1883.12.16
1,647 rows · 12,120 words · 144 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 16 Δεκεμβρίου 1883
(Παρασκευή)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποβάλλω ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τῶν ὁποίων τὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀποτείνομαι πρῶτον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅπως χθὲς ἐξέφρασα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ Ταμίαι τοῦ λοιποῦ ὀλίγον θὰ φροντίζωσι νὰ παραδίδουν τὰ ταμεῖα καὶ τὸν λαγριασμὸν ἀκριβῶς, ἀφοῦ οἱ τούτων κλέπται δικάζονται καὶ ἀθωοῦνται, σήμερον μοὶ ἐδόθη πληροφορία, ὅτι ὁ Ταμίας Αἰγίου κατηγγέλθη ἀμέσως καὶ ἐμμέσως, δὲν ἠξεύρω, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ ταμεῖον τὸν κ. Χρυσοχέρην, ὅστις μόλις ἤρχισε νὰ κάμῃ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἀνεκλήθη.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνεκλήθη καθόλου.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ Μονὴ τῶν Ταξιαρχῶν τῆς περιφερείας τοῦ Αἰγίου ἔχει γαίας διαθεσίμους περίπου 2 χιλιάδας στρεμμάτων. Αὐτὰς τὰς ζητοῦν ἄλλοι νὰ τὰς καλλιεργήσουν, ἄλλοι νὰ τὰς ἐνοικιάσουν καὶ ἄλλοι νὰ τὰς ἐμφυτεύσουν· τῶν τελευταίων εἷς προσφέρει μίσθωμα ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῆς φυτείας 15% ἀνέξοδον, χωρικοὶ δὲ καὶ 20% καὶ 25%, καὶ αὐτὸς, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος τοῦ διαθέτειν τὰς γαίας, τώρα ἅτε τὰ ἡμερομίσθια ηὔξησαν τόσον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ καλλιεργήσῃ τὰ κτήματά του διὰ ξένων προσώπων. Ἔπειτα ὅταν δίδωνται εἰς μικρὰς μερίδας πρὸς γεωργοὺς, ἡ καλλιέργεια, γινομένη ὑπὸ τῶν ἰδίων, εἶναι μᾶλλον ἐπιτυχής. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον προτίθεται, ὡς μανθάνω, νὰ παραχωρήσῃ τὰς διαληφθείσας γαίας τῆς Μονῆς εἰς ἓν μόνον ἄτομον, δὲν ἠξεύρω ὑπὸ ποίας συμφωνίας· γνωρίζω μόνον, ὅτι περιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἐκεῖ Ἐπάρχου, τὸν ὁποῖον πιστεύω, ὅτι γνωρίζει. Παρατηρῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν συμφέρει καθόλου ἡ παραχώρησις καὶ δι’ ἐνοικιάσεως ἀκόμη οὐ μόνον εἰς ἓν ἄτομον, ἀλλὰ καὶ εἰς δέκα, καὶ ὅτι ἡ καλλιτέρα διάθεσις εἶναι ἐκείνη, ἣν ἐμνημόνευσα πρότερον, δηλαδὴ ἡ πρὸς ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα ἐμφυτευτὰς μὲ 20 ἢ 25% ἐπὶ τοῦ προϊόντος, καὶ τοιοῦτοι εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ εὑρεθοῦν νὰ τὰς ἐμφυτεύσωσιν. Ἔχω δὲ πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου θέλει γείνει δεκτὴ, καὶ οὕτω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχὴν τῶν Ταξιαρχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ δύω ἀρχιστράτηγοι τοῦ Θεοῦ.
§6ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἐνεργοῦμεν καὶ ἡμεῖς.
§7ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑποβάλλω ἕν νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω τέλος πάντων, καὶ ἐπιτρέψατε εἰς ἐμὲ τὴν ἀδυναμίαν αὐτὴν, νὰ θέλω νὰ ὑποβάλλω νομοσχέδια ὀργανικὰ ἐπὶ διαφόρων ὑπηρεσιῶν, εἶναι τὸ ἰδανικόν μου. Καὶ πρὸ πάντων τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, καθ’ ὅσον, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι ἡ τελευταία μου διάταξις, ἡ πολιτική μου διαθήκη, τὰ περὶ τούτων, διότι τὰ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει, καὶ δὲν ἐννοῶ πλέον νὰ πολιτεύωμαι, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι αἱ Κυβερνήσεις οὐδεμίαν λαμβάνουσι πρόνοιαν περὶ ὀργανικῶν νόμων διὰ τὰς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων κλάδων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλλω τοιαῦτα νομοσχέδια, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εὑρέθη τις νὰ φροντίσῃ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν θέλω ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ καιροὺς, ἐφ’ ὅσον χρόνον διαβιῶ μεθ’ ὑμῶν, διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ ὑπάρχωσιν ὡς μνημεῖα ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις εἶχε τὸν πόθον νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς Πατρίδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προσήγαγε τὸ ψήφισμα τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολλὰ ὑπεβλήθησαν.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι χθὲς ἐστερήθην τῆς τέρψεως καὶ εὐφροσύνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀφηγήθη περὶ τοῦ κλάδου του, καὶ ἑπομένως βεβαίως, ἐὰν ἤμην παρών, θὰ ἤθελε θελήσει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀπῆν με δὲν ἀπήντησεν. Εὔχομαι νὰ ὑπάρξῃ καὶ δευτέρα ἐμφάνισις, ὅπως ἀπαντήσῃ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν φροντίζει ἢ νὰ τὸν παρουσιάζῃ ἢ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ· θέλει νὰ ἔχῃ ὁ ἴδιος μονοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑποβάλλω καὶ πρότασιν καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει θέλω φέρει τὴν περὶ τούτου συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§10ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐξηντλήθη τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν.
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μοὶ ἐδόθη ἀναφορὰ παντοπωλῶν καὶ οἰνοπωλῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἐκφραζόντων καὶ τὴν γνώμην τῶν καταστηματαρχῶν τοῦ Ἄργους, Ναυπλίου, Πατρῶν, Τριπόλεως, Μεσολογγίου, Λαμίας, Σύρου καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, διότι πάντες ἐνδιαφέρονται εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Εἶναι ἀναφορὰ, ἥτις ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρό τινων ἡμερῶν (ἀναγινώσκει)· «Πρὸς τὸν Σ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ὑπεβάλομεν τὴν ἑξῆς ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα Ἰούνιον διά τινων ἀντιπροσώπων ἐξ ἡμῶν, ὑπεβάλομεν ὑμῖν ἀναφοράν, δι’ ἧς ἐζητούμεθα νὰ μᾶς ἀπαλλάξητε τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τὸ ἔτος 1882, καθόσον φρονοῦμεν, ὅτι ἡ πρόθεσις τῆς νομοθετησάσης Βουλῆς δὲν ἦτο νὰ φορολογήσῃ διπλῶς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον. Μᾶς ἀπηντήσατε τότε, ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ μὴ βεβαιώσητε τὸν φόρον τοῦτον, καθότι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Νόμου εἶναι ρητὸν καθ’ ὑμᾶς, ἀλλ’ ὅτι δὲν θὰ διατάξητε τὴν εἴσπραξιν μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἣν θὰ προεκαλεῖτε διὰ νομοσχεδίου ν’ ἀποφανθῇ ἑρμηνευτικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡμεῖς σᾶς εὐχαριστήσαμεν τότε καὶ βασισθέντες ...»
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ λέγει ἡ ἀναφορά; ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό.
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐδημοσιεύσατε καὶ καὶ εἰς τὴν «Ὥραν» τότε.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τί δημοσιεύει ἡ «Ὥρα»· ἐγὼ εἶπον εἰς τοὺς οἰνοπώλας, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον οὔτε κατὰ τύπους, οὔτε κατ’ οὐσίαν· δὲν ἔχουσι δίκαιον κατὰ τύπους, διότι τὸ ἄρθρον εἶναι ρητὸν, κατ’ οὐσίαν δὲ, διότι ἡ ἰδέα ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι δύω φόροι, εἶναι προδήλως ἐσφαλμένη· ἀπόδειξις ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅστις πληρώνει καὶ φόρον ἔγγειον καὶ φόρον ἐπὶ τῆς κοπῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως συζητηθῇ, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἤθελε συνέλθει αὐτοδικαίως πρὸ τῆς ἐποχῆς τῶν εἰσπράξεων. Αἱ βεβαιώσεις θέλουσι γείνει πάντως πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης αἱ δὲ εἰσπράξεις, ὅτε θὰ ἦναι καὶ ἡ Βουλὴ παροῦσα.
§15ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐν τούτοις ἤρχισεν ἡ εἴσπραξις ἐν Πάτραις, καὶ παρεπονέθην ἤδη δι’ ἐπερωτήσεώς μου.
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν μᾶς ἐδώκατε περὶ ὑποβολῆς εἰδικοῦ περὶ τούτου νόμου εἰς τὴν Βουλήν, κατηναλώσαμεν τὸν οἶνον ἐκεῖνον, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὸν φόρον εἰς τοὺς καταναλωτάς. Εὐχαρίστως εἴδομεν, ὅτι καὶ ἅμα ἀρξαμένης τῆς παρούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἐπανελάβατε τὴν ὑπόσχεσιν τῆς προσεχοῦς ὑποβολῆς τοῦ οἰκείου νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ ἀγνώστου τῆς πληρωμῆς ταύτης ὑφιστάμεθα σύγχυσιν εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν μας καὶ τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων μας...»
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§18ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἴπατε τοιοῦτόν τι εἰς τοὺς ὅ ὁποίους τότε, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔλαβον τὴν ἐλπίδα.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τυπωμένον καὶ δὲν δύναται νὰ διαστραφῇ.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρόκειται περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθητε εἰς τοὺς οἰνοπώλας τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἄλλως τε πολλάκις δημοσιεύονται ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδημοσιεύθησαν τὴν αὐτὴν ἡμέραν.
§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ διεδόθη, ὅτι εἰς μέρη τινὰ τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο ἀπόπειρα εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου. Ἐπειδὴ ἤδη πρόκειται δεινῶς ν’ ἀδικηθῶμεν ἐν περιπτώσει εἰσπράξεως, καθόσον ὄχι μόνον ἐπληρώθη ὁ φόρος ὁ ἔγγειος, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οὐδόλως ὑπελογίσαμεν, συνεπείᾳ τῆς ὑποσχέσεώς σας, τὸν διπλοῦν φόρον εἰς τοὺς καταναλωτάς. Εὐσεβάστως παρακαλοῦμεν νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον τάχιον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως ἀπαλλαγῶμεν ὁριστικῶς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου.» Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τῶν καταστηματαρχῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λέγει ἡ ἀναφορά, ἐβεβαίωσεν ἰδιαιτέρως τοὺς οἰνοπώλας τότε, καὶ πρὸ ἡμερῶν ὑπεσχέθη νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκφρασιν γνώμης, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδικαιολογήθη πρὸ τινῶν ἡμερῶν, προκληθεὶς παρ’ ἐμοῦ, εἰπὼν, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν καὶ δὲν δύναται νὰ φέρῃ τοιαύτην συζήτησιν. Τώρα, ὅτε ἔληξεν ὅπως ἔληξε τὸ Πολιτικὸν ζήτημα, δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τούτου· διότι ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι ῥητή, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεσχέθη τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, ἀλλὰ τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου ἐξ ἀφορμῆς δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὰ περὶ τοῦ θέματος περὶ οὗ ἡ ἀναφορά.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τέλος πάντων ἐλπίζω, ὅτι θέλει δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀφορμὴ ν’ ἀποφανθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν, διότι ἡ ἐκκρεμότης αὕτη εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τοὺς καταστηματάρχας.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον αὐτό. Συμφωνῶ ὡς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐφάνη ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, ὅτι ὁ χρόνος τῆς εἰσπράξεως συνέπιπτε μὲ τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἢ ὅτι ἀκόμη δὲν ἔφθασεν ὁ φόρος αὐτὸς ἔμελλε νὰ βεβαιωθῇ ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, καὶ ἔπρεπεν ἀπὸ τότε νὰ εἰσπραχθῇ. Ὅπως δήποτε ὅμως, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοὺς οἰνοπώλας καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐγέννησαν τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ φόρος νὰ μὴν εἰσπραχθῇ. Ἡ ἐλπὶς αὕτη ἀναγκάζει τοὺς οἰνοπώλας νὰ μὴ ἦναι πρόθυμοι εἰς τὴν πληρωμὴν, καὶ ὑπόκεινται εἰς καταδιώξεις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ τὸ ταχύτερον ἡ ἐκκρεμότης, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν πάσης καταδιώξεως.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἐκτίθενται οἱ ἄνθρωποι εἰς καταδιώξεις.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤμην παρὼν, ὅταν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Πετιμεζᾶς ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν καὶ ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων. Νομίζω, ὅτι εὐλογωτέρα πρότασις δὲν ἐδύνατο νὰ ὑπάρξῃ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης εἶχεν ἐρωτήσει διατί δὲν προσῃγάγομεν καὶ ἐγγραφόν τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διὰ προηγουμένης ἐπερωτήσεώς του εἶχε ζητήσει, ἐνῷ προσῃγάγομεν ὅλα τὰ ἄλλα. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, εἶναι ἡ δικογραφία, ἡ διεξαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου Παρνασίδου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἢ μᾶλλον ὁ φάκελλος οὗτος εἶχε διαβιβασθῆ, καθ’ ἃ ἀνεκοίνωσα προηγουμένως εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα, ὡς διεξαγομένης δίκης. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τῆς Εἰσαγγελίας τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἐγγράφου, ἐὰν δὲν παρεβλάπτετο ἡ διεξαγωγὴ τῆς δίκης. Μέχρι τοῦδε δὲν ἐπεστράφη τὸ ἔγγραφον. Ὑπεμνήσαμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἐγγράφου· ἐννοεῖται δὲ ὅτι δὲν θὰ σταλῇ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης.
§32Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ σταματήσῃ ἐπί τινας ἡμέρας.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ζητῆτε τοῦτο ὑμεῖς.
§34Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι νὰ τελειώσῃ ἡ δίκη.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ ζητήσωμεν ἀντίγραφον. Ἐλπίζω ὅμως νὰ ληφθῇ ταχέως τὸ πρωτότυπον.
§36Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζήτησα ἐπίσης νὰ κατατεθοῦν καὶ αἱ μηνιαῖαι εἰσπράξεις τοῦ Ταμείου Μεσσήνης ἀπὸ τῆς 3ης Μαρτίου.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπέβαλον, νομίζω, τὰς καταστάσεις ἔκτοτε, ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὰς ὑποβάλω καὶ ἐκ νέου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν εἶναι παρών· ἑπομένως εἰς ἄλλην συνεδρίασιν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπερωτήσεις αὐτοῦ. Ὁ κ. Τράκας ἐπίσης δὲν εἶναι παρών· ἀναβάλλω ἄρα καὶ τὰς εἰς τὰς ἐπερωτήσεις αὐτοῦ ἀπαντήσεις.
§38Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐξητάσατε νὰ μάθητε τί ἔγεινε ἡ κατ’ ἐμοῦ ἀγωγή.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μᾶς ὑπεβλήθη τοιαύτη ἐπερώτησις.
§40Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν προσεβλήθη τις, ν’ ἀνακριθῇ.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας ὑπέβαλε τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις· «Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νομικῆς διατάξεως τὸ Δημόσιον, ὡς διάδικος, ποιεῖται ἐξώδικον χρῆσιν τῆς δημοσίας ἐνόπλου δυνάμεως (χωροφυλακῆς) ἐν Βρωμολίμνῃ τῶν Μεθάνων εἰς τὸ ἀποκωλύειν ἐνόπλῳ βίᾳ τὸν Γ. Μαντόπουλον τοῦ ποιεῖσθαι χρῆσιν τῆς ἐκεῖ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας του, περιελθούσης αὐτῷ δυνάμει δημοσίων ἐγγράφων, ἤτοι διὰ πλειστηριασμοῦ, κατακυρώσεως καὶ μεταγραφῆς πρὸ ἐτῶν, καὶ ὧν τίτλων ἔλαβε γνῶσιν καὶ ὁ ἴδιος Ὑπουργός· καὶ διατί δὲν ἀποκωλύει τοὺς ἄνευ τίτλων ἤδη ἐπιχειροῦντας ἔργα ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἰδιοκτησίας;» Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τούτων πάντων, διότι ὁ κ. βουλευτὴς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν εἶχε λάβει τὸ μέτρον νὰ μὴ πλησιάζῃ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§42ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διὰ τοῦτο ἀπέσχον, διότι δὲν εἰσηκουόμην.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον τότε εἰς τὸν κ. βουλευτὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω ἤδη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παράστασίν του, διότι τὸ Ὑπουργεῖον κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ προσωρινῶν μέτρων ἔχει τὴν κατοχὴν τῶν γαιῶν τούτων, καὶ ἔχει ἀπόφασιν τὴν κατοχὴν ταύτην, τὴν οὕτω ἀποκτηθεῖσαν, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ὅπως ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τοῦ Δημοσίου· ὅπως δὲ ὁ ἰδιώτης προστατεύει τὴν κατοχὴν, τὴν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀπονεμηθεῖσαν αὐτῷ, οὕτω καὶ τὸ Δημόσιον τὴν προστατεύει διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ διαθέσῃ. Ἑτέραν ἐπερώτησιν ἀπηύθυνε· «Τί ἀπεφήνατο ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων κωμοπόλεως Δαμαλᾶ κατὰ τῆς χρήσεως ὡσαύτως τῆς ἐνόπλου δυνάμεως ὑπὲρ συμφερόντων τρίτων ἰδιωτῶν, καὶ συμφερόντων αὐτογνωμόνως δημιουργημένων;» Ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν ἐλήφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι εἰς τὸ Τμῆμα τοῦ κυρίου Βαλσαμάκη.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὴν ζητήσω ἐκεῖ· εἰς τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων κτημάτων, ὅπου τὴν ἐζήτησα, δὲν τὴν εὗρον.
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ Μαντόπουλος κατεῖχε τὸ κτῆμα αὐτὸ κατὰ διαδοχὴν δυνάμει ἐπισήμων τίτλων, ἐπεχείρησε λοιπὸν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος νὰ οἰκοδομήσῃ, καὶ τὸ Δημόσιον χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀφετηρίαν κατοχῆς ἐκεῖ....
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπεδικάσθη τῷ Δημοσίῳ ἡ κατοχή.
§48ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου περὶ κατοχῆς, ὅπως λυθῇ μεταξὺ ἡμῶν τὸ πραγματικὸν γεγονός. Ἡ ἀπόφασις αὕτη οὐδόλως ἐπεδίκασε κατοχὴν εἰς τὸ Δημόσιον· διὰ δὲ τῆς καταχρήσεως τῆς ἐνόπλου δυνάμεως ἀποκωλύονται οἱ ἰδιῶται ὅπως ποιήσωνται χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας των.
§49ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἶναι δικαστικὰ καθήκοντα αὐτά. Ἐγὼ ἤμην ἐκεῖ καὶ εἶδον ὅτι τὸ μέρος εἶναι ὅλως χέρσον καὶ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἀδέσποτον· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶπον ὅτι θὰ γείνουν τὰ λουτρὰ, τὸ κατέλαβον.
§50ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅταν οἱ χωροφύλακες ἀπελαύνωσι τοὺς ἰδιοκτήτας, τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὰ Δικαστήρια· κατὰ μείζονα λοιπὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευώμεθα οἱ πολῖται, καὶ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Φιλάρετος νὰ ζητῇ Ἐπιτροπὴν περὶ τῶν δικαστηρίων· διότι, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὰ δικαστήρια, τί μεταχειρίζεται τοὺς χωροφύλακας; Καὶ ἐγὼ ἐνεφανίσθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐσυζήτησα· μοὶ ἐζήτησε τοὺς τίτλους· ἐφοδιασθεὶς κατόπιν μὲ τούτους ἐνεφανίσθην τὸ δεύτερον καὶ τῷ εἶπον: ἐνεφανίσθην ἅπαξ ἄνευ τίτλων καὶ ἐχαρακτηρίσθην ὡς βαλαντιοτόμος· ἤδη ἔρχομαι ἐνώπιόν σου, κ. Ὑπουργέ, μετὰ τίτλου τοῦ 75 πρὸ τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐρωτᾶτε καλλίτερον τί μέτρον ἐλήφθη περὶ τῶν λουτρῶν;
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλον τὸ χρῆμα, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διετέθη διὰ τὰ λουτρὰ Μεθάνων.
§53ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν μου ἐπερώτησιν, ὅταν εὑρεθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν Τροιζηνίων, πάλιν θὰ ἐπανέλθω.
§54ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ μερὶς κατέβαλε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ συγχρόνως κατέβαλε καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐν τῇ καταβολῇ τοῦ Συντάγματος εἶχε συμπράκτορα καὶ ἐμέ. Ἐγὼ λοιπὸν παρίσταμαι καὶ ὡς καταβληθεὶς καὶ ὡς καταβολεύς· παρίσταμαι καὶ ἡττημένος καὶ νικητὴς, διότι μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατεβλήθην, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως κατέβαλον τὸ Σύνταγμα. Καὶ τοῦτο λέγω, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐξακολοεθεῖ πάντοτε νὰ μὲ θεωρῇ ἀντιπολιτευόμενον, μὴ μιμούμενος ἐφημερίδα τινὰ, ἥτις μὲ κατέταξε μεταξὺ τῶν ὑπουργικῶν. Κατέταξεν ἐμὲ μεταξὺ τῶν ὑπουργικῶν, ὅστις οὐδέποτε ὑπῆρξα ὑπουργικὸς, ἀφ’ ἧς πολιτεύομαι, κατὰ τὴν παρ’ ἡμῖν ἔννοιαν τοῦ ὅρου τούτου· κατέταξεν ἐμὲ μεταξὺ τῶν ὑπουργικῶν, ὅστις οὐδέποτε ἐν πολιτικῷ ζητήματι ἔδωκα ψῆφον ὑπὲρ Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν βουλευτικὴν Περίοδον· διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρξα ἐν συνειδήσει ὑπουργικὸς, ὅταν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1880 ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, κρατῶν τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, ὧν ὑπῆρξα πάντοτε διάπυρος θιασώτης, καὶ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ὑπὲρ ἧς πρὸ πολλοῦ, πολὺ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἠγωνίσθην ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ διὰ μονογραφιῶν· ἀλλὰ τότε ἐγένετο μὲν πολιτικὴ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν ἠκολούθησεν αὐτὴν ψηφοφορία, ἑπομένως δὲν ἐψήφισα. Καὶ κατέταξεν ἐμὲ μεταξὺ τῶν ὑπουργικῶν, ὅστις κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου ἐν τῇ Βουλῇ, δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι ἔθεσα μετ’ ἄλλων συναδέλφων τὰς βάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ παρόντος Ὑπουργείου, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις πέρυσι, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς, συμπεριέλαβε κυρίως τὰς οἰκονομικὰς αὐτὰς ἀρχάς. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, νομίζω, εἰς οἱονδήποτε τὸ φρόνημα τοῦ ἄλλου νὰ θεωρῇ ἀποῤῥέον ἐκ λόγων προσωπικῶν, ἀκριβῶς δὲ τὸ ὅτι ἐψήφισα ἐγὼ οὕτω πως εἶναι ἀπόδειξις ἐναργεστάτη καὶ καταφανεστάτη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτον φρόνημα ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ὑπὲρ Σκουλούδη· διότι πρὸς μὲν τὸν κ. Σκουλούδην μὲ συνδέει ἁπλοῦς χαιρετισμὸς, ἐνῷ πρὸς τὰ ἐννέα δέκατα ἴσως τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, πρὸς τὰ ἐννέα δέκατα τῶν ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν εὑρίσκομαι εἰς πολὺ φιλικωτέρας καὶ οἰκειοτέρας σχέσεις, πρὸς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκομαι εἰς πλήρη διάστασιν, διάστασιν πολιτικήν. Εἶχον καὶ ἔχω τὸ φρόνημα, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Σκουλούδη, ἄτοπος ἴσως ὑπὸ προσωπικὴν ἔποψιν, εἶναι ἐπιτετραμμένος ὑπὸ τῶν ὁρισμῶν τοῦ Συντάγματος· εἶχον τὸ φρόνημα, ὅτι ἠδύνατο νὰ διατηρήσῃ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, διοριζόμενος ἄμισθος Πρέσβυς. Ἀσθενήσας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξέθηκα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔχω τὸ φρόνημα τοῦτο, καὶ συγχρόνως δὲν ἐξέθηκα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀντιπολιτεύομαι τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀντιπολιτεύομαι τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν καὶ διὰ τὴν κυβερνητικὴν καὶ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἐνέργειαν περὶ τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ περὶ τὰ τῆς Παιδείας, καὶ θέλω πραγματευθῆ διὰ μακρῶν ἄλλοτε περὶ τούτων ἐν ἄλλῃ πολιτικῇ συζητήσει. Ἔχω ὅμως τὸ φρόνημα, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησε, κατ’ οὐδὲν παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, διορίσασα τὸν βουλευτὴν Σκουλούδην εἰς ἄμισθον θέσιν Πρέσβεως......
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐτελείωσεν.
§56ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν συζητῶ· ὀφείλω νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔχω τὸ φρόνημα τοῦτο (θόρυβος).
§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄρχεται νέα συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ σημειώσητε (θόρυβος).
§58ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπιτρέψητε τὴ συζήτησιν, ζητῶ τὸν λόγον, διότι ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ διόλου ὅτι ὁ κ. Φλογαΐτης κατ’ ἰδίαν πεποίθησιν ἐψήφισεν· ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ, ζητῶ τὸν λόγον.
§59ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§60ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶ προθέσεων καὶ σκέψεων τοῦ κ. Φλογαΐτου.
§61ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὑπάρχει γενικὴ ὁμολογία περὶ τούτου, ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος ἀπαγορεύει τὴν περαιτέρω συζήτησιν, θεωρῶ καὶ ἐγὼ περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν παρεπέμφθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος. Σήμερον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τοῦ Τμήματος. (Ἐνεργεῖται ἡ κλήρωσις ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Κόρπα καὶ τοῦ ψηφολέκτου κ. Δημητρακάκη).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκληρώθη ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ δεύτερον Τμῆμα. Ἕπεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρκίσεως τῶν πολιτογραφομένων διὰ νόμου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου 170,000,000. Πρῶτος εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Παλαμήδης.
§65ΗΛ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§66ΣΤΥΛ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὀλίγιστα, κύριοι, θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, διότι τὸ ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θ’ ἀγορεύσω θεωρῶ τόσῳ σπουδαῖον, τόσῳ ἀναγκαῖον διὰ τὴν κοινωνίαν, ὥστε πᾶσα κατατριβὴ χρόνου περὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀπέσχον τοῦ ν’ ἀγορεύσω καὶ εἰς ἄλλο ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη πρὸ ἡμερῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἐλύθη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς οὕτως, ὥστε δυσηρέστησε μέγα μέρος τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὴν ἀριστερὰν καὶ οὐκ ὀλίγα τῶν ὀργάνων τοῦ τύπου. Καὶ ἐν τοῖς πρώτοις καὶ εἰς τὰ τελευταῖα θέλω ἀπαντήσει διὰ τοῦ τύπου, διότι θεωρῶ ὅτι προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἐπίκρισις τῆς ψήφου τῆς πλειονοψηφίας. Ἐν παρόδῳ ἔφερον τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ἐξηγήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἐξέφρασα γνώμην ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου. Κύριοι, τὸ δάνειον σκοπεῖ τρία τινά· ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας διὰ τῆς ὁδοποιΐας. Πολλὰ ἐλέχθησαν, ἐὰν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· οὐδεὶς ὅμως ἠδυνήθη ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἄρσις εἶναι μεγάλη ἀνάγκη. Τινὲς ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο τὴν ἀνάγκην ταύτην νὰ ἐξοικονομήσωσιν ἄλλως πως· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Κυβερνητικὸν σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διατελοῦμεν — τοῦτο δὲ εἶναι ἀντικείμενον μακρᾶς ἐρεύνης — θὰ πεισθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἡ ἄρσις ἄλλως παρὰ διὰ δανείου. Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ πτέρυξ αὕτη, εἶναι μᾶλλον εὐχὴ παρὰ πρᾶγμα κατορθωτόν. Ἐν δὲ τῇ ἐπιθυμίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα, φρονῶ ὅτι αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι (ἡ ἀριστερὰ) εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον ὑπὸ τὸ Κυβερνητικὸν σύστημα, τὸ ποῖον μᾶς διέπει. Δὲν εἴμεθα μόνον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πάσχομεν ἀπὸ αὐτὸ τὸ δυστύχημα τοῦ νὰ χωρῶμεν πάντοτε πρὸς τὰς δαπάνας. Ὅλη ἡ Εὐρώπη εὑρίσκεται εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἐξετάσητε τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Κρατῶν καὶ νὰ πεισθῆτε ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἀλήθεια ἀναντίῤῥητος. Εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ἀνέφερε τὴν ἐποχὴν τοῦ Πὴλ καὶ ἤθελε νὰ ὑποδείξῃ τὰς οἰκονομίας τῆς Ἀγγλίας καὶ νὰ καταδείξῃ, οὕτως εἰπεῖν ἐμφαντικώτερον τὰς ὑπερόγκους δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς παρεδέχθημεν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Πὴλ, τὰ ἔξοδα τῆς Ἀγγλικῆς ἐπικρατείας δὲν ὑπερέβαινον τὰ 44 ἑκατομμύρια λιρῶν στερλινῶν, ἐνῷ σήμερον ἀνέρχονται εἰς 88 ἑκατομμύρια. Τὰ μεγαλείτερα δὲ ἔξοδα εἶναι εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς διοικήσεως. Ἐνῷ ἄλλοτε ἡ Ἀγγλία ἐκυβερνᾶτο μὲ 4 ἑκατομμύρια, σήμερον τὰ 20 δὲν ἀρκοῦσιν. Εἶναι δυσχερέστατον νὰ ἐξετάσῃ τις τὸ ἀντικείμενον τῶν οἰκονομιῶν. Ὑμεῖς αὐτοὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν εἶσθε σύμφωνοι, ἐν τῷ πολιτικῷ ζητήματι. Διῃρέθητε εἰς τρεῖς γνώμας· οἱ φίλοι τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου ἔφερον τὴν σημαίαν τῆς οἰκονομίας ἀορίστως· ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν συμφωνοῦσι μὲ τὸ σύστημα τοῦτο, λέγουν ὅτι σήμερον τὰ πράγματα ἐχειροτέρευσαν, ὑπαινισσόμενοι διὰ τῆς φράσεως ταύτης, ὅτι καὶ πρότερον τὰ πράγματα εἶχον κάκιστα· ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν πτέρυγα καταδικάζουσιν ἀμφοτέρας τὰς μερίδας, καὶ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἀλλὰ τί εἶναι ἐπὶ τέλους τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν τῶν Κουμουνδουρικῶν; ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, ὁ ὁποῖος εἶναι τρίβων περὶ τὰ τοιαῦτα, ἐννοεῖ ὅτι σύστημα οἰκονομίας εἶναι ὁ μικρὸς Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ὅταν εἰς τοῦτον εὑρίσκωμεν τὸ φοβερὸν ἐλάττωμα τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς μεγάλης τινὸς αὐτοκρατορίας ὑπάρχει ἀδιαλείπτως καὶ τὸ ὀνομάζουσιν οἱ στατιστικοὶ «χρόνιον», καὶ διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην δανείων ἐπὶ δανείων, δὲν ἐννοῶ πῶς προσβάλλουν τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἐννοεῖ νὰ κυβερνήσῃ καταλείπουσα ἐλλείμματα καὶ ἀναπληροῦσα αὐτὰ μὲ δάνεια, καὶ ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα τῶν ἄλλων διὰ φόρων, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὑπέρογκοι, ἐνῷ δὲν εἶναι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησε τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἄλλως δὲ, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον σήμερον νὰ κυβερνήσῃ τις μόνον μὲ οἰκονομίας χωρὶς νὰ παραδεχθῇ ἄλλο τι ὀλεθριώτερον διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν ὅ ἐστὶ τὸ «μπαξίσι», τὸ ὁποῖον φέρει τὴν διαφθορὰν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς κοινωνίας. Παρατηρήσατε τὴν Τουρκίαν· ἔχει 35 ἑκατομμύρια ὑπηκόων καὶ ἔδαφος 900 χιλιάδας τετραγωνικῶν μιλίων, καὶ ἐν τούτοις ζῇ ὡς Κράτος μὲ ἐτήσιον εἰσόδημα 15 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Ἡ ἀναλογία ὁποία τις θὰ ἦτο, ἐὰν Εὐρωπαϊκὸν Κράτος τοσαύτης ἐκτάσεως καὶ πληθυσμοῦ ἐφήρμοζε τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ; Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Τουρκίας θ’ ἀνήρχετο εἰς 60 ἑκατομμύρια λιρῶν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἡ Τουρκία κυβερνᾶται μὲ 15 μόνα· διατί; διότι ὁ πολίτης ἀναγκάζεται νὰ πληρώνῃ, ἐκτὸς τοῦ νομίμου φόρου, ἄλλους ὑπερόγκους καὶ ἀφορήτους εἰς ἕκαστον ὑπάλληλον πρὸς τὸν ὁποῖον προσέρχεται. Σᾶς ἀρέσκει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἀπὸ ἔντιμον βουλευτὴν, ὅταν ἄλλοτε ἦτο δήμαρχος καὶ καθ’ ὁδὸν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν μοὶ ἔλεγε· «Μεταβαίνω εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ θὰ ὑπάγω εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Δημαρχίας καὶ τῆς Νομαρχίας καὶ πρέπει νὰ δώσω εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖ, ἐπειδὴ δὲν πληρώνεται ἀρκούντως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, 10 δραχμὰς, ἵνα μοι δώσῃ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ζητῶ;» Σᾶς ἀρέσκει ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ δικαστικὰ γραφεῖα; Ἐγὼ εἰς τὴν Σῦρον, καὶ ὅλοι οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποθέσεις πολλὰς, ἠναγκαζόμεθα νὰ ἔχωμεν γραφέα δυνάμενον νὰ καθαρογραφῇ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἵνα δύνηται ὁ ὑπογραμματεὺς τοῦ Δικαστηρίου νὰ δίδῃ ἀντίγραφα εὐκόλως, καὶ ἑπομένως ἐδίδομεν ἡμεῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ τὸ σύστημα, κύριοι, σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη νὰ καταργήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1880 τὴν ὑπεστήριξα ἐκθύμως, διότι ἦλθε μὲ πρόγραμμα ἵνα καταργήσῃ τὸ μπαξίσι, καὶ ἦλθε μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομίας καὶ μὲ τὰς ἀρχὰς νὰ ἀνατρέψῃ τὸν παλαιὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ὁ ὁποῖος οὐδὲν καλὸν παρήγαγε, καὶ νὰ φέρῃ νέον δυνάμενον νὰ παρασκευάσῃ στρατιωτικῶς τὴν χώραν. Ἀλλὰ τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ κυβερνήτης, ὁ ὁποῖος βλέπει ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ σκοποῦ του, ἀφοῦ τότε δὲν ὑπεστηρίχθη παρ’ ἡμῶν; Πρέπει νὰ συμβαδίζῃ μὲ τὸ ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον τὸν παρασύρει, ἀλλὰ πάντοτε ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ φθάσῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σκοπεῖ. Ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύγκρισις μεταξὺ ἡμῶν καὶ Ῥωμουνίας. Ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμούς, δυστυχῶς ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σήμερον τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἐὰν ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἐθνολογικήν του ἔποψιν, ἔχει 12 ἑκατομμύρια ἀτόμων, καὶ ἡμεῖς σήμερον δὲν εἴμεθα ἢ 2 ἑκατομμύρια οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ Ῥωμουνία δαπανᾷ ὄχι 100 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ 125 κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ἡ Ῥωμουνία ἔχει βασιλείαν, ἡ ὁποία δύναται τῳόντι νὰ προκαλῇ τοὺς μεγαλειτέρους ἐπαίνους· εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ἔχει πολιτευτὰς ἱκανωτάτους, διαπρέψαντας εἰς Βερολῖνον· ἀλλ’ ἡ Ῥωμουνία δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἀπηλλάγη τοῦ μολύσματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶχε μεταδώσει εἰς ὅλην τὴν Ἀνατολὴν, τοῦ μολύσματος τοῦ μπαξισίου. Ἰδοὺ διατί κυβερνᾶται εὐθηνότερον παρ’ ὅ,τι ἡμεῖς· διότι ἡμεῖς ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εἴμεθα μᾶλλον προηγμένοι παρὰ τὴν Ῥωμουνίαν. Ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν αἴσθημα, ὅπερ ὑπὲρ πάντα ἄλλον τρέφει ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁριστικῶς τὸ μπαξίσι. Κύριοι, διὰ τῶν οἰκονομιῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν τελικὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τινὲς ἀμφιβάλλουσιν, ἐὰν εἶναι τὸ κακὸν τόσον μέγα. Ἐγώ, κύριοι, θέλω σᾶς δείξει μίαν ἔποψιν, ἡ ὁποία θέλει σᾶς πείσει, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι δεινόν, εἶναι συμφορά, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δοθῇ τέρμα ἄμεσον. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι 8–9,000,000 μείζων τῆς ἐξαγωγῆς, καὶ ὅτι ὑπάρχει μέσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, χωρὶς κἂν νὰ ἐπιτελέσωμεν αὐτήν. Φρονῶ, ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ ζητήματος, μολονότι ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι ὀρθὴ μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Ἄλλως, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο· τὸ ζήτημα εἶναι ποία εἶνε ἡ ἐμπορικὴ κίνησις τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐξάγομεν 95,000,000 ἐμπορεύματα, καὶ εἰσάγομεν 160,000,000 εἰς κατανάλωσιν καὶ 14,000,000 εἰς διαμετακόμισιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπίσημα· ἀλλὰ τὰ μὴ ἐπίσημα, τὰ ἐννοούμενα, καὶ τὰ βεβαιότερα τῶν ἐπισήμων εἶναι, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 250,000,000 μεταξὺ ἀναλώσεως καὶ διαμετακομίσεως. Τούτου δοθέντος, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῦ ἔφθασεν ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ. Ἡ ὑπερτίμησις ἔφθασε τὸν παρελθόντα Μάρτιον εἰς 30 δραχμὰς καὶ 25 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἀγγλικὴν λίραν, ὅ ἔστιν εἰς 21%. Δὲν ἔχετε δὲ παρὰ νὰ ἐρωτήσητε οἱονδήποτε τραπεζίτην, καὶ θὰ σᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι, ἂν δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χειμῶνος θὰ ἔχωμεν ὑπερτίμησιν 30%. Τώρα ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φθάσῃ εἰς τὸ 30%. Θέλω νὰ μείνῃ εἰς τὰ 20%. Ποία θὰ ἦναι ἡ ζημία εἰς τὸ ἔθνος; 50,000,000 κατ’ ἔτος. Ἰδοὺ διατί εἷς τῶν μεγάλων οἰκονομολόγων τῆς Ἀμερικῆς, ὁ καθηγητὴς Porris, ἐξήτασε τὸ ζήτημα εἰς τὰ Ἡνωμένα Κράτη τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτον ὠφέλιμος διὰ τοὺς Ἀμερικανοὺς καὶ ἐπιβλαβὴς διὰ τοὺς Εὐρωπαίους, διότι ἕνεκα πολλῶν λόγων πολὺ ἀνωτέρων, παρὰ τοὺς πολιτικούς, οὓς ἐξετάζομεν ἡμεῖς, δὲν ὑπάρχει τόπος ὅπου ἀσφαλέστερον ἀσχολοῦνται τὰ χρήματα παρὰ εἰς τὴν Ἀμερικήν· διότι εἰς αὐτὴν καθ’ ἑκάστην μετατίθεται ὁ πολιτισμὸς τῆς Εὐρώπης. Μόλα ταῦτα ὁ καθηγητὴς αὐτὸς ἐπέμεινε καὶ ἐπέδρασεν οὕτω πως εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὥστε ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ διαίρεσις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οἱ μὲν ἐπέμενον εἰς τὰ ῥάκη, ὡς ὠνόμαζον τὰ χαρτονομίσματα, οἱ δὲ εἰς τὰ νομίσματα, καὶ ὁ πρόεδρος, κατὰ τὸ Πολίτευμα τῆς Ἀμερικῆς, θέλων νὰ ἴδῃ καθαρὰν τὴν πλειονοψηφίαν, ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον, τοῦ καθηγητοῦ ἐκείνου ἡ γνώμη ἐπέδρασεν οὕτως, ὥστε οἱ εὑρισκόμενοι εἰς μειονοψηφίαν ἰσχυρὰν τόσον, ὥστε ἠδυνήθησαν νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τὸν πρόεδρον ν’ ἀρνηθῇ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐνδώσωσι καὶ μεταβῶσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, μεθ’ ὃ ἐσχηματίσθη οὕτω ἡ πλειοψηφία τῶν ⅔, μετὰ τὴν ὁποίαν εἶναι περιττὸν τὸ κῦρος τοῦ προέδρου. Τούτου ἕνεκα ὁ μεγαλείτερος οἰκονομολόγος τῆς Ἀγγλίας ὁ καθηγητὴς Price, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι τόσον μέγα, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ κανονίσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἐκάλεσεν αὐτὸν νὰ γνωματεύσῃ περὶ τοῦ πρακτέου, ἐκφράζεται εἰς τὸ σύγγραμμά του ὡς ἑξῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε δὲ νὰ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περικοπήν, διότι εἶναι ὠφέλιμον νὰ ἐμποιηθῇ εἰς ἕκαστον ἡ ὀρθὴ ἰδέα περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ κ. Price, ἀφοῦ ἐξετάζει τὴν γένεσιν τοῦ πλούτου, ὅστις συνίσταται εἰς οὐδὲν ἕτερον ἢ εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ ἀνταλλαγὴν συνεπείᾳ συναλλαγῆς, — τὴν ὁποίαν τόσον ἀποκρούομεν, ὡς ἂν ἦτο τὸ πλέον ἀποτρόπαιον τῶν πραγμάτων, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συγκρατεῖ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ἰδίως τὴν ἀντιπολίτευσιν (Θόρυβος), διότι ἂν σᾶς προτείνωμεν νὰ μᾶς δεχθῆτε, νὰ ψηφοφορήσωμεν μυστικῶς πρὸς ἐκλογὴν κυβερνήσεως, δὲν μᾶς δέχεσθε — αὐτὸς, κύριοι, ἀφοῦ ἐξήγησε τὴν γένεσιν τοῦ πλούτου καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ παράγων περισσότερα τοῦ ἄλλου εἶναι ὁ πλούσιος καὶ εἶπε διὰ τίνων μέσων ἐδεικνύετο πρότερον ὁ πλοῦτος καὶ ὅτι ναὶ μὲν ἐπὶ τέλους προσδιωρίσθη ὡς τοιοῦτον μέσον ὁ χρυσός, ἀλλὰ σήμερον ἕνεκα τῆς μεγάλης συναλλαγῆς καὶ ἀνταλλαγῆς ὁ χρυσὸς κατήντησε βάρος καὶ πράγματι ἐπικίνδυνος, καθὸ γαργαλίζων τοὺς λωποδύτας καὶ δυσχεραίνων τὰς σχέσεις τῶν ἐμπόρων — διότι μόνον εἰς τὸ Λονδῖνον καθ’ ἑκάστην γίνεται συναλλαγὴ 500,000,000 φράγκων, 20,000,000 λιρῶν ἐπάνω κάτω — καὶ ὅτι τὸ μόνον εὐχερὲς μέσον εἶναι τὸ χαρτονόμισμα, ἔρχεται ἐξετάζων καὶ τὴν ἔποψιν τοῦ κινδύνου, ὃν φέρει τὸ χαρτονόμισμα. Ὅτε δὲ σταματᾷ ἵνα ῥίψῃ βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀνακράζει, ὅτι ἐνταῦθα ἔφθασεν εἰς σημεῖον, ὅπου κορυβαντιᾷ ἡ θεωρία τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει περὶ χαρτονομίσματος ἀναγκαστικοῦ (ἀναγινώσκει). «Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅταν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκδίδῃ τὸ χαρτονόμισμα καὶ διὰ νόμου ὑποχρεοῖ πάντα δανειστὴν νὰ τὸ δέχηται ἀντὶ χρυσοῦ ἢ ἀργύρου, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ᾖναι ὑπόχρεως ἡ ἐκδοῦσα αὐτὸ Κυβέρνησις ἢ Τράπεζα νὰ τὸ ἐξαργυρώνῃ. Τότε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος ἀποβαίνει μεγίστη συμφορὰ εἰς τὸ Κράτος. Καὶ τῷ ὄντι, ὅταν τὸ Κράτος εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις δανείζηται ἐπὶ τόκῳ, ἐὰν καταναλωθῇ ἀνεπιστρεπτὶ τὸ δάνειον, ἡ ζημία συμβαίνει μόνον ἅπαξ· ὁ δὲ δανείσας παρηγορεῖται εἰσπράττων τὸν τόκον· ἀλλ’ ἐπὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἡ ζημία τῆς κοινωνίας εἶναι ἀνυπολόγιστος καὶ ἀτελεύτητος, διότι τὸ μὴ δυνάμενον νὰ ἐξαργυρωθῇ παραχρῆμα χαρτονόμισμα εἶναι ἄχρηστον εἰς τὰς ἐξωτερικὰς συναλλαγὰς, ἑπομένως, ὁ ὀφείλων τὴν ἀξίαν τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προερχομένων ἐμπορευμάτων ἀναγκάζεται ν’ ἀγοράσῃ χρυσόν, οὗτινος ἡ ἀξία εἶναι προφανῶς μείζων τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος, ὅπερ κυκλοφορεῖ ἀναγκαστικῶς, καὶ γίγνεται ἀναλόγως ἔτι μείζων, ἐὰν κυκλοφορῇ χαρτονόμισμα πλειότερον παρ’ ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐὰν δὲ τὸ Κράτος, ἔνθα πλεονάζει τὸ χαρτονόμισμα, εἶναι παθητικὸν εἰς τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, ἡ ὑποτίμησις αὐτοῦ ἔσεται μεγίστη, καὶ ἡ ἀγορὰ ξένων νομισμάτων μόνον διὰ μεγίστης θυσίας ἔσεται ἐφικτή. Ἐνόσῳ ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, πᾶσα ἐμπορικὴ συναλλαγὴ δυσχεραίνεται ἀνυπολογίστως, διότι ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν αὐτῆς τὸ ἀναιρεῖν τὸ βέβαιον τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος, ὡς μόνου ἀλληλεθνοῦς μέσου ἀνταλλαγῆς. Ὁ πωλῶν λοιπὸν ἀναγκάζεται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν ἀγοραστήν του προσθέτων καὶ ἕτερον ἐπὶ τοῦ τιμήματος τίμημα τῶν ἐμπορευμάτων, ἵνα προλάβῃ τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος ἐπικειμένην κατ’ αὐτοῦ ζημίαν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ἀγοραστὴς εἶναι πωλητὴς τῶν αὐτῶν ἢ ἄλλων εἰδῶν, πάντες ζημιοῦνται, διότι πᾶσα ἀγοραπωλησία λαμβάνει χαρακτῆρα κυβείας, καὶ πάντες ὑφίστανται ἐλάττωσιν περιουσίας, προερχομένην ἐκ τῆς συμφορᾶς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις μόνον τοὺς ἐπιδεδομένους εἰς τὴν χρηματιστικὴν κυβείαν εὐεργετεῖ· ἀλλ’ οὗτοι, μακρὰν τοῦ προάγειν τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, καθιστῶσι δριμυτέραν τὴν ἐθνικὴν συμφοράν. Οἱ δικαιολογοῦντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν προβάλλουσιν ὡς ἐπιχείρημα τὴν πολιτικὴν τῆς στιγμῆς δυσχέρειαν. Τὸ Κράτος, λέγουσιν, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἤδη ἔφθασεν εἰς τὰ ἔσχατα τῆς φορολογίας ὅρια. Τί ἄλλο λοιπὸν ὑπολείπεται εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ παρὰ νὰ προμηθευθῇ ἀναγκαστικῶς τ’ ἀναγκαῖα χρήματα ἐπὶ τῇ ἔστω καὶ ψιλῇ ὑποσχέσει ὅτι μέλλουσιν ἐπιστραφῇ εἰς μέλλοντά τινα ἀόριστον χρόνον; Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ δὲν παύει τοῦ νὰ ἦναι ἀληθὲς ὡσαύτως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις κατέφυγεν εἰς τὸ μέσον τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, ἐνέβαλε τὴν κοινωνίαν εἰς συμφορὰν ὁσημέραι αὔξουσαν, διότι ἐνόσῳ ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡμέραν μεθ’ ἡμέραν, καὶ ἑβδομάδα μεθ’ ἑβδομάδα, καὶ ἔτος μετὰ ἔτος ἡ ζημία τῶν συναλλασσομένων αὐξάνει χωρὶς νὰ κερδίζῃ τι ἐντεῦθεν τὸ Κράτος. Οὐδ’ ἀπολαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ὠφέλειάν τινα ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης· ἡ Κυβέρνησις ἐδημιούργησε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς φόρον, ἀπαλλάσσοντα αὐτὴν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ καταβάλλειν τόκον, εἰσέπραξε δὲ τὸν φόρον ἅπαξ διὰ παντός· ἀλλὰ τοιοῦτον ἐπισφαλὲς καὶ ἀνάξιον ἐμπιστοσύνης εἶδος νομίσματος, ὁποῖον εἶναι τὸ τοῦ ἀναγκαστικοῦ χαρτονομίσματος, δηλητηριάζει πᾶσαν ἀγοραπωλησίαν καὶ πᾶσαν συναλλαγήν· εἰς τί ἄλλο δὲ συνίσταται ὁ ἀνθρώπινος βίος ἢ εἰς τὸ παράγειν καὶ ἀνταλλάσσειν; Ἡ διδασκαλία, ἣν παρέχουσιν ἡμῖν τὰ γεγονότα ταῦτα, εἶναι καθαρά. Καταπληκτικὴ ἀνάγκη καθίστησι συγχωρητὴν τὴν εὐχερῆ μὲν, ἀλλ’ ἐλαττωματικὴν ταύτην φορολογίαν. Ἀφοῦ ὅμως παρέλθῃ ἡ πίεσις, οὐδ’ ἐπὶ μίαν ὥραν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναβληθῇ τὸ μόνον δυνάμενον ν’ ἀποσκορακίσῃ τὴν πανώλην ταύτην μέτρον, ὅ ἐστὶν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Ἵνα δώσῃ δὲ ἔμφασιν μεγαλειτέραν ὁ σοφὸς καθηγητὴς εἰς τὰ ἀνωτέρω, ἀναφέρει καὶ δύω στίχους τοῦ Ὀβιδίου, ὅστις διδάσκει ὅτι τὸ κακὸν πρέπει νὰ πολεμῆται εἰς τὴν γέννησίν του· διότι, ἂν χρονίσῃ, βραδέως ἔρχεται πᾶσα θεραπεία. Λοιπόν, κύριοι, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μόνον διὰ δανείου δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, εἶναι δὲ ἀπαραίτητος ἡ ἄρσις. Τώρα πρὸς τῷ σκοπῷ τούτῳ ἔχομεν καὶ ἕτερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὠφελουμένη αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ζητεῖ μεῖζον ποσὸν, ἵνα προβῇ καὶ εἰς ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα ἐπίσης θεωρεῖ ἄξια μεγίστου λόγου. Ὡς δεύτερον ἔρχεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ τάξῃ ὡς τρίτον. Μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀναγκαιοτάτη εἶναι ἡ ὁδοποιΐα, κατ’ ἐμὴν ταπεινὴν κρίσιν. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἀτομικὴ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ δὲν πρέπει ν’ ἀντιτάσσηται ἑκάστοτε, ὡς φρονοῦσι τινες οὕτως, ὥστε ἢ τοῦτο νὰ γείνῃ, ἢ ἄλλως ἀρνοῦμαι ψῆφον· διότι ἔχει καθῆκον ἕκαστος βουλευτὴς νὰ δημιουργῇ Κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν συντηρῇ καὶ νὰ τὴν ἐλέγχῃ μάλιστα, ἀλλὰ νὰ δημιουργῇ. Κατὰ συνέπειαν μόνον καθ’ ὅσον εὑρίσκομεν δεδημιουργημένην Κυβέρνησιν, τότε ὁ ἔλεγχος ἀσκεῖται ἐντονώτερον· ἐν ὅσῳ δὲν τὴν εὑρίσκομεν δημιουργημένην ἤδη, καίτοι ἐν προσδοκίᾳ, ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ ἦναι ἀτονώτερος. Καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα εὐγνώμονες εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος προὐκάλεσε τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τὸ Πολίτευμα, ὥστε ἐντεῦθεν νὰ δημιουργῶνται αἱ Κυβερνήσεις· ἀλλ’ ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν, ἡ ὁποία ἐδέχθη τοιαύτην ἑρμηνείαν, καὶ ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ 1875 τὰ πράγματα βαίνουν τόσον ὁμαλῶς, τόσον εὐκόλως, ὥστε βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὐδὲν παράπονον κατὰ τῆς Βασιλείας δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὡς καὶ δ’ οὐδένα ἄλλον λόγον. Ἂν δὲ ὁ κ. Χοϊδᾶς φρονῇ τὸ ἐναντίον, νομίζω μετὰ μίαν συζήτησιν ὀρθήν, οἵα καὶ ἄλλοτε ἔλαβε χώραν, μεμαξὺ αὐτοῦ ὡς Εἰσαγγελέως καὶ ἐμοῦ ὡς δικηγόρου ἐν Σύρῳ, ὅθεν ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ σπουδαιοτάτης ἐγκληματικῆς κατηγορίας, καὶ παρῃτήθη μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν γενναιότητος, ἤθελεν ὁμολογήσει καὶ αὖθις μετὰ τῆς αὐτῆς γενναιότητος ὅτι ποσῶς δὲν πταίει ἡ Βασιλεία διὰ τὴν κατάστασιν, ἥτις σήμερον δεικνύει ἀνωμαλίας τινάς. Ἀδιαφορῶ λοιπὸν ποῖον θέμα εἶναι πρῶτον, ποῖον δεύτερον καὶ ποῖον τρίτον. Καὶ αἱ παρασκευαὶ καὶ αἱ συγκοινωνίαι εἶναι πόθος μέγιστος τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν Βουλήν. Προχθὲς εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε κεφάλαιον κατηγορίας δριμυτάτης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ συμπληρώσῃ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς. Σήμερον πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκούωμεν ὅτι αὐταὶ αἱ παρασκευαὶ πρέπει ν’ ἀναβληθῶσιν; Ἐγὼ τὸ δέχομαι, διότι ἔχω ἄλλα νοήματα περὶ παρασκευῶν, διότι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὸ μεγαλεῖον εἰς τὴν δύναμιν· ἐγὼ τὸ Ἐθνικὸν μεγαλεῖον ἀνευρίσκω ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ δικαίου. Ἴσως ἀγνοεῖ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγεννήθη ἐκ τῶν ῥήσεων might is right, right is might (ἡ δύναμις εἶναι τὸ δίκαιον, τὸ δίκαιον εἶναι δύναμις. Εἰς τοὺς ἰσχυριζομένους ὅτι ἡ δύναμις εἶναι τὸ δίκαιον ἀπαντῶσιν εὐστόχως ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι δύναμις. Διατί τὰ Ἡνωμένα Κράτη τῆς Ἀμερικῆς εἶναι τὸ ἰσχυρότερον ἔθνος τοῦ κόσμου; διότι εἶναι τὸ μηχανικώτερον ἔθνος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει τὰ τελειότερα ὅπλα. Ἐν αὐτῷ ἐγεννήθη καὶ ἀνεπτύχθη ὁ ἠλεκτρισμὸς, καὶ ὁ κατὰ θάλασσαν ἀτμὸς ἐκεῖ πρῶτον ἐφηρμόσθη καὶ ἀνεπτύχθη. Οὕτω δύναται νὰ μένῃ ἄνευ παρασκευῶν, διότι ἐν ἀνάγκῃ ἀπὸ στιγμῆς εἰς ἄλλην δύναται νὰ ἦναι ἑτοιμοπόλεμον, ὡς τοῦτο συνέβη κατὰ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ὅτε αἰφνιδίως παρουσίασε ναυτικὸν ἐξ 999 πλοίων πολεμικῶν. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ δίκαιον; ἡ Ἐπιστήμη. Αὐτὰς τὰς ἰδέας ἔχω, καὶ ἐὰν ἐγὼ εἶχον τὴν ἰσχὺν, ἤθελον ζητήσει 50 κανονιοφόρους, οἱ ὁποῖαι ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὴν συγκοινωνίαν καὶ ἐν καιρῷ πολέμου νὰ χρησιμεύσωσι διὰ πολεμικοὺς σκοπούς. Ἀλλὰ διότι ἡ ἰδέα μου αὕτη δὲν θεωρεῖται ἀσπαστὴ, διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀρνηθῶ ψῆφον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐνδίδει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο; Λοιπὸν παρασκευαὶ κατὰ θάλασσαν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖαι, τὸ δὲ δάνειον μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ καὶ δι’ αὐτάς. Πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ συγκοινωνία, διότι ἄνευ συγκοινωνίας δὲν ὑπάρχει πολιτισμός. Ἐνθυμοῦμαι τί συνέβη εἰς τὸν μακαρίτην Ἀριστείδην Παλαιολόγον, ὡς ἤκουσα παρὰ τοῦ ἰδίου προσώπου, ὅπερ εἶναι, ἂν θέλητε, οὕτως εἰπεῖν, τὸ παθὸν ἐκ τοῦ συμβάντος αὐτοῦ. Ὅτε ὁ μακαρίτης Παλαιολόγος παρουσιάσθη ὑπὸ τοῦ Πρεσβευτοῦ κυρίου Κουντουριώτου εἰς τὸν γνωστότατον ὡς διασημότατον Κάνιγγ ὡς Πρόξενος, ὁ Κάνιγγ τὸν ἐχαιρέτισεν, ἀλλ’ εὐθὺς ἔστρεψε τὸν λόγον εἰς τὸν Κουντουριώτην· ὁ Κουντουριώτης ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο ἦτον ὀλιγωρία προσβλητικὴ, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Κάνιγγ ὅτι ὁ κύριος Παλαιολόγος ἦτο καὶ Εἰσαγγελεύς. Πάλιν ἔκαμεν ἓν νεῦμα ὁ Κάνιγγ, καὶ ἔστρεψε τὴν ὁμιλίαν ἀλλαχοῦ· τότε ὁ Κουντουριώτης τῷ εἶπεν ὅτι ὁ κύριος Παλαιολόγος ἦτο καὶ δημοσιογράφος. Εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦτο ὁ Κάνιγγ, τιμῶν, ὡς ὅλοι οἱ Ἄγγλοι τιμῶσι τοὺς δημοσιογράφους, φιλοφρόνως καὶ περιποιητικῶς τῷ εἶπεν: «Ἄ! Δημοσιογράφος! Ἔχω εὐχαρίστησιν νὰ σᾶς γνωρίσω. Λοιπὸν, πόσας λεωφόρους, πόσας ὁδοὺς κατεσκευάσατε εἰς τὴν Ἑλλάδα; Οὐδεμίαν. Βλέπετε διατί μαραίνεται ὁ φιλελληνισμὸς ἡμῶν τῶν Ἄγγλων, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι οὐδεμίαν ἀκόμη λεωφόρον ἢ ὁδὸν ἠδυνήθητε νὰ κατασκευάσητε;» Τοιαύτην σημασίαν ἔχει, κύριοι, ἡ ὁδοποιΐα. Δὲν πιστεύω λοιπὸν ν’ ἀντιτάξῃ τις τίποτε κατὰ τοῦ δανείου, ὅταν τοῦτο σκοπῇ αὐτὰ τὰ τρία. Ἀλλὰ, σᾶς λέγουν, οἱ ὅροι εἶναι βαρεῖς, θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· εἶναι εἰς θέσιν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος νὰ ὑποφέρῃ αὐτὰ τὰ βάρη; Εἰς τὸ πρῶτον ἀπαντῶ ἀμέσως, ὅτι τότε ἠδύνατό τις νὰ προβάλῃ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ὅταν ἔχῃ καὶ ἄλλας προτάσεις, ὅταν ἀπὸ δέκα πηγὰς τῷ προσέφερον δάνεια, καὶ ἐκ συνεννοήσεως, ἢ κατὰ τὴν φράσιν, ἡ ὁποία πρὸ μικροῦ ἐξηνέχθη, ἐκ συμπαιγνίας προτιμᾶται τὸ δάνειον τὸ ἐπαχθέστερον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ ν’ ἀπαντήσητε ἐν συνειδήσει, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ εὕρωμεν δάνειον σήμερον ἀπὸ ἄλλην τινὰ πηγήν, παρὰ ἀπὸ τὴν πηγὴν αὐτὴν τῶν ὁμοεθνῶν, ἡ ὁποία μᾶς ηὐκόλυνεν εἰς τὴν εὕρεσιν αὐτῶν τῶν χρημάτων. Μόνον ἡ ἰδέα ὅτι ἡμεῖς σκοποῦμεν νὰ κάμωμεν ναυτικὰς παρασκευὰς, ἀρκεῖ νὰ μᾶς κλείσῃ ὅλας τὰς τραπεζιτικὰς θύρας. Δὲν βλέπετε τὴν Ῥωσσίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἑκατὸν ἑκατομμυρίων πληθυσμόν; Ἵνα εὕρῃ νὰ δανεισθῇ ἔπρεπε νὰ γείνῃ συνεννόησις αὐτῆς τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Γερμανίας, αἱ ὁποῖαι φρονοῦσιν ὅτι, ὅταν θέλωσι, δύνανται νὰ ὁδεύσωσι πρὸς τὴν Πετρούπολιν. Συνῆψε δὲ τὸ δάνειον πόσον τοῖς ἑκατόν; Μὲ ἕξ καὶ ἓν τέταρτον σχεδὸν τοῖς ἑκατόν.
§67ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πόσον θὰ πάρῃ; 98%.
§68ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι, ἡ Ῥωσσία ἀναγκάζεται νὰ δανεισθῇ πρὸς 6% καὶ ἐπέκεινα, ἀφοῦ ἡ Ἰταλία ἀναγκάζεται νὰ δανεισθῇ μὲ 6%, ἐνῷ ἡ Ἀγγλία δανείζεται μὲ 3, ἡ Ἀμερικὴ 3, καὶ ἡ Γαλλία μὲ 4½, πῶς ἠθέλετε ἡμεῖς νὰ δανεισθῶμεν; Ἡμεῖς θὰ δανεισθῶμεν μὲ βαρυτέρους ὅρους, καὶ ἰδοὺ διατί; διότι ἀπειλοῦμεν, ἢ μᾶλλον θεωρούμεθα ὅτι ἀπειλοῦμεν τὴν Ἀνατολὴν, διότι φωνάζομεν ὅλην τὴν ὥραν «παρασκευάς». Τί θέλετε λοιπὸν νὰ κάμωμεν, ὅταν φωνάζωμεν ὅλοι ὅτι ἐξ ἐλλείψεως παρασκευῶν ἐχάσαμεν τὰ Ἰωάννινα καὶ τὴν Πρέβεζαν; Ἐγὼ ἠξεύρω, διατί τὰ ἐχάσαμεν· διότι ἐστρέψαμεν ἀλλαχοῦ, ἐστρέψαμεν πρὸς Βοῤῥᾶν τὰ βλέμματά μας. Ἐὰν ἠθέλομεν μείνει πιστοὶ εἰς τὸν μέγαν καὶ φυσικὸν σύμμαχον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν δημιουργήσασαν τὴν νέαν Ἑλλάδα, Ἀγγλίαν, δὲν ἠθέλομεν τὰ χάσει. Λοιπὸν τότε μόνον ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ φωνὴ περὶ ἐπαχθείας τοῦ δανείου, ὅταν εἴχομεν ἐνώπιόν μας πολλὰς προτάσεις, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχομεν παρὰ μίαν καὶ μόνην, καὶ αὐτὴν μάλιστα μὲ κίνδυνον. Προσέξατε τί ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ ἕνα τῶν μεγαλειτέρων στρατηγῶν τοῦ κόσμου. Ὁ λόρδος Γούλσλεϋ εἶπεν, ὅτι ὁ πόλεμος χαίνει ἐνώπιόν μας. Εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου ὑπάρχουν 9 ἑκατομμύρια ὁπλιτῶν, ἑτοίμων πρὸς πόλεμον, δὲν ἀπαιτεῖται, παρὰ εἷς σπινθὴρ διὰ ν’ ἀνάψῃ ὁ πόλεμος. Τότε λοιπὸν ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν ἡμεῖς; Μᾶς δανείζῃ κανείς; Τότε μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τὸ συνάλλαγμα θ’ ἀναβῇ εἰς 50%. Θέλετε λοιπὸν νὰ χάσητε τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας σας; Ἐγὼ ἤμην προχθὲς εἰς Λονδῖνον καὶ ἐθρήνουν ὅτι ἠναγκαζόμην νὰ δώσω δι’ ἑκάστην λίραν 15% ὑπεράνω τῆς ἀξίας αὐτῆς, ἐνῷ τώρα χαίρω ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἐὰν ἔχω ν’ ἀγοράσω τι δὲν θὰ πληρώσω 30% ἐπέκεινα τῆς ἀξίας του, ἀλλὰ τὸ σωστόν, ἢ ἂν ὑπάρξῃ μικρά τις διαφορὰ, αὕτη θὰ ἦναι ἥμισυ ἢ 1%. Διὰ δὲ τὴν Τράπεζαν, οὐδόλως φοβοῦμαι, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Καραπάνον, ὅτι δὲν πληρόνει ἡ Τράπεζα ἐδῶ εἰς χρυσόν... ἐὰν ἐπλήρωνεν εἰς χρυσόν, τότε ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὸν νόμον τῆς Ἀγγλίας, δηλαδὴ τὴν περὶ ἀναστολῆς τῶν πληρωμῶν (suspention act), ἵνα προστατεύσῃ τὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχομεν πληρωμὴν ἢ ἐξαργύρωσιν χαρτονομίσματος εἰς ἄργυρον. Ὅταν λοιπὸν ὑπάγῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τούτῳ ὁ ἔμπορος καὶ αὕτη τοῦ παρουσιάζει ἕνα σάκκον ἀργυρῶν νομισμάτων, τότε τί θὰ κάμῃ; Θὰ τὰ στείλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην; Ὁ ἐκεῖ ἔμπορος καλλίτερα θὰ περιμένῃ βραδύτερον τὴν πληρωμὴν, παρὰ νὰ χάσῃ ἄργυρον. Καὶ τοῦτο διατί; διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι παρατηρητὴς, ἠξεύρει ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅλα δὲν εἶναι ῥόδινα εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι δίδετε τὸ χαρτονόμισμα νὰ σᾶς ἀλλάξουν καὶ σᾶς δίδουν πεντόφραγκα τάλληρα, ἐνῷ ἐν Ἀγγλίᾳ σᾶς δίδουν χρυσόν, χωρὶς νὰ ὑπάγετε εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διὰ χρυσοῦ πληρωμή. Λοιπὸν δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐν γνώσει ὅλων τῶν πραγμάτων ὅτι οἱ ὅροι τοῦ δανείου εἶναι βαρεῖς· ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι δὲν ἦτο βεβαρημένον τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον ὡς σήμερον, οἱ ὅροι τοῦ δανείου ἐκείνου δὲν εἶναι καλλίτεροι· ἀλλὰ σᾶς ἀπαντᾷ ὁ ἱπποτικώτατος υἱὸς τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ὅτι δὲν εἴχομεν τότε Θεσσαλίαν καὶ εὑρισκόμεθα τότε εἰς δεινὴν θέσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, οὐδεμίαν δεινότητα εὕρισκε τότε ὁ Εὐρωπαῖος. Κατὰ τὸ 1880 οἱ Εὐρωπαῖοι ἤξευρον κάλλιστα ὅτι δὲν θὰ πολεμήσωμεν.
§69Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ Κουμουνδοῦρος ἦτον ἐντελῶς ἀποφασισμένος διὰ πόλεμον· ἐὰν μετὰ ταῦτα ἤλλαξεν ἡ Διπλωματία τὰ πράγματα, δὲν ἠξεύρω.
§70Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, πῶς δὲν ἔπρεπε νὰ κάμετε ὅλως διόλου τὴν διάψευσιν αὐτήν. Εἶναι ὅλως διόλου ξένος τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων.
§71ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Σᾶς φαίνεται· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω ἐπίδειξιν καὶ ν’ ἀναφέρω τί ἔκαμα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τί ἔγραψα, καὶ τί ἐπαίνους ἔλαβον δι’ αὐτά. Ἀλλὰ σεῖς ἀσχολεῖσθε εἰς ἄλλα πράγματα καὶ δὲν τὰ ἠξεύρετε.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ δὲν γνωρίζετε καὶ σεῖς περισσότερα, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύητε ἰδέας ἄλλων καὶ μάλιστα ἀποθανόντων.
§73ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο διὰ νὰ κατηγορήσω· ἀντικρούω μόνον τὸ ἐπιχείρημά σας. Εἴπετε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς δεινὴν θέσιν ἕνεκεν ἐπικειμένου πολέμου, καὶ ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν ἐπίστευον ποσῶς ὅτι θὰ ἐκάμνομεν πόλεμον. Λάβετε τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα.
§74Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀγγλίᾳ τὴν ἀλληλογραφίαν, διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι δὲν συμφωνεῖ μαζῇ σας.
§75ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅστις τῷ ὄντι προετίθετο δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Βερολινείου Πρωτοκόλλου· αἱ Δυνάμεις ὅμως ἄλλα εἶχον ἀποφασίσει· καὶ ὅταν ὁ κ. Ῥαγκαβῆς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ τι ἄλλης ἐννοίας, τῷ ἀπήντησαν, ὅτι ἐξ ὅσων εἶπεν οὐδὲν ἤθελε συμβῆ, διότι θὰ ἐπενέβαινον αἱ Δυνάμεις. Λοιπὸν εἰς τὴν Εὐρώπην εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ πόλεμος, καὶ ἐκ τούτου ἦτον ἄλλη ἡ εὐκολία τοῦ δανείου τότε· σήμερον ὅμως ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι πολὺ βαρυτέρα. Καθ’ ἑκάστην, κύριοι, ἡ Εὐρώπη ἔχει εἰς τὸν κόσμον σημασίαν μικροτέραν παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε. Μετατίθεται ὁ πολιτισμὸς εἰς τὴν Ἀμερικήν· ἐκεῖ εἶναι ἡ δύναμις, ἐκεῖ ὁ χρυσὸς, ἐκεῖ τὰ προϊόντα τὰ περισσὰ, τὰ ὁποῖα κατακλύζουσιν τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν τρέφουν. Δάνειον λοιπὸν ἀπὸ Κράτους εἰς Κράτος εἶναι πολὺ δυσχερέστερον σήμερον παρὰ κατὰ τὸ 1880, καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι μεγάλη εὐκολία. Βαρεῖς οἱ ὅροι. Βεβαίως, σχετικῶς μὲ τὰ δάνεια τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, ὁ τόκος εἶναι βαρύτερος, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἐλαφροτέρους. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, εἶναι δυνατὸν τὸ Ἔθνος νὰ ὑποστῇ αὐτὸ τὸ βάρος; Ἐδῶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ν’ ἀπαντήσω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔχει θέσιν οἰκονομολογικὴν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πιστεύει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τελευταῖον ἤμην εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ συνεταξείδευον μὲ ἕνα τῶν Νομαρχῶν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔλεγεν ὅτι ὁ γεωργὸς ἐργάτης ἀπολαμβάνει μίαν μόνην δραχμὴν τὴν ἡμέραν καὶ πολλάκις μόνον 90 λεπτὰ καὶ ἄλλοτε μόνον 80 λεπτὰ. Βλέπετε οὕτως ἀμείβεται ὁ ἐργάτης τῆς Ἰταλίας· ἐδῶ ὁ μέσος ὅρος τῶν ἡμερομισθίων εἶναι 4 δραχμαί. Ναὶ μὲν ὑπάρχει ἔλλειψις χειρῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ χρήματα· διότι ἐπὶ τέλους, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον καὶ χρήματα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δίδηται ἡμερομίσθιον τόσον ἁδρόν. Ἐδῶ ὅλοι εἶναι γαιοκτήμονες, ὅλοι ἔχουν μέρος εἰς τὴν ναυτιλίαν· ἔχομεν τόσας ἑκατοντάδας χιλιάδων τόνων ναυτικοῦ, ὥστε ἐὰν ἐξετάσητε θὰ εὕρητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει οἰκογένεια, ἡ ὁποία νὰ μὴ σχετίζηται μὲ ἕν πλοῖον. Ὅλοι εἶναι ἁλιεῖς· ἔχομεν κτηνοτροφίαν φυσικήν· 6 ἑκατομμύρια αἰγοπροβάτων καὶ βοῶν, καὶ τὰ ⅔ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ δίδωσι τροφὴν εἰς αὐτὸν τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον. Τί ζητεῖ τώρα ἡ Κυβέρνησις; 84 ἑκατομμύρια. Εἶναι ἀληθῶς ὑπέρογκον τὸ ποσόν; δὲν εἶναι 84 τὰ ἑκατομμύρια. Ὅταν ἀφαιρέσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον, τὰ δημόσια νομήματα καὶ κτήματα καὶ τὰς ἐκποιήσεις ἐθνικῶν κτημάτων, καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἄλλα εἰσοδήματα, καὶ τὰ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων καὶ λοιπὰ, μένουσι μόνον 70 ἑκατομμύρια. Πόσον ἀναλογεῖ τότε εἰς ἕκαστον ἄτομον; 35 δραχμαί, ἐνῷ οἱ ἄλλοι λαοὶ εὑρίσκονται εἰς πολὺ χείρονα κατάστασιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τοῦτο ὅτι πρέπει νὰ φορολογῶμεν ἄνευ λόγου· οὐχί· πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὁ λόγος τῆς φορολογίας· ἂν δὲ αἱ κρίσεις μου ἠδύναντο νὰ ὑπερισχύσωσι, βεβαίως αὐτὴν τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἤθελον ἀπαιτήσει καὶ μεγαλειτέραν, ἤθελον ἄλλως τὴν καταμερίσει. Ἀλλὰ τοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ αἱ ἀτομικαὶ γνῶμαι οὐδαμῶς ἢ ἐλάχιστα ἐπιδρῶσιν εἰς τὴν Πολιτείαν. Τὴν μεγίστην τῶν ἐπιδράσεων ἀσκεῖ πάντοτε ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἰδοὺ διατί προχθὲς εἷς τῶν μεγάλων Ἄγγλων ὁ M. Arnold, τὸν ὁποῖον ὁ ἀρχιδικαστὴς τῆς Ἀγγλίας παρουσίασεν ὡς μέγιστον ὅλων τῶν Ἄγγλων, ἐνῷ ὁ μᾶλλον διακεκριμένος εἶναι ἴσως αὐτὸς ὁ ἀρχιδικαστής, εἶπεν εἰς τοὺς Ἀμερικανούς, ὅτι ἡ μειονοψηφία κυβερνᾷ ἕκαστον αὐτοκυβερνώμενον Ἔθνος. Βεβαίως εἰς Κράτη δεσποτικὰ αἱ μειονοψηφίαι δὲν ἰσχύουσι ποσῶς, ἀλλ’ ὅπου ὑπάρχει αὐτοκυβερνησία, ἐκεῖ ἡ μειονοψηφία κυβερνᾷ· διότι, ἂν μαντεύῃ καλῶς τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς εὐχὰς τοῦ Ἔθνους ἡ μειονοψηφία, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπερισχύσῃ. Ἀλλὰ δυστυχῶς μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς πολλὰ ἐντιμότατα πρόσωπα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν βλέπω εἰς τὰς γνώμας τοιαύτην διάγνωσιν τῶν εὐχῶν τοῦ Ἔθνους. Φρονοῦσιν, ὅτι διὰ τῆς διεξαγομένης πάλης θὰ διορθωθῶσιν τὰ κακῶς κείμενα· ἀλλὰ, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἀπαιτεῖται βελτίωσις τοῦ ὀργανικοῦ Νόμου, τοῦ καταστατικοῦ Νόμου. Ἐν ὅσῳ μένει αὐτὸ τὸ σύστημα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ βελτίωσις. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἐπαχθὲς τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἰδοὺ δι’ ἄλλον λόγον κυριώτατον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαχθές. Ἡ ἀπόδειξις τῆς δυνάμεως τοῦ σθένους ἑνὸς λαοῦ εἶναι ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ τῶν δαπανῶν. Παρατηρήσατε τὴν Ἰταλίαν, δαπανᾷ 61 ἑκατομμύρια λίρας κατ’ ἔτος, καὶ πόσα νομίζετε ὅτι ἐξάγει; ὀλιγώτερα τῶν 48 ἑκατομμυρίων. Ἡ Γαλλία, αὐτὸ τὸ πλουσιώτατον λογιζόμενον ἔθνος, εἶχε πέρυσιν 142 ἑκατομμυρίων λιρῶν δαπάνας, καὶ ἔχει ἐφέτος 136 ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ κατὰ συνέπειαν ἀναλόγους εἰσπράξεις, ἀλλ’ ἐξαγωγὴν δὲν εἶχε πέρυσι παρὰ 123 ἑκατομμύρια λίρας, οὐδ’ ἔχει ἐφέτος ἄνω τῶν 157 ἀπέναντι 215 εἰσαγωγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἀπόδειξις τοῦ οἰκονομικοῦ σθένους τοῦ Ἔθνους. Ἡμεῖς ποῦ εὑρισκόμεθα; ἔχομεν 70 ἑκατομμύρια· τὸ πολὺ δαπάνην, καὶ ἔχομεν ἐξαγωγὴν φαινομενικὴν μὲν ἐπισήμως ἐκ δραχμῶν 95 ἑκατομμυρίων· ἐὰν ὅμως θελήσητε νὰ κρίνητε, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὕρηται ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 120 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν τὸν λαὸν κατ’ αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν τῶν 35 δραχμῶν δι’ ἕκαστον ἄτομον, διότι κατ’ αὐτὴν ἀναλογοῦσιν 8 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην ἐφ’ ἑκάστου ἀτόμου.
§76ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἕνας πτωχὸς μὲ αὐτὰ ζῇ.
§77ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὅταν εἰσπράττωσι 4 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον οἱ ἐργατικοί.....
§78ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πόσοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐργατικοί;
§79ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Καὶ αὐτὰ τὰ κορίτσια εἰσπράττουσιν ἓν καὶ 1½ φράγκον καθ’ ἡμέραν, καὶ αἱ γυναῖκες πλείονα. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ἀπαιτεῖται νὰ δικαιολογήσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν ψῆφόν του; Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ 150 τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Ἐπειδὴ εὗρον ὅτι δὲν ἔπραξα ὀρθῶς νὰ μὴ ἀγορεύσω εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου σήμερον, ἁπλῶς λέγω ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ θεωρήσω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δανείου ὡς ἀνάγκην πολιτικήν, ἀνάγκην ῥητῶς ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Τόπου, καὶ ὑπὸ τοῦ καθήκοντος ἡμῶν περὶ διατηρήσεως οὐχὶ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μεταβάλλετε αὐτήν, φέρετε Κυβέρνησιν ἔχουσαν ἄλλον ὀργανισμόν. Ἱδρύσατε Γερουσίαν αἱρετὴν καὶ ἐργαζομένην ἄνευ ἐπιδράσεως τῶν Ὑπουργῶν, καὶ τότε θὰ ἔχητε ἄλλην συζήτησιν καὶ ἄλλα ἐξαγόμενα, θὰ ἔχητε τὴν συζήτησιν, ἥτις γίνεται εἰς τὰ εὐνομούμενα Κράτη τῆς Ἀμερικῆς. Ἀλλ’ ἐνόσῳ διατελοῦμεν ὑπὸ τὸ ἐνεστὼς σύστημα, ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἄχρις οὗ εὐκρινῶς φανῇ ἡμῖν δεδηλωμένη ἡ περὶ ἄλλης Κυβερνήσεως γνώμη τῆς Βουλῆς. Τότε πρῶτος ὁ κ. Τρικούπης θὰ εὑρεθῇ πρόμαχος τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν ἐξέφρασε, διότι πρῶτος αὐτὸς ἔλαβε τὴν σημαίαν αὐτήν. Ἀλλὰ σήμερον καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι ἔχομεν ἄλλο καθῆκον, πρὸ πάντων τὸ περὶ συντηρήσεως τῆς χώρας. Ἀφοῦ δὲ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ πολιτευώμεθα οὕτως, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, ἐκεῖνος, ὅστις κυβερνῶν τὸν τόπον φρονεῖ, ὅτι αἱ ἰδέαι του πρέπει νὰ ὑπερισχύσωσιν, ἔχει τὸ βαρύτερον καθῆκον παντὶ σθένει νὰ συντηρῇ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου.
§80ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν μετάφρασιν τῶν συγγραφέων καὶ τὴν τύπωσιν αὐτῶν, διὰ νὰ λάβωμεν γνώσεις οἰκονομολογικάς· καὶ τὸ λέγω κατὰ πεποίθησιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι οἱ λόγοι τυποῦνται καὶ δημοσιεύονται. Ὁ κ. Παρασκευᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§82ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάϊκος.
§84ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
§85ΣΤΑΪΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι χθὲς ἐλέχθη, ὅτι ἀφήσαμεν τὸν ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὁμιλήσωσι, χωρὶς νὰ ἀπαντήσωμεν. Νομίζω, ὅτι κατόπιν δύω, συνεχῶς ἀγορευσάντων ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἷς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φαίνεται, ὅτι ἐπείσθησαν καὶ εἶναι σύμφωνοι· δι’ αὐτὸ δὲν ὁμιλοῦν.
§87ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐὰν δὲν ὁμιλήσῃ κανείς, δηλῶ ὅτι θὰ ὁμιλήσω μερικὰς λέξεις, καθόσον ἤλεγξαν τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς βωβήν.
§88ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Χθὲς πρὶν ὁμιλήσω, ἐζήτησα νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κατόπιν τοῦ ἄλλου εἰσηγητοῦ, ἀλλὰ δὲν ἦτο παρών. Λοιπὸν ὁ εἰσηγητὴς ἦλθε· διατί δὲν λαμβάνει τὸν λόγον;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος συμβουλεύεται τὸν ἑαυτόν του καὶ ὄχι ἄλλον.
§90ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλον ἐγγράφως τὰς ἰδέας των διὰ τῆς ἐκθέσεως. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ ἰδικά του· οὐδεὶς τὸν ἠνάγκασεν εἰς τοῦτο. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐπιφυλάσσεται, ὅταν ἀκούσῃ ἐπιθέσεις κατὰ τῆς ἐκθέσεως, τότε κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι ἤδη ἀρκετὰ ἐῤῥέθησαν, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν· δὲν ὀφείλει ὅμως ἕκαστος νὰ κανονίζῃ τὰς ἰδέας τῶν συναδέλφων του κατὰ τὰς ἰδέας αὑτοῦ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν οὐδεὶς ζητῇ τὸν λόγον, γίνεται ὅ,τι ἀπαιτεῖ ὁ Κανονισμός.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ γενικὴ διάθεσις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§94ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ 1 ἄρθρον).
§95ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅλαι αἱ Τράπεζαι, αἱ ἀναφερόμεναι, εἶναι συμβαλλόμεναι, ἢ ἁπλῶς δύω Τράπεζαι, αἱ δὲ ἄλλαι participants, μεριδιοῦχοι; (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, καὶ τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου δι’ ἀναστάσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν· ἤτοι ἐξακολουθεῖ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις. Εὑρισκόμεθα δὲ εἰς τὸ ἄρθρ. 12. Θέλει ἀναγνωσθῆ τὸ ἄρθρον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κασιμάτης, διὰ ν’ ἀναπτύξῃ τὴν τροπολογίαν του.
§97ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 12).
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν ἤθελον ζητήσει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Αὐτὸ διαλαμβάνει ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ὑπάλληλοι δὲν παύονται παρὰ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινισθῇ τίνες ἐκ τῶν ὑπαλλήλων θεωροῦνται ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα· εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες διετέλεσαν εἰς θέσιν τοῦ ἀμέσως κατωτέρου βαθμοῦ τόσον χρόνον, ὅσος ἀπαιτεῖται ἵνα φθάσουν εἰς τὸν ἀνώτερον, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν καὶ τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; π. χ. διὰ νὰ γείνῃ τις τμηματάρχης πρώτης τάξεως, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ τρία ἔτη εἰς θέσιν τμηματάρχου δευτέρας τάξεως· ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ τμηματάρχης δευτέρας τάξεως, πρέπει νὰ ὑπηρέτησεν ὡς ὑπουργικὸς γραμματεὺς κτλ. Τώρα ἐρωτῶ· ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχει τμηματάρχης δευτέρας τάξεως, ὅστις δὲν προήχθη ἱεραρχικῶς· αὐτὸς βεβαίως δύναται νὰ παυθῇ, ὡς μὴ ἔχων τὰ προσόντα· ἀλλ’ ἐὰν οὗτος ἐγένετο πρώτης τάξεως, ἔχει τὰ προσόντα, διότι ἐχρημάτισε τρία ἔτη Τμηματάρχης δευτέρας τάξεως;
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἰδίως ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 15· ἀλλὰ δυνάμεθα καὶ ἐνταῦθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, διότι τὸ ἄρθρον 15 κανονίζει τὰ περὶ τῶν στερουμένων τῶν προσόντων. Οἱ στερούμενοι τῶν προσόντων δύνανται ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν ὑπάλληλοι....
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι σήμερον εἶναι εἷς Τμηματάρχης Αης τάξεως.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Στερούμενοι τῶν προσόντων εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος οὗτος, καὶ δὲν προήχθησαν καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει. Ἑπομένως πάντες οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, εἶναι οἱ στερούμενοι τῶν προσόντων, κατὰ τὸ ἄρθρον 15· οὗτοι δὲ δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Θέλω δὲ προβῆ εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην, καίτοι εἶναι σαφὲς τὸ ἄρθρον, ὡς νομίζω. Οἱ στερούμενοι τῶν προσόντων, τουτέστιν οἱ μὴ εἰσελθόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ μὴ προαχθέντες εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατέχουσι, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος κανονίζει, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος οὗτος ἐν ἰσχύϊ, οὗτοι δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατέχουσι, δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν καὶ εἰς ὁμοιόβαθμον θέσιν, ἣν κατεῖχον ἀλλὰ τὰ πλεονεκτήματα τῆς μονιμότητος ἀποκτῶσιν οὗτοι, ὅταν ἔχωσιν ἐν συνόλῳ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, ἧς τὰ δύω ἔτη μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐδῶ ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀπηύθυνεν ἄλλην ἐρώτησιν. Εἶπεν ὅτι, ἵνα προβιβασθῇ τις ἀπὸ θέσεως εἰς θέσιν, ἀπαιτοῦνται ὡρισμένα τινά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι χρόνος ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δύναται νὰ ἦναι καὶ ἄλλο τι, ὅπως διὰ τὸν προβιβασμὸν ἀπὸ Γραμματέως Αης τάξεως εἰς Τμηματάρχην Βας τάξεως, διότι ἐκεῖ ἀπαιτεῖται πλὴν τῆς τετραετοῦς ὑπηρεσίας, καὶ ἐξέτασις, ὅταν ὁ Γραμματεὺς τυγχάνῃ μὴ ἔχων δίπλωμα Πανεπιστημίου. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἠρώτησεν, ἀφοῦ διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὸ ἄρθρον 15, ἢ ἐπανέλθῃ εἰς ὁμοιόβαθμον θέσιν ὁ ὑπάλληλος, θέλει προαχθῆ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τούτου, ἢ θέλει ἐξακολουθῆ διατελῶν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀρχαίου νόμου; τουτέστιν ὁ διατηρούμενος ἢ ἐπανερχόμενος εἰς θέσιν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως, θέλει προαχθῆ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης εἰς τὴν θέσιν τοῦ Τμηματάρχου Βας τάξεως, ἀφοῦ ὑποστῇ τὰς ἐξετάσεις ἐὰν μὴ ἔχῃ δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἡ δι’ αὐτὸν ἐξέτασις εἶναι περιτή;. Ἐπίσης καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ γραμματέως ἢ τοῦ Τμηματάρχου Βας τάξεως, ὅπως οὗτος προαχθῇ εἰς Τμηματάρχην Αης τάξεως, εἶναι ἀναγκαῖος, λογίζεται δὲ μόνον ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἢ ἀνατρέχει καὶ εἰς τὸ παρελθόν; Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι σαφὴς, ὅτι ὁ διατηρούμενος εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατέχει, ἢ ὁ εἰς αὐτὴν ἐπανελθὼν, προάγεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Ὥστε, ἐὰν ἐπανέλθῃ τις εἰς θέσιν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ. τάξεως, ἵνα προαχθῇ, πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ νόμος οὗτος, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἔχει δίπλωμα Πανεπιστημίου· ὡς πρὸς δὲ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας πρὸς προαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν Τμηματάρχου Βʹ. τάξεως, ἀπαιτεῖται ἡ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου παρέλευσις τῆς τετραετίας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ διατηρούμενος ὑπόκειται εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ διατηρούμενος καὶ ὁ ἐπανερχόμενος, ὑπόκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15.
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 12 ἄρθρον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θεωρῶ τὸ σπουδαιότερον πάντων τῶν ἄρθρων, διότι πραγματεύεται περὶ τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ὅπως δὲ καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν εἶπον, τὸ ζήτημα τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων θεωρῶ πολὺ σπουδαιότερον τοῦ ζητήματος τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὰ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν λαμβάνοντα χώραν ἄτοπα, περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐγένετο λόγος, προέρχονται οὐχὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν προσόντων τῶν διοριζομένων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀεννάου καὶ ἀδιαλείπτου ἀπολύσεως αὐτῶν, ἄνευ οὐδενὸς λόγου τῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὴ, κύριοι, ἡ ἀένναος καὶ ἀκατάπαυστος ἀπόλυσις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἤνεγκε τὴν ὑπαλληλίαν εἰς τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ὁ φόβος τῆς παύσεως ἀναγκάζει τοὺς ὑπαλλήλους νὰ μεταβάλλωνται εἰς ὄργανα τῶν ἑκάστοτε ἰσχυόντων, ἢ ἄλλως νὰ διάκεινται χαλαρῶς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, ἵνα μὴ γεννήσωσι δυσαρεσκείας τῶν ἑκάστοτε ἰσχυόντων. Αὐτὴ ἡ εὐκολία τῆς ἀδικαιολογήτου παύσεως συντελεῖ εἰς τὸν πλεονασμὸν ὑπὲρ πᾶν ὅριον τῶν ἀπαιτήσεων τῶν βουλευτῶν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐκλογέων πρὸς τοὺς βουλευτάς. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλείψωσιν αἱ ἀδικαιολόγητοι παύσεις τῶν ὑπαλλήλων, ἤθελεν ἐπέλθει ἀμέσως μεγίστη βελτίωσις εἰς τὰ τῆς Πολιτείας ἡμῶν. Οἱ ὑπουργοὶ ἤθελον ἀντιτάσσει εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν βουλευτῶν ἀκαταμάχητον ἐπιχείρημα τὴν ἰδίαν των ἀδυναμίαν. Τὸ αὐτὸ δὲ ἐπιχείρημα ἤθελον ἀντιτάσσει καὶ οἱ βουλευταὶ κατὰ τῶν ἀξιώσεων τῶν πολιτικῶν αὐτῶν φίλων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀδικαιολογήτου παύσεως ἤθελε διὰ μιᾶς ἀφαιρέσει τὰ 9)10 τῶν ἀφορμῶν, αἱ ὁποῖαι παράγουν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν. Τώρα, κύριοι, δὲν εἶνε ἄρα δυνατὸν νὰ λάβωμεν τοιοῦτον ῥιζικὸν μέτρον περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων; Τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ τῆς παύσεως μόνον τῶν ὑπαλλήλων, ὧν προσδιορίζει τὰ προσόντα, ὥστε ἅπαντες οἱ ὑπάλληλοι τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου, τινὲς ὑπάλληλοι τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, οἱ ἀνώτατοι ὑπάλληλοι ὅλων τῶν κλάδων, καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν ἀδικαιολόγητον παῦσιν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, γίνεται ἀφορμὴ τῆς μὴ προσηκούσης ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων. Διατί τὸ ὑπὲρ τῶν ὀλίγων εὐεργέτημα νὰ μὴ τὸ ἐκτείνωμεν ἐφ’ ὅλης ἐν γένει τῆς ὑπαλληλίας, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐλήφθη μέχρι τοῦδε ἰδιαιτέρα πρόνοια; Ἤκουσα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι δῆθεν ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους δὲν ὑπάρχουσι καθιερωμένα τὰ προσόντα. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι εἶναι ἀνίκανοι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, διότι οὔτε ἡ ἔλλειψις τῶν πρσόντων εἶνε ἀπόδειξις τῆς ἀνικανότητος, οὔτε ἡ ὕπαρξις τῶν προσόντων εἶνε ἀλάνθαστον τεκμήριον τῆς ἱκανότητος· δύνανται δὲ οἱ ἀνίκανοι νὰ παυθῶσιν ἠτιολογημένως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὡρίσθησαν τὰ προσόντα πολλῶν ὑπαλλήλων, περὶ τῶν ὁποίων τὸ Νομοσχέδιον δὲν προβλέπει, οἷον τὰ τῶν διδασκάλων, τῶν καθηγητῶν, τῶν εἰσαγγελικῶν ὑπαλλήλων, τῶν γραμματέων τῶν Δικαστηρίων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι παρουσιάζεται πολύτιμος εὐκαιρία ν’ ἀπαλλάξωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Πολιτείαν ἀπὸ τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πιέσεως τῶν βουλευτῶν, ἡμᾶς αὐτοὺς δὲ ἀπὸ τὰς ἀξιώσεις τῶν πολιτικῶν ἡμῶν φίλων. Ἕνεκα τούτου συνέταξα τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας πρῶτον εἰσάγω τὸ ἀντικείμενον τῆς προσωρινῆς παύσεως ἕνεκεν ποινικῆς καταδιώξεως, ὅπερ οὐχὶ ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ παρελείφθη, δεύτερον δὲ ὑποβάλλω ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, περὶ τῆς παύσεως τῶν ὁποίων δὲν λαμβάνεται φροντὶς δι’ εἰδικῶν νόμων, εἰς τὰς περὶ παύσεων διατάξεις τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἐγχειρίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα τυπωθῇ· ἡ παραδοχὴ αὐτῆς θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν βεβαίως, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς πειθαρχικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν ἤδη, ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, περὶ τῶν πειθαρχικῶν καταδιώξεων τῶν ὁποίων δὲν προβλέπουσιν εἰδικοὶ νόμοι, ὥστε θὰ τροποποιηθῇ πρὸς τοῦτο καὶ τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλαὶ τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν, καὶ ἐπειδὴ εἶναι σπουδαῖαι καὶ τὸ Νομοσχέδιον σπουδαῖον, παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσιν ἐγκαίρως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἄλλαι εἶναι τυπωμέναι· θὰ τυπωθῇ καὶ αὕτη.
§107Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δύω ἰδίως ἄρθρα, τὸ 12 καὶ τὸ 15, περὶ τοῦ ὁποίου εἰσέτι δὲν πρόκειται, μοὶ εἶχον ἐμπνεύσει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἔχον τὴν ἐπιγραφὴν «περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων,» ἀφίσταται ἐντελῶς τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προτίθεται καὶ νὰ ἐπιτυγχάνῃ ἀληθὴς νόμος περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο μίαν ἡμέραν εἶχον εἰπεῖ, ὅτι, ἐὰν ψηφίσω κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, θὰ ψηφίσω ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐπιγραφὴν μᾶλλον, διότι ἤμην ἀνέκαθεν καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ ἤδη ὑποβαλλομένου Νομοσχεδίου ἀναιροῦνται αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας καὶ προηγούμενα Νομοσχέδια σχετικὰ περιελάμβανον. Ἐάν τις συγκρίνῃ τὰ περυσινὰ Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ σημερινὸν, θέλει παρατηρήσει μίαν ἀξιοπαρατήρητον μεταβολήν, ὅτι σήμερον ἐν ταῖς ἰδέαις τῆς Κυβερνήσεως ἐξέλιπον ἐντελῶς αἱ ἐγγυήσεις, αἱ προβλεπόμεναι διὰ τοῦ τότε ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου. Κατὰ τὰ προηγούμενα Νομοσχέδια, αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἐπεβάλλοντο ὑπὸ συμβουλίων, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν ἐγγυήσεις τινὰς ἀνεξαρτησίας ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ σήμερον αἱ πειθαρχικαὶ ποιναί, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπέρχεται ἡ ἀπόλυσις, ἐπιβάλλονται παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, ματαιουμένης οὕτω τῆς ἐγγυήσεως, ἣν παρεῖχον αἱ διατάξεις τῶν περυσινῶν Νομοσχεδίων. Καὶ αἱ διαφοραὶ πρὸς τὰ περυσινὰ Νομοσχέδια δὲν εἶναί τι τυχαῖον, διότι θέλετε παρατηρήσει ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ σήμερον ὑποβαλλομένου Νομοσχεδίου διαφοράς, τεινούσας εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἐγγυήσεων· καὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ψηφίσεως ἀληθοῦς Νόμου περὶ προσόντων ἐγκατελείφθη ἐν πράγματι ἐσχάτως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον μάλιστα πιθανῶς ἦτον ἰδέα μᾶλλον ἄλλων, μὴ διατελούντων πλέον ἐγγὺς παρὰ τῇ Κυβερνήσει· καὶ παρατηρεῖτε, ὅτι αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἐπιβάλλονται διὰ λόγους, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις δύναται νὰ γείνῃ καὶ κἄπως αὐθαιρέτως. Θέλετε παρατηρήσει μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ἐπέρχεται ἡ ἀπόλυσις, καὶ ἂν καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ ἀμελεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν κλπ. Καὶ ὅταν ἡ ὕπαρξις τοιούτων λόγων προκύπτῃ ἐξ ἐκθέσεως τῆς ἀμέσως προϊσταμένης Ἀρχῆς καὶ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς παύσεως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τῇ ἐγγράφῳ ἐκθέσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ—δηλαδὴ προτείνει λ.χ. ὁ Ἔπαρχος τὴν ἀπόλυσιν τοῦ γραμματέως, καὶ κάμνει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς μίαν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ἐννοεῖται, παραδέχεται τὴν πρότασιν—φρονεῖτε, κύριοι, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀποτελοῦν σπουδαίας ἐγγυήσεις, ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν ἔχομεν τὴν αὐτὴν ἐν πράγματι κατάστασιν μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ προηγοῦνταί τινες διατυπώσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις εἶνε τόσον εὐχερής; Ἡ μόνη κατὰ τῶν αὐθαιρέτων παύσεων πραγματικὴ ἐγγύησις, κατὰ τὰ προηγούμενα Νομοσχέδια, ἦτον ὅτι τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς ἤθελε τὰς ἐπιβάλλει μία Ἐπιτροπὴ· ἀφῃρέθη ὁ φραγμὸς οὗτος καὶ ἀφέθη εἰς τὴν διάκρισιν τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, δηλαδὴ ἐκανονίσθη μόνον ὁ τρόπος καὶ ἡ διατύπωσις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πραγματικῶς αὐθαιρέτου παύσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἕνεκα, κύριοι, τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθεσα, ἐπήνεγκον τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρ. 12, γινομένην διὰ προσθήκης ἁπλῆς. Ἔχω σύνολον τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον καταθέτω, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τώρα εἶνε ὁ λόγος περὶ τοῦ 12 ἄρθρου, ἀνακοινῶ ὑμῖν τὴν ἐπὶ τούτου τροπολογίαν. Ἐσκέφθην νὰ συνδυάσω τὸ δικαίωμα τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς συμφυὲς πρὸς τὴν ἱεραρχίαν, καὶ ἑπομένως ἀποκείμενον εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν, πρὸς τὰς πραγματικὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, ἐὰν δὲν ἐπιτρέψωμεν τὴν συνεπείᾳ μόνον τῆς ἐπιβολῆς πειθαρχικῶν ποινῶν ἀπόλυσιν, εἰμὴ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν συμβουλίου. Τοιουτοτρόπως ἱκανοποιεῖται ἡ ἐγγύησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις προηγουμένως εἶχε προνοήσει νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ προσόντων. Ἡ τροπολογία, ἢ μᾶλλον ἡ προσθήκη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν του). Παρεμφερὴς περίπου εἶναι ἡ Ἐπιτροπή, ἥτις ἤθελεν ἐπιβάλει, κατὰ τὰ προηγούμενα Νομοσχέδια, τὴν ποινήν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ἡ ἀπόλυσις. Τὴν ἐπιβολὴν τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς ἀφίνομεν εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν, ἀλλὰ προσθέτομεν νὰ μὴ ἐπιτρέπηται αὐτῇ ἡ ἀπόλυσις πρὸ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§108ΦΩΤΗΛΑΣ. Δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους θέλετε τὴν γνωμοδότησιν;
§109ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅλους, μάλιστα.
§110ΦΩΤΗΛΑΣ. Τότε ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ κάμῃ ἄλλην ἐργασίαν, ἢ νὰ ἐκδίδῃ γνωμοδοτήσεις.
§111ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τοιούτους ὑπαλλήλους θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ προβαίνωσιν αἱ προϊστάμεναι Ἀρχαὶ καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ἐπιβολὴν ποινῶν, τότε ἂς ἀπασχολήσωμεν καὶ μίαν Ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐκδίδῃ γνωμοδοτήσεις. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐργασία δὲν θὰ ἦναι τόσῳ πολλὴ, καθόσον ἄλλως εἶναι καὶ ἁπλουστάτη· ἐπιβάλλεται μία πειθαρχικὴ ποινὴ, θὰ ὑπάρχωσιν ἔγγραφα σχετικά· τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ προκληθῇ νὰ γνωμοδοτήσῃ, θὰ ἦναι πρόχειρα· ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ παρατηρήσῃ μὴ τυχὸν ταῦτα δὲν ἐγένοντο σπουδαίως ἢ διὰ λόγους ἀποχρῶντας, καὶ οὕτω δύναται νὰ προληφθῇ μία ἀπόλυσις, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦναι πράγματι δικαία καὶ νόμιμος.
§112ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐννοεῖτε τὴν ἰσοβιότητα τῶν ὑπαλλήλων;
§113ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὰς αὐθαιρέτους παύσεις, ἐννοῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἐνόει διὰ τῶν προηγουμένων αὐτῆς Νομοσχεδίων, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν ὁποίων ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ, ἡ ἐπιφέρουσα ἀπόλυσιν, ἐπεβάλλετο ὑπὸ Ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὸ σημερινὸν Νομοσχέδιον ἀφίνεται ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς εἰς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην Ἀρχὴν, ὡς καθῆκον συμφυὲς εἰς τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα αὐτῆς· ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τὰ προηγούμενα Νομοσχέδια ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ δέον νὰ ἐπιβάλληται ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, διατί νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀπολύσεως, συνεπείᾳ τοιαύτης ποινῆς, πρέπει νὰ προηγῆται μία γνωμοδότησις Ἐπιτροπῆς;
§114ΣΤΑΪΚΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι τοῦτο οὐδὲν ἄλλο ζητεῖ ἢ τὴν ἰσοβιότητα.
§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἔχετε πρῶτον δίκαιον κατ’ οὐσίαν, καὶ δεύτερον θέλετε νὰ εἰρωνευθῆτε μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τριῶν αὐτῆς μέχρι τοῦδε Νομοσχεδίων ἠθέλησε νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν προηγουμένως (ἀναγινώσκει). «Προκειμένου δὲ περὶ ὑπαλλήλων ἐκτὸς τῆς Πρωτευούσης τοῦ Κράτους διατελούντων, ἀπαιτεῖται καὶ προηγουμένη γνωμοδότησις Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ τοῦ Νομάρχου ὡς Προέδρου, τοῦ νεωτέρου τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν· ὅπου δὲν ἑδρεύει Ἐφετεῖον, ἀντὶ τοῦ νεωτέρου τῶν Ἐφετῶν, προσλαμβάνεται ὁ νεώτερος Πρωτοδίκης. Καὶ διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ. λόγους «ἀπόλυσις, ὅταν οἱ λόγοι δὲν συνάγωνται ἐκ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ βουλεύματος, δὲν ἐπιτρέπεται, ἐὰν δὲν ἀποφανθῇ ὑπὲρ αὐτῆς ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον Συμβουλίου καὶ λοιπά.» Διότι κατὰ τὸ ἐδάφιον δʹ. καὶ ὅταν δὲν συνάγεται περίπτωσις παύσεως ἐκ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ βουλεύματος, ἐπιτρέπεται νὰ γνωμοδοτῇ ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ, λ. χ. ὁ Ἔπαρχος· δηλαδὴ, ἀφαιροῦντες ἕνα ἕνα λίθον τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ τῶν ἐγγυήσεων, καταστρέφετε ἐπὶ τέλους πᾶσαν ἐγγύησιν. Καὶ ἐνῷ θέλετε νὰ βεβαιοῦται ὁ λόγος τῶν ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ. ἀναφερομένων περιπτώσεων «διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ βουλεύματος,» κατόπιν ἐξομοιοῦτε πρὸς τὴν ἐγγύησιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ τὴν πρότασιν ὑπαλλήλου, ἐξαρτωμένου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου! Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω καὶ ἄλλας τροπολογίας, καταθέτω πάσας καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν ὅπως προσεχῶς συζητηθῶσιν εὐρύτερον. (Ὅρα Παράρτημα).
§116ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λόγους θὰ προσθέσω, κύριε Πρόεδρε. Δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξέφρασε, διότι ὅσον ἐπιθυμῶ νὰ ἐξασφαλισθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι ἀπὸ τῆς ἀδικαιολογήτου παύσεως, τόσῳ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιθυμῶ νὰ ὑπόκεινται εἰς παῦσιν, ὅταν ὑπάρχωσι σπουδαῖοι λόγοι, διότι φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τοιούτου μέτρου δύνανται οἱ ὑπάλληλοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀνυψωθῶσιν ἀπέναντι τῆς συνειδήσεως τῶν πολιτῶν καὶ ἀπέναντι τῆς ἰδίας αὐτῶν συνειδήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι τοῦ λοιποῦ ἡ διατήρησις καὶ ἡ πρόοδος αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐξήρτηται οὐχὶ ἐκ τῆς περιποιήσεως τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος ἰσχύοντος παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῆς εὐσυνειδήτου καὶ ἐπιμελοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτῶν. Δυνατὸν νὰ συμβῶσι καὶ καταχρήσεις τῶν ἠτιολογημένων παύσεων, ἀλλ’ ἄνευ αὐτῶν κινδυνεύομεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὴν κακοήθειαν, τὴν ἀνικανότητα καὶ τὴν φυγοπονίαν. Ἐκτὸς τούτου, τὰς καταχρήσεις προλαμβάνει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 13, ἐπιβάλλον τὴν δημοσίευσιν τῶν λόγων τῆς παύσεως καὶ τῆς περὶ τούτου ἐκθέσεως. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους θὰ μεταβληθῇ εἰς χαλκεῖον ψευδῶν αἰτιάσεων πρὸς παῦσιν τῶν ὑπαλλήλων. Παρατηρῶ ἐν τέλει, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 ὑπάρχει μία ἔλλειψις· «Ἄν τιμωρηθῶσι, λέγει, τελεσιδίκως διὰ δύω πειθαρχικῶν ποινῶν, προστίμου ἀνωτέρου τῶν 50 δραχμῶν ἢ προσωρινῆς παύσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 8», παραλείπεται δὲ τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον ἐπίσης πραγματεύεται περὶ ἐπιβολῆς πειθαρχικῶν ποινῶν.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπίτηδες ἐτέθη μόνον τὸ ἄρθρον 8, διότι τοῦ ἄρθρου 9 αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἶναι εἰδικαὶ, ἀφορῶσαι μόνον εἰς μίαν ἐξουσίαν ἔκτακτον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§118ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐγένετο ἐπίτηδες, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ ἐξετάσω.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄλλοι Νόμοι, οἱ ὁποῖοι διαττάτουσιν ὑποχρεωτικῶς τὴν παῦσιν, τί γίνονται;
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μένουσιν ἀκέραιοι.
§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται λόγος περὶ αὐτῶν, ἐνῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 γίνεται λόγος περὶ τῆς παύσεως τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξ ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ νόμου.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου δὲν πρέπει νὰ γείνῃ λόγος.
§123ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν καταργηθῇ ἡ θέσις, εἰς ἣν διατελεῖ ὑπάλληλός τις, ὑπάρχει λόγος νόμιμος ἀπολύσεως κατὰ τὸ Νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν πολλαὶ ὅμοιαι θέσεις καὶ καταργηθῇ μία ἢ δύω ἐξ αὐτῶν, ὡς εἶναι π.χ. αἱ θέσεις τῶν ὑπουργικῶν γραμματέων, τί θέλει συμβῆ; Εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον εἶναι λ. χ. εἴκοσι γραμματεῖς, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς καταργεῖ τὴν θέσιν ἑνὸς ἢ δύω, τίς ἐξ ὅλων αὐτῶν θὰ παυθῇ;
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως ἔχει τὸ Νομοσχέδιον, ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπεβλήθησαν καί τινες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροποποιήσεις κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, διότι ἤμην ἀπών· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς· τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 12 λέγει «πλὴν τῆς κατὰ τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ νόμου ὑποχρεωτικῆς παύσεως δὲν δύνανται νὰ παυθῶσι τῆς ὑπηρεσίας οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ εἰμὴ κτλ.» Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Ποινικοῦ νόμου περιλαμβάνει πλημμελήματά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα, ἐὰν ὑποπέσῃ ὁ ὑπάλληλος, ἀφεύκτως πρέπει νὰ παυθῇ, διότι εἶναι ἀνάξιος πλέον νὰ κατέχῃ θέσιν δημοσίαν· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρου Διατάγματος τῷ 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ συνέπεια τῆς παύσεως, ἡ συνέπεια τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ φυλακίσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους. Ἐρωτῶ λοιπόν, τί ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 2, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὁ ὑπάλληλος διὰ φυλακίσεως ἄνω τοῦ ἑνὸς ἔτους δι’ ἕν τῶν ἐν τῷ ἄρθρ. 22 πλημμελημάτων διὰ νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ παῦσις αὐτοῦ, ἢ ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο καὶ μικροτέρα τοῦ ἑνὸς ἔτους φυλάκισις; Ἂν πρέπει νὰ ἦναι ἀνωτέρα τοῦ ἑνὸς ἔτους ἡ ποινή, δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, διότι δὲν πρέπει νὰ διατηρῆται ὑπάλληλος, ὅστις ἐτιμωρήθη διὰ κλοπὴν, παραδείγματος χάριν, ἢ ἀπάτην, καὶ πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποχρεοῦται νὰ τὸν παύσῃ.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἀναξιοπρεποῦς διαγωγῆς καὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμως ὑποχρεωτικὴ ἡ περίπτωσις αὕτη, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μὴ τὸν παύσῃ· δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ διαφόρων λόγων καὶ διατηρήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἄνθρωπον ὑποπεσόντα εἰς ἐγκλήματα ἀτιμωτικά.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς χορήγησιν ἐγγυήσεως πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους· δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ καθορίσῃ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς νομίμως παύεται ὁ ὑπάλληλος καὶ πρέπει νὰ παύηται χάριν τῆς ὑπηρεσίας, μόνον λέγει πότε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παυθῇ. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου· ὡς δὲ εἶναι διατετυπωμένον, νομίζω ὅτι πάσας τὰς περιστάσεις προβλέπει· διότι, ὡς πρὸς μὲν τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ νόμου, μένουσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν· ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις, ἣν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ πράγματα, ὁ ὑπάλληλος δὲν παύεται. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐγγυήσεως, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐγγύησις τῆς μονιμότητος δὲν ὑφίσταται δι’ αὐτὸν, διότι ὁ ὑπάλληλος οὗτος δύναται νὰ παυθῇ, λειτουργοῦντος τοῦ 4ου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 12ου. Κατ’ αὐτὸ, ἂν ὁ ὑπάλληλος καταδειχθῇ ἀνίκανος ἢ ἀμελὴς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, ἢ ἀποδείξῃ ὅπως δήποτε ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν του διαγωγήν, ἡ δὲ ποινικὴ καταδίωξις δὲν ἀπολήξῃ εἰς τὴν παῦσιν αὐτοῦ κατὰ τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ συνάγεται ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἔσχε διαγωγὴν ἀναξίαν ὑπαλλήλου ἐκ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ βουλεύματος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ὁ νόμος εἰς τὸν ὑπάλληλον, ἐκλείπει, καὶ ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ τὸν παύσῃ κινῶν τὴν μηχανὴν, περὶ ἧς τὸ ἄρθρον 12ον προνοεῖ, τοὐτέστι προκαλῶν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἂν ἔχῃ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ. τάξεως ἢ ἀνώτερον δημοσιεύων μετὰ τοῦ Διατάγματος καὶ τὴν ἔκθεσιν, τὴν περιέχουσαν τοὺς λόγους, τοὺς προκαλέσαντας τὴν παῦσιν.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ταῦτα πάντα γνωρίζω καλῶς· ἀλλ’ ὁ Ποινικὸς νόμος ὥρισεν ἄλλας συνεπείας. Ἤδη ὁ νόμος ἔρχεται νὰ ὁρίσῃ πότε ὁ ὑπάλληλος δύναται νὰ παυθῇ, ἀλλὰ συγχρόνως ἀναφέρει καὶ πότε εἶναι ἀνάξιος νὰ διατηρῆται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὁ ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ τὸν παύσῃ.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τοιοῦτόν τι.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει καὶ δυνάμεθα ἤδη νὰ κανονίσωμεν ὀρθότερον τὰ πράγματα. Διατί ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ νὰ διατηρῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπάλληλον τιμωρηθέντα διὰ πράξεις, ὁποῖαι αἱ ἀναφερόμεναι ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποιν. νόμου; Πρέπει ὁριστικῶς νὰ τεθῇ ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ τὸν παύσῃ ὁ ὑπουργός· ἀναγνώσατε περὶ ποίων ἐγκλημάτων ποιεῖται μνείαν τὸ ἄρθρον 22 καὶ θέλετε κρίνει ἂν, ἀφοῦ ἐκηρύχθη ὑπάλληλός τις ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἔνοχος δι’ αὐτὰ, δύναται νὰ διατηρῆται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι κατεδικάσθη εἰς μικροτέραν τοῦ ἔτους φυλάκισιν.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συμβαίνει, νομίζω, σύγχυσις ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὁ προαγορεύσας ὑποθέτει, ὅτι μεταῤῥυθμίζομεν τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Ποινικοῦ νόμου ὡς ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως, ἀναγνωρίζοντες ὅτι πᾶσα ἐπὶ πλημμελήματι ἐκ τῶν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου καταδίκη συνεπάγεται καὶ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου, ἐνῷ κατὰ τὸν Ποινικὸν νόμον ἐπιτρέπεται ἡ παῦσις τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ καταδικασθέντος εἰς πλημμέλημα, μόνον ὅταν ἡ ποινὴ φθάσῃ μέχρις ἑνὸς ἔτους. Ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας λησμονεῖ τὸ ἄρθρον 24, καθ’ ὃ πᾶς ὑπάλληλος, καταδικασθεὶς, ἀπολύεται τῆς ὑπηρεσίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως, διατάσσει ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ὅρον τῆς ποινῆς, εἶναι ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν ἀστικῶν καὶ ἄλλων δικαιωμάτων. Ἀλλ’ ἡ ἔκπτωσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐπέρχεται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24, ἅμα τῇ ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκῃ.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν δὲν ἐφαρμόσητε τὸ Διάταγμα τοῦ 36, τότε μάλιστα.
§134ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης εἶναι σωστόν· ὅταν εἷς ὑπάλληλος καταδικάζηται παραδείγματος χάριν ἐπὶ κλοπῇ, εἶναι ἐντροπὴ νὰ μένῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἅμα ἐκδίδεται καταδικαστικὴ ἀπόφασις, πρέπει νὰ παύηται αὐτοδικαίως.
§135ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἂν εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πᾶσα ποινὴ ἐκ τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ νόμου ἐπιβάλλῃ τὴν παῦσιν, τότε ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Δεληγεώργη.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τοιοῦτο νομοσχέδιον νὰ περιλάβωμεν στερήσεις δικαιωμάτων καὶ τὰ τοιαῦτα, ἠθέλομεν μεταβάλει τὸ νομοσχέδιον εἰς Ποινικὸν νόμον· ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτος ὁ σκοπός, οὔτε νὰ καταστήσωμεν αὐστηρότερον τὸν Ποινικὸν νόμον. Ἐννοῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλλῃ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ νὰ θέλῃ εἰς νόμον περὶ προσόντων νὰ περιλάβῃ περιπτώσεις τοιαύτας, δὲν τὸ ἐννοῶ.
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 24, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεγαρίδος, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐπιβάλλουσα τὴν παῦσιν ἀνεξαρτήτως τῆς ποινῆς διὰ τὰ πλημμελήματα τοῦ ἄρθρου 22, ὁμιλεῖ περὶ πράξεων τοῦ ὑπαλλήλου, ἀναγομένων εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως μένει ἡ περίπτωσις ὡς τὴν ἐξήγησα· δηλαδὴ ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων τοῦ ἄρθρου 22, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσε δημόσιος ὑπάλληλος, ἂν ἡ ποινὴ εἶναι κατωτέρα ἑνὸς ἔτους, δὲν παύεται ἀναγκαίως ἕνεκα τοῦ Διατάγματος....
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγει, συνδυαζομένου μετὰ τοῦ Διατάγματος.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τότε νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι δηλ. ἰσχύει, ὡς εἶχε τὸ ἄρθρον 22 πρὸ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836.
§140ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζητεῖται τόσον σπουδαῖος νόμος, καὶ δὲν εἶναι παρόντες οὔτε 50 βουλευταί.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§142ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀριθμός.
§143ΠΟΛΛΟΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, αὔριον.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8. μ. μ.)