1884.03.10
3.159 στίχοι · 23.557 λέξεις · 114 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
τῆς 10 Μαρτίου 1884.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 2½ Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα· τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω πρὶν ἢ κυρώσωμεν τὰ πρακτικὰ τῆς νυκτερινῆς συνεδριάσεως τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐζητήσαμεν νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις τὴν 8 καὶ ¼, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, ἀφοῦ ἡ ἐργασία ἤρχισεν εἰς τὰς 4½ καὶ μόλις 3½ εἰργάσθημεν, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ταχύτερον διὰ νὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 8· ἀπεφασίσαμεν λοιπὸν νὰ συνεδριάζωμεν εἰς τὰς 2 ὥρας, χθὲς δὲ ἀκριβῶς εἰς τὰς 2½ ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, παρελθούσης τῆς 8 ὥρας, ὅ ἐστὶν ἀφοῦ εἰργάσθημεν 5 ὥρας καὶ ¾ ἀκριβῶς, παραβὰς ὅ,τι ὁ ἴδιος πρό τινων ἡμερῶν ἐπρότεινε καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ἀντέτεινε καὶ ἠνάγκασε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰ προαποφασισθέντα καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ, ἄκοντος αὐτοῦ, ὅστις ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰ κεκανονισμένα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως, τοὐναντίον ἐκάθησε μέχρι τῆς 11 μὲ τὴν Συμπολίτευσιν καὶ διῆλθε 30 νομοσχέδια, ἐν οἷς μερικὰ ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν δυσβάστακτα βάρη. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο αὐτὸ, ἀλλ’ ὄχι μετὰ τὸ 1863. Ἀλλὰ τότε αἱ Βουλαὶ οὐδὲν βάρος ἐπέβαλον εἰς τὸν λαόν· τὰ νομοσχέδια ἦσαν τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ὁ Βούλγαρης εἰς τὰ 1857, τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Συνόδου τῶν βουλευτῶν, τοὺς ἐπίεσε νὰ μείνωσιν ὄχι μέχρι τῆς 11, ἀλλὰ μέχρις 9 μ. μ. καὶ τοῦτο διότι ἔφεραν ἐν τῇ ψηφίσει βραδύτητά τινα μερικὰ νομοσχέδια περὶ συντάξεων χηρῶν ἐπισήμων ἀγωνιστῶν καὶ μόλα ταῦτα διὰ τὴν παράτασιν αὐτῆς τῆς συνεδριάσεως ἐγένετο θόρυβος. Τότε δὲν ὑπῆρχον νομοσχέδια οἷα τὰ σημερινὰ, δι’ ὧν ἐπιβάλλονται βάρη εἰς τὸ Κράτος· σήμερον παρουσιάζονταί τινες νόμοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τόσας ὑποχρεώσεις εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅσας οὐδέποτε ἐτόλμησαν. Παρέβη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὰ συμπεφωνημένα παρὰ τῆς Βουλῆς· πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἀπεφασίσαμεν ὅτι ἂν συνεδριάσωμεν εἰς τὰς 2, ἡ συνεδρίασις θὰ παρατείνεται μέχρι τῆς 8, καὶ γιγνώσκετε καλῶς, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἀνετράφη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν συνεδριάζουν πέραν τῶν 2 μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀλλὰ συνέρχονται εἰς τὰς 9 μ. μ.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὰς 4 ἀρχίζουν.
§6ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν κάμνουν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§7ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, διότι ὑπάρχει τόση καλὴ πίστις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, ὥστε ἡ ἀπαρτία εἰς μὲν τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων ἀποτελεῖται ἀπὸ 40 ἐκ τῶν 670 Βουλευτῶν, εἰς δὲ τὴν τῶν λόρδων ἀπὸ 308 ἐκ τῶν ὑπὲρ 400 τοιούτων. Ἔπειτα ἡ Βουλὴ ἐκεῖ εἶναι καὶ συντακτικὴ Συνέλευσις. Συνάγεται ἐκ τούτου ὅτι ἡ πίεσις, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις, ἀναγκάζει τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ φύγῃ, διότι ἕκαστος ἄνθρωπος, εὐσυνειδήτως κρίνων, ἐννοεῖ καλῶς ὅτι εἰς πάντα διανοητικῶς ἐργαζόμενον, καὶ μάλιστα ἐν μέσῳ τῆς τύρβης, ἥτις ὑπάρχει ἀπαραιτήτως εἰς τὰ πολυμελῆ σώματα, δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν του, ἐὰν ἐργασθῇ διαρκῶς πλέον τῶν 5 ἢ 6 ὡρῶν, ἡ δὲ Βουλὴ εἰργάσθη χθὲς ἀκριβῶς 6 ὥρας, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ δικαίῳ της εὑρισκομένη καλῶς ἔπραξεν ἀπελθοῦσα τὴν 8¼. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τί ἔκαμεν; ἀφοῦ ἀφῆκε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ φύγῃ, ἔμεινε μὲ τοὺς φίλους της καὶ διῆλθε 30 νομοσχέδια. Τί συμβαίνει; μία καθαρὰ διακωμώδησις τοῦ Συντάγματος, διότι γίνεται μία συνεδρίασις, παρόντων ὅλων τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἑτέρα, ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θ’ ἀνεχθῇ τὸ ἔθνος τοιαύτην διακωμώδησιν; δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ἀπωτέραν ἐποχήν. Ἔχομεν πρόχειρον καὶ σφόδρα διδακτικὸν μάθημα, τὰ πρὸ 22 ἐτῶν συμβάντα· διεκωμῳδίζετο τότε τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸ, Ἔθνος νὰ ἐκλέξῃ ἐλευθέρως τοὺς ἀντιπροσώπους του, διότι ὁ Βασιλεὺς ἀπεῤῥόφησε τὸ τοιοῦτο δικαίωμα τῶν Πολιτῶν. Ἐν τούτοις ὅμως ὁ Βασιλεὺς οὗτος ἐπετήρει αὐστηρῶς, ὥστε ἡ τοιαύτη διακωμώδησις νὰ γίνεται εἰς ὄφελος ὑλικὸν τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀφεῖλε μὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησίν του νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν μεγάλην οἰκονομίαν, αὐστηρὰν τάξιν, καὶ πλήρη ἀσφάλειαν τοῦ ἀτόμου, ἅπερ πάντα ἐξέλιπον τώρα, καθόσον ἡ διακωμώδησις ἐκτελεῖται δι’ ὅλως ἀντίθετον σκοπόν. Ἔχει μὲν ἐλευθερίαν ὁ λαὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς, διακωμῳδεῖται ὅμως τὸ Πολίτευμα χάριν τοῦ ἀτόμου, διότι ἡ διοίκησις περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀτόμου, καὶ τὴν θυσίαν ταύτην πράττει ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἁρπάσῃ καὶ αὕτη ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἐλευθέρως ἐκλεχθέντος ἀντιπροσώπου τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαγωγῆς της. Ἐκ τούτου διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν τοιαύτην ἀνεξέλεγκτον ἐνέργειαν πάσης ἐπιτηρήσεως ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, ἀναγκάζεται νὰ ἐκχωρῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὴν κατὰ βούλησιν αὐτῶν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ νὰ χορηγῇ εἰς τὴν ἀπληστίαν τῶν οἰκείων καὶ φίλων τούτων τὴν διαχείρισιν τῆς δημοσίας περιουσίας· ἀλλὰ αὐτὰ ἀπαιτοῦσι δαπάνας καὶ δαπάνας μεγάλας χρήματος καὶ αἵματος, εἰς τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ Κυβέρνησις φροντίζει τῇ συνδρομῇ τῶν οὕτω συναλλαττομένων μετ’ αὐτῆς ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ νὰ νομοθετῇ ἐπιβολὴν φόρων ἐπὶ τοῦ τραχήλου του χρηματικῶν καὶ προσωπικῶν καὶ οὕτως ὄχι μόνον ἐξέλιπον ἡ οἰκονομία εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἡ τήρησις τῆς τάξεως καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν συνειδήσεων τῶν Βουλευτῶν εἰσήχθη καὶ μεγίστη κακοήθεια εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν, ἀφοῦ τὸ Ἔθνος δὲν ἠνέχθη τὴν διακωμώδησιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος, καί τοι γενομένην ὑπὲρ τοῦ ὑλικοῦ καὶ ἠθικοῦ συμφέροντος τοῦ λαοῦ, θ’ ἀνεχθῇ τὴν ἤδη ἐξασκουμένην διακωμώδησιν, βλάπτουσαν καιρίως τά τε ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ; ὄχι βεβαίως. Διὰ τοῦτο δὲν τὴν ἀνέχεται καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς ἄγρυπνος φύλαξ ἐπὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν τὸν ἐνόησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διατὶ ἔκαμε τὸ τῆς παρελθούσης νυκτὸς πραξικόπημα (διότι ὁμολογουμένως εἶναι πραξικόπημα). Ἀπατᾶται! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἰσθανθεὶς τὸ τραῦμα, ὅπερ ὑπέστη καὶ αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του Βουλευταὶ ἐκ τῶν συζητήσεων κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ ἐφεδρείας Νόμου, ὅστις θὰ καυτηριάσῃ τὸν τράχηλον τοῦ λαοῦ, ἠθέλησε νὰ ψηφίσῃ ὀλίγα νομοσχέδια ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι μεταξὺ τούτων εἶναι καί τινα, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ θὰ ἐξοντώσῃ τὸν λαόν, καὶ θὰ παραλύσῃ τὸν στρατόν, διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σπεύδει νὰ συγκροτήσῃ 4–5 συνεδριάσεις ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ....
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ πρακτικῶν πρόκειται.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα· εἰς αὐτὰ θὰ ἔλθω, διότι δὲν ἤμην χθὲς ἐδῶ μετὰ τὰς 8, καὶ θὰ κατηγορήσω τὰ πρακτικὰ ὡς ἄκυρα.....
§10ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπόψε θὰ καθήσωμεν ἕως τὰς 12.
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καθήσατε ἕως εἰς τὰς 4 μετὰ τὰ μεσάνυκτα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἔρευναν, θεωρῶ ἀναγκαῖον πρὸς φωτισμὸν τῆς Συμπολιτεύσεως, ὀλισθαινούσης ὁλονὲν, νὰ κάμω παρέκβασίν τινα. Ἐκτὸς τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, πᾶσαι αἱ μετὰ τὴν περάτωσιν ταύτης γενόμεναι μεταβολαὶ ἔσχον τοὺς ὑμνητὰς, ἀλλ’ ἔσχον καὶ τοὺς ἐπικριτάς. Ἡ ἔλευσις τοῦ Κυβερνήτου κατηγορήθη μέχρι καταστροφῆς. Ἡ ἔλευσις τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ἀπεδοκιμάσθη διὰ πολλῶν ἐπαναστάσεων, ὧν ἡ τελευταία τὸν ἐξεθρόνισε. Διὰ τὴν τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862 ἐξακολουθεῖ ἡ ἀμφισβήτησις ἐὰν ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψε τὸ Ἔθνος. Μόνη ἡ μεταβολὴ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843 ἐπεδοκιμάσθη ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους καὶ οὐδέποτέ τις ἐτόλμησε νὰ ψέξῃ τοὺς ἐκτελεστὰς αὐτῆς, διότι τὴν ἐξετέλεσαν ἐν πλήρει συνεννοήσει πιεσθέντες, ὁ στρατὸς καὶ ὁ λαός· καθόσον ὁ μὲν στρατὸς εἶχε δίκαιον νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, διότι ὅτε ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τοῦ 1842 ἠλαττώθη, τοὺς μὲν Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς ἔστειλαν εἰς δασονομεῖα καὶ διαθεσιμότητα, τοὺς δὲ Γερμανοὺς ἐκράτουν εἰς ἐνέργειαν, ὁ δὲ λαὸς πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς μηνύτορας, τοὺς ποινήτορας, τοὺς κατασχετὰς καὶ τὰ Διοικητικὰ Δικαστήρια τῶν ἐνοικιαστῶν, ἠναγκάσθη νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν στρατὸν, λαβόντα τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τοῦ Βασιλέως, καθόσον οὐδέποτε θὰ ἐτόλμα ὁ στρατὸς νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον διάβημα, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν πεποίθησίν του εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν καὶ συνδρομὴν ἐν ἀνάγκῃ τοῦ λαοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ὅταν ὁ στρατὸς παρετάχθη κατέναντι τῶν ἀνακτόρων τὴν νύκτα καὶ δὲν εἶχε μεταβῆ λαὸς, ὁ Καλλέργης ἀποταθεὶς πρὸς τὸν εὐτυχῶς εὑρισκόμενον μεταξύ μας κ. Καλλιφρονᾶν τῷ εἶπε: «Ποῦ εἶναι ὁ λαός;» καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγην ὥραν συνῆλθεν ὁ λαὸς ἐπευφημῶν τὴν πρᾶξιν τοῦ στρατοῦ, τότε ὁ Καλλέργης ἔλαβε θάῤῥος καὶ ἐφυλάκισεν ἀμέσως τοὺς ἐκ τῶν ἀνακτόρων ἐξελθόντας Βλαχόπουλον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ Γαρδικιώτην ὑπασπιστὴν τοῦ Βασιλέως. (Θόρυβος). Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ καὶ τῶν δύω στοιχείων, λαοῦ καὶ στρατοῦ, κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα, ἐπετεσλέθη ἡ νομιμωτέρα τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπαναστάσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ μὲν Συνέλευσις τοῦ 1843 διὰ ψηφίσματος ἤμειψε τὸν στρατὸν ἀσφαλίσασα τὴν μισθοδοσίαν τῶν λαβόντων μέρος ἀξιωματικῶν, ἐνῷ ἡ τοῦ 1862 ἐτιμώρησε τὸν τὴν μεταβολὴν τῆς 10 Ὀκτωβρίου ἐκτελέσαντα στρατὸν, διώξασα αὐτὸν τῆς πρωτευούσης τὴν 22 Ἰουνίου· διότι ἐξετέλεσε μεταβολὴν, ἥτις κατέστρεψε κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις τὸν μὲν στρατὸν ἐν δικαιοσύνῃ ἐπεριποιεῖτο σφόδρα, τὸν δὲ λαὸν δὲν ἐζημίου καθόλου ὑλικῶς. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα εἰς ποίαν τῶν δύω ἐποχῶν εὑρισκόμεθα, τοῦ 1843, ἢ τοῦ 1862; Ὑποστηρίζω θαῤῥαλέως ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς πολὺ δεινοτέραν κατάστασιν. Διά τινων ἐκ τῶν Νόμων, οὓς ἐψηφίσατε χθὲς τὴν νύκτα, ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καταστρέφετε ἐντελῶς τὴν τάξιν ἐκείνην τοῦ στρατοῦ, ἣν πάντες ἀποκαλοῦσι «νεῦρα τοῦ στρατοῦ», τοὺς ἀνθυπασπιστὰς καὶ ὑπαξιωματικούς· διότι διὰ τῶν Νόμων, οὓς ἐψηφίσατε πέρυσιν, ἐπιβάλλετε καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ράχιν των τὰ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν διασκεδάζοντα δύω ἔτη πλουσιόπαιδα, τώρα δὲ διὰ νὰ τοὺς φέρετε εἰς πλήρη ἀπόνοιαν ψηφίζετε Νόμους, διὰ τῶν ὁποίων τοῖς ἐπιβάλλετε εἰς τὸν τράχηλον τὸν «Ἱερὸν λόγον τοῦ Πρωθυπουργοῦ» τοὺς διατελοῦντας εἰς τὴν σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἔπεται ἐκ τούτου ὅτι ἀναγκάζετε τοὺς μὲν ὑπαξιωματικοὺς ν’ ἀφεθῶσι καὶ νὰ τραπῶσιν εἰς ἄλλον βίον, τοὺς δὲ ἀνθυπασπιστὰς ν’ ἀποθάνωσι τριακοντάδραχμοι συνταξιοῦχοι· καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ εἰς τὰ δύω ὅπλα, τοῦ Πεζικοῦ καὶ Ἱππικοῦ, διότι εἰς τὰ σώματα τούτων εὑρίσκονται οἱ ἀνθυπασπισταὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ οἱ ἀνατραφέντες ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ τῶν στρατώνων, ἧς τὴν ἀποφορὰν ἀηδιάζει ὁ εὐγενοανατραφεὶς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν Τρικούπης (Θόρυβος). Τί σᾶς ἔπταισαν οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι ἐργάται τοῦ στρατοῦ καὶ θέλετε νὰ τοὺς ἐξοντώσητε; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν ὑπηρεσίαν των τοὐλάχιστον, ὅτι οὗτοι ἐγύμνασαν μετὰ τόσων μόχθων καὶ πόνων τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ τοσοῦτον ἐπιμελεῖς καὶ ἐπιτήδειοι ἐφάνησαν ὥστε κατώρθωσαν νὰ γυμνάζωσιν ἕκαστος ταὐτοχρόνως 40 στρατιώτας, ὅσους δὲν γυμνάζει οὔτε ἀξιωματικός; Καὶ ἐν τούτοις τοὺς κηρύττετε σήμερον ἀχρήστους, διότι τί ἄλλο σημαίνει ὅταν ζητῆτε νὰ τοῖς ἐπιθέσητε προϊσταμένους τοὺς νῦν λοχίας καὶ μετ’ ὀλίγους μῆνας ἀνθυπολοχαγούς, ἐκείνους οὓς ἐκεῖνοι πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἐμόρφωσαν, παραλαβόντες αὐτοὺς ὡς νεοσυλλέκτους; Ἐκτὸς τούτου, φευγόντων τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ὑπαξιωματικῶν, ὑπὸ τίνων θὰ τοὺς ἀναπληρώσητε; Καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν ἐνταῦθα ἐν ταῖς συζητήσεσι περὶ στρατοῦ τὴν ἀμηχανίαν τῆς ἐλλείψεως ἀναλόγων τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ ὑπαξιωματικῶν! Μή τοι νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ ἐπικαθήσῃ εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος μὲ τοὺς 140 ὑπαξιωματικοὺς τῆς σχολῆς του, καὶ τὰ 10–20 ἐξ Εὐρώπης ἐλθόντα ἀρχοντόπαιδα, ὅπως ὁ Ναπολέων Γʹ. ἐπεκάθησεν εἰς τὸν τράχηλον τῶν Παρισιανῶν μὲ τοὺς Κορσικανοὺς λόγους; Ἴσως διὰ τοῦτο οὐδόλως τὸν ἀπασχολεῖ ἄν οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ τοῦ στρατοῦ δυσανασχετήσωσι διὰ τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει Νόμους, δι’ ὧν τοὺς μὲν πρώτους τοὺς ὠθεῖ νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὸν στρατὸν, τοὺς δὲ δευτέρους τοὺς καταδικάζει ν’ ἀποθάνωσι μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχουν!
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἄλλοτε ἐῤῥίψαμεν εἰς τοὺς δρόμους ἀνθυπασπιστὰς, ἀλλ’ εἴχομεν 800, οὓς ἐπέβαλεν ἡ περίστασις τῆς Ὀκτωβριανῆς μεταβολῆς, καὶ 800 ἀνθυπασπισταὶ ἐν ἀριθμῷ 10,000 στρατοῦ ὅσον εἴχομεν τότε, καὶ μολαταῦτα ἐνθυμεῖσθε πόσα βάσανα καὶ δυσκολίας ὑπέστησαν αἱ τότε Κυβερνήσεις, μολονότι δὲν ἦσαν αὗται ὑπαίτιοι τῆς ἀτυχίας των. Καὶ σεῖς πῶς τολμᾶτε νὰ πετάξητε 300 ἀνθυπασπιστὰς εὑρισκομένους ἐν κανονικῇ καταστάσει εἰς τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον ἀνεβιβάσαμεν εἰς 30,000; (Θόρυβος). Ἕτερον Νομοσχέδιον, ὅπερ ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἁρπάσῃ ἀψοφητεὶ χθὲς ἐν μεσονυκτίῳ, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξοντώνει πάσας τὰς τάξεις τῶν φορολογουμένων καὶ συλλογισθῆτε, ὅτι καὶ τὸ φορολογικὸν τοῦτο Νομοσχέδιον καὶ τὰ στρατιωτικὰ, περὶ ὧν προελάλησα, ἐπειράθη νὰ τὰ ἁρπάσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν νυκτὶ, καθ’ ἣν οἱ βουλευταὶ ἄλλοι ἐδῶ καὶ ἄλλοι ἐν τοῖς παρακειμένοις δωματίοις ἐῤῥοχάλιζον καὶ μόνοι οἱ Ὑπουργοὶ ἤκουον τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς λέγοντα μονοτόνως «οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν, καὶ τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσι» καὶ χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ ὁ ἐλάχιστος κρότος ἐγέρσεως ἔλεγε πάλιν «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη». Δὲν εἶχον δὲ ἀνάγκην νὰ ἀναγινώσωσι τὰ καθέκαστα τῶν Νομοσχεδίων, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ἀκούσων ἐκτὸς τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἐγνώριζον τὰ περιεχόμενα (θόρυβος). Ὁ Νόμος οὗτος, ὡς εἶπον, ἐξοντώνει πᾶσαν τάξιν φορολογουμένων, ἐξαιρουμένων τῶν τῆς Ἑπτανήσου καὶ Μάνης, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ ἄλλοτε παρετήρησα ὅτι ἐπὶ τῆς συζητήσεως νόμων, οἵτινες δὲν θίγουσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἀντιπροσωπεύουσιν, ὀφείλουσι νὰ φαίνωνται ἁβρόφρονες καὶ νὰ μὴ ἦναι ὄργανα τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ εἰς μάτην· καὶ διὰ τοῦτο εἶναι δυστύχημα εἰς τὸ Ἔθνος τοῦτο νὰ μὴ ὑπάρχῃ μία πλήρης ἀφομοίωσις (θόρυβος).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῶν πρακτικῶν πρόκειται.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Περὶ αὐτῶν θὰ λαλήσω, διότι ἀμφιβάλλω ἂν ἦσαν ὅλοι οἱ συμπολιτευόμενοι παρόντες. Λοιπὸν πάντες οἱ φορολογούμενοι, ἐκτὸς ἐκείνων τῆς Ἑπτανήσου καὶ Μάνης, θὰ πωληθῶσι ἀφοῦ διὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Νομοσχεδίου, ὅστις δὲν πληρώνει τὸν φόρον του ἐμπροθέσμως ἐντὸς μηνὸς, πληρώνει καὶ πρόστιμον 20%· ἐντὸς τριῶν μηνῶν 40%· ἐντὸς ἓξ μηνῶν 60%. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰς ποῖον ἄλλο Κράτος ὑπάρχει τοιοῦτος Νόμος, γυμνώνων τὴν φορολογουμένην τάξιν; Οὔτε ἐπὶ Τουρκίας δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος ἀπάνθρωπος Νόμος. Τότε ὁ εἰσπράττων τοὺς φόρους Τοῦρκος διέμενεν εἰς τὸ ὀφεῖλον χωρίον ἐν καταλύμασι περισσότερον καιρὸν, ὅπερ ἐστοίχιζε μικρὰ πράγματα εἰς τὴν ὀφείλουσαν κοινότητα. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρωθυπουργὲ καὶ Σᾶς, οἵτινες ἐψηφίσατε τὴν νύκτα τοιοῦτον νόμον, ἐπληρώσατε ποτὲ ἀκριβῶς εἰς τὴν προθεσμίαν τὰ χρέη σας εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε πρὸς τοὺς ἰδιώτας; Ποῖος νόμος δίδει ἓν τοιοῦτο προνόμιον εἰς δανειστήν; Ποῖος δὲν θὰ ἀκούσῃ τοῦτο καὶ δὲν θὰ φρίξῃ; Ἐπεβάλετε πρόστιμον ἅπαξ διὰ παντὸς καθυστερήσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων 10%· καὶ πρῶτοι, οἵτινες τὸν ᾐσθάνθησαν, εἶναι οἱ δικηγόροι, οἵτινες δύνανται κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίζωσι τοὺς νόμους. Καὶ σεῖς ζητεῖτε νὰ πληρώσῃ 20, 40 καὶ 60% ὁ γεωργὸς, ὁ ποιμὴν, ὁ βιομήχανος, ὁ ἔμπορος, διότι δὲν συνεμορφώθησαν περὶ ἐγκαίρου πληρωμῆς τοῦ φόρου μὲ τὴν πρόσκλησίν σας, ἣν καταχωρίζετε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ γνωρίζουν νὰ ἀναγνώσωσι τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἂν γνωρίζουν νὰ τὴν ἀναγνώσωσι, ποῦ νὰ τὴν εὕρωσι; Καὶ ἄλλο κακόν· ἂν καὶ μετὰ τὸ τελευταῖον πρόστιμον δὲν πληρώσουν, νὰ ἐνοικιάζεται ὁ φόρος μὲ τὰ προστίματα κατ’ Ἐπαρχίας καὶ Δήμους εἰς κερδοσκόπους, διὰ νὰ πνίξωσι τοὺς φορολογουμένους καὶ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου νὰ γίνωσι διὰ τῶν κατακυρώσεων κύριοι τῆς ἰδιοκτησίας ἁπάντων σχεδὸν τῶν φορολογουμένων· ἡμεῖς ἐνοικιάζομεν τὰ μὴ δηλωθέντα ζῷα, καὶ ἀκούομεν τόσα παράπονα καὶ φωνὰς, διὰ τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ ποιμένες ἀπογυμνώσεις ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς, καὶ σεῖς τολμᾶτε νὰ παραδώσητε εἰς τὴν αἰσχροκέρδειαν τῶν τοκογλύφων καὶ κερδοσκόπων ἅπασαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, διὰ νὰ τοὺς ἀποκαταστήσωσιν ἐντὸς ὀλίγου δουλοπαροίκους των! Μεγάλη σας ἡ τόλμη νὰ περιφρονῆτε τόσον τὴν ὀργὴν τοῦ λαοῦ (θόρυβος). Πλανᾶσθε ὅμως, διότι ὅταν θὰ τολμήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τοὺς νόμους τούτους, τότε θὰ ἰδῆτε τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ, τότε θὰ μάθητε ὅτι ὀρθῶς παρέστησα, ὅτι ἡ παροῦσα ἐποχὴ εἶναι ὁμοία ἐκείνης τοῦ 1843. Τί λέγω ἐγὼ ὁμοία; Πολὺ χειροτέρα! διότι τότε ἐν τῷ στρατῷ ἠδικήθησαν δεκάδες τινὲς ἀξιωματικῶν, καὶ τώρα καταστρέφονται ἐντελῶς ἑκατοντάδες καὶ ἴσως καὶ χιλιὰς ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν. Τότε ἐπλήρωνεν ὁ φορολογούμενος εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως ὑπαλλήλους μηνύτωρα 15 λεπτὰ τὴν ἡμέραν, ποινήτωρα 40 καὶ κατασχετὴν τὴν ἀναλογίαν τῶν 2 δραχμῶν ὅσας ἐπλήρωσεν εἰς αὐτὸν τὴν ἡμέραν ὁλόκληρος ἡ κοινότης, καὶ τώρα πωλεῖτε ὁλόκληρον τὸν φορολογούμενον εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως (θόρυβος). Ζητεῖτε ν’ ἀποῤῥοφήσητε πᾶσαν τὴν ἰκμάδα τῶν κτημάτων καὶ τῆς ἐργασίας τοῦ φορολογουμένου, διὰ νὰ πληρώσητε τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἠνοίξατε εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους διὰ τῆς σπατάλης, μεθ’ ἧς ἀπὸ δύω ἐτῶν διαχειρίζεσθε τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀντὶ νὰ ἐργασθῆτε μέχρι τῆς 8, ὅπως προεκανονίσαμεν, ἐμείνατε καὶ ἐψηφίσατε ἐν ἀφανείᾳ τοιούτους νόμους. Ἡ τοιαύτη δὲ περὶ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος διαγωγή σας εἶναι, ὡς εἶπον, διακωμῴδησις τοῦ Πολιτεύματος, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν τοιαύτην ἔκρυθμον κατάστασιν. Ἀφίνω ὅτι ἔχω ἀμφιβολίαν τινὰ καὶ περὶ τῆς ἀπαρτίας, διότι, ὡς ἔμαθον, πολλοὶ τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀφοῦ εἶπον τὸ «παρὼν», ὑπῆγον εἰς τὰς οἰκίας των.
§16ΧΟΪΔΑΣ. Ἀμφισβητεῖτε ὅτι δὲν ἦτο ἀπαρτία;
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἂν ἦτο ἀπαρτία, θεωρῶ τὴν συνεδρίασιν ταύτην χλεύην ἄντικρυς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Πολιτεύματος. Ἑπομένως ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ ἀνεχθῇ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἂν δὲν κηρυχθῶσιν ἄκυρα τὰ πρακτικὰ τῆς μετὰ τὴν 8ην χθεσινῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς (Θόρυβος).
§18ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνδιαφέρει νὰ μάθωμεν ἂν ἀληθῶς πέραν τῆς 8ης ὥρας τῆς χθὲς ἑσπέρας ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ῥητὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αἱ συνεδριάσεις θ’ ἄρχωνται ἀπὸ τῆς 2ας ὥρας καὶ θὰ λήγωσι τὴν 8ην, ἐὰν, λέγω, ἦνε ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὴν 8ην ὥραν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία λάθρα συνεδρίασεν ἐνταῦθα χθές.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Λάθρα;
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα λάθρα, νύκτωρ, ἀφοῦ ἀπῆλθε σύμπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ῥητῶς ὑπεσχέθη πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, ὅτι τὴν 8ην ὥραν πρέπει ν’ ἀπερχώμεθα, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις παρέμεινον ἐνταῦθα μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐψήφισαν ἄνευ συζητήσεως 30 Νομοσχέδια ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πῶς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τις τὴν πρᾶξιν ταύτην; Ὅταν εἷς ἁπλοῦς ἰδιώτης ὑπόσχηται λόγῳ τιμῆς, ὅτι θὰ πράξῃ τι καὶ τὸ ἀθετεῖ, πῶς λέγεται τοῦτο; Πῶς λοιπὸν δικαιούμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν πρᾶξιν ταύτην μιᾶς Κυβερνήσεως;
§21ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χαίρω, διότι ἔντιμος στρατιωτικὸς θ’ ἀναλάβῃ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν.
§23ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολῆτε ...
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνεχώρησεν, ἀφοῦ ἐπὶ 6 συνεχεῖς ὥρας συνεζήτησε πάντα τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχε κατὰ σειρὰν ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δικαιολογήσῃ δημοσίας δαπάνας ἐκ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ ἄλλας πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας διέθεσεν ἄνευ τῆς Βουλῆς διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ φέρῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι εἶνε χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐσπατάλησεν ἡ Κυβέρνησις, πρὸς ἐξαγορὰν ἀτόμων πολλῶν χάριν κομματικῶν σκοπῶν. Ἅμα ἀπεκαλύφθη ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καλύψῃ τὴν διάθεσιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ἔρχεται καὶ μᾶς ζητεῖ 15,000 000 διὰ Ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, καὶ διὰ Ναύσταθμον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς κατήγγειλε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι εἶνε ἀκατάλληλος, καὶ μᾶς λέγει, ὅτι θὰ δαπανήσῃ 15,000,000 διὰ Ναύσταθμον, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου λέγουσιν, ὅτι δὲν εἶνε ὁ κατάλληλος. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ πρᾶξις, ὅταν ὁ Ναύσταθμος, τὸ καταφύγιον τοῦτο καὶ τοῦ πολεμικοῦ καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ, ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης εἶνε ἀκατάλληλος πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προετοιμάζεται, πῶς θεωρεῖται ἡ πρᾶξις αὕτη; Καὶ εἶναι ὑπόχρεων τὸ Ἔθνος νὰ δαπανᾷ ἑκατομμύρια διὰ τοιαῦτα ἔργα, καταδικαζόμενα ἐπισήμως ὑπὸ τῶν αἰτούντων τὰς πιστώσεις; Ζητοῦμεν πληροφορίας, νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέρχεται καὶ μᾶς ἐμπαίζει, καὶ μᾶς ὑβρίζει, ἀνέρχεται καὶ νομίζει, ὅτι ἀποτείνεται εἰς Φελλάχους καὶ ὄχι εἰς βουλευτὰς ἀντιπροσώπους Ἔθνους ἐλευθέρου. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ἀνεχώμεθα τοιαύτην διαγωγήν; καὶ μὅλα ταῦτα ἔσχομεν τὴν Ἰώβειον ὑπομονὴν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ 6 ὥρας, ἵνα καταδείξωμεν τὴν ἐθνοφθόρον πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ χθὲς λοιπὸν, ἀφοῦ ἐμείναμεν μέχρι τῆς 8ης ὥρας κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔφυγεν ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συμπολίτευσις, ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προέβη εἰς ψήφισιν Νομοσχεδίων πρὸς ἐμπαιγμὸν καὶ περιφρόνησιν τοῦ Συνταγματικοῦ δικαιώματος τῆς συζητήσεως. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὰ Νομοσχέδια ὅσα ψηφίζονται εἶνε ἐξ ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται ὅλον τὸ ἔθνος. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τῶν ὑπαξιωματικῶν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἰδίως τοὺς νῦν ἀνθυπασπιστὰς ἀπὸ τὴν προαγωγὴν, καὶ τοιουτοτρόπως καταδικάζει ὁλόκληρον τάξιν Ἑλλήνων, ὑπηρετησάντων τὴν πατρίδα, εἰς προγραφὴν ἄνευ ἐλπίδος. Ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τοὺς προγράφει σήμερον ἡ Κυβέρνησις χάριν ὡρισμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀτόμων. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐκχωρήσεως καὶ κατασχέσεως τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένων εἰς ἐργολάβους, σκοπεῖται ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ λοιποῦ τῶν ἐργολάβων τοῦ Τόπου, τῶν ἐργατικῶν καὶ χρησίμων ὑπὲρ τῶν πλουσίων κεφαλαιούχων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τῶν μονοπωλίων, τοῦ ὀπισθοδρομικοῦ τούτου συστήματος φορολογίας, σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν καταστροφὴν τῆν ἐλευθέρας ἐμπορίας, καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ἐργάζεται τόσῳ ἐπιτηδείως ἀπὸ ἱκανοῦ χρόνου ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τῆς τροποποιήσεως τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἰδίως διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα καὶ ἰδίως τὴν Πελοπόννησον ἐκδίδει δεσμίαν εἰς χεῖρας τῶν γνωστῶν ἐκ τῶν προτέρων ἐνοικιαστῶν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν καθυστερούντων ἐπιδιώκει τὴν δήμευσιν τῶν μικρῶν περιουσιῶν τῶν πλείστων Πελοποννησίων καὶ ἁπάντων ἐν γένει ὑπὲρ τῶν ὀλίγων κεφαλαιούχων. Δημιουργεῖ θέσεις ἐπὶ θέσεων, καὶ ζητεῖ πολυδαπάνους ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Φέρει δὲ μετὰ τοὺς σκληροὺς καὶ ἀπανθρώπους νόμους περὶ ἐφεδρείας, ἐπιστρατείας καὶ αὐξήσεως τῆς θητείας κατὰ πολλοὺς μῆνας Προϋπολογισμὸν δαπανηρότατον καὶ σπάταλον ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων. Δὲν ἐδέχθη οὐδεμίαν πρότασιν ἡμῶν περὶ οἰκονομιῶν σπουδαίων, ἃς ἐπροτείναμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὡς εἴδατε ἐν τῇ ἐκθέσει, ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν πρό τινος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Τοιοῦτοι νόμοι δημευτικοὶ καὶ τοιοῦτος Προϋπολογισμὸς δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ σπουδαίας συζητήσεως καὶ ἄνευ τῆς χρήσεως παντὸς νομίμου μέσου ἐκ μέρους ἡμῶν, πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ Τόπου ἀπὸ τῶν ὀλεθρίων σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν ἀντισυνταγματικήν, τὴν παράνομον καὶ ἀνελεύθερον πορείαν της, ἀφοῦ ἐτόλμησε νὰ ψηφίζῃ μόνη ἄνευ συζητήσεως τοιαῦτα νομοσχέδια ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς παρὰ τὰ συμπεφωνημένα καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα, ἀφοῦ περιφρονῇ καὶ ἀπολακτίζῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡμεῖς οὐδεμίαν συνδρομὴν δυνάμεθα πλέον νὰ σᾶς δώσωμεν εἰς ψήφισιν Νόμων καὶ Προϋπολογισμοῦ, μελλόντων νὰ φέρωσι τὸν Τόπον εἰς οἰκονομικὸν βάραθρον καὶ καταστροφὰς μεγίστας. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀπεκδυθῶμεν πάσης εὐθύνης διὰ τὰ τελεσθησόμενα. Ἡ εὐθύνη θὰ βαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῆς παρουσίας καὶ τῆς ψήφου των θὰ συντελέσωσιν εἰς τοῦτο, ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§26Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσῃ τις πῶς τοιαύτη συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν κακῶς ἐξετέθησαν τὰ χθὲς γενόμενα ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἐπὶ τῶν πρακτικῶν νὰ φέρωμεν τὸν λόγον, δότι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν ἐλάβομεν κατὰ πρῶτον ἐπίσημον γνῶσιν γεγονότος, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη χθὲς μετὰ τὴν κατὰ τὴν 8ην καὶ ἡμίσειαν ὥραν Μ. Μ. ἀναχώρησιν ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου συναδέλφων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι νομίζω τις ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, ἴσως πολὺ ὀλίγοι καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες δὲν γνωρίζουσι ποῖαι ἰδέαι καὶ ποῖαι γνῶμαι διῄρεσαν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑκατοντάκις καὶ χιλιάκις μᾶς ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ διατρανώσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν γνώμην, ἣν ἔχομεν ἐπὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν κυβερνᾷ τὸ Κράτος τὸ ὑπάρχον Ὑπουργεῖον. Μᾶς ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν προσοχὴν πάντων ἐπὶ τῆς σπατάλης τῶν δημοσίων χρημάτων, ἡ ὁποία μετὰ τόλμης ἀνηκούστου διαπράττεται δι’ ἑκάστης Κυβερνητικῆς πράξεως. Μᾶς ἐδόθη πολλάκις ἀφορμὴ νὰ δείξωμεν διὰ τοῦ δείκτου, ὅτι ἡ σπατάλη αὕτη συντελεῖται διὰ νὰ νοθευθῇ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, διὰ νὰ κατασταθῇ βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπικύρωσις τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως. Μᾶς ἐδόθη πολλάκις ἡ ἀφορμὴ, διὰ νὰ δείξωμεν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἡ σπατάλη αὕτη συντελεῖται διὰ νὰ ἐξωνῶνται αἱ συνειδήσεις τοῦ κοινοῦ, διὰ νὰ διαστρέφεται τὸ δημόσιον φρόνημα, διὰ νὰ ἀποπλανᾶται ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ παρέχῃ τὴν αὑτῆς συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὠθεῖ εἰς τὸν ὄλεθρον τὰ πράγματα τῆς ἡμετέρας Πατρίδος. Τὸ καθῆκον ἡμῶν ὅμως ἦτο ν’ ἀγωνιζώμεθα. Καὶ μολονότι ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου κατεδείξαμεν ποίαν τελεσφόρον καὶ ἀπροκάλυπτον δρᾶσιν ἐνήσκησεν ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἡ συναλλαγὴ, πῶς δὲ ἡ συναλλαγὴ συνετελεῖτο, τῇ δημεύσει καὶ διασπαθίσει τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου ταμείου, τὸ καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ ἐμμένωμεν ἀγωνιζόμενοι καὶ ἐμείναμεν καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἠρξάμεθα καὶ ἐφέτος μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμονῆς ὡς οἱ φρουροὶ στρατιῶται, οἵτινες ἐτάχθησαν νὰ φυλάττωσιν ἐπικαίρους θέσεις. Καὶ καθῆκον εἴχομεν νὰ ἐμμένωμεν ἀγωνιζόμενοι, διότι μᾶς ἔμενον ἀκέραια καὶ ἀμείωτα δύω ἄλλα δικαιώματα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Σύνταγμα ἐφώπλισε τὰς Ἀντιπολιτεύσεις ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις. Μᾶς ἔμενεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ τοῦ ἐλέγχειν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνασκοῦντες δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο προσεδοκῶμεν, ὅτι ἐφωτίζομεν ὁσημέραι τὸ δημόσιον φρόνημα, προσεδοκῶμεν ὅτι ἠθέλομεν καταστήσει ὁσημέραι ἀτολμοτέρους ἐκείνους οἵτινες διὰ τῆς ψήφου καὶ τοῦ λόγου των ὑπεστήριζον τοιαύτην Κυβέρνησιν ἐν τῇ χώρᾳ. Δυστυχῶς ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἐνεπαίχθη καὶ ἐλοιδορήθη τελευταῖον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐδημεύθη, διότι ἦτο προτιμότερον νὰ ἐδημεύετο. Λέγω ὅτι ἐνεπαίχθη καὶ ἐλοιδορήθη πρὸς ἐμπαιγμὸν τῶν θεσμῶν, πρὸς διακωμῴδησιν τοῦ Πολιτεύματος καὶ πρὸς ἐξύβρισιν τῶν μελῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν ἀγωνιζομένην. Τρεῖς καὶ πλέον μῆνας ἠγωνιζόμεθα κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα, ὑποβάλλοντες αἰτήσεις, διὰ νὰ λάβωμεν πληροφορίας. Δεκάκις ἐζητήσαμεν σημειώσεις ἀριθμῶν. Καὶ ἔπρεπε νὰ παρέλθωσι τρεῖς μῆνες, καὶ μόλις νὰ μᾶς δώσωσι τινὰς τῶν πληροφοριῶν τούτων, οὐχὶ πάσας, καὶ αὐταὶ προσέκοψαν, διότι εὗρον ἄλλον σταθμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐσταμάτησαν, ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὁ ἄγρυπνος αὐτὸς ἐκτελεστὴς τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Σώματος, ὁ πρῶτος αὐτὸς φρουρὸς τοῦ Συντάγματος, ἀνεδείχθη καὶ τοῦτο θεράπαινα τῆς διὰ τοιούτων τρόπων διακωμῳδήσεως τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος. Μᾶς ἔμενε τέλος πάντων ἓν ἄλλο δικαίωμα ἀμείωτον καὶ ἠγωνιζόμεθα δι’ αὐτοῦ μιμούμενοι τὴν ὑπομονὴν τοῦ Ἰώβ, καὶ ὑπομένοντες ὡς οἱ τελευταῖοι στρατιῶται ἐν ταῖς τάξεσιν αὑτῶν, τὸ δικαίωμα τοῦ συζητεῖν τοὺς νόμους. Ἐσυζητοῦμεν τοὺς νόμους κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, ἐνῷ ἐκεῖνοι διέδιδον, ὅτι διὰ τῶν συζητήσεων θέλομεν νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν. Κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, ὁσάκις ἠθέλομεν νὰ ἀνέλθωμεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ συζητήσωμεν, προσεπάθουν νὰ μᾶς ἐμπαίξωσι, δηλαδὴ νὰ ἐμπαίξωσι τὰ πρόσωπα ἡμῶν. Δι’ αὐτῶν ἐσκόπουν νὰ ἀφαιρέσωσι πᾶν ὅ,τι σπουδαῖον ἔμενεν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ συζητήσει καὶ νὰ περιβάλωσιν αὐτὰς διὰ τοῦ γελοίου. Τέλος πάντων μᾶς ἐζήτησαν νὰ ἐργαζώμεθα περισσότερον ἀπὸ ὅσον εἰργαζόμεθα. Μᾶς ἐζήτησαν νὰ ἐργαζώμεθα 6 ὥρας, καὶ, οὐδαμῶς ἀντιταχθέντες, ἐδέχθημεν τὴν πρότασιν. Καὶ χθὲς ἐπὶ τεσσάρων νομοσχεδίων πιστώσεων, τῶν ὁποίων τὰ ποσὰ ἀναβαίνουσιν εἰς 12,000,000, ἐσυζητοῦμεν 6 ὥρας καὶ ἡμίσειαν, μετὰ δὲ τὴν συζήτησιν ταύτην ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν αὐτὰ, ἡμεῖς δ’ ἀπήλθομεν περὶ ὥραν 8 καὶ ἡμίσειαν τῆς νυκτός. Ἀλλὰ μόλις ἀπήλθομεν τριάκοντα νομοσχέδια ἀνεγνώσθησαν, ὡς ἀναγινώσκονται ἐν τοῖς ναοῖς οἱ ἐξορκισμοὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου κατὰ τοὺς ὄρθρους, καὶ ἐψηφίσθησαν ἀσυζητητεὶ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τοῦ συζητεῖν τὰ νομοσχέδια, καὶ αὐτὸ ἐδημεύθη καὶ αὐτὸ ὑπεκλάπη διὰ πράξεως, τῆς ὁποίας δὲν ἀμφισβητοῦμεν μὲν τὴν κατὰ τύπους νομιμότητα— διότι διετέλει τὸ Σῶμα ἐν ἀπαρτίᾳ—ἀλλὰ διὰ πράξεως, ἥτις ἀναιρεῖ πᾶσαν σεμνότητα τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων. Ἀλλ’ ἡ ἀναίρεσις τῶν δικαιωμάτων τούτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀπογύμνωσις αὐτῆς καὶ ἀπὸ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μόνον ἔμενε καὶ διὰ τοῦ ὁποίου μόνου ἠδύνατο νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα αὐτῆς, αὐτὴ ἡ ἀπογύμνωσις μᾶς ἐστέρησε καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν ὑπελείφθη ἡμῖν ἄλλο τι. Καθ’ ὃν τρόπον ἔχουσι νῦν τὰ τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου ἀριθμοῦνται τοσοῦτοι, ὥστε ἀποτελοῦσι τὸν νόμιμον ἀριθμὸν διὰ νὰ ἐργασθῇ τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τῶν φίλων του, καὶ νὰ ψηφίσῃ ὅσα ἂν θέλῃ νομοσχέδια, καὶ ἐὰν ταῦτα ἐξαντλῶσι τὸν φορολογούμενον λαὸν, ἐὰν ἐξαντλῶσι τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἐὰν παραλύωσι τοὺς δεσμοὺς τῆς κοινωνίας καὶ ἐὰν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρόκειται νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα εἰς 100,000,000 καὶ πλέον δραχμὰς, καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι μονοπώλεια καὶ νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, τοὺς ὁποίους βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποτίσῃ. Ἑπομένως ἡμεῖς οὐδὲν πλέον παρεμβάλλομεν πρόσκομμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει ἐλευθερίαν, ἀντὶ νὰ διανυκτερεύῃ ἐνταῦθα, ὅπως διενυκτέρευσε χθὲς μετὰ τὴν ἀναχώρησιν ἡμῶν, ἔχει τὴν ἐλευθερίαν ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ νὰ ψηφίζῃ τοὺς νόμους καὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἡ περαιτέρω συμμετοχὴ ἡμῶν εἰς τὰς συζητήσεις καθίσταται ἄχρηστος. Καὶ ὄχι μόνον εἶναι ἄχρηστος, ἀλλ’ ἀποβαίνει ἐπιζημία οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα ἡμῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος. Ἡμεῖς δὲν ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἡμῶν προσώπων, οὐδὲ κατεδέχθημεν νὰ ἐνθυμηθῶμεν ποτὲ ὅτι ὑβριζόμεθα ἢ ἐλοιδορούμεθα, διότι τὰ πρόσωπα ἡμῶν οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἀντικείμενον τῆς μερίμνης ἡμῶν, οὐδὲ κατατάσσομεν μεταξὺ τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ὁ δημόσιος βίος ἡμῶν προτίθεται. Ἀλλ’ ἡ περαιτέρω συμμετοχὴ ἡμῶν εἰς τὰς συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὕτω πως λειτουργοῦντι, εἶναι ἄχρηστος καὶ ἀνωφελής. Ἐξ ἐναντίας, ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ μένωμεν πλέον μάρτυρες τρόπου ἀτασθάλου νομοθετικῆς λειτουργίας, οὐδὲ αὐτόπται ἀσέμνου καὶ θρασείας διακωμῳδήσεως τῶν θεσμῶν. Δὲν γνωρίζω ποίας γνώμας ἔχουσιν οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι ὅσοι ἀσπάζονται τὴν γνώμην ταύτην θέλουσι συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ ἀφίνοντες τοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας μόνους, ἵνα πράξωσιν ὅ,τι ἂν βούλωνται. (Τὸ πλεῖστον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπέρχεται).
§27ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ πλειοψηφία τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος, διότι ἡ ἀπαρτία δὲν σύγκειται ἀπὸ 123, ἀλλ’ ἀπὸ 124.
§28ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν μεγάλη μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡγουμένου τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, ἀπήρχετο πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἠκούσθη ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ ἀποχώρησις αὕτη ἐγένετο. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος ἐκείνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπερχόμενος τοῦ Κοινοβουλίου, ῥητῶς καὶ καθαρῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀποχωρεῖ μετὰ τῶν ἑαυτοῦ φίλων, οὐχὶ διότι θεωρεῖ τὴν γενομένην συνεδρίασιν τῆς χθὲς ἄκυρον καὶ παράνομον, ἀλλ’ ἀποχωρεῖ, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις ἠσέβησε πρὸς τὴν μειοψηφίαν. Δύναμαι νὰ συμφωνῶ πρὸς πολλὰ μετὰ τοῦ φίλου μου κ. Χοϊδᾶ τοῦ κατελθόντος τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς δὲν ἤκουσε τῶν ρητῶν τούτων λόγων τοῦ ἀρχηγοῦ μεγάλης μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἀπεχώρησε λοιπὸν ἡ μερὶς ἐκείνη, διότι φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χθὲς ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχουσι περὶ τῆς ὑπάρξεως χθὲς ἀπαρτίας, οὐδ’ ἡ μερὶς ἐκείνη, οὐδ’ ἄλλο τι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε ὁ προλαλήσας, οὔτε ἐγὼ, ἀλλ’ ἀνωτέρω τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν νόμων ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις ἵσταται ἡ ἐκτίμησις πρὸς τοὺς ἀντιπάλους, ἀνωτέρω τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν νόμων ἵστανται τὰ ἔθιμα τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν ἠκούσθη ποτὲ μέχρι τοῦδε ὅτι, ἐπειδὴ ὑμεῖς ἀποτελεῖτε δύναμιν τοσοῦτον μεγάλην, ἀδιαφορῶ πῶς συγκρατουμένην, ὅτι ἔχετε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ φέρησθε ὡς ἐφέρθητε καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ ἄλλοτε πρὸς τοὺς μειοψηφοῦντας. Ἐνταῦθα κεῖται τὸ ζήτημα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένετο ἡ συνεδρίασις ἐκείνη, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ διὰ φωνῆς Στέντορος, ὡς συνειθίζει, εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ ὥρα τῶν συνεδριάσεων, νὰ συγκροτῶνται ἐνωρίτερον αὗται οὕτως, ὥστε κατὰ τὴν 8 ὥραν νὰ λήγωσιν· ἀλλὰ, παρὰ τὰ ὅρκια ἐκεῖνα καὶ τὰ συμβεβλημένα, βλέπομεν, ὅτι χθὲς μεγάλη κίνησις ἔξωθεν τοῦ Βουλευτηρίου ἐγένετο τῶν ἁμαξῶν τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως κατὰ τὴν 8 ὥραν μηδὲν μέλος τῆς Συμπολιτεύσεως εὑρεθῇ ἀπὸν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου. Οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι καθ’ ὅλην ταύτην τὴν μακρὰν Σύνοδον δὲν συνειργάσθη μεθ’ ὑμῶν. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως οὐδεὶς, οὔτε εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκρύψῃ ἄνθρωπος φιλαλήθης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐνίοτε ὁ ἀγὼν τῶν συζητήσεων, ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν πολιτικῶν μερίδων ἐξώθησέ τινας τῶν ἀντιπολιτευομένων ἴσως εἰς τὸ νὰ παρατείνωσι τὰς συζητήσεις· τοῦτο δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Ἀλλ’ ἐμιμήθησαν ἄλλους, ἐμιμήθησαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτε ἡγούμενος οὐχὶ 50 ἢ 60 μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ τοῦ πέμπτου κόμματος, καὶ καθήμενος ἐκεῖ ἐπάνω (ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν ὡς ἀκροατὴς ἐκ τοῦ θεωρείου τῶν δημοσιογράφων) παρέλυε καὶ παρέτεινε τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου, Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον εἶχε ν’ ἀντιτάξῃ εἰς αὐτὸν πολὺ μεγάλους ἄνδρας. Τοῦτο λοιπὸν εἶναι φυσικόν, προέρχεται ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν πολιτικῶν μερίδων, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀδικῶμεν ἐκείνους, οἵτινες πεποιθότες ἐπὶ τὸ δίκαιον αὐτῶν, ἐνίοτε παρεξέτειναν τὰς συζητήσεις, ὁρμώμενοι ὅμως πάντοτε ἐξ ἀρχῶν καὶ πεποιθήσεων, ἃς αὐτοὶ ἐφρόνουν ὀρθάς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐνηργήσατε, δὲν ἦναι παράνομος καὶ ἀντισυνταγματικὴ— διότι ὁμολογουμένως δὲν εἶναι τοιαύτη, καὶ ὡς τοιαύτην δὲν ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀποχωρησάντων—εἶναι ὅμως βεβαίως ἀντικοινοβουλευτική, εἶναι ἀσεβὴς πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, ἥτις, ἂν ἦναι ἀσθενὴς κατὰ τὸν ἀριθμὸν, εἶναι ὅμως ἰσχυρὰ τὴν δύναμιν καὶ τὰς ἰδέας· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πάντες ἐνταῦθα ἐργάζονται ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τοῦ καλοῦ τῆς πατρίδος. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες διευθύνουσι τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου, θέλουσι δειχθῆ ἐπιεικέστεροι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ δὲν θέλουσι βεβαίως νὰ καταστραφῇ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ κλονισθῇ σπουδαίως ὁ θεσμὸς τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως πιστεύω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ὅταν τοσοῦτοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπεχώρησαν, καὶ εἶναι ἕτοιμοι καὶ ἄλλοι ν’ ἀποχωρήσωσιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἐπανέλθωσι πλέον, δὲν πιστεύω, ὅτι θέλει εὑρεθῆ Πρωθυπουργὸς, δυνάμενος νὰ μὴ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν πάντα ταῦτα. Φρονῶ ὅτι, ἂν θεωρήσῃ ἡ πλειοψηφία ὡς μὴ γενόμενα πάντα τὰ ἀπὸ τῆς 8 καὶ κατόπιν χθὲς τελεσθέντα (θόρυβος), φρονῶ, ὅτι ἡ λύσις αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἐπιεικεστέρα καὶ νομιμωτέρα. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι εἷς τούτων εἶναι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ὑπάτην ταύτην στιγμὴν θέλουσιν ἐμβάλει ὑπονοίας εἰς τὸν Τόπον ὅτι, ἂν εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν αὐτῶν, ἂν ἐκοπίασαν, δὲν ἔπραξαν ταῦτα ἐκ πεποιθήσεως πρὸς τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς τῆς χώρας, ἀλλὰ μόνον μέχρις οὗ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν Ἐξουσίαν δι’ οἱονδήποτε τρόπον.
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν δύναμαι ἀτυχῶς ἕνεκεν λόγων ὑγείας νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν· ἀλλὰ μετὰ τὰ συμβάντα καὶ τὰς γενομένας δηλώσεις εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Χθὲς ἀπὸ τῆς 8ης ὥρας ἤμην ἀπὼν ἐκ τῆς Βουλῆς λόγῳ ἀσθενείας· ἀφοῦ δ’ ἕνεκεν τῶν χθὲς συμβάντων μία ὁμὰς συναδέλφων μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς ἀποχωρεῖ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ λαμβάνει χώραν τοιοῦτο γεγονὸς καὶ γίνεται δήλωσις ἐκ μέρους τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἐπιβάλλεται, νομίζω, καθῆκον ἀναπόδραστον καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐξηγήσω δι’ ὀλίγων τὴν γνώμην μου. Ἡ Κυβέρνησις παραπονεῖται, ὅτι πλησιάζομεν εἰς τὰ μέσα Μαρτίου καὶ δὲν ἠρχίσαμεν ἔτι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κυρίως συνταγματικῶν ἡμῶν ἔργων, ἀποδίδει δὲ ταῦτα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν· ἀλλ’ εἶναι ἄδικος ἡ μομφὴ αὕτη. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καί τινες πράξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνέτεινον εἰς τοῦτο, ὡς αἱ συνεχεῖς ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ ἡ ἐνίοτε ὑπὲρ τὸ δέον ἐνωρὶς ἀναχώρησις τῶν πλείστων ἀντιπολιτευομένων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν καὶ ὅτι πολλάκις ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀπώλειαν χρόνου, τὸ μὲν παρατείνουσα ἀκαίρως τὰς συζητήσεις καὶ προκαλοῦσα ἀντεγκλήσεις, τὸ δὲ διότι πολλοὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες πρωτίστως εἶχον καθῆκον νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις, δὲν ἐδείκνυον τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς τοῦτο προθυμίαν. Πρέπει νὰ ὦμεν δίκαιοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σεβαστοὶ, πρέπει ὁ λαὸς νὰ μάθῃ τοὺς ἀληθεῖς αἰτίους τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιῤῥίπτηται τόσον βαρεῖα εἰς τὴν μίαν πτέρυγα μομφή· ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λεχθῇ. Παραίτιοι τῆς παραλυτικῆς καταστάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ οἱ συμπολιτευόμενοι. Ἀπόδειξις τρανωτάτη τῶν λόγων μου εἶναι τὸ ὅτι ἡ μερὶς αὕτη κατώρθωσεν ἀπαρτίαν ἐξ 128 βουλευτῶν χθὲς τὴν 10 ὥραν τῆς νυκτὸς, καὶ τὸ ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη δὲν ἦτο παροῦσα ἐπὶ 40 ἡμέρας. Ἐὰν μετὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων εἰλικρινῶς ἐπόθουν οἱ ὑπουργικοὶ βουλευταὶ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν, διατί δὲν προσῆλθον; Ἔλαβε χώραν πρό τινος γεγονὸς λόγου ἄξιον ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν. Εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐφεδρείας, τοῦ ὁποίου τὸ 15 ἄρθρον μετὰ βάσανον ἐπισταμένην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐθεωρήθη ὡς ἀντισυνταγματικόν· ὅσον δὲ καὶ ἂν προσεπάθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, μύσται τῆς ἐπιστήμης καὶ πολιτευόμενοι ἀνεξάρτητοι ἐπέμειναν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἐγένετο σκέψις ἀποχωρήσεως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε ψηφισθῆ νομοσχέδιον ἀντισυνταγματικόν· συνεζητήθη ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις μετὰ ματαίαν πάλην διὰ τῆς συζητήσεως ὤφειλε νὰ περιφρουρήσῃ τὸ Πολίτευμα, ἄλλως καὶ ἂν μεταξὺ τῶν ἔργων τοῦ βουλευτοῦ εἶναι καὶ ἡ ἀποχώρησις καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ἂν ὤφειλεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ πράξῃ τοῦτο ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Δὲν εἶμαι ἐντριβὴς εἰς τὰ συνταγματικὰ ζητήματα, ὥστε νὰ ὁμιλήσω μετ’ αὐθεντικότητος, ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Πολιτεύματος, φρονῶ, ὅτι τὸ Πολίτευμα ἔθεσεν ὡς πρώτην φρουρὰν ἡμᾶς τοὺς βουλευτάς, οἵτινες ὀφείλομεν νὰ παρακολουθῶμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ συμβάντα· ἐν περιπτώσει δὲ κινδύνου, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν ἠπιωτέρων μέσων νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰ δριμύτερα καὶ δραστικώτερα, ἐπὶ τέλει δ’ ἐν ἐσχάτῃ ὅλως ἀνάγκῃ καὶ μέχρις ἀποχωρήσεως, ἵνα ἀναγγείλωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι τελεῖται κατάργησις τοῦ Πολιτεύματος, ἂν τελεῖται τοιαύτη. Τὸ μέτρον τοῦτο τὸ ἔσχατον, τὸ ὁποῖον εἶναι προάγγελος ἐπαναστάσεως, δὲν δύναται οὔτε καθ’ ἑκάστην νὰ λαμβάνηται, οὔτε ἐλαφρῶς. Ἐννοῶ καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν σώματι ν’ ἀποχωρήσῃ, ἀλλ’ ἀποχωροῦσα ὀφείλει εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸν λαὸν τοὺς λόγους, τοὺς ποιήσοντας ἔκλησιν πρὸς αὐτὸν καὶ οἱονεὶ νὰ καταθέσῃ τὴν ἐντολήν· οὕτω γενήσεται φανερώτερον, ἂν ὁ λαὸς ἀνέχηται ἢ οὐ τὸ τελεσθέν· καὶ εἰ μὲν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἄδικον, ὁ λαὸς θὰ σιωπήσῃ, ὑποδεχθῇ δὲ ψυχρῶς τὴν ἀποχώρησιν, ἄλλως θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου. Ἐννοῶ τὴν ἀποχώρησιν εἰς μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν, ὅταν ὑπάρχῃ λόγος οὐσιώδης περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μὲ τὴν ταυτόχρονον σχεδὸν δήλωσιν εἰς τὸν λαὸν, μόνον ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον. Διὰ τοῦτο καὶ ὅταν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς εἶπεν, ὅτι θ’ ἀποχωρήσῃ κατὰ τὴν ψήφισιν μόνον τοῦ περὶ ἐφεδρείας νομοσχεδίου, εἶχον εἰπεῖ τὰ αὐτὰ περίπου, ὅσα σήμερον, ἀλλὰ συντομότερον. Κατὰ τὰ λεχθέντα ὀφείλω καὶ ἐγὼ, ἀναφερόμενος εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Χοϊδᾶ συναδέλφου καὶ ὁμόφρονός μοι, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀποχωρῶ, μὴ ὑπαρχούσης περιπτώσεως ἀποχωρήσεως, ἀλλὰ θὰ παραμείνω ἐν ὅσῳ ἡ ὑγεία μου τὸ ἐπιτρέπει καὶ θὰ πολεμήσω ὅσα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγκρίνω. Δέχομαι ὅμως μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Λεβίδη, ὅτι τὸ τελεσθὲν χθὲς δὲν ἦτον εὐπρεπὲς, μάλιστα μετὰ τὴν γνωστὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ ἐργασίαι πρέπει ν’ ἀρχίζωσιν εἰς τὰς δύω καὶ τελειώνουν εἰς τὰς 8. Ἠδύνατο νὰ γείνῃ νεωτέρα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ ἀκολούθως νὰ προβῇ ἡ πτέρυξ αὕτη καὶ εἰς Ἀγγλικὰς ἀγρυπνίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο· ὅπως δήποτε ὅμως οὐδὲ τοῦτο πρώτην φορὰν ἐγένετο, οὐδὲ ἀντισυνταγματικὸν εἶναι, οὐδεμιᾶς περὶ νομίμου ἀπαρτίας γενομένης ἐνδοιάσεως. Ἑπομένως δηλῶ, ὅτι θέλω παραμείνει ἐνταῦθα καὶ θέλω πολεμήσει ὅσα μέτρα ἤθελον θεωρήσει μὴ ὀρθά.
§31ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν κακίζω, δὲν κατακρίνω ἀπολύτως τοὺς ἀποχωρήσαντας· ἀπομιμοῦνται ἄλλους πολλάκις τοῦτ’ αὐτὸ ποιήσαντας, ἀπομιμοῦνται ἄλλους εἰς τὸ αὐτὸ καταφυγόντας μέσον, ὅπως σώσωσιν ἄλλοτε τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τόπου. Λυποῦμαι ἐπὶ τῇ πολιτείᾳ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἥτις προσωπικὴ οὖσα, ὡς οὐδέποτε, ὤθησε τὰ πράγματα εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ πορεία τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων νὰ ἦναι ὁμαλὴ, τὰ ὤθησεν εἰς ὃ σημεῖον σήμερον ἵστανται. Λυποῦμαι ἐπὶ τῇ ἀποχωρήσει ἀνδρῶν διακεκριμένων, ἀνδρῶν, οὓς ἐγνώρισα πάντοτε παλαίοντας ὡς δεινοὺς παλαιστὰς ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, καὶ τοὺς ἐγνώρισα ἐκπληροῦντας τὸ ἔξοχον αὐτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον εἰς περιστάσεις δεινὰς, μὴ φοβηθέντας οὔτε τοὺς κινδύνους, οὔτε τὸ ρεῦμα τῆς δημοτικότητος, ἀλλὰ μείναντας εἰς τὴν θέσιν των ὡς πιστοὶ στρατιῶται. Ἐπεθύμουν νὰ μείνωσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὸν νόμιμον ἀγῶνα κατὰ Κυβερνήσεως, οἰστρηλατουμένης ἀπὸ ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ὁδηγοῦσι τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας κατὰ κρημνῶν, κατὰ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οἰστρηλατουμένη ὑπὸ πνεύματος συγκεντρωτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπάδει πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τοὺς θεσμοὺς τοῦ Τόπου, θέλει νὰ μεταποιήσῃ τὴν Πολιτείαν τὴν Ἑλληνικὴν εἰς Πολιτείαν Φελλάχων, καὶ εἰς Πολιτείαν, ἥτις δύναται εἰς μίαν στιγμὴν νὰ συντρέξῃ μίαν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διάπραξιν αὐθαιρέτων ἔργων, τείνει ὅμως εἰς τὸ ν’ ἀπογυμνώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ προκαλέσῃ κοινωνικὰς πληγάς.
§32ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ. Μὲ τὰ λόγια.
§33ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι λόγια· καὶ σεῖς, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτετε, μοὶ ὑπενθυμίζετε ὅ,τι εἶπον ἄλλοτε, ὅτε κατέκρινον τὴν λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος διὰ τῆς ἐπαιτίας. Τότε εἶπον δῶρον ἄδωρον δωρεῖ ἡ Εὐρώπη εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ δῶρον ἄδωρον ἀποδεικνύουσι τὰ πράγματα ὡς ἐκ τῆς πολιτείας ὅλων ὑμῶν, εἰθισμένων εἰς τὸ νὰ ὑπείκετε πάντοτε εἰς τὰ νεύματα τῆς Ἐξουσίας καὶ πάσης Κυβερνήσεως. Ἐτάχθητε ἅπαντες εἰς τὴν αὐτὴν μερίδα, ὑπετάγητε αὐτῇ χάριν μικρῶν συμφερόντων. Οὐδέποτε παρουσιάσθη ὁλόκληρος Ἀντιπροσωπεία εἰς χώρας ἐλευθέρας νὰ ἦναι προσδεδεμένη χάριν μικρῶν συμφερόντων εἰς μίαν μερίδα. Εἶχον λοιπὸν δίκαιον, ὅταν ἔλεγον δῶρον ἄδωρον ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης ἡ παραχώρησις τῶν Ἐπαρχιῶν, γενομένη καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο. Δὲν γνωρίζουσιν οἱ οὕτως ἀπελευθερούμενοι τὴν ἀξίαν τῆς ἐλευθερίας, διότι δὲν ἠγωνίσθησαν, ἵνα ἀποκτήσωσιν αὐτήν.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βλασφημεῖτε.
§35ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ μὲ ἀντικρούσητε. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ὠθεῖ τὴν Ἑλλάδα εἰς κρίσιν, διότι ὑποστηρίζει νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ δικαίου, καὶ τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν τὸν Τόπον αὐτὸν νὰ καταδικάσουν εἰς τὴν μεγαλειτέραν πενίαν, ἢ νὰ τὸν καταστήσουν λείαν Φελλάχων, ἢ νὰ τὸν ὠθήσουν εἰς μίαν ἐπανάστασιν. Λυποῦμαι, κύριοι, ὁ εὐφραδὴς ἀρχηγὸς τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — διότι μὲ παρεξήγησε καὶ αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ὑποθέσαντες, ὅτι διεκδικῶ τὴν ἀρχηγίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ὄχι, δι’ ἐμὲ ἡ Ἐξουσία δὲν ἔχει οὐδὲν θέλγητρον, εἶναι βάρος δυσβάστακτον, τὴν ἀπέκρουσα ὅταν ἤμην νέος, τὴν ἀπέκρουσα χιλιάκις προσενεχθεῖσαν, τὴν ἀπέκρουσα προσφερθεῖσαν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν, δὲν τὴν ἐπιδιώκω λοιπὸν, δὲν ἀμφισβητῶ εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην τὴν ἀρχηγίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ στηριχθῇ ἐπὶ βάσεως ἐπιτυχεστέρας, νὰ μὴ ἔχῃ χαρακτῆρα προσωπικὸν ἀντιπαλαίουσα εἰς προσωπικωτάτην Κυβέρνησιν, καὶ διότι μὲ παρεξήγησαν καὶ ἐδυσπίστησαν πρὸς ἐμὲ, ἕως ὅτου ἔφθασαν τὰ πράγματα εἰς τὴν κρίσιν αὐτὴν, λυποῦμαι ἐπὶ τοῦτο—λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τῶν φίλων του, δὲν δύναμαι νὰ τοὺς παρακολουθήσω, ἔχω τὴν ἀρχὴν ὅτι δὲν πρέπει τις νὰ ἐγκαταλιμπάνῃ τὸ πεδίον τῆς μάχης, πρέπει νὰ μείνῃ πιστὸς ὅπου ἐκλήθη, εἴτε δύναται, εἴτε δὲν δύναται. Δὲν εἶναι ἡ νίκη, ἡ ὁποία ἔχει ἀξίαν, ἀλλ’ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀποχωρῶ, θὰ μείνω ἐδῶ. Λυποῦμαι ὅμως ἐπὶ τῷ γεγονότι καὶ ἐπὶ τῇ πορείᾳ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἀκολουθεῖ, καὶ τὴν ὤθησιν τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα.
§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, εἰς ὅσα εὐγλώττως εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅ τε προλαλήσας ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Δὲν παρηκολούθησα τοὺς ἀποχωρήσαντας φίλους μου, διότι ὑπερτέρας πάσης πολιτικῆς φιλίας ἐθεώρησα πάντοτε καὶ ἐπικρατούσας τὰς ἀτομικάς μου πεποιθήσεις περὶ ἑκάστου τῶν ζητημάτων, ἡ δὲ ἰδική μου πεποίθησις εἶναι ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει λόγος ἀποχρῶν πρὸς ἀποχώρησιν. Βεβαίως τὸ παράπονον τῶν ἀξιοτίμων φίλων μου τῶν ἀποχωρησάντων εἶναι σπουδαῖον, διότι ἡ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν γένει συμπεριφορὰ τῆς πλειοψηφίας κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν πράγματι δύναται νὰ καταστήσῃ περιττὴν ὅλως τὴν ἐμφάνισιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Μετὰ ἐργασίαν πολύωρον, μετὰ τὴν ἐντεῦθεν ἐξάντλησιν τῶν σωματικῶν δυνάμεων, καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸν συμφωνηθέντα χρόνον τῆς λήξεως τῶν συνεδριάσεων, ἡ πλειοψηφία εὐηρεστήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν πλείστων ἐκ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εὑρισκομένων ἐκκρεμῶν νομοσχεδίων. Τοιαύτη συζήτησις, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀντιβαίνει εἰς τὸν σκοπὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ διὰ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἀντικρούσεως τῶν ἀμοιβαίων ἐπιχειρημάτων ἐξεύρεσις τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καί τοι εὑρίσκω τὸ παράπονον τῶν ἀποχωρούντων λίαν σπουδαῖον καὶ δίκαιον, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι ὀφείλω νὰ παρακολουθήσω αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, θέλω μείνει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκπληρῶν κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ καθῆκον.
§37ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῶ εἰς τὴν δικαίαν κρίσιν ὑμῶν, διότι συναισθάνομαι, ὅτι οὐδέποτε παρέστησα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρόσωπον δυνάμενον νὰ ἐπικριθῇ, ὡς θέλον νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὁσάκις ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, εἶχον νὰ εἴπω τι οὐσιῶδες. Καὶ δὲν εἶναι μὲν ἀδύνατον νὰ ἐπλανώμην ποτὲ, ἀλλ’ ὅ,τι εἶπον ἐντεῦθεν, τὸ ἐφρόνουν ἐν πεποιθήσει καὶ εἰλικρινῶς· μετῆλθον δὲ πάντοτε τὴν γλῶσσαν τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸ σοβαρὸν Σῶμα, ὅπερ καλεῖται ἡ Βουλὴ τοῦ ἔθνους. Ἐν τῷ δικαιώματι τούτῳ λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν λύπην μου διὰ τὰ συμβάντα τῆς χθές. Εἶχον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ἀρχῇ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως πρότασιν, σχετιζομένην πρὸς τὰ νομοσχέδια τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἥτις ἦτο κατ’ ἐμὲ σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἥτις συνεζητήθη σπουδαίως, ἀφοῦ δὶς ἐπὶ ταύτης ὡμίλησε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεώς μου, ἀσθενῶν, ἀπεχώρησα τοῦ Βουλευτηρίου, ἑπομένως δὲν γινώσκω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὰ μετέπειτα συμβάντα. Ἀνέγνων ὅμως ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἤκουσα δὲ σήμερον καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι μετὰ τὴν 8 καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐψηφίσθησαν ῥαγδαίως 30 νομοσχέδια, ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Συμπολίτευσιν δὲν δύνανται εἰλικρινῶς νὰ κατακρίνωσι τοὺς ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς, ἐπιζητήσαντας κατὰ τὴν 8½ ὥραν μ. μ. τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπῃ τις σπουδαίως, ὅτι Βουλευταὶ παριστάμενοι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἐννοοῦντες νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἔχοντες ἑπομένως τεταμένην τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ ζητημάτων ὑψίστης σημασίας, οἷα εἶναι τὰ ζητήματα τὰ νομοθετικὰ, δύνανται νὰ ἐργασθῶσι πλέον τῶν 6 καὶ 6½ ὡρῶν, εὐσυνειδήτως ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπεχώρησαν, ὑπείκοντες εἰς φυσικὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν καὶ ὑμεῖς κύριοι τῆς Συμπολιτεύσεως, θὰ ὑπεκύπτετε, ἐὰν μὴ ἐλαμβάνοντο μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν δυνάμεων ὑμῶν, διότι καὶ τροφὴν πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐλάβετε καὶ πότον (θόρυβος). Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν κακὴ πρόθεσις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε ἡ Συμπολίτευσις νὰ πράξῃ ὅ,τι ἀτόπως καὶ ἄνευ ἀνάγκης ἔπραξε, καὶ ὅ,τι θὰ ἦτο μόνον δεδικαιολογημένον, ἐὰν ἐναντίον πείσματος ἐπρόκειτο ν’ ἀντιταχθῇ πεῖσμα. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀπῆλθεν ἐκ πείσματος, οὔτε ἐκ σκοποῦ ἀντιδράσεως πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης ἀναποδράστου. Ὅτε δὲ οὕτως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησεν, ἡ Συμπολίτευσις δὲν εἶχεν ἄλλο δικαίωμα, εἰμὴ νὰ ποιήσῃ τὴν πιστοποίησιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἀπεδείκνυε τὴν ἐπάρκειαν αὐτῆς πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας, ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τότε ἐκκρεμοῦς νομοσχεδίου. Δὲν ἦτο ὅμως παντάπασι δεδικαιολογημένη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν 30 ἑτέρων νομοσχεδίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι πλεῖστα, ἅπερ θέλουσι προκαλέσει σπουδαίας συζητήσεις, ὡς ἀφορῶντα εἰς μεγάλα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν συμφέροντα. Ἡ πολυαριθμοτέρα μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐθεώρησε τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς πλειονοψηφίας ὡς ἀναιροῦσαν τὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων καὶ καθιστῶσαν τὴν παρουσίαν αὐτῆς περιττὴν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη τῆς μεγίστης ταύτης μερίδος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀνυπόστατος, διότι ἀληθῶς αἴρεται οὕτω τέλεον ἡ ἐλευθερία τῶν συζητήσεων. Τούτων ἕνεκεν ἡ μερὶς ἐκείνη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπῆλθε τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐδήλωσε δὲ τοῦτο σαφῶς ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς. Ἤδη ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ σοβαροῦ τούτου γεγονότος ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐποίησαν ὁμοίαν δήλωσιν; Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι λυπηρὸν μὲν, ἀλλ’ ἀναπόφευκτον, διότι καὶ αὐτῶν ἡ παρουσία καθίσταται πλέον περιττὴ, ἀφοῦ ὁ μέγιστος ἀριθμὸς τῶν συναγωνιστῶν αὐτῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ. Δὲν δύναται δέ τις σπουδαίως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι πράγματι καὶ εὐσυνειδήτως νομοσχέδια τοσοῦτον σοβαρὰ καὶ τοσοῦτον σπουδαῖα διὰ τῆς παρεμβάσεως ὀλίγων τινῶν προσώπων. Ἰδοὺ διατί φρονῶ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀναλαμβάνει βαρεῖαν εὐθύνην. Καὶ ἔχω μὲν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία κέκτηται τὴν συνείδησιν καὶ ἔχει τὸ θάῤῥος καὶ τῆς εὐθύνης ταύτης, ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπομνήσω αὐτῇ, ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι βαρυτάτη. Ἀλλὰ καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπίσης βαρεῖα καὶ ἀκροσφαλὴς, διότι τὸ πρώτιστον προσὸν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, τὸ προσὸν, ὅπερ ἐξασφαλίζει τὴν τάξιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἶνε ἡ ἐλευθέρα συζήτησις, ἥτις μόνη ἐμπνέει εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζόμενα νομοσχέδια, ὅτι πάντες οἱ εἰς τὸν λαὸν ἐπιβαλλόμενοι φόροι, ὅτι πάντα τὰ μέτρα, ἅπερ περιστέλλουσι πολλάκις πρὸ τὸ γενικὸν συμφέρον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ὅτι πάντα ταῦτα ἀποφασίζονται μετὰ σπουδαίαν, ἐμβριθῆ καὶ εὐσυνείδητον μελέτην τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁπωσδήποτε ἡ πεποίθησις αὕτη ἐκλείψῃ, συνεκλείπει καὶ τὸ κῦρος τῶν ἀποφασιζομένων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ τοῦ λαοῦ ν’ ἀποδώσῃ σπουδαιότητα εἰς νόμους, κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐγείρεται φωνὴ ἀντιῤῥήσεως, οὐδεμία συζήτησις γίνεται οὔτε περὶ τῆς ἀρχῆς, οὔτε περὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ, ὅτι ἕνεκα τῶν χθὲς συμβάντων καὶ συνεπείᾳ τῶν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σπουδαίως δηλωθέντων, περιέρχεται ἡ κοινοβουλευτικὴ πορεία τοῦ Τόπου εἰς σημεῖα κρίσιμα, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὁδηγοῦσαν τὴν πλειονοψηφίαν, τὸ καθῆκον καὶ πρὸς ἑαυτὴν, ὑπὲρ τοῦ ἰδίου τοὐτέστι καλῶς νοουμένου συμφέροντος, καὶ πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, ἥτις τοσοῦτον ἐκθύμως ὑποστηρίζει αὐτὴν, πρὸ πάντων δὲ πρὸς τὸ Ἔθνος, οὗ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἰδέας πρέπει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις διαρκῶς καὶ πληρέστατα ν’ ἀντιπροσωπεύῃ, ἐπιβάλλεται, λέγω, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐκλείψῃ ὁ λόγος, ὁ δικαιότατος κατ’ ἐμὲ, δι’ ὃν ἐγένετο ἡ δήλωσις αὕτη. Ἂς ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς τὰ γεγονότα ταῦτα ἐπιβάλλουσιν, αἱ συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ δὲν θέλουσιν ἔχει τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ κῦρος, ἅπερ ἀείποτε πρέπει νὰ φέρωσιν αἱ σκέψεις καὶ αἱ πράξεις τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἔχουν πλῆρες δίκαιον ὅσοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς αὐτοὺς ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποχωρήσωσι δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, διότι καθῆκον παντὸς βουλευτοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ ἀντιπολιτευομένου, εἶναι νὰ παρίσταται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ νὰ συζητῇ εὐρέως τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποστηρίζῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζει ἄξια ὑποστηρίξεως, νὰ πολεμῇ δὲ ὅσα εὑρίσκει ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ καὶ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς οἱ κύριοι οὗτοι δὲν διέγνωσαν ὅτι ἡ μέθοδος καὶ ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ καθιέρωσε πανηγυρικῶς ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς χθές, τοὺς θέτει εἰς πλήρη ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ ἰδιότης των τοῖς ἐπιβάλλει. Χθὲς παρετάθη ἴσως πέραν τοῦ δέοντος ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς ἢ δύω νομοσχεδίων ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ὀγδόην ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεφωνήσαμεν νὰ λήγουν, καὶ χωρὶς νὰ συμφωνήσωμεν, λήγουν συνήθως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησε. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐγένετο ἔνστασις, ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ. Κατ’ ἐμὲ ἠδύνατο, ἀφοῦ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὰς παρατεταμένας συζητήσεις, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τούτου ὤφειλε νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ ἀπέλθῃ, οὐχὶ δὲ νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα καὶ ἐντὸς ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας....
§39ΤΙΝΕΣ. Ἐντὸς τριῶν ὡρῶν.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω καὶ τριῶν ὡρῶν, ἀλλ’ ἄνευ συζητήσεως...
§41ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Συζητήσεως γενομένης παρὰ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ συζητήσεις ἐγίνοντο παρὰ μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν εἶναι ἁρμόδια νὰ ἀντιπροσωπεύωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· ἑπομένως αἱ συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον τὰ ἀξιότιμα μέλη αὐτῆς, δὲν ἔχουν διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν οὐδεμίαν σημασίαν. Εἰμπορεῖ νὰ ἦναι πολύτιμοι, ἀξιόλογοι, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἰσχυρισθῇ ὅτι συμφωνοῦσιν ἢ ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἦτο δὲ παρὸν καὶ ἓν ἀξιότιμον καὶ λίαν ἱκανὸν μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἷς κοῦκος δὲν φέρει τὴν ἄνοιξιν· εἷς μόνος δὲν δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι δύναται νὰ κάμῃ ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὔτε εἷς, οὔτε δύω, οὔτε πέντε, οὔτε δέκα. Λοιπὸν δὲν εἶναι σπουδαῖον, κύριοι, νὰ λέγητε, ὅτι συνεζητήθησαν τὰ 30 νομοσχέδια, διότι ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον τὸν λόγον τινὲς συμπολιτευόμενοι καὶ εἷς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἑπομένως ἡ ἐπιψήφισις τῶν 30 νομοσχεδίων ἐγένετο ἄνευ τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸ δέ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο χθές, ἠμπορεῖ νὰ γίνεται καθ’ ἑκάστην καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ γίνεται· ἑπομένως τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δύνανται νὰ διέλθουν ἄνευ συζητήσεως. Καὶ ἂν ἤθελε παραμείνει σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἀρχίζουσα τὴν συζήτησιν, ἤθελε συζητήσει ἐκτενῶς ἓν, δύω ἢ τρία τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπέλθῃ δὲ ἡ ὀγδόη ἢ ἐνάτη ὥρα, πέραν τῆς ὁποίας δὲν δύναται τέλος πάντων νὰ παραμείνῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ δὲ Συμπολίτευσις ἐπιμείνῃ, δύναται νὰ παραμείνῃ μίαν ἔτι ὥραν καὶ νὰ συζητήσῃ ἄλλα τριάκοντα νομοσχέδια. Ἂν ἐξακολουθῆτε τὴν τακτικὴν αὐτήν, τοῦ νὰ νομίζετε δηλαδὴ ὅτι ἔχετε δικαίωμα μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προσδιωρισμένης διὰ τὰς συνεδριάσεις ὥρας νὰ παραμένετε ἐνταῦθα καὶ νὰ ἐπιψηφίζετε ὅσα νομοσχέδια θέλετε, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ εἴπητε θέλομεν νὰ συζητηθοῦν τὰ περισσότερα τῶν νομοσχεδίων ἄνευ συζητήσεως. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, συνέβη νὰ παραταθοῦν αἱ συζητήσεις ἐπὶ νομοσχεδίου τινὸς μίαν, δύω, τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέρας καὶ νὰ ἐξαντληθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ὑπομονὴ τῆς πλειοψηφίας· ἀλλὰ τί ἐγένετο τότε; ἡ πλειοψηφία μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς μειοψηφίας ἐστάθη καὶ ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ παρατεταμέναι συζητήσεις, ἔπειτα δὲ ἀπεχώρει καὶ οὕτως ἔδιδε καιρὸν εἰς τὴν μειοψηφίαν διὰ νὰ συζητήσῃ τὰ ἑπόμενα τὴν ἐπιοῦσαν. Τί ὠφελεῖ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ σήμερον; Θὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πρώτης πιστώσεως, θὰ συζητήσωμεν ἴσως καὶ τὸ τῆς δευτέρας, αἱ δὲ συζητήσεις τῶν δύω τούτων νομοσχεδίων ἠμποροῦν νὰ ἀποῤῥοφήσουν 2, 3, 4 ὥρας. Μετὰ τοῦτο θὰ εἶναι ἴσως ἡ ὥρα 8 ἢ 9· ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ πρῶτος ὁ κ. Μεσσηνέζης θὰ ἀποχωρήσῃ, διότι δὲν τὸν βλέπω νὰ κάθηται πέραν τῆς 7 καὶ ½. Λοιπὸν μετὰ τὰ δύω αὐτὰ νομοσχέδια θὰ ψηφισθῶσιν εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν 15 ἢ 20 ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν εἰς βʹ συζήτησιν. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποία ὠφέλεια ἐκ τῆς παραμονῆς τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Διὰ τοῦτο, ἂν καὶ δὲν παρηκολούθησα τοὺς ἄλλους ἐξελθόντας καὶ δὲν εἰξεύρω ἔτι τί θέλω πράξει ὁριστικῶς, παρατηρῶ ὅτι κατὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία καθιέρωσε, θὰ ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἄνευ τοῦ νομίμου ἐλέγχου καὶ τῆς νομίμου συζητήσεως.
§43ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ. Διατί δὲν μένετε νὰ συζητήσετε;
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι μένομεν δύω ἔτι ὥρας, αἱ δύω ἐκεῖναι ὧραι θέλουσιν ἐξοδευθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων, καθόσον εἴδομεν μάλιστα χθὲς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ δώσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν. Ἀλλὰ καὶ τότε σεῖς δύνασθε νὰ μείνετε μέχρι τῆς 12, καὶ νὰ ἐπιψηφίσετε ὅλα τὰ νομοσχέδια. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅ,τι καὶ ἂν πράξωμεν ἡμεῖς, ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων θέλει λάβει χώραν ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι καὶ ὅσοι ἀντιπολιτευόμενοι θὰ ἔρχωνται, θὰ θεωροῦν περιττὸν πλέον νὰ λάβουν τὸν λόγον· ἑπομένως πρέπει νὰ σταθμίσητε καλῶς τὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει ὑμᾶς καὶ νὰ προνοήσετε ὥστε εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποβεβλημένα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ πολλὰ τῶν ὁποίων περιέχουν διατάξεις λίαν καταθλιπτικὰς διὰ τὸν λαὸν, νὰ ἐπιφέρετε τὰς ἀπαιτουμένας μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν τῇ ἀληθείᾳ· δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν περὶ καταστάσεως κατὰ συνθήκην παρισταμένης οὕτως ἢ ἄλλως. Πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν πραγμάτων ὡς ἔχουσι. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ πράγματα; Πάντες οἱ προαγορεύσαντες, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπον, ἀφοῦ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, γνωρίζουσι ποῖα εἶναι τὰ πράγματα. Ἡ ἀποχώρησις δὲν γίνεται σήμερον· ἡ ἀποχώρησις ἐγίνετο καθ’ ἑκάστην, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· ἤλπισεν, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τι εἰς τοὺς δρόμους, ὅπως ἔλεγεν· ἰδοῦσα δὲ, ὅτι καὶ ἐκεῖ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, διότι καὶ ἐκεῖ ἐμειονοψήφει, ἐστράφη εἰς τὰ ἔκνομα μέσα καὶ διὰ τῶν ἐκνόμων μέσων προσεπάθησε νὰ παραλύσῃ τὴν ἐνέργειαν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε πρὸ τῶν ἑορτῶν, καὶ κατὰ τὸ στάδιον ἐκεῖνο τῆς ἐργασίας αὐτῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν πάσῃ ἄλλῃ Συνόδῳ διεξήγοντο ἐν τῇ Βουλῇ σπουδαῖα ἔργα, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ διεξαγάγωμεν τίποτε, εἴτε διότι παρετείνοντο συζητήσεις ἄσκοποι, εἴτε διότι παρελύοντο αἱ συνεδριάσεις διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἀντιπολιτευομένων, εὐθὺς ὡς ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἀποχώρησις αὐτῶν ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὸ Σῶμα ἄνευ ἀπαρτίας. Μετὰ μεγίστης δυσκολίας ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ συνέλθῃ ἐκ νέου, διότι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι παρέμενον ἐν ταῖς ἑστίαις αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν, ἵνα καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς. Ποῖον δὲ ἦτο τὸ τέλος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐσκόπει ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὕτω πολιτευομένη; Βλέπουσα, ὅτι δὲν ἠδύνατο αὕτη ν’ ἀποκατασταθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Βουλῆς οἱονδήποτε ἐκ τῶν μέτρων ἐκείνων, δι’ ὧν, ἐφαρμοζομένων, θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι τελεσφόρως ἐργάζεται ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἔβλεπε μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐγίνωσκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ἐγίνωσκον ἰδίως οἱ ἰθύνοντες αὐτὴν καὶ οἱ δυνάμενοι νὰ τὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ἤθελον καταστήσει ἐπιτυχῆ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν ἡ ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως ἦναι ἐπιτυχία τοῦ Ἔθνους, ἀπεφάσισαν, ὅπως διὰ τῆς χρήσεως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δίδει αὐτοῖς ὁ Κανονισμὸς, παραλύσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ παραλύσωσι τὸ Ἔθνος. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια περὶ τῆς πολιτείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τί ὁμιλοῦσιν οἱ παραμείναντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως καὶ περὶ χθεσινῆς ἐνεργείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἔχομεν ἤδη μῆνας, καθ’ οὓς προσπαθοῦμεν ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ἄνευ αὐτῆς, διότι δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶμεν ἄνευ αὐτῆς, ἀποδίδομεν εἰς τὸν νόμον τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ παρανομίᾳ διατελοῦσα καὶ ὑπὲρ τῆς παρανομίας ἐργαζομένη, κατώρθου νὰ παραλύῃ τοὺς ὑπὲρ τοῦ νόμου ἐργαζομένους. Ἔφθασε τέλος χθὲς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἠδυνήθημεν ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν τὴν ἰσχὺν εἰς τὸν νόμον, καὶ εὐθὺς βλέπομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπελπιζομένην καὶ ἀποφασίζουσαν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπραττε συνεχῶς πρότερον, ἀλλὰ νὰ τὸ πράξῃ ἤδη ἀνεπιστρεπτεί. Χθὲς ἔτι ἐν τῇ συζητήσει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ τῆς πολυαριθμοτέρας μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τί καταμέμφεσθε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; διατί δὲν ἔχετε ὑμεῖς ἀπαρτίαν; ὑμεῖς πλειοψηφεῖτε ἐν τῷ ὅλῳ ἀριθμῷ τῶν βουλευτῶν, ἔχετε ἄρα τοὺς ἀναγκαίους, ἵν’ ἀποτελέσωσιν ἀπαρτίαν, διατί δὲν φέρετε ταύτην τὴν ἀπαρτίαν, καὶ τότε ἐν πάσῃ νομιμότητι πράξητε πάνθ’ ὅσα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἐπιτρέπονται καὶ ἐπιβάλλονται ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων; Τοῦτο ἔλεγε ῥητῶς ἀπὸ τοῦ βήματος χθὲς, ἐλπίζων ὅτι ἡ Συμπολίτευσις δὲν ἠδύνατο νὰ συνέλθῃ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὅτε δὲ εἶδεν, ὅτι τέλος ἦλθον εἰς τὴν πρωτεύουσαν ὅσοι εἶναι ἀναγκαῖοι, ἵνα φέρωσι τὴν Βουλὴν εἰς ἀπαρτίαν, τότε ἀπηλπίσθη, καὶ τῆς ἀπελπισίας αὐτοῦ τελευταία κραυγὴ καὶ τελευταία ἐνέργεια ἦτο ἡ σημερινή. Ταύτην δὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔρχεσθε νὰ παραστήσητε ὡς ἐνέργειαν ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, ὡς ἐνέργειαν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας! Ἔρχεσθε νὰ συζητήσητε περὶ αὐτῆς ἢ ὡσανεὶ αὕτη ὑπηγορεύθη ἐκ μεμελετημένης προνοίας περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Ὁ τελευταῖος ἀγορεύσας βουλευτὴς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν· «Ὅ,τι ἐγένετο χθές, θὰ ἐπαναλαμβάνηται πάντοτε καὶ συζητήσεις πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν θὰ γίνωνται». Πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν συζήτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνηται, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θέλῃ νὰ συζητήσῃ. Τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἀφ’ ἡμῶν ἀλλὰ τὸ χθὲς γενόμενον, ἅπαξ μόνον ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἵν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ὑπάρχει δύναμις εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸν νόμον. Ἀποδείξαντες, ὅτι ἔχομεν τὴν ἰσχὺν κατὰ τύπους, ἔπρεπε ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔχομεν καὶ πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἰσχὺν ἡμῶν τὴν ἠθικὴν καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὀλιγίστας ἔτι συνεδριάσεις ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἐνώπιον ἡμῶν ἔχομεν ἀδιεκπεραίωτον πᾶσαν τὴν ἐργασίαν τὴν νομοθετικήν. Οὐχὶ μόνον Προϋπολογισμὸς καὶ πάντα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν νόμιμον λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος δὲν ἐψηφίσθησαν ἔτι, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὐδὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἀρχῆς τῆς Συνόδου παρεστήσαμεν εἰς αὐτὴν, ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἵνα τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικὸν δυνηθῇ νὰ εὐδοκιμήσῃ. Καὶ εἶναι δυνατὸν ἡ Συμπολίτευσις, πεποιθυῖα εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ συστήματος αὐτῆς, εἶναι δυνατόν, ἔχουσα ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουσι συμπληρώσει τὸ σύστημα καὶ θέλουσιν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὸ νὰ πραγματοποιηθῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι διὰ λόγον τινὰ οἱονδήποτε ἄλλον, πλὴν τοῦ τῆς νομιμότητος, θέλει σταματήσει ἐνώπιον τοιαύτης ἐργασίας; Ἵνα πιστεύσῃ τις τοιοῦτόν τι, πρέπει νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις δὲν ἔχει τὴν συνείδησιν τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν αὕτη ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ Συμπολίτευσις ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως; Διήλθομεν κρίσεις, ὁποίας ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς ἐν τῷ κόσμῳ διῆλθε καὶ θὰ διέρχηται συνεχῶς. Διήλθομεν κρίσεις, αἵτινες ἄφησαν τὸν Τόπον εἰς θέσιν παθητικὴν, τῷ ἄφησαν χρέη μεγάλα, ἄφησαν ὅμως εἰς αὐτὸν καὶ ὑποχρεώσεις μεγίστας διὰ τὸ μέλλον, διότι αἱ κρίσεις τοῦ παρελθόντος εἶναι μηνύματα περὶ τῶν κρίσεων τοῦ μέλλοντος. Εἶχε λοιπὸν τὸ καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸ παρελθὸν, ἵνα ἑτοιμάσῃ ἔδαφος πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ μέλλοντος. Καὶ ἐκκαθάρισις τοῦ παρελθόντος ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄνευ συστήματος ἀπαιτοῦντος καὶ δύω καὶ τριῶν καὶ τεσσάρων Συνόδων τὴν ἐνέργειαν; Ὁμιλοῦσι συνεχῶς οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὁμιλοῦσι καὶ περὶ σπατάλης, ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις προσέθηκεν, ἔστω καὶ μιᾶς δραχμῆς δαπάνην, εἰς προηγουμένας ἀνάγκας. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν δαπανᾶται σήμερον ἐπὶ πλέον, δαπανᾶται δι’ ἀνάγκας, γεννηθείσας ἐν τῷ παρελθόντι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ παρελθόντος προσωπικοῦ πρὸς ἐπίκρισιν οἱωνδήποτε διαχειρισθέντων τὴν Ἐξουσίαν ἐν τῷ παρελθόντι, ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ πραγματικοῦ ὅπως τοῦτο παρίστατο κρίσιμον τῇ Ἑλλάδι, ἐξαναγκάσαν αὐτὴν εἰς μεγίστας θυσίας. Ἐθυσίασεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ παρελθόντι, ἐθυσίασε πλεῖστα ὅσα, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐξυψωθῇ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκηται τότε, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν περιστάσεων. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ τότε ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν, οὐδεὶς λογαριασμὸς ἐκ τῶν τότε ἐπληρώθη, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῇ, διότι τότε εἴμεθα ἐν τῇ δράσει, ἐδαπανῶμεν ἔχοντες ἢ μὴ ἔχοντες, ἀλλὰ σήμερον πρέπει νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τοὺς λογαριασμούς, πρέπει νὰ ἴδωμεν τί ὀφείλομεν καὶ περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων νὰ προνοήσωμεν. Τοῦτο τὸ ἔργον ἀνέλαβεν ἡ Βουλὴ, καὶ τούτου τοῦ ἔργου εἰσηγήσατο ἡ Κυβέρνησις. Ἵνα δυνηθῶμεν, νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἔπρεπεν ἑκατομμύρια βαρῶν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὰ πολλῷ μᾶλλον, διότι πρόκειται νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τῶν κρίσεων τοῦ μέλλοντος. Ποῖος δύναται βουλευόμενος περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι κρίσεις; Δυνάμεθα νὰ ἐπιθυμῶμεν ὅπως ἡ εἰρήνη παραταθῇ ἐπὶ χρόνον πολὺν, καὶ οὐδὲν Ἔθνος ἔχει ἀνάγκην τῆς εἰρήνης πλειότερον τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει διατηρηθῆ ἡ εἰρήνη ἐπὶ πολὺ, καὶ ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἦναι ἑτοίμη πρὸς πάσας τὰς περιστάσεις; Ἐπιτρέπεται τῇ Ἑλλάδι, διδασκομένῃ ἐκ τοῦ παρελθόντος, νὰ φρονῇ, ὅτι δύναται νὰ παρασκευασθῇ διὰ τὰς κρίσεις τοῦ μέλλοντος ἄνευ σπουδαιοτάτων θυσιῶν; Τῶν θυσιῶν τούτων βλέπετε δείγματα καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα χθὲς συνεζητοῦντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἱερότης ἔτι τοῦ σκοποῦ τῶν Νομοσχεδίων τούτων δὲν ἤρκεσεν, ἵνα σταματήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνώπιον τῶν ἱεροσύλων αὑτῆς σκοπῶν, διότι ἱερόσυλος εἶναι ἡ ἐνέργεια, ἡ τείνουσα εἰς τὴν παράλυσιν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ἔθνος ὀφείλει νὰ ἐργάζηται ὅπως ἔχῃ τι ν’ ἀπαντήσῃ, ὅταν ἀκουσθῇ ἡ ἐρώτησις, ἂν ὑπάρχῃ Ἑλλὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐξετάζων τὸ ζήτημα ὑπὸ τυπικὴν ὅλως ἔποψιν, εἶπεν ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ συνεδριάζωσι πέραν ὡρισμένης τινὸς ὥρας, καὶ ὅτι ἡ Συμπολίτευσις φαίνεται σκοπὸν ἔχουσα νὰ συνεδριάζῃ κατόπιν τῆς ὥρας καθ’ ἣν οἱ μὴ συμπολιτευόμενοι θὰ θεωρῶσιν ὅτι πρέπει ν’ ἀπέρχωνται, διότι δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν ἐπὶ πλέον, συνεπέρανε δ’ ἐκ τούτου ὅτι πρόθεσις τῆς Συμπολιτεύσεως εἶναι νὰ μὴ συζητῇ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Οὐδὲν τοιοῦτον δύναται νὰ σκεφθῇ, ὅστις τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων θέλει νὰ ἐκτιμήσῃ ὁποία πραγματικῶς ὑπάρχει, καὶ ὄχι ὁποίαν τὸ κομματικὸν συμφέρον ὑπαγορεύει εἰς αὐτὸν καὶ τὴν παριστᾷ. Ποῖον συμφέρον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐξαναγκάσῃ οἱονδήποτε βουλευτὴν ἵνα ἐργασθῇ πλειότερον τῆς ὥρας τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς; Καὶ μήπως ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παρεκωλύετο ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν ταῖς ἐργασίαις αὐτῆς, δὲν θὰ ἠδύνατο διὰ τῶν συνήθων ὡρῶν τῆς ἐργασίας νὰ διεξαγάγῃ τὸ Νομοθετικὸν καὶ τὸ Πολιτικὸν αὐτῆς ἔργον; Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ αὐτὰ, ὅσας ὥρας καὶ ἂν προσεθέτομεν εἰς τὰς συνήθεις ὥρας τῆς ἐργασίας ἡμῶν, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἐνταῦθα ἡ πολυαριθμοτέρα μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὴ ἐπιτρέπουσα ἵνα προχωρήσωμεν. Ὡς εἶχον τὰ πράγματα, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἔργα εἰ μὴ κατόπιν τῆς ἀποχωρήσεως τῶν τῆς μερίδος ἐκείνης, ἐὰν μετ’ αὐτὴν ἐπετυγχάνετο ἡ ἀπαρτία διὰ τῆς Συμπολιτεύσεως. Καὶ ἐπετεύχθη χθὲς τοιαύτη ἀπαρτία καὶ προέβημεν εἰς ἔργα, ἀποχωρησάντων τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ὅμως καὶ ἤδη διατελῇ ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας· καὶ δύναται σπουδαίως νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Συμπολίτευσις θέλει περιμείνει, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Τριφυλίας, ν’ ἀποχωρήσωσιν οἱ παραμείναντες ἀντιπολιτευόμενοι, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὰς συζητήσεις αὐτῆς; Ἡ Συμπολίτευσις ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ ἴδιον ἑαυτῆς κῦρος· ἡ Συμπολίτευσις ἔχει τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐργάζεται ἐντὸς τοῦ νόμου, δὲν ἔχει ἀνάγκην προσθέτου τινὸς κύρους. Ἂν ἡ Συμπολίτευσις ἦναι ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ ἀπαρτία τοῦ Ἔθνους· αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, καὶ δὲν χρῄζει ἑτέρου κύρους. Ἀλλ’ εὐχαρίστως δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν πρὸς Ἀντιπολίτευσιν· ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ παρουσία Ἀντιπολιτεύσεως συντελεῖ πρὸς τὴν βελτίονα βάσανον τῶν Νόμων καὶ τὴν ἐντελεστέραν μόρφωσιν αὐτῶν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ εἴτε ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εἴτε ἕτερός τις βουλευτής, ὅτι δὲν ἤθελε τύχει παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως πάσης εὐκολίας, ἵνα παράσχῃ ὑπὲρ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ τὴν σύμπραξιν αὐτοῦ; Τότε ὅμως δύναται ἡ Συμπολίτευσις νὰ παράσχῃ τοιαύτας εὐκολίας εἰς Ἀντιπολίτευσιν, ὅταν βλέπῃ αὐτὴν ἐμφορουμένην τῆς ἰδέας τοῦ καθήκοντος· Ἀντιπολίτευσις ὅμως οὐδὲν ἄλλο σκεπτομένη, εἰμὴ πῶς, παραβιάζουσα τὸ καθῆκον αὑτῆς, νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν Βουλὴν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καὶ τὸ Ἔθνος ἐνώπιον τοῦ κόσμου, τοιαύτη Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔπρεπε νὰ προσδοκᾷ παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως ἁβροφροσύνην. Ἂν ὅμως ἡ παραμένουσα Ἀντιπολίτευσις ἐμπνέεται ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τῆς νομιμότητος, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν ὡς ἐκ τῆς προηγουμένης ἐνεργείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ὅλης, ὅτι παρὰ ταύτης θέλει τύχει πάσης συνδρομῆς, καὶ ὅτι ἡ Συμπολίτευσις θέλει ἀναγνωρίσει τὴν σύμπραξιν αὐτῆς ὡς ἐπωφελῆ εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἐνέργειαν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν Νόμων εἶναι τελειότερος, ὅταν ὑπάρχωσιν οἱ συστηματικῶς καὶ ἐκ καθήκοντος ἐπικρίνοντες αὐτούς. Ἐπεθύμουν ἄρα νὰ ὑπάρχωσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ τοιαύτην ἔχοντες ἀποστολὴν, καὶ οἱ παραμείναντες, δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν τοῦτο, εἶναι οἱ ἱκανώτεροι ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἵνα ἐπικρίνωσι τὰ τῶν νόμων. Ἂν ἄρα οὗτοι θέλωσι, δύνανται παραμένοντες ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἐπιτελῶσι τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἂν δὲν τὸ πράξωσι, δὲν θὰ τὸ πράξωσι, διότι συμμερίζονται καὶ οὗτοι τοὺς σκοποὺς τῆς λοιπῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μὴ ἔρχωνται ὅμως ἑρμηνεύοντες τὰ τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἄλλως ἢ ὡς πραγματικῶς ἔχουσιν. Ἂν οἱ παραμείναντες Ἀντιπολιτευόμενοι θέλωσι νὰ συνεργασθῶσι μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ κακὸν, τὸ μέχρι τοῦδε γενόμενον ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰ τῆς Πολιτείας, δυνάμεθα νὰ συμπράξωμεν ἐν ἁρμονίᾳ, τῇ ἁρμονίᾳ, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντος εὐσυνειδήτου ἀναπτύξεως τῶν ἀντιθέτων γνωμῶν. Ἂν ὅμως ἀποχωρήσωσι καὶ οὗτοι, ἡ δικαιολόγησίς των δὲν εἶναι εἰλικρινής· ζητοῦσι νὰ καλύψωσι τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν σκοποὺς ὑπὸ προφάσεις. Ὅ,τι δήποτε ὅμως καὶ ἂν πράξωσι καὶ οἱ παραμείναντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Συμπολίτευσις οὐδένα ἔχει δισταγμὸν περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὴν καθηκόντων. Ἡ Συμπολίτευσις ἀνέλαβε μέγα ἔργον, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο διεξάγει καὶ θέλει τὸ διεξαγάγει ἐν νομιμότητι. Ἔχουσα ἤδη τὴν ἀπαρτίαν, ἂν τὴν ἔχῃ, θέλει δυνηθῆ καὶ μόνη διὰ τῆς Βουλῆς νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον, οὗτινος ἤρξατο κατὰ τὰς δύω παρελθούσας Συνόδους. Ἂν ὅμως ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ ἔχῃ καὶ τὴν συνδρομὴν τῶν παραμεινάντων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς συνδρομῆς ταύτης ἐκτιμᾷ τὴν ἀξίαν πρὸς τὸν τελειότερον ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Ἔθνους καταρτισμὸν τοῦ ἔργου. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σοφιστευώμεθα καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν τὸ καθῆκον πάντες ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν καθήκοντα. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοσοῦτον κατώρθωσε νὰ ταπεινώσῃ τὴν Βουλήν, παραλύσασα αὐτήν, καὶ νὰ ταπεινώσῃ τὸ Ἔθνος διὰ τῆς παραλύσεως τῆς ἐνεργείας τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ Ἔθνος ἀπέναντι τοῦ κόσμου, ἀποδεικνυομένου, ὅτι αἱ ἐνέργειαι, αἱ ἐνεγκοῦσαι τὴν παράλυσιν ταύτην, ἦσαν ἐνέργειαι ἀτόμων, καὶ δὲν ἦσαν ἐνέργειαι πραγματικοῦ κόμματος· διότι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ὀνομάζωνται κόμμα ἐν τῇ Πολιτείᾳ οἱ ἐργασθέντες, ὡς εἰργάσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ ἀποχωρήσασα. Ἐκ τοιαύτης Ἀντιπολιτεύσεως οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν. Τὸ κῦρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὰς πράξεις τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ ἑαυτὴν οὕτως ἀνίκανον ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὥστε ἡ σύμπραξις αὐτῆς οὐδὲν παρεῖχε κῦρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τοὐναντίον ἀφῄρει ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πᾶν κῦρος, διότι κατεβίβαζε τὰς συζητήσεις ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ὕψους, εἰς ὃ πρέπει νὰ ἵστανται οἱ διασκεπτόμενοι περὶ τῶν μεγάλων τοῦ Ἔθνους συμφερόντων, εἰς ἔδαφος ταπεινόν, προσωπικόν, φατριαστικόν. Ἐάν, ἀποχωρησάσης ἤδη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, παραμείνωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οἱ μὴ ἀναγνωρίζοντες ὡς νόμιμον καὶ ἐμπρεπῆ τὴν πορείαν τῶν συναδέλφων αὐτῶν, καὶ τρεπόμενοι ἀντίθετον ὁδόν, ἐπιτελέσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ὅ,τι αὕτη δικαιοῦται ν’ ἀπεκδέχηται παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θέλομεν προβῇ μετ’ αὐτῶν εἰς τὰς συζητήσεις, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῶν γνωμῶν προσκτηθησομένην ὑπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὠφέλειαν. Τὸ δὲ κῦρος τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς οὐδεμιᾶς ἤδη χρῄζει ἐπικουρίας, ἀφοῦ ἀπεφάσισαν ν’ ἀπόσχωσι τῶν συζητήσεων οἱ διὰ παντὸς τρόπου προσπαθήσαντες νὰ καταῤῥίψωσιν αὐτήν, ἡ δὲ Συμπολίτευσις, καταστᾶσα ἤδη ἀπαρτία, ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐνασκεῖ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, οὐδενὸς δὲ στερεῖται τῶν ἀπαιτουμένων, ἵνα πλῆρες τὸ κῦρος μεταδώσῃ εἰς αὐτά.
§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τῆς ἀποχωρησάσης Ἀντιπολιτεύσεως, ἦτο γλῶσσα δριμεῖα, ἀπότομος καὶ ἄδικος, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον εἴθισται νὰ πολιτευώμεθα ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ πᾶσαν δὲ περίπτωσιν δύναται πᾶς ἄλλος νὰ μετέλθῃ τὴν γλῶσσαν ταύτην, ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν μετῆλθε, τὰ αὐτὰ μέσα, ὅπως ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ὅπως μετῆλθε καὶ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω, ἵνα διατηρηθῇ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Δὲν δικαιοῦται λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μετέλθῃ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν μετῆλθε γλῶσσαν, καὶ μετελθὼν αὐτήν, δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι, ἢ ἔτι περισσότερον νὰ δεινώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ὡμίλησε μετὰ πολλοῦ στόμφου, μετὰ πολλῆς ὑψηλοφροσύνης περὶ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε πολιτικὴ αὐτοῦ δὲν δικαιοῖ οὔτε τὸν στόμφον, οὔτε τὴν ὑψηλοφροσύνην αὐτοῦ. Ἡ πολιτεία αὐτοῦ, ἥτις ἔφερε τὰ πράγματα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἥτις ὑπῆρξε παραίτιος τοσούτων δυστυχημάτων, ἡ ὁποία ἀναγκάζει πολλάκις ἐνταῦθα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ὁμιλῶσι μετὰ γλώσσης ἀγρίας, καὶ τὸ ὁποῖον προδίδει ὅτι δεινὰ πρόκειται νὰ ἀναθρώσωσιν ἐκ τῆς πολιτείας αὐτοῦ, τοιαύτη λοιπὸν πολιτεία δὲν δικαιοῖ τὴν γλῶσσαν, ἣν μετῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ προετοιμάζει εἰς τὴν Ἑλλάδα παρὸν εὐμενὲς καὶ μέλλον ἄξιον τῶν προσδοκιῶν αὐτῆς. Εἶναι εὔκολον τὸ λέγειν, εἶναι εὔκολον τὸ ἐπαγγέλλεσθαι, καὶ εἴθισται εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπαγγέλλεται τρανὰ καὶ μεγάλα, καὶ ηὐτύχησε νὰ πείσῃ πολλάκις τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι καὶ δύναται νὰ πράξῃ τὰ μεγάλα. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν βλέπω τίποτε νὰ ἦναι ἀντάξιον τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἠδύνατο πράγματι νὰ πράξῃ μεγάλα ἔργα, ἐὰν ἐφέρετο σωφρονέστερον, μετὰ μετριοπαθείας· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ μετέλθῃ τοιαύτην πολιτικὴν ἔν τε τῷ Ἐσωτερικῷ καὶ ἐπὶ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ζητήματος, μετῆλθε πολιτικὴν ἀλύγιστον καὶ φατριαστικὴν μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύμπραξις μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ποῖα εἶναι τὰ ἔργα, ἐφ’ οἷς καυχᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργός; ἔλυσεν ἐξωτερικὸν ζήτημα; ἔφερεν ἰσοζύγιον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; ἠλάττωσε τοὺς φόρους τοῦ Κράτους; ἔκλεισε συμμαχίας, αἱ ὁποῖαι κρατύνουν τὴν θέσιν τοῦ Τόπου ἀπέναντι τῆς Ἀνατολῆς καὶ βελτιόνουν αὐτὴν ἀπέναντι τοῦ κόσμου; Ἔργα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν βλέπω. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπεχείρησε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ ἐπεχείρησε καὶ αὐτὸ κατὰ τρόπον οὐχὶ λελογισμένον, οὐχὶ μεμετρημένον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέχομεν πολὺ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, καίτοι ὑπέβαλε τὸν Τόπον εἰς ὑπερμέτρους ἤδη δαπάνας χάριν αὐτῆς. Δὲν εἶναι εὔκολον οὔτε νὰ χαράξῃ τις διὰ μιᾶς ἁπάσας τὰς ὁδοὺς μιᾶς χώρας, κατὰ μείζονα δὲ λόγον νὰ κατασκευάσῃ αὐτάς, διότι ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο καὶ χρόνος ὄχι ὀλίγος καὶ χεῖρες πολλαὶ καὶ χρῆμα ἄφθονον· προσεκλήθησαν μηχανικοὶ ξένοι, ἔφεραν πληθὺν ἀνθρώπων καταλλήλων, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξώγκωσαν τὰς δαπάνας. Καὶ ἔγειναν μὲν ἔργα τινὰ, ἀλλὰ τὸν ἕνα χρόνον γίνονται καὶ τὸν ἄλλον καταστρέφονται. Δὲν ἀρκεῖ, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ μεταχειρίζεσαι τοὺς εἰδικοὺς καὶ νὰ κατασκευάζῃς ὁδούς, πρέπει νὰ ἦναι καὶ ὁ Τόπος εἰς κατάστασιν νὰ τὰς διατηρήσῃ, νὰ παρέχῃ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Ὅταν ὅμως ὁ πληθυσμὸς ἦναι ἀραιὸς, ὅταν αὐτὰς τὰς ὁδοὺς δὲν τὰς βαίνῃ κόσμος πολύς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχετε καὶ διόδια πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ὅπου ὑπάρχουν πολλὰ τὰ ρεύματα, ὅπου τὸ ἔδαφος παρασύρεται καὶ καταστρέφονται αἱ ὁδοί, τὰς ὁποίας κατασκευάζομεν, δὲν πρέπει ἀλογίστως νὰ κάμνωμεν μεγάλας δαπάνας. Καὶ ἀπὸ Πατρῶν μέχρι τοῦ κτήματός μου πέρυσι κατεσκευάσθη ὁδὸς καὶ ἦτο βατή, ἤδη εἶναι ἀδιάβατος· διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, πρέπει νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἔλαβε τοιαύτην ἀνάπτυξιν ἡ συγκοινωνία, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ποιήσηται ὁ Τόπος καὶ τὴν δαπάνην πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Ὅταν κατασκευάζωνται πολλαὶ διὰ μιᾶς ὁδοὶ, δὲν λύεται τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, ἐπέρχεται δὲ τὸ μέγα κακὸν διὰ τὸν Τόπον, ὅτε τίθενται βάρη, καὶ οὕτω κινδυνεύει ὁ Τόπος νὰ περιέλθῃ εἰς χρεωκοπίαν. Δύνασθε τάχα νὰ καυχᾶσθε ἐπὶ τῇ διοικήσει τοῦ Τόπου; ἡ διοίκησις τοῦ Τόπου δὲν εἶναι παρὰ φατριαστική, ὁ νόμος δὲν ἰσχύει, οἱ πολῖται εἶναι διῃρημένοι εἰς δύω στρατόπεδα, οἱ μὲν ἔχουν δικαιώματα, οἱ δὲ ἔχουν ὑποχρεώσεις. Καὶ τὰ δικαστήρια αὐτὰ τὰ ἐφέραμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πεποίθησις εἰς αὐτά· δὲν ἔχουν οὔτε αὐτὰ τὰ ἴδια πεποίθησιν, δὲν δύνανται νὰ πείσουν ἑαυτὰ καὶ νὰ πείσουν καὶ τὸν κόσμον, ὅτι δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ὑψίστην αὐτῶν ἀποστολήν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, ἐὰν τὰ πειράματα τοῦ στρατοῦ, ἦναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε μετὰ τόσου στόμφου καὶ νὰ ἐπιτίθεσθε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ θέλετε νὰ τὴν χαρακτηρίσητε ὡς Ἀντιπολίτευσιν στερουμένην πατριωτικῶν αἰσθημάτων. Διατί; διότι μετέρχεται τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν μετήλθετε καὶ σεῖς ὁ ἴδιος καὶ ἄλλοι; Ἀλλὰ τὴν μετέρχεται, διότι τὴν ἐξαναγκάζετε· πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἦναι ἀπαθὴς, ὅπως εἶμαι ἐγὼ, ἵνα ἐξακολουθῇ νὰ κάθηται εἰς τὰς ἕδρας αὐτὰς καὶ νὰ μάχεται. Τὰ πειράματα τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ἐκτελεῖ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦν κατὰ χιλιάδας τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτῶν πρὸς μεγίστην καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ Τόπου ζημίαν, δὲν πιστεύω νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσωσι τὸν στόμφον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι τὰ πειράματα ταῦτα καὶ ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δυνατὸν νὰ συντελῶσιν εἰς τὸν σχηματισμὸν στρατοῦ χάριν παρατάξεων, δὲν ἔχουσιν ὅμως καὶ τὴν ἀξίαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὰ βάρη ἐπὶ βαρῶν, ἅτινα ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν Τόπον χάριν αὐτῶν, οὐδὲ συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ παρατάξωμεν ἐν πεδίῳ μάχης στρατὸν ἀξιόμαχον καὶ δυνάμενον νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος. Τὰ πειράματα ταῦτα ἀπολύτως δὲν κατακρίνω ἀποτελοῦντα τὸ πρῶτον βῆμα εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλεται ὁ Τόπος χάριν αὐτῶν εἰς δαπάνας ὑπερμέτρους, διότι οὕτω ἐξαντλεῖται μόνον χάριν πειραμάτων ὁ Τόπος καὶ καθίσταται ἀνίκανος εἰς ἔργα. Δὲν πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μετέρχεσθε ἕνεκεν τοιούτων ἔργων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαύτην γλῶσσαν, διότι τότε καθίσταται δύσκολον εἰς τὸν ἔχοντα αἴσθημα ἀξιοπρεπείας νὰ παραμένῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Προτιμᾶτε τοὺς ἐμμέσους φόρους τῶν ἀμέσων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὸ βάρος τῶν φόρων πίπτει ἐπὶ τοῦ ἀστοῦ, ἐπὶ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἔχει περιουσίαν. Διὰ τοῦ συστήματος δὲ τούτου βαίνετε εἰς τὴν ἀπογύμνωσιν τοῦ ἀστοῦ, ἐμμέσως δὲ καὶ τὴν τοῦ γεωργοῦ, καὶ προετοιμάζετε κοινωνικὰ δυστυχήματα. Πολλὰ ἀντιστρατευόμενα εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν εὐεξίαν τῆς κοινωνίας ἐτολμήσατε καὶ τολμᾶτε, καὶ θέλετε, ἀφοῦ τοιαῦτα πράττετε, ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ μένῃ ἀνάλγητος, νὰ σᾶς χειροκροτῇ. Ἡ ἀξίωσίς σας αὕτη δὲν εἶναι οὔτε δικαία, οὔτε πρέπουσα· διότι καὶ τὸν Λαὸν ἐπιβαρύνατε μὲ βάρη καὶ ἐδεινώσατε τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου καὶ ηὐξήσατε τὰ χρέη εἰς βαθμὸν ὑπέρτερον τῶν δυνάμεων τοῦ Τόπου. Κατὰ δὲ τὸ 1884 θέλετε νὰ ἱδρύσετε μονοπώλιον ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, μονοπώλιον ἐπὶ τῶν χαρτοπαιγνίων, σᾶς τὰ χαρίζω τὰ χαρτοπαίγνια, μονοπώλιον τῶν πυρείων· διατί δὲν προβαίνετε, ζητοῦντες καὶ μονοπώλειον τῆς ζακχάρεως, τοῦ καφὲ, τῆς ἀρτοποιΐας καὶ τότε βεβαίως θὰ δυνηθῆτε νὰ συγκεντρώσητε καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν τοῦ Λαοῦ εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν! Αὐτὰ εἶναι τὰ μεγάλα ἔργα σας. Ἀφῃρέσατε ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τὴν παραγωγικὴν αὐτῆς δύναμιν, κατεστήσατε αὐτὴν ἀνίκανον, ὅπως διὰ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ συναγωνισμοῦ δυνηθῇ νὰ προαχθῇ καὶ νὰ προετοιμασθῇ εἰς τὰ μεγάλα ἔργα, ἅτινα ἐπαγγέλλεσθε· διότι τὰ μεγάλα ἔργα ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ δὲν τὰ κάμνουν οἱ ὀλίγοι τὰ κάμνουν οἱ πολλοί· ὅταν τοὺς πολλοὺς τοὺς φέρετε εἰς τὴν θέσιν νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν, βεβαίως δὲν ἐπιτυγχάνετε ὅ,τι δῆθεν ἐπιδιώκετε. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔχετε φέρει τὴν Ἑλλάδα, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ φαίνεται, ὅτι ἔχει ὑποστηρικτὰς, ὅτι δύναται νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὴν συνδρομὴν τινος καὶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀξιοπρεπῶς; ἐνῷ τότε τοὐλάχιστον δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δυνάμεθα εἰς ἄλλα νὰ ἀποτύχωμεν, ἀλλ’ ἐπετύχαμεν κατὰ τοῦτο, καὶ ἐφέραμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἐντίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθόσον ἀποβλέπει τὸ ζήτημα τὸ Πατριαρχικὸν, ἐτήρησε σιγὴν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἤθελε λυθῆ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα δὲν λύεται καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι εἴμεθα ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένοι, καὶ ὅτι ἡ πολιτεία σας τῶν παρασκευῶν εἶναι πολιτικὴ, ἥτις διήγειρε καθ’ ἡμῶν τὸν χόλον καὶ τὴν μῆνιν τῶν ἰσχυρῶν, καὶ διὰ τοῦτο δεχόμεθα ραπίσματα ἐπὶ ραπισμάτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν, οὔτε διὰ τῶν πειραμάτων τοῦ στρατοῦ, οὔτε διὰ τῶν προπαρασκευῶν τῶν ναυτικῶν, τὰς ὁποίας ἐνθυμεῖσθε τώρα μετὰ δύω ἔτη. Φρονῶ λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ γλῶσσα ὑμῶν ἔπρεπε νὰ ἦναι μετριοπαθὴς, ἤθελε δὲ δικαιολογηθῆ ἡ διαγωγὴ ὑμῶν, ἐὰν μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἠθέλατε προχωρήσει, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐκάματε 1 ἢ 2 νομοσχέδια καὶ κατόπιν ν’ ἀποχωρήσητε, νὰ καταστήσητε γνωστὸν, ὅτι ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ προχωρήσητε καὶ μόνοι, ἀλλὰ δὲν κάμνετε κατάχρησιν αὐτῆς. Τότε ἡ πολιτεία σας θὰ ἦτο σώφρων, μετριοπαθὴς, πρέπουσα· ἀλλὰ σεῖς ἐπροχωρήσατε, ἅμα ἐφθάσατε εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἔχετε ἀπαρτίαν καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐξηντλήσατε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δὲν ἠξεύρω ποῖος ἐκ τῶν κυρίων σᾶς ἐσταμάτησεν, ὅπως μὴ ἐξαντλήσητε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοιαύτη πολιτεία, κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι Τόπος ἀνεχόμενος τὴν πολιτείαν αὐτὴν, αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς μεγάλα ἔργα. Τὰ μεγάλα ἔργα ἀπαιτοῦσι θυσίας καὶ ὑπεβάλατε τὸν Λαὸν εἰς θυσίας, καὶ φοβοῦμαι ὅμως ὅτι ἕνεκεν τῆς τοιαύτης ὑμῶν πολιτείας δὲν θὰ φθάσετε εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ σκοπεῖτε, δι’ ὃ αἱ θυσίαι. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρωθυπουργὲ, φρονῶ ὅτι κακῶς ἐπράξατε χθὲς, διότι ἐκάματε κατάχρησιν τῆς ἰσχύος σας. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσητε τῆς φωνῆς τῶν ἀντιπολιτευομένων, οἵτινες σᾶς παρεκάλεσαν νὰ θεωρήσητε τὰ γενόμενα χθὲς ὡς μὴ γενόμενα.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν;
§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἠθέλατε πράξει, ὅ,τι συνεβούλευσα εἰς τὸν μακαρίτην Βούλγαρην νὰ πράξῃ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὅταν ἦλθεν ἡ ἔκτακτος Σύνοδος, ὅτε τὸν παρεκάλεσα ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ βαδίσωμεν ἐμπρός. Καὶ ἐκλονίσθη πρὸς στιγμὴν ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει πολὺς ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ μέγας πατριώτης, ἀλλὰ εἶχε συμβούλους, οἵτινες τὸν παρέσυραν εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἥτις τὸν ὡδήγησε πρὸς δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος παράκαιρα εἰς τὸν τάφον.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σχέσιν ἔχει;
§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅτι καὶ τότε δὲν μὲ ἤκουσαν οἱ διευθύνοντες τὰ πράγματα καὶ τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῶ καὶ τὰ πράγματα πάλιν θὰ μὲ δικαιώσωσιν. Ἔλαβον ἱκανοποίησίν τινα τότε, διότι εἶπεν ὁ μακαρίτης, ὅτι ὁ μόνος, ὅστις τῷ ἐσυμβούλευσεν, ὅ,τι δίκαιον καὶ συμφέρον εἰς αὐτὸν καὶ τὸ Τόπον ἤμουν ἐγώ. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Καλὰ θὰ κάμῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ μετέρχεται τοιαύτην γλῶσσαν καὶ νὰ πεισθῇ καὶ αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, ὅσα ἐψηφίσθησαν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§51Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἐπιεικείας, καὶ ὅτι εἶσθε ἕτοιμοι νὰ συμπράξητε μετὰ τῶν Ἀντιπολιτευομένων, οἵτινες ἐναπέμειναν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· καὶ ἐνῷ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὅστις μάλιστα ἐβιάσθη, νομίζω, ὀλίγον δηλώσας, ὅτι θέλει παραμείνει καὶ συνεργασθῆ μεθ’ ὑμῶν, ἐνῷ λέγω, εἰς τούτων, ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Μεσσηνέζης, ἀνέβη τὸ βῆμα, ὑμεῖς πάντες ἐτράπητε εἰς σιωπηρὰν φυγήν. Καὶ ἂν οὐχὶ ἄλλο, δὲν ἐσεβάσθητε οὐδὲ τὸ ὀλιγάριθμον ἡμῶν. Ποῦ εἶναι οἱ φίλοι σου, κ. Πρωθυπουργέ; Εἰς τὸ καπνιστήριον, ἢ εἰς τὸ δωμάτιον τῆς συναλλαγῆς. Καὶ ὁμιλεῖτε ἀκόμη μετὰ τοσούτου θάῤῥους περὶ ἐπιεικείας, καὶ ὅτι εἶσθε ἕτοιμοι νὰ συνεργασθῆτε μετὰ τῶν ὀλίγων ἐναπομεινάντων. Ἐν τούτοις ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Μεσσηνέζης, ὁμιλῶν, προέταξε τὴν δήλωσιν αὑτοῦ, βεβαιώσας ὑμᾶς, ὅτι θέλει παραμείνει καὶ συμπράξει μεθ’ ὑμῶν, καὶ ὅμως ἐτράπητε εἰς φυγὴν, ἅμα οὗτος ἀνῆλθε τὸ βῆμα, περιφρονοῦντες ἐδῶ τὰ πάντα. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἡ πολιτεία ὑμῶν, πολιτεία σιωπώντων· καὶ ἔρχεσθε ἐν τῇ Βουλῇ καὶ παρίστασθε δίκην ἀφώνων ἰχθύων, καὶ ἀνεθέσατε τὴν διεύθυνσιν πάντων εἰς τὸν δυστυχῆ τῷ ὄντι Πρωθυπουργὸν, ὅστις ὁμολογουμένως εἶναι γίγας ἀπέναντι τόσων βωβῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἴσως διότι εἶναι Ὑπουργὸς τῆς Θαλάσσης, τηρεῖ σιγὴν ἰχθύος, καὶ τὴν σιγὴν ταύτην συμπληροῦσιν οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, πλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ οὗ εἶπον ἄλλοτε ὁποῖον θέαμα παριστᾷ, ὁσάκις ἀνέρχεται τὸ βῆμα τοῦτο. Ὑμεῖς λοιπὸν δὲν σέβεσθε, ἐὰν οὐχὶ ἄλλο, οὐδὲ τὸ ὀλιγάριθμον ἡμῶν εἴχατε ἀποχωρήσει τῆς αἰθούσης, μὴ καταδεχόμενοι ν’ ἀκούσητε. Καὶ δὲν σέβεσθε τὸ ὀλιγάριθμον ἡμῶν, κατὰ ποίαν στιγμήν; κατὰ τὴν ὑπάτην ταύτην στιγμήν, καθ’ ἣν ἀναμφισβητήτως ἐννοεῖτε ὅτι κλονίζεται ἡ θέσις ὑμῶν. Δύνασθε νὰ ἐπιδεικνύητε ὅσον θέλετε θάῤῥος, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶσαι δειλὸς, διότι κατανοεῖς ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν παραβόλων τούτων ἐνεργειῶν καὶ ἀγαπᾷς ὁμολογουμένως τὴν πατρίδα, ὥστε νὰ μὴ προβῇς εἰς αὐτάς. Ἔκνομα μετῆλθε μέτρα ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶπες πρὸ ὀλίγου, κ. Πρωθυπουργὲ, καὶ μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐπιτύχῃ ἐκ τῶν ἐκνόμων αὐτῆς μέτρων, μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον προέβη εἰς τὸ ὕπατον πάντων, καὶ ἀπεχώρησε τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶναι γνωστόν, ὅτι, καίπερ ἀντιπολιτευόμενος, δὲν εἶμαι φίλος ὅμως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀποχωρησάσης μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις μετῆλθεν ἔκνομα μέτρα, ἢ ἀπηγόρευσεν ὑμῖν τοῦ νὰ μετέλθητε τοιαῦτα, ὅταν ἤλθατε μετ’ ἀσεβείας φοβερᾶς καὶ ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν τὸ ἀντισυνταγματικὸν 15 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας; Καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν προσέφερεν εἰς τὸν Τόπον ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι νομίζετε ἴσως, ἂν οὐχὶ αὐθάδεια, ἀλλὰ λησμοσύνη βεβαίως νὰ ἔρχησθε ἐνταῦθα καὶ νὰ μέμφησθε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ ἐκνόμοις μέτροις; Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀπεδοκίμασε τὴν διαδήλωσιν ἐκείνην, εἰς ἣν ἐγὼ βεβαίως δὲν μετέσχον, ἐὰν ἡ μεγαλειτέρα μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀπεδοκίμασε, λέγω, τὴν διαδήλωσιν ἐκείνην, εἶναι ἆρά γε τοῦτο ἔκνομον μέτρον καὶ ἀντισυνταγματικόν; Ἢ μήπως ἐλησμονήσατε, ὅτι ὅταν ἐκάθησθε ἐκεῖ, ὅπου ἐκάθητο πρὸ ὀλίγου ὁ ἀρχηγὸς τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐκ τοῦ οἴκου ὑμῶν συνετελεῖτε, ὑμεῖς πρὸ πάντων, εἰς ἔκνομα μέτρα; Ἢ λησμονεῖτε, ὅτι ἄλλοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ παρετείνατε τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ μικροῦ ζητήματος ἐπὶ 15 ὅλας ἡμέρας, καὶ δὲν προσεφέρετε ἄλλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰμὴ τὸν ὀλέθριον ἀνταγωνισμὸν κατὰ μεγάλων τότε κομμάτων; Μὴ ὁμιλῆτε περὶ ἐκνόμων μέτρων, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔσωσε καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸν Τόπον, καυτηριάσασα τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἔκνομον τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐφεδρείας, ὅπερ εἴχατε τὴν τόλμην νὰ φέρετε ἐνταῦθα καὶ τὸ ὁποῖον, καὶ ὅπως ἀκόμη ἐπεψηφίσθη τροποποιηθὲν, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ βεβαιότητος, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ ἰχθύων. Ὁσάκις ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέρχεται τὸ βῆμα τοῦτο, βεβαίως δὲν ἔχει τὴν ἰδιότητα ταύτην· ἔχει ὅμως τὴν ἰδιότητα ἄλλου θαλασσίου ὄντος, διότι ὁμιλεῖ περὶ μεγάλων δῆθεν ἐθνικῶν παρασκευῶν, ὁσάκις βλέπει, ὅτι παρὰ τῶν ἀντιπάλων ἡττᾶται καὶ κινδυνεύει, ὁμοιάζων, ὅταν ρίπτῃ εἰς τὸ μέσον τὰς μεγάλας ταύτας ἐθνικὰς παρασκευὰς, πρὸς τὸ θαλάσσιον ἐκεῖνο ὄν, ὅπερ, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἐπίθεσιν, ἀπολύει κατὰ τῶν ἐχθρῶν τὴν μελάνην, ἵνα παραλύσῃ καὶ συσκοτίσῃ τὴν ἐπίθεσιν αὐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1875 τί ἄλλο ἐπράξατε, ἢ νὰ ἐμπαίζητε τὸν λαὸν, φορολογοῦντες αὐτὸν καὶ μὴ ἔχοντες ἐν τούτοις νὰ παρατάξητε οὔτε στόλον ἀξιόμαχον οὔτε στρατόν; Ὁμιλεῖτε περὶ ἐθνικῶν παρασκευῶν ὑμεῖς, οἵτινες οὐδέποτε ἐπράξατέ τι ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ κατὰ τὸ 1877 ἐπετέθητε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τοῦ Δεληγεώργη, ἥτις ἐφρόντιζε τῷ ὄντι περὶ Ἐθνικῶν παρασκευῶν. Καὶ μήπως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπῆλθον ἐντεῦθεν, ἢ ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ παραμείνωσιν, ἢ θ’ ἀκολουθήσωσι τοὺς ἀπελθόντας, δὲν ἔχωσι φιλοπατρίαν, ἢ δὲν ἐνδιαφέρονται καὶ αὐτοὶ περὶ τῶν ἐθνικῶν παρασκευῶν; Ἢ μήπως ἡ φιλοπατρία ἦνε μονοπώλιον ὑμέτερον; Αἱ παρασκευαὶ λοιπὸν εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Μὴ ὁμιλῆτε ἄρα μὲ τοιαύτην γλῶσσαν, ὅταν μάλιστα τὰ πράγματα ἦνε ἀντίθετα τῶν λόγων ὑμῶν· μὴ ὁμιλῆτε μὲ τοιαύτην γλῶσσαν, ὅταν ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐζητήσαμεν, ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ὅταν ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐζητήσαμεν ἢ τὴν ὑποχώρησιν τῶν πλειοτέρων, διότι ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο εἴπομεν, εἰμὴ ὅτι πάνθ’ ὅσα κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ἐπράξατε δύνανται νὰ ὦσιν ὅσον θέλετε νόμιμα, καὶ εἶναι τῷ ὄντι τοιαῦτα, ἀλλ’ εἶναι ἐναντία τῶν ἀρχῶν τοῦ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους σεβασμοῦ καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἀπετάθητε εἰς τὸ Ἔθνος, νομίζοντες, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἀποστροφῆς πρὸς αὐτὸ θέλετε κερδήσει τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐὰν πραγματικῶς ἔχητε τὸ θάῤῥος ν’ ἀποταθῆτε πρὸς τὸ Ἔθνος, λάβετε τοὺς πίλους ὑμῶν καὶ ἀπέλθετε νὰ ζητήσητε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τότε θὰ ἴδητε ἐὰν μετὰ πάντα ὅσα ἐπράξατε, ἔχητε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους. Τὸ Ἔθνος ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην τινὰ καὶ πρὸς ὑμᾶς· ἤδη ὅμως ἀπωλέσατε αὐτήν, διότι αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν παρέβητε τὸ ὑμέτερον πρόγραμμα· καὶ ἄλλοτε ἤλθατε ἐνταῦθα, καὶ ἐξηπατήσατε ἡμᾶς, τοὺς μᾶλλον ἀπειροτέρους, καὶ ἤλθατε μὲ πρόγραμμα, μὲ κατηγορητήρια καὶ ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, καὶ κατόπιν ὑπεχωρήσατε, ἀφήσαντες ἐκθέτους ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς, ἔστω καὶ πεπλανημένας, ἰδέας αὐτῶν. Γνωρίζει λοιπὸν πλέον ὑμᾶς καλῶς τὸ Ἔθνος, καὶ ποία εἶναι ἡ καταγωγὴ ὑμῶν, καταγωγὴ ἐν γνώσει συκοφαντῶν, καὶ τίνες αἱ ὑμέτεραι ἐπαγγελίαι. Ὅταν ἀποτείνεσθε πρὸς τὸ Ἔθνος, λάβετε τὸ θάῤῥος νὰ ἐξέλθητε πρὸς τὸν λαὸν, καὶ παρ’ αὐτοῦ θέλετε μάθει τί φρονεῖ τὸ Ἔθνος. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἄλλο, ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ ἅπαντες οἱ συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσαν· ζητοῦμεν νὰ ὑποχωρήσητε οὐχὶ ἀπέναντι τῆς παρανομίας—καὶ θέλω καταστήσει αἰσθητὴν τὴν λέξιν ταύτην—ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ θράσους, ὅπερ κατέλαβεν ἀπό τινος ὑμᾶς, ἀπέναντι τῆς μουσουλμανικῆς ζάλης, ἥτις κατέχει ὑμᾶς. Τὴν ὑποχώρησιν ζητοῦμεν, καὶ ἐὰν συναισθάνησθε, ὅτι εἶσθε ἐν τῷ δικαίῳ, ὅτι ἔχετε Ἔθνος μεθ’ ὑμῶν, ὑποχωρήσατε, καὶ θέλετε ἴδει ἐὰν τὸ Ἔθνος θέλῃ χειροκροτήσει τὰ νομοθετήματα καὶ τὴν πολιτείαν ὑμῶν. Ἄλλως, δεικνύεσθε, ἐὰν οὐχὶ ἀσεβεῖς πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀσεβεῖς ὅμως πρὸς τὰς κοινοβουλευτικὰς συνηθείας τῶν συνταγματικῶν Ἐθνῶν. Ἐφέρατε ἡμερησίαν διάταξιν, περιέχουσαν τὴν ἀνατροπὴν τῆς θεσμοθεσίας· τοῦτο ἐπράξατε καὶ ἄλλοτε. Καὶ ἐπιγράφετε τὰ Νομοσχέδια μὲ πομπώδεις τίτλους· καὶ ὕστερον εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀπορήσῃ ἡ Ἱστορία, καὶ θὰ ἐρωτήσωσιν, ἐὰν τὸ Ἔθνος ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον δὲν ἦτο ἢ Ἔθνος ἀγρίων· διότι ὑμεῖς, ὡς φέρετε τὰ Νομοσχέδια, καὶ ὡς πομπωδῶς ἐπιγράφετε τὰς ἐπικεφαλίδας αὐτῶν, παρουσιάζετε τὴν Ἑλλάδα ὡς Ἔθνος ἄγριον καὶ βάρβαρον, καὶ ὅτι ἤλθατε ὑμεῖς, οἱ πάντα γινώσκοντες, νὰ ὀργανώσητε ἀπ’ ἀρχῆς τὸν ἀσύντακτον αὐτὸν τόπον. Ἔρχεσθε λοιπὸν κατὰ τὸ ὑμέτερον σύστημα καὶ φέρετε ἡμερησίαν διάταξιν 96 ὀργανικῶν Νομοσχεδίων! Δὲν γνωρίζω, νομίζω ὅμως ὅτι, τοῦτο τουλάχιστον, ἂν ἔχητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ Νομοσχέδια ὑμῶν εἶναι ὀργανικὰ, θέλετε σκεφθῆ ὡρίμως καὶ σπουδαίως, καὶ δὲν θέλετε ἀναδεχθῆ τὴν εὐθύνην νὰ μεταβάλητε τοὺς ὀργανικοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, χωρὶς νὰ ἀκούσητε τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δύνασθε νὰ λέγητε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅσα θέλετε ἐγκώμια περὶ ἐκείνων τῶν ὀλίγων, οἵτινες ἀπέμειναν, ἢ θέλουσιν ἀπομείνει εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα· ἀλλὰ ἐκλαμβάνετε αὐτοὺς μωρὰ παιδία, ὅταν νομίζητε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὅσα λέγετε περὶ αὐτῆς εἶναι ἡ ἀληθὴς γνώμη ὑμῶν, ἀφοῦ, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθε τὸ βῆμα ἔγκριτον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ὑπάτου τούτου ζητήματος, ἐτράπη ἡ Συμπολίτευσις εἰς φυγήν. Ἐφέρατε ἡμερησίαν διάταξιν, τροποποιοῦσαν τοὺς οἰκονομικοὺς Νόμους καὶ σπουδαίους ἄλλους Νόμους τῆς Νομοθεσίας ἡμῶν, περιλαμβάνουσαν ὀργανικοὺς Νόμους περὶ ναυτικοῦ, ἐφέρατε ἡμερησίαν διάταξιν, περιλαμβάνουσαν νέους Νόμους περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περὶ ὁρκωτικῶν δικαστηρίων, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἐφέρατε ἡμερησίαν διάταξιν, καθιεροῦσαν τὰ μονοπώλια ἐν ἀπουσίᾳ χθὲς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ψηφίζετε τὰ μονοπώλια ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐδὲν ἐγίνωσκε. Δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι ἡ Συμπολίτευσις, ἧς ἡγεῖται ὁμολογουμένως ἀνὴρ συνετὸς μὲν, ἴσως ὅμως ὁρμητικὸς τὸν χαρακτῆρα, θέλει προβῆ εἰς τοιαῦτα μέτρα. Δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς καθ’ ὃν ἐπεβαρύνατε τὸν λαὸν δι’ ἐπαχθεστάτων φόρων, καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν φέρετε τὸν κλονισμὸν εἰς τὸ Ἔθνος, ὅταν σήμερον προτείνητε νέας φορολογικὰς διατάξεις καὶ θέλητε νὰ ἐπιψηφίσητε τὸν Προϋπολογισμὸν, χωρὶς τὸ ἕτερον ἥμισυ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐκφέρῃ περὶ αὐτοῦ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην; Βλέπω τινὰς τῶν κυρίων Θεσσαλῶν βουλευτῶν ταραττομένους καὶ διὰ τῶν μορφῶν αὐτῶν ἀποδοκιμάζοντας τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα· ἐπαναλέγω ἐκεῖνο, ὅπερ ἔξοχος ῥήτωρ προαγορεύων εἶπεν, ὅτι οἱ ἐκ Θεσσαλίας βουλευταὶ ὀφείλετε νὰ φανῆτε προσεκτικώτεροι ἀπέναντι τοῦ ὑπάτου τούτου ζητήματος, ὑμεῖς οἵτινες δὲν ἠλευθερώθητε διὰ τῶν νεωτέρων ὑμῶν κατορθωμάτων, ἀλλὰ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐμέλλετε ἐνταῦθα προχθὲς νὰ καταπατήσητε, περὶ τοῦ ὁποίου ὑμεῖς οὔτε λεπτὸν φαίνεται ὅτι δίδετε, ὅπως οὔτε περὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους. Καὶ ἐκ τούτων συγκρατεῖται ἡ πλειονοψηφία τοῦ Πρωθυπουργοῦ· καὶ αὐτοὶ οἱ Θεσσαλοὶ εἶναι οἱ μαχόμενοι ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰ πρῶτα χαρακώματα τοῦ στρατοπέδου αὐτοῦ. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς καί τινες ἄλλοι, συναποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, λησμονήσαντες ἴσως ὅτι ἐν ἀλαλαγμοῖς καὶ θριάμβῳ ἡγεῖτο ἄλλοτε τοῦ στρατοπέδου καὶ τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ζητῶν τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ἐπὶ πίνακι. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα εἶναι συνήθη εἰς ἐκείνους, οἵτινες εὐκόλως μεταβάλλουσι τὰς ἰδέας αὐτῶν.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ..........
§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς σὲ, ὅστις μὲ διακόπτεις. Δὲν μετέβαλον τὰς ἰδέας μου, διότι οὐδέποτε ὑπῆρξα φίλος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐφιλοτέχνησεν ἐν Ἀθήναις. Τὴν θέσιν μου ταύτην ὀφείλω εἰς τοὺς ἐκλογεῖς· δὲν ὀφείλω αὐτὴν εἰς τὸν συνδυασμὸν, ὃν ἐπολέμησα, οὔτε εἰς ὑμᾶς, οὔτε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Καὶ ἂν ἐτάχθην ἐν ταῖς τάξεσιν ὑμῶν ἄλλοτε, ἐτάχθην διότι ἐπίστευσα εἰς τὰς ἐπαγγελίας ὑμῶν, ἃς ὅμως παρέβητε, καὶ ἐξ ὧν τινες ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθησαν, ὅτι ἦσαν συκοφαντίαι, πλασθεῖσαι παρ’ ὑμῶν, ἀνάξιαι ἐλευθέρων ἀνδρῶν· διότι ἄλλως, ὅταν ἐδίδετο ὑμῖν πρὸς ὑπογραφὴν τὸ κατηγορητήριον παρ’ ἐμοῦ, ἔπρεπε νὰ ὑπογράψητε αὐτὸ καὶ οὐχὶ νὰ τρέπησθε εἰς ἐπονείδιστον φυγὴν ἄλλος ἐντεῦθεν καὶ ἄλλος ἐκεῖθεν. Ἡμεῖς, ὀλίγοι ἐνταῦθα παραμείναντες, δὲν ἀπεχωρήσαμεν εὐθὺς μετὰ τῆς μεγάλης μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὄντες εὐάριθμοι, καὶ βλέποντες κατ’ αὐτὴν ἀκόμη ταύτην τὴν στιγμὴν, ὅτι οὐδὲ τὸ εὐάριθμον ἡμῶν εἶναι σεβαστὸν ἀπέναντι τοιαύτης φρενητιώσης Συμπολιτεύσεως.
§54ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν τὸν αὐθαδέστατον.
§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς, λέγω, ἔχοντες ν’ ἀντιπαραταχθῶμεν πρὸς τοιαύτην Συμπολίτευσιν, ἀγνοοῦμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα, καὶ θὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου.
§56ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Νὰ φύγητε.
§57ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν θὰ παραμείνωμεν, ἢ ἐὰν θὰ ἀπόσχωμεν τῶν συνεδριάσεων, δὲν εἶσθε ὑμεῖς οἱ ἁρμόδιοι νὰ τὸ κρίνητε.
§58ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐξεκένωσαν τὰ δημόσια Ταμεῖα, ἔρχονται ἤδη καὶ ὑβρίζουν (Θόρυβος).
§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἰς τοιαύτας ἀγρίας διακοπὰς δὲν εἶμαι ὑπόχρεως ν’ ἀπαντήσω. Ἡμεῖς μαχόμεθα ἐνταῦθα ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, ἡμεῖς μαχόμεθα ἐνταῦθα ὑπὲρ τοῦ δικαίου ἡμῶν· καὶ ἐὰν λέξις βαρυτέρα πλέον τοῦ δέοντος ἐξέφυγε τοῦ στόματος ἡμῶν, νομίζω ὅτι δὲν ὀφείλετε νὰ ταραχθῆτε, ὅταν ἡμεῖς οἱ ὀλιγάριθμοι ἀμυνώμεθα ἀπέναντι τοσούτων, ὅσοι ὑμεῖς. Ἡμεῖς λοιπὸν ἐπιμένομεν εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἐδήλωσα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Αἰγιαλείας, ὅστις ἔσπευσε νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἰδίαν γνώμην περὶ τῆς μελλούσης πορείας αὐτοῦ, εἰς τί συνετέλεσε, θελήσας ἄλλοτε νὰ παραμείνῃ εἰς μίαν Βουλὴν, ἥτις ἐνομοθέτει ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Νόμων;
§60ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν παρέμεινεν. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζετε τοὐλάχιστον τοῦτο.
§61ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μολονότι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀποχωρήσεως καὶ οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐκ προθέσεως ἀπεχώρησα, ἀλλὰ μᾶλλον συνέτεινα τὸ κατὰ δύναμιν ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἀποχώρησις προετοιμασθεῖσα ὅταν δὲν ἔπρεπεν, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὰ χθὲς γενόμενα ἐγένοντο πρεπόντως· τὸ μὲν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ ἀποχωρήσαντες δὲν ἀπεχώρησαν ἐκ προθέσεως, ἵνα φέρωσι κωλύματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως· τὸ δὲ, διότι ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος προέτεινε καὶ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, νὰ ἐρχώμεθα κατὰ τὴν 2αν καὶ νὰ ἀναχωρῶμεν κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν, ὥστε δὲν ὤφειλεν ἡ πλειοψηφία νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοσούτων νομοσχεδίων, κατὰ παράβασιν τῶν συμπεφωνημένων. Ὡς ἠκούσατε, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τοῦτο ἐσκόπει ἅπαξ μόνον χθὲς νὰ πράξῃ καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ πράξῃ, διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν δύναμιν καὶ μόνη διὰ τῶν φίλων της νὰ ἔχῃ ἀπαρτίαν. Ἡ ἰδέα αὕτη συνετέλεσεν ἴσως ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν αἴρει τὸ ἄτοπον. Ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως καὶ πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν λοιπῶν συναδέλφων ἐξήνεγκεν, ἴσως ἤθελε φέρει συμβιβασμὸν καὶ οὕτω καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἤθελον ἀποχωρήσει. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα τέλος πάντων ἔγεινεν. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας, ἐξήνεγκεν αἰτιάσεις πολλὰς καὶ βαρείας κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀνομάσας μάλιστα αὐτὴν μέ τινα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐπαναλάβω ὡς δύσηχα καὶ ἀπρεπῆ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων καὶ τῶν ἀπειλῶν τῆς ἀποχωρήσεως μόνον σκοπὸν εἶχε νὰ κωλύσῃ ὁλοσχερῶς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Οὐδέποτε, κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις τοιαύτην πρόθεσιν συνέλαβε, μολονότι ἐδόθησαν εἰς αὐτὴν ἐπανειλημμένως ἀφορμαὶ δικαιολογημέναι νὰ ἀποχωρήσῃ συνταγματικῶς, διότι κατὰ τοὺς συνταγματολόγους ἐπιτρέπεται ἡ ἀποχώρησις ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύω τὴν ἀποχωρήσασαν Ἀντιπολίτευσιν, διότι σύνδεσμος πολιτικὸς δὲν μὲ συνδέει μετ’ αὐτῆς, συμπίπτει μόνον νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ δὲν ἀνήκω βεβαίως ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀποχωρήσασαν μερίδα, οὐχ ἧττον ὅμως δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ποιήσω τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Πρέπει νὰ πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁρμῶνται ἀπὸ τὰς αὐτὰς προθέσεις καὶ ἐπιθυμίας τῆς προόδου τοῦ Ἔθνους, καὶ βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε μετὰ πάσης προθυμίας ὑποστηρίξει ἅπαντα τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κατὰ πεποίθησιν δὲν εἶχεν ἐναντίαν ἰδέαν καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην πολλάκις ἐξέφρασε. Δύναμαι δ’ ἐλευθέρως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πιστεύω, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἤδη θὰ φέρουν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ νὰ προπαρασκευάσωμεν τὸ Ἔθνος δι’ ἄλλους σκοποὺς, πρέπει νὰ προϋπάρξῃ ἡ οἰκονομικὴ προπαρασκευή. Τοιαύτην δὲ ἐγὼ τουλάχιστον δὲν βλέπω· διότι δὲν βλέπω, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἀπεναντίας εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι κατὰ τὸ 1884 θὰ ἔχωμεν φοβερώτατον ἔλλειμμα, τὰ ὁποῖον ἑνούμενον μετὰ τοῦ ἀφεύκτως ἐμφανισθησομένου ἐλλείμματος τοῦ 1883, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ διὰ τῶν λαμβανομένων μέτρων, διότι ὅπως καὶ ἐγὼ εἰς διαφόρους συζητήσεις νομοσχεδίων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, τὰ συστήματα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνανται νὰ φέρουν τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα. Ὥστε δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ μέμφωνται τόσον ἰσχυρῶς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἠθέλησε νὰ φέρῃ κωλύματα πρὸς πρόοδον τῶν συζητήσεων. Λυποῦμαι, καὶ νομίζω ὅτι πάντες πρέπει νὰ λυπηθῆτε διὰ τὸ παρουσιασθὲν σήμερον σχίσμα μεταξὺ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τοιαῦται δὲ ἀποχωρήσεις εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ φέρουν ἀποτελέσματα· ταῦτα βεβαίως δὲν ἐπέρχονται ἀμέσως, ἀλλ’ ὅταν αἰτίαι παρουσιάζωνται, αἱ αἰτίαι αὗται αὐξάνουν καὶ πολλάκις φέρουν μεγάλα ἀποτελέσματα λυπηρά. Ὥστε πιστεύω, ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι εὐχαριστημένος, καὶ εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐξήγησίς τις καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὁμόνοια τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλή, δὲν εἶναι ἁπλᾶ, πρόκειται νὰ ἐπιβάλωσι μεγάλα βάρη εἰς τὸν λαὸν, τὰ ὁποῖα βεβαίως νομίμως θὰ ἐπιβληθοῦν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἀφορμὴ κατακρίσεως εἰ οὐχὶ δικαία, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὑπόθεσιν ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα οὐχὶ εὐάρεστα.
§62ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠπόρησα μὲ τὴν θρασύτητα, τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ νεαρὸς βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὑβρίσας τὴν Συμπολίτευσιν, ἀλλ’ ἠπόρησα μὲ τὴν ἐπιμονὴν συνετῶν καὶ σοβαρῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, οἷοι οἱ ἔντιμοι ἐξ Αἰγιαλείας καὶ Γόρτυνος βουλευταὶ, οἵτινες ἐνῷ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ χθεσινὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἦτο νόμιμος—διότι ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ, ἐπλεόναζον μάλιστα 7 καὶ 8 βουλευταὶ—ἐπιμένουσιν εἰς τὸ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀναίρεσιν τῶν χθὲς ψηφισθέντων καὶ ν’ ἀκυρώσῃ τὰς ἰδίας αὐτῆς πράξεις. Τοιαύτη τις πρᾶξις, ἂν ἐγένετο δεκτή, θὰ ἦτο παράλογος καὶ παράνομος· ἐπιμένουσι νὰ θεωρηθῶσι τὰ χθὲς γενόμενα, ὡς μὴ γενόμενα, καί τοι νομίμως γενόμενα. Καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸς ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ του δύναται νὰ κανονίσῃ καὶ μεταβάλῃ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγένετο, δὲν δύναται νὰ τὸ μεταβάλῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ, ὥστε τὰ γινόμενα νὰ μὴ ἔγιναν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἓν τέλος εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συναισθανόμενος βεβαίως ὅτι ὅ,τι χθὲς ἐγένετο, δὲν ἦτο πρέπον, ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὴν εὐθύνην καὶ τοῦ γεγονότος τούτου εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, προσέθηκε δὲ ὅτι ἡ Συμπολίτευσις, ἔχουσα τὴν συνείδησιν τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἐγκρίσεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, θέλει ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβῃ πᾶσαν εὐθύνην, ὅπως ὑποστηρίξῃ αὐτὴν εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ μεγάλου τούτου ἔργου. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ συνείδησις, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, περὶ τοῦ ὅτι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἀποβῆ ὀλέθριον εἰς τὸν Τόπον, ἐπιβάλλει καὶ εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον ν’ ἀναλάβῃ πᾶσαν εὐθύνην, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων τούτων. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔδειξε προθυμίαν νὰ προσέρχηται εἰς τὸ Βουλευτήριον. Καὶ ἐγνώριζε μὲν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει φίλους ἱκανοὺς, ὅπως ἐπιψηφίσῃ καὶ διὰ μόνων αὐτῶν ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ νομοθετήματά της, ἀλλ’ ἤθελεν, ὡς εἶπον καὶ πέρυσι, τὰ νομοθετήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ ὡς ἀντικείμενα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ μέλλοντα νὰ ἔχωσιν ὀλεθρίας συνεπείας, νὰ ψηφισθῶσιν ἐπὶ παρουσίᾳ ὅλων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ψηφισθῶσι δι’ ἀριθμοῦ ψήφων οὐχὶ μικροτέρου τοῦ ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Αὐτὸς ἦτον ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔσπευδεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ οὐχὶ ἁπλῆ πρόθεσις νὰ παρεμβάλῃ πρόσκομμα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς της εἰς τὴν Ἐξουσίαν ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν καὶ πρὸ πάντων τὸ οἰκονομικόν της σύστημα, ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ, ὅτι μέλλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὴν ἀποσύνθεσιν, καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναλάβῃ οὐδεμίαν εὐθύνην, διευκολύνουσα ὁπωσδήποτε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Καὶ τῳόντι οὐδὲν ἄλλο βλέπομεν ἀπὸ 2 ἐτῶν ἢ προτάσεις, δι’ ὧν ἐπιβάλλονται φόροι ἐπὶ φόρων, φόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμελετήθησαν ὅπως ἔπρεπε, φόροι, περὶ ὧν δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐρευνήσῃ ἐκ τῶν προτέρων, ἂν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ποῖα θὰ φέρουν τὰ ἀποτελέσματα. Ἐνομοθέτησε κατὰ πρῶτον τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, γνωρίζετε δέ, ὅτι κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διὰ ν’ αὐξήσῃ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους κατὰ 2 ἢ 2½ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἐλαχίστου τούτου κέρδους περιήγαγεν εἰς ἀναστάτωσιν τὰς συναλλαγὰς καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν ὅλων τῶν χρειωδῶν, ὥστε εὑρέθη κατόπιν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, οὕτω δέ, ἐν ᾧ ἐπεβάρυνε τὸν λαόν, τὸ Δημόσιον δὲν ὠφελήθη, ἀλλὰ μᾶλλον ἐζημιώθη. Κατόπιν προέβαλε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἐπιμόνως ἀντετάχθημεν· ὁποῖα δὲ ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας ταύτης; εἰς τὰς περισσοτέρας ἐπαρχίας, καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὐηρεστήθη νὰ παρουσιάσῃ τοὺς ζητηθέντας πίνακας....
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατετέθησαν πρὸ ἡμερῶν.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς εἶδον ἀκόμη.—Εἰς τὰς πλειοτέρας ἐπαρχίας τὸ ἔσοδον εἶναι ἐλάχιστον, συνετάραξε δὲ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ συνταράττῃ μίαν τῶν μεγαλειτέρων πόλεων τοῦ Βασιλείου, ἡ ὁποία νομίζει, καὶ δικαίως, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς θέλει ἀποβῇ καταστρεπτικὸς εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, καὶ ἐπειδὴ ἀρνεῖται νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν Νόμον, εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μετέρχηται αὐστηρὰς καταδιώξεις. Διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ οὐδεὶς εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος, ἀλλ’ ἐν ᾧ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν 3 συστήματα ἐπεξεργασθέντα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ Κυβέρνησις ἐξέλεξε τὸ χειρότερον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλάπτει τὴν παραγωγήν, δὲν δύναται νὰ προλάβῃ τὰς καταχρήσεις καὶ τὴν καταδολίευσιν, καὶ τὸ ὁποῖον, καθὼς φαίνεται, εἶναι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα· διότι, ἐν ᾧ ἤλπιζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ φόρου τούτου νὰ εἰσπράξῃ 5,000,000 κατὰ τὸ 1883, ἀμφιβάλλω ἂν αἱ εἰσπράξεις θέλουσιν ἀρκέσει πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων. Βλέπουσα ἤδη ἡ Κυβέρνησις τὸ πλῆρες ναυάγιον τῶν μέτρων τούτων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελε πέρυσι ν’ ἀκούσῃ τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατέφυγεν εἰς μονοπώλια καὶ εἰς ἄλλα συστήματα φορολογίας, τὰ ὁποῖα καταδικάζει ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ λογική, καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὁποίων οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα. Πλὴν τούτων διπλασιάζει σχεδὸν τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου καὶ προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ δασμολόγιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνει τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη πολλῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ κοινῆς χρήσεως καὶ διὰ τὰς τελευταίας τάξεις τῆς κοινωνίας.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε; Εἶσθε ἠπατημένος.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν τὸ ἤκουσα μόνον ἐγὼ, τὸ ἤκουσε τὸ ἐμπόριον.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνασθε νὰ συζητῆτε περὶ χαρτοσήμου, διότι ὑπέβαλον τὸν νόμον.
§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἤκουσε τὸ ἐμπόριον ὅλων τῶν πόλεων, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ κατεσπευσμένη εἰσαγωγὴ διαφόρων ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα μέλλουσι κατὰ τὰ διαδοθέντα νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀνώτερον τέλος. Ἐν ᾧ δὲ γίνονται αὐταὶ αἱ φοβεραὶ φορολογίαι, εἰς τί χρησιμεύουσιν ἢ πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσιν οἱ φόροι οὗτοι; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν πταίει αὐτὸς εἰς τοῦτο, πταίουσιν οἱ προκάτοχοί του.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶπεν αἱ περιστάσεις.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ αἱ περιστάσεις, τὸ παρελθόν.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι τὸ προσωπικὸν παρελθόν.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πταίει τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε μεγάλας ἀνάγκας καὶ ἀφῆκε μεγάλα κενὰ, τῶν ὁποίων ἡ πλήρωσις ἀπέκειτο εἰς αὐτὸν, ὥστε ἦτον ἠναγκασμένος νὰ ἐπιβάλῃ νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, ἵνα δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἐκεῖνο, καὶ τὰς ὁποίας ἀφῆκεν ἀναπληρώτους. Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ μεγάλα βάρη, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐκληροδότησε τὸ παρελθόν; ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι τὰ βάρη ταῦτα ἀποτελοῦσιν αἱ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων γενόμεναι ἔκτακτοι δαπάναι, διὰ τὰς ὁποίας, πλὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ Δημόσιον συνῆψε τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται 6,000,000 πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐτησίων τόκων καὶ χρεωλυσίων. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἦτο τὸ κύριον βάρος, τὸ ὁποῖον τὸ παρελθὸν ἐκληροδότησεν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ συναλλάγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔλεγεν εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐξεδόθησαν παρ’ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐφρόντισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ περισυνάξῃ καὶ πληρώσῃ, ἵνα μὴ μένῃ ἐκτεθειμένη ἡ ὑπογραφή μου εἰς τὰς ἀγυιὰς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἑλλάδος. Τὰ συναλλάγματα ἐκεῖνα, ἂν καὶ φέρωσι τὴν ὑπογραφήν μου, δὲν ἐξεδόθησαν διὰ δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐνήργησε μόνη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον· διότι τὰς πλειοτέρας εἶχεν ἀναλάβει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν διηύθυνεν ὁ κ. Τρικούπης. Ἑπομένως τὰ συναλλάγματα αὐτὰ δὲν εἶναι μόνον ἰδικά μου, εἶναι καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ παρελθόντος.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς εὑρέθη πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐκπληροῦσα χρέος ἱερὸν, νὰ ἐκδώσῃ συναλλάγματα διὰ λογαριασμὸν τῶν δούλων ἐπαρχιῶν, πάντα δὲ τὰ προεκδοθέντα ἐπεστράφησαν καὶ ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὸν ἐκδότην, μόνον δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν τὰ ἐκδοθέντα παρ’ ἐμοῦ δὲν ἐπεστράφησαν διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Δι’ αὐτῶν ἀπηλευθερώθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν εἰσοδήματα ἀνώτερα τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν διοίκησίν των ἐξόδων, ἠδύναντο δὲ νὰ ἀποφέρουν ἔτι μεγαλείτερα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο προσηλωμένη εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ ἐκανόνιζε δικαιότερον τὰ τῆς ἐγγείου φορολογίας εἰς τρόπον ὥστε οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, οἱ ἔχοντες τὰς μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν καὶ τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα, νὰ πληρόνουν ἀνάλογον φόρον καὶ νὰ μὴ μένουν ἀφορολόγητοι. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι οἱ φόροι ἐπιβάλλονται διὰ νὰ καλύψωμεν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τὸ παρελθὸν μᾶς ἐκληροδότησεν, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ πράττομεν διὰ ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς αὐτοὶ ἐδημιουργήσαμεν κατασκευάζοντες καθεκάστην θέσεις ἄνευ ἀνάγκης. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὰς σημειώσεις μου, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς τὰ 5 πολιτικὰ ὑπουργεῖα διατελούντων προσώπων κατὰ 2,700. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ οὗτοι δὲν εἶναι πλειότεροι τῶν 500 ἢ 700, ὥστε ἐδημιούργησε νέας θέσεις 2,000. Καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ προσωπικοῦ ἦτο ἀναγκαία, ὅπως συνήθως καυχώμενος λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐδιπλασίασε καὶ ἐτριπλασίασε π. χ. τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν βλέπω νὰ γίνεται καλλιτέρα ἡ ὑπηρεσία· ἐδημιουργήσαμεν στατιστικὸν γραφεῖον, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν ἔργον τι.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τυπώνονται ἤδη 4 τόμοι.
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ηὔξησαν τὸ προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ μᾶς ἀνήγγειλαν ὅτι κατέστη ἐνήμερον, ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν εἴδομεν ἀπολογισμόν τινα, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ τοιαύτη σύγχυσις καὶ οἱ δημοσιευόμενοι πίνακες εἶναι τοσοῦτον ἀτελεῖς, ὥστε δὲν δύναται νὰ πορισθῇ τις ἐξ αὐτῶν οὐδεμίαν πληροφορίαν. Σήμερον ἐμελέτων τὸν πίνακα τὸν δημοσιευθέντα διὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι, καί τοι ἔχων πεῖραν τινὰ περὶ τὰ λογιστικὰ, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω πόσαι αἱ πραγματοποιηθεῖσαι κατὰ τὸ 1883 εἰσπράξεις, διότι ὑπάρχουσι δύω πίνακες, καὶ ὁ μὲν εἷς ἐπιγράφεται ἀνάλυσις ἐσόδων Προϋπολογισμοῦ χρήσεως 1883 καὶ φέρει ἐν συνόλῳ εἰσπράξεις ἐκ 30,000,000, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν περιλαμβάνονται 9,656,000 ἀπὸ τελωνιακὰ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕτερος ἐμφαίνων, ὅτι τὸ ἐκ τούτων ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς 21,000,000. Φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐνήμερος εἰς τὰς διαφόρους ἐγγραφὰς καὶ ἐκ τούτου προέρχεται ἡ σύγχυσις. Τὰ αὐτὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ τῆς ἐπικρατούσης ἀνωμαλίας εἰς τὰ Ταχυδρομεῖα, τὰ Τηλεγραφεῖα, τὰ Σχολεῖα καὶ διαφόρους ἄλλας ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν μεγάλων καὶ ἐξωγκωμένων δαπανῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, περιορίζομαι μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργοῦμεν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀντικείμενα ταῦτα φοβοῦμαι μήπως, ἀντὶ νὰ καταρτίσωμεν δυνάμεις, διὰ νὰ μᾶς χρησιμεύσωσι μίαν ἡμέραν, φοβοῦμαι μήπως ἐξαντληθῶμεν προώρως καὶ δὲν εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὸ καθῆκόν μας. Τοιαῦτα εἶναι τὰ λαμπρὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θεωρεῖ τοσοῦτον ἱερὰ, ὥστε δὲν ἐδίστασεν ἐπὶ τέλους νὰ ὀνομάσῃ ἱεροσύλους τοὺς σκοποὺς ἡμῶν. Ἡμεῖς ἐκηρύξαμεν καὶ κηρύττομεν, ὅτι διϊστάμεθα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ δι’ ἓν ἢ πλειότερα νομοσχέδια, ἀλλ’ ἐν γένει ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς καὶ πρὸ πάντων ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν καὶ στρατιωτικὸν σύστημα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον πάσης κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Ἑπομένως ἕνεκα τῆς διαστάσεως ταύτης ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν μᾶς ἦτον ἐπιτετραμμένον ν’ ἀναλάβωμεν οὐδεμίαν εὐθύνην, διευκολύνοντες τὴν ἐπιψήφισιν τῶν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων. Ἀπέναντι δὲ τῆς ἐπιμονῆς, τὴν ὁποίαν δεικνύει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία, οὐδὲν ἄλλο ἀπέμεινεν εἰς ἡμᾶς, εἰμὴ μόνον ὁ λόγος καὶ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο παραβιάζεται διὰ τῆς τακτικῆς, ἥτις καθιερώθη χθές· διότι τί ὠφελεῖ νὰ συζητῶνται καθ’ ἑκάστην δύω ἢ τρία νομοσχέδια, μετὰ δὲ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ψηφίζωνται ἄνευ συζητήσεως ἄλλα δέκα ἢ εἴκοσιν; Ἡ διαγωγὴ αὕτη τῆς πλειοψηφίας περιάγει κατ’ ἀνάγκην τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ λάβῃ σπουδαῖον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις. Ἑπομένως εἴτε μείνωμεν εἴτε ἀπέλθωμεν καὶ ἡμεῖς, ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν 84,000,000, τὰ ἑκατὸν περίπου νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ πολλὰ τῶν ὁποίων θὰ αὐξήσωσιν ὑπερβαλλόντως τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους καὶ τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, ὡς καὶ αἱ ἄλλαι προτάσεις, τὰς ὁποίας ἑτοιμάζεται νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, θέλουσι συζητηθῆ καὶ ἐπιψηφισθῆ οὐσιαστικῶς διὰ μόνων τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀπόκειται δὲ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναλογισθῶσι τὴν βαρεῖαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσιν, ἐὰν ἐπιψηφισθῶσι πάντα ταῦτα ὡς ἔχουσι.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι τὰ πρακτικὰ εἶναι ἀκριβῆ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§81ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν διημφισβήτησε κανεὶς τὴν ἀκρίβειαν τῶν πρακτικῶν, διότι ἤθελε προσβάλει ἐμέ. Εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ἀγαπῶ τὴν Πατρίδα μου, ὅπως καὶ αὐτοὶ οἱ ἄδολοι καὶ ἁγνοὶ πατριῶται. Περὶ ἀκριβείας λοιπὸν τῶν πρακτικῶν δὲν πρόκειται, ἀλλὰ περὶ ἐπικυρώσεως ἢ μή.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χθὲς ἐζητήθησαν, προκειμένης τῆς συζητήσεως τῶν δύω νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων, νὰ καταθέσω τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν δαπανῶν, εἶπον δ’ ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ εἶχον ὑποβληθῆ πάντες εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις, οὐχ ἧττον ὅμως ἐθεωρήθη χρήσιμον ἐκ νέου νὰ ὑποβάλω αὐτοὺς, καὶ ὑπεσχέθην, ὅτι ἤθελον τοὺς προσαγάγει· ἑπομένως ὑποβάλλω τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν σχετικῶς πρὸς τὰς πιστώσεις, τὰς ὑπ’ ἀριθ. 98. Ἐπειδὴ δὲ ἐζητήθησαν καὶ ἰδίᾳ λόγοι περὶ τῆς γενομένης δαπάνης ἐπὶ τῶν δύω ἄρθρων, ἤτοι τοῦ ἄρθρου 3, ἀφορῶντος εἰς τὰ δύω δέκατα τῆς ἀξίας τῶν πλοίων, καὶ τοῦ ἄρθρου 4, ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων, φέρω ὑπόμνημα περὶ ὅλων τούτων τῶν δαπανῶν. — Ὑποβάλλω ὡσαύτως πίνακα περιληπτικὸν τῶν φακέλλων τῶν περιεχόντων τοὺς προϋπολογισμούς. Ὡς πρὸς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποβάλλω πάντας τοὺς ὑπολογισμοὺς, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι οἱ φάκελλοι περιέχουσι καὶ τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ συμβόλαια καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τῶν ἐργολάβων, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως μὴ ἀπολεσθῇ τι ἐξ αὐτῶν. Ὡσαύτως καταθέτω καὶ τὰ σχέδια ὅλων τῶν οἰκοδομημάτων. Καίτοι ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἐθεωρήσαμεν καλὸν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ τὰ σχέδια ταῦτα πρὸς πλειοτέραν γνῶσιν τῶν κυρίων βουλευτῶν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ προτείνει τὴν παραδοχὴν αὐτῆς. (Ὅρα Παράρτημα). Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ Παπαδοπούλου ἐκ Πειραιῶς, λέγοντος, ὅτι μετέρχεται τὸ ἐμπόριον πετρελαίου, τὸ ὁποῖον πορίζεται ἐκ Γερμανίας, καὶ διὰ τοῦ μονοπωλίου μέλει ν’ ἀποστερηθῇ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ. Ἀναφορὰ χήρας Καλλιόπης Ζαχαρίτσα, αἰτούσης σύνταξιν. Ἐλήφθησαν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης καὶ πρέπει νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις. (Γίνεται ἡ κλήρωσις ὑπὸ τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Βαρβιτσιώτου τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης καὶ ἔλαχεν εἰς τὸ 6ον Τμῆμα).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰγύπτου ἐμπορικῆς καὶ τελωνιακῆς συμβάσεως. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§85ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ζήτημα, κύριοι, ζωτικώτερον διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἀναπτύξεως καὶ συντάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ. Ἀναμφιλέκτως, ἵνα ἡ Ἑλλὰς καταστῇ Ἔθνος αὐθυπαρξίαν ἔχον καὶ ἀποβῇ σπουδαῖος παράγων ἐν τῷ ζητήματι τῆς Ἀνατολῆς, καὶ δύναμις τελεσφόρως δρῶσα ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ ἐκπολιτισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς, δέον νὰ πρωτεύσῃ ἐν τῇ Μεσογείῳ τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν, ὅπως ἐντείνῃ καὶ αὐξήσῃ διὰ τῆς ἐπικοινωνίας τὴν δρᾶσιν αὐτὴν, ἡ Ἑλλὰς συνδέουσα τὰς πολλὰς αὑτῆς ἀποικίας, τὰς πολλαχοῦ καὶ κατὰ τὰ παράλια τῆς Μεσογείου ἰδίως, σώζουσα τὰ διεσπαρμένα ταῦτα τέκνα αὑτῆς τῆς ἐκκεντρώσεως καὶ τοῦ ἐκφυλισμοῦ, ἀναπτύσσουσα καὶ ἐνισχύουσα τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν καὶ προάγουσα καὶ προαγομένη διὰ τῆς ἐμπορίας τοῦ κατ’ ἐξοχὴν τούτου ἐκπολιτιστικοῦ μέσου. Ταῦτα οὐκ ἔνεστιν ἄλλως γενέσθαι καὶ ὅμως ἐξαιρέσει τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀγῶνος, ἐξαιρέσει τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Εὐρώπη ἐνεπιστεύθη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου τούτου εἰς τὸν εὐρύτερον, τὸν ἰσχυρότερον καὶ τὸν δημιουργικώτερον πολιτικὸν νοῦν, τὸν ὁποῖον ἀνέδειξεν ὁ Ἑλληνισμὸς κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ στιγμῇ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, πολὺ ὀλιγώτερον ἀφ’ ἧς διευθύνει τὰ κοινὰ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπῆρξεν οὐχὶ τὸ κύριον μέλημα, ὡς ἔδει, ἀλλ’ ἓν ἐκ τῶν κυρίων μελημάτων τῆς Πολιτείας. Διατί, πόθεν τὸ μέγα τοῦτο κακὸν διὰ τὸν Ἑλληνισμόν; διότι ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρός ...
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνος;
§87ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τοῦ Καποδιστρίου—ἀπεπνίγη ἡ Ἑλληνικὴ ἔμπνευσις, καὶ δὲν δημιουργοῦμεν πλέον κατὰ πνεῦμα καὶ παραδόσεις Ἑλληνικὰς, κατὰ τὰς εἰδικὰς τοῦ Τόπου ἀνάγκας καὶ περιστάσεις, ἀλλ’ ἀπομιμούμενοι τὰ ξένια, τὰ ἀλλότρια πρός τε τὸ πνεῦμα, τὴν θέσιν καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ Ἕλληνος. Διὰ τοῦτο καρκινοβατοῦμεν ἐν πολλοῖς ἔκτοτε, διὰ τοῦτο καὶ τανῦν κοπτόμεθα καὶ ἐξαντλούμεθα πολυτρόπως, ὅπως καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα, τὴν πανταχόθεν ὑπὸ θαλασσῶν περιβρεχομένην, τὴν τηλικαύτας καὶ τοσαύτας ἔχουσαν παραθαλασσίους ἀποικίας, ἠπειρωτικὴν δύναμιν, καὶ ἀπομιμούμεθα τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ἁρμόζοντας εἰς τοὺς προπαρασκευάζοντας ἔργα βίαια, ἐνῷ ὁ Ἑλληνισμὸς δεῖται θεσμῶν δυναμένων νὰ καταστήσωσιν ἕκαστον πολίτην Ἕλληνα ἱκανὸν, ὅπως ἀποκρούῃ τὴν βίαν καὶ ἀγωνίζηται τὸν ἅγιον ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως, τὸν ἐκπολιτιστικὸν ἀγῶνα, καὶ οὐχὶ ἀγῶνα βίας καὶ κατακτήσεως. Ἀπομιμούμεθα θεσμοὺς, οἵτινες δυσανάλογοι ὄντες πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Τόπου, καθιστῶσι τὴν στράτευσιν ἀντὶ καθήκοντος ἐμπρέποντος καὶ ἀρεστοῦ εἰς ἐλευθέρους πολίτας, βάρος δυσβάστακτον εἴς τε τὰ ἄτομα καὶ τὴν Πολιτείαν, θεσμοὺς, οἵτινες καταθλιπτικοὶ ὄντες παρακωλύουσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἀποσπῶντες κατὰ χιλιάδας ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν τὴν σφριγῶσαν νεολαίαν, ἢ φυγαδεύοντες αὐτὴν, θεσμοὺς, οἵτινες πολυδάπανοι ὄντες ἐξαντλοῦσι τὸν Τόπον καὶ καταδικάζουσιν αὐτὸν εἰς βίον μαρασμώδη. Καὶ ἀνέλαβε τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς αὐτὸς ὁ πολὺς Πρωθυπουργός. Περὶ δὲ τῆς συντάξεως τῆς ναυτικῆς ἡμῶν δυνάμεως οὐ φροντὶς, ἢ ἐλαχίστη φροντὶς ἡμῶν. Ὅθεν κατὰ πρῶτον ἀνατίθεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐπρόκειτο ἔκτοτε περὶ μεγάλων ναυτικῶν παρασκευῶν, ἀνατίθεται εἰς ἄνδρα χερσαῖον, οὐδόλως προπαρασκευασθέντα εἰς τὸ ἔργον, καὶ ἀνατίθεται, λυπηρὸν εἰπεῖν, πρὸς ἱκανοποίησιν πολιτικῆς ὑποχρεώσεως. Καὶ ἀποκηρύττεται μετ’ ὀλίγον ὁ ἀνὴρ οὗτος· μένει ἐν τούτοις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον καὶ ἀποτελεῖ οὕτω κράτος ἐν κράτει. Ὅλα ταῦτα γίνονται βεβαίως πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ μεγάλου ζητήματος τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Ἀποφασίζεται ἐν στιγμῇ ἀνάγκης, ἐν στιγμῇ κακῶς, νομίζω, ὑποτεθέντος κινδύνου ἡ μεταφορὰ τοῦ Ναυστάθμου ἀπὸ τοῦ Πόρου εἰς τὴν Σαλαμῖνα, καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν αὐτῶν περιστάσεων γίνεται σκέψις περὶ ἱδρύσεως ἐν Σαλαμῖνι τοῦ ὁριστικοῦ Ναυστάθμου. Διαδέχεται τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὁ τολμηρὸς ἀναμφισβητήτως κ. Τρικούπης, δὲν ἐγκρίνει τὴν μετάστασιν τοῦ Ναυστάθμου ἀπὸ τοῦ Πόρου εἰς τὴν Σαλαμῖνα, ἐν τούτοις ἔμεινεν ἀπρακτῶν αὐτὸς ὁ τολμηρὸς, θεωρηθέντος βεβαίως τοῦ ζητήματος, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, ἀναξίου τῆς προσοχῆς του. Ἐπανέρχεται ὁ κ. Μπούμπουλης εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, λύει ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐκτελέσεως κολοσσιαίων ἔργων καὶ ρίπτει ἑκατομμύρια εἰς τὴν Σαλαμῖνα. Πίπτει τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Ἐξουσίαν πανίσχυρος ὁ κ. Τρικούπης μετὰ προθέσεων ἀναμορφωτικῶν, καὶ ὅμως ὁ προπαρασκευάζων τὸν Τόπον κατά τε ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποστρέφει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων ἐπὶ δύω ἔτη, καίτοι ἐζήτησε καὶ ἔλαβε γενναίας πιστώσεις χάριν τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Ἂν δὲ ὁ ἀρχαιοπρεπὴς τὸν χαρακτῆρα ἀξιότιμος βουλευτὴς Τροιζηνίας δὲν ἐπελαμβάνετο τοῦ ζητήματος τοῦ Ναυστάθμου μετὰ τῆς ἐπιμονῆς, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, καὶ δὲν διεπραγματεύετο αὐτὸ μετὰ πόνου τιμῶντος αὐτὸν καὶ μετ’ εὐγλωττίας καὶ χαριτολογίας ἀπαραμίλλων, οὐδὲ λόγος δὲν θὰ ἐγίνετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῷ Ἑλληνικῷ, ἐν τῇ Πατρίδι τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Κίμωνος, τοῦ Μιαούλη καὶ τοῦ Τομπάζη περὶ τοῦ Ναυστάθμου καὶ περὶ τῶν ναυτικῶν ἡμῶν ἐν γένει πραγμάτων. Ἀλλὰ τὸ πάντων λυπηρότερον, κύριοι, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν πιστώσεων, δι’ ὧν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἄφησε νεκρὰ ἐπὶ δύω ἔτη, διατελεῖ, ὡς ἠκούσατε, ἐν δισταγμοῖς, ὡς πρὸς τὸ ἔργον τοῦ Ναυστάθμου, καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διστάζοντος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τοῦ γηράσαντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Τόπου, τοῦ διακεκριμένου ναυτικοῦ ἀντιλέγοντος ἴσως, πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ κολοσσιαῖα ἔργα, ἅτινα ἐπεχείρησεν ὁ κ. Μπούμπουλης ἐν Σαλαμῖνι καὶ νὰ δαπανήσωμεν πλείονα ἴσως τῶν ὅσων ἐδαπανήσαμεν ἤδη, καὶ ἄνευ τῆς πεποιθήσεως ὅτι καταδαπανώμεθα ἐφ’ ἃ δεῖ, πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων· λυπηρὰ κατάστασις πραγμάτων, ἀξιοδάκρυτος, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ οὔτε τῷ Πρωθυπουργῷ οὔτε τῇ πλειοψηφίᾳ τῇ ὑποστηριζούσῃ αὐτόν. Ἀλλὰ διατελοῦμεν ὑπὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Παρερμηνεύεται τὸ Πολίτευμα, εἶναι ἀληθὲς, ἐκτροχιαζόμεθα, δὲν λειτουργεῖ κανονικῶς τὸ Πολίτευμα, διὰ ταῦτα ὅμως δὲν δικαιούμεθα ὅπως ἀποφύγωμεν τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡμῖν ἡ λειτουργία τοῦ Πολιτεύματος. Ἀπετόλμησα νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι ἀναμφισβητήτως δεῖται τοιαύτης τοῦτο, διότι ὁμολογουμένως αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Τόπου ἐνοθεύθησαν, τοῦ Πολιτεύματος μὴ λειτουργοῦντος διὰ τὸ ἐλαττωματικὸν αὐτοῦ. Καὶ ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ἐκείνην ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἀνυψώσω τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ στρέψω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ πρὸς ἔργα δυνάμενα πράγματι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ φρονήματος καὶ εἰς πολιτείαν ἐκ μέρους ὅλων ἡμῶν ἀναλόγως πρὸς τὰ καθήκοντα ἡμῶν καὶ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην, ἀπεκρούσθη ἡ πρότασίς μου ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Συμπολιτεύσεως, δὲν ἐπέτυχε δὲ καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ὡς ἐκ τούτου δέον νὰ ὑποκύψω εἰς τὸ ὑπάρχον Πολίτευμα καὶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ κείμενα. Διὰ τοῦτο ἀπέχω πάσης κρίσεως ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκόν μου, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῶν πραττομένων, νὰ δηλώσω ὅτι μένω ἐδῶ ὄχι ἵνα διευκολύνω τὴν θέσιν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἵνα καταστήσω γνωστὰς τὰς σκέψεις μου ἂν ὄχι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι διατεθειμένον νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, τοὐλάχιστον εἰς τὸ κοινόν. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφράσω τὸ τί κατὰ τὴν κρίσιν μου δεῖ γενέσθαι ὡς πρὸς τὰ ναυτικά. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, κύριοι, ἐσπευσμένως καὶ προώρως ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦ ὁριστικοῦ Ναυστάθμου. Κατὰ τὸ διάστημα 10 ἡμερῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ τηλικοῦτον ζήτημα ἀσφαλῶς καὶ ἀμέμπτως. Δὲν εἰξεύρω ἐὰν ἐπροσέξατε εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν διακεκριμένων ναυτικῶν, οἵτινες ἐκλήθησαν ἐκ τῆς Ἑσπερίας· ὑπάρχει μία περίοδος ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, ἥτις καταδεικνύει ὅτι τὸ ἔργον ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦναι ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεων, διότι ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀναφέρει ῥητῶς ἔπρεπε νὰ λυθῇ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ αὐτοὶ οἱ ἱκανοὶ καὶ εἰδικώτατοι ἄνδρες νὰ λύσουν τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον ἀσφαλῆ καὶ ἄμεμπτον.
§88ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ προσεκλήθη, ἀφοῦ μετεφέρθη ὁ Ναύσταθμος.
§89ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἦσαν τετελεσμένα, ἐννοῶ, καὶ ἔπρεπε νὰ καλύψουν τὰ γεγενημένα· ἀλλὰ δὲν ὠφελεῖταί τις ἀνασκαλίζων τὰ τοιαῦτα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ γνωμοδότησις ἐκείνη δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἔχῃ τοσαύτην αὐθεντίαν, ὥστε νὰ ὑποκύψῃ ὁ Τόπος εἰς αὐτήν. Οἱ δὲ παρόντες καιροὶ, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι καιροὶ πρὸς ἀνέγερσιν πολυδαπάνου Ναυστάθμου καὶ πρὸς ναυπήγησιν βαρυτίμων πλοίων, εἶναι καιροὶ ἐνδελεχοῦς μερίμνης καὶ ἀπαύστων φροντίδων, ὅπως προπαρασκευάσωμεν τοὺς δυναμένους νὰ διοικήσωσι, τοὺς δυναμένους νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἐπιτυχῶς καὶ ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ἔργου τὰ πλωτὰ αὐτὰ φρούρια, ὅπως κατεργασθῶμεν τὰ δυνάμενα νὰ παράσχωσιν ἡμῖν τὰ μέσα ἐκεῖνα, δι’ ὧν θὰ ἦναι δυνατὸν, χωρὶς νὰ ἐκθέσωμεν τὸν Τόπον εἰς κλονισμοὺς εἴτε πολιτικοὺς, εἴτε οἰκονομικούς, νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν τοιούτων πλωτῶν φρουρίων. Δέον κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ μελετηθῇ κάλλιον τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου, δέον νὰ ἀπόσχωμεν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐν Σαλαμῖνι ἔργων, νὰ μετενεχθῇ δὲ τὸ ὑλικὸν εἰς τὸν προσωρινὸν μέχρι τοῦδε καὶ διὰ τὸ μέλλον Ναύσταθμον τοῦ Πόρου, ὅπου ὑπάρχουσιν οἰκοδομαὶ, ὅπως τοποθετηθῇ τὸ ναυτικὸν ὑλικὸν, καὶ ὅπου ὑπάρχει πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ναυτικοὺς νὰ ἐργάζωνται. Ἐν Πόρῳ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἱδρυθῇ Ναυπηγεῖον ὅσον ἔνεστιν ἐντελέστερον, καὶ ἐκεῖ δύναται νὰ λειτουργήσῃ εὐκοπώτερον, διότι εὐκόλως θὰ ἔχῃ πάντα τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν ἐπιτυχῆ λειτουργίαν του.
§90ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὁ λιμὴν τῶν Γουδίων εἶναι ὁ καταλληλότερος.
§91ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν διακόπτοντα, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην τό γε νῦν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην Ναυστάθμου ὠχυρωμένου, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτου Ναυστάθμου, διότι ὁ ἐχθρὸς, τοῦ ὁποίου φοβούμεθα τὴν ἐπίθεσιν, ἐὰν βαδίσωμεν μετὰ περισκέψεως εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων, καὶ ἂν πολιτευθῶμεν συνετῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσβάλῃ ἡμᾶς, τὴν ἐπίθεσιν ἡμῶν πρέπει νὰ φοβηθῇ αὐτός. Τὸν Ναύσταθμον τὸν θεωρῶ ἀναγκαῖον, ὅταν τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς ἤθελον προχωρήσει πρὸς τὴν ὁριστικὴν λύσιν αὐτῶν, ὅπερ ἀπέχει. Ἐγὼ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ προσωρινὸς Ναύσταθμος δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ· τὸ δὲ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανήσωμεν διὰ τὸν Ναύσταθμον καὶ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ναυτιλίας καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἶσθαι ἀναγκαῖα διὰ τὴν συγκοινωνίαν· φρονῶ δὲ (αὐτὸ εἶναι μία ἰδιότροπος ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχω), ὅτι ἡ σύστασις μιᾶς μεγάλης ἑταιρίας ἀτμοπλοϊκῆς, πράγματι Πανελληνίου ὑπὲρ τῆς ὁποίας νὰ διατίθηται καὶ μέγα μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὰ πληρώματα ἤθελον διοικεῖσθαι κατὰ κανόνας στρατιωτικούς, δύναται νὰ συντελέσῃ, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ Μεσογείῳ, διότι ἄνευ τούτου εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ κάμῃ βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῆς. Περαίνω τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις μου, εἰς τὰς ὁποίας προέβην μόνον καὶ μόνον, ὅπως καταστήσω γνωστὰς τὰς ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος ἰδέας μου, λέγων, ὅτι ἀποκρούω τὸ σύστημα τῆς ἀναμίξεως τῆς Πολιτείας εἰς ἔργα βιομηχανικά, εἰς ἔργα προσβάλλοντα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐργάζεσθαι· ἐὰν ὅμως ἦτο δυνατὸν ἡ Πολιτεία νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ὅπως ἀναμιχθῇ εἰς τὰ ναυτικά, ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὴν τοιαύτην ἀνάμιξιν, διότι τοῦτο δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ζητήματος τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ ἐν τῇ Μεσογείῳ.
§92Α. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Κατόπιν, κύριοι, τῶν ὅσων οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἐξέθηκαν ὡς πρὸς τὰ σφάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ μεταφέρῃ τὸν Ναύσταθμον ἐκ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα, καὶ κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ὅτι σφάλμα ἐπίσης εἶναι νὰ διατηρηθῇ ὁ Ναύσταθμος ἐν Σαλαμῖνι, βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά, οὐδὲ ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Φρονῶ ὅμως ἐν πεποιθήσει ὅτι πράγματι δίκαιον εἶχον οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἐκ τῶν ὑστέρων τοὐλάχιστον ἀπεδείχθη ὅτι καὶ ἡ ἐγκαθίδρυσις ἡ προσωρινὴ τοῦ ἐν Ἀράπῃ λεγομένου Ναυστάθμου καὶ ἡ διατήρησις αὐτοῦ καὶ ἡ ἐξακολούθησις πάσης ἄλλης περαιτέρω ἐργασίας ἐν Ἀράπῃ εἶναι κατ’ ἐμὲ τὸ μέγιστον τῶν σφαλμάτων, τὸ ὁποῖον διέπραξαν αἱ Κυβερνήσεις. Πρὸ παντὸς ἄλλου, κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος νὰ ἐγκαθιδρύσῃ Ναύσταθμον ἐν Ἀράπῃ, χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Νομοθετικοῦ σώματος. Βεβαίως, κύριοι, ὁ Ναύσταθμος ἐγκαθιδρύθη ἐν Πόρῳ δυνάμει Βασιλικοῦ μὲν Διατάγματος, ἀλλ’ ἔχοντος ἰσχὺν νόμου· ἑπομένως καὶ ἡ μεταφορὰ αὐτοῦ καὶ ἡ ἐγκαθίδρυσις ἐπίσης τοῦ Ναυστάθμου ἐν Ἀράπῃ ἔδει νὰ τύχῃ ἐπίσης νομοθετικοῦ κύρους. Τόσον δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὅσον καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, συναισθανομένη ὅτι δὲν ἠδύνατο διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ μόνου νὰ διατάξῃ τὴν μεταφορὰν τοῦ Ναυστάθμου, ἀπὸ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα, προέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς σᾶς ἀνέγνωσε χθές. Φρονῶ λοιπὸν πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλει καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διέταξε τὴν μεταφορὰν τοῦ Ναυστάθμου, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ εἰς μόνον τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, ἢ ἔπρεπε νὰ λάβῃ αὐτὸ καὶ νομοθετικὸν κῦρος· διότι ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ ἐν Πόρῳ Ναυστάθμου ἐγένετο διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἔχοντος ἰσχὺν νόμου, οὕτω καὶ ἡ μεταφορὰ αὐτοῦ ἐν Σαλαμῖνι ὤφειλε νὰ γίνῃ διὰ νόμου. Ἔρχομαι δὲ ἤδη ὡς πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῶν Γάλλων καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τινῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ, δὲν δύναται δὲ νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πολὺ πρὶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης συνέστη ἐπιτροπὴ, ἀπὸ τὸν Μιαούλην, ἀπὸ τὸν Ἀποστόλην καὶ ἀπὸ τὸν Ἀνδροῦτσον, ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς ναυάρχους, τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία εἶναι γνωστὴ καὶ διὰ τῶν θυσιῶν τῶν ὁποίων ἡμεῖς καθήμεθα σήμερον εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, διότι καὶ οὗτοι συνετέλεσαν τὰ μέγιστα ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας. Αὐτοὶ, λέγω, οἱ καταλληλότεροι, ἐσκέφθησαν σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς θέσεις, αἵτινες εἶχον ὁρισθῆ διὰ Ναύσταθμον, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν Χαλκίδα, τὸν Πόρον, τὴν Σαλαμῖνα, τὸ Ναυαρῖνον, τὸ Πορτοχέλι καὶ ἄλλα μέρη ἀκόμη τῆς Ἑλλάδος, καὶ αὐτοὶ ὁμοφώνως ἀπεφάνθησαν μετὰ πάσης πεποιθήσεως, ὅτι καταλληλότερον μέρος διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ναυστάθμου εἶναι ὁ Πόρος καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπέναντι τῆς γνώμης ἐκείνων τῶν εἰδικωτάτων καὶ καταλληλοτάτων ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν Ἑλλήνων καὶ οὐχὶ ξένων, ἡ ἔκθεσις, ἥτις ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Γαλλικῆς, δὲν δύναται νὰ ἦναι σπουδαιοτέρα. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ πόθεν ἡ ἔκθεσις αὕτη, καὶ πῶς καὶ διὰ ποίων μέσων κατωρθώθη νὰ διατυπωθῇ, ὅπως διετυπώθη, διότι τοῦτο, οὔτε εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ, οὔτε καὶ ὠφελεῖ εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν κατ’ ἐμέ· λέγω μόνον ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Γάλλων εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένη καὶ πεπλανημένη καὶ δὲν ἔλυσε τὰ ζητήματα τὰ πραγματικὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλω λαλήσει αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ τὸ χείριστον πάντων, διότι μία καὶ μόνη γνώμη ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τουτέστιν ὑδραυλικῶν, ὀχυρωματικῶν καὶ στρατηγικῶν καὶ οὐχὶ ὡς ἔδει ἡ γνώμη πλειόνων ἐπὶ παντὸς ζητήματος ὡς εἰδικῶν. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως λαλεῖ περὶ τῆς θέσεως Ἀράπη. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι θεωρεῖ καταλληλότερον μέρος τὸν ὅρμον τῆς Σαλαμῖνος, οὐχὶ ὅμως τὴν θέσιν Ἀράπη. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀφίνει τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ ζητήματος ἐκκρεμὲς, διότι σᾶς λέγει, ὅτι δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν δύναται νὰ γίνῃ ἐν Ἀράπῃ δεξαμενὴ, πρὶν ἢ γνωσθῇ ἡ φύσις τοῦ ἐδάφους ὡς πρὸς τὴν ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος. Ὑφ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἐπόψεις ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ὄχι μόνον δὲν λύει τὸ ζήτημα ὑπὲρ τοῦ Ἀράπη, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὑποχρεωτικὴ καὶ ὑπερτέρα τῆς γνώμης ἐκείνων, οἵτινες, ὡς προεῖπον, ἦσαν οἱ καταλληλότεροι νὰ ἀποφανθῶσι πρὸς ἐγκαθίδρυσιν Ναυστάθμου. Ἰδοὺ δὲ τί γνωμοδοτεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη διὰ τὸν Πόρον ὡς πρὸς τὸ ὀχυρωματικὸν ζήτημα. «Ὡς πρὸς τὸν Πόρον διὰ τὴν ὀχύρωσιν τῶν δύω εἰσόδων τοῦ λιμένος Πώγωνος καὶ διὰ τὴν ὑπεράσπισιν ἐναντίον βομβαρδισμοῦ ἐκ τοῦ κόλπου τοῦ Πόρου πρὸς ἀνατολὰς φρονοῦμεν, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἀναποφεύκτως 8 βαρέα τηλεβόλα τῶν 12 δακτύλων, ἔτι δὲ 10 τηλεβόλα τῶν 9 δακτύλων καὶ 8 τῶν 7 δακτύλων· ἡ τιμὴ τῶν τηλεβόλων τούτων ἀνέρχεται εἰς 836,000 φράγκων ἡ δὲ τῶν προσαπαιτουμένων κιλλιβάντων εἰς 250,000 φράγκων. Ὡς πρὸς τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τῶν κανονιοστοιχιῶν καὶ οἰκοδομῶν, ἤτοι στρατώνων, ἀποθηκῶν, δεξαμενῶν κλπ. ὀρθῶς δύναται νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀξία αὐτῶν εἰς 250,000 φράγκων. Ἐν ὅλῳ λοιπὸν ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 1,306,000 φράγκων. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Σαλαμῖνα ἀπαιτοῦνται 3,000,000 φράγκων διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ὡς ἀναγκαίων κριθέντων ὀχυρωμάτων ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς δεξαμενῆς κλπ». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, τὴν τε ὀχυρωματικὴν καὶ οἰκονομικὴν, ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι ἀπαιτοῦνται φράγκα 3,000,000 περίπου, ἐὰν ἤθελε γίνει Ναύσταθμος ἐν Ἀράπῃ, ἐνῷ ἐν Πόρῳ μόνον 1,300,000 διὰ τὴν ὀχύρωσιν τῶν δύω εἰσόδων τοῦ λιμένος καὶ τὴν ὑπεράσπισιν ἐναντίον βομβαρδισμοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, κατόπιν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τί ἔλαβε χώραν ἐν Ἀράπῃ, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν πράγματι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ναύσταθμος κατόπιν τόσων ἄλλων σπουδαίων φυσικῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα φέρει ὁ τόπος ἐκεῖνος. Καὶ ποῖα εἶναι ταῦτα; Πρῶτον ἡ σφοδρότης τοῦ ἀνέμου. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἂν κατὰ μῆνα Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον δὲν δύναται νὰ προσορμισθῇ τὸ μεγαλείτερον πλοῖον ἐκεῖ, φαντασθῆτε τί συμβαίνει τὸν χειμῶνα, κατεστάθη δὲ πολλάκις ἀδύνατον αὐτὰ τὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ διάφορα πλοῖα, τὰ προσορμιζόμενα εἰς τὸν Ἀράπην, νὰ συγκοινωνήσωσιν εἰς τὴν ξηρὰν, ἠναγκάσθησαν νὰ τὰ κρατήσωσιν ἐν ἀτμῷ διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξέλθωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἀνέμου ἐν Ἀράπῃ· ὅλαι αἱ οἰκοδομαὶ, αἱ γενόμεναι, κατέῤῥευσαν, αἱ στέγαι τῶν κτιρίων ἀνετινάχθησαν εἰς τὸν ἀέρα. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Ὁ πρὸ δύω ἐτῶν ὑπασπιστὴς Βουδούρης, ἐντεταλμένος νὰ παράσχῃ βοήθειαν πρὸς τὰ διακινδυνεύοντα ἕνεκα τοῦ ἀέρος πλοῖα, ἐγένετο ἀνάρπαστος ὑπὸ τῶν ἀνέμων πεσὼν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ συντρίψας τοὺς ὀδόντας του· ὥστε οὔτε ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ ἀπὸ τὸν ἄνεμον· αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἀνέμου. Τί δὲ γίνονται τὰ πλοῖά μας; ἀγκύρας ἐπὶ ἀγκυρῶν, ἐλήφθη δὲ τὸ μέτρον διὰ πρυμνησίων νὰ δένωνται τὰ πλοῖα, ἡ δὲ κατάστασις αὕτη προφανῶς τείνει εἰς τὴν φθορὰν τῶν πλοίων, ἅτινα μάλιστα ὡς γνωστὸν εἶναι παλαιότατα. Ἔλθετε, κύριοι, εἰς τὰ κτίρια· θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὅλα τὰ κτίρια τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἦσαν καὶ εἶναι σεσαθρωμένα καὶ ἄχρηστα μὴ ἐξαιρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐργοστασίου· δὲν ἐγένετο κτίριον οὐδὲν καθὼς πρέπει, ἀλλ’ ἐν σχεδίῳ κακῷ καὶ ὅλα ἀτελέστατα.
§93ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον;
§94ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Διότι δὲν ἐγένοντο ἐπὶ στερεῶν βάσεων, ἀλλὰ λίαν ἐπιπολαίως καὶ βεβιασμένως. Ἦτον ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Μπούμπουλη, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ρίψῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα χρήματα, διὰ νὰ μὴ δυνηθῇ ἄλλη διάδοχος Κυβέρνησις νὰ μεταφέρῃ τὸν Ναύσταθμον ἀλλαχοῦ. Αὐτὸς, λέγω, ἐπεθύμει νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ὁ Ναύσταθμος εἰς Πόρον, καὶ ἐφρόντισε νὰ ρίψῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα χρήματα, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ ἐλαχίστη ἐργασία, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ χρῆμα δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Ναύσταθμον εἰς τὸν Πόρον ἢ ἀλλαχοῦ, ὅπερ καὶ κατωρθώθη μέχρι τοῦδε· καὶ αὐτὸ δὲ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς μετήλλαξαν οἱ ὄπισθεν αὐτῆς κρυπτόμενοι καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἔργον δὲ ναυτικὸν οὐδὲν ἐγένετο ἐν Ἀράπῃ. Ἔρχομαι, κύριοι, ὡς πρὸς τὸν πυθμένα. Ἓν καὶ μόνον περιστατικὸν λάβετε ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ πεισθῆτε ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ναύσταθμος ἐκεῖ. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν μετεφέρθη ὁ Ναύσταθμος ἐκεῖ, δὲν κατωρθώθη νὰ καταρτισθῇ Νεωλκεῖον μεθ’ ὅλας τὰς πρὸς τοῦτο καταβληθείσας σπουδαίας δαπάνας. Τί δὲ γίνεται σήμερον; διετάχθη, καὶ πολὺ δικαίως καὶ ὀρθῶς, (καὶ τοῦτο τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν) ἡ κατασκευὴ Νεωλκείου ἐν Πόρῳ. Ποία δὲ θὰ ἦτον ἡ κατάστασις, ἐὰν ἐγίνετο ἐν Ἀράπῃ Νεωλκεῖον; τὰ πλοῖα δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισκευασθῶσι ποτὲ ἕνεκα τοῦ ἀνέμου καὶ δι’ οὓς λόγους ἐν ἐκτάσει ἐξέθηκα. Καὶ εἶναι ἀπόδειξις αὐθεντικὴ αὐτή, κύριοι, ἀποδεικνυομένη διὰ τῶν πραγμάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἐν Ἀράπῃ λεγομένου Ναυστάθμου. Κατεβλήθησαν ἄπειρα ἔξοδα διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ εὕρωσιν ἔδαφος καὶ νὰ κατορθώσωσι νὰ κατασκευάσωσι Νεωλκεῖον, καὶ ἐν τούτοις δὲν τὸ εὗρον. Διὰ τοῦτο πολὺ συνετῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Τομπάζης διέταξαν νὰ γείνῃ Νεωλκεῖον ἐν Πόρῳ, ἀλλ’ οὔτε προκυμαίαν ἠδυνήθησαν νὰ κατασκευάσωσιν ἐν Ἀράπῃ κατόπιν ἀπείρων θυσιῶν. Ἔρχομαι, κύριοι, καὶ πρὸς ἄλλα ἐλαττώματα σπουδαιότερα. Δὲν ἔχουν νερὸν εἰς τὸν Ἀράπην καὶ καθ’ ἑκάστην καταβάλλονται σπουδαῖα ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ὕδατος ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ. Χίλιαι δὲ περίπου δραχμαὶ μηνιαίως καταβάλλονται πρὸς τοῦτο, καὶ ὅταν θὰ αὐξήσητε τὸ ναυτικὸν, θέλετε χιλιάδας δραχμὰς μηνιαίως.
§95ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸν Πόρον ἔχετε νερά;
§96ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἄπειρα· περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις· μόνον ὅσοι δὲν ἐπεσκέφθησαν τὸν Πόρον δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ νερὰ ἄριστα καὶ πάμπολλα.—Βλέπετε λοιπὸν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι εἰς ποῖον σημεῖον ἔφθασαν; νὰ μὴν ἔχουν οὔτε ὕδωρ, καὶ αὐτὸ δὲ τὸ ὀλίγον, ὅπου ὑπάρχει, βλάπτει φοβερὰ τὴν ὑγείαν, ὡς ἐβεβαιώθη ἐπισήμως ἀπὸ τοὺς ἰατρούς. Ἀλλὰ τί ἄλλο σπουδαῖον ἐπίσης ἔχετε; ἔχετε τὸν Ναύσταθμον εἰς τὴν ἐρημίαν· καὶ εἰς τὴν ἐρημίαν πολλὰ κακὰ δύνανται νὰ συμβῶσιν, ἐὰν μείνῃ ἐκεῖ ἀκόμη ὁ Ναύσταθμος· διότι, ὅπως γνωρίζετε, κύριοι, εἰς κανὲν Κράτος ὁ Ναύσταθμος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μακρὰν τῆς πόλεως. Ὑπάρχει δὲ ἐπίσημος ἔκθεσις τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ κ. Κριεζῆ, πρῴην Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ὅστις παριστᾷ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ οἰκτράν, καὶ λέγει αὐτὸ μόνον ἀρκεῖ νὰ καταστήσῃ ἀνυπόφορον τὴν διαμονὴν τῶν τεχνητῶν ναυτῶν καὶ ἀξιωματικῶν ἐν Ἀράπῃ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοί, ναῦται καὶ τεχνῖται δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι δεόντως τὰ καθήκοντά των, ὁ δὲ ζῆλος αὐτῶν μαραίνεται, διότι δὲν δύνανται ἐν τοιαύτῃ ἐρημίᾳ νὰ συντηρηθῶσι, βιοῦντες δίκην ἐξορίστων καὶ μοναχῶν καὶ στερούμενοι ὅλων τῶν μέσων τῶν πρὸς συντήρησιν, μακρὰν δὲ τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τῶν οἰκιακῶν των περιποιήσεων. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὰς πολυτίμους στιγμὰς τῆς Βουλῆς, ἐπιθυμῶ ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ κ. Κριεζῆ, τοῦ πρώην Διευθυντοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ πῶς χαρακτηρίζει τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυστάθμου εἰς Ἀράπην ἀνυπόφορον. Ἰδοὺ τί λέγει: «Ἀπέναντι τοιαύτης πλεονεκτηματικότητος, ἧς τυγχάνομεν ἐν Πόρῳ, καὶ ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν φέρει πᾶς ἐμπεπιστευμένος στρατιωτικὴν διαχείρισιν, ὅπως σὺν ἄλλοις προνοῇ καὶ περὶ εὐεξίας τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρετούντων, ἥτις ἐπιδρᾷ καὶ ἐπὶ τὴν οἰκονομικωτέραν συντέλεσιν τῶν ἔργων, διὰ τὴν πολυειδῆ στέρησιν καὶ κακουχίαν, ἣν ὑφίστανται οἱ ἐκεῖ ὑπηρετοῦντες ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου προσωπικοῦ μέχρι τοῦ κατωτάτου στερηθέντος πολλάκις καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, ὀφείλω ἐντὸς τῶν στρατιωτικῶν μου καθηκόντων νὰ παραστήσω τὴν ἀνάγκην τῆς εἰς Πόρον ἐπαναφορᾶς τοῦ Ναυστάθμου κλπ». Γνωστὸν δὲ τοῖς πᾶσι τίς εἶναι ὁ ἀνώτερος οὗτος ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ, ποῖος ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ ἀνεξαρτησία αὐτοῦ καὶ ποίων ναυτικῶν γνώσεων εἶναι κάτοχος· ἡ ἰδία δὲ Ἐπιτροπὴ τῶν Γάλλων ἀνεγνώρισε τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδρὸς, ἀνομολογήσασα κατόπιν ὅτι ἡ ἔκθεσις αὐτῆς ἦτον ἐπιβεβλημένη. Καὶ ὁμιλῶν καὶ φρονῶν ταῦτα πάντα ὁ ἔντιμος οὗτος ἀξιωματικὸς περὶ Φανερωμένης, ἐξεφράσθη βραδύτερον μετὰ φοβερωτέρας ἀπελπισίας περὶ Ἀράπη. Τί δὲ συμβαίνει, κύριοι, ἀκόμη περισσότερον; Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι πλοῖα, διότι καταστρέφονται ἕνεκα τοῦ ἀνέμου. Εἶπον ὅτι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἄνθρωποι ἐν τοιαύτῃ ἐρημίᾳ, ἀνυδρίᾳ καὶ στενοχωρίᾳ· ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἔχομεν, κύριοι, σήμερον Νεωλκεῖον ἐν Πόρῳ καθόσον εἰς τὸν Ἀράπην δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Νεωλκεῖον· διότι, ὡς προεῖπον, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη πεισθεῖσα διέταξε νὰ γίνῃ Νεωλκεῖον εἰς Πόρον. Καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι σήμερον παρὼν ὁ κ. Τομπάζης διὰ νὰ σᾶς παραστήσῃ ὁ ἴδιος τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἀπ’ ἀρχῆς ἦτο τοιαύτη, διὰ τοῦτο καὶ ἐζήτησα τὴν αὐτοπρόσωπον ἐμφάνισίν του. Τί δὲ γίνεται σήμερον; Πρόκειται περὶ μικρᾶς ἐπισκευῆς εἴτε καὶ μεγάλης τῶν πλοίων· γίνεται ἡ ἀνωλκὴ ἐν Πόρῳ, ὅπου ὑπάρχει Νεωλκεῖον· θὰ λάβῃ ἀνάγκην ἑνὸς ἐργαλείου, μιᾶς ἐπισκευῆς, ἥτις ἀπαιτεῖ ἐργασίαν τοῦ συνεργείου. Τί θὰ συμβῇ τότε, καὶ τί συμβαίνει ἕως τώρα; Σταματᾷ τὸ ἔργον, σταματᾷ ἡ ἐπισκευή· στέλλεται ἀμέσως ἀτμόπλοιον νὰ διορθώσῃ τὰ ἐργαλεῖα εἰς τὸ συνεργεῖον καὶ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ ἂν δὲν ἐπιτύχῃ ἡ ἐφαρμογή, πάλιν ἀποστέλλεται ἄλλο ἀτμόπλοιον. Καὶ ἰδοὺ τὶ περὶ τούτου λέγει ὁ κ. Κριεζῆς· «Μὴ ὑπάρχοντος Νεωλκείου, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκη νὰ μὴ ἐκτελῶμεν ἐγκαίρως τὰς ἐπισκευὰς τῶν πλοίων, καθάρσεις κλπ. ἔστω καὶ αὐτῶν τῶν μικροτέρων ἀτμακάτων, διότι εἶναι χρεία νὰ ἐμβιβάσωμεν ἐν τῷ πλοίῳ πολυπληθὲς προσωπικὸν καὶ μηχανήματα καὶ μεταβῶμεν εἰς τὸ ἐν Πόρῳ Νεωλκεῖον· ἀλλὰ πολλάκις συμβαίνει νὰ παρουσιασθῇ τι ἀπρόβλεπτον καὶ νὰ διακοπῇ ἡ ἐπισκευὴ, ἄχρις οὗ μεταφέρωμεν τὸ χρειῶδες, τὸ ὁποῖον ἐπίσης συμβαίνει νὰ μὴ ἔχῃ ἅπαντα τὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀνάγκης, καὶ τότε χρεία δευτέρου, τρίτου ἀνάπλου καὶ κατάπλου καὶ ἂν ἡ χρεία παρουσιάζῃ χρῆσιν δυσμετακομίστου μηχανήματος, τότε ἡ ἐπισκευὴ τοῦ πλοίου ματαιοῦται· ἡ δὲ δαπάνη ἀνυπολόγιστος.» Ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλης ἐπίσης σπουδαιοτάτης ἐλλείψεως ἐν Ἀράπῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κριεζῆ ποιεῖται λόγον· «Δυσχέρειαν οὐ σμικρὰν περὶ τὴν συντέλεσιν τῶν ἐργασιῶν, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ δαπάνην ὑπέρογκον ἐκ τῆς τοποθεσίας ἐπιβαλλομένην ὑφιστάμεθα συχνάκις, ὅταν ἕνεκα διαφόρων ἐργασιῶν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπικλήσεως καὶ ἑτέρου προσωπικοῦ ἐργατικοῦ καὶ ἐντριβοῦς περὶ τὰ θαλάσσια ἔργα, τὸ ὁποῖον ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐπιζητήσωμεν δι’ ἀτμοπλοίων ἐπιτρέχοντες τὰ πλησιόχωρα μέρη Πειραιῶς, Αἰγίνης καὶ Πόρου ἐπὶ διπλασίᾳ ἀντιμισθίᾳ, τὸ δὲ χείριστον καὶ οὐ σμικροὺς κινδύνους ἐπισεῖον εἶναι ἐν ἐνδεχομέναις περιστάσεσι βοηθείας λ. χ. τῶν πλοίων λόγῳ κακοκαιριῶν ἵνα μὴ ἐξωκείλωσιν ἢ ἄλλου τινὸς ἀπροόπτου, δὲν ἔχομεν ἀπολύτως τὴν εὐκολίαν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν συνδρομὴν πολυπληθεστέρου προσωπικοῦ, διατελοῦντες εἰς ἔρημον μέρος». Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, οὐ μόνον διὰ τὰς περιστάσεις περὶ ὧν προβλέπει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Κριεζῆ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ ἐθνικῇ αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις βεβαίως δὲν δύνανται νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τῆς γεωργικῆς ἱκανότητος τῶν παρακειμένων τῷ Ἀράπῃ Κουλουριωτῶν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀτρομήτους καὶ ριψοκινδύνους ναύτας τοῦ Πόρου, τῆς Ὕδρας, τῶν Σπετσῶν καὶ τοῦ Κρανιδίου, ὅταν ὁ Ναύσταθμος ὑπάρχῃ ἐν Πόρῳ. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους πρὸς ποῖον σκοπὸν τὰ πλοῖά μας νὰ κατακλεισθῶσιν εἰς τὸν Ναύσταθμον; Ἄν ἡ Ἑλλὰς, ὡς πιστεύω, εὐτυχήσῃ νὰ ἔχῃ πλοῖα, οὐδέποτε θέλει σκεφθῆ νὰ κατακλείσῃ αὐτὰ εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀλλὰ θέλει ἐπιμείνει εἰς τὸ νὰ ἀνταποκριθῶσι ταῦτα εἰς τὸν προορισμόν των. Ἐρωτῶ δὲ τὴν Βουλὴν ἤδη, προκειμένου περὶ νέων περιμενομένων πλοίων, εἶναι δυνατὸν κατόπιν τόσων προφανεστάτων καὶ αὐταποδείκτων ἐλαττωμάτων ἐν Ἀράπῃ νὰ συντηρηθῶσι τὰ πλοῖα ταῦτα, ἢ ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ πρυμνησίων νὰ προσδένωνται καὶ ταῦτα; Μὴ πρὸς Θεοῦ προστεθῶσι καὶ ἄλλα βάρη εἰς τὸ Ἔθνος, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον τὰ πλοῖα ταῦτα θὰ κατασταθῶσιν ἐντελῶς ἄχρηστα. Ἀφήσατε τοὐλάχιστον νὰ καταστραφῶσι τὰ παλαιά. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Πόρου, δὲν ὁμιλῶ τώρα ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας μου, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, πρόκειται περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος, περὶ τοῦ Ναυστάθμου, ἐὰν θέλετε νὰ ἔχετε Ναύσταθμον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς του. Λοιπόν, κύριοι, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σήμερον τὸ Νεωλκεῖον εἶναι ἐν Πόρῳ, ὅτι τὰ ἔργα δὲν δύνανται ἐκεῖ νὰ παραιωθῶσι μακρὰν τοῦ Συνεργείου καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται ἄλλη δαπάνη πρὸς τοῦτο· ὅτι οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει περὶ κατασκευῆς ἐν Ἀράπῃ δεξαμενῆς, καὶ τοῦτο τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Γάλλων. Ἠκούσατε δὲ τὶ λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνακαλύψῃ τὸ βάθος τοῦ ἐν Ἀράπῃ ἐδάφους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ. Νεωλκεῖον ἐν Ἀράπῃ δὲν δύναται νὰ γίνῃ, δεξαμενὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, κανὲν δὲν ἔγινε κτίριον στερεὸν, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο θὰ καταπέσωσιν, ἐρημία φοβερὰ, ἄνεμος εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὅπου τὸν ἄνθρωπον καταῤῥίπτει· νερὸν δὲν ὑπάρχει· ὥστε δὲν ἐννοῶ κατόπιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως διὰ ποῖον λόγον δύναται νὰ διατηρηθῇ Ναύσταθμος ἐν Ἀράπῃ· καὶ ὅταν, κύριοι, ἔχετε τὴν εἰλικρινεστέραν μαρτυρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἐπίσης εἰλικρινῆ ὁμολογίαν τοῦ κ. Τομπάζη—διότι αὐτὰ ἐξέθεσεν οὗτος εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν—ὅταν ἔχετε αὐτὰς τὰς ὁμολογίας καὶ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ πρώην Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ποῖος εἶναι ὁ ἄλλος λόγος, ὅστις δύναται νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ὁ Ναύσταθμος εἰς Ἀράπην; Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶχεν αὐτὰ τὰ ζητήματα ὑπ’ ὄψιν, διότι οὔτε περὶ τοῦ ἀέρος, οὔτε περὶ τοῦ ὕδατος, οὔτε περὶ πολλῶν ἄλλων ἀναγκῶν, αἵτινες βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσιν ἐκλήθη, ν’ ἀποφανθῇ. Σᾶς ἀφίνει δὲ τὸ ζήτημα τῆς δεξαμενῆς ἄλυτον, καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι οὔτε Νεωλκεῖον δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐν Ἀράπῃ, οὔτε δεξαμενή. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι Ναύσταθμος ἐν Ἀράπῃ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ, τί πρέπει νὰ γίνῃ; κατ’ ἐμὲ φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ καὶ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἔξοδα ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ πάλιν ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θέλουν γίνει, θὰ ριφθῶσιν ἐπίσης εἰς τὴν θάλασσαν, ἐνῷ τὰ ἡμίση αὐτῶν ἂν κατεβάλοντο εἰς Πόρον, θὰ εἴχετε ἓν ἀριστούργημα ὡς Ναύσταθμον· ἐὰν ἡ Βουλὴ πρόκειται καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως ὅπως ὅλοι σᾶς ἐξήγησαν, θὰ πεισθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐγκαθίδρυσις Ναυστάθμου ἐν Ἀράπῃ, τότε κατ’ ἐμὲ, φρονῶ, ὅτι ἐπειδὴ ἐν Πόρῳ ὑπάρχουσιν ἤδη καὶ τὰ κτίρια κατάλληλα καὶ φυσικῶς ὁ τόπος κέκτηται ὅλα τὰ προσόντα, καὶ δεξαμενὴ αὐτόθι νὰ κατασκευασθῇ δύναται καὶ τὰ ἔξοδα ἤδη κατεβλήθησαν, δύναται νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπαναφορὰ ἐν Πόρῳ προσωρινῶς τοὐλάχιστον, καὶ τότε προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ σκεφθῇ καταλλήλως ἐὰν πράγματι δύναται νὰ μείνῃ διαρκῶς ἐν Πόρῳ ἢ πρέπει νὰ μεταφερθῇ ἀλλαχοῦ ὁ Ναύσταθμος. Ἐὰν ἤθελέ τίς μοι ἀντιτάξει, τί θὰ γείνουν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἔγειναν ἐν Ἀράπῃ; ἀπαντῶ πρῶτον, ὅτι τὰ γενόμενα ἐν Ἀράπῃ εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῶν ἐν Πόρῳ ὑπαρχόντων, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχουν κτίρια ἐκεῖ, δυνάμεθα νὰ μεταφέρωμεν ἐκεῖ τὴν σχολὴν τῶν ναυκλάστρων ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ, ἥτις εἶναι πρόσκομμα εἰς τὸ ἐμπόριον, πρὸς δὲ τὰς φυλακὰς, καὶ Φρενοκομεῖον καὶ Λοιμοκαθαρτήριον ἀκόμη, ὥστε δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ τὸ ἔθνος, διότι ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοιούτων κτιρίων, καθόσον μάλιστα ἐπισκεφθεὶς κατ’ αὐτὰς τὰς φυλακὰς Μενδρεσὲ, Κόκλα, κλπ. παρετήρησα μετὰ λύπης τὴν ἀθλίαν καὶ ἀπελπιστικὴν κατάστασιν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τούτου, ἀφοῦ τὰ ἔργα ἐν Ἀράπῃ καὶ αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε δαπάναι ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἀλυσιτελῆ, διατί νὰ καταβληθοῦν καὶ ἄλλαι δαπάναι ἀσκόπως, ἀφοῦ δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ὁ Ναύσταθμος ἐν Πόρῳ προσωρινῶς, καὶ νὰ συμπληρωθῶσι δι’ αὐτῶν πᾶσαι αἱ τυχὸν ἐλλείψεις, ἔστω καὶ ὀχυρωματικαί; Ἐὰν δὲ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκαταστήσῃ τοῦτο ὁριστικῶς εἰς Πόρον, δύναται νὰ ἔχῃ διὰ δαπάνης ἑνὸς μόνου ἑκατομμυρίου Ναύσταθμον ἀσφαλέστατον ἐν Πόρῳ, διότι ἐὰν ρίψωμεν καὶ ἄλλα χρήματα εἰς Ἀράπην εἶναι ἔγκλημα φοβερὸν, εἶναι ματαιοπονία καὶ καταστροφὴ ἐντελής. Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῶ δὲ ὅτι πνεῦμα ἐπαρχιακὸν μὲ ὠθεῖ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἀπὸ βουλευτὰς ἰδίως ναυτικοὺς καὶ ἄλλους καταλλήλους. Ἄς προσκληθοῦν οἱ κύριοι Κανάρης, Γουδῆς, Κριεζῆς, Γκίκας, Μίλησης, Φλογαΐτης, καὶ ἄλλοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ κύριοι Λάζαρος Κριεζῆς, Τομπάζης, Ἀποστόλης, Γιαλούσης, ἃς ἐπιθεωρήσωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ ἂς ἀποφανθῶσιν ἐν συνειδήσει ἐὰν πράγματι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ καταβάλωμεν ἔστω καὶ ἕνα ὀβολὸν πλέον διὰ τὸν Ναύσταθμον ἐν Ἀράπῃ. Ἡ ἰδέα περὶ μεταφορᾶς τοῦ Ναυστάθμου ἐῤῥιζοβόλησε πλέον οὐχὶ εἰς τὴν συνείδησιν μόνον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κοινωνίας· πρῶτοι δὲ οἱ συντελέσαντες εἰς τὴν ἐν Ἀράπῃ μεταφορὰν αὐτοῦ εἰσὶν ἤδη μεταμελημένοι καὶ ὡς γνωρίζω κάλλιστα αὐτὸς οὗτος ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἀναγνωρίσας τὸ σφάλμα τοῦτο ὑπεσχέθη ῥητῶς πρὸς ἐμὲ πρὸ πολλοῦ, ὅτι ὁ Ναύσταθμος ἤθελε μεταφερθῆ εἰς Πόρον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐκπληρῶν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ ἐξ ὑπερτάτου ἐθνικοῦ συμφέροντος, διαμαρτύρομαι κατὰ πάσης τυχὸν περαιτέρω δαπάνης ὡς πρὸς τὸν ἐν Ἀράπῃ λεγόμενον Ναύσταθμον.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ συζήτησις περὶ τῆς καταλλήλου θέσεως διὰ τὸν Ναύσταθμον νομίζω, ὅτι ἔρχεται οὐχὶ ἐπικαίρως καὶ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καὶ ἐν γένει διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδίως ἀφορῶν εἰς τὸν Ναύσταθμον ἦτο τὸ χθὲς ψηφισθὲν· τὸ σήμερον ὑπὸ συζήτησιν ἀφορᾷ μᾶλλον εἰς τὰς ναυτικὰς παρασκευάς. Τὸ χθὲς ψηφισθὲν ἀφώρα εἰς τὰ ἔργα ἰδίως τοῦ Ναυστάθμου. Ἀλλ’ εἴτε εἰς τὸ χθὲς ψηφισθὲν νομοσχέδιον ἀφορῶμεν, εἴτε εἰς τὸ σήμερον συζητούμενον, δυσκολώτατον εἶναι ἤδη νὰ ληφθῇ μέτρον ἄλλο περὶ τοῦ Ναυστάθμου τοῦ ὑπάρχοντος. Ὁ Ναύσταθμος, ὁ ἐν Σαλαμῖνι, ἔχει ἤδη ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μικροῦ λόγου· ἐδαπανήθησαν ἐκεῖ ποσὰ, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὑπέρογκα.
§98ΦΩΤΗΛΑΣ. Μέχρι ποίας ἀξίας;
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἕως 2,000,000, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων.
§100ΤΙΝΕΣ. Καὶ τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς;
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ἡ πλωτὴ δεξαμενὴ εἶναι ἄσχετος. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι δυνάμεθα, ἀφοῦ ἅπαξ προέβημεν ἐπὶ τοσοῦτον, νὰ μεταβάλωμεν σήμερον τοποθεσίαν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἐσυζήτησεν ἀπὸ γενικωτέρας ἐπόψεως· ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας προτείνει, ἵνα σταματήσωμεν ἐν ταῖς δαπάναις ταύταις, τρεπόμενοι ἄλλην ὁδὸν, μὴ παρασκευαζόμενοι ναυτικῶς ἐν τῷ παρόντι. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας φρονεῖ, ὅτι ἐν τῷ παρόντι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν ἰδίως εἰς τὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, χορηγοῦντες ὑπὲρ αὐτοῦ μέρος τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν πρόκειται ἤδη νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ ναυτικῶν παρασκευῶν. Εἰς τοῦτο οὐδόλως δύναμαι νὰ συμφωνήσω. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἀντιλαμβάνεται τῆς καταστάσεως τῆς Ἀνατολῆς ὅλως διαφόρως, ἢ ὅτι ἀντιλαμβανόμεθα αὐτῆς ἡμεῖς. Προτείνει ὁ κ. βουλευτὴς ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἔναρξις τῶν πρὸς ναυτικὴν παρασκευὴν, ἕως ὅτου ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος κατ’ αὐτὸν ὥρα. Ἐγὼ ἐὰν ἔχω φόβον τινὰ, εἶναι, ὅτι, ἀρχόμενοι ἀπὸ τοῦδε τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς, κινδυνεύομεν νὰ μὴ ὦμεν ἕτοιμοι κατὰ τὴν κατάλληλον ὥραν.
§102ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι γέρων καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ζήσω· ἀλλὰ τὸ μέλλον θὰ δείξῃ.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτων δὲν δύναται οὔτε ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἀξιοῖ, ὅτι κάλλιον ἐμοῦ διαβλέπει τὸ μέλλον, οὔτε ἐγὼ νὰ ἀξιῶ, ὅτι διαβλέπω τὸ μέλλον κάλλιον αὐτοῦ. Ἀμφότεροι εὐσυνειδήτως ἐκτιμῶντες τὰς περιστάσεις, μελετῶντες τὰ διδόμενα, φθάνομεν εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα. Ἴσως ἡ συζήτησις φέρῃ προσέγγισίν τινα τῶν γνωμῶν ὅπως ὅμως σήμερον φρονοῦμεν ἀμφότεροι, διϊστάμεθα ἐντελῶς, διϊστάμενοι δὲ ἐπὶ τοσοῦτον ὡς πρὸς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ διϊστάμεθα καὶ ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας. Φυσικὸν συμπέρασμα διὰ τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας φρονοῦντα, ὅτι δὲν πλησιάζομεν ἔτι εἰς τὴν ὥραν, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν παρασκευαζόμενοι, εἶναι ἡ πρότασις, ὅπως ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ· φυσικὸν συμπέρασμα τῆς γνώμης τῆς ἐμῆς, ὅτι τὰ πράγματα ἐν τῇ Ἀνατολῇ σπεύδουσιν, εἶναι ὅτι πᾶν τὸ ἐφικτὸν πρέπει νὰ πράξωμεν, ἵνα ἀποσοβήσωμεν τοὺς κινδύνους. Καὶ βεβαίως πᾶν ὅ,τι ἐξήρτηται ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον δύναται ἐπὶ τοιούτου ζητήματος νὰ ἐπιδράσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θὰ πραχθῇ, ἵνα ἀποσοβηθῇ τοιοῦτος κίνδυνος, καὶ ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν βραδύτερον ἐπέλθῃ ἡ κρίσις· ἀλλ’ ἐνόσῳ ἔχομεν τοιαύτην γνώμην, ὅτι ἡ κρίσις θὰ ἐπέλθῃ ἴσως ταχύτερον τῆς ἡμετέρας παρασκευῆς, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἐπιμένωμεν ὑπὲρ τῶν μέτρων, δι’ ὧν ἐλπίζομεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐγκαίρως παρασκευὴν, ἥτις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἡ ἀπειλουμένη κρίσις καθιστᾷ λίαν πιθανούς.
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν ἀποδεχθῶμεν ὡς ὀρθὰς τὰς προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ ὅτι ἐπέστη ἡ ἀνάγκη τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, πάλιν εἶμαι ἐναντίος τῶν τοιούτων παρασκευῶν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι φρονῶ, ὅτι πᾶσαι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν καὶ αἱ δαπάναι πρὸς καταρτισμὸν τοιαύτης παρασκευῆς ἱκανῆς νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ μέλλοντος, εἶναι προσπάθειαι ἐντελῶς μάταιαι. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος μὲ τὸν ναυτικὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον σήμερον ἔχει, νὰ ἀποκτήσῃ τοιαῦτα μέσα ναυτικῶς, ὥστε νὰ δύναται νὰ καταστῇ ἀξιόμαχον πρὸς ἐκεῖνον, μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πιθανότης ὅτι θέλομέν ποτε περιέλθει εἰς ρῆξιν. Ἀπέναντι λοιπὸν τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἀφίξεως εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ προσπάθειαι εἶναι μάταιαι. Ἀδιακόπως ἀκούω νὰ ἐπαναλαμβάνηται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι Ἔθνος ναυτικὸν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μιμηθῶμεν τὸν Θεμιστοκλέα, τὸν Κίμωνα καὶ τοὺς λοιπούς. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Θεμιστοκλῆς ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα εἰς Σαλαμῖνα, πρὸ τοῦ Θεμιστοκλέους ἐν Μαραθῶνι ἐσώθη ἡ Ἑλλὰς ἄνευ ναυτικοῦ, ἐπὶ δεκαετίαν δὲν ἐτόλμησε πλέον ὁ Πέρσης νὰ ἔλθῃ εἰς Ἑλλάδα. Ἄνευ δὲ τῆς νίκης ἐν Πλαταιαῖς ἤθελεν εἶσθαι ματαία ἡ νίκη ἐν Σαλαμῖνι. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ἅπασαν τὴν προσοχὴν ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ Ἔθνους· διότι, ἐὰν ἡμέραν τινὰ ἠθέλομεν περιέλθει εἰς ρῆξιν πρὸς ἄλλο Κράτος, ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης, ὅτι θέλομεν ἔχει συμμάχους, καθιστῶντας περιττὴν πᾶσαν ναυτικὴν ἡμῶν παρασκευήν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παρασκευασθῶμεν ἐπαρκῶς κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηρὰν συγχρόνως, ἑπομένως ἅπασαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν πρέπει νὰ στρέψωμεν ἐκεῖ· ὅθεν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀποτέλεσμα, ἤγουν εἰς τὴν κατὰ ξηρὰν παρασκευήν.
§105ΧΟΪΔΑΣ. Ἐμείναμεν ἐδῶ καὶ θὰ μείνωμεν παρατηροῦντες, ἐπισκοποῦντες καὶ ἐλέγχοντες. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι μεταξὺ τῶν ἐπισκοπούντων καὶ τῶν ἐλεγχόντων, νὰ εἴπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι ἀπαιτῶ, νὰ ὦσι τοὐλάχιστον 123 διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο.
§106ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα.
§107ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ μετρηθῶμεν καὶ χάριν τῆς τιμῆς ὑμῶν τῶν συμπολιτευομένων, καὶ χάριν τῆς τιμῆς ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ψηφισθῇ.
§109Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Συντάσσομαι καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ζητούντων τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε ἀπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, οὔτε ἀπὸ τὸν Κανονισμόν μας, νὰ διακόπτηται ἄλλως πως ἡ συνεδρίασις παρὰ διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ ἀπαρτίας. Τὸ νὰ ἔχωμεν ἑκάστην στιγμὴν οἱονεὶ τιμητὴν καὶ νὰ ζητῶμεν χάριν ἡμῶν αὐτῶν καὶ χάριν τῆς φιλοτιμίας ἡμῶν αὐτῶν νὰ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος, τοῦτο θεωρῶ ἀντιβαῖνον ἄντικρυς εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐννοῶ καὶ ἐκτιμῶ τὴν ἀρχὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐνεπνεύσθη ὁ κ. Χοϊδᾶς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπεράνω τῆς φιλοτιμίας τοῦ κ. Χοϊδᾶ καὶ τῆς φιλοτιμίας τοῦ Σταΐκου ἵσταται τὸ συμφέρον νὰ ὦμεν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ὁ Κανονισμὸς μᾶς ἀπαγορεύει τὰς τοιαύτας τιμήσεις.
§110ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ νὰ ὦμεν λοιπὸν ἐν τῇ νομιμότητι, προβάλλω, ὅτι οὐκ ἐσμὲν ἐν ἀπαρτίᾳ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου). Παρόντες 128. Ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας της.
§112Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν ὅμως ἐγὼ προέβαλον τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἀλλὰ κατόπιν ἐγένετο· πρέπει ὅμως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἅπαντες, ὅτι ἐνταῦθα δὲν παίζομεν τὸν κρυφτούλην, νὰ φεύγωμεν, νὰ ἐπανερχώμεθα, νὰ τρώγωμεν, νὰ παίζωμεν. Τί εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐνταῦθα παραμένοντες, ἄνθρωποι βουλευόμενοι περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων, ἢ γαϊδούρια; Εἶπον νὰ μείνω ἐνταῦθα καὶ νὰ μὴ ἀποχωρήσω, πρέπει ὅμως νὰ μένωμεν διαρκῶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τοὐλάχιστον οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀπαρτίαν 123, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῆτε νὰ παίζωμεν ἐν οὐ παικτοῖς.
§113ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως. (Εἶτα γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς δύω νομοσχέδια· 1) περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884, καὶ 2) περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, συναινούσης τῆς Βουλῆς. (Ὥρα 8 καὶ 10′ μ. μ.)