1883.11.14
1.743 στίχοι · 13.205 λέξεις · 52 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
τῆς 14 Νοεμβρίου 1883.
(Δευτέρα)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ τοῦ Γεωργίου Βλάχου σπουδάσαντος ἐν Γαλλίᾳ τὴν γεωργίαν καὶ διακόψαντος τὰς σπουδάς του δι’ ἔλλειψιν χρημάτων. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Πρῶτος ἐγεγραμμένος εἶναι ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης.
§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ παραγγελίαν, ἵνα ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ συνταχθῶσι καὶ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ λογαριασμοὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους 1882. Τοὺς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως τοῦ προηγουμένου ἔτους ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ἐντὸς τῶν πρώτων τριῶν μηνῶν τοῦ ἑπομένου ἔτους κατὰ τὸ ἄρθρον 93 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐὰν δ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα, νὰ δημοσιεύωσι διὰ τοῦ τύπου, καὶ εὐθὺς ὡς συνέλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἰσάγωσιν αὐτοὺς εἰς αὐτήν. Μοὶ δίδει δὲ τὸ θάῤῥος νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ αἴτησίς μου αὕτη, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν χρονολογημένην τὴν 10 Σεπτεμβρίου τοῦ 1882, καθ’ ἣν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον οὐχὶ μόνον εἶχε γίνει ἐνήμερον, ἀλλ’ ἐπεδείκνυεν ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπεραιώσῃ καὶ πᾶσαν τὴν ἐκκρεμῆ τῶν προηγουμένων ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου παρέσχε τὴν ζητηθεῖσαν ἐπικουρίαν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ τῆς προσθήκης 10 μαθητευομένων, ὁ δὲ νόμος ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργῇ ἀπὸ τῆς 10 Ἰουνίου 1882· ἐκ τῆς μνημονευθείσης δ’ ἐκθέσεως ἀποδεικνύεται ὅτι, ἐκτὸς τῶν 10 μαθητευομένων, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε προσκολλήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τέσσαρας ἄλλους ὑπαλλήλους διὰ νὰ συντρέξωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Οἱ ζητούμενοι λογαριασμοὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1882 θέλουσι βεβαίως συνταχθῆ κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους διέγραψαν τὰ ἄρθρα 94 καὶ 95 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τὸ δὲ Γενικὸν Λογιστήριον ἔχει ὑπ’ ὄψιν βεβαίως τὰ ἄρθρα ταῦτα. Ἐκτὸς τῆς συστάσεως ταύτης ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη συνεστάθη κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1882 καὶ εἰργάσθη, καὶ νομίζω, ὅτι εὗρον ἐν ταῖς Ἐφημερίσι τῆς Κυβερνήσεως Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ πορίσματος τῶν ἐργασιῶν της. Ἡ ἄνω μνημονευθεῖσα ἔκθεσις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου μοὶ δίδει τὸ θάῤῥος προσέτι νὰ ζητήσω νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἐργασία τῆς τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων καὶ τῶν πληρωθέντων τόκων καὶ χρεωλύτρων αὐτῶν, καὶ ἂν ἐπεραιώθη αὕτη. Παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τρεῖς αὗται αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάληται ἐγκαίρως τὰς αἰτήσεις σας.
§4ΔΕΣΠΟΤΑΙΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: α) Πότε τὸ Ὑπουργεῖον διέλυσε τὴν μίσθωσιν τοῦ Δημοσίου πορθμείου Γουριᾶς καὶ Νεοχωρίου τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, διὰ πόσον ποσὸν εἶχεν ἐκμισθωθῆ παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τίνες νέμονται σήμερον τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, καὶ διὰ λογαριασμὸν τίνος· β) Πόσους ὑπαλλήλους διώρισε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πορθμείου τούτου, καὶ πρὸς τίνα εἰδικὴν ὑπηρεσίαν ἕκαστον τούτων. Ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ διατάξῃ νὰ κατατεθῇ πίναξ δηλῶν α) πόσους ὑπαλλήλους διώρισεν εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τῆς ἁλαταποθήκης Μεσολογγίου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ πόσοι διωρίζοντο κατ’ ἔτος κατὰ τὰ προηγούμενα πέντε ἔτη· β) πόσον ἅλας παρήγαγεν ἡ ἁλαταποθήκη αὕτη ἐφέτος, πόσον κατ’ ἔτος κατὰ τὰ προηγούμενα πέντε ἔτη, καὶ πόσον τοιοῦτον ἐπωλήθη ἐφέτος ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου ε. ε. μέχρι 1 Ὀκτωβρίου ἰδίου ἔτους, καὶ πόσον ἐπωλεῖτο κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Παρακαλεῖται ὡσαύτως ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ νὰ κατατεθῶσι πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς παρανόμου κατακρατήσεως ὑπὸ τοῦ Ταμίου Ναυπακτίας τοῦ πολίτου Β. Θωμοπούλου, καὶ νὰ ἐξηγήσῃ τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου διὰ τὴν παράνομον κατακράτησιν τοῦ πολίτου ἐκείνου, προσωποκρατηθέντος ἐπὶ 8 ἡμέρας, ὡς δῆθεν ὀφειλέτου τοῦ Δημοσίου. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ διατάξῃ νὰ κατατεθῇ πίναξ δηλῶν πόσα Σχολεῖα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχουν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, πόσα ἐξ αὐτῶν συνεστήθησαν ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, πόσα εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν λειτουργοῦν, καὶ διὰ πόσων ἕκαστον διδασκάλων, καὶ πόσας μετακινήσεις διδασκάλων ἐνήργησε τὸ τρέχον ἔτος εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν.
§5Α. ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μοὶ εἴπῃ τί ἔγεινε διὰ τὴν κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου Καλαμπάκας καταγγελίαν.
§6Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὑποβάλλω ἓν σχέδιον Νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν μόνον εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν. (Ὅρα Παράρτημα). Κύριοι, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης ἐζήτησεν ἄλλοτε νὰ κατατεθῶσιν ἐν γένει αἱ καταστάσεις.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰς ἔστειλα σήμερον ἐντὸς διτρόχου, διότι εἶναι πολλαὶ καὶ ὑποθέτω ὅτι ἔφθασαν.
§8Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ διατάξῃ τὰ τάγματα, ὥστε μετὰ τὰς 10 Δεκεμβρίου νὰ ὑποβληθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ αἱ καταστάσεις τῆς δυνάμεως τοῦ Στρατοῦ, διότι θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πραγματικὴν δύναμιν τοῦ Στρατοῦ, διότι καταστάσεις καὶ προχθὲς ὑπεβλήθησαν, ἀλλὰ δὲν μᾶς φωτίζουσι.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, εἶπον ὅτι τὰς μηνιαίας καταστάσεις ἀπέστειλα, αὗται δὲ ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τῶν αἰτήσεών του. Προσέτι καὶ ὡς πρὸς τὸ 3 καὶ 4 ἄρθρον παρατηρῶ ὅτι τὰ ἐν αὐτοῖς περιελήφθησαν ἐν ταῖς κατατεθείσαις καταστάσεσιν, ἀφοῦ αὗται περιλαμβάνουσι τὸ ὅλον, καθὸ γενικαί Αἱ τοῦ ἄρθρου 5 καταστάσεις ὑπεβλήθησαν ὡσαύτως, αἱ δὲ τῶν τελευταίων ἄρθρων περιλαμβάνονται ἐν τῷ πίνακι τῶν κριθέντων ὡς ἀνικάνων παρὰ τῶν ἰατρῶν τῶν Σωμάτων· μόνον δὲ μένει τὸ ζήτημα ἐὰν αἱ τοποθετήσεις καὶ μεταθέσεις ἐδημοσιεύθησαν πᾶσαι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Μέχρι τοῦδε οὐδὲν εὕρομεν Διάταγμα τοποθετήσεως ἀδημοσίευτον· ἐὰν ὑπάρχῃ, θέλομεν τὸ καταθέσει.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φήμη διεδόθη καθ’ ὅλην τὴν πόλιν ὅτι 4 ἀξιωματικοὶ διαφόρων ταγμάτων, λαβόντες τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου, ἐγένοντο ἄφαντοι. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ ἢ ὄχι· αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν μανθάνω ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ τάγματος τοῦ πυροβολικοῦ ηὐτοκτόνησε· φαίνεται, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἔλλειψις χρημάτων. Ἐπειδὴ αὐτὸ μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, διότι συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ τάγματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συνέβαινεν ἕως τώρα ἀπὸ τοῦ 1843.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρώτην φορὰν γίνεται ἔλεγχος.
§12Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιθανόν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβωμεν πληροφορίας καὶ νὰ μάθωμεν καὶ τὰ ποσά.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης παρατηρῶ ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἤρχισε λειτουργῶν ὁ Νόμος ὁ ὑπάγων τὴν στρατιωτικὴν διαχείρισιν εἰς τὸν περὶ Δημοσίου λογιστικοῦ Νόμον, ἤρχισεν ἔλεγχος πολὺ αὐστηρότερος, καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλαὶ ἀνεκαλύφθησαν ἐλλείψεις καὶ ἐγένοντο καταδιώξεις, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους τὰ χρήματα παρεδόθησαν σχεδὸν πάντα· μόνον δὲ καταδιωκόμενα πρόσωπα τὴν σήμερον εἶναι τρία, διότι περὶ τοῦ 4, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέφερεν ὡς αὐτοκτονήσαντος ὁ προλαλήσας, οὐδὲν γνωρίζω μέχρι τοῦδε. Περὶ τριῶν προσώπων ἠξεύρω ὅτι ταῦτα καταδιώκονται, τῶν ὁποίων τὸ ἔλλειμμα εἶναι μικρὸν καὶ πιθανὸν νὰ τὸ ἀναπληρώσωσι· διότι τοῦ ἑνὸς, ὅστις ἔχει τὸ μεγαλείτερον, εἶναι 13,000, τῶν δ’ ἄλλων εἶναι πολὺ μικρότερα.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἰδέα, ὅτι πρώτην φορὰν γίνεται ἔλεγχος, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι ἠξεύρω ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν μίαν ἢ δύω φορὰς ἐγένετο ἔλλειψις χρημάτων, καὶ ἐφέρθησαν ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων καὶ κατεδικάσθησαν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε νὰ ἐγένετο, διότι ὑπάρχει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ὥστε δὲν παραδέχομαι ὅτι πρότερον δὲν ἐγείνετο ἔλεγχος καὶ τώρα γίνεται· πιθανὸν τὸ εἶδος τῆς ὑπηρεσίας νὰ παρέχῃ εὐκολίας, ὡς καὶ ἡ μόρφωσις, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸν Στρατόν.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰπὼν ὅτι δὲν ἐγίνετο ἔλεγχος, δὲν ἠννόουν νὰ κατακρίνω τὰ πρόσωπα ὡς μὴ ἐπιδιώξαντα αὐτόν· ἠννόουν ὅτι τὰ πράγματα εἶχον οὕτω, ὥστε ἦτο σχεδὸν ἀδύνατος ὁ ἔλεγχος. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εὗρον 38 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀδικαιολογήτους προκαταβολάς. Περὶ τούτου θέλω μετ’ ὀλίγον ὁμιλήσει, ἀφοῦ ὑποβάλω τὸν Προϋπολογισμόν· λέγω δὲ μόνον ἤδη ὅτι ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ διατακτηρίων Νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1880, ὑπῆρχε μέγα ποσὸν προκαταβολῶν ἀδικαιολογήτων ἀνερχόμενον εἰς 38,000,000, ἤτοι 38 ἑκατομμύρια, δοθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἦσαν ἀδικαιολόγητα καθ’ ὃν χρόνον παρέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ταῦτα εἶναι ἐπίσημα. Εἰς 800 χιλ. δραχμῶν ἀνήρχετο ἡ κατὰ νόμον προκαταβολὴ, ἑπομένως τὸ ὑπόλοιπον εἰσὶ χρήματα καταβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν ὁποίων ὅμως τὰ δικαιολογητικὰ δὲν ἔχουν εἰσέτι ἀποδοθῆ.
§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠξεύρετε τί θέλει νὰ εἴπῃ, λέγων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπισήμως ὅτι 38 ἑκατομ. ἐδόθησαν; Ἐγὼ σᾶς λέγω 50 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι στρατιωτικὴ ὑπηρεσία καὶ λ)σμοί· οἱ λ)σμοὶ πρέπει ν’ ἀποδειχθοῦν καὶ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἔλλειψις.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ποσὰ, ὡς γινώσκετε, τὰ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἶναι μικρὰ, διότι καὶ ἄλλοτε ἐζητήθη λόγος, καὶ κατὰ τὰς ὑποβληθείσας καταστάσεις αἱ προκαταβολαὶ ἀνέρχονται εἰς 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ μεταξὺ 5 καὶ 38 ἑκατομμυρίων προέρχεται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπιστρατείας.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς ἐμὲ, κύριοι, εἶναι πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μοὶ φέρουν δυσκολίαν.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος θέλω ὑποβάλει ἐπίσημον ἔκθεσιν περὶ τούτου.
§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ, κύριοι, εἶναι αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν καὶ τὰς ἐλάβαμεν· παραδείγματος χάριν ἰδοὺ παρουσιάζεται μία κατάστασις, ἥτις λέγει ὅτι ἔχομεν 90 χιλ. Στρατὸν ἐφεδρείας, μὴ ὑπηρετήσαντας εἰς τὰς τάξεις, ἀπολυθέντας, μὴ προσελθόντας· ἀπὸ πότε; ἀπὸ τὰ 1853, 1854, καὶ καθεξῆς.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἑκάστην Σύνοδον, εἶναι ὁ ἔλεγχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὠφείλομεν ἴσως καὶ πρὸ τῆς ἡμέρας ταύτης νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884. Ἂν δὲν τὸ ἐπράξαμεν, τοῦτο ὀφείλεται μόνον εἰς τὸ ὅτι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ μετὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου, ἡμέραν καθ’ ἣν λήγει ἡ χρῆσις τοῦ 1882, ἱκανὸς χρόνος, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ συγκεντρώσωμεν ἔστω καὶ τηλεγραφικῶς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων, καὶ οὕτω συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους τοῦ προσεχεστέρου ἐξ ὅσων ἡ χρῆσις ἔληξεν. Ἐὰν πρὸ πέντε ἡμερῶν ὑπεβάλομεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ὡς θὰ ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἐπράττομεν, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ στηρίξωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν οὐχὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1882, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τοῦ 1881. Προκειμένου δὲ περὶ Προϋπολογισμοῦ Κράτους, οἷον ἡ Ἑλλὰς, τὸ προσεχὲς τοῦ ἔτους τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει ἡ Βουλὴ τὰς κρίσεις αὐτῆς περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος, ἔχει πλείονα σπουδαιότητα ἢ ὅσον ἐν ἄλλοις Κράτεσι. Ἠξεύρομεν δὲ πόσην ἐν ἄλλοις Κράτεσι ἀποδίδουσι σπουδαιότητα εἰς τὴν στήριξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους τοῦ προσεχεστέρου. Τὰ στοιχεῖα τὰ συναθροισθέντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1882 θέλω ἀνακοινώσει ἤδη. Ἀλλὰ πρὸ τούτου δέον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τίνα ἦσαν τὰ προϋπολογισθέντα, ἵνα παραβάλωμεν ταῦτα πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς κρίνομεν περὶ τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις τότε ὑπελόγισε τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπεδείχθη, ὅτι δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὸ καθῆκον τοῦτο· διότι συμπίπτει ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις σήμερον νὰ φέρῃ προτάσεις περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἐκ δὲ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήγαγε τὸ ἔργον ἐν τῷ παρελθόντι, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ δίδῃ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῆς περὶ τοῦ μέλλοντος. Κατὰ τὸ 1882 ὑπέβαλεν ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὑπολογίσας τὸ ἔλλειμμα εἰς 12,972,000 δραχμῶν· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα, οὕτως ὑπολογισθὲν κατ’ αὐτοὺς τούτους τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἀνεκοίνωσεν ὁ τότε Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύεται ἔτι ἀνώτερον τοῦ ἀθροίσματος τούτου, διότι τὸ ἔλλειμμα τῶν 13,000,000 δραχμῶν, ὅπως τότε παρεστάθη, ἦτο τὸ πόρισμα τῆς συγκρίσεως τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἐν οἷς εἶχον περιληφθῆ καὶ πιστώσεις διὰ δύω προσόδους, αἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσι, διότι οἱ νόμοι, δι’ ὧν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ πραγματοποίησις τούτων, δὲν ἐψηφίσθησαν. Περιελάμβανον τὰ ἔσοδα τοῦ 1882, ὅπως ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ πρόσοδον 900,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1882, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη ὁ Νόμος περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἐπίσης περιελάμβανον καὶ πρόσοδον 1,219,792 δρ. ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν καθυστερούντων, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ, διότι μόλις κατὰ τὸ 1883 ἐψηφίσθη ὁ Νόμος, ὁ χορηγῶν τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας καὶ κανονίζων τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τὰς προσόδους τὰς οὕτω καταλογισθείσας, ἀφοῦ τοιαῦτα ἔσοδα δὲν ὑπῆρξαν, τὸ ὑπολογισθὲν ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 15,000,000 δραχμῶν. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς βραδύτερον, ὅτε τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν μᾶλλον εὐδιάγνωστα ἢ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν νέας σκέψεις, καθ’ ἃς περιώριζε τὸ ἔλλειμμα σπουδαίως. Εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καίτοι οἱ ἀρχικοὶ ὑπολογισμοὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ἦγον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θ’ ἀνέρχηται εἰς 13 ἢ εἰς 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἡ πρόοδος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπειθεν αὐτὸν, ὅτι ἤθελε περιορισθῇ σπουδαίως τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, καὶ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ μετὰ θάῤῥους, ὅτι θὰ περιωρίζετο μέχρις 7,000,000 δραχμῶν. Τότε ἀντιῤῥήσεις πολλαὶ ἠκούσθησαν παρὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν. Εἶπον οὗτοι πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ὅτι ἀντὶ ὑπολογισμῶν ἐκφράζει ἐλπίδας, καὶ ὅτι ἂν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ στηριχθῇ εἰς βεβαιώσεις μόνον τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορευόντων· ὤφειλον μᾶλλον νὰ πεισθῶσιν εἰς τὰς βεβαιώσεις ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ πολλὰ ἔτη διετέλεσαν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἵτινες ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτῶν πείρας ἠδύναντο νὰ σύρωσι συμπεράσματα ἀσφαλέστερα ἐκ τῶν γνωστῶν διδομένων. Εἷς δὲ ἐκ τῶν ἐπὶ μακρότερον χρόνον διατελεσάντων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσε τότε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ αὐθεντίᾳ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἦτο κατώτερον τῶν 13,000,000 δραχμῶν. Διέκρινε μάλιστα τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ τὰς ἀπέναντι αὐτῶν γενησομένας δαπάνας καὶ εἶπεν ὅτι, ἂν προστεθῶσι καὶ ἐκεῖναι, τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι πολλῷ μεγαλείτερον, ἀλλὰ, προκειμένου μόνον περὶ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐβεβαίωσεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὅτι τὸ ἔλλειμμα κατὰ κατώτατον ὅρον θὰ ἦτο 13,000,000 δραχμῶν. Καὶ ἔλεγε μὲν τοῦτο ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ αὐθεντίᾳ, ἔφερεν ὅμως καὶ λόγους· ἔφερε λόγον, ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ἦναι ἴσαι πρὸς τὰ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ὑπολογιζόμενα. Ἀνέφερε τὰ προηγούμενα ἔτη καὶ εἶπεν, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἔτος ἐκ τῶν προηγουμένων παρουσιάσθη τὸ φαινόμενον αἱ εἰσπράξεις νὰ ἦναι ἴσαι πρὸς τὰ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἀναγραφόμενα. Ἀναγινώσκω αὐτὰ ταῦτα, τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου Βουλευτοῦ λεχθέντα: «Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1880, ὁ ὁποῖος φέρει ἔσοδον 50,000,000, ἔμεινε καθυστέρημα 5,400,000, ὅ ἐστὶ πλέον τοῦ 10%. Ἑπομένως κατὰ τὴν ἀναλογίαν ταύτην καὶ ὁ τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος φέρει 68 ἑκατομμύρια ἔσοδα, θέλει ἀφήσει καθυστέρημα 7 ἢ τοὐλάχιστον 6 ἑκατομμυρίων. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, δύνασθε πλέον νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι αἱ πληροφορίαι σας εἶναι ἀληθεῖς καὶ ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ περιορισθῇ εἰς 7 ἑκατομμύρια, ὡς μετ’ ἀγαλλιάσεως εἴπατε; Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ἡ δευτέρα πληροφορία δὲν εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ὅτι τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ὑπολογίζουσιν εἰς 7,000,000, θὰ ἦναι ἴσως ἀνώτερον τῶν 13 ἑκατομμυρίων». Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐν οὐδενὶ Προϋπολογισμῷ παρουσιάζεται ὑπολογισμὸς ἐσόδων, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἦναι κατὰ 10% ἀνώτερος τῶν πράγματι εἰσπραττομένων. Ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς τὰ πράγματα. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ αὐθεντιῶν, δὲν πρόκειται περὶ εἰκοτολογιῶν, δὲν πρόκειται περὶ δεδομένων, ἐφ’ ὧν θέλομεν στηρίξει τὰς σκέψεις ἡμῶν· γινώσκομεν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἔσοδα, καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ 1882 ὑπῆρξαν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ἅτινα ὑπελογίσθησαν. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ πείρας, εἶπεν «οὐδὲν Ὑπουργεῖον θὰ κατορθώσῃ νὰ φέρῃ ἔσοδα ὅσα ὑπολογίζει· πάντες οἱ προκάτοχοι ἡμῶν Ὑπουργοὶ, εἶπεν, ἠναγκάσθησαν εἰς τὰ πράγματα νὰ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτῶν εἶνε κατὰ 10% ἀνώτεροι τοῦ πραγματικοῦ· ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς προσδοκίας αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο σεῖς πρέπει νὰ εἰξεύρητε, ὅτι δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ εἰσπράξητε, ὅσα ὑπολογίζετε». Ὁ Ὑπουργὸς, εἰς ὃν ἀπετείνετο, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ σήμερον εἰς τὸν προκάτοχόν του: ἰδοὺ, ὅτι ἐγὼ κατώρθωσα ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς δὲν κατωρθώσατε, καὶ ὅπερ ὑμεῖς ἐθεωρεῖτε πάντη ἀκατόρθωτον. (Εὖγε, Εὖγε). Θὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἀκριβῶς τοὺς ἀριθμούς. Τὰ προϋπολογισθέντα ἦσαν 59,156,000 δραχμῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀφαιρῶ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ φόρου τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, καὶ τὸ ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Τὰ ἔσοδα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν ἦσαν 59,156,585 δραχμῶν ὑπολογισθέντα, εἰσεπράχθησαν δὲ 59,152,259, δηλαδὴ ἀκριβῶς μέχρι σχεδὸν χιλιάδος τὸ αὐτὸ ποσόν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ εἰσπραχθὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς ποσὸν βεβαιωθὲν ἀσυγκρίτως ἀνώτερον. Τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν ὑπῆρξεν 64,364,000 δραχμῶν, τουτέστι ὑπῆρξε κατὰ 5,211,000 ἀνώτερον τοῦ ὑπολογισθέντος. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει πρῶτον τὴν καλὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· ὅτι ὁ τόπος εἶχε δυνάμεις ἀνωτέρας ἐκείνων, ἃς ὑπελογίσαμεν· ἀποδεικνύει δεύτερον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐλειτούργησε καλῶς καὶ δὲν ἐπέτρεψεν, ἵνα διαφύγῃ τὴν βεβαίωσιν ποσόν τι ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐπέτρεψε νὰ διαφύγῃ τὴν βεβαίωσιν ποσόν, ὅσον ἄλλοτε διέφευγε. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 5,211,000, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπερτερεῖ τῶν εἰσπράξεων ἡ βεβαίωσις, εἶνε ποσόν, ὅπερ θέλει εἰσπραχθῆ βραδύτερον, βεβαίως ὄχι ὅλον· ἐκ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ποσόν τι ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἴσως καὶ πλέον, ἀλλὰ 4 ἑκατομμύρια εἶνε προικοδότησις τῆς χρήσεως τοῦ 1882 εἰς τὰς μετ’ αὐτὴν χρήσεις. Ἀλλ’ ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 περὶ τῶν πιθανοτήτων, στηριζομένη ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, δὲν ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ μόνον τὰ ἀθροίσματα. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ καὶ πῶς ἀπηρτίσθησαν τὰ ἀθροίσματα ταῦτα, ἵνα δυνηθῇ νὰ κανονίσῃ ἐκ τούτου τὰς σκέψεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπραγματοποιήθησαν εἰσπράξεις ἀνώτεραι ἐκείνων, ἃς προεβλέπομεν. Αἱ εἰσπράξεις ὑπῆρξαν ἀνώτεραι τῶν ὑπολογισθεισῶν εἰς τὰ εἰσοδήματα τῶν ἑταιριῶν κατὰ 30,000 δραχμῶν, εἰς τὰ τελωνιακὰ κατὰ 200,000 δραχμῶν—καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι τότε ἐγένοντο πολλαὶ παρατηρήσεις, ὅτι ἐκ τῶν τελωνιακῶν ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν ἐλάττωσιν κατόπιν τῶν αὐξήσεων τῶν τελῶν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς 2 καὶ 2 φέρουσι 4, ἀλλ’ ἀπεναντίας πολλάκις φέρουσι 3, πολλάκις δὲ καὶ ἔλαττον· βλέπομεν δὲ ἤδη ὅτι ὄχι μόνον ἐπραγματοποιήθη τὸ περίσσευμα τὸ εἰς τὸν φόρον τοῦτον ἀνταποκρινόμενον, ἀλλὰ καὶ 200,000 ἔτι δραχμῶν εἰσεπράξαμεν ἐπὶ πλέον.—Τὰ διάφορα δικαιώματα ὑπερτέρησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 50,000, ἡ νομισματοποιία κατὰ 200,000, τὸ γραμματόσημον κατὰ 20,000, τὰ μεταλλεῖα κατὰ 37,000, τὰ θερμὰ ὕδατα κατὰ 10,000, τὰ ἅλατα κατὰ 100,000, τὰ δάση κατὰ 40,000, τὸ ἀντίτιμον ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων κατὰ 150,000, τὰ τυχηρὰ κατὰ 746,000, αἱ ἐπιστροφαὶ χρημάτων κατὰ 190,000, αἱ κρατήσεις διὰ πολιτικὰς συντάξεις κατὰ 110,000, τὰ ἐκκλησιαστικὰ κατὰ 20,000. Εἷς τῶν Βουλευτῶν, κατά τινα προηγουμένην Συνεδρίασιν ἐζήτησεν ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, πλὴν τῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευμένων ἰσοζυγίων, πλὴν τῶν προσωρινῶν καταστάσεων καὶ τῶν μηνιαίων ἀναλυτικῶν πινάκων, καὶ ἕτεραι καταστάσεις, περιέχουσαι μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου τὰς αὐτὰς πληροφορίας, ἀλλ’ ἀναλυομένας κατ’ ἄρθρα τῶν εἰδικῶν Προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων, καὶ οὐχὶ κατὰ κεφάλαια τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ εἶχε δίκαιον νὰ ζητήσῃ τοῦτο, διότι μόνον ὅταν γινώσκωμεν ἐν τῇ ἐσχάτῃ λεπτομερείᾳ τὰς διαφορὰς, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐνδελεχῶς περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν. Καὶ ἑτοιμάζεται μὲν ὁ πίναξ, ὃν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι συνάμα μετὰ τοῦ πίνακος ἐκείνου θέλομεν δυνηθῆ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς δέκα ἢ δεκαπέντε τὸ πολὺ ἡμερῶν, ἴσως καὶ ὀλιγωτέρων, πίνακα τοιοῦτον μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως, μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, καὶ τότε θέλει ἔχει ἡ Βουλὴ τὴν πλήρη εἰκόνα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1882. Ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει τούτου κατὰ τὸ παρὸν, ἐλλείψει, ἥτις θέλει εἶσθαι ἀναπεπληρωμένη καθ’ ἣν ἡμέραν θέλομεν συζητήσει τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ πληροφορίαι, ἃς φέρω, νομίζω, ὅτι θέλουσιν εἶσθαι ἐπαρκεῖς, ἵνα δώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν γενικήν τινα ἰδέαν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διαφορῶν. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα δὲ τῆς χρήσεως 1882 τί εὑρίσκομεν; Τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα εἶχον ὑπολογισθῆ εἰς 71,817,000 δραχμῶν· προσετέθησαν ὅμως καὶ 311,000 δι’ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἑπομένως ὁ ὅλος Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀνήρχετο εἰς 72,128,000. Ἐκ τούτων λοιπὸν ἐπληρώθησαν 62,379,000, ἑπομένως ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις, αἵτινες θέλουσιν ἀκυρωθῆ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, 9,749,000. Αἱ ἀδιάθετοι αὗται πιστώσεις κατανέμονται ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν 431,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης 561,000, εἰς τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν 1,403,000, εἰς τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 378,000, εἰς τὸ τῶν Στρατιωτικῶν 5,162,000, εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν 468,000, εἰς δημόσια χρέη 382,000, εἰς συντάξεις 128,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν 809,000, εἰς ἀποζημιώσεις 100,000. Θὰ ἠδυνάμην νὰ δώσω καὶ λεπτομερεστέρας πληροφορίας περὶ τούτου, ἂν ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν περιέργειαν. Οἱ πίνακες θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθωμεν εἰς πληρεστέρας λεπτομερείας. Ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς ἄρα τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων πρὸς τὰ πραγματοποιηθέντα ἔσοδα εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882, ὅπερ ἀρχικῶς εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 15,000,000, κατόπιν δὲ περιωρίσθη ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἰς 7,000,000, περιορίζεται πράγματι εἰς 3,227,000 δραχμῶν. Τοιοῦτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ· πρέπει ὅμως νὰ ἀναφέρωμεν ἐνταῦθα, ἵνα μὴ τυχὸν καὶ εἰς τοῦτο στηριχθῶσιν οἱ θέλοντες τὰ πάντα νὰ παρερμηνεύωσιν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις δαπάνη, ὅτι ὑπάρχει δαπάνη ἀπέναντι τοῦ δανείου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς ἐκ 40,000,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ δανείου ἐκείνου τῶν 40,000,000 ἐγένοντο δαπάναι ὑπὸ τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἑτέρα δαπάνη ἐκ πιστώσεως τοῦ 1881 μετενεχθείσης εἰς τὸ 1882. Αἱ δύω αὗται δαπάναι δὲν δύνανται κατ’ οὐδὲν νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος, διότι καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ ἐγγράψῃ αὐτὰς ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, πρέπει τότε νὰ ἐγγράψῃ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον. Ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ὑπολογισθῇ, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνώτερον τῶν 3,227,000 δραχμῶν.
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔκτακτα πόσα εἶναι;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων ἐπληρώθησαν τὸ 1882 δραχ. 1,586,000.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μεταφορᾶς ἢ ἀπέναντι;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπέναντι ἀμφοτέρων ἐπληρώθησαν τὸ 1882 δραχ. 1,586.000, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶπον δὲν δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὸ ἔλλειμμα.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ὅμως δαπανηθῇ τὸ δάνειον, τίνα ποσὰ θέλουν ἐγγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλει ἐγγραφῇ εἰς τὰ ἔξοδα τὸ ποσὸν οἱονδήποτε α, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ ἔσοδα τὸ αὐτὸ ποσὸν α, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπραχθῆ.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ τεθῇ ποσὸν διὰ χρεωλύσιον καὶ τόκον;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ χρεωλύσιον καὶ τόκον εἶναι ἐγγεγραμμένον ποσόν τι, ὅπερ ὅμως δὲν ἐπληρώθη, διότι δὲν ἐπραγματοποιήθη δάνειον. Χαίρω ὅτι ἐγένετο αὕτη ἡ παρατήρησις διὰ νὰ μὴ μένῃ ἀμφιβολία.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν περιλαμβάνεται ὅμως.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιλαμβάνεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἰς τὰ περισσεύματα, τουτέστιν εἰς τὰ ἔξοδα, τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο χρῆσις, καταλέγεται καὶ ὁ τόκος μετὰ τοῦ χρεωλυσίου. Ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἄλλο· οὐ μόνον τὸ ποσὸν εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐγένετο μάλιστα καὶ λόγος περὶ τούτου, καὶ ἡ Κυβέρνησις τότε ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἤθελε γείνει πᾶσα προσπάθεια, ὅπως πραγματοποιηθῇ οἰκονομία. Ἔλεγον τότε τινὲς, διατί δανείζεσθε, ἀφοῦ δύνασθε νὰ λάβητε παρὰ τῆς Τραπέζης γραμμάτια ἀντὶ 1%; Εἰς ἀνάπτυξιν τούτου συνεδριάσεις ὁλόκληροι κατηναλώθησαν, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπεμείναμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἀνάγκαι. Ἤδη δὲ δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, χωρὶς νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον καὶ μόνον διὰ τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἀντὶ 1%. Ὅταν κατόπιν πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, θὰ γείνῃ ἡ τακτοποίησις τοῦ λογαριασμοῦ καὶ τότε θὰ ἐγγραφῇ ἡ δαπάνη ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως θὰ ἐγγραφῇ καὶ τὸ δάνειον ἐν τοῖς ἐσόδοις, διότι ἤδη οἱ γενικοὶ πόροι τοῦ Κράτους ἐπήρκεσαν εἰς τὴν δαπάνην, ἐκ δὲ τοῦ δανείου τῶν 40,000,000 δραχμῶν οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐπραγματοποιήθη. Τοῦ 1883 ἡ διαχείρισις εἶναι βεβαίως ἐνδιαφέρουσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν δύναται πολὺ νὰ συντελέσῃ εἰς τὰς κρίσεις ἡμῶν περὶ τὰς πιθανότητας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, διότι δὲν εἴμεθα ἱκανῶς προκεχωρημένοι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ὅπως ἔχωμεν ἄξια λόγου ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως. Οἱ φόροι, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἐβεβαιώθησαν, εἶναι δύω μόνον, οὗτοι δὲ δὲν δύνανται ν’ ἀρκέσωσιν, ἵνα ρίψωσιν ἱκανὸν φῶς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος· οὐχ ἧττον καὶ τοῦ 1883 αἱ καταστάσεις τῆς διαχειρίσεως θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλει ἔχει καὶ ταύτας ὑπ’ ὄψει ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔρχομαι δὲ ἤδη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884. Τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὑπελογίσθησαν εἰς 84,650,000 δραχ., τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 84,352,000 δραχμῶν, ἑπομένως ὑπάρχει περίσσευμα μικρόν. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἡ διαφορὰ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 προέρχεται ἐκ τῶν ἑξῆς κεφαλαίων· πρῶτον 2,500,000 ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν δανείων· δεύτερον, 4,000,000 ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῶν μισθῶν εἰς νέας δραχμάς· τρίτον, 2 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν νέων δικαιωμάτων τῆς καταναλώσεως· τέταρτον 1,500,000 ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς ἐφεδρείας καὶ δι’ ὑλικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκ ποσῶν ἄλλων μικροτέρων, οἷον 125,000 δι’ ἀπρόβλεπτα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ Κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, δεικνύουσι ποῦ αἱ αὐξήσεις θέλουσι διατεθῆ, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα, ἵνα πεισθῶμεν περὶ τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ὅπως ἀνταποκριθῇ πρὸς τοιαύτας δαπάνας· διότι βεβαίως πάντες εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ὡσαύτως τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκγυμνάσεως τῆς ἐφεδρείας καὶ τῆς ἐπαρκοῦς προμηθείας τῶν τοῦ στρατοῦ· ὡσαύτως εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὰς ἀπροβλέπτους ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ πρέπει, ἔχοντες τὴν διάθεσιν ταύτην, νὰ πεισθῶμεν περὶ τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ἵν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ, ἂν πεισθῶμεν ὅτι τὰ ἐνόντα μέσα δὲν ἐπαρκοῦσι, νὰ λάβωμεν ὅσα ἡ σπουδαιότης τῆς ἀνάγκης ἐπιβάλλει. Τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ὡς προϋπελογίσθησαν, ὑπερτεροῦσι τῶν τῆς τοῦ 1883 κατὰ 12,516,000, ἰδοὺ δὲ ἀνάλυσις τῶν διαφορῶν. Ἐξ ἐγγείων φόρων ὑπολογίζεται αὔξησις 500,000 δραχμῶν, διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶχε προϋπολογισθῆ κάτω τοῦ πραγματικοῦ. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου θὰ ἔχωμεν αὔξησιν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο 1,500,000 δραχμῶν, διότι τὰ ἐν τῷ παρόντι ἔτει ἀναγεγραμμένα ἀνταποκρίνονται πρὸς ἔτη ἀφορίας, ἐνῷ τὸ ἐπιὸν ἔτος εἶναι ἔτος εὐφορίας, καὶ τοῦτο πάντοτε λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Ἐκ τῶν φόρων τῆς σταφίδος 270,000 δραχμῶν, διότι ὑπολογίζομεν ἐπὶ παραγωγῆς 260,000,000, μὴ περιλαμβανομένης τῆς Ἑπτανήσου. Τῆς Ἑπτανήσου ἡ παραγωγὴ ὑπάγεται εἰς ἕτερον ἄρθρον. Ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 50,000, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ ἐν τῇ προπαρασκευῇ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἐξάγεται ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἐν τῷ Κράτει εἶναι 4,500,000· ὑπολογίζοντες ἄρα τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ 4,000,000, ἔχομεν 50,000 αὔξησιν. Ἀφαιροῦμεν 58,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐξαγομένου οἴνου, διότι συνάμα μετὰ τοῦ ἐπιβληθέντος φόρου τῆς καταναλώσεως ἠλαττώθη ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου ἀπὸ 2 λεπτῶν εἰς 1 λεπτόν. Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὡς ἐκ τῆς νέας ἐκτιμήσεως, ἥτις ἐγένετο σήμερον, θέλει φέρει αὔξησιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους κατὰ 200,000 δραχμῶν, ἐπίσης καὶ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν θέλει ἐκτιμηθῆ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος· εἶναι δὲ γνωστὸν πόσον τὰ ἐνοίκια ὑπερετιμήθησαν, ἑπομένως ἡ ἐκτίμησις τοῦ φόρου τούτου θέλει εἶσθαι πολὺ ἀνωτέρα ἢ κατὰ τὸ παρελθόν, ἡ δὲ αὔξησις ὑπολογίζεται εἰς 600,000 δραχμῶν. Ὡς πρὸς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη πρὸ ὀλίγου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑπομνήσω ὅτι, καί τοι ἐτησίως σημειοῦνται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς προσαυξήσεις σπουδαῖαι, οὐχ ἧττον καὶ τὰ οὕτω σημειούμενα ποσὰ ὑπολείπονται τῶν πραγματικῶν· ἤδη δὲν σημειοῦμεν τὴν αὐτὴν προσαύξησιν ὅση ἐσημειώθη τὸ ἔτος 1883, ἀλλὰ σημειοῦμεν 700,000. Ἐνῷ ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, τὸν ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, ἐσημειώθη αὔξησις 1,500,000 δραχμῶν, ὡς πρὸς τὴν ἐκ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου πρόσοδον θέλει σημειωθῆ ἐλάττωσις 900,000 δραχμῶν, διότι τὸ ἔτος τῆς εὐφορίας ἐνταῦθα εἶναι ἔτος ἀφορίας, ἐκεῖ οὐχὶ ἐν τῇ φύσει ἀλλ’ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ, διότι ἐκεῖ εἰσπράττεται ὁ φόρος ἓν ἔτος βραδύτερον. Ὁ φόρος τοῦ 1884 θέλει εἰσπραχθῆ ἐπὶ τῆς προσόδου τοῦ 1883. Εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου θέλουσιν ἐπενεχθῆ τροποποιήσεις, ἐξ ὧν προσδοκᾶται αὔξησις δραχμῶν 560,000. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου «διάφορα δικαιώματα» ἔχομεν αὔξησιν 85,000. Ἡ αὔξησις τῶν δικαιωμάτων τούτων ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς νέους φόρους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, οἵτινες ἐπάγονται πειθαρχικὰ πρόστιμα, καὶ πρὸς ἄλλας τινὰς εἰσπράξεις. Ἐκ τῶν προξενικῶν ἔχομεν αὔξησιν 50,000 δραχμῶν, διότι τοῦτο μαρτυροῦσιν αἱ πραγματοποιηθεῖσαι εἰσπράξεις ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου. «Δικαιώματα καταναλώσεως καπνοῦ». Ἐνταῦθα ἔχομεν τὴν σπουδαιοτάτην τῶν αὐξήσεων, διότι ἔπρεπε νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία συνεκέντρωσε. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οὐδεμίαν εἴχομεν πληροφορίαν καὶ ἐστηριζόμεθα ἐπὶ εἰκασιῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ εἰκασίαι δὲν ἠδύναντο νὰ ὦσι τὸ πόρισμα δεδομένων θετικῶν. Ἐμανθάνομεν, ὅτι ὑπῆρχον διαμερίσματα ἐν Εὐρώπῃ, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ κατὰ ψυχὴν ἀνήρχετο εἰς δύω ὀκάδας καὶ ἡμίσειαν, ἐνῷ εἰς ἕτερα διαμερίσματα δὲν ἔφθανεν οὐδὲ εἰς τὸ τρίτον τῆς ὀκᾶς· δὲν εἴχομεν λοιπὸν μέσον ὅρον, ἵνα ὑπολογίσωμεν τὴν κατὰ ψυχὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, συγχρόνως δὲ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας οὐδὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν. Ἤδη ἡ ὑπηρεσία συνέλεξε πάσας τὰς πληροφορίας, ὅσαι ἦτο δυνατὸν νὰ χορηγηθῶσιν εἰς αὐτήν· ἐπληροφορήθη καθ’ ἕκαστον τόπον πόσα ὑπῆρχον κοπτήρια, τίνες εἶχον αὐτὰ καὶ πόσος καπνὸς βεβαιοῦται παρὰ τῶν Ἀρχῶν ὅτι ἐκόπτετο. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων συνάγεται, ὅτι ἐκόπησαν τὸ παρελθὸν ἔτος 4,500,000 ὀκάδες καπνοῦ. Δὲν περιλαμβάνει τὸ ποσὸν τοῦτο τὴν παραγωγήν, τὴν μὴ διελθοῦσαν διὰ τοῦ κοπτηρίου. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπολογίζομεν, ὅτι 1,500,000 ἐξήχθη τοῦ Κράτους, τὰ δὲ 3,000,000 κατηναλώθησαν ἐντὸς τοῦ Κράτους. Αὗται εἶνε αἱ βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίξαμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ποσὸν τὸ ἐξαγόμενον, ὀφείλομεν νὰ ὑπολογίσωμεν μόνον τὸ τέλος τῶν 50 λεπτῶν τῆς κοπῆς, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου ὀφείλομεν νὰ ὑπολογίσωμεν ὁλόκληρον, ἤτοι τὰς 3,50, ἀφαιροῦντες μόνον ποσόν τι, τὸ ὁποῖον θέλει διαφύγει τὴν φορολογίαν καὶ τὸ ὁποῖον ὑπολογίζομεν εἰς 500,000 ὀκάδας. Οὕτω ὑπολογίσαντες ἐφθάσαμεν εἰς αὔξησιν 5,700,000 δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὅμως ἔχομεν καὶ τὰς δαπάνας διὰ τὴν κοπὴν καὶ συσκευὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Ἂν τοὺς αὐτοὺς ὑπολογισμοὺς ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὴν ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου πρόσοδον, θέλομεν φθάσει εἰς ἔσοδον λίαν σπουδαῖον, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε διὰ τὸ ἔτος 1884 νὰ καταλογίσωμεν ὡς μέλλον νὰ διαφύγῃ τὴν φορολογίαν ποσὸν μεγαλείτερον ἢ ἐν τῷ φόρῳ τοῦ καπνοῦ· διότι ἡ τοῦ σιγαροχάρτου προμήθεια παρ’ ἰδιωτῶν, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, εἶνε πολὺ εὐκολωτέρα τῆς προμηθείας τοῦ καπνοῦ, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομεν τὴν αὔξησιν εἰς 1,500,000. Διὰ δικαιώματα εἰσιτηρίων ὑπολογίζομεν 50,000 αὔξησιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος. Ἐκ τῆς νοσμισματοποιήσεως ὑπολογίζομεν ἐλάττωσιν 190,000 δραχμῶν, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν προτιθέμεθα νὰ προβῶμεν εἰς κοπὴν νομίσματος. Ἐκ τῶν ταχυδρομείων ἐλάττωσιν 200,000, διότι τοῦτο μαρτυροῦσι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος. Ἐκ τῶν μεταλλείων αὔξησιν 11,000, ἐκ τῶν θερμῶν ὑδάτων 8,000, ἐκ τῶν ἁλυκῶν 300,000, ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων 7,500, ἐκ τῶν δασῶν 134,000, ἐξ ἐλαιώνων τοῦ Δημοσίου 2,000, ἐξ ἀμπελώνων ἐλάττωσιν 8,000, ἐκ περιβολίων περιελάβομεν αὔξησιν 13,000, ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν πάλιν κατὰ 10,600 τὰ τῶν κτημάτων Ῥοὺφ καὶ τοῦ ἱπποφορβίου Τίρυνθος· ἐξ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων αὔξησιν 397,540· ἐκ τυχηρῶν 36,000· ἐκ τῶν πορθμείων ἐλάττωσιν 10,000, ἐκ δανείων 49,000, ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων αὔξησιν 555,000, ὡς ἐκκαθαριζομένης τῆς δοσοληψίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργείου· ἐκ κρατήσεων λόγῳ συντάξεων αὔξησιν 40,080, διότι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων προϋπολογίζονται εἰς νέας δραχμάς. Ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ἐλάττωσιν 126,000, διότι ἐξεποιήθησαν, ἀπόληψις προκαταβολῶν δι’ ἐκλογικὰ εἴδη ἐπὶ ἔλλατον 369,000, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη δαπάνη, καὶ ἑπομένως οὐδὲ πρόσοδος. Καταβολαὶ κληρικῶν ἐλάττωσις 35,000. Ἐκκλησιαστικὰ εἰσοδήματα 19,000 αὔξησις καὶ 34,000 ἐλάττωσις. Ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων αὔξησις 1,290,000 δραχ. ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ψηφισθέντος καὶ οὗ τινος ἡ ἔλλειψις πρότερον ὑπηγόρευσε τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1882 ὁμοίου ποσοῦ. Εἴπομεν, ὅτι ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἔχομεν περίσσευμα 397,981 δραχ. ἀλλ’ εἰς τὰ ἔσοδα ταῦτα, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφαιρέσαντες τὰ ἔξοδα εὕρομεν τὸ περίσσευμα, θέλουν προστεθῆ καὶ ποσὰ ἕτερα. Θέλομεν φέρει νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν φορολογικά, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλπίζομεν προσόδους ἱκανῶς σπουδαίας· δὲν ἀνεγράψαμεν ὅμως αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν εὐρύτης πλήρης, ὅτι ἔπρεπε νὰ μελετηθῶσι τὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἐν τοιαύτῃ ἀνέσει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε θεωρήσει αὕτη, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν εἰμὴ μόνον περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, νὰ μὴ διστάσῃ ἕνεκα τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντων ἐσόδων καὶ τῆς ἐκ τούτου διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου. Δὲν ἀνεγράψαμεν αὐτὰς προσέτι, καίτοι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι θὰ πορισθῶμεν ἐξ αὐτῶν κατὰ τὸ 1884 σπουδαίαν πρόσοδον, διότι δυνατόν τινες ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν τῶν ἐσόδων νὰ ἀποδειχθῶσι μὴ ἀκριβεῖς καὶ νὰ ὑπολειφθῶμεν κατά τι τῶν προϋπολογισθέντων· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει οἱ νέοι φόροι ἢ μᾶλλον τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλομεν ψηφίσει, θέλουσιν ἀναπληρώσει τὸ ἐλλεῖπον. Λέγω δὲ φορολογικὰ νομοσχέδια καὶ οὐχὶ νέους φόρους, διότι ὑπολογίζω, ὅτι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν δὲν θέλουσι φέρει ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ μᾶλλον αὔξησιν τῶν προσόδων διὰ τῆς καταλληλοτέρας τοῦ φόρου διαῤῥυθμίσεως. Πλὴν δὲ τῶν φορολογικῶν μέτρων θέλομεν φέρει καὶ μέτρα ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρεστέραν εἴσπραξιν, διότι εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ἡ φορολογικὴ νομοθεσία, ἂν δὲν συμπληροῦται καὶ ὑπὸ νομοθεσίας καταλλήλου περὶ εἰσπράξεως. Τοῦτο βλέπομεν ἐν πολλοῖς τῶν φόρων καὶ ἐν τῇ διαφορᾷ μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, ἣν καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνεγνωρίσαμεν ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τῆς χρήσεως τοῦ 1882, καὶ ἥτις καθιστᾷ κατάδηλον, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν χρήζει ἀναθεωρήσεως ὡς πρὸς τὰ τῆς εἰσπράξεως. Θέλομεν ἄρα ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ εἰσπράξεων τῶν ταμείων, ἐπίσης δὲ καὶ περὶ εἰσπράξεων τῶν τελωνείων, διότι αἱ δύω αὗται ὑπηρεσίαι, καταλληλότερον ὀργανούμεναι, θέλουσι δυνηθῆ ν’ ἀσφαλίσωσι πληρέστερον τὰς εἰσπράξεις. Τὰ φορολογικὰ μέτρα, ἅτινα θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορῶσι πρῶτον εἰς τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον. Τὸ δασμολόγιον τοῦτο ἀφότου κατὰ τὸ 1867 ἐψηφίσθη, καὶ πολλὰς ὑπέστη μεταβολὰς δι’ ἀλλεπαλλήλων αὐξήσεων καὶ κατέστη ἄλλως ἀκατάλληλον κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ἐκτιμήσεων καὶ τῶν κατατάξεων, αἵτινες σήμερον ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν τιμῶν καὶ πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐμπορίου. Συνετάχθη τὸ δασμολόγιον ἐκεῖνο ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων ἰδεῶν. Σήμερον ἡ ἰδέα τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ δασμολογίου ἐγένετο παραδεκτὴ καὶ ἐνταῦθα, ὅπως τότε εἶχεν ἀρχίσει γενομένη παραδεκτὴ καὶ εἰς ἕτερα Κράτη. Ἐπίσης ἐνταῦθα ἐγένετο ἔκτοτε παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ τῆς σπουδαίας τοὐλάχιστον ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν πρώτων ὑλῶν τῆς βιομηχανίας καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης τροφῆς τοῦ λαοῦ, συνδυαζομένης τῆς καταργήσεως ἢ τῆς ἐλαττώσεως μετὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δασμῶν τῶν ἐπιβαρυνόντων τὰς εὐπορωτέρας τάξεις. Μακραὶ ἐγένοντο συζητήσεις περὶ συστήματος φορολογίας, φορολογοῦντος ἀναλόγως τοῦ πλούτου τὰς εὐπορωτέρας τάξεις, καὶ αἱ συζητήσεις ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, ὅπως καὶ ἐν ἄλλοις ἄλλων ἐθνῶν, ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἶνε εὔκολος ἡ φορολογία τῶν πλουσιωτέρων, καὶ καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παραλείπωμεν τὴν παρουσιαζομένην εὐκαιρίαν, ἵνα τὴν ἀνισότητα ταύτην, τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, ὅπως καὶ ἐν τῇ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἐλαττῶμεν κατὰ τὸ ἐφικτόν. Ὑπὸ τὸ κράτος λοιπὸν τῶν δύω τούτων ἰδεῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς ἁπλοποιήσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἐλαττώσεως ἢ καταργήσεως τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν πρώτων ὑλῶν τῆς βιομηχανίας καὶ ἐπὶ τῆς τροφῆς τοῦ λαοῦ, τῆς αὐξήσεως δὲ τῶν τελῶν τῶν βαρυνόντων τὰς εὐπορωτέρας τάξεις, ἀνεθεωρήθη τὸ δασμολόγιον, καὶ τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας ταύτης θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν. Ὡσαύτως θέλει ὑποβληθῆ καὶ νομοσχέδιον περιέχον ἀναχωνευμένους πάντας τοὺς μέχρι τοῦδε ψηφισθέντας νόμους περὶ χαρτοσήμου. Ἐν τῇ ἀναθεωρήσει ταύτῃ ἐλήφθη πρόνοια καὶ περὶ διαῤῥυθμίσεως καταλληλοτέρας τοῦ φόρου· οὕτω π. χ. ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῆς φορολογίας, εἰς ἣν δὲν ἀπέβλεπεν ὁ νομοθέτης, διότι ἡ διαβάθμισις τοῦ φόρου, ἐνῷ ἐγένετο πρότερον ἐπὶ κλίμακος παλαιῶν δραχμῶν, γίνεται ἤδη ἐπὶ κλίμακος νέων δραχμῶν. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐν τῷ νόμῳ περὶ χαρτοσήμου, κοινῶς ἀνεγνωρισμένα ὡς διορθωτέα, οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ τέλους, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῆς μὴ πληρωμῆς, διότι ἡ ἔλλειψις τοιούτων συνεπειῶν καθιστᾷ ἐνίοτε τὰς περὶ τοῦ τέλους διατάξεις ἀσκόπους. Ὅσον καὶ ἂν ἐργασθῶμεν πρὸς βελτίωσιν τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πλήρη καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου. Ὅταν βλέπωμεν Κράτη μεγάλα καὶ ἄριστα ὀργανωμένα, ὅταν βλέπωμεν τὴν Γαλλίαν, τῆς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἴσως ἡ ἐντελέστερον πασῶν κατηρτισμένη, μὴ δυναμένην νὰ παρεμποδίσῃ τὰ λαθρεμπόρια καὶ ἀναγκαζομένην νὰ ἔχῃ τριπλῆν τελωνειακὴν γραμμὴν καὶ νὰ ποιῆται παραχωρήσεις ἐντὸς ἑκάστης Τελωνιακῆς ζώνης, ὡς γινώσκουσα ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τῆς τελωνειακῆς ζώνης ἐφαρμοσθῇ πλῆρες τὸ τέλος, θέλει ἐξουδετερωθῇ διὰ τοῦ λαθρεμπορίου, ὅταν βλέπωμεν τὴν Γαλλίαν ἀναγνωρίζουσαν οὕτω τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς, ὅπως καταστείλῃ τὸ λαθρεμπόριον, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι, ἐνῷ πρέπει νὰ πράξωμεν ὅ,τι δυνάμεθα ἵνα περιστείλωμεν αὐτὸ διὰ τῆς προφυλάξεως καὶ τῆς τιμωρίας, πρέπει ταὐτοχρόνως καὶ διὰ μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς τοῦ τέλους, ὁσάκις τοῦτο εἶνε εὐχερὲς, νὰ ἐξασφαλίσωμεν κατὰ τῆς λαθρεμπορίας τὴν πρόσοδον τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν ὡς πρὸς τρία ἰδίως τέλη: τὰ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, τὰ ἐπὶ τῶν φωσφόρων καὶ τὰ ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων. Ὅταν ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, ἀποκτῶμεν τὴν διπλῆν τελωνειακὴν γραμμὴν ὑπὸ ἄλλον τύπον· διότι δὲν θὰ ἀρκῇ εἰς τὸν λαθρέμπορον νὰ εἰσάγῃ τὸ ἐμπόρευμα διὰ τῆς γραμμῆς τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ πρέπει νὰ δυνηθῇ νὰ τὸ καταναλώσῃ, ἐν τούτῳ δὲ θὰ ἔρχηται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ μονοπώλιον, καὶ μόνον ἂν δυνηθῇ καὶ ἀπέναντι τοῦ μονοπωλίου νὰ λαθρευμπορευθῇ, θέλει ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς δαπάνας, ἃς ὑπέστη εἰς παραβίασιν τοῦ τελωνειακοῦ νόμου. Φαίνεται πιθανώτατον ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου θέλει δυνηθῆ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ σχεδὸν πᾶσαν τὴν ἐκ τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ πετρελαίου πρόσοδον· ἀλλὰ πλὴν τούτου θέλει δυνηθῆ νὰ ὠφεληθῇ κατά τι καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται ἤδη τὸ πετρέλαιον, πρὸς τὴν τιμὴν, εἰς ἣν θέλει προμηθευθῆ αὐτὸ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ὡς μέγας ἀγοραστὴς θέλει ἀποκτᾷ αὐτὸ ἐπὶ ὅροις εὐνουστέροις ἐκείνων ὑφ’ οὓς ἀγοράζουσιν αὐτὸ οἱ νῦν ἐμπορευόμενοι τὸ εἶδος. Τὰ τῶν φωσφόρων ὑπήχθησαν εἰς τὸ μονοπώλιον ἐν Γαλλίᾳ· καὶ ἐκεῖ κατ’ ἀρχὰς ἐθεωρήθη ἀποτυχὸν τὸ μέτρον, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ πεῖρα ἡ ἐπιτευχθεῖσα ἐν Γαλλίᾳ δεικνύει τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἐκ τῆς προσόδου ταύτης ἐν Ἑλλάδι, ὅτε ἀποφεύγομεν ἐκεῖνα ἀκριβῶς τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα κατεδείχθησαν ὡς ἀφορμὴ τῶν παραπόνων ἐκεῖ. Ὅταν τὸ μονοπώλιον δὲν ἐκμισθωθῇ, ὡς ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ διαχειρισθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅταν κανονισθῶσι τὰ κατ’ αὐτὸ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Γαλλία, ἀναγνωρίσασα ἤδη, προσπαθεῖ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ μονοπωλίου τούτου, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ καὶ ἐνταῦθα ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμὸν νὰ εἰσπράξωμεν ὅ,τι εἰσπράττει καὶ ἡ Γαλλία. Ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμὸν θέλομεν ἄρα εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἐκ δὲ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ἐλπίζομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐπὶ πλέον τῶν νῦν εἰσπραττομένων 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐπὶ δὲ τῶν παιγνιοχάρτων διὰ μονοπωλίου, διαχειριζομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐλπίζομεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν ἐπὶ πλέον τῶν νῦν εἰσπραττομένων 500,000 δραχμῶν. Σήμερον πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ φόρου, τινὲς λέγουσιν ὁλόκληρος ὁ φόρος τῶν παιγνιοχάρτων, διαφεύγει τὴν φορολογίαν· ἀλλὰ καίτοι πάντες οἱ ἐξετάζοντες τὰ τῶν παιγνιοχάρτων μαρτυροῦσιν, ὅτι οὐδαμοῦ σχεδὸν φαίνονται παιγνιόχαρτα πληρώσαντα τὸ τέλος, οὐχ ἧττο τὸ Δημόσιον εἰσπράττει 100 χιλιάδας ἐτησίως. Ὅταν εἰσπράττωμεν 100 χιλιάδας, ἐνῷ διαφεύγει τὴν φορολογίαν τὸ πλεῖστον τοῦ φόρου, βεβαίως, ἂν δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς φορολογίας διὰ τρόπου καταλληλοτέρου καὶ συνδυάσωμεν πρὸς αὐτὴν καὶ τὸ κέρδος τοῦ ἐμπόρου, εἶναι ἐλπιζόμενον, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει τὸ ποσὸν τῶν πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Συνδέεται πρὸς τὰ τῆς φορολογίας καὶ ἕτερος Νόμος καθ’ ἑαυτὸν μὴ φορολογικὸς, ὁ Νόμος περὶ δασῶν. Ἀνεθεωρήθη κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν Συνόδων καὶ τὸ περὶ αὐτῶν προϋποβεβλημένον Νομοσχέδιον καὶ θέλει ὑποβληθῆ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν μεταῤῥυθμισθὲν κατά τι καὶ συντμηθὲν ὅσον τὸ δυνατὸν, διότι παρετηρήθη, ὅτι ἡ μεγάλη αὐτοῦ ἔκτασις ἦτο πρόσκομμα εἰς τὴν ψήφισιν. Πρέπει δὲ νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλει ψηφισθῆ ὁ Νόμος οὗτος, διότι εἶναι ἀναγκαῖος οὐχὶ ὡς Νόμος προσόδων, ἀλλ’ ὡς Νόμος σωτηρίας διὰ τὴν Γεωργίαν. Ἐπίσης οὐχὶ ὡς Νόμον φορολογικὸν, παρεσκευάσαμεν ἕτερον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ φορολογικὰς συνεπείας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, τὴν κατάργησιν τῆς τελωνειακῆς γραμμῆς τῆς ξηρᾶς. Ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ μεγάλα πλήθη τῶν ποιμνίων, τὰ ὁποῖα μετεφέροντο κατ’ ἔτος ἀπὸ τῶν γειτνιακῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἀλβανίας εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἔπαυσαν πλέον μεταφερόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καί τοι πᾶσα εὐκολία τελωνειακὴ ἐδόθη εἰς τοὺς εἰσάγοντας ἐπὶ προθέσει ἐπανόδου εἰς τὰ ἴδια μετὰ τὴν παραχείμασιν. Αἱ εὐκολίαι αὗται δὲν ἤρκεσαν, ἵνα μεταπείσωσι τοὺς ποιμένας ὡς πρὸς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον φαίνονται λαβόντες οὗτοι τοῦ ν’ ἀπόσχωσιν ἀπὸ τῆς παραχειμάσεως ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χώρᾳ. Ἐκ τούτου ζημία μεγίστη ἐπέρχεται ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις· ἐπέρχεται ζημία εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἵτινες ἤδη, ὅτε ἀποχωρεῖ ἐκεῖθεν, ὡς μὴ ὤφειλε, πολὺς πληθυσμὸς ἀλλόθρησκος, ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ πληθυσμοῦ ἐκείνου, καὶ ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος ἤθελεν ἀντικατασταθῆ ταχύτατα ὑπὸ τῶν εἰσερχομένων μετὰ τῶν ποιμνίων, ἂν ἡ εἴσοδος ἦτον ἐλευθέρα. Προσέτι ἡ ἐπιμιξία τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν γειτνιακῶν ἐπαρχιῶν ἔχει ἐθνικὴν σημασίαν, ἥτις οὐδένα λανθάνει· καὶ ὅτε πρὸ τῆς ἑνώσεως ἡ ἐπιμιξία αὕτη τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἀλβανίαν ὑπῆρχε πλήρης, ἔπαυσε δὲ ὑπάρχουσα μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ λάβωμεν πᾶν μέτρον, ὥστε ἡ ἕνωσις νὰ μὴ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς (εὖγε, πολὺ καλά). Ταῦτα δὲ ἠθέλομεν ἐπιδιώξει, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσωμεν σπουδαίως ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου· καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ἐμελετήθη τὸ μέτρον, δὲν ἐμελετήθη ὡς μέτρον αὐξήσεως προσόδων, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς μέτρον θυσίας τοῦ Κράτους καὶ ὡς ἐθνικὴ ὑποχρέωσις πρὸς τὰς ἑνωθείσας ἐπαρχίας καὶ πρὸς τὰς μὴ ἑνωθείσας ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἡ στατιστικὴ μελέτη τοῦ ζητήματος ἀπέδειξεν ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ φόρου θέλει φέρει καὶ αὔξησιν προσόδων. Αἱ ληφθεῖσαι πληροφορίαι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν, ἅτινα εἰσήρχοντο εἰς τὸ Κράτος πρὸς παραχείμασιν πρὸ τῆς ἑνώσεως, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις ἔρχεται σήμερον, ἀποδεικνύει ὅτι, ἐὰν, καταργουμένης τῆς γραμμῆς, ἐξακολουθῶσιν εἰσερχόμενα τὰ ποίμνια, τὰ ὁποῖα πρὸ τῆς ἑνώσεως εἰσήρχοντο εἰς τὸ Κράτος, θέλομεν ἔχει ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν λειβαδίων—ἵνα μὴ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐμμέσων ἀπολαυῶν τοῦ Δημοσίου—θέλομεν ἔχει αὔξησιν προσόδου ἱκανῶς σπουδαίαν. Αὗται πᾶσαι αἱ πρόσοδοι, ὡς εἶπον, ἀνέρχονται, ὡς βλέπετε, εἰς ποσὸν ἱκανόν· ἀλλὰ τοῦ ποσοῦ τούτο οὐδεμία μνεία γίνεται ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων τοῦ 1884. Καὶ ἂν αὗται οὐδόλως πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τοῦ 1884, πάλιν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐὰν εἶναι ἀκριβὴς αἱ σκέψεις αἱ ὑπαγορεύσασαι τὴν ἐκτίμησιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, πάλιν, λέγω, ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει διατελεῖ ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα μέρος σπουδαῖον τῶν φόρων τούτων θέλει πραγματοποιηθῆ καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1884, καὶ τοιουτοτρόπως, ἐὰν ἐλανθάσθημεν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, ἔχομεν τὴν ἀναπλήρωσιν· ἀλλ’ ὅπως δήποτε εἰς τὸν σταθερὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τὴν πρόσθετον ταύτην πρόσοδον καὶ αὕτη θέλει καταστήσει ἐφικτὴν τὴν συμπλήρωσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα σήμερον στηρίζομεν ἐπὶ τὰς αὐξηθείσας προσόδους. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σήμερον λαμβάνομεν, εἶναι βεβαίως μέτρα σπουδαῖα, εἶναι μέτρα ἀναγγελθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ταῦτα τὰ μέτρα ἐδικαιολόγησαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν πρόσθετον φορολογίαν. Καὶ ἤδη διὰ τῶν προτάσεων ἡμῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐρχόμεθα, δικαιολογοῦντες ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἀποδεικνύοντες, ὅτι ἐσπουδαιολογοῦμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἡ δὲ Βουλὴ εὑρίσκει ἐν τοῖς νῦν προτεινομένοις τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῆς, ὅτι ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὅτε πέρυσιν ἐζητοῦμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, ἐλέγομεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη εἶναι ἀναγκαία πρὸς σωτηρίαν τοῦ παρόντος, ὅτι ἄνευ τῆς ἐπιβαρύνσεως ταύτης δὲν ἐδύναντο νὰ ληφθῶσι μέτρα, τῶν ὁποίων ἡ ἔλλειψις ἤθελε φέρει εἰς τὴν καταστροφὴν, καὶ πρώτιστον τῶν μέτρων τούτων ἀνεφέρομεν τότε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἴπομεν τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἂν θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προετείνομεν ἀπολύτως καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, βεβαίως πρέπει νὰ καταψηφίσῃ αὐτά. Εἴπομεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ, οἱ προτείναντες τοὺς φόρους ἐκείνους, ἐπολεμήσαμεν αὐτοὺς ἄλλοτε, ἐπολεμήσαμεν αὐτοὺς, ὅτε ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη δὲν τοὺς ἐπέβαλεν· ἀλλ’ ἐθεωροῦμεν τὴν ἀνάγκην τοσοῦτον ἀναπόδραστον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὥστε καὶ φόρους, ἀποκρουομένους ἴσως τινὰς ἐξ αὐτῶν καὶ θεωρητικῶς, ἔπρεπε νὰ δοκιμάσωμεν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς θέσεως, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρομεν εἰς ποῖον ὄλεθρον ἠδύνατο νὰ μᾶς φέρῃ, καὶ εὐθὺς κατόπιν τῆς λήξεως τῆς Συνόδου εἴδομεν τὰς συνεπείας τῆς ἀνάγκης ἐκείνης. Ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ συνεζητοῦμεν, ἡ ἀνάγκη τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑφίστατο ἔκτοτε, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοσοῦτο κατάδηλος, ὅσον ἐγένετο μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου. Ὀλίγον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἤρξατο ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου προβαίνουσα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἔλαβε τὰς μᾶλλον ἐπιφόβους διαστάσεις. Οἱ εἰς τὰ τῆς χρηματικῆς κινήσεως καταγινόμενοι ἦλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν παριστῶντες, ὅτι ἔφθασεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἰς 19%, καὶ ὅτι, ἂν δὲν προελαμβάνομεν νὰ παρεμβῶμεν κυβερνητικῶς ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν, θὰ ἔφθανεν εἰς 25 καὶ 30%. Ἐξητάσαμεν τότε ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν προσωρινόν τι μέτρον, καὶ ἤλθομεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τοιούτων μέτρων καὶ ἐπείσθημεν ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, ὅτι πᾶν μέτρον μὴ ῥιζικὸν ἀντὶ ὠφελείας ἤθελε φέρει βλάβην, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν ἵνα προβῶμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ ῥιζικοῦ μέτρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφεώρα ἡ Βουλὴ, ὅτε ἐψήφιζε τοὺς φόρους. Ἡ Βουλὴ δὲν ὥριζε χρόνον ῥητὸν πρὸς τοῦτο· ἐνόει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐντὸς βραχέος, ἀλλὰ βεβαίως ἐνόει ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ πρὶν ἢ ἐπέλθωσιν αἱ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου χρηματικαὶ καταστροφαί· διότι, ἐὰν ἐπετρέπομεν ὅπως ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος ὑπερβῇ ὅριόν τι, ἦτον ἀδύνατον πλέον νὰ σταματήσῃ εἰς ὅριον, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὰ ἔσχατα. Ἠξεύρομεν ποῖα εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος, ὅταν ἅπαξ ἐξέλθῃ τῶν φυσικῶν ὁρίων, ἠξεύρομεν ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰ πρῶτα στάδια ὑπολογίζονται αἱ ὑποτιμήσεις κατὰ 1 καὶ 2% ἀλληλοδιαδόχως, ὅταν ὑπερβῇ ὡρισμένον σημεῖον, αἱ βαθμίδες τῆς κλίμακος ἀπέχουσιν ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ 10, κατὰ 20, κατὰ 30, κατὰ 50, καὶ κατὰ 100%. Εἴχομεν λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ παρεμβῶμεν εὐθὺς, ἵνα προλάβωμεν τὴν τοιαύτην κατάστασιν, καὶ πειθόμεθα ὅτι, ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸ θάῤῥος ἵνα παρεμβῶμεν πρὸς λῆψιν ῥιζικοῦ μέτρου, ἠθέλομεν ἐπιπροσθέσει εἰς τὸ κακὸν διὰ τῆς ἀναβολῆς. Καὶ τῷ ὄντι, εὐθὺς ὡς διεκοινώθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ διαπραγματευθῇ περὶ δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ὅτε ἐδήλωσε πρὸς πάντα ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ἐν τοῖς πρώτοις κατὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον θέλει ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴδομεν αὐθωρεὶ τὸ κακὸν ἀναχαιτισθὲν, καὶ ἤρξατο ἔκτοτε ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος ἐλαττουμένη, ἐνῷ καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα πρότερον εἴχομεν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος κατὰ 1 ἢ 2%, καὶ τοιουτοτρόπως ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρισκόμεθα. Τινὲς φρονοῦσιν ἐνώπιον τῆς ἀγαθῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ἡ τότε ληφθεῖσα ἀπόφασις, ὅτι αἱ ἄνευ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ἡ κατάστασις δὲν ἦτο πολλῷ χείρων, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διήλθομεν τὴν ἐποχὴν τὴν εὔνουν εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὴν ἐποχὴν τῆς πωλήσεως τῆς σταφίδος, καὶ δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τῆς πωλήσεως τῆς σταφίδος οὐδεμία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὑπερτίμησις· καὶ σήμερον ἡ πώλησις τῆς σταφίδος δὲν ἤθελεν ἀρκέσει, ἵνα ἐπιφέρῃ ἀποτελέσματα, ἐὰν δὲν ἐβοηθεῖτο ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἤδη παρῆλθε καὶ ἡ περίοδος αὕτη τῆς πωλήσεως τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἐπιδράσεως αὐτῆς ἐπὶ τὴν τιμήν τοῦ νομίσματος καὶ ἤδη, ἐὰν δὲν εἴχομεν λάβει μέτρον ριζικὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ εἰς ποῖον σημεῖον ἤθελε φέρει τὴν πολιτείαν ἐν γένει, βεβαίως ὅμως τὸ ἐμπόριον ἤθελε φέρει εἰς καταστροφάς. Ἵνα ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἴχομεν ἀνάγκην δανείου 72 ἑκατομμυρίων· περὶ τοιούτου δανείου διεπραγματεύθημεν, αἱ διαπραγματεύσεις δὲ ἡμῶν ἀπέδειξαν, ὅτι δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτό. Ἐπροχώρησαν δὲ ἐφ’ ἱκανὸν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως. Τοιαύτη σύμβασις εἰσέτι δὲν συνωμολογήθη· ἐλπίζω ὅμως, ὅτι προσεχῶς θέλω δυνηθῆ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν ὅμως τῆς συμβάσεως θέλουσιν ἐπιβληθῆ εἰς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις περὶ δαπανῶν πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, καὶ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ ποῦ τότε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου θὰ ὑπολογισθῶσί τινα βεβαίως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους καὶ ἄλλα ἀπὸ τῶν μέσων ἢ πρὸς τὸ τέλος αὐτοῦ; Ὅταν ἐξετάσητε τὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλετε ἴδει, ὅτι περιλαμβάνουσι δαπάνας, αἵτινες, ὡς ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ δανείου, θέλουσιν ἐκλείψει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δαπάνας διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος πρὸς πληρωμὴν τόκων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ 2,500,000, καὶ ἄλλας, αἱ ὁποῖαι σχεδὸν ἰσοφαρίζουσι πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀπαιτηθῆ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λάβωμεν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῇ συζητήσει αὐτοῦ, διότι ψηφίζομεν ἐν αὐτῷ ὑπὸ ἄλλον τύπον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπαιτηθῆ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, ὅταν τὸ δάνειον τοῦτο ψηφισθῇ. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο, ὡς εἶπον, τὸ κυριώτερον ἀντίστοιχον τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πέρυσιν ὑπεβάλομεν· ἀλλὰ πλὴν τούτου ἀνέφερον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, πρὶν ἢ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν φόρων, καὶ τὰς ἄλλας ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας οὗτοι ἤθελον ἀνταποκριθῆ Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ταχίστη πρόνοια περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς μέτρον ἐπιβαλλόμενον καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι τὸ Κράτος καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ Κράτους, διότι οἱ ὑπάλληλοι μισθοδοτούμενοι, ὡς μισθοδοτοῦνται, πρέπει νὰ ἐμφορῶνται ἄκρας αὐταπαρνήσεως ἵνα δύνωνται νὰ προσφέρωσιν εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τοῦτο ἀπεκδέχεται παρ’ αὐτῶν· καὶ ἐν τούτοις ἀγγογύστως οἱ ὑπάλληλοι προσφέρουσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰς προσφέρουσι πολλάκις ἄριστα. Ὅταν γίνεται λόγος ἐνίοτε περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων Κρατῶν, πρέπει πάντοτε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν τῶν ἀπολαυῶν τῶν ἡμετέρων ὑπαλλήλων, οὐχὶ ἀπολαυῶν πολυτελείας καὶ ἀνέσεως, ἀλλ’ ἀπολαυῶν μὴ ἀνταποκρινομένων οὐδ’ εἰς αὐτὰς τὰς πρώτας ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν τὴν ὑπαλληλίαν, τὴν οὕτω γλίσχρως πληρωνουμένην, δυναμένην νὰ εἰσπράττῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους 60 ἑκατομ. ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο εἶνε λίαν κολακευτικὸν διὰ τὸ Κράτος, καὶ εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν ξένων, οἵτινες ὁμιλοῦσιν εἰρωνικῶς περὶ τοῦ Κράτους ἡμῶν, παραβάλλοντες τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν Κρατῶν ἄλλων, δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα, ὁποία θὰ ἦτον ἡ κατάστασις τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἐὰν τοιαύτη ἦτον ἡ μισθοδοσία τῶν δημοσίων αὐτοῦ ὑπηρετῶν; Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο προβαίνομεν διὰ τὴν ὑπαλληλίαν εἰς μέτρον ὅλως ἀνεπαρκές· προτείνομεν ἁπλῶς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμάς· ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ἀνεπαρκές, θέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως συμπληρωθῇ διὰ νομοθετήματος, ψηφισθησομένου κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἀλλ’ ἐφαρμοσθησομένου εὐθὺς κατόπιν τοῦ ἔτους τούτου κατὰ διαβάθμισιν ἐπὶ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη. Ἐμελετήθησαν τὰ τοῦ μισθολογίου καὶ προσδιωρίσθη μισθὸς οὐχὶ ὁ χορηγούμενος εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπολύτων ἀναγκαίων εἰς τὸν ὑπάλληλον καὶ ἀναλόγως πρὸς τὴν θέσιν αὐτοῦ, καὶ ἀναλόγως πρὸς τὴν προσφερομένην παρ’ αὐτοῦ ὑπηρεσία, καὶ πρὸς τὰς παροχάς, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἀπολαύῃ ἀποσπώμενος ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας χάριν τῆς ἰδιωτικῆς. Ἀλλὰ καίτοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁρίζομεν, δὲν εἶνε ὑπέρτερα τῆς ἀνάγκης, δὲν ἐτολμήσαμεν ν’ ἀναγράψωμεν ἀπὸ τοῦδε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οὐδὲ τὸ πρῶτον αὐτῶν τμῆμα. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθωσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φόρων καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἡ ὕπαρξις τῶν μέσων πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου μισθολογίου· εἰς δὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν μέσων θέλουσι πολὺ χρησιμεύσει τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησα πρὸ ὀλίγου, ὡς μέλλοντα νὰ προκύψωσιν ἐκ τῶν φορολογικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν. Κατὰ τὸ παρὸν ἔτος προτείνομεν τὴν αὔξησιν, ὡς εἶπον, μόνον τῶν παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς; καὶ τινα ἄλλα ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ὡς π. χ. τὴν αὔξησιν τῆς τροφῆς τοῦ στρατιώτου, καὶ τὴν τοῦ μισθοῦ τῶν τελωνοφυλάκων, διότι, ὡς εἶνε μισθοδοτημένοι οἱ τελωνοφύλακες, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλει περισταλῆ ἡ λαθρεμπορία. Ἀνέφερον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἑτέραν ἀνάγκην, ἀνέφερον τὴν ἀνάγκην τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας. Ἤδη ἔχομεν παρακεχωρημένας τὰς γραμμὰς Ἀθηνῶν, Πατρῶν, καὶ Ναυπλίου, ὡς καὶ τὰς γραμμὰς τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ τὴν μεγάλην ἀρτηριακὴν γραμμὴν, τὴν συνδέσουσαν τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ συμπλέγματος, εἰσέτι δὲν ἔχομεν. Ὡς πρὸς ἐκείνην προσέβημεν μετὰ πάσης ἐπιμελείας εἰς τὸ ἔργον, παρασκευάσαντες πλήρη μελέτην, διότι θεωροῦμεν ὅτι ἡ γραμμὴ πρέπει ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ ἐπὶ ἀναδοχῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου παντὸς τοῦ βάρους, νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἅλλοτε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις, ὅπως μελετηθῶσι τὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου ἐργολαβικῶς, καὶ νομίζω ὅτι ἐζητήθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς πιστώσεις 350 χιλ. διὰ τὴν ἐργολαβικὴν ταύτην μελέτην· ἀπεκρούσθη τότε παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ σύστημα τῆς τοιαύτης μελέτης, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ μελέτη ἔπρεπε νὰ γείνῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς ὀργάνων. Καὶ ἤδη ἐξετελέσθη ἡ μελέτη αὕτη παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετελέσθη μελέτη πλήρης οὐχὶ προκαταρκτικὴ, ὡς ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ παρὰ τοῦ ἐργολάβου, καὶ ἐχαράχθη χάρτης ἐπὶ τῆς κλίμακος τοῦ 1 πρὸς 5000, χάρτης ὁ ὁποῖος ἦτο δυσχερέστατος ἰδίως ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου οἱ ὑπάρχοντες χάρται ἦσαν ἐντελῶς λελανθασμένοι, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνωσι πλήρεις γεωδεσιακαὶ ἐργασίαι. Ὁ χάρτης εἶναι ἤδη πλήρης, καὶ ἐν αὐτῷ κεχαραγμένη ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐγένετο δὲ ὁ προσδιορισμὸς, ἡ περιγραφὴ καὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν ἔργων παρὰ προσώπων τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως παρὰ μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις παρεχώρησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ οἵτινες εἰργάσθησαν ἐνταῦθα μετὰ τοῦ ζήλου, τοῦ διακρίνοντος τὸ Σῶμα τῶν Γάλλων γεφυροδοποιῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτῶν χώρᾳ καὶ ἐπεδείξαντο τὴν ἱκανότητα, ἐφ’ ᾗ φημίζεται τὸ Σῶμα τοῦτο ἁπανταχοῦ. Τὴν μελέτην ταύτην θ’ ἀνακοινώσωμεν πρὸς τοὺς ἐκφράσαντας διάθεσιν, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν κατασκευὴν καὶ διαχείρισιν τοῦ σιδηροδρόμου. Ὅταν δὲ λάβωμεν τὰς προτάσεις αὐτῶν, θέλομεν ἀνακοινώσει αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν περὶ τοῦ ληπτέου μέτρου, εἴτε κυροῦντες σύμβασιν συναφθεῖσαν, εἴτε ψηφίζοντες νόμον ἐπιτρέποντα ἐντὸς ὅρων, ἐν αὐτῷ κανονιζομένων, νὰ κλείσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν σύμβασιν. Τοιαύτη σύμβασις ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγυήσεως διὰ τοὺς τόκους τῶν καταβληθησομένων κεφαλαίων ἐπάγεται βεβαίως ἐγγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ποσοῦ σπουδαίου. Ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη, συνδεομένη μετὰ τῆς γραμμῆς τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ τοιουτοτρόπως ἐρχομένη εἰς συνάφειαν πρὸς τὸ σύμπλεγμα τὸ Εὐρωπαϊκὸν, δὲν θέλει ἐπιβαρύνει ἐπὶ πολὺ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς ἀπαλλάττει τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ προνοήσωμεν ἀπὸ τοῦδε περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν καλύψει τὴν ἐγγύησιν, καθ’ ὅσον αἱ ὑπάρχουσαι πρόσοδοι δὲν ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐπαρκεῖς πρὸς τοῦτο, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν οὐχὶ τοῦ 1884 ἀλλὰ τοῦ 1885 ποσὸν διὰ τὴν ἐγγύησιν. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι θέλομεν ἔχει νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ ἄλλου ποσοῦ ταχέως, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ γραμμῆς διασχιζούσης τὴν Πελοπόννησον. Αἱ γραμμαὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας καὶ εἰς Ναύπλιον διατρέχουσι τὴν παραλίαν, ἡ κυρίως ὅμως ἀναγκαία γραμμὴ διὰ τὴν Πελοπόννησον εἶναι ἡ γραμμὴ ἡ διασχίζουσα τὰς μεσογείους ἐπαρχίας ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν καὶ εἰς Καλάμας, καὶ ὡς πρὸς ταύτην πρέπει νὰ ἐγγράψῃ ἡ πολιτεία ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ μετὰ τὸ 1884, πᾶν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀναγκαῖον. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀνάγκαι, πρὸς τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀποβλέπωκεν ἐν τῷ μέλλοντι. Πρὸς τὰς παρούσας ἀνάγκας τὰ μέτρα τὰ ψηφισθέντα παρ’ αὐτῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος θέλουσιν εἶσθαι ἐπαρκῆ, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον ἔχομεν ἀνάγκην προσθέτων πόρων, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλετε ἀνεύρει αὐτοὺς ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἅτινα θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξ ὧν ἐξέθηκα τὸν γενικώτερον χαρακτῆρα. Τοιουτοτρόπως ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς αὐτὴν, καὶ ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐδείχθη πρόθυμος, ἵνα θέσῃ τὰ θεμέλια τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος, τοιουτοτρόπως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐφέτος θέλει δειχθῆ πρόθυμος, ἵνα ποιήσηται ἔναρξιν τῆς οἰκοδομῆς. Τὴν οἰκοδομὴν ταύτην θέλομεν ἐξακολουθήσει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καὶ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος ἡμῶν, θέλομεν φέρει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν παράλληλον τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων Κρατῶν, θέλομεν σώσει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ θέλομεν καταστήσε αὐτὴν τὸ Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὰ κεφάλαια φεύγουσιν ἤδη καὶ τὴν Ἑλλάδα, ἔνθα ἄλλως θὰ ἐζήτουν καταφύγιον, καταλείποντα τὸ γεῖτον Κράτος, ἡ δ’ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει ἀνοίξει ἄσυλον εἰς αὐτά· διότι τὰ κεφάλαια δὲν πλησιάζουσιν ἐκεῖ, ὅπου τὸ χρῆμα δὲν ἔχει τὴν φυσικήν του ἀξίαν, τὴν μόνην βεβαίαν, οὐδ’ ἐκεῖ ὅπου ἀντὶ ἐλευθέρας συναλλαγῆς ὁ νόμος κανονίζει τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Τὰ κεφάλαια προσέρχονται μόνον ἐκεῖ ὅπου τὸ νόμισμα ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ἀναγνωριζομένην ὑπὸ τῆς γενικῆς ἀγορᾶς τοῦ κόσμου, καὶ οὐχὶ τὴν ἑκάστοτε κανονιζομένην ὑπὸ νόμων δημιουργούντων τὴν ἐν περιωρισμένῳ κύκλῳ διατίμησιν δι’ ὧν ἐπιβάλλουσιν ὑποχρεώσεων. Ποῖος ἠξεύρει τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον δανείζει, ποίαν θέλει ἔχει ἀξίαν, ὅταν θέλει τῷ ἀποδοθῆ, ἐξακολουθούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, θέλει λάβει τὸ χρῆμα τὴν φυσικὴν αὐτοῦ σημασίαν, καὶ ὅταν λάβῃ τὴν φυσικὴν αὐτοῦ σημασίαν, ἡ ἀγορὰ ἡμῶν θέλει λάβει τὴν φυσικὴν αὐτῆς θέσιν, καὶ ἡ Ἑλλὰς θέλει καταστῆ ἡ ἀγορὰ τῆς Ἀνατολῆς. Τοιουτοτρόπως προβαίνουσα ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς τὸ πρῶτον βῆμα περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν περυσινῶν μέτρων δεικνύει τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ βαδίσωμεν. Εἴχομεν πέρυσι νὰ βαδίσωμεν ὁδὸν ἀναγκαιοτέραν μὲν, ἀλλὰ λίαν ἀκροσφαλῆ· εἴχομεν νὰ βαδίσωμεν ὁδὸν, ἐν ᾗ διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν καὶ αὐτὴν τὴν πρόθεσιν ἡμῶν διαστρεφομένην, ἐν ᾗ ἐβλέπομεν τὸ ἔδαφος διαφιλονεικούμενον βῆμα πρὸς βῆμα, καὶ προτάσεις, εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου ἀφορώσας, πολεμουμένας ὡς ὑποσκαπτούσας τὰ θεμέλια τῆς οἰκονομικῆς ὑπάρξεως τῆς χώρας. Σήμερον καταφαίνεται ἡ ἔννοια τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ ὁποῖα δυνάμεθα ἐξ αὐτοῦ ἀποτελέσματα εὐάρεστα ν’ ἀναμένωμεν. Χάρις εἰς τὰ πέρυσι ψηφισθέντα παριστάμεθα ἤδη Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ οὐχὶ πλέον ἵνα ζητήσωμεν παρὰ τοῦ λαοῦ θυσίας, ἀλλ’ ἵνα εἴπωμεν εἰς αὐτόν: ἐλθὲ νὰ δρέψῃς τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν σου (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Λέγομεν πρὸς τὸν λαὸν: ἐλθὲ νὰ δρέψῃς τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν· οἱ προσφερόμενοι ἤδη εἶναι οἱ πρῶτοι, τοὺς ὁποίους θέλεις δρέψει, ἀλλ’ ἕπονται κατόπιν καὶ ἄλλοι πολυτιμότεροι. Τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα χάρις εἰς τὰς περυσινὰς θυσίας θὰ δυνηθῇς ἀπὸ τοῦδε νὰ ψηφίζῃς διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων σου, εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀνάπτυξιν καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν εὐημερίαν ἀποβλέπουσι. Διὰ τῶν μέτρων τούτων δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν οὐχὶ μόνον ὑλικὴν ἀποκατάστασιν, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν πρόοδον. Ἀναλογιζόμενοι δὲ οἱ προτείναντες καὶ οἱ ψηφίσαντες τὰ μέτρα τὰς ἐπιθέσεις, αἵτινες ἐγένοντο καθ’ ἡμῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἔχομεν ἤδη πρόχειρον τὴν δικαιολογίαν καὶ παρηγορημένην τὴν συνείδησιν, βλέποντες ὅτι ἡ πολιτεία χάρις εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ καὶ τελεσφόρως ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. (Χειροκροτήματα παρατεταμμένα ἐκ τε τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§32Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ γείνῃ διακοπὴ ἐπὶ πέντε λεπτά.
§33ΤΙΝΕΣ. Νὰ γείνῃ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἐπὶ πέντε λεπτὰ διακοπή. (Γίνεται διακοπὴ ἐπὶ 10 λεπτά.)—Ὁ κύριος Ρώμας ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως.
§35Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς, τὸ καθῆκον μᾶς ἐπιβάλλουσι, κύριοι, νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι ἐπανάληψιν παταγωδῶν ἐπιδοκιμασιῶν ἐκ μέρους τῶν ἀκροατηρίων. Πάσης ἀδίκου ἐπιδοκιμασίας δικαία συνέπεια εἶναι ἡ ἀποδοκιμασία. Οἱ Ἀντιπρόσωποι τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος οὐδεμίαν βεβαίως δύναται νὰ ἔχωσιν ὄρεξιν ὅπως βλέπωσιν τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς μεταβαλλομένην εἰς αἴθουσαν θεατρικῶν παραστάσεων καὶ θορυβωδῶν θεατρικῶν ὀργίων. Ὁμὰς ἀνθρώπων, εἰσβάλλουσα καὶ ἐκπορθοῦσα τὰ θεωρεῖα, ἀποτελοῦσα δὲ σύστημα τέλειον ἐγκαθέτων, περιμένει νεῦμά τι κυβερνητικόν, λόγον τινὰ πομπώδη, μεστὸν φράσεων ἠχηρῶν, ἀλλὰ κενὸν ἐπιχειρημάτων καὶ ἀληθειῶν, ἵνα ἐκραγῇ εἰς ἐπιπλάστου ἐνθουσιασμοῦ ἐκδηλώσεις καὶ χειροκροτήματα. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου ἀναφέρω σκηνήν τινα, πρό τινων ἡμερῶν διαδραματισθεῖσαν ἐνώπιον ὅλων ἡμῶν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, ὁ προσωρινὸς πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ συμπολιτευόμενος βουλευτὴς κ. Στεφανίδης ἀπὸ τῆς προεδρικῆς ἕδρας διηύθυνε καὶ διέταττε τοὺς ἐγκαθέτους πότε ἔπρεπε νὰ χειροκροτήσωσι. Τὸ θέαμα ἦτο λυπηρὸν καὶ ἀηδές. Ὁ Ἕλλην, ὁ ἀληθὴς Ἕλλην, ὁ πατριώτης Ἕλλην οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχει νὰ ἐπικροτῇ καὶ νὰ χαίρῃ. Ἀπεναντίας, ἔχει σπουδαίας ἀφορμὰς, ἰσχυροτάτους λόγους νὰ λυπῆται καὶ νὰ ἀλγῇ ἐπὶ τῇ ἀθλιεστάτῃ καταστάσει τῶν πραγμάτων, ἡ δὲ Πατρὶς νὰ κλαίῃ τὴν τύχην της. Ἡ Ἑλλὰς τετραυματισμένη ἐγείρει συχνάκις φωνὴν ὀδύνης, ἐρωτῶσα, ποῦ εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος; τὸν ἐδηλητηρίασαν καὶ προώρως κατῆλθεν εἰς τὸν τάφον. Καὶ ὁ ἐθνικὸς στρατός; διελύθη. Καὶ τὰ ταμεῖα; ἡ σπατάλη τὰ ἐκένωσε. Καὶ ἡ δικαιοσύνη; ἐφυγαδεύθη. Καὶ αἱ ἐπαρχίαι; στενάζουσι, καὶ ἡ διοίκησις αὐτῶν ἐγκληματεῖ παντοῦ καὶ τὸ χάος πλημμυρεῖ, καὶ ἡ ἠθικὴ ἐρήμωσις καὶ ἔκλυσις ἀπειλεῖ νὰ κατακλύσῃ τὴν χώραν. Ἀλλὰ τότε ἡ Κόλασις μόνον δύναται νὰ ἀγάλληται καὶ νὰ ἐπικροτῇ διὰ τὰ δεινοπαθήματα, τὰ βάσανα καὶ τὸν μαρασμὸν τοῦ ἱστορικῶς ἐνδοξοτέρου τῶν ἐθνῶν τῆς ὑφηλίου, οὐδεὶς δὲ γνήσιος Ἕλλην.
§36Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους εἶναι ἀληθῶς ὁ ἄριστος ὁδηγὸς πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν πιθανοτήτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηριχθῇ ὁ συντασσόμενος Προϋπολογισμὸς τοῦ νέου ἔτους· διὰ τοῦτο ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἔπραξε καλῶς. Ἀλλὰ οὕτως ἔπραξαν πάντα τὰ ὑπουργεῖα, τὰ μέχρι τοῦδε συντάξαντα Προϋπολογισμὸν ἑπομένου ἔτους καὶ εἰσαγαγόντα ἐν τῇ Βουλῇ· ὥστε τὸ νῆμα τοῦτο τῆς Ἀριάδνης, τὸ ὁποῖον ἐπεδείχθη ἡμῖν, δὲν ἦτον ἄγνωστον, οὔτε πρώτην φορὰν ἀνευρέθη. Εἶναι δὲ τῳόντι λίαν ἀναγκαῖον νὰ προσδιορίσωμεν ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1882, τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις πρὸ μικροῦ ἔληξεν· εἶνε λίαν ἀναγκαῖον διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ Προϋπολογισγοῦ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, καὶ τὴν βάσανον αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. πρωθυπουργὸς μοὶ ἐφάνη ὅτι εἰσήγαγε τὴν ἑσπέραν ταύτην. Λέγω, ὅτι μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰσήγαγε τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι δὲν ἤκουσα αὐτὸν ῥητῶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἰσάγει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 πλήρη. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦδε κρίνω ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀξιῶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου νὰ μάθωμεν ἂν ὑπέβαλε μόνον τὸν γενικὸν πίνακα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ καὶ τὰ ἀναλυτικὰ φύλλα αὐτοῦ.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σήμερον κατατίθενται.
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐρωτῶ ἐὰν κατετέθησαν.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατατίθενται.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Πρόεδρος ὀφείλει ὑπ’ εὐθύνην του νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, ὅταν κατατεθῶσι, καὶ εἶτα νὰ ἀποστείλῃ αὐτὰ ὅπως τυπωθῶσιν, ἵνα μὴ ἡ Βουλὴ τίθηται ἐν ὑπερημερίᾳ διὰ βραδεῖαν τυχὸν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ δὲν κατετέθησαν σήμερον τὰ ἀναλυτικὰ φύλλα· διότι τὸ «κατατίθενται» διαφέρει τοῦ «κατετέθησαν». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν, ἐρευνῶν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, τοῦ ὁποίου τὸν Προϋπολογισμὸν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἥτις εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ σήμερον, καὶ ὅστις ἔμελλε ν’ ἀφήσῃ δέκα ἢ δώδεκα ἑκατομμύρια ἔλλειμμα, μέλλει νὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα μόνον τριῶν ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ τότε κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συζητῶν τότε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας ἐπὶ τῶν ζώων, τὸ ἔτος 1882 ἔμελλε νὰ ἀφήσῃ δεκαπέντε ἑκατομμύρια, ἐνῷ κατὰ τὴν κατόπιν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν, δὲν ἔμελλε ν’ ἀφήσῃ εἰμὴ ἓξ ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Μεθ’ ὅλα ταῦτα κατὰ τὴν πληροφορίαν, ἣν σήμερον πρὸ μικροῦ μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ χρῆσις τοῦ 1882 δὲν ἀφίνει ἔλλειμμα εἰμὴ τριῶν ἑκατομμυρίων. Τὸ ἄγγελμα τοῦτο εἶναι εὐφρόσυνον, ὥστε δύναται νὰ ἐκπλήξῃ πάντα, ὅστις ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησιν, πάντα ὅστις ἐρευνᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, πάντα, ὅστις ἐπιδιώκει τὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀδιάφορος εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἀποτελέσματος τῆς χρήσεως τοῦ 1882. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ βεβαιώσῃ ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι καταλείπει τὸ 1882, ἦναι ἀκριβὲς καὶ πραγματικόν· ἡ δὲ Βουλὴ, ἥτις γνωρίζει, ὅτι κατὰ μὲν τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἔλλειμμα συνίστατο εἰς 11 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὰς πληροφορίας τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήρχετο εἰς 15 ἤ 16 ἑκατομμύρια, καὶ κατόπιν κατὰ πληροφορίας τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ εἰς ἕξ ἑκατομμύρια, ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ κατὰ τίνα τρόπον τὰ 15 ἑκατομμύρια ἢ τὰ 12 ἑκατομμύρια ἢ τὰ 11 ἑκατομμύρια ἢ τὰ 6 ἑκατομμύρια κατήντησαν 3 ἑκατομμύρια, καὶ πῶς ἐπῆλθεν αὐτὸ τὸ αἴσιον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ μικροῦ ἀνήγγειλεν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσδιοριζόμενα ἐλλείμματα δύνανται νὰ μειωθῶσι διὰ δύω τρόπων, ἢ δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν δύω ἢ καὶ διὰ τῶν δύω συγχρόνως. Ἐὰν κατορθωθῇ νὰ εἰσπραχθῶσιν ἔσοδα περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν, ἢ ἐὰν κατορθωθῇ νὰ πληρωθῶσιν ἔξοδα ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα προϋπελογίσθησαν, ἰδοὺ οἱ δύω τρόποι τῆς μειώσεως τοῦ ἐλλείμματος· διότι, ἐὰν τὰ ἔσοδα τὰ εἰσπραχθέντα ὑπερβαίνωσι τὰ προϋπολογισθέντα, τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθει ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ἐσόδων ἀπὸ τὰ ἔξοδα, θέλει εἶσθαι ὑποδεέστερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον παριστᾷ ὁ Προϋπολογισμός· ἀλλὰ εἶπον ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ ἡ μείωσις τοῦ ἐλλείμματος καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, διότι καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην θέλει συμβῆ τὸ αὐτό· τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθει ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ἐσόδων ἀπὸ τὰ ἔξοδα, θέλει εἶσθαι μικρότερον τοῦ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντος· ἑπομένως καὶ τὸ ὑπόλοιπον τὸ ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως θέλει εἶσθαι μικρότερον. Δύναται λοιπὸν καὶ κατὰ τοὺς δύω τρόπους νὰ μειωθῇ τὸ ἔλλειμμα, ἤτοι καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων καὶ διὰ τῆς μειώσεως τῶν ἐξόδων. Κατὰ τίνα λοιπὸν τῶν δύω τούτων τρόπων, κατὰ τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν ἢ καὶ κατὰ τοὺς δύω ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα νὰ περιορίσῃ τὸ ἔλλειμμα εἰς τρία ἑκατομμύρια; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν ὅτι κατώρθωσε τοῦτο, διότι εἰσεπράχθησαν ποσὰ ἴσα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Ἀλλὰ ἐὰν τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραχθέντα ἦναι ἴσα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τοῦ ἐλλείμματος, διότι τὸ ποσὸν τὸ ἀφαιρεθησόμενον εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, ὅταν ἐψήφιζε τὸν Νόμον περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν εἰσπράχθησαν ποσὰ ἴσα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, διότι καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι δυστυχῶς ἀκριβές· διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι εἰσεπράχθησαν ποσὰ, ἴσα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, σᾶς συνεβούλευσε νὰ ἐλαττώσητε τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχον περιληφθῆ μετὰ τῶν ἐσόδων ὡς πρόσοδος, ἥτις προσδιωρίζετο ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν φόρων, οἵτινες δὲν ἐψηφίσθησαν. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ συνάδελφός του καὶ προκάτοχος αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νῦν δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἦλθε καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ λάθος προϋπελογίσθησαν τόσα ἔσοδα, ὅσα ἤδη αὐτὸς εἶχε προϋπολογίσει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσι τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ δύω ἑκατομμύρια καὶ τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίου διὰ γραπτῆς ἐκθέσεώς του, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην στηρίζει ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους 1882. Ἐὰν μᾶς ἔλεγε τότε τὴν ἀλήθειαν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔπρεπεν ὁ νῦν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ὡς ποσὸν προϋπολογισθὲν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγράψει ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος αὐτοῦ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, εἰπὼν ὅτι τὰ ὑπολογισθέντα ποτὰ ἦσαν μικρότερα κατὰ δύω ἢ τρία ἑκατομμύρια τῶν ἀληθινῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1882, περιέπεσεν εἰς μίαν πλάνην, τοσοῦτον δ’ ὑπὸ τῆς πλάνης ταύτης παρεσύρθη, ὥστε ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικρίνῃ ἓν μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶπεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράττωνται πάντα τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα. Προϋπελογίσθησαν ἀληθῶς κατὰ τὸ 1882 τόσα ἔσοδα, ὅσα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι σχεδὸν εἰσεπράχθησαν πάντα. Ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθη νὰ σᾶς κρύψῃ ὅτι ἔμεινεν ἔλλειμμα πλέον τῶν πέντε ἑκατομμυρίων· διότι, ἂν τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν σχεδὸν ὅσα προϋπελογίσθησαν, ἦσαν ὅμως ὀλιγώτερα κατὰ 5 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὰ βεβαιωθέντα. Τί δὲ ἄλλο σημαίνει τοῦτο εἰμὴ ὅτι εἶχον κακῶς ὑπολογίσει τὰ ἔσοδα οἱ συντάξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1882 καὶ ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτῶν δὲν ἦσαν ἀληθεῖς, ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπολογίσωσι περισσότερον, ἀφ’ ὅ,τι προϋπελογίσθησαν; Εἰς τὸ παρελθὸν λοιπὸν ἀποβλέπων, δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὡς ὅρον τὸ προϋπολογισθὲν, ἀλλὰ τὸ βεβαιωθὲν ποσόν· διότι, ὅταν τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν εἶνε ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος, ἀποδεικνύονται τὰ σφάλματα περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο. Ἐνῷ δὲ λαμβάνει ὡς ὅρον τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ 1882, ἐπειδὴ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ 5 ἑκατομμύρια τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων, ἕπεται ὅτι ἔμεινε καθυστέρημα 5 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν 60,000,000 τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποτελοῦσι τὸ δωδέκατον. Τότε δὲ πῶς ἤλεγξε τὸ ἔντιμον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ἰσχυρίζετο, ὅτι μεταξὺ τῶν εἰσπραττομένων καὶ προϋπολογιζομένων ἢ βεβαιουμένων ὑπάρχει πάντοτε διαφορὰ κατὰ ἐννέα τοῖς ἐκπτόν; Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμας Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἐὰν δὲν σφάλλω ὅτι αὐτὸν ὑπενόει ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ ὁμιλήσῃ οὕτω περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν εἰσπραττομένων πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα ἢ βεβαιούμενα, διότι δὲν συνέβαινε κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὸ 1882, ἤτοι νὰ βεβαιωθῶσι περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων· τοῦτο συνέβη σπανιώτατα. Ἐπειδὴ δὲ τὰ εἰσπραττόμενα ἦσαν συνήθως ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὰ βεβαιωθέντα, διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν αὐτήν. Ἐὰν δὲ ἐγνώριζεν ὅτι τὰ προϋπολογισθέντα ἤθελον ἀποδειχθῆ ὀλιγώτερα καὶ ἤθελον βεβαιωθῆ περισσότερα ἀπὸ ὅσα προϋπελογίσθησαν, ἤθελεν εἰπῆ ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ἔμελλον νὰ ἦναι ὀλιγώτερα τῶν βεβαιωθέντων. Ὅθεν ἂν τὰ κατὰ τὰ 1882 εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν βεβαιωθέντων κατὰ 10% ἢ 11% ἢ 12% καὶ οὐχὶ κατὰ 9%, ὅσα προεῖπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κατὰ τὸ 1882 χείρονα κατάστασιν τῆς διοικήσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν ἔτι μᾶλλον σφάλλει, ἐὰν ἤθελε νὰ παραβάλῃ τὴν διαφορὰν τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1882 πρὸς τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία παρετηρήθη μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1881, ἢ κατὰ τὸ 1880 ἢ κατὰ τὸ 1879 ἢ κατὰ τὸ 1878 ἢ καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ 1877. Ἀληθῶς ἕκαστον τῶν πέντε παρελθόντων ἐτῶν ἦτο ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπησχολεῖτο ὑπὸ μεριμνῶν ἀλλοίων παρὰ τὰς μερίμνας τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως· τὸ Κράτος τότε παρεσκευάζετο νὰ διατρέξῃ ἀπροβλέπτους περιπετείας πρὸς διεκδίκησιν τῶν ἐλπίδων του καὶ διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων του, ἐν ᾧ τὸ ἔτος 1882 ἦτο τὸ πρῶτον ὁμαλὸν ἔτος μετὰ τὰς ἀνωμάλους ἐκείνας πολιτικὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διήλθομεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως ταύτης, νομίζω ὅτι οὐχ ἧττον πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ἵνα ἐξακριβώσωμεν ἐὰν μόνη ἡ κατὰ τὰ εἰρημένα αὔξησις τῶν ἐσόδων συνετέλεσεν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος εἰς τρία μόνον ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ δὲ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ προσωρινὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφ. τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ 1882 μέχρι τῆς 31ης Αὐγούστου, παριστᾶ ὡς εἰσπραχθέντα 55 ἑκατομ. καί τινας χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς 31 Αὐγούστου μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, ὅτε κλείει ἡ χρῆσις τοῦ 1882, δὲν παρῆλθον εἰμὴ δύω μόνον μῆνες, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἰς τὰ γραφεῖά του ἔχει καὶ τῶν ὁποίων ὡς μὴ δημοσιευθεισῶν ἀκόμη δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν, τὰ εἰσπραχθέντα μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1882 ἀνέβησαν εἰς 59 ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας δραχμῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν καθ’ ἑκάτερον τῶν δύω τούτων μηνῶν εἰσπραχθέντων. Παρακαλῶ δὲ προσέτι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἵνα παρασκευάσῃ καὶ ἄλλους τινὰς πίνακας· διότι νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις θέλει ἐρευνήσει τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἡ Βουλὴ, ἥτις θέλει συζητήσει ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν πρέπει νὰ ζητῇ τὴν ἀναντίῤῥητον ἀλήθειαν, πρέπει δὲ νὰ ἀποφεύγῃ πᾶσαν δρᾶσιν τῆς φαντασίας, νὰ ἀποκρούῃ πᾶσαν ἐλπίδα μὴ στηριζομένην ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, καὶ πρέπει νὰ ζητῇ διὰ δαδὸς φωτοβόλου αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ ἐν τῷ Γεν. Λογιστηρίῳ καὶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ περὶ τοῦ πόσα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1881 μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1881, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου 1882, εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1883, καθὼς ἐπίσης πόσα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1880, μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως τοῦ 1880, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1881, εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου 1882· διότι, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ σᾶς κρύψω μίαν εἴδησιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ἀληθής, δὲν τὴν οἰκειοποιοῦμαι, δὲν τὴν υἱοθετῶ, διότι δὲν ἠρεύνησα αὐτήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία ἐρεύνης. Ἀνέγνων ὅτι ἐπεστήθη ἰδίως ἡ προσοχὴ τῆς Διοικήσεως πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1882, καὶ ὅτι ἐγκατελείφθησαν τὰ ἄλλα ἔσοδα τῶν ἄλλων πρὸ τοῦ 1882 χρήσεων.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ εἶδον καὶ τὴν διαταγήν.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1881, μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως ταύτης, ἦναι ἴσα ἢ περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1880 μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως τοῦ 1880, ἤτοι ἀπὸ 1ης Νοεμβρίου 1881 μέχρι 1ης Νοεμβρίου 1882. Ἐὰν δὲ αἱ ἔρευναι μᾶς ἀποδείξωσι τὴν εἴδησιν ἀκριβῆ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρᾶγμα ἀνάξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς· διότι γνωρίζετε, ὅτι ὅσον παρέρχεται ἡ χρῆσις ἔτους τινὸς, τοσούτῳ τῶν ὀφειλομένων ἐξ αὐτῆς καθίσταται δυσκολωτέρα ἡ εἴσπραξις. Ἑπομένως, ἐὰν ἐγένετο τοιοῦτόν τι, θέλει μαρτυρηθῆ ὄχι μόνον ἐγωϊστικὴ ἰδιοτέλεια, μὴ προσιδιάζουσα εἰς Κυβερνήτας, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπηνέχθη ἕνεκα ταύτης καὶ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι ἀφέθη νὰ παρέλθῃ χρόνος ἀπὸ τῆς κλείσεως ἑκατέρας τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, θέλουσι δ’ ἕνεκα τούτου ἀπαντηθῆ μεγαλείτερα προσκόμματα πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὑπολοίπων ἑκατέρας τῶν χρήσεων τούτων. Καὶ αὐτὸς μὲν εἶναι ὁ εἷς τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ ἡ μείωσις τοῦ ἐλλείμματος εἰς τρία ἑκατομμύρια· εἶναι ὁ τρόπος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς εἰσπράξεως ἐσόδων πλειοτέρων τῶν προϋπολογισθέντων ἄγει εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλὰ εἴπομεν ὅτι εἶναι καὶ ἄλλος τρόπος, διὰ τῆς μειώσεως τῶν ἐξόδων. Εἶχον ἀκούσει πρὸ τῆς σήμερον ἡμέρας, εἶχον ἀναγνώσει μάλιστα εἰς τὴν Δημοσιογραφίαν, ὅτι κατὰ τὸ 1882 συνέβη ἓν ἀξιοπερίεργον συμβεβηκός: ὅτι, ἐνῷ προϋπελογίσθησαν 70 ἑκατομ. δραχ. ὡς ἔξοδα, τὰ πράγματι δαπανηθέντα εἶναι ὑποδεέστερα τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ 12 ἢ 13 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἔλεγον δὲ κατ’ ἐμαυτὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ νὰ μὴ δαπανηθῶσι 12 ἑκατομ. ἐπὶ 70 ἑκατομμυρίων, ἤτοι τὸ ⅙ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ Κυβέρνησις, μεριμνῶσα καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον περὶ τῆς θεραπείας πασῶν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὡς ἀμέσως θεραπευτέας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε πάντα τὰ ζητηθέντα χρήματα, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανήσῃ ἡ ὀλιγώτερα κατὰ τὸ ⅙ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε καὶ ἡ Βουλὴ παρεχώρησεν εἰς αὐτήν; Διὰ τοῦτο ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπιθυμῶν νὰ φωτίσω ἐμαυτὸν πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας μου ταύτης, τὴν πρώτην ἡμέραν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, αὐτὴν τὴν ὑστεραίαν τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Προεδρείου, ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πίνακα τῶν πληρωθέντων ἐξόδων τοῦ 1882 οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον δημοσιεύονται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως αἱ προσωριναὶ καταστάσεις, δηλ. κατὰ Κεφάλαιον τοῦ γενικοῦ πίνακος τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ κατ’ ἄρθρον τοῦ Κεφαλ. τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων. Ἠθέλησα, προμηθευόμενος τοιοῦτον πίνακα, νὰ ἐξετάσω, τάχα πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι, αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προβλεφθεῖσαι, ἐθεραπεύθησαν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον κατώρθωσε νὰ θεραπεύσῃ ἑκάστην τῶν ἀναγκῶν τούτων διὰ δαπάνης ὀλιγωτέρας ἐκείνης τὴν ὁποίαν προϋπελόγισε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ παρεχώρησεν εἰς αὐτό; Ἢ τάχα παρέλειψε νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀναποφεύκτως θεραπευτέας, διὰ νὰ δαπανήσῃ ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων καὶ παρασκευάσῃ ἔλλειμμα μικρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς προσδιώρισε; Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, οὐδὲ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ διατηρῇ εἰς ἑαυτὴν δικαίωμα ἐπιλογῆς, νὰ ἔχῃ τὴν option, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ λέγῃ, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν ὡς θεραπευτέαν ἐντὸς τοῦ 1882 καὶ ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλή, χορηγήσασα μάλιστα τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἀναγκαῖα χρήματα, δὲν τὴν θεραπεύω ἐντὸς τοῦ 1882, ἀλλ’ ἀναβάλλω δι’ ἄλλο ἔτος. Τοιαύτη ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου. Ταῦτα ὤφειλον νὰ σᾶς εἴπω ὡς παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὡς παράκλησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα διατάξῃ νὰ παρασκευασθῶσιν οἱ πίνακες, οἱ περιέχοντες τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ κατέδειξα, καὶ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως βοηθηθῇ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν βάσανον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔκαμε πρὸς τὴν Βουλὴν ἁπλῆν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ σᾶς δώσῃ τὸν λόγον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς του, ἐὰν ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον οἰκονομικὴν πολιτικὴν τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐκυβερνήθησαν τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὸ 1882 ὑπὸ τοῦ παρόντος Ὑπουργείου. Ἠθέλησε προσέτι διὰ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ σᾶς πληρώσῃ ἐλπίδων. Καί, κύριοι, δὲν σᾶς ἐμποδίζω νὰ δεχθῆτε καὶ πιστεύσητε αὐτάς, ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ μὴ σᾶς κρύψω, ὅτι ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους, οἵτινες πιστεύουσιν εἰς ἐλπίδας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται περὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§43ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Ρώμα....
§44ΡΩΜΑΣ. Σεῖς ἔχετε τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐγκαθέτων.
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνῷ δὲ ἐπεχείρησε νὰ σᾶς πληρώσῃ δι’ ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ μεταδώσῃ, εἴδετε αὐτὸν ἀγανακτήσαντα διατὶ οἱ ὑπάλληλοι λαμβάνουσιν ἀκόμη τοὺς μισθούς των εἰς παλαιὰς δραχμάς, καὶ διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, σεῖς εἴδετε τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν τῆς Ἑλλάδος διαπράττουσαν τὸ πρωτοφανὲς ἀδίκημα, εἴδετε αὐτὴν εἰς μὲν τὸ Κράτος νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τὰς παροχὰς ἀπὸ τοὺς πολίτας εἰς νέας δραχμάς, τοὺς δὲ μισθοὺς νὰ πληρώνῃ εἰς παλαιάς. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἐπταίσαμεν ἡμεῖς εἰς τοῦτο; Καὶ δὲν ἠγέρθημεν καὶ δὲν ἐφωνάζαμεν κατὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ νομίσματος; Καὶ δὲν μᾶς ἔλεγεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, αὐτὸς ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ μετατροπὴ τοῦ νομίσματος οὐδὲ μίαν ἄλλην συνέπειαν θὰ ἔχῃ διὰ τοὺς πολίτας, εἰμὴ ὅτι θέλει φέρει μικρὰν μόνον ὑπερτίμησιν εἰς τὸν καφὲν, τὸν ὁποῖον πίνουσιν εἰς τὰ καφενεῖα! (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἰς τὰς κατ’ ἄτομον σχέσεις θεωρεῖται ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῆς κοινοτέρας ἠθικῆς, νὰ ἐκτελῇ τις τὰς ὑποχρεώσεις του ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου, ὑφ’ οὓς καὶ καθ’ ὃν ἐνασκεῖ τὰ δικαιώματά του, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἴδομεν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τούτου ἀπομακρυνθὲν τῆς ἀρχῆς ταύτης, καὶ πληρῶνον τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτὸ οὐχὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καθ’ ὃν λαμβάνει τὰ πρὸς αὐτὸ ὀφειλόμενα. Ἡ μετατροπὴ τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας δὲν εἶναι χάρις, εἶναι ἀπόδοσις δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν κακῶς ἠρνήθησαν οἱ ὑπουργοὶ αὐτοῖς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅταν ἐζήτησαν νὰ αὐξήσωσι τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν ἐντεῦθεν γενησομένην ὑπερτίμησιν ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ ἀνθρώπου ἐξόδων. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἠγανάκτησε διὰ παράλειψιν, τὴν ὁποίαν ἔπραξε τὸ ὑπ’ αὐτὸν ὑπουργεῖον, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἤτοι μόνον ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς τοῦ 1883, διέγνω τὴν προβαίνουσαν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ ἑπομένως τὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Καὶ ὅταν ἄλλα ἔντιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐγὼ, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁμιλῶν περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης, προέλεγον ὅτι ἀντὶ 112 παλαιῶν λεπτῶν τὸ φράγκον θέλει τιμᾶσθαι ἀντὶ δραχμῆς μιᾶς καὶ λεπτῶν 29, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καθήμενος εἰς τὰς τάξεις ταύτας, μὲ ἐμυκτήριζε καὶ μὲ περιέπαιζεν, ὡς ματαιολογοῦντα. Εἷς δὲ συνάδελφος αὐτοῦ τότε ἐν τῇ Βουλῇ, νῦν δὲ συνάδελφος αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐγὼ ἔλεγον ἀνοησίας. Καὶ ἔλεγον πράγματι ἀνοησίαν, διότι εἶπον ὅτι μόνον εἰς μίαν δραχμὴν καὶ εἴκοσι ἐννέα λεπτὰ ἤθελε φθάσει ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου, ἐνῷ ἔφθασεν εἰς μίαν δραχμὴν καὶ 35 λεπτὰ παλαιᾶς δραχμῆς. Καὶ αὐτὸ τὸ συμβεβηκὸς μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου εἶδεν ὁ κ. Πρωθυπουργός! Καὶ μόλις τὸ εἶδε, ἔσπευσε νὰ ἀρχίσῃ διαπραγματεύσεις περὶ δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν τὰ λεχθέντα εἰς ἡμᾶς ἀπετέλουν ἁπλῆν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ ζητήσω πληροφορίας πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτον εἰσήγησις, ἀλλὰ πλήρης πολεμικὴ, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως. Καὶ ἤρκει οὐχὶ μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐνθυμηθῇ τὶ ἐγένετο ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους, νὰ πείσῃ ἑαυτὸ ὅτι ψευδεῖς ἦσαν καὶ αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας, πάλιν ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐδίστασε νὰ διαχύσῃ εἰς τὸ κοινὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ δυσπιστήσῃ τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ ἀσχοληθῇ νὰ πιστοποιήσῃ τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν. Γνωρίζω ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων ἡ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογεσμοῦ ἐχρησίμευε πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ οἰκονομικοῦ σχεδίου τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι Κυβέρνησιν προκάτοχον, ὀρεγομένην τοσοῦτον τῆς εὐφροσύνης, ἥτις γεννᾶται εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐχάριστον εὐκαιρίαν νὰ γεμίσῃ τὸν κόσμον διὰ χρυσῶν ἐλπίδων (εὖγε, εὖγε, ἐξ ἀριστερῶν). Ἡ ὄρεξις αὕτη ὤθησε καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐκδράμῃ ἐξ ἔργου εἰσηγήσεως εἰς ἔργον ἀληθοῦς πολεμικῆς. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν προσοχήν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον,
§50Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐκθέσῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν διετάχθη ἐκλογὴ ἀναπληρωτικὴ τοῦ Βουλευτοῦ Σύρου κ. Σκουλούδη, ὁ ὁποῖος διωρίσθη Πρεσβευτὴς (χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§51ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 Μ. Μ.)