1884.03.09
2.623 στίχοι · 19.103 λέξεις · 177 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
τῆς 9 Μαρτίου 1884.
(Παρασκευή)
Ὥρᾳ 2 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπρεπὲς νὰ ἀναφέρουν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ὅτι ὁ τάδε βουλευτὴς ἔκαμε τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἐμὲ δὲν μὲ μέλει, ἂν γράψητε καὶ τὸ ὄνομά μου, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι σωστόν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἁπλῶς τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν, ὅτι εἷς τῶν βουλευτῶν Λακεδαίμονος ἔκαμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀδιάφορον· δὲν εἶναι σωστόν. Ἁπλῶς πρέπει νὰ εἴπητε, ὅτι ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Γρυπάρης.
§8ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν συμβολαιογράφων Ἑρμουπόλεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτοῦνται, διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀναφορᾷ των ταύτῃ ἀναφερομένους λόγους, τὴν αὔξησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀποδεχθῆ τὰς σκέψεις τῶν ἐν λόγῳ ἀναφερομένων καὶ θέλουσιν ἀποδεχθῆ τὴν αὔξησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ὑπάρχει πρόνοιά τις ὑπὲρ τῶν συμβολαιογράφων, κατὰ τὴν ὁποίαν μέχρι τέλους μιᾶς δραχμῆς ἀπολαμβάνουσιν οἱ συμβολαιογράφοι τὸ ἥμισυ τῶν τελῶν, ἐπέκεινα δὲ τῆς δραχμῆς τὸ ¼. Τὸ μέτρον αὐτὸ βεβαίως κατά τινα τρόπον θέλει ἀνακουφίσει τοὺς συμβολαιογράφους, οἵτινες λίαν γλίσχρως σήμερον ἀποζημιοῦνται· νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς, καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι θέλουσι τείνει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν συμβολαιογράφων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ καταστηματαρχῶν Καλαμῶν, παρακαλούντων ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν κουκουλίων.
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, οἱ βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) νὰ μὴ κάθωνται ἀπ’ ἐδῶ (δεικνύει τὰς ἕδρας τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος), διότι ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν οἰκογενειακῶς μεταξὺ μας καὶ αὐτοὶ ἀκούουν, οὕτω δὲ δύνανται νὰ προξενηθῶσι σκάνδαλα καὶ σκηναί, αἱ ὁποῖαι ἀντανακλῶσιν εἰς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ κάθωνται εἰς τὰ ἑδώλιά των.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐβεβαίωνε τὴν Βουλήν, ὅτι διώρισε πάντας τοὺς προταθέντας ὑπὸ τῶν Δημάρχων ἀστυνόμους, πλὴν 4, τὸν παρεκάλεσα νὰ πληροφορήσῃ, εἰ δυνατὸν, τὴν Βουλήν, ἐὰν οἱ διορισθέντες ἐγκατεστάθησαν· προσέθηκα δὲ, ὅτι ἔκαμνον τὴν παράκλησιν ἐκείνην, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ὁ διορισθεὶς ἐν τῷ Δήμῳ Πλαταμώδους ἀστυνόμος ἀπὸ τὰς 17 Δεκεμβρίου δὲν εἶχεν ἐγκατασταθῆ εἰς τὰ χρέη του μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην προέλαβε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Κοκέβης, βεβαιώσας, ὅτι ὁ διορισμὸς ἐκεῖνος ἐπραγματοποιήθη· τὴν διαβεβαίωσιν δὲ ταύτην ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τούτοις χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ μέρους τοῦ διορισθέντος ἀστυνόμου, ἐκ τοῦ ὁποίου πληροφοροῦμαι, ὅτι ἔλαβε τῷ ὄντι τὸν διορισμόν του καὶ μετέβη εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας διὰ νὰ ὁρκισθῇ, ἀλλ’ ὁ Ἔπαρχος δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν ὁρκίσῃ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπανῆλθεν ἄπρακτος εἰς τὸν Δῆμόν του. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ Δῆμος αὐτὸς στερεῖται ἀστυνόμου ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 1882, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τὴν ἔκτοτε γενομένην πρότασιν περὶ διορισμοῦ τοῦ ἰδίου προσώπου, τὸ ὁποῖον διωρίσθη σήμερον· ἀφοῦ δὲ ἔγειναν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ ὁ νέος Δήμαρχος ἐπανέλαβε τὴν πρότασίν του περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, εὐηρεστήθη τέλος πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸν διορίσῃ ἀπὸ τὰς 17 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ὁ διορισμὸς τῷ ἐκοινοποιήθη μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν ὁρκίσῃ. Τοιαύτην ἐνέργειαν ὑπηρεσίας ἀπέχω νὰ τὴν χαρακτηρίσω, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συναισθάνεται τὸν ἐξευτελισμὸν, ὅστις προσγίνεται ἐκ τοιούτων ἐνεργειῶν εἰς τὴν διοίκησιν, καὶ ὅτι θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα.
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει, ὅτι ἔγραψε περὶ τούτου καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§14ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς τῶν δημοτῶν Πλαταμώδους, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρουσι κατὰ τοῦ διορισθέντος ἀστυνόμου, ὅτι τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Καλάμαις συνέδρων τὸν κατεδίκασεν ἄλλοτε ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Πλαταμώδους (θόρυβος).
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ νόμος διαγράφει εἰς ποίας περιστάσεις δὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ δημοσίαν ἢ δημοτικὴν θέσιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὁσάκις αἱ πληροφορίαι, ἃς ἀρύεται ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τὰ ὄργανά του, δὲν εἶναι ἀληθεῖς (θόρυβος). Κατὰ τοῦ προταθέντος ὡς ἀστυνόμου Θεραπνῶν ἔφερε κατηγορίας διαφόρους· ὁ τμηματάρχης καὶ ὁ νομάρχης τῷ ἐπεσώρευσαν τὰ ἐγκλήματα τοῦ πατρός του, ὡς δημάρχου τοῦ δήμου ἐκείνου. Ἐμνημόνευσαν δὲ καί τινα αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἕνεκα τῶν ὁποίων, ὡς λέγει ὁ Ὑπουργὸς, δὲν δύναται νὰ τὸν διορίσῃ ἀστυνόμον. Ἀλλὰ, κ. Ὑπουργὲ, ἔχεις βούλευμα, τὸ ὁποῖον νὰ σὲ ἐμποδίζῃ νὰ τὸν διορίσῃς; (θόρυβος). Ἐμνημόνευσας τὴν διαγωγήν του χωρὶς ἐπισήμους ἀποδείξεις, ὅτε ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος τῶν λεγομένων σου καὶ ὁ Νόμος. Ἔπειτα ἐὰν ἔλθῃ, Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ζήτημα περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ἐν τοῖς κοινοῖς ἀναμιγνυομένων, τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθωσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἄλλοι νὰ ἐξελέγξωσι τὴν διαγωγὴν ἡμῶν αὐτῶν.
§16ΖΩΤΟΣ. Χθὲς ἐζήτησα, κύριοι, νὰ κατατεθῇ ἡ παραίτησις τοῦ Ἐπάρχου Βονίτσης ἐζήτησα δὲ τοῦτο, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ εἰρημένος Ἔπαρχος δὲν παρῃτήθη, ὅτι τὸ Διάταγμα ἀναφέρει, ὅτι ἐδόθη ἁπλῶς παραίτησις, ὅτι ἐζήτησε τὴν παραίτησίν του ἀκολούθως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Διατάγματος, καὶ ὅτι ὁ εἰρημένος Ἔπαρχος τηλεγραφικῶς μετὰ τὴν ἀποστολὴν τῆς παραδοχῆς τῆς παραιτήσεώς του διεμαρτυρήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αὐτὸς τοιαύτην παραίτησιν δὲν ἔδωκε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς διαφωτίσῃ περὶ τούτου. Καὶ ταῦτα ἔγειναν διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ θέσις τοῦ κ. Βουλπιώτη.
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἦτο ἀφορμὴ ὥστε ὅλα αὐτὰ νὰ γείνουν χάριν ἐμοῦ;
§18ΖΩΤΟΣ. Τουλάχιστον αὐτὸ φαίνεται, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ παυθῇ ὁ Ἔπαρχος, διότι δὲν εἶχεν ἄλλην θέσιν.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι τὰ ὄργανά του τὸν πληροφοροῦσιν, ὅτι ὁ προταθεὶς ὡς Ἀστυνόμος Θεραπνῶν κατηγορεῖται διά τινας ἀξιοποίνους πράξεις· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται μετὰ τῆς προτάσεως τῷ ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὸν Νοέμβριον, διὰ τοῦτο, ὅταν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰανουαρίου συνεζητήσαμεν μαζῆ του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, παρόντος καὶ τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου, ὅστις τῷ εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γνωρίζει ὅτι ὁ ὑπάρχων Ἀστυνόμος, τοῦ ὁποίου προτείνει τὴν παῦσιν ὁ Δήμαρχος, εἶναι χείρων τοῦ προτεινομένου ὡς διαδόχου του, ὑπεσχέθη νὰ παύσῃ ἀμέσως τὸν ὑπάρχοντα ὡς ἀκατάλληλον καὶ τοῦτον, καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὸν διορισμὸν τοῦ ἑτέρου μέχρις οὗ ἐξακριβώσῃ τὰ περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τοῦτον ἐγκληματικῶν πράξεων. Ἐξετέλεσέ τι τούτων; καθόλου· οὔτε τὸν ὑπάρχοντα Ἀστυνόμον ἔπαυσεν, οὔτε διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐζήτησε νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἀνάκρισις κατὰ τοῦ νῦν προτεινομένου, ἐπὶ τῶν εἰς αὐτὸν ἀποδιδομένων ἐγκληματικῶν πράξεων, ὅπως εὐκρινισθῇ ἡ ἀλήθεια διὰ τοῦ Δικαστικοῦ Βουλεύματος, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογῇ τὴν παρὰ τὸν Νόμον ἄρνησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός του, ἀφίνει τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ, διότι νομίζει ὅτι ἀρκετὰ καλύπτει τὴν δυστροπίαν του, ἂν λέγῃ «ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ ἐκκρεμὴς κατηγορία». Κύριε Λομβάρδε, ἐγὼ δὲν ἤμην μέλος τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1862, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κανονισμὸν, ὃν ἔδωκαν οἱ πληρεξούσιοι ἐπὶ τῆς ἀναδείξεως τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν, ἀπέδειξαν ὅτι ὑπῆρχεν αὐτοῖς διάθεσις πλήρης νὰ ληφθοῦν ὅλα τ’ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς διόρθωσιν τῆς κακῆς πορείας τῆς τῶν προκατόχων καταστάσεως, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἑξῆς δύω περιπτώσεων· 1) ὑπῆρχεν ἐπὶ Ὄθωνος ἡ διάταξις, ὅτι ὁ ὑπάλληλος δὲν ἐτιμωρεῖτο διὰ τὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ του ἐγκλήματα, ἐὰν δὲν ἐχορηγεῖτο πρὸς τοῦτο ἄδεια τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς· τὸ Σύνταγμα ὅμως τοῦ 1864 κατήργησε αὐτὴν τὴν κακὴν διάταξιν, ἥτις ἐκάλυπτε πολλοὺς κακοήθεις ὑπαλλήλους· 2) τὸ Σύνταγμα τοῦτο κατήργησεν τὴν ἀνεξέλεγκτον ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν περὶ Δημοτικῶν Ἀρχῶν διατάξεων, ἕνεκα τῆς ὁποίας, ἐνῷ ἡ περίοδος τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς ἦτο τριετὴς, ἐξετείνετο πολλάκις καὶ εἰς δεκατρία ἔτη, οἱ δὲ Δήμαρχοι εὑρίσκοντο σχεδὸν πάντοτε εἰς πόλεμον μὲ τοὺς Ἀστυνόμους διατηρουμένους παρὰ τὰς προτάσεις των, τὰς ὁποίας οἱ Νομάρχαι ἐπέτων εἰς τὸ χρονοτούλαπον ἢ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὕτως ὑπῆρχεν ἡ μεγίστη ἐκείνη ἀνωμαλία, ἥτις οὐ μόνον παρέλυσε τὴν Δημοτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ κατέστησε τὰς Δημοτικὰς Ἀρχὰς δούλας καὶ τυφλὰ ὄργανα τῆς Κεντρικῆς Ἐξουσίας. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ κακὰ ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα νὰ τὰ καταργήσῃ· καὶ δόξα τῷ Θεῷ μέχρι τοῦδε δὲν παρουσιάσθη ἄλλοτε παρὰ τώρα αὕτη ἡ πλαγία ἢ ἡ στρεβλὴ ἐνέργεια, ἡ ἐπαναφέρουσα τὰ μακαρίτικα. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸν Νόμον ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸς νὰ προκαλέσῃ Β. Διάταγμα διὰ τὸν διορισμὸν Ἀστυνόμου, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ τὸ προκαλέσῃ, ὅπως καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας του. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξετάζει τὴν ὑπηρεσίαν (καὶ ἔχει δίκαιον, διότι δὲν τὴν γνωρίζει καθόλου), διὰ νὰ ἀνεύρῃ ὅτι, ὅτε ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἀστυνόμου, διωρίζετο καὶ ὁ Δήμαρχος διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις, ψηφίσασα ἐν βίᾳ κατὰ τὰ τέλη τῶν ἐργασιῶν της τὸν Δημοτικὸν Νόμον, δὲν ἐφρόντισε νὰ κανονίσῃ καὶ τὰ τῶν Ἀστυνόμων, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι οἱ πληρεξούσιοι δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελέ ποτε τολμήσει Ὑπουργὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς πρὸ τῆς μεταβολῆς καταχρήσεις τῆς Ἐξουσίας, ἀφοῦ διὰ τὴν ἐξάλειψιν αὐτῶν ἐγένετο μία τόσον ταραχώδης ἐπανάστασις, ἥτις ἐνέγραψεν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις καταδικαζούσας τὰς τοιαύτας καταχρήσεις, τὰς γεννώσας τὴν ἀποῤῥόφησιν ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς Ἐξουσίας τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Καὶ ἐγὼ κύριε Ὑπουργὲ, ὑπῆρξα ὑπάλληλος συμπαθῶν ὑπὲρ τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐστρέβλωσα τὰς προτάσεις τῶν Δημάρχων, ἀλλὰ τὰς ὑπέβαλλον ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ οὕτω πρέπει νὰ πράττουν οἱ ὑπάλληλοί σας. Ἀλλὰ τί νὰ πράξουν καὶ αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς, ἀφοῦ Σὺ τοῖς δίδεις τὸ παράδειγμα τῆς κακοήθους ἐνεργείας, δικαιολογούμενος μὲ τοιαύτας στρεψοδικίας; Καὶ χθὲς ὁμιλοῦντες ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς συχνῆς μεταθέσεως τῶν Διοικητικῶν ὑπαλλήλων εἴπομεν ἀρκετὰ περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀφοῦ δὲν ἠμπορεῖ πέραν τῶν δύω μηνῶν νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του Διοικητικὸς ὑπάλληλος· ἔχων ὀλίγην συνείδησιν, διότι παρουσιάζεται εἷς ἐκ τῶν προϊσταμένων τοῦ Κυβερνητικοῦ κόμματος καὶ τῷ ἐπιβάλλει τὸν κανονισμὸν ὑπὸ τὸν ὁποῖον θὰ διοικήσῃ, καὶ εὐθὺς ὅπου ὁ ὑπάλληλος εἴπει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὸ τοιοῦτον ἡ θέσις του, ἀμέσως παύεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς σημερινῆς Διοικήσεως. Εὐτυχῶς εἴμεθα εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις· ἐὰν ἤμεθα εἰς περιστάσεις ὀλίγον δυσκόλους, ἤθελον προκαλέσει ταραχὰς καὶ ραβδοκοπήματα ἐπὶ τῆς ράχεως τῶν ὑπαλλήλων· ἢ νομίζετε, ὅτι θὰ ἀνεχθῇ ὁ λαὸς νὰ τὸν τυραννοῦν καὶ νὰ τὸν παίζουν οἱ ὑπάλληλοί σας; Ποτὲ δὲν ἐξετροχιάσθη ἡ ὑπηρεσία τόσον, ὅσον ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου· οὐδέποτε Ὑπουργεῖον διηύθυνεν ὑπηρεσίαν διὰ κρυπτογραφικῶν διαταγῶν, ἐκτὸς εἰς κρισίμους πολιτικὰς ἢ ἀσφαλείας περιστάσεις, καὶ ἐν τούτοις ἔχω εἰς χεῖράς μου κρυπτογραφικὰς διαταγάς Σας ἐπὶ τῆς κοινοτάτης ὑπηρεσίας, διαταττούσας στρέβλωσιν ὑπηρεσίας, καὶ τὸ παράδοξον ὅτι ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν δὶς καὶ τρὶς μεταβαλλομένας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπηρεσία, ἣν ἐκτελεῖτε σήμερον μὲ τόσον θράσος. Αὐτὰ τὰ εἶπαν καὶ τὰ ἔκαμαν καὶ ἄλλοι, ἀλλ’ ὕστερον ἔκλαυσαν πικρὰ, πολὺ περισσότερον θὰ κλαύσῃς Σὺ, ὅστις δὲν ἠδυνήθης νὰ ἀντιστῇς ὄχι εἰς ὑλικὴν κατὰ τῶν φίλων Σου ἐπίθεσιν τῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ διότι αὕτη δὲν Σᾶς ἐπέτρεψε νὰ ταράττητε τὴν ἡσυχίαν τῶν πολιτῶν, κροτοῦντες θορυβωδῶς τὰς καμπάνας, καὶ διότι ὁ Μοίραρχος ἔφερε κατὰ τὰς ὥρας τῆς ψηφοφορίας Ἑλληνικὸν ξίφος ἀντὶ ἐκείνου τῆς ὑπηρεσίας,
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ....
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατί μεμψιμοιρεῖς; Δὲν ἔχω δίκαιον; ποίαν ἄλλην πίεσιν ὑπέστης κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπέτυχες; Καὶ ἐν τούτοις διὰ τὴν αὐστηρὰν ἐκτέλεσιν ἑνὸς μέτρου πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας, ὕψωσας μέχρι τρίτου οὐρανοῦ τὴν φωνὴν, καὶ ἐπὶ τέλους κατώρθωσας διὰ τοῦτο νὰ καθήσῃς εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ ὑποδίκου ἕνα τῶν πρώτων πολιτῶν τῆς Νέας Ἑλλάδος, τὸν Βούλγαρην (θόρυβος). Τέλος ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεώς μας, τὸν διορισμὸν τοῦ Ἀστυνόμου Θεραπνῶν· ἀφοῦ καὶ ὁ προταθεὶς καὶ ὁ ὑπάρχων νῦν ὑπάγονται, κ. Ὑπουργὲ, εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, κατὰ τὰς ὁποίας, παρόντος ἐμοῦ, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐλάβετε πληροφορίας, διατί ἀρνεῖσαι ὅ,τι ὑπαγορεύει τοὐλάχιστον ὁ Νόμος, νὰ ἐγκαταστήσῃς τὸν ὑπὸ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ Δημάρχου προταθέντα, ἀφοῦ κατὰ τὸν Νόμον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἀστυνόμου εἶναι ἐκχώρησις μέρους ἐκείνης τοῦ Δημάρχου; Καὶ ἂν ἐννοῇς τοῦτο καὶ ἐπιμένῃς ἀρνούμενος τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός Σου, εἰπέ το καθαρὰ, ὅτι ἔχεις διαταγὴν νὰ ἐκτελῇς ὄχι ὅ,τι ἡ ὑπηρεσία Σοῦ ὑπαγορεύει, ἀλλ’ ὅ,τι οἱ φίλοι Σας Βουλευταὶ Σᾶς ἐπιβάλουσι, καὶ μὴ ἀμφιβάλλεις καὶ Σὺ καὶ ὁ προϊστάμενός Σου καὶ οἱ ὠφελούμενοι ἐκ τῆς τοιαύτης στρεβλῆς πολιτείας Σας ὅτι θὰ τὰ πληρώσητε μὲ τόκους καὶ ἐπιτόκια, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἂν θελήσητε νὰ ἐκφράσητε τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐκφράζομεν τώρα παράπονα, θὰ ἀκούσητε καὶ τοὺς μυκτηρισμοὺς τῆς κοινωνίας, διὰ τῆς παροιμίας «ὅπως ἔστρωσες θὰ κοιμηθῇς».
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε· παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, τί ἔμαθε περὶ τοῦ στρατιώτου τοῦ χθεσινοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχουν εἰς τὰς φυλακάς.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἔλαβα ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔλαβεν εἰσέτι τι.
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ἐκ καθήκοντος πρέπει νὰ ἐνεργήσητε, ὅπως ἀπαλλαγῇ αὔριον.
§27ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ λάβῃ πιστοποιητικὸν τοῦ δεσμοφύλακος.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ πρῶτον ἀντικείμενον ἡ βʹ. συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι συμφωνεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προτάξωμεν τὴν πρότασιν τοῦ τε Δουζίνα καὶ Ἀντωνοπούλου, ὅπως προσέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὃν ἐγὼ ὑπολήπτομαι καὶ ὅστις εἶναι κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἡ ἐξοχότης περὶ τὰ ναυτικὰ, νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους φρονεῖ ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ θέσις τοῦ Ἀράπη διὰ Ναύσταθμον· διότι αἱ ἐκθέσεις εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἐμελέτησαν τὰ περὶ τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἐγκρίνονται παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Κριεζῆ, διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ἄλλων, νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ὅπως μορφώσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς καταλλήλου θέσεως διὰ Ναύσταθμον· διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς 15,000,000 δραχμῶν δαπάνην καὶ κατόπιν ἐπὶ ἔτη εἰς 100,000,000 διὰ Ναύσταθμον, ὅστις κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐπίσημον τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου· εἶναι τὸ ζήτημα σοβαρώτατον καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ μᾶς κρατῇ εἰς τὸ σκότος.
§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρὸ μικροῦ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου εἶδον ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἡ ἔκθεσις, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἀπεφασίσθη ὅπως ἱδρυθῇ ὁ Ναύσταθμος ἐν Σαλαμῖνι.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα. Ἡ αἴτησις ἀνεφέρετο ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἐργολαβίας, καὶ διὰ τοῦτο τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα κατέθεσα, τὰ ἄλλα δὲ ἔγγραφα κατέθεσα ἐν τῇ Βουλῇ ἄλλοτε, ἔγεινε δὲ καὶ λόγος περὶ αὐτῶν· προθύμως δὲ θέλομεν καταθέσει αὐτὰ καὶ πάλιν· δὲν εἶναι ὅμως ἀνάγκη ἕνεκα τούτων νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν. Ἐκ τῶν δύω Νομοσχεδίων τὸ ἕτερον μόνον ἀφορᾷ εἰς τὰ τοῦ νῦν Ναυστάθμου, τοῦτο δὲ θὰ ἔλθῃ εἰς 3ην συζήτησιν μετὰ τὸ προκείμενον. Ἄλλως τε δὲν πρόκειται περὶ νέων δαπανῶν, ἀλλὰ περὶ ὑποχρεώσεων ὑφισταμένων.
§34ΑΡΙΣΤ. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι βουλευταὶ, νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν συζητουμένων πιστώσεων, ἐπιφυλασσόμενος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ὑποδείξω καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει σταθερῶς εἰς τὸ αὐτὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ τόσον ὀλέθριον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου καὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ἀλλ’ ἡ στενοχωρία, τὴν ὁποίαν παρετήρησα χθὲς, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον παρατηρῶ καὶ παρὰ τοῖς φίλοις τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῇ Κυβερνήσει αὐτῇ διὰ τὰς γιγνομένας συζητήσεις, καὶ ἡ ἐπιθυμία των νὰ διέλθωσι καὶ αἱ πιστώσεις αὗται ἀσυζητητεὶ, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὁ κόσμος ἀκούει ὅτι πρόκειται περὶ πιστώσεων, ἀλλ’ ἀγνοεῖ, ὡς καὶ οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καθὼς καὶ αὐτὴ ἡ δημοσιογραφία, τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν, διότι δὲν ἀντελήφθησαν ἀκόμη περὶ τίνων πιστώσεων πρόκειται. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας συνήθως αἱ Κυβερνήσεις ζητοῦσι παρὰ τῶν Βουλῶν διὰ δαπάνας, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς γενομένας. Τοιαῦται πιστώσεις ζητοῦνται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πιστώσεις, αἵτινες πλησιάζουσι τὸ ἑκατομμύριον περίπου. Ἐπὶ τῶν πιστώσεων τούτων βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀνάγκην, ἥτις τὰς ὑπηγόρευσεν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τὰς ψηφίζει. Μίαν παρατήρησιν μόνην φέρω ἐπὶ τῶν πιστώσεων τούτων, ὅτι ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις πέρυσιν ἀπέκρουσε τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας προέτεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὄχι μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσέθηκε νέας δαπάνας καὶ ἐπεβάρυνεν αὐτὸν διὰ νέων προσθηκῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐδαπάνησε καὶ ἤδη ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ ἐγκρίνωμεν τὰς δαπάνας ταύτας. Ἀλλὰ, λέγω, δὲν πρόκειται περὶ τῶν πιστώσεων τούτων, διότι θὰ ψηφισθῶσι. Πρόκειται περὶ τριῶν νέων πιστώσεων. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα δαπανήσῃ περὶ τὰ 136 ἑκατομμύρια διὰ ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἐκτάκτους παρασκευάς. Ἠπόρησα μάλιστα, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς ὁμιλῇ περὶ ἁπλῆς μεταφορᾶς, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ λογιστικῆς ἐργασίας, καὶ ὅτι κατὰ τύπον ἡ Βουλὴ καλεῖται, ἵνα ἐγκρίνῃ αὐτάς. Ἀλλὰ, καθὼς παρετηρήθη καὶ χθὲς, κατὰ ῥητὸν γράμμα τοῦ λογιστικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ἄρθρον 64 αὐτοῦ, ἅμα κλείσῃ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους, αὕτη δὲ κλείει τὴν 31 Ὀκτωβρίου, πᾶσαι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἢ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτῶν δὲν διετέθη, ἀκυροῦνται καὶ διαγράφονται ἐκ τῶν βιβλίων τῶν Ὑπουργείων. Ὥστε περὶ τίνος μεταφορᾶς πρόκειται ἤδη, ἀφοῦ καὶ ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτοῖς αἱ πιστώσεις αὗται εἰσὶ διαγεγραμμέναι; Λοιπὸν νέας πιστώσεις καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ εἰς εἰς ἐκτάκτους δαπάνας ζητούμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τὸ Κράτος. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ σπουδαιοτάτου καθήκοντος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ τακτοποίησις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ δώσωμεν ἐκτάκτους δαπάνας, ἐκτάκτους πιστώσεις, ζητουμένας διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὸν Προϋπολογισμὸν ἀγνοοῦμεν, διότι δὲν ἐσυζητήσαμεν ἀκόμη ἐπ’ αὐτοῦ; Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ πρῶτον ποῖα εἶναι τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ποῖαι αἱ δαπάναι αἱ ἀναγκαῖαι, καὶ κατόπιν τῆς μελέτης καὶ τῆς συγκρίσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸ Κράτος καὶ εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, τότε δύναται νὰ ἐγκρίνῃ καὶ τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς δαπάνας· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλομεν πρότερον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ τοῦ ἰσοζυγίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πέρυσι διεσάλπισαν ὡς γεγονὸς, καὶ ἐὰν ἦναι τῷ ὄντι πραγματικὸν τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἴδωμεν, ὅτι διὰ τῶν πιστώσεων τούτων δὲν μεταβάλλεται, ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ, τότε προθύμως θέλομεν χορηγήσει καὶ τὴν πίστωσιν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, ἀμφισβητῶ μόνον τὸ ἐπίκαιρον αὐτῶν. Ἄλλοτε εἴχομεν τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης, ἄλλοτε τῶν ἠρέμα παρασκευῶν, σήμερον μᾶς ὑποδεικνύουν τὰς κατεσπευσμένας καὶ σπασμωδικὰς παρασκευὰς, ἡ ἐνέργεια τῶν ὁποίων ἀφίεται εἰς τὴν αὐθαίρετον ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ αἰσθήματα, ὑφ’ ὧν κατέχεται ἡ Κυβέρνησις, τὰ γνωρίζετε, καὶ δὲν θέλω νὰ τὰ ὀνομάσω. Πλανᾶται ἐν πολλοῖς, καὶ τὴν πλάνην αὐτῆς ἀναγνωρίζουσα, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὴν ἀνομολογήσῃ. Εἶσθε δειλοί, κύριοι Ὑπουργοί, εἶσθε κακοὶ πατριῶται, διότι πρὸ τῶν πραγμάτων διστάζετε νὰ ὑποχωρήσητε. Πλανᾶσθε εἰς τὰ οἰκονομικὰ, πλανᾶσθε εἰς τὰ στρατιωτικὰ μέτρα σας. Διὰ τῶν φόρων ἐπεζητήσατε τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον ἐξέφυγε τῶν χειρῶν σας. Τὸ βλέπετε, τὸ αἰσθάνεσθε, καὶ διὰ νὰ διορθώσητε τὸ σφάλμα σας, ἀνυψώσατε τὴν σημαίαν τῶν μονοπωλίων, τοῦ δασμολογίου καὶ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου. Ἐζητήσατε καὶ διὰ τῆς μονοετοῦς θητείας νὰ κολακεύσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἤδη ὀπισθοχωροῦντες πρὸ τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ μὴ τολμῶντες εἰλικρινῶς νὰ ζητήσητε τὴν αὔξησιν τῆς θητείας, ζητεῖτε ἐμμέσως καὶ διὰ τῆς στρεβλώσεως τοῦ Συντάγματος νὰ κατορθώσητε ὅ,τι ζητεῖτε. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τίποτε δὲν θὰ κατορθώσητε. Ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ παραμείνητε ἔτι ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ διὰ νὰ καταδειχθῇ πλῆρες τὸ ναυάγιόν σας. Ἀλλὰ τίς πταίει; πταίει ὁ ἐγωϊσμός σας. Ἐγκατελείψατε τὰς ἀρχάς σας, περιεφρονήσατε τοὺς φίλους σας, φίλους ἀφιλοκερδεῖς καὶ εἰλικρινεῖς καὶ ἱκανοὺς νὰ σᾶς συμβουλεύωσι, περιεφρονήσατε τὴν Βουλὴν, σεῖς τὰ κατ’ ἐξοχὴν τέκνα τῆς Βουλῆς, κατεῤῥίψατε τὰς συζητήσεις καὶ ἐδημιουργήσατε τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ τὸν μαρασμόν. Καὶ συγκρατεῖσθε ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ ἐπὶ τῇ βλάβῃ τοῦ Τόπου, ἐνῷ ἡμεῖς σᾶς ἐφέραμεν ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτοῦ, καὶ παρέχετε ἀφειδῶς τὰ λάφυρα τῆς Ἐξουσίας, εἴτε πιεζόμενοι, εἴτε καὶ προκαλοῦντες. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν σήμερον, ποιοῦντες ἔκκλησιν εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς, νὰ τὴν πείσητε νὰ σᾶς χορηγήσῃ πιστώσεις περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, πρὶν συζητηθῶσι τὰ πάντα λεπτομερῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, μετά τινας ἡμέρας. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, κατὰ τὸν ὁποῖον παρουσιάζετε σχεδὸν ἐν ἰσοζυγίῳ τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 84,000,000 νέων δραχμῶν, διὰ δὲ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἤδη ζητεῖτε, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θὰ ὑπερβῶσι τὰ 100,000,000 νέων δραχμῶν. Ἀλλὰ πόθεν θὰ πορισθῆτε τὰ μέσα, διὰ νὰ πραγματοποιήσητε τὰ ποσὰ τ’ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὰς πιστώσεις ταύτας; Ἔδωκε χθὲς μίαν ἐξήγησιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἀπέναντι τοῦ μέρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα κατόπιν νὰ πραγματοποιήσῃ, συνεβλήθη ἴσως μετὰ τῆς Τραπέζης νὰ λάβῃ τὸ ἀναγκαῖον ἤδη ποσόν. Γνωρίζω, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 λαμβάνετε μετὰ τῆς προκαταβολῆς 110,000,000 ὀνοματικά· αὐτὰ δὲ τὰ λαμβάνετε διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἄλλου ποσοῦ ὁμολογιῶν δὲν δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς διετίας, διότι ἐδόθησαν ὡς ἐνέχυρον. Μήπως λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Μήπως πρόκειται τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ λάβητε διὰ τὴν ἄρσιν, νὰ δαπανήσητε αὐτὸ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ὡς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παρουσιάζετε; Εἴπατε, ὅτι θὰ οἰκονομήσητε ἄλλως πως τὸ ἀναγκαῖον ποσόν. Τότε πρόκειται περὶ νέου δανείου. Ἀλλ’ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ γείνῃ τὸ δάνειον τοῦτο; Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ τὸ γνωρίζῃ; Καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβαρύνητε καθ’ ἑκάστην τὸ Κράτος διὰ δανείων ἐπὶ δανείων; Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων, ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται αἱ πιστώσεις, εἶναι ἀπαράδεκτος· διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ἐκτελέσεως ἔργων, ῥητῶς κατὰ τὸν Νόμον τοῦ λογιστικοῦ ἀπαιτεῖται, ὅταν ταῦτα ὑπερβαίνωσι τὰς 3,000 δραχμὰς, νὰ συνυποβάλληται ὁ ὑπολογισμὸς τῆς δαπάνης καὶ λεπτομερὴς ἔκθεσις τῶν ἔργων. Συμφωνῶ λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων μετὰ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος ἀξιοτίμου ἐκ Τροιζηνίας βουλευτοῦ, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους. Συμφωνῶ ὅτι καὶ αἱ τρεῖς πιστώσεις, περὶ τῶν ὁποίων καλούμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν, νὰ μείνωσι μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλὰ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ συζητήσωμεν ἐν ἀνέσει. Ἡ πλειοψηφία παραπονεῖται ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν προσέρχεται, ἀλλὰ καὶ ὅταν προσέρχεται καὶ συζητῇ, καὶ τότε πάλιν παραπονεῖται. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ὅταν οὗτος εὑρίσκεται κατόπιν 95 ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ ὀλίγου χρόνου, ὅστις ἐναπολείπεται μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν μας, ἐμβριθῶς νὰ συζητηθῶσι 50 καὶ 60 νομοσχέδια; Καὶ δὲν λέγω ὅτι θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ὅλων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν πλείστων βεβαίως θὰ γίνῃ· εἶναι δυνατὸν π. χ. ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφίσωμεν τὰ μονοπώλια, καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 28 τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ὑπὸ ἀπατηλόν τινα τίτλον ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων; Τί ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; ἀφοῦ διὰ τῶν φόρων τῶν πέρυσι ψηφισθέντων καὶ τῶν ψηφισθησομένων ἐφέτος πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἀφόρητα ἤδη βάρη, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ ἁλυσσοδέσωμεν τὸν φορολογούμενον λαόν. Ἰδοὺ ἡ διασκευὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅλοι οἱ φόροι, ὅλα τὰ ἔσοδα ἕως τέλους τοῦ 1883 θὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς Τραπέζας ἢ ἐργολάβους. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως παρεγνώρισε τὴν ἀρχικὴν βάσιν τοῦ φόρου· ὁ φόρος δὲν ἔχει τὴν βάσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει πᾶσα ἰδιωτικὴ ὀφειλὴ ἀτόμου πρὸς ἄτομον. Τὰ ἄτομα συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ, κατήρτισαν τὴν κοινότητα καὶ ἀπεφάσισαν νὰ χορηγήσωσι τὰ μέσα εἰς ἐκεῖνον εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ φροντὶς περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ εὐημερίας αὐτῶν. Ἄν περίστασις ἔκτακτος ἢ ἀπρόοπτοι συμφοραὶ ἀναγκάζωσι τὴν κοινότητα, τουτέστι τὸ Ἔθνος, ὅπερ σήμερον παρίσταται ὑπὸ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τοὺς φόρους, νὰ σκεφθῇ περὶ μέτρων ἐπιεικῶν, δύναται, καὶ ἐπιτρέπεται τοῦτο κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους. Ἀλλ’ ὅταν τοὺς καθυστεροῦντας φόρους πωλήσητε ἐν συνόλῳ εἰς ἐργολάβους, φαντασθῆτε εἰς ποίας βασάνους καὶ εἰς ποίας πιέσεις θὰ παραδώσητε τοὺς ἀτυχεῖς φορολογουμένους, παραδίδοντες αὐτοὺς καὶ τὰ ὑπάρχοντά των εἰς Τραπέζας καὶ ἐργολάβους! Ταῦτα διὰ τὸ παρελθόν. Τί δὲ θὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον; Διὰ γενικῶν προσκλήσεων θὰ καλῶνται πάντες νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους αὐτῶν· ἀλλὰ γνωρίζετε κατὰ πόσον οἱ χωρικοὶ ἰδίως μετὰ μίαν γενικὴν πρόσκλησιν λαμβάνουσι γνῶσιν ἀμέσως τοῦ πράγματος. Ὅθεν θὰ βραδύνουν νὰ πληρώσουν ἕνα, τρεῖς ἢ καὶ ἓξ μῆνας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς δὲν πληρώσωσι, τοῖς καταλογίζεται καὶ φόρος πρόσθετος 20%· ἐὰν ἐντὸς τριῶν μηνῶν δὲν πληρώσωσιν, ὁ φόρος γίνεται 40%, καὶ ἐὰν πρὸς δυστυχίαν των δὲν δυνηθῶσι καὶ μέχρι τῶν ἓξ μηνῶν, τότε ὁ φόρος ὁ πρόσθετος ἀνέρχεται εἰς 60%! Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Καταργεῖται ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, καὶ ἡ διαδικασία τῆς καταναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, διότι δι’ ἁπλῆς κοινοποιήσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐκποιῶνται τὰ κτήματα τῶν φορολογουμένων. Αὐτὰ εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις μᾶς ὑποβάλλει πρὸς συζήτησιν, τί λέγω, πρὸς ψήφισιν μόνον καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἑβδομάδων, αἵτινες ὑπολείπονται, αὐτὰ τὰ λαοσωτήρια νομοσχέδια ὀφείλομεν νὰ τὰ ψηφίσωμεν, καὶ πρέπει νὰ τὰ ψηφίσωμεν, διότι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅστις ἔρχεται κατόπιν. Ἐγὼ, κύριοι, ἤμην καὶ εἶμαι κατὰ τῆς ἀποχωρήσεως, καὶ μόνον ὅταν εἰς τὰ καίρια αὐτοῦ καταδολιεύεται τὸ Σύνταγμα, ἐννοῶ τὰς ἀποχωρήσεις. Ἀλλὰ τὴν ἀποχώρησιν ἐννοῶ καὶ ἐν ἄλλῃ περιστάσει, καὶ εἰς αὐτὴν ἀκριβῶς εὑρισκόμεθα. Ὅταν σᾶς λέγωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους εἰς τὸν λαὸν, ὅταν σᾶς λέγωμεν ἀπὸ πέρυσι ποιήσατε ἔκκλησιν εἰς αὐτὸν, ἐρωτήσατε αὐτὸν ἐὰν συναινῇ εἰς τὰ σχέδιά σας, ἵνα στείλῃ ἐνταῦθα ἄλλους ἐντολοδόχους ὅπως τὸν ὑπηρετήσωσι, σεῖς τὸ ἀποφεύγετε. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀποκρύπτω τὴν ἀλήθειαν, ἐννοῶ πιστῶς καὶ εἰλικρινῶς νὰ ὑπηρετῶ τοὺς ἐντολεῖς μου. Ἀποκρούω, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, τὴν ἐπιβεβλημένην ἐντολὴν, ἀλλ’ ὅταν συνωμολογήθη συνάλλαγμα μεταξὺ τῶν ἐντολέων μου καὶ ἐμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει προγράμματος, προγράμματος ἐπισφραγισθέντος καὶ διὰ τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τῆς πανηγυρικῆς ἡμῶν ἐκλογῆς, ὡς βουλευτῶν, τότε βεβαίως ὀφείλω νὰ σεβασθῶ τὰ συντεθειμένα· διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶμαι ἀντιπρόσωπος ὡς αἰσθάνονται τὴν ἀντιπροσωπείαν οἱ μεγαλόφρονες Ἄγγλοι ἀντιπρόσωποι, οὔτε θὰ ἔχω τὴν ὑπερηφάνειαν ὅτι ἀντιπροσωπεύω πρεπόντως τὸν ὑπερήφανον λαὸν τῆς Ἐπαρχίας μου. Καὶ ὅταν καὶ ἐφέτος μὲ καλῆτε νὰ ψηφίσω καὶ ἄλλους φόρους, χωρὶς νὰ βλέπῃ ὁ λαὸς ποῖον τὸ ἀντάλλαγμα αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἀντιληφθῇ ἀκόμη τί ἐπράξατε ὑπὲρ αὐτοῦ μετὰ τοὺς φόρους τοὺς ἐπαχθεῖς, τοὺς ὁποίους ἐλάβατε πέρυσι, τότε βεβαίως ἀποχωρῶ. Ἀποχωρῶ καὶ λέγω πρὸς τοὺς συμπολίτας μου «ἐνθυμηθῆτε τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξελέχθην ἀντιπρόσωπός σας, ἐνθυμηθῆτε τί ἐλέγαμεν τότε διὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοῶ διὰ τῆς ψήφου μου νὰ παραδώσω εἰς τὰς ἰδιοτροπίας οὐδενὸς, ὅσον μεγαλόνους καὶ ἂν ἦναι. Ἐλέγαμεν ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα ἦσαν ἐγγὺς τῆς χρεωκοπίας, καὶ ὅτι ἐπεβάλετο ἐκ πατριωτικοῦ καθήκοντος ἡ αὐστηρὰ οἰκονομία καὶ μέτρα συνετὰ καὶ λελογισμένα. Ἐλέγαμεν ὅτι βεβαίως τὸ Ἔθνος ἔχει τὴν ἱερὰν αὑτοῦ ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτι χάριν καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἱερᾶς ταύτης ἰδέας δέον ὁ τόπος νὰ παρασκευάζηται, ἀλλὰ νὰ παρασκευάζηται ἠρέμα, ἄνευ θορύβου, καὶ μὴ ἐξαντλούμενος». Τοιαῦτα ἐλέγαμεν τότε, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνθουσιασθεὶς ἀπὸ τὰς ὡραίας ἡμῶν ἐπαγγελίας μᾶς ἐξέλεξεν ἀντιπροσώπους του καὶ ἤλθομεν ἐνταῦθα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ λησμονήσωμεν τὰς ὑποσχέσεις μας! διότι μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐῤῥίφθημεν εἰς τὴν ἀντίθετον ὅλως πορείαν, τουτέστιν, ἀντὶ νὰ πολιτευθῶμεν σωφρόνως καὶ λελογισμένως, ἀντὶ νὰ οἰκονομήσωμεν, νὰ καταφύγωμεν δὲ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν μετρίων τινῶν φόρων ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, κατέστημεν φορολόγοι, ἐπεψηφίσαμεν φόρους ὑπὲρ τὰ 12 ἑκατομμύρια, καὶ ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ζητῶμεν καὶ ἐφέτος νέους φόρους, ὅπως ἀποῤῥοφήσωμεν καὶ τὴν τελευταίαν τοῦ πολίτου ἰκμάδα. Δηλῶ ὅτι ἐγὼ βεβαίως τοιαύτην ἐντολὴν δὲν ἔχω. Τὰ αὐτὰ αἰσθάνονται καὶ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν. Τοῦτο θὰ εἴπῃ χαλάρωσις τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ ὅμως ἂν σεῖς ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίπν τοῦ Πολιτεύματος, ἂν κατανοῆτε ὅτι τὰ γινόμενα καθ’ ἑκάστην εἰσὶν ἄτοπα, καὶ ὁμολογῆτε ὅτι παραλυσία κατέλαβε τὰ πάντα, δὲν ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι σεῖς εἶσθε οἱ πρωταίτιοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως; Ναὶ, ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, ἀκολουθήσατε τὸν δρόμον σας, ἀδιαφορήσατε περὶ ἡμῶν. Σκεφθῆτε ὅμως καλῶς ὅτι ἄνωθεν καὶ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ἵσταται ὁ κοινὸς κριτὴς, πρὸς τὸν ὁποῖον, καί τοι σήμερον φοβεῖσθε νὰ ἀποβλέψητε, τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἐμφανισθῆτε πρὸ αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖνος θὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀδέκαστον αὐτοῦ γνώμην. Δι’ ὅλους τούτους τοὺς λόγους, διότι πρὸ παντὸς πρὶν ἴδωμεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου, πρὶν ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, πρὶν ἴδωμεν ἐὰν ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ προβῶμεν ἐφέτος εἰς ἐκτάκτους παρασκευὰς— διότι πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν—πρὶν, λέγω, ἐξετάσωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων, πρὶν ἢ πεισθῶμεν—διότι πρόκειται περὶ τῶν πάντων σήμερον— ὅτι ἐπιτρέπεται, ἄνευ ὀπισθοδρομήσεως καὶ μεγάλης ζημίας τοῦ Τόπου νὰ δώσωμεν τὰς πιστώσεις ταύτας, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς συζητήσωμεν καὶ νὰ τὰς δώσωμεν. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀντιπολίτευσις σημαίνει ἐπίθεσις, σημαίνει διεκδίκησις τῆς Ἐξουσίας. Καὶ τὸ αἴσθημα τοῦτο ὄχι μόνον δὲν εἶναι κατακριτέον, ἀλλ’ εἶναι ἡ βάσις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος· διότι αὐτὸ σημαίνει Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ἅμιλλα μεταξὺ τῶν δυναμένων καὶ τῶν ἀξιούντων νὰ διοικήσωσι τὸ Κράτος. Σήμερον πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς, σήμερον πρόκειται ν’ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς χώρας, σήμερον πρόκειται νὰ παραστήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ παραστήσωμεν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ Τόπος δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τὸ βάρος νέων φόρων, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἑπομένως εἰς κατάστασιν νὰ ὑποστῇ καὶ τὴν μεγάλην δαπάνην τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν.
§35ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ τὰ τρία Νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, ἀντίκεινται εἰς τὸν λογιστικὸν Νόμον, ἑπομένως εἶναι ἀπαράδεκτα. Κατὰ τὸν λογιστικὸν Νόμον ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπιτρέπονται μόνον πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν, περὶ ὧν δὲν προεῖδεν ὁ ψηφισθεὶς Προϋπολογισμός. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ὁ ἤδη ὑποβεβλημένος εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ἔτι Προϋπολογισμὸς, εἶναι σχέδιον Προϋπολογισμοῦ. Ὅθεν ἐὰν αἱ ἀνάγκαι, αἵτινες πρόκειται νὰ θεραπευθῶσι διὰ τῶν πιστώσεων τούτων, καθίστανται ἀναπόφευκτοι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ περὶ αὐτῶν δήλωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ζητήσῃ νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ αἱ πιστώσεις, περὶ ὧν πρόκειται. Αὐτὸ τὸ πρωθύστερον δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἔννοιαν, ἅπαντα δὲ τὰ Νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἀπαράδεκτα. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν διάταξιν τοῦ Νόμου, ἵνα ἴδητε πόσον εἶναι αὕτη σαφής. «Ἄρθρον 18. Διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐν ἀπουσίᾳ δ’ αὐτῆς, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὰς διατυπώσεις τὰς ὁρισθείσας εἰς τὸ ἄρθρον 16, ἡ δὲ ἐπικύρωσις αὐτῶν γίνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 17». Ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, λέγει τις, ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα, ἡ κληθεῖσα νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον εἰσέτι δὲν τὸν ἐψήφισεν, ἑπομένως δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ ἀναγραφῆς κεφαλαίων καὶ ἄρθρων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ μὴ ψηφισθέντι· οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ πραχθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἢ μόνον νὰ ὑποβληθῇ διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς δήλωσις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ ἀναγραφῆς τῶν σχετικῶν ἄρθρων τῶν ζητουμένων πιστώσεων. Δὲν ἐννοῶ διατί νὰ γείνηται αὐτὴ ἡ προσθενεργὸς ἐνέργεια, δὲν ἔχει οὐδένα λόγον ἢ μόνον ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς συσχέτισιν τῶν ἐκτάκτων τούτων δαπανῶν πρὸς τὰς λοιπὰς τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας καὶ τὴν συσχέτισιν τῶν ἐσόδων, ἐξ ὧν αἱ δαπάναι αὗται θὰ πληρωθῶσι, πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πρῶτος πρέπει νὰ εἶναι φύλαξ τοῦ λογιστικοῦ Νόμου, θ’ ἀποσύρῃ τὰ Νομοσχέδια ταῦτα καὶ ἀντ’ αὐτῶν θὰ ὑποβάλῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δηλώσεις περὶ προσθήκης τῶν ἄρθρων, ὑφ’ ἃ θέλουσιν ἀναγραφῆ αἱ πιστώσεις περὶ ὧν πρόκειται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ περὶ τούτου καὶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν, παρ’ ἐλπίδα, ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τι ἀντίθετον πρὸς τὸν λογιστικὸν Νόμον, ὅστις εἶναι τὸ σύνταγμα τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἔχω ἑτέρας οὐσιαστικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων τούτων, ἃς θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τέσσαρες βουλευταὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου· ἅπαντες ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν, ἕκαστος δ’ αὐτῶν δι’ ἄλλον λόγον· εἷς διὰ τὸν λόγον ὅτι πρέπει πρῶτον ν’ ἀποφασισθῶσι τὰ περὶ τοῦ Ναυστάθμου, ἕτερος διότι πρέπει πρῶτον νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ τρίτος διότι παρεβιάσαμεν τὸ πρόγραμμά του, καὶ ὁ τέταρτος διότι παραβιάζομεν τὸν λογιστικὸν νόμον. Περὶ τοῦ Ναυστάθμου, ἤτοι περὶ τοῦ ζητήματος ἂν ἡ θέσις ἡ νῦν ἐκλελεγμένη εἶναι ἡ καταλληλοτέρα, ἔπρεπε μᾶλλον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ χθὲς εἰς δευτέραν συζήτησιν ψηφισθέντος Νομοσχεδίου, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε θεωρηθῆ τοῦτο ἀναγκαῖον ὡς προκαταρκτικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διότι τὸ προκείμενον ναυτικὸν Νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὰ τοῦ Ναυστάθμου. Δυνάμεθα ἄρα νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου, ὅταν ἔλθῃ εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ χθὲς εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν, καίτοι φρονῶ ὅτι περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως, διότι ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες φρονοῦσιν, ὅτι σήμερον δὲν δύναται νὰ γείνῃ τι διάφορον περὶ Ναυστάθμου· οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν ἕκαστος στηρίζει τὴν γνώμην του, εἶναι διάφοροι, ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτὸ, νομίζω ἄσκοπον πᾶσαν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀπόφασίν σας νὰ μεταθέσητε τὸν Ναύσταθμον διὰ λόγους ἴσως ἔξωθεν, ὅτι δηλαδὴ τὸ Ἔθνος κατέβαλε τοιαύτας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐμποδίζουσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν. Περὶ τούτου εἰδικῶς σᾶς ἔφερον ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων ἐποχῶν, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἠδύνασθε νὰ κάμητε τὴν μετάθεσιν καὶ δὲν τὴν ἐκάμετε διὰ λόγους, οὓς θὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐπικρίσεως τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας· τώρα συζητοῦμεν περὶ τῶν πιστώσεων πρὸς τὰς πιστώσεις δὲν σχετίζεται τὸ θέμα τοῦτο, ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου. Οὐδὲ δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀπουσιάζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καίτοι ἡ παρουσία του βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι χρησιμωτάτη, διότι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἑνιαῖαι καὶ εὐθὺς ὡς Ὑπουργός τις ἀπαντᾷ, ἡ κοινοβουλευτικὴ ὑποχρέωσις ἐκπληροῦται. Ὁ ἕτερος λόγος τῆς ἀναβολῆς, ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, νομίζω ὅτι δὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν μᾶς ὡμίλησε περὶ ἐνδεχομένης ἀποχωρήσεώς του. Πιθανὸν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν νὰ μὴ ἀπεχώρει, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων, μεθ’ ὧν συνεργάζεται, ἀπεχώρουν, ὥστε ἀπειλαὶ περὶ ἀποχωρήσεως οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν· ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν μηδὲν ἐπιτελέσαντες ἕνεκα πραγματοποιουμένης ἀποχωρήσεως, οὐχὶ ἀπειλουμένης ἀποχωρήσεως· ἑπομένως αὕτη ἡ συνεχὴς ἀπειλὴ, ὅτι θ’ ἀποχωρήσωσιν οἱ διηνεκῶς ἀποχωροῦντες, ἔχει τι τὸ ἀστεῖον. Εἶπε προσέτι ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ τὰ τῶν πιστώσεων τούτων, ἐὰν δὲν συζητήσῃ πρότερον τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἴδῃ πόθεν θέλομεν ἀρυσθῆ τὰ μέσα. Ἀλλὰ τὰ μέσα δὲν τὰ ἀρυόμεθα ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ μέσα ἤδη ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐψηφίσθησαν καὶ κατὰ προηγουμένας Συνόδους, ἐψηφίσθησαν καὶ κατὰ ταύτην τὴν Σύνοδον. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτων τῶν μέσων, τῶν ψηφισθέντων καὶ τῶν ἀσχέτων πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1884, ὁ κ. βουλευτὴς παρέστησεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ τὴν ἄδειαν, οὐδ’ ἔχομεν καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀποκτήσωμεν ἐκ τῶν ψηφισθέντων τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων ἀναγκαιοῦντα, ὅπως φθάσῃ καὶ εἰς ἄλλο συμπέρασμα ὅτι δὲν πρόκειται ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὸ ἀποδίδειν εἰς ἄλλους πράξεις ἀνειλικρινεῖς εἶναι εὔκολον, ἀποκαλύπτει ὅμως τὴν μικρὰν σημασίαν, ἣν ἀποδίδει εἰς τοιαύτας πράξεις ὁ τοιαῦτα λέγων, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπροτάθη παρ’ ἡμῶν ὡς μέτρον σπουδαιότατον· οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα θεωρῶμεν ὅτι θέλει προσκόψει ἐν τῇ ἐκτελέσει ὁ νόμος, δι’ οὗ ἐλάβομεν τὰς πρὸς τοῦτο ἀδείας. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἀπρόοπτόν τι, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ θεωρηθῇ τετελεσμένη. Βεβαίως ἄλλο τι ἐσκανδάλισε τοὺς κυρίους, ὅ,τι ἀποδεικνύεται ἤδη ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ὅσα ἔλεγον, ὅτε ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος περὶ δανείου 170,000,000, ἦσαν φροῦδα· διότι τότε ἔλεγον ὅτι, δεσμεύσασα ἐπὶ δύω ἔτη ἡ Κυβέρνησις τὰ χρεώγραφα τοῦ δανείου, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσῃ ἐπ’ αὐτῶν δεδεσμευμένων τ’ ἀναγκαῖα κεφάλαια, καὶ ἡμεῖς ἀπηντῶμεν ὅτι, ἀφοῦ εἶναι δεδεσμευμένα μόνον διὰ δύω ἔτη, εὔκολον εἶναι νὰ γένηται προκαταβολὴ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, διότι μετὰ δύω ἔτη θὰ ἦναι ἐλεύθερα, καὶ ἤδη διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται ὅτι οὕτως εἶχον τὰ περὶ τούτων· διότι πράγματι ἤλθομεν εἰς συνεννοήσεις, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι πρόθυμοι εἶναι πολλοὶ νὰ προκαταβάλωσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ ἀπέναντι τῶν χρεωγράφων τούτων τῶν δεδεσμευμένων, γινώσκοντες ὅτι θὰ ἦναι ἀδέσμευτα, ὅταν τὰ χρεώγραφα ταῦτα θὰ ἦναι χρήσιμα ὡς ἐγγύησις διὰ τὴν προκαταβολήν. Τὰ δὲ πληρωθησόμενα ἀπέναντι τῶν ποσῶν τούτων εἰς τόκους θὰ ἦναι πάντοτε κατώτερα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ νόμῳ, διότι αἱ προκαταβολαὶ γίνονται πάντοτε ἐπὶ ὅροις συμφορωτέροις τῶν διαρκῶν δανείων. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ὁ κ. βουλευτὴς θέλει πρῶτον νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ κατόπιν αἱ πιστώσεις αὗται, διότι ἔχει σκοπὸν νὰ καταψηφίσῃ πάντα τὰ μέτρα, ἅτινα προτείνομεν, ἐπειδὴ χάριν τοῦ ἰσοζυγίου, λέγει, ζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅστις θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν ψηφιζομένων. Διὰ τὸν κ. βουλευτὴν εἶναί τι φοβερόν τὸ νὰ ὑποχρεοῦταί τις νὰ πληρώνῃ τὰ ὀφειλόμενα, εἶναί τι φοβερόν, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε γαίας ἐθνικὰς, ἢ φυτείας ἐθνικὰς, ἀπέναντι ὑποχρεώσεως πληρωμῆς, ἥτις δὲν ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ¼ ἢ τὸ ⅕ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ὤφειλεν, ἐὰν ἐξεποιεῖτο ἡ δημοσία αὕτη ἰδιοκτησία διὰ τῶν συνήθων μέσων, εἶναί τι τρομερὸν, κατ’ αὐτὸν, ν’ ἀπαιτῶμεν ὅπως πληρώνῃ τὰς συμπεφωνημένας δόσεις. Εἶναί τι λίαν κανονικὸν, κατ’ αὐτὸν, νὰ ὀφείλωσιν οἱ ἀποκτήσαντες τὰς ἐθνικὰς γαίας κατ’ ἔτος 4,000,000, ν’ ἀποτίωσι δὲ μετὰ μεγίστης δυσκολίας μόνον 1,500,000, καὶ θεωρεῖ ὅτι εἶναι Κυβέρνησις τυραννικὴ ἡ προτείνουσα εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, ὅπως ἐξαναγκασθῶσιν οἱ ὀφείλοντες νὰ πληρώνωσιν ἀντὶ 1,500,000 τὰ 4,000,000, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νεμόμενοι κτήσεις, ἐχούσας ἀξίαν ἐτησίαν τοὐλάχιστον 12,000,000. Ταῦτα πάντα εἶναι παραβίασις τοῦ προγράμματός του. Βεβαίως τοιοῦτο πρόγραμμα δὲν ἦτο τὸ ἡμέτερον πρόγραμμα, καὶ ἄριστα ἔπραξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἀποχωρισθεὶς ἀφ’ ἡμῶν, ἐὰν τοιαῦτα ἔχῃ προγράμματα, διότι οἱ τοιαῦτα ἔχοντες προγράμματα δὲν πρέπει νὰ κάθηνται ἐντεῦθεν. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν πρέπει ν’ ἀνάγωνται εἰς τὸ ὕψος τοῦτο, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ ἁπλουστέρων ζητημάτων, ἐδῶ πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν, ἐδῶ πρόκειται περὶ πιστώσεων ψηφισθεισῶν ἤδη. Ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, αἱ πιστώσεις καὶ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ λογιστικὸς νόμος ἐπιτρέπει νὰ γίνεται χρῆσις τῶν πιστώσεων τούτων. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐρχόμεθα πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν παρελθούσης τῆς ἐποχῆς ἐποιούμεθα χρῆσιν τῶν πιστώσεων, θὰ ἦτο δίκαιος ὁ ψόγος, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ διορία, ἡ 31 Ὀκτωβρίου, μέχρι τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν χρήματα ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων, ἐν τούτοις ὑπάρχει ὑποχρέωσις, εἴτε πραγματικὴ, εἴτε ἠθικὴ, πρὸς πληρωμὴν ἐκ τῶν πιστώσεων, ἐρχόμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητοῦμεν νὰ δώσῃ νέον κῦρος εἰς αὐτάς. Ζητοῦντές τι παρὰ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ τὸ δικαιολογήσωμεν. Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν ἐξήγησιν, ἥτις ἤθελε ζητηθῆ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐσιαστικῶς τὸ θέμα τοῦτο ἐσυζητήθη ἄλλοτε, καὶ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα πρέπει νὰ δαπανηθῶσιν. Ἡμεῖς εὐσυνειδήτως φερόμενοι δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ δαπανήσωμεν τὸ ποσὸν ἀνεξετάστως καὶ ἀνεξελέγκτως ἐντὸς τοῦ τεταγμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἵν’ ἀποφύγωμεν οὕτω νέαν συζήτησιν· ἀπεναντίας, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶμεν λελογισμένως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ἂν τυχὸν παρήρχετο ἡ διορία, μέχρι τῆς ὁποίας εἴχομεν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν τὰ ψηφισθέντα παρὰ τῆς Βουλῆς, οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιτρέψει, ἵνα τὴν δαπάνην ἐκτελέσωμεν καὶ βραδύτερον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἔνστασις κατὰ τῆς ψηφίσεως ἐν τῷ παρόντι τῶν πιστώσεων τούτων, ὅτι αὗται ἀποτελοῦσιν ἐκτάκτους πιστώσεις, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφισθῶσι κατόπιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§39ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀποτελοῦσιν ἐκτάκτους πιστώσεις. Δὲν εἶναι ἔκτακτοι πιστώσεις, ἀφοῦ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὗται προτείνονται ὡς ἔκτακτοι πιστώσεις εἴπετε, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ προταθῶσιν εἰμὴ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§41ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι νὰ προταθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ δηλώσεων ὡς τακτικαί.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ πρότασις ὑμῶν ἦτον ὁπωσοῦν σπουδαιοτέρα ἢ ὅσον παρίσταται ἤδη· διότι, ἐὰν ἡ πρότασις ἀφώρα εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς τακτικῆς, δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη συζητήσεως περὶ τούτου. Ὅτι ἡ πίστωσις εἶναι ἔκτακτος, ἀπόδειξις ὅτι οὐδεμίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλάβομεν πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀνταποκρινομένου ἐσόδου, καίπερ ψηφισθέντος. Τὸ ἔσοδον εἶναι ἔκτακτον, ἀφοῦ μηδὲν ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔσοδον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου, ἀναγράφει δὲ πίστωσιν διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τούτου. Τὰ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου δαπανηθησόμενα δὲν εἶναι ἔξοδα τοῦ ἔτους· ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους μόνον ὁ τόκος τοῦ δανείου, τὸ δὲ δάνειον ἀποτελεῖ ἔσοδον ἔκτακτον, ἀνταποκρινόμενον πρὸς ἔκτακτον δαπάνην. Τακτικὴ λοιπὸν δαπάνη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ αὕτη, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ταύτην ὡς τακτικὴν δαπάνην, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὸ 1882 καὶ κατὰ τὸ 1883 ἐχαρακτήρισεν ἤδη αὐτὴν ὡς ἔκτακτον. Ἀφοῦ δὲ μὲ ἀπαλλάττει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας τῆς ἀνάγκης τοῦ ν’ ἀναπτύξω, διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ κατόπιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τοῦτο, λέγει, αὐτὸς δὲν ἐπρότεινεν, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς τακτικὴ πίστωσις, ἀποφεύγω τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ κατ’ ἐμὲ δυσχερέστερον, καί τοι πάλιν ἤθελον ἀποδείξει ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ πρότασις ὅπως ἐγένετο.
§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συναινεῖτε δηλαδὴ νὰ καταχωρισθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ;
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως δύναμαι νὰ συναινέσω ἵνα γίνῃ τι ἄτοπον, ἀφοῦ πέρυσιν ἐχαρακτηρίσθησαν αἱ πιστώσεις ὡς ἔκτακτοι καὶ προπέρυσιν. Εἶναι δὲ αἱ αὐταὶ πιστώσεις αἱ πέρυσι καὶ προπέρυσι ψηφισθεῖσαι, αἵτινες ἄκυροι κατὰ τὸν λογιστικὸν Νόμον καὶ ἐπικυρούμεναι κατὰ τύπους δὲν δύνανται νὰ καταχωρισθῶσιν ὡς τακτικαὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Θὰ ἦτό τι ὅλως ἀνακόλουθον ἡ αὐτὴ πίστωσις κατὰ τὸ 1882 νὰ ἦναι ἔκτακτος καὶ κατὰ τὸ 1884 νὰ ἦναι τακτική. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι κακῶς ἐγένετο, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτω γινόμενον, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, οὐχὶ περὶ τῆς αὐτῆς δαπάνης. Ἀλλὰ καλῶς ἐγένετο, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ νέας δαπάνης, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Τὰ τῶν δανείων ἀποτελοῦσι λογαριασμὸν ἀνεξάρτητον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων πρόκειται νὰ ψηφίζωνται αἱ δαπάναι, αἱ ἀνταποκρινόμεναι πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου. Εἰς ἕτερα Κράτη ἀκολουθοῦσιν ἕτερον σύστημα, τὸ σύστημα τῶν ἐκτάκτων Προϋπολογισμῶν. Ἀλλ’ εἴτε εἴπῃ τις ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, εἴτε εἴπῃ ἔκτακτον πίστωσιν, λέγει οὐσιαστικῶς ἓν καὶ τὸ αὐτό. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν ἐπὶ εἰσπράξεων ἐκ δανείων, ἀνθ’ ὧν ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῶν τόκων, νὰ στηρίζητε κανονικὴν δαπάνην. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφορᾷ εἰς τὰς τακτικὰς εἰσπράξεις τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, περιλαμβανούσας καὶ τοὺς τόκους τῶν δανείων, τὰ δὲ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἤθελον τυχὸν πραγματοποιηθῆ ἐντὸς τοῦ ἔτους χάριν ἐκτάκτων δαπανῶν ὡς καὶ αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, αἱ ἀνταποκρινόμεναι πρὸς τὰ κεφάλαια τῶν δανείων, ψηφίζονται ἀνεξαρτήτως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προσαρτωμένων τῶν πιστώσεων κατὰ τὸν λογιστικὸν Νόμον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔκτακτοι πιστώσεις». Ἰδοὺ διατί εἴδομεν τὸν κύριον βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ποιούμενον τὰ σφάλματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζε διδασκαλίαν, καὶ θεωροῦντα ὅτι καὶ ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσφαλλον προσαρτῶντες εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἴδιον κεφάλαιον χάριν τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἐθεώρει οὗτος ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένα τὰ τῶν πιστώσεων ἐν τακτικῷ κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπειδὴ τὸ τακτικὸν κεφάλαιον εἶχεν ἀριθμὸν 4 ἢ 5, ἐνόμιζεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς 11 ἢ 10 ἐτέθη ἐκ παραδρομῆς τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ ἀριθμὸς 10 ἐφέτος εἶχε τεθῆ, διότι εἰς τὸν ἐφετεινὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν 9 κεφάλαια καὶ τὰ τῆς πιστώσεως πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς πρόσθετον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο 10· εἰς τὸν περυσινὸν Προϋπολογισμὸν ἐπίσης εἰς πρόσθετον κεφάλαιον ἀνεγράφησαν αἱ πιστώσεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος εἶχε 10 κεφάλαια, ἐγένετο τὸ πρόσθετον 11 ἐν αὐτῷ. Αὕτη εἶναι ἡ ὅλη ἐξήγησις τῆς ὑποθέσεως.
§45Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ θὰ σᾶς διαψεύσω.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀκριβεστάτη. Χθὲς σᾶς παρουσίασα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ὅπου ἔχομεν 9 κεφάλαια, ἐξήτασα καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ εἶδον ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ 10 κεφάλαια, ὅπερ ἠρνήθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ἂν ἤθελε κάλλιον μελετήσει τὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων καὶ τὰ τῶν τακτικῶν, δὲν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς τοιούτους σολοικισμούς.
§47Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν νὰ ψηλαφῇ τις τοσαύτην σύγχυσιν ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ πραγμάτων ἀναγομένων εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Νόμων, τοὺς ὁποίους ἐκτελεῖ. Ἠκούσατε αὐτὸν ὁμιλοῦντα περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἔκτακτοι πιστώσεις εἰσὶ μόνον ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι σκοποῦσι νὰ θεραπεύσωσιν ἐκτάκτους ἀνάγκας, τακτικαὶ δὲ αἱ σκοποῦσαι νὰ θεραπεύσωσι τακτικὰς ἀνάγκας· ἑπομένως ἐὰν, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ἡ Βουλὴ προβλέπουσα ἐνδεχομένην ἔκτακτον ἀνάγκην περιλάβῃ πίστωσιν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς, αὕτη δὲν εἶναι τακτικὴ πίστωσις, ἀλλ’ ἔκτακτος, διότι ὑπάρχει ἔκτακτος ἀνάγκη. Ἡ διάταξις ὅμως τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ῥητῶς διατάσσει, ὅτι ὁσάκις ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε περί τινος ἀνάγκης, τότε χορηγεῖται διὰ Διατάγματος πίστωσις ἔκτακτος. Ἀπαιτεῖ λοιπὸν ὁ νόμος περὶ λογιστικοῦ δύω τινά· ά.) ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ μὴ προέβλεψε περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης, καὶ βʹ.) ἡ ἀνάγκη νὰ ἦναι ἔκτακτος, οὗ ἕνεκα δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ αὐτὴν ὁ συντάξας τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοσοῦτον δὲν ἐννοεῖ τί ἐστὶν ἔκτακτος πίστωσις, ὥστε ἰσχυρίζεται καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δύνασθε νὰ ψηφίσητε ἔκτακτον πίστωσιν ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐβασανίσατε καὶ δὲν ἐψηφίσατε· μετὰ τοῦτο δὲ νὰ ψηφίσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν τακτικόν. Ἐὰν εἴχομεν νὰ ψηφίσωμεν δύω Προϋπολογισμοὺς τακτικὸν καὶ ἔκτακτον, καὶ τότε ἀκόμη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοήσω, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν πρῶτον τὸν ἔκτακτον καὶ ἔπειτα τὸν τακτικόν. Ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς παριστᾷ τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ πρῶτον αὐτὸν, νὰ ἴδῃ ἂν τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐὰν ἔχῃ περίσσευμα ἢ ἔλλειμμα, ἐκ τούτου δὲ νὰ ὁδηγηθῇ ποῖα ἔκτακτα ἔσοδα ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ, ποῖα δὲ ἔκτακτα ἔξοδα ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, ἀφοῦ ἐξασφαλίσῃ τὰ πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῶν μέσα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον λυπηρὸν, εἶναι καὶ δυσάρεστον νὰ συζητῇ τις μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἡ 30ὴ φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀποφεύγει νὰ εἴπῃ τὴν ἀκρίβειαν. Πότε ἀναβαίνει ἐπὶ τὸ βῆμα ἀναγινώσκων ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τρεῖς στίχους ἀπὸ λόγον τινὰ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ἐνῷ μετὰ τοὺς στίχους αὐτοὺς ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὑπάρχουσιν ἄλλοι τριάκοντα στίχοι βεβαιοῦντες τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει· πότε ἀναβαίνει ἐπὶ τὸ βῆμα ἀναγινώσκων ἔγγραφα, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον δὲν ἀπαγγέλλει ἀκριβῶς· καὶ ἄλλοτε δίδει πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβεῖς. Σᾶς εἶπεν ὅτι προσδιωρίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἡ ἔκτακτος πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ κεφ. 11ου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου, διότι ἦσαν δέκα τὰ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1882, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἀλλὰ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881. Τί σημαίνει ἂν ἦσαν δέκα τὰ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, ἢ ἐννέα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 ἦσαν μόνον ὀκτώ· ἀφοῦ δ’ ἦσαν ὀκτώ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέταξε τὸν νόμον τῆς 22 Ἰουνίου 1882, δι’ οὗ χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις εἰς κεφάλαιον ΙΑʹ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, μὴ ὑπάρχον, καὶ προέτρεψεν ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε τὴν πίστωσιν ταύτην; Τί ἀναμιγνύει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1881, τὸν ἔχοντα ὀκτὼ κεφάλαια, μὲ τὸ ἔχοντα δέκα τοιαῦτα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ 1882 ἡ πίστωσις, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ 1883, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 περιέχει δέκα κεφάλαια.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ζητουμένην πίστωσιν τῶν 14 ἑκατομμυρίων, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται συζήτησις, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ μεταφέρετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ πρῶτον διὰ νόμου κατὰ τὴν 22 Ἰουνίου τοῦ 1882, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ἡ εἰρημένη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ κεφ. 11 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγεῖτο ἡ πίστωσις τῶν 14,000,000, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ νόμου τῆς 11ης Μαρτίου τοῦ 1883, χορηγοῦντος τὴν πίστωσιν ταύτην ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ ἔχοντος 11 κεφάλαια.
§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λάθος εἰς τὴν ἐγγραφήν.
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι λάθος. Ὁ νόμος τοῦ Μαρτίου τοῦ 1883 ἦτο ὅμοιος μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ψηφίσωμεν σήμερον. Ὁ νόμος ἐκεῖνος διέτασσεν ὅτι μεταφέρεται ἡ πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1881. Ἀλλὰ πῶς κατεχωρίσθη ἡ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1881; Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1881 κατεχωρίσθη ἡ πίστωσις οὐχὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δι’ εἰδικοῦ νόμου τῆς 22ας Ἰουνίου, κατακεχωρισμένου ἐν σελ. 247 τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Πῶς ἠθέλατε ἔχει πίστωσιν κατὰ τὰ 1882, ἂν δὲν μετεφέρετε αὐτὴν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1881; Τί ζητεῖτε νὰ περιπλέξητε τὰ πράγματα; Τὸ πρᾶγμα καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι οὐσιῶδες· ἀλλ’ ἀνέφερον αὐτὸ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τίνος ἀπροσεξίας, μετὰ τίνος προσοχῆς καὶ ἀκριβείας συνετάχθη πᾶσα αὐτὴ ἡ σειρὰ τῶν 90 νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐσπευσμένως νὰ ψηφίσωμεν ἀσυζητητεί. Καὶ ἂν ἡ ἀκρίβεια ἀπαιτῆται ἐν τοῖς κειμένοις πάντων τῶν νόμων, ἐν νόμοις οἰκονομικοῖς καὶ λογιστικοῖς εἶναι ἀπαραίτητος. Πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐγὼ ἐμνήσθην τοῦ πράγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζων ὅτι εἶναι εὔκολον ν’ ἀνατρέπῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ παρεισάγῃ, κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, ἄλλα ἵνα παρατρέπῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκουόντων καὶ καλύπτῃ τὰς πλημμελείας του, μετῆλθε τὴν τακτικὴν ταύτην· ἀλλ’ οὕτω διαστρέφει ἀντὶ νὰ διαφωτίζῃ τὴν συζήτησιν ἐκ πόθου, ἵνα μὲ ἀποδείξῃ μὴ σκεπτόμενον ὀρθῶς, ἢ μὴ σπουδαίως μελετῶντα τὰ νομοθετήματα αὐτοῦ. Τὰ προταθέντα σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα εἰσὶ δύω· αʹ) τὸ ζήτημα τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιλάβηται συζητήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως, πρὶν ἢ συζητηθῇ καὶ βασανισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ ζητουμένη ἔκτακτος πίστωσις· βʹ.) τὸ ζήτημα ἂν ἡ Βουλὴ πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν χορήγησιν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητοῦσι σήμερον, πρὶν ἢ ἐρευνήσῃ καὶ πεισθῇ, ὅτι τὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐγείρεται ὁ Ναύσταθμος, ἔχουσι καλῶς, οὐδὲ δύναται νὰ προκύψῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι ὑπάρχει ἀποτυχία περὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ τόπου. Ταῦτα εἶναι τὰ δύω ζητήματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐλάχιστον ἔθιξεν ἑκάτερον τῶν ζητημάτων τούτων, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, τοῦ ὁποίου τὸν λόγον ὡσαύτως διέστρεψε, παραστήσας τὸν γνωστὸν διὰ τὸν χαρακτῆρά του ὡς δημόσιον ἄνθρωπον, τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὡς ὑποστηρίζοντα τοὺς καθυστεροῦντας καὶ τοὺς ζητοῦντας νὰ κλέπτωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀκολουθήσω αὐτὸν, ἀναβάλλων τὴν ἔρευναν ἑκατέρου τῶν δύω ζητημάτων, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν λεχθέντα. Ὑποχρέωσις ἐπιβάλλεται εἰς ἕκαστον τῶν πολιτῶν νὰ συνεισφέρῃ ἀκεραίους τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους οἱ Νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὸν, ἢ πᾶσαν ἄλλην ὀφειλὴν πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ κτήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐκ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας· ἀλλ’ ἐὰν οἱ πολῖται ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐξαντλῇ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῶν πολιτῶν, καταθλίβουσα αὐτοὺς οὕτως, ὥστε νὰ καθιστᾷ αὐτοὺς ἀνικάνους ἐπὶ τὸ μέλλον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεών των, ὥστε νὰ ἐξοντώνῃ αὐτοὺς ἐξ ὁλοκλήρου. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ὁ νόμος οὗτος ἦτον εὐεργετικός. Ἐσκόπει νὰ μεταβάλῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ καταστήσῃ τοὺς πολίτας ἰδιοκτήτας· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔπρεπεν ὁ λαὸς νὰ συνεισφέρῃ οὐ μόνον τὸ προσδιορισθὲν τίμημα τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ἀλλὰ καὶ τὸ χρεωλύσιον πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς του. Ἐὰν μετὰ τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως ἐθνικῆς γῆς ἐλαμβάνετο πρόνοια, ἵνα συστηθῇ κτηματικὴ Τράπεζα, ὅπως καταστήσῃ εὔκολον τὴν εὕρεσιν εὐθηνῶν κεφαλαίων... (Διάλογοι μεταξὺ Τρικούπη καὶ Ζηνοπούλου). Δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω, ὅταν γίνωνται συνδιαλέξεις τόσῳ πλησίον τοῦ βήματος.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος ἔχει 10 κεφάλαια.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ζητήσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1882, ἀλλὰ τὸν τοῦ 1881.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 1882 λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 11 τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1882, ἂν ὑπάρχῃ σφάλμα, εἶναι ἐδῶ, πρόκειται περὶ τοῦ 1882, εἶναι κεφάλαια δέκα· ποῖος εἶναι ὁ παραχαράκτης;
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τοῦ Νόμου τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882, τὸν ὁποῖον ἀκατανοήτως ἐπιμένετε νὰ παρεμβάλητε, ἵνα περιπλέξητε τὰ πράγματα, προὐκαλέσατε ἄλλον, τὸν νόμον τῆς 22 Ἰουνίου 1882, δι’ οὗ ἐζητήσατε νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ ἔτους 1881 πίστωσις ἐκ 3,627,542 δραχμῶν καὶ 75 ἑκατοστὰ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ δανείου τῶν 40,000,000 καὶ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 11 τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῦ τὸ ηὕρατε ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 11;
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ μοὶ φέρωσι τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ 1882. Ἀλλὰ μέχρις οὗ μοὶ φέρωσι τὴν «Ἐφημερίδα», ἐξακολουθῶ τὸ διακοπὲν μέρος τῆς ὁμιλίας μου. Ἂν λοιπὸν συγχρόνως μετὰ τοῦ νόμου ἐκείνου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἢ ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ συστηθῇ κτηματικὴ Τράπεζα, ἵνα δανείζῃ χρήματα εὐθηνὰ εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἤθελεν αὕτη δύνασθαι νὰ καταβάλλῃ ἐγκαίρως πρὸς τὸ Δημόσιον τὰς ἐτησίας δόσεις, ἃς ὤφειλε διὰ τὰς γαίας. Δυστυχῶς ὅμως οὐδὲν τοιοῦτον μέτρον ἐλήφθη. Ἡ γεωργικὴ τάξις ἐξ ἐπιθυμίας νὰ μετατραπῇ ἀπὸ καλλιεργητοῦ ἐθνικῆς γῆς εἰς ἰδιοκτήτην, ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ἐκτάσεις γαιῶν, καὶ προέβη εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν. Ὁσάκις ὅμως συνέβη αἱ πρόσοδοι αἱ ἐτήσιοι νὰ μὴ ἐπαρκέσωσιν εἰς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν καλλιεργητῶν, οὐδὲ μετὰ τοῦτο νὰ καταλίπωσι περίσσευμά τι πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων, ἔμειναν καθυστεροῦντες οἱ τὰς ἐθνικὰς γαίας ἀποκτήσαντες. Οὕτω δ’ ἂν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 3 ἢ 4,000,000 δὲν εἰσεπράχθησαν ὅμως κατὰ τὸ ἔτος 1882 εἰμὴ μόνον 1,600,000. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ πάντα τὰ ἐκ δραχμῶν 4,000,000 προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1882, οἱ καθυστεροῦντες ἦσαν κακῆς πίστεως, καὶ θέλει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πιέσῃ αὐτοὺς νὰ πληρώσωσιν ἀκεραίαν τὴν ὀφειλήν των· πρὸς τοῦτο ἐπρότεινε τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ ὦσιν ἐνήμεροι εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δόσεων. Καὶ ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς, ἂν δὲν πληρώσωσι τὰς δόσεις ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἣν διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» θέλει προσδιορίζει, νὰ πληρώσωσι καὶ ὡς ποινὴν 20 καὶ 40 καὶ 60 τοῖς ἑκατὸν περισσότερον. (Δίδοται εἰς τὸν ἀγορεύοντα ἡ ζητηθεῖσα «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως»· (ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρον μόνον τοῦ νόμου τῆς 22 Ἰουνίου 1882. Χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 3,627,642. 75, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ΙΑʹ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1881». Ἐρωτῶ λοιπόν, ἐγὼ παραχαράσσω τὰ κείμενα ἢ τίς παραχαράσσει; Παραχαράσσουσι τὰ κείμενα ἐκεῖνοι, οἵτινες συνείθισαν πάντοτε νὰ παραχαράσσωσιν αὐτὰ, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὸ θάῤῥος νὰ ὑποθέτωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ὡς ἀβελτέρους, ὡς ἀμαθεῖς, ὡς ἀνικάνους ἵνα ἐννοήσωσι τὴν ἀλήθειαν· καταφεύγουσι δ’ ἐνταῦθα αἰωνίως εἰς ψεύδη, διαστρέφουσι τὰ πράγματα, ἀποκρύπτουσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ διὰ συκοφαντιῶν καὶ τῆς ἀπάτης ζητοῦσι νὰ σταδιοδρομῶσιν ἐν τῇ διαπράξει τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ κύρια ζητήματα. Λοιπὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἐν ἐπεισοδίῳ ἐμνήσθη ὁ κ. Κοντογούρης, ἂν οἱ καθυστεροῦντες δὲν πληρώσωσι κατὰ τὴν ταχθησομένην αὐτοῖς προθεσμίαν, ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσιν 20 τοῖς ἑκατὸν περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν. Ἂν δὲ δὲν πληρώσωσι τὴν ὀφειλήν των καὶ κατὰ τὴν δευτέραν προθεσμίαν, ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι 40 τοῖς ἑκατὸν περισσότερα· καὶ ἂν πάλιν δὲν πληρώσωσιν, ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσιν 60 τοῖς ἑκατὸν περισσότερα. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο· τὸ Δημόσιον θέλει ἐνεργεῖ δημοπρασίας εἰς ἑκάστην Ἐπαρχίαν, ἵνα δι’ αὐτῶν τοὺς παραχωρῇ εἰς ἐνοικιαστὴν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ φόρους καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ Δημοσίου! Τὸ σύστημα τοῦτο ἐξασφαλίζει τὴν ἀκεραίαν εἴσπραξιν τῶν Δημοσίων ἐσόδων ἢ ἐξοντόνει οἰκονομικῶς τοὺς πολίτας, ἢ εἶναι σύστημα στειρεῦον τὰς πηγὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος θέλει ἀντλεῖ ἐτησίως τὰ μέσα, ὧν χρῄζει ἵνα συντηρήσῃ τὴν Πολιτείαν; Εἶχεν ἢ δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ν’ ἀγορεύσῃ κατὰ νομοσχεδίου τοιούτου, τοσοῦτον ἀποτροπαίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ θέλει πιθανῶς κλονίσει καὶ αὐτὴν τὴν Δημοσίαν τάξιν; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως, ἀπαντῶν εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, εἶπεν, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ δὲν στέργουσι νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον ἀκέραια τὰ δικαιώματά του καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸς ἀπέπεμψεν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν τάξεων· ἐσκόπει δὲ νὰ ἐνδείξῃ ὡς τοιοῦτον βουλευτὴν, παρακωλύοντα τοὺς πολίτας ἀπὸ τὴν ἀκεραίαν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεών των, ὑποθάλποντα τὴν τοιαύτην ὑφαρπαγὴν τῶν Δημοσίων τὸν κ. Κοντογούρην, ἐλπίζων διὰ τοιαύτης σκαιᾶς δυσφημίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ νὰ ἀποπλανήσῃ καὶ σήμερον τὸ κοινὸν παριστῶν ἑαυτὸν ὡς εἰλικρινῆ ὑπέρμαχον τῶν Δημοσίων συμφερόντων. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον προήγαγεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀνεμνήσθη τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν συναδέλφων του πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐδημοσίευσαν ἐν Πάτραις ὡς ὑποψήφιοι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Πατρῶν· καὶ ἀνέμνησε δὲ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ τὰς ρήτρας εἰς ἐκείνους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες συνέπραττον μετ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ οἵτινες εἰσηγοῦντο ἴσως τὸ πρόγραμμα τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν. Εἶπεν ὁ κ. Κοντογούρης, ὅτι αἱ ρῆτραι τοῦ προγράμματος ἐκείνου ἠθετήθησαν ἐντελῶς. Ἂν δ’ ἠθετήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς εἰσηγησαμένης τὰς ἰδέας τὰς ἐν τῷ προγράμματι τῶν τότε ὑποψηφίων βουλευτῶν τῶν Πατρῶν, ἂν διὰ τοῦτο ἐπεβάλλετο πλέον τὸ καθῆκον εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν ν’ ἀποστῇ τῶν τάξεων τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, τὰ τελευταῖα ὅμως οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργείου ἀνέτρεπον ἐκ βάθρων καὶ τὰς πολιτικὰς καὶ οἰκονομικὰς βάσεις τοῦ συναλλάγματος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ λαοῦ, ὡς ἀνέτρεπον καὶ τὰς βάσεις τοῦ συναλλάγματος τῶν βουλευτῶν Πατρῶν μετὰ τῶν ἐντολέων των. Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, ὅτι ἀνευρίσκει ἑαυτὸν ὀφείλοντα ν’ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἐπιψήφισιν τῶν τοιούτων οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὥρμησεν ἵνα ἐκτοξεύσῃ καὶ αὖθις αἰτιάσεις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νὰ καταμεμφθῇ αὐτῆς ὅτι ἀπέρχεται τῶν συνεδριάσεων καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὅτι κατέστη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀδιάφορον ἂν συνεργάζηται μετὰ τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ ἂν ἀποχωρήσῃ τοῦ Βουλευτηρίου. Εἶναι εὐδὲς ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποχωρεῖ καθ’ ἑκάστην πράγματι τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, φρονοῦσα ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προταθέντα νομοθετήματα ζημιοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ταμείου, παραβλάπτουσι τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς, διαφθείρουσι τὸν χαρακτῆρα τῶν Ἑλλήνων καὶ καταστρέφουσι τὸν Τόπον· ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σπεύδῃ διὰ τοῦτο πρὸ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα ὑποστηρίξῃ αὐτὰ, σεῖς δύνασθε μετὰ μόνων τῶν φίλων ὑμῶν νὰ περάνητε τὰ ἔργα αὐτά. Δὲν εἶσθε σεῖς, οἵτινες πολλάκις ἐπήρθητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀριθμεῖτε τόσους φίλους, ὑποστηρίζοντας ὑμᾶς ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Διατί λοιπὸν ἀφοῦ ἀριθμεῖτε τόσους φίλους, ὥστε μετὰ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διατί δὲν προβαίνετε εἰς τὰ ἔργα ὑμῶν; Καὶ ἂν τυχὸν δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὰ ἔργα ὑμῶν διὰ μόνον τῶν φίλων ὑμῶν, βλέπετε δὲ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σπεύδει νὰ συντρέξῃ ὑμᾶς ὅσον νομίζετε ὅτι ὤφειλεν ἢ ὅσον ὤφειλον νὰ σπεύδωσι νὰ σᾶς συντρέξωσιν οἱ φίλοι σας, διατί δὲν καταγγέλλετε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, προκαλοῦντες τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Διατί δὲν ποιεῖτε ἔκκλησιν εἰς τὸ Ἔθνος διὰ νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἵνα ἀνακηρύξῃ τέλος πάντων ὁ λαὸς, τίνας θεωρεῖ τυγχάνοντας ἐν τῷ δικαίῳ καὶ τίνας ἐν τῷ ἀδίκῳ, ὅπως ἀποκλείσῃ τοὺς τελευταίους τούτους ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀποκηρύξῃ ὡς ἀναξίους νὰ ἀντιπροσωπεύωσι τὸ Κράτος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἢ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετοξεύατε συκοφαντίας κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, ὅτι δύνασθε νὰ μεταφέρητε τὸ σύστημα τοῦτο διὰ τῆς εἰς ὑμᾶς ἀνηκούσης δημοσιογραφίας, καὶ κατὰ πᾶσαν πρωΐαν νὰ ἐξαγγέλλητε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνεχώρησε κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν, καὶ ὅτι ὑμεῖς ἐμείνατε καὶ ἀνέγνωτε τὸν κατάλογον καὶ ἀπήλθετε διότι δὲν ἔχετε ἀπαρτίαν; Ἡ Ἀντιπολίτευσις βεβαίως δὲν δύναται νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας της πέραν τοσοῦτον προκεχωρηκυίας ὥρας. Ἂν ὀφείλῃ νὰ ἐργάζηται ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκόν της, ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ ἐργάζηται εὐσυνειδήτως. Δὲν ἐργάζεται δὲ εὐσυνειδήτως οὐδεὶς, ὅστις ὑπολαμβάνει, ὅτι ἀρκεῖ νὰ κάθηται ἐπὶ τοῦ θρονίου δεκάδας ὡρῶν, μηδαμῶς ἀσχολούμενος περὶ τῶν ἐνταῦθα γιγνομένων, μηδαμῶς γνωρίζων τί ψηφοφορεῖ, δίδων δὲ κατὰ τύπον τὴν ψῆφον αὐτοῦ εἰς ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων προεξώφλησε τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ ἐμπιστοσύνην. Δυσάρεστον ἀληθῶς, συζητήσεις νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων νὰ ἐκτραπῶσι ἐπὶ ἀντικείμενα ὅλως ἀλλότρια, διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἐπιθέσεων καὶ προσβολῶν, τῶν αἰτιάσεων καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων, ὧν ἕνεκα ἀναγκαζόμεθα νὰ ρηγνύωμεν φωνὴν ἀμυνόμενοι κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι νὰ δυσφημήσωσιν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους πάντας ὅσοι δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἕπωνται αὐτοῖς ὡς ἀκόλουθοι. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω ἐπὶ τὰ ζητήματα. Ἐπέπρωτο καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἐκδρομῆς νὰ γευθῶμεν δυσαρέσκειαν, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐγεύθημεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ συζητοῦντες. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέταξεν ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς, μοὶ φαίνεται τόσον σαφὲς καὶ εὐκρινὲς, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι δύναταί τις νὰ πορισθῇ λόγους διὰ νὰ πολεμήσῃ τὴν γνώμην αὐτήν. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς τυπικόν. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι ἦτο ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας ἀνήκει εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ χθὲς συζητηθὲν, καὶ ὄχι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ σήμερον συζητούμενον. Ἐὰν ψηφίσητε σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὀρθὴν καὶ εὔλογον τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ χορηγήσῃ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖ, καὶ περιλάβῃ αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ποία ἡ ζημία, ἡ ὁποία ἐπίκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς τὸ Κράτος; Ἡ μόνη ζημία, ὅτι ἀπεκαλύφθη καὶ διὰ μίαν ἔτι φορὰν ἡ ἀμάθεια τῶν κυβερνώντων τὰ οἰκονομικὰ, οἵτινες ὑπέλαβον ὅτι δύνανται νὰ κατατμήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους εἰς διάφορα τεμάχια, τὰ ὁποῖα νὰ λαμβάνωσι κατὰ χρονικὰ διαστήματα, ὀλίγον ἀπέχοντα ἀπ’ ἀλλήλων. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ εἰσάγει τὴν σύγχυσιν καὶ καθιστᾷ ἀνίκανον τὸ Κοινοβούλιον νὰ γνωρίζῃ τί τέλος πάντων εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται τέλος τὰ ἔσοδα αὐτοῦ καὶ εἰς πόσον ποσὸν τέλος τὰ ἔξοδα αὐτοῦ· ἔχει ἔλλειμμα ἢ περίσσευμα, καὶ ποῖον ἔχει ἔλλειμμα ἢ περίσσευμα; Ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ διὰ νὰ ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις αἱ ἔκτακτοι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἀποκαλύπτει τὴν ἰδίαν αὐτοῦ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἱκανότητα καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνῶσιν περὶ τῶν νόμων, οἵτινες διέπουσι τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλὰ φέρει τὴν σύγχυσιν, αὕτη δὲ δύναται νὰ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν, ἥτις δύναται ἐπὶ τέλους νὰ προβῇ εἰς χορηγίας πιστώσεων, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ ἐλλείμματος, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει περιπέσει· ἐνόουν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν δύω Προϋπολογισμοὺς, Προϋπολογισμὸν τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων καὶ Προϋπολογισμὸν τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν ἐξόδων· τότε ἡ Βουλὴ, ἐν γνώσει τοῦ συνόλου τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελε ψηφίσει τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, εἶτα δ’ ἐν γνώσει τοῦ συνόλου τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ ἤθελε ψηφίσει τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ· ἀναμιγνύων ὅμως τὰ ἔκτακτα μετὰ τῶν τακτικῶν, ὤφειλε νὰ περιλάβῃ πάντα ταῦτα ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ὑμεῖς χορηγεῖτε τὰς πιστώσεις, ἃς ἀπαιτεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αἱ πιστώσεις αὗται ἀνέρχονται εἰς 12 περίπου ἑκατομμύρια. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ 12 ταῦτα ἑκατομμύρια θέλει πορισθῆ ἐκ τοῦ δανείου, ἑπομένως μὴ ἀνησυχεῖτε πῶς θέλουσιν ἐξευρεθῆ τὰ 12 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ δὲν ὀφείλετε νὰ προνοήσητε περὶ τοῦ τόκου τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ διαθέσῃ διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων; Ἀλλὰ τὸν τόκον τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν περιέλαβεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτοῦ προϋπελογίσθησαν, δὲν πραγματοποιηθῶσι πάντα, ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταδείξῃ ἔλλειμμα ὑπέρτερον, οὐχὶ βεβαίως ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πιστεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—διότι νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐπείσθη ἤδη, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 θέλει ἔχει ἔλλειμμα— ἀλλ’ ὑπέρτερον καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προϋπολογίζομεν, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω πῶς θέλει οἰκονομήσει τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μετὰ τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλύτρων τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 12 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅτι θέλει πορισθῆ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων; Καὶ δὲν θέλει φέρει τὸ Κράτος εἰς οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Καὶ ὅμως αὐτὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδίσταζε καὶ δὲν ἐτόλμα νὰ δεχθῇ δαπάνην 270,000, ἣν ἤθελε προκαλέσει ἡ μετατροπὴ τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων εἰς νέας δραχμὰς, καὶ σᾶς ἔλεγεν ὅτι δὲν θέλει νὰ διαταράξῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Δὲν ἐτόλμα ν’ ἀποδεχθῇ τὴν εὔλογον, τὴν ὑπὸ κυβερνητικοῦ καθήκοντος ἐπιβαλλομένην αὐτῷ περιλάλητον τροπολογίαν τῶν 13 βουλευτῶν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου ἀπὸ 10 εἰς 7%, διὰ νὰ μὴ καταλειφθῇ κενὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ του! Ἡ παρατήρησις λοιπὸν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἥτις ἔχει τὴν ἐμφάνισιν παρατηρήσεως ἁπλῶς τυπικῆς, παρατηρήσεως ἁπλῶς γενομένης πρὸς τυπικὴν ἐκτέλεσιν διατάξεως τοῦ νόμου, ἡ παρατήρησις αὕτη συνδέεται μετὰ τῆς οὐσίας, καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς ὑμᾶς νὰ μὴ πλανηθῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ μικροῦ τινος ἢ ἐλαχίστου, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, προυτάθη καὶ ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα ἂν ἡ Βουλὴ πρέπῃ νὰ χορηγήσῃ τὰς πιστώσεις πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων τοῦ Ναυστάθμου, παραλείπουσα πᾶσαν ἐξέτασιν περὶ τῆς ἐκλογῆς, ἥτις ἐγένετο, τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἔργα τοῦ Ναυστάθμου μέλλουσι νὰ οἰκοδομηθῶσι. Μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ἀξία μελέτης. Μὲ βεβαιοῦσιν, ὅτι αἱ γενόμεναι κυβερνητικαὶ ἔρευναι πρὸς ἐξέτασιν τοῦ τόπου τοῦ Ναυστάθμου ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρέπει Κυβέρνησίς τις ποτὲ νὰ ἐξετάσῃ τὸ μέρος ἐπὶ τοῦ ὁποίου σκοπεῖ νὰ ἀνεγείρῃ Ναύσταθμον, μὲ ἐβεβαίωσαν, λέγω, ὅτι αἱ Κυβερνητικαὶ αὗται ἐνέργειαι ἐγένοντο πλήρεις καὶ τέλειαι, καὶ ὅτι δι’ αὐτῶν ἀπεδείχθη ἐπαρκῶς ὅτι ὁ τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προσδιωρίσθη ὁ Ναύσταθμος, καλῶς ἐξελέχθη. Ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ αὕτη πληροφορία, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδουσιν, ἐκλονίσθη πάλιν ἀφ’ ἧς ἤκουσα τὸν Πρωθυπουργὸν βεβαιοῦντα χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀτομικὴ αὐτοῦ γνώμη εἶνε ὅτι κακῶς ἐξελέχθη ἡ θέσις τοῦ Ἀράπη ὡς τόπος τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ὅτι ὄχι μόνον ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶνε τοιαύτη ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον παρέστησεν ὡς ἕνα τῶν δοκιμωτάτων ναυτικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, εἶνε τοιαύτη. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω αὐτὸν τὸν χωρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχοντος ἄλλην γνώμην, ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην ἔχοντα ἄλλην γνώμην, καὶ τὸν χωρισμὸν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ζητοῦντος ἀπὸ τὴν Βουλὴν χρήματα διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ τὸν Ναύσταθμον καὶ ἑπομένως δηλοῦντος ὅτι ἔχει γνώμην ὅτι καταλλήλως ἐξελέχθη ἡ θέσις τοῦ Ναυστάθμου, ἀπὸ τὸν κ. Τομπάζην ἔχοντα ἄλλην γνώμην. Ἄν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀτομικὴν γνώμην καὶ ἂν μάλιστα ἐπείσθη ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχῃ καὶ οὗτος πεποίθησιν ἴσην πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ἀράπη κακῶς ἐξελέγη ὡς Ναύσταθμος, νομίζω ὅτι περιπίπτει εἰς τὴν βαρυτέραν τῶν παραλείψεων πρὸς τὴν χώραν ζητῶν νὰ συνεχίσῃ ἔργα πρὸς ἀποκατάστασιν Ναυστάθμου ἐπὶ θέσεως, ἥτις δὲν εἶνε κατάλληλος. Ἡ ἀποκατάστασις καὶ ἡ οἰκοδομὴ Ναυστάθμου δὲν συνδέεται μὲ ζητήματα δύω, τριῶν ἢ πέντε ἑκατομμυρίων, συνδέεται μὲ ζητήματα 50 καὶ 100 ἑκατομμυρίων, συνδέεται μὲ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους. Καὶ πρὸ τοσούτων μεγάλων ζητημάτων ὑποκύπτει πᾶσα περὶ ὀλίγων κερματίων ἔστω καὶ τριῶν καὶ πέντε ἑκατομμυρίων μέριμνα. Ἄν ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Τομπάζης δὲν ἔχωσι πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἰδίαν αὑτῶν ἀτομικὴν γνώμην, καὶ σπεύδωσι νὰ θυσιάσωσι ταύτας πρὸ τῆς γνώμης τῶν ἄλλων, οἵτινες ἀποφαίνονται ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ἀράπη εἶναι κατάλληλος διὰ νὰ ἱδρυθῇ Ναύσταθμος, πρὸς τίνα λόγον ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς ἔχει ἐναντίαν γνώμην, ἢ ὅτι ὁ κ. Τομπάζης ἔχει ἐναντίαν γνώμην; Τί μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη τοῦ κ. Τρικούπη ἢ ἡ τοῦ κ. Τομπάζη, ὡς ἀτόμων, ὅταν ὁ μὲν ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ δὲ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀκολουθῶσι τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλ’ ἐκτελῶσιν ἄλλας γνώμας, πρὸ τῶν ὁποίων ὑποτάσσουσι τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας; Ἢ νομίζετε, ὅτι τοιαῦται δηλώσεις ἐπιφέρουσι μόνον τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον αἰσθανόμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν, νὰ κλονίζηται ἡ πεποίθησις ἡμῶν περὶ τοῦ πρακτέου; Ἐπιφέρουσι μεγίστας ἄλλας ζημίας, τὰς ὁποίας ἀπορῶ πῶς δὲν προεῖδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἦλθε νὰ ῥίψῃ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τὸν δισταγμὸν, προβάλλων τὴν ἀτομικὴν αὑτοῦ γνώμην ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἐρευνησάντων καὶ ἀποφηναμένων περὶ τοῦ Ἀράπη ὡς τόπου τοῦ Ναυστάθμου! Ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια, ὅπου καὶ ἂν συντελεῖται, εἶναι κατακριτέα. Εἶναι πρᾶξις μὴ ἐπιτρεπομένη ὑπὸ τῆς ἠθικῆς, εἶναι πρᾶξις ἀπαγορευομένη ὑπὸ τῆς πολιτικῆς χρηστότητος. Καὶ ἂν ἐπικρατῇ ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν συνήθων πιστώσεων, εἰς τὰ ἔξοδα διὰ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἰς τὰ Ἀστυνομικὰ ἔξοδα, ἢ εἰς τὰς ἄλλας διαχειρίσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ κακὸν εἶναι ἄξιον κατακρίσεως. Ἀλλὰ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια ἐπὶ τοσούτων μεγάλων ζητημάτων, ἐπὶ ζητημάτων συναφῶν μὲ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους, πολιτικὴ ἰδιοτέλεια, βλέψεις πρὸς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τῶν βουλευτῶν, σκοπὸς νὰ εὐχαριστήσωμεν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ, εἶνε τακτική, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι μόνον νὰ καταδικάσω ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ δημοσίᾳ, ἀλλὰ καὶ νὰ παραδώσω εἰς τὴν κοινὴν κατάκρισιν.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν προκειμένων πιστώσεων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φρονεῖ ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν πιστώσεων ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς αἰτίας, ἥτις τὰς προκαλεῖ, καὶ ὅτι τακτικαὶ πιστώσεις εἶναι μόνον ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπαγορεύονται ἀπὸ τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἔκτακτοι δὲ πᾶσαι αἱ ὑπαγορευόμεναι ἀπὸ ἐκτάκτους ἀνάγκας. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὀνομάζονται τακτικαὶ πιστώσεις· ἂν δε φυλλολογήσητε οἱονδήποτε Προϋπολογισμὸν, θέλετε ἀνεύρει ἐν αὐτῷ ἐγγεγραμμένας καὶ πιστώσεις προερχομένας ἀπὸ αἰτίας καὶ περιστάσεις ἐκτάκτους. Ἡ κατασκευὴ π. χ. δημοσίας τινὸς οἰκοδομῆς, ἡ ἀποξήρανσις ἕλους, ἡ κατασκευὴ πλοίου εἶναι βεβαίως ἔκτακτοι ἀνάγκαι, διότι δὲν παρουσιάζονται καθημερινῶς. Μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ὑπάρχει Προϋπολογισμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλετε εὕρει ἀναγεγραμμένας τοιαύτας δαπάνας· ἑπομένως κακῶς φρονεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔκτακτοι εἶναι αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπαγορεύονται ἀπὸ ἐκτάκτους ἀνάγκας. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, ἐπαναλαμβάνω, τακτικαὶ παρ’ ἡμῖν θεωροῦνται, πᾶσαι αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀνεξαρτήτως τῆς αἰτίας, ἥτις ἐπροκάλεσε τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν, ἔκτακτοι δὲ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι προκαλοῦνται ἀπὸ περιστάσεις καὶ ἀνάγκας μὴ προβλεφθείσας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως κατὰ τὸ γράμμα τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἔκτακτος πίστωσις δὲν δύναται νὰ χορηγηθῇ εἰμὴ μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐὰν αἱ ἀνάγκαι, περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι γνωσταὶ καθ’ ὃν καιρὸν συντάσσεται ἢ ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς, δύνανται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς τακτικαί. Συνέβη ἐνίοτε νὰ ψηφισθοῦν ἔκτακτοι πιστώσεις καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο εἰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας, ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν πίστωσιν ἀμέσως καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ περιμένῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὕτω π. χ. ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 ἅμα ἐλθοῦσα ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποστείλῃ ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐπειδὴ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 ἔμελλε νὰ διατρέξῃ πολλὰ στάδια, καὶ ἤθελε βραδύνει ἡ ψήφισις αὐτοῦ, ἔφερε πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἐχαρακτήρισεν ἔκτακτον, καὶ ἡ πίστωσις αὕτη ἐψηφίσθη ταχέως ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἔφερεν ἐπίσης καὶ ἄλλην πίστωσιν, δι’ ἧς ἐζήτει ἓν ἑκατομμύριον διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως αἱ ἀνάγκαι τῶν πιστώσεων, περὶ ὧν συζητοῦμεν, ἦσαν γνωσταὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, διότι ἅμα ἔληξεν ὁ Ὀκτώβριος, ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δαπανήσῃ οὔτε διὰ πλοῖα, οὔτε διὰ ὑλικὸν, οὔτε διὰ κτίρια. Ἐὰν ἐθεώρει ὅτι ἡ ἀνάγκη ἦτο κατεπείγουσα καὶ ἀνεπίδεκτος ἀναβολῆς, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἔκτοτε ἔκτακτον πίστωσιν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτῆς· ἀφοῦ ὅμως τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀφοῦ συνετάχθη καὶ ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ πρόκειται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ συζητηθῇ, οὐδεμία δὲ παρίσταται κατεπείγουσα καὶ ἀναπόφευκτος περίστασις, ὥστε ἐκ πάσης ἀναβολῆς νὰ κινδυνεύουν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ παραβιάσωμεν τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ νὰ χορηγήσωμεν ἀτόπως τὰς πιστώσεις, περὶ ὧν πρόκειται, ὡς ἐκτάκτους ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ ὅτι προέρχονται ἀπὸ ἀνάγκας οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν συνήθως προβλέπει ὁ Προϋπολογισμός. Ἐπίσης δὲν ἔχει δίκαιον ὁ Πρωθυπουργὸς φρονῶν, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι ἔκτακτοι, διότι αἱ δαπάναι αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς αὐτὰς θέλουν πληρωθῇ ἀπὸ ἐκτάκτους πόρους τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ δανείου. Οἱ ἔκτακτοι πόροι τοῦ Δημοσίου χρησιμεύουσιν οὐχὶ μόνον εἰς τὸ νὰ πληρόνωνται αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἀλλὰ καὶ αἱ τακτικαί, ὅταν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀρκοῦν· μὲ ἄλλας λέξεις οἱ ἔκτακτοι πόροι, οἱ ὁποῖοι γράφονται εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν προέρχωνται ἀπὸ δάνεια χρεωλυτικά, δὲν γράφονται δὲ ὅταν προέρχωνται ἀπὸ προσωρινά, οἱ πόροι οὗτοι χρησιμεύουσι καὶ συντελοῦν εἰς τὸ νὰ πληρόνουν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀδιαφόρως ἂν ταῦτα προέρχωνται ἀπὸ τακτικὰς εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Θέλω κάμει ἀκόμη μίαν παρατήρησιν πολὺ οὐσιώδη ὡς πρὸς τὴν βʹ πίστωσιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀνέγερσιν διαφόρων κτιρίων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι συνέχεια ἄλλης πιστώσεως ψηφισθείσης κατὰ τὸ 1882· ἀλλὰ καὶ ἡ τότε ψηφισθεῖσα πίστωσις ἀτόπως καὶ ἀντικανονικῶς ἐψηφίσθη, καὶ ἡ ζητουμένη ἤδη πίστωσις, ὡς ζητεῖται, ἐπίσης ἀτόπως ζητεῖται, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὡς ἀνέφερον καὶ ἄλλοι τῶν προαγορευσάντων, κατασκευὴ οἱουδήποτε δημοσίου ἔργου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς τρεῖς χιλιάδας, δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἢ πιστώσεως καταχωριζομένης ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· πρὸ τῆς χορηγήσεως δὲ πάσης πιστώσεως πρέπει νὰ παρουσιάζεται τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῆς ὅλης δαπάνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Ὁ νομοθέτης ἠθέλησε διὰ πᾶν ἔργον δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν τινὰ, ἀνωτέραν δηλαδὴ τῶν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον νὰ γνωρίζῃ τὸ ἔργον τοῦτο ἀκριβῶς, ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν ὅλην δαπάνην, ἡ ὁποία θέλει χρειασθῆ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἀπῄτησε δὲ νὰ χορηγῆται ἡ πίστωσις δι’ εἰδικοῦ κεφαλαίου, ὥστε νὰ μὴ γίνεται οὐδεμία ἀνάμιξις τῆς πιστώσεως αὐτῆς μὲ τὰς ἄλλας δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις τί βλέπομεν; ὁ Πρωθυπουργὸς ἔρχεται καὶ ζητεῖ δι’ ἑνὸς καὶ μόνου κεφαλαίου πίστωσιν 3,800,000, ἡ ὁποία θέλει χρησιμεύσει πρῶτον μὲν εἰς ἀποπληρωμὴν διαφόρων ἔργων, τῶν ὁποίων διετάχθη ἡ κατασκευὴ, καὶ δεύτερον εἰς κατασκευὴν ἄλλων ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν ἤρχισαν. Αὐτὰ δὲ τὰ ἔργα τόσον τὰ μὲν, ὅσον καὶ τὰ δὲ οὔτε κἂν κατονομάζονται.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ ὄπισθεν φύλλον.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει) «στρατώνων ἐν Καλάμαις, ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ἀποθηκῶν τινων, νοσοκομείων καὶ θεραπευτηρίων κτλ.» διὰ γενικῶν λέξεων. Δὲν εἶναι τοῦτο ὀρθόν· πρέπει νὰ εἴπητε εἰς ποῖα μέρη θὰ ἀνεγερθῶσιν οἱ στρατῶνες, νὰ παρουσιάσετε προϋπολογισμὸν δι’ ἕκαστον στρατῶνα, καὶ νὰ λάβητε δι’ ἕκαστον πίστωσιν εἰδικήν. Οὐδόλως ἐπιτρέπεται νὰ ἀναμιχθοῦν εἰς ἓν κεφάλαιον διαφόρων ἔργων αἱ πιστώσεις. Δὲν δύναται π. χ. τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη διὰ κατασκευὴν στρατῶνος ἐν Ἀθήναις, αὐτὸ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κατασκευὴν τοιούτου ἐν Βώλῳ ἢ Κυπαρισσίᾳ· αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις, ἡ ἀφορῶσα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς καθ’ ὃν τρόπον παρουσιάζεται· πρέπει δὲ νὰ μάθωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν νὰ ἐκτελῶνται, πόση δαπάνη ἀπαιτεῖται διὰ τὴν περάτωσιν αὐτῶν καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο ἔναρξις, ὄχι μόνον πρέπει νὰ παρουσιασθῇ κατάλογος διαλαμβάνων ποῦ ἕκαστον θὰ κτισθῇ, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ προϋπολογισμὸς τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης δι’ ἕκαστον, νὰ ψηφισθῇ δὲ εἰδικῶς ἡ πίστωσις. Λοιπὸν συμφωνῶ μὲ τὸν βουλευτὴν Εὐρυτανίας καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρότασίν του, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται δύνανται νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν· προτείνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως παρουσιάσῃ ἀκριβῆ κατάλογον τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελεσθοῦν, καὶ προϋπολογισμὸν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν.
§62ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς σαφεῖς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὅ τε ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς καὶ ὁ ἐκ Τριφυλίας ἐποιήσαντο, ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω ἐγώ, ἀπαντῶν ἰδίως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι συνέλαβέ με σφαλλόμενον, ὅτε τῷ εἶπον, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς τακτικαὶ πιστώσεις. Εἶπεν ὅτι ἡ παρατήρησίς μου αὕτη τὸν ἀπήλλασε τῆς ἀνάγκης νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ· προσέφυγε δὲ εἰς τὸ τέχνασμα τοῦτο οὐχὶ πράγματι διότι δὲν ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ. Ἡμεῖς στηριζόμεθα εἰς τοῦτο, ὅτι μεγίστη ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ πιστώσεως καὶ δαπάνης· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συγχύζει τὰ δύω πράγματα, ἀλλὰ ἄλλο εἶναι τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἕτερον· ἠμπορεῖ δηλαδὴ νὰ ἦναι ἔκτακτος δαπάνη ἀναγραφομένη εἰς τακτικὴν πίστωσιν καὶ δαπάνη τακτικὴ ἀναγραφομένη εἰς πίστωσιν ἔκτακτον. Ἀλλ’ ἔκτακτος πίστωσις δὲν δύναται νὰ ἦναι εἰμὴ ἡ ψηφιζομένη μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· λέγεται δὲ πίστωσις ἔκτακτος ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, αἱ πιστώσεις αὗται, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ αὐτὰς ὡς ἐκτάκτους, δὲν δύναται νὰ ἐπιψηφισθῶσιν, ἐὰν δὲν προϋποβληθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἔργων· γνωστὴ εἶναι πᾶσιν ὑμῖν ἡ διάταξις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωσι δαπάναι ὑπερβαίνουσαι τὰς 3,000 δραχμὰς, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου δαπάνης. Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀντιτάσσοντα πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐὰν ὑπεβλήθησαν, δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ἡ ὑποβολὴ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ἀρκεῖ, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις θὰ ψηφίσῃ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου, τοῦ πρώτου, ὑπάρχει ἐπίσης ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποβολῆς προϋπολογισμοῦ, διότι μεταξὺ τῶν ζητουμένων ποσῶν σημειοῦνται καὶ τὰ ⅖ τῆς ἀξίας τῶν κατασκευαζομένων πλοίων, πρέπει δὲ νὰ γνωρίζωμεν ἐν λεπτομερείᾳ τὴν ὅλην δαπάνην, ἣν δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐξαγάγωμεν διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, καὶ ἰδοὺ διατί ὀφείλετε νὰ ὑποβάλετε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης ταύτης. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τούτου περισσότερος ἐγένετο λόγος, νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ εἶναι ἄξιαι πάσης προσοχῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἂν τὰ πλοῖα ταῦτα, δι’ ἃ πρόκειται νὰ δαπανηθῶσιν ἑκατομμύρια, κατασκευάζωνται ἵνα χρησιμεύσωσιν ἁπλῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἤ καὶ ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν ἐν περιπτώσει πολέμου. Ἐὰν πρόκηται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς πόλεμον, ἡ ταχύτης αὐτῶν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ ἀνάλογος πρὸς τὴν ταχύτητα τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἐὰν δὲ μόνον περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας πρόκηται, δὲν εἶναι βεβαίως ἀναγκαία ἡ μεγάλη ταχύτης, εἶναι ὅμως ἀναγκαιοτάτη ἡ οἰκονομία, διότι οὐδέποτε ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει νὰ δαπανηθῶσι σήμερον ἑκατομμύρια πρὸς ἀπόκτησιν νέων πλοίων διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἁπλῶς ὑπηρεσίαν. Ἡ Βουλὴ εἶναι βεβαίως διατεθειμένη, ἐὰν πρόκηται περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν διὰ περιστάσεις πολέμου, νὰ ἐγκρίνῃ δαπάνην πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς ἐπιτήρησιν τῶν παραλίων ἢ πρόληψιν τῶν λαθρεμπορίων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ οὐσιαστικῶς ἀποκρούω τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο Νομοσχέδιον, τὸ ὡς τρίτον ἀναγραφόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ ἔχει τὴν αὐτὴν ἔλλειψιν τῆς μὴ ὑποβολῆς προϋπολογισμοῦ. Ὡς δὲ πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἱδρύεται ὁ Ναύσταθμος, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς περὶ τούτου συζητήσεως.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶπεν ὅτι τοὺς λόγους αὐτοῦ ὑπεστήριξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐντελῶς ἀνῄρεσε τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας· διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ 1867 ἐπροτάθησαν πιστώσεις ἔκτακτοι πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὄχι μόνον μία, ἀλλὰ δύω· προσέτι δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1876—ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὡς πρὸς τὸ ἔτος— ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ πιστώσεως ἐκτάκτου, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος τότε προεκάλεσε τὴν ψήφισιν νόμου περὶ πιστώσεως δεκάδων ἑκατομμυρίων· περὶ τριάκοντα ἑκατομμυρίων ἦτο ὁ νόμος ἐκεῖνος. Καὶ ὄχι μόνον ἐψηφίσθη ὡς ἔκτακτος πίστωσις, ἀλλὰ βραδύτερον διεφώνησαν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς, (δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ ἂν ἦτο ἐν τοῖς πράγμασιν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁπωσδήποτε ὅμως συνέπραττε τότε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως), ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέας ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, ὅτι ἀρκεῖ, ὅτι ἐπεψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἅπαξ ἡ πίστωσις, ἵνα δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανᾷ ἐν οἱῳδήποτε χρόνῳ, μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν 30,000,000. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ληξάσης τῆς χρήσεως ἐφ’ ἧς ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις, ἔληξε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ὅπως δαπανᾷ ἀπέναντι αὐτῆς καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται νέα ἄδεια τῆς Βουλῆς, ἣν δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, διότι εἶναι τυπικὴ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νέα ἄδεια ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ δαπάνη. Ἰδίως μάλιστα ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τούτου, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου τοῦ συνταγματικοῦ, περὶ οὗ ἐσχάτως τοσοῦτος ἐγένετο λόγος. Τότε εἶχε προταθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς ἐφεδρείας δι’ ἐπιστρατείαν ἢ πόλεμον, ἀντετίθετο δὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἰσχυριζομένη ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐλέγχου, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ ὑποχρέωσις οὐδεμία ἐντὸς τοῦ νόμου ὅπως συγκαλῆται ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ καλῆται πᾶσα ἡ ἐφεδρεία ἄνευ τῆς παρουσίας ἢ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ὁ μόνος περιορισμός, ὅστις ὑφίσταται ἐκ τῶν πραγμάτων, εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ δικαιώματος τοῦ δαπανᾷν. Παρετήρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ τότε ὅτι καὶ οὗτος ὁ περιορισμὸς δὲν θὰ ὑφίστατο, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔλαβε πίστωσιν δεκάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ αὐτὰς καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν ἀπέδιδεν εἰς τὴν πίστωσιν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανᾷ δυνάμει αὐτῆς ἄνευ νομοθετικῆς ἀνανεώσεως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ὅπως δικαίωμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἶναι νὰ καλῇ πάσας τὰς τάξεις τῆς ἐφεδρείας ἄνευ τῆς παρουσίας ἢ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ἐκείνης ἠγέρθη μακρὰ συζήτησις ἐὰν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις ἴσχυον καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς χρήσεως· καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος τότε ἰσχυρίζετο, ὅτι ὄχι μόνον καλῶς εἶχον δοθῆ αἱ πιστώσεις ὡς ἔκτακτοι, ἀλλ’ ὅτι ἤθελον ἐξακολουθῆ οὖσαι ἔκτακτοι πάντοτε, καὶ ὡς τοιαῦται δὲν εἶχον ἀνάγκην νέας ψηφίσεως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ὡς πρὸς τοῦτο μόνον διαφωνοῦμεν πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅπως ἔλεγεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅτι ἀπαιτοῦνται τοιαῦται δαπάναι δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων νὰ ἐπιτρέπωνται, ἀλλὰ συνάμα φρονοῦμεν, ὅτι αἱ ἔκτακτοι αὗται πιστώσεις, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἐξαντληθῆ, ὅταν παρέλθῃ ἡ χρῆσις αὐτῶν, πρέπει νὰ ψηφίζωνται πάλιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὸν ἀρχικὸν αὑτῶν τύπον, διότι ἄλλως δὲν ἔχομεν τὴν αὐτὴν πίστωσιν, ἐνῷ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔλεγεν ὅτι καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως δύναται νὰ γείνῃ δαπάνη ἐπὶ τῆς πιστώσεως καὶ ἄνευ νέας ψήφου τῆς Βουλῆς. Οὐδόλως ἄρα ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔρχεται εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας· τοὐναντίον, ἀποκρούει αὐτὴν ὑπερβαίνων ὅμως καὶ αὐτὸς τὰ ἐσκαμμένα. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ τακτικῷ περιλαμβάνονται καὶ ἔκτακτοι δαπάναι· καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον, διότι καὶ ἔκτακτοι δαπάναι εἶναι τακτικαὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκτείνονται πέραν ὁρίου τινός. Ἕκαστον ἔτος ἔχει καὶ ἐκτάκτους τινὰς δαπάνας· ἐνόσῳ ταῦτα τὰ ἔκτακτα, τὰ ἀπροσδόκητα, τὰ ἀπρόοπτα, δὲν ὑπερβαίνουσιν ὅριόν τι, δύνανται νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν ταῖς τακτικαῖς πιστώσεσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ταῖς ἀνταποκρινομέναις πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ὅταν ὅμως ὑπερβῶσι τὰ ὅρια ἐκεῖνα καὶ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐκτάκτων πόρων πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν· ὑποβάλλεται εἰδικὴ πίστωσις διὰ τὴν δαπάνην, ἥτις εἴτε θέλει ἐξαντληθῆ ἐντὸς τῆς χρήσεως εἴτε θέλει διατεθῆ καὶ μετ’ αὐτὴν πρὸς τὸν ἀρχικῶς ὁρισθέντα σκοπὸν, ἀνανεουμένης ὅμως τῆς πιστώσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀπέδειξε καὶ δι’ ἔργων καὶ διὰ λόγων ὅτι δύναται ἔκτακτος δαπάνη νὰ ψηφίζεται δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως καὶ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε μετὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας εἴμεθα καθ’ ὅλα σύμφωνοι.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο βλέπων ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας προσέφυγεν εἰς ἄλλο ἐπιχείρημα. Ἀφοῦ τὸ ἀρχικὸν ἔδαφος ἔφυγεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὑτοῦ, ἀνεζήτησεν ἄλλο· ποῦ δὲ εὗρεν αὐτό; εἰς τὸ ὅτι ἡ πίστωσις περὶ κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περιέχει δαπάνας, δι’ ἃς δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου ὑπολογισμός.
§66ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα· εἶπον μάλιστα, ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ πρότασίς σας, τουτέστιν ἐὰν θεωρηθῶσιν αἱ πιστώσεις ἔκτακτοι, τότε προβαίνομεν...
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀντιτάττει εἰς τὴν πίστωσιν ἤδη οὐσιαστικὸν λόγον, ἀφοῦ δὲν τὸν ὠφελεῖ ὁ τυπικὸς, λέγει, αἱ πιστώσεις περὶ δημοσίων καταστημάτων ἢ ἄλλων ἔργων μέχρι μὲν 3,000 ἐπιτρέπονται ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ αἱ πιστώσεις, περὶ ὧν ἤδη πρόκειται, αἵ τε στρατιωτικαὶ καὶ αἱ ναυτικαὶ, ἐνῷ ὑπερβαίνουσι τὰς 3,000 δραχμῶν, ὑποβάλλονται ἄνευ ὑπολογισμοῦ, τοῦτο ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ τὰς πιστώσεις, εἰμὴ ἀφοῦ ὑποβληθῶσιν αὐτῇ οἱ ὑπολογισμοί. Ὡς πρὸς τὰς ναυτικὰς πιστώσεις οἱ ὑπολογισμοὶ τῶν δαπανῶν προηγήθησαν, διότι, ὡς εἶπον, προεκλήθησαν τὰ καταστήματα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἵνα ὑποβάλωσι τὰς προτάσεις των ἐπὶ τῇ βάσει συγγραφῶν, συνταχθεισῶν παρὰ τοῦ Ἄγγλου μηχανικοῦ Reed. Αἱ συγγραφαὶ αὗται περιέχουσι βεβαίως καὶ ὑπολογισμὸν ὑποθετικόν· ὁ πραγματικὸς δὲν θὰ ᾖναι γνωστὸς, εἰμὴ μετὰ τὴν ἐκλογὴν μεταξὺ τῶν γενομένων προτάσεων. Ὥστε ὅ,τι ἠδύνατο ν’ ἀπαιτήσῃ ἡ Βουλὴ, τοῦτο αὐτὸ ὑπάρχει, καὶ πρὸς τοῦτο συνεστήθησαν αἱ βουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐπεξεργάζωνται τὰ ὑποβαλλόμενα καὶ ζητῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ δυνάμενα νὰ ταῖς χρησιμεύσωσι, καὶ τὰ ὁποῖα, ἅμα ὡς ζητοῦνται, κατατίθενται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δικαίωμα τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς νὰ ζητήσῃ, ὅπως πᾶν ἔγγραφον σχετικὸν πρὸς τὰς πιστώσεις κατατεθῇ· κατετέθησαν δὲ πάντα τὰ ζητηθέντα. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀντιπροσωπεύεται καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία, πᾶσα δὲ αἴτησις ἐγγράφων, εἴτε ἐκ τῆς ὁλομελείας προερχομένη, εἴτε ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, εἴτε ἐκ τῆς μειονοψηφίας, γίνεται ἀπροφασίστως ἀποδεκτή. Εἴθισται ὅ,τι ζητεῖται νὰ παράσχηται. Ἰδίως προκειμένου περὶ λογιστικῶν, ἀνοίγονται οἱ φάκελλοι καὶ παραδίδονται πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πάλιν ἔχομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διαίρεσιν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρα· ἔχομεν ἄρθρα 10, ἔχομεν προσέτι καὶ ἐδάφια· περὶ πάντων δὲ τῶν ἐν τοῖς ἐδαφίοις ἐδόθησαν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, ὅσαι ἐζητήθησαν. Ἀφοῦ ὅ,τι ἐζητήθη ἐδόθη, δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι δὲν ἐξεπληρώθησαν τὰ τοῦ νόμου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε πάντα τὰ ζητηθέντα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν· ποῖος ἄρα λόγος ὑπάρχει ἀναβολῆς;
§68ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι δὲν ἐζητήθη, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ τὸ ζητήσωμεν;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε πᾶν τὸ παρ’ αὐτοῦ ζητηθὲν καὶ πάντοτε εἶναι ἕτοιμον νὰ δώσῃ ὅ,τι ζητεῖται, εἴτε ἐζητήθη πρότερον καὶ ἐδόθη, εἴτε δὲν ἐζητήθη. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐδόθησαν πάντα, καὶ ἤδη θέλουσι πάλιν δοθῆ· τυπικὴ ἔνστασις δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ, διότι ὁ τύπος ἐξετελέσθη, κατατεθέντων τῶν ζητηθέντων, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς δύναται νὰ λάβῃ, ἂν θέλῃ, πληροφορίας ἡ Βουλή.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς τὸ ἐζητήσαμεν.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλῶς γινώσκετε, ὅτι ὄχι μόνον ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ εἴ τις τῶν βουλευτῶν, ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, λαμβάνει πᾶσαν πληροφορίαν· ὥστε τοῦτο δὲν δύναται νὰ προταθῇ ὡς ἔνστασις. Τυπικῶς— διότι τυπικὴ εἶναι ἡ ἔνστασις— τὰ πάντα ἐπληρώθησαν, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ προσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, οὐσιαστικῶς δὲ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἂν ὑποβληθῶσι λόγοι κατὰ τῶν πιστώσεων, νὰ τοὺς ἀνασκευάσωμεν.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ ἔχων τι νὰ εἴπῃ εἰς ἀναίρεσιν τῶν ὅσα ἐξέθεσα, κατέφυγε κατὰ τὴν συνήθειάν του, εἰς τὰ προηγούμενα· σᾶς εἶπεν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ζητῶ, τὸ ἐκάματε καὶ σεῖς, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ ὡς Ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1876. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αἱ περιστάσεις δὲν ἔχουν καμμίαν ἀναλογίαν πρὸς τὰς σημερινάς· αἱ περιστάσεις τοῦ 1876 ἦσαν κατὰ πάντα ἀνάλογοι τῶν τοῦ 1867· καὶ κατὰ τὸ 1876 συνέβη ὅ,τι τὸ 1867. Ἐνθυμεῖσθε τότε πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, εἶχεν ἀρχίσει νὰ θολοῦται ὁ ὁρίζων τῆς Ἀνατολῆς· ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ 1876 νὰ ζητήσῃ μέσα ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἔφερε νόμον περὶ δανείου δέκα ἑκατομμυρίων διὰ τὰς προσωρινὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, καὶ ἐζήτησεν εὐθὺς πίστωσιν ἔκτακτον διὰ νὰ δαπανήσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν. Τί σχέσιν ἔχει ἡ ζητηθεῖσα τότε πίστωσις πρὸς τὴν σημερινήν; Μετὰ τὴν πίστωσιν τῶν δέκα ἑκατομμυρίων ἐπροτείναμεν τὴν σύστασιν εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν ὅμοιον μὲ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐννοεῖτε δὲ, ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἰδιαιτέρου ταμείου στρατιωτικοῦ, πάντα τὰ ἐξοδευθέντα ἤθελον δαπανηθῆ χωρὶς νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἔκτακτος. Δὲν ἔχουν καμμίαν ἀναλογίαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναφέρω· ἄλλως, δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ἐὰν ἔγεινεν ἓν στραβὸν, νὰ ἐπαναλαμβάνηται καθ’ ἑκάστην. Ἐδῶ, κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς περιστάσεις ἀρκετὰ ὁμαλάς· πρόκειται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός· αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται, ἐὰν δὲν ψηφισθοῦν σήμερον ἢ ψηφισθῶσι μετὰ δέκα ἡμέρας, δὲν βλάπτει τὸ ζήτημα τὸ Κράτος. Σᾶς εἶπε καὶ ἄλλο εἰδικὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀφοῦ ἅπαξ αἱ πιστώσεις ἐχαρακτηρίσθησαν ἔκτακτοι μετὰ τὸ 1882 καὶ κατὰ τὸ 1883, πρέπει πάντα τὰ συμπληρώματα αὐτῶν νὰ χαρακτηρίζωνται ἔκτακτα. Οὔτε τοῦτο εἶναι ὀρθόν· καὶ διὰ νὰ ἐννοήσῃ τοῦτο, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεφασίσθη νὰ οἰκοδομηθῇ ἓν κτίριον δημόσιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπῃτοῦντο δύω ἢ τρία ἑκατομμύρια, καὶ ζητεῖ 500,000 δραχμῶν πίστωσιν διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐδόθη· ἐν τῷ ἐπιόντι ἔτει πρόκειται νὰ ἐξοδευθῶσιν ἄλλαι 500,000· εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἔκτακτος πίστωσις; Γνωρίζοντες ὅτι θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν δαπάνην, θὰ περιλάβωμεν τὸ ἔξοδον τοῦτο ἐντὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὥστε βλέπετε ὅτι σύγχυσις τελεία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς λογιστικὰς ἡμῶν ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο πότε λέγομεν τοῦτο ἔκτακτον καὶ πότε τακτικὸν διὰ νὰ συγχέωμεν τὰ πάντα. Τί μᾶς ἀπήντησε δὲ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός; ὅτι ἡ Βουλὴ τὰ ἐξήτασε κατὰ τὸ 1882· δὲν ἐξήτασεν ἡ Βουλή· παρατηρήσατε τὰ πρακτικὰ, παρατηρήσατε τὸν νόμον. Ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη τότε, ἀντέβαινεν εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, διότι ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἀποθήκας, νὰ κάμῃ θεραπευτήρια καὶ τὰ τοιαῦτα; Ὁ κ. Καραπάνος λέγει ὅτι τὰ ἐξήτασε τότε· δὲν ἐξήτασεν, οὔτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ λογιστικοῦ νόμου· ἐὰν δὲν ἐξήτασε ταῦτα τότε, λέγει ὅτι θέλει ἐξετάσει· διότι ἡ Βουλὴ παρέβλεψε νὰ ἐξετάσῃ ὅ,τι ὁ νόμος ἐδημιούργει, διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν προηγούμενον; Διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ, οὔτε νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ προϋπολογισμὸς τῆς ὑπηρεσίας.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἔργα, ἅπερ ἀφορᾷ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἐπεψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ Νόμου τῆς 22 Ἰουνίου 1882· τότε δὲ ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν τῶν εἰς αὐτὰ ἀναφερομένων σχεδίων καὶ προϋπολογισμῶν. Ἡ Βουλὴ δύναται καὶ σήμερον, ἂν θέλῃ, νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἐξετάσῃ τὰ σχέδια καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τούτους· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ λέγων, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔσφαλε μὴ ζητήσασα τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰ σχέδια ἔργων ἀναφερομένων εἰς πίστωσιν, ἥτις ἦτον ἤδη ἐψηφισμένη παρὰ τῆς Βουλῆς. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τόσον τῆς παρούσης ὡς καὶ τῶν ἄλλων συζητουμένων ἐκτάκτων πιστώσεων, νομίζω ὅτι αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι τὰ συζητούμενα τρία νομοσχέδια, δὲν δύνανται νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ. Αἱ δαπάναι αὗται ἀποτελοῦσι σειρὰν δαπανῶν διάφορον ἐκείνων, τὰς ὁποίας προβλέπει καὶ κανονίζει ὁ ἐτήσιος τακτικὸς Προϋπολογισμός· ἄλλοι δὲ εἰσὶ καὶ οἱ πόροι, οἵτινες χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δαπανῶν τούτων. Οἱ πόροι δὲ οὗτοι εἰσὶ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐγένετο οὐ μόνον διὰ τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δηλαδὴ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέους τοῦ Δημοσίου· ὥστε ἐὰν θελήσωμεν νὰ συμπεριλάβωμεν τὰς ζητουμένας ἐκτάκτους δαπάνας ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ συμπεριλάβωμεν μεταξὺ τῶν τακτικῶν μας δαπανῶν καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν μας πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ μεταξὺ τῶν προσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Εἰς ἄλλα Κράτη τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ὁσάκις ἔχουσι σπουδαιότητα καὶ ὑπερβαίνουσι τὰς συνήθεις ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς κατατάττουσιν εἰς ἰδιαίτερον ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα εἰσὶν ἀνεξάρτητα τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς κατὰ τὸν λογιστικὸν ἡμῶν νόμον δὲν ἔχομεν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν· μὴ ἔχοντες δὲ τοιοῦτον, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τὰς ἐκτάκτους δαπάνας νὰ τὰς συγχωνεύσωμεν ἐντὸς τῶν τακτικῶν δαπανῶν, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον σκοπιμώτερον εἶναι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, συστηματοποιοῦντες ταύτας καὶ εἰδικώτερον τὰς ἀναφερομένας εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ εἰς τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, δι’ ἃς ἐψηφίσθη τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Τὸ νὰ τεθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ τὸ νομίζω ὄχι μόνον ἄσκοπον, ἀλλὰ καὶ βλαβερόν· διότι τοιουτοτρόπως ἄνευ λόγου θὰ φανῇ ὅτι ὁ τακτικὸς ἡμῶν Προϋπολογισμὸς εἶναι ἐξωγκωμένος εἰς βαθμὸν δυσανάλογον πρὸς τὰ μέσα καὶ πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου.
§74Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθη ζήτημα, ἐνῷ τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει. Τὸ ζήτημα εἶναι, α) τί ἔστιν ἔκτακτος δαπάνη, καὶ πῶς ζητεῖται ἀπὸ τῆς Βουλῆς; β) ἐὰν, δοθείσης τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως καὶ παρελθούσης τῆς χρήσεως, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ποιήσῃ χρῆσιν αὐτῆς, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νέαν πίστωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι δύναται νὰ ζητηθῇ ἔκτακτος καὶ αὖθις πίστωσις, πρὶν ἢ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ ἐνῷ διαῤῥήδην διεφώνησε καὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλλίας καὶ μετὰ τῶν λοιπῶν προαγορευσάντων, συνεπέρανε παραδόξως, ὅτι συμφωνεῖ μετ’ αὐτῶν. Τὸ ζήτημα νομίζω, ὅτι δύναται νὰ λύσῃ αὐτὸς ὁ νόμος, καὶ ὅστις ἀναγνώσει τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι βάσιμος, δὲν εἶναι δηλαδὴ σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον 14 τοῦ λογιστικοῦ νόμου ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει). Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, συντάττουσα τὸν Προϋπολογισμὸν, ὑπολογίζει τὰ ἐτήσια ἔξοδα καὶ ἔσοδα καὶ καταχωρίζει ταῦτα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Μετὰ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ, ἄλλα ἄρθρα κανονίζουσι τὰς ἀναπληρωτικὰς, συμπληρωτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Τὸ ἄρθρον 18 ῥητῶς κελεύει (ἀναγινώσκει). Ἔκτακτος πίστωσις λοιπὸν εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ παρουσιασθεῖσα μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι δαπάνη, μὴ καταχωρισθεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, σημαίνει, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὁ Προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη, ἡ δαπάνη αὕτη ἦτον ἄγνωστος, ἢ ὅτι ἄλλως δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἤδη, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατεχωρίσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἔκτακτος πίστωσις λοιπὸν ὑποθέτει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἐψηφισμένος· διότι, ἐὰν δὲν ἦναι, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἔκτακτος. Φρονῶ λοιπὸν ἀδιστάκτως, ὅτι καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου τοιαύτη εἶναι ἡ ἔκτακτος πίστωσις. Ἡ ἔκτακτος πίστωσις, ὅταν δοθῇ καὶ παρέλθῃ ἡ χρῆσις, δύναται νὰ γείνῃ ἔπειτα χρῆσις αὐτῆς;
§75ΤΙΝΕΣ. Κανεὶς δὲν λέγει αὐτό.
§76ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἓν παράδειγμα, ὅτι ἔγεινε τοιαύτη χρῆσις εἰς ἄλλα ἔτη, ἀλλ’ αὐτὸ θεωρεῖται παράνομον, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἦλθε μὲ τὸ δόγμα τῆς ἀνορθώσεως τῶν νόμων, πιστεύω, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ πράξῃ τὸ τοιοῦτον. Ὥστε ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι σήμερον αὐταὶ αἱ πιστώσεις, δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, οὕτω δὲ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον, τὰ δὲ παραδείγματα παρελθουσῶν ἐποχῶν δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσουν, διότι εἶναι ἐναντία τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
§77ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀρχίζουν αἱ πιστώσεις δι’ ἀποφάσεως τῶν Βουλῶν, ὡς τελευταία δὲ πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἔρχεται ὁ νόμος περὶ γενικῆς πιστώσεως, ὄχι Προϋπολογισμός.
§78ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ συμπεραίνων φρονῶ, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἤδη, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς τήρησιν τῶν ἄρθρων τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
§79Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§80ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις καθ’ ὃ ἐργολάβοι οἰκοδομῶν παραιτοῦνται τῆς συμβάσεως, ὥστε σήμερον ἐὰν οὕτως ἔχῃ, εἶναι περιττὸν νὰ ζητῆτε ἐκτάκτως καὶ κατεπειγόντως πιστώσεις, ὅπως ἐξοφλήσητε τὰ χρέη πρὸς τοὺς ἐργολάβους τούτους, οἵτινες ἀποχωροῦσι τῶν ἔργων, φθάνει νὰ τοὺς ἀπαλλάξητε τῆς εὐθύνης τῆς ἐν τῷ συμβολαίῳ· διὰ τοῦτο καλὸν εἶνε νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἵνα δώσῃ τὰς ἐξηγήσεις ἐνταῦθα, καθόσον εἶναι καὶ προσβολὴ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπουσιάζῃ εἷς Ὑπουργὸς πάντοτε ἀπὸ τῶν συνεδριάσεων· καὶ ἂν ἐνθυμῆσθε, νομίζω ὅτι ἄλλοτε ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις, διότι ὁ Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κύριος Γρίβας, δὲν προσήρχετο εἰς τὰς συνεδριάσεις.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§82ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μὰ σεῖς διατί τὸν κρύπτετε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον; Θέλετε νὰ τὸν ἐκμεταλλεύεσθε, φαίνεται, καὶ νὰ τοῦ παρουσιάζητε ἅπαντα ἕτοιμα ἵνα ὑπογράφῃ αὐτὸς ἐν ἀγνοίᾳ.
§83ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κρυφίως ἐργάζονται, καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται πρὸς ἐπίδειξιν ὅπως σεῖς καὶ οἱ ὅμοιοί σας.
§84ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἱεροκρυφίως. Σεῖς φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἐν σκότει κατειργασμένον εἶνε καλλίτερον τοῦ ἐν τῷ φωτί. Λοιπὸν καλὸν εἶνε νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδείξῃ ὅτι συζητοῦμεν περὶ ὄνου σκιᾶς, ὅταν οἱ ἐργολάβοι παραιτῶνται τῶν ἔργων. Κατὰ συνέπειαν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργός· διότι διαφορετικὰ παρουσιάζομεν μίαν σκηνὴν ἐξ ἐκείνων τῶν μυθιστορικῶν, καθ’ ἃς ἐπιδιώκεται ἐκμετάλλευσις ἑνὸς γέροντος, ὃν ἐπιμελῶς ἀποπλανῶσι τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως· οὕτω καὶ ὑμεῖς ἀπομακρύνετε τὸν γέροντα Ὑπουργὸν διὰ νὰ τὸν ἔχετε εἰς τοιαύτην θέσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ τὸν ἐκμεταλλεύεσθε ἐν ἀγνοίᾳ ὄντα τῶν συμβαινόντων, ἐκτὸς ἐὰν ᾖνε Ὑπουργὸς συνταγματικὸς καὶ αὐτὸς, καὶ ἑπομένως Ὑπουργὸς ἀκαταλόγιστος. Καὶ ὡς φαίνεται, τοιοῦτόν τι ἐπιδιώκει ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ ἔχωμεν ἀνευθύνους Ὑπουργούς. Ὡραῖον Πολίτευμα· ἀνεύθυνος Βασιλεὺς, ἀνεύθυνοι Ὑπουργοὶ, ἤτοι Βασιλεία τῶν ἀκαταλογίστων ἐν Ἑλλάδι.
§85ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τοῦ προταθέντος παρὰ τοῦ κ. Ζηνοπούλου καὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος τοῦ προταθέντος παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, θὰ ἔχωμεν συζήτησιν εὐρεῖαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ Ναυστάθμου· διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν τοιαύτην ψήφισιν.
§86Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ναυστάθμου.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν οὐσίαν Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται τὴν ἀναβολὴν ἢ ὄχι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§89ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη ἔλαβε σπουδαίας διαστάσεις· ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἐγὼ διὰ νὰ μὴ κωλύσω τὴν Βουλὴν σήμερον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀναβάλλω τὴν συζήτησιν περὶ ναυτικῶν, διότι τὸ ζήτημα ἔφερεν ὁ Πρωθυπουργὸς διαλύσας πᾶσαν ἡμῖν τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς συστάσεως τοῦ Ναυστάθμου ἐν Ἀράπῃ, διὰ τῆς δηλώσεώς του ὅτι ἔχει διαφορετικὴν γνώμην· ἐπειδὴ δὲ εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα, ἂν ἦναι ὀρθὸν νὰ ἦναι ὁ Ναύσταθμος ἐν Ἀράπῃ ἢ ὄχι, ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Βεβαίως ἡ εὐθύνη, ἂν πρέπῃ ἐν Ἀράπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχων ὁ Ναύσταθμος, ἡ εὐθύνη ἅπασα βαρύνει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884.
§91ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅταν εἰσήχθη τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχον παρακαλέσει τὸν Εἰσηγητὴν ἢ τὸν Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς ἐξέτασιν τοῦ Νομοσχεδίου, νὰ μᾶς φέρῃ τοὺς Προϋπολογισμοὺς ἑκάστου τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις· ἀτυχῶς οὐδὲν προσήχθη, οὔτε προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, οὔτε σχέδιον, οὔτε τίποτε, ἐξ ὅσων διατάσσει ρητῶς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ λογιστικοῦ Νόμου, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Νῦν νομίζω, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει αὔριον νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς δι’ ἕκαστον ἔργον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν· διότι ἐπὶ τῶν ἔργων αὐτῶν θὰ προβῶμεν εἰς δαπάνας μεγάλας, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς κατασκευὴν ἀτμομύλων, ἤδη ὅτε ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσι παντοῦ ἀτμόμυλοι, καὶ εἰς κατασκευὴν ἰδιαιτέρων τυπογραφείων. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐπειδὴ τοῦτο δὲν ἐγένετο εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ γίνῃ ἤδη.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐζήτησε τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ πλειοψηφίαν ἐθεώρησε ταῦτα περιττὰ, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, προέρχεται ἐκ δαπάνης πολὺ ἀνωτέρας, ψηφισθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1882. Ἐνόμισε δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι περιττὸν νὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὰ παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐξετάσῃ, δὲν ἔχει οὐδεὶς ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μέμφεται ὁ κ. βουλευτὴς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἢ τὸν Εἰσηγητὴν, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφάσισε νὰ μὴ ἐξετάσῃ ἐκ νέου ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἐξετάσασα ἤδη ἐπεψήφισεν.
§93ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ οὐδένα μέμφομαι· γνωρίζω κάλλιστα τὰς διαθέσεις τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἔχει πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ὅτι δὲν ἀμφιβάλλει περὶ τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ βεβαιώσω, εἶναι ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν ὁ Νόμος· ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, ὁσάκις ὑποβάλλῃ πιστώσεις δι’ ἔργα ὑπερβαίνοντα τὰς 3,000 δραχμὰς, νὰ ὑποβάλλῃ προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης δι’ ἕκαστον ἔργον χωριστά. Τοῦτο τὸ ἐζητήσαμεν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἔπραξεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Παρακαλῶ νὰ τὸ πράξῃ αὔριον.
§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ προσέτι καὶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Εὑρίσκω ἐν ἐδαφίῳ τινὶ τοῦ πίνακος, ὅστις εἶναι προσηρτημένος εἰς τὸ Νομοσχέδιον, ὅτι ζητεῖται πίστωσις 25,000 δραχμῶν διὰ γραφεῖον διευθύνσεως ὑλικοῦ πολέμου· ὑπολαμβάνω ὅτι αἱ 25,000 δραχμαὶ ζητοῦνται διὰ νὰ δοθῶσι διὰ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον θέλει τοποθετηθῆ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου· τὸ προσωπικὸν τοῦτο εἶναι ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἢ καθ’ ὑπέρβασιν αὐτοῦ;
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ· περὶ κτιρίου πρόκειται.
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀμφιβολίαι θέλουν διασκεδασθῆ, ὅταν παρουσιασθῇ ὁ κατάλογος ὁ περιέχων ὅλα τὰ ἔργα. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ Νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884). (Ἐπίσης εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 160,000 χορηγηθεισῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 277,000 χορηγηθεισῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§98ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔφερε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰς πληροφορίας τὰς ἔδωσα χθές.
§100ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς ἐζητήσαμεν νὰ φέρητε πλήρη τὸν κατάλογον, ἤτοι τὸν ἀπολογισμὸν, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἴδωμεν, καὶ ὠφείλετε νὰ τὸν φέρητε.
§101ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ἔλθητε, δύνασθε νὰ λάβητε ὁποιανδήποτε πληροφορίαν.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κλητῆρας μᾶς ἐκάμετε!
§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λέγω τοῦτο, κ. Σωτηρόπουλε, διότι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν χθὲς, ἀπαιτοῦσι χρόνον διὰ νὰ ἑτοιμασθῶσι. Τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰργάζετο μέχρι τῆς δύω μετὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ σήμερον μέχρι μεσημβρίας· καὶ ὑμεῖς καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, οἵτινες διήλθετε τὰ στάδια τῆς ὑπηρεσίας, γνωρίζετε ἐὰν ἐντὸς 2 ἢ 3 ὡρῶν δύνανται νὰ ἑτοιμασθῶσιν αἱ τοιαῦται πληροφορίαι· ἂν ἤθελον ζητηθῆ πρὸ 20 ἡμερῶν, δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδεμία ἔλλειψις.
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν χθὲς, ἦσαν τοσοῦτον ἁπλαῖ, ὥστε νομίζω ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου οἱ πολυπληθεῖς τοῦ Ὑπουργείου σου ὑπάλληλοι, τακτικοὶ καὶ ἔκτακτοι, ἠδύναντο νὰ συγκεντρώσωσιν αὐτάς.
§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ τὰ ἔχω ὅλα.
§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσα ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ πρὸς πρόληψιν τῆς ἐπιζωοτίας, πόσα διὰ δαμαλίδα, πόσα διὰ νοσοκομεῖα καὶ λοιπά. Ἐπειδὴ δὲ μᾶς εἴπετε ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 20,000 δραχμῶν διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας δὲν ἤρκεσε, καὶ ζητεῖτε προσέτι 12,000 δραχμάς, δέον νὰ μᾶς δώσητε σημείωσιν τῶν δαπανηθέντων.
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἔλλειψε χρόνος ὑλικός.
§108ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἐπερίμενον νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του, εἶναι εἰς τὸ 7, ὅλα αὐτά, εἶναι εἰς τὸ 7. (Ἀναγινώσκει) Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχομεν παρὰ τὰς 12,000 τῆς Ἀστυνομίας.
§110Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς πιστώσεως τῶν 277,000 δραχμῶν, δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωτε. Σᾶς ζητῶ πληροφορίας περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 30,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, διότι, ὡς λέγετε, δὲν σᾶς ἐπήρκεσαν αἱ πιστώσεις ὅσας σᾶς ἐχορήγησεν ὁ Προϋπολογισμὸς δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ὅλα· σᾶς εἶπον ὅτι τῆς Ἀστυνομίας δὲν ἐπρόφθασα νὰ φέρω. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει).
§112ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ζητῶ, ἀνάγονται εἰς τὰ ἔξοδα ἀστυνομικὰ καὶ ὑγειονομικά. Εὑρισκόμεθα νῦν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀφοῦ ψηφισθῇ σήμερον τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ. Κατὰ τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν σᾶς ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας καὶ σᾶς παρεκαλέσαμεν νὰ ἀνακοινώσητε αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζητήσαμεν, προσπαθεῖτε νὰ μᾶς ἀποπλανήσητε διὰ νὰ ἀποφύγητε νὰ μᾶς δώσητε τὰς πληροφορίας.
§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει).
§114ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἤμεθα ἁρμόδιοι ὡς Βουλευταὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν διαίρεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τμήματα· ἔχομεν ὅμως δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῶμεν τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Μετ’ ἐκπλήξεως δὲ ἀκούω ὅτι ἐν τῇ σημειώσει τῶν ἐξόδων, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκετε, περιλαμβάνονται ὡς ὑπουργικὰ ἔξοδα καὶ χιλιάδες δραχμῶν πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν Τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὰ θὰ πληρωθῶσιν. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἑξῆς ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο δι’ ἔλλειψιν πιστώσεων. (Ἀναγινώσκει).
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.....
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ χορηγεῖ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐγκαίρως πιστώσεις διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγῃ, ὅτι ἡ πίστωσις ὑπηρεσίας τινὸς δὲν ἀρκεῖ καὶ ζητεῖ ἀναπληρωτικήν, εἶναι ἐν τῷ δικαιώματί της, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ πληροφορηθῇ πῶς διετέθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τίνος ἕνεκα ζητεῖται ἄλλη. Δὲν ἐννοῶ διατί παραξενεύεσθε.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν παραξενεύομαι, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ καιρός.
§120ΤΙΝΕΣ. Τότε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι αὐταὶ ἔπρεπε νὰ ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεβάλετε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὐδέποτε συνέβη νὰ γείνῃ ἐξέτασις τοιαύτη εἰς τὸ κονδύλιον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τῆς Ἀστυνομίας τῆς πρωτευούσης.
§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοὺς κκ. ὑπουργοὺς, ὅτι ποτὲ δὲν ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον λεπτομερεῖς πληροφορίαι περὶ τῆς διαθέσεως τῆς πιστώσεως τοῦ κονδυλίου τούτου, τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ὁμολογῶ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἐπληρώθησαν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ἀκροατήρια νὰ χειροκροτῶσι καὶ ποδοκροτῶσιν, οὔτε μαθηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου (θόρυβος).
§124ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καιρὸν, ἐὰν εἶχε τὴν διάθεσιν, νὰ φέρῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας· πρῶτον, διότι πρὸ δύω μηνῶν ἐγὼ ἐζήτησα ταύτας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν προσήχθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρὸς ἐξέτασιν ...
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῦ γνωρίζω ἐγὼ τί ἐκάματε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;
§126ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἰδοποίησεν ὁ κ. Πρόεδρος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τελευταίως σᾶς ἐζητήθησαν, ἦτον ἀρκετὸν νὰ τὰς φέρητε, ἀφοῦ ἤρκεσε νὰ φέρητε πληροφορίας πολὺ δυσκολωτέρας, περὶ ὑγειονομικῶν καὶ ἄλλων δαπανῶν· δὲν ἠδυνήθητε ὅμως νὰ φέρητε καὶ τὰς περὶ τοῦ κονδυλίου τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, διότι εἶναι κονδύλιον, τὸ ὁποῖον διατίθεται λίαν κακῶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἴχετε ἢ νὰ εἴπητε εἰς τὸν Τμηματάρχην σας κ. Κανελλόπουλον νὰ σᾶς ἀντιγράψῃ ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν ἐνταλμάτων τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ μετ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἡ ἐργασία θὰ ἦτον ἑτοίμη. Ἀλλὰ τὸ ἔνταλμα ἑκάστου φέρει τὸ ὄνομα τοῦ λαβόντος τὰ χρήματα, καὶ τότε θὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χρήματα, καὶ θὰ γείνῃ γνωστὸν ποῦ ἐξηντλήθησαν καὶ ὑπὸ ποίων ἐλήφθησαν αἱ 20,000 καὶ αἱ 12,000, τὰς ὁποίας ζητεῖτε τώρα ἐπὶ πλέον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφέρατε τὰς πληροφορίας αὐτάς. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰς ὑπερβάσεις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου σπαταλῶνται διὰ σκοποὺς ὑποστηρίξεως πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀπόφασιν νὰ σπαταλήσῃ τὰς ἐκτάκτους ταύτας δαπάνας εἰς ἁβρότητας καὶ μεγαλοδωρίας, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἱκανοποιῇ πρόσωπα καὶ συντηρῆται ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, τότε δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀρκέσωσιν οὔτε τὰ 72,000,000 τοῦ περυσινοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε τὰ 100,000,000, τὰ ὁποῖα σήμερον ζητεῖτε ἀπὸ τὸν λαὸν διὰ τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ σας! Ἐζήτησα τὰς πληροφορίας περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς δαπάνης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς κάλπας καὶ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πέρυσιν ἠγέρθη συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ προσεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ βιομηχανία ὁλόκληρος τῶν φανοποιῶν τῆς Ἑλλάδος ὡς κακοήθης, διότι ἠθέλησεν, ὡς μᾶς ἔλεγε, νὰ συνεταιρισθῇ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ βλάψῃ τὸν δημόσιον θησαυρὸν, τὸν ὁποῖον ἐμερίμνησε νὰ σώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις. Τότε προσῆλθον ἐνταῦθα μετ’ ἀναφορᾶς τῶν καταστηματαρχῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ πρῶτον διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς μομφῆς, καὶ δεύτερον ἀπέδειξα, ὅτι ἀντὶ δύω φράγκων θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ προμηθευθῇ κάλπας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε τότε εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Βαλαβάνην καὶ τὸν κ. Δουζίναν (ἀναγινώσκει)· «Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ κάλπαι δὲν δύνανται νὰ στοιχίσωσι πλέον τῶν 2 φράγκων, εἶναι δὲ ἴσως δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖ ἡ κατασκευὴ αὐτῶν, προκειμένου περὶ 30,000 ἔτι εὐθηνότερον». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἀποκτήσῃ τὰς κάλπας εὐθηνότερον τῶν 2 φράγκων· τότε ἐγὼ τῷ ἔλεγον, εἶναι ἀδύνατον· ἴσως ἐτηλεγραφήσατε εἰς Μασσαλίαν ἢ εἰς ἄλλο μέρος, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξέλαβον, ὅτι θέλετε boites de fer blanc, κιβώτια ἐκ λευκοσιδήρου, ὄχι κάλπας κατὰ τὸ Ἑλληνικὸν σύστημα, διότι ἐκεῖ εἶναι ἄγνωστοι αὐταὶ, διότι ψηφοφοροῦσι διὰ ψηφοδελτίων, καὶ ἀπήντησαν 2 φράγκα. Ἀμέσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ἐπιχείρημα καὶ ἐπετέθη κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας, καὶ τότε τῷ εἶπον ἐγὼ, ἰδοὺ, ἀναγνώσατε τὰ πρακτικὰ, ὅτι πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προμηθευθῇ ἐξ Εὐρώπης τόσῳ εὐθηνὰς κάλπας, ὅτι συμβαίνει λάθος τι, ὅτι ἂν παραγγείλῃ ἐν Εὐρώπῃ, θὰ κοστίσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολὺ ἀκριβὰ καὶ θὰ βλαβῇ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία, ἥτις ἔχει προμηθευθῇ τὰ εἴδη κλπ.... Βλέπετε ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ πλήρη λογαριασμὸν τῆς δαπάνης, ἣν ἐξέθηκα τότε· κατὰ τὸν λογαριασμὸν τοῦτον ἦτον ἀδύνατον νὰ δαπανηθῶσιν ὀλιγώτερα τῶν 4 δραχμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινεν εἰς τὰ 2 φράγκα καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε μικρὰν πίστωσιν, καὶ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ περίσσευμα.
§127ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐδαπάνησεν ὀλιγώτερα, παρ’ ὅσα ὑπελογίσατε σεῖς.
§128ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Συζητοῦμεν περὶ τοῦ ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἔλεγε τότε, ὅτι θὰ ἀποκτήσῃ κάλπας ἀντὶ 2 φράγκων, καὶ σήμερον ζητεῖ νέαν πίστωσιν.
§129ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀκούωμεν συζητοῦντας περὶ καλπῶν.
§130ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν βαρύνεσαι νὰ ἐργασθῇς, δύνασαι ν’ ἀναχωρήσῃς.
§131ΦΩΤΗΛΑΣ. Μὰ εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως αὐτό;
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§133ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὴ πειράζεσαι, κ. Φωτήλα, ἐγὼ κοπιάζω περισσότερον ἀπὸ σᾶς.
§134ΦΩΤΗΛΑΣ. Τώρα ἀναβαίνω ἐγὼ νὰ ἀναγνώσω τὸν Θουκυδίδην.
§135ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ἦσθε διανοητικῶς κατεσκευασμένος οὕτως, ὥστε νὰ ἀναγινώσκητε τὸν Θουκυδίδην, προκειμένου περὶ πιστώσεως δι’ ἐκλογικὰ εἴδη, εἶσθε ἐλεύθερος. Ἐγὼ εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι τότε ἡ Κυβέρνησις ἐπέῤῥιψεν ἄδικον μομφὴν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν παρήγγειλεν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν τιμὴν περίπου, τὴν ὁποίαν ἐδῶ ἐζήτουν, ἀλλὰ κατεσκεύασε κιβώτια καὶ κάλπας, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι ὅλως ἄχρηστα, διότι ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἐλαχίστην οἰκονομίαν ἐν οὐ δέοντι. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προσβληθείσης Ἑλληνικῆς βιομηχανίας πέρυσι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 277,000, χορηγηθεισῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς). Ἠκούσατε τὸ νομοσχέδιον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἐκ δραχ. 2,138.
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία (θόρυβος). (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 130.
§139ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ, διότι εἶμαι ὁ μόνος ἀντιπολιτευόμενος ἐνταῦθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν, παρακαλῶ νὰ προσέλθῃ ὁ κ. Λιδωρίκης, ὁ κ. Ἀθανασιάδης, ὁ κ. Κασιμάτης, ὁ κ. Κάρτσωνας (θόρυβος).
§140Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Τερτίπης.
§141ΧΟΪΔΑΣ. Διότι αὐτοὶ ἐσημειώθησαν ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς παρόντες, ἀλλ’ ἤδη δὲν εἶναι παρόντες.
§142ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Εἶμαι παρών.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου ὁ κατάλογος (θόρυβος).
§144ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγείρεται δυσπιστία, ὅτι οὐκ ἐσμὲν ἐν ἀπαρτίᾳ.
§145ΣΤΑΪΚΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος ἐκ νέου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 127. Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ· ἡσυχία νὰ προχωρήσωμεν. (Κατόπιν ἀναγινώσκονται τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια εἰς τρίτην συζήτησιν καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστῳ ψηφοφορίας). 1) Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἐκ δραχ. 2,138. 2) Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 53,000. 3) Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1883 ἐκ δραχ. 333,487. 4) Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 75,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1883. 5) Περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884. 6) Περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ μετ’ οἴνου ἢ γλεύκους ἀναμιγνυομένου οἰνοπνεύματος).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς κατασχέσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κτλ. (ἀναγινώσκεται).
§148ΧΟΪΔΑΣ. Θέλω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταψηφίσῃ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς, οὔτε διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, οὔτε διὰ τοὺς βουλευτὰς νὰ μὴ κατάσχεται ὁ μισθός.
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι διὰ τοὺς βουλευτάς.
§150ΧΟΪΔΑΣ. Διότι τώρα θὰ τοὺς ἀρνοῦνται καὶ τὸν ἄρτον, διότι γνωρίζω ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ὡρισμένα παντοπωλεῖα λαμβάνουν καὶ τὸ λάδι καὶ τὸ βούτυρον· εἰξεύρετε ἤδη τί θὰ συμβῇ; θὰ τοὺς ὠθήσετε εἰς τὸ νὰ ἐκδίδουν συναλλάγματα, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχετε κατασχέσεις ἐπὶ τῶν μισθῶν, θὰ ἰδῆτε κατασχέσεις τῶν προσώπων, θὰ ἰδῆτε προσκόμματα, θὰ ἰδῆτε προσωπικὰς κρατήσεις, θὰ ἰδῆτε Δικαστὰς εἰς τὴν φυλακήν. Παρακαλῶ λοιπὸν θερμῶς ν’ ἀναστείλετε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προτάξατε ἄλλα.
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναγκαιότατον, εἶναι ἀναγκαῖον χάριν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες δὲν τὸ θεωροῦσι καταπιεστικὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ θεωροῦσιν εὐεργετικόν, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον καὶ χάριν τοῦ Δημοσίου ταμείου ὑφισταμένου σπουδαιοτάτας ζημίας. Ὡς ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον δικαιώματος κατασχέσεως, δίκαι ἄπειροι ἐγένοντο, συμπαιγνίαι συμβαίνουσι πολλάκις, καὶ ὁ δανειστὴς πληρώνεται, καὶ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, διότι δὲν γίνεται ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένη δήλωσις, δίκαι δὲ συνεχῶς ἐγείρονται κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος θεωρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς κατασχέσεως ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς μία τῶν κυριωτέρων πληγῶν τῆς ὑπηρεσίας τῆς εἰς αὐτὸν ἀνατεθειμένης καὶ οὐδένα ἕτερον τρόπον βλέπει ἀπαλλαγῆς ἢ τὸν τῆς ἀπαγορεύσεως. Ἐξεταζόμενον δὲ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης οὐδὲν περιέχει τὸ ἔκρυθμον καὶ μὴ ἠθικόν. Οἱ συναλλαττόμενοι θὰ γνωρίζωσιν ἐν τῷ μέλλοντι—διότι περὶ τοῦ παρελθόντος δὲν πρόκειται—ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατάσχεσις, ἑπομένως ἐν τῇ συναλλαγῇ θὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἀναλόγως θὰ παρέχωσι πίστιν· ἡ ἄρνησις δὲ πίστεως εἰς τὸν μὴ ἔχοντα τὰ μέσα ἵνα πληρώσῃ εἶναι εὐεργέτημα καὶ χειρίστη ὑπηρεσία εἶναι ἡ παροχὴ πίστεως ἀνωτέρας τῶν πόρων τοῦ πιστουμένου. Ἀφαιρουμένων τῶν μέσων τῆς περὶ τὰς δαπάνας ἀπρονοησίας, ἐξαναγκάζεται ἕκαστος νὰ ζῇ ἀναλόγως τῶν πόρων του.
§152ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§153ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν πάντες ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὁρμώμενοι ἀπὸ τῶν σκέψεων, ἀφ’ ὧν ὡρμήθη εἰς τὴν ὁμιλίαν του καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλήσας. Ἅπαντες, φρονῶ, εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ψηφίζοντες ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ψηφίζομεν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι εὐεργετικόν. Ἐὰν παρίσταντο πάντες οἱ ὑπάλληλοι ἐνταῦθα, μιᾷ φωνῇ ἤθελον ἀποδοκιμάσει ὅσα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς. Ἰσχυρίσθη ὅτι οἱ ὑπάλληλοι θὰ ἀπολέσωσι πᾶσαν πίστιν, ἀλλ’ ἡ χορηγουμένη εἰς τοὺς ὑπαλλήλους πίστις στηρίζεται σχεδὸν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πεποίθησιν, τὴν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ προσώπου αὐτῶν, διότι καὶ ἄνευ τῆς κατασχέσεως οἱ ὑπάλληλοι καὶ νῦν δύνανται νὰ διαθέσωσι τὸν μισθόν των ἐκχωροῦντες αὐτὸν εἰς τρόπον ὥστε νὰ ματαιώσωσι πᾶν μέσον ἀσφαλείας τῶν δανειστῶν· ὅθεν φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἵνα μὴ ψηφίσῃ τις ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς κατασχέσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐκχωρήσεως καὶ κατασχέσεως τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου κλπ. ὀφειλομένων εἰς ἐργολάβους, προμηθευτὰς καὶ ἐργάτας).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς καὶ πωλήσεως τοῦ πετρελαίου.
§156ΧΟΪΔΑΣ. Μόνον δύω λέξεις. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἰμὶ ἁγνὸς καὶ ἄδολος δημοκρατικός· τοιοῦτον δὲ νομοσχέδιον θεωρῶ ἀντιβαῖνον οὐ μόνον εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς συνταγματικὰς. Εἶναι προϊὸν δεσποτικῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ αὐταρχικὸς κύριος Τρικούπης θ’ ἀναγνωρίσῃ τὸ λάθος του. (Ἀναγινώσκεται τὸ περὶ πετρελαίου νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς κατασκευῆς, εἰσαγωγῆς καὶ πωλήσεως τῶν παιγνιοχάρτων.
§158ΧΟΪΔΑΣ. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ᾖναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καταστήσῃ μίαν μεγάλην καὶ ἐλευθέραν Ἑλλάδα, δὲν ἐννοῶ πῶς αὐτὸς ὁ τόσον ἠθικὸς ἄνθρωπος, ὁ τόσον ἐγκρατὴς, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ ὕδατος εἶναι πολέμιος καὶ τοῦ ζύθου καὶ τοῦ οἴνου καὶ τόσων ἄλλων κακῶν, νὰ ᾖναι φίλος τῶν παιγνιοχάρτων ὁ ἐχθρὸς τῶν χαρτοπαικτῶν, καὶ νὰ καθιστᾷ μονοπώλιον τὴν κατασκευὴν παιγνιοχάρτων, ἐνῷ πρέπει νὰ καταργήσῃ τὸ χαρτοπαίγνιον, καὶ νὰ μεταχειρισθῇ πᾶν μέσον πρὸς ἐξάλειψιν τοῦ κακοῦ. Εἶμαι λοιπὸν κατὰ τοῦ νόμου καὶ κατὰ τῆς κατασκευῆς παιγνιοχάρτων ἐν Ἑλλάδι. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς παιγνιοχάρτων καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος, τῆς εἰσαγωγῆς, κατασκευῆς καὶ πωλήσεως τῶν χημικῶν πυρείων.
§160ΧΟΪΔΑΣ. Εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, καὶ διότι εἶναι νομοσχέδιον δεσποτικοῦ, τυραννικοῦ καὶ οὐχὶ ἐλευθέρου Κράτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδεύσεως ναυτικῶν δοκίμων.
§162ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ἀρκοῦν πλέον, κ. Πρόεδρε.
§163ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, ἐμπρός.
§164ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§165ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 128).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 128. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄνω νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ὁμοίως εἰς αʹ. συζήτησιν 1) τὸ περὶ τροποποιήσεως τῆς τροφοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, 2) τὸ περὶ προβιβασμοῦ καὶ μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, 3) τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΠΝΗʹ περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, καὶ 4) τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΛΖʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀποφοιτώντων ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§168ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει αὐτὸς ὁ νόμος; Τί ἐξετάσεις πρόκειται νὰ γείνουν;
§169ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον οἱ ἀνθυπασπισταὶ προβιβάζονται μόνον, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὰ προσόντα, ταῦτα δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ βεβαιῶνται δι’ ἐξετάσεως πρακτικῆς περὶ τὰ στρατιωτικά.
§170ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε μέτρα περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ὑπηρέτησαν τὴν Πατρίδα εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ληστείας, καὶ εἶναι ἄδικον νὰ τοὺς ῥίψωμεν εἰς τὰς ὁδούς.
§171ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σκοπὸς τοῦ νόμου τούτου, ἐπιπροσθέτοντος εἰς τὰ περὶ προσόντων ἐν ἄλλοις νόμοις, ὅτι ταῦτα θέλουσι βεβαιωθῆ ὑπὸ Ἐπιτροπῆς ἐξ ἑνὸς Συνταγματάρχου καὶ δύω Ἀντισυνταγματαρχῶν, εἶναι ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογῆς. Ἀντὶ νὰ ἀποφασίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τίς ὁ ἔχων τὰ προσόντα, θὰ ἀποφασίζῃ τοῦτο Ἐπιτροπή.
§172ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ περιπέσωμεν ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας ἑνὸς Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τριῶν Ὑπουργῶν.
§173ΣΤΑΪΚΟΣ. Πρὶν ἐπίσης ὅλοι οἱ ἀνθυπασπισταὶ προβιβαζόμενοι εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς ὑπεβάλλοντο εἰς ἐξετάσεις πρακτικάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς ά. συζήτησιν). (Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ τὰ ἑπόμενα Νομοσχέδια ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Περὶ μορφώσεως ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ σώματος. Περὶ συστάσεως προπαρασκευαστικοῦ ὑπαξιωματικῶν Σχολείου. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΩΚΒʹ. περὶ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ. Περὶ χορηγήσεως προκαταβολῆς εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ταμείων καὶ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§175ΦΩΤΗΛΑΣ. Μίαν λέξιν. Οἱ εἰσπράκτορες δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἐντόπιοι, διὰ νὰ λείψουν ὅλαι αἱ ἀξιώσεις καὶ ὅλα τὰ κακὰ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Πρέπει δὲ νὰ αὐξηθῇ καὶ ὁ μισθός των (θόρυβος). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον). (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια Περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ταμείων καὶ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμου. Περὶ συστάσεως οἰκονομικῶν ἐφορειῶν ἐν Πειραιεῖ, Ἁλμυρῷ καὶ Κέᾳ καὶ τοῦ διορισμοῦ ὑπαλλήλων ἐν ταῖς οἰκονομικαῖς ἐφορείαις τοῦ Κράτους. Περὶ μεταῤῥυθμίσεών τινων τοῦ νόμου ΑΡΚΣΤʹ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ).
§176ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς, διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις). (Ὥρᾳ 10½ Μ. Μ.)