1883.12.17
1.528 στίχοι · 11.389 λέξεις · 59 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1883.
(Σάββατον).
(Ὥρᾳ 4 Μ. Μ.).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν μετὰ τῆς ἐν τῇ οἰκείᾳ θέσει προσθήκης, κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ, τῶν λέξεων «περὶ εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ Λευκάδος καὶ περὶ ἱδρύσεως Ἱερατικῆς Σχολῆς»).
§1ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν ἔχηται ἀληθείας τὸ θλιβερὸν ἄγγελμα, τὸ διαβεβαιωθὲν χθὲς ὑπὸ τοῦ Τηλεγράφου, ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης παρῃτήθη τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Ἐθνάρχου, μὴ θέλων νὰ ὑποκύψῃ εἰς αὐθαίρετον καὶ παράσπονδον ἀξίωσιν περὶ καταργήσεως τῶν προνομίων τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ θλιβερὰ εἴδησις, περὶ ἧς ποιεῖται λόγον ὁ κ. Βουλευτής, εἶναι δυστυχῶς ἀληθής. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ μὴ προβῶμεν εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ πρόκειται, διεξαγόμενον ἐν Κωνσταντινουπόλει ὡς ζήτημα ἐκκλησιαστικόν, εἶναι πιθανώτερον ὅτι θέλει ἀπολήξει αἰσίως, παρὰ ἐὰν διεξαχθῇ ὡς ζήτημα μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος. Ὡς ζήτημα ἐκκλησιαστικὸν παρουσιάζει πολλά, δι’ ὧν δύναται νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ Πατριαρχεῖον τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ἐνῷ ἂν παρασταθῇ ὡς ζήτημα μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, ἡ θέσις δὲν θὰ ἦναι ἐπίσης εὐνοϊκή. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον Νόμου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1884. (Ὅρα Παράρτημα). Ὑποβάλλω προσέτι τὴν αἰτηθεῖσαν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1882.
§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ κατάστασις αὕτη νὰ τυπωθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὑποβάλλει συγχρόνως καὶ ἑτέραν ἔκθεσιν ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς παρελθούσης Συνόδου βουλευτοῦ τινος. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Δημητρακάκης ὑπέβαλε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ
Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν τοῦ στόλου τὰ πληρώματα ἦνε πλήρη, ἢ ἂν ἐλλείπωσι, νὰ σημειωθῇ πόσοι ἀφ’ ἑκάστου πλοίου καὶ ποίου βαθμοῦ· ἂν ἦνε ἐπεσκευασμένα ὅλα, καὶ ἀπὸ πότε ἔχει νὰ ἐπισκευασθῇ ἕκαστον, καθόσον ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ «Γεώργιος» ἀντὶ 150 ἀνδρῶν πληρώματος ἀπὸ 16 μηνῶν μόλις ἔχει 30, καὶ τούτους ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσῃ οὔτε ἓν ἡμερονύκτιον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 17 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Λακεδαίμονος
Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ».
§5ΤΡΑΚΑΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν σήμερον ἐνεχείρισα μίαν ἀναφορὰν ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Τυμφρηστοῦ, δι’ ἧς παραπονοῦνται ὅτι ὁ νεοεκλεχθεὶς δήμαρχος ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου εἰς τὸ χωρίον του, καὶ κατώρθωσε καὶ παρέπεισε τὸ Συμβούλιον νὰ συγκατατεθῇ, ὅπως τὰ ἔγγραφα ὑπογράφωνται εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ, ἀλλ’ ἡ ἕδρα τοῦ δήμου νὰ μένῃ εἰς τὸ χωρίον ὅπου ἦτο πρὸ 40 ἐτῶν, εἰς τὸ χωρίον . Δυστυχῶς ὅμως φαίνεται ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἐξετελέσθη ἕως ἐδῶ, καὶ κατώρθωσε νὰ μεταφέρῃ τὴν πρωτεύουσαν εἰς τὸ χωρίον του. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦναι πολὺ σπουδαῖον καὶ δυσάρεστον εἰς τὸν τόπον, διότι τὸ χωρίον εἶναι τὸ πολυανθρωπότερον τῶν δέκα χωρίων, ἐνῷ τὸ χωρίον, εἰς ὃ μετετέθη ἡ ἕδρα τοῦ δήμου, κεῖται εἰς τὸ ἀπώτερον ἄκρον τοῦ δήμου. Ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν ὑπάρχουν κατοικίαι καὶ δὲν δύνανται νὰ οἰκονομηθῶσι τὴν νύκτα οἱ ἐκεῖ μεταβαίνοντες χάριν τῶν ὑποθέσεών των δημόται, ἐνῷ εἰς τὸ χωρίον, ἔνθα ἦτον ἡ πρωτεύουσα, ὑπάρχουν πλεῖσται καὶ μεγάλαι οἰκίαι, ὅπου οἰκονομοῦνται οἱ ἄνθρωποι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν πράξεων αὐτῶν.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔλαβον καμμίαν ἀναφοράν· ἀλλ’ ἂς μένῃ ἥσυχος ὁ κ. βουλευτής, διότι θὰ γείνῃ ὄχι ὅ,τι συμφέρει εἰς τὸν Δήμαρχον, ἀλλ’ ὅ,τι συμφέρει εἰς τὸν Δῆμον.
§7ΤΡΑΚΑΣ. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγραφὴν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, ὥστε νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὴν προσεχῆ Δευτέραν, διότι εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πρόκειται νὰ γείνῃ δήλωσις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς δηλώσεις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ εἰς μεταῤῥυθμίσεις διατάξεων περὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν θὰ τύχῃ ἀντιῤῥήσεων ἐν τῇ Βουλῇ· ὥστε, ἂν τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, δὲν θὰ παρεμποδίσῃ καὶ τὴν συζήτησιν ἐκείνων.
§9ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, ἂς ἐγγραφῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν καλὸν εἶναι νὰ φέρῃ ταχύτερα τὴν ἔκθεσίν της.
§11Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὴν Δευτέραν.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Τράκας εἶχεν ὑποβάλει δύω ἐπερωτήσεις, ἀφορώσας εἰς τὴν ἔγερσιν τελωνιακοῦ καταστήματος ἐν Στυλίδι, καὶ εἰς τὴν μίσθωσιν οἰκίας διὰ γραφεῖον τοῦ ὑποτελώνου Στυλίδος. Καταθέτω ἐνταῦθα τὴν περὶ τούτων σημείωσιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς ὁ κ. βουλευτής.
§13ΤΡΑΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων αὐτῶν, διότι ἄνευ τῶν καταστημάτων αὐτῶν τὸ ἐμπόριον καταστρέφεται.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων ἐξάγεται, ὅτι ἐδόθη ἡ ἐντολὴ πρὸς παρασκευὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ πρῶτος κατασκευασθεὶς προϋπολογισμὸς ἦτον ὑπέρογκος, καὶ διὰ τοῦτο προεκλήθη ἄλλος προϋπολογισμὸς λιτώτερος. Ἐλπίζω ὅ,τι θὰ περατωθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν καὶ θὰ ἐκθέσωμεν τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ δανείου ὁ κ. Στάϊκος.
§16ΣΤΑΪΚΟΣ. Προεκλήθημεν προχθὲς ὑπό τινων ἐκ τῆς ἀριστερᾶς ἐντίμων συναδέλφων, ἵνα ὡς μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρέλθωμεν τὸ βῆμα καὶ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας. Καίτοι θεωρῶν τὸ ἐπ’ ἐμοὶ περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω ἀνάπτυξιν, διότι ἡ ἔκθεσις καὶ σαφὴς καὶ λεπτομερὴς εἶναι, οὐχ ἧττον ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως εὐχαριστήσω τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἐκδηλωσάντων τοιαύτην ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐπειδὴ δὲ μόνος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Κοντογούρης εἶναι ὁ σπουδαίως κατὰ τῆς συμβάσεως μέχρι τοῦδε λαλήσας, πρὸς μόνον αὐτὸν ὀφείλω ἀπάντησιν, ἀφοῦ διϊστάμεθα καὶ διαφωνοῦμεν. Ὁ κ. Κοντογούρης καταστρέφων τὸν λόγον του προχθὲς προεκάλεσεν ἡμᾶς, ἵνα σκεφθῶμεν ὡρίμως ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν ἐκ ταύτης συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν νὰ καταψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ἣν θεωρεῖ οὐ μόνον ἐπιζήμιον, ἀλλὰ καὶ εἰς χρεωκοπίαν ὁδηγοῦσαν τὸν Τόπον. Ὡς πρὸς τὴν ὡριμότητα τῆς σκέψεως βεβαίως ὁ κ. Κοντογούρης ὑπῆρξε συνεπής, διότι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λεπτομερέστερον καὶ μακρότερον ἐξήνεγκε τὰς ἰδίας σκέψεις, ἃς ἐξέθηκε καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπερ μαρτυρεῖ, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐμελέτησε τὴν σύμβασιν καὶ ὡρίμως περὶ αὐτῆς ἐσκέφθη· φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του εἰς τὰς μακρὰς μελέτας του καὶ τὴν ἑτέραν τῶν συστάσεών του, τὴν ἀπομάκρυνσιν δηλονότι ἐπὶ τούτων πάσης πολιτικῆς προκαταλήψεως, καὶ διὰ τοῦτο, ὁ ἄλλως τε κριτικώτατος φίλος μου κ. Κοντογούρης ἐξήγαγε καὶ κατέληξε κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν εἰς συμπεράσματα ἀντίθετα ἐκείνων, ἅτινα ἐδικαιοῦτό τις νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῶν μακρῶν καὶ ὡρίμων, ἀλλὰ καὶ ἀπαθῶν σκέψεων κριτικοῦ ἀνδρός. Ἀκριβῆ ἐξέθηκεν ὁ κ. Κοντογούρης, εἰπὼν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τέσσαρα ἦσαν τὰ ζητήματα, ἢ μᾶλλον τὰ κεφάλαια, ἐφ’ ὧν συνεζήτησεν ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπή· ά.) ἂν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι συμφέρουσα ἢ μὴ εἰς τὸν Τόπον· βʹ.) ἂν, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐπιτρέπηται ἡ σύναψις δανείου πρὸς ἄρσιν αὐτῆς......
§17ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὡρίσατε τὸ δεύτερον ἀκριβῶς.
§18ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μίαν προσθήκην εἰς τὸ δεύτερον θέμα, ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους.
§19ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ εἶναι τόσον συναφῆ ὥστε καταντᾷ ἕν καὶ τὸ αὐτὸ.—γʹ.) ἂν ἐν τῷ αὐτῷ περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δανείῳ δέον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ δάνεια διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς τῆς χώρας καὶ τοὺς σιδηροδρόμους, καὶ δʹ) ἂν ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ μὴ ὑπὸ τοὺς διατυπουμένους ὅρους. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ὡμοφώνησε καὶ ὅτι διαφωνία ἐπῆλθεν ὡς πρὸς τὰ τρία ὑπολειπόμενα θέματα, ὡς εἰσηγητὴς δὲ τῆς μειοψηφίας ἐξέθηκε τοὺς λόγους, οἵτινες ἤγαγον τὴν μειοψηφίαν νὰ διαφωνήσῃ πρὸς ἡμᾶς. Διὰ σειρᾶς ὅλης σκέψεων, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀορίστων, ἀνεβίβασε τὸ μὲν ἔλλειμμα διὰ τὸ 1882 εἰς 6 ἑκατομμύρια.
§20ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἰς 3,600,000.
§21ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἠρνήθη δὲ ἀπολύτως τὴν ὕπαρξιν ἰσοζυγίου καὶ διὰ τὸ 1884 καὶ 1885 καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι, ποῦ ἐσταμάτησεν. Ἡμεῖς ὅμως, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀριθμούς, οἵτινες ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1882 περιορίζουσι τὸ ἔλλειμμα εἰς τρία περίπου ἑκατομμύρια μόνον, βεβαίως ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν νικῶσαν. Πιστεύοντες δὲ εἰς τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἔκθεσιν καὶ ἀνάπτυξιν, ἣν διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐποιήσατο, πρεσβεύομεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐπιτευχθήσεται ἀναντιῤῥήτως, καὶ οὕτω ἀναιρουμένων τῶν λόγων, οἵτινες θὰ παρίστων ἐπιβλαβῆ τὴν σύναψιν δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἣν δὲν διστάζω νὰ ὀνομάσω κοινωνικὴν λέπραν, δι’ οὓς θὰ ἐκθέσω λόγους, ἐνομίσαμεν καὶ νομίζομεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους κατάστασις δὲν ἀπαγορεύει τὴν σύναψιν τοῦ προκειμένου δανείου, καὶ ἐκηρύχθημεν καὶ ἐμμένομεν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ τὴν διάφορον ἐν τῇ πολιτικῇ θέσιν ἡμῶν διότι ἀποκρούω, κύριοι, τὰς ταπεινὰς σκέψεις, τὰς ἀποδιδομένας εἰς τοὺς πολιτευομένους τῆς χώρας, ὅτι δηλαδὴ διαφωνοῦμεν καὶ παλαίομεν μόνον πρὸς διατήρησιν ἐντεῦθεν καὶ πρὸς κατάληψιν ἐκεῖθεν τῶν ὑπουργικῶν χαρτοφυλακίων. Παλαίομεν καὶ διαφωνοῦμεν, διότι, πάντες πρὸς τὸ ἀγαθὸν τοῦ τόπου ἀποβλέποντες, διϊστάμεθα τὰς γνώμας, καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης διαστάσεως τῶν γνωμῶν προέρχεται, οἱ μὲν νὰ θεωρῶμεν τοὺς δὲ κακῶς σκεπτομένους, κακῶς κυβερνῶντας, κακῶς καὶ μάλιστα ἐπιζημίως διὰ τὸν Τόπον πολιτευομένους, καὶ ἐκ τῶν τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος καὶ ὁ κ. Κοντογούρης, σκέψεων ἀποῤῥεουσῶν ἐκ τῆς κατὰ πεποίθησιν πολιτικῆς του θέσεως, λεληθότως ἐπηρεάσθη εἰς τὰς κρίσεις του ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, ἣν ἐν τούτοις θερμῶς ἐσύστησε νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος. Ἐνταῦθα, κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν διακεκριμένον οἰκονομολόγον, τὸν ἐκ Τριφυλίας ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Σωτηρόπουλον. Ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διερμηνεύουσα βεβαίως τὸ φρόνημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδήλωσε διὰ τοῦ κ. Κοντογούρη, ὡς εἰσηγητοῦ, ὅτι κηρύσσεται κατὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι δὲν πιστεύει εἰς τὸ ἰσοζύγιον· ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐκάκισε κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Πολιτικοῦ ζητήματος ἀγόρευσίν του τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας δὲν ἔσπευσεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὑπὸ τὸν τύπον λοιπὸν ἁπλῆς ἀπορίας — διότι παρατηρήσεις οὔτε νὰ διανοηθῶ, τολμῶ, ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν σεβαστὸν φίλον μου κ. Σωτηρόπουλον ἐπὶ τοιούτου θέματος, καθόσον ἐὰν ὁ κ. Λομβάρδος δὲν τολμᾷ νὰ παρασταθῇ ὡς κανδυλανάπτης ἀπέναντι τοῦ πατριάρχου κ. Σωτηροπούλου ὑπὸ οἰκονομολογικὴν ἔποψιν, εἰς ἐμὲ, διὰ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν εὐφυᾶ παρομοίωσιν, οὔτε θέσιν παιδὸς ἐκκλησιαστικοῦ χοροῦ ἐπιτρέπεται νὰ διεκδικήσω—ὑπὸ τύπον λοιπὸν ἁπλῆς ἀπορίας ἐρωτῶ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, πῶς ἠδύνατο νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἄνευ ἰσοζυγίου; Ἀλλὰ τότε τὸ ἔλλειμμα ποῦ ἔδει νὰ τὸ κρύψωμεν;
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς διαδεχθῶ εἰς τὸ βῆμα, καὶ τότε θὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν.
§23ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐθεωρήσαμεν λοιπὸν καὶ θεωροῦμεν, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ κωλύον εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον θέμα, ἂν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ τὸ δάνειον ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν καὶ τῶν σιδηροδρόμων ἐν τῇ αὐτῇ συμβάσει, ἐπιτραπήτω ἡμῖν νὰ φρονῶμεν, ὅτι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα, καθόσον ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις τῆς Βουλῆς προϋπῆρχεν, ἂν δὲ δὲν συνῆψε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις πρότερον, βεβαίως αἰτία εἶναι, διότι δὲν εὗρε συμφερωτέρους ὅρους. Καὶ ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον καὶ ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε τὸ δάνειον ἐκεῖνο, οὐδὲν κανονικώτερον καὶ εὐρυθμότερον τοῦ νὰ συγχωνευθῶσι τὰ δύω δάνεια εἰς ἓν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ἀφοῦ ὅροι καλλίτεροι καὶ συμφερώτεροι δὲν εὑρίσκονται. Ὑπολείπεται, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ τέταρτον θέμα ἢ ζήτημα ὡς εἶπεν ὁ κ. Κοντογούρης, ἂν δηλαδὴ εἶναι συμφέροντες οἱ ὅροι ἢ μὴ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ ὁ κ. Κοντογούρης τὸν ἀμφισβητοῦντα τὸ βαρὺ τῶν ὅρων τῆς προκειμένης συμβάσεως· ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἔγκειται εἰς τοῦτο, ἂν δηλαδὴ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι βαρεῖς ἢ συμφέροντες· τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἦνε προτιμότερον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἢ νὰ ψηφισθῇ τὸ δάνειον, ὑφ’ οὓς παρουσιάζεται ὅρους. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀδιστάκτως κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ δευτέρου· διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θεωρῶ ὡς ἀγαθὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ προσκτήσηται τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην, δεύτερον δὲ, διότι δὲν ἦτον, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ δάνειον ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους, ὡς ἔχει σήμερον ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν πίστις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ τρίτον διότι τὸ προκείμενον δάνειον θεωρῶ οὐχὶ βαρύτερον, ἀλλὰ καὶ συμφερώτερον καὶ ἧττον ἐπαχθὲς τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ κουράσω ὑμᾶς ἐπαναλαμβάνων ὅσα πάντες γνωρίζετε περὶ τοῦ μεγίστου κακοῦ, ὅπερ προσγίγνεται εἰς τὸν Τόπον ἐκ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§24ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις πρὸς τοῦτο.
§25ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐν τούτοις, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγὴ ἀνέρχεται βεβαίως εἰς τὰ 200,000,000 κατ’ ἔτος· ἂν ἀναλογισθῆτε ὅτι ἡ διαφορὰ, ἡ ὕψωσις τοῦ συναλλάγματος ἀνῆλθε μέχρι τῶν 19 καὶ 20 καὶ κατῆλθε μέχρι τῶν 15—καὶ τότε μέσον ὅρον λάβετε τὸ 17—τότε θὰ ἔχητε τὸ φοβερὸν ἐξαγόμενον τῆς ἐπὶ πλέον λανθανούσης δαπάνης ἐκ μέρους τοῦ Τόπου ἐκ 34,000,000 κατ’ ἔτος. Τοῦτο ὅμως βεβαίως δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι καλύπτεται κατὰ μέγα μέρος διὰ τῆς ἐξαγωγῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται καὶ γράφωνται, κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ τοὺς μᾶλλον εἰδήμονας, ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι πολλῷ ἀνωτέρα, ἡ δὲ ἰσοῤῥοπία ἢ μᾶλλον ἡ πρόοδος τοῦ Τόπου ἀποδοτέα κυρίως εἰς τοὺς ἀδήλους λεγομένους πόρους, ἐπειδὴ δὲ λέγω, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται, ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι ἀνωτέρα, ἀφοῦ ὁ Τόπος στερεῖται ἀπολύτως βιομηχανίας, βεβαίως ἡ ἐπὶ πλέον λανθάνουσα δαπάνη τῆς χώρας εἶναι 8 ἴσως καὶ 10 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Καὶ 8 ἢ 10 ἑκατομμύρια δαπάνη ἐπὶ πλέον εἶναι, κύριοι, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον σπουδαίως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, καὶ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ θεραπεία. Ἄλλως τε, κύριοι, ὅλα τὰ κακὰ, ὅσα προεμάντευσαν οἱ μάντεις τῶν κακῶν, ὡς προελευσόμενα δῆθεν ἐκ τῆς ἄρσεως, ἐπῆλθον ἤδη· δηλαδὴ ἡ ἀγορὰ θεωρεῖ πλέον ὡς γεγονὸς τετελεσμένον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὰ κατ’ αὐτὴν ἐκανονίσθησαν ἤδη συμφώνως πρὸς τὴν πεποίθησιν, διότι καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αἱ μετοχαὶ, αἵτινες εἶχον ἀνέλθει εἰς 4,700 δραχμὰς, κατῆλθον εἰς 4300, τὰ Λαύρια ἐκ τῶν 180 καὶ 200 κατῆλθον εἰς 130, καὶ οὕτω καθεξῆς τὰ πάντα ἐκανονίσθησαν μὲ τὴν ἰδέαν ἢ μᾶλλον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἄρσις εἶναι γεγονός. Ὅ,τι δὲ σήμερον ἠδύνατο νὰ συνταράξῃ καὶ ζημιώσῃ τὴν ἀγορὰν καὶ τὸν Τόπον ἤθελεν εἶσθαι ἡ πεποίθησις τῆς διατηρήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπερ ἤθελεν ἐπέλθει διὰ τῆς καταψηφίσεως τῆς συμβάσεως. Ὡς πρὸς τὰ μέγιστα λοιπὸν ἀγαθὰ τῆς ἄρσεως καὶ τὸ μέγιστον κακὸν τῆς διατηρήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νομίζω ἀρκετὰ ταῦτα. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἀδύνατον τῆς εὑρέσεως ὅρων συμφερωτέρων, τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν ἡμῶν οἰκονομικὴν πίστιν ἐξωτερικῶς, πρὸς τοῦτο δὲ πολλὰ εἶναι τὰ συντρέχοντα, καὶ εἶναι ἡ ἔλλειψις ἰσοζυγίου, καὶ εἶναι ἡ ἀταξία εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς ὀρθότατα παρετήρησε πέρυσιν ὁ κύριος Δεληγεώργης, καθίσταται ἀναπόφευκτον δυστυχῶς ὡς ἐκ τῆς κακῆς διαιρέσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν ἔτους· εἶναι δὲ πρὸ πάντων ἡ ἀμφίβολος πολιτικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, καὶ ἄκουσα, κατὰ τὴν ἐλαχίστην ἐν Ἀνατολῇ διατάραξιν, θὰ περιέλθῃ εἰς κλονισμοὺς, οἵτινες βεβαίως δὲν δύνανται νὰ μὴ ἐπηρεάζωσι τὰς σκέψεις ἐκείνων, οἵτινες πρόκειται νὰ δανείσωσι τὸ χρῆμά των καὶ καρπῶνται κανονικῶς τὰ ἐκ τούτου ὀφέλη. Δὲν εἶναι δὲ, κατ’ ἐμὲ, ξένον καὶ τὸ ἐλάττωμα τῆς χώρας ἡμῶν τοῦ νὰ μὴ δύνηται νὰ συγκοινωνῇ σιδηροδρομικῶς μετὰ τῆς Εὐρώπης. Ὅτι δὲ τὸ προκείμενον δάνειον εἶναι ὑπὸ χρηματικὴν ἔποψιν συμφερώτερον τοῦ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, εἶναι βέβαιον, καθόσον ἐκεῖνο μὲν ἐγένετο εἰς τὰ 340, ἐνῷ τοῦτο γίνεται εἰς 342½. Διὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο εἶχον ζητηθῆ ἐγγυήσεις βαρύτεραι, αἵτινες, ἂν τεθῶσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς πλάστιγγος αἱ δύω συμβάσεις, βεβαίως δὲν θὰ βαρύνωσι κατὰ τῆς ἐνεστώσης. Ὁ κύριος Κοντογούρης ὅμως περιέπεσε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὸ σφάλμα νὰ νομίζῃ, ὅτι ὁ τόκος τοῦ προκειμένου δανείου ἀνέρχεται εἰς 9 καὶ 40, νομίζω, τοῖς ἑκατὸν, ὑπολογίσας τὰ δικαιώματα μεσιτείας μόνον ἐπὶ τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ταῦτα ὑπολογίζονται ἐν τῇ συμβάσει ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ, ὡς περιέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα, νὰ νομίσῃ, ὅτι ὁ τόκος ἀρχίζει νὰ ὑπολογίζηται ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ avance μετὰ τὴν πρώτην κατάθεσιν, ἐνῷ, ὡς παρετήρησε πρὸς αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τόκος ὑπολογίζεται δι’ ἑκάστην κατάθεσιν χωριστά. Ὅ,τι, κύριοι, εἶναι κατ’ ἐμὲ βαρὺ ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως, εἶναι ἡ αἵρεσις, ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἀναγραφομένη. Τοῦτο δὲ εἶναι βαρὺ διὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς περιπλακῇ εἰς πόλεμον. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν καὶ τοῦτο. Ἡ Ἑλλὰς, περιερχομένη εἰς πόλεμον ἄνευ τοῦ προκειμένου δανείου καὶ ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ στερῆται βεβαίως χρήματος, ἀλλὰ θὰ στερῆται καὶ πίστεως. Ποῦ λοιπὸν θὰ καταφύγῃ; εἰς ἔκδοσιν γραμματίων, δηλαδὴ καϋμέδων· τὴν ἀξίαν ὅμως τῶν καϋμέδων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς ἀγνοεῖ. Ἡ Ἑλλὰς ὡσαύτως περιερχομένη εἰς πόλεμον ἐντὸς τῶν 18 μηνῶν, καθ’ οὓς ἰσχύει ἡ αἵρεσις, ἔχει νεκρὰς καὶ δὲν θὰ δύνηται νὰ κυκλοφορήσῃ τὰς 110,000 ὁμολογίας. Ἐν τούτοις δύναται πάντοτε νὰ συνάψῃ δάνειον ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν καὶ ἀπέναντι τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν, ὅπερ καὶ εὐκολώτερον καὶ ἀσυγκρίτως ὠφελιμώτερον παρὰ τὴν ἔκδοσιν καϋμέδων. Οὕτω λοιπὸν καὶ εἰς αὐτὴν ἔτι τὴν δεινοτέραν τῶν ἀπροόπτων περιστάσεων εἶναι καλλιτέρα ἡ θέσις ἡμῶν διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ προκειμένου δανείου, δι’ οὗ αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν τοῖς ἰδιαιτέροις κύκλοις καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, σπουδαία καὶ θερμὴ ὑφίσταται συζήτησις περὶ τοῦ προκειμένου δανείου, καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι φυσικώτατον, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ὑψίστης σπουδαιότητος. Πολλαὶ καὶ ποικίλαι προτείνονται γνῶμαι, καὶ ὁ κ. Καραπάνος χθὲς ἐξέθηκεν ἰδίας καὶ οὗτος γνώμας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων προσάγεται καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐκδόσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου γραμματίων εἰς μεταλλικόν.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν προέτεινα αὐτό.
§27ΣΤΑΪΚΟΣ. Τοῦτο ἀνέγνων εἰς οἰκονομολογικὸν ἢ τραπεζιτικὸν ἄρθρον ἔν τινι ἐφημερίδι. Τοῦτο ἀποκρούω δι’ ὅσης ἔχω δυνάμεως, διότι τοῦτο εἶναι τὸ χείριστον, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ τοῦ ὁποίου δυστυχῆ πεῖραν ἔλαβεν ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυπτος. Ὑπάρχουσι καὶ γνῶμαι, καθ’ ἃς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οὐ μόνον δὲν εἶναι κακὴ, ἀλλὰ καὶ συμφέρουσα. Καὶ εἰς ὑποστήριξίν των προσάγουσι τὴν Ρωσσίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν. Λησμονοῦσιν ὅμως τὸ στοιχειωδέστερον πάντων, ὅτι δηλαδὴ αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἔχουσι βιομηχανίαν σπουδαίαν, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς στερεῖται ἀπολύτως σχεδὸν τοιαύτης, καὶ λέγω σχεδόν, ἀποβλέπων εἰς τὰ ὀλίγα καὶ μικρὰ τοῦ Πειραιῶς ἐργοστάσια, ἅτινα βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταστήσωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀγαθὸν ἀντὶ κακοῦ. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους, κύριοι, ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς σας ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προκειμένης συμβάσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ πέποιθα, ὅτι ἀντὶ ἐπιτιμήσεων καὶ μομφῶν, ἐθνικῆς μᾶλλον εὐγνωμοσύνης εἶναι ἀξία ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, εἰς ἣν κατάστασιν διατελεῖ ἡ Εὐρώπη, καὶ εἰς ἣν εὑρίσκεται δυστυχῶς θέσιν ἡ οἰκονομικὴ πίστις ἡμῶν, κατώρθωσε τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§28ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὀφείλετε μίαν διασάφησιν πρὶν κατέλθετε, τὴν ἑξῆς· πολὺ ὀρθῶς εἴπατε ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου σας, ὅτι ἡ μειονοψηφία συμμερίζεται τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τοῦτο αὐτὸ φρονεῖτε καὶ διὰ σᾶς; Ἐν τῇ ἐκθέσει σὺν τοῖς ἄλλοις ἰσχυρίζεσθε ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δύνανται νὰ μὴ ἀναχθῶσιν εἰς νέας δραχμὰς, καὶ κατὰ συνέπειαν προέρχεται μία οἰκονομία. Σᾶς ἐρωτῶ, αὐτὴ ἦτο γνώμη ὅλης τῆς πλειοψηφίας;
§29Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη ἦτο μόνον μελῶν τινων τῆς πλειοψηφίας καὶ οὐχὶ ὁλοκλήρου τῆς πλειοψηφίας.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παρασκευᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§31ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἀντιπροσωπευούσης τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ὁ ἐν τῷ Αἰῶνι οἰκονομολόγος μᾶς λέγουν τί σπεύδετε ν’ ἄρετε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Δὲν περιμένετε ν’ αὐξηθῇ ἡ Ἐθνικὴ πίστις, νὰ ἴδετε τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐπαχθῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλατε, ἐὰν θὰ φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν πίστιν, ἡ αὔξησις αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν· τὰ δέοντα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν κκ. Σταΐκου καὶ Κασιμάτη. Ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν φόρων, ἡμεῖς φρονοῦμεν μετὰ πεποιθήσεως ὅτι εἶναι εὐάρεστα· οὐχὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐλπίδων μας. Τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τοὺς ἐπεβάλομεν ἐπὶ ἕνα σκοπὸν, νὰ ρυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον διὰ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ἐπῆλθε τὸ ἰσοζύγιον κατὰ τὰς αὐθεντικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ ἐὰν ἀμφιβάλλητε, σᾶς προκαλοῦμεν νὰ μᾶς ἀναιρέσητε. Ὑμεῖς εἴπατε, πῶς τολμᾶτε νὰ ἐπιβάλητε ἔν δάνειον 170 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Αὐτὸν τὸν λαὸν, τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ βήματος φαίνεσθε ὑπερασπισταὶ μόνον διὰ λόγων, ἐρχόμεθα σήμερον διὰ τῶν πράξεών μας νὰ ἐλαφρύνωμεν ἀπὸ τὸ βάρος, καὶ νὰ τῷ ἀποδώσωμεν, ὅσα μᾶς ἔδωκε διὰ τῶν αὐτοπροαιρέτων φόρων, καὶ μὲ ὠφέλειαν. Τὸ πρὸς τὰς Τραπέζας δάνειον μᾶς κοστίζει 5 ἑκατομμύρια διὰ τὸν τόκον, συνάλλαγμα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰ τοκομερίδια καὶ τὰς ἀνάγκας της εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, τῆς ὑποτιμήσεως τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων οὔσης εἰς τὰ 15%· ἀπέναντι τῶν 72 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ πληρώνωμεν 6½ ἑκατομμυρίων, ἡμεῖς χάριν τοῦ λαοῦ θὰ πληρώσωμεν 1½ ἑκατομμύριον περισσότερα, διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τολμᾶτε νὰ ἀναιρέσητε καὶ ταῦτα; (ἱλαρότης). Ἐνώπιον τῶν ἀριθμῶν δὲν γελοῦν, παρὰ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἐννοοῦν, καὶ αὐτοὺς τοὺς παραπέμπω εἰς τὰ ἀλληλοδιδακτικὰ σχολεῖα διὰ νὰ μάθωσι τὴν ἀριθμητικήν. Ὁ λαὸς πάσχει καὶ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ τῷ ἀφαιρέσωμεν 15% εἰς τὰ καθημερινὰ ἔξοδά του. Ἀλλὰ δὲν ἔρχεσθε καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐμπορίου τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ διαμετακομιστικοῦ, ὁποίας δυσχερείας καὶ στενοχωρίας ἀπαντᾷ ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων. Ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον. Τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον ἀναπληροῖ κατὰ μέγα μέρος τὴν ἔλλειψιν τοῦ χρυσοῦ ἕνεκα τῆς εἰσαγωγῆς ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγήν· διότι ὁ Ἕλλην ἐμπορευόμενος μετὰ τῆς Ἀνατολῆς φέρει τὰς πραγματείας ἐξ Εὐρώπης, τὰς μεταβιβάζει εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ φέρει εἰς χρυσὸν τὸ κέρδος ἐνταῦθα. Ὑπαρχούσης ὅμως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐλαττοῦται τό τε ἐσωτερικὸν ἐμπόριον καὶ διαμετακομιστικόν. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους θεωροῦμεν ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὅσον τάχος, καὶ πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι πρὸς βλάβην τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὡς πρὸς δὲ τὸν τρόπον, ἡμεῖς μεθ’ ὅλους τοὺς βαρεῖς ὅρους τοῦ δανείου προτιμῶμεν αὐτὸ ἀντὶ τῶν προσκαίρων καὶ ἀκαταλλήλων μέσων, ἅτινα προτείνουσιν οἱ ἀντιλέγοντες καὶ ὁ ἐν τῷ Αἰῶνι οἰκονομολόγος. Προσφέρατε καλλιτέρους ὅρους οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ τοῖς μετρητοῖς, καὶ τότε θὰ παραδεχθῶμεν τὴν προσφοράν σας· ἀλλ’ ὑμεῖς διὰ λόγων θέλετε νὰ ἀποπλανήσητε τὴν κοινὴν γνώμην. Οἱ ἀντιλέγοντες δὲν σκέπτεσθε περὶ λαοῦ, ἀλλ’ ὡς ὑπέρτερον συμφέρον θεωρεῖτε τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως. Μᾶς λέγουν λαμβάνετε 35 ἑκατομμύρια καὶ εἶσθε ὑπόχρεοι μετὰ δύω ἔτη νὰ ἀποδώσητε αὐτά· πόθεν θὰ τὰ εὕρητε; Θὰ σᾶς σύρουν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα εἰς τοὺς δρόμους. Οἱ ταῦτα λέγοντες δὲν γνωρίζουν τὰς Ἐθνικὰς δυνάμεις, ὑβρίζουν τὸ Ἔθνος. Νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ 1½ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον θὰ δώσωμεν περιπλέον, θὰ τὸ ἀποδώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς ἐργασίας του, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ τῆς ἀποδόσεως τῶν 35 ἑκατομμυρίων, ἕκαστος θὰ συνεισφέρῃ πρὸς τοῦτο. Διὸ συμφέρον, ἀφοῦ δὲν μᾶς προσφέρουν ἄλλους καλλιτέρους ὅρους, ἀλλὰ πρόσκαιρα καὶ ἀκατάλληλα μέσα, εἶναι νὰ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἄλλως μεγάλα συμφέροντα τῆς Πολιτείας διακινδυνεύουσιν. Ἔχω ὅμως παρατήρησίν τινα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον. Εἰς τὸ ἄρθρον 5ον τῆς συμβάσεως ἀναφέρεται, ὅτι αἱ μετοχαὶ 220 χιλ. δίδονται εἰς ἐγγραφήν. Ὑποθέσατε ὅτι ἐνεγράφησαν 100 χιλιάδες αὐτὰς τὰς 100 χιλιάδας θὰ πάρουν αὐτοὶ εἰς λογαριασμόν των τοῦ ferme ἢ θὰ τὰς διανεμηθοῦν ἐξ ἡμισείας;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ferme προτιμᾶται.
§33ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Τότε πρέπει νὰ ζητήσετε τροποποίησιν· ἐγὼ ἐξέλαβον ὅτι τὸ ἥμισυ θὰ ἦναι ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ζητήσητε, εἰ δυνατὸν, τὴν τροποποίησιν.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτοὶ ἐγγυῶνται ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ ποσὸν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν, ἑπομένως ἐφ’ ὅσον πραγματοποιηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο καταλογίζεται ὑπὲρ τῆς ἐγγυήσεώς των, ἐφ’ ὅσον δὲ ὑπερβῇ καταλογίζεται ὑπὲρ τῶν ἑτέρων 110 χιλιάδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως.
§35ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Δεύτερον, ἐπειδὴ διαδίδεται καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ ἐδῶ, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν αἴρεται, προτείνω, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 5ον τοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἀποκλειστικῶς τὰ χρήματα, τὰ εἰσπραττόμενα, ἀναλόγως θὰ δίδωνται διὰ τὸ δάνειον, νὰ προστεθῇ «ἀπαγορεύεται τῇ Κυβερνήσει ἐπὶ τῇ προσωπικῇ εὐθύνῃ τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἑτέραν τῆς ἀναγραφομένης εἰς τὸν Νόμον.» Ἐγὼ ἔχω πίστιν πλήρη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποστομώσω τοὺς διαδίδοντας τὰ τοιαῦτα καὶ πρὸς κραταίωσιν τῆς Ἐθνικῆς πίστεως, θέλω νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 5ον τοῦ Νόμου....
§36Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι οἱ ὅροι τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, εἶναι ἐπαχθεῖς, τοῦτο παρ’ οὐδενὸς τῶν προαγορευσάντων ἠμφισβητήθη. Ἀλλ’ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ δάνειον ἰσχυρίζονται, ὅτι διὰ τούτου καὶ μόνου πρόκειται ν’ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὸ μέγιστον κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὴν χώραν ἡμῶν καὶ ἀπειλεῖ νὰ λάβῃ μεγαλειτέρας καὶ μᾶλλον ἐπιφόβους διαστάσεις. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐφθάσαμεν σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην, ὥστε νὰ θεωρῶμεν ἀπαραίτητον τὴν ἐπιψήφισιν δανείου τοσοῦτον ἐπαχθοῦς, καὶ νὰ κρίνωμεν ἐκ τούτου ἐὰν εἶναι λογικὸν νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι, ὑφισταμένων τῶν αὐτῶν αἰτίων, δυνάμεθα ν’ ἀπαλλαχθῶμεν τοὐλάχιστον ὁριστικῶς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἀπὸ τὰς στενοχωρίας, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Μετὰ τοὺς παιᾶνας, τοὺς ὁποίους ἔψαλον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ πρό τινων ἡμερῶν, ἐξυμνοῦντες τὴν καλὴν αὐτοῦ διοίκησιν καὶ τὰ ἀγαθὰ, τῶν ὁποίων ἐγένετο αὕτη πρόξενος εἰς τὸν Τόπον, ἐπεφυλλάσσετο εἰς αὐτὸν ὁ πικρὸς τῷ ὄντι κλῆρος τοῦ νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ἰδίαις αὑτοῦ χερσὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς μᾶλλον πασιφανεῖς καὶ ψηλαφητὰς ἀποδείξεις περὶ τοῦ ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων του, πόῤῥω ἀπέχουσι τῶν πραγμάτων. Πολλὰ εἶπον οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατακρίνοντες τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ μέτρα αὐτῆς, ἀλλ’ οὐχὶ ὀλιγώτερα ἐλάλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰσχυρισθεὶς ὅτι οὐδέποτε τὸ Κράτος ἐδιοικήθη καλλίτερον καὶ ὅτι οὐδέποτε τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ναυτικὰ καὶ τὰ στρατιωτικὰ τῆς χώρας ἦσαν εἰς ἀνθηροτέραν κατάστασιν· ὡς κορωνίδα δὲ τῶν ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας ἀνέφερε πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν λόγων του, ἐπεκαλέσθη τὸ ἀξιοσημείωτον τῷ ὄντι γεγονὸς, ὅτι τρεῖς ὅλαι δωδεκάδες ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπολέμουν διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς ψήφου των τὰ μέτρα καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ἠναγκάσθησαν, ὡς ἐκ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον κατὰ τὴν διαμονήν των ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ν’ ἀλλάξωσι γνώμην· διότι, σᾶς εἶπεν, ὁ νοήμων λαὸς τῶν Ἐπαρχιῶν δὲν ἐμφορεῖται ἀπὸ τὸ ταπεινὸν ἐκεῖνο πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐνεπνέοντο οἱ πολεμοῦντες αὐτὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀλλ’ εὐγνώμων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἀπήλαυσε, καὶ πλήρης ἐνθουσιασμοῦ δι’ ὅσα θέλει ἀπολαύσει εἰς τὸ μέλλον, ἔδωκε ρητὴν ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ βοηθήσωσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ μεγαλοπρεπὲς τῷ ὄντι οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἄνευ τῆς πολυτίμου ταύτης συνδρομῆς ἤθελε μείνει ἀτελὲς, καθ’ ὅσον πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέδραμον τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν εἰς τὸ νὰ θεμελιώσῃ τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο, ἐννοήσαντες ὅτι ἔκτιζον ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἔστρεψαν πρὸς αὐτὸν τὰ νῶτα καὶ ἀπεχώρησαν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν οἱ συνάδελφοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ ὑποστηρίξουν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἄλλοτε τὴν κατέκρινον, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὡς ἐκ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισαν κατὰ τὴν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις διαμονήν των, ἢ ἤλαξαν γνώμην, ὅτε ἀφιχθέντες εἰς Ἀθήνας, ἦλθον εἰς συνάφειαν μὲ τοὺς φίλους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν ἴδιον, καὶ ἤκουσαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχε σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Περὶ τούτου ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ εἶνε ὁ λαὸς τῶν Ἐπαρχιῶν, ὁ ὁποῖος ἤκουεν ἕκαστον ἡμῶν ἐξηγοῦντα κατὰ τὴν ἐκεῖ διαμονήν μας τὰς ἐντυπώσεις του, καὶ ὅστις γνωρίζει μὲ ποίαν ἰδέαν καὶ ἀπόφασιν ἀνεχωρήσαμεν ἐκεῖθεν διὰ τὰς Ἀθήνας. Περὶ τούτου δύναται ἀκόμη νὰ μαρτυρήσῃ ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ πλησιάσῃ ὅλους ἡμᾶς, συμπολιτευομένους καὶ ἀντιπολιτευομένους, ὅτε ἐπανήλθομεν ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν καὶ ἐκεῖ ἐπικρατῇ τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ὑπερισχύει εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξεδήλωσε πανηγυρικῶς ὁ λαὸς, ἀποστείλας εἰς τὸν περίβολον τοῦτον τὸν ἄκρον ἀντιπολιτευόμενον κύριον Χοϊδᾶν δι’ ἑξακισχιλίων καὶ ἐπέκεινα ψήφων. Ἀλλ’ οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ Τόπος, ἐνῷ συνετελέσθη ἡ μεταβολὴ αὕτη, καὶ οἷα δήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξαν τὰ αἴτια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑπηγορεύθη, πλανᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν φρονῇ, ὅτι ἡ ἀξία τῶν Κυβερνήσεων ἀποδεικνύεται διὰ μακρῶν ἀγορεύσεων καὶ ρητορικῶν ἐπιχειρημάτων, ἢ ὅτι κυροῦται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων. Ὑπάρχουσι, κύριοι, γνωρίσματα θετικὰ, γνωρίσματα ἐπέχοντα τόπον μαθηματικῶν ἀποδείξεων, καὶ τὰ γνωρίσματα ταῦτα λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ἡ κοινωνία, ὁσάκις θέλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἐξενέγκῃ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτῆς περὶ τῆς ἀξίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ ταῦτα δύω τινὰ, ἡ φορολογία καὶ ἡ δημοσία πίστις· διότι ὑπὸ τὴν καλὴν διοίκησιν ἡ μὲν φορολογία ἐλαττοῦται, ἡ δὲ δημοσία πίστις αὐξάνει· τὸ ἐναντίον δὲ συμβαίνει ὑπὸ τὴν κακὴν διοίκησιν· αὐξάνει ἡ φορολογία καὶ ἐλαττοῦται ἡ δημοσία πίστις. Καὶ τῷ ὄντι· Κυβέρνησις ἀγαθὴ, γνωρίζουσα καὶ θέλουσα νὰ ἐκπληροῖ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸ καθῆκον αὐτῆς, σπανίως εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους ἢ νὰ αὐξήσῃ τοὺς ὑπάρχοντας, διότι ὑπὸ Κυβέρνησιν τοιαύτην ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκλείπουσιν ἢ ἐλαττοῦνται πολλαὶ ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς διοικήσεως, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐκλείπει ἢ περιστέλλεται καὶ ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων δαπάνη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ παγίωσις τῆς δημοσίας τάξεως, ἡ κανονικὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἴση καὶ δικαία διανομὴ τῶν φόρων, ἡ ἀκριβὴς βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις αὐτῶν προάγουσι τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, καὶ φέρουσιν ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς φορολογίας αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων· διὰ τῆς αὐξήσεως δὲ ταύτης εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ἡ καλὴ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώνῃ τὸ δημόσιον χρέος καὶ νὰ ἐκτελῇ παραγωγικὰ ἔργα, ἅτινα αὐξάνουσιν ἔτι μᾶλλον τὸν πλοῦτον τῆς χώρας καὶ τὰς δημοσίας προσόδους. Πάντα δὲ ταῦτα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, ἐκδηλουμένην εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν δημοσίων χρεωγράφων. Ὅλως δ’ ἀντίθετα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦσι τὴν κακὴν Κυβέρνησιν· ὑπ’ αὐτὴν αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι, ἐλαττοῦται ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, καταβιβάζεται ἡ δημοσία πίστις, καὶ ἀναγκάζεται οὕτω ἡ Κυβέρνησις νὰ καταφεύγῃ εἰς νέας φορολογίας. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὀφείλουσι νὰ ἐξετάζωσι τὴν Κυβέρνησιν οἱ θέλοντες νὰ ἐκτιμήσωσιν εἰλικρινῶς καὶ ἀμερολήπτως τὴν ἀξίαν αὐτῆς· ὀφείλουσι δηλαδὴ νὰ ἐξετάσωσιν ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον περιῆλθεν ἡ δημοσία πίστις. Εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύω τούτων κυρίων γνωρισμάτων, θέλω ἐφελκύσει τὴν προσοχήν σας, ἀλλὰ πρὸ τούτου, θέλω ἐνδιατρίψει εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν ἄλλων τινῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται συνήθως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι οὐδέποτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας διετέλουν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ πράξω τοῦτο, καθόσον παρετήρησα, ὅτι καὶ ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Στάϊκος καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπὶ τῶν δεδομένων τούτων στηρίζονται, ἵνα δικαιολογῶσι τὴν διαμονήν των εἰς τὴν ὑπουργικὴ φάλαγγα. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 περιορίζεται εἰς τρία ἑκατομμύρια. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἀπὸ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν προέρχηται, εἶναι λίαν εὐάρεστον, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ἔχω ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀνὰ χεῖρας δύω ἀποδείξεις, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκολοβώθη κατὰ δύω καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Τὴν μίαν τῶν ἀποδείξεων τούτων μοὶ ἔδωκεν αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός, ὅστις εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπολογίζει εἰς τὸ ἔλλειμμα ὑπερ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη εἰς πραγματοποίησιν πιστώσεως δοθείσης κατὰ τὸ 1881. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ δοθεῖσα πίστωσις κατὰ τὸ 1881 δὲν ἐπραγματοποιήθη, τότε καὶ ἡ δαπάνη δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους τούτου. Εἶναι δὲ ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θέλει καταλογισθῆ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 40,000,000, τὸ ὁποῖον ἐδόθη διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐδόθη πρὸς πραγματοποίησιν ἄλλων πιστώσεων, πιστώσεων ψηφισθεισῶν κατὰ τὸ 1882, καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς δαπάνας, ψηφισθείσας κατὰ τὸ 1881. Τὴν δευτέραν τῶν ἀποδείξεων ἀνεὗρον ἐγὼ αὐτὸς, φυλλολογῶν προχείρως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ εἰς τὸ Κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σημειοῦται ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ἓν ἑκατομμύριον, πρὸς ἀπόδοσιν ποσοστῶν ὁδοποιΐας καὶ κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων χάριν τῶν πολιτικῶν συντάξεων, εἰς δὲ τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκω, καθὼς ἀνέφερον καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, τὸ ποσὸν 170,000 δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον. Ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται κατὰ τὸ 1884 ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1882, καὶ ἐπιβαρύνουσι τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ. Καὶ ἂν μὲν ὑπῆρχε πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882, κακῶς ἔπραξεν ἡ ὑπηρεσία, μὴ φροντίσασα νὰ ἐκδώσῃ ἐγκαίρως τὰ ἀναγκαῖα ἐντάλματα, ὅπως τακτοποιηθῇ ἡ πληρωμή· ἐὰν δὲ δὲν ἤρκεσεν ἡ πίστωσις, ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ τοιαύτη ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1882. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐπροτιμήθη ἄλλη μέθοδος, ὁμοιάζουσα μᾶλλον πρὸς λαθροχειρίαν, δι’ ἧς τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀπὸ τοῦ 1882 μεταφέρεται εἰς τὸ 1884, ἵνα τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 παρασταθῇ κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ. Ἵνα δὲ ἔχητε ἀκριβεστέραν ἰδέαν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1882, ὀφείλετε νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο οὐδεμία δαπάνη διὰ τὸν ἱματισμὸν καὶ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Κράτους ἦσαν πλήρεις τοιούτων εἰδῶν. Πρέπει ἀκόμη νὰ προσθέσητε εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 καὶ 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ᾠκονόμησεν ἀπὸ τὰς πληρωμὰς, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ κάμῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· διότι, ἔχουσα διαθέσιμα χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀγοράζῃ μὲ ὑπερτίμησιν συναλλάγματα, διὰ τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ὀρθοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῶν Ἐπιτροπῶν, ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ ὑπὲρ τὰ 4 ἑκατομμύρια. Μετὰ τοῦτο μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς — καὶ τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς πολλοὺς τῶν κυρίων βουλευτῶν — ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1882 παρουσιάζει τὸ μοναδικὸν φαινόμενον τοῦ νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅσα προϋπελογίσθησαν· τοῦτο δὲ ἀπέδωκεν ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἔξοχον ἱκανότητα τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ καὶ νῦν Προέδρου ἡμῶν κ. Καλλιγᾶ. Περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Καλλιγᾶ εἴχομεν ἀκούσει πολλὰ καὶ διάφορα ἀπὸ αὐτὸν τὸν κ. Καλλιγᾶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· μᾶς ἔλεγε τότε ὅτι, ἅμα ἐγένετο ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν, κατενόησε διὰ τῆς ἱκανότητός του ὅτι δὲν ὑπάχει Γενικὸν Λογιστήριον, ὅτι διὰ τῆς ἱκανότητός του ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν τὸ κατέστησεν ἐνήμερον, ὅτι διὰ τῆς ἱκανότητός του ἀνεκάλυψεν ἑκατομμύριά τινα, τὰ ὁποῖα κατεκρατοῦντο ἀπό τινα τραπεζίτην, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶχον ταξειδεύσει λαθραίως εἰς τὴν Ἀμερικὴν, καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως ἤθελον ἀπολεσθῆ ἄνευ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶχεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἱκανότητας ὁ κ. Καλλιγᾶς, τῷ ἔλλειπεν ἄλλη ἀναγκαιοτέρα ἱκανότης, ἡ ἱκανότης τοῦ νὰ κατανοήσῃ, ὅτι λέγων αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων, προεκάλει τὸ μειδίαμα τῶν ἀκουόντων· διότι πάντες ἐγνωρίζομεν, ὅτι ὑπῆρχε πάντοτε Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ κατ’ ἔτος ἐβλέπομεν παρουσιαζομένους Προϋπολογισμοὺς καὶ Ἀπολογισμοὺς καὶ διάφορα ἄλλα ἔργα, ἀποδεικνύοντα τὴν ὕπαρξιν τοῦ τοιούτου γραφείου· ὅσοι δὲ ἀνέγνωσαν τὴν ἔκθεσιν τοῦ πρώην ὑποδιευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κ. Φλώρου, γνωρίζουσιν ὅτι εἶναι κατεστρωμένοι οἱ Ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1870, ὑπάρχει δὲ ἕτοιμος καὶ πολλὴ ἄλλη ἐργασία ἀφορῶσα τοὺς Ἀπολογισμοὺς τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Γνωρίζετε ἀκόμη, ὅτι καίτοι παρελθόντος τοσούτου χρόνου ἀφ’ ὅτου ὁ κ. Καλλιγᾶς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι κατέστησε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐνήμερον, οὐ μόνον δὲν ἐδημοσίευσεν οὐδένα τῶν καθυστερούντων Ἀπολογισμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ παρουσιάσῃ οὐδὲ προχείρους καταστάσεις περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν διαφόρων μερίδων τῆς λειψοδοσίας αὐτοῦ, ἐνῷ ἄλλοτε ὀλίγων μηνῶν ἐργασία ἤρκεσεν εἴς τινα τῶν προκατόχων ὑπουργῶν, ὅπως δημοσιεύῃ κατὰ μῆνα πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα καὶ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τοῦ παθητικοῦ καὶ ἐνεργητικοῦ. Περιττὸν δ’ ἴσως νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν χρειάζεται εἰμὴ ὁ κοινὸς νοῦς, ὅπως ἐννοηθῇ ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Καλλιγᾶ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὸν τραπεζίτην καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπολεσθῶσι· διότι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δὲν ἐπήδησαν αὐτομάτως καὶ λαθραίως εἰς τὰ κιβώτια τῶν τραπεζιτῶν, ἀλλ’ ἀπεστάλησαν παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ἢ παρὰ τοῦ ἐν Παρισίοις Πρέσβεως, ὁ ὁποῖος εἰσέπραττε τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, δὲν ἐχρειάζετο δὲ παρὰ νὰ ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων τούτων, διὰ νὰ ἰδῇ ὅτι εἶχον σταλῆ ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ, καίπερ ἔχων ὁ κ. Καλλιγᾶς τοσοῦτον ὑψηλὴν ἰδέαν περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ, δὲν εἶχε τὴν συναίσθησιν ὅτι ὑπερεῖχε κατὰ τὴν ἱκανότητα ὅλων τῶν προκατόχων του, τοῦτο ὅμως ἐνεκάλυψεν ἐσχάτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαιώσας ἡμᾶς ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς, μὴ ἐννοῶν, ὅτι ὑπερεῖχε πάντων τῶν προκατόχων αὐτοῦ, προϋπελόγισεν, ὅτε συνέταττε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βεβαιωμένων ἐσόδων μὲ μικρὰν προσθήκην διὰ τὴν ἐνδεχομένην κανονικὴν αὔξησιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπερόχου ἱκανότητός του κατώρθωσε νὰ βεβαιώσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ πολὺ ἀνώτερα τῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν σημειωθέντων Εἶμαι, κύριοι, βέβαιος ὅτι, ἂν δὲν συνέπιπτε νὰ κάθητε ὁ κ. Καλλιγᾶς εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καὶ ἐὰν δὲν τὸν συνέδεε στενοτάτη προσωπικὴ σχέσις μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἤθελε τὸν διακόψει μετ’ ἀγανακτήσεως, διότι μεγαλειτέρα εἰρωνεία δὲν ἠδύνατο νὰ προφερθῇ. Ἐὰν ὑπῆρξεν αὔξησις εἴς τινα ἔσοδα, εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην συνετέλεσεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἕνεκα τῆς ἐφετεινῆς πολυομβρίας ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τοῦ ὕδατος εἰς τὰ ὑδραγωγεῖα τῆς πόλεως. Περὶ τούτου θὰ κρίνητε, ἐὰν σᾶς ἐπαναλάβω τὰ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ αὔξησις ὅπως τὸ ἐξέθηκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός· ἐπῆλθεν αὔξησις α) 200,000 δραχμῶν εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς νομισματοποιίας· ἀλλ’ εἰς τοῦτο βεβαίως οὐδόλως συνετέλεσεν ἡ ἱκανότης τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ. β) 200,000 ἐπίσης εἰς τὰ τελωνεῖα· καὶ δύναται μέν τις νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν κ. Ὑπουργῶν, ἀλλὰ θὰ ἰδῆτε κατόπιν, ὅτι ὑπὸ ἄλλους Ὑπουργοὺς ἐπετεύχθη μεγαλειτέρα αὔξησις· γ) 100,000 δραχμῶν εἰς τὰ ἅλατα· ἀλλ’ αὕτη προῆλθε μᾶλλον ἐξ ἀπροσεξίας, διότι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 ἐσημειώθη ὡς εἰσπρακτέον ποσόν, ὅσον περίπου εἶχεν εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ τὸ 1881, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὸ 1882, πλὴν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, εἴχομεν καὶ ἐλαιοφορίαν προκαλοῦσαν ἀνωτέραν κατανάλωσιν ἅλατος· δ) 150,000 δραχμῶν ἀπὸ πεμπτημόριον ἐκποιηθέντων κτημάτων, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται προκαταβολικῶς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἐξασκεῖ ἐπιῤῥοὴν ἡ ἱκανότης τοῦ Ὑπουργοῦ· ε) 556,000 ἀπὸ ἐκποίησιν ἀχρήστου ὑλικοῦ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, καὶ 190,000 ἀπὸ ἐπιστροφὰς χρημάτων· εἰς ἀμφότερα δὲ ταῦτα οὐδόλως ἐνέχεται ἡ ἱκανότης. Τελευταία αὔξησις εἶναι ἡ ἐκ δραχμῶν 110,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν κρατήσεων ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἕνεκα τῶν συντάξεων· εἰς τοῦτο δύναται ἀληθῶς νὰ εἴπῃ τις ὅτι συνετέλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἡ δάφνη δὲν ἀνήκει εἰς μόνον αὐτόν, ἀλλ’ εἰς ὅλους τοὺς Ὑπουργούς· διότι ὅπως εἰσπραχθῶσι πλειότερα ἐκ τούτων τῶν κρατήσεων, φαίνεται, ὅτι ἐπαύθησαν πλειότεροι παρὰ ποτὲ ἀρχαῖοι ὑπάλληλοι, καὶ διωρίσθησαν νέοι, τῶν ὁποίων ἐκρατήθη ὁ μισθὸς τοῦ πρώτου μηνός· (ἱλαρότης). Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραβάλω τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα πρὸς τ’ ἀποτελέσματα προηγουμένου τινὸς Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον διεχειρίσθην ἐγώ, διότι οὐδέποτε ηὐτύχησα νὰ διαχειρισθῶ τὸν Προϋπολογισμὸν οὐδενὸς ἔτους ἀπ’ ἀρχῆς τῆς χρήσεως μέχρι τέλους αὐτῆς. Φέρω ὀκτὼ διπλώματα Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ μία μόνη ὑπουργία μου παρετάθη ὀλίγον πέραν τοῦ ἔτους, αἱ δὲ λοιπαὶ διήρκεσαν μῆνας ἢ ἡμέρας· διὰ τοῦτο ἀδίκως τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἐπέῤῥιψαν ἐπ’ ἐμοῦ τὴν εὐθύνην, δι’ ὅ,τι καλὸν δὲν ἐγένετο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔτι δὲ ἀδικώτερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἀποκαλεῖ εἰρωνικῶς πατριάρχην τῶν οἰκονομολόγων· διότι, ἐὰν ὁ τίτλος οὗτος ἀνήκῃ εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ὑπάρχουσιν ἄλλοι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ διαχειρισθέντες ἐπὶ πλείονα χρόνον τὰ οἰκονομικά. Θὰ συγκρίνω ὅμως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 πρὸς τὸν ἀμέσως προηγούμενον τοῦ 1881, διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι καὶ τότε εἰσεπράχθησαν ποσὰ ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων καὶ μάλιστα ἀπὸ Κεφάλαια, τὰ ποῖα ἐμφαίνουν τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπουργοῦ. Ὑπῆρξε πλεόνασμα μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐκ δραχμῶν 271,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν ἐγγείων φόρων, ὅπερ ἀποδεικνύει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν. Τὰ τελωνεῖα παρουσιάζουσιν αὔξησιν 840,000, ἐξ ὧν ἀφαιρουμένων 277,000, αἱ ὁποῖαι εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὰς νέας ἐπαρχίας, μένουσι δραχμ. 563,000 καθαρὸν περίσσευμα ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, ὑπερβαῖνον κατὰ πολὺ τὸ περίσσευμα τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τὰ τηλεγραφεῖα ἔδωκαν περισσεύματα ἐκ 200,000 ἕκαστον, τὰ ἅλατα 100,000, ἐκ πεμπτημορίων καὶ τυχηρῶν εἰσεπράχθησαν ἀνώτερα ποσὰ, καὶ 250,000 δραχμῶν παρουσιάζουσι περίσσευμα αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀνάγονται χρέη καθυστεροῦντα, ἅτινα μετὰ δυσκολίας πάντοτε εἰσπράττονται. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, ἵνα σᾶς ἐκπλήξουν, καὶ ὅτι ἄλλοτε εἰσεπράχθησαν πλειότερα τῶν προϋπολογισθέντων καὶ εἰς μεγαλειτέραν κλίμακα καὶ ἀπὸ ἄρθρα ἀποδεικνύοντα τὴν ἱκανότητα τῶν ὑπουργῶν. Σᾶς εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπεμελήθη σπουδαίως τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων φόρων, καὶ ἐνήργησεν αὐτὰς μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀμεροληψίας· ἀλλὰ οὔτε τοῦτο εἶναι ἀληθές· διότι μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ὑπάρχει διαφορὰ 5,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα, ἐὰν ἐγίνετο τῳόντι μετὰ τῆς δεούσης αὐστηρότητος καὶ ἀμεροληψίας ἡ καταδίωξις. Ὅπως πείσῃ ἡμᾶς περὶ τοῦ ἐναντίου, ὤφειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἀφῆκε καθυστερήματα ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν ἀμπέλων, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν οἰκοδομῶν, καὶ ἀπὸ τὰς δόσεις τῶν γαιῶν, καὶ φυτειῶν. Αἱ δόσεις αὗται μοὶ ἐνθυμίζουσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅ,τι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξυμνῶν τοὺς νέους φορολογικοὺς νόμους σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου θέλει δώσει εἰς τὸ Δημόσιον ἀνώτερα εἰσοδήματα ἀπὸ τοὺς νόμους τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸν στυλοβάτην τοῦ ἀγάλματος ἄλλων οἰκονομολόγων· διότι, σᾶς ἐπρόσθεσεν, ἀπὸ τοὺς νόμους ἐκείνους βεβαιοῦνται μὲν πολλὰ, εἰσπράττονται ὅμως ὀλίγα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐλάττωμα τῶν νόμων ἐκείνων, εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου περὶ καταδιώξεως, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα ἐγὼ εἰς μίαν ἀπὸ τὰς βραχείας ὑπουργίας μου νὰ διορθώσω διὰ μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διατελῶν ποτὲ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὕρισκε θαυμάσιον, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἐχλεύασεν, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ἔπειτα οἱ νόμοι ἐκεῖνοι εἶναι νόμοι εὐεργετικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον σκοπὸν τὴν εἴσπραξιν χρημάτων, ἀλλὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν διὰ τῆς παραχωρήσεως τεμαχίου γῆς εἰς ἑκάστην αὐτῶν. Ἐγὼ δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐκυβερνῶμεν τότε τὸν Τόπον, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἤδη Βουλευταὶ, εἰμὴ μόνον ὁ κ. Κοντόσταυλος καὶ ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς, σεμνυνόμεθα διὰ τοὺς νόμους τούτους, οἵτινες ἔλυσαν τὸ μεγαλείτερον κοινωνικὸν ζήτημα, τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἐσύστησαν ἀλληλοδιαδόχως πᾶσαι αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις καὶ πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Βουλαί· ἀφοῦ δὲ εἰς ἄλλα Κράτη δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀφαιρέσουν γαίας ἰδιωτῶν, διὰ νὰ ἀποκαταστήσουν ἰδιοκτήτας τοὺς Τσαράνους καὶ Μουζίκους, καὶ ἀφοῦ κατακρίνομεν καθ’ ἑκάστην τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας τῶν νέων ἐπαρχιῶν, διότι δὲν ἀποφασίζουν νὰ δώσουν ἓν τεμάχιον γῆς εἰς τοὺς κολλήγους των, ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη καταισχύνη νὰ κρατῇ τὸ Δημόσιον τὴν ἐθνικὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπότισε μὲ τὸ αἷμά του, καὶ νὰ ἀφίνῃ τοὺς γεωργοὺς νὰ τὴν δουλεύωσιν ὡς Παρίαι, ἐξωθούμενοι ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς κερδοσκόπους τοὺς φέροντας Κρητικὰ καὶ Φαλαγγιτικὰ γραμμάτια καὶ ζητοῦντας νὰ τὰ πραγματοποιήσωσιν. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον συνεχῶς ἐπικαλεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως παραστήσῃ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους κατάστασιν ἀνθηράν, δὲν ἔχουν πολλὴν ἀξίαν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν θετικῶν ἐκείνων γνωρισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ἀναμφισβητήτως τὴν ἀξίαν τῶν Κυβερνήσεων, τουτέστι τὴν φορολογίαν καὶ τὴν δημοσίαν πίστιν. Ὅτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διετέλουν ἀληθῶς ἐν ἀνωμαλίᾳ. Ἀφ’ ἑνὸς τὸ δημόσιον χρέος εἶχεν αὐξήσει ἕνεκα τῶν τελευταίων δανείων, καὶ ἐχρειάζετο προσθήκη ἐτησίας δαπάνης 7–8 ἑκατομμυρίων, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἀπῃτοῦντο δύω ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια. Πλὴν τούτων ἡ ἐπέκτασις ὑπηρεσιῶν τινων καθίστα ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην δαπανῶν τινων ἐκ 3–4 ἑκατομμυρίων, ἐπίεζε δὲ περιπλέον τὸν Τόπον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ γείνῃ σκέψις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅπως ἀπαλλαχθῶμεν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν βαρῶν τούτων εἴχομεν αʹ) τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰς τελευταίας σημειώσεις τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἀνήρχοντο εἰς 6,000,000· βʹ) τὴν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων φόρων κανονικὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ὑπολογιζομένην καὶ ταύτην εἰς ἄλλα 6,000,000, καὶ γʹ) ἄφθονον ὑλικὸν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ἐκτὸς τούτων ὑπῆρχον διαθέσιμα 25,000,000 δραχ. ἐκ τῶν λειψάνων τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα καὶ προέβη εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας· ἐπέβαλε δὲ μέχρι τοῦδε εἰς τὴν χώραν τοὺς ἑξῆς φόρους· ηὔξησε τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζῴων· ἡ ἐκ τῶν δύω δὲ τούτων αὐξήσεων προσθήκη ὑπολογίζεται εἰς 1,000,000· ηὔξησε κατὰ 10% τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἐξ οὗ ἐπῆλθε πρόσοδος 2,000,000· καὶ ἐγένετο μὲν ἡ αὔξησις αὕτη ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, πράγματι ὅμως ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι καὶ μέχρι σήμερον ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας μόλις 200,000 δαπανῶνται ἐκ τούτων· κατήργησε τὸν στρεμματικὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, καὶ εἰσήγαγε φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐντεῦθεν δὲν προκύπτει αὔξησις 2,700,000· διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων εἰς νέας δραχμὰς ἔφερεν αὔξησιν 2,500,000. Καὶ τελευταῖον ἐπέβαλε τρεῖς νέους φόρους, ἐπὶ τῶν ποτῶν, τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, τὴν πρόσοδον τῶν ὁποίων ὑπολογίζει εἰς 15,140,000. Ὥστε ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς της μέχρι σήμερον ἐπέβαλε φόρους ἐν συνόλῳ ἀναβαίνοντες εἰς 23,300,000 νέων δραχμῶν, ἤτοι 26,000,000 παλαιῶν. Οἱ φόροι τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν μέχρι τοῦ 1881 ὑπελογίζοντο εἰς 35,000,000· προστιθεμένων δὲ καὶ 6 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, γίνονται 41 ἑκατομμύρια· ὥστε ἡ γενομένη προσθήκη τῶν 26,000,000 εἰς τὰ 41 ἀναλογεῖ πρὸς 60%. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀπαντᾶται ἀλλαχοῦ παράδειγμα τοιαύτης καταπληκτικῆς αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν ἐν διαστήματι τοσοῦτον βραχεῖ. Ἐγένοντο καὶ ἀλλαχοῦ αὐξήσεις, ἀλλ’ εἰς μικρότερον ὅρον, καὶ ἔφερον ἀποτελέσματα ὅλως διάφορα. Ηὔξησεν ἡ Ἀμερικὴ μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου τοὺς φόρους, ἀλλὰ κατὰ μῆνα εἶχε περίσσευμα ἑκατομμυρίων δολαρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξηγόραζε δημόσια χρεώγραφα, καὶ ἠλάττονε τὸ χρέος της. Ηὔξησε τοὺς φόρους κατὰ 30%, ἡ Γαλλία μετὰ τὸν τελευταῖον καταστρεπτικὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἡ αὔξησις ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν πολλῶν παραγωγικῶν ἔργων, τὴν συμπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ηὔξησε τοὺς φόρους καὶ ἡ Ἰταλία, ἀλλὰ γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης κατεσκεύασε σιδηροδρόμους, ἀνεβίβασε τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων της εἰς τὸν ἀξιοζήλευτον ὅρον, τὸν ὁποῖον μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τῶν 92% καὶ ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡμεῖς ὅμως διεθέσαμεν ἄλλως τὰ πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος ἐκμυζῶσιν ἀπὸ τὸν λαὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐπέλθουν ὅλως ἐναντία ἀποτελέσματα. Ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη προήχθη ὑπερμέτρως ἡ δημοσία πίστις, παρ’ ἡμῖν ἔλαβε καίριον τραῦμα καὶ κατεβιβάσθη εἰς ἀπίστευτον βαθμόν. Γνωστὸν εἶναι ὅτι πρὸ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων ἐψηφίσθη δάνειον 120,000,000 ἐπὶ τόκῳ 5%· ἐκ τοῦ δανείου τούτου τὸ μὲν ἥμισυ ἐδόθη ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν 40,000,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν διὰ τὰς ὑφισταμένας τότε ἀνάγκας, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ τὸ ἐκρατήσαμεν εἰς τὴν διάθεσίν μας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ τὸ πραγματοποιήσωμεν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐνόσῳ ἔμενεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν ὁρίων, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τοποθετήσωμεν εἰμὴ ἐλάχιστον μέρος αὐτοῦ, διότι οἱ ἔχοντες σήμερον τὰ χρήματα δὲν εἶναι οὔτε Ζωσιμάδαι, οὔτε Καπλάναι, οὔτε Κουντουριῶται, οὔτε Ζάππαι, εἶναι ἁπλοῖ κάτοχοι κεφαλαίων, τὰ δὲ κεφάλαια δὲν ἔχουν οὔτε πατριωτισμὸν, οὔτε πατρίδα. Μετ’ ὀλίγους μῆνας ὑπεγράφη ἡ εἰρήνη, ἡ εἰρήνη ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν κατεκρίθημεν ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἔῤῥιψαν καθ’ ἡμῶν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος καὶ οἱ ἔντιμοι ἀντιπρόσωποι τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, οἵτινες, ὡς φαίνεται, προετίμων μᾶλλον νὰ μένουν ὑπὸ τὸν ζυγὸν, παρὰ νὰ κάθηνται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον μὲ μόνους ἡμᾶς χωρὶς νὰ ἔχωσιν εἰς τὸ πλευρόν των καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐλασσῶνος καὶ τῶν Ἰωαννίνων. Ἄλλως ὅμως ἐκρίθη ἀπὸ τὸ κοινὸν καὶ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην ἡ πρᾶξις ἐκείνη. Ἡ ἀπελευθέρωσις 300 χιλιάδων Ἑλλήνων, ἡ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος προσάρτησις πλουσιωτάτων χωρῶν ἄνευ χύσεως αἵματος καὶ ἄνευ ἐρημώσεων καὶ καταστροφῶν, καὶ ἡ ἐπίτευξις ὅλων τούτων ἄνευ ὑπερόγκων δαπανῶν, πάντα ταῦτα ἀνύψωσαν τὸ γόητρον τοῦ Ἔθνους καὶ ἀνεβίβασαν τὰ μέγιστα τὴν δημοσίαν πίστιν. Διὰ τοῦτο ἀμέσως μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων πρὸς 74 καὶ 60% καὶ διετέθη ὁλόκληρον, ἐγένοντο μάλιστα ἐγγραφαὶ περισσότεραι τῶν ἀπαιτουμένων. Ἀλλὰ τί συνέβη ἔκτοτε; Ἐνῷ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης καὶ τὴν κατάπαυσιν τῶν ἀνωμαλιῶν προσεδοκᾶτο ἀνωτέρα αὔξησις εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν, ἐπῆλθε τὸ ἐναντίον· ἡ δημοσία πίστις ἠλαττώθη καὶ προβαίνει ἐλαττουμένη εἰς τρόπον, ὥστε, εὑρισκόμενοι σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς νέον δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀναγκαζόμεθα νὰ τὸ συνομολογήσωμεν οὐχὶ πλέον μὲ 75%, ὅπως διετέθη τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ μὲ 70%, οὐχὶ μὲ 65, ἀλλὰ μὲ 60% μόνον, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅταν φθάσω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δανείου. Τοιαῦτα εἶναι, κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ηὔξησαν τὰ βάρη τοῦ λαοῦ κατὰ 60%, ἠλαττώθη δὲ ἀφ’ ἑτέρου ἡ δημοσία πίστις κατὰ 20%, διότι μεταξὺ τῶν 75 καὶ 60 ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς 20%. Τὸ χειρότερον δὲ πάντων εἶναι ὅτι δὲν ἐλάβομεν τοὐλάχιστον πρόνοιαν ἐν τῷ μεταξύ, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ προετοιμασθῶμεν βαθμηδὸν εἰς τὴν ἄρσιν αὐτῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἐνόει ἐν ἀρχῇ πόσον ἦτο μέγα τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐδ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ. Δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως, ὅ,τι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς ἔλεγεν ἄλλοτε, ὅτι διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπαιτοῦνται χρήματα, ὅτι διὰ νὰ προμηθευθῶμεν αὐτὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑψωθῇ προηγουμένως ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς τὰ 92 τῆς Ἰταλίας. Δυστυχῶς ἀντὶ νὰ ἀναβῶμεν εἰς τὰ 92 τῆς Ἰταλίας, κατέβημεν σήμερον εἰς τὰ 60, καὶ ἂν ἐξακολουθῶμεν τὴν αὐτὴν πορείαν, δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ποῦ θὰ φθάσωμεν. Καὶ ὅμως ἔρχονται σήμερον νὰ μᾶς προτείνουν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μηδόλως λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐλάττωσιν τῆς πίστεώς μας! Δὲν ἔχετε ἀνάγκην σήμερον ν’ ἀκούσητε ἀπὸ ἐμὲ πόσον μέγα κακὸν εἶναι δι’ ἓν Ἔθνος καὶ μάλιστα μικρὸν, ὡς τὸ ἡμέτερον, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι εὐτυχῶς σήμερον ἠνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ πάντων, καὶ πρῶτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησε τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπάγει εἰς τὸν Τόπον. Σᾶς τὰ περιέγραψε δὲ λίαν εὐφραδῶς ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ φίλος μου κ. Βαλσαμάκης εἰς τὴν ἔκθεσίν του λέγων ὅτι «ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀποτελεῖ ἔκρυθμον κατάστασιν, καθιστᾷ ἀμφιβόλους τὰς συναλλαγὰς, διαταράσσει τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν, καὶ τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τοῦ Τόπου, προκαλεῖ φοβερὰς οἰκονομικὰς κρίσεις, καὶ ἐπιφέρει διηνεκῆ ἀπώλειαν εἰς τὸ διεθνὲς ἐμπόριον». Ταῦτα πάντα εἶναι ἀληθῆ· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀντικαθιστῶσα τὸ μέταλλον διὰ τοῦ χάρτου, καὶ καθιστῶσα ὑποχρεωτικὴν τὴν κυκλοφορίαν νομίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ἐπιφέρει πάντοτε ἢ σχεδὸν πάντοτε τὴν ὑποτίμισιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως δὲ ταύτης ζημιοῦνται πάντες, ὅσοι ἔχουν νὰ λαμβάνουν ἐκ συμβάσεων συνομολογηθεισῶν πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πρὸ πάντων δὲ ζημιοῦται τὸ Δημόσιον, τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα στηρίζονται εἰς φορολογικοὺς ὅρους, κανονισθέντας πρὸ πολλοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐννοεῖται, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβάλλωνται καὶ τροποποιῶνται, καθ’ ὅσον τροποποιεῖται καὶ ἡ τιμὴ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὅπου λοιπὸν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ζημιοῦται πρὸ πάντων τὸ Δημόσιον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι μέρος τῆς ζημίας ἐπιῤῥίπτεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς συνταξιούχους, καὶ εἰς πάντας ὅσοι ἔχουν προηγουμένας συμφωνίας, ἐξαιρέσει τῶν κεφαλαιούχων, ὅσοι ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ συμφωνήσωσι τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ μέρος τῆς ζημίας μένει εἰς αὐτὸ τὸ ἴδιον Κράτος, διότι τὸ Δημόσιον εἶναι ἠναγκασμένον νὰ προμηθεύηται διάφορα ἀντικείμενα, καὶ νὰ πληρώνῃ εἰς χρυσὸν τὰ χρεωλύσια καὶ τοὺς τόκους πολλῶν δανείων. Διὰ τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένη ἡ θεωρία τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἔμμεσος φορολογία, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον αὐξάνει ἐμμέσως τὰ εἰσοδήματά του. Δὲν εἶνε ἀκριβὲς τοῦτο, οὐδὲ ἔχομεν παράδειγμα, ὅτι κατέφυγέ ποτε Κυβέρνησις εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, λόγῳ αὐξήσεως τῶν εἰσοδημάτων. Εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καταφεύγουν αἱ Κυβερνήσεις μόνον ὅταν εἰς κρισίμους περιστάσεις δὲν εὑρίσκουν νὰ δανεισθοῦν, διότι εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν εἶναι προτιμότερον νὰ δανείζωνται, πληρώνουσαι τὸν συνήθη τόκον. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ 1877, ὅτε ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ἕνεκα τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος νὰ λάβῃ δάνειον ἀπὸ τὰς Τραπέζας 21 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὸ 1880 ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ὁ κ. Τρικούπης, ἐπειδὴ ἔλαβε τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα ὁρίων, ἀπεφάσισε νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς χώρας καὶ τὸ πρῶτον ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον, ὀρθῶς ποιῶν, ἠσχολήθη, ἦτον ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τότε ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ὁρίων ἔπρεπε νὰ λυθῇ διὰ τῶν ὅπλων. Ἡ ἰδέα τοῦ πολέμου τῷ ἦλθε μετὰ ταῦτα, ὅτε ἄλλοι ἔλυσαν τὸ ζήτημα καὶ ὅτε αὐτὸς, καθίσας ἐπὶ τῶν ὤμων τριάκοντα βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ἄλλοι ἔφερον εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἀνέβη εἰς τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα, τότε ἐνεθυμήθη τὴν ἀπεμποληθεῖσαν παρ’ ἡμῶν, κατὰ τὸν κ. Κοντόσταυλον, τιμὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τότε ἐφόρεσεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὴν περικεφαλαίαν τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τὸ ξίφος τοῦ Καραϊσκάκη, καὶ ἠπείλησε νὰ ξεσχίσῃ τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν ἡμεῖς, καὶ νὰ προχωρήσῃ νικηφόρος μέχρι τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκεῖ δὲ νὰ ὑπαγορεύσῃ αὐτὸς εἰς τὸν Σουλτάνον συνθήκην, οὐχὶ ὡς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποίαν ἄλλην! καὶ ἴσως ἤθελε ταράξει τὴν εἰρήνην τῆς Ἀνατολῆς, ἐὰν δὲν ἐπρολάμβανεν ἡ Υ. Πύλη νὰ τὸν ἐξιλεώσῃ, ἀπονέμουσα εἰς αὐτὸν τὴν μεγάλην ταινίαν τοῦ Ὀσμανιέ (ἱλαρότης). Κατὰ τὸ 1880 ὅμως εἶχεν ἄλλας ἰδέας. Μόλις ἐσυλλογίσθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα ὁρίων, ἐμάζευσε, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὴν οὐράν του καὶ ἀπεφάσισε νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἐσωτερικῶν τῆς χώρας. Ἀλλὰ μετὰ δύω ἢ τρεῖς μῆνας ἐπῆλθον γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐνόησεν, ὅτι ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν ζήτημα, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν ἐκάλεσεν εἰς τὸ Βερολῖνον τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ ἐμπαίξῃ ἓν μικρὸν, ἀλλ’ ἔνδοξον διὰ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους. Δυστυχῶς ὅμως ἐπείσθη περὶ τούτου, ὅτε δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ ἐνεργήσῃ, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις εἶχε διαλύσει καὶ τὸν στρατὸν, ἐνῷ, κατὰ τὴν κρίσιν πολλῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι, ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὴν δύναμιν νὰ κάμῃ κίνημά τι, ἤθελε προκαλέσει τὴν ἐπέμβασιν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἤθελε λυθῆ τὸ ζήτημα συμφώνως μὲ τὴν τότε γενομένην ἀπόφασιν. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Εὐρώπης μᾶς εὗρεν ἐν παραλυσίᾳ, καὶ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκάλεσε δέκα ὅλας ἡλικίας εἰς τὰ ὅπλα, καὶ μὴ εὑρίσκων χρήματα κατέφυγεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ συνωμολόγησε μετ’ αὐτῆς νέον δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου, ἀντὶ νὰ αἴρηται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐπεβαρύνθη μὲ ἀνώτερον χρέος. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα ἐλύθη, καὶ μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἐπανελθὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ πράγματα, εὗρε τὸ ἔθνος εἰς ὅρους εὐνοϊκωτέρους τῶν ὅρων τοῦ 1880, διότι ὄχι μόνον εἴχομεν ἀποκτήσει τὰς νέας ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰρήνη ἐθεωρεῖτο ἐξησφαλισμένη, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 μόνος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι του ἠδύναντο νὰ θεωροῦν ἐγκαταλελειμμένον τὸ ζήτημα, οἱ ἄλλοι ὅμως δὲν τὸ ἔκρινον οὕτω, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἔμελλε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀλλ’ ὁ Τρικούπης τοῦ 1882 δὲν ἦτον ὁ τοῦ 1880. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 ἐθεώρει ὡς πρῶτον αὐτοῦ μέλημα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ πρὸς τοῦτο ἀφήρει ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὄχι μόνον τὰς περιττὰς, ἀλλὰ καὶ πολλὰς ἀναγκαίας δαπάνας, κατὰ τὸ 1882 ὅμως ἠκολούθησεν ἀντίθετον πορείαν, καὶ ἀντὶ νὰ σκεφθῇ, ἅμα τῇ ἐλεύσει του, περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔστρεψε τὴν προσοχήν του εἰς ἄλλα ἀντικείμενα. Ἐὰν ἀπεφάσιζε καὶ τὸ 1882 νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε καὶ κατὰ τὸ 1880, ἠδύνατο νὰ ἄρῃ ἀμέσως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι εἶχεν 25 ἑκατομμύρια διαθέσιμα ἀπὸ τὰ προηγούμενα, ἠδύνατο δὲ καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν μέχρι συμπληρώσεως τῶν 70 ἑκατομμυρίων νὰ κάμῃ δάνειον μὲ ὅρους πολὺ συμφερωτέρους τοῦ σημερινοῦ δανείου. Ἀντὶ τούτου ἐσκέφθημεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τὰ τηλεγραφεῖα, νὰ κάμωμεν ναυτικὰς σχολάς, νὰ κατασκευάσωμεν ἀχρήστους ὁδούς, νὰ προβῶμεν εἰς ναυτικὰς παρασκευάς, νὰ συστήσωμεν σχολεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία χωρὶς νὰ ἔχωμεν διδασκάλους! Ἐσκέφθημεν ἀκόμη ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ δημοσία τάξις εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας διὰ τῶν δημάρχων καὶ ἄλλων ἐπισήμων προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐκεῖ, ἀλλ’ ὅτι ἦτον ἀνάγη νὰ στείλωμεν ἐντεῦθεν ἀστυνόμους, ὑπαστυνόμους καὶ βοηθούς, καὶ νὰ δαπανήσωμεν πλέον τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐκάμναμεν δηλαδὴ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα οἱ θεωροῦντες ἡμᾶς, μᾶς παρέβαλον μὲ τὸν μωρὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, φέρων ἐπὶ τοῦ προσώπου κακοήθη πολύποδα, ἀντὶ νὰ φροντίζῃ νὰ τὸν ἐκριζώσῃ, τὸν καλύπτει μὲ ταφετὰν διὰ νὰ μὴ τὸν βλέπουν οἱ ἄλλοι, καὶ ἀλείφεται μὲ ἀρώματα, ὅπως μὴ αἰσθάνωνται οἱ πλησιάζοντες αὐτὸν τὴν δυσωδίαν, τὴν ὁποίαν ἀποπνέει οὕτω καὶ ἡμεῖς, ἐνῷ εἴχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὸν σάρακα αὐτὸν, ὅστις κατέτρωγε τὰ σπλάχνα τοῦ ἔθνους, ἐκράτει τὸν Τόπον εἰς ἔκρυθμον κατάστασιν καὶ ἐπροξένει μυρίας ζημίας καὶ καταστροφὰς εἰς τὸ ἐμπόριον, ἡμεῖς ἐσυλλογιζόμεθα νὰ συστήσωμεν τηλεγραφεῖον εἰς τὸ Σουλινὰ τῆς Τριφυλίας καὶ ταχυδρομεῖον εἰς τὸ χάνι τῆς Βιτρινίτσης, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὀλίγον ᾐσθάνετο τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι εἶχεν ἀκόμη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐνήργει τὰς πληρωμάς της, χωρὶς νὰ καταφεύγῃ εἰς ἀγορὰν συναλλάγματος, ὅπερ ἤθελεν αὐξήσει τὸν Προϋπολογισμόν της κατὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια ἀκόμη. Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. Ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἔλαβεν ἐπιφόβους διαστάσεις, καὶ ἠπείλει ἀναστάτωσιν· τότε ἐνόησεν ὁποῖος σάραξ ἐλυμαίνετο τὸν Τόπον, καὶ ἀμέσως ἀπεφάσισε νὰ τὸν ἐξολοθρεύσῃ· πλὴν καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην προέβη οὐχὶ μετὰ τῆς δεούσης περισκέψεως, ἕνεκα δὲ τούτου ἐγένετο πρόξενος δύω μεγάλων κακῶν· τὸ πρῶτον σᾶς ἀνέφερα καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι ἐζημίωσε τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, διότι ἡ εἴδησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἄρει ἀφεύκτως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφῤῥίαν, ὑπετίμησε τὸ συνάλλαγμα, ἀλλὰ συγχρόνως ἔφερε καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῶν σταφίδων, τῶν σύκων καὶ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπωλοῦντο, οἱ παραγωγοὶ δὲ τῶν εἰδῶν τούτων ἔλαβον ὀλιγώτερα χρήματα καὶ ἐπλήρωσαν χρέη συνομολογηθέντα ὅτε ὑπερετιμᾶτο τὸ συνάλλαγμα, οὕτω δὲ ἐζημιώθησαν οὐκ ὀλίγον· τὸ ἄλλο κακὸν, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἔτι μεγαλείτερον, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδημοσίευσεν ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν εἶχε δὲ προπαρασκευάσει πρὸς τοῦτο οὐδὲν μέσον, οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐκερδοσκόπησαν ἐφ’ ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο, μετὰ πολλὰς περιπετείας, μόλις κατωρθώθη νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον σήμερον βλέπετε· παρατηρήσατε δὲ ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι δὲν ἐτόλμων νὰ τὸ συνομολογήσωσιν ὁριστικῶς, ἐνόσῳ ἐθεωρεῖτο ἐκκρεμὴς ἡ τύχη τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, διότι ἦσαν βέβαιοι, ὅτι ἂν ἤρχετο ἄλλη τις Κυβέρνησις, μὴ ἐκτεθειμένη ὡς πρὸς τὴν ἄμμεσον ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦτον ἀδύνατον νὰ συνομολογήσῃ τοιοῦτον δάνειον· ἀνέβαλλε δὲ τὴν συνομολόγησιν μέχρις οὗ ἐξησφαλίσθη ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δάνειον τοῦτο, κύριοι, εἶναι λίαν ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ Δημόσιον, διὰ τοὺς βαρεῖς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιέχει, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ λίαν ἐξευτελιστικὸν διὰ τὸ Κράτος· διότι, ὅπως μὴ φαίνωνται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται δι’ αὐτοῦ, ἐφρόντισαν οἱ συντάξαντες τὴν σύμβασιν νὰ περικαλύψουν πολλὰ ἐξ αὐτῶν, καὶ διότι ἐπέβαλον εἰς τὸ Κράτος περιορισμοὺς ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι δὲν λαμβάνουν καμμίαν ὑποχρέωσιν, περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους, ἀμφιβάλλω ἐὰν ἤθελον δεχθῆ καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Σουλτάνου, εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους καιρούς! Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναλύσω ἐν συντόμῳ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον τοῦτο συνίσταται ἐξ 170 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 55 παραχωροῦνται ἀπὸ τοῦδε ὁριστικῶς εἰς τοὺς συμβαλλομένους (ferme) ἐπὶ τῇ τιμῇ 68½%, ἄλλα 55 δίδονται εἰς αὐτοὺς ὡς ἐνέχυρον διὰ μίαν προκαταβολὴν 35 ἑκατομμυρίων, τὴν ὁποίαν ὑπεχρεοῦντο νὰ χορηγήσωσιν, τὰ δὲ ὑπόλοιπα μένουν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μὴ δύναται τοῦτο νὰ τὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἢ νὰ τὰ ἐκποιήσῃ πρὶν ἐξοφληθῇ ἡ προκαταβολή. Καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται ὁριστικῶς εἰς τοὺς συμβαλλομένους, ἰδοὺ ἀκριβῶς εἰς ποίαν τιμὴν παραχωρεῖται· τὰ 55 ἑκατομμύρια ἀποτελοῦν 110 χιλιάδας ὁμολογίας· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν 26,000 διὰ τὰ 13 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Τράπεζα συνεπείᾳ τῆς ἰδιαιτέρας συμβάσεως, τὴν ὁποίαν μετ’ αὐτῆς συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις· ὥστε οἱ συμβαλλόμενοι λαμβάνουν μόνον 84 χιλιάδας ὁμολογίας. Αἱ 84 χιλιάδες ὁμολογίαι, πρὸς 342½, φέρουν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 28,770,000 ἐκ τούτων ὅμως δικαιοῦνται νὰ κρατήσουν πρῶτον 2,300,000, αἱ ὁποῖαι τοῖς παραχωροῦνται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσιεύσεως κτλ. Τὸ «κτλ.» τοῦτο εἶναι ἀόριστον, καὶ οὐδόλως ἐννοῶ τί δύναται νὰ σημαίνῃ· διότι ὑπάρχουν μὲν καὶ ἄλλα ἔξοδα κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν δανείων, ἀλλὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα ἔσονται εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν ἑπομένην διάταξιν τῆς συμβάσεως. Τὰ ἔξοδα τῆς δημοσιεύσεως δὲν δύνανται νὰ ἦναι μεγάλα, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, 100 χιλιάδες μόνον ἐδόθησαν δι’ ἔξοδα δημοσιεύσεως, διὰ δὲ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, 300 χιλιάδες ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα δημοσιεύσεως, διὰ κατασκευὴν ὁμολογιῶν κτλ. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,300,000 δραχμῶν περιέχεται ἡ προμήθεια· ἀλλὰ καὶ ἡ προμήθεια συνήθως εἶναι 1%· ὥστε, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς συμβαλλομένους προμήθειαν διὰ 110,000 ὁμολογίας, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν καὶ θὰ ἐκδώσωσι διὰ λογαριασμόν μας, ἡ προμήθειά των δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 550,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τοῖς παραχωρεῖται καὶ ἕν τοκομερίδιον, καὶ τὸ τοκομερίδιον τῶν 84,000 ὁμολογιῶν φέρει δραχμὰς 1,083,990. Ὥστε διὰ τὰ ὑποχρεωτικῶς λαμβανόμενα 45,000,000 τοῖς παραχωροῦμεν πρόσθετον ὠφέλειαν 3,383,000 δραχμῶν. Ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τὰ 28,777,000, μένουν 25,394,000.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ὄχι 42,000,000;
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὰ 13,000,000 θὰ τὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα.
§39Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ, κύριε Σωτηρόπουλε, εἶναι τὸ apart λεγόμενον;
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει apart.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί εἶναι λοιπόν;
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κέρδος τῶν συμβαλλομένων.
§43Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χάρισμα;
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθήκη κέρδους. Διὰ τὰ 42,000,000, λοιπὸν, ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦνται οἱ συμβαλλόμενοι ν’ ἀναλάβωσι, τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράξει πραγματικὰς δραχμὰς 25,394,000. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, διαιρούμενον διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 84,000 ὁμολογιῶν, φέρει 302 δραχμὰς καὶ λεπτὰ 40, ὅ ἐστὶ 60 καὶ ½% σχεδὸν.
§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δώσωμεν ἑκατὸν, καὶ θὰ λάβωμεν ἑξήκοντα καὶ μόνον. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀκριβῶς πραγματοποιούμενα ὅσα ἐν ἀρχῇ ἔλεγον διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν, καὶ διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγάγομεν, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον μὲ 60%, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔγεινε ποτέ. Κατὰ τὸ 1824, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν Ἑλλὰς, τὸ πρῶτον δάνειον ἐν Ἀγγλίᾳ συνωμολογήθη μὲ 59%. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν προκαταβολήν. Οἱ συμβαλλόμενοι ὑποχρεοῦνται νὰ παράσχωσιν εἰς τὸ Κράτος προκαταβολὴν 35 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Διὰ τὴν προκαταβολὴν ταύτην τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ δίδῃ πρὸς αὐτοὺς τόκον ἐτήσιον 7%. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεωρήθη μικρὸς ὁ τόκος οὗτος, προστίθεται καὶ προμήθεια ½%, πληρωτέα οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ καθ’ ἑξαμηνίαν· ἑπομένως, ἐπειδὴ τὸ ἔτος ἔχει δύω ἑξαμηνίας, ἡ προμήθεια αὐτῶν ἀναβιβάζει τὸν ἐτήσιον τόκον εἰς 8%. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο· διὰ τὴν προκαταβολὴν ταύτην δίδονται ὡς ἐνέχυρον ὁμολογίαι 55,000,000 δραχμῶν, καὶ τὰς ὁμολογίας ταύτας ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ συμβαλλόμενοι νὰ κρατήσωσι, διότι δίδονται ὑπὸ αἵρεσιν, πρὸς συμψηφισμὸν τῆς προκαταβολῆς, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ διατεθῶσι κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν· ἐὰν ὅμως ἐπιτύχῃ ἡ δημοσία ἐγγραφὴ καὶ διατεθοῦν εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 68½, ἡ διαφορὰ θὰ μοιράζηται μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Τώρα ἰδοὺ τί θέλει συμβῆ· οἱ συμβαλλόμενοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα, κατὰ τὴν σύμβασιν, νὰ προσδιορίσωσι τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως καὶ τὴν τιμήν, ὅπερ σημειωτέον δὲν ἐγένετο εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, καθόσον εἴχομεν διατηρήσει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡμεῖς. Ὠφελούμενοι οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐκ τῆς ἀδείας ταύτης, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλουν προσδιορίσει τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν τῶν 68½· τοὐλάχιστον 74½. Καὶ εἰ μὲν ἐπιτύχει ἡ ἐγγραφὴ καὶ προκύψει κέρδος 60%, θὰ κρατήσουν τὰ τρία, ἤτοι 1,650,000 δραχμῶν· ἐὰν ὅμως ἀποτύχῃ, θὰ κερδήσωσι καὶ πάλιν τὸ αὐτὸ περίπου ποσὸν, διότι, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κρατήσουν τὰς ὁμολογίας τῶν 55 ἑκατομμυρίων, τότε δὲ ὁ τόκος τῶν ὁμολογιῶν λογίζεται ὑπὲρ αὐτῶν ἀπὸ τῆς δηλώσεως, ὁ δὲ τόκος τῆς προκαταβολῆς δὲν παύει ἀμέσως.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀμέσως.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ ἕξ μῆνας.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ ἴδητε τίς ἐκ τῶν δύω ἀπατᾶται· ἰδοὺ τί διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 9 τῆς συμβάσεως· «Ἄν αἱ συμβαλλόμεναι Τράπεζαι ἐνασκήσωσι τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 δικαίωμα αἱρέσεως (option), τὸ ἀντίτιμον τῶν δυνάμει ταύτης ληφθησομένων ὁμολογιῶν θέλουν συμψηφίζει ἀπέναντι τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον προκαταβολῆς εἰς τρεῖς ἴσας δόσεις, ἀνὰ μίαν καθ’ ἑκάστην συνεχῆ τριμηνίαν, ἀρχομένης τῆς προθεσμίας ταύτης ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ παρόντος ἄρθρου δηλώσεως. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ τοιούτου συμψηφισμοῦ καταπαύει ὁ τόκος ἴσου ποσοῦ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς καταβολῆς.»
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ παραχωρούμενον τοκομερίδιον, διότι καὶ ἐδῶ ὑπάρχει παραχώρησις τοκομεριδίου. Ἡ πληρωμὴ θὰ γείνῃ εἰς τρεῖς δόσεις πρὸς 68½, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τοκομεριδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι 2½.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω λοιπὸν ἐκ τούτου θέλουσι κερδήσει 1,500,000 δραχμῶν.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπέναντι τίνος θὰ κερδήσωσι;
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέναντι τοῦ 68½.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ βάσις εἶναι 68½ μὲ τοκομερίδιον, ὥστε θὰ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦ τοκομεριδίου.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν προκαταβολὴν λοιπὸν θὰ πληρώνηται τόκος 8% καὶ ὅταν ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμά των, δὲν θὰ δώσωσι 68½, ἀλλὰ θὰ κρατήσωσιν 1,400,000. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι γίνεται δάνειον ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς ἐπὶ ἐνεχύρῳ δημοσίων ὁμολογιῶν· δάνειον δὲ τοιοῦτον εἶναι ὅ,τι ἐπικίνδυνον καὶ ἐξευτελιστικὸν δι’ ἓν Κράτος. Καὶ περὶ τούτου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐγὼ τὶ ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, πολεμῶν ἡμᾶς κατὰ τὸ 1880, ὅτε καὶ ἡμεῖς ἐπροτείνομεν τοιοῦτον δάνειον. Δὲν ἤμην εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ἣν ἡμέραν ἐλάλησεν ὁ ἔντιμος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας καὶ φίλος μου κ. Κοντογούρης· ἔμαθον ὅμως, ὅτι σᾶς ἀνέγνωσε τεμάχιον τῆς τότε ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον, Ἔθνος συνομολογοῦν δάνειον ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δημοσίων ὁμολόγων, παρουσιάζεται ὡς Κράτος χρεωκοπημένον. Ἀφοῦ ὅμως προτείνει σήμερον καὶ αὐτὸς τοιοῦτον δάνειον, δικαιοῦται ἕκαστος νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τί πιστεύει περισσότερον, εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλεγε τότε, ἢ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράττει σήμερον; Ἐὰν πιστεύῃ εἰς ὅ,τι ἔλεγε τότε, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ τὸν συγχαρῶμεν, διότι μετὰ διετῆ διοίκησιν καὶ μετὰ τοσαύτην αὔξησιν τῶν φόρων κατήντησεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρουσιάζῃ τὸ Κράτος χρεωκοπημένον. Ἐὰν δὲ πιστεύῃ εἰς ὅ,τι πράττει σήμερον, ὀφείλομεν νὰ θαυμάσωμεν τὸν πατριωτισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἰς κρισίμους περιστάσεις, διὰ νὰ ὑποσκελίσῃ τοὺς ἀντιπάλους του, ἐπροσπάθει διὰ ψευδῶν ἐπιχειρημάτων νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ἄνευ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὸς ἐπίστευεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ὁρίων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τὴν σταθερότητα τῶν φρονημάτων καὶ τὴν ἀκολουθίαν, ἥτις χαρακτηρίζει τοὺς λόγους αὐτοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἂν καὶ φέρω τὸ προηγούμενον ὅτι ὑπῆρξα εἰσηγητὴς δανείου ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προκαταβολῆς, δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τότε ἔλεγε μᾶλλον τὴν ἀλήθειαν ὁ κ. Τρικούπης. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν συνωμολόγουν τὸ δάνειον ἐκεῖνο δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκέπτωμαι εἰμὴ μόνον πῶς νὰ εὕρω χρήματα· Θὰ ἤμην δὲ μωρὸς καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ἐὰν ἐφροντίζομεν περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμολόγων, τὰ ὁποῖα ἐδίδομεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν συμβαλλομένων, ἐνῷ τὸ πᾶν ἐκινδύνευεν. Ἐσυλλογιζόμεθα τότε, ὅτι, ἐὰν μὲν λυθῇ κατ’ εὐχὴν τὸ ζήτημα, θὰ ὑψωθῇ ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου, καὶ αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας ἐδίδομεν ὡς ἐνέχυρον, ἤθελον διατεθῆ εὐκόλως, καὶ χωρὶς νὰ διατρέξωμεν κανένα κίνδυνον, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐὰν δὲ τὰ πράγματα ἤθελον ἔλθει ἀνάποδα, τότε ὀλίγον ἔπρεπε νὰ φροντίζωμεν περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμολόγων. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας· καὶ ἐνῷ καυχῶνται ὅτι τὰ οἰκονομικά μας εἶναι ἀνθηρά, εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ μὴ δύναται τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ ἀμέσως δάνειον καὶ νὰ προσφεύγῃ εἰς προκαταβολάς, αἱ ὁποῖαι νὰ τὸ παρουσιάζωσιν ὡς χρεωκοπημένον κατὰ τοὺς λόγους τοῦ ἰδίου Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνομολογεῖται τὸ ὑποχρεωτικὸν καὶ δίδεται τὸ ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολήν. Ἀλλὰ εἰς τὴν σύμβασιν ὑπάρχουσιν ὅροι θεωρούμενοι λίαν ἐξευτελιστικοὶ διὰ τὸ Δημόσιον· ἀφίνεται εἰς τοὺς συμβαλλομένους ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως· τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ δύναται νὰ διαθέσῃ οὔτε τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον δίδει ὡς ἐνέχυρον, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ, ὅπως πραγματοποιήσῃ διὰ λογαριασμόν του. Λέγει ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅτι ἐθεώρησε συμφερώτερον ν’ ἀναβληθῇ ἡ δημοσία ἐγγραφή, διότι μετὰ παρέλευσιν χρονικοῦ τινος διαστήματος ἡ δημοσία πίστις θὰ ἦναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν καὶ τότε τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ ὑπὸ ὅρους καλλιτέρους. Ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται τοῦτο μὲ ὅσα εἶπεν ἄλλοτε περὶ τοῦ κατεπείγοντος τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ἀποχώρησιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρὸ δύω ἐτῶν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ εἶναι τοσοῦτον κατεπείγουσαι, ὥστε πάσης ἡμέρας ἀναβολὴ εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀλλὰ σήμερον παραδίδει τὸ ὁριζόμενον διὰ τὰς παρασκευὰς δάνειον εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κεφαλαιούχων, διότι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσωσι τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν, ἐντὸς δεκαοκτὼ μηνῶν. Ἐξέθηκα, κύριοι, τὰς ἰδέας μου, τόσον περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν, ὅσον καὶ περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν· ἐὰν θελήσητε μετὰ ταῦτα νὰ μὲ ἐρωτήσητε ποίαν γνώμην ἔχω περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως ἢ μὴ τοῦ Νομοσχεδίου, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω οὐδεμίαν ἀπάντησιν· διότι, κατ’ ἐμέ, ἐνόσω ἐξακολουθοῦμεν νὰ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας καὶ νὰ ἔχωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ διαρκῆ ἐλλείμματα, προσπαθοῦντες νὰ τὰ καλύψωμεν δι’ ὑπολογισμῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ κοινὸν οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῶν στενοχωριῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς πιέζουσι. Καὶ ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον καὶ ληφθῶσι τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, φοβοῦμαι μήπως ἐντὸς ὀλίγου περιέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ἐπαναφέρωμεν, καὶ τότε τὸ κακὸν θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον. Ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ ὅτι θέλει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς καλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, δύνασθε δὲ καὶ πάντες ὑμεῖς διὰ τῆς ψήφου σας νὰ τὰ ἐπικυρώσητε. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ τὰ μὲν φορολογικὰ βάρη ηὐξήθησαν κατὰ 60%, ἡ δὲ δημοσία πίστις ἠλαττώθη κατὰ 20%. Τὰ δύω ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ νὰ ἀποτελέσωσιν ἰκρίωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνία θέλει στήσει τὰ ἀγάλματα τῶν ἐργατῶν αὐτῶν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε Νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταργήσεως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ ἐν Τύνιδι δικαστηρίου· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα).
§58ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει καὶ νὰ ἀναχωρήσωμεν, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ διαλυθῇ ἡ Συνεδρίασις, καὶ ἑπομένως διαλύεται. (Ὥρα 7 μ. μ.)