Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Θ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 69

1884.03.17

2.335 στίχοι · 16.052 λέξεις · 1 πίνακας · 158 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1884.03.17
Προεδρεία
Π. ΚΑΛΛΙΓΑ
Περίοδος
Θ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1884)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69

τῆς 17 Μαρτίου 1884.

(Σάββατον)

Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ὑποβάλλει ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλεῖ αὐτὴν, ἵνα τῷ χορηγήσῃ 3 μηνῶν ἄδειαν ἀπουσίας λόγῳ ὑγείας.

§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει δὲ, ἵνα ἀνατεθῇ κατὰ τὴν ἀπουσίαν του, τῆς μὲν Βιβλιοθήκης ἡ διεύθυνσις εἰς τὸν Ταξινόμον τῆς Βιβλιοθήκης κ. Παναγιώτην Καλογερόπουλον, τοῦ δὲ Βουλευτηρίου ἡ ἐπισκόπησις εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ γραφείου αὐτῆς κύριον Γεώργιον Παράσχον.

§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§5ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποφασίζοντες, κύριοι, νὰ δοθῇ τρίμηνος ἀπουσίας ἄδεια εἰς τὸν Ἔφορον τῆς Βιβλιοθήκης, ὀφείλετε νὰ ἀποφαίνησθε ὥστε νὰ δίδετε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ ὁ μισθός του κατὰ πάντα μῆνα τῆς ἀπουσίας του, ὅπως γίνεται εἰς τοὺς πάσχοντας ὑπαλλήλους. Εἶνε πρώτη φορὰ καθ’ ἣν λαμβάνει ἄδειαν ἀπουσίας ὁ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης· οὗτος εἶναι ἀρκετὰ φιλότιμος ὥστε νὰ μὴ κάμῃ λόγον περὶ τῆς μισθοδοσίας του κατὰ τὴν ἀπουσίαν του.

§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα νὰ λαμβάνῃ τὴν μισθοδοσίαν του.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ;

§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Πύργου τοῦ Σχινᾶ. (Ἀναγινώσκεται).

§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῶν παραπόνων τούτων.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ μᾶς κοινοποιηθῇ τὸ περιεχόμενον καὶ θέλομεν ἀπαντήσει.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀσήμως Ι. Μακρῆ, ζητούσης βοήθειαν.— Ἀναφορὰ Τριανταφυλλιᾶς Γ. Ζαχήλα ἐκ Λαμίας παρακαλούσης τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐξακολουθῇ νὰ δίδητε εἰς αὐτὴν τὸ μικρὸν βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε ἐκ τῆς μικρᾶς συντάξεως τοῦ ἀποθανόντος συζύγου της. — Ὑποβάλλεται παρὰ τῶν κ. βουλευτῶν Νικοκάβουρα, Κάγκα, Σταμούλη καὶ Μετταλιανοῦ σχέδιον νόμου περὶ δημοτικῆς φορολογίας ὡς πρὸς τοὺς δήμους τῶν νήσων Κερκύρας καὶ Παξῶν. (Ὅρα Παράρτημα).

§13ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς δημοτικῆς φορολογίας τῶν Ἐπαρχιῶν Μέσης καὶ Ὄρους (θόρυβος). Εἶνε βέβαιον ὅτι, ἐὰν ἤθελον συζητηθῇ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ συνεζητεῖτο καὶ αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι λίαν κατεπεῖγον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§14ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριοι, τὴν Βουλὴν, μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθῶσι, νὰ προτάξῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§15ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§16ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν.

§17ΧΟΪΔΑΣ. Λοιπόν, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις...

§19ΧΟΪΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε· εἴμεθα 15 οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· (ἐγείρονταί τινες ὑποστηρίζοντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν).

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπω παρὰ 5 μόνον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν νὰ προταχθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι τινές). Ἀπεῤῥίφθη.

§21ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸ πολλοῦ προσεκαλέσατε διὰ νόμου τοὺς κατοίκους τῆς συνοικίας Βάθεια νὰ καταβάλωσιν ὡρισμένον ποσὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὑπονόμου· κατέβαλον πάντες ἀπὸ τοῦ πλουσιωτέρου μέχρι τοῦ πτωχοτέρου, καὶ ἐν τούτοις ἡ ὑπόνομος ἀρξαμένη ἔμεινεν ἀτελής, καταῤῥέει δ’ ἐκεῖ ὅ,τι φοβερὸν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, ἡ δὲ συνοικία Βάθεια κινδυνεύει μετὰ μικρὸν νὰ πάθῃ τὸν θλιβερὸν θάνατον, τὸν θάνατον τὸν προερχόμενον ἐξ αὐτῶν τῶν ὑλῶν. Ἀποτείνομαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ μάλιστα ἰατρόν, ὅστις γινώσκει τί δύναται νὰ πάθῃ ἐκ τοιούτων μολυσμάτων ὁλόκληρος συνοικία ἐκ δέκα χιλιάδων ἀνθρώπων, παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου, πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου, ὅστις ἀπειλεῖ ὁλόκληρον συνοικίαν.

§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ περὶ τούτου καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων τοιούτων ἀναγκαίων καὶ κατεπειγόντων ἐδόθησαν αἱ δέουσαι διαταγαὶ εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον καταγίνεται εἰς τοῦτο.

§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἡ Κυβέρνησις, ὑποβάλλουσα δασμολόγιον εἰς τὴν Βουλήν, ἢ δασμολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, δύναται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ αὐτῶν νὰ περιλάβῃ διάταξιν, καθ’ ἣν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς ἐφαρμόζονται αἱ αὐξήσεις τῶν τελῶν, ἐπιφυλασσομένης τῆς ἀποδόσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταψηφισθῆ αἱ μεταῤῥυθμίσεις, ἤ ἤθελε λήξει ἡ Σύνοδος ἄνευ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐδιστάσαμεν περὶ τοῦ πρακτέου, διότι ἡ διάταξις, ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν φορολογίαν εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου, ἔχει λόγον οὐσιαστικὸν σπουδαῖον, τουτέστιν, ὅπως μὴ διατελῇ ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ἐμπόριον. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις προτείνῃ αὔξησιν δασμῶν, ὑποτίθεται, ὅτι ὡς ἀπολαμβάνουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, θέλει ἐπιτύχει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ παρ’ αὐτῆς προτεινομένου, τοῦτο δὲ ὑπαγορεύει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐξήσεως ἐκ προκαταβολῆς, διότι δὲν δίδεται οὕτω εἰς τοὺς δυναμένους νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἀναβολῆς εὐκαιρία, ἵνα εἰσαγάγωσιν εἴδη ἐκ τῶν ἐπιβαρυνθησομένων ἐπὶ τῷ κατωτέρῳ δασμῷ, ζημιοῦντες οὐ μόνον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τοὺς μὴ θέλοντας νὰ πλεονεκτῶσι διὰ τοιούτου τρόπου. Καίτοι ὅμως ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἐμπορευομένων, τῶν μὴ ἐπιδιδομένων εἰς τοιαύτας κερδοσκοπίας, καίτοι εἶναι διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν ἰσότητα, οὐχ ἧττον ἀναγκαζόμεθα νὰ μὴ περιλάβωμεν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὰς μεταῤῥυθμίσεις, οὐδέ τινας ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς, διότι εἴμεθα τοσοῦτον ἐγγὺς πρὸς τὸ τέρμα τῆς Συνόδου, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὸ δασμολόγιον θέλει ψηφισθῆ ἐν αὐτῇ. Ἤδη ὑποβάλλων τὸ δασμολόγιον παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα τὸ παραπέμψῃ εὐθὺς εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἵνα ταχέως συνέλθωσι καὶ ἀποφανθῶσι περὶ τούτου, διότι οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, αἱ συζητήσεις οὔτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ δύνανται νὰ ὦσι μακραί. Ἡ ἐξέτασις ἄρα πρέπει νὰ γένηται ἐν τοιούτῳ πνεύματι, τουτέστι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν τὸ δασμολόγιον ἐν συνόλῳ ᾖναι ὠφέλιμον, ἂν αἱ βάσεις αὐτοῦ ᾖναι ὑγιεῖς καὶ ἐὰν ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων ἐγένετο ἐπεξεργασία ἡ δέουσα. Τούτων ὑπαρχόντων, αἱ μακραὶ συζητήσεις οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἢ νὰ ματαιώσωσι τὴν ψήφισιν τῆς μεταῤῥυθμίσεως κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἐλήφθη φροντὶς ὅπως διανεμηθῇ εὐθὺς εἰς πάντας τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν πινάκων, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ σήμερον μετὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ. Μετὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν πινάκων ὑποβάλλω καὶ ἔκθεσιν ἀναλυτικὴν περὶ τῶν διαφόρων κατηγοριῶν, τουτέστι παραβολὴν τῶν προτεινομένων νέων δασμῶν πρὸς τοὺς ἰσχύοντας καὶ σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσαγομένου ἐξ ἑκάστου εἴδους μέχρι τοῦδε, καὶ ἑπομένως τὴν ἐπελευσομένην αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων ἐξ ἑκάστου εἴδους κατὰ τὸ νέον δασμολόγιον. Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ δασμολογίῳ, οὐχὶ βεβαίως ἐν τῷ ἀντιτύπῳ, τὸ ὁποῖον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπίσημον, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἄλλοις, ἅτινα θέλουσι διανεμηθῆ πρὸς ὑμᾶς, ὑπάρχει καὶ στήλη ἐπεξηγηματική, περιλαμβάνουσα ἀπέναντι πάσης κατηγορίας τὰ κυριώτερα τῶν εἰδῶν τῶν εἰς αὐτὴν ὑπαγομένων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐπεξηγηματικῶν καὶ τῶν ἀναλυτικῶν ἐκθέσεων ὑπάρχει καὶ ἕτερον δημοσίευμα σχετιζόμενον πρὸς τὸ δασμολόγιον, οὗτινος πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή. Τὸ δασμολόγιον τοῦτο εἶναι συντεταγμένον κατὰ κατηγορίας μεθοδικῶς, δύνανται δὲ οἱ μὴ μελετήσαντες τὰ τῶν δασμολογίων νὰ μὴ εὐκολύνωνται εἰς τὴν ἀνεύρεσιν ἑκάστου εἴδους ἐν τοιούτῳ δασμολογίῳ· ἔδει ἄρα νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀλφαβητικὸς πίναξ τῶν ἐν τῷ δασμολογίῳ, οὐχὶ μόνον ἀναγράφων τὰς κατηγορίας ὅσαι ἐν τῷ δασμολογίῳ ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ ἀναγράφων καὶ πάντα τὰ εἴδη τὰ εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας ὑπαγόμενα. Ἑπομένως συνετάχθη εὑρετήριον ἐκ 16,000 ὀνομάτων, σημειοῦν εἰς ποίαν ἕκαστον κατηγορίαν τοῦ δασμολογίου ὑπάγεται. Τὸ εὑρετήριον τοῦτο εἶναι στοιχειοθετημένον ἀλλ’ ἡ ἐκτύπωσις αὐτοῦ καὶ ἡ τῶν ἀντιτύπων διανομὴ πρὸς ὑμᾶς ἀναβάλλεται διὰ τὸν λόγον, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ ψηφισθῇ τὸ δασμολόγιον, ἵνα σημειωθῶσιν ἐν τῷ τεύχει αἱ παραπομπαὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν κατόπιν τῆς ψηφίσεως σελίδωσιν τοῦ δασμολογίου. Οὐχ ἧττον θέλομεν ἀνακοινώσει εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς ἀντίτυπά τινα ἵνα λάβωσι γνῶσιν τῶν εἰς ἑκάστην κατηγορίαν ὑπαγομένων εἰδῶν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι οὔτε αἱ ἐκθέσεις αἱ ἀναλυτικαὶ, οὔτε τὸ εὑρετήριον ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ νόμου. Κατὰ διάταξίν τινα τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμολογίου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουσι κανονισθῇ τὰ εἴδη, τὰ ὑπαγόμενα εἰς ἑκάστην κατηγορίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὁ κανονισμὸς οὗτος νὰ γίνηται συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ δασμολογίου. Τὸ εὑρετήριον ἄρα δεικνύει ποίαν γνώμην θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ δασμολογίου περὶ τῆς κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ὑπαγωγῆς τῶν διαφόρων εἰδῶν εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας· ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ μεταῤῥύθμισις τῶν ἐν τῷ εὑρετηρίῳ, εἴτε διότι ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας μεταβολὴ εἰς τὴν ταξινόμησιν, εἴτε καὶ διότι δύναται νὰ ἀναγνωρισθῇ βραδύτερον ὅτι ἐσφαλμένως κατετάχθησαν εἴδη τινά. Τοῦτο λέγω, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὡς ἐκ τῆς διανομῆς τῆς γενομένης τοῦ εὑρετηρίου συνάμα μετὰ τοῦ δασμολογίου καὶ τῶν πινάκων, ὅτι ἀποτελεῖ καὶ ἐκεῖνο μέρος τοῦ νόμου καὶ ἔχει τὸ αὐτὸ μετ’ αὐτοῦ ἀναλλοίωτον κῦρος.

§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καθίσταται περιττὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ δασμολόγιον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ θεωρεῖ αὐτὸ κατεπεῖγον· ὅλοι οἱ νόμοι ὅσοι κηρύσσονται ἀπὸ τὴν Βουλὴν κατεπείγοντες, ψηφίζονται ἀμέσως, χωρὶς νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀφοῦ τὸ δασμολόγιον ἐθεωρήθη κατεπεῖγον, πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ συζητηθῇ αὔριον μετὰ τὴν διανομὴν αὐτοῦ.

§25ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, φρονῶ, ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ καὶ σπουδαίως νὰ ἐπεξεργασθῇ ἀπ’ αὐτήν.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ παρὸν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της.

§27ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ φέρῃ τὴν Δευτέραν τὴν ἔκθεσίν της.

§28ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ χωρίου Ρένεση (Βερβίτζα) ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Νεοφώτιστός τις καλουμένη Αἰκατερίνη Χάσπαρη κτλ. (ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν). Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων της σχετικῶς μὲ τὰ διαπραττόμενα. Μετὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων καὶ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν ὑπαλλήλων. (Ὅρα Παράρτημα).

§29ΤΙΝΕΣ. Τί λέγει;

§30ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἡ τροπολογία ἀφορᾷ τοὺς Ὑπουργικοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς τμηματάρχας, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς· «ἀντὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3, νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς· 1ον ὅπως διορισθῇ τις Ὑπουργικὸς γραμματεὺς βʹ. τάξεως τμηματάρχης κτλ.» Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι πολλοὶ φέροντες πτυχία ξένων Πανεπιστημίων, τὰ ἀγοράζουν· ἑπομένως εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ διάταξις τοῦ νὰ φέρωσι πτυχίον ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου· εἶνε ἀρκετὸν τὸ πτυχίον τοῦ ἰδικοῦ μας Πανεπιστημίου. «2ον ἐὰν ἔχῃ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν κτλ.»

§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§32ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§33ΧΟΪΔΑΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ βεβαίως διὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐλευσομένην νομοσχέδιον περὶ δικηγορικοῦ συλλόγου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ· εἶναι ὑπογεγραμμένον καὶ ὑπὸ τοῦ ὁμόφρονός μου καὶ συναδέλφου κυρίου Γεωργίου Φιλαρέτου· εἶναι δὲ ἔργον τῶν ἐγκριτοτέρων νομομαθῶν ἡμῶν καὶ δικηγόρων. (Ὅρα Παράρτημα).

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας καὶ τῶν προσόντων πρὸς προβιβασμὸν τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ ἀπὸ 1–14 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 15).

§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διάταξις σχετικὴ πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ προσωπικοῦ τῶν Λιμενικῶν Ἀρχῶν. Ἐπειδὴ προβλέπομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν θέλει ψηφισθῆ, διότι δὲν θὰ προφθάσωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιλάβωμεν τὴν διάταξιν ἐνταῦθα. Ἑπομένως ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 15 νὰ προστεθῇ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 μετὰ τῆς προσθήκης, καὶ τὰ λοιπὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως οἰκονομικῶν Ἐφορειῶν ἐν Πειραιεῖ, Ἁλμυρῷ καὶ Κέᾳ καὶ τοῦ διορισμοῦ ὑπαλλήλων ἐν ταῖς οἰκονομικαῖς Ἐφορείαις τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον 1ον). (Ἀναγινώσκεται τὸ 2ον ἄρθρον).

§37ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προστίθενται εἰς τὰς Ἐφορείας ὑπάλληλοι καὶ βεβαίως διότι ὑπάρχει ἐργασία· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰς 3ης καὶ 4ης τάξεως προστίθεται εἷς γραφεύς, ἐξαιροῦνται δὲ αἱ Ἐφορεῖαι Γυθείου καὶ Οἰτύλου· βεβαίως αὐταὶ δὲν ἔχουσιν ἐργασίας διὰ νὰ ἔχωσι γραφέα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἑνὸς φύλακος, ἑνὸς κλητῆρος; Ὥστε παρακαλῶ νὰ προσθέσωμεν ἕνα φύλακα μὲ 40 δραχμάς.

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ προτείνῃ αὔξησιν εἰμὴ μόνον ὅταν ἀποφανθῇ ἡ ὑπηρεσία αἰτοῦσα τὴν τοιαύτην προσθήκην. Ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἐφορείας Γυθείου καὶ Οἰτύλου δὲν ἔχομεν τοιαύτην αἴτησιν. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶναι ἀκριβής, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ αὔξησιν θέσεως, εἰμὴ ἀφοῦ λάβῃ πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν ληφθῶσι τοιαῦται πληροφορίαι, νὰ ὑποβάλω πρότασιν· ἄνευ παραστάσεως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, καὶ 5.)

§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6 διαγράφεται, διότι ἀφορᾷ εἰς πίστωσιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶχε περιληφθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἤθελε ψηφισθῆ πρότερον, διότι ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον μετ’ αὐτόν· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη ἔτι, θέλει περιληφθῇ ἐκεῖ ἡ πίστωσις, διαγράφεται δ’ ἐνταῦθα. (Διαγράφεται τὸ ἄρθρον 6 καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεών τινων τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως μὲ μόνην τὴν ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ βουλευτοῦ κ. Βαλσαμάκη καὶ τῇ παραδοχῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 τῆς διορίας τῶν 20 ἡμερῶν εἰς 30 ἡμέρας). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων Νόμου.

§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιμένω, κύριοι, φρονῶν ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δεῖται μελέτης καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν, ὅπως ἀναβληθῇ πρὸς περαιτέρω συζήτησιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους περιέχει διατάξεις ἀπομακρυνομένας ἀπὸ τοῦ κοινοῦ δικαίου· πᾶν δὲ ὅτι ἀπομακρύνεται τοῦ κοινοῦ δικαίου, δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες πρέπει νὰ διέπωσι τὰ τῆς Πολιτείας. Πᾶς ἐξαιρετικὸς νόμος παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, γεννᾷ συγχύσεις εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ καθίσταται πολυτρόπως ἐπιζήμιος εἰς τοὺς πολίτας. Ἐψηφίσθη νόμος ἐξαιρετικὸς ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, νόμος καθ’ ὃν ἡ Τράπεζα δύναται, μὴ τηροῦσα τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἔβλαψε μᾶλλον ἢ ὠφέλησε τὴν Πολιτείαν, διότι κατέστησε τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Τραπέζης προνομιούχους, παρασχὼν τὸ μέσον εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως ταχέως λαμβάνῃ ὅσα τῇ ὀφείλονται, ἀλλὰ κατέστησε τοὺς κεφαλαιούχους δυσπίστους πρὸς τοὺς πολίτας καὶ ἐπήνεγκε περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κεφαλαίων αὔξησιν τοῦ τόκου. Ἄλλοτε εἶχε κατέλθει ὁ τόκος καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἀκόμη μέχρι τῶν 12 καὶ 10%, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἀνεβιβάσθη πέραν τοῦ 12 καὶ 15 καὶ 20%. Ἐνῷ, κύριοι, οἱ ἐξαιρετικοὶ νόμοι ἐξασφαλίζουσι μόνον τὰ Καταστήματα, τὰς Τραπέζας ἢ οἱονδήποτε, βλάπτουσιν ἐν γένει τοὺς πολίτας καὶ φέρουν τὸν τάραχον εἰς τὰς συναλλαγὰς, κατὰ μείζονα λόγον, ὅταν τοιοῦτοι νόμοι γίνωνται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, ὅπως εἰσπράττῃ πᾶν, ὅ,τι οἱ πολῖται ὀφείλουν νὰ συνεισφέρωσιν, ὅπως φέρῃ τὰ βάρη τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸ Δημόσιον εἶναι τὸ πρόσωπον τὸ ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πολιτεύηται ἀπέναντι τῶν ἀποτελούντων τὴν Πολιτείαν, οὕτως εἰπεῖν, μετά τινος ἐπιεικείας. Ἐννοῶ ὁ ἰδιώτης, ὁ μὴ ἔχων ἄλλο συμφέρον εἰμὴ νὰ ἐπιδιώκῃ μόνον καὶ μόνον τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συμφερόντων του, νὰ δεικνύεται ἀπηνής, αὐστηρὸς περὶ τὴν ἐκδίωξιν τῶν συμφερόντων του, ἀλλ’ ἡ Πολιτεία, ἥτις νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πολιτεύηται ἀπέναντι τῶν πολιτῶν ὡς μήτηρ, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ καταφεύγῃ εἰς νόμους τοῦ ἐξαιρετικοῦ δικαίου, ὅπως ἐξαναγκάζῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων· τότε δὲν τίθεται, φρονῶ, εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν πρέπει νὰ τίθεται ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Μετὰ τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις προβαίνω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως καταδείξω, ὅτι ἅπαντα τὰ ἄρθρα αὐτοῦ περιέχουσι διατάξεις ἀπομακρυνομένας τοῦ δικαίου, διατάξεις πέραν τοῦ δέοντος αὐστηρὰς, ἂν ὄχι ὡς ἐχαρακτήρισα αὐτὰς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, δρακοντείους. Ἡ διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου ἐπαναλαμβάνει τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ΥΛΣΤʹ τοῦ 1871, ἐπεκτείνουσα ὅμως αὐτὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν καλοῦνται πρὸς ἀπότισιν τοῦ χρέους των διὰ γενικῶν προσκλήσεων οἱ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλέται. Κύριοι, ἐὰν αἱ διατάξεις τῆς νομοθεσίας, κατὰ τὰς ὁποίας ἕκαστος ἔχων ἀπαίτησιν καθ’ οἱουδήποτε προσώπου, ὀφείλει νὰ μηνύσῃ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτὸ, ὅτι ἔχει τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀποδώσῃ ὅ,τι ὀφείλει, εἶνε δίκαιαι, κατὰ μείζονα λόγον δέον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τοιαῦται, προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει πλείονα τὰ μέσα, ἥτις ἔχει ἐκ τοῦ νόμου ὅλον τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον, καὶ δύναται ἑπομένως νὰ καταστήσῃ τὸν πολίτην ὑπερήμερον περὶ τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς του εὐχερῶς διὰ προσωπικῆς πρὸς τὸν πολίτην καὶ ὀφειλέτην προσκλήσεως. Ἡ τοιαύτη γενικὴ πρόσκλησις νομίζω, ὅτι ἐπαναφέρει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δημοσιότης, εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἦσαν, οὕτως εἰπεῖν, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὑφίσταντο ipso jure, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη οὔτε διατυπώσεων, οὔτε δημοσιεύσεως. Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἐθεωρήθη σύστημα ὀλέθριον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συναλλαγῶν, διὰ τὴν πρόοδον τοῦ ἐμπορίου καὶ τὴν ἐν γένει κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν. Διὰ τοῦτο ὅλα τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ἀπόκρυφα, τὰ γενικὰ, τὰ ἄγραφα, τὰ ὑπάρχοντα αὐτοδικαίως, ὅσα καθιερώθησαν ὑπὸ Κυβερνήσεων αὐταρχικῶν καὶ τυραννικῶν, κατηργήθησαν, καὶ πλέον οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ ἐνάσκησις οἱουδήποτε δικαιώματος μὴ στηριζομένου ἐπὶ τῆς δημοσιότητος, καὶ ἐὰν δὲν τηρῶνται ὅλοι οἱ τύποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπαιτοῦνται, ὅπως γένηται γνωστὸν τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον εἰς τὸν ὑπόχρεων, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς τρίτους. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲ, ὅπου γνωρίζομεν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς μετακινεῖται εὐκόλως, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶνε τόπος ἐμπορικὸς καὶ ναυτικὸς, καὶ ἔχει σχέσιν μὲ τὰς πολλὰς ἀποικίας, ἡ τοιαύτη ἀρχὴ, καθ’ ἣν διὰ μιᾶς γενικῆς προσκλήσεως θεωρεῖται ὁ ὀφειλέτης ὑπερήμερος ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπάγεται κατὰ συνέπειαν εἰς ὅλας τὰς ποινὰς καὶ εἰς ὅλα τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα καθιεροῖ ὁ νόμος αὐτὸς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δικαία. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἀπαλλάσσηται τὸ Δημόσιον τῆς ἀνάγκης νὰ κάμῃ πρόσκλησιν προσωπικὴν, ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν οὐδεμία ποινή, τότε ὁ νόμος δὲν θὰ εἶχέ τι τὸ πέραν τοῦ δέοντος αὐστηρόν· ἀφοῦ ὅμως πρόκειται νὰ ἐπέρχηται, ὡς εἶπον, ποινή, ὡς ἐκ τῆς ὑπερημερίας περὶ τὴν πληρωμὴν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον τὸ τοιοῦτον νὰ ἐπέρχηται συνεπείᾳ μόνον γενικῆς προσκλήσεως. Θεωρῶ λοιπόν, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον περιέχει διάταξιν, ἥτις κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, κατὰ τὰς ἀρχὰς, αἵτινες δέον νὰ διέπωσι τὰς σχέσεις μεταξὺ πολιτῶν καὶ πολιτῶν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον μεταξὺ Πολιτείας καὶ πολιτῶν, εἶναι κατακριτέον. Τὸ δεύτερον ἄρθρον πολὺ περισσότερον ἀπομακρύνεται τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, τῶν ἀρχῶν κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιδιώκεται ἡ πραγμάτωσις τοῦ δικαίου, διότι περιέχει τὴν διάταξιν τὴν βεβαίως δρακόντειον, ὅτι ἄνευ λεπτομεροῦς περιγραφῆς δύναται ὁ ταμίας νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη, ἢ τῆς περιουσίας, ἥτις ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν οἱουδήποτε φόρου. Κατ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν δύναται ὁ ταμίας νὰ χαρακτηρίσῃ ὁποιονδήποτε κτῆμα, ἀνῆκον εἰς τὸν Α, ὡς ἀνῆκον εἰς τὸν Β, καὶ διὰ τῆς συνοπτικῆς αὐτῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ Νόμος αὐτὸς, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας τοῦ Α, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ἦνε μακρὰν τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετὰ τὴν κατακύρωσιν εἰς τὸν Γ, ὁ Α νὰ μάθῃ αἴφνης, ὅτι ἡ περιουσία του μετεβιβάσθη εἰς τρίτον, ὅτι ἡ περιουσία του ἐξεποιήθη δι’ ἀπαίτησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπαίτησις κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀπαίτησις κατ’ ἄλλου. Ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις αὐτοῦ, κύριοι, τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν θὰ ἴδῃ ἐκποιηθεῖσαν τὴν περιουσίαν του; βεβαίως ἡ θέσις του θὰ ἦνε λυπηρὰ, διότι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐγκαταστάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ φροντίσῃ ὁ κλητὴρ νὰ κάμῃ, συνεπείᾳ τῆς κατακυρώσεως, καὶ θὰ ἀναλάβῃ δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅπως παραστήσῃ ὅτι κακῶς ὁ κ. Ταμίας ἐχαρακτήρισε τὸ κτῆμα αὐτὸ ὡς κτῆμα ἀνῆκον εἰς τὸν Β, καὶ θὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας ὄχι μικρὰς, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ὁ κ. Ταμίας ἢ ἐπλανήθη ἢ ὡρμήθη ἐκ πλαγίων σκέψεων. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι πράγματι δρακόντειος, εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ καταστήσῃ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν τῶν πολιτῶν ἀμφίβολον καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τὴν πίστην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταστρέψῃ τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ καταστήσῃ δύσκολον τὴν εὕρεσιν κεφαλαίων, ὅπως οἱ ἄνθρωποι δύνανται νὰ ἐξοικονομῶσι τὰς ἀνάγκας αὑτῶν καὶ νὰ προάγωνται πλουτοῦντες καὶ εὐημεροῦντες. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκωνται οἱ ὑπάλληλοι, ἐὰν ἦναι ὑπόχρεοι νὰ περιγράφωσι τὰ κτήματα· ἀλλὰ διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν θέσιν τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀδικηθῇ ἢ ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ Νόμου; διατί δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν θέσιν τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος δύναται ὄχι νὰ ἀδικηθῇ ἀλλὰ καὶ νὰ καταστραφῇ; Φρονῶ, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει ἵνα ἀποφεύγῃ διατυπώσεις εἴτε δαπάνας εἰς προσωπικὸν νὰ καταφεύγῃ εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ προφυλάξωσιν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ διαπράξῃ ἀδικήματα κατὰ τῶν πολιτῶν· πᾶν ἄλλο ὀφείλει νὰ πράττῃ ἢ τοῦτο. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πράγματι δρακόντειος, καὶ ἐλπίζω κατὰ συνέπειαν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον αὐταῖς, ὅπως τοὐλάχιστον μὴ προβῶσιν ἐσπευσμένως εἰς τὴν ψήφισιν Νόμου, περιέχοντος τοιαύτας διατάξεις· τοσοῦτον δὲ μᾶλλον δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δείξωσι μεγάλην σπουδὴν περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Νόμου τούτου, καθόσον, καθ’ ἃ ὑπέβαλον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, διὰ τῶν κειμένων Νόμων εἶναι ἐφικτὴ ἡ μέχρις ὀβολοῦ εἴσπραξις παντὸς, ὅπερ ὀφείλεται εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν Νόμου, ὁ ὁποῖος θέλει δώσει χώραν εἰς ἀδικήματα ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης. Τὸ ἄρθρον 3. — Δὲν ὑπάρχει ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ δυστυχῶς διάταξιν, μᾶλλον ἀπομακρυνομένην τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ καθιεροῦσαν δικαιώματα μᾶλλον ἀντικείμενα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς πολίτας. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν πωληθῇ οἰκία τις μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν φορολογουμένων ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου—διότι ἐπιστάντος τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν ὁ τότε ἰδιοκτήτης νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον του, δὲν ἐπλήρωσε— τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώξῃ πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ τὸν τελευταῖον κάτοχον καὶ κύριον αὐτῆς. Δὲν ἀρκεῖται εἰς τὰ κατὰ τοῦ πρώτου ἰδιοκτήτου δικαιώματα ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ζητεῖ ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώξῃ καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν κατὰ τὰς γενικὰς τοῦ δικαίου ἀρχάς. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐγκαίρου εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ νὰ λαμβάνῃ ὅλα τὰ μέτρα κατὰ τοῦ ὀφειλέτου. Ὅταν δὲν τὰ εἰσέπραξε καὶ μετεβιβάσθη ἡ ἰδιοκτησία εἰς ἄλλον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ βαρύνηται καὶ οὗτος δι’ ὅ,τι δὲν ἐπλήρωσεν ὁ προκάτοχός του. Πρόκειται οὕτω νὰ καταστήσωμεν ὑπόχρεων διὰ τὴν πληρωμὴν φόρου ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον διὰ πράξεώς τινος δημοσίας ὅτι ὀφείλει. Παραλείπω τὰς ποινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται καὶ τῶν ὁποίων τινὲς δὲν εἶνε εὐκαταφρόνητοι. Τὸ Σύνταγμα ὅμως καὶ τοῦ 43 καὶ τοῦ 64 ἐνόησε νὰ καταργήσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς τελευταίας μεταπολιτεύσεως δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο ἢ νὰ πλάττωμεν ἀντικείμενα τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, καὶ ἀποδίδωμεν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν εἰς διοικητικὰς Ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὔτε τὴν παίδευσιν, οὔτε τὴν ἀνατροφὴν, οὔτε τὴν ἀποστολὴν ὅπως δικάζωσιν, ὅπως ἐξασκῶσι τὸ ὕψιστον τοῦτο τοῦ ἀνθρώπου καθῆκον. Οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, κατὰ τοὺς νόμους τούτους, ἐπιβάλλουσι ποινὰς 200 μέχρι 500 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι ὅλα ταῦτα θὰ φέρουν σύγχυσιν εἰς τὴν διοίκησιν, θὰ βλάψωσι τὴν Πολιτείαν καὶ θὰ φέρωσι προσκόμματα εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον καλῆς σκέψεως καὶ καλῆς πολιτείας. Πέρυσιν ὑπέβαλον πρότασιν περὶ συστάσεως νομοπροπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς τοὺς δυνατοὺς περὶ τὸ πράττειν νὰ σκεφθῶσι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ νομοθετεῖν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προερχώμεθα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα νὰ ᾖναι ἀναίρεσις τῶν κοινοτέρων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, καὶ τὰ ὁποῖα νὰ εἰσάγωσιν ἀντινομίας εἰς τὴν νομοθεσίαν τοιαύτας, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπονομὴ πραγματικῆς δικαιοσύνης. Καὶ τοιαύτη εἶνε σήμερον ἡ κατάστασις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ὁσημέραι δεινοῦται. Μεταβαίνω εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4ου· «Ἐπὶ ποινῇ ἀκυρώσεως, λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπισπεύδοντος δανειστοῦ, κοινοποιεῖται εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως κατασχέσεως κινητῶν ἢ ἀκινήτων πραγμάτων ὀφειλετῶν, καὶ ἂν μὴ ᾖ ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ γνωστοποιεῖται συνάμα ὁ τόπος, ὁ μὴν, ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, ὡς καὶ ὁ ὑπάλληλος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου γενήσεται ὁ πλειστηριασμὸς ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῶν ἄρθρων 893 καὶ 967 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὁριζομένων προθεσμιῶν. Πάντα τὰ ἔγγραφα ταῦτα συντάσσονται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου.» Ὁ δανειστής, κύριοι, ὁ κατασχὼν περιουσίαν τινά, ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὰς δαπάνας — καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἄδικον, διότι πρόκειται νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου — ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς δαπάνας οὐχὶ μικρὰς ὑποχρεοῦται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ πράξῃ τί; νὰ γνωστοποιήσῃ τὴν κατάσχεσιν εἰς τὸν Ταμίαν ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς γενομένης κατασχέσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ καταδεικνύῃ ὅτι ὁ ὀφειλέτης, καθ’ οὗ ἐνεργεῖ τὴν κατάσχεσιν, εἶνε καὶ ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου· ἑπομένως ὑποχρεοῦται νὰ χαρακτηρίζῃ τὸν ὀφειλέτην καὶ ὡς ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου· ἄλλως, δύναται ὁ Ταμίας τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὀφειλέτου, ὁ ὁποῖος καταδιωκόμενος καταφεύγει εἰς ὅλα τὰ μέσα ἵν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀπαίτησιν τῆς ὀφειλῆς του, ν’ ἀκυρώνῃ τὴν κατάσχεσιν. Ἂν οἱ Σύμβουλοι οἱ δικαστικοὶ συντάσσωσι τοιούτους νόμους, συγχωρήσατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι περὶ ἄλλα καταγίνονται καὶ οὐχὶ περὶ τὴν σύνταξιν νόμων μὴ ὑποκειμένων εἰς ἐπίκρισιν. Δὲν ἀμφισβητῶ εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς τὴν ἱκανότητα περὶ τὰ νομικὰ, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἔχουσι πολλὰς ἐργασίας καὶ δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως μετὰ μελέτην ὥριμον κατεργάζωνται καὶ προπαρασκευάζωσι νομοσχέδια ἱκανὰ, ὅπως ὑποστῶσι τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ ὦσιν ὠφελείας καὶ οὐχὶ βλάβης πρόξενα. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ παραδεχθῇ νόμον διαλαμβάνοντα ὅτι πᾶς ὅστις προβαίνει εἰς μίαν κατάσχεσιν εἶνε ὑπόχρεως νὰ τρέχῃ νὰ ἐξετάζῃ ἂν ὁ ὀφειλέτης του ὀφείλῃ ἢ ὄχι εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἂν δὲν τὸ πράξῃ νὰ ὑφίσταται τὴν ποινὴν τῆς ἀκυρώσεως τῆς κατασχέσεώς του. Τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰς μεταξὺ ἰδιωτῶν σχέσεις καὶ τὰς μεταξὺ τούτων καὶ τοῦ Δημοσίου. Διὸ πιστεύω ὅτι κατὰ τοῦτο θέλει τροποποιηθῆ τὸ νομοσχέδιον. Τὰ ἄρθρα 5ον καὶ τὸ βον ἀφορῶσιν εἰς τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης· δὲν ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότητα καὶ δὲν ἔχω νὰ φέρω ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμίαν παρατήρησιν. Μεταβαίνω εἰς τὸ 7ον· «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπευθύνῃ...... κτλ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Νομίζει τις ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ μέσου αἰῶνος κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ἢ τὸ Κράτος, οἱ δὲ πολῖται ἐθεωροῦντο ὡς res καὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ μετέρχηταί τις πᾶν μέσον, ὅπως ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν προωρισμένοι νὰ ὑπηρετῶσι τὸ Κράτος, ἀπαιτῶσι τὰ πάντα. Ἐὰν, λέγει τὸ ἄρθρον, δὲν ἐκπληρώσῃ τις τὰ παρ’ αὐτοῦ διαγραφόμενα, ἐπιβάλλεται ποινὴ προστίμου 100– 500 δραχμῶν. Κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον γνωρίζετε ὅτι εἶνε ζήτημα πότε τις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔμπορος· διότι ὁ νόμος περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐμποροδικείου ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τις σύνηθες ἐπάγγελμα τὴν ἐμπορίαν, ὅπως χαρακτηρισθῇ ὡς ἔμπορος· πολλάκις δὲ χωρὶς νὰ ἔχῃ τις ὡς σύνηθες ἐπάγγελμα τὴν ἐμπορίαν μετέρχεται πράξεις ἐμπορικὰς, ἐκδίδων συναλλάγματα, ἀλλὰ δὲν δύναται ἀπὸ τὸν νόμον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔμπορος. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν πρῶτον κλητῆρα, εἰς τὸν πρῶτον ὑπάλληλον νὰ κρίνῃ ἂν ὁ κινῶν ἀγωγὴν καὶ προσερχόμενος εἰς οἱανδήποτε δικαστικὴν πρᾶξιν, εἶνε ἢ ὄχι ἔμπορος, καὶ ἂν σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν ἢ ἂν ἔχῃ συμφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο, νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ δηλώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀδείας του· ἄλλως, δὲν κοινοποιεῖ τὴν ἀγωγὴν ὁ κλητὴρ ἢ δὲν δέχεται τὴν πρᾶξιν ὁ ὑπάλληλος. Τοῦτο δὲν λέγεται, κύριοι, νομοθετεῖν· δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ὁ ἐλάχιστος κλητὴρ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν πολίτην, δὲν δέχομαι τὴν ἀγωγήν σου, ζητεῖς τὴν πληρωμὴν μιᾶς συναλλαγματικῆς, ἄρα εἶσαι ἔμπορος, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἐπιβάλλει καὶ πρόστιμον 100–500 δραχμῶν. Καὶ δὲν εἶνε μικρὸν πρᾶγμα. Ἐπλουτήσαμεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε αἱ ἑκατοστύες καὶ χιλιάδες δραχμῶν νὰ ἦνε πρόχειροι εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα, καὶ νὰ ἐπιβάλλωνται ἀπὸ τὸν Ταμίαν ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου ἢ ἰδιώτου! Εἶχον λοιπὸν δίκαιον νὰ χαρακτηρίσω τὸ νομοσχέδιον ὡς περιέχον δρακοντείους διατάξεις. Εἶναι ἀρχὴ παραδεδεγμένη, ὅτι οὐχὶ ἡ αὐστηρότης τῶν ποινῶν, ἀλλ’ ἡ ἀνάλογος ἐπιβολὴ αὐτῶν συντελεῖ εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν κοινωνιῶν, καὶ ὅμως προβαίνομεν καθ’ ἑκάστην εἰς διατάξεις τερατώδεις. Ἄρθρον 9ον (Ἀναγινώσκει). Κύριοι, κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν ἀπό τινος, πρόκειται νὰ διαιρεθῶμεν εἰς κατασκόπους καὶ κατασκοπευομένους, εἰς καταγγέλλοντας καὶ καταγγελλομένους, καὶ οὕτως ἕκαστος νὰ θεωρῇ τὸν ὅμοιόν του ὡς ὕποπτον. Δὲν ἠθικοποιεῖτε ἐν τούτοις τὴν κοινωνίαν, ὅταν θέλετε νὰ βραβεύητε τὴν κατάδοσιν. Ἔστω· ἐνήργησα ἐκ περιστάσεων 4 ἢ 5 πράξεις ἐμπορικὰς, δὲν ἐζήτησα νὰ λάβω τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ ἐμπόρου, εἶμαι ἐκτεθειμένος εἰς τὸν κίνδυνον ὁ πρῶτος γνώριμός μου νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ τοιοῦτον ὡς μίαν παράβασιν τοῦ νόμου καὶ νὰ ζητήσῃ ὅπως καταδικασθῶ εἰς πρόστιμον, διότι ἐτόλμησα νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν μὴ ὑπάρχουσαν ἰδιότητά μου εἰς τὴν ἀγωγὴν ἢ ἐτόλμησα ν’ ἀναφέρω ἑτέραν! Βεβαίως ἡ κοινωνία μας δὲν θὰ ἠθικοποιηθῇ διὰ τοιούτων νόμων. Ἄρθρον 10ον. (Ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὁ ὑπερήμερος περὶ τὴν ἀπότισιν οἱασδήποτε ὀφειλῆς εἶναι ὑπόχρεως εἰς ἀπότισιν 8%. Οἱ ταμιευτικοὶ νόμοι δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βελτιώνουν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν Κρατῶν. Οἱ νόμοι τῆς ἐπιεικείας, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ δικαίου, ἡ ἀγαθὴ διοίκησις, ἡ τιμία διαχείρισις βελτιοῦσι τὰ Κράτη. Ταμιευτικοὺς νόμους μετῆλθον καὶ ἄλλα Κράτη καὶ ὅμως ἀντὶ νὰ βελτιώσωσι τὰ οἰκονομικά των, ἔφθασαν εἰς τὸ χεῖλος τοῦ βαράθρου, εἰς αὐτὸ τὸ βάραθρον τῆς χρεωκοπίας. Κατέστη ὑπερήμερος ὁ φορολογούμενος, ζητήσατε νὰ πληρώνῃ 5,10% λόγῳ τόκου ὑπερημερίας· ἀλλ’ ἡ ποινή, ἣν ἐπιβάλλετε εἶναι ἀφόρητος. Μὰ, κύριοι, καλὸν νὰ πληρώσῃ ὁ ἔχων, ἀλλ’ ἂν ὁ ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου δὲν ἔχῃ, θέλετε νὰ ἐπαυξήσετε τὰ καθυστεροῦντα, θέλετε νὰ ἔχετε τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ πτωχοῦ φορολογουμένου, καὶ τὴν ἀπειλὴν κατ’ αὐτοῦ οὐχὶ ἀνωτάτου ὑπαλλήλου, ἀλλὰ τοῦ τελευταίου χωροφύλακος! Τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον πατρικῆς Κυβερνήσεως, σκεπτομένης καὶ ἐργαζομένης ὑπὲρ τῶν κοινῶν. Αἱ καθυστερήσεις δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα δυστροπίας τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ τῆς μεροληπτικῆς διαγωγῆς τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, εἶναι ἔργον τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς πάντοτε κλονιζομένης ἐν τῷ Τόπῳ. Αἱ πρῶται καθυστερήσεις ἔλαβον χώραν πρὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως τοῦ 1843 καὶ τοῦτο διότι παρουσιάζοντο ἐνοικιασταὶ, εἴτε κερδοσκόποι, εἴτε οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος; καὶ οἱ μὲν κερδοσκόποι ἵνα ὠφελῶνται τὰ τοῦ Δημοσίου, οἱ δὲ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος ἵνα πορίζωνται τὸν ἄρτον των, καὶ ἐντεῦθεν προῆλθον αἱ μεγάλαι καθυστερήσεις. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1843 ὅλαι αἱ καθυστερήσεις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ τῆς μεροληπτικῆς διαγωγῆς τῆς διοικήσεως, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας οἱ μὲν καταδιώκονται, οἱ δὲ ὄχι. Ὡς ἐκ τῶν πολλῶν δὲ καθυστερήσεων τὰ ταμιακὰ ὄργανα δὲν γνωρίζουσι πλέον τί νὰ εἰσπράξωσι, τὸν φόρον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἢ τὰ καθυστεροῦντα; Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὑτοῦ τὴν ἀμερόληπτον ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων των, τὴν καταδίωξιν ὅλων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἂς μὴ ἔχῃ ἀμφιβολίαν ὅτι διὰ τῶν μέσων, ἅτινα παρέχουσιν αὐτῷ οἱ κείμενοι νόμοι, θὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐξαίρεσις. Καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διαμονῆς μου ἐν Αἰγίῳ, ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι δὲν ἐξετέλεσαν οἱ ὑπάλληλοί του τὰς διαταγὰς καὶ δὲν ἐτήρησαν ἀμεροληψίαν κατὰ τὴν καταδίωξιν. Ἀνέγνωσα ὅτι ἐπαύθη εἷς Ταμίας, διότι ἐτόλμησε....

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπαύθη ὁ Ταμίας διὰ τὸν ἑξῆς κύριον λόγον, καὶ δι’ ἄλλους μὲν δευτερεύοντας, ἀλλὰ διὰ τὸν ἑξῆς κύριον, ἐγγεγραμμένους πάντας ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀποσταλέντος οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ· ἐπαύθη, διότι, ἀποσταλεὶς μετὰ τοῦ γεωμέτρου εἰς Κατάκωλον ἵνα ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν γαιῶν κατὰ τὸν νόμον περὶ συνοικισμῶν, ἀντὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, κατέγραψε πρῶτος εἰς ἑαυτὸν παραχώρησιν γαιῶν πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤνοιγε τὸ βιβλίον, καὶ δεύτερος κατέγραψεν ἑαυτὸν ὁ γεωμέτρης. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐπῆγε τὸ κοινὸν νὰ ἐγγραφῇ, νομίζον ὅτι εἶναι κενὸν τὸ βιβλίον καὶ εὗρεν αὐτοὺς πρώτους ἐγγεγραμμένους. Μετὰ τοῦτο ἐστείλαμεν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν, ὁ ὁποῖος ἐξήτασε πάντα τὰ κατὰ τοῦ ταμίου καταγγελθέντα καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, μετὰ τὴν ὁποίαν ἀπελύθη ὁ ταμίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς παύσεως τοῦ ταμίου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγράφησαν πολλὰ περὶ τούτου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη ἀπάντησις, διότι συνειθίζομεν νὰ μὴ δίδωμεν εἰς αὐτὰς ἀπάντησιν.

§43ΧΟΪΔΑΣ. Πῶς καλοῦνται ὁ ταμίας καὶ ὁ γεωμέτρης;

§44ΔΡΟΓΚΑΣ. Πράπας καλεῖται ὁ γεωμέτρης καὶ Χρυσανθόπουλος ὁ ταμίας.

§45ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα.

§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσητε, λέγω, νὰ κρίνητε μετὰ τῆς αὐτῆς αὐστηρότητος τοὺς ταμίας, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ μεταμεληθῆτε, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πρέπει ὅμως νὰ καταβληθῇ μείζων προσοχὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπαλλήλων.

§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παλαιοὶ ὑπάλληλοι ἦσαν καὶ οἱ δύο, καὶ ἐγὼ τοὺς ἐθεώρουν καλούς.

§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 ἔχει τοῦτο τὸ σκοτεινόν· λέγει «εἴτε ἄλλος τις ὑπάλληλος δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολήν». Τὸ ἄλλος τις ὑπάλληλος εἶναι ἔκφρασις ἀόριστος, δυναμένη νὰ σημαίνῃ τοὺς δικαστὰς ἢ προέδρους, ἐνῷ μόνος ἁρμόδιος νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν εἶναι ὁ Ταμίας, Ἔφορος δὲν δύναται, ἄλλος δὲν δύναται ἢ ὁ Ταμίας ἢ ὁ Πρόεδρος. Νὰ τεθῇ κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «οὔτε ἄλλος τις διοικητικὸς ὑπάλληλος». Καὶ τὸ τοιοῦτον εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, καθόσον νομίζω, ὅτι ὁ Νόμος ἐπιβάλλει καὶ ποινήν. Ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὥστε πλέον ὁ Νόμος νὰ μὴ ἰσχύῃ, διότι βεβαίως πρέπει νὰ ἐξέλιπεν ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν Νόμον, καὶ ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὅπως ἡ ἐκτέλεσις παντὸς νόμου ἐκβιάζηται διὰ ποινῶν βαρυτάτων. Ἐν τοῖς ἄρθροις 12 καὶ 13 περιέχονται τοιαῦται ποιναὶ, ὥστε δύνανται νὰ ὠθήσωσι τοὺς ὑπαλλήλους νὰ γίνωσιν ὄργανα, τὰ ὁποῖα νὰ φθάνουν μέχρις ἐγκλημάτων, νὰ ἀφαιροῦν καὶ τὸν ἄρτον, δι’ οὗ θὰ τραφῇ ἡ οἰκογένεια τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ εἰσέλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ. Δέν μοι φαίνονται τὰ τοιαῦτα αὐστηρὰ πέραν τοῦ δέοντος μέτρα νὰ συντελοῦν οὔτε εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν πολιτῶν, οὔτε τῶν ὑπαλλήλων, οὔτε εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τοῦ Κράτους. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζω, ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι ἐγκαταλιμπάνει.

§49ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.

§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν προχωρῶ εἰς οὐδεμίαν ἐπίκρισιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι οἱ Σύμβουλοι οἱ νομικοί, οἱ ὁποῖοι συντάσσουν καὶ τοὺς νόμους, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν αἰσθάνονται τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς τὴν ὁποίαν ἔχουν, ἵνα μὴ εἴπω τι πλειότερον. Δὲν προχωρῶ περαιτέρω διὰ νὰ μὴ κουράσω ἐπὶ ματαίῳ τὴν Βουλήν, εὔχομαι δὲ μόνον ὅπως ὁ λόγος μου ὁ ἀσθενὴς πείσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ εἰ δυνατὸν τὴν Βουλήν, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον.

§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ λεπτομερὴς ἐξέτασις, εἰς ἣν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὑπέβαλε τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀποδεικνύουσι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἀγόρευσιν εἰπὼν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει δρακοντείους διατάξεις, οὐδὲ εἶχε δίκαιον εἰπών, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπεδείξαντο ἱκανότητα περὶ τὸ νομοθετεῖν, διότι τὸ ἐναντίον, φρονῶ, ἀπεδείχθη ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. βουλευτής· ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐπίκρισις ἦτον ἀτελής. Ἐπέκρινεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 παριστῶν, ὅτι περιέχει τι ἔκρυθμον. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ διάταξις τοῦ κειμένου νόμου.

§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ αὐτῆς.

§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω δέ, ὅτι ὁ πρώτιστος κανών, ὃν ὀφείλουσιν οἱ συντάττοντες νόμους νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ὁ συνδυασμὸς αὐτῶν πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Μόνη δικαιολογία πρὸς ἐκτροπὴν ἀπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ ὑπάρχοντος θεσμοῦ· ὅταν ὁ ὑπάρχων θεσμὸς ὁπωσδήποτε εὐδοκίμως λειτουργῇ, ἔστω καὶ ἂν περιέχῃ θεωρητικὰς ἀτελείας, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολή. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου τοῦ 1871 συνετάχθη καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.

§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπεκτείνει τὴν διάταξιν ἐκείνην.

§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἐπεκτείνει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1871 καὶ εἰς περιστάσεις, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων κατὰ τὸ 1871 δὲν εἶχον ὕπαρξιν, διότι κατὰ τὸ 1871 ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν δὲν εἶχεν ἔτι ψηφισθῆ καὶ ἐφαρμοσθῆ. Τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ νόμου ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ εἰς ὁμοίαν ἐπίκρισιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θὰ ἐκπλειστηριάζωνται τὰ κτήματα ἄνευ λεπτομεροῦς περιγραφῆς. Βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ γίνηται λεπτομερὴς περιγραφή, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς λεπτομεροῦς περιγραφῆς δὲν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ οὐδὲν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προγορεύσας. Ἐκ τῆς ἀτελεστέρας περιγραφῆς δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ πώλησις κτήματος μὴ ἀνήκοντος εἰς τὸν ὀφειλέτην. Ἡ περιγραφὴ εἰς ἄλλα ἀφορᾷ, εἰς τὴν πληρεστέραν ἐπιτυχίαν τοῦ συναγωνισμοῦ, δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τοῦ ὀφειλέτου. Ὡς πρὸς ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν σχετικὴν πρὸς τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ἄρθρον 3, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ κτήματος, εἴτε διατελεῖ εἰς χεῖρας τοῦ ὀφείλοντος, εἴτε διατελεῖ εἰς χεῖρας ἄλλων, παρατηρῶ, ὅτι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν τυγχάνει ἐφαρμογῆς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, εἶναι ἡ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐπίσης δὲ καὶ ἡ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν καπνῶν καὶ τῶν γρασιδίων, ἀλλ’ εἶναι ἐλάχιστα ταῦτα· ἡ κυριωτέρα περίπτωσις εἶναι ἡ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐθεωρήθη παρά τινων, ὅτι ἀντίκειται πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας ἡ τοιαύτη ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις κτήματος μὴ ὑποκειμένου εἰς εἰδικὴν ὑποθήκην, ὅτι ἡ ἐκποίησις κτήματος δι’ ὀφειλὴν ἄλλου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄγραφός τις ὑποθήκη. Ναί, αἱ ἄγραφοι ὑποθῆκαι κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἀπαγορεύονται, ἀλλ’ αὐτοὶ οὗτοι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἀπαγορεύονται αἱ ἄγραφοι ὑποθῆκαι παρ’ ἡμῖν, δεικνύουσιν ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει αἰτία ἵνα μὴ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3. Ὁ λόγος, δι’ ὃν αἱ ἄγραφοι ὑποθῆκαι ἀπαγορεύονται παρ’ ἡμῖν, εἶναι ὅτι, ἐπιτρεπομένων αὐτῶν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ βεβαιότης περὶ τοῦ κτήματος, ἐὰν ᾖναι ἐλεύθερον ἢ οὔ, διότι τὴν ἄγραφον ὑποθήκην δὲν ἠξεύρει τις ποῦ ν’ ἀναζητήσῃ, δὲν ἠξεύρει πόθεν δύναται νὰ λάβῃ τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὸ κτῆμα δὲν εἶναι βεβαρημένον. Εἰς ταύτην ὅμως τὴν περίστασιν οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία παρὰ τῷ ἀποκτῶντι τὸ κτῆμα, διότι δύναται οὗτος πρῶτον μὲν νὰ ζητήσῃ τὰς ἀποδείξεις τῆς πληρωμῆς παρὰ τοῦ μεταβιβάζοντος τὸ κτῆμα εἰς αὐτὸν, δύναται ὅμως καὶ ἀσχέτως τῆς πρὸς τὸν μεταβιβάζοντα τὸ κτῆμα αἰτήσεως αὐτῆς νὰ λάβῃ τὴν ἀπόδειξιν παρὰ τοῦ Ταμίου. Ὁ Ταμίας εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ αὐτὸν, ἂν οἱ φόροι εἰσεπράχθησαν ἢ οὔ ἐπὶ τοῦ κτήματος. Ὥστε πάντα τὰ διὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὑποθηκῶν ἐπιδιωκόμενα ἐνταῦθα πραγματοποιοῦνται, τουτέστιν ἔχομεν ἐνταῦθα ἐγγραφὴν οὐχὶ ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ὑποθηκῶν, ἀλλ’ ἐν δημοσίῳ βιβλίῳ, ἐξ οὗ δύναται ὁ ἀποκτῶν τὸ κτῆμα νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦναι ἐλεύθερον ἢ οὔ. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη, ὡς εἶπον ἐν τῇ προηγουμένῃ ὁμιλίᾳ μου, δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ τὴν διαγραφὴν αὐτῆς. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας παρετήρησεν ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας ἡ ἀπαίτησις, ὅπως ὁ ἐπισπεύδων δανειστὴς κοινοποιῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀντίγραφον κατασχέσεως κινητῶν ἢ ἀκινήτων πραγμάτων ὀφειλετῶν, καὶ ἂν μὴ ᾖ ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Εἶπεν, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ εἶχεν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ὠφέλει ἡ ἀντίῤῥησις, ἀφοῦ ἡ νομοθεσία ἐπιβάλλει τοῦτο εἰς τὸν δανειστήν. Αὐτὸ ὅμως τοῦτο, τὸ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἄρθρον 4 περιέχει διάταξιν σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτῆς, διότι ἡ ἀπαίτησις, ἡ ἐν ἄρθρῳ 4 ἀναγεγραμμένη, δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὲρ προσώπου οὐδὲν ἔχοντος δικαίωμα. Δὲν ἔχει τὸ Δημόσιον δικαίωμα ὑποθήκης, ἀλλ’ ἔχει δικαίωμα προνομίου, καὶ ἔχει δικαίωμα προνομίου, οὐ μόνον ἐπὶ ἀκινήτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κινητῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 4 ὁμιλεῖ περὶ ἀκινήτων καὶ περὶ κινητῶν, διότι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐπιβάλλει, προκειμένου περὶ ὑποθήκης, αὐτὸ τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 4, προκειμένου περὶ προνομίου. Καὶ τίς ὑπάρχει λόγος ἵνα μὴ ἐπιβληθῇ τὸ αὐτὸ ἐπὶ προνομίου, ὅπερ ἐπιβάλλεται ἐπὶ ὑποθήκης; Τὸ ἄρθρον 940 τῆς Πολ. Δικονομίας πραγματευόμενον περὶ τῶν ἐχόντων προνόμιον, λέγει (ἀναγινώσκει). «Πρῶτον κατατάσσονται ὅσοι τῶν δανειστῶν ἔχουν προνόμια ἐφ’ ὅλων τῶν κινητῶν πραγμάτων». Μεταξὺ τῶν προνομιούχων τούτων ἔχομεν τὰς «ἀπαιτήσεις τοῦ Κράτους ἕνεκα καθυστερησάντων ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ τῶν δύω ἀμέσως προηγουμένων». Τοῦτο περὶ κινητῶν· τὸ δὲ ἄρθρον 991 τὴν αὐτὴν διάταξιν ἐφαρμόζει καὶ περὶ ἀκινήτων. Τὸ προνόμιον λοιπὸν τοῦτο διατί νὰ μὴ ἀσφαλισθῇ ὅπως τὸ δικαίωμα τῆς ὑποθήκης; Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ὁ κ. βουλευτὴς λέγων ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται, αἱ καθιερούμεναι ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι ἀνατρεπτικαὶ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἐνῷ εἶναι ἁπλῶς συμπληρωματικαί; Καὶ πῶς δικαιολογεῖται λέγων, ὅτι οἱ Νομικοὶ σύμβουλοι ἀποδεικνύονται διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπεξειργάσθησαν τὸν νόμον, μὴ ἀποδίδοντες εἰς τὸ ἔργον των τὴν πρέπουσαν σημασίαν; Τοὐναντίον, ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὰς κατατάξεις ταύτας τὸ Δημόσιον πάντοτε ἐρημοδικεῖ, διότι δὲν ἔχει εἴδησιν περὶ τῶν γενομένων πλειστηριασμῶν, τί ὀρθότερον εἰμὴ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰ προνόμια ἡ ἀρχὴ ἡ κρατοῦσα καὶ ὡς πρὸς τὰς ὑποθήκας; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀμελέτητον ὅσοι δὲν τὸ ἐμελέτησαν, βασανίζεται ἀπὸ χρόνων πολλῶν, βασανίζεται ἀφ’ ὅτου ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου δὲν πληρόνουσι, διότι ἔκτοτε δὲν διῆλθεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις νὰ μὴ ἠσχολήθη εἰς τὸ θέμα τῆς συντονωτέρας εἰσπράξεως. Ἔχω ἐνταῦθα ὅλα τὰ προηγούμενα νομοσχέδια, ὀλίγοι δὲ Ὑπουργοὶ διῆλθον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν παρεσκεύασαν ἢ καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ εἰσπράξεων, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν συνεζητήθησαν ἢ δὲν ἐψηφίσθησαν. Πολλάκις ἤκουσα ἐνταῦθα ἐπὶ συζητήσεως νομοσχεδίων τὴν μομφὴν ταύτην τοῦ ἀμελετήτου τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ πάντοτε παρετήρησα ὅτι οἱ τοιαύτας μομφὰς ἐπιῤῥίπτοντες εἰς τὰ νομοσχέδια δὲν τὰ εἶχον σχεδὸν ἀναγνώσει. Ἤκουσα τὰ αὐτὰ πρόσωπα παραπονούμενα, ὁσάκις δὲν ὑπῆρχεν αἰτιολογικὴ ἔκθεσις προτεταγμένη εἰς τὰ νομοσχέδια, καὶ σχεδὸν ποτὲ τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀγορεύοντα δὲν εἶχον μελετήσει τὰς συνοδευούσας τὰ νομοσχέδια αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις οὐδὲ κἂν ἀναγνώσει αὐτάς. Ἐὰν εἶχον μελετήσει οἱ ἀγορεύσαντες τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἤθελον κατανοήσει ὅτι τὰ κατὰ πρώτην ὄψιν φαινόμενα ἀντιφατικὰ διατελοῦσι κατὰ βάθος ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς ἄλληλα, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται προηγουμένως γνώσεις καὶ ἐνδελεχὴς τῶν κειμένων ἐξερεύνησις εἰς ἀναγνώρισιν τῆς ἐννοίας αὐτῶν καθ’ ἑαυτὰ καὶ τῆς πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τὴν ὅλην νομοθεσίαν σχέσεως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἠκούσαμεν τὴν ἐπίκρισιν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἰσάγει ἀρχὴν ὅλως ἄγνωστον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ καὶ αὐστηροτάτην, ὅτι τὸν ἐπιτηδευματίαν ὑποχρεοῖ, ἵνα ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ αἰτήσεως, ἢ ὁσάκις ἀπευθύνῃ ἀγωγὰς ἢ ἄλλας πράξεις, ὑποβάλῃ καὶ τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἡ κειμένη παρ’ ἡμῖν νομοθεσία τί περὶ τούτου ὁρίζει; ὁρίζει ὅτι ὁ ἐπιτηδευματίας, ὁ μὴ ἀποτίνων τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ἐπιτήδευμά του. Οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν ἢ ἀγωγὴν, δὲν δύναται πρᾶξιν οὐδεμίαν νὰ ἐνεργήσῃ σχετικὴν πρὸς τὸ ἐπιτήδευμά του. Τοῦτο κελεύει ἡ κειμένη παρ’ ἡμῖν νομοθεσία. Ὅ,τι ὁρίζει περὶ τοῦ ὅλου ἡ κειμένη νομοθεσία, ἡ διάταξις αὕτη ὁρίζει εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ μέρους. Ὁ κανονισμὸς περὶ τοῦ μέρους ἀρχῆς ὑφισταμένης περὶ τοῦ ὅλου θεωρεῖται παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ὡς εἰσαγωγὴ αὐστηροτάτου νεωτερισμοῦ. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ἔψεξε καὶ τὴν ἑτέραν διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἡμίσεος τοῦ προστίμου εἰς τὸν καταγγέλλοντα. Αὕτη ἡ διάταξις περιέχεται ἐν ἅπασι τοῖς νόμοις· ἑπομένως ὁμοιομόρφως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν ἔπρεπε νὰ τὴν περιλάβῃ. Βεβαίως δὲν εἶναι διάταξις ἀπολύτως ἐπαινετὴ, εἶναι διάταξις περιέχουσά τι τὸ μὴ ἄκρως ἠθικόν· ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἠδυνάμεθα νὰ διαγράψωμεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ὅτι ἔχει ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων θὰ ἐστερούμεθα ἄνευ τῆς διατάξεως ταύτης· ἐν ὅσῳ λοιπὸν δὲν λάβωμεν τὴν γενικὴν ἀπόφασιν νὰ διαγράψωμεν αὐτὴν ἀπὸ πάσης τῆς νομοθεσίας ἡμῶν—καὶ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, εἰμὴ ὅταν πεισθῶμεν ὅτι διαγράφοντες αὐτὴν, δὲν θὰ στερήσωμεν τὸ Δημόσιον ἀπὸ εἰσπράξεως τοῦ πλείστου μέρους τῶν εἰς αὐτὸ ὀφειλομένων— ἐνόσῳ τοῦτο δὲν πράξωμεν, εἰς πάντα νόμον θὰ βλέπωμεν ἐπαναλαμβανομένην τὴν διάταξιν ταύτην, ἥτις ἀποτελεῖ ἀρχὴν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἐπιβάλλεται ἐνταῦθα πρόσθετος φόρος, καὶ ὅτι τοῦτο ἀντίκειται ἐπίσης πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἀναγνωρίζει ἐν τισι πληρωμὴν τόκου, ἀλλ’ οὐδαμοῦ πρόσθετον φόρον. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐμελέτα περισσότερον τὴν ἄλλην νομοθεσίαν ἢ ὅσον ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι ἡ ἄλλη νομοθεσία περιέχει ταύτην τὴν διάταξιν περιέχει τὸν πρόσθετον φόρον καὶ πρὸς τῷ προσθέτῳ φόρῳ περιέχει καὶ τὸν τόκον. Ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν περιελάβομεν τὸν τόκον, ἀλλὰ τὸν πρόσθετον φόρον· ὁ πρόσθετος φόρος περιέχεται ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν δὲ παρετήρησα ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν ἀποδίδω σημασίαν· ὅτι προκειμένου περὶ προστίμου, τὸ ποσὸν δὲν ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν· ὅταν θεωρῆται ὑπερβολικὸν, ἐλαττοῦται, ὅταν θεωρῆται ὑπὲρ τὸ δέον ἐπιεικὲς, αὐξάνει. Ἡ γενικωτέρα ἰδέα φρονῶ, ὅτι ἀποκλίνει ὑπὲρ ἀνωτέρου ὅρου 20% καὶ τοῦ κατωτέρου 10%.

§56ΤΙΝΕΣ. 5%.

§57ΕΤΕΡΟΙ. 10%.

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι φαίνεται τοῦτο ἀπαγορεῦον τὰς ἀναστολὰς καὶ εἰς τὴν Δικαστικὴν ἀρχὴν, διότι λέγει «ἀναστολὴν τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων οὔτε ὁ ταμίας, οὔτε ἄλλος ὑπάλληλος δύναται νὰ διατάξῃ». Ποῦ ἠδυνήθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς νὰ δίδῃ τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν, δὲν ἐννοῶ. Ταμίας ἢ ἄλλος ὑπάλληλος δύναται νὰ ᾖναι δικαστής;

§59ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ.

§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν εἴπωμεν «διοικητικοὶ ὑπάλληλοι» κινδυνεύομεν νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν λέξιν ὑπάλληλος ἐν τῇ ἄλλῃ νομοθεσίᾳ, τουτέστι νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάλληλοι δύνανται νὰ ᾖναι καὶ ἡ δικαστικὴ Ἐξουσία.

§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἥτις ἀναγράφει καὶ κανονίζει τὰ περὶ ἀναστολῆς.

§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ὁ νόμος τοῦ 1871 ἔχει ὡς ἔχει· ἤδη πρόκειται περὶ τῶν ἀναστολῶν, τῶν ὁποίων ἐποιοῦντο ἀτόπως χρῆσιν οἱ ταμίαι, δὲν λέγω κατάχρησιν, διότι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ποιῶνται χρῆσιν αὐτῆς. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἀναγραφῇ εἰδικὴ διάταξις ἀπαγορεύουσα εἰς τοὺς ταμίας νὰ χορηγῶσιν ἀναστολὴν, διότι ταμίαι τινὲς δὲν εἶχον πλήρη τὴν συνείδησιν ὅτι ἦσαν ἐστερημένοι τοῦ δικαιώματος τούτου.

§63ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ μία λέξις «οἱ ὑφιστάμενοι;»

§64ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἐξήγησις ἔγεινε.

§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ θεωρήσῃ ὅτι τὸ Δικαστήριον εἶναι ὑπάλληλος. Ἐπέκρινε τέλος ὁ κ. βουλευτὴς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀνάθεσιν εἰς ἐργολάβον τοῦ δικαιώματος τῶν εἰσπράξεων· ἀλλ’ εἶπεν ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπίκρισιν ταύτην, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θέλει διαγραφῆ, μνημονεύει δ’ αὐτοῦ μόνον ἵνα δείξῃ ὅτι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη, εἶναι ἀντίθετον πρὸς ἀρχὰς τὰς κρατούσας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου 14 εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ κώδικι τῶν εἰσπράξεων· ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1871 ἀναγράφεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν εἰσπράξεων, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ὑπουργεῖον ἤθελε θεωρήσει τοῦτο πρέπον. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνετάχθη καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, προκειμένου περὶ τῶν εἰδικῶν εἰσπράξεων, περὶ ὧν ἐν αὐτῷ ὁ λόγος.

§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον.

§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἡ κειμένη νομοθεσία περιέχῃ τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸν θεμελιώδη νόμον, ἐννοεῖται, ὅτι ἐν συμπληρωματικῷ νόμῳ ἔπρεπε νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν ὑφισταμένην ἀρχήν· ἀλλὰ τόσον μικρὰν σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς τὴν μίσθωσιν, ὥστε ἐν ᾧ ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς θεμελιώδους ἡμῶν νομοθεσίας, οὐδέποτε προσετρέξαμεν εἰς αὐτήν· ἀπόδειξις δὲ ὅτι τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν δὲν ἀνεγράψαμεν ἀφορῶντες εἰς εἰδικόν τινα σκοπὸν, εἶναι ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ διαγράψωμεν αὐτήν. Ἀπήντησα εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, ἐὰν ὑποβληθῶσι προτάσεις, ν’ ἀπαντήσω, πρόθυμος ὢν ν’ ἀποδεχθῶ εἰσηγήσεις τεινούσας εἰς τὴν εὐχερεστέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἄνευ βλάβης τῶν θεμελιωδῶν αὐτοῦ ἀρχῶν.

§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, λαμβάνω τὸν λόγον ἵνα ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου. Τὴν γνώμην ταύτην ἐμόρφωσα μετὰ ἀμερόληπτον καὶ ἀκριβῆ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ὅσην τοὐλάχιστον ἐπιτρέπει τὸ ποικίλον τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες καθ’ ἑκάστην διεξάγονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς καὶ αἱ ἰδιαίτεραί μου ἀσχολίαι. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶνε ἀλάνθαστος· τοὐναντίον, ἀναγνωρίζω, ὅτι πολὺ συχνὰ ἐνδέχεται νὰ πλανῶμαι· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ πιστεύσητε, εἶνε ὅτι οὐδόλως συνετέλεσεν εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς γνώμης ταύτης, οὔτε πολιτικόν τι συμφέρον, οὔτε πρόθεσίς τις ἀντιπράξεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τοιαῦται σκέψεις ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν κρίσιν ἡμῶν, κατανοεῖτε, ὅτι, ἀπομονωθέντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ πασῶν τῶν πολιτικῶν μερίδων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀποκηρυττόμενοι πανταχόθεν, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιοῦτόν τι συμφέρον. Ἐμφορούμεθα μόνον ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἀσθενῆ ἡμῶν συνδρομὴν εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι βελτίονα διαῤῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ νὰ ἀκροασθῆτε μετά τινος εὐμενείας ὅσα μέλλω νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, διότι ἐν πεποιθήσει τὰ θεωρῶ τείνοντα εἰς πρόληψιν πολλῶν ἀτοπημάτων καὶ πολλῶν δυστυχημάτων. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, καὶ ἐπιδοκιμάζω τὰς προσπαθείας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς πόθους αὐτοῦ περὶ ἀνελλιποῦς εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων· ἀναγνωρίζω δὲ ὅτι ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπαραίτητος ἀνάγκη εἶνε νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸ Δημόσιον μέτρα πολὺ δραστηριώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται εἰς τοὺς ἰδιώτας. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τῆς ἀνελλιποῦς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν καὶ νὰ διακινδυνεύσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν ὀφειλετῶν, οὔτε νὰ παραβλάψωμεν τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τρίτων καὶ νὰ διαταράξωμεν τὰς ἐννόμους ἐν τῇ κοινωνίᾳ σχέσεις. Βεβαίως μεγάλα καὶ σεβαστὰ εἶνε τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐπίσης σεβαστὰ καὶ ἱερὰ εἶνε καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Ἂν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἔγκηται εἰς τὴν ἀνελλιπῆ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων, ἔγκειται συγχρόνως ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ προστασίαν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Μόνον ἐν τῇ ἴσῃ καὶ δικαίᾳ προστασίᾳ καὶ ἀσφαλείᾳ ἁπάντων τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων τούτων ἔγκειται τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς Πολιτείας. Δυστυχῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον οὐδόλως ἀπέβλεψεν εἰς τὴν ἴσην καὶ δικαίαν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπεδίωξε τὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων διὰ τρόπου, παραγνωρίζοντος πᾶν ἕτερον δικαίωμα, πᾶν ἕτερον συμφέρον, διὰ τρόπου σκληροῦ καὶ ἀποτόμως διαταράσσοντος πλείστας τῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐννόμων σχέσεων. Τοιαύτην διατάραξιν δὲν ἀποτελεῖ ἴσως τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ὡς ἄριστα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπεκτείνει τὸ ἰσχῦον ἤδη μέτρον τῆς γενικῆς προσκλήσεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς ἄλλους ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύναντο νὰ προΐδωσιν οἱ προηγούμενοι νόμοι, διότι τοιοῦτοι ὀφειλέται δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου, ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι πλὴν τῶν νέων τούτων ὀφειλετῶν τῶν ἐκ τῆς διαθέσεως γαιῶν ἢ φυτειῶν, περὶ τῶν ὁποίων πράγματι δὲν ἠδύναντο νὰ προβλέψωσιν οἱ προγενέστεροι νόμοι, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου πραγματεύεται καὶ περὶ ὀφειλετῶν ἐκ προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν. Ἐντεῦθεν μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία περὶ τοῦ λόγου, διατί πραγματεύεται τὸ ἄρθρον καὶ περὶ τούτων, ἆρά γε δὲν προβλέπουσι περὶ αὐτῶν οἱ προγενέστεροι νόμοι; Καὶ πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας μου ἀνέτρεξα εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς χεῖράς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶδον ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ἀνωτέρω ὀφειλέτας οὐδεμίαν πρόσκλησιν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, διότι, ἐὰν δὲν πληρώσωσι, μεταφέρονται ἀμέσως ἐκ τῶν ποινικῶν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς. Ἑπομένως ὅλως περιττὸν εἶνε νὰ προβλέψῃ περὶ αὐτῶν τὸ ἤδη συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἀλλ’ αὐτά, κύριοι, εἶναι βεβαίως ἐπουσιώδη. Ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πραγματικῶς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον παραγνωρίζει καὶ σφαγιάζει καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὸ ἄρθρον δεύτερον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ ἐκποιήσεως κτημάτων, ἐφ’ ὧν ἐνεγράφησαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὑποθῆκαι, ἢ ἐφ’ ὧν ἐπεβλήθησαν φόροι. Κύριοι, περὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας τῶν ἰδιωτῶν ἰδιαζόντως ἐμερίμνησαν ἀείποτε οἱ νομοθέται, διότι ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ἐθεωρήθη, καὶ δικαίως, ὡς ὁ ἰσχυρότερος δεσμὸς ὁ συνδέων τὸν πολίτην μετὰ τῆς Πολιτείας, καὶ διὰ τοῦτο αἱ νομοθεσίαι ἐκανόνισαν ἀκριβῶς οὐ μόνον τὰ τῆς ἀκουσίου ἤγουν ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων κτημάτων, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἑκουσίαν αὐτῶν ἐκποίησιν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑκουσίαν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων, αἱ νομοθεσίαι ἐφρόντισαν νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται δημοσίως καὶ ἐπισήμως καὶ ἐξασφαλίζονται ὅλα τὰ πραγματικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων. Καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιδιώκουσι καὶ οἱ νόμοι τῶν ὑποθηκῶν καὶ οἱ νόμοι τῶν μεταγραφῶν καὶ ἡ διὰ νόμου κατάργησις παντὸς προϋπάρχοντος δικαιώματος ἀγράφου ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν αὐτῶν ἐκποίησιν, διέγραψαν πλείστας διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησαν ἀναγκαίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ὀφειλετῶν καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν μείζονος συναγωνισμοῦ περὶ τὴν ἐκποίησιν αὐτῶν. Τοιαύτας διατυπώσεις περιέχει βεβαίως καὶ ἡ ἡμετέρα Πολιτικὴ Δικονομία· συνίστανται δὲ αὗται ἐν συνόψει εἰς τὰς ἑξῆς· πρῶτον ἡ κατάσχεσις τοῦ ἀκινήτου πρέπει νὰ γίνηται παρουσίᾳ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, πρέπει δὲ καὶ νὰ περιγράφηται αὐτὸ ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἔκτασιν, τὰς ἰδιότητας καὶ τὰ βάρη· δευτέρα σπουδαιοτάτη διατύπωσις εἶνε ἡ κοινοποίησις τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην καὶ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῆς εἰς τὸ ἐν τῷ ὑποθηκοφυλακείῳ βιβλίον τῶν κατασχέσεων· τρίτη διατύπωσις εἶνε ἡ πρόσκλησις τῶν ἐχόντων ἐγγεγραμμένας ὑποθήκας. Αἱ λοιπαὶ διατυπώσεις συνίστανται εἰς δημοσιεύσεις καὶ τοιχοκολλήσεις ἐπὶ τῷ τέλει νὰ προκληθῇ ὅλος ὁ δυνατὸς συναγωνισμὸς, καὶ ἀσφαλισθῶσιν οὕτω τὰ δικαιώματα καὶ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τῶν δανειστῶν. Τώρα ἐνδέχεται νὰ θεωρήσῃ τις τὰς διατυπώσεις ταύτας ὡς λίαν πολυτελεῖς καὶ δεκτικὰς περιστολῆς· ἀλλ’ εἶνε τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὧν ἡ παράλειψις δύναται νὰ ἐπενέγκῃ ἀνεπανόρθωτα δυστυχήματα. Ἡ ἀτελὴς περιγραφὴ δύναται νὰ ἐμβάλῃ εἰς πλάνας περὶ τῆς ταυτότητος ὡς καὶ περὶ τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ἀξίας τοῦ εἰς πλειστηριασμὸν ἐκτιθεμένου κτήματος. Ἡ ἔλλειψις τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφειλέτην καὶ τῆς ἐγγραφῆς αὐτῆς εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ μείζονα δυστυχήματα, διότι ἄνευ τῶν διατυπώσεων τούτων ἐνδέχεται νὰ ἐκποιήσῃ ὁ ὀφειλέτης ἢ νὰ ὑποθηκεύσῃ τὸ κατασχεθὲν, ἐνῷ ἂν τηρηθῶσιν αἱ διατυπώσεις ἐκεῖναι, ὁ μὲν ὀφειλέτης στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκποιήσεως, οἱ δὲ τρίτοι μανθάνοντες ἐκ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, ὅτι ἐγένετο κατάσχεσις, θέλουσι προφυλαχθῆ νὰ δανείσωσιν ἐπὶ ὑποθήκῃ, καὶ οὕτως ἅπαντα τὰ δικαιώματα προστατεύονται. Τέλος ἡ παράλειψις τῆς δημοσιεύσεως καθιστᾷ ἀδύνατον πᾶσαν ἐξέτασιν περὶ τοῦ ἐκποιουμένου πράγματος καὶ περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, παρακωλύει πάντα συναγωνισμὸν καὶ ἐπιφέρει τὴν ἐκποίησιν ἐπὶ εὐτελεστάτῃ τιμῇ πρὸς καταστροφὴν τοῦ ὀφειλέτου. Διὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταὶ, ὁσάκις παρέστη ἀνάγκη ἕνεκα σπουδαίων λόγων, ἵνα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία περιστείλῃ τὰς διατυπώσεις τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως, ἐνήργησε μετὰ τῆς μεγίστης φρονήσεως καὶ περισκέψεως. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ περισταλῶσιν αἱ διατυπώσεις αὗται ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· τίς εἶνε ἡ γενομένη περιστολή; κατηργήθη μὲν ἡ κατάσχεσις, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων τῶν ὑποθηκῶν τὴν πρὸς τὸν ὀφειλέτην ἐπιταγήν. Κατηργήθη ἐπίσης ἡ ὑποχρέωσις τῆς λεπτομεροῦς περιγραφῆς τοῦ κτήματος, ὑποχρεοῦται ὅμως ἡ Τράπεζα νὰ συντάξῃ πρόγραμμα, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ περιγράφῃ τὸ κτῆμα, ὡς ἔχει τὸ συμβόλαιον τῆς ὑποθήκης· ὀφείλει δὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο νὰ τὸ τοιχοκολλήσῃ εἰς πλεῖστα μέρη πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ προσήκοντος συναγωνισμοῦ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταί, ἴσως ὅτι ὅταν ἐπρόκειτο τὰ προνόμια ταῦτα νὰ χορηγηθῶσι καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας, ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν, καθ’ ἣν αἱ διατυπώσεις τῆς ἐκτελέσεως ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπὶ παντὸς ἐνυποθήκου δανείου, ἔστω καὶ ὑπὸ ἰδιώτου πρὸς ἰδιώτην, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουσε τὴν τροπολογίαν μου, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγάρων βουλευτὴς ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ διατυπώσεις αὗται εἶναι ἱεραὶ καὶ ἀναγκαῖαι πρὸς προστασίαν τῶν δυστυχῶν ὀφειλετῶν, καὶ ἡ τροπολογία μου ἀπεῤῥίφθη. Ὅ,τι ἐγένετο περὶ τῶν Τραπεζῶν, ἐγένετο περίπου καὶ περὶ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1871. Καὶ ὁ νόμος οὗτος κατήργησε τὴν κατάσχεσιν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ τὴν ἀκριβῆ περιγραφὴν τοῦ κτήματος, ἀπαιτεῖ τὴν ἐγγραφὴν τῆς περιγραφῆς εἰς τὰ βιβλία τῆς κατασχέσεως τῶν ὑποθηκῶν, ἐπὶ πᾶσι δὲ ἀπαιτεῖ ἐπανειλημμένας γνωστοποιήσεις καὶ δημοσιεύσεις. Τοὐναντίον, τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον πάντα ταῦτα διὰ μιᾶς διατάξεως θέτει ἐκποδών. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ὁ Ταμίας ἐγγράφει εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» εἰδοποίησιν, ὅτι πωλεῖται κτῆμα τινὸς οἱουδήποτε καὶ μετὰ 40 ἡμέρας ἐκτίθεται τὸ κτῆμα τοῦτο εἰς πλειστηριασμὸν καὶ κατακυροῦται! Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἆρά γε δυνατὸν νὰ μάθῃ ὁ δυστυχὴς αὐτὸς ὀφειλέτης, ὅτι πρόκειται πράγματι νὰ ἐκτεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν τὸ κτῆμά του; Εἶναι ἆρά γε ὅλοι οἱ ὀφειλέται εἰς θέσιν νὰ ἀναγινώσκωσι τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» Καὶ δὲν γνωρίζομεν ὅτι πολλοὶ εἶναι ἀγροῖκοι καὶ δὲν γνωρίζουσι νὰ ἀναγινώσκωσι; Μήπως προηγήθη εἰδικὴ πρόσκλησις πρὸς πληρωμὴν, ὥστε νὰ γνωρίζωσιν ὅτι ἐνδέχεται νὰ πωληθῇ τὸ κτῆμά των; Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ θέλοντες καὶ δυνάμενοι νὰ συναγωνισθῶσιν, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀγράμματοι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀναγνώσωσι τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι πράγματι εἰς ὡρισμένην ἡμέραν πρόκειται νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐκποίησις; Καὶ ἐὰν δυνηθῶσι νὰ μάθωσι τὴν ἡμέραν, δύνανται ἐκ τῆς ἀτελοῦς περιγραφῆς νὰ κατανοήσωσι περὶ τίνος κτήματος πρόκειται, καὶ τίνος ἀξίας εἶναι; Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ 10 ἢ 20 ἡμέρας ἐκποιήσῃ ὁ ὀφειλέτης τὸ κτῆμα αὑτοῦ, διότι οὐδεὶς Νόμος τὸν στερεῖ τοῦ δικαιώματος τῆς διαθέσεως τῆς περιουσίας του, τί θὰ συμβῇ μεταξὺ τοῦ ἀγοραστοῦ παρὰ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τοῦ ἀγοραστοῦ ἐν τῷ Δημοσίῳ πλειστηριασμῷ; ὁ ὀφειλέτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν του.....

§69ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ ὑποθήκη.

§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑποθήκη δὲν ἐμποδίζει τὴν ἑκουσίαν ἐκποίησιν· ἐκτὸς δὲ αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ διὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ ἀκουσία· τίς λοιπὸν θὰ ἦναι ὁ ἀληθὴς ἀγοραστής; βεβαίως ὁ ἀγοράσας ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὀρθὰ καὶ δίκαια εἶναι ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. κ. Μεσσηνέζης. Καὶ ἐὰν ταῦτα ἔχωσι σπουδαιότητα ἐπὶ οἱουδήποτε κτήματος, ἐπὶ ἀστικοῦ π. χ. κτήματος, φαντασθῆτε ποίαν σπουδαιότητα καὶ σημασίαν ἀποκτῶσιν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήθησαν διὰ δηλώσεων κατὰ τοὺς περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν Νόμους. Τὰ ὅρια τῶν κτημάτων ἐν ταῖς δηλώσεσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀκριβῆ. Ἡ αὐτὴ θέσις ἀναφέρεται πολλάκις ὑπὸ δύω ἢ τρία ὀνόματα. Μεγάλαι συνεχεῖς ἐκτάσεις ἐδηλώθησαν ὑπὸ πλείστων καὶ διῃρέθησαν οὕτω εἰς τεμάχια, ὧν τὸ μεῖζον ἐξ ὀγδοήκοντα στρεμμάτων, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσιν ὅρια· ὅθεν αἱ δηλώσεις ἀναφέρουσιν ὡς ὅρια πανταχόθεν ἐθνικὰς γαίας. Πῶς λοιπὸν θὰ διακριθῇ ἐκ τῶν τοιούτων ὁρίων ἕκαστον τῶν κτημάτων; Ἐκτὸς τούτου οἱ περὶ δηλώσεων Νόμοι δὲν ἔκαμον τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ καταστρέψωσιν ἀδιαλείπτως τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ νὰ φέρωσι τὴν σύγχυσιν. Παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς μὴ κατόχους νὰ δηλώσωσιν, ἀφοῦ παρέλθῃ ἡ προθεσμία τῶν κατόχων καὶ χωρικῶν, καὶ δυνάμει τοῦ Νόμου τούτου ἐδήλωσαν οἱ μὴ κάτοχοι, ἀλλ’ ἕτερος Νόμος παρέτεινε τὴν προθεσμίαν τῶν κατόχων καὶ χωρικῶν καὶ τότε ἐδήλωσαν οὗτοι τὰς αὐτὰς γαίας τὰς δηλωθείσας ὑπὸ τῶν μὴ κατόχων. Πολλάκις τὸ αὐτὸ κτῆμα ἐδήλωσαν δύω ἢ καὶ τρεῖς, μεταβάλλοντες τὰ ὀνόματα. Ἐκτάσεις μεγάλαι ἐδηλώθησαν ἐν συνόλῳ, ἐνῷ μικραὶ μερίδες αὐτῶν εἶχον δηλωθῆ παρ’ ἄλλων. Ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πλήρης καὶ ἀθεράπευτος σύγχυσις! Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν πρόκηται νὰ γίνῃ ἐκποίησις τοιούτου κτήματος, πῶς δύναται ὁ ἀγοραστὴς ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης περιγραφῆς, ὅταν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νομοσχεδίου διαγράφει, νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν κτήματος καὶ νὰ πεισθῇ περὶ τῆς ταυτότητος καὶ περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ καὶ νὰ προσφέρῃ τιμήν;

§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι τὰ κτήματα, ἐφ’ ὧν ἐνεγράφησαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὑποθῆκαι; διότι ἐὰν λάβητε αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, πολλὰ τῶν ἐπιχειρημάτων σας καταπίπτουν, διότι πρόκειται περὶ κτημάτων, ἐφ’ ὧν τὸ Δημόσιον ἔχει ἐγγεγραμμένην ὑποθήκην, καὶ ἵνα ἐγγραφῇ ἐγκύρως ὑποθήκη, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λεπτομερὴς περιγραφή.

§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περιγραφή, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς δηλώσεις, θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν. Ποία δὲ σύγχυσις θέλει ἐπέλθει μεταξὺ τῶν διαφόρων τούτων δηλωτῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κτήματος καὶ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ κατακυρωθῇ τὸ κτῆμα τοῦτο; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε χθές, ὅτι ἡ καταδίωξις καὶ ὁ πλειστηριασμὸς θὰ ἐνεργηθῇ κατὰ τῶν κατόχων, ὥστε δὲν βλάπτονται οἱ μὴ κάτοχοι. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τὰ βιβλία τῶν ταμείων δεικνύουν μὲν τίνες οἱ ἐκ δηλώσεων ὀφείλοντες, οὐχὶ ὅμως καὶ τίνες αὐτῶν εἶναι κάτοχοι τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν. Ἑπομένως ἐνδέχεται νὰ ἐκτεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα ἐγώ, ἀλλὰ ἐδήλωσε καὶ κατέχει ἄλλος, ὅστις καὶ πληρόνει ἴσως τακτικῶς, καὶ θέλει προσέλθει οὕτως ὁ νέος ἀγοραστὴς καὶ ζητήσει παρὰ τοῦ κατόχου τὴν παράδοσιν τοῦ κτήματος ἢ τὴν ἔξωσιν τοῦ κατόχου ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τοῦ κατόχου γείνῃ ἡ ἐκτέλεσις, ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦνε ὁ κάτοχος, ἀλλ’ ἕτερος μὴ κάτοχος, ὁ δηλώσας ἐγκύρως, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα ὅτι ἐγὼ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν κ. Μαυρομμάτη, καὶ Α. Πετιμεζᾶ, καὶ τοῦ ἀποβιώσαντος τμηματάρχου Ραζικότσικα καὶ ἄλλων ἐδηλώσαμεν γαίας, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἐλάβομεν εἰς τὴν κατοχήν μας, διότι ἄλλοι ἄνευ δικαιώματος κατέλαβον αὐτὰς δυνάμει μεταγενεστέρων δηλώσεων. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνοι δὲν πληρώσωσι, θὰ γίνῃ ἡ ἐκποίησις τοῦ κτήματος καὶ θέλει κατακυρωθῆ τοῦτο εἰς ἄλλον καὶ ὁ μὲν ἀγοραστὴς θὰ λέγῃ ὅτι νομίμως ἐγένετο κύριος, ἡμεῖς δὲ ὅτι ὁ κάτοχος, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐπωλήθη, οὐδὲν εἶχεν ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαίωμα.

§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τῆς καταστάσεως τῆς ἰδιοκτησίας.

§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις τῆς ἰδιοκτησίας οὖσα τοσοῦτον ἀόριστος καὶ συγκεχυμένη, ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ μὴ ψηφίσῃ σήμερον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γείνῃ μυριάκις χειροτέρα ἡ κατάστασις αὕτη. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 2ον, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀθῶον ἐξέλαβεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντίκειται, δύναμαι εἰπεῖν, καὶ ἀνατρέπει πάντα κανόνα καὶ δικονομικὸν καὶ οὐσιαστικὸν, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω, καὶ λογικόν. Εἶνε ἀδύνατον ἐκ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἐπέλθῃ ἀληθὴς εἰς τὸ Δημόσιον ὠφέλειά τις, μόνον γενικὴ σύγχυσις τῶν δικαιωμάτων καὶ διατάραξις τῶν νομίμων σχέσεων θέλει ἐπέλθει. Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος ἄρθρον τοιοῦτον. Ἀλλὰ καὶ οἱανδήποτε ἄλλην διάταξιν ἂν λάβητε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπίσης δύνασθε νὰ μεμφθῆτε αὐτῆς. Οὕτω φερ’ εἰπεῖν περὶ τοῦ ἄρθρου 3, ἐπειδὴ λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καὶ βλέπει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἀναγινώσκω ἐνίοτε τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις, ἐπειδὴ λέγει, οἱ ἔγγειοι φόροι καὶ οἱ φόροι ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἄτομα καὶ ὄχι εἰς τὰ κτήματα, τὸ δὲ κτῆμα μεταβαίνει ἀπὸ προσώπου εἰς πρόσωπον, εἶνε ἀνάγκη πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ φόρου, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ πρώην ἰδιοκτήτης δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ αὐτὸν, εἶνε, λέγει, ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸν εἰς τὸν τελευταῖον.

§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ διεγράφη.

§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· οὐχ ἧττον θὰ εἴπω τινὰ ἵνα παραστήσω ὁποῖον εἶνε τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριάκοντα ἔτη νομοθετοῦντες ἐπετύχομεν, ἤγουν τὴν κατάργησιν τῶν ἀφανῶν ἐπὶ τῶν κτημάτων βαρῶν, τοῦτο ἐπαναφέρομεν διὰ τοῦ προκειμένου ἄρθρου. Ἀλλὰ μεταβαίνω εἰς ἕτερον. Τὸ Δημόσιον χαίρει κατὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε, κατὰ τὰ ἄρθρα 940 ἐδ. 7 καὶ 991 Πολιτικῆς Δικονομίας, προνόμιον ἕνεκα καθυστερούντων ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὰ προνόμια ταῦτα, διότι οἱ ὑπάλληλοί του δὲν φροντίζουσι νὰ μάθωσιν ἐὰν τὰ κτήματα τῶν ὀφειλετῶν του κατάσχωνται ἢ ἐκποιῶνται. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἅτινα οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι δὲν ἐπιμελοῦνται; Πρόκειται νὰ ὑποχρεώσωμεν πάντα πολίτην, προβαίνοντα εἰς κατάσχεσιν καὶ πλειστηριασμὸν κινητῶν ἢ ἀκινήτων κτημάτων, νὰ κοινοποιῇ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν Ταμίαν ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως τῆς κατασχέσεως, διὰ νὰ ἐξετάσῃ ὁ Ταμίας ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαίτησίς τις τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ, νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶνε ὀρθὸν, εἶνε λογικὸν νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τοὺς πολίτας αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ αὐτὰς τὰς δαπάνας ἁπλῶς μόνον, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου δὲν λαμβάνουσι τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξασφαλίζωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου; Μήπως κἄν γνωρίζωμεν ὅτι πρόκειται νὰ ἀσκηθῇ πράγματι ἓν τοιοῦτον δικαίωμα τοῦ Δημοσίου; Εἶνε ὀρθὸν νὰ ἐπιβάλλωμεν τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἁπλῶς μόνον ἐπὶ προσδοκίᾳ; Ὁ Ταμίας δύναται νὰ στέλλῃ καθ’ ἑκάστην Κυριακὴν ὑπάλληλον ἢ εἰσπράκτορα ἵνα ἐξετάζῃ τίνα κτήματα πρόκειται νὰ πλειστηριασθῶσιν· δύνανται δὲ νὰ ὑποχρεωθῶσι καὶ οἱ συμβολαιογράφοι νὰ εἰδοποιῶσι τὸν Ταμίαν τίνος ὀφειλέτου κτήματα πρόκειται νὰ πλειστηριασθῶσιν. Ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις εἰς πάντα ἐπισπεύδοντα, καὶ μάλιστα ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τοῦ πλειστηριασμοῦ, δὲν εἶνε οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον. Χθὲς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι γίνεται ἐπὶ ὑποθηκῶν, δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἐπὶ προνομίων. Αἱ ὑποθῆκαι εἶνε ἐγγεγραμμέναι εἰς τὰ δημόσια βιβλία καὶ ὑπάρχουσιν ἐπὶ ἀκινήτων μόνον, ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις τῶν προνομιούχων ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου εἶνε ἄγνωστοι, καὶ ὅταν δὲ ὑπάρχωσι τοιαῦται, ἄγνωστον εἶνε εἰς τίνα Ταμεῖα ὀφείλονται, ὥστε καὶ τότε ἡ εἰδοποίησις θ’ ἀποβῇ ματαία, ἀγνοοῦντος τοῦ ταμίου Λ, ἐὰν ἕτερος ταμίας ἔχῃ ἀξίωσίν τινα ἐπὶ τοῦ κτήματος ἢ κατὰ τοῦ ὀφειλέτου. Ὁ νόμος δίδει δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐγγράψῃ νομίμους ὑποθήκας ἕνεκα τῶν ἐκ φόρων ἀπαιτήσεών του, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου οὐδὲν συμφέρον τοῦ Δημοσίου κινδυνεύει πλέον· ἀλλ’ ἡμεῖς διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν ὑπαλλήλων νὰ λάβωσι τὰ νόμιμα τῆς ἐξασφαλίσεως μέσα, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν εἰς βάρος τῶν ἰδιωτῶν τὴν φροντίδα τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δύω λέξεις ἀκόμη ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 7. Καὶ οἱ ὑπάρχοντες νόμοι ὁρίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπιτηδεύματος εἰς τὸν μὴ πληρώσαντα φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ μόνον περὶ τῶν μὴ πληρωσάντων, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι ἐπιτηδευματίαι καὶ οὐδόλως ἐνεγράφησαν ὡς τοιοῦτοι· ἐὰν δὲ ἀναγνώσητε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, θὰ ἴδητε ὅτι ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ διάταξις αὕτη, διότι πολλοὶ παραλείπουσι νὰ δηλώσωσιν ὅτι εἶναι ἐπιτηδευματίαι. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσῃ, ἐὰν πράγματί τις εἶνε ἐπιτηδευματίας ἢ ὄχι; Ἐνδέχεται νὰ νομίζω ἐγὼ ἐν καλῇ πίστει, ὅτι δὲν εἶμαι ἔμπορος, ὡς μὴ ἐξασκῶν κατ’ ἐπάγγελμα τὴν ἐμπορίαν, καὶ ἄλλος τις νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶμαι τοιοῦτος καὶ ὑπάγομαι εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον 7. Περὶ τούτου ὤφειλον οἱ ὑπάλληλοί σας νὰ ἐξετάσωσιν ἐν καιρῷ ἂν εἶμαι ἐπιτηδευματίας καὶ νὰ φροντίσωσι νὰ μὲ περιλάβωσιν εἰς τὸν κατάλογον. Ἂν δὲν ἔπραξαν τοῦτο, τίς θὰ ἀποφασίσῃ βραδύτερον περὶ τῆς ἰδιότητός μου; Δύναται δὲ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 νὰ ἔχῃ καὶ φοβερὰς συνεπείας, διότι, ἂν πρόκηται νὰ κοινοποιήσῃ τις ἀγωγὴν ἢ ἕτερόν τι ἔγγραφον ἐνώπιον οἱασδήποτε Ἀρχῆς, κινδυνεύει νὰ μὴ εὕρῃ τὸν πρὸς τοῦτο κλητῆρα, διότι οὗτος εἰς βαρεῖαν ὑποβαλλόμενος ποινήν, ἂν ὁ κοινοποιῶν ἀπέκρυψε νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι ἐπιτηδευματίας, θὰ διατάξῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν κοινοποίησιν, ὁσάκις δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ὑπόνοια ἁπλῆ, ὅτι ὁ κοινοποιῶν ἐνδέχεται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐπιτηδευματίας. Πῶς δὲ οὗτος θέλει δυνηθῆ ἐν κατεπειγούσῃ περιπτώσει νὰ προμηθευθῇ τὴν ἄδειαν καὶ νὰ ἀποφύγῃ περιγραφὴν κτλ.; Τί εἶναι αὐτὰ, κύριοι; Δικαίως τὸ νομοσχέδιον ἐχαρακτηρίσθη ὡς δρακόντειον καὶ δὲν εἶνε μόνον τοιοῦτον, διότι δὲν παραβιάζει μόνον τοὺς κανόνας τῆς ἐπιεικείας, ἀλλὰ καὶ τοὺς κανόνας τῆς δικαιοσύνης, καὶ δύναμαι εἰπεῖν, καὶ τοὺς κανόνας τῆς φρονήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ πρὶν τελειώσω, ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἡμῶν Πρόεδρον. Ἡ θέσις αὐτοῦ εἶναι περιφανὴς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἔχει δὲ τὴν τιμὴν νὰ εἶνε ὁ ἐκλεκτὸς τῆς πλειοψηφίας, ἑπομένως ἡ γνώμη του ἔχει μέγιστον κῦρος. Τὸν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταλίπῃ τὴν ἕδραν του, νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ δηλώσῃ, ἐὰν φρονῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται νὰ ψηφισθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους.

§77ΧΟΪΔΑΣ. Προηγεῖται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὁ κ. Κωνσταντόπουλος καὶ ἄλλοι. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητοῦν 15 τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν; (Θόρυβος). (Ἐγείρονται ὀλίγοι βουλευταί).

§79ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ τότε προτείνω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.

§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Ἐγείρονται πολλοὶ, ὑπὲρ τοὺς 15).

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Ρ. Χοϊδᾶ).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης Ἀντ. Ζυγομαλᾶς
Νικόλαος Στεφανίδης ΝΝικόλ. Λεβίδης
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟΡόκος Χοϊδᾶς Ο
Κωνστ. Θεοδώρου ΝἈνδρέας Στράτος
Κ. Μωραΐτίνης ΝΚωνστ. Στράτος Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝἸωάν. Καρτάλης Ν
Δημ. Οἰκονομίδης Νικόλ. Γεωργιάδης Ν
Λεων. Καρυστινάκης ΝΓεώρ. Φιλάρετος
Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἱερώνυμος Κατσαβέτης Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Νικόλ. Κουκουσλῆς
Λεων. Ζωγράφος Ἀπόστ. Φρόνιμος Ν
Σωτ. Δανόπουλος ΟΚωνστ. Γρίβας Ν
Γεώρ. Τσώκρης ΝΤατσέλος Μαυρομμάτης
Κωνστ. Καραπάνος ΝἈντ. Βάλβης Ν
Γεώργ. Παχὺς ΝἈπόστ. Ἀθανασιάδης
Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ἀθ. Βαλαβάνης Ν
Δημ. Ράλλης Θεόδ. Δηλιγιάννης
Παῦλος Καλλιγᾶς ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος
Δημ. Μουτσόπουλος ΝἨλ. Παλαμήδης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Κ. Μαντζουράνης
Πέτρ. Πετροπουλάκης Ἀνδρ. Ἱερομνήμων
Χαρίλ. Τζανετάκης Δημ. Κουρκουμέλης Ν
Πολυμέρης Ζαρίμπας Ἀθ. Παραμυθιώτης
Χριστόδ. Στεριάδης ΝΝ. Βασιλάκης Ν
Νικόλ. Κατσικάπης Δημ. Τουρνάκης Ν
Γεώρ. Λιδωρίκης ΝΣπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν
Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Φώτ. Κανελλόπουλος Ο
Νικόλ. ΠαππαμιχαλόπουλοςΝΔημ. Σταυρόπουλος Ν
Παναγ. Ῥίτσος ΟΠαναγ. Ντετάκης Ν
Ἰω. Καπιτσίνης ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης ἀρν.
Ἀντ. Μήτσας Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ν
Γεώργ. Μίλησης Σ. Μοντεσάντος Μπουλελᾶς
Δημ. Χατζόπουλος Ἀγαμ. Μεταξᾶς
Γεώργ. Ζηνόπουλος Σπυρ. Κοντολέων Ν
Νικόλ. Δ. Ζῶτος Κοσμᾶς Πανάρετος
Δημ. Βουλπιώτης ΝΣτυλ. Κασιμάτης Ν
Μιχ. Ἰατρίδης Κ. Χατζηπαναγιώτης Ν
Κωνστ. Λομβάρδος ΝΣωκρ. Τζιβανόπουλος Ν
Φρειδερῖκος Καῤῥὲρ ΝἈντ. Καρδακᾶς Ν
Ἀναστ. Λούντζης ΝΚωνστ. Σαλταφέρος
Ῥοβέρτος Ῥώμας Δημ. Δημητρακάκης
Ἀλέξ. Καραμπίνης ΝΜελέτιος Ῥουσσόπουλος Ν
Στέφ. Στεφανόπουλος ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΟΠ. Παπαδόπουλος Ν
Θεμ. Δαραλέξης ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Δημοσθ. Δόγκας ΝἈναστ. Ζαρμάνης Ν
Ἀναγν. Δαλιάνης ΝΚωνστ. Ἰσχόμαχος Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης Χαλὴλ Δερβὶς–Βέης
Διομ. Α. Διαμάντης Σερίφ–Βέης Ν
Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν
Σπυρίδ. Κουκούλεζας ΝΛάζ. Παπασταθόπουλος
Νικόλ. Ν. Νομικὸς ΝΓεώρ. Λάππας
Ἀριστομ. Βαλέττας ΝΠ. Μπογδάνος Ν
Λ. Γαβαλᾶς Σπυρ. Βαλαωρίτης Ν
Δημ. Στάϊκος ΝΞενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
Βραβαῤῥῖγος Πήλικας ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Χρῆστος Σολιώτης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Δημ. Παπαλουκᾶς
Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΦίλ. Βάρβογλης
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Στεφανόπουλος
Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς Παναγ. Κ. Μανέτας
Δημ. Τσαχτσήρης ΝΔημ. Ζέγγελης Ν
Ἀλκιβ. Μάνταλος ΝἈναστ. Σεχιώτης Ν
Π. Λεβέντης ΝΚωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
Περ. Πεῤῥωτῆς Πλ. Κοσσονάκος Ν
Κωνστ. Φλέσσας ΝἈθ. Κατριβάνος
Δημ. Τζάννος Βασίλ. Βούτουνας
Δημ. Κάρτσωνας Στέφ. Δραγούμης Ν
Σπυρ. Καραϊσκάκης Ν. Φιλάρετος
Δημ. Τερτίπης ΝΓεώργ. Σταμούλης Ν
Ἀπόστ. Βασαρδάνης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
Λεων. Κοκορῖκος ΝΚ. Βασιλάκης
Γεώρ. Φραγκίδης ΝΛεων. Δεληγεώργης
Τιμολ. Ἀδαμόπουλος ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝἘπαμ. Μπέλιας
Γεώργ. Παπαγεωργίου Περικλῆς Μποῦτος Ν
Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
Νικόλ. Παπανικολάου ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Νικόλ. Μπαλάφας ΝΚ. Μποῦτος Ν
Γεώργ. Κόρπας ΝἈνδρ. Πρεζάνης Ν
Ἀντ. Μάτσας ΝΚωνστ. Βελισσάριος Ν
Μιλτιάδης Βαρότσης ΝΔημ. Π. Γουδῆς Ν
Ὄθων Μαῦρος ΝΓεώργ. Δ. Λεωνίδας Ν
Μιχ. Δαμιράλης Στέφανος Σκουλούδης
Δημ. Δεσποταῖος Ἰω. Γρυπάρης Ν
Νικόλ. Γ. ΚαλαντζόπουλοςΝἈντ. Πετρίτσης Ν
Νικόλ. Φαρμάκης Κωνστ. Κατσάκος
Ἠλ. Ποταμιάνος ΝΔημ. Παρασκευᾶς Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝΚωνστ. Κοττίκας
Τηλέμαχος Ῥούκης Χ. Ρίγγας Ν
Ἀλέξ. Πετσάλης ΝΣτάμος Νάζος Ν
Λ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης Πέτρος Μωραϊτίνης Ν
Ξανθὸς Πιπουλάκης ΝἸω. Ζαλλώνης Ν
Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ἀλέξ. Χατζηπέτρος Ν
Λέων Καπετανάκης Νικολ. Στουρνάρας Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝ. Ταρμπάζης Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος Ἀχιλλ. Γακιατζῆς Ν
Ζ. Ζαρειφόπουλος Δημ. Ἀντωναρόπουλος
Ἀναστ. Α. Νικολάβουρας ΝΕὐστ. Κοκέβης Ν
Ι. Κωνσταντᾶς Σωτ. Σωτηρόπουλος
Δ. Μεταλλινὸς ΝΔημ. Παπατσώρης Ν
Παναγ. Ἰακωβάτος Νικόλ. Βλαχόπουλος Ν
Νικόλ. Μεταξᾶς Κωνστ. Διαλέτης Ν
Ε. Ἀρδαβάνης ΝΧριστόδ. Δ. Δουζίνας
Νικόλ. Κάγκας ΝἈντ. Ἀ. Ἀντωνιάδης
Ὀδ. Πετρόπουλος ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
Ἠλ. Παπαηλιόπουλος ΝἈθ. Ζαφειριάδης Ν
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ν
Γεώργ. Παπαστάμος Ἐπαμ. Δ. Κριεζῆς
Γεώργ. Ῥοῦφος Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Ἀγγελῆς Ῥοῦφος Πέτρος Σκουμπουρδῆς
Περικλ. Καλαμογδάρτης Κομνᾶς Τράκας
Ἀριστομ. Κοντογούρης Ἀθ. Κέφαλος Ν
Νικόλ. Κουμανιώτης Ἰω. Καλαμάρας
Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Δημ. Ζουλούμης Ν
Δημήτρ. Τριγγέτας Θ. Φλογαΐτης Ν
Ἀθαν. Μισυρλῆς Β. Βουδούρης Ν
Π. Τριγγέτας Δ. Κριεζώτης
Εὐάγγελος Ἀντύπας ΝἈλέξ. Οἰκονόμου
Γεώργ. Φλωριᾶς Κ. Παπανικολῆς
Ἀναστ. Ζερβὸς Θ. Κανάρης Ν
Ἰω. Ἀστεριάδης Ν

Ἐψηφοφόρησαν 138, εἶπον ναὶ 125, ὄχι 12 καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ὥστε ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτή.

§82ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει).

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τροπολογίαν. — Ἐν τέλει νὰ τεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ἐνυποθήκων δανειστῶν» «καὶ τοῦ ὀφειλέτου».

§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ εἶπον, ὅτι θὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ἐφ’ ὧν ἐπεβλήθησαν φόροι». Προσέτι νὰ τεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» αἱ λέξεις «τοιχοκολλουμένης ἐν τῷ οἰκείῳ Δημαρχείῳ καὶ Εἰρηνοδικείῳ».

§85ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε «καὶ τοῦ ὀφειλέτου».

§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἐρχόμεθα εἰς τὴν εἰδικὴν πρόσκλησιν, ἐνῷ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ εἴπομεν διὰ γενικῶν προσκλήσεων.

§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ τοιχοκόλλησις τῆς ἐφημερίδος ὑπὸ τίνος θὰ γίνεται; ὑπὸ τοῦ κλητῆρος ἢ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου;

§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπισπεύδοντος ταμίου δὲν χρειάζεται νὰ τὸ εἴπωμεν.

§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, χαίρω πολύ, διότι παρατηρῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶνε διατεθειμένος νὰ ἐπενέγκῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου βελτιώσεις δυναμένας νὰ προλάβωσι πολλὰ κακά. Ἤκουσα ὅτι ὡς τοιαύτην βελτίωσιν προτείνει τὴν τοιχοκόλλησιν τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Ἡ ἐφημερὶς ἀποστέλλεται καὶ εἰς τοὺς Δημάρχους καὶ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ εἰς τὰς ἄλλας Ἀρχάς. Εἰς τὴν τοιχοκόλλησιν τοῦ φύλλου τοῦ περιέχοντος κατασχέσεις ἐν τῷ Δημαρχείῳ, ἐγὼ οὐδεμίαν βλέπω ὠφέλειαν, διότι εἶναι ἀδύνατον ὁ ἀμαθὴς χωρικὸς νὰ ἐξετάσῃ πότε γίνεται τοιχοκόλλησις καὶ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» ἵνα μάθῃ ἐξ αὐτῆς ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ ἐκποίησις τοῦ κτήματός του. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον μετὰ τὴν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», δημοσίευσιν νὰ γίνεται εἰδοποίησις ἐκ μέρους τοῦ Ταμίου πρὸς τὸν ὀφειλέτην καὶ δεύτερον νὰ γίνεται καὶ ἐγγραφὴ εἰς τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων τῶν ὑποθηκῶν, ὥστε οὐ μόνον θὰ εἰδοποιεῖται οὕτως ὁ ὀφειλέτης, ἀλλὰ καὶ οἱ τρίτοι ἵνα μὴ ἀποκτῶσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἐκπλειστηριαζομένων. Μόνον οὕτω, νομίζω, δύνανται νὰ μετριασθῶσιν ὁπωσοῦν τὰ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἄτοπα. Παρατηρῶ δὲ ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ γενικῶν εἰδοποιήσεων πρὸς ἅπαντας τοὺς ὀφειλέτας πρὸς τὸ Δημόσιον, ὧν ὁ ἀριθμὸς δυνατὸν νὰ ἦνε μέγας, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἐκείνους τῶν ὁποίων τὰ κτήματα θὰ πλειστηριασθῶσι, καὶ ὧν ὁ ἀριθμὸς θὰ ἦνε λίαν περιωρισμένος.

§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ συμβιβασθῶσιν αἱ προτάσεις πᾶσαι, ἂν ἐγίνετο δεκτὸν νὰ γίνεται κοινοποίησις τοῦ φύλλου Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως τοῦ περιέχοντος τὰς προκηρύξεις τῶν πλειστηριασμῶν εἰς ἕκαστον ὀφειλέτην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο εὔκολον, διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος κατὰ τὰς διατάξεις οὐχὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀλλὰ τῆς Ποινικῆς, δηλαδὴ μὴ ἀπαιτουμένης τῆς ὑπογραφῆς του, πρὸς ὃν ἐπιδίδεται τὸ ἔγγραφον. Ἀφοῦ τοιαύτη ἐπίδοσις ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις πολλῷ σπουδαιοτέρας, διατί νὰ μὴ ἀναγραφῇ καὶ ἐνταῦθα; παρέχεται οὕτω ἱκανὴ ἀσφάλεια εἰς τὸν ὀφειλέτην ἄνευ δυσχερειῶν περὶ τὴν ἐπίδοσιν.

§91ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δύνασθε νὰ ὑποστηρίζετε ἔχοντες τὴν Ἐξουσίαν καὶ νὰ πράττητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ἂν ἐπιμείνετε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιαύτης διατάξεως, θὰ ἐπιψηφίσετέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι λογικὸν καὶ σύμφωνον μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει πᾶσα Νομοθετικὴ Ἐξουσία πρὸς ἐκείνους δι’ οὓς νομοθετεῖ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παρεδέχετο τὴν κοινοποίησιν τῆς Ἐφημερίδος εἰς τὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸν Δήμαρχον· ἀλλὰ διὰ τοιούτου τύπου θὰ ἐξεποιεῖτο ἡ περιουσία τοῦ πολίτου λάθρα καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ. Παρεδέχθη ἐπὶ τέλους νὰ τοιχοκολλᾶται τὸ φύλλον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῆς κατασχέσεως οἱ πολῖται μιᾶς ὁλοκλήρου ἐπαρχίας; Εἶναι λογικὸν τὸ τοιοῦτον; Εἰμπορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὁμιλῇ μετὰ στόμφου θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα, ἀλλ’ ἂν θέλετε νὰ πράξητέ τι λογικὸν καὶ σύμφωνον μὲ τὸ δίκαιον ὀφείλετε νὰ ὑποβάλλετε τὴν κοινοποίησιν εἰς ἕκαστον ὀφειλέτην διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος; πρέπει νὰ ὑπάρχῃ βεβαιωμένον κατὰ τοὺς τύπους τῆς Νομοθεσίας μας ὅτι εἰδοποιήθη ὁ ὀφειλέτης προσηκόντως, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκποιηθῇ ἡ περιουσία του, ἵνα φροντίσῃ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του, καὶ μὴ ἐκποιηθῇ ἡ περιουσία του. Ὁ συμβιβασμὸς, ὅν προτείνει ὁ ἐκ Μεγάρων κ. βουλευτὴς, δὲν εἶναι συμβιβασμὸς, διότι ἡ κοινοποίησις κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δὲν ἐξασφαλίζει τὸν ὀφειλέτην· διότι τὸ δικαστήριον θὰ ἐξετάσῃ πρότερον ἐπὶ τῶν ποινικῶν δικῶν ἂν ἡ κατηγορία εἶναι βάσιμος ἢ ὄχι, καὶ ἵνα κρίνῃ, θὰ ἐξετάσῃ μάρτυρας, δὲν θὰ προβῇ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὴν καταδίκην. Τί σύγκρισις λοιπὸν μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως; Ποῖος θὰ κρίνῃ ἂν ὁ κλητὴρ πράγματι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἢ ἐπέταξεν εἰς ἓν μέρος ἓν φύλλος τῆς ἐφημερίδος καὶ ἴσως διὰ τρόπου ἵνα μὴ λάβῃ γνῶσιν ὁ ὀφειλέτης; Πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ κοινοποίησις θὰ γίνεται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐξεύρω διατί ἔχει τόσον ἰδιάζουσαν ὑπόληψιν εἰς τὴν ἐφημερίδα του. Νομίζει, ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ γίνηται ἡ δημοσίευσις ὅλων τῶν κατὰ τὸ Κράτος κατασχέσεων τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἢ ἐπιτρεπομένου εἰς τοὺς ταμίας νὰ δημοσιεύωσι τὰς κατασχέσεις διὰ τῶν ἐπιτοπίων φύλλων καὶ νὰ κοινοποιῶσιν αὐτὰς διὰ κλητῆρος δικαστικοῦ εἰς τοὺς ὀφειλέτας; Πλανᾶται, κατὰ τὰς δικαστικὰς διατυπώσεις. Ἂν θέλετε δύνασθε νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ Νομοσχέδιον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν λέγεται ἐκπλήρωσις νομοθετικοῦ καθήκοντος.

§92ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ προαγορεύσας τὸν αὐτὸν προτίθενται σκοπὸν, τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ Δημοσίου. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ὀφειλέτου, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν ἀπαιτοῦμεν μεγαλειτέραν εὐεργεσίαν νὰ παράσχῃ εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἐν γένει εἰς τὸν ὀφειλέτην. Πρέπει λοιπὸν εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ κοινοποιῆται ἡ εἰδοποίησις. Ἔπειτα αὐτὴ ἡ διάταξις ἀπὸ κανένα Νόμον δὲν ἔλειψε. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὅπως κοινοποιεῖται καὶ εἰς τὸν ὀφειλέτην τὸ φύλλον τὸ περιέχον τὴν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας του.

§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ἀντὶ τῆς τοιχοκολλήσεως, τὴν κοινοποίησιν εἰς τὸν ὀφειλέτην. Μετὰ τὰς λέξεις «διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» νὰ τεθῇ «κοινοποιουμένης εἰς τὸν ὀφειλέτην καὶ εἰδοποιουμένων τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».

§94ΚΕΦΑΛΟΣ. Εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ.

§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. βουλευτὴς, διότι 40 ἡμέρας πρότερον δημοσιεύεται διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἀλλὰ δέον νὰ ὁρισθῇ καὶ πόσας ἡμέρας πρότερον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ. Λοιπὸν πρέπει νὰ τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιδομένης εἰς τὸν ὀφειλέτην καὶ εἰς τοὺς ἐνυποθήκους δανειστὰς 20 ἡμέρας πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 προτείνεται νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «οἱ ἐφ’ ὧν ἐπεβλήθησαν φόροι» εἰς τὸ τέλος δὲ νὰ τεθῶσιν «εἰς δὲ τὸν ὀφειλέτην ἐπιδίδεται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» εἴκοσι τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ». (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη). Ἄρθρον 3.

§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον. (Διαγράφεται).

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4, ἤδη γενόμενον 3.

§99ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐδῶ δύναται νὰ γίνῃ μικρά τις βελτίωσις· πρῶτον μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ «ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος» εἶναι βαρύ, διότι ὁ ἀγοραστὴς ἀγοράζει ἐν ἀγνοίᾳ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐλλείψεων τῶν διατυπώσεων καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαυξάνωμεν τὰς ἀκυρότητας καὶ νὰ καταστρέφωμεν οὕτω δικαιώματα. Δεύτερον δὲ καλλίτερον εἶναι, ἂν ἡ ὑποχρέωσις τῆς εἰδοποιήσεως τῶν ταμιῶν ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ ἐπὶ ποινῇ προστίμου.

§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἐπισπεύδων δανειστὴς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ποιῆται τὴν κοινοποίησιν ἐπὶ ὑποθήκης, εἰς τὸν αὐτὸν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις καὶ ἤδη εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Δὲν δυνάμεθα εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν νὰ ἔχωμεν ὑπόχρεων τὸν ἐπισπεύδοντα δανειστὴν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν τὸν ὑπάλληλον τοῦ πλειστηριασμοῦ· πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν ἓν σύστημα.

§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἄπειρος ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς εἰδοποιήσεως τῶν ἐνυποθήκων, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ τὸ κτῆμα ἐλεύθερον εἰς ἄλλον, καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ δανείσῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ τοῦ κτήματος, καὶ τῆς εἰδοποιήσεως τῶν ἐχόντων ἕτερα οὐχὶ πραγματικὰ δικαιώματα, μὴ ἐγγεγραμμένα εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵνα εἰδοποιῶμεν τοὺς τοιούτους· αὐτοὶ ὀφείλουν νὰ μεριμνήσωσι. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν ἂν ἔχῃ πράγματι τοιαῦτα δικαιώματα ὁ ταμίας νὰ ἐξασκήσῃ.

§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ εἶναι πάντοτε ὑπεύθυνος, ἀλλὰ τώρα πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ ἐπισπεύδων».

§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολεσθῇ τὸ ἐπιδοτήριον, καὶ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἀγοραστοῦ.

§104ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως μὴ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀναγγέλωσι τὸ Δημόσιον, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκποιηθῇ περιουσία, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἐξασκήσῃ δικαιώματα· ὅταν ὁ ἰδιώτης ἐνεργῇ τὸν πλειστηριασμόν, τηροῦνται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ τύποι, οἵτινες καθιστῶσι γνωστὸν ὅτι τελεῖται τοιαύτη πρᾶξις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν ὑπάλληλον τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς τὸν ὑπάλληλον ὅστις ζῇ ἐντὸς τῆς κοινωνίας καὶ ἀναγινώσκει τὸ πρόγραμμα τοῦ πλειστηριασμοῦ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅστις ἐπισκέπτεται τὰ Εἰρηνοδικεῖα ὅπου γίνονται τοιχοκολλήσεις τῶν προγραμμάτων, διατί νὰ μὴ τὸν ὑποχρεώσωμεν ἐπὶ ποινῇ προστίμου νὰ ἦναι ἄγρυπνος, ἀφοῦ πληρώνεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ὅταν μανθάνῃ ὅτι πρόκειται νὰ ἐκποιηθῇ περιουσία ἑνὸς πολίτου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει δικαιώματα τὸ Δημόσιον, νὰ κάμῃ ἀναγγελίαν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ κηρύττωμεν ἄκυρον τὸν πλειστηριασμὸν, διότι δὲν ἔγινε κοινοποίησις, ἐνῷ δὲν ἦτο γνωστὸν ὅτι ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον ὁ ὀφειλέτης, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καθιστῶμεν ἄκυρον καὶ ἀμφίβολον τὸν πλειστηριασμόν, καὶ νὰ προσβάλωμεν τὰ δικαιώματα τρίτου; δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον. Ἠμπορεῖ δὲ ὁ ὀφειλέτης νὰ ἔχῃ εἰς διάφορα ταμεῖα ὑποχρεώσεις, λοιπὸν νὰ παρουσιάζηται τὸ Δημόσιον καὶ νὰ λέγῃ ὅτι δὲν μοῦ ἐκοινοποίησες, διὰ τοῦτο εἶναι ἄκυρος ὁ πλειστηριασμός· εἰς ποῖον Ταμεῖον θὰ κοινοποιήσῃ ὁ δανειστὴς τὴν κατάσχεσίν του;

§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἁρμόδιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ Ταμίας, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γίνῃ ὁ πλειστηριασμός.

§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ὅπου θὰ γίνῃ ὁ πλειστηριασμός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (Ἀναγινώσκεται).

§107ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δικαία, κύριοι, καὶ εὐμενὴς ἐκ μέρους ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκτίμησις καὶ ἀποδοχὴ τῶν πλείστων ἐπὶ τοῦ συζητουμένου Νομοσχεδίου τροπολογιῶν μου κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, μ’ ἐνθαῤῥύνει, ὅπως οὐχὶ ἄνευ ἐλπίδος τινὸς ὑποστηρίξω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς ὃ ἔφθασεν ἡ συζήτησις ἤδη. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς διεσκευάσθη, κύριοι Βουλευταί, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἄγει ἡμᾶς εἰς προφανῆ ἀναχρονισμὸν, καθόσον ἐπαναφέρει τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπερ πρὸ πεντηκονταετίας, ἤτοι ἐπὶ Μοναρχίας, ἐτροποποίησε τὸ Διάταγμα τῆς 7 Φεβρουαρίου 1835, δὲν δικαιολογεῖται καί, κατ’ ἐμὲ, πὸ λόγου τινὸς νεωτέρου. Δὲν δύναμαι, σᾶς βεβαιῶ, νὰ ἐννοήσω ποσῶς, διατί, ἀφοῦ τὰ τῆς ἀκτημοσύνης πιστοποιητικὰ, τὰ ὁποῖα συνεπλήρωσε τὸ 44 ἄρθρον τοῦ ΥΛΣΤʹ Νόμου τοῦ 1871, οὐ μόνον διατηροῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνουσι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 5ου τὴν ἰσχὺν αὐτῶν ὡς πρὸς τοὺς ἐξ ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου— ἐὰν ἦνε δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι τοιοῦτοι ὀφειλέται ἀκτήμονες—δὲν ἐννοῶ, λέγω, κύριοι, διατί τ’ αὐτὰ πιστοποιητικὰ δὲν πρέπει νὰ ἰσχύωσι πλέον ἐφεξῆς διὰ τοὺς ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων καὶ προστίμων ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου πρὶν ἢ παρέλθῃ ἑξάμηνον, ἢ καὶ ὁλόκληρον ἔτος, διότι—δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε—τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἰς ὃ ἐπανερχόμεθα, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν τῶν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἀκτημόνων ὀφειλετῶν, ἢ μετὰ ἓν ἔτος, ἐὰν ὑπέστησαν οὗτοι ποινὴν ἐγκληματικὴν καὶ μετὰ ἑξάμηνον, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀκτημόνων ἐν γένει ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἠναγκάσθη ν’ ἀποστέρξῃ πρὸ 50ετίας ὁ Νομοθέτης, οὐχὶ ἴσως ἐκ φιλανθρωπίας, βεβαίως ὅμως ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι οὐδ’ αὐτὸ τὸ Δημόσιον «δύναται λαμβάνειν τι παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», ἐκ τῆς αὐτῆς δὲ πεποιθήσεως δικαιολογεῖται καὶ νῦν ἡ κατὰ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ἀπόλυσις τῶν ἐξ ἐμμέσων, ἢ ἀμέσων φόρων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ποῖος ἄρα ἰσχυρὸς λόγος δύναται νὰ προταχθῇ κατὰ τῆς πεποιθήσεως ταύτης, ὅπως ἡμεῖς ἐπιδείξωμεν τοσαύτην ἀδιαφορίαν πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἀκτημόνων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου; Κατέστησαν ἆρα ἀνάξιοι τῆς προνοίας ἡμῶν, ἢ μᾶλλον ἄξιοι τῆς ἀνεπιεικείας μας οἱ καταδικασθέντες καὶ εἰς αὐτὴν ἔτι τὴν ποινὴν τῆς τριημέρου φυλακίσεως καὶ πρέπει οὗτοι, ἐὰν ὦσιν ἀκτήμονες, νὰ μένωσιν, ὡς ἐν ἐφεδρείᾳ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ ὅλον ἑξάμηνον; Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συντάξωμεν νέον κώδικα ποινικὸν ἀλλὰ καὶ πρὸς τοῦτο ἂν ἐκαλούμεθα, οὐδέποτε ἠθέλομεν ἐπινοήσει δύω μέτρα ποινῶν καὶ τούτων, τὰς μὲν ἐλαφροτέρας διὰ τοὺς πλουσίους, τὰς δὲ βαρυτάτας διὰ τοὺς ἐνδεεστέρους τῶν πολιτῶν. Ἐὰν δ’ ἐννοῆτε, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου θὰ δυνηθῶμεν νὰ περιστείλωμεν τὰς πρὸς τὸ ἐγκληματεῖν τάσεις τῶν πολιτῶν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο θὰ κατορθώσωμεν, ἢ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι, παρὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν ποινικολόγων ἐν γένει, ἡμεῖς θεωροῦμεν λίαν ἀνεπαρκεῖς τὰς ἐν τῷ ἡμετέρῳ Ποινικῷ Νόμῳ ἀναγεγραμμένας ποινὰς καὶ σπεύδομεν νὰ τὰς ἐπιτείνωμεν. Καὶ ἐπιτείνομεν ὄντως αὐτάς, ἀλλὰ τὰς ἐπιτείνομεν κατὰ τρόπον προδήλως ἀπάδοντα πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Δικαίου, τὰς ἐπιτείνομεν οὐχὶ δι’ ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐξίσου, ἀλλὰ μόνον διὰ τοὺς ἐντελῶς ἀκτήμονας καὶ ἐνδεεστάτους τῶν πολιτῶν, τοῦθ’ ὅπερ οὐ μόνον ἄδικον καὶ σκληρόν, ἀλλὰ καὶ ἀσύμφορον εἶναι, καθόσον καὶ οἱ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ὀφειλέται δύνανται, ἐλεύθεροι ὄντες, νὰ καταστῶσι διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας των χρήσιμοι καὶ εἰς τὰς ἑαυτῶν οἰκογενείας καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ οὔτε τὸ Δημόσιον θὰ ὑφίσταται τὴν πρόσθετον τῆς διατροφῆς των δαπάνην. Δὲν ἐθεώρησα, κύριοι, οὔτε ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω ἀξίους εὐεργετικῆς τινος προνοίας καὶ ἐκείνους ἐπίσης ἐκ τῶν τοῦ Δημοσίου ὀφειλετῶν, ὅσοι ἐκ δόλου μετεβίβασαν τὴν περιουσίαν των, ὅπως παραστῶσι καὶ αὐτοὶ ὡς ἀκτήμονες· διὰ τοῦτο δὲ ἡ τροπολογία μου δὲν φθάνει μέχρις αὐτῶν, καταρτισθεῖσα οὕτως (ἀναγινώσκει τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5ου τροπολογίαν του). Παρακαλῶ δὲ καὶ Ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀποκρούσητε καὶ τὴν τοιαύτην τροπολογίαν μου, βέβαιοι, ὅτι καὶ δι’ αὐτῆς μεταβάλλομεν μὲν οὐσιωδῶς τὸν γενικὸν ἐκεῖνον τοῦ νομοσχεδίου χαρακτῆρα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔγκριτοι συνάδελφοι ἀντέστησαν προχθὲς καὶ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν παραδοχὴν αὐτοῦ, δὲν καθιστῶμεν δ’ αὐτὸ τὸ παράπαν ἀπρόσφορον, ἢ ἀνίκανον εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν προωρίσθη.

§108Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. Ρουσσόπουλε, διὰ τοὺς μεταβιβάζοντας τὴν περιουσίαν των ὀφειλέτας;

§109ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι οἱ ἐκ δόλου μεταβιβάζοντες εἰς ἄλλους τὴν περιουσίαν των, ὅπως παραστῶσιν ὡς ἀκτήμονες, δὲν εἶνε ἄξιοι προστασίας τινὸς, ἀλλ’ ὅτι δι’ αὐτοὺς δικαίως πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1020 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.

§110ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως οὗτοι εἰσὶν ἀνάξιοι πάσης ἐπιεικείας.

§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης ἀπεδείχθη, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι εἰκονικά· οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε ταῦτα νὰ ἐπάγωνται τὰς ἐν ἄρθρῳ 44 τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἀναγεγραμμένας συνεπείας, προκειμένου περὶ ὀφειλετῶν οὐχὶ ἐκ φορολογίας, διότι προκειμένου περὶ πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης ὀφειλετῶν ἐκ φορολογίας δὲν ἐπιτρέπεται κράτησις τῶν προσαγόντων αὐτά· προκειμένου περὶ ὀφειλετῶν ἐκ φορολογίας, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἂν ὑποβάλωσι πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης, ἀπολύονται τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μετὰ κράτησιν πέντε ἡμερῶν, τὸ δὲ ἄρθρον τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαλλάττει αὐτοὺς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εὐθύς· ὥστε κατὰ τοῦτο τροποποιεῖται ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, καταργουμένης ὡς πρὸς τοὺς ἐκ φορολογίας ὀφειλέτας τῆς ἐπὶ πέντε ἡμέρας κρατήσεως· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ὀφειλετῶν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἢ ἐκ προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν ἢ ἐξ ἐνοικιάσεων ἢ ἐξ ἄλλης αἰτίας πλὴν τῆς φορολογίας, ἐθεωρήθη, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ πενίας δὲν παρέχουσιν ἀποχρῶσαν ἐγγύησιν, ἵνα ἐπάγωνται τὰς ἐν ἄρθρῳ 44 τοῦ κειμένου νόμου συνεπείας. Τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐν ἄρθρῳ 32. Τὸ ἄρθρον ὅμως ἐκεῖνο ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ 1835, ἐπιτραπέντος διὰ Διατάγματος εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ εἰσπράκτορος, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ὑποβληθῇ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, ἀπαλλάττῃ τὸν ὀφειλέτην ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ὁ νόμος τοῦ 1871 ἐτροποποίησε τὸ Διάταγμα τοῦ 1835 κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1835 παρεχομένη ἄδεια εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ εἰσπράκτορος, ὅπως ἀπαλλάττῃ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τὸν ἐκ τοιούτων λόγων ὀφείλοντα μεταβάλλεται εἰς ὑποχρέωσιν, ἀντικαθισταμένης ὅμως τῆς ἀπαλλαγῆς διὰ πενταημέρου κρατήσεως. Ἑπομένως κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 ἡ προσαγωγὴ πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ὅπως διαμένῃ ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν ἐπὶ 5 μόνον ἡμέρας ὁ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἢ ἐκ προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν ἢ ἐξ ἐνοικιάσεως καὶ ἄλλων τοιούτων λόγων ὀφειλέτης. Ἡ κατάχρησις ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε κατὰ κανόνα πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης παρουσιάζοντο, καὶ οὐδέποτε σχεδὸν ἐγίνετο εἴσπραξις ὀφειλῆς ἐκ λόγων τοιούτων προερχομένης. Ἀφοῦ σχεδὸν πάντοτε οἱ ὀφείλοντες ἐπιτυγχάνουσι νὰ λαμβάνωσι παρὰ τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς καὶ τοῦ ἐφημερίου τὸ πιστοποιητικόν, ἐθεωρήθη ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης δὲν ἦσαν ἐπαρκὴς λόγος ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μετὰ παρέλευσιν πέντε ἡμερῶν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν ὀφειλετῶν τὸ νομοσχέδιον δίδει ἰσχὺν εἰς τὴν τέως ἀργοῦσαν ὡς πρὸς αὐτοὺς διάταξιν τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐπὶ δὲ τῶν ἐξ ἐνοικιάσεως ὀφειλετῶν ἀπαλλάττει αὐτοὺς τῆς κρατήσεως μετὰ διαμονὴν δύο μηνῶν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς. Ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη προέρχεται ἐκ λόγου μὴ ἀνατρέχοντος εἰς χρόνον προγενέστερον κατὰ τρίμηνον τῆς βεβαιώσεως τοῦ χρέους, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ἰσχύουσα μεταξὺ ἰδιωτῶν, καθ’ ἣν ἀπολύεται ὁ ὀφειλέτης μετὰ κράτησιν διετῆ. Ἐκ τούτων τῶν διατάξεων ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος παραδέχεται μόνον τὴν τελευταίαν· τουτέστιν ὁσάκις ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ μεταβίβασις τῆς περιουσίας ἐγένετο ἐντὸς τριῶν μηνῶν πρὸ τῆς βεβαιώσεως τοῦ χρέους, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ἑπομένως νὰ ὑποβάλληται εἰς κράτησιν διετῆ ὁ ὀφειλέτης ἐν ταῖς ἄλλαις ὅμως περιπτώσεσι θεωρεῖ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνακτήσῃ τὴν ἰσχὺν ἡ διάταξις τοῦ 32 ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου, οὐδὲ νὰ κρατηθῇ ἐπὶ δίμηνον ὁ ἐξ ἐνοικιάσεως ὀφειλέτης. Ταῦτα, ὡς προεῖπον, θὰ ἦσαν ταυτόσημα πρὸς ἀναγνώρισιν ὅτι εἶναι ἀπηλλαγμένοι ὑποχρεώσεως πληρωμῆς, οἵ τε ἐξ ἐνοικιάσεως ὀφειλέται καὶ οἱ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ὡς καὶ οἱ ὀφειλέται συνεπείᾳ καταδίκης ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι ἢ πταίσματι. Ἡ περὶ τῶν συνεπείᾳ ποινικῶν ἀποφάσεων ὀφειλόντων διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἶναι ἀληθές, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὅτι ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ 1835, ἀλλὰ δὲν ἐτροποποιήθη ὑποχρεωτικῶς διὰ τὸ Δημόσιον· μόνον ἡ ἄδεια ἐδόθη διὰ τοῦ Διατάγματος εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ εἰσπράκτορος νὰ ἐκτιμᾷ τὰς περιστάσεις καὶ ἐὰν πείθεται ὅτι εἶναι γνήσια τὰ πιστοποιητικά, τότε νὰ ἀπολύῃ τὸν ὀφειλέτην. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ νῦν εἰσαχθὲν καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν μὴ κράτησιν τῶν προσαγόντων τοιαῦτα πιστοποιητικά, ἂν ἡ ὀφειλὴ αὐτῶν προέρχεται ἐκ φόρων. Νομίζω δὲ ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵνα ἐπιδείξωμεν τὴν αὐτὴν ἐπιείκειαν πρὸς τοὺς ἐπὶ κακουργήματι καταδικασθέντας καὶ πρὸς τοὺς ἐπὶ πλημμελήματι ἢ πταίσματι καταδικασθέντας, τοὺς ὁπωσδήποτε ὀφείλοντας συνεπείᾳ τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων. Δίκαιον εἶναι νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οὗτοι εἰς ἀπότισιν τῶν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων χρηματικῶν ποινῶν ἢ προστίμων ὀφειλῶν αὐτῶν διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιεικείας οὐδόλως προσβάλλεται ἐκ τούτου, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ ἔσται ἡ εἴσπραξις τῶν τοιούτων ὀφειλῶν παρὰ τῶν δυναμένων νὰ ἀποτίσωσιν αὐτάς. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὀφείλοντας εἰς τὸ Δημόσιον οὐχὶ ἐκ φόρων οὐδὲ συνεπείᾳ καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀλλ’ ἐξ ἐνοικιάσεων ἢ ἄλλων λόγων, ἐνῷ οἱ πρὸς ἰδιώτας ὀφείλοντες ὑπόκεινται κατὰ τὴν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἰς κράτησιν διετῆ, ἐκεῖνοι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, οὗτινος ἡ διάταξις εἶναι πολὺ ἐπιεικεστέρα, ὑποβάλλονται εἰς κράτησιν μόνον 2 μηνῶν.

§112ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυσκολεύομαι, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἰδίως τῶν δημοσίων προσόδων μ’ ἔπεισαν, ὅπως μετριάσω τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέρον, διὸ καὶ δέχομαι τὴν μείωσιν τῆς ἰσχύος τῶν περὶ ἀκτημοσύνης πιστοποιητικῶν τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, συμφώνως πρὸς τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Ἀλλὰ φαντάζεται τῷ ὄντι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ παραστῇ πραγματικὴ ἀνάγκη εἰκονικῶν πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης καὶ διὰ τοὺς ἐπὶ μακρὰ ἔτη βιώσαντας ἐν τοῖς δεσμωτηρίοις; ἢ ἀγνοεῖτε ὑμεῖς τὰς περιουσίας τῶν ἀγροτῶν, εἰς τὰς τάξεις τῶν ὁποίων ἀνήκουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ συνήθως ἐγκληματοῦντες καὶ ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ ἤδη, ὅτι οἱασδήποτε ἀξίας καὶ ἂν ὦσιν αἱ τοιαῦται περιουσίαι, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνθέξωσιν ἐπὶ πολὺ καὶ ν’ ἀπομείνῃ ἐκ τούτων ἐλάχιστόν τι εἰς κατάδικον, ὅστις πρόκειται μετὰ δεκαετίαν ὅλην, ἢ δεκαπενταετίαν νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν.

§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ πλούσιος ἂν ἦτο, θὰ ἐξήρχετο μετὰ τόσα ἔτη πτωχός.

§114ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς δυστυχεῖς τούτους πολίτας πᾶσα περὶ εἰκονικότητος πιστοποιητικῶν ὑπόνοια εἶναι φανταστικὴ μόνον. Σᾶς παρακαλῶ ἐν τούτοις νὰ λάβητε ἐπὶ πλέον ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐκ τοιαύτης ὅλως ἀβασίμου ὑπονοίας, πλὴν τοῦ δεινοῦ, ὅπερ ἤθελε βαρύνει τὴν θέσιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, θὰ προκύπτωσι συνεχῶς καὶ ἄλλα ἄτοπα, ἱκανὰ νὰ μεταβάλλωσι καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ μέτρον τῶν ἑκάστοτε ἐπιβαλλομένων ποινῶν καὶ διὰ νὰ ἐξηγήσω σαφέστερον τὴν ἰδέαν μου, ἀρκεῖ νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς. Τί ἤθελε π. χ. συμβῆ, ἂν διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν συγχρόνως κατεδικάζοντο πολλοὶ συγκατηγορούμενοι καὶ τούτων ὁ μὲν πρωτουργὸς εἰς ἐνεατῆ εἱρκτήν, οἱ δὲ λοιποὶ εἰς ποινὴν μικροτέραν κατὰ ἓν ἔτος, καὶ μόνον ὁ πρῶτος ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τέλη, δι’ ἅτινα εἰς ὁλόκληρον κατὰ τὸν νόμον πάντες εὐθύνονται; Κατὰ τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν ἤθελον προφανῶς ὑποστῆ πάντες ἐξίσου τὴν ποινὴν τῶν ἐννέα ἐτῶν, διότι καὶ οἱ εἰς ὀκταετῆ εἱρκτὴν καταδικασθέντες θὰ παρέμενον καὶ ἓν ἐπὶ πλέον ἔτος ἐν ταῖς φυλακαῖς πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν, τοῦθ’ ὅπερ θ’ ἀντέκειτο προδήλως εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐπεβλήθη διὰ τῆς αὐτῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως διάφορος ποινή. Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ χάριν δικαιοσύνης καὶ ἐκ φιλανθρωπίας, ἥτις συμπίπτει εὐτυχῶς καὶ μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ὡς προαπέδειξα, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἔτι ἀτόπων νὰ μὴν ἀρνηθῶμεν εἰς τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης τοιούτων τοῦ Δημοσίου ὀφειλετῶν τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ ΥΛΓʹ. Νόμου, ἢ τοὐλάχιστον ν’ ἀναστείλωμεν ταύτην, ἀλλ’ ἐπὶ χρόνον βραχὺν, ἤτοι ἐπὶ τριακονθήμερον μόνον, οὐδέποτε δ’ ἐφ’ ὅσον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 5, ἐπὶ ἔτος δηλαδὴ, ἢ ἑξάμηνον. Ἐλπίζω δ’, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον θέλει συναινέσει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§115ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ μικροτέρα προθεσμία, ἀντὶ ἔτους 6 μῆνες.

§116ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν πολὺ ὀρθὴν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἀφοῦ ὁ πολιτικῶς ὀφειλέτης κρατεῖται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, διατί ὁ ὀφείλων εἰς τὸ Δημόσιον νὰ μὴ κρατῆται; Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ ἡ ἑξῆς· ὁ ἰδιώτης ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἶνε ἀκτήμων, τῷ παρέχει τὸν ἄρτον, ἐνῷ ἀπεναντίας συμβαίνει διὰ τὸ Δημόσιον. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ὑποβάλλω, διότι πολλάκις κατεφάνη τὸ ἄδικον τοῦτο εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ μὴ ἔχωσι τὰ μέσα οἱ κρατούμενοι καὶ πολλάκις διὰ συνεισφορᾶς ἠδυνήθησαν νὰ συντηρηθῶσι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον νὰ ὑποχρεοῦται νὰ προσφέρῃ ὅ,τι εἶνε ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἵνα μὴ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς τὴν ποινὴν τῆς πείνης.

§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐκ Κραναίας βουλευτής. Κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα, τὸ δεκαενεαετὲς, τῆς εἰσαγγελικῆς μου ὑπηρεσίας, πολλάκις παρετήρησα, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ποινῶν, ἰδίως ἐπὶ κακουργημάτων, ἐξέρχονται οἱ κατάδικοι, ἰδίως ἐκ τῶν σωφρονιστηρίων, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἀναγκάζονται δὲ νὰ καταφύγωσιν εἰς συνδρομὰς πρὸς πορισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ταξειδίου των. Τοῦτο ἰδίως συμβαίνει, ὅταν αἴφνης ἀπολύωνται διὰ χάριτος. Εἶνε λοιπὸν δίκαιον ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ παραταθῇ ἡ κράτησις ἁπλῶς μόνον ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων; Ἕνεκα τούτου θεωρήσαντες τὴν κράτησιν διὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ὡς ἀπάνθρωπον, ἀπεστείλαμεν πολλάκις διὰ συνεισφορᾶς τοὺς ἐκτίσαντας τὴν ποινὴν καταδίκους εἰς τὰς πατρίδας των, ὅπου ἠδύναντο νὰ φροντίσωσι καὶ περὶ πληρωμῶν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν ταῖς φυλακαῖς νὰ οἰκονομήσωσι. Καὶ κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι τὸ διὰ τοῦ προκειμένου ἄρθρου εἰσαγόμενον σύστημα πρέπει νὰ θεωρηθῇ λίαν αὐστηρόν. Καὶ τοσοῦτον, κύριοι, δὲν παραδέχομαι τὸ σύστημα τοῦτο, καθόσον, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν Γαλλικὸν Ποινικὸν Νόμον, καίτοι ἐπιβάλλον τὴν προσωπικὴν κράτησιν τὴν πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἑρμηνεύεται κατὰ τοὺς συγγραφεῖς καὶ ὡς ἐπαφίνον εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἀρχὴν τὴν ἐκτίμησιν περὶ τοῦ ἀποτελεσματικοῦ τοῦ μέτρου τούτου, καὶ συνεπῶς χορηγοῦν αὐτῇ τὴν ἐξουσίαν νὰ παραλίπῃ τὴν χρῆσιν τοῦ μέτρου, ὅταν πεισθῇ ὅτι εἶνε ἀνωφελές. Τὸ τοιοῦτον ἐθεωρήθη λίαν βαρὺ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταδικασθέντας εἰς χρηματικὰς ποινὰς ἢ πρόστιμα, διότι οἱ τοιοῦτοι μὴ προσωποκρατούμενοι ἐνδέχεται ν’ ἀπαλλαγῶσι πάσης ποινῆς. Καὶ διὰ τοῦτο αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι μετατρέπουσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰς χρηματικὰς ποινὰς εἰς φυλάκισιν, ἵνα μὴ μείνῃ ὁ καταδικασθεὶς ἀτιμώρητος, ὅταν εἶνε ἄπορος· τοιοῦτόν τι δύναται νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, τοὐλάχιστον πολὺ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος.

§118ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὸ ἥμισυ.

§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα μετὰ τὰ προταθέντα νὰ θέσωμεν «⅓ τοῦ χρόνου, ὃν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου», 7 ἡμέρας διὰ τὰ πταίσματα, 2 μῆνας διὰ τὰ πλημμελήματα καὶ 4 μῆνας διὰ τὰ κακουργήματα.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ρουσσοπούλου, ἐὰν δὲν τὴν ἀποσύρῃ.

§121ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐτροποποιήθη, τὴν ἀποσύρω.

§122ΧΟΪΔΑΣ. Εἰμὶ ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως ἢ τοῦ περιορισμοῦ, τὰ πταίσματα εἰς 3 ἡμέρας, τὰ πλημμελήματα εἰς 15 ἡμέρας καὶ τὰ κακουργήματα εἰς 2 μῆνας.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χοϊδᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη).

§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ ὅτι παραλείπονται τὰ κλάσματα.

§125ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 6).

§126ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συναινέσῃ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ ποινή, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ ἄρθρον, καὶ ἐν ἀρχῇ νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ἐπὶ ποινῇ».

§127ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις αἱ τέσσαρες «ἀγωγὴ» καὶ καθεξῆς. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἐὰν ἀπαιτηθῇ τοιοῦτόν τι, οὔτε οἱ δικηγόροι θὰ ἀποφύγωσιν, οὔτε οἱ λοιποί, διότι δὲν εἶναι ἡ ἀγωγὴ τὸ μόνον ἔγγραφον, ἀλλ’ εἶνε καὶ πολλὰ ἄλλα, καὶ εἶνε ἀδύνατον νὰ γείνῃ προσφυγή, διότι ἠμπορεῖ νὰ λείπῃ, ἢ νὰ ἦνε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ λέξεις «ἀγωγῆς καὶ δηλώσεως καὶ...» πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσι. Πιστεύω ὅτι ὅλοι οἱ δικηγόροι εἶνε σύμφωνοι διότι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κατὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἡ προσωπικὴ κράτησις, τοῦτο εἰς τί θὰ συντελέσῃ;

§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁ μὴ ἀποτίνων τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μετέρχηται τὸ ἐπιτήδευμα. Τοῦτο εἶνε λίαν σκληρόν, ἀλλὰ δὲν εἶνε λίαν σκληρὸν νὰ μὴ δύναται νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν ἢ ὑποβάλῃ αἴτησιν εἰς Ἀρχὴν ἄνευ ἀποδείξεως ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος προέτεινεν ἐλάττωσιν τοῦ προστίμου καὶ ἐγὼ παρεδέχθην περαιτέραν ἐλάττωσιν τοῦ κατωτέρου ὅρου, ἤτοι ἀντὶ 20–200 παρεδέχθην 10–200, διότι τὸ ἐπιτήδευμα δύναται νὰ εἶνε μικρᾶς ἀξίας. Ἀλλὰ τὴν διαγραφήν, ἣν προέτεινεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν. Δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν τὰ περὶ πράξεων ἐν γένει ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, περιοριζόμενοι εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς κυρίας, ἤτοι τῆς πρώτης περὶ ὑποθέσεώς τινος ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Κατὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον θὰ ἄρχηται οὕτω: «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπευθύνῃ κυρίαν ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων σχετικὴν πρὸς τὸ ἐμπόριόν του, τὸ ἐπάγγελμά του ἢ τὴν βιομηχανίαν του χωρὶς νὰ μνημονεύσῃ», καὶ οὕτω καθεξῆς.

§129ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ κυρία ἀγωγὴ καὶ ἡ ἀγωγὴ εἶνε ἓν καὶ τὸ αὐτό...

§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν ταῦτα καὶ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν κυρίαν ἀγωγήν, ἤτοι εἰς τὴν πρώτην ἀγωγήν. (Διάλογοι).

§131ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ πάντων νὰ λύσωμεν, εἶναι, τίνες ἐκ τῶν πολιτῶν ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ὑπάγονται μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους ὡς ἐπιτηδευματίαι καὶ φορολογοῦνται, ἢ ὑπάγονται καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπέφυγον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν φόρον αὐτὸν, εἴτε διότι παρέλειψαν αὐτοὶ νὰ δηλώσωσιν, εἴτε διότι αἱ Ἀρχαὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τοὺς ἀνακαλύψωσιν; Ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, περιλαμβάνονται καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ἂν πρέπῃ νὰ χαρακτηρισθῇ τις ὡς ἐπιτηδευματίας, εἶναι ζήτημα ἀμφίβολον, περὶ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἀντίθετοι γνῶμαι. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἀνέγραψάν τινα ὡς τοιοῦτον, νὰ ἐξετάζωσι τὰ περὶ τούτου ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς ὑποβάλλει ὁ τοιοῦτος αἰτήσεις κτλ; Ποῦ γνωρίζει ὁ δικηγόρος καὶ ὁ κλητὴρ ὁ δικαστικός, τίς ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένος καὶ παρελείφθη; Οὔτε ἂν ᾖναι ἐγγεγραμμένος δύναταί τις εὐχερῶς νὰ ἐξετάσῃ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ Βασιλείου. Ὅταν λύσωμεν τὸ ζήτημα τίνες ὑπάγονται εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον, τότε πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ἕτερον, ἤγουν τίνων πράξεων ἡ ἐνέργεια ἀπαγορεύεται. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπλίας σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφύγῃ, καὶ ὁ πληρώσας ἀκόμη, τὴν ποινὴν ταύτην, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως εἰς τὰ διάφορα μέρη του Κράτους ἔνθα δύναται νὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσῃ εἴτε ὁ ἴδιος εἴτε ὁ πληρεξούσιός του. Τὸ Δημόσιον, κύριοι, ἔχει πλεῖστα μέσα πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δύναται νὰ ἐγγράψῃ νόμιμον ὑποθήκην, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ προσωπικὴν κράτησιν, δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπιτηδεύματος, δύναται νὰ εἰσπράξῃ προσθέτους φόρους. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὴν προκειμένην διάταξιν, δυναμένην νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τόσας ἀδικίας καὶ τόσας περιπλοκάς; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν καὶ τῆς διατάξεως ταύτης.

§132ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, δὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ οὔτε τὴν προστασίαν τῆς Εἰσαγγελίας.

§133ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὀρθὸν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἄδικος καὶ παράλογος.

§134ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προκαλέσητε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου τούτου.

§135ΦΩΤΗΛΑΣ. Δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ κυκεὼν πλήρης εἰς τὰς σχέσεις καὶ ὅλας τὰς συναλλαγάς, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δι’ οἱουδήποτε ἄλλου μέτρου δύναται νὰ κατορθώσῃ, ἂν θέλῃ, νὰ λαμβάνῃ τοὺς φόρους ἐπιτηδεύματος.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν (Θόρυβος).

§137ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι φοβερόν! Νὰ μοῦ ἀφαιρῆται τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικαιωμάτων μου! (Θόρυβος).

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν (Θόρυβος).

§139ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπαλειφθήτω, ἀπαλειφθήτω.

§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ἀπαλειφθῇ (Θόρυβος).

§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄς ἀπαλειφθῇ· ἀλλὰ τότε ἀνάγκη ν’ ἀπαλειφθῶσι καὶ τὰ δύω ἑπόμενα.

§142ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφονται τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9. τὸ δὲ 10 γίνεται 6. Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ προσθέτου τῶν φόρων λόγῳ ποινῆς· ζητεῖ ἀντὶ τοῦ 10, 15 καὶ 20, νὰ τεθῇ 5, 10 καὶ 15%. (Ἀποῤῥίπτεται ἡ τροπολογία δι’ ἀναστάσεως καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 γενόμενον 6 ὡς ἐψηφίσθη κατὰ τὴν βʹ. συζήτησιν).

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 γινόμενον 7.

§145ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Πολλάκις συμβαίνει οἱ εἰσπράκτορες ἀντὶ τῶν νομίμων γραμματίων νὰ δίδωσιν ἀποδείξεις χειρογράφους, ἰδιωτικὰς οὕτως εἰπεῖν· δύνανται αἱ ἀποδείξεις αὗται νὰ ἐπιφέρωσιν ἀναστολὴν τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων;

§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἐκδοθῆ νομίμως. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12, γινόμενα 7 καὶ 8).

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 γινόμενον 9.

§148ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβαίνει πολλάκις οἱ χωροφύλακες μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, νὰ μὴ δύνωνται ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως τῶν ὀφειλετῶν Δημοσίου παραδοθέντα αὐτοῖς ἐντάλματα· δὲν εἶναι ἑπομένως ἄδικον νὰ ὑπόκηνται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὴν αὐστηροτάτην ποινὴν τοῦ ἄρθρου τούτου;

§149ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε θὰ βεβαιῶσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὅτι κατέστη ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις, καὶ οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις αὐτῶν· εἰς τὰ ἀδύνατα δὲν ὑπάρχει ἐνοχή. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε διατί νὰ γείνωσι κατηγορούμενοι;

§150ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ποινὴν, ἐὰν ὑπάρχῃ δόλος ἢ ἀμέλεια.

§151ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.

§152ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σημειοῦται. Ἄλλως τε ὁ δόλος συνεικάζεται εἰς τὰ πλημμελήματα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 γινόμενον 9, καὶ τὸ ἄρθρον 15, γινόμενον 10).

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ συνόλου.

§154ΧΟΪΔΑΣ. Πρὸ τοῦ συνόλου, κ. Πρόεδρε. — Ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως πάντες παραβιάζομεν τὸν Κανονισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἂν ἐγένοντο τροπολογίαι κατ’ αὐτήν. Σήμερον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν τὴν παράβασιν αὐτοῦ. Εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις· τὸ Νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο πρὶν, διότι εὐτυχῶς σήμερον, ἀλλὰ μόνον σήμερον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐπλανήθη καὶ ἐγένετο ἀπὸ δαίμονος ἄγγελος. Ἐγένοντο τροπολογίαι, κατὰ δὲ τὴν διάταξιν τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ... Πρέπει τὸ Νομοσχέδιον λοιπὸν ὅπως ἐτροπολογήθη, νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, καὶ τότε αὔριον νὰ τὸ ἐπιψηφίσωμεν ἐν συνόλῳ. Αὐτὸ ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς τυπώσεως νὰ ψηφίσῃ τὸ σύνολον. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ. (Ἀναγινώσκει).

§155ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ψηφισθὲν λοιπὸν Νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· ὥστε τὴν Δευτέραν νὰ ψηφίσῃ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἡ Βουλή.

§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου, ἐπειδὴ ἐγένοντο πολλαὶ τροπολογίαι, εἶναι λίαν πρέπουσα ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅπως τυπωθῇ καὶ μετὰ ταῦτα ψηφισθῇ τὸ σύνολον, μὴ ἐπιτρεπομένης νέας συζητήσεως καὶ τροπολογίας τῶν ἄρθρων, εἰμὴ ὡς πρὸς τὸ ὀρθὸν τῆς συναρμολογήσεως. Τοῦτο ὅμως θὰ γένηται, ὁσάκις εἰς Νομοσχέδιόν τι ἐπηνέχθησαν πολλαὶ τροπολογίαι τοῦ κειμένου. Δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὅλαι αἱ ἀφ’ ἧς ὑφίσταται ὁ Κανονισμὸς γενόμεναι ψηφίσεις συνόλου νομοσχεδίων, κακῶς ἐγένοντο, διότι μέχρι τοῦδε πάντοτε εὐθὺς μετὰ τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐψηφίζετο καὶ τὸ σύνολον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει ὁ εἰδικὸς λόγος ὅτι ἐπηνέχθησαν ἱκαναὶ τροποποιήσεις εἰς τὸ κείμενον καὶ εἶναι πρέπον νὰ ἔχωμεν ὁλόκληρον τὸ τροποποιηθὲν κείμενον ὑπ’ ὄψιν, ψηφίζοντες ἐπὶ τοῦ συνόλου.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 20).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
2τῆς 17 Μαρτίου 1884.
3(Σάββατον)
4Ὥρᾳ 3 Μ. Μ.
5(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν
6τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ὑποβάλ-
8λει ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλεῖ αὐτὴν, ἵνα
9τῷ χορηγήσῃ 3 μηνῶν ἄδειαν ἀπουσίας λόγῳ ὑγείας.
10§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
11§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει δὲ, ἵνα ἀνατεθῇ κατὰ τὴν
12ἀπουσίαν του, τῆς μὲν Βιβλιοθήκης ἡ διεύθυνσις εἰς τὸν
13Ταξινόμον τῆς Βιβλιοθήκης κ. Παναγιώτην Καλογερό-
14πουλον, τοῦ δὲ Βουλευτηρίου ἡ ἐπισκόπησις εἰς τὸν Δι-
15ευθυντὴν τοῦ γραφείου αὐτῆς κύριον Γεώργιον Παρά-
16σχον.
17§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
18§5ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποφασίζοντες, κύριοι, νὰ δοθῇ τρίμηνος
19ἀπουσίας ἄδεια εἰς τὸν Ἔφορον τῆς Βιβλιοθήκης, ὀφεί-
20λετε νὰ ἀποφαίνησθε ὥστε νὰ δίδετε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ
21ὁ μισθός του κατὰ πάντα μῆνα τῆς ἀπουσίας του, ὅπως
22γίνεται εἰς τοὺς πάσχοντας ὑπαλλήλους. Εἶνε πρώτη
23φορὰ καθ’ ἣν λαμβάνει ἄδειαν ἀπουσίας ὁ Ἔφορος τῆς
24Βιβλιοθήκης· οὗτος εἶναι ἀρκετὰ φιλότιμος ὥστε νὰ μὴ
25κάμῃ λόγον περὶ τῆς μισθοδοσίας του κατὰ τὴν ἀπου-
26σίαν του.
27§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα νὰ λαμβάνῃ τὴν μισθοδοσίαν
28του.
29§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τὴν πρό-
30τασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ;
31§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
32§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Πύργου τοῦ Σχινᾶ.
33(Ἀναγινώσκεται).
34§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
35γὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῶν πα-
36ραπόνων τούτων.
37§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ μᾶς κοινοποιηθῇ τὸ περιεχόμενον
38καὶ θέλομεν ἀπαντήσει.
39§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀσήμως Ι. Μακρῆ, ζητούσης
40βοήθειαν.— Ἀναφορὰ Τριανταφυλλιᾶς Γ. Ζαχήλα ἐκ
41Λαμίας παρακαλούσης τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐξακολουθῇ
42νὰ δίδητε εἰς αὐτὴν τὸ μικρὸν βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἐλάμ-
43βανε ἐκ τῆς μικρᾶς συντάξεως τοῦ ἀποθανόντος συζύγου
44της. — Ὑποβάλλεται παρὰ τῶν κ. βουλευτῶν Νικοκά-
45βουρα, Κάγκα, Σταμούλη καὶ Μετταλιανοῦ σχέδιον νό-
46μου περὶ δημοτικῆς φορολογίας ὡς πρὸς τοὺς δήμους τῶν
47νήσων Κερκύρας καὶ Παξῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
48§13ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν κα-
49τάργησιν τῆς δημοτικῆς φορολογίας τῶν Ἐπαρχιῶν Μέ-
50σης καὶ Ὄρους (θόρυβος). Εἶνε βέβαιον ὅτι, ἐὰν ἤθελον
51συζητηθῇ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν
52ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ συνεζητεῖτο καὶ αὐτό. Τὸ
53νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι λίαν κατεπεῖγον, καὶ παρακαλῶ
54τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερη-
55σίαν διάταξιν.
56§14ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριοι, τὴν Βουλὴν, με-
57ταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθῶσι, νὰ προ-
58τάξῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προ-
59σωπικῆς κρατήσεως πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
60§15ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
61§16ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν.
62§17ΧΟΪΔΑΣ. Λοιπόν, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀποφα-
63σίσῃ ἡ Βουλή. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
64§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι πρὸ τοῦ Προϋπολο-
65γισμοῦ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις...
66§19ΧΟΪΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε· εἴμεθα
6715 οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· (ἐ-
68γείρονταί τινες ὑποστηρίζοντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν).
69§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπω παρὰ 5 μόνον. Οἱ παραδε-
70χόμενοι τὴν πρότασιν νὰ προταχθῇ πρὸ τοῦ Προϋπολο-
71γισμοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπι-
72κῆς κρατήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται
73ὀλίγοι τινές). Ἀπεῤῥίφθη.
74§21ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸ πολ-
75λοῦ προσεκαλέσατε διὰ νόμου τοὺς κατοίκους τῆς συνοι-
76κίας Βάθεια νὰ καταβάλωσιν ὡρισμένον ποσὸν διὰ τὴν
77κατασκευὴν τῆς ὑπονόμου· κατέβαλον πάντες ἀπὸ τοῦ
78πλουσιωτέρου μέχρι τοῦ πτωχοτέρου, καὶ ἐν τούτοις ἡ
79ὑπόνομος ἀρξαμένη ἔμεινεν ἀτελής, καταῤῥέει δ’ ἐκεῖ ὅ,τι
80φοβερὸν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, ἡ δὲ συνοικία Βάθεια
81κινδυνεύει μετὰ μικρὸν νὰ πάθῃ τὸν θλιβερὸν θάνατον,
82τὸν θάνατον τὸν προερχόμενον ἐξ αὐτῶν τῶν ὑλῶν. Ἀπο-
83τείνομαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ μάλι-
84στα ἰατρόν, ὅστις γινώσκει τί δύναται νὰ πάθῃ ἐκ τοιού-
85των μολυσμάτων ὁλόκληρος συνοικία ἐκ δέκα χιλιάδων
86ἀνθρώπων, παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν συντέ-
87λεσιν τοῦ ἔργου, πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου, ὅστις
88ἀπειλεῖ ὁλόκληρον συνοικίαν.
89§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ
90περὶ τούτου καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων τοιούτων ἀναγκαίων
91καὶ κατεπειγόντων ἐδόθησαν αἱ δέουσαι διαταγαὶ εἰς
92τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον καταγίνεται
93εἰς τοῦτο.
94§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν
95Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου.
96Κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἡ Κυβέρνησις, ὑποβάλλουσα
97δασμολόγιον εἰς τὴν Βουλήν, ἢ δασμολογικὰς μεταῤῥυθ-
98μίσεις, δύναται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ αὐτῶν νὰ περι-
99λάβῃ διάταξιν, καθ’ ἣν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς
100ἐφαρμόζονται αἱ αὐξήσεις τῶν τελῶν, ἐπιφυλασσομένης
101τῆς ἀποδόσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταψηφισθῆ
102αἱ μεταῤῥυθμίσεις, ἤ ἤθελε λήξει ἡ Σύνοδος ἄνευ τῆς ψη-
103φίσεως αὐτῶν. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐδιστάσαμεν
104περὶ τοῦ πρακτέου, διότι ἡ διάταξις, ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν
105φορολογίαν εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου, ἔχει
106λόγον οὐσιαστικὸν σπουδαῖον, τουτέστιν, ὅπως μὴ δια-
107τελῇ ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ἐμπόριον. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις
108προτείνῃ αὔξησιν δασμῶν, ὑποτίθεται, ὅτι ὡς ἀπολαμ-
109βάνουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, θέλει ἐπιτύχει
110τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ παρ’ αὐτῆς προτεινομένου, τοῦτο δὲ
111ὑπαγορεύει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐξήσεως ἐκ προκαταβο-
112λῆς, διότι δὲν δίδεται οὕτω εἰς τοὺς δυναμένους νὰ ὠ-
113φεληθῶσιν ἐκ τῆς ἀναβολῆς εὐκαιρία, ἵνα εἰσαγάγωσιν
114εἴδη ἐκ τῶν ἐπιβαρυνθησομένων ἐπὶ τῷ κατωτέρῳ δα-
115σμῷ, ζημιοῦντες οὐ μόνον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τοὺς
116μὴ θέλοντας νὰ πλεονεκτῶσι διὰ τοιούτου τρόπου. Καίτοι
117ὅμως ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἐμπο-
118ρευομένων, τῶν μὴ ἐπιδιδομένων εἰς τοιαύτας κερδοσκο-
119πίας, καίτοι εἶναι διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν ἰσότητα,
120οὐχ ἧττον ἀναγκαζόμεθα νὰ μὴ περιλάβωμεν τοιαύτην
121διάταξιν ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὰς
122μεταῤῥυθμίσεις, οὐδέ τινας ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς
123ὑποβολῆς, διότι εἴμεθα τοσοῦτον ἐγγὺς πρὸς τὸ τέρμα
124τῆς Συνόδου, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεποί-
125θησιν, τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὸ δασμολόγιον θέλει ψηφι-
126σθῆ ἐν αὐτῇ.
127Ἤδη ὑποβάλλων τὸ δασμολόγιον παρακαλῶ τὴν Βου-
128λήν, ἵνα τὸ παραπέμψῃ εὐθὺς εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτρο-
129πήν, καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἵνα ταχέως συνέλθωσι
130καὶ ἀποφανθῶσι περὶ τούτου, διότι οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι
131ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον,
132αἱ συζητήσεις οὔτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ
133δύνανται νὰ ὦσι μακραί. Ἡ ἐξέτασις ἄρα πρέπει νὰ γέ-
134νηται ἐν τοιούτῳ πνεύματι, τουτέστι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ
135ἐὰν τὸ δασμολόγιον ἐν συνόλῳ ᾖναι ὠφέλιμον, ἂν αἱ βά-
136σεις αὐτοῦ ᾖναι ὑγιεῖς καὶ ἐὰν ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων ἐ-
137γένετο ἐπεξεργασία ἡ δέουσα. Τούτων ὑπαρχόντων, αἱ μα-
138κραὶ συζητήσεις οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔ-
139χωσιν, ἢ νὰ ματαιώσωσι τὴν ψήφισιν τῆς μεταῤῥυθμί-
140σεως κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἐλήφθη φροντὶς ὅπως
141διανεμηθῇ εὐθὺς εἰς πάντας τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν
142πινάκων, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ σήμερον
143μετὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως αὐ-
144τοῦ. Μετὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν πινάκων ὑποβάλλω
145καὶ ἔκθεσιν ἀναλυτικὴν περὶ τῶν διαφόρων κατηγοριῶν,
146τουτέστι παραβολὴν τῶν προτεινομένων νέων δασμῶν
147πρὸς τοὺς ἰσχύοντας καὶ σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσ-
148αγομένου ἐξ ἑκάστου εἴδους μέχρι τοῦδε, καὶ ἑπομένως
149τὴν ἐπελευσομένην αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων ἐξ
150ἑκάστου εἴδους κατὰ τὸ νέον δασμολόγιον. Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ
151δασμολογίῳ, οὐχὶ βεβαίως ἐν τῷ ἀντιτύπῳ, τὸ ὁποῖον κα-
152ταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπίση-
153μον, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἄλλοις, ἅτινα θέλουσι διανεμηθῆ πρὸς
154ὑμᾶς, ὑπάρχει καὶ στήλη ἐπεξηγηματική, περιλαμβά-
155νουσα ἀπέναντι πάσης κατηγορίας τὰ κυριώτερα τῶν
156εἰδῶν τῶν εἰς αὐτὴν ὑπαγομένων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐπε-
157ξηγηματικῶν καὶ τῶν ἀναλυτικῶν ἐκθέσεων ὑπάρχει καὶ
158ἕτερον δημοσίευμα σχετιζόμενον πρὸς τὸ δασμολόγιον,
159οὗτινος πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή. Τὸ δασμολό-
160γιον τοῦτο εἶναι συντεταγμένον κατὰ κατηγορίας μεθο-
161δικῶς, δύνανται δὲ οἱ μὴ μελετήσαντες τὰ τῶν δασμο-
162λογίων νὰ μὴ εὐκολύνωνται εἰς τὴν ἀνεύρεσιν ἑκάστου
163εἴδους ἐν τοιούτῳ δασμολογίῳ· ἔδει ἄρα νὰ ὑπάρχῃ καὶ
164ἀλφαβητικὸς πίναξ τῶν ἐν τῷ δασμολογίῳ, οὐχὶ μόνον
165ἀναγράφων τὰς κατηγορίας ὅσαι ἐν τῷ δασμολογίῳ ὑπ-
166άρχουσιν, ἀλλ’ ἀναγράφων καὶ πάντα τὰ εἴδη τὰ εἰς
167τὰς κατηγορίας ταύτας ὑπαγόμενα.
168Ἑπομένως συνετάχθη εὑρετήριον ἐκ 16,000 ὀνομάτων,
169σημειοῦν εἰς ποίαν ἕκαστον κατηγορίαν τοῦ δασμολογίου
170ὑπάγεται. Τὸ εὑρετήριον τοῦτο εἶναι στοιχειοθετημένον
171ἀλλ’ ἡ ἐκτύπωσις αὐτοῦ καὶ ἡ τῶν ἀντιτύπων διανομὴ
172πρὸς ὑμᾶς ἀναβάλλεται διὰ τὸν λόγον, ὅτι πρέπει πρῶ-
173τον νὰ ψηφισθῇ τὸ δασμολόγιον, ἵνα σημειωθῶσιν ἐν τῷ
174τεύχει αἱ παραπομπαὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν κατόπιν τῆς
175ψηφίσεως σελίδωσιν τοῦ δασμολογίου. Οὐχ ἧττον θέλο-
176μεν ἀνακοινώσει εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς ἀντίτυπά τινα
177ἵνα λάβωσι γνῶσιν τῶν εἰς ἑκάστην κατηγορίαν ὑπαγο-
178μένων εἰδῶν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι οὔτε αἱ ἐκθέσεις αἱ ἀ-
179ναλυτικαὶ, οὔτε τὸ εὑρετήριον ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ νό-
180μου. Κατὰ διάταξίν τινα τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμο-
181λογίου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουσι κανονισθῇ
182τὰ εἴδη, τὰ ὑπαγόμενα εἰς ἑκάστην κατηγορίαν, ὑπὸ
183τὸν ὅρον ὁ κανονισμὸς οὗτος νὰ γίνηται συμφώνως πρὸς
184τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ δασμολογίου.
185Τὸ εὑρετήριον ἄρα δεικνύει ποίαν γνώμην θὰ ἔχῃ ἡ
186Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ
187δασμολογίου περὶ τῆς κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα
188αὐτοῦ ὑπαγωγῆς τῶν διαφόρων εἰδῶν εἰς τὰς διαφόρους
189κατηγορίας· ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ μεταῤῥύθμισις τῶν ἐν
190τῷ εὑρετηρίῳ, εἴτε διότι ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἀναπτύξεως
191τῆς βιομηχανίας μεταβολὴ εἰς τὴν ταξινόμησιν, εἴτε καὶ
192διότι δύναται νὰ ἀναγνωρισθῇ βραδύτερον ὅτι ἐσφαλμέ-
193νως κατετάχθησαν εἴδη τινά. Τοῦτο λέγω, ἵνα μὴ ὑπο-
194τεθῇ, ὡς ἐκ τῆς διανομῆς τῆς γενομένης τοῦ εὑρετηρίου
195συνάμα μετὰ τοῦ δασμολογίου καὶ τῶν πινάκων, ὅτι
196ἀποτελεῖ καὶ ἐκεῖνο μέρος τοῦ νόμου καὶ ἔχει τὸ αὐτὸ
197μετ’ αὐτοῦ ἀναλλοίωτον κῦρος.
198§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καθίστα-
199ται περιττὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ δασμολόγιον εἰς τὴν
200Ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ θεωρεῖ αὐτὸ κατεπεῖγον· ὅλοι
201οἱ νόμοι ὅσοι κηρύσσονται ἀπὸ τὴν Βουλὴν κατεπείγον-
202τες, ψηφίζονται ἀμέσως, χωρὶς νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν
203Ἐπιτροπήν. Ἀφοῦ τὸ δασμολόγιον ἐθεωρήθη κατεπεῖγον,
204πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ
205συζητηθῇ αὔριον μετὰ τὴν διανομὴν αὐτοῦ.
206§25ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει
207τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, φρονῶ, ὅτι ὄχι μόνον
208πρέπει νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ καὶ
209σπουδαίως νὰ ἐπεξεργασθῇ ἀπ’ αὐτήν.
210§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ παρὸν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ
211εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐκτελέσῃ τὸ
212καθῆκόν της.
213§27ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ φέρῃ τὴν Δευτέραν
214τὴν ἔκθεσίν της.
215§28ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν
216ἀναφορὰν τοῦ χωρίου Ρένεση (Βερβίτζα) ἔχουσαν ὡς ἑ-
217ξῆς· «Νεοφώτιστός τις καλουμένη Αἰκατερίνη Χάσπαρη
218κτλ. (ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν).
219Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
220παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐνεργήσῃ
221ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων της σχετικῶς μὲ τὰ διαπρατ-
222τόμενα.
223Μετὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομο-
224σχεδίου περὶ προσόντων καὶ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας
225τῶν ὑπαλλήλων. (Ὅρα Παράρτημα).
226§29ΤΙΝΕΣ. Τί λέγει;
227§30ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἡ τροπολογία ἀφορᾷ τοὺς Ὑπουρ-
228γικοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς τμηματάρχας, ἔχει δὲ ὡς
229ἑξῆς· «ἀντὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3, νὰ προστεθῶσι τὰ ἑ-
230ξῆς· 1ον ὅπως διορισθῇ τις Ὑπουργικὸς γραμματεὺς βʹ.
231τάξεως τμηματάρχης κτλ.»
232Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι πολλοὶ φέροντες πτυχία ξένων
233Πανεπιστημίων, τὰ ἀγοράζουν· ἑπομένως εἶναι ὅλως πε-
234ριττὴ ἡ διάταξις τοῦ νὰ φέρωσι πτυχίον ὁμοταγοῦς Πα-
235νεπιστημίου· εἶνε ἀρκετὸν τὸ πτυχίον τοῦ ἰδικοῦ μας
236Πανεπιστημίου. «2ον ἐὰν ἔχῃ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρε-
237σίαν κτλ.»
238§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
239§32ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
240§33ΧΟΪΔΑΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ βεβαίως
241διὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐλευσομένην
242νομοσχέδιον περὶ δικηγορικοῦ συλλόγου, καὶ θὰ παρα-
243καλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ· εἶναι ὑ-
244πογεγραμμένον καὶ ὑπὸ τοῦ ὁμόφρονός μου καὶ συναδέλ-
245φου κυρίου Γεωργίου Φιλαρέτου· εἶναι δὲ ἔργον τῶν ἐγ-
246κριτοτέρων νομομαθῶν ἡμῶν καὶ δικηγόρων. (Ὅρα Πα-
247ράρτημα).
248§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
249ταξιν.
250Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας
251καὶ τῶν προσόντων πρὸς προβιβασμὸν τῶν οἰκονο-
252μικῶν βαθμοφόρων τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ.
253(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρ-
254θρα αὐτοῦ ἀπὸ 1–14 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 15).
255§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διάταξις σχετικὴ πρὸς τὸ νομοσχέ-
256διον τοῦτο περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ προ-
257σωπικοῦ τῶν Λιμενικῶν Ἀρχῶν. Ἐπειδὴ προβλέπομεν
258ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν θέλει ψηφισθῆ, διότι δὲν
259θὰ προφθάσωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ πε-
260ριλάβωμεν τὴν διάταξιν ἐνταῦθα. Ἑπομένως ἐν τέλει τοῦ
261ἄρθρου 15 νὰ προστεθῇ. (Ἀναγινώσκει).
262(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 μετὰ τῆς προσθήκης,
263καὶ τὰ λοιπὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ
264νομοσχεδίου).
265§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
266περὶ συστάσεως οἰκονομικῶν Ἐφορειῶν ἐν Πειραιεῖ, Ἁλμυ-
267ρῷ καὶ Κέᾳ καὶ τοῦ διορισμοῦ ὑπαλλήλων ἐν ταῖς οἰκο-
268νομικαῖς Ἐφορείαις τοῦ Κράτους.
269(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρ-
270θρον 1ον).
271(Ἀναγινώσκεται τὸ 2ον ἄρθρον).
272§37ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ
273προστίθενται εἰς τὰς Ἐφορείας ὑπάλληλοι καὶ βεβαίως
274διότι ὑπάρχει ἐργασία· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰς 3ης
275καὶ 4ης τάξεως προστίθεται εἷς γραφεύς, ἐξαιροῦνται δὲ
276αἱ Ἐφορεῖαι Γυθείου καὶ Οἰτύλου· βεβαίως αὐταὶ δὲν ἔ-
277χουσιν ἐργασίας διὰ νὰ ἔχωσι γραφέα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν
278ἀνάγκην ἑνὸς φύλακος, ἑνὸς κλητῆρος; Ὥστε παρακα-
279λῶ νὰ προσθέσωμεν ἕνα φύλακα μὲ 40 δραχμάς.
280§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ προ-
281τείνῃ αὔξησιν εἰμὴ μόνον ὅταν ἀποφανθῇ ἡ ὑπηρεσία αἰ-
282τοῦσα τὴν τοιαύτην προσθήκην. Ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς
283Ἐφορείας Γυθείου καὶ Οἰτύλου δὲν ἔχομεν τοιαύτην αἴ-
284τησιν. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βου-
285λευτοῦ εἶναι ἀκριβής, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται
286νὰ παραδεχθῇ αὔξησιν θέσεως, εἰμὴ ἀφοῦ λάβῃ πληρο-
287φορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν
288ληφθῶσι τοιαῦται πληροφορίαι, νὰ ὑποβάλω πρότασιν·
289ἄνευ παραστάσεως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν δύναμαι νὰ
290πράξω τοῦτο.
291(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, καὶ 5.)
292§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6 διαγράφεται, διότι ἀφορᾷ
293εἰς πίστωσιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφιζομένου νομο-
294σχεδίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶχε περιληφθῆ ἐν τῷ νομο-
295σχεδίῳ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἤθελε ψη-
296φισθῆ πρότερον, διότι ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον μετ’ αὐ-
297τόν· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη ἔτι, θέ-
298λει περιληφθῇ ἐκεῖ ἡ πίστωσις, διαγράφεται δ’ ἐν-
299ταῦθα.
300(Διαγράφεται τὸ ἄρθρον 6 καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ σύ-
301νολον τοῦ νομοσχεδίου).
302§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
303περὶ μεταῤῥυθμίσεών τινων τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς δι-
304καιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
305(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
306σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως μὲ μόνην τὴν ἐπὶ τῇ αἰτή-
307σει τοῦ βουλευτοῦ κ. Βαλσαμάκη καὶ τῇ παραδοχῇ τοῦ
308κ. Πρωθυπουργοῦ τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 τῆς
309διορίας τῶν 20 ἡμερῶν εἰς 30 ἡμέρας).
310Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιή-
311σεως τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου.
312(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀν-
313τιῤῥήσεως).
314Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
315διατάξεών τινων τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων
316ἐσόδων Νόμου.
317§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιμένω, κύριοι, φρονῶν ὅτι τὸ προ-
318κείμενον νομοσχέδιον δεῖται μελέτης καὶ ἐπαναλαμβάνω
319τὴν παράκλησιν, ὅπως ἀναβληθῇ πρὸς περαιτέρω συζή-
320τησιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον.
321Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους
322περιέχει διατάξεις ἀπομακρυνομένας ἀπὸ τοῦ κοινοῦ δι-
323καίου· πᾶν δὲ ὅτι ἀπομακρύνεται τοῦ κοινοῦ δικαίου,
324δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης,
325σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες πρέπει νὰ διέπωσι
326τὰ τῆς Πολιτείας.
327Πᾶς ἐξαιρετικὸς νόμος παραβλάπτει τὰ συμφέροντα
328τῶν πολιτῶν, γεννᾷ συγχύσεις εἰς τὰς συναλλαγὰς
329καὶ καθίσταται πολυτρόπως ἐπιζήμιος εἰς τοὺς πολίτας.
330Ἐψηφίσθη νόμος ἐξαιρετικὸς ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν
331Ἐθνικὴν, νόμος καθ’ ὃν ἡ Τράπεζα δύναται, μὴ τηροῦ-
332σα τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ὅσον ἀ-
333ποβλέπει τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων, νὰ προβαίνῃ
334εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς,
335καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἔβλαψε μᾶλλον ἢ ὠφέλησε τὴν Πο-
336λιτείαν, διότι κατέστησε τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Τραπέζης
337προνομιούχους, παρασχὼν τὸ μέσον εἰς τὴν Τράπεζαν,
338ὅπως ταχέως λαμβάνῃ ὅσα τῇ ὀφείλονται, ἀλλὰ κατέ-
339στησε τοὺς κεφαλαιούχους δυσπίστους πρὸς τοὺς πολί-
340τας καὶ ἐπήνεγκε περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κεφαλαίων
341αὔξησιν τοῦ τόκου. Ἄλλοτε εἶχε κατέλθει ὁ τόκος καὶ
342εἰς τὰς ἐπαρχίας ἀκόμη μέχρι τῶν 12 καὶ 10%, ἀπὸ
343τῆς ἐποχῆς ὅμως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ
344ἐξαιρετικοῦ ἀνεβιβάσθη πέραν τοῦ 12 καὶ 15 καὶ 20%.
345Ἐνῷ, κύριοι, οἱ ἐξαιρετικοὶ νόμοι ἐξασφαλίζουσι
346μόνον τὰ Καταστήματα, τὰς Τραπέζας ἢ οἱονδήποτε,
347βλάπτουσιν ἐν γένει τοὺς πολίτας καὶ φέρουν τὸν τάραχον
348εἰς τὰς συναλλαγὰς, κατὰ μείζονα λόγον, ὅταν τοιοῦτοι
349νόμοι γίνωνται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι
350καὶ τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, ὅπως εἰσπράτ-
351τῃ πᾶν, ὅ,τι οἱ πολῖται ὀφείλουν νὰ συνεισφέρωσιν, ὅ-
352πως φέρῃ τὰ βάρη τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸ
353Δημόσιον εἶναι τὸ πρόσωπον τὸ ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον πρέ-
354πει νὰ πολιτεύηται ἀπέναντι τῶν ἀποτελούντων τὴν
355Πολιτείαν, οὕτως εἰπεῖν, μετά τινος ἐπιεικείας. Ἐννοῶ
356ὁ ἰδιώτης, ὁ μὴ ἔχων ἄλλο συμφέρον εἰμὴ νὰ ἐπιδιώκῃ
357μόνον καὶ μόνον τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συμφερόντων του, νὰ
358δεικνύεται ἀπηνής, αὐστηρὸς περὶ τὴν ἐκδίωξιν τῶν συμφε-
359ρόντων του, ἀλλ’ ἡ Πολιτεία, ἥτις νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ
360πολιτεύηται ἀπέναντι τῶν πολιτῶν ὡς μήτηρ, δὲν νο-
361μίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ καταφεύγῃ εἰς νόμους τοῦ ἐ-
362ξαιρετικοῦ δικαίου, ὅπως ἐξαναγκάζῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν
363ὀφειλομένων· τότε δὲν τίθεται, φρονῶ, εἰς τὴν θέσιν, εἰς
364ἣν πρέπει νὰ τίθεται ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν πο-
365λιτῶν.
366Μετὰ τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις προβαίνω εἰς
367τὴν κατ’ ἄρθρον ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως
368καταδείξω, ὅτι ἅπαντα τὰ ἄρθρα αὐτοῦ περιέχουσι δια-
369τάξεις ἀπομακρυνομένας τοῦ δικαίου, διατάξεις πέραν
370τοῦ δέοντος αὐστηρὰς, ἂν ὄχι ὡς ἐχαρακτήρισα αὐτὰς
371κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, δρακοντείους. Ἡ διά-
372ταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου ἐπαναλαμβάνει τὴν διάταξιν
373τοῦ νόμου ΥΛΣΤʹ τοῦ 1871, ἐπεκτείνουσα ὅμως αὐτὴν,
374κατὰ τὴν ὁποίαν καλοῦνται πρὸς ἀπότισιν τοῦ χρέους
375των διὰ γενικῶν προσκλήσεων οἱ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφει-
376λέται. Κύριοι, ἐὰν αἱ διατάξεις τῆς νομοθεσίας, κατὰ
377τὰς ὁποίας ἕκαστος ἔχων ἀπαίτησιν καθ’ οἱουδήποτε
378προσώπου, ὀφείλει νὰ μηνύσῃ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτὸ, ὅτι
379ἔχει τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀποδώσῃ ὅ,τι ὀφείλει, εἶνε δίκαιαι,
380κατὰ μείζονα λόγον δέον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τοιαῦται,
381προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔ-
382χει πλείονα τὰ μέσα, ἥτις ἔχει ἐκ τοῦ νόμου ὅλον τὸν
383χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον, καὶ δύναται ἑπομένως νὰ κα-
384ταστήσῃ τὸν πολίτην ὑπερήμερον περὶ τὴν ἀπότισιν τῆς
385ὀφειλῆς του εὐχερῶς διὰ προσωπικῆς πρὸς τὸν πολίτην
386καὶ ὀφειλέτην προσκλήσεως. Ἡ τοιαύτη γενικὴ πρόσ-
387κλησις νομίζω, ὅτι ἐπαναφέρει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’
388ἣν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δημοσιότης, εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν
389ὁποίαν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἦσαν, οὕτως εἰ-
390πεῖν, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὑφίσταντο ipso jure, καὶ
391δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη οὔτε διατυπώσεων, οὔτε δημοσιεύ-
392σεως. Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἐθεωρήθη σύστημα ὀλέ-
393θριον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συναλλαγῶν, διὰ τὴν πρό-
394οδον τοῦ ἐμπορίου καὶ τὴν ἐν γένει κοινωνικὴν ἀνάπτυ-
395ξιν. Διὰ τοῦτο ὅλα τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ἀπόκρυ-
396φα, τὰ γενικὰ, τὰ ἄγραφα, τὰ ὑπάρχοντα αὐτοδικαίως,
397ὅσα καθιερώθησαν ὑπὸ Κυβερνήσεων αὐταρχικῶν καὶ τυ-
398ραννικῶν, κατηργήθησαν, καὶ πλέον οὐδέποτε ἐπιτρέπε-
399ται ἡ ἐνάσκησις οἱουδήποτε δικαιώματος μὴ στηριζομέ-
400νου ἐπὶ τῆς δημοσιότητος, καὶ ἐὰν δὲν τηρῶνται ὅλοι οἱ
401τύποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπαιτοῦνται, ὅπως γένηται γνω-
402στὸν τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον εἰς τὸν ὑπόχρεων, ἀλλὰ καὶ
403εἰς τοὺς τρίτους. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲ, ὅπου γνωρίζομεν,
404ὅτι ὁ πληθυσμὸς μετακινεῖται εὐκόλως, διότι ἡ Ἑλλὰς
405εἶνε τόπος ἐμπορικὸς καὶ ναυτικὸς, καὶ ἔχει σχέσιν μὲ
406τὰς πολλὰς ἀποικίας, ἡ τοιαύτη ἀρχὴ, καθ’ ἣν διὰ μιᾶς
407γενικῆς προσκλήσεως θεωρεῖται ὁ ὀφειλέτης ὑπερήμερος
408ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπάγεται κατὰ συνέπειαν
409εἰς ὅλας τὰς ποινὰς καὶ εἰς ὅλα τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα
410καθιεροῖ ὁ νόμος αὐτὸς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δικαία. Ἐὰν
411ἐπρόκειτο ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἀπαλλάσσηται τὸ Δη-
412μόσιον τῆς ἀνάγκης νὰ κάμῃ πρόσκλησιν προσωπικὴν,
413ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν οὐδεμία ποινή, τότε ὁ νόμος δὲν θὰ
414εἶχέ τι τὸ πέραν τοῦ δέοντος αὐστηρόν· ἀφοῦ ὅμως πρό-
415κειται νὰ ἐπέρχηται, ὡς εἶπον, ποινή, ὡς ἐκ τῆς ὑπερη-
416μερίας περὶ τὴν πληρωμὴν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον
417τὸ τοιοῦτον νὰ ἐπέρχηται συνεπείᾳ μόνον γενικῆς προσ-
418κλήσεως. Θεωρῶ λοιπόν, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον περιέχει
419διάταξιν, ἥτις κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, κατὰ
420τὰς ἀρχὰς, αἵτινες δέον νὰ διέπωσι τὰς σχέσεις μεταξὺ
421πολιτῶν καὶ πολιτῶν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον μεταξὺ
422Πολιτείας καὶ πολιτῶν, εἶναι κατακριτέον.
423Τὸ δεύτερον ἄρθρον πολὺ περισσότερον ἀπομακρύνεται
424τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, τῶν ἀρχῶν κατὰ τὰς
425ὁποίας ἐπιδιώκεται ἡ πραγμάτωσις τοῦ δικαίου, διότι
426περιέχει τὴν διάταξιν τὴν βεβαίως δρακόντειον, ὅτι
427ἄνευ λεπτομεροῦς περιγραφῆς δύναται ὁ ταμίας νὰ
428προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας
429ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη, ἢ τῆς περιουσίας, ἥτις
430ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν οἱουδήποτε φόρου. Κατ’
431αὐτὴν τὴν διάταξιν δύναται ὁ ταμίας νὰ χαρακτηρίσῃ
432ὁποιονδήποτε κτῆμα, ἀνῆκον εἰς τὸν Α, ὡς ἀνῆκον εἰς
433τὸν Β, καὶ διὰ τῆς συνοπτικῆς αὐτῆς διαδικασίας, τὴν
434ὁποίαν καθιεροῖ ὁ Νόμος αὐτὸς, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκ-
435ποίησιν τῆς περιουσίας τοῦ Α, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ἦνε
436μακρὰν τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετὰ τὴν κατακύρωσιν εἰς
437τὸν Γ, ὁ Α νὰ μάθῃ αἴφνης, ὅτι ἡ περιουσία του μετε-
438βιβάσθη εἰς τρίτον, ὅτι ἡ περιουσία του ἐξεποιήθη δι’
439ἀπαίτησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπαίτησις κατ’ αὐτοῦ,
440ἀλλ’ ἀπαίτησις κατ’ ἄλλου. Ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις αὐ-
441τοῦ, κύριοι, τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν θὰ ἴδῃ ἐκποιηθεῖσαν
442τὴν περιουσίαν του; βεβαίως ἡ θέσις του θὰ ἦνε λυπηρὰ,
443διότι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ
444τῆς ἐγκαταστάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ φροντίσῃ ὁ κλητὴρ
445νὰ κάμῃ, συνεπείᾳ τῆς κατακυρώσεως, καὶ θὰ ἀναλάβῃ
446δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅπως παραστήσῃ ὅτι κακῶς ὁ κ.
447Ταμίας ἐχαρακτήρισε τὸ κτῆμα αὐτὸ ὡς κτῆμα ἀνῆκον
448εἰς τὸν Β, καὶ θὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας ὄχι μικρὰς, ἵνα
449ἀποδείξῃ ὅτι ὁ κ. Ταμίας ἢ ἐπλανήθη ἢ ὡρμήθη ἐκ
450πλαγίων σκέψεων. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ
451εἶναι πράγματι δρακόντειος, εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία δὲν
452εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ καταστήσῃ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν
453τῶν πολιτῶν ἀμφίβολον καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν κοι-
454νωνίαν τὴν πίστην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς
455τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ κα-
456ταστρέψῃ τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ καταστήσῃ δύσκο-
457λον τὴν εὕρεσιν κεφαλαίων, ὅπως οἱ ἄνθρωποι δύνανται
458νὰ ἐξοικονομῶσι τὰς ἀνάγκας αὑτῶν καὶ νὰ προάγωνται
459πλουτοῦντες καὶ εὐημεροῦντες. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
460ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρί-
461σκωνται οἱ ὑπάλληλοι, ἐὰν ἦναι ὑπόχρεοι νὰ περιγρά-
462φωσι τὰ κτήματα· ἀλλὰ διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν
463ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν θέσιν τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος
464δύναται νὰ ἀδικηθῇ ἢ ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ Νόμου; διατί
465δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν θέσιν τοῦ πολίτου, ὁ
466ὁποῖος δύναται ὄχι νὰ ἀδικηθῇ ἀλλὰ καὶ νὰ καταστρα-
467φῇ; Φρονῶ, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει ἵνα ἀποφεύγῃ
468διατυπώσεις εἴτε δαπάνας εἰς προσωπικὸν νὰ καταφεύ-
469γῃ εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι
470τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται
471νὰ προφυλάξωσιν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ
472διαπράξῃ ἀδικήματα κατὰ τῶν πολιτῶν· πᾶν ἄλλο
473ὀφείλει νὰ πράττῃ ἢ τοῦτο. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ διά-
474ταξις αὕτη εἶναι πράγματι δρακόντειος, καὶ ἐλπίζω κατὰ
475συνέπειαν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ λάβω-
476σιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέ-
477βαλον αὐταῖς, ὅπως τοὐλάχιστον μὴ προβῶσιν ἐσπευσμέ-
478νως εἰς τὴν ψήφισιν Νόμου, περιέχοντος τοιαύτας δια-
479τάξεις· τοσοῦτον δὲ μᾶλλον δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ
480Βουλὴ νὰ μὴ δείξωσι μεγάλην σπουδὴν περὶ τὴν ψήφι-
481σιν τοῦ Νόμου τούτου, καθόσον, καθ’ ἃ ὑπέβαλον
482κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, διὰ τῶν κειμένων
483Νόμων εἶναι ἐφικτὴ ἡ μέχρις ὀβολοῦ εἴσπραξις παν-
484τὸς, ὅπερ ὀφείλεται εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ κατὰ συνέ-
485πειαν ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν Νό-
486μου, ὁ ὁποῖος θέλει δώσει χώραν εἰς ἀδικήματα ἄνευ
487λόγου καὶ ἀνάγκης.
488Τὸ ἄρθρον 3. — Δὲν ὑπάρχει ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ
489περιέχῃ δυστυχῶς διάταξιν, μᾶλλον ἀπομακρυνομένην
490τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ καθιεροῦσαν δικαιώματα
491μᾶλλον ἀντικείμενα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, εἰς
492τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς πολίτας.
493Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν πωληθῇ οἰκία τις μετὰ
494τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν φορολογουμένων ὑπὸ
495τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου—διότι ἐπιστάντος τοῦ χρόνου
496κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν ὁ τότε ἰδιοκτήτης νὰ πληρώσῃ
497τὸν φόρον του, δὲν ἐπλήρωσε— τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαί-
498ωμα νὰ καταδιώξῃ πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ
499τὸν τελευταῖον κάτοχον καὶ κύριον αὐτῆς. Δὲν ἀρκεῖται
500εἰς τὰ κατὰ τοῦ πρώτου ἰδιοκτήτου δικαιώματα ἡ Κυ-
501βέρνησις, ἀλλὰ ζητεῖ ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κατα-
502διώξῃ καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν
503κατὰ τὰς γενικὰς τοῦ δικαίου ἀρχάς. Ὀφείλει ἡ Κυ-
504βέρνησις νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐγκαίρου εἰσπράξεως τῶν
505φόρων, καὶ νὰ λαμβάνῃ ὅλα τὰ μέτρα κατὰ τοῦ ὀφει-
506λέτου. Ὅταν δὲν τὰ εἰσέπραξε καὶ μετεβιβάσθη ἡ
507ἰδιοκτησία εἰς ἄλλον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ βα-
508ρύνηται καὶ οὗτος δι’ ὅ,τι δὲν ἐπλήρωσεν ὁ προκάτοχός
509του. Πρόκειται οὕτω νὰ καταστήσωμεν ὑπόχρεων διὰ
510τὴν πληρωμὴν φόρου ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀποδε-
511δειγμένον διὰ πράξεώς τινος δημοσίας ὅτι ὀφείλει.
512Παραλείπω τὰς ποινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται καὶ
513τῶν ὁποίων τινὲς δὲν εἶνε εὐκαταφρόνητοι. Τὸ Σύνταγ-
514μα ὅμως καὶ τοῦ 43 καὶ τοῦ 64 ἐνόησε νὰ καταργήσῃ
515τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐν
516τούτοις ἀπὸ τῆς τελευταίας μεταπολιτεύσεως δὲν κά-
517μνομεν τίποτε ἄλλο ἢ νὰ πλάττωμεν ἀντικείμενα τοῦ
518ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, καὶ ἀποδίδωμεν δικαστι-
519κὴν δικαιοδοσίαν εἰς διοικητικὰς Ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν
520ἔχουν οὔτε τὴν παίδευσιν, οὔτε τὴν ἀνατροφὴν, οὔτε τὴν
521ἀποστολὴν ὅπως δικάζωσιν, ὅπως ἐξασκῶσι τὸ ὕψιστον
522τοῦτο τοῦ ἀνθρώπου καθῆκον. Οἱ διοικητικοὶ ὑπάλλη-
523λοι, κατὰ τοὺς νόμους τούτους, ἐπιβάλλουσι ποινὰς 200
524μέχρι 500 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι ὅλα ταῦτα θὰ φέρουν
525σύγχυσιν εἰς τὴν διοίκησιν, θὰ βλάψωσι τὴν Πολιτείαν
526καὶ θὰ φέρωσι προσκόμματα εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ
527δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον καλῆς σκέψεως καὶ καλῆς
528πολιτείας.
529Πέρυσιν ὑπέβαλον πρότασιν περὶ συστάσεως νομοπρο-
530παρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν
531νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι ἤθελε δώσει ἀ-
532φορμὴν εἰς τοὺς δυνατοὺς περὶ τὸ πράττειν νὰ σκεφθῶ-
533σι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ νομοθετεῖν
534κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προερχώμεθα εἰς τὴν ἐπιψήφι-
535σιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα νὰ ᾖναι ἀναίρεσις τῶν κοινο-
536τέρων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, καὶ τὰ ὁποῖα νὰ εἰσάγωσιν ἀν-
537τινομίας εἰς τὴν νομοθεσίαν τοιαύτας, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύ-
538νατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπονομὴ πραγματικῆς δικαιοσύ-
539νης. Καὶ τοιαύτη εἶνε σήμερον ἡ κατάστασις τῆς ἡμε-
540τέρας νομοθεσίας, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ὁσημέραι δει-
541νοῦται.
542Μεταβαίνω εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4ου· «Ἐπὶ
543ποινῇ ἀκυρώσεως, λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, τοῦ πλειστηρια-
544σμοῦ, ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπισπεύδοντος δανειστοῦ, κοινοποι-
545εῖται εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος
546ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως κατασχέσεως κινητῶν ἢ ἀκι-
547νήτων πραγμάτων ὀφειλετῶν, καὶ ἂν μὴ ᾖ ἐγγεγραμμέ-
548νη ὑποθήκη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ γνωστοποιεῖται
549συνάμα ὁ τόπος, ὁ μὴν, ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, ὡς καὶ ὁ
550ὑπάλληλος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου γενήσεται ὁ πλειστηρια-
551σμὸς ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῶν ἄρθρων 893 καὶ 967 τῆς Πο-
552λιτικῆς Δικονομίας ὁριζομένων προθεσμιῶν. Πάντα τὰ
553ἔγγραφα ταῦτα συντάσσονται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου.»
554Ὁ δανειστής, κύριοι, ὁ κατασχὼν περιουσίαν τινά, ὁ
555ὑποβαλλόμενος εἰς τὰς δαπάνας — καὶ δὲν εἶναι τοῦτο
556ἄδικον, διότι πρόκειται νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ
557ἄλλου — ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς δαπάνας οὐχὶ μικρὰς ὑπο-
558χρεοῦται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ πράξῃ τί; νὰ γνω-
559στοποιήσῃ τὴν κατάσχεσιν εἰς τὸν Ταμίαν ἐπὶ ποινῇ ἀ-
560κυρότητος τῆς γενομένης κατασχέσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρ-
561χῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ καταδεικνύῃ ὅτι ὁ ὀφειλέτης, καθ’
562οὗ ἐνεργεῖ τὴν κατάσχεσιν, εἶνε καὶ ὀφειλέτης τοῦ Δη-
563μοσίου· ἑπομένως ὑποχρεοῦται νὰ χαρακτηρίζῃ τὸν ὀφει-
564λέτην καὶ ὡς ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου· ἄλλως, δύναται
565ὁ Ταμίας τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὀφειλέτου, ὁ ὁποῖος καταδιω-
566κόμενος καταφεύγει εἰς ὅλα τὰ μέσα ἵν’ ἀποφύγῃ τὴν
567ἀπαίτησιν τῆς ὀφειλῆς του, ν’ ἀκυρώνῃ τὴν κατά-
568σχεσιν.
569Ἂν οἱ Σύμβουλοι οἱ δικαστικοὶ συντάσσωσι τοιούτους
570νόμους, συγχωρήσατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι περὶ ἄλλα
571καταγίνονται καὶ οὐχὶ περὶ τὴν σύνταξιν νόμων μὴ ὑπο-
572κειμένων εἰς ἐπίκρισιν. Δὲν ἀμφισβητῶ εἰς τοὺς κυρίους
573αὐτοὺς τὴν ἱκανότητα περὶ τὰ νομικὰ, ἀλλὰ φαίνεται
574ὅτι ἔχουσι πολλὰς ἐργασίας καὶ δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτού-
575μενον χρόνον, ὅπως μετὰ μελέτην ὥριμον κατεργάζωνται
576καὶ προπαρασκευάζωσι νομοσχέδια ἱκανὰ, ὅπως ὑπο-
577στῶσι τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ ὦσιν ὠφελείας καὶ
578οὐχὶ βλάβης πρόξενα.
579Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ παραδεχθῇ νόμον δια-
580λαμβάνοντα ὅτι πᾶς ὅστις προβαίνει εἰς μίαν κατάσχε-
581σιν εἶνε ὑπόχρεως νὰ τρέχῃ νὰ ἐξετάζῃ ἂν ὁ ὀφειλέτης
582του ὀφείλῃ ἢ ὄχι εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἂν δὲν τὸ πράξῃ
583νὰ ὑφίσταται τὴν ποινὴν τῆς ἀκυρώσεως τῆς κατασχέ-
584σεώς του. Τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς
585τοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰς μεταξὺ ἰδιωτῶν σχέ-
586σεις καὶ τὰς μεταξὺ τούτων καὶ τοῦ Δημοσίου. Διὸ πι-
587στεύω ὅτι κατὰ τοῦτο θέλει τροποποιηθῆ τὸ νομοσχέ-
588διον.
589Τὰ ἄρθρα 5ον καὶ τὸ βον ἀφορῶσιν εἰς τὰ πιστοποιη-
590τικὰ τῆς ἀκτημοσύνης· δὲν ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότη-
591τα καὶ δὲν ἔχω νὰ φέρω ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμίαν παρατή-
592ρησιν.
593Μεταβαίνω εἰς τὸ 7ον· «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπευθύ-
594νῃ...... κτλ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
595Νομίζει τις ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Ρω-
596μαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ μέσου αἰῶνος
597κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ἢ τὸ Κράτος, οἱ δὲ πο-
598λῖται ἐθεωροῦντο ὡς res καὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ
599μετέρχηταί τις πᾶν μέσον, ὅπως ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων, οἱ
600ὁποῖοι ἦσαν προωρισμένοι νὰ ὑπηρετῶσι τὸ Κράτος, ἀ-
601παιτῶσι τὰ πάντα.
602Ἐὰν, λέγει τὸ ἄρθρον, δὲν ἐκπληρώσῃ τις τὰ παρ’ αὐ-
603τοῦ διαγραφόμενα, ἐπιβάλλεται ποινὴ προστίμου 100–
604500 δραχμῶν. Κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον γνωρίζετε ὅτι
605εἶνε ζήτημα πότε τις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς
606ἔμπορος· διότι ὁ νόμος περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐμποροδι-
607κείου ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τις σύνηθες ἐπάγγελμα
608τὴν ἐμπορίαν, ὅπως χαρακτηρισθῇ ὡς ἔμπορος· πολλάκις
609δὲ χωρὶς νὰ ἔχῃ τις ὡς σύνηθες ἐπάγγελμα τὴν ἐμπο-
610ρίαν μετέρχεται πράξεις ἐμπορικὰς, ἐκδίδων συναλλάγ-
611ματα, ἀλλὰ δὲν δύναται ἀπὸ τὸν νόμον νὰ χαρακτηρι-
612σθῇ ὡς ἔμπορος. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νό-
613μου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν πρῶτον κλητῆρα, εἰς τὸν πρῶ-
614τον ὑπάλληλον νὰ κρίνῃ ἂν ὁ κινῶν ἀγωγὴν καὶ προσερ-
615χόμενος εἰς οἱανδήποτε δικαστικὴν πρᾶξιν, εἶνε ἢ ὄχι
616ἔμπορος, καὶ ἂν σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν ἢ ἂν ἔχῃ
617συμφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο, νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ δηλώσῃ
618τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀδείας του· ἄλλως, δὲν κοινοποιεῖ τὴν
619ἀγωγὴν ὁ κλητὴρ ἢ δὲν δέχεται τὴν πρᾶξιν ὁ ὑπάλλη-
620λος. Τοῦτο δὲν λέγεται, κύριοι, νομοθετεῖν· δὲν ἀρκεῖ ὅτι
621ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ὁ ἐλάχιστος κλητὴρ νὰ εἴπῃ εἰς
622τὸν πολίτην, δὲν δέχομαι τὴν ἀγωγήν σου, ζητεῖς τὴν
623πληρωμὴν μιᾶς συναλλαγματικῆς, ἄρα εἶσαι ἔμπορος,
624δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἐπιβάλλει καὶ πρόστιμον 100–500
625δραχμῶν. Καὶ δὲν εἶνε μικρὸν πρᾶγμα. Ἐπλουτήσαμεν
626εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε αἱ ἑκατοστύες καὶ χιλιάδες
627δραχμῶν νὰ ἦνε πρόχειροι εἰς πάντα πολίτην Ἕλλη-
628να, καὶ νὰ ἐπιβάλλωνται ἀπὸ τὸν Ταμίαν ἐπὶ τῇ κα-
629ταγγελίᾳ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου ἢ ἰδιώτου! Εἶχον λοι-
630πὸν δίκαιον νὰ χαρακτηρίσω τὸ νομοσχέδιον ὡς περιέ-
631χον δρακοντείους διατάξεις. Εἶναι ἀρχὴ παραδεδεγμένη,
632ὅτι οὐχὶ ἡ αὐστηρότης τῶν ποινῶν, ἀλλ’ ἡ ἀνάλογος ἐ-
633πιβολὴ αὐτῶν συντελεῖ εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν κοινω-
634νιῶν, καὶ ὅμως προβαίνομεν καθ’ ἑκάστην εἰς διατάξεις
635τερατώδεις.
636Ἄρθρον 9ον (Ἀναγινώσκει).
637Κύριοι, κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν
638ἀπό τινος, πρόκειται νὰ διαιρεθῶμεν εἰς κατασκόπους καὶ
639κατασκοπευομένους, εἰς καταγγέλλοντας καὶ καταγγελ-
640λομένους, καὶ οὕτως ἕκαστος νὰ θεωρῇ τὸν ὅμοιόν του ὡς
641ὕποπτον. Δὲν ἠθικοποιεῖτε ἐν τούτοις τὴν κοινωνίαν, ὅταν
642θέλετε νὰ βραβεύητε τὴν κατάδοσιν. Ἔστω· ἐνήργησα
643ἐκ περιστάσεων 4 ἢ 5 πράξεις ἐμπορικὰς, δὲν ἐζήτησα
644νὰ λάβω τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ ἐμπόρου,
645εἶμαι ἐκτεθειμένος εἰς τὸν κίνδυνον ὁ πρῶτος γνώριμός
646μου νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ τοιοῦτον ὡς μίαν παράβασιν
647τοῦ νόμου καὶ νὰ ζητήσῃ ὅπως καταδικασθῶ εἰς πρό-
648στιμον, διότι ἐτόλμησα νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν μὴ ὑπάρ-
649χουσαν ἰδιότητά μου εἰς τὴν ἀγωγὴν ἢ ἐτόλμησα ν’
650ἀναφέρω ἑτέραν! Βεβαίως ἡ κοινωνία μας δὲν θὰ ἠθικο-
651ποιηθῇ διὰ τοιούτων νόμων.
652Ἄρθρον 10ον. (Ἀναγινώσκει).
653Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι,
654διότι κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὁ ὑπερήμερος περὶ τὴν ἀπό-
655τισιν οἱασδήποτε ὀφειλῆς εἶναι ὑπόχρεως εἰς ἀπότισιν
6568%. Οἱ ταμιευτικοὶ νόμοι δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
657βελτιώνουν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν Κρατῶν. Οἱ
658νόμοι τῆς ἐπιεικείας, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ δικαίου, ἡ
659ἀγαθὴ διοίκησις, ἡ τιμία διαχείρισις βελτιοῦσι τὰ Κρά-
660τη. Ταμιευτικοὺς νόμους μετῆλθον καὶ ἄλλα Κράτη καὶ
661ὅμως ἀντὶ νὰ βελτιώσωσι τὰ οἰκονομικά των, ἔφθασαν
662εἰς τὸ χεῖλος τοῦ βαράθρου, εἰς αὐτὸ τὸ βάραθρον τῆς
663χρεωκοπίας. Κατέστη ὑπερήμερος ὁ φορολογούμενος,
664ζητήσατε νὰ πληρώνῃ 5,10% λόγῳ τόκου
665ὑπερημερίας· ἀλλ’ ἡ ποινή, ἣν ἐπιβάλλετε εἶναι ἀφόρη-
666τος. Μὰ, κύριοι, καλὸν νὰ πληρώσῃ ὁ ἔχων, ἀλλ’ ἂν ὁ
667ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου δὲν ἔχῃ, θέλετε νὰ ἐπαυξήσετε
668τὰ καθυστεροῦντα, θέλετε νὰ ἔχετε τὸ ξίφος τοῦ
669Δαμοκλέους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ πτωχοῦ φορολο-
670γουμένου, καὶ τὴν ἀπειλὴν κατ’ αὐτοῦ οὐχὶ ἀνωτάτου
671ὑπαλλήλου, ἀλλὰ τοῦ τελευταίου χωροφύλακος! Τοῦτο
672δὲν εἶναι ἔργον πατρικῆς Κυβερνήσεως, σκεπτομένης καὶ
673ἐργαζομένης ὑπὲρ τῶν κοινῶν. Αἱ καθυστερήσεις δὲν εἶ-
674ναι ἀποτέλεσμα δυστροπίας τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ τῆς
675μεροληπτικῆς διαγωγῆς τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν ὀρ-
676γάνων τῆς Ἐξουσίας, εἶναι ἔργον τῆς πολιτικῆς κατα-
677στάσεως τῆς πάντοτε κλονιζομένης ἐν τῷ Τόπῳ. Αἱ πρῶ-
678ται καθυστερήσεις ἔλαβον χώραν πρὸ τῆς Μεταπολι-
679τεύσεως τοῦ 1843 καὶ τοῦτο διότι παρουσιάζοντο ἐνοι-
680κιασταὶ, εἴτε κερδοσκόποι, εἴτε οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος;
681καὶ οἱ μὲν κερδοσκόποι ἵνα ὠφελῶνται τὰ τοῦ Δημοσίου,
682οἱ δὲ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος ἵνα πορίζωνται τὸν ἄρτον
683των, καὶ ἐντεῦθεν προῆλθον αἱ μεγάλαι καθυστερήσεις.
684Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1843 ὅλαι αἱ καθυστερήσεις εἶναι ἀπο-
685τέλεσμα τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ τῆς μερολη-
686πτικῆς διαγωγῆς τῆς διοικήσεως, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας οἱ
687μὲν καταδιώκονται, οἱ δὲ ὄχι. Ὡς ἐκ τῶν πολλῶν δὲ κα-
688θυστερήσεων τὰ ταμιακὰ ὄργανα δὲν γνωρίζουσι πλέον
689τί νὰ εἰσπράξωσι, τὸν φόρον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἢ τὰ
690καθυστεροῦντα;
691Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέ-
692λῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὑτοῦ τὴν ἀμερό-
693ληπτον ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων των, τὴν καταδίω-
694ξιν ὅλων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἂς μὴ ἔχῃ ἀμφι-
695βολίαν ὅτι διὰ τῶν μέσων, ἅτινα παρέχουσιν αὐτῷ οἱ
696κείμενοι νόμοι, θὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολόν.
697Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐξαί-
698ρεσις. Καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διαμονῆς μου ἐν Αἰγίῳ,
699ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι δὲν ἐξετέλεσαν οἱ ὑπάλληλοί
700του τὰς διαταγὰς καὶ δὲν ἐτήρησαν ἀμεροληψίαν κατὰ
701τὴν καταδίωξιν. Ἀνέγνωσα ὅτι ἐπαύθη εἷς Ταμίας, διότι
702ἐτόλμησε....
703§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπαύθη ὁ Ταμίας διὰ τὸν ἑξῆς κύ-
704ριον λόγον, καὶ δι’ ἄλλους μὲν δευτερεύοντας, ἀλλὰ διὰ
705τὸν ἑξῆς κύριον, ἐγγεγραμμένους πάντας ἐν τῇ ἐκθέσει
706τοῦ ἀποσταλέντος οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ· ἐπαύθη,
707διότι, ἀποσταλεὶς μετὰ τοῦ γεωμέτρου εἰς Κατάκωλον
708ἵνα ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν γαιῶν κατὰ τὸν
709νόμον περὶ συνοικισμῶν, ἀντὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐφαρ-
710μογῆς τοῦ νόμου, κατέγραψε πρῶτος εἰς ἑαυτὸν παρα-
711χώρησιν γαιῶν πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤνοιγε τὸ βι-
712βλίον, καὶ δεύτερος κατέγραψεν ἑαυτὸν ὁ γεωμέτρης.
713Τὴν ἐπιοῦσαν ἐπῆγε τὸ κοινὸν νὰ ἐγγραφῇ, νομίζον ὅτι
714εἶναι κενὸν τὸ βιβλίον καὶ εὗρεν αὐτοὺς πρώτους ἐγγε-
715γραμμένους. Μετὰ τοῦτο ἐστείλαμεν οἰκονομικὸν ἐπιθεω-
716ρητήν, ὁ ὁποῖος ἐξήτασε πάντα τὰ κατὰ τοῦ ταμίου
717καταγγελθέντα καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, μετὰ τὴν ὁποίαν
718ἀπελύθη ὁ ταμίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς παύσεως
719τοῦ ταμίου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀν-
720τιπολιτεύσεως ἐγράφησαν πολλὰ περὶ τούτου κατὰ τῆς
721Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη ἀπάντησις, διότι συ-
722νειθίζομεν νὰ μὴ δίδωμεν εἰς αὐτὰς ἀπάντησιν.
723§43ΧΟΪΔΑΣ. Πῶς καλοῦνται ὁ ταμίας καὶ ὁ γεωμέτρης;
724§44ΔΡΟΓΚΑΣ. Πράπας καλεῖται ὁ γεωμέτρης καὶ Χρυ-
725σανθόπουλος ὁ ταμίας.
726§45ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
727τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκ-
728θεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα.
729§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσητε, λέγω, νὰ
730κρίνητε μετὰ τῆς αὐτῆς αὐστηρότητος τοὺς ταμίας,
731ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ μεταμεληθῆτε, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ
732ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πρέπει ὅμως
733νὰ καταβληθῇ μείζων προσοχὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν
734ὑπαλλήλων.
735§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παλαιοὶ ὑπάλληλοι ἦσαν καὶ οἱ δύο,
736καὶ ἐγὼ τοὺς ἐθεώρουν καλούς.
737§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 ἔχει
738τοῦτο τὸ σκοτεινόν· λέγει «εἴτε ἄλλος τις ὑπάλληλος
739δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολήν». Τὸ ἄλλος τις ὑ-
740πάλληλος εἶναι ἔκφρασις ἀόριστος, δυναμένη νὰ σημαίνῃ
741τοὺς δικαστὰς ἢ προέδρους, ἐνῷ μόνος ἁρμόδιος νὰ διατάξῃ
742τὴν ἀναστολὴν εἶναι ὁ Ταμίας, Ἔφορος δὲν δύναται, ἄλλος
743δὲν δύναται ἢ ὁ Ταμίας ἢ ὁ Πρόεδρος. Νὰ τεθῇ κατὰ
744πᾶσαν περίπτωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «οὔτε ἄλλος τις
745διοικητικὸς ὑπάλληλος». Καὶ τὸ τοιοῦτον εἶναι τοσού-
746τῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, καθόσον νομίζω, ὅτι ὁ Νόμος
747ἐπιβάλλει καὶ ποινήν. Ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον,
748ὥστε πλέον ὁ Νόμος νὰ μὴ ἰσχύῃ, διότι βεβαίως πρέπει
749νὰ ἐξέλιπεν ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν Νόμον, καὶ ἡ συ-
750ναίσθησις τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὅπως ἡ
751ἐκτέλεσις παντὸς νόμου ἐκβιάζηται διὰ ποινῶν βαρυτά-
752των. Ἐν τοῖς ἄρθροις 12 καὶ 13 περιέχονται τοιαῦται
753ποιναὶ, ὥστε δύνανται νὰ ὠθήσωσι τοὺς ὑπαλλήλους νὰ
754γίνωσιν ὄργανα, τὰ ὁποῖα νὰ φθάνουν μέχρις ἐγκλημά-
755των, νὰ ἀφαιροῦν καὶ τὸν ἄρτον, δι’ οὗ θὰ τραφῇ ἡ οἰ-
756κογένεια τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ εἰσέλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ.
757Δέν μοι φαίνονται τὰ τοιαῦτα αὐστηρὰ πέραν τοῦ δέον-
758τος μέτρα νὰ συντελοῦν οὔτε εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν
759πολιτῶν, οὔτε τῶν ὑπαλλήλων, οὔτε εἰς τὴν οἰκονομικὴν
760εὐεξίαν τοῦ Κράτους. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 ὁ κ.
761Πρωθυπουργὸς νομίζω, ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι ἐγκαταλιμπάνει.
762§49ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
763§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν προχωρῶ εἰς οὐδεμίαν ἐπίκρι-
764σιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ πάλιν ἐπαναλαμβάνω
765ὅτι οἱ Σύμβουλοι οἱ νομικοί, οἱ ὁποῖοι συντάσσουν καὶ
766τοὺς νόμους, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν αἰσθάνονται τὸ ὕψος
767τῆς ἀποστολῆς τὴν ὁποίαν ἔχουν, ἵνα μὴ εἴπω τι πλει-
768ότερον. Δὲν προχωρῶ περαιτέρω διὰ νὰ μὴ κουράσω ἐπὶ
769ματαίῳ τὴν Βουλήν, εὔχομαι δὲ μόνον ὅπως ὁ λόγος μου
770ὁ ἀσθενὴς πείσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ εἰ δυνατὸν τὴν
771Βουλήν, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νο-
772μοσχεδίου εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον.
773§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ λεπτομερὴς ἐξέτασις, εἰς ἣν ὁ ἀξιό-
774τιμος προαγορεύσας ὑπέβαλε τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου
775τούτου, ἀποδεικνύουσι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον κατὰ
776τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἀγόρευσιν εἰπὼν,
777ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει δρακοντείους διατάξεις, οὐδὲ
778εἶχε δίκαιον εἰπών, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον
779τοῦτο δὲν ἐπεδείξαντο ἱκανότητα περὶ τὸ νομοθετεῖν,
780διότι τὸ ἐναντίον, φρονῶ, ἀπεδείχθη ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ.
781βουλευτής· ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐπίκρισις ἦτον ἀτελής. Ἐ-
782πέκρινεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1
783παριστῶν, ὅτι περιέχει τι ἔκρυθμον. Ἀλλ’ ἡ διάταξις
784τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ διάταξις τοῦ κει-
785μένου νόμου.
786§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ αὐτῆς.
787§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω δέ, ὅτι ὁ πρώτιστος κανών, ὃν
788ὀφείλουσιν οἱ συντάττοντες νόμους νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν,
789εἶναι ὁ συνδυασμὸς αὐτῶν πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν.
790Μόνη δικαιολογία πρὸς ἐκτροπὴν ἀπὸ τῆς κειμένης νο-
791μοθεσίας εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ ὑπάρχοντος θεσμοῦ· ὅταν
792ὁ ὑπάρχων θεσμὸς ὁπωσδήποτε εὐδοκίμως λειτουργῇ,
793ἔστω καὶ ἂν περιέχῃ θεωρητικὰς ἀτελείας, δὲν ἐπιτρέ-
794πεται ἡ μεταβολή. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὸ ἄρθρον 1
795τοῦ νόμου τοῦ 1871 συνετάχθη καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ
796προκειμένου νομοσχεδίου.
797§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπεκτείνει
798τὴν διάταξιν ἐκείνην.
799§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἐπεκτείνει τὴν ἐφαρμογὴν
800τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1871 καὶ εἰς περιστάσεις,
801αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων κατὰ τὸ 1871 δὲν εἶχον ὕπαρ-
802ξιν, διότι κατὰ τὸ 1871 ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν
803γαιῶν καὶ φυτειῶν δὲν εἶχεν ἔτι ψηφισθῆ καὶ ἐφαρμοσθῆ.
804Τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ νόμου ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευ-
805τοῦ εἰς ὁμοίαν ἐπίκρισιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θὰ ἐκπλειστη-
806ριάζωνται τὰ κτήματα ἄνευ λεπτομεροῦς περιγραφῆς.
807Βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ γίνηται λεπτομερὴς
808περιγραφή, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς λεπτομεροῦς περιγραφῆς
809δὲν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ οὐδὲν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἀ-
810νέφερεν ὁ ἀξιότιμος προγορεύσας. Ἐκ τῆς ἀτελεστέρας
811περιγραφῆς δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ πώλησις κτήματος
812μὴ ἀνήκοντος εἰς τὸν ὀφειλέτην. Ἡ περιγραφὴ εἰς ἄλλα
813ἀφορᾷ, εἰς τὴν πληρεστέραν ἐπιτυχίαν τοῦ συναγωνισμοῦ,
814δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν δικαιωμάτων
815τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τοῦ ὀφειλέτου. Ὡς πρὸς ἑτέραν
816τινὰ παρατήρησιν σχετικὴν πρὸς τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ἄρ-
817θρον 3, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ κτήματος,
818εἴτε διατελεῖ εἰς χεῖρας τοῦ ὀφείλοντος, εἴτε διατελεῖ εἰς
819χεῖρας ἄλλων, παρατηρῶ, ὅτι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν
820τυγχάνει ἐφαρμογῆς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, εἶναι ἡ
821τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐπίσης δὲ καὶ ἡ τοῦ φό-
822ρου ἐπὶ τῶν καπνῶν καὶ τῶν γρασιδίων, ἀλλ’ εἶναι ἐλά-
823χιστα ταῦτα· ἡ κυριωτέρα περίπτωσις εἶναι ἡ τοῦ φόρου
824ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐθεωρήθη παρά τινων, ὅτι ἀντίκει-
825ται πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας ἡ τοιαύτη
826ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις κτήματος μὴ ὑποκειμένου εἰς εἰ-
827δικὴν ὑποθήκην, ὅτι ἡ ἐκποίησις κτήματος δι’ ὀφειλὴν
828ἄλλου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄγραφός τις ὑποθήκη. Ναί,
829αἱ ἄγραφοι ὑποθῆκαι κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἀ-
830παγορεύονται, ἀλλ’ αὐτοὶ οὗτοι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἀπαγο-
831ρεύονται αἱ ἄγραφοι ὑποθῆκαι παρ’ ἡμῖν, δεικνύουσιν ὅτι
832οὐδεμία ὑπάρχει αἰτία ἵνα μὴ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη
833ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3. Ὁ λόγος, δι’ ὃν αἱ ἄγραφοι ὑπο-
834θῆκαι ἀπαγορεύονται παρ’ ἡμῖν, εἶναι ὅτι, ἐπιτρεπομέ-
835νων αὐτῶν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ βεβαιότης περὶ τοῦ
836κτήματος, ἐὰν ᾖναι ἐλεύθερον ἢ οὔ, διότι τὴν ἄγραφον ὑπο-
837θήκην δὲν ἠξεύρει τις ποῦ ν’ ἀναζητήσῃ, δὲν ἠξεύρει πόθεν
838δύναται νὰ λάβῃ τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὸ κτῆμα δὲν
839εἶναι βεβαρημένον. Εἰς ταύτην ὅμως τὴν περίστασιν οὐ-
840δεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία παρὰ τῷ ἀπο-
841κτῶντι τὸ κτῆμα, διότι δύναται οὗτος πρῶτον μὲν νὰ
842ζητήσῃ τὰς ἀποδείξεις τῆς πληρωμῆς παρὰ τοῦ μετα-
843βιβάζοντος τὸ κτῆμα εἰς αὐτὸν, δύναται ὅμως καὶ ἀσχέ-
844τως τῆς πρὸς τὸν μεταβιβάζοντα τὸ κτῆμα αἰτήσεως
845αὐτῆς νὰ λάβῃ τὴν ἀπόδειξιν παρὰ τοῦ Ταμίου. Ὁ
846Ταμίας εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ αὐτὸν, ἂν οἱ φόροι
847εἰσεπράχθησαν ἢ οὔ ἐπὶ τοῦ κτήματος. Ὥστε πάντα
848τὰ διὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὑποθηκῶν ἐπιδιωκόμενα ἐνταῦθα
849πραγματοποιοῦνται, τουτέστιν ἔχομεν ἐνταῦθα ἐγγραφὴν
850οὐχὶ ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ὑποθηκῶν, ἀλλ’ ἐν δημοσίῳ
851βιβλίῳ, ἐξ οὗ δύναται ὁ ἀποκτῶν τὸ κτῆμα νὰ βεβαιω-
852θῇ ἂν ἦναι ἐλεύθερον ἢ οὔ. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη, ὡς
853εἶπον ἐν τῇ προηγουμένῃ ὁμιλίᾳ μου, δὲν εἶναι ἐκ τῶν
854θεμελιωδῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ
855τὴν διαγραφὴν αὐτῆς.
856Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας παρε-
857τήρησεν ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς
858νομοθεσίας ἡ ἀπαίτησις, ὅπως ὁ ἐπισπεύδων δα-
859νειστὴς κοινοποιῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν διὰ δικα-
860στικοῦ κλητῆρος ἀντίγραφον κατασχέσεως κινητῶν ἢ
861ἀκινήτων πραγμάτων ὀφειλετῶν, καὶ ἂν μὴ ᾖ ἐγγεγραμ-
862μένη ὑποθήκη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Εἶπεν, ὅτι ἐὰν ὑπάρ-
863χῃ ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ
864εἶχεν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ὠφέλει ἡ ἀντίῤῥησις,
865ἀφοῦ ἡ νομοθεσία ἐπιβάλλει τοῦτο εἰς τὸν δανειστήν.
866Αὐτὸ ὅμως τοῦτο, τὸ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἡμετέρας
867νομοθεσίας, ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἄρθρον 4 περιέχει διάτα-
868ξιν σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτῆς, διότι ἡ ἀπαίτησις,
869ἡ ἐν ἄρθρῳ 4 ἀναγεγραμμένη, δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὲρ προ-
870σώπου οὐδὲν ἔχοντος δικαίωμα. Δὲν ἔχει τὸ Δημόσιον
871δικαίωμα ὑποθήκης, ἀλλ’ ἔχει δικαίωμα προνομίου,
872καὶ ἔχει δικαίωμα προνομίου, οὐ μόνον ἐπὶ ἀκινή-
873των, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κινητῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρ-
874θρον 4 ὁμιλεῖ περὶ ἀκινήτων καὶ περὶ κινητῶν, διότι
875αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐπι-
876βάλλει, προκειμένου περὶ ὑποθήκης, αὐτὸ τοῦτο ἐπι-
877βάλλει τὸ ἄρθρον 4, προκειμένου περὶ προνομίου. Καὶ τίς
878ὑπάρχει λόγος ἵνα μὴ ἐπιβληθῇ τὸ αὐτὸ ἐπὶ προνομίου,
879ὅπερ ἐπιβάλλεται ἐπὶ ὑποθήκης; Τὸ ἄρθρον 940 τῆς
880Πολ. Δικονομίας πραγματευόμενον περὶ τῶν ἐχόντων
881προνόμιον, λέγει (ἀναγινώσκει). «Πρῶτον κατατάσσονται
882ὅσοι τῶν δανειστῶν ἔχουν προνόμια ἐφ’ ὅλων τῶν κινη-
883τῶν πραγμάτων». Μεταξὺ τῶν προνομιούχων τούτων
884ἔχομεν τὰς «ἀπαιτήσεις τοῦ Κράτους ἕνεκα καθυστερη-
885σάντων ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους
886καὶ τῶν δύω ἀμέσως προηγουμένων». Τοῦτο περὶ κινη-
887τῶν· τὸ δὲ ἄρθρον 991 τὴν αὐτὴν διάταξιν ἐφαρμόζει
888καὶ περὶ ἀκινήτων. Τὸ προνόμιον λοιπὸν τοῦτο διατί νὰ
889μὴ ἀσφαλισθῇ ὅπως τὸ δικαίωμα τῆς ὑποθήκης; Καὶ
890πῶς δικαιολογεῖται ὁ κ. βουλευτὴς λέγων ὅτι αἱ ἀρχαὶ
891αὗται, αἱ καθιερούμεναι ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι ἀνατρεπτικαὶ
892τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἐνῷ εἶναι ἁπλῶς συμπληρω-
893ματικαί; Καὶ πῶς δικαιολογεῖται λέγων, ὅτι οἱ Νομικοὶ
894σύμβουλοι ἀποδεικνύονται διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπε-
895ξειργάσθησαν τὸν νόμον, μὴ ἀποδίδοντες εἰς τὸ ἔργον των
896τὴν πρέπουσαν σημασίαν; Τοὐναντίον, ἀφοῦ ἀπεδείχθη,
897ὅτι εἰς τὰς κατατάξεις ταύτας τὸ Δημόσιον πάντοτε
898ἐρημοδικεῖ, διότι δὲν ἔχει εἴδησιν περὶ τῶν γενομένων
899πλειστηριασμῶν, τί ὀρθότερον εἰμὴ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὡς
900πρὸς τὰ προνόμια ἡ ἀρχὴ ἡ κρατοῦσα καὶ ὡς πρὸς τὰς
901ὑποθήκας; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτή-
902ρισαν ὡς ἀμελέτητον ὅσοι δὲν τὸ ἐμελέτησαν, βασανί-
903ζεται ἀπὸ χρόνων πολλῶν, βασανίζεται ἀφ’ ὅτου ὀφειλέ-
904ται τοῦ Δημοσίου δὲν πληρόνουσι, διότι ἔκτοτε δὲν
905διῆλθεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
906γὸς, ὅστις νὰ μὴ ἠσχολήθη εἰς τὸ θέμα τῆς συντονωτέ-
907ρας εἰσπράξεως. Ἔχω ἐνταῦθα ὅλα τὰ προηγούμενα
908νομοσχέδια, ὀλίγοι δὲ Ὑπουργοὶ διῆλθον τοῦ Ὑπουρ-
909γείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν παρεσκεύασαν ἢ καὶ ὑπέ-
910βαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ εἰσπράξεων, τὰ
911ὁποῖα ὅμως δὲν συνεζητήθησαν ἢ δὲν ἐψηφίσθησαν. Πολ-
912λάκις ἤκουσα ἐνταῦθα ἐπὶ συζητήσεως νομοσχεδίων τὴν
913μομφὴν ταύτην τοῦ ἀμελετήτου τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ
914πάντοτε παρετήρησα ὅτι οἱ τοιαύτας μομφὰς ἐπιῤῥίπτον-
915τες εἰς τὰ νομοσχέδια δὲν τὰ εἶχον σχεδὸν ἀναγνώσει.
916Ἤκουσα τὰ αὐτὰ πρόσωπα παραπονούμενα, ὁσάκις δὲν
917ὑπῆρχεν αἰτιολογικὴ ἔκθεσις προτεταγμένη εἰς τὰ νομο-
918σχέδια, καὶ σχεδὸν ποτὲ τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀγορεύοντα
919δὲν εἶχον μελετήσει τὰς συνοδευούσας τὰ νομοσχέδια
920αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις οὐδὲ κἂν ἀναγνώσει αὐτάς. Ἐὰν
921εἶχον μελετήσει οἱ ἀγορεύσαντες τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν
922αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἤθελον κατανοήσει ὅτι τὰ κατὰ
923πρώτην ὄψιν φαινόμενα ἀντιφατικὰ διατελοῦσι κατὰ
924βάθος ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς ἄλληλα, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται προη-
925γουμένως γνώσεις καὶ ἐνδελεχὴς τῶν κειμένων ἐξερεύνη-
926σις εἰς ἀναγνώρισιν τῆς ἐννοίας αὐτῶν καθ’ ἑαυτὰ καὶ
927τῆς πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τὴν ὅλην νομοθεσίαν σχέ-
928σεως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἠκούσαμεν τὴν ἐπίκρισιν ὅτι τὸ
929ἄρθρον τοῦτο εἰσάγει ἀρχὴν ὅλως ἄγνωστον ἐν τῇ ἡμε-
930τέρᾳ νομοθεσίᾳ καὶ αὐστηροτάτην, ὅτι τὸν ἐπιτηδευμα-
931τίαν ὑποχρεοῖ, ἵνα ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ αἰτήσεως, ἢ ὁσάκις
932ἀπευθύνῃ ἀγωγὰς ἢ ἄλλας πράξεις, ὑποβάλῃ καὶ τὴν
933ἀπόδειξιν ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος.
934Ἡ κειμένη παρ’ ἡμῖν νομοθεσία τί περὶ τούτου ὁρίζει;
935ὁρίζει ὅτι ὁ ἐπιτηδευματίας, ὁ μὴ ἀποτίνων τὸν φόρον τοῦ
936ἐπιτηδεύματος, δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ἐπιτήδευμά
937του. Οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν ἢ ἀγω-
938γὴν, δὲν δύναται πρᾶξιν οὐδεμίαν νὰ ἐνεργήσῃ σχετικὴν
939πρὸς τὸ ἐπιτήδευμά του. Τοῦτο κελεύει ἡ κειμένη παρ’
940ἡμῖν νομοθεσία. Ὅ,τι ὁρίζει περὶ τοῦ ὅλου ἡ κειμένη
941νομοθεσία, ἡ διάταξις αὕτη ὁρίζει εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ
942μέρους. Ὁ κανονισμὸς περὶ τοῦ μέρους ἀρχῆς ὑφισταμέ-
943νης περὶ τοῦ ὅλου θεωρεῖται παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευ-
944τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ὡς εἰσαγωγὴ αὐστηροτάτου νεωτερι-
945σμοῦ. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ἔψεξε καὶ
946τὴν ἑτέραν διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ
947ἡμίσεος τοῦ προστίμου εἰς τὸν καταγγέλλοντα. Αὕτη ἡ
948διάταξις περιέχεται ἐν ἅπασι τοῖς νόμοις· ἑπομένως
949ὁμοιομόρφως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὴν ὑπάρχου-
950σαν νομοθεσίαν ἔπρεπε νὰ τὴν περιλάβῃ. Βεβαίως δὲν εἶ-
951ναι διάταξις ἀπολύτως ἐπαινετὴ, εἶναι διάταξις περιέ-
952χουσά τι τὸ μὴ ἄκρως ἠθικόν· ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἠδυ-
953νάμεθα νὰ διαγράψωμεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἡμετέρας νομο-
954θεσίας, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ὅτι ἔχει ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων
955θὰ ἐστερούμεθα ἄνευ τῆς διατάξεως ταύτης· ἐν ὅσῳ λοι-
956πὸν δὲν λάβωμεν τὴν γενικὴν ἀπόφασιν νὰ διαγράψωμεν
957αὐτὴν ἀπὸ πάσης τῆς νομοθεσίας ἡμῶν—καὶ τοῦτο δὲν
958δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, εἰμὴ ὅταν πεισθῶμεν ὅτι διαγρά-
959φοντες αὐτὴν, δὲν θὰ στερήσωμεν τὸ Δημόσιον ἀπὸ εἰσπρά-
960ξεως τοῦ πλείστου μέρους τῶν εἰς αὐτὸ ὀφειλομένων—
961ἐνόσῳ τοῦτο δὲν πράξωμεν, εἰς πάντα νόμον θὰ βλέπω-
962μεν ἐπαναλαμβανομένην τὴν διάταξιν ταύτην, ἥτις ἀπο-
963τελεῖ ἀρχὴν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
96410 παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἐπιβάλλεται ἐνταῦ-
965θα πρόσθετος φόρος, καὶ ὅτι τοῦτο ἀντίκειται ἐπίσης
966πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ὅτι ἡ ἡμετέ-
967ρα νομοθεσία ἀναγνωρίζει ἐν τισι πληρωμὴν τόκου, ἀλλ’
968οὐδαμοῦ πρόσθετον φόρον. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐμελέτα
969περισσότερον τὴν ἄλλην νομοθεσίαν ἢ ὅσον ἐμελέτησε τὸ
970νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι ἡ ἄλλη νομοθεσία
971περιέχει ταύτην τὴν διάταξιν περιέχει τὸν πρόσθετον φό-
972ρον καὶ πρὸς τῷ προσθέτῳ φόρῳ περιέχει καὶ τὸν τόκον.
973Ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν περιελάβομεν τὸν τόκον, ἀλλὰ τὸν πρό-
974σθετον φόρον· ὁ πρόσθετος φόρος περιέχεται ἐν τῷ νόμῳ
975περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ
976φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
977Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν δὲ παρετήρησα ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι
978εἰς αὐτὸ δὲν ἀποδίδω σημασίαν· ὅτι προκειμένου περὶ
979προστίμου, τὸ ποσὸν δὲν ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν· ὅταν θεω-
980ρῆται ὑπερβολικὸν, ἐλαττοῦται, ὅταν θεωρῆται ὑπὲρ τὸ
981δέον ἐπιεικὲς, αὐξάνει. Ἡ γενικωτέρα ἰδέα φρονῶ, ὅτι
982ἀποκλίνει ὑπὲρ ἀνωτέρου ὅρου 20% καὶ τοῦ κατωτέ-
983ρου 10%.
984§56ΤΙΝΕΣ. 5%.
985§57ΕΤΕΡΟΙ. 10%.
986§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 παρετήρησεν ὁ κ.
987βουλευτὴς, ὅτι φαίνεται τοῦτο ἀπαγορεῦον τὰς ἀναστο-
988λὰς καὶ εἰς τὴν Δικαστικὴν ἀρχὴν, διότι λέγει «ἀνα-
989στολὴν τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων οὔτε ὁ ταμίας, οὔτε
990ἄλλος ὑπάλληλος δύναται νὰ διατάξῃ». Ποῦ ἠδυνήθη
991ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς νὰ δίδῃ τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν,
992δὲν ἐννοῶ. Ταμίας ἢ ἄλλος ὑπάλληλος δύναται νὰ ᾖναι
993δικαστής;
994§59ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ.
995§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν εἴπωμεν «διοικητικοὶ ὑπάλληλοι»
996κινδυνεύομεν νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν λέξιν ὑπάλ-
997ληλος ἐν τῇ ἄλλῃ νομοθεσίᾳ, τουτέστι νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι
998ὑπάλληλοι δύνανται νὰ ᾖναι καὶ ἡ δικαστικὴ Ἐξουσία.
999§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἥτις
1000ἀναγράφει καὶ κανονίζει τὰ περὶ ἀναστολῆς.
1001§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τούτου,
1002ὁ νόμος τοῦ 1871 ἔχει ὡς ἔχει· ἤδη πρόκειται περὶ τῶν
1003ἀναστολῶν, τῶν ὁποίων ἐποιοῦντο ἀτόπως χρῆσιν οἱ τα-
1004μίαι, δὲν λέγω κατάχρησιν, διότι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίω-
1005μα νὰ ποιῶνται χρῆσιν αὐτῆς. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ
1006ἀναγραφῇ εἰδικὴ διάταξις ἀπαγορεύουσα εἰς τοὺς ταμίας
1007νὰ χορηγῶσιν ἀναστολὴν, διότι ταμίαι τινὲς δὲν εἶ-
1008χον πλήρη τὴν συνείδησιν ὅτι ἦσαν ἐστερημένοι τοῦ δι-
1009καιώματος τούτου.
1010§63ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ μία λέξις «οἱ
1011ὑφιστάμενοι;»
1012§64ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἐξήγησις ἔγεινε.
1013§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ θεωρήσῃ ὅτι τὸ Δι-
1014καστήριον εἶναι ὑπάλληλος.
1015Ἐπέκρινε τέλος ὁ κ. βουλευτὴς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρ-
1016θρου 14 ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀνάθεσιν εἰς ἐργολάβον τοῦ
1017δικαιώματος τῶν εἰσπράξεων· ἀλλ’ εἶπεν ὅτι δὲν ἐπιμέ-
1018νει εἰς τὴν ἐπίκρισιν ταύτην, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλω-
1019σεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θέλει διαγραφῆ, μνημονεύει δ’
1020αὐτοῦ μόνον ἵνα δείξῃ ὅτι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
1021συνετάχθη, εἶναι ἀντίθετον πρὸς ἀρχὰς τὰς κρατούσας
1022ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου 14
1023εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ κώδικι τῶν εἰσπρά-
1024ξεων· ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1871 ἀναγράφεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἐνοι-
1025κιάσεως τῶν εἰσπράξεων, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ὑπουργεῖον
1026ἤθελε θεωρήσει τοῦτο πρέπον. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συ-
1027νετάχθη καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, προκειμένου περὶ τῶν εἰ-
1028δικῶν εἰσπράξεων, περὶ ὧν ἐν αὐτῷ ὁ λόγος.
1029§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ καλῶς
1030ἐννοούμενον συμφέρον.
1031§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἡ κειμένη νομοθεσία περιέχῃ
1032τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀναθεωρή-
1033σωμεν τὸν θεμελιώδη νόμον, ἐννοεῖται, ὅτι ἐν συμπληρω-
1034ματικῷ νόμῳ ἔπρεπε νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν ὑφιστα-
1035μένην ἀρχήν· ἀλλὰ τόσον μικρὰν σημασίαν ἀποδίδομεν
1036εἰς τὴν μίσθωσιν, ὥστε ἐν ᾧ ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς θεμελιώ-
1037δους ἡμῶν νομοθεσίας, οὐδέποτε προσετρέξαμεν εἰς αὐτήν·
1038ἀπόδειξις δὲ ὅτι τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν δὲν ἀνε-
1039γράψαμεν ἀφορῶντες εἰς εἰδικόν τινα σκοπὸν, εἶναι ὅτι
1040εἴμεθα πρόθυμοι νὰ διαγράψωμεν αὐτήν. Ἀπήντησα εἰς
1041ὅσα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἐπιφυλάσσομαι
1042δὲ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, ἐὰν ὑποβληθῶσι προτάσεις, ν’ ἀπαν-
1043τήσω, πρόθυμος ὢν ν’ ἀποδεχθῶ εἰσηγήσεις τεινούσας εἰς
1044τὴν εὐχερεστέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἄνευ βλάβης τῶν
1045θεμελιωδῶν αὐτοῦ ἀρχῶν.
1046§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, λαμβάνω
1047τὸν λόγον ἵνα ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου περὶ
1048τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου. Τὴν
1049γνώμην ταύτην ἐμόρφωσα μετὰ ἀμερόληπτον καὶ ἀκριβῆ
1050ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ὅσην τοὐλάχιστον ἐπιτρέπει
1051τὸ ποικίλον τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες καθ’ ἑκάστην διεξά-
1052γονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς καὶ αἱ ἰδιαίτεραί μου ἀ-
1053σχολίαι. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶνε ἀλάν-
1054θαστος· τοὐναντίον, ἀναγνωρίζω, ὅτι πολὺ συχνὰ ἐνδέχεται
1055νὰ πλανῶμαι· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ ὑμᾶς
1056νὰ πιστεύσητε, εἶνε ὅτι οὐδόλως συνετέλεσεν εἰς τὴν
1057μόρφωσιν τῆς γνώμης ταύτης, οὔτε πολιτικόν τι συμφέ-
1058ρον, οὔτε πρόθεσίς τις ἀντιπράξεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
1059Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τοιαῦται σκέψεις ἠδύναντο νὰ
1060ἐπηρεάσωσι τὴν κρίσιν ἡμῶν, κατανοεῖτε, ὅτι, ἀπομονω-
1061θέντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ πασῶν τῶν πολιτικῶν
1062μερίδων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀποκηρυττόμενοι παντα-
1063χόθεν, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιοῦτόν τι συμφέρον.
1064Ἐμφορούμεθα μόνον ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ χορηγήσωμεν
1065τὴν ἀσθενῆ ἡμῶν συνδρομὴν εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι βελτίο-
1066να διαῤῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Κατὰ
1067συνέπειαν παρακαλῶ νὰ ἀκροασθῆτε μετά τινος εὐμενείας
1068ὅσα μέλλω νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, διότι ἐν πεποιθήσει τὰ
1069θεωρῶ τείνοντα εἰς πρόληψιν πολλῶν ἀτοπημάτων καὶ
1070πολλῶν δυστυχημάτων.
1071Ἀναγνωρίζω, κύριοι, καὶ ἐπιδοκιμάζω τὰς προσπα-
1072θείας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς
1073πόθους αὐτοῦ περὶ ἀνελλιποῦς εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὸ
1074Δημόσιον ὀφειλομένων· ἀναγνωρίζω δὲ ὅτι ὡς πρὸς τὸν
1075σκοπὸν τοῦτον ἀπαραίτητος ἀνάγκη εἶνε νὰ χορηγήσω-
1076μεν εἰς τὸ Δημόσιον μέτρα πολὺ δραστηριώτερα ἐκείνων,
1077τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται εἰς τοὺς ἰδιώτας. Ἀλλὰ φρονῶ
1078ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τῆς ἀνελλιποῦς εἰσπράξεως
1079τῶν καθυστερούντων οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ παραγνωρί-
1080σωμεν καὶ νὰ διακινδυνεύσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν ὀ-
1081φειλετῶν, οὔτε νὰ παραβλάψωμεν τὰ δικαιώματα καὶ
1082τὰ συμφέροντα τρίτων καὶ νὰ διαταράξωμεν τὰς ἐννό-
1083μους ἐν τῇ κοινωνίᾳ σχέσεις. Βεβαίως μεγάλα καὶ σεβα-
1084στὰ εἶνε τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐπίσης σε-
1085βαστὰ καὶ ἱερὰ εἶνε καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν.
1086Ἂν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἔγκηται εἰς τὴν ἀνελλιπῆ
1087εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων, ἔγκειται συγχρόνως
1088ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ προστασίαν τῶν δι-
1089καιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Μόνον ἐν
1090τῇ ἴσῃ καὶ δικαίᾳ προστασίᾳ καὶ ἀσφαλείᾳ ἁπάντων
1091τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων τούτων ἔγκειται τὸ
1092ἀληθὲς συμφέρον τῆς Πολιτείας.
1093Δυστυχῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον οὐδόλως ἀ-
1094πέβλεψεν εἰς τὴν ἴσην καὶ δικαίαν προστασίαν τῶν δι-
1095καιωμάτων τούτων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπεδίωξε τὴν εἴσ-
1096πραξιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων διὰ τρόπου,
1097παραγνωρίζοντος πᾶν ἕτερον δικαίωμα, πᾶν ἕτερον συμ-
1098φέρον, διὰ τρόπου σκληροῦ καὶ ἀποτόμως διαταράσσον-
1099τος πλείστας τῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐννόμων σχέσεων.
1100Τοιαύτην διατάραξιν δὲν ἀποτελεῖ ἴσως τὸ ἄρθρον 1
1101τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ὡς ἄριστα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος
1102τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπεκτείνει τὸ ἰσχῦον
1103ἤδη μέτρον τῆς γενικῆς προσκλήσεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ
1104Δημοσίου καὶ εἰς ἄλλους ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, περὶ
1105τῶν ὁποίων δὲν ἠδύναντο νὰ προΐδωσιν οἱ προηγούμενοι
1106νόμοι, διότι τοιοῦτοι ὀφειλέται δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὴν
1107δημοσίευσιν τῶν νόμων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ λόγος
1108περὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου, ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρή-
1109σω, ὅτι πλὴν τῶν νέων τούτων ὀφειλετῶν τῶν ἐκ τῆς
1110διαθέσεως γαιῶν ἢ φυτειῶν, περὶ τῶν ὁποίων πράγματι
1111δὲν ἠδύναντο νὰ προβλέψωσιν οἱ προγενέστεροι νόμοι, τὸ
1112ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου πραγματεύεται καὶ περὶ ὀ-
1113φειλετῶν ἐκ προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν. Ἐν-
1114τεῦθεν μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία περὶ τοῦ λόγου, διατί πραγ-
1115ματεύεται τὸ ἄρθρον καὶ περὶ τούτων, ἆρά γε δὲν προ-
1116βλέπουσι περὶ αὐτῶν οἱ προγενέστεροι νόμοι; Καὶ πρὸς
1117λύσιν τῆς ἀπορίας μου ἀνέτρεξα εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871,
1118τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς χεῖράς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1119σεως, καὶ εἶδον ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ἀνωτέ-
1120ρω ὀφειλέτας οὐδεμίαν πρόσκλησιν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, δι-
1121ότι, ἐὰν δὲν πληρώσωσι, μεταφέρονται ἀμέσως ἐκ τῶν
1122ποινικῶν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς. Ἑπομένως ὅλως
1123περιττὸν εἶνε νὰ προβλέψῃ περὶ αὐτῶν τὸ ἤδη συζητού-
1124μενον νομοσχέδιον.
1125Ἀλλ’ αὐτά, κύριοι, εἶναι βεβαίως ἐπουσιώδη. Ἔρχομαι
1126ν’ ἀποδείξω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πραγματικῶς τὸ προκείμε-
1127νον νομοσχέδιον παραγνωρίζει καὶ σφαγιάζει καὶ τὰ συμ-
1128φέροντα τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων.
1129Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὸ
1130ἄρθρον δεύτερον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πραγματεύε-
1131ται περὶ ἐκποιήσεως κτημάτων, ἐφ’ ὧν ἐνεγράφησαν
1132ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὑποθῆκαι, ἢ ἐφ’ ὧν ἐπεβλήθησαν
1133φόροι.
1134Κύριοι, περὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας τῶν ἰδιωτῶν
1135ἰδιαζόντως ἐμερίμνησαν ἀείποτε οἱ νομοθέται, διότι ἡ ἀ-
1136κίνητος ἰδιοκτησία ἐθεωρήθη, καὶ δικαίως, ὡς ὁ ἰσχυρό-
1137τερος δεσμὸς ὁ συνδέων τὸν πολίτην μετὰ τῆς Πολιτείας,
1138καὶ διὰ τοῦτο αἱ νομοθεσίαι ἐκανόνισαν ἀκριβῶς οὐ μόνον
1139τὰ τῆς ἀκουσίου ἤγουν ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν
1140ἀκινήτων κτημάτων, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἀναγόμενα εἰς
1141τὴν ἑκουσίαν αὐτῶν ἐκποίησιν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ
1142εἰς τὴν ἑκουσίαν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων, αἱ
1143νομοθεσίαι ἐφρόντισαν νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ μέτρα, διὰ τῶν
1144ὁποίων βεβαιοῦται δημοσίως καὶ ἐπισήμως καὶ ἐξασφα-
1145λίζονται ὅλα τὰ πραγματικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύ-
1146νανται νὰ ὑπάρξωσιν ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων. Καὶ τὸν
1147σκοπὸν τοῦτον ἐπιδιώκουσι καὶ οἱ νόμοι τῶν ὑποθηκῶν
1148καὶ οἱ νόμοι τῶν μεταγραφῶν καὶ ἡ διὰ νόμου κατάρ-
1149γησις παντὸς προϋπάρχοντος δικαιώματος ἀγράφου ἐπὶ
1150τῶν κτημάτων τούτων. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀ-
1151ναγκαστικὴν αὐτῶν ἐκποίησιν, διέγραψαν πλείστας δια-
1152τυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησαν ἀναγκαίας πρὸς ἐξασφά-
1153λισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ὀφειλετῶν καὶ πρὸς ἐπιτυ-
1154χίαν μείζονος συναγωνισμοῦ περὶ τὴν ἐκποίησιν αὐτῶν.
1155Τοιαύτας διατυπώσεις περιέχει βεβαίως καὶ ἡ ἡμετέρα
1156Πολιτικὴ Δικονομία· συνίστανται δὲ αὗται ἐν συνόψει εἰς
1157τὰς ἑξῆς· πρῶτον ἡ κατάσχεσις τοῦ ἀκινήτου πρέπει νὰ
1158γίνηται παρουσίᾳ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, πρέπει δὲ καὶ
1159νὰ περιγράφηται αὐτὸ ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἔκτασιν, τὰς
1160ἰδιότητας καὶ τὰ βάρη· δευτέρα σπουδαιοτάτη διατύ-
1161πωσις εἶνε ἡ κοινοποίησις τῆς κατασχέσεως εἰς τὸν ὀφει-
1162λέτην καὶ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῆς εἰς τὸ ἐν τῷ ὑποθηκοφυλα-
1163κείῳ βιβλίον τῶν κατασχέσεων· τρίτη διατύπωσις εἶνε ἡ
1164πρόσκλησις τῶν ἐχόντων ἐγγεγραμμένας ὑποθήκας. Αἱ
1165λοιπαὶ διατυπώσεις συνίστανται εἰς δημοσιεύσεις καὶ τοι-
1166χοκολλήσεις ἐπὶ τῷ τέλει νὰ προκληθῇ ὅλος ὁ δυνατὸς
1167συναγωνισμὸς, καὶ ἀσφαλισθῶσιν οὕτω τὰ δικαιώματα
1168καὶ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τῶν δανειστῶν. Τώρα ἐνδέχεται
1169νὰ θεωρήσῃ τις τὰς διατυπώσεις ταύτας ὡς λίαν πολυ-
1170τελεῖς καὶ δεκτικὰς περιστολῆς· ἀλλ’ εἶνε τινὲς ἐξ αὐτῶν,
1171ὧν ἡ παράλειψις δύναται νὰ ἐπενέγκῃ ἀνεπανόρθωτα
1172δυστυχήματα. Ἡ ἀτελὴς περιγραφὴ δύναται νὰ ἐμβάλῃ
1173εἰς πλάνας περὶ τῆς ταυτότητος ὡς καὶ περὶ τῆς ἐκτά-
1174σεως καὶ τῆς ἀξίας τοῦ εἰς πλειστηριασμὸν ἐκτιθεμένου
1175κτήματος.
1176Ἡ ἔλλειψις τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατασχέσεως εἰς
1177τὸν ὀφειλέτην καὶ τῆς ἐγγραφῆς αὐτῆς εἰς τὰ βιβλία
1178τῶν ὑποθηκῶν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ μείζονα δυστυχήμα-
1179τα, διότι ἄνευ τῶν διατυπώσεων τούτων ἐνδέχεται νὰ
1180ἐκποιήσῃ ὁ ὀφειλέτης ἢ νὰ ὑποθηκεύσῃ τὸ κατασχεθὲν,
1181ἐνῷ ἂν τηρηθῶσιν αἱ διατυπώσεις ἐκεῖναι, ὁ μὲν ὀφειλέ-
1182της στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκποιήσεως, οἱ δὲ
1183τρίτοι μανθάνοντες ἐκ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὰ βιβλία τῶν
1184ὑποθηκῶν, ὅτι ἐγένετο κατάσχεσις, θέλουσι προφυλαχθῆ
1185νὰ δανείσωσιν ἐπὶ ὑποθήκῃ, καὶ οὕτως ἅπαντα τὰ δι-
1186καιώματα προστατεύονται. Τέλος ἡ παράλειψις τῆς δη-
1187μοσιεύσεως καθιστᾷ ἀδύνατον πᾶσαν ἐξέτασιν περὶ τοῦ
1188ἐκποιουμένου πράγματος καὶ περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, πα-
1189ρακωλύει πάντα συναγωνισμὸν καὶ ἐπιφέρει τὴν ἐκποίη-
1190σιν ἐπὶ εὐτελεστάτῃ τιμῇ πρὸς καταστροφὴν τοῦ ὀφει-
1191λέτου. Διὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταὶ, ὁσάκις παρέστη ἀ-
1192νάγκη ἕνεκα σπουδαίων λόγων, ἵνα ἡ Νομοθετικὴ Ἐ-
1193ξουσία περιστείλῃ τὰς διατυπώσεις τῆς ἀναγκαστικῆς
1194ἐκποιήσεως, ἐνήργησε μετὰ τῆς μεγίστης φρονήσεως καὶ
1195περισκέψεως. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ περισταλῶσιν αἱ
1196διατυπώσεις αὗται ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· τίς
1197εἶνε ἡ γενομένη περιστολή; κατηργήθη μὲν ἡ κατάσχε-
1198σις, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸ βι-
1199βλίον τῶν κατασχέσεων τῶν ὑποθηκῶν τὴν πρὸς τὸν
1200ὀφειλέτην ἐπιταγήν. Κατηργήθη ἐπίσης ἡ ὑποχρέωσις
1201τῆς λεπτομεροῦς περιγραφῆς τοῦ κτήματος, ὑποχρεοῦται
1202ὅμως ἡ Τράπεζα νὰ συντάξῃ πρόγραμμα, ἐν τῷ ὁποίῳ
1203θὰ περιγράφῃ τὸ κτῆμα, ὡς ἔχει τὸ συμβόλαιον τῆς
1204ὑποθήκης· ὀφείλει δὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο νὰ τὸ τοιχο-
1205κολλήσῃ εἰς πλεῖστα μέρη πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ προσή-
1206κοντος συναγωνισμοῦ.
1207Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταί, ἴσως ὅτι ὅταν
1208ἐπρόκειτο τὰ προνόμια ταῦτα νὰ χορηγηθῶσι καὶ εἰς
1209ἄλλας Τραπέζας, ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βου-
1210λὴν τροπολογίαν, καθ’ ἣν αἱ διατυπώσεις τῆς ἐκτελέ-
1211σεως ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπὶ παντὸς
1212ἐνυποθήκου δανείου, ἔστω καὶ ὑπὸ ἰδιώτου πρὸς ἰδιώτην,
1213ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουσε τὴν τροπολογίαν μου, καὶ
1214ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγάρων βουλευτὴς ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βή-
1215ματος καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ διατυπώσεις αὗται εἶναι
1216ἱεραὶ καὶ ἀναγκαῖαι πρὸς προστασίαν τῶν δυστυχῶν
1217ὀφειλετῶν, καὶ ἡ τροπολογία μου ἀπεῤῥίφθη.
1218Ὅ,τι ἐγένετο περὶ τῶν Τραπεζῶν, ἐγένετο περίπου
1219καὶ περὶ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1871. Καὶ
1220ὁ νόμος οὗτος κατήργησε τὴν κατάσχεσιν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ
1221τὴν ἀκριβῆ περιγραφὴν τοῦ κτήματος, ἀπαιτεῖ τὴν ἐγ-
1222γραφὴν τῆς περιγραφῆς εἰς τὰ βιβλία τῆς κατασχέσεως
1223τῶν ὑποθηκῶν, ἐπὶ πᾶσι δὲ ἀπαιτεῖ ἐπανειλημμένας
1224γνωστοποιήσεις καὶ δημοσιεύσεις. Τοὐναντίον, τὸ προκεί-
1225μενον Νομοσχέδιον πάντα ταῦτα διὰ μιᾶς διατάξεως
1226θέτει ἐκποδών. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ὁ Ταμίας
1227ἐγγράφει εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» εἰδο-
1228ποίησιν, ὅτι πωλεῖται κτῆμα τινὸς οἱουδήποτε καὶ μετὰ
122940 ἡμέρας ἐκτίθεται τὸ κτῆμα τοῦτο εἰς πλειστηριασμὸν
1230καὶ κατακυροῦται!
1231Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι
1232ἆρά γε δυνατὸν νὰ μάθῃ ὁ δυστυχὴς αὐτὸς ὀφειλέτης,
1233ὅτι πρόκειται πράγματι νὰ ἐκτεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν
1234τὸ κτῆμά του; Εἶναι ἆρά γε ὅλοι οἱ ὀφειλέται εἰς θέσιν
1235νὰ ἀναγινώσκωσι τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως»
1236Καὶ δὲν γνωρίζομεν ὅτι πολλοὶ εἶναι ἀγροῖκοι καὶ δὲν
1237γνωρίζουσι νὰ ἀναγινώσκωσι; Μήπως προηγήθη εἰδικὴ
1238πρόσκλησις πρὸς πληρωμὴν, ὥστε νὰ γνωρίζωσιν ὅτι
1239ἐνδέχεται νὰ πωληθῇ τὸ κτῆμά των; Πῶς εἶναι δυνα-
1240τὸν οἱ θέλοντες καὶ δυνάμενοι νὰ συναγωνισθῶσιν, οἵτινες
1241ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀγράμματοι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀνα-
1242γνώσωσι τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», νὰ γνωρί-
1243ζωσιν, ὅτι πράγματι εἰς ὡρισμένην ἡμέραν πρόκειται νὰ
1244γίνῃ τοιαύτη ἐκποίησις; Καὶ ἐὰν δυνηθῶσι νὰ μάθωσι
1245τὴν ἡμέραν, δύνανται ἐκ τῆς ἀτελοῦς περιγραφῆς νὰ
1246κατανοήσωσι περὶ τίνος κτήματος πρόκειται, καὶ τίνος
1247ἀξίας εἶναι; Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως,
1248μετὰ 10 ἢ 20 ἡμέρας ἐκποιήσῃ ὁ ὀφειλέτης τὸ κτῆμα
1249αὑτοῦ, διότι οὐδεὶς Νόμος τὸν στερεῖ τοῦ δικαιώματος
1250τῆς διαθέσεως τῆς περιουσίας του, τί θὰ συμβῇ μεταξὺ
1251τοῦ ἀγοραστοῦ παρὰ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τοῦ ἀγοραστοῦ
1252ἐν τῷ Δημοσίῳ πλειστηριασμῷ; ὁ ὀφειλέτης ἔχει τὸ
1253δικαίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν του.....
1254§69ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ ὑποθήκη.
1255§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑποθήκη δὲν ἐμποδίζει
1256τὴν ἑκουσίαν ἐκποίησιν· ἐκτὸς δὲ αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ καὶ
1257ἡ διὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ ἀκουσία· τίς λοιπὸν θὰ ἦναι
1258ὁ ἀληθὴς ἀγοραστής; βεβαίως ὁ ἀγοράσας ἀπὸ τὸν ὀφει-
1259λέτην. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὀρθὰ καὶ δίκαια εἶναι ὅσα
1260εἶπε κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ.
1261κ. Μεσσηνέζης. Καὶ ἐὰν ταῦτα ἔχωσι σπουδαιότητα ἐπὶ
1262οἱουδήποτε κτήματος, ἐπὶ ἀστικοῦ π. χ. κτήματος,
1263φαντασθῆτε ποίαν σπουδαιότητα καὶ σημασίαν ἀποκτῶ-
1264σιν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ κτημάτων, τὰ
1265ὁποῖα ἀπεκτήθησαν διὰ δηλώσεων κατὰ τοὺς περὶ δια-
1266θέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν Νόμους. Τὰ ὅρια τῶν κτημά-
1267των ἐν ταῖς δηλώσεσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν
1268ὡς ἀκριβῆ. Ἡ αὐτὴ θέσις ἀναφέρεται πολλάκις ὑπὸ
1269δύω ἢ τρία ὀνόματα. Μεγάλαι συνεχεῖς ἐκτάσεις ἐδη-
1270λώθησαν ὑπὸ πλείστων καὶ διῃρέθησαν οὕτω εἰς τεμάχια,
1271ὧν τὸ μεῖζον ἐξ ὀγδοήκοντα στρεμμάτων, καὶ μεταξὺ
1272τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσιν ὅρια· ὅθεν αἱ δηλώσεις ἀνα-
1273φέρουσιν ὡς ὅρια πανταχόθεν ἐθνικὰς γαίας. Πῶς λοι-
1274πὸν θὰ διακριθῇ ἐκ τῶν τοιούτων ὁρίων ἕκαστον τῶν
1275κτημάτων; Ἐκτὸς τούτου οἱ περὶ δηλώσεων Νόμοι δὲν
1276ἔκαμον τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ καταστρέψωσιν ἀδιαλεί-
1277πτως τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ νὰ φέρωσι τὴν
1278σύγχυσιν. Παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς μὴ κατό-
1279χους νὰ δηλώσωσιν, ἀφοῦ παρέλθῃ ἡ προθεσμία τῶν κα-
1280τόχων καὶ χωρικῶν, καὶ δυνάμει τοῦ Νόμου τούτου ἐδή-
1281λωσαν οἱ μὴ κάτοχοι, ἀλλ’ ἕτερος Νόμος παρέτεινε τὴν
1282προθεσμίαν τῶν κατόχων καὶ χωρικῶν καὶ τότε ἐδήλω-
1283σαν οὗτοι τὰς αὐτὰς γαίας τὰς δηλωθείσας ὑπὸ τῶν
1284μὴ κατόχων. Πολλάκις τὸ αὐτὸ κτῆμα ἐδήλωσαν δύω ἢ
1285καὶ τρεῖς, μεταβάλλοντες τὰ ὀνόματα. Ἐκτάσεις μεγάλαι
1286ἐδηλώθησαν ἐν συνόλῳ, ἐνῷ μικραὶ μερίδες αὐτῶν εἶχον
1287δηλωθῆ παρ’ ἄλλων. Ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ
1288χαρακτηρισθῇ ὡς πλήρης καὶ ἀθεράπευτος σύγχυσις!
1289Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν πρόκηται νὰ γίνῃ ἐκποίησις τοιού-
1290του κτήματος, πῶς δύναται ὁ ἀγοραστὴς ἐπὶ τῇ βάσει
1291τοιαύτης περιγραφῆς, ὅταν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νομοσχε-
1292δίου διαγράφει, νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν κτήματος καὶ νὰ
1293πεισθῇ περὶ τῆς ταυτότητος καὶ περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ
1294καὶ νὰ προσφέρῃ τιμήν;
1295§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄρθρον 2,
1296τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι τὰ κτήματα, ἐφ’ ὧν ἐνεγράφησαν
1297ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὑποθῆκαι; διότι ἐὰν λάβητε αὐτὸ
1298ὑπ’ ὄψιν, πολλὰ τῶν ἐπιχειρημάτων σας καταπίπτουν,
1299διότι πρόκειται περὶ κτημάτων, ἐφ’ ὧν τὸ Δημόσιον ἔ-
1300χει ἐγγεγραμμένην ὑποθήκην, καὶ ἵνα ἐγγραφῇ ἐγκύρως
1301ὑποθήκη, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λεπτομερὴς περιγραφή.
1302§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περιγραφή, ἡ ὁποία θὰ
1303ὑπάρχῃ εἰς τὰς δηλώσεις, θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ βιβλία
1304τῶν ὑποθηκῶν. Ποία δὲ σύγχυσις θέλει ἐπέλθει μεταξὺ
1305τῶν διαφόρων τούτων δηλωτῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κτή-
1306ματος καὶ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ κατακυρωθῇ τὸ
1307κτῆμα τοῦτο; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε χθές, ὅτι ἡ κα-
1308ταδίωξις καὶ ὁ πλειστηριασμὸς θὰ ἐνεργηθῇ κατὰ τῶν κα-
1309τόχων, ὥστε δὲν βλάπτονται οἱ μὴ κάτοχοι. Τοῦτο δὲν
1310εἶναι ὀρθόν, διότι τὰ βιβλία τῶν ταμείων δεικνύουν μὲν
1311τίνες οἱ ἐκ δηλώσεων ὀφείλοντες, οὐχὶ ὅμως καὶ τίνες
1312αὐτῶν εἶναι κάτοχοι τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν. Ἑπομένως
1313ἐνδέχεται νὰ ἐκτεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν τὸ κτῆμα, τὸ
1314ὁποῖον ἐδήλωσα ἐγώ, ἀλλὰ ἐδήλωσε καὶ κατέχει ἄλ-
1315λος, ὅστις καὶ πληρόνει ἴσως τακτικῶς, καὶ θέλει προσ-
1316έλθει οὕτως ὁ νέος ἀγοραστὴς καὶ ζητήσει παρὰ τοῦ κα-
1317τόχου τὴν παράδοσιν τοῦ κτήματος ἢ τὴν ἔξωσιν τοῦ
1318κατόχου ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τοῦ κατόχου γεί-
1319νῃ ἡ ἐκτέλεσις, ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦνε ὁ κάτοχος, ἀλλ’ ἕ-
1320τερος μὴ κάτοχος, ὁ δηλώσας ἐγκύρως, καὶ ἐπιτρέψατέ
1321μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα ὅτι ἐγὼ μετὰ τῶν
1322ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν κ. Μαυρομμάτη, καὶ Α.
1323Πετιμεζᾶ, καὶ τοῦ ἀποβιώσαντος τμηματάρχου Ραζι-
1324κότσικα καὶ ἄλλων ἐδηλώσαμεν γαίας, τὰς ὁποίας ὅμως
1325δὲν ἐλάβομεν εἰς τὴν κατοχήν μας, διότι ἄλλοι ἄνευ δι-
1326καιώματος κατέλαβον αὐτὰς δυνάμει μεταγενεστέρων
1327δηλώσεων. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνοι δὲν πληρώσωσι, θὰ γίνῃ
1328ἡ ἐκποίησις τοῦ κτήματος καὶ θέλει κατακυρωθῆ τοῦτο
1329εἰς ἄλλον καὶ ὁ μὲν ἀγοραστὴς θὰ λέγῃ ὅτι νομίμως ἐ-
1330γένετο κύριος, ἡμεῖς δὲ ὅτι ὁ κάτοχος, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁ-
1331ποίου ἐπωλήθη, οὐδὲν εἶχεν ἐπὶ τοῦ κτήματος δι-
1332καίωμα.
1333§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τῆς καταστά-
1334σεως τῆς ἰδιοκτησίας.
1335§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις τῆς ἰδιο-
1336κτησίας οὖσα τοσοῦτον ἀόριστος καὶ συγκεχυμένη, ἐπι-
1337βάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν
1338νὰ μὴ ψηφίσῃ σήμερον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γείνῃ
1339μυριάκις χειροτέρα ἡ κατάστασις αὕτη.
1340Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 2ον, τὸ ὁποῖον
1341τοσοῦτον ἀθῶον ἐξέλαβεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς,
1342ἀντίκειται, δύναμαι εἰπεῖν, καὶ ἀνατρέπει πάντα κανόνα
1343καὶ δικονομικὸν καὶ οὐσιαστικὸν, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ
1344νὰ εἴπω, καὶ λογικόν. Εἶνε ἀδύνατον ἐκ τοῦ νόμου τού-
1345του νὰ ἐπέλθῃ ἀληθὴς εἰς τὸ Δημόσιον ὠφέλειά τις, μό-
1346νον γενικὴ σύγχυσις τῶν δικαιωμάτων καὶ διατάραξις
1347τῶν νομίμων σχέσεων θέλει ἐπέλθει. Εἶναι λοιπὸν ἀδύ-
1348νατον νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος ἄρθρον
1349τοιοῦτον. Ἀλλὰ καὶ οἱανδήποτε ἄλλην διάταξιν ἂν λά-
1350βητε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπίσης δύνασθε νὰ μεμ-
1351φθῆτε αὐτῆς. Οὕτω φερ’ εἰπεῖν περὶ τοῦ ἄρθρου 3, ἐπειδὴ
1352λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καὶ βλέπει ὁ ἀξιότιμος κ.
1353Πρωθυπουργὸς ὅτι ἀναγινώσκω ἐνίοτε τὰς αἰτιολογικὰς
1354ἐκθέσεις, ἐπειδὴ λέγει, οἱ ἔγγειοι φόροι καὶ οἱ φόροι ἐπὶ
1355τῶν οἰκοδομῶν κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἐπιβάλ-
1356λονται εἰς τὰ ἄτομα καὶ ὄχι εἰς τὰ κτήματα, τὸ δὲ
1357κτῆμα μεταβαίνει ἀπὸ προσώπου εἰς πρόσωπον, εἶνε ἀ-
1358νάγκη πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ φόρου, καθ’ ἣν περίπτωσιν
1359ὁ πρώην ἰδιοκτήτης δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ αὐ-
1360τὸν, εἶνε, λέγει, ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸν εἰς τὸν
1361τελευταῖον.
1362§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ διεγράφη.
1363§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· οὐχ ἧττον θὰ
1364εἴπω τινὰ ἵνα παραστήσω ὁποῖον εἶνε τὸ νομοσχέδιον
1365αὐτό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριάκοντα ἔτη νομοθετοῦν-
1366τες ἐπετύχομεν, ἤγουν τὴν κατάργησιν τῶν ἀφανῶν ἐπὶ
1367τῶν κτημάτων βαρῶν, τοῦτο ἐπαναφέρομεν διὰ τοῦ προ-
1368κειμένου ἄρθρου. Ἀλλὰ μεταβαίνω εἰς ἕτερον.
1369Τὸ Δημόσιον χαίρει κατὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιό-
1370τιμος Πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε, κατὰ τὰ ἄρθρα 940 ἐδ.
13717 καὶ 991 Πολιτικῆς Δικονομίας, προνόμιον ἕνεκα καθυ-
1372στερούντων ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τῶν τελευταίων
1373ἐτῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὰ προνόμια
1374ταῦτα, διότι οἱ ὑπάλληλοί του δὲν φροντίζουσι νὰ μά-
1375θωσιν ἐὰν τὰ κτήματα τῶν ὀφειλετῶν του κατάσχωνται
1376ἢ ἐκποιῶνται. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ πρὸς ἐξασφάλι-
1377σιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἅτινα οἱ ἁρμόδιοι
1378ὑπάλληλοι δὲν ἐπιμελοῦνται; Πρόκειται νὰ ὑποχρεώσω-
1379μεν πάντα πολίτην, προβαίνοντα εἰς κατάσχεσιν καὶ
1380πλειστηριασμὸν κινητῶν ἢ ἀκινήτων κτημάτων, νὰ κοι-
1381νοποιῇ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν Ταμίαν ἀντί-
1382γραφον τῆς ἐκθέσεως τῆς κατασχέσεως, διὰ νὰ ἐξετάσῃ
1383ὁ Ταμίας ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαίτησίς τις τοῦ Δημοσίου ἐπὶ
1384τῶν κτημάτων τούτων καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ, νὰ λάβῃ τὰ
1385μέτρα του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶνε ὀρθὸν, εἶνε λογικὸν νὰ ἐπι-
1386βάλλωμεν εἰς τοὺς πολίτας αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ
1387αὐτὰς τὰς δαπάνας ἁπλῶς μόνον, διότι οἱ ὑπάλληλοι
1388τοῦ Δημοσίου δὲν λαμβάνουσι τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξασφα-
1389λίζωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου; Μήπως κἄν γνω-
1390ρίζωμεν ὅτι πρόκειται νὰ ἀσκηθῇ πράγματι ἓν τοιοῦτον
1391δικαίωμα τοῦ Δημοσίου; Εἶνε ὀρθὸν νὰ ἐπιβάλλωμεν
1392τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἁπλῶς μόνον ἐπὶ προσδοκίᾳ; Ὁ
1393Ταμίας δύναται νὰ στέλλῃ καθ’ ἑκάστην Κυριακὴν ὑ-
1394πάλληλον ἢ εἰσπράκτορα ἵνα ἐξετάζῃ τίνα κτήματα
1395πρόκειται νὰ πλειστηριασθῶσιν· δύνανται δὲ νὰ ὑποχρε-
1396ωθῶσι καὶ οἱ συμβολαιογράφοι νὰ εἰδοποιῶσι τὸν Τα-
1397μίαν τίνος ὀφειλέτου κτήματα πρόκειται νὰ πλειστηρια-
1398σθῶσιν. Ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις εἰς πάντα ἐπι-
1399σπεύδοντα, καὶ μάλιστα ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τοῦ πλειστη-
1400ριασμοῦ, δὲν εἶνε οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον. Χθὲς εἶπεν ὁ ἀ-
1401ξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι γίνεται ἐπὶ ὑποθηκῶν, δύ-
1402ναται νὰ γείνῃ καὶ ἐπὶ προνομίων. Αἱ ὑποθῆκαι εἶνε ἐγ-
1403γεγραμμέναι εἰς τὰ δημόσια βιβλία καὶ ὑπάρχουσιν
1404ἐπὶ ἀκινήτων μόνον, ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις τῶν προνομι-
1405ούχων ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου εἶνε ἄγνωστοι, καὶ ὅ-
1406ταν δὲ ὑπάρχωσι τοιαῦται, ἄγνωστον εἶνε εἰς τίνα Τα-
1407μεῖα ὀφείλονται, ὥστε καὶ τότε ἡ εἰδοποίησις θ’ ἀποβῇ
1408ματαία, ἀγνοοῦντος τοῦ ταμίου Λ, ἐὰν ἕτερος ταμίας ἔχῃ
1409ἀξίωσίν τινα ἐπὶ τοῦ κτήματος ἢ κατὰ τοῦ ὀφειλέτου.
1410Ὁ νόμος δίδει δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐγγράψῃ
1411νομίμους ὑποθήκας ἕνεκα τῶν ἐκ φόρων ἀπαιτήσεών του,
1412καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου οὐδὲν συμφέρον τοῦ Δημοσίου
1413κινδυνεύει πλέον· ἀλλ’ ἡμεῖς διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν ὑπαλ-
1414λήλων νὰ λάβωσι τὰ νόμιμα τῆς ἐξασφαλίσεως μέσα,
1415ἐρχόμεθα σήμερον καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν εἰς βά-
1416ρος τῶν ἰδιωτῶν τὴν φροντίδα τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν
1417συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
1418Δύω λέξεις ἀκόμη ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 7. Καὶ οἱ ὑπάρ-
1419χοντες νόμοι ὁρίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ ὑπὸ
1420τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπιτηδεύματος εἰς τὸν
1421μὴ πληρώσαντα φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἀλλὰ δὲν πρό-
1422κειται ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ μόνον περὶ τῶν μὴ
1423πληρωσάντων, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐδή-
1424λωσαν, ὅτι εἶναι ἐπιτηδευματίαι καὶ οὐδόλως ἐνεγράφη-
1425σαν ὡς τοιοῦτοι· ἐὰν δὲ ἀναγνώσητε τὴν αἰτιολογικὴν
1426ἔκθεσιν, θὰ ἴδητε ὅτι ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ διάταξις αὕ-
1427τη, διότι πολλοὶ παραλείπουσι νὰ δηλώσωσιν ὅτι εἶναι
1428ἐπιτηδευματίαι. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσῃ,
1429ἐὰν πράγματί τις εἶνε ἐπιτηδευματίας ἢ ὄχι; Ἐνδέχε-
1430ται νὰ νομίζω ἐγὼ ἐν καλῇ πίστει, ὅτι δὲν εἶμαι ἔμπο-
1431ρος, ὡς μὴ ἐξασκῶν κατ’ ἐπάγγελμα τὴν ἐμπορίαν, καὶ
1432ἄλλος τις νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶμαι τοιοῦτος καὶ ὑπάγομαι
1433εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον 7. Περὶ τούτου ὤφειλον οἱ ὑ-
1434πάλληλοί σας νὰ ἐξετάσωσιν ἐν καιρῷ ἂν εἶμαι ἐπιτη-
1435δευματίας καὶ νὰ φροντίσωσι νὰ μὲ περιλάβωσιν εἰς τὸν
1436κατάλογον. Ἂν δὲν ἔπραξαν τοῦτο, τίς θὰ ἀποφασίσῃ
1437βραδύτερον περὶ τῆς ἰδιότητός μου; Δύναται δὲ ἡ διά-
1438ταξις τοῦ ἄρθρου 7 νὰ ἔχῃ καὶ φοβερὰς συνεπείας, διότι,
1439ἂν πρόκηται νὰ κοινοποιήσῃ τις ἀγωγὴν ἢ ἕτερόν τι ἔγ-
1440γραφον ἐνώπιον οἱασδήποτε Ἀρχῆς, κινδυνεύει νὰ μὴ εὕ-
1441ρῃ τὸν πρὸς τοῦτο κλητῆρα, διότι οὗτος εἰς βαρεῖαν ὑ-
1442ποβαλλόμενος ποινήν, ἂν ὁ κοινοποιῶν ἀπέκρυψε νὰ δη-
1443λώσῃ, ὅτι εἶναι ἐπιτηδευματίας, θὰ διατάξῃ νὰ ἀναλά-
1444βῃ τὴν κοινοποίησιν, ὁσάκις δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ
1445ὑπόνοια ἁπλῆ, ὅτι ὁ κοινοποιῶν ἐνδέχεται νὰ χαρακτη-
1446ρισθῇ ὡς ἐπιτηδευματίας. Πῶς δὲ οὗτος θέλει δυνηθῆ ἐν
1447κατεπειγούσῃ περιπτώσει νὰ προμηθευθῇ τὴν ἄδειαν
1448καὶ νὰ ἀποφύγῃ περιγραφὴν κτλ.;
1449Τί εἶναι αὐτὰ, κύριοι; Δικαίως τὸ νομοσχέδιον ἐχα-
1450ρακτηρίσθη ὡς δρακόντειον καὶ δὲν εἶνε μόνον τοιοῦτον,
1451διότι δὲν παραβιάζει μόνον τοὺς κανόνας τῆς ἐπιεικείας,
1452ἀλλὰ καὶ τοὺς κανόνας τῆς δικαιοσύνης, καὶ δύναμαι
1453εἰπεῖν, καὶ τοὺς κανόνας τῆς φρονήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο,
1454ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ πρὶν τελειώσω, ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν
1455ἀξιότιμον ἡμῶν Πρόεδρον. Ἡ θέσις αὐτοῦ εἶναι περιφα-
1456νὴς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἔχει δὲ τὴν τιμὴν νὰ εἶνε ὁ ἐκλε-
1457κτὸς τῆς πλειοψηφίας, ἑπομένως ἡ γνώμη του ἔχει μέ-
1458γιστον κῦρος. Τὸν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταλί-
1459πῃ τὴν ἕδραν του, νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου
1460καὶ νὰ δηλώσῃ, ἐὰν φρονῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύ-
1461ναται νὰ ψηφισθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους.
1462§77ΧΟΪΔΑΣ. Προηγεῖται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, κύ-
1463ριε Πρόεδρε, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὁ κ. Κων-
1464σταντόπουλος καὶ ἄλλοι. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1465§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητοῦν 15 τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν; (Θό-
1466ρυβος).
1467(Ἐγείρονται ὀλίγοι βουλευταί).
1468§79ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ τότε προτείνω ἔνστασιν μὴ ἀπαρ-
1469τίας.
1470§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ δι’ ὀνο-
1471μαστικῆς κλήσεως.
1472(Ἐγείρονται πολλοὶ, ὑπὲρ τοὺς 15).
1473§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν λέγουσι
1474ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
1475(Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ
1476τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Ρ. Χοϊδᾶ).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1477Ἰωάννης Μοσχοβάκης Ἀντ. Ζυγομαλᾶς
1478Νικόλαος Στεφανίδης ΝΝικόλ. Λεβίδης
1479Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟΡόκος Χοϊδᾶς Ο
1480Κωνστ. Θεοδώρου ΝἈνδρέας Στράτος
1481Κ. Μωραΐτίνης ΝΚωνστ. Στράτος Ν
1482Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝἸωάν. Καρτάλης Ν
1483Δημ. Οἰκονομίδης Νικόλ. Γεωργιάδης Ν
1484Λεων. Καρυστινάκης ΝΓεώρ. Φιλάρετος
1485Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἱερώνυμος Κατσαβέτης Ν
1486Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Νικόλ. Κουκουσλῆς
1487Λεων. Ζωγράφος Ἀπόστ. Φρόνιμος Ν
1488Σωτ. Δανόπουλος ΟΚωνστ. Γρίβας Ν
1489Γεώρ. Τσώκρης ΝΤατσέλος Μαυρομμάτης
1490Κωνστ. Καραπάνος ΝἈντ. Βάλβης Ν
1491Γεώργ. Παχὺς ΝἈπόστ. Ἀθανασιάδης
1492Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ἀθ. Βαλαβάνης Ν
1493Δημ. Ράλλης Θεόδ. Δηλιγιάννης
1494Παῦλος Καλλιγᾶς ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος
1495Δημ. Μουτσόπουλος ΝἨλ. Παλαμήδης Ο
1496Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Κ. Μαντζουράνης
1497Πέτρ. Πετροπουλάκης Ἀνδρ. Ἱερομνήμων
1498Χαρίλ. Τζανετάκης Δημ. Κουρκουμέλης Ν
1499Πολυμέρης Ζαρίμπας Ἀθ. Παραμυθιώτης
1500Χριστόδ. Στεριάδης ΝΝ. Βασιλάκης Ν
1501Νικόλ. Κατσικάπης Δημ. Τουρνάκης Ν
1502Γεώρ. Λιδωρίκης ΝΣπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν
1503Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Φώτ. Κανελλόπουλος Ο
1504Νικόλ. ΠαππαμιχαλόπουλοςΝΔημ. Σταυρόπουλος Ν
1505Παναγ. Ῥίτσος ΟΠαναγ. Ντετάκης Ν
1506Ἰω. Καπιτσίνης ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης ἀρν.
1507Ἀντ. Μήτσας Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ν
1508Γεώργ. Μίλησης Σ. Μοντεσάντος Μπουλελᾶς
1509Δημ. Χατζόπουλος Ἀγαμ. Μεταξᾶς
1510Γεώργ. Ζηνόπουλος Σπυρ. Κοντολέων Ν
1511Νικόλ. Δ. Ζῶτος Κοσμᾶς Πανάρετος
1512Δημ. Βουλπιώτης ΝΣτυλ. Κασιμάτης Ν
1513Μιχ. Ἰατρίδης Κ. Χατζηπαναγιώτης Ν
1514Κωνστ. Λομβάρδος ΝΣωκρ. Τζιβανόπουλος Ν
1515Φρειδερῖκος Καῤῥὲρ ΝἈντ. Καρδακᾶς Ν
1516Ἀναστ. Λούντζης ΝΚωνστ. Σαλταφέρος
1517Ῥοβέρτος Ῥώμας Δημ. Δημητρακάκης
1518Ἀλέξ. Καραμπίνης ΝΜελέτιος Ῥουσσόπουλος Ν
1519Στέφ. Στεφανόπουλος ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος
1520Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΟΠ. Παπαδόπουλος Ν
1521Θεμ. Δαραλέξης ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
1522Δημοσθ. Δόγκας ΝἈναστ. Ζαρμάνης Ν
1523Ἀναγν. Δαλιάνης ΝΚωνστ. Ἰσχόμαχος Ν
1524Γεώργ. Κρεστενίτης Χαλὴλ Δερβὶς–Βέης
1525Διομ. Α. Διαμάντης Σερίφ–Βέης Ν
1526Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν
1527Σπυρίδ. Κουκούλεζας ΝΛάζ. Παπασταθόπουλος
1528Νικόλ. Ν. Νομικὸς ΝΓεώρ. Λάππας
1529Ἀριστομ. Βαλέττας ΝΠ. Μπογδάνος Ν
1530Λ. Γαβαλᾶς Σπυρ. Βαλαωρίτης Ν
1531Δημ. Στάϊκος ΝΞενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
1532Βραβαῤῥῖγος Πήλικας ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
1533Χρῆστος Σολιώτης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
1534Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Δημ. Παπαλουκᾶς
1535Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΦίλ. Βάρβογλης
1536Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Στεφανόπουλος
1537Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς Παναγ. Κ. Μανέτας
1538Δημ. Τσαχτσήρης ΝΔημ. Ζέγγελης Ν
1539Ἀλκιβ. Μάνταλος ΝἈναστ. Σεχιώτης Ν
1540Π. Λεβέντης ΝΚωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
1541Περ. Πεῤῥωτῆς Πλ. Κοσσονάκος Ν
1542Κωνστ. Φλέσσας ΝἈθ. Κατριβάνος
1543Δημ. Τζάννος Βασίλ. Βούτουνας
1544Δημ. Κάρτσωνας Στέφ. Δραγούμης Ν
1545Σπυρ. Καραϊσκάκης Ν. Φιλάρετος
1546Δημ. Τερτίπης ΝΓεώργ. Σταμούλης Ν
1547Ἀπόστ. Βασαρδάνης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
1548Λεων. Κοκορῖκος ΝΚ. Βασιλάκης
1549Γεώρ. Φραγκίδης ΝΛεων. Δεληγεώργης
1550Τιμολ. Ἀδαμόπουλος ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
1551Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝἘπαμ. Μπέλιας
1552Γεώργ. Παπαγεωργίου Περικλῆς Μποῦτος Ν
1553Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
1554Νικόλ. Παπανικολάου ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
1555Νικόλ. Μπαλάφας ΝΚ. Μποῦτος Ν
1556Γεώργ. Κόρπας ΝἈνδρ. Πρεζάνης Ν
1557Ἀντ. Μάτσας ΝΚωνστ. Βελισσάριος Ν
1558Μιλτιάδης Βαρότσης ΝΔημ. Π. Γουδῆς Ν
1559Ὄθων Μαῦρος ΝΓεώργ. Δ. Λεωνίδας Ν
1560Μιχ. Δαμιράλης Στέφανος Σκουλούδης
1561Δημ. Δεσποταῖος Ἰω. Γρυπάρης Ν
1562Νικόλ. Γ. ΚαλαντζόπουλοςΝἈντ. Πετρίτσης Ν
1563Νικόλ. Φαρμάκης Κωνστ. Κατσάκος
1564Ἠλ. Ποταμιάνος ΝΔημ. Παρασκευᾶς Ν
1565Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝΚωνστ. Κοττίκας
1566Τηλέμαχος Ῥούκης Χ. Ρίγγας Ν
1567Ἀλέξ. Πετσάλης ΝΣτάμος Νάζος Ν
1568Λ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης Πέτρος Μωραϊτίνης Ν
1569Ξανθὸς Πιπουλάκης ΝἸω. Ζαλλώνης Ν
1570Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ἀλέξ. Χατζηπέτρος Ν
1571Λέων Καπετανάκης Νικολ. Στουρνάρας Ν
1572Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝ. Ταρμπάζης Ν
1573Χαράλ. Κανελλόπουλος Ἀχιλλ. Γακιατζῆς Ν
1574Ζ. Ζαρειφόπουλος Δημ. Ἀντωναρόπουλος
1575Ἀναστ. Α. Νικολάβουρας ΝΕὐστ. Κοκέβης Ν
1576Ι. Κωνσταντᾶς Σωτ. Σωτηρόπουλος
1577Δ. Μεταλλινὸς ΝΔημ. Παπατσώρης Ν
1578Παναγ. Ἰακωβάτος Νικόλ. Βλαχόπουλος Ν
1579Νικόλ. Μεταξᾶς Κωνστ. Διαλέτης Ν
1580Ε. Ἀρδαβάνης ΝΧριστόδ. Δ. Δουζίνας
1581Νικόλ. Κάγκας ΝἈντ. Ἀ. Ἀντωνιάδης
1582Ὀδ. Πετρόπουλος ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
1583Ἠλ. Παπαηλιόπουλος ΝἈθ. Ζαφειριάδης Ν
1584Ἀνδρ. Μαρλᾶς Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ν
1585Γεώργ. Παπαστάμος Ἐπαμ. Δ. Κριεζῆς
1586Γεώργ. Ῥοῦφος Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
1587Ἀγγελῆς Ῥοῦφος Πέτρος Σκουμπουρδῆς
1588Περικλ. Καλαμογδάρτης Κομνᾶς Τράκας
1589Ἀριστομ. Κοντογούρης Ἀθ. Κέφαλος Ν
1590Νικόλ. Κουμανιώτης Ἰω. Καλαμάρας
1591Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Δημ. Ζουλούμης Ν
1592Δημήτρ. Τριγγέτας Θ. Φλογαΐτης Ν
1593Ἀθαν. Μισυρλῆς Β. Βουδούρης Ν
1594Π. Τριγγέτας Δ. Κριεζώτης
1595Εὐάγγελος Ἀντύπας ΝἈλέξ. Οἰκονόμου
1596Γεώργ. Φλωριᾶς Κ. Παπανικολῆς
1597Ἀναστ. Ζερβὸς Θ. Κανάρης Ν
1598Ἰω. Ἀστεριάδης Ν
1599Ἐψηφοφόρησαν 138, εἶπον ναὶ 125, ὄχι 12 καὶ εἷς
1600ἠρνήθη ψῆφον. Ὥστε ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτή.
1601§82ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γί-
1602νεται δεκτόν).
1603Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει).
1604§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τροπολογίαν. — Ἐν
1605τέλει νὰ τεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ἐνυποθήκων δανειστῶν»
1606«καὶ τοῦ ὀφειλέτου».
1607§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ εἶπον, ὅτι θὰ
1608διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ἐφ’ ὧν ἐπεβλήθησαν φόροι».
1609Προσέτι νὰ τεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «τῆς Ἐφημερίδος τῆς
1610Κυβερνήσεως» αἱ λέξεις «τοιχοκολλουμένης ἐν τῷ οἰκείῳ
1611Δημαρχείῳ καὶ Εἰρηνοδικείῳ».
1612§85ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε «καὶ τοῦ ὀφειλέ-
1613του».
1614§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἐρχόμεθα εἰς τὴν εἰδικὴν πρόσ-
1615κλησιν, ἐνῷ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ εἴπομεν διὰ γενικῶν
1616προσκλήσεων.
1617§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ τοιχοκόλλησις τῆς ἐφημερίδος
1618ὑπὸ τίνος θὰ γίνεται; ὑπὸ τοῦ κλητῆρος ἢ ὑπὸ τοῦ Δη-
1619μάρχου;
1620§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπισπεύδοντος τα-
1621μίου δὲν χρειάζεται νὰ τὸ εἴπωμεν.
1622§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, χαίρω πολύ, διότι
1623παρατηρῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1624εἶνε διατεθειμένος νὰ ἐπενέγκῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου βελτιώ-
1625σεις δυναμένας νὰ προλάβωσι πολλὰ κακά. Ἤκουσα ὅτι
1626ὡς τοιαύτην βελτίωσιν προτείνει τὴν τοιχοκόλλησιν τῆς
1627«Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Ἡ ἐφημερὶς ἀποστέλλε-
1628ται καὶ εἰς τοὺς Δημάρχους καὶ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ
1629εἰς τὰς ἄλλας Ἀρχάς. Εἰς τὴν τοιχοκόλλησιν τοῦ φύλλου
1630τοῦ περιέχοντος κατασχέσεις ἐν τῷ Δημαρχείῳ, ἐγὼ οὐ-
1631δεμίαν βλέπω ὠφέλειαν, διότι εἶναι ἀδύνατον ὁ ἀμαθὴς
1632χωρικὸς νὰ ἐξετάσῃ πότε γίνεται τοιχοκόλλησις καὶ νὰ
1633παρακολουθήσῃ τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» ἵνα
1634μάθῃ ἐξ αὐτῆς ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ ἐκποίησις τοῦ κτή-
1635ματός του. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον μετὰ τὴν ἐν τῇ
1636«Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», δημοσίευσιν νὰ γίνεται εἰδο-
1637ποίησις ἐκ μέρους τοῦ Ταμίου πρὸς τὸν ὀφειλέτην καὶ
1638δεύτερον νὰ γίνεται καὶ ἐγγραφὴ εἰς τὸ βιβλίον τῶν
1639κατασχέσεων τῶν ὑποθηκῶν, ὥστε οὐ μόνον θὰ εἰδοποι-
1640εῖται οὕτως ὁ ὀφειλέτης, ἀλλὰ καὶ οἱ τρίτοι ἵνα μὴ ἀπο-
1641κτῶσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἐκπλειστηριαζομένων. Μόνον
1642οὕτω, νομίζω, δύνανται νὰ μετριασθῶσιν ὁπωσοῦν τὰ ἐκ
1643τοῦ νομοσχεδίου ἄτοπα. Παρατηρῶ δὲ ὅτι δὲν πρόκει-
1644ται ἐνταῦθα περὶ γενικῶν εἰδοποιήσεων πρὸς ἅπαντας
1645τοὺς ὀφειλέτας πρὸς τὸ Δημόσιον, ὧν ὁ ἀριθμὸς δυνατὸν
1646νὰ ἦνε μέγας, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἐκείνους τῶν ὁποίων τὰ
1647κτήματα θὰ πλειστηριασθῶσι, καὶ ὧν ὁ ἀριθμὸς θὰ ἦνε
1648λίαν περιωρισμένος.
1649§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ συμβιβασθῶ-
1650σιν αἱ προτάσεις πᾶσαι, ἂν ἐγίνετο δεκτὸν νὰ γίνεται κοι-
1651νοποίησις τοῦ φύλλου Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως τοῦ περιέχον-
1652τος τὰς προκηρύξεις τῶν πλειστηριασμῶν εἰς ἕκαστον ὀ-
1653φειλέτην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο εὔκολον, διὰ δικα-
1654στικοῦ κλητῆρος κατὰ τὰς διατάξεις οὐχὶ τῆς Πολιτι-
1655κῆς Δικονομίας, ἀλλὰ τῆς Ποινικῆς, δηλαδὴ μὴ ἀπαι-
1656τουμένης τῆς ὑπογραφῆς του, πρὸς ὃν ἐπιδίδεται τὸ ἔγ-
1657γραφον. Ἀφοῦ τοιαύτη ἐπίδοσις ἐπιτρέπεται εἰς τὰς
1658ποινικὰς ὑποθέσεις πολλῷ σπουδαιοτέρας, διατί νὰ μὴ
1659ἀναγραφῇ καὶ ἐνταῦθα; παρέχεται οὕτω ἱκανὴ ἀσφά-
1660λεια εἰς τὸν ὀφειλέτην ἄνευ δυσχερειῶν περὶ τὴν ἐπί-
1661δοσιν.
1662§91ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δύνασθε νὰ ὑποστηρίζετε ἔχοντες
1663τὴν Ἐξουσίαν καὶ νὰ πράττητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ἂν ἐπι-
1664μείνετε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιαύτης διατάξεως, θὰ ἐπι-
1665ψηφίσετέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι λογικὸν καὶ σύμφωνον
1666μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει πᾶσα Νομοθετικὴ Ἐξου-
1667σία πρὸς ἐκείνους δι’ οὓς νομοθετεῖ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1668δὲν παρεδέχετο τὴν κοινοποίησιν τῆς Ἐφημερίδος εἰς
1669τὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸν Δήμαρχον· ἀλλὰ διὰ
1670τοιούτου τύπου θὰ ἐξεποιεῖτο ἡ περιουσία τοῦ πολίτου
1671λάθρα καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ. Παρεδέχθη ἐπὶ τέλους νὰ
1672τοιχοκολλᾶται τὸ φύλλον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ μέσου τού-
1673του εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῆς κατασχέ-
1674σεως οἱ πολῖται μιᾶς ὁλοκλήρου ἐπαρχίας; Εἶναι λο-
1675γικὸν τὸ τοιοῦτον; Εἰμπορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
1676ὁμιλῇ μετὰ στόμφου θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδι-
1677καιολόγητα, ἀλλ’ ἂν θέλετε νὰ πράξητέ τι λογικὸν
1678καὶ σύμφωνον μὲ τὸ δίκαιον ὀφείλετε νὰ ὑποβάλλετε
1679τὴν κοινοποίησιν εἰς ἕκαστον ὀφειλέτην διὰ δικαστικοῦ
1680κλητῆρος; πρέπει νὰ ὑπάρχῃ βεβαιωμένον κατὰ τοὺς
1681τύπους τῆς Νομοθεσίας μας ὅτι εἰδοποιήθη ὁ ὀφειλέτης
1682προσηκόντως, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκποιηθῇ ἡ περιουσία
1683του, ἵνα φροντίσῃ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του, καὶ μὴ
1684ἐκποιηθῇ ἡ περιουσία του.
1685Ὁ συμβιβασμὸς, ὅν προτείνει ὁ ἐκ Μεγάρων κ. βου-
1686λευτὴς, δὲν εἶναι συμβιβασμὸς, διότι ἡ κοινοποίησις κατὰ
1687τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δὲν ἐξασφα-
1688λίζει τὸν ὀφειλέτην· διότι τὸ δικαστήριον θὰ ἐξετάσῃ πρό-
1689τερον ἐπὶ τῶν ποινικῶν δικῶν ἂν ἡ κατηγορία εἶναι βάσι-
1690μος ἢ ὄχι, καὶ ἵνα κρίνῃ, θὰ ἐξετάσῃ μάρτυρας, δὲν θὰ
1691προβῇ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὴν καταδίκην. Τί σύγ-
1692κρισις λοιπὸν μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περι-
1693πτώσεως; Ποῖος θὰ κρίνῃ ἂν ὁ κλητὴρ πράγματι ἐξε-
1694πλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἢ ἐπέταξεν εἰς ἓν μέρος ἓν
1695φύλλος τῆς ἐφημερίδος καὶ ἴσως διὰ τρόπου ἵνα μὴ λάβῃ
1696γνῶσιν ὁ ὀφειλέτης;
1697Πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ κοινοποίησις
1698θὰ γίνεται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1699γὸς δὲν ἐξεύρω διατί ἔχει τόσον ἰδιάζουσαν ὑπόληψιν εἰς
1700τὴν ἐφημερίδα του. Νομίζει, ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ
1701γίνηται ἡ δημοσίευσις ὅλων τῶν κατὰ τὸ Κράτος κατα-
1702σχέσεων τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνή-
1703σεως» ἢ ἐπιτρεπομένου εἰς τοὺς ταμίας νὰ δημοσιεύωσι τὰς
1704κατασχέσεις διὰ τῶν ἐπιτοπίων φύλλων καὶ νὰ κοινοποι-
1705ῶσιν αὐτὰς διὰ κλητῆρος δικαστικοῦ εἰς τοὺς ὀφειλέτας;
1706Πλανᾶται, κατὰ τὰς δικαστικὰς διατυπώσεις. Ἂν θέλετε
1707δύνασθε νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ Νομοσχέδιον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν
1708λέγεται ἐκπλήρωσις νομοθετικοῦ καθήκοντος.
1709§92ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προα-
1710γορεύσαντος, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ προαγορεύ-
1711σας τὸν αὐτὸν προτίθενται σκοπὸν, τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ
1712Δημοσίου. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ὀφειλέ-
1713του, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἔχει ὅλην τὴν δύ-
1714ναμιν ἀπαιτοῦμεν μεγαλειτέραν εὐεργεσίαν νὰ παράσχῃ
1715εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἐν γένει εἰς τὸν ὀφειλέτην. Πρέπει
1716λοιπὸν εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ κοινοποιῆται ἡ εἰδοποίησις.
1717Ἔπειτα αὐτὴ ἡ διάταξις ἀπὸ κανένα Νόμον δὲν ἔλει-
1718ψε. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὅπως κοινοποιεῖται
1719καὶ εἰς τὸν ὀφειλέτην τὸ φύλλον τὸ περιέχον τὴν ἐκ-
1720ποίησιν τῆς περιουσίας του.
1721§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ἀντὶ τῆς
1722τοιχοκολλήσεως, τὴν κοινοποίησιν εἰς τὸν ὀφειλέτην.
1723Μετὰ τὰς λέξεις «διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνή-
1724σεως» νὰ τεθῇ «κοινοποιουμένης εἰς τὸν ὀφειλέτην καὶ
1725εἰδοποιουμένων τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν κατὰ τὰς
1726διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».
1727§94ΚΕΦΑΛΟΣ. Εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ.
1728§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. βουλευτὴς, διότι
172940 ἡμέρας πρότερον δημοσιεύεται διὰ τῆς «Ἐφημερίδος
1730τῆς Κυβερνήσεως», ἀλλὰ δέον νὰ ὁρισθῇ καὶ πόσας ἡμέ-
1731ρας πρότερον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ. Λοιπὸν πρέπει νὰ
1732τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Διὰ τῆς «Ἐφημερί-
1733δος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιδομένης εἰς τὸν ὀφειλέτην
1734καὶ εἰς τοὺς ἐνυποθήκους δανειστὰς 20 ἡμέρας πρὸ τοῦ
1735πλειστηριασμοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δι-
1736κονομίας».
1737§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 προτείνεται
1738νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «οἱ ἐφ’ ὧν ἐπεβλήθησαν φόροι»
1739εἰς τὸ τέλος δὲ νὰ τεθῶσιν «εἰς δὲ τὸν ὀφειλέτην ἐπι-
1740δίδεται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας
1741ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» εἴκοσι τοὐλάχιστον ἡμέ-
1742ρας πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ».
1743(Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη).
1744Ἄρθρον 3.
1745§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον.
1746(Διαγράφεται).
1747§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4, ἤδη γενόμενον 3.
1748§99ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐδῶ δύναται
1749νὰ γίνῃ μικρά τις βελτίωσις· πρῶτον μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ
1750«ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος» εἶναι βαρύ, διότι ὁ ἀγοραστὴς ἀ-
1751γοράζει ἐν ἀγνοίᾳ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐλλείψεων τῶν διατυ-
1752πώσεων καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαυξάνωμεν τὰς ἀκυρότητας
1753καὶ νὰ καταστρέφωμεν οὕτω δικαιώματα. Δεύτερον δὲ
1754καλλίτερον εἶναι, ἂν ἡ ὑποχρέωσις τῆς εἰδοποιήσεως τῶν
1755ταμιῶν ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ τοῦ πλει-
1756στηριασμοῦ ἐπὶ ποινῇ προστίμου.
1757§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἐπισπεύδων δανειστὴς ἔχει
1758τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ποιῆται τὴν κοινοποίησιν ἐπὶ ὑποθή-
1759κης, εἰς τὸν αὐτὸν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις
1760καὶ ἤδη εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Δὲν δυ-
1761νάμεθα εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν νὰ ἔχωμεν ὑπόχρεων
1762τὸν ἐπισπεύδοντα δανειστὴν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περί-
1763πτωσιν τὸν ὑπάλληλον τοῦ πλειστηριασμοῦ· πρέπει νὰ
1764ἀκολουθήσωμεν ἓν σύστημα.
1765§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἄπει-
1766ρος ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς εἰδοποιή-
1767σεως τῶν ἐνυποθήκων, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν
1768νὰ μεταβιβασθῇ τὸ κτῆμα ἐλεύθερον εἰς ἄλλον, καὶ ἄνευ
1769τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ δανείσῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ
1770τοῦ κτήματος, καὶ τῆς εἰδοποιήσεως τῶν ἐχόντων ἕτερα
1771οὐχὶ πραγματικὰ δικαιώματα, μὴ ἐγγεγραμμένα εἰς τὰ
1772βιβλία τῶν ὑποθηκῶν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵνα εἰδο-
1773ποιῶμεν τοὺς τοιούτους· αὐτοὶ ὀφείλουν νὰ μεριμνήσωσι.
1774Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν ἂν ἔχῃ
1775πράγματι τοιαῦτα δικαιώματα ὁ ταμίας νὰ ἐξασκήσῃ.
1776§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ εἶναι
1777πάντοτε ὑπεύθυνος, ἀλλὰ τώρα πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ
1778ὁ ἐπισπεύδων».
1779§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολεσθῇ τὸ ἐπι-
1780δοτήριον, καὶ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία ἐπὶ βλάβῃ τοῦ
1781ἀγοραστοῦ.
1782§104ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λό-
1783γος, ὅπως μὴ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἡ ὑπο-
1784χρέωσις νὰ ἀναγγέλωσι τὸ Δημόσιον, ὅταν πρόκηται νὰ
1785ἐκποιηθῇ περιουσία, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται τὸ Δημό-
1786σιον νὰ ἐξασκήσῃ δικαιώματα· ὅταν ὁ ἰδιώτης ἐνεργῇ
1787τὸν πλειστηριασμόν, τηροῦνται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ τύποι, οἵ-
1788τινες καθιστῶσι γνωστὸν ὅτι τελεῖται τοιαύτη πρᾶξις.
1789Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν εἰς
1790τὸν ὑπάλληλον τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς τὸν ὑπάλληλον ὅ-
1791στις ζῇ ἐντὸς τῆς κοινωνίας καὶ ἀναγινώσκει τὸ πρό-
1792γραμμα τοῦ πλειστηριασμοῦ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅστις
1793ἐπισκέπτεται τὰ Εἰρηνοδικεῖα ὅπου γίνονται τοιχοκολ-
1794λήσεις τῶν προγραμμάτων, διατί νὰ μὴ τὸν ὑποχρεώσω-
1795μεν ἐπὶ ποινῇ προστίμου νὰ ἦναι ἄγρυπνος, ἀφοῦ πλη-
1796ρώνεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ὅταν μανθάνῃ ὅτι πρόκειται
1797νὰ ἐκποιηθῇ περιουσία ἑνὸς πολίτου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει
1798δικαιώματα τὸ Δημόσιον, νὰ κάμῃ ἀναγγελίαν τοῦ Δη-
1799μοσίου, ἀλλὰ νὰ κηρύττωμεν ἄκυρον τὸν πλειστηρια-
1800σμὸν, διότι δὲν ἔγινε κοινοποίησις, ἐνῷ δὲν ἦτο γνωστὸν
1801ὅτι ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον ὁ ὀφειλέτης, καὶ τοιουτο-
1802τρόπως νὰ καθιστῶμεν ἄκυρον καὶ ἀμφίβολον τὸν πλει-
1803στηριασμόν, καὶ νὰ προσβάλωμεν τὰ δικαιώματα τρίτου;
1804δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον. Ἠμπο-
1805ρεῖ δὲ ὁ ὀφειλέτης νὰ ἔχῃ εἰς διάφορα ταμεῖα ὑποχρεώ-
1806σεις, λοιπὸν νὰ παρουσιάζηται τὸ Δημόσιον καὶ νὰ λέ-
1807γῃ ὅτι δὲν μοῦ ἐκοινοποίησες, διὰ τοῦτο εἶναι ἄκυρος ὁ
1808πλειστηριασμός· εἰς ποῖον Ταμεῖον θὰ κοινοποιήσῃ ὁ δα-
1809νειστὴς τὴν κατάσχεσίν του;
1810§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἁρμόδιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ
1811Ταμίας, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γί-
1812νῃ ὁ πλειστηριασμός.
1813§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ὅπου θὰ γίνῃ ὁ πλειστη-
1814ριασμός.
1815(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3).
1816Ἄρθρον 4 (Ἀναγινώσκεται).
1817§107ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δικαία, κύριοι, καὶ εὐμενὴς
1818ἐκ μέρους ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκτίμησις καὶ
1819ἀποδοχὴ τῶν πλείστων ἐπὶ τοῦ συζητουμένου Νομοσχε-
1820δίου τροπολογιῶν μου κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρία-
1821σιν, μ’ ἐνθαῤῥύνει, ὅπως οὐχὶ ἄνευ ἐλπίδος τινὸς ὑποστη-
1822ρίξω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς ὃ
1823ἔφθασεν ἡ συζήτησις ἤδη.
1824Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς διεσκευάσθη, κύριοι Βουλευταί,
1825ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἄγει ἡμᾶς εἰς προφανῆ ἀναχρονισμὸν, κα-
1826θόσον ἐπαναφέρει τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Ποινικοῦ
1827Νόμου, ὅπερ πρὸ πεντηκονταετίας, ἤτοι ἐπὶ Μοναρχίας, ἐ-
1828τροποποίησε τὸ Διάταγμα τῆς 7 Φεβρουαρίου 1835, δὲν
1829δικαιολογεῖται καί, κατ’ ἐμὲ, πὸ λόγου τινὸς νεω-
1830τέρου.
1831Δὲν δύναμαι, σᾶς βεβαιῶ, νὰ ἐννοήσω ποσῶς, διατί,
1832ἀφοῦ τὰ τῆς ἀκτημοσύνης πιστοποιητικὰ, τὰ ὁποῖα
1833συνεπλήρωσε τὸ 44 ἄρθρον τοῦ ΥΛΣΤʹ Νόμου τοῦ 1871,
1834οὐ μόνον διατηροῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνουσι διὰ τοῦ ὑπὸ
1835συζήτησιν ἄρθρου 5ου τὴν ἰσχὺν αὐτῶν ὡς πρὸς τοὺς ἐξ
1836ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου—
1837ἐὰν ἦνε δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι τοιοῦτοι ὀφειλέται ἀκτή-
1838μονες—δὲν ἐννοῶ, λέγω, κύριοι, διατί τ’ αὐτὰ πιστο-
1839ποιητικὰ δὲν πρέπει νὰ ἰσχύωσι πλέον ἐφεξῆς διὰ τοὺς
1840ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων καὶ προστίμων ὀφειλέτας τοῦ
1841Δημοσίου πρὶν ἢ παρέλθῃ ἑξάμηνον, ἢ καὶ ὁλόκληρον
1842ἔτος, διότι—δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε—τὸ ἄρθρον 32
1843τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἰς ὃ ἐπανερχόμεθα, δὲν ἐπιτρέπει
1844τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν τῶν ἐκ δικαστικῶν ἐ-
1845ξόδων ἀκτημόνων ὀφειλετῶν, ἢ μετὰ ἓν ἔτος, ἐὰν ὑπέ-
1846στησαν οὗτοι ποινὴν ἐγκληματικὴν καὶ μετὰ ἑξάμηνον,
1847ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος.
1848Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀκτημόνων ἐν γένει
1849ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἠναγκάσθη ν’ ἀποστέρξῃ πρὸ
185050ετίας ὁ Νομοθέτης, οὐχὶ ἴσως ἐκ φιλανθρωπίας, βε-
1851βαίως ὅμως ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι οὐδ’ αὐτὸ τὸ Δη-
1852μόσιον «δύναται λαμβάνειν τι παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος»,
1853ἐκ τῆς αὐτῆς δὲ πεποιθήσεως δικαιολογεῖται καὶ νῦν ἡ
1854κατὰ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ἀπόλυ-
1855σις τῶν ἐξ ἐμμέσων, ἢ ἀμέσων φόρων ὀφειλετῶν τοῦ Δη-
1856μοσίου, ποῖος ἄρα ἰσχυρὸς λόγος δύναται νὰ προταχθῇ
1857κατὰ τῆς πεποιθήσεως ταύτης, ὅπως ἡμεῖς ἐπιδείξωμεν
1858τοσαύτην ἀδιαφορίαν πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν
1859τῶν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἀκτημόνων ὀφειλετῶν τοῦ
1860Δημοσίου; Κατέστησαν ἆρα ἀνάξιοι τῆς προνοίας ἡμῶν,
1861ἢ μᾶλλον ἄξιοι τῆς ἀνεπιεικείας μας οἱ καταδικασθέν-
1862τες καὶ εἰς αὐτὴν ἔτι τὴν ποινὴν τῆς τριημέρου φυλακί-
1863σεως καὶ πρέπει οὗτοι, ἐὰν ὦσιν ἀκτήμονες, νὰ μένωσιν,
1864ὡς ἐν ἐφεδρείᾳ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ ὅλον ἑξά-
1865μηνον;
1866Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συντάξωμεν νέον κώδικα
1867ποινικὸν ἀλλὰ καὶ πρὸς τοῦτο ἂν ἐκαλούμεθα, οὐδέποτε
1868ἠθέλομεν ἐπινοήσει δύω μέτρα ποινῶν καὶ τούτων, τὰς
1869μὲν ἐλαφροτέρας διὰ τοὺς πλουσίους, τὰς δὲ βαρυτάτας
1870διὰ τοὺς ἐνδεεστέρους τῶν πολιτῶν. Ἐὰν δ’ ἐννοῆτε,
1871κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου θὰ δυνηθῶμεν
1872νὰ περιστείλωμεν τὰς πρὸς τὸ ἐγκληματεῖν τάσεις τῶν
1873πολιτῶν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο θὰ κατορθώσωμεν,
1874ἢ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι, παρὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν
1875ποινικολόγων ἐν γένει, ἡμεῖς θεωροῦμεν λίαν ἀνεπαρκεῖς
1876τὰς ἐν τῷ ἡμετέρῳ Ποινικῷ Νόμῳ ἀναγεγραμμένας ποι-
1877νὰς καὶ σπεύδομεν νὰ τὰς ἐπιτείνωμεν. Καὶ ἐπιτείνομεν
1878ὄντως αὐτάς, ἀλλὰ τὰς ἐπιτείνομεν κατὰ τρόπον προ-
1879δήλως ἀπάδοντα πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Δικαίου,
1880τὰς ἐπιτείνομεν οὐχὶ δι’ ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐξίσου,
1881ἀλλὰ μόνον διὰ τοὺς ἐντελῶς ἀκτήμονας καὶ ἐνδεεστά-
1882τους τῶν πολιτῶν, τοῦθ’ ὅπερ οὐ μόνον ἄδικον καὶ σκλη-
1883ρόν, ἀλλὰ καὶ ἀσύμφορον εἶναι, καθόσον καὶ οἱ ἐκ δικα-
1884στικῶν ἐξόδων ὀφειλέται δύνανται, ἐλεύθεροι ὄντες, νὰ
1885καταστῶσι διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας των χρήσιμοι
1886καὶ εἰς τὰς ἑαυτῶν οἰκογενείας καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν
1887καὶ οὔτε τὸ Δημόσιον θὰ ὑφίσταται τὴν πρόσθετον τῆς
1888διατροφῆς των δαπάνην.
1889Δὲν ἐθεώρησα, κύριοι, οὔτε ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω ἀ-
1890ξίους εὐεργετικῆς τινος προνοίας καὶ ἐκείνους ἐπίσης ἐκ
1891τῶν τοῦ Δημοσίου ὀφειλετῶν, ὅσοι ἐκ δόλου μετεβίβα-
1892σαν τὴν περιουσίαν των, ὅπως παραστῶσι καὶ αὐτοὶ ὡς
1893ἀκτήμονες· διὰ τοῦτο δὲ ἡ τροπολογία μου δὲν φθάνει
1894μέχρις αὐτῶν, καταρτισθεῖσα οὕτως (ἀναγινώσκει
1895τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5ου τροπολογίαν του).
1896Παρακαλῶ δὲ καὶ Ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
1897Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀποκρούσητε καὶ τὴν τοιαύτην
1898τροπολογίαν μου, βέβαιοι, ὅτι καὶ δι’ αὐτῆς μεταβάλλο-
1899μεν μὲν οὐσιωδῶς τὸν γενικὸν ἐκεῖνον τοῦ νομοσχεδίου
1900χαρακτῆρα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔγκριτοι συνάδελ-
1901φοι ἀντέστησαν προχθὲς καὶ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν παραδο-
1902χὴν αὐτοῦ, δὲν καθιστῶμεν δ’ αὐτὸ τὸ παράπαν ἀπρό-
1903σφορον, ἢ ἀνίκανον εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν
1904προωρίσθη.
1905§108Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. Ρουσσόπουλε,
1906διὰ τοὺς μεταβιβάζοντας τὴν περιουσίαν των ὀφειλέτας;
1907§109ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι οἱ ἐκ δόλου μεταβι-
1908βάζοντες εἰς ἄλλους τὴν περιουσίαν των, ὅπως παρα-
1909στῶσιν ὡς ἀκτήμονες, δὲν εἶνε ἄξιοι προστασίας τινὸς,
1910ἀλλ’ ὅτι δι’ αὐτοὺς δικαίως πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ
1911διάταξις τοῦ ἄρθρου 1020 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
1912§110ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως οὗτοι εἰσὶν ἀνάξιοι πάσης ἐπιει-
1913κείας.
1914§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης ἀπε-
1915δείχθη, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι εἰκονικά· οὗτος εἶ-
1916ναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε ταῦτα νὰ
1917ἐπάγωνται τὰς ἐν ἄρθρῳ 44 τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἀνα-
1918γεγραμμένας συνεπείας, προκειμένου περὶ ὀφειλετῶν οὐχὶ
1919ἐκ φορολογίας, διότι προκειμένου περὶ πιστοποιητικῶν
1920ἀκτημοσύνης ὀφειλετῶν ἐκ φορολογίας δὲν ἐπιτρέπεται
1921κράτησις τῶν προσαγόντων αὐτά· προκειμένου περὶ ὀ-
1922φειλετῶν ἐκ φορολογίας, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἂν
1923ὑποβάλωσι πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης, ἀπολύονται τῆς
1924προσωπικῆς κρατήσεως μετὰ κράτησιν πέντε ἡμερῶν, τὸ
1925δὲ ἄρθρον τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαλλάττει αὐτοὺς τῆς
1926προσωπικῆς κρατήσεως εὐθύς· ὥστε κατὰ τοῦτο τροπο-
1927ποιεῖται ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον,
1928καταργουμένης ὡς πρὸς τοὺς ἐκ φορολογίας ὀφειλέτας
1929τῆς ἐπὶ πέντε ἡμέρας κρατήσεως· ἀλλὰ προκειμένου
1930περὶ ὀφειλετῶν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἢ ἐκ προστίμων
1931καὶ χρηματικῶν ποινῶν ἢ ἐξ ἐνοικιάσεων ἢ ἐξ ἄλλης αἰ-
1932τίας πλὴν τῆς φορολογίας, ἐθεωρήθη, ὅτι τὰ πιστοποιη-
1933τικὰ πενίας δὲν παρέχουσιν ἀποχρῶσαν ἐγγύησιν, ἵνα
1934ἐπάγωνται τὰς ἐν ἄρθρῳ 44 τοῦ κειμένου νόμου συνε-
1935πείας. Τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐν
1936ἄρθρῳ 32. Τὸ ἄρθρον ὅμως ἐκεῖνο ἐτροποποιήθη κατὰ
1937τὸ 1835, ἐπιτραπέντος διὰ Διατάγματος εἰς τὸν προϊ-
1938στάμενον τοῦ εἰσπράκτορος, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθε-
1939λεν ὑποβληθῇ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, ἀπαλλάττῃ
1940τὸν ὀφειλέτην ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ὁ νόμος
1941τοῦ 1871 ἐτροποποίησε τὸ Διάταγμα τοῦ 1835 κατὰ
1942τοῦτο, ὅτι ἡ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1835 παρεχομένη
1943ἄδεια εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ εἰσπράκτορος, ὅπως ἀ-
1944παλλάττῃ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τὸν ἐκ τοιούτων
1945λόγων ὀφείλοντα μεταβάλλεται εἰς ὑποχρέωσιν, ἀντικα-
1946θισταμένης ὅμως τῆς ἀπαλλαγῆς διὰ πενταημέρου κρα-
1947τήσεως. Ἑπομένως κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 ἡ προσα-
1948γωγὴ πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα
1949ὅπως διαμένῃ ὑπὸ προσωπικὴν κράτησιν ἐπὶ 5 μόνον ἡ-
1950μέρας ὁ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἢ ἐκ προστίμων καὶ χρη-
1951ματικῶν ποινῶν ἢ ἐξ ἐνοικιάσεως καὶ ἄλλων τοιούτων
1952λόγων ὀφειλέτης. Ἡ κατάχρησις ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε
1953κατὰ κανόνα πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης παρουσιάζοντο,
1954καὶ οὐδέποτε σχεδὸν ἐγίνετο εἴσπραξις ὀφειλῆς ἐκ λόγων
1955τοιούτων προερχομένης. Ἀφοῦ σχεδὸν πάντοτε οἱ ὀφεί-
1956λοντες ἐπιτυγχάνουσι νὰ λαμβάνωσι παρὰ τῆς δημοτι-
1957κῆς Ἀρχῆς καὶ τοῦ ἐφημερίου τὸ πιστοποιητικόν, ἐθεωρήθη
1958ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης δὲν ἦσαν ἐπαρκὴς
1959λόγος ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μετὰ
1960παρέλευσιν πέντε ἡμερῶν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἐκ δικα-
1961στικῶν ἐξόδων προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν ὀφει-
1962λετῶν τὸ νομοσχέδιον δίδει ἰσχὺν εἰς τὴν τέως ἀργοῦ-
1963σαν ὡς πρὸς αὐτοὺς διάταξιν τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ ποινι-
1964κοῦ νόμου, ἐπὶ δὲ τῶν ἐξ ἐνοικιάσεως ὀφειλετῶν ἀπαλ-
1965λάττει αὐτοὺς τῆς κρατήσεως μετὰ διαμονὴν δύο μη-
1966νῶν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς. Ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ,
1967ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη προέρχεται ἐκ λόγου μὴ ἀνατρέχον-
1968τος εἰς χρόνον προγενέστερον κατὰ τρίμηνον τῆς βεβαιώ-
1969σεως τοῦ χρέους, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐφαρμόζεται ἡ
1970διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ἰσχύουσα μεταξὺ
1971ἰδιωτῶν, καθ’ ἣν ἀπολύεται ὁ ὀφειλέτης μετὰ κράτησιν
1972διετῆ. Ἐκ τούτων τῶν διατάξεων ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ
1973Λακεδαίμονος παραδέχεται μόνον τὴν τελευταίαν· του-
1974τέστιν ὁσάκις ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ μεταβίβασις τῆς πε-
1975ριουσίας ἐγένετο ἐντὸς τριῶν μηνῶν πρὸ τῆς βεβαιώσεως
1976τοῦ χρέους, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐφαρμόζεται τὸ
1977ἄρθρον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ἑπομένως νὰ ὑ-
1978ποβάλληται εἰς κράτησιν διετῆ ὁ ὀφειλέτης ἐν ταῖς
1979ἄλλαις ὅμως περιπτώσεσι θεωρεῖ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνα-
1980κτήσῃ τὴν ἰσχὺν ἡ διάταξις τοῦ 32 ἄρθρου τοῦ ποινι-
1981κοῦ νόμου, οὐδὲ νὰ κρατηθῇ ἐπὶ δίμηνον ὁ ἐξ ἐνοικιά-
1982σεως ὀφειλέτης. Ταῦτα, ὡς προεῖπον, θὰ ἦσαν ταυτόση-
1983μα πρὸς ἀναγνώρισιν ὅτι εἶναι ἀπηλλαγμένοι ὑποχρεώ-
1984σεως πληρωμῆς, οἵ τε ἐξ ἐνοικιάσεως ὀφειλέται καὶ οἱ
1985ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ὡς καὶ οἱ ὀφειλέται συνεπείᾳ
1986καταδίκης ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι ἢ πταί-
1987σματι.
1988Ἡ περὶ τῶν συνεπείᾳ ποινικῶν ἀποφάσεων ὀφειλόν-
1989των διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἶναι ἀληθές, ὡς εἶ-
1990πεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὅτι ἐτροποποιήθη
1991κατὰ τὸ 1835, ἀλλὰ δὲν ἐτροποποιήθη ὑποχρεωτι-
1992κῶς διὰ τὸ Δημόσιον· μόνον ἡ ἄδεια ἐδόθη διὰ τοῦ
1993Διατάγματος εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ εἰσπράκτο-
1994ρος νὰ ἐκτιμᾷ τὰς περιστάσεις καὶ ἐὰν πείθε-
1995ται ὅτι εἶναι γνήσια τὰ πιστοποιητικά, τότε νὰ ἀπο-
1996λύῃ τὸν ὀφειλέτην. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ νῦν εἰσαχθὲν κα-
1997θιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν μὴ κράτησιν τῶν προσαγόν-
1998των τοιαῦτα πιστοποιητικά, ἂν ἡ ὀφειλὴ αὐτῶν προέρ-
1999χεται ἐκ φόρων. Νομίζω δὲ ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵνα
2000ἐπιδείξωμεν τὴν αὐτὴν ἐπιείκειαν πρὸς τοὺς ἐπὶ κακουργή-
2001ματι καταδικασθέντας καὶ πρὸς τοὺς ἐπὶ πλημμελήματι ἢ
2002πταίσματι καταδικασθέντας, τοὺς ὁπωσδήποτε ὀφείλοντας
2003συνεπείᾳ τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων. Δίκαιον εἶναι
2004νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οὗτοι εἰς ἀπότισιν τῶν ἐκ δικαστικῶν
2005ἐξόδων χρηματικῶν ποινῶν ἢ προστίμων ὀφειλῶν αὐτῶν
2006διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιεικείας οὐ-
2007δόλως προσβάλλεται ἐκ τούτου, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ ἔσται
2008ἡ εἴσπραξις τῶν τοιούτων ὀφειλῶν παρὰ τῶν δυναμένων
2009νὰ ἀποτίσωσιν αὐτάς. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὀφείλοντας εἰς
2010τὸ Δημόσιον οὐχὶ ἐκ φόρων οὐδὲ συνεπείᾳ καταδικαστι-
2011κῶν ἀποφάσεων, ἀλλ’ ἐξ ἐνοικιάσεων ἢ ἄλλων λόγων,
2012ἐνῷ οἱ πρὸς ἰδιώτας ὀφείλοντες ὑπόκεινται κατὰ τὴν διά-
2013ταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἰς κράτησιν διετῆ, ἐ-
2014κεῖνοι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, οὗτινος ἡ διάταξις εἶναι
2015πολὺ ἐπιεικεστέρα, ὑποβάλλονται εἰς κράτησιν μόνον 2
2016μηνῶν.
2017§112ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυσκολεύομαι, κύριοι, νὰ
2018ὁμολογήσω, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
2019σεως ὡς πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἰδίως τῶν δημοσίων προ-
2020σόδων μ’ ἔπεισαν, ὅπως μετριάσω τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδια-
2021φέρον, διὸ καὶ δέχομαι τὴν μείωσιν τῆς ἰσχύος τῶν
2022περὶ ἀκτημοσύνης πιστοποιητικῶν τῶν τοιούτων ὀφει-
2023λετῶν τοῦ Δημοσίου, συμφώνως πρὸς τὸ συζητούμενον
2024ἄρθρον.
2025Ἀλλὰ φαντάζεται τῷ ὄντι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
2026θὰ παραστῇ πραγματικὴ ἀνάγκη εἰκονικῶν πιστοποιη-
2027τικῶν ἀκτημοσύνης καὶ διὰ τοὺς ἐπὶ μακρὰ ἔτη βιώ-
2028σαντας ἐν τοῖς δεσμωτηρίοις; ἢ ἀγνοεῖτε ὑμεῖς τὰς πε-
2029ριουσίας τῶν ἀγροτῶν, εἰς τὰς τάξεις τῶν ὁποίων ἀνή-
2030κουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ συνήθως ἐγκληματοῦντες καὶ
2031ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ ἤδη, ὅτι οἱασδήποτε
2032ἀξίας καὶ ἂν ὦσιν αἱ τοιαῦται περιουσίαι, εἶναι ἀδύνα-
2033τον ν’ ἀνθέξωσιν ἐπὶ πολὺ καὶ ν’ ἀπομείνῃ ἐκ τούτων ἐ-
2034λάχιστόν τι εἰς κατάδικον, ὅστις πρόκειται μετὰ δεκαε-
2035τίαν ὅλην, ἢ δεκαπενταετίαν νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν.
2036§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ πλούσιος ἂν ἦτο, θὰ ἐξήρ-
2037χετο μετὰ τόσα ἔτη πτωχός.
2038§114ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὡς
2039πρὸς τοὺς δυστυχεῖς τούτους πολίτας πᾶσα περὶ εἰκονι-
2040κότητος πιστοποιητικῶν ὑπόνοια εἶναι φανταστικὴ μό-
2041νον. Σᾶς παρακαλῶ ἐν τούτοις νὰ λάβητε ἐπὶ πλέον ὑπ’
2042ὄψει, ὅτι ἐκ τοιαύτης ὅλως ἀβασίμου ὑπονοίας, πλὴν
2043τοῦ δεινοῦ, ὅπερ ἤθελε βαρύνει τὴν θέσιν τῶν ἀνθρώπων
2044αὐτῶν, θὰ προκύπτωσι συνεχῶς καὶ ἄλλα ἄτοπα, ἱκανὰ
2045νὰ μεταβάλλωσι καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ μέτρον τῶν ἑκάστοτε
2046ἐπιβαλλομένων ποινῶν καὶ διὰ νὰ ἐξηγήσω σαφέστερον
2047τὴν ἰδέαν μου, ἀρκεῖ νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς. Τί ἤθελε π. χ.
2048συμβῆ, ἂν διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν συγχρόνως κατεδικά-
2049ζοντο πολλοὶ συγκατηγορούμενοι καὶ τούτων ὁ μὲν πρω-
2050τουργὸς εἰς ἐνεατῆ εἱρκτήν, οἱ δὲ λοιποὶ εἰς ποινὴν μι-
2051κροτέραν κατὰ ἓν ἔτος, καὶ μόνον ὁ πρῶτος ἠδύνατο νὰ
2052πληρώσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τέλη, δι’ ἅτινα εἰς
2053ὁλόκληρον κατὰ τὸν νόμον πάντες εὐθύνονται;
2054Κατὰ τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν ἤθελον προφανῶς ὑποστῆ
2055πάντες ἐξίσου τὴν ποινὴν τῶν ἐννέα ἐτῶν, διότι καὶ οἱ
2056εἰς ὀκταετῆ εἱρκτὴν καταδικασθέντες θὰ παρέμενον καὶ
2057ἓν ἐπὶ πλέον ἔτος ἐν ταῖς φυλακαῖς πρὸς πληρωμὴν τῶν
2058δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν, τοῦθ’ ὅπερ θ’ ἀντέκειτο
2059προδήλως εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐπεβλήθη διὰ τῆς αὐ-
2060τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως διάφορος ποινή.
2061Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ χάριν δικαιοσύνης καὶ ἐκ φι-
2062λανθρωπίας, ἥτις συμπίπτει εὐτυχῶς καὶ μὲ τὸ συμφέ-
2063ρον τοῦ Δημοσίου, ὡς προαπέδειξα, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν
2064ἔτι ἀτόπων νὰ μὴν ἀρνηθῶμεν εἰς τὰ πιστοποιητικὰ
2065ἀκτημοσύνης τοιούτων τοῦ Δημοσίου ὀφειλετῶν τὴν μέ-
2066χρι τοῦδε ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ ΥΛΓʹ. Νόμου, ἢ τοὐ-
2067λάχιστον ν’ ἀναστείλωμεν ταύτην, ἀλλ’ ἐπὶ χρόνον βρα-
2068χὺν, ἤτοι ἐπὶ τριακονθήμερον μόνον, οὐδέποτε δ’ ἐφ’ ὅσον
2069ὁρίζει τὸ ἄρθρον 5, ἐπὶ ἔτος δηλαδὴ, ἢ ἑξάμηνον. Ἐλ-
2070πίζω δ’, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον θέλει συναινέ-
2071σει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2072§115ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ μι-
2073κροτέρα προθεσμία, ἀντὶ ἔτους 6 μῆνες.
2074§116ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν πολὺ ὀρθὴν ἔκα-
2075μεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἀφοῦ ὁ πολιτικῶς ὀφειλέ-
2076της κρατεῖται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, διατί ὁ ὀφείλων εἰς
2077τὸ Δημόσιον νὰ μὴ κρατῆται; Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ
2078ἡ ἑξῆς· ὁ ἰδιώτης ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἶνε ἀκτήμων,
2079τῷ παρέχει τὸν ἄρτον, ἐνῷ ἀπεναντίας συμβαίνει διὰ τὸ
2080Δημόσιον. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ὑποβάλλω, διότι
2081πολλάκις κατεφάνη τὸ ἄδικον τοῦτο εἰς τὰς φυλακὰς,
2082νὰ μὴ ἔχωσι τὰ μέσα οἱ κρατούμενοι καὶ πολλάκις διὰ
2083συνεισφορᾶς ἠδυνήθησαν νὰ συντηρηθῶσι. Νομίζω λοιπὸν,
2084ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον νὰ
2085ὑποχρεοῦται νὰ προσφέρῃ ὅ,τι εἶνε ἀπολύτως ἀναγκαῖον,
2086ἵνα μὴ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς τὴν ποινὴν τῆς πείνης.
2087§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑποστη-
2088ρίξω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος προ-
2089λαλήσας ἐκ Κραναίας βουλευτής. Κατὰ τὸ μακρὸν διά-
2090στημα, τὸ δεκαενεαετὲς, τῆς εἰσαγγελικῆς μου ὑπηρεσίας,
2091πολλάκις παρετήρησα, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ποινῶν,
2092ἰδίως ἐπὶ κακουργημάτων, ἐξέρχονται οἱ κατάδικοι, ἰδίως
2093ἐκ τῶν σωφρονιστηρίων, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπι-
2094ουσίου ἄρτου, ἀναγκάζονται δὲ νὰ καταφύγωσιν εἰς συν-
2095δρομὰς πρὸς πορισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ταξειδίου των.
2096Τοῦτο ἰδίως συμβαίνει, ὅταν αἴφνης ἀπολύωνται διὰ χά-
2097ριτος.
2098Εἶνε λοιπὸν δίκαιον ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ πα-
2099ραταθῇ ἡ κράτησις ἁπλῶς μόνον ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς
2100εἰσπράξεως τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων; Ἕνεκα τούτου
2101θεωρήσαντες τὴν κράτησιν διὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ὡς
2102ἀπάνθρωπον, ἀπεστείλαμεν πολλάκις διὰ συνεισφορᾶς
2103τοὺς ἐκτίσαντας τὴν ποινὴν καταδίκους εἰς τὰς πατρί-
2104δας των, ὅπου ἠδύναντο νὰ φροντίσωσι καὶ περὶ πληρω-
2105μῶν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν
2106ἐν ταῖς φυλακαῖς νὰ οἰκονομήσωσι. Καὶ κατὰ συνέπειαν
2107φρονῶ, ὅτι τὸ διὰ τοῦ προκειμένου ἄρθρου εἰσαγόμενον
2108σύστημα πρέπει νὰ θεωρηθῇ λίαν αὐστηρόν. Καὶ τοσοῦ-
2109τον, κύριοι, δὲν παραδέχομαι τὸ σύστημα τοῦτο, καθό-
2110σον, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ
2111Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν Γαλλι-
2112κὸν Ποινικὸν Νόμον, καίτοι ἐπιβάλλον τὴν προσωπικὴν
2113κράτησιν τὴν πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων,
2114ἑρμηνεύεται κατὰ τοὺς συγγραφεῖς καὶ ὡς ἐπαφίνον εἰς
2115τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἀρχὴν τὴν ἐκτίμησιν περὶ τοῦ ἀποτε-
2116λεσματικοῦ τοῦ μέτρου τούτου, καὶ συνεπῶς χορηγοῦν
2117αὐτῇ τὴν ἐξουσίαν νὰ παραλίπῃ τὴν χρῆσιν τοῦ μέτρου,
2118ὅταν πεισθῇ ὅτι εἶνε ἀνωφελές. Τὸ τοιοῦτον ἐθεωρήθη
2119λίαν βαρὺ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταδικασθέντας εἰς
2120χρηματικὰς ποινὰς ἢ πρόστιμα, διότι οἱ τοιοῦτοι μὴ
2121προσωποκρατούμενοι ἐνδέχεται ν’ ἀπαλλαγῶσι πάσης
2122ποινῆς. Καὶ διὰ τοῦτο αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι μετατρέ-
2123πουσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰς χρηματικὰς ποινὰς εἰς
2124φυλάκισιν, ἵνα μὴ μείνῃ ὁ καταδικασθεὶς ἀτιμώρητος,
2125ὅταν εἶνε ἄπορος· τοιοῦτόν τι δύναται νὰ εἰσαχθῇ καὶ
2126παρ’ ἡμῖν. Κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω
2127τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, τοὐλάχιστον πολὺ ἔπρεπε νὰ ἐλατ-
2128τωθῇ ὁ χρόνος.
2129§118ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὸ ἥμισυ.
2130§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα μετὰ τὰ προταθέντα νὰ θέ-
2131σωμεν «⅓ τοῦ χρόνου, ὃν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποι-
2132νικοῦ Νόμου», 7 ἡμέρας διὰ τὰ πταίσματα, 2 μῆνας
2133διὰ τὰ πλημμελήματα καὶ 4 μῆνας διὰ τὰ κακουργή-
2134ματα.
2135§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν
2136τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ρουσσοπούλου, ἐὰν δὲν τὴν ἀπο-
2137σύρῃ.
2138§121ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐτροποποιήθη, τὴν ἀπο-
2139σύρω.
2140§122ΧΟΪΔΑΣ. Εἰμὶ ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως ἢ τοῦ περιορι-
2141σμοῦ, τὰ πταίσματα εἰς 3 ἡμέρας, τὰ πλημμελήματα
2142εἰς 15 ἡμέρας καὶ τὰ κακουργήματα εἰς 2 μῆνας.
2143§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
2144κ. Χοϊδᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλί-
2145γοι). Ἀπεῤῥίφθη.
2146(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη).
2147§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ ὅτι παραλεί-
2148πονται τὰ κλάσματα.
2149§125ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
2150(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 καὶ ἀναγινώσκεται
2151τὸ 6).
2152§126ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουρ-
2153γὸν νὰ συναινέσῃ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ ποινή, τὴν ὁποίαν πε-
2154ριέχει τὸ ἄρθρον, καὶ ἐν ἀρχῇ νὰ προστεθῇ ἡ φράσις
2155«ἐπὶ ποινῇ».
2156§127ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις αἱ τέσ-
2157σαρες «ἀγωγὴ» καὶ καθεξῆς. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἐὰν
2158ἀπαιτηθῇ τοιοῦτόν τι, οὔτε οἱ δικηγόροι θὰ ἀποφύγωσιν,
2159οὔτε οἱ λοιποί, διότι δὲν εἶναι ἡ ἀγωγὴ τὸ μόνον ἔγγρα-
2160φον, ἀλλ’ εἶνε καὶ πολλὰ ἄλλα, καὶ εἶνε ἀδύνατον νὰ
2161γείνῃ προσφυγή, διότι ἠμπορεῖ νὰ λείπῃ, ἢ νὰ ἦνε εἰς
2162τὸ ἐξωτερικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ λέξεις «ἀγω-
2163γῆς καὶ δηλώσεως καὶ...» πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσι.
2164Πιστεύω ὅτι ὅλοι οἱ δικηγόροι εἶνε σύμφωνοι διότι, ἀφοῦ
2165δὲν ὑπάρχει κατὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἡ προσωπικὴ
2166κράτησις, τοῦτο εἰς τί θὰ συντελέσῃ;
2167§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁ μὴ ἀποτί-
2168νων τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
2169νὰ μετέρχηται τὸ ἐπιτήδευμα. Τοῦτο εἶνε λίαν σκλη-
2170ρόν, ἀλλὰ δὲν εἶνε λίαν σκληρὸν νὰ μὴ δύναται νὰ κινή-
2171σῃ ἀγωγὴν ἢ ὑποβάλῃ αἴτησιν εἰς Ἀρχὴν ἄνευ ἀποδεί-
2172ξεως ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λα-
2173κεδαίμονος προέτεινεν ἐλάττωσιν τοῦ προστίμου καὶ ἐγὼ
2174παρεδέχθην περαιτέραν ἐλάττωσιν τοῦ κατωτέρου ὅρου,
2175ἤτοι ἀντὶ 20–200 παρεδέχθην 10–200, διότι τὸ ἐπι-
2176τήδευμα δύναται νὰ εἶνε μικρᾶς ἀξίας. Ἀλλὰ τὴν δια-
2177γραφήν, ἣν προέτεινεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, νο-
2178μίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν. Δυνάμεθα νὰ
2179παραλείψωμεν τὰ περὶ πράξεων ἐν γένει ἐνώπιον τῶν Δι-
2180καστηρίων, περιοριζόμενοι εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς κυ-
2181ρίας, ἤτοι τῆς πρώτης περὶ ὑποθέσεώς τινος ἀγωγῆς
2182ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Κατὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον θὰ
2183ἄρχηται οὕτω: «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπευθύνῃ κυρίαν ἀ-
2184γωγὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων σχετικὴν πρὸς τὸ ἐμπό-
2185ριόν του, τὸ ἐπάγγελμά του ἢ τὴν βιομηχανίαν του χω-
2186ρὶς νὰ μνημονεύσῃ», καὶ οὕτω καθεξῆς.
2187§129ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ κυρία ἀγωγὴ καὶ ἡ ἀγωγὴ εἶνε
2188ἓν καὶ τὸ αὐτό...
2189§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν
2190ταῦτα καὶ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν κυρίαν ἀγω-
2191γήν, ἤτοι εἰς τὴν πρώτην ἀγωγήν.
2192(Διάλογοι).
2193§131ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα,
2194τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ πάντων νὰ λύσωμεν, εἶναι, τίνες
2195ἐκ τῶν πολιτῶν ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ὁ-
2196ποίου πρόκειται. Ὑπάγονται μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι
2197ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους ὡς ἐπιτηδευματίαι
2198καὶ φορολογοῦνται, ἢ ὑπάγονται καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀ-
2199πέφυγον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν φόρον αὐτὸν, εἴτε διότι
2200παρέλειψαν αὐτοὶ νὰ δηλώσωσιν, εἴτε διότι αἱ Ἀρχαὶ
2201δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τοὺς ἀνακαλύψωσιν; Ὅπως ἔχει
2202τὸ ἄρθρον, περιλαμβάνονται καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ἂν
2203πρέπῃ νὰ χαρακτηρισθῇ τις ὡς ἐπιτηδευματίας, εἶναι ζή-
2204τημα ἀμφίβολον, περὶ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ὑπάρξω-
2205σιν ἀντίθετοι γνῶμαι. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ οἱ ὑπάλ-
2206ληλοι δὲν ἀνέγραψάν τινα ὡς τοιοῦτον, νὰ ἐξετάζωσι
2207τὰ περὶ τούτου ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς ὑποβάλλει ὁ τοιοῦτος
2208αἰτήσεις κτλ; Ποῦ γνωρίζει ὁ δικηγόρος καὶ ὁ κλητὴρ
2209ὁ δικαστικός, τίς ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένος καὶ πα-
2210ρελείφθη; Οὔτε ἂν ᾖναι ἐγγεγραμμένος δύναταί τις εὐχε-
2211ρῶς νὰ ἐξετάσῃ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ Βασιλείου.
2212Ὅταν λύσωμεν τὸ ζήτημα τίνες ὑπάγονται εἰς τὸ προ-
2213κείμενον ἄρθρον, τότε πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ἕτε-
2214ρον, ἤγουν τίνων πράξεων ἡ ἐνέργεια ἀπαγορεύεται. Ὁ
2215ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπλίας σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύ-
2216νατον νὰ ἀποφύγῃ, καὶ ὁ πληρώσας ἀκόμη, τὴν ποινὴν
2217ταύτην, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ πρόχειρα τὰ μέσα
2218τῆς ἀποδείξεως εἰς τὰ διάφορα μέρη του Κράτους ἔνθα
2219δύναται νὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσῃ εἴτε ὁ ἴδιος εἴτε
2220ὁ πληρεξούσιός του. Τὸ Δημόσιον, κύριοι, ἔχει πλεῖστα
2221μέσα πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δύ-
2222ναται νὰ ἐγγράψῃ νόμιμον ὑποθήκην, δύναται νὰ ἐπι-
2223βάλῃ προσωπικὴν κράτησιν, δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν
2224ἐξάσκησιν τοῦ ἐπιτηδεύματος, δύναται νὰ εἰσπράξῃ
2225προσθέτους φόρους. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ συμπεριλάβῃ εἰς
2226τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὴν προκειμένην διάταξιν,
2227δυναμένην νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τόσας ἀδικίας καὶ τό-
2228σας περιπλοκάς; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
2229νήσεως νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν καὶ τῆς διατά-
2230ξεως ταύτης.
2231§132ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ὅπως εἶναι
2232συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, δὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ οὔτε
2233τὴν προστασίαν τῆς Εἰσαγγελίας.
2234§133ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὀρθὸν ν’ ἀπαλει-
2235φθῇ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἄδικος καὶ παράλογος.
2236§134ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προκαλέσητε δι’ ὀνο-
2237μαστικῆς κλήσεως τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προ-
2238τάσεως περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου τούτου.
2239§135ΦΩΤΗΛΑΣ. Δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως πρόκειται νὰ
2240ἐπέλθῃ κυκεὼν πλήρης εἰς τὰς σχέσεις καὶ ὅλας τὰς
2241συναλλαγάς, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δι’ οἱουδήποτε ἄλλου μέ-
2242τρου δύναται νὰ κατορθώσῃ, ἂν θέλῃ, νὰ λαμβάνῃ τοὺς
2243φόρους ἐπιτηδεύματος.
2244§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν (Θόρυβος).
2245§137ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι φοβερόν! Νὰ μοῦ ἀ-
2246φαιρῆται τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικαιωμά-
2247των μου! (Θόρυβος).
2248§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βου-
2249λὴν (Θόρυβος).
2250§139ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπαλειφθήτω, ἀπαλειφθήτω.
2251§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ἀπαλειφθῇ (Θόρυβος).
2252§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄς ἀπαλειφθῇ· ἀλλὰ τότε ἀνάγκη ν’
2253ἀπαλειφθῶσι καὶ τὰ δύω ἑπόμενα.
2254§142ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2255§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφονται τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9.
2256τὸ δὲ 10 γίνεται 6. Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τρο-
2257πολογίαν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ προσθέτου τῶν φόρων λόγῳ
2258ποινῆς· ζητεῖ ἀντὶ τοῦ 10, 15 καὶ 20, νὰ τεθῇ 5, 10
2259καὶ 15%.
2260(Ἀποῤῥίπτεται ἡ τροπολογία δι’ ἀναστάσεως καὶ γί-
2261νεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 γενόμενον 6 ὡς ἐψηφίσθη
2262κατὰ τὴν βʹ. συζήτησιν).
2263§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 γινόμενον 7.
2264§145ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Πολλάκις συμβαίνει οἱ εἰσπράκτορες
2265ἀντὶ τῶν νομίμων γραμματίων νὰ δίδωσιν ἀποδείξεις
2266χειρογράφους, ἰδιωτικὰς οὕτως εἰπεῖν· δύνανται αἱ ἀπο-
2267δείξεις αὗται νὰ ἐπιφέρωσιν ἀναστολὴν τῶν καταδιω-
2268κτικῶν μέτρων;
2269§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν,
2270ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἐκδοθῆ νομίμως.
2271(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12, γινόμενα 7
2272καὶ 8).
2273§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 γινόμενον 9.
2274§148ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβαίνει πολλάκις οἱ χω-
2275ροφύλακες μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι,
2276νὰ μὴ δύνωνται ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ
2277περὶ προσωπικῆς κρατήσεως τῶν ὀφειλετῶν Δημοσίου
2278παραδοθέντα αὐτοῖς ἐντάλματα· δὲν εἶναι ἑπομένως ἄδι-
2279κον νὰ ὑπόκηνται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὴν αὐ-
2280στηροτάτην ποινὴν τοῦ ἄρθρου τούτου;
2281§149ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε θὰ βεβαιῶσιν ἐνώπιον τοῦ δι-
2282καστηρίου, ὅτι κατέστη ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις, καὶ οὐ-
2283δεμία θὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις αὐτῶν· εἰς τὰ ἀδύνατα
2284δὲν ὑπάρχει ἐνοχή. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε διατί νὰ γείνωσι
2285κατηγορούμενοι;
2286§150ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ὑποβάλλωνται εἰς
2287τὴν ποινὴν, ἐὰν ὑπάρχῃ δόλος ἢ ἀμέλεια.
2288§151ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ
2289πρακτικά.
2290§152ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σημειοῦται. Ἄλλως τε ὁ δόλος
2291συνεικάζεται εἰς τὰ πλημμελήματα.
2292(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 γινόμενον 9, καὶ τὸ ἄρ-
2293θρον 15, γινόμενον 10).
2294§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ συ-
2295νόλου.
2296§154ΧΟΪΔΑΣ. Πρὸ τοῦ συνόλου, κ. Πρόεδρε. — Ἀπὸ
2297πολλῶν ἡμερῶν ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως πάντες παραβιάζομεν
2298τὸν Κανονισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ψή-
2299φισις τοῦ συνόλου κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἂν ἐγένον-
2300το τροπολογίαι κατ’ αὐτήν. Σήμερον ἐγὼ τοὐλάχιστον
2301δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν τὴν παράβασιν αὐτοῦ. Εἶναι
2302ἡ τρίτη συζήτησις· τὸ Νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλέον
2303ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο πρὶν, διότι εὐτυχῶς σήμερον, ἀλλὰ
2304μόνον σήμερον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐπλα-
2305νήθη καὶ ἐγένετο ἀπὸ δαίμονος ἄγγελος. Ἐγένοντο τρο-
2306πολογίαι, κατὰ δὲ τὴν διάταξιν τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ
2307Κανονισμοῦ...
2308Πρέπει τὸ Νομοσχέδιον λοιπὸν ὅπως ἐτροπολογήθη,
2309νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, καὶ τότε αὔριον νὰ τὸ
2310ἐπιψηφίσωμεν ἐν συνόλῳ. Αὐτὸ ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Δὲν
2311δύναται ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς τυπώσεως νὰ ψηφίσῃ τὸ
2312σύνολον. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ.
2313(Ἀναγινώσκει).
2314§155ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2315§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ψηφισθὲν λοιπὸν Νομοσχέδιον θέλει
2316τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· ὥστε τὴν Δευτέραν νὰ ψηφίσῃ
2317τὸ σύνολον αὐτοῦ ἡ Βουλή.
2318§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου,
2319ἐπειδὴ ἐγένοντο πολλαὶ τροπολογίαι, εἶναι λίαν πρέπουσα
2320ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅπως τυπωθῇ καὶ μετὰ
2321ταῦτα ψηφισθῇ τὸ σύνολον, μὴ ἐπιτρεπομένης νέας συ-
2322ζητήσεως καὶ τροπολογίας τῶν ἄρθρων, εἰμὴ ὡς πρὸς τὸ
2323ὀρθὸν τῆς συναρμολογήσεως. Τοῦτο ὅμως θὰ γένηται,
2324ὁσάκις εἰς Νομοσχέδιόν τι ἐπηνέχθησαν πολλαὶ τροπολο-
2325γίαι τοῦ κειμένου. Δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὅλαι
2326αἱ ἀφ’ ἧς ὑφίσταται ὁ Κανονισμὸς γενόμεναι ψηφίσεις
2327συνόλου νομοσχεδίων, κακῶς ἐγένοντο, διότι μέχρι τοῦδε
2328πάντοτε εὐθὺς μετὰ τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν τῶν νομο-
2329σχεδίων ἐψηφίζετο καὶ τὸ σύνολον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προ-
2330κειμένου ὑπάρχει ὁ εἰδικὸς λόγος ὅτι ἐπηνέχθησαν ἱκα-
2331ναὶ τροποποιήσεις εἰς τὸ κείμενον καὶ εἶναι πρέπον νὰ
2332ἔχωμεν ὁλόκληρον τὸ τροποποιηθὲν κείμενον ὑπ’ ὄψιν, ψη-
2333φίζοντες ἐπὶ τοῦ συνόλου.
2334§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2335(Ὥρᾳ 8 καὶ 20).