Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Θ · Session Γ› Sitting 43

1884.02.06

2,163 rows · 15,331 words · 1 table · 77 turns

Date
1884.02.06
Presidency
Π. ΚΑΛΛΙΓΑ
Period
Θ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1884)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43

τῆς 6 Φεβρουαρίου 1884.

(Δευτέρα)

(Ὥρᾳ 4 Μ. Μ.)

(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).

§1Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, διότι εἶναι λίαν πρόσφατος, τὴν ἀπόφασιν ἣν ἔλαβεν, ὅπως κανονίσῃ τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων· γνωρίζει καὶ τὰ προκαλέσαντα αὐτὴν αἴτια, γνωρίζει ἑπομένως καὶ τὴν σπουδαίαν ἀνάγκην, ἥτις τὴν ὑπηγόρευσεν· ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὅτι, ἂν τὴν τετάρτην ὥραν δὲν ὑπάρχῃ ὁ πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, ἡ συνεδρίασις λύεται, καὶ δημοσιεύονται τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων καὶ ἀπόντων βουλευτῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς 4 ἄλλας ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν. Κοινὴ λογικὴ ὑπαγορεύει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, σεβόμενον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὤφειλεν ἐγκαίρως νὰ ἀρχίζῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι εἰς θέσιν τὴν τετάρτην ὥραν ἀκριβῶς νὰ ἀναγγέλλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν δηλαδὴ ὑπάρχῃ ἢ οὔ ὁ πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀριθμός. Ὁ λόγος τοῦ ὅτι ἐνδέχεται οἱ βουλευταὶ ἐρχόμενοι νὰ ἀναχωρήσωσι δὲν εἶναι σπουδαῖος· διότι, ἂν βουλευτὴς παρουσιασθῇ καὶ ἐγγραφῇ ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς παρὼν, διὰ ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ παρουσία του πρέπει νὰ γίνῃ ἔνστασις ἀπαρτίας, καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁ πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀριθμός· ἐνόσῳ δὲ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἔνστασις, ὁ βουλευτὴς οὗτος εἶναι παρών. Ἀτυχῶς, κύριοι, ὡς οἱ Κανονισμοὶ τῶν βουλῶν μας παραβιάζονται τὴν ἐπιοῦσαν ἀπὸ τὰ προεδρεῖα, ὡς καὶ οἱ νόμοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιψηφίσεώς των παραβιάζονται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ οὕτω πως δίδεται τὸ παράδειγμα διὰ νὰ παραβιάζωνται καὶ ὑπὸ τῶν λοιπῶν πολιτῶν. Ἰδοὺ ἡ ἀτυχία τῆς πατρίδος. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁμιλῶ πικρῶς πρὸς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν ἐν οὐ παικτοῖς. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι σοβαρά· ὅταν λαμβάνωμεν μίαν ἀπόφασιν, ὀφείλομεν νὰ τὴν ἐκτελῶμεν. Ῥητῶς καὶ ὡρισμένως ἀπεφασίσαμεν ὅτι, ἂν τὴν τετάρτην ὥραν δὲν ὑπάρχῃ ὁ πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύεται, οἱ δὲ ἐγγραφέντες βουλευταὶ, ἀναχωροῦντες, δὲν δύνανται νὰ γραφῶσι μεταξὺ τῶν ἀπόντων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἐδείχθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐναντίος τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεώς μου, μὴ ἐπιτυχὼν τοῦτο, θέλει ἤδη νὰ εἰσαγάγῃ νέον σύστημα, νὰ ἀρχίζῃ δηλαδὴ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου τὴν τετάρτην ὥραν, τὸ δὲ τέλος τῆς ἀναγνώσεως μένει εἰς τὴν διάκρισιν αὐτῶν. Ἀλλὰ τότε τί γίνεται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Ἄν ἐφηρμόζετο σήμερον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο ἀπὼν καὶ δὲν ἔχει δίκαιον παραπονούμενος κατὰ τῆς βραδείας ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, διότι ἦλθεν εἰς τὰς 4 καὶ 10. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν ἐὰν προέβημεν εἰς ἀπόφασιν ὑποχρεοῦσαν ὅλους μας, ἢ ἐὰν δὲν σπουδάζωμεν προβαίνοντες εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν· ἄλλως, νὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀνώμαλον καὶ ἔκρυθμον κατάστασιν τὴν πρώην, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τῆς ὁποίας λαμβάνει τὰς ἐμπνεύσεις τὸ Προεδρεῖον, νὰ παραπονῆται. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἤμεθα αὐστηρότεροι εἰς τὰς ἀποφάσεις μας· ἡ ἐπιείκεια καὶ οἱ βεβιασμένοι συλλογισμοὶ φέρουσι τά πράγματα ὅπως φέρωνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ἀλλὰ παρηρμήνευσε τὸ Προεδρεῖον εἰς βαθμὸν ἀσυγχώρητον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ παρερμηνεία αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας· διότι, ἂν οἱ βουλευταὶ, παρερχομένης τῆς 4ης ὥρας ἀναχωρήσωσι, τί θὰ γίνῃ; οὔτε νὰ δημοσιεύσῃ μεταξὺ τῶν ἀπόντων τά ὀνόματα τῶν οὕτω ἀναχωρούντων βουλευτῶν δύναται τὸ Προεδρεῖον, οὔτε νὰ μὴ δημοσιεύσῃ κατάλογον· ἂν συμβῇ τοῦτο δὶς καὶ τρὶς, ἰδοὺ ἡ πλήρης καὶ ὁριστικὴ παραλυσία τῆς ἀπαρτίας. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐστηρῶς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἢ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν δὲν ὑφίσταται ἡ ἀπόφασίς της, διὰ νὰ τὸ γνωρίζωμεν ὅλοι.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Βασιλικοῦ, δι’ ἧς ἐκθέτουσι τὰ παθήματά των ἐκ πυρκαϊᾶς καὶ ζητοῦσι τὴν βοήθειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναφορὰ τῶν ραπτῶν Κεφαλληνίας, οἵτινες παραπονοῦνται κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ φορεμάτων ὁμοειδῶν μὲ τὰ ἰδικά των ἐξ ὧν βλάπτονται.

§3ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κύριος Κατσικαπῆς ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιστολὴν σταλεῖσαν πρὸς αὐτὸν ἀπὸ πλοίαρχόν τινα καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς παρεκαλεῖτο νὰ μεσολαβήσῃ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως δικαιωθῇ ἀπέναντι ἀδικίας, γινομένης παρὰ τοῦ ἐν Μασσαλίᾳ Ἕλληνος Προξένου κυρίου Μαυρογιάννη. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ κατεχωρεῖτο, νομίζω, καὶ παραλαβὴ τοῦ Προξένου πρὸς αὐτόν, ἐκ τῆς ὁποίας παραλαβῆς φαίνεται, ὅτι ἐδανείσθη ὁ ἐκεῖ Πρόξενος χρήματα παρὰ τοῦ πλοιάρχου ἐκείνου, καὶ παρεπονεῖτο ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ὅτι ἐνῷ ἐδάνεισε τὰ χρήματα πρὸς τὸν Πρόξενον, οὗτος ἐξηπάτησεν αὐτόν, διότι ἐν τῇ παραλαβῇ αὐτῇ ἔθηκεν ὅρον ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν. Καίτοι εἶναι γνωστὸς ὁ χαρακτὴρ τοῦ κυρίου Μαυρογένη, καίτοι εἶναι ἀνώτερος πάσης τοιαύτης ὑπονοίας καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ πλοίαρχος αὐτὸς δὲν ἔλεγεν ἀλήθειαν, οὐχ ἧττον κρίνω καλὸν νὰ συστήσω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ παράπονον τοῦ παραπονουμένου εἶναι δίκαιον, νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα· ἄλλως, νὰ δοθῇ τέρμα διὰ μιᾶς ἐξηγήσεως εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν, ἥτις θίγει ὁπωσδήποτε τὴν ὑπόληψιν τοῦ κυρίου Μαυρογιάννη, καὶ ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι ἀνώτερος πάσης τοιαύτης ὑπονοίας καὶ πολὺ ζηλότυπος αὐτῆς.

§4ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν ἀπευθυνθεῖσαν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ἀποστείλω εἰς Μασσαλίαν πρὸς τὸν καθ’ οὗ ἀπηυθύνετο κύριον Μαυρογιάννην· οὗτος ἀμέσως ἔσπευσε ν’ ἀπαντήσῃ ἀπολογούμενος καὶ ἀποκρούων τὴν ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐκείνῃ περιεχομένην κατηγορίαν. Αὔριον θὰ καταθέσω τὴν ἀπάντησιν.

§5ΤΖΑΝΕΣ. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἔλαβε περὶ τοῦ προσγενομένου ἀδικήματος εἰς τὸν ἐν Δαμασκῷ ὑπήκοον Ἕλληνα ἔμπορον Κοντογιαννόπουλον, ὅστις δι’ ὑπομνήματός του πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καταδεικνύει, ὅτι ἐζημιώθη παρὰ τοῦ αὐτόθι Προξένου. Θὰ τὸν παρακαλέσω αὔριον, ἂν ἔχῃ πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι, ὡς ἐπανειλημμένως μοῦ γράφει ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος, τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσεγένετο αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Προξένου, εἶναι πολὺ μέγα.

§6ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἔγραψεν ὁ ἔμπορος αὐτὸς περὶ τούτου καὶ παρακαλῶ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§7Μ. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λαλῶν, κύριοι, κατά τινα τῶν συνεδριάσεων τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Δημητρακάκης, ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἐν Λακεδαίμονι· ἐνόμισε δ’ ἐπὶ πλέον πρέπον νὰ ὑποδείξῃ ἐντεῦθεν, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν, οἱ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας συνάδελφοί του, ἥκιστα μεριμνῶμεν περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Δὲν ἤμην ἐκ συμπτώσεως ἐντὸς τῆς αἰθούσης τὴν ὥραν ἐκείνην, ἀλλ’ ὅταν μετὰ στιγμὰς ἔμαθον, ὅτι ἐγένετο ὑπ’ αὐτοῦ καὶ λόγος τοιοῦτος, μετέβην εἰς τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναγνώσω κἂν ἐκεῖ τὰ λεχθέντα. Ἰδοὺ δὲ τὸ μᾶλλον ἐνδιαφέρον ἡμᾶς μέρος, ὅπερ καὶ ἀντέγραψα ἐκ τῶν μεταπεφρασμένων στενογραφημάτων καὶ ὅπερ εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει χειρόγραφον). «Οἱ συνάδελφοί μου δὲν θέλουν τὰς ὁδούς; Ἐὰν ὑπέθετον τοῦτο, ἤθελον δείξει, ὅτι δὲν σέβομαι τοὺς συναδέλφους. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἠδύναντο νὰ πιέσουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ λάβουν αὐτὰ τὰ ρουσφέτια τῆς ὁδοποιΐας. Πρέπει λοιπὸν καὶ αὐτοὶ νὰ φροντίσουν περὶ τούτου». Ἀλλ’ εἰς ταῦτα, κύριοι, οὐδεμία ἐνόμισα, ὅτι ἐπεβάλετό μοι ἀπάντησις, καὶ διότι εὐσχήμως πως διετυποῦντο καὶ διότι ἐγώ, ὡς καλῶς ἐγνωρίσατε ἤδη, οὐδόλως ἀρέσκομαι εἰς ὅ,τι ἐνδέχεται νὰ προκαλέσῃ προσωπικὰς ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀντεγκλήσεις, οὔτε καταλαμβάνομαι δ’ ἐκ τῶν παροξυσμῶν καὶ τοῦ οἴστρου τῆς δημοκοπίας ἐκείνης, ἥτις παραγνωρίζει πολλάκις καὶ αὐτὰ τὰ εὐγενέστερα τῶν κοινωνικῶν μας χρεῶν. Ἐν τούτοις χθὲς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὸ φύλλον αὐτὸ τῆς «Πρωΐας», ἐνῷ δημοσιεύεται ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη τοῦ κ. Δημητρακάκη, ἀλλὰ δημοσιεύεται ἐπηυξημένη καὶ ἐπιδιωρθωμένη κατὰ τύπον ὅλως διάφορον, ὡς θέλετε διακρίνει εὐχερῶς ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναγνώσεως τοῦ μέρους κυρίως, ὅπερ ἀναφέρεται εἰς τὸ προαναγνωσθὲν ὑπ’ ἐμοῦ (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς «Πρωΐας»). «Ἀπορῶ—φαίνεται εἰπὼν ὁ κύριος Δημητρακάκης— πῶς οἱ τέσσαρες ἐκ τῶν ἓξ συναδέλφων μου, οἱ ὑποστηρίζοντες ἐκθύμως τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέχονται τὸ προσγινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μας ἀδίκημα. Διατί ἡ τόση ἀστοργία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Λακεδαίμονα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ ὡς πρὸς τὰς παροχὰς τῶν προσωπικῶν ρουσφετίων, «ἂν παραπονεθῶμεν, δεικνύομεν ἀχαριστίαν, καθόσον τὰ χορηγεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ μὲ τὰς δύω χεῖρας; Νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ὑπουργικοί, δὲν θέλουν τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου των καὶ ἀδιαφοροῦν; Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι δι’ ἐμὲ ἔλλειψις πάσης πρὸς αὐτοὺς ἁβροφροσύνης· οὐχ ἧττον ὅμως καὶ αὐτοὶ οἱ εὐλογημένοι ἔπρεπε νὰ συμψηφίσωσι μέρος τῶν ἀξιώσεών των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁδοποιΐας, ὅπως καλῶς ποιοῦντες ἔπραξαν καὶ πολλοὶ συνάδελφοι ὑπουργικοὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας των· διότι νὰ φωνάζω ἐγὼ μόνος, δὲν φέρω ἀποτέλεσμα, διότι εἶναι φωνὴ ἀντιπολιτευομένου πρὸς Κυβέρνησιν Τρικούπη». Δὲν ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ἀξιοῖ ὁ κ. Δημητρακάκης νὰ τῷ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας ἐπὶ τῇ ἁβροφροσύνῃ, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὄντως ἐν τῇ τοιαύτῃ περὶ ἡμῶν συνθέσει αὐτοῦ, ὡς ἐπίσης δὲν θ’ ἀξιοῖ βεβαίως νὰ διερμηνεύσωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα τὸν λόγον, χάριν τοῦ ὁποίου προέβη μέχρι τοῦ νὰ καταγγείλῃ μὲν ἡμᾶς δημοσίως ἐπὶ μικρότητι καὶ ἀστοργίᾳ πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μας, παραστήσῃ δ’ ἑαυτὸν ὡς τὸν μόνον ἐνδιαφερόμενον καὶ πονοῦντα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι οὐδ’ ὑπ’ αὐτοῦ θέλει παραγνωρισθῆ ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἄγει ἤδη ἡμᾶς εἰς συνάντησίν του, καὶ τὸ καθῆκον ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλεται πρὸς ἀπόκρουσιν τόσῳ βαρείας μομφῆς, ριφθείσης, ὅπως δήποτε, ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καθ’ ὅλων τῶν συναδέλφων του. Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἐν Λακεδαίμονι δὲν εἶναι βεβαίως ζήτημα νέον, ἀνεφύη δὲ καὶ ἐν αὐτῇ ἀφ’ ἧς ὅλως ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος κατενόησε καὶ συνῃσθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς ἀγαθά. Ἔχομεν δ’ ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε Λακεδαιμόνιος βουλευτὴς, ὅστις δὲν ἐμερίμνησε καὶ δὲν εἰργάσθη τὸ καθ’ ἑαυτὸν παρὰ ταῖς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν θ’ ἀνατρέξω ἤδη εἰς μεμακρυσμένας ἐποχὰς, ὁπότε ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας ἐθεωρεῖτο ὡς ὅ,τι δυσχερὲς δι’ ἔλλειψιν μέσων. Ἔρχομαι δ’ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἣν καὶ ὁ κ. Δημητρακάκης ἐσημείωσεν ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» ὡς ἐφεξῆς. «Ἐπελθούσης—λέγει ἐν τῇ «Πρωΐᾳ»—τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862, ἐπῆλθεν ἔρις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν Λακεδαίμονος, ἂν ἡ ὁδὸς πρέπῃ νὰ διέλθῃ διὰ Μεγαλοπόλεως. Τὸ 1880 συνεφώνησα μετὰ τοῦ κ. Βαρβιτσιώτου καὶ ἐνεργήσαμεν νὰ διαταχθῇ τέλος πάντων μία συγκοινωνία μεταξὺ Σπάρτης καὶ τῶν λοιπῶν μερῶν τῆς Πελοποννήσου κλπ.» Λαβὼν δ’ ἐντεῦθεν ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν κύριον Βαρβιτσιώτην διατὶ καὶ οἱ λοιποὶ τότε ἐκ Λακεδαίμονος βουλευταὶ δὲν συνέπραξαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ κυρίου Δημητρακάκη, ἠξεύρετε, κύριοι, ὁποίαν ἔλαβον ἀπάντησιν παρ’ αὐτοῦ, τοῦ ὄντως φιλαλήθους καὶ μετριόφρονος συναδέλφου μας; μ’ ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος Βαρβιτσιώτης, ὅτι μόνον μετὰ τοῦ κυρίου Δημητρακάκη δὲν ἦλθεν εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως συνεννόησιν, οὔτε συνέπραξε τὸ παράπαν μετ’ αὐτοῦ, ἐξ οὗ σύρω τὸ εὐνούστερον διὰ τὸν κύριον Δημητρακάκη συμπέρασμα, ὅτι καὶ τότε ἴσως εἰργάσθη μεμονωμένως, καὶ συνεπῶς ἐφαντάσθη, ὡς καὶ νῦν, τοὺς λοιποὺς συναδέλφους αὐτοῦ ἀδιαφορήσαντας, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀπηξίωσε ν’ ἀναφέρῃ τι καὶ περὶ αὐτῶν ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» τοὐλάχιστον.

§8ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Εἶναι καθαρωτάτη ἀλήθεια, ὅτι μετὰ τοῦ κυρίου Δημητρακάκη εἰς οὐδεμίαν ἦλθον συνεννόησιν τότε.

§9ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, ν’ ἀρνηθῶ εἰς τὸν κύριον Δημητρακάκη ὅ,τι αὐτὸς ἀρνεῖται πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους του. Δικαιοῦμαι ὅμως ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὸ παράπονον, ὅτι παρέλειψε νὰ ἐρωτήσῃ, πρὶν ἢ συντάξῃ τοιοῦτο καθ’ ἡμῶν κατηγορητήριον, τοὐλάχιστον τὸν συνάδελφον ἡμῶν κύριον Σαλταφέρον, τέως φίλον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μάθῃ παρ’ αὐτοῦ οἵας κατὰ τὸ παρελθὸν κοινὰς κατεβάλομεν προσπαθείας ἐπὶ τοῦ πραγματευομένου ζητήματος, ζητήσῃ δ’ ἐπὶ πλέον καὶ νεωτέρας πληροφορίας παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων, εἰς ὃ μετέβη, ὡς εἶπε, πρὸ μικροῦ, ὅπως βεβαιωθῇ καὶ παρ’ αὐτοῦ ἔτι, ὅτι εἰς τοὺς ἐκ Λακεδαίμονος φίλους τῆς Κυβερνήσεως βουλευτὰς κατέστη κύριον, οὕτως εἰπεῖν, ἔργον ἡ μέριμνα πρὸς ἐπίσπευσιν τῶν σχεδιαγραφεισῶν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Ἐπαρχίᾳ ὁδῶν. Διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ δὲ δικαιότερον τὸ παράπονον τοῦτο ἀναγκάζομαι ν’ ἀναφέρω ὑμῖν, ἀντὶ νὰ προκαλέσω τὴν μαρτυρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συναντηθεὶς ἐσχάτως μεθ’ ἡμῶν ὁ ἔντιμος ἐκ Τήνου βουλευτὴς κ. Μωραϊτίνης ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι τῶν Δημοσίων Ἔργων, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ τὴν βαθεῖαν αἴσθησιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς τὸν εὐγενῆ τοῦτον συνάδελφον τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ διέκρινεν εἰς πᾶσαν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται θέματος ἔκφρασιν καὶ εἰς πᾶσαν περίοδον τῶν πρὸς τὸν κύριον Σούλην παρατηρήσεων καὶ συστάσεών μας. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι, οὔτε νὰ φαντασθῶ κἄν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φενακίζει ἡμᾶς τοὺς φίλους της βουλευτὰς καὶ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πληθὺς ἐκείνη τῶν Γάλλων μηχανικῶν, οἵτινες διεσπάρησαν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Λακεδαίμονα καὶ ἐργάζονται πολὺ πρὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐκτήσατο ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειονοψηφίαν τῶν βουλευτῶν της, ἐὰν, λέγω, ἡ πληθὺς ἐκείνη τῶν μηχανικῶν δὲν παίζῃ ἐκεῖ ἐν σχεδίοις ἁπλῶς, ἀλλὰ πρόκειται, καθ’ ἣν ἔχω πεποίθησιν, καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς σχεδιασθείσας ἤδη ὁδοὺς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Μεγαλόπολιν, εἰς Καλάμας, εἰς Κυνουρίαν, εἰς Ἐπίδαυρον Λιμηρᾶν διὰ Λεβετσόβων, κατὰ τὰς περὶ τούτου θερμὰς συστάσεις ἡμῶν καὶ τὰς εὐχὰς τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης, καὶ εἰς Τρίπολιν δι’ Ἀραχώβης καὶ Εὐρυσθένων, καὶ ἐπὶ πλέον σπεύσῃ εἰς τὴν τοῦ Εὐρώτα γεφύρωσιν, φρονῶ, ὅτι κοινὴ ἐπιβάλλεται εἰς ἅπαντας τοὺς ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὰς ὑποχρέωσις, ὅπως ἐκθύμως ἐπευφημήσωσι καὶ ὑποστηρίξωσι Κυβέρνησιν, ἥτις εὐνούστατα ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας μιᾶς τῶν πρώτων τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν, οἵα ἡ ἡμετέρα. Δὲν προχωρῶ περαιτέρω, καθόσον νομίζω, ὅτι καὶ δι’ ὅσων εἶπον κατεδείχθη ἐπαρκῶς τὸ ἄδικον καὶ ἄτοπον τῆς καθ’ ἡμῶν μομφῆς τοῦ κυρίου Δημητρακάκη. Καὶ δὲν ἐννοῶ μὲν βεβαίως ἐγὼ ὅτι, ἂν συνετέλεσαν ἢ συντελέσωσιν αἱ παρὰ τῇ Κυβερνήσει συστάσεις ἡμῶν καὶ ἐνέργειαι πρὸς ἐπίσπευσιν τῆς κατασκευῆς τῶν σχεδιαγραφημένων ἤδη ὁδῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μας, ὀφείλεται ἡμῖν ἐπὶ τούτῳ χάρις, διότι ἐκ καθήκοντος ὑπερτάτου μᾶς ἐπιβάλλεται πᾶσα περὶ τούτου μέριμνα καὶ φροντίς· δὲν ἐννοῶ ὅμως πῶς δύναταί τις, χάριν οἱουδήποτε λόγου, νὰ ἐλέγχῃ ἡμᾶς ὡς ἀδιαφοροῦντας πρὸς τὸ τοιοῦτον καθῆκον, ὁπόταν μάλιστα ἡ πιστὴ αὐτοῦ ἐκπλήρωσις ἐμπραγμάτως καταφαίνεται καὶ πιστοποιῆται.

§10Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Βαρβιτσιώτην, ὅστις ἀρνεῖται ὅτι συνειργάσθη μετ’ ἐμοῦ περὶ τῆς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν ὁδοῦ τὸ 1880. Ὁμολογουμένως προσωπικῶς δὲν συνωμιλήσαμεν, διότι ὁ κύριος Βαρβιτσιώτης, ζῶντος μάλιστα τοῦ συγγάμβρου του ὡς Πρωθυπουργοῦ, δὲν κατεγίνετο παρὰ εἰς διορισμούς· ἐγὼ καίτοι ὑπουργικὸς τὸ 1880, ρουσφέτια ποτὲ δὲν ἐπῆρα, λοιπὸν ἔπρεπε νὰ λάβω ρουσφέτι διὰ τὴν Ἐπαρχίαν μου. Ἤμην δὲ καὶ ἐγὼ εἷς τῶν ἐπιμενόντων νὰ γείνῃ ἡ ὁδὸς διὰ τῆς Μεγαλοπόλεως, καὶ παρεκάλεσα τότε τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον νὰ διατάξῃ τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τῆς ρηθείσης ὁδοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ὁδὸς αὕτη εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Μεγαλόπολιν. Ὁ μακαρίτης μοῦ εἶπε «δὲν θέλει ὁ Νικήτας ἀπ’ ἐκεῖ, θέλει νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τῆς Ἐπαρχίας»· «ἂς περάσῃ, τῷ εἶπον, ἀφ’ ὅπου θέλει, φθάνει νὰ γείνῃ δρόμος μεταξὺ Σπάρτης καὶ Τριπόλεως» ὁ Κουμουνδοῦρος διέταξε πραγματικῶς καὶ ἐξετέθη τὸ ⅓ τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ ἀνέλαβε τὸ ἔργον καλὸς καὶ φερέγγυος ἐργολάβος, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν οἱ μηχανικοὶ καὶ ὁ πρώην Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων, ὅστις ἦτο πάντοτε δύστροπος, παρενέβαλε μύρια προσκόμματα, καὶ τελευταῖον ἐκήρυξαν τὸν ἐργολάβον αὐτὸν ἔκπτωτον. Ἐγὼ ἠπείλησα δὶς τὸν Σκαλιστήρην — καὶ τοῦτο γνωρίζουν οἱ ὑπάλληλοί του — ὅτι ἤθελον τὸν ἐκθέσει, ἐγνώριζε δ’ ἐκεῖνος καλὰ τὰ καίρια μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ τὸν προσβάλω, καὶ ἐνθυμεῖται βεβαίως ὁ ἐργολάβος Σαράντος, ὅταν ἀπέσυραν τὴν ἔκπτωσίν του, ὅτι τῷ εἶπεν ὁ Σκαλιστήρης «αἱ φωναὶ τοῦ Δημητρακάκη σὲ ἐπανέφερον διὰ νὰ μὴ ἀποβληθῇς ὁριστικῶς». Τοῦτο δὲν εἶναι μία ὁμοφωνία μετὰ τοῦ κυρίου Βαρβιτσιώτου κατὰ τὸ 1880; Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ παράπονον τοῦ ἑτέρου συναδέλφου κ. Ρουσσοπούλου. Ὁ συνάδελφος εἶπε, διατὶ ἐγὼ δὲν ἠρώτησα ὅταν ὡμίλησα τί ἐνήργησαν οἱ ὑπουργικοὶ βουλευταί. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω ἔνδυμα γάμου νὰ μάθω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τί ἐνεργοῦσιν ἄλλοι· βλέπω τί ἐκτελεῖται, καὶ λέγω ὅτι πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δύω ὑπουργικοὺς βουλευτὰς ἐκ Σπάρτης, οἱ τέσσαρες ἦσαν ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ ἀπαίτησιν Ἐπαρχίας, ἡ ὁποία κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν κατεδίκαζεν· ἀλλὰ τώρα ἔγεινε τὸ ἀντίθετον, διότι ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Σαλταφέρος εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τίποτε. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ζητήσουν τὴν κατασκευὴν ὁδῶν οἱ τέσσαρες. Εἶπεν ὁ κύριος Ρουσσόπουλος ὅτι ἔχουν καὶ μάρτυρας ὅτι ἔφεραν εἰς συγκίνησιν τὸ τμῆμα, ὅταν ὡμίλησαν περὶ τῶν ὁδῶν τῆς Ἐπαρχίας των. Ἀφ’ οὗ ἔφεραν καὶ εἰς συγκίνησιν τὸ τμῆμα καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ μὄλα ταῦτα δὲν τοὺς ἀκούουν, τόσῳ χειρότερον, διότι ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἀποδίδουν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους μου ἀξίαν τινὰ οἱ παρ’ αὐτῶν ὑποστηριζόμενοι Ὑπουργοὶ, ἐνῷ συνάδελφοι ἄλλων Ἐπαρχιῶν ἐκτελοῦν ὁλονὲν ἔργα, καὶ φαίνεται ὅτι οὗτοι ἀξιοῦν νὰ προηγηθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις των περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν προσωπικῶν διορισμῶν. Πρὸ ἕξ μηνῶν ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν μειοδοσίας ἡ ἐργολαβία τῆς ὁδοῦ μέχρις Ἁγίου Ἰωάννου. Ἰδοὺ ὅτι οἱ βουλευταὶ Κυνουρίας ἐπόνεσαν περισσότερον διὰ τὸν λαὸν τῆς Ἐπαρχίας των παρὰ διὰ τοὺς διορισμοὺς τῶν συγγενῶν των. Πρὸ ἑνὸς ἔτους διετάχθη ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ Βυτρινίτζης καὶ ἄλλων μερῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπίεσαν οἱ βουλευταὶ τὴν Κυβέρνησιν, μολονότι αἱ ὁδοὶ αὗται καὶ δυσκολοκατόρθωτοι εἶναι ὡς ἐκ τοῦ ἀνωφεροῦς τοῦ μέρους, καὶ δὲν εἶναι καὶ κεντρικαὶ ὡς ἡ ἀπὸ Σπάρτης εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ἡ ἀπὸ Λεωνιδίου πρὸς τὰ Πούλιθρα. Πόσοι δρόμοι γίνονται καθ’ ἑκάστην εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας καὶ ἐξοδεύονται ἑκατομμύρια δραχμῶν! καὶ ἡμεῖς οἱ Λακεδαιμόνιοι τί ἐξωδεύσαμεν; 144 χιλιάδας δι’ ὧν γίνεται δρόμος μέχρι Βουρλιᾶ ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς Σπάρτης, ἥτις εἶναι πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν κανονισμένη. Μόνον 144 χιλιάδες δραχμῶν ἀνήκουσιν εἰς μίαν Ἐπαρχίαν τόσον μεγάλην καὶ προσοδοφόρον; Θυμώνει ὁ κύριος Βαρβιτσιώτης· καὶ τί ἔκαμεν, ὅταν εἶχε τὴν Ἐπαρχίαν εἰς τὰς χεῖράς του ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον, πρωθυπουργοῦντος τοῦ συγγάμβρου του;

§11ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὀλίγα ἔκαμα;

§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ μόνον δημόσιον ἔργον, ὅπερ ἔκαμες, ἦτο νὰ μεταφέρῃς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου Θεραπνῶν ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου εἰς Σκούραν.

§13ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Πότε ἔγινεν αὐτό;

§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ 1862 εἰς τὴν Μεταπολίτευσιν, καὶ ἀντέστησαν οἱ λοιποὶ κάτοικοι τοῦ Δήμου μὲ τὰ ὅπλα. Οὐδὲν δημόσιον ἔργον ἔχει ἡ Λακεδαίμων ἀπὸ σέ· ἔπρεπεν ἐγὼ νὰ ἔλθω νὰ σοὶ δώσω τὸ παράδειγμα, ἀφοῦ ἔκαμα τὸ γεφύρι εἰς τὴν Καστανίαν, καὶ ἐφρόντισα καὶ διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον τῶν Περιβολίων.

§15ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον τοῦ χωρίου σου τὸ ὀφείλουν εἰς ἐμέ· σὺ δὲν κάμνεις τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑβρίζῃς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σὲ ἔκαμον βουλευτήν.

§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον τοῦ χωρίου μου ἔγεινεν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ὅτε σὺ δὲν ἠκούεσο. Ποῖος μὲ ἔκαμε βουλευτὴν δὲν μοὶ λέγεις;

§17ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὁ Σαλταφέρος καὶ ὁ Ρουσόπουλος.

§18ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Τὸν ἔκαμεν ἡ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ὑπόληψίς του.

§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐν τούτοις, καίτοι ἐθεώρεις ἑαυτὸν πανίσχυρον τὸ 1881, ἐπεζήτησας τὸν μετ’ ἐμοῦ συνδυασμὸν, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κ. Σαλταφέρου καὶ Ρουσσοπούλου.

§20ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ψεύδεσαι.

§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τοῦτο ἂς τὸ μαρτυρήσωσιν οἱ συνεπαρχιῶταί μας. Λοιπὸν, κ. συνάδελφοι, ἀντὶ νὰ παραπονῆσθε κατ’ ἐμοῦ, διότι δὲν ἀναγνωρίζω τὰς ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας ἐνεργείας σας, δὲν ἦτο καλλίτερον νὰ ἐργασθῆτε ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τῆς Ἐπαρχίας, καὶ ὄχι νὰ περιπατῆτε καὶ οἱ τέσσαρες μὲ τὸν ἀποσπασματάρχην σας τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον διὰ νὰ δημιουργήσητε Δεσπότην, νὰ μεταθέσητε εἰρηνοδίκας ἢ ἕδρας εἰρηνοδικείων καὶ ἐκλογικῶν τμημάτων καὶ νὰ διορίσητε ἄλλους ὑπαλλήλους; Ἡ Ἐπαρχία ἔχει μεγαλειτέραν ἀνάγκην δημοσίων ἔργων παρ’ οἵαν ἔχει νὰ ἀπολαύσῃ Δεσπότην καὶ ἄλλους ὑπαλλήλους· ἀλλ’ ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι τὴν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ὑπόληψιν τῶν πολιτευομένων σχηματίζουν καὶ τώρα, ὅπως ἄλλοτε, οἱ Δεσποτάδες καὶ οἱ ὑπάλληλοι. Ἀντὶ νὰ φροντίζητε, λέγω, περὶ τοιούτων παύσεων καὶ μεταθέσεων, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐφροντίζετε νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν· ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐκτιμᾶτε τὴν ἀξίαν τῶν δημοσίων ἔργων, ἐγὼ ὅμως ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισα ἐπὶ εἰκοσαετίαν δημόσιος ὑπάλληλος, αἰσθάνομαι τὴν μεγάλην διὰ τοὺς ἐντολεῖς μου ἀξίαν αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ρουσσόπουλος μὲ ἐκήρυξε καὶ πλαστογράφον, εἰπὼν ὅτι ἄλλα ἐδημοσίευσα ἐγὼ καὶ ἄλλα εὑρίσκονται εἰς τά στενογραφημένα πρακτικὰ, τὸν παρακαλῶ νὰ φέρῃ ὅλα αὐτὰ ἐδῶ καὶ νὰ τὰ ἀναγνώσῃ ἵνα ἴδῃ ὅτι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἀκούσωσιν οἱ στενογράφοι ἕνεκα τῆς κακῆς κατασκευῆς τοῦ καταστήματος, προσετέθησαν κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ λόγου μου πολλάκις μάλιστα τόσον κακῶς ἀντιλαμβάνονται οἱ στενογράφοι, ὥστε, ἂν δημοσιευθῶσιν ὅπως εἶναι παρ’ αὐτῶν γεγραμμένα, θὰ λογισθῶ ὅτι μεθυσμένος ὁμιλῶ.

§22ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί λέγεις ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐνεργοῦμεν; Εἰς τί θὰ σοὶ χρησιμεύσῃ τοῦτο;

§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ παρουσιασθῶ καὶ δικαιολογηθῶ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, ἐὰν δὲν ἔχω μίαν ἀπόδειξιν τῶν ὅσων διὰ λόγου ἢ ἔργου ἐνήργησα, καὶ ἀπόδειξις θὰ ἦναι τὰ δημοσιευθέντα. Ὅταν θὰ γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ εἶναι ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰ πράγματα, γνωρίζω ὁποία θὰ ἦναι ἡ κατ’ ἐμοῦ καταδίωξις, ἑπομένως δὲν θὰ φέρω ὁρμαθὸν διορισμῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τὰς ἀποδείξεις τῆς πολιτείας μου ὡς βουλευτοῦ, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν συνεπαρχιωτῶν μου τοῦ μέτρου τούτου τὴν ἀξίαν γνωρίζοντες καὶ Σεῖς στενοχωρεῖσθε. Ἐγὼ ποτὲ δὲν ἐθυσίασα τὸ συμφέρον τῆς ἐπαρχίας μου εἰς τὸ συμφέρον τῶν προσωπικῶν περιποιήσεων, ἐνῷ σεῖς νομίζω, ὅτι πράττετε τὸ ἐναντίον.

§24ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς θὰ συμπράξητε αὔριον, ὥστε δὲν πρέπει νὰ λέγετε ταῦτα.

§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ συμπράττει ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ οἱ σύγγαμβροι τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου Βαρδιτσιώτης καὶ Μισυρλῆς μὲ τὸν κ. Τρικούπην, διατί νὰ μὴ συμπράξωμεν ἡμεῖς; Αὐτὰ γίνονται εἰς τὴν Ἑλλάδα χωρὶς νὰ παραβλαβῶσιν οἱ βαθμοὶ τῶν κωλυμάτων, διότι αὐτὰ ποτὲ δὲν εἶναι τετάρτου ἢ πέμπτου βαθμοῦ, ἀλλὰ πάντοτε ἕκτου καὶ ἑβδόμου. Λοιπόν, κύριοι Συνάδελφοι, δὲν ἔχετε καθ’ ὅλου δίκαιον νὰ παραπονῆσθε δι’ ὅσα εἶπον, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλως, εἰμὴ νὰ πονέσω διὰ τὸ προσγινόμενον ἄδικον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου, νὰ μὴ διατάττηται ἡ περάτωσις ἑνὸς δρόμου κεντρικοῦ, ἀφοῦ ἐν τῇ Κυνουρίᾳ γίνεται εἰς τὸν Κολοσούρτην τοῦ Ἄστρους, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐχορηγήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 30,000,000 δραχμῶν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ δυσανασχετεῖτε διατί δὲν τὴν ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, διότι εἰς τὸ χαρτὶ ἔχει δρόμους ἀπὸ Σπάρτης εἰς Μεγαλόπολιν, Τρίπολιν, Καλάμας, Μονεμβασίαν, εἰς ἔργον ὅμως καμμίαν ὁδόν! καὶ εἰς τὸ χαρτὶ δύναμαι νὰ γράψω διὰ νὰ ἀπατῶ τὸν κόσμον καὶ σιδηροδρόμους εἰς Πάρνηθα, Παρνασσὸν καὶ Ταΰγετον. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μεγαλοπόλεως εἰς Σπάρτην τρὶς ἐσχεδιάσθη ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐπίκειται καὶ τέταρτον, ἀλλὰ ἔργον δὲν γίνεται. Θὰ κατασκευάσωμεν, λέγουν οἱ Ὑπουργοί, ὁδοὺς πολλὰς ἁμαξιτοὺς πολυδαπάνους, ἐγὼ ὅμως εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὸ χαρτὶ θὰ μείνωσι, καὶ τὰ μιλιούνια θὰ τὰ φάγωσιν (ἂν καὶ ὡρίσθησαν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν) εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἕνεκα τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ παύσω καὶ νὰ λέγω καὶ νὰ γράφω ἑωσοῦ κατορθώσω κἄτι τι διὰ τὴν Ἐπαρχίαν μου, διότι τοῦτο μόνον θὰ παρουσιάσω ὡς ἐφόδιον, ὅταν θὰ ζητήσω πάλιν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων μου.

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος ἀπαγορεύων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ βοηθήματα, διότι τότε, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως τὸ περὶ τούτου Νομοσχέδιον, παρεστάθη ὀρθῶς, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ βοηθήματα, ἀλλὰ τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν εἶχε ψηφισθῆ καὶ ἐπεκράτει τὸ πρὸ τοῦ νόμου σύστημα σήμερον, βεβαίως ἤθελε χορηγηθῆ βοήθημα εἰς δύω οἰκογενείας ἄρτι ἀποβιωσάντων ἀνδρῶν, ὠφελησάντων τὴν πατρίδα. Οἱ ἄνδρες οὗτοι εἶναι οἱ μακαρῖται Γεωργ. Πετιμεζᾶς καὶ στρατηγὸς Γεωργαντᾶς. Ὅτε διὰ τοῦ νόμου κατηργήθη τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως χορηγῇ βοηθήματα, ἐξηγήθη, ὅτι δὲν ἐνόει ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαγορεύσῃ τοιαύτας περιθάλψεις, ἀπεναντίας ἐθεώρει αὐτὰς ἀναγκαίας, ἀλλ’ ἤθελε νὰ συμπράττῃ καὶ αὕτη εἰς τὴν χορήγησιν αὐτῶν, καθ’ ὃ εἶχεν ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα. Ἑπομένως ἔρχομαι, ἐκπληρῶν τὴν ἐντολὴν ταύτην τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν Νομοσχέδιον περὶ περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀποβιωσάντων τούτων, ὅπως δυνηθῇ ἡ Βουλή, συμπράττουσα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐπράττετο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον γίνεται πρὸς ἄλλας οἰκογενείας, αἵτινες πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ρηθέντος νόμου συνέπεσε νὰ εὑρεθῶσιν εἰς ὁμοίαν δυσχερῆ θέσιν. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποβιώσαντος Γ. Πετιμεζᾶ συνίσταται ἐκ χήρας καὶ 4 ὀρφανῶν. Οὗτοι θ’ ἀπολαύωσι σήμερον, ἐὰν δὲν ληφθῇ εἰδική τις πρόνοια, συντάξεως, ἥτις ἐκκαθαριζομένη μόλις ἀνέρχεται εἰς 200 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ δίκαιον ν’ αὐξηθῇ ἡ σύνταξις αὕτη εἰς 300 δραχμάς.

§27ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ πλέον.

§28ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὀλίγον εἶναι, κ. Πρόεδρε· πρέπει νὰ διπλασιασθῇ τοὐλάχιστον.

§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ δὲ οἰκογένεια τοῦ στρατηγοῦ Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ, ἥτις ἀπελάμβανεν ἕως χθές, ζῶντος τοῦ ἀρχηγοῦ της, 400 δραχμάς, ἤδη θ’ ἀπολαμβάνῃ μόνον 111 παλαιάς, διότι εἶναι στρατιωτικὴ ἡ σύνταξις· καὶ γινώσκετε, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις εἶναι ὀλιγώτερον πλουσιοπάροχοι, ἢ περισσότερον γλίσχροι, ἵνα μεταχειρισθῶμεν τὴν καταλληλοτέραν ἔκφρασιν, τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν. Ἐθεωρήθη λοιπὸν δίκαιον, ἵνα καὶ ἡ σύνταξις αὕτη αὐξήσῃ· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐπίσης πολυάριθμος ἡ οἰκογένεια τούτου, αὐξάνομεν ταύτην εἰς 250 δραχμάς διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν.

§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ὀλίγη.

§31ΤΙΝΕΣ. Ν’ αὐξήσῃ περισσότερον.

§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγινώσκω τὸ Νομοσχέδιον, ἵνα ἴδητε κατὰ τίνα τρόπον διατίθενται ταῦτα ἐν ἐνδεχομένῃ κατόπιν μεταβολῇ. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον). Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον εἶναι συντεταγμένον καὶ τὸ περὶ τῆς ἄλλης οἰκογενείας Νομοσχέδιον ἔχον οὕτω. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον). (Ὅρα Παράρτημα).

§33Π. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Δὲν πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ πρὸ ὀλίγου ἀποβιώσαντος στρατηγοῦ Λαζαρέτου, ἡ ὁποία ὁμοίως ἔχει μεγάλην ἀνάγκην τῆς περιθάλψεως τῆς Κυβερνήσεως;

§34ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ στρατηγοῦ Λαζαρέτου.

§35ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀπορφανισθείσης ἐσχάτως οἰκογενείας τοῦ στρατηγοῦ Λαζαρέτου, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη ὅπως καὶ ἄλλοι μεγάλοι ἀγωνισταὶ καὶ δικαιοῦται εἰς τοιαύτην μέριμναν διότι ἀπολαμβάνει γλισχροτάτην σύνταξιν, 135 δραχμῶν.

§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρώτην φοράν, κύριοι, ἐτόλμησα καὶ ἐγὼ νὰ ὑψώσω κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν φωνὴν ὑπὲρ συντάξεως ἐν πληρεστάτῃ πεποιθήσει, ὅτι ἑρμηνεύω τὸ γενικὸν φρόνημα τοῦ Τόπου, καὶ χαίρω πολὺ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης ἀναγνωρίσασα τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, ὑπέβαλε Νομοσχέδιον. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τὴν σημερινὴν τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποβιώσαντος Γ. Πετιμεζᾶ ἔχει δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε, 200 δραχμὰς σύνταξιν κατὰ μῆνα, καὶ ἡ Κυβέρνησις προτείνει δι’ αὐτὴν αὔξησιν ἐκ δρ. 1200 ἐτησίως. Ἀφοῦ πανθομολογούμεναί εἰσιν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σημερινὴ ἀκρίβεια τῶν τοῦ βίου νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ φέρεται γλίσχρως ἡ Πολιτεία, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ οὕτω ὅ,τι ὀφείλει ὁ Τόπος πρὸς τὸν ἄνδρα, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἡ οἰκογένεια σύγκειται ἐκ τριῶν θυγατέρων ἀνηλίκων, ἑνὸς ἄῤῥενος καὶ τῆς χήρας. Συνιστῶ λοιπὸν ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξις εἰς δραχμὰς τετρακοσίας κατὰ μῆνα τοὐλάχιστον.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον δὲν γίνεται συζήτησις· ὅταν τυπωθῶσι τὰ Νομοσχέδια καὶ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν, ὁμιλεῖτε.

§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀγαθῇ τύχῃ! Ἡ πρότασις, ἡ κατὰ τὸ Σάββατον γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Μεσσηνέζη, μὲ ἔκαμε σήμερον ὅπως ἀγαλλομένῳ τῷ ποδὶ λάβω τὴν πρὸς τὸ Βουλευτήριον ἄγουσαν, ἵνα ἴδω τὴν πρότασιν ταύτην περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος σπουδαίως συζητουμένην καὶ τύχῃ πάλιν ἀγαθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ κάμει ἔτι νὰ ἀγάλλομαι. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὸν Πόρον, τὴν Ὕδραν, τὰς Σπέτσας καὶ ἰδίως εἰς τὸν λεγόμενον Κάτω Ἀχαγὲ, τὴν Ἑρμιόνην καὶ καθεξῆς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν χρόνων τῆς δουλείας, οὐδὲ ποὺς Ὀθωμανοῦ ἢ ἄλλου τινὸς λαοῦ τυραννικοῦ ἐφάνη. Τοῦρκος δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν Πόρον· ἐν τούτοις ἅμα ἐξεῤῥάγη ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, ἀμέσως 200 Πόριοι, ὑπὸ τὸν Κυριάκον Δουζίναν καὶ τὸν Χριστόδουλον Μυρτίκαν ἢ Μέξην, ἐπῆγαν μὲ τὸν Δαμαλᾶν Ἰωννᾶν, Ἐπίσκοπον τοῦ τόπου, καὶ ἐπολιόρκησαν τὴν Κόρινθον, καὶ αὐτοὶ μετ’ ἄλλων ἀστυγειτόνων διετήρησαν τὴν πολιορκίαν μέχρι τῆς ἐποχῆς, ὅτε παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ σταλῇ ἐπικουρία ἐκ τῆς Πελοποννήσου εἰς τὴν Στερεὰν καὶ τὴν Λεβαδείαν. Εἰς τὴν Λεβαδείαν λοιπὸν ἐπῆγαν ἐπίκουροι ὑπὸ τοὺς γενναίους Κυριακούλην Μαυρομιχάλην καὶ Ἠλίαν Μαυρομιχάλην, οἱ ὁποῖοι διερχόμενοι διὰ τῆς Κορίνθου διεκήρυξαν πόσοι γενναῖοι θέλουσι νὰ τοὺς ἀκολουθήσωσι, καὶ ὁ Κυριακὸς Δουζίνας καὶ ὁ Μέξης Χριστόδουλος ἢ Μυρτίκας ἠκολούθησαν αὐτούς· ἀλλ’ οἱ ἀρχηγοὶ δὲν ἐγνώριζον τὸν τόπον καὶ ἀπομακρυνθέντες ἀπ’ ἀλλήλων περιέπεσον εἰς ἐνέδρας ἐχθρῶν, ἐγένετο θραῦσις συνελήφθησάν τινες καὶ ζῶντες, ἐν οἷς καὶ ὁ Κυριακὸς Δουζίνας, ὅστις ἀνεσκολοπίσθη ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ Δημητρίου Κριεζῆ, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ κρυβῇ ἐπί τινος δένδρου πυκνοφύλλου, ὅθεν ἐθεᾶτο τὰ γενόμενα. Καὶ ἀνεσκολοπίσθη, ἐψήθη, ὅτε μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν νυμφευθεὶς ἄφησε γυναῖκα μὲ ἀρτιγέννητον βρέφος, καὶ προσῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἡ σύζυγός του ἔμαθε τὸν θάνατον αὐτοῦ καρτεροψύχως, καὶ μὲ τὸ νεογνόν της τέκνον ἄῤῥεν ἐξηκολούθησεν ἐν τῇ χηρείᾳ της διαμείνασα ν’ ἀναθρέψῃ αὐτὸ ἐν πενίᾳ, ὅπως ὅλων τῶν ἀγωνιστῶν αἱ οἰκογένειαι. Ὁ υἱὸς τοῦ Δουζίνα οὗτος ἠνδρώθη καὶ διὰ μικρᾶς περιουσίας λεμονοδένδρων διετηρεῖτο· ἀποθανὼν ὅμως μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν κτημάτων, ἄφησε δύω θυγατέρας ὀρφανάς. Δὲν εἶνε λοιπὸν δίκαιον, ὅταν ὁ Κυριάκος Δουζίνας ἀποθνήσκῃ, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας μαχόμενος, ἐνῷ μάλιστα ὁ Πόρος δὲν ἠπειλεῖτο, ἀλλὰ προστρέξας εἰς ἄλλα κινδυνεύοντα μέρη, νὰ ἱκανοποιηθῇ ἐν τοῖς ἐγγόνοις αὐτοῦ τοὐλάχιστον; Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ μία μικρὰ σύνταξις, 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διὰ τὰς δύω αὐτὰς πενομένας θυγατέρας, αἱ ὁποῖαι μὲ τὸν πατέρα ἐδυστύχουν, ὁ δὲ πάππος των ἀπέθανε μαχόμενος οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Πόρου, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς Λεβαδείας καὶ Ἑλλάδος.

§39ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς ἐκ τῶν προαγορευσάντων συστήσας ὁ μὲν τὸν δεῖνα, ὁ ἕτερος τὸν ἄλλον ὡς ἀδικημένον, εἶχεν ἄδικον. Εἶναι προφανὲς, ὅτι μέγιστον ἀδίκημα γίνεται εἰς τοὺς λαβόντας ἐνεργὸν μέρος εἰς τὸν μεγάλον ἀγῶνα· ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ἔρχωνται τοιαῦται προτάσεις, δι’ αὐτῶν δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ματαιώσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἥτις ἐνεπνεύσθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ σκοποῦ ἱεροῦ. Ἐννοῶ, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλὰ τὰ ἀδικήματα καὶ πρὸς τοὺς ἀγωνισθέντας κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα καὶ πρὸς τοὺς ὑπηρετήσαντας ὁπωσδήποτε ἄλλως τὴν πατρίδα, ἐννοῶ νὰ συστήσωμεν θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν θερμότατα καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρότασίν μου τοῦ νὰ ἀναθεωρηθῇ ὁ κατάλογος καὶ τῶν συντάξεων καὶ τῶν βοηθημάτων, τῶν διδομένων εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς δικαιουμένας τοιούτων συντάξεων καὶ βοηθημάτων· διότι, κ. Πρόεδρε, βλέπω ἐνταῦθα τὸν Ἀνδρέαν Στράτον καθήμενον ἐκεῖ καὶ σιγῶντα, ἂν καὶ ἡ χήρα τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Στράτου, τοῦ δολοφονηθέντος στρατηγοῦ, λαμβάνει σήμερον δραχμὰς 72. Ἔφθασεν ἤδη εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου καὶ ἀπορῶ ἐὰν θὰ ἔχῃ τὰ πρὸς ταφὴν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου. Ὡς πρὸς τὴν προκειμένην πρότασιν ἐννοῶ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως.

§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἰθάκης βουλευτοῦ εἶναι ὀρθόταται· ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν χορηγουμένων βοηθημάτων πρὸς συμπλήρωσιν κατάλληλον εἶναι προφανεστάτη καὶ καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐπίμοχθον, διότι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ προσενεχθεῖσαι εἰς τὸ Κράτος, εἶναι πολλαί. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν προχείρως νὰ ὑποβληθῶσι τοιαῦται μεταβολαί· διότι τότε θὰ δύναται νὰ ταῖς προσαφθῇ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πόρου, ὅτι ἐγένοντο κατὰ χάριν ἢ κατὰ πίεσιν, ἢ διότι συνέπεσε νὰ ἔχῃ τις ἐν τῇ Βουλῇ φίλον ἢ συγγενῆ. Προτάσεις τοιαῦται πρέπει νὰ ἦναι τὸ πόρισμα μελέτης πλήρους, καὶ μόνον μετὰ τοιαύτην παρασκευὴν θέλει δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην. Ἡ σημερινὴ συζήτησις δὲν ἔχει τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα. Πρόκειται περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα χθὲς ἢ προχθὲς ἀπεβίωσαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρελείφθη τὸ ὄνομα τοῦ Λαζαρέτου, καὶ τοῦτο διότι ἀπεβίωσε καθ’ ὃν χρόνον δὲν συνεδρίαζεν ἡ Βουλή, συμπεριελήφθησαν δὲ τὰ δύω ὀνόματα ἐκείνων, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἀπεβίωσαν. Πρέπει λοιπὸν καὶ ἡ τοῦ Λαζαρέτου οἰκογένεια νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ κατηγορίᾳ τῶν δύω τούτων οἰκογενειῶν. Περὶ δὲ τῶν ἄλλων προσώπων πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης ἐξέθηκεν.

§41ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως συμπληρωτικῶς πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης, νὰ μᾶς φέρῃ πληροφορίας, ἐὰν ἦναι δυνατὸν τηλεγραφικῶς, περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου. Ἐπίσης νὰ καταθέσῃ ἢ δημοσιεύσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1883.

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόλις τὴν 31 Δεκεμβρίου ἔληξε τὸ ἔτος· ἐργαζόμεθα πρὸς τοῦτο, καὶ αὔριον ἐλπίζω νὰ ὑποβάλω τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἐπειδὴ ἐκτὸς τῆς ἄλλης ἐργασίας τὸ ἔτος εἶναι μικτὸν, καὶ ἐκ παλαιῶν καὶ ἐκ νέων δραχμῶν. Μοὶ ὑπεσχέθη δὲ τὸ Λογιστήριον, ὅτι αὔριον θὰ ἦναι ἀντιγεγραμμένη ἡ κατάστασις αὕτη.

§43ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν εἰσηγητήριόν του λόγον εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἐπίσης εἰς τὴν Ἐφημερίδα πρὸ ἡμερῶν ὑπέσχετο, ὅτι θέλει δημοσιευθῆ ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων τοῦ 1883. Τὸν παρακαλῶ ὅσον τάχιστα νὰ φέρῃ καὶ αὐτήν.

§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω, ὅτι αὔριον θέλω τὴν ὑποβάλει.

§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα εἰς τὴν Ἐφημερίδα, ὅτι τὸ Σάββατον θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεσσηνέζη καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον· διότι εἰς αὐτὸ τὸ Νεκροταφεῖον εἶναι περιττὸν νὰ ἔλθῃ τις καὶ νὰ βλέπῃ τὸν Πρόεδρον νὰ κρούῃ τὸν κώδωνα. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ Σάββατον ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Πολιτεύματος.

§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὡρίσθη ἡμέρα· αὐταὶ αἱ προτάσεις δὲν γίνονται χάριν ἐπιδείξεως· πρέπει νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις ὅλων τῶν μερίδων, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.

§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ μείνῃ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ καὶ διὰ τοῦτο ἕκαστος ἔρχεται ἐδῶ· ἐὰν μείνῃ εἰς τὴν πατρίδα του, θὰ ἔχῃ τὸν Ὑπομοίραρχον, ὁ ὁποῖος τὸν κατατρέχει, θὰ ἔχῃ τὸν Ἔπαρχον καὶ τὸν Ἐπισκοπικὸν Ἐπίτροπον ἀκόμη. Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην πολιτευομένου διὰ νὰ σωθῇ. Πρέπει λοιπὸν τὴν μάστιγα αὐτὴν νὰ τὴν ἀποφύγωμεν καὶ νὰ καταργήσωμεν τὴν τοιαύτην πολιτείαν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τις ἀνάγκην τοῦ πολιτευομένου. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ· διότι ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ Βουλή.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν μισθῶν εἰς νέας δραχμάς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ Ἄρθρον 1).

§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μαρτυρεῖ ἐπισήμως, ὅτι καὶ αὐτὸς οὗτος ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ὅπως εἶναι προσδιωρισμέναι αἱ συντάξεις καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Πετιμεζᾶ καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Γεωργαντᾶ ἔχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἀλλ’ ὁμολογουμένως ἡ σύνταξις αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, διὰ τοῦτο δὲ, καὶ δικαίως καὶ φιλανθρώπως φερόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεως αὐτῶν. Ἀφοῦ οὕτω σκέπτεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περὶ δύω μόνον οἰκογενειῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἐπὶ περιστάσεως πολλῷ σπουδαιοτέρας ταύτης, ἐπὶ περιστάσεως, ἀναφερομένης οὐχὶ εἰς ἓν ἢ δύο πρόσωπα, ἀλλὰ εἰς τάξιν ὁλόκληρον ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν, ὧν οἱ ἀρχηγοὶ κατηνάλωσαν τὰ παραγωγικὰ ἔτη τῆς ζωῆς αὑτῶν εἰς καλιέργειαν τοῦ ἀγόνου ἐδάφους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, ἀπορῶ, λέγω, πῶς ἔχει ὅλως ἀντίθετον ἰδέαν. Διατί κἂν δὲν ἐσκέφθη ὅτι ἡ ἀντίθετος αὕτη ἰδέα, εἰς ἣν λυποῦμαι ὅτι ἐπιμένει ἐπὶ τοσοῦτον, καταδικάζουσα—πρᾶγμα ὅπερ ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ὑπὲρ δύω μόνων οἰκογενειῶν, ὀρθῶς ὡς πρὸς τοῦτο σκεπτόμενος—εἰς τὰ δεινὰ τῶν στερήσεων πέντε χιλιάδας οἰκογενείας, ἀποτελούσας πληθυσμὸν 20 ἢ 25 χιλιάδων ψυχῶν, ἐγείρει εἰς ἀγανάκτησιν καὶ θέτει εἰς πειρασμόν; Διατί δὲν διεῖδεν ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ—εἶναι δὲ τοσοῦτον καταφανὲς, ὥστε δύναμαι νὰ τὸ εἴπω—διατί δὲν διεῖδεν, ὅτι παρὰ τοῖς κυρίοις βουλευταῖς καὶ τοῖς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ τοῖς ἐν τῇ Συμπολιτεύσει ἐπικρατεῖ ἰδέα ἀντίθετος ἐκείνης, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνταράσσει ὅλων τὰς καρδίας, δὲν εἶναι μόνον εὐγενὲς, φιλάνθρωπον, ἐπιεικὲς, ἀλλὰ εἶναι καὶ αἴσθημα δικαιοσύνης. Διατί καὶ κατὰ τοῦ δικαίου ἀντιτάσσεται ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι ἀχωρίστως συνδεδεμένον πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν, διότι βάσις τῆς συντάξεως εἶναι ὁ μισθός. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσητε τοὺς μισθοὺς, χωρὶς νὰ συναυξήσητε καὶ τὰς συντάξεις; Καὶ ἐὰν οὕτω πράξητε, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγητε μεγίστην ἀδικίαν, ἀνήκουστον, πρωτοφανῆ; Σᾶς φέρω ἁπλούστατον παράδειγμα. Ὁμιλῶ πρῶτον περὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων. Κατὰ τοὺς νόμους περὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων τὸ ποσὸν αὐτῶν προσδιορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βαθμοῦ, ὅπερ σημαίνει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τῶν ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἀποχωρούντων. Ἐὰν αὔριον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, καταστῇ τις τῶν στρατιωτικῶν συνταξιοῦχος, θὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του εἰς νέας δραχμὰς, ἐνῷ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ, ὅστις μετέβη εἰς τὴν τάξιν τῶν συνταξιούχων πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, ὅστις θὰ γείνῃ ἴσως σήμερον συνταξιοῦχος, θὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του εἰς παλαιὰς δραχμάς.

§51ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Ζηνόπουλε αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀπεῤῥίφθη χθὲς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν.

§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε· ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ ἰσχυρότατον σύμμαχον τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὅλα τὰ Νομοσχέδια συζητοῦνται ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς καὶ ψηφίζονται εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Εἶναι δὲ ὅλως ἀδιάφορον, ἂν δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως γίνωνται αἱ ψηφοφορίαι.

§53ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον (Θόρυβος).

§54ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὐδὲ τίνα πρότασιν πρόκειται νὰ ὑποβάλω ἐγὼ δὲν γνωρίζετε. Δὲν πρόκειται νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν συνταξιούχων, διότι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τοὺς προαγορεύσαντας προχθὲς, ἀνωμολόγησε τὸ δίκαιον αὐτῶν, περιώρισε δὲ τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικόν· παρέστησε δηλαδὴ ὅτι, ἂν καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ μετάσχωσι τοῦ εὐεργετήματος ἢ μᾶλλον τῆς δικαιοσύνης ταύτης καὶ οἱ συνταξιοῦχοι, δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ συνταράξῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ δὲν συζητοῦμεν σήμερον τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, δὲν θέλω ὁμιλήσει περὶ τῆς ἀκριβείας ἢ μὴ τοῦ ἰσοζυγίου· ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ ὑποστηρίξω τὰ δίκαια τὰ παραγνωριζόμενα τῶν συνταξιούχων, χωρὶς οὔτε ζήτημα πολιτικὸν νὰ ἐγείρω, οὔτε κατάκρισιν ν’ ἀπευθύνω, ἀλλὰ μόνον νὰ φωτίσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ νὰ διευκολύνω αὐτὸν εἰς ἀπονομὴν τῆς ἀναγνωρισθείσης ὑπ’ αὐτοῦ δικαιοσύνης πρὸς τοὺς συνταξιούχους. Λέγω λοιπὸν πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῆς προσθήκης τῶν 350,000 δραχμῶν, τῆς ἀναλογούσης εἰς τὰς συντάξεις, διαταράσσεται. Ἰδοὺ δὲ διατί. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, ὃν ὀφείλομεν, μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ θεωρῶμεν ὡς τὴν οἰκονομικὴν ἀλήθειαν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ περίσσευμα αὐτοῦ εἶναι, νομίζω, 150,000 δραχμαὶ περίπου· ἔχομεν δὲ δήλωσιν ὑποβληθεῖσαν πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τροποποιοῦσαν κεφάλαιά τινα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν εἰς τὸ περίσσευμα τοῦτο προστίθενται 650,000, νομίζω, δραχμαὶ, τοῦτο δὲ συνεπείᾳ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ὥστε τὸ περίσσευμα ἀνέρχεται εἰς 800 ἢ 900 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ προφανῶς δὲν πρόκειται νὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον διὰ προσθήκης ποσοῦ ἐλάσσονος τοῦ ἡμίσεος, ἤτοι 350 χιλ. δραχμῶν. Ἑπομένως ἡ ἀπόκρουσις ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ τῆς προτάσεως ἡμῶν ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ λόγου, ὃν προέβαλεν. Ἐὰν ὑπῆρχε πράγματι ὁ λόγος οὗτος, καὶ ἐγὼ, καίτοι ἀντιπολιτευόμενος, καίτοι πεποιθὼς ἐπὶ τὸ δίκαιον τῶν συνταξιούχων, δὲν ἤθελον βεβαίως ἐπιμείνει ἐξαναγκάζων τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν εἶχεν οὕτως, οἱ φίλοι μάλιστα τοῦ Ὑπουργείου βουλευταὶ ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔχει οὕτω, διατί ἄράγε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται εἰς τοὺς συνταξιούχους ὅ,τι δικαίως κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν πρέπει νὰ λάβωσιν, ἀφοῦ παραχωρεῖ τοῦτο καὶ ἐν μείζονι, πολλῷ μείζονι ἀναλογίᾳ πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, εἰς τοὺς ἤδη ὑπηρετοῦντας τὸ Κράτος, τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ δημοσίους ὑπαλλήλους; Ἐὰν ἦτο ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικὸν, τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο ζήτημα ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ 4,000,000 δραχμῶν εἰς ὅσας ἀνέρχονται αἱ ἐκ τῆς ἀναγωγῆς αὐξήσεις τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τότε βεβαίως πᾶσα περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου σκέψις ἤθελεν εἶσθαι σπουδαία καὶ σοβαρά· προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ἐλαχίστου, περὶ τοῦ ἀσημάντου ποσοῦ τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰς συντάξεις, ἡ σκέψις αὕτη, ἐνῷ ὅπως εἶπον, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, δὲν εἶναι συγχρόνως τὸ παράπαν σοβαρά. Πόσον νομίζετε, ὅτι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναλογεῖ τὸ ποσὸν τὸ εἰς τοὺς συνταξιούχους προστεθησόμενον; Ἀναλογεῖ εἰς τὰ ⅖ τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Εἶναι λοιπὸν σπουδαῖον νὰ λέγηται, ὅτι ποσὸν 350 χιλιάδων δραχμῶν θέλει διαταράξει τὴν ἰσοῤῥοπίαν Προϋπολογισμοῦ ἐξ 84,000,000; Εἶμαι ἐκ πεποιθήσεως ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· χαίρω δὲ ὅτι τὴν γνώμην ταύτην ἔχει καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργός· χαίρω ἔτι μᾶλλον ὅτι προανήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ὑποβάλει διαφόρους νόμους, δι’ ὧν θέλει κανονίσει ἐπὶ τὸ δικαιότερον καὶ σκοπιμώτερον τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, αὐξάνων αὐτοὺς ἀναλόγως τῶν ποικίλων λόγων, οἵτινες πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀντιμισθίας τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Τὴν ἀναγωγὴν τοῦ μισθοῦ εἰς νέας δραχμὰς δὲν ἐθεώρησα ὡς αὔξησιν πραγματικὴν, δὲν ἐθεώρησε τοῦτο οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀνοίξητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἴδητε ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τοῦτο δὲν ὀνομάζεται ὑπ’ αὐτοῦ αὔξησις, ὅτι ἐκεῖ προαναγγέλλεται μάλιστα αὔξησις, τὸ δὲ ἤδη γενόμενον ὀνομάζεται ἁπλῆ ἀναγωγή. Τῷ ὄντι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται, περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, στηριζομένης εἰς τοῦτο ὅτι, ἐνῷ τὸ Κράτος εἰσπράττει καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ παρὰ τῶν συνταξιούχων καὶ τοὺς φόρους καὶ τὰς κρατήσεις εἰς νέας δραχμὰς, πληρόνει εἰς παλαιάς. Τὴν ἰδέαν ταύτην κάλλιστα ἐξήγησε προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κύριος Δηλιγιάννης, διὰ τοῦτο δὲν ἐπανέρχομαι εἰς αὐτήν. Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ καταλήξω εἰς πρότασιν, ἥτις θέλει διευκολύνει, ὡς εἶπον, τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς προαγγελθείσης αὐτοῦ προθέσεως ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων. Εἶναι δὲ μείζων ἀνάγκη, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ δίκαιον, ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων ἢ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων. Δίκαιον εἶναι καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δὲ, ἀλλ’ ἀνάγκη ἀναπόφευκτος, ἐπιβάλλουσα εἶναι πρὸ πάντων διὰ τὰς συντάξεις. Πῶς ἀποδεικνύεται ἡ ἀνάγκη ὡς πρὸς τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν; Ἔχομεν παραίτησίν τινα ὑπαλλήλου ἕνεκα τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ μισθοῦ; οὐδεμίαν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων, ἔχομεν τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς. Οὗτοι κατέχοντες τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου καὶ ἔχοντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπαγγέλλεσθαι τὸν δικηγόρον, δύνανται καὶ ἐκτὸς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας νὰ ἀναζητήσωσι τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς των· ἀλλὰ οὔτε ἐκεῖθεν ἔχομεν παραίτησίν τινα. Ὡς δὲ πρὸς τοὺς λοιποὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ἔχομεν μάλιστα ἐπιδρομήν. Σεῖς, κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες ἀνήκετε εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ὡς καὶ ἡμεῖς, οἵτινες ἀνήκομεν ἄλλοτε, γνωρίζετε ὁποία ὑπάρχει πίεσις ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν πρὸς κατάληψιν δημοσίων θέσεων· γνωρίζετε ὅτι διὰ πᾶσαν θέσιν ὑπάρχουσι δέκα τοὐλάχιστον μνηστῆρες. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν ἀνάγκη, ἀλλὰ προέβη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ καλῶς προέβη. Διὰ τοὺς δυστυχεῖς ὅμως συνταξιούχους ἡ ἀνάγκη εἶναι προφανὴς καὶ ἐπιβάλλουσα· οἱ συνταξιοῦχοι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ οἱ ἀπομακρυνόμενοι τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας ἕνεκα φυσικῆς ἀνικανότητος, οἱ καταναλώσαντες τὰ ἔτη αὑτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ μὴ δυνάμενοι πλέον νὰ ἐργασθῶσιν, αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀποβιωσάντων. Τί δύνανται τὰ δυστυχῆ ταῦτα ὄντα νὰ πράξωσιν ἵνα παλαίσωσι κατὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀνταλλακτικῆς ἀξίας τοῦ διδομένου αὐτοῖς ἤδη νομίσματος καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν πάντων; Μὴ οἱ γέροντες οὗτοι καὶ ἀνίκανοι δὲν ὑπηρέτησαν τὸ Κράτος, ὅπερ ὑπηρετοῦσιν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπάλληλοι; Μὴ τὰ ἐκ γλίσχρου συντάξεως ἀποζῶντα ὀρφανὰ δὲν εἶναι τέκνα λειτουργῶν τοῦ Κράτους; Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων θέλει προκύψει ἔτι μᾶλλον καταφανὴς, ἐὰν συνδέσητε τὰ τῶν συντάξεων πρὸς τὰ τῶν μισθῶν, ἐὰν συνδέσητε δηλαδὴ τοὺς μισθοὺς πρὸς τὴν ἐλπίδα, ἣν ἔχει ὁ ὑπηρετῶν τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ βλέπων ὅτι οὐδὲν δύναται ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς αὐτοῦ μισθοῦ ν’ ἀποταμιεύσῃ, τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐπιπόνου σταδίου του θ’ ἀφήσῃ εἰς τὰ τέκνα του, ἐὰν αὐτὸς ἀποθάνῃ, ἢ θὰ ἔχῃ, ἐὰν ζήσῃ ἀνίκανος, ἄρτον κἂν ἐπαρκῆ. Ἀλλ’ εἶπον καὶ προηγουμένως καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου, καθόσον διεκόπην, εἶπον, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων ἢ μᾶλλον ἡ ἀναγωγὴ, εἶναι συνέπεια ἀναπόφευκτος τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, διότι αἱ συντάξεις κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μισθῶν. Θὰ ἔχητε αὔριον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ἀδικίαν, ὅτι οἱ μὲν τεθέντες μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νόμου τούτου εἰς ἀποστρατείαν νὰ λάβωσι τὴν σύνταξιν αὐτῶν εἰς νέας δραχμὰς, οἱ δὲ ἤδη διατελοῦντες ὑπὸ σύνταξιν ἢ οἱ χθὲς, ἤτοι πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τεθέντες εἰς ἀποστρατείαν ὁμοιόβαθμοι αὐτῶν, νὰ λαμβάνωσιν, ἄνευ τῆς ἀναγωγῆς, ποσὸν ὀλιγώτερον. Καὶ διὰ τοὺς πολιτικοὺς δὲ ὑπαλλήλους θά συμβῇ τὸ αὐτό. Κατὰ τὸν νόμον περὶ πολιτικῶν συντάξεων ἡ τελευταία τετραετία λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς συντάξεως. Ἐὰν μετὰ τέσσαρα ἔτη συμπληρώσῃ τις τὴν ἐπὶ τῇ ἀναγωγῇ μισθοδοσίαν αὐτοῦ, θὰ ἔχῃ δικαίωμα συντάξεως ἐπὶ τούτῳ τῷ ποσῷ, ἀλλὰ θὰ ὑπολογίσῃ, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὰ 16 προηγούμενα ἔτη, καθ’ ἃ δὲν ἐλάμβανε τὸν αὐτὸν μισθόν. Θὰ ἔχητε δὲ καὶ ἄλλας ἀνωμαλίας, διότι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ὑπαλλήλου ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῶν τεσσάρων ἐτῶν θὰ ὑπολογίζητε τὸν μισθὸν αὐτοῦ εἰς παλαιὰς καὶ εἰς νέας δραχμὰς διὰ νὰ εὕρητε τὸν μέσον ὅρον, ἐνῷ ὅλα ταῦτα ἐκλείπουσι καὶ οὐδεμία προκύπτει δυσκολία, ἐὰν ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀναγωγῆς καὶ ἐπὶ τοὺς συνταξιούχους. Ἀλλὰ καίτοι ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς σᾶς ὑπέβαλον καὶ ἐξ ὧν αἴρεται ἡ αἰτιολογία, ἣν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς προτείνει περὶ τοῦ ἰσοζυγίου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασίν τινα λύουσαν, ἐντελῶς, ἐὰν ὑπάρχωσι, τὰ οἰκονομικὰ δεσμὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλω περὶ τῶν αἰσθημάτων αὐτοῦ πρὸς τὸ δίκαιον τῶν συνταξιούχων καὶ περὶ τῆς φιλαληθείας αὐτοῦ καὶ τῆς σπουδαιότητος, μεθ’ ἧς ἔδωκε τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τῆς ἀναγωγῆς ταύτης. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἑνὸς μόνον ἔτους, πρόκειται τουτέστι περὶ δαπάνης ἐφάπαξ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ποσοῦ 350,000 δραχμῶν. Ἡ γνώμη μου καὶ ἡ εὐχὴ εἶναι νὰ προστεθῶσιν αὗται αἱ 350,000 δραχμαὶ, ἀφοῦ δὲν διαταράσσεται τὸ, κατὰ τὰ κείμενα τὰ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τοῦτο ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὸ ἀμφίβολον τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὑπολογισμῶν του, ὑποβάλλω πρότασιν, εἰς ἣν, ἐὰν ἀληθῶς μεριμνᾷ ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν συνταξιούχων καὶ ἂν ἀποδίδῃ τὴν ὀφειλομένην σημασίαν εἰς τὴν διὰ μυρίων τρόπων, δειλῶς μὲν ἀλλὰ καθαρῶς ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τῶν φίλων αὐτοῦ ἰδέαν, δὲν θέλει ἀντιταχθῆ. Κατὰ τὸ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν Νομοσχέδιον, ἡ ἀναγωγὴ τῶν μισθῶν γίνεται ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, γίνεται τουτέστι διὰ τάξεως ἀναδρομικῆς ἄνευ σπουδαίας καὶ σοβαρᾶς ἀνάγκης. Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ μέχρι τοῦδε ὑπηρετήσαντες, ὑπηρέτησαν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὸν μισθόν, τὸν ἐν τοῖς νόμοις ἤδη ἀναγεγραμμένον. Σήμερον, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὰ περὶ τῆς ἀναγωγῆς, σήμερον ἄρχεται τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ λάβωσι μισθὸν ἀνώτερον. Ἀνάγκη ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ νόμου παρίσταται μόνον ὡς πρὸς τὰς ἤδη παρελθούσας ἡμέρας τοῦ Φεβρουαρίου· διότι δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ποία θέλει εἶσθαι ἡ ἀνωμαλία τῶν λογαριασμῶν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς πάντων τῶν ὑπαλλήλων οἱ μισθοὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσι τῇ βάσει δύω μονάδων. Ἀλλὰ διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον, οὐδὲ ἀνωμαλία τις δύναται νὰ ἐπέλθῃ, οὐδὲ ἀνάγκη ὑφίσταται. Ὀφείλει μάλιστα ἡ Βουλὴ, ἀποφεύγουσα κατ’ ἀρχὴν τὸ νὰ εἰσάγῃ εἰς τοὺς νόμους διατάξεις διδούσας αὐτοῖς ἄνευ ἀνάγκης προσθενεργὸν δύναμιν, νὰ δράξηται μάλιστα τῆς περιστάσεως ταύτης, ἵνα ἐκτελέσῃ μὲν τὸ καθῆκον τοῦτο τὸ ἀνώτερον, θ’ ἀποδώσῃ δὲ συγχρόνως δικαιοσύνην εἰς πολυπληθῆ τάξιν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες ἐπὶ 20ετίαν, ἐπὶ 30ετίαν καὶ 50ετίαν ἴσως εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡ ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπερχομένη αὔξησις ἀνέρχεται εἰς τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἑπομένως τοῦ μηνὸς τὸ ποσὸν σύγκειται ἐκ 350 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπίσης τὸ σύνολον τῶν ποσῶν, ἅπερ πληρώνονται εἰς τοὺς συνταξιούχους, εἶναι 3,500,000 δραχμῶν, ἑπομένως διὰ τῆς ἀναγωγῆς δὲν πρόκειται νὰ προστεθῇ οὐδὲ λεπτὸν, θὰ προκύψῃ μάλιστα καὶ οἰκονομία, διότι καὶ ἐπὶ τῶν συνταξιούχων ἡ ἀναγωγὴ θὰ γείνῃ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀπὸ τῆς πρώτης Φεβρουαρίου. Οὕτω λύεται τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν λύεται μόνον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἐξερχόμεθα ἀπὸ τῆς δυσχερείας ταύτης, ἣν ὅλοι συναισθανόμεθα. Καὶ λέγω ὅλοι, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω μετὰ πολλῶν ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἀνομολογοῦσι τὸ δίκαιον καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ εὑρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ τὸ δίκαιον τοῦτο νὰ ἱκανοποιηθῇ, χωρὶς νὰ προσβληθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλων, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁμιλῶ καὶ ἐν ὀνόματι πάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶναι τὰ τέκνα τῶν ἀποκεχωρηκότων καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ὦσιν αὔριον εἰς τὴν θέσιν ἐκείνων. Δὲν γνωρίζει τις τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν δύναται νὰ κατασταθῇ ἀνίκανος ἢ ν’ ἀπολέσῃ τὴν ζωήν του, διὰ δὲ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους δὲν γνωρίζει τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ πέλεκυς τῆς παύσεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τὴν μικρὰν ταύτην ζημίαν, τὴν ἀνεπαίσθητον, τὴν μηδαμινήν, θέλουσιν εὐχαρίστως ὑποστῆ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες προεπορεύθησαν αὐτῶν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, οἵτινες ἐδίδαξαν αὐτοὺς, οἵτινες ἐγέννησαν αὐτούς. Τοιαύτην πρότασιν ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ προθύμως ἀποδέχεται, ἀλλ’ ἔχω καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι δὲν ὑποβάλλω αὐτὴν διὰ νὰ φέρω προσκόμματα ἢ διὰ νὰ ἐλέγξω, ἀλλ’ ἵνα διευκολύνω τὴν πραγματοποίησιν μέτρου, ὅπερ θέλει τιμήσει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀποδιδούσας δικαιοσύνην εἰς πολυπληθῆ τάξιν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, οἵτινες ἀτενίζουσι πρὸς ἡμᾶς ἐν τῇ εὐλόγῳ πεποιθήσει, ὅτι ἀτενίζουσι πρὸς τὸ Συνέδριον τοῦ Ἔθνους, ὅπερ πρέπει νὰ ἐμφορῆται πάντοτε εὐγενῶν αἰσθημάτων καὶ ν’ ἀπονέμῃ τὸ δίκαιον.

§55ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα· νὰ διακριθῶσιν εἰς τὸ Νομοσχέδιον οἱ συνταξιοῦχοι τοῦ ἀγῶνος, χῆραι καὶ ὀρφανὰ, οἱ δὲ λοιποὶ συνταξιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον παλαιὰς δραχμὰς, νὰ λαμβάνωσιν εἰς παλαιὰς τὴν σύνταξίν των, καὶ τότε δὲν συνταράσσεται ὁ Προϋπολογισμός. Τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη ὡς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει, νομίζω, νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανά. Αὐτὴν τὴν τροποποίησιν ἔχω νὰ κάμω.

§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ἦτο δυνατὸν νά γίνῃ ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, τὸ ζήτημα θὰ διευκολύνετο ἐν τῷ παρόντι, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπροτείνετο, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν χάριν τῶν ἀγωνιστῶν συνταξιούχων, θὰ ἦτο μικρὸν, καὶ δὲν θὰ ἐγίνετο τότε λόγος περὶ διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη διάκρισις εἶνε λίαν δυσχερὴς, διότι οἱ συνταξιοῦχοι ἀγωνισταὶ δὲν ἔχουσι μόνον ὑπηρεσίαν ὡς ἀγωνισταὶ, οὐδὲ κυρίαν ὑπηρεσίαν ἀγωνιστοῦ· τοὐναντίον, ἡ ὑπηρεσία ἡ κυρία τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τὰ στοιχεῖα τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν εἶναι τὸ πλεῖστον μεταγενέστερα. Ὡς πρὸς πολλοὺς μάλιστα ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀγῶνος εἶνε ἐλαχίστη, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν νῦν ἐπιζώντων συνταξιούχων ἀγωνιστῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀγῶνος ἦσαν μικρᾶς ἡλικίας. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη, ἂν ἐπρόκειτο περὶ διαρκοῦς μέτρου, θὰ ἦτο δικαία· διότι ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ μὴ ἀγωνισταὶ, ἔχουσι καὶ οὗτοι δικαίωμα εἰς τὴν ἐλευθερίαν ψῆφον τῆς Βουλῆς· δικαίωμα κατὰ τύπους βεβαίως δὲν ἔχουσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, διότι καταβαλόντες τὰς κρατήσεις εἰς παλαιὰς δραχμὰς δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσιν, ἂν εἰς παλαιὰς δραχμὰς τοῖς ἐπιστρέφεται ἡ καταβολὴ αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι πολλὰ ἐπῆλθον ἀπὸ τῆς καταβολῆς, ἅτινα κατέστησαν τὴν σημερινὴν ἀξίαν τοῦ ἀποδιδομένου μικροτέραν ἢ ὅτε κατηρτίσθη τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων. Ἡ ὑπερτίμησις πάντων τῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ αὔξησις τῶν 11% ἡ προτεινομένη σήμερον, εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο μὲ φέρει εἰς ἑτέραν παρατήρησιν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας, καὶ ἄλλοι κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συζήτησιν παρετήρησαν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ ἀναγκῶν τοσούτῳ μεγάλων, τοσούτῳ σπουδαίων, περὶ δικαιοσύνης ἀποδοτέας εἰς πρόσωπα, ὑπερετήσαντα τὸ Ἔθνος, καὶ ἤθελον καὶ ἐγὼ συνομολογήσει τοῦτο, ἂν τῷ ὄντι ἠθέλομεν ἐν τῇ διαταράξει τοῦ ἰσοζυγίου κατὰ 400 χιλιάδας δραχμὰς ἐπιτύχει τὴν ἱκανοποίησιν ὁλοκλήρου τάξεως, πρὸς ἣν ἡ Πολιτεία ὀφείλει περίθαλψιν· ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν τοιοῦτόν τι; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη εἶναί τι σπουδαῖον πρὸς ἐκείνους, πρὸς οὓς γίνεται; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης, τὸ πρὸς αὐτοὺς ὀφειλόμενον; Ἀναντιρήτως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐξέτασις τοῦ θέματος τούτου, ἰδίως ὡς πρὸς τοὺς ἀγωνιστὰς, τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως, τὸ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας πολὺ ἀπέχει τοῦ μέτρου τῆς ὀφειλῆς. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ πλεῖστοι ἀγωνισταὶ, οἵτινες δὲν περιλαμβάνονται ἐν τοῖς συνταξιούχοις, καὶ οὐδόλως αὐτοὺς ὠφελεῖ ἡ μετατροπὴ τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος περὶ ἀγωνιστῶν, οἵτινες οὐδὲν λαμβάνουσι παρὰ τοῦ ταμείου, καὶ δὲν θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐξ οἱασδήποτε αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Ἐὰν ἄρα ἐπρόκειτο ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς ὅλους τούτους τοὺς ἀγωνιστὰς, τούς τε περιλαμβανομένους ἐν ταῖς τάξεσι τῶν συνταξιούχων καὶ τοὺς μὴ, οὐχὶ διὰ τῆς ἀναξίας λόγου αὐξήσεως τῶν 100 δραχμῶν εἰς 111, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἀπέναντι τοιούτου σπουδαίου ἀποτελέσματος ἠδύνατο ἡ διατάραξις τοῦ ἰσοζυγίου κατὰ 400 χιλιάδας νὰ παροραθῇ, ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδόλως πρόκειται· πρόκειται περὶ μέτρου τινὸς δικαιοσύνης ἄλλου, ἀπέχοντος πολὺ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν εὐλόγων ἀξιώσεων· ἡ ἀπόκτησις δὲ ἀγαθοῦ τοσοῦτον περιωρισμένου δὲν δύναται ν’ ἀντισταθμίσῃ τὰς ἐκ τῆς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου ζημίας. Ἐθεωρήθη παρά τινων, ὅτι καὶ ἐν τοιούτῳ μέτρῳ ἀποδιδομένης τῆς δικαιοσύνης, κατὰ πρῶτον λόγον ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ συνταξιοῦχοι καὶ μόνον μετ’ αὐτοὺς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι· βεβαίως δὲ τοῦτο ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ἐὰν τὸ προταθὲν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἀφεώρα εἰς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας διὰ δικαίου μέτρου. Ὅ,τι ἐπεδιώξαμεν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος δὲν ὑπῆρξε νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὑπῆρξε νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς ἐν μέτρῳ τινὶ ἀνώτερον μισθὸν, ἵνα δύνωνται νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑπηρετοῦντες τὸ Κράτος· διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι κακῶς ὑπηρετεῖται τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ὅταν οἱ μισθοὶ εἶναι δυσανάλογοι πρὸς τὴν προσφερομένην ὑπηρεσίαν καὶ ἀνεπαρκεῖς πρὸς συντήρησιν τοῦ ὑπαλλήλου, ὅταν δίδωμεν διαχείρισιν εἰς πρόσωπα, εἰς ἃ δὲν παρέχομεν τὰ μέσα ὅπως ἔχωσι στέγην καὶ τροφήν. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πρωτίστη ἡμῶν σκέψις συνδυαζομένη μετὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι διὰ μέτρου δικαίου ἠθελήσαμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους μὴ ἐπιδιώξαντες πλατωνικὴν ἀπόδοσιν δικαιοσύνης. Τὸ παρεχόμενον τοῖς ὑπαλλήλοις διὰ τοῦ ἐφέτος προτεινομένου μέτρου, ὡς καὶ προηγουμένως παρετηρήσαμεν, εἶναι ἀνεπαρκὲς, καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν προτείνει καὶ ἄλλα τινὰ, ἀλλ’ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ προτείνωμεν αὐτὰ, ἐὰν ἴδωμεν πραγματοποιουμένας τὰς ἐλπίδας ἡμῶν περὶ τῶν πόρων, δι’ ὧν θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀπαιτήσωμεν τὰς τοιαύτας δαπάνας, τοῦτο λέγομεν καὶ περὶ τῶν συνταξιούχων, ὡς πρὸς οὓς οὐδὲν συμφέρον ἔχει ἡ Πολιτεία, ἵνα παράσχῃ ἀνώτερον χορήγημα, ἀλλὰ θέλομεν προτείνει τὴν αὔξησιν τοῦ χορηγήματος ὡς ὀφειλὴν δημοσίαν πρὸς αὐτοὺς, ἣν ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν, ἐνόσῳ δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχομεν καὶ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Ἐθεωρήσαμεν ὡς συντελοῦσαν πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τῶν μέσων τούτων τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· διὰ ταύτης ἠλπίσαμεν, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐπαγγελίαι ἡμῶν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἡ δὲ πραγματοποίησις αὐτοῦ διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως συντελουμένη θέλει μᾶς παράσχει τὰ μέσα, ἵνα ἔλθωμεν ἐπίκουροι εἰς τοὺς συνταξιούχους. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἵνα μὴ διαταράξωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ἐπρότεινεν, ὅπως ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων τὴν διὰ τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔτους πληρωθησομένην αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ διανείμωμεν τὸ ποσὸν εἰς τοὺς συνταξιούχους. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐν τῇ αὐξήσει τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, οἱ δὲ ὑπάλληλοι γνωρίζουσι τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς εἰδοποιήθησαν διὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ Νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου θέλουσι λαμβάνει τὸν μισθόν των εἰς νέας δραχμάς· ὥστε ὑπάρχει ἠθικὴ ὑποχρέωσις πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ ἐὰν αὕτη δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἤθελον παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅστις, νομίζω, ὅτι προέβη εἰς αὐτὴν, ἵνα μὴ ἐπαναλάβῃ τὴν χθὲς ἀποῤῥιφθεῖσαν πρότασιν. Ἐὰν ἐφοβήθη νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὴν ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον ἕνεκα διατάξεως τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶχε δίκαιον· διότι τὸ Σύνταγμα, φρονῶ, δὲν παρεμβάλλει εἰς τοῦτο ἐμπόδια, παρεμβάλλουσιν ὅμως τά ἔθιμα καὶ τὸ πρέπον, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπανέρχηταί τις εἰς τὰ ἀποφασισθέντα, ἐκτὸς ἐὰν μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις. Ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν ἀπεῤῥίφθη πρότασίς τις, τὸ Νομοσχέδιον ὑπέστη μεταβολάς, ὧν ἕνεκα ἡ τροπολογία, ἡ θεωρηθεῖσα τότε μὴ λυσιτελής, νὰ θεωρῆται καταστᾶσα χρήσιμος ἢ ἀναγκαία, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν αὐτὴν πρότασιν κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς ἐν ἑκάστῃ συζητήσει, ὅπως ἐπανέρχηται εἰς τὰ προαποφασισθέντα, ὅταν ἐκ τῶν μεταβολῶν, ἃς ἐν ταῖς συζητήσεσιν ὑφίσταται τὸ Νομοσχέδιον, παρίσταται ἡ ἀνάγκη· ἀλλ’ οὐδεμία μεταβολὴ ἐγένετο ἐν τῷ προκειμένῳ Νομοσχεδίῳ, ἑπομένως ἡ ἀπόφασις ἡ χθεσινὴ δὲν δύναται ν’ ἀνατραπῇ σήμερον εὐλόγως. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἔφερε σήμερον τὴν πρότασιν ὑπὸ ἄλλον τύπον, διότι ἐθεώρει, ὅτι ἐνῷ ὑπὸ τὸν νέον τύπον ἦτο δικαία, ἠδύνατο καὶ νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν τῶν δοθεισῶν παρ’ αὐτῆς ὑποσχέσεων, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον ἐλπίζει, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι τοιαύτη πρότασις δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ παρ’ ἡμῶν δι’ ὃν λόγον δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ ἡ χθὲς ἀποῤῥιφθεῖσα, ἤτοι ὅτι διὰ μὲν τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἡ οἰκονομία τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπιτρέπει τοιαύτην δαπάνην, διὰ δὲ τὸ προσεχὲς οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν πρὶν ἢ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου παρέχει τὰ μέσα, ἵνα προβῶμεν εἰς τοιαύτην ψῆφον. Πόθεν ἔχομεν ἀπὸ τοῦδε τὴν βεβαιότητα, ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ ὑπάρξῃ ἱκανὸν περίσσευμα, ἵνα πραγματοποιήσωμεν τὴν τοιαύτην δαπάνην; διότι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας προβλέπει μόνον περὶ πόρου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.

§57ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπεσχέθητε διὰ τὸ προσεχές.

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεσχέθημεν ὑπὸ τὸν ὅρον ἂν ἐπιτρέπῃ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ βεβαιωθῶμεν πρῶτον, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐκ περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ν’ ἀποτίσωμεν τὴν δαπάνην. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας δεικνύει μεγαλειτέραν πεποίθησιν εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἔχει εἰς αὐτά αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ δὲ τοῦτο παρετήρησα χθὲς ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνῷ ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέμφεται τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, θεωροῦσα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς ὑπεβλήθη, δὲν εἶναι ἀληθής, καὶ ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθῶσιν ὅσα ἐπαγγέλλεται, αἴφνης βλέπομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν συζητοῦσαν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡσανεὶ πάντα τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἤθελον πραγματοποιηθῆ μέχρι λεπτοῦ, τὸν δὲ κ. βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας λέγοντα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ κατά τὸ ἔτος τοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς κατηρτίσθη ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐνῷ παρέχει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὔξησιν μισθοῦ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, δυνάμεθα ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων τὴν αὔξησιν τοῦ Ἰανουαρίου νὰ λάβωμεν ἐκεῖθεν ἄνευ διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἐτησίαν αὔξησιν τοῦ χορηγήματος τῶν συνταξιούχων. Θεωρεῖ ἄρα ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας τὸ ἰσοζύγιον ὡς ἐντελῶς βεβαιωμένον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θέλομεν ἔχει περίσσευμα. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὰ τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τοῦ περισσεύματος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἐκτιμῶμεν οὕτω· θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ καταρτίζηται ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τὰς πιθανότητας τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται, ἀφοῦ δὲ δὲν ὑποβάλλομεν Προϋπολογισμὸν βεβαιοτήτων, ἀλλὰ Προϋπολογισμὸν πιθανοτήτων, εἶναι ἐνδεχόμενον πολλὰ νά ἐπέλθωσι, τὰ μὴ ἐπιτρέψοντα ὅπως ἡ πιθανότης αὕτη ἀποδειχθῇ ταυτόσημος τῇ βεβαιότητι. Ἰδίως δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπιτελοῦσα τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸ καθῆκον, ὅπως ἐπὶ ὑπολογισμῶν, οὓς ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ μόνον ὡς πιθανούς, μὴ στηρίζῃ ὡς ἐπὶ βεβαιοτήτων προτάσεις περὶ αὐξήσεως δαπανῶν. Ὅταν δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔρχεται ἐπαγγελλομένη, ὅτι θὰ περιορίσῃ τὰς πρὸς τὴν σπατάλην τάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν φέρῃ ἔκθεσιν τῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκπροσωπούντων αὐτήν, δι’ ἧς προτείνει τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν, ὡς ἤκουσα, δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ἀληθές, 11 ἑκατομμυρίων, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀξιοῖ ὅτι τὰ ἔσοδα, ὡς παρεστάθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἶναι εἰκονικὰ, εὐλόγως ἀπελπίζεται ἐξ αὐτῆς ἡ Πολιτεία, βλέπουσα τοὺς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρερχομένους ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ προτείνοντας αὐξήσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἐνῷ παρὰ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχομεν γενικὰς ἐπαγγελίας περὶ οἰκονομιῶν, θετικὰς αὐτῆς προτάσεις ἔχομεν μόνον περὶ αὐξήσεως δαπανῶν, καὶ τοῦτο ὁσάκις ἔχουσι τὴν προσδοκίαν ὅτι θὰ ὑποστηριχθῶσι παρὰ τῶν ἐχόντων συμφέρον ἐν τῇ αὐξήσει ἢ παρὰ τῶν ἐκτιμώντων τὴν δαπάνην μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης καὶ παραβλεπόντων τὴν ἔλλειψιν πόρου βεβαίου πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῆς. Σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται δαπάναι ὑπέρτεραι τῶν ἀναγκῶν, ἐν αὐτῷ δὲν περιελήφθησαν πᾶσαι αἱ τῆς πρωτίστης ἀνάγκης. Οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς· καίτοι δὲ λέγεται καὶ πιστεύεται ὡς ἀξίωμα, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὑπέρτερος τῶν ἀναγκῶν, τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἴσος πρὸς τὰς ἀνάγκας, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πολιτείας διὰ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχομεν. Εἶναι βέβαιον προσέτι, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἀναγράφονται δαπάναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἵνα δυνηθῇ ἡ Πολιτεία ἡμῶν νὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν παράλληλον τῶν ὁμοταγῶν αὐτῇ Πολιτειῶν καὶ διὰ δημόσια ἔργα καὶ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ διὰ τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ πλειοτέρας δαπάνας ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ὅμως ταῦτα ἀφίενται πρὸς τὸ παρὸν κατὰ μέρος, διότι ἐπιτρέπεται νὰ καταχωρίσωμεν περὶ αὐτῶν πιστώσεις μόνον, ὅταν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν καὶ ἀντίστοιχα ἔσοδα. Ὅταν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐπιβάλλῃ εἰς ἑαυτὴν περιορισμοὺς περὶ αὐτὰς τὰς ἀναγκαιοτέρας δαπάνας, τὸ θέαμα Ἀντιπολιτεύσεως οὐ μόνον ἀνικάνου ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ ἐλεγκτικὸν αὐτῆς καθῆκον ἐπὶ περιστολῇ τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ δραττούσης πᾶσαν εὐκαιρίαν ἵνα προκαλῇ τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ προτάσεων σπατάλης, δικαίαν προκαλεῖ ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος. Πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ ἦναι βεβαία περὶ τῆς εὐρύθμου ἐργασίας τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀντιλαμβανομένη τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας δύναται νὰ παρορμᾶται ἐκ τῆς συναισθήσεως αὐτῶν εἰς ἐνέργειαν ὑπερβάλλουσαν, ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις ἐργαζομένη πρὸς περιορισμὸν αὐτῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος· ὅταν βλέπῃ Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἐπιλανθάνεται τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ἀντὶ νὰ περιστέλλῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιζητεῖ τὰς ἐπευφημίας τῆς κοινωνίας, ὑπερθεματίζουσα εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ λόγῳ ἀποδόσεως δικαιοσύνης, ἀντιτασσομένη δὲ συνάμα εἰς πᾶν μέτρον ἀφορῶν εἰς τὸν προσπορισμὸν τῶν πρὸς τὰς δαπάνας ταύτας ἐσόδων, ἡ Πολιτεία δικαίως διατελεῖ ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῶν ἐγγυήσεων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἃς παρέχει ἡ Βουλή. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν πᾶσαν, ἀλλ’ ἰδίως τὴν Ἀντιπολίτευσιν ν’ ἀπέχῃ ἀπὸ τῶν τοιούτων προτάσεων· παρακαλῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐπιτελῇ τὰ καθήκοντα τῆς θέσεως, ἥτις ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐτάχθη εἰς αὐτήν, νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ προτάσεων ἀρεσκουσῶν εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλ’ ἀσυμφόρων τῇ Πολιτείᾳ, νὰ μὴ συντάσσηται πρὸς πᾶσαν γνώμην ὁσονδήποτε ἐπιβλαβῆ, ἣν βλέπει ἀσπαζομένην παρά τινων ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλει ἐπιτύχει διάσπασιν τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως. Ταύτην τὴν πρότασιν περὶ ἀποδόσεως δικαιοσύνης εἰς τοὺς συνταξιούχους ἐνόμισεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκμεταλλευθῇ, παριστῶσα τοὺς συμπολιτευομένους βουλευτὰς ἀπέναντι τῶν συνταξιούχων ὡς μὴ ἀναγνωρίζοντας τὰ δικαιώματα αὐτῶν καὶ μὴ συμπονοῦντας πρὸς αὐτούς· ἀλλὰ τῶν συμπολιτευομένων βουλευτῶν ἡ εἰς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσις ἐθωράκισεν αὐτοὺς κατὰ τοιαύτης τακτικῆς, ἥτις δὲν τιμᾷ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οὐδ’ ὠφελεῖ τὴν Πολιτείαν.

§59Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ μομφὴ καιρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίᾳ κατὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μομφὴ τῷ ὄντι καιριωτάτη, μοὶ παρέσχε τὴν ἀφορμὴν, ὅπως ζητήσω τὸν λόγον. Ἡ μομφὴ, ἣν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, εἶναι ὅτι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνέλαβον τὴν πεποίθησιν περὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν αὐτὴ ἡ ἰδία ἔχει περὶ τῶν ἰδίων αὑτῆς ἔργων, συνέλαβον τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελον πραγματοποιηθῆ τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προνοεῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ μέλλοντος ἔτους. Μεγαλειτέρα κατηγορία κατὰ τῆς μειοψηφίας τῷ ὄντι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ παρ’ αὐτὴν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε κατ’ αὐτῆς, ὅτι ἀποδίδει σπουδαιότητά τινα εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ταύτην πρὸ πάντων τὴν μομφὴν ἠθέλησα νὰ ἀποκρούσω ὡς συμμετέχων αὐτῆς τόσῳ μᾶλλον, καθόσον εἶμαι καὶ μέλος τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐξέφρασεν ἤδη τὰς γνώμας της. Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ἀλλ’ οὐδὲ ἁπλῆν ἐλπίδα ἔχει ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὰ μέτρα ὑμῶν τὰ οἰκονομικὰ θέλουσι τύχει καὶ τῆς ἐλαχίστης εὐδοκιμήσεως! Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν, οὐδὲ ἀσθενῆ ἐλπίδα, ἀπέναντι τοῦ τετελεσμένου ἤδη ναυαγίου, τοῦ ὁποίου ἔτυχον τὰ μέτρα σας τὰ οἰκονομικά! Δι’ αὐτὸ ἐθεώρησα ὕβριν πρὸς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι ἀπέδωκαν τὴν ἐλαχίστην σπουδαιότητα εἰς τὰ μέτρα ὑμῶν. Ἀλλὰ συναντώμεθα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα· ἐνῷ σεῖς μὲν φρονεῖτε, ὅτι ἔχετε ἤδη κατὰ πιθανότητα ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς δὲ ὅτι δὲν ἔχετε ἐξησφαλισμένον εἰ μὴ ἔλλειμμα 20 ἴσως ἑκατομμυρίων! Καὶ ἐν τῇ εὐφυΐᾳ ὑμῶν ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι συναντώμεθα μόνον ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα· ἡμεῖς φρονεῖτε μικρολογοῦντες μικρολογίαν ἀναξίαν ὑμῶν ἢ λέγετε ὅτι φοβεῖσθε τὸ ἔλλειμμα τῶν 200 ἢ 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὴν αὐτὴν μικρολογίαν, ἐὰν ἐφρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἐνῷ ἐπίκειται ἔλλειμμα 20 ἑκατομμυρίων. Συναντώμεθα λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, καίτοι διϊστάμεθα μεγάλως ὡς πρὸς τὴν ἀφετηρίαν τῶν σκέψεων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς ταύτην τὴν αἰτίασιν ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προέβη καὶ εἰς ἄλλην αἰτίασιν καὶ παρετήρησε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σκεφθῇ πῶς νὰ περιορίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ. Καὶ τοῦτο τὸ καθῆκον ἂν παρημέλει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἤθελεν ὑποπέσει ἀληθῶς εἰς ἔγκλημα ἀπέναντι τοῦ τόπου. Ἄν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ σᾶς περιορίσῃ ὡς πρὸς τὴν τάσιν τῶν δαπανῶν, καὶ δὲν τὸ ἔκαμνε, δικαίως ἠδύνασθε νὰ τὴν κατηγορήσητε, ὅτι ἔπραττε τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα εἰς τὸν τόπον. Καὶ κατηγορεῖτε ἤδη τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι συναισθάνεσθε ὅτι, λύσαντες τὰς χεῖρας, δὲν δύνασθε πλέον νὰ τὰς δέσητε! ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ ἀδύνατα, διότι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ· ἐὰν εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ, βεβαίως ἤθελε σπεύσει νὰ σώσῃ καὶ σᾶς καὶ τὸν τόπον, ἢ νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖράς σας, τὰς ὁποίας ἅπαξ λύσαντες δὲν δύνασθε πλέον νὰ περιορίσετε. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς—ἀναξίως, πιστεύω, τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ—καθ’ ἑκάστην καὶ κατὰ κόρον ἐπαναλαμβάνει, εἰς πᾶν ζήτημα δαπάνης, ὅτι εὑρίσκει τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀντιφάσκουσαν πρὸς ἑαυτήν, διότι προτείνει τυχὸν μίαν δαπάνην, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις, λέγει, εἶναι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν. Τοιαῦτα ἐπιχειρήματα στερεότυπα ἐπαναλαμβανόμενα εἶναι ἀνάξια τῆς σπουδαιότητος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς ὑπολήψεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν νοημοσύνην τῶν ἀκουόντων αὐτόν· ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τὸ πολὺ παίγνια μόνον ῥητορικὰ, ἀλλὰ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σκέπτεται ν’ ἀποκόπτῃ τυφλῶς οἱανδήποτε δαπάνην. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κρίνετε τὴν πορείαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν πορείαν τὴν ἰδικήν σας καὶ κατὰ τὸ ἰδικόν σας σύστημα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζετε, ὅτι προσέχει μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ οἱασδήποτε δαπάνης καὶ εἰς τίποτε ἄλλο· νομίζετε, ὅτι ἀκολουθεῖ ὡς πρὸς τοῦτο τὸν ἴδιον ὑμῶν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι· διότι ὅταν πρόκηται νὰ δαπανήσητε, δὲν ἀποβλέπετε εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἀλλ’ εἰς ἄλλα συμφέροντα, καὶ ὅταν ἱκανοποιῶνται τὰ ἄλλα συμφέροντα, τότε δαπανᾶται χωρὶς νὰ σκέπτεσθε περὶ ἄλλου τινός; Ἀλλ’ ὅταν, κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ Ἀντιπολίτευσις προτείνῃ οἰκονομίας, δὲν προτείνει ἁπλῶς ἐλάττωσιν δαπάνης ἄνευ σκέψεως· προϋπολογίζει καὶ σκέπτεται ποῦ προτείνει τὴν οἰκονομίαν, καὶ πρὸ πάντων τὰς οἰκονομίας τὰς προτείνει εἰς ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐξ ἀντιθέτου θέλετε τὴν ὅσον ἔνεστι μεγαλειτέραν δαπάνην· εἰς ἐκεῖνα δηλαδὴ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρὸ πάντων ἐπηρεάζουν ὀλεθρίως τὴν πολιτικήν· καὶ τὴν πολιτικὴν δὲν τὴν ἐπηρεάζουν τόσον τὰ ζητήματα τῶν συντάξεων, ὅσον τὰ ζητήματα τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων θέσεων. Καὶ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι πάντες ἔχουσι τὸν νοῦν τὸν ἀρκοῦντα πρὸς τὰς τοιαύτας διακρίσεις. Τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς ἐπηρεάζῃ καιρίως· ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καιρίως μᾶς ἐπηρεάζουσιν, εἶναι τὰ ὅσα διαθέτομεν ναὶ μὲν καὶ πρὸς παροχὴν ὑλικῶν ὠφελειῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀπόκτησιν δυνάμεως, κακῶς ὅμως ἐννοουμένης δυνάμεως. Αὐξάνετε τὰς δαπάνας, ὅταν πρόκηται νὰ αὐξήσητε τὰς δημοσίας θέσεις, κάμνετε δὲ τὰς οἰκονομίας ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει συμφέρον ἱκανὸν νὰ σᾶς ἐπιβληθῇ καὶ σᾶς ἐπηρεάσῃ. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι διαφεύγουσι τὰ τοιαῦτα τὴν ἀντίληψιν καὶ τῶν ἁπλουστέρων. Βεβαίως ἡ διάθεσίς σας εἶναι τοὺς πάντας νὰ ὠφελήσετε, ὅπως συντηρῆτε τὴν Ἐξουσίαν καὶ μόνον εἰς τὸ ὅριον τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας σταματᾶτε, διότι βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ δαπανᾶτε παντοῦ ἐπ’ ἄπειρον. Ἀλλὰ τοιαύτην τάσιν ἔχετε ὡς πρὸς τοῦτο, ὥστε μὴ δυνάμενοι σήμερον νὰ ὠφελήσετε πάντας προϋπόσχεσθε καὶ διὰ τὸ μέλλον. Καθησυχάζετε πάντας τοὺς Ἕλληνας, ἐπιδεικνύμενοι Ἀσιατικὴν μεγαλοδωρίαν. Καὶ ἅμα δὲν ἔχετε πλέον σήμερον νὰ διαθέσητε ὑπὲρ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, ὑπὲρ τάξεων ὁλοκλήρων, ἐνεχυριάζετε τὸ μέλλον. Ἡσυχάσατε, λέγετε· ἡμεῖς μένοντες ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ὅλους θὰ σᾶς ὠφελήσωμεν κατὰ σειράν, οὐδεὶς Ἕλλην θὰ μείνῃ μέχρι τέλους χωρὶς νὰ πλουτήσῃ ὑπὸ τὴν ἔμφρονα διοίκησίν μας! Ταῦτα εἶναι τὰ χαρακτηρίζοντα τὴν πολιτικήν σας. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅταν προτείνῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς προτείνει ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ γίνουν, καὶ μὴ νομίζετε ὅτι θὰ ἀπατήσητε τὸν κόσμον διὰ τῶν ἐλπίδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θέλουν σᾶς γίνει καὶ ἡ ἀδυναμία σας καὶ ἡ καταστροφή σας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, προτείνουσα τὰς οἰκονομίας, σκέπτεται, εἶπον, ποῦ τὰς προτείνει. Ὅταν ζητῇ τὴν ἐλάττωσιν ἀντὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὑπάλληλοι ὑπάρχουν κατ’ ἀριθμὸν ἐν Ἑλλάδι ὄχι ἀρκοῦντες, ἀλλ’ ὑπεραρκοῦντες, καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι εἰς τὰς Ἐπαρχίας πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων περιφέρονται ὡς συνταξιοῦχοι, καὶ ὅτι πολλοὶ ὀλιγώτερος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων ἤρκει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ ἐκείνην δὰ ἰδίως, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνει ἡ Ἑλλάς. Δὲν δύνασθε νά ἀπατήσητε οὐδένα ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐνασχολοῦνται ἰδίως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἐκείνου τοῦ καθήκοντος, ὅπερ συνίσταται εἰς τὸ νὰ ὑποδέχωνται ἀκαταπαύστως τοὺς ὑπουργικοὺς βουλευτὰς, καὶ τοὺς φίλους αὐτῶν! Εἰς τοῦτο ἀπόλλυται ὁ χρόνος τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς τρέφει διὰ τῶν ἱδρώτων του, εἰς τὸ νὰ ὑποδέχωνται τοὺς ὑπουργικοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς ἔχοντας συστάσεις τῶν ὑπουργικῶν βουλευτῶν. Πᾶς ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν συνοδεύεται μὲ αὐτὰ τὰ ἐφόδια, ἀποβάλλεται ὡς εἵλως ἢ παρίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις, καὶ μὴ προσθέτετε εἰρωνείας εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος οὔτε φωνὴν ἔχει, ἀλλ’ ἴσως οὔτε κρίσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐντελῶς τὴν κατάστασίν του καὶ τὴν ἐλεεινὴν καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων του. Οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὅταν προτείνουν τὰς οἰκονομίας, σκέπτονται βεβαίως καὶ περὶ δικαιοσύνης, δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὴν μηδαμινὴν οἰκονομίαν, ὅταν συνοδεύηται μὲ ἀδικίαν, καὶ θεωροῦν τοσούτῳ μᾶλλον σκανδαλῶδες τὸ τοιοῦτον, καθόσον βλέπουν ὅτι εἰς ἄλλας περιστάσεις εἴτε προκειμένου περὶ τάξεων εἴτε περὶ ἀτόμων δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνο τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἴς τινας μόνον περιστάσεις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆται ἀπολύτως τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης, ἔχει ὅμως ἀληθῶς πρωτοτύπους ἰδέας περὶ δικαιοσύνης, καὶ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τὴν θεωρίαν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν πρεσβεύει. Σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἱκανοποιήσωμεν μίαν τάξιν ὁλόκληρον, νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν δικαιοσύνην, τότε μάλιστα καὶ μὲ τὴν μικρὰν ταύτην διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν θυσίαν· ἀλλὰ, λέγει, δικαιοσύνην δὲν ἀποδίδομεν, διότι τὸ δικαίωμα αὐτῶν εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἢ ὅσον παριστῶσιν οἱ ἀριθμοὶ τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δι’ αὐτὸ ἀρνοῦμαι καὶ τὴν μικρὰν αὔξησιν. Ὡραία θεωρία αὐτή! Κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ δικαιοσύνης, ὅταν τὸ ἀδίκημα εἶναι μέγα, τότε πρὸ πάντων πρέπει νὰ σκεφθῆτε περὶ οἰκονομίας· ὅταν τὸ ἀδίκημα εἶναι τοσοῦτον μέγα, ὥστε καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ἐπανορθωθῇ, τότε δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐλαττώσητε, ἀλλὰ νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς φοβερᾶς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Ἄλλο ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν θέλομεν τῳόντι παρὰ αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασε καὶ ἀνέπτυξε. Δὲν προετιθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν ταύτην τὴν στιγμὴν παρατηρῶ ὅτι αὐταὶ αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐκφέρει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, στρέφονται ἐναντίον αὐτοῦ, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν εἶχόν τινα ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ εὐλόγου τῆς προτάσεως τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην μοὶ τὴν ἀφήρεσε κατ’ αὐτοῦ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἠγέρθη καὶ ἄλλο ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις θὰ ἔχῃ ἀξίαν προηγουμένου σημαντικήν. Καὶ παρίσταται μὲν σήμερον ἴσως μὴ πολεμούμενον τὸ ὅτι δύνανται οἱ βουλευταὶ νὰ ἐπαναφέρωσι τροπολογίας ἀποῤῥιφθείσας, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ τοιούτου ζητήματος καὶ ἡ ὑποστήριξις τῆς ὑποδειχθείσης λύσεως. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ διατάξει ἀπαντᾶται τοιοῦτος ἐπὶ τοῦ προκειμένου περιορισμός· καὶ περιορισμὸς, μὴ ῥητὸς ἀναγεγραμμένος, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ παρατηρῶ προσέτι ὅτι ἡ τροπολογία εἶναί τι οὕτως ἀναπόσπαστον τῆς κυρίας προτάσεως, ὥστε δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ εἴπητε ὅτι συζητεῖτε ἐλευθέρως τρὶς μίαν πρότασιν Νόμου, ἂν δὲν συζητεῖτε ἐλευθέρως τρὶς καὶ πᾶσαν τροπολογίαν· διότι ἐνδέχεται νὰ ἀποκρούῃ τις μίαν τροπολογίαν καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ τὴν ἀποκρούῃ τις καὶ διότι ἀποκρούει ὅλην τὴν διάταξιν· ὅταν ὅμως βλέπῃ ὅτι ἡ ὅλη διάταξις πρόκειται νὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ψηφίσῃ καὶ τὴν ὁποίαν πρότερον ἀπέκρουσε τροπολογίαν· διότι ἄλλως, ψηφιζόμενον τὸ κείμενον ἄνευ τῆς τροπολογίας, ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀδικώτερον καὶ αὐτῆς τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν εἰς τὰς δύω πρώτας ἀναγνώσεις νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἴσως καί τι ἐπιχείρημα ἐξ ἀντιδιαστολῆς argumentum a contrario κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ οὐδεμία τροπολογία. Ἴσως καὶ ἐντεῦθεν ὡς ἐκ περισσοῦ προκύπτει, ὅτι πρότερον δύναται νὰ γίνεται πᾶσα τροπολογία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ἂν ἠθέλομεν περιορίσει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἠθέλομεν δώσει σημασίαν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν πρώτων ἀναγνώσεων, σημασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δέχεται τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὰς δύω πρώτας ἀναγνώσεις δὲν δίδει τὸ Σύνταγμα ἀξίαν· ἀλλ’ ἐὰν ἀποκρούετε τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀποῤῥιφθεισῶν τροπολογιῶν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, θέλετε δώσει σημασίαν εἰς τὰς δύω πρώτας ἀναγνώσεις, ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἔχουν· διότι τί ἄλλο σημαίνει ἡ ψήφισις ἑνὸς νομοσχεδίου κατὰ τὰς δύω ἀναγνώσεις εἰμὴ ἀπόῤῥιψιν καὶ τῶν τροπολογιῶν; Καὶ ὅταν ἡ ψήφισις ἐκείνη ἀναγράφεται ὥς τι ὅλως μετέωρον καὶ ἐπιπολαίως γενόμενον, δὲν ἐκτείνεται ἡ τοιαύτη πρόληψις ἀναγκαίως καὶ εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν τροπολογιῶν; Λοιπὸν κατὰ ταῦτα καὶ διότι ἰδίως ἡ τροπολογία εἶναί τι ἀναπόσπαστον πρὸς τὴν κυρίαν πρότασιν, δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ἢ ὅτι πᾶσα τροπολογία δύναται νὰ ἐπανέρχεται εἰς ὅλας τὰς ἀναγνώσεις. Ἡ παραδοχὴ ἄλλως τοῦ ἐναντίου θὰ εἶχε καὶ τὸ ἄτοπον νὰ μὴ τολμᾷ τις νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν παρὰ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ χθὲς ἀπεῤῥίψαμεν τὴν τροπολογίαν, νὰ συζητῶμεν σήμερον περὶ αὐτῆς. Αὐτὰ τὰ πρέποντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα οὔτε μὲ τὸ Σύνταγμα, οὔτε μὲ τὸν Κανονισμόν μας, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα αὐτῶν, αὐτὰ εἶναι πρέποντα, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται τῶν ὁρίων τῆς ἐκτιμήσεώς μας. Εἶναι πρέποντα ὑπάρχοντα μόνον εἰς τὸ πολιτικὸν συμφέρον ἢ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι τὰ πρέποντα τῆς ἐπιμονῆς εἰς τὰ προηγούμενα σφάλματα. Ἀλλὰ τοσούτῳ μᾶλλον ὑπὸ ἔποψιν πρακτικὴν δὲν δύναται νὰ νοηθῇ αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ πρέποντος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν συχνότατα ἀποκρούονται παντοῖαι διατάξεις ψηφιζόμεναι ἕως τότε, καὶ ἡ ἐλευθερία αὕτη ματαιοῦται, ἐὰν εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνεται τοῦτο. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἠξεύρῃ ὅτι ἐλευθέρα διατελεῖ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, ἂν δικαίως πρέπει νὰ γίνῃ ἡ αὔξησις ἡ ὑπὲρ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων· καὶ δὲν δύναται ὁ κόσμος νὰ πιστεύσῃ ὅτι σπουδαίως σκεπτόμεθα περὶ οἰκονομίας ἐν τοῖς τοιούτοις, ἐνῷ εἰς ἄλλα δεικνύομεν ὅτι δὲν ἐπικρατοῦσιν αἱ αὐταὶ ἰδέαι. Ἀλλὰ δὲν ἐδίστασε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἀγωνισταὶ ἐκτὸς τῶν συνταξιούχων· ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ἀγωνισταὶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, πλὴν τοῦ μακαρίτου Γεωργαντᾶ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀντεῖπεν ἐναντίον ὑμῶν, οἵτινες προετείνατε σύνταξιν δικαίαν, δικαιοτάτην ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας Γεωργαντᾶ, προσκολλήσαντες τὸ περὶ ταύτης νομοσχέδιον εἰς τὴν γενομένην ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας Πετιμεζᾶ σύστασιν· οὐδεὶς εἶπεν ὑμῖν ὅτι προτείναντες σήμερον τὴν τοιαύτην σύνταξιν τὴν δικαίαν ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀγωνιστοῦ Γεωργαντᾶ, ἐκάματε ὕβριν καὶ ἀδικίαν εἰς πτωχοὺς ἀγωνιστὰς, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐθυσίασαν τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου τούτου, ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς σήμερον λυμαινόμεθα.

§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ εἴπω πολλὰ εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Τὸ σέβας ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς φίλους μου, μὲ ἀναγκάζουσιν ἰδίως νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ ρυθμίσωμεν τὴν τακτικὴν ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, μὴ ἐκτρεπόμενοι πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἰδιότης ἑκάστου ἡμῶν καὶ τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις μᾶς διέγραψαν. Ἀνεζήτησα ἐπὶ ὁλόκληρα λεπτὰ τῆς ὥρας διὰ νὰ ἀνεύρω τὸν λόγον, τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία ἔπεισε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἠδύνατο ἢ ὤφειλε νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ νὰ ἐκτραπῇ ἐπὶ θέματος ἄλλου, ὅτι μάλιστα ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἐκτραπῇ εἰς ἐπιθέσεις, νὰ ἀνατάμῃ τὴν τακτικὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ κρίνῃ αὐτὴν, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἐπιτιμήσῃ αὐτήν. Ἂν δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶχον δικαίωμα νὰ ἐρευνήσω φυσιολογικῶς τὸ ἄτομον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ἀναζητήσω τὰς ἰδιότητας, αἵτινες κρατοῦσιν ἐν τῷ χαρακτῆρι αὐτοῦ. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ὅμως τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσω τὴν τακτικὴν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐρωτήσω, ἂν ὁ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος καταβὰς Πρωθυπουργὸς ἦναι δημοσιογράφος, ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, ἢ ἦναι Πρωθυπουργός. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δημοσιογράφον, ὅταν ἐργάζηται ἐν τῷ γραφείῳ του, νὰ γράφῃ ἄρθρα, νὰ ἐκτρέπηται τῆς ἀληθείας, νὰ ἐπιπίπτῃ κατὰ προσώπων, νὰ ἐπικρίνῃ ἀδίκως, καὶ δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς οὐδένα ἄλλον παρὰ εἰς τὴν συνείδησίν του, περιμένων μόνον τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν δυσφημίαν τῆς ἐφημερίδος του, ἢ τὴν ἐπικρότησιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κοινοῦ. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀντιπολιτευόμενον πολλάκις νὰ ἀπομακρύνηται τοῦ θέματος καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς γενικωτέραν ἔρευναν τῆς πολιτείας τῶν κυβερνώντων, ὁρμώμενος ἀπὸ εἰδικὴν πρᾶξιν, ἥτις πρόκειται εἰς συζήτησιν. Ἀλλ’ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν προσήκει νὰ ἐκτρέπηται οὐδὲ ὅταν συζητῇ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐφ’ ὧν προκαλεῖται, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἀπομακρύνηται αὐτῶν, ἵνα ποιῆται μελέτας ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ ἐπικρίνῃ αὐτήν. Ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσυνείθισεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐν τῇ τακτικῇ ταύτῃ τῶν ἀδίκων ἐπιθέσεων κατὰ τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ. Ἴσως ἐπείσθη, ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐνίσχυσεν αὐτὸν εἰς τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ στάδιον, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἑδραίωσε τὸ πολιτικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται. Ἀλλὰ μετήλλαξε πλέον θέσιν. Δὲν εἶναι ἀντιπολιτευόμενος τοῦ 1879, τοῦ 1880, τοῦ 1881. Δὲν ἔχει ἀπέναντί του, οὔτε τὰ Θηβαϊκὰ ἄγη, οὔτε τὴν προδοσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐξεπλάγην δὲ, ὅταν ἐδέχθη νὰ μεταβάλλῃ μορφὴν, νὰ ἀναλαμβάνῃ ἄλλο πρόσωπον, καὶ νὰ ἐπιτίθηται ἐλέγχων ἐπὶ ἀντιφάσει τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἐλέγχει τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς αἰτίαν σπατάλης! Ἡ Ἀντιπολίτευσις καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον δύω προτάσεις ἐπρόβαλε καὶ μόνας πρὸς αὔξησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἔπραττε καὶ οὗτος καθόλου τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προέβαλεν εὔλογον καὶ λογικὴν πρότασιν, παραστήσας τὴν ἀναπόφευκτον πλέον καταστᾶσαν ἀνάγκην νὰ οἰκοδομήσωμεν νέαν αἴθουσαν διὰ νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή. Τότε ἐνθυμήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν οἰκονομίαν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπετίμα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὡς γενόμενον αἴτιον μεγάλης σπατάλης, διότι ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῶσιν 80,000 δραχμῶν! Ὅταν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρέστησαν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ἀδικίαν γινομένην, καὶ τὴν ἀντίφασιν εἰς ἣν περιέπιπτε, προτείνων νὰ μὴ μετατρέψωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων ἀπὸ παλαιὰς εἰς νέας δραχμὰς, τότε πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνθυμήθη, ὅτι ἡ πρότασις θέλει φέρει δαπάνην 300,000 δραχμῶν ὑπὲρ τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ προσῆλθεν ἐλέγχων τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ σπατάλῃ καὶ ἀντιφάσει. Ἐλησμόνησεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀσθενὴς μὲν κατ’ ἀριθμὸν, ἰσχυρὰ δὲ κατὰ λόγον καὶ δίκαιον, ἠγωνίσθη πέρυσιν, ἵνα σταματήσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἑτοίμην νὰ σπαταλήσῃ 300,000 δραχμῶν, διὰ νὰ δημιουργήσῃ 300 καὶ πλέον θέσεις ἀστυνόμων δασῶν καὶ δασονόμων καὶ δασαρχῶν, πλουτίζων τὸ ρουσφετολόγιόν του· ἠγωνίσθη, ἵνα σταματήσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἑτοίμην νὰ σπαταλήσῃ 100,000 ἄλλων δραχμῶν, ἵνα δημιουργήσῃ μίαν ἔτι θέσιν ἐπαρχιακοῦ ἰατροῦ κατ’ ἐπαρχίαν, ὅπως καὶ κατὰ τοῦτο πλουτίσῃ τὸ ρουσφετολόγιον· ἠγωνίσθη νὰ σταματήσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἑτοίμην νὰ σπαταλήσῃ 400,000 δραχμῶν χάριν τοῦ κ. Σπάρταλη. Καὶ ἐνῷ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἡ δαπάνη ἦτον ἐξηλεγμένη καὶ παρίστα χρέος τοῦ Δημοσίου ἀναμφισβήτητον, μετ’ ὀλίγον τότε εἶπεν, ὅτι ἀποσύρει τὴν αἴτησιν, διότι εἶχεν ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ, καὶ δὲν εἶχε μελετήσει ἔτι αὐτό. Καὶ ἐπικρίνει τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ σπατάλῃ, αὐτὸς οὗτος ἀντιφάσκων πρὸς ἑαυτόν· διότι, ἐνῷ προβάλλει 12,000,000 δραχμῶν αὔξησιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, δὲν δέχεται ἔπειτα αἱ συντάξεις νὰ πληρωθῶσιν εἰς νέας δραχμάς! Ἐν οὐ δέοντι δὲ σήμερον ἐμνήσθη τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, οὐδὲ συζητοῦμεν σήμερον ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ οὐδὲ κατετέθη ἔτι, οὐδ’ ἐδημοσιεύθη ἡ ἔκθεσις αὐτῆς. Ἀλλὰ περὶ ταύτης, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις. Ὁ τόπος εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετράφη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδίδαξεν αὐτὸν μάθημα, τὸ ὁποῖον ὁσημέραι φροντίζει νὰ ἐφαρμόζῃ, νὰ προλαμβάνῃ τὰ ζητήματα, προτάσσων ἀναίρεσιν αὐτῶν πρὶν ἢ ταῦτα προταθῶσι πρὸς συζήτησιν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προκαταλάβῃ τὸ κοινόν. Ἀλλὰ ἡ τακτικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι κοινοβουλευτική· ἴσως συνειθίζεται ἐν ἄλλαις αἰθούσαις ἢ συλλόγοις, δὲν συνειθίζεται ὅμως ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Κοινοβουλίων. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ προταθῶσι πρὸς συζήτησιν καὶ ἔρευναν αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τότε θέλει ἰδεῖ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ποίας οἰκονομίας προτείνουσι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας. Θέλει ἰδεῖ, ὅτι, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ θέσεις νέας, καὶ νὰ καταστήσῃ διοίκησιν πολυτελῆ κατὰ τὸ προσωπικόν, ἠναγκάσθη νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγραφάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀκατάληπτοι. Ἀνεφέρω μίαν καὶ μόνην. Ἔν τινι φύλλῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέγνων τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν, μὴ δυνηθεὶς νὰ κρατήσω τὴν ἔκπληξιν «γραφεῖς, ἱερεῖς καὶ ἰδιῶται 150,000 δραχμάς». Τοιαῦται εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπιζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ σπατάλαι, τὰς ὁποίας ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καθῆκον εἶχε νὰ στηλιτεύσῃ. Ἐὰν εἶχον συνεννοηθῆ μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου βουλευτὴν Εὐρυτανίας πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μὴ ζητήσῃ, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ἀνασκευάσῃ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς προέβαλεν, ὅταν πρὸ ὀλίγου ἔλεγε βεβαιῶν, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν συντάξεων ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμάς, ἥτις δὲν δύναται νὰ γείνῃ χωρὶς νὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιόν του, δὲν εἶναι πλήρης ἀπονομὴ δικαιοσύνης εἰς τοὺς συνταξιούχους, ἐλαχίστην περιποιοῦσα εἰς αὐτοὺς συνδρομήν· ὅτι αὐτὸς νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν αἱ συντάξεις των εἰς μεγαλειτέραν ἀναλογίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν προβάλλει τοιαύτην αὔξησιν, ἀλλὰ δὲν δέχεται καὶ τὴν μετατροπὴν τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας. Ὅταν ἤκουσα τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τοῦτο προβάλλοντα, ἐνεθυμήθην Πρωθυπουργὸν πρὸ τεσσαρακονταετίας κυβερνήσαντα τὴν Ἑλλάδα. Εἶχε παύσει γραμματέα τινὰ τῆς Νομαρχίας Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ὁ γραμματεὺς αὐτὸς ἐζήτει νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ διὰ νὰ παραστήσῃ ὅτι ἀδίκως ἐπαύθη καὶ ζητήσῃ νὰ ἐπανέλθῃ· ὁ Πρωθυπουργὸς ἦτον ἀόρατος. Μετὰ τριῶν μηνῶν μόχθους ἠδυνήθη ὁ παυθεὶς νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρώτησεν αὐτὸν τίς εἶναι, μαθὼν δὲ τίς ἦτο καὶ ἀκούσας τὸ ὄνομά του, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνθυμήθη ὅτι ἦτο φίλος ὁ πατὴρ τοῦ παυθέντος, καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὸν παυθέντα τὰς ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα τοῦ πατρός του. Ὁ παυθεὶς τότε παρεπονέθη διὰ τὴν παῦσίν του, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐπαύθης. Ὁ παυθεὶς ἐπέμεινε βεβαιῶν ὅτι ἐπαύθη καὶ λέγων ὅτι κατέχει τὸ ἔγγραφον τῆς κοινοποιήσεως τῆς παύσεώς του· ἀρνουμένου δὲ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἔπαυσεν αὐτὸν, ὁ παραπονούμενος ὑπεσχέθη νὰ ἐπιδείξῃ αὐτῷ τὴν κοινοποίησιν τῆς παύσεώς του. Οὕτως ἔληξεν ἡ ἀκρόασις τοῦ παυθέντος. Ἀλλὰ ὁ παυθεὶς μόλις μετὰ ἕνα μῆνα ἠδυνήθη νὰ συναντήσῃ πάλιν τὸν Πρωθυπουργὸν, τότε δ’ ἐπέδειξεν αὐτῷ τὸ ἔγγραφον τῆς παύσεώς του. Ἆ! ἐνθυμοῦμαι εἶπεν, ὅτι σὲ ἔπαυσα· ἀλλὰ σὲ ἔπαυσα, διότι ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἦσαι γραμματεὺς Νομαρχίας, ἀλλὰ νὰ ἔχῃς ἀνωτέραν θέσιν, καὶ δι’ αὐτὸ σὲ ἔπαυσα. Καὶ οὕτω μὲν ὁ μακαρίτης Κωλέττης ἔλεγε πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν διεκρίνετο διὰ τὴν εὐφυΐαν του καὶ τὴν ἀντίληψίν του, πολὺ δὲ ἧσσον διὰ τὴν κρίσιν του. Ἀλλ’ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖται ἀπὸ ὁμοίους ἐκείνου, καὶ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς βουλευτὰς τοὺς ἀγυρτικοὺς λόγους, οὓς πρὸ μικροῦ εἶπεν! Ἐὰν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν φίλοι τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν δυσφορῶσι δι’ αὐτὸ, ἐγὼ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἀνεχθῶμεν τοιαύτην ὕβριν.

§61Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, νομίζω, ἀνάξιον τοῦ κόπου, εἶναι μάλιστα περιττὸν νὰ ἀνασκευασθῶσιν ὅσα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι δὲ περιττὸν, διότι οἱ ἀκούσαντες ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ διΐδωμεν καὶ διείδομεν τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ κ. Πρωθυπουργός· περιῆλθεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον· ἤθελε δὲ καὶ δὶς ἐπεχείρησε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου, ἀλλ’ ἄτρωτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ. Εἶναι μηδὲν ὅσα εἶπε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Τρικούπης, παραβαλλόμενα πρὸς ἐκεῖνα, ὅσα καθ’ ἑαυτοῦ εἶπε. Δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ, ὅτι ἡ πρότασίς μου, ἡ τόσον δικαία, δὲν ἤθελε γίνει ἀσπαστῶς δεκτὴ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλ’ ἐφανταζόμην πολὺ ὀλιγώτερον ὅτι διὰ νὰ ἀποκρούσῃ αὐτὴν, ἤθελε περιέλθει εἰς ἀντιφάσεις, αἵτινες δὲν τιμῶσι τὴν ἐγνωσμένην ἐμβρίθειαν αὐτοῦ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω ποτὲ ὅτι ἤθελε περιέλθει εἰς τοιαύτην ἀμηχανίαν, ὥστε νὰ ἀναιρέσῃ πᾶν ὅ,τι μέχρι τοῦδε εἶπε βεβαιῶν τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ πολιτικῆς ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους. Καὶ ἠκούσαμεν αὐτὸν ἀποφεύγοντα τὴν δαπάνην 350,000 δραχμῶν, οὐχὶ διότι δὲν θεωρεῖ αὐτὴν δικαίαν, ἀλλὰ διότι ἡ περὶ τῆς δικαίας ταύτης δαπάνης πρότασις προῆλθεν ἐκ τῶν ἀντιπάλων του, αὐτὸς δὲ—εἶναι πλέον πασίγνωστον—οὐδεμίαν ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν ἀντιπάλων του ἀποδέχεται, ἂν δὲ τῷ ἦτο δυνατὸν, οὔτε τῆς φωνῆς αὐτῶν θὰ ἤκουεν! Ἰδοὺ δὲ διατί περιπλακεὶς, ὡμολόγησεν ὅτι οὐδεμίαν πεποίθησιν ἔχει περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ του, ὅστις εἶναι τῆς πολιτικῆς πάσης Κυβερνήσεως ἡ βάσις, καὶ ἐξήλεγξε μάλιστα ἀστείως τὴν Ἀντιπολίτευσιν αὐτὸς οὗτος ὁ τὸν Προϋπολογισμὸν ὑποβαλὼν, κατέκρινε μάλιστα τὰ μέλη αὐτῆς, ὅτι ἀναγνωρίζουσι τὸ μέχρι λεπτοῦ ἀκριβὲς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ αὐτὸς ὁ συντάκτης του τὸν θεωρεῖ ψευδῆ! Ἐγὼ ὁμιλῶν πρὶν, καθαρῶς εἶπον, ὅτι ἀποφεύγω τὴν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι ἡ παροῦσα πρὸς τοῦτο στιγμή· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ προσφύγῃ ἐπὶ ἰδίᾳ ζημίᾳ εἰς τὸ τέχνασμα τοῦτο διὰ νὰ ἀναγάγῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγωγῆς τῶν συντάξεων, τὸ τόσον ἁπλοῦν, τὸ τόσον δίκαιον, τὸ στοιχειώδους φιλανθρωπίας ζήτημα, εἰς ζήτημα πολιτικὸν, καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς φίλους του νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀδικίας, νομίζοντες ὅτι ψηφίζουσιν ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐχάρην πρὸς στιγμὴν προχθές ἀλλὰ ἦτο στιγμὴ μόνον κατὰ δυστυχίαν! Ἐχάρην, ὅταν ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εὐγλώττως λέγοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ ὁποίαν ἔχει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ὄχι μόνον τῶν φίλων της βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς οὐσιώδη τοῦ Τόπου συμφέροντα, ἐπὶ ζητημάτων, ἅπερ δὲν θίγουσι τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δὲν περιέχουσιν ἔκφρασιν δυσπιστίας ἢ δισταγμοῦ. Ἤλπισα δὲ εὐλόγως, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ καθαρῶς οἰκονομικοῦ, ἤθελε δεχθῆ προθύμως τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι σήμερον ἀφαιρεῖ καὶ ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ τῶν φίλων αὑτοῦ τὴν ἐλπίδα ταύτην. Διατί ὅμως δὲν διορᾷ ὁ κ. Τρικούπης ὅτι, οὕτω προσφερόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν, καταῤῥίπτει αὐτὸς ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Τόπου αὐτὸ τὸ Πολίτευμα; Ὅταν ὁ λαὸς βλέπῃ ὅτι συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ἐπὶ οἵας δήποτε ἐκ τῶν προτάσεων τῶν βουλευτῶν, τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβαλλομένης πρὸς κατάπνιξιν πάσης ὑπὲρ αὐτῶν φωνῆς, ἐγείρεται ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ ἡ πρόχειρος καὶ φυσικὴ ἰδέα τῆς ἀχρηστίας τῆς Βουλῆς. Πρὸς τί ὄντως ἡ Βουλή; Πρὸς τί οἱ ἀγῶνες οἱ ἐκλογικοί, τὰ ἔξοδα καὶ τὰ τόσα ἄλλα παρεπόμενα τῆς συγκροτήσεως καὶ λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ οὐδεμία φωνὴ, ἐγειρομένη ἐνταῦθα, δύναται νὰ γίνῃ ἀσπαστὴ καὶ οὐδὲ νὰ ἀκουσθῇ κἂν ἐπιτρέπεται; Καὶ λέγω, οὔτε κἂν ν’ ἀκουσθῇ, διότι κατὰ δυστυχίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον ἀποκρούει κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐπιμόνως τὰς γνώμας τῶν ἀντιθέτων αὑτοῦ, ἀλλὰ καὶ προσπαθεῖ διὰ τρόπου ἥκιστα εὐλαβοῦς νὰ ἐπιβάλῃ αὐτοῖς σιγὴν, δι’ αἰτιάσεων ἀδίκων, δι’ ἐπιθέσεων βιαίων, διὰ διαστροφῶν, αἵτινες δὲν ἐπισκιάζουσι μὲν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἀπογοητεύουσι τοὺς ὑπὲρ αὐτῆς μαχομένους. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἀφορῶν εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, καὶ φρονῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιδείξεων ῥητορικῶν ἢ περὶ ἀντεγκλήσεων μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ περὶ ἀποδόσεως δικαιοσύνης, ἣν ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μεθ’ ὅλα τὰ τεχνάσματα, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ συγκαλύψῃ τὴν ὁμολογίαν του, ἐπαναλαμβάνω δηλῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν ψῆφον τὴν δοθησομένην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὡς πολιτικὴν, ὡς ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους τὸ πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ἀπονεμόμενον. Ἐνῷ δὲ τὸ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενον ποσὸν δὲν ἀποτελεῖ οὐδὲ τὸ ⅒ τοῦ πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους χορηγουμένου, τὸ ἀποκρούει φοβούμενος δῆθεν μήπως αἱ προβλέψεις αὑτοῦ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ του δὲν πραγματοποιηθῶσιν. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, εἶναι σπουδαῖα ταῦτα; Ἐὰν τοιούτους ἐνδοιασμοὺς ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ, διατί τόσον ἐλαφρῶς προέβη εἰς τὰς λοιπὰς μεγίστας αὐξήσεις τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Κατεδείχθη ἐν ἄλλῃ συζητήσει ὅτι τὰ ἔξοδα μόνον τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας ὑπερβαίνουσι κατὰ 11,000,000 τὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους, χωρὶς νὰ προστεθῇ τι εἰς ἔξοδα ἀφορῶντα εἰς τὰ δάνεια. Ὅλαι αἱ αὐξήσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὴν διοίκησιν, δηλαδὴ εἰς τὸ προσωπικόν. Ἀλλὰ διατί, κ. Πρωθυπουργέ, δὲν ἐφοβήθητε περὶ τοῦ ἀνακριβοῦς τῶν προβλέψεών σας, ὅταν ηὐξάνετε κατὰ ἕνδεκα ἑκατομμύρια τὰ ἔξοδα τῆς συνήθους ὑπηρεσίας; Διατί δὲν ἐσκέφθητε τότε, ὅτι αἱ προβλέψεις σας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύνανται νὰ ὦσι πεπλανημέναι; Διατί, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔτι τοῦ θέματος, ὅπερ, ἐὰν δὲν προεβάλετε σεῖς, δὲν ἤθελε προκύψει, οὐδὲ ἠθέλομεν παραστῆ εἰς τὴν παράδοξον ταύτην συζήτησιν, διατί δὲν ἐσκέφθητε, προκειμένου οὐχὶ πλέον περὶ 300,000, ἀλλὰ περὶ 4,000,000 δραχμῶν, περὶ τοῦ μὴ ἀκριβοῦς τῶν προβλέψεών σας; Ἀφοῦ, ὡς πάντες κατανοεῖτε, οὐδὲν οὐσιαστικὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸς ἀναίρεσιν τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλον, προσεπάθησε μόνον νὰ χαρακτηρίσῃ αὖθις αὐτὴν ὡς πρότασιν Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὴν φιλοτιμίαν, τὴν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δικαίαν, τῶν φίλων αὐτοῦ πρὸς ὑπεράσπισίν του. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν ἀνθρώπων νὰ φαντασθῇ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις πιστεύει, ὅτι εἶναι πρόσκομμα παρεμβληθησόμενον εἰς τὴν οἰκονομικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἡ προσθήκη 300,000 δραχμῶν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; βεβαίως ὄχι· καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατερχόμενος εἰς ταπεινὸν ἔδαφος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὖθις τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ὑποστηρίζουσα τὸ δίκαιον, ὅπερ ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς—σημειώσατέ το καλῶς—εἰμὴ νὰ δυσφημήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐκθέσῃ δὲ τοὺς φίλους αὐτῆς καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τὴν δυσμένειαν τῶν συνταξιούχων καὶ τῶν φίλων καὶ συγγενῶν αὐτῶν! Ἐὰν, κύριε Πρωθυπουργέ, τοιαύτην ἔχετε ἰδέαν περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ Κοινοβουλίου τῆς πατρίδος σας, περιττὸν πλέον νὰ συζητῆτε μετ’ αὐτῆς, περιττὸν νὰ συζητῆτε μετ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀγωνίζονται εἰμὴ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἐκθέσωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὴν τόσῳ στίλβουσαν δημοτικότητά σας. Νομίζω, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ παλινδρομήσῃς· ἐὰν ἐπιμείνῃς θεωρῶν ἀτόπως καὶ ἄνευ λόγου τὸ ζήτημα τοῦτο πολιτικόν, εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ φίλοι σου δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψωσι, καὶ ὅτι θὰ διαπράξωσι μετὰ σοῦ τὴν ἀδικίαν, ὅπως μὴ προκαλέσωσιν ἐν οὐ δέοντι κρίσιν, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι δι’ αὐτοὺς ἄφρων πολιτική. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικὸν—καὶ τοῦτο παρακαλῶ πάντας ἀνεξαιρέτως νὰ ἐννοήσητε—εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα ἀποδόσεως δικαιοσύνης. Ἀνομολογήσατε λοιπὸν καὶ σεῖς, κύριε Πρωθυπουργέ, ταύτην τοὐλάχιστον τὴν φοράν, τὸ δίκαιον, καίτοι ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἱκανῶς μέχρι τοῦδε ἀπεδείξατε ὁποία εἶναι ἡ ἐπίδρασίς σας ἐπὶ τῆς γνώμης τῶν φίλων σας ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων αὐτῶν, διότι οὕτω ὀφείλω νὰ χαρακτηρίσω τὴν συνδρομὴν ἣν οἱ φίλοι σας παρέχουσιν ὑμῖν. Ἀπεδείξατε μυριάκις ἤδη πόσον ὑπέροχος καὶ ἐπιβλητικὴ εἶναι ἡ ἐπίδρασίς σας αὕτη· μὴ καταχρᾶσθε τῆς μεγάλης ταύτης ἐμπιστοσύνης τῶν φίλων σας, διότι δὲν γνωρίζετε μέχρι πόσου δύναται νὰ προχωρήσῃ, τιθεμένη εἰς τοιαύτας δοκιμασίας ἡ ὑπομονὴ αὐτῶν, ἧς τὰ ὅρια δὲν εἶναι ἀπέραντα. Νόησον κἂν ἤδη, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ὑπερεσκλήρυνας τὸ αἰτεῖσθαι. Περὶ τίνος πρόκειται πρὸς θεοῦ, διὰ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοσοῦτον; Πρόκειται ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ παράπαν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἰδοὺ ἀκόμη ὅτι θελήσας νὰ ἐξέλθῃ αὖθις τοῦ ἀδιεξόδου, ἐξῆλθε τετρωμένος, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέψευσε τὴν δοθεῖσαν χθὲς ῥητῶς ὑπόσχεσιν, ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ προτείνῃ καὶ τῶν συντάξεων τὴν ἀναγωγήν. Τὸν ἠκούσατε, ἐλέγχοντά με, εἰπόντα ὅτι δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ 300,000 δραχμῶν, καὶ σᾶς εἶπε: μὴ νομίζετε, ὅτι τόσαι μόνον χιλιάδες δραχμαὶ ἀπαιτοῦνται, διότι αὗται δὲν ἀρκοῦν ἢ διὰ τὸ παρὸν ἔτος, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῆτε πῶς θὰ ἔχητε τὸ ποσὸν διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Βεβαίως ἤμην πολὺ ἁπλοῦς διὰ νὰ πιστεύσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑποσχόμενον ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλει εἰσαγάγει τὴν πρότασιν τῆς ἀναγωγῆς τῶν συντάξεων. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤλπιζον νὰ ἀποζημιωθῶ τόσῳ δαψιλῶς ἐπὶ τῇ ἁπλότητί μου, ὥστε ν’ ἀκούσω σήμερον αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγοντος, ὅτι ἐσκόπει νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν δοθεῖσαν χθὲς ὑπόσχεσιν. Ἐπεθύμουν νὰ ἐγνώριζον ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, ποῖαι εἶναι αἱ ἄγνωστοι ἡμῖν αἰτίαι, ὧν ἕνεκα δεικνύει τοιαύτην ἀστοργίαν ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς συνταξιούχους. Δὲν θέλω δὲ,—διότι αὐτὸ εἶναι λίαν ταπεινὸν—νὰ ὁμιλήσω ἐφ’ ὧν ἀκόσμως εἶπε περὶ τοῦ συμφέροντος δῆθεν ἐκείνων, οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ δικαίου τούτου μέτρου. Ἀλλοίμονον ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν ἔχῃ περὶ τῶν ἄλλων ὁ κ. Πρωθυπουργός· λέγω δὲ ἀλλοίμονον, διότι εἶναι γνωστὸν τὸ ῥητὸν, ὅτι ἐκ τῶν οἰκείων κρίνει τις τὰ ἀλλότρια· ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει περὶ τῶν ἀντιπάλων του τοιαύτην ἰδέαν· τοσοῦτον ταπεινὸν δὲν τὸν θεωρῶ, οὔτε τόσον πρὸς ἑαυτὸν ἄδικον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δικαιολογηθῇ, καὶ θέλων νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου ὅπερ ἑαυτῷ ἐξ ἀδικαιολογήτου ἐπιμονῆς παρεσκεύασεν, εἶπε καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐννοῇ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἰς ἕνα Πρωθυπουργὸν μάλιστα, νὰ ἐκστομίζῃ πράγματα τόσῳ ταπεινά. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου μου ἐξ Εὐρυτανίας, εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Τὸ ζήτημα εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεων. Πρόκειται ἤδη κυρίως περὶ τούτου· θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς φίλους του, ἐναντίον τῶν πολλαχῶς ἐκδηλωθεισῶν πεποιθήσεων αὐτῶν, τὴν ἰδικήν του γνώμην, ἔστω καὶ ἄδικον καὶ ἐντελῶς ἀνυποστήρικτον; Περὶ τούτου πρόκειται, καὶ διὰ νὰ πληροφορηθῇ περὶ τούτου καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Τόπος, καὶ διὰ νὰ πεισθῶμεν ἅπαντες, καὶ οἱ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπὶς ἐν τῷ μέλλοντι σπουδαίας λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὅτι οὐχὶ τοῦ Ἔθνους οἱ Ἀντιπρόσωποι νομοθετοῦσιν, ἀλλ’ εἷς μόνος ἄνθρωπος, ὁ Πρωθυπουργός, ὑποβάλλω τὴν πρότασιν, ἣν διὰ τῆς προηγουμένης μου ἀγορεύσεως ἀνέπτυξα, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ θέσῃ αὐτὴν εἰς ψηφοφορίαν. (Ὅρα Παράρτημα).

§62ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις θεωρεῖται περατωμένη. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ὑπέβαλε πρότασιν προσθήκης ἑνὸς ἐδαφίου εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, εἶναι δὲ δύω αἱ προτάσεις αὐτοῦ.

§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μία εἶναι ἡ πρότασις.

§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζηνοπούλου, θὰ ἔχωμεν ἓν τῶν δύω ἀποτελεσμάτων, ἢ θὰ γείνῃ δεκτή, καὶ τότε θὰ τροποποιηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, ἢ δὲν θὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τοῦ Νομοσχεδίου· τὸ φυσικὸν εἶναι νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζηνοπούλου.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζηνόπουλος λέγει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον.

§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ ἄρθρον, ἡ πρότασις.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι ἄρχεται ἡ αὔξησις ἀπὸ 1ην Φεβρουαρίου (θόρυβος).

§69ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῶσι χωριστά.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι συνδέονται αἱ δύω προτάσεις. Ἡ μία πρότασις εἶναι ὅτι οἱ μισθοὶ αὐξάνουν ἀπὸ 1ης Φεβρουαρίου, ἡ δευτέρα ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι.

§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνανται αἱ προτάσεις νὰ χωρισθῶσιν. Ὁ κ. Ζηνόπουλος, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἐπρότεινε πρῶτον ὅπως ἀρχίσῃ ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν ἀπὸ 1ης Φεβρουαρίου, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι. Λοιπὸν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῶσιν ὁμοῦ....

§72ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι εἶναι τινὲς, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ συμπεριληφθῶσιν οἱ συνταξιοῦχοι, ἀλλ’ ὄχι καὶ οἱ μισθοὶ ν’ ἀρχίσωσιν ἀπὸ 1ης Φεβρουαρίου.

§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Χωριστὰ, χωριστά.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι......

§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν αὔξησιν καὶ οἱ συνταξιοῦχοι λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης Ρόκος Χοϊδᾶς Ν
Νικόλαος Στεφανίδης Ν Ἀνδρέας Στράτος Ν
Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ν Κωνστ. Στράτος Ο
Κωνστ. Θεοδώρου Ο Ἰωάν. Καρτάλης Ν
Κ. Μωραϊτίνης Ο Νικόλ. Γεωργιάδης Ο
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο Γεώρ. Φιλάρετος Ν
Δημ. Οἰκονομίδης Ἱερώνυμος Κασαβέτης Ο
Λεων. Καρυστινάκης Νικόλ. Κουκουσλῆς
Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἀπόστ. Φρόνιμος
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Κωνστ. Γρίβας ἀρν.
Λεων. Ζωγράφος Τατσέλος Μαυρομμάτης Ν
Σωτ. Δανόπουλος ἀρν.Ἀντ. Βάλβης
Γεώρ. Τσώκρης Ο Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης Ν
Κωνστ. Καραπάνος Ο Ἀθ. Βαλαβάνης
Γεώργ. Παχὺς Θεόδ. Δηλιγιάννης Ν
Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν
Δημ. Ῥάλλης Ἠλ. Παλαμήδης Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς Ο Κ. Μαντζουράνης
Δημ. Μουτσόπουλος Πέτρ. Πετροπουλάκης
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Χαρίλ. Τζανετάκης Ν
Ἀντ. Ζυγομαλᾶς Ν Πολυμέρης Ζαρίμπας
Νικόλ. Λεβίδης Ν Χριστόδ. Στεριάδης
Νικόλ. Κατσικαπῆς Δημ. Τουρνάκης Ο
Γεώρ. Λιδωρίκης Σπυρίδ. Νοταρᾶς
Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Φώτ. Κανελλόπουλος ἀρν.
Νικόλ. Παππαμιχαλόπουλος Δημ. Σταυρόπουλος Ο
Παναγ. Ῥίτσος Παναγ. Ντετάκης
Ἰω. Καπιτσίνης Νικόλ. Βαλσαμάκης Ο
Ἀντ. Μήτσας Ν Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ο
Γεώργ. Μίλησης Ν Σπ. Μοντεσάντος Μπουλελᾶς
Δημ. Χατζόπουλος Ἀγαμ. Μεταξᾶς
Γεώργ. Ζηνόπουλος Ν Σπυρ. Κοντολέων
Νικόλ. Δ. Ζῶτος Ν Κοσμᾶς Πανάρετος Ν
Δημ. Βουλπιώτης Ο Στυλ. Κασιμάτης
Μιχ. Ἰατρίδης Χαρ. Χρηστόπουλος Ο
Κωνστ. Λουβάρδος Ο Κ. Χατζηπαναγιώτης Ο
Φρειδερῖκος Καῤῥὲρ Σωκρ. Τζιβανόπουλος Ο
Ἀναστ. Λούντζης Ο Ἀντ. Καρδαρᾶς Ο
Ῥοβέρτος Ῥώμας Κωνστ. Σαλταφέρος Ν
Ἀλέξ. Καραμπίνης Ο Δημ. Δημητρακάκης Ν
Στέφ. Στεφανόπουλος Ο Μελέτ. Ῥουσσόπουλος Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ἀριστ. Τζιβανόπουλος
Θεμ. Δαραλέξης Περικλῆς Παπαδόπουλος Ο
Δημοσθ. Δόγκας Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
Ἀναγν. Δαλιάνης Ο Ἀναστ. Ζαρμάνης
Γεώργ. Κρεστενίτης Ν Κωνστ. Ἰσχόμαχος Ο
Διομ. Α. Διαμάντης Χαλὴλ Δερβὶς βέης
Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ν Σερίφ-βέης
Σπυρίδ. Κουκούλεζας Ο Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν
Νικόλ. Ν. Νομικὸς Ο Λάζ. Παπασταθόπουλος
Ἀριστομ. Βαλέττας Ο Γεώρ. Λάππας
Δ. Γαβαλᾶς Π. Μπογάνος
Δημ. Στάϊκος Ο Σπυρ. Βαλαωρίτης Ο
Βραβαῤῥῖγος Πήλικας Ο Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ο
Χρῆστος Σολιώτης Κωνστ. Χαλκιόπουλος
Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς
Ἀλέξ. Φωτήλας Δημ. Παπαλουκᾶς
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Φίλ. Βάρβογλης Ν
Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς Ἰω. Στεφανόπουλος
Δημ. Τσαχτσήρης Παναγ. Κ. Μανέτας
Ἀλκιβ. Μάνταλος Δημ. Ζέγγελης Ο
Π. Λεβέντης Ἀναστ. Σεχιώτης Ν
Περ. Πεῤῥωτῆς Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
Κωνστ. Φλέσσας Ο Ἠλ. Κοσσονάκος Ο
Δημ. Τζάννες Ο Ἀθ. Κατριβάνος Ν
Δημ. Κάρτσωνας Βασίλ. Βούτουνας
Σπυρ. Καραϊσκάκης Στέφ. Δραγούμης Ο
Δημ. Τερτίπης Ο Ν. Φιλάρετος Ν
Ἀπόστ. Βασαρδάνης Ο Γεώργ. Σταμούλης Ο
Λέων Κοκορῖχος Σπυρ. Ἀλαμάνος
Γεώρ. Φραγκίδης Ο Κ. Βασιλάκης
Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ο Λεων. Δεληγεώργης Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ο Χαρίλ. Τρικούπης Ο
Γεώργ. Παπαγεωργίου Ἐπαμ. Μπέλιας
Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς Περικλῆς Μποῦτος
Νικόλ. Παπανικολάου Ο Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Νικόλ. Μπαλάφας Ο Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Γεώργ. Κόρπας Ἀνδρ. Πρεζάνης
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ν Ἀντ. Μάτσας Ο
Δημ. Κουρκουμέλης Μιλτ. Βαρότσης Ο
Ἀθ. Παραμυθιώτης Ὄθων Μαῦρος ἀρν.
Ν. Βασιλάκης Μιχ. Δαμιράλης
Δημ. Δεσποταῖος Γεώργ. Δ. Λεωνίδας
Νικόλ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο Στέφανος Σκουλούδης
Νικόλ. Φαρμάκης Ἰω. Γρυπάρης Ν
Ἡλ. Ποταμιάνος Ο Ἀντ. Πετρίτσης Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Κωνστ. Κατσάκος
Τηλέμαχος Ῥούκης Δημ. Παρασκευᾶς Ο
Ἀλέξ. Πετσάλης Ο Κωνστ. Κοττίκας
Λεων. Καπετανάκος Μαυρομι- Χ. Ῥίγγας Ο
χάλης Στάμος Νάξος Ο
Ξανθὸς Πικουλάκης Ο Πέτρος Μωραϊτίνης Ο
Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ν Ἰω. Ζαλλώνης
Λεων. Καπετανάκης Ἀλέξ. Χατζηπέτρος Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο Νικόλ. Στουρνάρας Ο
Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν. Ταρμπάξης Ν
Ζ. Ζαρειφόπουλος Ἀχιλ. Τακιατζῆς Ο
Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Δημ. Ἀντωναρόπουλος
Δ. Μεταλλινὸς Εὐστ. Κοκέβης
Παναγ. Ἰακωβάτος Σωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Νικόλ. Μεταξᾶς Δημ. Παπάτσωρης Ο
Ε. Ἀρδαβάνης Νικόλ. Βλαχόπουλος Ο
Νικόλαος Κάγκας Ο Κωνστ. Διαλέτης ἀρν.
Ὀδ. Πετρόπουλος Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
Ἡλ. Παπαηλιόπουλος Ο Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης ἀρν.
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ο
Γεώργ. Παπαστάμος Ο Ἀθαν. Ζαφειριάδης ἀρν.
Γεώργιος Ῥοῦφος Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
Ἀγγελῆς Ῥοῦφος Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς
Περικλῆς Καλαμογδάρτης Ν Θεόδ. Ν. Γκίκας
Ἀριστομ. Κοντογούρης Πέτρος Σκουμπουρδῆς
Νικόλ. Κουμανιώτης Κομνᾶς Τράκας
Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος Ἀθ. Κέφαλος Ν
Δημήτρ. Τριγγέτας Ἰω. Καλαμάρας Ν
Ἀθαν. Μισυρλῆς Δημ. Ζουλούμης Ο
Π. Τριγγέτας Ν Θ. Φλογαΐτης
Εὐάγγελος Ἀντύπας Ο Β. Βουδούρης
Γεώργ. Φλωριᾶς Δ. Κριεζώτης
Ἀναστ. Ζερβὸς Ἀλέξ. Οἰκονόμου
Ἰω. Ἀστεριάδης Ο Κ. Παπανικολῆς
Κωνστ. Βελισσάριος Θ. Κανάρης
Δημ. Π. Γουδῆς

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν συνόλῳ ἐψηφοφόρησαν 117, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
2τῆς 6 Φεβρουαρίου 1884.
3(Δευτέρα)
4(Ὥρᾳ 4 Μ. Μ.)
5(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθη-
6σαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
7§1Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, διότι εἶναι λίαν
8πρόσφατος, τὴν ἀπόφασιν ἣν ἔλαβεν, ὅπως κανονίσῃ τὴν
9ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων· γνωρίζει καὶ τὰ
10προκαλέσαντα αὐτὴν αἴτια, γνωρίζει ἑπομένως καὶ τὴν
11σπουδαίαν ἀνάγκην, ἥτις τὴν ὑπηγόρευσεν· ἡ Βουλὴ ἀπε-
12φάσισεν ὅτι, ἂν τὴν τετάρτην ὥραν δὲν ὑπάρχῃ ὁ πρὸς
13ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, ἡ συνεδρίασις λύεται,
14καὶ δημοσιεύονται τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων καὶ ἀπόν-
15των βουλευτῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως
16καὶ εἰς 4 ἄλλας ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν. Κοινὴ λογικὴ
17ὑπαγορεύει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, σεβόμενον τὴν ἀπόφασιν
18τῆς Βουλῆς, ὤφειλεν ἐγκαίρως νὰ ἀρχίζῃ τὴν ἀνάγνωσιν
19τοῦ καταλόγου οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι εἰς θέσιν τὴν τετάρ-
20την ὥραν ἀκριβῶς νὰ ἀναγγέλλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν δη-
21λαδὴ ὑπάρχῃ ἢ οὔ ὁ πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀ-
22ριθμός. Ὁ λόγος τοῦ ὅτι ἐνδέχεται οἱ βουλευταὶ ἐρχό-
23μενοι νὰ ἀναχωρήσωσι δὲν εἶναι σπουδαῖος· διότι, ἂν βου-
24λευτὴς παρουσιασθῇ καὶ ἐγγραφῇ ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς
25παρὼν, διὰ ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ παρουσία του πρέπει νὰ
26γίνῃ ἔνστασις ἀπαρτίας, καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἂν δὲν ὑπάρχῃ
27ὁ πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀριθμός· ἐνόσῳ δὲ δὲν ὑ-
28πάρχει τοιαύτη ἔνστασις, ὁ βουλευτὴς οὗτος εἶναι παρών.
29Ἀτυχῶς, κύριοι, ὡς οἱ Κανονισμοὶ τῶν βουλῶν μας παρα-
30βιάζονται τὴν ἐπιοῦσαν ἀπὸ τὰ προεδρεῖα, ὡς καὶ οἱ
31νόμοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιψηφίσεώς
32των παραβιάζονται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ οὕτω
33πως δίδεται τὸ παράδειγμα διὰ νὰ παραβιάζωνται
34καὶ ὑπὸ τῶν λοιπῶν πολιτῶν. Ἰδοὺ ἡ ἀτυχία τῆς πα-
35τρίδος. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁμιλῶ πικρῶς πρὸς τὸ
36Προεδρεῖον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν
37ἐν οὐ παικτοῖς. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι σοβαρά· ὅταν
38λαμβάνωμεν μίαν ἀπόφασιν, ὀφείλομεν νὰ τὴν ἐκτελῶμεν.
39Ῥητῶς καὶ ὡρισμένως ἀπεφασίσαμεν ὅτι, ἂν τὴν τετάρ-
40την ὥραν δὲν ὑπάρχῃ ὁ πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτούμενος ἀ-
41ριθμὸς, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύεται, οἱ δὲ ἐγγραφέντες
42βουλευταὶ, ἀναχωροῦντες, δὲν δύνανται νὰ γραφῶσι με-
43ταξὺ τῶν ἀπόντων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἐ-
44δείχθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐναντίος τῆς ψηφίσεως τῆς
45προτάσεώς μου, μὴ ἐπιτυχὼν τοῦτο, θέλει ἤδη νὰ εἰσα-
46γάγῃ νέον σύστημα, νὰ ἀρχίζῃ δηλαδὴ ἡ ἀνάγνωσις
47τοῦ καταλόγου τὴν τετάρτην ὥραν, τὸ δὲ τέλος τῆς ἀ-
48ναγνώσεως μένει εἰς τὴν διάκρισιν αὐτῶν. Ἀλλὰ τότε
49τί γίνεται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Ἄν ἐφηρμόζετο σή-
50μερον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι αὐ-
51τὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο ἀπὼν καὶ δὲν ἔχει
52δίκαιον παραπονούμενος κατὰ τῆς βραδείας ἐνάρξεως
53τῶν συνεδριάσεων, διότι ἦλθεν εἰς τὰς 4 καὶ 10. Λοι-
54πὸν πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν ἐὰν προέβημεν εἰς ἀπόφασιν
55ὑποχρεοῦσαν ὅλους μας, ἢ ἐὰν δὲν σπουδάζωμεν προβαί-
56νοντες εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν· ἄλλως, νὰ ἐπανέλθουν τὰ
57πράγματα εἰς τὴν ἀνώμαλον καὶ ἔκρυθμον κατάστασιν
58τὴν πρώην, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὸ δικαίωμα ἡ Κυ-
59βέρνησις, ἐκ τῆς ὁποίας λαμβάνει τὰς ἐμπνεύσεις τὸ
60Προεδρεῖον, νὰ παραπονῆται. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἤμεθα
61αὐστηρότεροι εἰς τὰς ἀποφάσεις μας· ἡ ἐπιείκεια καὶ οἱ
62βεβιασμένοι συλλογισμοὶ φέρουσι τά πράγματα ὅπως
63φέρωνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ἀλλὰ παρηρμήνευσε τὸ
64Προεδρεῖον εἰς βαθμὸν ἀσυγχώρητον τὴν ἀπόφασιν τῆς
65Βουλῆς, καὶ ἡ παρερμηνεία αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ συνε-
66πείας· διότι, ἂν οἱ βουλευταὶ, παρερχομένης τῆς 4ης ὥ-
67ρας ἀναχωρήσωσι, τί θὰ γίνῃ; οὔτε νὰ δημοσιεύσῃ με-
68ταξὺ τῶν ἀπόντων τά ὀνόματα τῶν οὕτω ἀναχωρούν-
69των βουλευτῶν δύναται τὸ Προεδρεῖον, οὔτε νὰ μὴ δη-
70μοσιεύσῃ κατάλογον· ἂν συμβῇ τοῦτο δὶς καὶ τρὶς, ἰδοὺ
71ἡ πλήρης καὶ ὁριστικὴ παραλυσία τῆς ἀπαρτίας. Λοι-
72πὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἢ νὰ
73ἐφαρμόσῃ αὐστηρῶς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἢ νὰ ἐ-
74ρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν δὲν ὑφίσταται ἡ ἀπόφασίς της,
75διὰ νὰ τὸ γνωρίζωμεν ὅλοι.
76§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ ἐν Κων-
77σταντινουπόλει Βασιλικοῦ, δι’ ἧς ἐκθέτουσι τὰ παθή-
78ματά των ἐκ πυρκαϊᾶς καὶ ζητοῦσι τὴν βοήθειαν τῆς
79Κυβερνήσεως.
80Ἀναφορὰ τῶν ραπτῶν Κεφαλληνίας, οἵτινες παραπο-
81νοῦνται κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ φορε-
82μάτων ὁμοειδῶν μὲ τὰ ἰδικά των ἐξ ὧν βλάπτονται.
83§3ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουρ-
84γὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόν-
85τος Δεκεμβρίου ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κύριος Κατσικαπῆς
86ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιστολὴν σταλεῖσαν
87πρὸς αὐτὸν ἀπὸ πλοίαρχόν τινα καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπι-
88στολῆς παρεκαλεῖτο νὰ μεσολαβήσῃ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ
89τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως δικαιωθῇ ἀπέναντι ἀδικίας, γινο-
90μένης παρὰ τοῦ ἐν Μασσαλίᾳ Ἕλληνος Προξένου κυρίου
91Μαυρογιάννη. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ κατεχωρεῖτο, νο-
92μίζω, καὶ παραλαβὴ τοῦ Προξένου πρὸς αὐτόν, ἐκ τῆς
93ὁποίας παραλαβῆς φαίνεται, ὅτι ἐδανείσθη ὁ ἐκεῖ Πρόξε-
94νος χρήματα παρὰ τοῦ πλοιάρχου ἐκείνου, καὶ παρε-
95πονεῖτο ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ὅτι ἐνῷ ἐδάνεισε τὰ χρήματα
96πρὸς τὸν Πρόξενον, οὗτος ἐξηπάτησεν αὐτόν, διότι ἐν τῇ
97παραλαβῇ αὐτῇ ἔθηκεν ὅρον ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν. Καί-
98τοι εἶναι γνωστὸς ὁ χαρακτὴρ τοῦ κυρίου Μαυρογένη,
99καίτοι εἶναι ἀνώτερος πάσης τοιαύτης ὑπονοίας καὶ οὐ-
100δεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ πλοίαρχος αὐτὸς δὲν ἔ-
101λεγεν ἀλήθειαν, οὐχ ἧττον κρίνω καλὸν νὰ συστήσω τὴν
102ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερι-
103κῶν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ παράπονον τοῦ πα-
104ραπονουμένου εἶναι δίκαιον, νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέ-
105τρα· ἄλλως, νὰ δοθῇ τέρμα διὰ μιᾶς ἐξηγήσεως εἰς τοιαύ-
106την ὑπόθεσιν, ἥτις θίγει ὁπωσδήποτε τὴν ὑπόληψιν τοῦ
107κυρίου Μαυρογιάννη, καὶ ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον
108τοῦτο εἶναι ἀνώτερος πάσης τοιαύτης ὑπονοίας καὶ πολὺ
109ζηλότυπος αὐτῆς.
110§4ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν
111ἀπευθυνθεῖσαν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ ἔσπευσα
112ἀμέσως νὰ ἀποστείλω εἰς Μασσαλίαν πρὸς τὸν καθ’ οὗ
113ἀπηυθύνετο κύριον Μαυρογιάννην· οὗτος ἀμέσως ἔσπευσε
114ν’ ἀπαντήσῃ ἀπολογούμενος καὶ ἀποκρούων τὴν ἐν τῇ
115ἐπερωτήσει ἐκείνῃ περιεχομένην κατηγορίαν. Αὔριον θὰ
116καταθέσω τὴν ἀπάντησιν.
117§5ΤΖΑΝΕΣ. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐ-
118ξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἔλαβε
119περὶ τοῦ προσγενομένου ἀδικήματος εἰς τὸν ἐν Δαμασκῷ
120ὑπήκοον Ἕλληνα ἔμπορον Κοντογιαννόπουλον, ὅστις δι’
121ὑπομνήματός του πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καταδει-
122κνύει, ὅτι ἐζημιώθη παρὰ τοῦ αὐτόθι Προξένου. Θὰ τὸν
123παρακαλέσω αὔριον, ἂν ἔχῃ πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέ-
124σεως ταύτης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι, ὡς ἐπα-
125νειλημμένως μοῦ γράφει ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος, τὸ ἀδίκημα, τὸ
126ὁποῖον προσεγένετο αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Προξένου, εἶναι πολὺ μέγα.
127§6ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἔγραψεν ὁ ἔμπορος αὐτὸς
128περὶ τούτου καὶ παρακαλῶ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ
129περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
130§7Μ. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λαλῶν, κύριοι, κατά τινα τῶν
131συνεδριάσεων τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος ὁ ἀξιότιμος
132συμπολίτης μου κ. Δημητρακάκης, ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα
133τῆς ὁδοποιΐας ἐν Λακεδαίμονι· ἐνόμισε δ’ ἐπὶ πλέον
134πρέπον νὰ ὑποδείξῃ ἐντεῦθεν, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν, οἱ ἐκ τῆς
135αὐτῆς ἐπαρχίας συνάδελφοί του, ἥκιστα μεριμνῶμεν περὶ
136τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος.
137Δὲν ἤμην ἐκ συμπτώσεως ἐντὸς τῆς αἰθούσης τὴν ὥραν
138ἐκείνην, ἀλλ’ ὅταν μετὰ στιγμὰς ἔμαθον, ὅτι ἐγένετο ὑπ’
139αὐτοῦ καὶ λόγος τοιοῦτος, μετέβην εἰς τὸ Στενογραφικὸν
140Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναγνώσω κἂν ἐκεῖ τὰ λεχθέν-
141τα. Ἰδοὺ δὲ τὸ μᾶλλον ἐνδιαφέρον ἡμᾶς μέρος, ὅπερ καὶ
142ἀντέγραψα ἐκ τῶν μεταπεφρασμένων στενογραφημάτων
143καὶ ὅπερ εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει χειρόγραφον). «Οἱ
144»συνάδελφοί μου δὲν θέλουν τὰς ὁδούς; Ἐὰν ὑπέθετον
145»τοῦτο, ἤθελον δείξει, ὅτι δὲν σέβομαι τοὺς συναδέλφους.
146»Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἠδύναντο νὰ πιέσουν τὴν Κυβέρνησιν
147»καὶ λάβουν αὐτὰ τὰ ρουσφέτια τῆς ὁδοποιΐας. Πρέπει
148»λοιπὸν καὶ αὐτοὶ νὰ φροντίσουν περὶ τούτου».
149Ἀλλ’ εἰς ταῦτα, κύριοι, οὐδεμία ἐνόμισα, ὅτι ἐπεβά-
150λετό μοι ἀπάντησις, καὶ διότι εὐσχήμως πως διετυποῦν-
151το καὶ διότι ἐγώ, ὡς καλῶς ἐγνωρίσατε ἤδη, οὐδόλως
152ἀρέσκομαι εἰς ὅ,τι ἐνδέχεται νὰ προκαλέσῃ προσωπικὰς
153ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀντεγκλήσεις, οὔτε καταλαμβάνομαι
154δ’ ἐκ τῶν παροξυσμῶν καὶ τοῦ οἴστρου τῆς δημοκοπίας
155ἐκείνης, ἥτις παραγνωρίζει πολλάκις καὶ αὐτὰ τὰ εὐγε-
156νέστερα τῶν κοινωνικῶν μας χρεῶν.
157Ἐν τούτοις χθὲς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὸ φύλλον
158αὐτὸ τῆς «Πρωΐας», ἐνῷ δημοσιεύεται ἡ ἀγόρευσις ἐκεί-
159νη τοῦ κ. Δημητρακάκη, ἀλλὰ δημοσιεύεται ἐπηυξη-
160μένη καὶ ἐπιδιωρθωμένη κατὰ τύπον ὅλως διάφορον, ὡς
161θέλετε διακρίνει εὐχερῶς ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναγνώσεως τοῦ
162μέρους κυρίως, ὅπερ ἀναφέρεται εἰς τὸ προαναγνωσθὲν
163ὑπ’ ἐμοῦ (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς «Πρωΐας»).
164«Ἀπορῶ—φαίνεται εἰπὼν ὁ κύριος Δημητρακάκης—
165»πῶς οἱ τέσσαρες ἐκ τῶν ἓξ συναδέλφων μου, οἱ ὑποστη-
166»ρίζοντες ἐκθύμως τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέχονται τὸ προσ-
167»γινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μας
168»ἀδίκημα. Διατί ἡ τόση ἀστοργία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς
169»τὴν Λακεδαίμονα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας,
170»ἐνῷ ὡς πρὸς τὰς παροχὰς τῶν προσωπικῶν ρουσφετίων,
171«ἂν παραπονεθῶμεν, δεικνύομεν ἀχαριστίαν, καθόσον τὰ
172»χορηγεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ μὲ τὰς δύω χεῖρας; Νὰ ὑπο-
173»θέσω, ὅτι οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ὑπουργικοί, δὲν θέλουν
174»τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου των καὶ ἀδιαφοροῦν; Τοῦτο
175»ἤθελεν εἶσθαι δι’ ἐμὲ ἔλλειψις πάσης πρὸς αὐτοὺς ἁβρο-
176»φροσύνης· οὐχ ἧττον ὅμως καὶ αὐτοὶ οἱ εὐλογημένοι ἔ-
177»πρεπε νὰ συμψηφίσωσι μέρος τῶν ἀξιώσεών των πρὸς
178»τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁδοποιΐας,
179»ὅπως καλῶς ποιοῦντες ἔπραξαν καὶ πολλοὶ συνάδελφοι
180»ὑπουργικοὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας των· διότι νὰ φωνάζω ἐγὼ
181»μόνος, δὲν φέρω ἀποτέλεσμα, διότι εἶναι φωνὴ ἀντιπο-
182»λιτευομένου πρὸς Κυβέρνησιν Τρικούπη».
183Δὲν ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ἀξιοῖ ὁ κ. Δημητρακάκης νὰ
184τῷ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας ἐπὶ τῇ ἁβροφρο-
185σύνῃ, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὄντως ἐν τῇ τοιαύτῃ περὶ ἡ-
186μῶν συνθέσει αὐτοῦ, ὡς ἐπίσης δὲν θ’ ἀξιοῖ βεβαίως νὰ
187διερμηνεύσωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα τὸν λόγον, χάριν τοῦ ὁ-
188ποίου προέβη μέχρι τοῦ νὰ καταγγείλῃ μὲν ἡμᾶς δημο-
189σίως ἐπὶ μικρότητι καὶ ἀστοργίᾳ πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν
190πατρίδα μας, παραστήσῃ δ’ ἑαυτὸν ὡς τὸν μόνον ἐνδια-
191φερόμενον καὶ πονοῦντα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῆς.
192Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι οὐδ’ ὑπ’ αὐτοῦ θέλει παραγνωρισθῆ ἡ
193ἀνάγκη, ἥτις ἄγει ἤδη ἡμᾶς εἰς συνάντησίν του, καὶ τὸ
194καθῆκον ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλεται πρὸς ἀπόκρουσιν τόσῳ
195βαρείας μομφῆς, ριφθείσης, ὅπως δήποτε, ἐν τῇ δημοσιο-
196γραφίᾳ καθ’ ὅλων τῶν συναδέλφων του.
197Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἐν Λακεδαίμονι δὲν εἶναι
198βεβαίως ζήτημα νέον, ἀνεφύη δὲ καὶ ἐν αὐτῇ ἀφ’ ἧς
199ὅλως ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος κατενόησε καὶ συνῃσθάνθη
200τὴν ἀνάγκην τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς ἀγαθά.
201Ἔχομεν δ’ ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε
202μέχρι τοῦδε Λακεδαιμόνιος βουλευτὴς, ὅστις δὲν ἐμερί-
203μνησε καὶ δὲν εἰργάσθη τὸ καθ’ ἑαυτὸν παρὰ ταῖς κατὰ
204καιροὺς Κυβερνήσεσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
205Δὲν θ’ ἀνατρέξω ἤδη εἰς μεμακρυσμένας ἐποχὰς, ὁπό-
206τε ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας
207ἐθεωρεῖτο ὡς ὅ,τι δυσχερὲς δι’ ἔλλειψιν μέσων. Ἔρχομαι
208δ’ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἣν καὶ ὁ κ. Δημητρακάκης
209ἐσημείωσεν ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» ὡς ἐφεξῆς.
210«Ἐπελθούσης—λέγει ἐν τῇ «Πρωΐᾳ»—τῆς μεταπολι-
211»τεύσεως τοῦ 1862, ἐπῆλθεν ἔρις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν
212»Λακεδαίμονος, ἂν ἡ ὁδὸς πρέπῃ νὰ διέλθῃ διὰ Μεγα-
213»λοπόλεως. Τὸ 1880 συνεφώνησα μετὰ τοῦ κ. Βαρβι-
214»τσιώτου καὶ ἐνεργήσαμεν νὰ διαταχθῇ τέλος πάντων
215»μία συγκοινωνία μεταξὺ Σπάρτης καὶ τῶν λοιπῶν με-
216»ρῶν τῆς Πελοποννήσου κλπ.»
217Λαβὼν δ’ ἐντεῦθεν ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότι-
218μον συνάδελφον ἡμῶν κύριον Βαρβιτσιώτην διατὶ καὶ
219οἱ λοιποὶ τότε ἐκ Λακεδαίμονος βουλευταὶ δὲν συνέ-
220πραξαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ
221κυρίου Δημητρακάκη, ἠξεύρετε, κύριοι, ὁποίαν ἔλαβον
222ἀπάντησιν παρ’ αὐτοῦ, τοῦ ὄντως φιλαλήθους καὶ με-
223τριόφρονος συναδέλφου μας; μ’ ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος
224Βαρβιτσιώτης, ὅτι μόνον μετὰ τοῦ κυρίου Δημη-
225τρακάκη δὲν ἦλθεν εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως συνεννόησιν,
226οὔτε συνέπραξε τὸ παράπαν μετ’ αὐτοῦ, ἐξ οὗ σύρω τὸ
227εὐνούστερον διὰ τὸν κύριον Δημητρακάκη συμπέρασμα,
228ὅτι καὶ τότε ἴσως εἰργάσθη μεμονωμένως, καὶ συνεπῶς
229ἐφαντάσθη, ὡς καὶ νῦν, τοὺς λοιποὺς συναδέλφους αὐτοῦ
230ἀδιαφορήσαντας, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀπηξίωσε ν’ ἀναφέρῃ τι καὶ
231περὶ αὐτῶν ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» τοὐλάχιστον.
232§8ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Εἶναι καθαρωτάτη ἀλήθεια, ὅτι
233μετὰ τοῦ κυρίου Δημητρακάκη εἰς οὐδεμίαν ἦλθον συ-
234νεννόησιν τότε.
235§9ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε,
236ν’ ἀρνηθῶ εἰς τὸν κύριον Δημητρακάκη ὅ,τι αὐτὸς ἀρ-
237νεῖται πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους του. Δικαιοῦμαι
238ὅμως ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὸ παράπονον, ὅτι παρέ-
239λειψε νὰ ἐρωτήσῃ, πρὶν ἢ συντάξῃ τοιοῦτο καθ’ ἡμῶν
240κατηγορητήριον, τοὐλάχιστον τὸν συνάδελφον ἡμῶν κύ-
241ριον Σαλταφέρον, τέως φίλον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
242μάθῃ παρ’ αὐτοῦ οἵας κατὰ τὸ παρελθὸν κοινὰς κατε-
243βάλομεν προσπαθείας ἐπὶ τοῦ πραγματευομένου ζητή-
244ματος, ζητήσῃ δ’ ἐπὶ πλέον καὶ νεωτέρας πληροφορίας
245παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων,
246εἰς ὃ μετέβη, ὡς εἶπε, πρὸ μικροῦ, ὅπως βεβαιωθῇ καὶ
247παρ’ αὐτοῦ ἔτι, ὅτι εἰς τοὺς ἐκ Λακεδαίμονος φίλους τῆς
248Κυβερνήσεως βουλευτὰς κατέστη κύριον, οὕτως εἰπεῖν,
249ἔργον ἡ μέριμνα πρὸς ἐπίσπευσιν τῶν σχεδιαγραφεισῶν
250ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Ἐπαρχίᾳ ὁδῶν. Διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ δὲ δι-
251καιότερον τὸ παράπονον τοῦτο ἀναγκάζομαι ν’ ἀναφέρω
252ὑμῖν, ἀντὶ νὰ προκαλέσω τὴν μαρτυρίαν τῆς Κυβερνή-
253σεως, ὅτι συναντηθεὶς ἐσχάτως μεθ’ ἡμῶν ὁ ἔντιμος ἐκ
254Τήνου βουλευτὴς κ. Μωραϊτίνης ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι
255τῶν Δημοσίων Ἔργων, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ τὴν
256βαθεῖαν αἴσθησιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς τὸν εὐγενῆ τοῦτον
257συνάδελφον τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ διέκρινεν εἰς πᾶσαν ἡ-
258μῶν ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται θέματος ἔκφρασιν καὶ εἰς
259πᾶσαν περίοδον τῶν πρὸς τὸν κύριον Σούλην παρατη-
260ρήσεων καὶ συστάσεών μας.
261Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι, οὔτε νὰ φαντα-
262σθῶ κἄν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φενακίζει ἡμᾶς τοὺς φίλους
263της βουλευτὰς καὶ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πληθὺς ἐκείνη
264τῶν Γάλλων μηχανικῶν, οἵτινες διεσπάρησαν ἀνὰ πᾶσαν
265τὴν Λακεδαίμονα καὶ ἐργάζονται πολὺ πρὸ τῆς ἐποχῆς,
266καθ’ ἣν ἐκτήσατο ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειονοψηφίαν τῶν
267βουλευτῶν της, ἐὰν, λέγω, ἡ πληθὺς ἐκείνη τῶν μηχα-
268νικῶν δὲν παίζῃ ἐκεῖ ἐν σχεδίοις ἁπλῶς, ἀλλὰ πρόκει-
269ται, καθ’ ἣν ἔχω πεποίθησιν, καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ
270τὰς σχεδιασθείσας ἤδη ὁδοὺς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Μεγα-
271λόπολιν, εἰς Καλάμας, εἰς Κυνουρίαν, εἰς Ἐπίδαυρον
272Λιμηρᾶν διὰ Λεβετσόβων, κατὰ τὰς περὶ τούτου θερ-
273μὰς συστάσεις ἡμῶν καὶ τὰς εὐχὰς τῶν κατοίκων τῆς
274κωμοπόλεως ἐκείνης, καὶ εἰς Τρίπολιν δι’ Ἀραχώβης καὶ
275Εὐρυσθένων, καὶ ἐπὶ πλέον σπεύσῃ εἰς τὴν τοῦ Εὐρώτα
276γεφύρωσιν, φρονῶ, ὅτι κοινὴ ἐπιβάλλεται εἰς ἅπαντας
277τοὺς ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὰς ὑποχρέωσις, ὅπως ἐκ-
278θύμως ἐπευφημήσωσι καὶ ὑποστηρίξωσι Κυβέρνησιν, ἥτις
279εὐνούστατα ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοι-
280νωνίας μιᾶς τῶν πρώτων τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν, οἵα ἡ
281ἡμετέρα.
282Δὲν προχωρῶ περαιτέρω, καθόσον νομίζω, ὅτι καὶ δι’
283ὅσων εἶπον κατεδείχθη ἐπαρκῶς τὸ ἄδικον καὶ ἄτοπον
284τῆς καθ’ ἡμῶν μομφῆς τοῦ κυρίου Δημητρακάκη. Καὶ
285δὲν ἐννοῶ μὲν βεβαίως ἐγὼ ὅτι, ἂν συνετέλεσαν ἢ συν-
286τελέσωσιν αἱ παρὰ τῇ Κυβερνήσει συστάσεις ἡμῶν καὶ
287ἐνέργειαι πρὸς ἐπίσπευσιν τῆς κατασκευῆς τῶν σχεδια-
288γραφημένων ἤδη ὁδῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μας, ὀφείλεται
289ἡμῖν ἐπὶ τούτῳ χάρις, διότι ἐκ καθήκοντος ὑπερτάτου
290μᾶς ἐπιβάλλεται πᾶσα περὶ τούτου μέριμνα καὶ φρον-
291τίς· δὲν ἐννοῶ ὅμως πῶς δύναταί τις, χάριν οἱουδήποτε
292λόγου, νὰ ἐλέγχῃ ἡμᾶς ὡς ἀδιαφοροῦντας πρὸς τὸ τοι-
293οῦτον καθῆκον, ὁπόταν μάλιστα ἡ πιστὴ αὐτοῦ ἐκπλή-
294ρωσις ἐμπραγμάτως καταφαίνεται καὶ πιστοποιῆται.
295§10Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Βαρ-
296βιτσιώτην, ὅστις ἀρνεῖται ὅτι συνειργάσθη μετ’ ἐμοῦ περὶ
297τῆς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν ὁδοῦ τὸ 1880. Ὁμολο-
298γουμένως προσωπικῶς δὲν συνωμιλήσαμεν, διότι ὁ κύριος
299Βαρβιτσιώτης, ζῶντος μάλιστα τοῦ συγγάμβρου του ὡς
300Πρωθυπουργοῦ, δὲν κατεγίνετο παρὰ εἰς διορισμούς· ἐγὼ
301καίτοι ὑπουργικὸς τὸ 1880, ρουσφέτια ποτὲ δὲν ἐπῆρα,
302λοιπὸν ἔπρεπε νὰ λάβω ρουσφέτι διὰ τὴν Ἐπαρχίαν
303μου. Ἤμην δὲ καὶ ἐγὼ εἷς τῶν ἐπιμενόντων νὰ γείνῃ
304ἡ ὁδὸς διὰ τῆς Μεγαλοπόλεως, καὶ παρεκάλεσα τότε
305τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον νὰ διατάξῃ τὴν ἔναρξιν
306τῆς κατασκευῆς τῆς ρηθείσης ὁδοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ὁδὸς
307αὕτη εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Με-
308γαλόπολιν. Ὁ μακαρίτης μοῦ εἶπε «δὲν θέλει ὁ Νική-
309τας ἀπ’ ἐκεῖ, θέλει νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τῆς
310Ἐπαρχίας»· «ἂς περάσῃ, τῷ εἶπον, ἀφ’ ὅπου θέλει, φθά-
311νει νὰ γείνῃ δρόμος μεταξὺ Σπάρτης καὶ Τριπόλεως» ὁ
312Κουμουνδοῦρος διέταξε πραγματικῶς καὶ ἐξετέθη τὸ ⅓
313τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ ἀνέλαβε τὸ ἔργον καλὸς καὶ φε-
314ρέγγυος ἐργολάβος, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν οἱ μηχανικοὶ
315καὶ ὁ πρώην Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων, ὅστις
316ἦτο πάντοτε δύστροπος, παρενέβαλε μύρια προσκόμ-
317ματα, καὶ τελευταῖον ἐκήρυξαν τὸν ἐργολάβον αὐτὸν ἔκ-
318πτωτον. Ἐγὼ ἠπείλησα δὶς τὸν Σκαλιστήρην — καὶ
319τοῦτο γνωρίζουν οἱ ὑπάλληλοί του — ὅτι ἤθελον τὸν
320ἐκθέσει, ἐγνώριζε δ’ ἐκεῖνος καλὰ τὰ καίρια μέρη, εἰς
321τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ τὸν προσβάλω, καὶ ἐνθυμεῖται
322βεβαίως ὁ ἐργολάβος Σαράντος, ὅταν ἀπέσυραν τὴν ἔκ-
323πτωσίν του, ὅτι τῷ εἶπεν ὁ Σκαλιστήρης «αἱ φωναὶ τοῦ
324Δημητρακάκη σὲ ἐπανέφερον διὰ νὰ μὴ ἀποβληθῇς ὁρι-
325στικῶς». Τοῦτο δὲν εἶναι μία ὁμοφωνία μετὰ τοῦ κυρίου
326Βαρβιτσιώτου κατὰ τὸ 1880;
327Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ παράπονον τοῦ ἑτέρου συναδέλ-
328φου κ. Ρουσσοπούλου. Ὁ συνάδελφος εἶπε, διατὶ ἐγὼ
329δὲν ἠρώτησα ὅταν ὡμίλησα τί ἐνήργησαν οἱ ὑπουργικοὶ
330βουλευταί. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω ἔνδυμα γάμου νὰ μάθω
331ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τί ἐνεργοῦσιν ἄλλοι· βλέπω τί ἐκτε-
332λεῖται, καὶ λέγω ὅτι πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δύω ὑ-
333πουργικοὺς βουλευτὰς ἐκ Σπάρτης, οἱ τέσσαρες ἦσαν
334ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ ἀ-
335παίτησιν Ἐπαρχίας, ἡ ὁποία κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν
336κατεδίκαζεν· ἀλλὰ τώρα ἔγεινε τὸ ἀντίθετον, διότι ἐγὼ
337καὶ ὁ κύριος Σαλταφέρος εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν
338μᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν
339τίποτε. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ζητήσουν τὴν κατασκευὴν
340ὁδῶν οἱ τέσσαρες. Εἶπεν ὁ κύριος Ρουσσόπουλος ὅτι ἔχουν
341καὶ μάρτυρας ὅτι ἔφεραν εἰς συγκίνησιν τὸ τμῆμα, ὅταν
342ὡμίλησαν περὶ τῶν ὁδῶν τῆς Ἐπαρχίας των. Ἀφ’ οὗ ἔφε-
343ραν καὶ εἰς συγκίνησιν τὸ τμῆμα καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς,
344καὶ μὄλα ταῦτα δὲν τοὺς ἀκούουν, τόσῳ χειρότερον,
345διότι ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἀποδίδουν εἰς
346τοὺς κυρίους συναδέλφους μου ἀξίαν τινὰ οἱ παρ’ αὐτῶν
347ὑποστηριζόμενοι Ὑπουργοὶ, ἐνῷ συνάδελφοι ἄλλων Ἐ-
348παρχιῶν ἐκτελοῦν ὁλονὲν ἔργα, καὶ φαίνεται ὅτι οὗτοι
349ἀξιοῦν νὰ προηγηθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις των περὶ ἐκτελέ-
350σεως δημοσίων ἔργων ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν προσω-
351πικῶν διορισμῶν. Πρὸ ἕξ μηνῶν ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν
352μειοδοσίας ἡ ἐργολαβία τῆς ὁδοῦ μέχρις Ἁγίου Ἰωάν-
353νου. Ἰδοὺ ὅτι οἱ βουλευταὶ Κυνουρίας ἐπόνεσαν περισ-
354σότερον διὰ τὸν λαὸν τῆς Ἐπαρχίας των παρὰ διὰ τοὺς
355διορισμοὺς τῶν συγγενῶν των. Πρὸ ἑνὸς ἔτους διετάχθη
356ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ Βυτρινίτζης καὶ ἄλλων μερῶν,
357διὰ τὰ ὁποῖα ἐπίεσαν οἱ βουλευταὶ τὴν Κυβέρνησιν, μο-
358λονότι αἱ ὁδοὶ αὗται καὶ δυσκολοκατόρθωτοι εἶναι ὡς
359ἐκ τοῦ ἀνωφεροῦς τοῦ μέρους, καὶ δὲν εἶναι καὶ κεντρι-
360καὶ ὡς ἡ ἀπὸ Σπάρτης εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς, ὡς ἐπὶ
361παραδείγματι ἡ ἀπὸ Λεωνιδίου πρὸς τὰ Πούλιθρα. Πό-
362σοι δρόμοι γίνονται καθ’ ἑκάστην εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας
363καὶ ἐξοδεύονται ἑκατομμύρια δραχμῶν! καὶ ἡμεῖς οἱ Λα-
364κεδαιμόνιοι τί ἐξωδεύσαμεν; 144 χιλιάδας δι’ ὧν γίνε-
365ται δρόμος μέχρι Βουρλιᾶ ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς Σπάρτης,
366ἥτις εἶναι πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν κανονισμένη. Μόνον 144
367χιλιάδες δραχμῶν ἀνήκουσιν εἰς μίαν Ἐπαρχίαν τόσον
368μεγάλην καὶ προσοδοφόρον; Θυμώνει ὁ κύριος Βαρβι-
369τσιώτης· καὶ τί ἔκαμεν, ὅταν εἶχε τὴν Ἐπαρχίαν εἰς
370τὰς χεῖράς του ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον, πρωθυπουρ-
371γοῦντος τοῦ συγγάμβρου του;
372§11ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὀλίγα ἔκαμα;
373§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ μόνον δημόσιον ἔργον, ὅπερ
374ἔκαμες, ἦτο νὰ μεταφέρῃς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου
375Θεραπνῶν ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου εἰς Σκούραν.
376§13ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Πότε ἔγινεν αὐτό;
377§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ 1862 εἰς τὴν Μεταπολίτευ-
378σιν, καὶ ἀντέστησαν οἱ λοιποὶ κάτοικοι τοῦ Δήμου μὲ
379τὰ ὅπλα. Οὐδὲν δημόσιον ἔργον ἔχει ἡ Λακεδαίμων ἀπὸ
380σέ· ἔπρεπεν ἐγὼ νὰ ἔλθω νὰ σοὶ δώσω τὸ παράδειγμα,
381ἀφοῦ ἔκαμα τὸ γεφύρι εἰς τὴν Καστανίαν, καὶ ἐφρόν-
382τισα καὶ διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον τῶν Περιβολίων.
383§15ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον τοῦ χωρίου
384σου τὸ ὀφείλουν εἰς ἐμέ· σὺ δὲν κάμνεις τίποτε ἄλλο
385παρὰ νὰ ὑβρίζῃς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σὲ ἔκαμον βου-
386λευτήν.
387§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον τοῦ χω-
388ρίου μου ἔγεινεν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ μακαρίτου
389Δεληγεώργη, ὅτε σὺ δὲν ἠκούεσο. Ποῖος μὲ ἔκαμε βου-
390λευτὴν δὲν μοὶ λέγεις;
391§17ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὁ Σαλταφέρος καὶ ὁ Ρουσόπου-
392λος.
393§18ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Τὸν ἔκαμεν ἡ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ὑπόλη-
394ψίς του.
395§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐν τούτοις, καίτοι ἐθεώρεις ἑαυ-
396τὸν πανίσχυρον τὸ 1881, ἐπεζήτησας τὸν μετ’ ἐμοῦ συν-
397δυασμὸν, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν
398κ. Σαλταφέρου καὶ Ρουσσοπούλου.
399§20ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ψεύδεσαι.
400§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τοῦτο ἂς τὸ μαρτυρήσωσιν οἱ
401συνεπαρχιῶταί μας.
402Λοιπὸν, κ. συνάδελφοι, ἀντὶ νὰ παραπονῆσθε κατ’ ἐ-
403μοῦ, διότι δὲν ἀναγνωρίζω τὰς ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας ἐνερ-
404γείας σας, δὲν ἦτο καλλίτερον νὰ ἐργασθῆτε ἀποτελε-
405σματικῶς ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τῆς Ἐπαρχίας, καὶ
406ὄχι νὰ περιπατῆτε καὶ οἱ τέσσαρες μὲ τὸν ἀποσπα-
407σματάρχην σας τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον διὰ νὰ δη-
408μιουργήσητε Δεσπότην, νὰ μεταθέσητε εἰρηνοδίκας ἢ
409ἕδρας εἰρηνοδικείων καὶ ἐκλογικῶν τμημάτων καὶ νὰ
410διορίσητε ἄλλους ὑπαλλήλους; Ἡ Ἐπαρχία ἔχει μεγαλει-
411τέραν ἀνάγκην δημοσίων ἔργων παρ’ οἵαν ἔχει νὰ ἀπο-
412λαύσῃ Δεσπότην καὶ ἄλλους ὑπαλλήλους· ἀλλ’ ἔχετε
413τὴν ἰδέαν ὅτι τὴν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ὑπόληψιν τῶν πολι-
414τευομένων σχηματίζουν καὶ τώρα, ὅπως ἄλλοτε, οἱ Δε-
415σποτάδες καὶ οἱ ὑπάλληλοι.
416Ἀντὶ νὰ φροντίζητε, λέγω, περὶ τοιούτων παύσεων
417καὶ μεταθέσεων, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐφροντίζετε νὰ
418διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν· ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐκτι-
419μᾶτε τὴν ἀξίαν τῶν δημοσίων ἔργων, ἐγὼ ὅμως ὁ ὁποῖος
420ἐχρημάτισα ἐπὶ εἰκοσαετίαν δημόσιος ὑπάλληλος, αἰ-
421σθάνομαι τὴν μεγάλην διὰ τοὺς ἐντολεῖς μου ἀξίαν
422αὐτῶν.
423Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ρουσσόπουλος μὲ ἐκήρυξε καὶ πλαστο-
424γράφον, εἰπὼν ὅτι ἄλλα ἐδημοσίευσα ἐγὼ καὶ ἄλλα εὑ-
425ρίσκονται εἰς τά στενογραφημένα πρακτικὰ, τὸν παρα-
426καλῶ νὰ φέρῃ ὅλα αὐτὰ ἐδῶ καὶ νὰ τὰ ἀναγνώσῃ ἵνα
427ἴδῃ ὅτι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἀκού-
428σωσιν οἱ στενογράφοι ἕνεκα τῆς κακῆς κατασκευῆς τοῦ
429καταστήματος, προσετέθησαν κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ
430λόγου μου πολλάκις μάλιστα τόσον κακῶς ἀντιλαμβά-
431νονται οἱ στενογράφοι, ὥστε, ἂν δημοσιευθῶσιν ὅπως εἶ-
432ναι παρ’ αὐτῶν γεγραμμένα, θὰ λογισθῶ ὅτι μεθυσμένος
433ὁμιλῶ.
434§22ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί λέγεις ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐνερ-
435γοῦμεν; Εἰς τί θὰ σοὶ χρησιμεύσῃ τοῦτο;
436§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ πα-
437ρουσιασθῶ καὶ δικαιολογηθῶ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, ἐὰν δὲν
438ἔχω μίαν ἀπόδειξιν τῶν ὅσων διὰ λόγου ἢ ἔργου ἐνήρ-
439γησα, καὶ ἀπόδειξις θὰ ἦναι τὰ δημοσιευθέντα. Ὅταν
440θὰ γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ εἶναι ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰ
441πράγματα, γνωρίζω ὁποία θὰ ἦναι ἡ κατ’ ἐμοῦ κατα-
442δίωξις, ἑπομένως δὲν θὰ φέρω ὁρμαθὸν διορισμῶν ὑπαλ-
443λήλων, ἀλλὰ τὰς ἀποδείξεις τῆς πολιτείας μου ὡς βου-
444λευτοῦ, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν συνεπαρ-
445χιωτῶν μου τοῦ μέτρου τούτου τὴν ἀξίαν γνωρίζοντες
446καὶ Σεῖς στενοχωρεῖσθε. Ἐγὼ ποτὲ δὲν ἐθυσίασα τὸ συμ-
447φέρον τῆς ἐπαρχίας μου εἰς τὸ συμφέρον τῶν προσωπι-
448κῶν περιποιήσεων, ἐνῷ σεῖς νομίζω, ὅτι πράττετε τὸ ἐ-
449ναντίον.
450§24ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς θὰ συμπράξητε αὔριον,
451ὥστε δὲν πρέπει νὰ λέγετε ταῦτα.
452§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ συμπράττει ὁ κ. Παπα-
453μιχαλόπουλος καὶ οἱ σύγγαμβροι τοῦ μακαρίτου Κου-
454μουνδούρου Βαρδιτσιώτης καὶ Μισυρλῆς μὲ τὸν κ. Τρι-
455κούπην, διατί νὰ μὴ συμπράξωμεν ἡμεῖς; Αὐτὰ γίνον-
456ται εἰς τὴν Ἑλλάδα χωρὶς νὰ παραβλαβῶσιν οἱ βαθμοὶ
457τῶν κωλυμάτων, διότι αὐτὰ ποτὲ δὲν εἶναι τετάρτου
458ἢ πέμπτου βαθμοῦ, ἀλλὰ πάντοτε ἕκτου καὶ ἑβδόμου.
459Λοιπόν, κύριοι Συνάδελφοι, δὲν ἔχετε καθ’ ὅλου δίκαιον
460νὰ παραπονῆσθε δι’ ὅσα εἶπον, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ
461πράξω ἄλλως, εἰμὴ νὰ πονέσω διὰ τὸ προσγινόμενον ἄ-
462δικον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου, νὰ μὴ διατάττηται ἡ πε-
463ράτωσις ἑνὸς δρόμου κεντρικοῦ, ἀφοῦ ἐν τῇ Κυνουρίᾳ γίνεται
464εἰς τὸν Κολοσούρτην τοῦ Ἄστρους, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν
465ἐχορηγήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 30,000,000 δραχμῶν
466διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ δυσανασχετεῖτε διατί δὲν τὴν
467ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, διότι εἰς τὸ χαρτὶ ἔχει δρόμους ἀπὸ
468Σπάρτης εἰς Μεγαλόπολιν, Τρίπολιν, Καλάμας, Μονεμ-
469βασίαν, εἰς ἔργον ὅμως καμμίαν ὁδόν! καὶ εἰς τὸ χαρτὶ
470δύναμαι νὰ γράψω διὰ νὰ ἀπατῶ τὸν κόσμον καὶ σιδη-
471ροδρόμους εἰς Πάρνηθα, Παρνασσὸν καὶ Ταΰγετον. Ἡ
472ὁδὸς ἀπὸ Μεγαλοπόλεως εἰς Σπάρτην τρὶς ἐσχεδιάσθη
473ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐπίκειται καὶ τέ-
474ταρτον, ἀλλὰ ἔργον δὲν γίνεται. Θὰ κατασκευάσωμεν,
475λέγουν οἱ Ὑπουργοί, ὁδοὺς πολλὰς ἁμαξιτοὺς πολυδαπά-
476νους, ἐγὼ ὅμως εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὸ χαρτὶ θὰ μεί-
477νωσι, καὶ τὰ μιλιούνια θὰ τὰ φάγωσιν (ἂν καὶ ὡρίσθη-
478σαν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν) εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κρά-
479τους ἕνεκα τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ
480τοῦτο δὲν θὰ παύσω καὶ νὰ λέγω καὶ νὰ γράφω ἑωσοῦ
481κατορθώσω κἄτι τι διὰ τὴν Ἐπαρχίαν μου, διότι τοῦτο
482μόνον θὰ παρουσιάσω ὡς ἐφόδιον, ὅταν θὰ ζητήσω πά-
483λιν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων μου.
484§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔ-
485τος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος ἀπαγορεύων εἰς τὴν
486Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ βοηθήματα, διότι τότε, εἰσηγου-
487μένης τῆς Κυβερνήσεως τὸ περὶ τούτου Νομοσχέδιον, πα-
488ρεστάθη ὀρθῶς, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἀνήκει εἰς
489τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ βοηθήματα, ἀλλὰ τοῦτο ἀ-
490νήκει εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος
491δὲν εἶχε ψηφισθῆ καὶ ἐπεκράτει τὸ πρὸ τοῦ νόμου σύ-
492στημα σήμερον, βεβαίως ἤθελε χορηγηθῆ βοήθημα εἰς
493δύω οἰκογενείας ἄρτι ἀποβιωσάντων ἀνδρῶν, ὠφελησάν-
494των τὴν πατρίδα. Οἱ ἄνδρες οὗτοι εἶναι οἱ μακαρῖται
495Γεωργ. Πετιμεζᾶς καὶ στρατηγὸς Γεωργαντᾶς. Ὅτε διὰ
496τοῦ νόμου κατηργήθη τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
497χορηγῇ βοηθήματα, ἐξηγήθη, ὅτι δὲν ἐνόει ἡ Βουλὴ
498ν’ ἀπαγορεύσῃ τοιαύτας περιθάλψεις, ἀπεναντίας ἐθεώρει
499αὐτὰς ἀναγκαίας, ἀλλ’ ἤθελε νὰ συμπράττῃ καὶ αὕτη
500εἰς τὴν χορήγησιν αὐτῶν, καθ’ ὃ εἶχεν ἐκ τοῦ Συντάγ-
501ματος δικαίωμα. Ἑπομένως ἔρχομαι, ἐκπληρῶν τὴν ἐν-
502τολὴν ταύτην τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν Νο-
503μοσχέδιον περὶ περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀπο-
504βιωσάντων τούτων, ὅπως δυνηθῇ ἡ Βουλή, συμπράττου-
505σα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
506ἄλλοτε ἐπράττετο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον
507γίνεται πρὸς ἄλλας οἰκογενείας, αἵτινες πρὸ τῆς ψηφί-
508σεως τοῦ ρηθέντος νόμου συνέπεσε νὰ εὑρεθῶσιν εἰς ὁμοίαν
509δυσχερῆ θέσιν.
510Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποβιώσαντος Γ. Πετιμεζᾶ συνίστα-
511ται ἐκ χήρας καὶ 4 ὀρφανῶν. Οὗτοι θ’ ἀπολαύωσι σή-
512μερον, ἐὰν δὲν ληφθῇ εἰδική τις πρόνοια, συντάξεως, ἥτις
513ἐκκαθαριζομένη μόλις ἀνέρχεται εἰς 200 δραχμάς. Νομί-
514ζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ δίκαιον ν’ αὐξηθῇ ἡ σύντα-
515ξις αὕτη εἰς 300 δραχμάς.
516§27ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ πλέον.
517§28ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὀλίγον εἶναι, κ. Πρόεδρε· πρέπει νὰ δι-
518πλασιασθῇ τοὐλάχιστον.
519§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ δὲ οἰκογένεια τοῦ στρατηγοῦ Ἀν-
520τωνίου Γεωργαντᾶ, ἥτις ἀπελάμβανεν ἕως χθές, ζῶντος
521τοῦ ἀρχηγοῦ της, 400 δραχμάς, ἤδη θ’ ἀπολαμβάνῃ μό-
522νον 111 παλαιάς, διότι εἶναι στρατιωτικὴ ἡ σύνταξις· καὶ
523γινώσκετε, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις εἶναι ὀλιγώ-
524τερον πλουσιοπάροχοι, ἢ περισσότερον γλίσχροι, ἵνα με-
525ταχειρισθῶμεν τὴν καταλληλοτέραν ἔκφρασιν, τῶν συν-
526τάξεων τῶν πολιτικῶν. Ἐθεωρήθη λοιπὸν δίκαιον, ἵνα
527καὶ ἡ σύνταξις αὕτη αὐξήσῃ· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐπί-
528σης πολυάριθμος ἡ οἰκογένεια τούτου, αὐξάνομεν ταύτην
529εἰς 250 δραχμάς διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπο-
530βάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν.
531§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ὀλίγη.
532§31ΤΙΝΕΣ. Ν’ αὐξήσῃ περισσότερον.
533§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγινώσκω τὸ Νομοσχέδιον, ἵνα ἴδητε
534κατὰ τίνα τρόπον διατίθενται ταῦτα ἐν ἐνδεχομένῃ
535κατόπιν μεταβολῇ. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον).
536Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον εἶναι συντεταγμένον
537καὶ τὸ περὶ τῆς ἄλλης οἰκογενείας Νομοσχέδιον ἔχον
538οὕτω. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον). (Ὅρα Παράρτημα).
539§33Π. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Δὲν πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ
540πρόνοια καὶ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ πρὸ ὀλίγου ἀπο-
541βιώσαντος στρατηγοῦ Λαζαρέτου, ἡ ὁποία ὁμοίως ἔχει
542μεγάλην ἀνάγκην τῆς περιθάλψεως τῆς Κυβερνήσεως;
543§34ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ συμπερι-
544ληφθῇ εἰς τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ
545στρατηγοῦ Λαζαρέτου.
546§35ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνη-
547σις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀπορφανισθείσης ἐσχάτως
548οἰκογενείας τοῦ στρατηγοῦ Λαζαρέτου, ὁ ὁποῖος ἠγωνί-
549σθη ὅπως καὶ ἄλλοι μεγάλοι ἀγωνισταὶ καὶ δικαιοῦται
550εἰς τοιαύτην μέριμναν διότι ἀπολαμβάνει γλισχροτάτην
551σύνταξιν, 135 δραχμῶν.
552§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρώτην φοράν, κύριοι, ἐτόλμησα καὶ ἐγὼ
553νὰ ὑψώσω κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν φωνὴν
554ὑπὲρ συντάξεως ἐν πληρεστάτῃ πεποιθήσει, ὅτι ἑρμη-
555νεύω τὸ γενικὸν φρόνημα τοῦ Τόπου, καὶ χαίρω πολὺ
556ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης ἀναγνωρίσασα τὴν τοιαύτην ἀ-
557νάγκην, ὑπέβαλε Νομοσχέδιον. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ἔ-
558λαβε ὑπ’ ὄψιν τὴν σημερινὴν τῶν πραγμάτων κατάστα-
559σιν. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποβιώσαντος Γ. Πετιμεζᾶ ἔχει
560δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐ-
561βεβαίωσε, 200 δραχμὰς σύνταξιν κατὰ μῆνα, καὶ ἡ Κυ-
562βέρνησις προτείνει δι’ αὐτὴν αὔξησιν ἐκ δρ. 1200 ἐτησίως.
563Ἀφοῦ πανθομολογούμεναί εἰσιν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀνδρὸς
564καὶ ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σημερινὴ ἀκρίβεια τῶν τοῦ
565βίου νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ φέρεται γλίσχρως
566ἡ Πολιτεία, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ οὕτω ὅ,τι ὀ-
567φείλει ὁ Τόπος πρὸς τὸν ἄνδρα, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἡ
568οἰκογένεια σύγκειται ἐκ τριῶν θυγατέρων ἀνηλίκων, ἑ-
569νὸς ἄῤῥενος καὶ τῆς χήρας. Συνιστῶ λοιπὸν ὅπως αὐξηθῇ
570ἡ σύνταξις εἰς δραχμὰς τετρακοσίας κατὰ μῆνα τοὐ-
571λάχιστον.
572§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον δὲν γίνεται συζήτησις· ὅταν
573τυπωθῶσι τὰ Νομοσχέδια καὶ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν,
574ὁμιλεῖτε.
575§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀγαθῇ τύχῃ! Ἡ πρότασις, ἡ κατὰ τὸ
576Σάββατον γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Μεσσηνέζη, μὲ ἔκαμε σή-
577μερον ὅπως ἀγαλλομένῳ τῷ ποδὶ λάβω τὴν πρὸς τὸ
578Βουλευτήριον ἄγουσαν, ἵνα ἴδω τὴν πρότασιν ταύτην
579περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος σπουδαίως συζη-
580τουμένην καὶ τύχῃ πάλιν ἀγαθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ.
581Πρωθυπουργοῦ μὲ κάμει ἔτι νὰ ἀγάλλομαι. Οὐδεὶς ἐξ
582ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὸν Πόρον, τὴν Ὕδραν, τὰς Σπέ-
583τσας καὶ ἰδίως εἰς τὸν λεγόμενον Κάτω Ἀχαγὲ, τὴν Ἑρ-
584μιόνην καὶ καθεξῆς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν χρόνων
585τῆς δουλείας, οὐδὲ ποὺς Ὀθωμανοῦ ἢ ἄλλου τινὸς λαοῦ
586τυραννικοῦ ἐφάνη. Τοῦρκος δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν Πόρον·
587ἐν τούτοις ἅμα ἐξεῤῥάγη ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, ἀμέ-
588σως 200 Πόριοι, ὑπὸ τὸν Κυριάκον Δουζίναν καὶ τὸν
589Χριστόδουλον Μυρτίκαν ἢ Μέξην, ἐπῆγαν μὲ τὸν Δαμα-
590λᾶν Ἰωννᾶν, Ἐπίσκοπον τοῦ τόπου, καὶ ἐπολιόρκησαν
591τὴν Κόρινθον, καὶ αὐτοὶ μετ’ ἄλλων ἀστυγειτόνων διε-
592τήρησαν τὴν πολιορκίαν μέχρι τῆς ἐποχῆς, ὅτε παρου-
593σιάσθη ἀνάγκη νὰ σταλῇ ἐπικουρία ἐκ τῆς Πελοποννή-
594σου εἰς τὴν Στερεὰν καὶ τὴν Λεβαδείαν. Εἰς τὴν Λεβα-
595δείαν λοιπὸν ἐπῆγαν ἐπίκουροι ὑπὸ τοὺς γενναίους Κυ-
596ριακούλην Μαυρομιχάλην καὶ Ἠλίαν Μαυρομιχάλην, οἱ
597ὁποῖοι διερχόμενοι διὰ τῆς Κορίνθου διεκήρυξαν πόσοι
598γενναῖοι θέλουσι νὰ τοὺς ἀκολουθήσωσι, καὶ ὁ Κυριακὸς
599Δουζίνας καὶ ὁ Μέξης Χριστόδουλος ἢ Μυρτίκας ἠκο-
600λούθησαν αὐτούς· ἀλλ’ οἱ ἀρχηγοὶ δὲν ἐγνώριζον τὸν τό-
601πον καὶ ἀπομακρυνθέντες ἀπ’ ἀλλήλων περιέπεσον εἰς
602ἐνέδρας ἐχθρῶν, ἐγένετο θραῦσις συνελήφθησάν τινες καὶ
603ζῶντες, ἐν οἷς καὶ ὁ Κυριακὸς Δουζίνας, ὅστις ἀνεσκολο-
604πίσθη ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ Δημητρίου Κριεζῆ, ὁ ὁποῖος
605κατώρθωσε νὰ κρυβῇ ἐπί τινος δένδρου πυκνοφύλλου,
606ὅθεν ἐθεᾶτο τὰ γενόμενα. Καὶ ἀνεσκολοπίσθη, ἐψήθη,
607ὅτε μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν νυμφευθεὶς ἄφησε γυναῖκα
608μὲ ἀρτιγέννητον βρέφος, καὶ προσῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἡ
609σύζυγός του ἔμαθε τὸν θάνατον αὐτοῦ καρτεροψύχως, καὶ
610μὲ τὸ νεογνόν της τέκνον ἄῤῥεν ἐξηκολούθησεν ἐν τῇ χη-
611ρείᾳ της διαμείνασα ν’ ἀναθρέψῃ αὐτὸ ἐν πενίᾳ, ὅπως
612ὅλων τῶν ἀγωνιστῶν αἱ οἰκογένειαι.
613Ὁ υἱὸς τοῦ Δουζίνα οὗτος ἠνδρώθη καὶ διὰ μικρᾶς
614περιουσίας λεμονοδένδρων διετηρεῖτο· ἀποθανὼν ὅμως
615μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν κτημάτων, ἄφησε δύω θυ-
616γατέρας ὀρφανάς. Δὲν εἶνε λοιπὸν δίκαιον, ὅταν ὁ Κυριά-
617κος Δουζίνας ἀποθνήσκῃ, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας μαχόμενος,
618ἐνῷ μάλιστα ὁ Πόρος δὲν ἠπειλεῖτο, ἀλλὰ προστρέξας
619εἰς ἄλλα κινδυνεύοντα μέρη, νὰ ἱκανοποιηθῇ ἐν τοῖς ἐγ-
620γόνοις αὐτοῦ τοὐλάχιστον; Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπεριλη-
621φθῇ εἰς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ μία μικρὰ σύνταξις,
62250 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διὰ τὰς δύω αὐτὰς πενομένας
623θυγατέρας, αἱ ὁποῖαι μὲ τὸν πατέρα ἐδυστύχουν, ὁ δὲ
624πάππος των ἀπέθανε μαχόμενος οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Πόρου,
625ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς Λεβαδείας καὶ Ἑλλάδος.
626§39ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς ἐκ τῶν προαγορευ-
627σάντων συστήσας ὁ μὲν τὸν δεῖνα, ὁ ἕτερος τὸν ἄλλον ὡς
628ἀδικημένον, εἶχεν ἄδικον. Εἶναι προφανὲς, ὅτι μέγιστον ἀδί-
629κημα γίνεται εἰς τοὺς λαβόντας ἐνεργὸν μέρος εἰς τὸν με-
630γάλον ἀγῶνα· ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ἔρχωνται τοιαῦται προ-
631τάσεις, δι’ αὐτῶν δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ
632ματαιώσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἥτις ἐνεπνεύσθη
633εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ σκοποῦ ἱεροῦ. Ἐννοῶ, ἐπειδὴ ὑ-
634πάρχουν πολλὰ τὰ ἀδικήματα καὶ πρὸς τοὺς ἀγωνισθέν-
635τας κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα καὶ πρὸς τοὺς ὑπηρετήσαντας
636ὁπωσδήποτε ἄλλως τὴν πατρίδα, ἐννοῶ νὰ συστήσωμεν
637θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν θερ-
638μότατα καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν
639τὴν πρότασίν μου τοῦ νὰ ἀναθεωρηθῇ ὁ κατάλογος καὶ
640τῶν συντάξεων καὶ τῶν βοηθημάτων, τῶν διδομένων εἰς
641τὰς οἰκογενείας τὰς δικαιουμένας τοιούτων συντάξεων
642καὶ βοηθημάτων· διότι, κ. Πρόεδρε, βλέπω ἐνταῦθα τὸν
643Ἀνδρέαν Στράτον καθήμενον ἐκεῖ καὶ σιγῶντα, ἂν καὶ ἡ
644χήρα τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Στράτου, τοῦ δολοφονη-
645θέντος στρατηγοῦ, λαμβάνει σήμερον δραχμὰς 72. Ἔ-
646φθασεν ἤδη εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου καὶ ἀπορῶ ἐὰν θὰ
647ἔχῃ τὰ πρὸς ταφὴν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν
648Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου.
649Ὡς πρὸς τὴν προκειμένην πρότασιν ἐννοῶ νὰ ψηφισθῇ
650ἄνευ συζητήσεως.
651§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ
652ἀξιοτίμου ἐξ Ἰθάκης βουλευτοῦ εἶναι ὀρθόταται· ἡ ἀ-
653νάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν χορηγουμένων βοηθημά-
654των πρὸς συμπλήρωσιν κατάλληλον εἶναι προφανεστάτη
655καὶ καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ
656εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐπίμοχθον, διότι
657αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ προσενεχθεῖσαι εἰς τὸ Κράτος, εἶναι πολ-
658λαί. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν προχείρως νὰ ὑποβληθῶσι
659τοιαῦται μεταβολαί· διότι τότε θὰ δύναται νὰ ταῖς
660προσαφθῇ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πόρου, ὅτι ἐγένον-
661το κατὰ χάριν ἢ κατὰ πίεσιν, ἢ διότι συνέπεσε νὰ ἔχῃ
662τις ἐν τῇ Βουλῇ φίλον ἢ συγγενῆ. Προτάσεις τοιαῦται
663πρέπει νὰ ἦναι τὸ πόρισμα μελέτης πλήρους, καὶ μόνον
664μετὰ τοιαύτην παρασκευὴν θέλει δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ
665προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην.
666Ἡ σημερινὴ συζήτησις δὲν ἔχει τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα.
667Πρόκειται περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα χθὲς ἢ προχθὲς ἀ-
668πεβίωσαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρελείφθη τὸ ὄνομα τοῦ
669Λαζαρέτου, καὶ τοῦτο διότι ἀπεβίωσε καθ’ ὃν χρόνον
670δὲν συνεδρίαζεν ἡ Βουλή, συμπεριελήφθησαν δὲ τὰ δύω
671ὀνόματα ἐκείνων, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἀπεβίωσαν. Πρέπει
672λοιπὸν καὶ ἡ τοῦ Λαζαρέτου οἰκογένεια νὰ περιληφθῇ
673ἐν τῇ κατηγορίᾳ τῶν δύω τούτων οἰκογενειῶν. Περὶ δὲ
674τῶν ἄλλων προσώπων πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὁ-
675ποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης ἐξέθηκεν.
676§41ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
677κῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως συμπλη-
678ρωτικῶς πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ
679Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης, νὰ μᾶς
680φέρῃ πληροφορίας, ἐὰν ἦναι δυνατὸν τηλεγραφικῶς, περὶ
681τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ μέχρι τῆς
68231 Ἰανουαρίου. Ἐπίσης νὰ καταθέσῃ ἢ δημοσιεύσῃ τὴν
683κατάστασιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1883.
684§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόλις τὴν 31 Δεκεμ-
685βρίου ἔληξε τὸ ἔτος· ἐργαζόμεθα πρὸς τοῦτο, καὶ αὔριον
686ἐλπίζω νὰ ὑποβάλω τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἐπειδὴ
687ἐκτὸς τῆς ἄλλης ἐργασίας τὸ ἔτος εἶναι μικτὸν, καὶ ἐκ
688παλαιῶν καὶ ἐκ νέων δραχμῶν. Μοὶ ὑπεσχέθη δὲ τὸ Λο-
689γιστήριον, ὅτι αὔριον θὰ ἦναι ἀντιγεγραμμένη ἡ κατά-
690στασις αὕτη.
691§43ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν εἰσηγη-
692τήριόν του λόγον εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
693Προϋπολογισμοῦ θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ταύ-
694την. Ἐπίσης εἰς τὴν Ἐφημερίδα πρὸ ἡμερῶν ὑπέσχετο,
695ὅτι θέλει δημοσιευθῆ ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων τοῦ
6961883. Τὸν παρακαλῶ ὅσον τάχιστα νὰ φέρῃ καὶ αὐτήν.
697§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω, ὅτι αὔριον
698θέλω τὴν ὑποβάλει.
699§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα εἰς τὴν Ἐφημερίδα, ὅτι
700τὸ Σάββατον θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις τοῦ κ.
701Μεσσηνέζη καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον· διότι εἰς αὐτὸ τὸ Νε-
702κροταφεῖον εἶναι περιττὸν νὰ ἔλθῃ τις καὶ νὰ βλέπῃ
703τὸν Πρόεδρον νὰ κρούῃ τὸν κώδωνα. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ
704Σάββατον ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς ἀνα-
705θεώρησιν τοῦ Πολιτεύματος.
706§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὡρίσθη ἡμέρα· αὐταὶ αἱ προ-
707τάσεις δὲν γίνονται χάριν ἐπιδείξεως· πρέπει νὰ ἐπέλθῃ
708συνεννόησις ὅλων τῶν μερίδων, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ προ-
709βῶμεν.
710§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ μείνῃ ἐν τῇ
711Ἐπαρχίᾳ καὶ διὰ τοῦτο ἕκαστος ἔρχεται ἐδῶ· ἐὰν μεί-
712νῃ εἰς τὴν πατρίδα του, θὰ ἔχῃ τὸν Ὑπομοίραρχον, ὁ ὁ-
713ποῖος τὸν κατατρέχει, θὰ ἔχῃ τὸν Ἔπαρχον καὶ τὸν
714Ἐπισκοπικὸν Ἐπίτροπον ἀκόμη. Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην
715πολιτευομένου διὰ νὰ σωθῇ. Πρέπει λοιπὸν τὴν μάστιγα
716αὐτὴν νὰ τὴν ἀποφύγωμεν καὶ νὰ καταργήσωμεν τὴν
717τοιαύτην πολιτείαν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τις ἀνάγκην τοῦ
718πολιτευομένου.
719Αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ·
720διότι ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ Βουλή.
721§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
722ξιν.
723Τρίτη Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς
724τῶν μισθῶν εἰς νέας δραχμάς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρ-
725χὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐ-
726γείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
727§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ Ἄρθρον 1).
728§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ μικροῦ
729ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μαρτυρεῖ
730ἐπισήμως, ὅτι καὶ αὐτὸς οὗτος ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ὅπως
731εἶναι προσδιωρισμέναι αἱ συντάξεις καὶ τῶν στρατιω-
732τικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι ἐπαρ-
733κεῖς. Καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Πετιμεζᾶ καὶ ἡ
734οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Γεωργαντᾶ ἔχουσι δικαίωμα
735πρὸς σύνταξιν, ἀλλ’ ὁμολογουμένως ἡ σύνταξις αὕτη δὲν
736εἶναι ἐπαρκὴς, διὰ τοῦτο δὲ, καὶ δικαίως καὶ φιλαν-
737θρώπως φερόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνει εἰς τὴν
738Βουλὴν τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεως αὐτῶν. Ἀφοῦ οὕτω
739σκέπτεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περὶ δύω μόνον οἰκογε-
740νειῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἐπὶ περιστάσεως
741πολλῷ σπουδαιοτέρας ταύτης, ἐπὶ περιστάσεως, ἀναφερο-
742μένης οὐχὶ εἰς ἓν ἢ δύο πρόσωπα, ἀλλὰ εἰς τάξιν ὁλό-
743κληρον ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν, ὧν οἱ ἀρχηγοὶ κατηνά-
744λωσαν τὰ παραγωγικὰ ἔτη τῆς ζωῆς αὑτῶν εἰς καλιέρ-
745γειαν τοῦ ἀγόνου ἐδάφους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὑπὸ
746τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, ἀπορῶ, λέγω, πῶς ἔχει ὅ-
747λως ἀντίθετον ἰδέαν. Διατί κἂν δὲν ἐσκέφθη ὅτι ἡ ἀν-
748τίθετος αὕτη ἰδέα, εἰς ἣν λυποῦμαι ὅτι ἐπιμένει ἐπὶ το-
749σοῦτον, καταδικάζουσα—πρᾶγμα ὅπερ ἠθέλησε νὰ ἀπο-
750φύγῃ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ὑπὲρ δύω μόνων οἰκογενειῶν,
751ὀρθῶς ὡς πρὸς τοῦτο σκεπτόμενος—εἰς τὰ δεινὰ τῶν στε-
752ρήσεων πέντε χιλιάδας οἰκογενείας, ἀποτελούσας πληθυ-
753σμὸν 20 ἢ 25 χιλιάδων ψυχῶν, ἐγείρει εἰς ἀγανάκτησιν
754καὶ θέτει εἰς πειρασμόν; Διατί δὲν διεῖδεν ὅτι σύμπασα
755ἡ Βουλὴ—εἶναι δὲ τοσοῦτον καταφανὲς, ὥστε δύναμαι νὰ
756τὸ εἴπω—διατί δὲν διεῖδεν, ὅτι παρὰ τοῖς κυρίοις βου-
757λευταῖς καὶ τοῖς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ τοῖς ἐν τῇ
758Συμπολιτεύσει ἐπικρατεῖ ἰδέα ἀντίθετος ἐκείνης, ἣν ὑ-
759πεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὸ
760ὁποῖον συνταράσσει ὅλων τὰς καρδίας, δὲν εἶναι μόνον
761εὐγενὲς, φιλάνθρωπον, ἐπιεικὲς, ἀλλὰ εἶναι καὶ αἴσθημα
762δικαιοσύνης. Διατί καὶ κατὰ τοῦ δικαίου ἀντιτάσσεται
763ὁ κ. Πρωθυπουργός;
764Τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι ἀ-
765χωρίστως συνδεδεμένον πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν,
766διότι βάσις τῆς συντάξεως εἶναι ὁ μισθός. Πῶς εἶναι δυ-
767νατὸν ν’ αὐξήσητε τοὺς μισθοὺς, χωρὶς νὰ συναυξήσητε
768καὶ τὰς συντάξεις; Καὶ ἐὰν οὕτω πράξητε, πῶς εἶναι δυ-
769νατὸν ν’ ἀποφύγητε μεγίστην ἀδικίαν, ἀνήκουστον, πρω-
770τοφανῆ; Σᾶς φέρω ἁπλούστατον παράδειγμα. Ὁμιλῶ
771πρῶτον περὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων. Κατὰ τοὺς
772νόμους περὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων τὸ ποσὸν αὐ-
773τῶν προσδιορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βαθμοῦ, ὅπερ ση-
774μαίνει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τῶν ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπη-
775ρεσίας ἀποχωρούντων. Ἐὰν αὔριον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
776νόμου, καταστῇ τις τῶν στρατιωτικῶν συνταξιοῦχος, θὰ
777λάβῃ τὴν σύνταξίν του εἰς νέας δραχμὰς, ἐνῷ ὁ συνά-
778δελφος αὐτοῦ, ὅστις μετέβη εἰς τὴν τάξιν τῶν συντα-
779ξιούχων πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, ὅστις θὰ γείνῃ
780ἴσως σήμερον συνταξιοῦχος, θὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του εἰς
781παλαιὰς δραχμάς.
782§51ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Ζηνόπουλε αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀ-
783πεῤῥίφθη χθὲς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν.
784§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε· ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ ἰσχυρό-
785τατον σύμμαχον τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι
786ὅλα τὰ Νομοσχέδια συζητοῦνται ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς καὶ ψη-
787φίζονται εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Εἶναι δὲ ὅλως ἀδιάφορον,
788ἂν δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως γίνωνται
789αἱ ψηφοφορίαι.
790§53ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον (Θόρυβος).
791§54ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὐδὲ τίνα πρότασιν πρόκει-
792ται νὰ ὑποβάλω ἐγὼ δὲν γνωρίζετε.
793Δὲν πρόκειται νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν
794συνταξιούχων, διότι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς
795τοὺς προαγορεύσαντας προχθὲς, ἀνωμολόγησε τὸ δίκαιον
796αὐτῶν, περιώρισε δὲ τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα καθαρῶς οἰ-
797κονομικόν· παρέστησε δηλαδὴ ὅτι, ἂν καὶ ἀναγνωρίζει
798ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ μετάσχωσι τοῦ εὐεργετήματος ἢ
799μᾶλλον τῆς δικαιοσύνης ταύτης καὶ οἱ συνταξιοῦχοι, δὲν
800δύναται νὰ τὸ πράξῃ, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ συνταράξῃ
801τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
802Ἐπειδὴ δὲν συζητοῦμεν σήμερον τὸν Προϋπολογισμὸν,
803τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, δὲν θέλω ὁμιλή-
804σει περὶ τῆς ἀκριβείας ἢ μὴ τοῦ ἰσοζυγίου· ὁ σκοπός μου
805εἶναι νὰ ὑποστηρίξω τὰ δίκαια τὰ παραγνωριζόμενα τῶν
806συνταξιούχων, χωρὶς οὔτε ζήτημα πολιτικὸν νὰ ἐγείρω,
807οὔτε κατάκρισιν ν’ ἀπευθύνω, ἀλλὰ μόνον νὰ φωτίσω τὸν
808κύριον Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ
809νὰ διευκολύνω αὐτὸν εἰς ἀπονομὴν τῆς ἀναγνωρισθείσης
810ὑπ’ αὐτοῦ δικαιοσύνης πρὸς τοὺς συνταξιούχους. Λέγω
811λοιπὸν πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὸ ἰσοζύ-
812γιον διὰ τῆς προσθήκης τῶν 350,000 δραχμῶν, τῆς ἀ-
813ναλογούσης εἰς τὰς συντάξεις, διαταράσσεται. Ἰδοὺ δὲ
814διατί. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, ὃν ὀφεί-
815λομεν, μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ θεω-
816ρῶμεν ὡς τὴν οἰκονομικὴν ἀλήθειαν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ
817περίσσευμα αὐτοῦ εἶναι, νομίζω, 150,000 δραχμαὶ περί-
818που· ἔχομεν δὲ δήλωσιν ὑποβληθεῖσαν πρὸ μικροῦ εἰς τὴν
819Βουλὴν καὶ τροποποιοῦσαν κεφάλαιά τινα τοῦ Προϋπο-
820λογισμοῦ, καθ’ ἣν εἰς τὸ περίσσευμα τοῦτο προστίθενται
821650,000, νομίζω, δραχμαὶ, τοῦτο δὲ συνεπείᾳ τῆς ἐπιψη-
822φίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ὥστε τὸ περίσ-
823σευμα ἀνέρχεται εἰς 800 ἢ 900 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ
824προφανῶς δὲν πρόκειται νὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον διὰ
825προσθήκης ποσοῦ ἐλάσσονος τοῦ ἡμίσεος, ἤτοι 350 χιλ.
826δραχμῶν. Ἑπομένως ἡ ἀπόκρουσις ἐκ μέρους τοῦ κυρίου
827Πρωθυπουργοῦ τῆς προτάσεως ἡμῶν ὑπὲρ τῶν συνταξιού-
828χων δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ λόγου, ὃν προέβαλεν. Ἐὰν
829ὑπῆρχε πράγματι ὁ λόγος οὗτος, καὶ ἐγὼ, καίτοι ἀντι-
830πολιτευόμενος, καίτοι πεποιθὼς ἐπὶ τὸ δίκαιον τῶν συν-
831ταξιούχων, δὲν ἤθελον βεβαίως ἐπιμείνει ἐξαναγκάζων
832τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ
833Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν εἶχεν οὕτως, οἱ φίλοι μάλιστα τοῦ
834Ὑπουργείου βουλευταὶ ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν Κυ-
835βέρνησιν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν εἰς τὴν οἰκονομικὴν
836αὐτῆς πολιτικήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔχει οὕτω, διατί ἄράγε
837ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται εἰς τοὺς συνταξιούχους
838ὅ,τι δικαίως κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν πρέπει νὰ
839λάβωσιν, ἀφοῦ παραχωρεῖ τοῦτο καὶ ἐν μείζονι, πολλῷ
840μείζονι ἀναλογίᾳ πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, εἰς τοὺς ἤδη
841ὑπηρετοῦντας τὸ Κράτος, τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ δημοσίους ὑ-
842παλλήλους;
843Ἐὰν ἦτο ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικὸν, τὸ οἰκονομι-
844κὸν τοῦτο ζήτημα ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐπρό-
845κειτο περὶ 4,000,000 δραχμῶν εἰς ὅσας ἀνέρχονται αἱ
846ἐκ τῆς ἀναγωγῆς αὐξήσεις τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων
847ὑπαλλήλων. Τότε βεβαίως πᾶσα περὶ τῆς οἰκονομικῆς πο-
848λιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου σκέψις ἤθελεν εἶσθαι σπουδαία
849καὶ σοβαρά· προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ἐλαχίστου, περὶ
850τοῦ ἀσημάντου ποσοῦ τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰς συντάξεις,
851ἡ σκέψις αὕτη, ἐνῷ ὅπως εἶπον, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, δὲν
852εἶναι συγχρόνως τὸ παράπαν σοβαρά.
853Πόσον νομίζετε, ὅτι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναλογεῖ
854τὸ ποσὸν τὸ εἰς τοὺς συνταξιούχους προστεθησόμενον; Ἀ-
855ναλογεῖ εἰς τὰ ⅖ τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Εἶναι λοι-
856πὸν σπουδαῖον νὰ λέγηται, ὅτι ποσὸν 350 χιλιάδων δραχ-
857μῶν θέλει διαταράξει τὴν ἰσοῤῥοπίαν Προϋπολογισμοῦ ἐξ
85884,000,000; Εἶμαι ἐκ πεποιθήσεως ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως
859τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· χαίρω δὲ ὅτι τὴν
860γνώμην ταύτην ἔχει καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργός· χαίρω
861ἔτι μᾶλλον ὅτι προανήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει
862ὑποβάλει διαφόρους νόμους, δι’ ὧν θέλει κανονίσει ἐπὶ
863τὸ δικαιότερον καὶ σκοπιμώτερον τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλ-
864λήλων, αὐξάνων αὐτοὺς ἀναλόγως τῶν ποικίλων λόγων,
865οἵτινες πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν προσ-
866διορισμὸν τῆς ἀντιμισθίας τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Τὴν
867ἀναγωγὴν τοῦ μισθοῦ εἰς νέας δραχμὰς δὲν ἐθεώρησα ὡς
868αὔξησιν πραγματικὴν, δὲν ἐθεώρησε τοῦτο οὔτε ἡ Κυβέρ-
869νησις. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀνοίξητε τὸν Προϋπολογισμὸν
870τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἴδητε ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέ-
871σει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τοῦτο δὲν ὀνομάζεται ὑπ’
872αὐτοῦ αὔξησις, ὅτι ἐκεῖ προαναγγέλλεται μάλιστα αὔξη-
873σις, τὸ δὲ ἤδη γενόμενον ὀνομάζεται ἁπλῆ ἀναγωγή. Τῷ
874ὄντι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται, περὶ ἀπονομῆς δι-
875καιοσύνης ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους,
876στηριζομένης εἰς τοῦτο ὅτι, ἐνῷ τὸ Κράτος εἰσπράττει
877καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ παρὰ τῶν συντα-
878ξιούχων καὶ τοὺς φόρους καὶ τὰς κρατήσεις εἰς νέας
879δραχμὰς, πληρόνει εἰς παλαιάς. Τὴν ἰδέαν ταύτην κάλ-
880λιστα ἐξήγησε προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς
881κύριος Δηλιγιάννης, διὰ τοῦτο δὲν ἐπανέρχομαι εἰς
882αὐτήν.
883Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ καταλήξω εἰς πρότασιν, ἥτις
884θέλει διευκολύνει, ὡς εἶπον, τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν εἰς
885τὴν πραγματοποίησιν τῆς προαγγελθείσης αὐτοῦ προθέ-
886σεως ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων. Εἶναι δὲ μείζων ἀνάγκη,
887κύριοι βουλευταὶ, νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ δί-
888καιον, ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων ἢ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων.
889Δίκαιον εἶναι καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δὲ, ἀλλ’
890ἀνάγκη ἀναπόφευκτος, ἐπιβάλλουσα εἶναι πρὸ πάντων
891διὰ τὰς συντάξεις. Πῶς ἀποδεικνύεται ἡ ἀνάγκη ὡς
892πρὸς τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν; Ἔχομεν παραίτησίν τινα
893ὑπαλλήλου ἕνεκα τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ μισθοῦ; οὐδεμίαν.
894Ἀλλὰ πλὴν τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων, ἔχομεν τοὺς δικα-
895στικοὺς λειτουργούς. Οὗτοι κατέχοντες τὴν ἐπιστήμην
896τοῦ δικαίου καὶ ἔχοντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπαγγέλλεσθαι
897τὸν δικηγόρον, δύνανται καὶ ἐκτὸς τῆς δημοσίας ὑπη-
898ρεσίας νὰ ἀναζητήσωσι τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς των·
899ἀλλὰ οὔτε ἐκεῖθεν ἔχομεν παραίτησίν τινα. Ὡς δὲ πρὸς
900τοὺς λοιποὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ἔχομεν μάλιστα ἐπι-
901δρομήν. Σεῖς, κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες ἀνήκετε εἰς τὴν
902Συμπολίτευσιν, ὡς καὶ ἡμεῖς, οἵτινες ἀνήκομεν ἄλλοτε,
903γνωρίζετε ὁποία ὑπάρχει πίεσις ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν πρὸς
904κατάληψιν δημοσίων θέσεων· γνωρίζετε ὅτι διὰ πᾶσαν
905θέσιν ὑπάρχουσι δέκα τοὐλάχιστον μνηστῆρες. Δὲν ὑ-
906πῆρχε λοιπὸν ἀνάγκη, ἀλλὰ προέβη ὁ κύριος Πρωθυ-
907πουργὸς καὶ καλῶς προέβη. Διὰ τοὺς δυστυχεῖς ὅμως
908συνταξιούχους ἡ ἀνάγκη εἶναι προφανὴς καὶ ἐπιβάλ-
909λουσα· οἱ συνταξιοῦχοι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ οἱ ἀπομακρυ-
910νόμενοι τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας ἕνεκα φυσικῆς ἀνικανό-
911τητος, οἱ καταναλώσαντες τὰ ἔτη αὑτῶν ἐν τῇ ὑπηρε-
912σίᾳ καὶ μὴ δυνάμενοι πλέον νὰ ἐργασθῶσιν, αἱ χῆραι
913καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀποβιωσάντων. Τί
914δύνανται τὰ δυστυχῆ ταῦτα ὄντα νὰ πράξωσιν ἵνα πα-
915λαίσωσι κατὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀνταλλακτικῆς ἀξίας
916τοῦ διδομένου αὐτοῖς ἤδη νομίσματος καὶ τῆς ὑπερτιμή-
917σεως τῶν πάντων; Μὴ οἱ γέροντες οὗτοι καὶ ἀνίκανοι
918δὲν ὑπηρέτησαν τὸ Κράτος, ὅπερ ὑπηρετοῦσιν οἱ ἐν ἐνερ-
919γείᾳ ὑπάλληλοι; Μὴ τὰ ἐκ γλίσχρου συντάξεως ἀπο-
920ζῶντα ὀρφανὰ δὲν εἶναι τέκνα λειτουργῶν τοῦ Κράτους;
921Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων θέλει προ-
922κύψει ἔτι μᾶλλον καταφανὴς, ἐὰν συνδέσητε τὰ τῶν
923συντάξεων πρὸς τὰ τῶν μισθῶν, ἐὰν συνδέσητε δηλαδὴ
924τοὺς μισθοὺς πρὸς τὴν ἐλπίδα, ἣν ἔχει ὁ ὑπηρετῶν τὸ
925Δημόσιον, ἀλλὰ βλέπων ὅτι οὐδὲν δύναται ἐκ τοῦ ἀνε-
926παρκοῦς αὐτοῦ μισθοῦ ν’ ἀποταμιεύσῃ, τὴν ἐλπίδα, ὅτι
927εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐπιπόνου σταδίου του θ’ ἀφήσῃ εἰς τὰ
928τέκνα του, ἐὰν αὐτὸς ἀποθάνῃ, ἢ θὰ ἔχῃ, ἐὰν ζήσῃ ἀνί-
929κανος, ἄρτον κἂν ἐπαρκῆ. Ἀλλ’ εἶπον καὶ προηγουμένως
930καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν
931μου, καθόσον διεκόπην, εἶπον, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν συν-
932τάξεων ἢ μᾶλλον ἡ ἀναγωγὴ, εἶναι συνέπεια ἀναπό-
933φευκτος τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, διότι αἱ συντάξεις
934κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μισθῶν. Θὰ ἔχητε αὔ-
935ριον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ἀδικίαν, ὅτι
936οἱ μὲν τεθέντες μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νόμου τούτου εἰς
937ἀποστρατείαν νὰ λάβωσι τὴν σύνταξιν αὐτῶν εἰς νέας
938δραχμὰς, οἱ δὲ ἤδη διατελοῦντες ὑπὸ σύνταξιν ἢ οἱ χθὲς,
939ἤτοι πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τεθέντες εἰς ἀποστρα-
940τείαν ὁμοιόβαθμοι αὐτῶν, νὰ λαμβάνωσιν, ἄνευ τῆς ἀνα-
941γωγῆς, ποσὸν ὀλιγώτερον. Καὶ διὰ τοὺς πολιτικοὺς δὲ
942ὑπαλλήλους θά συμβῇ τὸ αὐτό. Κατὰ τὸν νόμον περὶ
943πολιτικῶν συντάξεων ἡ τελευταία τετραετία λαμβάνε-
944ται ὑπ’ ὄψει πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς συντά-
945ξεως. Ἐὰν μετὰ τέσσαρα ἔτη συμπληρώσῃ τις τὴν ἐπὶ
946τῇ ἀναγωγῇ μισθοδοσίαν αὐτοῦ, θὰ ἔχῃ δικαίωμα συν-
947τάξεως ἐπὶ τούτῳ τῷ ποσῷ, ἀλλὰ θὰ ὑπολογίσῃ, διὰ
948νὰ συμπληρώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὰ 16 προη-
949γούμενα ἔτη, καθ’ ἃ δὲν ἐλάμβανε τὸν αὐτὸν μισθόν. Θὰ
950ἔχητε δὲ καὶ ἄλλας ἀνωμαλίας, διότι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ὑ-
951παλλήλου ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῶν τεσσά-
952ρων ἐτῶν θὰ ὑπολογίζητε τὸν μισθὸν αὐτοῦ εἰς παλαιὰς
953καὶ εἰς νέας δραχμὰς διὰ νὰ εὕρητε τὸν μέσον ὅρον, ἐνῷ
954ὅλα ταῦτα ἐκλείπουσι καὶ οὐδεμία προκύπτει δυσκολία,
955ἐὰν ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀναγωγῆς καὶ ἐπὶ τοὺς
956συνταξιούχους. Ἀλλὰ καίτοι ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀριθ-
957μοὺς, οὓς σᾶς ὑπέβαλον καὶ ἐξ ὧν αἴρεται ἡ αἰτιολο-
958γία, ἣν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς προτείνει περὶ τοῦ ἰσοζυ-
959γίου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασίν τινα λύουσαν,
960ἐντελῶς, ἐὰν ὑπάρχωσι, τὰ οἰκονομικὰ δεσμὰ τοῦ κυ-
961ρίου Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως·
962διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλω περὶ τῶν αἰσθημάτων
963αὐτοῦ πρὸς τὸ δίκαιον τῶν συνταξιούχων καὶ περὶ τῆς
964φιλαληθείας αὐτοῦ καὶ τῆς σπουδαιότητος, μεθ’ ἧς ἔδω-
965κε τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ὑπο-
966βάλῃ πρότασιν περὶ τῆς ἀναγωγῆς ταύτης. Πρόκειται
967λοιπὸν περὶ ἑνὸς μόνον ἔτους, πρόκειται τουτέστι περὶ
968δαπάνης ἐφάπαξ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ποσοῦ 350,000
969δραχμῶν. Ἡ γνώμη μου καὶ ἡ εὐχὴ εἶναι νὰ προστε-
970θῶσιν αὗται αἱ 350,000 δραχμαὶ, ἀφοῦ δὲν διαταράσ-
971σεται τὸ, κατὰ τὰ κείμενα τὰ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ἰσοζύγιον
972τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ
973ἀντιτάξῃ εἰς τοῦτο ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὸ ἀμφίβο-
974λον τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὑπολογισμῶν του, ὑπο-
975βάλλω πρότασιν, εἰς ἣν, ἐὰν ἀληθῶς μεριμνᾷ ὑπὲρ τοῦ δι-
976καίου τῶν συνταξιούχων καὶ ἂν ἀποδίδῃ τὴν ὀφειλομέ-
977νην σημασίαν εἰς τὴν διὰ μυρίων τρόπων, δειλῶς μὲν
978ἀλλὰ καθαρῶς ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τῶν φίλων αὐτοῦ
979ἰδέαν, δὲν θέλει ἀντιταχθῆ. Κατὰ τὸ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν Νο-
980μοσχέδιον, ἡ ἀναγωγὴ τῶν μισθῶν γίνεται ἀπὸ τῆς πρώ-
981της Ἰανουαρίου, γίνεται τουτέστι διὰ τάξεως ἀναδρο-
982μικῆς ἄνευ σπουδαίας καὶ σοβαρᾶς ἀνάγκης.
983Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ μέχρι τοῦδε ὑπηρετήσαντες, ὑπηρέ-
984τησαν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὸν
985μισθόν, τὸν ἐν τοῖς νόμοις ἤδη ἀναγεγραμμένον. Σήμερον,
986ὅτε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὰ περὶ τῆς ἀναγωγῆς, σήμε-
987ρον ἄρχεται τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ λάβωσι μισθὸν ἀνώ-
988τερον. Ἀνάγκη ἀναδρομικῆς ἰσχύος τοῦ νόμου παρίστα-
989ται μόνον ὡς πρὸς τὰς ἤδη παρελθούσας ἡμέρας τοῦ
990Φεβρουαρίου· διότι δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ποία θέ-
991λει εἶσθαι ἡ ἀνωμαλία τῶν λογαριασμῶν ἐν περιπτώσει
992καθ’ ἣν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς πάντων τῶν ὑπαλλή-
993λων οἱ μισθοὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσι τῇ βάσει δύω μο-
994νάδων. Ἀλλὰ διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον, οὐδὲ ἀνωμαλία
995τις δύναται νὰ ἐπέλθῃ, οὐδὲ ἀνάγκη ὑφίσταται. Ὀφεί-
996λει μάλιστα ἡ Βουλὴ, ἀποφεύγουσα κατ’ ἀρχὴν τὸ νὰ
997εἰσάγῃ εἰς τοὺς νόμους διατάξεις διδούσας αὐτοῖς ἄνευ
998ἀνάγκης προσθενεργὸν δύναμιν, νὰ δράξηται μάλιστα
999τῆς περιστάσεως ταύτης, ἵνα ἐκτελέσῃ μὲν τὸ καθῆκον
1000τοῦτο τὸ ἀνώτερον, θ’ ἀποδώσῃ δὲ συγχρόνως δικαιο-
1001σύνην εἰς πολυπληθῆ τάξιν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες
1002ἐπὶ 20ετίαν, ἐπὶ 30ετίαν καὶ 50ετίαν ἴσως εἰργάσθησαν
1003ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡ ἐκ
1004τῆς ἀναγωγῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων
1005ἐπερχομένη αὔξησις ἀνέρχεται εἰς τέσσαρα περίπου ἑκα-
1006τομμύρια δραχμῶν, ἑπομένως τοῦ μηνὸς τὸ ποσὸν σύγ-
1007κειται ἐκ 350 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Κατὰ τὸν
1008Προϋπολογισμὸν ἐπίσης τὸ σύνολον τῶν ποσῶν, ἅπερ
1009πληρώνονται εἰς τοὺς συνταξιούχους, εἶναι 3,500,000
1010δραχμῶν, ἑπομένως διὰ τῆς ἀναγωγῆς δὲν πρόκειται νὰ
1011προστεθῇ οὐδὲ λεπτὸν, θὰ προκύψῃ μάλιστα καὶ οἰκονο-
1012μία, διότι καὶ ἐπὶ τῶν συνταξιούχων ἡ ἀναγωγὴ θὰ γείνῃ
1013διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀπὸ τῆς πρώτης Φεβρουαρίου.
1014Οὕτω λύεται τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν λύε-
1015ται μόνον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἐξερχόμεθα
1016ἀπὸ τῆς δυσχερείας ταύτης, ἣν ὅλοι συναισθανόμεθα.
1017Καὶ λέγω ὅλοι, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω
1018μετὰ πολλῶν ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες
1019ἀνομολογοῦσι τὸ δίκαιον καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ εὑρεθῇ τρό-
1020πος, δι’ οὗ τὸ δίκαιον τοῦτο νὰ ἱκανοποιηθῇ, χωρὶς νὰ
1021προσβληθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως.
1022Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλων, ἔχω τὴν πεποίθη-
1023σιν ὅτι ὁμιλῶ καὶ ἐν ὀνόματι πάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ
1024δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶναι τὰ τέκνα τῶν ἀπο-
1025κεχωρηκότων καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ὦσιν αὔριον εἰς τὴν θέ-
1026σιν ἐκείνων. Δὲν γνωρίζει τις τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν δύνα-
1027ται νὰ κατασταθῇ ἀνίκανος ἢ ν’ ἀπολέσῃ τὴν ζωήν
1028του, διὰ δὲ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους δὲν γνωρίζει
1029τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ πέλεκυς τῆς παύσεως δύναται νὰ
1030ἐπέλθῃ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τὴν μικρὰν ταύτην ζημίαν,
1031τὴν ἀνεπαίσθητον, τὴν μηδαμινήν, θέλουσιν εὐχαρίστως
1032ὑποστῆ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες προεπορεύθησαν αὐτῶν εἰς
1033τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, οἵτινες ἐδίδαξαν αὐτοὺς, οἵτι-
1034νες ἐγέννησαν αὐτούς. Τοιαύτην πρότασιν ἔχω τὴν πε-
1035ποίθησιν ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ προθύμως ἀποδέχεται,
1036ἀλλ’ ἔχω καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς
1037θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι δὲν ὑποβάλλω αὐτὴν διὰ νὰ φέρω
1038προσκόμματα ἢ διὰ νὰ ἐλέγξω, ἀλλ’ ἵνα διευκολύνω
1039τὴν πραγματοποίησιν μέτρου, ὅπερ θέλει τιμήσει καὶ
1040τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀποδιδούσας δικαιοσύ-
1041νην εἰς πολυπληθῆ τάξιν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, οἵτι-
1042νες ἀτενίζουσι πρὸς ἡμᾶς ἐν τῇ εὐλόγῳ πεποιθήσει, ὅτι
1043ἀτενίζουσι πρὸς τὸ Συνέδριον τοῦ Ἔθνους, ὅπερ πρέπει
1044νὰ ἐμφορῆται πάντοτε εὐγενῶν αἰσθημάτων καὶ ν’ ἀπο-
1045νέμῃ τὸ δίκαιον.
1046§55ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθῇ
1047τὸ ζήτημα· νὰ διακριθῶσιν εἰς τὸ Νομοσχέδιον οἱ συν-
1048ταξιοῦχοι τοῦ ἀγῶνος, χῆραι καὶ ὀρφανὰ, οἱ δὲ λοιποὶ
1049συνταξιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον παλαιὰς δραχμὰς, νὰ
1050λαμβάνωσιν εἰς παλαιὰς τὴν σύνταξίν των, καὶ τότε
1051δὲν συνταράσσεται ὁ Προϋπολογισμός. Τὸ περίσσευμα, τὸ
1052ὁποῖον ὑπεδείχθη ὡς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει, νο-
1053μίζω, νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανά. Αὐ-
1054τὴν τὴν τροποποίησιν ἔχω νὰ κάμω.
1055§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ἦτο δυνατὸν νά γίνῃ ἡ διάκρι-
1056σις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀ-
1057γυιᾶς, τὸ ζήτημα θὰ διευκολύνετο ἐν τῷ παρόντι, διότι
1058τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπροτείνετο, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸν
1059Προϋπολογισμὸν χάριν τῶν ἀγωνιστῶν συνταξιούχων, θὰ
1060ἦτο μικρὸν, καὶ δὲν θὰ ἐγίνετο τότε λόγος περὶ διατα-
1061ράξεως τοῦ ἰσοζυγίου· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη διάκρισις εἶνε
1062λίαν δυσχερὴς, διότι οἱ συνταξιοῦχοι ἀγωνισταὶ δὲν ἔ-
1063χουσι μόνον ὑπηρεσίαν ὡς ἀγωνισταὶ, οὐδὲ κυρίαν ὑπη-
1064ρεσίαν ἀγωνιστοῦ· τοὐναντίον, ἡ ὑπηρεσία ἡ κυρία τῶν
1065ἀγωνιστῶν καὶ τὰ στοιχεῖα τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν εἶ-
1066ναι τὸ πλεῖστον μεταγενέστερα. Ὡς πρὸς πολλοὺς μά-
1067λιστα ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀγῶνος εἶνε ἐλαχίστη, διότι οἱ
1068πλεῖστοι τῶν νῦν ἐπιζώντων συνταξιούχων ἀγωνιστῶν
1069κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀγῶνος ἦσαν μικρᾶς ἡλικίας. Δὲν
1070νομίζω δὲ ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη, ἂν ἐπρόκειτο περὶ διαρ-
1071κοῦς μέτρου, θὰ ἦτο δικαία· διότι ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ
1072οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ μὴ ἀγωνισταὶ, ἔχουσι καὶ οὗτοι δι-
1073καίωμα εἰς τὴν ἐλευθερίαν ψῆφον τῆς Βουλῆς· δικαίωμα
1074κατὰ τύπους βεβαίως δὲν ἔχουσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευ-
1075τὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, διότι καταβαλόντες τὰς κρατήσεις εἰς
1076παλαιὰς δραχμὰς δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσιν, ἂν
1077εἰς παλαιὰς δραχμὰς τοῖς ἐπιστρέφεται ἡ καταβολὴ
1078αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι πολλὰ ἐπῆλθον
1079ἀπὸ τῆς καταβολῆς, ἅτινα κατέστησαν τὴν σημερινὴν
1080ἀξίαν τοῦ ἀποδιδομένου μικροτέραν ἢ ὅτε κατηρτίσθη τὸ
1081ταμεῖον τῶν συντάξεων. Ἡ ὑπερτίμησις πάντων τῶν τῆς
1082πρώτης ἀνάγκης εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ αὔ-
1083ξησις τῶν 11% ἡ προτεινομένη σήμερον, εἶναι ὅ-
1084λως ἀνεπαρκὴς, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο μὲ φέρει εἰς ἑτέραν
1085παρατήρησιν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁ πρὸ ὀ-
1086λίγου ἀγορεύσας, καὶ ἄλλοι κατὰ τὴν προλαβοῦσαν
1087συζήτησιν παρετήρησαν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου
1088δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ ἀ-
1089ναγκῶν τοσούτῳ μεγάλων, τοσούτῳ σπουδαίων, περὶ
1090δικαιοσύνης ἀποδοτέας εἰς πρόσωπα, ὑπερετήσαντα τὸ Ἔ-
1091θνος, καὶ ἤθελον καὶ ἐγὼ συνομολογήσει τοῦτο, ἂν τῷ ὄντι
1092ἠθέλομεν ἐν τῇ διαταράξει τοῦ ἰσοζυγίου κατὰ 400 χι-
1093λιάδας δραχμὰς ἐπιτύχει τὴν ἱκανοποίησιν ὁλοκλήρου
1094τάξεως, πρὸς ἣν ἡ Πολιτεία ὀφείλει περίθαλψιν· ἀλλ’
1095εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν τοιοῦτόν τι; Εἶναι ἀ-
1096ληθὲς, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη εἶναί τι σπουδαῖον πρὸς ἐ-
1097κείνους, πρὸς οὓς γίνεται; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τοῦτο εἶ-
1098ναι τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης, τὸ πρὸς αὐτοὺς ὀφειλό-
1099μενον; Ἀναντιρήτως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐξέτασις
1100τοῦ θέματος τούτου, ἰδίως ὡς πρὸς τοὺς ἀγωνιστὰς, τὸ
1101ποσὸν τῆς αὐξήσεως, τὸ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν πα-
1102λαιῶν δραχμῶν εἰς νέας πολὺ ἀπέχει τοῦ μέτρου τῆς
1103ὀφειλῆς. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ πλεῖστοι ἀγωνισταὶ, οἵτινες
1104δὲν περιλαμβάνονται ἐν τοῖς συνταξιούχοις, καὶ οὐδόλως
1105αὐτοὺς ὠφελεῖ ἡ μετατροπὴ τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς
1106νέας. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος περὶ ἀγωνιστῶν, οἵτι-
1107νες οὐδὲν λαμβάνουσι παρὰ τοῦ ταμείου, καὶ δὲν θέ-
1108λουσιν ὠφεληθῆ ἐξ οἱασδήποτε αὐξήσεως τῶν συντά-
1109ξεων. Ἐὰν ἄρα ἐπρόκειτο ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην
1110εἰς ὅλους τούτους τοὺς ἀγωνιστὰς, τούς τε περιλαμβα-
1111νομένους ἐν ταῖς τάξεσι τῶν συνταξιούχων καὶ τοὺς μὴ,
1112οὐχὶ διὰ τῆς ἀναξίας λόγου αὐξήσεως τῶν 100 δραχ-
1113μῶν εἰς 111, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἀπέναντι τοιούτου σπου-
1114δαίου ἀποτελέσματος ἠδύνατο ἡ διατάραξις τοῦ ἰσοζυ-
1115γίου κατὰ 400 χιλιάδας νὰ παροραθῇ, ἀλλὰ περὶ τού-
1116του οὐδόλως πρόκειται· πρόκειται περὶ μέτρου τινὸς δι-
1117καιοσύνης ἄλλου, ἀπέχοντος πολὺ τῆς ἱκανοποιήσεως
1118τῶν εὐλόγων ἀξιώσεων· ἡ ἀπόκτησις δὲ ἀγαθοῦ τοσοῦ-
1119τον περιωρισμένου δὲν δύναται ν’ ἀντισταθμίσῃ τὰς ἐκ
1120τῆς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου ζημίας.
1121Ἐθεωρήθη παρά τινων, ὅτι καὶ ἐν τοιούτῳ μέτρῳ ἀ-
1122ποδιδομένης τῆς δικαιοσύνης, κατὰ πρῶτον λόγον ἔπρεπε
1123νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ συνταξιοῦχοι καὶ μόνον μετ’
1124αὐτοὺς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι· βεβαίως δὲ τοῦτο ἔπρεπε
1125νὰ γείνῃ, ἐὰν τὸ προταθὲν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον
1126μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἀφεώρα
1127εἰς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀ-
1128φορᾷ εἰς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰς τὸ συμφέρον τῆς
1129Πολιτείας διὰ δικαίου μέτρου. Ὅ,τι ἐπεδιώξαμεν κατὰ
1130τὸ ἐνεστὼς ἔτος δὲν ὑπῆρξε νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς δι-
1131καίας ἀξιώσεις τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὑπῆρξε νὰ παρά-
1132σχωμεν αὐτοῖς ἐν μέτρῳ τινὶ ἀνώτερον μισθὸν, ἵνα δύ-
1133νωνται νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑπηρετοῦντες τὸ Κράτος· διότι
1134ἐθεωρήσαμεν, ὅτι κακῶς ὑπηρετεῖται τὸ συμφέρον τοῦ
1135Κράτους, ὅταν οἱ μισθοὶ εἶναι δυσανάλογοι πρὸς τὴν
1136προσφερομένην ὑπηρεσίαν καὶ ἀνεπαρκεῖς πρὸς συντήρη-
1137σιν τοῦ ὑπαλλήλου, ὅταν δίδωμεν διαχείρισιν εἰς πρό-
1138σωπα, εἰς ἃ δὲν παρέχομεν τὰ μέσα ὅπως ἔχωσι στέγην
1139καὶ τροφήν.
1140Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πρωτίστη ἡμῶν σκέψις συνδυαζομένη
1141μετὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι διὰ μέτρου δικαίου ἠθελή-
1142σαμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους μὴ
1143ἐπιδιώξαντες πλατωνικὴν ἀπόδοσιν δικαιοσύνης. Τὸ πα-
1144ρεχόμενον τοῖς ὑπαλλήλοις διὰ τοῦ ἐφέτος προτεινομέ-
1145νου μέτρου, ὡς καὶ προηγουμένως παρετηρήσαμεν, εἶναι
1146ἀνεπαρκὲς, καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν προτείνει καὶ ἄλλα
1147τινὰ, ἀλλ’ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ προτείνωμεν αὐτὰ, ἐὰν
1148ἴδωμεν πραγματοποιουμένας τὰς ἐλπίδας ἡμῶν περὶ τῶν
1149πόρων, δι’ ὧν θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀπαιτήσωμεν τὰς τοιαύ-
1150τας δαπάνας, τοῦτο λέγομεν καὶ περὶ τῶν συνταξιού-
1151χων, ὡς πρὸς οὓς οὐδὲν συμφέρον ἔχει ἡ Πολιτεία, ἵνα
1152παράσχῃ ἀνώτερον χορήγημα, ἀλλὰ θέλομεν προτείνει
1153τὴν αὔξησιν τοῦ χορηγήματος ὡς ὀφειλὴν δημοσίαν πρὸς
1154αὐτοὺς, ἣν ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν, ἐνόσῳ
1155δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχομεν καὶ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα.
1156Ἐθεωρήσαμεν ὡς συντελοῦσαν πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τῶν
1157μέσων τούτων τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑ-
1158παλλήλων· διὰ ταύτης ἠλπίσαμεν, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν
1159νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐπαγγελίαι ἡμῶν περὶ τοῦ
1160ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἡ δὲ πραγματοποίησις
1161αὐτοῦ διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως συντελουμένη θέλει
1162μᾶς παράσχει τὰ μέσα, ἵνα ἔλθωμεν ἐπίκουροι εἰς τοὺς
1163συνταξιούχους. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἵνα μὴ
1164διαταράξωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ἐπρότεινεν, ὅπως ἀφαιρέσωμεν
1165ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων τὴν διὰ τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔ-
1166τους πληρωθησομένην αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ διανείμω-
1167μεν τὸ ποσὸν εἰς τοὺς συνταξιούχους. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐν
1168τῇ αὐξήσει τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἀπεβλέψαμεν εἰς
1169τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, οἱ δὲ ὑπάλληλοι γνωρίζουσι
1170τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς εἰδο-
1171ποιήθησαν διὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων, ὅτι θέλει
1172ὑποβληθῆ Νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου θέ-
1173λουσι λαμβάνει τὸν μισθόν των εἰς νέας δραχμάς· ὥστε
1174ὑπάρχει ἠθικὴ ὑποχρέωσις πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ ἐὰν
1175αὕτη δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἤθελον παραδεχθῆ τὴν πρότασιν
1176τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅστις, νομίζω,
1177ὅτι προέβη εἰς αὐτὴν, ἵνα μὴ ἐπαναλάβῃ τὴν χθὲς ἀ-
1178ποῤῥιφθεῖσαν πρότασιν. Ἐὰν ἐφοβήθη νὰ ἐπαναλάβῃ αὐ-
1179τὴν ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον ἕνεκα διατάξεως τοῦ Συντάγ-
1180ματος, δὲν εἶχε δίκαιον· διότι τὸ Σύνταγμα, φρονῶ, δὲν
1181παρεμβάλλει εἰς τοῦτο ἐμπόδια, παρεμβάλλουσιν ὅμως
1182τά ἔθιμα καὶ τὸ πρέπον, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐ-
1183πανέρχηταί τις εἰς τὰ ἀποφασισθέντα, ἐκτὸς ἐὰν μετε-
1184βλήθησαν αἱ περιστάσεις. Ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν,
1185καθ’ ἣν ἀπεῤῥίφθη πρότασίς τις, τὸ Νομοσχέδιον ὑπέστη
1186μεταβολάς, ὧν ἕνεκα ἡ τροπολογία, ἡ θεωρηθεῖσα τότε
1187μὴ λυσιτελής, νὰ θεωρῆται καταστᾶσα χρήσιμος ἢ ἀναγ-
1188καία, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα οὕ-
1189τως, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν αὐ-
1190τὴν πρότασιν κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην ἀνάγνω-
1191σιν. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς ἐν
1192ἑκάστῃ συζητήσει, ὅπως ἐπανέρχηται εἰς τὰ προαποφα-
1193σισθέντα, ὅταν ἐκ τῶν μεταβολῶν, ἃς ἐν ταῖς συζητήσε-
1194σιν ὑφίσταται τὸ Νομοσχέδιον, παρίσταται ἡ ἀνάγκη·
1195ἀλλ’ οὐδεμία μεταβολὴ ἐγένετο ἐν τῷ προκειμένῳ Νομο-
1196σχεδίῳ, ἑπομένως ἡ ἀπόφασις ἡ χθεσινὴ δὲν δύναται
1197ν’ ἀνατραπῇ σήμερον εὐλόγως.
1198Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἔφερε σήμερον τὴν πρό-
1199τασιν ὑπὸ ἄλλον τύπον, διότι ἐθεώρει, ὅτι ἐνῷ ὑπὸ τὸν νέον
1200τύπον ἦτο δικαία, ἠδύνατο καὶ νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Κυ-
1201βερνήσεως κατόπιν τῶν δοθεισῶν παρ’ αὐτῆς ὑποσχέσεων,
1202ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον ἐλπίζει, ὅτι θὰ δυνηθῇ
1203νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων.
1204Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι τοιαύτη πρότασις δὲν δύναται νὰ
1205γείνῃ δεκτὴ παρ’ ἡμῶν δι’ ὃν λόγον δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ
1206δεκτὴ καὶ ἡ χθὲς ἀποῤῥιφθεῖσα, ἤτοι ὅτι διὰ μὲν τὸ ἐ-
1207νεστὼς ἔτος ἡ οἰκονομία τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπι-
1208τρέπει τοιαύτην δαπάνην, διὰ δὲ τὸ προσεχὲς οὐδεμίαν
1209δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν πρὶν ἢ πεισθῶμεν, ὅτι
1210ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου παρέχει τὰ μέσα, ἵνα
1211προβῶμεν εἰς τοιαύτην ψῆφον. Πόθεν ἔχομεν ἀπὸ τοῦδε
1212τὴν βεβαιότητα, ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ ὑπάρξῃ
1213ἱκανὸν περίσσευμα, ἵνα πραγματοποιήσωμεν τὴν τοιαύ-
1214την δαπάνην; διότι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ
1215ἐξ Εὐρυτανίας προβλέπει μόνον περὶ πόρου τοῦ ἐνεστῶτος
1216ἔτους.
1217§57ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπεσχέθητε διὰ τὸ προ-
1218σεχές.
1219§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεσχέθημεν ὑπὸ τὸν ὅρον ἂν ἐπι-
1220τρέπῃ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ βεβαιωθῶμεν πρῶτον, ὅτι
1221θὰ δυνηθῶμεν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐκ περισσευμάτων
1222τοῦ Προϋπολογισμοῦ ν’ ἀποτίσωμεν τὴν δαπάνην. Ὁ κ.
1223βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας δεικνύει μεγαλειτέραν πεποίθη-
1224σιν εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τῆς πεποιθήσεως, ἣν
1225ἔχει εἰς αὐτά αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ δὲ τοῦτο παρετή-
1226ρησα χθὲς ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπο-
1227λιτεύσεως. Ἐνῷ ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς
1228τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέμφεται τῶν προτάσεων τῆς Κυ-
1229βερνήσεως, θεωροῦσα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς ὑπεβλήθη,
1230δὲν εἶναι ἀληθής, καὶ ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθῶσιν ὅσα ἐ-
1231παγγέλλεται, αἴφνης βλέπομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν συ-
1232ζητοῦσαν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡσανεὶ πάντα τὰ ἐν
1233τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἤθελον πραγματο-
1234ποιηθῆ μέχρι λεπτοῦ, τὸν δὲ κ. βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας
1235λέγοντα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ κατά τὸ ἔτος
1236τοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς κατηρτίσθη ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐνῷ πα-
1237ρέχει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὔξησιν μισθοῦ ἀπὸ τοῦ μη-
1238νὸς Ἰανουαρίου, δυνάμεθα ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῶν ὑπαλ-
1239λήλων τὴν αὔξησιν τοῦ Ἰανουαρίου νὰ λάβωμεν ἐκεῖθεν
1240ἄνευ διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτού-
1241μενον διὰ τὴν ἐτησίαν αὔξησιν τοῦ χορηγήματος τῶν
1242συνταξιούχων. Θεωρεῖ ἄρα ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτα-
1243νίας τὸ ἰσοζύγιον ὡς ἐντελῶς βεβαιωμένον κατὰ τὸ ἔτος
1244τοῦτο, καὶ ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θέλομεν ἔχει πε-
1245ρίσσευμα. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὰ τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τοῦ περισ-
1246σεύματος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἐκτιμῶμεν οὕτω·
1247θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ καταρτίζηται ὁ Προϋπολογι-
1248σμὸς κατὰ τὰς πιθανότητας τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑπο-
1249βάλλεται, ἀφοῦ δὲ δὲν ὑποβάλλομεν Προϋπολογισμὸν βε-
1250βαιοτήτων, ἀλλὰ Προϋπολογισμὸν πιθανοτήτων, εἶναι ἐν-
1251δεχόμενον πολλὰ νά ἐπέλθωσι, τὰ μὴ ἐπιτρέψοντα ὅπως
1252ἡ πιθανότης αὕτη ἀποδειχθῇ ταυτόσημος τῇ βεβαιότητι.
1253Ἰδίως δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπιτελοῦσα τὸ ἔργον τοῦ
1254ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸ καθῆκον, ὅπως ἐπὶ ὑ-
1255πολογισμῶν, οὓς ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ μόνον ὡς πιθανούς,
1256μὴ στηρίζῃ ὡς ἐπὶ βεβαιοτήτων προτάσεις περὶ αὐξή-
1257σεως δαπανῶν. Ὅταν δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔρχεται ἐ-
1258παγγελλομένη, ὅτι θὰ περιορίσῃ τὰς πρὸς τὴν σπατάλην
1259τάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν φέρῃ ἔκθεσιν τῶν ἐν τῇ
1260Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκπροσωπούντων αὐτήν,
1261δι’ ἧς προτείνει τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν, ὡς ἤ-
1262κουσα, δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ἀληθές, 11 ἑκατομμυρίων, ὅταν
1263ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀξιοῖ ὅτι τὰ ἔσοδα, ὡς παρεστάθησαν
1264ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἶναι εἰκονικὰ, εὐλόγως ἀπελπίζε-
1265ται ἐξ αὐτῆς ἡ Πολιτεία, βλέπουσα τοὺς ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
1266τεύσεως παρερχομένους ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ προτείνοντας αὐ-
1267ξήσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἐνῷ παρὰ τῶν τῆς
1268Ἀντιπολιτεύσεως ἔχομεν γενικὰς ἐπαγγελίας περὶ οἰκο-
1269νομιῶν, θετικὰς αὐτῆς προτάσεις ἔχομεν μόνον περὶ αὐ-
1270ξήσεως δαπανῶν, καὶ τοῦτο ὁσάκις ἔχουσι τὴν προσδο-
1271κίαν ὅτι θὰ ὑποστηριχθῶσι παρὰ τῶν ἐχόντων συμφέρον
1272ἐν τῇ αὐξήσει ἢ παρὰ τῶν ἐκτιμώντων τὴν δαπάνην μό-
1273νον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης καὶ παραβλεπόντων
1274τὴν ἔλλειψιν πόρου βεβαίου πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῆς.
1275Σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋ-
1276πολογισμῷ ἀναγράφονται δαπάναι ὑπέρτεραι τῶν ἀ-
1277ναγκῶν, ἐν αὐτῷ δὲν περιελήφθησαν πᾶσαι αἱ τῆς πρω-
1278τίστης ἀνάγκης. Οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὅλως
1279ἀνεπαρκεῖς· καίτοι δὲ λέγεται καὶ πιστεύεται ὡς ἀξί-
1280ωμα, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὑπέρτερος τῶν
1281ἀναγκῶν, τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλή-
1282λων δὲν εἶναι ἴσος πρὸς τὰς ἀνάγκας, καὶ ὅτι δὲν δυνά-
1283μεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πολιτείας
1284διὰ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχομεν. Εἶναι
1285βέβαιον προσέτι, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἀναγρά-
1286φονται δαπάναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἵνα δυνηθῇ ἡ Πο-
1287λιτεία ἡμῶν νὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν παράλληλον τῶν ὁμοτα-
1288γῶν αὐτῇ Πολιτειῶν καὶ διὰ δημόσια ἔργα καὶ διὰ τὴν
1289ἐκπαίδευσιν καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ διὰ τὰ τοῦ στρα-
1290τοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ πλειοτέρας δαπάνας ἔπρεπε νὰ
1291ἔχωμεν ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ὅ-
1292μως ταῦτα ἀφίενται πρὸς τὸ παρὸν κατὰ μέρος, διότι
1293ἐπιτρέπεται νὰ καταχωρίσωμεν περὶ αὐτῶν πιστώσεις
1294μόνον, ὅταν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν καὶ ἀντίστοιχα ἔ-
1295σοδα. Ὅταν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας
1296ἐπιβάλλῃ εἰς ἑαυτὴν περιορισμοὺς περὶ αὐτὰς τὰς ἀ-
1297ναγκαιοτέρας δαπάνας, τὸ θέαμα Ἀντιπολιτεύσεως οὐ
1298μόνον ἀνικάνου ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ ἐλεγκτικὸν αὐτῆς κα-
1299θῆκον ἐπὶ περιστολῇ τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ δραττούσης πᾶ-
1300σαν εὐκαιρίαν ἵνα προκαλῇ τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ Προϋπολο-
1301γισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ προτάσεων σπατάλης, δικαίαν
1302προκαλεῖ ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος. Πρέπει ἡ Πολι-
1303τεία νὰ ἦναι βεβαία περὶ τῆς εὐρύθμου ἐργασίας τῆς Βου-
1304λῆς, πρέπει νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως,
1305ἥτις ἀντιλαμβανομένη τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας δύ-
1306ναται νὰ παρορμᾶται ἐκ τῆς συναισθήσεως αὐτῶν εἰς
1307ἐνέργειαν ὑπερβάλλουσαν, ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις ἐργα-
1308ζομένη πρὸς περιορισμὸν αὐτῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέ-
1309ποντος· ὅταν βλέπῃ Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἐπιλανθάνεται
1310τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ἀντὶ νὰ περιστέλλῃ τὴν Κυβέρ-
1311νησιν, ἐπιζητεῖ τὰς ἐπευφημίας τῆς κοινωνίας, ὑπερθεμα-
1312τίζουσα εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ λόγῳ ἀ-
1313ποδόσεως δικαιοσύνης, ἀντιτασσομένη δὲ συνάμα εἰς πᾶν
1314μέτρον ἀφορῶν εἰς τὸν προσπορισμὸν τῶν πρὸς τὰς δα-
1315πάνας ταύτας ἐσόδων, ἡ Πολιτεία δικαίως διατελεῖ ἐν
1316ἀμφιβολίᾳ περὶ τῶν ἐγγυήσεων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου θησαυ-
1317ροῦ, ἃς παρέχει ἡ Βουλή. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν
1318πᾶσαν, ἀλλ’ ἰδίως τὴν Ἀντιπολίτευσιν ν’ ἀπέχῃ ἀπὸ τῶν
1319τοιούτων προτάσεων· παρακαλῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ
1320ἐπιτελῇ τὰ καθήκοντα τῆς θέσεως, ἥτις ὑπὸ τῆς Πολι-
1321τείας ἐτάχθη εἰς αὐτήν, νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ προτάσεων ἀρε-
1322σκουσῶν εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλ’ ἀσυμφόρων τῇ Πολιτείᾳ,
1323νὰ μὴ συντάσσηται πρὸς πᾶσαν γνώμην ὁσονδήποτε ἐπι-
1324βλαβῆ, ἣν βλέπει ἀσπαζομένην παρά τινων ἐκ τῶν φί-
1325λων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλει ἐπιτύχει
1326διάσπασιν τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως. Ταύτην τὴν
1327πρότασιν περὶ ἀποδόσεως δικαιοσύνης εἰς τοὺς συντα-
1328ξιούχους ἐνόμισεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ
1329ἐκμεταλλευθῇ, παριστῶσα τοὺς συμπολιτευομένους βου-
1330λευτὰς ἀπέναντι τῶν συνταξιούχων ὡς μὴ ἀναγνωρίζον-
1331τας τὰ δικαιώματα αὐτῶν καὶ μὴ συμπονοῦντας πρὸς
1332αὐτούς· ἀλλὰ τῶν συμπολιτευομένων βουλευτῶν ἡ εἰς
1333τὸ καθῆκον ἀφοσίωσις ἐθωράκισεν αὐτοὺς κατὰ τοιαύτης
1334τακτικῆς, ἥτις δὲν τιμᾷ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οὐδ’ ὠ-
1335φελεῖ τὴν Πολιτείαν.
1336§59Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς
1337τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ μομφὴ και-
1338ρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
1339καὶ ἰδίᾳ κατὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπι-
1340τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μομφὴ τῷ ὄντι καιριωτάτη,
1341μοὶ παρέσχε τὴν ἀφορμὴν, ὅπως ζητήσω τὸν λόγον. Ἡ
1342μομφὴ, ἣν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, εἶναι ὅτι τὰ μέλη τῆς
1343μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνέ-
1344λαβον τὴν πεποίθησιν περὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως
1345μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν αὐτὴ ἡ ἰδία ἔχει περὶ τῶν ἰδίων
1346αὑτῆς ἔργων, συνέλαβον τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς
1347Ἐπιτροπῆς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελον πραγματοποιηθῆ τὰ
1348ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προνοεῖ ἐν τῷ Προϋ-
1349πολογισμῷ τοῦ μέλλοντος ἔτους. Μεγαλειτέρα κατηγο-
1350ρία κατὰ τῆς μειοψηφίας τῷ ὄντι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρ-
1351ξῃ παρ’ αὐτὴν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηύ-
1352θυνε κατ’ αὐτῆς, ὅτι ἀποδίδει σπουδαιότητά τινα εἰς
1353τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ταύτην πρὸ πάντων
1354τὴν μομφὴν ἠθέλησα νὰ ἀποκρούσω ὡς συμμετέχων αὐ-
1355τῆς τόσῳ μᾶλλον, καθόσον εἶμαι καὶ μέλος τῆς μειοψη-
1356φίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐξέφρα-
1357σεν ἤδη τὰς γνώμας της.
1358Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν,
1359ἀλλ’ οὐδὲ ἁπλῆν ἐλπίδα ἔχει ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτρο-
1360πῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὰ μέτρα ὑμῶν τὰ οἰκο-
1361νομικὰ θέλουσι τύχει καὶ τῆς ἐλαχίστης εὐδοκιμήσεως!
1362Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν, οὐδὲ ἀσθενῆ
1363ἐλπίδα, ἀπέναντι τοῦ τετελεσμένου ἤδη ναυαγίου, τοῦ
1364ὁποίου ἔτυχον τὰ μέτρα σας τὰ οἰκονομικά! Δι’ αὐτὸ
1365ἐθεώρησα ὕβριν πρὸς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπι-
1366τροπῆς τὸ νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι ἀπέδωκαν τὴν ἐλαχί-
1367στην σπουδαιότητα εἰς τὰ μέτρα ὑμῶν. Ἀλλὰ συναν-
1368τώμεθα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα· ἐνῷ
1369σεῖς μὲν φρονεῖτε, ὅτι ἔχετε ἤδη κατὰ πιθανότητα ἐξη-
1370σφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς δὲ
1371ὅτι δὲν ἔχετε ἐξησφαλισμένον εἰ μὴ ἔλλειμμα 20 ἴσως
1372ἑκατομμυρίων! Καὶ ἐν τῇ εὐφυΐᾳ ὑμῶν ἐννοεῖτε βεβαίως,
1373ὅτι συναντώμεθα μόνον ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα· ἡμεῖς
1374φρονεῖτε μικρολογοῦντες μικρολογίαν ἀναξίαν ὑμῶν ἢ λέ-
1375γετε ὅτι φοβεῖσθε τὸ ἔλλειμμα τῶν 200 ἢ 300 χιλιά-
1376δων δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑπο-
1377πέσωμεν εἰς τὴν αὐτὴν μικρολογίαν, ἐὰν ἐφρονοῦμεν ὅτι
1378πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἐνῷ
1379ἐπίκειται ἔλλειμμα 20 ἑκατομμυρίων. Συναντώμεθα λοι-
1380πὸν ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, καίτοι διϊστάμεθα μεγάλως
1381ὡς πρὸς τὴν ἀφετηρίαν τῶν σκέψεων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
1382θυπουργὸς δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς ταύτην τὴν αἰτία-
1383σιν ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προέβη καὶ εἰς ἄλλην
1384αἰτίασιν καὶ παρετήρησε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι
1385πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σκεφθῇ πῶς νὰ περιορίσῃ τὴν Κυ-
1386βέρνησιν ταύτην ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πορείαν, τὴν
1387ὁποίαν ἀκολουθεῖ. Καὶ τοῦτο τὸ καθῆκον ἂν παρημέλει
1388ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἤθελεν ὑποπέσει ἀληθῶς εἰς ἔγκλημα
1389ἀπέναντι τοῦ τόπου. Ἄν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ σᾶς πε-
1390ριορίσῃ ὡς πρὸς τὴν τάσιν τῶν δαπανῶν, καὶ δὲν τὸ ἔ-
1391καμνε, δικαίως ἠδύνασθε νὰ τὴν κατηγορήσητε, ὅτι
1392ἔπραττε τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα εἰς τὸν τόπον. Καὶ
1393κατηγορεῖτε ἤδη τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι συναισθά-
1394νεσθε ὅτι, λύσαντες τὰς χεῖρας, δὲν δύνασθε πλέον νὰ τὰς
1395δέσητε! ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
1396τὰ ἀδύνατα, διότι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ·
1397ἐὰν εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ,
1398βεβαίως ἤθελε σπεύσει νὰ σώσῃ καὶ σᾶς καὶ τὸν τόπον,
1399ἢ νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖράς σας, τὰς ὁποίας ἅπαξ λύσαν-
1400τες δὲν δύνασθε πλέον νὰ περιορίσετε. Ἀλλ’ ὁ κύριος
1401Πρωθυπουργὸς—ἀναξίως, πιστεύω, τῆς σπουδαιότητος αὐ-
1402τοῦ—καθ’ ἑκάστην καὶ κατὰ κόρον ἐπαναλαμβάνει, εἰς
1403πᾶν ζήτημα δαπάνης, ὅτι εὑρίσκει τὴν Ἀντιπολίτευσιν
1404ἀντιφάσκουσαν πρὸς ἑαυτήν, διότι προτείνει τυχὸν μίαν
1405δαπάνην, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις, λέγει, εἶναι ὑπὲρ
1406τῶν οἰκονομιῶν. Τοιαῦτα ἐπιχειρήματα στερεότυπα ἐπα-
1407ναλαμβανόμενα εἶναι ἀνάξια τῆς σπουδαιότητος τοῦ
1408Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς ὑπολήψεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν
1409ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν νοημοσύνην τῶν ἀκουόντων αὐ-
1410τόν· ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τὸ πολὺ παίγνια μόνον ῥητορικὰ,
1411ἀλλὰ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν
1412σκέπτεται ν’ ἀποκόπτῃ τυφλῶς οἱανδήποτε δαπάνην.
1413Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κρίνετε τὴν πορείαν τῆς Ἀντι-
1414πολιτεύσεως κατὰ τὴν πορείαν τὴν ἰδικήν σας καὶ κατὰ
1415τὸ ἰδικόν σας σύστημα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζετε,
1416ὅτι προσέχει μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ οἱασ-
1417δήποτε δαπάνης καὶ εἰς τίποτε ἄλλο· νομίζετε, ὅτι
1418ἀκολουθεῖ ὡς πρὸς τοῦτο τὸν ἴδιον ὑμῶν τρόπον τοῦ
1419σκέπτεσθαι· διότι ὅταν πρόκηται νὰ δαπανήσητε, δὲν
1420ἀποβλέπετε εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἀλλ’ εἰς ἄλ-
1421λα συμφέροντα, καὶ ὅταν ἱκανοποιῶνται τὰ ἄλλα
1422συμφέροντα, τότε δαπανᾶται χωρὶς νὰ σκέπτεσθε περὶ
1423ἄλλου τινός; Ἀλλ’ ὅταν, κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ Ἀντιπο-
1424λίτευσις προτείνῃ οἰκονομίας, δὲν προτείνει ἁπλῶς ἐλάτ-
1425τωσιν δαπάνης ἄνευ σκέψεως· προϋπολογίζει καὶ σκέ-
1426πτεται ποῦ προτείνει τὴν οἰκονομίαν, καὶ πρὸ πάντων
1427τὰς οἰκονομίας τὰς προτείνει εἰς ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα,
1428εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐξ ἀντιθέτου θέλετε τὴν ὅσον ἔνεστι
1429μεγαλειτέραν δαπάνην· εἰς ἐκεῖνα δηλαδὴ τὰ ἀντικεί-
1430μενα, τὰ ὁποῖα πρὸ πάντων ἐπηρεάζουν ὀλεθρίως τὴν πο-
1431λιτικήν· καὶ τὴν πολιτικὴν δὲν τὴν ἐπηρεάζουν τόσον
1432τὰ ζητήματα τῶν συντάξεων, ὅσον τὰ ζητήματα τῆς
1433αὐξήσεως τῶν δημοσίων θέσεων. Καὶ πρέπει νὰ ἔχετε
1434ὑπ’ ὄψιν ὅτι πάντες ἔχουσι τὸν νοῦν τὸν ἀρκοῦντα πρὸς
1435τὰς τοιαύτας διακρίσεις. Τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν
1436συντάξεων δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς ἐπηρεάζῃ και-
1437ρίως· ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καιρίως μᾶς ἐπηρεάζουσιν, εἶναι
1438τὰ ὅσα διαθέτομεν ναὶ μὲν καὶ πρὸς παροχὴν ὑλικῶν
1439ὠφελειῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀπόκτησιν δυνάμεως, κακῶς
1440ὅμως ἐννοουμένης δυνάμεως. Αὐξάνετε τὰς δαπάνας, ὅταν
1441πρόκηται νὰ αὐξήσητε τὰς δημοσίας θέσεις, κάμνετε δὲ
1442τὰς οἰκονομίας ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει συμφέρον ἱκανὸν
1443νὰ σᾶς ἐπιβληθῇ καὶ σᾶς ἐπηρεάσῃ. Καὶ μὴ νομίζετε,
1444ὅτι διαφεύγουσι τὰ τοιαῦτα τὴν ἀντίληψιν καὶ τῶν ἁ-
1445πλουστέρων. Βεβαίως ἡ διάθεσίς σας εἶναι τοὺς πάντας
1446νὰ ὠφελήσετε, ὅπως συντηρῆτε τὴν Ἐξουσίαν καὶ μόνον
1447εἰς τὸ ὅριον τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας σταματᾶτε, διότι
1448βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ δαπανᾶτε παντοῦ ἐπ’ ἄπειρον.
1449Ἀλλὰ τοιαύτην τάσιν ἔχετε ὡς πρὸς τοῦτο, ὥστε μὴ
1450δυνάμενοι σήμερον νὰ ὠφελήσετε πάντας προϋπόσχεσθε
1451καὶ διὰ τὸ μέλλον. Καθησυχάζετε πάντας τοὺς Ἕλλη-
1452νας, ἐπιδεικνύμενοι Ἀσιατικὴν μεγαλοδωρίαν. Καὶ ἅμα
1453δὲν ἔχετε πλέον σήμερον νὰ διαθέσητε ὑπὲρ τοῦ μὲν
1454καὶ τοῦ δὲ, ὑπὲρ τάξεων ὁλοκλήρων, ἐνεχυριάζετε τὸ
1455μέλλον. Ἡσυχάσατε, λέγετε· ἡμεῖς μένοντες ἐν τῇ Ἐξου-
1456σίᾳ, ὅλους θὰ σᾶς ὠφελήσωμεν κατὰ σειράν, οὐδεὶς Ἕλ-
1457λην θὰ μείνῃ μέχρι τέλους χωρὶς νὰ πλουτήσῃ ὑπὸ τὴν
1458ἔμφρονα διοίκησίν μας! Ταῦτα εἶναι τὰ χαρακτηρίζοντα
1459τὴν πολιτικήν σας. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅταν προ-
1460τείνῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς προτείνει ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ
1461γίνουν, καὶ μὴ νομίζετε ὅτι θὰ ἀπατήσητε τὸν κόσμον
1462διὰ τῶν ἐλπίδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θέλουν σᾶς γίνει
1463καὶ ἡ ἀδυναμία σας καὶ ἡ καταστροφή σας. Ἡ Ἀντιπο-
1464λίτευσις, προτείνουσα τὰς οἰκονομίας, σκέπτεται, εἶπον,
1465ποῦ τὰς προτείνει. Ὅταν ζητῇ τὴν ἐλάττωσιν ἀντὶ τῆς
1466αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι
1467εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὑπάλληλοι ὑπάρχουν κατ’ ἀ-
1468ριθμὸν ἐν Ἑλλάδι ὄχι ἀρκοῦντες, ἀλλ’ ὑπεραρκοῦντες, καὶ
1469δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι εἰς τὰς Ἐπαρχίας πλεῖστοι
1470τῶν ὑπαλλήλων περιφέρονται ὡς συνταξιοῦχοι, καὶ ὅτι
1471πολλοὶ ὀλιγώτερος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων ἤρκει διὰ τὴν
1472ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ ἐκείνην δὰ ἰδίως, τῆς ὁποίας ἀ-
1473πολαμβάνει ἡ Ἑλλάς. Δὲν δύνασθε νά ἀπατήσητε οὐ-
1474δένα ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐνασχολοῦνται ἰδίως εἰς τὴν ἐκτέ-
1475λεσιν ἐκείνου τοῦ καθήκοντος, ὅπερ συνίσταται εἰς τὸ
1476νὰ ὑποδέχωνται ἀκαταπαύστως τοὺς ὑπουργικοὺς βου-
1477λευτὰς, καὶ τοὺς φίλους αὐτῶν! Εἰς τοῦτο ἀπόλλυται
1478ὁ χρόνος τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς τρέφει
1479διὰ τῶν ἱδρώτων του, εἰς τὸ νὰ ὑποδέχωνται τοὺς ὑπουρ-
1480γικοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς ἔχοντας συστάσεις τῶν ὑπουρ-
1481γικῶν βουλευτῶν. Πᾶς ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν συνοδεύεται
1482μὲ αὐτὰ τὰ ἐφόδια, ἀποβάλλεται ὡς εἵλως ἢ παρίας.
1483Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις, καὶ μὴ προσθέ-
1484τετε εἰρωνείας εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος οὔτε φωνὴν
1485ἔχει, ἀλλ’ ἴσως οὔτε κρίσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐντελῶς τὴν
1486κατάστασίν του καὶ τὴν ἐλεεινὴν καταπάτησιν τῶν δι-
1487καιωμάτων του. Οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὅταν προτεί-
1488νουν τὰς οἰκονομίας, σκέπτονται βεβαίως καὶ περὶ δι-
1489καιοσύνης, δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὴν μηδαμινὴν
1490οἰκονομίαν, ὅταν συνοδεύηται μὲ ἀδικίαν, καὶ θεωροῦν
1491τοσούτῳ μᾶλλον σκανδαλῶδες τὸ τοιοῦτον, καθόσον
1492βλέπουν ὅτι εἰς ἄλλας περιστάσεις εἴτε προκειμέ-
1493νου περὶ τάξεων εἴτε περὶ ἀτόμων δὲν ὑπάρχει ἐ-
1494κεῖνο τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἴς
1495τινας μόνον περιστάσεις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς
1496δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆται ἀπολύτως τὴν ἰδέαν τῆς δι-
1497καιοσύνης, ἔχει ὅμως ἀληθῶς πρωτοτύπους ἰδέας περὶ δι-
1498καιοσύνης, καὶ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τὴν θεωρίαν τῆς
1499δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν πρεσβεύει. Σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου
1500ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἱκανοποιήσωμεν μίαν τάξιν ὁλόκλη-
1501ρον, νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν δικαιοσύνην, τότε μάλι-
1502στα καὶ μὲ τὴν μικρὰν ταύτην διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου
1503τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν θυ-
1504σίαν· ἀλλὰ, λέγει, δικαιοσύνην δὲν ἀποδίδομεν, διότι τὸ
1505δικαίωμα αὐτῶν εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἢ ὅσον παριστῶ-
1506σιν οἱ ἀριθμοὶ τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομο-
1507σχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δι’ αὐτὸ ἀρνοῦμαι καὶ τὴν μι-
1508κρὰν αὔξησιν. Ὡραία θεωρία αὐτή! Κατὰ τὴν θεωρίαν
1509τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ δικαιοσύνης, ὅταν τὸ ἀδί-
1510κημα εἶναι μέγα, τότε πρὸ πάντων πρέπει νὰ σκεφθῆτε
1511περὶ οἰκονομίας· ὅταν τὸ ἀδίκημα εἶναι τοσοῦτον μέγα,
1512ὥστε καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ἐπα-
1513νορθωθῇ, τότε δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐλαττώσητε, ἀλλὰ νὰ σκε-
1514φθῆτε περὶ τῆς φοβερᾶς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ
1515Προϋπολογισμοῦ! Ἄλλο ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ κυρίου
1516Πρωθυπουργοῦ δὲν θέλομεν τῳόντι παρὰ αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ
1517ὁποῖον ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασε καὶ ἀνέπτυξε.
1518Δὲν προετιθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὸ ζήτημα
1519τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν ταύτην τὴν στιγμὴν παρατηρῶ ὅτι αὐ-
1520ταὶ αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐκφέρει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς,
1521στρέφονται ἐναντίον αὐτοῦ, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν εἶ-
1522χόν τινα ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ εὐλόγου τῆς προτάσεως
1523τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, τὴν ἀμφι-
1524βολίαν ταύτην μοὶ τὴν ἀφήρεσε κατ’ αὐτοῦ ἡ ἀγόρευσις
1525τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἠγέρθη καὶ ἄλλο ζή-
1526τημα, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις θὰ ἔχῃ ἀξίαν προηγουμένου
1527σημαντικήν. Καὶ παρίσταται μὲν σήμερον ἴσως μὴ πο-
1528λεμούμενον τὸ ὅτι δύνανται οἱ βουλευταὶ νὰ ἐπαναφέρωσι
1529τροπολογίας ἀποῤῥιφθείσας, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀ-
1530νάπτυξις τοῦ τοιούτου ζητήματος καὶ ἡ ὑποστήριξις τῆς
1531ὑποδειχθείσης λύσεως.
1532Καὶ πρῶτον παρατηρῶ ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ διατάξει ἀ-
1533παντᾶται τοιοῦτος ἐπὶ τοῦ προκειμένου περιορισμός· καὶ
1534περιορισμὸς, μὴ ῥητὸς ἀναγεγραμμένος, δὲν δύναται νὰ
1535ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ παρατηρῶ προσέτι ὅτι ἡ τροπολογία εἶναί
1536τι οὕτως ἀναπόσπαστον τῆς κυρίας προτάσεως, ὥστε δὲν
1537δύνασθε ποτὲ νὰ εἴπητε ὅτι συζητεῖτε ἐλευθέρως τρὶς
1538μίαν πρότασιν Νόμου, ἂν δὲν συζητεῖτε ἐλευθέρως τρὶς
1539καὶ πᾶσαν τροπολογίαν· διότι ἐνδέχεται νὰ ἀποκρούῃ
1540τις μίαν τροπολογίαν καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ τὴν
1541ἀποκρούῃ τις καὶ διότι ἀποκρούει ὅλην τὴν διάταξιν·
1542ὅταν ὅμως βλέπῃ ὅτι ἡ ὅλη διάταξις πρόκειται νὰ ψηφι-
1543σθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ
1544ψηφίσῃ καὶ τὴν ὁποίαν πρότερον ἀπέκρουσε τροπολογίαν·
1545διότι ἄλλως, ψηφιζόμενον τὸ κείμενον ἄνευ τῆς τροπολο-
1546γίας, ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀδικώτερον καὶ αὐτῆς τῆς τρο-
1547πολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν εἰς τὰς δύω πρώτας ἀ-
1548ναγνώσεις νὰ ψηφίσῃ.
1549Ἀλλ’ ὑπάρχει ἴσως καί τι ἐπιχείρημα ἐξ ἀντιδιαστο-
1550λῆς argumentum a contrario κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Κα-
1551νονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συ-
1552νόλου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ οὐδεμία τροπολογία. Ἴσως
1553καὶ ἐντεῦθεν ὡς ἐκ περισσοῦ προκύπτει, ὅτι πρότερον δύ-
1554ναται νὰ γίνεται πᾶσα τροπολογία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων,
1555ἂν ἠθέλομεν περιορίσει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἠθέλομεν δώ-
1556σει σημασίαν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν πρώτων ἀναγνώ-
1557σεων, σημασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δέχεται τὸ Σύνταγμα.
1558Εἰς τὰς δύω πρώτας ἀναγνώσεις δὲν δίδει τὸ Σύνταγμα
1559ἀξίαν· ἀλλ’ ἐὰν ἀποκρούετε τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀποῤῥι-
1560φθεισῶν τροπολογιῶν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, θέλετε
1561δώσει σημασίαν εἰς τὰς δύω πρώτας ἀναγνώσεις, ἀπο-
1562τέλεσμα τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἔχουν· διότι τί ἄλλο
1563σημαίνει ἡ ψήφισις ἑνὸς νομοσχεδίου κατὰ τὰς δύω ἀνα-
1564γνώσεις εἰμὴ ἀπόῤῥιψιν καὶ τῶν τροπολογιῶν; Καὶ ὅταν
1565ἡ ψήφισις ἐκείνη ἀναγράφεται ὥς τι ὅλως μετέωρον καὶ
1566ἐπιπολαίως γενόμενον, δὲν ἐκτείνεται ἡ τοιαύτη πρόληψις
1567ἀναγκαίως καὶ εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν τροπολογιῶν; Λοι-
1568πὸν κατὰ ταῦτα καὶ διότι ἰδίως ἡ τροπολογία εἶναί τι
1569ἀναπόσπαστον πρὸς τὴν κυρίαν πρότασιν, δὲν δύναταί τις
1570νὰ ὑποστηρίξῃ ἢ ὅτι πᾶσα τροπολογία δύναται νὰ ἐπα-
1571νέρχεται εἰς ὅλας τὰς ἀναγνώσεις. Ἡ παραδοχὴ ἄλλως
1572τοῦ ἐναντίου θὰ εἶχε καὶ τὸ ἄτοπον νὰ μὴ τολμᾷ τις
1573νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν παρὰ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
1574Ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ
1575χθὲς ἀπεῤῥίψαμεν τὴν τροπολογίαν, νὰ συζητῶμεν σήμε-
1576ρον περὶ αὐτῆς. Αὐτὰ τὰ πρέποντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶ-
1577ναι σύμφωνα οὔτε μὲ τὸ Σύνταγμα, οὔτε μὲ τὸν
1578Κανονισμόν μας, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα αὐτῶν, αὐτὰ
1579εἶναι πρέποντα, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται τῶν ὁ-
1580ρίων τῆς ἐκτιμήσεώς μας. Εἶναι πρέποντα ὑπάρχοντα
1581μόνον εἰς τὸ πολιτικὸν συμφέρον ἢ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ.
1582Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι τὰ πρέποντα τῆς ἐπιμονῆς εἰς τὰ
1583προηγούμενα σφάλματα. Ἀλλὰ τοσούτῳ μᾶλλον ὑπὸ ἔ-
1584ποψιν πρακτικὴν δὲν δύναται νὰ νοηθῇ αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ
1585πρέποντος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς τὴν γʹ ἀνάγνω-
1586σιν συχνότατα ἀποκρούονται παντοῖαι διατάξεις ψηφιζό-
1587μεναι ἕως τότε, καὶ ἡ ἐλευθερία αὕτη ματαιοῦται, ἐὰν εἴ-
1588πητε ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνεται τοῦτο. Λοιπὸν ἡ
1589Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἠξεύρῃ ὅτι ἐλευθέρα διατελεῖ νὰ ἐξε-
1590τάσῃ τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, ἂν δικαίως πρέπει νὰ γίνῃ
1591ἡ αὔξησις ἡ ὑπὲρ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ ὑπὲρ τῶν
1592συνταξιούχων· καὶ δὲν δύναται ὁ κόσμος νὰ πιστεύσῃ ὅτι
1593σπουδαίως σκεπτόμεθα περὶ οἰκονομίας ἐν τοῖς τοιούτοις,
1594ἐνῷ εἰς ἄλλα δεικνύομεν ὅτι δὲν ἐπικρατοῦσιν αἱ αὐταὶ
1595ἰδέαι. Ἀλλὰ δὲν ἐδίστασε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
1596σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις, διότι ὑπάρ-
1597χουν καὶ ἄλλοι ἀγωνισταὶ ἐκτὸς τῶν συνταξιούχων· ἀλλ’
1598ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ἀγωνισταὶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, πλὴν
1599τοῦ μακαρίτου Γεωργαντᾶ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀντεῖπεν ἐναντίον
1600ὑμῶν, οἵτινες προετείνατε σύνταξιν δικαίαν, δικαιοτάτην
1601ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας Γεωργαντᾶ, προσκολλήσαντες τὸ περὶ
1602ταύτης νομοσχέδιον εἰς τὴν γενομένην ὑπὲρ τῆς οἰκογε-
1603νείας Πετιμεζᾶ σύστασιν· οὐδεὶς εἶπεν ὑμῖν ὅτι προτείναν-
1604τες σήμερον τὴν τοιαύτην σύνταξιν τὴν δικαίαν ὑπὲρ τῆς
1605οἰκογενείας τοῦ ἀγωνιστοῦ Γεωργαντᾶ, ἐκάματε ὕβριν καὶ
1606ἀδικίαν εἰς πτωχοὺς ἀγωνιστὰς, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐθυσίασαν
1607τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου τούτου, ἐ-
1608λευθερίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς σήμερον λυμαινόμεθα.
1609§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος
1610βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ εἴ-
1611πω πολλὰ εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Τὸ
1612σέβας ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καὶ
1613τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς φίλους μου, μὲ ἀ-
1614ναγκάζουσιν ἰδίως νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, διότι νο-
1615μίζω, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ ρυθμίσωμεν τὴν τα-
1616κτικὴν ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, μὴ ἐκτρεπόμενοι πέραν
1617τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἰδιότης ἑκάστου ἡμῶν καὶ τὰ
1618συνταγματικὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις μᾶς διέ-
1619γραψαν. Ἀνεζήτησα ἐπὶ ὁλόκληρα λεπτὰ τῆς ὥρας διὰ
1620νὰ ἀνεύρω τὸν λόγον, τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία ἔπεισε τὸν κ.
1621Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἠδύνατο ἢ ὤφειλε νὰ ἐγκαταλίπῃ
1622τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ νὰ ἐκτραπῇ
1623ἐπὶ θέματος ἄλλου, ὅτι μάλιστα ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ
1624ἐκτραπῇ εἰς ἐπιθέσεις, νὰ ἀνατάμῃ τὴν τακτικὴν τῆς
1625Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ κρίνῃ αὐτὴν, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ
1626ἐπιτιμήσῃ αὐτήν. Ἂν δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
1627εἶχον δικαίωμα νὰ ἐρευνήσω φυσιολογικῶς τὸ ἄτομον
1628τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ἀναζητήσω τὰς ἰδιότητας,
1629αἵτινες κρατοῦσιν ἐν τῷ χαρακτῆρι αὐτοῦ. Ἐν τῇ αἰ-
1630θούσῃ ὅμως τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος, δὲν ἔχω τὸ δικαίω-
1631μα τοῦτο· ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσω τὴν τα-
1632κτικὴν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐρωτήσω, ἂν ὁ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ
1633βήματος καταβὰς Πρωθυπουργὸς ἦναι δημοσιογράφος,
1634ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, ἢ ἦναι Πρωθυπουργός. Ἐπι-
1635τρέπεται εἰς τὸν δημοσιογράφον, ὅταν ἐργάζηται ἐν τῷ
1636γραφείῳ του, νὰ γράφῃ ἄρθρα, νὰ ἐκτρέπηται τῆς ἀλη-
1637θείας, νὰ ἐπιπίπτῃ κατὰ προσώπων, νὰ ἐπικρίνῃ ἀδί-
1638κως, καὶ δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς οὐδένα ἄλλον παρὰ
1639εἰς τὴν συνείδησίν του, περιμένων μόνον τὸν ἔλεγχον καὶ
1640τὴν δυσφημίαν τῆς ἐφημερίδος του, ἢ τὴν ἐπικρότησιν
1641αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κοινοῦ. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀντιπολι-
1642τευόμενον πολλάκις νὰ ἀπομακρύνηται τοῦ θέματος καὶ
1643νὰ προβαίνῃ εἰς γενικωτέραν ἔρευναν τῆς πολιτείας τῶν
1644κυβερνώντων, ὁρμώμενος ἀπὸ εἰδικὴν πρᾶξιν, ἥτις πρόκει-
1645ται εἰς συζήτησιν. Ἀλλ’ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουρ-
1646γικοῦ Συμβουλίου δὲν προσήκει νὰ ἐκτρέπηται οὐδὲ ὅ-
1647ταν συζητῇ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐφ’ ὧν προκαλεῖται,
1648πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἀπομακρύνηται αὐτῶν, ἵνα
1649ποιῆται μελέτας ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτείας τῆς Ἀντιπο-
1650λιτεύσεως καὶ νὰ ἐπικρίνῃ αὐτήν.
1651Ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσυνείθισεν ὡς ἀντιπολιτευό-
1652μενος ἐν τῇ τακτικῇ ταύτῃ τῶν ἀδίκων ἐπιθέσεων κατὰ
1653τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ. Ἴσως ἐπείσθη, ὅτι ἡ τακτικὴ
1654αὐτὴ ἐνίσχυσεν αὐτὸν εἰς τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ στάδιον,
1655καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἑδραίωσε τὸ πολιτικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον
1656διαχειρίζεται. Ἀλλὰ μετήλλαξε πλέον θέσιν. Δὲν εἶ-
1657ναι ἀντιπολιτευόμενος τοῦ 1879, τοῦ 1880, τοῦ 1881.
1658Δὲν ἔχει ἀπέναντί του, οὔτε τὰ Θηβαϊκὰ ἄγη, οὔτε
1659τὴν προδοσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐξεπλάγην δὲ, ὅταν ἐ-
1660δέχθη νὰ μεταβάλλῃ μορφὴν, νὰ ἀναλαμβάνῃ ἄλλο πρό-
1661σωπον, καὶ νὰ ἐπιτίθηται ἐλέγχων ἐπὶ ἀντιφάσει τὴν
1662Ἀντιπολίτευσιν.
1663Καὶ ἐλέγχει τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς αἰτίαν σπατά-
1664λης! Ἡ Ἀντιπολίτευσις καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον δύω προ-
1665τάσεις ἐπρόβαλε καὶ μόνας πρὸς αὔξησιν τοῦ Προϋπολο-
1666γισμοῦ. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἔ-
1667πραττε καὶ οὗτος καθόλου τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1668προέβαλεν εὔλογον καὶ λογικὴν πρότασιν, παραστήσας τὴν
1669ἀναπόφευκτον πλέον καταστᾶσαν ἀνάγκην νὰ οἰκοδο-
1670μήσωμεν νέαν αἴθουσαν διὰ νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή.
1671Τότε ἐνθυμήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν οἰκο-
1672νομίαν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπετίμα τὸν ἀξιότιμον βου-
1673λευτὴν, ὡς γενόμενον αἴτιον μεγάλης σπατάλης, διότι
1674ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῶσιν 80,000 δραχμῶν! Ὅταν οἱ
1675βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρέστησαν πρὸς τὸν
1676Πρωθυπουργὸν ἀδικίαν γινομένην, καὶ τὴν ἀντίφασιν εἰς
1677ἣν περιέπιπτε, προτείνων νὰ μὴ μετατρέψωμεν τὴν πλη-
1678ρωμὴν τῶν συντάξεων ἀπὸ παλαιὰς εἰς νέας δραχμὰς,
1679τότε πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνθυμήθη, ὅτι ἡ πρότα-
1680σις θέλει φέρει δαπάνην 300,000 δραχμῶν ὑπὲρ τῶν ἀ-
1681γωνιστῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ προσῆλθεν ἐλέγχων
1682τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ σπατάλῃ καὶ ἀντιφάσει. Ἐλη-
1683σμόνησεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀσθενὴς μὲν κατ’ ἀριθ-
1684μὸν, ἰσχυρὰ δὲ κατὰ λόγον καὶ δίκαιον, ἠγωνίσθη πέ-
1685ρυσιν, ἵνα σταματήσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἑτοίμην νὰ σπατα-
1686λήσῃ 300,000 δραχμῶν, διὰ νὰ δημιουργήσῃ 300 καὶ
1687πλέον θέσεις ἀστυνόμων δασῶν καὶ δασονόμων καὶ δα-
1688σαρχῶν, πλουτίζων τὸ ρουσφετολόγιόν του· ἠγωνίσθη, ἵνα
1689σταματήσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἑτοίμην νὰ σπαταλήσῃ
1690100,000 ἄλλων δραχμῶν, ἵνα δημιουργήσῃ μίαν ἔτι θέ-
1691σιν ἐπαρχιακοῦ ἰατροῦ κατ’ ἐπαρχίαν, ὅπως καὶ κατὰ
1692τοῦτο πλουτίσῃ τὸ ρουσφετολόγιον· ἠγωνίσθη νὰ σταμα-
1693τήσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἑτοίμην νὰ σπαταλήσῃ 400,000
1694δραχμῶν χάριν τοῦ κ. Σπάρταλη.
1695Καὶ ἐνῷ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἡ δαπάνη ἦτον ἐξηλεγμένη
1696καὶ παρίστα χρέος τοῦ Δημοσίου ἀναμφισβήτητον, μετ’ ὀ-
1697λίγον τότε εἶπεν, ὅτι ἀποσύρει τὴν αἴτησιν, διότι εἶχεν
1698ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ, καὶ δὲν εἶχε μελετήσει ἔτι αὐτό.
1699Καὶ ἐπικρίνει τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ σπατάλῃ, αὐ-
1700τὸς οὗτος ἀντιφάσκων πρὸς ἑαυτόν· διότι, ἐνῷ προβάλλει
170112,000,000 δραχμῶν αὔξησιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋ-
1702πολογισμοῦ τοῦ 1884, δὲν δέχεται ἔπειτα αἱ συντάξεις
1703νὰ πληρωθῶσιν εἰς νέας δραχμάς! Ἐν οὐ δέοντι δὲ σήμε-
1704ρον ἐμνήσθη τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ
1705Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, οὐδὲ συζητοῦμεν σήμερον ἐπὶ
1706τῶν παρατηρήσεων τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ
1707τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ οὐδὲ κατετέθη ἔτι, οὐδ’ ἐδη-
1708μοσιεύθη ἡ ἔκθεσις αὐτῆς. Ἀλλὰ περὶ ταύτης, ὅταν ἔλθῃ
1709ἡ συζήτησις.
1710Ὁ τόπος εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετράφη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1711ἐδίδαξεν αὐτὸν μάθημα, τὸ ὁποῖον ὁσημέραι φροντίζει
1712νὰ ἐφαρμόζῃ, νὰ προλαμβάνῃ τὰ ζητήματα, προτάσσων
1713ἀναίρεσιν αὐτῶν πρὶν ἢ ταῦτα προταθῶσι πρὸς συζήτη-
1714σιν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προκαταλάβῃ τὸ κοινόν. Ἀλλὰ ἡ
1715τακτικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι κοινοβουλευτική· ἴσως συνειθί-
1716ζεται ἐν ἄλλαις αἰθούσαις ἢ συλλόγοις, δὲν συνειθίζεται
1717ὅμως ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Κοινοβουλίων. Ὅταν ἔλθῃ ἡ
1718ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ προτα-
1719θῶσι πρὸς συζήτησιν καὶ ἔρευναν αἱ γνῶμαι τῆς μειο-
1720νοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τότε θέλει ἰδεῖ καὶ ὁ κ. Πρω-
1721θυπουργὸς καὶ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ποίας οἰκονο-
1722μίας προτείνουσι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας. Θέλει ἰδεῖ,
1723ὅτι, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ θέσεις νέας, καὶ νὰ καταστήσῃ
1724διοίκησιν πολυτελῆ κατὰ τὸ προσωπικόν, ἠναγκάσθη νὰ
1725περιλάβῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγραφάς, αἱ ὁποῖαι εἶ-
1726ναι ἀκατάληπτοι. Ἀνεφέρω μίαν καὶ μόνην. Ἔν τινι
1727φύλλῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
1728τιωτικῶν ἀνέγνων τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν, μὴ δυνηθεὶς νὰ
1729κρατήσω τὴν ἔκπληξιν «γραφεῖς, ἱερεῖς καὶ ἰδιῶται
1730150,000 δραχμάς». Τοιαῦται εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁ-
1731ποίας ἐπιζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ
1732σπατάλαι, τὰς ὁποίας ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
1733Προϋπολογισμοῦ καθῆκον εἶχε νὰ στηλιτεύσῃ.
1734Ἐὰν εἶχον συνεννοηθῆ μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου
1735βουλευτὴν Εὐρυτανίας πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον, ἤθελον
1736παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μὴ ζητήσῃ, ἐξ εὐλαβείας πρὸς
1737τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ἀνασκευάσῃ ἐπι-
1738χείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς προέβαλεν,
1739ὅταν πρὸ ὀλίγου ἔλεγε βεβαιῶν, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν
1740συντάξεων ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμάς, ἥτις δὲν δύ-
1741ναται νὰ γείνῃ χωρὶς νὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιόν του,
1742δὲν εἶναι πλήρης ἀπονομὴ δικαιοσύνης εἰς τοὺς συντα-
1743ξιούχους, ἐλαχίστην περιποιοῦσα εἰς αὐτοὺς συνδρομήν·
1744ὅτι αὐτὸς νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν αἱ συντάξεις
1745των εἰς μεγαλειτέραν ἀναλογίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν
1746συμβιβάζεται μὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν προ-
1747βάλλει τοιαύτην αὔξησιν, ἀλλὰ δὲν δέχεται καὶ τὴν με-
1748τατροπὴν τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας. Ὅταν ἤκουσα
1749τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τοῦτο προβάλλοντα, ἐνεθυ-
1750μήθην Πρωθυπουργὸν πρὸ τεσσαρακονταετίας κυβερνή-
1751σαντα τὴν Ἑλλάδα. Εἶχε παύσει γραμματέα τινὰ τῆς
1752Νομαρχίας Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ὁ γραμματεὺς
1753αὐτὸς ἐζήτει νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουρ-
1754γοῦ διὰ νὰ παραστήσῃ ὅτι ἀδίκως ἐπαύθη καὶ ζητήσῃ
1755νὰ ἐπανέλθῃ· ὁ Πρωθυπουργὸς ἦτον ἀόρατος. Μετὰ τριῶν
1756μηνῶν μόχθους ἠδυνήθη ὁ παυθεὶς νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον
1757τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρώτησεν αὐτὸν
1758τίς εἶναι, μαθὼν δὲ τίς ἦτο καὶ ἀκούσας τὸ ὄνομά του,
1759ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνθυμήθη ὅτι ἦτο φίλος ὁ πατὴρ τοῦ
1760παυθέντος, καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὸν παυθέντα
1761τὰς ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα τοῦ πατρός του. Ὁ
1762παυθεὶς τότε παρεπονέθη διὰ τὴν παῦσίν του, ἀλλ’ ὁ
1763Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐπαύθης. Ὁ παυθεὶς
1764ἐπέμεινε βεβαιῶν ὅτι ἐπαύθη καὶ λέγων ὅτι κατέχει τὸ
1765ἔγγραφον τῆς κοινοποιήσεως τῆς παύσεώς του· ἀρνουμέ-
1766νου δὲ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἔπαυσεν αὐτὸν, ὁ παρα-
1767πονούμενος ὑπεσχέθη νὰ ἐπιδείξῃ αὐτῷ τὴν κοινοποίη-
1768σιν τῆς παύσεώς του. Οὕτως ἔληξεν ἡ ἀκρόασις τοῦ παυ-
1769θέντος. Ἀλλὰ ὁ παυθεὶς μόλις μετὰ ἕνα μῆνα ἠδυνήθη
1770νὰ συναντήσῃ πάλιν τὸν Πρωθυπουργὸν, τότε δ’ ἐπέδει-
1771ξεν αὐτῷ τὸ ἔγγραφον τῆς παύσεώς του. Ἆ! ἐνθυμοῦμαι
1772εἶπεν, ὅτι σὲ ἔπαυσα· ἀλλὰ σὲ ἔπαυσα, διότι ἐπεθύμουν
1773νὰ μὴ ἦσαι γραμματεὺς Νομαρχίας, ἀλλὰ νὰ ἔχῃς ἀ-
1774νωτέραν θέσιν, καὶ δι’ αὐτὸ σὲ ἔπαυσα. Καὶ οὕτω μὲν ὁ
1775μακαρίτης Κωλέττης ἔλεγε πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος βε-
1776βαίως δὲν διεκρίνετο διὰ τὴν εὐφυΐαν του καὶ τὴν ἀν-
1777τίληψίν του, πολὺ δὲ ἧσσον διὰ τὴν κρίσιν του. Ἀλλ’ ὁ
1778νῦν Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ
1779τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖται ἀπὸ ὁμοίους ἐκείνου, καὶ ἠ-
1780θέλησε νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς βουλευτὰς τοὺς ἀγυρτικοὺς
1781λόγους, οὓς πρὸ μικροῦ εἶπεν! Ἐὰν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν
1782πλειονοψηφίαν φίλοι τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν δυσφορῶσι
1783δι’ αὐτὸ, ἐγὼ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν
1784δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἀνεχθῶμεν τοιαύτην ὕβριν.
1785§61Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, νομίζω, ἀνάξιον τοῦ κόπου,
1786εἶναι μάλιστα περιττὸν νὰ ἀνασκευασθῶσιν ὅσα ὁ κύριος
1787Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1788Εἶναι δὲ περιττὸν, διότι οἱ ἀκούσαντες ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ
1789διΐδωμεν καὶ διείδομεν τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ
1790κ. Πρωθυπουργός· περιῆλθεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον· ἤθελε δὲ
1791καὶ δὶς ἐπεχείρησε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου, ἀλλ’ ἄ-
1792τρωτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ. Εἶναι μηδὲν ὅσα
1793εἶπε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Τρικούπης, παρα-
1794βαλλόμενα πρὸς ἐκεῖνα, ὅσα καθ’ ἑαυτοῦ εἶπε. Δὲν ἐφαν-
1795ταζόμην ποτὲ, ὅτι ἡ πρότασίς μου, ἡ τόσον δικαία, δὲν
1796ἤθελε γίνει ἀσπαστῶς δεκτὴ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1797γοῦ· ἀλλ’ ἐφανταζόμην πολὺ ὀλιγώτερον ὅτι διὰ νὰ ἀπο-
1798κρούσῃ αὐτὴν, ἤθελε περιέλθει εἰς ἀντιφάσεις, αἵτινες
1799δὲν τιμῶσι τὴν ἐγνωσμένην ἐμβρίθειαν αὐτοῦ. Δὲν ἠδυ-
1800νάμην νὰ ὑποθέσω ποτὲ ὅτι ἤθελε περιέλθει εἰς τοιαύ-
1801την ἀμηχανίαν, ὥστε νὰ ἀναιρέσῃ πᾶν ὅ,τι μέχρι τοῦδε
1802εἶπε βεβαιῶν τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ πολι-
1803τικῆς ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους. Καὶ ἠκούσαμεν αὐ-
1804τὸν ἀποφεύγοντα τὴν δαπάνην 350,000 δραχμῶν, οὐχὶ
1805διότι δὲν θεωρεῖ αὐτὴν δικαίαν, ἀλλὰ διότι ἡ περὶ τῆς
1806δικαίας ταύτης δαπάνης πρότασις προῆλθεν ἐκ τῶν
1807ἀντιπάλων του, αὐτὸς δὲ—εἶναι πλέον πασίγνωστον—οὐ-
1808δεμίαν ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν ἀντιπάλων του ἀποδέχεται,
1809ἂν δὲ τῷ ἦτο δυνατὸν, οὔτε τῆς φωνῆς αὐτῶν θὰ ἤ-
1810κουεν! Ἰδοὺ δὲ διατί περιπλακεὶς, ὡμολόγησεν ὅτι οὐδε-
1811μίαν πεποίθησιν ἔχει περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ Προϋπολο-
1812γισμοῦ του, ὅστις εἶναι τῆς πολιτικῆς πάσης Κυβερνή-
1813σεως ἡ βάσις, καὶ ἐξήλεγξε μάλιστα ἀστείως τὴν Ἀντι-
1814πολίτευσιν αὐτὸς οὗτος ὁ τὸν Προϋπολογισμὸν ὑποβα-
1815λὼν, κατέκρινε μάλιστα τὰ μέλη αὐτῆς, ὅτι ἀναγνωρί-
1816ζουσι τὸ μέχρι λεπτοῦ ἀκριβὲς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ
1817αὐτὸς ὁ συντάκτης του τὸν θεωρεῖ ψευδῆ!
1818Ἐγὼ ὁμιλῶν πρὶν, καθαρῶς εἶπον, ὅτι ἀποφεύγω τὴν
1819περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, διότι
1820δὲν εἶναι ἡ παροῦσα πρὸς τοῦτο στιγμή· ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
1821θυπουργὸς ἠθέλησε νὰ προσφύγῃ ἐπὶ ἰδίᾳ ζημίᾳ εἰς τὸ τέ-
1822χνασμα τοῦτο διὰ νὰ ἀναγάγῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀνα-
1823γωγῆς τῶν συντάξεων, τὸ τόσον ἁπλοῦν, τὸ τόσον δί-
1824καιον, τὸ στοιχειώδους φιλανθρωπίας ζήτημα, εἰς ζήτημα
1825πολιτικὸν, καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς φίλους του νὰ ψηφί-
1826σωσιν ὑπὲρ τῆς ἀδικίας, νομίζοντες ὅτι ψηφίζουσιν ὑπὲρ
1827τῆς συντηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐχάρην πρὸς στιγμὴν
1828προχθές ἀλλὰ ἦτο στιγμὴ μόνον κατὰ δυστυχίαν! Ἐ-
1829χάρην, ὅταν ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εὐγλώττως
1830λέγοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1831ἐννοεῖ ὁποίαν ἔχει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ὄχι μόνον τῶν
1832φίλων της βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς
1833ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς οὐσιώδη τοῦ
1834Τόπου συμφέροντα, ἐπὶ ζητημάτων, ἅπερ δὲν θίγουσι τὸ
1835σύνολον τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δὲν περιέχουσιν
1836ἔκφρασιν δυσπιστίας ἢ δισταγμοῦ. Ἤλπισα δὲ εὐλόγως,
1837ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ καθαρῶς οἰκονομικοῦ,
1838ἤθελε δεχθῆ προθύμως τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι σή-
1839μερον ἀφαιρεῖ καὶ ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ τῶν φίλων αὑτοῦ
1840τὴν ἐλπίδα ταύτην. Διατί ὅμως δὲν διορᾷ ὁ κ. Τρικού-
1841πης ὅτι, οὕτω προσφερόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν, καταῤ-
1842ῥίπτει αὐτὸς ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Τόπου αὐτὸ τὸ Πολί-
1843τευμα; Ὅταν ὁ λαὸς βλέπῃ ὅτι συζήτησις δὲν ἐπιτρέ-
1844πεται νὰ γείνῃ ἐπὶ οἵας δήποτε ἐκ τῶν προτάσεων τῶν
1845βουλευτῶν, τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβαλλομένης πρὸς κατά-
1846πνιξιν πάσης ὑπὲρ αὐτῶν φωνῆς, ἐγείρεται ἐν τῇ συνει-
1847δήσει αὐτοῦ ἡ πρόχειρος καὶ φυσικὴ ἰδέα τῆς ἀχρηστίας
1848τῆς Βουλῆς. Πρὸς τί ὄντως ἡ Βουλή; Πρὸς τί οἱ ἀγῶ-
1849νες οἱ ἐκλογικοί, τὰ ἔξοδα καὶ τὰ τόσα ἄλλα παρεπό-
1850μενα τῆς συγκροτήσεως καὶ λειτουργίας τοῦ Κοινοβου-
1851λίου, ἀφοῦ οὐδεμία φωνὴ, ἐγειρομένη ἐνταῦθα, δύναται
1852νὰ γίνῃ ἀσπαστὴ καὶ οὐδὲ νὰ ἀκουσθῇ κἂν ἐπιτρέπε-
1853ται; Καὶ λέγω, οὔτε κἂν ν’ ἀκουσθῇ, διότι κατὰ δυστυ-
1854χίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον ἀποκρούει κατ’ ἀρ-
1855χὴν καὶ ἐπιμόνως τὰς γνώμας τῶν ἀντιθέτων αὑτοῦ,
1856ἀλλὰ καὶ προσπαθεῖ διὰ τρόπου ἥκιστα εὐλαβοῦς νὰ
1857ἐπιβάλῃ αὐτοῖς σιγὴν, δι’ αἰτιάσεων ἀδίκων, δι’ ἐπιθέ-
1858σεων βιαίων, διὰ διαστροφῶν, αἵτινες δὲν ἐπισκιάζουσι
1859μὲν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἀπογοητεύουσι τοὺς ὑπὲρ αὐ-
1860τῆς μαχομένους.
1861Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἀφορῶν εἰς τὴν σπουδαιό-
1862τητα τοῦ ζητήματος, καὶ φρονῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
1863ἐπιδείξεων ῥητορικῶν ἢ περὶ ἀντεγκλήσεων μεταξὺ Συμ-
1864πολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ περὶ ἀποδό-
1865σεως δικαιοσύνης, ἣν ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ
1866μεθ’ ὅλα τὰ τεχνάσματα, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ συγκαλύψῃ
1867τὴν ὁμολογίαν του, ἐπαναλαμβάνω δηλῶν εἰς τὴν Βου-
1868λὴν, ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν ψῆφον τὴν δοθησομένην ἐπὶ τοῦ
1869ζητήματος τούτου ὡς πολιτικὴν, ὡς ψῆφον ἐμπιστοσύ-
1870νης.
1871Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ
1872ἀποδοθῇ καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους τὸ πρὸς τοὺς πολι-
1873τικοὺς ὑπαλλήλους ἀπονεμόμενον. Ἐνῷ δὲ τὸ πρὸς τοῦτο
1874ἀπαιτούμενον ποσὸν δὲν ἀποτελεῖ οὐδὲ τὸ ⅒ τοῦ
1875πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους χορηγουμένου, τὸ ἀποκρούει φο-
1876βούμενος δῆθεν μήπως αἱ προβλέψεις αὑτοῦ περὶ τοῦ
1877Προϋπολογισμοῦ του δὲν πραγματοποιηθῶσιν. Ἀλλὰ
1878πρὸς Θεοῦ, εἶναι σπουδαῖα ταῦτα; Ἐὰν τοιούτους ἐνδοια-
1879σμοὺς ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ, διατί
1880τόσον ἐλαφρῶς προέβη εἰς τὰς λοιπὰς μεγίστας αὐξήσεις
1881τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Κατεδείχθη ἐν ἄλλῃ συζη-
1882τήσει ὅτι τὰ ἔξοδα μόνον τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας ὑ-
1883περβαίνουσι κατὰ 11,000,000 τὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους,
1884χωρὶς νὰ προστεθῇ τι εἰς ἔξοδα ἀφορῶντα εἰς τὰ δά-
1885νεια. Ὅλαι αἱ αὐξήσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὴν διοίκη-
1886σιν, δηλαδὴ εἰς τὸ προσωπικόν. Ἀλλὰ διατί, κ. Πρω-
1887θυπουργέ, δὲν ἐφοβήθητε περὶ τοῦ ἀνακριβοῦς τῶν προ-
1888βλέψεών σας, ὅταν ηὐξάνετε κατὰ ἕνδεκα ἑκατομμύρια
1889τὰ ἔξοδα τῆς συνήθους ὑπηρεσίας; Διατί δὲν ἐσκέφθητε
1890τότε, ὅτι αἱ προβλέψεις σας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1891δύνανται νὰ ὦσι πεπλανημέναι; Διατί, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔτι
1892τοῦ θέματος, ὅπερ, ἐὰν δὲν προεβάλετε σεῖς, δὲν ἤθελε
1893προκύψει, οὐδὲ ἠθέλομεν παραστῆ εἰς τὴν παράδοξον
1894ταύτην συζήτησιν, διατί δὲν ἐσκέφθητε, προκειμένου
1895οὐχὶ πλέον περὶ 300,000, ἀλλὰ περὶ 4,000,000 δραχ-
1896μῶν, περὶ τοῦ μὴ ἀκριβοῦς τῶν προβλέψεών σας; Ἀφοῦ,
1897ὡς πάντες κατανοεῖτε, οὐδὲν οὐσιαστικὸν ὁ κ. Πρωθυ-
1898πουργὸς εἶπε πρὸς ἀναίρεσιν τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβα-
1899λον, προσεπάθησε μόνον νὰ χαρακτηρίσῃ αὖθις αὐτὴν ὡς
1900πρότασιν Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν μέτρων τῆς Κυ-
1901βερνήσεως διὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὴν φιλοτιμίαν, τὴν ἐν τοι-
1902αύτῃ περιπτώσει δικαίαν, τῶν φίλων αὐτοῦ πρὸς ὑπερά-
1903σπισίν του. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν
1904ἀνθρώπων νὰ φαντασθῇ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις πιστεύει,
1905ὅτι εἶναι πρόσκομμα παρεμβληθησόμενον εἰς τὴν οἰκονο-
1906μικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἡ προσθήκη 300,000
1907δραχμῶν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; βεβαίως ὄχι· καὶ
1908διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατερχόμενος εἰς ταπεινὸν
1909ἔδαφος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὖθις τὴν Ἀντιπολίτευ-
1910σιν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ὑποστηρίζουσα τὸ δίκαιον,
1911ὅπερ ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς—σημειώσατέ το καλῶς—εἰμὴ
1912νὰ δυσφημήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐκθέσῃ δὲ τοὺς φίλους
1913αὐτῆς καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τὴν δυσμένειαν τῶν συν-
1914ταξιούχων καὶ τῶν φίλων καὶ συγγενῶν αὐτῶν! Ἐὰν, κύ-
1915ριε Πρωθυπουργέ, τοιαύτην ἔχετε ἰδέαν περὶ τῆς Ἀν-
1916τιπολιτεύσεως τοῦ Κοινοβουλίου τῆς πατρίδος σας, πε-
1917ριττὸν πλέον νὰ συζητῆτε μετ’ αὐτῆς, περιττὸν νὰ συ-
1918ζητῆτε μετ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου
1919βήματος περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀγωνίζονται εἰμὴ περὶ τοῦ
1920πῶς νὰ ἐκθέσωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὴν τόσῳ στίλ-
1921βουσαν δημοτικότητά σας.
1922Νομίζω, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι εἶναι ἀκόμη καιρὸς
1923νὰ παλινδρομήσῃς· ἐὰν ἐπιμείνῃς θεωρῶν ἀτόπως καὶ
1924ἄνευ λόγου τὸ ζήτημα τοῦτο πολιτικόν, εἶμαι βέβαιος
1925ὅτι οἱ φίλοι σου δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψωσι, καὶ ὅτι θὰ
1926διαπράξωσι μετὰ σοῦ τὴν ἀδικίαν, ὅπως μὴ προκαλέσωσιν
1927ἐν οὐ δέοντι κρίσιν, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι δι’ αὐτοὺς ἄφρων
1928πολιτική. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικὸν—καὶ
1929τοῦτο παρακαλῶ πάντας ἀνεξαιρέτως νὰ ἐννοήσητε—εἶναι
1930ἁπλοῦν ζήτημα ἀποδόσεως δικαιοσύνης. Ἀνομολογήσατε
1931λοιπὸν καὶ σεῖς, κύριε Πρωθυπουργέ, ταύτην τοὐλάχι-
1932στον τὴν φοράν, τὸ δίκαιον, καίτοι ὑποστηριζόμενον ὑπὸ
1933τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἱκανῶς μέχρι τοῦδε ἀπεδείξατε
1934ὁποία εἶναι ἡ ἐπίδρασίς σας ἐπὶ τῆς γνώμης τῶν φίλων
1935σας ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων αὐτῶν, διότι οὕτω ὀφείλω νὰ
1936χαρακτηρίσω τὴν συνδρομὴν ἣν οἱ φίλοι σας παρέχουσιν
1937ὑμῖν. Ἀπεδείξατε μυριάκις ἤδη πόσον ὑπέροχος καὶ ἐπι-
1938βλητικὴ εἶναι ἡ ἐπίδρασίς σας αὕτη· μὴ καταχρᾶσθε
1939τῆς μεγάλης ταύτης ἐμπιστοσύνης τῶν φίλων σας, διότι
1940δὲν γνωρίζετε μέχρι πόσου δύναται νὰ προχωρήσῃ, τι-
1941θεμένη εἰς τοιαύτας δοκιμασίας ἡ ὑπομονὴ αὐτῶν, ἧς τὰ
1942ὅρια δὲν εἶναι ἀπέραντα. Νόησον κἂν ἤδη, κύριε Πρω-
1943θυπουργὲ, ὅτι ὑπερεσκλήρυνας τὸ αἰτεῖσθαι. Περὶ τίνος
1944πρόκειται πρὸς θεοῦ, διὰ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοσοῦτον;
1945Πρόκειται ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην, χωρὶς νὰ ἐπιβα-
1946ρύνωμεν τὸ παράπαν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ.
1947Πρωθυπουργὸς, καὶ ἰδοὺ ἀκόμη ὅτι θελήσας νὰ ἐξέλθῃ
1948αὖθις τοῦ ἀδιεξόδου, ἐξῆλθε τετρωμένος, ὁ κ. Πρωθυ-
1949πουργὸς διέψευσε τὴν δοθεῖσαν χθὲς ῥητῶς ὑπόσχεσιν,
1950ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ προτείνῃ καὶ τῶν συν-
1951τάξεων τὴν ἀναγωγήν. Τὸν ἠκούσατε, ἐλέγχοντά με, εἰ-
1952πόντα ὅτι δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ 300,000 δραχμῶν,
1953καὶ σᾶς εἶπε: μὴ νομίζετε, ὅτι τόσαι μόνον χιλιάδες
1954δραχμαὶ ἀπαιτοῦνται, διότι αὗται δὲν ἀρκοῦν ἢ διὰ τὸ
1955παρὸν ἔτος, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῆτε πῶς θὰ ἔχητε τὸ
1956ποσὸν διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Βεβαίως ἤμην πολὺ ἁπλοῦς
1957διὰ νὰ πιστεύσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑποσχόμενον ὅτι
1958τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλει εἰσαγάγει τὴν πρότασιν τῆς ἀ-
1959ναγωγῆς τῶν συντάξεων. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤλπι-
1960ζον νὰ ἀποζημιωθῶ τόσῳ δαψιλῶς ἐπὶ τῇ ἁπλότητί μου,
1961ὥστε ν’ ἀκούσω σήμερον αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1962λέγοντος, ὅτι ἐσκόπει νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν δοθεῖσαν χθὲς
1963ὑπόσχεσιν. Ἐπεθύμουν νὰ ἐγνώριζον ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι,
1964ποῖαι εἶναι αἱ ἄγνωστοι ἡμῖν αἰτίαι, ὧν ἕνεκα δεικνύει
1965τοιαύτην ἀστοργίαν ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς
1966συνταξιούχους. Δὲν θέλω δὲ,—διότι αὐτὸ εἶναι λίαν τα-
1967πεινὸν—νὰ ὁμιλήσω ἐφ’ ὧν ἀκόσμως εἶπε περὶ τοῦ συμ-
1968φέροντος δῆθεν ἐκείνων, οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ
1969δικαίου τούτου μέτρου. Ἀλλοίμονον ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν
1970ἔχῃ περὶ τῶν ἄλλων ὁ κ. Πρωθυπουργός· λέγω δὲ ἀλ-
1971λοίμονον, διότι εἶναι γνωστὸν τὸ ῥητὸν, ὅτι ἐκ τῶν οἰ-
1972κείων κρίνει τις τὰ ἀλλότρια· ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι
1973ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει περὶ τῶν ἀντιπάλων του
1974τοιαύτην ἰδέαν· τοσοῦτον ταπεινὸν δὲν τὸν θεωρῶ, οὔτε
1975τόσον πρὸς ἑαυτὸν ἄδικον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δικαιολογηθῇ,
1976καὶ θέλων νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου ὅπερ ἑαυτῷ ἐξ ἀ-
1977δικαιολογήτου ἐπιμονῆς παρεσκεύασεν, εἶπε καὶ τοῦτο
1978χωρὶς νὰ ἐννοῇ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν εἶ-
1979ναι ἐπιτετραμμένον, εἰς ἕνα Πρωθυπουργὸν μάλιστα, νὰ
1980ἐκστομίζῃ πράγματα τόσῳ ταπεινά.
1981Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευ-
1982τοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου μου ἐξ Εὐρυτανίας, εἶναι πε-
1983ριττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Τὸ ζήτημα
1984εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεων.
1985Πρόκειται ἤδη κυρίως περὶ τούτου· θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρω-
1986θυπουργὸς ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς φίλους του, ἐναντίον τῶν
1987πολλαχῶς ἐκδηλωθεισῶν πεποιθήσεων αὐτῶν, τὴν ἰδικήν
1988του γνώμην, ἔστω καὶ ἄδικον καὶ ἐντελῶς ἀνυποστήρι-
1989κτον; Περὶ τούτου πρόκειται, καὶ διὰ νὰ πληροφορηθῇ
1990περὶ τούτου καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Τόπος, καὶ διὰ νὰ πει-
1991σθῶμεν ἅπαντες, καὶ οἱ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ οἱ
1992ἐκτὸς αὐτοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπὶς ἐν τῷ μέλ-
1993λοντι σπουδαίας λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὅτι
1994οὐχὶ τοῦ Ἔθνους οἱ Ἀντιπρόσωποι νομοθετοῦσιν, ἀλλ’ εἷς
1995μόνος ἄνθρωπος, ὁ Πρωθυπουργός, ὑποβάλλω τὴν πρό-
1996τασιν, ἣν διὰ τῆς προηγουμένης μου ἀγορεύσεως ἀνέ-
1997πτυξα, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ θέσῃ αὐ-
1998τὴν εἰς ψηφοφορίαν. (Ὅρα Παράρτημα).
1999§62ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2000§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἡ
2001συζήτησις θεωρεῖται περατωμένη. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ὑπέ-
2002βαλε πρότασιν προσθήκης ἑνὸς ἐδαφίου εἰς τὸ πρῶτον ἄρ-
2003θρον, εἶναι δὲ δύω αἱ προτάσεις αὐτοῦ.
2004§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μία εἶναι ἡ πρότασις.
2005§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ
2006κ. Ζηνοπούλου, θὰ ἔχωμεν ἓν τῶν δύω ἀποτελεσμάτων,
2007ἢ θὰ γείνῃ δεκτή, καὶ τότε θὰ τροποποιηθῇ τὸ Νομοσχέ-
2008διον, ἢ δὲν θὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς
2009τὴν ψηφοφορίαν τοῦ Νομοσχεδίου· τὸ φυσικὸν εἶναι νὰ
2010ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζηνοπούλου.
2011§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζηνόπουλος λέγει νὰ τεθῇ
2012εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον.
2013§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ ἄρθρον, ἡ πρότασις.
2014§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι ἄρχεται ἡ αὔξησις
2015ἀπὸ 1ην Φεβρουαρίου (θόρυβος).
2016§69ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῶσι χωριστά.
2017§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι
2018συνδέονται αἱ δύω προτάσεις. Ἡ μία πρότασις εἶναι ὅτι
2019οἱ μισθοὶ αὐξάνουν ἀπὸ 1ης Φεβρουαρίου, ἡ δευτέρα ὅτι
2020πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι.
2021§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνανται αἱ προτάσεις νὰ
2022χωρισθῶσιν. Ὁ κ. Ζηνόπουλος, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἐπρό-
2023τεινε πρῶτον ὅπως ἀρχίσῃ ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν ἀπὸ
20241ης Φεβρουαρίου, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, νὰ συμ-
2025περιληφθῶσι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι. Λοιπὸν πρέπει νὰ ψη-
2026φοφορηθῶσιν ὁμοῦ....
2027§72ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι εἶναι τινὲς, οἱ ὁποῖοι
2028θέλουσι νὰ συμπεριληφθῶσιν οἱ συνταξιοῦχοι, ἀλλ’ ὄχι
2029καὶ οἱ μισθοὶ ν’ ἀρχίσωσιν ἀπὸ 1ης Φεβρουαρίου.
2030§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Χωριστὰ, χωριστά.
2031§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι......
2032§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς
2033κλήσεως.
2034§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευ-
2035τέραν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου νὰ συμπεριλη-
2036φθῶσιν εἰς τὴν αὔξησιν καὶ οἱ συνταξιοῦχοι λέγουσι ναὶ,
2037οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
2038(Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2039Ἰωάννης Μοσχοβάκης Ρόκος Χοϊδᾶς Ν
2040Νικόλαος Στεφανίδης Ν Ἀνδρέας Στράτος Ν
2041Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ν Κωνστ. Στράτος Ο
2042Κωνστ. Θεοδώρου Ο Ἰωάν. Καρτάλης Ν
2043Κ. Μωραϊτίνης Ο Νικόλ. Γεωργιάδης Ο
2044Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ο Γεώρ. Φιλάρετος Ν
2045Δημ. Οἰκονομίδης Ἱερώνυμος Κασαβέτης Ο
2046Λεων. Καρυστινάκης Νικόλ. Κουκουσλῆς
2047Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἀπόστ. Φρόνιμος
2048Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Κωνστ. Γρίβας ἀρν.
2049Λεων. Ζωγράφος Τατσέλος Μαυρομμάτης Ν
2050Σωτ. Δανόπουλος ἀρν.Ἀντ. Βάλβης
2051Γεώρ. Τσώκρης Ο Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης Ν
2052Κωνστ. Καραπάνος Ο Ἀθ. Βαλαβάνης
2053Γεώργ. Παχὺς Θεόδ. Δηλιγιάννης Ν
2054Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν
2055Δημ. Ῥάλλης Ἠλ. Παλαμήδης Ο
2056Παῦλος Καλλιγᾶς Ο Κ. Μαντζουράνης
2057Δημ. Μουτσόπουλος Πέτρ. Πετροπουλάκης
2058Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Χαρίλ. Τζανετάκης Ν
2059Ἀντ. Ζυγομαλᾶς Ν Πολυμέρης Ζαρίμπας
2060Νικόλ. Λεβίδης Ν Χριστόδ. Στεριάδης
2061Νικόλ. Κατσικαπῆς Δημ. Τουρνάκης Ο
2062Γεώρ. Λιδωρίκης Σπυρίδ. Νοταρᾶς
2063Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Φώτ. Κανελλόπουλος ἀρν.
2064Νικόλ. Παππαμιχαλόπουλος Δημ. Σταυρόπουλος Ο
2065Παναγ. Ῥίτσος Παναγ. Ντετάκης
2066Ἰω. Καπιτσίνης Νικόλ. Βαλσαμάκης Ο
2067Ἀντ. Μήτσας Ν Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ο
2068Γεώργ. Μίλησης Ν Σπ. Μοντεσάντος Μπουλελᾶς
2069Δημ. Χατζόπουλος Ἀγαμ. Μεταξᾶς
2070Γεώργ. Ζηνόπουλος Ν Σπυρ. Κοντολέων
2071Νικόλ. Δ. Ζῶτος Ν Κοσμᾶς Πανάρετος Ν
2072Δημ. Βουλπιώτης Ο Στυλ. Κασιμάτης
2073Μιχ. Ἰατρίδης Χαρ. Χρηστόπουλος Ο
2074Κωνστ. Λουβάρδος Ο Κ. Χατζηπαναγιώτης Ο
2075Φρειδερῖκος Καῤῥὲρ Σωκρ. Τζιβανόπουλος Ο
2076Ἀναστ. Λούντζης Ο Ἀντ. Καρδαρᾶς Ο
2077Ῥοβέρτος Ῥώμας Κωνστ. Σαλταφέρος Ν
2078Ἀλέξ. Καραμπίνης Ο Δημ. Δημητρακάκης Ν
2079Στέφ. Στεφανόπουλος Ο Μελέτ. Ῥουσσόπουλος Ο
2080Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ἀριστ. Τζιβανόπουλος
2081Θεμ. Δαραλέξης Περικλῆς Παπαδόπουλος Ο
2082Δημοσθ. Δόγκας Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
2083Ἀναγν. Δαλιάνης Ο Ἀναστ. Ζαρμάνης
2084Γεώργ. Κρεστενίτης Ν Κωνστ. Ἰσχόμαχος Ο
2085Διομ. Α. Διαμάντης Χαλὴλ Δερβὶς βέης
2086Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ν Σερίφ-βέης
2087Σπυρίδ. Κουκούλεζας Ο Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν
2088Νικόλ. Ν. Νομικὸς Ο Λάζ. Παπασταθόπουλος
2089Ἀριστομ. Βαλέττας Ο Γεώρ. Λάππας
2090Δ. Γαβαλᾶς Π. Μπογάνος
2091Δημ. Στάϊκος Ο Σπυρ. Βαλαωρίτης Ο
2092Βραβαῤῥῖγος Πήλικας Ο Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ο
2093Χρῆστος Σολιώτης Κωνστ. Χαλκιόπουλος
2094Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς
2095Ἀλέξ. Φωτήλας Δημ. Παπαλουκᾶς
2096Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Φίλ. Βάρβογλης Ν
2097Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς Ἰω. Στεφανόπουλος
2098Δημ. Τσαχτσήρης Παναγ. Κ. Μανέτας
2099Ἀλκιβ. Μάνταλος Δημ. Ζέγγελης Ο
2100Π. Λεβέντης Ἀναστ. Σεχιώτης Ν
2101Περ. Πεῤῥωτῆς Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
2102Κωνστ. Φλέσσας Ο Ἠλ. Κοσσονάκος Ο
2103Δημ. Τζάννες Ο Ἀθ. Κατριβάνος Ν
2104Δημ. Κάρτσωνας Βασίλ. Βούτουνας
2105Σπυρ. Καραϊσκάκης Στέφ. Δραγούμης Ο
2106Δημ. Τερτίπης Ο Ν. Φιλάρετος Ν
2107Ἀπόστ. Βασαρδάνης Ο Γεώργ. Σταμούλης Ο
2108Λέων Κοκορῖχος Σπυρ. Ἀλαμάνος
2109Γεώρ. Φραγκίδης Ο Κ. Βασιλάκης
2110Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ο Λεων. Δεληγεώργης Ν
2111Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ο Χαρίλ. Τρικούπης Ο
2112Γεώργ. Παπαγεωργίου Ἐπαμ. Μπέλιας
2113Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς Περικλῆς Μποῦτος
2114Νικόλ. Παπανικολάου Ο Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
2115Νικόλ. Μπαλάφας Ο Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
2116Γεώργ. Κόρπας Ἀνδρ. Πρεζάνης
2117Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ν Ἀντ. Μάτσας Ο
2118Δημ. Κουρκουμέλης Μιλτ. Βαρότσης Ο
2119Ἀθ. Παραμυθιώτης Ὄθων Μαῦρος ἀρν.
2120Ν. Βασιλάκης Μιχ. Δαμιράλης
2121Δημ. Δεσποταῖος Γεώργ. Δ. Λεωνίδας
2122Νικόλ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο Στέφανος Σκουλούδης
2123Νικόλ. Φαρμάκης Ἰω. Γρυπάρης Ν
2124Ἡλ. Ποταμιάνος Ο Ἀντ. Πετρίτσης Ο
2125Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Κωνστ. Κατσάκος
2126Τηλέμαχος Ῥούκης Δημ. Παρασκευᾶς Ο
2127Ἀλέξ. Πετσάλης Ο Κωνστ. Κοττίκας
2128Λεων. Καπετανάκος Μαυρομι- Χ. Ῥίγγας Ο
2129χάλης Στάμος Νάξος Ο
2130Ξανθὸς Πικουλάκης Ο Πέτρος Μωραϊτίνης Ο
2131Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ν Ἰω. Ζαλλώνης
2132Λεων. Καπετανάκης Ἀλέξ. Χατζηπέτρος Ο
2133Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο Νικόλ. Στουρνάρας Ο
2134Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν. Ταρμπάξης Ν
2135Ζ. Ζαρειφόπουλος Ἀχιλ. Τακιατζῆς Ο
2136Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Δημ. Ἀντωναρόπουλος
2137Δ. Μεταλλινὸς Εὐστ. Κοκέβης
2138Παναγ. Ἰακωβάτος Σωτ. Σωτηρόπουλος Ν
2139Νικόλ. Μεταξᾶς Δημ. Παπάτσωρης Ο
2140Ε. Ἀρδαβάνης Νικόλ. Βλαχόπουλος Ο
2141Νικόλαος Κάγκας Ο Κωνστ. Διαλέτης ἀρν.
2142Ὀδ. Πετρόπουλος Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
2143Ἡλ. Παπαηλιόπουλος Ο Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης ἀρν.
2144Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ο
2145Γεώργ. Παπαστάμος Ο Ἀθαν. Ζαφειριάδης ἀρν.
2146Γεώργιος Ῥοῦφος Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
2147Ἀγγελῆς Ῥοῦφος Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς
2148Περικλῆς Καλαμογδάρτης Ν Θεόδ. Ν. Γκίκας
2149Ἀριστομ. Κοντογούρης Πέτρος Σκουμπουρδῆς
2150Νικόλ. Κουμανιώτης Κομνᾶς Τράκας
2151Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος Ἀθ. Κέφαλος Ν
2152Δημήτρ. Τριγγέτας Ἰω. Καλαμάρας Ν
2153Ἀθαν. Μισυρλῆς Δημ. Ζουλούμης Ο
2154Π. Τριγγέτας Ν Θ. Φλογαΐτης
2155Εὐάγγελος Ἀντύπας Ο Β. Βουδούρης
2156Γεώργ. Φλωριᾶς Δ. Κριεζώτης
2157Ἀναστ. Ζερβὸς Ἀλέξ. Οἰκονόμου
2158Ἰω. Ἀστεριάδης Ο Κ. Παπανικολῆς
2159Κωνστ. Βελισσάριος Θ. Κανάρης
2160Δημ. Π. Γουδῆς
2161§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν συνόλῳ ἐψηφοφόρησαν 117, δὲν ὑ-
2162πάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ Συνεδρίασις.
2163(Ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.).