1883.12.02
2.526 στίχοι · 19.351 λέξεις · 65 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 2 Δεκεμβρίου 1883
(Παρασκευὴ)
(Ὥρᾳ 3 Μ. Μ).
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Προχθὲς ἐγένετο λόγος περί τινος δικηγόρου καταδικασθέντος, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνεργεῖ σπουδαίως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· οὐχ ἧττον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται πρός με καὶ τὸν κ. Φλογαΐτην, ὅπως τὸ ὑποβάλωμεν. Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ ἐγγράφῳ ἐπισυνάπτεται ἡ ἀπόφασις καὶ τὸ πρακτικὸν ὡς καὶ ἀντίγραφον τῆς μηνύσεως. Εἶναι λίαν περίεργος ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἐγγράφου τούτου. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνεργεῖ δραστηρίως, νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ βουλευταὶ περιέργειαν νὰ τὰ ἴδωσιν, καὶ διὰ τοῦτο τὰ καταθέτω διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ τὰ ἴδωσι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ χωροφύλακός τινος τῆς Μοιραρχίας Ζάρκου, ὅστις ἦτο χωροφύλαξ καὶ πρότερον τῆς Ἰονίου Πολιτείας, καὶ ὅστις παθὼν ζητεῖ βοήθειαν.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς συμπληρωτικὰς ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἶχε ζητήσει ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς ἁλικῆς Δομβρένης. Ὑποβάλλω κατάστασιν καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς ἐζήτησε κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὴν κατ’ ἐπαρχίαν τοποθέτησιν τῶν ἐνωμοταρχῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου ε. ε. καὶ ἰδίως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τελευταίων δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ εἰ δυνατὸν τὴν κατὰ τὰ διάφορα ἐκλογικὰ τμήματα τοποθέτησιν αὐτῶν. Ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ δέον νὰ σημειωθῇ πόσοι τούτων ἦσαν ἐντόπιοι ἢ εἶχον σύζυγον καταγομένην ἐκ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ εἶχον τοποθετηθῆ, ἢ ἐξήσκουν ἐν αὐτῷ τὰ πολιτικὰ αὐτῶν δικαιώματα. Καταθέτω πάντας τοὺς πίνακας· ἐν αὐτοῖς σημειοῦνται καὶ ὁ τόπος, ἐν ᾧ ἐνασκοῦσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα· ὡς πρὸς δὲ τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς τῆς συζύγου ἔχω ζητήσει πληροφορίας, διότι τοιαῦται δὲν ὑπάρχουσι συγκεντρωμέναι, ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐκλογικὰ τμήματα, εἰς ἃ ἦσαν τοποθετημένοι, διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχουσι πληροφορίαι μόνον περὶ τῆς κατ’ ἐπαρχίαν τοποθετήσεως.
§5Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἕν ἄλλο, ὅπερ νομίζω ἀναγκαῖον, εἶνε νὰ μᾶς δώσητε νὰ ἴδωμεν τὸ μητρῷον τῆς χωροφυλακῆς.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο συνετάχθη ἐκ νέου, εἶναι δὲ ὀγκῶδες, καὶ δὲν θὰ ἦναι τόσον εὔκολον νὰ τὸ μεταφέρωμεν ἐνταῦθα. Δύνασθε νὰ τὸ συμβουλευθῆτε ἐπὶ τόπου, διότι ὑπάρχει ἰδιαίτερον Γραφεῖον, ἐν ᾧ τηρεῖται.
§7Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶνε ἓν βιβλίον;
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω· ἠξεύρω ὅτι ἐγένετο τακτικὴ ἐργασία καὶ ἀναγραφὴ ἐν βιβλίῳ, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω ἂν ἦναι εἷς ἢ πλείονες τόμοι.
§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῇ;
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἰδιαίτερον δωμάτιον ἔνθα τηρεῖται τὸ βιβλίον, καὶ ὅτι ἐκεῖ δύναται πᾶς νὰ λάβῃ ἐξ αὐτοῦ πληροφορίας.
§11Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§13Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐμβριθῆ τῷ ὄντι καὶ σοβαρὰν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἰς ἐμὲ δὲν μένει πλέον παρὰ ὀλίγα νὰ εἴπω. Πιστεύω ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Βαλσαμάκης ἤδη ἐνεθυμήθη τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀρχηγοῦ μας, καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ σεβαστοῦ μου φίλου κ. Σωτηροπούλου θ’ ἀνεγνώρισεν ὅτι τὸ πρόγραμμα ἐκείνου πολὺ διαφέρει τοῦ προγράμματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, δὲν εἶναι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἐσχεδιογράφησεν ἐκεῖνο τῇ ἐπινεύσει τοῦ ἀρχηγοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ Κουμουνδοῦρος ἀνεφάνη ἐν τῇ πολιτικῇ παλαίστρᾳ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1857. Ἡ βάσις τοῦ προγράμματος τοῦ 1857, κύριοι, ἦτον ἡ εὐημερία τοῦ τόπου ἔν τε τῇ διοικήσει καὶ οἰκονομίᾳ, ὡς καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν δούλων ἀδελφῶν ἡμῶν. Καὶ σᾶς εἶπε περὶ αὐτοῦ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ θὰ θελήσω καὶ ἐγὼ νὰ παρακολουθήσω τὴν πολιτικὴν ἐκείνου, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι συνεπληρώθη τὸ πρόγραμμα καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος, ἐκτελῶν τὸ πρόγραμμά του, ἔφερε κατὰ πρῶτον τὴν κατάργησιν τῆς κλίμακος, ἥτις ἔφερε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, δηλαδὴ τὴν ἐλευθερίαν τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς παραγωγῆς· ἔφερεν εἰς τὴν πατρίδα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου διένειμε τὴν ἐθνικὴν γῆν· ἔφερε νόμους ἐκλογικούς, ἔφερε νόμους στρατολογικούς, ἀνύψωσε τὴν πίστιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἔφερε τοὺς νόμους περὶ ληστείας. Ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμω διάκρισίν τινα· ὁ νόμος οὗτος ἐπαγίωσε τὴν τάξιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ ἀπηλλάγη αὕτη τῆς φοβερᾶς λύμης τῆς ληστείας, ἥτις καὶ ἡμᾶς ἐμάστιζε καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην μᾶς παρίστα ὡς τὸ ἀγριώτερον τῶν ἐθνῶν. Ἰδοὺ ἓν οὐσιωδέστατον μέρος τοῦ προγράμματος. Ἤδη πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἐὰν εἰς οἰκονομίας δὲν ἠμέλησεν ὁ Κουμουνδοῦρος ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός του. Εἶπον ἀνωτέρω ὅτι διὰ νόμων φορολογικῶν, οὐχὶ ἐπαχθῶν, ὁ Κουμουνδοῦρος ἤθελε νὰ φέρῃ τὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Ὁ Κουμουνδοῦρος, κύριοι, ἦτο ὁ πρῶτος ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν νόμων, οὓς προσέφερεν, ἔφερεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους 7 ἑκατομμύρια πλεόνασμα. Ἀνύψωσεν οὕτω τὴν πίστιν τοῦ Ἔθνους ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, καὶ ἔκαμε δύω δάνεια, τὸ ἓν μετὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ τὸ ἕτερον μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἐνταῦθα εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνθυμηθῶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς συμβάσεως περὶ δανείου, παρελλήλισε ταύτην πρὸς ἐκεῖνα. Ὅταν, κύριε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, συνήφθησαν τὰ δάνεια ἐκεῖνα, οὔτε Ἤπειρον εἴχομεν, οὔτε Θεσσαλίαν· δὲν εἴχομεν δὲ ἀκόμη οὔτε φίλους τῆς Εὐρώπης· δὲν εἴχομεν φόρους ἐπαχθεῖς εἰς τὸν Τόπον, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἦτο πολιτικῶς εἰς ἀκροσφαλῆ θέσιν. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ κάμητε καμμίαν παραβολὴν μεταξὺ τῶν δύο δανείων, διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο, κ. Πρωθυπουργέ, ἐπέβαλεν ὀλιγώτερα βάρη εἰς τὸν Τόπον, προσέθηκε δὲ ὠφέλειαν 9 καὶ ½% εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου ἐκαλύφθησαν τὰ δάνεια τοῦ 24 καὶ 25, ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια, τιμώμενα 380, ὑπερετιμήθησαν εἰς 440. Δὲν ἔχετε δίκαιον λοιπὸν νὰ ψέγητε τὸ δάνειον ἐκεῖνο, τὸ γενόμενον κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν σᾶς συνοδεύῃ τὸ δίκαιον. Ἰδοὺ καὶ ἡ δευτέρα βάσις τοῦ προγράμματος τοῦ ἀοιδίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Κουμουνδούρου. Τί ἔγεινεν ἔτι ἐπὶ τοῦ παρελθόντος; Ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν Ἑλλήνων. Καὶ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐλέχθη εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἡ εἴσοδος τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἶναι μομφὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ εἴσοδος τοῦ στρατοῦ ἔκαμε τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Εὐρώπην νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ἡ εἴσοδος τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ πετσώματα, κύριοι, ἔκαμαν τὴν Ἀγγλίαν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἐπαναστατῶν, καὶ ὁ ἀποσταλεὶς τότε ἐπὶ τούτῳ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κ. Μανέτας, παρὼν ὤν, δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἀποστολῆς ἀπεσταλμένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀγαπητόν μοι φίλον κ. Βαλσαμάκην καὶ παρατηρῶ αὐτῷ ὅτι δὲν στέκει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ὁ ἀρχηγός μας θὰ συνεφώνει καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ κ. Σκουλούδη μετὰ τῆς διατηρήσεως ἅμα τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν εἶπεν, ὡς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὅτι ὁ νόμος ἐπιτρέπει διορισμὸν Πρέσβεως καὶ διατήρησιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ μὴ ληφθῇ τοιοῦτόν τι ὑπ’ ὄψει χάριν τῆς περιστάσεως· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἦτο ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ἐπὶ τάπητος εἰς Βερολῖνον τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε ἐσκέφθη ὁ ἀρχηγός μας νὰ στείλῃ τὸν ἔντιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· ἦλθεν εἰς συμφωνίας μετ’ αὐτοῦ καὶ ἐδέχθη τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ συμβεβηκός τι ἔκαμεν ἡ ἀποστολὴ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ. Ἐὰν ὅμως προέβη εἰς τοῦτο, προέβη, διότι ἦτο ἔκτακτος ἡ περίστασις, καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος ἤθελε νὰ κοιμηθῇ ὁ νόμος. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ἴδιον, ὅπως διακόπτων με, μοὶ λέγει ὁ κ. Δημητρακάκης, διότι δὲν θὰ εἶχεν ὁ ἀπεσταλμένος ὑπηρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως τρέχουσαν, ἀλλ’ εἶχεν εἰδικὴν, ἔκτακτον καὶ ὑψηλὴν, καθόσον οἱ ἀπεσταλμένοι ἐξ ὅλης τῆς Εὐρώπης εἰς Βερολῖνον κατεῖχον θέσεις ἄλλας παρὰ τὴν τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Δὲν συνεφώνει λοιπὸν οὔτε πρὸς τὸν κ. Βαλσαμάκην, οὔτε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Καὶ οὐχὶ αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀποστολῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐναυάγησαν, διότι ἕως τότε δὲν εἶχε πρόγραμμα ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι διαπραγματεύσεις ἀνταλλαγεῖσαι περὶ προσλήψεως αὐτοῦ ἐν τῇ τότε Κυβερνήσει, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μοὶ ἐνθυμίσῃ τὴν χρονολογίαν, καὶ ἐδέχθη νὰ ὑπηρετήσῃ μὲ τὸν ἀρχηγόν μας μὲ μόνην αὐτὴν τὴν διαφορὰν, νὰ φύγῃ ἀπὸ πλησίον τοῦ Κουμουνδούρου ἄλλος τις συνεργάτης του....
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι λέγω εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἐκεῖνος ὅστις διεπραγματεύετο τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι μέλος τῆς Βουλῆς ἐπίσημον, μὲ ἀκούει καὶ δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ διεπραγματεύθη, ἀλλὰ πρὸς ἐμὲ δὲν ἐγένετο ποτὲ τοιαύτη ὁμιλία.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδέποτε παρεδέχθητε τὴν ἀλήθειαν, ὅταν σᾶς κεντᾷ. — Καὶ ἐκ τούτου ἔμειναν τὰ πράγματα ὅπως εἶχον.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὴν χρονολογίαν;
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν ἐνθυμοῦμαι, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπα νὰ μοὶ τὴν ὑπενθυμίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1878, σοῦ τὴν ὑπενθυμίζω ἐγώ.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ. Ἔκτοτε ἐκ τῆς ἀποτυχίας τῆς διαπραγματεύσεως ἐκείνης ἀρχίζουν αἱ δυστυχεῖς ἡμέραι καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ δι’ ἡμᾶς. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἤρχισεν ὁ πόλεμος ὁ ἀμείλικτος κατὰ τοῦ κόμματος τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἔκτοτε, κ. Βαλσαμάκη, ἐγεννήθησαν τόσα κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ μας, τοῦ ὁποίου τὸ πρόγραμμα δὲν ἀκολουθεῖτε σήμερον, τόσα, ὅσα ἐγὼ δὲν περιγράφω, καθόσον εἶναι νωπὰ ἔτι. Κατηγορήθη ὁ Κουμουνδοῦρος ὅτι ἐπρόδωκε τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα καὶ ὑπέγραψε πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου διεπόμπευσε τὴν Ἑλλάδα, ὅπως τότε εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τότε ὑπάλληλος· ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοιοῦτος ὥστε οὐδὲν ἔβλεπεν ἄλλο ὁ κ. Τρικούπης ἢ τὴν πτῶσίν της, καὶ διὰ τοῦτο τὸν εἴδατε ἀνελθόντα τὸ βῆμα καὶ μετὰ παῤῥησίας ἀνθρώπου, ἔχοντος πλήρη πεποίθησιν ἐπὶ τῶν λεγομένων του, εἶπεν ὅτι, καὶ ἂν μόνοι μείνωμεν, πρέπει νὰ προχωρήσωμεν, διότι μία Δύναμις, ἐννοῶν τὴν Ἀγγλίαν, ἤθελε μᾶς παρακολουθήσει. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἀρκετὸν νὰ διαιρέσῃ τὴν Εὐρώπην καὶ νὰ παραχθῇ ἐκ τούτου τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει τότε Συνδιασκέψεως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔλαβεν ὀλίγα· ἠλευθερώθησαν 300,000 ἀδελφῶν. Ἐὰν ὅμοιόν τι ἢ μικρότερον τούτου ἤθελε κατορθώσει ὁ κ. Τρικούπης, τότε ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἀμειλίκτως διάκειμαι πρὸς αὐτὸν, θέλω πρῶτος δώσει αὐτῷ τὴν χεῖρά μου καὶ θέλω συγχαρεῖ αὐτῷ. Δὲν θέλω κάμει ὅ,τι ἐκεῖνος· δὲν θὰ ὑβρίσω τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ προσβάλω τὸν Πρωθυπουργόν της, καὶ δὲν θὰ εἴπω ὅτι ἔκαμε πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου διεπόμπευσε τὴν Πατρίδα. Ἰδοὺ ὁ Κουμουνδοῦρος ὅτι πλῆρες ἀφῆκε πρὸς ἡμᾶς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, τὸ οὐσιωδέστερον μέρος τούτου ἐπεσφραγίσθη διὰ τοῦ θανάτου του. Καὶ ὁ θάνατος μᾶς χωρίζει ἔτι πλειότερον μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι τὸν ἐπέφερε ἡ μυσαρὰ συκοφαντία, ἡ συκοφαντία τῶν Βελεντζιακῶν. Ἡ ἀνάμνησις τῶν στιγμῶν ἐκείνων, ἡ ἀνάμνησις, κύριοι, τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἶπεν «ἰδοὺ ἡ περιουσία μου», ἡ ἀνάμνησις τοῦ ὅτι τὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον ἀπεθέωσεν ἡ Ἑλλὰς, ἡ δὲ συκοφαντία τὸν κατεβίβασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν γυναικαδέλφην του ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, αἱ ἀναμνήσεις, λέγω αὗται, εἶναι φοβεραὶ δι’ ἐμὲ, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ αἰσθανθῇ ταύτας καὶ ὁ συκοφάντης. Δὲν μᾶς ἔσωσεν ἀπὸ τῆς συκοφαντίας, κ. Βαλσαμάκη ἡ εὐσπλαγχνία τῆς πτέρυγος ταύτης, ἡ ἀνοχὴ τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ ἡ καταδηλωθεῖσα ἀθωότης ἡμῶν. Καὶ προκαλῶ τὴν πτέρυγα αὐτὴν νὰ εἴπῃ, ἐὰν ὑπῆρχε κατηγορία διατετυπωμένη ἐκ μέρους αὐτῆς· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη, διότι ἦτο γνωστόν, ὅτι ἔγκλημα ὡς πρὸς ἡμᾶς δὲν ὑπῆρχε. Προκαλῶ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διαβεβαιώσῃ τὸ τοιοῦτον. Ἀλλὰ διατί νὰ τὸν προκαλέσω; Δὲν τὸ εἶπεν εἰς τὴν δίκην τοῦ Βελέντζα; Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταδικασθῇ ὁ Βελέντζας· εἶχεν ἀνάγκην νὰ πέσῃ ὁ Κουμουνδοῦρος· καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος ἔπεσεν. Ἰδού, κ. Βαλσαμάκη, ὅ,τι μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐτάχθητε. Βεβαίως ἐγὼ ὡς υἱὸς τοῦ Κουμουνδούρου, αἰσθανόμενος τὴν θέσιν καὶ τὴν κληρονομίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ πατήρ μου, δὲν θὰ καταδεχθῶ ποτε εἰς ὁμοίαν περίστασιν νὰ πράξω τὰ ὅμοια κατ’ αὐτοῦ. Οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸν εὕρω τὸν νέον ἀρχηγόν σας ἐγκληματοῦντα, θ’ ἀποστρέψω τὸ πρόσωπόν μου καὶ θὰ οἰκτείρω τὸν δράστην. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω καὶ μάλιστα ἐπὶ τοιούτου ζητήματος· ἠναγκάσθην ὅμως ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, διότι οἱ λόγοι τοῦ φίλου μου κ. Βαλσαμάκη βεβαίως μὲ ἐπίκραναν. Εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Βαλσαμάκης ν’ ἀκολουθήσῃ ὁποιονδήποτε κόμμα ἤθελε, δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι, ἂν ἔζη ὁ Κουμουνδοῦρος, ἤθελεν ὑπερψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὅτι ἤθελε καθήσει παραπλεύρως ἐκείνου. Δὲν ὑπάρχει, ὡς εἴδατε, οὐδεμία σχέσις προγραμμάτων, διότι δὲν ἔχει καὶ τοιοῦτον ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἔχει καμμίαν ἰδέαν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος, καὶ δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ συναντηθῶσιν αἱ γνῶμαί των. Καὶ ἀπορῶ πῶς βουλευτὴς ὡς ὁ κ. Βαλσαμάκης, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως τιμῶ, μὴ θέλων νὰ πιστεύσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι μετέβαλε θέσιν, ἕνεκα λόγων προσωπικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν, κατώρθωσε νὰ μεταβάλῃ θέσιν, πιστεύει ὅτι παρακολουθεῖ ἀπαρεγκλίτως τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀρχηγοῦ μας. Βεβαίως ἐκ τοῦ φαινομένου θὰ συνάπτῃ τὴν φιλίαν πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς ὁ κ. Βαλσαμάκης, βεβαίως δὲν θὰ μελετᾷ ἐπισταμένως τὴν ἱστορίαν τῶν πολιτευτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους προεξοφλεῖ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ψῆφον αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὸν βλέπετε σήμερον καθήμενον εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην. Δὲν θέλω λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ πιστεύσω ἐκείνους, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι τὸ ἔγκριτον τοῦτο πρόσωπον, ἕνεκα λόγων ἀναξίων τῆς θέσεως αὐτοῦ κατέλιπε τὰς τάξεις του, ἀλλὰ θέλω νὰ πιστεύω, καὶ ὅ,τι ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δὲν παρελλήλισε τὴν ἱστορίαν τοῦ νέου πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ του πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ πρώτου, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε ὅσα εἶπεν, οὐχὶ εὐπρεπῶς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ἀνέλθῃ καὶ πάλιν τὸ βῆμα, νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἐκ τῶν φαινομένων συνάπτει πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τὰς σχέσεις.
§22Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ μεγαλειτέρα ἀρετὴ εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν διαχειριζόμενον τὰ κοινὰ εἶναι ἡ φιλοτιμία. Ὁ ἀφιλότιμος ἄνθρωπος εἶναι ἐπικίνδυνος εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι δὲν σκέπτεται παρὰ μόνον περὶ τῆς ἰδικῆς του ὑλικῆς συντηρήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἀρχαῖοι εἰς τοὺς νόμους των δὲν ἐτιμώρουν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διεπράττοντο ἕνεκα ἱκανοποιήσεως προσβληθείσης φιλοτιμίας· οἱ δὲ νεώτεροι νόμοι δὲν ἄφησαν μὲν ὅλως διόλου ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁρίζουν ποινὴν μικράν. Ἐάν τις φονεύσῃ, χωρὶς νὰ προσβληθῇ ἡ φιλοτιμία του, καταδικάζεται εἰς θάνατον, ἐὰν ὅμως φονεύσῃ, διότι προσεβλήθη ἡ φιλοτιμία του, καταδικάζεται εἰς εἱρκτήν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς χορηγεῖ προνόμιον εἰς τὴν προσβαλλομένην φιλοτιμίαν· δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δὶς νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ὁσάκις εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας προσωπικὸν, ὑπερπηδᾶται ὁ περιορισμὸς οὗτος. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὕστερον ἀπὸ ἑπτὰ μηνῶν ἐπίθεσιν τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τοῦ τῆς πρωτευούσης καὶ ἐπαρχιακοῦ τύπου, ὕστερον ἀπὸ μίαν ἐμβριθῆ ἔγκλησιν τοῦ προάρχοντος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει βουλευτοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐνόμισαν ὅτι ἱκανοποιοῦν τὴν φιλοτιμίαν των ἀπαντῶντες διὰ τοῦ κ. Παλαμήδη, καὶ ἔμειναν σιωπῶντες, ἀλλ’ ἀφοῦ εἶδον καὶ αὐτοὺς τοὺς φίλους των, ἔχοντας ὅμως φιλοτιμίαν, δυσφοροῦντας διὰ τὴν τοιαύτην τῶν Ὑπουργῶν ἀφιλοτιμίαν, ἠναγκάσθησαν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δικαιολογηθῶσιν ὅτι ἐσιώπουν, καθόσον εἷς βουλευτὴς ἐκατηγόρησεν, ἐπίσης βουλευτὴς ἀπήντησε, διότι ἡ ἀπολογία πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ ὁμότιμον. Λοιπὸν διὰ νὰ ἀπολογηθῇ τις πρέπει νὰ κατηγορηθῇ ἀπὸ ὁμότιμον; Ἀφίνω κατὰ μέρος ἂν δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι Τρικούπης καὶ Λομβάρδος πρὸς Δηλιγιάννην περὶ ὁμοτιμίας, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα ἑκάστου· ἀλλ’ ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἔρχεται ἡ σκέψις, ὅτι πρέπει νὰ συστήσωμεν καὶ ἕτερον Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἀναγκάζῃ ὡς ὁμότιμον τὸ κυβερνῶν εἰς ἀπολογίαν· ἐγὼ ὅμως θὰ φέρω παραδείγματα, νὰ δείξω ὅτι ὀφείλει τις νὰ ἀπολογηθῇ, ὅταν κατηγορῆται. Ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος ἀπέσχε τὸ 1844 νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐκλογῶν Πανεπιστημίου καὶ Καλαβρύτων, εἰς ἃς ἐξελέχθη βουλευτής, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀκυρωθῇ καὶ ἡ ὑπολειπομένη τρίτη, ἡ τῆς Καρυστίας· ἐν τῇ συζητήσει τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον ἔμαθεν ὅτι ἐκατηγορήθη ὑπὸ τῶν μακαριτῶν Παλαμήδου καὶ Κορφιωτάκη, ἐπὶ ἐπεμβάσει κατὰ τὰς ἐκλογάς· δὲν ἐθεώρησε τὴν φιλοτιμίαν του ἱκανοποιημένην, ἂν καὶ τὸν ὑπερησπίσθησαν οἱ μᾶλλον εὐπαίδευτοι ρήτορες τῆς Βουλῆς ἐκείνης, Δρόσος, Προβελέγγιος καὶ Διομ. Κυριακοῦ, ἀξίζοντες βέβαια ὅσον ὁ Ἠλίας Παλαμήδης, ἀλλὰ μετέβη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δαπανήσας ὁλόκληρον τὴν Συνεδρίασιν ἠθέλησε ν’ ἀνασκευάσῃ καὶ τὰ λεπτομερέστερα σημεῖα τῶν μομφῶν, αἵτινες τῷ ἀπεδόθησαν. Ἔχετε σεῖς, Ὑπουργοί, τὸ ἀνάστημα τοῦ Μαυροκορδάτου, διὰ νὰ ἔχητε ἀνώτερον ἐκείνου προνόμιον; Ἕτερον παράδειγμα· τὸ 1868 ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκατηγόρησαν κατὰ τὴν ἀπάντησιν πάλιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τὸν ἀείμνηστον Βούλγαρην καὶ τοὺς Ὑπουργούς του ἐπὶ τῇ διαλύσει τῆς Βουλῆς, ἐπεμβάσει εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ κακῇ διαχειρίσει τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος· ἀπήντησαν εἰς τὴν κατηγορίαν πολλοὶ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ἀξίζοντες ὅπως δήποτε ὅσον καὶ ὁ Ἠλίας Παλαμήδης· ἐν τούτοις δὲν ἐθεώρησαν οἱ Ὑπουργοὶ ἱκανοποιημένην τὴν φιλοτιμίαν των μὲ τὴν ὑπεράσπισιν τούτων, ἀλλ’ ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μακαρίτης Σῖμος καὶ ἐπὶ δύω συνεδριάσεις ἀπήντησε, καὶ δὲν εἶπε πῶς θὰ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ εἰς ἐκείνην τὴν πτέρυγα, ἥτις συγκροτεῖται ἀπὸ 15 Ζαϊμιστάς, 17 Δεληγιωργιστὰς καὶ 20 ἀκεφάλους Κουμουνδουριστάς, ἀλλ’ ἀπελογήθη σοβαρῶς, διότι ἦτο φιλότιμος Ὑπουργός. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος πάντοτε ὡμίλει τελευταῖος· τοὐναντίον, ἐλάμβανε τὸν λόγον πολλάκις, καὶ ἔκλειε τελευταῖος τὴν συζήτησιν· διότι ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν ἦτον ἀφιλότιμος, ὁποῖοι εἶσθε σεῖς· κρῖμα, ἀφοῦ ἐμαθητεύσατε τόσον χρόνον παρ’ αὐτῷ! Ἆρά γε οἱ Ὑπουργοὶ δείκνυνται τόσον ἀφιλότιμοι, διότι περιφρονοῦν τὸν ἐγκαλέσαντα κ. Δηλιγιάννην, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην; ἢ διότι αἰσθάνονται ὅτι δὲν ἔχουν τὰ μέσα νὰ ἀναιρέσωσι τὰ κατ’ αὐτῶν μαρτυρούμενα; Ἐγὼ λέγω τὸ δεύτερον, καὶ ἀπόδειξις ἡ ἀπολογία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπελογήθη ἀσθενέστερον καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Τζάνε, ὅστις ἀπολογούμενος, διότι κατετάχθη εἰς τὴν μερίδα ἐκείνων, οἵτινες ὕβρισαν καὶ ὑβρίζουσιν ἀκόμη τὸν ἡγέτην καὶ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζεν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς του ὡς βουλευτοῦ μέχρι τοῦδε, εἶπεν ὅτι ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἰσχυρὰ ἡ μομφὴ αὕτη μὲ ἓν μόνον προσκύνημα ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ ὑβριζομένου ἡγέτου ἐξαλείφεται ἡ ἁμαρτία αὐτή· οὕτω καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀσθενέστατα διῆλθε πάσας τὰς κατὰ τοῦ Ὑπουργείου κατηγορίας. Ἀφοῦ ὅμως ἐνόησε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πρόεδρός του, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὑπερασπισθῶσιν, ὡς ἔδει, ἠναγκάσθησαν ἀμφότεροι νὰ ἐκλιπαρήσωσι τὸν παλαιὸν καὶ ὁμόφρονά των φίλον, τὸν μὲ τὴν σημαίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰς χεῖρας συγκεντρώσαντα ἐσχάτως ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰς ψήφους τῆς πρωτευούσης, ἵνα τοὺς ὑπερασπίσῃ ἐπὶ τὸ δραματικώτερον· καὶ οὗτος ἐξετέλεσε τοσοῦτον προθύμως τὴν παράκλησίν των, ὥστε ἐπροχώρησε καὶ περισσότερον· εἶπεν αὐτοῖς: τί φέρετε μόνον 170 μιλιουνίων δάνειον; ἐξωδεύσατε διλιούνια! Καὶ ἔφερε τὴν προτροπὴν ταύτην οὕτως ὡς νὰ ἔλεγε: τί διστάζετε; ἐγὼ ὅστις σᾶς προτρέπω εἰς τοῦτο εἶμαι εἷς ἐκ τῶν συνεισφερόντων τὰ περισσότερα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον τῶν διλιουνίων· καὶ ἂν ὁ Προϋπολογισμός σας δὲν χορηγῇ τὴν πίστιν, διὰ νὰ σᾶς ἐμπιστευθῶσι τοσοῦτον ποσὸν οἱ τραπεζῖται, ἐγὼ σᾶς χορηγῶ καὶ τὴν «ὑπογραφήν μου». Καὶ τὴν θυσίαν ταύτην ἐκ πατριωτισμοῦ προσφέρει ὁ κ. Χοϊδᾶς ὄχι μόνον εἰς τὸν «Χαρίλαόν του τὸν Τρικούπην» καὶ τὸν «Λάντον του τὸν Λομβάρδον», ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους, οὓς ἀναγνωρίζει ἱκανοὺς νὰ κυβερνήσωσι τὴν Ἑλλάδα, οὐδέποτε ὅμως εἰς τὸν Δηλιγιάννην, τὸν ὁποῖον συνέλαβεν ἤδη προδόντα τὴν Πατρίδα! Καὶ εἶναι ἕτοιμος ὁ κ. Χοϊδᾶς ν’ ἀνανεώσῃ εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν ἐκεῖνο, ὅπερ τὸ 1824 ἔπραξαν οἱ Πρόεδροι τοῦ Ἐκτελεστικοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτε οἱ ἐν Λονδίνῳ δανεισταὶ παρήγγειλαν εἰς τὸν συνοδεύοντα τὸ δάνειον νὰ μὴ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἂν προηγουμένως οἱ Πρόεδροι οὗτοι δὲν δώσωσιν ὑπογραφὴν, οὐχὶ μόνον ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἰδιότητί των, ἀλλὰ καὶ ὡς ἰδιῶται διὰ νὰ ἦναι καὶ προσωπικῶς ὑπεύθυνοι. Ἦσαν δὲ οὗτοι ὁ Γεώργιος Κουντουριώτης, πατὴρ ἑνὸς τῶν κατὰ Χοϊδᾶν βλακῶν Πρέσβεών μας, καὶ ὁ κατὰ Ρόκον τουρκολάτρης καὶ ἐχθρὸς τῆς ἐλευθερίας Κοτζάμπασης Πανοῦτζος Νοταρᾶς. Ἡ ζωηρὰ αὕτη καὶ ἐπιτυχὴς ὑπεράσπισις ὑπὲρ τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τοσοῦτον ἤρεσεν εἰς αὐτοὺς, ὥστε ἐνθουσιασθέντες ἠσπάσαντο ἐγκαρδίως τὸν Ρόκον καταβάντα τοῦ βήματος καὶ Τρικούπης καὶ Λομβάρδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπελήφθη ἐν τῇ ἀσθενεῖ του ἀπολογίᾳ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος, τὸ ὁποῖον, ἐνθυμεῖσθε πόσα σκάνδαλα ἐγέννησε κατὰ τὸ 1882 ἐν τῇ συζητήσει τοῦ περὶ αὐτοῦ νόμου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐλάλησα πολλὰ, διότι ἐγνώριζον τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν κάλλιστα καὶ προεῖπον ποῖα θὰ ὦσι τὰ παραγόμενα τοῦ νομοθετήματός μας. Ὁ κ. Λομβάρδος μᾶς εἶπε τί σημαίνει, ἂν λείπῃ ἓν ἄρθρον ἀπὸ τοὺς τίτλους τῶν μετοχῶν! δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρία νὰ περιλάβῃ ὅλα τὰ ἄρθρα. Ἐν τούτοις, κ. Ὑπουργέ, ὅλων τῶν ἄλλων ἄρθρων ἡ ἔλλειψις δὲν εἶχε σημασίαν, καὶ μόνον ἡ τοῦ ὀγδόου καθίστα τὴν ἐνέργειαν τῶν ἱδρυτῶν ὕποπτον, διότι αὐτὸ τὸ ἄρθρον ὁδηγεῖ ἐκεῖνον, ὅστις θέλει νὰ ἀγοράσῃ μετοχάς, τί ὀφείλει νὰ χαρίσῃ, καὶ νὰ κάμῃ τὸν λογαριασμόν του, ἂν τῷ συμφέρῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην μετὰ τὴν ἁρπαγὴν ὑπὸ τῶν ἱδρυτῶν τῶν ⅔ τῆς πρώτης καταβολῆς, διότι τὸ ἕτερον ⅓ δὲν ἐπαρκεῖ βέβαια εἰς περάτωσιν τοῦ ἔργου. Βλέπεις λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἀπόκρυψις τοῦ ὀγδόου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον Σεῖς ἐν τῇ φυσικῇ Σας ἁπλότητι θεωρεῖτε ὅλως ἀδιάφορον; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀποστρεφόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μᾶς εἶπε τελευταῖον «θεωρεῖτε τὴν ἔλλειψιν ταύτην δόλον; πηγαίνετε νὰ τὴν μηνύσητε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰ τοιαῦτα ἀνάξια λόγου συμβάντα. Δὲν γνωρίζει ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι παρ’ ἡμῖν εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῆς ἀστυνομίας καὶ τὰ καθήκοντά του διαγράφει καθαρῶς τὸ Διάταγμα τοῦ 1836· καὶ ἀφοῦ δυνάμει τοῦ Διατάγματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατάσχῃ καὶ καταδιώξῃ παιγνίδιά τινα τυχηρὰ, διότι ἀφαιροῦσι κέρματα χρημάτων ἀπὸ τοὺς ἁπλοῦς ἀνθρώπους, φρονεῖ ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον νὰ καταδιώξῃ καὶ κατάσχῃ τίτλους μετὰ δολιότητος διανεμομένους πρὸς λήστευσιν μιλιουνίων ἀπὸ τὴν κοινωνίαν; Δὲν πταίει αὐτός! τόσον γνωρίζει τὰ καθήκοντά του, καὶ ἐπέπρωτο εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ εἰς τὰ τέλη τοῦ ΙΘʹ. αἰῶνος Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰ ἀστυνομικά του καθήκοντα, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ ἐκτελῶν καθήκοντα Ἀστυνόμου τελευταῖος Δημαρχικὸς Πάρεδρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι οἱ ἱδρυταὶ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος δὲν ἔλαβον πέντε μιλιούνια, ἀλλὰ μόνον 3)10 τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῆς ἐπιχειρήσεως. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ τὰ λάβωσιν ἀπὸ τὴν πρώτην προκαταβολὴν, ἤτοι τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου, ὅ ἐστὶ θὰ λάβωσι τὰ ⅔ τῆς πρώτης προκαταβολῆς, ἀναβαίνοντα εἰς ἑπτὰ καὶ ἥμισυ στρογγυλὰ μιλιούνια. Διορθώσατέ με παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, ἂν σφάλλω εἰς τοὺς λογαριασμούς μου. Μᾶς προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἄλλο. Μᾶς εἶπε, προσβλέπων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν «πιστεύετε σεῖς ὅτι τὰ πέντε μιλιούνια θὰ τὰ φάγῃ μόνος του ὁ Σκουλούδης;» Ὄχι, κ. Ὑπουργὲ, δὲν εἴμεθα τόσον εὐήθεις νὰ πιστεύσωμεν τὸ τοιοῦτο, καὶ ἂν εἴχομεν μικρὰν ἀμφιβολίαν, μᾶς τὴν ἀφῄρεσεν ἡ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀποστολὴ πέρυσι δύω ἰλῶν ἱππέων εἰς τὴν Λεβαδείαν, διὰ νὰ καταναγκάσῃ 2,000 γεωργοὺς ἀποξηράναντας πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ καλλιεργοῦντας 70,000 στρέμματα, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσαν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἐπλήρωσαν τὸ ἀντίτιμον, ἵνα γείνωσι φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὴν ἑταιρίαν, καί τοι μὴ ἀποξηράνασαν τὴν λίμνην, καὶ ἔναρξιν ἴσως μὴ ἐκτελέσασαν εἰσέτι ἀποξηράνσεως, καὶ οὕτω ὁ Σκουλούδης καὶ Σα εἰσπράττουσι κατ’ ἔτος πρὸς πέντε δραχμὰς τὸ στρέμμα 350,000 δραχμάς, ἐνῷ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ἑταιρίαν. Δὲν μᾶς λέγετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν παρέλθῃ ἡ πενταετία καὶ ἡ Ἑταιρία δὲν ἀποξηράνῃ τὴν λίμνην, ὅπως καὶ θὰ συμβῇ, τίς θὰ μᾶς ἐπιστρέψῃ τὰς παρὰ τῶν χωρικῶν πληρωθησομένας ἕως τότε 1,750,000 δραχμάς; Ὁ Σκουλούδης; ἀπατᾶσαι! Οὗτος θὰ εὑρεθῇ εἰς ἄλλας χώρας, ὅπως καὶ αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του ἔπραξαν καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀφοῦ τὴν ἐλήστευσαν, ὅτε καὶ διοικούντων τοῦ Ἀλῆ καὶ Φουὰτ, οἵτινες συνεταιρισθέντες μὲ τοὺς Χαδιαροχανίτας, ἀπεπλάνων τὸν Ἀζίζην καὶ ἐξηπάτουν τὸ κοινόν. Καὶ αὐτοὶ μὲν ἀποβιώσαντες ἀφῆκαν πλοῦτον εἰς τὰς οἰκογενείας των, εἰς τὸν Σουλτάνον ὅμως καὶ τὸ κοινὸν ἀφῆκαν κληροδότημα, ὥστε, ὅταν ἔπαυσεν ἡ χορήγησις τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ὁ μὲν Ἀζὶζ νὰ ψαλιδισθῇ, ἡ δὲ Τουρκία νὰ εὑρίσκηται εἰς ἀθλιεστάτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἐνῷ οἱ Κορωνιοὶ, οἱ Σκουλούδαι καὶ συνεταῖροι, οἱ μὲν ἔφυγον διὰ τὴν Ἑσπερίαν, οἱ δὲ διὰ τὴν δυστυχίαν μας ἐλλιμενίσθησαν ἐνταῦθα. Τίς λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, θὰ μᾶς δώσῃ τὰς 1,750,000 δραχμάς; Ἐγγυᾶσαι τοὐλάχιστον σύ; Ἀλλὰ τί νὰ σοῦ πάρωμεν; Τὸ πετζί σου, ὅπως ἔλεγέ ποτε εἷς μακαρίτης Ὑπουργὸς, δαπανήσας ἄνευ ἀδείας τῶ Βουλῶν; Μᾶς ἐπρόσθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἕτερον! Δὲν ἐλεεινολογεῖτε, μᾶς εἶπε, τὸν Σκουλούδην, ὅστις ἐπτώχυνε μὲ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς Κωπαΐδος; 7,000 μετοχὰς ἔχει εἰς χεῖράς του! συλλογισθῆτε πόσα θὰ ζημιωθῇ ἀπὸ αὐτὰς, ἀφοῦ ἐξέπεσαν! Δὲν μᾶς εἴπατε ὅμως, κ. Ὑπουργὲ, ἀπὸ πότε συνεκέντρωσεν αὐτὰς τὰς 7,000 μετοχὰς εἰς χεῖράς του. Τὰς συνεκέντρωσεν, ἀφοῦ πωλήσας ὅσας χιλιάδας εἶχεν ὡς μερίδα του μὲ 250 φράγκα εἰς χρυσὸν, ἠγόρασε τὰς 7,000, ὅταν ἐξέπεσαν εἰς 50 φράγκα εἰς χαρτὶ, διὰ νὰ τὰς φυλάξῃ, μέχρις οὗ συνεννοούμενος μὲ τοὺς συνεταίρους του ἀνυψώσῃ τὴν τιμὴν αὐτῶν, καὶ ἐπιδράμῃ ἐκ δευτέρου εἰς τὰ βαλάντια τῶν εὐπίστων, καὶ συναθροίσῃ ἄλλα τόσα μιλιούνια, ὅσα συνήθροισεν ἤδη! Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ προνομίου, ὅπερ μὲ τόσον θόρυβον ἐψηφίζομεν τὸ 1882, ὅτε κατέστη ὁ Σκουλούδης ἔκπτωτος, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ τὸν ἐκφορτωθῶμεν, ἠνοίξαμεν ἓν στάδιον μέγα ληστείας ἐν μέσῃ ἀγορᾷ, ἐπευφημούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ἀκόμη: θέλετε νὰ κρημνίσητε τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν δύναμιν νὰ σχηματίσητε ἄλλην, καὶ ἀποτέλεσμα τοῦ τοιούτου κατορθώματος θὰ ἦναι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Μεγαλειτέρα ὕβρις πρὸς τὴν Ὑπουργικὴν πλευρὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ἔχετε τὸν νοῦν σας, εἶπεν εἰς τοὺς φίλους του βουλευτὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ μὴ πέσωμεν ἡμεῖς, διότι θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ· καὶ τούτου γενομένου, ἔχετε σεῖς θέσιν νὰ παρουσιασθῆτε εἰς ἐκλογὰς καὶ νὰ ἐπανέλθητε βουλευταί; Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει εἰς τοὺς φίλους του ὑποστηρίζοντας ἡμᾶς, ἐξωφλήσατε εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἐκλογέων σας· ἑπομένως οὐδεμίαν προσδοκίαν ἔχετε ν’ ἀνακλεχθῆτε. Ὡραία παρηγορία δι’ αὐτοὺς καὶ ἀμοιβὴ διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως θυσίας των! Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ νόμου περὶ δανείου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπον ὅτι τὸ δάνειον ἐσυμφωνήθη εἰς τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι, κατὰ τὴν παροῦσαν στενόχωρον οἰκονομικῶς ἐν Εὐρώπῃ ἐποχὴν, ἄλλα πολὺ ἰσχυρότερα Κράτη· καὶ εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς ἰδέας ταύτης ἦλθεν ὁ κ. Βαλσαμάκης εἰπὼν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν. Εἰς τὴν Ἰταλίαν, κ. Βαλσαμάκη, ἐδανείσθησαν 600 μιλιούνια, καὶ ἡμεῖς δανειζόμεθα 170, ἀλλ’ ἡ Ἰταλία εἶναι δωδεκαπλασία τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸν πληθυσμὸν καὶ δεκαοκτωπλασία κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν· ἂν λοιπὸν ἡ Ἰταλία ἐδανείσθη 600 μιλλιούνια, ἵνα ἄρῃ τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡμεῖς ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἔπρεπε νὰ δανεισθῶμεν 50, ἀναλόγως δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 35 μόνον καὶ οὐχὶ 170. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι μεγάλα Κράτη δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συμφωνήσωσι τώρα δάνεια, καὶ ἐνόει τὴν Ρωσσίαν. Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθές! Ἡ Ρωσσία ἐσυμφώνησε τὸ δάνειον, ὡς διαλαμβάνουσιν αἱ Εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες, δάνειον τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐκαλύφθη δεκάκις πρὸς 98% καὶ οὐχὶ πρὸς 60%· καὶ δι’ ἓν μέρος τοῦ δανείου θὰ πληρώσῃ τόκον 5½%, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον 6¼. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ἑτέραν δικαιολόγησιν, ὅτι τὰ δάνεια συμφωνοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, ἣν ἔχουσι τὰ χρεώγραφα τοῦ ἔθνους· τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα τιμῶνται πρὸς 340)500· τοιαύτη θὰ ἦναι καὶ ἡ βάσις τῆς συμφωνίας τοῦ δανείου. Ἀλλὰ, κ. Ὑπουργοὶ, τίς ἄλλος ὑπεβίβασε τὴν ἀξίαν τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων παρὰ οἱ προσφερόμενοι νὰ χορηγήσωσι τὸ δάνειον, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἐπιτηδειότητα καὶ τὰ μέσα νὰ διακυμαίνωσι τὸ Χρηματιστήριον τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν χρεωγράφων κατορθώνουσι νὰ ἐπιβάλλωσι βαρυτέρους ὅρους εἰς τὴν χορήγησιν τοῦ δανείου, καὶ οὕτω γίνεται διὰ τῆς παροιμίας «Γιάννης κερνᾷ καὶ Γιάννης πίνει»! Κύριοι, τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον συνεφωνήθη τώρα, ἔχει πολὺ βαρυτέρους ὅρους, παρὰ ἐκεῖνο τοῦ 1823. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἄρχισε νὰ στενοχωρῆται περισσότερον εἰς τὸν ἀγῶνα, διότι ἡ Τουρκία, ἀφοῦ ἐτακτοποίησε τὰς ἀνωμαλίας, αἵτινες τὴν ἐμπόδιζον νὰ συγκεντρώσῃ τὰς δυνάμεις της κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καταστρέψασα τὸν Ἀλῆ Πασᾶ, ἀπομακρύνασα διὰ τοῦ Μετερνίχου τὰς ἀπειλὰς τῆς Ρωσσίας, συμβιβασθεῖσα διὰ τοῦ Σέχη τῆς Μέκας μὲ τὴν Περσίαν, ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ συγκεντρώσῃ τὰς δυνάμεις της κατὰ μόνης τῆς Ἑλλάδος, ἥτις τότε ἠνοχλεῖτο, ἂν δὲν ἐπολεμεῖτο φανερὰ, ἀπὸ δύω ἑτέρας ἰσχυρὰς Δυνάμεις, τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν, τῆς Ἀγγλίας ἀδιαφορούσης, ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἑλληνικὸς ἀγὼν, παρίστα εἰσέτι χάος, καὶ μὄλα ταῦτα συνεφωνήθη τότε τὸ δάνειον πρὸς 57%, μὲ τόκον 5% καὶ 1% χρεωλύτρου διὰ 36 ἔτη, καὶ οὕτως ὁ τόκος ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ χρεωλύτρου ἀναβαίνει εἰς 10¼%, ἐνῷ τὸ ὁποῖον συμφωνεῖ τώρα ἡ Κυβέρνησις δάνειον ἀναβαίνει, κατὰ τοὺς ἐμπείρους λογιστικοὺς —διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι τοιοῦτος—ἄνευ χρεωλύτρου 9¼%. Καὶ κατὰ τὸ 1823, ὅτε ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησε τὸ δάνειον, δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἄφθονος πλοῦτος εἰς τὴν Εὐρώπην, ὁποῖος ὑπάρχει σήμερον, καὶ ἀπόδειξις τρανὴ τῶν λεγομένων μου εἶναι ὅτι ὀκτὼ ἔτη πρὶν ἢ συμφωνήσει ἡ Ἑλλὰς τὸ δάνειον, ἐπιβληθείσης ὑπὸ τῶν νικητῶν ἀποζημιώσεως εἰς τὴν Γαλλίαν 750 μιλιουνίων φράγκων, ἐθεωρήθη ὅτι ἐξωντώθη οἰκονομικῶς, καὶ ἐν τούτοις πρὸ δεκατετραετίας τῇ ἐπεβλήθη ἑπταπλασία ἀποζημίωσις, καὶ τὴν ἐπλήρωσεν ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου οἰκονομικοῦ κλονισμοῦ· ὥστε ἂν ὑπῆρχεν ὁ πλοῦτος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει σήμερον, κατὰ τὸ 1823, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐσυμφώνει δάνειον πρὸς 85 ἢ 80%. Βλέπετε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ προτεινομένου δανείου καταβιβάζετε τὴν Ἑλλάδα εἰς πολὺ ἀσθενεστέραν θέσιν, παρ’ ὅ,τι εὑρίσκετο κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐπαναστάσεώς της. Εἰς τὰ 1880, κύριοι, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῶν προνομίων τῶν Τραπεζῶν, οἱ κκ. Καλλιγᾶς καὶ Τρικούπης, εἰ καὶ σφόδρα ἀντιπολιτευόμενοι τότε, ὑπεστήριξαν ὅμως ἐκθύμως τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ἀποῤῥοφοῦν καὶ τὰ προνόμια πρὸς τὰς Τραπέζας. Εἰς μάτην ὑψώσαμεν φωνὴν ἰσχυρὰν κατὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ προνομίου ἄνευ ἀνάγκης. Τί μᾶς ἔλεγε τότε ὁ κ. Καλλιγᾶς; μὴ φοβεῖσθε τὰ δάνεια! ἡ Ἰταλία διὰ τῶν δανείων ἔγεινε μεγάλη, καὶ ταῦτα ἔλεγε, διότι ἐπρόκειτο περὶ παραχωρήσεως τοῦ προνομίου εἰς τὰς Τραπέζας· πέρυσιν ὅμως, ὅτε τὸ προνόμιον εἶχε δοθῆ, μᾶς εἶπε «θέλετε δάνεια; πρέπει νὰ ἔχητε ἰσοζύγιον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν σας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς μεταχειρίζονται γλῶσσαν κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἐὰν εἴχομεν σήμερον ἀδιάθετα τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν τόσον προώρως εἰς τὰς Τραπέζας, ἠθέλαμεν εὕρει δάνειον οὐχὶ 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ 250, καὶ μὲ τόκον 5% τὸ πολὺ καὶ εἰς τὰ 85–90, εἰς ὅσα καὶ ἡ Ἰταλία, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ 60, εἰς ὅσα συνεφωνήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν δάνειον. Λοιπὸν ἀπηλλοτριώσαμεν μίαν χρηματικὴν τοῦ Ἔθνους δύναμιν διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ προνομίου ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε τὸ 1880 ὁ κ. Τρικούπης τὴν παραμονὴν τῆς παραιτήσεώς των, φοβούμενος μήπως ὁ διάδοχός του δὲν τὴν ἀποδεχθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁμιλῶν περὶ συναλλαγῆς, ἐνόμισεν ὅτι ἀπεσβόλωσε τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἰπὼν εἰς αὐτὸν «καὶ τί ἤθελες νὰ διορίσωμεν ὑπαλλήλους τῆς πολιτικῆς τῆς ἰδικῆς σου!» Δὲν ἐννοοῦμεν τοῦτο, κ. Ὑπουργέ· γνωρίζομεν πάντες ὅτι δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ παραχωρῶσι μέρος τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἐπὶ ἄλλων Κυβερνήσεων, ὅταν ὑπῆρχον πρόσωπα ἱκανὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἴτε διὰ τὴν ἀρχαιότητά των, εἴτε διὰ τὴν εἰδικότητα τὰ διετήρουν· σεῖς ὅμως δὲν ἀφήσατε πέτραν ἐπὶ πέτρας. Συνάμα δὲ ἐκεῖναι αἱ Κυβερνήσεις διέθετον τὰς ὑπαρχούσας θέσεις, σεῖς ὅμως διὰ Νόμων κατασκευάζετε ὁλονὲν νέας θέσεις καὶ πολλαπλασιάζετε τὰς Ἀρχὰς, ὡς ἐπράξατε τοποθετήσαντες ἐπαρχεῖα, ταχυδρομεῖα, τηλεγραφεῖα, ὅπου δὲν ὑπῆρχον ὡς μὴ χρήσιμα καὶ παραγεμίσατε τὰς θέσεις ταύτας καὶ μὲ πλεονάζοντα ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Εἰς τὴν Σπάρτην ἦσαν πάντοτε δύω τηλεγραφηταὶ καὶ ποτὲ δὲν εἰργάζοντο πλέον τῶν δύω ὡρῶν ἕκαστος· σήμερον ἔχομεν ἕξ, ὥστε τέσσαρες περιττοί· τρεῖς τοιοῦτοι εἶναι εἰς τὰς Καλάμας, τρεῖς εἰς τὴν Τρίπολιν, εἷς εἰς τὸ Ναύπλιον, εἷς εἰς τὸ Ἄργος, ἕνδεκα εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ κατ’ ἀναλογίαν εἰς τὰς ἄλλας πόλεις, καὶ ἕνεκα αὐτῆς τῆς πληθώρας ἔχετε τὴν εὐκολίαν νὰ τοὺς μεταθέτητε καθ’ ἑβδομάδα! Τέσσαρας μῆνας διέμεινα ἐφέτος εἰς τὴν Σπάρτην, καὶ οἱ διευθυνταὶ τοῦ ἐκεῖ τηλεγραφείου μετετέθησαν ἑξάκις. Καὶ ποίαν τάξιν τηροῦσιν εἰς τὰς μεταθέσεις; ἀπὸ τὸ Οἴτυλον εἰς Τύρναβον, ἀπὸ τὴν Κέρκυραν εἰς Θήραν καὶ καθεξῆς, ὥστε μόνον τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεως διπλασιάζουσι τὸν ἐτήσιον μισθόν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ λέγητε ὅτι ἐκάμετε σεῖς ὅ,τι ἔπραξαν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις, καθόσον αὗται δὲν ἔπλασαν ὅπως σεῖς ἐπίτηδες θέσεις διὰ νὰ οἰκονομήσετε τοὺς φίλους σας βουλευτὰς, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου συγκρατεῖτε τοὐλάχιστον τὰ ⅔ τῆς πλειοψηφίας σας· καὶ εἰς ποίαν ἐποχὴν σπαταλᾶτε οὕτως ἀφειδῶς; εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως νὰ συμφωνήσωμεν δάνειον μὲ καλλιτέρους ὅρους. Μᾶς ἐμνημόνευσαν οἱ Ὑπουργοὶ εἴσπραξιν ἑκατομμυρίου ἀπὸ φόρον σιγαροχάρτου. Ἐὰν δὲν ἐντρέπονται! Πρὸς Θεοῦ ἠμπορεῖ ἄνθρωπος σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ ἔχων κρίσιν νὰ λαλῇ σπουδαίως περὶ φόρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπὸ τριῶν μηνῶν φορολογοῦντες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσιν οὔτε τὸ ποσὸν, ὅπερ ὀφείλουσι εἰς τοὺς καπνοπώλας καὶ λοιποὺς κατασταστηματάρχας διὰ τὸ ὁποῖον παρέδωκαν οὗτοι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους σιγαρόχαρτον; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε μετὰ τινος στόμφου «ἔχω τὸν νόμον τῶν καπνῶν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ εἰσπράξω 9 μιλιούνια.» Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ περιώρισεν εἰς 5· ἐξοδεύομεν, εἶπε, τὰ δύω, περισσεύουν τρία καθαρὸν εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου.» Ἀφίνω ὅτι τὰ 5 μιλιούνια δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι ποτέ· ἀλλὰ διατί δὲν ἐδέχθητε, κ. Ὑπουργοὶ, τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασε πέρυσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὸ ὁποῖον οὔτε οἱ καπνοπῶλαι ἐπιέζοντο οὔτε οἱ παραγωγεῖς; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὡρίζετο φόρος ἀντὶ 3½ δραχμῶν, ὁ ὁποῖος πληρώνεται τώρα μόνον 1½ κατ’ ὀκᾶν, ὥστε θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον 4½ μιλιούνια χωρὶς νὰ ἐξοδεύῃ εἰμὴ 100,000 τὸ πολὺ δραχμὰς πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου, καὶ θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ ταμεῖον μὲ φόρον 1½ πλείω παρ’ ὅσα θὰ εἰσέλθωσι μὲ φόρον 3½· διότι πρῶτον ἡ βεβαίωσις, ἡ εἴσπραξις διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἀποῤῥοφᾷ 2 ἑκατομμύρια ἔξοδα, καὶ δεύτερον ὁ βαρὺς φόρος τῶν 3½ δραχμῶν θὰ ἐλαττώσῃ κατὰ φυσικὸν λόγον τὴν κατανάλωσις καὶ ἑπομένως καὶ τὴν παραγωγήν· διότι ἡ μὴ εὐποροῦσα τάξις, ἐνῶ δύναται μὲ ἑνὸς μόνον πενταλέπτου ἡμερησίας δαπάνης νὰ καπνίζῃ, ὅταν ὅμως τὸ πεντάλεπτον αὐτὸ ἔγεινε τοὐλάχιστον εἰκοσάλεπτον, ἡ τάξις αὕτη θὰ παύσῃ νὰ καπνίζῃ, διότι 20 λεπτὰ εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν τῆς κοινωνίας ἀρκοῦν νὰ χορηγήσωσι τὸν ἀραβόσιτον τὸν τρέφοντα μίαν ἡμέραν τὴν οἰκογένειάν των. Ἔπεται λοιπὸν ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ περιορισθῇ ἡ κατανάλωσις ἀντὶ τῶν 3 μιλιουνίων ὀκάδων, ὅσαι κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν καταναλίσκονται μέχρι τοῦδε, εἰς τὸ ἥμισυ· καὶ ἀντὶ τῶν 9 μιλιουνίων, ὅσα ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ εἰσπράξῃ μόνον 4½ μιλιούνια, καὶ οὕτως ὁ λαὸς πληρώνει φόρον 4½ μιλιουνίων, καὶ εἰσέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον 2½, διότι τὰ ἕτερα 2 θὰ δαπανηθῶσιν, ὡς εἴπομεν, εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, ἐνῷ, ὡς ἐῤῥέθη, μὲ τὸ σχέδιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ εἰσήρχοντο 4½ μιλιούνια εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ὁ φόρος θὰ ἦναι ὀλιγώτερος τοῦ ἡμίσεος, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεκτὸς εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῶν καπνιζόντων. Τὸ σχέδιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποφεύγει καὶ τὴν κατάθλιψιν τοῦ μονοπωλίου τῶν κοπτηρίων, ὅπερ θὰ παραλύσῃ μέγα μέρος τῶν καπνοπωλῶν. Συνάμα δὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ κοπτηρίου ζημιοῖ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος 7,000,000 δραχμὰς, ὅσας ἐκέρδιζεν εἰσάγον διὰ διὰ λαθρεμπορίας κεκομμένον καπνὸν εἰς τὰς Τουρκικὰς μεγαλοπόλεις, καὶ τὰ μιλιούνια αὐτὰ τὰ ἐζημιοῦντο οἱ ἔχοντες τὸ μονοπώλιον τῆς Τουρκίας, ἐν ᾧ τώρα οἱ ἐνταῦθα ἐκ Χαβιαροχανίου σύντροφοι τῶν ἐν Τουρκίᾳ μονοπωλῶν ἐξασκοῦσι μίαν κατασκοπίαν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς κοπτηρίοις διὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως εὐνοούσης πάντοτε καὶ τοὺς ἐνταῦθα καὶ τοὺς ἐν Τουρκίᾳ μονοπώλας, καὶ διὰ τοῦτο πρό τινων ἡμερῶν συνελήφθη εἰς Ἑλλήσποντον πλοῖον Ἑλληνικὸν μὲ 30,000 ὀκάδας κομμένου καπνοῦ ὡς λαθρεμπόριον, ἡ δὲ σύλληψις ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ὀθωμ. Ἐξουσίας αἰτήσει τῶν ἐν Κων)πόλει μονοπωλῶν, εἰδοποιηθέντων ἀπὸ τοὺς ἐνταῦθα συντρόφους των, λαβόντας γνῶσιν ἀπὸ τοὺς ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς κοπτηρίοις πράκτοράς των. Καὶ σημειώσατε, κύριοι, πρώτην φορὰν γίνεται σύλληψις λαθρεμπορίου καπνοῦ ἐξ Ἑλλάδος ἀποσταλέντος· ὥστε ὁ νόμος τοῦ Ὑπουργείου ζημιοῖ φανερὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον 7 μιλ. εἰσερχόμενα εἰς τὰ βαλάντια τῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ Κων)πόλει Χαβιαροχανιτῶν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν πληροφορίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι δαπανῶνται ἐν Ἑλλάδι 3 μιλ. καπνοῦ, ἤτοι ἀνὰ μία καὶ ἡμίσεια ὀκὰ δι’ ἕκαστον ἄτομον ἀπὸ τοῦ νεογεννήτου βρέφους μέχρι τῆς χωρικῆς γραίας. Εἶναι πιστευτὸν τοῦτο; φρονῶ ὅτι οὐδεὶς ἀπὸ τοὺς κυρίους βουλευτὰς τὸ πιστεύει. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς μίαν ἐξέλεγξιν. Ἀφίνομεν τὸ ἓν μιλ. ὀκάδων καταναλισκόμενον περισσότερον εἰς τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ὅπου πρὸς πλήρη πρόοδον τοῦ πολιτισμοῦ συνεισφέρουν εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ γυναῖκες· μένει λοιπὸν ἀνὰ μία ὀκὰ δι’ ἕκαστον ἄτομον διὰ τὰς χωρικὰς ἐπαρχίας, καὶ θὰ καλέσω μάρτυρας βουλευτὰς τοὺς μᾶλλον ἀφωσιωμένους ὑπουργικούς· κύριε Πετρόπουλε; ἐξοδεύονται 30,000 ὀκάδες καπνοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας;
§23ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω.
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Λιδωρίκη, ἐξοδεύονται 25,000 εἰς τὴν ἰδικήν σας;
§25ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καμμιὰ δεκαπενταριὰ βεβαίως.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ποῦ πωλεῖται σὲ παρακαλῶ αὐτὸ τὸ ποσόν; Πρῶτον ὑπῆρξεν ἐν Λιδωρικίῳ ἄνθρωπος νὰ ἐπαγγέλλεται τὸν καπνοκόπτην;
§27ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. 50 χαβάνια ἦσαν· διότι ἐκεῖ καπνίζουν ὅλοι οἱ ποιμένες.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποῦ, εἰς τὸ Λιδωρίκι; δὲν εἶναι ἀληθές· ὀλίγον καπνὸν οἰκονομοῦσιν οἱ μπακάλιδες ἀπὸ Ἄμφισσαν, Γαλαξεῖδι, Αἴγιον καὶ πωλοῦσιν εἰς τοὺς καθ’ ὑμᾶς καπνίζοντας τοὺς ποιμένας πάντας. Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ πέρυσιν, ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ δυστύχημα νὰ διοικῆται ἀπὸ Ὑπουργοὺς μὴ γνωρίζοντας ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης τὴν Ἑλλάδα, ἐξαιρουμένου τοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις, ὅπως ὁ πέρυσιν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ὁ πέμπτος τροχὸς τῆς ὑπουργικῆς ἁμάξης. Ὅταν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι τοιαύτας πληροφορίας ἔλαβεν ἀπὸ τὰς Ἀρχάς του, μοὶ ἐνεθύμισεν ἀστεῖον συμβὰν πρὸ 50 ἐτῶν ἐπὶ ὑπουργοῦ τῆς Βαυαροκρατίας, ὅστις ἔγραψεν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἐκάλει τὰς διοικητικὰς καὶ οἰκονομικὰς Ἀρχὰς ἵνα ἐντὸς 8 ἡμερῶν, ἐπὶ ποινῇ αὐστηρᾷ, πληροφορήσωσι πόσα ἐλαιόδενδρα ἥμερα καὶ πόσα ἄγρια ὑπάρχουσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των. Πάντες ἀπήντησαν ὅτι τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ χρόνον πολὺν καὶ δαπάνην διὰ τοὺς ἐνεργήσοντας τὴν καταμέτρησιν. Ὁ πονηρὸς ὅμως οἰκονομ. ἔφορος Τριφυλίας Λιμπερακόπουλος ἔγραψεν ὅτι ὑπάρχουν 48,352 ἥμερα, 93,924 ἄγρια, τὸ ὅλον 142,276. Εἰς δὲ τὸν συνυπογράψαντα διοικητ. ὑπάλληλον, εἰπόντα ὅτι αὐτὸ εἶναι ψεῦδος, ἀπήντησε «Ζωντόβολο, καὶ μήπως ἐκεῖνος ὁ μασκαρᾶς, ὁ ὁποῖος μᾶς ζητεῖ τοιαύτας πληροφορίας, ἔχει μετρημένα τὰ ἐν Τριφυλίᾳ ἐλαιόδενδρα διὰ ν’ ἀνακαλύψῃ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς γράφομεν ψεῦμα;» Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαινέσας δι’ ἐγκυκλίου τὴν ἱκανότητα τῶν Ἀρχῶν Τριφυλίας, ἐπέπληξε πάντας τοὺς ἄλλους ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ ὀκνηρίᾳ. Τοιοῦτό τι συνέβη καὶ εἰς τὸν κ. Τρικούπην’ ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς Ἐφόρους του νὰ τὸν πληροφορήσωσι πόσος καπνὸς δαπανᾶται εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν· ἐκεῖνοι δὲ ἐννοοῦντες ὅτι ὁ προϊστάμενός των συνειθίζει νὰ τρέφηται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μὲ κενοὺς λόγους καὶ ἐξωγκωμένα ποσὰ, ἐσημείωσαν ὁ μὲν 50,000, ὁ ἕτερος 80,000 καὶ οὕτως ἀνεβίβασαν τὸ ποσὸν εἰς 4 μιλλιούνια, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νομίσας καὶ ἡμᾶς ἀπείρους τῶν ἐπαρχιακῶν πραγμάτων, ὅπως εἶναι αὐτὸς, μᾶς ἐφούρνισε τὰς πληροφορίας ταύτας. Ὁ κ. Λιδωρίκης μᾶς εἶπεν ὅτι καπνίζουν πάντες οἱ Λιδωρικιῶται ποιμένες· ἀλλ’ ἐξήτασε καὶ ποίας ποιότητος καπνὸν πίνουν, καὶ ὅτι τοῖς τὸν πωλοῦσι πρὸς δύω μόνας δραχμὰς τὴν ὀκὰν, ἐπειδὴ εἶναι ἐκ τῆς τελευταίας ποιότητος τοῦ ἐν Ἀγρινίῳ, Ἄργει καί τινων ἄλλων ἐπαρχιῶν, τὸν ὁποῖον οἱ καπνοπῶλαι ἀγοράζουσι πρὸς 50–70 λεπ. τὴν ὀκάν; Καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ τούτου πίνει ἐν Ἑλλάδι πᾶσα ἡ μὴ εὐποροῦσα τάξις, ἥτις εἶναι καὶ ἡ πολυπληθεστέρα. Διὰ τοῦ φόρου τῶν 3½ δρ. κατ’ ὀκὰν καὶ ἄλλων δαπανῶν προκαταβολῆς, τοῦ φόρου καὶ βασανιστηρίων ἐκ τοῦ καπνοκοπτηρίου εἰς τοὺς καπνοπώλας, ἡ τάξις αὕτη θὰ πληρώσῃ τὸν καπνὸν αὐτὸν εἰς τὸ ἑξῆς ἀντὶ 2 δρ. κατ’ ὀκὰν 7–8, ὅ ἐστὶν ἡ ἡμερησία πεντάλεπτος δαπάνη, ἣν ἠδύναντο νὰ οἰκονομήσωσι, θὰ ἀνέλθῃ εἰς εἰκοσάλεπτον, ἣν μὴ δυνάμενοι νὰ οἰκονομήσωσιν οἱ μὴ εὔποροι θὰ παύσωσι τοῦ καπνίζειν. Εἶναι λοιπὸν, κύριοι, ὀρθὸν νὰ ζημιοῦται ἡ Ἑλλὰς 5 μιλ. ἐκ φόρου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τὸν πτωχὸν λαὸν, καὶ 7 μιλ. τὰ ὁποῖα ζημιοῦται ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου, ἐξασκουμένου εἰς τὴν Τουρκίαν, τὸ Ἑλληνικ. ἐμπόριον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κατασκευάσωμεν 500 θέσεις ὑπαλλήλων, καὶ νὰ χαρίσωμεν ἀνὰ 4 χάρτζια εἰς ἕκαστον ὑπουργικὸν βουλευτὴν διὰ νὰ μένῃ πιστὰ καρφωμένος εἰς τὴν θέσιν του; Ἂν ἦναι ὀρθὸν, θὰ μᾶς τὸ εἴπωσιν οἱ ἐκλογεῖς, τῶν ὁποίων θὰ ζητήσωμεν πάλιν μετ’ ὀλίγον τὰς ψήφους των. Ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας τὴν εὐθύνην, ἀπέφυγεν ἐντελῶς νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῶν μομφῶν τῶν ἀπεδοθεισῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς διαπραχθέντα. Εἰς δύω ἐποχὰς αἱ ἐκλογαὶ παρήγαγον δυστυχήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, αἱ τοῦ 1843 καὶ αἱ τοῦ 1884. Τὸ 1844 ἐπεμβῆκεν ἡ Διπλωματία, ἥτις ἴσχυε πολὺ, τότε ἐν Ἑλλάδι καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ λάβωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐνεργήσωσι τὰς ἐκλογὰς οἱ ἀείμνηστοι Μεταξᾶς καὶ Παλαμήδης, οἵτινες ἐνήργησαν τὰς ἁγίας ἐκείνας ἐκλογὰς τοῦ 1843 τῶν πληρεξουσίων, ἀλλ’ ἔφερεν ἡ διπλωματία διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς Ὑπουργεῖον, ὅπερ περιελάμβανεν ὁμολογουμένως δύω μεγάλους ἄνδρας τῆς ἐπαναστάσεως, τοὺς ἀοιδίμους Ἀλ. Μαυροκορδάτον καὶ Ἀνδρ. Λόντον, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῷ ἔθνει καὶ θελήσαν νὰ νικήσῃ ἐπεμβῆκεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ προὐκάλεσεν ἐμφυλίους ρήξεις καὶ ἤνοιξεν 800 τάφους· ὁ κλονισμὸς δὲ οὗτος προὐκάλεσε κατόπιν ἀνταρσίας ἐπὶ ἀνταρσιῶν, αἵτινες ἔληξαν εἰς ξένην κατοχὴν τοῦ 1850 ὑπὸ μιᾶς προστάτιδος καὶ τὰ μάλα φιλέλληνος Δυνάμεως, ἀπὸ τῆς ἐπιθέσεως τῆς ὁποίας χρονολογεῖται ἔκτοτε ἡ κατάπτωσις τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ μας, διότι τότε ἐπτώχυναν ὅλοι οἱ τῆς ἐπαναστάσεως οἰκοκυραῖοι τῶν Σπετσῶν καὶ τῆς Ὕδρας. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1814· ἐπανῆλθε μὲν ὁ Μαυροκορδάτος μετὰ ἓξ ἔτη δορυφορούμενος ἀπὸ 10,000 λόγχας ἰσχυρῶν Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἠδυνήθη νὰ κρατηθῇ. Ὅπως λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐπεβλήθη διὰ τῆς Διπλωματίας, οὕτω καὶ ἡ σημερινὴ ἐπιβάλλεται διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐνῷ μειοψηφεῖ εἰς τὸ Ἔθνος. Ἠθέλησε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς ἄρτι ἐνεργηθείσας δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ προὐκάλεσεν ρήξεις τῶν ὁποίων ὁ δονισμὸς ἐξακολουθεῖ νὰ στέλλῃ θύματα καθ’ ἑκάστην εἰς τὸν ᾅδην. Ποίαν δικαιολόγησιν ἔχει νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰς ἐπεμβάσεις των εἰς Ἅγιον Πέτρον, Τεγέαν, Τρίπολιν, Γορτυνίαν, Μεσσήνην καὶ ἄλλα μέρη τὰ ὁποῖα παρέδωκαν ἔρμαιον εἰς ἐντοπίους χωροφύλακας; Δὲν ἔχετε βεβαίως ἀνάγκην νὰ μάθητε τὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Λομβάρδου τελεσθέντα ὄργια, διότι ταῦτα τὰ ἐπληροφορήθητε, ὡς πασίγνωστα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προπέρυσιν ἐζήτησε νὰ ἀκυρώσῃ τὴν βουλευτικὴν ἐκλογὴν Οἰτύλου, διότι συνεκεντρώθησαν ἐκεῖ 33 ἐντόπιοι χωροφύλακες· καὶ συλλογισθῆτε ὅτι τὸ Οἴτυλον εἶναι Μάνη, ὅπου καὶ τάγμα ἐντοπίων ἂν στείλητε οὐδόλως δύνασθε νὰ ἐπιδράσητε, καθόσον οἷον ἀδίκημα ἤθελε πράξει τις ἐν Μάνῃ, θὰ δώσῃ λόγον εἰς αὐτοδικίαν, λαμβάνουσαν τὴν ἱκανοποίησιν εἰς αἷμα, ἑπομένως ὁ ἐντόπιος στρατιώτης μόνον διὰ τῆς ἀριθμήσεως τῆς ψήφου του δύναται νὰ συντρέξῃ τὸν καλέσαντα ἐκεῖ· καὶ ἐν τούτοις ἤθελε τὴν ἀκυρώσει ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλ’ ἐσταμάτησεν ἰδὼν ἐνώπιόν του Μάνην, ὅπου ἔχουν τὸ κακὸν ἔθιμον νὰ τυγχάνωσιν οἱ ἀδικούμενοι ἱκανοποιήσεως μὲ τὸ χέρι των. Καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἶναι Ζαμποῦν κϊϊντζῆς (παλλικάρι εἰς τὸν ἄῤῥωστον) καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ περιπλεχθῇ εἰς τοιούτους λογαριασμοὺς καὶ ὑπεχώρησε καὶ ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη. Ὅτι δὲ ἐνδίδει ὁ κ. Τρικούπης ὅταν διαβλέπῃ ἀπειλὰς δυναμένας νὰ ἔχωσι συνεπείας ὄχι ἡ ἡσυχαστικάς, μαρτυρεῖ ἄλλη κατόπιν ἔτι ταπεινοτέρα καὶ ὅλως ἐναντία εἰς τὸν ἐκδικητικὸν χαρακτῆρά του ὑποχώρησις. Ἐπὶ τῆς ἰδέας τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ Οἰτύλου ἦτο σύμφωνος καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις ὄχι μόνον 33 χωροφύλακας, ἀλλὰ δὲν ἄφησε Ζακύνθιον στρατιώτην ἢ χωροφύλακα ἀνήκοντα εἴτε ἐκ γεννήσεως εἴτε ἐκ κηδεστείας εἰς τὴν φατρίαν του, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἔστειλε κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς εἰς τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν. Καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον ὑφίστανται καὶ ἄλλα βάσανα οἱ ἀντίπαλοί του, ὁσάκις ἐνεργοῦνται ἐκλογαὶ καὶ ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ὅτι συνεισφέρουν εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἐκλογῶν ὅλα τὰ ταμεῖα τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, μήτε τῶν ἱερῶν καὶ ὑγειονομικῶν ἐξαιρουμένων, ἐφέτος δὲ καταδικάσθη νὰ συνεισφέρῃ καὶ αὐτὸ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε 14,000 δραχμὰς καὶ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ἀκόμη καὶ ἄλλας ἕνδεκα, διότι ἄλλως θὰ ἀπουσιάσῃ εἷς ὑπουργικὸς βουλευτὴς, καθόσον πρέπει νὰ τὸν ἐξαγάγωσιν ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν τῆς ὑπὸ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐπιδιωκομένης προσωπικῆς κρατήσεώς του διὰ τὴν ἐξόφλησιν εἰκονικοῦ συναλλάγματος πρὸς τραπεζίτην τοῦ Λονδίνου φράγκων 25,000. Δὲν ἔχει οὕτω, κ. Λομβάρδε; Τοιούτων ὀργίων τελεσθέντων ἐν Ζακύνθῳ, εἶναι εὔκολον νὰ περιπλεχθῇ εἰς συζήτησιν περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Κύριοι, ἴσως μοὶ εἴπῃ τις τί ἤθελε κερδίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἐκέρδιζε τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς, ἀφοῦ ὡς ἀπεδείχθη κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1879 καὶ 1881 ὅτι εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν εἰς αὐτὰς αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαὶ μετὰ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τοῦ 1878; Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχε νὰ κερδίσῃ ἐν βουλευτικαῖς ἐκλογαῖς, ἂν ἐκέρδιζε τὰς δημοτικάς, καὶ τοῦτο τὸ ἐννοεῖ κάλλιστα ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ δυστυχῶς κυριεύεται καθ’ ὑπερβολὴν ἀπὸ τὸ ἐλάττωμα τοῦ πείσματος, καὶ ἐνίοτε ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε ἐπισύρει εἰς ἑαυτὸν τὴν κοινὴν περιέργειαν, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ μου νὰ ἀνατρέξω εἰς μεμακρυσμένα σημεῖα, ἀλλ’ εἰς πρόχειρον καὶ γνωστὸν εἰς ὅλους μας, καὶ ὅλως ἀνάξιον λόγου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι κατηναλώσαμεν τρεῖς συνεδριάσεις διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἐξ Ἄνδρου βλάκα στρατιώτην Γιαννάκην ἔξυπνον καὶ νὰ προκαλέσῃ μίαν χασμῳδίαν ἐκ πείσματος διὰ νὰ καταγγείλῃ τὸν συνάδελφόν μας κ. Ἀργυρόπουλον ὡς κακοήθη, ἀποπειραθέντα νὰ διαφθείρῃ τὸν ἰατρὸν τοῦ τάγματος, καὶ ἐπέμενεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εἶναι ἔξυπνος ὁ Γιαννάκης, διότι δὲν τῷ ἔδωκεν ἀκόμη κανεὶς ἰατρὸς δίπλωμα βλακίας. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρωθυπουργέ, εἴδετε κανένα ἠλίθιον φέροντα δίπλωμα ἠλιθιότητος; Ἀνεγνώσατε τὸ δίπλωμα τῆς ἠλιθιότητος τοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις ἠλιθίου Μπουρδούση; Τὸ πεῖσμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν προέβη μόνον μέχρις ἐκδικήσεως κατὰ τῶν ἀντιπάλων βουλευτῶν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, προέβη πολὺ πέραν. Διὰ νὰ τιμωρήσῃ τὸν κ. Παχὺν—ὅστις κάθηται αὐτὴν τὴν στιγμὴν μετὰ οἰκειότητος παρὰ τῷ κ. Τρικούπῃ—διότι ἀντέπραττεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν Ἄρτῃ κυβερνητικῶν σχεδίων, παρήγγειλε τὴν φυλάκισίν του, καὶ ἂν δὲν ὑψώναμεν ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος ἡμεῖς φωνὴν, ἴσως ἤθελε κρατεῖσθαι ἀκόμη. Ἐπίσης ἐπεδίωξε τὴν φυλάκισιν τοῦ ἡμετέρου συγγενοῦς καὶ ἤδη πολιτικοῦ φίλου τοῦ Ὑπουργείου Τσιβανοπούλου, διότι ἐπρόδωκε διὰ τοῦ τηλεγράφου τὴν ἀποτυχίαν μιᾶς διαπραγματεύσεώς του. Καὶ ἐπειδὴ οἱ δύω οὗτοι καταδιωκόμενοι δειλιάσαντες προσεχώρησαν εἰς τὸ κόμμα του, ἐγλυκάνθη καὶ ἐπετέθη τοῦ ἀτρομήτου στρατιώτου κ. Τερτίπη, καὶ δι’ ἀπειλῶν ἐπίεζε τὸ πλημμελειοδικεῖον Καρδίτσης καὶ Ἐφετεῖον Λαρίσης διὰ νὰ τὸν παραπέμψωσιν εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, χαρακτηρίζοντα ἁπλῆν ἐξύβρισιν, ὡς ἀπόπειραν φόνου, ὥστε ἠναγκάσθη ὁ ἀτρόμητος ἀπέναντι τῶν Τουρκικῶν στιφῶν νὰ κλίνῃ γόνυ ἀπέναντι τῶν ἀπειλῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ τῷ γείνῃ ὀπαδός. Ἀφοῦ ἐκέρδησε τὸν κ. Τερτίπην, ἐπροχώρησεν εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ κ. Ζωγράφου, ὡς ὑψώσαντος φωνὴν, διότι αἱ ἐν Ναυπλίῳ Ἀρχαὶ ἐξήγαγον ἐκ τῶν φυλακῶν κατάδικον εἰς δεσμά, διὰ νὰ δολοφονήσῃ τὸν ἀντίπαλον τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου διὰ τὴν θέσιν τοῦ δημάρχου διακεκριμένον ἰατρὸν Κοτσονόπουλον, διατεινομένου τοῦ ἐν Ναυπλίῳ εἰσαγγελέως Καψάλη, συγγενοῦς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ κακοῦργος ἦτο παράφρων, καὶ ἐκ φιλανθρωπίας τὸν ἀπέλυσαν αἱ Ἀρχαὶ ἐλεύθερον ἐν τῇ κοινωνίᾳ! Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέταξε τὴν καταδίωξιν τοῦ κ. Ζωγράφου, ὅστις ὢν καὶ ἰατρὸς δὲν ἀναγνωρίζει τὴν παραφροσύνην τοῦ κακούργου! Συλλογισθῆτε, ποῦ παραφέρει τὸ πεῖσμα τὸν κ. Τρικούπην, τὸν μὲν Γιαννάκην ἀναγνωριζόμενον ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος καὶ τῶν συστρατιωτῶν του ὡς ἠλίθιον, ὁ κ. Τρικούπης τὸν θέλει ἔξυπνον, τὸν δὲ ἐν Ναυπλίῳ κακοῦργον, ὃν ἐκήρυξαν ὡς ἔχοντα τὰς φρένας του ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ κακουργιοδικῶν, ὅστις τὸν κατηγόρησε, δώδεκα ἔνορκοι καὶ τρεῖς σύνεδροι οἵτινες τὸν κατεδίκασαν εἰς δεκαετῆ δεσμά, ὁ κύριος Τρικούπης τὸν χαρακτηρίζει τρελλόν! Ἐπὶ τέλους διέταξε καὶ τὴν ἰδικήν μου καταδίωξιν, διότι μὴ ἐκτελούντων ἐν τῷ χωρίῳ μου τῶν φορολόγων τοῦ οἴνου ἐντίμως τὸ καθῆκόν των, καὶ ἀντιλέγοντος εἰς τοῦτο τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου του, εἶπον ἐγὼ ὅτι «τοιαύτας καὶ ἄλλας καταχρήσεις θὰ γεννήσῃ αὐτὸς ὁ νόμος, ἃς ἐμνημονεύσαμεν ἡμεῖς ἐν τῇ συζητήσει, ἀλλὰ ποῖος μᾶς ἤκουεν;» Οἱ διαληφθέντες ὑπάλληλοι κατήγγειλαν εἰς τὸν ἔφορον Κουτζούμπαν, συγγενῆ καὶ συμπολίτην καὶ τοῦτον τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὁ ἔφορος εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ὅτι ὁ μὲν δήμαρχος δὲν τοῖς ἐχορήγησε συνδρομὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των, ὁ ἀντιπρόσωπός του ἠρνήθη νὰ συνεργασθῇ, καὶ ὁ βουλευτὴς Δημητρακάκης ἐξύβρισε τὸν Νόμον. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἀπήντησεν ὅτι, διὰ τοὺς δύω μηνυθέντας θὰ διατάξῃ τὰ πρὸς καταδίωξίν των, ἀλλὰ εἰς τὸν βουλευτὴν Δημητρακάκην δὲν εὑρίσκει ὡς λόγον τιμωρίας διότι ἐπέκρινεν νόμον. Ὁ ἔφορος ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπάντησιν τοῦ εἰσαγγελέως, ὁ δὲ Ὑπουργὸς, ὅστις ἐτύγχανε νὰ ἦναι ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπήντησεν εἰς τὸν ἔφορον ὡς ἑξῆς: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῶν ἐν Συμβουλίῳ γνωμοδοτησάντων ἡμετέρων Δικαστικῶν Συμβούλων, σᾶς παραγγέλλομεν νὰ διαβιβάσητε εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σπάρτῃ πλημμελειοδικῶν, ὅτι ἀφοῦ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον τιμωρεῖται ὁ ὑβρίζων τὰ βασιλικὰ σήματα, πολὺ περισσότερον τιμωρεῖται ὁ ὑβρίζων νόμον, ὅστις φέρει αὐτὴν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις φέρει καὶ τὰ Β. Σήματα». Καὶ οὕτως ἠναγκάσθη ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον εἰρηνοδίκην νὰ μοὶ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη ἡ παραγγελία αὕτη, διότι ἐδημοσιεύθη τὸ περὶ συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς Διάταγμα, καὶ εὑρέθην ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς βουλευτικῆς ἀσφαλείας. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τοὺς σιδηροδρόμους τῆς Θεσσαλίας, περὶ ὧν ἐπιπολαίως σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καί τοι ἁρμόδιος περὶ αὐτῶν. Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ ὅσα σᾶς εἶπον πέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος, πᾶσα περαιτέρω ὁμιλία μου εἶναι περιττή, ἀλλὰ τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ὑψώσω πάλιν φωνήν. Δυστυχῶς οἱ συμπολῖταί μου δὲν ἐπίστευσαν ἐμὲ, ὅτι οἱ ἱδρυταὶ θὰ λάβωσι τὰ κεφάλαια, καὶ οἱ μέτοχοι θὰ χάσωσι τὰ χρήματά των, ἀλλ’ ἐπίστευσαν εἰς τὰς ἀποπλανήσεις τῶν ἱδρυτῶν, καὶ ἠγόρασαν ἐν Λακεδαίμονι 480 μετοχὰς πρὸς 125 δρ. εἰς χρυσὸν καὶ ἤδη τιμῶνται 25–30 εἰς χαρτὶ, ὥστε ἡ μικρὰ ἀγορὰ τῆς Σπάρτης ἐληστεύθη περὶ τὰς 100,000 δραχμῶν. Σᾶς εἶπον πέρυσιν ὅτι ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος τοῦ Λαυρίου, καίτοι θὰ διέλθῃ διὰ τοσοῦτον ἀνωμάλου ἐδάφους καὶ ἡ κατασκευάζουσα Ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸ ἔδαφος ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ διέλθῃ, μᾶλλα ταῦτα ἐδέχθη νὰ τὸν κατασκευάσῃ ἀντὶ 70,000 δρ. τὸ χιλιόμετρον, ἐνῷ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅπου εἶναι πεδιὰς καὶ ἡ ὁδὸς ὁμαλωτάτη, ἐδόθη ἀντὶ 124,000 δρ. κατὰ χιλιόμετρον· ἑπομένως οἱ ἱδρυταὶ ἀπεῤῥόφησαν ὑπὲρ ἑαυτῶν πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ καταβληθησομένου κεφαλαίου. Καὶ ἐν τούτοις εὑρέθη Ὑπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἁρπαγὴν ταύτην, εἰπὼν ὅτι, ἂν ἐστοίχισεν ὑπερδιπλασίως, οὐδεὶς βλάπτεται παρὰ οἱ ἱδρυταί, οἵτινες εἶναι αἱ Τράπεζαι Ἐθνική, Πιστωτική, Βιομηχανική, Ὀθωμανικὴ καὶ ὁ Μαυροκορδάτος, ἀφοῦ εὑρίσκεται εἰς χεῖράς των τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν μετοχῶν, καὶ ἂν ἐπῆλθε ζημία θὰ κατασταλάξῃ εἰς αὐτούς. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεις, κ. Ὑπουργέ; Φρονῶ ὅτι δὲν τὸ πιστεύεις καὶ σὺ ὁ ἴδιος. Οἱ ἱδρυταὶ καὶ κατασκευασταὶ διένειμαν μετοχάς, αἱ ὁποῖαι ἐπωλήθησαν εἰς ὑπερτιμημένην ἀξίαν τῶν 125 δρ. χρυσῶν, τὸ δὲ ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης συγκεντρωθὲν ποσὸν ἐκάλυψε τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς δαπάνης τῆς καταπεσούσης ὁδοῦ, ἥτις μὴ γενομένη στερεὰ ἕνεκα ἀδιαφορίας τῆς Κυβερνήσεως, ὀφειλούσης κατὰ καθῆκον νὰ ἐπιτηρῇ μετ’ ἐπιμονῆς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν, κατεστράφη εἰς τὰς πρώτας τοῦ φθινοπώρου βροχὰς, καὶ ἑπομένως ἐπήνεγκε τὴν ὑπέρογκον κατάπτωσιν τῶν μετοχῶν. Ἐν τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς καταπτώσεως ταύτης τὰς συγκεντρώνουσιν οἱ ἱδρυταὶ καὶ κατασκευασταί, ἀφοῦ δὲ διορθώσωσι τὰ καταστραφέντα μέρη καὶ περατώσωσι τὸ ἔργον, θὰ ἀνυψώσωσι διὰ τῆς συνήθους αὐτοῖς χαβιαροχανικῆς ἐπιτηδειότητος τὰς μετοχὰς, θὰ ἐξαπατήσωσι τοὺς ἁπλοῦς νὰ τὰς ἀγοράσωσι μὲ τὴν ἀξίαν τῶν 125 χρυσῶν, ὥστε νὰ συγκεντρώσωσιν ὁλόκληρον τὸ δαπανηθὲν εἰς τὴν κατασκευὴν ποσὸν ἴσως καὶ πολὺ περισσότερον, κατόπιν θὰ παρουσιάσωσιν, ὡς εἶναι φυσικῶς ἑπόμενον, ἔσοδα μικρὰ ἀναλόγως τῶν δαπανῶν, θὰ προκαλέσωσιν αὖθις ὑποτίμησιν τῶν μετοχῶν, θὰ τὰς ἀγοράσωσιν διὰ κομμάτι ψωμὶ κατὰ τὴν παροιμίαν, καὶ θὰ περιέλθῃ διὰ δαπάνης τοῦ κοινοῦ εἰς ἰδιοκτησίαν των ὁλόκληρος ἡ ὁδὸς αὕτη, ἣν θὰ πληρώσῃ τὸ κοινὸν—βοηθοῦντος 3 μιλ. καὶ τοῦ Δημοσίου—περὶ τὰ 25 μιλ. Αὐτὸ δὲν λέγεται ληστεία, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἣν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προλαμβάνῃ; διότι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνδιεφέρετο μᾶλλον διὰ τὸν λαὸν, ὅστις τὴν πληρώνει νὰ τὸν διοικῇ καὶ νὰ τὸν προφυλάττῃ ἀπὸ φανερὰς ἢ κρυφίας ἀπάτας, καὶ οὐχὶ νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα κερδοσκόπων γυμνωνόντων ταχυδακτυλουργικῶς τὴν ἐργατικὴν τάξιν τοῦ Ἔθνους, ἂν ὑπῆρχε, λέγω, ἐλαχίστη στοργὴ τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὸν λαὸν, δὲν ἤθελον τολμήσει ν’ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς περυσινάς μας διὰ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον διαμαρτυρήσεις, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ἀπὸ τοιαῦτα ἔργα, ἀλλ’ ἤθελε προλάβει, ὥστε ἡ ἐργολαβία τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ αὐτῆς νὰ δοθῇ εἰς ἑταιρίαν ἀνθρώπων εὐσυνειδήτων, ἐπιδιωκόντων κέρδος 15 ἢ 20% καὶ οὐχὶ 200%, ὅπως ἐπεδίωξαν οἱ νῦν κατασκευασταί! Καὶ βεβαίως ἤθελον εὑρεθῆ τοιοῦτοι πολῖται πονοῦντες τὴν πατρίδα των, καὶ ἤθελον ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τὸ πολὺ μὲ τὸ ἥμισυ τῶν 124 χιλιάδων φράγκων κατὰ χιλιόμετρον, καὶ οὕτω τὸ ἔργον ὄχι μόνον νὰ μὴ καταπέσῃ, πρὶν ἢ περατωθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ ἄριστα. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Τρικούπης νὰ συνεννοηθῇ μὲ ἄλλης τάξεως ἀνθρώπους, εἰ μὴ μὲ μόνους τοὺς μαθητὰς τῆς κερδοσκοπίας τοῦ Καβιαροχάνου; Κύριοι, παρετηρήσατε καὶ σεῖς ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἰσήγαγε τὸ δάνειον καὶ μᾶς εἶπε «δεῦτε εὐφρανθῶμεν!» ὅτι ἐδάκρυσε μέχρι λυγμῶν, διότι δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ κάμῃ τὴν Ἑλλάδα ὅλην τὸ μεγαλείτερον Χρηματιστήριον! Ἡμεῖς ἠνοίξαμεν ἓν μικρὸν Χρηματιστήριον, καὶ συνηθροίσθησαν τόσοι κατεργαρέοι, ὅσοι ἦσαν ἱκανοὶ νὰ ἀφαιρέσωσι καὶ τὸ πεντάλεπτον τῆς ἐργάτιδος, καὶ θέλει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ κάμῃ ἓν μέγα Χρηματιστήριον διὰ νὰ εἰσρεύσωσιν ἄλλοι τόσοι λῃσταὶ τῶν μεγάλων ὁδῶν τῶν πόλεων νὰ μὴ μᾶς ἀφήσουν οὔτε σκούφια! Τοῦτο μοὶ ἐμβάλλει μίαν σατανικὴν ἰδέαν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἐκ δυσμῶν ἐρχόμενοι χρηματισταὶ θὰ τῷ εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ σὺ ὡς Ὑπουργὸς δὲν εἶσαι ἰσόβιος καὶ διαδοχικὸς, ὀφείλεις νὰ πράξῃς ὅ,τι ἔπραξε Ναπολέων ὁ Γʹ. Ὁ Ναπολέων Γʹ., ἄνθρωπος νοήμων, εἶδεν ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1789 δὲν ἠμπορεῖ νὰ διατηρηθῇ ἐν Γαλλίᾳ πλέον τῶν 20 ἐτῶν ἡ ἰδία κατάστασις τῶν πραγμάτων. Λοιπὸν προέβλεπε τὴν ἀποπομπήν του. Ἐνόμισε λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κερδήσῃ αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν, ὥστε ἐν ἡμέραις πονηραῖς, ὄχι μόνον νὰ ἔχωσι νὰ ζῶσιν ἀνέτως, ἀλλὰ νὰ ἔχουν καὶ τὴν δύναμιν νὰ παρεμβάλλουν προσκόμματα εἰς τοὺς διαδόχους των εἴτε Συνταγματικὴ Μοναρχία εἴτε Δημοκρατία εἶναι. Ἔκαμε λοιπὸν ἓν μέγα Χρηματιστήριον ἐν Παρισίοις, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὑπάλληλοί του πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ διημέρευον κερδίζοντες ἐπὶ τῶν χρεωγράφων καὶ τῶν ἐργολαβιῶν, διότι εἶχον καὶ ἐκεῖνοι τὰς Κωπαΐδας των καὶ τοὺς Θετταλικοὺς σιδηροδρόμους των καὶ ἄλλα πολλὰ ἐπικερδῆ ἔργα. Τόσαι λοιπὸν καταχρήσεις ἔγειναν, καὶ τόσα ἐκέρδησαν οἱ ὑπάλληλοί του, ὥστε εἷς νομάρχης τῶν Παρισίων ἐπὶ 9 ἔτη ἐκέρδησε 15 ἑκατομμύρια φράγκα. Βλέπετε δὲ ὅτι τὸ κατώρθωσεν ὁ Ναπολέων ἂν καὶ δὲν ἔζησε μὲν αὐτὸς, ἀλλ’ ἡ χήρα του ἔχει καὶ ἐξοδεύει καὶ γεννᾷ σκάνδαλα ἐντὸς τῆς Γαλλίας, διατρέφουσα οἰκογενείας καὶ ὑποθάλπουσα πολιτικὰς ῥαδιουργίας. Ἀλλὰ τί ἔγεινεν εἰς τὴν Γαλλίαν μὲ αὐτὴν τὴν χρηματολογίαν; διεφθάρησαν οἱ χαρακτῆρες ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὁ στρατάρχης Βαζαὶν μὲ τόσον ἔνδοξον παρελθὸν νὰ προδώσῃ εἰς τοὺς ἐχθροὺς τὴν πατρίδα, πιστεύων ὅτι οὗτοι θὰ ἐπαναφέρουν τὸν Ναπολέοντα διὰ ν’ ἀρχίσῃ ἡ χρηματολογία. Ὁ Κανροβὲρ, εἷς τῶν ἡρώων Γάλλων ἐν Ἀλγερίᾳ, ὁ συντηρήσας τὸν συμμαχικὸν στρατὸν ἐν Κριμαίᾳ τοσοῦτον ἀπώλεσε τὴν φιλοτιμίαν του, ὥστε εὑρισκόμενος αἰχμάλωτος ἐν Γερμανίᾳ ἔστειλε καὶ ἔφερε τὴν Μαρσαλικήν του ἅμαξαν διὰ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰς παρατάξεις τῆς Γερμανίας, ἐνῷ ὤφειλε νὰ κρύπτεται ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς καὶ αὐτὸς καὶ οἱ στρατηγοί, οἵτινες παρέδοσαν 170 χιλιάδας στρατιωτῶν! Βλέπετε λοιπὸν αὐτὴ ἡ τέχνη τοῦ χρηματολογεῖν πόσον ταπεινόνει τοὺς χαρακτῆρας, ἐνῷ τοὐναντίον ἐπὶ τοῦ πρώτου Ναπολέοντος, ὅτε ἐκινδύνευεν ἡ πατρὶς, αὐτοὶ οἱ δημοκρατικοὶ οἱ ἀπὸ τὸν Ναπολέοντα ἐξορισθέντες στρατηγοὶ ἔσπευσαν νὰ προκινδυνεύσωσι διὰ τὴν σωτηρίαν της. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐποχῆς τῆς στρατιωτικῆς δόξης καὶ τῆς ἐποχῆς τῆς χρηματιστικῆς! Εἶπον ὅτι ὑποπτεύω ὅτι ἤρεσεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην καὶ τοὺς συνεργάτας του ἡ μέθοδος τοῦ Ναπολέοντος Γʹ· ἀλλ’ ἆρά γε ἀρέσκει καὶ εἰς τὸν Γεώργιον; Σκέπτεται ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων περὶ τῆς τύχης αὑτοῦ τε καὶ τῆς δυναστείας του ὡς ὁ Ναπολέων Γʹ; Λέγω ὄχι! Ἀλλὰ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸν πλησιάσωσι καὶ νὰ τὸν συμβουλεύσωσι νὰ περιστείλῃ μερικοὺς τῶν αὐλικῶν του, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην καὶ πολλάκις τῆς ἡμέρας κατερχόμενοι ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα ἀνέρχονται καὶ κατέρχονται πρὸς ἐπίδειξιν τὰς βαθμίδας τῆς οἰκίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπὸ τούτου ἐκείνας τῶν χρηματολογούντων κυβευτῶν, ὑποδεικνύοντες οὕτως ὅτι μεταξὺ Ἀνακτόρων, Ὑπουργείου καὶ κυβευτῶν ὑπάρχει ἀλληλεγγύη τις· αὐτὸ τὸ κίνημα εἶναι πολὺ ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν δημοτικότητα τῆς βασιλείας. Τινὲς τούτων τὰ αὐτὰ ἔπραττον καὶ ἐπὶ μακαρίτου Ὄθωνος, ἀποκρύπτοντες ἀπ’ αὐτὸν τὴν ὁσημέραι αὐξανομένην πρὸς τὸν ἡγεμόνα δυσπιστίαν τοῦ λαοῦ, ἕως ὅτου κατώρθωσαν νὰ τὸν συνοδεύσωσιν εἰς τὴν Βαμβέργην. Παρατηρῶ ὅμως ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, ἔλθῃ ἐκ δευτέρου τοιαύτη τις ἀτυχὴς περίστασις, δὲν θὰ σωθοῦν· ὁ λαὸς θὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς παραδειγματικῶς διὰ τὸ μέλλον. Ἂν τοὺς ἐσυγχώρησε διὰ τὴν ἐπὶ Ὄθωνος τοσοῦτον ἐθνοβλαβῆ συμπεριφοράν των, τοῦτο ἔπραξε χάριν τοῦ βασιλέως ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὴν πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος μεγάλην ἀφοσίωσιν οὐδεὶς ἠρνεῖτο· ἀλλ’ ἡ ὀργὴ τῶν Ἑλλήνων προῆλθε, διότι ὁ εὐλογημένος δὲν ἤθελε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν τοιαύτην ἀρετὴν καὶ εἰς ἄλλον. Ἑπομένως ἡ περιφρόνησις αὕτη ἐξήγειρε τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, ἣν οἱ μνησθέντες αὐλικοί του διὰ ψευδῶν παραστάσεων ἀπέκρυπτον, καὶ ἐζημίωσαν καὶ ἐκεῖνον καὶ τὸν τόπον, διότι ἦτο βασιλεὺς, ὅστις οὔτε ἐπιβολὴν φόρων, οὔτε σπατάλας ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς Ὑπουργούς του. Κύριοι, κατερχόμενος τοῦ βήματος ὕστερον ἀπὸ ὅσα σᾶς διηγήθην, τὴν ἔλλειψιν φιλοτιμίας τῶν κκ. Ὑπουργῶν ὅπως ἀπολογηθοῦν, ταπεινότητα τῆς ἀπολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναίδειαν τῶν χρηματιστῶν ἐν τῇ ὑποθέσει τῆς Κωπαΐδος, καταπίεσιν 2,000 γεωργῶν, τὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης κακὴν — ἂν δὲν εἶναι δολία — διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁμοίαν καὶ ὡς πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους τῆς Θεσσαλίας, δολίαν ἐργασίαν εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου, ταπεινοῦσαν τὴν Ἑλλάδα εἰς κατάστασιν χρεωκόπου, τὴν αἰσχρὰν ἀνάπτυξιν τῆς Κυβερνητικῆς συναλλαγῆς καὶ τὴν ἐκ τούτου χρεωκοπίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ τῆς σπατάλης τῶν ἱδρώτων τοῦ φορολογουμένου λαοῦ χάριν διατηρήσεως εἰς ἑαυτὴν τῶν φίλων της βουλευτῶν, τὴν κακοήθη καὶ δυστυχήματα γεννήσασαν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ τελευταῖον τὸν κίνδυνον, ὃν διατρέχει ἡ πατρίς μας διὰ τῆς προστασίας, ἣν χορηγεῖ ἀπροκαλύπτως ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς διὰ τῆς κυβείας γυμνώνοντας τὸν τόπον καὶ διαφθείροντας τὰ ἤθη τῆς κοινωνίας, καὶ ἰδίως τῆς ἀνωτέρας τάξεως, ὕστερον λέγω ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν μου ταύτην, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρακαλῶ τοὺς ἐν αὐτῇ καθημένους κκ. Συναδέλφους ἵνα μὴ ἀπαυδήσωμεν μαχόμενοι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος· καὶ ἂν, διότι δὲν εἴμεθα πλειοψηφία, δὲν φέρωμεν ἀποτέλεσμα, νὰ μὴ δειλιάσωμεν καὶ ὀπισθοχωρήσωμεν, τοὐναντίον νὰ ἐπιμείνωμεν, καὶ εἴτε κατορθώσωμεν νὰ πείσωμεν τινὰ τῶν Συμπολιτευομένων κκ. συναδέλφων—διότι πολλοὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἐπίσης ἀγαπῶντες τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος περισσότερον τῶν ἰδικῶν των—ἵνα συνεννοηθῶσι μεθ’ ἡμῶν καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον ἀπὸ διοικοῦν τὴν Ἑλλάδα σπάταλον καὶ ὅλως ξένον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἤθη σύστημα. Ἂν δὲ δὲν εὐτυχήσωμεν νὰ κατορθώσωμεν τὴν διὰ τῆς ὁμαλῆς ταύτης μεθόδου, ἂς ἤμεθα τοὐλάχιστον ἕτοιμοι ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ, ἴση τῇ ὀργῇ τοῦ Θεοῦ, ὀργή τοῦ λαοῦ, τῷ εἴπωμεν ὅτι ὑψώσαμεν στεντορείως τὴν φωνήν μας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἡ φωνή μας ἀπετείνετο πρὸς ὦτα μὴ ἀκουόντων, ἅπερ ἔκλεισαν αὐτὰ οἱ κυβερνῆται διὰ τῶν δώρων των.
§29Σ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν μοὶ ἐφάνη ἀξία προσοχῆς ἡ πρό τινων ἡμερῶν δημοσίευσις τοῦ ἄλλοτε σχεδιασθέντος κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ κατηγορητηρίου, τοῦ ὑπογραφέντος ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως κατατεταγμένων σήμερον ὀπαδῶν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὡς δὲν μοὶ ἐφάνησαν ἄξια προσοχῆς ὅσα ἐδημοσιεύθησαν ἐσχάτως ἔν τισιν ἐφημερίσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ προδήλου ἀντιφάσεως, εἰς ἣν δῆθεν περιεπέσαμεν οἱ φίλοι τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρός, διὰ τῆς ὑποστηρίξεως ἣν παρέχομεν σήμερον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Δὲν μοὶ ἐφάνησαν δὲ ταῦτα ἄξια προσοχῆς καὶ ἀπαντήσεως, διότι γνωρίζων ἔκρινα αὐτὰ ὡς ἀποκυήματα φιλοψόγου ὀργῆς, ὡς ἀποκυήματα κορυφωθείσης δυσαρεσκείας ἐκ διαψευσθεισῶν προσδοκιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο λόγος περὶ τῶν τοιούτων ἀντιφάσεων καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Κοινοβουλίῳ παρὰ δύω ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμων βουλευτῶν, καὶ παρὰ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Χατζοπούλου καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηροπούλου, διὰ τοῦτο καὶ μετὰ τὰς εὐγλώττους καὶ πειστικὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Κραναίας καὶ Κέας βουλευτῶν, τὰς ἀπαλλαττούσας με πάσης μακρηγορίας, ἔκρινα καλὸν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν κατὰ τῶν δημοσιευθέντων καὶ τῶν ῥηθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ πολυθρύλλητον, κύριοι, τοῦτο κατηγορητήριον, οὗτινος τὴν δημοσίευσιν μετὰ πολλοῦ πατάγου προανήγγειλαν αἱ ἀντιπολιτευόμεναι ἐφημερίδες, καὶ ὅπερ μετ’ ἀξιοθαυμάστου τῷ ὄντι σπουδῆς ἔσπευσε νὰ δημοσιεύσῃ ἔν τινι ἐφημερίδι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀξιότιμος βουλευτὴς, οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ στιγμιαῖον καὶ ἔκτακτον μέτρον ἡμῶν προωρισμένον, ὅπως ματαιώσῃ τὸ ἕτερον κατηγορητήριον· οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ ὅπλον ἀμύνης, ὅπερ ἐν τῇ κομματικῇ πάλῃ καὶ ἐν τῇ ἐξάψει ἐκείνῃ τῶν παθῶν εἴχομεν σκοπὸν νὰ μεταχειρισθῶμεν, ὅπως ἀποσοβήσωμεν μελετωμένην ἢ ἀπειλουμένην θανάσιμον πολιτικὴν προσβολὴν, οὐ μόνον κατὰ δύω Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος ἡμῶν. Οὐδέποτε δὲ ἐσκοποῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν μὴ εἰσήγετο τὸ ἕτερον κατηγορητήριον. Ὑπεγράφη λοιπὸν τοῦτο ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν συναδέλφων μου, ἐπὶ τῷ ῥητῷ ὅρῳ τοῦ νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτοῦ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε γείνει χρῆσις τοῦ ἑτέρου κατηγορητηρίου. Μὴ ἐκπληρωθέντος δὲ τοῦ ὅρου, ἐξ οὗ ἐξήρτητο ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐν σχεδίῳ μόνον ὑπάρχοντος κατηγορητηρίου, ἐγκατελείφθη τοῦτο παρ’ ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἐγκατελείφθη καὶ τὸ ἕτερον κατηγορητήριον, τῇ πρωτοβουλίᾳ, ὡς ἀκριβῶς ἐμάθομεν βραδύτερον, τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, τοῦ προτιμήσαντος νὰ ἀπολέσῃ μᾶλλον τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ ἢ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τινῶν ἐκ τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὸ πολιτικὸν τοῦτο πραξικόπημα.
§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαμφισβητῶ τὴν ὕπαρξιν κατηγορητηρίου ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιάν).
§31ΦΩΤΗΛΑΣ. Δύω μόνον ὑπέγραψαν κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκονται εἰς τὰς πτέρυγας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§32ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι τὸ ἕτερον κατηγορητήριον προεκλήθη πρὸς ματαίωσιν τοῦ ἑτέρου κατηγορητηρίου. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ὡς ἁπλοῦν μόνον σχέδιον ὑπάρχον κατηγορητήριον τοῦτο οὐδεμίαν ἔλαβεν ἐπίσημον ὕπαρξιν καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ὑπάρχον, οὐδεὶς πλέον λόγος ἠδύνατο νὰ γείνῃ περὶ αὐτοῦ· ἀπορίαν δὲ καὶ ἔκπληξιν ἐγέννησεν ἡμῖν καὶ ἅπασι τοῖς εὖ φρονοῦσι βουλευταῖς ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ, ἄνευ ῥητῆς ἀδείας καὶ συναινέσεως τῶν ὑπογραψάντων αὐτὸ βουλευτῶν· διότι εἰς τί ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ; Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, τὸ ἐγκαταλελειμμένον τοῦτο ἔγγραφον, τὸ ἐν σχεδίῳ μόνον ὑπάρξαν, καὶ ὅπερ εἴχομεν λησμονήσει ὡσεὶ μηδέποτε ἐγένετο, ἐδημοσίευσαν πρό τινων ἡμερῶν καὶ ὑπηνίχθησαν μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως κατηγορήσωσιν ἡμῶν ἐπὶ πολιτικῇ ἀντιφάσει, διότι μετέστημεν εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν γνωρίζομεν, κύριοι, ὁποῖον πολιτικὸν κέρδος, ὁποῖον πολιτικὸν κεφάλαιον ζητοῦσι νὰ καρπωθῶσιν οἱ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοιούτων ἀντικειμένων ἐνασχολούμενοι· ἐὰν ὅμως δὲν ἐφειδόμην τοῦ πολυτίμου ὑμῶν χρόνου καὶ προέβαινον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῶν τὰ τοιαῦτα ὑποκινούντων, εἰμὶ βέβαιος, βεβαιότατος, ὅτι οὗτοι δὲν ἤθελον ἐξέλθει νικηταὶ ἐκ τοῦ τοιούτου ἀγῶνος, ἀλλ’ ὅτι ἤθελον πικρῶς μεταμεληθῆ ἐπὶ τῇ προκλήσει τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Οὐχὶ μίαν, κύριοι, οὐχὶ δύω, οὐχὶ τρεῖς ἀντιφάσεις καὶ λιποταξίας, ἀλλὰ πλείστας τοιαύτας ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ δείξωμεν αὐτοῖς. Ποσάκις, κύριοι, δὲν ἐξυβρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος παρ’ ἀνθρώπων, οὓς καὶ εἰς ὑπουργικὰ ἀξιώματα ἀνεβίβασε καὶ πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ὑπέθαλψε καὶ ὑπεστήριξε! παρ’ ἀνθρώπων, οἵτινες, ἐνῷ εἶχον ὑπηρετήσει ὑπ’ αὐτὸν ὡς ὑπουργοὶ, διεμαρτύροντο μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ κατὰ τῆς ἰδίας πολιτικῆς, εἰς ἣν καὶ αὐτοὶ εἶχον συμπράξει πρὸς μόνον τὸν δόλιον σκοπὸν, ὅπως ἐκμεταλλευθῶσιν ἐπιδεξίως τὰς περιστάσεις καὶ δημιουργήσωσιν ἴδια κεφάλαια καὶ ἴδιον κόμμα! Καὶ χθὲς ἔτι, κύριοι, ἀντήχουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ διαμαρτυρίαι τῶν σήμερον μὲν ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁρμωμένων, ἕως χθὲς δὲ καὶ πρώην ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως Ὑπουργῶν ὑπηρετούντων, οἵτινες ἐπιλαθόμενοι, ὅτι μέχρις ἐσχάτων συνειργάζοντο ἢ συνυπηρέτουν μετ’ αὐτοῦ, ἔψεξαν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἰδίαν πολιτικὴν, ἣν μετ’ ἐνθέρμου ζήλου καὶ ἀξιοθαυμάστου ἀφοσιώσεως πρὸ μικροῦ ἠσπάζοντο καὶ ὑπηρέτουν, καὶ εἰσιν ἕτοιμοι, κύριοι, νὰ καταψηφίσωσιν αὔριον ἀνερυθριάστως τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις. Καὶ οἱ τοιοῦτοι, κύριοι, καὶ οἱ τούτοις ὅμοιοι, οἱ μόλις χθὲς τὰς τάξεις τοῦ ζῶντος αὐτῶν ἀρχηγοῦ καταλιπόντες καὶ εἰς τὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αὐτομολήσοντες, ἔρχονται σήμερον μετὰ παραδόξου θρασύτητος νὰ μεμφθῶσιν ἡμῶν, τῶν μηδένα ἀρχηγὸν καταλιπόντων, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ εἰς τὴν μίαν ἐκ τῶν δύω ἀντιμαχομένων μερίδων καταταχθέντων, ἐπὶ πολιτικῇ ἀντιφάσει. Ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε, κύριοι, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐσχεδιάζετο τὸ πολυθρύλλητον τοῦτο κατηγορητήριον καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπολεμοῦμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἔζη ὁ πολύκλαυστος ἡμῶν ἀρχηγὸς, οὗτινος ἡ ὑπεράσπισις ἐπεβάλλετο ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ὑψίστου συμφέροντος τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκομεν. Ἀπεριόριστος, κύριοι, ὑπῆρχεν ἡ πρὸς τὸν μεγαλουργὸν ἡμῶν ἀρχηγὸν ἀγάπη, ἀπεριόριστος ἦτον ἡ πρὸς αὐτὸν ὑπόληψις, καὶ ἅπασα ἑπομένως ἡ πολιτεία ἡμῶν ἐκανονίζετο κατὰ τὸ πρόγραμμα καὶ τὰς ἰδέας αὐτοῦ, πρόγραμμα, ὅπερ εἴχομεν πλήρη πεποίθησιν ὅτι μόνος αὐτὸς ἐὰν ἔζη, καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν διαδόχων αὐτοῦ, εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ πολιτικὸν κῦρος, ὅπως ἐφαρμόσῃ αὐτὸ κατὰ γράμμα. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον αὐτοῦ πολλαὶ ἐγένοντο τῷ ὄντι προσπάθειαι, καθ’ ἃ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὀρθῶς εἶπε, πρὸς ἕνωσιν τοῦ Κουμουνδουρικοῦ κόμματος ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν, ἀλλ’ ἅπασαι, κύριοι, αἱ προσπάθειαι αὗται ἐναυάγησαν εἰς τὸ πέλαγος τῶν προσωπικῶν φιλοδοξιῶν καὶ ἀντιπαθειῶν. Μετὰ δὲ τὴν ὁριστικὴν ἀποτυχίαν τῶν προσπαθειῶν ἡμῶν τούτων, καὶ μετὰ τὸ μέγα καὶ δυσαναπλήρωτον κενὸν, ὅπερ ἐγέννησεν ὁ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρὸς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, μετὰ τὴν νέαν ταύτην τροπὴν τῶν πραγμάτων, ἡ συντήρησις τοῦ παρόντος Ὑπουργείου ἐπεβάλλετο, κατ’ ἐμὲ, ἐπιτακτικῶς εἰς πάντας τοὺς ἐπιθυμοῦντας κανονικὴν τάξιν πραγμάτων, εἰς πάντας τοὺς ἐπιθυμοῦντας τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Πολιτεύματος· διότι ὁποία, κύριοι, θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς πατρίδος ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἡγεμονίαν πολλῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὁποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι τῆς πτώσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, πολυκεφάλου οὔσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; συγκρούσεις ἀκαθέκτων φιλοδοξιῶν, ἄκρα ἀμηχανία περὶ τὸν σχηματισμὸν βιωσίμου Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς τοιαύτης ἀπελπιστικῆς τῶν πραγμάτων καταστάσεως θὰ ἦτο ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἄνευ ἐθνικοῦ τινος σκοποῦ, ἄνευ ἐθνικῆς τινος ὠφελείας, ἀλλὰ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τῆς χρήσεως τῆς βασιλικῆς προνομίας. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν λυπηρᾷ καταστάσει εὑρισκόμενοι, οὐδένα ᾐσθάνθημεν ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν ἐνδοιασμὸν, ὅπως εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῶν πραγμάτων θυσιάσωμεν τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν περὶ παρελθόντος, ἀῤῥήκτως καὶ ἀναποσπάστως συνδεδεμένου μετὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀειμνήστου ἡμῶν ἀρχηγοῦ, καὶ ἑπομένως πεποιθήσεις οὐσιωδῶς μεταβεβλημένας ὡς ἐκ τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Αἱ δὲ ἀντιφάσεις, ἃς προσπαθοῦσι νὰ ἀποδώσωσι τῇ πολιτικῇ ἡμῶν πορείᾳ οἱ μόλις χθὲς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αὐτομολήσαντες, εἰσὶν ἀντιφάσεις κατ’ ἐπιφάνειαν μόνον· διότι ὁ ἀοίδιμος ἡμῶν ἀρχηγὸς οὐ μόνον πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κραναίας βουλευτὴν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐμὲ ἐπανειλημμένως εἶπεν, ὅτι δὲν ἀπέκρουε κατ’ ἀρχὴν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ τείνοντα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸς ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ διεφώνει μόνον ὡς πρὸς τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν· αἱ ἀποδιδόμεναι ἑπομένως καθ’ ἡμῶν ἀντιφάσεις εἰσὶ μᾶλλον φράσεις τοῦ συρμοῦ, δι’ ὧν ὁ πτωχὸς κεφαλαίων ἐγωϊσμὸς προσπαθεῖ νὰ καλύψῃ ἐπιτηδείως τὴν γυμνότητα τῶν ὑποκινούντων τοιαύτας συζητήσεις λιποτακτῶν. Τὴν ἐξαιρετικὴν λοιπὸν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ἣν ἐγέννησεν ὁ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, προτείνομεν οἱ πιστοὶ καὶ στενοὶ φίλοι τοῦ περικλεοῦς ἐκείνου ἀνδρὸς ὡς δικαιολογίαν τῆς νέας ἡμῶν πολιτείας, εἰς οὐδένα ἄλλον ὀφείλοντες λόγον τῆς πολιτείας ταύτης ἢ εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν καὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, οὓς ἀντιπροσωπεύομεν. (Εὖγε! Εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§33Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐθύνη τῶν διαχειριζομένων τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν εἶναι, φρονῶ, σπουδαιοτάτη ἐγγύησις τῶν ἐλευθέρων Πολιτευμάτων, διότι ἐκ τῆς ἐπιτυχοῦς διαχειρίσεως τῆς Ἐξουσίας ταύτης ἐξήρτηται κυρίως ἡ εὐημερία καὶ ἡ πρόοδος ἑκάστης πολιτείας. Ἀλλ’ ἡ σπουδαία καὶ ἀληθὴς εὐθύνη προϋποτίθησιν ἀναγκαίως τὴν ἀκριβῆ καὶ πλήρη πρὸς τὸ Κοινοβούλιον λογοδοσίαν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἴτε οἴκοθεν ὑποβαλλομένην εἴτε ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους προκαλουμένην. Οἱ ἀρνούμενοι λοιπὸν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἀναιροῦσι σπουδαιοτάτην ἐγγύησιν τῆς πολιτείας, καὶ καθίστανται ὕποπτοι ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀνάξιοι τῆς περαιτέρω ἐμπιστοσύνης αὐτῶν. Ἔχω, κύριοι, δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐπιμείνει ὑποπίπτουσα εἰς ἔλλειψιν τοιαύτην, ἀλλὰ θέλει ταχέως ὑποβάλει εἰς τὸ Κοινοβούλιον πλήρεις καὶ σαφεῖς ἐξηγήσεις καὶ πληροφορίας περὶ πάντων τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπηυθύνθησαν, ἢ ἀπευθυνθήσονται κατ’ αὐτῆς αἰτιάσεις. Ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς καὶ σπουδαία εὐθύνη προϋποτίθησι καὶ ἕτερόν τι ἀκόμη· προϋποτίθησι τὴν ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν καὶ τὴν ἀμερόληπτον καὶ δικαίαν ἐκτίμησιν τῶν ἔργων καὶ τῆς πορείας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνέφικτος, ὅταν τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἐκτίμησιν ταύτην ἐπηρεάζωσιν ἰδιαίτερα συμφέροντα καὶ προσωπικαὶ συμπάθειαι καὶ σχέσεις. Καθῆκον ὑψίστου Ἐθνικοῦ δικαστηρίου καλεῖται τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐκπληρώσῃ, ὁπόταν ἀποφαίνεται περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ κατὰ συνέπειαν ὀφείλει νὰ περιβληθῇ, μὲ τὰ ἀπαραίτητα πρὸς διαχείρισιν τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας προσόντα, τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καλῶς διεπράξατο τὰ κοινὰ, ἐὰν ἐξετέλεσε τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὴν καθήκοντα, ἐὰν συνετέλεσεν εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ εὐημερίαν τῆς Πολιτείας, ἐὰν ἐμερίμνησε περὶ θεραπείας τῶν κατατρυχόντων αὐτὴν δεινῶν, λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ αὐτῆς ὀφείλει νὰ δώσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, οἵας δήποτε ἀποχρώσεως· ἐὰν ὅμως τοὐναντίον, δὲν ἐξεπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις δεόντως τὰ καθήκοντα αὑτῆς, ἐὰν δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν πρόοδον τῆς Πολιτείας, ἐὰν τοὐναντίον συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν καὶ ἐπίτασιν τῶν κατατρυχόντων τὴν Πολιτείαν δεινῶν, τότε μέλαιναν ψῆφον ὀφείλει νὰ δώσῃ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν, καὶ ἐὰν μέχρι τοῦδε διὰ τῆς ψήφου του ὑπεστήριζε τὴν Κυβέρνησιν. Τοιοῦτον νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ἐπιβαλλόμενον ἑκάστῳ καθῆκον, καὶ τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἀπέναντι δὲ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος καὶ ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος τῆς Πατρίδος, πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ πᾶσα ἄλλη ὑποχρέωσις καὶ πᾶν ἄλλο συμφέρον. Τοιαῦτα, κύριοι, φρονῶν περὶ τοῦ ἐπιβαλλομένου ἡμῖν σήμερον καθήκοντος, ἐπιχειρῶ νὰ ἐξετάσω τὴν πορείαν καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὸ ἔργον τοῦτο θέλω ἐκτελέσει ὅσον ἔνεστι συντόμως, καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ σύνολον μᾶλλον τῆς πορείας ταύτης· διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ τοιαύτης τινὸς ἐξετάσεως δύνανται νὰ ἐξαχθῶσιν ὀρθότερα καὶ ἀσφαλέστερα συμπεράσματα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πασίγνωστον εἶναι, ὅτι ἡ Πολιτεία ἡμῶν νοσεῖ πρὸ χρόνων ὑπὸ δεινοῦ καὶ χρονίου νοσήματος. Τὸ νόσημα τοῦτο πολλάκις κατηγγέλθη, καὶ πολλάκις ἐξητάσθη καὶ παρεστάθη, ὥστε ἐκλείπει ἡ ἀνάγκη νέων αὐτοῦ ἀναπτύξεων. Ἐνῷ ἡ κοινωνία προάγεται καὶ ἀναπτύσσεται, ἡ Πολιτεία παραλείπουσα νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὰ οὐσιωδέστερα τῶν καθηκόντων αὐτῆς, οὐ μόνον δὲν ὑποβοηθεῖ, ἀλλὰ καὶ παρακωλύει τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει ἐπαρκὴς προστασία τῆς τιμῆς, τῆς περιουσίας, τῆς ζωῆς καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐν γένει τοῦ πολίτου· δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Κράτος πλήρης καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης· δὲν λειτουργοῦσιν ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ ἀπροσκόπτως οἱ νόμοι, οὔτε εἶναι ἴσοι ἀπέναντι αὐτῶν ἅπαντες οἱ πολῖται, ἀλλὰ τινὲς μὲν ἐκλαμβάνονται ἀνώτεροι τῶν νόμων καὶ ἀπαλλάσσονται πάσης ἐξ αὐτῶν ὑποχρεώσεως, ἕτεροι δὲ οὐ μόνον ὑποβάλλονται εἰς τὴν αὐστηρὰν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων ἐκπλήρωσιν, ἀλλ’ ἐκβιάζονται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἄλλων ὑποχρεώσεων ἐκνόμων. Φατριασμὸς καὶ ἀδικία ἀντὶ ἰσότητος καὶ Δικαιοσύνης διέπουσι τὰ σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Ἐξουσίαν. Παραγωγὸς αἰτία τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως ταύτης ἀείποτε ἐθεωρήθη ἡ χαλάρωσις τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν, ἡ ἐπέμβασις τῶν πολιτευομένων εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν λειτουργῶν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι ἕνεκα τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ, ἀπὸ ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας καὶ τῶν νόμων, κατέστησαν ὄργανα φατριῶν καὶ εὐτελεῖς θεράποντες ἰδιοτελῶν συμφερόντων. Κατὰ τῆς οἰκτρᾶς ταύτης καταστάσεως ἐξηγέρθη πολλάκις ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ πολλαὶ κατεβλήθησαν ἀξιέπαινοι προσπάθειαι πρὸς καταστολὴν τοῦ κακοῦ καὶ θεραπείαν αὐτῶν, ἀλλ’ αἱ τοιαῦται προσπάθειαι ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνεπαρκεῖς, τὸ κακὸν ἐπέμεινε, καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου ἐπετάθη, ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξοικειώθη βαθμηδὸν πρὸς αὐτὸ, τὰ ὀλέθρια παραδείγματα τοῦ δημοσίου βίου ἐπέδρασαν ἐπιβλαβῶς καὶ ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἀκόμη σχέσεων, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ νόσημα τὸ πολιτικὸν ἔλαβε χαρακτῆρα νοσήματος ἐντελῶς κοινωνικοῦ. Τὴν οἰκτρὰν ταύτην κατάστασιν καὶ οἱ προϊστάμενοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πολλάκις πικρῶς ἐπέκριναν, καὶ τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν ὡς παραιτίους αὐτῆς κατήγγειλαν, καὶ τὴν θεραπείαν αὐτῆς ρητῶς ἐπηγγέλθησαν. Ὡς κόμμα ἀρχῶν καὶ πεποιθήσεων, καὶ οὐχὶ προσωπικῶν σχέσεων καὶ συμφερόντων, εἰς τὸ δημόσιον ἀνέκαθεν ἐνεφανίσθησαν. Ἀλλ’ ἰδοὺ, ἐπὶ δύω σχεδὸν ἔτη εὑρίσκονται ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ· ἐτήρησαν ἆρά γε τὰς ἐπαγγελίας ταύτας; Ἐξεπλήρωσαν τὰ εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν ἐπιβαλλόμενα καθήκοντα; Συνετέλεσαν εἰς θεραπείαν τινὰ τοῦ κακοῦ; Ἐμερίμνησαν τοὐλάχιστον περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐπιβλαβῶν ἐξ αὐτοῦ ἀποτελεσμάτων; φρονῶ, ὅτι ὁ παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς τὴν πορείαν καὶ τὰς πράξεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν καταφατικὴν εἰς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας. Δὲν ἐξησφάλισαν ἐπαρκῶς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, διότι οὐδέποτε ἡ τιμὴ, ἡ περιουσία, ἰδίως ἡ ζωὴ τῶν πολιτῶν ὑπέστησαν πλείονας προσβολὰς, οὐδ’ ἔλαβόν ποτε μείζονας διαστάσεις τὰ διαπραττόμενα ἐγκλήματα. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὰς καθ’ ἑκάστην ἐκδιδομένας καὶ ἀναγραφούσας τὰ διαπραττόμενα ἐγκλήματα ἐφημερίδας, ἵνα ἀποβάλῃ πάντα δισταγμὸν περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Δὲν κατέστησεν ἡ Κυβέρνησις ταχυτέραν οὔτε πληρεστέραν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι οὐδὲν ἀπολύτως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διεπράξατο. Ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εὑρίσκεται εἰς χείρονα θέσιν, ἢ ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Καὶ οὐ μόνον οὐδόλως ἐμερίμνησε περὶ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων, τῶν προσώπων ἢ τῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ καὶ ἀντετάχθη πεισμόνως εἰς πᾶσαν παρ’ ἄλλων γενομένην πρὸς τοῦτο ἀπόπειραν. Δὲν λειτουργοῦσιν οὔτε σήμερον ἀπροσκόπτως οἱ νόμοι· οὐδὲ εἶναι ἴσοι ἐνώπιον αὐτῶν οἱ πολῖται. Εἰς προνομιούχους καὶ ὑποτελεῖς, εἰς πιέζοντας καὶ πιεζομένους διακρίνονται πάντοτε οἱ πολῖται εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ οἱ μὲν πρῶτοι εὑρίσκουσι πᾶσαν περίθαλψιν παρὰ τῶν Ἀρχῶν, καὶ πολλάκις πᾶσαν ἔκνομον προστασίαν, εἰς δὲ τοὺς ἑτέρους καὶ αἱ θύραι αὐταὶ τῶν δημοσίων γραφείων εἶναι κεκλεισμέναι. Τοιαῦται εἶναι αἱ πληροφορίαι, αἱ διαβιβαζόμεναι ὑπὸ ἀξιοτίμων ἀνθρώπων, καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ διηνεκὴς, ἡ ἀέναος ἀναστάτωσις τῶν ὑπαλλήλων, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησαν οἱ κυβερνῶντες, προβάλλοντες μόνον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλας ἐποχὰς εἰς ἀναλόγους προέβησαν πράξεις· ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο οὐ μόνον οὐδόλως συντελεῖ πρὸς ὑπεράσπισίν των, ἀλλὰ καὶ καθιστᾷ ἄφευκτον καὶ βεβαίαν τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν καταδίκην. Καὶ οὐ μόνον οὐδόλως ἐμερίμνησαν οἱ κυβερνῶντες περὶ τῆς λειτουργίας τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ διέπραξαν ῥητὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος, παραλείψαντες νὰ διατάξωσι νέαν ἐκλογὴν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ εἰς θέσιν Πρεσβευτοῦ διορισθέντος συναδέλφου ἡμῶν κ. Σκουλούδη. Ἐπαρκῶς ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ προσθέσω ὀλίγας ἔτι λέξεις. Ὡς ἔμμισθοι δημόσιοι λειτουργοὶ, κύριοι βουλευταὶ, ἐθεωρήθησαν ἀείποτε οἱ ἀποστελλόμενοι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν Πρέσβεις ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, καὶ οὐδαμοῦ ἀπαντᾶται κείμενον νόμου ἀποδεικνύον, ὅτι δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἄμισθοι αἱ θέσεις αὗται μέχρι τοῦ ἔτους 1853. Οὐδ’ ἐπικαλοῦνται μάλιστα οἱ ἀντιδοξοῦντες κείμενον τοιοῦτον, ἀλλ’ ἰσχυρίζονται μόνον, ὅτι ὑπὸ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ Νόμου τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853 ἐπετράπη δῆθεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ὁ διορισμὸς καὶ Πρέσβεων ἀμίσθων. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μελετήσωμεν ἐπισταμένως τὸν Νόμον τοῦτον, ἵνα μορφώσωμεν πεποίθησιν περὶ τοῦ βασίμου τοῦ ἰσχυρισμοῦ ἐκείνου. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, οὐ μόνον δὲν συντελεῖ εἰς ὑπεράσπισιν τῆς γνώμης τῶν ἀντιφρονούντων, ἀλλὰ, δύναμαι εἰπεῖν, διαῤῥήδην τὴν ἀποκρούει καὶ τὴν πολεμεῖ· διότι κατὰ τὸ ἐδάφιον τοῦτο δίδεται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ Πρεσβείας διὰ Διατάγματος, καὶ νὰ ὁρίζῃ δι’ αὐτοῦ τὸν βαθμὸν καὶ τὰς ἀποδοχὰς τῶν Πρέσβεων ὡς καὶ τὸν βαθμὸν, τὸν ἀριθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τῶν γραμματέων τῆς Πρεσβείας· ἑπομένως ῥητῶς καθιεροῖ τὸ ἔμμισθον τῶν θέσεων τούτων. Ἰδού, κύριοι, πῶς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ ἐδαφίου τούτου: «Ὅπου καὶ ὁσάκις τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτή«σωσι τὴν σύστασιν Πρεσβειῶν, δύνανται νὰ συστηθῶσι δυ«νάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ νὰ ὁρισθῶσι δι’ αὐτοῦ «ὁ βαθμὸς καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τῶν Πρέσβεων, ὡς καὶ ὁ «ἀριθμὸς καὶ ὁ βαθμὸς καὶ ὁ μισθὸς τῶν γραμματέων καὶ «ἀκολούθων τῆς Πρεσβείας.» Ἐπιτρέπει, ἐρωτῶ, διάταξίς τις τοῦ ἐδαφίου τούτου τὸν διορισμὸν ἀμίσθων Πρέσβεων, ἢ γραμματέων καὶ ἀκολούθων τῆς Πρεσβείας; βεβαίως οὐχί· τοὐναντίον, ἐπιτρέπει ῥητῶς τὸν διὰ Διαταγμάτων διορισμὸν αὐτῶν ὡς ἐμμίσθων. Ἐπέρχεται ὅμως τὸ δεύτερον ἐδάφιον, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀντλοῦσι κυρίως τὰ ἐπιχειρήματά των οἱ ἀντιδοξοῦντες. Ἀλλὰ λέγει που καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ διορίζῃ ἀμίσθους Πρέσβεις; οὐχὶ βεβαίως· διότι τὸ ἐδάφιον δεύτερον λέγει τοὐναντίον, ὅτι μόνον ὁ Πρέσβυς καὶ εἷς γραμματεὺς δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐμμίσθως, εἰς δὲ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν καὶ εἷς ἀκόλουθος καὶ εἷς κλητήρ. Ἰδοὺ καὶ τὸ κείμενον τοῦ ἐδαφίου τούτου. «Ἐμμίσθως δὲ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι παρ’ ἑκάστῃ «Πρεσβείᾳ, εἰ μὴ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν καὶ εἷς γραμματεὺς, «ἐξαιρουμένης τῆς Πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, «παρ’ ᾗ ὑπάρχουσιν, ἐκτὸς τοῦ γραμματέως, εἷς ἀκόλουθος «καὶ εἷς κλητὴρ, ἔμμισθοι ἀμφότεροι.» Καὶ τὸ ἐδάφιον λοιπὸν τοῦτο προὐτίθετο ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ προσδιορίσῃ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐμμίσθως διοριζομένων διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, καὶ νὰ περιορίσῃ τὸ διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου παρεχόμενον εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἀπόλυτον δικαίωμα διορισμοῦ τοιούτων, ἑρμηνεῦον αὐτὸ ὡς ἀναφερόμενον εἰς μόνους τοὺς ἀμίσθους γραμματεῖς καὶ ἀκολούθους τῆς Πρεσβείας. Προφανὴς ἐντεῦθεν καθίσταται ἡ ἔννοια τοῦ προκειμένου ἄρθρου. Σοὶ ἐπιτρέπω, λέγει εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, νὰ συστήσῃς Πρεσβείας, καὶ νὰ διορίσῃς παρ’ αὐταῖς διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ σοὶ παρατηρῶ, ὅτι ὡς ἐμμίσθους ἀναγνωρίζω μόνον τὸν Πρέσβυν καὶ ἕνα γραμματέα, καὶ ἑπομένως μόνον ὡς ἀμίσθους δύνασαι νὰ διορίσῃς καὶ ἄλλους γραμματεῖς καὶ ἀκολούθους· μόνον εἰς τὴν Πρεσβείαν Κωνσταντινουπόλεως σοὶ ἐπιτρέπω νὰ διορίσῃς προσέτι ἐμμίσθως ἕνα ἀκόλουθον καὶ ἕνα κλητῆρα. Δύναταί τις τώρα, ἐκ τῆς ἀδείας ταύτης τοῦ διορισμοῦ ὡς ἀμίσθων καὶ ἄλλων γραμματέων τῆς Πρεσβείας, νὰ ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ τὸν Πρέσβυν αὐτὸν καὶ τὸν γραμματέα δύναται νὰ διορίσῃ ὡς ἀμίσθους ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία; οὐχὶ βεβαίως· διότι τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τοὺς κοινοτέρους τῆς ἑρμηνευτικῆς κανόνας. Τὸ ἔμμισθον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι γενικὴ ἀρχὴ τοῦ δημοσίου ἡμῶν δικαίου, καὶ ἑπομένως πᾶσα ἐξαίρεσις τῆς ἀρχῆς ἐκείνης πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ λίαν στενῶς, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς μόνους ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους, εἰς οὓς ῥητῶς ἀναφέρεται. Καθιερώθη ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἕνεκα σπουδαίων λόγων δημοσίου συμφέροντος, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν ἄλλοτε. Δὲν εὑρίσκεται τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ὥστε νὰ ἐπιζητήσῃ δωρεὰν τὰς πρὸς αὐτὸ ὑπηρεσίας· δύναται πάντοτε νὰ ἀμείψῃ τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτὸ ἀποχρώντως, παρέχον δὲ τὴν ἀντιμισθίαν δύναται πάντοτε νὰ ἐκλέγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ τοὺς ἱκανωτέρους, καὶ νὰ ἐξασκῇ ἐπ’ αὐτῶν αὐστηρὰν πειθαρχίαν. Ἄνευ τῆς μισθοδοσίας ἠθέλομεν ἐγκαθιδρύσει παρ’ ἡμῖν τὴν πλουτοκρατίαν, ἥτις ἀποκρούεται καὶ ἐκ τῶν νόμων καὶ ἐκ τῶν ἐθίμων τοῦ τόπου, ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε. Συμπέρασμα λοιπόν, κύριοι, ἀλάνθαστον ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, ὅτι ἐναντίον τοῦ Νόμου προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς ἀμίσθου Πρέσβεως ἐν Ἱσπανίᾳ. Ἀλλ’ ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ἐναντίον, ὅτι νομίμως ἐγένετο ὁ διορισμός του, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι διατηρεῖ ὁ Σκουλούδης τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητά του; Ἵνα ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὀφείλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν προσηκόντως τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ διοριζόμενοι εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, καὶ δεχόμενοι, παύουσιν ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Ποῖος ὁ σκοπὸς καὶ ποία ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου; προφανῶς ἐσκόπει νὰ προφυλάξῃ τοὺς βουλευτὰς κατὰ τῆς ἐπηρείας καὶ τῶν δελεασμάτων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους ὅλως ἀνεξάρτητον τῆς Ἐξουσίας ταύτης. Ἀλλὰ πρὸς τί ἆρά γε περιωρίσθη νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸν διορισμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς μόνας τὰς ἐμμίσθους, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰς ἀμίσθους θέσεις; Ὑπέθεσαν ἆρά γε οἱ συντάξαντες τὰ Συντάγματα ὅτι μόνον ὁ μισθὸς δύναται νὰ δελεάσῃ τὸν βουλευτήν; Τοιαύτη, κύριοι, ἑρμηνεία ἤθελεν ἔχει ὡς συνέπειαν, ὅτι ὁ βουλευτὴς, παραιτούμενος τῆς μισθοδοσίας, ἠδύνατο νὰ διορισθῇ εἰς οἱανδήποτε θέσιν, χωρὶς ν’ ἀπωλέσῃ τὴν ἰδιότητά του. Ἀλλὰ τοιαύτη ἐξήγησις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος εἶναι ταπεινωτικὴ καὶ διὰ τοὺς ψηφίσαντας τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐλεεινὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν βουλευτὴν, ἀλλὰ δύναται μᾶλλον νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα τοιοῦτον ἡ Ἐξουσία, ἡ κοινωνικὴ περιωπὴ, ἡ λάμψις, ἣν ἡ θέσις προσδίδει εἰς τὸν δημόσιον λειτουργὸν, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπαγόρευσις ἐφαρμόζεται πλήρης, καὶ ἂν ὁ βουλευτὴς διοριζόμενος παραιτηθῇ τῆς μισθοδοσίας. Ἀλλὰ διατί, ἐπαναλαμβάνω, ἐξῃρέθησαν αἱ ἄμισθοι θέσεις; διότι τὸ ἔμμισθον τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἶναι, ὡς εἶπον, γενικὴ ἀρχὴ τοῦ δημοσίου ἡμῶν δικαίου, καὶ διὰ τοῦτο μισθὸς ἐτάχθη εἰς πᾶσαν θέσιν περιέχουσαν ἐξάσκησιν δημοσίας ἐξουσίας, καὶ ἑπομένως ὡς ἄμισθοι ὑπελείφθησαν αἱ θέσεις μόνον ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν περιποιοῦσι τοιαύτην τινὰ ἐξουσίαν, ἀλλὰ περιέχουσι μᾶλλον ἰδιωτικὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας. Δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιαύτη ἡ ὑψηλὴ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους ἐν τῇ ἐξωτερικῇ θέσει; οὐχὶ βεβαίως, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ θέσεως τοιαύτης δὲν ἐπιφέρει τὴν παῦσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀντιτάξωσιν ἴσως, ὅτι γενικὰς θεωρίας καὶ σκέψεις ἀντιτάσσω εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 72. Εὐχερῶς ἀποκρούω καὶ τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην, ὑποστηρίζων, ὅτι καὶ τὸ γράμμα ἀκόμη, τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 72 ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἰς τὸ αὐτὸ πάλιν θέλομεν φθάσει ἀποτέλεσμα. Τί ἀπαγορεύει τὸ ἄρθρον 72; ἀπαγορεύει τὸν διορισμὸν εἰς ἔμμισθον θέσιν· τί ἐπιτρέπει; τὸν διορισμὸν εἰς ἄμισθον θέσιν. Αἱ θέσεις λοιπὸν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὦσιν ἔμμισθοι ἢ ἄμισθοι, κατὰ τὴν θέλησιν τῶν Κυβερνήσεων, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ καταταχθῶσι μεταξὺ τῶν ἀμίσθων· πρέπει νὰ καταταχθῶσι μεταξὺ τῶν ἐμμίσθων, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ τοιούτων θέσεων ἀποδοχὴ φέρει ἀμέσως τὴν παῦσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἀπέδειξα τὸ παράνομον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, παραλειπούσης νὰ διατάξῃ νέαν ἐκλογὴν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ πρώην συναδέλφου ἡμῶν κ. Σκουλούδη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος δίκαιον εἶναι νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ δύο ἄλλας ἐπόψεις. Αἱ δημόσιαι θέσεις, καὶ μάλιστα αἱ ὕψισται πασῶν, δὲν συνιστῶνται πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ματαιότητος ἢ τῆς κενοδοξίας τῶν προσώπων, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ν’ ἀκούσω ποῖα ὑψηλὰ συμφέροντα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν σύστασιν Πρεσβείας ἐν Ἱσπανίᾳ. Ἐγὼ οὐδὲν βλέπω, οὔτε μέγα, οὔτε μικρόν, οὔτε πολιτικόν, οὔτε ἐμπορικὸν συμφέρον, καὶ κατὰ συνέπειαν ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὸν διορισμὸν τοῦτον ὡς γενόμενον μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῆς ματαιότητος καὶ κενοδοξίας, καὶ νὰ λυπηθῶ, διότι τὰ ὕψιστα ἀξιώματα τοῦ Κράτους κατέπεσαν μέχρι τοῦ βαθμοῦ καὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, εἶχεν ἆρά γε ὁ κ. Σκουλούδης τὰ προσόντα νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα ἐκεῖνο; Δὲν εἶμαι ἐγώ, τέκνον ἁπλοῦν τοῦ λαοῦ, διὰ τῶν ἀτομικῶν μου μόχθων καὶ ἀγώνων καταρτίσας τὴν εἰς ἣν εὑρίσκομαι κοινωνικὴν θέσιν, δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πατρικαὶ ἢ οἰκογενειακαὶ ἐκδουλεύσεις, ἢ ἐπισημότητες οἴκων, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προσόντα κατοχῆς θέσεων δημοσίων, οὔτε μάλιστα συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι τοιαῦται θέσεις πρέπει νὰ δίδωνται ὡς ἀμοιβὴ ἐκδουλεύσεων πρὸς τὸ Κράτος. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι αἱ δημόσιαι θέσεις πρέπει νὰ δίδωνται πάντοτε εἰς μόνους ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκπληρώσωσι δεόντως τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῶν θέσεων καθήκοντα, νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἐπιτυχῶς τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, χάριν τῶν ὁποίων αἱ θέσεις συνεστήθησαν. Ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις τῆς ἱκανότητος ταύτης, προκειμένου μάλιστα περὶ ὑψίστων ἀξιωμάτων, πρέπει νὰ ἐξάγεται ἐκ σαφῶν καὶ ὑποκειμένων εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς κοινωνίας τεκμηρίων. Ὡς τοιαῦτα τεκμήρια δύνανται νὰ θεωρηθῶσι δόκιμοι προηγούμεναι σχετικαὶ ὑπηρεσίαι, ἢ ἔκτακτοι πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις, ἢ ἔξοχος ἐπιστημονικὴ ἀξία ὑπὸ δοκίμων ἐκδηλουμένη συγγραμμάτων. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐπεδείξατο ἆρά γε ἱκανότητα τοιαύτην ὁ κ. Σκουλούδης, ἢ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἢ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐγὼ τουλάχιστον οὐδεμίαν τοιαύτην ἱκανότητα ἀντελήφθην, καὶ φρονῶ, ὅτι ἓν μόνον ἐπαρκὲς προσὸν τοῦ διορισμοῦ του ἐθεωρήθη, ὁ ὑπέρογκος αὐτοῦ πλοῦτος. Ἀλλὰ τὸ ὄνομα, κύριοι, τοῦ κ. Σκουλούδη συνδέεται καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ ἑπομένως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω κατὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος εἰς τὸν κ. Σκουλούδην. Ἡ παραχώρησις ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν Νόμων, καὶ μὲ βελτίονας μάλιστα ὅρους τῶν ἐν τῷ Νόμῳ περιεχομένων· ἔχω δὲ ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν Κυβερνήτης τῆς Χώρας, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παρίδῃ βελτίονας ὅρους, ἐὰν πράγματι εἶχον ὑποβληθῆ εἰς αὐτὸν τοιοῦτοι. Ἐπίσης δὲν δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι, λαμβάνων τὴν ἐπιχείρησιν ὁ κ. Σκουλούδης, ἐπεδίωκε νὰ ἐκπληρώσῃ ἐκδούλευσιν πρὸς τὴν πατρίδα, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλου καὶ ἐθνωφελοῦς ἔργου, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀρνηθῇ, πιστεύω, ὅτι ἕνεκα τούτου οὐδόλως παρέβλεψεν ὁ κ. Σκουλούδης καὶ τὸ ἰδικίτερον αὑτοῦ συμφέρον. Ἠκούσατε, ὅτι τὴν παραχώρησιν ταύτην, ἥν αὐτὸς δωρεὰν ἔλαβε παρὰ τοῦ Κράτους, κατέθεσεν ὡς ἑταιρικὴν καταβολὴν εἰς ἑταιρίαν σχηματισθεῖσαν κατόπιν, ἐξετιμήθη δὲ αὕτη ἀντὶ 4,800,000 φράγκων. Εἶναι προφανὴς ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ἐπορίσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Σκουλούδης, καὶ ἀπορῶ πῶς ἠρνήθη αὐτὴν οὐ μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου βουλευτὴς κ. Πετρίτσης, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Ἐπώλησεν ὁ κ. Σκουλούδης τὸ δικαίωμά του πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἀντὶ ἀντιτίμου 4,800,0000 φράγκων, καὶ δὲν ἔλαβε μὲν τὸ ἀντίτιμον τοῦτο εἰς μετρητὰ, τὸ ἔλαβεν ὅμως εἰς μετοχὰς, τὰς ὁποίας ἠδύνατο ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ ἐκποιήσῃ καὶ νὰ λάβῃ οἱανδήποτε αὗται εἶχον ἀξίαν, ἀσυγκρίτως ἀνωτέραν βεβαίως τῶν ἐξόδων, ὅσα ἐνδέχεται νὰ ὑπέστη. Συνεστήθη λοιπὸν τοιουτοτρόπως ἐν Γαλλίᾳ ἑταιρία ἀναλαβοῦσα τὴν ἐπιχείρησιν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ἡ ἑταιρία αὕτη ἦλθεν ὁμολογουμένως εἰς σχέσεις καὶ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον λοιπὸν ἦτο τὸ ἁπλούστερον, τὸ πρώτιστον τῆς Κυβερνήσεως καθῆκον ἀπέναντι τοιαύτης ἑταιρίας; ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ἀπέναντι οἵας δήποτε ἄλλης ἑταιρίας λειτουργούσης καὶ ἐργαζομένης ἐν τῷ Κράτει, καθῆκον καὶ δικαίωμα ἀναγραφόμενα ῥητῶς ὑπὸ τοῦ Νόμου, ὃν προχθὲς ἀνέγνωσε πρὸς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής. Εἶχε δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας καὶ ἐπιβλέψεως, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἑταιρία αὕτη συνεστήθη ἐν Γαλλίᾳ νομίμως, ἐὰν συνεμορφώθη πρὸς τοὺς Ἑλληνικοὺς Νόμους, ἐὰν παρουσίαζε τὰς ἐγγυήσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι πράγματι ἤθελεν ἐκτελεσθῆ τὸ ἀνυπομόνως περιμενόμενον τοῦτο ἔργον. Ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔργον τοῦτο; οὐχὶ βεβαίως· διότι, ἐὰν τὸ ἐξετέλει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οὐδόλως ὠφελήθη ὁ κ. Σκουλούδης καταθέσας τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως ἀντὶ 4,800,000 φράγκων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐξεπλήρου, ἡ ἑταιρία, ὀφείλουσα νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τοὺς Ἑλληνικοὺς Νόμους, ἤθελε τοιχοκολλήσει ἀμέσως τὸ καταστατικὸν αὑτῆς εἰς τὸ Ἐμποροδικεῖον τῆς Πρωτευούσης. Μοὶ ὑποβάλλεται ἐρώτησις, ἂν ἦτον ὑπόχρεως εἰς τοῦτο ἡ ἑταιρία, ἥτις συνεστήθη ἐν Γαλλίᾳ· ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν, παρατηρῶ, ὅτι πράγματι δυνάμει νόμων τοῦ Κράτους, ἐκδοθέντων κατὰ τὸ 1861 καὶ κατὰ τὸ 1881, ὅσαι ἑταιρίαι συνέστησαν νομίμως ἐν Γαλλίᾳ δύνανται νὰ ἐξασκῶσιν ὅλα τὰ δικαιώματά των ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἑπομένως ἀναγνωρίζονται παρ’ ἡμῖν ὡς τοιαῦται, καὶ εἶναι ἀπηλλαγμέναι τῆς βασιλικῆς ἐγκρίσεως τῆς ἀδείας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀκόμη διατελοῦσιν αἱ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ συνιστάμεναι ἀνώνυμοι ἑταιρίαι. Ἀλλ’ ἀμφότεροι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι λέγουσιν, ὅτι, ἵνα ἐξασκήσωσιν αἱ ἑταιρίαι ἐκεῖναι τὰ δικαιώματά των ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Οὕτω λοιπὸν τὰ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας κανονίζονται ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῶν νόμων ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ ἵνα ἐργασθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοὺς λοιποὺς νόμους τοῦ Κράτους; τοὺς μὴ ἀναγομένους εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ἑταιρίας. Ποῖοι εἶναι οἱ τοιοῦτοι νόμοι τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι βεβαίως οἱ ἐπιβάλλοντες τὴν βασιλικὴν ἔγκρισιν, διότι ἡ ἔγκρισις ἀποτελεῖ διατύπωσιν τῆς συστάσεως, εἶναι ὅμως ὁ νόμος ὁ ἐπιβάλλων τὴν τοιχοκόλλησιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τρεῖς μῆνας εἰς τὸ Ἐμποροδικεῖον’ διότι ἡ τοιχοκόλλησις ἕπεται τῆς νομίμου συστάσεως τῆς ἑταιρίας, καὶ συντελεῖ νὰ φωτίσῃ τὸ κοινόν. Καὶ μὴ νομίσητε, κύριοι βουλευταί, ὅτι λέγω πρὸς ὑμᾶς ἀτομικὰς πεποιθήσεις· εἶναι ζητήματα ταῦτα ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως. Οἱ μνησθέντες ἡμέτεροι νόμοι εἶναι κατὰ λέξιν μετάφρασις Γαλλικοῦ νόμου τῆς 30 Μαΐου 1857, καθ’ ὃν ἐπίσης ἀναγνωρίζονται αἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συστᾶσαι ἑταιρίαι καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξασκήσωσιν ὅλα τὰ δικαιώματά των ὑπὸ τὸν αὐτὸν ὅρον τῆς τηρήσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους en se confirmant aux lois de l’ empire. Ἐν Γαλλίᾳ δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, ῥητῶς ἡρμήνευσαν τὴν ἀνωτέρω φράσιν ὡς ἐπιβάλλουσαν εἰς τὰς ἀλλοδαπὰς ἑταιρίας, αἵτινες θέλουν νὰ ἐνεργήσουν ἐν Γαλλίᾳ, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσωσι τὰς περὶ δημοσιεύσεως τῶν καταστατικῶν καὶ ἄλλων ἐγγράφων διατάξεις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου· ἑπομένως εἶναι λελυμένον ὅτι ὤφειλεν ἡ Γαλλικὴ ἑταιρία, ἐργαζομένη ἐν Ἑλλάδι, νὰ τοιχοκολλήσῃ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς ἐν τῷ Ἐμποροδικείῳ καὶ ὅμως δὲν ἐξετέλεσε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Τίνες ἤδη αἱ συνέπειαι τῆς παραλείψεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐποπτεύσῃ τὴν ἑταιρίαν, καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὴν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Αἱ συνέπειαι εἶναι ὅτι ἡ κυβεία ἔμεινεν ἀνεξέλεγκτος καὶ ἡ ἐξαπάτησις τοῦ κοινοῦ διὰ πομπωδῶν προγραμμάτων καὶ ἄλλων τοιούτων διαδόσεων καὶ παραστάσεων, ὅτι μάλιστα εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς κυβείας ἀπεπλανήθη καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐζήτει παρὰ τῆς ἑταιρίας τὴν ἐν Ἑλλάδι διάθεσιν τῶν μετοχῶν, ἣν ἠρνεῖτο δῆθεν ἡ ἑταιρία, καὶ διὰ τῶν μέσων τούτων ἐπετεύχθη ἡ ἀποπλάνησις πολλῶν ἐκ τῶν συμπολιτῶν μας καὶ ἡ διάθεσις 6,000 μετοχῶν ἐν Σύρῳ καὶ ἀλλαχοῦ καὶ 10,000 περίπου ἐνταῦθα, αἵτινες ἠγοράσθησαν πρὸς δημοσίαν ἐγγραφὴν, εὐτυχῶς ἀποτυχοῦσαν τὸ πλεῖστον. Καὶ ἐὰν, κύριοι, δὲν ἐφρόντιζε πρότερον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης, δὲν ὤφειλε κἂν νὰ πράξῃ τοῦτο τοὐλάχιστον ὅταν δημοσίᾳ ἐγγραφῇ ἐκηρύχθη; Δὲν ὤφειλε τότε κἂν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν συνεμορφώθη πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἡ ἐκδώσασα εἰς ἐγγραφὴν τὰς μετοχάς της ἑταιρία; Ἀλλ’ ἕως ἐδῶ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἑταιρία, οὕτως, ὡς εἶπον, ἐνεργοῦσα, δὲν ὑπερέβη τὰ ὅρια τοῦ δικαιώματος, τὰ ὁποῖα ἔχει ἕκαστος πωλητὴς πρὸς εὔκολον ἐκποίησιν τοῦ ἐμπορεύματός του. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἀπεκάλυψεν εἰς ἡμᾶς ἐκπεπληγμένους ἕτερα μέσα τῆς διαθέσεως τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας ἐκείνης, ἕτερα μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις συνάδοντα οὔτε πρὸς τὴν ἠθικήν, οὔτε πρὸς τὸν νόμον, μέσον, τὸ ὁποῖον γεννᾷ δικαίως τὴν δυσπιστίαν καὶ ἐμβάλλει εἰς δισταγμοὺς, ἐὰν ἔχωμεν πράγματι ἀπέναντι ἡμῶν σπουδαίαν βιομηχανικὴν ἑταιρίαν, σκοποῦσαν σπουδαίαν βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, ἢ μήπως ἔχωμεν ὁμάδα κερδοσκόπων, ἐπιζητούντων ἁπλῶς χρηματικὰς ὠφελείας διὰ τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης! Ποῖον εἶναι τὸ μέσον ἐκεῖνο; Ἡ ἑταιρία ὄπισθεν τῶν μετοχῶν αὐτῆς ἀντέγραψεν ἀπόσπασμα τοῦ Καταστατικοῦ της, ἐν τῷ ὁποίῳ παρελείφθη ὁ σπουδαιότερος ὅρος τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας ἐκείνης, ἡ ἐκτίμησις τοῦ δικαιώματος τοῦ κ. Σκουλούδη ἀντὶ 4,800,000 φράγκων. Κατανοεῖτε, κύριοι, τὸ μέγεθος τῆς παραλείψεως ταύτης! κατανοεῖτε ὁποίαν καὶ ὁπόσην ἐπιῤῥοὴν ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τὰς συνῃδήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προετίθεντο νὰ ἀγοράσωσι μετοχὰς τῆς ἑταιρίας! Ἔχω φέρ’ εἰπεῖν, τὸν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ σιδηρόδρομον, ὑπολογίζω τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς, καὶ τὰ πιθανὰ ἔσοδα καὶ εἰμὶ διατεθειμένος νὰ ἀγοράσω μετοχὰς τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων· ὅταν ὅμως μάθω, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς κατασκευῆς, ἡ ἑταιρία πρόκειται νὰ πληρώσῃ καὶ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα εἰς τοὺς λαβόντας τὴν παραχώρησιν τῆς Κυβερνήσεως, τότε βεβαίως μετατρέπεται ἡ ἐμπιστοσύνη μου καὶ θὰ ἀπόσχω. Ἀλλ’ ἵνα καταδείξω εἰς ὑμᾶς ὁποία εἶναι ἡ σημασία τῆς παραλείψεως τοῦ ὅρου τούτου, ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω, ὅτι ἕνεκα τοιούτων ὅρων, παρεμβαλλομένων εἰς ἑταιρικὰς ἐπιχειρήσεις, τοσαῦται καὶ τοιαῦται ἐγένοντο φοβεραὶ καταστροφαὶ καὶ ζημίαι ἐν Εὐρώπῃ, ὥστε ἐγεννήθη ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι νομοθετικὰ μέτρα περὶ τῶν τοιούτων καταβολῶν, τῶν μὴ συνισταμένων εἰς χρήματα, τῶν τοιούτων apport, ὡς ὠνόμασεν αὐτὰς προχθὲς ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς κ. Πετρίτσης. Ἀκούσατε, κύριοι, ποῖαι ἐντυπώσεις εἶχον παραχθῆ εἰς τὴν Εὐρώπην ἐκ τῶν εἰς τὰ καταστατικὰ παραλείψεων τοιούτων καταβολῶν, μὴ συνισταμένων εἰς χρήματα. Ἀναγινώσκω συγγραφέα, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ δυσπιστίαν περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τῶν λόγων μου. «Ἡ δολία ὑπερτίμησις τῶν ἀξιῶν τῶν καταβολῶν, αἵτινες δὲν συνίστανται εἰς μετρητὰ, καὶ τὸ μέγεθος τῶν ὠφελειῶν τῶν συμφωνουμένων συνήθως πρὸς ὄφελος τῶν ἱδρυτῶν, κατετάσσοντο μεταξὺ τῶν πλέον ἐπικινδύνων καὶ συγχρόνως τῶν πλέον συχνῶν καταχρήσεων, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ θεραπεύσωμεν. Τοιαῦται συμφωνίαι εἶχον πράγματι ὡς ἀποτέλεσμα, ἡ πρώτη νὰ ὑποτιμᾷ (deprecier) τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεώς των ἀκόμη, ἡ δευτέρα ν’ ἀποῤῥοφᾷ κατὰ μέγα μέρος, οὐ μόνον τὸ κέρδος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὸ ἑταιρικὸν κεφάλαιον. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1838 ἐχαρακτήριζε μὲ δριμείας ἐκφράσεις τὴν αὐθάδειαν καὶ τὴν πλεονεξίαν τῶν κερδοσκόπων, οἵτινες εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν καταβολῶν (apport) εἶχον ὑπερβῆ πᾶν ὅριον. Ὁ εἷς ἀξιοῖ, ὅτι κατέχει μέθοδον (procedé) βιομηχανικὴν, ἢ ὅτι συνέλαβεν ἰδέαν ἐκμεταλλεύσεως, προωρισμένην νὰ προμηθεύσῃ τὰ μέγιστα κέρδη, δίδων συγχρόνως εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς ἰδέας ταύτης ἐπωνυμίαν ἀλλόκοτον, ἥτις θὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ ἕνεκα τούτου ἀκόμη. Ἕτερος προμηθεύεται ἀκίνητον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ἀξίαν ἔκτακτον καὶ ὡς πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς ἐπιφανείας του, καὶ ὡς πρὸς τὸν πλοῦτον τῶν μεταλλείων, ὅσα ἐγκλείει δῆθεν εἰς τὰ βάθη του. Λαμβάνουσι τὴν ἀξίαν τῶν λεγομένων τούτων καταβολῶν ἀντὶ ἑνὸς ἀριθμοῦ μετοχῶν κεφαλαίου, ἃς σπεύδουσι νὰ διαπραγματευθῶσιν εἰς κατάλληλον στιγμὴν, ὅταν τὸ κοινὸν εὔπιστον καὶ δελεασθὲν ὑπὸ εἰδοποιήσεων συντεταγμένων μὲ τὸν πομπωδέστερον τρόπον, ἐμπίπτει εἰς τὴν στηθεῖσαν παγίδα. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἡ Ἑταιρία, ἀντὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ὑποσχεθείσας ἐλπίδας, περιπίπτει εἰς πτώχευσιν καὶ ἐκκαθάρισιν. Πληρώνεται τὸ παθητικὸν μὲ τὸ χρῆμα τῶν μετόχων, ὁ δὲ κερδοσκόπος διατηρεῖ τὴν ἀξίαν, ἣν ἐπορίσθη ἐκ τῆς ἐνόχου μηχανουργίας του, πωλῶν τὰς μετοχάς». Τοιαῦται εἶναι λοιπὸν, κύριοι, αἱ καταβολαὶ (apport,) τὰς ὁποίας ἐθεώρησε τόσον ἀθώας καὶ ἀβλαβεῖς ὁ ἐκ Σύρου κ. βουλευτής.
§34ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸς πρόληψιν τῶν ἐντεῦθεν καταχρήσεων ἐπεψηφίσθη διὰ Νόμου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς χθές. Τοιαῦται συμφωνίαι, λέγει ὁ Γαλλικὸς Νόμος, δὲν ἰσχύουσιν, ἐκτὸς ἂν συνελθοῦσα ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων κατὰ πρῶτον ἐκτιμήσῃ αὐτὰς, εἰς δευτέραν δὲ συνεδρίασιν μετὰ προηγουμένας προκλήσεις καὶ ἐκθέσεις, ἀποφασίσῃ τὴν ἔγκρισίν των. Τί λοιπὸν ἀπεκρύβη ἀπὸ τῆς γνώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ; ὁ σπουδαιότερος ὅρος τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρίας ταύτης, ὁ ὅρος ἐκεῖνος, ὅστις ὡς λέγει ὁ ἄνω συγγραφεὺς, ἐπιφέρει τὴν ὑποτίμησιν τῶν μετοχῶν. Διατί ἡ ἀπόκρυψις αὕτη συνωδεύθη μὲ τὴν παράλειψιν τῆς τοιχοκολλήσεως τοῦ καταστατικοῦ ἐν τῷ Ἐμποροδικείῳ; Ἐνταῦθα, κύριοι, δὲν δύναταί τις ἢ ἁπλᾶς εἰκασίας νὰ ἐκφράσῃ, ὧν τὸ βάσιμον ἢ μὴ μία πλήρης ἀνάκρισις δύναται νὰ ἀποκαλύψῃ. Ὡς βέβαιον θεωρῶ, ὅτι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων διὰ τῆς τοιαύτης ἀποκρύψεως ἀφῃρέθη ἡ περιουσία, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο παραίτιοι τῆς τοιαύτης ζημίας. Ἀλλὰ μήπως ἡ πρᾶξις αὕτη δύναται νὰ λάβῃ καὶ προσέτι ἀξιόποινον χαρακτῆρα; Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπό τε τὴν ἔποψιν τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἡμετέρας. Κατὰ τὸν Γαλλικὸν Ποινικὸν Νόμον, ἐκεῖνος, ὅστις ἐπιζητήσει τὴν ἀπόκτησιν ἢ διάθεσιν μετοχῶν διὰ δολίων μηχανοῤῥαφιῶν, δύναται νὰ τιμωρηθῇ ἐπὶ ἀπάτῃ (escroquerie). Τώρα δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ παράλειψις ἐκείνη τοῦ ὅρου τοῦ καταστατικοῦ ὡς τοιαύτη μηχανοῤῥαφία; Εἶνε, κύριοι, ζήτημα ἐκτιμήσεως, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκ τῶν γενησομένων ἐξετάσεων ἐξήρτηται. Ὁ ἡμέτερος Ποινικὸς νόμος ἐπιβάλλει ποινὴν ἐπὶ ἀπάτῃ εἰς τοὺς συμβαλλομένους, ἐὰν ἀποκρύπτωσιν ἀθεμίτως γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι βλάβην. Ἔνοχος ἀπάτης, λέγει ὁ Ποινικὸς ἡμῶν νόμος, εἶναι ὅστις, θέλων νὰ βλάψῃ ἄλλον, ἢ νὰ περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸν ἀσυγχώρητον ὄφελος, παριστᾷ ἐν γνώσει ψευδῆ γεγονότα ὡς ἀληθῆ, ἀποκρύπτει ἢ παρασιωπᾷ ἀθεμίτως πράγματα ἀληθῆ. Τώρα, κύριοι, ἔχομεν ἐνταῦθα ἀπόκρυψιν ἀθέμιτον; Ἠδύνατο ἡ Ἑταιρία νὰ παραλείψῃ τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὅρον, καὶ δικαιολογεῖται λέγουσα, ὅτι ἠδύναντο οἱ ἀγορασταὶ μετοχῶν νὰ ζητήσωσι μείζονας πληροφορίας; Νομίζω, ὅτι δὲν ἠδύνατο, καὶ ὅτι ἀθεμίτως ἀπέκρυψε τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὅρον, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Οἱ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντες νόμοι ὑποχρεοῦσι τὰς Ἑταιρίας, ὡς εἶπε πρὸς ὑμᾶς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς, νὰ δημοσιεύσωσιν εἰς ἐφημερίδας ἀπόσπασμα (extrait) ὅλων τῶν πρὸς σύστασίν των ἀναγκαίων ἐγγράφων. Ἐν τῇ περιλήψει ταύτῃ πρέπει ῥητῶς νὰ σημειοῦται, κατὰ τὸ ἄρθρον 58, ἐδ. 2 τοῦ Γαλλικοῦ περὶ ἑταιριῶν νόμου τῆς 24 Ἰουλίου τοῦ 1867, πόσον κεφάλαιον τῆς Ἑταιρίας εἶνε εἰς χρήματα, καὶ πόσα εἰς ἄλλας καταβολάς. Λοιπὸν οὐ μόνον, κύριοι, ἡ καλὴ πίστις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις μιᾶς τοιαύτης Ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος ὁ Γαλλικὸς τὴν ὑπεχρέου νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν ὄπισθεν τῶν μετοχῶν τυπωθεῖσαν περίληψιν (extrait) πόσα κεφάλαια τῆς Ἑταιρίας εἶναι εἰς χρήματα, καὶ πόσα εἰς ἄλλα πράγματα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δύναται καὶ ἐκ Γαλλίας καὶ ἐνταῦθα νὰ λάβῃ σπουδαίας περὶ τούτων πληροφορίας, γνώμας καὶ ὁδηγίας. Καὶ μὴ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δυνάμεθα νὰ καταγγείλωμεν τὴν πρᾶξιν. Ἡ Πολιτεία συνέστησεν Ἀρχὰς, ἐχούσας ἀποστολὴν τὴν καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων, καὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων προΐσταται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιόποινος, καθῆκον ἱερὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ προκαλέσῃ τὴν καταδίωξιν αὐτῆς, καὶ δὲν εἶναι καθῆκον τοῦ πολίτου νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διεξαγωγῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐκαυχῶντο οἱ προϊστάμενοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ ἐλευθερίᾳ τῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας διεξήγαγον, καὶ πολλάκις ἐπέκριναν τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν ἐπὶ ἐξωνήσει τῶν συνειδήσεων διὰ παροχῶν, ἐπὶ ἀποστολῇ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ἐντοπίων χωροφυλάκων, ἐντοπίων στρατιωτῶν. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζοντα, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἐντοπίων χωροφυλάκων ἐκεῖσε ἦτο λόγος ἀποχρῶν πρὸς ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Καὶ ὅμως οὐδεμίαν ἀνεξαιρέτως τῶν παροχῶν τούτων ἠρνήθησαν τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς φίλους αὐτῶν κατὰ τὰς τελευταίας δημοτικὰς ἐκλογάς. Ὡς γενικὸν μάλιστα μέτρον ἐλήφθη ἡ ἀποστολὴ τῶν ἐντοπίων χωροφυλάκων καὶ τῶν ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Θέλετε, κύριοι, ἀπόδειξιν τούτου; Δὲν ἠκούσατε τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν ἀποκαλύπτοντα ἐπισήμως εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἅπαντα τῆς Κυβερνήσεως τὰ μέλη ἀπέστειλαν εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας των ὅλους τοὺς ἐκεῖθεν καταγομένους ὑπαλλήλους; Δὲν ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας πλήρη κατάλογον τοιούτων ἀπεσταλμένων; Καὶ ἐγένοντο μὲν ἀντιῤῥήσεις κατά τινων ἄλλων ἀποκαλύψεων τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ὡς πρὸς ταῦτα ὅμως δὲν ἤκουσα διάψευσιν οὐδεμίαν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ὡς πρὸς πάντα· οὐδὲν ἀπεδέχθην.
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ἀποστολὴν ἐντοπίων χωροφυλάκων; Καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ διὰ ταύτην, διότι ἐξ αὐτῆς ἐπῆλθεν αἱματηρὰ σύγκρουσις, καὶ αἷμα ἐχύθη εἰς τὴν ἰδίαν μου πατρίδα.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν πατρίδα σας ὑπῆρχον καὶ τοὺς ἀπεμακρύναμεν. Δὲν τοὺς ἀπεστείλαμεν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἀπεμακρύναμεν αὐτοὺς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεμακρύνθησαν δυστυχῶς μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν αἱματοχυσίαν. Ἐὰν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἡ ἀμφιβολία ἐκλείπει μετὰ τὰς ἀποκαλύψεις τοῦ ἐκ Χαλκίδος συναδέλφου κ. Οἰκονόμου, καταγγείλαντος τὴν Κυβέρνησιν ὡς διατηροῦσαν μακρὰν τῆς ἕδρας αὐτοῦ τὸν ἀξιότιμον Νομάρχην κ. Ἰατροῦ, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἤθελεν εἶσθαι μία τῶν σπουδαιοτέρων ἐγγυήσεων τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖ εἴχομεν Νομάρχην τὸν κ. Τσιμπουράκην (θόρυβος).
§41ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐκρατήσατε τὸν κ. Ἰατροῦ, ἐπὶ μῆνας μακρὰν τῆς θέσεώς του, ἵνα προετοιμάσῃ τὰ πάντα ὁ γραμματεὺς, καὶ μετεθέσατε αὐτὸν τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατήγγειλε τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Οἰκονόμου, διότι ἀνέθεσε τὴν φρούρησιν τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων εἰς ἁπλοῦς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ εὑρίσκοντο ἐν Χαλκίδι. Κατήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Οἰκονόμου πλείστας ἐγκληματικὰς πράξεις τελεσθείσας κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν προσήγαγε δικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, διατί νὰ μὴ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ἀνατεθῇ ἡ φρούρησις τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων εἰς ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους; Καὶ τὸν ἐρωτῶ, διότι ἐκ πείρας γνωρίζει τίνος εἴδους ἐκλογὰς ἐνεργοῦσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, διατί ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως, τῆς ἐκδοθείσης κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, ἐπὶ χρόνον πολὺν, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἐντεῦθεν τὸ ἄτοπον νὰ ἐπιδεικνύωνται οἱ καταδικασθέντες εἰς τὰ δημόσια μέρη ἐνώπιον τῶν δικαστῶν Χαλκίδος οἱονεὶ χλευάζοντες τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν; Διατί μόλις ἐσχάτως διετάχθη ἡ φυλάκισίς των; Οἱανδήποτε καὶ ἂν λάβωμεν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκομεν ἀπομεμακρυσμένην τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκε. Συνετάραξαν τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τῇ ἀποκαλύψει τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν, καὶ ὅμως ἕτερον ἔλλειμμα ἐπίσης μέγα, ἴσως μάλιστα μεῖζον, ἀνεκαλύφθη ἐσχάτως, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔμαθεν εἰσέτι ἂν παρεδόθη τέλος εἰς τὰς χεῖρας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὁ αὐτουργὸς τοῦ ἐλλείμματος τούτου.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖον ἐννοεῖτε;
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Γεωργαντᾶν. Δὲν ἐννοεῖτε ὅτι ἀναλαμβάνετε βαρεῖαν εὐθύνην, ἀναβάλλοντες νὰ καταγγείλετε ἀδίκημα, τοῦ ὁποίου ἐλάβετε γνῶσιν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῆς ἐξουσίας ἡμῶν ὡς Ὑπουργῶν; Ὁμιλοῦσι περὶ παρασκευῶν καὶ ὅμως ἠρνήθησαν πεισμόνως πᾶσαν ἀναγκαίαν ἢ δυνατὴν οἰκονομίαν. Ἀλλ’ ἡ αὐστηρὰ οἰκονομία εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ πρωτίστη καὶ κυρία παρασκευὴ, διότι διασώζει τοὺς πόρους τοῦ μέλλοντος, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐν καιρῷ εὐθέτῳ ἐκτέλεσις. Ὁμιλοῦσι περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, καὶ ἤκουσα τὸν βουλευτὴν Τροιζηνίας καταγγέλλοντα τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἐκγυμνάσεως τῶν πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἀναγκαία καὶ δυνατὴ σήμερον παρασκευή· διότι καὶ ἄλλοτε ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὴν ἀγορὰν νέων πλοίων θεωρῶ ὡς ματαίαν καὶ ἀξιοθρήνητον ἀπώλειαν χρημάτων. Τοιαύτη εἶναι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ ταύτης συμπέρασμα ἐξήγαγον οἱ ἀμερόληπτοι καὶ ἀνεξάρτητοι πολῖται, ὅτι ἐξακολουθεῖτε βαίνοντες ἐπὶ τῆς ἰδίας ὁδοῦ, ἣν πρὸ χρόνων ἀκολουθοῦμεν, καὶ ὅτι μάλιστα ἡ ὁδὸς κατέστη κατωφερὴς καὶ ἀγόμεθα ταχύτερον πρὸς τὸ βάραθρον καὶ τὴν καταστροφήν. Συμπέρασμα ἐσχημάτισαν ἐπίσης ὅτι οὐδόλως ἀνταπεκρίθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὰς χρηστὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐμόρφωσεν ἡ κοινωνία ἐπὶ τῇ ἀνόδῳ αὐτῆς εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Καὶ λέγω τοῦτο μετὰ ἐνδομύχου καὶ εἰλικρινοῦς λύπης· εἶναι λυπηρὸν γεγονὸς ἡ διάψευσις τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ὁλόκληρος κοινωνία ἀνέθηκεν ἐπὶ ἀνθρώπων ὡρισμένων. Ἐπέρχεται ἐντεῦθεν ἀπογοήτευσις, χαλάρωσις καὶ ἀδιαφορία τῆς κοινῆς γνώμης. Τὸ κακὸν ἐκλαμβάνεται ὡς ἀναπόφευκτον καὶ συνήθης κατάστασις, τὰς δὲ εὐγενεῖς προσπαθείας πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων διαδέχεται ἰδιοτελὴς τάσις πρὸς συμμετοχὴν τῶν ἐκ τοῦ κακοῦ παραγομένων ὠφελημάτων· Καὶ τὸ λυπηρότερον εἶναι ὅτι ἀπώλετο πολύτιμος καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία ῥιζικῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Αἱ δυστυχεῖς ἐθνικαὶ περιπέτειαι τῶν τελευταίων χρόνων εἶχον ἐξεγείρει ὑπέρ ποτε τὸν πατριωτικὸν πόθον τῆς κοινωνίας πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, τὸ δὲ μέγα καὶ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας εἰσήγαγεν εἰς τὴν Πολιτείαν νέα στοιχεῖα ἁγνά, ἀλλότρια τῶν ἡμετέρων ἕξεων, πρόθυμα νὰ ὑπηρετήσωσι πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ὑπὸ τὸ κράτος δὲ τῶν περιστάσεων τούτων καὶ ἄλλων κατηρτίσθη ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα κοινοβουλευτικὴν δύναμιν οἵαν οὐδέποτε ἔσχε Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ὅμως ἅπασαι αὐταὶ αἱ εὐτυχεῖς περιστάσεις παρῆλθον ἀνωφελῶς, καὶ ἀντὶ βελτιώσεων εἰς χεῖρον σημεῖον ἤγαγεν ἡμᾶς ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως. Συμπέρασμα ἐξάγω καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, ὅτι δὲν εἶναι πατριωτικὸν νὰ δώσῃ τις λευκὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον, οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην ψῆφον ἡ ἐνδεχομένη δῆθεν ἀμφιβολία περὶ σχηματισμοῦ βελτίονος ἑτέρας. Ὁ πάσχων δεινῶς ὀφείλει νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν θεραπείαν του παντὶ σθένει, καὶ δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐμποδισθῇ ἐκ τῶν ἐνδεχομένων τῆς ἀποτυχίας κινδύνων. Ἄλλως, πρέπει ν’ ἀποβάλωμεν πᾶσαν ἐλπίδα βελτιώσεως καὶ προόδου τῆς ἡμετέρας Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, μετ’ ἀφάνειαν τοσούτων αἰώνων ἀναβιῶσαν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ μετὰ τόσης λάμψεως καὶ τόσης δόξης, προώρισται νὰ τελευτήσῃ οἰκτρῶς μετ’ ὀλίγον ὑπὸ μαρασμοῦ ἀδόξου· ἔχω τοὐναντίον ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι προώρισται νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ πάλιν μεγάλην καὶ ὑψηλὴν ἀποστολὴν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐργασθῶμεν μόνον εὐτόλμως πρὸς ἄρσιν τῶν παρεμβαλλομένων εἰς τὴν πρόοδον αὐτοῦ προσκομμάτων, καὶ δυνάμεθα μετὰ πεποιθήσεως νὰ προσδοκῶμεν ἡμέρας βελτίους καὶ ἐνδόξους.
§45Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἀπαντήσω διὰ βραχέων εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου εἰς τὸν κατελθόντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας βουλευτήν, θὰ φέρω τὸν λόγον, καθ’ ἣν σειρὰν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω πρὸ δεκαπέντε ἀκριβῶς ἡμερῶν, ὅτε ἀπρόοπτος καὶ ἐσπευσμένη ἐξ Ἀθηνῶν ἀναχώρησις, προελθοῦσα ἐξ ἀτυχοῦς οἰκογενειακῆς περιστάσεως, μὲ ἐμπόδισε νὰ πράξω τοῦτο. Ἐπρόκειτο καὶ τότε, κύριοι, ὡς σήμερον, πολιτικὸν ζήτημα, οὗτινος τὸ σύνθημα ἔδωκαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Εὐρυτανίας καὶ Καλαβρύτων ἔντιμοι συνάδελφοι. Ἐξ ὅσων ὅμως ἀνέγνων καὶ ἐξ ὅσων ἀκούω ἀπὸ χθὲς ἐπανελθών, ἡ Ἀντιπολίτευσις, συνιδοῦσα τὸ ὀλισθηρὸν καὶ ἀσύμφορον τοῦ πεδίου, ἐφ’ οὗ προεκλήθη ἡ πολιτικὴ πάλη, καὶ ὅπερ ἦτο ἡ περὶ παραιτήσεως τῶν ἀποχωρησάντων ὑπουργῶν συζήτησις, μετετόπισε τοῦτο ἐπὶ τὸ στρατηγικώτερον. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν φάσιν ἢ θέσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἢ μᾶλλον, ὅπερ καὶ ἀκριβέστερον, μέλη τινὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμισαν, ὅτι ἀναποσπάστως πρὸς τὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίθεσίν των συνδέεται καὶ ἡ μετάστασις ἐξ ἐκείνης πρὸς ταύτην τὴν πτέρυγα οὐκ ὀλίγων ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ οὐδ’ αὐτὸς ὁ μέτριος καὶ σοβαρὸς κ. Σωτηρόπουλος ἐφείσθη τούτων χθὲς διὰ μακρῶν ἀγορεύσας. Συνάδελφοι ἐκ τῶν μεταστάντων, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βαλσαμάκης, διὰ μακρῶν ἀνέπτυξαν τὰ περὶ τούτου, καὶ ἴσως περιττὴ θὰ ἀπέβαινε καὶ ἡ ἐμὴ ἀνάμιξις, ἂν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ ἀφοῦ εἶμαι ὁ πρῶτος δοὺς ἀφορμὴν εἰς τὴν τοιαύτην καθ’ ἡμῶν οὐχὶ λίαν λεπτὴν ἐπίθεσιν διά τινων πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν παρατηρήσεών μου. Λυποῦμαι, κύριοι, σφόδρα καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀνομολογήσω τὴν λύπην μου, διότι, ἄκων, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ παραβιάσω τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας καὶ νὰ κατέλθω εἰς προσωπικότητας· ἀλλὰ, ἀμυνόμενοι, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ παρακολουθήσωμεν τοὺς καθ’ ἡμῶν ἐπιτεθέντας, καὶ δὲν εἶχε διόλου δίκαιον χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος μεμψάμενος τὸν κ. Βαλσαμάκην ὡς καταβιβάσαντα τὸ ζήτημα εἰς προσωπικὸν, διότι τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον εἰς τὸ ζήτημα ἔδωκαν ἀπ’ ἀρχῆς οἱ κύριοι Χατζόπουλος καὶ Α. Πετιμεζᾶς.
§46ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἀποδίδετε ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον.
§47ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα ἀγορεύοντα, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε καὶ σεῖς, ἀλλὰ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§48ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς διακόπτω, ἀλλὰ μοὶ ἀποδίδετε ἐννοίας, ἃς δὲν ἐξέφρασα.
§49ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ ἀπεκαλέσατε πρόωρον συνήγορον τῆς Κυβερνήσεως.
§50ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τοῦτο τὸ εἶπον, ἀλλὰ δὲν εἶναι προσβλητικόν.
§51ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ κοινοβουλευτικὸν, προσθέντες μάλιστα, ὅτι καὶ τὸ Βουλευτήριον ἐξέλαβον ἢ μετέβαλον εἰς Δικαστήριον. Πρόωρον λοιπὸν συνήγορον τῆς Κυβερνήσεως ἀπεκάλεσεν ἐμὲ ὁ κ. Χατζόπουλος, εἰς αἰώνιον δὲ ἀνάθεμα καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν κατάραν ἐνόησε νὰ παραδώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν μεταστάντων ὁ ἔντιμος κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Χατζόπουλος, ἐλέγχων ἐμὲ ἐπὶ κοινοβουλευτικῷ σολοικισμῷ, ἐπελάθετο ὁ ἴδιος τῶν κοινοβουλευτικῶν ὅρων καὶ ἀπεκάλεσε συνήγορον βουλευτὴν, ζητοῦντα διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς νὰ παραστήσῃ ὡς μὴ ὄντα ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ὡς μὴ δύσκολον εἰς τὴν παραβίασιν τῶν νόμων ὑπουργὸν, ἰσχυρισθέντα μετὰ τόλμης, εἰς μόνον αὐτὸν ἐμπρεπούσης, ὅτι λόγοι εὐλαβείας πρὸς τοὺς νόμους, σεβασμοῦ πρὸς ἑαυτὸν καὶ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων ἐκ μέρους αὐτοῦ προὐκάλεσαν τὴν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπομάκρυνσίν του. Χάριν τοῦ κ. Χατζοπούλου παρέρχομαι χωρὶς πλειόνων σχολίων τὴν λέξιν συνήγορος, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς καὶ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁποῖα καὶ ὁπόσα ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὑπῆρξαν καὶ τὰ δικηγορικά μου δικαιώματα· δίδω δὲ πρὸς αὐτὸν ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν διαβεβαίωσιν, ἐπειδὴ εἶναι φίλος μου, ὅτι, ἂν μοὶ ἐπήρχετο ἡ ἰδιότροπος ἰδέα νὰ ἀλλάξω θέσιν καὶ μεταβῶ πρὸς τὴν ἄλλην πτέρυγα, δὲν θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἴς τινα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν νὰ εἴπῃ πρὸς ἐμέ, ὅτι ἐτάχθην ἐκεῖσε, διότι διεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν δικηγορικῶν δικαιωμάτων.
§52ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμισθὶ συνηγορήσατε.
§53ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἄν ἐν τούτοις ὁ φίλος μου κ. Χατζόπουλος, ὁμιλῶν μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν στωμυλίας περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, τοὺς λόγους του δὲν ζυμώνῃ, ὅπως ἄλλοτε, μὲ μέλι τοῦ Ὑμηττοῦ, ἀλλὰ μετὰ χολῆς πικρᾶς, τὸ σφάλμα δὲν εἶναι οὐδ’ ἐμόν, οὐδὲ ἰδικόν του· διὰ τοῦτο εὐθύνεται κυρίως ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀντὶ νὰ φέρῃ τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν ἀπώτερον τῆς Εὐρυτανίας Δῆμον, τὸν τῶν Ἀπεραντίων, ἂν περιώριζεν αὐτὸ ἐντὸς τοῦ Δήμου Ἀρακυνθίων, ἤθελεν ἔχει σήμερον πανηγυριστὴν ἐνθουσιῶντα, τὸν ἀδυσώπητον κατήγορόν του.
§54ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῆτε.
§55ΣΤΑΪΚΟΣ. Θέλετε τὴν ἐξήγησιν; Δὲν θὰ δυσκολευθῶ πρὸς τοῦτο· ἤδη μάλιστα, κατόπιν τῆς διακοπῆς σας, ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους σας τότε. Αἱ βάσεις τοῦ πολιτεύματος ἐσαλεύθησαν, ἐφώνει τότε μετὰ θέρμης ὁ κ. Χατζόπουλος, ἡ Βουλὴ περιεφρονήθη, αἱ ἐλευθερίαι μας ἀπειλοῦνται, καταστροφαὶ ἐπίκεινται, τὸ τέλος τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος ἐσήμανε, διατί; διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐξέθηκε πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, τοὺς προκαλέσαντας τὴν παραίτησιν τῶν ἀποχωρησάντων ὑπουργῶν. Ἔχω, κύριοι, ἀποστηθίσει τὸ Σύνταγμά μας, καὶ οὐδαμοῦ εὗρον ἀναγεγραμμένην τὴν τοιαύτην διὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ὑποχρέωσιν· ἐμελέτησα ἐπισταμένως τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν Νόμον, καὶ οὐδαμοῦ ἀπήντησα, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ περίπτωσιν παραπομπῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Πολιτεύομαι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ πολλαὶ πολλάκις ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθον παραιτήσεις καὶ ἀντικαταστάσεις Ὑπουργῶν, κατὰ τὴν πρώτην δὲ ἔτι Σύνοδον τῆς ἐνεστώσης βουλευτικῆς Περιόδου ἐπῆλθε παραίτησις Ὑπουργοῦ, καὶ συμπολίτου μάλιστα τοῦ κ. Χαντζοπούλου, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς οὐδὲν εἶπε καὶ τότε περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ κ. Χαντζόπουλος οὐ μόνον δὲν ἐξέστη, οὐ μόνον δὲν ἐχαρακτήρισε τοῦτο ὡς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ θερμότατος ἐξηκολούθησε μένων φίλος καὶ ὀπαδὸς τοῦ κ. Τρικούπη. Τὸ πρώτιστον τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν τέσσαρας ἢ πέντε, νομίζω, εἶδεν ἀποχωρήσεις σπουδαίων μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἐσχάτως ἀκόμη ὁ σπουδαιότατος πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ φίλος τοῦ Γλάδστωνος, ὁ Φόρστερ, νομίζω, κ. Κοντόσταυλε....
§56ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ ὁ Βράϊτ προηγουμένως.
§57ΣΤΑΪΚΟΣ. Εὐχαριστῶ. Ὁ Φόρστερ λοιπὸν καὶ ὁ Βράϊτ ἀπεχώρησαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰς οὐδένα ἐκ τῶν συντηρητικῶν ἐπῆλθεν ἡ πρωτότυπος ἰδέα νὰ ἐγκαλέσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἀγγλίας καὶ κατηγορήσῃ αὐτοῦ ἐπὶ τοῖς γενομένοις. Ὑμεῖς ὅμως ἀνελάβομεν τὸν δύσκολον ἀγῶνα νὰ διδάξωμεν τοὺς διδασκάλους μας τὸ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι. Αὐτὴ εἶναι, κ. Χαντζόπουλε, ἡ ἐξήγησις.
§58ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐξηγήσατε τί ἐννούσατε μὲ τοὺς Δήμους Ἀπεραντίων καὶ Ἀρακυνθίων.
§59ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔχω πλείστην ὅσην πεποίθησιν εἰς τὴν νοημοσύνην ὑμῶν, ὥστε περὶ αὐτοῦ θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν ἐξήγησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν—μετὰ θυμοῦ καὶ χολῆς ὑπεστήριξε τότε ὁ κ. Χαντζόπουλος —δὲν εἶνε δυνατὸν ἡ ἀποχώρησις ἑνὸς ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς σχέσεις τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἁπλοῖ ἀριθμοὶ, ἐφώνει, οἱονεὶ διαμαρτυρόμενος ἐκ τῶν προτέρων περὶ τοῦ ἐλπιζομένου μέλλοντος ὁ ἀκατάσχετος ρήτωρ. Ἀλλὰ τίς, φίλε κ. Χαντζόπουλε, ὑπεστήριξεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἀριθμοὶ καὶ οὐχὶ ἄνθρωποι; Τίς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ ἀποχώρησις ἑνὸς ὑπουργοῦ ἢ ἡ ἀντικατάστασίς του δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν σχέσεων τῆς πλειοψηφίας καὶ Κυβερνήσεως; Ἐγὼ μάλιστα ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη περίστασις ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν σχέσεων οὐ μόνον τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ὅλης Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τίς ὅμως δύναται, χωρὶς νὰ φανῇ παραδοξολόγος, νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη περίπτωσις συντρέχει πρὸς βλάβην μόνον τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς ὠφέλειαν αὐτῆς; Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα μόνον ὁ κ. Χαντζόπουλος, ἀλλὰ χολωθεὶς, διότι αἱ ἐξηγήσεις τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Καλλιγᾶ καὶ Ράλλη δὲν ὑπεβοήθησαν ἢ μᾶλλον ἐματαίωσαν τερπνὰ ὄνειρα καὶ κενὰς ἐλπίδας, ἀλλὰ λάβρος ἐπῆλθε καὶ κατ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονῇ ὁ κ. Χαντζόπουλος, ὅτι οἱ κ.κ. Καλλιγᾶς καὶ Ράλλης διὰ παρελθόντος μακροῦ καὶ πολιτείας ἐντίμου κέκτηνται δικαιώματα σεβασμοῦ καὶ ὑπολήψεως ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι τῶν δικαιωμάτων των αὐτῶν δὲν ἐννοοῦσι νὰ ποιήσωνται παραίτησιν, ὅπως ἐξυπηρετήσωσι σκοποὺς ἀπλήστου φιλοδοξίας, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι. Καὶ ταῦτα μὲν διὰ σήμερον ὡς πρὸς τὸν κ. Χαντζόπουλον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω, ἂν προκληθῶ. Ἔρχομαι δὲ ἤδη πρὸς τὸν κ. Α. Πετιμεζᾶν. Ὡς πρὸς τοῦτον ὁμολογῶ καὶ σήμερον, ὡς καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἀδυνατῶ νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ ὕψος οὐχὶ τῶν ἰδεῶν του, ἀλλὰ τῆς φωνῆς του. Ὑπομιμνήσκω ὅμως εἰς αὐτὸν, ὅτι πρὶν ἢ τολμήσῃ νὰ διανοηθῇ νὰ ἀποδώσῃ τὰς ἰδιότητας τοῦ Νενέκου πρὸς πολιτευτὰς δυστροποῦντας νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν μεγάλην πολιτικήν του σημασίαν, καὶ ἀδιαφοροῦντας ἂν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Δαρβινείου θεωρίας του μεταβάλῃ τὴν ἕλιξιν εἰς ἕλικα, ἵνα τὸν παραθέσῃ πρὸς τὰ προσφιλῆ του παλούκια, πρὶν, λέγω, τολμήσῃ νὰ διανοηθῇ τὸ τοιοῦτον, ὤφειλε νὰ ἀναδράμῃ εἰς ὁλόκληρον τὸ παρελθόν του, καὶ τότε ἤθελεν ἀναγνωρίσει, ὅτι μόνον εἰς τὰς μεταμορφώσεις τοῦ Ὀβιδίου ἀνευρίσκει ἑαυτὸν ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν. Ἄν, κ. Πετιμεζᾶ, ἔζη σήμερον τοῦ Μωρέα ὁ γέρως, καὶ ἂν καὶ σήμερον περιεβάλλετο μὲ τὴν δικτατορίαν, ἣν τότε ἐξήσκει ἐπὶ τῆς Πελοποννήσου, ἡ δὲ δικτατορία του αὕτη ἐξετείνετο καὶ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐξωμοτῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ, ὅστις ἤθελον τρομάξει ἀπέναντι τοῦ ἀδυσωπήτου τῆς συνοπτικῆς διαδικασίας τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρός· διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις τὴν ἐπαύριον τῆς προσκλήσεως τοῦ κόμματός μου ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐγκατέλιπον τοῦτο καὶ μετεβλήθην εἰς ἀμείλικτον ἐχθρὸν τοῦ ἀρχηγοῦ μου, διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦ ὅτι δὲν ἐγενόμην ὑπουργός. Ὑπῆρξα πολιτικὸς φίλος τοῦ μεγάλου τῆς Ἑλλάδος πολίτου, τοῦ ἀοιδίμου Βούλγαρη, καὶ εἰς τὴν ἀγχόνην φερόμενον διὰ τὰς ἰδέας, τῶν ὁποίων τὴν σημαίαν πειρᾶσαι νὰ ἀναλάβῃς σήμερον σὺ εἰς τὰς τρεμούσας χεῖράς σου, δὲν τὸν ἐγκατέλειψα. Ἐγενόμην μετὰ τὸν θάνατον ἐκείνου φίλος τοῦ πολυκλαύστου Κουμουνδούρου, καὶ βαδίζοντα πρὸς τὸν Γολγοθᾶ του μὲ τὸν βαρὺν σταυρόν του ἐπὶ τῶν ὤμων τὸν παρηκολούθησα, καὶ δι’ ὅσης εἶχον δυνάμεως ὑπεβάστασα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοῦ σταυροῦ του τὸ βάρος. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον καὶ τούτου ἀπεχωρίσθην φίλων προσφιλῶν, οὓς δὲν θὰ παύσω τιμῶν καὶ ἐκτιμῶν πάντοτε, ὑπείκων εἰς φωνὴν ὑπερτέρου καθήκοντος. Καὶ ἐδῶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναπτυχθῶ δι’ ὀλίγων καὶ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον δι’ ὅσα χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αὐτὸς ὁ ἄριστος οἰκονομολόγος, ἀλλὰ κακὸς ἱστορικός, ἐξέθηκεν ἐσφαλμένως, διότι δὲν εἶναι διόλου ἀκριβῆ ὅσα περὶ δημοσίας γνώμης ἐλάλησεν ἀντιθέτως πρὸς τὰ πράγματα. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, προερχόμεθα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν μας καὶ ἐκεῖθεν συγκομίζομεν νωπὰς τὰς ἐντυπώσεις μας· αἱ ἐντυπώσεις μας δὲ αὗται εἶναι τοιαῦται, ὥστε ὑπέδειξαν εἰς ἡμᾶς, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὡς ἐκπλήρωσιν ὑπερτάτου καθήκοντος τὴν ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ὑπεράνω τῶν ἐμπαθειῶν ἡμῶν διατελοῦσα ἡ δημοσία γνώμη τοῦ τόπου, ἡ δημοσία γνώμη ἡ σωφρονοῦσα, ἡ δημοσία γνώμη ἡ ἀνεξάρτητος, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, νὰ μὴν ἀφήσωμεν δηλονότι τὸν τόπον ἄνευ Κυβερνήσεως. Βεβαίως δὲ ὁ τόπος ἤθελε μείνει ἄνευ Κυβερνήσεως, ἂν ἦτο δυνατὴ ἡ πτῶσις τῆς ἐνεστώσης, καὶ ἤθελε μείνει ὁ τόπος ἄνευ Κυβερνήσεως, διότι μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται, οἱ λόγοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαψεύσωσι τὰ πράγματα, καὶ ἀπόδειξις ὅτι τὰ πράγματα ἀφίνουσιν ἀλλοίαν φωνὴν, διάφορον φωνὴν τῶν λόγων τινῶν, εἶναι ὅσα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐνεστώσης Συνόδου διεδραματίσθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ὁποῖα ἀπέδειξαν πληρέστατα, ὅτι εἶχε πλῆρες, πληρέστατον δίκαιον ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ, Ῥάλλης κατηγορῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δι’ ἔλλειψιν συνοχῆς, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐταράχθη ὁ κ. Χατζόπουλος τότε. Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς τοῦ νὰ μὴ μείνῃ ὁ τόπος ἄνευ Κυβερνήσεως, ἡ δημοσία γνώμη ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ἀνεπιφυλάκτως ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἤθελον αἰσθάνεσθαι σήμερον τύψεις συνειδήσεως, ἂν ἠρνούμην τὴν συνδρομὴν τῆς ψήφου μου πρὸς κυβερνήτην, ὅστις, ἀδιαφορῶν νῦν πρὸς τὰς τόσας καὶ πανταχόθεν ἐκτοξευομένας ὑπὸ τῆς δυστυχῶς συστηματοποιηθείσης ἐν Ἑλλάδι συκοφαντίας, φήμας καὶ διαδόσεις, καὶ διακινδυνεύων καὶ θυσιάζων ἴσως καὶ τὴν δημοτικότητά του, βαδίζει ἀπαρεγκλίτως πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει σωτήριον καὶ ἐθνικὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀποκαταστήσῃ δηλαδὴ τὴν Ἑλλάδα, οἵα αὕτη καὶ ἐκ τῆς γεωγραφικῆς της θέσεως καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῶν τέκνων της καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας της ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ ᾖναι. Καὶ ἂν δὲν ἤμην φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον γείνει βεβαίως τοιοῦτος μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ γενομένην ἔκθεσιν καὶ ἀνάπτυξιν· διότι, κύριοι, πρέπει νὰ ᾖναί τις λίαν ἐμπαθὴς, ἢ πρέπει νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἑδραίαν περὶ τῆς ἰδίας ὑπεροχῆς, ὥστε ν’ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν του εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπε καὶ ἂν διεσάλπισεν ἡ ἀπαισιοδοξία, κατώρθωσε τὰ δύω μέγιστα τῶν ἀγαθῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§60ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὤ, ὤ (ὑποτονθορισμοί).
§61ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐσυνείθισα νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῶν διαβεβαιώσεων τῶν κυβερνητῶν τῆς πατρίδος μου, καὶ κατὰ τοῦτο σεμνύνομαι, καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι ὑπερήφανος, ὅτι εἰς οἱανδήποτε εὑρέθην θέσιν, οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλησμόνησα τὰς ὑποχρεώσεις μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, διότι ἤθελον λησμονήσει τὰς ὑποχρεώσεις μου πρὸς ἐμαυτὸν καὶ τὸν τόπον, ἐὰν ἄλλως ἐφερόμην. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ προῤῥήσεις τοῦ ἀρίστου οἰκονομολόγου, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1882 ἠθέλομεν ἔχει ἔλλειμμα 12 ἢ 17 ἑκατομμυρίων, δὲν ἐπηλήθευσαν, καὶ ὁ ἀδυσώπητος Πρωθυπουργὸς περιώρισε τοῦτο εἰς τὸ μηδέν· ἀλλὰ καὶ πῶς δυνάμεθα ν’ ἀναιρέσωμεν τὰ πράγματα; Κύριοι, τὴν οἰκονομολογικὴν ἀξίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἀνομολογοῦσι πάντες· ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ οἱ μέγιστοι καὶ οἱ κράτιστοι τῶν στρατηγῶν παρέβησαν, ὅπως κάλλιστα γνωρίζει ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς, ἢ ἐπελάθοντο τουλάχιστον πολλῶν ἀπαιτήσεων τῆς στρατηγικῆς καὶ τῆς τακτικῆς, δὲν εἶναι διόλου παράδοξον ἂν καὶ ὁ μέγιστος καὶ πρώτιστος τῶν οἰκονομολόγων τῆς Ἑλλάδος ὑπέκυψε καὶ αὐτὸς εἰς τὸν ἀνθρώπινον αὐτὸν νόμον καὶ ἐπλανήθη ἐν πολλοῖς· καὶ θὰ ἀναλάβω μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Πρὶν ὅμως προβῶ εἰς μικράν τινα περὶ τούτου ἀνάλυσιν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι χθὲς κατὰ πολὺ ἀπεμακρύνθη τῆς ἀληθείας, εἰπὼν ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ὅπερ αὐτὸς οὗτος πέρυσιν ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ μᾶλλον τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου. Ἤμην μεταξὺ τῶν φίλων τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, οἵτινες ἀπήλαυον τῆς τιμῆς, πολλὰ νὰ γινώσκω ἐκ τῶν ὅσων ἐμελέτα νὰ διαπράξῃ· ὁ ἴδιος κ. Σωτηρόπουλος, δίδων τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Κουμουνδούρου, εἶπεν, ὅτι εἶχε τὸ μέγα, κατ’ αὐτὸν, προσὸν τοῦ νὰ ἀποφασίζῃ ἐν κοινῇ συσκέψει τῶν φίλων του. Προκαλῶ πάντας καὶ τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει μένοντας καὶ τοὺς μεταστάντας φίλους τοῦ ἀοιδίμου ἀνδρὸς νὰ εἴπωσιν ἂν ὁ Κουμουνδοῦρος εἶπεν ἡμῖν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμά του ἦτο ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Φρονῶ δὲ, κύριοι, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρήσεως ὑπὲρ τῆς μνήμης τοῦ μεγάλου ὄντως ἀρχηγοῦ μας. Δὲν ἦτο, κύριοι, οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἄξιον τοῦ Κουμουνδούρου τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφερόμενον εἰς ἀορίστους οἰκονομίας, κύριον μέλημα καὶ σκοπὸν εἶχε τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Τοῦτο, κύριοι, ἠδύνατο νὰ ἦναι κάλλιστον οἰκονομικὸν πρόγραμμα δι’ ἕνα ἀνώτερον οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, δι’ ἕνα Διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου, ἢ δι’ ἕνα Ἐλεγκτὴν τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἐξόχου οἰκονομολόγου· καὶ ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο τὸ πρόγραμμα ἐκείνου, ἀπόδειξις ἀναμφισβήτητος εἶναι, ὅτι τὴν ἐπαύριον τῆς προσαγωγῆς τοῦ προγράμματος τούτου ἦλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μαντινείας κ. Μανέτας, ὅστις ἄρδην σχεδὸν, διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν σαφηνείας, ἀνεσκεύασε τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ τοὐναντίον ὡμολόγησεν, ὅτι ἐν πολλοῖς τὸ πρόγραμμα τοῦ Κουμουνδουρικοῦ κόμματος—διότι δυστυχῶς τότε ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν ἠσθένει καὶ οἱ ἐκ τοῦ κόμματος ἐσκέπτοντο ἕκαστος κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι—ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ Κουμουνδουρικοῦ κόμματος προσήγγιζε πολὺ πλειότερον εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶπεν, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸ ἐν γένει πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, βεβαίως ὅμως ὁ κ. Βαλσαμάκης ἠδύνατο μετὰ πεποιθήσεως καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ μένων νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Σωτηρόπουλος, δὲν ἦτο πρόγραμμα τοῦ Κουμουνδούρου. Ἤδη ὀφείλω ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς τὸν κάλλιστον φίλον μου καὶ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴν κ. Κουμουνδοῦρον· λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρών. Βεβαίως ὑπὲρ πάντα ἄλλον οὗτος πρέπει νὰ τηρῇ ζωηρὰν τὴν μνήμην τοῦ ἐπελθόντος ἐθνικοῦ δυστυχήματος. Ἴσως αὐτὸς δικαιοῦται, συμβουλευόμενος μόνον τὴν καρδίαν του καὶ τὸ φίλτρον του, νὰ μένῃ ἀδιάλλακτος πρὸς τοὺς ὁπωσδήποτε πολεμήσαντας τὸν μεγάλον πατέρα του· ἀλλ’ ἂν ἦτο παρὼν, ἤθελον τῷ παρατηρήσει, ὅτι δὲν ἔχει ἀπολύτως δίκαιον, οὕτω σκεπτόμενος· ἤθελον πείσει αὐτὸν ὅτι ὁ ἀοίδιμος πατήρ του ἄλλως ἐσκέπτετο, καὶ ὅτι τὰ προσωπικά του πάθη, ἂν εἶχέ ποτε τοιαῦτα ὁ Κουμουνδοῦρος, τὰ ἐθυσίαζεν ἀπέναντι τοῦ κοινῇ συμφέροντος, καὶ τὴν ἀπόδειξιν ἔχω πρόχειρον. Ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος ἦτον εἷς τῶν πρωτουργῶν τῆς κατὰ τοῦ ἀοιδίμου Βούλγαρη σταυροφορίας· αὐτὸς προητοίμασε τὴν ἕδραν τοῦ ὑποδίκου εἰς τὸν μέγαν τῆς Ἑλλάδος πολίτην, καὶ ἐν τούτοις ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὁ Κουμουνδοῦρος, δὲν ἐδίστασε μετὰ παρέλευσιν ὀλιγίστου χρόνου, ἵνα συμπαρέδρους καὶ ὁμοτίμους του συμπαραλάβῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους ὑποδίκους ἤγαγε πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, διότι ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ Κουμουνδούρου ἐπεκράτει συναίσθησις τοῦ ὅτι τὰ προσωπικὰ πρέπει νὰ πνίγωνται, νὰ θυσιάζωνται, καὶ ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, ἀπέναντι τῶν γενικῶν συμφερόντων. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ ἄλλα ἐπίσης προσφιλῆ, προσφιλέστατα τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου πρόσωπα δὲν τρέφουσι τὰς αὐτὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀντιπαθείας τοῦ ἀγαπητοῦ Κωνσταντίνου. Ἐκηρύχθην λοιπὸν, κύριοι, καὶ κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιησάμην λόγον πρότερον, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.....
§62ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὤ! Ὤ!
§63ΣΤΑΪΚΟΣ. Διατί ταράττεσθε; Εἶναι βέβαιον ὅτι πραγματοποιεῖται δάνειον, ὅτι αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι περγαμηνὴ, ὡς καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προτάξῃ μεθ’ ὑπερηφανείας χωρὶς νὰ δυνηθῇ ἡ συκοφαντία καὶ ἡ ποταπωτέρα ραδιουργία καὶ ἐμπάθεια νὰ μειώσωσι τὴν διὰ τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐγνωμοσύνην τοῦ τόπου.
§64ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Πῶς ἐθεώρεις πέρυσι τὸ ἰσοζύγιον;
§65ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὅπως καὶ τώρα· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι, ἐνῷ κατὰ τρεῖς Συνόδους παρακάθεσθε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν ἀντελήφθητε ἀκόμη τὰ ἐν αὐτῷ συμβαίνοντα! Κύριοι, ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι ἐκουράσθητε, ὅτι τινὲς ἐθορυβήθησαν καὶ ἐταράχθησαν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀδιαφορῶ· ὀφείλω μόνον — παραλείπων πολλὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ λεπτομερεστέραν καὶ ἀναλυτικωτέραν πρὸς τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, ὡς οἰκονομολόγον, ἀπάντησιν — διότι καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ μεγίστη τὴν πτέρυγα ἐκείνην κατέχει ἀνυπομονησία, καὶ δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν — ὀφείλω, λέγω, τελευτῶν μίαν νὰ ἀπευθύνω παρατήρησιν: ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς πομπώδεις φράσεις καὶ μεγάλας λέξεις Πατρὶς, πατριωτισμὸς καὶ ἐλευθερία· τὴν Πατρίδα οἱ πάντες ἀγαπῶμεν, διὰ τὴν Πατρίδα εἴμεθα διατεθειμένοι ἅπαντες, κατὰ τὸ μέτρον τῶν οἰκογενειακῶν ἡμῶν παραδόσεων καὶ κατὰ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν ἡμῶν ἕκαστος, νὰ θυσιάσωμεν ἄλλος πλειότερον καὶ ἄλλος ὀλιγώτερον διὰ τὰς ἐλευθερίας μας, αἵτινες ὑπ’ οὐδενὸς ἀπειλοῦνται· ἐνδιαφερόμεθα πάντες ἀναλόγως μάλιστα τῶν ὅσων ὑπὲρ αὐτῶν συνήνεγκον ἕκαστος· εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθωμεν εἰς ἑαυτοὺς, εἶναι ἀνάγκη νὰ εὐλαβηθῶμεν ἀλλήλους, ἵνα εὐλαβῆται καὶ ὁ κόσμος ἡμᾶς· διότι, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν πολιτευόμενοι, δαπανώμενοι καὶ συντριβόμενοι διὰ τοῦ ἐλεεινοῦ συστήματος τοῦ ἀμοιβαίου ἐξευτελισμοῦ, τότε θὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς πάντα παρῳδοῦντα τὴν κυρίαν Ῥολὰν νὰ εἴπῃ, ἀκούων καὶ βλέπων ἡμᾶς «Ὦ τάλαινα Πατρὶς, ὁποία ἐλεεινὴ κωμῳδία ἐν ὀνόματί σου παίζεται!» (χειροκροτήματα). (Λύεται ἡ Συνεδρίασις). (Ὥρα 8 μ. μ.)