1883.12.03
1,948 rows · 15,180 words · 61 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 3 Δεκεμβρίου 1883
(Σάββατον)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ ἐκ Ῥίου τῶν καταδίκων, οἵτινες παραπονοῦνται ὅτι πάσχουσιν ἐκ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμόν. Οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγουν εἰς τὸ μέγα τοῦτο Πολιτικὸν Σῶμα, διότι δὲν εὑρίσκουν δικαιοσύνην ἢ θεραπείαν τῶν παραπόνων των ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ, ὅταν λαμβάνῃ τὰ ἀναφοράς των, ὀφείλει νὰ τὰς ἐξετάζῃ καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν ν’ ἀποφαίνεται περὶ αὐτῶν· διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κανονισμὸς διαλαμβάνει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνακοινώνει μὲν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναφορὰς, παραπέμπει δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν καὶ ὄχι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ θὰ ἐξετάσῃ ταύτας, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας γίνεται συζήτησις, καὶ μετὰ ταῦτα ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει ἀναφορά τις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ νὰ γείνῃ ἄλλη τις ἐνέργεια. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργεῖτε ὑμεῖς, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ καταργήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀναφέρωνται οἱ πολῖται εἰς τὴν Βουλὴν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν· ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀρχίσῃ ἤδη τὰς ἐργασίας της καὶ ἂν δὲν θέλει νὰ ἐργασθῇ, τότε πρέπει νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὰ μέλη αὐτῆς.
§3ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἶμαι Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, προσεκάλεσα πολλάκις τὰ μέλη νὰ συνέλθουν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν συνῆλθον. Θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ κάμετε μίαν πρόσκλησιν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης διὰ νὰ συνέλθουν.
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑβρίζομεν τοὺς ἀναφερομένους, κ. Πρόεδρε. Ὅταν ἀναφέρωνται οἱ πολῖται εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ λαμβάνεται πρόνοια ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν των παρὰ τῆς Βουλῆς.
§5ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί θὰ γείνῃ λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θέλει νὰ ἐργασθῇ;
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ἢ πρέπει νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των ἢ πρέπει νὰ παραιτῶνται. Δὲν ἔχομεν κανὲν δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς πολίτας νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἀναφορᾶς ἠμποροῦν νὰ παραπονῶνται καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τοῦ Νομάρχου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν παραπόνων καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς.
§7ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἥτις ταχέως νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ πρέπει νὰ ἐργασθῶσι τὰ μέλη ἢ πρέπει νὰ παραιτηθοῦν. Ἐὰν μέχρι τῆς Δευτέρας δὲν συνέλθουν, προτείνω νὰ ἀντικατασταθῶσι.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ ὑποχρεωθοῦν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθουν τὸ ταχύτερον, καὶ ἐὰν μετὰ τὴν πρόσκλησιν ταύτην τὴν τελευταίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμετε, κ. Πρόεδρε, δὲν συνέλθουν, τότε ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τί θὰ πράξῃ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γείνῃ πρόσκλησις τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν· ἐὰν βραδύνωσι θὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν διὰ νὰ πράξῃ ὅ,τι νομίζει τὸ καταλληλότατον. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἀναφορὰ πρώην ταχυδρομικοῦ ὑπαλλήλου, Θεμιστοκλέους Πολυδωροπούλου ὀνομαζομένου, ἡ ὁποία μᾶλλον εἶναι καταγγελία κατὰ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων. Θέλει καὶ αὕτη σταλῆ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικαπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§12Ν. ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸν κ. Μαυρογιάννην γνωρίζω, ὅπως τὸν γνωρίζετε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔχω περὶ αὐτοῦ τὴν ἀγαθὴν ἐκείνην ἰδέαν, ἣν ἔχουσι πάντες οἱ γνωρίζοντες αὐτόν. Ἑπομένως πολὺ λυποῦμαι, διότι, ἐκπληρῶν ἐντολὴν προσφιλοῦς συγγενοῦς, ἀναγκάζομαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περιεχόμενον μιᾶς ἐκ Μασσαλίας ἐπιστολῆς, ἣν ἔλαβον σήμερον. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη γράφεται ὑπὸ τοῦ ἐκ Γαλαξειδίου ἐμποροπλοιάρχου κ. Ἀθ. Γ. Μωραΐτου (ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Κατ’ αὐτὴν βλέπετε ὅτι ὁ ἐμποροπλοίαρχος οὗτος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν εἰλικρίνειαν δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλω, παραπονεῖται ὅτι ὁ αὐτόθι ἡμέτερος πρόξενος κ. Μαυρογιάννης τῷ κατακρατεῖ 800 φράγκα, τὰ ὁποῖα παρ’ αὐτοῦ ἔλαβεν, καθ’ ἃ ἰσχυρίζεται ὁ γράφων, δι’ ἀποδείξεως καὶ ἐπὶ ἐπιστροφῇ. Ἑπομένως, ἐγχειρίζων τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν προστασίαν τῶν ναυτιλλομένων, οἵτινες καταστρέφονται ὑπὸ τοῦ ἀτμοῦ, καὶ ἔχουν ἀνάγκην ἰδιαζούσης ὑποστηρίξεως, ἵνα δύνανται νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἐπικίνδυνον καὶ ἐπίπονον τοῦτο ἔργον.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας κ. Μάνδαλος εἶχε ζητήσει πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ πίνακος τῶν ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως, τῶν προβιβαστέων εἰς ἐνωμοτάρχας Αʹ τάξεως, καὶ τότε εἶχον ἀπαντήσει, ὅτι περὶ τοῦ πίνακος ἐκείνου δὲν εἶχεν ἀποφανθῆ ἔτι τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον ν’ ἀποταθῇ περὶ τούτου ἐπερώτησις τότε, διότι αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει ν’ ἀποτείνωνται μόνον περὶ πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ οὐχὶ περὶ παρασκευαστικῶν πράξεων τῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ αἷς ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει εὐθύνην, εἰμὴ διὰ τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ. Ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησεν, ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας ἀπηύθυνε καὶ δευτέραν ἐπερώτησιν, ζητῶν νὰ μάθῃ ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάνθη, καὶ ἀξιῶν ὅπως προσαχθῶσιν οἱ πίνακες καὶ πάντα τὰ σχετικά. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὰ ζητούμενα καὶ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ σημείωμα ἐπεξηγηματικόν. Ὁ δὲ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ἀνδρ. Ρηγόπουλος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περὶ διευκρινίσεων, ἀφορωσῶν εἰς τὰ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἡ τελευταία παράγραφος ἔχει οὕτως· «Εἰς ταῦτα παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ ἐγκαίρως πρὸς γνῶσιν τῶν κκ. ὑπαξιωματικῶν.» Εἰς τὸν βουλευτὴν ἐπιτρέπεται ν’ ἀπευθύνῃ πᾶσαν ἐπερώτησιν πρὸς πληροφορίαν αὐτοῦ τε τοῦ ἐπερωτῶντος βουλευτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ὅμως καὶ χάριν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἢ ἄλλων στρατιωτικῶν, διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν δίδονται ἐξηγήσεις πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας, εἶναι κεκανονισμένος διὰ νόμου. Ἑπομένως θεωρῶ τὴν τελευταίαν ταύτην παράγραφον ὡς μὴ ὑπάρχουσαν, καὶ τὴν ἐπερώτησιν ὡς γενομένην παρὰ τοῦ κ. Ρηγοπούλου πρὸς πληροφορίαν αὐτοῦ καὶ χάριν τῆς Βουλῆς· ὑποβάλλω δὲ σημείωμα, περιέχον πάσας τὰς ζητουμένας διασαφήσεις.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πότε θὰ διανεμηθῇ αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμός, κ. Πρόεδρε;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ τυπωθῇ, θέλει ληφθῆ φροντὶς καὶ περὶ τῆς διανομῆς του.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν Μονῶν, περὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν δηλονότι. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον καὶ ζωτικὸν διὰ τὸ ἐθνικὸν μέλλον, καὶ ἀνάγκη κατεπείγουσα εἶναι ἵνα λάβωμεν ὅσον οἷόν τε τάχιον πρόνοιαν περὶ τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν. Ἐγὼ καὶ ἀπὸ τοῦ 1881 ὑπέβαλον περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος ἓν νομοσχέδιον· πιθανὸν νὰ μὴν ἦτο τὸ ἄριστον, ἀλλὰ τέλος πάντων ὅσον ἠδυνάμην ἔπραξα. Ἐν τούτοις τὸ στάδιον εἶναι ἔνδοξον παντί, ἵνα συναγωνισθῇ ἐκθέτων καλλιτέρας σκέψεις, ἀλλ’ ἡ βάσις τῆς σκέψεως δὲν δύναται νὰ ἦναι εἰμὴ ὁ σκοπὸς τῆς ἀνορθώσεως τοῦ Κλήρου, ὅστις δυστυχῶς ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ὁλονὲν χειροτερεύει, ἀκόμη καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς πρωτευούσης ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἰδοὺ ἓν παράδειγμα (θόρυβος). Προχθὲς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ὑπῆγον νὰ λειτουργηθῶ εἰς τοὺς Ταξιάρχας, δηλαδὴ εἰς τὴν Μονὴν, ἐπὶ σκοπῷ νὰ κάμω καὶ ὀλίγον περίπατον τὸ πρωΐ, καὶ διότι ἐν ταῖς ἐνορίαις ἐδῶ ἀργοῦν νὰ ἔβγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, βραδύνουν πολύ· ὑπῆγα λοιπὸν εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ταξιαρχῶν ἔξω καὶ βλέπω ἕνα συμπολίτην μου ἐκ Μεθάνων πρώτην φορὰν ἀπὸ γεωργοῦ λειτουργοῦντα ἱερέα· ἐγνώριζα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἱερεὺς καὶ ὅτι εἶχε ματαιωθῆ ἡ προσπάθεια αὕτη εἰς τὸ προσὸν τῆς ἀναργυρίας, διότι δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ· τώρα φαίνεται ἐπώλησε κἄτι τι καὶ τὸν ἔκαμον ἱερέα. Τὸν ἱερέα τοῦτον εἶδα τελοῦντα τὰ τῆς ἱερουργίας μετὰ ὑποβολέως, δηλαδὴ τὸν ἠκολούθει μοναχός τις ὄπισθεν καὶ τοῦ ἔλεγε τί ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, καθὼς εἰς τὴν ἔξοδον τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης, μόνον δὲ τὰς χεῖρας δὲν τοῦ ἐκίνει. Εὐχαριστήθην διότι ὁ συμπολίτης μου αὐτὸς εὗρε πόρον ζωῆς· καθόσον, ἂν δὲν ἦτον αὐτός, ἴσως θὰ ἦτο κανένας ἄλλος καὶ ἴσως χειρότερος ἀπὸ αὐτόν· οὐχ ἧττον μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν ὅτι ἐντὸς τῆς πρωτευούσης ὁ Κλῆρος νὰ καταντᾷ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό! Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀγαθοῦ χαρακτῆρος πλὴν (θόρυβος) δὲν χρειάζεται μόνον ἀρετή, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ διδασκαλία, καὶ ἠξεύρετε ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτιμᾷ τὴν διδασκαλίαν παρὰ τὴν θαυματουργίαν (θόρυβος)· λοιπὸν αὐτὸς ὁ συμπολίτης μου δὲν ἔχει τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας. Εἶναι πολὺ κακὸν σήμερον ἡ Ἑλλὰς νὰ στερῆται διδακτικοῦ Κλήρου. Ἀναπόδραστος ἐπίκειται ἀνάγκη τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, ἧς στερεῖται ὁλοσχερῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Σημειώσατε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ ἔνστικτά τινα κατὰ παράδοσιν ἠθικότητος καὶ διὰ τὴν πρὸς εὐζωΐαν προσπάθειαν διατελεῖ εἰς κατάστασιν νωθρότητος, ὡς πρὸς τὰ τῆς Πολιτείας ἀδιαφορεῖ, ἀλλ’ ἀπό τινος καιροῦ ἤρχισαν τὰ πνεύματα νὰ ἐξεγείρωνται· καὶ ἐντὸς ὀλίγου, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ χορηγήσωμεν ἅπασαν τὴν πολιτικὴν ἰσχὺν εἰς τὰ μέσα, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ φθάσωμεν. Ὑπάρχει ἕνας δῆμος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅπου ὁ ἕνας φονεύει τὸν ἄλλον καὶ αὔριον τοῦτον ὁ ἄλλος καὶ ὁ τρίτος φονεύεται ὑπὸ ἄλλου, καὶ τοιουτοτρόπως προχωρεῖ ἀπὸ ἔγκλημα εἰς ἔγκλημα ἡ μικρὰ αὕτη κοινωνία, καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑπάρχει διδασκαλία· ὁ διδάσκαλος τοῦ χωριοῦ εἶναι ἕνας, ὅστις βαρεῖ τὸ λαοῦτο. Πρέπει λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν μόρφωσιν τοῦ Κλήρου. Ἐσχηματίσθη ἰδέα περὶ μισθοδοσίας τοῦ Κλήρου· ἐγὼ τὴν ἀποκρούω, διότι οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν ἔμμισθος Κλῆρος· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ μελετήσῃ δεόντως ἡ Βουλή. Ὡς προπαρασκευαστικὸν δὲ μέτρον διὰ τοῦτο τὸ τέλος συνέταξα καὶ ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλο, ὡς προεῖπον, καὶ εἰς τὰ 1881 καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν. Δὲν εἶμαι βέβαια ἐγὼ ὁ σοφώτερος ὅλων, ἀλλὰ δίδω ἀφορμὴν εἰς σοφωτέρους ἄλλους. (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Πόρου ὑπάρχει εἷς ὑπογραμματεύς, ὅστις οὐ πρὸ πολλοῦ ὑπηρέτης παντοπωλείου (μπακάλικου) συνέστησε καὶ διατηρεῖ ἤδη ἰδικόν του πτωχοπαντοπωλεῖον· ὑπῆγα μίαν ἡμέραν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ εἶδα νὰ δικάζῃ ὁ συμβολαιογράφος καὶ νὰ γραμματεύῃ ὁ μπακάλης αὐτός, τὸ παιδάριον αὐτό. Δὲν κατηγορῶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ παντοπώλου, τὸ ἐμπόριον εἶναι καλόν, οὔτε λέγω ὅτι θὰ βρωμήσῃ τὰ χαρτιὰ τοῦ Γραφείου, ἐὰν ἦναι ἀπὸ σαρδέλαις τὰ χέριά του, ἀλλὰ εἰς τὸ παντοπωλεῖον γίνεται διαπραγμάτευσις μὲ τοὺς δικαζομένους. Συνιστῶ ἑπομένως τὴν διόρθωσιν τῆς βλαβερᾶς ταύτης καταστάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μεθάνων. Κύριε Πρωθυπουργέ, ἔρχομαι νὰ ἐπιζητήσω τὴν παρουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι εἶναι πολλαὶ ἐπερωτήσεις πρὸς αὐτὸν ἐκκρεμεῖς, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσητε οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Λοιπόν, κ. Πρωθυπουργέ, δὲν εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπαντήσῃ.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιος ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ αὐτὴν τὴν ἐπερώτησίν σας σήμερον τὴν βλέπω.
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι πρὸ τριῶν καὶ ἐπέκεινα ἡμερῶν. Λοιπὸν νὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν νὰ ἀπαντήσῃ, διότι εἶναι ζήτημα συνδεόμενον μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, νὰ τὴν καταρτίσητε τοιουτρόπως, ὅπως εἶναι ὅλαι αἱ εἰδικαὶ σχολαί, ἑκάστη εἰς τὸ εἶδός της καὶ εἰς τὴν ἀποστολήν της λειτουργοῦσα, ὅπως εἶναι ἡ Φαρμακευτικὴ διὰ τοὺς Φαρμακοποιούς, ἡ ἄλλη διὰ τοὺς διδασκάλους, ὅπως εἶναι καὶ ἡ Στρατιωτικὴ Σχολὴ τῶν Εὐελπίδων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξέρχονται εἰς τὸν προορισμόν των, εἰς τὸ Στρατιωτικὸν στάδιον. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ριζάρειον Σχολὴν ὁ προορισμὸς τῶν σπουδαστῶν ματαιοῦται, καὶ τοῦτο, διότι, περατοῦντες τὰς σπουδὰς των καὶ ἀπολυόμενοι αὐτῆς, δὲν ἔχουν στάδιον. Λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ μία μελέτη καὶ νὰ εὑρεθῇ δι’ αὐτοὺς στάδιον, κατὰ τὸ μεσόχρονον ἀπὸ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς σχολῆς μέχρι τῆς χειροτονίας, διότι πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ αὐτοὺς ὁ χρόνος ἀπὸ τῆς περατώσεως τῆς διδασκαλίας μέχρι τοῦ 30 ἔτους, ὅτε θὰ χειροτονηθῶσι, καὶ εἶνε εὔκολον νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς πρὸς ζωάρκειαν τὸ στάδιον τῆς διδασκαλίας τοῦ θείου κηρύγματος. Τώρα ἠμποροῦσα νὰ φέρω καὶ ἐγὼ μίαν μελέτην, ἀλλὰ πάλιν, κ. Στουρνάρα, θὰ εἴπῃς «μᾶς φέρνεις καὶ ἄλλα.» Δὲν ἠμπορῶ λοιπὸν ἐγὼ νὰ γίνω Κολόμβος, νὰ τὰ ἀνακαλύπτω ὅλα ἐγώ.
§21ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπα αὐτὸ, ἀλλ’ εἶπα ὅτι δὲν περνᾷ ἑβδομὰς, καθ’ ἣν νὰ μὴ συζητῇς τρὶς καὶ τετράκις περὶ τῶν αὐτῶν. Δέκα φορὲς ὡμίλησες διὰ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§22ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρώτην φορὰν τὸ λέγω αὐτό· ἀλλ’ ἔστω, ἀφοῦ περάσουν δεκαπέντε ἡμέραι καὶ οὐδὲν συντελεσθῇ, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπαναφέρω; Φρονῶ, ὅτι φειδωλότερος τοῦ χρόνου ἐὰν ὑπῆρξέ τις ἄλλος, κἀγὼ φείδομαι τοῦ χρόνου, καὶ ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν προφέρω δὲν εἶναι ζητήματα ἀέρος, ἀλλ’ ἔχοντα τὸ συνδεόμενον μὲ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἶναι ζητήματα ἀέρος, πλανᾶσθε.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διότι ἐὰν παρατηρήσητε ἀκριβῶς, θέλετε ἰδεῖ ὅτι πάντοτε φέρω τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, ἐκεῖ ὅπου πονεῖ ἡ Πατρὶς καὶ αὐτῆς τῶν πόνων ζητῶ τὴν θεραπείαν. Κατὰ συνέπειαν ἂς ληφθοῦν μέτρα ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερα ἀκροθιγῶς μνησθεὶς (Θόρυβος).
§25ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω ἐγγράφως δύω ἐπερωτήσεις, δηλῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἤδη ἐμελέτησα τὰ ἔγγραφα, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁσάκις μελετῶνται τὰ ἔγγραφα καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτῶν, παρακαλῶ νὰ ἐπιστρέφωνται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, διότι ὑπάρχει ἐνταῦθα μέγας ἀριθμὸς ἐγγράφων καὶ ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ. Τὸ Προεδρεῖον δύναται νὰ γνωρίζῃ πότε ἔπαυσεν ἡ ἀνάγκη.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ παρακληθῶσιν ὅλοι ὅσοι ἐζήτησαν ἔγγραφα, ἀφοῦ λάβωσι σημειώσεις, νὰ τὸ ἀναγγέλλωσιν ὥστε νὰ δύνηται τὸ Προεδρεῖον νὰ τὰ ἐπιστρέφῃ.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ μένουν ἐδῶ ἕως ὅτου γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑκάστου ἀντικειμένου.
§29Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Προεδρείου καὶ οὐχὶ τῆς Βουλῆς· τὸ Προεδρεῖον δύναται νὰ γνωρίζῃ πότε τελειώνει ἡ συζήτησις ἑκάστης ὑποθέσεως, καὶ τότε δύναται νὰ τὰ ἀποστέλλῃ.
§30ΤΡΑΚΑΣ. Ὑποβάλλω ἐγγράφως δύω ἐπερωτήσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δύω ἑτέρας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι· (ἀναγινώσκει.
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ.
Παρακαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ 1) Διατί εἰσέτι δὲν ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ καὶ ἐπὶ τῆς μεταξὺ τῶν χωρίων Λιανοκλαδίου καὶ Θερμῶν Λουτρῶν Ὑπάτης θέσεως, δι’ ἧς πρόκειται αʹ) νὰ ἑνωθῇ ἡ διὰ Λιανοκλαδίου διερχομένη δημοσία ὁδὸς μὲ ἐκείνην τὴν ἀπὸ Λουτρῶν Ὑπάτης μέχρι τῆς κωμοπόλεως Ὑπάτης ἄγουσαν καὶ ἐν ἀχρηστίᾳ διατελοῦσαν, ὡς μὴ συνδεομένην μετ’ ἄλλης, καὶ βʹ) νὰ διευκολυνθῇ ἡ συγκοινωνία τῶν εἰς τὰ λουτρὰ ταῦτα προσερχομένων καὶ ἀπαλλαχθῶσιν οὗτοι τῶν κινδύνων, εἰς οὓς ὑποβάλλονται κατὰ τὴν ἐντὸς τοῦ ποταμοῦ διάβασιν τῶν ἁμαξῶν, καὶ μάλιστα, ὁπόταν ἕνεκα βροχῶν αὐξάνῃ ὑπερβολικῶς τὸ ρέον ὕδωρ, ὅτε πολλάκις καὶ διανυκτερεύουσιν ἐν ταῖς ἁμάξαις ἐπιβάται ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν τῶν ὀχθῶν τοῦ ποταμοῦ, ἀφοῦ ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας ταύτης διετάχθη πρὸ διετίας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὡς μᾶλλον κατεπείγουσα πάσης ἄλλης ἐργασίας; 2) Διατί εἰσέτι οὐ μόνον δὲν ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῶν δημοσίων ὁδῶν ἀπὸ Λαμίας μέχρι Δομοκοῦ καὶ ἀπὸ Στυλίδος μέχρις Ἁλμυροῦ, ὅπως κατορθωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ συγκοινωνία τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν μεθ’ ἁπάσης τῆς Θεσσαλίας καὶ οὕτω διευκολυνθῇ καὶ ἡ μεταφορὰ τῶν πολλαπλῶν ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων τῶν μερῶν τούτων, καὶ ἰδίως ἡ μεταφορὰ στρατοῦ καὶ ὑλικοῦ αὐτοῦ ἐν ἀνάγκῃ, ἥτις εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ ἐπείγουσα, ὡς ἀπρόοπτος; ἀλλ’ οὔτε κἂν, ὡς ὑποθέτω, συνετάχθησαν σχεδιαγράμματα καὶ οἱ ἀπαιτούμενοι προϋπολογισμοὶ τῶν δαπανῶν, ἀφοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ διετίας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχε διαταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν; 3). Πόσοι ὁδοστάται διατελοῦσιν ἐν ἐνεργείᾳ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὁδῶν αʹ) ἀπὸ Λαμίας μέχρι Καρπενησίου, καὶ βʹ) ἀπὸ Λαμίας μέχρις Ἀταλάντης χωριστὰ, πότε οὗτοι διωρίσθησαν, ἂν ἐργάζωνται οὗτοι τακτικὰ καὶ ἀνελλιπῶς, καὶ ἂν πάντες ἐμισθοδοτήθησαν μέχρι τοῦδε; γʹ) Πόσοι ἐπιστάται πρὸς ἐπιτήρησιν τῶν ὁδοστατῶν ἐφ’ ἑκάστης τῶν ὁδῶν τούτων ὑπάρχουσιν ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ, ἀπὸ πότε ἕκαστος αὐτῶν διωρίσθη καὶ ποία ἡ μηνιαία ἑκάστου αὐτῶν μισθοδοσία; 4). Αἱ δημόσιαι ὁδοὶ ἀπὸ Λαμίας μέχρι Καρπενησίου καὶ ἀπὸ Λαμίας μέχρι Ἀταλάντης εἶναι πληρέστατα κατεσκευασμέναι καὶ ἀπὸ ποίας ὡρισμένως ἐποχῆς ἀπεπερατώθησαν αἱ ἐργασίαι ἑκάστης αὐτῶν; καὶ 5). Ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν ὁδῶν τούτων καὶ ἰδίᾳ δι’ ἑκάστην ἀπὸ 1ης Νοεμβρίου 1882 μέχρι σήμερον ἐγένοντο ἐργασίαι τελειοποιήσεως αὐτῶν, εἴτε δι’ ἐργατῶν, εἴτε δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, εἴτε δι’ ἐργολαβίας, ὁποίου εἴδους, καὶ ὁπόσης ἀξίας ἑκάστη; Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος
ΚΟΜΝΑΣ ΤΡΑΚΑΣ.
ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ.
Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῶν καταστάσεων καὶ ἐπ’ ἀκριβείᾳ ά.) Ὁποῖον τὸ προσωπικὸν κατ’ εἶδος ὑπηρεσίας τῶν συστηθέντων ἐργοστασίων διαμετακομίσεως ἐπὶ τῆς ἐκκοπῆς καπνοῦ εἰς ἕκαστον τῶν τοιούτων; καὶ ποία ἡ μηνιαία μισθοδοσία ἑκάστου; καὶ ὁποία εἰς ἕκαστον ἐργοστάσιον τοιοῦτον τὰ λοιπὰ μηνιαῖα ἔξοδα, τουτέστιν ἐνοίκια τῶν καταστημάτων, προσωρινῶν ἐργατῶν κλπ.; βʹ) Ὁποῖαι αἱ γενόμεναι εἰσπράξεις κοπτικῶν δικαιωμάτων καὶ ταινιῶν χωριστὰ εἰς ἕκαστον τῶν εἰρημένων καταστημάτων ἀπὸ τῆς 14ης Νοεμβρίου ἐ. ἔ. μέχρι τέλους αὐτοῦ; καὶ γʹ) Ἂν ἐγένετο ἐξαγωγὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κεκομμένου καπνοῦ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ ὁπόσα τὰ ἐξαχθέντα κατὰ μῆνα ποσὰ, χωριστὰ μέχρι τῆς 14ης Νοεμβρίου, καὶ χωριστὰ ἐκεῖνα ἀπὸ 14 Νοεμβρίου μέχρι τέλους αὐτοῦ; Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Φθιώτιδος
ΚΟΜΝΑΣ ΤΡΑΚΑΣ.
ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ.
Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῶν καταστάσεων καὶ ἐπ’ ἀκριβείᾳ 1) Ὁποῖα ὁλικῶς ποσὰ εἰσεπράχθησαν κατ’ εἶδος ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων ἐν γένει φόρων εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους τοῦ ἤδη λήξαντος μηνὸς Νοεμβρίου ε. ε.; 2) Ὁπόσα ἐξ αὐτῶν ποσὰ ἐπληρώθησαν ἐν ταῖς αὐταῖς ἐπαρχίαις κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, ἰδίως εἰς ἕκαστον κλάδον τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους; καὶ 3) Τὸ ὑπόλοιπον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία τῆς νομισματικῆς μονάδος ἰσοδυναμεῖ μὲ ἐκείνην τοῦ χρυσοῦ ποῦ εὑρίσκεται; Καὶ ἂν τὸ ποσὸν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ ἀπὸ τῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἐβεβαιώθη πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου; Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Φθιώτιδος
ΚΟΜΝΑΣ ΤΡΑΚΑΣ.
ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ.
Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διατί μέχρι τῆς σήμερον οὐ μόνον δὲν ἤρξατο ἡ ἀνέγερσις τελωνιακοῦ καταστήματος καὶ ἀποθηκῶν διαμετακομίσεως, δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ τῆς προκυμαίας Στυλίδος, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐξετέθη εἰς ἐργολαβίαν τὸ ἔργον τοῦτο, ἐνῷ ἐπὶ συστάσεως γενομένης παρ’ ἐμοῦ πρὸ ἔτους ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤδη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Καλλιγᾶς, ἀπαντήσας ἀμέσως μᾶς ἔδωκε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι διέταξε τήν τε σύνταξιν σχεδιαγράμματος καὶ προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν καταστημάτων τούτων, καὶ τὴν ταχεῖαν ἔκθεσιν τοῦ ἔργου εἰς ἐργολαβίαν, ἀναγνωρίσας τὴν μεγάλην πρὸς τοῦτο ἀνάγκην τῶν ἐμπορευομένων, διότι τὴν αὐτὴν σύστασιν ἐποιήσατο πρὸς αὐτὸν πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ὁ τότε προσελθὼν εἰς τὴν Ὑπουργικὴν φάλαγγα ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς κύριος Πέτρος Σκομπουρδῆς; καὶ 2) Διατί δὲν ἐνοικιάσθη ἕτερον κατάστημα πλησιέστερον πρὸς τὴν προκυμαίαν, ὅπως διευκολύνῃ καὶ ἀπαλλάξῃ μεγάλων ζημιῶν τοὺς ἐμπορευομένους μέχρι τῆς ἀνεγέρσεως τῶν δημοσίων καταστημάτων, ἐνῷ καὶ τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐπραγματοποίησεν; Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Φθιώτιδος
ΚΟΜΝΑΣ ΤΡΑΚΑΣ.»
§31Α. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Λομβάρδος, ὅστις μετὰ τόσης δεξιότητος καὶ εὐφραδείας διεξήγαγε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων, δὲν ἠθέλησε δυστυχῶς νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν καὶ ἐπὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ οὐχὶ μόνον δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ ρητῶς ἐπέῤῥιψεν εἰς ἐμὲ τὸ πρὸς τοῦτο βάρος. Εἶχον λοιπὸν σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἀλλὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τούτου ἐπισπεύδει νῦν ἡ ἀγόρευσις τοῦ χθὲς ὁμιλήσαντος κυρίου Κωνσταντοπούλου, ὅστις προεκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῷ ἐξηγήσεων ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο προβαίνω σήμερον εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κλάδον, τὸν ὁποῖον διευθύνω. Ὅτε, κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἀξιότιμος κύριος Δηλιγιάννης προέβη μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, προσεδόκων νὰ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ ὡς ἀφετηρίαν μὲν τὴν ἀνάλυσιν καὶ τὴν καταδίκην τῆς πολιτικῆς ταύτης ἐν ταῖς γενικαῖς βάσεσιν αὐτῆς, ὡς συμπέρασμα δὲ τὴν διατύπωσιν καὶ τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ προγράμματος, ἀντιτασσομένου τοιουτρόπως εἰς τὸ ἰδικόν μας. Ἀντὶ τούτου ὅμως δὲν ἤκουσα, κατὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν γενικῶν αὐτοῦ σκέψεων, ἢ ἀορίστους καὶ ἀφῃρημένας αἰτιάσεις, ἐξ ἐκείνων αἵτινες συνίστανται εἰς ὅσῳ πομπώδεις, τόσῳ καὶ κενὰς φρασεολογίας, περὶ τοῦ ὅτι «τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα κατεστράφησαν», περὶ τοῦ ὅτι «ἡ Ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια ἐταπεινώθη καὶ ἐξηυτελίσθη» καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ἐπαξίως ν’ ἀντικρουσθῶσιν εἰμὴ δι’ ἀντιθέτων ἄλλων ἐπίσης πομπωδῶν καὶ ἐπίσης κενῶν φρασεολογιῶν, περὶ τοῦ ὅτι «τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα ἐξησφαλίσθησαν ἤδη τέλεον», περὶ τοῦ ὅτι «τὸ Ἐθνικὸν γόητρον ἐπέλαμψε νῦν φαεινὸν εἰς πάντας», καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα πάντα, ὡς μοὶ φαίνεται, δὲν εἶναι ἄξια ἀνδρῶν, οἵτινες θέλουν οὐχὶ μόνον εἰλικρινῶς, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς μετά τινος σπουδαιότητος νὰ συζητῶσιν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κύριος Δηλιγιάννης, προβαίνων εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, κατῆλθεν ἀληθῶς καὶ εἰς τὴν μνείαν ὡρισμένων γεγονότων καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν εἰδικῶν αἰτιάσεων, συγκεφαλαιώσας αὐτὰς εἰς τὰς ἑξῆς δύω, ἤτοι εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικῶν Ταχυδρομείων καὶ τὴν καθυστέρησιν προξενικῶν τινων ἐκτελεστηρίων. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν ν’ ἀναζητήσωμεν τὴν εἰς τὰς αἰτιάσεις ταύτας ἐγκειμένην ἔνοιαν, τίνα νομίζετε, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀνεύρωμεν ὡς τοιαύτην; μίαν καὶ μόνην κατ’ ἐμὲ, ἀλλὰ ταύτην ὄντως μεγάλην, καὶ λέγω μεγάλην, διότι αὕτη συνίσταται εἰς ἀληθῶς ἀπροσδόκητον ἀνακάλυψιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἔσπευσε ν’ ἀναγγείλῃ, καταγγέλλων ἐν ταὐτῷ ἡμᾶς ἐνώπιόν σας, τὴν ἀνακάλυψιν λέγω, ὅτι «μένουσιν ἀκόμη ἐκκρεμῆ καὶ ἄλυτα ζητήματα μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας.» Καὶ λέγει ταῦτα ὁ κύριος Δηλιγάννης ὡσανεὶ μόνος αὐτὸς ἠγνόει τὸ εἰς πάντας ἀνεξαιρέτως γνωστὸν σύστημα τῆς Τουρκικῆς Διπλωματίας τοῦ διαιωνίζειν τὰς ὑποθέσεις, καὶ αὐτὰς τὰς ἐλαχίστας. Καὶ λέγει ταῦτα ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὡσανεὶ μόνος αὐτὸς ἠγνόει, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ὄχι μόνον ἔχουσι ζητήματα ἐκκρεμῆ καὶ ἄλυτα μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὡς πρός τινα ἐξ αὐτῶν, ἠναγκάσθησαν ἐπὶ τέλους νὰ ἐνδώσωσιν εἰς αὐτὴν, ὡς συνέβη ἐσχάτως ἀκόμη εἰς τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ὡς δύναται ἴσως νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ταχυδρομείων, τὴν γενικὴν κατάργησιν τῶν ὁποίων ἡ Τουρκία ἤρχισεν ὑποδεικνύουσα ὅτι ἐπιζητεῖ. Ἀλλ’ ὁπωςδήποτε, κύριοι βουλευταὶ, ἀφοῦ ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς τὸ ἐκκρεμὲς καὶ ἄλυτον τῶν δύω εἰρημένων ζητημάτων εὑρίσκει τὸ ἀνεπαρκὲς καὶ τὸ σφαλερὸν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι ἂν τὰ δύω ταῦτα ζητήματα ἤθελον εὑρεθῆ τυχὸν λελυμένα, οὐδὲν θὰ εἶχεν οὗτος ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τότε οὔτε ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν πτῶσιν. Ἀλλὰ ζητεῖ σήμερον αὐτήν. Διατί; προδήλως ἵν’ αὐτὸς, ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἐξουσίαν, λύσῃ τὰ δύω ταῦτα ζητήματα. Καὶ ἰδοὺ, ἔχομεν τὸ ζητούμενον πρόγραμμα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἂν ὅμως, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα ἐξωτερικὰς περιστάσεις, νὰ ἐπιζητῇ τις τὴν κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου προγράμματος, ἢ ἂν θέλητε, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἐπιμένω, ἄνευ οἵου δήποτε προγράμματος, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε. Καίτοι δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ περὶ ἡμῶν, ὅτι δὲν διετυπώσαμεν τὸ ἡμέτερον πρόγραμμα, διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἔπραξε τοῦτο καὶ μετὰ τῆς ἰδιαζούσης αὐτῷ δυνάμεως καὶ ἐμβριθείας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν οὐδὲν ἧττον ἔχω δυσκολίαν νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ τοιοῦτον μάλιστα, οἷον αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ὑπαγορεύουσιν αὐτό. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ἐνεστῶσα, ὡς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν καὶ τὰς σχέσεις αὑτῆς πρὸς τὰς ἄλλας μικρὰς ἢ μεγάλας Δυνάμεις, ὑπὸ οὐδεμιᾶς κατέχεται προκαταλήψεως. Καὶ συμμερίζεται μὲν βεβαίως τὴν κοινὴν ἐθνικὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὰ κραταιὰ ἐκεῖνα Ἔθνη, ἅπερ δὲν ἔπαυσαν εἰς πᾶσαν παρουσιαζομένην περίστασιν ν’ ἀποδεικνύωσιν ἐμπράκτως τὴν εὔνοιαν αὑτῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς τὸ μεταβλητὸν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἀφορῶσα καὶ ἀναλογιζομένη τὴν ἐντεῦθεν ἀείποτε ἐπικειμένην ἀλλοίωσιν τῶν διεθνῶν σχέσεων, δὲν ἐθεώρησε καὶ δὲν θεωρεῖ οἵαν δήποτε τῶν λοιπῶν Δυνάμεων ὡς ἀδιαλλάκτως ἐχθρὰν, ἢ ὡς ἀναγκαίως δυσμενῆ πρὸς αὐτήν. Οὕτως σκεπτομένη ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐδεμιᾶς ὑφισταμένης ἀνάγκης πρὸς ἄμεσον δρᾶσιν, ἐθεώρησε καθῆκον αὑτῆς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ τηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς εἰς πᾶσαν ἐνδεχομένην τοῦ μέλλοντος περιπέτειαν, ἐξ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιδοθῇ μετὰ πάσης αὐτῆς τῆς δυνάμεως εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν μέσων ἐκείνων, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ προστασία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων, εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν θὰ ἦτο ἀνέφικτος. Ἀλλὰ τοῦτο πράττουσα ἡ Ἑλλὰς οὐδένα ἀπειλεῖ, ὄχι μόνον διότι τὸ μέτρον τῶν δυνάμεων αὐτῆς περιστέλλει οἴκοθεν, καὶ μέχρις ἴσως ἀποκλεισμοῦ, τὴν τοιαύτην ὑπόνοιαν, ἀλλὰ διότι καὶ κυρίως μάλιστα, διότι εἶναι πρὸ παντὸς ἄλλου ἀφωσιωμένη εἰς τὴν εἰρήνην καὶ εἰλικρινῶς στέργει τὸ καθεστὼς, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον τοῦτο καὶ παρὰ τῶν ἀμέσως εἰς αὐτὸ διαφερομένων τηρεῖται. Εἴτε εἶναι ἑπομένως εἴτε δὲν εἶναι πραγματικὸς ὁ εἰς τὴν Εὐρώπην ἐπισειόμενος κίνδυνος πολέμου, ἓν ὑπάρχει, ὡς πρὸς ἡμᾶς, τὸ βέβαιον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως προτίθεται, οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμμέσως, οὔτε πόῤῥωθεν, οὔτε ἐγγύθεν, νὰ μετάσχῃ τῆς πρὸς αὐτὸν πρωτοβουλίας. Τὸ σύνολον δὲ τῶν σκέψεων καὶ τῶν διαθέσεων τούτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διαγινώσκουσαι καὶ αἱ ἄλλαι τῶν ἄλλων Δυνάμεων Κυβερνήσεις, προσηνέχθησαν καὶ προσφέρονται πρὸς αὐτὴν εἰς τρόπον, ὅστις ἐνδεικνύει τὴν πρὸς αὐτὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν. Ἡ ἐκτίμησις δ’ αὕτη, ἥτις εἶναι, ὡς καὶ τὸ ἄρτι παρελθὸν διδάσκει, ἡ ἀσφαλεστέρα ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος ἡμῶν, χρησιμεύει ἐν αὐτῷ καὶ ὡς ἡ πληρεστέρα ἀνασκευὴ ὅλων τῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξενεχθεισῶν αἰτιάσεων, περὶ ὧν ἀνωτέρω εἶπον. Μετὰ τὰς γενικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις προβαίνω εἰς τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ζυγομαλᾶς καὶ οἱ ἄλλοι ἀγορεύσαντες ἐνδιέτριψαν, ἵνα δώσω βραχείας τινὰς περὶ αὐτῶν ἐξηγήσεις, ὅσας, ἐννοεῖται, τὸ ἐκκρεμὲς τῶν διαπραγματεύσεων μοὶ ἐπιτρέπει. Ἐν ταὐτῷ ὅμως θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἄνδρες, τόσον ἐντριβεῖς περὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα, ὑποκινοῦσι ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα γνωρίζουσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως, εἰμὴ ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Τὸ πρῶτον τῶν ζητημάτων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, εἶναι τὸ περὶ καταργήσεως τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικῶν ταχυδρομείων. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἠγέρθη, ὡς γνωρίζετε, κύριοι βουλευταὶ, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία εἶχε καταργήσει τότε τὸ Τουρκικὸν Ταχυδρομεῖον τῆς Λαρίσης, διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀντεκδικουμένη, ἄνευ λόγου βεβαίως, ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ καταργήσῃ ὅλα τὰ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικὰ Ταχυδρομεῖα. Μεθ’ ὅλας δὲ τὰς ἔκτοτε καταβληθείσας προσπαθείας ὑπό τε τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ὑπὸ τῆς κατόπιν ἐλθούσης, οὐδὲν ἀκόμη, ὡς πρὸς τοῦτο, κατωρθώθη· διότι, ὡς καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου εἶπον, ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἤρχισεν ἤδη νὰ ὑποδεικνύῃ τὴν πρόθεσιν αὑτῆς πρὸς γενικὴν κατάργησιν ὅλων τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ταχυδρομείων, καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Τὸ καθ’ ἡμᾶς ὅμως οὐδαμῶς ἐνοήσαμεν νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ ὅπως δήποτε κεκτημένου δικαιώματος ἡμῶν τούτου, τῆς διατηρήσεως τῶν ἡμετέρων ἐν Τουρκίᾳ Ταχυδρομείων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξακολουθοῦμεν τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Δεύτερον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, εἶναι τὸ τῆς καθυστερήσεως τῶν προξενικῶν ἐκτελεστηρίων. Εἰς τὴν κυρίως Τουρκίαν, δηλαδὴ πλὴν τῆς Αἰγύπτου, τῆς Τύνιδος καὶ τῆς Βουλγαρίας, ἔχομεν ἐν ὅλῳ τεσσαράκοντα προξενεῖα, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν προξενοπρακτορείων. Ἐκ τῶν 40 τούτων προξενείων ἕξ εἶναι ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων καθυστεροῦνται τὰ ἐκτελεστήρια. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἕξ τούτων προξενείων, τὰ ἐκτελεστήρια δύω, τῶν τῆς Ἀλβανίας, ἤτοι τοῦ Ἐλβασανίου καὶ τῆς Κοριτζᾶς, καθυστεροῦνται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1876, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ κόμματα καὶ οἱ αὐτὰ ἑπομένως ἐκπροσωποῦντες ἄνδρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ἀνῆλθον ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ὑπολείπονται ἑπομένως τέσσαρα, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν κατόπιν, ἤτοι μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, εἶναι δὲ ταῦτα τὸ τῆς Ἐλασσῶνος ἢ τῶν Σερβίων, τῶν Γρεβενῶν, τῆς Βεῤῥοίας καὶ τῆς Φιλιππιάδος. Ἡ θέσις δὲ, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὅλη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ διαμειφθεῖσα ἀλληλογραφία ὑπεβλήθη ἐκ νέου—διότι εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ πρὶν εἰς τὸ γραφεῖον τῶν συμβούλων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης—ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν περιμένει τὴν γνωμοδότησιν τοῦ γραφείου τούτου, ἵνα ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὸν μέγαν βεζύρην διὰ τὰ περαιτέρω. Σημειώσατε ὅμως, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤδη διὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου εἶχε σπεύσει ν’ ἀποδώσῃ τὰ ἴσα πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔκτοτε ἠρνήθη καὶ ἐξηκολούθησε καὶ πάντοτε ἀρνουμένη νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐκτελεστήρια ἕξ νέων Προξενείων, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκία ἐσύστησεν ἐν Ἑλλάδι μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, εἰσὶ δὲ τὰ Προξενεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐσύστησεν ἡ Τουρκία, τὰ ἑξῆς: τὸ τοῦ Βόλου, τὸ τῆς Ἄρτας, τὸ τῆς Λαρίσης, τὸ τῶν Τρικκάλων, τὸ τῶν Φερσάλων καὶ τὸ τῆς Καρδίτσης. Κατόπιν ὅμως περιωρίσθησαν τὰ ἕξ ταῦτα προξενεῖα εἰς τέσσαρα, διότι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη κατήργησε τὰ δύω ἐξ αὐτῶν, ἤτοι τὸ τῶν Φερσάλων καὶ τὸ τῆς Καρδίτσης, συμφώνως πρὸς τὴν περὶ τούτου γνωστοποίησιν τῆς ἐνταῦθα Ὀθωμανικῆς Πρεσβείας, ἣν ἀπηύθυνεν αὕτη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ἀπὸ 6)18 Φεβρουαρίου 1883 ἐγγράφου αὐτῆς. Ἔπειτα, ὅμως ἐπὶ τῆς Ὑπουργείας μου, προσέθηκε καὶ ἕτερον εἰς τὰ προξενεῖα ταῦτα, τὸ τοῦ Κραβασαρᾶ, τὸ ὁποῖον ὅμως ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἀνεγνώρισεν· ὥστε καθυστεροῦμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον εἰς τὴν Τουρκίαν τὰ ἐκτελεστήρια πέντε Τουρκικῶν προξενείων.
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ πρόξενοι ὅμως τῆς Τουρκίας εὑρίσκονται εἰς τὰς θέσεις των.
§33ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Οἱ Πρόξενοι τῶν τεσσάρων Προξενείων διαμένουσιν ἐπιτοπίως, διότι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος δὲν ἠθέλησε νὰ ὠθήσῃ τότε τὰ πράγματα καὶ περιωρίσθη εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐκτελεστηρίων, ἐπιτρέψας ἀνεπισήμως τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προξενικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Ἀλλὰ τοῦ πέμπτου Προξενείου, τοῦ Κραβασαρᾶ, κατ’ οὐδένα τρόπον ἀνεγνωρίσθη ἡ σύστασις, καὶ τοῦτο ἑπομένως οὐδέποτε προέβη εἰς οἱανδήποτε ἐνέργειαν. Τρίτον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς ἰθαγενείας. Τὸ πολυθρύλλητον τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον μετὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀναφυὲν καὶ ἔκτοτε ἀπαύστως συζητούμενον, διατελεῖ δυστυχῶς ἀκόμη ἄλυτον. Κατὰ πρῶτον περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1876 καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1877, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, εἶχε περιέλθει τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς οἱονεὶ ὁριστικὴν λύσιν, διότι οὐδὲν ἄλλο σχεδὸν ὑπελείπετο τότε ἢ ἡ σύνταξις καὶ ἡ ὑπογραφὴ τῆς οἰκείας συμβάσεως. Ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἔκτοτε ἐπελθόντων σπουδαίων πολιτικῶν συμβάντων, ἑπόμενον ἦτο νὰ παραμεληθῇ, ὡς καὶ πράγματι παρημελήθη τὸ ζήτημα τοῦτο. Νῦν δὲ πρῶτον ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἐπανέλαβε τὰς περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐπιδιώκει δι’ ὅλων τῶν παρ’ αὐτῇ μέσων. Ἐσχάτως μάλιστα συνετάχθη καὶ ἐκτεταμένη ἱστορικὴ ἔκθεσις τοῦ ζητήματος τούτου, πρὸς εὐκολωτέραν κατανόησιν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, δηλαδὴ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν λύσιν του. Τέταρτον ζήτημα, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι τὸ τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἰθαγενείας εἰς τοὺς ἐκ τῶν νέων χωρῶν καταγομένους. Τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, ὡς παραφυὰς τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας, ἀλλὰ, κατὰ τύπον, εἶναι ὅλως ἰδιαίτερον καὶ ἀνεξάρτητον ἐκείνου. Προέκυψε δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ τῆς παρερμηνείας τοῦ 13 ἄρθρου τῆς συμβάσεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἀκατανοήτως ἐπιμένει ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, θεωροῦσα ὡς ὑπηκόους Ὀθωμανοὺς ὅλους τοὺς καταγομένους ἐκ τῶν μερῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν Τουρκίᾳ. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταὶ, ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅτι παντοῦ, ὅπου ἐπῆλθον προσαρτήσεις νέων χωρῶν, ἐγεννήθησαν πολλὰ καὶ ποικίλα τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλὰ τὸ περὶ οὗ πρόκειται εἰς ἡμᾶς ἀφορῶν, στηρίζεται ἐπὶ τόσον ἀνυποστάτου καὶ σαθρᾶς βάσεως, ὥστε ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ ἀνεχομένη τὰς ἐξ αὐτοῦ συνεπείας, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη πρὸ ἑνὸς ἢ δύω μηνῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν τακτικὴν διαμαρτύρησιν κατὰ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ εἰς παρασκευὴν ἐκκλήσεως τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες, ὡς γνωρίζετε, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ὁριστικὴν αὐτοῦ λύσιν. Πέμπτον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν καταδιώξεων καὶ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἀπαρχῆς μέχρι τοῦδε ὑφίσταντο οἱ ἐν Τουρκίᾳ πολῖται Ἕλληνες, ὡς ἐκ τούτου δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται εἰκότως νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ σχετικῶς σπουδαιότερον ὅλων τῶν ἄλλων. Ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τούτου φαίνεται σήμερον μᾶλλον εὐάρεστος· ἀλλὰ πρὸ τούτου ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω δι’ ὀλίγων εἰς τί συνίσταται τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν διατελοῦσιν ἴσως ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνίσταται εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης νὰ εἰσπράττῃ φόρους ἐπιτηδεύματος ἐξαιρετικῶς παρὰ μόνων τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, στηριζομένη εἰς πρόδηλον παρερμηνείαν τοῦ ἄρθρου 17 τῆς οἰκείας συνθήκης, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας νομίζει, ὅτι ἔχει τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἔπαυσε παραπονουμένη διὰ τὴν σφαλερὰν ταύτην ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς ἄδικον ἀξίωσιν, ἥτις τοσούτων κακῶν ἐγένετο πρόξενος εἰς τοὺς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας πολίτας. Ἐσχάτως ὅμως ἀπεφάσισε λίαν εὐτυχῶς ἡ Ὑψηλὴ Πύλη νὰ ἐκδώσῃ καὶ ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον πρὸς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς, διὰ τῆς ὁποίας διετάχθη ἡ ἀναστολὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς εἰσπράξεως τοῦ εἰρημένου φόρου, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας τὰ μέγιστα, ὡς ἐννοεῖτε, ἀνακουφίζονται οἱ ἐν Τουρκίᾳ συμπολῖται ἡμῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ διεξάγονται διαπραγματεύσεις κατ’ ἰδίαν μεταξὺ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ πάντας τοὺς ξένους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Τουρκίᾳ, καὶ αὐτοὺς ἑπομένως τοὺς ὑπηκόους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπιζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα ἐξομοιωθῶσι καὶ οἱ ἡμέτεροι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ζυγομαλᾶς δὲν ἐλησμόνησε τὴν Βουλγαρίαν. Κατὰ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ κατὰ τῆς ἐν Βουλγαρίᾳ κεντρικῆς Ἀρχῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν παράπονα, διότι οὔτε οἱ λόγοι, οὔτε αἱ πράξεις αὐτῆς ἀποδεικνύουσιν ὅτι συμμερίζεται τὸ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἐκ διαλειμμάτων ἐκραγὲν φυλετικὸν πάθος κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Οὕτω ἔσπευσε ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὡς πολίτας Ἕλληνας πάντας τοὺς ὁπωσδήποτε κτησαμένους τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας μέχρι τοῦ πολέμου· ἐπίσης δὲ καὶ πάντας ἐκείνους, οἵτινες μετὰ τὸν πόλεμον ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τοῦτο, συμφώνως πρὸς τοὺς παρ’ ἡμῖν κειμένους νόμους. Τῇ ἀποφάσει δὲ καὶ τῇ ἐνεργείᾳ τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως ἠνεῴχθησαν περιπλέον, οὐχὶ πρὸ πολλοῦ, καὶ τὰ προηγουμένως κλεισθέντα Ἑλληνικὰ Σχολεῖα τῆς Βάρνης τῆς Καβάρνας καὶ τοῦ Ἄσπρου. Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι βουλευταὶ, περὶ τούτων. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι, ὅτι ὅλα τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ, μικρὰ ἢ μεγάλα, τῶν ὁποίων ἡ φροντὶς εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδόλως παρημελήθησαν, καὶ ὅτι οὐδὲν αὕτη παρέλειψεν ἐξ ὅσων ὤφειλε καὶ ἐξ ὅσων ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ἵνα ὑποστηρίξῃ αὐτά. Περὶ τούτου δὲ δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν αὐτὰ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ἐξέτασις τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀναγκάσει καὶ αὐτοὺς τοὺς κατηγόρους ἡμῶν νὰ ὁμολογήσωσιν ἑαυτοὺς πλανωμένους καὶ ἀντὶ ψόγου ἔπαινον ἴσως ὀφείλοντας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐπραγματεύθησαν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη· εἰδικώτερον δ’ ἔπραξαν τοῦτο οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Κοντογούρης καὶ Κωνσταντόπουλος. Τὸ θέμα τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου εἶναι, ὅτι, μετὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς Πρεσβευτοῦ ἐν Ἱσπανίᾳ, ὤφειλε τοῦτο νὰ διατάξῃ νέαν ἐκλογὴν ἐν Σύρῳ πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, διότι ὁ κ. Σκουλούδης, μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ διορισμοῦ του ἐκείνου, ἔπαυσεν αὐτοδικαίως νὰ ᾖναι βουλευτής· τὸ Ὑπουργεῖον ἑπομένως, θεωρῆσαν ὡς διατηροῦντα τὴν ἐν τῇ Βουλῇ θέσιν του καὶ μὴ διατάξαν νέαν ἐκλογὴν ἐν Σύρῳ, ἐστέρησε τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ τοιουτοτρόπως παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι βουλευταὶ, αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ἰσχυρίζομαι ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον σκεφθὲν, ὡς ἐσκέφθη, καὶ ἐνεργῆσαν, ὡς ἐνήργησεν, ἐσεβάσθη καὶ ἐτήρησεν ἀπαραβίαστον τὸ Σύνταγμα, καὶ ὅτι τότε μόνον ἤθελε παραβιάσει αὐτὸ, ἐὰν, συμμορφούμενον πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, ἤθελε θεωρήσει τὸν κ. Σκουλούδην παύσαντα νὰ ᾖναι βουλευτὴς, καὶ ἤθελε διατάξει νέαν ἐκλογὴν ἐν Σύρῳ. Ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, προκύπτει εὐθὺς ἀμέσως καὶ λίαν σαφῶς ἐξ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτως: «Βουλευτής, διοριζόμενος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔμμισθον πολιτικὴν ἢ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δεχόμενος, παύει ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων»· διότι κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ὁ βουλευτὴς, ὁ εἰς ἔμμισθον οὐχὶ δὲ καὶ εἰς ἄμισθον ὑπηρεσίαν διοριζόμενος, παύεται τῶν βουλευτικῶν αὑτοῦ καθηκόντων. Ἡ ἔννοια δὲ τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι τόσον σαφής, ὥστε οὐδ’ αὐτοὶ οἱ προαγορεύσαντες ἐθεώρησαν ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφισβητήσωσιν αὐτὴν, καὶ εἰς τὴν ἐντεῦθεν ἀμηχανίαν εὑρεθέντες κατέφυγον εἰς τὰς θεωρίας καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὸ θέμα των. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, ἀναγράψαντος τὴν περὶ ἧς πρόκειται διάταξιν, ἦτο νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον αὕτη ἤθελεν ἔχει, τοῦ ἐπηρεασμοῦ τῆς συνειδήσεως τῶν βουλευτῶν, διὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν εἰς ὑπηρεσίαν· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ὡς μέσον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τοῦ ἐπηρεασμοῦ, ὁ αὐτὸς νομοθέτης ἐθεώρησεν, οὐχὶ ἁπλῶς τὸν διορισμὸν εἰς πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τὸν διορισμὸν εἰς ἔμμισθον μόνον ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ, καίτοι τούτου οὕτως ἔχοντος, δὲν ἤθελον οὐδὲν ἧττον διστάσει καὶ ἐγὼ οὔτε πρὸς στιγμὴν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὑπῆρξε πράγματι παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ τοῦτο ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Πρεσβευτοῦ, κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαίως καὶ μόνον ἔμμισθος· διότι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἤθελεν ὑπάρχει πρόδηλος ὁ σκοπὸς τῆς ὑπεκφυγῆς καὶ τῆς καταδολιεύσεως τοῦ Νόμου, ἡ ὁποία καταδολίευσις ἰσοδυναμεῖ, ὡς γνωρίζετε, πρὸς τὴν ἀπευθείας παραβίασιν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι, ἐὰν κατὰ τὴν Νομοθεσίαν ἡμῶν ἡ θέσις τοῦ Πρεσβευτοῦ εἶναι ἀναγκαίως καὶ μόνον ἔμμισθος, ἢ ἐὰν ἀναγνωρίζηται αὕτη καὶ ἄμισθος. Ἡ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑφισταμένη νομοθεσία περιορίζεται εἰς μόνον τὸν περὶ Πρεσβειῶν Νόμον τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853· διότι οἱ ἄλλοι ἐκεῖνοι Νόμοι, τοὺς ὁποίους προχθὲς ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Κοντογούρης ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς αὐτό. Ἐπεκαλέσθη τὸν Νόμον περὶ προσόντων τῶν Διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ ὁ Νόμος οὗτος εἰς τοὺς ἄλλους ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους περιοριζόμενος, οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς τοὺς Πρεσβευτὰς, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους, ὡς γνωρίζετε, δὲν τίθενται προσόντα· ὁ Νόμος ἑπομένως οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς αὐτούς. Ἐπίσης ἄσχετος εἶναι ὁ Νόμος περὶ τῶν συντάξεων, διότι ὁ χρηματολογικὸς ἐκεῖνος Νόμος οὔτε πόῤῥωθεν βεβαίως δύναται νὰ ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνουσι μισθὸν, καὶ ἑπομένως οὔτε εἰς κρατήσεις ὑπόκεινται, οὔτε εἰς συντάξεις δικαιοῦνται. Πάντες οἱ Νόμοι οὗτοι θὰ εἶχον σημασίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν ἡμεῖς ἰσχυριζώμεθα, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζονται ἐν γένει ὑπὸ τῆς Νομοθεσίας ἡμῶν ἔμμισθοι Πρεσβευταὶ, τοῦθ’ ὅπερ δὲν εἶναι τὸ θέμα τῆς ἡμετέρας ἐρεύνης. Ὅθεν ὁ μόνος Νόμος, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι ὁ Νόμος τῆς 25 8βρίου 1853 περὶ Πρεσβειῶν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα. Κατὰ τὸ 1ον δὲ ἄρθρον αὐτοῦ οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπιτρέπεται ἑπομένως εἰς αὐτὴν καὶ ὁ διορισμὸς ἀμίσθων Πρεσβευτῶν· τοῦτο δὲ προκύπτει οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς ὅλης ἐννοίας καὶ τῆς ὅλης διασκευῆς τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς ἑξῆς περικοπῆς αὐτοῦ «ἔμμισθοι δὲ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι παρ’ ἑκάστῃ Πρεσβείᾳ εἰ μὴ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς κτλ.»· διότι ἐκ τῆς περικοπῆς ταύτης προκύπτει, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἀμίσθων ἢ ἐμμίσθων Πρεσβευτῶν ἀπόκειται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἡ ὁποία δύναται κατὰ τὴν κρίσιν ἑπομένως καὶ τὴν ἐκλογὴν αὑτῆς νὰ διορίζῃ ἀμίσθους ἢ ἐμμίσθους Πρεσβευτὰς καὶ ἄλλους Διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους. Ἡ δὲ ἀντίθετος ἑρμηνεία, εἰς τὴν ὁποίαν χθὲς προέβη ὁ ἀξιότιμος κύριος Κωνσταντόπουλος, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ αὐτὸν, οὐδ’ αὐτὴ τοὐλάχιστον ἡ γραμματικὴ σημασία τῆς λέξεως «δύναται», μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἰδιαιτέρας ἀντικρούσεως. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία τις περὶ τῆς κατὰ ταῦτα ἐννοίας τοῦ εἰρημένου ἄρθρου, ἡ ἀμφιβολία αὕτη αἴρεται ἀναντιῤῥήτως καὶ ἐντελῶς ἐκ τῆς ἀνέκαθεν ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου τούτου, ἣν ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις· διότι κατὰ τὸν Νόμον τοῦτον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ διωρίσθη ἐν ἔτει 1856 ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος ἄμισθος ἐν γένει Πρεσβευτὴς ὁ ἀοίδιμος Σίνας· διότι κατὰ τὸν Νόμον τοῦτον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ διωρίσθη ἐπὶ τῆς σημερινῆς βασιλείας ἐν ἔτει 1867 ἄμισθος ἐν Βιέννῃ ἐπίσης Πρεσβευτὴς ὁ κ. Ὑψηλάντης, χωρὶς οὐδεμία οὐδέποτε νὰ ἐγερθῇ φωνὴ περὶ παρερμηνείας τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ περὶ σφετερισμοῦ ἑπομένως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κατὰ Νόμον δὲν ἀνῆκεν αὐτῇ. Τὰ γεγονότα δὲ ταῦτα καὶ μόνα ἀρκοῦσι νὰ πείσωσιν ἀδιστάκτως ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Νόμου τούτου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξήγησα. Τούτου δὲ τεθέντος, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναμφισβητήτως καὶ ὁριστικῶς λελυμένον. Καὶ οὔτε ἔχομεν ἑπομένως ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ προηγούμενον τοῦ κ. Ὑψηλάντη, βουλευτοῦ τότε ἐν ταὐτῷ ὄντος, τὸ κῦρος τοῦ ὁποίου ἠθέλησαν ν’ ἀμφισβητήσουν. Ἀλλ’ ἆρά γε δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ἔχουσι καὶ εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον δίκαιον; οὐχὶ βεβαίως! Λέγω δὲ τοῦτο μετὰ τόσῳ μείζονος πεποιθήσεως, ὅσῳ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ αἰτιολογία, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται, ἀποτελεῖ αὐτόχρημα νομικὸν σολοικισμόν. Ὁ κ. Ὑψηλάντης, λέγουσι, δὲν εἶχε δώσει τὸν ὅρκον τοῦ βουλευτοῦ. Καὶ λοιπὸν ὁ ὅρκος προσδίδει τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα; Διατί συγχέετε τὸ κεκτημένον δικαίωμα, τοῦ ὁποίου ἡ πηγὴ κεῖται ἐκτὸς ἡμῶν, μετὰ τῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἔργον τῆς ἰδίας ἡμῶν προαιρέσεως;
§34ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§35ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἀνατρέχετε τοὐλάχιστον εἰς τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων, ἵνα μάθητε ἐξ αὐτῆς, ὅτι ὁ δικαστὴς εἶναι δικαστὴς καὶ μένει δικαστὴς, ἀποκτᾷ δηλαδὴ καὶ διατηρεῖ τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστοῦ, ὅλως ἀνεξαρτήτως τῆς οἰκείας ὁρκοδοσίας; Ἀφίνω λοιπὸν τὰ περὶ τούτου ὡς ἐντελῶς περιττὰ καὶ προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἂς ὑποθέσωμεν ἐν γένει καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν εἰρημένων, ὅτι ὑπάρχει ὁπωσδήποτε ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ ἐὰν ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ συμβιβάζηται πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ἀμίσθου Πρεσβευτοῦ· τούτου τεθέντος, ζητεῖται τίνι τρόπῳ θὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην. Ἡ ἀπάντησις ὑπάρχει ὅσῳ πρόχειρος τόσῳ καὶ θετική· παρέχουσιν αὐτὴν εἰς ἡμᾶς οἱ στοιχειωδέστατοι τῶν κανόνων τῆς ἑρμηνευτικῆς τοῦ δικαίου, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀμφιβολία, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου δύω θέσεων, ἀποβαίνει πάντοτε κατὰ τοῦ ἀσυμβιβάστου· διότι ἡ παραδοχὴ τοῦ ἀσυμβιβάστου περιέχει πάντοτε ἐν ἑαυτῇ ἀναγνώρισιν ἀνικανότητος, ἀνικανότητος δηλαδὴ τοῦ ἔχοντος τὴν μίαν θέσιν ἵνα λάβῃ καὶ τὴν ἄλλην, ἡ δὲ ἀνικανότης ἑρμηνεύεται πάντοτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ στενοῦ λεγομένου δικαίου· πρὸς τοῦτο συγχωρήσατέ μοι ν’ ἀναφέρω ὑμῖν ἓν παράδειγμα ἐκ τῆς Γαλλικῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας. Ἔν τινι τῶν ἀρχαιοτέρων Γαλλικῶν Συνταγμάτων ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἡ αὐτὴ ἀπαραλλάκτως διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς, ὁ εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν διοριζόμενος, παύεται τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως ταύτης, βουλευτής τις εἶχε διορισθῆ ὑπάλληλος τῆς Αὐλῆς καὶ ὡς τοιοῦτος ἐμισθοδοτεῖτο, ὡς εἰκὸς, ἐκ τῆς βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως. Ἠγέρθη λοιπὸν τὸ ζήτημα ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος ἠδύνατο νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ θέσιν του. Καὶ ἀνεγνωρίσθη μὲν παρὰ πάντων ὅτι ὁ λόγος τοῦ νόμου (ratio legis) ἐπέβαλεν ἀναποδράστως τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκ τῆς Βουλῆς τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, διότι διὰ τῆς μισθοδοτήσεως αὐτοῦ ἐκ τῆς βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως εἶχε περιέλθει οὗτος εἰς ἄμεσον ἐξάρτησιν, οὐχὶ ἁπλῶς τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ αὐτοῦ ἀπ’ εὐθείας τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, τοῦ ἐκπροσωποῦντος ὁλόκληρον τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Καὶ ὅμως τὸ ζήτημα ἐλύθη ἀντιθέτως, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως δηλ. τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου· διατί; διότι ἡ οἰκεία διάταξις, περιέχουσα ἀνικανότητα, ἔπρεπε νὰ ἑρμηνευθῇ στενῶς καὶ δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ θεωρηθῇ ὁ ὑπάλληλος, ὁ μισθοδοτούμενος ἐκ τῆς βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως, ὡς μισθοδοτούμενος ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίας ἐποχῆς;
§37ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχήν.
§38ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ θεωρεῖτε λοιπὸν αὐτὸ νόμιμον;
§39ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Βεβαίως. Αὐτὰ, κ. βουλευταὶ, εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, καθόσον ἐξ αὐτῶν ἀποδεικνύεται ὅτι καὶ ἡ κατηγορία αὕτη, ἡ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἀπευθυνομένη, σχετικῶς πρὸς τὴν μὴ ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Σκουλούδη ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα δὲν προβαίνω, πρῶτον μὲν διότι θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον, δεύτερον δὲ διότι καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν κατόπιν τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ δανείου, ἐκ τῶν προτέρων ἤδη ἐξήγησε πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσῃ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τ’ ἄλλα ἐνταῦθα ὑποκινηθέντα ζητήματα ἔδωσε καὶ λίαν ἐπιτυχῶς τὰς περὶ αὐτῶν διασαφήσεις καὶ ἀπαντήσεις, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος. Ἐὰν δὲ ὑπολείπηταί τι ἀκόμη ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως πράγματα ἢ καὶ ὡς πρὸς ἄλλο τι, τοῦτο θέλει ἀναπληρώσει, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός.
§40ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶσθε ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσητε καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος...;
§41ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι περὶ αὐτοῦ ὡμίλησαν ἄλλοι, καὶ δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§42ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὰ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§43ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω, ἢ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἰς πᾶσαν περίπτωσιν θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς.
§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πάντοτε, κύριοι βουλευταί, ἐσυνειθίσαμεν ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ προβάλλωμεν προγράμματα, οὐδέποτε ὅμως ἐῤῥέθη ἡ ἀλήθεια, διὰ τῆς ὁποίας μόνης εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ ὁ τόπος. Οὐδέποτε ἐῤῥέθη ἡ ἀλήθεια, ὅτι οὐδὲν πρόγραμμα, οὐδεμία ἀρχὴ διευθύνει τὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεων, πρὸ πάντων δὲ τῆς παρούσης. Ἡ ἀρχὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς εἶναι νὰ μὴ ἔχῃ οὔτε ἀρχὴν, οὔτε πρόγραμμα, καὶ μάτην προσεπάθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχει πρόγραμμα, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν πρόγραμμα ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ πρὸς τὴν Πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οὐδὲν πρόγραμμα καὶ οὐδεμία πυξὶς διευθύνει τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας, ἐπὶ δὲ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν Σύνοδον μάλιστα ταύτην, εὑρίσκεται εἰς οἵαν θέσιν εὑρίσκετο ὁ πραγματικὸς κόσμος τὴν παραμονὴν τῆς δημιουργίας αὐτοῦ· δὲν ἔχετε ἐνώπιόν σας Βουλὴν ἀληθῆ, ἀλλὰ Βουλὴν μεταβληθεῖσαν εἰς ἱπποδρόμιον Ρωμαϊκὸν ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει ἀπὸ χρόνου μακροῦ τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ἀνικανότητα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὀφείλεται πρὸ πάντων ἡ παροῦσα κατάστασις. Μάτην ἠρώτησαν ἂν ὑπάρχῃ Ἀντιπολίτευσις· ἐν Ἑλλάδι μόνον Ἀντιπολίτευσις ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει δὲ Βουλή, δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, δὲν ὑπάρχει Βασιλεία (θόρυβος). Δὲν ὑπάρχει Βουλή, διότι νομοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις· δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, διότι διοικεῖ ἡ Βουλή· εἶπον δὲ ὅτι δὲν ὑπάρχει Βασιλεία, διότι αὕτη ἀργεῖ· ἡ Βασιλεία μόνον ὑπογράφει, καὶ ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς δὲν ἔχει ἰσχὺν ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ· Διατάγματα τοῦ Βασιλέως δημοσιεύονται, καὶ διότι δὲν ἐπιτρέπει νὰ τυπωθῶσιν εἰς τὸ τυπογραφεῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἰσχύν· ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔλεγον, ὅτι μόνον Ἀντιπολίτευσις ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ, δὲν ὑπάρχει δὲ οὔτε Βουλή, οὔτε Κυβέρνησις, οὔτε Βασιλεία. Θέλω νὰ σᾶς ὁμιλήσω ὄχι πλέον διὰ τῆς γλώσσης τῆς ἰδικῆς μου, ἀλλὰ διὰ τῆς γλώσσης τοῦ πέμπτου κόμματος. Θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμίαν τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας διετύπωσε τὸ κόμμα αὐτὸ, ἐτήρησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, θέλω νὰ σᾶς ὁμιλήσω διὰ τῆς γλώσσης τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῆς γλώσσης τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς χθὲς ἐζήτησα τὰ πρακτικὰ τοῦ 1874, τοῦ 1875 καὶ τοῦ 1880–1883. Πρὶν ὅμως φθάσω εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἦλθον καὶ βραδύνουσι πολὺ, θὰ σᾶς εἴπω δι’ ὀλίγων τί συνέβη ἄλλοτε. Ἄλλοτε ὁ κ. Λομβάρδος μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη διετύπωσε κατηγορητήριον, ὅπως ἐκλεχθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἐρευνηθῇ ἡ πολιτικὴ τοῦ μακαρίτου Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος τότε εἶχε πέσει τῆς Ἐξουσίας, καὶ τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ. Ποῖα ἦσαν τὰ στοιχεῖα καὶ ποῖα τὰ κεφάλαια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὴν κατηγορίαν ὁ ἀξιότιμος νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; ἀκούσατε. Τὰ κεφάλαια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὴν κατηγορίαν, ἦσαν ἡ ἐπέμβασις κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἡ παραχώρησις μεταλλείων, ἡ διάλυσις διὰ τῆς βίας τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου —διότι τότε ἀκόμη ὑπῆρχε φρόνημα· τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διέπει τὰ τῆς Πολιτείας, δὲν εἶχεν εἰσέτι ἀπομαράνει πᾶν αἴσθημα, καὶ ἡ νεότης τότε ὤργα, ἔζη, ἐνῷ σήμερον δὲν ζῇ, τοὐλάχιστον δεικνύει, ὅτι δὲν ζῇ—καὶ ἡ διὰ μεταθέσεως τῶν καθηγητῶν γυμνασίων ἀναστάτωσις τῆς παιδείας, καὶ διετύπου διὰ τοῦτο ρητὸν κατηγορητήριον ὁ προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος λέγων «καὶ τί νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν διὰ τοὺς διδασκάλους!» Καὶ ἔλεγε τότε, ἀπαντῶν πρὸς βουλευτὴν—προκαλῶ δὲ τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ν’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ὅ,τι λέγω δὲν εἶναι ἀληθὲς —ἔλεγεν ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην τάδε· «Ὅταν κατὰ πρῶτον τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν ἀπήγγειλα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε μὲ ἀφήσει νὰ καταβῶ ἀπὸ τὸ βῆμα, ἀλλ’ ἤθελε μὲ εἴπει «Στῆθι! πρὶν ἢ διατυπώσῃς τὴν πρότασιν, τὴν ἀναδέχομαι ἐγὼ, καὶ ἐγὼ ζητῶ, ἀφοῦ ἅπαξ ἔγεινε λόγος περὶ λογοδοσίας μου, ἐγὼ ζητῶ νὰ συστηθῇ ἀμέσως ἡ Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν σὺ ζητεῖς» Δὲν τὸ ἔκαμε τότε· ἐπερίμενα ὅτι ἤθελε τὸ κάμει, ὅταν ἤθελε διατυπωθῆ ἡ πρότασις. Ὅταν δὲ διετυπώθη ἡ πρότασις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου κ. Δηλιγιάννη, καὶ συνυπογραφεῖσα παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἤλπιζα ὅτι τότε τοὐλάχιστον θὰ ἐδέχετο τὴν πρότασιν ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργός.» Καὶ ὅταν χθὲς ὁ κ. Ζηνόπουλος εἶπεν, ὅτι ἀνάγκη εἶναι νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῆς βρωμερᾶς ὑποθέσεως τῆς Κωπαΐδος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλησμόνησε τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ἐλησμόνησε τὸ παρελθόν! Ὅτε προχθὲς ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔλεγεν «ἀνεστατώσατε ὅλους τοὺς καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων καὶ ὅλους τοὺς διδασκάλους τῆς μέσης καὶ τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως» τί μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Λομβάρδος «καὶ εἶναι ζήτημα αὐτό;» Ἐν τούτοις ἔλεγεν εἰς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην «πρέπει νὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐναντίον σας, διότι ἐφέρατε ἄνω κάτω τὰ Γυμνάσια», καὶ διετύπωσε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργείου. Εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην ἀπέθανεν ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀντικατασταθῇ, καὶ ἐγένετο μία ἐπίδειξις τότε κατὰ τοῦ Κερκύρας, καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Λομβάρδος ὅτι καὶ τοῦτο ἦτο ἀντικείμενον τῆς ἐξετάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ Ὑπουργείου· καὶ ὅταν ἐφέτος αὐτὸς ὁ ἴδιος, ἀσεβῶς φερόμενος, ἀνέτρεψε καὶ τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας διὰ φατριαστικῆς διαγωγῆς καὶ ἐμπαθοῦς, δὲν ἐνθυμήθη ἑαυτὸν, οὔτε τὸ παρελθόν του! διότι ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι δημοκρατικός, ὅταν δὲν εἶναι εἰς τὰ πράγματα, ἄκρος συνταγματικὸς καὶ φιλελεύθερος, ὅταν εὐελπιστῇ ὅτι θ’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν ταχέως, καὶ δοῦλος ἐν αὐτῇ. «Καὶ τί θὰ κάμητε, εἶπε, σεῖς οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εὑρισκόμενοι εἰς τοιαύτην διαφωνίαν; Αὕτη ἡ πολυκέφαλος Ἀντιπολίτευσις εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν;» Ἀκούσατε τί λέγει ὁ κ. Λομβάρδος, διότι ἐπιθυμῶ ν’ ἀπαντῶ εἰς τὰ ἐρωτήματά του, διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ γλώσσης. «Εἴμεθα, λέγουν, διῃρημένοι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εἰς δύω μέρη, ἐξ ὧν τὸ ἓν σύγκειται ἀπὸ τὴν συνένωσιν 4, 5, 6 κομμάτων. Τοῦτο ἂς ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν παντὸς, ὅστις ἠξεύρει νὰ σκέπτηται ὑπεράνω τῶν παθῶν καὶ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων. Ἡ συνένωσις ὅλων αὐτῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, ἡ λήθη τῶν παρελθόντων, δι’ ὧν ἐχωρίζοντο, τί δεικνύουν, ἀξιότιμε κ. Ἠλιόπουλε; ἓν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅταν ἐν τῇ ψυχῇ του κίνδυνόν τινα βλέπῃ. Εἰς μάτην ἐζήτησάν τινες νὰ ἐπανέλθουν εἰς παρελθούσας ἐποχὰς καὶ ν’ ἀναμνήσωσι διαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν συγκροτούντων τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν)· δὲν θὰ μᾶς διαιρέσωσι, διότι, ἂν ἀφήσαμεν κατὰ μέρος πᾶν προηγούμενον δυσάρεστον, ἡ πατρὶς τὴν στιγμὴν ταύτην μᾶς ἐπιβάλλει νὰ τὸ λησμονήσωμεν, ὅπως ὑποστηρίξωμεν τὴν μίαν καὶ μόνην ἀρχὴν τοῦ Ἔθνους, ὅτι πρέπει νὰ παύσουν ἐπὶ τέλους αἱ Κυβερνήσεις τὰς ῥᾳδιουργίας καὶ νὰ ἴδῃ τὸ ἔθνος Κυβέρνησιν ὑποδεικνυομένην ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων του, καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην πιστεύομεν ὅλοι ἀληθῶς εἰλικρινῶς. Εἶσθε ὀκτὼ κόμματα, εἶσθε περισσότερα καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐννοήσω, λέγει ὁ ἀξιότιμος κ. Ἠλιόπουλος, εἰμὴ ἂν ὑποθέσω ὅτι παραδέχεσθε τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Λομβάρδου.» Καὶ ἔλεγε ταῦτα, διότι καὶ τότε ἡ Συμπολίτευσις ἀπηρτίζετο ἀπὸ τὸν μακαρίτην Βούλγαρην, ἀπὸ τὸν μακαρίτην Ζαΐμην, ἀπὸ τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, καὶ ἀπὸ τὸ πέμπτον κόμμα, τὸ μακαρίτικον, τοῦ ὁποίου ἡ σημαία πέρυσιν ἐσχίσθη καὶ τὰ προγράμματα ἐξηυτελίσθησαν καὶ κατεσπιλώθησαν εἰς τὰς χεῖράς σας! Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, διότι ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος εἰς ἑαυτὸν διὰ τῶν πρακτικῶν τοῦ 1874 καὶ διαψεύδει τὰ σημερινὰ τοῦ κ. Λομβάρδου. Αὐτὰ εἶναι λοιπὸν, κύριοι, τὰ προγράμματα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦνται οἱ ἀξιότιμοι κκ. Ὑπουργοί. Τότε ἐξακολουθῶν ὁ κ. Λομβάρδος διεκόπη παρὰ τοῦ κ. Θάνου Κανακάρη, ὅστις τοῦ εἶπε «συνεχωνεύθητε σεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸ πέμπτον κόμμα πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον;» Καὶ ἰδοὺ τί ἀπαντᾷ. «ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ τρέχετε, κ. Θάνε. Ἂς μένῃ βέβαιος ὁ κ. Ἠλιόπουλος, ὅτι οἱ συγκροτήσαντες τὸ κόμμα τοῦτο, ἰδιαιτέρως ὁ ταπεινὸς ὑποφαινόμενος συνάδελφός του, τὸν ὁποῖον ἔκαμε τοσάκις τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ, δὲν τὸ συνεκρότησαν ὅπως τὴν Ἐξουσίαν ἐκπορθήσωσι. Τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθητε νὰ ἀποκαλέσητε σημαίαν τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου Λομβάρδου, δὲν τὴν ἀνύψωσεν ὁ Λομβάρδος· ὁ Λομβάρδος ἠγάπησε καὶ ἀγαπᾷ, ἐξετίμησε καὶ ἐκτιμᾷ τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρον — ἂς μὴ πειραχθῇ κανεὶς — περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον ἐκ τῶν κομματαρχῶν ἐν Ἑλλάδι, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι μετ’ αὐτοῦ καὶ μόνου ἀφ’ ὅτου καὶ αὐτὸς ὁ Λομβάρδος ηὐτύχησε πολίτης ἐλεύθερος ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ν’ ἀποκατασταθῇ, μετ’ αὐτοῦ καὶ μόνου συνειργάσθη πάντοτε. Δὲν συνειργάσθην ὅμως μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπὶ προσωπικῶν ἰδεῶν, δὲν ἐθεώρησα τὴν συντροφίαν του προσωπικήν· διότι, ἐὰν πολεμῶ τὰς προσωπικὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι φαίνονται ὅτι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν βασιλέα, βεβαίως δὲν ἀγαπῶ νὰ ὑποστηρίζω προσωπικὰς Κυβερνήσεις ἐκ κομμάτων. Μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου συνειργάσθην ἐπὶ ἀρχῶν· ἕνεκα τῶν ἀρχῶν τούτων κατεθέσαμεν τὴν Ἐξουσίαν εἰς τὰ 1865, ἐνῷ ἠμπορούσαμεν νὰ τὴν διατηρήσωμεν· ἕνεκα τῶν ἀρχῶν τούτων ἀπεχωρήσαμεν ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν εἰς τὰ 1867, καίτοι ἠδυνάμεθα, κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον, διὰ μικρᾶς οὐσίας νὰ τὴν διατηρήσωμεν· τὰς ἀρχὰς ταύτας ἐξηκολουθήσαμεν μετὰ κ. Κουμουνδούρου νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εὑρεθέντες. Ὑπῆρξε στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐνόμισεν, οὐχὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ἀλλὰ νὰ βαδίσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησίν των ταχύτερον καὶ εὐκολώτερον δι’ ἄλλης τακτικῆς. Φίλοι του τινὲς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ, ἐσταματήσαμεν ἐκεῖ ὅπου εὑρέθημεν, ἀφίνοντες τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του. Ἤδη οὐχὶ τὴν σημαίαν τοῦ Λομβάρδου, ἀλλὰ τὴν σημαίαν καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ καθέκαστα καὶ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἠκολουθήσαμεν, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀσπάζεται. Οὐδὲν μᾶς χωρίζει πλέον, ἔχομεν δὲ τὴν πλήρη, τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, οὐ μόνον αὐταὶ ἐν ἑαυταῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ καθέκαστα αὐτῶν θέλουν εὑρεῖ τὴν πλήρη ἐφαρμογήν των. Ἀλλὰ πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ κ. Ἠλιοπούλου, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ἐξακολουθήσω νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ὄχι μόνον διαίρεσις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπὸ αὐτὰς τὰς διασαφήσεις δὲν ὑπάρχει τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλ’ οὔτε διαίρεσις μεταξὺ Κουμουνδούρου καὶ Βούλγαρη καὶ τοῦ κ. Ζαΐμη (εὖγε). Δὲν συνηνώθημεν νὰ σᾶς ρίψωμεν ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν· συνηνώθημεν νὰ ὑποστηρίξωμεν σημαίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε σημαία τοῦ Λομβάρδου, κ. Ἠλιόπουλε, οὔτε ἡ σημαία τοῦ Κουμουνδούρου, οὔτε ἡ σημαία τοῦ Βούλγαρη, οὔτε ἡ σημαία τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀλλ’ εἶναι σημαία, ὑπὸ τὴν ὁποίαν καὶ μόνην ὁ καθείς μας ἠμπορεῖ νὰ ἐλπίσῃ τὴν σωτηρίαν του, διότι δὲν εἶναι σημαία ἀτόμων εἶναι ἡ σημαία τοῦ Ἔθνους». Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δώσω εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔλεγε χθὲς ὅτι ἐγὼ πολιτεύομαι διὰ προσωπικοὺς λόγους. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὅστις μὲ ἔκαμε νὰ σταματήσω τὴν 3 Μαρτίου 1880 καὶ νὰ ἀφήσω τοὺς ἄλλους νὰ ἀκολουθήσουν τὸν δρόμον των.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί δὲν διαβάζετε πότε τὰ εἶπον; Τὰ εἶπον, ὅτε ἦλθον εἰς σᾶς.
§46Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ζητεῖ νὰ εὕρῃ ἀνακούφισιν τῆς συνειδήσεώς του, ἡ ὁποία τὸν ἐλέγχει, καὶ μὲ λέγει τότε τὰ εἶπεν, ὅτε τὰ εἶπον καὶ ἐγώ. Ναὶ, καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ τὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον καὶ αὔριον, ἐνῷ σὺ δὲν τὸ ἔχεις. Αὐταὶ ἦσαν αἱ κατηγορίαι κατὰ τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη! Καὶ ἐν τούτοις ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος ὑπέκυψε καὶ ἐκεῖνος εἰς τὰς ἀτασθαλίας, τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν ἡ πολιτικὴ ἀκολασία τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὰ τῆς Πολιτείας, δὲν ᾐσθάνθη ποτὲ ἔλεγχον συνειδήσεως καὶ φόβου. Ἤμην καὶ εἶμαι περιπατητικὸς, τότε ἤμην νεώτερος, πλειστάκις εὗρον τὸν κ. Δεληγεώργην περιπατοῦντα εἰς τὸ Φάληρον μὲ τὴν βίτσα του, δὲν εἶχε τὸν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεως νὰ τὸν συνοδεύῃ πανταχοῦ ὄπισθεν ὁ Μήλιος καὶ οἱ μετημφιεσμένοι χωροφύλακες καὶ λιάπηδες. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον γνώρισμα τῆς πεποιθήσεως ἑνὸς Κυβερνήτου ἐπὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πράξεων. Δὲν ἐχώρισεν ἐμὲ ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ὡς εἶχε τὸ θάῤῥος ἄλλος τις νὰ εἴπῃ διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἀπέναντι οὐχὶ τῶν ἐκλογέων του, ἀλλὰ τῆς συνειδήσεώς του, προσωπικὸς λόγος· ἀπεναντίας, προσωπικῶς δὲν δύναμαι νὰ ἔχω παράπονον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη· προσωπικῶς ὁ κ. Τρικούπης ἠθέλησε νὰ μὲ ἱκανοποιήσῃ ἴσως καὶ πέραν τοῦ δέοντος, ἀλλὰ μὲ ἐχώρισεν ἕτερος λόγος· ὁ κ. Τρικούπης εἶναι παρὼν, καὶ ἐγὼ ἐσιώπησα μέχρι σήμερον, οὐδέποτε καταδεχθεὶς νὰ ἀναφέρω τοὺς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ ἰδιαιτέρους λόγους. Ὁ κ. Τρικούπης εἶναι παρὼν καὶ ἂς μὲ διαψεύσῃ, ἂν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν. Κατὰ τὸ 1875, ὅτε ἡμεῖς παρῃτήθημεν, προητοιμάζετο ἡ κατηγορία ἐναντίον τοῦ Ὑπουργείου Βούλγαρη κατὰ τῶν παραβιάσεων τοῦ Συντάγματος· συζητήσεις ἐγένοντο σπουδαῖαι ἔνθεν καὶ ἔνθεν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἐσιώπα, καὶ τῆς σιωπῆς της ἀναγκαία συνέπεια ἦτο τὸ ἀκανόνιστον τῶν συζητήσεων, τὸ χάος καὶ ἡ σύγχυσις, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, καὶ τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην καὶ ἐνταῦθα βλέπετε. Ὁ κ. Τρικούπης, λαβὼν τὸν λόγον τότε, εἶπεν, εἶσθε παραίτιοι ὑμεῖς τῆς καταστάσεως, ἥτις παρουσιάζεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἠθικῶς ὑπεύθυνοι οἱ δύω σύμμαχοι Ζαΐμης καὶ Δεληγεώργης, πραγματικῶς ὑπεύθυνοι ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὴν σπουδαίαν αὐτὴν περίστασιν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον τὴν παμψηφίαν, διότι ἐκεῖνοι οἱ τρεῖς ἀντεπροσώπευον ἐκ τῶν 180 ψήφων τῆς Βουλῆς τὰς 165, καὶ ἠξεύρετε, ἔλεγε, διατί σιωπᾶτε; διότι τὸ σύστημα τῶν προσωπικῶν Κυβερνήσεών σας εἶναι ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ συγχωρῇ τὰ ἐγκλήματα τῶν παρελθουσῶν, καὶ ὅπως συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, αὐτὸ τοῦτο φροντίζετε νὰ πράξητε καὶ διὰ τὸ παρόν. Ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἐρωτᾷ τὸν κ. Τρικούπην «καὶ τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο; Ἐννοεῖτε ἐμέ;» «Ναὶ, τοῦ λέγει, σὲ, διότι ὁ Βούλγαρης ἐκάλυψε τὰ ἐγκλήματα τὰ ἰδικά σου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ σεῖς σήμερον ζητεῖτε νὰ καλύψητε τὰ ἰδικά του.» Ἐπανάστασις, κύριοι, ἐξεγείρεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς· μία φούχτα βουλευτῶν τοῦ πέμπτου κόμματος ἐπροσπάθει νὰ ἀντισταθῇ καθ’ ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς μέλος τότε ἦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Τρικούπης τότε ἐν τῷ ἐρεθισμῷ του, ἀφοῦ δὲν τῷ ἐπέτρεπον οὔτε νὰ ὁμιλήσῃ, εἶπεν «εἶχον δίκαιον νὰ φερθῶ ὅπως ἐφέρθην, διότι μοὶ ἐπετέθητε,» ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Κουμουνδοῦρον, «βαναύσως». Νέα ἐπανάστασις καὶ νέα τρικυμία ἐξεγείρετο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ· «νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, φωνάζουν ὅλοι· ἄλλως, θέλομεν τὸν καταμεμφθῇ ὡς παραβιάζοντα τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας.» Μακρὰ συζήτησις ἐγένετο τότε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ὡμίλησαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας Μίλησης, διὰ μακρῶν ἀντέκρουσα ἐγὼ αὐτὸν λέγων ὅτι δὲν δύνασθε νὰ μεμφθῆτε τὸν κ. Τρικούπην πρὶν ἢ μεμφθῆτε τὸν Πρωθυπουργὸν Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν Δεληγεώργην, βουλευτὴν Μεσολογγίου, διότι ἐκεῖνοι ἔδωκαν τὸ σύνθημα αὐτῆς τῆς καταστάσεως· καὶ ἂν ἤμεθα ἡμεῖς δεκαπέντε καὶ σεῖς 160 εἶναι ἀδιάφορον, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἀποδοκιμασία κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Δεληγεώργη, καὶ ἔπειτα κατὰ τοῦ Χ. Τρικούπη· καὶ διατί; διότι ἐκεῖνοι μᾶς ἔλεγον τότε, «ὅτι, τῆς πατρίδος κινδυνευούσης, ἡμεῖς ὑπνώττομεν» καὶ ἐγὼ ἐθεώρησα τὴν ὕβριν ταύτην βαρυτέραν ἀπὸ τὴν λέξιν, ἥτις διέφυγε τοῦ κ. Τρικούπη «βαναύσως». Τί εἴδομεν δὲ κατὰ τὸ παρελθόν; εἴδομεν ἐπαναλαμβανόμενα ἀπὸ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον ὅλα κατὰ κεραίαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τότε τὸ πέμπτον κόμμα ἐκατηγόρει, καὶ τὰ ὁποῖα προέτασσεν ὡς ἀρχάς. Ἀγύρτης τις, κύριοι, κατὰ τὸν μεσαιῶνα, ὅτε ὑπῆρχεν ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ φιλοσοφικοῦ λίθου, ἀγύρτης τις παρουσιάσθη εἰς ἕνα τῶν ἡγεμονίσκων τῆς Γερμανίας καὶ τοῦ λέγει ὅτι ἀνεκάλυψε τὸ μέσον, δι’ οὗ δύναται νὰ μεταβάλλῃ εἰς χρυσὸν τὰ κοινὰ μέταλλα· ἔχω ὅμως τοῦ εἶπεν ἀνάγκην, ὅπως θέσω τὰς βάσεις τῆς χημικῆς κατασκευῆς, 30 ἢ 40 ὀκάδων χρυσοῦ, καὶ θὰ ἐργασθῶ εἰς τὸ ὑπόγειον τῶν ἀνακτόρων, διὰ τοῦ χρυσοῦ δὲ τούτου θὰ δυνηθῶ νὰ μεταβάλω 3,000 π. χ. ὀκάδας σιδήρου· ἐπείσθη ὁ πρίγκιψ, ὡς ἐπείσθη καὶ τὸ Ἔθνος ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ πέμπτου κόμματος, καὶ ἔδωκε τὰς 40 ὀκάδας τοῦ χρυσοῦ, καὶ εἰργάζετο ἐκεῖνος καὶ ἐκτύπα ἐν τοῖς ὑπογείοις διὰ τῆς σφύρας καὶ ἐθορύβει, καὶ μόλις ἐξήρχετο μόνον μίαν ὥραν καθ’ ἑσπέραν χάριν ἀναπνοῆς, ἀλλ’ ὁσάκις ἐξήρχετο ἐλάμβανε καὶ μίαν ὀκᾶν χρυσοῦ καὶ τὸ ἀπέκρυπτε· μετὰ 40 ἡμέρας, ἀφοῦ ἐξήγαγεν ὅλον τὸν χρυσόν, ἐγένετο ἄφαντος. Ἄφησε δ’ ἐπιστολὴν εἰς τὸν πρίγκιπα, ἐν ᾗ ἔλεγεν ὅτι «ἐγὼ ἀνεκάλυψα δι’ ἐμαυτὸν τὸν φιλοσοφικὸν λίθον, φρόντισον τώρα νὰ τὸν ἀνακαλύψῃς καὶ σύ.» Τί ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Κατηγορίαι φοβεραὶ ἀπηγγέλθησαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου καὶ τῶν συναδέλφων του. Ἔλεγον αὐτὸν καὶ τοὺς συναδέλφους του κλέπτας τοῦ Θηβαϊκοῦ ταμείου καὶ προδότας τῆς πατρίδος, καὶ συνεστάθη Ἐπιτροπὴ καὶ ἐξήτασε τὰ πράγματα, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔφερεν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας διεσύρετο ἡ ὑπόληψις καὶ τοῦ ἀποθανόντος Κουμουνδούρου καὶ ἄλλων συνυπουργῶν. Καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ὁ κ. Τρικούπης τί ἔλεγεν; ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει. Ἐλησμόνησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν κατὰ τὸ 1875. Τοιαύτη Κίρκη εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι. Καὶ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν κατηγορίαν, ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ εὕρουν συνεργοὺς ἐγκλήματος, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν αὐτουργοί. Ἤθελον οὐχὶ πλέον νὰ πολεμήσωσι τὸν Κουμουνδοῦρον ὡς πολιτευόμενον, ἀλλὰ προσωπικῶς, διότι ὁ Κουμουνδοῦρος ἦτο βλάστημα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔργον ἔχουν τινὲς, τυχοδιωκτικῶς πολιτευόμενοι, νὰ στιγματίζωσι τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐβλάστησαν αὐτοφυῶς εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἐκατηγόρησαν ὅτι ἐπηρέασε τὰ δικαστήρια· καὶ οἱ αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος ποῖοι ἦσαν; οἱ δικασταί· δὲν τοὺς ἀναζητοῦν, ἀναζητοῦν νὰ εὕρουν συνεργούς· καὶ ἐπὶ τίνος ὑποθέσεως; ἐπὶ ὑποθέσεως καθαρῶς ἰδιωτικῆς. Πάντες ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάζωμεν τὸν δημόσιον βίον, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν εἰς συζήτησιν τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις τοῦ ἀτόμου, καὶ δι’ ὅσα δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς· ὑποκείμεθα εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον διὰ τὸν δημόσιον βίον ἡμῶν, διότι ἀφ’ ἧς ἐξελέχθημεν βουλευταὶ καὶ γινόμεθα ὑπουργοί, δὲν ἀνήκομεν εἰς ἑαυτοὺς, ἀλλ’ εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ ἦναι αὐστηρὸς ἀλλ’ ἀληθής· ἐζήτησαν νὰ δολοφονήσωσιν οὐχὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου ἐπὶ ἰδιωτικῶν σχέσεων. Καὶ μήπως ἔχετε μόνον αὐτὸ τὸ παράδειγμα τῶν συκοφαντιῶν, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγον οἱ κύριοι οὗτοι; ἔχετε καὶ ἕτερον τῆς αὑτῆς φύσεως, ἀλλὰ πλέον ζωντανὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ καλύψουν ὅσον καὶ ἂν προσπαθήσουν· ἐκατηγόρησαν δύω ἐντίμους συναδέλφους, τὸν κ. Ἀθανασιάδην καὶ κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι ἦσαν ἐμπερδευμένοι εἰς τὰ ἅλατα, καὶ μάλιστα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πέρυσι τὸν Νοέμβριον, ἐνῷ διεκόπτετο ἀπὸ τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, τοῦ εἶπε: «μήπως καὶ σὺ εἶσαι μέσα εἰς τὴν ἑταιρίαν;» καὶ ἐζήτει συνεργοὺς, ποίους; τὸν Σωτηρόπουλον, τὸν Ἀθανασιάδην, τὸν Κουμουνδοῦρον, ἐνῷ τὸν αὐτουργόν, ἂν ὑπῆρχεν ἔγκλημα διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἁλάτων, τὸν εἶχε Διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ ἐκρέμα τὸν σταυρὸν τῶν Ταξιαρχῶν, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀοίδιμος τουρκοφάγος Νικηταρᾶς. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, περὶ οὗ σήμερον γίνεται λόγος, ὁ αἰτήσας τὰ ἅλατα, Δεϊμέζης, ὅστις διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ζητοῦσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοὺς συνεργοὺς ἐγκλήματος! Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βάλτου ὁ κ. Λομβάρδος ἔλεγεν «ὁ ἀγὼν ὁ ἰδικός μας δὲν εἶναι, κύριοι, διὰ ν’ ἀκυρώσωμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βάλτου, δὲν εἶναι διὰ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ διὰ νὰ πέσῃ τὸ σύστημα τῆς σπατάλης, τὸ σύστημα τῆς διαφθορᾶς, τὸ σύστημα τῆς ἐπεμβάσεως, καὶ νὰ ἐπικαθίσῃ ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς Κυβερνήσεως Κυβέρνησις ἠθική. Ἂν πέντε στρατιῶται, ἔλεγεν, ὡς ἀπόσπασμα περιοδεύσῃ εἰς ἐπαρχίαν τινὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἡ ἐπαρχία ἀνατριχιάζει, ὄχι σεῖς, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίσθητε εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βάλτου στρατιάς.» Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Λομβάρδος. Ἀλλ’ ἐκ τῶν καταθέσεων ἐπισήμων δηλώσεων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὰς παρελθούσας δημοτικὰς ἐκλογὰς, πόσοι στρατιῶται ἦσαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Δωρίδος; προκύπτει ὅτι ἦσαν 92 χωροφύλακες ἐντόπιοι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν αἱ ἐκθέσεις, καὶ δὲν ἀκούω τὰ ψελίσματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιάν)· 92 ἐντόπιοι στρατιῶται διεξήγουν τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἔπειτα καυχῶνται ὅτι ἐνήργησαν ἐκλογὰς ἐλευθέρας, ἐνῷ οὐδέποτε Κυβέρνησις κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐπενέβη μετὰ τοσαύτης ἐμπαθείας καὶ μετὰ τοιούτου φατριασμοῦ, καθὼς ἡ παροῦσα! Ἄλλοτε ὁ μακαρίτης Βούλγαρης ἐπενέβαινεν, ἀλλ’ ἐπενέβαινε μόνον εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, διότι ἤθελε νὰ μετασχηματίζῃ καὶ ἐκεῖνος τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ αὐτοὶ τὴν μετεσχημάτισαν διὰ τοῦ χειροτέρου τρόπου τῆς διαφθορᾶς. «Δὲν ζητοῦμεν, ἔλεγεν ὁ κ. Λομβάρδος ν’ ἀκυρώσωμεν τὴν ἐκλογὴν Βάλτου δι’ ἄλλον λόγον, ζητοῦμεν νὰ πέσῃ τὸ σύστημα, ν’ ἀνορθωθῇ ἡ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ἐβεβηλώσατε σεῖς. Ποῦ εἶναι, ἔλεγεν, ὁ Γεώργιος Πετιμεζᾶς, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν; τὸν ἐπαύσατε, διὰ νὰ μὴ ἀνακαλυφθοῦν τὰ αἴσχη σας ἐπὶ τοῦ Θηβαϊκοῦ δράματος.» Ποῦ εἶναι, ἐρωτῶ, ὁ Πετιμεζᾶς σήμερον; Δὲν εὑρέθη μία θέσις δι’ αὐτὸν, ὄχι πλέον διὰ δικαιώματα πατρικὰ, ἀλλὰ διὰ δικαιώματα προσωπικὰ, διὰ δικαιώματα μακρᾶς ὑπηρεσίας, ἀναμφισβητήτου ἠθικῆς καὶ τιμιότητος, δὲν εὑρέθη μία θέσις δι’ αὐτὸν, ὅπως καὶ ἐκεῖνος εἰς τὴν Πατρίδα του τὴν ποτισμένην μὲ τὸ αἷμα πατρὸς καὶ ἀδελφοῦ συνταφέντων εἰς τὰ Βασιλικὰ τῆς Κορίνθου ἔχῃ τὸν ἄρτον του! Τὸν ἐπρόβαλε τότε τὸν Πετιμεζᾶν ὁ Λομβάρδος, ὅπως προβάλλουν οἱ ὅμοιοί του διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸν σκοπόν των. Ὅτε ὅμως ἦλθον εἰς τὰ πράγματα, ἀφοῦ εὑρέθησαν δι’ ὅλους τοὺς Τζακαράκιδες θέσεις, διὰ τὸν Γεώργιον Πετιμεζᾶν δὲν εὑρέθη! καὶ πολὺ καλὰ ἐκάματε, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ Γεώργιος Πετιμεζᾶς μεθ’ ὑμῶν, δὲν δύναται νὰ συνυπηρετήσῃ ἡ ἀρετὴ μεθ’ ὑμῶν, κ. Λομβάρδε. «Ζητοῦμεν τὸν ἔλεγχον, πάντοτε ἔλεγον, ζητοῦμεν τὸν ἔλεγχον, καὶ ἀποκρύπτουσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα, ὅπως τὴν διαφωτίσωσι. Ζητοῦμεν τὸν ἔλεγχον καὶ θέλομεν νὰ στιγματίσωμεν καὶ καταδικάσωμεν οὐ μόνον τοὺς δράστας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὄπισθεν τοῦ δράματος εὑρισκομένους ἐγκληματίας καὶ ὑποθάλψαντας τὴν ὑπεξαίρεσιν καὶ τὴν κλοπὴν τῶν χρημάτων ἐκ τοῦ Θηβαϊκοῦ ταμείου.» Καὶ ἐντὸς τῶν Ὑπουργείων των τί γίνεται, κύριοι; Κλοπὴ ἀποδεδειγμένη· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κλέψας ἔχει, καθὼς λέγουν, «Μπάρπα ς’ τὴν Κορώνη», οἱ Ὑπουργοὶ καμμύουν τοὺς ὀφθαλμοὺς, κλείουν τὰ ὦτα, καὶ καλύπτουν τὸ ἔγκλημα! Εἰς τί εἶναι μόνον πρόθυμοι; εἰς τὸ νὰ συνομολογοῦν δάνεια, εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλλουν φόρους. Καὶ τί σᾶς λέγουν; «ζητοῦμεν τὰ δάνεια διὰ νὰ παρασκευάσωμεν τὴν Ἑλλάδα.» Ὄχι, σᾶς ἀπαντῶμεν· προβάλλετε τὰς παρασκευὰς διὰ νὰ κάμετε τὸ δάνειον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική σας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο μᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος· «δὲν ἀφίνετε πλέον νὰ συζητήσωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν κατὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις.» Ἐλησμόνησαν ὅμως καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι τὰ ὅρια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ κανονίζει ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅταν σεῖς ἐντὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἀκολουθεῖτε τοὺς κανόνας τῆς εὐπρεπείας τῆς Κοινοβουλευτικῆς, καὶ ὅταν δὲν σέβεσθε οὔτε ἑαυτοὺς, οὔτε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, βεβαίως αὐτὸ τὸ χάος θὰ ἦναι πάντοτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Κατέφυγε δὲ καὶ εἰς ἓν μικροδημοκοπικὸν στρατήγημα· ἐὰν πέσῃ, λέγει, ἡ Κυβέρνησις, θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἡμεῖς σᾶς εἴπομεν ἀπὸ πέρυσιν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ· σᾶς εἶπον ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ, διότι ἐξηπατήσατε τὸν λαὸν, σεῖς καὶ ὄχι ἐγώ. Εἴπατε εἰς τὸ πρόγραμμά σας, ὅτι θὰ ἔλθετε νὰ κυβερνήσητε δι’ οἰκονομιῶν· εἴπατε εἰς τὸ πρόγραμμά σας, ὅτι φόρους δὲν θὰ ἐπιβάλετε· καὶ ἐν τούτοις ποῖος εἶναι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἠκολουθήσατε; Ποῖαι εἶναι αἱ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐτηρήσατε; Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Λομβάρδον δὲν εἶχον οὐδεμίαν πεποίθησιν, ὅτι δίδει προσοχὴν εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς του καὶ τὸ πρόγραμμά του, διότι ἄλλοτε ἐν Ζακύνθῳ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων του εἶπεν, ὅτι, «ἐὰν εὔγωμε ἀνακατωμένοι, ἔχετε τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι δὲν πηγαίνω εἰς Ἀθήνας.» Καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἦτον ἐνταῦθα (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἔχετε πρόγραμμα οἰκονομικόν; ὄχι. Αὐτομάτως, κύριοι, καὶ ἐνστίκτως βαδίζει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς· ὅ,τι ἀκούσῃ, ὅ,τι ἁρπάξῃ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἔρχεται καὶ τὸ φέρει χωρὶς νὰ συλλογίζηται, ὅτι τὸ ἐπολέμησε χθὲς, καὶ τὸ φέρει ὡς σύστημα οἰκονομικὸν ἰδικόν της. Ἐπολεμήσαμεν μαζῆ τοὺς φόρους περὶ καπνοῦ καὶ οἴνου, ὅτε τοὺς ἔφερεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος διὰ νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐν συνειδήσει ὅλοι ἐπιστεύομεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς μιᾶς κρίσεως μεγάλης· ἐπολεμήσαμεν τότε τοὺς φόρους αὐτοὺς, καὶ ἀφοῦ διεκηρύξαμεν τότε ὅτι εἴμεθα ἐναντίοι τοιούτου φόρου, ὅτε ἤλθατε ὑμεῖς τοὺς ἐπεβάλετε, καὶ τοὺς ἐψηφίσατε κατὰ τρόπον ὅλως διόλου.... δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὸν χαρακτηρισμόν, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι Νομοσχέδια, ἀλλὰ κατασκευάσματα ἀνθρώπων, μὴ γνωριζόντων οὔτε τὸν Τόπον, οὔτε τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ἐφέρατε καὶ Νόμον περὶ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους κάμνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς ὁποίους παρουσίασε διὰ τοῦ λόγου του, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ἠξεύρετε πόσα ἑκατομμύρια θὰ ἔχῃ ἀπὸ τὸ σιγαρόχαρτον; ἑπτὰ ἑκατομμύρια κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Φαντασθῆτε, κύριοι, ἂν σπουδάζῃ, ὅταν ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου τοῦ σιγαροχάρτου.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν τὸ ηὕρατε αὐτὸ πουθενὰ, νὰ μοῦ τὸ δείξητε.
§48Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν λέγητε ὅτι δαπανῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα τρία ἑκατομμύρια ὀκάδων καπνοῦ, τὸ σιγαρόχαρτον, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται διὰ τὴν κατανάλωσιν τριῶν ἑκατομμυρίων ὀκάδων καπνοῦ, ἀνέρχεται εἰς ἕξ ἑκατομμύρια, ὅταν λέγητε ὅτι θὰ ἐξέρχεται ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἓν ἑκατομμύριον κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐξάγεται εἰς σιγαρέτα......
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὰς ἰδικάς σου πληροφορίας.
§50Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι καὶ πληροφορίαι τοῦ κ. Καλλιγᾶ.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πληρόνεται φόρος ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου.
§52Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σιγαρόχαρτον ποῦ θὰ εὕρουν νὰ κάμουν τὰ πρὸς ἐξαγωγὴν σιγαρέτα;
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μένει σιγαρόχαρτον ἐν τῇ διαμετακομίσει ἀφορολόγητον.
§54Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνέπεια· ὅταν δὲν εἶναι οἱ Νόμοι λογικοὶ, προσπαθεῖτε νὰ τοὺς διορθώσητε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, ἀλλὰ διαῤῥηγνύονται ἀπὸ τὸ ἄλλο δυστυχῶς. Εἴπομεν ὅτι δὲν ἐπιβάλλομεν φόρους ἐπὶ τῶν οἴνων, καὶ ἐπεβάλομεν διὰ τοῦ βαρυτέρου τρόπου. Καὶ ὅταν ἡ συνείδησις ἑνὸς τόπου ἀντιτίθεται εἰς μίαν φορολογίαν, ὅταν ἐντὸς τοῦ Τόπου δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε τοὺς ἐκτελεστὰς τοῦ Νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ τοὺς φέρητε ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Τόπος ἀποκρούει τοὺς Νόμους, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε. Ἔχομεν σύστημα οἰκονομικὸν, σᾶς λέγουν· καὶ ἐνταῦθα δὲν θὰ εὑρεθῶ σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σωτηροπούλου —δὲν θὰ εἰπῇ ὅμως τοῦτο ὅτι εἶναι διῃρημένη ἡ Ἀντιπολίτευσις· ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ, ποσῶς δὲν εἶναι διῃρημένη—διότι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δανείου, καὶ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποτόμου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ δύνασθε σεῖς νὰ εἴπητε ὅτι ἔχετε πρόγραμμα τοιοῦτον; Πέρυσιν, ὅτε εἰσηγάγετε τὸν Προϋπολογισμὸν, μᾶς εἴπατε, ὡς σᾶς ἀνέγνωσε προχθὲς ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ παρὰ ὅταν στερεωθῇ ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου διὰ τοῦ ἰσοζυγίου καὶ διὰ τοῦ πλεονάσματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅταν τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος φθάσωσιν εἰς τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν τὰ χρεώγραφα τῆς Ἰταλίας, τουτέστιν εἰς 92%, τότε εἶναι καιρὸς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· προσέθηκε τότε ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξεπροσώπει τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πάνυ δικαίως, παρετήρησεν ὅτι ἡ Ἰταλία συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 600 ἑκατομμυρίων φράγκων καὶ ἔκλεισε τὸν χρυσὸν εἰς τὰ κιβώτια, διότι ἐφοβεῖτο εἰσέτι νὰ ἄρῃ ἀποτόμως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν μήπως εἰσρεύσουν τὰ χρεώγραφα αὐτῆς ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καὶ ἐξέλθῃ πάλιν ὁ χρυσὸς, ὅπερ βεβαίως θὰ συμβῇ εἰς ἡμᾶς· διότι ἡ Ἰταλία συνωμολόγησε τὸ δάνειον πρὸς 88% καὶ μὲ Προϋπολογισμὸν παρουσιάζοντα περίσσευμα. Τί μᾶς εἶπον προχθὲς διὰ νὰ μᾶς πείσουν καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης; ὅτι ἡμεῖς ἐδανείσθημεν καλλίτερον ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, διατί; διότι ἡμεῖς ἐδανείσθημεν μὲ ½% κάτωθεν τῆς ἀξίας τῶν χρεωγράφων, ἐνῷ ἐκεῖνοι ἐδανείσθησαν μὲ 4% κάτωθεν. Δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξίαν τῆς ὁμολογίας τοῦ Δημοσίου ἡμῶν καὶ τῆς Ἰταλίας, ἀλλὰ λέγουν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἥμισυ παρακάτω Καὶ ἠξεύρετε διατί εἴμεθα ἥμισυ παρακάτω; διότι τὰ ἰδικά μας χρεώγραφα δὲν ἔχουν μεγάλην κυκλοφορίαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων, ὡς τὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἀλλὰ κανονίζονται ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἐκείνῳ κατὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κορωνιοῦ καὶ τοῦ Καμόνδου καὶ τοῦ Comptoir d Escomptes, τουτέστιν ἐξ ἐκείνων οἵτινες πρόκειται νὰ συνομολογήσουν τὸ δάνειον αὐτὸ, καὶ ἔχομεν ἐκ τῆς πηγῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ τὸ δάνειον, τὰς πληροφορίας ὅπως δικαιολογηθῶμεν. Ἐκαυχήθησαν μάλιστα ὅτι ἡμεῖς ἐνεπνεύσαμεν τὴν πίστιν εἰς τὸν κόσμον, ἐνῷ συνομολογοῦσι δάνειον χρεωκοπικὸν, τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἀναβαίνουσιν εἰς 8 καὶ 92(00, καὶ ἡ προμήθεια καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα ὄχι εἰς 2,300,000 ἀλλ’ ἄνω τῶν 4,000,000, ὡς θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω, ὅταν θὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ ὁποία θ’ ἀφήσῃ στίγμα χρεωκόπου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ θὰ συμβῇ βεβαίως ἐν Ἑλλάδι, ἂν γείνῃ τὸ δάνειον, οἰκονομικὴ κρίσις καὶ στενοχωρία, θὰ εἰσρεύσουν ὅλα τὰ χαρτιὰ τῆς Ἑλλάδος ἐντὸς αὐτῆς, καὶ θ’ ἀφαιρέσωσι τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Τράπεζαν. Καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ὑπὲρ τῆς Τραπέζης ἐξ ὑποκειμένου, διότι ἐγὼ οὔτε ἰδιαίτερος αὐτῆς σύμβουλος εἶμαι, οὔτε μοῦ χρεωστεῖ, οὔτε τῆς χρεωστῶ εὐτυχῶς· εἶμαι ἐλεύθερος καὶ δύναμαι νὰ ὁμιλήσω μετὰ πάσης ἐλευθερίας. Ἔχει συμφέρον ὅμως ἡ Πολιτεία νὰ σκέπτηται περὶ τῆς καλῆς καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἴσως ὑπάρχουν ἄλλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀναγκάζουν νὰ κάμωμεν τὸ δάνειον· εἶναι τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλικῆς προνομιούχου Τραπέζης. Ἡ προνομιοῦχος Τράπεζα τῆς Θεσσαλίας ἔχει γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν καὶ ἔχει τὴν ἄδειαν κατὰ τὸν ἴδιον νόμον καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐκδίδει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ ἐκδίδῃ καὶ αὐτὴ γραμμάτια. Δύναται λοιπὸν νὰ ἐκδώσῃ, ἀντὶ τῶν 5,000,000 τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς, 15,000,000 γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ὅμως σήμερον δὲν δύναται νὰ κυκλοφορήσῃ· διότι, ἅμα κυκλοφορήσωσι τὰ γραμμάτιά της, ἐπανέρχονται εἰς τὸ ταμεῖόν της καὶ ἐξαργυρόνονται, ὁ δὲ χρυσὸς μεταφέρεται ἐδῶ, καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται εἰς στενοχωρίας. Διὰ τῆς ἄρσεως ὅμως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας λαμβάνει ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας καὶ κινήσεως. Πῶς λοιπὸν νὰ πιστεύσωμεν εἰς ἐσᾶς, οἱ ὁποῖοι πέρυσιν ὑπεστηρίζετε ἓν σύστημα καὶ ἐφέτος ὑποστηρίζετε ἄλλο ἀντίθετον; Πέρυσι μᾶς ὡμιλεῖτε κατὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐφέτος μᾶς λέγετε ὑπὲρ αὐτῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ οἰκονομικόν σας σύστημα, διὰ τὸ ὁποῖον καυχᾶσθε! Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, θὰ ἐξετάσω ὅμως, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγή σας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν παιδείαν τοῦ τόπου. Ἠκούσατε τί σᾶς εἶπε προχθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας· 320 δημοτικὰ σχολεῖα νέα ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῆς τελευταίας, 360 δὲ δὲν εἶχον διδασκάλους, τουτέστι καὶ ἐκ τῶν παλαιῶν σχολείων ἔλειπον ἀκόμη 40 δημοδιδάσκαλοι. Οἱ κύριοι αὐτοὶ κάμνουν αὐτὰ τὰ εἰκονικὰ σχολεῖα χάριν μικροραδιουργιῶν. Εἰκονικὰ σχολεῖα, εἰκονικὰ τηλεγραφεῖα, εἰκονικὰ ταχυδρομεῖα! Ἀπὸ πέρυσι, κύριοι, ἀπεφασίσθη νὰ γίνουν δύω τηλεγραφεῖα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας· τίποτε δὲν ἐγένετο· ὅλα αὐτὰ γίνονται καὶ γίνονται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ὅπως ἐξαπατήσωσι τὸν κόσμον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας σᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι διατεθειμένος, ἂν μείνῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, νὰ συστήσῃ ἀκόμη ἄλλα τόσα σχολεῖα, ἀνέπτυξε δηλαδὴ τὴν κατωτέραν παιδείαν διὰ τῆς εἰκονικότητος καὶ τοῦ ψεύδους. Αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία, τὴν ὁποίαν δίδουν εἰς τὸν λαόν! Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου περὶ συστάσεως τηλεγραφείου τινὸς ἐν Βιτρινίτζῃ; ὅτι κατὰ τὸ 1882 διημείφθησαν μεταξὺ τῶν τηλεγραφείων τοῦ Κράτους καὶ τῆς Βιτρινίτζης 62 τηλεγραφήματα, καὶ ἔλαβε τὸ Δημόσιον 72 δραχμάς. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ ἔσοδα τῶν τηλεγραφείων, τὰ ὁποῖα συσταίνουν διὰ νὰ ἐπιῤῥώσουν τὴν ἐπιῤῥοὴν τῶν εὐνοουμένων, μὴ φροντίζοντες περὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ περὶ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουν τὸν τόπον.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ κάμωμεν καὶ ἄλλα, ἂν ἠμπορέσωμεν.
§56Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εὔχομαι νὰ κάμητε καὶ εἰς τὴν Ξυλογαϊδάραν, καὶ εἰς τὴν Κίσελαν, καὶ εἰς τὴν Ἀρτοτίναν· καὶ ἂν ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι τόσον δοῦλος καὶ τόσον τυφλὸς, ὥστε νὰ πληρόνῃ φόρους διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἰδικήν σᾶς ἐπιῤῥοὴν, εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, πῶς διετύπωσε πρόγραμμα, καὶ σᾶς εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Ἡ Ἑλλὰς θὰ προετοιμασθῇ, ἀλλὰ διακηρύττει εἰς τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι δὲν ἔχει ἀπόφασιν νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου». Δὲν ἐντρεπόμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἐκφέρωμεν τοιούτους λόγους; Καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ κόσμος δὲν γνωρίζει τὴν ἀθλιότητά μας; Ἡμεῖς νὰ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου; Εἴμεθα εἰς κατάστασιν ἡμεῖς νὰ κινηθῶμεν, ὄχι πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλὰ μέχρι τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου; Καὶ ἐπίστευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι διὰ τοῦ λόγου του αὐτοῦ ἔσωσε τὴν ἀξίαν τῶν χρεωγράφων εἰς τὴν Εὐρώπην, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰρηνική! Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, πρὶν διαῤῥυθμισθῶμεν ἐσωτερικῶς. Πλανῶνται δὲ ἐκεῖνοι, ἢ θέλουν νὰ πλανήσουν, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς ὁμιλοῦν περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Καὶ διὰ τίνων μέσων θὰ ὑποστηρίξετε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν σας; Οἱ πολιτικοὶ τῆς Τουρκίας εἶναι ἱκανώτατοι, καὶ καθὼς εἴπατε, δύνανται νὰ παρατείνουν τὴν λύσιν ὅλων τῶν ζητημάτων, καὶ τῶν κραταιῶν ἀκόμη Δυνάμεων· ἀλλ’ ἱκανώτεροι ἀκόμη εἰς τὸ νὰ περιφρονοῦν τοὺς δειλοὺς καὶ τοὺς τείνοντας εἰς αὐτοὺς χεῖρα ἐπαίτιδα, ὅπως λύσωσι τὰ ζητήματα αὑτῶν. Δὲν ἔχετε παράδειγμα ἐνώπιόν σας ὅτι δὲν προσέχουν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὰ χρηματιστήρια τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ προσέχουν εἰς τὴν αἰχμὴν τοῦ γιαταγανίου τοῦ Μαυροβουνίου; Δὲν εἴδατε πρὸ ὀλίγου ἐπισκεφθέντα τὸν Σουλτάνον τὸν ἡγεμόνα τοῦ Μαυροβουνίου, καὶ δὲν εἴδατε συγκινηθέντας ὅλους τοὺς Τούρκους, καὶ μετὰ πόσου σεβασμοῦ ὑπεδέχθησαν αὐτὸν, καίτοι ἀντιπροσωπεύοντα λαὸν ἴσον πρὸς ἕνα νομὸν τῆς Ἑλλάδος; Διαῤῥυθμισθῆτε λοιπὸν ἐσωτερικῶς· ἀλλ’ ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ζῶμεν, ἡ ἐσωτερικὴ διαῤῥύθμισις εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος· χάος πολιτικὸν, οὐδεὶς εἶναι εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, οὔτε Βουλὴ, οὔτε Κυβέρνησις, οὔτε Βασιλεύς. Διαῤῥυθμισθῆτε ἐσωτερικῶς, καὶ τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, τολμήσατε νὰ καυχηθῆτε, τολμήσατε, ἐπαναλέγω, νὰ καυχηθῆτε ὅτι ἔχετε ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ὅταν ὅμως δὲν δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν οὔτε ἕνα λόχον ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὡς εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμιλῆτε περὶ ναυτικῆς παρασκευῆς, ἀφοῦ αὐτὰ τὰ δύω ψωρόπλοια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, τὰ ἀφήσατε καὶ ἐσκώριασαν. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὡραῖοι λόγοι, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐπαγωγικοὶ λόγοι τείνουν πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, νὰ συνομολογηθῇ δάνειον καὶ ἐπιβαρυνθῇ εὐφήμως ὁ λαὸς μὲ φόρους. Φαντασθῆτε ὅτι εἰς διάστημα τεσσάρων χρόνων ἔχετε ἐνώπιόν σας τὸ πρωτάκουστον φαινόμενον τοῦ ὑπερδιπλασιασμοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρον τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δηλαδὴ ὀφείλει νὰ πληρώνῃ ἀλογίστως καὶ νὰ κύπτῃ τὸν αὐχένα καθ’ ἑκάστην ἐνώπιον τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ Δημοσίου. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσουν διὰ τίνα λόγον μετέστησαν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ ἐζητήθη λόγος καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἔδωκαν αὐτὸν, ἔδωκαν καὶ οἱ ἀντίθετοι· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὡς εἶπον, τὸν δημόσιον ἡμῶν βίον. Ποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι, οἱ χωρίζοντες τὴν μίαν μερίδα ἀπὸ τὴν ἄλλην; οἱ λόγοι οὗτοι δὲν εἶναι δασμολόγιον, ὡς εἶπόν τινες· εἶναι λόγοι μεγάλοι, λόγοι σπουδαῖοι, εἶναι λόγοι, οἵτινες ἀνοίγουν χάσμα βαθὺ μεταξὺ τῶν κατηγόρων καὶ τῶν κατηγορουμένων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ἐδῶ τότε, καὶ Πρέσβυς προηγουμένως, ἀπὸ τοῦ βήματος δὲ τούτου εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου ἐπρόδωσε τὴν Ἑλλάδα.
§57ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, πᾶν ἄλλο εἶπον.
§58Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὴν λέξιν αὐτὴν εἶπες.
§59ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνάμην ἐγὼ ποτὲ νὰ ἐκφράσω τοιαύτην ἰδέαν.
§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ἔχουσαν οὕτω: «Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει ἔτι μᾶλλον τὴν θέσιν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιτείνει ἔτι μᾶλλον τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, εἶναι ὅτι διὰ τῆς ἐν λόγῳ αὐθαιρεσίας αὐτῆς δὲν κατέστρεψε μόνον δικαιώματα, ἀποῤῥίψασα καὶ θυσιάσασα σπουδαῖον καὶ τὸ σπουδαιότερον μάλιστα μέρος, ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν, τῆς παραχωρηθείσης εἰς τὴν Ἑλλάδα χώρας, ἀλλὰ καὶ παρεβίασεν ἐν ταὐτῷ καὶ κατεπάτησε καὶ τὰς ἱερωτέρας τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, τουτέστι τῆς Ἑλλάδος πρός τε ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ τοιουτρόπως διεπόμπευσε τὴν τιμὴν καὶ διεκύβευσε τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. «Καὶ βεβαίως, τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι βουλευταὶ, καὶ τίς ἐκ τῶν Ἑλλήνων ὅλων δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου ἐγεννήθη ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος τῆς Ἑλλάδος ὑποχρέωσις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἡ ὁποία ὑποχρέωσις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλο τέρμα, ἡ ὁποία ὑποχρέωσις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλον ἀπαλλαγῆς ὅρον, πλὴν ἐκείνου τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος, πλὴν ἐκείνου τῆς τελευταίας, ἵνα οὕτως εἴπω, ἀναπνοῆς αὐτῆς; Ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς ἐγνώριζε, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν αὑτῆς ἐλάμβανεν ἄλλοτε ὡς μερικὴν ἀμοιβὴν τῆς γενικῆς τῶν Ἑλλήνων ὅλων θυσίας· ὅτε δὲ προσεκαλεῖτο νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην καὶ ὑπὲρ ἄλλης τινὸς μερίδος, τῆς ἀνηλεῶς θυσιασθείσης ὑπὲρ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἐλησμόνει τὴν ὀφειλήν της ἐπονειδίστως καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἀνάπαυσιν αὑτῆς ἀποβλέπουσα καὶ ἀνάνδρως τοὺς κινδύνους πτοουμένη. Ἡ Εὐρώπη, ὡσεὶ ἐντρεπομένη, διὰ τὸ πρῶτον αὑτῆς κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡμῶν ἀδίκημα καὶ τὸ πρῶτον αὑτῆς κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡμῶν μέγιστον λάθος, προσφέρεται εἰς τὴν παρουσιαζομένην εὔθετον ταύτην περίστασιν νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἀδίκημα καὶ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ λάθος ἐκεῖνο, τοὐλάχιστον κατὰ μέρος, ἡ δὲ Ἑλλὰς δὲν ἐντρέπεται ἐκ τοῦ μέρους τούτου νὰ δεχθῇ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται ἀπόνως νὰ ἀποκτήσῃ, νὰ ἀποῤῥίψῃ δὲ τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον δύναται ὅπως δήποτε νὰ ἐπαγάγῃ κινδύνους! «Σημειώσατε δὲ, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ διὰ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν ταύτης ἐπελθοῦσα ἀπώλεια τοῦ διαμερίσματος καὶ τῆς ἐνδόξου πόλεως τῶν Ἰωαννίνων, ἡ ὁποία, ὡς πάντες γνωρίζετε, ὑπῆρξεν ἡ πνευματικὴ ἑστία τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παλιγγενεσίας, σημειώσατε, λέγω, ὅτι ἡ οὕτως ἐπελθοῦσα ἀπώλεια τοῦ διαμερίσματος καὶ τῆς ἐνδόξου πόλεως τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μέγας κίνδυνος, ἂν δὲν εἶναι ἐπώδυνος βεβαιότης, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁριστικὴ καὶ ἀνεπανόρθωτος, ἕνεκα τῶν κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα γνωστῶν φυλετικῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας καταχθονίως ἐκμεταλλεύεται καὶ ἔτι μᾶλλον θὰ ἐκμεταλλευθῇ ἡ ἀσυνείδητος πολιτικὴ ραδιουργία. Εἶναι δὲ τοῖς πᾶσι δῆλον, ὅτι ὅσῳ μεγάλῃ παρίσταται νῦν ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἡ ζημία, τόσῳ μεγάλη θὰ ἦτον ἕνεκα τῶν αὐτῶν λόγων καὶ ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν θὰ παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀπὸ τοῦδε κατοχὴ τῶν Ἰωαννίνων, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀνοιχθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα στάδιον ὅσῳ εὐρείας, τόσῳ καὶ ἀσφαλοῦς ἐθνικῆς ἐπιτυχίας. «Τοιουτοτρόπως λοιπὸν, τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι βουλευταὶ, καὶ τίς ἐκ τῶν Ἑλλήνων ὅλων δὲν ἐννοεῖ, ὅτι πράξαντες ὅ,τι ἐπράξαμεν, κατεπροδώσαμεν καὶ κατεστρέψαμεν μετὰ τῆς τιμῆς καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀμφότερα ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς τὸ παρελθὸν ὡς ἱερὸν κληροδότημα τῆς πατρίου ἱστορίας; διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπεβάλαμεν, διὰ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν ταύτης, τὴν πρὸς ἡμᾶς ἀγάπην καὶ τὴν ἐφ’ ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην τῶν ἔξω ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρήσκων ἡμῶν, καὶ ἀσεβῶς τοιουτοτρόπως τοὺς μετ’ αὐτῶν προαιωνίους δεσμοὺς διαῤῥήξαντες, ὠθήσαμεν αὐτοὺς ἀνεπιστρεπτεὶ πρὸς ἄλλα κέντρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλα ἀδυσωπήτως ἐχθρικὰ πρὸς ἡμᾶς, πανταχόθεν τὸν ἐθνικὸν ὄλεθρον ἀπειλοῦντα· ἀφ’ ἑτέρου δὲ προσενεχθέντες, ὡς προσηνέχθημεν, ἀπεδείξαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἴμεθα ἄχρηστοι, ὡς πολιτικὸς παράγων, καὶ ἀνάξιοι ἑπομένως τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς· διότι, ὡς οἱ μισοῦντες ἡμᾶς ἀνέκαθεν ἰσχυρίζοντο, εἴμεθα μόνον ἐν λόγοις φοβεροὶ, μικροὶ καὶ οὐτιδανοὶ παριστάμενοι, ὅταν ἐπιστῇ τῶν ἔργων ἡ ὥρα». Καὶ τί ἄλλο εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα; Δὲν πρόκειται πλέον τώρα μόνον καὶ μόνον περὶ τοῦ Θηβαϊκοῦ δράματος. Ἐγὼ συνεχάρην τὸν κ. Κοντόσταυλον τότε, διότι ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τοῦ πολέμου, καὶ ἤμην ὑπὲρ τοῦ πολέμου ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφεραν ἄλλοι, ἀλλὰ διότι ἐθεώρουν καὶ ὑπὸ ἐσωτερικὴν ἔποψιν, ὅτι ὁ πόλεμος ἤθελεν ὠφελήσει τὴν Ἑλλάδα, ἥτις κατέστη φαῦλον χρηματιστήριον κυβείας. Ἠκούσατε δικαιολογουμένους ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, καὶ θαυμάζω μάλιστα πῶς ἠνέχθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκούῃ βουλευτὰς ἀγορεύοντας, ὅπως ἠγόρευσαν, ἠκούσατε, ἐνταῦθα βουλευτὴν ἀγορεύοντα ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ὑπερασπιζόμενον τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ προγράμματος τοῦ Κουμουνδούρου. Ἠκούσατε ἄλλον βουλευτὴν εἰπόντα ἀπὸ τοῦ βήματος «ὑπεγράψαμεν κατηγορητήριον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη, διατί; διὰ νὰ τὸ ἀντιτάξωμεν κατὰ τοῦ ἄλλου κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου.» Καὶ τί παρέστησε διὰ τῆς ὁμιλίας του αὐτῆς; ὅτι ἡ Βουλὴ διαιρεῖται εἰς δύω στρατόπεδα, τὰ ὁποῖα ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχουν παρὰ νὰ συκοφαντῶσι τὸ ἓν τὸ ἄλλο, καὶ ὅταν τὸ ἓν ἐπιχειρήσῃ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἄλλου, τὸ ἄλλο ἀπομακρύνει τὴν κατηγορίαν διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μεθόδου. Αὐτὴν τὴν εἰκόνα παρουσιάζουσα ἡ Βουλὴ, εἶναι Βουλὴ τῆς ἐποχῆς, Βουλὴ τῆς ἀναμορφώσεως! Εἴδατε μετὰ πόσης προφυλάξεως ὡμίλησαν οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ποταμιάνος καὶ ἀφεθεὶς ἐλεύθερος εἰς τὰς σκέψεις του καὶ τὰς κρίσεις του, ἤρχισε τὴν κατάκρισιν τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ἀμέσως διεκόπη ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅστις τοῦ εἶπε, μὴ ὁμιλῇς περὶ τοῦ παρελθόντος, «διότι τώρα τὸ πέρνει ὁ διάβολος ἐδῶ μέσα», καὶ τότε παύει, καὶ ἔρχεται εἰς τὸ ἐνεστώς. Ὡμίλησεν ἄλλος βουλευτὴς καὶ ἀναφέρεται εἰς τὸ παρελθὸν, χολώνει ἄλλος βουλευτὴς καὶ τρέχει πρὸς τὴν θύραν διὰ νὰ δείξῃ δῆθεν ὅτι τὸν προσέβαλον εἰς τὴν πολιτικήν. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ ἐντελῶς δι’ ἐκείνους, οἵτινες μετέστησαν καὶ τίνας λόγους εἶχον· διότι ἐγὼ ἐπολιτεύθην πάντοτε μὲ ὀλίγους, οὐδέποτε προσῆλθον πρὸς ἰσχυρὸν, καὶ ἐξηκολούθησα τὴν πολιτικήν μου πορείαν, καὶ ἐσταμάτησα, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅταν εἶδον ὅτι οἱ μεθ’ ὧν συνέπραττον ἀπεφάσισαν τρέχοντες νὰ μὴ περιμένωσι. Καὶ ταῦτα δὲν τὰ λέγω σήμερον, τὰ εἶπον ἀπὸ τῆς 4 Μαρτίου τοῦ 1882 εἰς βουλευτὴν ὑπουργικὸν παρόντα ἐνταῦθα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ διαλυθῇ, ἀδύνατον νὰ συμπράξουν οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα Ὑπουργοὶ μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πετσάλης εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν ἀμέσως τὴν 4 Μαρτίου 1882 δὲν τὰ εἶπον αὐτά. Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἵτινες δὲν εἶναι παρόντες καὶ οἵτινες μὲ ἤκουσαν παῤῥησίᾳ προλέγοντα τὰ συμβάντα κατόπιν. Ἑλλὰς πλουσία καὶ Ἑλλὰς πτωχή! Συγκρίνατε τὰς δύω ἐποχὰς, τὴν ἐποχὴν τῆς δούλης Ἑλλάδος τοῦ 1821 μετὰ τῆς πλουσίας Ἑλλάδος τοῦ 1883. Ἐκεῖ θέλετε εὕρει πλουσίους καὶ ἡγεμόνας ρίψαντας εἰς τὸν δίσκον τῆς πατρίδος καὶ τὰ πλούτη καὶ τὰ στέμματα αὐτῶν, ἐκεῖ θέλετε εὕρει ἄρχοντας χύσαντας καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν, τοὺς ἄρχοντας αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ἀποκρούει ὁ κ. Στεφανίδης, ὡς χύσαντας τὸ αἷμα αὐτῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ἀναγνώσατε τὴν ἱστορίαν καὶ θέλετε ἰδεῖ τί εἶπεν ἄλλοτε ὁ ἀοίδιμος γέρων τῆς Πελοποννήσου δι’ ἕνα ἄρχοντα ζυγίζοντα σωματικῶς τρεῖς λίτρας, ἀλλὰ βαρύτατον κατὰ τὸν πατριωτισμὸν, καὶ τῆς καρδίας τὸ σθένος, τὸν ἀοίδιμον Ἀσημάκην Φωτήλλαν, πάππον τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ νῦν κυρίου βουλευτοῦ Φωτήλλα, ὅστις ἐν κρισίμῳ καὶ ὑπερτάτῳ κινδύνῳ τῆς πατρίδος ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα· διότι, ἐνῷ πλεῖστοι ἐδειλίασαν, αὐτὸς ἐκράτησε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ συνεκέντρωσε τὰς δυνάμεις αὐτῆς, καὶ κατέστρεψε τὸν πολυάριθμον στρατὸν τοῦ Μαχμοὺτ πασσᾶ, τοῦ Δράμαλη. Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ἄρχοντας ἂς τοὺς ρίψωμεν εἰς τὸν Καιάδαν, ἂς τοὺς παραδώσωμεν εἰς τὸ ἀνάθεμα, διότι ἐθαμβώθημεν ἐκ τῆς στιλπνότητος τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον ἔφεραν οἱ μεσῖται καὶ οἱ κυβευταὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως!! καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐκείνη μὲ τὴν μάχαιραν τοῦ Γιατράκου εἰς τὰς χεῖρας, μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ Μάρκου καὶ τοῦ Τσαβέλα, μὲ τὸ γιαταγάνι τοῦ Νικήτα καὶ τὴν ρομφαίαν τοῦ Καραΐσκου καὶ δὲν ἠξεύρω τίνων ἄλλων συνεκίνησεν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, καὶ ἐκλόνισεν ἐκ θεμελίων μίαν αὐτοκρατορίαν, καὶ σήμερον ἵσταται πελιδνὴ ἐνώπιον τοῦ τελευταίου Βουλγάρου, τοῦ ἀγροίκου καὶ βαρβάρου. Δὲν θέλω λοιπὸν ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω κατ’ ἐκείνων, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα, οἱ ὁποῖοι μετέστησαν πρὸς τὴν ἄλλην μερίδα, ὄχι διότι μεταξὺ ἐκείνων διακρίνονται διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, πρόσωπα ἔχοντα ἠθικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑποχρεώνουσι νὰ ἐνθυμηθῶσι τὸ παρελθὸν, καὶ ἄλλα ἔχοντα πραγματικοὺς λόγους, διότι εἶχον ἄμεσον καὶ ἐνεργητικὸν μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, δὲν τοὺς κατηγορῶ, τοὺς ἐπαινῶ μάλιστα, διότι κατώρθωσαν νὰ συνταυτισθῶσι καὶ ἐξομοιωθῶσι πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ αὐτοὶ νὰ ἦναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ κόμμα. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν βρωμερὰν ὑπόθεσιν τῆς Κωπαΐδος· ἄλλοι εἰδικώτεροι περὶ τὰ νομικὰ σᾶς ἀνέπτυξαν τὸ νομικὸν μέρος. Τὸ τῆς κυβείας, τὸ τῆς ἀπάτης, δὲν εἶναι ζήτημα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν κατέβησαν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸ εἶναι ἡ κοινὴ δυστυχία, καὶ ἡ κοινὴ ὁμιλία ἐν Ἑλλάδι· διὰ 40 καὶ πλέον ὀχετῶν κατώρθωσαν νὰ ἀποξηράνουν ὄχι τὴν Κωπαΐδα, ἀλλὰ τὰ βαλάντια ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐγνώριζον τὰ παιγνίδια τῶν τοιούτων παικτῶν. Καὶ ἐνώπιον τῆς στιλπνότητος χρυσοῦ, ἀποκτηθέντος διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, ἐθαμβώθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐνόμισε λίαν ἀναγκαῖον νὰ ἀποστείλῃ νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν Ἑλλάδα, ὄχι τὴν ὑπερήφανον τοῦ 1821, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ 1883, οἱ μεσῖται εἰς τὴν Ἱσπανίαν. Θαυμάζω μάλιστα διαφωνῶν πρὸς τὸν στενόν μου φίλον κ. Χοϊδᾶν, θαυμάζω πῶς κατώρθωσε νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτοὺς, καὶ νὰ συμβιβάξῃ τὰς δημοκρατικὰς καὶ κοινωνιστικὰς αὑτοῦ ἰδέας μὲ τὴν καθιέρωσιν καὶ ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς πλουτοκρατίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Σκουλούδη. Προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἔχομεν καὶ προηγούμενον, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ μακροῦ λόγου σήμερον σᾶς εἶπεν ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ ἄμισθος Πρέσβυς, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀμφισβητηθῇ τοῦτο, ἡ ἀμφιβολία εἶναι ὑπὲρ τοῦ διορισθέντος. Σᾶς ἀνέφερε μάλιστα καὶ ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ φέρω ἕτερον, τοῦ ὁποίου γνῶσιν πρέπει νὰ ἔχητε ὅλοι σεῖς, ἀνδρὸς μάλιστα εἰς τοῦ ὁποίου τὰς γνώσεις ὅλοι σεῖς ἔχετε πεποίθησιν. Ἰδοὺ τί λέγει περὶ τούτου ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὰ 1875 (ἀναγινώσκει.) «Ἀφοῦ λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι οἱ γραμματεῖς τῶν Πρεσβειῶν προσέφεραν ὑπηρεσίαν, ἔρχομαι ἤδη νὰ εἴπω διατί φρονῶ ὅτι, καί τοι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην προσέφεραν ἀμισθὶ, πρέπει νὰ τοὺς ἀποζημιώσωμεν. Πρέπει δὲ, ὡς εἶπον, νὰ τοὺς ἀποζημιώσωμεν, ὄχι μόνον ἐξ αἰσθήματος Ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος. Δὲν πρέπει ποτὲ, ἐξ οἱασδήποτε ἀφορμῆς πιεζόμενοι, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι δύνανται ἐν Ἑλλάδι οἱ ἔχοντες πλοῦτον νὰ προτιμῶνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν τῶν μὴ εὐπορούντων· τὰ προνόμια τῆς πλουτοκρατίας ἀποκρούονται καὶ ἐκ τῶν θεσμῶν καὶ ἐκ τῶν ἐθίμων τοῦ Τόπου. Τί ἄλλο θὰ ἐπράττομεν, ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι οὐδεμίαν δίδομεν ἀποζημίωσιν πρὸς ἀνθρώπους προσενεγκόντας εἰς τὸν Τόπον ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ εἴπωσιν ὅτι τοιαύτη ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ προσφερθῇ εἰς τὸν Τόπον παρὰ ὑπὸ τῶν ἐχόντων χρήματα;» Καὶ παρακατιών. «Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, εἶναι διάκρισις καὶ προνόμιον ἡ ἄμισθος ὑπηρεσία, καὶ ἂν θελήσωμεν εἰς τὰς Πρεσβείας νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμίσθου ὑπηρεσίας, θὰ ἔχωμεν πολλοὺς τοὺς ζητοῦντας ν’ ἀποκτήσωσι τὴν διάκρισιν ταύτην, καὶ θὰ ἐγείρωμεν μέγαν συναγωνισμὸν ἐπωφελῆ μὲν οἰκονομικῶς, ὀλέθριον δὲ ἄλλως, διότι παρίσταται τὸ ζήτημα τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Τόπου. Ὅσον καὶ ἂν ὦμεν πτωχοὶ, δὲν διατελοῦμεν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀποδεχθῶμεν ὑπηρεσίαν ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἑπομένως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Τόπου, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες προσέφεραν ὑπηρεσίας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς Ἀρχῆς, ἥτις ἀποκρούει τὰ προνόμια τῆς πλουτοκρατίας, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὴν προτεινομένην πίστωσιν». Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις, πρέπει οἱ θεσμοὶ τοῦ Τόπου, τὰ ἔθιμα τοῦ Τόπου νὰ κλίνωσι τὸ γόνυ ἐνώπιον τοῦ κ. Σκουλούδη! Ὁ κ. Σκουλούδης εἶναι πλούσιος, ἀνήκει εἰς τὴν Ἑταιρίαν, καὶ εἶναι ὁ ἐπιτηδειότερος τῶν κυβευτῶν, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν ἀνταμείψωμεν. Πιστεύετε, ὅτι ἐὰν ὁ Θεὸς ἐγνώριζε τοὺς κυβευτὰς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτε ἀπέστειλε τὰς δέκα πληγὰς εἰς τὴν γῆν τοῦ Φαραὼ, ἤθελε προτιμήσει ν’ ἀποστείλῃ αὐτοὺς, ὅπως τάχιον ἐξολοθρεύσῃ τὴν χώραν του. Ἀλλὰ, λέγουσιν, ἔχει προηγούμενον ἡ Κυβέρνησις, τὸ προηγούμενον τοῦ Ὑψηλάντου, καὶ ἰσχυρίσθη ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὅτι διὰ τῆς νομιμοποιήσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Ὑψηλάντου ὁ τίτλος τοῦ βουλευτοῦ ὑπῆρχε πλέον ἀφιλονείκητος, ἰδοὺ τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν. Εἶναι ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία; ὄχι· ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ στάδιον τῆς ὁριστικῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Βουλευτῶν. Πρῶτον εἶναι ἡ ἀνακήρυξις, ἥτις εἶναι τεκμήριον, ὅτι ἐπλειονοψήφησε καὶ ἀνοίγονται εἰς αὐτοὺς αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ὁρκιζόμενοι λαμαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. Τὸ πρῶτον στάδιον τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ὅπερ εἶναι καθαρῶς δικαστικόν· ἂν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή του, ἐξέρχεται τοῦ Βουλευτηρίου, καίτοι ὁρκισθείς. Νομιμοποιεῖται ἡ ἐκλογή του, δὲν ὁρκίζεται, δὲν εἶναι, διότι κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἱκανὸς ὁ βουλευτὴς νὰ ἐπιληφθῇ τῶν καθηκόντων του πρὶν ἢ ὁρκισθῇ. Ὁ ὅρκος τῶν βουλευτῶν καὶ ἡ νομιμοποίησις τῆς ἐκλογῆς κατὰ τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις ἐτέθησαν εἰς ἴσην μοίραν. Ὅπως λοιπὸν, ἐὰν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ ἀφοῦ ἔδωκε τὸν ὅρκον ὁ βουλευτὴς, δὲν εἶναι πλέον βουλευτὴς, οὕτω καὶ ἂν νομιμοποιηθῇ ἡ ἐκλογή του, καὶ δὲν δώσῃ τὸν ὅρκον, δὲν εἶναι βουλευτής. Αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ ἑρμηνεία τοῦ ζητήματος. Ὁ δὲ κ. Ὑψηλάντης τοιοῦτον ὅρκον δὲν ἔδωκεν, ἑπομένως βουλευτὴς δὲν ἦτον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχομεν ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες ἔχουσι μεγίστην συνάφειαν πρὸς τὸ ζήτημα, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξετάσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει; «Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων κτλ.» Περιελήφθη δὲ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα διὰ νὰ ἐγκαλέσῃ τις ὑπάλληλον ἐνώπιον τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου, ἀπῃτεῖτο ἄδεια τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἄδειαν ὁ ὑπάλληλος, τιθέμενος ὑπὸ τὸ ἄσυλον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, δὲν κατεδιώκετο. Τὴν διάταξιν λοιπὸν ταύτην ἔθεσεν ἐν τῷ Συντάγματι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ὅπως ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τοὺς ἐγκληματοῦντας δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγει, ὅτι βουλευτὴς, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δὲν καταδιώκεται οὐδὲ συλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος, καὶ προσθέτει, ὅτι τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται μόνον διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Τίνα λοιπὸν τῶν δύω ἰδιοτήτων ἔχει ὁ κ. Σκουλούδης; Καὶ τὰς δύω κατὰ τὸν κ. Κοντόσταυλον. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τῆς ἐλαφρότητος, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοιούτων ζητημάτων «δόσατε ἑξήκοντα δραχμὰς, λάβετε μετοχὴν καὶ μηνύσατέ τον.» Καὶ τί λέγετε περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἀντιπροσώπου; δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἀσυλείαν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐπιτρέποντος αὐτῷ νὰ φέρῃ τὸν τίτλον τοῦ βουλευτοῦ, ἐνῷ εἶναι ὑπάλληλος, οὕτω δὲ ἐμμέσως ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, περιβάλλοντες αὐτὸν μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ! Ἰδοὺ, κύριε Λομβάρδε, διατί δὲν δίδομεν τὰς ἑξήκοντα δραχμὰς, διὰ νὰ καταμηνύσωμεν τὸν κ. Σκουλούδην· δὲν τὰς δίδομεν, διότι ὁ κ. Σκουλούδης εἶναι ἓν τῶν προσφιλεστέρων ὀργάνων, εἷς τῶν προσφιλεστάτων ὑπαλλήλων τῆς Ἐξουσίας, καὶ ἡ ἔγκλησίς μας ἤθελεν εἶσθαι χάρτης ἄγραφος. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ δικαιολογηθῆτε διὰ τὸν Πρέσβυν κύριον Σκουλούδην. Δὲν ἐξετάζω τὰ ἄλλα τὰ προσωπικὰ, αὐτὰ μένουν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ἠθικῆς τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα διορίζει, ὡς εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἐκείνης ἔμεινε καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Βενιοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λομβάρδος ἐδέχθη, καὶ ἔγραψεν ὁ κ. Βενιός: «Τὰ πάντα ἔχασεν, ἐκτὸς τῆς τιμῆς», ἤγουν ἔχασε τὴν θέσιν του, πλὴν οὐχὶ διὰ παύσεως, ἀλλὰ διὰ παραιτήσεως. Μὴ θυσιάζετε λοιπὸν τοὺς θεσμοὺς ἐνώπιον τῶν πλουσίων καὶ τοιούτων μάλιστα πλουσίων. Ὅταν ἀρνῆσθε τὰ προνόμια χάριν τῆς ἰσότητος εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Κουντουριώτου, διατί θέλετε νὰ τὰ καθιερώσητε εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Σκουλούδη; Ἴσως πράττετε τοῦτο, διότι θέλετε νὰ μεταβάλητε τὴν Ἑλλάδα εἰς Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς, θέλετε νὰ μεταβάλητε εἰς Χρηματιστήριον τὸν Παρθενῶνα! Ὁ Παρθενὼν ὑπῆρξεν ὁ πνευματικὸς φάρος, ὁ διασκεδάσας τὸ σκότος τῆς βαρβαρότητος καὶ τῆς ἀμαθείας διὰ τῶν φώτων τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων. Μετεβάλατε αὐτὸν εἰς Χρηματιστήριον ἐπὶ τῆς ἐποχῆς σας, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Παρθενῶνος, ὅπου ὑψοῦτο τὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς τῆς σοφίας, τῆς πολιούχου Ἀθηνᾶς, ὑψώσατε τὸ ἄγαλμα τοῦ κ. Σκουλούδη (ἱλαρότης). Δέν θέλω οὔτε δύναμαι νὰ σᾶς ἀποτρέψω, εὔχομαι ὅμως εἰς τὸν Θεὸν νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ λοιμοῦ, λιμοῦ, καταποντισμοῦ, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων κυβευτῶν Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν συντρόφων αὐτῶν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 Μ. Μ).