1883.12.01
2,507 rows · 19,650 words · 48 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 1 Δεκεμβρίου 1883
(Πέμπτη)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθεσε τὸν πίνακα τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ φυλακισμένων τοῦ Ἁγίου Ὄρους.— Ὁ βουλευτὴς Θηβῶν ἔδωσε συμπληρωτικὴν ἐπερώτησιν εἰς τὴν προηγουμένως παρ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν, ἥτις
ἔχει ὡς ἑξῆς·
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ.
Συμπληρωτικῶς ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησα ἐπὶ τῆς καταγγελίας τοῦ Ἐμ. Κόλια, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἁλικῆς Δομβραίνης τοῦ ἔτους τούτου καὶ προσέτι κατάστασι περιέχουσαν τὰς κατὰ τὴν τελευταίαν καλλιέργειαν πήξεις, τὸν χρόνον καθ’ ὃν συνετελέσθη ἑκάστη τούτων, τὸ χρόνον καθ’ ὃν ἐκ τῶν τηγανίων μετεφέρθη τὸ ἅλας εἰς σωρούς, καὶ τὸν χρόνον τῆς παραδόσεως ἑκάστου τούτων· ἐν τέλει, τὴν διαταγὴν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Μήσιος μετέβη εἰς Δομβραίνην, καὶ τὴν πληροφορίαν πότε οὗτος ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 1 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ ἐκ Θηβῶν βουλευτὴς
Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ.»
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§3ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀναπτυχθέντων περὶ τοῦ ζητήματος τῶν μετοχῶν τῆς Κωπαΐδος προκύπτουσι πράγματα, ἅπερ θὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, τουτέστιν ὅτι ἐπὶ τῶν μετοχῶν, αἵτινες κυκλοφοροῦσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀπεκρύβη ἐπίτηδες τὸ ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Ἑταιρίας ἄρθρον 8, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκ δρ. 4,800.000 ἀμοιβὴν τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἐπιχείρησιν, θὰ πείσωσι, λέγω, τὴν Βουλὴν ὅτι καταγγέλλεται ἔγκλημα, οὗτινος ἡ ἐξέτασις, ἐὰν οὕτω διεπράχθη, ἀνήκει βεβαίως εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ἂν ἔχῃ ὡς παρίσταται, δὲν εἶναι μόνον κοινὸν ἔγκλημα, διότι ἀφορᾷ εἰς μέγιστα συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀφορᾷ εἰς τὰς ἑταιρικὰς ἐπιχειρήσεις, γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς ὑλικῆς ἀναπτύξεως ἑκάστου τόπου, εἶναι δηλαδὴ γεγονὸς, ὅπερ πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ μετοχικὴ Ἑταιρία ἰδίως ἡ ἀνώνυμος εἶναι καθίδρυμα ὑποκείμενον εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τὴν ἐνδελεχῆ τῆς Κυβερνήσεως, οὕτω δὲ μόνον δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ κοινωνικῶν οἰκονομικῶν κινδύνων, διότι ὅλαι αἱ πράξεις αὐτῶν στηρίζονται ἐπὶ τῆς πίστεως, ἣν παρέχουν, τὴν δὲ πίστιν αὐτῶν μόναι αἱ Κυβερνήσεις δύνανται παρ’ ἡμῖν μὲν διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς προηγουμένης ἀδείας καὶ διὰ τοῦ διαρκοῦς ἐλέγχου, ἀλλαχοῦ δὲ διὰ μέσων τελεσφορωτέρων, νὰ πιστοποιῶσι διηνεκῶς, ἐγγυώμεναι οὕτω περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ τῆς τιμιότητος τῶν ἁρμοδίων ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῆς. Καὶ δὲν δύναται μέν τις ἄνευ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως νὰ εἴπῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅτι, ἐὰν διεπράχθη ἔγκλημα, τοῦ ἐγκλήματος τούτου ἔλαβε γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις ἢ μετέσχεν εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσεν ὅλας ἐκείνας τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ὑπὸ τῶν νόμων ἐπιβάλλονται αὐτῇ, διὰ νὰ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι αἰτοῦσι, παρέχει πάσας εἰς τὸ κοινὸν, καὶ ὅτι πρόνοια καὶ σύνεσις ἔλειψαν τοῖς ζημιωθεῖσι καὶ ἐξ οἰκείας ὑπαιτιότητος ἐζημιώθησαν. Πρόκειται περὶ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος. Ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος λέγουσιν ὅτι συνεστήθη ἐν Γαλλίᾳ· μέχρι τοῦδε τοιαύτη ἀπόδειξις ἐπίσημος δὲν προσήχθη, ἀλλὰ παραδέχομαι ὅτι ἡ Ἑταιρία συνεστήθη ἐν Γαλλίᾳ, γινώσκω δὲ, ὅπως καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ, ὅτι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν νόμος τοῦ 1881, καθ’ ὃν αἱ ἐν Γαλλίᾳ συστηθεῖσαι ἀνώνυμοι Ἑταιρίαι, οἵας δήποτε φύσεως ἐὰν ὦσι, συνεστήθησαν νομίμως, ἀπολαύουσιν ἐν Ἑλλάδι τῶν δικαιωμάτων τῶν λοιπῶν Ἑταιριῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐγκατεσταμένων, καὶ δύνανται νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὅθεν διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ πληροφορηθῶμεν ἐὰν ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος συνεστήθη νομίμως ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐὰν ἐξεπλήρωσε πάσας τὰς πρὸς τὴν νόμιμον σύστασίν της συνεπεῖς ὑποχρεώσεις. Ἐν Γαλλίᾳ πρὸ τοῦ ἔτους 1867 ἐπεκράτει τὸ παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς προηγουμένης ἀδείας, κατὰ τὸ 1867 ἡ ἄδεια κατηργήθη· ἀλλ’ οἱ προβλεπτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, ζῶντες μάλιστα ἐν μεγαλοπόλει, ἔνθα πολλαὶ ἀσχημίαι διεπράχθησαν ὑπὸ ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, ἔλαβον μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν μετοχῶν τοιαῦτα σπουδαῖα καὶ πρακτικὰ, ὥστε ὑπερτεροῦσι ταῦτα τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀδείας. Κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ συνισταμένη ἡ Ἑταιρία, ἐὰν δὲν ἐγγραφῇ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον καὶ ἂν δὲν κατατεθῇ τὸ ἓν τέταρτον τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν ἑκάστου μετόχου· δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ συνισταμένη, ἐὰν τοῦτο δὲν πιστοποιηθῇ διὰ δηλώσεως τῶν ἱδρυτῶν, γιγνομένης διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως, ἐν ᾗ νὰ ἐπισυνάπτωνται αἱ ἀποδείξεις περί τε τῆς ἐγγραφῆς καὶ τῆς καταβολῆς. Κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐν ἀνωνύμῳ Ἑταιρίᾳ εἰς ἥ τινὲς τῶν μετόχων δὲν καταβάλωσι χρηματικὸν ποσὸν, ἀλλ’ ἀντίτιμόν τι εἴτε πραγματικὸν, εἴτε ἠθικὸν, λόγῳ ὑπηρεσιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν λέγεται αὐτὸ ἀποκλειστικῶς apport, ὅπως ἐσφαλμένως τὸ ὠνόμασαν, —διότι apport εἶναι πᾶσα καταβολὴ εἴτε χρηματικὴ εἴτε κτηματικὴ—ἐὰν πρόκηται περὶ καταβολῆς μὴ χρηματικῆς, περὶ τοιούτου ἰδανικοῦ μᾶλλον apport, τί νομίζετε ἀπαιτεῖται; ἀπαιτεῖται νὰ συγκληθῇ Συνέλευσις, ἥτις νὰ ἀνακηρύξῃ τὸ εἰλικρινὲς τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ τοιούτου apport. Τί νομίζετε δὲ ὅτι ἀπαιτεῖ ὁ Γαλλικὸς νόμος προσέτι; Ἀπαιτεῖ ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ apport διὰ τοῦ τύπου τῆς ἐκθέσεως πρὸς γνῶσιν τῶν μετόχων, ὑποβολὴν εἰδικῆς περὶ ταύτης ἐκθέσεως, δημοσίευσιν καὶ σύγκλησιν νέας γενικῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἐγκρίνει τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ apport. Ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ Συνελεύσει ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῶν μετόχων, νὰ ἀντιπροσωπεύηται δὲ ὑπ’ αὐτῶν τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν. Ἐν τῇ συζητήσει τῇ περὶ τούτου δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος διὰ ψήφου ἀποφασιστικῆς οἱ λαμβάνοντες τὸ apport. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν γίνωσι ταῦτα, ἡ Ἑταιρία θεωρεῖται μὴ ὑπάρξασα. Ὑπάρχει κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον καὶ ἑτέρα ὑποχρέωσις· ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ καταστατικοῦ τοῦ ὁριστικοῦ ἀπαιτεῖται νὰ κατατεθῇ τοῦτο τε καὶ ἀντίγραφον τοῦ καταλόγου τῶν μετόχων, περιέχον τὰ ὀνόματα, τὰ ἐπώνυμα, τὰ ἐπαγγέλματα, ὅλας τὰς ἰδιότητας αὐτῶν, ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ ἐν τῷ τοῦ Ἐμποροδικείου. Δὲν ὑπάρχει δὲ μόνον αὕτη ἡ ὑποχρέωσις, ἀλλὰ καὶ ἑτέρα, ὅτι ὅλα ταῦτα δημοσιεύονται ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ μηνὸς δι’ ἐφημερίδος ἐκ τῶν ὡρισμένων πρὸς καταχώρισιν τῶν νομίμως ὑποχρεωτικῶν δημοσιεύσεων. Ἐὰν ταῦτα δὲν γίνωσιν, ἡ ἑταιρία δὲν θεωρεῖται ὑπάρχουσα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἀναγράφεται ἐν τῷ Γαλλικῷ Νόμῳ καὶ ἑτέρα ὑποχρέωσις, ἥτις ἐνδιαφέρει ἡμᾶς κυρίως ὅτι, ἐὰν ἡ ἑταιρία ἔχῃ καταστήματα ἀλλαχοῦ, ὀφείλει ἐν τοῖς τόποις, ἔνθα ὑπάρχουσιν ὅλα ταῦτα τὰ ἀλλαχοῦ καταστήματά της, νὰ ποιήσῃ τὰς αὐτὰς δημοσιεύσεις. Αὐταὶ εἰσιν αἱ ὑποχρεώσεις, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων αἱ Γαλλικαὶ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι θεωροῦνται νομίμως συσταθεῖσαι. Ἐξετελέσθησαν αἱ διατυπώσεις αὗται ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἑταιρίας, περὶ ἧς πρόκειται; Δύναμαι νὰ εἴπω ἀφόβως ὅτι δὲν ἐξετελέσθησαν πᾶσαι· διότι γνωρίζω, ὅπως γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἡ τελευταία αὕτη διάταξις, ἥτις δι’ ἡμᾶς εἶναι τὸ πᾶν, τουτέστιν ἡ δημοσίευσις ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα τῆς ἑταιρίας καταστήματα, γνωστὸν δὲ εἶναι ὅτι τὸ κύριον κατάστημα τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος εἶναι ὅπου ὑπάρχει ἡ Κωπαΐς, ἡ ἐν Ἑλλάδι δημοσίευσις δὲν ἔλαβε χώραν. Ἐὰν συνδυάσωμεν τοῦτο μὲ τὴν ἐπιδειχθεῖσαν χθὲς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἔντυπον μετοχὴν, ἐν ᾗ δὲν μετεγράφη, ὡς ἐγένετο ἐπὶ πλείστων ἑτέρων ἄρθρων τοῦ καταστατικοῦ, τὸ ἄγνωστον τῷ κοινῷ 8ον ἄρθρον, τὸ ἀναγνωρίζον ὑπὲρ τοῦ κυρίου Σκουλούδη apport ἀξίας 4,800,000 φράγκων, εὔκολον εἶναι νὰ συμπεράνωμεν ὁποία ἐγένετο ἀσυνείδητος ἐκμετάλλευσις τῆς πρὸς τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρίας δημοσίας πίστεως. Τώρα εἰς τί συνίσταται ἆρά γε ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ὤφειλε, πρὶν ἢ ἐπιτρέψει τὴν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἔκδοσιν ἢ καὶ κυκλοφορίαν ἀνωνύμων μετοχῶν, νὰ πληροφορηθῇ ἐπισήμως ἐὰν πᾶσαι αἱ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸν Νόμον ἀπαιτούμεναι διατυπώσεις ἐξετελέσθησαν καὶ νὰ ἔχῃ περὶ τούτων ἀποδείξεις. Ὤφειλε προσέτι καὶ πρὸ πάντων νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ τελευταία ὑποχρέωσις τῆς δημοσιεύσεως τοῦ καταστατικοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἐγγράφων ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῷ τόπῳ δηλαδὴ ἔνθα ὑπάρχει τὸ κεντρικὸν τῆς ἑταιρίας κατάστημα, ἐξετελέσθη. Ἐὰν ταῦτα δὲν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως εἶναι ἠθικῶς τοὐλάχιστον ὑπεύθυνος ἐφ’ ὅλαις ταῖς ἀσχημίαις, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ διεπράχθησαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς σκανδαλώδους ταύτης ὑποθέσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον διὰ τὰς συνεπείας αὐτοῦ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας ἐν Ἑλλάδι, ὥστε πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ προτίμησιν καὶ μετὰ πάσης αὐστηρότητος, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης δικαιοσύνης. Ἐπὶ ζητήματος τοιούτου εἶναι βεβαίως διατεθειμένη ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἐπειδὴ, ὡς εἶπον, ὅσον αὐστηρῶς, τοσοῦτον δικαίως πρέπει πάντα ταῦτα νὰ ἐξακριβωθῶσιν, εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ λάβωμεν ὅλας ἐκείνας τὰς πληροφορίας, αἵτινες θέλουσιν ἀποδείξει ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσεν ἢ ὄχι τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἐὰν ἐβεβαιώθη ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη συνεστάθη νομίμως ἤ οὔ, ἐὰν ἰδίως ἐδημοσιεύθησαν νομίμως τὰ κατ’ αὐτὴν ἐν Ἑλλάδι· διότι, ἂν τὸ τελευταῖον μάλιστα τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀρκεῖ καθ’ ἑαυτὸ, ὅπως καταλογίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ συνεργείᾳ εἰδικῇ εἰς τὰ διαπραχθέντα τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω ἐγγράφως εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησιν διαλαμβάνουσαν ἐν ἀκριβείᾳ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τοῦ προκειμένου. Κατὰ τὸ 1882, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ἐγκρῖναν τὴν μεταβολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποξηράνσεως, ἔγεινε ζωηρὰ συζήτησις ἐνταῦθα· ἐζητήθη τότε ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἡ ἑταιρία ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὑπὸ τοῦ Νόμου τοῦ 1867 καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1865 ἐπιβαλλομένας αὐτῇ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπερεμάχησεν ἐκθύμως ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου καὶ ἡ ἀναβολὴ ἀπεῤῥίφθη· ἐπεψηφίσθη τὸ Νομοσχέδιον· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ, ὅτε τουτέστιν ὑπῆρχεν ἱκανὸς καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἐξετάσῃ, διότι δύω μῆνας, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἔχει πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν νομοσχεδίων, ἀπὸ τῆς λήξεως μάλιστα τῆς Συνόδου, ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὶν ἢ προτείνῃ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ καταστήσῃ νομίμους τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἀνελάμβανε, νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἑταιρία περιῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως. Δὲν εἶχον τὸν σκοπὸν, εἶπον τότε, νὰ κηρυχθῇ ἡ Ἑταιρία ἔκπτωτος· ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος εἶναι ὡμολογημένη ἀνάγκη, καὶ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν, χωρὶς ὅμως νὰ παραβλαφθῶσιν οὔτε τὰ νόμιμα συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὔτε τὰ τῶν πολιτῶν. Ἐζήτησα τὴν ἐξέτασιν ταύτην διὰ νὰ πιστοποιηθῇ τὸ γεγονὸς τῆς εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως περιελεύσεως τῆς Ἑταιρίας καὶ ἀναγκασθῇ οὕτω ἡ ἑταιρία, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῆς κηρύξεως τῆς ἐκπτώσεως, νὰ τροποποιήσῃ τοὺς ὅρους, οἵτινες ἦσαν ἐπιζήμιοι εἴς τε τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τοὺς δυστυχεῖς περιοίκους τῆς Λίμνης. Φρονῶν δὲ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει στενὴν σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι εἶναι σειρὰ ἀλληλενδέτων καὶ ἀξίων πολλῆς ἐρεύνης ἐνεργειῶν αἱ ἀπὸ τοῦ 1880 περὶ τῆς Κωπαΐδος ἐνέργειαι, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ μὲν τὴν τύπωσιν τῆς σήμερον ὑποβαλλομένης ἐπερωτήσεώς μου περὶ τῶν πληροφοριῶν, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, νὰ παραγγείλῃ δὲ συγχρόνως νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἡ ἐπερώτησίς μου τοῦ 1882, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ζητήματα εἶναι συναφῆ. Ἔχω πεποίθησιν, καὶ ὀφείλω νὰ τὴν ἔχω, προκειμένου περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος μου, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οὕτως ἐρχομένου τοῦ ζητήματος, πρώτη αὕτη θὰ προτείνῃ, θὰ ἀπαιτήσῃ μάλιστα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, ἐν πάσῃ αὐστηρότητι, ἀλλὰ καὶ ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου. Δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ φαντασθῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον οὐχὶ ἀμέσως σήμερον, ἀλλ’ ἐμμέσως θίγει ζήτημα σπουδαιότατον δι’ αὐτήν, τὸ τοῦ ἠθικοῦ αὐτῆς κύρους ἐπὶ τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον κυβερνᾷ, δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ὑποθέσω ὅτι θέλει ἀποκρούσει τὸν ἔλεγχον καὶ προσφύγει εἰς ὑπεκφυγάς.
§4ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε τὴν ἐπερώτησίν σας;
§5ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλετε, μάλιστα· ἀλλ’ εἶναι ὀλίγον μακρά.
§6ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὸν, ἀφοῦ θὰ τυπωθῇ.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, νὰ τὴν ἀκούσωμεν.
§8ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τὴν ἀναγινώσκω: «Κατὰ τὸν ἀπὸ 13 Μαρτίου 1881 νόμον αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, ὅσαι ἐν Γαλλίᾳ συνέστησαν νομίμως, δύνανται νὰ ἐξασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματά των καὶ νὰ παρίστανται ἐπὶ δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι, συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ βασιλείου. Νομίμως δὲ θεωροῦνται συνεσταμέναι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι μόνον. 1) Ἐὰν συμπληρωθῇ ἡ ἐγγραφὴ τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, καταβληθῇ τὸ ἀντίτιμον τοῦ ¼ τῶν μετοχῶν ἑκάστου μετόχου, γείνῃ δὲ περὶ ἀμφοτέρων διακήρυξις ὑπὸ τῶν ἱδρυτῶν διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως, ἐν ᾗ παρασυνάπτονται ὁ κατάλογος τῶν ἐγγραφέντων, κατάστασις τῶν καταβολῶν καὶ τὸ συμβόλαιον ἢ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας. Ἄνευ τούτων ἑταιρία δὲν ὑπάρχει (ἄρθρον 1 ἐν συνδ. πρὸς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Γαλλ· νόμου τοῦ 1867). 2) Ἐν ᾗ περιπτώσει ἑταῖρός τις ἢ ἑταῖροι λαμβάνουσι μετοχὴν, μὴ συνισταμένην εἰς χρήματα (approt) ἢ ἀναγράφουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἰδιαίτερα πλεονεκτήματα, ἡ πρώτη γενικὴ συνέλευσις ἐκτιμᾷ τὴν ἀξίαν τῆς μὴ χρηματικῆς καταβολῆς ἢ τὴν αἰτίαν τῶν ἰδιαιτέρων πλεονεκτημάτων. Ἡ δὲ Ἑταιρία δὲν θεωρεῖται καταρτισθεῖσα, εἰμὴ μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς συμβολῆς (apport) ὑπὸ ἑτέρας γενικῆς συνελεύσεως μετὰ νέαν συγκάλεσιν· ἡ δευτέρα αὕτη συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ τὴν ἔγκρισίν της, εἰμὴ ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ ἐκθέσεως, ἥτις πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν μετόχων πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς συνεδριάσεως· ἡ ἀπόφασις γίνεται διὰ πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία αὕτη πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ τὸ ½ τῶν μετόχων καὶ ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ ἥμισυ τῶν πραγματικῶν χρηματικῶν κεφαλαίων. Οἱ συνεταῖροι, οἵτινες ἔχουσι τὴν συμβολὴν, δὲν ἔχουσι ψῆφον ἀποφασπικήν. Ἐν ἐλλείψει τῆς ἐγκρίσεως ταύτης, ἡ Ἑταιρία μένει ἄνευ συνεπειῶν ἀπέναντι ὅλων τῶν μερῶν. Ἡ ἔγκρισις δὲ οὐδαμῶς κωλύει τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος ἀγωγῆς ἐπὶ δόλῳ ἢ ἀπάτῃ (ἄρθρον 4 συνδυασμένον πρὸς τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Γαλλ. νόμου τοῦ 1867). 3) Ἐὰν κατατεθῶσιν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ τοῦ Πρωτοδικείου ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ καταστατικοῦ 1) ἡ κατὰ τὸ ἐδ. 1 τῆς παρούσης συμβολαιογραφικὴ δήλωσις· 2) ἐπικεκυρωμένα ἀντίγραφα τοῦ καταστατικοῦ καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν δύω συνελεύσεων, τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδ. τῆς παρούσης ἐκδιδομένων· 3) ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν ἐγγραφέντων μετόχων περιέχων τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον, τὰς ἰδιότητας, τὴν κατοικίαν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν μετοχῶν ἑκάστου (ἀρθ. 55 Γαλ. Ν.) 4) Ἐὰν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος τοῦ μηνὸς δημοσιευθῇ περίληψις τοῦ καταστατικοῦ καὶ τῶν λοιπῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἔν τινι τῶν ἐφημερίδων, τῶν προωρισμένων εἰς τοιαύτας δημοσιεύσεις. Ταῦτα πιστοποιεῖ ἀντίτυπα τῆς ἐφημερίδος, ἐπιβεβαιωμένα ὑπὸ τοῦ ἐκδότου, κεκυρωμένα ὑπὸ τοῦ δημάρχου καὶ νομίμως καταχωριζόμενα (enregistré) ἐντὸς τριῶν μηνῶν. (ἀρθ. 56 Γαλλ. Νόμου.) Ἐπερωτῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐβεβαιώθη ἐπισήμως περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὅρων τούτων τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ὧν ἄνευ δὲν ὑφίσταται νόμιμος Γαλλικὴ Ἑταιρία, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πιστοποιοῦντα ταῦτα ἐπίσημα ἔγγραφα. Βʹ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Γαλλ. Νόμου αἱ ἐν ἄρθροις 55 καὶ 56 (ἐδ. 4 τοῦ 3 ἄρθ. τῆς παρούσης) καταθέσεις καὶ δημοσιεύσεις γίνονται παντοῦ, ἔνθα ἡ ἑταιρία ἔχει καταστήματα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος κύριον μάλιστα κατάστημα ἔχει τὸ ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ἡ ἐπιχείρησις, ἐπερωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐὰν ἐξετελέσθησαν αἱ διατυπώσεις αὗται καὶ παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσι τὰ ἀποδεικνύοντα ταῦτα ἔγγραφα. Γʹ. Κατὰ τὴν 18ην Μαΐου 1882 ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν (κατακεχωρισμένην ἐν σελ. ΣΒʹ. τοῦ Παραρτήματος τῶν πρακτικῶν τῆς Αʹ. Συνόδου τῆς πρώτης Περιόδου), δι’ ἧς συνίστων αὐτῷ, πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ τελευταίου περὶ Κωπαΐδος Νόμου, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ἀναλαβοῦσα τὴν ἀποξήρανσιν Ἑταιρία περιῆλθεν εἰς τὴν θέσιν τῆς ἐκπτώσεως, ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου· ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης δὲν ἐδόθη πλήρης ἀπάντησις. Θεωρῶν δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο στενῶς συνδεόμενον πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὰς ἐργασίας τῆς Ἑταιρίας ταύτης ἐν γένει, παρακαλῶ τὸν μὲν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν ἀνατύπωσιν καὶ διανομὴν τοῖς κυρίοις Βουλευταῖς καὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης, τὸν δὲ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, προσάγων τὰ ἔγγραφα, τὰ βεβαιοῦντα τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων καὶ πιστοποιοῦντα ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν περιῆλθε νομίμως εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως.»
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω, κύριοι, κατὰ πρῶτον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Κοντογούρης περὶ τοῦ λιμένος Πατρῶν. Καταθέτω ἀκολούθως τὰ ἔγγραφα, ὅσα εὗρον εἰς τὸ γραφεῖον περὶ Κωπαΐδος· δὲν ἐπρόφθασα νὰ κάμω κατάλογον αὐτῶν, ὅπως εἰς τὰ περὶ τοῦ λιμένος Πατρῶν, ἵνα μὴ βραδύνω. Τὰ δίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Γραφείου, ἵνα μὴ ἀπολεσθῶσι. Θέλω νὰ εὐχαριστήσω ἀμέσως τὴν περιέργειαν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, χωρὶς νὰ περιμείνω τὴν τύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεώς του. Ἐζήτησε νὰ μάθῃ κατὰ πόσον ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις ἠθικῶς, ἐὰν ὑπάρχωσι παρατυπίαι ἢ παραβάσεις εἰς τὴν σύστασιν τῆς Ἑταιρίας αὐτῆς, καὶ ἂν αὐτὴ ἡ ἑταιρία εἶναι Γαλλικὴ, ἢ, καθὼς προεῤῥέθη εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἂν συνῆλθον κάμποσοι — δὲν ἐπαναλαμβάνω τὸ ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη — Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἵνα δώσωσι χρῶμα Γαλλικὸν εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, καὶ ἦλθον ἔπειτα ἐδῶ νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν. Ἐπίστευα καὶ πιστεύω, ὅτι πρὶν ἢ κάμῃ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας, νὰ ἦτο ἤδη πεπεισμένος περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος καὶ νὰ μὴ ἐπερίμενε νὰ τὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἑταιρία, κύριοι, περὶ ἧς πρόκειται, συνεστήθη εἰς τὰς 2)14 Ὀκτωβρίου 1880. Μετὰ τὴν σύστασιν αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν Ἐξουσίαν συγχρόνως τότε, ἡ ὁποία βεβαίως ἐνδιεφέρετο, ὡς καὶ ἡμεῖς, ὑπὲρ τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων τοῦ τόπου της καὶ τῆς πατρίδος της, ἐζήτησε πληροφορίας, ἐζήτησε νὰ τῇ προσαχθῇ τὸ καταστατικὸν, καὶ προσήχθη. Ἐξητάσθησαν τὰ κατὰ τὴν σύστασιν αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἡ τότε ἐπείσθη, ὅτι ἦτο τοσούτῳ συμφέρον διὰ τὴν κοινωνίαν τὴν Ἑλληνικὴν ἡ ἐπιχείρησις αὕτη, ὥστε, ὡς σᾶς εἶπον εἰς προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν, ἡ Κυβέρνησις ἀπῄτησεν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν, ὅτι ὤφειλε νὰ κυκλοφορήσῃ ὅλας τὰς μετοχὰς αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι, ὅσαι δὲ μετοχαὶ ληφθῶσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ἔχωσιν ἰσχὺν, ἂν τὸ κεφάλαιον συμπληρωθῇ ἀπὸ μετοχὰς Ἑλληνικάς. Ἡ ἑταιρία, ὡς σᾶς προεῖπον, ἀντέτεινεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ δι’ ἑτέρου ἐγγράφου της ἡ Κυβέρνησις ἀπῄτησεν αἱ μετοχαὶ νὰ κυκλοφορῶσιν ἅπασαι ἐδῶ. Ἐπίστευα λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐγνώριζεν ὅλα αὐτά. Παρακαλῶ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ἐὰν σφάλλω, νὰ μὲ διορθώσῃ. Δὲν εἶχον ἑπομένως καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν συνέβη παρατυπία τις κατὰ τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας ταύτης· διότι, ἀφοῦ ἐπὶ δώδεκα ἢ δεκαπέντε μῆνας ἔγεινεν ἡ ἐξέτασις τῶν ζητημάτων τούτων ἀπὸ τὸν πατριάρχην τῶν οἰκονομολόγων μας, ἐπίστευα ὅτι δὲν εἶχον νὰ κάμω τίποτε ἐγὼ, ὅστις οὔτε διάκονος, οὔτε ἀναγνώστης, οὔτε κανδηλανάπτης κἂν εἶμαι εἰς τὰ οἰκονομικά. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦτο δυνατὸν νὰ ἄφησε τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν νὰ ἔλθῃ ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μᾶς γδύσῃ, ὡς εἶπον, καὶ νὰ πάρῃ δολίως τὰ χρήματά μας; Δὲν ἠδυνάμην ποτὲ νὰ ὑποθέσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἤκουσα ὅμως, ὅτι παρὰ τὸν νόμον ἐγένοντο πολλὰ πράγματα ἐδῶ καὶ ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω. Τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐδῶ καὶ δύνασθε νὰ τὰ ἴδητε ὅλα καὶ θέλετε ἴδει ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα συνεζητήθησαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ ἐλύθησαν ὀρθῶς. Ἐζήτησα νὰ προχωρήσω περαιτέρω· ἐπειδὴ προχθὲς ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Πετρίτση, ὅτι τὸ Καταστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐξήτασεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ἔντυπον δὲν εἶχεν ὑπογραφὰς, ἐζήτησα ἀπὸ τὴν ἐδῶ Διεύθυνσιν τῆς ἑταιρίας νὰ μοὶ δώσῃ τὸ πρωτότυπον καὶ τὸ ἔχω ἐδῶ. Δὲν ἔχω τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ τὸ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅμως ὅτι δὲν θὰ δυσαρεστηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ τὸ ἔδωκαν, ἂν τὸ καταθέσω εἰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ τὸ ἐβγάλῃ ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔδωκαν τὸ πρωτότυπον αὐτὸ, δὲν θὰ δυσαρεστηθῶσιν ἔπειτα ἀπὸ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν πρὸ ὀλίγου, ἂν κατατεθῇ τὸ ἔγγραφον εἰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου, διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι ἐφυλάχθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις, νὰ ἰδῆτε ὅτι ὅλαι αἱ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν νόμον καὶ τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Ζηνόπουλος, ἐξετελέσθησαν, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τὴν κοινὴν νοημοσύνην καὶ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι ἔκαμαν ἑταιρίαν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὰ τοῦ Νόμου. Ἂν δὲ αἱ διατυπώσεις αὗται, ἐπαναλέγω, ἀκριβῶς ἐξετελέσθησαν, τοῦτο διῆλθεν ὑπὸ τὴν ἔρευναν τὴν δεκαπεντάμηνον τοῦ πατριάρχου τῶν οἰκονομολόγων μας, καὶ δὲν πιστεύω ὁ κ. Σωτηρόπουλος νὰ ἄφησε νὰ κυκλοφορήσουν ἐν Ἑλλάδι μετοχαὶ προωρισμέναι νὰ λῃστεύσουν τοὺς Ἕλληνας. Ἠθέλησα ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω, καὶ ἔλαβον τὴν τύχην πρώτην φορὰν νὰ λάβω εἰς χεῖράς μου ἑταιρικὴν μετοχήν. Ἐδῶ, λέγουν, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένα ἄρθρα τινὰ τοῦ Καταστατικοῦ καὶ δὲν εἶναι σημειωμένον τὸ 8ον ἄρθρον. Ἔμαθον ὅτι ἐδῶ εἰς ὅλας τὰς μετοχὰς σημειοῦνται μόνον τὰ ἄρθρα τοῦ Καταστατικοῦ, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν ἀμέσως τοὺς μετόχους· τὸ βραβεῖον, τὸ apport, δὲν σημειοῦται, τοὐλάχιστον δὲν σημειοῦται πάντοτε. Δὲν ἠθέλησα νὰ πεισθῶ ἁπλῶς εἰς λόγους καὶ ἐζήτησα πειστήρια, ἔλαβον δὲ μίαν μετοχὴν τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, εἰς τὴν ὁποίαν βλέπετε σημειωμένα διάφορα ἄρθρα τοῦ Καταστατικοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ apport, τὸ ὁποῖον εἶναι 1½ ἑκατομμύριον, νομίζω, καὶ 20% ἐπὶ τῶν κερδῶν. Ἆρα αὐτὸ εἶναι δόλος; Εἶναι ἀντικείμενον ποινικῆς καταδιώξεως; 60 δραχμὰς, κύριοι, ἔχουν αὑταὶ αἱ μετοχαὶ τῆς Κωπαΐδος. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι κόπτονται διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, 60 δραχμαὶ χρειάζονται, διὰ νὰ πάρουν μίαν μετοχὴν καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὰ Δικαστήρια ἄνευ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ νόμοι οἱ Γαλλικοὶ εἶναι αὐστηροὶ καὶ τὰ Γαλλικὰ Δικαστήρια εἶναι ἴσως αὐστηρότερα καὶ ἀπὸ τὰ ἐδικά μας. Ἐδῶ λοιπὸν εἶναι τὰ ἔγγραφα, ἐξετάσατέ τα, καὶ πάλιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ κανένα, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχει δόλος, τὰ Δικαστήρια εἶναι πρόχειρα, εἶμαι ὅμως πεπεισμένος ὅτι οἱ προκάτοχοί μου, καὶ πλέον ἔμπειροι ἀπὸ ἐμὲ καὶ πλησιέστεροι εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας, ἐξήτασαν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ, ἐὰν ἦτο τι ἀξιόποινον, δὲν ἤθελον σταυρώσει τὰς χεῖρας.
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶδον τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς ἀπάτης δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καταδιώκονται κατ’ ἔγκλησιν, ἀλλ’ ἐξ ἐπαγγέλματος· ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ καταδιώξῃ τὸ τοιοῦτον ἔγκλημα.
§11ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω πῶς διεξήχθη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης· καὶ βεβαίως σέβομαι ἀρκετὰ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Τόπου μου, διὰ νὰ μὴ ὑποπτεύσω ὅτι ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀδιαφορίᾳ διεπράξαντο, ἐὰν διεπράξαντο, τοιοῦτον ἔγκλημα· ἀναφέρομαι ὅμως εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐρωτῶ, ὅταν κατεδείχθη ὅτι ἐν τῷ καταστατικῷ τῷ ἀναγραφομένῳ ὄπισθεν τῆς μετοχῆς παρελείφθησαν ὅροι πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ κοινοῦ, ἐὰν τοῦτο δὲν δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ καταγγείλῃ τὸν δόλον ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἰδιωτικὴν ἀγωγὴν ἐπὶ περιπτώσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις εἶναι κηδεμὼν τοῦ κοινοῦ. Διὰ ταῦτα, ὅταν προσεχῶς θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα διὰ μακρῶν, ἐπιθυμῶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πεφωτισμένην γνώμην, ἀρυομένη αὐτήν, εἴτε ἐκ τῶν Νομικῶν Συμβούλων της, εἴτε ἐκ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ὑποχρεοῦται ἠθικῶς καὶ νομικῶς νὰ καταδιώξῃ τὸ ἔγκλημα, ἐὰν τοιοῦτον ὑπάρχῃ, ἐξ ἐπαγγέλματος.
§12Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἐννοῶ ν’ ἀναπτύξω τὰς ἐπερωτήσεις μου μίαν πρὸς μίαν.
§13ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὰς φυλακὰς Ἰθάκης ὑπάρχουν κατάδικοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ συμπολῖταί μου, οἵτινες παραπονοῦνται πικρῶς κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ Ἐπιστάτου, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῶν ἄλλων βασανιστηρίων κάμνει διαφόρους καταχρήσεις, καὶ παρακαλοῦσι τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§14ΚΟΡΠΑΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἥν, ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς κ. Χατζόπουλος, ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φράσεις ἥκιστα κολακευτικὰς διὰ τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν Σύνοδον παρεκάθηντο εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ σήμερον παρακάθηνται εἰς ἐκείνην τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ προὐκάλεσε τούτους νὰ δώσωσι λόγον τῆς μεταστάσεως ταύτης, δὲν παρέστην ἕνεκα ἀσθενείας. Ὅτε τὴν ἐπιοῦσαν εἶδον κατελθόντα ἀπὸ τοῦ βήματος τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Καλαμῶν κ. Τζάνε καὶ ἠρώτησα αὐτὸν διὰ τίνα λόγον δὲν ἀπήντησεν εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς, τοὺς ὁποίους παρενεῖρεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Χατζόπουλος, μοὶ εἶπεν ὅτι, συνεννοηθεὶς μετ’ ἄλλων δὲν θ’ ἀπαντήσῃ εἰμὴ μετὰ τὸ τέλος τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη πρὸς τοῦτο. Ἀρκεσθεὶς εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην καὶ φρονῶν, ὅτι οἱ βουλευταὶ οὗτοι δὲν ὀφείλουσι νὰ δώσωσι λόγον τῆς μεταστάσεως ταύτης εἰς οὐδένα, διότι ἡ συνείδησις αὐτῶν δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον εἰμὴ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι πρὸς τοῦτο δικαίωμα, καὶ τοιοῦτο δικαίωμα βεβαίως δὲν ἔχει οὔτε ὁ κ. Χατζόπουλος, οὔτε ἄλλος τις, δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς ἀσκόπους συζητήσεις. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας βουλευτοῦ κ. Βαλσαμάκη, ὁμιλήσαντος δι’ ἑαυτὸν καὶ δι’ ἐκείνους ἴσως, οἵτινες ἀνέθηκαν αὐτῷ τοιαύτην ἐντολὴν, θεωρῶ ἀναγκαῖον, ὅπως μὴ παρεξηγηθῇ ἡ σιωπή μου αὕτη, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι, κατ’ ἐμέ, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει τι τὸ κοινὸν πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον, πλὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ προσωπικοῦ ζητήματος διὰ πρώτην ἤδη φορὰν, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ λυποῦμαι κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον νομίζω ὅτι οὔτε δίκαιον, οὔτε πρέπον εἶναι νὰ προβάλλωνται καὶ ν’ ἀναπτύσσωνται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ζητήματα προσωπικὰ, σκοποῦντα τὴν ἀναψηλάφησιν τῶν συνειδήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν, καὶ μάλιστα νὰ προκαλῶνται ὑπ’ ἐκείνων, εἰς οὓς ἥκιστα ἥρμοζε νὰ ἐπιτιμῶσι τοὺς ἄλλους ἐπὶ μεταλλαγῇ πολιτικοῦ φρονήματος, ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν ἐπετίμησαν αὐτοὺς ἐν περιστάσεσιν ἧττον εὐνοϊκαῖς δι’ ἐκείνους. Δὲν εἶμαι ὅμως ὁ προκαλῶν, ἀλλ’ ὁ προκαλούμενος, καὶ ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως οἱ ὑπαινιγμοὶ οὗτοι· τοῦτο δὲ μοὶ ἐπιβάλλει τὸ αἴσθημα τῆς φιλοτιμίας μου καὶ ἡ ἀμοιβαιότης τῶν πρὸς ἀλλήλους ὑποχρεώσεων. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ὑπαινιγμῶν τούτων διάφοροι καὶ ἄλλοθεν ἀπεδόθησαν τίτλοι εἰς τοὺς βουλευτὰς τούτους, καὶ ἄλλοι μὲν ἀπεκάλεσαν αὐτοὺς λιποτάκτας, ἄλλοι σκηνίτας καί τινες μάλιστα ἀγαθοὶ πατριῶται δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀπονείμωσιν αὐτοῖς καὶ τὸν τίτλον τοῦ προδότου τῆς Πατρίδος. Καὶ μέγας προεκλήθη θόρυβος, καὶ μέγας ἐγένετο πάταγος, ὡς νὰ διεπράξαντο οὗτοι τὸ μεγαλείτερον καὶ φοβερώτερον τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ὡς νὰ παρουσιάσθη ἔκτακτόν τι καὶ πρωτοφανὲς εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ὡς νὰ ἐπρόκειτο τέλος διὰ τῆς ψήφου τῶν βουλευτῶν τούτων νὰ σωθῇ ἡ ἐν κινδύνῳ διατελοῦσα Πατρὶς ἡμῶν. Καὶ δὲν μέμφομαι τοῖς πολιτευταῖς ἐκείνοις, οἵτινες ἐπιζητοῦσι διὰ τῆς ἐμπρεπούσης εἰς τὰ Συνταγματικὰ Πολιτεύματα κοινοβουλευτικῆς πάλης ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, εἴτε ἐξ εὐγενοῦς φιλοδοξίας ὁρμώμενοι, εἴτε ἐξ ἁγνοῦ πατριωτισμοῦ, ὅπως φανῶσι χρησιμώτεροι τῇ Πατρίδι, δικαιοῦμαι ὅμως νὰ καταμεμφθῶ ἐκείνων, οἵτινες προσπαθοῦσι ν’ ἀντλήσωσι πολιτικὸν κέρδος ἐκ τῆς δηλητηριάσεως τῆς ὑπολήψεως τῶν ἄλλων. Οὔτε δύναμαι, οὔτε ἀναγκαῖον θεωρῶ ν’ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν πάντων τῶν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην εὑρισκομένων βουλευτῶν· καὶ δὲν δύναμαι, διότι δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνων σκέψεων ὁρμώμενος ἕκαστος προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, δὲν θεωρῶ δὲ ἀναγκαῖον, διότι λίαν εὐγλώττως ὑπερήσπισε τοὺς πολλοὺς ὁ ἔντιμος ἐκ Κραναίας βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης. Θέλω ἑπομένως περιορισθῆ εἰς μόνον τὸ ἀφορῶν με προσωπικὸν ζήτημα καὶ ἐπὶ τούτου θέλω ἀπασχολήσει ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγας στιγμάς. Ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου καὶ μέχρι τέλους τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς Συνόδου ἐτήρησα ἐν τῇ Βουλῇ θέσιν ὅλως ἀνεξάρτητον, ἀνασκοπῶν τὴν πορείαν καὶ τὴν πολιτείαν τῶν ἐν αὐτῇ κομμάτων, ἀποδεχόμενος τὰς συμφώνους πρὸς τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις μου προτάσεις καὶ ἀποκρούων τὰς εἰς ταύτην ἀντιστρατευομένας, ὁθενδήποτε καὶ ἂν αὗται προήρχοντο. Ἐπειδὴ ὅμως πρεσβεύω ὅτι ὁ πολιτευόμενος, ἵνα ἀνταποκριθῇ πληρέστερον εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, ὀφείλει ν’ ἀνήκῃ εἰς πολιτικόν τι κόμμα, ὅταν ἐπέστη ὁ κατάλληλος καιρός, ὅπως κατ’ ἀνάγκην συμμορφωθῶ πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, δὲν ἐδίστασα νὰ προσχωρήσω πρὸς τὸ κόμμα, οὗτινος ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, οὐχὶ ὡς πρὸς κόμμα κρατοῦν σήμερον ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀλλ’ ὡς πρὸς ἀρχηγόν, τοῦ ὁποίου πολλὰ τῶν μέτρων ἐκ πεποιθήσεως ἐπεδοκίμασα, καὶ ἐκθύμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξα. Καὶ ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰς γενομένας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀγορεύσεις μου, θέλετε ἴδει ὅτι πολλὰς τῶν προτάσεών μου ἀποδεξαμένη ἡ Κυβέρνησις, περιέβαλε διὰ κύρους τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὅτι πολλὰς τῶν ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθεισῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἄλλα ἔντιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πικρῶς κατέκριναν καὶ ἀπεδοκίμασαν, ὑπεστήριξα μετὰ πλείονος ζήλου ἐκείνης, θεωρῶν αὐτὰς συμφώνους πρὸς τὰς ἰδέας μου καὶ ὠφελίμους εἰς τὸ Κράτος. Πλανῶνται οἱ νομίζοντες, ὅτι δὲν ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω Κυβέρνησιν ἐφαρμόζουσαν καὶ νόμους μὴ συμφώνους πρὸς τὰς ἰδέας μου· ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον θὰ εὑρισκώμεθα πάντες χάος ἀπέναντι τοιαύτης τινὸς ἰδέας. Καὶ τί ἤθελον εἴπει οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἀπέκρουσαν καὶ κατεψήφισαν νόμους, τοὺς ὁποίους κατόπιν, μετασχόντες τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, οὐ μόνον δὲν κατήργησαν, ἢ δὲν μετεῤῥύθμισαν, ἀλλὰ καὶ πάνυ ὀρθῶς, κατ’ ἐμὲ, πιστῶς καὶ κατὰ γράμμα ἐξετέλεσαν; Ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ψηφίζοντες τοὺς νόμους, εἴτε ἐν μειοψηφίᾳ εἴτε ἐν πλειονοψηφίᾳ εὑρισκόμενοι, ὀφείλομεν πρῶτοι νὰ δεικνύωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς αὐτοὺς, καὶ νὰ ἀξιῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν πιστὴν καὶ ἀκριβῆ αὐτῶν ἐκτέλεσιν, μέχρις οὗ τὰ ἀποτελέσματα τῆς πείρας πείσωσιν αὐτήν τε καὶ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταῤῥυθμίσεώς τινων ἐξ αὐτῶν, ὅτε καὶ πάλιν δὲν πρέπει ν’ ἀρνώμεθα τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε τελειοτέραν αὐτῶν μεταῤῥύθμισιν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπό τινος χρόνου, κύριοι, διεξάγεται μεταξὺ τῆς Πύλης καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀγὼν περὶ τῶν προνομίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, προνομίων ἀρχαιοτάτων, κεκυρωμένων διὰ συμβάσεων, ἀνερχομένων μέχρι τῆς κατακτήσεως, ἀναγνωρισθέντων δὲ καὶ ἐσχάτως ὑπὸ τῆς ἐν Βερολίνῳ συνθήκης. Δὲν ἀδικῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὑποθέτων ὅτι ἔμεινεν ἀδιάφορος εἰς τὸν ἐθνικὸν τοῦτον ἀγῶνα, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπροσωπεία τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐντελῶς ἀμέριμνος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ, ἐὰν δύναται, τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην’ ἐὰν δὲ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐμποδίζωσιν αὐτὴν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ προκαλέσῃ δημοσίαν συζήτησιν, παρακαλῶ νὰ ὑποδείξῃ τοὐλάχιστον τὰς ἐπὶ τούτου ἐνεργείας αὐτῆς, διὰ νὰ ἐφησυχάσῃ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Ἐγνώσθη τελευταῖον, ὅτι εὐτυχῶς αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, αἱ ὑπογράψασαι τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, ἐνεργοῦσιν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν τῆς Ἐκκλησίας προνομίων’ περὶ τῆς Ἑλλάδος οὐδὲν ἐγνώσθη. Καὶ ὑποθέτω μὲν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συμμετέχει τοῦ εὐγενοῦς τούτου ἀγῶνος καὶ πρωταγωνιστεῖ ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ἀποδείξεις ἢ ἐνδείξεις τῆς συμμετοχῆς ταύτης. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὴν Κυβέρνησιν νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε περὶ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Βουλγαρία Ἑλλήνων, οἵτινες καταδιώκονται ἀπηνῶς ὑπὸ ἀδελφοῦ λαοῦ, παραγνωρίζοντος τὴν ἱερὰν ἀρχὴν τῆς ἀδελφότητος τῶν ἐπὶ τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου χριστιανικῶν λαῶν. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὑποθέτω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνήργησε τὰ δέοντα’ ἐπιθυμῶ ὅμως καὶ ἐγὼ, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι ἐπιθυμεῖτε καὶ ἅπαντες ὑμεῖς νὰ μάθητε τὰς ἐπὶ τούτου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὑποδειχθῶσιν αὗται, διὰ νὰ ἐφησυχάσῃ ἡ συνείδησις τοῦ Ἔθνους. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δώσῃ τὰς πληροφορίας ἐπὶ τῶν δύω τούτων ἐρωτήσεών μου, ἐὰν αἱ πληροφορίαι αὗται δέν μοι φανῶσιν ἐπαρκεῖς, θὰ παρακαλέσω τότε τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παράσχῃ ἀποδείξεις ἢ τοὐλάχιστον ἐνδείξεις, ὅτι εἰργάσθη, ὡς ὤφειλεν, ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἀναφυέντι ἐν Κωνσταντινουπόλει περὶ τῶν προνομίων τοῦ Πατριαρχείου, προσέθηκε δὲ, ὅτι ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν ἔχει καὶ ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, διότι τοιαύτη ἐπιθυμία ἐμφαίνει ἀμφιβολίαν, καὶ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ ἐν τοιούτῳ ζητήματι δὲν παραμελεῖ τὸ καθῆκόν της· ἐπίσης Βουλὴ Ἑλληνικὴ ἔχει ἱκανὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων τούτων τῶν διεθνῶν, ἵνα γινώσκῃ, ὅτι πᾶσα περὶ αὐτῶν συζήτησις εἶναι οὐ μόνον ἄτοπος, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος, καὶ ἔχει ἀρκοῦντα πατριωτισμὸν, ἵνα μὴ ἐπιζητῇ θεμάτων ἐπιζημίων τὴν συζήτησιν. Τοῦτο δὲ λέγω καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου θέματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ. Αἱ συζητήσεις αὗται κατ’ οὐδὲν δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ συζητήσῃ, ἀλλ’ οὐχὶ ζητοῦσα ἀποδείξεις καὶ κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ συζητήσῃ περὶ τῆς φιλοπατρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ ἂν ἔχῃ Κυβέρνησιν ἀξίαν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, ὅπως, ἂν φρονῇ ὅτι δὲν ἔχει Κυβέρνησιν ἐπαρκῆ πρὸς τὸ τοιοῦτον ἔργον, φροντίσῃ ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν δι’ ἄλλης. Τοῦτο μόνον τὸ ζήτημα ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ· ἀλλ’ ἤδη συζητοῦμεν τὸ πολιτικὸν ζήτημα, αὐτὸ δὲ τὸ πολιτικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα περὶ ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ πόσον αὕτη δύναται νὰ μεταδώσῃ εἰς Βουλὴν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τῶν προνομίων, ὅπως καὶ ἐν τῷ ἄλλῳ ἐθνικῷ ζητήματι, θ’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἔθνους.
§17ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐπιτηδειότατος εἰς τὸ μετατοπίζειν τὰ ζητήματα. Ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα τὸν πατριωτισμὸν τῶν κκ. Ὑπουργῶν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐὰν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν κυβερνώντων κρίνωνται τὰ ζητήματα, τότε περιττὴ πᾶσα ἐπερώτησις καὶ πᾶσα πληροφορία. Καὶ τῳόντι ἂν εἰς πᾶσαν ἐπερώτησιν περὶ οἱουδήποτε Ἐθνικοῦ ζητήματος παρέρχεται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἰς τὸ Βῆμα καὶ λέγει ὅτι τοῦ ἀμφισβητοῦμεν τὸν πατριωτισμὸν ἀμφιβάλλοντες καὶ ἐρωτῶντες, τότε ἀναιρεῖται ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς, τουτέστιν ἡ κυριωτάτη αὐτῆς ἐργασία. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς φιλοπατρίας καὶ τῶν αἰσθημάτων τῶν κ. Ὑπουργῶν· καὶ αὐτοὶ εἶναι Ἕλληνες καὶ ἐνδιαφέρονται βεβαίως εἰς τὴν διατήρησιν τῶν προνομίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλ’ εἶναι ἄνθρωποι, ὑπόκεινται εἰς πλάνας, καὶ δυνατὸν ἡ ἐνέργεια αὐτῶν νὰ μὴ ἦναι προσήκουσα. Ἔπειτα ἡμεῖς δὲν ἀπεστάλημεν ἐδῶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ κύπτωμεν εὐλαβῶς πρὸ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν κκ. Ὑπουργῶν. Ἐδῶ ἀπεστάλημεν ἐλεγκταὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον ἐφ’ ἑκάστης πράξεως Κυβερνητικῆς νὰ ζητῶμεν πληροφορίας διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητημάτων μάλιστα τόσον σοβαρῶν ἦναι σύμφωνος μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶχε λοιπὸν λόγον ἐνταῦθα ἡ ἐπίδειξις τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν κυβερνώντων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ καὶ τὸ εἴπῃ καθαρῶς, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν σχετικῶν ἐγγράφων καὶ ἡ ἀνακοίνωσις οἱασδήποτε πληροφορίας εἴτε εἰς τὴν μίαν ὑπόθεσιν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην θὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ὑποχωρῶ.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ εἶπον.
§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐλησμονήσατε τοὺς λόγους σας. Ἐπαναλαμβάνω· ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔλεγε καθαρῶς ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἐγγράφων καὶ οἱαδήποτε συζήτησις καὶ ἀνακοίνωσις ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ ἐκκρεμῶν ζητημάτων θὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὠφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν, διότι ὑπεράνω τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ὑπάρχουσιν πάντοτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ γίνωμεν δι’ ἀκαίρων συζητήσεων παραίτιοι βλάβης τῶν ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπε τοῦτο· ἀντὶ τοιαύτης δηλώσεως, μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὸν πατριωτισμόν του. «Καὶ ἀμφιβάλλετε, εἶπεν, εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως; Ὅπως φέρεται ἡ ἐπερώτησις εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ ἀναμίξητε εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν». Ἰδοὺ κατ’ οὐσίαν ἡ ἀπάντησίς του. Ἐλησμόνησεν ὅτι τοιαῦτα ζητήματα, ἀνώτερα τῆς Κυβερνητικῆς πάλης, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν ἐνταῦθα, πρέπει νὰ συζητῶνται καθ’ ἑαυτὰ ἀνεξαρτήτως τῶν κομματικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων. Ναί, κύριοι. Ὅταν πρόκηται περὶ ζωτικωτάτων ἐθνικῶν συμφερόντων, περὶ τῆς τύχης καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νὰ σιγήσῃ πᾶν κομματικὸν συμφέρον, πᾶν κομματικὸν πάθος, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἀπροκαταλήπτως ὡς ἓν καὶ ἀδιαίρετον Σῶμα. Διὰ τοῦτο προκαλῶ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφρασθῇ ἄνευ περιστροφῶν, ἂν τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων τὴν κατάθεσιν ζητοῦμεν, θὰ βλάψωσι κατατιθέμενα τὸ ζήτημα περὶ τῶν προνομίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὸ περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ Μακεδονίᾳ. Τὴν προκαλῶ ν’ ἀποφανθῇ κατηγορηματικῶς, ὅτι πᾶσα ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων συζήτησις, πᾶσα πληροφορία, πᾶσα ὑπόδειξις θὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος πρέπει νὰ μένωσιν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν ἐν τῷ σκότει ἐνεργουμένων! Ἂς ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς δηλώσεως ταύτης, καὶ τότε ὑποχωροῦμεν· τοῦ πατριωτισμοῦ της δὲ οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι θὰ βλάψῃ.
§21ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Φρονῶ, ὅτι ἐν ἐλευθέραις Πολιτείαις δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀσπαστὸν τὸ σύστημα τοῦ μυστικισμοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει συζήτησις· ὁρίσατε ἡμέραν.
§23ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ ἀναγραφῇ ὡς δόγμα πολιτικῆς ὀρθοδοξίας τὸ ἀλάνθαστον τῶν Κυβερνώντων.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται συζήτησις, προσδιορίσατε μίαν ἡμέραν.
§25ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Περὶ τῆς ἡμέρας πρόκειται, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ γείνῃ λόγος, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις, καὶ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐνεργῇ ἐν καλῇ τῇ πίστει, καὶ οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ θελήσῃ νὰ κατηγορήσῃ αὐτὴν ἐπὶ προδοσίᾳ· ἀλλ’ ἐὰν ἐξ ἀνικανότητος τῆς Κυβερνήσεως καταντήσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μὴ ζητήσῃ ἔλεγχον; καὶ μὴ ζητοῦσα πληροφορίας, νὰ φθάσῃ αἴφνης διὰ τοῦ μυστικισμοῦ εἰς τὸ βάραθρον; Δὲν δύναται ἄρα ἡ Κυβέρνησις νὰ λέγῃ τῇ Βουλῇ «μὴ θίγετε αὐτὸ, μὴ θίγετε τὸ ἄλλο»· διότι τί διαφέρει τότε ὁ συνταγματισμὸς ἀπὸ μίαν δεσποτικὴν Κυβέρνησιν; Ὁ ἔλεγχος λοιπὸν κατὰ τῶν κυβερνώντων ποτὲ δὲν πρέπει ν’ ἀργῇ χάριν μυστικισμοῦ· διότι μόνη ἡ ἀνικανότης ζητεῖ τὴν παρὰ τούτου προστασίαν, καὶ σήμερον ὅσαι πληροφορίαι ζητοῦνται ἐνταῦθα, ἀφορῶσι διπλωματικὰς ἀποτυχίας, αἵτινες προέρχονται ἐξ ἀνικανότητος τῆς Πρεσβείας καὶ τῶν Προξένων, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ μᾶς λέγει «τί ἀποκαλύπτετε τὰ μυστήρια; Τί μυστήρια ἔχετε ἐδῶ; Ἀλλὰ καὶ περὶ ἀληθοῦς πολιτικῆς μυστηρίων τί διδάσκει ἡμᾶς τῆς ἡμετέρας χώρας τὸ παρελθόν; Τὸ παρελθόν, δηλαδὴ ἡ ἀφήγησις τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος; Ποῦ εὑρίσκετε ἐν ταῖς ἐκκλησιαζούσαις ἀρχαίαις πολιτείαις τὸν μυστηκισμόν; Ποία κρισιμωτέρα ἐποχὴ καὶ μυστηκισμοῦ δεομένη παρ’ ὅταν ὁ Φίλιππος ἦτον ἐπὶ θύραις τῶν Ἀθηνῶν, οἱ δὲ Ἀθηναῖοι συνεζήτουν δημοσία παρισταμένων καὶ τῶν προδοτῶν τοῦ Φιλίππου καὶ τῶν κατασκόπων αὐτοῦ, συνεζήτουν καὶ ἐψήφιζον περὶ συμμαχιῶν, περὶ σχεδίων στρατηγικῶν, περὶ πρεσβεύσεων καὶ διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων πρὸς Θηβαίους καὶ λοιποὺς, περὶ πόρων καὶ στρατιωτικῶν μέσων; Καὶ τώρα ἀφαιροῦνται δημοσία τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ὁ κατακτητὴς Μωάμεθ ἔδωκεν ἢ μᾶλλον διετήρησεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ σεῖς λέγετε εἶναι μυστικὰ τὰ τοιαῦτα καὶ μὴ συζητῆτε! Μήπως θέλετε νὰ ἀνατρέψητε μὲ κανένα σχέδιον τὴν Τουρκίαν καὶ φοβεῖσθε μὴ ἡ συζήτησις φανερώσῃ τὸ μυστικόν; αὐτὰ εἶναι γελοῖα. Ἐπειδὴ ἔχω πληροφορίας θετικάς, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἐξ ἀνικανότητος οὐ μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπεσταλμένων αὐτῆς καρκινοβατοῦσιν αἱ ἐξωτερικαὶ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους· δὲν πιστεύω δὲ ὅτι δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν πραγμάτων. Τὸ Σάββατον, ὅταν θὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, θέλω ὁμιλήσει καὶ περὶ τῆς παρούσης περιπτώσεως, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔδωσε σημασίαν εἰς ἀφηγήσεις, τὰς ὁποίας τοῦ ἔκαμαν πρόσωπά τινα ἔχοντα ἐδῶ μίαν χροιὰν αὐθεντικότητος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς πλήρη ἐνέργειαν σήμερον ἀλληλοθαυμασμοῦ. Τί ἔκαμεν ὁ Δαμαλᾶς, εἰς ὃν ὁ πρωθυπουργὸς δίδει πίστιν, εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ὅπου ἐπῆγεν; ἔφαγε γεύματά τινα καὶ λίαν εὐχαριστηθεὶς παρέστησε τὰ πάντα μέλιτος καὶ γάλακτος ἀποστάζοντα. Ὁ Πρόξενος ἐκ Θεσσαλονίκης γράφει καὶ αὐτὸς τὰ πάντα μέλι καὶ γάλα. Ὅταν αὐτὰ θέλομεν ἐξετάσει, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ἐξ αὐτῶν πληροφορίας. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων. Μετὰ ταῦτα ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῆς χήρας τοῦ πλοιάρχου Σαχτούρη.—Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ νὰ ἔρχηται νὰ μᾶς δίδῃ πληροφορίας.—Ἡ χήρα τοῦ πλοιάρχου Σαχτούρη λαμβάνει σύνταξιν μόνον 100 δραχμῶν, ἐνῷ ἔχει πολυμελῆ οἰκογένειαν, καὶ παρακαλεῖ διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν βοήθειά τις ἢ ἄλλη τις συνδρομὴ κατὰ τὰ εἰθισμένα· λ. χ. τέκνον τής τι νὰ καταταχθῇ εἰς κανὲν σχολεῖον ὡς ὑπότροφος ἢ τοιοῦτόν τι. Εἶναι περιττὸν νὰ συστήσω τοιαύτην αἴτησιν οἰκογενείας ἱστορικῆς, συνδεομένης μὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἔθνους, καὶ ὀφείλομεν νὰ μὴ παραπέμπωμεν τοιαύτας ἀναφορὰς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἠκούσθη ἐφέτος.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησα ἐπανειλημμένως νὰ συνέλθῃ διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο κατορθωτόν.
§27ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέδωκε Διάταγμα καὶ συνεκάλεσε τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον Τροιζηνίας νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἕδρας τοῦ Δήμου Μεθάνων· ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν καὶ δὲν μὲ ἀπήντησε περὶ τούτου.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἕτοιμα τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ φαίνεται δὲν ἐστάλησαν ἀκόμη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον.
§29ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διατί ἐκάματε ἄλλο Διάταγμα;
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τώρα θέλετε νὰ συζητήσωμεν; ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα......
§31ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι περίεργον εἰς τὰς 29 ὁ Ὑπουργὸς ἐξέδωκεν ἄλλο Διάταγμα συγκαλῶν τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ συστάσεως δύω ἑδρῶν, περὶ μιᾶς χειμερινῆς ἐν Μεγαλοχωρίῳ καὶ μιᾶς θερινῆς ἐν Βρωμολίμνῃ. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, ἐντροπὴ καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ τὸν βάζητε νὰ ὑπογράφῃ ἀντιφατικὰ Διατάγματα· αὐτὰ κατήντησαν πλέον πατσαβούραις! Διὰ τοῦτο ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τίνα λόγον ἐξέδοτο δεύτερον Διάταγμα συγκαλοῦν τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον Τροιζηνίας πρὸς ἀντιφατικὴν γνωμοδότησιν διὰ τὴν ἕδραν Μεθάνων; Ἑτέραν ἐπερώτησιν ἔχω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ ἀπολογίαν τοῦ Ἐπάρχου Τροιζηνίας διατί δὲν συνεκάλεσε πάντα τὰ μέλη τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦ ἐζήτησα, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι τὰ ἐκάλεσεν ὅλα καὶ ἔχει τὴν ἐπίδοσιν τῶν κλητήρων.
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διατί ἐλιθοβόλησαν τὸ κατάστημά του;
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζήτησα περὶ ὅλων πληροφορίας.
§35ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν γένει συνιστῶ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν αὔριον ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις· διότι ὑπάρχουσι πολλαὶ καὶ διάφοροι,
§36ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ναυπακτίας κ. Δεσποταῖος κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐζήτησε δι’ ἐπερωτήσεως νὰ καταθέσω πίνακα δηλοῦντα πόσα σχολεῖα δημοτικὰ ὑπάρχουσι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, πόσα συνεστάθησαν ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, πόσα ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ λειτουργοῦσι, καὶ διὰ πόσων διδασκάλων, καὶ πόσαι μετακινήσεις διδασκάλων ἐγένοντο εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὸν πίνακα τῶν διαφόρων τούτων πληροφοριῶν, πλὴν τῶν τοῦ τελευταίου κεφαλαίου τοῦ περὶ μετακινήσεων, διότι, καίτοι ὡς πρὸς αὐτὸ, νομίζω, ὅτι ἦτο ματαία ἡ ἐπερώτησις, καὶ ὅτι ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς αὐτὴν, διότι τὰς πληροφορίας ταύτας δύναται πᾶς τις νὰ ἀρυσθῇ ἐξ ἐπισήμου πηγῆς, τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, παρήγγειλα ἐν τούτοις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἑτοιμασθῶσι καὶ αἱ περὶ τούτου πίνακες, οὓς θέλω ὑποβάλει κατόπιν. Ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων πινάκων ἀποδεικνύεται ὅτι σήμερον ὑφίστανται ἐν Ἑλλάδι σχολεῖα δημοτικὰ ἐν ὅλῳ 1621, ἐξ ὧν 1372 ἀῤῥένων καὶ 252 θηλέων. Ἐκ τῶν 1624 τούτων σχολείων λειτουργοῦσιν ἤδη διὰ πτυχιούχων διδασκάλων 1251, δηλαλὴ 1027 ἀῤῥένων καὶ 224 θηλέων. Εἰς τὰ λειτουργοῦντα δὲ ταῦτα σχολεῖα ὑπηρετεῖ προσωπικὸν ἀμφοτέρων τῶν φύλων 1453 ἄτομα, στεροῦνται δὲ πτυχιούχων διδασκάλων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δημοτικὰ σχολεῖα 373, ἐξ ὧν 345 ἀῤῥένων καὶ 28 θηλέων. Ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως συνεστάθησαν ἐν ὅλῳ δημοτικὰ σχολεῖα 307, ἐξ ὧν 238 ἀῤῥένων καὶ 69 θηλέων. Ἐν τοῖς πίναξι λεπτομερῶς καταφαίνεται τίνα σχολεῖα λειτουργοῦσιν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ. Ὡς πρὸς τὰ μὴ λειτουργοῦντα δὲ δίδω τὴν πληροφορίαν; ὅτι οἱ πίνακες δηλοῦσι ὅτι δὲν λειτουργοῦσι δι’ ἀνεγνωρισμένων δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα, ὑπὲρ τὸ ἥμισυ, λειτουργοῦσι βεβαίως διὰ γραμματοδιδασκάλων, ὧν λεπτομερῆ πίνακα δὲν ἠδυνήθην νὰ φέρω, ἀλλὰ διέταξα τὰς διαφόρους Ἀρχὰς νὰ μοὶ δώσωσι πληροφορίας. Ὀλίγαι εἶναι αἱ ἐπαρχίαι, ἐν αἷς λειτουργοῦσι πάντα τὰ σχολεῖα, τοιαῦται δὲ εἶναι ἡ Ἄνδρος, ἡ Σκόπελος ἡ Μεγαρὶς, ἡ Αἴγινα, ἡ Κέα, ἡ Θήρα, ἡ Μῆλος, οἱ Παξοὶ, ἡ Πάλλη, ἡ Ἰθάκη, εἰς τὰς λοιπὰς δὲ ἐπαρχίας λειτουργοῦσι ποὺ περισσότερα, ποὺ ὀλιγώτερα.
§37Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν συνεστήσατε τὰ σχολεῖα ὑπῆρχον καὶ διδάσκαλοι; (θόρυβος).
§38ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πόσα συνεστήσατε πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν;
§39ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πλεῖστα σχολεῖα συνεστήθησαν καὶ μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, συνέστησα δὲ καὶ ἐγὼ ὅστις ἔσχον ἀφορμὰς νὰ κατίδω τὴν ἔλλειψιν τῶν δημοδιδασκάλων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἑτέρας συζητήσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἶμαι διατεθειμένος, προκειμένου περὶ χωρίων καὶ δήμων, νὰ μὴ ἦμαι πολὺ δύσκολος εἰς τὴν σύστασιν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλὰ περὶ τούτων ὅλων θέλομεν συζητήσει ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὁ κ. Ρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§41Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐκ τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἀριστοκρατιῶν, αἵτινες ἐπέζησαν μετὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τῆς Γαλλίας, εἶναι, ὡς γνωρίζετε, ἡ Ἀγγλικὴ ἀριστοκρατία καὶ ἡ Οὑγγρική. Ἡ Οὑγγρικὴ ἀριστοκρατία ἔχει τὸ ὄνομα: «Μαγυάροι». Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Αὐστρίας Φραγκῖσκος, περιοδεύων εἰς τὰς χώρας τῶν Μαγυάρων, ἐφιλοξενήθη παρά τινος ἐξ αὐτῶν πλουσιωτάτου. Τὴν ἑσπέραν μετὰ τὸν δεῖπνον ἐκάθηντο ἀμφότεροι, ὁ Φραγκῖσκος καὶ ὁ Μαγυάρος, παρὰ τὴν πυρὰν ἐν οἰκειότητι. Ὁ Μαγυάρος, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ φλόγες τῆς πυρᾶς ἤρχισαν νὰ κατευνάζωνται, καθὼς τὰ αἰσθήματα εἰς τοὺς πλείστους κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, θέλων νὰ περιποιηθῇ πλειότερον τὸν αὐτοκράτορα λαμβάνει δέσμην χαρτονομισμάτων περίπου τῶν 100,000 φράγκων καὶ ζητεῖ νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὴν πυρὰν, ὅπως ἀναφλέξῃ τὸ πῦρ· ὁ Φραγκῖσκος, κηδόμενος τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἐξήρχετο ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ, εἶπεν «Ἀφήσατε, μὴ τὰ καύσητε, θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀπόρους ἀνθρώπους.» Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, χάριν τῆς Ἐξουσίας, ἠθέλησε καὶ θέλει νὰ ῥίψῃ εἰς τὸ πῦρ, ὄχι δέσμην χαρτονομισμάτων, ἀλλὰ τὴν τύχην αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ γεγονὸς τοῦτο σᾶς ἀνέφερα πρὸς ἐξήγησιν ἐκείνου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θέλω ἀρχίσει. Ἔγραψαν καὶ εἶπόν τινες ὑπουργικοὶ καὶ Ὑπουργοὶ, νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τι διάφορον ἀφ’ ὅ,τι ἔχει ἡ ὑπουργικὴ φάλαγξ, ἡ Συμπολίτευσις, ὅτι δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε, ὅτι δὲν ἔχει ἀποστολήν. Ἢ πλανῶνται οἱ ταῦτα λέγοντες, ἢ σοφιστεύονται. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω τί ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ κάμῃ. Ἔχει νὰ κάμῃ ὅ,τι δὲν ἐκάματε σεῖς ἐπὶ δύω ἔτη. Σεῖς ἤλθετε μὲ τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν καὶ οὐδεμίαν ἐκάματε, ἀλλὰ σπατάλην, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις σᾶς λέγει «Μὴ ῥίπτετε τὸ χρῆμα τοῦ ἀπόρου λαοῦ εἰς τὴν πυρὰν, μὴ διαφθείρετε τὴν Πολιτείαν.» Ἡμεῖς ἐπὶ δύο ἔτη ἐπροσπαθήσαμεν νὰ σᾶς ἀποτρέψωμεν ἀπὸ τὴν σπατάλην, δὲν εἰσηκούσθημεν. Ἀλλ’ ἐκάματε καμμίαν μεταῤῥύθμισιν εἰς τοὺς θεσμούς μας, οἵτινες εἶναι συντεταγμένοι ἀπὸ τὰ 1833, εἰς ἐποχὴν ὅτε ἐπεκράτει ὁ ἀπολυτισμός, καὶ οἵτινες εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸ Σύνταγμα τὸ τροποποιηθὲν κατὰ τὸ 1863; οὔτε τοῦτο. Τὸ κυβερνᾷν, κύριοι, διὰ συναλλαγῆς χάριν τῆς Ἐξουσίας, διὰ σπατάλης χάριν τῆς συναλλαγῆς, διὰ φόρων χάριν τῆς σπατάλης, διὰ δανείων χάριν ὅλων αὐτῶν καὶ χάριν τῆς περαιτέρω κατοχῆς τῆς Ἐξουσίας, εἶναι εὔκολον, καὶ ὁ κοινὸς ἄνθρωπος δύναται οὕτω νὰ κυβερνήσῃ. Οὕτω κυβερνοῦν ὅλοι οἱ τύραννοι, οἵτινες εἶναι συνήθως κοινοὶ ἐκ τῶν ἀνθρώπων. Κυβέρνησις θὰ εἴπῃ πρόνοια, πρόνοια ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων καὶ τῶν μερικῶν ἑνὸς Ἔθνους· ἄλλως, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πρόνοια, ὑπάρχει ἐγωϊσμὸς καὶ λῃστεία. Πρόνοια τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους καὶ ἰδίως τοῦ ἰδικοῦ μας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἠκρωτηριασμένον καὶ πρόκειται νὰ γείνῃ ἕρμαιον τῶν νέων βαρβάρων, οἵτινες ἔρχονται ἐκ τῆς Ἄρκτου σήμερον. Θὰ εἴπῃ πρόνοια πρὸς ἀνάπτυξιν ὑλικὴν καὶ διανοητικὴν τοῦ Ἔθνους. Πρὸς τούτοις Κυβέρνησις ἀληθὴς θὰ εἴπῃ εὐθηνία. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύω χαρακτηριστικὰ τῶν καλῶν Κυβερνήσεων, ἡ πρόνοια καὶ ἡ εὐθηνία. Ὅταν δὲν ἦναι πρόνοια, ὅταν δὲν ἦναι εὐθηνία, ἀλλ’ ἀπρονοησία καὶ σπατάλη, τότε δὲν εἶναι Κυβέρνησις, δὲν ἐκπληροῖ τὸν ἀληθῆ προορισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, ὅπως ὀφείλουν νὰ ἦναι εἰς τὰ Ἔθνη τὰ προοδεύοντα καὶ ἀκμάζοντα. Παρατηρήσατε τὴν ἀρχαίαν καὶ τὴν σύγχρονον ἱστορίαν καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι μόναι τοιαῦται Κυβερνήσεις συνετέλεσαν εἰς τὴν γένεσιν μεγάλων πολιτισμῶν καὶ παρήγαγον ἔργα μεγάλα ἐν τῇ ἀνθρωπότητι. Τοιαῦται ὑπῆρξαν κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ Κυβερνήσεις τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων, τῆς Σπάρτης, τῶν Θηβῶν, καὶ ὅλων σχεδὸν τῶν ἄλλων ἀρχαίων Ἑλληνικῶν Πολιτειῶν. Παρατηρήσατε τὴν διοίκησιν τοῦ Ἀριστείδου· ὁ Ἀριστείδης, μολονότι τὸ σύστημα τότε ἦτο τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν συμμάχων, τῶν ὑποτελῶν εἰς τοὺς Ἀθηναίους, ὁ Ἀριστείδης συνέλεξε πλειοτέρους φόρους, χωρὶς νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς συμμάχους τῆς Ἀθηναϊκῆς Πολιτείας καὶ ἐδιοίκησεν ἄριστα αὐτήν. Ἂν δὲ ἔγεινεν ἐνίοτε καὶ μεγάλη δαπάνη, αὕτη ἐχρησίμευσεν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ἢ, καθὼς ἐπὶ Περικλέους, ἱδρύθησαν ἐκεῖνα τὰ καλλιτεχνικὰ καὶ ἀθάνατα μνημεῖα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη καὶ σήμερον σῴζουν ἡμᾶς τοὺς ἀθλίους εἰς τὰ ὄμματα τῶν πολιτισμένων Εὐρωπαίων. Ἔλθετε εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους. Πρὸ διακοσίων ἐτῶν, ὅτε ἡ Ἀγγλία ἦτον εἰς κατάπτωσιν πολιτικὴν, ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τότε ἐπὶ Καρόλου τοῦ Βʹ. ἐκυβέρνα ὁ Πρωθυπουργὸς Ὄσβορν, ὅστις δικαίως ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν ἱστορικὸν Μακωλέην «ἀρχιδιαφθορεὺς» καὶ ὅστις ἐπέβαλε φόρους καὶ διέφθειρε τοὺς χαρακτῆρας. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Ἀγγλία ἔπεσεν εἰς ἀθλιότητα, οἱ πολιτικοί της ἠγοράζοντο ἀπὸ τὸν Λουδοβῖκον 14ον τῆς Γαλλίας καθὼς καὶ ὁ βασιλεύς της Κάρολος, ἐνικᾶτο δὲ ἀπὸ τὴν Ὁλλανδίαν. Ὕστερον ἐπίσης ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Βαλπὸλ ἡ Ἀγγλία παρίστα θλιβερὸν θέαμα· ὄργια πολιτικὰ, ὄργια κοινωνικά. Ἀλλ’ ἔλθετε κατωτέρω, ὅταν ἀφυπνίσθη διὰ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἡ Εὐρωπαϊκὴ κοινωνία. Παρατηρήσατε τὸν Οὐΐλλιαμ Πὴτ ἐν Ἀγγλίᾳ· οὗτος ἀνέλαβε τὸ μέγα, τὸ κολοσιαῖον βάρος νὰ παλαίσῃ κατὰ τοῦ Ναπολέοντος. Ἐξώδευσε πολλὰ ἡ Ἀγγλία, ἀλλὰ χάριν μιᾶς ὑπερτέρας ἰδέας, ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου της ἐν τῷ κόσμῳ. Θεωρήσατε ἤδη τὰς συγχρόνους Κυβερνήσεις τῆς Ἀγγλίας, καὶ θὰ εὕρητε τιμιότητα, μεταῤῥυθμίσεις, πρόνοιαν. Χωρὶς ν’ ἀνατρέξω εἰς τὰς οἰκονομικὰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ Ῥοβέρτου Πήλ, ἔρχομαι εἰς τὰ ἔργα τοῦ Γλάδστωνος, ἔργα γενναῖα καὶ ἐθνωφελῆ ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν ἔποψιν, οἰκονομίας, ὅπως ζῶσι καλλίτερον οἱ ἄποροι, καὶ μεταῤῥυθμίσεις διότι δι’ αὐτῶν τελεῖται ὁ Νόμος τῆς προόδου, καθ’ ὃν ὅλα πρέπει νὰ τελειοποιῶνται, ὁδηγούσης πρὸς τοῦτο τῆς πείρας. Τὸ αὐτὸ θὰ ἔλεγον δι’ ὅλας σχεδὸν τὰς Κυβερνήσεις τῆς Βορείου Ἀμερικῆς. Λοιπὸν τὸ κυβερνᾷν τοιοῦτο πρέπει νὰ ἦναι. Ὅταν μία Κυβέρνησις δὲν ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους τούτους, τότε δὲν εἶναι Κυβέρνησις, ἀλλὰ πολιτεία ληστρικὴ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ. Ἀλλά, κύριοι, ἓν ἀπὸ τὰ κυριώτερα ἔργα τῶν σπουδαίων καὶ προνοητικῶν Κυβερνήσεων εἶναι πρὸς τούτοις ἡ ἠθικὴ ἐξύψωσις ἑνὸς Λαοῦ, μιᾶς κοινωνίας, ἑνὸς Ἔθνους. Ὅταν ἡ ἠθικὴ αὐτὴ ἐξύψωσις δὲν τελῆται, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἡ ἠθικὴ κατάπτωσις διὰ συστήματος διαφθαρτικοῦ, τότε καταῤῥέει ὅλον τὸ Ἔθνος καὶ ἂν ἀκόμη ἔχῃ κατὰ πυραμίδας θησαυροὺς, καὶ ἂν ἀκόμη λάβῃ τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Ἱσπανία κατὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς Ἀμερικῆς. Ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῶν Πατρῶν ἐσχάτως τὰ κατὰ τὴν διετῆ βουλευτικὴν πολιτείαν μου. Ἑπομένως ἐξήλεγξα οὕτω καὶ τὰ ἔργα καὶ τὴν πορείαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Οἱ περὶ αὐτῶν δύω λόγοι μου ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐνταῦθα. Συνάμα δὲ ἀπὸ διαφόρους συναδέλφους μου ἐξετυλίχθησαν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον λεπτομερῶς τὰ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ διετὲς διάστημα αὐτῆς. Δὲν θέλω λοιπὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ περαιτέρω ἐκτυλίξεως λεπτομερειῶν, ἀλλὰ θέλω προσπαθήσει, εἰ δυνατὸν, νὰ συμπεριλάβω ὅλον αὐτὸ τὸ τερατῶδες ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἕνα πίνακα, ὅστις νὰ ἦναι αἰσθητὸς εἰς τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ καὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ μέλλον. Ποία ἄλλη ἰδέα ἐδύνατο νὰ ἔλθῃ εὐχερέστερον εἰς τὴν διάνοιάν μου, παρὰ μόνον ἡ ἰδέα τοῦ Ἅδου; Ὅταν ἓν Ἔθνος καταντήσῃ εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ἐφθάσαμεν ἡμεῖς, οὐδεμία ἄλλη ἰδέα καὶ εἰκὼν δὲν παρουσιάζεται, παρὰ ἡ θλιβερὰ ἰδέα καὶ εἰκὼν τοῦ Ἅδου. Γνωρίζετε τὸν Ἅδην τοῦ Δάντου μὲ τοὺς κύκλους του. Ἅδην λοιπὸν θέλω καὶ ἐγὼ σᾶς παρουσιάσει. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ἅδου τοῦ Δάντου καὶ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θὰ σᾶς σκιαγραφήσω. Ἐν τῷ Ἅδῃ τοῦ Δάντου ὑπάρχουν χαρακτῆρες κακούργων μὲν, ἀλλὰ χαρακτῆρες ἄκαμπτοι, σιδηροῖ, χαρακτῆρες, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται τις ν’ ἀγαπήσῃ, ἀλλὰ τοὺς θαυμάζει. Δευτέρα διαφορὰ εἶναι, ὅτι οἱ ἐκεῖ κολαζόμενοι εἶναι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔβλαψαν τὰ Ἔθνη καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, εἴτε Ἡγεμόνες, εἴτε Πάπαι, εἴτε ἄλλοι Πολεμάρχαι, ἐνῷ εἰς τὸν Ἅδην, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς παρουσιάσω ἐγὼ, δὲν ὑπάρχουν χαρακτῆρες ἄξιοι οὔτε θαυμασμοῦ, οὔτε ἀγάπης, ἀλλὰ τινὲς μόνον οἴκτου’ οἱ δὲ ἐν αὐτῷ κολαζόμενοι ποῖοι εἶναι; εἶναι δυστυχῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις σᾶς ἐπίστευσεν. Εἰς τὸ κέντρον τοῦ Ἅδου τούτου ὑπάρχει ἡ γνωστὴ συμμορία. Κατὰ τὴν ἐπανάστασίν μας τοῦ 21 ὁ Σουλτὰν Μαχμούτης νοημονέστατος ἄνθρωπος, καί τοι ἀπολέσας ἀρκετὸν μέρος τῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνῆκον εἰς αὐτόν, ἐξέφρασεν, ὡς λέγουν, μίαν εὐχαρίστησιν, ὅτι ἀπηλλάγη κατά τι ἀπὸ πολλοὺς Κωνσταντινουπολίτας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἵτινες ἐν συνόλῳ ὠνομάζοντο Φαναριῶται. Ἀλλ’ οἱ Φαναριῶται ἐκεῖνοι, μολονότι ἐνίοτε ἔβλαψαν τὸν Ἑλληνισμὸν, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως τὸν ὠφέλησαν, καί τινες μάλιστα αὐτῶν ἔγειναν μεγαλομάρτυρες ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 21 καὶ πρὸ αὐτῆς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἄλλοι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἦλθον τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦ 1824 ὁ ἀγὼν ἡμῶν προέβαινε θριαμβεύων, ἔκτοτε ὅμως ἕνεκα τῶν ζιζανίων τῆς φιλαρχίας καὶ διαιρέσεως, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον αὐτοί, ὁ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγὼν ἤρχισε νὰ ὑφίσταται σπουδαίας καταστροφάς, ὡς ἦτον ἡ πτῶσις τοῦ Μεσολογγίου καὶ ἡ πανολεθρία τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Ἰβραΐμ. Καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ναυμαχία τῆς Πύλου καὶ δὲν ἤρχετο ὁ Γαλλικὸς στρατὸς, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐχάνετο ἴσως ἐκ νέου. Ἡ δὲ σημερινὴ Κυβέρνησις διατηρεῖ, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἔργων της, παράδοσίν τινα τῶν ζιζανίων ἐκείνων. Καθὼς οἱ ἐκ Βυζαντίου τότε ἐλθόντες ὠπισθοδρόμησαν καὶ περιέπλεξαν τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν, οὕτω σήμερον παρατηρεῖται τοιαύτη τις τάσις πρὸς περιπλοκὴν καὶ κατάπτωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος. Οἱ σήμερον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐλθόντες, κατὰ τὸ πλεῖστον ἄνθρωποι ἄνευ χαρακτῆρος, ἄνευ ἰδέας τινὸς ὑπερτέρας, ἀλλ’ ἄνθρωποι μόνον τοῦ χρήματος, τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, τῆς ἰδιοτελείας, εἰσώρμησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ πρῶτον κατήντησαν τὴν Κωνσταντινούπολιν ἰσχνὴν καὶ σκελετώδη. Οἱ Κωνσταντινουπολῖται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σᾶς εἶπον, ὅτι εἶχόν τι γενναῖον καὶ ὑπέροχον· οἱ σημερινοὶ ὅμως εἶναι νάννοι τὸ φρόνημα, διότι τὸ χρῆμα καὶ μόνον τὸ χρῆμα, μὴ ἀμφιβάλλετε, καταβιβάζει, ναννοποιεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ἄτομα καὶ τὰ Ἔθνη. Λοιπὸν εἰς τὸ κέντρον τοῦ ἰδικοῦ μας Ἅδου εἶναι ἡ συμμορία, ἥτις σύγκειται ἀπὸ ὅλα τὰ στοιχεῖα, πολιτικὰ καὶ χρηματιστικὰ, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰς σημερινὰς γενεὰς τῶν Ἑλλήνων. Ὕστερον ἄρχεται ὁ πρῶτος κύκλος. Εἰς τὸν πρῶτον κύκλον ὑπάρχει ἡ συναλλαγὴ, ὄχι πλέον ὡς ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ σύστημα συναλλαγῆς, ἐμπόριον ἐκμεταλλεύσεως τῶν χαρακτήρων, ἐξώνησις τῶν συνειδήσεων, κατάπτωσις τοῦ φρονήματος, ἐξάλειψις παντὸς ἰδανικοῦ εἰς τὰ πνεύματα τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἀνεπτυγμένα Ἔθνη ἡ πολιτικὴ σχέσις, ἡ θεμιτὴ καὶ νόμιμος, ἡ μὴ βλάπτουσα τοὺς νόμους, ἡ μὴ φέρουσα κατάπτωσιν ἠθικὴν εἰς τοὺς χαρακτῆρας δὲν λέγεται βεβαίως συναλλαγή, λέγεται μόνον διευκόλυνσις τῶν ὑποθέσεων τῶν πολιτῶν. Τοῦτο ὑπάρχει πανταχοῦ, καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ τὸ κατακρίνῃ. Καὶ ὁ βουλευτὴς καὶ οἷος δήποτε ἄλλος πολίτης ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ διαφωτίζουν καὶ συμβουλεύουν τὰς Κυβερνήσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τῆς πολιτικῆς μηχανῆς, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι αὐτό. Ἀλλ’ ὅταν, πρὸς ἰδιοτέλειαν ἀτομικὴν οἵων δήποτε, καθιδρυθῇ σύστημα συναλλαγῆς, οἷον ὑπάρχει σήμερον παρ’ ἡμῖν, τότε ἐπέρχεται διαφθορὰ καὶ κατάπτωσις ἠθικὴ εἰς τὸ Ἔθνος. Τότε δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία ἐξαχρείωσις καὶ μία λῃστεία ὑπὸ μορφὴν Κοινοβουλευτικήν. Ἠξεύρετε ποῦ φθάνει ἡ συναλλαγὴ σήμερον; Ἰδοὺ ἐνθυμήθην τὴν στιγμὴν ταύτην ἓν περιστατικὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἔφριξα. Πέρυσι, κύριοι, ἕνας ἄπορος ἄνθρωπος μὲ παρεκάλεσεν, ἂν δυνηθῶ, νὰ τῷ χορηγήσω εἰσιτήριον ἀτμοπλοίου. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιριῶν, αὕτη δύναται νὰ λαμβάνῃ εἰσιτήρια καὶ χορηγῇ εἰς τοὺς πτωχοὺς, ὅταν πληροφορηθῇ ὅτι ὁ αἰτῶν εἶναι ἄπορος καὶ ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς εἰσιτηρίου. Μετέβην εἰς τὸν τμηματάρχην τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος φιλανθρωπίας, τὸν παρεκάλεσα νὰ δώσῃ ἓν εἰσιτήριον εἰς τὸν πτωχὸν αὐτὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ αὐτὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ. Τῷ παρέστησα ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε πολιτικὸν, οὔτε φατριαστικὸν, εἶναι ἔργον φιλανθρωπικὸν, καὶ ὅτι ὁ ζητῶν δὲν εἶναι συμπατριώτης μου. Λυποῦμαι πολὺ μοι λέγει, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ· δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ τὸ ζητήσω ἐγὼ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, καὶ νὰ μοὶ δοθῇ ὡς χάρις. Ἐδέησε λοιπὸν νὰ παρακαλέσω βουλευτὴν τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος εὐγενῶς καὶ φιλανθρώπως φερόμενος κατώρθωσε καὶ ἔλαβεν ἓν εἰσιτήριον διὰ τὸν ἄπορον ἐκεῖνον. Λοιπὸν βλέπετε ὡς ποῦ φθάνει ἡ παρ’ ἡμῖν συναλλαγή; Ἐνόμιζον, ὅτι ἤρκει μόνον ἡ πληροφορία ἐντίμου ἀνθρώπου πρὸς χορήγησιν εἰσιτηρίου. Ὅταν λοιπὸν καὶ περὶ ἁπλῆς φιλανθρωπικῆς ἀγαθοεργίας προκειμένου, ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναί τις φίλος τοῦ ὑπουργοῦ, διὰ νὰ δοθῇ πρὸς αὐτὸν εἰσιτήριον δι’ ἕνα πτωχὸν ἄνθρωπον, τί περιμένετε πλέον, κύριοι; Εἰς τὸν δεύτερον κύκλον περιέχεται ἐν συνόλῳ ἡ ἐκμετάλλευσις, ἐκμετάλλευσις κατὰ τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἀπὸ τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει σήμερον εἰσελθόντας κυβευτάς. Ἤρχισαν διὰ τοῦ Λαυρίου καὶ ἔφθασαν μέχρι Κωπαΐδος καὶ ἴσως μέχρι Βρωμολίμνης. Εἰς τὸν κύκλον τοῦτον τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶναι πολλὰ τὰ εἴδη αὐτῆς καὶ αἱ λεπτομέρειαι. Ἐγὼ δὲ ἐκθέσας ἄλλοτε αὐτὰ, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, καθ’ ὅσον μάλιστα ἄλλοι μετ’ ἐμὲ θὰ ἐκτυλίξωσιν αὐτάς. Ἡ κατ’ ἐξοχὴν ὅμως ἐκμετάλλευσις, εἶναι ἡ Κωπαΐς. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι μέχρι προχθὲς δὲν ἐγνώριζον ὅλας αὐτὰς τὰς λεπτομερείας περὶ Κωπαΐδος, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀποκαλύπτονται καὶ αἱ ὁποῖαι θέτουν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν τόσον ἔξυπνον, εἰς ἓν εἶδος νευρικῆς περιπλοκῆς. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι προπέρυσι φίλοι τινὲς τῆς Κυβερνήσεως, ἀνήκοντες εἰς τὰς πλησιοχώρους τῆς Κωπαΐδος ἐπαρχίας, εἶχον ἐκφρασθῆ καὶ αὐτοὶ κατὰ τῆς συμβάσεως. Τοιαῦται ὅμως κυβευτικαὶ ἐργασίαι ἀνακαλυπτόμεναι σήμερον, οὐδὲ εἰς τὴν φύσιν μου, οὐδὲ εἰς τὴν ἀνατροφήν μου, οὐδὲ εἰς τὰς μελέτας μου εἶναι προσιταί. Πιστεύω ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κηδομένη τοῦ πάσχοντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν θέλει ἀρνηθῆ νὰ δώσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας καὶ δι’ ἐγγράφων καὶ προφορικῶς, ὅπως ἡ Ἀντιπολίτευσις πεισθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν ἔγκλημα κατὰ τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι ἐν περιπτώσει ἐγκλήματος, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουν λάβει ὅλα τὰ μέτρα ἐναντίον τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προέλθωσιν ἀπὸ τὰ τοιαῦτα κυβευτικὰ τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν εἰς τὸν Ἅδην. Ἡ δευτέρα ἐκμετάλλευσις εἶναι τὸ σύστημα τῆς ὁδοποιΐας. Ἐνθυμεῖσθε τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων· τὸ δάνειον αὐτὸ ἔγεινε μὲ τόκον πρὸς 6 καὶ ¾%, ἀλλὰ διὰ τούτου δὲν ἔγεινεν οὐδεὶς ἄλλος δρόμος παρὰ εἴς τινα μέρη τοῦ Μεσολογγίου. Ὁ δρόμος ὁ μεταξὺ Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων ἤρχισεν ἀπὸ ἄλλους, ἀλλ’ ἀκόμη δυστυχῶς δὲν ἐτελείωσεν ἀπὸ τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον. Λείπουν ἀκόμη τμήματα πρὸς περάτωσιν αὐτοῦ.
§42Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ μισθὸς εἶναι ἀκόμη.
§43ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι δὲ αἱ ἤδη κηρυττόμεναι ἄλλαι ὁδοὶ δὲν ἔχουν ἄλλον σκοπὸν παρὰ αὔξησιν τῶν δανείων μὲ τόκους βαρεῖς, διότι εἶναι εὔκολον νὰ συνομολογῇ τις δάνεια μὲ μεγάλους τόκους. Εἰς τὸν τρίτον κύκλον, κύριοι, εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις, ἥτις εἶναι ἡ ὤθησις, ἡ ψυχὴ τῶν νέων γενεῶν, τῆς βελτιώσεως τοῦ μεγαλείου ἑνὸς Ἔθνους. Ἐνῷ ἡ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν ἀπῄτει τῷ ὄντι σπουδαίας μεταῤῥυθμίσεις, οὐδεμία δυστυχῶς ἔγεινε μεταῤῥύθμισις ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν οὐδὲ εἰς αὐτὴν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· μόνον ἐψήφισεν ἡ Κυβέρνησις ἓν ταμεῖον πρὸς ἀποῤῥόφησιν τῶν δήμων, ὅπως αὐτὴ καὶ οἱ φίλοι της συσταίνουν σχολεῖα καὶ διορίζουν διδασκάλους, ὅπου καὶ ὅπως θέλουν. Ἀλλὰ τί ἄλλο ἔκαμε διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν παρ’ ὅ,τι ἔκαμε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους; δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ, κατὰ τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς. Ὅλα τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γεμάτα ἀπὸ τοιαύτας παύσεις καὶ διορισμούς· δὲν βλέπει τις ἐν αὐτοῖς κανένα νόμον μεταῤῥυθμιστικόν, ἀλλὰ μόνον, χάριν προσώπων, μεταβολάς, διορισμούς, μεταθέσεις, παύσεις, μεταθέσεις, διορισμούς. Ἐντὸς δὲ τοῦ κύκλου τούτου τῆς λεγομένης ἐκπαιδεύσεως βλέπει τις καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀμοιβαίου θαυμασμοῦ, τοὺς φίλους ἰδίως τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες χορηγοῦσι τίτλους Ἀλεξανδρινοὺς ἢ Ρωμαϊκοὺς εἰς τοὺς σημερινοὺς πυγμαίους καὶ ἄλλους ἐπίσης καθηγητὰς ἀνθρωποειδεῖς, οἵτινες συγχέουσι τὰς ἐννοίας καὶ τῶν λέξεων καὶ τῶν πραγμάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι μὲν κατὰ τὸ ὄνομα εὐσεβεῖς, ἀλλ’ εἶναι καταστρεπτικοὶ καὶ ἀσεβεῖς εἰς τὰς μελλούσας γενεάς. Ἀλλ’ αἴτιοι δὲν εἶναι αὐτοί· αἴτιοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς διορίζουν καὶ τοὺς ὑποστηρίζουν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἴς τινα κύκλον τοῦ Ἅδου τοῦ Δάντου ἵστανται διάφοροι ἔξοχοι νόες, ἐν οἷς ὁ Ὅμηρος, ὁ Βιργίλιος, καὶ ὁ Ἀριστοτέλης il maestro di color che sanno. Φαντάσθητε τώρα ποῖοι εἰς τὸν ἰδικόν μας Ἅδην ἀναπληροῦν τοὺς μεγάλους ἐκείνους ἀνθρώπους! Εἰς τὸν τέταρτον, κύριοι, κύκλον εἶναι τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, εἶναι ὁ κίνδυνος ἐκ τῶν Προξένων. Μέχρι τοῦδε ὅλοι σχεδὸν οἱ προξενικοὶ διορισμοὶ τῆς Κυβερνήσως ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ προέκτασις τοῦ ἐσωτερικοῦ ἔργου της εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ Ἑλληνισμός, τὸ βλέπετε καθ’ ἡμέραν, τρέχει τοὺς ἐσχάτους κινδύνους ὀλίγον πέραν τῆς Λαρίσης μέχρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ μέχρι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ ἐν τούτοις πλεῖστοι ἐκ τῶν διορισθέντων Προξένων δὲν ἐκπληροῦσι τὴν ἀποστολήν των πρὸς πρόληψιν τῶν προπαγανδῶν καὶ ἄλλων ραδιουργιῶν, αἱ ὁποῖοι γίνονται ἀπὸ τοὺς νέους βαρβάρους καὶ ἀπὸ τὰς κατακτητικὰς δυνάμεις, αἵτινες καραδοκοῦσι τὴν στιγμήν, ὅπως κατακτήσωσι τὰς χώρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἀλβανικὸν στοιχεῖον, οὐδὲν σπουδαῖον ἐνηργήθη μέχρι τοῦδε. Οἱ Ἀλβανοὶ, γνωρίζετε, εἶναι καὶ ὁμόφυλοί μας καὶ ἀνδρεῖοι καὶ πολεμικοί. Ἂν πρὸ καιροῦ ἡ Ἑλλὰς ἐφρόντιζε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μετὰ τῶν Ἀλβανῶν σύμπραξιν καὶ συνένωσιν, οἱ Ἀλβανοὶ θὰ ἦσαν ἡ συμπλήρωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶναι κυρίως τὸ πνεῦμα, οἱ Ἀλβανοὶ εἶναι ἡ δύναμις, καὶ τότε θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀντιπαραταχθῶμεν καθ’ ὅλων τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἀπὸ ἄρκτον καὶ ἀπὸ νότον. Τοῦτο θὰ κατωρθοῦτο διὰ καταλλήλων Προξένων. Πρὸ ἡμερῶν ἠκούσατε ἐδῶ περὶ ἑνὸς Προξένου Ναθαναήλ, Καλαμίου, ὅστις ἐν Ἀλβανίᾳ ἔμεινεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἐφάνη χρήσιμος εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην· ἐν τούτοις ἐπαύθη ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, μόνον διότι ὑπῆρξε νοσοκόμος τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου. Ἀλλ’ ὁ Κουμουνδοῦρος ἐξέλιπε· διατί δὲν τὸν ἐπαναφέρει ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, δύναται νὰ ἐργασθῇ τελεσφόρως ἐν Ἀλβανίᾳ, γνωρίζων ὅλας σχεδὸν τὰς φυλὰς τοῦ τόπου ἐκείνου; Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Μαυρομμάτη καὶ ἄλλων τινῶν ἀπολυθέντων Προξένων, οἵτινες τῷ ὄντι ἐφάνησαν χρήσιμοι εἰς τὸ Ἔθνος. Ἀλλ’ ὀλίγον σᾶς μέλλει φαίνεται διὰ τὰ προξενεῖα· καὶ εἰς αὐτὰ ἐφαρμόζεται ἡ συναλλαγὴ ὡς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους ἐξοικονόμησις θέσεων. Ἐφροντίσατε μόνον πῶς νὰ διορίσητε τὸν ἀρχηγὸν τῶν κυβευτῶν Πρεσβευτὴν εἰς Ἱσπανίαν· δὲν κατακρίνω ἐγὼ τὸν διορισμὸν τούτου διότι ὁ διορισθεὶς εἶναι τραπεζίτης· λέγω μόνον, ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ τούτου παρεβιάσατε καταφανέστατα τὸ Σύνταγμα. Δι’ ἀνικάνων Προξένων ἐβλάψατε τὸν Ἑλληνισμόν· διὰ τοῦ διορισμοῦ τούτου κατεπατήσατε τὸν θεμελιώδη νόμον μας. Ὁ κ. Σκουλούδης μετέβη εἰς Ἱσπανίαν, ὅπως ἐκμεταλλευθῇ τὰ τῆς Κωπαΐδος ἐν Παρισίοις ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἑαυτοῦ καὶ ὀλίγων ἄλλων καὶ ὅπως πραγματοποιήσῃ δάνειον ἔστω καὶ μὲ μεγάλους ὅρους. Τὸ κύριον λοιπὸν μέλημα τῆς Κυβερνήσεως ἦτον ὁ παράνομος διορισμὸς τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς Πρεσβευτοῦ μόνον, διότι τοῦτο ἀπήτουν τὰ συμφέροντα τῆς συμμορίας. Ὁ πέμπτος κύκλος τοῦ τερατώδους συμπλέγματος εἶναι ἡ φορολογία. Ἀπὸ τὰ βουνὰ κατέβητε φορολογοῦντες τοὺς πτωχοὺς μέχρι τῆς θαλάσσης, διελθόντες ἀπὸ τὰς ἀμπέλους καὶ τοὺς καπνούς· ἀπηγορεύσατε καὶ αὐτὴν τὴν ἀβλαβῆ ἁλιείαν, χάριν μόνον ὀλίγων ἰχθυοτρόφων φίλων σας, ὅπως οἱ πτωχοὶ κάτοικοι τῶν παραθαλασσίων πόλεων μὴ εὑρίσκωσιν εὐθηνὴν τὴν τροφήν των. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ποικίλης καὶ καταστρεπτικῆς φορολογίας σας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν στενάζει ὁ λαός. Παρατηρῶ μόνον ἐνταῦθα, ὅτι ἕκαστον φορολογικὸν σύστημα εἶναι ἓν ὀργανικὸν ὅλον, τὸ ὁποῖον ἢ πρέπει τις νὰ παραδεχθῇ, ἢ νὰ καταψηφίσῃ ὁλόκληρον. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ περὶ τῆς οὐσίας τοῦ φόρου καὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν. Καὶ κατὰ τὰ δύω ταῦτα ἐβλάψατε τὸ Ἔθνος· καὶ κἀνεὶς δὲν δύναται, κατ’ ἐμέ, νὰ δικαιολογήσῃ ἀρκούντως ἑαυτὸν ἐκ τῶν μονομερῶς καταψηφισάντων ἢ παραδεχθέντων τοὺς φόρους. Ὄχι δὲ μόνον θὰ καταψηφίσωμεν ἡμεῖς οἷον δήποτε νέον φόρον, ἀλὰ σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἀνάγκη ἀπόλυτος εἶναι νὰ τροποποιήσητε τὸ βαρὺ αὐτὸ φορολογικόν σας οἰκοδόμημα, καθὼς ὑπεσχέθητε εἰς πολλούς. Εἰς τὸν ἕκτον καὶ τελευταῖον κύκλον τοῦ ἰδικοῦ μας Ἅδου εἶναι τὸ κυβευτήριον. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε καὶ θὰ ἀκολουθήσῃ, ἐλπίζει ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ γείνῃ Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς, σᾶς ἀπαντῶ, ἔγεινεν ἤδη Χρηματιστήριον, ὅπως ὑμεῖς ἐννοεῖτε αὐτό. Ὁ σκοπός σας ἐξετελέσθη. Εἰς δύω ἔτη ἐκάματε τὴν Ἑλλάδα χρηματιστικὸν κυβευτήριον, ὅπου ἀγοροπωλεῖται τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἰς τὰ ἄλλα Ἔθνη τὰ πεπολιτισμένα καὶ προοδεύοντα τὸ ἐμπορικὸν πνεῦμα καὶ ἡ χρηματιστικὴ κίνησις ὑπάρχουσιν ἐν ἀκμῇ μάλιστα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἀποκλειστικὸν μέλημα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τὸ κύριον κέντρον, περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται ἀποκλειστικῶς τὸ Ἔθνος. Ἡ ἠθικὴ ζωὴ εἰς τὰ πολιτισμένα ἔθνη ἐνισχύεται καὶ οὐδετεροῖ ὅ,τι κακὸν δύναται νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐμπορικὴν κίνησιν. Ἀπὸ τὴν ἱστορίαν βλέπομεν, ὅτι ὅπου τὰ ἰδιοτελῆ καὶ μάλιστα τὰ ὑλικὰ συμφέροντα κατίσχυσαν τῶν ἠθικῶν, τὰ ἔθνη κατέπεσαν καὶ ἔγειναν ἔρμαιον ἄλλων ἰσχυροτέρων. Ἡ Καρχηδών, κύριοι, τί ἄλλο ἦτον ἢ ἐνσάρκωσις τῆς ἐμπορικῆς ἰδιοτελείας τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐμπορικοῦ πνεύματος, λαμπρὸν χρηματιστικὸν κυβευτήριον τῆς ἀρχαιότητος; Ἀλλ’ ἡ Καρχηδών, ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ γείνῃ μίαν ἡμέραν βορὰ τῶν κατακτητῶν Ρωμαίων καὶ ἐγένετο. Σήμερον ὅμως ἡ Ἀμερική, ἥτις ἐξέχει εἰς τὰς φυσικὰς ἐφευρέσεις, ἡ Ἀγγλία, ἡ διακρινομένη εἰς τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν, δὲν περιορίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑλικὴν ταύτην ἀνάπτυξιν, ἀντὶ πάσης ἠθικῆς θυσίας. Διατηροῦν ζωηρὸν καὶ ἀκμαῖον ἐν αὐτοῖς τὸ ἰδανικὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ὅλα ἐν γένει τὰ ὑπέρτερα φρονήματα, τὰ ὁποῖα ἐξυψόνουν τὸν ἄνθρωπον. Ἐκεῖ ἡ ἠθικὴ ἀνάπτυξις εἶναι τὸ πρῶτον μέλημα τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, μολονότι τὰ δύω ταῦτα ἔθνη εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐμπορικά, ἡ ἠθικὴ μόρφωσις ἐν πατριωτισμῷ καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ εἶναι τὸ πρῶτον καὶ κύριον. Ἐκεῖ ὑπάρχουν οἱ μεγάλοι χαρακτῆρες εἰς πατριωτισμόν, εἰς φιλανθρωπίαν, εἰς πᾶσαν ἀρετήν. Διὰ τοῦτο προάγονται καὶ μεγαλύνονται τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα. Ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, κύριοι, ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον μὲ συνεκίνησε καὶ τὸ ὁποῖον, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ σᾶς τὸ ἀναφέρω. Εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου μετέβην καὶ ἐγὼ νὰ ἴδω στρατόπεδον πλησίον τοῦ Λονδίνου, εἰς τὸ Κόβετ, ὅπου στρατὸς Ἀγγλικὸς ἐξ 100 χιλιάδων προητοιμάζετο νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κριμαίαν. Κόσμος ἄπειρος ἀπὸ τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην εἶχεν ἐκεῖ μεταβῆ πρὸς θέαν τῆς Ἀγγλικῆς δυνάμεως. Γνωρίζεται ὅτι ἡ Ἀγγλία εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπίπεδος, ἐκτὸς τοῦ ὀρεινοῦ Οὐαίλς, διακόπτεται δὲ μόνον ἀπὸ λόφους. Εἰς τὸν κάμπον λοιπὸν ἐκεῖνον παρετάσσετο ὁ Ἀγγλικὸς στρατός. Πράγματι δὲ ἦτον ἀριστούργημα τὸ στρατόπεδον ἐκεῖνο. Εἰς τὴν θέαν αὐτοῦ ἐνόμιζον, ὅτι ἀναγινώσκω μύθους τῆς Ἀσίας, ὅτι ἐθεώρουν στρατιὰν ἀγγέλων εἰς τὴν κοιλάδα τῆς Κασμὴρ ἐν Ἰνδίαις. Μεταξὺ τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν θεατῶν ἦσαν οἱ πλεῖστοι ἔμποροι, τραπεζῖται καὶ κυβευταί, Ἄγγλοι, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδία. Ὅταν ἤχησεν ἀπὸ τὰς μουσικὰς ὁ ὕμνος ὁ Ἐθνικός, ἤκουσα τοὺς πάντας νὰ ψάλουν αὐτὸν ὁμοθυμαδόν, αὐτοὺς ἐκείνους, οἵτινες κατόπιν θὰ μετέβαινον εἰς τὰ ἐμπορικὰ καὶ τραπεζικὰ γραφεῖά των. Ὅλοι οὗτοι ἔψαλλον ἐνθουσιωδῶς τὸν Ἐθνικὸν ὕμνον των καὶ πολλῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς εἶδον νὰ δακρύωσι: Rule, Britannia, rule the Waves... (Βρεττανία, τὰ κύματα κυβέρνα...) Εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦτον συνεκινήθην καὶ ἐγὼ καὶ ἐδάκρυσα, διότι δὲν ἐφανταζόμην τότε ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἤθελε ποτὲ καταντήσει εἰς τὴν σημερινὴν κατάπτωσιν. Ὅταν λοιπὸν εἰς ἓν Ἔθνος ὁ κύριος καὶ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς δὲν εἶναι τὸ χρηματιστικόν, πολὺ δὲ μᾶλλον ἡ κυβεία, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις φροντίζωσι περὶ τῶν ἠθικῶν μάλιστα συμφερόντων τῆς κοινωνίας, τότε δὲν ὑπάρχει φόβος μὴ ἡ χρηματιστικὴ κίνησις καταβάλῃ τὸ Ἔθνος ἐκεῖνο. Ὅταν ὅμως κύριον μέλημα εἶναι ἡ κυβεία, αἱ δὲ Κυβερνήσεις ἀφ’ ἑτέρου καθιερώνουσιν ὡς σύστημα αὐτῶν μόνον καὶ μόνον τὸ χρηματιστικὸν καὶ τὰ κυβευτικὰ παιγνίδια, τότε μὴν ἀμφιβάλητε ὅτι εἰς τοιοῦτον Ἔθνος ἐπέρχεται διανοητικὴ καὶ ἠθικὴ κατάπτωσις. Ὅταν δὲ τοῦτο συμβῇ, τότε δὲν ἀπέχει πολὺ καὶ ἡ ἡμέρα τῆς πτώσεως τοῦ Ἔθνους ἐκείνου ὑπὸ τὸν ζυγὸν ξένων. Τοιοῦτος εἶναι ὁ κίνδυνος, ὅστις ἀπειλεῖ σήμερον καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ὑπῆρχεν ἓν μέγα Ἔθνος μεταξὺ τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ἡ Πολωνία. Ἔθνος μέγα καὶ ὡς πρὸς τὸν πληθυσμὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τὴν διανοητικὴν καὶ τὴν στρατιωτικήν. Ἀλλ’ ὑπῆρχον ἄλλοι γείτονες αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους, οἵτινες ἐπεθύμουν τότε νὰ κατακτήσωσι καὶ διαμελίσωσι μεταξύ των τὴν Πολωνίαν, ὅπως σήμερον ἄλλα ἔθνη ἐπιθυμοῦν νὰ καταλάβουν τὴν Ἀνατολὴν, δηλαδὴ τὰς Ἑλληνικὰς χώρας· διότι ἐντεῦθεν τῆς Βουλγαρίας ὅλαι εἶναι Ἑλληνικαὶ χῶραι. Ἔστελλον λοιπὸν εἰς τὴν Πολωνίαν προσηλυτιστὰς πολιτικοὺς καὶ θρησκευτικούς. Ὅλοι οἱ τυχοδιῶκται ἀπὸ τὴν Πετρούπολιν, ἀπὸ τὸ Βερολῖνον, ἀπὸ τὴν Βιένναν καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἔτι τὴν Κωνσταντινούπολιν ἔτρεχον εἰς τὴν Πολωνίαν, οἱ μὲν ὡς ὄργανα καὶ κατάσκοποι τῶν ξένων ἢ ὡς ἐκμεταλλευταί. Ὅλοι μετέβαινον νὰ τὴν ὑπονομεύσωσιν ἄλλοι μὲ γραφίδα συκοφάντου πρὸς ἐξευτελισμὸν τῶν χαρακτήρων, ἄλλοι μὲ ἐκμεταλλευτικὰς ἐπιχειρήσεις καὶ ἄλλοι μὲ πολιτικὰς καὶ θρησκευτικάς. Ἰδιοτέλεια καὶ ἄκρος ἐγωϊσμὸς ἐκυρίευσαν τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ Πολωνικοῦ Ἔθνους. Ἡ Πολωνία μετεβάλλετο εἰς κυβευτήριον καὶ εἰς φρενοκομεῖον. Ὁ μὲν ἐκήρυττε νέαν αἵρεσιν, ὁ ἄλλος νέον Πολίτευμα, ὁ ἄλλος ἐθνωφελῆ δῆθεν ἐκμετάλλευσιν. Ἡ Δίαιτα, ἤγουν ἡ Βουλὴ τῆς Πολωνίας, ὑπῆρξε τότε κατὰ τὸ πλεῖστον συναγελασμὸς διεφθαρμένων καὶ φρενοβλαβῶν. Αἱ ὁμιλίαι των orribili favelle, παραληρήματα, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Δάντου. Εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν καταντήσασα, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ χαθῇ ἡ Πολωνία; Οἱ ὀλίγοι πατριῶται αὐτῆς δὲν εἰσηκούοντο πλέον. Ἡ ἐργασία των ἐγίνετο ἐπὶ ματαίῳ. Ἀλλ’ ἤρχισεν ὁ πρῶτος διαμελισμὸς τῆς Πολωνίας ἀπὸ τὴν Πρωσσίαν, Αὐστρίαν καὶ Ρωσσίαν. Οἱ Πολωνοὶ ὅμως δὲν συνετίζοντο, ἐξηκολούθουν τὸ ἰδιοτελὲς σύστημα, τὸ ὁποῖον καταῤῥίπτει τὰ ἔθνη. Ἔγεινε καὶ ὁ δεύτερος διαμελισμός, ἀλλ’ οἱ Πολωνοὶ δὲν ἐμάνθανον γνῶσιν. Ἠγέρθη τότε μεταξὺ αὐτῶν ἕνας ἰσχυρὸς πατριώτης, ὁ Κοσκιούσκος, καὶ ἐζήτησε νὰ ἐλευθερώσῃ τὸ Ἔθνος του καὶ τὸ ἀνορθώσῃ. Ἀλλὰ καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ ὑπενόμευον οἱ διεφθαρμένοι, οἱ ἐπιτήδειοι καὶ τὰ ὄργανα τῶν ξένων. Ἐπάλαιε μὲ πολλοὺς ἄλλους πατριώτας, ἀλλ’ ἀπέτυχε καὶ πληγωμένος εἰς τὴν τελευταίαν μάχην, ἐξέφερεν ἐν θλίψει τὴν φωνὴν, ἥτις ἀντηχεῖ διὰ μέσου τῆς ἱστορίας. Finis Poloniae (τέλος Πολωνίας.) Ἡ Πολωνία διεμελίσθη καὶ τότε τρίτην φοράν· ἔκτοτε δὲ ὑπάρχουσι παντοῦ Πολωνοί, ἀλλὰ Πολωνία δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ μᾶς χρησιμεύσωσι τὰ διδάγματα τῆς Ἱστορίας τῶν ξένων ἐθνῶν, τὰ διδάγματα τῆς Πατρίδος ἡμῶν αὐτῶν μετὰ 50 ἔτη καὶ τὰ πρὸ ὀλίγου ἐθνικὰ ἡμῶν δεινοπαθήματα ὅτι τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφῶμεν ὅπως κατηντήσαμεν! Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς συνετιζομένη ἠδύνατο νὰ συγκροτήσῃ μίαν Συνέλευσιν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι σήμερον ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν φέρω ταύτην· πρὸ ἐτῶν, ἰδίως μετὰ τὸ πάθημα τῆς ἡρωϊκῆς Κρήτης, καὶ προπέρυσιν ἐξέφρασα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, καὶ σήμερον ἀκόμη, καὶ χαίρω, ὅτι τὴν ἐπαναλαμβάνουν καὶ ἄλλοι. Θέλω ὅμως τὴν Συνέλευσιν ὄχι πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν, ἀλλὰ τῶν θεσμῶν μας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, ὅπως ἔλθωσιν οὗτοι εἰς ἁρμονίαν μὲ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Συντάγματός μας, πρὸς δὲ τούτοις ὅπως ἡ Συνέλευσις σκεφθῇ καὶ λάβῃ μέτρα κατὰ τῶν κινδύνων, οἵτινες ὁλονὲν μᾶς ἀπειλοῦσιν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε πῶς δύναται νὰ γείνῃ Συνέλευσις; Δὲν δύναται βεβαίως νὰ γείνῃ καθὰ ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα, διότι ἀπαιτοῦνται δύω Περίοδοι βουλευτικαί, ὅπως ἀποφασισθῇ ἡ Συνέλευσις, ὁ δὲ καιρὸς δυστυχῶς δὲν μᾶς περιμένει. Δύνανται λοιπὸν τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ἂν ὄχι ὅλα, πολλὰ ὅμως, νὰ ἐκδώσωσι ψηφίσματα ὑπὲρ τῆς συγκαλέσεως τῆς Συνελεύσεως καὶ συνάμα νὰ γείνωσι διαδηλώσεις εἰς τὰς πολυπληθεστέρας πόλεις ὑπὲρ αὐτῆς. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς λαούς· ἂς τὸ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς τὸ καταλληλότερον μέσον, ὅπως συσκεφθῶμεν πῶς δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποτρέψῃ τὴν ἐσχάτην καταστροφήν, ἥτις ἐπίκειται κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τώρα, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι ἀκόμη νὰ ἐκπληρώσω ἓν ἄλλο καθῆκον. Θὰ ἐκφράσω καὶ ἐδῶ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ πῶς δυνάμεθα νὰ σωθῶμεν εἰς τοὺς ἐσχάτους κινδύνους, οἵτινες μᾶς ἐπαπειλοῦσι. Γνωρίζετε ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐδημιουργήθη ἕνας συνασπισμὸς ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Εὐρώπης, τοῦ ὁποίου ψυχὴ εἶναι ὁ Βίσμαρκ· εἶναι δὲ εἰς αὐτὸν τὸν συνασπισμὸν ἡ Γερμανικὴ αὐτοκρατορία, ἡ Αὐστρία, ἡ Ἰταλία, ἡ Ρουμουνία καὶ ἄλλα τινὰ ἔθνη τῆς Ἀνατολῆς· ἀφ’ ἑτέρου ἐνεργοῦσι νὰ καταρτίσωσιν ἄλλον συνασπισμὸν, τοῦ ὁποίου κέντρον εἶναι ἡ Ρωσσία· διότι, κύριοι, δύω εἶναι οἱ κολοσσοί, οἵτινες θὰ πολεμήσωσιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἀφ’ ἑνὸς ὁ Πανσλαβισμὸς διὰ τῆς Βουλγαρίας, ἀφ’ ἑτέρου ὁ Παγγερμανισμὸς διὰ τῆς Αὐστρίας. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ κάμῃ, εἶναι τοῦτο· πρῶτον νὰ μὴ λάβῃ μέρος εἰς κανένα συνασπισμόν. Γνωρίζετε ὅτι ὁ σημερινὸς συνασπισμὸς ἔχει ὡς σημαίαν δῆθεν τὴν εἰρήνην, ἀλλὰ μὴ πιστεύετε τοῦτο, διότι καὶ ὁ ἄλλος συνασπισμὸς, ὅστις ἐγένετο μετὰ τὴν ἧτταν τῆς Γαλλίας, ἐπρόφερε μὲν εἰρήνην ἀλλ’ ἔληξεν εἰς τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον. Λοιπὸν καὶ σήμερον ὁ συνασπισμὸς αὐτὸς πιστεύσατε ὅτι, καίτοι φέρει τὴν εἰρήνην, ὡς σκοπὸν ἔχει τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, καθὼς ὁ ἄλλος ἤρχισεν αὐτήν. Τώρα ὅμως οἱ τότε σύμμαχοι εἶναι πολέμιοι μεταξύ των, ἀλλὰ καὶ οἱ δύω κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡμεῖς λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν μέρος εἰς κανένα ἐξ αὐτῶν τῶν συνασπισμῶν, διότι ἀμφότεροι θέλουν νὰ καταλάβωσι τὰς Ἑλληνικὰς χώρας, τὰς ὁποίας κατέχει ὁ Σουλτάνος. Δεύτερον νὰ διορθώσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὰ οἰκονομικά μας· καὶ οὕτω ἤθελον παραδεχθῆ νὰ κάμωμεν καὶ δάνειον, ἀλλὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 νὰ μὴν ἔχῃ ὅρους βαρεῖς, διότι βεβαίως εἶναι μὲν ἀναγκαία ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἶναι τοκογλυφικά, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἦναι ὀλέθρια· εἶναι δὲ καὶ ὄχι ἔντιμον μία Κυβέρνησις νὰ δανείζηται μὲ ὑπερόγκους τόκους. Κατὰ τὸ 1821, κύριοι, τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τότε, εἰς ἐποχὴν ὅτε πρώτην φορὰν ἐπανήρχοντο εἰς τὴν ἱστορίαν οἱ νεώτεροι Ἕλληνες, ὅτε τὰ πάντα ἐδῶ ἦσαν εἰς τὴν καταστροφὴν, καὶ ὁ ἀγὼν τῆς ἀνεξαρτησίας μόλις σχεδὸν ἤρχιζεν, ἐν τούτοις τὰ δάνεια τὰ κλεισθέντα τότε δὲν ἦσαν πλέον τῶν 9%. Τὸ δάνειον ἐπίσης τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τὸ ἐννοῶ, διατί ἐγένετο μὲ ὅρους βαρεῖς· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε διακηρύττει ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ ἰσοζύγιον εἶναι τετελεσμένον, νὰ βλέπετε νὰ κλείωμεν δάνειον μὲ 9%, τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον! Τοιαῦτα δάνεια τοκογλυφικὰ κάμνει ἡ Τουρκία, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔντιμον δι’ ἡμᾶς. Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δανείζεται τοκογλυφικῶς, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς ἑαυτό· καὶ ὅταν αὐτὸ δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς ἑαυτό, πῶς θέλετε οἱ ἄλλοι νὰ ἔχουν πεποίθησιν εἰς αὐτό; Ἀλλὰ τὰ δάνεια πρέπει κυρίως νὰ χρησιμεύσουν σήμερον εἰς προπαρασκευὴν τοῦ Ἔθνους. Ἀμέσως πρέπει νὰ στείλωμεν ἄνδρας νοήμονας καὶ φιλοπάτριδας εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἥτις ραδιουργεῖται ἀπὸ τὴν Αὐστρίαν, ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν καὶ ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους καὶ λοιπούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀποξενώσουν αὐτὴν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ νὰ τὴν διαμελίσωσιν. Ἡ σύμπραξις καὶ ἕνωσις τῶν Ἀλβανῶν μεθ’ ἡμῶν θὰ φέρῃ τὴν σωτηρίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὰς κρισίμους σημερινὰς περιστάσεις. Ἀφ’ ἑτέρου συνάμα πρέπει νὰ ἀρχίσῃ τὸ Ἔθνος νὰ ἐξασκηθῇ στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς. Σήμερον εἶναι ἴσως ἀκόμη καιρὸς, κύριοι. Ὄχι πλέον αἰφνιδίας καὶ ἐσπευσμένας ἐπιστρατείας. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατηνάλωσεν εἰς μάτην δύω ἔτη εἰς σύνταξιν νόμων τραγελαφικῶν, ὅπως καταρτίσῃ στρατὸν ἐξ 29 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν εἶναι ἢ 22 χιλιάδες σχεδόν. Ἐὰν ἐτίθετο εἰς ἐνέργειαν ἐκεῖνος ὁ ὀργανισμὸς τελειοποιημένος, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξα προπέρυσι, νομίζω ὅτι σήμερον θὰ εἴχομεν ὄχι 70 καὶ 80 χιλιάδας, ἀλλὰ 150 χιλιάδας γυμνασμένους ἤδη καὶ ἀξιομάχους σήμερον. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ χρησιμοποιήσητε τὰ δύω αὐτὰ ἔτη; Τότε θὰ ἦτο τελεσφόρος καὶ ἡ μονοετὴς θητεία, καὶ ἐκτὸς τῶν ἐφέδρων θὰ εἴχομεν ἄλλους τόσους καὶ πλειοτέρους μάλιστα. Πρέπει λοιπὸν σήμερον νὰ βάλωμεν εἰς ἐνέργειαν τοιοῦτόν τινα ὀργανισμόν. Νὰ στείλωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ γυμνάσωσιν ὅλους τοὺς ἱκανοὺς νὰ φέρωσιν ὅπλα, συνιστῶντες στρατολογικὰ γραφεῖα, καὶ νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας ἀπὸ ὅπλα, πολεμοφόδια καὶ ἱματισμούς. Τότε ἀντὶ μονοετοῦς θητείας ἢ τριετοῦς θητείας θὰ ἔχωμεν εἰκοσαετῆ, χωρὶς ζημίαν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, διότι οἱ πολῖται θὰ γυμνάζωνται εἰς τοὺς τόπους των ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας των μέχρι τοῦ 41. Ταῦτα πρέπει σήμερον νὰ κάμωμεν. Ἄλλως, κύριοι, ἂν δὲν πράξητε ταῦτα καὶ μείνωμεν εἰς τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον, ἴσως ἠδύνασθε νὰ ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους μου εἰς τρομερὰν στιγμὴν διὰ τὸ Ἔθνος μας. Εἶναι κατ’ ἐμὲ τοιαῦται αἱ περιστάσεις σήμερον καὶ τοιοῦτοι οἱ κίνδυνοι, ὥστε ἂν ἐγκαίρως καὶ δραστηρίως δὲν λάβωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα, ἐδύνατο νὰ ἔλθῃ ἡμέρα, ὅτε ν’ ἀκούσωμεν μίαν τρομερὰν φωνὴν εἰς τὰ σύνορα «Φλυαρεῖτε, φλυαρεῖτε! Ἡμεῖς εἴμεθα σήμερον οἱ νέοι κύριοι τῆς Ἀνατολῆς!» (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§44Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀντείπῃ, ὅτι τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύουσι τὸν ἔμμισθον ὑπάλληλον τοῦ νὰ ἦναι βουλευτής, καὶ ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις ἔχει μεγίστην σημασίαν, καὶ ἐπαγιώθη ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ Ἔθνους ὡς μία ἀσφάλεια κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, δυναμένους νὰ ἐπηρεάζωνται ὑπὸ τῶν νευμάτων καὶ θελήσεων τῆς Κυβερνήσεως, καθότι μία Κυβέρνησις θέλουσα νὰ κρατῇ ἐκ παντοίου τρόπου τὴν Ἐξουσίαν ἀνὰ χεῖράς της, δύναται εὐκόλως νὰ μηχανευθῇ καὶ ἐκλεχθῶσι διὰ μιᾶς οἱ περισσότεροι ἄνδρες βουληφόροι τοῦ Κράτους ἔμμισθοι ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελον ἔχει ἐν τῇ Βουλῇ μίαν τεχνικὴν πλειονοψηφίαν πρὸς διατήρησιν τῆς Ἐξουσίας, ἐνῷ διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος, ἐμποδίσασα ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, ἐδέχθη τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ὁ βουληφόρος ἀνὴρ ἀμιγὴς πάσης ὑποχρεώσεως καὶ σχέσεως ἐμμίσθου ὑπαλληλίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ φαίνηται καθαρὰ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ὑπουργείου ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι προέρχεται ἐκ τῆς πεποιθήσεως αὐτῶν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτῶν νὰ ἐκφράζῃ καὶ δηλοίῃ τὴν ἀληθῆ θέλησιν τοῦ Ἔθνους, ἐνῷ ἡ διὰ τῶν ἐμμίσθων ὑπαλλήλων βουληφόρων πλειονοψηφία, ἂν ἐπετρέπετο ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελε θεωρεῖσθαι καὶ εἶναι ὑποβολιμαία, πλαστὴ καὶ νόθος, πρὸς συντήρησιν μόνον τῆς Ἐξουσίας ὑπὸ ἐγωϊστῶν Ὑπουργῶν πολυμηχάνων, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος, πρὸς εὐδαιμονίαν καὶ ὀλβιότητα αὐτῆς, ὡς λέγει ὁ Σοφοκλῆς ἀρχαῖος ποιητής· «ἅπερ γὰρ ἀδικεῖν χρή, τυραννίδος πέρι κάλλιτον ἀδικεῖν, τὰ δὲ ἄλλα εὐσεβεῖν χρεών.» Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ βουληφόρου Σκουλούδη τῆς Σύρου δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἐφαρμογὴν τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος, ὡς σαφῶς καὶ λίαν λογικῶς σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βαλσαμάκης, βουλευτὴς Κραναίας «λιγὺς ἀγορητὴς, τοῦ καὶ ἀπὸ γλώσσης μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή.» Σᾶς εἶπεν ὅτι καὶ ἡ πρώην τοῦ κ. Κουμουνδούρου Κυβέρνησις εἶχε διαδηλώσει καὶ ἑρμηνεύσει τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἔμμισθος βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἄμισθον ἀποστολὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τιμαλφῶν τοῦ Ἔθνους συμφερόντων· ὥστε καλῶς ἔπραξεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀποστείλασα Πρεσβευτὴν εἰς τὴν Ἱσπανίαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, καθότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς κίνδυνος ἐν τῇ Βουλῇ, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος εἶχε κατὰ νοῦν διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ ἐκ τοῦ μέσου τῆς Βουλῆς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐμμίσθων ὑπαλλήλων τῆς ἐγωϊστικῆς Κυβερνήσεως. Ὅθεν κἀγὼ συντάσσομαι μὲ τοὺς γνωμοδοτήσαντας ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ ὡς Πρεσβευτοῦ ἀμίσθου τοῦ κ. Σκουλούδη, καὶ εὔχομαι ἐκ καρδίας νὰ ἤθελον εὑρεθῇ καὶ ἄλλοι βουληφόροι ἄνδρες ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ εὐπαιδεύτου Σκουλούδη, καὶ τὰ μέσα τοῦ ἀνεξαρτήτου βίου, νὰ διορίζωνται Πρεσβευταὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ παρὰ τοῖς μεγάλοις Κράτεσιν ἀμισθὶ ὡς ὁ κ. Σκουλούδης, καὶ τὰ ὅσα χρήματα ἐξοδεύονται εἰς τοὺς Πρέσβεις νὰ κατατίθενται παρὰ τινι χρηματικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ τόκῳ καὶ ἀνατοκισμῷ, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἔχει μέγιστον κεφάλαιον χρηματικὸν πρὸς κατασκευὴν ἀξιομάχων πλοίων, καθὸ καὶ ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἐδοξάσθη διὰ τῆς θαλάσσης, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ τοῦ 1821 ἱερὰ Ἐπανάστασίς μας, καθὸ ἡ Ἑλλὰς ἐστὶ νῆσος, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ὕδρα, αἱ Σπέτσαι καὶ τὰ Ψαρὰ, ἡ Ἑλλὰς εἰσέτι ἤθελεν εἶσθαι ὑπὸ τὴν δουλείαν τῶν Τούρκων. Ἀλλ’ ἡ Ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος ἠνδρώθη διὰ τῆς θαλάσσης, καθὸ οἱ ναῦται τῆς Πατρίδος μας, ὡς ἄλλοι γίγαντες καὶ τέκνα γνήσια τοῦ Ποσειδῶνος βασιλέως τῆς θαλάσσης, ἐπάλαιον ὑπερανθρώπως μὲ τοὺς μεγάλους στόλους τοῦ κολοσσιαίου ἐχθροῦ μας, καὶ ὁ ἀοίδιμος Κανάρης βαδίζων ἐπάνω εἰς τὰ ἄγρια κύματα τῆς ἐξηγριωμένης θαλάσσης μὲ πηλίνους γυμνοὺς πόδας, κρατῶν πεπυρακτωμένον δαυλὸν ἀνὰ χεῖράς του, ἐπυρπόλει τὰ τρισμέγιστα πλοῖα τοῦ ἐχθροῦ ἀτρομήτως, καὶ χάρις εἰς τὰς ἐνδόξους ταύτας μεγάλας πράξεις τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς Πατρίδος μας προσειλκύσαμεν τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν προσοχὴν τῶν Μεγάλων χριστιανικῶν Δυνάμεων, καὶ ἀνεγνωρίσθη ἐπὶ τέλους ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Πατρίδος ἡμῶν Ἑλλάδος. Ὅθεν ζητῶ νὰ ἀποῤῥιφθῇ πᾶσα μομφὴ ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Σκουλούδη, καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἀποστείλασα Πρέσβυν τὸν ἔντιμον Σκουλούδην, βουληφόρον ἄνδρα, εἰς τὸ Ἰσπανικὸν Κράτος ἄνευ ἀποδοχῶν, καὶ ὡς τοιούτους εὔχομαι ν’ ἀποστείλῃ καὶ ἄλλους ἔχοντας τὴν ἱκανότητα καὶ τὸ ἀνεξάρτητον καὶ ἀξιοπρεπὲς τοῦ βίου, καὶ ἂς ἔχωσι λόγῳ τιμῆς τὴν βουλευτείαν, καὶ τὸ Σύνταγμα οὐδόλως προσβάλλεται, οὐδὲ ἡ πατρὶς ἡμῶν κινδυνεύει νὰ πάθῃ τι κακόν. Ἔνιοι βουλευταὶ ἠξίωσαν ὅτι πρέπει νὰ διορίζωνται εἰς τὰς Πρεσβείας ἐκεῖνοι μόνον, οἵτινες ἔσχον τοὺς μεγαλειτέρους ἀγῶνας πρὸς τὴν πατρίδα καὶ οὐχὶ οἱ ἀριστοκράται· ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν αὐτῶν τῶν κυρίων λέγω ὅτι ἄλλους ἀπὸ τοὺς κυρίους φαλαγγίτας δὲν ἔχομεν εἰς τὸ Ἑλληνικ. Κράτος μὲ περισσοτέρας ἐκδουλεύσεις καὶ θυσίας· ἆρα φαλαγγίτας πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίζῃ Πρέσβεις εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἡ ἀριστοκρατία ἐν τῇ Ἑλλάδι εἶναι μυσαρὰ καὶ ἀποτροπαία, ἡ πηγάζουσα ἀπὸ κληρονομικὰ αἵματα οἰκογενειῶν. Ἡ ἀληθὴς ἀριστοκρατία ἐν Ἑλλάδι τιμητέα ἐστί, ἡ ἱκανότης, ἡ εὐπαιδευσία καὶ ἡ τιμιότης τοῦ ἀτόμου, καὶ εἰς τὸ ἄτομον αὐτὸ τὸ ἐξέχον κατὰ τὰς γνώσεις καὶ τὴν ἀρετήν. Ὁ Ἕλλην ἐθελουσίως κλίνει γόνυ ἐνώπιον τῆς ὑπεροχῆς τῶν γνώσεων τοῦ ἀτόμου, ὥστε ἡ ἀριστοκρατία γεννᾶται ἐν Ἑλλάδι ὄχι διὰ τοῦ αἵματος, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐξόχου παιδείας καὶ ἀρετῆς. Ὅθεν ὁ Σκουλούδης εἶναι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τοῦ μηδενὸς ἦλθον εἰς τὸ εἶναι διὰ τῆς ἱκανότητός του καὶ δραστηριότητός του, καὶ ἑπομένως ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Πολιτείᾳ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνάλογον θέσιν, καὶ καθ’ ὅσον τυγχάνει ἐξ οἰκογενείας ὑποστάσης τὰ πάνδεινα ἐπὶ τῆς καταστροφῆς καὶ σφαγῆς τῆς Χίου κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821.
§45Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ φίλου μου κ. Βαλσαμάκη μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὸν λόγον, διότι μεθ’ ὅσα εἶπεν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν σημερινὴν θέσιν μου ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὅτι αὐτὸς καὶ πάντες ὅσοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης μετέστησαν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἔπραξαν ὀρθῶς, ὅτι εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὸ παρελθὸν, καὶ ὅτι ἀκολουθοῦσι τὸ πρόγραμμα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀποβιώσαντος ἀρχηγοῦ ἡμῶν, ἕπεται κατ’ ἀνάγκην ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν τοὺς ἠκολουθήσαμεν, ἐπράξαμεν μὴ ὀρθῶς, εἴμεθα ἀσυνεπεῖς, καὶ τὸ χειρότερον, παρεξετράπημεν ἀπὸ τὸ πρόγραμμα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀρχηγοῦ μας, ἀσεβοῦντες ἴσως πρὸς τὴν μνήμην αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ ἔχω ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ὅπως δικαιολογήσω ἐμαυτὸν, ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ ἐγκρίνωσι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην. Πρὸς τοῦτο εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀναδράμω εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης βουλευτικῆς Περιόδου καὶ νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν κεφαλαιώδη τινὰ σημεῖα τῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν γενομένων. Ὁ κ. Βαλσαμάκης, ἐγὼ καὶ 85 περίπου ἄλλοι βουλευταὶ ἀνήκομεν εἰς τὸ κόμμα τοῦ ἐνδόξου πολιτευτοῦ καὶ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, εἰς τὸ ὁποῖον, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀνῆκε μέχρι τινὸς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ μετ’ αὐτοῦ συνεργασθέντες Ὑπουργοὶ καὶ Πρόεδροι τῆς Βουλῆς. Τὸ κόμμα τοῦτο διετέλει ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ τῆς παρούσης Περιόδου καὶ συνεκροτήθη ἡ πρώτη αὐτῆς Σύνοδος, ἀλλὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς τὸ ἐκ τοῦ κόμματος ἐκείνου Ὑπουργεῖον κατεῤῥίφθη ἀπὸ τῆς Ἀρχῆς, καὶ ἀνῆλθεν εἰς αὐτὴν τὸ κόμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην εἰργάσθησαν μετὰ τῶν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν φίλων τοῦ κ. Τρικούπη καὶ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐκλεχθέντες, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀνεξάρτητοι βουλευταί, εἰσελθόντες τότε εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ μὴ ἀνήκοντες οὔτε εἰς τὸ ἓν οὔτε εἰς τὸ ἄλλο τῶν κομμάτων τούτων, καὶ προσέτι τινὲς ἐκ τῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀποκλειστικῶν φίλων ἡμῶν, οἷον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μποῦτος, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος κ. Σπυρίδων Βαλαωρίτης, ὅστις ἀνεδέχθη ν’ ἀναλάβῃ καὶ τὴν προεδρείαν τῆς Βουλῆς, ὅπως διευκολύνῃ τὸ νέον Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του, καί τινες ἄλλοι. Πάντες οὗτοι, κατ’ ἐμὲ, ἔπραξαν λίαν ὀρθῶς καὶ δικαίως, διότι τὸ κόμμα ἡμῶν διεβάλλετο ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, κατηγορεῖτο ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ὅτι κακῶς διεχειρίσθη τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ὁ δὲ Ἀρχηγὸς καί τινες Ὑπουργοὶ κατηγοροῦντο ὡς ἐνεχόμενοι εἰς ἀξιοποίνους πράξεις. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἐξωσθῇ τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἀπὸ τῆς Ἐξουσίας, νὰ ἔλθωσιν ἄλλοι καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο ὑποστηρίζοντες τὰς διαδόσεις ταύτας· ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν ὅλα τὰ δημόσια ἀρχεῖα καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν, νὰ δοθῇ καιρὸς πρὸς σύστασιν Ἐπιτροπῶν, ὅπως ἐξετασθῇ ἀκριβῶς ἡ διαγωγὴ τῶν προκατόχων καὶ φωτισθῇ ἡ κοινωνία περὶ πάντων. Τὸ νέον Ὑπουργεῖον διῆλθε τὴν πρώτην βουλευτικὴν Σύνοδον ἄνευ πολλῶν προσκομμάτων, διότι τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει κυρίως τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἔκρινεν εὔλογον νὰ ἀφήσῃ εἰς αὐτὸ ὅλον τὸν καιρὸν καὶ τῷ παράσχῃ πᾶσαν εὐκολίαν, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν διαγωγήν του καὶ τὴν πολιτείαν του. Οἱ φίλοι ἡμῶν δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον, εἰ μὴ διὰ νὰ δώσωσι διασαφήσεις περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς αὐτοὺς αἰτιάσεων· ὀλίγοι δέ τινες ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις· ἑπομένως καθ’ ὅλην τὴν πρώτην Σύνοδον δὲν ἠκούοντο εἰ μὴ μόνον ἀφ’ ἑνὸς αἱ παρατηρήσεις φίλων τινῶν τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἔκρινον εὔλογον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ὑπενθυμίζωσιν εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον τὸ πρόγραμμα καὶ τὰς ἀρχὰς, δυνάμει τῶν ὁποίων ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν καὶ τὰς ὁποίας ἔβλεπον ὅτι ἤρχιζε τὰ παραβιάζῃ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου αἱ ἀγορεύσεις τῆς μικρᾶς τότε ὁμάδος τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἡ ὁποία ἠγωνίζετο κατὰ τῶν ὑποβαλλομένων παρ’ αὐτοῦ προτάσεων. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν μὲν, καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν δὲ, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὡς ἀρκοῦσαν ἀπάντησιν τὰ σκώμματα καὶ τὰς εὐφυολογίας τοῦ τότε ἐν διηνεκεῖ εὐθυμίᾳ διατελοῦντος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ καταδέχηται νὰ καταβαίνῃ εἰς σπουδαίας ἀπαντήσεις καὶ συζητήσεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ψηφισμένα πάντα ὅσα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ πολλῶν συζητήσεων, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη οὐ μόνον ὡς παρουσιάσθη, ἀλλ’ ηὐξημένος καὶ κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια ἕνεκα τῆς προσθήκης νέων θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ δημιουργηθῶσιν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Ἐν τούτοις τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς ἀνόδου τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου εἰς τὴν Ἐξουσίαν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς δευτέρας Συνόδου, ἤρκεσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, ὅπως ἐκτιμήσωσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ὑπόστασιν τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπεῤῥίπτοντο κατὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου καὶ τοῦ κόμματος αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν διαγωγὴν τῆς νέας Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἀξίαν τῶν νομοθετικῶν αὐτῆς μέτρων. Ἐὰν δὲ ἔμενεν εἴς τινας ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεμακρύνθη τοῦ προγράμματός του, ὅτι οὐδεμίαν τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ ἐτήρησε καὶ ὅτι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα πρὸ πάντων, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη, ἤθελε φέρει τὸν Τόπον εἰς χρεωκοπίαν, ἡ ἀμφιβολία αὕτη διεσκεδάσθη ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς δευτέρας Συνόδου, ὅτε ἀνελθὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἀνήγγειλεν ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1882 ἔμελλε νὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα 13,000,000, ὅτι ἄλλο τόσον περίπου θὰ ἔχῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ οὐδεμία οἰκονομία, καὶ ὅτι ἐπιθυμῶν καὶ θεωρῶν ἀναγκαῖον νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν μεταβάλλει τὸ νομισματικὸν σύστημα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προτείνει τὴν ἐπιψήφισιν νέων φόρων, τῶν ὁποίων ἀνέπτυξε τὰς βάσεις καὶ κατέθηκε τὰ σχετικὰ Νομοσχέδια. Μετὰ τὴν ἀναγγελίαν ταύτην καὶ τὴν ἀνάγνωσιν των Νομοσχεδίων ἐγένετο ἀμέσως μεγάλη μεταβολὴ εἰς τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς. Πολλὰ μέλη τῆς Βουλῆς λίαν ἔγκριτα, τὰ ὁποῖα ἠκολούθουν τὴν Συμπολίτευσιν, μετέστησαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἀναφέρω ὀνομαστὶ τὸν σεβαστὸν γέροντα βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Καλλιφρονᾶν, τὸν κ. Μεσσηνέζην, τὸν κ. Δεληγεώργην, τὸν κ. Καραϊσκάκην, τὸν κ. Ἀθανάσιον Πετιμεζᾶν, τοὺς δύω Τριγγέτας, τὸν κ. Χατζόπουλον, τὸν κ. Ἀντωνόπουλον, τὸν κ. Φλογαΐτην, τὸν κ. Κοντογούρην κτλ. Αὐτὸς ἦτον ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ κύριοι οὗτοι μετέστησαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ νομίζω ὅτι εἶχεν ἄδικον νὰ ζητήσῃ προχθὲς ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Βαλσαμάκης νὰ μάθῃ διατί ἤλλαξαν θέσιν. Πάντες οὗτοι, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, οἵτινες ἔμενον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἠτένισαν πρὸς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ὡς τὸν μόνον δυνάμενον νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν πολιτείαν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ παρεκτρέπηται, ὡς ἐκ τῆς διαγωγῆς τοῦ νέου Ὑπουργείου. Οὕτω διακειμένων τῶν πραγμάτων, δὲν ἠδύνατο, κύριοι, νὰ μείνῃ ἀδιάφορον καὶ τὸ κόμμα ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ κόμμα ἐκεῖνο εἶχε σύστημα ἐνεργείας ὅλως διάφορον, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὸ σήμερον διατελοῦν ἐν τοῖς πράγμασι. Τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ὁμοιάζει μᾶλλον πρὸς στρατιωτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀρχηγὸν ἄνευ ἐπιτελείου, καὶ ὅπως εἰς τὰ τοιαῦτα στρατιωτικὰ σώματα εἷς μόνος ἄνθρωπος σκέπτεται καὶ ἀποφασίζει περὶ πάντων, οἱ δὲ ἄλλοι ἐκτελοῦσι τὰς διαταγὰς, οὕτω καὶ εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Τρικούπη, μόνος αὐτὸς σκέπτεται καὶ ἀποφασίζει περὶ πάντων, χωρὶς νὰ συμβουλεύηται καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπουργούς του, ὡς μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἷς τῶν ἀποχωρησάντων ὑπουργῶν, πάντες δὲ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα δὲν μανθάνουσι τὰ ἀποφασισθέντα, ἢ ὅταν ἔλθωσιν εἰς τὴν δημοσιότητα, καὶ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ τὰ ψηφίζωσιν ἀπροφασίστως. Εἰς τὸ κόμμα ὅμως ἡμῶν ἐτηρεῖτο ἄλλη τάξις. Ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀρχηγὸς, καί τοι πεπροικισμένος ὑπὸ τῆς φύσεως μὲ ἔξοχον εὐφυΐαν, καίτοι ἔχων ἐξιδιασμένην πεῖραν καὶ βαθεῖαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, οὐδέποτε ἀπεφάσιζέ τι, ἀφορῶν τὴν πολιτικὴν πορείαν, ἐὰν προηγουμένως δὲν συνεσκέπτετο μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ κόμματος· ἐφρόνει, ὅτι ἀγαθοὶ οἱ δύω ὑπὲρ τὸν ἕνα, καὶ ἀγαθώτεροι οἱ πολλοὶ ὑπὲρ τοὺς δύω. Τὴν τάξιν ταύτην ἀκολουθῶν ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν καὶ τότε συνεσκέφθη μετὰ τῶν φίλων του περὶ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ κόμμα κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον, εἰς ἣν ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ πλέον ἐνεργὸν μέρος· οὕτω δὲ διετυπώθη πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἀνακοινώσῃ ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεφορτίσθην δὲ παρ’ αὐτοῦ ἐγὼ, ὅστις ὡμίλησα πρῶτος, νὰ τὸ σχεδιαγραφήσω, καὶ τὸ ἐσχεδιαγράφησα κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπήγγειλα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρόντος καὶ ἐπινεύοντος τοῦ ἀρχηγοῦ. Εἰς τί δὲ συνίστατο τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ ὑπομνήσω διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι εἶναι ὅλως διάφορον τοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ ὁ ἔντιμος κ. Βαλσαμάκης τὸ εὑρίσκει καθ’ ὅλα ὅμοιον. Τὸ ἡμέτερον πρόγραμμα βάσιν εἶχε τὰς οἰκονομίας, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι μετὰ τὴν διατάραξιν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπ’ αὐτοῦ ὄχι μόνον αἱ περιτταὶ δαπάναι, ἀλλὰ καὶ ἅπασαι αἱ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι· μετὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ νόμοι, οἱ ἀφορῶντες τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις ἐξασφαλίζουσα τὴν πλήρη βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, τότε δὲ ἀνέφερον καὶ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἁλάτων, ἡ ὁποία ἐγέννησε τὸ γνωστὸν σκάνδαλον μεταξὺ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ἀθανασιάδου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ κ. Καλλιγᾶ ἀφ’ ἑτέρου. Ἐπὶ τέλους παρεδέχετο καὶ τὴν ἐπιβολὴν φόρων, ἀλλ’ ἀπῄτει νὰ τεθῶσι κατὰ προτίμησιν εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, παρ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐφορολογοῦντο διὰ τῶν ὑπουργικῶν Νομοσχεδίων, νὰ ἐπιβληθῶσι δὲ καὶ εἴς τινα ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ ὅπως τὰ Νομοσχέδια ἐκανόνιζον, διότι ἀναλύσας αὐτὰ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄνευ μεγάλων παραπόνων καὶ σπουδαίων κλονισμῶν. Τοιοῦτον ἦτο ἐν περιλήψει τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον τότε διετυπώθη καὶ ἀνεκοινώθη πρὸς τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν ἀσθενήσας δὲν ἐσηκώθη πλέον ἀπὸ τὴν κλίνην. Ἐν τούτοις ἡμεῖς, ἐνόσῳ διήρκει ἡ μακρὰ καὶ ἐναγώνιος αὐτοῦ ἀσθένεια, δὲν ἐπαύσαμεν νὰ λαμβάνωμεν μέρος εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, καὶ συνεργαζόμενοι μετὰ τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες ἐνεφοροῦντο ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ ἠσπάζοντο τὸ αὐτὸ πρόγραμμα, ἐπολεμήσαμεν καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι διέθεσαν οὕτω πως καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Βουλὴν, ὥστε ἐὰν ἤθελε σταθῆ δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ μίαν ἡμέραν ἀπὸ τὴν κλίνην του καὶ νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν θύραν ἐκείνην, ἤθελεν, ὡς εἶπε τότε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Μεσσηνέζης, ἤθελε τραπῆ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς φυγὴν καὶ δὲν ἤθελε ἰδεῖ τὴν θύραν διὰ νὰ ἐξέλθῃ. Μ’ ὅλα ταῦτα καὶ ἐν ἀπουσίᾳ ἐκείνου ἴσως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε νικήσει, ἐὰν ἡ μακρὰ αὐτοῦ ἀσθένεια δὲν ἐκράτει πολλοὺς τῶν συγγενῶν του πλησίον του, καὶ δὲν ἀπεγοήτευεν ἄλλους, ὥστε νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἢ νὰ διαμένουν εἰς τὰς ἰδιαιτέρας πατρίδας των. Μ’ ὅλα ταῦτα διὰ τῶν συζητήσεων ἐκείνων ἠνάγκασεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ Ὑπουργεῖον οὐ μόνον νὰ μεταβάλῃ ἐν πολλοῖς τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδιά του καὶ νὰ τὰ καταστήσῃ οὐχὶ τέλεια, ἀλλ’ ὀλιγώτερον ἐπαχθῆ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλείψῃ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀδικαιολογήτους πιστώσεις, οἷον τὴν πίστωσιν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, διὰ τὴν ὁποίαν ὀλίγον ἔλλειψε νὰ πληρώσῃ τὸ Ἔθνος ἀδίκως 500,000 δραχμάς. Ἐν τούτοις ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν ἀπεβίωσε καὶ ἡ Σύνοδος ἐκείνη ἔληξε, χωρὶς νὰ κλονισθῇ ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργείου. Μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης, ἑπόμενον ἦτο νὰ διαλυθῇ τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου προΐστατο, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ κόμματα εἶναι προσωπικὰ καὶ ὅταν ὁ ἀρχηγὸς ἐκλείψῃ δὲν ὑπάρχει λόγος, ὥστε νὰ ἐξακολουθῇ ὑφιστάμενον τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον διετέλει ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν του. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ τοῦτο συνέβη εἰς τὰ ἄλλα κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔχασαν τοὺς ἀρχηγούς των, ἀλλ’ εἰς τὸ ἡμέτερον ὑπῆρχον λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος τούτου. Καὶ πρῶτον μὲν τὸ κόμμα ἦτο πολυάριθμον καὶ ἀρκετὰ ἰσχυρὸν καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς· δεύτερον, ὅτε ἀπέθανεν ὁ Κουμουνδοῦρος, δὲν ὑπῆρχεν ἀνεγνωρισμένος ἄλλος ἡγέτης κόμματος κυβερνήσας τὴν χώραν εἰμὴ μόνον ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, πρὸς ὃν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέλθῃ ὁλόκληρον τὸ κόμμα, ἀφοῦ μάλιστα τὸ πρόγραμμα τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε διατυπώσει, ζῶντος τοῦ ἀρχηγοῦ, ἦτον ἐκ διαμέτρου ἀντικείμενον πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη. Πλὴν τούτου ὑπῆρχε καὶ τρίτος κυριώτερος λόγος, ὁ λόγος ὅτι εἴχομεν ἀνὰ χεῖρας πρόγραμμα διαγεγραμμένον καὶ ἐγκεκριμένον ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὸ κόμμα του ἠγωνίζετο ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς μακρᾶς αὐτοῦ ἀσθενείας, ἐφρονοῦμεν δὲ, ὅτι εἴχομεν καθῆκον καὶ μετὰ τὸν θάνατόν του νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑποστηρίζοντες τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δι’ ἡμᾶς ἐπεῖχε τόπον ἀρχῶν, μέχρις οὗ κατορθώσωμεν τὴν πραγματοποίησίν του. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅσοι ἐκ τῶν φίλων τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου εἴμεθα τότε ἐν Ἀθήναις—ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Βαλσαμάκης ἀπεδήμει εἰς τὴν ἐπαρχίαν του—ἀπεφασίσαμεν νὰ συγκρατήσωμεν τὸ κόμμα τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ἀνεβάλομεν δὲ τὰ περὶ τῆς ὁριστικῆς συντάξεως αὐτοῦ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας Συνόδου. Ἐν τούτοις ἡ δημοσία γνώμη, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ πρότερον ἐξεγηγερμένη, ἐξηγέρθη ἔτι μᾶλλον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου κατὰ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ ἡ ἀνωμαλία τῶν συναλλαγῶν, ἥτις ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἥτις ἔλαβεν ἐπιφόβους διαστάσεις ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἀπόπειρα πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων φορολογικῶν νόμων — καὶ λέγω ἀπόπειρα, διότι οὐδενὸς κατωρθώθη ἀκόμη ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ — ἡ μεροληπτικὴ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, αἱ ἐπεμβάσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἡ ἐκ τῆς καθημερινῆς μετακινήσεως τῶν διδασκάλων ἐπελθοῦσα παραλυσία εἰς τὴν μέσην δημοτικὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν καὶ πολλαὶ ἄλλαι παρεκτροπαὶ ἐξήγειραν εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον τὸ δημόσιον φρόνημα. Εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας κατεκρίνετο δημοσίως ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες ὑπεστήριξαν αὐτὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὡμολόγουν ὅτι εἰς πολλὰ ἐπλανήθησαν. Τοσοῦτον δὲ ἐξέπεσε τὸ γόητρον αὐτῆς, ὥστε, ὅπου ὑπῆρχον βουλευτικὰ κενὰ καὶ ἐγένετο ἐκλογὴ βουλευτοῦ, οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ παρουσιασθῇ ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πάντες οἱ ὑποψήφιοι ἐνεφανίζοντο ὡς ἀντιπολιτευόμενοι. Ἡ ἐξέγερσις αὕτη τοῦ δημοσίου φρονήματος ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὸ φρόνημα τῶν βουλευτῶν· διότι τὶ ἄλλο εἴμεθα οἱ βουλευταί, εἰμὴ ἀντιπρόσωποι καὶ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ, ὀφείλοντες ἑκάστοτε νὰ συμμορφώμεθα μὲ τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν τῶν ἐντολέων μας; Διὰ τοῦτο πολλοὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν προλαβοῦσαν Σύνοδον, μετέστησαν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τρεῖς δὲ ἐκ τῶν πέντε Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ ὑπουργεῖον, παρῄτησαν τὰ χαρτοφυλάκια, μὴ δυνάμενοι νὰ συνεργασθῶσι πλέον μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· καὶ οἱ μὲν δύω ἐξ αὐτῶν ἐτάχθησαν ὁριστικῶς εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ δὲ τρίτος, καίτοι διαφωνῶν, ὡς εἶπε, μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς οὐσιωδέστατα ἀντικείμενα, εἰς τὸ ἐπίκαιρον τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, καθὸ ἀμφιβάλλων περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν νέων φορολογικῶν Νόμων, ἔμεινεν, ὡς ἐξήγησεν ὁ ἴδιος, εἰς τὴν θέσιν του ἕνεκα προσωπικῶν σχέσεων. Τοσοῦτον δὲ μέγας φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ὁ σύνδεσμος τῶν προσωπικῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὥστε καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἐξ ἀμοιβαιότητος ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸν τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καίτοι διαφωνοῦντα μετ’ αὐτοῦ εἰς κυριώτατα καὶ οὐσιωδέστατα ζητήματα. Ὡς ἐκ τῆς μεταστάσεως ταύτης ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνισχυθεῖσα ἐθεωρεῖτο ἔχουσα μεγάλην πλειονοψηφίαν, καθ’ ὅσον μάλιστα ἐλέγετο ὅτι, ἅμα ἀρξαμένης τῆς Συνόδου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἦσαν ἕτοιμοι νὰ προέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀντιπολιτευομένων· ἐλέγετο προσέτι, ὅτι καὶ πολλοὶ ἄλλοι δὲν ἤθελον σπεύσει νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου, ὅπως μὴ ψηφοφορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐθεωρεῖτο λοιπὸν ὡς βέβαιον, βεβαιότατον εἰς ὅλην τὴν κοινωνίαν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔμελλε νὰ πέσῃ. Ἀλλ’ αἴφνης ἀνοίγει ἡ Βουλὴ, καὶ ὁ ὑποψήφιος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπερτερεῖ κατὰ 32 ψήφους, ἢ μᾶλλον κατὰ 25, διότι εὑρέθησαν καὶ 7 λευκαί. Πῶς συνέβη τοῦτο; Τριάκοντα ἐκ τῶν φίλων τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου μετέστησαν πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, καὶ ἔφερον τὸ ἀπροσδόκητον τοῦτο ἀποτέλεσμα. Εἰς τὸ διάβημα τοῦτο ἐξεπλάγη ἡ κοινωνία καὶ πολλοὶ μετ’ ἀπορίας ἐρωτῶσιν εἰς τί ὀφείλεται ἡ μεταβολὴ αὕτη; Ἤλλαξεν ἆρά γε πολιτικὴν ὁ κ. Τρικούπης ἢ ὅσα οἱ μεταστάντες ἔλεγον κατηγοροῦντες τοῦ Ὑπουργείου ὡς Ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν τὰ ἔλεγον σπουδάζοντες; Καὶ ὁ μὲν κ. Τρικούπης πρόδηλον εἶναι ὅτι οὐδόλως ἤλλαξε πολιτικήν· ἀπεναντίας, ἐξακολουθεῖ τὴν ἰδίαν ἐπηυξημένην μετ’ ἐπιτάσεως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐπιδιωρθωμένην. Ὁ κ. Τρικούπης οὐ μόνον δὲν προτίθεται νὰ καταργήσῃ, ἐλαττώσῃ ἢ τροποποιήσῃ τινὰ ἐκ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ψηφισθέντων ἐπαχθῶν φόρων, ἀλλὰ τοὐναντίον προανήγγειλεν ἤδη, ὅτι θέλει προτείνει καὶ ἄλλους, ἐκ τῶν ὁποίων θέλουν ἀφαιρεῖσθαι ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἄλλα δέκα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φορολογεῖται λίαν ἐλαφρῶς καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνωτέραν φορολογίαν, οὐδόλως δὲ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ἄλλα Ἔθνη καὶ ἰδίως τὴν Ρουμανίαν π. χ. ἡ ὁποία, καίτοι πλουσιωτέρα, καίτοι ἔχουσα 5,000,000 κατοίκους, δὲν ἀνεβίβασεν ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμόν της εἰς 90,000,000 ἔσοδα. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, οὐ μόνον δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐσύσταινε κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ προσετέθησαν νέαι δαπάναι καὶ ἀναβιβάζονται εἰς 84 ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν, ἀντὶ 80 ἑκατομμυρίων παλαιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήρχετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 καὶ 1882. Πλὴν δὲ τούτων θὰ χρειασθῶσι καὶ ἄλλα δέκα ἑκατομμύρια διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα θὰ περιλάβῃ ὁ σταθερὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885. Οὐδεμία λοιπὸν μεταβολὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη ἐπῆλθεν. Ἀφ’ ἑτέρου καὶ οἱ μεταστάντες εἰς τὴν Συμπολίτευσιν εἶναι ἄνδρες σπουδαῖοι, τινὲς τῶν ὁποίων ἐγήρασαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἀνῆλθον εἰς τὰ ἀνώτατα τῆς πολιτείας ἀξιώματα, ὥστε δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὅσα ἔλεγον πέρυσι δὲν τὰ ἔλεγον σπουδάζοντες. Πῶς λοιπὸν ἐγένετο ἡ μετάστασις αὕτη; Τὴν ἐρώτησιν ταύτην οὐδεὶς ἔχει, φρονῶ, δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ, οὐδὲ οἱ μεταστάντες ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσωσι λόγον περὶ τούτου, καθόσον, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης, αἱ μεταστάσεις οὐδέποτε ἔλειψαν ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἔντιμος φίλος μου δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ἀλλὰ λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἀπληστίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Εὐρυτανίας κ. Χατζοπούλου, ὅστις μὴ ἀρκούμενος εἰς τὰς ψήφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελε νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰς γνώμας τῶν μεταστάντων, ἐζήτησε νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετέβη εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἴσως δὲ τοὺς λόγους τούτους συμμερίζονται καὶ οἱ ἄλλοι φίλοι, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν τὸ αὐτό. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ φέρω οὐδεμίαν παρατήρησιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Βαλσαμάκη, διότι δὲν ἀρέσκομαι νὰ ἐπεμβαίνω εἰς τὰς σκέψις οὐδενός, ἀλλ’ ἐπειδὴ καθ’ ὃν τρόπον ἐλάλησεν ἀφίνει ἡμᾶς ἐκτεθειμένους εἰς τὴν κατάκρισιν ὅτι δὲν ἐπράξαμεν ὀρθῶς καὶ ὅτι μένοντες εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀκολουθοῦμεν τὸ πρόγραμμα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀρχηγοῦ μας καὶ ὅτι ἑπομένως εἴμεθα ἀσυνεπεῖς, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἵν’ ἀποδείξω ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Βαλσαμάκης δὲν ἔχει καθ’ ὅλου δίκαιον. Ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶπε πρῶτον, ὅτι τὰ κόμματα ἐν Ἑλλάδι εἶναι προσωπικὰ, ἑπομένως ἔπρεπε μετὰ τὸν θάνατον νὰ διαλυθῇ καὶ τὸ ἡμέτερον. Τοῦτο τὸ παρατρέχω, διότι εἶπον ἤδη διατί ἠδύνατο καὶ ἔπρεπεν ἴσως νὰ μὴ διαλυθῇ. Κατόπιν εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κάθηνται καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν δυστυχῆ ἐκείνην ὑπόθεσιν τῶν Βελεντζιακῶν ἠδίκησαν τὸν ἀρχηγὸν καὶ τοὺς φίλους του περισσότερον ἢ ὅσον τὸν ἠδίκησεν ἡ πτέρυξ αὕτη· ἀλλὰ τοῦτο λέγων ὁ κ. Βαλσαμάκης, ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι καταβιβάζει τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ περιωπῆς καὶ ἀπὸ πολιτικὸν τὸ καθιστᾷ προσωπικόν. Κατ’ ἐμὲ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅταν ἔχουν ἀνὰ χεῖρας πρόγραμμα καὶ ἐπιδιώκουν τὴν πραγματοποίησίν του, δὲν πρέπει νὰ συλλογίζωνται προσωπικὰς ἀφορμὰς καὶ νὰ μὴ θέλουν νὰ συμπράττωσι μὲ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦν τὸ αὐτὸ πρόγραμμα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἰς ἓν προσωπικὸν ζήτημα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τοὺς ἠδίκησαν τυχὸν περισσότερον παρ’ ὅσον τοὺς ἠδίκησαν ἄλλοι. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶμαι ἐκ τῶν μᾶλλον παθόντων, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν αἰσθάνομαι οὐδεμίαν μνησικακίαν κατ’ οὐδενός, καὶ ὅτι δὲν ἔχω σκοπόν, ἐν ὅσῳ πολιτεύομαι, εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν πολιτικῶν μου σχέσεων νὰ ἐνθυμηθῶ τὸ δυσάρεστον αὐτὸ ἐπεισόδιον· περιορίζομαι δὲ μόνον νὰ οἰκτείρω καὶ νὰ ἐλεεινολογῶ τὴν ἐποχὴν, ἐν ᾗ ζῶμεν, ὁσάκις συλλογίζωμαι, ὅτι εὑρέθησαν ἄνθρωποι οὐχὶ πιστεύσαντες, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς ἐπίστευσεν, ἀλλ’ ὑποκριθέντες ὅτι ἐπίστευσαν ὅσα ἀποδεδειγμένοι ἔνοχοι καθ’ ἡμῶν ἔλεγον. Εἶπε μετὰ ταῦτα ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις πρὸς οἰκοδομὴν, εἶναι Ἀντιπολίτευσις πρὸς κατάλυσιν μόνον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν φίλον μου τίς ἔδωκεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ διερμηνεύσῃ καὶ προεξοφλῇ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν; Τίνα λόγον ἔχει ἵνα πιστεύῃ ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς πτέρυγος ταύτης στεροῦνται καὶ φιλοτιμίας καὶ πατριωτισμοῦ καὶ ὅτι καταγίνονται νὰ ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν χωρὶς νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσωσι νέαν, ἀφίνοντες οὕτω τὸν τόπον ἀκυβέρνητον; Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, καθ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι οἱ καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πολεμοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἔχουν τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν, ἐὰν ὑπερισχύσωσι, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν σχηματισμὸν διαδόχου Κυβερνήσεως καὶ νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὴν μετ’ αὐταπαρνήσεως, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὸ γνωστὸν πρόγραμμά των. Πρὸς πλειοτέραν δὲ περιφρόνησιν ἀπεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν Μωσαϊκόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελε μὲ τοῦτο ὁ κ. Βαλσαμάκης νὰ ἐνοήσῃ, ὅτι ὅλα τὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπαρτίζοντα πρόσωπα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ προσωπικὸν κόμμα, καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν πολλὰ πρεσβεύοντα ἰδίας ἀρχάς, καὶ ἔχοντα ἰδίας γνώμας, ἃς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι τοῦτο κυρίως ἀποτελεῖ τὸ γόητρον καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι οὔτε ἐν Ἑλλάδι, οὔτε εἰς ἄλλο μέρος τοῦ ἐξευγενισμένου Κόσμου ὑπῆρξεν ἢ ὑπάρχει σπουδαία πλειοψηφία ἢ σπουδαία μειονοψηφία, τῆς ὁποίας ὅλα τὰ μέλη νὰ ἀνήκουν εἰς τὸ αὐτὸ προσωπικὸν κόμμα. Παντοῦ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἔχοντες ἰδίας πεποιθήσεις καὶ γνώμας περὶ διαφόρων ἀντικειμένων τῆς Διοικήσεως, καὶ ὅμως τοῦτο δὲν κωλύει αὐτοὺς εἰς τὸ νὰ συμπράττωσιν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἢ τῇ Συμπολιτεύσει. Καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνδρες διαφόρων ἀποχρώσεων καὶ ἰδεῶν σχηματίζουσι τὰς σπουδαίας Κυβερνήσεις, καὶ κατανοοῦντες τὴν μεγάλην ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, συμβιβάζουσι τὰς γνώμας των καὶ ὑποχωροῦσιν ἀμοιβαίως, ἀποβλέποντες πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν γενικὸν σκοπόν. Ἴσως ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Βαλσαμάκης νὰ ἴδῃ καὶ ἡμᾶς ἀναστυλόνοντας ἐντεῦθεν ἄλλο εἴδωλον καὶ καταθέτοντας εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ συνείδησιν καὶ ἰδέας καὶ ψῆφον! Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς παρέστησα, ἀντίκειται εἰς τὰς ἕξεις τοῦ κόμματος ἡμῶν, δὲν πιστεύω δὲ νὰ συμβιβάζηται μὲ τὸν χαρακτῆρα καὶ τῶν ἄλλων ἐντίμων βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ διότι δὲν ὑποτασσόμεθα ἐκ προκαταβολῆς δουλικῶς εἰς ἓν πρόσωπον, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ συμπράξωμεν καὶ νὰ συνεργασθῶμεν πρὸς οἰκοδομὴν, ἐὰν θελήσῃ νὰ μᾶς παρακολουθήσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς τὸν κ. Βαλσαμάκην, οὔτε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παριστάνουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνουν, ὅτι δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἐργάζεται πρὸς κατάλυσιν καὶ οὐχὶ πρὸς οἰκοδομὴν, προσπαθοῦντες οὕτω νὰ ἐκφοβίσουν τοὺς βουλευτὰς, μολονότι οὐδεὶς—εἶμαι βέβαιος—φοβεῖται, ὅτι ἂν ὑπερισχύσῃ τὸ Μωσαϊκὸν αὐτὸ, τὸ ἀσύντακτον ἄθροισμα, ἀφεύκτως θέλει ἐπέλθει ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς ταῦτα ὁ ἔντιμος φίλος μου εἰσῆλθε καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως διαφέρει ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε διατυπώσει ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος· ὀλίγον δ’ ἔλλειψε νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἂν ἔζη σήμερον ὁ Κουμουνδοῦρος, ἴσως ἤθελε παραιτήσει τὴν ἀρχηγίαν τῆς μερίδος του καὶ ἤθελε καθήσει εἰς τὰ ἀριστερὰ τοῦ κ. Βουλπιώτη, ἀναφέρω δὲ τὸν κ. Βουλπιώτην, διότι αὐτὸς κάθηται ταύτην τὴν στιγμὴν τελευταῖος εἰς τὸ ἑδώλιον τῶν Ὑπουργῶν. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Βαλσαμάκης νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς τοῦτο ἀπατᾶται τὰ μέγιστα, διότι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε καὶ ἀκολουθεῖ ἀπαρεγκλίτως ἡ Κυβέρνησις, ἀπέχει, κατὰ τὴν φάσιν τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Χοϊδᾶ, παρασάγγας τρισμυρίους καὶ σταδίους εἰκοσιεννέα ἀπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου. Ἐν πρώτοις ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐλλείπει τὸ μέρος τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς βάσιν τὸ κόμμα τοῦ Κουμουνδούρου· οὐδέποτε ἐνόησε τὸ κόμμα τοῦτο νὰ ἀναβιβάσῃ ἐν διαστήματι 3 ἐτῶν τὸ βάρος τοῦ λαοῦ ἀπὸ 60,000,000 ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν εἰς 100 νέων καὶ νὰ τὰ δαπανᾷ εἰς δημιουργίαν νέων θέσεων. Αἱ οἰκονομίαι ἦσαν ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ προγράμματος τοῦ Κουμουνδούρου, καὶ ἡ ἔλλειψις αὐτῶν ἤρκει νομίζω, ὅπως ἐννοήσῃ ὁ κ. Βαλσαμάκης ὅτι, ἀκολουθῶν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀρχηγοῦ του. Ὁμιλῶν ἀκολούθως περὶ τῶν πέρυσι ψιφισθέντων φόρων σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ φόροι οὗτοι νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον πολιτικῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ πλανᾶται ὁ κ. Βαλσαμάκης, φρονῶν, ὅτι ἂν ἔζη ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἢ ἐὰν ὑπερίσχυεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἤθελον ἀναθεωρηθῆ ἐν πολλοῖς οἱ πέρυσι ψηφισθέντες φορολογικοὶ νόμοι. Μνημονεύων δὲ ἰδίως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, παρέστησεν ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐγένετο μᾶλλον πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀμπελοκτημόνων, διότι τοὺς ἀπήλλαξεν ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον. Ἔχει δίκαιον νὰ λέγῃ τοῦτο ὁ φίλος μου, διότι ἡ Κυβέρνησις μετὰ πονηρίας, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, ἐργαζομένη, ἐξῄρεσε τὰς Ἐπαρχίας τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἔχει ἴδιον σύστημα ἐγγείου φορολογίας, ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐγγείου φόρου, ἀλλὰ περὶ δικαιώματος καταναλώσεως, καὶ τὰ δικαιώματα ἢ οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ἐπιβάλλονται καὶ πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἀνεξαιρέτως. Δὲν σπουδάζει δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐξαιροῦσα ἐπίτηδες ἐπαρχίας τινὰς διὰ νὰ ἔχῃ ἐξησφαλισμένην ἐκ τῶν προτέρων, ἂν οὐχὶ τὴν ψῆφον, τοὐλάχιστον τὴν ἀδιαφορίαν τῶν βουλευτῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Καὶ ἐπειδὴ λόγος περὶ τούτου, συγχωρήσατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο συμβαίνει οὐχὶ σπανίως εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, διότι τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα εἶναι ἀκόμη Τουρκικὸν καὶ δὲν στηρίζεται ἐπὶ ὀρθῶν βάσεων. Ἄλλη εἶνε ἡ βάσις διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἄλλη διὰ τὸν τοῦ ἐλαίου, ἄλλη διὰ τὸν τῆς σταφίδος, ἄλλη διὰ τὸν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, κτλ. Καὶ ἄλλοι μὲν φόροι πληρώνονται εἰς χρήματα, ἄλλοι δὲ εἰς εἶδος. Ἐκ τούτου δὲ προκύπτει τὸ ἄτοπον, ὅτι ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ σταφίδος π. χ. ἀδιαφοροῦν οἱ βουλευταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν ὁποίων δὲν παράγεται σταφὶς, καὶ οὕτω καθεξῆς, ὥστε αἱ προτάσεις τῶν Κυβερνήσεων δὲν ἐξετάζονται μὲ τὴν ἀνήκουσαν προσοχήν. Εἰς τὰ εὐνομούμενα ὅμως Κράτη ὁ ἔγγειος φόρος εἶναι ποσοστὸν, ὁμοιομόρφως ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ὅλων τῶν ἀκινήτων κτημάτων, ὥστε εἴτε σταφίδα ἔχετε, εἴτε λειβάδιον, εἴτε οἰκοδομὴν, εἴτε ἀγρὸν πληρώνετε τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις προτείνονται τροποποιήσεις, κινεῖται τὸ ἐνδιαφέρον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι θίγονται τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βαλσαμάκης δὲν αἰσθάνηται τὸ βάρος τῆς ἐπιβληθείσης ἐπὶ τῶν οἴνων φορολογίας καὶ δὲν ἔχῃ παράπονα ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας του, ἂς εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπέλθῃ εἰς τὰς Πάτρας διὰ νὰ ἰδῇ τὴν ἀπελπισίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ ἀμπελοκτήμονες τῆς μεγάλης ταύτης πόλεως, καὶ νὰ μάθῃ παρ’ αὐτῶν, ὅτι τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον ἀπεταμίευσαν, τὸν ὁποῖον μόλις θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξοδεύσωσι μέχρι τέλους τοῦ ἐρχομένου ἔτους, καὶ μέρος τοῦ ὁποίου εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῇ ἐν τῷ μεταξὺ βλάβην καὶ νὰ ἀπωλεσθῇ, ὑποχρεοῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ δηλώσωσιν ἀπὸ τοῦδε ὁλόκληρον, καὶ νὰ πληρώσωσι φόρον πρὸς 4–5 λεπτὰ τὴν ὀκὰν, ἐνῷ δὲν ἐλπίζουν νὰ τὸν πωλήσουν περισσότερον ἀπὸ 20 λεπτά. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, κύριοι, ὅτι οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου πόλεως, τῆς δευτερευούσης τοῦ Βασιλείου, οἱ διακριθέντες πάντοτε διὰ τὸν φιλόνομον καὶ εἰρηνικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα εὑρίσκονται σήμερον ἐν καταστάσει στάσεως, διότι στάσις εἶναι ὅταν ὁλόκληρος πόλις ἀρνῆται νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον, καὶ μὴ δηλώνουσα τοὺς οἴνους προσκαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἐνεργοῦσα αὐτὴ καταμετρήσεις, καὶ ὁδηγήσῃ ὅλους τοὺς ἀμπελοκτήμονας εἰς τὰς φυλακὰς ἢ δημεύσῃ τὴν περιουσίαν των. Εἰς παρομοίαν κατάστασιν εὑρίσκεται καὶ ἡ Τρίπολις, ὅπου ὁ οἶνος ἐπωλήθη καὶ πωλεῖται πρὸς 15 λεπτὰ τὴν ὀκὰν, καὶ ὅπου οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἰνοπῶλαι, ὑποχρεοῦνται ἀπὸ τοῦδε, νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον. Ἀπέλθετε εἰς τὴν Γαστούνην, εἰς τὰ Λεχενὰ, εἰς τὰ Φιλιατρὰ, εἰς τὴν Ἀγουλινίτσαν, εἰς τὸν Ἅγιον Πέτρον, εἰς τὸ Σοποτὸν, εἰς ἄλλας κωμοπόλεις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ θέλετε ἰδεῖ εἰς ποίαν ἀμηχανίαν εὑρίσκονται, καὶ ὁποῖαι καταδιώξεις περιμένουν τοὺς κατοίκους, διότι εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη οἱ ἀμπελοκτήμονες ἔχουν τὴν συνήθειαν νὰ πωλῶσι λιανικῶς μέρος τῶν οἴνων των ἐκ τῶν ἰδίων ἀποθηκῶν· ἀλλ’ οἱ θέλοντες νὰ πωλήσουν ἓν ἢ δύω βαρέλια, ἔχουν ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι τὴν ἄδειαν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων, νὰ φέρωσιν ὑπαλλήλους, καὶ ἐμπειροτέχνας, ὅπως καταμετρήσωσιν ὁλόκληρον τὸ ἀποταμιευμένον ποσὸν, ἀφοῦ δὲ παρέλθῃ ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν θὰ λάβουν πρὸς πώλησιν, πρέπει νὰ φέρωσι καὶ ἐκ δευτέρου τοὺς ἐμπειροτέχνας διὰ νὰ καταμετρήσωσι τὸ ὑπόλοιπον, πληρόνοντες αὐτοὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπερβαίνουν τὴν ἀξίαν τῶν οἴνων. Τοιοῦτος νόμος νομίζει ὁ κ. Βαλσαμάκης δὲν εἶνε ἄξιος ἀναθεωρήσεως καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει! Ἐὰν δὲ ἀληθεύῃ ὅτι διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ χρειάζεται δαπάνη δύω ἑκατομμυρίων καὶ ὅτι κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς θὰ εἰσπραχθῶσι μόλις πέντε, μόνος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ φρονῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως καὶ τοῦ φόρου τούτου· διότι, καθὼς σᾶς ἔλεγε μίαν ἡμέραν, ἐὰν εἰσπράξωμεν πέντε καὶ δαπανήσωμεν δύω, ἔχομεν κέρδος τὰ τρία. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Βαλσαμάκη, ὅστις καταγίνεσθε εἰς οἰκονομικὰς μελέτας, εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν λαὸν 5,000,000 φόρος καὶ ἔπειτα νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ ταμεῖον τρία μόνον, τὰ δὲ ἄλλα δύω νὰ δαπανῶνται εἰς μισθοδοσίας προσώπων, ἀποσπωμένων ἀπὸ τὰς ἐργασίας αὐτῶν; Μετὰ τοὺς φόρους μετέβη ὁ ἔντιμος φίλος μου εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τοῦτο δὲ ἐθεώρει ἀναγκαῖον καὶ ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀρχηγὸς, φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ τὴν παρακολουθήσῃ καὶ νὰ τὴν συνδράμῃ. Κατ’ ἐμὲ, ἐὰν οὐδὲν ἄλλο παράπτωμα ἐβάρυνε τὸ Ὑπουργεῖον, ἤρκει μόνον ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως ἀποδοκιμασθῇ παρὰ πάντων ἡμῶν, δι’ ἔλλειψιν κυβερνητικῆς προνοίας. Καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἰς τόπον μικρὸν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποστέλλῃ καθημερινῶς χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς τὸν ὁποῖον οἱ πωλοῦντες καὶ ἀγοράζοντες συνάλλαγμα μετροῦνται ἐπὶ τῶν δακτύλων, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπιφέρει μεγάλας διαταράξεις καὶ ἀνυπολογίστους ζημίας. Διὰ τοῦτο ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν ἐφρόνει, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐκ τῶν πρώτων ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ νέα Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς συστάσεώς της· τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ ἄρσις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄνευ μεγάλων θυσιῶν τοῦ Δημοσίου ταμείου καὶ χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ τὸ ἁπλούστατον τοῦτο ἀντικείμενον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ ἐννοήσωσιν, εἰ μὴ ἀφοῦ παρῆλθον δύω ἔτη, καὶ ἀφοῦ τὸ κακὸν ἔλαβεν ἐπιφόβους διαστάσεις. Εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔλεγεν «ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ συνεζητοῦμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἡ ἀνάγκη τῆς ἄρσεως ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑφίστατο ἔκτοτε, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοσοῦτον κατάδηλος, ὅσον ἐγένετο μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου· ὅ ἐστὶ μέχρι τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου δὲν ἔβλεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀνάγκην οὐδὲ ἐνόει μέχρι τίνος ἠδύνατο νὰ φθάσῃ, ἀλλὰ προσέθετεν «ὀλίγον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἤρξατο ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου προβαίνουσα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἔλαβε τὰς μᾶλλον ἐπιφόβους διαστάσεις». Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος νὰ προβοῦν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ λάβῃ ἐπιφόβους διαστάσεις, νὰ ἐπέλθουν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ καταστροφαὶ καὶ αἱ ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπανέλαβε δὲ χθὲς ἐν συνόψει καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης, καὶ τότε ν’ ἀνοίξῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς ὀφθαλμούς της καὶ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἦτον ἀνάγκη ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλὰ ταῦτα ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν προέβλεπεν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1882 καὶ ἐφρόνει ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἔκτοτε πρόνοια. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Ἀφοῦ δὲ ἐνόησε τὴν ἀνάγκην ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἐκ τῶν ἐπιφόβων διαστάσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἠκούσατε τί ἔκαμε· διώρθωσε προχείρως καὶ ἐμπειρικῶς τὸ κακὸν, ἀλλ’ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐγένετο τοῦτο, κατεζημίωσε μεγάλην τάξιν πολιτῶν· διότι, ἅμα ἐδημοσιεύθη, ὅτι θέλει συνομολογηθῆ ἀφεύκτως δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπῆλθεν, ὡς σᾶς εἶπεν, ὑπερτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ τοῦτο γενόμενον, καθ’ ὃν χρόνον ἐπωλοῦντο τὰ προϊόντα τοῦ Τόπου καὶ ἰδίως ὁ σταφιδοκαρπὸς καὶ τὰ σῦκα, ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἐκπέσῃ ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν προϊόντων τούτων κατὰ 10% καὶ ἐπέκεινα, διότι ὑπετιμήθη τὸ συνάλλαγμα, ὥστε, ἐὰν ἐτιμᾶτο πρότερον ἡ σταφὶς πρὸς 40 τάλληρα, ἐπωλήθη πρὸς 35 ἢ 36. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον οἱ παραγωγοὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἶχον ἤδη ἐσωτερικὴν ἀξίαν κατὰ 10% ἀνωτέραν τῆς ἣν εἶχον, ὅτε τὸ συνάλλαγμα ἦτο ὑπερτιμημένον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὠφέλησε διόλου τοὺς παραγωγοὺς, διότι οἱ σταφιδοκτήμονες, γνωστὸν εἶναι, ὅτι, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, δανείζονται ἀπὸ τὰς Τραπέζας καὶ τὰ διάφορα καταστήματα, ἔδωκαν ἑπομένως τὰ πλεῖστα τῶν χρημάτων πρὸς ἐξόφλησιν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχον συνομολογήσει καθ’ ὃν χρόνον τὸ συνάλλαγμα ἦτο ὑψωμένον· ὅ ἐστὶν, ἐνῷ αὐτοὶ εἶχον λάβει νόμισμα ὑποτιμημένον, ἔδωκαν μετὰ ταῦτα νόμισμα ὑπερτιμημένον, καὶ τοιουτοτρόπως ἐζημιώθησαν πρὸς ὄφελος τῶν τραπεζῶν καὶ τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρόχειρος θεραπεία, τὴν ὁποίαν ἐστοχάσθη νὰ φέρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε εἶδεν ὅτι ἡ ὕψωσις τοῦ συναλλάγματος ἔλαβεν ἐπιφόβους διαστάσεις· διὰ νὰ σταματήσῃ τὴν ὕψωσιν κατεζημίωσε τοὺς σταφιδοκτήμονας καὶ πολλοὺς ἄλλους παραγωγούς, οἵτινες ἐπώλουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προϊόντα καὶ ἐπλήρωνον τὰ χρέη των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε μὲ τὴν πρόοδον τοῦ καιροῦ καὶ ἄλλην ἀνακάλυψιν· κατενόησε δηλαδὴ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, χωρὶς νὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι σᾶς εἶπε τὸ χρεωλύσιον καὶ οἱ τόκοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν χρησιμεύσει διὰ τὸ δάνειον, δι’ οὗ θέλει ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θέλουν οἰκονομηθῆ ἀπὸ διάφορα κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θέλουν λείψει. Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη εἶναι ἐν μέρει ἀληθής· διότι, ὅταν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θέλει ἐκλείψει ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται σήμερον διὰ τόκον τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς 1%, θὰ λείψουν τὰ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, διὰ νὰ πληρώνωνται οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θὰ ἐλαττωθοῦν δὲ καὶ αἱ δαπάναι διὰ διαφόρους προμηθείας καὶ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκτελεῖ τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν: ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς διὰ τὸ 1881, δὲν ἦτο ἆρά γε ἀληθὲς καὶ διὰ τὸ 1883, καὶ διὰ τὸ 1882 ἀκόμη; Εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων δὲν ἀνεγράφοντο τοιαῦτα κονδύλια, καὶ ἐὰν ἤρετο ἔκτοτε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν ἤθελον ἐκλείψει ταῦτα; Ἰδοὺ, κύριοι, διατί ἐφρονοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρὸ πολλοῦ σκέψις περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἦτο τοῦτο καὶ ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ δὲν παρουσίαζεν ἀνυπερβλήτους δυσκολίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι ἀξία ἐπαίνου ἡ Κυβέρνησις, διότι προτίθεται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἶναι μᾶλλον ἀξία κατακρίσεως, διότι ἀφῆκε νὰ ἐπέλθουν πολλαὶ καταστροφαὶ καὶ ἀνωμαλίαι εἰς τὸν τόπον καὶ μόλις τώρα συλλογίζεται νὰ ἄρῃ αὐτήν. Καὶ ἐὰν δὲν ἦτον ἡ ὥρα περασμένη, ἤθελον σᾶς ἀναγνώσει τί ἔλεγε πέρυσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ὀλίγον ἐνόουν τὸ ζήτημα.
§46ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἀναγνώσατέ το, παρακαλοῦμεν.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἐλέγομεν καὶ τότε ὅ,τι καὶ σήμερον λέγομεν, ὅτι ἦτον ἀπόλυτος ἀνάγκη ν’ ἀρθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι εἰς τόπον μικρὸν, ὡς τὸν ἡμέτερον, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐπιφέρῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἰδοὺ τί ἔλεγε: «Διὰ ποίων μέσων θέλετε ἀποδώσει τὰ ὀφειλόμενα 70, 000,000; διὰ στόμφου λόγων, δι’ ὑποσχέσεων ἢ δι’ ἐπαγγελιῶν, ὅτι δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι μετὰ τῆς Εὐρώπης καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης (βλέπετε ὅτι δὲν εἶχεν ἐγκαταλείψει ἀκόμη ἡ εὐφυολογία τὸν κύριον Καλλιγᾶν) μήπως δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ διὰ χρημάτων καὶ ἄνευ χρημάτων; ὡς εἶπον ὅμως, δότε σταθερὸν Προϋπολογισμὸν πλεονάσματος ἐπὶ δύω ἔτη καὶ ἀνορθώσατε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν λέγω, ὅτι διὰ τῶν πλεονασμάτων τούτων θέλετε ἀποσβέσει μέγα ποσὸν ἐκ τῶν 70,000,000, ὄχι, ἀλλὰ δὲν θέλετε τὸ αὐξήσει. Ἐστερεώσατε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος; ἀμέσως εὑρίσκετε δάνεια εἰς τιμὰς συμφερούσας ὄχι μόνον δι’ 70,000,000, διότι τοῦτο δὲν ἀρκεῖ.... Ἀλλ’ ἄλλο ἀποτέλεσμα προσδοκᾶται. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τροπῆς τῶν δανείων.... Λοιπὸν δότε μακροχρόνιον χρεωλύσιον, συνομολογήσατε δάνειον ἐπωφελὲς καὶ τὰ 24,000,000 (ἅτινα πληρόνονται σήμερον ἐτησίως) θὰ γενοῦν (διὰ τῆς τροπῆς ἐννοεῖται) 20, 18, 15 καὶ τότε δύνασθε νὰ προσθέσητε 5 ἑκατομμύρια πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας... Ἀλλ’ ἐνόσω δὲν εἶσθε εἰς τὰ 92% τῆς Ἰταλίας, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι αἴρετε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Ποῦ εἶναι τὸ μέσον καὶ τὰ χρήματα κλπ». Λοιπὸν κατὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν μέχρις οὗ τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἀναβιβασθῶσιν εἰς τὸ 92, νὰ ἐνεργήσωμεν τὴν τροπὴν τῶν ὑπαρχόντων δανείων, συνομολογοῦντες νέον δάνειον ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ, καὶ τότε νὰ προσθέσωμεν καὶ ὅσα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἄνευ τῆς μεθόδου ταύτης ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ πρόσθετον βάρος 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια, ἐνῷ δὲν δύναται, ὡς ἔλεγε, νὰ φέρῃ πλέον τῶν 24 ἑκατ. διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Καὶ ὅμως τώρα ἠνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς λέγει, ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε δάνειον ὄχι μόνον δι’ ὅσον ποσὸν ἀναγκαιοῖ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι 100 ἕως 110 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ 170 ἑκατομ., οἱ δὲ τόκοι καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τούτου δύνανται νὰ οἰκονομηθῶσιν ἀπὸ ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπαλειφθῆ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν. Τοιαύτη παλινῳδία, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐπιτρέπεται εἰς σπουδαίαν Κυβέρνησιν, καὶ εἶναι τοῦτο λόγος, ὅπως ὑποστηρίξωμεν αὐτὴν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι τὴν κατηγορήσαμεν, διότι δὲν ἐνόησεν οὔτε τὰς ἐπιφόβους διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ λάβῃ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, οὔτε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὑπερμέτρως ὁ Προϋπολογισμός! Ἀλλὰ καὶ ἤδη πλανᾶται φρονοῦσα, ὅτι τὰ ἀπαλειπτέα μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κονδύλια θέλουσιν ἀρκέσει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ. Πλανᾶται ἀκόμη πιστεύουσα, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων εἶναι συνέπεια τῶν περιστάσεων, ἕνεκα δὲ τούτου εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογῇ δάνειον ὑπὸ ὅρους βαρυτέρους τῶν προηγουμένων. Αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τῶν δαπανῶν καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀκριβῶν πληροφοριῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡμῶν. Δὲν βλέπετε ὅτι δὲν δύναται ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἀκριβῶς πόσον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882; Ἄλλοτε ἐβεβαίωσεν ὅτι εἶναι 13 ἑκατομμύρια, ἔπειτα τὸ περιώρισεν εἰς 7 καὶ ἤδη τὸ καταβιβάζει εἰς 8. Τὸ ἀστεῖον δὲ εἶναι, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέφερε μετὰ στόμφου, ὅτι ἐπλανώμην ἐγὼ πέρυσι βεβαιῶν ὑμᾶς, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἔμελλε νὰ ἦναι 13 ἑκατομ. καὶ ὅτι ἔλεγον τοῦτο στηριζόμενος μὲν ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ ἐμαυτοῦ αὐθεντίᾳ, ἀλλ’ ἔφερον δῆθεν καὶ λόγον ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν δύνανταί ποτε νὰ ἦναι ἴσαι πρὸς τὰ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ὑπολογιζόμενα, ἀνέγνωσε μάλιστα καὶ τεμάχιον τοῦ λόγου μου, ἐν ᾧ ὅμως οὐδὲν περὶ προϋπολογισθέντων ἀναφέρεται· ὅπως ἐννοήσητε τὴν ἀξίαν τῶν τοιούτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ διαβεβαιώσεων, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς περυσινῆς ἀγορεύσεώς μου. Ἰδοὺ τί ἔλεγον κατὰ λέξιν: «Διὰ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 περιορίζεται εἰς 7 ἑκατομ. μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ σύνολον τῶν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως βεβαιωθησομένων ἐσόδων θὰ ἦναι 70,000,000 ἔσοδα. Ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἔξοδα ὡρίσθησαν εἰς 80,000,000. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκ τῶν ἐξόδων ἀφαιρεῖ 3 ἑκατομ. διὰ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, ἐλησμόνησε νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ ἐκ τῶν ἐσόδων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ μείνουν καθυστεροῦντα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἦναι ὀλιγώτερα τῶν 7 ἢ 6 ἑκατομμυρίων.» Ταῦτα ἔλεγον ἐγὼ καὶ οὐχὶ ὅσα ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὐχαριστούμενος νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς πλανώμενον. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνώτεραι ἀπὸ τὰ προϋπολογιζόμενα, ἀλλ’ ὅτι τὰ εἰσπραχθησόμενα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ βεβαιωθησόμενα· καὶ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀφῄρει τότε ἀπὸ τὰ βεβαιωθησόμενα, ὅπως αὐτὸς τὰ ὑπελόγιζεν, οὐδὲν καθυστέρημα, διὰ τοῦτο ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὰ 7 καὶ ἄλλα 6 ἑκατομ. καὶ οὕτω θ’ ἀναβιβασθῇ τὸ ἔλλειμμα εἰς 13 ἑκατομμύρια. Ὥστε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀληθὲς, ὅτι εἶναι μόνον τρία, ὅπερ δὲν πιστεύω, χωρὶς νὰ ἐξετάσω τοὺς ἀριθμοὺς, δὲν εἶμαι παραίτιος ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τότε ἔλεγεν, ὅτι τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα θὰ ἦναι 70 ἑκατομ. καὶ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τρία, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι τὰ μὲν βεβαιωθέντα ἔφθασαν εἰς 72 ἑκατομ. αἱ δὲ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἀντὶ τριῶν ἀνέβησαν εἰς 10. Ἂν καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλάλει οὕτω, δὲν ἤθελον εἰπεῖ ἐγὼ ὅ,τι εἶπον. Ἠδυνάμην ν’ ἀναφέρω καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα, ἐκ τῶν ὁποίων ἠθέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Βαλσαμάκης, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, ἀντίκειται ἐκ διαμέτρου εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν νὰ ὑποστηρίζωμεν. Πολιτικὴν τοιαύτην ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐγκρίνῃ ὁ ἐπιφανὴς ἐκεῖνος ἀνὴρ, εἰς ὃν τὸ Ἔθνος ὀφείλει πολλὰ καὶ σπουδαῖα νομοθετήματα. Αὐτὸς κατήργησε τὴν κλίμακα τῶν σιτηρῶν, ἥτις ἔφερε τεχνητὴν ὑπερτίμησιν ἢ ὑποτίμησιν εἰς τὰ σιτηρὰ, ἐξ ἧς ἄλλοτε μὲν κατεστρέφοντο οἱ παραγωγοὶ, ἄλλοτε δὲ ἐζημιοῦντο οἱ καταναλωταί. Εἰς αὐτὸν χρεωστεῖται τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε χθὲς λόγον καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης, καὶ τὸ ὁποῖον κατέπαυσε τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ ἔφερε τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ ἐμπορίου· ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ ἐλύθη τὸ μέγα κοινωνικὸν ζήτημα περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκατέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐστερεώθη ἡ κυμαινομένη ἰδιοκτησία ἀπείρων ἐμφυτευτῶν· ἔργα αὐτοῦ εἶναι οἱ νόμοι περὶ ὁδοποιΐας καὶ στρατολογίας καὶ εἰς τὴν περίνοιαν αὐτοῦ ὀφείλεται ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἡμεῖς θρηνοῦντες μεθ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους διὰ τὴν στέρησιν τοῦ ἐνδόξου ἀνδρὸς, θεωροῦμεν καθῆκόν μας νὰ ἐμμένωμεν ἐργαζόμενοι πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ προγράμματος ἐκείνου. Ἐντεῦθεν κυρίως ἐξηγεῖται καὶ ἡ δυσκολία τινῶν ἐξ ἡμῶν, τοὐλάχιστον ἡμῶν τῶν πρεσβυτέρων, τοῦ νὰ προσέλθωμεν εἰς κόμματα προσωπικά· ἀλλὰ, καίτοι μὴ προσερχόμενοι, θέλομεν ἐξακολουθεῖ συνεργαζόμενοι εἰλικρινῶς καὶ μετ’ αὐταπαρνήσεως μετὰ τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐμφορουμένων ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἰδέας. Ταῦτα ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν θέσιν, ἣν διατηρῶ σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδόλως δὲ ἐνόησα νὰ κατακρίνω ἢ νὰ ἐπικρίνω τοὺς τέως πολιτικοὺς φίλους μου, οἱ ὁποῖοι μετέστησαν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν. Πάντας τούτους ἐξετίμησα καὶ θέλω ἐξακολουθεῖ νὰ τοὺς ἐκτιμῶ καὶ νὰ τοὺς ὑπολήπτωμαι ὅπως καὶ πρότερον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ).