1884.02.15
1.012 στίχοι · 7.612 λέξεις · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1884.
(Τετάρτη).
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων τῶν εἰσαχθέντων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.—Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τρία Νομοσχέδια, ἓν περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884 τοῦ Ὑπουργείου Ναυτικῶν, ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1882 εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1884 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ τρίτον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους 1884. Θὰ τυπωθοῦν καὶ θὰ διανεμηθοῦν. (Ὅρα Παράρτημα). Ἀναφορὰ τῶν δύω ἀδελφῶν τοῦ Γεωργίου Δούκα, αἵτινες στερούμεναι τῶν πρὸς τὸ ζῆν, ζητοῦσιν, ἵνα ταῖς δοθῇ σύνταξίς τις, λόγῳ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀδελφοῦ αὑτῶν. Τὸν λόγον ἐζήτησεν ὁ κ. Φλέσσας.
§2ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας· ἐν τῇ ἐκθέσει μου ἀναφέρω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν εἰς τοῦτο. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐξ ἐπιστολῆς τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1884 ἐκ Τρικάλων τῆς Θεσσαλίας τοῦ ὀθωμανοῦ Μοχοντὲμ Καχριμὰν Μπὲγ λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν μετὰ μεγίστης ἀγανακτήσεως καὶ λύπης συνάμα, ὅτι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδικείου, τῇ προτάσει τοῦ αὐτόθι Εἰσαγγελέως, παρέπεμψε τὸν εἰρημένον Ὀθωμανὸν ἐπὶ διγαμίᾳ τοῦ νὰ δικασθῇ ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου τῆς περιφερείας τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐφετείου. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος βούλευμα ἀποκαλύπτει καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ Εἰσαγγελεὺς καὶ Δικασταὶ τοῦ ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδικείου εἶναι ἀδαεῖς πάσης νομικῆς ἱκανότητος καὶ ἐστερημένοι καὶ αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ νοὸς, τουτέστιν εἶναι ἄνθρωποι, ἀνήκοντες ἐκ γενετῆς εἰς τὴν τρίτην τάξιν τοῦ Ἡσιόδου· «ὃς δέ κε μήτ’ αὐτῷ νοέῃ μήτ’ ἄλλου ἀκούων ἐν θυμῷ βάλλεται, ὁ δ’ αὖτ’ ἀχρήϊος ἀνήρ». καθότι ἂν ἐπεθύμουν ὥστε Εἰσαγγελεὺς καὶ Δικαστὴς νὰ καταδιώξωσι τὸ ἔγκλημα τῆς διγαμίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κατηγορουμένου Ὀθωμανοῦ, ὤφειλον κατὰ πρῶτον νὰ ἀναγνώσωσιν ἐπισταμένως τὴν συνθήκην, τὴν μεταξὺ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ Ἑλλάδος ἐπικυρωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ οὖσαν πλέον νόμον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, κατὰ τὴν ὁποίαν συνθήκην, οἱ Ὀθωμανοὶ ἐγκαταστημένοι ἐν Ἑλλάδι ὡς πολῖται Ἕλληνες, χαίρουν ἅπαντα τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ὀθωμανικοῦ νόμου τῆς θρησκείας των, καὶ ἰδίως τοῦ οἰκογενειακοῦ δικαίου, ἑπομένως, κατὰ τὸν θρησκευτικὸν νόμον τῶν Ὀθωμανῶν, ἐπιτρέπεται ὡς ἐκ τοῦ νόμου ἡ διγαμία καὶ ἡ πολυγαμία, καὶ σχεδὸν καὶ αἱμομιξία. Ἄρα ὁ περὶ διγαμίας νόμος τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς πολίτας Ὀθωμανοὺς δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐφαρμογὴν κατὰ τὴν μνημονευθεῖσαν συνθήκην, καὶ κάκιστα καὶ ἀπερισκέπτως καὶ ῥαθύμως τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐδέχθη τὴν ἐπίσης ἀκριτόμυθον πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως μὲ πολλὴν ταχυπέτειαν καὶ παχυλὴν ἀμάθειαν, καὶ εἰς τὸν Δικαστὴν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἄγνοια τῶν νόμων. Διὸ προτείνω τὸν μὲν Εἰσαγγελέα τοῦ ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικείου νὰ παύσῃ τὸ Σ. Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἀνίκανον καὶ ἀμαθῆ, τοὺς δὲ Δικαστὰς νὰ τιμωρήσῃ ἁρμοδίως πειθαρχικῶς ἐπὶ 6 μῆνας μὲ στέρησιν τῆς μισθοδοσίας των, πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν τοιούτων ὁμοίων Δικαστῶν, οἵτινες ἐπιπολαίως ἐκδίδουσι σκολιὰς ἀποφάσεις πρὸς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, καὶ πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παραδειγματικῶς νὰ τιμωρήσῃ τοὺς εἰρημένους Δικαστὰς καὶ Εἰσαγγελέα· διότι ἡ τοιαύτη των ὅλως ἀπερίσκεπτος πρᾶξις τῆς καταδιώξεως δῆθεν τῆς διγαμίας εἰς τὸ πρόσωπον τῶν Ὀθωμανῶν ἔχει μεγίστην ἐπήρειαν καὶ σχεδὸν προδοτικὴν εἰς τὸ μέλλον καὶ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος, καθόσον οὐδεὶς ἐκ τῆς φυλῆς τῶν Ὀθωμανῶν, Ἀλβανῶν κλπ. θὰ δεχθῇ τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ μάθωσιν, ὅτι καταδιώκονται ἐπὶ διγαμίᾳ, ἐναντίον τῶν ἱερῶν θρησκευτικῶν νόμων των. Ὥστε πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ φανῇ ἀμείλικτον ἀπέναντι τῶν εἰρημένων Δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέως, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνίας, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἐφετείου ν’ ἀναστείλῃ πᾶσαν προφυλάκισιν τοῦ δῆθεν κατηγορουμένου, καὶ ζητήσῃ τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ βουλεύματος τούτου ἐξ ἐπαγγέλματος ὑπὲρ τοῦ νόμου ἐνώπιον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἐφετείου.
§4ΤΙΝΕΣ...
§5Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ ἱερὸν καθῆκον ἔρχομαι νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου ἐν τῇ σεβαστῇ ταύτῃ Βουλῇ, ὅτε πανηγυρικῶς βλέπω τὴν Κυβέρνησιν λαμβάνουσαν πρόνοιαν περὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τέκνων ἀνδρῶν, ὑπηρετησάντων τιμίως τὸ Κράτος, καὶ ὑπενθυμίζω νὰ λάβῃ ἐπίσης πρόνοιαν καὶ διὰ τὰ ὀρφανὰ τέκνα καὶ χήρας τῆς οἰκογενείας τοῦ Δικαίου Φλέσσα. Τίς δὲ ἡ οἰκογένεια Παππᾶ Φλέσσα, εἶναι γνωστὴ τοῖς πᾶσι καὶ ὁ ἀείμνηστος Σπυρίδων Τρικούπης ἐν τῇ Ἱστορίᾳ του διηγεῖται τὰ ἔξαλλα ἔργα της κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821· ὡς σπουδαίους στρατηγοὺς ἔστειλεν εἰς τὸν βωμὸν τοῦ Ἄρεως, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐν Μανιάκῃ μάχην, καὶ τῶν ὁποίων τὰ λευκὰ ὀστᾶ μένουσιν εἰσέτι ἄταφα ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ ὄμβρου. Τὰ ἐπιζῶντα μέλη τῆς μαρτυρικῆς ταύτης οἰκογενείας, θυσιασθείσης ὑπὲρ τῆς παλιγγενεσίας τοῦ Ἔθνους, στεροῦνται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Διὸ εἶναι δίκαιον ἡ Σ. Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ διὰ νόμου ἐπίδομά τι χρηματικὸν, καὶ ἂς βεβαιωθῇ, ὅτι πράττει ἔργον δικαιοσύνης. Κατόπιν τῆς παρακλήσεως ταύτης ὑποβάλλω καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ πρόσφυγος Θεοδώρου Τσέλιου Πίτζαρη, ἀρνηθέντος τὴν πατρῴαν του θρησκείαν κατὰ τὸ 1878 καὶ ὁπλισθέντος κατὰ τῆς Τουρκικῆς δυναστείας. Ἐπολέμησε γενναίως μετὰ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἤδη εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι ἄνευ πόρου ζωῆς καὶ κινδυνεύει ν’ ἀποθάνῃ τῆς πείνης. Ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις τῷ ἐχορήγει δραχμὰς 100, ἀλλ’ ἡ παροῦσα τὰς δραχμὰς ταύτας ἀπέκοψε λόγῳ οἰκονομίας δῆθεν· ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ τι χρηματικὸν ἐπίδομα κατὰ μῆνα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐξοικονομῇ τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου του· καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δικαιοῦται ὁ εἰρημένος πρόσφυξ τοῦ νὰ ἀπολαμβάνῃ τινὰ περίθαλψιν ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, καθόσον αὐτὸς ἐξετέλεσε πρεπόντως τὸ καθῆκόν του κατὰ τὸ 1878, ὅπου διὰ τῆς τοιαύτης ἐξεγέρσεως τῶν εὐζωνικῶν ἐκείνων μαχῶν ἐσχηματίσθη τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ὅπερ ἀντήχησε τελεσφόρως εἰς τὴν μεγάλην Εὐρωπαϊκὴν Σύνοδον. Λοιπὸν εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὸ Ἔθνος τοιούτους ἀγωνιστὰς νὰ τοὺς ἀφίνωμεν ἄνευ περιθάλψεως. Διὸ παρακαλῶ καὶ Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν νὰ συγκατανεύσουν εἰς τὴν ἐπιχορήγησιν χρηματικοῦ τινος ἐπιδόματος εἰς τὸν εἰρημένον πρόσφυγα ἀγωνιστὴν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος.
§6ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ. Ἐπειδὴ κατηγόρησαν τὸν κ. Βερέτταν τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖ, καὶ ὁ κ. Στεφανίδης ἐνέχεται, λέγω ὅτι, ἅμα ὑπάγῃ μία πρότασις εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ φροντίσῃ... (Θόρυβος).
§7ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Λοιπὸν λέγω εἰς ἀπάντησιν τῆς εὐγενείας του, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ ἀμέσως, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ (Θόρυβος)· ἔδειξε λοιπὸν παχυτάτην ἀμάθειαν καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῇ αὐτὸς καὶ οἱ δικασταί.
§8Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ μιᾶς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ, γενομένης περὶ πληρωμῆς χρέους εἰς οἰκοδομικοὺς ἐργολάβους τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ἔκ τινος εἰδήσεως, ἀνακοινωθείσης εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐγένετο παραγγελία 3 κανονιοφόρων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ν’ ἀπασχολήσω ὀλίγας στιγμὰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζωτικοῦ ζητήματος τῶν Ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ζήτημα οὔτε κομματικὸν, οὔτε πολιτικὸν δύναται νὰ θεωρηθῇ.
§9ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις τώρα.
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔχω ἐπερώτησιν. Λέγω λοιπὸν λυπηροτάτην τὴν πραγματικότητα τῶν κατὰ τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν τῆς πατρίδος, καὶ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἦναι ἐν ἐπιγνώσει τῆς καταστάσεως αὐτῆς, καὶ ἀκροαζομένη με ἀφατριάστως, νὰ δυνηθῇ τοιουτοτρόπως νὰ φωτισθῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ κατανοήσῃ τὴν βαρεῖαν εὐθύνην διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους. Καὶ διὰ μὲν τὰς πληρωμὰς δὲν ἀντιλέγω ὅτι πρέπει νὰ γείνουν αὗται· διότι εἶναι ἐργασία τετελεσμένη, ὀφειλὴ αὐτὴ, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ μὴ γίνωνται ἐφεξῆς τοιαῦται μάταιαι δαπάναι καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς. Διὸ δέον νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν τὰ ἔργα αὐτὰ συνεστήθησαν ἐν Ἀράπῃ κατὰ νόμον, ἐὰν ὑπάρχῃ νομοθετικὴ ἄδεια πρὸς ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων, καὶ ἂν ἐγένοντο τοιαῦτα ἔργα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐὰν ᾖναι συντελεστικὴ εἰς τὸ Κράτος ἡ τοιαύτη ἐργασία, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται ἐκεῖ.
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πάντοτε εἶναι ἁρμόδιος ὁ καιρὸς πρὸς μελέτην τῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ μας· διότι, ὁσάκις ἡ πατρὶς ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελίξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, πάντοτε ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἐμφάνισιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πελάγη τῶν ξένων πλοίων. Τοῦτο συνέβη τῷ 1867, ὅτε ἐναυάγησε καὶ τῆς Κρήτης ἡ Ἐπανάστασις, τοῦτο καὶ τῷ 1878, καὶ ὠπισθοδρόμησεν ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅτε μάλιστα ἐθεώρει τὸν προαιώνιον ἐχθρὸν τοῦ Ἔθνους μας ὕπτιον, δεδεμένον, καί, κατὰ ποιητικήν τινα ἔκφρασιν, τὸ ἧπαρ αὐτοῦ ἐσθιόμενον παρὰ τῆς Ἄρκτου· ἐν τούτοις ἡμεῖς ὠπισθοδρομήσαμεν εἰς τὰ 1878, διότι ἀνεμένετο ὁ στόλος ὁ Τουρκικὸς εἰς τὰς Ἑλληνικὰς παραλίας, καὶ δὲν εἴχομεν ναυτικὴν δύναμιν. Ὁ χρόνος λοιπὸν οὗτος, ὃν ἐξαιτοῦμαι παρ’ ὑμῶν πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ μας, δὲν εἶνε χρόνος, ὅστις χάνεται εἰς μάτην. Καὶ ἐὰν θέλητε νὰ κερδήσητε χρόνον, τὸν κερδίζετε τοιουτοτρόπως, ἐξοδεύοντες αὐτὸν εἰς τὴν τῶν ναυτικῶν συζήτησιν· διότι καὶ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσατε, καὶ οἱ φόροι καταβροχθίζονται εἰς μάτην ὡς ἄχρι τοῦδε δυστυχῶς ἀπεδείχθη, καὶ πάλιν θέλει ἀποδειχθῇ, ὅταν ἔλθῃ περίστασις ἐνεργείας, καὶ τὸ ἔθνος εὑρεθῇ ἐκτεθειμένον κατὰ θάλασσαν καὶ εὑρεθῇ πάλιν σεσαβανωμένον μὲ πρωτόκολλα ὅπως τὸ σουδάριον τοῦ Λαζάρου, καὶ δὲν δύναται οὕτως νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ «ἔξελθε δεῦρο Λάζαρε». Ἡ δύναμις λοιπὸν ἡ κατὰ θάλασσαν, ἀναντίῤῥητον, εἶνε ὅτι εἶνε ἐκείνη ἡ ὁποία εἶνε ἡ κοπὶς τοῦ ζητήματος τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν Ἑλληνικῶν πόθων. Ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς δυνάμεως αὐτῆς τῆς κατὰ θάλασσαν ποία ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν εἰς ὅπερ σημεῖον εὑρέθημεν εἰς τὰ 1867 καὶ 1878; ἐν ὀλίγοις θέλετε τὸ κατανοήσει ὅτι οὐ μόνον οὐδεμία πρόοδος σήμερον ὑπὲρ τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θέλετε καταπεισθῆ, ὅτι εἰς χειρότερον σημεῖον τώρα εὑρισκόμεθα μετὰ 5 ἐτῶν διέλευσιν καὶ δεκάδων ἑκατομμυρίων δαπάνην.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Ἂς ὁρισθῇ μία ἡμέρα διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς τὸν Μεσαιῶνα νὰ πηγαίνωμεν μὲ τὸ κουμπάσο, εἴμεθα εἰς ἐλευθέρου ἔθνους Βουλὴν, ἐν ᾗ πάντοτε δυνάμεθα συζητεῖν περὶ πάντων, πολλῷ δὲ μᾶλλον περὶ ζητημάτων ἀποβλεπόντων εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος, καὶ εἶνε ἄντικρυς προδοσία τὸ λέγειν «ἐς αὔριον τὰ σπουδαῖα καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ εἰς ὡρισμένην φάσιν τῆς σελήνης μάχεσθαι ὑπὲρ πάτρης». Πολλάκις καὶ μία στιγμή, κύριε Ὑπουργὲ, μὴ ἀπασχοληθεῖσα εἰς μελέτην τῶν κοινῶν, ἀπέβη ὀλεθρία τῇ πατρίδι ὀλιγωρία· διὰ τοῦτο καὶ ἀνεγράφη παρὰ τῶν πρακτικωτάτων Ῥωμαίων ὡς ὕψιστος νόμος, ὡς νόμος τῶν νόμων, ἡ περὶ σωτηρίας τῆς πατρίδος μελέτη. Salus patriac suprema lex esto· ἂς κοιμηθοῦν πάντες οἱ νόμοι καὶ αἱ ἡμερήσιαι διατάξεις ἃς ποδοπατηθοῦν, ὅταν τις ἐπαγγέλληται εἰπεῖν τι χρήσιμον τῇ πατρίδι καὶ δύνασθε σεῖς νὰ ἡνιοχῆτε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῶν ἄλλων φυλῶν καὶ ἐθνῶν, καὶ νὰ δεσπόζητε τῶν καιρῶν, ὥστε νὰ λέγητε ὅτι ἔχομεν καιρὸν αὔριον ἢ τὸν ἄλλον μῆνα ἢ ἔτος νὰ σκεφθῶμεν περὶ πατρίδος; Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν πάντοτε νὰ ὁμιλῶμεν, προκειμένου περὶ τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Μὴν ἀσχάλλητε, κύριοι, χειρότερον χρονοτριβοῦμεν. Μετ’ ὀλίγας στιγμὰς ἤθελον ἔχει ἀποπερατώσει τὴν ὁμιλίαν μου· ἀλλὰ σεῖς ἐπιμένετε νὰ φέρετε προσκόμματα εἰς πᾶν ζήτημα ἐλέγχου τῶν πεπραγμένων, καὶ μεταδίδετε κομματικὴν θέρμην εἰς τὴν συζήτησιν, ἐνῷ τὸ παρὸν ζήτημα εἶνε μάλιστα ὅ,τι ψυχρότατον, μόνον δὲ θερμαίνει τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πατριωτισμοῦ. Εἰς τὰ 1878 λοιπὸν, ὅτε διεδίδετο ὅτι ὁ στόλος ὁ Τουρκικὸς εἰσῆλθεν, εἰσέπλευσεν εἰς τὰ πελάγη τὰ Ἑλληνικὰ, τότε ὁ κακὸς δαίμων τῆς Ἑλλάδος—καὶ ἠξεύρω ὁπόθεν καὶ ὑπὸ τίνος ἀφορμῆς—τοῖς ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν νὰ μετατεθῇ ὁ ναύσταθμος ἐκ Πόρου (θόρυβος). Παρακαλῶ δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος Ἐπαρχιακοῦ, ἀλλὰ περὶ πατριωτισμοῦ. Ἦτο σχέδιον πρὸ πολλοῦ διὰ νὰ μετατεθῇ ἐν Σαλαμῖνι, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμων τοιοῦτον ἔγκλημα· ὅθεν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνεμοζάλης, ἐθεώρησαν πρόσφορον τὸν καιρὸν, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι τὸ κάμνουν πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ μέχρι παρελεύσεως τοῦ κινδύνου, ἐξέδωκαν διαταγὰς ἁπλῶς νὰ μεταφερθῇ τὸ ὑλικὸν τὸ ἐν τῷ ναυστάθμῳ Πόρου εἰς ἄλλο ἀσφαλὲς μέρος δῆθεν καὶ τοιοῦτον ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐνεκρίθη ἡ ἐν Σαλαμῖνι μονὴ τῆς Φανερωμένης. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἔννοιαν ὑπὸ δυναστικὴν ἔποψιν εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ συγκέντρωσις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐν Φανερωμένῃ, διότι ὑπὸ πατριωτικὴν εἶναι προδοσία. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι τοῦτο εἶναι μία προσωρινὴ κατάστασις πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ὑλικοῦ. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ αὕτη τοῦ κινδύνου, καὶ κατόπιν αἴφνης διεκήρυξαν, ὅτι ἵδρυσεν ἐκεῖ Ναύσταθμον ἡ Κυβέρνησις. Καὶ μὴ νομίσητε, κύριοι, συμφεροντολογικὸν ἢ ὅτι εἶναι ἐπαρχιακόν μου τὸ ζήτημα. Ἤρχισε λοιπὸν νὰ δαπανᾷ ἀφειδῶς ἡ Κυβέρνησις ἐν Φανερωμένῃ καὶ ἄνευ νομοθετικῆς ἐγκρίσεως, ἀδείᾳ δὲ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ὅπως καταρτίσῃ ἐκεῖ Ναύσταθμον, ἀλλ’ ἀπέτυχε. Τὸ διατί εἶναι πολλοῦ λόγου ἔργον, κύριοι, ἀλλ’ ἐγὼ ἐκ μιᾶς μόνης ἐπόψεως, τῆς προχειροτέρας, θέλω καταστήσει ὑμῖν τοῦτο εὔληπτον. Δὲν δύναται, κύριοι, νὰ ἐννοηθῇ Ναύσταθμος ἄνευ δεξαμενῆς ἢ τουλάχιστον νεωλκείου, διότι τὰ πλοῖα, ἰδίως τὰ σιδηρᾶ, οἷα τὰ σήμερον, χρήζουν ἐπισκευῶν, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο ἐννοεῖται κατασκεύασμα ἢ καὶ οἰκοδομὴ χρήζει ἐπισκευῶν ὡς διὰ τοῦ χρόνου φθειρόμενον. Διὰ νὰ ἐπισκευασθῶσι λοιπὸν τὰ πλοῖα καὶ μὴ καταστραφῶσιν εἶναι ἀπαραίτητος δεξαμενὴ παγία, ἤτοι κτιστή, ἢ ἐσχάρα, ἐφ’ ἧς νὰ σύρωνται εἰς τὴν ξηρὰν καὶ ἐκεῖ ἐπιτελῆται ὁ καθαρισμὸς ἢ ἐπισκευὴ αὐτῶν. Ἐν Πόρῳ λοιπὸν μέχρι τοῦ 1878 ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐξετελεῖτο πληρέστατα, διότι ὑπῆρχε καὶ νεωλκεῖον. Τί εἶναι τὸ νεωλκεῖον; εἶναι τὸ μέσον τοῦ καθαρισμοῦ ἢ ἐπισκευῆς τῶν πλοίων. Τὰ σιδηρᾶ πλοῖα πρέπει νὰ τοποθετηθοῦν ἐπὶ μιᾶς ἐσχάρας κατολισθαινούσης ἐν τῇ θαλάσσῃ· παραδείγματος χάριν εἶναι ἐδῶ ἡ προκυμαία; ἐκεῖθεν αὐτῆς ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ ἐντεῦθεν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς κατασύρεται καὶ ἀνασύρεται ἐσχάρα ξυλίνη, ἐφ’ ἧς πρέπει νὰ τοποθετηθοῦν ἐπὶ τῆς θαλάσσης τὰ πλοῖα, καὶ κατόπιν, ἀνασυρομένης αὐτῆς, τὸ πλοῖον μένει ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἐπ’ αὐτῆς τρεῖς, πέντε, δέκα ἡμέρας ἢ καὶ ἕνα μῆνα καὶ πλέον, καὶ ἀφοῦ πανταχόθεν ἐπισκευασθῇ ἀφίνεται ἔπειτα νὰ κατολισθήσῃ ἡ ἐσχάρα καὶ καθελκύεται οὕτως αὖθις τὸ πλοῖον εἰς τὴν θάλασσαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ νεωλκεῖον. Δύναται λοιπὸν ἄνευ νεωλκείου νὰ ὑπάρξῃ Ναύσταθμος; εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Ὅταν ἀπὸ ἕνα Ναύσταθμον ἐλλείπῃ τὸ νεωλκεῖον, τότε ὁ Ναύσταθμος δύναται ἐπίσης ἀδιαφόρως νὰ ἱδρυθῇ καὶ ἐν τῇ Τριπολιτσᾷ τοῦ ἤδη ἀνησυχοῦντος κ. Ζέγγελη. Τοιοῦτον λοιπὸν νεωλκεῖον ὑπῆρχεν ἐν Πόρῳ. Ἀλλ’ ὅτε μετετέθη, ὡς εἶπον, ὁ Ναύσταθμος ἐν Φανερωμένῃ, νεωλκεῖον δὲν ὑπῆρχε καὶ τὰ ἔστελλον τὰ πλοῖα ἄλλα εἰς τὴν Φραγκιὰν, καὶ ἄλλα πάλιν εἰς Πόρον. Ἤρχισαν λοιπὸν νὰ δαπανῶσι πρὸς κατασκευὴν νεωλκείου εἰς Φανερωμένην χρόνος, χρῆμα ἀφειδῶς κατησωτεύθησαν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἀποδειχθῇ ἐπὶ τέλους, ὅτι ἐν Φανερωμένῃ ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνῃ Ναύσταθμος, διότι οὔτε προκυμαία ἔγεινεν, οὔτε πλοῖα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἠδύναντο νὰ μένωσιν, οὔτε ὑπηρεσία καμμία ἠδύνατο νὰ γείνῃ· καὶ θὰ τοὺς ἴδωμεν κατόπιν διὰ τοῦτο ἀναζητοῦντας ἀλλαχοῦ θέσιν διὰ Ναύσταθμον καὶ ἀνακομιζομένους ἐκ Φανερωμένης εἰς Ἀράπην· ἀλλὰ τὸ κωμικὸν εἶναι τί κατόπιν ἐγένετο ἡ μεγίστη μαρμαρίνη πλὰξ, τὴν ὁποίαν ἔπεμψαν ἐκεῖ νὰ τοποθετήσουν ἐπὶ τῆς προμετωπίδος τῆς Μονῆς μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «Ἐπὶ Γεωργίου Βασιλέως, ἐπὶ Ὑπουργοῦ δεῖνος καὶ ἐπὶ Διευθυντοῦ δεῖνος ἱδρύθη ὧδε ὁ Ναύσταθμος». Ἀλλὰ τὸ εὐτύχημά της ἦτον, ὅτι ὁ Λάζαρος Κριεζῆς, ὁ σπουδαῖος οὗτος ναυτικὸς καὶ πατριώτης, διευθυντὴς τότε τοῦ ἐκεῖ Ναυστάθμου, ἐθεώρησεν ὅτι τοῦτο ἦτο κωμῳδία, καὶ τὴν πλάκα αὐτὴν τὴν ὤθησεν εἰς τὸν ὀρνιθῶνα τῆς Μονῆς καὶ προέβλεψεν ὁ συνετὸς οὗτος ἀνὴρ καὶ δὲν ἐστιγματίσθη τὸ ἔργον ἐκεῖνο διὰ τῆς ἐγκολλήσεως τῆς πλακός. Ἀφοῦ λοιπὸν κατενόησαν ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ γείνῃ ἓν τοιοῦτον ἔργον ἐν Φανερωμένῃ, τί μέτρον ἔλαβον; νὰ εὕρουν ἄλλο μέρος ἐντὸς ὅμως πάντοτε τοῦ κόλπου τῆς Σαλαμῖνος διὰ Ναύσταθμον· καὶ διετάχθησαν λοιπὸν περιπολίαι, περίπλοι, διετάχθησαν ἔρευναι, καὶ κυρίως ἀπὸ πνεῦμα ἄλλης καὶ πλαγίας σκέψεως ὡρμώμενοι ἐξελέξαντο τὸν Ἀράπην ἐν Σαλαμῖνι. Καὶ διατί καλεῖται Ἀράπης παρὰ τῶν ἐγχωρίων ἡ θέσις αὐτή; γνωρίζετε ὅτι τὸ δημοτικὸν πνεῦμα τὸ τοῦ λαοῦ, εἰς ἕν μέρος ἀπόκρημνον, ἄγριον λέγει ὅτι εἶναι Νηρηΐδες, βρυκόλακες, στοιχεῖα κακὰ, Γοργόνες. Ἐκεῖ λοιπὸν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς Σαλαμῖνος διὰ τὸ ἄγριον τῶν στοιχείων, διότι οὔτε δενδρύλιον δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ, καὶ ὕδωρ δὲν ὑπάρχει, ὁ ἥλιος ψήνει τὸ ψωμὶ, οἱ δὲ κλύδωνες ξεῤῥιζώνουν βράχους, ὠνομάσθη ἀπὸ τοὺς ἐγχωρίους τὸ μέρος ἐκεῖνο Ἀράπης, δηλαδὴ φοβερὸν πρᾶγμα, στοιχειωμένος τόπος, ὅστις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐγκαταβίωσιν ἐκεῖ. Ἐξελέξαντο λοιπὸν τὸν Ἀράπην. Ἀλλ’ ἐνῷ εἴχομεν τὴν Φανερωμένην ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ἀνεγνωρισμένην ὡς Ναύσταθμον, πῶς δυνάμεθα τώρα νὰ εἴπωμεν τὸν Ἀράπην; Ἐπροθυμοποιήθησαν λοιπὸν νὰ διορθώσουν αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν διὰ τῶν Φράγκων. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ὅτι ἡ Βαυαροκρατία ἄρχει εἰσέτι ἐν Ἑλλάδι, οἱ ξένοι οἱ Φράγκοι εἶναι τὸ «αὐτὸς ἔφα», ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ τὰς τενεκεδένιας κάλπας ἤθελεν ἐκ Φραγκιᾶς. Λοιπὸν διὰ νὰ περιβάλλουν μὲ ἐπιστημονικὴν δῆθεν αὐθεντείαν τὰς ἀνοήτους καὶ ἐγκληματικὰς πράξεις των, ἐμεθοδεύθησαν νὰ λύσωσι δῆθεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἐπέμβασιν Φράγκων· διότι καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βαυαροκρατία διεῖπε τὴν Ἑλλάδα ἐξ ἀρχῆς καὶ σήμερον δὲ εἶναι τὸ ἴδιον· οἱ Φράγκοι ἔχουν σημασίαν ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν ἔφερον τρεῖς Φράγκους ἐκ Γαλλίας διὰ νὰ γνωμοδοτήσουν περὶ τοῦ Ἀράπη· ἦλθον οἱ Γάλλοι, τοὺς ἔβαλον εἰς ἓν βαπόρι μέσα, τοὺς ἐσυργιάνισαν καλοτρώγοντας, καλοπίνοντας καὶ καλοπληρωνομένους «τὰ ψαλτικὰ καὶ ὁ νεκρὸς ’ςτ’ ἀνάθεμα» καὶ ὑπέγραψαν οἱ Φράγκοι μίαν ἔκθεσιν ὑπὲρ Ἀράπη, καὶ τότε τίς ἠδύνατο νὰ κατακρίνῃ τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπου στομφωδῶς ἐπανελάμβανον κατὰ παντὸς ἐλέγχου! Ἦλθον οἱ Φράγκοι καὶ ἔκαμον ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἶπον, ὅτι ὁ Ἀράπης εἶναι ἡ μόνη κατάλληλος θέσις, ἂν ἐνθυμῆσθε δὲ ἐν καιρῷ ἐγὼ κατήγγειλα τὴν πρᾶξιν, ἀλλ’ ὑμεῖς ἐνομίσατε, ὅτι πρόκειται περὶ συμφεροντολογίας, καὶ ὅτι εἶναι περιττὸν τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ἐδόθη προσοχή· ἐγὼ δὲ καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν κατέκρινα τὴν γνωμοδότησιν τῶν Φράγκων ὡς προδοτικὴν, ὁ δὲ κ. Μαυρομιχάλης μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, πῶς οἱ ἐπιστήμονες ἄνδρες ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ὀλιγώτερον δίκαιον ἀπὸ ἐμὲ, τὸν ἀμύητον! ἐν τούτοις τὰ ἀποτελέσματα κατέδειξαν τὸ ἐναντίον. Ἐπληροφορήθην δὲ καὶ ὅτι ὁ Ναύαρχος Κράντζ, ὅτε ἦτον Ἔφορος τοῦ Ναυστάθμου τοῦ Τουλὼν, συζητήσεως γενομένης μετὰ ἀξιωματικῶν Ἑλλήνων, ὡς ἤκουσα τοῦ κ. Ρέϊνεκ, τοῦ κ. Γιαλούση, τοῦ κ. Λαζάρου Κριεζῆ, τοῦ κ. Κανελλοπούλου, εἶπε «δὲν ἠξεύρω τί τρέλλα ἦλθεν εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ ἀφήσουν τὸν Πόρον καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸν Ἀράπην»· εἶπον οἱ ἀξιωματικοὶ, ὅτι τοῦτο τὸ εἶπον Γάλλοι, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἦσαν μεθυσμένοι. Ἐγὼ δὲ πέρυσιν, ὅτε ὁ Κράντζ ἦτον ἐδῶ, εἶπον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προσκαλέσατέ τον καὶ ἐρωτήσατέ τον κατ’ ἀντιπαράστασιν τῶν ἀξιωματικῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ ἰδῆτε ποίαν γνωμοδότησιν θέλει κάμει. Ἀλλ’ ἂς εἴπωμεν, κύριοι, ὅτι οὔτε οἱ Γάλλοι ἔχουν δίκαιον οὔτε ἐγὼ, ἀλλ’ ἔχομεν τὰ πράγματα σήμερον μαρτυροῦντα, καὶ ἐξ αὐτῶν μετ’ ὀλίγον θὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε ἐὰν ὁ ἰσχυρισμός μου, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ναυτικῶς εἰς χείρονα θέσιν, παρ’ ὅ,τι ἤμεθα εἰς τὸ 1878, καὶ μὲ δεσμευσμένας χεῖρας ὡς τοῦ τεταρταίου Λαζάρου, ἄνευ ἐλπίδος ἀναστάσεως, εἶναι πραγματικὸν ἢ οὔ! Εἰς τὸν Ἀράπην μετὰ μεγάλης σπουδῆς ἐξετελέσθησαν ἔργα (ὁποίας ὅμως σημασίας θὰ ἴδωμεν βραδύτερον) ὅπως μὴ λάβῃ τὸν καιρὸν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐξακριβώσῃ τῶν ἔργων τὸ ἀνωφελὲς καὶ ἀνατρέψῃ τὰ τελούμενα σχέδιά των, ὥστε τὸ κακὸν νὰ ἦναι πλέον ἀδιόρθωτον, καθὸ τετελεσμένον. Ἐν τούτοις οὐχ ἧττον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅταν ὑπέβαλε τὴν γνωμοδότησιν τῶν Γάλλων μηχανικῶν εἰς τὴν Βουλὴν, συνώδευεν αὐτὴν καὶ μὲ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐνέκρινε τὸν ἐν Ἀράπῃ καταρτισμὸν Ναυστάθμου, καὶ ἑπομένως ἦτον ἐντὸς τοῦ λογιστικοῦ Νόμου, διότι ὑπέβαλε νομοσχέδιον πρὸς μεταφορὰν καὶ δαπάνην, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν συνεζητήθη μέχρι τοῦδε, ἐν τούτοις δαπανῶνται ἑκατομμύρια χωρὶς ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· διότι ἐγὼ ἀπὸ τὸ 1878 δὲν εἶδον ἀναγεγραμμένον κονδύλιον περὶ ἱδρύσεως Ναυστάθμου, ἀλλὰ φαίνεται δι’ ἑτέρου κονδυλίου ἐξοικονομοῦνται, καὶ μέχρι τοιούτου σημείου λεπτομερείας ἔφθασαν, ὥστε εἶδον καὶ προκήρυξιν ἐργολαβίας διὰ κατασκευὴν πλυσταρίων διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ περὶ διακωμῳδήσεως τούτου ἐγὼ ὑπέβαλον καὶ ἐπερώτησιν, ζητῶν διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς νὰ ἐξυπνήσω τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, καὶ ἦτο συνεπὴς ἡ ἐπερώτησίς μου· διότι ἀφοῦ, ὡς φαίνεται, ἐκεῖ κτίζουν οἰκίας δι’ οἰκογενείας καὶ φροντίζουν διὰ μπουγάδες, τότε πρέπει νὰ φροντίσουν καὶ διὰ μαίας ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καθόσον ἐν βεβαίως παρουσιασθησομένῃ ἀνάγκῃ μαίας, ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ ὁ καιρὸς τὴν ἐκ Πειραιῶς κλῆσιν. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἔργων τοῦ Ναυστάθμου, ἔργων οἰκογενειακοῦ, ἀστικοῦ βίου, μάχιμον δὲ καὶ πολεμικὸν οὐδὲν οὐδὲ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ πελεμικοῦ ναυτικοῦ, ὡς ἐμπρέπει εἰς Ναύσταθμον, καὶ τοῦτο ἐρχόμεθα ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ ἐρωτῶ· ἀλλ’ ὑπάρχει κἂν προκυμαία, ὑπάρχει ὅρμος; τὰ στοιχειώδη καὶ ἁπλούστατα ταῦτα ἀπαιτούμενα θαλασσίου ὑπηρεσίας; ἀπαντῶ μετὰ λύπης ὅτι ὄχι, καὶ ἂς ἔλθῃ ὅστις δήποτε νὰ ἀποδείξῃ τὸ τὸ ἐναντίον, τὰ πλοῖα ἐκεῖ διὰ νὰ μὴν ἐξωκείλουν δένονται διὰ 4 ἀγκυρῶν, δύω πρὸς τὰ ὄπισθεν καὶ δύω πρὸς τά ἔμπροσθεν, εἶναι δεδεμένα, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, σὰν γαδούρια· ἀλλ’ εἶναι συμφέρον νὰ δένωνται οὕτω; ὄχι, διότι κόπτονται καὶ τὰ πλοῖα καὶ οἱ δεσμοί. Τὰ πλοῖα κατὰ κανόνα ὀφείλουν νὰ ὁρμοῦν σαλεύοντα ἐπ’ ἀγκύρας καὶ ὅπως μὴ παρουσιάζωσι διαρκῶς μίαν πλευρὰν εἰς τὰς βλαβερὰς ἐπιδράσεις τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων. Τὰ πλοῖα λοιπὸν κινδυνεύουν μετὰ τῶν πληρωμάτων, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν σᾶς ἀναφέρει Ναύσταθμον, διότι προέβλεψε διὰ τῆς μπουγάδες τῶν γυναικῶν! Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι φρικτὸν, καὶ σεῖς διατελεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων κατὰ τῆς πατρίδος· εἰς ἑκάστην τρικυμίαν τὰ πλοῖα εἶναι ἐν τῷ ἀτμῷ, καὶ νυχθημερὸν οἱ ναῦται ἄγρυπνοι, καὶ διατί; μόνον διὰ νὰ ἦναι ἐκεῖ ὁ Ναύσταθμος, διότι ἄλλος τὸ θέλει ἔτσι. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον, δὲν ὑπάρχει νεωλκεῖον, ὡς σᾶς εἶπα. Ἐδαπάνησαν ἐκεῖ ἑκατομμύρια, ἵνα παρασκευάσουν τὸ ἔδαφος, ἀλλ’ ὁ βυθὸς εἶναι ἀνεπίδεκτος· ἡ Κυβέρνησις εἶχε φέρει ὑδραυλικοὺς ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, ἐβολιδοσκόπησαν τὸ μέρος, ἐπῆραν καὶ τὴν βυθοκόρον τοῦ Πειραιῶς καὶ ἐσκάλισαν, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσαν νὰ εὕρουν ἔδαφος ἐπιτήδειον, ὥστε νὰ προσεγγίζωσι τὰ πλοῖα εἰς τὸ συνεργεῖον διὰ νὰ ἐπισκευάζωνται· διότι δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀλλοῦ τὸ συνεργεῖον καὶ ἀλλοῦ τὰ πλοῖα. Ἀκόμη σᾶς λέγω, ὅτι, ἀφοῦ ἐδαπάνησαν πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου καὶ ἔκαμον ὕψος μέγα διὰ νὰ ἀνέρχηται τὸ πλοῖον, τὸ κατασκεύασμα ἐκεῖνο ἐκάθησεν· ἀλλὰ, καὶ ἐὰν τὸ πλοῖον ἀνήρχετο εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, ἤθελε τὸ πάρει ὁ ἄνεμος. Ἔστειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός σας καὶ ἔφερεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν—διότι ὅλα τὰ θέλει ἀπὸ τὴν Γαλλίαν—καὶ ἔφερεν ἐσχάραν, ἐνῷ εἰς τὸν Πόρον τὴν κατεσκεύασαν οἱ ἐντόπιοι· τὸ ὑλικὸν ἦτο καλὸν, τὰ ξύλα καλὰ πλανισμένα, ἀλλ’ εἰς τὸν προσδιορισθέντα χῶρον δι’ ἐσχάραν δὲν προεξήτασαν τὸν βυθὸν—φαντασθῆτε ἀνοησία—καὶ οὕτω δὲν ἠδύναντο νὰ τὴν στήσουν ἐκεῖ τὴν ἐσχάραν, καὶ ἄφησαν λοιπὸν αὐτὴν εἰς τὸ ὕπαιθρον ἐπὶ τοῦ χώματος, ὅπου ἡ μήτηρ γῆ τὰ ἐνηγκαλίσθη, ὅπως τὰ ἐξομοιώσῃ πρὸς ἑαυτήν, τὰ ἔκαμε χῶμα «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»· τὰ ξύλα ἐσάπησαν, καὶ περὶ τούτου ἔχω ἤδη ὑποβεβλημένην ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξύ, μὴ ὑπαρχούσης ἐσχάρας, τί γίνονται τὰ πλοῖα; Εἶναι παράδοξον τῳόντι ὅτι ἔρχονται οἱ ἰδιῶται βιομήχανοι εἰς ἐπικουρίαν! στέλλονται εἰς τὸ νεωλκεῖον τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας καὶ καθαρίζονται, ἐνῷ ἔπρεπεν οἱ ἰδιῶται νὰ στέλλωσι τὰ ἑαυτῶν πλοῖα εἰς τὸν Δημόσιον Ναύσταθμον· καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐσχάρα εἰς Σῦρον, δὲν θὰ εἴχομεν ποῦ νὰ καθαρίσωμεν τὰ πλοῖα. Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι, περὶ παρωνυχίδος· ἐὰν νομίζετε τοῦτο, μὰ τὴν ἀλήθειαν θέτω τὸ ζήτημα μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ. Τὸ νεωλκεῖον λοιπὸν δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ ἐν Ἀράπῃ, ἀλλ’ ἐπεχειρήθη ἄλλη Ὀδύσσεια, ἡ δεξαμενή. Ἐζητήθη δεξαμενὴ πλωτή, διότι μεθ’ ὅλας τὰς ἐρεύνας παρετηρήθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ ἐν Ἀράπῃ παγία, ἤτοι κτιστή. Ἀλλὰ τί προκύπτει κατόπιν τηλικούτων ματαίων δαπανῶν ἀπρονοήτων ἐπὶ τούτου; ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ πλωτὴ δεξαμενὴ νὰ λειτουργήσῃ ἐν Ἀράπῃ, διότι ὁ βυθὸς δὲν τὸ ἐπιτρέπει, καὶ οἱ ἄνεμοι, οἵτινες εἶναι ἐκεῖ πολὺ βίαιοι· καὶ ἂν ἐνθυμῆσθε καὶ μίαν ἐπερώτησίν μου, σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἄνεμος ἀνήρπασέ ποτε τὸν Ἔφορον τοῦ Ναυστάθμου, τὸν Ἐμμανουὴλ Βουδούρην, τὸν ἐξεσφενδόνισεν ἐπὶ βράχων καὶ τοῦ ἔσπασε δύω ὀδόντας. Ἐὰν λοιπὸν μία γραμμὴ ἀνατρέπεται ὑπὸ τοῦ ἀνέμου, τί θὰ γίνῃ ὁ ὄγκος ἐκεῖνος ὁ μέγας τῆς δεξαμενῆς ὕψους 30 μέτρων ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν; ὥστε καὶ ἡ πλωτὴ δεξαμενὴ εἶναι ἄχρηστος, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἡ δεξαμενὴ ἡ πλωτὴ ἀπαιτεῖ προκυμαίαν, διὰ νὰ ἦναι ἐγγὺς καὶ οὐχὶ μακρὰν τῆς ξηρᾶς, ὥστε νὰ μὴ μεταβαίνουν διὰ λέμβων· εἶπον λοιπὸν νὰ τὴν φέρουν εἰς Πειραιᾶ, καὶ τοῦτο τρυφερώτατον διὰ τὸν κ. Μουτσόλον· ἀλλὰ τότε ποῦ εἶναι τὸ συνεργεῖον εἰς τὸν Πειραιᾶ; Διὰ νὰ κατασκευάσητε μία λαμαρίνα, θὰ πάρετε τὸ μέτρον εἰς τὸν Πειραιᾶ, θὰ τὸ φέρητε εἰς τὸν Ἀράπην διὰ νὰ κατασκευσθῇ, θὰ τὸ μεταφέρετε εἰς Πειραιᾶ, καὶ ἂν δὲν ταιριάζῃ θὰ τὸ μεταφέρετε πάλιν ὀπίσω, τοῦτο τὸ γνωρίζω, διότι συνέβη καὶ εἰς τὸν Πόρον. Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι, ὁρμώμενος ἐκ συμφερόντων ἐπαρχιακῶν, ἀλλ’ εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ δεξαμενὴ, ἐκτὸς ἂν καταφύγητε εἰς τὸ Συνεργεῖον τοῦ Τζὼν καὶ τοῦ Βασιλειάδου, πλὴν καὶ ταῦτα δὲν εἰσὶν ἐγγὺς τῶν πλοίων· ἄλλως τε τότε τί Ναύσταθμον ἔχετε ἐν Ἀράπῃ; τὰ γραφεῖα καὶ τὴς μπογάδες; αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ λειτουργοῦν καὶ ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας ἐν Ἀθήναις· διατί λοιπὸν νὰ βασανίζωνται οἱ ἄνθρωποι ἐν Ἀράπῃ; Ἀλλ’ οὔτε νερὸν ὑπάρχει εἰς τὸν Ἀράπην καὶ κατασκευάζουν δεξαμενὰς διὰ νὰ περισυνάζουν τὸ ὕδωρ ἐκ τῶν ὁδῶν καὶ τῶν βουνῶν· λοιπὸν πρὸς τί αἱ δαπάναι διὰ μεγαλοπρεπεῖς οἰκοδομὰς, αἱ ὁποῖαι τὸ τρίτον ἤδη οἰκοδομοῦνται, καὶ ἐπιμαρτυροῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι τὰς πρώτας κατηδάφισεν ὁ ἄνεμος. Τί λοιπὸν κατορθώνομεν δαπανῶντες τόσα ἑκατομμύρια, καὶ μετὰ 5 ἔτη ἀπὸ τοῦ 1878 δὲν ὑπάρχει ναυτικόν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐδημιούργησεν ἐν Πόρῳ ἓν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅπου ὑπῆρχεν ἐσχάρα διὰ νὰ ἐπισκευασθῇ ἕν πλοῖον, ἐνῶ σήμερον ἀναγκάζεσθε νὰ τὸ στείλητε εἰς Σῦρον. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι σήμερον ναυτικῶς εἴμεθα εἰς χειρότερον τοῦ 1867 καὶ 1878 σημεῖον, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος, ἀλλὰ περὶ λίαν σπουδαίου, τὸ ὁποῖον εἶνε κρηπὶς καὶ βάσις τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου.
§15ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τί ποιητέον λοιπόν; «ἢ σιγᾶν, ἢ τὰ καίρια λέγειν».
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν σας, ὅτι ὁμιλῶ τὰ δέοντα, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Πόρου, ἀλλὰ περὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος κατὰ θάλασσαν, τοῦτο μὲ πονεῖ· ὁ Πόρος καὶ εἰς τὰ 1831 ἐκάη, ἀλλὰ δὲν ἐχάθη, καὶ τώρα δὲν θὰ χαθῇ· λυποῦμαι μόνον, ὅτι ἔχετε πολὺ ταπεινὴν ἰδέαν περὶ ἐμοῦ, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ὁμιλῶ περὶ τῶν συμφερόντων μιᾶς πόλεως· ὁμιλῶ περὶ τοῦ γενικοῦ, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσητε. Ἐδῶ εἶναι τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν ἂν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν.
§17ΓΟΥΔΗΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ καιρός.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πάντοτε εἶναι καιρὸς περὶ τούτων. Λοιπόν, κύριοι, ἐντεῦθεν καταδεικνύεται, ὅτι ἐν Ἀράπῃ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ὑπηρεσία τακτική· ἐὰν ἐγένοντο ἐν τούτοις αἱ δαπάναι ἀσκόπως, εἶναι ἀδιάφορον διὰ τοὺς ἐργολάβους, καὶ πρέπει, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Χοϊδᾶς, νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἐργολάβοι. Ἀλλὰ τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ κατεβροχθίσθη εἰς μάτην, καὶ ἡ πατρὶς μένει καὶ πάλιν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ στολάρχου τῆς Τουρκίας· τί μένετε λοιπόν, κ. Πρωθυπουργέ, ἐκεῖ δαπανῶντες ματαίως; Ἀφίνω ὅτι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, οἵτινες προὐτίμων τὸν Ἀράπην—διότι ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἦνε πλησίον τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν, πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν οἰκογενειῶν των—μετεμελήθησαν τώρα, διότι οὔτε κἂν τὸ ἑσπέρας, οὐδεμίαν ἔχουν συγκοινωνίαν, καὶ οὔτε ἀσκητικὸν βίον νὰ διάγουν δύνανται, ὥστε νὰ ὑπάγουν εἰς ἕνα βράχον νὰ προσευχηθοῦν, οὔτε κοινωνικόν· διότι ὅλα τὰ σμήνη ἐκεῖνα τῶν ἀνθρώπων ἐκεῖ δὲν ἔχουν οὔτε ἓν καφενεῖον, ἀλλ’ ἐξηγριώθησαν, καὶ τέλος πάντων καὶ αὐτοὶ ὡς ἄνθρωποι ἔχουν διάφορα συμφέροντα, περὶ ὧν ὀφείλουν νὰ προνοήσωσιν, εἴτε περὶ τῶν οἰκογενειῶν των, εἴτε περὶ ἑαυτῶν, καὶ ἐν τούτοις μένουν καταδικασμένοι ἄνευ λόγου εἰς μίαν ἐξορίαν ἐρημιτῶν πρωτοφανῆ, διότι καὶ ὁ Ῥοβινσὼν ἦτο μόνος εἰς τὴν νῆσον, ἀλλ’ εἶχε τοὐλάχιστον εὔφορον γῆν καὶ κλῖμα εὐκραὲς, ἐνῶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν οὔτε νερόν, οὔτε τροφήν· Μοὶ διηγήθησαν, ὅτι διὰ πέντε λεπτῶν πιπέρι ἔστειλαν ἀτμόπλοιον εἰς Πειραιᾶ. Διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως ὅλα τὰ λοιπὰ ἐκεῖ ἔργα γίνωνται τοῦ λοιποῦ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς διὰ νομοθετικῆς πράξεως, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξοδεύωνται τόσα ἑκατομμύρια εἰς οἰκοδομὰς καὶ ἄλλας ἐργασίας, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος· διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν γνωρίζει τί ἔχει ἐκεῖ δαπανηθῆ. Ἄν μεταβῇ τις ἐκεῖ καὶ ἴδῃ τὴν ἄσκοπον σπατάλην καὶ τῶν ναυτικῶν ἔργων τὴν κατάστασιν, θὰ πάθῃ ἀπὸ ἀποπληξίαν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι ναὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἐργολάβοι δι’ ὅσα κατεσκεύασαν, ἀλλὰ πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ παύσῃ πᾶσα ἐργασία ἕως οὗ νομοθετικῶς κυρωθῇ ἡ πρᾶξις μετὰ ὥριμον σκέψιν τῆς μεταφορᾶς τοῦ Ναυστάθμου. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα). Τοιαύτη ἡ ἐπερώτησίς μου ἢ πρότασις, ὅπως δώσω ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ μελετήσωσι τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν Ναυτικῶν μας δυνάμεων, καὶ καταλήγω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει παραλείψει τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ὅπως ἐξετάσῃ λεπτομερέστερον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅπερ σήμερον ἐγὼ κεφαλαιωδῶς καὶ ἐν ὀλίγοις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διαπραγματευθῶ. Δότε προσοχὴν, παρακαλῶ, κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ μας εἶναι παραζαλισμένης κεφαλῆς ἀπεικόνισμα. Ἐπιλαμβάνονται ἐκτελέσεως ἔργων, δαπανῶσιν ἁδρῶς, καὶ κατόπιν τὰ πράγματα ἀποβαίνουσιν ἐναντία τῶν σχεδίων των, καθότι τυφλοῖς ὄμμασιν, ἄνευ προηγουμένης ὡρίμου μελέτης ἐπεχείρησαν τὰ ἀδύνατα, εἴτε ὡς ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης, εἴτε δι’ ἄλλους μὴ προεξελεγχθέντας λόγους, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον δὲν ἔχομεν, ὡς προεῖπον, οὔτε νεωλκεῖον ἐν Ἀράπῃ, οὔτε ἔργον οὐδὲν ναυτικὸν, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς χειρότερον τοῦ 1878 σημεῖον· διότι τότε, ἐὰν ὑφίστατο ζημίαν ἓν πλοῖον, ὑπῆρχε τὸ νεωλκεῖον ἐν Πόρῳ καὶ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ προσήκουσα ἐπισκευὴ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ σήμερον ποῦ θὰ ἐπισκευάσουν τὰ τυχὸν βλαβησόμενα ἐκ τῆς μάχης πλοῖα; ἔπειτα ποῦ θὰ προσορμισθῶσι; Τώρα ἀκόμη καταγίνονται νὰ κάμωσιν ἀντὶ λιμένος ἕνα βραχίονα, καὶ ἐδαπάνησαν ἀμύθητα χρήματα διὰ νὰ κάμωσιν ἕνα τεχνικὸν λιμενίσκον, πλὴν καὶ πάλιν ἀπέτυχον, διότι ἡ βυθοκόρος δὲν ἐνεργεῖ καὶ τὸ ἀβαθὲς τῶν ὑδάτων δὲν ἐπιτρέπει τὸν εἴσπλουν. Οὕτως ἀλόγως ἐργάζονται καὶ μετ’ ἀδιαφορίας ἀτενίζουσι τὰς ἀποτυχίας. Τοῦτο συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ ὡς ἀνωτέρω λιμενίσκου· ἀπέτυχον, καὶ τί εἶπον; ἂς τὸν ἀφήσωμεν ἀβαθῆ, δὲν πειράζει· ἂς βάζωμεν ταῖς βάρκαις ἐκεῖ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ μωρία, ἡ εἰς τὰ ἔργα αὐτὰ βασιλεύουσα, εἶναι τηλικαύτη καὶ ἐκ τοῦ εἴδους πλέον, ὅπου προκαλεῖ οὐχὶ οἶκτον ἀλλὰ γέλωτα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Τόπου καὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους. Μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπολείπεται τὸ ἕτερον περὶ κανονιοφόρων. Ἄλλο εἶδος ταραχῆς τοῦτο πάλιν· ἔχουν μανίαν ὁλονὲν διὰ ψευτοκάραβα. Τέλος πάντων τίποτε σπουδαῖον νὰ μὴ κάμουν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ, Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἂν ἀληθῶς παρήγγειλαν κανονιοφόρους, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγὴν τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα παρήγγειλε, διότι εἶναι ἄχρηστα. Τοιαῦτα πλοῖα ἔχομεν τάς «Σπέτσας», τὴν «Ὕδραν», τὰ «Ψαῤῥά». Ἐπεσώρευσαν τοσοῦτον ἀριθμὸν ἐκ τοιούτων ἀπολέμων πλοίων, τορπιλλοθετῶν καὶ ἄλλης φλυαρίας, ὥστε ἐδάνεισαν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔχομεν τορπιλλοθέτας, τοὺς ὁποίους ἐκάμαμεν ἀτμοτελωνίδας. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὰ εἶναι μασκαραλίκια. Τὸ Ἔθνος πρέπει νὰ δαπανήσῃ διὰ νὰ καταρτίσῃ ἓν τοὐλάχιστον πλοῖον ἄξιον λόγου καὶ ἐφάμιλλον πρὸς τὰ πλοῖα τῶν ἄλλων Ἐθνῶν· νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἕνα γίγαντα, ὁ ὁποῖος ὡς κῆτος νὰ ἔχῃ περὶ αὑτὸν τὰ λοιπὰ μικρὰ σκάφη καὶ τὰ προασπίζῃ καὶ δύνανται τὰ μικρὰ πλοῖα, οἱ σατυρίσκοι, νὰ παρουσιάσωσι δύναμιν Ἐθνικοῦ στόλου! Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παύσῃ ἡ παραγγελία τῶν κανονιοφόρων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§20ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ὅτι ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ ὁρίσωσι ῥητὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Τροιζηνίας βουλευτοῦ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήχθησαν σήμερον αἱ πιστώσεις, σχέσιν ἔχουσαι πρὸς αὐτά· ὅταν θὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν αἱ πιστώσεις, τότε εἶναι καιρὸς νὰ γείνῃ ἀνάπτυξις περὶ ὅλων αὐτῶν.
§22ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τότε ἠμπορεῖ ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ πολὺν καιρόν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ γείνῃ ταχύτατα, διότι αἱ πιστώσεις ἀφορῶσιν εἰς δαπάνας ἀναγκαίας. Ὅλα τὰ γεγονότα, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Τροιζηνίας βουλευτής, εἶναι τετελεσμένα, διότι ἀφορῶσιν εἰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ Μπούμπουλη. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἐξήγησιν. Καὶ αἱ πιστώσεις ἀνάγονται εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχήν, περὶ δὲ τῶν πιστώσεων θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ προσεχέστατα, καὶ τότε εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ διὰ τὴν συζήτησιν.
§24ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ κατατεθῇ, παρακαλῶ, ἡ ἔκθεσις τῶν Γάλλων ἀξιωματικῶν.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατετέθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Μπούμπουλη καὶ θὰ εὑρίσκηται ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἔργων, συνάμα δὲ καὶ κατάστασιν δι’ ἕκαστον τῶν ἔργων τούτων, διότι προϋπελογίσθη ποσὸν 500,000 δραχμῶν, ἤδη δὲ ἐδαπανήθη ἑκατομμύριον καὶ οὔτε εἰς τὸ μέσον ἔφθασαν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα....
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ψήφισις εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τῶν τριῶν Νομοσχεδίων περὶ συντάξεων. (Ἀναγινώσκονται τὰ τρία Νομοσχέδια περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν ὀρφανὴν Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ, εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ Γ. Λ. Πετιμεζᾶ, καὶ εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ὀρφανὰς Τριανταφύλλου Λαζαρέτου. Τὰ Νομοσχέδια ταῦτα ἐγένοντο ἰδίᾳ ἕκαστον δεκτὰ κατ’ ἀρχήν. Μετὰ τοῦτο γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ἐν τρισὶ κάλπαις ψηφοφορία, καθ’ ἣν ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 121, 2 δὲ ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης δὲ ἐφ’ ἑκάστης αὐτῶν διαλογῆς εὑρέθησαν ἐν μὲν τῇ πρώτῃ κάλπῃ Νομοσχεδίου Γεωργαντᾶ 97 ψῆφοι εἰς τὸ ναὶ, 23 εἰς τὸ ὄχι, ἐν τῇ δευτέρᾳ κάλπῃ Νομοσχεδίου Πετιμεζᾶ 108 ψῆφοι εἰς τὸ ναὶ, 13 εἰς τὸ ὄχι, ἐν δὲ τῇ τρίτῃ κάλπῃ Νομοσχεδίου Λαζαρέτου 104 ψῆφοι εἰς τὸ ναὶ, 18 εἰς τὸ ὄχι.)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς βλέπετε, κύριοι, τὸ σφαιρίδιον, τὸ ὁποῖον ἔλιπεν ἀπὸ τὴν πρώτην κάλπην, εὑρέθη εἰς τὴν τρίτην κάλπην. Ἐκ τούτου συμπεραίνεται, ὅτι βουλευτής τις δὲν ἔῤῥιψεν εἰς τὴν πρώτην κάλπην τὸ σφαιρίδιον, ἀλλ’ ἔῤῥιψε δύω εἰς τὴν τρίτην κάλπην.
§30ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ ἀπαρτία εἶναι τὰ σφαιρίδια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὰς κάλπας.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ τρόπος τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἀπαρτίας εἶναι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου· σᾶς προσθέτω δὲ ὅτι παρόντες ἦσαν πλέον τῶν 123, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Τακιτζῆς, ὁ Στάϊκος καὶ ὁ Μωραϊτίνης ἦσαν ἐν τοῖς δωματίοις καὶ ὕστερον ἦλθον κατὰ τὴν διαλογήν. Παραλείπω δ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἅμα ἤκουσαν τὸ ὄνομά των, ἀπεχώρησαν καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ σημειωθῶσιν ὡς ἀρνηθέντες· σᾶς ἀναφέρω δὲ ἕνα ἐξ αὐτῶν τὸν κ. Π. Τριγγέταν. Λοιπὸν δὲν εἶναι γνώρισμα ἀπαρτίας τὰ ἐν τῇ κάλπῃ σφαιρίδια.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ συμφέροντι τῶν οἰκογενειῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων προβάλλονται αἱ συντάξεις, καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ψηφίσωμεν, ἀνευρίσκοντες αὐτὰς εὐλόγους καὶ δικαίας, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς τάξεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν πρώτην καὶ τρίτην κάλπην· διὰ τὴν μὲν πρώτην, διότι ἐν αὐτῇ εὑρέθη ἀριθμὸς σφαιριδίων ὀλιγώτερος τῶν ψηφοφορησάντων, ἐν δὲ τῇ τρίτῃ, διότι ἐν αὐτῇ εὑρέθη ἀριθμὸς σφαιριδίων ἀνώτερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφορησάντων. Αὐτὴ εἶναι ἀταξία, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀμφίβολον τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας. Ἀρκοῦμαι, ἵνα ἡ γνώμη μου αὕτη γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ τόση διαφορά, 104 πρὸς 13, δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος, δι’ ὃν θ’ ἀκυρώσητε τὴν πρᾶξιν. Ἡ δὲ ἀπαρτία βεβαιοῦται ἐκ τῆς δευτέρας κάλπης. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ διαιρέσητε τὸ θέμα καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν πρώτην κάλπην δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ὑπῆρχε, διότι ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Πῶς θὰ παραδεχθῆτε τὸ ἀντιφατικόν, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν πρώτην κάλπην ἐν ἀπαρτία καὶ ἦτο εἰς τὴν δευτέραν; Ἡ πρᾶξις ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅταν ὑπῆρχεν ἀκυρότης. Ἐὰν ἦτο διαφορὰ μόνον μιᾶς ψήφου, ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία, ἀλλὰ δὲν βλέπετε, ὅτι εἶναι καταπληκτικὴ ἡ πλειοψηφία;
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πλειονοψηφίας, ἀλλὰ περὶ ἀπαρτίας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε παραδέχεσθε, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μὴ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ συγχρόνως νὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, διότι ἔρχεται τὸ τῆς δευτέρας κάλπης.
§36ΧΟΪΔΑΣ. Χάριν τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς καὶ διὰ νὰ καταδείξῃ ὅτι ἐλαύνεται ἐξ εὐγενῶν αἰσθημάτων, προτείνω νὰ προβῇ εἰς νέαν ψηφοφορίαν· δὲν ἔχω δὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι οὐ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ τρεῖς οἰκογένειαι θὰ λάβουν ἐκ νέου, ἀλλὰ καὶ μεγαλειτέραν. Ἐγείρεται ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος λέγων, ὅτι ὑπεκλέψαμεν τρεῖς συντάξεις ὑπὲρ τριῶν οἰκογενειῶν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγκυρα δὲν ἐπαναλαμβάνονται· πρέπει πρῶτον νὰ τὸ κηρύξητε ἄκυρον καὶ ὕστερα νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τότε πρέπει νὰ προσθέσητε τὴν μίαν ψῆφον τῆς τρίτης κάλπης εἰς τὴν πρώτην, διότι ἄλλως ἡ πρώτη σύνταξις ἐψηφίσθη μὲ 122 ψήφους, δηλαδὴ ἄνευ ἀπαρτίας.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυσκολεύομαι νὰ ἐννοήσω, ὅτι εἰμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι συγχρόνως ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ νὰ μὴ ᾖνε.
§40Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ παρουσιαζόμενον εἶνε πρωτοφανές. Αἱ μέχρι τοῦδε ψηφοφορίαι ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν δὲν παρουσίασαν τοιοῦτον φαινόμενον διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἀνάλογος ἑρμηνεία. Θέλετε καὶ θέλει ἡ πλειοψηφία νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν μὲ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, καὶ λέγει ὅτι τὸ Σῶμα εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ κατὰ τὸ πρωτόκολλον, ἀλλ’ εἰς τὰς κάλπας εὑρέθησαν σφαιρίδια ὀλιγώτερα τῶν ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένων, διότι ἔχουν οἱ Βουλευταὶ τὸ δικαίωμα ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ ν’ ἀρνοῦνται ψῆφον. Ὅταν ὁ νόμος ἐπέβαλε τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, ἐζήτησε νὰ προφυλάξῃ τὰς συνειδήσεις, ὄχι νὰ προφυλάξῃ τοὺς ἀρνουμένους· οἱ ἀρνούμενοι εἰς τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν εἶνε ὑποχρεωτικῶς ἀπόντες, διότι ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, καὶ γνώμη εἶνε ἡ ἄρνησις τῆς ψήφου, γνώμη, ἥτις δὲν ἐμορφώθη οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ, γνώμη, ἥτις δὲν ἀποκλίνει οὔτε πρὸς τὸ ἓν μέρος, οὔτε πρὸς τὸ ἄλλο, ἀλλὰ τοῦτο ἐννοεῖ ὅτι ἔχει γνώμην. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων, διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐνεργουμένων, ἐπιτρέπεται ὁ Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ γνώμην φανεράν; Δὲν ἐπιτρέπεται· διότι, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἷς βουλευτὴς ἤθελεν ἀνοίξει τὴν κάλπην καὶ ῥίψει φανερὰ τὸ σφαιρίδιον ἐν αὐτῇ, ἡ ἐκλογὴ ἦτον ἄκυρος. Ὅταν λοιπὸν τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης, πῶς τολμᾶτε καὶ περιλαμβάνετε εἰς ψηφοφορίαν βουλευτὰς δηλώσαντας γνώμην; Ὅταν δὲ ἔχητε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι πλείονα σφαιρίδια ἐν μιᾷ τῶν καλπῶν εὑρέθησαν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀρνηθέντων, πῶς τολμᾶτε ν’ ἀνακηρύξητε αὐτὰ τ’ ἀποτελέσματα; Ἀλλ’ ἂν ἔχητε τὴν εὐκολίαν νὰ μεταφέρητε τὰ σφαιρίδια ἀπὸ τῆς μιᾶς κάλπης εἰς τὴν ἄλλην, βεβαίως εἶνε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω καὶ νὰ μὴ τὸ πιστεύσω. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ πρὸς τιμὴν τῶν οἰκογενειῶν, ὑπὲρ ὧν ἐψηφίσαμεν, νομίζω, ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ.
§41ΣΤΑΪΚΟΣ. Δύω ζητήματα κεχωρισμένα παρουσιάζονται, καὶ νομίζω ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅλως διόλου αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς τῶν συντάξεων. Δὲν ἀμφισβητεῖται ἂν ἡ Βουλὴ ἀρνῆται νὰ δώσῃ σύνταξιν εἰς τὰς οἰκογενείας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν σήμερον πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν παραδόξως. Εἶνε τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας καὶ τῆς διαλογῆς. Τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας φέρει ἀριθμὸν ψηφοφορησάντων βουλευτῶν, ἀποτελούντων ἀπαρτίαν, τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας εἶνε ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ποῦ εἶνε οἱ ψηφολέκται;
§43ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἠρνήθη, δι’ ἐμὲ καθίσταται ἀκατάληπτον. Λέγει δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν νὰ ἐκφέρῃ τις τὴν γνώμην του. Ἀλλ’ εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων, οἱ ἀντιθέτως ὁμιλοῦντες βουλευταὶ, δὲν ἐκφέρουν γνώμην; Τοῦτο καθιστᾷ ἄκυρον τὴν ψηφοφορίαν; Ἂν ὁ νομοθέτης καθιέρου τὰ ψηφοδέλτια, καὶ ἐψηφοφόρουν 130, 30 δὲ ἐξ αὐτῶν ἠρνοῦντο ψῆφον διὰ λευκῶν ψηφοδελτίων, θὰ ἦτον ἄκυρος ἡ ψηφοφορία; Τοῦτο εἶνε ἀρχὴ ἀκατάληπτος, καὶ νομίζω ὅτι περὶ τούτου δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε συζήτησις περαιτέρω· Προκειμένου περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ψηφοφορίας οὔτε ἡ μία, οὔτε ἡ ἄλλη πτέρυξ εἶνε διατεθειμένη ν’ ἀρνηθῇ, θὰ ἐπρόκειτο μόνον νὰ δαπανήσωμεν δέκα λεπτά, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶνε αὐτό.
§44Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προσβάλλεται τὸ κῦρος τῆς ψηφοφορίας λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν, αἵτινες φαίνονται κατ’ αὐτήν, ἢ λόγῳ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ; Ἀλλ’ ἐὰν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ὁ ὁρισμὸς τῆς ἀπαρτίας εἶναι ἡ παρουσία ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, καὶ ὅτι ὁ ἀρνούμενος ψῆφον εἶναι παρών, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ πλέον λογικῶς, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἐκδηλοῦται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ταῖς κάλπαις σφαιριδίων, ὅταν ὑπάρχωσι βουλευταὶ παρόντες καὶ ἀρνηθέντες ψῆφον. Τοῦτο δὲν φαίνεται ἐν τῷ Κανονισμῷ· καὶ κατὰ τίνα Νόμον, ἄγνωστον τέως καὶ μὴ εὐκόλως ἐξηγούμενον, πῶς τὸν παρόντα βουλευτὴν καὶ ἀρνούμενον ψῆφον, πῶς θέλετε τὸν θεωρήσει ἀπόντα, καίτοι ὁμιλοῦντα ἐν τῇ Βουλῇ; Λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς, ὁ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς ψηφοφορίας φαινόμενος, ἀποτελεῖ τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας; ἀποτελεῖ τὸν νόμιμον ἀριθμόν· ἡ ψηφοφορία λοιπὸν καλῶς ἐγένετο. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Δηλιγιάννης λέγῃ, ὅτι ὡς πρὸς τὴν πρώτην κάλπην πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ψηφοφορία ὡς ἄκυρος λόγῳ τοῦ ὅτι ὡς πρὸς αὐτὴν δὲν φαίνεται ἀπαρτία, νομίζω, ὅτι τὸ αὐτὸ ἐπιχείρημα τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας ἐν τῇ δευτέρᾳ κάλπῃ τείνει νὰ ἀναιρέσῃ τὴν τοιαύτην γνώμην ἐξ ὁλοκλήρου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν νὰ κηρυχθῶσιν αἱ ψηφοφορίαι ὡς νομίμως γενόμεναι καὶ παραδεχθεῖσαι.
§46ΤΙΝΕΣ. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις; δὲν ἐκφράζει γνώμην;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ τὴν ἐκφράσῃ. Νομίζει, ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ σεβώμεθα τὸ Σύνταγμα, καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραβιάζωμεν αὐτὸ ἀρνητικῶς, ὅπως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραβιάζωμεν αὐτὸ θετικῶς. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει ἐν ἄρθρῳ 56, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τῶν πλειόνων, ἵνα ὑπάρχῃ ἀπαρτία· ἡ παρουσία τῶν πλειόνων ὑπῆρχε, πᾶσα δὲ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἥτις ἤθελε θεωρήσει ὡς μὴ ὑπάρχουσαν τὴν παρουσίαν, ἥτις ὑπῆρχεν, εἶναι ἀνευλαβὴς πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τούτου· δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω, ὅτι ἐπιτρέπεται τῇ Βουλῇ νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι ὁ παρὼν, ἐπειδὴ δὲν ἐψήφισε, δὲν εἶναι παρὼν, ὅτι, καίτοι ἦτο παρὼν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐψήφισε, δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ ψηφίζοντος καὶ μὴ ψηφίζοντος, ὁμιλεῖ μόνον περὶ παρόντων· ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ σεβασθῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ εὐθὺς ὡς ἔχομεν παρόντα τὸν ἀριθμὸν, τὸν ἀποτελοῦντα τὴν πλειονότητα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ ἔγκυρον τῆς πράξεως. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐξ εὐγενῶν αἰσθημάτων προέτεινεν ὅπως ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν. Ἡ ἐπανάληψις κατ’ οὐσίαν ἠξεύρομεν ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ· διότι μεγίστη ὑπῆρξεν ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῶν συντάξεων, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν γενομένων ψηφοφοριῶν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν, διότι ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἔγκυρος ἡ γενομένη ψηφοφορία δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε ἐξ εὐγενῶν αἰσθημάτων, οὔτε ἐξ ἄλλων αἰσθημάτων τὸ ἔγκυρον νὰ κηρύξῃ ἄκυρον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπιμένοντες εἰς τὴν ἐπανάληψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου χθὲς ἐπερατώθη ἡ συζήτησις. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας περάνας τὸν λόγον του ὁ κ. Ἀνδρέας Στράτος, ὑπέβαλε πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὴν πρότασιν.
§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἑπομένως τὴν Βουλὴν ἐὰν παραδέχεται τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ εἰς βʹ συζήτησιν μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δημητρακάκη ἐπὶ τοῦ 12 ἄρθρου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώνωσι τὸν ἱματισμὸν αὐτῶν οὔτε οἱ εὔποροι, ἣν ἐζήτησε νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐπίσης ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ στρατολογίας Νόμων συμφώνως πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐπενεχθείσας τροπολογίας).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν εἰσαγομένων διὰ τῆς κατὰ ξηρὰν μεθορίου γραμμῆς κτηνῶν κτλ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§52ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸ Νομοσχέδιον.
§54ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1880, ὅστις ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ προϊόντα τῶν κτημάτων τῶν κατοίκων τῆς Ἄρτης, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐν τῇ Τουρκικῇ χώρᾳ διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἀνεπτύχθησαν τότε, χαρακτηρίζονται ὡς προϊόντα παραγόμενα ἐξ Ἑλληνικῶν κτημάτων, καὶ εἰσάγονται ἐν τῇ πόλει Ἄρτης ἐλεύθερα παντὸς τέλους. Τοῦτο δὲ ἔκτοτε ἐφηρμόσθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζόμενον. Ὁ παρὼν νόμος διὰ τῶν διατάξεων τῆς ά. § ἀπαγορεύει τὴν εἰσαγωγὴν διὰ τῆς κατὰ ξηρὰν μεθορίου γραμμῆς τοῦ οἴνου καὶ γλεύκους, ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων τῆς Ἄρτης, θέλομεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάργησιν τῆς προῤῥηθείσης διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1880. Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐννοοῦσι τοιοῦτόν τι, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι ἡ καταστροφὴ τῆς πόλεως Ἄρτης καὶ ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς. Νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ ἐπεξηγηθῇ τοῦτο καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ προστεθῇ ἐν τῷ συζητουμένῳ Νομοσχεδίῳ, ὅτι μένει ἄθικτος ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1880, καθ’ ἣν ὅπως καὶ τὰ ἄλλα προϊόντα, οὕτω καὶ ὁ οἶνος καὶ τὸ γλεῦκος, τὰ παραγόμενα ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπὸ τὴν Τουρκίαν πεδιάδι Ἄρτης ἀμπέλων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως ταύτης, εἰσάγονται ἐλευθέρως εἰς Ἄρτην. Δευτέραν παρατήρησιν φέρω ἐπὶ τῆς βʹ. § τοῦ Νομοσχεδίου καθ’ ἣν «ἀπαγορεύεται ἡ διὰ τῆς αὐτῆς γραμμῆς εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Κράτος παντὸς ἄλλου εἴδους»· προκειμένου περὶ τελωνειακοῦ νόμου, ἡ ἑρμηνεία αὕτη θέλει εἶσθαι στενή. Ἡ διάταξις δὲ αὕτη συνδυαζομένη μὲ τὴν διάταξιν τῆς ἀ. παραγράφου, καθ’ ἣν ἀφίνεται ἐλευθέρα ἡ εἰσαγωγὴ τῶν παραγομένων εἰδῶν ἐν τοῖς παρὰ τῇ μεθορίῳ γραμμῇ διαμερίσμασι, δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς διὰ τὸν τόπον συνεπείας, ἂν διὰ τῆς λέξεως διαμερίσματα ἐννοῇ τὰς κατωτέρας Τουρκικὰς διοικήσεις, αἵτινες συνορεύουσιν ἀμέσως μετὰ τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, ἤτοι τὰ καϊμακαμλίκια· τοιαύτη στενὴ ἔννοια δύναται νὰ βλάψῃ τάς τε ἐμπορικὰς καὶ τὰς κοινωνικὰς σχέσεις τῶν μεθορίων Ἐπαρχιῶν μετὰ τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν ὁμοεθνῶν Ἐπαρχιῶν. Τὰς σχέσεις δὲ ταύτας ἔχομεν συμφέρον ν’ ἀναπτύξωμεν καὶ νὰ μὴ δυσκολεύσωμεν. Ὑπάρχουσι δὲ τοιαῦται σχέσεις, ὡς γνωρίζετε, πολλαὶ καὶ ποικίλαι μεταξὺ τῶν προσαρτηθεισῶν χωρῶν καὶ τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἠπείρου, τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς Μακεδονίας. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἂν διὰ τῆς λέξεως «διαμερίσματα» ἐννοεῖ τὰς μικροτέρας διοικήσεις δηλ. τὰ καϊμακαμλίκια ἢ τὰς γενικὰς διοικήσεις τῆς Τουρκίας, δηλ. τὰ Βιλαέτια.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικῆς τινος περὶ τούτου μνείας ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ νόμου· διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο πραγματεύεται περὶ τῆς κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν τελωνιακῆς ζώνης, τὴν ὁποίαν καταργεῖ, καὶ πάντα ὅσα λέγει ἀφορῶσιν εἰς τὴν καταργουμένην ταύτην ζώνην, δὲν δύναται νὰ ἀφορῶσιν εἰς ὅσα δὲν ἐτελωνίζοντο ἐν τῇ ζώνῃ ταύτῃ προηγουμένως· αἱ ἀτέλειαι ἐκεῖναι ἐξακολουθοῦσι μένουσαι ἐν ἰσχύϊ ὡς καὶ πρότερον. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ λέγω, ὅτι ἡ λέξις «διαμερίσματα» ἔχει ἔννοιαν οὐχὶ περιοριστικὴν ἀπὸ τῆς περιφερείας τοῦ Βαλῆ εἰς τὴν τοῦ Καϊμακάμη, ἀλλὰ τοὐναντίον διὰ τοῦ νόμου ἐπεκτείνομεν καὶ τὴν περιφέρειαν τῆς ἀτελείας, ἐννοοῦντες νὰ ἐπιτρέψωμεν ἐλευθερίαν εἰσόδου εἰς τὰ κτήνη καὶ πᾶσαν παραγωγὴν ὁλοκλήρου τῆς χώρας τῆς γειτνιακῆς Ἐπικρατείας. Πᾶσαν τὴν Μακεδονίαν, πᾶσαν τὴν Ἀλβανίαν, πᾶσαν τὴν Θρᾴκην ἐννοοῦμεν, ἀλλ’ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ θέσωμεν διακρίσεις τινὰς, ἵνα μὴ εἰσάγωνται διὰ τῆς γραμμῆς ἐκείνης ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προϊόντα, ὑπαγόμενα εἰς φόρον καταναλώσεως, ἢ προϊόντα τῆς ἀνεπτυγμένης βιομηχανικῆς παραγωγῆς τῆς Εὐρώπης. Πλὴν τῶν εἰδικῶς κατονομαζομένων, πᾶσαν παραγωγὴν ἰθαγενῆ οἱασδήποτε χώρας τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους οὐδόλως ἐννοοῦμεν νὰ ἀποκλείσωμεν ἢ νὰ τελωνίσωμεν. Νομίζω, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀρκοῦσι, καταχωριζόμεναι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν τροποποίησιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. (Εἶτα γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1884. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον).
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα εἰς τὸ τρίτον προτείνω νὰ προστεθῇ «πρὸς δὲ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν λεπτοκαρύων (φουντουκίων)» μετὰ τὸ «κουκουλίων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 καὶ τὸ σύνολον). Γίνονται ὁμοίως δεκτά εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ τὰ Νομοσχέδια αʹ) περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1884, καὶ βʹ) περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1884).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προχωρήσωμεν;
§61ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ Μ. Μ.)