1884.02.23
2.095 στίχοι · 15.366 λέξεις · 49 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
τῆς 23 Φεβρουαρίου 1884.
(Πέμπτη)
(Ὥρα 4 Μ. Μ.)
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ, καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν Ἀρχῶν τοῦ Κράτους. (Ὅρα Παράρτημα).
§2Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μετὰ τὸ πέρας τῶν μεγάλων ἔργων, τῶν ὁποίων τὸ μεγαλείτερον ἐν τῷ σημερινῷ αἰῶνι εἶναι ἡ ἐπανάστασις ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος, μνημονεύονται καὶ ἀνταμείβονται οἱ συντελοῦντες εἰς τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ὑπηρεσίας, ἣν παρέχει ἕκαστος, συμπεριλαμβάνονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ πρῶτοι δεικνύοντες θάῤῥος καὶ ἐπιμέλειαν, καὶ οὗτοι πρέπει ν’ ἀπολαμβάνωσι καὶ μεγαλειτέραν περιποίησιν, διότι δίδουσι τὸ παράδειγμα, καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός. Ὅταν ἐξηγέρθη ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ σημαία τῆς ἐπαναστάσεως ὑψώθη εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Γερμανοῦ καὶ ἄλλων προεστῶν καὶ ἀρματωλῶν. Μεταξὺ τῶν ἀρματωλῶν ἦτο καὶ ὁ Ἀναγνώστης Στριφτόμπολας, ὅστις λαβὼν ἰσχυρὸν ἀπόσπασμα μετέβη ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπόλεως, τῆς πρωτευούσης τῆς Πελοποννήσου, καὶ κατέλαβε τὸ χωρίον Λεβίδι, ἀπέχον 4 ὥρας τῆς Τριπόλεως. Τὴν Πέμπτην τοῦ Πάσχα, 14 Ἀπριλίου, ἰσχυρὸν σῶμα Ὀθωμανῶν (διότι εἶχε φθάσει εἰς Τρίπολιν καὶ ὁ Κεχαγιάμπεης) ἐπετέθη ἐκεῖ κατὰ τοῦ Στριφτόμπολα καὶ τῶν λοιπῶν ἐκεῖ μενόντων ὁπλιτῶν. Ὁ Στριφτόμπολας ἀντέστη καὶ κατώρθωσε ν’ ἀπωθήσῃ τοὺς Ὀθωμανούς, ἀλλ’ ἔπεσεν εἰς τὴν μάχην, ὅπως τὴν 10 Ἀπριλίου ἔπεσεν εἰς τὴν ἐν Κερασίᾳ μάχην ὁ ἀρχηγὸς τῶν Λακεδαιμονίων γεροαρματωλὸς Ἀντ. Νικολόπουλος, καὶ οὗτοι εἶναι οἱ δύω πρῶτοι πεσόντες ἀρχηγοὶ Ἐπαρχιῶν. Ὁ Στριφτόμπολας πεσὼν, ἀφῆκε δύω θυγατέρας. Ὁ υἱός του εἶναι ἀξιωματικὸς τῆς φάλαγγος, ἀλλ’ αἱ θυγατέρες του δυστυχοῦσι, οὐδεμίαν ἔλαβον περίθαλψιν καὶ σήμερον πένονται. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν αὐτῶν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ μετ’ ἐπιμελείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα φροντίσῃ νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὰς βοήθειαν, διότι εἶναι καὶ μητέρες πολυπροσώπου οἰκογενείας, ἀφοῦ ὁ μὲν πατὴρ αὐτῶν ἔπεσε καὶ δὲν ἔλαβεν ἀμοιβὴν, αὐταὶ δὲ οὐδὲν ἔλαβον μέχρι τοῦδε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ ἀναφορὰ θὰ σταλῇ πρότερον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ἀπαιτῶ νὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ συστηθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ὅ,τι διαγράφει ὁ Κανονισμός. (Ἐνταῦθα δίδει τὸν ὅρκον τοῦ βουλευτοῦ ὁ βουλευτὴς Ὄρους κ. Πολυχρόνης Κωνσταντᾶς).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκπληρῶ λυπηρὸν καθῆκον, ἀναγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀποβίωσιν τοῦ βουλευτοῦ Κυνουρίας Χαραλάμπους Χρηστοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντά του μετὰ μεγάλου ζήλου, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν στέρησιν θέλει αἰσθανθῆ βαθέως ἡ Βουλή.
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαχθέντα μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀνικανότητα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπρότεινε εἰς αὐτὸν, ἵνα καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐκ νέου σύστασιν τῶν ἐν Αἰγύπτῳ μικτῶν Δικαστηρίων.
§9ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παράτασιν τῶν μικτῶν Δικαστηρίων ἐν Αἰγύπτῳ, δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ καταθέσω ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι συνδέονται μετ’ ἄλλης προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως περὶ χορηγήσεως εἰς αὐτὴν ἀνωτέρου τινὸς ἀριθμοῦ δικαστῶν, ἡ ὁποία ἤδη συζητεῖται. Ἐκκρεμοῦς λοιπὸν οὔσης τῆς ὑποθέσεως, ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω ἀναβολὴν πρὸς κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁμοίαν ἀναβολὴν θέλω ζητήσει καὶ ἐγὼ διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὑπὸ σκέψιν’ ὅταν περατωθῇ, θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα.
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ὑπόθεσίς σας ἀφορᾷ ἐσωτερικὸν ζήτημα.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω πᾶσαν ἐξήγησιν καὶ πάντα ἔλεγχον, καὶ νὰ ἀναδεχθῶ προθύμως πᾶσαν εὐθύνην εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνεργείας μου’ ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος καὶ ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, γνωρίζουσι κάλλιστα, ὅτι εἶναι στιγμαί τινες διεξαγωγῆς τοιούτων ζητημάτων, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἐλεύθερος νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ζητούμενα.
§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα, ἂν δὲν ἐπερατώθη ἡ ὑπόθεσις, ἐὰν εἰσέτι δὲν ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνικανότης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου, πρὸς βεβαίωσιν τῆς ὁποίας ἐγένοντο διάφοροι πράξεις ὑπὸ τῆς Ἀρχῆς. Ὅταν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προβῇ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πράξεων τῶν γενομένων ἤδη πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀνικανότητος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Βεβαίως.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§16ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι βλέπων, ὅτι δὲν ἐνοήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴν καὶ φίλον μου. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπὶ τῶν πεπραγμένων ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, οὔτε ἠρνήθην νὰ δώσω πληροφορίας περὶ τῆς μέχρι τοῦδε καταστάσεως τῆς ὑποθέσεως. Ἐδήλωσα μόνον, ὅτι δὲν νομίζω ἐπιτετραμμένον μοι νὰ καταθέσω ἤδη τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ συγχρόνως ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω πᾶσαν πληροφορίαν καὶ ἐξήγησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως· ἐξήγησα, ὅτι εἶναι στιγμαὶ ὑπουργικῆς ἐνεργείας, καθ’ ἃς δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ ἀμέσως ἐκκρεμοῦς ὑποθέσεως ζητούμενα ἔγγραφα. Ἐννοῶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τοῦ ἀσκεῖν τὸν ἔλεγχον αὐτῆς ἐπὶ πάσης πράξεως καὶ οὐχὶ σκέψεως τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰμὶ δὲ ἕτοιμος νὰ δεχθῶ τὴν πρόκλησιν μετὰ θάῤῥους πρὸς ἔρευναν καὶ ἔλεγχον πάσης μου πράξεως. Τὰ μὲν λοιπὸν ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, δὲν μοὶ εἶναι εὔκολον νὰ καταθέσω, προκαλούμενος ὅμως νὰ δώσω περὶ τῶν μέχρι τοῦδε πληροφορίας, πράττω τοῦτο μετὰ πάσης προθυμίας. Δυστυχῶς, κύριοι, εἶναι ἀληθές, ὅτι πρὸ πολλοῦ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου πάσχει δεινῶς· ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς ὑγείας του ἐπηρεάσθη οὐσιωδῶς ἡ διεύθυνσις τῶν τῆς Ἐκκλησίας Ζακύνθου πραγμάτων, καὶ πολλὰ πρὸ πολλοῦ ὑπεβλήθησαν περὶ τούτου παράπονα, ἐσχάτως δὲ καὶ ὁ Νομάρχης Ζακύνθου ἀνέφερε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς δυσαρέστου καὶ ἐκρύθμου καταστάσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης, ἀποστείλας καὶ ἔκθεσιν τῶν ἐπισκεπτομένων τὸν Ἀρχιεπίσκοπον ἰατρῶν, βεβαιοῦσαν τὸ ἀνίατον τῆς παθήσεως αὐτοῦ καὶ τὴν παντελῆ αὐτοῦ ἀνικανότητα εἰς ἐκτέλεσιν τῶν νομίμων αὐτοῦ καθηκόντων. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἦτον ἀνωμοτὶ συντεταγμένη. Προκαλούμενος δὲ εἰς σκέψιν ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ προβῶ εἰς τὴν περὶ τούτου ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν. Ἐπέστρεψα λοιπὸν τὴν ἔκθεσιν τῶν ἰατρῶν πρὸς τὸν Νομάρχην Ζακύνθου, καὶ προσεκάλεσα αὐτὸν νὰ καλέσῃ τρεῖς ἰατρούς, οἵτινες ἐνόρκως νὰ βεβαιώσωσι τὰ τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἡ διαταγὴ ἐξετελέσθη, καὶ ἡ ἔνορκος ἔκθεσις τῶν τριῶν ἐπιστημόνων ἰατρῶν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε οὐδὲ εἰς ταύτην τὴν ἔκθεσιν νὰ ἀρκεσθῶ, ἀλλὰ διηύθυνα ταύτην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὸ Ἰατροσυνέδριον ἐκύρωσε τὰ συμπεράσματα τῶν ἐνόρκως ἀποφηναμένων ἐκ Ζακύνθου ἰατρῶν. Ὅτε δ’ ἀπεστάλη μοι ἡ γνωμοδότησις καὶ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ἐθεώρησα ὅτι δὲν ὑπελείπετο πλέον ἄλλο στάδιον ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως, καὶ διεβίβασα τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἥτις μελετήσασα ταῦτα, καὶ ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὸν νόμον περὶ Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν, γνωμοδοτεῖ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἀντικαταστάσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου, περιστάντος ἐκ φυσικῆς αἰτίας εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων.
§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, καὶ τοῦτο λέγω δι’ ὅσους τυχὸν ἀνησυχεῖ ἡ ἐμφάνισίς μου εἰς τὸ βῆμα. Ὁ κ. συνάδελφος βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος παρατηρῶ, ὅτι εἶχε δίκαιον ὅταν ἐπέμενε νὰ μὴ συναινέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων. Τὸ δικαίωμα τοῦ ζητεῖν ἔγγραφα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐγὼ ἤκουσα ὅτι ἐτελέσθη πρᾶξις τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς καὶ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἐρευνήσω τὴν γενομένην πρᾶξιν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρέστησεν ὅτι δὲν συνετελέσθη, ἀλλ’ ὅτι ἐξ ἐναντίας τὰ πράγματα εἶναι εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῶσιν· ἐγὼ δὲ ἐνέδωκα ἀμέσως εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν, ἀπέδειξαν τοὐναντίον, ἤτοι ὅτι συνετελέσθη ἡ πρᾶξις τῆς Ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ ἐλέγξω, ὡς ἐγὼ εἶχον μάθει ὅτι εἶχε συντελεσθῆ, οὗ ἕνεκα ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησιν. Ἡ φροντὶς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Νομάρχης ἔλαβε διὰ νὰ πληροφορήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου διατελεῖ ἐν ἀνικανότητι, ἐκίνησε τὴν μέριμναν τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ οὗτος ἠσχολήθη ν’ ἀνεύρῃ καὶ βεβαιώσῃ ἂν πράγματι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου περιέπεσεν εἰς ἀνικανότητα. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν Νομοθεσίαν ἡ πολιτικὴ Ἀρχὴ πρὸς τοῦτο. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔλαβε παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἦλθεν εἰς ἀνικανότητα, εἶχεν ἄλλο καθῆκον, νὰ φωτίσῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἀνικανότητος, ἂν δὲν ἐλάμβανεν αἴτησιν περὶ τούτου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δὲν ἠδύνατο δὲ μόνος νὰ ἐπιληφθῇ πράξεως σκοπούσης τὴν βεβαίωσιν ἀνικανότητος ἱεράρχου, διατελοῦντος ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ἄλλης Ἀρχῆς, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· διότι, κατὰ τὴν Νομοθεσίαν ἡμῶν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι θρησκευτικὴ κοινωνία ἀνεξάρτητος καὶ αὐτοτελὴς, ἡ ὁποία ἔχει ἰδίους νόμους, ἰδίας ἀνάγκας, ἰδίους σκοποὺς, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχει ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐπιτηρεῖ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἡ πολιτικὴ κοινωνία λοιπὸν καὶ ἡ θρησκευτικὴ συμβαδίζουσι καὶ συμπράττουσιν, ἀλλ’ εἶναι αὐτοτελεῖς καὶ ἀνεξάρτητοι, ἡ μία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς ἄλλης. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σοβαρὸν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὁρίσῃ ποίαν ἡμέραν θέλει. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ παρεμβάλλωμεν οὐδὲν πρόσκομμα.
§18ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μετὰ μίαν ἑβδομάδα.
§19ΤΟΜΠΑΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ καθιδρύσεως σχολῆς τῶν τορπιλληπῶν ἐν τῷ ἐν Σαλαμῖνι Ναυστάθμῳ. Ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ διατηρήσεως τῶν ἐν Πειραιεῖ καὶ Σαλαμῖνι ναυτικῶν θεραπευτηρίων. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μᾶς κάμνετε καὶ μίαν περίληψιν.
§21ΤΟΜΠΑΖΗΣ. Συνοδεύονται τὰ Νομοσχέδια ὑπὸ ἐκθέσεως. Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ προβιβασμοῦ τῶν Μηχανικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Ὡσαύτως ἕτερον περὶ ἀρχαιότητος τῶν ἐπικούρων ἀνθυποπλοιάρχων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. (Ὅρα Παράρτημα).
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν Νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων· ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι συμπληρώσεις τινὲς, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν. Ἐπίσης ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς ἀποπείρας τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἐκ τῆς καταργήσεως ἀποτελέσματα θέλουσιν εἶσθαι πολὺ μεγαλείτερα, ἂν προβῶμεν καὶ εἰς τὴν κατάργησιν πάσης διακρίσεως μεταξὺ συνήθων καὶ συνοπτικῶν ὑποθέσεων, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἰς μίαν τῶν ἐπερωτήσεών μου, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων περὶ τῶν μικτῶν δικαστηρίων τῆς Αἰγύπτου. Ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἀπάντησιν ταύτην, καθόσον μᾶς παραπέμπει εἰς ἀπέραντον μέλλον· διότι πιστεύω νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ αἴτησις, ἣν ἐμνημόνευσε, περὶ τῶν δικαστηρίων τῆς Αἰγύπτου, χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1874, ὁπότε ἐζητήσαμεν καὶ ἕνα ἀνώτερον δικαστήν, σήμερον δὲ μετὰ δέκα ἔτη τὸ ζήτημα εἰσέτι δὲν ἐλύθη. Φρονῶ δὲ ὅτι εἶμαι ἐλεύθερος νὰ συζητήσω εἰς προσεχῆ συζήτησιν περὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀπαντήσῃ· διότι ἔχω τινὰς πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων φαίνεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξετέθη πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐλησμόνησε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἑτέραν μου ἐρώτησιν, εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἂν φρονῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει ἀκόμη μυστηριώδης πέπλος νὰ καλύπτῃ τὸ ζήτημα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει πλέον ἡ σιγὴ νὰ παύσῃ, καὶ νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνισμὸς, τοὐλάχιστον ὁ ἐλεύθερος, τί συμβαίνει, τί ἐνεργεῖται ἐπὶ τῆς μεγάλης ταύτης ὑποθέσεως.
§24ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως, κύριοι βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων, τὸ ὁποῖον ἅπτεται ἀμέσως τῶν μεγίστων συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ; ἑπόμενον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς σπουδαιοτέρας μερίμνης ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ βεβαίως εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπερωτήσαντος μόνον ὑποκρινόμενος θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀρνηθῶ τὴν ἐν αὐτῇ, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, ἀπήχησιν τοῦ γενικοῦ αἰσθήματος ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν συγκινῇ καὶ συνταράττῃ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν, ὅτι, πολιτικῶς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἡμῶν, καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὡς πρό τινων ἡμερῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λίαν ὀρθῶς παρετήρησε πρὸς ὑμᾶς. Τὸ ζήτημα τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον ζήτημα ἐσωτερικὸν τῆς Τουρκίας· ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην, ὡς καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἄλλοις ἀκόμη κύκλοις ἄλλων πρωτευουσῶν πιστεύεται, παρέχει πολλὰς καὶ βασίμους ἐλπίδας δικαίας λύσεως· τοῦτο δὲ ἰδίως διὰ τὸν διπλοῦν ἑξῆς λόγον, ἤτοι διὰ τὸν λόγον τῆς ἀνωτέρας συνέσεως, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ ὑψηλοῦ φρονήματος τοῦ σήμερον ἐν Τουρκίᾳ βασιλεύοντος, ὅστις οὔτε θρησκευτικοὺς ἀγῶνας θὰ θελήσῃ νὰ προκαλέσῃ ἐν τῷ Κράτει αὐτοῦ, οὔτε θ’ ἀνεχθῇ ποτε ν’ ἀφαιρεθῶσιν, ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ὑπηκόων του δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οἱ πρόγονοί του τοῖς παρεχώρησαν, καὶ τὰ ὁποῖα διηνεκῶς μέχρι τοῦδε οὗτοι ἐκαρποῦντο. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἕτερόν τι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ἐπίσης τὴν ἀναγνώρισιν τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων ὑπὸ τῆς Ὑψ. Πύλης. Τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο εἶναι ἡ ἐσχάτως ἐπελθοῦσα ἔκδοσις ἀναλλοιώτου τοῦ Βερατίου τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ πῶς τὸ ὑφιστάμενον ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς ἤθελεν εἶσθαι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐνῷ δὲν ἤθελεν ὑπάρχει τοιαύτη, ἵνα τροποποιηθῇ ἐν Ἱεροσολύμοις. Κατὰ δεύτερον λόγον τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, αἵτινες διὰ τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Βερολίνου, ἀνεγνώρισαν ῥητῶς, ὅτι ἐδόθη ὑπὸ τῆς Ὑψ. Πύλης ὑπόσχεσις εἰς αὐτὰς ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως ἀπαραμειώτου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος ἐν Τουρκίᾳ. Τούτων οὕτως ἐχόντων, πείθομαι καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ λάβῃ ἐν τέλει αἰσίαν λύσιν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ παύσῃ ὁ ἐρεθισμὸς, ὅστις ἐπικρατεῖ σήμερον ἐν παντὶ τῷ πληρώματι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ θὰ μείνῃ ἑπομένως καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐλευθέρα, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁποίαν ἔχει εἰλικρινῆ ἐπιθυμίαν καὶ σταθερὰν πρόθεσιν, ἵνα ὄχι μόνον διατηρήσῃ, ἀλλὰ καὶ συσφίγξῃ ἔτι μᾶλλον τὰς μετὰ τῆς Τουρκίας φιλικὰς αὐτῆς σχέσεις.
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν εἶχεν ἀφορμὴν, ὅπως ἐκδηλωθῇ δυσπιστία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰ αἰσθήματα αὐτῆς πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὰ Πατριαρχικὰ προνόμια, οὐδὲ ἀμφισβητῶ εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῶν αἰσθημάτων ἐκείνων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὰ ὁποῖα πᾶς Ἕλλην αἰσθάνεται. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ ἀρθῇ πᾶν πρόσκομμα, ὅπως φωτισθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅτι ἐξετελέσθη τὸ καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων. Πληροφορίαι ὑπάρχουσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπέστειλε διακοινώσεις πρὸς τινας Δυνάμεις. Ἐλέχθη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐπιστεύθη μέχρι τοῦδε, ὅτι ὡς πρὸς τὰς διακοινώσεις αὐτὰς ἐγένοντο διακρίσεις μεταξὺ Δυνάμεων, ὅτι ἐγένοντο δικαιολογήσεις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν μὴ ἀποστολὴν διακοινώσεων. Αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνας, αἵτινες ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς βλάβην τῆς Ἐθνικῆς ταύτης ὑποθέσεως, ἢ εἰς ὠφέλειαν, ἂν ὑπῆρξεν ὠφέλεια.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ὑπέρτερον παντὸς ἀνταγωνισμοῦ ἐσωτερικοῦ, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γένους ἀπήλαυσεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατακτήσεως, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὸν σύμπαντα Ἑλληνισμόν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως πᾶς πολίτης Ἕλλην τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἰς οἱονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνήκῃ, ἔχει καὶ αἰσθάνεται αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον αἰσθάνονται καὶ οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες, οἵτινες δὲν ἀπήλαυσαν τὴν εὐτυχίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀπηλαύσαμεν. Νομίζω ὅμως, ὅτι μεθ’ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει ἀφορμὰς νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ταχέως εἰς τὴν ὑπόθεσιν θέλει δοθῆ τὸ πέρας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δοθῇ, ὅτι ἡ ἀμφισβήτησις θέλει λάβει τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει, κατὰ τοὺς νόμους τοὺς κρατοῦντας ἐν Τουρκίᾳ, νὰ λάβῃ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ἢ δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἂν δὲ τοῦτο ἔπραξε ἀτελῶς ἢ πλημμελῶς, μένει εἰς ἡμᾶς ὁ καιρὸς νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, καὶ τότε θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον ἡμῶν ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ἔπραξεν ἄξια ἐλέγχου, ἢ ἐπιδοκιμάζοντες τὴν πολιτείαν αὐτῆς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον Νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ ἐφεδρείας. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§28Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου κατηγόρησαν τῆς τε βάσεως καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, ἀπομακρυνθέντες δὲ τοῦ κυρίου θέματος εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐν γένει ἐξέτασιν τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦντος στρατιωτικοῦ συστήματος, καὶ λόγον ἐποιήσαντο περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ περὶ τῶν στρατολογικῶν νόμων, καὶ περὶ τῶν στελεχῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ τῆς ἐφεδρείας αὐτοῦ, καὶ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων, σχετιζομένων πρὸς τοὺς περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν νόμους. Εἶμαι ἑπομένως ἠναγκασμένος ν’ ἀκολουθήσω τὴν τακτικήν των ταύτην, καὶ πρῶτον μὲν ν’ ἀντικρούσω ἐκ τῶν προβληθέντων ἰσχυρισμῶν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν θεωρῶ βασίμους, κατόπιν δὲ νὰ ῥίψω ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον αὕτη σχετίζεται πρὸς τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον. Ἰδίως θέλω ἐνδιατρίψει ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὸ ζήτημα, τὸ στενοτάτην σχέσιν ἔχον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον, ἐὰν τουτέστι δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης δύναμιν ἐφεδρείας τοσαύτην, ὅσην φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὡς δυναμένην νὰ διατεθῇ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ἢ ὅσην ὑπέδειξαν οἱ προαγορεύσαντες, καὶ ἐὰν ἡ δύναμις αὕτη ἔσται ἀξιόμαχος. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ εἶναι τοιαύτη, ὁποία παρεστάθη κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἔτι μᾶλλον κρατύνεται ἡ ἰδέα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας συγκλήσεως τῆς ἐφεδρείας πρὸς ἄσκησιν· διότι διὰ ταύτης δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ τοσούτῳ ἀληθῶς ἀναγκαία συγκέντρωσις ἱκανοῦ μέρους τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἐφαρμοσθῶσι πάντα τὰ πρὸς πρακτικὴν ἄσκησιν τῶν βαθμολόγων καὶ στρατιωτῶν συντελοῦντα μέτρα. Παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, ὅτι τὸ περὶ ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ Νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ τὸ ἀμέσως κατόπιν αὐτοῦ ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει περὶ τροποποιήσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀποτελοῦσιν ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἡ ἰδέα αὕτη κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα. Τὰ δύω ταῦτα Νομοσχέδια ἔχουσιν ἀληθῶς σχέσιν τινὰ μεταξύ των, ἀλλὰ τοιαύτην, οἵαν ἔχει ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν στρατολογικὸν νόμον· διότι, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ ἐνεργὸς στρατὸς καταρτίζεται συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, κατὰ δὲ ῥητὴν διάταξιν αὐτοῦ ἀναγεγραμμένην ἐν ἄρθρῳ 28, καὶ καθ’ ἑτέραν τοῦ ἀρχικοῦ στρατολογικοῦ νόμου τοῦ 1878, ἐμφαινομένην ἐν ἄρθρῳ αὐτοῦ 71, τὰ περὶ ἐφεδρείας θέλει ὁρίσει εἰδικὸς νόμος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ παρὸν Νομοσχέδιον, κανονίζον εἰδικῶς τὰ περὶ ἐφεδρείας, καθορίζει καὶ τὸν τρόπον τῆς συμπληρώσεως καὶ αὐξήσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς ἐν αὐτῷ μνημονευομένας περιστάσεις, ἕπεται ἀναγκαίως ὅτι τοῦτο εἶναι ὀργανικὸν, τὸ δ’ ἕτερον καθαρῶς στρατολογικὸν, ἑρμηνεῦον διατάξεις τινὰς τῶν ἐν ἰσχύϊ στρατολογικῶν νόμων, καὶ τροποποιοῦν ἑτέρας, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα κατέδειξε πλημμελεῖς, καὶ τῶν ὁποίων τὴν μεταῤῥύθμισιν ὑπέδειξεν αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας. Ἴσως ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὰς περὶ ταυτότητος τῶν δύω τούτων Νομοσχεδίων σκέψεις αἱ περὶ ἐφέδρων ἀναγεγραμμέναι διατάξεις ἐν τῷ στρατολογικῷ Νομοσχεδίῳ· ἀλλ’ αὗται ἔδει, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ, διότι καὶ αἱ παραπλήσιαι τούτων εἰσὶν ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Γαλλικῷ στρατολογικῷ νόμῳ, τῷ ψηφισθέντι κατὰ τὸ 1872, ἐξ οὗ καὶ ἡμεῖς τὰς βάσεις τοῦ ἡμετέρου ἀρχικοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἠρύσθημεν. Ἐὰν ἐπηνέχθησαν, ὡς ἐλέχθη, διάφοροι τροποποιήσεις τοῦ ἀρχικοῦ στρατολογικοῦ νόμου, αὗται ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῆς πείρας, καὶ ἦσαν ἀναγκαῖαι χάριν τῆς καλῆς τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμογῆς. Καὶ μήπως ὁ Γαλλικὸς στρατολογικὸς νόμος δὲν ὑπέστη ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του ἄχρι σήμερον πλείστας ὅσας τροποποιήσεις; Ἐὰν ἐξεδόθησαν πολλαὶ ὁδηγίαι καὶ ἀλλεπάλληλοι ἐγκύκλιοι διαταγαὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργείων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν στρατολογικῶν νόμων, αἵτινες, ὡς παρέστησαν οἱ προαγορεύσαντες, φέρουσι σύγχυσιν καὶ ἀνωμαλίαν, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἁπλῶς ταξινομήσεως καὶ δύναται νὰ τακτοποιηθῇ διοικητικῶς πρὸς ἁπλῆν διευκόλυνσιν τῶν ἐκτελεστικῶν ὀργάνων. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τούτων ἀποβαίνει πολλῷ εὐχερεστέρα, διότι ἐξέλιπον αἱ κατηγορίαι τῶν ἐπιστράτων καὶ λοιπῶν, καὶ αἱ ἐργασίαι περιορίζονται ἐπὶ μόνων τῶν στρατευσίμων ἑκάστου ἔτους. Οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀγορεύσαντας ἐστήριζαν τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὑτῶν κυρίως ἐπὶ τῶν δύω διατάξεων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προτελευταίῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ. Ἀκριβῶς δὲ αἱ δύω αὗται διατάξεις ἔδει, κατ’ ἐμέ, νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐπιδοκιμασίαν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν κατ’ αὐτῶν ἀποφηναμένων· διότι δι’ αὐτῶν μεταῤῥυθμίζονται οὐσιωδῶς ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον αἱ ἤδη ἰσχύουσαι περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ διατάξεις, διαῤῥυθμίζονται αὗται κατὰ τρόπον παρουσιάζοντα ἀναμφισβήτητα πλεονεκτήματα. Διὰ τῆς μιᾶς τῶν διατάξεων τούτων ἐπιτρέπεται, ἐκτάκτου ἀνάγκης ὑφισταμένης, ἡ τήρησις ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τρίμηνον ἢ καὶ ἐπὶ ἓν ἔτι τρίμηνον τῶν ἀφυπηρετούντων καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν μεταβαινόντων ἀνδρῶν διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ἀπέδωκαν ὑπολανθάνοντα σκοπὸν καὶ διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεισάγει διὰ πλαγίας καὶ κεκρυμμένης, οὕτως εἰπεῖν, ὁδοῦ τὴν ἐπαύξησιν τῆς ἤδη ἐν τῷ στρατῷ καθιερωμένης θητείας. Ἐὰν τῳόντι τοιοῦτον τινὰ προετίθετο σκοπὸν ἡ διάταξις αὕτη, τὸ ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι λόγοι συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως ταύτης, ἐπειδή, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶμαι ὑπὲρ μακροτέρας θητείας τῆς ἤδη ὑφισταμένης, εὐχαρίστως θ’ ἀπεδεχόμην ταύτην, τοῦθ’ ὅπερ ἔδει νὰ πράξωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες τοσοῦτον ποιοῦσι πάταγον κατὰ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς μονοετοῦς θητείας. Ἀλλ’ οὔτε τὸ γράμμα τῆς διατάξεως ταύτης, οὔτε αἱ δοθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σαφεῖς ἐξηγήσεις ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁρίσαντος τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς αὕτη ἔσεται ἐφαρμοστέα, ἱκανοποιοῦσι τοὺς ἐπιθυμοῦντας μακροτέραν θητείαν, οὐδὲ ἀφίνουσι τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ εἰλικρινοῦς καὶ ὠφελίμου σκοποῦ αὐτῆς. Διὰ δὲ τῆς ἑτέρας τῶν διατάξεων τούτων ἐπιτρέπεται ὡσαύτως, ἐν ὁμοίᾳ περιπτώσει καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ἡ κλῆσις ὑπὸ τὰ ὅπλα μιᾶς ἢ δύω σειρῶν ἐφέδρων, ἢ καὶ μερίδος τινὸς αὐτῶν, τῆς ὑπηρετούσης λ.χ. εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα ἢ εἰς τὸ πεζικὸν καὶ τοὺς εὐζώνους. Ἡ χρησιμότης τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἀναμφισβήτητος· διότι διὰ ταύτης ἀπαλλασσόμεθα τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς ἣν ἄχρι τοῦδε ὑπεβαλλόμεθα, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, τοῦ νὰ κηρύττωμεν τὸν στρατὸν ὁλόκληρον εἰς κατάστασιν ἐπιστρατεύσεως, ἐν ἐκτάκτῳ περιστάσει, ἀπαιτούσῃ αὔξησιν τῆς δυνάμεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ μείζονα ἐκείνης, ἣν ἠθέλομεν ἔχει διὰ μόνης τῆς ἐφαρμογῆς τῆς προηγουμένης διατάξεως· τὰς συνεπείας δὲ τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ὑπέστημεν ἤδη, καὶ πάντες καλῶς ἐπίστασθε, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς καὶ τὸ Κράτος σύμπαν συνταράσσεται, καὶ τὴν προσοχὴν τῆς γείτονος Ἐπικρατείας ἐφελκύομεν, καὶ πάταγον καὶ σχόλια ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ προκαλοῦμεν, καὶ δαπάνας μεγίστας ὑφιστάμεθα. Ἐῤῥέθη καὶ ἐπανελήφθη μάλιστα μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐφεδρεία καλεῖται πρὸς ἐκτέλεσιν συνήθους ὑπηρεσίας, οἷον φρουρῶν, συνοδειῶν, καταδιώξεως φυγοδίκων κτλ. καὶ ἐταράχθησαν σφόδρα οἱ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν λέξιν «ὑπηρεσία» δόντες. Διεξελθὼν μετ’ ἐπιστασίας τὸ μωρὸν τοῦτο νομοσχέδιον, ὡς ἀπεκάλεσαν αὐτὸ, οὐδαμοῦ εὗρον ἀναγεγραμμένην διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τοῦτο, οὐδὲ δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ, ὅταν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ θὰ ὦσιν ἐν τῷ μέλλοντι διαρκῶς συμπεπληρωμέναι, ὡς θέλω ἀποδείξει μετ’ ὀλίγον, ν’ ἀποσπάσῃ ἀριθμόν τινα ἐφέδρων ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτῶν, ἄνευ ἀποδεδειγμένης ἀνάγκης, νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ προσθέτων δαπανῶν, καὶ νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, ἀφοῦ ἐπὶ τῶν κεφαλῶν αὐτῶν ἐπικρέμαται ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος. Ἡ λέξις «ὑπηρεσία» ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ σημαίνει τὴν ἐν ἐκτάκτῳ περιστάσει παροχὴν ἐνισχύσεως τῆς δυνάμεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ τὴν πρὸς ἄσκησιν πρόσκλησιν. Ἔκτακτος δὲ περίστασις εἶναι στάσις τις ἐν τῷ Κράτει, ἢ ὡς ἐκείνη τοῦ Καραλῆ Δερβὲν καὶ τὰ παρόμοια. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τοῦ συμβάντος τούτου, ἐὰν ὑπῆρχον ἰσχύουσαι εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην αἱ διατάξεις αὗται, ἢ τοὐλάχιστον ἡ τῆς τηρήσεως τῶν ἀφυπηρετούντων ἀνδρῶν, δὲν θὰ εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις τότε εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀποστείλῃ πυροβολητὰς πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας πεζοῦ, οὕτω δὲ νὰ προκαλέσῃ τὰς κατακρίσεις τῶν σήμερον τὰς διατάξεις ταύτας κατακρινόντων. Πάνυ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθιεροῖ διάταξιν ὑποχρεοῦσαν τοὺς ἐφέδρους νὰ τάσσωνται εἰς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ προϋπηρέτησαν, ἤτοι ὁ πεζὸς εἰς τὸ πεζικὸν, ὁ ἱππεὺς εἰς τὸ ἱππικὸν κτλ. πολλῷ δὲ σκοπιμώτερον καὶ λυσιτελέστερον δὲν ὑποχρεοῖ αὐτοὺς νὰ τάσσωνται εἰς τὰ σώματα, εἰς ἃ προϋπηρέτησαν, ἤτοι ὁ τοῦ 10 πεζικοῦ τάγματος εἰς τὸ 10 πεζικὸν, ὁ τοῦ 3 πυροβολικοῦ τάγματος εἰς τὸ 3, κτλ. ἀλλ’ ἀφίησι τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν ἑκάστοτε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ ἐτίθετο διάταξις κανονίζουσα ἵνα οἱ ὁπωσδήποτε καλούμενοι ἔφεδροι τάσσωνται εἰς τὰ πλησιέστερα εἰς τὴν κατοικίαν αὐτῶν Σώματα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἐφικτόν. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἴσως καὶ ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ βεβαίως, οἱ φρονοῦντες ἀναγκαίαν τὴν κατάταξιν τῶν ἐφέδρων εἰς τὰ σώματα, εἰς ἃ προϋπηρέτησαν, τὴν γνώμην τῶν δὲ ταύτην στηρίζουσιν εἰς τὰ ἑξῆς περίπου ἐπιχειρήματα: Ὅτι τὰ σώματα τηροῦσι τὰ μητρῷα τῶν εἰς ταῦτα ὑπηρετησάντων ἐφέδρων, καὶ ἑπομένως διευκολύνεται ἡ κατάταξις αὐτῶν, ὅτι εἰσὶν οὗτοι ἐξῳκειωμένοι μὲ τοὺς ἀνωτέρους των, ὅτι οἱ διοικοῦντες γνωρίζουσι τὸ ποιὸν τῶν ὑπ’ αὐτοὺς, καὶ δύνανται νὰ διαθέτωσι τούτους ἀναλόγως τῆς χρησιμότητος ἑνὸς ἑκάστου, καὶ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀποφεύγομεν τὸν καταρτισμὸν σωμάτων ἐξ ἀνδρῶν μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, οὕτω δὲ ἐν ὥρᾳ μὲν εἰρήνης δὲν δίδομεν ὅπλον ἐπίφοβον εἰς χεῖρας ἰσχυροῦ τινος, ἐν ὥρᾳ δὲ πολέμου, καταστρεφομένου σώματός τινος τοιούτου, αἱ ἀπώλειαι μιᾶς ἐπαρχίας δὲν θὰ ὦσι μεγαλείτεραι τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ οἱ λόγοι οὗτοι εἰσὶν ἐντελῶς ἀνίσχυροι ἀπέναντι τοῦ πασιφανοῦς καὶ ἀκαταμαχήτου πλεονεκτήματος τῆς ταχυτέρας μεταβάσεως τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν ἐμπόλεμον, ὅπερ ἔχομεν διὰ τῆς κατατάξεως τῶν ἐφέδρων εἰς τὰ πλησιέστερα σώματα. Πλὴν δὲ τούτου, παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ἕτερος ἐπίσης ἰσχυρὸς λόγος πρὸς τοῦτο, ἡ ἀτέλεια τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ἄλλως τε δὲ, κύριοι, οἱ πλεῖστοι τῶν λόγων τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς κατατάξεως τῶν ἐφέδρων εἰς τὰ σώματα, εἰς ἃ προϋπηρέτησαν, δὲν ὑφίστανται σχεδὸν διὰ τὸν ἡμέτερον στρατόν· διότι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μετατίθενται συνεχῶς ἀπὸ τάγματος εἰς τάγμα, εἴτε τῇ ἀμοιβαίᾳ αἰτήσει αὑτῶν, εἴτε λόγῳ ὑπηρεσίας. Ὡς πρὸς δὲ τὸν κίνδυνον, ὃν δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἡ συγκρότησις σωμάτων ἐξ ἀνδρῶν μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, φρονῶ, ὅτι τοιοῦτος δὲν ὑφίσταται, διότι ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ πολιτικαὶ διαιρέσεις δὲν ὑπάρχουσιν, ὡς δὲ σήμερον συγκροτεῖται ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἐκ στοιχείων λαμβανομένων ἐξ ὅλων τῶν τάξεων τῆς κοινωνίας, δὲν εἶναι δυνατὸν εὐκόλως νὰ παρασυρθῇ ὑπ’ οὐδενὸς χάριν ἄλλων σκοπῶν. Ὅπως δὲ ταῦτα πάντα ἀνωμολόγησα καὶ ὑπεστήριξα ὡς καλῶς ἔχοντα, οὕτως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ περὶ ἱματισμοῦ τῶν ἐφέδρων διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου θέλουσι παρουσιάσει δυσχερείας τινὰς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ πνεύματος φειδοῦς τοῦ δημοσίου πλούτου ἐμφορουμένη, ἀνέγραψεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο διάταξιν, δι’ ἧς ἐκ τῶν προσερχομένων ἐφέδρων οἱ μὴ φέροντες τὰ ὁρισθησόμενα διὰ Βασ. Διατάγματος εἴδη ἱματισμοῦ, ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου τῶν πρὸς αὐτοὺς χορηγηθησομένων, πλὴν τῶν ἀπόρων, οἵτινες λαμβάνουσι ταῦτα δωρεὰν, ἀλλ’ ἐπὶ ἐπιστροφῇ. Ἀκριβῶς δὲ ἡ διάκρισις αὕτη θέλει παρουσιάσει τὰς δυσχερείας, καὶ θέλει δώσει χώραν εἰς καταχρήσεις διὰ λόγους τοῖς πᾶσιν εὐνοήτους, ὧν ὁ κυριώτερος εἶναι ἡ ἐπίδρασις τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τὴν πρὸς ταύτην ἐνέργειαν τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ κατεσκευάζετο ἰδίᾳ ἁπλῆ τις στολὴ διὰ τοὺς πρὸς ἄσκησιν καλουμένους ἐφέδρους, ὡς λόγου χάριν μπλοῦζα τις ἐξ ἐριούχου ὑφάσματος, εἴτε ἐγχωρίου, εἴτε ἐκ φανέλας ἀγγλικῆς· ἐπειδὴ δὲ ὀλίγος ὑπολείπεται χρόνος ἄχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἡ κατασκευὴ ἰδίας στολῆς εἶναι δύσκολος, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον νὰ δοθῶσι τὰ κανονισθησόμενα εἴδη στολῆς πρὸς πάντας δωρεὰν καὶ ἐπὶ ἐπιστροφῇ, ἢ τοὐλάχιστον δοθῶσι δωρεὰν πρὸς τοὺς δηλώσαντας κατὰ τὴν προσέλευσίν των ὅτι εἰσὶν ἄποροι, ἄνευ ἑτέρας διατυπώσεως. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι οἱ ὄντως εὔποροι δὲν θὰ θελήσωσι νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἄποροι καὶ ὡς μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποτίσωσι τὸ μικρὸν τοῦτο ποσόν. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες λόγον ἐποιήσαντο καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῶν ἐσχάτως ψηφισθέντων στρατιωτικῶν νόμων καὶ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων, θέλω ἑπομένως εἴπει ὀλίγα τινὰ περὶ τούτων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα σχετίζονται πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον· Ὅτι οἱ ἄχρι τοῦδε ἐφαρμοσθέντες στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ, συνταχθέντες ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσι καὶ ἐπειγόντως, εἶχον καὶ ἔχουσι πλημμελείας τινάς· καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ὑποδείξω μάλιστα τὴν ἀνάγκην καὶ τὸν τρόπον τῆς συντάξεως μονίμου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀνταποκρινομένου εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς νεωτέρας τακτικῆς τοῦ πολέμου, εἰς τὰς τοπικὰς ἡμῶν περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ τότε εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλοῦν, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπιτελεσθῇ ἐν βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι καὶ ἐπιπολαίως, ἅτε ἀπαιτοῦν καὶ χρόνον οὐκ ὀλίγον καὶ βάσανον ἱκανήν. Ὅτι πάντες οἱ ἐσχάτως ψηφισθέντες στρατιωτικοὶ νόμοι δὲν ἐπήνεγκον πλῆρες τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον, καὶ οὐδ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, πιστεύω, παραγνωρίζει τοῦτο· τρανὴ δὲ τῶν λόγων μου ἀπόδειξις, ὅτι καὶ σήμερον ἔτι ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν Νομοσχέδια, σκοποῦντα τὴν συμπλήρωσιν καὶ τὴν βελτίωσιν τινῶν ἐκ τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατοῦ νόμων. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν εὐχερῶς καὶ νὰ ἐπιφέρωσιν ἄμεσα ἀποτελέσματα οἱ νόμοι οὗτοι, ὅταν ἱκανὸν μέρος τοῦ στρατοῦ ἀσχολῆται διηνεκῶς εἰς ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἦτον ἄρα κατορθωτή; Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐξεταστέον. Συῤῥοὴ ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπέδρασε σπουδαίως ἐπὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ παρεκώλυσε τὴν πλήρη τῶν νόμων τούτων ἐφαρμογήν. Μεταξὺ τῶν κωλυμάτων τούτων παρατίθημι ὀλίγα τινά, ὅπως πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ πράγματος. Τὴν ἔλλειψιν λ. χ. ἐθελοντῶν πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων καὶ τῆς χωροφυλακῆς, τὴν διαρκῆ ἐνασχόλησιν ἱκανοῦ μέρους τοῦ στρατοῦ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις πρὸς παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως ἐν αὐταῖς, τὴν πρὸ μικροῦ ἔτι γενομένην ἀπόσπασιν ὁλοκλήρων ταγμάτων εἰς Πελοπόννησον χάριν τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὴν ἐνέργειαν ἀλλεπαλλήλων ἐκλογῶν μερικῶν καὶ γενικῶν, τὴν ἔλλειψιν βαθμοφόρων καὶ ἰδίως τῶν τεχνικῶν ὅπλων, μὴ ἐπαρκούντων τῶν ὑπαρχόντων, ἕνεκα τῆς ἐπαισθητῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ τόσα ἄλλα, ἅτινα κρίνω περιττὸν ν’ ἀπαριθμήσω ἐνταῦθα, ὡς γνωστὰ τοῖς πᾶσιν. Τὰ προσκόμματα δὲ ταῦτα δὲν θὰ παρουσιάζοντο ἆρά γε καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, οἱουσδήποτε καὶ ἂν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας νόμους; Οὐδεὶς βεβαίως ὁ δυνάμενος ν’ ἀντείπῃ. Ὅπου ὅμως τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος προσκόμματα δὲν εἶχον σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ὑπῆρξαν λίαν εὐάρεστα. Ὁ νόμος, φερ’ εἰπεῖν, περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου ὑπηρεσίας εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρωτοὺς ἐπήνεγκε θαυμάσια ἀποτελέσματα, καὶ πάντες εἴδομεν τοὺς κληρωτοὺς ἀθρόους προσερχομένους πρὸς κατάταξιν καὶ πρὸ τῆς τεταγμένης μάλιστα ὑπὸ τοῦ νόμου προθεσμίας ὑπὸ φόβου νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου. Χάρις δὲ εἰς τὴν πρὸς τὰς τοπικὰς ἡμῶν περιστάσεις προσφυᾶ ἐπινόησιν τοῦ νομοθετήματος τούτου, αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ θέλουν συμπληροῦσθαι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀνελλιπῶς, τοῦθ’ ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ μεταφύτευσις τῶν νόμων ἀπὸ Κράτους εἰς Κράτος δὲν εἶναι πάντοτε λυσιτελής, καὶ ὅτι οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπιτυχῶς, εἰμὴ εἰς τὴν χώραν δι’ ἣν καὶ ἐνομοθετήθησαν. Δὲν διστάζω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ αὐστηρότης καὶ ἡ ἀμεροληψία, μεθ’ ὧν οἱ νόμοι οὗτοι ἐφηρμόσθησαν, οὐ μόνον ἐνέπνευσαν τὸν σεβασμὸν πρὸς αὐτούς, ἀλλὰ καὶ ἐξησφάλισαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ζήτημα ἐὰν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης δύναμιν ἐφεδρείας τοσαύτην, ὅσην φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὡς δυναμένην νὰ διατεθῇ, καὶ ὅτι ἡ δύναμις αὕτη ἔσται ἀξιόμαχος. Ὅτι δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν δύναμιν ἐφεδρείας τοσαύτην, ὅσην ἡ Κυβέρνησις διατείνεται, καὶ ἑπομένως μείζονα τῆς ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ὑποδειχθείσης, εἶναι ζήτημα ἐντελῶς ἀριθμητικόν, ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως· ἀλλ’ ἐὰν ἡ δύναμις αὕτη ἔσται ἀξιόμαχος, τοῦτο κυρίως δύναται καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Καὶ πρὸς λύσιν τοῦ μὲν πρώτου ζητήματος δὲν ἔχομεν ἢ νὰ προστρέξωμεν εἰς τὰς ἤδη ὑποβεβλημένας εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καταστάσεις, ἐξ ὧν θέλομεν εὕρει, ὅτι ἡ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀπετελεῖτο μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου π. ε. ἐξ ἐνενήκοντα χιλιάδων ὀκτακοσίων ἀνδρῶν. Ἐὰν εἰς τούτους προσθέσωμεν τὴν σημερινὴν δύναμιν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἐξ εἴκοσιν ὀκτὼ χιλιάδων, θέλομεν ἔχει δύναμιν ἐν ὅλῳ ἐξ ἑκατὸν δέκα ὀκτὼ χιλιάδων καὶ πλέον. Ἐκπίπτοντες ἐκ τούτων τοὺς θανόντας, τοὺς καταστάντας ἀνικάνους, τοὺς γενομένους ἀφάντους, τοὺς καθυστερήσοντας ἐκ κακῆς προαιρέσεως ἐν περιπτώσει προσκλήσεως τῆς ἐφεδρείας, καὶ ἄλλους, καὶ ἐὰν τούτους πάντας ὑπολογίσωμεν κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς τὸ ἓν τρίτον τῆς ὅλης δυνάμεως, θέλει μένει δύναμις ἐξ ἐνενήκοντα περίπου χιλιάδων. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ κληθῇ σύμπασα ἡ δύναμις αὕτη ταὐτοχρόνως, θέλει παρουσιασθῆ δυσχέρειά τις περὶ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς εἰς Σώματα· διότι δυνάμεθα μὲν ἀληθῶς νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὰ στελέχη τῶν ὑπαρχόντων σωμάτων ἱκανὸν ἀριθμὸν ἀνδρῶν, ἀλλὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ πράξωμεν μέχρις ὁρίου τινός, ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τῶν κανόνων τῆς τακτικῆς, πέραν τοῦ ὁποίου πᾶσα αὔξησις δύναται ν’ ἀποβῇ πρὸς βλάβην τῶν σωμάτων τούτων καὶ τοῦ ὅλου στρατοῦ, θὰ εὑρεθῶμεν ἑπομένως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκροτήσωμεν νέα σώματα καὶ νέας ὑπηρεσίας, καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται κυρίως ἡ μεγαλειτέρα τῶν δυσχερειῶν, συνισταμένη εἰς τὴν ἔλλειψιν στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας. Ἀλλ’ ἡ δυσχέρεια αὕτη, κύριοι, δὲν παρουσιάζεται τὸ πρῶτον εἰς τὸν ἡμέτερον μόνον στρατόν· αὕτη ἀποτελεῖ ἓν τῶν δυσκολωτέρων στρατιωτικῶν προβλημάτων, εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ὁποίου ἠσχολήθησαν καὶ ἀσχολοῦνται ἔτι καὶ σήμερον πάντα σχεδὸν τὰ εὐνομούμενα Κράτη. Τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας, συνδεόμενον στενῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μεταβάσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν ἐμπόλεμον, ἀποτελεῖ ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων παραγόντων τῆς καλῆς ἐκβάσεως πολέμου τινός. Πρὸς πληρεστέραν κατανόησιν τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐπιτραπήτω μοι μικρά τις παρέκβασις, ἵνα ὑποδείξω ὑμῖν διὰ παραδείγματος τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ὁ Γαλλογερμανικὸς πόλεμος ἐκηρύχθη περὶ τὰ μέσα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1870· τὴν 15 Ἰουλίου ἐξεδόθη ἐν Βερολίνῳ ἡ περὶ ἐπιστρατεύσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐφεδρείας διαταγή. Ἕνδεκα ἡμέρας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς ταύτης πάντα σχεδὸν τὰ σώματα τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἦσαν ἑτοιμοπόλεμα, τὴν δὲ 4 Αὐγούστου ἰδίου ἔτους, ὅτε ἔλαβε χώραν ἡ πρώτη μάχη ἐν Wissembourg, εἶχον ἤδη συγκεντρωθῆ ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ ἐδάφους περὶ τὰς πεντακοσίας χιλιάδας Γερμανικοῦ στρατοῦ. Τοῦτο δὲ ἀποδοτέον οὐ μόνον εἰς τὸν κατάλληλον ὀργανισμὸν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὕπαρξιν ἐφεδρείας καλῶς κατηρτισμένης, διότι ἐν Γερμανίᾳ ἐθεωρεῖτο ὑπάρχον τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ τὰ ἐναντία συνέβαινον· ἐπειδὴ μέχρι τότε ἐθεώρουν ὑπάρχον τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος τῶν Γαλλικῶν δυνάμεων εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, βασιζόμενοι εἰς τὰς δάφνας, ἃς εἶχε δρέψει οὗτος μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὀλίγην εἶχον δώσει προσοχὴν περὶ τὸν καταρτισμὸν ἐφεδρείας καλῶς ὠργανωμένης, τούτου δ’ ἕνεκα μόλις μετὰ πολλοῦ κόπου καὶ πολλῶν θυσιῶν κατώρθωσαν μετὰ εἴκοσι καὶ πλέον ἡμέρας ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου νὰ συγκεντρώσωσι κατὰ τὰ Γαλλογερμανικὰ μεθόρια περὶ τὰς διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας ἀνδρῶν. Ὁ μέγας τῆς Γαλλίας πολίτης, ὁ ἀείμνηστος Thiers, ἀγορεύων ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς τῶν Γάλλων συνελεύσεως κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1882, καὶ ἀνομολογῶν διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εἰλικρινείας καὶ καλῆς πίστεως τὰ σφάλματα τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὧν ἕνεκεν ἔπεσεν ἡ Γαλλία, κύψασα ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἑαυτῆς ἀνομημάτων, δὲν ἐδίστασε νὰ συγκαταριθμήσῃ μεταξὺ τούτων καὶ τὴν ἔλλειψιν ἐφεδρείας καὶ ἰδίως στελεχῶν αὐτῆς. Τέσσαρα, εἶπεν ὁ μέγας οὗτος ἀνήρ, ὑπῆρξαν τὰ σφάλματα, τὰ ἐπενεγκόντα τὴν ἧτταν τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Τὸ πρῶτον ἦτο πολιτικὸν, καὶ ἦτον ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου ἐν διαστήματι ὀκτὼ ἡμερῶν, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Γαλλία ἦτον ἐντελῶς ἀπαράσκευος, μεθ’ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώσεις τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν στρατάρχου Λεμπέφ. Τὰ δὲ λοιπὰ τρία συνωψίζοντο, κατ’ αὐτὸν, εἰς τὰ ἑξῆς περίπου· Ὄτι πᾶσαι αἱ ὀχυραὶ θέσεις, ἤτοι πάντα τὰ φρούρια δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν προσβολὴν τοῦ ἐχθροῦ· ἰδίως ἡ σπουδαιοτέρα τῶν θέσεων, τὸ φρούριον τοῦ Μὲτς, πέριξ τοῦ ὁποίου, ὡς γνωστὸν, περιεστράφησαν πᾶσαι αἱ πολεμικαὶ ἐργασίαι, εἶχεν ἔργα ἀτελῆ, προμαχῶνας ἄνευ πυροβόλων, ἐστερεῖτο πάντων σχεδὸν τῶν πρὸς ἄμυναν μέσων, καὶ δὲν εἶχε τροφὰς, εἰμὴ ὅσας ἠδυνήθησαν νὰ προμηθευθῶσι κατὰ τὰς τελευταίας στιγμάς. Ὁ ἐκ 250,000 ἀνδρῶν συνιστάμενος Γαλλικὸς στρατὸς κατέλαβε θέσιν ἀποδειχθεῖσαν ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπὸ παντὸς τοῦ στρατιωτικοῦ κόσμου ὡς στερουμένην τῶν κυριωτέρων στοιχείων τῆς στρατηγικῆς· ἀνεπτύχθη ἐπὶ γραμμῶν μεγάλης ἐκτάσεως, ἤτοι ἐπὶ γραμμῶν πεντήκοντα καὶ πλέον λευγῶν, ἢ 200,000 καὶ πλέον μέτρων, διέμεινεν ἐν αὐτῇ ἀπρακτῶν, ἕνεκα ἐλλείψεως πρωτοβουλίας τῶν ἀρχηγῶν, ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας, τὸ δὲ χείριστον πάντων ἀφῆκε τὴν δεξιὰν αὑτοῦ πτέρυγα ἐντελῶς ἀπροστάτευτον. Τί δὲ συνέβη; πᾶς τις δύναται εὐκόλως νὰ κατανοήσῃ· προσεβλήθη ἡ δεξιὰ πτέρυξ, ἡττήθη, διεσκορπίσθη, καὶ κατεστράφη μετὰ ἡρωϊκὴν ἀντίστασιν, παραπλησίαν τῆς ὁποίας δὲν ἀναφέρει ἡ Γαλλικὴ ἱστορία· διότι ἀληθῶς οἱ Γάλλοι στρατιῶται ἐπολέμησαν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὡς λέοντες, εἷς πρὸς τρεῖς. Ἐκεῖ δὲ κατεστράφησαν τὰ ἐκλεκτότερα στελέχη τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Μετ’ οὐ πολὺ ἐπῆλθεν, ὡς γνωστόν, ἡ περικύκλωσις τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, καὶ τότε παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῆς συνδρομῆς τῆς ἐφεδρείας, ἵνα δυνηθῇ νὰ διασχίσῃ τὰ σιδηρᾶ ἐκεῖνα τείχη, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἦτο κεκλεισμένον τὸ ἄνθος τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν δὲν κατώρθου νὰ διασώσῃ αὐτὸν, τουλάχιστον θὰ παρεσκεύαζε τὴν ἐν τάξει ὑποχώρησιν καὶ μακροτέραν ἀντίστασιν. Ἀλλὰ τοιαύτη δὲν ὑπῆρχε, διότι ἀπεστέλλοντο εἰς τὸ πεδίον τοῦ πολέμου λόχοι μὲ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον τῶν ἀπαιτουμένων στελεχῶν· ἀπεστάλη μάλιστα καὶ λόχος ἐξ ἑκατὸν τριάκοντα ἀνδρῶν μὲ ἕνα ἀξιωματικὸν καὶ τρεῖς ὑπαξιωματικούς. Τὰ παθήματα ταῦτα τῶν Γάλλων ἐχρησίμευσαν αὐτοῖς ὡς πικρὰ μαθήματα, καὶ ἔκτοτε ἠσχολήθησαν καὶ ἀσχολοῦνται ἔτι καὶ σήμερον εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας. Εὐχαρίστως δ’ ἤκουσα πρὸ ἡμερῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται εἰς τὴν παρασκευὴν μέτρων πρὸς καταρτισμὸν τῶν στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας. Οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν αὐτοσχεδιάζονται, ὡς φρονοῦσιν οἱ συνιστῶντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μὴ συμπλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ χάριν εὐτελοῦς οἰκονομίας, ἐπιλανθανόμενοι ἴσως τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεως τῶν στελεχῶν. Ἐξ ἐναντίας μάλιστα θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποδεχθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀμέσου συμπληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ, ὅπερ ἄλλοτε ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου καὶ δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα τότε, εἰσηγούμενος τοῦτο· πρὸ πάντων δὲ σήμερον, ὅτε ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ στελεχῶν, καὶ ἐπειδὴ πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ ὑπαξιωματικῶν, οὐ μόνον δὲν εὑρίσκω ἄνισα καὶ δαπανηρὰ τὰ ἐν ἰσχύϊ μέτρα, ἀλλὰ καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ γενναιότερα τῶν ἤδη ληφθέντων κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους πρὸς διατήρησιν τῶν ὑπαρχόντων ὑπαξιωματικῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ καὶ μόρφωσιν ἑτέρων, κατόπιν τῆς πρωτοβουλίας τῆς συστάσεως προπαρασκευαστικῶν σχολῶν ὑπαξιωματικῶν, ἣν λίαν ἀξιεπαίνως ἔλαβεν ἤδη. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀπασχολεῖ σπουδαίως ἔτι καὶ σήμερον τὰ πλεῖστα τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, διότι πανταχοῦ ἐλλείπουσιν ὑπαξιωματικοί. Ἐν Γερμανίᾳ λ. χ. μολονότι ἐψηφίσθησαν εἰδικοὶ νόμοι κατὰ τὸ 1867, 1871, 1873 καὶ 1874, καὶ αὖθις πρὸ μικροῦ ἔλαβον τὰ μέτρα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῆς βελτιώσεως τοῦ ἱματισμοῦ αὐτῶν καὶ τῶν εἰδικῶν δι’ αὐτοὺς συσσιτίων, καὶ τῆς χορηγήσεως ἐπιμισθίων εἰς τόπους ἔνθα τὰ τρόφιμα εἶναι ἀκριβώτερα, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν βαίνει ἐλαττούμενος. Ἐκτὸς τῶν πηγῶν τῆς ἀνακατατάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὑπάρχουσιν ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐξ παρασκευαστικαὶ σχολαὶ, παρέχουσαι κατ’ ἔτος περὶ τοὺς 6,000 ὑπαξιωματικοὺς ἐν ὅλῳ. Ἐν ταῖς σχολαῖς ταύταις διαμένουσιν ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ὑποχρεοῦνται ἐξερχόμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓξ ἔτη εἰς τὰ Σώματα, εἰς ἃ κατατάσσονται. Ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ πρῶτον λόγον ἐχορήγησαν μεγάλα πλεονεκτήματα πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, διότι, ἐκτὸς τῆς ἁδροτάτης μισθοδοσίας, δίδοται αὐτοῖς δωρεὰν ὁ ἱματισμὸς αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ ὑποχρεοῦσιν αὐτοὺς νὰ νυμφεύωνται, παρέχεται ταῖς οἰκογενείαις αὐτῶν οἴκημα δωρεὰν, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προμηθεύωνται τὰ τρόφιμα ἐκ τῶν παντοπωλείων τοῦ στρατοῦ εἰς μικρὰς τιμάς. Ἐν περιπτώσει μεταθέσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἡ μεταφορὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν γίνεται δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου· ὅταν δὲ αἱ περιστάσεις ἀποχωρίσωσιν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν οἰκογενειῶν των, χορηγοῦνται εἰς ταύτας μερίδες τροφῶν ἢ τὸ ἀντίτιμον εἰς χρήματα. Ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ δεύτερον λόγον μετὰ τὴν Ἀγγλίαν ἐμερίμνησαν περὶ τῆς διατηρήσεως καὶ μορφώσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι, ἐκτὸς τῶν πηγῶν τῆς ἀνακατατάξεως, ἐσχημάτισαν καὶ τάγματα ἐκπαιδεύσεως, εἰς ἃ κατατάσσονται οἱ παρέχοντες δείγματα περαιτέρω μορφώσεως κληρωτοὶ καὶ ἐθελονταί. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 14 Ἰουλίου τοῦ 1874 παρετάθη ἡ διάρκεια τῆς ἀνακατατάξεως, ἐχορηγήθη δὲ εἰς τοὺς διανύσαντας δεκαεπτὰ ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ τετρακοσίων ὀγδοήκοντα φράγκων, ὅπερ μεταβιβάζεται εἰς τὴν οἰκογένειαν ἐν περιπτώσει θανάτου τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ὑπὸ τὰς σημαίας. Τὴν τελευταίαν ταύτην διάταξιν καθιέρωσε καὶ ἡ Ρωσσία, χορηγοῦσα ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ φράγκων τριακοσίων ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ὧν τὸ ⅓ μεταβιβάζεται εἰς τὴν οἰκογένειαν ἐν περιπτώσει θανάτου. Ἐν Αὐστρίᾳ, ὅπου οἱ ὑπαξιωματικοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα συντάξεως, οὐ μόνον ηὔξησαν ἐπαισθητῶς τὰς πρὸς ἀνακατάταξιν χορηγουμένας ἀμοιβὰς, ἀλλὰ καὶ μετὰ δώδεκα ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ἐξ ὧν τὰ ὀκτὼ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, ὁ ἀφυπηρετῶν λαμβάνει δῶρον ἐκ 3,150 φράγκων. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπίσης ηὔξησαν ἐσχάτως τὰς χρηματικὰς ἀμοιβὰς τῶν ἀνακατατασσομένων καὶ παρέσχον νέα εὐεργετήματα εἰς αὐτούς. Εἰς ἅπαντα δὲ τὰ Κράτη ἐχορηγήθησαν ἀνάλογοι δημόσιαι θέσεις εἰς τοὺς ἀφυπηρετοῦντας ὑπαξιωματικοὺς κατόπιν ὑπηρεσίας ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Μετ’ εὐχαριστήσεως δ’ εἶδον, ὅτι εἰς τὰ ἤδη ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν δύω νομοσχέδια, περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, καὶ περὶ φυλακῶν ἐπεκράτησε πνεῦμα προτιμήσεως τῶν ἀφυπηρετησάντων ὑπαξιωματικῶν εἰς πολλὰς τῶν θέσεων τούτων. Εἰς πάσας δὲ τὰς θυσίας ταύτας ὑπεβλήθησαν τὰ διάφορα Κράτη, ἀναγνωρίσαντα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν τῷ στρατῷ διατηρήσεως πεπειραμένων ὑπαξιωματικῶν, διότι ἀληθῶς οἱ κατατασσόμενοι κληρωτοί, ἢ οἱ καλούμενοι ἔφεδροι, οἵτινες τὴν προτεραίαν ἀκόμη ἔζων ὡς ἐλεύθεροι πολῖται, δὲν δύνανται εὐκόλως νὰ λησμονήσωσι τὰς ἕξεις τοῦ ἀνεξαρτήτου βίου καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐστηρότητα τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ὑπαξιωματικοὶ δραστήριοι, ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκόν των, καὶ ἀγαπῶντες τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, ὅπως μικρὸν κατὰ μικρὸν χειραγωγήσωσι τούτους, καὶ ἐμπνεύσωσιν αὐτοῖς τὸ ἀληθὲς στρατιωτικὸν πνεῦμα. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ποιοῦ τοῦ στρατοῦ τούτου. Ἡ δύναμις τῆς ἐφεδρείας ἀποτελεῖται ἐκ κληρωτῶν, ἀντικαταστατῶν καὶ ἐθελοντῶν, διανυσάντων τριετῆ θητείαν κατὰ τὸν παλαιὸν περὶ ἀπογραφῆς Νόμον, ἐξ ἐκτάκτων ἐφέδρων ὑπηρετησάντων εἴκοσι καὶ δέκα ὀκτὼ μῆνας ἐν στρατοπέδοις εἰς διηνεκεῖς ἀσκήσεις, κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐκ κληρωτῶν τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ ΨΙΖʹ Νόμου, ὧν τὸ μεγαλείτερον μέρος διήνυσε δέκα ὀκτὼ καὶ πλέον μῆνας ἐν τῷ στρατῷ, τοῦ ὑπολοίπου ἑξάμηνον διανύσαντος ὑπηρεσίαν, ἐκ κληρωτῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν διανυσάντων διετῆ θητείαν ἐν τοῖς τεχνικοῖς ὅπλοις, καὶ μονοετῆ ἐν τῷ πεζικῷ, καὶ ἐκ μέρους ἐντελῶς ἀγυμνάστων, προερχομένου ἐξ ἀπαλλαγέντων καὶ ἐκ μὴ κληρωθέντων τῶν παλαιῶν ἀπογραφῶν. Ἐκ τῶν δύω τούτων τελευταίων κατηγοριῶν, οἱ μονοετῆ καὶ ἑξάμηνον διανύσαντες ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν δὲν ὦσιν ἐντελῶς ἠσκημένοι, θ’ ἀναπληρώσωσι τὴν ἔλλειψιν ταύτην κατὰ τὰς προσεχεῖς συγκλήσεις τῆς ἐφεδρείας, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἐντελῶς ἀγυμνάστων, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν παλαιῶν ἀπογραφῶν, θὰ βαίνῃ κατ’ ἔτος μειούμενος, μεταβαινόντων τῶν τῆς μεγαλειτέρας ἡλικίας εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, καὶ ἀντικαθισταμένων διὰ τῶν ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ κατ’ ἔτος ἀφυπηρετούντων καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν μεταβαινόντων. Ἴσως μοὶ παρατηρηθῇ ἐνταῦθα, ὅτι, ἐὰν ἡ θητεία ἦτο μείζονος διαρκείας, οἱ ἔφεδροι οὗτοι ἤθελον εἶσθαι μᾶλλον ἠσκημένοι. Εἰ καὶ εἶμαι, ὡς προεῖπον, ὑπὲρ μακροτέρας θητείας τῆς ἤδη ἐν τῷ στρατῷ καθιερωμένης, μολαταῦτα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται τὰ κωλύματα, περὶ ὧν προανέφερον, ἡ διαφορὰ θέλει εἶσθαι μικρά. Βεβαίως ἡ θητεία εἶναι στοιχεῖον χαρακτηρίζον τὸ ποιὸν στρατοῦ τινος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ μόνον. Τὸ ποιὸν τοῦ στρατοῦ ἀποτελεῖται καὶ ἐξ ἄλλων στοιχείων ἐπίσης ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, ἤτοι ἐκ τῆς πειθαρχίας, τοῦ στρατιωτικοῦ φρονήματος, τῆς ὀλιγαρκείας, τῆς φιλοτιμίας, σήμερον δὲ, κατὰ τὸ νέον σύστημα τοῦ μάχεσθαι, καὶ ἐκ τῆς ἀτομικῆς γενναιότητος, τῆς ἑτοιμότητος τοῦ πνεύματος, καὶ τῆς περὶ τὸ βάλλειν ἐπιτηδειότητος. Ἂς ἐξετάσωμεν ἄρα ἐὰν τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐνυπάρχωσιν εἰς τὸν ἡμέτερον στρατόν. Ἡ φιλοτιμία, ἡ ὀλιγάρκεια, ἡ ἀτομικὴ γενναιότης καὶ ἡ ἑτοιμότης τοῦ πνεύματος εἰσὶ προσόντα ἐθνικὰ, χαρακτηρίζοντα πάντα Ἕλληνα στρατιώτην. Ἡ πειθαρχία καὶ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα κτῶνται ἐν αὐτῇ τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, καὶ δὲν ἔχομεν λόγους νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ, οὔτε ἐκ τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων, οὔτε ἐκ τῶν στατιστικῶν τῶν στρατιωτικῶν ἐγκλημάτων τοῦ εἴδους τούτου. Ὑπολείπεται ἄρα ἡ περὶ τὸ βάλλειν ἐπιτηδειότης. Εἰς ταύτην συμβάλλει μεγάλως ἡ εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ ὅπλου ἐξοικείωσις τῶν κατοίκων τῆς χώρας. Τῶν πλείστων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν οἱ κάτοικοι ἀσκοῦνται παιδιόθεν εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ ὅπλου καὶ βάλλουσι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εὐστόχως διὰ τῶν ἀτελῶν καὶ πεπαλαιωμένων ὅπλων των· μικρά τις ἑπομένως ἄσκησις καὶ γνῶσις τῶν ὑψομετρικῶν κανόνων καθίστησιν αὐτοὺς ἀρίστους σκοπευτάς. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ τῶν στρατιωτῶν, ἐλλείπουσιν ἆρά γε ἀπὸ τῶν ἀξιωματικῶν ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἱκανότης; Καὶ πότε ἐν τυχούσῃ περιστάσει δὲν ἐξεπλήρωσαν οὗτοι τὸ καθῆκον αὑτῶν μετὰ ζήλου καὶ προθυμίας; Ἐὰν ἐλλείπῃ εἴς τινας τούτων ἡ σύμφωνος πρὸς τὰς ἐσχάτως γενομένας προόδους τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης θεωρητικὴ ἐκπαίδευσις, ἐλλείψει μέσων ἐκπαιδεύσεως, τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἀναπληροῦσιν ἐν μέρει διὰ τῆς νοημοσύνης, τῆς μελέτης καὶ τῆς μακρᾶς αὐτῶν πείρας. Ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ ἡ σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν θέλει παραγάγει ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ ἁμιλλωμένους εἰς τὸ εἶδός των πρὸς ἐκείνους τῶν τεχνικῶν ὅπλων. Ἐὰν ἐλλείπῃ εἰς πάντας σχεδὸν, τολμῶ εἰπεῖν, ἡ πρακτικὴ ἐκείνη ἐκπαίδευσις, ἥτις καθίστησι τὸν ἀξιωματικὸν ἀντάξιον τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ, καὶ συντελεῖ εἰς τὴν τελείαν αὐτοῦ στρατιωτικὴν μόρφωσιν, εἶναι σφάλμα ἀνεξάρτητον τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῶν· διότι αὕτη ἀποκτᾶται ἐν πολέμῳ, τοῦ ὁποίου τὰς δεινὰς δοκιμασίας δὲν ηὐτύχησε νὰ ὑποστῇ ἄχρι τοῦδε ὁ Ἑλληνικὸς στρατός· ἐν ὥρᾳ δὲ εἰρήνης ἀποκτᾶται ἐν τοῖς στρατοπέδοις ἢ ἐν ταῖς μεγάλαις λεγομέναις ἀσκήσεσι, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὁποίων οὐ μόνον ἐφαρμόζονται πάντες οἱ κανονισμοὶ τοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τελοῦνται πρόχειρα πολεμικὰ ἔργα, καὶ λαμβάνουσι χώραν αἱ ἀσκήσεις τῶν τριῶν ὅπλων ἡνωμένων. Αἱ ἀσκήσεις τοῦ εἴδους τούτου ἐκτελοῦνται ἐν πᾶσι τοῖς λοιποῖς Κράτεσι δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ, κατὰ φθινόπωρον καὶ ἔαρ, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν πολλαὶ τοιαῦται τοῦ ἔτους ὧραι παρῆλθον, μήπω παρουσιάσασαι ἔκτακτόν τι στρατιωτικὸν φαινόμενον. Ἡ ἐπιψήφισις ὅμως τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θέλει ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεων, ἃς πρὸ μικροῦ κατέδειξα, καὶ πρὸς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, αἵτινες κρατοῦσι σήμερον ἐν πᾶσι τοῖς εὐνομουμένοις Κράτεσιν. Ἐκ τούτων ἄρα ἐξάγεται ἀριδήλως, ὅτι τὸ ποιὸν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, ἐὰν δὲν ἦναι ἐξαίρετον, δὲν εἶναι ὅμως καὶ κακὸν, ὅπως παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἐπιδεκτικὸν βελτιώσεως διὰ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν ὑπαρχουσῶν ἐλλείψεων. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ὀφείλομεν πάντες ἀνεξαιρέτως, συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ ὡς ζήτημα καθαρῶς ἐθνικὸν, καὶ ὑποτάσσοντες τὸ πολιτικὸν συμφέρον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν διὰ παντὸς τρόπου βελτίωσιν τῶν εἰς αὐτὸν ἀφορώντων, καὶ νὰ συντελέσωμεν τὸ ἐφ’ ἡμῖν πρὸς τοῦτο, καὶ χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, καὶ χάριν τοῦ λαοῦ, ὃν ἀντιπροσωπεύομεν, καὶ ὅστις οὐ μόνον ἀποτίνει τὸν προσωπικὸν τοῦτον φόρον, ἀλλ’ ἐπιβαρύνεται ἰδίως διὰ τῶν δαπανῶν τῆς συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ χάριν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς, διότι ἐν τούτῳ κεῖται ἡ τιμὴ καὶ δόξα τοῦ Ἔθνους.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἤκουον πανταχόθεν περὶ τῆς οὐχὶ εὐαρέστου καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἠπόρησα ἀκούσας πρό τινων ἡμερῶν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ σήμερον τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ἀνδρὸς στρατιωτικοῦ, μετὰ τόσων ἐπαίνων καὶ τόσων ἐλπίδων ὁμιλησάντων περὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Ἐνῶ δὲ διέβλεπον ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας ὁμολογίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς μονοετοῦς θητείας καὶ ἐπάνοδον, ἔστω καὶ λαθραίαν, εἰς μακροτέραν θητείαν, ἠπόρησα ἀκούσας αὐτοῦ, εἰπόντος ὅτι παρὰ ποτε ἐμμένει εἰς τὴν μονοετῆ θητείαν, ἂν καὶ ὁ χαρακτὴρ καὶ αἱ ἰδέαι αὐτοῦ εἶναι νὰ μεταβάλλῃ γνώμην, ὁσάκις πείθεται, ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτοῦ εἶναι ἐσφαλμέναι. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 15 ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ δύναται νὰ ἦναι ἐκείνη οὕτως ἀσφαλὴς, ὥστε νὰ μὴ συνεπαγάγῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς φοβούμεθα; Ὡς γνωρίζετε, διὰ τοῦ ἄρθρου 15 δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ διατηρήσῃ εἰς τὰ ὅπλα ἐπὶ 3 μῆνας τὸ πρῶτον, καὶ ἐπὶ ἑτέρους 3 μῆνας τὸ δεύτερον, τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ μέλλοντας κατὰ τὸν νόμον νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ νὰ προσκαλέσῃ μίαν ἢ δύο σειρὰς ἐκ τῶν τελευταίων ἐφέδρων, καὶ ἢ ὁλόκληρον ἢ μέρος αὐτῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποστηρίζων τὸ ἄρθρον 15, εἶπεν, ὅτι τοῦτο δὲν καθιεροῖ τι νέον, διότι ὁμοία ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ περὶ στρατολογίας νόμῳ τοῦ 1878. Ἀνέφερε δὲ ὡς παράδειγμα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1878, νὰ καλῇ εἰς ὑπηρεσίαν τοὺς διαθεσίμους, καὶ δεύτερον, ὅτι δυνάμει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα, μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ καλῇ εἰς τὰ ὅπλα ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου οἱασδήποτε καὶ ὅσας δήποτε τάξεις ἐφέδρων θέλῃ. Τὸ παράδειγμα ἐκ τῶν διαθεσίμων οὐδόλως ὠφελεῖ· διότι οἱ διαθέσιμοι ἦσαν ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ 1878 ὑπόχρεοι εἰς τριετῆ θητείαν, λόγῳ δὲ ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπεχρεοῦντο νὰ ὑπηρετῶσι μόνον 6 μῆνας, τὸν δὲ ὑπόλοιπον χρόνον μέχρι τῶν τριῶν ἐτῶν διετέλουν εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὠνόμαζε διαθεσιμότητα, καὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· νόμιμον καὶ λογικὸν λοιπὸν ἦτον οἱ διαθέσιμοι νὰ καλῶνται δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς διαταγῆς εἰς ὑπηρεσίαν ἢ ἀσκήσεις. Τοῦτο ἤθελεν αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ ἀπόγραφος δὲ ἢ κληρωτὸς, ὁ κληθεὶς ἐν τῇ σειρᾷ τῶν τελούντων ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, μόνον ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἦτον ὑπόχρεως, ὁπότε ἤθελε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὑπηρετήσῃ ἀκόμη χρόνον τινὰ μέχρι τριῶν ἐτῶν ἀσκούμενος. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, καλοῦνται εἰς πρόσθετον ὑπηρεσίαν ἕως ἓξ μηνῶν ἄνδρες ἀφυπηρετοῦντες, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθέντα χρόνον, καὶ ἑπομένως ἀνήκοντες πλέον εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Λοιπὸν τὸ τῶν διαθεσίμων παράδειγμα δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἄρθρου 15. Ἀλλὰ μήπως δύναται τὸ ἐκ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ παράδειγμα νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἐκ τοῦ ἄρθρου 15 δικαίωμα; Τὸ ἄρθρον 27 ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου....
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην τὸ ἄρθρον αὐτό.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ 1880 ἐπὶ τῆς ἐπιστρατείας, παρετηρήθη ὅτι δὲν εἴχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ διατάξητε τὴν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ διατήρησιν τῶν ἀφυπηρετούντων, καὶ ὅτι τοῦτο ἔφερε πολλὰς δυσκολίας εἰς τὴν ἐπιστρατείαν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐκάματε ἄλλο ἢ τὸ ἄρθρον 27 νὰ ἐπικαλεσθῆτε.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι ἄνευ ἐπιστρατείας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν· ὥστε τὸ ἀντίθετον εἶπον.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐχ ἧττον τὸ ἄρθρον 27 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλῇ τοὺς ἐφέδρους ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τοῦτο, ὅταν πρόκηται καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 27 περὶ πράξεως, τὴν ὁποίαν, καίτοι ἀνήκουσαν κυρίως εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικήν. Ἀλλ’ ἡ ἀναγνώρισις τοιούτου δικαιώματος εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἐν ὥρᾳ πολέμου δικαιολογεῖται ὑπὸ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ τὸ Σύνταγμα ἀνεγνώρισεν ὡς ἀνῆκον εἰς τὸν Βασιλέα, ἤτοι τοῦ δικαιώματος τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, τοῦ δικαιώματος δὲ τούτου ἀρχὴ ἐνασκήσεως εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις· ἐν τούτοις, προκειμένης περιπτώσεως ἐπιστρατείας, ἢ πολέμου, ἀπήτησεν ὁ νόμος, ἐὰν μὲν ἦνε παροῦσα ἡ Βουλὴ, ν’ ἀνακοινοῦται αὐθωρεὶ εἰς αὐτὴν τὸ Διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἐὰν δὲ ἦνε ἀποῦσα, νὰ καλῆται συγχρόνως ἡ Βουλή. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 27 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ προσκαλῇ ἐφέδρους καὶ νὰ συνιστᾷ καὶ Σώματα, θέτει δύω ἐγγυήσεις· πρῶτον ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐπιστρατείας ἢ πολέμου, καὶ δεύτερον ἀπαιτεῖ τὴν ταχίστην ἀνακοίνωσιν τῶν Διαταγμάτων εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ τὴν συγχρόνως μετὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν αὕτη δὲν ἦνε παροῦσα. Ποῖος ἤδη λόγος δικαιολογεῖ τὴν παράλειψιν τῶν ἐγγυήσεων αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου 15; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ γενομένη ἄλλοτε ἐπιστρατεία ἀπέδειξε τὸ χρήσιμον καὶ τὸ ἀναγκαῖον τῆς διατηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ μελλόντων ν’ ἀφυπηρετήσωσιν ἢ τῶν δύω πρώτων σειρῶν τῆς ἐφεδρείας δι’ ἁπλοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἀλλὰ τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ἐπιστράτευσις; Ὁ νόμος δὲν ὥρισε τὰ ὅρια ἢ τὰ γνωρίσματα τῆς ἐπιστρατείας· δύναται αὕτη νὰ ἦνε γενικὴ, δύναται νὰ ἦνε μιᾶς ἢ δύω ἡλικιῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπιστρατεύσεως καὶ χάριν αὐτῆς ἀνάγκη νὰ διατηρήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ 3 ἢ 6 μῆνας ἀκόμη τοὺς ὑπηρετήσαντας ἓν ἔτος καὶ μέλλοντας νὰ ὑπηρετήσωσι, ποῖος περιορισμὸς ὑπάρχει εἰς τὸ νὰ διατάξῃ τοῦτο; δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦτο, καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ· δύναται δηλαδὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ὑπάρχοντα νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ οὗτος ἐπιτρέπει τὸ Διάταγμα αὐτὸ μόνον ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας ἢ πολέμου, τὸ Νομοσχέδιον ἐπιτρέπει τοῦτο ἐν πάσῃ ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ, ὅπερ μεγάλη διαφορά. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ἡμῖν, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 δὲν θέλει ἐφαρμόζεσθαι ἢ μόνον ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας. Ἀλλὰ διατί δὲν θέτει τοῦτο ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ; ὅταν δίδηται δικαίωμά τι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης θὰ κάμῃ οὗτος τὴν σκέψιν ταύτην, καὶ μάλιστα ὅταν ὑπῆρξαν ἀντιῤῥήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ κάμῃ δηλαδὴ τὴν σκέψιν, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις αἱ ἔκτακτοι δύνανται νὰ ἦνε πολλαὶ, διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἀπέφυγε νὰ τὰς ὁρίσῃ, ἀφήσας εἰς τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν ἑκάστοτε νὰ ἀποφασίζῃ, ἀρκεῖ νὰ συγκατατεθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὅταν αἱ περιστάσεις τῆς ἐνασκήσεως τόσον σπουδαίου δικαιώματος, οἷον τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 τοῦ Νομοσχεδίου, εἶναι γνωσταὶ καὶ ὡρισμέναι, πρέπει νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ· ἄλλως, τιθεμένου γενικῶς τοῦ ὅρου τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, ἐπιτρέπονται καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεωρήσει ἐκτάκτους. Ἂν ἐγὼ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσω τὸ ἄρθρον 15, ἔχων τὴν ἰδέαν περὶ μακροτέρας θητείας, ἤθελον μεταβάλει δι’ αὐτοῦ τὴν θητείαν ἀπὸ 1 ἔτους εἰς 1½, καὶ ἀπὸ 2 εἰς 2½ καὶ οὐδεμίαν εὐθύνην θὰ ἔφερον· διότι τὸ ἄρθρον 15 δὲν ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλλῃ τὰ Διατάγματα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁμολογουμένως, κύριοι, τὸ μέτρον τοῦ ἄρθρου 15 ὑπηγόρευσεν ἡ συναίσθησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μονοετὴς θητεία, ὑπὸ τὰς περιστάσεις μάλιστα, ὑφ’ ἃς ἐν Ἑλλάδι τελεῖται, εἶναι ἀνεπαρκὴς, ὅπως μορφώσῃ στρατὸν χρήσιμον ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα, ἡ ὑπαγορεύσασα τὸ ἄρθρον 15, διατί τότε δὲν ἐρχόμεθα εἰλικρινῶς νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς νομιμώτερον; Ὡς ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἄρθρου 15, βεβαίως εἶναι ἀντισυνταγματικόν· διότι, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔχω γνώμην, δὲν περιέχει ἄλλο ἢ παράτασιν ἐπὶ 3 ἢ ἐπὶ 6 μῆνας τῆς ἐνιαυσίου ἢ διετοῦς θητείας. Τοῦτο γινόμενον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προδήλως εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἐξασκεῖ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεύς· νομοθετικὴ δὲ πρᾶξις εἶναι τὸ ἐπιβάλλειν βάρη ἢ παρατείνειν βάρη τοῦ λαοῦ, οὔτε μεταβάλλει ποσῶς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ ἡ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν διὰ νόμου δίδει ἡ Βουλὴ εἴς τινα Ὑπουργὸν, ὅπως ἀποφασίζῃ, ἔστω καὶ μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ αὐξήσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ λαοῦ. Κυβέρνησις αὐθαίρετος, ἔχουσα πλειοψηφίαν τυφλῶς ἀκολουθοῦσαν αὐτήν, ἠδύνατο νὰ οἰκειοποιηθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ αὐξάνειν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιβάλλειν φόρους· διότι, ἄν κατ’ ἀρχὴν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ αὔξησις τῶν βαρῶν, δύναται νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἡ ἐπιβολὴ νέων βαρῶν. Ἐνῷ δὲ ὑπάρχουν τοσαῦται ἐγγυήσεις, ὅταν διὰ νόμου ἐπιβάλλωνται ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς πολίτας, ἡ ἐξέλεγξις π. χ. ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς, αἱ τριπλαῖ συζητήσεις τῶν Νομοσχεδίων, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἄρθρ. 15 δίδεται δι’ ἁπλῆς ἐντολῆς ἑνὸς ἄρθρου εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα νὰ προσθέτωσι βαρεῖαν ὑποχρέωσιν εἰς πλῆθος πολιτῶν. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐξουσιοδοτεῖ ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ νὰ τὰς μεταβάλλῃ ἐλαττοῦσα καὶ οὐχὶ αὐξάνουσα τὰ βάρη. Ἐν πολλοῖς Κράτεσι π. χ. ἡ θητεία εἶνε πενταετὴς ἢ τριετὴς, ὁ δὲ νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐλαττώνῃ αὐτὴν κατά τινας μῆνας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ Βουλὴ θελήσασα καὶ ψηφίσασα τὸ πλέον, τὴν πενταετίαν δηλαδὴ ἢ τὴν τριετίαν, ἀναγκαίως ἤθελε καὶ ἐψήφισε καὶ τὸ ἔλαττον, δηλαδὴ τὴν τετραετίαν ἢ τὴν διετίαν· ὅταν ὅμως ὁ νόμος ῥητῶς λέγῃ, ὅτι ὁ Ἕλλην πολίτης ὑποχρεοῦται μόνον νὰ ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος ἐν τῷ στρατῷ, δὲν ἐπιτρέπεται δι’ ἁπλοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκαλουμένου ἔστω καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ παρατείνηται ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἡ νόμιμος ἐπὶ τρεῖς ἔτι μῆνας ἢ ἐπὶ ἕξ. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι εἴχομεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν διατάξεις ἐξουσιοδοτούσας τὴν Κυβέρνησιν νὰ αὐξήσῃ διὰ Διατάγματος φορολογικὰ βάρη, π. χ. τὰ τοῦ δασμολογίου τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἐκτὸς ὅτι ὑπεχρεοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα περὶ αὐξήσεως τῶν τελῶν, ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶνε καὶ ἐπανορθώσιμος· διότι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὸ Διάταγμα, δύναται νὰ διατάξῃ ν’ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς πληρώσαντας εἰσαγωγεῖς τὸ περιπλέον ληφθὲν δικαίωμα· ἀλλ’ ὅταν ὑποχρεώσητε εἰς τριῶν ἢ ἓξ μηνῶν πρόσθετον ὑπηρεσίαν τοὺς πολίτας, πῶς δύνασθε νὰ ἐπανορθώσητε μετὰ ταῦτα τοῦτο ἢ πῶς δύνασθε νὰ τοὺς ἀποζημιώσητε; Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 15 γίνεται πρόξενον καὶ ἄλλων κακῶν. Ἄν ἡ Κυβέρνησις εἰλικρινῶς ἀπεφάσιζε νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς θητείας, ἀναγνωρίζουσα, ὅτι ἡ μονοετὴς θητεία δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν προώρισται ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, τότε ἄλλως ἠθέλομεν κανονίσει τὰ τῆς μεγαλειτέρας θητείας· δὲν ἠθέλομεν δηλαδὴ αὐξήσει αὐτὴν πρὸς τὰ ἔμπροσθεν, ἀλλὰ πρὸς τὰ ὄπισθεν, δὲν ἠθέλομεν δηλ. ὑποβάλει εἰς ὑπηρεσίαν τὴν ἡλικίαν τοῦ 22 ἔτους, ἀλλὰ τὴν τοῦ 20, ὥστε ὁ κληρωτὸς ν’ ἄρχεται ὑπηρετῶν ἐπὶ 18 μῆνας ἢ ἐπὶ δύω ἔτη, ἀπὸ τοῦ 20 καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ 21, ὡς τοῦτο γίνεται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Τὸ εἰκοστὸν ἔτος, ὡς ἡλικίαν κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ, παρεδέχθησαν ἐν ἄλλοις βορειοτέροις Κράτεσιν, ὅπου ἡ ἀνάπτυξις τῶν νέων δὲν γίνεται ἐνωρίτερον ἢ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἡμεῖς παρεδέχθημεν τὸ 21, συμπεπληρωμένον. Ὁμολογῶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ἐκλέξαντες τὴν μονοετῆ θητείαν, ἔπρεπε τὸ 21ον ἔτος νὰ ἐκλέξωμεν ὡς ἡλικίαν κατατάξεως τῶν νέων ἐν τῷ στρατῷ, διότι βραχέος τοῦ χρόνου ὄντος πρὸς μόρφωσιν στρατιωτῶν, ἔπρεπε βεβαίως οὗτοι νὰ ἔχωσιν ὡριμωτέραν ἡλικίαν, ὅπως ἐντὸς τοῦ στενοῦ αὐτοῦ διαστήματος δυνηθῶσι ταχύτερον ν’ ἀσκηθῶσιν· ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο σήμερον ν’ αὐξήσωμεν τὴν θητείαν εἰς 2 ἔτη, ἠδυνάμεθα ἐπωφελέστερον νὰ ὁρίσωμεν τὸ 20 ἔτος ὡς ἡλικίαν κατατάξεως, διότι κατὰ τὴν ἡλικίαν αὐτὴν καὶ προθυμότεροι εἶναι οἱ νέοι νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ ὀλιγώτεροι σχετικῶς οἱ ἄγαμοι καὶ ἄνευ ἀκόμη ἀποκαταστάσεως βιοποριστικῆς, τὴν ὁποίαν ν’ ἀναγκασθῶσι νὰ διακόψωσιν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου σήμερον τὸ 21 ἔτος δὲν εἶναι κυρίως τὸ 21ον, ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ νὰ ᾖναι τὸ 22ον καὶ τὸ 23ον ἴσως, διότι ὁ γεννηθεὶς π. χ. τὸν Ἰανουάριον ἑνὸς ἔτους καλεῖται νὰ ὑπηρετήσῃ ὄχι τὸν Ἰούλιον, τὸν ἀμέσως ἑπόμενον τοῦ Ἰανουαρίου, καθ’ ὃν συνεπλήρωσε τὸ 21 ἔτος, ἀλλὰ πολὺ βραδύτερον· ἀλλὰ τοιαύτη ἡλικία, ἀποσπωμένη ἀπὸ τὴν ἐργασίαν ἀπὸ τὰς ἐργατικὰς τάξεις, βεβαίως καθιστᾷ βαρύτερον τὸ βάρος καὶ πλέον δυσβάστακτον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ κακὰ, ὅσα τὸ ἄρθρον 15 ἐπάγεται. Δι’ αὐτοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς καθίσταται ἀβέβαιος, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν, ὅταν ψηφίζῃ αὐτὸν, νὰ γνωρίζῃ μετὰ θετικότητος τί θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν θὰ ἐπιβληθῇ ἡ πρόσθετος δαπάνη συντηρήσεως στρατοῦ πέντε ἢ δέκα χιλιάδων ἀνδρῶν. Ἐκτὸς τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἄλλο βαρύτερον κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ λίαν δυσάρεστον ἐπιῤῥοὴν μεταξὺ τοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ νόμος περὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν θὰ καταστῇ ἀβέβαιος. Ὁ πολίτης, μὴ γνωρίζων πόσον χρόνον θὰ ὑπηρετήσῃ, θὰ εὑρίσκῃ τὸ βάρος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας πλέον ἐνοχλητικόν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 15 θὰ προσθέσῃ, μὴ ἀμφιβάλλωμεν, εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως νέας ἐνοχλήσεις εἰς τὰς ὑπαρχούσας· διότι, ὁσάκις θὰ διαδίδηται, ὅτι ἐπίκειται διατήρησις εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τρεῖς ἢ ἐπὶ ἓξ μῆνας τῶν ἤδη ὑπηρετούντων, τὰ συμφέροντα 5 ἢ 10,000 οἰκογενειῶν ἐκλογέων θὰ ὠθοῦν καὶ θὰ πιέζουν τοὺς βουλευτὰς, καὶ διὰ τῶν βουλευτῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ μέτρον, τὸ ὁποῖον, καίτοι δικαιολογούμενον, νομίζουν, ὅτι δύναται νὰ παραλειφθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 15 εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν, ἐπιβάλλεται ἀναγκαίως ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χρόνου τῆς θητείας, περὶ τοῦ ἐπαρκοῦς καὶ τελεσφόρου ἢ μὴ τῆς μονοετοῦς θητείας, ἐπιβάλλεται δὲ, διότι τὸ ἄρθρον 15 δὲν ἐνέπνευσεν ὁπωσδήποτε ἄλλος λόγος ἢ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ. Τὸ ζήτημα δὲ περὶ τῆς μονοετοῦς θητείας εἶναι τόσῳ γενικὸν, καὶ οἱ ὅροι αὐτοῦ εἶναι τόσον ὅμοιοι ἐν πᾶσι σχεδὸν τοῖς Κράτεσιν, ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιμένωμεν τὴν πεῖραν καὶ τὰς δοκιμὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησεν ὑπέρ τῆς μονοετοῦς θητείας παρ’ ἡμῶν, ὅπως ἀποφανθῶμεν, ἂν αὕτη ηὐδοκίμησεν, ἢ δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἡ πεῖρα ἡ μακρὰ, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἀπεκτήσαμεν περὶ τῆς μονοετοῦς θητείας, καὶ ἡ πεῖρα ἡ μακρὰ, τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα Ἔθνη παρέχουν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀναγκαίου χρόνου πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ, προσφέρουν ἡμῖν ἀρκοῦντα δεδομένα καὶ ἀρκοῦντα διδάγματα, ὅπως μορφώσωμεν ἀκριβῆ γνώμην περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεζήτησε τὴν ὑπεροχὴν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ 1882, καὶ δι’ οὗ ὥρισεν εἰς δύω ἔτη καὶ εἰς ἓν ἔτος τὴν θητείαν, εἰς τὴν σύγκρισιν πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1878, καὶ οὗτινος ἡ θητεία ὡρίζετο εἰς τριῶν ἐτῶν καὶ εἰς ἓξ μηνῶν. Εἶναι ἆρά γε ἐσωτερικὴ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ νέου νόμου πρὸς τὸν παλαιὸν, ἢ εἶναι ὑπεροχὴ ἐξωτερικὴ, οὕτως εἰπεῖν, δηλαδὴ ὑπεροχὴ ἐκ τῆς ὀλιγωτέρας ἐναντιότητος τῆς χώρας πρὸς τὸν νέον νόμον τῆς μονοετοῦς θητείας καὶ τῆς δραστηριωτέρας ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; διότι, ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νόμου τοῦ 1882 κατέβαλε πλείστας προσπαθείας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς φιλοτιμίας τοῦ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ πρωτοφανὴς ἰδέα τῆς μονοετοῦς θητείας καὶ καλῶς συνελήφθη καὶ καλῶς ἐμελετήθη ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποτύχῃ ἐκ τούτου τὸ πλῆθος τῶν στρατιωτικῶν νόμων, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 μέχρι σήμερον, νόμων, τῶν ὁποίων, ὁμολογῶ, οἱ πλεῖστοι ὅτι εἶναι ἀναγκαῖοι καὶ ὠφέλιμοι καθ’ ἑαυτοὺς, καὶ δι’ ὧν ζητεῖ νὰ γονιμοποιήσῃ τὴν μονοετῆ θητείαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάντες οὗτοι οἱ νόμοι θέλουσιν ἀποτύχει, διότι τὸ δένδρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνεκεντρίσθησαν, εἶναι καταδεδικασμένον ν’ ἀποθάνῃ, ἂν δὲν ἀπέθανεν ἀκόμη. Ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὸ σπουδαιότερον, ὅπερ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔφερεν ὑπὲρ τοῦ νέου νόμου καὶ κατὰ τοῦ παλαιοῦ, ὑπὲρ τῆς μονοετοῦς θητείας καὶ κατὰ τῆς προϋπαρχούσης θητείας, εἶναι ἡ ἐναντιότης τῆς χώρας. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μὴ ἐναντιότης, ἡ προθυμία τοῦ λαοῦ ὑπέρ τινος θεσμοῦ εἶναι στοιχεῖον ἀπαραίτητον πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν νόμων· ἀλλ’ ἡ συγκατάβασις αὕτη πρὸς τὰς ἀδυναμίας, τὰς ἐπιθυμίας Τόπου τινὸς δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ ποιότης τοῦ θεσμοῦ καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἀποτυγχάνουν. Πανταχόθεν ἀκούει τις, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀρέσκεται εἰς μακρὰν θητείαν· ἀλλ’ ὑπάρχει λαός τις ἐν τῷ κόσμῳ, ὅστις ἀρέσκεται εἰς θητείαν ἔστω καὶ μικράν; Ἐν Γερμανίᾳ 40,000 νέων ἀπογράφων κατ’ ἔτος ἐκπατρίζονται εἰς Ἀμερικὴν, οἱ πλεῖστοι ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, δηλαδὴ τῆς θητείας ἐν τῷ στρατῷ· ἀλλ’ ἐσυλλογίσθη ποτὲ ἡ Γερμανία, ἐπειδὴ κατ’ ἔτος 40,000 νέων ἐκπατρίζονται εἰς Ἀμερικὴν, νὰ ἐλαττώσῃ τὸν χρόνον τῆς θητείας εἰς ἓν ἔτος, ὅπως ἀρέσῃ εἰς τὸν λαόν; Πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐκ Κέας βουλευτὴς ἔκαμε τοσούτους ἐπαίνους ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι ἐγέλασα. Εὑρίσκει ἆρά γε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος σήμερον τοιαύτας στρατιωτικὰς ἀρετὰς καὶ τοιαύτας ἕξεις, ὥστε ἀπαλλάττουσιν αὐτὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται ἄλλοι λαοὶ, ἔχοντες τὸν αὐτὸν, ὡς ὁ Ἑλληνικὸς, προορισμόν; Ὡμίλησε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὗρε τοὺς Ἕλληνας σκοπευτὰς ἀρίστους· παρέστησε τὴν Ἑλλάδα ὡς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφ’ ἑαυτῶν οἱ πολῖται ἐξασκοῦνται εἰς τὴν σκοποβολήν. Ἀνεμνήσθη τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἠρώτησε ποῦ ὑπάρχει περίστασις, καθ’ ἣν δὲν ἀνεδείχθησαν· ὑπέμνησε δὲ τὸ Καραλῆ Δερβὲν, ἔνθα ἠνδραγάθησεν εἷς ἀξιωματικὸς μετ’ ὀλίγων στρατιωτῶν! Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ Καραλῆ Δερβὲν σμικρύνει τὴν Ἑλλάδα, διότι μετὰ τοσούτων παιάνων καὶ τοσαύτης παραφορᾶς ὑπεδέχθημεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, ὅπερ παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν ἤθελε προκαλέσει ἁπλῶς τὴν ἐπιδοκιμασίαν, ὥστε ἀπεδείξαμεν ὅτι ἐκπληττόμεθα καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀκούομεν ἐξαιρετικῶς «γενναῖος ἀξιωματικὸς», ὅταν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του· ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ ἦναι γενναῖοι, διότι ὅλοι πρέπει νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον αὐτῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω οὐδὲν περὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν ἡμῶν, διότι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐδόθη αὐτοῖς ἀφορμὴ νὰ πολεμήσωσιν ἐν παρατάξει μάχης καὶ ἐν ἀνοικτοῖς πεδίοις· κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν δὲν ἔπρεπε νὰ πολεμῶσιν ἐκ παρατάξεως εἰς πεδιάδας, καὶ ὅπου ἐπολέμησαν, ἀπέτυχον. Ἂν τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ ἀνώτερα καὶ τὰ κατώτερα, ἦναι ἱκανὰ πρὸς πόλεμον σήμερον, δὲν θὰ κριθῇ ἐξ ἁπλῶν ἀκροβολιστικῶν κατορθωμάτων· πρέπει καὶ στελέχη καὶ στρατὸς νὰ ἦναι παρεσκευασμένα νὰ βαδίσωσι προσέτι ὑπὸ τὸ φονικὸν πῦρ τῶν σημερινῶν τηλεβόλων καὶ ὅπλων κατὰ σωμάτων ἐμπειροπολέμου στρατοῦ· θὰ ἔχωσι τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ψυχραιμίαν, θὰ ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην ἄσκησιν, ὅπως ἐν ὥρᾳ τῆς μάχης ἐννοήσωσι τὰς κινήσεις τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν καὶ ματαιώσωσιν αὐτὰ, ἢ ὅπως ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὰ σφάλματα αὐτοῦ! Ποῦ στηριζόμεθα; Ποῦ ἀλλοῦ ἢ εἰς τὴν ἐποποιΐαν, τὴν legende, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἐπλάσαμεν, καὶ ἡ ὁποία πάντοτε μᾶς ἔβλαψε, διότι δὲν μᾶς ἀφίνει νὰ ἐργασθῶμεν ὅσον πρέπει; Ἔχομεν τὴν μωρίαν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἐκ θείας τινὸς προνοίας ἰδιαιτέραν τινὰ ἀποστολὴν ἐν τῷ κόσμῳ, ὅτι ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὔτε νὰ θυσιάσωμεν, οὔτε νὰ ἐργαζώμεθα, ὡς οἱ ἄλλοι λαοὶ, ἵνα προοδεύσωμεν. Ἔχουσιν ἆρά γε διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ βιομηχανία, ἡ γεωργία, τὸ ἐμπόριον, τὰ γράμματα, περισσότερα θέλγητρα καὶ ἀξίαν ἢ ὅσην ἔχουσι παρὰ τοῖς ἄλλοις λαοῖς; Φιλοπονώτεροι εἶναι ἄλλοι λαοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ, καὶ ὅμως προθύμως προσφέρονται νὰ ἐγκαταλίπωσι καὶ τὸ ἄροτρον καὶ τὸ βιομηχανικὸν ἐργαλεῖον καὶ τὰ γράμματα, ὅπως ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Τί ἠθέλατε εἴπει περὶ τοῦ σημερινοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν σήμερον ἦτο δοῦλος καὶ προσκαλούμενος εἰς τὰ ὅπλα, ὅπως ἐλευθερωθῇ, ἔλεγεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἔτους; Δὲν ἠθέλετε τὸν κρίνει ἀνάξιον ἐλευθερίας; Καὶ ποίαν διαφορὰν εὑρίσκετε σήμερον, ὅτε εἶναι ἐλεύθερος καὶ προσκαλεῖται νὰ παρασκευασθῇ ὅπως ἐλευθερώσῃ τοὺς δούλους αὐτοῦ ἀδελφούς; Δὲν θὰ ἦναι ἐπίσης ἀνάξιος τῆς ἐλευθερίας, ἂν ζητῇ νὰ ἀποχωρίσῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τοὺς ὑπὸ τὸν ζυγὸν ἔτι Ἕλληνας καὶ δὲν θέλῃ νὰ ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος ἀκόμη πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς ἑαυτόν; Ἐνῷ, ὡς εἶπον, πάντες οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης ἀποστρέφονται τὴν στρατιωτικὴν θητείαν, ὑπάρχει εἷς λαὸς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, οὗ καὶ τὸ αἴσθημα καὶ τὸ ἐπάγγελμα εἶναι τὸ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ. Μόνος ὁ Τουρκικὸς λαὸς σήμερον ἐν Εὐρώπῃ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἀγαπᾷ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ ὅπλα· λόγος τούτου εἶναι, ὅτι οὐδόλως ἀγαπᾷ ν’ ἀσχολῆται εἰς τὰς βιοποριστικὰς τέχνας καὶ τὰ γράμματα, καὶ ὅτι συμφέρον ἔχει νὰ ἦναι ἕτοιμος, ἵνα διατηρῇ διὰ τῶν ὅπλων τὴν κατάκτησιν. Ἀπέναντι τοιούτου λοιπὸν λαοῦ πρόκειται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς στρατιωτικῆς αὑτοῦ παρασκευῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ὀρθοτέρα στρατιωτικὴ παρασκευὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις κανονίζεται οὐχὶ θεωρητικῶς καὶ κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσέ τις ἐν τοῖς βιβλίοις ἢ ἐν συνδιαλέξεσιν, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει αὐτοῖς ὁ ἐχθρὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ πολεμήσῃ τις· τοῦτο ἔπραξαν καὶ πράττουσιν ὅλα τὰ Ἔθνη· τοῦτο ὑπαγορεύει ἡ ἀνάγκη. Δι’ ἡμᾶς ὁ ἐχθρὸς οὗτος ἔχει ἐπάγγελμα τὰ ὅπλα καὶ μακρὰν θητείαν 4 ἐτῶν, λόγῳ δὲ τῶν πολιτικῶν ἀναγκῶν αὑτοῦ εἶναι πάντοτε εἰς ἐμπόλεμον θέσιν. Ἀπέναντι τοιούτου στρατοῦ, τὸν ὁποῖον καθ’ ἡμέραν Εὐρωπαῖοι ἀξιωματικοὶ ἐργάζονται νὰ βελτιώσωσιν, ἡ πρώτη ἰδέα, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ πρώτης ὄψεως, εἶναι ὅτι οὐδόλως ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶμεν κἂν ν’ ἀντιταχθῶμεν ἢ νὰ πολεμήσωμεν, διότι καὶ ἀνώτερος τὸν ἀριθμὸν εἶναι καὶ μᾶλλον ἐμπειροπόλεμος. Τὸ μόνον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ πιθανὴν τὴν εὐτυχῆ ἔκβασιν τοῦ ἀγῶνος, εἶναι τοιαύτη πλήρης ἄσκησις ἡμῶν καὶ τοσοῦτον ἕτοιμος διοργανισμὸς τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων καὶ μέσων, ὥστε ὠφελούμενοι ἐκ τῶν μειονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἔκτασις τῆς χώρας, ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων καὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ ἡ ἐχθρότης τῶν ὑπ’ αὐτὸν φυλῶν γεννᾷ εἰς τὸν ἀντίπαλον, νὰ δυνηθῶμεν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ ἐξουδετερώσωμεν τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα. Ὅταν τις ἔχῃ ἰσχυρότερον ἀντίπαλον πρὸ αὑτοῦ, τί πράττει; Ἑτοιμάζεται οὕτως, ὥστε αἰφνιδίως καὶ πρὶν δώσῃ καιρὸν προπαρασκευῆς εἰς αὐτὸν νὰ εὑρεθῇ ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς ἐνεργείας πλήρης καὶ ἰσχυρὸς, πρὶν ὁ ἐχθρὸς δυνηθῇ νὰ συγκεντρώσῃ πάσας αὑτοῦ τὰς δυνάμεις. Τὴν μέθοδον αὐτὴν ἠκολούθησεν ἡ Γερμανία καὶ κατὰ τῆς Αὐστρίας καὶ κατὰ τῆς Γαλλίας. Οἱ Γάλλοι δὲν ἦσαν τόσον ἀνίσχυροι, ὡς τὰ ἀποτελέσματα ἔδειξαν, ἀπεδείχθησαν ὅμως ἀνίσχυροι, διότι ἀντέταξεν ἡ Γερμανία εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τοσαύτην δύναμιν, ὥστε τὴν κατέβαλε πρὶν ἑτοιμασθῇ. Ἡ Τουρκία εἶναι μεγάλη χώρα συγκριτικῶς πρὸς ἡμᾶς, εἶναι ὅμως ἠναγκασμένη νὰ κατατέμνῃ καὶ διατηρῇ τὰς δυνάμεις της εἰς πολλὰ σημεῖα, καὶ ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς συγκοινωνίας εἶναι δύσκολον νὰ τὰς συγκεντρώσῃ. Διὰ δύο μόνον μεθόδων δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν πρῶτον, ἐὰν κατὰ θάλασσαν κατορθώσωμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν μεταφορὰν καὶ συγκέντρωσιν τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων αὐτῆς, καὶ δεύτερον ἐὰν ἤμεθα τόσον ἕτοιμοι, ὄχι μόνον ἐν τῇ πολεμικῇ ἀσκήσει τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ οἰκονομικῇ διοικήσει αὐτοῦ καὶ τῇ ταχείᾳ ἐπιστρατεύσει, ὥστε ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου καὶ πρὶν δοθῇ καιρὸς εἰς τὸν ἀντίπαλον νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ συγκεντρωθῇ, νὰ κατορθώσωμεν νὰ φέρωμεν κρίσιμόν τι ἀποτέλεσμα. Ὅταν ὅμως θέλωμεν κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν τοῦ κινδύνου νὰ παρασκευασθῶμεν καὶ ζητῶμεν ἐπιστράτευσιν διὰ ν’ ἀσκήσωμεν τὸν στρατὸν, καὶ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως προπαρασκευὴν πρὸς ἐπιστράτευσιν, ὡς ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 16 κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ πράττωμεν ταῦτα μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἀντίπαλος δῆθεν οὐδὲν ἐννοεῖ, καὶ ὅτι θέλει μᾶς ἀφήσει νὰ ἑτοιμασθῶμεν, αὐτὸς οὐδὲν πράττων, κάμνωμεν σκέψεις παιδαριώδεις. Ἔχοντες τὴν μονοετῆ θητείαν, θὰ εὑρεθῶμεν ἀνέτοιμοι ἐν τῇ ὥρᾳ τῶν κινδύνων καὶ ζητοῦντες τότε νὰ ἑτοιμασθῶμεν, οὔτε καιρὸν θὰ ἔχωμεν, οὔτε θὰ ἀφεθῶμεν ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν μας ἐλεύθεροι νὰ ἑτοιμασθῶμεν. Λοιπὸν ἡ μονοετὴς θητεία δὲν ὑπηρετεῖ τὸν στρατιωτικὸν σκοπὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ δὲ δὲν τὸν ὑπηρετεῖ, τὸ καλλίτερον εἶναι, ἀντὶ νὰ δαπανῶμεν εἰς στρατοὺς, νὰ ἐκλέξωμεν τὴν εἰρηνικὴν πολιτικὴν, ἐλπίζοντες ὅτι, ἂν εὐδοκιμήσωμεν ἐν τῇ εἰρηνικῇ πολιτικῇ καὶ διευθετήσωμεν καλῶς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν εὐημερίας, θὰ δυνηθῶμεν ἴσως ἐν ὥρᾳ κρίσεως νὰ προσελκύσωμεν τὰς συμπαθείας καὶ τὰ συμφέροντα πολλῶν καὶ ὠφεληθῶμεν· προτιμοτέρα ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς πολιτικῆς τῶν ψευδῶν παρασκευῶν καὶ μεγάλων δαπανῶν· ἐν ὥρᾳ κινδύνων δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ οὐδὲν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν θὰ ἐνθαῤῥύνωσι καὶ ἐνθουσιάσωσι τὰ τολμηρὰ ἔργα. Νομίζουσι τινὲς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποστρέφεται τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· δὲν εἶναι βέβαιον τοῦτο· ἀποστρέφεται τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, ὁποῖον ὑπῆρξεν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὁποῖον ὑπάρχει συνιστάμενον εἰς στοιχειώδεις ἀσκήσεις καὶ ἐπιδείξεις παρατάξεων καὶ καταδιώξεις φυγοδίκων. Πότε ὑπῆρξε τοιαύτη διοίκησις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ σχηματίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὑρέθη ὁ ἄνθρωπος ὅστις ὀργανίζει καὶ παρασκευάζει ἀληθῶς τὸν στρατὸν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς ἀγῶνα σπουδαῖον, καὶ σοβαρόν; Ὅλοι ἔχουν τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ τέκνα των στέλλουσιν εἰς τὸν στρατὸν διὰ νὰ φορέσωσι μίαν στολὴν καὶ ἔπειτα νὰ κάμωσι τὴν φρουρὰν ἢ τὸν ὑπηρέτην. Ἐνόσῳ δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ πεποίθησις παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ὅτι σπουδαίως πάντες ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος μέχρι τοῦ κατωτάτου ἀξιωματικοῦ ἐργάζονται πρὸς μόρφωσιν πραγματικοῦ στρατοῦ, ἄτοπον εἶναι ν’ ἀπαιτῶμεν ἐνθουσιασμὸν καὶ προθυμίαν παρ’ αὐτοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται, ὅπως οἱ νόμοι ἀφορῶντες εἰς τὴν συνταγματικὴν θέσιν τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ στρατῷ, οὗτινος εἶναι ὁ ἀνώτατος ἀρχηγὸς, παρεμβάλωσιν αὐτόν· ἡ παρουσία τοῦ Βασιλέως εἶναι ὠφελιμωτάτη ἐν τῷ στρατῷ.
§34ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Τί ἐννοεῖτε;
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοῶ π. χ. διὰ νόμου νὰ ὁρισθῇ ὅτι κατ’ ἔτος γίνονται ἐπιθεωρήσεις τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅπως γίνονται ἐν Γερμανίᾳ ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος. Ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπιθεωρεῖ ἅπαξ καὶ δὶς κατ’ ἔτος τὸ σῶμα τῆς Αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς ἐν Βερολίνῳ, παρευρίσκεται δὲ κατ’ ἔτος καὶ εἰς τὰ γενικὰ γυμνάσια. Ἕτερον πλεονέκτημα τοῦ νέου Νόμου περὶ μονοετοῦς θητείας ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ ἀναφέρεται, ὅτι ἐκεῖνος εἰσήγαγε τὴν ἰσότητα ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι κατὰ τὸν παλαιὸν, ἄλλοι μὲν ὑπηρέτουν τριετίαν, ἄλλοι δ’ ἑξάμηνον· τοῦτο ἀπολύτως δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι καὶ σήμερον ὑπηρετοῦν ἄλλοι μὲν ἓν ἔτος, ἄλλοι δὲ, οὐκ ὀλίγοι, δύω ἔτη. Τοῦτο ἐπίσης εἶναι μειονέκτημα τῆς μονοετοῦς θητείας· διότι, ἂν διετὴς θητεία ἐπεβάλετο, ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἦτον ὁ αὐτὸς διὰ πάντας καὶ θὰ ἔπαυεν ἡ ἀνισότης, ἥτις εἶναι ἐναντία καὶ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν αἰσθημάτων τῆς χώρας, τοῦτο δ’ ἄνευ βλάβης· διότι καὶ ἐν τοῖς εἰδικοῖς σώμασι, πλὴν τοῦ ἱππικοῦ, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ὑπηρεσία μικροτέρα τῆς διετίας. Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ δὲν ζητοῦσι μακροτέραν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ πυροβολικῷ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ νέος Νόμος, καίτοι ἐλαττώσας εἰς ἓν ἔτος τὸν χρόνον τῆς θητείας, διετήρησε καὶ ἄλλην ἀνισότητα, τὴν ἐκ τῶν ἀπαλλαγῶν. Ἐννοῶ τὴν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν πρεσβυτέρων ὀρφανῶν ἢ τῶν μονογενῶν καὶ τῶν τοιούτων, ὅταν συγχρόνως ἦναι στηρίγματα οἰκογενειῶν, ἀλλά, προκειμένου περὶ μονοετοῦς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας, δὲν εὑρίσκω δικαιολογημένην τὴν ἀπαλλαγὴν ὑπὲρ τῶν πλουσίων καὶ εὐπόρων οἰκογενειῶν. Θὰ ἐπροτίμων οἱ τοιοῦτοι ν’ ἀπαλλάσσωνται τῆς ἐν πολέμῳ ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς ἐν εἰρήνῃ ὑπηρεσίας, ἥτις οὐδένα ἔκτακτον κίνδυνον περιέχει. Ἐν Γερμανίᾳ μόνον τὰ στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν ἐξαιροῦνται. Παρ’ ἡμῖν τὸ ποσὸν τῶν ἀπαλλασσομένων εἶναι σπουδαῖον. Ὥστε οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἰσότητος ὁ νέος Νόμος ἐθεράπευσε τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν εἰς τὸν παλαιόν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἰσήγαγεν αὐτὴν καὶ ὅστις συμφέρον εἶχε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι αὕτη ἐπαρκεῖ, καὶ ὅστις εἰργάσθη πρὸς τοῦτο, κατώρθωσεν ἢ θὰ κατορθώσῃ ἐντὸς ἔτους τὴν μόρφωσιν στρατιωτῶν; Ἀφ’ ἑτέρου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τις ἐν Ἑλλάδι ὅλους τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς παρά τινων θεωρεῖται δυνατὴ ἡ ἐντὸς ἔτους πλήρης μόρφωσις τῶν στρατιωτῶν; Παρ’ ἡμῖν ὁ χρόνος τοῦ ἔτους εἶναι ἀνεπαρκής. Οὕτως ἐπὶ παραδείγματι ἐν τῷ πεζικῷ εἶναι ἀδύνατος ἄσκησις πλὴν τῶν πέντε μηνῶν κατ’ ἔτος. Δέον ἐν πρώτοις ν’ ἀφαιρέσωμεν 52 Κυριακὰς καὶ τὰ δύω τρίτα 52 Σαββάτων, κατὰ τὰ ὁποῖα γίνεται καθαριότης καὶ ἐπιθεώρησις τῶν λεπτομερειῶν, ἤτοι 34 ἡμέραι θ’ ἀφαιρέσωμεν 7 βασιλικὰς καὶ ἐθνικὰς ἑορτὰς καὶ 13 θρησκευτικάς, καὶ οὕτως ἔχομεν 106 ἡμέρας, καθ’ ἃς οὐδεμία γίνεται ἄσκησις. Προσέτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐπιθεωρήσεων, αἵτινες δὲν εἶναι ἀσκήσεις, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζωνται εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατιώτου· διότι ἢ εἶναι ἐπανάληψις τῶν γνωστῶν ἤδη ἀσκήσεων χάριν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἢ εἶναι ἀπώλεια χρόνου πρὸς ἐπίδειξιν. Δὲν ἠξεύρω πόσαι ἡμέραι δαπανῶνται παρ’ ἡμῖν εἰς ἐπιθεωρήσεις, διότι δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐφαρμόζεται τὸ Διάταγμα περὶ ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ 1852, ἀλλ’ ἀδύνατον νὰ ἦναι ὀλιγώτεραι τῶν 35. Προσέτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἡμέρας τῆς ὑπηρεσίας τὰς μὴ στρατιωτικὰς τοῦ στρατοῦ εἰς φρουράς, εἰς φύλακας, εἰς ὑπηρεσίαν θαλαμοφύλακος, μαγείρου, εἰς μεταφορὰν διαφόρων πραγμάτων, κηδείας καὶ ἄλλας ἐκτάκτους, καὶ αἵτινες ὑπερβαίνουσι τὰς 70 ἡμέρας κατὰ στρατιώτην. Δὲν μένουσι λοιπὸν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἢ 5 μῆνες διὰ κυρίως στρατιωτικὰς ἀσκήσεις. Ἀλλὰ τί εἶναι δυνατὸν νὰ μάθῃ ὁ στρατιώτης ἐντὸς αὐτῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ οὐ μόνον στρατιωτικὴν ἀνατροφὴν, ἀλλὰ καὶ ἐκπαίδευσιν ἐν πᾶσι τοῖς γυμνασίοις, ἃς οἱ Κανονισμοὶ ἀπαιτοῦν; Οἱ Κανονισμοὶ αὐτοὶ περιλαμβάνουν πρὸ πάντων τὰς ἀσκήσεις πρὸς πόλεμον. Αἱ ἀσκήσεις αὐταὶ διεξάγονται κατὰ τὴν μέθοδον τὴν réaliste λεγομένην, τὴν διὰ τῶν πραγμάτων, συνιστάμεναι εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν μίμησιν ὅλων τῶν ἐν πολέμῳ παρουσιαζομένων ἐκ τοῦ ἐχθροῦ καὶ τοῦ ἐδάφους περιστάσεων καὶ εἰς τὴν λύσιν ὅλων τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα αἱ ἐκστρατεῖαι καὶ αἱ μάχαι δύνανται νά θέσωσιν εἰς τὸ μέσον. Ὁ στρατιώτης ἀνάγκη ἐν πᾶσι τούτοις ἐν εἰρήνῃ νὰ ἠσκήθη, ὅπως μὴ εὑρίσκεται ἐν πολέμῳ ἐνώπιον τοῦ ἀπροόπτου, διότι οἱ σημερινοὶ πόλεμοι διεξάγονται οὕτω ταχέως, ὥστε οὐδεὶς δίδεται καιρὸς, ὅπως τὰ μάθῃ ὁ στρατὸς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Τὸ μυστήριον τῆς νίκης εἶναι τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲν σχεδὸν τὸ ἀπρόοπτον διὰ τὸν στρατὸν ἐν ὥρᾳ πολέμου, οὔτε διὰ τὸν ἀξιωματικόν, οὔτε διὰ τὸν ὑπαξιωματικόν, οὔτε διὰ τοὺς στρατιώτας, ἀλλὰ περὶ ὅλων τῶν δυσκολιῶν, ὅλων τῶν προβλημάτων τακτικῆς νὰ ἐδιδάχθη διὰ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων ἢ ἀπὸ ἀνωμάλου ἐδάφους. Παρ’ ἡμῖν οἱ στρατιῶται διδάσκονται μόνον τὰ γυμνάσια στρατιώτου καὶ λόχου ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων καὶ μετὰ ταῦτα ἀπασχολοῦνται εἰς διαφόρους μὴ στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, διότι προσῆλθον οἱ ἄλλοι κληρωτοὶ τοῦ Ἔθνους, οἵτινες πρέπει νὰ ἐκγυμνασθῶσι. Φαντάζομαι τὸν στρατὸν ἡμῶν τῆς σήμερον ἐξερχόμενον εἰς πόλεμον ἀπέναντι ἐχθροῦ ἐμπειροπολέμου καὶ ὁδηγούμενον ὑπὸ εὐρωπαίων ἀξιωματικῶν καὶ συλλογίζομαι τὸ πλῆθος τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν προβλημάτων ἐνώπιον τῶν ὁποίων θὰ εὑρεθῶσι πάντες ἀπὸ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν μέχρι τοῦ τελευταίου στρατιώτου χωρὶς νὰ παρεσκευάσθησαν δι’ αὐτὰ διὰ πρακτικῶν ἀσκήσεων, διὰ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς ἐν καιρῷ εἰρήνης, διότι οὐδεμία ἐξάσκησις γίνεται, οὐδὲ ὁ κανονισμὸς τῆς ἐν πολέμῳ ὑπηρεσίας ἐκτελεῖται. Διατί λέγομεν ὅτι οἱ παλαιοὶ στρατιῶται εἶνε καλλίτεροι; Εἶνε ἆρά γε γενναιότεροι τῶν νεωτέρων; ὄχι· ἀλλ’ εἶδον πολλάκις ὅσα παρουσιάζονται ἐν ταῖς μάχαις, καὶ ὅταν εὑρίσκωνται ἀπέναντι τῶν αὐτῶν περιστάσεων δὲν ταράσσονται. Ὅταν μόνον ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει παρουσιάζετε εἰς τὸν ἀξιωματικὸν καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας ὅλας τὰς δυσκολίας, ἃς θ’ ἀπαντήσῃ ἐν πολέμῳ καὶ τὸν ἀσκεῖτε νὰ τὰς λύῃ, τότε τὸν προπαρασκευάζετε. Ὅ,τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνύψωσεν εἰς ἀξίωμα, λύων τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δηλαδὴ ἅμα ἔχομεν καλὰ στελέχη ἐπράξαμεν τὸ πᾶν, εἶνε ἐπικίνδυνον. Πρῶτον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν καλὰ στελέχη, διότι ἀδύνατον νὰ μορφώσωμεν στελέχη διὰ τῆς μονοετοῦς θητείας, ἀφοῦ τὰ στελέχη ἐξ ἀνάγκης μόνον προορισμὸν καὶ ἀποστολὴν ἔχουν νὰ προγυμνάζουν δὶς τοῦ ἔτους τοὺς νεοσυλλέκτους· διότι ἐξ ἀνάγκης παρ’ ἡμῖν, ἕνεκα τῆς μονοετοῦς θητείας, οἱ κληρωτοὶ ἑκάστου ἔτους προσέρχονται εἰς δύω ἐποχάς. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ὑπαξιωματικὸς καὶ ἀξιωματικὸς ἀσχολῶνται εἰς τοιαῦτα γυμνάσια, ἀδύνατον νὰ μορφωθῶσι. Καὶ ὅ,τι ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν λαβὼν ἀπὸ τὸν Leval, ὅτι ὁ στρατιώτης μετὰ ἑνὸς ἔτους ἄσκησιν ἀρχίζει πλέον ν’ ἀπομανθάνῃ, διατί νὰ μὴ ᾖναι ἀληθὲς καὶ ὡς πρὸς τὸν ὑπαξιωματικόν. Μήπως οὗτοι ἀφοῦ ἀσκήσωσι τοὺς νεοσυλλέκτους δὶς καὶ τρὶς, δὲν θὰ καταληφθῶσιν ἀπὸ ἀηδίας πρὸς τὸ ἔργον τῶν ὑπαξιωματικῶν;
§36Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι ὁ Leval δῆθεν ὑποστηρίζει τὰς ἰδέας του. Μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἵνα εὑρεθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνεπὴς εἰς ὅσα εἶπε, δὲν ἠδυνήθην μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ εὕρω εἰς κανὲν κείμενον τῶν συγγραμμάτων τοῦ Leval τὴν μονοετῆ θητείαν ὑποστηριζομένην· τοὐναντίον, καὶ ὁ στρατηγὸς Leval καὶ ἄλλοι στρατιωτικοὶ θεωροῦσιν ὡς ἐλάχιστον ὅριον τὴν τριετῆ θητείαν.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ τὸ σύγγραμμα ἐκεῖνο τοῦ Leval δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἀναγνώσω, διότι ἐγένετο σπάνιον, ἀγνοῶ δ’ ἂν θὰ κάμῃ καὶ δευτέραν ἔκδοσιν αὐτοῦ ὁ ἐξοχώτερος οὗτος τῶν σημερινῶν στρατιωτικῶν συγγραφέων τῆς Γαλλίας· καίτοι κεκλημένος ἐκ τῆς ἱκανότητός του ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἀνώτατον ἀξίωμα τοῦ νὰ διευθύνῃ τὰ στρατιωτικὰ τῆς Γαλλίας, ὑποστηρίξας τὴν τριετῆ θητείαν ἐν τῷ Γαλλικῷ στρατῷ, ἀπώλεσε τὴν ἐμπιστοσύνην πλείστων ἐν Γαλλίᾳ. Ὅταν πρὸ ὀλίγου ἀπεσύρθη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ στρατηγὸς Thibaudin, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας προσεκάλεσεν εἰς Παρισίους τὸν στρατηγὸν Leval, ὅπως τῷ ἀναθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἰς ἰδιαιτέραν συνδιάλεξιν, ἣν ἔλαβε μετ’ αὐτοῦ, εἶδεν, ὅτι ἐπέμενεν εἰς τὴν τριετῆ θητείαν· ἐπειδὴ δὲ οἱ πλεῖστοι στρατιωτικοὶ ἐν Γαλλίᾳ δὲν θέλουν ἀκόμη τὴν τριετῆ θητείαν, ἡ ἀπόπειρα ἀπέτυχεν. Ἀλλ’ ἀδύνατον ὁ στρατηγὸς Leval νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν μονοετῆ θητείαν· Οὗτος ὑποστηρίζει, ὡς καὶ ἄλλοι, ὅτι εἶναι τόσον κακῶς ὠργανισμένα τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι ἀποῤῥοφᾶται ματαίως τόσος χρόνος ἐκ τῶν ἀργῶν ἡμερῶν, ἐκ τῶν φρουρῶν, ἐκ τῶν πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν· διότι σημειωτέον, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἥμισυ τοῦ στρατοῦ ἀπασχολεῖται εἰς μὴ στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, ἐνῷ ἐν Γερμανίᾳ μόνον τὸ ⅕, ὥστε ἂν ἤθελεν ἀρθῇ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ, θὰ ἐγίνετο ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ὅση ἄσκησις γίνεται σήμερον εἰς τρία ἔτη, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ νὰ μείνῃ ὁ στρατιώτης ἓν ἔτος μόνον ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ὅ,τι γίνεται εἰς τρία ἔτη, νὰ γίνῃ εἰς ἓν; ὄχι· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγίνετο, δὲν θὰ ἦτον ὠφέλιμον, διότι μόρφωσιν στρατιωτῶν δὲν θὰ εἴχομεν. Εὐχαριστεῖ βεβαίως ἡ βραχεῖα ὑπηρεσία, ἀλλ’ ὁ βραχὺς χρόνος, καίτοι καθιστᾷ προθυμοτέρους τοὺς ὑποχρέους, δὲν φέρει ἀποτέλεσμα. Ἂν αὔριον ἡ Κυβέρνησις ἐπιτύχῃ π. χ. νόμον, ὁρίζοντα διετῆ φοίτησιν μόνον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πρὸς ἀπόκτησιν διπλώματος, βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ νεολαία θέλει εὐχαρίστως δεχθῆ αὐτὸν καὶ θέλει αὐξήσει ὁ ἀριθμὸς τῶν φοιτητῶν, διότι θὰ λάβωσι μετὰ διετίαν δίπλωμα νομικοῦ ἢ ἰατροῦ, ἀλλὰ ποία ἔσται ἡ ποιότης; Ἑπομένως ἀντὶ ὠφελείας φέρομεν βλάβην, καὶ σήμερον τὰ 20,000,000, τὰ δαπανώμενα διὰ τὸν στρατὸν, ἀπόλλυνται, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα ἀρκούντως ἰσχυροὶ πρὸς ἀγῶνα. Ἀλλ’ ὅσοι ὑποστηρίζουν βραχεῖαν θητείαν, προϋποθέτουν ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐντελῶς παρείδομεν. Προϋποθέτουν ἀδιάκοπον ἐνασχόλησιν τῶν ἀνδρῶν εἰς τὰς ἀσκήσεις, εἰς σπουδαίαν προπαρασκευὴν, εἰς ἀσκήσεις τῆς νεολαίας πρὸ τῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ. Οὕτως ἀπαιτοῦν ἀντὶ τοῦ Σαββάτου, αἱ μικραὶ ἐπιθεωρήσεις καὶ ἡ καθαριότης νὰ γίνωνται τὴν Κυριακήν· νὰ παύσωσιν αἱ φρουραί, νὰ περιορισθῶσιν αἱ μεγάλαι ἐπιθεωρήσεις, νὰ παύσῃ ἡ ἐργασία τῶν στρατιωτῶν εἰς ἀγγαρείας πρὸς μεταφορὰν ξύλων, τροφίμων καὶ τῶν τοιούτων, ὑποχρεουμένων τῶν ἐργολάβων νὰ φέρωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς στρατῶνας. Καὶ ἐν Ἑλλάδι αἱ πλεῖσται ἐπιθεωρήσεις εἶναι μάταιαι· διότι ὁ ἀξιωματικός, γινώσκων πότε θὰ ἔλθῃ ὁ ἐπιθεωρητής, κάμνει πᾶσαν προετοιμασίαν, ὅπως ἀπατήσῃ. Ἐν Γερμανίᾳ αἱ ἐπιθεωρήσεις γίνονται αἰφνιδίως καὶ οὐχὶ ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐπὶ τούτῳ ἡμέρᾳ, ἵνα μὴ οἱ στρατιῶται ἀποσπῶνται ἀπὸ τὰ γυμνάσια, δηλαδὴ ἐν ὥρᾳ ἀσκήσεων, τῶν ἀσκήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ ἐπιθεωρῶν θέλει νὰ ἐξετάσῃ· κανὼν δ’ ἐπικρατεῖ, οὐδέποτε νὰ γίνωνται τῶν αὐτῶν στρατιωτῶν αἱ αὐταὶ ἐπιθεωρήσεις. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει νὰ παύσῃ ὁ στρατὸς ἀσχολούμενος εἰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας, ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔτι μᾶλλον ἀνεπαρκής· ἂν δ’ ἐν ἄλλοις Ἔθνεσιν αἱ τοιαῦται ὑπηρεσίαι ἀπασχολοῦν τοὺς στρατιώτας καὶ ἀποσπῶσιν οὐ μικρὸν χρόνον ἐκ τῶν ἀσκήσεων, πολὺ ὀλιγώτερον θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν ἡμεῖς τὸν στρατὸν ἡμῶν τῶν τοιούτων ὑπηρεσιῶν καὶ νὰ χρησιμοποιήσωμεν ὁλόκληρον τὸ ἔτος εἰς ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν ἡ βραχεῖα θητεία τῶν τριῶν ἐτῶν παρὰ τοῖς ὑποστηρίζουσιν αὐτήν, καὶ πολὺ περισσότερον ἡ μονοετὴς θητεία, ἔχει καὶ ἄλλην ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν, τὴν ἐξάσκησιν πάντων τῶν νέων εἰς τὰ ὅπλα ἐν τοῖς σχολείοις. Ὅπου ἐφηρμόσθη ἡ ὑποχρεωτικὴ καθολικὴ ἐκπαίδευσις εἰς τὰ γράμματα, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, εἰσήχθη εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἄσκησις, ἐπεκτείνεται δὲ καὶ θὰ ἐπεκταθῇ ἔτι περισσότερον εἰς τὰ Λύκεια οὐ μόνον ἡ ἐκγύμνασις στρατιώτου καὶ λόχου, ἀλλὰ καὶ ἡ σκοποβολή· ὑπολογίζεται δὲ διὰ τῶν προασκήσεων αὐτῶν ἓξ μηνῶν οἰκονομία εἰς τὴν ἐκγύμνασιν τῶν στρατιωτῶν. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἐφηρμόσθη ἡ καθολικὴ ἐκπαίδευσις, πανταχοῦ ὅπου ὑπάρχουν δημοτικὰ σχολεῖα, οἱ μαθηταὶ ἀσκοῦνται εἰς τὰ στρατιωτικὰ ὑποχρεωτικῶς, ἡ ἄσκησις δ’ αὕτη εἰς τὰ ὅπλα καὶ ἡ σκοποβολὴ ἀποτελοῦν μάθημα, ὅπερ κατὰ τὴν δοκιμασίαν καὶ βαθμολογίαν τῶν μαθητῶν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν προαγωγὴν αὐτῶν. Οὕτως οἱ μαθηταὶ εἰσέρχονται εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τὸ εἰκοστὸν ἔτος κατηρτισμένοι εἰς τὰ στοιχειώδη, καὶ μετὰ μικρὰν ἐπανάληψιν εἰσέρχονται εἰς τὰ γυμνάσια ἐκστρατείας. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξῃ τις τὸ δυνατὸν ἐκγυμνάσεως ἐντὸς ἔτους. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, καίτοι ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ ἡ καθολικὴ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις, δὲν ἐφηρμόσθη εἰσέτι, καὶ ἄδηλον ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ. Ἀφοῦ δὲ δὲν ἐφηρμόσθη διὰ τὰ γράμματα, πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις; οὐ μόνον στερούμεθα δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπάρχοντες ἀγνοοῦσιν, ὅπως ἀσκήσωσι τοὺς νέους εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις. Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι θεσμὸς ἄχρηστος. Ἀλλὰ τὰ στελέχη ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὡς θεραπεία ὅλων τῶν κακῶν, καὶ μὲ καλὰ στελέχη περιττὸν νὰ γείνῃ σκέψις περὶ αὐξήσεως τοῦ χρόνου τῆς θητείας. Εἶπον ὅτι ἀδύνατος ἡ μόρφωσις στελέχεων διὰ τῆς μονοετοῦς θητείας· ἀλλ’ ἂν τὰ καλὰ στελέχη μορφώνωσι ταχύτερον ἢ καλλίτερον τοὺς στρατιώτας ἐν καιρῷ εἰρήνης, δὲν ἐπαρκοῦν ἐν καιρῷ πολέμου, ὅταν οἱ στρατιῶται δὲν εἶναι καλῶς ἐξησκημένοι. Ἐν καιρῷ πολέμου τὰ στελέχη ὑφίστανται πρῶτα καὶ εἰς περισσοτέραν ἀναλογίαν τὰς ζημίας· ἂν δὲ οἱ στρατιῶται δὲν εἶναι καλῶς ἠσκημένοι, παραλύουν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Ἐνθυμοῦμαι τί ἔπραττον οἱ Γερμανοί, ὅταν εἰσέβαλον εἰς Γαλλίαν πολεμοῦντες κατὰ τῶν νέων στρατιωτῶν· διέταττον τοὺς στρατιώτας νὰ σκοπεύωσι κατὰ τῶν ἐρεισμάτων τῶν διαφόρων λόχων καὶ σχηματισμῶν, δηλαδὴ κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι ἐγίνωσκον ὅτι φονεύοντες αὐτοὺς ἔφερον ἀταξίαν μεταξὺ τῶν ἀγυμνάστων ἐκείνων στρατιωτῶν· τὸ ἴδιον θὰ συμβαίνῃ καὶ μὲ τοὺς μονοετεῖς ἡμῶν στρατιώτας· ὅσον καλλίτεροι οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀπειρότεροι οἱ στρατιῶται, τόσον μεγαλειτέρα θὰ ἦναι ἡ ἀπώλεια τῶν πρώτων, καὶ τόσον πιθανωτέρα ἡ ἀποθάῤῥυνσις τῶν δευτέρων. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐκ Κέας βουλευτὴς ἐπῄνεσε, περὶ ἐφεδρείας ὁμιλῶν, τὸ σύστημα τῶν ἐθελοντῶν καὶ τῆς ἀνακατατάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν. Συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, ὅτι κάλλιστοι ὑπαξιωματικοὶ μορφοῦνται δι’ ἀνακατατάξεως· ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ παύσῃ δι’ αὐτοὺς τὸ ἀηδὲς ἔργον τοῦ ἐκγυμνάζειν ἀεννάως νεοσυλλέκτους· οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, ὡς προαγόμενοι εἰς ἀξιωματικοὺς διότι ηὐδοκίμησαν εἰς τὴν Σχολὴν δὲν καταρτίζουν ἀξιωματικοὺς τελείους πρὸς πόλεμον, καὶ διαμένοντες ἐν τῷ στρατῷ ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἀποτελοῦν στελέχη κατώτερα ἀτελῆ ἐπίσης· ἡ μονοετὴς θητεία τῶν στρατιωτῶν βλάπτει καὶ τοὺς δι’ ἀνακατατάξεως ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἀξιωματικούς. Ἀλλ’ ἡ μονοετὴς θητεία καὶ αἱ ἀνακατατάξεις, εἰς ἃς ὑποχρεοῖ, βλάπτουν ἐπίσης εἰς τὴν μόρφωσιν στελέχεων διὰ τὴν ἐφεδρείαν· ἀδύνατον μὲ τὸ κρατοῦν σύστημα νὰ ἔχητε τοιαῦτα. Ἓν ἔτος δὲν ἀρκεῖ εἰς τοὺς κληρωτοὺς τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν νὰ δώσουν ὑπαξιωματικούς. Συνήθως ὁ ὑπαξιωματικὸς μετὰ ἓν ἔτος δείκνυται, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν πάντες οἱ κληρωτοὶ τοῦ πεζικοῦ ἀπέρχονται εἰς τὰ τέλη τοῦ ἔτους, ἀπερχόμενοι δὲ δὲν φέρουν μεθ’ ἑαυτῶν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ὑπαξιωματικῶν, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἐλάχιστον ἀριθμὸν τοιούτων. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι κατ’ ἔτος θὰ ἀπέρχωνται 8000 στρατιωτῶν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἔπρεπε νὰ συναπέρχωνται καὶ 500 ὑπαξιωματικοὶ ἢ καὶ 400· ἀλλὰ τὰ στελέχη τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀποτελοῦνται παρ’ ἡμῖν ἕνεκα τῆς μονοετοῦς θητείας ἐξ ἀνακατατεταγμένων ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες δὲν ἀπέρχονται ἐτησίως μετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς. Ἡ κατάστασις τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν δεικνύει, ὅτι ἐξ αὐτῶν μόνον τὸ ⅐ ἀνήκει εἰς τοὺς κληρωτοὺς, τὰ δὲ 6)7 ἀνήκουν εἰς τοὺς ἐξ ἀνακατατάξεως. Ἕνεκα τούτου ἀδύνατος παρ’ ἡμῖν ἡ μόρφωσις στελέχεων τῆς ἐφεδρείας. Ἡ ἐν ὥρᾳ πολέμου συγκρότησις τοῦ ἀναγκαίου σώματος τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ εἶναι ἐπιζημία· διότι ἀπαιτεῖται περιοδικὴ τοὐλάχιστον ἄσκησις ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ· τὰ στελέχη πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ ὡς τοιαῦτα ἀδιαλείπτως νὰ μορφῶνται. Ἡ ἀνακατάταξις φέρει καὶ ἄλλο κακόν, ὅτι ἡ ἐφεδρεία οὐδόλως ὠφελεῖται ἐκ τῆς ἀνακατατάξεως ὑπαξιωματικῶν· διότι κατὰ τὸν νόμον, μετὰ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, οὗτοι μεταβαίνουσιν οὐχὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐθνοφρουράν· λοιπὸν πάντες ἐκεῖνοι οἱ ὑπαξιωματικοί, οἵτινες ἐμορφώθησαν μετὰ τόσων ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἐμπόδισαν τὴν μόρφωσιν ἄλλων ὑπαξιωματικῶν, μένουν ἄχρηστοι· διότι δὲν δύνασθε νὰ τοὺς καλέσητε οὔτε εἰς γυμνάσια, οὔτε εἰς πόλεμον, ἐκτὸς ἐν περιπτώσει ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς ἢ πρὸς φύλαξιν τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο, μολονότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς συγκλήσεως τῶν ἐφέδρων, ὄχι μόνον διότι θὰ γυμνασθῶσιν, ἂν καὶ νομίζω ὅτι μονοετῶς ὑπηρετήσαντες ἔφεδροι προσερχόμενοι εἰς γυμνάσια ὀλίγον θὰ ὠφελήσουν καὶ πολὺ ὀλιγώτερον θὰ ὠφεληθῶσιν, ὅσον διότι ἡ τακτικὴ πρόσκλησις τῶν ἐφέδρων θὰ συνειθίσῃ τὸν τόπον καὶ τὰς Ἀρχὰς τόσον τὰς στρατιωτικὰς, ὅσον καὶ τὰς πολιτικὰς εἰς τὸ νὰ θέτουν τὸ Ἔθνος ἐπὶ ποδὸς πολέμου ἐν καιρῷ ἀνάγκης, ὅπερ ἓν τῶν δυσκολωτέρων ἔργων, καὶ ἡ κλεὶς τῆς ἐπιτυχίας ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ὅταν δὲν δύνασθε νὰ θέσητε τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας ταχέως καὶ εὐχερῶς ἐπὶ ποδὸς πολέμου, δὲν ἐπράξατε τίποτε· ὅθεν παραδέχομαι, ὅτι αἱ ἐφεδρεῖαι πρέπει νὰ καλῶνται εἰς ἀσκήσεις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν σήμερον δὲν παρουσιάζεται δυσκολία, θὰ παρουσιασθῇ ὅμως μετ’ ὀλίγον χρόνον δυσκολία ἐκ τῆς ἐλλείψεως στελέχεων ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων· ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως αὐτῆς μέγα μέρος τῶν ἐφεδρειῶν δὲν θὰ δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν του. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη ἐγγύησις, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ Γαλλικῷ νόμῳ· παρ’ ἡμῖν δὲν ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξ ἀνακατατάξεως ὑπαξιωματικῶν ἐν τῇ ὀργανικῇ δυνάμει τοῦ στρατοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ⅓ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως, καὶ τοῦτο εἶναι ἐγγύησις. Ὅταν ἔχητε τὴν ἀνακατάταξιν, ἔρχεσθε μὲ τὰς ἀμοιβὰς, προσελκύετε καὶ κατατάσσετε ὑπαξιωματικούς, λίαν πιθανὸν εἶναι, ὅτι δὲν ἑλκύετε τοὺς ἐκλεκτοὺς ἐκ τῶν νέων, ἀλλ’ ἐκείνους ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, οἵτινες ἀποτυχόντες νὰ πλάσωσι θέσιν εὐχάριστον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καταφεύγουσιν εἰς τὸν στρατόν. Διὰ νὰ μένωσι δ’ ἀσκοῦντες ἀκαταπαύστως νεοσυλλέκτους, πρέπει νὰ μὴ κινῶνται ἐξ ἔρωτος πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι καὶ ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει ἔλλειψις ὑπαξιωματικῶν· δὲν ἀρνοῦμαι βεβαίως, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ ἔλλειψις, παρατηρῶ ὅμως ὅτι μόνον ἐκ τῶν μονοετῶς ὑπηρετούντων, δηλαδὴ τῶν ἐγγραμμάτων, ἐξέρχονται κατ’ ἔτος ἑπτὰ χιλιάδες βαθμοφόρων, ἤτοι χίλιοι περίπου ἀξιωματικοὶ καὶ 5–6 χιλιάδες ὑπαξιωματικοί, ὅλοι δὲ οὗτοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν· εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὑποβάλλονται εἰς θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς ἐξετάσεις, καὶ ἂν εὐδοκιμήσωσι, λαμβάνουσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ἐφεδρείας· ἄλλως, τὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, ἐν αὐτῷ δὲ τῷ βαθμῷ διατελοῦντες καλοῦνται κατὰ διαστήματα, ὅπως ἐξασκηθῶσι. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει τὸ αὐτὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ, δύναται νὰ διορθωθῇ, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἕνεκα τῆς μονοετοῦς θητείας ἀδύνατον νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν. Παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ ἀδύνατον νὰ ἔχητε καὶ τὸ ⅒ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὅσοι ἀναγκαιοῦν· πόθεν θὰ πλάσητε τοὺς ἄλλους; Εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἀκούσω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τίνος μέσου θὰ μορφώσῃ τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας, καὶ πῶς θὰ χρησιμοποιήσῃ τόσον πλῆθος ἐφέδρων, ἂν ὄχι σήμερον, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον. Ἀλλ’ ἄλλη ἀντίῤῥησις πολλῷ σπουδαιοτέρα γίνεται κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μονοετοῦς θητείας, ἡ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν τῷ ὄντι ὑποθέσωμεν, ὅτι καλοῦνται κατ’ ἔτος κληρωτοὶ 10 χιλιάδες πρὸς διετῆ ὑπηρεσίαν εἰς ὅλα τὰ σώματα, 10 χιλ. τὸ πρῶτον ἔτος καὶ 10 χιλ. τὸ δεύτερον, θὰ συντηρῶμεν ἐν ὅλῳ 20 χιλιάδες, καὶ ἂν ἀφαιρέσητε τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες κατ’ ἔτος ἐπέρχονται κατὰ μέσον ὅρον καὶ αἵτινες ὑπολογίζονται εἰς 4% τὸ πρῶτον ἔτος καὶ 3% τὸ δεύτερον, θὰ ἔχωμεν 18,000 στρατὸν περίπου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ συντηρήσωμεν διὰ τοῦ ὑπάρχοντος Προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως δὲν ἀξιῶ νὰ προτείνω γνώμην ἐντελῶς βεβασανισμένην, διότι τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ σημερινοῦ νὰ συντηρηθῇ τοσαύτη ἡ δύναμις, ἂν ἐδεχόμεθα τὴν κατάργησιν τῶν ἐθελοντῶν καὶ ἐν τῷ πεζικῷ καὶ ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν. Ἀναγνωρίζω τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερε καὶ προσφέρει ἐν καιρῷ εἰρήνης τὸ εὐζωνικὸν σῶμα ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, διότι ἐν πολέμῳ δὲν ὑπηρετεῖ ἰδιαιτέραν τακτικὴν ἢ πολεμικὴν ἀνάγκην. Ὁ μόνος λόγος τῆς συστάσεώς των εἶναι, ὅτι ἐπαρχίαι τινὲς τοῦ Κράτους, ἰδίως αἱ παρὰ τὰ σύνορα, εὐχαριστοῦνται κατὰ προτίμησιν νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα αὐτῶν εἰς τὰ παρὰ τὰ σύνορα εὐζωνικὰ τάγματα. Δυνάμεθα διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νὰ διατηρήσωμεν τὰ εὐζωνικὰ τάγματα μὲ τὰς στολὰς, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον φέρουν καὶ νὰ ὁρίσωμεν ὅτι κυρίως θὰ στρατολογῶνται ἐκ τῶν κληρωτῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ ὅτι ἡ τοποθέτησις αὐτῶν θὰ ἦναι οἵα καὶ σήμερον. Ἂν τοιοῦτόν τι ἤθελε γείνει δεκτὸν, τὸ κέρδος θὰ ἦτο σπουδαῖον διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 ἀναγράφονται 3,908 εὔζωνοι, δηλαδὴ ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται. Ἡ μισθοδοσία τοῦ εὐζώνου εἶνε 40 δραχμαὶ κατὰ μῆνα. Ἂν παραβάλωμεν τὸν μισθὸν, δηλαδὴ τὰ 46 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν, ὅσα λαμβάνει ὁ πεζὸς στρατὸς, πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ εὐζώνου, καὶ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει λόγῳ τῆς ἐνδυμασίας, ἥτις διὰ μὲν τὸν πεζὸν βαρύνει τὸ Δημόσιον, διὰ δὲ τὸν εὔζωνον περιλαμβάνεται εἰς τὰς 40 δραχμὰς, θέλομεν φθάσει πάλιν εἰς σπουδαίαν οἰκονομίαν, ὅπως δι’ αὐτῆς δύναται νὰ συντηρηθῇ πολὺ μεγαλείτερος ἀριθμὸς πεζικοῦ. Διὰ τοὺς 3906 εὐζώνους ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις διὰ μισθοὺς 1,866,240 δραχμάς. Ἐὰν εἰς αὐτὰ τὰ ποσὰ προσθέσητε 1,600,193 δραχμὰς, αἵτινες σημειοῦνται ὡς ὁ ἐτήσιος μισθὸς τοῦ πεζικοῦ, ἔχετε τὸ ὅλον 3,466,383 δραχμάς. Δι’ αὐτῆς τῆς δαπάνης δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν μισθοδοσίαν πλέον τῶν 20,000 πεζῶν, ἐνῷ πρόκειται περὶ 18,000 μόνον, ὡς εἶπον ἀλλὰ καὶ ἐπὶ 20,000 ἀνδρῶν ὑπολείπονται ἀκόμη 99,133. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐνδυμασία τοῦ στρατιώτου κατατασσομένου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 100 δραχμάς· τὸ ποσὸν αὐτὸ βεβαίως διὰ τὸν εὔζωνον περιλαμβάνεται εἰς τὸν μισθὸν τῶν 40 δραχμῶν, δηλαδὴ εἰς τὰς 480, ἐνῷ διὰ τὸν πεζὸν πρέπει νὰ προστεθῇ. Νομίζω ὅμως ὅτι 80 δραχμαὶ κατ’ ἔτος διὰ τὰ δύω ἔτη εἶναι ἀρκεταὶ, διότι ἡ χλαῖνα πράγματι τότε θὰ χρησιμεύῃ διὰ δύω ἔτη. Τὴν πρόσθετον δαπάνην, λόγῳ τῆς ἐνδυμασίας, οἰκονομοῦμεν ἐν μέρει ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ μισθοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων. Γενομένης διετοῦς τῆς θητείας, ἐπέρχονται καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι· οὕτω περιττὸν νὰ ὑπάρχωσι τὰ ἐπιμίσθια τὰ ὑπάρχοντα σήμερον ἐν τοῖς εἰδικοῖς σώμασι. Βεβαίως ὁ μισθὸς τοῦ πυροβολητοῦ καὶ τοῦ ἱππέως πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτερος τοῦ μισθοῦ τοῦ πεζοῦ, διότι ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν εἶναι ἐπιπονωτέρα· ἀλλὰ σήμερον προστίθεται καὶ ἀμοιβή τις διδομένη εἰς τοὺς ἄνδρας τῶν εἰδικῶν σωμάτων λόγῳ τῆς μακροτέρας θητείας. Ὅταν ὅμως γείνῃ διὰ πάντας διετὴς ἡ θητεία, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἀμοιβὴ, καὶ ἡ ἐκ τούτου οἰκονομία εἶναι ἀξία λόγου. Διὰ τῆς διετοῦς θητείας ἐπίσης, αἱ ἀνακατατάξεις τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ αἱ ἀμοιβαὶ λόγῳ ἀνακατατάξεως αὐτῶν, θέλουσιν ἐλαττωθῆ ἐν μέρει διὰ τῆς παρατάσεως τῆς θητείας· διότι, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, διετὴς θητεία δύναται νὰ μορφώνῃ ἐν τῷ στρατῷ πολὺ περισσοτέρους ἢ σήμερον ὑπαξιωματικοὺς ἐκ τῶν κληρωτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἤθελον ἐπαρκεῖ αἱ οἰκονομίαι αὗται πρὸς συντήρησιν τῶν 18–20,000 πεζῶν καὶ εὐζώνων καὶ μεγαλειτέρου ἀκόμη ποσοῦ στρατοῦ παντὸς ὅπλου, νομίζω, ὅτι ἡ τάσις ἡμῶν πρέπει νὰ ἦναι, ὅπως περιορίζωμεν τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἐπεκτείνωμεν τὸ πεζικόν. Ἡ χωροφυλακὴ, οἷα σήμερον εἶναι καὶ οἷα θὰ ὑπάρχῃ διὰ πολὺν χρόνον, δὲν φέρει τὰ ἠθικὰ ἐκεῖνα προσόντα καὶ δὲν παρέχει τὰς ἠθικὰς ἐκείνας ἐγγυήσεις, αἵτινες μόναι δικαιολογοῦν τὰς μεγάλας ὑπὲρ αὐτῆς δαπάνας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σπουδαίων καθηκόντων, ἅτινα εἶναι ἀνατεθειμένα αὐτῇ ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἡ χωροφυλακὴ ἐν ὥρᾳ πολέμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ, ὅσον πεζὸς στρατός· διότι δὲν εἶναι ἐξησκημένη πρὸς πόλεμον, ἐνῷ ὅσῳ περισσότερον αὐξάνομεν τὸ πεζικὸν, τόσῳ περισσότερον χρησιμοποιοῦμεν δύναμιν καὶ διὰ πολιτικὰς ὑπηρεσίας χρήσιμον, ἀλλὰ καὶ διὰ πόλεμον. Ἄν ἔχωμεν μεγαλύτερον ἀριθμὸν πεζικοῦ διὰ τῆς διετοῦς θητείας, δυνάμεθα νὰ ὀργανίσωμεν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε ἕκαστος στρατιώτης νὰ δαπανᾷ μίαν ἑξαμηνίαν εἰς μὴ καθαρῶς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, τὰς δ’ ἄλλας τρεῖς ἑξαμηνίας ἀποκλειστικῶς εἰς ἀσκήσεις· δυνάμεθα ἑπομένως νὰ διατηρήσωμεν τοιαύτην μόνον χωροφυλακὴν, ὅση εἶναι ἀναγκαία εἰς μέρη ὅπου τὸ πεζικὸν δὲν δύναται νὰ μετατοπίζηται π. χ. τὰς νήσους ἢ δι’ εἰδικάς τινας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι καλὸν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸ πεζικόν.
§38Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε πολύ;
§39ΖΩΤΟΣ. Τί νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περιμένετε, παρακαλῶ, διότι θὰ σπεύσω νὰ τελειώσω. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀσκήσεως τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων, ἀλλ’ ὡς καὶ πρὶν εἶπον, θεωρῶ αὐτὸ ματαιοπονίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ἤλεγξε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς ἀπασχολοῦσαν τὴν Βουλὴν εἰς μικρὰ καὶ ταπεινὰ καὶ ὡς σπαταλῶσαν τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ αὕτη εἰς ἄλλα ὠφελιμώτερα νομοσχέδια. Ἄν καὶ τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἑαυτὸ δύναται νὰ ἦναι ἐπωφελὲς, ἀποβαίνει ἄχρηστον ἐφ’ ὅσον διατηρεῖται ἡ αὐτὴ βάσις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ ἡ μονοετὴς θητεία· οὔτε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, οὔτε τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπεψηφίσθησαν, ἢ μέλλουν νὰ ἐπιψηφισθοῦν, θὰ βελτιώσωσι τὰ τοῦ στρατοῦ. Οἱ ἔφεδροι δὲν εἶναι μεμορφωμένοι στρατιῶται, οὐδὲ δύνασθε νὰ τοὺς καταστήσητε τοιούτους διὰ τῆς κατὰ διετίαν ἀσκήσεως ἐπί τινας ἡμέρας. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια εἶναι καὶ ἐπιζήμια, διότι διατηροῦν στρατιωτικὴν κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις ἀποῤῥοφᾷ 20,000,000 δραχμῶν καὶ διατηροῦν συγχρόνως τὴν πεπλανημένην ἰδέαν, ὅτι ἀναλόγως τῶν δαπανῶν ἔχομεν καὶ στρατὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο, καίτοι εἶμαι ὑπὲρ ἐφεδρείας κατ’ ἀρχὴν, θέλω καταψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος.
§42ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§43ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ γείνῃ τοὐλάχιστον διακοπή.
§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ὁμιλήσω.
§45Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀκροώμεθα ἐπὶ δύω καὶ πλέον ὥρας τῶν ἀγορευόντων διαρκῶς· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία μία διακοπή.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γείνῃ διακοπὴ ἐπὶ 10 λεπτὰ. (Γίνεται διακοπή). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ζηνόπουλος.
§47ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, δὲν βλέπω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μὲ ἀκροασθῇ.
§48ΤΙΝΕΣ. Τότε λοιπὸν αὔριον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7½ Μ. Μ.)