνοχλῶσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ ὑπαλλήλων, διὰ τοὺς ὁποίους μόνον τὰ προσόντα θὰ ἀποφασίζωσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀποβλέπομεν συνήθως νομοθετοῦντες εἰς τὴν μίαν ὄψιν τοῦ ὠφελίμου, οὐδέποτε λαμβάνομεν καὶ τὰ ἀντίθετα ὑπ’ ὄψιν μας. Βεβαίως ὅσοι ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπέβαλεν αὐτὸ, δὲν ἀποβλέπει εἰς ἕτερον παρὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος καθ’ ἑκάστην ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἆρά γε θὰ ἐπιτευχθῇ αὐτὸς ὁ ἀγαθὸς σκοπός; Θὰ κατορθωθῇ ἆρα, ὅπως ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ τυχὸν τὴν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς ὑπηρεσίας, θὰ τύχῃ αὐτῆς μετὰ τὰ προσόντα χωρὶς νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συνδρομὴν καὶ προστασίαν τοῦ ἰσχυροῦ; Δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ ἐξασφαλισθῶμεν ἐκ προοιμίων; καὶ διὰ τίνος μέτρου θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἐπιθυμητὸν τοῦτο τέλος καὶ νὰ κρίνωμεν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν Νόμου; Τὸ μέτρον, κύριοι, εἰς το ὁποῖον πρέπει νὰ καταφύγωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ ψηφίσωμεν κατὰ συνείδησιν, εἶνε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τίνα ἀγαθὰ προέκυψαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἐξασφαλισθῆ πρὸ πολλοῦ διὰ προσόντων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἰσοβίου τάξεως τῶν δικαστικῶν, διότι ἡ τάξις αὕτη καὶ πρὸ τῆς ἰσοβιότητος ἔφερε τὰ φῶτα τοῦ Πανεπιστημίου καὶ διεκρίνετο μᾶλλον διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της, μετὰ δὲ τὴν ἰσοβιότητα δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ ὡρισμένως τί συμβαίνει· βλέπω μόνον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μεταξὺ τῶν ἄλλων θεμάτων καὶ πρότασιν περὶ σχηματισμοῦ πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν δικαστηρίων, ὅπερ ἀποδεικνύει, καὶ δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ βεβαίως, ὅτι, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν ἐγκαίρως νὰ καταστήσωμεν ἀνεξαρτήτους τοὺς ἰσοβίους δικαστὰς διὰ τῆς αὐξήσεως ἐπαρκῶς τοῦ μισθοῦ των, οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ συντριβῇ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως συνετρίβησαν τόσαι ἄλλαι ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ τούτου σκοπέλου καὶ προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, ὅσοι ἐξησφαλίσθησαν διὰ τῶν προσόντων. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες, οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ Εἰρηνοδίκαι. Γνωρίζετε ποῖοι ἦσαν οἱ Εἰρηνοδίκαι πρὸ τῶν προσόντων, γνωρίζετε ποῖοι εἶνε σήμερον, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα, λέγω τοῦτο μόνον, ὅτι πρὸ τῶν προσόντων ἦτον ἀδύνατον νὰ διορισθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν θέσιν τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, εἰς τὴν θέσιν Εἰρηνοδίκου, καὶ πρὸ τῶν προσόντων οὐδέποτε οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ Εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες διέπραττον τόσα ὄργια, ὅσα σήμερον. Ἡ κατάστασις, κύριοι, τοῦ Ἔθνους ἡμῶν εἶνε ἐντελῶς οἰκογενειακή· δὲν εἴμεθα Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει ὁ ἰδιώτης τὸν ἄρχοντά του· ἐδῶ ἕκαστος γνωρίζει μὲ ποῖον ἔχει νὰ κάμῃ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐφρόντισε νὰ περιβληθῇ μὲ τὰς γνώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦσι τὰ προσόντα, ὁσάκις πρόκειται νὰ προσέλθῃ εἰς ἐξέτασιν, ἀλλ’ ἐφρόντισε μόνον νὰ εὕρῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ πλησιάσῃ τοὺς ἐξεταστὰς, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ πτυχίον του· διὰ τοῦτο παρετηρήθη κατὰ κανόνα ὅτι πάντες οἱ σχέσιν ἔχοντες, οἱ ἐξαρτώμενοι ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιτροπῶν, ἔτυχον τῶν προσόντων, ἔλαβον τὸ πτυχίον καὶ κατέχουν τὰς θέσεις. Λοιπὸν τὸ προηγούμενον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας, παρέχει τὰς ἐγγυήσεις τὰς ἀπαιτουμένας διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Ὅσοι ἐλάβετε πεῖραν—διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ μόνος γνωρίζω τὴν κατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων—δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε ἂν ζητῆται σήμερον ἡ ψῆφός σας διὰ τὸ καλὸν ἢ διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἔχω μακρὸν κοινοβουλευτικὸν βίον, ἵνα γνωρίζω ἀπὸ πότε ἐπεζητήθησαν τὰ προσόντα καὶ τίνες εἰσὶν οἱ αἴτιοι τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν· γνωρίζω καλῶς μόνον, ὅτι πολλάκις παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν· πολλοὶ μὴ γνωρίζοντες τὸ αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία δὲν βαίνει ὅπως ἔπρεπε νὰ βαίνῃ, ἀπέδωκαν τὸ κακὸν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους· ἔλεγον ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν βαίνει καλῶς, διότι ἐπεμβαίνουσιν οἱ βουλευταὶ, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ παύσωσι νὰ ἐπεμβαίνωσι καὶ τότε βεβαίως ἡ ὑπηρεσία δὲν θὰ προσκόπτῃ. Τὴν διάκρισιν τῶν Ἐξουσιῶν ἠθέλησε μάλιστα μία Κυβέρνησις νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν, ἀλλὰ γνωρίζετε τί συνέβη εἰς τὴν διάκρισιν ἐκείνην τῶν Ἐξουσιῶν; ὁ τελευταῖος ὑπηρέτης τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ κάμῃ τόσα, ὅσα δὲν ἠδύναντο νὰ κάμουν ὁμοῦ 10 καὶ 20 βουλευταί. Λοιπὸν καὶ ἐκ τῆς διακρίσεως ἐκείνης τῶν Ἐξουσιῶν δὲν προέκυψεν ἀγαθὸν διὰ τὸ Ἔθνος, δὲν ἱκανοποιήθη ὁ πολίτης, διὸ καὶ τὴν κατήργησαν καὶ ἐξηκολούθησεν ἔπειτα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ καὶ σήμερον, δηλαδὴ τὸ νὰ παρακαλοῦν οἱ ἀντιπρόσωποι συνήθως τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑπαλληλίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθῇ, χαριζομένη εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους, νὰ διορίζῃ ἐν μέρει ὑπαλλήλους. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἐπικρατεῖ σχεδὸν ἀπὸ τοῦ 1867, ὅτε ἤρξατο νὰ γίνεται λόγος καὶ περὶ τῶν προσόντων, ἀλλὰ μετὰ τὸ 1867 ἔπαυσε σχεδὸν πᾶσα τοιαύτη ἰδέα, ὁ δὲ μακαρίτης Σίμος—ὅλοι δὲ γνωρίζετε, ὅτι ὁ Σίμος ἦτο ὁ μόνος ἐκ τῶν πεπαιδευμένων καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀναπτύξεως ἐγκυκλοπαιδικῆς καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑπηρεσιακὴν— ἦτο ὁ μόνος πολέμιος τῶν προσόντων καὶ ὅταν ἦλθεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ νέοι μὲ διπλώματα τῶν Πανεπιστημίων ἐκείνων καὶ ἠθέλησε νὰ τοὺς χρησιμοποιήσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἰς ποίαν νομίζετε ὑπηρεσίαν τοὺς ἔκρινεν ἀξίους; εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μαθητευομένων μὲ 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Καὶ διατί, θὰ μᾶς εἴπετε, τοιοῦτοι πτυχιοῦχοι ἔλαβον τόσας μικρὰς θέσεις; διότι δυστυχῶς καὶ ἐξερχόμενοι τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως ἐξέρχονται σήμερον, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν πολλοὶ νὰ συντάξουν οὔτε μίαν ἀναφοράν· ἂν δὲ τὴν συντάξουν, θὰ περιέχῃ τόσα λάθη, ὅσα δὲν ἀπαντῶμεν εἰς τὸν τελευταῖον ἐμπειρικὸν διοικητικὸν ὑπάλληλον. Ἀλλὰ διατί, θὰ μοὶ εἴπητε, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ θὰ ὑπάρχῃ; διότι παρ’ ἡμῖν ἡ θεωρία εὑρίσκεται εἰς πλήρη διάστασιν πρὸς τὴν πρᾶξιν, ἕνεκα ἐλλείψεως ὀργανισμοῦ καὶ τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως. Ἐνταῦθα ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος οὐδὲ ἐφοίτησε κἂν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ἐξηκολούθησεν εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα μόλις ἐξελθόντα ἀπὸ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἐὰν τὸν διορίσητε εἰς ἀνωτάτην ὑπηρεσίαν, διορίσετε δὲ καὶ πτυχιοῦχον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὁ ἐμπειρικὸς διαχειρίζεται καλλίτερον τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὸν πτυχιοῦχον μὲ τὸν βαθμὸν ἄριστα. Λοιπὸν περὶ τίνος σήμερον πρόκειται νὰ ψηφίσητε; περὶ τίνος ν’ ἀποφασίσετε; πρόκειται ν’ ἀποκλείσητε τὸν πεπειραμένον καὶ μὴ φέροντα πτυχίον καὶ ἐξασφαλίσητε τὸν ἀνίκανον πτυχιοῦχον καὶ διὰ τί; διὰ νὰ καταστήσητε ἀνεξάρτητον τὸν ὑπάλληλον; ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον ἐφ’ ὅσον ὀργανισμὸς ἐκπαιδεύσεως τελειότερος δὲν εἰσαχθῇ, οὔτε δὲ ὁ διεφθαρμένος ὑπάλληλος θ’ ἀποκλεισθῇ· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ παυθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μέχρι σήμερον ἐσυνείθισε νὰ ἦναι ὄργανον τῶν Κυβερνήσεων, τὸ δὲ ὄργανον ἐκεῖνο δὲν θ’ ἀλλάξῃ τὴν διαγωγήν του, διότι δὲν φέρει, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν χαρακτῆρος· αὐτὸ τὸ πρόσωπον δὲ δὲν θὰ χρησιμεύσῃ οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ τὸ μονιμοποιήσῃ, διότι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεως ἑκάστης Κυβερνήσεως αὐτοὶ φροντίζουν νὰ περιποιῶνται τοὺς ἀντιπάλους των, ἵνα ἐξασφαλίζωσι τὴν θέσιν των· καὶ τοῦτο συνήθως γίνεται ἐνταῦθα. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ γενικῶν ἀρχῶν, δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω καὶ ἀναφέρω πρόσωπα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἕκαστος ὀλίγον ἐγκύψας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δύναται νὰ κατανοήσῃ ὅτι αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα θέλει φέρει. Ἀλλὰ διατί ζητοῦνται τὰ προσόντα; ἴσως ὑποθέσῃ τις ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ ὑπηρεσία. Ποία ὑπηρεσία; Δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τίς βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ διορίζῃ ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον; οὐδείς. Εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις οἱ βουλευταὶ δὲν ἔχουν παρὰ τὸ ἓν ἑκατοστὸν μέρος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, τὸ λοιπὸν ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ τμηματάρχαι ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχουν αἱ Κυβερνήσεις ἐχρησιμοποίησαν πρὸς τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους; οὐδέποτε, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐν Ἑλλάδι ἡ γραφειοκρατία λεγομένη δὲν ὑπηρετεῖ τὸν σκοπόν της ὡς εἰς ἄλλα ἔθνη, διότι ἐκεῖ ἡ γραφειοκρατία ἔχει τὸν ἐνδιαφέροντα σκοπὸν νὰ μὴ βλέπῃ πρόσωπα, ἀλλ’ ὑπηρεσίαν· ἑπομένως εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα ὁ ἔχων ἀνάγκην τινὰ ἰδιώτης δὲν καταφεύγει εἰς τὸν ὑπάλληλον, ἢ τὸν ἰσχυρὸν νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην του, ἀλλὰ ῥίπτει τὴν αἴτησίν του εἰς τὸ πρωτόκολλον καὶ ἡ αἴτησίς του, ἀφοῦ περιέλθῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἐνεργεῖται καὶ τοῦ ἐπιστρέφεται διὰ τῆς ἀστυνομίας, χωρὶς νὰ ἴδῃ ὁ πολίτης οὔτε ὑπουργὸν, οὔτε τμηματάρχην, οὔτε ἄλλον τινά. Γίνεται τοῦτο ἐνταῦθα; ὄχι· ἐδῶ τὰ πάντα εἶναι προσωπικὰ, ὁ ἀδύνατος, ὁ πένης, ὁ ξένος, ὅσον δίκαιον καὶ ἂν ἔχῃ καὶ ὅσας ἀναφορὰς καὶ ἂν δώσῃ, ἂν δὲν εὕρῃ ἰσχυρὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπανειλημμένως, εἰς τὸν τμηματάρχην, εἰς τὸν γραμματέα, μέχρι τοῦ κλητῆρος, εἶνε ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, καὶ πότε; ἐν ἐποχῇ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπάλληλος τρέμει ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν αὐτῆς τῆς ἰσχύος τῶν ἀντιπροσώπων. Ὑπῆρξα ὑπουργικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸ δικαστικὸν τμῆμα· ὁ διευθύνων τότε δικαστικὸς σύμβουλος μὲ παρεκάλεσε νὰ συντάξω στατιστικὴν τῶν ὑποθέσεων, ἃς ἐκέρδησε τὸ Δημόσιον, καὶ τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἔχασε ἵνα ἴδῃ ἂν τὸ Δημόσιον κερδίζῃ περισσοτέρας ἢ χάνῃ περισσοτέρας· πράγματι ἔλαβον τὰς δικογραφίας καὶ εὗρον τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ ἰσχυρὸς καὶ ἔχων τὰ μέσα, καὶ ἄδικον ἂν εἶχεν, ἐκέρδιζεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν ὑπόθεσίν του, ὁ ἀνίσχυρος καὶ πένης ἀπώλεσεν αὐτὴν, καὶ ταῦτα ἔχω ἐκθέσει οὕτω εἰς τὴν στατιστικὴν ἐκείνην ἔκθεσίν μου μὲ τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις· «Ἐνόσῳ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δίδει εἰς τὸν ἰδιώτην νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶνε ἀπροσωπόληπτος, καὶ ὅτι ὅταν ἔχῃ δίκαιον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῇ μέσα, καὶ ὅτι ὅταν ἔχῃ ἄδικον, ὅσα μέσα καὶ ἂν μεταχειρισθῇ, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ λάβῃ τίποτε, εἶνε ἀδύνατον αἱ ὑποθέσεις νὰ μὴ πολλαπλασιάζωνται, καὶ εἰς οὐδὲν συντελεῖ ἡ ἀπόδειξις ὅτι τὸ Δημόσιον κερδίζει τὰς περισσοτέρας δίκας». Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον, ὃν εἶπον, εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐκλείψῃ τὸ κακὸν, ἂν δὲν ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ Ῥωμαῖοι, ὅτι οὐχὶ οἱ νόμοι, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα, ἡ ἐντιμότης καὶ ἡ ἀπροσωποληψία τοῦ προσώπου χαρακτηρίζουσι τὴν ὑπηρεσίαν. Θέλετε νὰ ἔχετε ὑπαλλήλους ἀμερολήπτους; ἀρκεῖ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς εἴπῃ, αὐτὸ ἐννοῶ, καὶ ὁ χειρότερος ὑπάλληλος θὰ πράξῃ ὅ,τι διαταχθῇ· ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶνε ἐνδοτικὴ, παραβλέπει δὲ ἂν ὁ ὑπάλληλος δὲν θέλει νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ὅσα δήποτε προσόντα καὶ ἂν βάλετε, εἶνε ἀδύνατον νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ Ἔθνος. Θέλετε νὰ καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν νὰ μὴ βλέπῃ ὁ νόμος τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ πράγματα, πιστεύσατε ὅτι τότε κἄτι καλὸν θὰ ἐξέλθῃ, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ δὲν συμφέρει. Κατὰ συνέπειαν πᾶν ὅ,τι πράξωμεν διὰ τὰ προσόντα, εἶνε ἀνωφελές, αὐτὴ εἶνε πεποίθησίς μου, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ ἀπατῶμεν ἑαυτοὺς καὶ τὸ κοινόν. Τὰ προσόντα δὲν θὰ χρησιμεύσουν παρὰ διὰ νὰ ἦνε μάστιγες μίαν ἡμέραν οἱ ὑπάλληλοι τῆς κοινωνίας. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον λέγουν ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐπεμβαίνουν, εἶνε χίμαιρα· οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται οὔτε τὸ ἑκατοστὸν ἀπὸ ὅσα δύνανται οἱ ὑπάλληλοι νὰ πράξουν. Οἱ βουλευταὶ πλανῶνται εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα τῶν προσωπικῶν διορισμῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νομίζοντες ὅτι κάτι κάμνουν διά τινων ὡρισμένων προσωπικῶν διορισμῶν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι πλανῶνται, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν οὐχὶ Βουλὰς, ἀλλὰ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι περιορισθεῖσαι εἰς προσωπικὰ, καὶ αἱ ὁποῖαι ἤθελον νὰ διορίσωσιν ὁλόκληρον τὸν κόσμον, ἔπεσαν καὶ ἔπεσαν οἰκτρῶς. Εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου καὶ ὁ εἷς πολιτευόμενος καὶ ὁ ἕτερος ἔκαμε προσωπικοὺς διορισμοὺς, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐχρησίμευσαν τοὺς προσωπικοὺς διορισμοὺς ἀπέφυγα ὅσον ἠδυνήθην ἐγώ· ἐζήτησα γενικώτερα πράγματα καὶ ταῦτα ἐν βραχεῖ χρόνῳ ἐκαρποφόρησαν σπουδαίως καὶ ἐν μέσῳ μάλιστα αὐτῆς τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Λοιπὸν μόνον μὲ τὰ προσόντα δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν τι καλόν. Τί μόνον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν; Θέλετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ὑπηρεσίαν; εἶνε εὔκολον· φροντίσατε νὰ καθιερώσητε προσόντα μόνον διὰ τοὺς πνευματικοὺς ταμίας τῶν ὑπουργῶν, οὗτοι δὲ εἶνε οἱ τμηματάρχαι καὶ οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς· διότι οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι δὲν εἶνε παρὰ ἀντιγραφεῖς, αὐτοὶ δὲ οἱ πνευματικοὶ ταμίαι εἶνε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταδώσουν εἰς τοὺς κλάδους των, ὅ,τι ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία ἀπροσκόπτως. Ποῖα ὅμως προσόντα πρέπει νὰ φέρουν οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς καὶ οἱ τμηματάρχαι; Δὲν ἀρκεῖ τὸ δίπλωμα. Τὸ δίπλωμα εἶνε μόνον μία ἐγγύησις ὅτι δύναται νὰ γράφῃ, περισσότερον ὄχι, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν γνωρίζῃ νὰ γράφῃ καὶ καλά. Πρέπει νὰ φέρουν μακρὰν πεῖραν τῆς ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ ἦναι κάτοχοι τοῦ διοικητικοῦ δικαίου. Εἶναι κανεὶς ἐκ τῶν τμηματαρχῶν τῶν ἰδικῶν μας—δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι τινὲς καὶ διακεκριμένοι,—ἀλλὰ τὸ πλεῖστον εἶνε κάτοχοι τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας; Καὶ ἐννοοῦν νὰ βελτιώσουν τὴν κατάστασιν τοῦ πολίτου διὰ τῆς ὑπηρεσίας; Τοὺς γνωρίζετε, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τοὺς περιγράψω, λάβετε τὰ ἔργα των. Λοιπὸν πρέπει νὰ φέρουν αὐτὸ τὸ προσὸν, ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ νὰ ἔχουν καὶ δύω ἢ τριῶν ἐτῶν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ γνωρίζουν καὶ μίαν ξένην γλῶσσαν, νὰ γνωρίζουν καὶ τὶ συμβαίνει εἰς τὴν ἀντίστοιχον ὑπηρεσίαν τῶν πεφωτισμένων ἐθνῶν, διότι ἐδῶ κατήντησεν ἡ ἰδική μας ὑπηρεσία εἰς πλεῖστα ζητήματα νὰ λειτουργῇ, ὅπως ἐλειτούργουν τὰ πυροβόλα, ὅταν ἀνεκαλύφθη ἡ πυρίτις. Λοιπὸν ὅταν κατορθώσητε νὰ ἔχητε τοιούτους τμηματάρχας καὶ γραμματεῖς, καταστήσατε αὐτοὺς ἰσοβίους, διότι ἐξ αὐτῶν δύνανται νὰ μορφωθῶσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι αἱ λεγόμεναι Διοίκησις, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ Κεντρικὴ διοίκησις, οἱ εἰσηγηταὶ τῶν τμημάτων εἶνε τὸ πᾶν. Δύναται νὰ ἦναι ἡ Κυβέρνησις πεφωτισμένη, δύναται νὰ γνωρίζῃ ὅλα τὰ γράμματα τοῦ κόσμου, δύναται νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν πεῖραν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καιρὸν νὰ ἐργάζηται καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα, καὶ νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀνάγκας καὶ τοῦ τελευταίου ἰδιώτου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τί γίνεται· ὅλοι οἱ ἀδύνατοι δὲν εὑρίσκουν τὸ δίκαιόν των. Ψηφίζονται νόμοι, καὶ νόμοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τρομάζουν τὸν κόσμον καὶ τοὺς ὁποίους κατόπιν ὡς εὐεργητικὸν μέτρον τοὺς καταργοῦμεν. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀναλαμβάνῃ ὅλην τὴν εὐθύνην καὶ νὰ βαρύνηται μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν κακὴν κατάστασιν; ἐγὼ τότε θὰ ἐπροτίμων ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἦναι χιμαιρικὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἀνόητον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δύναται ἐν τούτοις νὰ θεωρηθῇ ὡς σύστημα· ἐὰν πρόκηται λ. χ. νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἰσχύῃ ἡ ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς διοικήσεως καὶ νὰ θεωρῆται ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν συνέπειαν, ἕκαστος δὲ Βουλευτὴς δικαιωματικῶς νὰ φέρῃ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του, πρέπει ἕκαστος ἰσχύων βουλευτὴς νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμνῃ καὶ τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς παύσεις, καὶ ἀνακοινώνῃ ταῦτα εἰς μόνην τὴν Βουλήν· (γέλως) δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ γελάσητε, εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ μάθητε τὸ ἄλλο, τίνες σήμερον διορίζουν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν ὑπαλλήλους, οἱ Βουλευταί; Ποία ἡ διαφορά; ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι οἱ Βουλευταὶ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναγκάζονται νὰ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ἀναγκάζονται νὰ ἐξευτελίζωνται καὶ εἰς τοὺς τμηματάρχας, ὁ δὲ Βασιλεὺς νὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ ἔχῃ ἕνα τύπον νὰ ὑπογράφῃ, ἐνῷ πράγματι οὐδεμία γίνεται ἐξέλεγξις τῶν ὑποβαλλομένων Διαταγμάτων. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Λοιπὸν δύω πράγματα εἶναι, ἢ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδεὶς ἀναμιγνύεται εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ πρέπει ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐκτέλεσιν. Καὶ αὐτὸ τὸ χιμαιρικὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, εἰς τὴν πρᾶξιν θὰ ἦναι ὀρθότερον· διότι, ἂν ἀπέχῃ ἡ Ἀντιπροσωπεία ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως, τί θὰ συμβῇ; τότε οἱ τμηματάρχαι καὶ γραμματεῖς, ἤτοι τὰ κέντρα τῆς ἐνεργείας, δὲν θὰ ἐκπληρῶσι τὴν ἀποστολήν των, καθόσον οὐδὲ γνωρίζουσι ταύτην, ἀλλὰ θὰ ἦναι τὰ κέντρα καταστροφῆς, καὶ ἐὰν ἡμεῖς δὲν θὰ λαμβάνωμεν μέρος, θὰ ἔρχεται ὁ τελευταῖος ὑπάλληλος εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὁ μὴ φέρων κανὲν στοιχεῖον μορφώσεως, καὶ δὲν θὰ φροντίζῃ, παρὰ νὰ πῶς πιέζῃ, καὶ πῶς νὰ φορολογῇ, διότι δὲν ἔχει μισθὸν ἐπαρκῆ. Τί μισθὸν λαμβάνει ὁ ἔπαρχος; 240 δραχμὰς τὸν μῆνα· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτῶν νὰ ζήσῃ τὴν οἰκογένειάν του; ὄχι· θὰ φροντίσῃ λοιπὸν καὶ εἰς τὰ στρατολογικὰ καὶ εἰς ὅλα τ’ ἄλλα ζητήματα νὰ φορολογῇ καὶ νὰ καταπιέζῃ· σήμερον ἔχει τὸν φόβον, ὅτι δύναται ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας νὰ τὸν καταδιώξῃ, καὶ ὁ φόβος οὗτος εἶναι ἀρκετὸς νὰ τὸν συμμαζεύσῃ. Ὅλοι γνωρίζετε τὴν εἰς τὰς ἐπαρχίας συμπεριφορὰν τῆς ὑπαλληλίας καὶ δύνασθε νὰ ὁμολογήσητε ἂν αὐτὴ ἡ διαγωγὴ τῆς ὑπαλληλίας εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ Διοίκησις. Τί ἀπαιτεῖ ἡ διοίκησις; ἀπαιτεῖ ὥστε ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν, νὰ μὴ κλείεται μέσα, ἀλλὰ νὰ ἐξέρχεται καὶ νὰ ἐξετάζῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ νὰ ἦναι ἡ χειραγωγὸς δύναμις πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ πολίτου. Γίνεται τοῦτο σήμερον; ὄχι. Ὁ ὑπάλληλος εἶναι μόνον ὄργανον, τὸ ὁποῖον καταπιέζει καὶ φορολογεῖ, οὐδὲν δὲ πράττει ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ πρὸς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἀποστέλλεται καὶ διὰ τὸν Τόπον τὸν ὁποῖον ἀποστέλλεται νὰ διοικήσῃ. Σήμερον αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους θέλετε νὰ τοὺς περιβάλητε διὰ προσόντων καὶ δὲν θὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ καθιερώσωμεν προνομιοῦχον τάξιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν, θὰ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν ἔκρυθμα μέσα. Οἱ Ρωμαῖοι, κύριοι, κατ’ ἀρχὰς δὲν εἶχον τοὺς νόμους· ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν νὰ κάμουν τοὺς πολλοὺς νόμους, ἀπὸ τότε ἔπεσαν. Εἶχον τοὺς πραίτορας, τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐδίκαζον ἐν ἀρχῇ αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν των πεποίθησιν, καὶ αὐτῶν αἱ ἀποφάσεις ἐχρησίμευσαν κατόπιν ὡς νόμοι. Ἀλλὰ τί ἐπεδίωκεν ὁ Ρωμαῖος; ἐπεδίωκε πολίτην ἔντιμον, ἔκαμε τὴν τιμητείαν, συνέστησεν ἄλλας Ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ὅλα τὰ ἐξήταζον, πρὸ πάντων δὲ ὅσα εἶχον σχέσιν μὲ τὴν τιμὴν καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ πολίτου. Σήμερον ἔχομεν τοιαύτην ἐξέτασιν; ὄχι· οὔτε δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὁ τμηματάρχης, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται πολλάκις μὲ ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅταν δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο, τί προσόντα ζητεῖτε; Ζητεῖτε τὸ κακὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὸν κύβον, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα εἶναι δι’ ἐκρύθμων μέσων νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν προσόντων, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον εἴμεθα οἱ θερμότεροι αὐτῶν ὑποστηρικταί!
§65Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐν πρώτοις νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν ἂν πρέπῃ νὰ ψηφίσωμεν ἢ νὰ μὴ ψηφίσωμεν Νόμον περὶ προσόντων· καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, διότι ρητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλει εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τοῦ Τόπου τὴν ψήφισιν Νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Τὸ ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος λέγει αὐτολεξεί: «Ἐντὸς τῆς Αʹ. Βουλευτικῆς Περιόδου θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ συντάξεως Νόμου, κανονίζοντος τὰ προσόντα ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων». Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν παρεβιάσθη, καὶ παρεβιάσθη ἐπὶ 20 ἔτη, καὶ ἔνοχοι τούτου εἶναι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἔνοχοι τούτου εἶναι ὅλαι αἱ Βουλαί. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐμμένοντες ἐν τῇ παραβάσει τοῦ Συντάγματος; Συχνότατα ἐγείρεται πάταγος παρ’ ἡμῖν, ὅτι παραβιάζεται δῆθεν τύπος τις, διάταξίς τις τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ, ὅτι διορισμός τις δῆθεν ἀντιβαίνει εἰς διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος οὕτως ἐξηγουμένην, ὅτι Νόμος τις δῆθεν περιέχει τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἄρθρον, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦμεν παραβιάζοντες ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, πρὸς τὴν ὁποίαν συνδέεται αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ συνυπάρξῃ μετὰ Νόμων χορηγούντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἄνευ προσόντων καὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων ἄνευ λόγων ἰσχυρῶν. Τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ στήριγμα ἰσχυρὸν, καὶ ἄλλα νομοθετήματα ἀποκεντρωτικὰ, ἀλλὰ καὶ Νόμον, καθ’ ὃν δὲν δύνανται οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἀπολύωνται ἄνευ λόγων ἰσχυρῶν. Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία τῶν Κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Ποῦ ἀλλοῦ τὸ Σύνταγμα ἐφηρμόσθη, καὶ ἐφαρμοσθὲν ἀπήνεγκεν ἀγλαοὺς καρποὺς, παρὰ ἐν ταῖς Ἐπικρατείαις ἐκείναις, ἐν αἷς δεσμεύεται ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ ἐν τῷ διορισμῷ καὶ ἐν τῇ ἀπολύσει; Ὑπὸ μίαν Μοναρχικὴν πολιτείαν ἢ ὑπὸ μίαν πολιτείαν στενοσυνταγματικὴν, ὅπου δὲν ὑπάρχει Κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη, δύναται ἴσως καὶ ἄνευ Νόμου περὶ προσόντων νὰ βαδίσῃ καλῶς ἡ ὑπαλληλία, νὰ πολιτεύηται εὐόρκως, νὰ εὑρίσκεται ἐν τῷ καθήκοντι αὐτῆς· ἀλλ’ ὑπὸ Πολίτευμα, ὅπου διὰ τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων, ὅπου διὰ τῆς ψήφου τῶν Ἀντιπροσώπων φέρονται τὰ κόμματα εἰς τὴν Ἐξουσίαν, τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο πανταχοῦ ἢ πανταχοῦ σχεδὸν τῶν συνταγματικῶν Ἐπικρατειῶν ἐπεκράτησαν καὶ ἐπικρατοῦσι Νόμοι περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν Ἐπικρατειῶν ἐκείνων, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀρχὴ καὶ βάσις τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως· δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς Ἀγγλίας, ὅπου εἰ καὶ ὑπάρχει πληρεστάτη ἀποκέντρωσις, διότι ἐκεῖ ἡ διοίκησις τῶν κοινοτήτων, τῶν δήμων καὶ τῶν κομητειῶν ἐνασκεῖται ὡς δημόσιον δικαίωμα καὶ λειτούργημα ἐν ταὐτῷ ὑπὸ τῶν διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν φορολογουμένων ἀποδεικνυομένων μεταξὺ τῶν ἐγκριτωτέρων ἀστῶν εἰς τὰ ἔργα τῆς Ἀρχῆς, οἵτινες παρέχουσιν ἀμίσθως καὶ ὑποχρεωτικῶς τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν τοπικῶν ὑποθέσεων καὶ εὐθύνονται προσωπικῶς ἐνώπιον τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἢ παράλειψιν αὐτῶν, εἰ καὶ ὑπάρχει τοιαύτη αὐτοδιοίκησις, οὐχ ἧττον καὶ αἱ ὀλίγαι ἐκεῖναι διὰ κυβερνητικῶν διορισμῶν ἀπονεμόμεναι θέσεις εἶναι καὶ ἐκεῖ μόνιμοι· δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ὑπάρχει διοίκησις ἄκρως ἀποκεντρωτική, στηριζομένη ἐπὶ τῆς παντοδυναμίας τῶν δήμων καὶ ὅπου ἡ Γερουσία ἐνασκεῖ καὶ κυβερνητικὴ ἐξουσίαν, συντρέχουσα ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀνωτέρων τῆς Πολιτείας λειτουργῶν, καὶ ὅμως καὶ οἱ ὀλίγοι ἐκεῖ ἔμμισθοι κυβερνητικοὶ ὑπάλληλοι ὑπεστηρίχθη καὶ ὑποστηρίζεται, ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς προσόντα καὶ μονιμότητα, διότι ἄλλως κινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις. Τοῦτο εἶπεν ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Γκάρφιλδ ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει αὑτοῦ εἰς τὸν Προεδρικὸν δίφρον διὰ διαγγέλματος, καλέσας τὰ δύω Νομοθετικὰ Σώματα νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ψήφισιν Νόμου περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὀλίγων τούτων ὑπαλλήλων, διότι ἄλλως διατρέχει κίνδυνον ἡ δημοσία τάξις, καὶ τὸ πολιτειακὸν καθεστώς. Ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς συγκεντρωτικαῖς Ἐπικρατείαις εἶναι ἐξησφαλισμένα τὰ προσόντα καὶ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων μέχρις ἑνός. Ἐν ταῖς Γερμανικαῖς Ἐπικρατείαις, οἷον ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν Βαυαρίᾳ, ἐν Σαξωνίᾳ, ἐν Βάδῃ, ἐν Βυρτεμβέργῃ διορίζονται οἱ ὑπάλληλοι ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ προσόντων δυσκτήτων, ἀπαιτεῖται δὲ διὰ τὴν ἐλαχίστην θέσιν διαγωνισμὸς καὶ ἄλλος διὰ τὸν προβιβασμόν, καὶ ἄλλος διαγωνισμὸς δι’ ἕτερον προβιβασμόν. Καὶ ἐπέρχεται ἀπόλυσις μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεων συμβουλίων πειθαρχικῶν, παρεχόντων πᾶσαν ἐγγύησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ἔτι ταῖς Ἐπικρατείαις ὅπου τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα διασαλεύεται, ὅπου τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα παράγει δυσειδεῖς, δύναμαι νὰ εἴπω, καρποὺς ἕως τῆς ὥρας, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσι νόμοι ὑποβάλλοντες εἰς προσόντα καὶ μονιμότητα τινὰς τοὐλάχιστον τάξεις ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ πλήρης ἐπιτυχία τοῦ Πολιτεύματος δὲν δύναται νὰ συναρμοσθῇ ἢ πρὸς νόμους, οἵτινες περιορίζουσι τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας οὐ μόνον ἐν τῷ διορισμῷ καὶ τῇ παύσει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαι κυβερνητικαῖς ἐνεργείαις. Ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅτι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐπιδρᾷ ἡ πολιτικὴ ἰσχύς, ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἕρμαιον τῆς ἰσχύος· ἀκριβῶς τὴν ἰσχὺν ταύτην θέλομεν νὰ περικόψωμεν, καὶ δὲν δύναται ἄλλως νὰ περικοπῇ ἡ ἰσχὺς παρὰ διὰ νόμων, νόμων πολλῶν καὶ γενικωτέρων βέβαια, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ διὰ τούτου τοῦ νόμου. Εἶπεν ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅτι τὰ προσόντα δὲν ἀρκοῦσι, καὶ βεβαίως τὰ προσόντα αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, τὰ ἐμφαίνοντα γνώσεις θεωρητικάς, δὲν ἀρκοῦσι εἰς τὴν μόρφωσιν ἱκανῶν καὶ δοκίμων ὑπαλλήλων, ἀπαιτεῖται βεβαίως συγχρόνως καὶ ἡ πρόσκτησις πρακτικῶν γνώσεων. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐλλιπὲς ἄλλως κατ’ ἐμὲ ἐν πολλοῖς, εἰς τοῦτο στηρίζεται· καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν φέροντα διδακτορικὸν πτυχίον νὰ εἰσέλθῃ καὶ καταλάβῃ ἐπὶ τῇ μόνῃ κατοχῇ αὐτοῦ οἱανδήποτε θέσιν· Τί λέγει τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου; «διορίζεται ὑπουργικὸς γραμματεὺς πρώτης τάξεως μόνος ὁ ἔχων δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου καὶ πρωτεύσας ἐν διαγωνισμῷ.» Ἀπαιτεῖται ἑπομένως διαγωνισμὸς καὶ διαγωνισμὸς πρακτικός, διότι καθὼς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἑπομένου κατωτέρω ἄρθρου, πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ὁ διαγωνισμὸς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, κανονιζομένων τῶν καθ’ ἕκαστα ἐξετάσεων. Βεβαίως ὁ διαγωνισμὸς ἐκεῖνος δὲν πρόκειται νὰ περιστραφῇ εἰς τὰς ἐξετάσεις, ἐὰν ἐκτήσαντο τὰς ἀναγκαίας θεωρητικὰς γνώσεις, ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ ὁ διαγωνιζόμενος καὶ τὴν ἀπαιτουμένην πρακτικὴν τριβὴν καὶ πεῖραν περὶ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων τῆς ἀνατεθησομένης αὐτῷ θέσεως. Ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος κατέστρεψεν αὐτὸς οὗτος τὰ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριχθέντα, ἰσχυρισθεὶς ἀκολούθως ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων ὡς κεντρικοὶ εἶνε ἀνάγκη νὰ ἔχωσι προσόντα, καὶ εἶπε μάλιστα ὅτι δὲν ἀρκοῦσι τὰ προσόντα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσι καὶ ἄλλα προσόντα, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσι καὶ ἄλλας γνώσεις, ἀπαιτεῖται νὰ γινώσκωσι καὶ ξένην τινὰ γλῶσσαν. Διὰ τούτου τί ἄλλο παραδέχεται ἢ ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη θεωρητικῶν ἅμα καὶ πρακτικῶν γνώσεων; καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς συνίστανται τὰ προσόντα. Τὰ προσόντα καὶ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, ἥτις ὅμως δὲν καθιεροῦται δυστυχῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ἐπεθύμουν, εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα εἰς Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ὅπως δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ εὐρύθμως καὶ κανονικῶς· ἄνευ τοιούτου νόμου, καθιεροῦντος προσόντα καὶ μονιμότητα, ἡ Πολιτεία περιέρχεται εἰς ἄκραν σύγχυσιν, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· ὅπως ἐκπληροῖ τις τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἀπαιτοῦνται δύω ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ εὐθύνη· ἀλλ’ οὐδὲ εὐθύνη ὑπάρχει, οὐδὲ ἀνεξαρτησία, ἐλλείποντος τοιούτου νόμου. Πῶς εἶνε δυνατὸν ὁ ὑπάλληλος νὰ ἦνε ἀνεξάρτητος, ὅταν γινώσκῃ, ὅτι ὁ βουλευτὴς ὁ ἰσχύων δύναται διὰ μιᾶς νὰ σύρῃ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του; εἶνε ἠναγκασμένος λοιπὸν ὁ δυστυχὴς ὑπάλληλος, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ ἀνεπτυγμένον τὸ αἴσθημα τῆς φιλοτιμίας, ὅσον καὶ ἂν σέβηται ἑαυτὸν καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὑπόληψιν, εἶνε ἠναγκασμένος νὰ παρεκτραπῇ, νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, νὰ προδώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ εὐθύνη καὶ ἀκριβῶς σήμερον καθιεροῦται ἡ εὐθύνη· καθιεροῦται ἡ εὐθύνη μετὰ τῆς ἀνεξαρτησίας μέχρι τινὸς τοὐλάχιστον σημείου, διότι ὁ ὑπάλληλος γινώσκει ἐξ ἑνὸς ὅτι εἶνε ἀνεξάρτητος, γινώσκει ὅμως ἐξ ἄλλου, ὅτι ὅταν παρεκτραπῇ, δύναται νὰ τῷ ἐπιβληθῇ πειθαρχικὴ ποινὴ καὶ διὰ τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῆς ὑπηρεσίας. Καθιεροῦνται λοιπὸν δύω ἀρχαὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι εἰς τακτικὴν καὶ εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, μόνον περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ ὑπαλλήλου, πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς ὅλης Πολιτείας, τὴν ὁποίαν συνταράσσει ἡ κίνησις τῶν ὑπαλλήλων, αἱ παύσεις καὶ διορισμοὶ αὐτῶν. Νομίζετε, ὅτι δὲν ἐπιδρᾷ εἰς τὸ ὅλον τῆς Πολιτείας τὸ κακὸν τοῦτο; Καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ βουλευτὴς σήμερον εἶνε ἀνεξάρτητος; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι θέλει πρὸς ἐπιτέλεσιν εὐδόκιμον τῶν ἔργων αὑτῆς, νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τῇ συναισθήσει τοῦ καθήκοντος αὑτῆς; Ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον αὑτῆς εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα, παρατρέχουσα πολλάκις σπουδαιότατα γενικὰ συμφέροντα ἀπροστάτευτα. Καὶ τοῦτο γίνεται ἀφορμὴ τάχιστα, ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, νὰ καταῤῥέῃ εἰς ράκη ἡ κυβερνητικὴ ἁλουργίς. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις νομίζετε, ὅτι δύνανται καὶ ἐκεῖναι νὰ ἐκπληρῶσιν εὐσυνειδήτως τὸ ἑαυτῶν καθῆκον ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς φιλαρχίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει μεταξὺ τῶν ἄλλων ἡ ἀνάγκη τῶν διορισμῶν καὶ τῶν παύσεων πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ διατήρησιν τῆς ἐπαρχιακῆς ἐπιῤῥοῆς τῶν μελῶν τῆς βουλευτικῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ φρονεῖτε, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Ἀντιπολιτεύσεις ἠδύναντο ἑκάστοτε νὰ ἐπιζητῶσι διὰ παντὸς μέσου καὶ ὅσον ἔνεστι τάχιον τὴν Ἐξουσίαν ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συνεδέετο πρὸς τὴν Ἐξουσίαν ἡ διατήρησις τῆς δυνάμεως ἑκάστου τῶν ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν ἐν ταῖς ἰδίαις ἐπαρχίαις; Οὐδεὶς ἀρνεῖται εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις τὸ δικαίωμα, καὶ τὸ καθῆκον μάλιστα, νὰ ἐπιζητῶσι τὴν Ἐξουσίαν, τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσιν αὐτοὶ νὰ διευθύνωσι τὸ πηδάλιον τῆς Πολιτείας· ἀλλὰ δυστυχῶς ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμων ἀποκεντρωτικῶν, ἡ πάλη γίνεται ἀδιακόπως περὶ τὸν μοχλὸν τοῦ πηδαλίου καὶ κινδυνεύει ἑκάστοτε τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας νὰ καταποντισθῇ, ἀφιέμενον εἰς τὴν διάκρισιν τῶν συριζόντων ἀνέμων καὶ τῶν περὶ τὰ πλευρά του παφλαζόντων κυμάτων. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὄχι μόνον σκεπτόμενοι συνταγματικῶς καὶ συμμορφούμενοι πρὸς ρητὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν, ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τάχιστα, ἐν ταύτῃ τοὐλάχιστον τῇ Συνόδῳ, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀποῤῥίψωμεν μακρὰν ἡμῶν τὸν ρύπον τοῦ ἀντισυνταγματισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀληθῆ βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, καὶ εἰς τὴν καθιέρωσιν ἀληθοῦς προόδου, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο σήμερον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ἔχει ὁ κ. Κωνσταντόπουλος τροπολογίαν.
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνω τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὄχι μόνον εἰς τὴν θέσιν τὴν κατωτέραν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀμέσως ἀνωτέραν, ἂν ἔχῃ ὁ διοριζόμενος δίπλωμα Σχολείου, Γυμνασίου ἢ Πανεπιστημίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης θέλει τὴν προσθήκην «ἤ τινος τῶν πρώην ἐν ταῖς Ἰονίοις Λυκείων».
§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ νεωτερισμοῦ, καθότι εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τὸ αὐτὸ ἐγένετο, διότι πρίν τῆς ἑνώσεως δὲν εἴχομεν ἐκεῖ Γυμνάσια καὶ Σχολεῖα.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς ἑνωθείσαις μετὰ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου ἀφομοιοῦνται τὰ ἐκεῖ κείμενα πρὸς τὰ ἐνταῦθα. Τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον διοικητικοῦ κανονισμοῦ, ὁρίσοντος ποῖα τῶν ἐκεῖ Παιδευτηρίων εἶνε τὰ ὁμοταγῆ τῶν ἐν τῷ νόμῳ κατονομαζομένων. Ἑτέρα τροπολογία εἶχε προταθῆ, ὅπως διορίζωνται κατόπιν διαγωνισμοῦ, οὐ μόνον οἱ γραμματεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ γραφεῖς. Καὶ τοῦτο νομίζω πρέπον νὰ δεχθῶμεν· ἐὰν εἶνε ἡ Βουλὴ τῆς γνώμης ταύτης, θέλομεν προσθέσει μετὰ τὰς λέξεις «ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Γυμνασίου» τὰς λέξεις «καὶ πρωτεύσας ἐν διαγωνισμῷ»· ἐπίσης μετὰ τὰς λέξεις «ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Σχολαρχείου» τὰς λέξεις «καὶ πρωτεύσας ἐν διαγωνισμῷ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροποποιήθη).
§71ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχουσι τροπολογίαι· ὑποστηρίζονται;
§73ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2).
§74ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκει).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχουσι τροπολογίαι.
§76ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3).
§77ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκει).
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι, ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι, διότι εἶνε εἰδικὴ ὑπηρεσία. (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη) (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6, 7 καὶ 8).
§79ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 9. (Ἀναγινώσκει).
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔγεινεν εὐρεῖα συζήτησις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ τότε ἀπήντησα εἰς τὰς γενομένας παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπαναλαμβάνει διάταξιν κειμένου νόμου· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρετηρήθη, ὅτι, ἂν ὁ κείμενος νόμος κακῶς ἔχῃ, δέον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ τροποποιηθῇ. Ἰδίως παρετηρήθη, ὅτι εἶναι ἄτοπον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν πειθαρχικὴν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, καὶ ἐπληροφόρησα τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς κειμένης διατάξεως τὰ ὄργανα τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίσης παρετηρήθη, ὅτι ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναφερομένη πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶνε ὅλως ἔκτακτος, διότι ἐνασκεῖ αὐτὴν ἐπὶ ὑπαλλήλων ἄλλου κλάδου· ἡ τοιαύτη ἄρα πειθαρχικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ ἐπάγηται τὰς συνεπείας τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τῆς ἐπὶ τοῦ ἰδίου κλάδου ἐνασκουμένης· δύναται νὰ ἐνασκῆται ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία καὶ ἐπὶ ὑπαλλήλων ἄλλου κλάδου χάριν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς τὴν κυρίαν ποινὴν καὶ νὰ μὴ ἐπάγηται τὰς κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων συνεπείας, ἃς συνεπάγεται ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία ἐνασκουμένη ἐπὶ ὑπαλλήλων τοῦ αὐτοῦ κλάδου. Κατὰ ταῦτα προτείνω, ὅπως εἰς μὲν τὸ πρῶτον ἐδάφιον προστεθῇ «πλὴν τῶν δικαστικῶν».
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ λέγει περὶ ὑπαλλήλων διοικητικῶν;
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ τοιαύτη διάταξις δὲν τίθεται τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὑφισταμένη ἐν κειμένῳ νόμῳ ἡρμηνεύθη ἄλλως, εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐκφρασθῶμεν σαφῶς.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ θέσητε «τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας».
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.—Εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ· «Αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπιβαλλόμεναι πειθαρχικαὶ ποιναὶ πλὴν τῆς ποινῆς τῆς προσωρινῆς παύσεως δὲν ἐπάγουσι τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 συνεπείας».
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὴν δικαιοδοσίαν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον;
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει μόνον ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τὴν ἐπιβάλλει. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9, 10 καὶ 11, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 12).
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παυθῶσι τῆς ὑπηρεσίας οἱ δημόσιοι λειτουργοί, εἰμὴ ἐν ταῖς περιπτώσεσι τοῦ ἄρθρου· ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς δημόσιοι λειτουργοὶ παύονται, κατὰ τὸν νόμον, ἡ διάταξις αὐτὴ ἀνατρέπει ἐκείνην. Εἰς ἄρσιν τῆς ἀνωμαλίας ταύτης, προτείνω ὅπως ἀντὶ τοῦ «οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ» τεθῇ «οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ περὶ τῆς παύσεως τῶν ὁποίων δὲν ὥρισαν εἰδικοὶ νόμοι». Ἐπίσης ἠγέρθη ἕτερον ζήτημα ἐπὶ τοῦ 5ου ἐδαφίου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν καταργηθῶσι θέσεις τινὲς μεταξὺ πλειόνων ἰσοβάθμων, τίνες οἱ ἀπολυθησόμενοι; Πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ ῥητῆς διατάξεως ὡς ἑξῆς· «Ἄν μία ἢ πλείονες θέσεις ἐξ ἰσοβάθμων καταργηθῶσιν, ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἀπολύει κατ’ ἐκλογήν». Πρέπει νὰ θέσωμεν τοιαύτην διάταξιν, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν δίκας, καὶ τοιαύτας ἐκέρδησαν πολλοὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, διὰ τῆς τροπολογίας μου ἐζήτησα νὰ εἰσαχθῶσιν ἐν αὐτῷ δύω ἀκόμη· πρῶτον νὰ ἐπεκταθῶσι τὰ περὶ παύσεως τῶν ὑπαλλήλων, τὰ κανονιζόμενα ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ, εἰς πάντας ἐν γένει τοὺς ὑπαλλήλους, ἐκτὸς ἐκείνων, δι’ οὓς εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουσι τὰ περὶ τούτου· δεύτερον δὲ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ῥητῶς ὡς λόγος προσωπικῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων ὅσοι καταδιώκονται ἐπὶ ἀξιοποίνῳ τινὶ πράξει, περὶ τῆς ὁποίας ἐξεδόθη βούλευμα παραπομπῆς ἢ ἔνταλμα φυλακίσεως. Κατὰ συνέπειαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω ὀλίγα τινὰ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς τροπολογίας μου. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τῆς καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναιτιολογήτου παύσεως τῶν ὑπαλλήλων εἶναι τοσοῦτον ἔννομος καὶ τοσοῦτον λογικὴ, ἐθεώρουν καὶ θεωρῶ ταύτην παραγωγὸν ἀποτελεσμάτων τοσούτων κοινωφελῶν, ὥστε ὑπέθετον, ὅτι πᾶσαι αἱ μερίδες τοῦ Κοινοβουλίου ὁμοφώνως ἤθελον ἀποδεχθῇ καὶ ἐπιψηφίσωσιν αὐτήν. Διὰ τοῦτο μετά τινος ἀπορίας ἤκουσα κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι βουλευταὶ, εἰς ἀντίθετον ἀνήκοντες μερίδα, ὁμοφώνως ἀπέκρουσαν τὴν πρότασίν μου ταύτην. Ἡ πρότασίς μου συνίσταται εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναιτιολογήτου παύσεως ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, περὶ ὧν δὲν προέβλεψαν εἰδικοὶ νόμοι, ὡς εἶναι οἱ δικαστικοὶ καὶ οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, περὶ ὧν προβλέπουσιν εἰδικοὶ νόμοι καὶ ἐφ’ ὧν δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἡ τροπολογία μου, περὶ ὅλων ὅμως τῶν ἄλλων θὰ ἰσχύῃ. Φρονῶ, ὅτι περὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων, τὰ τῆς παύσεως τῶν ὁποίων δὲν κανονίζουσι ῥητοὶ νόμοι, πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀρχή, ὅτι δὲν δύναται νὰ παύσῃ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις εἰμὴ ᾐτιολογημένως. Τὸ νομοσχέδιον ἐφαρμόζεται, ἢ μᾶλλον θέλει ἐφαρμοσθῆ εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἰσαχθήσονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δυνάμει τῶν προσόντων, ἅτινα τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζει.
§89ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐφαρμόζηται καὶ εἰς τοὺς νομάρχας;
§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλους ἐν γένει.
§91ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, περὶ τῆς παύσεως τῶν ὁποίων δὲν προβλέπουσιν εἰδικοὶ νόμοι, δὲν δύνανται νὰ παυθῶσι».
§93ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ἐννοεῖτε καὶ Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους καὶ Εἰσαγγελεῖς; αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι καὶ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως.
§94ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι τοῦ Ἔθνους· δὲν εἶναι τῆς Κυβερνήσεως.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου· προβλέπω μάλιστα μετὰ λύπης, ὁποία τύχη τὴν περιμένει· ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ καταβάλω καὶ ὑστάτην τινὰ προσπάθειαν πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς. Ἂν αὕτη δὲν συντελέσῃ, ἵνα πείσω περὶ τοῦ χρησίμου αὐτῆς, θὰ χρησιμεύσῃ κἂν εἰς ἀνάπαυσιν τῆς ἐμῆς συνειδήσεως, ὅτι οὐδὲν παρέλειψα μέσον πρὸς παραδοχὴν προτάσεως κοινωφελεστάτης. Κύριοι, πρὸ πάντων δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τίνες οἱ λόγοι οἱ προταθέντες κατὰ τῆς τροπολογίας ταύτης· ἆράγε ἀντιβαίνει αὕτη εἰς τὸ πνεῦμα τῶν κειμένων νόμων; προσκρούει ἆράγε εἰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὰ καθήκοντα, ἃ ἔχει ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Ὡς πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς παύσεως, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ πρότασίς μου οὔτε εἰς τοὺς νόμους προσκρούει, οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς ὑποστηρίζει ὁ βουλευτὴς Κυθήρων, οὔτε εἰς τὰ δικαιώματα, ἃ ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τοὺς νῦν κειμένους νόμους ἐνασκεῖ, ἀντιβαίνει. Βεβαίως ἐν τῷ Συντάγματι μετὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ διορισμοῦ ἀνεγράφη καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ σὺν τῇ προσθήκῃ «κατὰ τοὺς κειμένους νόμους»· ἑπομένως οἱ κείμενοι νόμοι προσδιορίζουσι καὶ δύνανται νὰ προσδιορίσωσι τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς παύσεως, ὅπως διὰ τῶν προσόντων κανονίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, δι’ ἄλλων δὲ εἰδικῶν νόμων κανονίζεται τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως ὡρισμένων ὑπαλλήλων, οὕτω δύναται νῦν νὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ τῆς παύσεως τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν ἡ θεωρία τοῦ κ. Κασιμάτη ἦτον ὀρθή, τότε ὅλοι οἱ μνησθέντες νόμοι εἶναι ἀντισυνταγματικοί. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑποστηρίζει ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει πλάνη ἐν ἀπορίᾳ ὁμοδόξου, καὶ ὅμως ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ ὁμόδοξον ἐν τῇ πλάνῃ τοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτής. Δὲν ἀντιβαίνει λοιπὸν εἰς κανένα νόμον ἢ τροπολογία μου. Ἀντιβαίνει ἆράγε εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἱ ἰσχύοντες περὶ παύσεως νόμοι; Διατί, κύριοι, ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως; Ἐδόθη ἆρά γε διὰ νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ μέσα τῆς ἱκανοποιήσεως προσωπικῶν σχέσεων καὶ συμφερόντων, ἢ διὰ νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν τῆς ἐξωνήσεως ἢ τῆς συγκρατήσεως τῆς βουλευτικῆς συνειδήσεως; οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοιοῦτόν τι. Ἐὰν ἐδόθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐδόθη πρὸς μόνον τὸ συμφέρον τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας καὶ πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς· ἐδόθη διὰ νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν δύναμιν νὰ ἀποβάλλῃ τῆς ὑπηρεσίας πάντα κακοήθη, φαῦλον, καταχραστὴν, φυγόπονον, καὶ νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐστηρὰν πειθαρχίαν. Ἑπομένως ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἐνασκῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν νόμων, ὀφείλει νὰ μὴ ποιῆται χρῆσιν αὐτοῦ, εἰμὴ ἕνεκα λόγων ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς. Ἀλλὰ γίνεται τοιαύτη χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς παύσεως; οὐχὶ βεβαίως· διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ κανόνα οἱ ὑπάλληλοι παύονται πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διορισθοῦν ἕτεροι· ὅτι παύονται ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶνε φίλοι τῶν ἀντιφρονούντων τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ διορισθῶσιν ἐκεῖνοι οἵτινες εἶναι φίλοι τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν καὶ τοῦ δικαιώματος τούτου μεγίστη ἐπέρχεται κατάχρησις, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω διὰ τῆς τροπολογίας μου νὰ θέσωμεν φραγμὸν, νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ μὴ ἐνεργῇ, εἰ μὴ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, καὶ νὰ μὴ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους, εἰμὴ ἕνεκα λόγων τῆς ὑπηρεσίας. Βλέπετε, ὅτι δὲν ζητῶ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως· ἤθελον μάλιστα ἀντιταχθῆ εἰς τοιαύτην ἰδέαν· ζητῶ μόνον νὰ μὴ γίνεται χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, εἰμὴ ὅταν ὑπάρχωσιν αἱ περιστάσεις, ἃς οἱ νόμοι προϋποθέτουσι. Καὶ τί ζητῶ πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας μου ταύτης; νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώνῃ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», τίνες εἶνε οἱ λόγοι, δι’ οὓς προβαίνει εἰς τὰς παύσεις τῶν ὑπαλλήλων. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶνε λογικὴ, νόμιμος, καὶ ἀφορᾷ εἰς τὴν τήρησιν, εἰς τὴν ἀληθῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς προτάσεως ταύτης θέλουν ἐπέλθει λίαν εὐάρεστα ἀποτελέσματα καὶ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν ἀκόμη τοῦ Πολιτεύματος. Γνωρίζετε καὶ ἠκούσατε πολλὰ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ δημοσία ὑπηρεσία. Γνωρίζετε, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἐκπληροῦν δεόντως τὰ καθήκοντά των. Ἄπειρα ἀκούονται ἐντεῦθεν παράπονα ἐπὶ καταχρήσεσι, φατριασμῷ, καταπιέσει καὶ ἄλλαις πράξεσι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τί ἐπιζητοῦμεν σήμερον; βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Καὶ πῶς τὴν ἐπιζητοῦμεν; διὰ τοῦ ὁρισμοῦ προσόντων ὡς πρός τινας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δύνανται τὰ προσόντα μόνον νὰ φέρωσι τοιαύτην τινὰ μεταβολήν; Τὰ προσόντα οὐδεμίαν ἄλλην δύνανται νὰ ἔχωσι συνέπειαν εἰμὴ νὰ περιορίσωσιν ἐπ’ ὀλίγον τὸν κύκλον ἐκείνων, οἵτινες ἐπιδιώκουσι δημοσίας θέσεις, ἀλλ’ ὁ κύκλος αὐτῶν ἢ θὰ μείνῃ ἢ τάχιστα γενήσεται ἀρκούντως εὐρὺς καὶ περιλαμβάνων πολὺ πλείονας τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς δημοσίας θέσεις, καὶ ἑπομένως θὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἀγὼν τῶν βουλευτῶν περὶ προτιμήσεως τῶν φίλων αὐτῶν. Κατὰ συνέπειαν ἐκ τοῦ νόμου τῶν προσόντων ποσῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν. Διατί δὲν διεξάγεται καλῶς ἡ ὑπηρεσία; Διὰ τὴν ἀνικανότητα τῶν ὑπαλλήλων; ὄχι· ἡ ὑπηρεσία δὲν διεξάγεται καλῶς, διότι οἱ ὑπάλληλοι, διοριζόμενοι καὶ συντηρούμενοι ὑπὸ τῶν πολιτευομένων ἐν ἑκάστῃ Ἐπαρχίᾳ, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κύπτωσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῶν, νὰ παραλείπωσι τὴν ἀκριβῆ καὶ εὐσυνείδητον τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσιν, νὰ περισαίνωσι καὶ κολακεύωσιν αὐτοὺς ἐπὶ ἐξευτελισμῷ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν καὶ τοῦ δημοσίου ἀξιώματος καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Διατί πράττουσι ταῦτα πάντα; διότι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των ἵσταται τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους, διότι δύναται νὰ προκληθῇ διὰ τοῦ πρώτου Ταχυδρομείου ἡ παῦσις αὐτῶν, ἐὰν δὲν συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς ὀρέξεις ἐκείνων, οἵτινες τοὺς διώρισαν. Ἐὰν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναιτιολογήτου παύσεως καταργηθῇ, ἐὰν τοῦ λοιποῦ παύσωσιν οἱ ὑπάλληλοι νὰ τρέμωσιν ἐνώπιον τῶν ἰσχυρῶν, δὲν εἶναι φανερὸν, ὅτι θὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἀξιοπρέπειάν των, θὰ ἀνυψωθῶσιν εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας, καὶ θὰ ἀφοσιωθῶσιν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, ἵνα μὴ δώσωσιν ἀφορμὴν δικαιολογημένης παύσεως; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασίς μου ἀναγκαίαν συνέπειαν ἔχει τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος οὐσιωδῶς θέλει βελτιώσει ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναιτιολογήτου παύσεως τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἅπαντες ὁμολογοῦσιν ὅτι ἡ διὰ παροχῶν ἐξώνησις τῆς βουλευτικῆς συνειδήσεως διαφθείρει τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος καὶ ματαιοῖ τὸν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου αὐστηρὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν παύσεων στειρεύει ἡ πηγὴ τῶν παροχῶν καὶ τὰ μέσα τῆς ἐκδικήσεως τῶν ἀντιφρονούντων, ὥστε τοῦ λοιποῦ γενικαὶ ἀρχαὶ καὶ ἰδέαι καὶ πεποιθήσεις θέλουσιν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ συνδέσμου τῶν πολιτικῶν μερίδων. Ὑπὸ ὁποιανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετάσητε τὸ ζήτημα, δὲν δύνασθε ἢ νὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ πρότασις, ἣν ὑποστηρίζω, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν θέλει βελτιώσει καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος θέλει ἔχει εὐεργετικὴν ἐπιῤῥοήν. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι πρέπει ὁμοφώνως ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην. Καὶ ἂν ὅμως ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ σύστημα ἔχει ἐλλείψεις, τί ἐμποδίζει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν λόγῳ δοκιμῆς ἐπὶ ἓν ἔτος; Ἰδοὺ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πανίσχυρος καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βεβαία ἡ διατήρησις αὐτῆς ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐντεῦθεν δὲ ἐξάγεται, ὅτι ἐλάχισται μεταβολαὶ ὑπαλλήλων θὰ ἐπέλθωσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν δοκιμὴν ταύτην; Ἀντέταξαν, ὅτι καὶ διὰ τῆς ἠτιολογιμένης παύσεως θέλομεν φθάσει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι καὶ δι’ αὐτῆς θέλει ἀποβάλει ἄνευ λόγου τοὺς ὑπαλλήλους κατὰ τὴν ὄρεξιν τῶν βουλευτῶν, ὡς συμβαίνει, καὶ διὰ τῆς ἀναιτιολογήτου παύσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τοιαύτην ἰδέαν, καὶ νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους θέλουσι καταφύγει εἰς συκοφαντίας καὶ εἰς ψευδεῖς αἰτιάσεις κατὰ ὑπαλλήλων, ἵνα ἀποβάλωσιν αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπιμένω λοιπὸν, φρονῶν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, εἶναι ἐθνωφελὲς καὶ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπολέσωμεν τὴν πολύτιμον εὐκαιρίαν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος τῆς αἰωνίου μετακινήσεως καὶ ἀναστατώσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἑτέραν πρότασιν. Διατί ἐνταῦθα δὲν ἐτέθη ἡ διάταξις, ὅτι ὁ ὑπάλληλος δύναται νὰ παυθῇ προσωρινῶς, ὅταν ἐξεδόθη κατ’ αὐτοῦ βούλευμα; Τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτὸν, διότι αὐτὸς ἦτον ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, εἰς ὃν ῥητῶς προεβλέπετο ἡ περίπτωσις αὕτη. Διατί ἐνταῦθα τὴν παρέλειψε; νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῇ.
§96ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω ν’ ἀνακαλέσω, ἐπιφυλλάσσομαι δ’ ἀλλαχοῦ ν’ ἀποδείξω κατὰ πόσον εἶναι συνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κωνσταντοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τὸ ἄρθρον 12 ἐτροπολογήθη ἐν ἀρχῇ διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «περὶ τῆς παύσεως τῶν ὁποίων δὲν ὁρίζει εἰδικὸς νόμος» καὶ κατόπιν εἰς τὸ τέλος «ἂν μία ἢ πλείονες θέσεις ἐξ ἰσοβάθμων καταργηθῶσιν, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀπολύει κατ’ ἐκλογήν». Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη;
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 13 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 14. (Ἀναγινώσκεται).
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατόπιν τῶν γενομένων παρατηρήσεων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν φέρω τινὰς τροπολογίας. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι διὰ τῆς μεταθέσεως θὰ δύναται γραφεὺς διορισθεὶς ἄνευ τῶν προσόντων τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας νὰ λαμβάνῃ θέσιν ἐν τῇ Κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ τοιοῦτος δὲν ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου· πρέπει ἄρα νὰ προστεθῇ, ὅτι «ἀπαγορεύεται μετάθεσις γραφέως μὴ ἔχοντος ἀπολυτήριον γυμνασίου εἰς τὰ γραφεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἵνα διορισθῇ τις ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀπολυτήριον γυμνασίου». Περὶ τῶν εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν ἀφορώντων περιέχει τὸ ἄρθρον τὴν διάταξιν «ἀπαγορεύεται ἡ μετάθεσις δημοσίου ὑπαλλήλου ἐξ ἄλλου κλάδου εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν». Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι δύναταί τις νὰ ᾖναι μὲν ἐν ἄλλῳ κλάδῳ, ἀλλὰ νὰ διετέλεσεν ἄλλοτε ἐν τελωνιακῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ μετάθεσις· διὰ τοῦτο προστίθενται ἐν τέλει τῶν ἐδαφίων τὰ ἑξῆς «ἀπαγορεύεται ἡ εἰς τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν μετάθεσις δημοσίου ὑπαλλήλου μὴ διατελέσαντος ἐν αὐτῇ ἐν συνόλῳ τουλάχιστον ἐπὶ διετίαν». Ἐτέθη ἕτερον ζήτημα, ἂν ἡ προηγουμένη τοῦ νόμου ὑπηρεσία θέλῃ λογίζεσθαι εἰς τὸν προβιβασμὸν, διότι κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 τοῦ νόμου προβιβάζονται οἱ ἐπὶ ὡρισμένῳ τινὶ χρόνῳ ὑπηρετήσαντες, καὶ ὑπέθεσαν τινὲς, ὅτι ἡ προηγουμένη τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ὑπηρεσία δὲν λογίζεται, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν καὶ αὕτη νὰ λογίζηται· διὰ τοῦτο ἐν τέλει προσθέτομεν τὸ ἑξῆς «ἡ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὑπηρεσία λογίζεται πρὸς προβιβασμὸν κατὰ τοὺς ὅρους τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3. Οἱ τελωνιακοὶ ὅμως ὑπάλληλοι δύνανται νὰ προβιβασθῶσι καὶ ἂν στερῶνται τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 ἀπαιτούμενον ἀπολυτήριον γυμνασίου, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἵνα οὗτοι μετατεθῶσιν εἰς ἄλλον κλάδον ὑπηρεσίας». Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐτέθη, διότι ἐν τῇ τελωνιακῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχουσι πολλοὶ στερούμενοι τοῦ προσόντος τῶν ἀπολυτηρίων, καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ὑπαλλήλους δεχομένους, ἂν ἀπητοῦμεν πρὸς προβιβασμὸν τὸ προσὸν τοῦτο, οὐδ’ ἐκ τῶν ἤδη κεκτημένων τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ· ἀφαιροῦντες ὅμως τὴν διάταξιν τὴν περὶ ἀπολυτηρίου γυμνασίου ὡς πρὸς τοὺς τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ὁ οὕτως ἐν τελωνιακῇ ὑπηρεσίᾳ προβιβασθεὶς δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς ἑτέραν ὑπηρεσίαν, ἔνθα ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον γυμνασίου.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὸ ἄρθρον πῶς ἐτροπολογήθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται).
§101ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Προτείνω, ὅπως δύνανται νὰ διορίζωνται καὶ οἱ διατελέσαντες δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐξησκημένοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καρυστινάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 15, 16, 17 καὶ 18 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 19. (Ἀναγινώσκεται).
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα ἐτέθη, ὅτι ἐξαιροῦνται καὶ οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, διότι οὗτοι ἔχουσι ἴδιον νόμον, ἀλλὰ θεωρεῖται προτιμότερον διὰ τὸ ὁμοιόμορφον τὰ περὶ παύσεως καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας νὰ κανονισθῶσι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον καὶ ὡς πρὸς τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ διαγραφῶσι αἱ λέξεις «οἱ τηλεγραφικοὶ καί», νὰ τεθῇ δὲ ἐν τέλει τοῦ ά. ἐδαφίου «ὡσαύτως καὶ οἱ τηλεγραφικοὶ λειτουργοὶ ὑπαγόμενοι μόνον εἰς τὰς περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ παύσεως διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου».
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 20. (Ἀναγινώσκεται).
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ὑπάρχει ἕν τυπογραφικὸν λάθος, ἀντὶ «οἱ γενικοὶ ἐπιθεωρηταὶ τῶν Δημοτικῶν Σχολείων», νὰ τεθῇ «ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητής».
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ Ἔφορος φυσιολογικοῦ μουσείου.
§107ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶναι πολλοὶ ὑπάλληλοι, περὶ τῶν ὁποίων θὰ κανονίσῃ εἰδικὸς νόμος.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ 20 ἄρθρῳ ἀναγράφονται αἱ καταργούμεναι διατάξεις, εἰς δὲ τὰς ἀναγεγραμμένας πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ δύω ἄλλαι ὡς ἑξῆς: «Καταργοῦνται αἱ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας διατάξεις τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας νόμου». «Καταργοῦνται αἱ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ παύσεως διατάξεις τοῦ περὶ προσόντων τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων νόμου».
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὸ ἄρθρον 20 πῶς ἐτροπολογήθη. Σᾶς τὸ ἀναγινώσκω ἐκ νέου. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ ἄρθρον 21 καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§111ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Προτείνω εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς ἰατροὺς νὰ προστεθῇ καὶ εἷς κτηνίατρος, ὁ ὁποῖος εἶναι λίαν ἀναγκαῖος, διότι ἔχων γνώσεις εἰδικὰς τῶν κρεάτων, τὰ ὁποῖα οἱ κρεωπῶλαι ἀσυνειδήτως πολλάκις πωλοῦσι καὶ τεθνεώτων ζῴων, δύναται νὰ προφυλάσσῃ τὴν ὑγείαν τῶν ἀνθρώπων.
§112ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι μεταβληθῶσιν εἰς κτήνη, ἂς διορισθῇ καὶ εἷς κτηνίατρος, ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε ἔχουν ἀνθρωπισμόν τινα, ἐγὼ προτείνω ἀντὶ 4 ἰατρῶν ἕξ, ἀνὰ ἕνα εἰς ἕκαστον τμῆμα, διὰ τοῦ αὐτοῦ μισθοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ τὴν τροπολογίαν μου εἰς ψηφοφορίαν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν δύω προτάσεις, μίαν τοῦ κ. Στεφανίδου, καὶ ἑτέραν τοῦ κ. Χοϊδᾶ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανίδου εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς ἰατροὺς νὰ προστεθῇ εἷς κτηνίατρος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ. Οἱ παραδεχόμενοι ἀντὶ 4 ἀστυνομικῶν ἰατρῶν 6 διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο παρατήρησις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὅτι ἦτο πρέπον μετὰ τῶν ἀστυνόμων νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ δήμαρχοι ἐν τοῖς ἔχουσι τὰ προσόντα. Καὶ τῳόντι ἀφοῦ παραδεχόμεθα τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον, δὲν ὑπάρχει λόγος ἵνα μὴ παραδεχθῶμεν καὶ τὸν δήμαρχον, ὅστις ἔχει καὶ καθήκοντα ἀστυνομικά. Ἑπομένως ἐν τῷ 3 ἐδαφίῳ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «δήμαρχοι ἢ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι». Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἡ ἀπαίτησις τῆς πενταετίας εἶναι δεδικαιολογημένη δι’ ἀμφοτέρους, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καὶ τὸ ἕτερον προσὸν τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου, ὅταν ὅμως ἔχῃ τὸ ἀπολυτήριον εἴτε ὁ δήμαρχος, εἴτε ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔχων προσόντα καὶ ἄνευ τῆς παρελεύσεως τῆς πενταετίας. Διὰ τοῦτο ἐν ἐδαφίῳ βʹ μετὰ τὰς λέξεις «ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ ὑπηρετήσας» προσθετέον «ὡς δήμαρχος ἢ ἐπὶ διετίαν ὡς δημοτικὸς ἀστυνόμος ἢ...». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου νομίζω καλὸν νὰ τεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς· «ὁ ἔχων τὰ προσόντα θέσεώς τινος δύναται νὰ διορισθῇ καὶ εἰς κατωτέραν». Ἴσως δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τοῦτο, ὡς ἐννοούμενον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἄλλων νόμων περὶ προσόντων, νομίζομεν χρήσιμον τὴν διασάφησιν, δηλοῦντες ὅμως ὅτι τίθεται αὕτη, διότι κακῶς ἑρμηνεύθησαν ἄλλοι νόμοι, οὐχὶ διότι ἐξαιρετικῶς ἐνταῦθα οὕτως ἑρμηνεύομεν. Αὐτὴ αὕτη ἡ ἑρμηνεία φρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων νόμων, εἰς οὓς ἐδόθη ἀλλοία ἑρμηνεία.
§115ΧΟΪΔΑΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον εἰμὶ συμφωνότατος ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ 5 ἔτη, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν δημοτικὸν ἄρχοντα ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ πενταετίας. Ὅταν τις ὑπηρέτησε τὸν δῆμόν του ἐπὶ 4 ἔτη ὡς Δήμαρχος, ἀπέκτησε τὰ προσόντα τοῦ ὑπαστυνόμου καὶ ὑποτίθεται κατὰ πλάσμα νομικὸν ὅτι θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διοικήσῃ ἓν τμῆμα ἀστυνομικόν. Τὸ ν’ ἀπαιτῶμεν δὲ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς δύω περιόδους, εἶναι πολύ, διότι γνωρίζετε ὅτι εἶναι δύσκολον, ὡς ἔχουσι τὰ ἐπιτόπια πάθη, νὰ ἐκλεχθῇ τις Δήμαρχος ἐπὶ δύω περιόδους.
§116ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνηθέστατον.
§117ΧΟΪΔΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν διὰ τὸν Δήμαρχον νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔτη ἀπὸ 5 εἰς τέσσαρα καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς προτείνει ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ. νὰ τεθῇ ἐν τέλει ἔνθα ὁ λόγος περὶ Δημάρχου ἀντὶ πενταετία, τετραετία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ θέσωμεν τὴν τετραετίαν διὰ τοὺς Δημάρχους πρώτης τάξεως (θόρυβος).
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγένετο ἡ ψηφοφορία.
§121ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην ἀπολύτως. Δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὸ δεδικασμένον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον δεύτερον ἐτροπολογήθη λοιπὸν ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκεται τροπολογημένον). Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5 καὶ 6).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται).
§124ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, «ὁ διατελῶν ἢ διατελέσας γραμματεὺς τῆς Διευθύνσεως ἐπὶ πενταετίαν δύναται νὰ γίνῃ ὑποδιευθυντής». Ἀλλὰ τί γίνονται οἱ γραμματεῖς Νομαρχιῶν, οἱ Ἔπαρχοι καὶ οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς ἀκόμη πρώτης τάξεως;
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα προτείνετε, ὑπάρχουν εἰς τὸ ἄρθρον 2.
§126ΧΟΪΔΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐκεῖ ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον γυμνασίου, δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι στεροῦνται διπλωμάτων, ἀλλ’ ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα ὡς Ἔπαρχοι, ἢ ὡς γραμματεῖς διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν. Ὥστε ἐπαναλέγω, ὁ Ἔπαρχος, ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας, οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς πρώτης τάξεως δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας!
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ὁμιλεῖ, παρὰ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, τῶν ὄντων ἤδη ἐν θέσει ἀλλὰ μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ νόμου τούτου.
§128ΧΟΪΔΑΣ. Ὅπως καθιεροῦτε τὴν διάταξιν ταύτην, ἐδῶ θὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς· μόνος ὁ ἤδη ὑπάρχων γραμματεὺς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ διατελέσας ἐπὶ πενταετίαν ὡς τοιοῦτος, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ ὡς ὑποδιευθυντὴς καὶ οὐδεὶς ἄλλος· ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι ἐπίσης ἱκανοὶ καὶ χρηστοὶ, ὡς ὁ φίλτατος Παππαηλιοῦ, οἵτινες δέχονται νὰ διορισθῶσιν ὡς ὑποδιευθυνταί. Ἐὰν αὔριον, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἀποθάνῃ ὁ Παππαηλιοῦ, δὲν θὰ εὕρετε ἄλλον, ὅστις δύναται νὰ διορισθῇ ὑποδιευθυντὴς, διότι οὐδεὶς ἄλλος διετέλεσεν ἐπὶ πενταετίαν γραμματεὺς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου διορίζεται ὑποδιευθυντὴς ὁ ἔχων δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς νομικῆς καὶ ὑπηρετήσας τέσσαρα τοὐλάχιστον ἔτη ὡς ὑπουργικὸς γραμματεὺς πρώτης τάξεως· τὸ δὲ ἄρθρον 4 λέγει ὅτι «οἱ ὅροι ὑπουργικοῦ γραφέως καὶ γραμματέως ἔχουσι καὶ ἐνταῦθα ἣν ἐν τῷ νόμῳ περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἔννοιαν.» Τουτέστιν ὅτι καὶ ὅλοι οἱ ὁμοιόβαθμοι τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως ὑπηρετήσαντες ἐπὶ τέσσαρα ἔτη δύνανται νὰ διορισθῶσιν ὑποδιευθυνταὶ, ἂν ἔχωσι τὸ ἀπαιτούμενον δίπλωμα. Μία ἐξαίρεσις γίνεται ὡς πρὸς τὸ δεύτερον προσὸν τοῦ διπλώματος, ὅτι οἱ διατελέσαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας δύνανται καὶ ἄνευ αὐτοῦ νὰ προαχθῶσιν. Εἶνε φυσικώτατον νὰ γίνεται ἐξαίρεσις ὑπὲρ τῶν ἐν τῷ κλάδῳ ὑπηρετησάντων. Ἀλλὰ πέραν τοῦ κλάδου τούτου δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἐξαίρεσιν, ἀφοῦ ἔχομεν κανόνα εὐρύτατον. Ὡς πρὸς δὲ τὰς ἄλλας θέσεις, τὰ προσόντα εἶνε ἔτι εὐρύτερα, διότι Ἀστυνόμος, τουτέστιν εἰς θέσιν ἀμέσως κατωτέραν τῆς τοῦ ὑποδιευθυντοῦ δύναται νὰ διορισθῇ οὐ μόνον ὁ ἔχων ἁπλῶς δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔχων δίπλωμα Γυμνασίου, ἂν κέκτηται καὶ ὑπηρεσίαν τινά.
§130ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Ὡς ἐγὼ γνωρίζω ἐπὶ πενταετίαν διετέλεσε γραμματεὺς μόνος ὁ Παππαηλιοῦ, ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἵτινες διετέλεσαν γραμματεῖς τῆς Ἀστυνομίας, κατόπιν δὲ ὡς γραμματεῖς Νομαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ διορισθοῦν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ δύναται νὰ διορισθῇ πᾶς ὁ ἔχων δίπλωμα καὶ ὑπηρετήσας ἐπὶ τέσσαρα ἔτη εἰς θέσιν ἰσόβαθμον ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως, πλεῖστοι δὲ εἶναι οἱ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς οἱ ἔχοντες δίπλωμα.
§132ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς λέγων ταῦτα ὑποπίπτει εἰς ἀντίφασιν. Ὅταν ἐνῷ πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ προσόντων διὰ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἀπητήσαμεν τὴν ὕπαρξιν διπλώματος Πανεπιστημιακοῦ διὰ θέσεις πολὺ κατωτέρας τῆς τοῦ ὑποδιευθυντοῦ, καὶ προκειμένου περὶ τῆς θέσεως ταύτης, κρίνει ἤδη περιττὸν τὸ δίπλωμα.
§134ΧΟΪΔΑΣ. Καθόλου δὲν περιπίπτω εἰς ἀντίφασιν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἔχει· ὁμοίως τὰ ἄρθρα 7, 8 ἕως 17).
§136ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 18. (Ἀναγινώσκει).
§137ΧΟΪΔΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἀδικεῖτε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους· διατί νὰ μὴ περιορίσητε εἰς 20 ἔτη, παρὰ νὰ ἀναβιβάσετε εἰς 25; Προτείνω νὰ γίνῃ 20 ἀντὶ 25.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ, Χοϊδᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 20, 21, 22, 23, καὶ 24).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὸ σύνολον.
§140ΤΙΝΕΣ. Αὔριον τὸ σύνολον. (Ἀπέρχονται).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, (Ὥρᾳ 8 10)60 μ. μ.)