1884.02.14
1.387 στίχοι · 10.587 λέξεις · 49 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 14 Φεβρουαρίου 1884.
(Τρίτη)
(Ὥρᾳ 4 Μ. Μ.)
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς τε 10 καὶ τῆς 13 Φεβρουαρίου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ πολιτῶν ἐκ Ναυπλίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, θεωρούντων ἄδικον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν οἴνων τῆς ἐσοδείας τοῦ 1882.—Τηλεγράφημα ἐκ Μελιγαλᾶ Δημητρίου Παπαδοπούλου λέγοντος ὅτι «... ἐφημερὶς «Πρωΐα» δεκάτης τρέχοντος ἐδημοσίευσε τηλεγράφημα ἀπευθυνθὲν βουλευτῇ Ἀντωνοπούλῳ, ὅπερ οὗτος ἀνεκοίνωσε Βουλήν· διαψεύδω διαῤῥήδην περιεχόμενον τηλεγραφήματος· προσωπικὸν εἰσπρακτόρων ἐλλειπὲς, παρεκτροπὴ οὐδεμία ἔλαβε χώραν, Φενεκὸς καὶ Λάρδης εἰσὶ φίλοι Μπούτου». — Αἴτησις Ἀθανασίου Κασβίκη πρωτοεπαναστάτου κατὰ τὴν ἐν... γενομένην μάχην τοῦ 1878 τῆς Ἐπαρχίας Τζουμέρκων, ζητοῦντος βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἐστερήθη, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε μέχρι τινός.—Αἴτησις Δημητρίου Σπηλιωτοπούλου, ζητοῦντος σύνταξιν, καθ’ ὅσον κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ ἀγῶνος πολλὰς παρέσχε θυσίας, ἰδίως κατασκευάζων πυρίτιδα ὑπὲρ τῶν ὁπλαρχηγῶν.—Ἀναφορὰ Αἰκατερίνης χήρας Ἀγάθωνος Βουγιούκα, ζητούσης αὔξησιν τῆς συντάξεώς της. — Ἀναφορὰ τῶν ἀριστευσάντων μαθητῶν τοῦ καλλιτεχνικοῦ τμήματος, δι’ ἧς ἐκθέτουσιν, ὅτι ἄλλοτε οἱ διακρινόμενοι ἐν ταῖς ἐξετάσεσιν ἐλάμβανον καὶ ἱκανὴν ἀμοιβὴν, ἥτις ἔπαυσεν.—Ἀναφορὰ Κωστοπούλου, λέγοντος, ὅτι συνέστησε θίασον θεάτρου, καὶ ὅτι ἄνευ βοηθήματος δυσκόλως δύναται νὰ προχωρήσῃ.—Ὁ κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Προχθὲς ἀπεβίωσεν ὁ βοηθὸς τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς Γ. Ρουσσόπουλος, ἀφῆκε δὲ πολυμελῆ οἰκογένειαν καὶ θυγατέρα μικρὰν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, πιστεύω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, νὰ παράσχῃ μίαν βοήθειαν διὰ τὴν οἰκογένειαν ὅλην καὶ ἰδίως διὰ τὴν ὀρφανὴν θυγατέρα του.
§5ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ στέρησις τοῦ Ρουσσοπούλου εἶναι τῷ ὄντι πολὺ ἐπαισθητὴ εἰς τὸ γραφεῖον, διότι καὶ μακρὰν πεῖραν εἶχε καὶ πολὺν ζῆλον· τὸ Προεδρεῖον ἐνόμισεν ὅτι καθῆκον ἐκπληροῖ, καὶ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιδοκιμάσει τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν παρέσχε διὰ τὴν κηδείαν του ἐκ 200 δραχμῶν.
§7ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ ἔκαμε, καὶ πρέπει νὰ δώσῃ καὶ μίαν βοήθειαν διὰ τὴν οἰκογένειάν του.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον πλέον τοῦ Προεδρείου.
§9ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ δώσῃ ἓν βοήθημα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρέχει τὴν πίστωσιν δι’ αὐτὰς τὰς 200 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐξώδευσε τὸ Προεδρεῖον;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ πρῶτον θέμα εἶναι ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν 3 Νομοσχεδίων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ, τοῦ Γεωργίου Α. Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ Τριανταφύλλου Λαζαρέτου. Εἶναι δευτέρα συζήτησις τῶν Νομοσχεδίων τούτων. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νομίζω. Νὰ τεθῶσιν αἱ τρεῖς κάλπαι καὶ νὰ γίνῃ συγχρόνως ἡ ψηφοφορία διὰ τὰ 3 Νομοσχέδια.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια· συγχρόνως νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία καὶ διὰ τὰ τρία. (Ἀναγινώσκονται τὰ Νομοσχέδια· πρῶτον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν ὀρφανὴν Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ, δεύτερον εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ Γεωργίου Πετιμεζᾶ, καὶ τρίτον εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ὀρφανὰς θυγατέρας Τριανταφύλλου Λαζαρέτου). (Παρατεθεισῶν ἐπὶ τραπέζης παρὰ τὸ βῆμα τριῶν καλπῶν, τῆς μὲν πρώτης διὰ τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον, τῆς δὲ δευτέρας διὰ τὸ δεύτερον καὶ τῆς τρίτης διὰ τὸ τρίτον, γίνεται τῇ ἐπιτηρήσει τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Κόρπα καὶ τοῦ κ. Δημητρακάκη ὡς ψηφολέκτου συγχρόνως ἡ ψηφοφορία μυστικὴ καὶ διὰ σφαιριδίων, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, προσερχομένου ἑκάστου βουλευτοῦ καὶ ψηφοφοροῦντος κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνόματός του).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ· (οὐδεὶς προσέρχεται). (Γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ψηφοφορησάντων κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 126 κατὰ τὸν κατάλογον. Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Γίνεται ἡ διαλογὴ τῶν ψηφοφορησάντων εἰς τὴν κάλπην διὰ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν ὀρφανὴν Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν ὀρφανὴν Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ ἐν συνόλῳ 126· εὑρέθησαν ἐν τῇ κάλπῃ εἰς τὸ ναὶ 105 σφαιρίδια, εἰς τὸ ὄχι 21. Ἄρα ἔγεινε δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον διὰ ψήφων 105 κατὰ 21 εἰς δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται ἡ διαλογὴ τῆς κάλπης περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ ὀρφανὰ τοῦ Γεωργίου Α. Πετιμεζᾶ).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ Γεωργίου Α. Πετιμεζᾶ ἐν συνόλῳ 126· εὑρέθησαν ἐν τῷ ναὶ ψῆφοι 114 καὶ ἐν τῷ ὄχι 12. Ὥστε τὸ Νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν διὰ ψήφων 114 κατὰ 12 εἰς δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται ἡ διαλογὴ τῆς κάλπης περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ὀρφανὰς θυγατέρας Τριανταφύλλου Λαζαρέτου).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ὀρφανὰς θυγατέρας τοῦ Τριανταφύλλου Λαζαρέτου ἐν συνόλῳ 126· εὑρέθησαν ἐν τῷ ναὶ ψῆφοι 113, ἐν τῷ ὄχι 13. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον διὰ ψήφων 113 κατὰ 13 εἰς δευτέραν συζήτησιν. Ἐξακολουθεῖ ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀνδρέας Στράτος.
§19Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μολονότι δὶς ἐπεχείρησα, ὅπως ἐκφράσω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου, ἀτυχῶς δὲν ἐστάθη δυνατὸν, ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας· φαίνεται, ὅτι αἱ ἡμέραι, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἔφερον τὸν κόρον καὶ τὴν κόπωσιν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ἑπομένως ἕνεκα αὐτῆς τῆς καταστάσεως καθίσταται ἀδύνατον ἐπὶ Νομοσχεδίων τοσοῦτον σοβαρῶν, ὅπως εἶναι τὸ προκείμενον, καὶ ἄλλων, νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ γείνωσιν αἱ δέουσαι παρατηρήσεις ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν Νομοσχεδίων αὐτῶν. Ἐννοεῖται ὅτι τοιαύτη κατάστασις δὲν δύναται παρὰ καὶ εἰς τὸν πλέον ζηλωτὴν ῥήτορα νὰ φέρῃ ἀπογοήτευσιν, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς ἐμὲ τὸν ἀρχάριον, ὅστις πολὺ σπανίως ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐκφράσω ὀλίγας ἰδέας, πρὸ πάντων ἐπὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων. Διὰ τοῦτο ἐσκέφθην πολὺ ἐὰν πρέπῃ νὰ παραιτηθῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶ ἀνυπότακτος εἰς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ὁπωσδήποτε μοὶ ἐπέτρεψεν ἡ Βουλή, ἠναγκάσθην νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τοῦ βήματος, σκοπῶν ὅπως δήποτε λίαν συντόμως νὰ ἐκφέρω τὰς παρατηρήσεις μου διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ἡμέραι αὗται εἰσὶ τοιαῦται, ὥστε ὄχι μόνον τὸν κόρον φέρουσιν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι καὶ τὴν ἀνάπαυσιν τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ἐξ ὅσων εἶχον ἐκθέσει ἐνώπιόν σας, κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν καὶ Σάββατον, παρετηρήσατε, ὅτι σᾶς ὑπέδειξα καθαρῶς, ἀφ’ ὅτου ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ ΑΛΓʹ ὀνομαζόμενος, ἀντικατέστησε τὸν τοῦ 1878, δηλαδὴ τὸν περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμον, ἀφ’ ἑνὸς ηὔξησαν αἱ δαπάναι τοῦ στρατοῦ κατὰ τριάκοντα τοῖς ἑκατὸν, ὅπως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ παρετηρήθη, ἀφ’ ἑτέρου, ἐνῷ προγενεστέρως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1878, καθὼς καὶ τοῦ 1882, ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τῆς ἀντικαταστάσεως, διὰ τῶν ἀνακατατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐπετράπησαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἐπανήλθομεν εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον· τρίτον, ἐνῷ πρότερον εἴχομεν νόμον πλήρη, τὸν τοῦ 1878, εἰς τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ πᾶς ἄλλος πολίτης, θέλων νὰ συμβουλευθῇ αὐτὸν, ἀπὸ τοῦ 1882, καταργηθέντος τούτου, ἐμείναμεν εἰς τὸ χάος· διότι ἤδη ὑφίσταται ὁ νόμος πρῶτον τοῦ 1878 καθ’ ἓν μέρος, ὁ νόμος τοῦ 1882, μετὰ τοῦτον οἱ δύω μικροὶ νόμοι τοῦ 1883, τουτέστι περὶ ἀνακατατάξεως καὶ περὶ προβιβασμοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως καὶ τοῦ λοχίου, ἤδη δ’ ἐπέρχονται καὶ τὰ δύω ταῦτα νομοσχέδια, ὥστε, ἐννοεῖται, ὅτι ἂν λάβῃ τις ἀνάγκην ἢ καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη, δὲν θὰ διευκολύνωνται ἐν τῷ μέλλοντι, μέχρις οὗ ὁλόκληρος νόμος συμπεριλάβῃ ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1882 καταργεῖ τὸν νόμον τοῦ 1878 καὶ ἐπιφέρει δαπάνην σχεδὸν 30 τοῖς ἑκατὸν, εἶπον πολλά. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ ὅτι τὰ περὶ ἀνακατατάξεως εἴτε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882, εἴτε διὰ τῶν νόμων τοῦ 1883, ἀντικατέστησαν σχεδὸν τὴν ἀντικατάστασιν, περὶ τούτου εἶπον τινὰ, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω πολὺ ὀλίγα ἀκόμη. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1878 περὶ γενικῆς στρατολογίας ἐπετρέπετο ἡ ἀνακατάταξις, ἀλλ’ ἐπετρέπετο εἰς τὸν στρατὸν διὰ μίαν μόνην θητείαν, καὶ τοῦτο διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ἐντὸς τῆς γενικῆς στρατολογίας ὡς βάσιν τὴν ἐφεδρείαν· ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατήργησε τὴν ἀντικατάστασιν, ἦτο διὰ νὰ ἱδρύσῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν ἐφεδρείαν, διότι ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχεν ἀντικατάστασις, ἕπεται ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων ἐν τῷ στρατῷ ἠλαττοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ τοῦ 1880 δὲν ἠδυνήθη νὰ καθιδρυθῇ ἐφεδρεία ἐν τῷ στρατῷ· ἡ βάσις λοιπὸν ἦτον ἡ αὐτή. Καὶ μολονότι, κύριοι, ἡ ἀντικατάστασις εἶχε δύω ἄριστα πλεονεκτήματα, οὐχ ἧττον ἦτο καταργητέα· τὰ δὲ πλεονεκτήματα ταῦτα ἦσαν ἀφ’ ἑνός, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοί, ἀντικαθιστῶντες ἑκάστοτε τοὺς ὁπλίτας, κατηρτίζοντο πολὺ καλλίτερα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐμμένοντες ἐν ταύτῃ, διότι ἐλάμβανον ἀμοιβὴν 500–600 παλαιῶν δραχμῶν καθ’ ὅλην τὴν θητείαν· ἕνεκα τούτου ὁ στρατὸς ἠδύνατο τότε νὰ ἔχῃ ὑπαξιωματικοὺς 15 καὶ 20 ἐτῶν ἢ μέχρις οὗ ἤρχοντο εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης τῆς ὠφελείας, δι’ ἧς ὁ στρατὸς οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε τόσον καλοὺς ὑπαξιωματικοὺς ὅσους πρὸ τοῦ 1880, παρήγετο καὶ ἕτερον ἀγαθὸν, ὅτι διὰ τῶν ἀντικαταστάσεων ἡγοῦντο εἰς ἕκαστον λόχον καί τινες παλαιοὶ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευον ὅπως χειραγωγῶσι τοὺς νεοσυλλέκτους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἔτος εἰσήρχοντο· διότι εἶναι ἀρχὴ ἀληθεστάτη, ὅτι οὐδέποτε μικρὸν μέρος στρατοῦ δύναται νὰ μορφοῦται καλῶς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐὰν μὴ ἐν τῷ σώματι τούτῳ δὲν περιλαμβάνωνται πολλὰ ἐκ τῶν ἀτόμων, ἅτινα εἰσὶν ἐν πλήρει γνώσει τῆς ὑπηρεσίας των. Εἶχε λοιπὸν ὁ νόμος ὁ παλαιός, ὅστις ἐπέτρεπε τὴν ἀντικατάστασιν, τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου εἶχε τὸ μέγιστον ἐλάττωμα νὰ μὴ δύναται νὰ προσφέρῃ ἑδραίαν καὶ συμπαγῆ ἐφεδρείαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἡ ἀντικατάστασις κατηργήθη, ὄντως κατηργήθη αὕτη; ὄχι, καὶ ἰδοὺ διατί. Ὅπως σᾶς εἶπον, ὁ νόμος τοῦ 1878 ἐπέτρεπε μόνον μίαν θητείαν δι’ ἀντικατάστασιν, μεθ’ ἣν ἐπήρχετο ὁ ἀφυπηρετῶν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ εἶτα εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, ἀποτελῶν οὕτω συνεχῶς ἀναπόσπαστον μέρος τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἑπομένως ὁσάκις παρουσιάζετο ἀνάγκη τὸ ἔθνος ἀνεύρισκε τὸν στρατιώτην. Ἀλλ’ ὁ Νόμος τοῦ 1882 ἐπίσης μὲν προέβλεψε τὸ αὐτὸ καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ κατατάσσωνται διὰ μίαν μόνην θητείαν· ἤτοι ὁ πεζὸς δὲν ἠδύνατο πλέον τῶν 4 ἐτῶν, ὁ ἱππεὺς καὶ ὁ σκαπανεὺς πλέον τῶν 6 ἐτῶν νὰ ὑπηρετήσωσι, μετὰ ταῦτα ὑπήγοντο εἰς τὴν ἐφεδρείαν, εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Δὲν ἠξεύρω ὅμως διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1883, εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, σᾶς ἔφερε τὸν Νόμον, περὶ οὗ σᾶς ἔκαμα λόγον τῶν ἀνακατατάξεων, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται οἵου δήποτε σώματος, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν χωροφυλάκων καὶ εὐζώνων, δύνανται νὰ ἐξακολουθῶσιν ἀνακατατασσόμενοι ἐν τῷ στρατῷ, ἐφ’ ὅσον ὁ ἰατρὸς τοῦ σώματος ἀποφαίνεται, ὅτι δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν, ἑπομένως ἐὰν ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις τοῦ σώματός των τὸ ἐπιτρέπῃ, ὑπηρετοῦσι μέχρις ὅτου ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, τουτέστιν ἐπὶ 25 ἔτη ἐν τῷ στρατῷ. Ἐννοεῖτε ἤδη, κ. βουλευταί, ὅτι ὅσον πλειότεροι εἶναι οἱ ἀνακατατασσόμενοι, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἐφεδρεία ἐλαττοῦται καὶ ἐὰν οἱ πολῖται Ἕλληνες, οἵτινες κατατάσσονται ἐν τῷ στρατῷ ὡς κληρωτοὶ ἢ ὡς ἐθελονταί, πραγματοποιήσωσιν αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κατατάσσωνται εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα κατ’ ἔτος 2,000, ταῦτα δὲν θὰ δέχωνται οὐδένα πλέον κληρωτὸν, ἐπίσης οἱ εὔζωνοι, ἐπίσης καὶ τὰ ἄλλα σώματα πολὺ περισσότερον· διότι ἡ ἀνακατάταξις εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα συνεπιφέρει ἀμοιβὰς χρηματικὰς σπουδαίας, διότι πρότερον, εἰς ὅ,τι διὰ μισθοδοσίαν ὁ στρατιώτης εἶχε διὰ τοῦ Νόμου τοῦ 1882, καθὼς καὶ διὰ τῶν παραρτημάτων του, ηὐξήθη ὁ μισθὸς τῶν στρατιωτῶν εἰς ὅλα τὰ σώματα ἐκτὸς τοῦ πεζικοῦ, πλέον τῶν 10 δραχμῶν· διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ 30 τοῖς ἑκατὸν ὁ Προϋπολογισμὸς αὐξάνει χωρὶς νὰ αὐξήσῃ καθ’ ἕνα στρατιώτην ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου στρατοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λοιπὸν γενομένης ἀνακατατάξεως εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ τὰ ἄλλα σώματα καὶ εἰς τὸ πεζικὸν, φυσικῶς ἕπεται ὅτι οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὸν στρατὸν θὰ ἦναι ὀλιγώτεροι· ἐπειδὴ δὲ οὗτοι οἱ ὀλιγώτεροι θὰ χρησιμεύσωσι διὰ μέλλουσαν ἐφεδρείαν, ἕπεται ὅτι ἡ μέλλουσα ἐφεδρεία τοῦ στρατοῦ δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖ μικρά. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ναὶ μὲν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει καθ’ ἣν 10,000 κληρωτοὶ ἐξεκαθαρίσθησαν ὡς πραγματικοὶ διὰ τὸν στρατὸν, ἐξ αὐτῶν εἰσέρχονται 5,000, ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι 5,000 ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν ὄντως, ἀλλὰ αἱ ἄλλαι 5,000, αἵτινες μετὰ 5 ἔτη θὰ γίνουν 25,000, θὰ ἦναι ἐφεδρεία, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ τοιαύτη· διότι οὔτε ἐγυμνάσθη, οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ γυμνασθῇ, ἐφ’ ὅσον τὸ Ἔθνος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ στρατὸν ἐκ 30,000, καὶ νὰ ἐξασκῇ ἄλλην τόσην ἐφεδρείαν κατ’ ἔτος. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς ἀνακατατάξεως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φέρῃ μεγίστην βλάβην εἰς τὸ τῆς ἐφεδρείας· ἐκεῖ ὅπου ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καθιδρύσας διὰ τοῦ Νόμου τοῦ 1882 τὴν μονοετῆ θητείαν, οὐδὲν ἄλλο εἶχεν ὡς βάσιν ἢ τὴν ἐφεδρείαν· ἐὰν ἐξοβελίσητε τὴν ἐφεδρείαν, δὲν ὑπάρχει πλέον στρατός. Ἀφοῦ λοιπὸν καθίδρυσε τὴν μονοετῆ θητείαν, ὤφειλεν ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἑδραίωσιν τῆς ἐφεδρείας· ἀλλ’ ἀτυχῶς διὰ μὲν τῆς μονοετοῦς θητείας του κατέστρεψε τὴν πλήρη ἐξάσκησιν τοῦ στρατοῦ, διὰ δὲ τῶν ἀνακατατάξεων ἀπόλλυσι τὴν ἐφεδρείαν, εἰς ἣν ἀτελῶς μόνον κατορθοῦταί τι. Τί περιμένετε λοιπὸν ἄλλο εἰς τὸ μέλλον, ἢ νὰ παρατάξωμεν ἐν στιγμῇ κρισίμῳ, οὐχὶ πραγματικὸν, ἀλλ’ εἰκονικὸν στρατόν; Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς ἕτερον ζήτημα. Ὑπάρχει καὶ ἡ ὑποκατάστασις, ἐνθυμεῖσθε δὲ τί ὀνομάζει ὑποκατάστασιν ὁ νόμος ἐκεῖνος. Εἰς τὰ σώματα τὰ εἰδικὰ πᾶς στρατιώτης, ὑπηρετήσας ἓν ἔτος, δύναται νὰ ὑποκαταστήσῃ ἑαυτὸν δι’ ἄλλων ἐκ τῶν ἐφέδρων, ἐννοεῖται ἐπὶ μισθώματι. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἡ ὑποκατάστασις αὕτη ἐπὶ τῶν εἰδικῶν σωμάτων ἢ αὐτὴ αὕτη ἡ ἀντικατάστασις, ἀφοῦ δύναται ὁ στρατιώτης τῶν εἰδικῶν σωμάτων νὰ ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος ἀντὶ τῶν δύω ἐτῶν; Αὗται εἶναι αἱ δύω θύραι, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 καὶ τῶν δύω μικρῶν τοῦ 1883 εἰσάγουσιν ἐκ νέου τὴν καταργηθεῖσαν ἀντικατάστασιν. Καὶ εἰς τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐφάνη λίαν συνεπὴς ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν, ἣν οὐχὶ χθὲς καὶ προχθές, ἀλλὰ πρὸ χρόνων πολλῶν εἶχε περὶ στρατοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν, ἐὰν δοθῇ ἡμῖν ποτε καιρός, θὰ σᾶς ἐκθέσω. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα ἔχομεν νόμον πράγματι τοῦ 1878, νόμον τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξα, ὅτι ἐκ σοφῶν ἀνδρῶν παρήχθη ἐν Γαλλίᾳ, ἐκ σοφῶν ἐπιτροπῶν, ἐκ Βουλῆς λίαν ἀνεπτυγμένης καὶ μετὰ τριῶν ἐτῶν συνεχεῖς συνεδριάσεις ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου. Τὸν νόμον τοῦτον ἐλάχιστα ἐτροποποιήσαμεν ἐν Ἑλλάδι συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ ἐθέσαμεν εἰς ἐνέργειαν, ἔπειτα δὲ εἰς μίαν στιγμὴν τὸν ἐῤῥίψαμεν εἰς τὸν δρόμον, τὸν κατεστρέψαμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς τοὐλάχιστον ἐκθέσεως τῆς ὑπηρεσίας, τῶν ἀρχηγῶν ἢ τῶν ἄλλων σωματαρχῶν, ἐν ᾗ νὰ γνωμοδοτῶσιν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀνεφάρμοστος ἢ πλημμελής. Ξηρὸς ἦλθεν ὁ νόμος τοῦ 1882 ΑΛΓʹ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ξηρὰ ἦλθον καὶ τὰ Νομοσχέδια, ἵνα νομοθετῶσιν ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ στρατοῦ. Ἐτροποποιήθη ἀκολούθως ὁ νόμος τοῦ 1882, κατηργήθησαν ἄλλοι νόμοι, καὶ οὕτως παρήχθη εἷς κυκεών, ἐν τῷ ὁποίῳ σήμερον οὐδὲν δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐνεργήσῃ, διότι οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει μὴ τροποποιουμένη ἢ μὴ καταργουμένη ὑπ’ ἄλλης. Τοιαῦται εἶναι αἱ συνέπειαι τῶν ὅσων καὶ ἄλλοτε εἶπον. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ δύω Νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν εἶναι περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, τὸ δὲ ἕτερον περὶ ἐφεδρείας. Σᾶς εἶπον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτι τὰ δύω ταῦτα Νομοσχέδια δὲν ἀποτελοῦσιν ἢ ἓν καὶ μόνον· ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρουσίασε δύω Νομοσχέδια, τὸ ἓν ἔχον 26 ἄρθρα, τὸ ἕτερον, νομίζω, 16 ἢ 18, τὸ ὅλον 42–44; ἐννοεῖται, ὅτι ἂν παρουσιάζετο ἓν Νομοσχέδιον φέρον 42 ἄρθρα, ὅπως τροποποιήσῃ νόμον φέροντα 50 ἄρθρα, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἤθελεν ἐκπλαγῆ, καὶ μετὰ δυσκολίας θὰ προέβαινεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἵνα διευκολύνῃ λοιπὸν τὴν ψήφισιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διῄρεσε τὸ ζήτημα εἰς δύω Νομοσχέδια. Ταύτην ἐγὼ τὴν ἐξήγησιν δίδω. Ἐλπίσωμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ κάμῃ ὄχι μόνον εἰσαγωγὴν, ἀλλὰ καὶ ἀνάπτυξιν τῶν Νομοσχεδίων του τούτων, τὴν ὁποίαν ἀπέφυγεν εἰς τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν του, ὅτι θὰ μᾶς ἐξηγήσῃ καὶ τὸν λόγον τοῦτον. Τὰ Νομοσχέδια ἢ μᾶλλον τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ σπουδαιότατα ζητήματα τοῦ στρατοῦ, μολονότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τοῦ ἐναντίου. Καὶ τὰ μὲν πρῶτα ἄρθρα 1–5 τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας ἀφορῶσι τὴν διαίρεσιν τῆς ἐφεδρείας, ἀκολούθως ἔρχονται τὰ ἑπόμενα 2 ἢ 3 ἄρθρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιπροστίθενται διάφορα εἴδη προσκλήσεων τῶν τε ἐφέδρων καὶ τῶν στρατευσίμων ἑκάστοτε· μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἐπίσης σπουδαιότατον ζήτημα τὸ περὶ καθυστερουμένων, ὁ χαρακτὴρ αὐτῶν, αἱ ποιναὶ αὐτῶν, καὶ διάφοροι μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἰς τοὺς νόμους τοῦ 1882 καὶ 1878 ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσελεύσεις τῶν κληρωτῶν ἢ τῶν ἐφέδρων ἢ τῶν ἐθνοφρουρῶν· καὶ τελευταῖον ἔρχεται τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῶν ἐξαιρέσεων, ὡς καὶ τῶν ἐξαιρέσεων τῶν ἱκανῶν διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἔρχονται καί τινες διατάξεις, ὧν καὶ ἐγὼ ἤθελον ἐπιζητήσει τὴν μεταβολήν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐφεδρείας. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878 ὁ ἐνεργὸς στρατὸς διήρχετο εἰς 3 ἔτη ἐν ἐνεργητικῇ ὑπηρεσίᾳ, 6 ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ καὶ μίαν δεκαετίαν ἐν τῇ ἐθνοφρουρᾷ· κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1880 μετετράπησαν οἱ ὅροι καὶ καθιερώθη ἓν ἔτος εἰς τὸ πεζικὸν, δύω ἔτη εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα, 8 ἔτη ἐφεδρείας εἰς τὸ πεζικὸν καὶ 7 εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα, καὶ 10 ἐτῶν ἐθνοφρουρὰ, τοὐτέστι τὸ ὅλον τῆς θητείας σύγκειται ἐκ 19 ἐτῶν, ἤτοι προέρχονται 16 σειραὶ πρὸς στράτευσιν μετὰ παρέλευσιν 19 ἐτῶν, ὡς ἐπίσης κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878 ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς σειρῶν ἤθελε παρουσιάζεσθαι ἐν τῷ αὐτῷ ἀριθμῷ ἐτῶν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐν ἀριθμῷ ἴσῳ περισσοτέρους ἐφέδρους ἤθελε δώσει ὁ νόμος τοῦ 1882. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εὐχαριστήθη νὰ ἔχῃ εἰς μὲν τὸ πεζικὸν 8 σειρὰς ἐφέδρων, εἰς δὲ τὰ εἰδικὰ σώματα 7, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι δύναται ἀορίστως ν’ αὐξάνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν σειρῶν, ὥστε ἐν καιρῷ ἀνάγκης νὰ παρουσιάσῃ ἀντὶ 7 σειρῶν 17, καὶ ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν ἀπὸ 9 εἰς 11, ἠλάττωσε δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐθνοφρουράν, ἥτις πρότερον εἶχε 10 ἔτη, εἰς 8 μόνον. Ἐὰν ἤδη ὑποθέσητε ὅτι ἑκάστη τῶν σειρῶν τούτων κατ’ ἔτος χορηγῇ 10,000 ἄνδρας ἐφέδρους, τότε κατὰ τὸν νόμον τοῦτον μετὰ 10 ἔτη, ἐκτὸς τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ συνίσταται ἐκ 30,000 ἀνδρῶν, θὰ ἔχητε καὶ 9 σειράς, τουτέστιν 90,000 ἐφέδρους. Ἐὰν δὲ ὑποθέσητε, ὅτι παρέρχεται μία εἰκοσαετία, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς περιέρχεται εἰς κρίσιμον θέσιν καὶ ἀναγκάζεται νὰ παρουσιάσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις της, θὰ ἔχωμεν 90,000 ἐφέδρων, πλέον 30,000 στρατὸν ἐνεργὸν, πλέον 80,000 ἐθνοφρουρᾶς, τὸ ὅλον 200,000· ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἔτι αἱ κλάσεις τῶν εἰδικῶν σωμάτων, αἱ ὁποῖαι, ὡς σᾶς εἶπον, θὰ περιλαμβάνωσιν 8 ἔτη ἐφεδρείας καὶ 8 ἐθνοφρουρᾶς, ὥστε ἀπὸ 2,000 τοὐλάχιστον θέλομεν ἔχει 32,000 ἄνδρας. Λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς μετὰ 20 ἔτη ἔχουσα μόλις δύω ἑκατομμύρια κατοίκων, ἐὰν ἐμμένωμεν εἰς τὸ καθεστὼς σύστημα, θὰ δύναται νὰ παρουσιάσῃ 230,000 ἄνδρας, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ μέγας σκοπὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου του, τοῦ νὰ συγκροτήσῃ ὅσον ἔνεστι μεγαλείτερον ἀριθμὸν στρατιωτῶν. Ἀλλὰ ταῦτα, κύριοι, εἶναι ὅλως ἀντίθετα τῶν ἀρχῶν τῆς στατιστικῆς ὅλων τῶν Ἐθνῶν, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς τακτικῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης. Ἐὰν λάβητε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσητε διάφορα δοκίμια, θὰ ἴδητε, ὅτι ἅπαντα τὰ Ἔθνη εἰς τὰς κρισιμωτέρας αὐτῶν περιστάσεις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρουσιάσωσιν ἀριθμὸν ἀνώτερον τοῦ 1)25, καὶ τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐθνέγερσιν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν. Λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῶν ἀνωτέρω 232,000, αἱ 32,000 θὰ ὑπολειφθῶσιν ἕνεκα ἀποβιώσεων κλπ. συμφώνως τῷ ἐκπεσμῷ, εἰς ὃν οἵ τε Γάλλοι καὶ τὰ ἄλλα Ἔθνη προσφεύγουσιν, ἤτοι 4% καὶ πλέον, θέλομεν ἔχει 200,000 ἢ τὸ ⅕ τοῦ ἄῤῥενος πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ποδός. Ἀλλ’ ἡ μικρὰ Δανία, ἡ ὁποία εἶναι μικρὰ ὡς ἡμεῖς, τὸ 1866, ὅτε ἐκινδύνευε νὰ ἀπωλέσῃ καὶ τὴν τελευταίαν σπιθαμὴν τῆς χώρας της, δὲν ἠδυνήθη νὰ παρουσιάσῃ πλέον τῶν 60,000 ἀνδρῶν. Ἐὰν λοιπὸν λάβητε ταύτην ὑπ’ ὄψιν καὶ παραδεχθῆτε τὸ ἄνω ῥηθὲν ὅριον, δύνασθε νὰ ἔχητε πλέον τῶν 80,000 στρατοῦ; ποτέ. Καὶ τὰ πράγματα ὁδηγοῦσιν ἡμᾶς εἰς τοῦτο· ἔχομεν τὴν προχθεσινὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου μας, ὅτε καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἐνήργησαν τὰ πάντα, μὴ ἀφήσαντες οὐδὲν μέσον, οὐδὲν ἐλατήριον φιλοτιμίας, πειθοῦς καὶ βίας, καὶ ὅμως δὲν κατώρθωσαν νὰ συλλέξωσι πλέον τῶν 80,000 ἀνδρῶν καὶ ἔχω μάρτυρα τὸν τότε Ὑπουργὸν, τὸν βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου· ἐξ αὐτῶν δ’ ἂν ἀφαιρέσωμεν περὶ τοὺς 10–15 χιλιάδας καθυστεροῦντας, ἢ ἐξελθόντας τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ἀνικανότητι, βλέπομεν ὅτι μόλις περὶ τοὺς 65,000 ἠδυνήθημεν νὰ στρατεύσωμεν, καὶ τοιαύτη βεβαίως εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμίς μας ἀπέναντι τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ἐὰν σωφρονῇ, ἐὰν ἔχῃ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε κάλλιστα τὴν στρατιωτικὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ γινώσκῃ πράγματι τὸν Τόπον του καὶ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ ὀργανίσῃ πρὸς ἔξοδον πλέον τῶν 65,000 ἀνδρῶν, καὶ τὸ πολὺ 25–30,000 διὰ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Κράτους. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ χρόνου τῆς ἐφεδρείας ἀπὸ 8 ἕως 10 ἔτη, ἢ ἀπὸ 7 εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα εἰς 9; Ἀφοῦ γνωρίζομεν πόσον στρατὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν, διατί νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὸ πολὺ καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ποιόν; Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μυριάκις ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς ἀρχὴν, ὅτι σήμερον, ἐφ’ ὅσον ἔχει τις τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ καλῶς κατηρτισμένα, δὲν ἔχει ἀνάγκην πρὸ πάντων τοῦ καλοῦ στρατιώτου, ἀλλὰ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, διότι μόνον τότε εἶναι βέβαιος, ὅτι εἰς οἱανδήποτε περίστασιν θὰ ἔχῃ ἀξιόμαχον στρατὸν νὰ παρατάξῃ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀρχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω λίαν παναρχαία· ὅταν προχθὲς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του μετὰ τόσου στόμφου ἐξέθετε τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐλυπήθην τὰ μέγιστα εἰς λογαριασμόν του. Ὑπῆρχε μία ἐποχὴ, κύριοι βουλευταὶ, ἀληθῶς, καθ’ ἣν οἱ στρατιῶται, ὁσάκις συνεπλέκοντο, ἀπετέλουν σῶμα νεκρὸν, μὴ ἔχον οὐδεμίαν ἄλλην τάξιν ἢ τὴν πυκνὴν, ὅτε καὶ ἐνίκα ὁ ὄγκος· ἀληθῶς τότε ὑπῆρχεν ἡ ἀρχὴ, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκτεθεῖσα, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἅπαντες οἱ συνάδελφοι θὰ ἐνθυμοῦνται, ὡς ἀναγνώσαντες εἰς τὴν παιδικήν των ἡλικίαν ἐν τοῖς βιβλίοις, τουτέστι προτιμότερον εἰς στρατὸν νὰ ὑπάρχῃ στρατηγὸς λέων καὶ στρατιῶται ἔλαφοι, ἢ στρατιῶται λέοντες μὲ στρατηγὸν ἔλαφον. Σήμερον ὅμως, ἐὰν οἱ τρεῖς παράγοντες, ἐξ ὧν σύγκειται στρατός τις, ἤτοι ἀξιωματικοὶ, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, δὲν ἔχωσι σχετικῶς τὸ αὐτὸ ὕψος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, δὲν δύναταί τις πεποιθότως νὰ εἴπῃ, ὅτι οὗτος εἶναι τέλειος στρατός. Σήμερον, κύριοι βουλευταὶ, καὶ ἐν τῇ τέχνῃ τοῦ πολέμου καὶ ἐν τῇ τακτικῇ ἡ πρωτοβουλία δὲν ὑπάρχει μόνον εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τελευταῖον στρατιώτην δέον νὰ ὑπάρχῃ ἰδία αὐτοβουλία. Διὰ τοῦτο ὁ στρατιώτης τῆς σήμερον δέον νὰ σπουδάζῃ καὶ ἐξασκῆται, διότι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν πολέμῳ, ἀναγκάζεται νὰ ἐνεργήσῃ μόνος του, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐνεργήσῃ μόνος ὁ στρατιώτης, ἐὰν δὲν ἐκπαιδευθῇ δεόντως ὁ στρατιώτης καὶ καταρτισθῇ καλῶς ὅπερ δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν μὴ διέμεινεν ὁ στρατιώτης τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἐν τῷ στρατῷ. Ἔχομεν, κύριοι, πολλὰ παραδείγματα, καὶ τελευταῖον τὴν καταστροφὴν τοῦ Βέκερ πασσᾶ, στρατηγοῦ διακεκριμένου, ἀναδειχθέντος ἐν τῷ τελευταίῳ Ρωσσοτουρκικῷ πολέμῳ, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχε πλησίον του πλέον τῶν 100 διακεκριμένων Ἄγγλων ἀξιωματικῶν, ἔπαθε πανολεθρίαν, διότι οἱ στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ὡδήγησεν ἐπὶ τοῦ ἐχθροῦ, δὲν ἠρίθμουν οὔτε ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν· αὐτὸς οὗτος τοὺς ὠργάνωσεν, αὐτὸς τοὺς ἐμόρφωσεν, ἀλλ’ ἐν τῇ στιγμῇ τῆς ἐνεργείας μόλις κατώρθωσεν ὁ ἴδιος νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του. Ἀφίνομεν πολλὰ παραδείγματα ἐκ τοῦ τελευταίου Γαλλοπρωσσικοῦ πολέμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅπου οἱ Γάλλοι στρατιῶται ἦσαν στρατιῶται ἀρχαῖοι, ὄχι μόνον ἔδειξαν μεγάλην ἀνδρείαν, ἀλλὰ καὶ ἔσωσαν τὴν τιμὴν τῆς Γαλλίας· οὕτω εἰς τὴν μάχην τῆς Gravelotte, ὅπου 200,000 Γάλλων ἐπολέμησαν ἐναντίον δύω στρατειῶν Γερμανικοῦ στρατοῦ, ἔχοντες ἀρχηγοὺς οὐχὶ Μόλτκε, οὔτε ἐκ τῶν ἄλλων διασήμων τῆς Γερμανίας, καὶ μὅλον τοῦτο οἱ παλαιοὶ οὗτοι στρατιῶται κατώρθωσαν νὰ κρατήσωσι τὴν νίκην τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἀμφίῤῥοπον καὶ νὰ σώσωσι τὴν τιμὴν τοῦ Γαλλικοῦ Ἔθνους. Τί ἄλλο δεικνύουσι τὰ παραδείγματα ταῦτα, ἢ ὅτι βεβαίως μὲν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀλλ’ ὅτι ἐξ ἴσου πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐξασκήσεως τοῦ στρατιώτου, διότι ἄλλως τὸ ἀποτέλεσμα ἔσται μηδὲν, καθόσον βάσις εἶναι ὁ στρατιώτης καὶ ὄχι ὁ ἀξιωματικὸς, δὲν δύναται δὲ ἐν μονοετίᾳ οὗτος νὰ ἐξασκηθῇ τελείως; Ἐκ τούτων παρατηρεῖτε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καίτοι ἐμφορούμενος καλλίστων προθέσεων ὅπως παρασκευάσῃ καλὸν στρατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν προσφεύγει εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν δύναται, ἂν οὐχὶ ἄριστον στρατὸν, τοὐλάχιστον καλὸν νὰ παρέξῃ πρὸ πάντων διότι ὁ ἴδιος δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀποβάλῃ τὴν ἐσφαλμένην ἰδέαν, ὅτι ὁ στρατὸς εἰς τὰ ἔθνη δὲν ἔχει ὡς βάσιν τὸν ἀριθμὸν ἀλλὰ τὴν ἀξίαν. Ἔχει δ’ οὗτος τοιαύτας ἀρχάς, ἐνῷ εἶχε κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 ὀκταετῆ ἐφεδρείαν, ἀνέπτυξε περιπλέον εἰς δεκαετῆ. Διὰ τοῦτο παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1882, δέον νὰ μὴ αὐξήσῃ εἰς δεκαετῆ τὴν τῆς θητείας ἐφεδρείαν, ἀλλὰ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ὀκταετῆ, καὶ μάλιστα, εἰ δυνατὸν, αὕτη νὰ τροποποιηθῇ ἔλαττον. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 ἔχομεν τρεῖς καταστάσεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τὴν ἐφεδρείαν, τὴν ἐθνοφρουρὰν, καὶ τὸν τακτικὸν στρατόν. Ἀλλ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη ἔχουσι δύω μόνον διαιρέσεις, μίαν τὸν ἐνεργὸν στρατὸν μετὰ τῆς ἐφεδρείας του, καὶ δεύτερον τὴν ἐθνοφρουρὰν μετὰ τῆς εἰδικῆς ἐφεδρείας της. Ἐκτὸς τούτου, οὐδὲν ἔθνος ἔχει πλέον τῶν 9 ἐτῶν θητείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας του. Οὕτω ἡ Γερμανία ἔχει 3 ἔτη ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας καὶ 4 ἐφεδρείας τοῦ στρατοῦ τούτου, τὸ ὅλον 7· οἱ Γάλλοι ἔχουσι 5 ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας καὶ 4 ἐφεδρείας· οἱ Ἰταλοὶ ἔχουσι σχεδὸν 8 ἐτῶν ἤτοι 3 ἐτῶν ἐνεργοῦ καὶ 5 ἐκ τῶν ἐν ἀδείᾳ 9 ἐτῶν· ἡ Αὐστρία ἔχει 10 ἔτη· τὸ Βέλγιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς δευτέραν κλίμακα καὶ εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς, ἔχει 4 ἔτη ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, καὶ 4 ἐφεδρείας του. Ἡ Δανία ἔχει 8 ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, τὰ λοιπὰ 8 εἰσὶ τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Εὑρίσκετε λοιπὸν εἴς τι τῶν ἐθνῶν τὴν διαίρεσιν, ἣν ἔχει τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις προχθὲς εἰς τὴν ἀγόρευσίν του σᾶς εἶπεν ὅτι ὅ,τι φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν σοφῶν ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης; ὄχι. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα νήπιοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν τέχνην, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴδομεν μεγάλους στρατοὺς, νὰ διαπλάττωμεν διατάξεις τόσον σπουδαίας ὅσον αἱ προκείμεναι, μετὰ τόσης εὐκολίας; Εἰς τὸν Γερμανικὸν στρατὸν ἔχουσιν ἐφεδρείαν 4 ἐτῶν, καὶ ἔχουσι λόγον ἰσχυρότατον· αἱ 4 σειραὶ τῆς ἐνεργοῦ ἐφεδρείας συγχωνεύονται καὶ συγκροτοῦσι κυρίως τὸν ἐν ἐνεργείᾳ στρατὸν, καὶ τμηματικῶς αὗται κατὰ διετίαν ἐκγυμνάζονται καὶ οὕτω δὲν λησμονοῦσι τὴν ἐξάσκησιν· ἀλλ’ ὅταν ἔχετε θητείαν δεκαετῆ, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐκγυμνάσητε πλέον ἢ ἅπαξ ὅλους τοὺς ἐφέδρους, καὶ ὅταν τοῦτο δὲν ὑπάρχει διὰ τίνων στρατιωτῶν θὰ πληρώσητε ἐν ἐπιστρατεύσει τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ; Ὁ ἔφεδρος μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη ἔτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκηθῇ ἀρκούντως μάλιστα δὲ ἐντὸς 40 ἡμερῶν, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ μονοετὴς θητεία. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι ἄτοπα, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐν τῇ σοφίᾳ της νὰ ἀποῤῥίψῃ πᾶσαν ἀντίῤῥησιν εἰς τὰ παρόντα Νομοσχέδια, τοὐλάχιστον ἂς διαιρεθῇ ἡ ἐφεδρεία εἰς δύω τμήματα, τὸ μὲν πρὸς συγκρότησιν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τὸ δὲ νὰ μείνῃ ὡς ἐθνοφρουρὰ, ὅπως παρὰ τοῖς ἄλλοις Ἔθνεσι· διότι δύω τάξεις πρέπει νὰ ὑπάρχωσι διακεκριμέναι ἐν τῷ στρατῷ, ἡ μὲν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς χώρας, καὶ ἡ ἑτέρα, ἡ ἄνω τῶν 30 ἐτῶν ἔχουσα ἄνδρας, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἑστιῶν, πρὸς ἐφοδίασιν τῶν φρουρῶν καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τάξεως ἐν τῷ τόπῳ. Ἡ Βουλὴ πρέπει ἐπισταμένως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἢ ἄλλως νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἀποῤῥίπτουσα τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον. Μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔρχεται τὸ περὶ προσκλήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη ἔφερεν ἀπείρους δυσκολίας· καὶ σήμερον ἔτι ἐκτὸς τῆς Γερμανίας, ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη δυσκολεύονται ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόσκλησιν τῶν στρατευσίμων καὶ τῶν ἐφέδρων. Μόνον ἡ Γερμανία, ἐπειδὴ ἔχει τὴν ἀρχὴν τῶν μικρῶν περιφερειῶν καὶ μεγάλων, δύναται ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ συγκεντρώνῃ καὶ κληρωτοὺς καὶ ἐφέδρους καὶ τὴν ἐθνοφρουράν. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου ὡς βάσις εἶναι αἱ μεγάλαι περιφέρειαι, ἠναγκάσθησαν ὡς πρὸς τὴν προσέλευσιν τῆς ἐφεδρείας ἢ τῆς ἐθνοφρουρᾶς νὰ δώσωσι προθεσμίας οὐχὶ σμικράς. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 ἡ πρόσκλησις τῶν κληρωτῶν ἐγίνετο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878, τὸν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ μετενεχθέντα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν 4 εἴδη προσκλήσεων τῶν κληρωτῶν. Ἂν ἐξαιρέσωμεν δύω, ἅτινα ἐν μέρει ἐτέθησαν ἐν χρήσει, τὰ λοιπὰ, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, δὲν θὰ πράξῃ ἄλλο ἢ ν’ αὐξήσῃ τὴν θητείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀπὸ ἓν ἔτος εἰς δύω ἔτη, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐν καιρῷ εἰρήνης διὰ τοιούτων προσκλήσεων νὰ προσέλθωσιν, ὡς ἐπίσης ἀδύνατον ἐν καιρῷ πολέμου. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 11. «Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐτησίαν ἀπογραφὴν καλοῦνται...» Αὕτη εἶναι μία περίπτωσις, ἥτις εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ. Γνωρίζομεν, κύριοι, τὰς ἐπαρχίας μας, τὴν ἀγραμματοσύνην, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρὰ, καὶ τὰς παραδόσεις τῶν συμπολιτῶν μας. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ Σακαρέτσι τὸ ἰδικόν μου νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιαύτη διάταξις; Μόλις ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως φθάνει εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, ἣν ὀλίγα πρόσωπα ἀναγινώσκουν. Δὲν λαμβάνετε τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν Δημοτικῶν ἐξουσιῶν, τὸν φατριασμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπιδρᾷ εἰς τὰ τοιαῦτα ἀντικείμενα, ἅτινα οἱ Δήμαρχοι θὰ μεταχειρίζωνται πρὸς καταδίωξιν τῶν ἀντιπάλων των; Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον, διότι εἶναι ἀνεφάρμοστος. Δύναται νὰ γίνῃ τοιαύτη πρόσκλησις, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς ὅταν στρωθῇ διὰ σιδηροδρόμων καὶ γίνωσι τὰ 8,000 χιλιόμετρα ὁδῶν, ἅπερ μόλις δύνανται νὰ συντελεσθῶσι μετὰ δεκαετίαν. Ἑπομένως σεῖς οἱ βουλευταὶ, ἐὰν ἐπιτρέψητε τοιαύτην πρόσκλησιν, θὰ μεταμεληθῆτε, ὅτε θὰ ἴδητε τοὺς συμπατριώτας σας συρομένους δίκην κακούργων εἰς τὰ στρατοδικεῖα, ἢ διὰ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς προσθέτους ὑπηρεσίας ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει εἰς ἕκαστον πολίτην. Ἐπίσης ἡ γʹ διάταξις «Δὲν προσκαλοῦνται....» ὑπάγεται εἰς τοὺς ὅρους τῆς πρώτης. Θεωρῶ δὲ, ὡς εἶπον, ἀμφοτέρας ἀτόπους. Τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ Νομοσχέδιον, εἶναι τὸ περὶ καθυστερούντων. Τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλύθη πρεπόντως, καὶ τοῦτο διότι οἱ ὅροι, οὓς ἐξ ἀρχῆς εἶχεν, εὑρίσκοντο εἰς ἀντίθεσιν. Ὁ νόμος τοῦ 1878, εἰς τὸ περὶ καθυστερούντων, εἶχε τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας καὶ ὁ νόμος τοῦ 1882, ὡς πρὸς τὰς προθεσμίας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου τροποποιοῦνται ὅλως διόλου αἱ διατάξεις. Ὀφείλει σήμερον ὁ προσκαλούμενος κληρωτὸς νὰ προσέλθῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐν καιρῷ εἰρήνης σύμφωνα μὲ τὸ φύλλον πορείας, ὅπερ τῷ ἐδόθη, ἐν καιρῷ δ’ ἐπιστρατείας ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, καὶ ἐν καιρῷ πολέμου ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Αὐτὴ ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία διασχίζεται ὑπὸ σιδηροδρόμων πανταχοῦ καὶ ὁδῶν, ἡ ἔχουσα ὅλα τὰ μέσα, δι’ ὧν δύναται νὰ συγκεντρώσῃ τοὺς κληρωτοὺς καὶ τοὺς ἐφέδρους, δίδει προθεσμίαν μεγαλειτέραν τῆς ὅσης δίδομεν ἡμεῖς μὲ τὰ κατσάβραχα, μὲ τοὺς χειμάῤῥους καὶ μὲ ὅλας τὰς ἐλλείψεις τῆς συγκοινωνίας. Τοῦτο εἶναι ἀτοπώτατον καὶ ἀνεφάρμοστον, καὶ δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβαίνῃ εἰς νομοθετικὰ ἔργα ἀνεφάρμοστα. Εἶναι βλαβερὰ ἡ ἀρχὴ, ἣν καθιέρωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μεταβάλλῃ συνεχῶς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐπειδὴ, ὡς λέγει, τὰ πάντα προοδεύουσι. Τοῦτο δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ στρατιωτικά. Οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Γάλλοι ἐμμένουσιν εἰς τὰ παλαιὰ πρὸ 100 καὶ 200 ἐτῶν, ἐνῷ δι’ αὐτῶν πολλάκις βλάπτεται ἡ ὑπηρεσία, ἐκ τοῦ φόβου μὴ προξενήσωσι μεγαλείτερον κακόν. Αἱ μεταβολαὶ αὗται ἴσως ὠφελοῦσι τὰς λοιπὰς πολιτειακὰς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τὸ μέγα ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ ζήτημα τῶν καθυστερούντων, εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῶν ἀνυποτάκτων· διότι πᾶς κληρωτὸς ἐν καιρῷ εἰρήνης, μὴ παρουσιαζόμενος ἐντὸς 15 ἡμερῶν, θεωρεῖται ἀνυπότακτος. Ἀλλ’ εἶναι ἀνυποταξία τοῦτο; Καὶ ποῖαι αἱ τιμωρίαι; καὶ πῶς συνδέονται μὲ τὸν ἰδικόν μας στρατιωτικὸν ποινικὸν νόμον, τὸν συνταχθέντα τῷ 1861, μετὰ σπουδαιοτάτην συζήτησιν ἐκ σπουδαίων προσώπων; Παρακαλῶ πολὺ τὸν βουλευτὴν Ναυπλίου κ. Ποταμιάνον, ὅστις εἶναι εἰδήμων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁ στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος διαγράφει τὴν ἀνυποταξίαν ἐν ἄρθρῳ 207 καὶ ὁρίζει «πᾶς στρατιώτης, διαταχθεὶς νὰ στρατεύσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ μὴ ὑπακούσας εἰς τὸν ἀρχηγόν του, τουφεκίζεται· ἐν καιρῷ εἰρήνης τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν, ἐν πάσῃ δ’ ἑτέρα ὑπηρεσίᾳ μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μέχρι δύω ἐτῶν.» Τὴν ἀνυποταξίαν αὐτὴν οἱ Γάλλοι ὀνομάζουσιν insubordination. Ἑτέρωθεν τὸ ζήτημα τῆς φυγοστρατείας, κατὰ τὸν στρατιωτικὸν ποινικὸν νόμον, ὁρίζεται ὅτι εἶναι ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ὁ κληθεὶς εἰς τὰ ὅπλα δὲν παρουσιάζεται ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας σύμφωνα μὲ τὸ φύλλον πορείας. Ὁ φυγόστρατος τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν 6 ἡμερῶν μέχρις 6 μηνῶν, ἐν καιρῷ δὲ πολέμου εἰς φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς μέχρι ἑνὸς ἔτους. Οἱ Γάλλοι τὴν φυγοστρατείαν ὀνομάζουσιν insomission. Ταύτην δὲ τὴν insomission ἡμεῖς ὠνομάσαμεν ἀνυποταξίαν, τουτέστιν ἐκείνην, ἣν διαγράφει ὁ ποινικὸς στρατιωτικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 207, ἐνῷ ἡ πρᾶξις ὑποδεικνύεται καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 220 τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἑπομένως αἱ ποιναὶ εἶναι ἀντικείμεναι οὕτω, καὶ παρουσιαζομένης περιστάσεως, τὰ Στρατοδικεῖα θὰ ἀθωώνωσιν, ἵνα μὴ ἐπιβάλλωσι ποινὰς ἀνοικείους. Προσέτι ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν ὁ παρὼν νόμος πρὸς τὸν Στρατιωτικὸν Ποινικὸν Νόμον, διότι ἡ πρᾶξις τῆς φυγοστρατείας δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀνυποταξίας. Καὶ πῶς θὰ τιμωρήσητε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν μὴ ἀρνούμενον ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀναβάλλοντα νὰ προσέλθῃ ἕνεκα λόγων, πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐντελῶς ἀρνεῖται; Διὰ ταῦτα παραδέχομαι, ὅτι βαίνομεν οὐχὶ μόνον ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, ἀλλ’ αὐθαιρέτως καὶ ἐναντίον τῆς λογικῆς. Τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις φέρω, ὅταν αἱ προθεσμίαι ἀφορῶσι τοὺς κληρωτοὺς, ἐφέδρους καὶ ἐθνοφρουρούς, τοὺς διατελοῦντας ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἰς οὓς ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ 1882 ἔδωκε προθεσμίας ἐπαρκεῖς. Πρέπει λοιπὸν αἱ προθεσμίαι ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ ὦσιν ἐπαρκεῖς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν στρατολογικὸν νόμον, καὶ οὐχὶ νὰ ἐλαττώσωμεν ταύτας. Καὶ δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῶν καθυστερούντων, ὡς ποινὴν, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ παρακολουθήσῃ ταύτην καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν παρουσιάζεται ὁ κληρωτὸς ἕνεκα χιλίων ἄλλων περιστάσεων εἰς τὸ στρατολογικὸν συμβούλιον. Ἐπειδὴ δὲν παρουσιάζεται, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ μὲ ἑνὸς μηνὸς πρόσθετον ὑπηρεσίαν κτλ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν γίνονται εἰς οὐδὲν ἔθνος. Δύνασθε νὰ τὸν τιμωρήσητε ἄλλως, καὶ ἔχετε χίλια μέσα πρὸς τοῦτο, ὄχι νὰ τῷ ἐπιβάλητε πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Προχθὲς δὲ μοὶ ἔκαμε τρομερὰν ἐντύπωσιν, διότι ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκφραζόμενος περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς σήμερον, εἶπεν ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 27 χιλιάδων, εὑρέθη εἰς λίαν στενόχωρον θέσιν· διότι ὁ στρατός, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, δὲν πρέπει νὰ ἦναι πλέον τῶν 26 χιλιάδων, καὶ μόλον τοῦτο θὰ φθάσῃ τὰς 28 χιλιάδας. Δὲν θὰ ἀναγκασθῇ αὔριον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις; Κληρωτοὶ τοῦ 1882 καθυστεροῦντες εὑρίσκονται σήμερον ἐν ὑπηρεσίᾳ προσθέτῳ ἐπὶ ἓξ μῆνας, καὶ ἄλλοι δι’ ἓν ἔτος, 2,161 ἄνδρες, τοῦ 1883 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης 2,163, τὸ ὅλον 4,324 στρατιῶται τιμωρημένοι. Ἐννοεῖται ὅτι καθυστερούμενοι τοιοῦτοι ἔρχονται καθ’ ἑκάστην, καὶ ἐναντίον τῶν προσδοκιῶν ὅλης τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ φθάσῃ ὁ στρατὸς καὶ πλέον τῶν 30 χιλιάδων διὰ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας ταύτης, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 δὲν θὰ ἔχῃ πλέον διὰ δαπάνην ὅ,τι ἐξουσιοδοτήθη, ἀλλὰ κάτι τι περισσότερον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς παρουσιασθῇ εἰς τὸ 1885 διὰ πιστώσεων. Λοιπὸν, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς ἀπὸ τοῦδε νὰ σκεφθῇ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν ἁρμόζῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ἡ τιμωρία, ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία, ἂν ἁρμόζῃ δὲ καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τιμωρία τοιαύτη, ἤτοι κατακράτησις ἓξ ἢ δώδεκα μηνῶν τοῦ πολίτου. Ἔχομεν τόσας ἄλλας ποινὰς νὰ ἐπιβάλωμεν εἴτε πειθαρχικὰς, εἴτε τοῦ Στρατοδικείου, ὅταν ἐν τῷ στρατῷ μας τὰ Στρατοδικεῖα μορφωθῶσιν ὡς πρέπει· διότι οὐδέποτε δύνανται νὰ παύσωσιν αἱ καθυστερήσεις ἀπὸ τὸν στρατὸν τὸν Ἑλληνικὸν, οὐδὲ ὑπάρχει ἔθνος στρατιωτικὸν ἐν Εὐρώπῃ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ πλείστους καθυστεροῦντας. Ἐν Γερμανίᾳ, κατὰ τὴν στατιστικὴν, ἐπὶ ἀπογραφῆς 430 χιλιάδων, 40 χιλιάδες κατ’ ἔτος Γερμανοὶ εἶναι λιποτάκται, ἐκπατρίζονται· ἐν Γαλλίᾳ 20,000, ἐν Ἰταλίᾳ 10,000· ὅταν λοιπὸν εἰς αὐτὰ τὰ ἔθνη γίνεται τοσαύτη καθυστέρησις, ἐλπίζετε ὅτι εἰς τὸ ἰδικόν μας ἔθνος δὲν θὰ ὑπάρχουν καθυστεροῦντες; Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ κεντρικὴ τοῦ Ὑπουργείου ὑπηρεσία θὰ εὕρῃ καταλληλότερον φάρμακον πρὸς παρακώλυσιν τῶν καθυστερήσεων, καὶ ὡς τοιοῦτον νομίζω καὶ τοὺς πειθαρχικοὺς λόχους, δι’ ὅσους συλλαμβάνονται ἐκ τῶν πλέον τοῦ ἔτους καθυστερούντων. Τὸ 12, 13 καὶ 14 ἄρθρον μεταβάλλουν ἐπίσης τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Στρατολογικοῦ νόμου τοῦ 1882, τὰ ἀφορῶντα τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα καὶ Συμβούλια, ἐπιπροστίθεται δὲ ὁ σχηματισμὸς τῶν ἐμπέδων λόχων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν καταρτισμὸν τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων, ὡς γραφείων δι’ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, εἰς τοῦτο δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐπινεύσω, διότι ὄντως ταῦτα συγχωνευόμενα πρέπει νὰ διευθύνωνται ὑπὸ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, οὐ μόνον δὲ ἐκ ταγματαρχῶν ἀλλ’ ἀντισυνταγματαρχῶν μάλιστα· εἶναι σφόδρα ἄτοπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ νόμος τοῦ 1878, τοῦ νὰ ἀποσπῶνται διοικηταὶ ἢ ὑποδιοικηταὶ τῶν σωμάτων ἐπὶ ἕνα καὶ δύω μῆνας διὰ νὰ ἐνεργήσωσι τὰς κληρώσεις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐξάσκησις τοῦ στρατοῦ, ὅταν ὁ διοικητὴς ἑνὸς σώματος ἐξακολουθῇ περιοδεύων ἐπὶ δύω καὶ τρεῖς μῆνας μακρὰν τοῦ σώματός του, καὶ εἰς τὴν καλλιτέραν ἐποχὴν, ἐν ᾗ πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐξάσκησις, νὰ ἦναι οὗτος ἀπών; Παραδέχομαι λοιπὸν, ὅτι τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια πρέπει νὰ διευθύνωνται παρ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ καὶ εἰς ἄλλο μέτρον. Κατὰ τὸν νόμον ΩΛΗʹ τοῦ 1880, ἐπίσης ὑπῆρχε διάταξις, εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα νὰ διορίζωνται λοχαγοί, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τότε τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Καραϊσκάκης, μοὶ φαίνεται, καθιέρωσεν, ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα ἐπὶ τοῦ παρόντος λοχαγοὶ ν’ ἀποσπῶνται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων σωμάτων· τοιουτοτρόπως δὲ δὲν ἐδίδετο λαβὴ ἄμεσος πρὸς προαγωγήν. Ἤδη διά τε τῆς νεωτέρας ἐπιθεωρήσεως καὶ τοῦ Νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας πλεῖστοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἁρμόδιοι ἐκ τῆς ἡλικίας των νὰ διευθύνωσι τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια καὶ Γραφεῖα. Ἄλλως, ἐφόσον δὲν δύνανται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ ἐπιτρέψωσι προβιβασμούς, τοὐλάχιστον, εἰ δυνατόν, νὰ προτιμηθῇ ἡ ἀπόσπασις μέχρις οὗ χορηγηθοῦν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εὑρεθῶσι καὶ οἱ κατάλληλοι πρὸς διεύθυνσιν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου. Θεωρῶ λοιπόν, ὅτι οἱ διευθυνταὶ τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων καὶ Γραφείων, ὄχι μόνον δέον νὰ ὦσιν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, ἀλλὰ ν’ ἀποτελῶσι καὶ μέρος διαρκὲς καὶ ὁριστικὸν αὐτῶν, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ γίνηται ὅλη ἡ ὑπηρεσία καὶ αἱ κληρώσεις, καὶ οὕτω λείψῃ ἡ ἀπουσία τῶν σωματαρχῶν ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων. Περὶ τοῦ ἐμπέδου λόχου δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν. Εὐκταῖον ἦτον ὅπως ἠκολούθει ὁ Νόμος ἐνταῦθα τὸν τύπον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρὸ πάντων εἰς τὸν Οὑγγρικὸν στρατὸν μεταχειρίζονται. Εἰς τὸν Αὐστροουγγρικὸν στρατὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐνεργητικὸν στρατὸν, ἔχουσι τὰς αὐτάς διατάξεις· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ζήτημα τῆς ἐφεδρείας, οἱ Οὗγγροι ἔχουν ὅλως διόλου εἰδικὸν σχηματισμὸν εἰς τοὺς ἐμπέδους λόχους των. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐπέτυχε πολὺ εἰς τὴν Οὑγγαρίαν· διότι, ὡς ἀπεδείχθη, οἱ ἔφεδροι, τοὺς ὁποίους ἡ Οὑγγαρία ἀποστέλλει εἰς τὸν Αὐστριακὸν στρατὸν, εἶναι πολὺ καλλίτεροι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σχηματίζονται εἰς τὸν καθαρῶς Αὐστριακὸν στρατόν. Τὸ 16 ἄρθρον λέγει, ὅτι γίνονται δεκτοὶ εἰς τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων ὅσοι ὑπηρέτησαν ἐν τῷ πεζικῷ ἐπὶ ἓν ἔτος· εἶμαι πολὺ σύμφωνος μ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, καὶ εἶναι ἄξιον παραδοχῆς, διότι μέχρι τοῦδε, ἕνεκα τοῦ Νόμου τοῦ 1882, ἐπιτρέποντος ὅπως πᾶς πολίτης ἅμα ὡς ἤθελεν ἀποκτήσει τὴν ἡλικίαν τῶν 18 ἐτῶν, καὶ πρὶν ἔλθῃ εἰς κλήρωσιν, νὰ δύναται νὰ καταταχθῇ ὡς ἐθελοντὴς εἰς τάγμα τι εὐζωνικόν. Τί δὲ ἐκ τούτου συνέβαινε; Διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὴν ἐν τοῖς ἄλλοις σώμασι ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπεχθάνονται, κατετάσσοντο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅτε τὸ παρελθὸν θέρος εὑρισκόμην εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ εἶδον ἐκεῖ, ὅπως καὶ εἰς Ἀγρίνιον, τοὺς καταταχθέντας, ᾤκτειρα τὰ εὐζωνικὰ τάγματα· διότι ἠρίθμουν τοὺς πλείστους τῶν εὐζώνων, ἡλικίας 18 ἐτῶν καὶ μικροτέρας ἔτι. Δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου λοιπὸν κλείεται ἡ θύρα. Βέβαιον εἶναι ὅμως ὅτι, κλειομένης ταύτης τῆς θύρας, τὰ εὐζωνικὰ τάγματα μὴ τὰ λογαριάζετε πλέον. Ἀμφισβητήσιμον εἶναι ἐπίσης τὸ ἄρθρον 18, ἐφ’ οὗ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1878, οἱ κληρούμενοι καὶ ἔχοντες ἀδελφόν, ὑπηρετοῦντα εἰς τὸν στρατὸν, ἀπαλλάσσονται μὲν, συγχρόνως ὅμως διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἔδει νὰ ὁρίζηται ἡ ἐξάσκησις αὐτῶν· ἀτυχῶς τοιοῦτον Βασιλικὸν Διάταγμα δὲν ἐξεδόθη. Ἐγένετο πολλάκις συζήτησις, ἂν οἱ νέοι οὗτοι, μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀδελφῶν των, ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἢ ὄχι. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγκύκλιοι ἀντιφατικαὶ πολλαὶ ἐξεδόθησαν· ὑπάρχει δ’ ἐγκύκλιος καθ’ ἣν δέον νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὡς ὑπάρχουσαι καὶ ἕτεραι, καθ’ ἃς ἀπαλλάσσονται ὅλως καὶ τίθενται εἰς τὴν τάξιν τῆς ἐφεδρείας. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καθαρίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου ἐνταῦθα: ὑποχρεοῦνται οἱ νέοι νὰ ὑπηρετήσωσι μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀδελφῶν των ἢ ὄχι, ἢ μεταβαίνουν εἰς τὴν ἐφεδρείαν; Τώρα ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐκ τοῦ ἄρθρου 26 καί τινος προγενεστέρου δὲν δύναται νὰ διευκρινισθῇ καλῶς, θεωρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι οἱ ἐξελεγχόμενοι ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου ἱκανοὶ διὰ βοηθητικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι δύνανται νὰ παραμείνωσιν εἰς τὸν στρατὸν ἢ ὄχι; ὑπάρχει ἄρθρον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφεδρείαν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τοῦτο καθαρῶς, καὶ ἦτο καλὸν εἰς τὸ Νομοσχέδιον νὰ διατυπωθῇ ἐπίσης κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον· εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὁρίζεται ὅτι «πάντες....», ὅταν δὲ τοῦτο ὑπάρχῃ, διατί νὰ μὴ καθιερωθῇ τὸ αὐτὸ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐν γένει στρατευσίμους; Καὶ τοῦτο ὁρίζει καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ 6 ἄρθρον, ἐδάφ. 4 λέγει «Ἀπαλλάσσονται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας οἱ ἱκανοὶ διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας». Ὅταν ἤδη ἐτέθη τοῦτο εἰς τὸν νόμον, φυσικὰ ὑποτίθεται, ὅτι ὄχι μόνον ἐτέθη διὰ τοὺς ἐφέδρους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς κληρωτοὺς στρατευσίμους. Ἂν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑπάγονται οἱ θεωρούμενοι ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου ἱκανοὶ διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω τὴν ἀντίθετον ἰδέαν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὸν στρατὸν ὀφείλεται νὰ ὑπηρετῶσιν ἄνδρες ἱκανοί. Μίαν μόνον ὑπηρεσίαν ὁ νόμος τοῦ 1878 εἶχεν ὡς καθαρῶς βοηθητικήν, μόνον τὴν ἀφορῶσαν τὸ ἀνάστημα· οἱ μὴ ἔχοντες τὸ ἀπαιτούμενον ἀνάστημα καὶ μόνον ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς βοηθητικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς λ. χ. νοσοκόμοι. Ὅσα δὲ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ νόμου τοῦ 1878 διέγραψεν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἱκανοὺς διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, δὲν ἔχουσι τὸν τόπον τους, καὶ τοῦτο διότι ὁ νόμος τοῦ 1878, ἐν ἄρθρῳ 104, ῥητῶς προσδιορίζει ὡς βάσιν διὰ τοιαύτας ἐξαιρέσεις τὸν νόμον ΥΚΗʹ. τοῦ 1871 περὶ ἱκανῶν ἢ μή· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν παραδέχεται καθόλου ἀνικανότητας τοιαύτας, ἀλλ’ οὔτε ἱκανότητας διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ἐπιβάλλει δὲ μόνον ποινὴν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐπιβάλλουσιν εἰς ἑαυτοὺς ἀκρωτηριασμοὺς ἢ ἄλλην πάθησιν διὰ νὰ ἐξαιρεθῶσιν· ὡς ποινὴ δ’ ἐπιβάλλεται βοηθητική τις ὑπηρεσία. Λοιπόν, ἐπειδὴ ὁ νόμος τοῦ 1871, ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ σωματικῆς ἱκανότητος ὁπλιτῶν, εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδραιώθη ὁ νόμος τοῦ 1878, καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν παρεδέχθη οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν διὰ τοὺς ἱκανοὺς διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦτο θεωρῶ καὶ ἐν τῷ παρόντι νόμῳ, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ αὐστηρῶς ὅ,τι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ΑΛΓʹ. καὶ ἐδάφ. 4 ὁρίζει, τουτέστιν ὅτι ἀπαλλάσσονται ἐντελῶς οἱ διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας θεωρούμενοι ἱκανοὶ ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ καὶ μεταβαίνουσιν ὁριστικῶς εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅπως καὶ εἰς ἄλλους στρατοὺς, ὅπου καὶ ὁ νόμος τοῦ 1834 ἀπῄτησεν, ὁ στρατὸς ἡμῶν θέλει ἀπαρτίζεται ἐξ ὁπλιτῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην σωματικὴν ἱκανότητα. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· εἶναι δὲ τὸ ἄρθρον 15 καὶ πολὺ περισσότερον, διότι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐγένετο σύγκρουσις μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὁρίζεται, ὅτι «ὑφισταμένης ἀνάγκης, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτρέπεται...» Εἶναι βέβαιον, κύριοι βουλευταὶ—διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὅταν ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ θέτῃ καὶ τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν του καὶ νὰ μὴ ἔρχεται ἐμφορούμενος ὅλως ἀπὸ φατριαστικοὺς καὶ κομματικοὺς σκοποὺς—ὅτι ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἃς, ἐνῷ ὑφίστατο ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὸ Κράτος ἐνεργήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὀλίγον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς στρατὸν, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ἐν ταῖς ἀνάγκαις τῆς πατρίδος. Τοιαύτη ἀνάγκη παρουσιάσθη εἰς τὰ 1882 εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Καραλῆ Δερβέν. Πλεῖστοι τότε στρατιῶται, καλῶς ἐξησκημένοι, ἀπήρχοντο ἐν τῇ ἀνάγκῃ ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἔμενον εἰμὴ οἱ ἔχοντες 20 ἡμέρας εἰς τὸν στρατόν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῆς πείρας· ἀλλ’ ἐπίσης ὠφελούμενοι ἐκ τῆς πείρας καὶ νομοθετοῦντες νὰ ὠφεληθῶμεν καὶ ἐξ ἀντιθέτου, τουτέστι νὰ δίδωμεν ὅ,τι ζητεῖται, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοιούτους περιωρισμοὺς, ὥστε νὰ μὴ γίνεται κατάχρησις. Θεωρῶ λοιπὸν καλὸν, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ νὰ παρατείνεται τρεῖς μῆνας ἐπὶ πλέον ἡ διαμονὴ ἐν τῷ στρατῷ τῶν ὁπλιτῶν, ὅταν ἐγκρίνῃ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶναι καλὸν, ἀλλ’ ὄχι καὶ πλέον τῶν 3 μηνῶν· διότι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς ὁποίας νὰ κάμῃ ὅ,τι ἐγκρίνει περιπλέον. Λοιπὸν ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ ὁρισθῇ ἡ παράτασις, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς «νὰ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.» Ἐὰν εἰς 3 μόνον μῆνας δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν κατάστασιν τῶν κληρωτῶν, τὸ ἄρθρον τότε δύναται νὰ καταστῇ εὔχρηστον καὶ ὠφέλιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ὁμιλίαν του τὴν προχθεσινὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου, ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν κ. Μαυρομιχάλην, ἐκτὸς τοῦ προκειμένου ζητήματος, περιέλαβε πλεῖστα ἄλλα ζητήματα. Τοιαῦτα ζητήματα κυρίως εἶναι ἡ ὕψωσις τοῦ ὑπάρχοντος στρατοῦ μας εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι πολὺ κατώτερον, ἡ ὕψωσις τὰς μονοετοῦς θητείας εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δύναται νὰ φθάσῃ, καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ σπεύσω νὰ τελειώσω, διὰ τοῦτο εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου, ὅταν μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, θὰ φέρω τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ θὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς χρᾶται τῆς μονοετοῦς θητείας, πρέπει νὰ ἀπελπισθῇ ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ συντάξῃ στρατὸν χρήσιμον πρὸς τὸν προορισμόν του, καὶ δυνάμενον νὰ φέρῃ ἂν ὄχι δάφνας τοὐλάχιστον νὰ τιμήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐξέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ μελετήσῃ αὐτὰς ἐπισταμένως, ὥστε κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἐκείνας τὰς τροποποιήσεις, αἵτινες εἶναι δυναταί. Περαίνων δὲ τὴν ἀγόρευσίν μου, καὶ ἀπαλλάσσων ἡμᾶς ἀπὸ τῆς περαιτέρω ἐνοχλήσεως, προτείνω, ἐν μέρει συμμεριζόμενος τὰς ἰδέας τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Μαυρομιχάλη, ὅπως ἡ Βουλὴ παραπέμψῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐνώπιον ἐπιτροπῆς· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ διὰ τὴν παραπομπὴν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ μὴ ᾖναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἀμφοτέρων τῶν ἀποχρώσεων ἐκ 5 ἢ 10 τοιούτων, συγχρόνως περιλαμβάνουσα καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐκ τῶν πολιτῶν βουλευτῶν, οἵτινες ἐχρησίμευσαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καὶ διέπρεψαν ὡς τοιοῦτοι, ὁποῖοι οἱ κύριοι Ζηνόπουλος, Παπαηλιόπουλος, ἢ ἐγκρατεῖς τοῦ Στρατιωτ. Ποιν. Νόμου δικηγόροι, ὡς οἱ κ. Ποταμιάνος.... διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, νομίζω, ὅτι θὰ γείνῃ νόμος, ὅστις δὲν θὰ ἀνήκῃ εἰς τὰ κόμματα, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔθνος· ἐνῷ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ Νομοσχέδιον ὅπως ἔχει ἤδη, θὰ ἀνήκῃ εἰς κόμμα, ἑπομένως εἰς ἑτέραν πρώτην περίστασιν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν γεννήτορά του.
§20Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν ὑπὸ συζήτησιν στρατιωτικῶν νόμων κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι ἀρκετὰ σπουδαίας ἐπικρίσεις ἔφερον οἱ δύω προαγορεύσαντες κ. κ. Μαυρομιχάλης καὶ Στράτος, ἀμφότεροι εὐπαίδευτοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοί. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ ἐπὶ τοῦ σημείου, ὅπερ θίγει τὰς ἀποχρώσεις ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται νὰ φέρουν νέα, ὕστερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν, ἐπίπονα βάρη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐπὶ Ὄθωνος ἀκόμη, ὅτε (ἐκτὸς τῶν πρώτων ὀλίγων ἐτῶν τοῦ συνταγματισμοῦ) οἱ μὲν βουλευταὶ ὁριζόμενοι ἀπὸ τὸν Βασιλέα οὐδὲν εἶχον νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς ἐκλογῆς των, διότι τοῦτο ἀνῆκεν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν μέριμναν, ἑπομένως ὤφειλον νὰ ὦσι πρόθυμοι εἰς τὴν Βασιλικὴν θέλησιν, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ μὲ τὸν διορισμὸν ἐλάμβανον ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς παμψηφίας τῶν Βουλῶν, καὶ ἐπὶ αὐτῆς, λέγω, τῆς ἐποχῆς δὲν ἐτόλμησαν Ὑπουργοὶ νὰ ἐπιβάλωσι βάρη εἰς τὴν κοινωνίαν, ὁποῖα τολμῶμεν ἡμεῖς νὰ ψηφίζωμεν καθ’ ἑκάστην, οὔτε αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἐτόλμησε νὰ ὑπογράψῃ τοιαῦτα. Οὐδέποτε Ὑπουργὸς ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ διὰ νόμου δικαίωμα νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν πολίτην νὰ ἦναι στρατιώτης. Αὐτὸ λέγουν οἱ ὑπὸ συζήτησιν Νόμοι· δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποχρεοῖ τὸν πολίτην, ἀφοῦ ὑπηρετεῖ ἓν ἢ δύω ἔτη ὡς στρατεύσιμος, νὰ ὑπηρετήσῃ ἀκόμη ἓν ἔτος ὡς παραβὰς τὸν νόμον, καὶ συνάμα ὁσάκις καταβῇ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπὶ δέκα ἔτη νὰ φέρῃ τὸν πολίτην εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τρεῖς καὶ ἐνίοτε ἓξ μῆνας κατ’ ἔτος.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δυνάμει Βασ. Διατάγματος.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αἱ μᾶλλον Ἀβδηριτικαὶ φράσεις ἐν τοῖς νομοθετήμασί μας εἶναι αἱ «ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου», «διὰ Βασ. Διατάγματος»· διότι αὗται οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν ἔχουσι παρὰ τὸ «ἀποφάσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ», διότι τούτου ἡ θέλησις εἶναι καὶ ἐκείνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ κ. Τρικούπη, παρ’ ᾧ καὶ οἱ πρὶν καὶ οἱ νῦν Ὑπουργοὶ οὐδεμίαν ἔχουσι φωνὴν, ἔχουν μάλιστα τοιαύτην ταπεινὴν θέσιν ἀπέναντί του, ὁποίαν δὲν εἶχον οἱ Ὑπουργοὶ ἀπέναντι τοῦ Ὄθωνος, ὅστις διώριζεν αὐτοὺς κατ’ ἰδίαν θέλησιν καὶ οὐχὶ ἐκείνης τῶν βουλευτικῶν σωμάτων, καὶ ἀναφέρω ἀνέκδοτον, ὅπερ μαρτυρεῖ ὅτι δὲν λέγω ὑπερβολάς. Μετὰ τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν ἐδέχθη νὰ μείνῃ τὸ ἴδιον Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ Ἐθνοφυλακῆς ὡς ἐκεῖνος τοῦ Βελγίου· ἀλλ’ ὁ Ὄθων ἀπήτει νὰ διορίζῃ ὁ Βασιλεὺς τοὺς ἀξιωματικούς. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐπρότειναν, ἵνα μέχρι τοῦ λοχαγοῦ τοὺς ἐκλέγωσιν οἱ ἐθνοφύλακες, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὄθων ἐπέμενεν εἰς τὴν ἰδέαν του, λέγων, ὅτι ἀξιωματικοὶ ὑπὸ τῶν ἐθνοφυλάκων ἐκλεγόμενοι θὰ ἦναι ἀρχοντόπουλα καὶ καταστηματάρχαι, ἑπομένως ἐντελῶς ἀνίκανοι νὰ μορφώσωσι στρατιώτας διὰ πόλεμον, (καθόσον ὁ Ὄθων προπαρεσκεύαζε τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ διὰ τὴν μεγάλην τοῦ Ἔθνους ἰδέαν), ὁ Βότσαρης τῷ εἶπεν, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως. Τότε ὁ Ὄθων εἶπεν, ὅτι τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπώλεσε πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ἔθνος· ὁ παρακαθήμενος ἕτερος Ὑπουργὸς Κουντουριώτης «μάλιστα, τῷ εἶπεν, ἐχάσατε τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαόν·» καὶ εἰς τοῦτο συνεφώνησε καὶ ἡ παρευρεθεῖσα Βασίλισσα, καὶ ὁ Ὄθων παρεδέχθη τὴν περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀξιωματικῶν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου. Βλέπετε λοιπὸν πῶς ὡμίλουν ἐπὶ Ὄθωνος οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς τὸν Βασιλέα. Σᾶς ὁρκίζω, Ὑπουργοί, εἰπέτε, ἐὰν ἐτολμήσατε σεῖς νὰ ὁμιλήσητέ ποτὲ οὕτως εἰς τὸν Πρωθυπουργόν; Καὶ ὕστερα γράφομεν εἰς τοὺς νόμους «ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ Βασ. Διατάγματος.» Κύριοι, ὅτι ἐπὶ Ὄθωνος δὲν ἐτόλμων οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἐπιβάλωσι βάρη εἰς τὸν λαὸν, ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν ἐπικαλούμενος εἰς τοῦτο καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κατὰ τὸ 1861 συναδέλφου μου βουλευτοῦ κ. Μεσσηνέζη. Τὸ 1861 ὁ Βότσαρης ἤθελε νὰ συμπληρώσῃ τὴν χωροφυλακήν, ἥτις ἠραιώθη, διότι οἱ χωροφύλακες δὲν ἐλάμβανον τόσον μισθὸν ὅσον τώρα, μία σφάτζικα ἦτον ὁ ἡμερήσιος μισθός των. Τότε τὸ Ἔθνος ἐχορήγει διὰ τῆς στρατολογίας 2‰, ὅ ἐστὶ περὶ τὰς 2000 στρατευσίμους κατ’ ἔτος, καὶ ὁ Βότσαρης ἐζήτησε 2800. Ἐν τῇ Βουλῇ ἠρωτήθη διατί ζητεῖ περισσοτέρους 800; διὰ νὰ συμπληρώσω, εἶπεν, ἀπὸ τοὺς ἀπογυμναζομένους τὴν χωροφυλακήν. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἐπὶ δύω ἡμέρας καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἀρκεσθῇ εἰς μόνους 400· καὶ τώρα ψηφίζομεν νόμον, δι’ οὗ ἐπιτρέπομεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ συγκαλῇ ἐπιστρατείαν, ὁσάκις ἔχει συμφέρον ἢ διάθεσιν. Κύριοι, ἂς ἐνθυμηθῶμεν τὸ πρόσφατον ἀτύχημα τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880, ὅτε ἐβασανίσαμεν 70,000, τὸ ἄνθος τῆς κοινωνίας, καὶ τὸ ἐδεκατίσαμεν μάλιστα, διότι ἀπέθανον ὑπὲρ τὰς 7,000, καὶ τοῦτο διὰ πολιτικὴν οἰκονομίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη καὶ ὄχι τοῦ Ἔθνους, καὶ μολονότι ὑπῆρχε τότε εἰς τὸν νόμον ὁ χαλινὸς νὰ συγκαλῆται μὲ τὴν ἐπιστρατείαν ἐντὸς 15 ἡμερῶν καὶ ἡ Βουλή. Διατί ἔκαμε τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης; διότι προεῖδεν, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν κατὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἑπομένως θὰ πέσῃ, ἐνόμισε νὰ προλάβῃ τοῦτο περιπλέκων τὸ Ἔθνος εἰς μίαν ἄλλην ἀνωμαλίαν· συγκαλεῖ λοιπὸν ἐπιστρατείαν, ἥτις ἐδεκάτισεν 70,000 νέους καὶ ἔβλαψε τὰ μέγιστα τὸ ἐθνικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος· διότι αὐτὸς ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας εἶπε μετ’ ὀργῆς εἰς τὸν ἐπιστρέφοντα τότε ἐκ Δανίας Βασιλέα μας «ἡ Εὐρώπη διὰ τὴν ἡσυχίαν τῆς Ἀνατολῆς ἠθέλησε νὰ σᾶς παραχωρήσῃ μέρη τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ σεῖς ἐνομίσατε, ὅτι αὕτη ἀνέλαβεν ὡς ἰδικήν της τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἑτοιμάζετε στρατὸν διὰ νὰ ματαιώσητε τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει εἰρήνην»· καὶ οὕτω διὰ τῆς ἐπιστρατείας, ἥτις καταστᾶσα δυστυχῶς τότε δημοτική, διετηρήθη καὶ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ἐζημιώθημεν τὰ μέγιστα ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Ὕστερον ἀπὸ αὐτὸ τὸ προηγούμενον εἶναι φρόνιμον καὶ συμφέρον εἰς τὸ Ἔθνος νὰ μὴ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν εἶναι ἀνάγκη ἢ μὴ νὰ γείνῃ ἐπιστρατεία; Καὶ τοιοῦτο δικαίωμα συγκλήσεως τῆς ἐπιστρατείας ἐξ ἀπολύτου θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ὄχι εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἕτερον Ὑπουργόν· διότι ἕκαστος τούτων, ἀφοῦ κάμῃ τὸν λογαριασμόν του ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὴν πολιτικήν του ὑποστήριξιν νὰ συγκαλέσῃ ἢ μὴ τὴν ἐπιστρατείαν, ἀποφασίζει χωρὶς νὰ λάβῃ καθόλου ὑπ’ ὄψιν ἐὰν θὰ ὑποφέρῃ ὁ λαός. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ οἱ νέοι μέχρι τοῦ 30 ἐτῶν πρέπει νὰ γυμνάζωνται κατ’ ἔτος, ἀλλὰ τοῦτο νὰ γίνεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου Νομοῦ, ἀφοῦ ἔχομεν ἀριθμὸν ταγμάτων διπλάσιον τῶν Νομῶν καὶ τὴν εὐκολίαν νὰ ἑδρεύῃ τάγμα εἰς ἕκαστον Νομὸν πρὸς ἐξάσκησιν τῶν ὑποχρέων. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν εἰς ἑκάστην πρωτεύουσαν Νομοῦ ἓν τάγμα, μοὶ φαίνεται, ὅτι δυνάμεθα νὰ γυμνάζωμεν τοὺς ἐπιστράτους ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας, καθ’ ἃς θὰ γείνωσι 30 ἢ 25 γυμνάσια, τὰ ὁποῖα θὰ συντελῶσιν εἰς τὸ ν’ ἀνακαλῶσιν ὅ,τι ἔμαθον οἱ προϋπηρετήσαντες· νὰ προσέξωμεν δὲ πολὺ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν ἵνα οἱ προϋπηρετήσαντες ἀναλάβωσι τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, διότι ἅμα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ καταντήσωσι νὰ ἐκτελῶσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ὄχι πλέον δύω καὶ τρεῖς, ἀλλ’ ἕξ μῆνας κατ’ ἔτος. Θὰ ἰδῆτε, κύριοι, μετὰ ἕν ἢ δύω ἔτη, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἔφεδροι καὶ ἐπίστρατοι θὰ κρατηθῶσιν ἄνευ ἀνάγκης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε διετάχθη ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐκτάκτων ἐφέδρων κατὰ τὸ 1878, τοὺς ἐκράτησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἕξ μῆνας περισσότερον, διότι τῷ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ κάμῃ στρατόπεδον, καὶ ὑπέστησαν οἱ ἔφεδροι ἐκεῖνοι ἀγγαρίαν ἕξ μῆνας περισσότερον, καὶ τὸ χείριστον, ἐχάθη καὶ τὸ ⅓ τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων ἀπὸ τὰς ἀσθενείας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν συνείθισαν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ σκέπτωνται, ὅτι θὰ δώσωσι λόγον διὰ τὰς παρεκτροπάς των, διὰ τοῦτο εἶναι τολμηροὶ εἰς τὸ νὰ ὑπερπηδῶσι μετ’ ἄκρας ἀταραξίας τοὺς νόμους, ὀσάκις ἡ παρανομία συντρέχει εἰς τὸ πολιτικὸν καὶ ἰδιωτικὸν ἀκόμη συμφέρον ἑαυτῶν ἢ καὶ τῶν συγγενῶν καὶ φίλων των. Κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Στράτον, ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ ὦσιν ἀνάλογοι τῶν ἠθῶν καὶ τῶν μέσων ἑνὸς λαοῦ. Παρετηρήθη ὅμως εἰς τὸν κ. Τρικούπην τάσις νὰ ἐπιβάλλῃ μεγάλας ποινάς, διὰ τὰς παραμικρὰς παραβάσεις, εἰς τοὺς δυστυχεῖς πολίτας· δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ εἰς ἄλλα Ἔθνη αὐτὴ ἡ πρὸς τὸ τιμωρεῖν τὸν φορολογούμενον λαὸν διάθεσις. Διὰ νόμου καθιερώσαμεν, ὥστε ὁ μὴ πληρώνων τὸν φόρον του ἐντὸς μηνὸς, νὰ πληρώνῃ πρόστιμον 20%, ὁ μὴ προσερχόμενος εἰς τὸν στρατὸν τὴν ὡρισμένην ἡμέραν τιμωρεῖται μὲ αὔξησιν τῆς ὑποχρεώσεώς του 50%· ἂν βραδύνῃ τρεῖς μῆνας, 100%· τοῦτο μαρτυρεῖ ὅτι νομοθετοῦμεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλαχίστην στοργὴν διὰ τοὺς συμπολίτας μας, τοὺς ἀδελφούς μας καὶ τά τέκνα μας. Ὁ Ἕλλην δὲν εἶναι δύστροπος, φθάνει μόνον νὰ προσέχωσι νὰ ἐπιβάλλωσιν ὀρθοτέρας καὶ δικαιοτέρας φορολογίας, καὶ τότε ἂς ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι οὐδέποτε θὰ ὑπάρχωσι καθυστερήσεις, καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὴν φορολογίαν τοῦ ἐλαίου, ἡ ὁποία, μὴ οὖσα καταθλιπτικὴ, δὲν ἀφίνει ἢ ἐλάχιστα καθυστερούμενα.
§23Φ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ἐπιστρατείας ὁμιλεῖς;
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἡ ἐπιστρατεία, κ. συνάδελφε, δὲν εἶναι φόρος; Ἀπεδείχθη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁσάκις νομίζει, ὅτι δὲν ἀδικεῖται, εἶναι προθυμότατος εἰς πᾶσαν θυσίαν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι διὰ νὰ συγκεντρώσωσι καὶ ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Μοίραρχος 80 στρατευσίμους ἀπὸ ἕνα νομὸν, ὑπέφεραν ἄλλοτε τὰ πάνδεινα, ἐνῷ τῷ 1880 μὲ μεγάλην εὐκολίαν συνεκέντρωσαν 1,000, 1,500, καὶ 2,000. Εἰς τίνα χρεωστεῖται ἡ εὐκολία αὕτη; ὁ Νόμος δὲν ὥριζε τότε ποινὰς διὰ τὸν λιπόστρατον. Προσῆλθον οἱ ἐπίστρατοι, διότι ἡ ὑποχρέωσις ἦτο κοινὴ εἰς πάντας ἀνεξαιρέτως. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τί ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν ποινῶν; θέλομεν νὰ διδάξωμεν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ νὰ σέβωνται αὐστηρῶς τοὺς νόμους, ἐνῷ τοιαύτην αὐστηρότητα δὲν δεικνύομεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐλάβομεν καλλιτέραν ἀνατροφὴν καὶ ὑποδεικνυόμεθα ὡς οἱ καλλίτεροι ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μας; Ἐκτελεῖτε σεῖς, κ. Τρικούπη, αὐστηρῶς τὰ ὑπουργικά σας καθήκοντα; Ἐκτελοῦμεν καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς μετὰ προσοχῆς τὰ βουλευτικά μας καθήκοντα; Τίς εὑρίσκεται ἐγκαίρως εἰς τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ἢ προσέρχεται τακτικὰ εἰς τὰς συνεδριάσεις της; Διατί δὲν ἐπιβάλλομεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων εἰς ἑαυτοὺς ἐξίσου ὅπως καὶ εἰς τὸν λαόν, ἀφοῦ ἔχομεν καὶ τὰ μέσα εὐχερέστερα πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας;
§25Α. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὅλοι εἰς τὴν στράτευσιν πληρώνουσιν ἐξ ἴσου.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ὁ εὐκατάστατος καὶ ἀνεπτυγμένος ἀναγινώσκει ἐφημερίδας, ἐν αἷς εἶναι δημοσιευμέναι αἱ προσκλήσεις τῶν στρατευσίμων, ἀφοῦ μάλιστα αὗται καταχωροῦνται τώρα εἰς μόνην τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἣν οἱ ὑπάλληλοι καὶ τὰ δημόσια γραφεῖα λαμβάνουν. Ὁ ἐν ἀνεπτυγμένῃ κοινωνικῇ τάξει εὑρισκόμενος ἔχει ἀνεπτυγμένα πρόσωπα νὰ τῷ ὑπενθυμίσωσι τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων του· ὁ ποιμὴν ὅμως, ὁ γεωργὸς, ὁ βιομήχανος, ἔχει τὰ μέσα ταῦτα; καὶ ἐν τούτοις τοῦτον τιμωροῦμεν αὐστηρότερον διὰ τὴν παράβασιν τῶν καθηκόντων του· καὶ διὰ τοῦτο πάντες οἱ ὑπηρετοῦντες μὲ πρόσθετον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, ἀναβαίνοντες εἰς 4,000, ἀνήκουσιν εἰς τὰς μικρὰς τάξεις. Ὁ Νόμος παρέλειψε νὰ διευκρινίσῃ εἰς ποῖον μέρος θὰ γυμνάζωνται οἱ ἔφεδροι.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ πυροβολικοῦ, μηχανικοῦ καὶ ἱππικοῦ εἰς τὰ ὁμοειδῆ τάγματα, οἱ τοῦ πεζικοῦ εἰς τὸ πεζικόν.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅ ἐστιν, ἀφοῦ οἱ πρῶτοι ὑπηρέτησαν δύω ἔτη, ὑποχρεοῦνται νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τὴν Μάνην εἰς τὸν Τύρναβον διὰ νὰ γυμνασθῶσι τρεῖς μῆνας, οἱ δὲ τοῦ πεζικοῦ, ἀφοῦ μείνει εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπὸ τὴν Λακεδαίμονα εἰς Λάρισαν, ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τὰς αἰωνίους ἀνωμαλίας καὶ ἀτάκτους μεταθέσεις τῶν ταγμάτων!
§29ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Τρελλοὶ εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος;
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ φέρω παράδειγμα, δι’ οὗ θ’ ἀποδείξω ὅτι ὄχι σπανίως παρουσιάζονται ὅτι εἶναι τρελλοὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ 1877, ὅτε ἐγένετο ἡ πρώτη γενικὴ ἐν Ἑλλάδι στρατολογία διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν ἐφέδρων, καὶ ὅτε ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦναι πολὺ προσεκτικὴ εἰς τὴν ἠπίαν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου, μεχρισοῦ συνειθίσῃ ὁ λαὸς εἰς τοιαῦτα πρώτην φορὰν ἐπιβαλλόμενα αὐτῷ βάρη, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν Ζιμπρακάκης διατάττει ἄνευ ἀνάγκης νὰ μεταφέρωσι τοὺς 400 περίπου ἐν Καλάμαις συγκεντρωθέντας ἐφέδρους εἰς Πάτρας, καὶ ἀφοῦ ἔφθασε τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ τοὺς μεταφέρῃ ἀτμόπλοιον, ὁ Ὑπουργὸς τηλεγραφεῖ νὰ μεταβῶσιν ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ πεζοί. Ἡ ἐν μέσῳ βροχῶν καὶ ψύχους κακουχία κατέστησεν ἐλεεινοὺς τοὺς νεοσυλλέκτους, ὥστε ἐκ τῶν 380 ἀφιχθέντων εἰς Πάτρας, εἰσῆλθον τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεώς των 138 εἰς τὸ νοσοκομεῖον, τούτων οἱ 84 ἀπεβίωσαν ἐκεῖ ἐκ φθίσεως, πολλοὶ δὲ καταστάντες ἐμπαθεῖς, ἢ ἀπεβίωσαν ἐπανελθόντες εἰς τὰς ἑστίας των, ἢ κατέστησαν ἄχρηστοι. Ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς τοιαύτης μωρᾶς διαταγῆς, ἀλλὰ διετάττετο ν’ ἀναχωρήσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἀποστέλλων τὰ σκεύη διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου· εἶχε δὲ κανονίσει ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος τὸν στρατὸν εἰς τάγματα, συντάγματα, ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας· αἱ ἕδραι δὲ τούτων εἶχον ὁρισθῆ τόσον ἀνοήτως, ὥστε τοῦ ἐν Καλάμαις τάγματος ὁ συνταγματάρχης ἥδρευεν εἰς Πάτρας, ὁ ταξιάρχης του εἰς Ναύπλιον, καὶ ὁ Μεράρχης εἰς Ἀγρίνιον, ὅλαι δὲ αἱ αἰτήσεις τῶν Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν ἔπρεπε νὰ γίνωνται ἐγγράφως καὶ ἱεραρχικῶς, ἑπομένως ἂν ὁ ῥηθεὶς διοικητὴς τοῦ ἐν Καλάμαις τάγματος ἤθελεν ὑποβάλει αἴτησιν περὶ ἀνακλήσεως τῆς εἰς Πάτρας πεζοδρομίας διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, ὤφειλε νὰ περιμείνῃ ἀπάντησιν μετὰ τεσσαράκοντα τοὐλάχιστον ἡμέρας. Βλέπετε, κ. Σολιώτη, ὁποῖαι τρελλαὶ σκέψεις τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος ἐφαρμόζονται εἰς τοὺς πολίτας, καὶ ἐν τούτοις δίδετε γνώμην ν’ ἀφήσωμεν τοὺς Ὑπουργοὺς ἄνευ χαλινοῦ. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήσῃ! Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι αὐτοὶ οἱ νόμοι δι’ οὐδὲν ἄλλο ψηφίζονται ἢ διὰ νὰ αὐξήσωσι τὴν θητείαν, τὴν ὁποίαν, ἐλαττώσας ὁ κ. Τρικούπης εἰς ἕν ἔτος ἐν τῇ ἰσχυρογνωμοσύνῃ του, δὲν θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς διετῆ, ἀλλὰ θέλει νὰ τὴν ἀναπληρώσῃ κρυφίως διὰ τῆς τριμήνου ἢ ἑξαμήνου ἐπιστρατείας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε ἔντιμον, οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον, διότι ὑποχρεοῦνται εἰς πρόσθετον τῆς ἐπιστρατείας ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες δύω καὶ πλέον ἔτη, καὶ τὸ βάσανον τοῦτο θὰ ἔχωσι, μέχρις οὗ γείνωσι τριακονταετεῖς. Μοὶ φαίνεται, κύριοι συνάδελφοι ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, ὅτι θὰ ἠκούσατε ἅπαντες παράπονα πικρὰ διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας μὲ πρόσθετον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ· συλλογισθῆτε, ὁποῖα παράπονα θ’ ἀκούσητε μεθαύριον, ὅταν τοιαύτη πρόσθετος ὑπηρεσία ὁρισθῇ εἰς ὁλοκλήρους ἡλικίας, καὶ νὰ κρατῶνται διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τρεῖς καὶ ἕξ μῆνας. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι οὐδέποτε εἴχομεν τόσον θάῤῥος νὰ ἐπιβάλλωμεν βάρη εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, ὅσον εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καὶ οὐδόλως λογαριάζομεν τὰ παράπονα τοῦ λαοῦ, διότι δὲν μᾶς τὰ διεδήλωσεν, ὅταν τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἤμεθα εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Πρέπει ὅμως νὰ συλλογισθῶμεν ὅτι, ὅταν ὁ λαὸς ἀνορθώσῃ τὸ βλέμμα του, θὰ ἦναι τρομερὸν, καὶ πρέπει νὰ φυλαττώμεθα ἀπὸ τοιαύτας δοκιμάς. Ὅλοι συναισθάνεσθε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, διότι ὅλοι ἔχετε συμπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐβασανίσθησαν καὶ θὰ βασανισθῶσι διὰ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί σᾶς φοβίζει· φοβεῖσθε καὶ σεῖς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν; τόσῳ τὸ καλλίτερον, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάμῃ τὰ τέσσαρα ἔτη τῆς βουλευτικῆς σας ὑπηρεσίας εἰς ἕξ ἢ ὀκτώ. Ἐκτὸς ἐὰν φοβῆσθε, μήπως ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία σας θὰ ἦναι ἀγγαρεία στρατιωτική. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε ν’ ἀποστείλῃ ὅλα αὐτὰ τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα πρὸ μηνὸς συνεδρίαζον, ἵνα ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, διότι ὁ προορισμὸς τῶν σωματείων αὐτῶν δὲν εἶναι μόνη ἡ ἐκλογὴ ἐνόρκων. Εἰς ἄλλα Κράτη εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἀπαραίτητος ἡ γνώμη τῶν τοπικῶν συμβουλίων, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὸν λαόν.
§31Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Ἐκεῖνος δὲν λογαριάζει ἡμᾶς καὶ θὰ λογαριάσῃ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια;
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς ἔλθωσιν ἐδῶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ θὰ ἴδωμεν τοὺς Ὑπουργικοὺς βουλευτὰς τὶ θὰ κάμωσι· διότι οὗτοι, μεταβαίνοντες μετ’ ὀλίγον εἰς τὰς Ἐπαρχίας, θὰ λέγωσιν εἰς τὸν λαὸν παραπονούμενον «τὰ εἴπαμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἤκουσαν· διότι μᾶς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτὰ γίνονται διὰ τὴν δόξαν καὶ εὐδαιμονίαν τοῦ λαοῦ»· οὗτος τότε θὰ τοῖς ἀπαντήσῃ, «ἀφοῦ δὲν ἠκούσατε τὰ ἰδικά μου συμβούλια, δὲν σᾶς ἀκούω καὶ ἐγὼ καὶ ἂς σᾶς ἐκλέξῃ βουλευτὰς ὁ Πρωθυπουργὸς, ὃν ἠκούσατε». Εἰς Γαλλίαν καὶ ἄλλα μέρη ἐρωτῶνται διὰ τὰ βάρη τοῦ λαοῦ καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ πρέπει νὰ ἐρωτηθῶσι καὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἔχομεν τοιοῦτον προηγούμενον. Τὸ 1847 ὁ Κωλέτης, διαλύσας τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ φορολογικὸν νόμον, καὶ ὑπάρχοντος τότε τοῦ τῆς ἀμέσου εἰσπράξεως συστήματος, ἤθελον μείνει ἀφορολόγητα τὰ ποίμνια καὶ οἱ δημητριακοὶ πρώϊμοι καρποὶ, οἵτινες ἦσαν τότε τὸ σπουδαιότερον εἰσόδημα τοῦ Κράτους, διότι καὶ ἡ γῆ δὲν εἶχεν ἐμφυτευθῆ, καὶ ἦτο συνάμα ἀδιάθετος Ἐθνικὴ πληρώνουσα φόρον καὶ ἐπικαρπίαν 25%. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῶν ἐπιστατῶν του ἐφρόντισε νὰ βεβαιώσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἑκάστου φορολογουμένου, δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ τὸν εἰσπράξῃ, καθόσον τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεπεν εἴσπραξιν φόρων ἄνευ νόμου· νὰ περιμείνῃ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τότε διὰ νόμου νὰ εἰσπράξῃ ὅ,τι ἐβεβαίωσεν; ἤθελον οἱ καρποὶ καταναλωθῆ, καὶ νὰ ζητῇ χρήματα ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἐπαχθὲς δι’ αὐτοὺς, καὶ τὰ καθυστερήματα θὰ ἦναι μεγάλα· προὐκάλεσε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ τὰ ἠρώτησεν ἂν ἦναι συμφερώτερον διὰ τοὺς φορολογουμένους νὰ μεταφέρωσι τοὺς καρποὺς τῶν φόρων εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας ὡς παρακαταθήκην μέχρις οὗ ἀποφασίσει ἡ Βουλή, καὶ ἂν δὲν ψηφίσῃ τόσην φορολογίαν ὅση εἶναι ἡ ποσότης, ἣν παρακαταθέτουσι, νὰ ἐπιστρέφηται εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἀνατεθειμένης τῆς εὐθύνης διὰ τὴν ἀσφαλῆ φύλαξιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶχε τὰς ἀποθήκας. Τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, χωρὶς νὰ ἀντείπῃ οὔτε ἕν, παρεδέχθησαν τὸ μέτρον τοῦτο ὡς συμφερώτατον διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν φορολογουμένων, καὶ διὰ τοῦτο ἐξετελέσθη ἀμέσως ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιῤῥήσεως. Ὕστερον ἀφ’ ὅσα εἶπον, κύριοι, προτείνω, ὅπως οἱ ὑπὸ συζήτησιν στρατολογικοὶ νόμοι μὴ ψηφισθῶσιν, ἐὰν προηγουμένως δὲν ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν μελέτην καὶ γνωμοδότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, συγκαλουμένων πρὸς τοῦτο ἐκτάκτως.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὔριον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κηρύξω περατωθεῖσαν τὴν συζήτησιν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ θὰ προκαλέσω τὴν Βουλὴν εἰς ψηφοφορίαν.
§36Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, διαφέρει τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ὀλίγην ἐφιστῶσα ἐπ’ αὐτὰ προσοχήν. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν τελειώσῃ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν σήμερον τὸ νομοσχέδιον· διότι ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς ἡ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν συζήτησις, ἵνα μετάσχωμεν αὐτῆς καὶ ἐκφέρωμεν τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν· ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἐνδιαφέρον νὰ παρακωλύσωμεν τὸ Σῶμα νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως βλέπομεν ἐπιθυμεῖ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ πλειονοψηφία. Κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματα δημοσίας τάξεως, καὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἰδίως ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐφιστᾷ τὴν προσοχήν του, ἵνα ἀπαλλάσσῃ τοὺς βουλευτὰς τῆς ἀνάγκης νὰ ὑπομιμνήσκωσι πρὸς τὸ Προεδρεῖον τὸ καθῆκον τοῦτο. Ζήτημα δημοσίας τάξεως εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅπως ἀποφασίζῃ· ἡ δὲ λῆξις συζητήσεως εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ ἀναγκαίου ἀριθμοῦ πρὸς ἀπόφασιν. Δὲν ἤθελον βεβαίως κάμει τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐὰν συνεδριάζομεν κρύφα, ἄνευ θεωρείων, χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι παρόντες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μᾶς ἀκούσωσι καὶ μᾶς βλέπωσι πόσοι ἐσμὲν οἱ συζητοῦντες καὶ ψηφίζοντες.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας δὲν ἐγένετο.
§38Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας χρεωστεῖ τὸ Προεδρεῖον νὰ κάμῃ καὶ νὰ μὴ ὑποχρεοῖ ἐμὲ νὰ κάμω.
§39ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν βλέπει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ;
§40ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ὑμεῖς νομίζητε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, προχωρήσατε.
§41Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μὴ φεύγετε, παραμείνατε νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
§42Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ Προεδρεῖον, καίτοι ἔχον ὀφθαλμοὺς, δὲν τὸ βλέπει.
§43ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς ἔφερε τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§45ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§46Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἔφερεν ἔνστασιν, ἁπλῶς μόνον παρατήρησιν ἔκαμε πρὸς τὸ Προεδρεῖον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι ἀπαρτία, μὴ μᾶς τυραννεῖτε, κ. Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς κατάλογος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 97. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 Μ. Μ.)