1883.12.20
2,904 rows · 21,552 words · 49 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 20 Δεκεμβρίου 1883
(Τρίτη)
Ὥρα 4 Μ. Μ.
(Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος κύριος Κόρπας. Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς κάτοικοι τοῦ χωρίου Λυκουρσίου τῆς Ἠπείρου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ κατατάξῃ καὶ τούτους μεταξὺ τῶν ἀγωνιστῶν, ἵνα λάβωσι μηνιαῖον βοήθημα. Ἡ χήρα Ῥαυτοπούλου ζητεῖ νὰ ἀποστείλῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀναφοράν της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ συστήσῃ αὐτὴν ὅπως λάβῃ βοήθημα.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§4ΜΑΡΛΑΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, κύριοι, ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν 34 πλοίων, τὰ ὁποῖα ὁ Ῥωσσικὸς στρατὸς κατεκράτησεν ἐν τῷ Δουνάβει κατὰ τὸν τελευταῖον Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἀπηύθυνα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· ὡς γνωρίζετε, τὸ Σάββατον εἶχε προσδιορισθῆ διὰ τὰς ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ πάντα τὰ Σάββατα τῆς παρελθούσης Συνόδου κατηνάλωσε τὸ μακαρίτικον ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔφερεν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τί ἐνήργησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν πλοίων ἐκείνων, ἐὰν ἐκανονίσθη ἀποζημίωσις καὶ πόση, καὶ τέλος εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καθόσον προσβάλλονται σπουδαιότατα συμφέροντα τῶν δυστυχῶν αὐτῶν πλοιάρχων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν πλοίων, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὰ πλοῖά των, καὶ δὲν γνωρίζουσι τίποτε· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησέ τι πρὸς ἀποζημίωσίν των.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρλᾶς ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἔγ-
γραφον ἐπερώτησιν·
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ
Πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν. Κατὰ τὸν τελευταῖον Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς στρατὸς κατεκράτησεν ἐντὸς τοῦ Δουνάβεως 34 Ἑλληνικὰ πλοῖα, παρεμποδίσας τὴν ἔξοδον αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου μέχρι πέρατος αὐτοῦ, ἐπενεγκὼν οὕτω ἀνυπολογίστους ζημίας εἰς τοὺς πλοιάρχους καὶ ἰδιοκτήτας αὐτῶν, οἵτινες διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς αὐθαιρέτου ταύτης παρεμποδίσεως, ἀναφερθέντες συνάμα καὶ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παρακαλοῦντες αὐτὴν ὅπως φροντίσῃ τοὐλάχιστον περὶ τῆς δικαίας ἀποζημιώσεως αὐτῶν. Ἔκτοτε ὅμως οὐδεμίαν εἴδησιν ἔχουσιν οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι πλοίαρχοι καὶ ἰδιοκτῆται περὶ τῶν δικαίων ἀπαιτήσεών των. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐν τῷ Δουνάβει, ὡς εἴρηται, κρατηθέντων πλοίων· ἂν ἐκανονίσθη ἀποζημίωσίς τις διὰ τὴν παρεμπόδισιν ταύτην, καὶ ἐν γένει εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐν Ἀθήνας, τὴν 20 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς
Δ. ΜΑΡΛΑΣ».
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, εἴθισται κατὰ τὰς ἑορτὰς ὥστε ἐκ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νὰ δίδωνται ἐλέη τινὰ εἰς πρόσωπα, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα, εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως καταβάλλοντα εἰς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, δὲν ἠξιώθησαν ἕνεκα μὴ συμπληρώσεως τῶν προσόντων νὰ λάβωσι σύνταξιν. Πρὸς τοῦτο καταρτίζεται κατάλογος ὑπὸ τοῦ Γραφείου τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου διὰ τὰ πρόσωπα τὰ ἄξια νὰ τύχουν βοηθημάτων. Τὰ πρόσωπα ταῦτα δυστυχῶς δὲν εἶναι, ἐννοεῖτε, καὶ τὰ ἐπαξίως βοηθούμενα, ἀλλὰ χαριστικῶς τὰ πλεῖστα σημειοῦνται. Ἐπειδὴ δὲ πρέπει νὰ τύχωσι καὶ ἐκ Τροιζηνίας ἐλεῶν πρόσωπα ἐπαξίως, σύστασιν δὲ ἄλλην δὲν ἔχουν, διὰ τοῦτο τοιοῦτός τις κατάλογος ἐκ Τροιζηνίων κατατίθεται ἤδη καὶ παρ’ ἐμοῦ, ὅπως κατὰ τὰς ἐπὶ θύραις ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων βοηθηθῶσι καὶ ταῦτα σὺν τοῖς ἄλλοις. Ὁ κατάλογος αὐτὸς, ἐννοεῖτε, ὅτι ἀποτελεῖται ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐμμέσως ἢ ἀμέσως καταβαλόντες τῷ ταμείῳ, τυγχάνουσιν ἐκ τῆς τάξεως τῶν πράγματι ἐνδεῶν. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς προεῖπον, ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Τροιζηνίας αἱ γνωσταὶ συστάσεις δὲν λαμβάνουν χώραν, διότι δὲν τυγχάνει νὰ ἐπιδαψηλεύηται εὔνοια ἐπ’ ἐμὲ παρὰ τῶν ἐν τοῖς πράγμασι, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν, ὅπως ὑποβάλω διὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατάλογον τῶν τυγχανόντων ἀξίων πρὸς ἀπόλαυσιν ἐκ τῶν ἐλεῶν.
§7ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι ὅμως ἐδῶ, κύριε Δουζίνα.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Φυγοδικεῖ.— Εἶναι ἐνταῦθα ὁ κατάλογος οὗτος, ὃν παραδίδω τῷ Προεδρείῳ.
«ΥΠΟΥΡΓΕΙΩ ΝΑΥΤΙΚΩΝ,
Ἐὰν ἐκ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, δοθῶσι κατὰ τὰς ἐπὶ θύραις ἑορτὰς ἐλέη, νὰ σημειωθῶσιν εἰς τὸν πίνακα, ὅπως τύχωσι τοιούτου βοηθήματος καὶ τὰ ἐκ Πόρου πρόσωπα, καταβαλόντα εἰς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως: 1. Δημήτριος Μουντζούρης κυβερνήτης. 2. Γεώργιος Μοσχόβης, ναύτης. 3. Σπυρίδων Παράσχος, ναύτης. 4. Βασίλειος Βατικιώτης, κυβερνήτης. 5 Μάρω χήρα Μ. Δέδε, ναύτου. 6. Χρυσοῦλα Χ. Πασχάλη ναύτου. 7. Ζαφείρω Χ. Μπουρδάχα ναύτου. 8. Μπήλιω χήρα Γκοῦμα, κυβερνήτου. 9. Αἰκατερίνη χήρα Κ. Καρότση, ναύτου. 10. Μαρία χήρα Καλισπερούτη ναύτου. 11. Μαρία χήρα Στρατίκη ναύτου. 12. Ἀσπασία χήρα Ξύστρα ναύτου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ βουλευτὴς Τροιζηνίας
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»
Πρὸς τούτοις, κύριοι, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι ἐδῶ, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
«ΥΠΟΥΡΓΟΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ.
Ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἀποστολὴν δύω ἀνθυπομηχανικῶν εἰς Γαλλίαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου, καὶ διατὶ οὗτοι οἱ δύω καὶ οὐχὶ δύω ἄλλοι, δηλαδὴ διατί δὲν ἐγένετο ἐκλογὴ διὰ διαγωνισμοῦ ἢ κατ’ ἄλλο προσὸν, καὶ διατί, ἀφοῦ ἀνεκάλεσεν ἄλλους, στέλλει τούτους; Ἀθῆναι, 20 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»
Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνῷ ὑπάρχουσι πρόσωπα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρὸ καιροῦ ἐπὶ σπουδῇ ἀπεσταλμένα, τὰ μετεκάλεσε, ἀποστέλλει δὲ δύω ἕτερα χωρὶς νὰ τηρήσῃ μέτρον τι, ἂν ὄχι δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἁβροφροσύνης δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν ἐπίσης νὰ ἀποσταλῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐπίβλεψις. Συνάμα δὲ καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπευθύνω ἐπερώτησιν δι’ ἕνα συμπολίτην μου, ὅστις ὑπηρετεῖ ἀπὸ δύω ἐτῶν εἰς τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην ἀκριβῶς νὰ μάθω τίποτε· διότι τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δίδει διάφορον πληροφορίαν, καὶ ἓν μὲν τῇ μιᾷ ἀρχῇ ἀποφαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ τριετία πρὸς ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς τὴν ἑστίαν του, τὸ δὲ Φρουραρχεῖον ὁρίζει ἄλλον χρόνον. Πρέπει λοιπὸν καὶ περὶ τούτου νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα πληροφορηθῇ τί πρέπει νὰ πράξῃ ὁ συμπολίτης μου αὐτός. Ὑποβάλλω πρὸς τοῦτο καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, ἔχουσαν
ὡς ἑξῆς·
«ΥΠΟΥΡΓΟΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ
Ὁ Ἀγγελῆς Δημ. Παπαγεωργίου, μητρώου ἀριθμὸς 4303, δήμου Τροιζῆνος, ἐτῶν 19, ἀπογραφῆς 1881, ὑπηρετῶν τάγμα 23 πεζικοῦ λόχ. 2, πόσου χρόνου ὑπηρεσίαν θέλει ἐκτελέσει, καὶ διατί δὲν ἀφίεται, ἢ τὶ ποιῶν δύναται ἀφεθῆναι ἢ τυχεῖν ἀδείας;
Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»
Ἔχω δὲ καὶ μίαν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἑξῆς·
«ΥΠΟΥΡΓΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Ἐπειδὴ ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας ἀπαρτίζεται ἐκ 3 δήμων, συντελοῦσα εἰς ἅπαντα τὰ διάφορα φορολογικὰ βάρη, συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ δίκαιον ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων νὰ διορισθῇ Ταμίας ἐν αὐτῇ, ὅπως μὴ οἱ εἰσπράκτορες μετὰ δεκάωρον τουλάχιστον κατ’ εὐθεῖαν πεζοπορίαν καὶ θαλάσσιον ἐπικίνδυνον μακρὸν πλοῦν μεταβαίνωσιν εἰς Ὕδραν παρὰ τῷ Ταμίᾳ κομίζοντες τὰς εἰσπράξεις, ὁμοίως καὶ οἱ φορολογούμενοι, ἐνῷ ἐν Ὕδρᾳ μίαν καὶ μόνην ἐργασίαν ἔχει ὁ Ταμίας τὸ πληρόνειν τοὺς συνταξιούχους, ἔργον ἐξ ἴσου ἐκτελούμενον καὶ ὑπὸ τοῦ αὐτόθι Τελώνου ἢ ἄλλης Ἀρχῆς. Ἀθῆναι, 20 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»
Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, διότι, βλέπετε, ὅτι εἰργάσθημεν πλέον τοῦ μηνὸς, ἤδη δὲ ἐπίκεινται διακοπαὶ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε τίποτε.
§9ΤΙΝΕΣ. Εἰργάσθη καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της.
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποτεινόμενος, ζητῶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τί θὰ γείνῃ διὰ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον Τροιζηνίας, τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη μία συνεδρίασις· θὰ ἐπαναληφθῇ;
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουρ. τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν θέλουν...
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἀποτείνομαι καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ τί ἐνήργησε περὶ τοῦ σχολείου τοῦ Δαμαλᾶ. (θόρυβος)
§13ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον Τροιζηνίας συνῆλθε καὶ αὖθις, διότι κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις εἶχε μετάσχει τούτων ὁ διατελέσας Ἔπαρχος, ἑπομένως ἀπολέσας τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβούλου Τζώρτζης· ἑπομένως ἀποδειχθέντος, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου ἦσαν ἄκυροι, συνῆλθε τοῦτο ἐκ νέου τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν, καὶ ἐξέδοτο νέαν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐνεκρίθη κατὰ πλειονοψηφίαν, ὡς φρονῶ, ἡ μετάθεσις τῆς ἕδρας. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι γνωστὸν εἰσέτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον δὲν εἶχε τὸν ἁρμόδιον καιρὸν, ἀλλ’ οὔτε τὸ Ἐπαρχεῖον, νὰ διαβιβάσῃ εἰσέτι τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὡς πρὸς τὸν δημοδιδάσκαλον Δαμαλᾶ, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ διδάσκαλος οὗτος πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Δουζίνας δὲν ἐφρόντισε περὶ τοῦ διορισμοῦ του, κατὰ μείζονα λόγον δὲν ἠδύνατο νὰ γινώσκῃ, ὅτι οὗτος ἐγκατεστάθη εἰς τὴν θέσιν του. Ὡς πρὸς τὰ ἐλέη συμμερίζομαι μὲν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Δουζίνα καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ παραχωρηθῶσιν ἐλέη, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καταλληλότερος πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν δικαιουμένων ἐλέους εἶνε ὁ κ. Δήμαρχος Τροιζῆνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀείποτε ἀνατίθεται ἡ σύνταξις τοῦ καταλόγου τούτου, ὡς γνωρίζοντος κάλλιον παντὸς ἄλλου τὰ πρόσωπα καὶ τὰς χήρας καὶ ὀρφανὰ, ἅτινα δικαιοῦνται ἐλέους. Ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου ἐν Πόρῳ, περὶ ἧς προηγουμένως ἐποιήσατο λόγον ὁ κύριος Δουζίνας, ἡ ἀνάγκη αὕτη παρεστάθη πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ ἐκθέσεώς μου πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθηκα ἐν ἐκτάσει τοὺς λόγους, οἵτινες δικαιολογοῦσι τὴν σύστασιν ταμείου ἐν Πόρῳ. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ, ἤτοι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀναγνωρίσει ὡς δικαιοτάτην τὴν αἴτησιν ἡμῶν ταύτην, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ δέουσα πίστωσις πρὸς σύστασιν τοῦ ταμείου τούτου, ὅτε καὶ θέλω ὑποστηρίξει τὴν πρότασιν ταύτην, ἐκθέτων τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων δικαιολογεῖται ἡ σύστασις αὕτη.
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ὁ κ. Ἀντωνιάδης...
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις τώρα, κ. Δουζίνα. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλῶ· ὁ κ. Ἀντωνιάδης, ἐκτελῶν ἔργα ὑφυπουργοῦ, εἶπεν, ὅτι τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον συνῆλθεν ἐκ νέου. Τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς ἀγνοεῖ (θόρυβος). Ἐπίσης σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ Δήμαρχος πρέπει νὰ στείλῃ τὸν κατάλογον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὰ ἐλέη. Τοῦτο ὑμεῖς οἱ ἴδιοι ὁμοφώνως κατέγνωτε ὡς σφαλερὸν (θόρυβος). Διὰ δὲ τὸν διδάσκαλον τοῦ Δαμαλᾶ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας (θόρυβος). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ἐδῶ καὶ σιωπᾷ. Ἄς ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ ποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας!
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Χοϊδᾶ καὶ ἐμοῦ μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἥτις μὲ ἀπαλλάσσει πάσης εἰσαγωγικῆς ἀναπτύξεως. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀπεικονίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν ἄποψιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ ἰδίως τῆς ἐπαρχίας Βώλου. Αἰσθάνομαι ὅμως καὶ ἐγὼ ὅτι ἐπιβλαβὴς εἶναι ἡ μετέωρος κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ὡς ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δανείου, περὶ οὗ πρέπει νὰ ληφθῇ ὅπως δήποτε ἀπόφασις· καὶ διὰ τοῦτο, μὴ θέλων ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σήμερον, ἀναβάλλω νὰ πράξω τοῦτο εἰς προσεχῆ τινα συνεδρίασιν. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ζητήματά τινα ἐπείγοντα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπ’ ὀλίγον. Θέλω δὲ προσπαθήσει νὰ ᾖμαι ὅσον οἷόν τε σύντομος. Δὲν ἐπιθυμῶ βεβαίως νὰ ψηφισθῇ τὸ δάνειον μίαν ὥραν ἐνωρίτερον, διότι ἐγὼ εἶμαι κατὰ τοῦ ζητουμένου δανείου, ὄχι διότι εἶμαι κατὰ τῶν δανείων—διότι δὲν πρόκειται περὶ νέου δανείου—ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐπαχθῶν, ἐξευτελιστικῶν καὶ ἴσως ἐπικινδύνων ὅρων· διότι νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ἀνελάμβανεν ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ ρητὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρους ὅρους, ἀναβάλλουσα ἐν ἀνάγκῃ, ἔστω καὶ μέχρι τῆς ἑπομένης Βουλευτικῆς Συνόδου. Βεβαίως τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν συζητοῦμεν περὶ τοῦ Νομοσχεδίου, διότι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐξακολουθήσω τὸν λόγον περὶ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ λόγῳ ὑγιείας οὔτε ὡμίλησα, οὔτε θὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα παρεμπιπτόντως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς τινας ἐπερωτήσεις μου, ἀλλὰ δὲν ὡμίλησε μὲ δυνατὴν φωνὴν, ὡς ὅταν ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης, ἀλλ’ ἐλάλει σιγαλά. Ἐζήτησα νὰ ἴδω τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Ἤκουσα ὅμως τινὰ ἐκ τῶν λεχθέντων καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ ὁριστικὴ διοικητικὴ διαίρεσις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἐλλείψει Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι, ἂν ὑπάρχῃ Νόμος, καθ’ ὃν δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ διοικητικὴ διαίρεσις ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, φρονῶ, ὅτι οὐδὲν εὐκολώτερον, ἵνα διὰ Νόμου μεταγενεστέρου, εἰδικοῦ καὶ ἑπομένως ἐπικρατεστέρου, κανονισθῇ τοῦτο· καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ προκαλέσῃ τὴν ψήφισιν τοιούτου Νόμου, πανίσχυρος οὖσα, καὶ διότι ἐφαρμόζουσα τὸν Νόμον περὶ ἀφομοιώσεως ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν αἴρεται οὕτω τὸ πρόσκομμα, μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν, διατί δὲν διετάχθη ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, ὄχι τόσον διὰ τὴν ὁριστικὴν διαίρεσιν, ἥτις ἴσως οὐχὶ μὲ μεγάλην ζημίαν δύναται νὰ γείνῃ καὶ βραδύτερον, ἀλλὰ διὰ τὴν σύστασιν τῶν Κακουργοδικείων· διότι, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ ἑπομένως ἐνόρκων, δὲν συνιστῶνται Κακουργοδικεῖα, καὶ οὕτω χωλαίνει σπουδαίως ἡ Ποινικὴ δικαιοσύνη τῶν τε παλαιῶν καὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, διότι ἀναβάλλεται ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικῶν ὡς ἐκ τῆς μεγάλης συσσωρεύσεως ὑποθέσεων ἐν τοῖς πέντε Κακουργιοδικείοις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδικεῖ πολὺ τὸν Τόπον, ἀναβάλλουσα τὰς ἐκλογὰς τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἐκτὸς τούτου, τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια εἶναι ἀναγκαιότατα, καὶ διότι ἀπαιτεῖται ἡ γνωμοδότησίς των ἐπὶ πολλῶν ἀντικειμένων, ὡς π. χ. ἐπὶ διαιρέσεως ἢ ἑνώσεως Δήμων, ἐπὶ χαρακτηρισμοῦ ὁδῶν κλπ. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει οὕτω· «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν «νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατί μέχρι τοῦδε δὲν «διετάχθη ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις Ἐ«παρχιακῶν Συμβουλίων καὶ παρεμποδίζεται οὕτω οὐ «μόνον ἡ ὁριστικὴ διοικητικὴ διαίρεσις, ὡς ὁ ἴδιος εἶ«πεν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ σύστασις Κακουργοδικείων «καὶ ἡ γνωμοδότησις, ἣν οἱ κείμενοι Νόμοι ἐπὶ πολ«λῶν ζητημάτων ἀπαιτοῦσι παρὰ τῶν Ἐπαρχιακῶν «Συμβουλίων;» Μεταξὺ τῶν πρό τινος ὑποβληθεισῶν ἐπερωτήσεών μου ἦτο καὶ αὕτη «κατὰ τίνων προϋπολογισμῶν τῶν Δήμων τῆς Ἐπαρχίας Βώλου ἐγένοντο ἐφέσεις, πότε ἐγένοντο καὶ ἂν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον;» Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ἐφρόντισεν ἀκριβῶς νὰ σιωπήσῃ εἰς ὅ,τι ἐγὼ κυρίως ἐζήτησα· ἐγὼ ἐζήτησα πότε ἐγένοντο αἱ ἐφέσεις, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ἀπήντησε. Γνωρίζετε πῶς ψηφίζονται ἀτυχῶς οἱ προϋπολογισμοὶ ἀπὸ τοὺς Νομάρχας. Ἐλπίζουσι καὶ ὅτι διὰ τῶν ἐφέσεων δύναται νὰ γείνῃ θεραπεία, καὶ πράγματι ἐνίοτε ἐπέρχεται τοιαύτη παρὰ τοῦ ὑπουργείου (θόρυβος). Ἐνῷ αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο εἰς τὰς 29 Μαΐου, οἱ δὲ προϋπολογισμοὶ διὰ τὸ ἔτος 1883, ἐννοεῖτε, συνετάχθησαν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουλίου περίπου, αἱ ἐφέσεις ἐγένοντο ἀμέσως, ἐν τούτοις ἔμειναν εἰς τὸ Νομαρχεῖον μέχρι τοῦδε· ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐφέσεις κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Σηπιάδος ὑπεβλήθη ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δηλαδὴ εἰς τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου! Τότε λοιπὸν, τί θὰ ἀποφασισθῇ, ἀφοῦ τὸ ἔτος, δι’ ὃ πρόκειται, παρῆλθεν; Ἐπειδὴ πολλάκις οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ κατηγοροῦσι τοὺς ἐπερωτῶντας, ὅτι δι’ ἀοριστολογιῶν μέμφονται τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὡρισμένως πότε ὁ Νομάρχης ἀπέστειλε τὰς ἐφέσεις καὶ διατί ἐβράδυνεν; Εἰς μίαν τῶν ἐπερωτήσεών μου δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Εὗρον ὅμως κάτωθι τῆς δοθείσης μοι σημειώσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσω δι’ αὐτὴν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἐρωτῶ διατί ὁ κ. Ἔπαρχος Βώλου, ἐνῷ εἶχε δώσει διαταγὴν νὰ εἰσπραχθῇ ὁ δημοτικὸς φόρος μὲ νέας δραχμὰς, ἀκολούθως ἀνεκάλεσεν αὐτὴν καὶ ἠθέλησε νὰ γείνωσιν αἱ εἰσπράξεις μὲ τὸ παλαιὸν νομισματικὸν σύστημα; Εἰς τὴν σημείωσιν εὗρον, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ὁ Ἔπαρχος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὐχὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁπωσδήποτε νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, παρόντες ἀμφότεροι, δύνανται νὰ μᾶς δώσωσιν ἀπάντησιν. Ὑποστηρίζω ὅτι ἀπὸ τῆς 13 Νοεμβρίου 1882 ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Ἐγένετο μεταγενεστέρως νέος εἰδικὸς νόμος περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Βώλου, ὅτε δὲ ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος οὗτος, ἴσχυε τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Ὅθεν ἔπρεπε καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου νὰ γείνῃ εἰς νέας δραχμὰς. Διατί λοιπὸν διετάχθη νὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος αὐτὸς μὲ τὸ παλαιὸν νομισματικὸν σύστημα; Περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι τώρα Δήμαρχοί τινες εἰσπράττουσι μὲ νέας καὶ ἄλλοι μὲ παλαιὰς δραχμὰς, καὶ ὅτι ὁ Ἔπαρχος Βώλου διέταξεν, ὡς με ἐπληροφόρησαν, νὰ εἰσαχθῇ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ τοῦ Δήμου Σηπιάδος εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διότι εἰσέπραξε παρανόμως εἰς νέας δραχμάς!
§18Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ Δήμαρχος μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§19ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἦλθεν ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἕδραν του διὰ νὰ λύσῃ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα. Δὲν σᾶς φαίνετε περίεργον;
§20Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἦλθε διὰ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας.
§21ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀρνεῖσθε, ὅτι ἐδόθη διαταγὴ ἀπὸ τὸν κ. Ἔπαρχον Βώλου, ναὶ ἢ ὄχι;
§22Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρω.
§23ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε τί με διακόπτετε; περὶ τούτου πρόκειται. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαντήσῃ ἄνευ περιστροφῶν καὶ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν φόρου. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅστις μὲ διέκοψεν, ὡμίλησε περὶ ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τῆς ἐμπιστοσύνης ζητήματος· θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει καὶ ἴσως εἴς τινα διαφωνήσω, ἀλλὰ σήμερον περιορίζομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν κοινοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ εἰς τὴν κοινοτικὴν περιουσίαν. Αἱ νέαι ἐπαρχίαι, ἰδίως ἡ Ἐπαρχία Βώλου εἶχεν ἀνθηροτάτην δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· ὅτε πέρυσι παρεπονέθην πικρῶς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν λειτουργοῦσι σχολεῖα, ἅτινα ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἐλειτούργουν λαμπρότατα, ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς καὶ τότε τῆς Ἐκπαιδεύσεως μὲ ἔψεξεν· ἀλλὰ τὸ κακὸν προβαίνει δυστυχῶς πρὸς τὰ χείρω. Δὲν ἀποδίδω εἰς τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ κακὸν, διότι τοῦτο ἔχει κυρίως πηγὴν προγενεστέραν· ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ τόσῳ σπουδαῖον· καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεσκέπτετο τὴν Ἐπαρχίαν Βώλου καὶ ἀντελαμβάνετο τῶν πραγμάτων, ἤθελεν ἰδεῖ πολλὰ πράγματα καὶ περὶ πολλῶν ἤθελε πληροφορηθῆ κακῶς ἐχόντων, ἀλλὰ περιορισθεὶς νὰ δίδῃ ἐκ τοῦ γραφείου του διαταγὰς ἐμερίμνησε περὶ πολλῶν ἄλλων οὐσιωδῶν μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπουσιωδῶν πράγματι ἀποδεικνυομένων ζητημάτων. Τὸ ζήτημα τῆς κοινοτικῆς περιουσίας καὶ τῆς κοινοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἦτο πάντοτε τὸ μᾶλλον σπουδαιότερον διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Βώλου· μετὰ δὲ τὴν ἀφομοίωσιν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ἀνάλογα μέτρα, ὅπως μὴ προσκόπτῃ ἡ κατωτέρα ἐκπαίδευσις, καὶ νὰ ρυθμισθῶσιν ἐν γένει τὰ κοινοτικά.
§24ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, κ. Φιλάρετε.
§25ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Φωτήλα, σεῖς ἐζητήσατε Γυμνάσιον διὰ τὰ Καλάβρυτα καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Ἐγὼ ζητῶ δημοτικὰ σχολεῖα διὰ τὴν Ἐπαρχίαν μου, ἑπομένως ὀλίγην ὑπομονὴν (θόρυβος).
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι περιττὸν, κ. Φιλάρετε, νὰ ζητήσητε τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων· ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων γνωρίζει νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματά της (θόρυβος).
§27ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συντόμως ἰδού, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται. Εἰς τὸν Ἅγιον Λαυρέντιον, ἀφοῦ εἶδον τὴν ἀκηδείαν τῶν ἁρμοδίων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κοινοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινότητος ἀπεφάσισε νὰ συνεννοηθῇ καὶ συνεφώνησε μέ τινα διδάσκαλον, ὅπως διδάσκῃ· εἰς τὸν δημοτικὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἐγράφη κονδύλιον, διότι ἡ κοινοτικὴ ἐπιτροπὴ ἀνέλαβε τὴν δαπάνην. Ἐνῷ λοιπὸν ἤρξατο ἡ διδαχὴ, παύεται ὁ διδάσκαλος ἐκεῖνος, μετατίθεται εἰς τὴν Λάρισσαν, τοῦτο δὲ ἵνα διορισθῇ ἄλλος τις. Εἰς τόπον ἐν τῷ ὁποίῳ ἦσαν ἰσόβιοι οἱ διδάσκαλοι, φαντασθῆτε, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἐπροξένησε τοῦτο! Ὁ διδάσκαλος τῆς Κοινότητος ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παραίτησιν καὶ ἐζήτησε νὰ διορισθῇ διδάσκαλος τῆς Κοινότητος, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται κάλλιστα ἀπὸ τὸν Νόμον. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, τί ἐγένετο; διετάχθη ὁ Ἔπαρχος νὰ λάβῃ διὰ τῆς βίας τὸ κοινοτικὸν Σχολεῖον. Ὁ Ἔπαρχος διατάσσει τὸν Δήμαρχον, ὅστις ὅμως μὴ δυνηθεὶς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν αὐθαίρετον καὶ παράνομον διαταγήν, τιμωρεῖται διὰ προστίμου 100 δραχμῶν, νομίζω, καὶ διατάσσεται νὰ διαῤῥήξῃ τὴν θύραν, ἥτις ἐπὶ τέλους διαῤῥήγνυται καὶ καταλαμβάνεται τὸ κοινοτικὸν Σχολεῖον ἀπὸ τὸν νέον διδάσκαλον· ἀκολούθως δὲ παύεται οὗτος καὶ διορίζεται ὁ τῆς Κοινότητος, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων παύεται καὶ οὗτος καὶ διορίζεται ὁ ἄλλος· ἐπὶ τέλους, ἐννοεῖτε, ὅτι, ὡς ἐκ τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων, τὸ Σχολεῖον δὲν λειτουργεῖ ἀκόμη. Μὴ νομίσητε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς Σχολείου μόνον, ἀλλὰ κυρίως περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Διοικήσεως εἰς τὰς κοινοτικὰς περιουσίας. Ἐζήτησα λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν· καὶ ἐπειδὴ πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν δὲν κατετέθησαν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, παραπονοῦμαι, διότι ἐβράδυνεν ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μοὶ εἶπεν ὅτι θέλει ὑποβάλει ὅλας τὰς πληροφορίας συγχρόνως, ἀλλὰ τῷ ἀπήντησα, ὅτι αἱ περὶ Ἁγίου Λαυρεντίου ζητηθεῖσαι πληροφορίαι εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὰς ζητηθείσας δι’ ὅλην τὴν Ἐπαρχίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια γενικωτέρα περὶ τῶν κοινοτικῶν Σχολίων.
§28ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἦτο ἔργον μιᾶς ἡμέρας ἡ συλλογὴ τῶν ἐγγράφων, ὅσα ἐζητήσατε, οὔτε ἦτο δυνατὸν τὰς ζητηθείσας παρ’ ὑμῶν πληροφορίας νὰ ἀρνηθῇ τις ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ζητήσω ταύτας ἐκ Βώλου καὶ Λαρίσσης. Τοῦτο ἔπραξα πάραυτα· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, αἱ δυναταὶ, μόλις χθὲς καὶ σήμερον περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπου ἤδη καταστρώνονται οἱ ἐξ αὐτῶν πίνακες, οὓς ἐλπίζω νὰ δυνηθῶ ὡς αὔριον νὰ ὑποβάλω. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τῆς μικρᾶς βραδύτητος.
§29ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ τῶν δημοτικῶν περιφεριῶν Διατάγματος ἐγεννήθη ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις τὸ περὶ ὁροθεσίας τῶν δήμων ζήτημα, ὅπερ μεγάλην ἔχει ἐκεῖ σημασίαν. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τοὺς Δημοτικοὺς Νόμους, τὸ ἄρθρον 2, κατὰ τὸ ὁποῖον· «Τὰ ὅρια τῶν δήμων καὶ περιοχῶν θέλουν τεθῇ, λαμβανομένης ἐπιμελῶς ὑπ’ ὄψει τῆς φυσικῆς τοποθεσίας, καὶ ὅπου εἶναι δυνατόν, κατὰ τὰ ὑπάρχοντα μόνιμα σήματα, δηλαδὴ τὰς ράχεις τῶν βουνῶν, τὰς φάραγγας, τὰ νερὰ καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὅρια θέλουν σημειωθῆ δι’ ὁροθετικῶν λόγων». Τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριοι, εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ ἄλλοτε θέλω ὁμιλήσει ἐκτενέστερον. Σήμερον ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω ἁπλῶς ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ Ἁγίου Λαυρεντίου, ὅπου ἀνεφύη σπουδαῖον ζήτημα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν λιμένα τῆς Ἁγριᾶς, ὅν τὸ Διάταγμα τῆς δημοτικῆς περιφερείας ὑπήγαγεν ὁλόκληρον εἰς τὸν δῆμον Δράκιας, ἐνῷ ἓν μέρος αὐτοῦ ἀνέκαθεν ἀνῆκεν εἰς τὸν Ἅγιον Λαυρέντιον· ὑποβάλλω δὲ καὶ τὸ διάγραμμα, καὶ ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω προσεχῶς τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφορὰν, καὶ νὰ παρατηρήσῃ τὸ διάγραμμα, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ τῶν 75 Ἐθνικῶν ὁδῶν, αἵτινες διά τινος Διατάγματος διετάχθη νὰ κατασκευασθῶσι κατὰ προτίμησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι αἱ ὁδοὶ τοῦ Πηλίου δὲν περιελήφθησαν, διότι ἐκ τοῦ Νόμου ὑπάρχει κώλυμα. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι Ἐθνικαὶ ὁδοὶ δὲν εἶναι μόνον αἱ ἑνώνουσαι πρωτευούσας Ἐπαρχιῶν μὲ ἄλλας πρωτευούσας, ἀλλὰ καὶ αἱ ἑνώνουσαι πρωτευούσας Ἐπαρχιῶν μετὰ λιμένων. Κατὰ συνέπειαν τὸ Πήλιον, τὸ ὁποῖον δὲν στερεῖται λιμένων σπουδαίων, ἠδύνατο καὶ αὐτὸ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ γενικὸν σύμπλεγμα. Ἀλλὰ καὶ ἂν πράγματι ὑπάρχῃ νομοθετικὸν κώλυμα, ὁ παντοδύναμος κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅταν θέλῃ νὰ κάμῃ τὸ καλὸν, δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσῃ ἀπέναντι τοιαύτης ἐλλείψεως Νόμου, ἀφοῦ πρόχειρον ἔχει τὴν μηχανὴν τῆς κατασκευῆς νόμων.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπομεν· καὶ θὰ γείνῃ.
§31ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τόσῳ καλλίτερον, ἀλλ’ ἕως ὅτου γείνῃ ὁ Νόμος καὶ οἱ δρόμοι, τὸ Πήλιον ἔχει ἀνάγκην συγκοινωνίας. Τὸ Πήλιον ἔχει 60,000 ψυχῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀποκεκλεισμένον ἀπὸ ὅλου τοῦ κόσμου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Βῶλος ἀπολαμβάνει ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς συγκοινωνίας καὶ δι’ ἀτμοπλοίων καὶ δι’ ὁδῶν καὶ διὰ σιδηροδρόμων μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ τὸ λοιπὸν Πήλιον εἶναι ἀποκεκλεισμένον. Ἡ χερσόνησος τοῦ Πηλίου εἶναι ὡς χεὶρ ἀποκεκομμένη ἐκ τοῦ ὅλου σώματος τοῦ Κράτους. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συνδεθῇ ὁ τόπος δι’ ἀτμοπλοϊκῆς τοὐλάχιστον συγκοινωνίας. Τοῦτο δὲ εἶναι εὐκολώτατον, διότι ὑπάρχει γραμμὴ πρὸς τὴν Σκίαθον καὶ πρὸς τὴν Σκόπελον, σχεδιάζεται δὲ, ὡς θετικῶς γνωρίζω, ἄλλη γραμμὴ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην· μικρὰ λοιπὸν φροντὶς τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ δώσῃ ἓν μέγα καλὸν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν. Ἐὰν ὁ Βῶλος συνδεθῇ τακτικῶς μὲ τὰ Καλὰ νερὰ, Ἄφησον, Χόρτον, Τρίκερη, Πλατανιὰ καὶ Ζαγορὰν, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἱκανοποιεῖται ἡ Ἐπαρχία. Ὑποβάλλω λοιπὸν σύστασιν περὶ τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καὶ ἥτις ἔχει οὕτω· «Τὸ Πήλιον κατοικεῖται ὑπὸ 60,000 περίπου ψυχῶν, παράγει δὲ εἰς μεγάλας ποσότητας ἔλαιον, ἐλαίας, σῦκα, κουκούλια, γεώμηλα, κάστανα, ξυλείαν κλπ. Καὶ μέρος μὲν τῶν προϊόντων πωλεῖται ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ οὐ σμικρὸν μέρος αὐτῶν μεταφέρεται κατὰ τὴν δὶς τῆς ἑβδομάδος — ἀνὰ πᾶσαν Τετάρτην καὶ Σάββατον — τελουμένην ἐμπορικὴν ἀγοράν. Ἐν τούτοις ἡ συγκοινωνία τῶν ἀνθηρῶν τοῦ Πηλίου κωμοπόλεων εἶναι οἰκτρά· κατὰ ξηρὰν μὲν ὁδοὶ στενωποὶ, κρημνώδεις καὶ διακοπτόμεναι ὑπὸ χειμάῤῥων ἀπειλητικῶν, καθιστῶσιν οὐ μόνον ἐπαχθῆ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἀδύνατον τὴν συγκοινωνίαν, μάλιστα δὲ μετὰ τῶν ἀνατολικῶν κωμοπόλεων (τῶν Ζαγοριανῶν), αἵτινες ἐπὶ μῆνας πολλάκις μένουσιν εἰς πλήρη ἀποκλεισμόν· κατὰ θάλασσαν δὲ ἡ μετὰ τοῦ Βώλου συγκοινωνία ἐνεργεῖται δι’ ἀθλίων τινῶν πλοιαρίων (παζὰρ–καϊκίων), ἐν τοῖς ὁποίοις οἱ ἐπιβάται τὸ μὲν θέρος στιβαζόμενοι ὡς ἐμπορεύματα ψήνονται ἐπὶ τῶν καταστρωμάτων, τὸν δὲ χειμῶνα πάσχουσι τὰ πάνδεινα, κινδυνεύοντες αὐτὴν τὴν ζωήν των. Ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐμπορίου, τοὺς Πηλιώτας καλεῖ εἰς Βῶλον καθ’ ἑκάστην τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ ἡ ἀνάκρισις, ἡ Ἐφορεία, καὶ χάρις εἰς τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχύον συγκεντρωτικὸν σύστημα πλεῖστοι ὅσοι λόγοι. Ἡ ἐλαχίστη βραδύτης φέρει μεγίστας ζημίας καὶ πολλάκις ἀνεπανορθώτους. Τῶν λόγων τούτων ἕνεκεν ἀπαραίτητος καθίσταται ἡ διὰ καταλλήλου ὁδικοῦ συμπλέγματος συγκοινωνία τῶν πολυπληθῶν καὶ ὡραίων τοῦ Πηλίου κωμοπόλεων, καὶ οὐδὲν ὑπάρχει ἐκ τοῦ Νόμου κώλυμα, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1883, καθόσον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ Νόμου ΣΞΓʹ. τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1867 ἐθνικαὶ ὁδοὶ δὲν εἶνε μόνον αἱ συνδέουσαι τὰς πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας, ἀλλὰ καὶ αἱ συνδέουσαι αὐτάς πρὸς λιμένας, καὶ τὸ Πήλιον δὲν στερεῖται λιμένων, ὡς εἶναι πασίγνωστον, ἀρκεῖ δὲ ἡ μνεία τῶν λιμένων Μηλένης, Πλατανιᾶ καὶ Χορευτοῦ, ὡς τῶν ἀκροτέρων. Ἄλλως, εἶναι ἄδικον οἱ ὡς πάντες οἱ Ἕλληνες φορολογούμενοι βαρέως διὰ τὴν ὁδοποιίαν Πηλιῶται νὰ στερῶνται τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Κυβέρνησις κομπαστικῶς ἐπιδεικνύει τὰς περὶ συγκοινωνίας ἀμερολήπτους, ὡς λέγει, ἐργασίας της.» Ἐν τούτοις κατεπείγουσα ὑπάρχει ἀνάγκη, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀτμοπλοϊκῆς τοὐλάχιστον συγκοινωνίας δὶς τῆς ἑβδομάδος μεταξὺ Βώλου, Καλῶν Νερῶν, Ἀφήσου, Χόρτου, Τρικέρων, Πλατανιᾶ καὶ Ζαγορᾶς, ἀρκεῖ δὲ μόνη ἡ καλὴ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ συνεννοήσεως μετά τινος τῶν Ἑταιριῶν κανονισθῇ δρομολόγιον πρὸς προσέγγισιν τῶν ἀνωτέρω λιμένων, συνδυαζόμενον εἴτε μετὰ τῆς γραμμῆς Σκιάθου, Σκοπέλου, εἴτε μετὰ τῆς σχεδιαζομένης μέχρι τῆς Θεσσαλονίκης. Νὰ ἦναι δὲ βεβαιωτάτη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλει οὕτω συντελέσει ἐπαισθητῶς εἰς μεγίστην ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν πρόοδον τοῦ Πηλίου, καὶ θέλει ἔχει τὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην ἑξηκοντακισχιλίων Ἑλλήνων πολιτῶν.»
§32Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχα φέρει δύω προτάσεις Νόμου· ἡ μὲν μία ἀφεώρα τὴν Ἐπαρχίαν Βάλτου, ἡ ὁποία συνδέεται διοικητικῶς μὲ τὸν Νομὸν Μεσολογγίου, κεῖται ὅμως πλησιέστατα τοῦ Νομοῦ Ἄρτης. Ὁ Νομὸς Μεσολογγίου, ὡς γνωρίζετε, ἔχει τοσοῦτον πληθυσμόν, ὥστε ἡ Ἐπαρχία Βάλτου καθυστερεῖ σπουδαίως ὑπὸ διοικητικὴν καὶ δικαστικὴν ἔποψιν, ὑποφέρει δὲ καὶ ὑπὸ Ἱερατικὴν ἔποψιν, διότι σπανίως ὁ Νομάρχης δύναται νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ καὶ νὰ ἐπιτηρήσῃ κατὰ πόσον ἡ ὑπηρεσία του ἐκτελεῖται. Ἐντεῦθεν εἶχον πέρυσιν ὑποβάλει πρότασιν, ὅπως ἑνωθῇ ἡ Ἐπαρχία Βάλτου μετὰ τοῦ Νομοῦ Ἄρτης. Ὁ Νομὸς Ἄρτης ἀποτελεῖται ἐκ δύω μόνον μικρῶν Ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ἀναβαίνει εἰς 25,000 κατοίκων, καὶ εὑρίσκω ἄτοπον διὰ 25,000 μόνον ψυχὰς νὰ ὑπάρχῃ Νομὸς, τουτέστι Νομάρχης, Δικαστήριον, Ἀρχιεπίσκοπος καὶ τέλος ὅλαι αἱ Ἀρχαί, ἐνῷ ὅλοι ἄλλοι Νομοὶ τοῦ Κράτους ἔχουν ἐπέκεινα τῶν 100,000 ψυχῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, ὅπως ἡ Ἐπαρχία Βάλτου, ἥτις μετὰ τοῦ Νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀποτελεῖ πληθυσμὸν 150,000, ἀποσπαθῇ διοικητικῶς, ἱερατικῶς καὶ δικαστικῶς, καὶ προστεθῇ εἰς τὸν Νομὸν Ἄρτης, καὶ οὕτω ὁ Νομὸς τῆς Ἄρτης, ἔχων πληθυσμὸν τοὐλάχιστον 50,000 ψυχῶν, θὰ θεωρεῖται δικαίως ὁπωσδήποτε Νομὸς, ὅπως π. χ. ὁ Νομὸς Ζακύνθου. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐξαιτοῦμαι ταχέως τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἱερατικῶς ἡ Ἐπαρχία Βάλτου ὑποφέρει σπουδαίως. Οἱ πλεῖστοι Ἱερεῖς τῆς Ἐπαρχίας ταύτης, καταγόμενοι ἀπὸ τὴν Ἤπειρον, ὑπάγονται μὲν εἰς τὸ Μεσολλόγγιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο Ἱερεῖς εἰς Ἄρταν καὶ εἰς Πρέβεζαν, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ ἱερουργοῦν. Τὸ τοιοῦτον κακὸν πρέπει νὰ προληφθῇ, διότι τοὐλάχιστον αἱ βαπτίσεις καὶ οἱ γάμοι πρέπει νὰ τελῶνται νομίμως. Ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου συνηγορεῖ καὶ ἡ ἀπόστασις, διότι τὸ Μεσολόγγιον ἀπέχει 15 ὥρας τοῦ Βάλτου, ἐνῷ ἡ Ἄρτα ἀπέχει μόνον δύω ὥρας. Πέρυσι καὶ ἰδιαιτέρως παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπέβαλον πρότασιν, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐθεραπεύθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Βάλτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς κατεπεῖγον ἢ τοὐλάχιστον νὰ δεχθῇ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασίς μου, καὶ τοιουτοτρόπως ἐν καιρῷ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, ὁπότε ἠμπορῶ νὰ προσθέσω κάτι τι περισσότερον. Ἡ δευτέρα πρότασίς μου ἀφορᾷ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς. Κατὰ τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε κυρωθῆ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον, οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, οἵτινες εἰσάγουσι τὰ τέκνα των εἰς τὴν Σχολὴν, ἔχασαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἄλλαι Κυβερνήσεις καθ’ ὅλα τὰ ἔθνη παρεῖχον, τουτέστι μέρος τῶν μαθητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς νὰ εἰσάγηται ἢ δωρεὰν ἢ νὰ πληρώνῃ ἕνα μικρὸν ὅρον, ἀναλόγως τῶν δυνάμεων τῶν γονέων. Κατὰ τὸ 7ον, ἄρθρον, οἱ νέοι, εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Σχολὴν, ὀφείλουν νὰ πληρώσωσιν 800 μὲν δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐφάπαξ δὲ 1,000 δραχμὰς, εἰς διάστημα πέντε ἐτῶν, τουτέστι 1,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Τώρα παρακαλῶ ἕκαστον ἐξ ὑμῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν εἷς λοχαγός, ὑπολοχαγὸς ἢ καὶ Ταγματάρχης ἀκόμη δύναται νὰ ἀποκόψῃ ἐκ τῆς μισθοδοσίας του κατὰ μῆνα 100 δραχμὰς, ἵνα εἰσάξῃ τὸν υἱόν του εἰς τὴν Σχολήν. Οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι τόσον μικροὶ, ὥστε τοῦτο καθίσταται ἀδύνατον. Τὸ τοιοῦτον συμβαίνει καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ τοιουτοτρόπως καθίσταται πλέον ἡ εἰσαγωγὴ τῶν μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν προνόμιον ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὰ μέσα νὰ πληρώνουν. Ἐντεῦθεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπέβαλον πρότασιν, ὅπως τὰ τέκνα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν Βουλευτῶν—διότι καὶ οἱ Βουλευταὶ ἀγωνίζονται ἐφ’ ὅλης τῆς ζωῆς των, καταστρεφόμενοι ὑλικῶς, καὶ οὐδὲν πλεονέκτημα ἔχουσι—πληρώνωσι 500 δραχμὰς μόνον κατ’ ἔτος, ἐφάπαξ δὲ διὰ τὰ 5 ἔτη 500 δραχμάς. Πιστεύω ὅτι εἰς αὐτὰ τὸ εὐεργετικὸν μέτρον ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ φέρῃ δυσκολίαν, διότι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐν γένει ἐθεώρησαν ὡς τὸ κυριώτερον πρᾶγμα νὰ προνοήσωσι διὰ τοὺς ἐν γένει ὑπαλλήλους των· διότι παντοῦ ὁ γλίσχρος μισθὸς δὲν ἐξαρκεῖ εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγουν τὰ τέκνα των εἰς τὰς Στρατιωτικὰς Σχολάς. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει τὸ Πρυτανεῖον, ὅπου ἐκπαιδεύονται τὰ τέκνα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐξέρχονται ἀξιωματικοὶ ἢ τρέπονται εἰς ἄλλο στάδιον. Διατί ἐν Ἑλλάδι νὰ στερηθῶμεν αὐτὸ τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις πρὸ τοῦ τελευταίου Νόμου παρεδέχθησαν, καὶ ἐπλήρωναν τὸ ἐλάχιστον μόνον ποσὸν τῶν 250 δραχμῶν; Νομίζω λοιπὸν καλὸν νὰ ἐπέλθῃ μία μικρὰ τροποποίησις εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον, ὅπως εἰσέρχωνται εἰς τὸ μέλλον καὶ τὰ τέκνα τῶν ἀξιωματικῶν καθὼς καὶ τὰ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων καὶ τῶν Βουλευτῶν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολήν. Ἤδη θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν εὐκαιρήσῃ, ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἀκολούθων. Ὁ Ὑποστράτηγος Γρίβας ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα τὴν 16, μοὶ φαίνεται, Ἰουλίου. Ὁ λόγος ὅμως, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη, δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Διάταγμα. Κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους, δὲν δύναται νὰ τοποθετηθῇ εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικὸς παρὰ μόνον Συνταγματάρχης ἢ ὑποστράτηγος, καὶ μόνον ἐὰν καταργηθῇ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει, τὸ Ἀρχηγεῖον, τουτέστιν, ὅταν εἶναι ἀρχηγὸς, ἢ τὸ Φρουραρχεῖον, ἢ διὰ λόγους πειθαρχικοὺς, ἀποῤῥέοντας ἐξ ἀντιπειθαρχικῶν πράξεων. Ἐπειδὴ τὸ Ἀρχηγεῖον δὲν κατηργήθη καὶ διευθύνεται παρὰ τοῦ συνταγματάρχου Τσίρου, ὑποθέτω ὅτι ἄλλοι λόγοι προεκάλεσαν τὴν εἰς διαθεσιμότητα τοποθέτησιν τοῦ Ὑποστρατήγου Γρίβα. Ἐρωτῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ ποῖον λόγον ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα καὶ δεύτερον νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν ἡ τοποθέτησις εἰς διαθεσιμότητα τοῦ Ὑποστρατήγου Γρίβα δὲν συνεπιφέρει ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Εἰς ὁμοίαν κατάστασιν φέρεται καὶ ὁ συνταγματάρχης Κυδωνάκης, ὁ ὁποῖος ἐπίσης διατελεῖ εἰς διαθεσιμότητα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ εἰς διαθεσιμότητα καὶ τὸν ὑποστράτηγον Γρίβαν καὶ τὸν συνταγματάρχην Κυδωνάκην. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν ὁ ὑποστράτηγος Κορωναῖος, ὁ συνταγματάρχης Βλάσιος Βαλτινὸς καὶ ὁ ἀντισυνταγματάρχης Γεωργαντᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς διαθεσιμότητα δεδικαιολογημένως ἕνεκα τῆς θέσεως τοῦ Βουλευτοῦ, εὑρίσκονται εἰσέτι εἰς διαθεσιμότητα, διότι δὲν ὑπάρχουσι θέσεις; Διότι, ἐὰν ὑπάρχωσι θέσεις, ὠφείλουν νὰ τεθῶσιν ἀμέσως εἰς ὑπηρεσίαν, διότι ἄλλοτε δικαστικῶς αὐτὸς ὁ ἴδιος Κορωναῖος ἀπεζημιώθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δι’ ἴδιον λόγον· ὥστε, μόνον ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι θέσεις, δικαιολογεῖται ἡ κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Τρίτον ζήτημα. Ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν περιλαμβάνει 120 ὑπαξιωματικούς. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι ἀποτελῶσι μέρος τῆς δυνάμεως τῶν Σωμάτων των. Ἐπὶ τῆς προτάσεως Νόμου περὶ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς ὡς ἐπίσης περὶ τῆς ἑτέρας προτάσεως Νόμου περὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ἐκτὸς τῆς ἰδικῆς μου ὑπογραφῆς καὶ τῆς τοῦ συναδέλφου μου Κωνσταντίνου Στράτου, Βουλευτοῦ Βάλτου, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλων ἐνδιαφερομένων Βουλευτῶν ὑπογραφαί, στρατιωτικῶν μὲν ἐν τῇ προτάσει περὶ Στρατιωτικῆς Σχολῆς, πολιτικῶν δὲ ἐν τῇ ἀφορώσῃ τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Στράτος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ
Παρακαλεῖται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας· 1ον.) Διὰ ποῖον λόγον ἐτέθησαν ἐν διαθεσιμότητι ὁ ὑποστράτηγος Δ. Γρίβας, ὁ συνταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ Θ. Κυδωνάκης, καὶ δυνάμει ποίου Νόμου; 2ον.) Διὰ ποῖον λόγον τηροῦνται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐν διαθεσιμότητι οἱ ὑποστράτηγοι Π. Κορωναῖος, Λ. Μπότσαρης, ὁ συνταγματάρχης Βλάσης Βαλτινὸς, ὁ ἀντισυνταγματάρχης Ἀγγελῆς Γεωργαντᾶς, ἐνῷ ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις; 3ον.) Οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Σχολὴν ἐκπαιδεύσεως ὑπαξιωματικοὶ ἀνήκουσιν εἰς τὴν δύναμιν τῶν Σωμάτων των, ἢ συμπληροῦται ἐν αὐτοῖς ἡ θέσις των διὰ προβιβασμοῦ; Ἐν Ἀθήναις, τῇ 20 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Βάλτου
ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΡΑΤΟΣ».
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεων διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 15 Ἀπριλίου 1880 ΩΙʹ Νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον εἰς δευτέραν συζήτησιν καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ὡς ἔχει).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως, ἀφορώσης τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐκ δραχμῶν 170,000,000.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ ἑνὸς μόνου ζητήματος ὑπῆρξε πλήρης ὁμοφωνία κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν. Οὐδεὶς ἐθεώρησε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς καλήν· πάντες ἐθεώρησαν αὐτὴν ὡς καταργητέαν. Ἀλλὰ συζήτησις ἠγέρθη, ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς προέβη οὕτω ταχέως εἰς τὸ μέτρον τῆς ἄρσεως, ἢ ἂν ὤφειλεν εἴτε ν’ ἀναβάλῃ πᾶν μέτρον πρὸς τὸ παρὸν, εἴτε νὰ λάβῃ ἕτερόν τι μέτρον μερικώτερον. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, βάσιν τῆς πολιτικῆς αὑτῆς εἶχε θέσει τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ δικαιολογίαν τῶν παρ’ αὐτῆς προταθέντων ἐπαχθῶν μέτρων ἐθεώρει πρωτίστην τὸ ἀναπόδραστον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τοιαῦτα μέτρα προτείνουσα ἡ Κυβέρνησις χάριν τῆς ἄρσεως, βεβαίως δὲν ἐθεώρει, ὅτι ἡ ἄρσις ἔδει νὰ ἐπέλθῃ μετὰ μακρὸν χρόνον· ἐθεώρει, ὅτι ἡ ἄρσις ἐπεβάλλετο ὡς μέτρον ἐπεῖγον. Ἠδύνατο ὅμως νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Κυβερνήσει δισταγμὸς, ἂν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν εὐθὺς, ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντων μέτρων, τουτέστι μῆνάς τινας, ἢ τὸ πολὺ ἔτος. Ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιμένωμεν πολὺ, ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εἶχον περιέλθει αἱ χρηματικαὶ σχέσεις τοῦ Δημοσίου μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καθίστα πασίδηλον. Ἠδυνήθημεν ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, χωρὶς νὰ αἰσθανθῶμεν ἔκτοτε τὰ ἐπαχθῆ αὐτῆς ἀποτελέσματα ἕνεκα περιστάσεων, αἵτινες βαθμηδὸν ἐξέλιπον. Ὅτε ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία κατὰ τὸ 1877, τὸ ποσὸν τοῦ δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν ἦτο σπουδαῖον, ἦτο κατ’ ἀνώτατον ὅρον 20,000,000, καὶ δὲν ἦτο κίνδυνος νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη διατάραξις εἰς τά τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος· ἀλλὰ βραδύτερον ηὔξησε τὸ ποσὸν σπουδαίως, τοιαύτη δὲ ἦτον ἡ αὔξησις σχετικῶς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρει ἐν ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ, ὥστε παράδοξον εἶναι πῶς δὲν ἔφθασε τὸ συνάλλαγμα εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἔφθασε, καὶ τοῦτο δύναται μόνον νὰ ἐξηγηθῇ ἐκ τῶν περιστάσεων, ὧν ἐμνήσθην. Αἱ περιστάσεις αὗται ἦσαν τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπάρχοντα μεταλλικὰ κεφάλαια τοῦ Δημοσίου ὡς ἐκ τῶν συνομολογηθέντων δανείων. Ἐὰν ταῦτα δὲν ὑπῆρχον, θὰ ἦτον ἀδύνατον ν’ αὐξήσῃ ἡ κυλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ 36 ἑκατομμυρίων, ἢ καὶ ἔλασσον, κατὰ μέσον ὅρον εἰς 100,000,000· διότι πρὸ τοῦ 1877, πρὸ τοῦ πρώτου νόμου περὶ δανείου, τοῦ σχετιζομένου πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐκυκλοφόρει ἐν Ἑλλάδι τραπεζικῶν γραμματίων, ἦτο 41,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, κατήρχετο δὲ ἡ κυκλοφορία καὶ κάτω τῶν 30,000 000, ἀλλ’ ὁ μέσος ὅρος ἦτο 36,000,000 παλαιῶν δραχμῶν· ἀντὶ δὲ τούτου ἐφθάσαμεν εἰς κυκλοφορίαν νέων δραχμῶν 105 ἑκατομμυρίων· κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν εἶναι 98,000,000. Τοιοῦτόν τι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ, τουτέστι νὰ ἔχωμεν τοσαύτην αὔξησιν κυκλοφορίας, συνάμα δὲ ὑπερτίμησιν, μὴ ὑπερβᾶσαν τὰ 20%, ἂν δὲν ὑπῆρχον κεφάλαια διαθέσιμα μεταλλικοῦ. Ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τούτων ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ σύρῃ πρὸς ἀπότισιν τῶν ἐξωτερικῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἐπιπροσθέσῃ εἰς τὰς δυσχερείας τῆς ἀγορᾶς τὴν δυσχέρειαν τὴν ἐκ τῆς ζητήσεως συναλλάγματος εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Τὰ κεφάλαια ὅμως τὰ μεταλλικὰ, τὰ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἴτε καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ὡς ἐκ τοῦ μεταλλικοῦ δανείου τῶν Τραπεζῶν, βαθμηδὸν ἐξέλιπον, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τὴν Κυβέρνησιν ζητήσασαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν συνομολόγησιν προσωρινοῦ μεταλλικοῦ δανείου διὰ τῆς παραχωρήσεως 11,500,000 εἰς χάρτινον νόμισμα, ἐπὶ ἀνταποδόσει εἰς τὸ Δημόσιον 10,000,000 εἰς μεταλλικόν. Ἄν ἠδυνάμεθα καθ’ ἑκάστην Σύνοδον νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην πρότασιν, τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν θὰ ἠπείλει νὰ λάβῃ τὰς διαστάσεις, ἃς εἴδομεν αὐτὸ ἀπειλῆσαν νὰ λάβῃ· ἀλλὰ δάνειον τοιοῦτο προσωρινὸν δὲν δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, οὐδ’ ἐν τῷ μέλλοντι, τοὐναντίον δέ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην λίαν προσεχῶς νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ δανείου ἐκείνου, δηλαδὴ πλὴν τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων τῶν ἐτησίων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον, θὰ εἶχεν, ἂν δὲν ἤρετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδώσῃ 10,000,000 εἰς μεταλλικόν, τουτέστι νὰ εὕρῃ συνάλλαγμα διὰ 10,000,000. Αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν ὑφίσταται· ἀντιστρέφονται ὅλως οἱ ὅροι τοῦ προβλήματος· ὅ,τι εἶναι δυσχέρεια, ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι ὠφέλεια εἰς τὸ Δημόσιον, αἰρομένης ταύτης. Αἰρομένης ταύτης, οὐ μόνον δὲν ἔχομεν δυσχέρειαν περὶ τὴν ἀπότισιν τοῦ δανείου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ πραγματοποιοῦμεν καθαρὰν ὠφέλειαν 1,500,000 δραχμῶν. Ἐδώκαμεν εἰς τὰς Τραπέζας, αἵτινες συνωμολόγησαν τὸ δάνειον ἐκεῖνο, 11,500,000 δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, αἵτινες, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδόθησαν εἰς αὐτάς, εἶχον ἀξίαν κατὰ 15% κατωτέραν τῆς ὀνοματικῆς, τουτέστι 10,000,000· ἐδώκαμεν ἑπομένως 10,000,000 πραγματικὰ ὑπὸ τύπον 11½ ἑκατομμυρίων χαρτίνων καὶ ἐλάβομεν 10,000,000 μεταλλικοῦ· ἤδη, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεων νὰ ἀποδώσῃ 10 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ· οἱ συναλλαχθέντες πρὸς αὐτὸ ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὸ 11,500,000 δραχμὰς χαρτίνους, αἵτινες ἔχουσι τὴν ἀξίαν τῶν μεταλλικῶν δραχμῶν· ἑπομένως ζημιοῦνται ἐκεῖνοι 1,500,000, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο ὠφελεῖται τὸ Δημόσιον. Ὥστε ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς ἀποδόσεως τοῦ δανείου παύει τοῦ νὰ ἦναι δυσχέρεια, μετατρέπεται δὲ εἰς σπουδαίαν ὠφέλειαν, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· μὴ αἰρομένης δὲ αὐτῆς, εἶναι, ὡς εἶπον, πρόσθετος δυσχέρεια, διότι εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ συναλλάγματος, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ἔθνους, ἐπιπροστίθεται καὶ ἡ ἀνάγκη ἀποκτήσεως 10,000,000, καὶ τοῦτο ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν, ἐξαντληθέντος τοῦ ἐκ τῶν δανείων μεταλλικοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, θὰ ἐπιπροσετίθετο καὶ τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς ζητοῦντας ἐν τῇ ἀγορᾷ συνάλλαγμα. Ἡ δὲ ἀγορὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν κάθοδον τοῦ Δημοσίου εἶναι εἰς ἄκρον βεβαρημένη, διότι αὐτὰ ταῦτα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἀπήλλαττον τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀνάγκης ἀποκτήσεως συναλλάγματος ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶχον προκαλέσει ἐν Ἑλλάδι αὔξησιν μεγάλην τῆς συναλλαγῆς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἥτις ἐπάγεται μεγαλειτέρας τὰς ζημίας, τὰς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἄν ἦτο περιωρισμένη ἡ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν συναλλαγὴ, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐκ τῆς ζητήσεως τοῦ συναλλάγματος πίεσις ἐπὶ τὴν ἀγορὰν θὰ ἦτον ὀλιγώτερον ἐπαισθητή· ἀλλ’ ἀπέναντι συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν πινάκων τῆς ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς βλέπομεν αὐξηθεῖσαν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος κατὰ 30 καὶ 40%, ἡ πίεσις ἐλάμβανε μεγάλας διαστάσεις, ἡ δὲ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ὅτε πλέον ἔπαυσεν ἔχον τὰ μέσα, ἵνα ποιῆται τὰς πληρωμάς του ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἄνευ ἀγορᾶς συναλλάγματος, θὰ καθίστατο ὑπερβολική. Τὸ Δημόσιον, ὡς ἐῤῥέθη ἤδη πολλάκις παρὰ τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν ἔχει μόνον πληρωμὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὡς ἐκ τῶν δανείων καθωρισμένας καὶ καταφανεῖς, ἀλλ’ ἔχει καὶ πληρωμὰς πολλάς, σχετιζομένας πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, αἵτινες δὲν καταφαίνονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐν ἄρθροις διακεκριμένοις, αἵτινες ὅμως βαρύνουσι τὸ Δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὸ χάρτινον νόμισμα. Πάντα τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀγοραζόμενα πληρόνονται διὰ μεταλλικοῦ καὶ ἑπομένως ἐπιβαρύνονται διὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἐσωτερικῷ ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ζημίας ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἃς δὲν βλέπομεν ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἃς ὅμως οἱ διευθύνοντες τὰς ὁπωσδήποτε πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν συνδεομένας ὑπηρεσίας δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι καὶ νὰ μὴ οἰκτείρωσιν: οὕτω, π. χ., ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, ὅσον ἀνάγεται εἰς τὰς μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ σχέσεις, ἐπάγεται δαπάνας ἐτησίας δι’ ἀποδόσεις τελῶν πρὸς ξένας Δυνάμεις καὶ ξένας Ἑταιρίας 329,000 δραχ. κατὰ τὴν ἄρτι δημοσιευθεῖσαν στατιστικὴν, προσέτι δὲ καὶ 145,000 κατὰ τὸ παρὸν ἔτος δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ πρὸς συντήρησιν καὶ ἐπέκτασιν τῶν γραμμῶν, ἑπομένως ἐν συνόλῳ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο 474,000. Τὰ τέλη ἐκ 329,000 ἐπληρόνοντο ἐνταῦθα εἰς χάρτινον νόμισμα, ἀπεδίδοντο δὲ εἰς μεταλλικὸν, καὶ τὸ Δημόσιον ὑφίστατο ζημίαν, ἀποτῖνον πλῆρες τὸ τέλος εἰς τὰ ξένα Κράτη καὶ τὰς ξένας Ἑταιρίας, ἐνῷ ἀπελάμβανεν αὐτὸ ἠλαττωμένον, εἴτε ἐγχώριοι ἦσαν οἱ καταβάλλοντες τὸ τέλος, ὅτε τοὐλάχιστον ὑπῆρχέ τις ἀποζημίωσις ἐκ τῆς ὠφελείας πολιτῶν Ἑλλήνων, εἴτε ξένοι. Ὡσαύτως καὶ ἐν τῷ ταχυδρομείῳ τοῦτο, καίπερ μὴ καταφανὲς, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὡς πρὸς τὰ τέλη τῆς ἐξωτερικῆς ἀλληλογραφίας. Δὲν εἶναι καταφανές, διότι ἔκ τινος διεθνοῦς συμφωνίας, ἑκάστη Ἐπικράτεια κρατεῖ ὑπὲρ ἑαυτῆς πάντα ὅσα εἰσπράττει, καὶ οὕτω κατηργήθησαν αἱ δοσοληψίαι, ἀλλ’ ἡμεῖς εἰσπράττομεν εἰς χάρτινον νόμισμα, τὰ δὲ ξένα Κράτη εἰς μεταλλικὸν, ἑπομένως ἐκεῖνα ἀπολαμβάνουσι 15% πλειότερα, ὅσων ἡμεῖς ἐκ τῆς μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀλληλογραφίας. Πλὴν τούτων, παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη τῆς συνομολογήσεως δύω δανείων ἐψηφισμένων παρὰ τῆς Βουλῆς, τοῦ δανείου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀπότισιν τῶν πρὸς τὰς σιδηροδρομικὰς Ἑταιρίας ὀφειλῶν τοῦ Κράτους, καὶ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευάς. Τὰ δάνεια ταῦτα εἶχεν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ ἐπί τισιν ὅροις, ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἀναγεγραμμένοις· ὅτε δὲ ἀνεγράφησαν οὗτοι, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ δάνεια ἤθελον συνομολογηθῆ ἐνταῦθα ἀπέναντι τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ταύτῃ ἐκανονίσθησαν οἱ ὅροι. Δάνειον τραπεζικῶν γραμματίων ἦτον εὔκολον ν’ ἀποκτηθῇ ἐπὶ ὅροις ἐλαφροτέροις, εἴτε ἡ Τράπεζα ἤθελε συνομολογήσει τὸ δάνειον τοῦτο, πρὸς ἣν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὀλίγον στοιχίζει, εἴτε ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον δυνηθῆ πάλιν παρὰ τῆς Τραπέζης ν’ ἀποκτήσωσιν εὐωνότερον τοῦ μεταλλικοῦ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον· ἀλλ’ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἂν τῇ ἐπετρέπετο, ὡς τὰ τοῦ συναλλάγματος εἶχον καταντήσει, νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν δανείου ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, εἴτε παρὰ τῆς Τραπέζης λάβει τὰ χρήματα ταῦτα ἀπ’ εὐθείας, εἴτε παρὰ τῆς κοινωνίας διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, πάντοτε εἰς τὴν Τράπεζαν θ’ ἀπέληγε τὸ δάνειον καὶ αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων θὰ ἐπήνεγκε, δὲν ἠδύνατο, ἢ νὰ διστάσῃ καὶ νὰ θεωρήσῃ καθῆκον αὑτῆς νὰ μὴ προβῇ εἰς συνομολόγησιν δανείου, ὅπερ θὰ εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν ὑπάρχουσαν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὴν φθάσασαν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000,000, νὰ προσθέσῃ εὐθὺς ἕτερα 10,000,000 καὶ βραδύτερον ἀλληλοδιαδόχως ἄλλα τριάκοντα καὶ πλειότερα. Τὸ συνάλλαγμα, ὡς εἶπον, δὲν ἔφθασεν εἰς ὑπερτίμησιν ὅλως ἔκτακτον, ἀλλ’ ἠπείλησε νὰ φθάσῃ· ἡ ὑπερτίμησις ἀνῆλθεν εἰς 19%, προέβη δὲ καὶ εἰς 20 καὶ 21%, ἀλλὰ στιγμιαίως· ἦτον ὅμως βέβαιον εἰς τοὺς δυναμένους νὰ διαγνώσωσι τὴν κατάστασιν, ἐξετάζοντες αὐτὴν βαθύτερον, ὅτι, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο μέτρον τι, τάχιστα τὸ συνάλλαγμα ἀπὸ τῶν εἴκοσιν ἤθελεν ὑπερτιμηθῆ εἰς τριάκοντα, ἴσως δὲ καὶ πλειότερον, ἡ τοιαύτη δὲ ἔκτακτος ὑπερτίμησις ἤθελε φέρει ζημίας, ἃς δὲν ὑπολογίζω ἐκ τοῦ ποσοστοῦ, τοῦ προστιθεμένου εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἀλλ’ ἤθελε φέρει ζημίας πολὺ μεγαλειτέρας, ἀσχέτως πρὸς τοῦτο. Πολλάκις ἠκούσθη συζητούμενον καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἂν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἀποτελεῖ ζημίαν τοῦ Κράτους, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος δὲν εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τὸ κακόν, διότι ταύτην ἐκτιμᾷ ἕκαστος τῶν συναλλαττομένων πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ φροντίζει, ὅπως ἀποζημιωθῇ· γνωρίζει ὁ συναλλαττόμενος, ὅτι θὰ δαπανήσῃ 15% πλειότερον, ἵνα ἀγοράσῃ τὸ ἐμπόρευμα εἰς χάρτινον νόμισμα ἢ ὅ,τι θὰ ἐπλήρωνεν εἰς μεταλλικὸν, καὶ ὑπολογίζει τοῦτο ὡς δαπάνην τῆς ἀγορᾶς, ἣν ζητεῖ καὶ λαμβάνει παρ’ ἐκείνου, εἰς ὃν μεταπωλεῖ, ἑπομένως ζημίαν ἄμεσον δὲν ὑφίσταται. Ἐν συνόλῳ δὲ καὶ ἡ Πολιτεία, παραδέχομαι, ὅτι δὲν ζημιοῦται τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὸ χάρτινον· ἡ ζημία τῆς κοινωνίας ἔγκειται ἀλλαχοῦ· ἔγκειται εἰς τὴν διακοπὴν τῶν συναλλαγῶν, εἰς τὴν παρεμπόδισιν τῶν σπουδαίων ἐπιχειρήσεων, εἰς τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσαγωγῆς κεφαλαίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μεγάλη χρηματικὴ ὠφέλεια, ἣν ἀρύεται ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι, ὅτι ὁ τρέχων τόκος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἶναι κατώτερος τοῦ τρέχοντος τόκου παρ’ ἡμῖν· ἑπομένως μεταφέρων τις ἐπὶ πιστώσει μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀποκτᾷ διὰ τοῦ νομίσματος τούτου τὴν διαφορὰν τοῦ ἐξωτερικοῦ τόκου ἐκ 4 ἢ 5% κατ’ ἀνώτατον ὅρον πρὸς τὸν παρ’ ἡμῖν τόκον, ὡς πραγματικὴν ὠφέλειαν· ἡ τοιαύτη ἐργασία ἐντελῶς σταματᾷ, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πᾶσα πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἀποστολὴ κεφαλαίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἶναι ἀδύνατος, οὐχὶ διὰ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ χαρτονομίσματος πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ μεταλλικοῦ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀβεβαιότητα. Ὁ φέρων ξένον χρῆμα διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ κέρδος τὴν διαφορὰν τῶν 4 ἢ τῶν 5% πρὸς τὸ 7 ἢ 8%, πρέπει νὰ ἠξεύρῃ ποία θὰ ἦναι ἡ τιμὴ τοῦ νομίσματος, καθ’ ἣν ὥραν θέλει πληρωθῆ, ἵνα δυνηθῇ περὶ τούτου τοῦ κέρδους νὰ ἔχῃ ἀσφάλειαν· ἀλλ’ ὅταν αἱ τιμαὶ κυμαίνωνται ἐνταῦθα μεταξὺ 10 καὶ 20 καὶ 30, ποῖον ὑπολογισμὸν δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀσφαλῆ; Ὅταν ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος δύναται νὰ ᾖ 10 καὶ 20%, ἐνῷ ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου θὰ ἦναι 2 ἢ 3%, ἐννοεῖται ὅτι πᾶσα τοιαύτη εἰσαγωγὴ ξένων κεφαλαίων εἰς τὴν χώραν ἐκλείπει, καὶ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κεκλεισμένη ἐντὸς Σινικοῦ τείχους καὶ ἠναγκασμένη νὰ ζῇ ἐκ μόνων τῶν ἰδίων αὑτῆς πόρων. Ὑπάρχουσι καὶ ἕτεραι ζημίαι ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χαρτονομίσματος πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ μεταλλικοῦ, ζημίαι οὐχὶ τῆς χώρας, ἐν συνόλῳ λαμβανομένης, ἀλλὰ τῶν κατοίκων, ἀνταποκρινόμεναι πρὸς κέρδη ἄλλων κατοίκων. Ὅσοι ἰδιῶται δέχονται πληρωμὰς πηγαζούσας ἐξ ὑποχρεώσεων προγενεστέρων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ τοὐλάχιστον τῆς νῦν ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, λαμβάνουσιν αὐτὰς εἰς χάρτινον νόμισμα καὶ ζημιοῦνται τὴν διαφορὰν τῆς νῦν τιμῆς αὐτοῦ πρὸς τὸ μεταλλικὸν, ἢ πρὸς τὴν προηγουμένην αὐτοῦ τιμὴν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι συνάμα καὶ οἱ ἀντιστοίχως ὠφελούμενοι. Αἱ τοιαῦται ὠφέλειαι, ὡς προερχόμεναι ἐκ ζημίας ἄλλων καὶ οὐχὶ ἐκ παραγωγῆς, δὲν δύνανται νὰ ὦσι διαρκεῖς, ἀφοῦ καὶ αἱ ζημίαι, πρὸς ἃς ἀνταποκρίνονται, δὲν ἐπαναλαμβάνονται, ἀλλὰ πραγματοποιοῦνται ἅπαξ κατὰ τὴν ἀπότισιν παλαιοτέρας ὀφειλῆς. Ἤκουσα, ὅτι οἱ σταφιδοκτήμονες θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ὠφελουμένους ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοῦτο ὡς πρός τινας δύναται νὰ ἦναι ἀληθὲς, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἔτους, οὐδέποτε ὅμως ἐπὶ πλεῖον τοῦ ἑνὸς ἔτους. Ἐὰν σήμερον μὴ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, οἱ σταφιδοκτήμονες, λαμβάνοντες ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ ἀντίτιμον τοῦ προϊόντος αὐτῶν διὰ συναλλάγματος ὑπερτετιμημένου, καὶ ἀποτίνοντες τὰς ὀφειλὰς αὑτῶν διὰ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἀνθ’ ὧν θέλει ἐξοφληθῆ τὸ συνάλλαγμα, πραγματοποιοῦσι κέρδος, ἂν ἡ ὀφειλὴ, ἣν ἀποτίνουσιν, εἶχε συνομολογηθῆ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ καὶ ἐνόσῳ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑφίστατο ἐλάσσονα τῆς νῦν ὑποτίμησιν, ἀποφεύγουσι δὲ ζημίαν, ἂν ἡ ὀφειλὴ ἐγεννήθη, ὅτε ἡ ὑποτίμησις τοῦ γραμματίου ἦτον ἴση πρὸς τὴν νῦν· ἀλλὰ καὶ τὸ κέρδος ἀποκτᾶται καὶ ἡ ζημία ἀποτρέπεται ἅπαξ μόνον, τὸ δὲ κέρδος εἶναι ἀντίστοιχον πρὸς τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίστανται οἱ δεχόμενοι τὰς πληρωμάς. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ θετικοῦ, ἢ τοῦ ἀρνητικοῦ τούτου κέρδους, τοῦ ἐφάπαξ μόνον πραγματοποιηθησομένου, τίνας δὲν ὑφίστανται ζημίας οἱ σταφιδοκτήμονες ἐκ τῶν ὑπερτιμήσεων τῶν ἡμερομισθίων ἢ τῶν ἀποθηκῶν ἢ τῶν γεωργικῶν εἰδῶν; Καὶ αἱ ζημίαι αὗται ἀνταποκρίνονται πρὸς ἀντιστοίχους ὠφελείας τῶν ἐργατῶν ἢ ἄλλων, ἀλλὰ τὰ ἀτομικὰ ταῦτα κέρδη, τὰ ἰσοφαρίζοντα πρὸς ἄλλων ζημίας, δὲν εἶναι ὠφέλεια τῆς κοινωνίας, ἥτις βαρέως πάσχει ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς πίστεως, ἣν ἐπάγεται ἡ ἀβεβαιότης τοῦ μέτρου τῶν συναλλαγῶν, ἡ δ’ ἀβεβαιότης αὕτη ἔφθασεν εἰς τὸ ἔπακρον, ἀφοῦ ὑπερέβη ἡ ὑποτίμησις τὰ εἴκοσιν ἑκατοστὰ, ἠπείλει δὲ νὰ φθάσῃ τὰ 30 ἑκατοστὰ καὶ ἔτι πλέον. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Τὸ σχέδιον αὐτῆς τὸ ἀρχικὸν, ὡς εἶπον, ἦτον ἡ ταχεῖα ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἄνευ ἐποχῆς ὡρισμένης. Ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρετείνετο, ὅσον ἦτο δυνατὸν, ἡ ὑφισταμένη κατάστασις, διὰ νὰ γείνῃ ὅσον ἔνεστι μᾶλλον καταληπτὴ ἡ ἐπελθοῦσα μεταβολὴ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου. Ἂν τὸ συνάλλαγμα ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ ἐντὸς καὶ αὐτοῦ τοῦ ὁρίου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε φθάσει, τουτέστι τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ 19 ἕως 20%, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἀναβάλωμεν ἔτι τὴν ἐνέργειαν ἐπ’ ὀλίγον χρόνον. Δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ὅμως, τοιαύτης ὑφισταμένης ὑπερτιμήσεως, νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰ δύω δάνεια· διότι, πραγματοποιοῦντες ταῦτα, ἠθέλομεν ἐξαναγκάσει τὴν περαιτέρω ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν δύω δανείων εἴχομεν ἀποκτήσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἦτον ἀδύνατον νὰ μὴ ἴδωμεν τὸ συνάλλαγμα ὑπερβαῖνον καὶ τὸ ὅριον τῶν 20%. Ἡ ἀναστολὴ ἑπομένως, ἀναστολὴ τοιαύτη, ὁποίαν εἶπον, τουτ’ ἔστιν ὀλίγων μηνῶν, καὶ αὐτὴ καθίστατο ἀδύνατος, ἠγείρετο δὲ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον, δι’ οὗ ἠθέλομεν νὰ πολεμήσωμεν τὸ κακὸν, τὸ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ῥιζικῶς, ἢ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο καὶ βαθμιαίως. Περὶ βαθμιαίας λύσεως ἐῤῥέθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐῤῥέθησαν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ πολλά. Ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσιν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἄνευ συνομολογήσεως δανείου, ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀπότισιν ἁπάντων τῶν ὀφειλομένων ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδωμεν τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος περιοριζόμενα ἐντὸς ὁρίων φορητῶν. Ἀλλ’ εἰς τὰς μελέτας ταύτας, εἰς ἃς προβαίνομεν ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ προβαίνουσιν ἄλλοι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ τότε καὶ νὰ ἐξαντλήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ θέμα, διότι ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἦτο δυνατὸν, ν’ ἀφήσῃ ἀκεραίαν τὴν κατάστασιν ὡς πρὸς τὸ μέλλον, μὴ δεσμεύουσα αὐτὸ, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον, χάριν τῆς προλήψεως τῶν ἀπειλουμένων κακῶν, μόνον τὰς ἀπαραιτήτους ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ θυσίας. Ἐξετάσαντες ὅμως τὸ θέμα εὕρομεν, ὅτι δύω ὑπῆρχον τρόποι περιορισμοῦ τοῦ κακοῦ, ἄνευ δεσμεύσεως ἡμῶν περὶ τὰ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ῥιζικῆς θεραπείας, εἴτε ἡ συνομολόγησις δανείου εἴκοσι περίπου ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἴτε ἡ συνομολόγησις δανείου τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ εἰς μεταλλικόν. Ἐὰν συνωμολογοῦμεν δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ἀπεδίδομεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν, ἀνελάμβανε δὲ καὶ ἡ Τράπεζα ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν, ὅπως καταργοῦσα τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῆς κυκλοφορίας, περιορίσῃ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν κυκλοφοροῦν, εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκυκλοφόρει, θὰ ἐπετυγχάνομεν τὸν περιορισμὸν τῆς κυκλοφορίας, καὶ ἑπομένως θὰ ἐπεδρῶμεν ἐπὶ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος· ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἐπίδρασις αὕτη δὲν θὰ ἦτον ἀπόλυτος, ὥς τινες ὑποθέτουσιν, ἐνῷ θὰ ἐπεδρῶμεν μόνον σχετικῶς, προλαμβάνοντες τὴν περαιτέρω ὑπερτίμησιν, τὸ πολὺ δὲ καὶ προκαλοῦντες ἐλάττωσίν τινα τῆς τότε ὑπερτιμήσεως, θὰ ἐπετυγχάνομεν τοῦτο διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν μέσων τῆς συναλλαγῆς. Ἡ κοινωνία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἐν κυκλοφορίᾳ ὡρισμένον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ὑποθέτω ὅτι εἶχε—λαμβάνω στρογγύλον ἀριθμὸν—100 ἑκατομμύρια καὶ ὑποθέτω, ὅτι διὰ δανείου 20 ἑκατομμυρίων καὶ διὰ συμφωνίας πρὸς τὴν Τράπεζαν περιωρίζομεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι εἰς 80 ἑκατομμύρια. Πῶς ἤθελεν ἀναπληρώσει ἡ κοινωνία τὰ 20 ἑκατομμύρια, ὧν ἐποιεῖτο ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης χρῆσιν; Τὰ 20 ἐκεῖνα ἑκατομμύρια δὲν εὑρίσκοντο ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀργὰ, δὲν εὑρίσκοντο κεκλεισμένα ἐντὸς τῶν κιβωτίων τῶν ἐχόντων αὐτά· τὰ γραμμάτια ταῦτα ἡ κοινωνία μετεχειρίζετο πρὸς σκοποὺς συναλλαγῆς. Ἐπὶ τῶν χρημάτων ἐκείνων στηριζόμενοι οἱ ἔμποροι καὶ οἱ βιομήχανοι εἶχον ἀναλάβει ὑποχρεώσεις. Πῶς ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἀναληφθείσας, ἄνευ τοῦ χρήματος, ἐφ’ ὧν αὗται ἐστηρίζοντο; Αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις προϋπέθετον τὴν ὕπαρξιν καὶ τῶν 100 ἑκατομμυρίων τοῦ κυκλοφοροῦντος γραμματίου· πῶς, ἐκλιπόντος ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων, θὰ ἠδύνατο ἡ κοινωνία ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς τοιοῦτον ἐχούσας μέτρον; Ἀδύνατον, ἐὰν τὸ δάνειον ἐγένετο διὰ τοιούτου τρόπου, νὰ μὴ ἐπήρχετο ἐμπορικὴ κρίσις· ἔλλειψις 20 ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς κυκλοφορίας ἤθελεν ἐπενέγκει στενοχωρίαν τοιαύτην εἰς τὴν ἀγορὰν, ὥστε ἠθέλομεν ἴδει οἴκους πίπτοντας, οἱ δὲ πίπτοντες οἶκοι εἶναι οἱ κρίκοι ἁλύσεως, περιλαμβανούσης πᾶσαν τὴν ἀγορὰν, ἥτις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς πλήρη ἀναστάτωσιν. Ἐγένετο σκέψις νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τῆς Τραπέζης— ἥτις, ἐν παρενθέσει εἰρήσθω, ἀγνοοῦμεν ἂν θὰ ἐδέχετο καὶ αὐτὸν τὸν περιορισμὸν τῆς κυκλοφορίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 80 ἑκατομμυρίων— ἐγένετο σκέψις νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς, πλὴν τοῦ περιορισμοῦ τούτου, καὶ ἕτερόν τι, ἡ ἐκποίησις ἁπασῶν τῶν ὁμολογιῶν τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν ἄλλων ἀξιῶν, αἵτινες εὑρίσκονται ἐν τοῖς κιβωτίοις αὐτῆς, ὅπως παραδώσῃ εἰς τὴν κυκλοφορίαν τὸ προϊὸν τῆς πωλήσεως ταύτης, καὶ διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας ἀναπληρωθῇ τὸ κενὸν τὸ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν 20 ἑκατομμυρίων τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα προσκόπτομεν εἰς δυσχέρειαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσιν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ μεταλλικὸν καὶ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅτι τὸ μέταλλον, ὅπερ ἤθελε παραδώσει εἰς τὴν κυκλοφορίαν ἡ Τράπεζα ἐκ τοιαύτης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρεώσεως, ἂν τὴν ἀνελάμβανεν, ἤθελεν ἀμέσως ἁρπαχθῆ ὑπὸ τῶν κερδοσκοπούντων, οἵτινες ἤθελον τὸ στείλει ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συνυπάρξῃ μεταλλικὴ κυκλοφορία καὶ κυκλοφορία χαρτονομίσματος, τοιαῦται σκέψεις ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανῶς σπουδαῖαι, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει· ἀλλ’ ὅταν κοινωνία τις ἔχῃ χάρτινον νόμισμα, δὲν πρέπει νὰ προσδοκᾷ, ὅτι θὰ ἔχῃ ἄλλο νόμισμα, μόνον ἐκεῖνο τὸ νόμισμα θὰ ἔχῃ. Ἑπομένως ἡ κυκλοφορία τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ὡρίσαμεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς 100 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων, δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖ ἀνωτέρα τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ εὐθὺς ὡς ἀπὸ τοῦ ποσοῦ ἀφῃροῦμεν τὰ 20 ἑκατομμύρια, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν προσεθέτομεν ἐκ μεταλλικοῦ, ἤθελεν ἀμέσως ἐκλείψει, χωρὶς νὰ παράσχῃ οὐδεμίαν χρησιμότητα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κυκλοφορίαν. Πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπενοήθησαν, ὅπως τὸ χρῆμα τοῦτο τὸ μεταλλικὸν μὴ παραδίδωται εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, ἀλλὰ παραδίδωται μόνον εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην διὰ τὰς κανονικὰς αὐτῶν συναλλαγάς, πάντα ταῦτα τὰ μέτρα ἀπεδείχθησαν φροῦδα. Οὐδὲν ἠδύνατο δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιτευχθῇ· οἱ κερδοσκόποι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον πάντοτε ἐπωφεληθῆ ἐκ τοῦ μεταλλικοῦ, τοῦ συνυπάρχοντος μετὰ τοῦ γραμματίου, ὁσάκις καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν εἶνε καὶ τοῦτο μέταλλον ὡς ἐξαργυρωτέον ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει. Ἡ διὰ δανείου ἄρα ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων λύσις οὐδόλως ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἤθελε πραγματωθῆ. Ἔμενεν ἡ ἑτέρα λύσις διὰ δανείου 20 ἑκατομμυρίων ἐκ μεταλλικοῦ, ὥστε ἡ Κυβέρνησις τοὐλάχιστον νὰ μὴ παρουσιασθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν ὡς ζητοῦσα καὶ αὐτὴ συνάλλαγμα, ἀλλ’ ἐκ τῶν 27 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζομεν ὡς δαπανώμενα παρ’ αὐτῆς κατ’ ἔτος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὰ εἴκοσι· προσέτι, αὐξήσασα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ μεταλλικοῦ δανείου τὸ διαθέσιμον κεφάλαιον αὐτῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος εἰς γραμμάτια, ἀποδίδουσα εἰς αὐτὴν ἀντίστοιχον ποσὸν γραμματίων. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ἔφερον ἐπὶ βραχύν τινα χρόνον τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεζητοῦμεν, τοὐτέστι τὴν μή ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, τὸ προσωρινὸν τοῦτο ἀγαθὸν θὰ καθίστα πολὺ δυσχερεστέραν τὴν θέσιν τοῦ Δημοσίου μετὰ παρέλευσιν τοῦ χρόνου, ἐφ’ ὅν ἤθελε χρησιμεύσει τὸ δάνειον. Μετὰ παρέλευσιν τοῦ χρόνου ἐκείνου ποία θὰ ἦτον ἡ θέσις τοῦ Δημοσίου; ἀκριβῶς τότε τὸ Δημόσιον θὰ ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον συμβληθέντας περὶ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων τὸ ποσὸν ἐκεῖνο. Καὶ ποῦ ἤθελεν εὕρει αὐτό; Πλὴν δὲ τούτου, ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπέναντι τῶν αὐτῶν καὶ σήμερον ἀναγκῶν, ἀλλὰ βεβαρημένον διὰ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Ἐγείρεται ἄρα τὸ ζήτημα διατί ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος ἢ ἐπὶ δέκα μῆνας τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὴν ὑπὸ χειροτέρους ὅρους, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν, καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εὐθὺς εἰς τὸ μέτρον τὸ ῥιζικώτερον; Ἵνα ἀποκτήσωμεν τὰ 20 ἑκατομμύρια, ποίους ὅρους ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ ν’ ἀποδεχθῶμεν; Ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτοὺς τούτους τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους βλέπετε ἡμᾶς ἀποδεχθέντας ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ θὰ τοὺς ἀπεδεχόμεθα δι’ 20 ἑκατομμύρια καὶ οὐχὶ διὰ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ νέου δανείου. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ διατετιμημένον ποσὸν τοῦ νέου δανείου; Τὸ ποσὸν τοῦ νέου δανείου, ἐφ’ ᾧ ὑποχρεούμεθα εἰς ὡρισμένην τιμήν, δὲν εἶναι 170 ἑκατομμύρια, δὲν εἶνε 110 ἑκατομμύρια τὰ ἐκτεθησόμενα εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, διότι ὡς πρὸς τὰ 55 ἀπολαμβάνομεν τὸ ἥμισυ κέρδος, τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως πρὸς τὴν τιμήν τὴν συνομολογουμένην. Τὸ ποσὸν, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον ὑποχρέωσιν τιμήματος, εἶνε οὐχὶ πολλῷ ὑπέρτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἠναγκαζόμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν χάριν τοῦ μερικοῦ μέτρου· θὰ ἐπραγματοποιοῦμεν δὲ καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο τῶν 20 ἑκατομμυρίων ἐπὶ ὅροις κατά τι βαρυτέροις τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς πραγματοποιοῦμεν τὸ σταθερὸν, τὸ ὁριστικὸν ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων· διότι ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων εὑρίσκουσιν οἱ συνομολογοῦντες ὁριστικῶς τὸ τεταρτημόριον καὶ ἄλλας ὠφελείας ἐμμέσους, ἐν ᾧ ἐν τῷ μικρῷ δανείῳ τῶν 20 ἑκατομμυρίων δὲν εὑρίσκουσιν ἄλλην ὠφέλειαν, παρὰ μόνον ἐκείνην τὴν ὁποίαν αὐτὸ τοῦτο τὸ δάνειον ἤθελε παράσχει. Εἰς τὸ δάνειον τοῦτο ἤθελον περιλάβει πᾶσαν τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν προσδοκῶσιν ἐκ τοῦ μεγάλου δανείου. Δὲν ἠδύνατο ἄρα νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν τὸ ριζικὸν μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ μερικοῦ μέτρου, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ὥστε, συνομολογοῦντες τὸ μέγα δάνειον, νὰ μὴ ὑποχρεωθῶμεν δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ὀνομαστικὸν τοῦ δανείου ἐκείνου, ἀλλὰ νὰ μένωμεν ἐλεύθεροι ὡς πρὸς τὸ πλεῖστον, νὰ ὑποχρεωθῶμεν δὲ ὡς πρὸς τμῆμα αὐτοῦ οὐχὶ πολὺ ὑπέρτερον τοῦ ὅλου δανείου τοῦ μερικοῦ, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἐπετύχομεν· τὸ ἐπετύχομεν δὲ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ κατάδηλον εἰς πάντα, ὅτι ἡ τοιαύτη διαίρεσις τοῦ μικροῦ δανείου ἀπὸ τοῦ μεγάλου δανείου εἶναι ἀσύμφορος. Δανειζόμενοι τὰ 20,000,000 πρὸς ἀπάντησιν τῆς προσωρινῆς ἀνάγκης, θὰ εὑρισκόμεθα μετὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, ἐν ᾗ ἀκριβῶς θέσει εὑρισκόμεθα καὶ ἤδη, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἦτον ἐπιβεβαρημένον δι’ 20,000,000· ἐπὶ πλέον θὰ διετέλει εἰς στενοχωρίαν περὶ ἀποτίσεως τοῦ ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων προσωρινοῦ δανείου εἰς μεταλλικὸν, θὰ εἶχε δὲ μόνην τὴν προσδοκίαν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν θὰ ἦτο τότε βελτίων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ μεγάλου δανείου, δεσμευόμενοι μόνον δι’ ἓν μικρὸν τμῆμα αὐτοῦ, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ὥραν τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ, θὰ εἴμεθα ἐπίσης ἐλεύθεροι ὡς πρὸς τὸ ἐπίλοιπον. Τουλάχιστον ὡς πρὸς τὰ 60,000,000 ἡ ἐλευθερία ἡμῶν θὰ ἦναι ἐντελῶς ὁμοία ὡς πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ εἴχομεν, ἐὰν παρεδεχόμεθα τὸ ἕτερον σύστημα τῆς μερικῆς λύσεως, ὡς πρὸς δὲ τὸ ἕτερον ποσὸν τῶν 55,000,000, ἂν δὲν εἴμεθα ἐντελῶς ἐλεύθεροι, ἀπολαμβάνομεν ὅμως κατὰ τὸ ἥμισυ πᾶσαν ὠφέλειαν· ἔχομεν δὲ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθῶμεν τότε εἰς τὴν ἀγορὰν μόνοι, ἀλλὰ θὰ κατέλθωμεν εἰς αὐτὴν ἔχοντες τὴν σύμπραξιν ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου. Τὰ δύω συστήματα κατὰ τοῦτο διακρίνονται, ὅτι οἱ μὲν προτείνοντες τὴν πραγματοποίησιν δανείου 20,000,000 σήμερον, καὶ μόνων τούτων, μᾶς ἀφίνουσι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν εἰς μόνας τὰς δυνάμεις ἡμῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ ἕρμαιον τῆς τότε τύχης, ἐν ᾧ διὰ τοῦ δανείου, ὅπως ἤδη πραγματοποιεῖται, δεσμευόμενοι ὡς πρὸς τὰ 29 ἑκατομμύρια πραγματικὰ, ἐξασφαλίζομεν τὴν σύμπραξιν ἁπάντων τῶν οἴκων, οἱ ὁποῖοι, ὡς πρὸς τὰ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἔχουσι τὸ δεσμεῖν καὶ τὸ λύειν. Ἀλλὰ ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν οὕτω συνομολογησάντων τὸ δάνειον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου; Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλλίας βουλευτὴς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ θέσις ἡμῶν θὰ ἦναι κακή· ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἀληθεύῃ, χείρων ἔτι θὰ ἦτον ἡ θέσις ἡμῶν, ἂν τὸ ἕτερον σύστημα παρεδεχόμεθα. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀντιπαραβολὴν ταύτην τοῦ ἑνὸς συστήματος πρὸς τὸ ἄλλο, ἐξετάζοντες ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου διὰ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν, ὡς παρεστάθησαν ἰδίως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἢ τουναντίον ἂν ἔχωμεν πάντα λόγον, ἵνα προσδοκῶμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θὰ τεθῇ ὑπὸ εὐνοϊκὰς περιστάσεις. Αἱ περιστάσεις ἔχουσι διπλοῦν χαρακτῆρα· αἱ μὲν σχετίζονται πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, αἱ δὲ σχετίζονται πρὸς τὸ ἐσωτερικόν. Ὡς πρὸς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ περιστάσεις, οὐδὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν, οὐδ’ εὐθυνόμεθα ἡμεῖς ἐπ’ αὐταῖς. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αὗται, αἵτινες σήμερον βεβαίως δὲν εἶναι εὐνοϊκαί, ὑπόσχονται ὅτι θὰ ὦσιν εὐνοϊκώτεραι· διότι, λέγοντες ὅτι σήμερον ἡ κατάστασις τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν δὲν εἶναι εὐνοϊκὴ οὔτε εἰς τὸ ἡμέτερον δάνειον, οὔτε εἰς ἄλλο δάνειον, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἀπολύτως εἶναι κακὴ ἡ κατάστασις ἡ χρηματικὴ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· τουναντίον, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπάρχει πληθώρα χρημάτων, τὰ χρήματα δὲν εὑρίσκουσιν ἐνασχόλησιν· ὅ,τι ἐλλείπει σήμερον, εἶναι ἡ πίστις, ἡ δὲ πίστις ἡ ἐκλιποῦσα σχετίζεται πρὸς πολιτικὰς περιστάσεις, αἵτινες κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θὰ ὦσι διαρκεῖς. Εὐθὺς ὡς αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις, ἐξ ὧν προέρχεται ἡ σημερινὴ ἀνησυχία ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ἀγοραῖς, ἐκλείψωσι, θέλει ἀμέσως ἐκδηλωθῆ ἡ ὑπάρχουσα πληθώρα τῶν χρημάτων καὶ θέλουσι καταστῆ ἐπαισθητὰ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Ὥστε περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν ἔχομεν νὰ μεριμνῶμεν, γινώσκοντες, ὅτι ὑπάρχει βάσις ἐκεῖ ἀσφαλὴς καὶ εὐρεῖα, εὐχόμεθα μόνον τὴν ταχυτέραν παρέλευσιν τῶν παροδικῶν περιστάσεων, αἵτινες σήμερον ὑφίστανται. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ αἱ περιστάσεις, αἱ εἰς ἡμᾶς ἀφορῶσαι· αὐταὶ δὲ θὰ ἦναι τότε πολλῷ βελτίονες ἢ ὅ,τι εἶναι σήμερον ἢ καὶ ὅ,τι θὰ ἦσαν, ἂν δὲν ἠκολουθοῦμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν, τῆς πραγματοποιήσεως μεγάλου δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἠκολουθοῦμεν τὸ σύστημα τῆς πραγματοποιήσεως μικροῦ δανείου πρὸς περιορισμὸν τῶν κακῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀκολουθήσαντες τὸ σύστημα τὸ εὐρύτερον, θὰ κατέλθωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἔχοντες ἤδη τὴν ἄρσιν πραγματοποιημένην· οὐδὲν δὲ εἶναι καταληπτότερον εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς τοῦ φαινομένου τούτου. Κράτος, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἔδωκεν ἀπόδειξιν εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν ἰδίων αὐτοῦ δυνάμεων. Ἠκούσθη ἔξω, ὅτι ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, ἠκούσθη ἔξω, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ἀπεδέχθη τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ χάριν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐνοήσασα, ὅτι ὁ λαὸς ἐν τῷ θέματι τούτῳ σπουδάζει. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον ἔχουσι σημασίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες θέλουσι παραχθῆ ἐκεῖ ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἴδετε ἡ Ἰταλία ὁποίας κολοσσιαίας ὑπέστη θυσίας διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ τὸ ἐπέτυχε δυνηθεῖσα νὰ καταργήσῃ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἀκατανίκητον. Ἔφθασεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἐπί τινα ἔτη διετέλει ἐν ἰσοζυγίῳ, καὶ ἐν τούτοις τὸ κοινὸν τῆς Εὐρώπης δὲν συνεκινήθη· εὐθὺς ὅμως ὡς ἠδυνήθη ἐκ τοῦ ἐπιτευχθέντος τούτου ἰσοζυγίου νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ πίστις αὐτῆς ὑψώθη σπουδαιότατα. Αὐτὸ τοῦτο τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποίησεν ἡ Ἰταλία πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αὐτὸ τοῦτο δὲν ἐπέτυχεν ὁλοσχερῶς κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν· εἶχεν ἤδη ἐπιτευχθῆ τὸ ἰσοζύγιον· εἶχον ἐπιβληθῆ πάντες ἐκεῖνοι οἱ φόροι, οἵτινες διατρανοῦσι τὴν ἀληθῆ φιλοπατρίαν τοῦ Ἰταλικοῦ λαοῦ, καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, ὅπως διεξαγάγῃ αἰσίως τοιοῦτον ἔργον, καὶ ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἡ πρώτη σειρὰ τοῦ δανείου ἐπραγματοποιήθη, καλυφθεῖσα ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ κατὰ ἓν καὶ ἥμισυ, ἡ δευτέρα σειρὰ τοῦ δανείου ἐκαλύφθη μόνον κατὰ τὸ πεμπτημόριον. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ δάνειον ὁλόκληρον, διότι εἶχε συμβληθῆ καὶ αὐτὴ πρὸς τραπεζίτας στερεῶς, ferme, ἀλλὰ τὸ δάνειον ἀπέτυχε· μετὰ τὴν πραγματοποίησιν ὅμως τῆς ἄρσεως, τὰ χρεώγραφα αὐτῆς εὕρηνται εἰς θέσιν, ἥτις ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πίστις αὐτῆς δὲν εἶναι τοιαύτη, ὁποία, ἦτο, ὅτε ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον. Ἂν ἐν Ἰταλίᾳ τὸ δάνειον ἐξετίθετο εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐπιτυχία θὰ ἦτο μεγίστη. Τοῦτο δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν τιμῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ δάνεια αὐτῆς σήμερον. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ, κατὰ τὸν ὁποῖον συνωμολογήθη τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐπετεύχθη, ὅπως γένηται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὴν ἐκ τῆς ἄρσεως παραχθεῖσαν κατάστασιν. Ἡ δημοσία πίστις, εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς, καὶ ἡ κατάργησις τῶν φόρων, εἶναι αἱ ἀποδείξεις ἐπιτυχίας Κυβερνήσεως ἐν τῇ διοικήσει αὐτῆς· παραβάλλων δὲ τὰς τιμὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ δανείου τὴν σήμερον πρὸς τιμὰς ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ δημοσία πίστις δὲν ἔχει καλῶς ἐν Ἑλλάδι· μνημονεύων δὲ καὶ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων, ἐνόμισεν, ὅτι ἀποδεικνύει τὴν ἀνεπιτυχῆ διαχείρησιν καὶ διοίκησιν τῶν νῦν Κυβερνώντων. Ἀλλ’ οἱ φόροι οἱ ἐπιβληθέντες ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀποδεικνύωσιν ἀνεπιτυχῆ διαχείρισιν καὶ διοίκησιν, βεβαίως δὲν ἀποδεικνύουσιν ἀνεπιτυχῆ διαχείρισιν καὶ διοίκησιν ἡμετέραν, ἀλλ’ ἀνατρέχουσιν εἰς τὴν διαχείρησιν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, διότι οἱ φόροι οὗτοι ἐτέθησαν πρὸς θεραπείαν, οὐχὶ ἀναγκῶν δημιουργηθεισῶν παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς παρελάβομεν, ὑποχρεώσεων, ὧν ἡ δημιουργία ἔλαχεν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας. Ἐγὼ ἀπέχω ν’ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, ὅτι ἀνεδέχθη ὑποχρεώσεις, ἃς κατὰ τὴν κρίσιν του αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῷ ἐπέβαλον, ἐξετάζω μόνον ἐὰν τὰ συναλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὅτε ἦτον ὑπουργὸς, καὶ τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν ὑπογραφήν του, ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν νὰ περιάγωνται ἔκθετα εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης. Κατ’ αὐτὸν, ἀπόδειξις τῆς ἀνεπιτυχοῦς διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως ἡμῶν εἶναι ὅ,τι ἐπράξαμεν, ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀποσύρωμεν τὴν ὑπογραφήν του, περὶ ἧς ἠμέλησε νὰ προνοήσῃ αὐτός. Διεχειρίσθη καὶ διῴκησεν, ἀπολαμβάνων ἐκείνων, ὧν τὴν ἀπότισιν ἐπέῤῥιψεν ἐφ’ ἡμᾶς, καταλογίζων εἰς βάρος ἡμῶν τῆς ἀπρονοησίας αὐτοῦ τὰς συνεπείας. Ἀλλ’ ἡ δημοσία πίστις βεβαίως σχετίζεται καὶ πρὸς τὰ ἔργα ἡμῶν, διότι ἣν παρελάβομεν κατάστασιν, ὀφείλομεν νὰ βελτιώσωμεν· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, βεβαίως ὑπέχομεν εὐθύνας. Ἡ πίστις ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἶναι σήμερον τοιαύτη, ὁποία ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν πρὸς τὴν ὁποίαν παρέβαλεν αὐτὴν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας· Ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν οὐχὶ τὸ ἀπόλυτον, ἀλλὰ τὸ σχετικόν· δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν ἁπλῶς ἐκ τῆς τιμῆς τῶν ἡμετέρων χρεωγράφων, ἀλλὰ σχετικῶς πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν τιμὴν αὐτῶν πρὸς τὰ τῶν ἄλλων Ἐπικρατειῶν, διότι αἱ ἀγοραὶ σήμερον ὑφίστανται κρίσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει γενικὴ ὑποτίμησις, ἥτις δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς ἡμᾶς. Ἐξήτασεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κατὰ τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν παρέβαλε πρὸς τὴν σημερινὴν, ποία ἦτον ἡ τιμὴ τῶν Γαλλικῶν, τῶν Ἰταλικῶν, τῶν Γερμανικῶν ὁμολόγων; Ἐξήτασεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ πρὸς τὴν σημερινὴν, αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης διετέλουν ἐν κρίσει; Πότε ἐπῆλθεν ἡ μεγάλη κρίσις, ἐξ ἧς ἰδίως ἔπαθε καὶ πάσχει ἔτι ἡ ἀγορὰ τῆς Γαλλίας; κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1881 καὶ ἀρχομένου τοῦ 1882 ἐπήνεγκεν ἡ κρίσις ἀπώλειαν δισεκατομμυρίων, ἔτι δὲ καὶ νῦν δὲν ἀνέλαβεν ἐξ αὐτῆς ἡ ἀγορὰ τῆς Γαλλίας ἐντελῶς. Ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ὑπόνοια περὶ ἐπικειμένης κρίσεως, ὅτε ἡ ἀγορὰ τῆς Γαλλίας ἠσπάζετο πᾶσαν νέαν ἐπιχείρησιν, ὑπερτιμῶσα ἀνεξετάστως τὰς ἀξίας, καὶ κατείχετο ὑπὸ τῆς αἰσιοδοξίας, ἥτις ἐπήνεγκε τὴν κρίσιν, τότε ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000. Ἐπωφελήθημεν ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἥτις ἐπήνεγκεν ὑπερτίμησιν εἰς πάσας τὰς ὁμολογίας παντὸς Κράτους πολλῶν ἑκατοστύων. Εἶναι δὲ περίεργον, ὅτι εἰς τοιαύτας ἐποχὰς —τοῦτο μάλιστα λέγει συγγραφεὺς, τὸν ὁποῖον πολλάκις μνημονεύει ὁ παρακαθήμενος τῷ κ. βουλευτῇ ἐκ Τριφυλίας κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁ Λεροὰ Μπολιὲ —ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν ὠφελοῦνται ἰδίως τὰ δάνεια τῶν Ἐθνῶν τῶν ἐχόντων κατηρτισμένην πίστιν. Ὅσον χειροτέρα εἶναι ἡ πίστις ἑνὸς Κράτους, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ὑπερτίμησις εἰς τοιαύτην ἐποχήν. Καὶ πρὸς τοιαύτην ἐποχὴν παρέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας τὴν σημερινὴν, χωρὶς διόλου νὰ μνημονεύσῃ, ὅτι ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ ἦτο γενικὴ ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἀξιῶν ἐν Εὐρώπῃ. Ἀλλὰ περὶ τῆς ἀντιπαραβολῆς ταύτης θέλω ὁμιλήσει βραδύτερον. Ἤδη θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, διότι τοῦτο εἶναι σπουδαιότερον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐχαρακτηρίσθη ἐνταῦθα ὡς πατριάρχης τῶν οἰκονομολόγων· τὸ ἐπίστευσε καὶ αὐτὸς, τὸ ἐπίστευσαν καὶ ἄλλοι, καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω, διότι θεωρῶ, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἔχει ἰδέας οἰκονομολογικὰς ἀπηρχαιωμένας, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν διεκρίνετο ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐν τοῖς οἰκονομολόγοις τῆς Ἑλλάδος, τὰ ζητήματα τῆς δημοσίας πίστεως δὲν εἶχον λάβει τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔχουσι σήμερον. Εἶναι τῷ ὄντι αὐθεντία ὁ κ. βουλευτὴς, ὁσάκις πρόκειται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ καταστάσεως παρῳχημένης· ὁσάκις ὅμως ἐπιχειρεῖ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ καταστάσεως ἐνεστώσης, συμβαίνει νὰ εὑρίσκηται πάντοτε ἐπὶ ἐδάφους οὐχὶ ἀληθοῦς. Τινὲς φρονοῦσι, γινώσκοντες τὴν πολλὴν λεπτότητα τοῦ πνεύματος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ὅτι πράττει τοῦτο ἐπίτηδες, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του ἐπίτηδες διέστρεψε πάντας τοὺς ἀριθμούς· ἐγὼ ὅμως γινώσκω, ὅτι εἶναι ὅλως ἀνυπόστατος ἡ ὑπόνοια αὕτη ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἐνόμιζεν ἑαυτὸν σπουδαιολογοῦντα, διότι γινώσκω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, προκειμένου περὶ ζητημάτων δημοσίας πίστεως, ἀπατᾶται ἐκ τῶν φαινομένων δὲν κατέγεινεν εἰς τοιαῦτα ζητήματα, δὲν ἐξήτασε μετ’ ἐμβριθείας αὐτὰ, καὶ διὰ τοῦτο παρέστησε τὰ πράγματα, ὅπως ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται εἰς αὐτόν. Μέχρι τοῦδε, ὡς εἶπον, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις συνετέλεσεν εἰς τὰ τῆς δημοσίας πίστεως, ἐργαζομένη πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων, εἴτε διὰ τῆς πραγματοποιήσεως οἰκονομιῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ταῦτα δὲ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἠθέλησε ν’ ἀναιρέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὴν ἀξίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸν Προϋπολογισμὸν, οὗτινος τὴν ἐφαρμογὴν δύναται νὰ παρουσιάσῃ πλήρη σήμερον ἐκ τῶν ὑστέρων ἐν προσωρινῷ ἀπολογισμῷ, διεχειρίσθη διὰ τρόπου ἐπενεγκόντος οἰκονομίας σπουδαίας, προσεπάθησε ν’ ἀναιρέσῃ, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς ταῦτα, ἵνα μή τις πιστεύσῃ, εἰς αὐθεντίαν μόνον στηριζόμενος, ὅτι πράγματι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους παρουσιάσαμεν, ἦσαν ἀριθμοὶ εἰκονικοὶ, ὅτι δὲν ἔχουσι τὰ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 ἐν τῇ πραγματοποιήσει αὐτοῦ, ὅπως παρεστήσαμεν αὐτά. Ἡμεῖς παρεστήσαμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 3,000,000 καὶ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας λέγει, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι 5,000,000 ἢ πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμυρίων, ἐὰν προσθέσωμεν ὅσα παρελείφθησαν ποσὰ ἐκ τῶν ἐγγραπτέων ἐν τοῖς ἐξόδοις. Ἐγγραπτέα εἰσὶ κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας δύω τινά· δὲν ἐνεγράψαμεν, λέγει, ἐν τοῖς ἐξόδοις τὰ δαπανηθέντα ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν τεσσαράκοντα ἑκατομμυρίων, δὲν ἐνεγράψαμεν δὲ καὶ τὰ δαπανηθέντα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 διὰ ναυτικὰς δαπάνας ποσὰ, μετενεχθέντα ἤδη διὰ Νόμου πιστώσεως ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882· δὲν ἐνεγράψαμεν καὶ ποσὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὁδοποιΐαν καὶ εἰς ναυτικοὺς μισθοὺς, ἀνήκοντα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἀλλὰ μετενεχθέντα παρ’ ἡμῶν εἰς τὸ Κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ πρῶτα, ἤτοι τὰ δαπανηθέντα ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἀνεγνώρισεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὅτι δὲν ὠφείλαμεν νὰ ἐγγράψωμεν τὰ ποσὰ ταῦτα, ἀφοῦ δὲν ἀνεγράψαμεν τὴν ἀντίστοιχον πίστωσιν· ὑπολογίσας ὅμως τ’ ἄλλα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγραπτέα ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀντὶ νὰ ἦναι τοιοῦτον, ὁποῖον παρεστήσαμεν αὐτὸ, ἀνέρχεται εἰς 5 ἢ 5 ἥμισυ ἑκατομμύρια. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἐὰν ἐγγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 τὰς δαπάνας, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐφ’ ὅσον ἡ πίστωσις εἶχε μετενεχθῆ ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἔπρεπε νὰ ἐγγράψωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ 1882· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας λέγει, οὐχὶ, ἔπρεπε νὰ δαπανήσητε τὸ ποσὸν ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐγγράψητε δὲ τὸ ἔξοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882, δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐγγράψητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τὸ ἔσοδον τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, καίτοι δι’ εἰδικοῦ Νόμου μετηνέχθη ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882. Διατί φρονεῖ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐνῷ φρονεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγγράψωμεν αὐτὸ εἰς τὰ ἔξοδα, οὐδεὶς βεβαίως θὰ δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ. Αἱ δαπάναι αὗται δὲν ἀνῆκον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, δὲν ἦσαν ἐγγεγραμμέναι ἐν αὐτῷ, κατόπιν διὰ Νόμου μετηνέχθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον αἱ δαπάναι, μετηνέχθησαν δὲ εἰς αὐτὸν καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000· ἐὰν λοιπὸν θέλητε νὰ ἐγγράψῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἔξοδον, θὰ ἐγγράψῃ καὶ τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον, καὶ ἰδοὺ ὅτι μένομεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἑτέρας δαπάνης, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνεγράψαμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἀλλ’ ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, τουτέστι τῆς δαπάνης, τῆς ἀναγομένης εἰς τὰ τῆς ὁδοποιίας καὶ εἰς ἄλλα ναυτικὰ ἔξοδα, θαυμάζω, πῶς ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦτον σολοικισμὸν περὶ πραγμάτων συνήθων καὶ τῆς ἐποχῆς του, διότι οὕτω ἐγίνετο καὶ τότε, ὅπως ἐγένετο καὶ ἤδη. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 εἴχομεν ποσὸν 785,000 δραχμῶν, ἀναγομένων εἰς δαπάνας τοῦ 1880, τοῦ 1879 καὶ τοῦ 1878. Ἐπίσης εἰς πάντας τοὺς ἄλλους Προϋπολογισμοὺς εἴχομεν ποσὸν ἀναγόμενον εἰς τὰς δαπάνας προηγουμένων χρήσεων. Πότε δὲ γίνεται τοῦτο κατὰ τὸν λογιστικὸν Νόμον; Ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ἐξετελεῖτο ὁ λογιστικὸς Νόμος καθ’ ὁλοκληρίαν, τουτέστιν ἐὰν ἐπεκυροῦτο ὁ ἀπολογισμὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ οἰκεία θέσις τῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἀναγνωρισθέντων ἐξόδων καὶ τῶν δι’ ἀνεπάρκειαν πιστώσεων μὴ πληρωθέντων ἐντὸς τῆς χρήσεως θὰ ἦτον ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐγεννήθη ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς, ἡ δ’ ἐγγραφὴ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ θὰ ἐγίνετο διὰ συμπληρωτικῆς πιστώσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπολογισμὸς δὲν παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλήν, μόνον δι’ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων δύνανται νὰ γείνῃ προσθήκη ἐξόδου εἰς Προϋπολογισμὸν· ὅταν ἄρα ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων ἀναγνωρίζηται ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ χρησίμως ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Νόμου, ἡ ἔκδοσις ἐνταλμάτων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, τουτέστιν ἡ 30 Σεπτεμβρίου, δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ψηφίσεως τῆς πιστώσεως, εἰμὴ διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς καθυστερούσης δαπάνης ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Ὅ,τι λοιπὸν ἐπράξαμεν, εἶναι κανονικὸν, τὰ δὲ ποσὰ, τὰ ὁποῖα μετηνέγκαμεν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884, ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1882 ἐπληρώσαμεν διὰ χρήσεις προγενεστέρας. Ναὶ μὲν ἀπηλλάγη τὸ 1882 ἀπὸ ποσοῦ τινος ἐξόδων ἀνηκόντων εἰς αὐτὸ, ἀλλ’ ἐπεβαρύνθη καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1882 δι’ ἑτέρου ποσοῦ, διὰ ποσοῦ σπουδαίου ἐξόδων, ἀνηκόντων εἰς προηγουμένας χρήσεις. Ἰδίως διὰ τὰ τῆς ὁδοποιίας, τὸ 1882 ἐπληρώσαμεν 562,000 δραχμῶν εἰς λογαριασμὸν ὀφειλομένων παρελθόντων ἐτῶν· ὡς ἐκ τῆς πληρωμῆς δὲ ταύτης ἡ χρῆσις τοῦ 1882 ἔμεινεν ἄνευ ἐπαρκοῦς πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἰδίων ἐξόδων, ἅτινα διὰ τὸν λόγον τοῦτον μεταφέρονται εἰς τὴν πίστωσιν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884. Τὸ ἰσοζύγιον ὅμως οὐδόλως ταράττεται, διότι ἀντίῤῥοπα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦμεν, εἶναι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσεθέσαμεν. Ὅμοιόν τι συνέβη καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα πλοίων τινῶν, ἀνερχόμενα εἰς 170,000 δραχμῶν· ταῦτα ἀνεγνωρίσθησαν ὅτε ἀπουσίαζεν ἡ Βουλή, ἥτις συνῆλθε μετὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου· ἀναγκαίως ἄρα μετηνέχθησαν εἰς τὸν ὑποβληθέντα τῇ Βουλῇ Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, ὅπως εἰς τὸν τοῦ 1882 δι’ ὁμοίους λόγους εἶχον μετατεθῆ πιστώσεις ἐξόδων, ὀφειλομένων ἐκ προηγουμένων χρήσεων, ποσοῦ 785,000 δραχμῶν. Καὶ ἐνταῦθα καθ’ ὃν τρόπον ἀφῃρέσαμεν βάρη, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον εἴχομεν προσθέσει ὁμοίας φύσεως ὑποχρεώσεις ἄλλων χρήσεων· ὥστε ἔχομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 μετὰ τοῦ ἰσοζυγίου, ὁποῖον παρεστάθη. Καὶ εἶναι τοῦτο λίαν σπουδαῖον· διότι ἡ μόνη ἀπόδειξις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ περὶ τῶν ἐλπίδων, ἃς δυνάμεθα νὰ τρέφωμεν οὐ μόνον περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ὑποστατοῦ τοῦ ἰσοζυγίου, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη, εἶναι ὁ ἐφαρμοσθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882. Πρὶν ὑποβληθῇ ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1882, παρὰ πολλῶν ἐδῶ ἠμφισβητήθησαν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐῤῥέθη, ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι τόσον μικρὸν εἶναι τὸ ἔλλειμμα. Ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν αἱ καταστάσεις, εἶπον οἱ αὐτοὶ, περιμένετε νὰ τυπωθῶσι διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι εἰκονικόν· ἀλλὰ καὶ ἤδη μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν καταστάσεων τοιαῦτά τινα ἐπανέλαβεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας κατὰ τὴν τελευταίαν αὑτοῦ ἀγόρευσιν, προτιθέμενος νὰ κλονίσῃ τὰς πεποιθήσεις ὑμῶν ἐπὶ τὸ εἰλικρινὲς τῶν προσαχθέντων ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου. Εἶπε καὶ ἄλλοτε ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς, ὅπως κλονίσῃ τὰς πεποιθήσεις ὑμῶν καὶ ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν νῦν κυβερνώντων καὶ παραστήσῃ τὸν ὑποβληθέντα ἰσολογισμὸν ἀνειλικρινῆ, εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν, ἀναλαβοῦσα τὴν Ἐξουσίαν τὸν Μάρτιον τοῦ 1882, εὗρεν ἀδιάθετα ἑκατομμύρια πολλὰ ἐκ προηγουμένων διαχειρίσεων, τὰ ὁποῖα πάντα κατηνάλωσε. Τοῦτο ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι λαθροχειρία τις εἰσεχώρησεν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1882· διότι, ἐὰν ἔχοντες ἔλλειμμα μόνον τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ 620,000 δραχμῶν, κατηναλώσαμεν δεκάδας ἑκατομμυρίων, ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω τούτων ἀριθμῶν διάστασις ἱκανὴ, ἵνα ἐγείρῃ ἀπορίαν. Ἀλλ’ ἀπορία οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1882. Τί βλέπομεν ἐν τῇ καταστάσει τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1882; βλέπομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράξαμεν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1881 πέντε ἑκατομμύρια καὶ 139,000, ἐδαπανήσαμεν δὲ ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1881 26,500,000, τουτέστιν ἐπληρώσαμεν ἐπὶ πλέον ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1881, 21,360,000. Ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις τῆς γενομένης δαπάνης. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ σχετίζωνται πρὸς τὴν χρῆσιν τὴν νῦν τὰ ἀναγόμενα εἰς χρήσεις προηγουμένας. Τὸ 1881 ἦτο φυσικὸν ν’ ἀφήσῃ μέγα ποσὸν δαπανῶν ἐκκαθαριστέων κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, διότι τὸ 1881 δὲν εἶχε Προϋπολογισμὸν ἐκ τῶν συνήθων εἶχε Προϋπολογισμὸν διπλάσιον τοῦ συνήθους· εἶχε δὲ καὶ δαπάνας ἐκτάκτους, ὧν ἡ ἐκκαθάρισις ἦτο δυσχερεστέρα τῶν τακτικῶν. Φυσικώτατον ἄρα εἶναι, ὅτι ἔμειναν δαπάναι ἐκκαθαριστέαι κατὰ τὸ 1882, καὶ αἱ δαπάναι αὗται, ἐκκαθαρισθεῖσαι, ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν ἀπολειμμάτων τῶν δανείων, ἅτινα, ἐφ’ ὅσον ἦσαν εἰς μεταλλικὸν, ὠφέλησαν τὴν χρῆσιν τοῦ 1882 κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀπήλλατον αὐτὴν τῆς πληρωμῆς διαφορᾶς συναλλάγματος. Ἔχω ἐνταῦθα πλήρη σημείωσιν τῶν πληρωμῶν, τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1882 εἰς λογαριασμὸν τοῦ 1881. Ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν ληφθέντων χρημάτων καὶ τῶν δαπανηθέντων ποσῶν ἕως τέλους τοῦ ἔτους θέλετε ἰδεῖ τὴν διαχείρισιν. Εὕρομεν ἡμεῖς ά) ἐξ ὑπολοίπου ταμείων, 9,437,555· βʹ) ἐκ 4,957 ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν 1,838,961· γʹ) ἐκ διαθεσίμων ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 9,803,887· δʹ) παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως ἐν Παρισίοις 11,286,604· εʹ) παρὰ τῷ Ῥοδοκανάκῃ ἐν Παρισίοις καὶ Ἀμερικῇ 3,637,500· στʹ) παρὰ τῇ Πιστωτικῇ ἐνταῦθα 2,017,000· ζʹ) ἐκ ληφθέντων βραδύτερον ἐντὸς τοῦ 1882 ἀπὸ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, 978,214, καὶ οὕτω ἔχομεν σύνολον ληφθέντων 38,999,820 παλαιῶν δραχμῶν. Κατὰ δὲ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ὑπῆρχον ά) ἐν τοῖς ταμείοις 13,181, 096· β) 4,957 ὁμολογίαι ἀδιάθετοι (πωληθεῖσαι τῷ 1883) 1,838,961· γ) ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διαθέσιμοι 5,459,053· δʹ) παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κων)πόλεως ἐν Παρισίοις 958,243· ε) παρὰ τῷ Ῥοδοκανάκῃ 958,243· στʹ) παρὰ τῇ Πιστωτικῇ Τραπέζῃ ἐνταῦθα 247,179· ζʹ) τὰ πληρωθέντα εἰς ἔξοδα τῆς χρήσεως 1881 πλέον τῶν εἰσπραχθέντων 21,360, 274· ή) ὁμοίως εἰς ἔντοκα γραμμάτια 188,763, ἤτοι ἐν ὅλῳ 44,191,812 νέας δραχμάς· ἑπομένως κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους εἴχομεν 44,191,000 ἀπέναντι 38,999,000, τουτέστιν ηὐξήσαμεν κατὰ τὴν διαχείρισιν τὸ κεφάλαιον πλέον τῶν 5,000,000 δραχμῶν. Αὕτη εἶναι ἡ διαχείρισις, ἂν, ὡς ἔπραξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, θελήσητε νὰ χωρίσητε αὐτὴν ἀπὸ τῆς χρήσεως. Ἐνῷ ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1882 τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνώτερον τῶν 5,000,000, περιορίζεται εἰς 3,620,000 ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἀντὶ ἐξαφανίσεως πολλῶν ἑκατομμυρίων, ὡς ἰσχυρίσθη, ἐνῷ παρελάβομεν 38,999,000 παλαιὰς δραχμάς, παρεδώσαμεν εἰς χρήματα ἢ ἐξωφλήσαμεν 44,191,000 νέας δραχμάς. Τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ 1882 διὰ διαφόρου τρόπου ἠθέλησε νὰ πολεμήσῃ καὶ ἕτερος ἀγορεύσας, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κύριος Κοντογούρης· εἶπεν οὗτος, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ αὐτὸν εἰλικρινῆ, διότι ἀνέγνωσεν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τοὺς ἰσολογισμοὺς τοῦ Αὐγούστου καὶ ἐκεῖ εὗρεν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα 7,000,000, τὸ ὁποῖον αἴφνης κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου κατεβιβάσθη εἰς 3,600,000. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ συνεβουλεύθη ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, διότι ἄλλως εἰς τοιαύτην πλάνην δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ. Ὁ ἰσολογισμὸς, ὁ δημοσιευθεὶς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δὲν περιεῖχε ποσὸν 7,000,000 ἐλλείμματος τὴν 31 Αὐγούστου, ἀλλὰ 2,680,000. Ἀλλὰ καὶ 7,000,000 ἔλλειμμα ἐὰν περιεῖχε, τί πρὸς τοῦτο; Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐργάζεται τὸ Λογιστήριον, δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐνταῦθα διεξάγομεν. Ποσὰ καταχωριστέα μένουσιν ἀκαταχώριστα, καὶ τὸ Λογιστήριον δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον τὰ καταχωρίζει κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους. Οὕτω π. χ. ὡς πρὸς τὰς συντάξεις, αἱ εἰσπράξεις αἱ ἀπέναντι αὐτῶν, εἶναι λογιστικαὶ πράξεις, διότι τὸ Δημόσιον προαφαιρεῖ τὰς κρατήσεις, αὗται δὲ καταχωρίζονται τὴν 31 Ὀκτωβρίου· πρότερον ἦτο περιττὸν νὰ καταχωρισθῶσιν ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν ἐσόδων, ὥστε ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν τῶν προηγουμένων τῆς 31 Ὀκτωβρίου δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀποδείξωμέν τι· διὰ νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἀριθμός τις δὲν εἶναι εἰλικρινής, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὁλόκληρον τὸν ἰσολογισμὸν μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶπεν, ὅτι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀληθεῖς οἱ ἀριθμοί· ἀλλὰ πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἀριθμῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις; δὲν ἐφθάσαμεν ἐξ ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐλλείψεως στρατιωτῶν. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὰ δημοσιευθέντα ἦσαν ἱκανὰ ἵν’ ἀνοίξωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὅπως ἴδῃ, ὅτι ὑπάρχει μικρὰ διαφορὰ ἐξ ἐλλείψεως στρατιωτῶν, καὶ ὅτι αἱ μεγάλαι διαφοραὶ προέρχονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ ἄλλων δαπανῶν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς οἰκονομίας, καί τοι βλέπουσιν οἱ ἐπικρίναντες αὐτὴν διαψευδομένην τὴν ἀξίωσιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1882, ἐξακολουθοῦσιν ἐπιμένοντες καὶ φέρουσιν εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν τῶν νῦν πρὸς τὰς δαπάνας τὰς πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Λαμβάνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 καὶ παραβάλλουσιν αὐτὸν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 ἢ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 ἢ πρὸς τὸν τοῦ 1884. Ἀλλὰ τότε ἡ παραβολὴ αὕτη θὰ εἶχέ τινα σπουδαιότητα ὅταν ἐδείκνυον οἱ τοιαῦτα ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ αὔξησις προῆλθεν ἐκ δαπανῶν τῆς διοικήσεως τῆς συνήθους· ὅταν ὅμως αἱ νέαι δαπάναι προέρχωνται ἐξ αὐξήσεως ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος πληρόνομεν εἰς τόκους δανείων....
§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἐξῄρεσα ἐγώ· ἐξῄρεσα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ πᾶσαν καλὴν δαπάνην ἐθεώρησα ὡς φιλοπάτριδα.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἐξαιρέσητε πάντα ταῦτα, δὲν μένει τίποτε, δὲν μένει εἰμὴ ποσὸν δεκάδων χιλιάδων, δυνάμενον νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν συνήθη ὑπηρεσίαν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν καταλογίζῃ τὰ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἂν καὶ οὗτος ἰσχυρίζεται, ὅτι συνεστήσαμεν τηλεγραφεῖα εἰς μέρη ὅπου ταῦτα δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα. Ἵνα δυνηθῶσιν οἱ τοιαῦτα ἰσχυρισθέντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἀξίωσίν των, ἠναγκάσθησαν νὰ μεταβάλωσι τοὺς μῆνας εἰς ἔτη διὰ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐν Βιτρινίτζῃ δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία τηλεγραφικὴ ἱκανὴ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὕπαρξιν τηλεγραφείου, προσήγαγον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν εἰσπράξεων ἑνὸς μηνός, εἰπόντες, ὅτι τοῦτο εἶναι εἴσπραξις ἔτους.
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πόση εἶναι ἡ εἴσπραξις;
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 67 δραχμαὶ δι’ ἕνα μῆνα.
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πόσον τὸ ἔτος;
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἕνα μῆνα μόνον εἶχε λειτουργήσει τὸ τηλεγραφεῖον ἐκεῖνο κατὰ τὸ 1882, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι τοῦτο ἤρκει ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ τηλεγραφεῖον Βυτρινίτζης ἀπήνεγκεν 67 δραχμὰς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἐνῷ ἀπέδωκε τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ ἕνα μῆνα. Ἀλλ’ οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν, ὅτι τηλεγραφεῖα θὰ συνιστῶνται μόνον ἐκεῖ, ὅπου καλύπτουσι τὰ ἔξοδα ἢ ἀποφέρουσι πρόσοδον σπουδαίαν, σφάλλουσιν. Ἡμεῖς αὐτοὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ καταδύσεως καλωδίων χάριν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα βεβαίως δὲν θὰ καλυφθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εἶχον ὑπογράψει σύμβασιν, καλῶς ποιοῦντες, δι’ ἧς ἀνελάμβανον πολλῷ βαρυτέρας ὑποχρεώσεις διὰ τὸν τοιοῦτον τηλεγραφικὸν σύνδεσμον τῶν νήσων μετὰ τοῦ ἄλλου Κράτους, ἐξ οὗ δὲν θ’ ἀπελάμβανον τὰ καταβληθησόμενα ἐτησίως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου σπουδαῖα ποσὰ ἀντὶ τόκου καὶ ἐξόδων συντηρήσεως, καὶ ὅμως πιστεύω οὐδεὶς σκέπτεται νὰ ἀποκρούσῃ τὸ μέτρον. Δαπανῶμεν καὶ εἰς ἄλλα, εἰς τὴν ὁδοποιΐαν· καὶ περὶ ὁδοποιΐας ὡμίλησα διὰ μακρῶν, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ διαλάβω ἤδη. Ὅ,τι θέλω ἤδη νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν 84 ἑκατομμυρίων τοῦ ἄρτι ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, παραβαλλομένων πρὸς τὰ 52 ἑκατομμύρια τοῦ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν θὰ εὕρητε αὔξησιν ἀνωτέραν δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἀναγομένων εἰς τὴν συνήθη ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν, καὶ ταύτην πρὸς ὄφελος αὐτῆς· διότι σήμερον πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας 3,500,000 δραχμῶν δι’ αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν δὲ τοιαύτας δαπάνας προσεθέσαμεν, δύνασθε τοῦτο νὰ καταλογίσητε εἰς σπατάλην τῆς Κυβερνήσεως; Ἀνεδιοργανώσαμεν τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἔκτοτε ηὐξήσαμεν τοὺς μισθοὺς, ἀλλ’ ηὐξήσαμεν καὶ τὰ ἔσοδα, καὶ ὅτε ὑπεβάλομεν τὸ μέτρον εἰς τὴν Βουλὴν ἐλέχθη, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ πρόσθετα ἔξοδα, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὰ ἔσοδα· καὶ τί ἀποδεικνύεται; ὅτι τὰ μὲν ἔξοδα ἔχομεν κατά τι κατώτερα ἢ ὅσον εἶναι σημειωμένα, τὰ δὲ ἔσοδα κατὰ πολὺ ἀνώτερα καὶ ἱκανῶς ἀνώτερα, ἵνα καλύψωσι πᾶσαν τὴν πρόσθετον δαπάνην καὶ ἀφήσωσι καὶ κέρδος. Τοιαύτη, εἰσηγήσει ἡμῶν, ἐνομοθετήθη ὡς πρὸς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν αὔξησις μισθῶν, τοιαύτη ἐνομοθετήθη καὶ ὡς πρὸς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑποβάλλομεν περὶ αὐξήσεως ὅλων τῶν μισθῶν διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς νέας εἰς τὴν παλαιὰν δραχμήν, καὶ τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ἐπινευούσης ἁπάσης τῆς Βουλῆς, θέλομεν ὑποβάλει μετ’ ὀλίγον περὶ περαιτέρας ἔτι αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, τουτέστιν οὐχὶ διὰ τῆς ἁπλῆς μεταβολῆς τῆς παλαιᾶς εἰς νέαν δραχμήν, ἀλλὰ δι’ ὀργανικῆς τοῦ μισθολογίου ἀναθεωρήσεως; Τὸ καθ’ ἡμᾶς ἄρα εἴχομεν πράξει ὅ,τι ἐξ ἡμῶν ἤρτητο, ἵνα ἐμπεδώσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ καταστήσωμεν ἑπομένως ἐφικτὴν τὴν πραγματοποίησιν δανείου. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ σκέψις, ἡ γενομένη ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὴν διαπραγμάτευσιν τὴν παρελθοῦσαν περὶ δανείου 120, 000, 000, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον Κράτος τι δανείζεται, ἐξαντλεῖ τὴν πίστιν αὐτοῦ· δανεισθεῖσα δὲ ἡ Ἑλλὰς 120,000,000, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξαντλήσασα τὴν πίστιν αὑτῆς καὶ μὴ δυναμένη πλέον νὰ δανεισθῇ. Εἶν’ ἀληθὲς, ὅτι προσεκτήσαμεν τὴν Θεσσαλίαν καὶ μικρὸν μέρος τῆς Ἠπείρου, ἀλλ’ ὅτε τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐξεδίδετο εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰσήρχετο εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἡ Θεσσαλία ἑπομένως ἐλογίζετο ὡς μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅτε τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐπραγματοποιεῖτο. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν δὲ, μετὰ τὴν πραγματοποίησιν δανείου 120,000,000, νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον 170,000,000, πρέπει ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας πίστεως νὰ ἦναι πολλῷ ὑπερτέρα σήμερον, ἢ ὅτι ἦτο τότε. Ἐὰν τὴν ἐπαύριον τῆς συνομολογήσεως δανείου 120 ἑκατομμυρίων ἠθέλετε νὰ συνομολογήσητε δάνειον ἑκατὸν ἢ πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο τοῦτο ἐφικτόν; Διὰ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἶχον ἐξαντληθῆ αἱ δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος τοῦ δανείζεσθαι. Ἡ ἔκτοτε ὅμως βελτίωσις τῆς δημοσίας πίστεως ἐπιτρέπει, ὅπως δυνηθῶμεν ἤδη νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ὑπέρτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τότε ἐπραγματοποιήσαμεν. Ἀλλ’ ἐπὶ τίσιν ὅροις ἐπραγματοποιήσαμεν αὐτό; Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι εἶπον ἄλλοτε καὶ ὅ,τι ἀνεγνώσθη ἐντεῦθεν ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἵνα παρασταθῶ δῆθεν καὶ πάλιν ὡς ἀντιφάσκων, ὅτι, ὅταν οἱ ὅροι δανείου τινὸς ὑπερβῶσι μέτρον τι, ἡ προσθήκη πλεονεκτημάτων ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ καθιστᾷ δυσχερεστέραν τὴν πραγματοποίησιν. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον. Ἐν διαπραγματεύσει δανείου δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐλπίζητε, ὅτι θέλετε ἐπιτύχει ὅρους πολλῷ ἀπομακρυνομένους τοῦ σημείου ἐκείνου τὸ ὁποῖον τὰ Χρηματιστήρια ἐκανόνισαν ὡς ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν θελήσητε νὰ πραγματοποιήσητε δάνειον ἀνώτερον τῶν δυνάμεων τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, βαίνοντες πέραν τοῦ σημείου ἐκείνου, δὲν θὰ τὸ εὕρητε· ἐὰν πάλιν ἐλπίσητε, ὅτι θέλετε δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσητε τὸ δάνειον δι’ ὅρων κατωτέρων, θέλετε ἀπατηθῆ. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον δάνειον νὰ πραγματοποιηθῇ ἄλλως ἢ πρὸς τῷ μέτρῳ τῶν τρεχουσῶν τιμῶν τῶν ἄλλων δανείων τοῦ Κράτους. Εἶναι καὶ τὰ δάνεια, ὅπως πᾶν ἄλλο ἐμπόρευμα. Ὅταν ἐμπόρευμά τι προσφέρηται ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, πῶς δύναταί τις ν’ ἀξιοῖ, ὅτι θ’ ἀποκτήσῃ αὐτὸ, εἰς μέγα μάλιστα ποσὸν, ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ; Τοὐναντίον, ὁ ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀγορὰν, ἵνα ἀποκτήσῃ μέγα ποσὸν, προβλέπει, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσῃ τι εἰς τὴν ὑπάρχουσαν τιμήν. Ὅταν λοιπὸν τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη, ἀπέχῃ τῆς τρεχούσης τιμῆς κατὰ κλάσμα μονάδος, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις περὶ τῆς βάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθημεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποίησε σήμερον ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις, τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἀφοῦ ἀπέτυχεν ἡ διαπραγμάτευσις τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δάνειον ἐπραγματοποιήθη ἐπὶ ὅροις οὐχὶ συμφέρουσι, διότι κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰς τρεχούσας τιμὰς ἄλλων δανείων τοῦ Κράτους ἐκείνου, θὰ ἀπελάμβανε τὸ Κράτος, ἐὰν ἐπὶ τῇ τιμῇ ἐκείνῃ ἐξέδιδε τὸ δάνειον, 113%, ἐξέδωκε δὲ τὸ δάνειον, ἀντὶ 98%, ἀφαιρέσει δὲ τῆς jouissance ἀντὶ 96⅓. Ὅταν ἡ διαφορὰ ἦναι ὡς 96⅓ ἢ 98 πρὸς 113, ἐννοεῖται, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ συζήτησις· ἀλλ’ ὅταν ἡ διαφορὰ ἦναι ὡς 68⅛ πρὸς 69—διότι τοιαύτη εἶναι ἡ τρέχουσα τιμὴ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000— βεβαίως τοιαύτη συζήτησις δὲν χωρεῖ. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐξωτερικῆς πίστεως, πρέπει καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πίστιν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν. Πῶς δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ προσδοκᾷ, ὅτι θὰ δανείζηται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπὶ ὅρῳ κατωτέρῳ τοῦ τόκου, ἀνθ’ οὗ δανείζει τὸ ἐπίσημον ἵδρυμα τὸ Τραπεζικὸν τοῦ Κράτους; Ὅταν Τράπεζα προνομιοῦχος, ἐκδίδουσα γραμμάτια, δανείζει ἐπὶ προεξοφλήσει πρὸς 8% καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προεξοφλήματος πρὸς 8½%—διότι ὁ τόκος προαφαιρεῖται—ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δανείζῃ πρὸς 8½%, τί ὀλοφύρεσθε καὶ ἐξίστασθε, ὅτι πραγματοποιοῦμεν δάνειον πρὸς 7 καὶ 35 ἢ πρὸς 7 καὶ 85 ἢ πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον τόκον ἐκ τῶν ὑπολογισθέντων; Εἰς ποῖον ἄλλο Κράτος ἡ τιμὴ τῶν ἐθνικῶν δανείων εἶναι κατωτέρα τῆς κατὰ μέσον ὅρον τιμῆς τῆς προεξοφλήσεως τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν; Πότε ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ ἡ κατὰ μέσον ὅρον τιμὴ τῆς προεξοφλήσεως ὑπῆρξεν ἀνωτέρα τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων; Ὅταν τὰ χρεώγραφα ἐν Γαλλίᾳ ἀποφέρωσι 4⅓%, ἡ μέση τιμὴ τῆς προεξοφλήσεως ποία εἶναι; Παραλλάσσει ἡ τρέχουσα τιμή· εἶναι 4 ἢ 3½ ἢ 3 ἢ 2½ ἢ 2, σπανίως ὅμως εἶναι ἀνωτέρα τῆς τρεχούσης τιμῆς τῶν χρεωγράφων· μόνον ἐν ἐποχῇ κρίσεως δύναται νὰ ἦναι διαρκῶς ἡ τιμὴ τῆς προεξοφλήσεως ἀνωτέρα τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων. Καὶ ἐν τούτοις, ἐν ᾧ ἔχομεν τιμὴν προεξοφλήσεως ἐν Ἑλλάδι 8½% τοῦ ἐπισήμου καταστήματος, τῶν δὲ ἄλλων καταστημάτων 9%, καὶ ἀνωτέραν—διότι τὰ πράγματα ἐδῶ ἔχουσιν ἀντιστρόφως ἢ ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις· διότι ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις τὰ ἰδιωτικὰ καταστήματα προεξοφλοῦσιν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τοῦ Ἐθνικοῦ ἱδρύματος—ἐνῷ ἔχετε τὸ μὲν Ἐθνικὸν ἵδρυμα προεξοφλοῦν πρὸς 8½%, τὰ δὲ ἰδιωτικὰ πρὸς 9½, καὶ τὸν τόκον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀναβαίνοντα εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους γινώσκομεν, ὀνομάζετε χρεωκοπικὸν δάνειον, τοῦ ὁποίου ὁ τόκος δὲν φθάνει εἰς τὰ 8%! Πῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ δανεισθῶμεν ἐπὶ ὅροις διαφόροις; Ἐννοῶ τὰς συζητήσεις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δυνατοῦ· ἐννοῶ τινα ἰσχυριζόμενον ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, ἢ ἐξ ἐνδείξεων ἢ ἐκ σκέψεων, στηριζομένων εἰς τὰς τιμὰς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ὅτι κακῶς διεπραγματεύθη τὸ δάνειον ἀντὶ 7 καὶ 80, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνομολογηθῇ ἀντὶ 7 καὶ 70 ἢ 7 καὶ 65. Τοιαύτην διαφορὰν ἐννοῶ ἄριστα ὡς ἀντικείμενον συζητήσεως, διότι ἔχει ἀφετηρίαν, ἣν ὅλοι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει οἱ εἰλικρινῶς καὶ πρακτικῶς σκεπτόμενοι· δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς βάσεως, εἰμὴ πλειότερον ἢ ὀλιγώτερον ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ πάντοτε κατὰ κλάσμα. Λέγων τις, ὅτι τοῦτο τὸ δάνειον εἶναι χρεωκοπικόν, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ νὰ πραγματοποιήσῃ, θὰ ἦναι δάνειον συμφέρον, προδίδει πλήρη ἔλλειψιν σπουδαιότητος. Καὶ ἓν ἔτος ἂν παρέλθῃ, νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν, ἐὰν τὰ πράγματα τῆς Εὐρώπης τὰ χρηματιστικὰ βελτιωθῶσι, πολὺ μεγάλην διαφορὰν ἐπὶ τοῦ τόκου; Θὰ ἐπιτύχωμεν ἴσως ¼ ἢ ½%, καὶ τοῦτο ἐν τῇ περιπτώσει τῇ μᾶλλον εὐνοϊκῇ· διότι τὰ τῆς δημοσίας πίστεως Κράτους τινὸς ἀπαιτοῦσι πολὺν χρόνον, ἵνα φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν διὰ τῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης τῶν ξένων ἐθνῶν. Τὰ ξένα ἔθνη δὲν παρακολουθοῦσιν, ἰδίως τὰ τῶν μικρῶν Κρατῶν, ἐπιμελῶς· ἡμεῖς δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ ψηφίζωμεν Προϋπολογισμοὺς ἐν ἰσοζυγίῳ, νὰ ἐπιβάλλωμεν φορολογίας βαρείας, πάντα ταῦτα δυσκόλως φθάνουσι μέχρις ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται τὰ Τραπεζικὰ καταστήματα διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ Τραπεζικὰ καταστήματα λίαν ἀτελῆ ἔχουσι γνῶσιν αὐτῶν. Καὶ οἱ ἐντριβέστεροι περὶ τὰ χρηματιστικὰ καὶ τὰ τῶν ξένων δανείων δὲν παρακολουθοῦσιν ἀκριβῶς τὰ τῆς νομοθεσίας τῶν ξένων ἐθνῶν, ἀποβλέπουσι μᾶλλον εἰς τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα, καὶ κατάστασις ἅπαξ ἀναγνωρισθεῖσα ἐν ξένῃ ἀγορᾷ δυσκόλως μεταβάλλεται εἴτε ἐπὶ τὰ βελτίω, εἴτε ἐπὶ τὰ χείρω. Ἡμεῖς εἴχομεν ἄλλοτε πολιτικὴν περὶ τὰ τῆς δημοσίας πίστεως ὅλως ἀντιστρατευομένην πρὸς τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς, ἐν ἐποχῇ, ὅτε ἤκμαζεν ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη τοῦ ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς, ὡς ἐπὶ Περικλέους δὲν ἔπρεπε νὰ σκέπτηται, πῶς νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη της, ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ τὰ πληρώσῃ. Τότε τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825 ἔμενον παρηγκωνισμένα, μὴ ἀναγνωριζόμενα, ὅτε δὲ τέλος ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις τῇ Ἑλλάδος ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰ, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν αὐτῆς πίστιν, ὑπῆρξε μεγάλη ἀντίδρασις, διότι δυσκόλως ἠδύναντο νὰ πεισθῶσιν οἱ ἀρχαΐζοντες, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐτησία πληρωμὴ 75,000 λιρῶν ἠδύνατο ν’ ἀνορθώσῃ τὴν πίστιν τοῦ Τόπου. Ἡ τοιαύτη πολιτικὴ εἶχε καταστήσει τὴν Ἑλλάδα ἀπόβλητον τῶν Χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης καὶ εἶχε παραγάγει ἰδέαν, ὅτι πᾶσα σχέσις μεταξὺ τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς Ἑλλάδος ἦτο σχέσις θύματος καὶ βωμοῦ, καὶ ἑπομένως οὐδὲ λόγος ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐν ξέναις ἀγοραῖς περὶ Ἑλληνικῶν χρεωγράφων· ἡ κατάστασις ὅμως τῆς Ἑλλάδος, ἡ οἰκονομικὴ, ἐβελτιοῦτο ὁλονὲν, καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1875 ἐπῆλθεν ἡ χρεωκοπία τῆς Τουρκίας, ἡ Ἑλλὰς βεβαίως εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν πολὺ ἀνθηροτέραν ἐκείνης οἰκονομικῶς. Καὶ ὅμως τὰς παραμονὰς τῆς χρεωκοπίας αὐτῆς ἡ Τουρκία ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ καὶ ὑπὸ ὅρους οὐχὶ πολὺ βαρεῖς ἐν Εὐρώπῃ, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καίτοι εἶχεν ἐνώπιον αὐτῆς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον βλέπομεν, δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ ὑπὸ οὐδένα ὅρον. Ἡ Τουρκία ἐπὶ μακρὸν διετέλει πράγματι ἐν χρεωκοπίᾳ, ἀλλ’ εἶχον συνειθίσει τὰ Χρηματιστήρια νὰ θεωρῶσιν αὐτὴν ἀξιόχρεων καὶ δὲν ἐξήταζον ἐπιμελῶς τὰ ἐν τῷ Κράτει γινόμενα, οὐδὲ τοὺς ἑτεροσκελεῖς αὐτοῦ Προϋπολογισμοὺς ἢ μᾶλλον τὴν ἔλλειψιν σπουδαίου Προϋπολογισμοῦ· ἀπέβλεπον μόνον εἰς τὸ ὅτι ἐπληρώνοντο τακτικῶς τὰ τοκομερίδια. Τῆς Ἑλλάδος οἱ Προϋπολογισμοί παρίσταντο πάντοτε ἐν προόδῳ, ἀλλὰ τοῦτο ἠγνόουν οἱ Τραπεζῖται· ἠρκοῦντο νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠρνεῖτο τὴν πληρωμὴν τῶν παλαιῶν αὐτῆς χρεῶν, καὶ τοῦτο ἤρκει, ἵνα καταστήσῃ αὐτὴν ἀναξιόχρεων. Ταῦτα λέγω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ κατάστασις, ἅπαξ ἀναγνωρισθεῖσα ἐν ξένῃ ἀγορᾷ, δυσκόλως μεταβάλλεται· ὅτι πρὸς τὴν μεταβολὴν ἀπαιτοῦνται ἐξωτερικά τινα γεγονότα καταληπτὰ τοῖς χρηματιζομένοις, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομίζητε, ὅτι ἐπειδὴ ἐψηφίσαμεν βαρυτάτους φόρους καὶ πλησιάζομεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, πρέπει νὰ ἴδωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν ἀμέσως ἀνθοῦσαν· θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν ἴδῃ ὁ κόσμος τὰ ἀποτελέσματα τῆς νέας ἡμῶν οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐν μορφῇ καταληπτῇ εἰς αὐτὸν, καὶ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τούτου χάριν θέλομεν, ὅπως τὸ δάνειον πραγματοποιηθῇ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιτυγχανομένην διὰ τῶν ληφθησομένων προκαταβολῶν. Ἂν περιεμένομεν τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἵνα πραγματοποιήσωμεν τὴν ἄρσιν, δὲν θὰ εἴχομεν περὶ τὰ τοῦ δανείου τὴν ὠφέλειαν τῶν ἐκ ταύτης ἐντυπώσεων. Ὅπως δ’ ἐπιτύχωμεν ὅσον ἔνεστι πληρεστέραν τὴν ὠφέλειαν ταύτην, διῃρέσαμεν τὸ δάνειον εἰς τμήματα, καὶ ἓν μὲν τμῆμα ἐξ 60,000,000 ἀφήσαμεν ἐντελῶς εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεζητήσαμεν δ’ ὅπως διά τῶν ἑτέρων τμημάτων ἀποκτήσωμεν παρὰ τῶν Τραπεζιτῶν εὐθὺς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀναβαλλομένης πρὸς τὸ παρὸν τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς. Λέγων δ’ εὐθὺς, δὲν ἐννοῶ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς· τοῦτο θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν εὐκολώτερον ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι τὴν ἄρσιν πρέπει νὰ διαβαθμίσωμεν, ὅπως προληφθῶσιν αἱ ἐκ τῆς ἀποτόμου μεταβολῆς ζημίαι. Ἵνα ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ἵνα ἀποκτήσωμεν τὰ 72,000,000, δι’ ὧν θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, χωρὶς ὅμως νὰ δεσμευθῶμεν ὡς πρὸς ὁλόκληρον τὸ δάνειον, ἔπρεπε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 72,000,000 νὰ λάβωμεν διὰ προκαταβολῶν εἰς δόσεις ὅσας ἀπῄτει ἡ διαβάθμισις τῆς ἄρσεως. Ἐὰν οὕτως ἐπράττομεν, θὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι κατὰ τὴν ὥραν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου νὰ λάβωμεν πᾶσαν ὠφέλειαν, ἥτις θὰ προήρχετο ἐκ τῆς βελτιωθείσης καταστάσεως τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ ἐκ τῆς βελτιωθείσης καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν ὅτι θὰ παρεῖχε κινδύνους, περὶ ὧν ἔπρεπε νὰ προνοήσωμεν. Καὶ πάλιν ὡς πρὸς τοῦτο θὰ ἀναφέρω προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ἥτις ἀνεγνώσθη ἐντεῦθεν, ἵν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίφασιν ἤδη πρὸς ὅ,τι ἄλλοτε εἶπον· ἀνεγνώσθη ἐντεῦθεν περικοπὴ ἀγορεύσεώς μου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔλεγον, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ εἶναι χρεωκοπικαὶ καὶ λίαν ἐπικίνδυνοι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὰς ἀποφεύγωμεν διὰ παντὸς τρόπου. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ἐφροντίσαμεν νὰ προλάβωμεν τὰ ἐκ τῆς προκαταβολῆς κακά· καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρεδέχθημεν τὴν προκαταβολὴν πλήρη, ἥτις θ’ ἀνταπεκρίνετο ἐντελῶς πρὸς τὸν ἄμεσον ἡμῶν σκοπόν. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ προκαταβολὴ ἄκρατος, ὁποία εἶχε συνομολογηθῆ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, θὰ ἦτο λίαν ἐπικίνδυνος, ἐνῷ ἡ προκαταβολὴ θὰ ἀπέβαινεν ἐντελῶς ἀκίνδυνος, ἐὰν συνεκιρνᾶτο μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως ἐν τῷ δανείῳ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον συνομολογήσει αὐτὴν, ἐὰν τὸ δάνειον, πρὸς ὃ συνδέεται ἡ προκαταβολὴ, εἶναι δάνειον οὐχὶ μόνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τούτων τῶν προσφερόντων τὴν προκαταβολήν. Ὅταν οἱ προκαταβάλλοντες 35,000,000 ἐνοχοποιηθῶσιν ἐν τῷ δανείῳ ἀντὶ 55,000,000 ὀνοματικῶν, ἀνθ’ ὧν καταβάλλουσιν εὐθὺς 37,000,000, ἔχομεν ἅπαν τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἔχομεν δὲ φόβον μὴ ἐγκαταλειφθῶμεν ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ δανείου. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καὶ δι’ ὅλον τὸ δάνειον καὶ διὰ τὸ μέρος, ὅπερ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν προκαταβολὴν, συνέφερεν, ἵνα δεσμεύσωμεν ἀπέναντι ἡμῶν ὁμάδα λίαν ἰσχύουσαν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, ἰδίως ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια. Ἡ ὁμὰς ἐκείνη θὰ ἠδύνατο καὶ μεγάλως νὰ βλάψῃ, ἂν δὲν μετεῖχε τοῦ δανείου, θὰ ἠδύνατο δὲ μεγάλως νὰ ὠφελήσῃ μετέχουσα αὐτοῦ. Καὶ ἐῤῥέθη ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι ἕτερον χαρακτηριστικὸν χρεωκοπικὸν τοῦ δανείου εἶναι, ὅτι συνηλλάχθημεν πρὸς ὁμάδα καὶ δὲν ἐπραγματοποιήσαμεν τὸ δάνειον δι’ ἀπ’ εὐθείας ἐγγραφῆς τοῦ κοινοῦ. Ποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι, ὅταν φθάσῃ Κράτος τι εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιῇ τὰ δάνειά του ἄνευ μεσολαβήσεως μεσιτῶν, ἔφθασε πλέον εἰς τὸ ἄκρον τῆς ἐπιτυχίας ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐργασίᾳ; Ἀλλὰ ποῖον Κράτος ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο; ἔφθασεν ἡ Ἀγγλία, εἶχε φθάσει καὶ ἡ Γαλλία πρό τινος χρόνου· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλία ἐπ’ ἐσχάτων, ὅτε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ μεγάλα ποσὰ, ἐδέησε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τραπεζιτῶν καὶ ποιήσηται εἰς αὐτοὺς εὐκολίας. Πάντα δὲ τὰ ἄλλα Κράτη διὰ τραπεζιτῶν πραγματοποιοῦσι τὰ δάνεια αὐτῶν· αὐτὴ ἡ Ρωσσία, ἥτις τώρα ἐπραγματοποίησε δάνειον ἐσωτερικὸν ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τραπεζιτῶν, καὶ αὐτὴ ἐπλήρωσε μεσιτείαν εἰς τοὺς τραπεζίτας, τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν ἐγγραφήν· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου δι’ ἀμέσου ἐγγραφῆς προέβη μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς Τραπέζας διὰ τὴν συνομολόγησιν ἐξωτερικοῦ δανείου. Τῆς Ἰταλίας τὸ μέγα δάνειον διεπραγματεύθη ὑπὸ τραπεζιτῶν, οἵτινες ἐπραγματοποίησαν κέρδος, καίτοι, ὡς εἶπον, ἡ βʹ. σειρὰ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ἀπέτυχε· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον ἀναγκαία εἶναι ἡ διὰ τραπεζιτῶν διαπραγμάτευσις, παρέχουσα ἀσφάλειαν ἐκ τῶν προτέρων. Ἂν ὅμως ἡ τῶν τραπεζιτῶν συνδρομὴ εἶναι ἀναγκαία εἰς πάντα σχεδὸν τὰ Κράτη, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, πόσῳ μᾶλλον δὲν εἶναι ἀπαραίτητος εἰς ἡμᾶς, ὧν ἡ πίστις εἰσέτι δὲν ἐπαγιώθη, καὶ οἵτινες εὑρισκόμεθα ἐν αὐτοῖς τοῖς Χρηματιστηρίοις, σχεδὸν ξένοι πρὸς τοὺς ἐν αὐτοῖς χρηματιζομένους; διότι ἐῤῥέθη, καὶ δὲν ἐῤῥέθη ἐσφαλμένως, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, τὰ κυκλοφοροῦντα ἐν τῷ Γαλλικῷ Χρηματιστηρίῳ, δὲν ἐνεκλιματίσθησαν ἔτι ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ κυκλοφορία αὐτῶν γίνεται ἐν τοῖς παρασκηνίοις. Μόλις πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐπετεύχθη ἡ πραγματικὴ εἰσαγωγὴ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 εἰς τὸ Χρηματιστήριον τὸ Ἀγγλικόν· γίνεται δ’ ἐκεῖ ἀρκετὴ συναλλαγή, ἀλλ’ οὐχὶ τοσαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐκ παραλλήλου βαδίζει τὸ δάνειον τοῦτο πρὸς τὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ὅταν ἐν τοιαύτῃ μεταβατικῇ καταστάσει εὑρισκώμεθα ἀπέναντι τῶν Χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης, συμβαίνει δὲ νὰ ὑπάρχῃ ὁμὰς, ἥτις ἕνεκα τῆς συνομολογήσεως τῶν προηγουμένων δανείων, τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ ἄλλων ἐργασιῶν, εὑρίσκεται ἐν κατοχῇ τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν, θὰ ἦτον ἔργον ἀπονοίας νὰ ζητήσωμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον ἄλλως ἢ δι’ αὐτῶν. Τοὐναντίον, ἔπρεπε παντὶ τρόπῳ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν σύμπραξιν αὐτῶν διὰ τοιαύτης, εἰ δυνατόν, συμμετοχῆς ἐν τῷ δανείῳ, ὥστε πᾶν κέρδος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἐπιτυχίας αὐτοῦ νὰ ἦναι καὶ κέρδος αὐτῶν. Ἠρώτησάν τινες, ποία θὰ ἦναι ἡ συνδρομή, ἣν θὰ παράσχωσιν οἱ Τραπεζῖται οὗτοι ἐν τῇ ἀγορᾷ; Οἱ Τραπεζῖται οὗτοι θὰ κανονίσωσι τὰ πάντα. Αὐτοὶ μετὰ τῆς πελατείας των, κατέχοντες πολλὰ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσωσι τὴν ἀναγκαίαν ὤθησιν πρὸς ἐπιτυχίαν νέου Ἑλληνικοῦ δανείου, διαῤῥυθμίζοντες καταλλήλως τὰς ἀγοραπωλησίας τῶν παλαιοτέρων δανείων καὶ κατερχόμενοι ὡς ἀγορασταὶ τοῦ νέου, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀπαιτεῖται πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν. Κατὰ ταῦτα ἐθεωρήσαμεν πρέπον, ὅπως ἐκ τῶν 170,000,000 τὰ 55,000,000 παραχωρήσωμεν ὁριστικῶς εἰς τοὺς συμβαλλομένους, καὶ τὰ τῆς συμβάσεως ἀφορῶσιν ἰδίως εἰς τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 55,000,000 ὀνομαστικῶν, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτοὺς παρεχωρήθη καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπετεύχθη ὅπως ἔχωσι καὶ οὗτοι ἴσον συμφέρον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ. Ὡς προεῖπον, ἐν τοῖς ὅροις, οὓς συνωμολογήσαμεν διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν 55,000,000, περιελάβομεν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ πλεονέκτημα αἱρέσεως ἐπὶ τοῦ ἄλλου τμήματος οὐχὶ τοῦ τῶν 60,000,000, ἀλλὰ τοῦ τῶν 55,000,000, τουτέστιν ἐπὶ ἐκείνων, ἅτινα συνάμα μετὰ τῶν παραχωρουμένων 55 ἑκατομμυρίων θέλουσιν ἐκτεθῇ εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν. Ἐπὶ τοῦ τμήματος τούτου, τοῦ ὑπὸ αἵρεσιν, θὰ ἔχωσιν οὗτοι ἴσον συμφέρον μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι πᾶσα αὔξησις τιμῆς θέλει διανέμεσθαι μεταξὺ ἐκείνων καὶ τοῦ Δημοσίου. Οἱ ὅροι δὲ τοὺς ὁποίους συνωμολογήσαμεν περὶ τοῦ τμήματος τοῦ δανείου, τοῦ ὁριστικῶς παραχωρουμένου, παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς τῶν ἄλλων δανείων, ἆρα εἶναι τοιοῦτοι ὁποίους παρέστησεν αὐτοὺς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας καὶ ἄλλοι; ἆρα εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι κατώτεροι τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐπιτύχει ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ἢ τῶν 60,000,000; Ἤκουσα ἑνὸς βουλευτοῦ λέγοντος, ὅτι οἱ ὅροι εἶναι χείρονες τῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διότι ἐν τούτῳ τῷ δανείῳ πραγματοποιοῦμεν 342½, ἐνῷ ἐν τῷ δανείῳ τῶν 60,000,000 ἐπραγματοποιήσαμεν 360 φράγκα ἀντὶ τῶν 500. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 εἶναι δάνειον πρὸς 6%, τὸ δὲ τῶν 170,000,000 εἶναι πρὸς 5%· ἐννοεῖται ἑπομένως, ὅτι ἓν ἑκτημόριον περίπου πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε ἐκ τῆς τιμῆς τοῦ πρώτου, ἵνα ἀποκαταστήσητε τὴν ἀναλογίαν· ὅταν δὲ ἀπὸ 360 φράγκων ἀφαιρέσητε τὸ ⅙, πίπτετε πολὺ κάτω τῶν 342½· ὥστε περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 οὐδεὶς δύναται νὰ γείνῃ λόγος. Περὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ὁ κ. βουλευτὴς ἐχώρισεν αὐτὸ ἀπὸ τῆς προκαταβολῆς, ἐνῷ τὰ δύω εἶναι ἀλληλένδετα, ὅπως καὶ ἡ προκαταβολή, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν, εἶναι ἀλληλένδετος πρὸς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000. Ἡ προκαταβολὴ δὲ ἐκείνη ἡ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, πλὴν τῶν ἄλλων ὅρων, ὑφ’ οὓς ἐπραγματοποιεῖτο, ἐπήγετο καὶ τὰς ἑπομένας ὠφελείας· πρῶτον τὴν παραχώρησιν τῶν προνομίων τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης· τὸ προνόμιον τοῦτο ἐπωλήθη ἀμέσως παρὰ τῶν συμβληθέντων ἀντὶ ἀμοιβῆς 140 φράγκων ἀνὰ μετοχήν, μετοχαὶ δὲ ἦσαν 40,000, ἑπομένως ἐκ τούτου ἐπραγματοποίησαν οὗτοι κέρδος 5 ἑκατομμυρίων 600 χιλιάδων φράγκων. Ἀλλ’ εἶχε καὶ ἕτερον πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον αὐτοί, ὡς μανθάνομεν ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἀλληλογραφίας, ἐθεώρησαν ἀνώτερον τοῦ ἄλλου, τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως ἐν τῷ μονοπωλίῳ τοῦ καπνοῦ. Ποῖον ἤθελον ἐκ τούτου πραγματοποιήσει κέρδος, δὲν γινώσκομεν, ἀλλ’ αὐτοὶ τὸ ἐχαρακτήριζον ὑπέρτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε 5,600,000 φράγκων. Ἐγὼ ὅμως, καίτοι ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀποδώσω τὴν ἔλλειψιν τοιούτων ὅρων ἤδη εἰς τὴν πρόοδον τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐξετάσω τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἄνευ τῶν παρομαρτούντων προνομίων, ὅπως καταδείξω, ὅτι καὶ οὕτως οἱ ὅροι τοῦ νέου δανείου δὲν μειονεκτοῦσιν. Ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἡ τιμὴ ἦτο κατωτέρα κατὰ ½%, διότι ἦτο 68%, ἐνῷ ἤδη εἶναι 68 καὶ ½%· ἐδίδετο προμήθεια 1% ἐπὶ τοῦ ὅλου, πλὴν τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἤθελε πραγματοποιήσει ἀπ’ εὐθείας ἡ Κυβέρνησις, τουτέστι 10 ἑκατομμυρίων πραγματοποιηθέντων διὰ τῶν Προξένων· ὡς πρὸς ἄλλα 5 ἑκατομμύρια ὑπάρχει ἔτι ἀμφισβήτησις, ὥστε ἔχομεν 1,100,000 ἐκ προμηθείας, 600 χιλιάδας ἐκ διαφορᾶς τιμῆς ½% καὶ προσέτι ¼% ἐπὶ τῶν 45 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔμενον εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ 72 καὶ 74 καὶ 60 λ. τοῖς ἑκατὸν, ὅταν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα ἐκ 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἔχομεν ἄθροισμα 2,300,000 δραχμὰς εἰς ἔξοδα καὶ ὠφελείας τῶν Τραπεζῶν, ὅπως καὶ ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Πλὴν τούτου ὑπάρχει ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων διὰ τὸ ποσὸν τῶν 55 ἑκατομμυρίων ἡ λεγομένη jouissance, τουτέστιν ὁ τόκος ἐπὶ χρόνον, ἐφ’ ὃν δὲν εἶναι κατατεθειμένα τὰ χρήματα, ἀλλὰ διαφορὰ σπουδαία κατὰ τοῦ δανείου ἐκείνου καὶ ὑπὲρ τούτου κεῖται ἀκριβῶς ἐν τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀποτελοῦν διαφορὰν εἰς βάρος τοῦ νεωτέρου δανείου. Ἐν τῷ παλαιοτέρῳ δανείῳ ποία νομίζετε, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ jouissance τῶν συμβληθέντων; Τὸ ποσὸν τὸ χρηματικὸν ὁλόκληρον ἔμενεν εἰς χεῖρας αὐτῶν ὡς τραπεζιτῶν ἀποδιδόντων εἰς τὸ Δημόσιον τὰ ἑκάστοτε παρ’ αὐτοῦ ἐν διαστήματι δύω ἐτῶν διὰ συναλλάγματος αἰτούμενα. Ποῖον ἄρα οὗτοι ἐπραγματοποίησαν κέρδος; ἐπλήρωνον τόκον τινὲς μὲν 1%, ἄλλοι δὲ 1% ἐπὶ ἔλαττον τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης, ἀπελάμβανον δὲ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα 7% ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς, ἐφ’ ὅσον διήρκεσε, καὶ 74 καὶ 33% ἐπὶ τοῦ δανείου. Αὕτη ἦτον ἡ jouissance τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ὑπολογίσατέ την εἰς ἑκατομμύρια, ἵνα ἴδητε ποῖον εἶναι τὸ ποσόν. Σήμερον τοιοῦτόν τι δὲν δύναται νὰ συμβῇ. Τὰ χρήματα θέλουσιν ἔλθει ἐνταῦθα εἰς ἀπότισιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· οὐδεμίαν ἡμέραν δύνανται νὰ μείνωσιν εἰς χεῖρας τῶν συμβληθέντων, ἐνῷ τότε πλὴν τῆς ἄλλης ὠφελείας εἶχον καὶ ταύτην τὴν ἐπιπρόσθετον, ὅτι ἐκ συμφωνίας ὁ τόκος ἔτρεχεν οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πληρωμῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δοθείσης ἐντεῦθεν ἐντολῆς, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὑπεγράφη τὸ συνάλλαγμα διὰ τὴν πληρωμὴν ἐπλήρωνε τόκον τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ἐκεῖνοι δὲν κατέθετον τὰ χρήματα, εἰμὴ ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τοῦ συναλλάγματος. Ἡ jouissance ἀνταποκρίνεται πρὸς εὐκολίαν τοῦ Δημοσίου, μὴ ἔχοντος ἀνάγκην τῶν χρημάτων εὐθύς. Ἂν τὸ προϊὸν τοῦ δανείου κατεβάλλετο ὁλόκληρον ἐν μιᾷ δόσει, θὰ συνέβαινεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὅτι μέγα μέρος τῶν χρημάτων θὰ ἔμενεν ἐπὶ πολὺ ἀργὸν, καὶ θὰ ἐπλήρωνε μὲν τὸ Δημόσιον τὸν τόκον, οὐδὲν δὲ θ’ ἀπελάμβανεν ἐκ τῶν χρημάτων, ἐνόσῳ δὲν ἐχρησιμοποίει αὐτά. Ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅπως ἀφίενται τὰ χρήματα ἐν χερσὶ τῶν δανειστῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι χρήσιμα εἰς τὸ Δημόσιον, καταλογιζομένου ὑπὲρ αὐτῶν τοῦ τόκου καὶ διευκολυνομένης οὕτω τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου. Λογιστικῶς ὁ τόκος οὗτος πρέπει νὰ ἐκπίπτηται ἐκ τοῦ δανείου εἰς ἐξεύρεσιν τῆς πραγματικῆς αὑτοῦ τιμῆς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἅπας ὁ τόκος εἶναι ὠφέλεια τοῦ δανείζοντος. Ἐν τῷ παρόντι δανείῳ οἱ δανείζοντες τότε μόνον θὰ ὠφελοῦντο τὸν τόκον τῆς jouissance ὁλόκληρον, ἂν ἐδέχετο ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπαίτησιν αὐτῶν ὅπως προεξοφλήσωσι τὰς δόσεις τούτου ἀποῤῥιφθέντος, δὲν θέλουσιν ὠφεληθῆ ἢ τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως ἐν Γαλλίᾳ. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς. Εἰς ἡμᾶς ἀφορᾷ τὸ ποσὸν, ὅπερ πληρώνει τὸ Δημόσιον διὰ τόκον, ἐφ’ ὅν χρόνον δὲν κατεβλήθησαν αἱ δόσεις, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δέον ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς τιμῆς πρὸς ἀληθῆ καταλογισμὸν αὐτῆς. Ἂν εἰς ταύτην τὴν παρατήρησιν περιωρίζοντο οἱ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀγορεύσαντες, οὐδὲν θ’ ἀντελέγομεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ ἐπεδόθησαν εἰς ἐπιφωνήματα. Ποῦ ἠκούσθη jouissance, ποῖον Κράτος παρεδέχθη jouissance; Εἰς τοῦτο δυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν, ποῦ, ν’ ἠκούσθη δάνειον ἄνευ jouissance; jouissance εἶναι ἐκ τῶν παρομαρτούντων εἰς τὰ δάνεια καὶ εἶναί τι φυσικὸν, διότι ἀπαιτεῖται πάντοτε χρόνος τις πρὸς συλλογὴν τῶν χρημάτων καὶ ἀποστολὴν αὐτῶν, ἑπομένως παρέχεται ἡ εὐκολία εἴτε εἰς τοὺς τραπεζίτας, εἴτε εἰς τὸ κοινὸν διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ χρήματος, τὴν εὐκολίαν δὲ ταύτην παρέχουσι προθύμως τὰ Κράτη τὰ πραγματοποιοῦντα τὰ δάνεια· διότι, ὡς προεῖπον, λαμβανόμενα εὐθὺς τὰ χρήματα δὲν θέλουσι χρησιμοποιηθῆ ἀμέσως. Μήπως τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 δὲν περιεῖχε jouissance; Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας νομίζει, ὅτι δὲν περιεῖχε, καὶ διὰ τοῦτο συνεβούλευε νὰ παραδειγματισθῶμεν ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου· ἀλλ’ ἐὰν ἐλαμβάνομεν τὸ προσφερόμενον παράδειγμα, ἠθέλομεν ἔχει jouissance τριῶν μηνῶν, ἀλλοῦ βλέπομεν jouissance ἐννέα μηνῶν, ἀλλοῦ 15 μηνῶν καὶ μεγαλύτερον ἔτι. Εἶπόν τινες ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι πρέπει τὰ δι’ ἔξοδα καὶ προμήθειαν χορηγούμενα 2,300,000 νὰ καταλογίσωμεν μόνον εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν ὁριστικῶς οἱ συμβαλλόμενοι, διότι μόνον ὡς πρὸς ἐκεῖνο δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει ὠφέλεια· ἐὰν τοῦτον τὸν συλλογισμὸν ἐφαρμόσωμεν εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, δὲν ἔχομεν ποῦ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ 2,300,000, διότι ἐκεῖ δὲν ἐλαμβάνετο οὐδὲν ποσὸν ὁριστικῶς, τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην τῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ δανείου τούτου καὶ ἐκείνου. Ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ λαμβάνουσιν ὑποχρεωτικῶς 55,000,000 καὶ ἐπὶ τιμῇ ὡρισμένῃ οἱ συμβαλλόμενοι, ἐνῷ ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων οὐδὲν λαμβάνουσιν ὑποχρεωτικῶς, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ λαμβάνουσιν ὑπὸ αἵρεσιν καὶ ὅμως κατεκρίθημεν ἡμεῖς, διότι ἐδώκαμεν μέρος τι τοῦ δανείου ὑπὸ αἵρεσιν. Ἂν εἴμεθα ἡμεῖς κατακριτέοι ὡς δόντες ὑπὸ αἵρεσιν τὸ τρίτον τοῦ δανείου συνάμα μετὰ ἑτέρου τμήματος ὑποχρεωτικῶς, τί πρέπει νὰ εἴπωμεν περὶ τῶν δόντων τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ὑπὸ αἵρεσιν, χωρὶς οὐδεμίαν περὶ οὐδενὸς αὐτοῦ μέρους ν’ ἀναλάβωσιν ὑποχρέωσιν οἱ συμβαλλόμενοι; Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ τότε ὑπὸ αἵρεσιν διδόμενον εἰς τοὺς συμβαλλομένους μέρος ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς μὲ πλήρεις τὰς ὠφελείας· δὲν μετεῖχε τὸ Δημόσιον τῆς ὠφελείας τῆς ἐνδεχομένης διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς ὁρισθείσης ἐν τῇ συμβάσει, ἐνῷ σήμερον ἐν τῷ ποσῷ τῷ διδομένῳ ὑπὸ αἵρεσιν τὸ ἥμισυ τῆς διαφορᾶς ἀποτελεῖ ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου. Συζητῶ περὶ τούτων, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένοντο, ἀλλὰ διότι εἶπον οἱ ἐκεῖνα πράξαντες, ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἠλαττώθη, καὶ ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν δύω δανείων. Ὅθεν παρέβαλον καὶ ἐγὼ τὰ δάνεια, ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἐν τῇ παραβολῇ ἐλησμόνησαν τὰ 5,600,000 ἐκ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὰ ἐνδεχόμενα ὠφέλη ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν καπνῶν, ἐλησμόνησαν τὰ κέρδη τὰ πραγματοποιηθέντα ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων ἐν διαστήματι 2 ἐτῶν, καὶ περιορίζονται μόνον εἰς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα, ὡς ἀπέδειξα, εἶναι ἀνώτερα τῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἔλεγον εἰς δικαιολογίαν ἑαυτῶν, ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἦτο κατωτέρα τότε ἢ σήμερον, ὅτι τότε δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπιτευχθῆ τὸ ἰσοζύγιον, ὅτι δὲν εἶχον ἐπιβληθῆ οἱ φόροι, δὲν εἶχον ἀποδειχθῆ τὰ ἀγαθὰ τῆς διοικήσεως ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἂν ἔλεγον ταῦτα, θὰ ἤμην σύμφωνος μετ’ αὐτῶν· ἀλλ’ ἄλλη ὑπῆρξεν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἵνα δυνηθῶσι νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἠναγκάσθησαν νὰ διαστρέψωσι πάντας τοὺς ἀριθμούς. Τὸ ποσὸν τῶν 2,300,000 δὲν δύναται ν’ ἀναλογισθῇ, εἰμὴ ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ὅπως τὸ ὅμοιον ποσὸν ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120,000,000 ἀναλογίζεται ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ· εἶναι δὲ τοῦτο πρόδηλον, διότι ἐνῷ δὲν ἔχομεν ὑποχρεώσεις ἀναγεγραμμένας παρὰ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 55,000,000, ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἀρυόμεθα ἐκ τοῦ δανείου, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ, εἶναι αὐτὴ μόνη· εὐθὺς ὡς τὸ δάνειον τοῦτο, παραδοθὲν εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν, ἀναγνωρισθῇ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸ τιμήν τινά, καὶ ὅτε κατόπιν, βελτιωθέντων τῶν πραγμάτων τῆς ἀγορᾶς τῆς Εὐρώπης, δύνηται νὰ πωλῆται ἐντὸς τοῦ Χρηματιστηρίου ἐπὶ τιμῇ συμφερούσῃ, θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς πᾶσαν τὴν ὠφέλειαν ἄνευ νεωτέρας δαπάνης, καὶ θὰ ὠφεληθῶμεν τοῦτο διὰ τῆς ἐνεργείας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν ὅπως δυνηθῶσι νὰ διαθέσωσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ τὰ 55,000,000, θέλουσι φροντίσει, ἵνα δώσωσιν εἰς αὐτὰ τὴν τιμήν· ἂν δὲ ἐπιτύχῃ ἡ ἐγγραφὴ τοῦ δανείου τούτου, ὅπως ἐπέτυχε καὶ ἡ ἐγγραφὴ τοῦ τῶν 120,000,000, δὲν εἶναι πρόδηλον καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τῆς συμβάσεως, ὅτι τὰ 2,300,000 ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὸ ὅλον, διότι οὐδεμίαν ἄλλην δαπάνην ἔχομεν νὰ πραγματοποιήσωμεν; Ὑπέθεσαν οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι τὰ 2,300,000 εἶναι μόνον προμήθεια, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶδεν ἓν «κτλ», τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὁ ὁποῖος ἦτον ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἂν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς τί τότε ἐγένετο, δὲν ἤθελεν ἐρωτᾷ τί σημαίνει τὸ «κτλ»· διότι οἱ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβληθέντες ἐπλήρωσαν τότε ἐν Ἀγγλίᾳ ἄνω τῶν 400,000 φράγκων εἰς τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἤνοιξε τὰς θυρίδας αὑτοῦ εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν· ἐν Γαλλίᾳ ἐδαπανήθησαν 250,000 φράγκων διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν. Ἡμεῖς δὲ ἠξεύρομεν, ὅτι αἱ δι’ ὁμοίαν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ παρόντι δανείῳ δαπάναι, διότι αἱ μέχρι τοῦδε γνωσταὶ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 800,000 φράγκων, διότι, ὡς βλέπετε, ἐν τῇ συμβάσει ἔχουσιν ὑποχρέωσιν τὰ καταστήματα νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὰ πρώτιστα τῶν καταστημάτων τῆς Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας· τοῦτο ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν, καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς θέλουσιν οὗτοι πληρώσει, ὅπως τὰ τοιαῦτα ἐν Εὐρώπῃ πληρόνονται· ἐδήλωσαν δ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦδε τὰ ἐν Γαλλίᾳ καταστήματα, ἔνθα ἐγγραφήσεται τὸ δάνειον, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπεφυλάξαντο ἐπιλογὴν μεταξὺ δύω καταστημάτων. Τὸ «κτλ» ἄρα σημαίνει κατὰ πρῶτον λόγον τὰς 800,000, τὰς ὁποίας ἀνέφερα καὶ αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν ὑπουργοῦντος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ σημαίνουσι καὶ ἑτέρας δαπάνας, σχετιζομένας πρὸς τὸ δάνειον. Ἔχομεν τὴν δαπάνην τοῦ τύπου, ἧς ἄνευ ἡ ἐπιτυχία δυσχεραίνεται· εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ὑπῆρξε φειδὼ, ἧς ἕνεκα δὲν ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσι, διότι τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἐν δυσὶ σταδίοις, ἐν τῷ σταδίῳ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ. Ἐν τῷ σταδίῳ τῆς συνομολογήσεως ἀποδέχομαι τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι ἡ κατάστασις δὲν ἦτο ρόδινος, ὅτι τότε ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἀποδεχθῶμεν ὅρους βαρεῖς, διότι δὲν ἦτο βέβαιον τὸ μέλλον· ἀλλ’ ἡ δημοσία ἐγγραφὴ ἐγένετο ὅτε πλέον πᾶσαι αἱ δυσκολίαι εἶχον ἐκλείψει, ὅτε ὁ στρατὸς εἶχεν εἰσέλθει εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅτε, ὡς εἶπον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξωτερικῆς πίστεως εὑρίσκετο τὸ Γαλλικὸν Χρηματιστήριον εἰς τὴν ἔκρυθμον ἐκείνην κατάστασιν, καθ’ ἣν πᾶσα ἐπιχείρησις ριπτομένη εἰς αὐτὸ εὕρισκε θιασώτας. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ δεξιότητος παρέβαλε τὸ νέον δάνειον οὐχὶ πρὸς τὴν τιμὴν, τὴν συμφωνηθεῖσαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τραπεζιτῶν, διότι ἐν τούτῳ τῷ σταδίῳ εὑρισκόμεθα σήμερον περὶ τὰ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν συνεφωνήσαμεν τίποτε· προκαταβολὴν ἐλάβομεν ἡμεῖς, οὐχὶ δάνειον.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων συνεφωνήσατε, ὅτι τὰ 60 ἑκατομμύρια θέλουσι δοθῇ εἰς τοὺς συμβαλλομένους ὑπὸ αἵρεσιν, τουτέστιν ἂν αὐτοὶ εὐδοκήσωσιν, ἀντὶ τιμῆς 68· τοῦτο συνεφωνήσατε ὡς πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου, ἐνῷ ἡμεῖς συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς μὲν τὸ τριτημόριον τοῦ δανείου ὑποχρεωτικὴν αὐτοῦ ἀγορὰν ἀντὶ τιμῆς 68½, ὡς πρὸς ἕτερον δὲ τριτημόριον ἀγορὰν ὑπὸ αἵρεσιν, ἀλλ’ οὐχὶ παραχωρουμένης πάσης ὠφελείας ἄνω τῶν 68½, ὡς παρεχωρεῖτο αὕτη ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ διανεμομένης αὐτῆς μεταξὺ συμβαλλομένων καὶ Δημοσίου. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ παραβάλῃ τὴν συμφωνίαν πρὸς τοὺς τραπεζίτας τὴν νῦν πρὸς τὴν συμφωνίαν τὴν τότε πρὸς τοὺς τραπεζίτας, παρέβαλε τὴν νῦν συμφωνίαν πρὸς τὴν τότε ἐπιτυχίαν ἐν τῇ ἐκδόσει. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἡ ἔκδοσις ἐγένετο ὑπὸ περιστάσεις ὅλως διαφόρους τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συμφωνίας, ὡς καὶ τώρα προσδοκῶμεν, ὅτι ἡ ἔκδοσις θὰ γείνῃ ὑπὸ περιστάσεις ὅλως διαφόρους τῶν σημερινῶν, καὶ δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ περιστάσεις δὲν θὰ ἦναι εὐνοϊκώτεραι, διότι οἱ συμβληθέντες μεθ’ ἡμῶν δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἀγνοοῦντες τὸ ἔργον των, δὲν θὰ ἐδέχοντο νὰ ὑποχρεωθῶσι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀντὶ 68½%, ἅτινα εἶναι σχεδὸν ἡ τρέχουσα τιμὴ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἂν δὲν ἤλπιζον, ὅτι κατόπιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς παρόδου τῶν νῦν περιστάσεων, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσωσι καὶ τὸ νέον δάνειον εἰς τιμὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν τιμὴν, εἰς ἣν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Βεβαίως αὐτοὶ προσδοκῶσιν, ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἐκδοθῇ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν τότε, διότι τότε εἶχον δάνειον ἀγορασθὲν πρὸς 68, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθησαν νὰ πραγματοποιήσωσι τιμὴν 74 καὶ ἑξήκοντα ἑκατοστῶν· ἤδη ἀγοράζουσι πρὸς 68½, ἐπὶ τῶν αὐτῶν δὲ ἀναλογιῶν θὰ ἔχωμεν ἀνωτέραν ἔτι τιμήν. Τοῦτο ὅμως, ὡς εἶπον, ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἡ τιμὴ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἢ πλησιάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τί γίνονται τότε οἱ καταλογισμοὶ πάντες, τοὺς ὁποίους ἠκούσαμεν ἐνταῦθα τῶν 2,300,000; Ποῖον κέρδος θὰ πραγματοποιήσωμεν, πρῶτον ἐπὶ τῶν 55 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ὑπὸ αἵρεσιν; Ποῖον κέρδος θὰ πραγματοποιήσωμεν ἐπὶ τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἡμῶν διάθεσιν; Καὶ δυνάμεθα ὡς πρὸς τὰ ποσὰ ταῦτα μετὰ τοιαύτην ἐπιτυχίαν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναλογισθῇ ἡ προμήθεια ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ; Δὲν πρέπει νὰ ἀναλογίσωμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα διὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν θυρίδων τῶν καταστημάτων ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ; Ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχία αὕτη εἰς τί ἄλλο θὰ ὀφείλεται; ἡ ἐπιτυχία δανείου ἐν Εὐρώπῃ κατὰ μέγα μέρος ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ καταστήματος τοῦ ἐκδίδοντος αὐτὸ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν. Ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἀλληλογραφίᾳ, τὸ κατάστημα τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης ἔλεγεν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ κλείσῃ τὴν συμφωνίαν μετὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει 80,000 πελατῶν, ἐν οἷς ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ εὑρεθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος, ἵνα καλύψῃ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἐγγραφήν. Ὅπως δὲ τοῦτο τὸ κατάστημα ἔχει 80,000 πελατῶν, τὸ ἐν Ἀγγλίᾳ κατάστημα ἔχει ἀριθμὸν μεγαλείτερον πελατῶν· ἄνευ δὲ τοιαύτης πελατείας, ἀμέσως συνδεομένης πρὸς τὸ δάνειον διὰ τοῦ καταστήματος τοῦ ἐκδίδοντος αὐτὸ, δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε; Καὶ ὅταν ἐπιτύχητε διὰ τοῦ μέσου τούτου, δύνασθε νὰ μὴ ἀναλογίσητε τὴν δαπάνην ἐπὶ τοῦ ὅλου; Ἀλλ’ ἐὰν ἀναλογίσητε αὐτὴν ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως ἢ ἐπὶ τοῦ τρίτου ἢ ἐπὶ τοῦ πέμπτου καὶ ὕστερον σύρητε συμπεράσματα περὶ τοῦ ἀναλογισμοῦ τοῦ τόκου, δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς οὓς ἂν θελήσητε ἀριθμούς; Οὐδόλως ἐθαύμασα, ὅτε ἤκουσα, ὅτι ὁ τόκος φθάνει εἰς 9 καὶ 10% ἢ καὶ εἰς 20%, διότι διὰ τοιούτων ὑπολογισμῶν φθάνετε ὅπου θέλετε· ὅταν τὰ ποσὰ τῶν δαπανῶν ἀναλογίσητε οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου δανείου, τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ τὰ ἀναλογίσητε ἐπὶ 10 ἢ καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ τόκος ἀναλόγως εἶναι 50 ἢ 100%; Ἐνόσῳ δὲν εἴχομεν ὑποβάλει τὸ δάνειον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδείς ποτε ἠκούσθη λέγων, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ἐπραγματοποιήθη ἀσχέτως πρὸς τὴν προκαταβολὴν, ἡ ὁποία τῷ ὄντι ἀναβιβάζει τὸν τόκον εἰς 40 ἢ 45%· ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὴν προκαταβολὴν τὸ δάνειον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ φέρει τόκον 7 καὶ 35%, τώρα ἀκούομεν, ὅτι τὸ 7 καὶ 35% μετατρέπεται εἰς ἄλλους ἀριθμοὺς μυθώδεις· τότε δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅπως στρεβλωθῶσιν οἱ ἀριθμοὶ, καὶ παρεδεχόμεθα αὐτοὺς ὅπως τῷ ὄντι ἔχουσιν· ἤδη τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἀντιτίμου τῶν ὑποχρεωτικῶς λαμβανομένων 110.000 ὁμολογιῶν ἐπὶ τῇ ὁρισθείσῃ τιμῇ 342 καὶ ½, λείπει πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἕτερον ποσὸν 35,000,000. Τοῦτο ἐθεωρήσαμεν συμφερώτερον νὰ λάβωμεν ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τύπον ὑποχρεώσεως. Ἄν τὸ ἐλαμβάνομεν ὑπὸ τύπον ὑποχρεώσεως, ἠθέλομεν εἶσθαι ὑπόχρεοι ν’ ἀποδεχθῶμεν δι’ αὐτὸ τὴν τιμὴν τῶν 342 καὶ ½, ἐνῷ, μὴ δεχθέντες τὸν τύπον τῆς ὑποχρεώσεως, θέλομεν πραγματοποιήσει ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς ἐν τῇ ἐγγραφῇ τὸ ἥμισυ τοῦ κέρδους. Ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς δὲ ταύτης τί πληρώνομεν; ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπεν, ὅτι πληρώνομεν 9% καὶ 9½%, εἶδον δὲ τοῦτο καὶ γεγραμμένον κἄπου· ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς πληρώνομεν μόνον 8% κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, τουτέστιν 7% τόκον καὶ προμήθειαν ἀνὰ ½% δι’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἔτος 7½%, διότι τὸ δεύτερον ἔτος μόνον μιᾶς ἑξαμηνίας προμήθεια πληρώνεται, καὶ ἐὰν γένηται χρῆσις τῆς προκαταβολῆς ἐπὶ ὅλον τὸ ἔτος. Ἐν τῷ ποσῷ δὲ τῷ ἀναγομένῳ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἐγγραφὲν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὡς πρὸ τοῦτο ἤκουσα παντοίας παρεξηγήσεις· ἤκουσα, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ, ἵνα παρασταθῇ οὕτως ὁ τόκος μεγαλεῖτερος. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὅλον ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου. Ἡ Τράπεζα ἐκ τούτου δὲν πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ οὐδαμῶς· ἡ Τράπεζα ἁπλῶς, ὡς ἐντολοδόχος τῆς Κυβερνήσεως, γίνεται μέτοχος ἐν τῷ τμήματι τοῦ δανείου, τῷ λαμβανομένῳ ὁριστικῶς ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων, δηλαδὴ ἐν τῷ τμήματι τούτῳ γίνεται μέτοχος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἂν τὸ ποσὸν, ἐφ’ ᾧ διὰ τῆς Τραπέζης μετέχει τὸ Δημόσιον, καλυφθῇ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ, ἡ Τράπεζα οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου. Οἱ ἐγγραφόμενοι θέλουσι λάβει τὴν μετοχήν· πᾶσα ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐγγραφῆς καὶ τῆς τιμῆς τοῦ ferme θὰ ἦναι εἰς ὄφελος οὐχὶ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοῦ Δημοσίου, ἀναζῇ δὲ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης, ὅπως δανείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ 9 ἑκατομμύρια πραγματικὰ ἐπὶ τόκῳ 7%· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης θ’ ἀναζήσῃ. Ἡ ἐγγραφὴ τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἐγγραφὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν αὐτῷ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἔχει ἐκ προγενεστέρας συμφωνίας ὑποχρέωσιν πρὸς τὸ Δημόσιον νὰ δανείσῃ αὐτῷ 9 ἑκατομμύρια πραγματικά, ἐφ’ ὧν νὰ μὴ ἀπολαύῃ πλέον τοῦ 7% ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ· 7% ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ θέλει λάβει καὶ ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ, ἂν τὸ δάνειον τοῦτο περιέλθῃ εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο δὲν πρόκειταί ποτε νὰ περιέλθῃ εἰς αὐτὴν, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ οἰκονομία τῆς συμβάσεως, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ περιέλθῃ εἰς αὐτήν. Ἂν μὲν ἐπιτύχῃ ἡ ἐγγραφὴ, ἢ ἐφ’ ὅσον ἐπιτύχῃ, τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ πρὸς ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως· ἂν δὲν ἐπιτύχῃ ἡ ἐγγραφὴ, ἢ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπιτύχῃ, ἡ Τράπεζα θέλει καταβάλει πρὸς τὸ Δημόσιον εἰς πραγματοποίησιν τοῦ παλαιοῦ δανείου τὸ ποσὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποδώσει εἰς τὴν ὁμάδα ὅ,τι ἐν ὀνόματι αὐτῆς παρὰ τῆς Τραπέζης ἔλαβεν· ὥστε περὶ Τραπέζης ἐνταῦθα δὲν πρέπει νὰ ποιώμεθα λόγον· πρέπει νὰ ποιώμεθα λόγον περὶ Δημοσίου, καὶ ἂν ὡς πρὸς τὰ ὁριστικῶς λαμβανόμενα 55 ἑκατομμύρια ὑπάρχωσι κέρδη ὑπὲρ τῆς ὁμάδος, ὡς πρὸς τὰ ἐγγραφέντα ὑπὸ τῆς Τραπέζης 13 ἐκ τῶν 55 ἑκατομμυρίων, τὰ κέρδη ταῦτα ἀνήκουσιν ὁλοκλήρως εἰς τὸ Δημόσιον, διατηρουμένης ἀκεραίας τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης, ὅπως δεχθῇ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων πρὸς 7%. Ταῦτα περὶ τοῦ δανείου ἐν γένει· ἀλλ’ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως. Οὕτως ἐρέθη ὅτι καὶ ἀπολύτως κακὴ εἶναι ἡ διάταξις περὶ μὴ φορολογισίμου τῶν ὁμολογιῶν, καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἀνακόλουθος. Ἔν τινι συζητήσει περὶ φορολογίας τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου εἶπον, ἀποσχὼν πάσης ἐπικρίσεως, ὅτι τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, διότι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον δεχθῆ τοιάνδε διάταξιν ἐν τοῖς προηγουμένοις δανείοις. Δὲν θέλω καὶ τώρα νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξαν· ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ προηγούμενα δάνεια ἔχουσι τοιαύτην διάταξιν, ἡ παράλειψις αὐτῆς ἐν νεωτέρῳ δανείῳ δημιουργεῖ ἀνισότητα ἐπιβλαβῆ εἰς αὐτὸ καὶ ἐπαγομένην ἐπιβάρυνσιν τῶν ἄλλων ἐν αὐτῷ ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦτο ἄνευ θετικῆς τινος ὠφελείας τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ μικρᾶς, ἀφοῦ ὡς ἐκ τοῦ μὴ φορολογησίμου τῶν ἄλλων δανείων καθίσταται ἀπραγματοποίητος ἢ τοὐλάχιστον λίαν ἀπίθανος ἡ φορολογία τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου. Ἐθεωρήσαμεν ἄρα, ὅτι δὲν ἔπρεπε χάριν ἰδέας, ἥτις ἀκόμη εἶναι νεφελώδης, νὰ περιλάβωμεν διάταξιν ἐν τῇ συμβάσει δυσχεραίνουσαν τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου, καθιστῶσαν τοὺς ἄλλους ὅρους αὐτοῦ ἐπαχθεστέρους εἰς τὸ Δημόσιον, ἴσως δὲ καὶ ἐπαγομένην τὴν πλήρη αὐτοῦ ἀποτυχίαν. Ἀπολύτως δὲ ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, πολλὰ ἠδύναντο νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς τοιαύτης διατάξεως, καὶ ἂν δηλαδὴ δὲν εἴμεθα δεσμευσμένοι ἐκ τῶν προηγουμένων, πολλοὶ λόγοι θὰ παρεκίνουν, ὅπως δεχθῶμεν τὴν διάταξιν, διότι τὸ μὴ φορολογήσιμον, ἐν συμβάσει ἀναγραφόμενον, δὲν περιλαμβάνεται ἐν αὐτῇ ἄνευ ἀνταλλάγματος. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἂν μὴ ἀναγράψητε τὴν διάταξιν ταύτην, ἀναγκαίως θέλετε παραχωρήσει ἄλλας ὠφελείας εἰς τοὺς συμβαλλομένους, οἵτινες θὰ ἤγειρον ἀξιώσεις ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωσι περικοπτόμενον τὸν συμπεφωνημένον τόκον δι’ ὑπερόγκων φόρων· ὀρθότερον δὲ φαίνεται, περιλαμβανομένης τῆς περὶ ἀφορολογήτου διατάξεως ἐν τῇ συμβάσει, νὰ πραγματοποιηθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὠφέλεια μεγαλειτέρα ἐν τῷ παρόντι, παρὰ νὰ παραιτηθῶμεν θετικῆς ὠφελείας, χάριν ἐνδεχομένης καὶ μόλις ὑποφωσκούσης ἐν τῷ μέλλοντι φορολογίας. Δύναταί τις μάλιστα νὰ ἐκφράσῃ τὴν αὐτὴν ἰδέαν οὕτως: ὅτι ἀναγράφοντες τὴν διάταξιν ἐν τῇ συμβάσει ἀπολαμβάνομεν ἀπὸ τοῦδε τὴν πρόσοδον, ἣν θὰ ἐπεδιώκομεν διὰ τοῦ φόρου, ἀπολαμβάνομεν αὐτὴν διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν ἄλλων ὅρων τῆς συμβάσεως, εἴτε τῶν ἀφορώντων εἰς τόκους καὶ προμηθείας, εἴτε τῶν κανονιζόντων τὴν ἀναλογίαν τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου πρὸς τὸ ὀνομαστικόν. Ἔψεξάν τινες τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται οὐχὶ εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἰς τοὺς συμβαλλομένους νὰ ἐκλέξωσι τὸν χρόνον καὶ νὰ κανονίσωσι τοὺς ὅρους τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Καὶ βεβαίως, ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120,000,000, ἐὰν ἐτίθετο τοιαύτη διάταξις, θὰ εἶχε κακῶς, διότι ἐν τῷ δανείῳ ἐκείνῳ δὲν ἐνέχονται οἱ συμβαλλόμενοι· ἀλλ’ ὅταν ἔχητε συμβαλλομένους, οἵτινες ἐνέχονται ἐν τῷ δανείῳ διὰ 55,000,000, ὧν κατέβαλον ἤδη τὸ ἀντίτιμον, νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν μεγίστην τῶν ἐγγυήσεων ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ συμφέροντι αὐτῶν; Ἐὰν ἐνείχοντο μόνον εἰς τὴν προκαταβολὴν καὶ εἰς τὸ ὑπὸ αἵρεσιν παραχωρούμενον αὐτοῖς τμῆμα τοῦ δανείου, ἄνευ πραγματικῆς καὶ σπουδαίας μετοχῆς ἐν τῷ δανείῳ, θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ παραστήσῃ, ὅτι θὰ εἶχον συμφέρον ἐν τῇ καταδολιεύσει, καίτοι ὑπόνοια περὶ τοιαύτης ἐνεργείας δὲν χωρεῖ, ἰδίως μεθ’ ἣν ἀπεκτήσαμεν πεῖραν τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Ὅταν ὅμως αὐτοὶ οἱ συμβαλλόμενοι ἔχωσι συμφέρον, ὅσον καὶ τὸ Δημόσιον, ὅπως ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως ᾖ ὅσον ἐνδέχεται ἀνωτέρα τῆς συμπεφωνημένης, ἀλλ’ οὐχὶ ἀνωτέρα τοῦ ὅρου, οὗ ἐπέκεινα ἀπειλεῖται ἀποτυχία, οὐδὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν. Κατὰ τ’ ἄλλα δὲ ἐκεῖνοι ἀναντιῤῥήτως εἶναι καταλληλότεροι τοῦ Δημοσίου, ὅπως, σταθμίζοντες τὰς περιστάσεις, ὁρίσωσι τὸν χρόνον καὶ κανονίσωσι τὴν τιμὴν καὶ τοὺς ὅρους τῆς ἐκδόσεως. Ὅταν ἔχωμεν μετ’ αὐτῶν κοινὸν τὸ συμφέρον, ἠθέλομεν ἀντιστρατευθῆ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦτο, ἂν ἡμεῖς, οἱ μὴ εἰδικοὶ περὶ τὰ τοιαῦτα, ἠξιοῦμεν νὰ δώσωμεν τὸν νόμον εἰς αὐτούς. Νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ καρπωθῶμεν τὰς ἐκ τῆς ἐμπειρίας αὐτῶν ὠφελείας, καὶ ὀφείλομεν νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ διαταράξωμεν τοὺς κύκλους των, παρεμβαίνοντες ἐν οὐ δέοντι. Ἑτέρα ἐπικριθεῖσα διάταξις, περὶ ἧς πολλὰ ἐλέχθησαν, εἶναι ἡ τοῦ ἐνεχυριασμοῦ τῶν τίτλων, παρασταθεῖσα καὶ ὡς πρωτοφανής. Βεβαίως τοιαῦται διατάξεις ἐκλείπουσαι θ’ ἀπεδείκνυον πρόοδον τῆς πίστεως τοῦ Κράτους· αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δίδομεν ὑπὲρ τοῦ δανείου, αἱ ἐγγυήσεις τῶν προσόδων τῶν τελωνείων καὶ ἄλλων φόρων μαρτυροῦσιν, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν δὲν ἔφθασεν εἰσέτι εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν, ὅτι διατάξεις τοιαύτας παραδέχονται πολλὰ Κράτη, ὅταν διὰ τῶν διατάξεων τούτων διευκολύνηται ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου, διότι τὸ Κράτος δὲν ἠδυνήθη ἀκόμη ν’ ἀποκτήσῃ τὴν πίστιν, ἥτις ἤθελε καταστήσει αὐτὰς περιττὰς, δικαιούμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτὰς, ἢ νὰ ἐπικρίνωμεν τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ χορήγησις ἐγγυήσεων εἰδικῶν οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι τὰ Κράτη, τὰ μὴ συνομολογοῦντα εἰδικὰς ἐγγυήσεις, παρέχουσιν ἁπάσας αὐτῶν τὰς προσόδους ὡς ἐγγύησιν, τοῦτο δὲ εἶναι ὑπέρτερον τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ἐπεκράτησε νὰ θεωρῆται ὡς πρόσθετος ἐγγύησις ἡ εἰδίκευσις· αὕτη δὲ ἡ εἰδίκευσις ζητεῖται οὐ μόνον παρὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἄλλων Ἐπικρατειῶν, αἵτινες διαπραγματεύονται σήμερον δάνεια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἐνέχυρα, ἐν αὐτῇ τῇ Αὐστρίᾳ λέγει ὁ φίλος συγγραφεὺς τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανία Beaulieu, ἐν αὐτῇ τῇ Αὐστρίᾳ ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε προσφάτως ἐνέχυρα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα λάβῃ πρόσθετον δάνειον. Ὥστε τὰ τῶν ἠθικῶν ἐντυπώσεων δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐκτιμηθῶσιν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ παραδεδεγμένων. Εὐκταῖον εἶναι νὰ ἐκλείψωσι τοιαῦται διατάξεις παρ’ ἡμῖν· αἱ ἐκ τούτου ἐντυπώσεις θὰ ἦσαν ἄρισται· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθῶσιν οὖσαι ἀναγκαῖαι, δέον ν’ ἀποδεχώμεθα αὐτὰς, ἀφοῦ ὡς συνήθεις οὐδὲν προσθέτουσιν εἰς τὰς προϋπαρχούσας ἐντυπώσεις. Ἀλλὰ μὴ διατρέχωμέν τινα κίνδυνον ζημίας ἐκ τοῦ ἐνεχύρου; Θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ διατρέξωμεν κίνδυνον, ἄν, ὡς εἶπον, τὰ 55,000,000 δὲν εἶχον ληφθῆ ὁριστικῶς, καὶ ἂν ἑπομένως δὲν εἶχον ἴσον τὸ συμφέρον ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ τοῦ δανείου οἱ συμβαλλόμενοι καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου, οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον· αἱ ὁμολογίαι αὗται δύνανται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ διατεθῶσι πρὸς ἄλλους, ὅπως διατίθενται πρὸς αὐτοὺς, καὶ ὅπως οὗτοι ἐδέχθησαν αὐτὰς ὡς ἀσφάλειαν, ἵνα προσφέρωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προκαταβολὴν, ἄλλος δύναται νὰ δεχθῇ αὐτὰς εἰς ἀσφάλειαν ἑτέρας προκαταβολῆς, δι’ ἧς θέλει πληρωθῆ ἡ πρώτη. Ἠξεύρομεν πόση προθυμία ὑπάρχει, προκειμένου περὶ προκαταβολῆς. Ὅσον δύσκολος εἶναι ἡ εὕρεσις ὁμάδος, ἀποδεχομένης ἐν δανείῳ ὑποχρεώσεις διαρκεῖς, τόσον εἶναι εὔκολος ἡ εὕρεσις ὁμάδος, ἀποδεχομένης ὑποχρεώσεις προσωρινὰς, διότι τὰ προσωρινὰ δάνεια εἶναι τὰ μᾶλλον ἐπιζήτητα ἐν Εὐρώπῃ. Εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι ὑπάρχει πληθώρα χρημάτων ἐν Εὐρώπῃ· ἀλλὰ δὲν τολμῶσιν οἱ ἔχοντες αὐτὰ νὰ τὰ διαθέσωσι διαρκῶς. Τὰ προσωρινὰ λοιπὸν δάνεια εἶναι λίαν ἐπιζήτητα, καὶ ὅστις δύναται νὰ προσφέρῃ ἀξίαν τινὰ ὡς ἐγγύησιν εὑρίσκει πάντοτε προσωρινὸν δάνειον. Δὲν δύνανται ἑπομένως οἱ παρ’ οἷς τὸ ἐνέχυρον νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τοιούτου ὑπολογισμοῦ Ἰησουϊτικοῦ, οἷον ὑπέθεσεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἵνα ἐλπίσωσι τὴν ἀπόκτησιν τῶν ὁμολογιῶν ἄνευ πληρωμῆς ἀναλόγου, διότι γινώσκουσιν, ὅτι, ἅμα περιέλθωμεν εἰς τοιαύτην θέσιν, θέλομεν εὕρει παρ’ ἄλλων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς λύτρωσιν τοῦ ἐνεχύρου. Δύναται ὅμως, κατὰ τοὺς ἀντιλέγοντας, νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλο κακὸν ἡ ἐνεχυρίασις τῶν ὁμολογιῶν, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις αὐτῶν ὡς ἐκ τοῦ ἐνεχύρου· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἡ ἐκποίησις εἴτε διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, εἴτε ἄλλως, οὐδὲ τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες μένουσιν εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τῆς ἀφετηρίας δὲ ταύτης προέβησαν οἱ ἀγορεύσαντες εἰς ἰσχυρισμοὺς, ὅτι ἀνειλικρινὴς εἶναι καὶ ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνομολογεῖ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 πλὴν τοῦ σκοποῦ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θ’ ἀναλάβῃ χάριν τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Πῶς, λέγουσι, θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐπὶ δύω ἔτη αἱ ὁμολογίαι αὗται εἶναι ἀνεκποίητοι; Εἶναι ἀνεκποίηητοι ἐπὶ δύω ἔτη, ἀλλὰ μετὰ δύω ἔτη δὲν εἶναι ἀνεκποίητοι· ἑπομένως δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ τὰς προσφέρῃ ὡς ἐγγύησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι προκαταβάλει τὰ χρήματα ἐπὶ ἀποδόσει μετὰ δύω ἔτη. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ ἁπλοῦν, ὥστε θαυμάζει τις πῶς ἠδυνήθη νὰ γείνῃ τόσος λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου. Ὅπως εὕρωμεν ἤδη προκαταβολὴν ἐπὶ δύω ἔτη, οὕτω δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν προκαταβολὴν ἐπὶ διετίαν καὶ βραδύτερον. Διετία δὲ θὰ χρειασθῇ ἴσως δι’ ἐλάχιστα ποσά, ἴσως δὲν θὰ χρειασθῇ διόλου, διὰ ἄλλα ποσὰ θὰ χρειασθῇ διορία δεκαοκτάμηνος ἢ ἐτησία ἢ ἑξάμηνος, διότι αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ δὲν γίνονται, ὡς ὑποθέτουσι πολλοὶ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ. Ἡ ναυπηγία ἀπαιτεῖ χρόνον, τὰ δὲ πλοῖα θέλουσι πληρωθῆ κατὰ δόσεις, προοδευούσης τῆς κατασκευῆς· αἱ δόσεις θὰ ἦναι 5, 6 ἢ 7· ἑπομένως ἑκάστοτε θὰ δυνάμεθα, ἀπέναντι τῶν διαθεσίμων ὁμολογιῶν, νὰ ποριζώμεθα διὰ προκαταβολῆς πᾶν τὸ ἀναγκαῖον κεφάλαιον διὰ τὰς παρασκευάς, ὡς καὶ πᾶν ποσὸν ὀφειλόμενον εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ὡς διαιρουμένης καὶ ταύτης τῆς ὀφειλῆς εἰς δόσεις, ὧν ἡ τελευταία λήγει μετὰ τετραετίαν. Αὐτὴ δὲ αὕτη ἡ πληρωμὴ κατὰ δόσεις ἀποδεικνύει πόσον ἐσφαλμέναι εἶναι αἱ σκέψεις τῶν θελησάντων νὰ συνδέσωσι καὶ τὰ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν φιλειρηνικὴν, ἢ τὴν φιλοπόλεμον. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας ἔψεξε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τῶν ναυτικῶν τούτων παρασκευῶν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει φιλειρηνικὴν πολιτικὴν, ὁποίαν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐπηγγέλθη ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ποίαν πρὸς ἄλληλα ἔχουσι ταῦτα σχέσιν; οὐ μόνον αἱ παρασκευαί, οὕτω γινόμεναι, δὲν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἔχομεν φιλοπόλεμον πολιτικὴν, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ παρασκευὴ ἀποδεικνύει, ἂν μὴ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν ἐπὶ τὴν εἰρήνην—διότι αὕτη δυστυχῶς δὲν ἤρτηται ἐξ ἡμῶν—ἀλλὰ τὰς φιλειρηνικωτάτας ἡμῶν προθέσεις· διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἐπρόκειτο νὰ ὑποκινήσωμεν προσεχῆ πόλεμον, ἡ δαπάνη ἡ γενομένη διὰ τὰ πλοῖα θὰ ἦτον ὅλως ματαία, ἀφοῦ θὰ προελάμβανεν ὁ πόλεμος τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῆς. Ἐὰν παραγγέλλωμεν τὰ πλοῖα, τὸ πράττομεν, διότι, ὅσον τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἤρτηται, ἡ εἰρήνη οὐδένα κίνδυνον διατρέχει· ἔχομεν δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ διατρέξῃ κίνδυνον καὶ ἄλλοθεν, καὶ ὅτι θὰ δυνηθῶμεν τοιουτοτρόπως νὰ ἔχωμεν τὸ στάδιον ἐλεύθερον ἐν εἰρήνῃ, ὅπως ἐπιτελέσωμεν τὴν παρασκευὴν ἡμῶν. Ἡ παρασκευὴ αὕτη καὶ αἱ πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους ὑποχρεώσεις θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκπληρωθῶσι, κατά τινας, διὰ τῶν ψηφισθέντων ἤδη δανείων. Ἀλλὰ τὰ δάνεια ἐκεῖνα, ὡς προεῖπον, εἶχον ψηφισθῆ, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει, ὅτι θὰ ἐπραγματοποιοῦντο εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· εὐθὺς δὲ ὡς θελήσητε νὰ πραγματοποιήσητε αὐτὰ ἐκτὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τ’ ἀποκτήσητε ἐπὶ τοῖς ἀναγεγραμμένοις ὅροις, Ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν ὅρων εἶναι λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν τῶν δαπανῶν, ὧν χάριν ἐψηφίσθησαν τὰ δάνεια; Ἡ διαφορὰ τῶν ὅρων δὲν εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ καὶ μεγαλειτέρα ἐὰν ἦτο, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ σκοποῦ; Ὡς πρὸς μὲν τοὺς σιδηροδρόμους, εἴμεθα ἐντελῶς δεσμευσμένοι, ὥστε δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα· ὡς πρὸς δὲ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς, δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα παρὰ τῶν πρεσβευόντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν πολιτικὴν ἐθνικήν· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἢ ἐλάχιστοι ἀσπάζονται τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἀφοῦ τὰ δύω ταῦτα δάνεια πρέπει νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἢ διὰ συνομολογήσεως δανείου, πῶς θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιον νὰ διαπραγματευθῶμεν αὐτὰ ἢ συμπεριλαμβάνοντες πάντα εἰς ἕν; Εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι, ἵνα ἀνοίξωσιν εἰς τὰ δάνεια αἱ ξέναι ἀγοραί, πρέπει νὰ ἀποταθῶμεν πρὸς τοὺς δυναμένους νὰ συντελέσωσιν εἰς τοῦτο καὶ οἵτινες πρέπει νὰ πληρωθῶσιν. Ἐὰν χωρίσωμεν τὰ δάνεια, θὰ δεήσῃ νὰ πληρώσωμεν δι’ ἕκαστον σχεδὸν ὅ,τι θὰ ἐπληρώνομεν δι’ ὅλα ὁμοῦ. Τὸ κατάστημα τὸ προσφέρον τὸ ὄνομα αὑτοῦ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου καὶ ὑποστηρίζον αὐτὸ διὰ τῆς πελατείας αὑτοῦ, κανονίζει τὰς ἀπαιτήσεις αὑτοῦ ἐξ ὑποκειμένου καὶ, ἂν κλείσητε πρὸς αὐτὸ τρεῖς συμφωνίας ἀντὶ μιᾶς, κινδυνεύετε νὰ πληρώσητε τὸ τριπλάσιον. Πρὸς τί δὲ ἡ θυσία αὕτη; Ἔχετε τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ κεχωρισμένων δανείων θὰ ἐπιτύχητε ὅρους καλλιτέρους; βεβαίως ὄχι. Ὅσον μεγαλείτερον εἶναι τὸ δάνειον, τόσον μεγαλειτέραν παρέχει ὠφέλειαν εἰς τοὺς συμβαλλομένους, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ ὅροι τοῦ μεγαλειτέρου δανείου δύνανται νὰ ὦσι σχετικῶς ἐλαφρότεροι. Οὐδεὶς ἄρα ὑπάρχει λόγος, ἵνα χωρίσωμεν τὸ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνειον ἀπὸ τῶν ἄλλων δύο δανείων. Ἀφοῦ δὲ δὲν ὑπάρχῃ λόγος πρὸς χωρισμὸν τῶν δανείων, μένει ἀκέραιον τὸ ζήτημα ἐὰν ἔπρεπε νὰ συνομολογήσωμεν ἤδη τὸ δάνειον καὶ ὑφ’ οὓς συνωμολογήσαμεν αὐτὸ ὅρους, ἢ ἔπρεπε ν’ ἀναβάλωμεν, ἀναμένοντες βελτίονας ἐν τῷ μέλλοντι ὅρους; Εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν. Προσδοκῶμεν καί ἡμεῖς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, ἣν ἀπεκδέχονται οἱ προτείνοντες τὴν ἀναβολήν. Εἰς ταύτην ἰδίως τὴν βελτίωσιν ἀφορῶντες, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι, ἵνα ἐπωφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς, ἔδει ἐγκαίρως νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἂν ἐπερχομένη ἡ βελτίωσις τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν εὕρισκεν ἡμᾶς μὴ προετοιμασθέντας πρὸς τὴν ἔκδοσιν δανείου διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἐκινδύνευε νὰ παρέλθῃ ἀνωφελῶς πρὸς ἡμᾶς. Ἀναγκαία ἄρα ἡ ἄμεσος συνομολόγησις τοῦ δανείου χάριν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλ’ ὡς συνωμολογήθη τὸ δάνειον, ἐπεφυλάχθη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πᾶσα ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς βελτίονος τιμῆς ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ ὡς πρὸς τμῆμα δανείου ἐξ 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ἥμισυ δὲ τῆς ὠφελείας ὡς πρὸς ἕτερον τμῆμα ἐκ 55,000,000. Οὕτως, ἐνῷ συνωμολογήσαμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ δάνειον, ἐξησφαλίσαμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ἀναμενομένων ὠφελημάτων καὶ ἐξ ἀναβολῆς, συνδυαζομένης πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς συμπράξεως ὑπὲρ τοῦ δανείου κατὰ τὴν ἐγγραφὴν ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐπιτυχίαν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλομεν, χάρις εἰς τὴν ἄρσιν, δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ, ὥστε καὶ οἱ μᾶλλον ἀμειλίκτως καταφερόμενοι κατ’ αὐτοῦ θ’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι καὶ καλῶς ἐπράξαμεν, συνομολογήσαντες ἤδη τὴν σύμβασιν, καὶ ἐπὶ ὅροις ἐπωφελέσι συνωμολογήσαμεν αὐτήν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μεσσηνέζης.
§47ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι 8½ ἡ ὥρα· ἐὰν θέλετε νὰ τὸ ψηφίσητε μόνοι σας, ψηφίσατέ το· (θόρυβος).
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 Μ. Μ.)