1883.03.22
2,549 rows · 20,407 words · 146 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 85
Τῆς 22 Μαρτίου 1883.
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κοινότης Μελίτης ἀπευθύνει τὸ κάτωθι τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν «Συγχαιρόμεθα ἐλευθερώσει Μεσσηνέζη ὑπὸ Τούρκων, ὑποτιμώσῃ πρόξενον Καραβίαν». Διάφοροι βουλευταὶ, περὶ τοὺς δεκαπέντε, κάμνουσι τὴν ἑξῆς σύστασιν: «Ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς τακτοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ἀρχείων ἐπιβάλλει ἡμῖν, ὅπως παρακαλέσωμεν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εὐθὺς μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 51 νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ἀρχειοφυλάκων ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἥτις πιθανώτατα δὲν θὰ καταναλώσῃ χρόνον, μὴ δειχθείσης κατὰ τὰς δύω πρώτας ἀναγνώσεις διαθέσεως πρὸς ἀντιῤῥήσεις.»
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ μόνα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν χρήσιμα καὶ λίαν ἀναγκαῖα εἰς τὰ δύω μεγάλα τμήματα τῆς Ἑλλάδος, Πελοποννήσου καὶ Στερεᾶς, εἶναι τὸ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τὸ περὶ παλαιῶν χρεῶν. Παρετήρησα σήμερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτι ἔμειναν ἐν τοῖς τελευταίοις, καὶ διατί; διότι ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δι’ αὐτὰ τὰ δύω νομοσχέδια ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ὑπουργικοὶ βουλευταὶ, ἑπομένως φρονεῖ, ὅτι θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ μείνωμεν χάριν τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων τούτων καὶ ψηφίσωσι προηγουμένως τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἅτινα προηγοῦνται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται προσωπικῶς οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. προαγορεύσας, οὐδόλως ἀπεσύρθησαν, οὐδ’ ἐτέθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἵνα μὴ ψηφισθῶσιν ἢ διὰ πλαγίους λόγους, ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ σειρᾷ ἐτέθησαν εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, διότι τὰ πρὸ αὐτῶν εἶναι ὅλα νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν δὲν θέλει ὑπάρξει συζήτησις· ἐὰν ὅμως ὑπάρξῃ συζήτησις ἐπὶ τούτων, θέλομεν τ’ ἀφήσει, ἵνα φθάσωμεν εὐθὺς εἰς τὰ ἄλλα.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§6Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔν τινι ἐφημερίδι, φιλικῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέγνων ἀφήγησιν συμβεβηκότος τινὸς, λαβόντος χώραν κατ’ αὐτὰς ἐν τῷ Δικαστηρίῳ. Κατὰ τὴν ἐφημερίδα ταύτην, ἐδικάζοντο τὰς ἡμέρας ταύτας δύω ὡς αὐτουργοὶ ἢ ὡς συνεργοὶ λῃστρικῆς πράξεως, λαβούσης χώραν κατὰ τὴν Μακεδονίαν κατὰ ὑπηκόου Ἄγγλου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, Σοῦτερ. Ὁ εἷς ἐκ τῶν δικαζομένων κατεδικάσθη εἰς εἰκοσαετῆ δεσμὰ, ὁ δ’ ἕτερος ἐκρίθη ὅτι ἦτο ἀλλοδαπὸς, ἑπομένως ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις ἐτελέσθη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐτελέσθη δὲ κατὰ ἀλλοδαποῦ, δὲν ἐδύναντο τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια νὰ δικάσωσιν αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐκηρύχθησαν ἀναρμόδια. Ἀλλὰ μόλις ὡς ἐξῆλθε τῆς θύρας τοῦ Δικαστηρίου ὁ εἰρημένος κατηγορούμενος, ὑπηρέται τῆς Ἀστυνομίας συνέλαβον αὐτὸν κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετήγαγον αὐτὸν εἰς Πειραιᾶ, ἐκεῖθεν δὲ τὸν ἐπεβίβασαν ἐπὶ ἀτμοπλοίου Αὐστριακοῦ. Ταῦτα ἐπληροφορήθην ἐκ τῆς ἐφημερίδος. Ἐζήτησα νὰ λάβω περαιτέρω πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων, ἔμαθον δὲ ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, διότι τοῦτο ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον, εἶναι χριστιανὸς τὸ θρήσκευμα, ἀνήκει δὲ εἴς τινα ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν εἰσέτι διατελουσῶν, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκρινεν ὅτι πρέπει ν’ ἀρνηθῇ εἰς τοῦτον τὴν περαιτέρω διαμονὴν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Καὶ ἐὰν μὲν τοιαύτην γνώμην εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω, διότι ἡ Κυβέρνησις πιθανὸν νὰ εἶχεν ἀφορμὰς, αἵτινες τὴν ἔπειθον ὅτι ἔτρεχε κίνδυνον ὁ Τόπος, ἐὰν ὁ ἀλλοδαπὸς οὗτος, καίτοι ὁμόφυλος καὶ ὁμόθρησκος, διέμενεν ἐπιπλέον ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἰδίως ἐντύπωσιν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὸν λόγον, εἶναι ὅτι ἡ Ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ ἐπεβίβασεν αὐτὸν εἰς τὸ Αὐστριακὸν ἀτμόπλοιον, καὶ ὅτι τὸν κατηύθυναν εἰς χώραν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν διατελοῦσαν, εἰς τὴν Κρήτην, δηλαδή. Εἰς τὴν χώραν ἐκείνην ἑπόμενον ἦτο νὰ συλληφθῇ καὶ νὰ δικασθῇ κατὰ τοὺς νόμους τῆς χώρας ἐκείνης, ἀφοῦ ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν θέλει δικασθῇ, ἐπράχθη ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας ἐκείνης. Μὲ ἐπληροφόρησαν μάλιστα καὶ ἄλλο τι περισσότερον, ἤτοι ὅτι ἐγνωστοποιήθη εἰς τὴν Τουρκικὴν Πρεσβείαν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἀποστέλλεται διὰ τοῦ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου εἰς τὴν Κρήτην, ἥτις εἰδοποίησεν, ὡς εἴπετο, τὰς ἐν Κρήτῃ Τουρκικὰς Ἀρχὰς, ἵνα συλλάβωσι τὸν ἄνθρωπον. Τοιαύτη πρᾶξις μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι σιωπηλή τις ἔκδοσις. Γνωρίζω ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἰδίως κατὰ τὸ ἄρθρον 4 αὐτῆς «δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει ἀποφασισθῆ κατὰ ποίας περιπτώσεις καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνηται ἡ παράδοσις ξένου εἰς ξένας Ἀρχὰς, ἕνεκα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πραττομένων κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων». Γνωρίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Νομοθέτου ἦτο νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ κατὰ κανόνα ὡς ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ ἐκδίδῃ τοὺς ἀλλοδαποὺς, τοὺς μὴ ὑπαγομένους εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, καθὸ πράξαντας ἐγκλήματα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαπῶν, ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ νὰ κανονίσῃ δι’ ἄλλων νόμων καὶ τὰς περιπτώσεις καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ Κράτος ἤθελεν ἀναλάβει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδίδῃ αὐτοὺς εἰς ἄλλο Κράτος. Γνωρίζω, ὅτι νόμοι τοιοῦτοι ἐν τῷ Κράτει δὲν ἐξεδόθησαν, εἰμὴ εἷς νόμος, δι’ οὗ ἐκυρώθη σύμβασις, ἣν συνωμολόγησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ ἧς ἀνεδέχθησαν νὰ ἐκδίδωσι ἀμοιβαίως τὰ δύω Κράτη τοὺς ἐπὶ κοινοῖς ἐγκλήμασι καταδιωκομένους. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδίδῃ εἰς τὴν Ἰταλίαν τοὺς Ἰταλοὺς τοὺς προσφεύγοντας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ σύμβασις ἐκανόνισε δικονομίαν, διαδικασίαν ὁλόκληρον, ἧς σκοπὸς ἦτο νὰ βεβαιῶσι πρότερον τὸ Κράτος, ὅτι ὄχι μόνον ὑπῆρχε σπουδαία ἀφορμὴ κατηγορίας κατὰ τοῦ ἐκδιδομένου, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἐζητεῖτο νὰ ἐκδοθῇ, ἦτο αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐνώπιον τῶν Ἰταλικῶν δικαστηρίων ἐγκαλούμενον. Γνωρίζω, ὅτι μετὰ τὸν νόμον, τὸν κυρώσαντα τὸν μετὰ τῆς Ἰταλίας σύμβασιν, πολλὰ Κράτη ἐζήτησαν νὰ συνομολογήσῃ ἡ Ἑλλὰς ὁμοίαν σύμβασιν περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως τῶν κατηγορουμένων, ἀλλ’ ὅτι οἱ τότε διευθύνοντες τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν παρέστησαν εὐπροσώπως εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα ἐζήτησαν τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως, διότι προέβη μὲν εἰς τοιαύτην μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ἔλαβεν ὡς ἀντάλλαγμα τὴν συνομολόγησιν τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, ἣν ἡ Ἑλλὰς εἶχε συμφέρον νὰ συνομολογήσῃ πρὸ πολλῶν χρόνων, ἣν ὅμως ἡ Ἰταλία ἠρνεῖτο νὰ συνομολογήσῃ. Λοιπὸν οἱ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διευθύνοντες παρέστησαν π. χ. εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Αὐστρίας, ἥτις ἐζήτησε νὰ συνομολογήσωμεν ὁμοίως περὶ ἐκδόσεως σύμβασιν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ προβῶμεν εἰς συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως, ἀλλὰ ποῖον ἀντάλλαγμα μᾶς δίδει ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι ἡ Ἰταλία μᾶς ἔδωκε τοιοῦτον ἀντάλλαγμα. Γνωρίζω, ὅτι παρομοίαν ἀπάντησιν ἔδωκαν οἱ διευθύνοντες τότε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας. Καὶ τῶν μεγάλων ἐκείνων Κρατῶν οἱ Ἀντιπρόσωποι ἀνεγνώρισαν τὸ νόμιμον τῆς ἀξιώσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐσκέπτοντο νὰ δώσωσιν ἀντάλλαγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἐγίνοντο τότε πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῶν συνθηκῶν. Ἀλλὰ μετὰ τῆς Τουρκίας δὲν συνωμολογήθη οὐδεμία σύμβασις, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις περὶ ἐκδόσεως, διότι ἐν τῇ Τουρκικῇ χώρᾳ δὲν λειτουργεῖ δικαιοσύνη, ὁμοία τῇ δικαιοσύνῃ, ἥτις λειτουργεῖ ἐν ταῖς ἄλλαις εὐνομουμέναις χώραις. Ἔχομεν πρὸ παντὸς καθῆκον νὰ συμπράττωμεν μὲν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐγκλημάτων, συντελοῦντες εἰς τὴν καταδίωξιν αὐτῶν, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ φροντίζωμεν ἵνα ὑποβάλλωμεν ταῦτα εἰς ἀληθῆ δικαιοσύνην, ὅπως καὶ ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ποινῆς γίνηται κατὰ τὰς ἐπικρατούσας ἀρχὰς τοῦ δικαίου ἐν πάσῃ τῇ Εὐρώπῃ, καὶ ποιναὶ ἐπιβάλλωνται ἐκεῖναι, αἵτινες ἐν πάσῃ τῇ Εὐρώπῃ εἰσὶ νενομοθετημέναι. Ἀλλ’ ἡ Τουρκία δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῆς σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως ἀμοιβαίας τῶν κατηγορουμένων. Τοσοῦτον δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο προσεκτικὴ περὶ τοῦτο καὶ μετὰ τοσαύτης φειδοῦς προέβαινεν, ὥστε ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1856, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῇ τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ καταδιώξεως λῃστείας, ἀπεδέξατο διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἵνα ἐν Ἑλλάδι καταδιώκωνται οἱ λῃσταί, οἱ διαπράξαντες ἐν Τουρκίᾳ λῃστρικὰς πράξεις καὶ προσφυγόντες ἐν Ἑλλάδι, συνωμολόγησε δι’ αὐτῆς ἵνα καὶ ἡ Τουρκία καταδιώκῃ τοὺς ἐν Ἑλλάδι διαπράττοντας λῃστρικὰς πράξεις καὶ καταφυγόντας ἐν Τουρκίᾳ, ἐὰν συλληφθῶσιν ἐκεῖ, συνωμολόγησε μετὰ τῆς Τουρκίας ἵνα τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας φυλάσσωσι σώματα τακτικοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν συνήνεσε, ἵνα παραδίδῃ εἰς τὴν Τουρκίαν τοὺς λειποτάκτας Τούρκους, ἐὰν προσφύγωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μόλον ὅτι ἡ Τουρκία ἀπῄτει τὸν ὅρον τοῦτον. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀποδίδω τοὺς λειποτάκτας Τούρκους εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ἂν καὶ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον οὗτοι ἔπραξαν, ἦτο στρατιωτικὴ λειποταξία, ἂν καὶ οἱ λειποτάκται δὲν ἦσαν Χριστιανοὶ ἀλλὰ Μουσουλμάνοι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐδείχθη τόσον φειδωλὴ περὶ τὴν ἀναδοχὴν ὑποχρεώσεως πρὸς παράδοσιν τῶν λειποτακτῶν, πῶς ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν πρὸς παράδοσιν κατηγορουμένων ὡς πραξάντων ἐγκληματικὰς πράξεις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Ἠπόρησα πῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ τὰ διαδιδόμενα, προέβη εἰς ἔκδοσιν πρὸς τὴν Τουρκίαν, γενομένην σιωπηλῶς ἄνευ τῆς νομίμου ὑποχρεώσεως, ἄνευ συμβάσεως ἐπιβαλλούσης τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ ἔκδοσιν οὐχὶ Μουσουλμάνου, ἀλλὰ Χριστιανοῦ, διαπράξαντος ἔγκλημα ἐκεῖ, ἀποστείλασα αὐτὸν ἵνα δικασθῇ ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν δικαστηρίων κατὰ τοὺς Τουρκικοὺς νόμους. Εὔχομαι ἡ Κυβέρνησις ἀπαντῶσα νὰ δώσῃ πληροφορίας ἀναιρούσας ταύτας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔλαβον. Μοὶ ἐνεποίησαν ἀληθῶς ἔκπληξιν αἱ πληροφορίαι μου, διότι μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἀπεβίβασεν ἡ Ἀστυνομία τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου τὸν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου λόγῳ ἀναρμοδιότητος ἀπολυθέντα χριστιανὸν τὸ θρήσκευμα, Ἕλληνα δὲ τὸ γένος, κατηγορούμενον, εἰδοποίησε συγχρόνως καὶ τὴν Τουρκικὴν Πρεσβείαν καὶ προσέτι τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν αἵτινες ἑκάτεραι ἔσπευσαν νὰ τηλεγραφήσωσιν, ἡ μὲν πρὸς τοὺς ἐν Κρήτῃ ὑπαλλήλους τῆς Τουρκίας, ἡ δὲ πρὸς τὸν ἐν Κρήτῃ πρόξενον τῆς Ἀγγλίας, ὅπως μεταβῶσιν ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου, ἅμα προσορμισθησομένου, καὶ συλλάβωσι τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον.
§7ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἐὰν ὁ Πλευρίτης ἦτο Χριστιανὸς ἢ Ὀθωμανὸς, οὔτε νομίζω, ὅτι ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν τὸ θρήσκευμα τοῦ ἀνθρώπου τούτου· γνωρίζω μόνον ὅτι ἦτο λῃστὴς, ὅστις ἐνέμετο μετὰ συμμορίας τὰ σύνορά μας. Ὁ Πλευρίτης συνέλαβεν Ἄγγλον ὑπήκοον καὶ ἀξιωματικὸν, νομίζω, τὸν Σοῦτερ, ἔλαβε δὲ μετὰ τοῦ ἑτέρου καταδικασθέντος ὡς λύτρα 15,000 λίρας. Ὁ λῃστὴς οὗτος συνελήφθη μετὰ τοῦ συναδέλφου του ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους· ἀμφότεροι προσήχθησαν ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν Ἀρχῶν, ἐξεδόθη δὲ κατ’ αὐτῶν βούλευμα, δι’ οὗ παρεπέμποντο ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου. Προχθὲς ἐδικάσθησαν, καὶ ὁ μὲν εἷς, Πολυέλαιος, ἐκρίθη ὅτι ἠδύνατο νὰ δικασθῇ παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, καὶ κατεδικάσθη εἰς εἰκοσαετῆ δεσμά· ὡς πρὸς τὸν ἕτερον, ἂν καὶ ἡ πρᾶξίς του ἦτο ἀποδεδειγμένη, διότι ὅμως ἔλαβε χώραν παρ’ ἀλλοδαπῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κατ’ ἀλλοδαποῦ, τὸ Δικαστήριον ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις ἦτο ἀποδεδειγμένη, καὶ εἴχομεν ἐνώπιόν μας λῃστὴν ἐπικίνδυνον, ἀδιάφορον ἂν Χριστιανὸν ἢ Τοῦρκον· ὠφείλομεν νὰ τὸν φιλοξενήσωμεν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἢ νὰ λάβωμεν μέτρον, δι’ οὗ νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν ἀκίνδυνον εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν Ἑλλάδι; Ἡ Ἀστυνομία εἶχε τοιοῦτο καθῆκον, καὶ δὲν ἔκαμεν ἄλλο παρὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της τοῦτο· ἀμέσως ὡς ἀπελύθη ἀπὸ τὸ Δικαστήριον ὁ Πλευρίτης, τὸν συνέλαβε· δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κρατήσῃ ἐπὶ πυλύ· ἂν τὸν ἐκράτει πλέον τῶν 24 ὡρῶν, ἤθελε παραβῆ διάταξιν Συνταγματικήν· ἀλλ’ εἶχε καθῆκον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καὶ διὰ τοῦ πρώτου ἀτμοπλοίου, δὲν γνωρίζω ἂν ἦτον Αὐστριακὸν ἢ Ἑλληνικὸν, τὸν ἀπήλασεν ἐντεῦθεν, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἀνεκοίνωσε τοῦτο, εἰς οὐδένα εἶπεν ὅ,τι ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐὰν ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Τουρκίας ἐγνώριζε τοῦτο καὶ βεβαίως θὰ ἐγνώριζε, τὸ ἐγνώριζε, διότι ἠκολούθησε τὴν δίκην ταύτην καὶ ἤξευρεν ὅτι ὁ μὲν εἷς κατεδικάσθη, ὁ δὲ ἕτερος ἀπελύθη, καὶ ἐφρόντισεν ἴσως ν’ ἀκολουθήσῃ τὰ ἴχνη του· ἡμεῖς ὅμως δὲν παρεδώκαμεν αὐτὸν, οὔτε τὸν ἐξεδώκαμεν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἀστυνομία λοιπὸν δὲν ἔκαμεν ἢ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Τόπου καὶ νὰ ἐξώσῃ ἄνθρωπον, ὅστις βεβαίως ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Ἐὰν, κύριοι, εἴχομεν τὴν συνθήκην, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ δι’ ὡρισμένον χρόνον μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, ἠθέλομεν ἐρευνήσει, ἐὰν ὁ Πλευρίτης ἦτο Χριστιανὸς ἢ Ὀθωμανός; δὲν ἠθέλομεν ἔχει μίαν ἄλλην καταδίκην εἰς 20 ἐτῶν δεσμὰ καὶ πρὸς αὐτόν; Δυστυχῶς ἡ συνθήκη ἐκείνη δὲν ἀνενεώθη· ἀλλ’ ἐκ τούτου εἴμεθα ἡμεῖς ἠναγκασμένοι νὰ καταστήσωμεν τὰς Ἀθήνας ἢ τὴν Ἑλλάδα νέαν Ῥώμην; Ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος, ἔχομεν ἡμεῖς καθῆκον νὰ φροντίζωμεν καὶ περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ ἡμετέρου, νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν δὲ εἰς λῃστὰς, διαπράττοντας εἰς τὰ σύνορα ἡμῶν κακουργήματα, νὰ προσφεύγωσιν ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Ἀστυνομία, ἥτις ἐνήργησεν, ἄλλως, κατὰ ῥητὴν παραγγελίαν μου καὶ ὡς ἐκ τούτου τὴν εὐθύνην καλύπτει ἡ ἰδική μου, ἔπραξε καλῶς, διότι δὲν ἔκαμε ἄλλο παρὰ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως τοῦ Τόπου.
§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ αὐτόν. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομάζῃ λῃστὰς, κακούργους καὶ ἀξίους ἀπελάσεως ἀνθρώπους, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐξεδόθη καταδικαστικὴ ἀπόφασις· οὔτε ἡ ὁμολογία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἡ ὁμολογία ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου δύναται νὰ προκαλέσῃ ἀστυνομικὰ μέτρα πρὸς ἀπέλασιν οἱουδήποτε χωρὶς προηγουμένως νὰ ὑπάρχουν πράξεις τοιαῦται, αἵτινες νὰ ἐπιβαρύνωσιν αὐτὸν καὶ νὰ καθιστῶσι βεβαίως ὕποπτον διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὁποῖον δικαίωμα εἶχεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ τοιαύτην διαταγήν; Πόθεν ἠρύετο τὸ δικαίωμα τοῦτο; Λέγει ὅτι φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν δικογραφίαν καὶ ἀφοῦ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ αὐτὴν θὰ πεισθῇ ἐξ αὐτῆς, ὅτι ὁ Πλευρίτης ἦτο εἷς ἄνθρωπος ἐπικίνδυνος, εἷς κακοῦργος. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι οὔτε Συμβούλιον ἐφετῶν, οὔτε Συμβούλιον πλημμελειοδικῶν διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν Πλευρίτην. Ἡ Βουλὴ εἶναι πολιτικὸν Σῶμα καὶ ἔχει ἐνώπιόν της πρᾶξιν τετελεσμένην. Ἔχετε ἀποδείξεις, δικαστικὰς μάλιστα ἀποδείξεις, διὰ τῶν ὁποίων νὰ νομίζετε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν διὰ νὰ τὸν ἀπελάσωμεν; Ὅλοι γνωρίζομεν καὶ πιστεύομεν τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι δὲν ἔδωκεν ἐπισήμως καμμίαν πληροφορίαν εἰς τοὺς Πρέσβεις τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζομεν πῶς ταῦτα γίνονται. Βεβαίως μήτε θὰ ζητήσωμεν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὕρωμεν ἔγγραφα περὶ τούτου· ἀλλ’ αὐτὴ ὅλη ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων ἀποδεικνύει διατὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἐπελάθη καὶ πῶς οἱ Πρέσβεις ἐγνώριζον τὰ κατ’ αὐτόν.
§11ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν· διὰ νὰ γνωρίζετε πῶς οἱ κύριοι Πρέσβεις ἐγνώριζον τὰ κατ’ αὐτὸν, πρέπει νὰ μάθετε, ὅτι εἰς τὴν δίκην, τὴν λαβοῦσαν χώραν ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν, παρέστη ὁ γραμματεὺς τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους.
§12ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ὁ γραμματεὺς τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας βεβαίως δὲν ἐγνώριζε ποίας διαταγὰς ἐδώσατε εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ τί ἤθελε πράξει αὕτη συνεπείᾳ τῶν διαταγῶν τούτων.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν λέγω καὶ ἐγὼ τὸ ἐναντίον.
§14Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὰ 1852, παρομοίας φύσεως ὑπόθεσις παρουσιάσθη. Εἷς, Ἀργυροκαστρίτης καλούμενος, παρεπέμφθη τότε εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπὲρ τοῦ Ἀργυροκαστρίτου τούτου συνήγοροι ἦσαν ὁ κ. Σαρίπολος καὶ ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὑπὲρ δὲ τῆς Τουρκικῆς Πρεσβείας ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Καλλιγᾶς. Παρέδωσε τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸν Ἀργυροκαστρίτην;
§15ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ παραδόσεως τότε.
§16Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλα περιστατικὰ τοιαῦτα. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παρέδωσε τὸν Ὀρσίνην, ὁ ὁποῖος ἀπεπειράθη νὰ πράξῃ ἐγκλήματα, φονεύσας μάλιστα καὶ πολλοὺς, κατὰ τοῦ Ἡγεμόνος τῆς χώρας; Ὄχι. Παρέδωσεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις τὸν Μηδενιστήν, τὸν διευθύνοντα τὸν Μηδενισμὸν ἐν Ῥωσσίᾳ ἢ μέγα τμῆμα τοῦ Μηδενισμοῦ, Καπτόκην; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θεωρεῖ πλέον ἐπικίνδυνον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν πρᾶξιν ἔπραξεν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεμία καταδικαστικὴ ἀπόφασις ὑπάρχει! Δύναται νὰ ἦναι μεγάλη ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, δύνανται νὰ ὦσι μεγάλαι ὅλαι αἱ χῶραι περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα, κύριοι, εἴτε τῶν μικρῶν, εἴτε τῶν μεγάλων ἐθνῶν, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόπος ἐλεύθερος· κατὰ τὸ Σύνταγμα αὐτῆς, ἅμα πατήσῃ τις τὸ ἔδαφος αὐτῆς, εἶναι ἐλεύθερος. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἐλευθερία αὐτή, ὅταν τις οὐδὲν ἔγκλημα διαπράξας ἐντὸς τῆς χώρας διὰ μέσων πλαγίων, δι’ ἐμμέσων μέσων, οὕτως εἰπεῖν, ἐκδίδεται, ἢ καὶ παραδίδεται εἰς τὰς Τουρκικὰς Ἀρχάς; Καὶ ἀμφιβάλλετε ποῖα θὰ ἦναι ἡ τύχη αὐτοῦ; Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ τὴν μάθετε.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ χαρῶ.
§18Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς, κύριε Ῥάλλη, δύνασθε νὰ χαρῆτε, ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι λυποῦμαι διὰ σᾶς, διότι δὲν ἐπεθύμουν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶσθε ὑπουργὸς, νὰ συμβῇ τοιοῦτόν τι. Δὲν ἔχει οὐδεὶς δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν κυριαρχίαν ἑνὸς ἔθνους· καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς ν’ ἀπελάσῃ τὸν Λευρίτην, εἶναι πρᾶξις ὅλως διόλου ἐκτὸς τοῦ νόμου καὶ ἀποθαῤῥύνει πλέον πάντα Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος ἤθελε σκεφθῆ, ὅτι εὑρίσκει ἄσυλον εἰς τὸν τόπον αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ὀνομάζομεν τόπον τῶν ἐλευθεριῶν.
§19ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τρὶς ἀνελθὼν τὸ βῆμα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπερασπιζόμενος τὴν Ἀστυνομίαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ μᾶς παρουσιάσῃ καὶ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριχθεῖσα αὕτη ἐξεδίωξε τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους τὸν περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται χαρακτηρισθέντα ὡς κακοῦργον, ἐνῷ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ἐπερωτήσας τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀνέγνω καὶ τὸ κείμενον νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως καὶ παράνομον καὶ ἀντιπολιτικήν. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός: πῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εἰς τοὺς κόλπους ἡμῶν ἄνθρωπον, διαπράξαντα λῃστείαν εἰς τὴν ὅμορον χώραν; Ἀλλὰ, κ. ὑπουργὲ, λέγων τοιαῦτα πρὸς τὴν Βουλήν, ὤφειλες νὰ ἐνθυμηθῇς ὅτι ὁ ἡμεδαπὸς Τάκος, καίτοι διαπράξας ἐν τῇ ἡμεδαπῇ τοιαύτην λῃστείαν, ὥστε ἕνεκα αὐτῆς ἐκολαφίσθη σκληρῶς ὑπὸ εὐεργέτιδος καὶ ἰσχυρᾶς Δυνάμεως ἡ Ἑλλάς, διότι διεπράχθη αἰχμαλωσία συνοδευθεῖσα μὲ φόνους Ἄγγλων κατὰ τὸ 1870, καὶ ἐν τούτοις ὁ λήσταρχος αὐτὸς ἔζησεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἓν τέταρτον μακρὰν τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, τῶν διαχωριζόντων τὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, χωρὶς αὕτη νὰ δείξῃ τὴν ἰδικήν σας ἁβροφροσύνην νὰ τὸν παραδώσῃ. Καὶ ἐπειδὴ καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐνδιεφέρετο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐπίεζε τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἀγγλικὴ Πρεσβεία νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐξοντώσεως τοῦ λῃστοῦ τούτου, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη προεκήρυξε, πρὸς τὸ θεαθῆναι, τριῶν χιλιάδων λιρῶν ἀμοιβὴν εἰς ὅντινα ἤθελε τὸν συλλάβει, ἢ τὸν φονεύσει, καὶ μολαταῦτα ὁ στρατιωτικὸς ἀποσπασματάρχης της Ἀμούσαγας, ἀντὶ νὰ τὸν παραδώσῃ, συνδιῃτᾶτο πάντοτε μετ’ αὐτοῦ.
§21ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν ἦτον ἐκεῖ......
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πῶς, εἶσθε καὶ σεῖς ἐκεῖ; μὲ συγχωρεῖτε δὲν τὰ ἐγνώριζον. Λοιπὸν, κ. ὑπουργὲ, ἀφοῦ ἡ Τουρκία δὲν ἐφάνη ἁβρόφρων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διατί σὺ φαίνεσαι τοιοῦτος πρὸς αὐτήν, καὶ μὲ τὴν καταπάτησιν μάλιστα τοῦ Συντάγματος;
§23ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἁβροφροσύνης.
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἂν ἠδύνασο νὰ τὸν ἀπελάσῃς ὡς ξένον φαυλόβιον, ὤφειλες νὰ τὸν ἐρωτήσῃς ποῦ θέλει νὰ τὸν ἀποστείλῃς καὶ ὄχι νὰ τὸν παραδώσῃς εἰς τὴν Τουρκικὴν ἀγχόνην.
§25ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν ἠρώτησαν.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Πετσάλην). Εἶσαι Διευθυντὴς Ἀστυνομίας; αἰωνίως παρουσιάζεσαι ὁ ψευδομάρτυς ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταπλήξῃ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς πομπώδους ἀπαντήσεως: ἐδιώξαμεν ἕνα ληστήν! ὡς νὰ ἔλεγε ὅτι ὁ ἐπερωτῶν δὲν ἐννοεῖ τίνος κακοῦ δαίμονος διὰ τῆς πράξεώς της ταύτης ἡ Ἐξουσία ἀπήλλαξε τὸν Τόπον.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρήλθεν ὁ καιρὸς τῶν τοιούτων ἐπιδείξεων· τοιαῦτα ἐλέγοντο τὸ 1836, ὅτε ἐσυστήθησαν τὰ πρῶτοι τὰ Κακουργιοδικεῖα· ἔχομεν ἔκτοτε 50 ἔτη, καὶ τοιαῦται ἐπιφωνήσεις εἶναι παρὰ πολὺ ἄνοστοι. Ἂν σὲ ἐρωτήσω ὅμως καὶ ἐγώ: Διατί δὲν παρέδωκας εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ τὸν Ζούρκαν, ἀλλὰ τὸν ἀπέλυσες;
§29ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸς ἐφονεύθη.
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι κατόρθωμα ἰδικόν σας.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδικόν μας, διότι κατεδώσαμεν διὰ τοῦ ἐν Βιτωλίοις προξένου εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐκρύπτετο εἰς τὴν Μονήν, ὅπου αὕτη ἔστειλε καὶ τὸν ἐφόνευσε.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τότε πρέπει νὰ σᾶς δώσωμεν τὰς 5,000 δραχμὰς τὴν ἀμοιβὴν τῆς καταδόσεως· καὶ ὡς παρατηρῶ, χωρὶς νὰ θέλω, θὰ ζημιώσω τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀφοῦ σᾶς ὑπέδειξα ὅ,τι σᾶς ἀνήκει ὡς ἀμοιβὴ τῆς πράξεώς σας (γέλως). Λοιπὸν, κ. ὑπουργὲ, σᾶς λέγω ὅτι ἡ πρᾶξίς σας εἶναι ὄχι μόνον παράνομος, ἀλλὰ καὶ ταπεινή· αὐτὸ θὰ εἴπῃ καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, τὸ νὰ παραδίδητε ἕνα ἄνθρωπον, εἴτε Χριστιανὸς εἶναι, εἴτε Τοῦρκος, εἴτε Ἑβραῖος, εἴτε Κινέζος· τὸ θρήσκευμα εἶναι ἄνθρωπος χαίρων τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας τῶν νόμων τοῦ Κράτους, τοὺς ὁποίους σεῖς παραβάντες τὸν παρεδώκατε διὰ νὰ τὸν ἀπαγχονίσουν, καὶ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἤδη ἀπηγχονισμένος, καὶ ἀφοῦ ἐγνωρίζετε ὅτι τὸν Τάκον δὲν παρέδωκεν ἡ Τουρκικὴ Ἐξουσία, τοῦτον ἐφόνευσεν ὁ Ἀμούταγας, ὅταν δὲν ἠθέλησεν ὁ Τάκος νὰ τῷ δώσῃ κἄμποσα φλωρία· καὶ πάλιν δὲν τὸν ἐφόνευσαν οἱ Ὀθωμανοὶ στρατιῶται, ἀλλὰ ποιμὴν Χριστιανὸς, ἔχων ἰδίας κατὰ τοῦ φονευθέντος ἀφορμάς· ἡ δὲ Ὑψηλὴ Πύλη, λυπηθεῖσα διὰ ἐξάλειψιν ἑνὸς ὀργάνου της κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ἥτις εἶναι ἡ Ἑλλὰς, ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη διὰ τὸν φόνον τοῦ Τάκου τρεῖς χιλιάδας λίρας. Κατερχόμενος τοῦ βήματος σᾶς λέγω καὶ αὖθις, κ. ὑπουργὲ, ὅτι ἡ πρᾶξίς σας εἶναι παράνομος καὶ ταπεινή· καὶ ἂν δείξητε ὅτι περιποιεῖσθε τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν, φοβούμενοι αὐτὴν, βεβαιωθῆτε ὅτι γρήγορα θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ σκηναὶ τοῦ 1818, ὅτε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ὀθωμανικῶν ὁρίων Χασὰν Χουσεΐν μπέης μετὰ 400 Τούρκων εἰσήλασεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς ἀντάρτας κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐξουσίας.
§33Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἀπορίας ἄξιον εἶναι μὲ τοὺς προαγορεύσαντας βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ νὰ ἐπιμένωσιν, ὅτι ἡ Ἀστυνομία Ἀθηνῶν κακῶς ποιοῦσα ἀπέλασεν ἐκ τῆς πρωτευούσης τὸν ἀρχιλήσταρχον Πλευρίτην ἐκ τῆς Ἑλλάδος, διαπράξαντα τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ Ἄγγλου ἐν Μακεδονίᾳ. Ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι κάλλιστα ἔπραξεν ἀποπέμψασα ἐκ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλληνικῆς χώρας τοιοῦτον διαβόητον λῃστὴν καὶ μέγα τέρας, χάριν τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ τάξεως, καὶ συγχύζουν οἰκτρῶς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν ἀπέλασιν τῶν κακούργων, καὶ φαυλοβίων καὶ λίαν ἐπικινδύνων εἰς τὴν κοινωνίαν μὲ τὴν ἔκδοσιν τινὸς πρόσφυγος. Τότε ἤθελεν εἶσθαι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιλήψιμος ὅταν ἤθελεν ἐκδώσει τινὰ πρόσφυγα εἰς ἄλλην τινὰ Δύναμιν, χωρὶς νὰ προϋπάρχῃ τις ἀμοιβαία συνθήκη περὶ ἐκδόσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδόλως δύναταί τις ἐχεφρονῶν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐχρησίμευσε ὡς χωροφύλαξ τῆς Τουρκίας, διότι ἀπέπεμψε μέγαν καὶ ἐπικίνδυνον κακοῦργον, Τουρκικῆς ὑπηκοότητος τυγχάνοντα, καὶ οὕτω τάχα παρεβίασε τὴν ἀσυλίαν τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλληνικῆς χώρας. Ἀλλὰ ἐξ ἐναντίας ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἱερὸν καθῆκον νὰ μεριμνᾷ καὶ ἐπαγρυπνῇ διὰ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀκωλύτως πάντα τὰ πρόσφορα ἀσφαλιστικὰ μέτρα πρὸς ἄκραν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν καὶ ἐν γένει τῆς κοινωνίας καὶ τῶν καθεστώτων, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν σκέψεων τούτων τῶν ἀσφαλειῶν καλῶς ἔπραξεν ἡ Ἀστυνομία τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἀποπέμψῃ τῆς Ἑλληνικῆς χώρας τὸν εἰρημένον κακοῦργον· καὶ ἂν ὁ Αὐστριακὸς πλοίαρχος, ὅστις ἐδέχθη ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ του τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἀποπεμπόμενον λῃστὴν, ἤθελεν ἀποβιβάσει αὐτὸν εἰς ὁποιονδήποτε μέρος ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἀποβιβάσεως τοῦ κακούργου· καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ Αὐστριακὸς πλοίαρχος παραδώσῃ τὸν εἰρημένον κακοῦργον εἰς τὰς Τουρκικὰς Ἀρχὰς, ἡ πρᾶξις αὕτη θέλει ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Αὐστριακῆς Ἀρχῆς, καθόσον ὁ εἰρημένος κακοῦργος ἐπιβιβασθεὶς εἰς τὸ Αὐστριακὸν ἀτμόπλοιον ἐσκεπάζετο ὑπὸ τῆς Αὐστριακῆς σημαίας, καὶ κατὰ νομικὸν πλάσμα, ὑπετίθετο ὅτι κατῴκει ὁ κακοῦργος ἐν τῇ Αὐστριακῇ χώρᾳ· ὅθεν οὐδόλως παρεβίασεν ἡ Κυβέρνησις οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν φιλοξενίαν, ἀλλ’ ἔπραξε καθῆκον ἀπαραίτητον πρὸς ἀσφάλειαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀποπέμψασα κακοῦργον καὶ λίαν ἐπικίνδυνον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χώρᾳ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν, ὡς ἤθελέ τις πράξει οἰκοδεσπότης προβλέπων τὴν σωτηρίαν τῆς οἰκογενείας του, ὅστις ἀποπέμπει καὶ δὲν φιλοξενεῖ φαυλόβιον καὶ κακοῦργον ἐν τῇ οἰκίᾳ του, καθόσον καὶ ἡ κοινωνία δὲν εἶναί τι ἄλλο, παρὰ μία μεγάλη οἰκογένεια, καὶ ἡ καλὴ Κυβέρνησις πατὴρ τῆς οἰκογενείας. Ὅθεν ἀδίκως ἡ ἀντιπολίτευσις καταφέρεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξετέλεσε τὸ σωτήριον καθῆκόν της ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὀφείλει νωλεμέως νὰ μεριμνᾷ καὶ ἐπαγρυπνῇ πρὸς τὴν εὐδαιμονίαν καὶ ὀλβιότητα τοῦ Τόπου· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅταν ἀποκατασταθῇ ἡ κοίτη παντὸς κακούργου καὶ φαυλοβίου πάσης τῆς οἰκουμένης. Διὸ προτείνω νὰ ἀποδοκιμασθῇ πᾶσα καταφορὰ καὶ μεμψιμοιρία ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως προτεινομένη πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μειώσῃ τὴν καλὴν καὶ ἀγαθὴν διοίκησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν της διάταξιν.
§34Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότερον παρ’ ὅσον ἐδύνατο νὰ νομίζῃ ὁ κ. βουλευτὴς Ἀγυιᾶς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· πρόκειται περὶ τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀσύλου τῆς ὑπαρχούσης ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλοδαπὸς ἐν ἀλλοδαπῇ διαπράττων ἔγκλημα κατ’ ἀλλοδαποῦ δὲν τιμωρεῖται ἐν Ἑλλάδι. Ἤθελα νὰ μάθω ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς δέχηται τὴν γνώμην τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ· δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος νὰ τολμήσῃ νὰ ἐκστομήσῃ τὰ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα. Πολλάκις εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο ἀπαίτησις παρὰ Πρέσβεων ξένων Δυνάμεων, ὅπως παραδοθῶσι πρόσωπα τελέσαντα ἔγκλημα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀλλὰ πάντοτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀντέστη σθεναρῶς, καὶ διότι δὲν ἠδύνατο ἐκ τῶν νόμων καὶ διότι ἐφρόνει, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ γείνῃ προδότις τῶν καταφευγόντων εἰς αὐτήν. Ἔπρεπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ λησμονήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ· ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν συνθήκας περὶ ἐκδόσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστρίας, τῆς Γαλλίας, οὐδέποτε ὅμως μετὰ τῆς Τουρκίας. Πολλάκις καὶ ἐπανειλημμένως ἡ Τουρκία ἐζήτησε τὴν σύνταξιν τοιαύτης συνθήκης, ἀλλὰ οὔτε εὑρέθη, οὔτε θὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ μέλλον ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅστις θὰ ὑπογράψῃ τοιαύτην προδοτικὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ συνθήκην. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς δὲν εἶναι Κράτος ἀκέραιον· δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἢ γωνία μικρὰ τῆς ὅλης Ἑλλάδος· ὁ Ἕλλην δὲ ὑπουργὸς καὶ ὁ Ἕλλην βουλευτὴς οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονήσωσιν ὅτι ὀφείλουσι τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν κάθηνται, εἰς τοὺς κλέπτας καὶ τοὺς ἁρματωλοὺς ἐπαναστάτας.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ὕβρις, κύριε Πρόεδρε.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἅπασαι αἱ καθεστηκυῖαι Ἀρχαὶ τῶν τυραννικῶν κυβερνήσεων, πάντας τοὺς διαταράττοντας τὴν τάξιν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀποκαλοῦσι λῃστὰς καὶ κλέπτας· λάβετε παράδειγμα ὄχι τοὺς μεγάλους ἡμῶν προπάτορας, ἀλλὰ τὴν Αὐστρίαν, ἡ ὁποία ἀπεκάλει ἀσυνειδήτως λῃστὰς καὶ κλέπτας τοὺς Ἐρζεγοβινίους καὶ Βοσνίους, οἱ ὁποῖοι ἐμάχοντο ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των. Πάντοτε αἱ τυραννικαὶ Κυβερνήσεις ἔδιδον τὸ ἐπίθετον τοῦ λῃστοῦ εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς ἐλευθερίας τοῦ κατακεκτημένου τόπου των. Οὐδέποτε θὰ θεωρήσω ἀτιμωτικὸν τὸ ἐπίθετον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς ἐξ ἡμῶν τὸ θεωρεῖ καύχημα νὰ λέγῃ ὅτι τὸ εἶχεν ὁ πατήρ του ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως. Οὔτε πρέπει νὰ λησμονῶσιν οἱ Ἕλληνες ὑπουργοί, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἰδίως εἶναι ὕψιστα. Ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ μὴ ἀρνῆται ἄσυλον εἰς οἱονδήποτε προσερχόμενον ξένον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς τὸν προσερχόμενον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων ὅπου ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ὑπὸ δουλείαν. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, κ. Πρόεδρε, ὅτι σωματεῖα ὑπάρχουσιν, ἅτινα ἀνέλαβον τὴν διάδοσιν διαφόρων ἰδεῶν ἐν τῇ ἀτυχῇ Μακεδονίᾳ καὶ Ἀλβανίᾳ· ὅσοι βουλευταὶ ἀναγινώσκετε τὰς ἐφημερίδας, θὰ ἴδατε, ὅτι ἐκεῖ δραστηριώτατα ἐργάζονται οἱ Βούλγαροι καὶ Ῥουμοῦνοι· καὶ οὐχὶ μόνον διὰ τὴν διάδοσιν τῶν ἰδεῶν των καταγίνονται διὰ συλλόγων καὶ σχολείων, ἀλλὰ καὶ ἔνοπλα στίφη ἔχουσι καὶ δι’ αὐτῶν ἐπιβάλλουσι τὰς ἰδέας των καὶ τιμωροῦσι τοὺς Ἕλληνας κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἔπρεπε λοιπὸν ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκστομήσῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἄσυλον ἀνθρώπων, οἵτινες, ἐὰν καταδιώκωνται καταδιώκονται, διότι ἐνόπλως ἐργάζονται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν;
§37ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἰμπορεῖτε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιτρέπητε νὰ λέγηται τοῦτο· διαμαρτύρομαι.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀπόδειξις ὅτι δὲν ἐννοεῖτε. Δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένου ἀτόμου ἢ κοινοῦ ἐγκληματίου, πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ ὑψηλὸν τοῦ ζητήματος, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ταπεινὸν τῆς Ποιν. Δικονομίας. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι Ἑλλὰς δικολάβων καὶ δικ. κλητήρων μόνον. Ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν περιορίζεται εἰς τὰ στενὰ αὐτὰ ὅρια, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσιν καὶ Ἕλληνες ἐν τῇ Ἀνατολῇ χρήζοντες τῆς ἡμετέρας προστασίας. Νὰ ᾖ δὲ βέβαιος ὅτι μεταξὺ ἑκατὸν, οὓς θὰ ζητήσῃ ἡ Τουρκία νὰ τῇ παραδώσωμεν ἢ ἐντέχνως τῇ ἀποστείλωμεν, εἷς ἢ δύω μόνον θὰ ὁμοιάζωσι τὸν Πλευρίτην, πάντες δὲ οἱ λοιποὶ θὰ ἦναι πολιτικοὶ πρόσφυγες, χαρακτηριζόμενοι ὡς λησταὶ ὑπὸ τυραννικῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι βεβαιότατος ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδέποτε θὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως παραδοθῇ Ἕλλην χριστιανὸς εἰς τὴν Τουρκικὴν ἐπικράτειαν δι’ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἐκεῖ κατ’ ἀλλοδαποῦ, διότι τυγχάνει ὑπήκοος Ὀθωμανός. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δὲν τὸν ἐξέδωκεν, ἀλλὰ τὸν ἀπέλασεν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν οἱ φαυλόβιοι ἀπελαύνωνται τῆς Ἑλλάδος, αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι ν’ ἀποφανθῶσι ποῦ βούλονται νὰ μεταβῶσι· τὸ λέγει ὁ νόμος. Διατί παρέδωκαν αὐτόν; Δὲν τὸν παρέδωκαν, λέγουσιν, ἀλλὰ τὸν ἀπέπεμψαν, καὶ ὅμως τὸν παρέδωκαν. Ὅταν ἡ Ἀρχὴ συλλαμβάνῃ αὐτὸν τὸν χριστιανὸν τῆς Ἀνατολῆς καὶ τὸν ἐπιβιβάζῃ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, ὃ κατευθύνεται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν κράτος, τί ἄλλο κάμνει ἢ παραδίδει αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας τῆς Ὀθωμανικῆς ἐξουσίας; Ὅταν δέσμιον τὸν μεταφέρουσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖ τὸν διευθύνουσιν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, ὃ διευθύνεται εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος, τί ἄλλο πράττουσιν, ἢ παραδίδουσιν αὐτὸν εἰς τὸ Κράτος αὐτό; Κύριε Πρόεδρε, τὸ συμβὰν εἶναι σοβαρὸν, εἶναι κάκιστον προηγούμενον, βλάπτον μέγιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ τοιοῦτον οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐτόλμησε μέχρι τοῦδε νὰ διαπράξῃ.
§39ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὅμως ἀντικείμενον τοιοῦτον, ὥστε δι’ αὐτὸ νὰ γείνῃ μέγας θόρυβος, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις μεταξὺ ἡμῶν ἀμφιβάλων, ὅτι ἐὰν ὁ δημόσιος κατήγορος, ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔποψιν, ὁ εἰσαγγελεὺς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων, ἃ ὑπάρχουν εἰς τὴν δικογραφίαν ἥτις διεξήχθη ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ἤθελεν, ἠδύνατο ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ κηρυχθῇ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπικίνδυνος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ κατὰ συνέπειαν ν’ ἀπελαθῇ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος ἀξίου λόγου, πρόκειται περὶ τύπου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἀνέφερε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀργυροκαστρίτου, ἥτις συνέβη κατὰ τὸ 1858, δύναμαι νὰ ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὸν τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1852. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἦτο ἐφέτης, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν περὶ ἧς θὰ σᾶς ἀναφέρω. Εἷς ὑπηρέτης ἑνὸς Ὀθωμανοῦ εἶχεν ἀφαιρέσει μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων καὶ κατέφυγεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἰξεύρω πῶς κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ τὴν καταδίωξιν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ κατεσχέθησαν τὰ χρήματα καὶ ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κύριόν των διὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐγεννήθη δὲ δίκη, ἣν ἤγειρεν ὁ μακαρίτης Κυπριάδης, προσέλαβε δὲ καὶ δικηγόρον καὶ τὸν μακαρίτην Πήλικαν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἦτο ὁ μακαρίτης Δαμιανός. Ὁ Δαμιανὸς διορισθεὶς Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν δίκην ἐφεσίμως· τὸ Δημόσιον λοιπὸν διώρισε τὸν κ. Ῥενιέρην καὶ ἐμέ. Πρωτοδίκως τῷ ὄντι ἐχάθη ἡ δίκη διὰ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ κατ’ ἔφεσιν ἐκέρδησε τὸ Δημόσιον. Κατέφυγεν ὁ ἐνάγων καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ ἐκέρδησε τὸ Δημόσιον, διότι ἀπεφήναντο ἀμφότερα τὰ δικαστήρια ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἔκδοσις δυνάμει τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833 ἢ 1834, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀδιάφορον ὅτι δὲν ἐξεδόθη ὁ ἐγκληματίας· ἐπειδὴ ὅμως ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἐκδώσῃ, ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ καὶ τὰ χρήματα.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει τὸ τοιοῦτον Διάταγμα;
§41ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι αὔριον νὰ σᾶς φέρω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπου μνημονεύεται καὶ τὸ Διάταγμα. Ὁ κ. Στεφανίδης ἐνθυμεῖται τὴν δίκην, διότι ἔκαμε παρατηρήσεις μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸν ἀστεῖον, ὅταν ἐκερδήθη ἡ δίκη, ἥτις ἦτον ἀμφίβολος. Ὁ μακαρίτης Πήλικας ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποδοθῶσι τὰ κλοπιμαῖα πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ὁ κατηγορούμενος. Ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφήνατο, ὅτι ἀφοῦ εἶναι ἐντὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἐκδώσῃ τὸν ἐγκληματίαν, δύναται ν’ ἀποδώσῃ τὰ πειστήρια καὶ ἄνευ αὐτοῦ. Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ σᾶς φέρω τὴν ἀπόφασιν. Ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω διάφορον ἰδέαν ὡς πρὸς τὴν ἀπέλασιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν ὑπάρχει προηγούμενον τῶν δικαστηρίων.
§42Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐννοῶ ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀντίθετοι ἰδέαι καὶ γνῶμαι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπὸ ἑκάστου ἔθνους παρεχομένην πρὸς τοὺς ξένους ἀσυλίαν. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς Κράτη, ἅτινα ὑπολαμβάνουσιν ὡς κατάπτωσιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῶν μεγαλείου καὶ ὡς προσβολὴν τῆς ἐν αὐτοῖς ἐπικρατούσης ἐλευθερίας, τάξεως καὶ ἀσφαλείας, τὴν ἄρνησιν τοῦ ἀσύλου πρὸς ἅπαντας τοὺς εἰς τὴν χώραν αὐτῶν καταφεύγοντας. Οὕτως ἡ Ἀγγλία νομίζει, ὅτι ἐπιβάλλεται αὐτῇ ὑπὸ τοῦ Βρετανικοῦ μεγαλείου ἡ παροχὴ φιλοξενίας πρὸς τοὺς ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας προσφεύγοντας, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέῤῥιψε πάντοτε πᾶσαν αἴτησιν ἀπελάσεως αὐτῶν ἐκ τῆς χώρας της οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτον ὁ ὑποβαλὼν αὐτήν. Ἀνάλογοι δὲ περιστάσεις ἐπικρατοῦσι καὶ ὡς πρὸς τὴν Ἑλβετίαν. Ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι καὶ ἀντίθετοι σκέψεις δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν. Δύνανται νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι ἡ ἐν τῷ Κράτει ἐλευθέρα εἴσοδος προσώπων, δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἐπικίνδυνον χαρακτῆρα, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ κίνδυνον τῆς ἐν αὐτῷ δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι αἱ οὕτω σκεπτόμεναι Κυβερνήσεις ἔχουσιν εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τὴν εἰς τὸ Κράτος εἴσοδον, ἢ νὰ ἀπελαύνωσιν ἐξ αὐτοῦ ἐκείνους, οὓς ὑπολαμβάνουσιν ὡς ἐπικινδύνους εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους; ἀπέλασιν τῶν ἀλλοδαπῶν οὐδέποτε πρέπει νὰ συγχύσωμεν μὲ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν, κατηγορουμένων ἐπὶ ἐγκλήματι πραχθέντι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Τὴν ἔκδοσιν ταύτην ἅπαντα τὰ ἔθνη ἀπὸ τῶν ἀρχαίων χρόνων ἐθεώρησαν ὡς ἔργον ἐπαχθὲς καὶ ταπεινὸν, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὴν Ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ προσβάλλον τὴν Ἐθνικὴν μεγαλειότητα, καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ ἔθνη ἀντετάχθησαν ὅλαις δυνάμεσι εἰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις ἐκδόσεων κατηγορουμένων. Μόνον κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, ἕνεκα τῆς ἐπιμιξίας τῶν λαῶν, ἤρχισαν ἐπικρατοῦσαι ἀντίθετοι γνῶμαι, ὅτι δὲν ἔχει τι ἀντιβαῖνον εἰς τὸ δίκαιον ἢ εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν ἡ διὰ συνθηκῶν ἀναδοχὴ ὑποχρεώσεων περὶ ἀμοιβαίων ἐκδόσεων τῶν κατηγορουμένων. Ἀλλ’ εἰς τὴν σύνοψιν τῶν συνθηκῶν τούτων ἐπεκράτησαν καὶ γενικαί τινες ἀρχαὶ, τηρούμεναι πάντοτε ἀπαρεγκλίτως. Τοιαύτη ἀρχὴ εἶναι, ὅτι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις τῶν διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα καταδιωκομένων ἀλλοδαπῶν· ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίζωνται αἱ περιπτώσεις τῶν ἐκδόσεων καὶ νὰ διαγράφωνται αἱ κατ’ αὐτὴν τηρητέαι διατυπώσεις· τέλος, ὅτι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ σύναψις τοιαύτης συνθήκης περὶ ἐκδόσεως μετὰ Κράτους, οὗ ὁ δικαστικὸς διοργανισμὸς δὲ παρέχει ἀποχρώσας ἐγγυήσεις ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν πολιτισμένον Κράτος συνῆψε τοιαύτας συνθήκας πρὸς Κράτη μὴ εὐνομούμενα. Ἡμεῖς, κύριοι, καθόσον γνωρίζω, μετὰ μόνης τῆς Ἰταλίας συνδεόμεθα διὰ τοιαύτης συνθήκης. Καὶ ἐνδέχεται μὲν νὰ συνδεθῶμεν καὶ μὲ ἄλλα Κράτη· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκτεθεισῶν ἀρχῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέλομεν συνάψει τοιαύτην συνθήκην μετὰ τῆς Τουρκίας, ἧς ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς οὐδεμίαν εἰς οὐδένα παρέχει ἐγγύησιν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐνεργοῦσα ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της, ἠδύνατο καὶ δύναται νὰ ἀπελαύνῃ τοῦ Κράτους πάντας τοὺς ἀλλοδαποὺς, οὓς ἤθελε θεωρήσει ἐπικινδύνους εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε δικαιοῦται νὰ παραδώσῃ ἀλλοδαπὸν εἰς οἱανδήποτε Δύναμιν, ἂν δὲν ὑποχρεοῦται εἰς τοῦτο διὰ συνθήκης, ἧς τότε τηρηθήσονται ἀκριβῶς αἱ διατυπώσεις. Φρονῶ τέλος, ὅτι οὐδέποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ συνάψῃ τοιαύτην συνθήκην μετὰ τῆς Τουρκίας, ὡς μὴ παρεχούσης ἀποχρώσας ἐγγυήσεις ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Τώρα ἐξεταστέον τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἔλαβε χώραν πράγματι ἀπέλασις ἀλλοδαποῦ ἢ ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἔκδοσιν αὐτοῦ, ἣν οὐδέποτε ἐπίστευον ὅτι ἤθελεν ἐνεργήσει Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Ἐὰν ἀποβλέψωμεν οὐχὶ εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς ἐξωτερικὰς παραστάσεις, ἀλλ’ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν διατρεξάντων, θέλομεν σχηματίσει πεποίθησιν, ὅτι ἀληθὴς ἔκδοσις ἀλλοδαποῦ ἔλαβε χώραν. Ἡ ἀπέλασις ἐνεργεῖται διὰ τῆς εἰδοποιήσεως τοῦ ἀλλοδαποῦ, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν χώραν· μόνον δὲ ἂν παρακούσῃ, δύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε τὴν βίαν, ἐπαφίνοντες εἰς αὐτὸν μέχρι τέλους τὴν ἐκλογὴν τῆς χώρας, πρὸς ἣν προτιμᾷ νὰ διευθυνθῇ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο τὸ ἀντίθετον. Ὁ ἀλλοδαπὸς συνελήφθη καὶ ἐπεβιβάσθη ἄκων εἰς ἀτμόπλοιον, ὅπερ διευθύνετο κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν πρὸς τὸ Κράτος, ὃ ἐπεζήτει τὴν ἔκδοσίν του. Πράγματι λοιπὸν ἔκδοσις ἔλαβε χώραν καὶ μάλιστα πρὸς Κράτος, μεθ’ οὗ ἀδύνατον νὰ συνάψωμεν τοιαύτην συνθήκην. Ποία δὲ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς τοιαύτης πράξεως; ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, μᾶς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη κατεδίκασεν εἰς ποίαν ποινὴν τὸν συστασιώτην τοῦ ἐκδοθέντος; εἰς ἰσόβια δεσμά. Εἰς ποίαν ποινὴν δὲ ἐνδέχεται νὰ καταδικάσῃ τὸν ἐκδοθέντα ἡ Τουρκικὴ δικαιοσύνη; εἰς θάνατον. Φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐξελεχθῇ καὶ ἐπικριθῇ αὐστηρῶς, ἵνα μὴ χρησιμεύσῃ τοὐλάχιστον καὶ ὡς ὀλέθριον προηγούμενον.
§43ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐσχάτως συνελθοῦσα προέβη εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Προτοῦ ὅμως συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ, τὸ Προεδρεῖον εἶχε πέμψει τὰς πλείστας τῶν ἀναφορῶν εἰς τὰ σχετικὰ ὑπουργεῖα. Ἐπὶ τῶν ἐναπολειφθεισῶν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργασθεῖσα, παρετήρησεν, ὅτι αἱ πλεῖσται εἶχον ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας μόνον τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ κατὰ πόσον ἦσαν βάσιμοι καὶ δίκαιαι· συνεπῶς πέμπονται πρὸς ἐνέργειαν. Τὴν προσοχὴν ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐφείλκυσαν δύω εἰδῶν ἀναφοραὶ, αἱ μὲν διαφόρων ἀγωνιστῶν, οἵτινες μένουσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς περιθάλψεως, ἐνῷ μάλιστα καὶ ἡ ἄλλοτε συστηθεῖσα Ἐπιτροπὴ πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν τοὺς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιούτους καὶ ἐγνωμοδότησε περὶ βαθμολογίας αὐτῶν· ἄλλως τε ὀλίγιστοι πλέον εἰσὶν αὐτοὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις πολὺ εὐκόλως δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὰ πιστοποιητικά των καὶ τοὺς ἱκανοποιήσῃ· συνάμα καὶ ἀναφοραὶ διαφόρων χηρῶν, τῶν ὁποίων οἱ σύζυγοι διετέλουν ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου καὶ ἀπεβίωσαν προτοῦ συμπληρώσωσι τὰ τῆς συντάξεως ἔτη. Ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζει, ὅτι προσγίνεται εἰς αὐτὰς μέγα ἀδίκημα, ὅπερ προστίθεται εἰς τὴν ἀτυχῆ σύμπτωσιν τῆς χηρείας των, καὶ συνιστᾷ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιδαψιλεύσῃ καὶ εἰς αὐτάς τὸ ἀναλογοῦν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀποβιωσάντων μερίδιόν των, δύναται δὲ νὰ ἔχῃ κλίμακα ἀναλογίας τῆς συντάξεως. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἀναφορὰ το ἄλλοτε ἀνθυπολοχαγοῦ Μήλα, ὅστις πρό τινων ἐτῶν κατεδικάσθη εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν δι’ ἐκλογικόν τι παράπτωμα· ἐπειδὴ ὅμως καὶ τὸ παράπτωμα αὐτὸ συνεπάγει καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐστερήθη ὁ ἀτυχὴς καὶ τὸν βαθμόν του, περιελθὼν ὡς ἐκ τούτου καὶ εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὸν ῥηθέντα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως τὸν συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τῷ ἀποδώσῃ τὸν βαθμόν του, μάλιστα σήμερον ὅτε ὁ φόβος τῆς παρεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν στρατιωτικῶν παντελῶς ἐξέλειπε.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Γαλλίας δηλώσεως ὡς πρὸς τὸν κατὰ λέξιν κανονισμὸν τῶν ἐξωτερικῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ. καὶ τελευταίαν συζήτησιν.) Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ῥωσσικῆς ἀτμοπλοϊκῆς καὶ ἐμπορικῆς ἑταιρίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ. καὶ τελευταίαν συζήτησιν.)
§47Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Διὰ τῶν τοιούτων θαλασσοπλοϊκῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι συνομολογοῦνται ἑκάστοτε μετὰ διαφόρων ἑταιριῶν, ἀναλαμβάνονται ὑποχρεώσεις καὶ συνομολογοῦνται ὠφελήματα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Παρετήρησα δὲ ὅτι πλεῖσται ἔγειναν συμβάσεις τοιούτου εἴδους. Καὶ τὰ μὲν ὠφελήματα εἰσὶ κυρίως ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, τὰ βάρη ὅμως, τὰ ὁποῖα ἀποδεχόμεθα, εἶναι ὅτι δωροῦμεν συνήθως εἰς αὐτὰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττομεν ἐκ τῶν ἄλλων πλοίων ὑπὲρ τῶν προκυμαιῶν καὶ ὑπὲρ τῶν φάρων. Ἐν τούτοις, ἐκ τῶν συμβληθεισῶν τοιούτων θαλασσοπλοϊκῶν ἑταιριῶν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως αἱ πλεῖσται δὲν ἐξετέλεσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, διότι σπανιώτατα τὰ ἀτμόπλοια αὐτῶν προσορμίζονται εἰς τοὺς λιμένας, εἰς οὓς ὀφείλουν νὰ προσορμίζωνται. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀναγκαίαν πρόνοιαν, ἵνα ἡ ἁρμοδία Ἀρχὴ, ἡ ἐπιτετραμμένη ἵνα φροντίζῃ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, ἐπιβάλλῃ τὴν τήρησιν καὶ ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, ἵνα μὴ ὑφιστάμεθα μόνον τὰ βάρη ἐπὶ ζημίᾳ τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ τῆς ὑπηρετίας τῶν φάρων.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προκαταβολῆς ἐξόδων μεταγωγῆς ὑποδίκων, καταδίκων καὶ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου.
§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 1).
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶχον γείνει παρατηρήσεις παρὰ τῶν δύω κκ. βουλευτῶν Γόρτυνος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου δευτέρου, καὶ ἐπείσθην ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τροποποίησίς τις. Τὸ ἄρθρον δεύτερον λέγει, ὅτι παραδίδονται τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν· ἀλλ’ ἐνδέχεται ὁ ἁρμόδιος ταμίας νὰ βραδύνῃ τὴν ἐξέλεγξιν, ἥτις κυρίως ἀνήκει εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἠδύνατο νὰ διαγραφῇ τὸ «περὶ ἁρμοδίου ταμίου», καὶ τὸ κείμενον νὰ συνταχθῇ τοιουτοτρόπως ὥστε νὰ ἐκτελῶνται αἱ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἀπαραλλάκτως. Τουτέστι νὰ συνταχθῇ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: ὁ ὑπάλληλος...... ὀφείλει ἐντὸς μηνὸς νὰ παρουσιάσῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῆς χρήσεως τῶν πληρωθέντων χρημάτων συμφώνως μὲ τὰς περὶ προπληρωμῶν ἰσχυούσας διατάξεις»· διότι δὲν εἶναι μόνον αἱ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀλλ’ ὑπάρχουν καί τινα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐκανόνισαν περὶ τῶν τοιούτων, καὶ διὰ τοῦτο λέγω «συμφώνως μὲ τὰς περὶ προπληρωμῶν ἰσχυούσας διατάξεις»· ὅ,τι ἐν γένει ἰσχύει ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς προπληρωμὰς, δέον νὰ ἰσχύῃ καὶ ὡς πρὸς αὐτάς.
§51Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶχον κάμει ἄλλην παρατήρησιν, καταδείξας τὴν ἀνάγκην τῆς προσθήκης εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου τῆς § 3 τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Κατὰ τὸ εἰρημένον ἐδάφιον, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ λαβὼν τὴν προπληρωμὴν νὰ ὑποβάλλῃ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς καταστάσεις· ἐὰν δὲ καθυστερήσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ γένηται εἰς αὐτὸν ἄλλη προπληρωμή. Νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν προτείνετε, πληροῦται ὁ σκοπὸς αὐτός;
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βεβαίως, διότι ἀναφερόμεθα εἰς τὰς περὶ προπληρωμῶν διατάξεις.
§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὥστε δευτέρα προπληρωμὴ δὲν θέλει ἐπιτρέπεσθαι, ἐὰν δὲν ὑποβληθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῆς πρώτης προπληρωμῆς.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βέβαια.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε πῶς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὅπως ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτόν). (Γίνεται δεκτὸν ἐπίσης καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις νομοσχεδίου.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ Ὑπουργείου ἀντὶ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται ἡ τροπολογία τοῦ Ὑπουργείου).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν πρὸς ἀνέγερσιν Φρενοκομείου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Τζωρτζῆ καὶ Ταρσῆς Δρομοκαΐτου.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν συνετάχθη σχέδιον τῆς οἰκοδομῆς, καὶ τὸ σχέδιον τοῦτο ἐνεκρίθη καὶ μέχρι ποίας ἐποχῆς, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀρχιτέκτονος, θέλει περαιωθῆ ἡ οἰκοδομή· διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβλέψωμεν καὶ περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ Φρενοκομείου, διότι γνωρίζουσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ὅτι πρέπει νομοθετικῶς νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἀσκεῖ ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιθανῶς ἔπαθον· ἑπομένως πρέπει νὰ κανονισθῶσιν αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι τὴν πιθανότητα· ἐπειδὴ λοιπὸν ἐνδέχεται νὰ περαιωθῇ ταχέως ἡ οἰκοδομὴ, εἶναι ἀνάγκη καὶ τοῦ ἄλλου κανονισμοῦ.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός.). Τὸ σχέδιον τῆς οἰκοδομῆς εἰσέτι δὲν συνετελέσθη, οὐδὲ δύναται νὰ συντελεσθῇ, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος, διότι ἐξαρτᾶται τὸ σχέδιον ἐκ τοῦ παραχωρηθησομένου χώρου. Ἀλλὰ τὰ μέσα πάντα ὑπάρχουσιν, ὥστε βέβαιον εἶναι ὅτι τάχιστα θέλει ἐκτελεσθῆ ἡ οἰκοδομή. Νόμος περὶ Φρενοκομείου ὑπάρχει, ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου Χριστοπούλου. Βεβαίως δεῖται ἀναθεωρήσεως· ὑπάρχει ὅμως καιρὸς ἱκανὸς, ὅπως, ἕως οὗ συμπληρωθῇ ἡ οἰκοδομὴ, ἀναθεωρηθῇ ὁ νόμος.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Γαλλία ἐξέδωκε κατὰ τὸ 1839, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι χρήζει τροποποιήσεων. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ. συζήτησιν.)
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόφανσις τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος Ξενοκράτους.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τυπωθέντα ὑπάρχει κληροδότημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἀποφασίζῃ ἐτησίως· ἀναβαίνει δὲ ἐτησίως τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου εἰς 14,000 δραχμάς. Παρεπέμφθη ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου πρὸς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη. Τὸ συμπέρασμα τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι τὸ ἑξῆς: «ἐν γένει ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων καταφαίνεται α) ὅτι ῥητὴ εὐχὴ καὶ ἐπιθυμία καὶ διακαὴς πόθος τοῦ διαθέτου, ἐκφρασθεὶς ἐπανειλημμένως ὑπ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν ἐκτελεστὴν τῆς διαθήκης καὶ ἀπόλυτον διαχειριστὴν τῆς περιουσίας του ἀνεψιόν του κ. Γεώργιον Π. Κυριαζῆν, ἦτο νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ κληροδότημα τοῦτο ἐν πρώτοις ὑπὲρ τῆς πόλεως Μεσολογγίου, πρὸς ἣν ὁ ἀείμνηστος ἔτρεφεν ἰδιαιτέραν ἀγάπην, καὶ β) ὅτι ὁ κ. Γεώργιος Π. Κυριαζῆς ῥητῶς διαδηλοῖ ὅτι ἡ ἀνέγερσις διὰ τοῦ μέχρι τοῦ 1880 ἐναποταμιευθέντος ποσοῦ καὶ δύω ἢ τριῶν ἐτῶν μελλόντων ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου δημοτικοῦ Παρθεναγωγείου ἐν Μεσολογγίῳ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ξενοκράτειον» ἔσεται ἡ ἐκτέλεσις μιᾶς ἐκ τῶν ὑστάτων θελήσεων τοῦ διαθέτου καὶ ὁ διακαὴς πόθος αὐτοῦ, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ, καίτοι ἀναγνωρίζουσα ὅτι ἐν τῇ διαθήκῃ δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς ἡ σύστασις Παρθεναγωγείου ἐν Μεσολογγίῳ, νομίζει ἐντούτοις ὅτι δὲν ἀπάδει εἰς τὸ πνεῦμα τῶν διατάξεων τοῦ διατάκτου ἡ σύστασις αὕτη, καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διατεθῶσι πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικοῦ Παρθεναγωγείου ἐν τῇ πόλει Μεσολογγίου ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ξενοκράτειον» τὰ ἀπὸ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους 1877–78 μέχρι τοῦ ἔτους 1882–83 ἐναποταμιευθέντα ποσὰ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου.» Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἐκτελεστοῦ τῆς διαθήκης· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ λόγος ἵνα μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πράξεών του ἐμπνεόμενος ἐκ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ἐξ ὧν καὶ ὁ διαθέτης. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, ἵνα ἀποφασίσωμεν ὅπως τὰ μέχρι τοῦδε ἐναποταμιευθέντα ποσὰ δαπανηθῶσι συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς.
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκληφθῶ, ὅτι σκοπεύω νὰ παρεμβάλω πρόσκομμά τι, ἵνα τὰ μέχρι τοῦδε συλλεγέντα εἰσοδήματα τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ διατεθῶσι πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ ἀγαθοεργοῦ αὐτοῦ καταστήματος ἐν Μεσολογγίῳ. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ποιήσωμαι δῆλον, ὅτι ἡ αἰτιολογία, ἡ ὁποία ἐπροτάθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα πείσῃ αὐτὴν, ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ δοθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Μεσολογγίου, ὅτι ἡ δικαιολογία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀποχρῶσα· ὀφείλω δὲ νὰ ἀποκρούσω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβάλλει ἑκάστοτε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἐρωτᾷ πάντοτε τὸν ἐκτελεστὴν τῆς διαθήκης τί ἐφρόνει ὁ μακαρίτης διαθέτης, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ὑποκαταστήσωμεν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ξενοκράτους τὴν θέλησιν τοῦ κυρίου αὐτοῦ Κυριαζῆ, τοῦ ὁποίου τῶν διαθέσεων θὰ γίνωμεν ἐκτελεσταί. Ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου ἐκδηλοῦται πάντοτε διὰ τῶν διαθηκῶν, οἱ δὲ ἐκτελεσταὶ οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι δικαίωμα ἢ νὰ μεριμνῶσιν, ἐὰν ἐκτελῆται ἡ διὰ τῆς διαθήκης ἐκφρασθεῖσα τελευταία βούλησις. Λοιπὸν οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ οὐδεμίαν γνώμην. Καὶ ἡμεῖς μὲν προθύμως δεχόμεθα νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ Μεσολογγίου, ἀλλὰ τὴν δικαιολογίαν ταύτην δὲν τὴν δεχόμεθα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βοηθημάτων.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ προτεινόμενον παρὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐκτελεῖται καὶ σήμερον· δὲν προστίθεται οὐδεμία νεωτέρα ἐγγύησις.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖται ἤδη, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ θέσωμεν τέρμα, εἶναι ἡ χορήγησις διαρκῶν βοηθημάτων· ἀλλ’ ὑποβάλλοντες νομοσχέδιον περὶ διαρκῶν βοηθημάτων, ἔπρεπε νὰ περιλάβωμεν καὶ τὰ περὶ τῶν προσκαίρων ἐν αὐτῷ.
§68Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Βουλῆς μίαν πίστωσιν ἀρκοῦσαν, ὅπως ἀνεγερθῇ κτίριον, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς Βουλευτήριον.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§70Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ Βουλευτήριον αὐτὸ κατήντησε νεκροπομπεῖον· ὅλοι ἐδῶ μέσα ἀσθενοῦν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι εἶναι σύμφωνοι.
§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς χρησιμοποιήσουν τὸ παρὸν ὅπου ἀλλοῦ θέλουν. Ἂς γείνῃ τέλος ἓν παράπηγμα καθὼς εἴχομεν καὶ ἄλλοτε, διὰ νὰ ἔχωμεν ἥλιον καὶ ἀέρα, καὶ πρὸ πάντων διὰ νὰ ἀκούῃ ὁ εἷς τί λέγει ὁ ἄλλος. Ἔπειτα ἀπὸ τόσας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, νομίζω ὅτι ἓν ποσὸν 100 χιλ. δραχμῶν ἀρκεῖ νὰ γείνῃ ἓν ἄλλο κτίριον.
§73Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ ἡ αἴθουσα ἐδῶ ἂς χρησιμεύσῃ ὡς αἴθουσα παρατάξεων, ἑορτῶν κτλ. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔξω εἶναι χῶρος ἀρκετὸς νὰ γείνῃ αἴθουσα συνεδριάσεων, ἡ ὁποία θὰ ἦναι καταλληλοτάτη.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐπροτάθη. (Γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν τὰ ἀκόλουθα νομοσχέδια, ἤτοι τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς νήσου Κεφαλληνίας· ὁμοίως τὸ περὶ συστάσεως καὶ μετασχηματισμοῦ τελωνειακῶν θέσεων· τὸ περὶ διορισμοῦ ἀρχειοφυλάκων ἐν τοῖς Δικαστηρίοις).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπικούρων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§77ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§78ΡΟΥΦΟΣ. Μάλιστα.
§79ΚΡΙΕΖΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 παρατηρῶ, ὅτι δίδονται περισσότερα δικαιώματα εἰς τοὺς κυβερνήτας τῶν ἀτμοπλοίων παρὰ εἰς τοὺς κυβερνήτας τῶν ἱστιοφόρων πλοίων· δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον τῆς διακρίσεως· παρακαλῶ νὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς δευτέρους τριετὴς ἡ ὑπηρεσία.
§80ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι, διότι σήμερον τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἔχει περισσότερα πλοῖα κινούμενα δι’ ἀτμοῦ ἢ ἱστιοφόρα· ἔπειτα ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά.
§81Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφορὰ μεταξὺ πλοιάρχων ἀτμοκινήτων πλοίων καὶ πλοιάρχων ἱστιοφόρων· κατὰ τοῦτο μόνον διαφέρουν, ὅτι οἱ κυβερνῆται ἀτμοπλοίων ἀκτοπλοοῦν, οἱ δὲ κυβερνῆται τῶν ἱστιοφόρων πελαγοποροῦν καὶ κινδυνεύουν περισσότερον, καὶ ἐκ τούτου ἔχουν πολὺ περισσοτέραν πεῖραν καὶ δικαιώματα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 καὶ 5). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρ. 6.)
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κριεζῆ.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλη συγχωνεύεται εἰς τὸ ἄρθρον 6, ἤτοι πλὴν τοῦ πρώτου καὶ τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τεθῇ ὡς βʹ. ἐδάφιον τοῦ ἄρθρ. 6. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη, ὁμοίως καὶ τὸ σύνολον. Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁμοίως τὸ περὶ ἐπιμελητοῦ τῶν χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, τὸ περὶ κανονισμοῦ θέσεως γραμματέως τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γραμματέων καὶ κλητήρων ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς πρώτην δὲ συζήτησιν τὸ περὶ συντάξεως τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν μετὰ ὑπηρεσίαν 40 ἐτῶν· ὁμοίως εἰς πρώτην τὸ περὶ τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν σιδηροδρόμων).
§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ περὶ φυτειῶν (θόρυβος).
§85ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὸ περὶ κοινοτήτων (θόρυβος).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ ἐκλογῶν καὶ δημαιρεσιῶν νόμων.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπ’ αὐτοῦ (θόρυβος).
§88ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι θὰ προταχθῶσιν ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπομεν χθὲς ὅτι ὑπάρχουσι νομοσχέδιά τινα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνῃ συζήτησις περὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ὅπως συζητηθῶσιν εὐθὺς μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη· ἑπομένως πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν ποῖον ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων θὰ προταχθῇ. Χθὲς δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§90ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ προταχθῇ τὸ περὶ φυτειῶν.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχεν ὅμως ῥηθῆ ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, εἶναι πρέπον νὰ μὴ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα. Δέον νὰ λυθῇ τοῦτο κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν· ἐὰν δὲ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπιλαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως τῶν καθ’ ἕκαστον.
§92ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν πρέπῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημαιρεσιῶν.
§93Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, δίκαιον εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ εἰς τὴν δευτέραν γίνεται ἡ συζήτησις...
§94ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κάμνω πρότασιν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ποῖον τῶν δύω νομοσχεδίων νὰ προταχθῇ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10; (ἐγείρονται ἐκ δεξιῶν ὑπὲρ τοὺς 10 βουλευτάς).
§96Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι δὲν προτείνεται μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ μόνον ἐγένετο πρότασις νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§97ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εὑρίσκω λόγον τῆς βραδύτητος καὶ τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου· ἀφοῦ ὁ περὶ δημαιρεσιῶν νόμος εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δυνάμεθα νὰ ἀναγνώσωμεν αὐτὸν καὶ νὰ ἀναχαιτίσωμεν τὴν Βʹ. καὶ Γʹ. ὅπως ψηφισθῇ προηγουμένως τὸ περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ δημαιρεσιῶν νόμων, τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως προθεσμίας δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§99ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν πρέπει νὰ τεθῇ κἂν ὑπὸ συζήτησιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι, ὅτι ἔχει καὶ διατάξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὰ ψηφοδέλτια καὶ καθιέρωσε τὰ σφαιρίδια. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἐλατήριον τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ συναλλαγή, ἤ, ὅπως τὴν ἐβάπτισεν ὁ μακαρίτης Χριστίδης, τὸ ρουσφέτι. Μέχρι τοῦδε ἐδίδοντο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἀμοιβαί, χάριν συναλλαγῆς, πρὸς τοὺς συντρέχοντα πολιτευομένους μέρος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας καὶ οὗτοι διένειμον ὡς ἀμοιβὴν εἰς ἐκείνους, οἵτινες τοὺς συνέτρεχον εἰς τὴν ἐκλογήν των, καὶ σπανίως ἐδόθη ἀμοιβὴ ψήφισις νόμου, ἀλλὰ καὶ οὗτος, ἂν ἐδόθη ποτὲ, ἀπέβλεπε περιποίησιν εἴτε ἐπαρχίας εἴτε κοινότητος, πάντοτε ὅμως κοινὸν συμφέρον, οὐδέποτε δὲ ἐγένετο χάριν προσωπικῶν συμφερόντων συναλλαγὴ διὰ ψηφίσεως Νόμου, ἀνατρέποντος μάλιστα, ὡς ὁ ὑπὸ συζήτησιν, μίαν τῶν θεμελιωδῶν νομοθεσιῶν τοῦ Κράτους. Εἶπον ἄλλοτε ὅτι κατὰ τὸ δεκαοκταετὲς διάστημα ἀπὸ τοῦ 1844–62 ἐδιδάχθησαν οἱ πολιτευόμενοι, ὅτι τὸ ἰσχυρότερον ὅπλον τῆς Ἐξουσίας πρὸς ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἦτο τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἶχεν αὕτη νὰ προσδιορίζῃ ὁπόταν ἤθελε τὰς ἐκλογὰς, εἴτε δημοτικὰς εἴτε βουλευτικάς· διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1864 ἐπεδιώχθη καὶ ἐπέτυχε, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιῤῥήσεως, ἡ σύγχρονος ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν, δημοτικῶν τε καὶ βουλευτικῶν. Πρώτη ἡ νῦν Κυβέρνησις τολμᾷ νὰ καταργήσῃ μίαν τόσον οὐσιώδη καὶ σωτήριον ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως· ἀναγκάζεται δὲ νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιοῦτο πολιτικὸν ἔγκλημα διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· 1) διότι, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1878, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ἔλαβον μέρος καὶ αὐτοὶ οἱ νῦν κύριοι ὑπουργοί, ἐν τῇ καθιερώσει τῆς μονοημέρου ψηφοφορίας, κατεστράφη καὶ τὸ μικρὸν μέσον τῆς διὰ τῆς τετραημέρου ψηφοφορίας Κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται ἑαυτὴν εἰς ἀσθενῆ θέσιν νὰ παλαίσῃ ἐν ταῖς ἐπικειμέναις δημοτικαῖς ἐκλογαῖς καὶ προβλέπει τὸ ναυάγιόν της ἄφευκτον, ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἐκ δεκαεπτὰ ἑκατομμυρίων νέους φόρους, ὅσους τῇ βοηθείᾳ τῶν ὀπαδῶν της βουλευτῶν ἐπέβαλεν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ λαοῦ· διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε ν’ ἀναβάλῃ τὰς ἐκλογὰς, καὶ διὰ νὰ παρέλθῃ χρόνος, ἵνα λησμονήσωσιν ἐν μέρει οἱ ψηφοφόροι τὴν διαγωγὴν ταύτην Κυβερνήσεως καὶ φίλων της, καὶ διὰ νὰ χορηγήσῃ καιρὸν πρὸς παρασκευὴν καὶ ἐπιτυχίαν διὰ τῆς χρήσεως τῶν δώρων, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐφοδιάσῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς φίλους της πολιτευτάς· 2) διότι τινὲς τῶν, ὡς ἐψυθιρίσθη, μεταβάντων ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς Κυβερνήσεως ἀπῄτησαν, ὡς προκαταβολὴν τῆς μετ’ αὐτῆς συναλλαγῆς των, τὴν ἀναβολὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ 3) διότι διὰ τοῦ, ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς, ἐπερχομένου διχασμοῦ τοῦ χρόνου τῶν ἐκλογῶν ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδράσῃ διὰ τῶν ἐπεμβάσεών της, ἔχουσα ἀφ’ ἑνὸς τὴν σύγχρονον ἀπασχόλησίν της εἰς μέρος μόνον τοῦ Κράτους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δύναται τὰ ἐπιτήδεια πρὸς τοῦτο ὄργανά της, νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἕτερον μέρος. Ἐν τούτοις, κύριοι, διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἡ Κυβέρνησις καθιεροῖ τὴν ἐξασθένησιν τῆς ἐθνικῆς ἰσχύος κατὰ τὰς ἐκλογάς, καθόσον ὁσάκις Κυβέρνησίς τις προτίθεται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς δύναται νὰ τὰς ἀναβάλλῃ ἐπί τινας μῆνας, διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὰ μέσα τῆς ἐπεμβάσεώς της. Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τὴν καταλληλότητα τοῦ μηνός, καθ’ ὃν συμφέρει εἰς τὴν Ἐπικράτειαν νὰ ἐνεργῶνται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Οἱ προσδιορίσαντες τὸν μῆνα Μάϊον βουλευταὶ τοῦ 1878 πεπειραμένοι ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Τόπου, ἐθεώρησαν τὸν μῆνα τοῦτον ὡς τὸν καταλληλότερον, διότι ἤξευραν ὅτι ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἕνεκα τοῦ κλίματος καὶ τῆς τοποθεσίας της, δὲν εἶναι πάντοτε οἱ κάτοικοι παρόντες εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ μόνον κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον καὶ πεδινοὶ καὶ ὀρεινοὶ μεταβαίνουν εἰς αὐτάς, κατὰ τὰς ἄλλας δὲ ὥρας τοῦ ἔτους πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται εἰς κίνησιν, καὶ κατά τινας μάλιστα μῆνας πλεῖστα ὀρεινὰ χωρία εἶναι ἐντελῶς ἔρημα. Ὁ δὲ Ἰούλιος, ὃν προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, εἶναι ὁ μήν, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ κάτοικοι ἀραιοῦνται περισσότερον, διότι κατέρχονται εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὸν τρυγητόν.
§100ΑΝΤΥΠΑΣ. Τότε τὰς κάμομεν τὸν Σεπτέμβριον.
§101ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἂν τότε ἐπιθυμήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναβάλῃ τὰς ἐκλογὰς, ἀφοῦ ἅπαξ ἐλάβομεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, δύναται νὰ τὰς παραπέμψῃ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ οὕτω διαιωνίζομεν τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἱκανοποιουμένων οὕτω καὶ ἐκείνων, ὅσοι ἀπαιτοῦσιν αὐτὸ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὡς ῥοσφέτι. Ἴσως μοί εἴπῃ τις, ἂν ἐσκόπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προπαρασκευασθῇ εἰς ἐπεμβάσεις, διατί δὲν ἐνήργει πρὸς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν ἀπὸ μηνῶν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναβάλῃ τὰς ἐκλογάς; Εἰς τοὺς τοιούτους ἤθελον ἀπαντήσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνεργῇ τοιαῦτα ἔκνομα ἐν ἡσυχίᾳ, καθόσον ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς δὲν τῇ ἐπιτρέπει νὰ ἐργασθῇ ὅπου καὶ ὅπως θέλει· διότι κατὰ δυστυχίαν πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει αὐτὸ τὸ βῆμα τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ αἱ ἀπὸ τούτου φωναί, ὅσον ὀλίγαι καὶ ἂν ὦσιν αἱ ὑποστηρίζουσαι αὐτὰς ψῆφοι, πάντοτε ταράττουσι τὰ νεῦρα τῶν κυβερνώντων, καὶ ἡ ταραχὴ αὕτη παραλύει πάντοτε τὴν ἀσφαλῆ ἐπιτυχίαν τῶν προθέσεών των· ἐνῷ ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, δύνανται νὰ ἐνεργήσωσιν ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ καὶ ἀναπαύσει, ἔτι δὲ μᾶλλον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις μᾶς ἔδωκε καὶ τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν δυσκολεύεται νὰ φυλακίζῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς Βουλευτάς. Κακὸ ποῦ μᾶς εὗρε τοὺς ἀντιπολιτευομένους! Κύριος οἶδε ἂν δὲν συστήσῃ καὶ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, ἵνα ἔχωμεν ἀπὸ ἕνα ἀστυνομικὸν ὑπάλληλον ὄπισθέν μας νὰ μᾶς καταγγέλλῃ, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ Γονατᾶς καὶ οἱ ὅμοιοί του δικαστικοὶ δὲν θὰ δυσκολευθῶσι νὰ γίνωσι τὰ εὐτελέστερα ὄργανα Κυβερνητικῶν ἀπαιτήσεων, ὅπως διὰ νέων δειγμάτων ἀφοσιώσεως προβιβασθῶσιν ὄχι πλέον εἰς τὴν εὐτελῆ θέσιν τοῦ Ἐφέτου, ἀλλ’ ἐκείνην τῆς ἀριστοκρατικῆς τάξεως τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ἥτις εἶναι, ὡς εὐρωστοτέρα, καὶ πολυτελής. Κύριοι, μολονότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ συναλλαγὴ ἔφερε τὸ κακὸν τῆς μέχρι τοῦδε ἀτυχοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, μ’ ὅλα ταῦτα ἐπιμένει νὰ ἔχῃ ὡς κανόνα τῆς Κυβερνητικῆς του ἐνεργείας τὴν συναλλαγήν. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι ἤθελεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπιμείνει σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, ῥουσφετολογικοῦ νομοσχεδίου· ἄλλως, ἤθελον φέρει μαζῆ μου τὸ γαλλικὸν φύλλον τῆς Κων)πόλεως, τὸν «Φάρον τοῦ Βοσπόρου», τοῦ ὁποίου ὁ συντάκτης Κυριακόπουλος ἀναφέρει συνήθως περὶ τῶν Ἑλληνικῶν ὅ,τι ὁ Κωρωνιὸς τῷ ὑπαγορεύει. Οὗτος δὲ, ὃν γνωρίζομεν ὡς ἐπιστήθιον φίλον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, τότε μόνον ἀναμιγνύεται εἰς τὴν πολιτικὴν, ὅταν πρόκειται νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐξωτερικῶς τὴν ὑπόληψιν τοῦ κ. Τρικούπη, δεικνύμενος εὐγνώμων, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Τρικούπης ὡς κυβερνήτης πάντοτε φέρει νομοθετήματα, δι’ ὧν ὁ Κωρωνιὸς καὶ οἱ σύντροφοί του κερδίζουν μιλιούνια. Κατ’ ἐντολὴν λοιπὸν τοῦ ἐπισήμου τούτου χαβιαροχανίτου, γράφει ὁ «Φάρος τοῦ Βοσπόρου», ὅτι τὸ κακὸν τῆς συναλλαγῆς, τὸ ὁποῖον παρέλυεν εἰς τὴν Ἑλλάδα πᾶσαν ἀγαθὴν διοίκησιν, τὸ κατέστρεψεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ χάριν τῆς ἰδέας ταύτης δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποπέμψῃ ἀπὸ πλησίον του καὶ μερικοὺς πολιτικοὺς φίλους, οἵτινες δὲν συγκατετίθεντο εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην (γέλως). Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ ἡ μεγαλόσχημος αὕτη ἐφημερὶς, ὅταν μάθῃ, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνέβαλε τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς χάριν συναλλαγῆς; Χάριν, κύριοι, τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ κ. πρωθυπουργὸς εὑρέθη κατ’ αὐτὰς καὶ εἰς πειρασμούς. Ὁ κ. Τρικούπης, ἀκούσας ἰσχυρὰ παράπονα ἀπό τινας τῶν φίλων του, ἐν οἷς καὶ ἕνα συνάδελφόν του, διὰ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐκλογῶν, ἣν οὗτοι ἀπέκρουον, ἀπεφάσισε νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ, ἀλλ’ ἤκουσεν ἀπειλὰς καὶ ὕβρεις ὡς παλίμβουλος, καὶ ἰδίως αἱ προσβολαὶ αὗται προήρχοντο ἀπὸ ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνηλλάγη ἐπὶ ὡρισμένῳ ὅρῳ τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· ἀπεφάσισε λοιπὸν, διὰ νὰ φανῇ τίμιος εἰς τὰς συναλλαγάς του, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, ἀφοῦ μάλιστα δυσαρεστεῖ δι’ αὐτοῦ ἕνα συνάδελφον, εὐχαριστεῖ ὅμως ἕτερον, ὅστις ὡς ἐμπειρότερος περὶ τὰ ἐκλογικὰ, καὶ τὴν μετὰ τῶν ἐκλογέων ἀνάμιξιν ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην πόσα ἀγαθὰ δύναται νὰ προσπορισθῇ μία ἔξυπνος καὶ τολμηρὰ Κυβέρνησις ἀπὸ ἐνέργειαν τεσσάρων μηνῶν, ὅσους χορηγεῖ ἡ νομοθετουμένη αὕτη ἀναβολὴ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς εὗρεν, ὡς σοφῆς κεφαλῆς γεννήματα, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὠφεληθῇ, συμμορφούμενος μὲ τὰς συμβουλὰς ταύτας, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τοῦ μέσου τούτου πιέζων τοὺς ἀντιπολιτευθέντας αὐτὸν, ἱκανοποιεῖ τὴν κατ’ αὐτῶν ὀργήν του. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, κύριοι, ὅτι ὁ ψηφιζόμενος νόμος εἶναι παγὶς κατὰ τῶν ἐλευθέρων ἐκλογῶν, καὶ ὅταν αὗται δὲν ἐνεργηθῶσιν ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ νόμος τοῦ 1878, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ ἔχωμεν τὰς σκηνὰς τοῦ 1862· διότι, ἂν ἐπὶ 15 ἔτη ἠνέχθη ὁ τότε λαὸς τὴν πίεσιν τῆς Ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν! ἡ σημερινὴ ἀνάπτυξις τῆς κοινωνίας εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν θὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ 15 μῆνας, καὶ πολὺ ὀρθῶς παρετήρησα προχθὲς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κάμνει καλὰ νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ ἐνεργουμένων γενικῶν ἐκλογῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ συμφέρον ἀκόμη αὐτῆς τῆς Δυναστείας. Ἡ προπαρασκευὴ τῆς Κυβερνήσεως μαρτυρεῖ καθαρὰ, ὅτι θὰ ἐπέμβῃ ἀπροκαλύπτως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ θὰ εὕρῃ καὶ ἀντίδρασιν ἀνδρικὴν, ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ δυστυχήματα, ὧν τὸ παραγόμενον θὰ ἦναι μία ἀνατροπή. Παράδοξον πρᾶγμα! οἱ ὑβρίσαντες ἄλλους ὡς ἀσεβεῖς καὶ τολμηροὺς παραχαράκτας τῶν νόμων, νὰ ἔρχωνται σήμερον νὰ τελέσωσιν ἀληθῆ πραξικοπήματα! Τί σᾶς στενοχωρεῖ, κ. πρωθυπουργέ, διὰ νὰ ἀναβάλητε τὰς ἐκλογάς; Τὸ ζήτημα τῆς ἀπασχολήσεως τῶν Δικαστηρίων, ὅπερ φέρετε ὡς πρόφασιν, τὸ ἐννοεῖτε καὶ σεῖς ὅτι εἶναι ἀσθενὴς δικαιολόγησις! Τὸ ἑπόμενον περιστατικὸν μοὶ ὑπενθυμίζει, κύριοι, πόσον τολμηροὶ κατέστημεν εἰς τὸ νὰ μεταβάλλωμεν τὰ νενομισμένα. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 δὲν προσδιώριζε τὴν διάρκειαν ἑκάστης Συνόδου τῆς Βουλῆς. Τῷ 1856 ὑπεβλήθη εἰς ἐπιψήφισιν νόμος λυσιτελὴς, περιορίζων τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰς ἕξ μῆνας, καθόσον ἀπήλλαττε τὴν Κυβέρνησιν τῆς διαρκοῦς ἀπασχολήσεως διὰ τῆς ἐτησίας Συνόδου τῶν Βουλῶν, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο ὡς ὀρθὸν καθιέρωσε καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862 ἐν αὐτῷ τῷ Πολιτεύματι, καὶ μολαταῦτα, μὲ ὅλην τὴν χρησιμότητα τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἐπί τινα ἔτη, ἐθεωρήθη ὡς ὑπονοουμένη διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ἐτησία παρουσία τῶν Βουλῶν, ἡ τότε Κυβέρνησις, ἔχουσα ἐπίκουρον καὶ τὴν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἀπροσκόπτως ἐπεμβαίνουσαν Βασιλείαν, ἵδρωσε διὰ νὰ πείσῃ τοὺς βουλευτὰς νὰ ψηφίσωσι τὸν νόμον αὐτὸν, μολονότι ἦτο παραμονὴ βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ τότε δὲν ἐξελέγοντο βουλευταὶ, εἰμὴ μόνοι οἱ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου χαρακτηριζόμενοι ὡς ὑποψήφιοι, καὶ συνάμα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε προϊστάμενόν της τὸν σιδηρόχειρα Βούλγαρην, τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἦτον ἐπιβλητικὴ ἡ γνώμη ἐπὶ τῆς Βουλῆς, ὥστε ἀπῄτησέ ποτε νὰ κηρυχθῇ ὁ ἐν τῇ συνεδριάσει εὑρισκόμενος βουλευτὴς Ν. Βουδούρης, ὅτι εἶναι πρᾶγμα καὶ ὄχι πρόσωπον καὶ 74 βουλευταὶ κατὰ 2, τοῦ Φίλωνος τῆς Λεβαδείας καὶ Καλογερᾶ τῆς Μονεμβασίας, παρεδέχθησαν ὅτι ὁ συνάδελφός των ἦτο πρᾶγμα, καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ οἱ πειθήνιοι βουλευταὶ, ἐν τῇ αὐτῇ Συνόδῳ, μετὰ πλείστης δυσκολίας ἐπείσθησαν νὰ κηρύξωσιν ὡς ἀποδεκτὸν τὸν περιορισμὸν τῆς βουλευτικῆς Συνόδου, θεωροῦντες τοῦτο ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον, ἐνῷ τὸ περὶ ἐκτιμήσεως προσώπου ἢ πράγματος ἐθεώρουν παράβασιν τοῦ κανονισμοῦ των, μὴ ὄντος ἀμεταβλήτου. Καὶ ὅμως ἡμεῖς, τὰ προϊόντα τῶν ἐλευθέρων ἐκλογῶν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ κυρώσωμεν διὰ τυμπανοκρουσίας ὅ,τι ἤθελε μᾶς παρουσιάσει ἡ Κυβέρνησις· καὶ μέχρι τοῦδε ἐψηφίζομεν νόμους θίγοντας προσωρινὰ συμφέροντα, σήμερον ψηφίζομεν ἀνενδοιάστως νόμους καθιστῶντας προβληματικὴν τὴν βουλευτικήν μας ὕπαρξιν, ὡς καὶ τὴν τύχην τῆς περιουσίας μας, τῆς ὁποίας ἡ ἀσφάλεια ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ κακὴν διαχείρησιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Δὲν συλλογιζόμεθα δὲ καθόλου ὅτι, ἀφοῦ δίδομεν τώρα τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διχάζῃ τὸν χρόνον τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν διαιροῦσα αὐτὰς εἰς τὰς τῶν παλαιῶν καὶ νέων Ἐπαρχιῶν, κατόπιν δὲν θὰ δυσκολευθῶμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδιαιρέσῃ τὸν χρόνον, ὑποδιαιροῦσα καὶ τὰς Ἐπαρχίας εἰς ὀρεινὰς, πεδινὰς, θαλασσίας καὶ χερσαίας· δίδομεν σήμερον τὸ δικαίωμα ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τρεῖς ἢ ἕξ μῆνας· μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐπὶ ἔτη ἀναβολήν· διότι δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ δυσκολευθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂν θεωρήσῃ συμφέρον της, νὰ μὴ ἀναβάλῃ μὲ Β. Διάταγμα, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι τοῦτο ἔπραξε λόγῳ δημοσίας ἀσφαλείας (ἂν γεννήσῃ μάλιστα καὶ κανὲν ζήτημα νέου Καραλῆ Δερβὲν), καὶ ὅταν ἔλθωμεν ἐνταῦθα τὸν Ὀκτώβριον, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς (ἂς ἔχῃ ζωήν), θὰ εἴπῃ «ἔβετ ἐφέντημ!» (πολὺ καλὰ, κύριέ μου), (γέλως). Ὑπομιμνήσκω καὶ σήμερον τὸ 1846, ὅτε οἱ βουλευταὶ καίτοι ἦσαν ἀγράμματοι, διορισθέντος γερουσιαστοῦ μὲ φιλονεικούμενα προσόντα, ἀνδρὸς ἐπισήμου ἀπὸ τὸ 1823, οἷος ἦν ὁ Χρηστίδης, ἐγένετο μνεία τῆς περιστάσεως ταύτης ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως, ἐπικρίνουσα τὸν πρωθυπουργὸν διὰ τὸν διορισμὸν τοῦτον, ἂν καὶ ἡ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου τούτου ἐπιτροπὴ συνέκειτο ἀπὸ βουλευτὰς, οἵτινες τοσοῦτον ὑπουργικοὶ ἦσαν, ὥστε συμπεριελήφθησαν μετ’ οὐ πολὺ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ μόλις ἐπείσθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ μὴ σημειωθῇ ἡ παρατήρησις αὕτη ἐν τῷ κειμένῳ τῆς ἀπαντήσεως, ἀλλ’ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ τοῦτο ἤρκεσε ν’ ἀκυρώσῃ τὸν διορισμὸν αὐτόν. Εἰς μάτην ἠπείλησεν ὁ πρωθυπουργὸς Κωλέτης ὅτι διὰ τῆς πράξεώς των ταύτης τὸν ἀναγκάζουσι νὰ παραιτηθῇ· δὲν ἐκάμφθησαν καθόλου, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως τῶν ὁρισμῶν τοῦ Συντάγματος. Οὕτω ἐφέροντο ἐκεῖνοι οἱ ἀγράμματοι, προκάτοχοι ἡμῶν, οἵτινες δὲν ἐγνώριζον ἀκριβῶς τί σημαίνει ἡ λέξις Σύνταγμα. Ἡμεῖς δὲ, ὧν οἱ πλείους φέρομεν πηχαῖον πτυχίον Πανεπιστημίου καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Τρικούπης ὅστις ἐξεπαιδεύθη ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἐγεννήθη καὶ ἐφαρμόζεται ἀκριβέστατα τὸ Σύνταγμα, ἀνατρέπομεν μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν διάταξιν οὐσιωδεστάτην αὐτοῦ. Τί ζητεῖτε, κύριοι, διὰ τῆς προσβολῆς τοῦ Συντάγματος; Διατί θέλετε νὰ περιφρονήσητε τὰς ἐθνικὰς ἐντολάς; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι τοιαῦται περιφρονήσεις ἐρεθίζουν τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν; Μοὶ ἦλθεν εἰς τὴν μνήμην ἕτερον συμβάν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καθιέρωνεν, ὅτι οἱ Συνοδικοὶ κανόνες θὰ διέπουν τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὑπῆρχον τότε προπαγάνδαι πειρώμεναι νὰ πείσωσι τοὺς Ἕλληνας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ὀρθόδοξον δόγμα ὡς Ῥωσσίζον, καὶ νὰ λάβωσιν ἓν τῶν ἑσπερίων θρησκευμάτων. Ἐν τῇ Συνελεύσει ἐπαρουσιάσθη ὄργανον τῆς προπαγάνδας ὁ Μόστρας, ὅστις διὰ νὰ μυκτηρίσῃ τοὺς Συνοδικοὺς κανόνας, κρατῶν τὸ Πηδάλιον καὶ ἀναγινώσκων τὰς περὶ νηστείας διατάξεις, ἐκήρυξε τοὺς πληρεξουσίους ἀφωρισμένους. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν γρονθοκοπημάτων τῶν παρακαθημένων πληρεξουσίων, καὶ αὐτὸς καὶ τὸ Πηδάλιον εὑρέθη ἐκτὸς τῶν ἑδωλίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκάθητο· τοσοῦτον ἐξανέστησαν ἐναντίον του, διότι ἠθέλησε νὰ μυκτηρίσῃ ἐθνικὰς παραδόσεις. Ἀλλ’ ἡ προπαγάνδα δὲν ἀπεθαῤῥύνθη. Ἐφρόντισε νὰ πείσῃ τινὰς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τῆς φρουρᾶς ἵνα κατὰ τὰ κούλουμα διατάξωσιν ἀντικανονικὴν παράταξιν διὰ τῆς παιανίσεως στρατιωτικῆς μουσικῆς καὶ κανονιοβολισμῶν, ἐνῷ ἦτο ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς καθαρᾶς νηστησίμου ἑβδομάδος. Ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἡτοιμάζετο νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως τὴν ἐπαύριον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν αὐστηροτέραν τιμωρίαν τῶν οὕτως χλευασάντων τὴν θρησκείαν, οἱ δὲ πληρεξούσιοι ὑπεψιθύρισαν ὅτι διὰ ψηφίσματος θέλουν καθαιρέσει τοὺς ὁδηγήσαντας εἰς τὴν διάπραξιν τοιούτων σκανδάλων. Τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς μαθόντες οὗτοι ἔσπευσαν νὰ ζητήσωσι γονυκλιτῶς συγγνώμην ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα, ἵνα μὴ κάμῃ τὸ κατ’ αὐτῶν ἀπειληθὲν διάβημα. Βλέπετε λοιπὸν, πόσον ἐρεθίζεται ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ εἰς ἁπλῆν περιφρόνησιν τῶν ὑπὸ θεμελιωδῶν νόμων καθιερωμένων; Σεῖς πῶς ζητεῖτε νὰ καταργήσητε ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Σὺ, κ. Λομβάρδε, πῶς τολμᾷς νὰ καταργήσῃς τὰ σφαιρίδια, καὶ τὴν σύγχρονον ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὑπὲρ ὧν Σὺ μᾶλλον παντὸς ἄλλου ὑπερεμάχησας ἐν τῇ Συνελεύσει;
§102Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὁ Βαλαωρίτης.
§103ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, ὁ κ. Βαλαωρίτης ἦτο ἐκ τῶν 5–6, οἵτινες δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν σωρείαν τῶν ἐξ Ἑπτανήσου πληρεξουσίων, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Σπόνεκ ἐπροίκισε τὸν Λομβάρδον διὰ νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν σύνταξιν Συντάγματος, ὅπερ συνέλαβεν ἡ κεφαλή του. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι προχωροῦντες καταπατοῦμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὄχι πλέον ὑπολανθάνοντες, ἀλλὰ μὲ ἀναπεπταμένην σημαίαν. Πράττομεν δὲ τοῦτο, ὄχι διότι θέλομεν νὰ διορθώσωμεν νόμους ἀποδειχθέντας ἐκ τῆς πείρας ὡς κακῶς λειτουργοῦντας’ τοὐναντίον, διὰ νὰ καταστρέψωμεν αὐτούς, διότι ἐπέτυχον πληρέστατα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ των’ καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἐνέργεια τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1879, καθ’ ἃς ἀπεδείχθη ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν παρέχει τὴν ἐλαχίστην εὐκαιρίαν καὶ εἰς ἰδιώτας νὰ διαπράξωσι νόθευσίν τινα, ὅταν ἡ ἐνεργοῦσα τὰς ἐκλογὰς Κυβέρνησις εἶναι ἀκριβής, ὁποία ἐφάνη ἡ τοῦ 1879.
§104ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μᾶς βασανίζετε, κ. Δημητρακάκη!
§105ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ, κ. Νικοκάβουρα, διὰ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν θὰ βασανίσετε ἐπὶ πλέον δύω μῆνας πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, διατί στενοχωρεῖσθε βασανιζόμενοι ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ λαλοῦντος ἡμίσειαν μόνην ὥραν; Καὶ τοῦτο λέγω, διότι πάντες γνωρίζομεν καλῶς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ παρασκευὴ τῶν ἐκλογῶν εἶναι γενικὴ βάσανος καὶ διὰ τοὺς πολιτευομένους καὶ διὰ τοὺς ἁπλοῦς ψηφοφόρους· καὶ ἀφοῦ ὑφιστάμεθα τὴν βάσανον αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ἠλπίζομεν νὰ ἡσυχάσωμεν κατὰ τὸν Μάϊον, τώρα μᾶς παρατείνουσι τὰ βάσανα μέχρις Ἰουλίου. Κύριοι, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφρασθῇ ἐκ προκαταβολῆς ἂν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9, διὰ τοῦ ὁποίου προσβάλλεται τὸ Σύνταγμα καταργοῦν τὰ ψηφοδέλτια, καθόσον ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐπιμονῇ της ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἀπροχώρητον τῆς συζητήσεως, διότι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐὰν ἰσχύῃ ῥητὴ τοῦ Συντάγματος διάταξις, καταργοῦσα τὰ ψηφοδέλτια. Μὴ ἐπιμενούσης εἰς τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, ἡ συζήτησις θὰ περιστραφῇ εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἀναβολῆς, καὶ τοῦ διχασμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, ὅπερ θεωροῦμεν καὶ τοῦτο ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα καθιεροῦν τὸ σύγχρονον τῶν ἐκλογῶν. Κατερχόμενος τοῦ βήματος ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔγεινε διὰ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προπαρασκευασθῇ νὰ ἐπέμβῃ ἀποτόμως εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ἡ τοιαύτη δ’ ἐπέμβασις εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος· διότι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐνδιαφέρεται ἀμέσως ὁ λαὸς καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ κἀμμίαν ἐπέμβασιν· τοὐναντίον, θ’ ἀντισταθῇ, ἡ δ’ ἀντίστασις θὰ φέρῃ τὴν ῥῆξιν, ἡ ῥῆξις θὰ γεννήσῃ τὰ ἐγκλήματα, τὰ δὲ ἐγκλήματα θὰ παραγάγωσιν ἀφεύκτως τὴν ἀνατροπήν!
§106Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ προαγορεύσας παρένειρε δὶς τὸ ὄνομά μου ἐν τῇ ἀγορεύσει του χωρὶς ἐγὼ νὰ γνωρίζω τι ἐξ ὅσων εἶπεν’ ἐγὼ οὐδέποτε ἦλθον εἰς ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν μετ’ αὐτοῦ’ ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν ἔπραξα τοῦτο, διότι δὲν διάκειμαι φιλικῶς πρὸς αὐτόν. Ἐὰν ἤδη εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ ἐμὲ ἤκουσέ τι, τότε δὲν εἶπε τὰ ἀκριβῆ πρὸς ὑμᾶς. Θαυμάζω δὲ πῶς ἐτόλμησε νὰ παρενείρῃ ἐμέ, μόνον καὶ μόνον ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμόν του. Τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν ἀφίνω εἰς ὑμᾶς, κύριοι, νὰ τὴν κρίνητε.
§107Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας κατὰ τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὡς καὶ κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἐτηρήσαμεν σιωπὴν δεδικαιολογημένην, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ αἰτιολογήσω ἐν λεπτομερείᾳ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡμεῖς, ὡς ἀντιπολίτευσις, εἴχομεν προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἓν οἰκονομικὸν σύστημα πλῆρες, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήσαμεν ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων εἶχε προβάλει. Συνεζητήσαμεν καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν, ν’ ἀποδεχθῇ τὸ ἡμέτερον σύστημα· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ κατωρθώσαμεν, διότι ἡ πλειοψηφία ἀπεδέξατο τὸ σύστημα τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου. Ἑπομένως ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς καὶ ὑπεκύψαμεν, περιορισθέντες μόνον νὰ συζητῶμεν ὁσάκις αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀντέβαινον εἰς τοὺς νόμους, τινὲς δὲ ἐκ τῶν συναδέλφων, ἀγωνισάμενοι καὶ νὰ βελτιώσωσι κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς λεπτομερείας τῶν πολλαχοῦ ἀνεπιδέκτων βελτιώσεως φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὑποταχθέντες εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἀφοῦ αὕτη ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην διὰ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ ὑπουργείου, καθῆκον εἴχομεν νὰ προσενέγκωμεν πᾶσαν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ἵνα ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ ἐξεπληρώσαμεν ἀκριβῶς τὸ καθῆκον τοῦτο. Καθῆκον ὅμως ἔχομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν σήμερον ἄλλο, συζητοῦντες πάντα τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς συζήτησιν, κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ταύτας ἡμέρας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐκπλήττεται, ἐὰν βλέπῃ ἡμᾶς ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἔχομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον νομοθετεῖ. Ἀλλ’ ὅταν συζητῶμεν ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἔχομεν ἕνα σκοπὸν, νὰ φωτίσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν, ἵνα μεταπείσωμεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς γνώμης της, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ διαφωτίσωμεν αὐτὴν νὰ ψηφίσῃ τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κρίνομεν συμφέροντας εἰς τὸ Κράτος. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως, τὸ ὁποῖον ἤδη πρόκειται πρὸς συζήτησιν, ἔχομεν μεγαλείτερον καθῆκον νὰ ἐκπληρώσωμεν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει διάταξιν, ἡ ὁποία ἐφάπτεται ἀμέσως τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἂν πρόκηται νὰ προταθῇ πρὸς συζήτησιν διάταξις τοιαύτη, δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ συζητήσωμεν διὰ νὰ φωτίσωμεν τὴν πλειοψηφίαν, διὰ νὰ πείσωμεν αὐτήν· ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀποκρούσωμεν πάσει δυνάμει τὴν τοιαύτην διάταξιν· οὐδὲν ἔχομεν συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν εἰδικῶν παρέδρων, ἢ ἄλλο τι σύστημα διάφορον τοῦ ὑπάρχοντος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι μικρὸν καὶ ἀσήμαντον καὶ ἀνάξιον προσοχῆς. Ἀλλά, καί τοι εἶναι μικρὸν καὶ ἀνάξιον προσοχῆς, εἶναι ἀποκρουστέον, διότι μεταβάλλει διάταξιν τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ μολονότι ἐγὼ ἰδίως εἶχον κηρυχθῆ ἐν τῇ ἐθνικῇ Συνελεύσει τοῦ 1862 κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὸν ἐν τῷ Συντάγματι, τοῦ συστήματος τῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, καὶ ἐπολέμησα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει αὐτὸ, ζητήσας νὰ μὴ ἀφήσω αὐτὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, νῦν ἀφοῦ τὸ σύστημα τῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας ἐγένετο δεκτὸν, καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ Πολιτεύματι, ὀφείλω ὡς στρατιώτης, νὰ προμαχήσω ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἡ ἐντολὴ, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐργάζομαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἶναι περιωρισμένη. Δὲν μοι ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζω νόμους, οἱ ὁποῖοι μεταβάλλουσι τὸ Πολίτευμα. Μοὶ ἀνετέθη μάλιστα καθῆκον νὰ φροντίζω, ἵνα τηρῶνται καὶ μὴ παραβαίνωνται αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἢ ψηφισθῇ νόμος, ἀντίθετος πρὸς τὸ Πολίτευμα, θέλω παραβῆ τὴν ἐντολήν μου, οὐχὶ μόνον ἐὰν ψηφοφορήσω ὑπὲρ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ψηφοφορήσω κατ’ αὐτοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν προσωπικὴ σύμπραξις ἐμοῦ καὶ τῶν φίλων μου συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν συντελῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιψηφισθῇ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν ἡμεῖς ἀπόσχει ὅλως τῆς ψηφοφορίας, τὸ καθῆκον ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἀπόσχωμεν, ἵνα καταστήσωμεν ἀνίκανον τὸ Κοινοβούλιον νὰ ψηφίσῃ νόμον ἀντιβαίνοντα εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ διάταξις, περὶ ἧς εἶπον, πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἢ ἐὰν τοιαῦτα ἀποτελέσματα δύνανται νὰ προαχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ποιοῦμαι ὅμως δημοσίᾳ τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω τὴν γνώμην, ἣν ἔχω περὶ τοῦ ὁρίου μέχρι τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ φθάσῃ ἡ ὑπὲρ τοῦ Πολιτεύματος ἄμυνα, τὴν ὁποίαν τὰ τοιαῦτα νομοθετήματα τοῦ ὑπουργείου ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ ὁποία, ὡς κατέδειξα εἰς ἡμᾶς, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Πολίτευμα. Τὸ νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ ἄλλης, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν, ἀπὸ εἰκοσαετίας, ὡς ἀξία μεγάλης σπουδῆς. Κατὰ πᾶσαν ταύτην τὴν εἰκοσαετίαν, ὑπῆρξεν ἀγὼν, κατὰ τὸν ὁποῖον πολλοὶ ἐξ ἡμῶν, καὶ ἄλλοι ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἠγωνίσθησαν καὶ ἐπολέμησαν διὰ νὰ κατασταθῇ ἡ ἐκλογικὴ ἐλευθερία ἀληθής. Τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ ἀποτέλεσμα εὐτυχῶς ὑπῆρξεν ἡ σύνταξις νόμων, διὰ τῶν ὁποίων κατωρθώθη νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν, καὶ κατὰ τοῦ δόλου ὁποῖος ἐνόθευε τῶν ἐκλογέων τὴν θέλησιν, καὶ κατὰ τῆς βίας, τὴν ὁποίαν πολλάκις εἴδομεν τολμηθεῖσαν, ἵνα μεταβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν. Οἱ νόμοι, οἱ μέχρι τοῦδε ψηφισθέντες περὶ ἐκλογῶν, ἀπετέλεσαν ἓν μέγα οἰκοδόμημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον, ἂν ἀποσπάσητε ἄνευ ὡμολογημένης ἀνάγκης τοῦ Κράτους τὸν ἐλάχιστον λίθον, παρασκευάζετε κίνδυνον διαταράξεως, κλονισμὸν τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ καὶ θέλετε καταστρέψει τὸ μέγα κέρδος, τὸ ὁποῖον συνηγάγομεν ἀγωνισάμενοι εἰκοσαετίαν ὅλην ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι κοινόν τι καὶ τυχαῖον νὰ προσδιορίσῃ τις τὸν χρόνον τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν; Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι σύνηθες μέτρον, ὅτι εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς ἢ μελέτης τὸ νὰ ἀνατρέψητε τὸ σύγχρονον τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν; Τὸ σύγχρονον τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἐθεωρήθη ὡς εἷς προμαχὼν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς γνησιότητος αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ προμαχῶνος τούτου ἐπολεμήσαμεν πάντες, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἠλπίσαμεν πάντες μέχρι σήμερον, ὡς ἐπὶ μεγάλης ἐγγυήσεως, ἐξουδετερούσης πᾶσαν προαίρεσιν ἔνοχον, ἥτις ἤθελε τολμήσει νὰ σκεφθῇ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἐκλογῶν δὲν εἶναι ζήτημα ἀνάξιον προσοχῆς. Ἐμελετήθη, ἐξητάσθη σχετικῶς μὲ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας. Καὶ αἱ περιστάσεις αὗται νομίζετε, ὅτι εἶναι αἱ αὐταὶ ἐν πάσῃ ἐπαρχίᾳ; Νομίζετε, ὅτι αἱ αὐταὶ περιστάσεις κρατοῦσι ἐν ἐπαρχίᾳ πεδινῇ καὶ αἱ αὐταὶ ἐν ἐπαρχίᾳ ὀρεινῇ; Νομίζετε, ὅτι αἱ αὐταὶ περιστάσεις κρατοῦσιν ἐν τῇ στερεᾷ καὶ ἐν ταῖς νήσοις; Ὑπῆρξε μελέτη ἐμβριθής, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνήγαγε τὸ πόρισμα τῆς μελέτης ταύτης, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου προσδιωρίσθη ὁ χρόνος τῶν ἐκλογῶν, εἶναι ὁ ἡγέτης τοῦ μεγάλου ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει κόμματος, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε πρὸ ὀλίγου χρόνου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μελέτη ἐμβριθὴς ἐγένετο, καὶ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα ἀντήμειψε τὴν μελέτην ταύτην. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ μετακινήσωμεν τὰ πράγματα, καὶ νὰ παραπέμψωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τὸν Μάιον εἰς τὸν Ἰούλιον. Καὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἕνεκα τῶν ποικίλων καὶ ἀνωμάλων περιστάσεων τῆς χώρας, τὸ πόρισμα τῶν ἐκλογῶν, ἂν ἐνεργηθῶσι κατὰ τὸν Ἰούλιον, δύναται νὰ μὴν ἦναι τὸ ἀληθὲς πόρισμα, καὶ ὅτι ἡ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον προκύπτουσα πλειοψηφία ἐν ταῖς ἐκλογαῖς δύναται νὰ μὴ ἦναι ἡ ἀληθὴς τῶν ἐκλογέων πλειοψηφία; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν διετάχθη ἀναβολὴ τῶν ἐκλογῶν, εἰμὴ μόνον δι’ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1878 ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τότε τὸ Κράτος, εἶναι τοιαῦται καὶ σήμερον, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ ἀντλήσητε ἐκ τῆς ἐνεστώσης πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους ἓν ἐπιχείρημα, διὰ νὰ μᾶς πείσητε, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὰς ἐκλογάς; Εὐτυχῶς σήμερον αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ Κράτους εἶναι ὁμαλαί. Συνήλθομεν μετὰ μέγαν σάλον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη διετέλει τὸ Κράτος, μεριμνῶν πῶ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντα τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν. Συνήλθομεν σήμερον μετὰ τὸν σάλον τοῦτον, καὶ συνεκεντρώσαμεν τὰς μερίμνας ἡμῶν πῶς νὰ βελτιώσωμεν τὰ τοῦ Τόπου ἡμῶν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ταύτην, ποῖος μέγας λόγος συναφὴς μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, μὲ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, θέλει σᾶς δικαιολογήσει ν’ ἀναβάλητε τὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία μετὰ ἐμβριθῆ μελέτην ἀπεδέχθη; Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ θέλουσι φιλοτιμηθῆ νὰ μᾶς διαδεχθῶσιν ἐπὶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ φωτίσωσι τὸ Κοινοβούλιον, λύοντες τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας προέβαλον εἰς αὐτούς. Μετὰ λύπης ὁμολογῶ, ὅτι ἄλλοτε αὐτοὶ, ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει τυγχάνοντες, ἐπέκρινον τὴν προκάτογον Κυβέρνησιν, ὅτι ἐκείνη ἀπέφευγε τὰς συζητήσεις, προσβλέπουσα μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἀνυπομόνως περιμένουσα τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἤθελε τεθῆ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν διὰ νὰ καταγάγῃ τὴν νίκην, καὶ ἀποκτήσῃ κατὰ τὴν ἰδίαν θέλησιν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη συνεζήτει καὶ μετέδιδε πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίας καὶ διὰ τῶν ἐκθέσεων, δι’ ὧν συνώδευε τὰ νομοσχέδια, καὶ διὰ τῶν λόγων κατὰ τὴν συζήτησιν. Τοῦτο δὲ δὲν ἐμιμήθησαν νῦν οἱ οὕτω τοὺς ἰδίους προκατόχους ἐπικρίναντες. Καὶ ἐὰν ὑπῆρχε δημόσιόν τι συμφέρον συναφὲς, εἴτε μετὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, εἴτε μετὰ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ προσδιορίσῃ ἄλλον τινὰ χρόνον ἐκλογῆς, νομίζετε, ὅτι ἡ παροῦσα ἦτον ἡ ἁρμοδία ἐποχὴ νὰ προταθῇ καὶ συζητηθῇ τοιοῦτον μέτρον, σήμερον κατὰ τὰς δύω τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου τοῦ Κοινοβουλίου; Κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, καθ’ ὃν οἱ βουλευταὶ ἀπέκαμον ἤδη καὶ πάντες ἀνυπομόνως περιμένουσι νὰ παύσωσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ πλεῖστοι ἀπερχόμενοι εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐπαρχίας, νομίζετε, ὅτι ἡ στιγμὴ ἦτο κατάλληλος νὰ συζητήσωμεν κατεπειγόντως περὶ μεταβολῆς τοῦ χρόνου τῶν ἐκλογῶν; Νομίζετε, ὅτι, ἐὰν συμφέρον δημόσιον ἐπέβαλε τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ χρόνου τῶν ἐκλογῶν, ἐκεῖνοι οἵτινες ἤθελον σᾶς προτείνει τὴν ἀναβολὴν, δὲν εἶχον καθῆκον νὰ σᾶς ἀπαλλάξωσιν ἀπὸ πάσης ὑπονοίας, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς ὑμᾶς, ὅτι σκοποὶ ἰδιοτελεῖς, ὅτι πολιτικαὶ σκέψεις πλάγιαι ὑπηγόρευσαν τοῦτο, καὶ ὅτι δὲν ἤθελον σκεφθῆ, ὅτι ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ μὴ κανονίσωσιν οὕτω τὰ τῶν ἐκλογῶν τούτων, ὅτι ἤθελον δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἡ προτεινομένη μεταβολὴ τοῦ χρόνου ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τούτων, αἵτινες θέλουσιν ἐνεργηθῆ κατὰ τὸν νῦν διὰ τοῦ νόμου προσδιωρισμένον χρόνον, ἀλλ’ ὅτι σᾶς προτείνουσι νὰ μεταβληθῇ ὁ χρόνος διὰ τὰς ἐκλογάς, ὅσαι εἰς τὸ μέλλον θέλουσιν ἐνεργηθῆ; Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶχον τὸ καθῆκον τοῦτο; Καὶ σᾶς ζητοῦσιν αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, καὶ σᾶς ζητοῦσιν τὴν ἀναβολὴν οὐχὶ μόνον ἐπὶ κινδύνῳ τῆς μειώσεως τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας ἐκλογὰς εἴχομεν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ μὲ προφανῆ ζημίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Εἶναι, νομίζετε, σύμφωνον μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ μείνωσιν οἱ δῆμοι ἐπὶ 6 καὶ 7 μῆνας ἔτι εἰς τὴν ἀβεβαιότητα; Εἶναι συμφέρον ἐκεῖνο, οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ παλαίσωσι κατὰ τὰς ἐκλογάς, νὰ μὴ μεριμνῶσιν ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἔτι μῆνας περὶ ἄλλου, εἰμὴ πῶς νὰ νικήσωσιν ἀγωνιζόμενοι; Καὶ ἐὰν μάλιστα οἱ κατέχοντες τὰς δημοτικὰς Ἀρχὰς δήμαρχοι πρόκειται νὰ συναγωνισθῶσι, νομίζετε ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησίν των δήμων δὲν θέλουσι χρησιμεύσει κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο ὡς ἐκλογικὰ μέσα ἐν χερσὶν αὐτῶν; Νομίζετε, ὅτι, ἐὰν μένῃ ἰσχύων ὁ νόμος, ὁ προσδιορίζων τὸν Μάϊον, ὀλίγον ἐζημιώθησαν τὰ συμφέροντα τῶν δήμων κατὰ τοὺς τρεῖς τούτους μῆνας χάριν τῆς προετοιμασίας τῶν ἐκλογῶν παρὰ τῶν δημάρχων, οἵτινες θέλουσι κατέλθει εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ὅτι ἵνα παρασκευάσωσι τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν διέθηκαν ἀρκούντως μέχρι τοῦδε τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ θέλετε ἀκόμη νὰ δώσητε καιρὸν εἰς αὐτοὺς καὶ ἄλλους τρεῖς μῆνας πρὸς τοῦτο; Ποία τύχη περιμένει τὰ δημοτικὰ ταμεῖα καὶ τὴν διοίκησιν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες καὶ τὰ χρήματα τῶν δανείων καὶ τὴν διοίκησιν θεωροῦν ὡς μέσα ἐπιτήδεια διὰ νὰ προπαρασκευάσωσι τὴν πλειονοψηφίαν κατὰ τὴν προσεχῆ δημοτικὴν ἐκλογήν; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι συνήθης νόμος. Ἐκτὸς τῆς ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως, ἣν περιέχει, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς οἱ ὑπουργοὶ ἐπέτρεψαν νὰ καταχωρηθῇ ἐν αὐτῷ, καὶ πῶς δὲν ἔσπευσαν μόλις ἐτέθη εἰς συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, πῶς δὲν ἔσπευσαν τὰ καταγγείλωσιν αὐτὴν ὡς κατὰ λάθος παρεισφρήσασαν· ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως, πρὸ τῆς ὁποίας κλονίζεται τὸ κράτος τοῦ Πολιτεύματος, ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἄλλη προσέτι πλημμέλεια, ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις πρόκειται νὰ μεταβάλῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τουτέστι νὰ κανονίσῃ ἄλλως τὰ δικαιώματα τῶν κατοίκων τῆς χώρας. Διατάξεις ἐπηρεάζουσαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ ἐκλογικὰ τῶν πολιτῶν δικαιώματα, οὕτω παρακαίρως προτεινόμεναι, καὶ οὕτως ἐσπευσμένως ἐπιψηφιζόμεναι, θέλουσιν ἔχει ὀλεθρίας συνεπείας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀφοῦ δὲν ζητεῖται νὰ λειτουργήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ κατ’ αὐτὰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Ἡμεῖς, ὡς ἀντιπολίτευσις, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ πάσης προσπαθείας· καὶ ἂν τυχὸν δὲν ἤθελεν ἀρκέσει ἡ ψῆφος ἡμῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἵνα ματαιώσῃ αὐτὸ, καὶ ἐὰν ἀπῃτεῖτο ἵνα ἡ ἀπουσία ἡμῶν καταστήσῃ ἀνίκανον τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, καθῆκον ἔχομεν οὐδὲ τοῦτο νὰ παραλίπωμεν, διότι ὀφείλομεν ἐπιμόνως νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ εἰκοσαετεῖς περιπετείας καὶ ἀγῶνας ἐπετύχαμεν, νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐσυνειθίσαμεν, συζητουμένων τῶν ὑπουργικῶν νομοσχεδίων, ν’ ἀκούωμεν αὐτὰ κατακρινόμενα ὡς ἀντισυνταγματικά, καὶ ἐπὶ τῇ προφάσει τῆς ἀντισυνταγματικότητος νὰ βλέπωμεν τοὺς οὕτω τὰ νομοσχέδια πολεμοῦντες ἀποπειρωμένους νὰ δικαιολογῶσι τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν εἴτε ἀκολουθοῦσιν, εἴτε προτίθενται ν’ ἀκολουθήσωσιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐῤῥέθη, ὅτι ἀντισυνταγματικὴ εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν παραβιάζεται, ὅτι καὶ εἰδική τις διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις δὲν εἶναι ἀναγκαία ἀπόῤῥοια τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, παραβιάζει τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ διάταξις ἀρκεῖ ἵνα δικαιολογήσῃ πᾶσαν ἔκθεσμον ἐνέργειαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ μὴ ἀνήκουσα κυρίως εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ἀποσπασθεῖσα ἐξ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ κοινοτήτων, καὶ προστεθεῖσα εἰς τοῦτο, διότι προεβλέπετο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων δυσκόλως θὰ ἐψηφίζετο ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ παρόντι, ἵνα καταστῇ ἐφικτὴ ἡ περὶ ἐκλογῆς εἰδικῶν παρέδρων ἀπαίτησις τοῦ νόμου. Ἐγένετο ἐπίκλησις εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 105 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ἐκλέγονται διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, καὶ παρεστάθη ὅτι ἡ διὰ ψηφοδελτίων ἐκλογὴ τῶν εἰδικῶν παρέδρων ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 105 τοῦ Συντάγματος εἶναι καθαρωτάτη, ἀφορῶσα μόνον εἰς τὰς Δημοτικὰς Ἀρχάς «Ἡ ἐκλογὴ τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν θέλει γίνεσθαι δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας». Τί εἶναι Δημοτικαὶ Ἀρχαί; τί ἦσαν Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐψήφισαν τὸ Σύνταγμα; Ὑφίστατο τότε ὁ νόμος περὶ Δήμων, καὶ ὡρίσθη ἐν αὐτῷ τί ἐστὶ Δημοτικὴ Ἀρχὴ, ὁ αὐτὸς δὲ νόμος ἰσχύει καὶ μέχρι τῆς σήμερον. Ἄρθρον 39 τοῦ νόμου ἐκείνου «Ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ σύγκειται ὡς ἐφεξῆς — ά. εἰς μὲν τοὺς δήμους ά τάξεως ἀπὸ ἕνα δήμαρχον, τέσσαρας ἕως ἕξ παρέδρους καὶ ἀπὸ ἓν δημοτικὸν συμβούλιον δεκαοκτὼ μελῶν—βʹ. εἰς τοὺς δήμους βʹ. τάξεως ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἀπὸ δύω ἕως τέσσαρας παρέδρους καὶ ἀπὸ ἓν δημοτικὸν συμβούλιον δώδεκα μελῶν—γʹ. εἰς τοὺς δήμους γʹ. τάξεως ἀπὸ ἕνα δήμαρχον, ἕνα πάρεδρον καὶ ἓν δημοτικὸν συμβούλιον ἓξ μελῶν». Ἴσως νομίζουσιν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι θεωροῦνται ὡς Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ καὶ τὰ εἰδικὰ παρεδρεῖα. Περὶ εἰδικῶν παρεδρείων τί λέγει ὁ νόμος; περὶ τῶν εἰδικῶν παρεδρείων ὑπάρχει ἰδιαιτέρα διάταξις «ἑνωθέντων πλειοτέρων χωρίων εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον, διορίζεται εἷς πάρεδρος δι’ ἕκαστον χωρίον, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία ἀπαιτεῖ τὸν τοιοῦτον διορισμὸν κατὰ τὴν γνώμην τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς τοῦ νομοῦ». Οὕτω καθωρίσθησαν αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ κατὰ τὸν νόμον, ὃν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Συνέλευσις, ἡ συντάξασα τὸ Σύνταγμα. Τὰ εἰδικὰ παρεδρεῖα, κατὰ τὸν νόμον, δύνανται νὰ συστηθῶσιν ὅπου θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ τοιαύτη συνδρομὴ πρὸς τὸν δήμαρχον, ἀλλ’ οὐδαμοῦ λέγει ὁ νόμος, ὅτι ταῦτα θεωροῦνται ὡς Δημοτικαὶ Ἀρχαί· ἀπεναντίας, πανταχοῦ ἐν αὐτῷ ἀναγινώσκεται, ὅτι τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους θεωρεῖ ὁ νόμος ὡς βοηθοὺς τοῦ δημάρχου, ὅπως τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς δημοτικοὺς ἀστυνόμους. Ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς, ἀνεξαρτήτως τοῦ γράμματος τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ὁ εἰδικὸς πάρεδρος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ Ἀρχὴ, διότι οὐδεμίαν ἀσκεῖ ἰδίαν ἐξουσίαν· πᾶσα ἐξουσία ἀσκουμένη παρὰ τοῦ εἰδικοῦ παρέδρου εἶναι ἐξουσία ἐξ ἐντολῆς τοῦ δημάρχου· οὐδεμίαν ἔχει αὐτοτέλειαν, οὐδεμίαν ἔχει ἰδίαν λειτουργίαν· δημοτικὸς πάρεδρος δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν δήμαρχον, ὁ εἰδικὸς ὅμως πάρεδρος οὐδέποτε. Οὗτος μόνον διαταγὰς ἐκτελεῖ, εἴτε γενικὰς, εἴτε εἰδικὰς τοῦ δημάρχου. Ἀλλὰ διατί προέβημεν εἰς τοιοῦτο μέτρον; Προέβημεν εἰς τοιοῦτο μέτρον, διότι διατελοῦμεν ἐν καταστάσει ἀντισυνταγματική, καὶ διότι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, οἵτινες ἐντεῦθεν ὁμιλοῦσιν, ἐπιδεικνύοντες τοσαύτην ἀφοσίωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν σκέπτονται σήμερον, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν χωρίων τοῦ Κράτους ἔχουσι παρέδρους ἀντισυνταγματικῶς κατέχοντας τὴν θέσιν. Κατὰ τὰς πρώτας μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ἔπρεπεν εὐθὺς κατόπιν τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν νὰ γείνῃ καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν εἰδικῶν παρέδρων· ἀλλὰ τοῦτο οὐδαμοῦ ἐγένετο, καὶ ἐξηκολούθησαν ὄντες πάρεδροι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατεῖχον τὴν θέσιν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ πρὸ τοῦ Συντάγματος. Περὶ τούτου ἀδιαφορεῖτε, τὴν ἐξακολούθησιν τοιαύτης ἀντισυνταγματικῆς καταστάσεως δὲν θεωρεῖτε σπουδαίαν, ἀλλ’ ἤδη, ὅτε θέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὴν, ἤδη λέγετε, ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ἐφροντίσατε νὰ μάθητε τίνα οἱ τὸ Σύνταγμα συντάξαντες εἶχον ὑπ’ ὄψιν δημοτικὸν νόμον καὶ τίνες αἱ κατὰ νόμον Δημοτικαὶ Ἀρχαί, ὧν τὸ Σύνταγμα ἐφρόντισε νὰ περιβάλῃ δι’ ἐγγυήσεων τὴν ἐκλογὴν, καὶ τίς ἡ κατὰ τὸν αὐτὸν νόμον θέσις τῶν εἰδικῶν παρέδρων. Σήμερον ἔχομεν εἰδικοὺς παρέδρους ἐξακολουθοῦντας ἐν κατοχῇ τῆς θέσεως ἄνευ νεωτέρας συνταγματικῆς ἐντολῆς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς προηγουμένης Δυναστείας· ἔχομεν παρεδρεῖα ἄνευ παρέδρων, ἔχομεν δὲ καὶ παρεδρεῖα, ἔχοντα παρέδρους διωρισμένους ὑπὸ τοῦ δημάρχου, ἐγκρίσει τοῦ Νομάρχου, καὶ τοῦτο κατόπιν εἰδικῆς διατάξεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1880 ἐκδοθείσης. Κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1880 ἐξεδόθη διαταγὴ, καθ’ ἥν ὁσάκις θέσις παρέδρου εἶναι κενὴ, εἴτε ἐκ θανάτο, εἴτε ἐξ ἐκπτώσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, εἴτε ἕνεκα συστάσεως παρεδρείου νέου, τὸν πάρεδρον διορίζει ὁ δήμαρχος ἐγκρίσει τοῦ Νομάρχου. Καὶ τοῦτο θεωρεῖτε συνταγματικὸν, καὶ ταύτην τὴν κατάστασιν θέλετε νὰ διατηρήσητε; Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν παρεδρείων, ἐμμένοντες καὶ ὡς πρὸς ταῦτα εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 105 τοῦ Συντάγματος ἀναγεγραμμένην, καίπερ μὴ ὑπόχρεοι εἰς τοῦτο; Περὶ τοῦ πρακτικοῦ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου 105 εἰς τὰ παρεδρεῖα καλεῖσθε νὰ συζητήσητε. Περὶ παρεδρείων προκειμένου, τὸ Σύνταγμα οὐδεμίαν ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν. Ἀλλὰ διατὶ, καίπερ μὴ ὑπόχρεοι, δὲν ἀπεδέχθημεν περὶ τῶν παρεδρείων τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅπερ κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ὑποχρεωτικόν, προκειμένου περὶ Δημοτικῶν Ἀρχῶν; Δὲν τὸ ἐδέχθημεν, διότι ἠθέλομεν πάλιν καταλήξει εἰς τὸ αὐτὸ, τὰ παρεδρεῖα νὰ μὴ ἔχωσι παρέδρους, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὰ εἰδικὰ παρεδρεῖα. Πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρεδρείων ἐν Ἑλλάδι; Παρεδρεῖα, ἐκτὸς τῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, εἰσὶ 2661, καὶ ἤδη θέλουσι προστεθῆ 622 τῶν νέων ἐπαρχιῶν· ἔχομεν λοιπὸν 3283 παρεδρεῖα. Εἰς ταῦτα οὐδεὶς σχεδὸν παρουσιάζεται ὡς ὑποψήφιος, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέησεν ὅπως ἐν τῷ παρελθόντι καταργηθῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὑποβάλλονται οἱ πάρεδροι εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου τῶν καλπῶν καὶ τῶν σφαιριδίων. Ἀλλὰ καὶ οὕτως οὐδεὶς παρουσιάζεται ὡς ὑποψήφιος, οὐδεὶς ἐκπληροῖ τὰς διατυπώσεις πρὸς ἔκθεσιν κάλπης. Ἐνόμισεν ὁ Νομοθέτης, ὅτι δὲν παρουσιάζοντο πρότερον, διότι δὲν ἤθελον νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν αὐτῶν οὐδεὶς παρουσιάσθη, ὅπως ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἐνῷ γενικαὶ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐγένοντο κατὰ τὸ 1866, κατὰ τὸ 1870, κατὰ τὸ 1875 καὶ κατὰ τὸ 1879, μόνον κατόπιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1870 ἐγένοντό τινες ἐκλογαὶ παρεδρείων, ἀλλὰ καὶ τότε τὰ πλεῖστα τῶν παρεδρείων ἔμειναν ἄνευ παρέδρων· κατὰ τὰς ἄλλας δ’ ἐκλογὰς ἁπάσας οὐδεμία ἐγένετο ἐκλογὴ παρέδρου. Ὁ κατὰ τὸ 1870 ἐνεργηθεὶς ἐλάχιστος ἀριθμὸς ἐκλογῶν παρέδρων σχετικῶς πρὸς τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν παρεδρείων ἐπετεύχθη καὶ οὗτος κατόπιν ἐνεργείας δραστηριωτάτης τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διὰ τῶν ὀργάνων αὑτῆς πολλαχῶς ἐπροκάλεσε τοὺς ὑποψηφίους, ἵνα παρουσιασθῶσι καὶ ἐκπληρώσωσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου πρὸς ἔκθεσιν κάλπης. Ἤδη ἑνωθεισῶν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος ἐδέησε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας, ἥτις αὐτόθι εἶναι σπουδαία, καὶ ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν κατ’ αὐτὴν ἐθεωρήσαμεν, ὅτι πρόεδρος τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς ὀφείλει νὰ ᾖναι ὁ Πάρεδρος τοῦ χωρίου. Ἀλλὰ παρεδρεῖα δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὐδ’ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ κείμενον σύστημα· ἔπρεπεν ἄρα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς παρέδρων. Ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διὰ ψηφοδελτίων ἐκλογῆς εἶναι τὸ εὐχερέστερον πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλο προσφορώτερον, ἂς προταθῇ· ἐάν τις νομίζῃ, ὅτι διατηρουμένου τοῦ συστήματος τῆς διὰ σφαιριδίων ἐκλογῆς δύνανται ν’ ἀρθῶσιν αἱ δυσκολίαι, αἵτινες παρουσιάζονται εἰς τὴν ὑποψηφιότητα τῶν παρέδρων, ἂς ἐκθέσῃ τὸν τρόπον καὶ οὐδεμίαν ἡμεῖς ἔχομεν δυσκολίαν, ἵνα καθιερώσωμεν αὐτὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ προέβημεν καὶ περαιτέρω. Ἡμεῖς δὲν ἀπαιτοῦμεν νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, διότι ἀρχικῶς δὲν ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ· ὑπῆρχεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ κοινοτήτων, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν θὰ ψηφισθῇ ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ. Τὰ περὶ ἀντισυνταγματικότητος προταχθέντα εἰς δικαιολογίαν ἐνεργειῶν ἐκθέσμων, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα, εἶναι ἰσχυρισμοὶ μὴ δυνάμενοι κἂν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς συζήτησιν σπουδαίαν. Βέβαιον εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ δὲν θεραπεύσωμεν τὰ τῶν εἰδικῶν παρεδρείων, θέλει ἐξακολουθήσει ὑφισταμένη ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος, ὑπὲρ ἧς ἐργάζονται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος πολεμοῦσι τὸ νομοσχέδιον· θέλουσιν ἐξακολουθήσει τὰ παρεδρεῖα διεπόμενα ὑπὸ παρέδρων, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἐντολὴν αὑτῶν οὐχὶ ἐξ ἐκλογῆς διὰ ψηφοφορίας τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκ διορισμοῦ τοῦ Δημάρχου. Καὶ μήπως ὁ διορισμὸς τοῦ δημάρχου δύναται κἂν νὰ δικαιολογηθῇ ὡς δευτεροβάθμιος ἐκλογή; Οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει· ἀφοῦ ὁ Δήμαρχος δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ παρεδρεῖον διακεκριμένως ἀπὸ τοῦ δήμου, διότι δύναταί τις νὰ ἐκλεχθῇ Δήμαρχος καὶ ἄνευ τῆς πλειονότητος τῶν ψήφων τῶν ἐκλογέων τοῦ παρεδρείου· δύναταί τις, καίπερ ἐκλεχθεὶς Δήμαρχος, νὰ μὴ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ παρεδρείου, διότι ἐνδέχεται ἡ πλειονοψηφία τῶν ἐκλογέων τοῦ παρεδρείου ἢ καὶ αὐτὸ τὸ παρεδρεῖον νὰ εὑρίσκηται εἰς ἀντίθεσιν ἰδεῶν ἢ συμφερόντων πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου ἢ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν δῆμον. Καὶ ὅμως εἰς τὸν Δήμαρχον τοῦτον ἐδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τὸν πάρεδρον, καὶ σήμερον αἱ κοινότητες εἶναι καταδεδικασμέναι νὰ ἔχωσι παρέδρους οὐχὶ τῆς ἐκλογῆς των, ἀλλὰ τῆς ἐκλογῆς ἄλλου, ὅστις δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς τὰ τοῦ παρεδρείου. Ἀφίνω λοιπὸν τὰ περὶ τούτου, ἀποτελοῦντα διάταξιν παραληφθεῖσαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἐξ ἄλλου εἰς ὃ κυρίως ἀνήκουσι, καὶ ἔρχομαι εἰς τὰς κυρίας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐκλογῶν Ἠθέλησάν τινες ν’ ἀποκαλύψωσιν ἐντεῦθεν διατὶ ἀναβάλλομεν τὰς ἐκλογάς, ἐξηγήσαντες καὶ ποῖος ἀνέλαβε τὴν εἰσήγησιν τοῦ μέτρου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀρχὰς μὲν ἀπέκρουσεν αὐτό, κατόπιν δὲ ἐνέδωκε καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὅμως ἔπειτα ἐγκατέλειψε, καὶ ἔπειτα πάλιν ἐπανήνεγκεν. Ἐγὼ δὲν συνέπεσε νὰ ἔχω γνῶσιν οὐδενὸς τῶν περιστατικῶν τούτων, ἡ δὲ Βουλὴ βεβαίως δὲν ἔχει γνῶσιν, ὅτι ἀνεκλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ὑπεβλήθη, ἀλλ’ εἶδεν αὐτὸ ἔκτοτε ὑποστηριζόμενον, ὅπως καὶ πάντα τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἅτινα παρ’ ἡμῶν ὑπεβλήθησαν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὰ τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὑπῆρξεν, ὅτι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων εὑρέθημεν ἐνώπιον τοῦ διλήμματος τῆς παραλύσεως τῶν Δικαστηρίων ἢ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν τὰ Δικαστήρια σχολάζουσι. Τὰ Δικαστήρια μετ’ ὀλίγον θέλουσι διακόψει τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα. Εὐθὺς δὲ κατόπιν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα πρόκειται πάλιν νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας αὑτῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· διότι ὁ νέος περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμος, ὁ ἰσχύων καὶ ἐπὶ δημαιρεσιῶν, πολλὰς μὲν παρέσχεν ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς γνησιότητος τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐπετύγχανε τούτου, ἐπιβάλλων εἰς τὰ Δικαστήρια βαρείας ὑποχρεώσεις. Ἂν δὲν λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὰ Δικαστήρια, ῥυθμίσωμεν διὰ τρόπου, ὅστις νὰ περιφρουρῇ καὶ τὰ συμφέροντα τῆς δικαιοσύνης, κινδυνεύομεν, χάριν τῆς ἐπιτυχίας τῆς γνησιότητος τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὡς καὶ τῶν βουλευτικῶν, νὰ ἴδωμεν τὴν δικαιοσύνην παραλύουσαν, καὶ ἑπομένως ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖνο διὰ θυσίας ἐπίσης σπουδαίας. Καθῆκον λοιπὸν ἔχομεν νὰ προνοήσωμεν ἤδη, ὅτε εἶναι ἔτι καιρός, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ἡ παρέχουσα τὰς ἐγγυήσεις τῆς γνησιότητος τῆς ἐκλογῆς, μὴ ἕνεκα τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θέλουσι γείνει αἱ ἐκλογαί, πραγματοποιηθῇ διὰ καταστροφῆς τῆς δικαιοσύνης. Κηδόμενοι περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς διατάξεως, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπεν ἤδη κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως φανῇ αὕτη ὑπὸ τὴν ἐπιβλαβῆ αὐτῆς ὄψιν, οὐδέποτε δ’ ἠδύνατο νὰ φανῇ ὑπὸ ἐπιβλαβεστέραν μορφήν, ἢ ἐνεργουμένων ἐκλογῶν μεταξὺ τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα καὶ τῶν τακτικῶν διακοπῶν τῶν Δικαστηρίων. Ἀποτέλεσμα τῆς κατὰ τὸν νόμον ἐνεργείας τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ δημαιρεσιῶν εἶναι, ὅτι ἀνὰ πᾶσαν τετραετίαν, ἀντὶ διακοπῶν κατὰ τὸ Πάσχα καὶ τακτικῶν διακοπῶν, θὰ ἔχωμεν συνεχεῖς διακοπὰς ἀπὸ τῶν παραμονῶν τοῦ Πάσχα ἕως τοῦ φθινοπώρου. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι, οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλ’ ὁ κυριώτερος λόγος εἶναι ὁ τῆς περιφρουρήσεως τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὗτος εἶναι ὁ ὑποβολεὺς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ προλαλήσαντες εἶπον, ὅτι εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου προέβημεν ἀποβλέψαντες εἰς ἐκλογικὰς σκέψεις, διότι εἴχομεν ἀνάγκην τοῦ ἐκ τῆς ἀναβολῆς χρόνου, ἵνα ἐργασθῶμεν. Διατελοῦμεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ πλέον· καὶ εἴχομεν ἀνάγκην τῶν δύω ἐκ τῆς ἀναβολῆς μηνῶν, ἵνα ἐργασθῶμεν, ἐὰν εἴχομεν τὴν πρόθεσιν! Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐργασθῶμεν, λέγουσι, διότι συνεδριάζει ἡ Βουλὴ καὶ δὲν δυνάμεθα, αὐτῆς παρούσης, νὰ πράξωμεν ὅ,τι προτιθέμεθα. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναπολήσῃ τις ὅ,τι εἶπεν ἡ ἀντιπολίτευσις, δὲν ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον προετιθέμεθα καὶ δὲν ἐπράξαμεν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀντιπολιτευομένων καὶ θὰ ἴδητε ὅτι συστηματικῶς παριστᾶτο ἡ Κυβέρνησις ὡς μετελθοῦσα πᾶσαν ἐνέργειαν, ἣν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ. Ἀλλ’ ὅπως πᾶσαι αἱ παραστάσεις αὗται ἀπεδείχθησαν φροῦδαι ἐκ τῆς ὁμολογίας αὐτῶν τῶν κ. κ. βουλευτῶν, διότι ὁμολογοῦσιν οὗτοι ἤδη ὅτι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐνηργήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τοῦτο παρίσταται εἰς αὐτὴν ἡ ἀνάγκη ἵνα ἐνεργηθῶσιν τὰ πάντα ἐν τῷ μέλλοντι· ὅπως αἱ παραστάσεις ἐκεῖναι ἀπεδείχθησαν φροῦδαι, τοιουτοτρόπως εἶναι ἀνυπόστατοι καὶ πᾶσαι αἱ σκέψεις, αἱ ἀποδοθεῖσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐργασθῇ κομματικῶς, νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν τοιαύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρεστήσατε ὡς δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς αὐτήν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀπέσχεν ἀπὸ παντὸς τεχνάσματος ἐκλογικοῦ, ἀπὸ πάσης πλαγίας σκέψεως, καὶ βεβαίως ἂν εἶχε σκοπὸν διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἐργασθῇ, ἤθελεν ἀποφύγει σήμερον νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις. Ἀλλ’ ἐῤῥέθη ὅτι μέγα κακὸν θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν, διότι ἡ ἀναβολὴ αὕτη θέλει παράσχει τὰ μέσα οὐχὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς δημάρχους, ὅσοι τυχὸν εἶναι ὑποψήφιοι, ἵνα ἐργασθῶσι, καὶ θέλει διατηρήσει καὶ τὴν κοινωνίαν ἀνάστατον ἐπὶ χρόνον πολύν. Οἱ δήμαρχοι καὶ αὐτοὶ διατελοῦσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ οὐχὶ ἀπὸ τῆς χθές· διατελοῦσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πρὸ τετραετίας· ὅ,τι ἄρα εἶχον νὰ πράξωσι τὸ ἔπραξαν, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐργασθῶσι· καὶ οἱ δήμαρχοι βεβαίως δὲν ἐφοβοῦντο τὴν Βουλήν, ἵνα ἐργασθῶσιν ἂν εἶχον τὴν διάθεσιν, καὶ ὅσοι εἶχον τὴν διάθεσιν εἰργάσθησαν. Τουναντίον φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ βλάπτει τοὺς δημάρχους, διότι αὐτοὶ ἐξηντλήθησαν ἤδη, καὶ δὲν θὰ ἀρέσκωνται βλέποντες παρατεινομένην τὴν προθεσμίαν. Προκειμένου περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐνώπιόν των τετραετὲς στάδιον ἐνεργείας, λέγομεν ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτὰ τοὺς δύω μῆνας, διότι ἀνέμενον τὴν παράτασιν ἵνα ἐργασθῶσιν. Ἡ κοινωνία, λέγετε, θὰ ἦναι ἀνάστατος· ἀλλ’ ἀπὸ πότε ἡ κοινωνία ἄρχεται οὖσα ἀνάστατος κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν; Ἄν θὰ ἀρχίσῃ οὖσα ἀνάστατος ἕνα μῆνα πρὸ τῶν ἐκλογῶν, εἴτε αἱ ἐκλογαὶ γίνωσι τὴν 8 Μαΐου, εἴτε τὴν 8 Ἰουλίου, τίς ἡ διαφορά; Μέχρι τοῦδε δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἤρξατο ὁ ἀγὼν ὁ δημαιρισιακός· ὁ ἀγὼν ὁ δημαιρεσιακὸς δὲν θέλει ἀρχίσει εἰμὴ ἀφοῦ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐνταῦθα. Ἀφοῦ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, ἕκαστος θέλει ἐν γνώσει τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί, εἴτε ποιήσει ἔναρξιν τῶν ἐνεργειῶν αὑτοῦ ἀπὸ τοῦδε ἂν αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνωσι τὰς 8 Μαΐου, εἴτε ἀναβάλει τὴν ἐνέργειαν αὑτοῦ εἰς ἐποχὴν μεταγενεστέραν, ἂν ἀναβληθῶσιν αἱ ἐκλογαί. Ἀλλ’ ἂν θεωρηθῇ ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ φέρωσιν ἀναστάτωσιν πολὺν χρόνον πρὸ τῶν ἐκλογῶν, τότε τὴν ἀναστάτωσιν ἔχομεν ἤδη· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι παρετηρήθη ἕως τῆς χθὲς ἐν τῇ Πολιτείᾳ κίνησίς τις ἔκτακτος ἕνεκα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Εἰς τοὺς πολεμοῦντας ἄρα τὸ νομοσχέδιον ἀπόκειται νὰ ἀποδείξωσι διατὶ πολεμοῦσιν αὐτό. Ἄν φρονῶσιν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν Δικαστηρίων δὲν βλάπτεται, τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐνεργουμένων κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν ὁ κείμενος νόμος ὁρίζει, δύνανται νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν, ὅπως μὴ μεταβληθῇ ἡ ἐποχὴ αὕτη· ἂν ὅμως ἀποδέχωνται, ὅτι ἐπέρχεται ζημία εἰς τὰ Δικαστήρια, δὲν δικαιολογοῦνται λέγοντες, ὅτι ἡ ζημία αὕτη εἶναί τι δευτερεῦον καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπέναντι ἄλλων σκέψεων, διότι σκέψεις σπουδαίας ἀντισταθμιζούσας τὴν ζημίαν τῶν δικαστηρίων, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιδείξωσι, κατέφυγον δὲ εἰς τὸ ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ πρόφασις.
§109ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας;
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κατὰ τὰς νέας ἐπαρχίας μὴ σύγχρονον τῶν ἐκλογῶν ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν τοῦ νομοσχεδίου. Τί ἐμποδίζει τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχῃ ἀπόλυτον τὴν ἰδέαν τοῦ συγχρόνου, νὰ κανονίσῃ καὶ τὰς ἐκεῖ ἐκλογὰς συγχρόνως, ἤτοι κατὰ τὸν Ἰούλιον; Δὲν εἶναι ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἡ προσεχεστέρα ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Ἡμεῖς βεβαίως θὰ ἤμεθα ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβάλλομεν, καὶ τοῦτο διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν πρέπει αἱ νέαι ἐπαρχίαι νὰ μένωσιν ἄνευ δημοτικῶν Ἀρχῶν εὐθὺς μετὰ τὴν σύστασιν τῶν δήμων. Οἱ δῆμοι θέλουσι συστηθῆ ἐντὸς 8 ἢ 10 ἡμερῶν· ἑπομένως εἶναι πρέπον, ἀσχέτως καὶ πρὸς τὰς ἄλλας ἐκλογὰς, νὰ προβῶμεν ἀνυπερθέτως εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, ἵνα δώσωμεν εἰς αὐτοὺς κανονικὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ ἐκπεφρασμένη θέλησις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας· ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως τοῦτο ἐθέσπισε. Βεβαίως ψηφίζοντες ἤδη νέον νόμον δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, οὐδένα ὅμως βλέπω λόγον δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην κατάργησιν.
§111ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐῤῥέθη, ὅτι καὶ ἡ ἀναβολὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἀντισυνταγματική· ἐὰν εὐαρεστεῖσθε, παρακαλῶ νὰ ἐκφράσητε τὴν ἐναντίαν γνώμην.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν προσαχθῶσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης, θέλω ὑποστηρίξει τὴν ἐναντίαν· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὑποστηρίζων, ὅτι ἀντισυνταγματικὸν εἶναι τὸ ν’ ἀναβάλλωνται αἱ ἐκλογαὶ, εἶπεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα, κατ’ αὐτὸν, ἐννοεῖ ἐκλογὰς δημοτικὰς τετραετεῖς καὶ ὅτι πᾶσα παράβασις τῆς τετραετίας εἶναι παράβασις τοῦ Συντάγματος.
§113ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα ἤθελον νὰ ἀποκρούσουν πᾶσαν ἐπέμβασιν τῆς Ἐξουσίας· λοιπὸν ἐν τῇ διαθέσει των ὑπῆρχεν ἡ σύγχρονος ἐκλογή. Περὶ τριετίας καὶ τετραετίας δὲν εἶπον τίποτε.
§114ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἀπαντᾶτε εἰς μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἐγὼ ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἶπον, ὅτι ἡ ἀναβολὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, καὶ εἶπον τὸν λόγον.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖον λόγον;
§116ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι θεωρῶ καθ’ ἑαυτὴν τὴν ἀναβολὴν ἀντισυνταγματικὴν διὰ τὸν λόγον, ὅτι κατὰ νόμον ἡ τετραετία ὁρίζεται ὡς χρόνος ἐξουσίας τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν· ἀλλ’ ἡ ἐξουσία αὕτη δίδεται τῇ ἐντολῇ τῶν δημοτῶν κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ τὴν 25 Ἰουλίου παύει αὐτοδικαίως· αἱ Δημοτικαὶ δὲ Ἀρχαὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου περιβάλλονται μὲ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἐκ τοῦ νόμου, τουτέστιν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία περιβάλλεται δικαιώματα Ἐκτελεστικῆς καὶ διορίζει τρόπον τινὰ τὰς Δημοτικὰς Ἀρχάς· ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν θεωρῶ, ὅτι δύναται τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀντίκηται εἰς τὸ Σύνταγμα.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο ἐδόθη ἀπάντησις προχθές, ὅτε ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτε ἀνεβλήθησαν διὰ νόμου αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, παραταθείσης τῆς περιόδου 1875–1878 ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἐνεργήθησαν αἱ νέαι ἐκλογαὶ κατὰ τὸ 1879.
§118ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἂν ἦναι παράνομος ἡ ἀναβολὴ, καὶ ἐκείνη καὶ αὕτη εἶναι παράνομοι.
§119Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν οὐδέποτε θέλει νὰ ὁμολογήσῃ ὡς ὀρθὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν προέρχηται ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο τὸν εἴδομεν λάβρως ἐπιτιθέμενον κατ’ αὐτῆς, διότι ἐτόλμησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἡ περὶ εἰδικῶν παρέδρων διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τέλει τῆς περικοπῆς τοῦ περὶ αὐτῆς λόγου του ἀπέσυρεν, εἰπὼν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ περὶ κοινοτήτων νομοσχέδιον, καὶ συγχύζων οὕτω τερατωδῶς τὰ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῶν δήμων πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ὡς νομικῶν προσώπων. Ἀλλὰ παραδόξως ἐπειράθη συγχρόνως καὶ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική, καὶ ἠγωνίσθη νὰ ἀνακαλύψῃ ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ, τῷ καταστατικῷ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, τὴν δικαιολογίαν τῆς γνώμης του ταύτης, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν διέστρεψεν ἢ δὲν ἠννόησε καὶ αὐτόν. Τὸ ἄρθρον 39, νομίζω, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, ῥητῶς πραγματεύεται καὶ περὶ τῶν παρέδρων, τοὺς ὁποίους λέγομεν μὲν εἰδικούς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ ἐν τῷ νόμῳ πάρεδρος εἰδικός· πάρεδροι μόνον ἐν γένει ὑπάρχουν ἐν τῷ νόμῳ, ἐλέχθησαν δὲ ἐν τῇ συνήθει γλώσσῃ τῆς ὑπηρεσίας εἰδικοί, διότι ἀνήκουσιν εἰδικῶς εἰς ἓν χωρίον καὶ ὄχι γενικῶς εἰς ὅλον τὸν δῆμον. Δὲν γινώσκει δυστυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τίς εἶναι ἡ κυρία βάσις τοῦ δημοτικοῦ νόμου ἐν Ἑλλάδι. Ἡ βάσις τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν νόμου εἶναι νὰ καθιστᾷ δῆμον ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ τοῦ Κράτους, καὶ ῥητὴ ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, κατὰ τὴν ὁποίαν χωρίον, περιέχον 300 ψυχὰς, ἀποτελεῖ δῆμον. Περὶ τούτων τῶν δήμων πραγματεύεται ὁ νόμος καὶ τούτων τῶν δήμων τὰς Ἀρχὰς κανονίζει τὸ ἄρθρον 39. Ἐπειδὴ δὲ ὁ σοφὸς ἐκεῖνος Νομοθέτης ἐγίνωσκε τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀραιὸν τοῦ πληθυσμοῦ, τὸ ὀλιγάνθρωπον τῶν χωρίων καὶ ἤξευρεν ὅτι ὑπάρχουσι χωρία πολλὰ μὴ ἔχοντα τὰς 300 ψυχὰς, ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν παρέδρων τῶν χωρίων ἐκείνων, καὶ τὸ αὐτὸ ἄρθρον 39, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσε περικεκομμένον ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγει ῥητῶς, ὅτι ὁσάκις—αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἐξαίρεσις—ὁσάκις ἑνωθοῦν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον καὶ ἄλλα χωρία, διορίζεται κατὰ πρότασιν τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς πάρεδρος καὶ ἐν αὐτοῖς. Τὸ «διορίζεται» δὲ διήκει πανταχοῦ ἐν τῷ νόμῳ· εἶναι ἐσφαλμένη μετάφρασις· «ἐκλέγεται» εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια. Τὸ δὲ ἄρθρον 47 τὸ πραγματευόμενον περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ δημάρχου—διότι καὶ εἰς αὐτὸ κατέφυγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ σᾶς παραστήσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰδικοῦ καὶ δημαρχικοῦ παρέδρου—τὸ ἄρθρον 47 λέγει ῥητῶς, ἀναγνωρίζον τὴν ὕπαρξιν ὡς παρέδρων ἰσοτίμων καὶ τῶν εἰδικῶν παρέδρων, ὡς τοὺς λέγομεν νῦν, ὅτι τὸν δήμαρχον ἀπόντα ἀναπληροῖ ὁ «πάρεδρος τοῦ μέρους ὅπου κατοικεῖ ὁ δήμαρχος». Αὐτὰ εἶναι τὰ κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον. Κατ’ αὐτὰ οὐδεμία ὑπολείπεται ἀμφιβολία, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη, ὅτι καὶ οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι ἢ μᾶλλον οἱ ἐν τοῖς χωρίοις δημοτικοὶ πάρεδροι εἶναι μέλη τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁρίσαν τὴν διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίαν πρὸς ἐκλογὴν αὐτῶν. Ὥστε πᾶσα διάταξις νόμου, ἡ ὁποία μεταβάλλει τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐκλογῆς, εἶναι διάταξις παραβιάζουσα ῥητῶς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Πολλαὶ ἐγένοντο σκέψεις—καὶ ἐπειδὴ ὡς Γενικ. Γραμματεὺς διηύθυνα ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶμαι ἁρμόδιος νὰ τὸ πιστοποιήσω—πολλαὶ ἐγένοντο σκέψεις περὶ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ ἐκλογὴ τῶν εἰδικῶν παρέδρων. Συνελάβομεν καὶ ἡμεῖς τότε τὴν ἰδέαν ταύτην, συνελάβομεν καὶ ἄλλην ἰδέαν, νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια τὴν ἐκλογὴν τῶν εἰδικῶν παρέδρων· συνελάβομεν καὶ τρίτην ἰδέαν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ μόνη νόμιμος, ἡ μόνη συνταγματικῶς δυνατὴ, τοῦ νὰ συγχωνεύσωμεν ἐν ταῖς γενικαῖς ἐκλογαῖς τῶν δημάρχων καὶ λοιπῶν καὶ τὴν τῶν εἰδικῶν παρέδρων, ἵνα καὶ αὐτοὺς ψηφοφορῶσιν οἱ κάτοικοι ἑκάστου χωρίου, προσερχόμενοι πρὸς ἐκλογὴν τῶν δημάρχων. Τοιοῦτον δὲ νομοσχέδιον προπαρεσκεύασα ἐγώ. Τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν αὐτοῦ ἔποψιν βεβαίως δὲν εἶναι μέγα. Ἡ ἐντολὴ τῶν παρέδρων, καὶ τῶν δημαρχικῶν καὶ τῶν εἰδικῶν, δὲν εἶναι τόσον σπουδαία, ὥστε νὰ ἐπίκειται κίνδυνος ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, ἂν ἤμην μέλος τῆς Συνελεύσεως, ὅτε ἐπεψηφίζετο τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἤθελον προβάλει τὴν παρατήρησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις οὕτω ἀπεφάσισε, καὶ ἀφοῦ τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐμμείνωμεν πιστοὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν ὅρκον, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὰ βουλεύματα καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοὺς παρέδρους, ὅτι εἶναι βοηθοὶ τοῦ Δημάρχου, τὸ εἶπε δὲ διὰ τοὺς δημαρχικοὺς παρέδρους· ἀλλὰ διὰ πάντας τοὺς παρέδρους ὁμιλεῖ ὁ νόμος, ῥητῶς δὲ δι’ ἅπαντας αὐτοὺς μεταχειρίζεται τὴν λέξιν τοῦ βοηθοῦ· καὶ εἶναι πράγματι βοηθὸς τοῦ Δημάρχου ὁ πάρεδρος· ἄνευ ἐντολῆς τοῦ Δημάρχου, παρόντος, οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ πάρεδρος· δύναται ὁ Δήμαρχος ἓν μέρος τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ νὰ τὸ ἀναθέσῃ εἰς τὸν πάρεδρον, καὶ ὁ πάρεδρος ὀφείλει νὰ ὑποταχθῇ, ὁ δὲ εἰδικὸς πάρεδρος οὐ μόνον τὴν ἐντολὴν τοῦ δημάρχου ἐνεργεῖ, ἀλλὰ καὶ ὡς δημοτικὸς ὑπάλληλος ἐνεργεῖ αὐτοτελῆ καθήκοντα δυνάμει διαφόρων νόμων. Ἀλλὰ ἡ σκανδαλώδης αὕτη διάταξις ἀπεσύρθη ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ· ἑπομένως τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ πολεμήσωμεν διάταξιν ἀντισυνταγματικήν, τὸ καθῆκον τοῦτο ὡς πρὸς αὐτὸ καὶ μόνον δὲν ὑπάρχει πλέον ἐνεργόν. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἀναβολὴ τῶν ἐκλογῶν δὲν παραβιάζει οὐχὶ βεβαίως ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὸ γράμμα αὐτοῦ, ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν παντὸς Συντάγματος καὶ παντὸς νόμου, ὑποκαθιστῶσα τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τὰς δημοτικὰς Ἀρχὰς καὶ ἡμᾶς; Τίς θέλει εἶσθαι ἡ διαφορά, σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ἡμεῖς ἐψηφίζομεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέγομεν, ὅτι ἀντὶ 4 ἐτῶν θὰ μείνωμεν πέντε ἔτη Βουλευταί; Τίς θὰ ὑπάρχῃ διαφορά;
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ τὰ λέγει τὸ Σύνταγμα.
§121ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διότι τὰ περὶ τῆς τετραετίας ὁρίζονται ἐν τῷ Συντάγματι; μόνον διὰ τοῦτο; Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σέβονται τὴν αἰωνίαν δικαιοσύνην, τὸ δίκαιον ὡς δίκαιον, ἂν νόμος μόνον ἐκλογικὸς ἔλεγε τοῦτο, καὶ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτοῦ νόμου ἦτο ἐκλελεγμένος ὁ διακόπτων με κ. Πρωθυπουργὸς Βουλευτὴς, ἤθελε ψηφίσει κατὰ συνείδησιν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς Συνόδου, τὴν παράτασιν τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐξουσίας ἐπὶ ἓν ἔτος; Δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀδικήσω ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ εἴπω, ὅτι θὰ τὸ ἔπραττε. Μὴ ἀναφέρετε λοιπὸν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος· τὸ γράμμα πολλάκις εἶναι μηδαμινὸν, τὸ πνεῦμα εἶναι τὸ σῶζον. Τὴν ἀναβολὴν λοιπὸν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τὴν θεωροῦμεν τοῦ ἱερωτέρου, τοῦ ὑψίστου τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων παραβίασιν· διότι τί ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν Βουλὴν ἀντὶ δύω ἢ τριῶν μηνῶν παρατάσεως νὰ νομοθετήσῃ πέντε ἐτῶν ἢ 10; τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτό· ἂν δυνάμεθα διὰ δύω μῆνας νὰ παρατείνωμεν τὴν διάρκειαν τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, δυνάμεθα καὶ δι’ ἓν ἔτος καὶ διὰ δέκα ἔτη! δυνάμεθα καὶ ν’ ἀνακηρύξωμεν τὰς ὑπαρχούσας ἰσοβίους! Τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτό. Ἅπαξ μόνον ἔγεινεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἀναβολὴ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἔγεινεν ἐν ἐποχῇ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐκαλεῖτο νὰ ἀποδυθῇ εἰς τὸν ὕπατον ἀγῶνα. Τότε δὲν ἔγεινεν ἡ ἀναβολὴ μόνον τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, τότε ἔγεινεν ἡ ἀναστολὴ πασῶν τῶν δικαστικῶν προθεσμιῶν καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς παραγραφῆς, διότι τότε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὑψίστου νόμου τῆς κοινῆς σωτηρίας· σήμερον περὶ τίνος πρόκειται;
§122ΡΑΛΛΗΣ. Ἐψηφίσθη διὰ νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα, ὅπερ δὲν ἐξεδόθη.
§123ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Νόμος ἐψηφίσθη χάριν τῆς ἀνάγκης.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Διάταγμα δὲν ἐξεδόθη, διότι δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη.
§125ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἔρχεσθε πρὸς ὑποστήριξίν μου; Μόνον τὴν ἀνάγκην ἐγὼ δέχομαι, καὶ μόνον αὕτη δικαιολογεῖ. Ἀλλὰ σήμερον ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη; οὐδεμία. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐλέγχων ἡμᾶς ἐπὶ δυσπιστίᾳ, ὑποδηλῶν μάλιστα ὅτι τὸν συκοφαντοῦμεν, σᾶς εἶπεν ὅτι εἰς ὅλα τὰ πραττόμενα ὑπ’ αὐτοῦ εὑρίσκομεν ἡμεῖς δολίαν πρόθεσιν, πλάγιον σκοπὸν, σκοπὸν συναλλαγῆς, ἐξυπηρέτησιν πολιτικοῦ συμφέροντος, καὶ ὡς ἁγνὴ περιστερὰ εἶπεν ὅτι τοῦτο τὸ ὁποῖον πράττει σήμερον, τὸ πράττει διὰ νὰ σώσῃ τὰ Δικαστήρια, ὅτι δὲν ἔχει οὐδένα πλάγιον σκοπὸν, καὶ ἂν ἐφοβεῖτό τι ἦτο τὸ νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι ἔχει σκοπόν τινα! Ἄν, κ. πρωθυπουργὲ, δὲν εἴχετε σκοπὸν, καὶ ἂν μόνον πρὸς τοὺς λόγους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀφορᾶτε τείνετε, οὐδεμία ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναβάλετε τὰς προσεχεῖς δημοτικὰς ἐκλογάς Ἠδύνασθε νὰ προτείνητε τὸ νομοθέτημα διὰ τὸ μέλλον· ἂν ἐπὶ 20 ἔτη δὲν ἐχάθησαν τὰ Δικαστήρια, δὲν θὰ χαθῶσιν ἐν ταῖς ὑπολειπομέναις ἡμέραις. Διατί λοιπὸν ἀναβάλλετε τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς; Καὶ μὴ ὀχυροῦσθε ὄπισθεν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, διότι ὑπάρχουσι καὶ αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦνται μὲν κατὰ κανόνα κατὰ τετραετίαν, ἀλλὰ δύνανται νὰ λαμβάνωσι χώραν καὶ κατ’ ἔτος, συνέβη δὲ τοῦτο μάλιστα ἐν Ἑλλάδι πολλάκις. Τίς ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν; οὐδείς. Ἀλλ’ εἶναι ἆρα γε καὶ ἀληθὴς ἡ προβαλλομένη δικαιολογία, ἢ μᾶλλον αἱ προφάσεις ἐκεῖναι αἱ ἀνάξιαι ἀληθῶς σπουδαίας συζητήσεως; Ἠκούσατε ὅτι τὰ Δικαστήρια καταστρέφονται· διατί; διότι ἔχομεν ἤδη, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα— πρώτην φορὰν ἤκουσα ὅτι νομίμως τὸ Πάσχα γίνονται διακοπαὶ —καὶ μετ’ αὐτὰς, τρεῖς μῆνας ἔπειτα, ἔχομεν τὰς δικαστικὰς διακοπὰς τὰς νομίμους. Ἂν εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον τὰ Δικαστήρια πρόκειται νὰ ἐργασθῶσιν ὅπως δικάσωσιν ὅλας τὰς ὑποθέσεις, τὰ ἀπασχολήσωμεν μὲ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ νὰ ἐκλείομεν τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, ἐξίσταμαι μάλιστα πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, πρὸ πάντων δὲ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἁρμοδιώτερος πάντων δὲν παρετήρησεν ὅτι, ἂν τοῦτο ἐπιτραπῇ, αὐτὸ ἤθελε πράγματι κλείσει ἑρμητικῶς τὰς θύρας τῆς δικαιοσύνης, τῆς δικαιοσύνης μάλιστα ἐκείνης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι διαρκῶς ἀκοίμητος, τῆς δικαιοσύνης τῆς ποινικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης τῶν κατεπειγουσῶν καὶ τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων. Κατὰ τὰς διακοπὰς τὸ ἥμισυ τῶν δικαστῶν ἀναχωροῦσι κατὰ νόμον, μένουσι δὲ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις μόνον ὅσοι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι διὰ νὰ καθίσταται συνεδρίασις νόμιμος, ὅπως διεξαγάγωσιν αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ἐμπορικὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε κατεπείγουσαι, τὰς κατεπειγούσας ἐκ τῶν πολιτικῶν καὶ τὰς ποινικάς. Ὁ Ἰούλιος εἶναι ὁ μὴν τῶν διακοπῶν· τὰ Δικαστήρια θὰ εὑρεθῶσι μὲ τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον προσωπικὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς κατεπειγούσης δικαστικῆς ὑπηρεσίας· ἂν οἱ δικασταὶ ἀναγκασθῶσι νὰ μεταβῶσι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σπουδαίων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐπιβάλλει ὁ ἐκλογικὸς νόμος, τότε ἀληθῶς θὰ κλείσωσι τὰ Δικαστήρια, διότι τοὺς ἀναχωρήσαντας δικαστὰς δὲν δύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε νὰ ἐπανέλθωσι· ἂν δὲ ἠδύνασθε, ἡ πρόφασις τῶν διακοπῶν ἐκλείπει, διότι καὶ τότε δὲν θὰ ἦναι πλέον διακοπαί. Λοιπὸν εἶναι ἐφεύρεσις ὁ λόγος αὐτός· ἂν δὲ ἀληθῶς ἐπιστεύετο, εἶναι πλάνη. Καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν μάλιστα, ἂν τυχὸν ἐτελοῦντο αἱ ἐκλογαὶ κατὰ κανόνα τὸν Ἰούλιον ἢ τὸν Αὔγουστον, μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ μετάθεσις τοῦ χρόνου αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὑπάρχει καὶ διάταξις, διαψεύδουσα τὸν προχθεσινὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ, ὅτι δικαιοῦται ὡς Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ προσδιορίσῃ αὐτὸς αὐθαιρέτως τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῶν νέων ἐπαρχιῶν ὀψέποτε ἤθελε. Ἀφίνω ὅμως τοῦτο· ἀλλὰ πότε νομίζετε, ὅτι προσδιορίζει διὰ τοῦ νομοσχεδίου του τὰς ἐκλογὰς ταύτας; Τὰς προσδιορίζει διὰ τὴν 29 Μαΐου. Δὲν ἔχουσιν ἆρά γε αἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖναι ἐπαρχίαι τὴν εὔνοιαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὰς δικαστικὰς αὐτῶν ὑποθέσεις; Δὲν θὰ κλείσωσιν ἆρά γε ἐκεῖ τὰ Δικαστήρια; Διατί λοιπὸν δὲν λαμβάνει καὶ περὶ αὐτῶν τὴν αὐτὴν πρόνοιαν, ἀφοῦ μάλιστα καθὰ διατείνεται ἦτο καὶ ἐντελῶς ἐλεύθερος; Διατί ὄχι πλέον ἄνευ ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ πρὸς βλάβην μάλιστα τῆς δικαιοσύνης τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων προσδιώρισε χρόνον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς οὗτος θεωρεῖ καταστρεπτικὸν διὰ τὴν δικαιοσύνην τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν; Δὲν εἶναι σπουδαῖα ταῦτα, κύριοι βουλευταὶ, οὔτε ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὸν κ. πρωθυπουργὸν μὲ τοιαῦτα σαθρὰ ἐπιχειρήματα ζητοῦντα νὰ δικαιολογήσῃ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναιρετικὸν τῶν τιμαλφεστέρων ἡμῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ ἀποκρουστέον καὶ γενικῶς, τουτέστι καὶ διὰ τὸ μέλλον. Δύω εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. πρωθυπουργὸς προέβαλεν ἐν τῇ ἐκθέσει του· πρῶτος εἶναι ὁ τῶν Δικαστηρίων, ὅστις εἴδατε ὅτι στρέφεται κατ’ αὐτοῦ· δεύτερον, ἡ στοργὴ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ πρὸς τὰ δικαιώματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους μέχρι τοῦ Μαΐου, ὅτε γίνονται αἱ ἐκλογαὶ, τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα διὰ τῆς συμπληρώσεως τῆς νομίμου ἡλικίας. Ἐπειδὴ, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, κατὰ τὸν νόμον ἡ ἀναθεώρησις γίνεται τὸν Μάϊον, κατ’ ἀνάγκην πάντοτε οἱ παλαιοὶ κατάλογοι θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἕνεκα δὲ τούτου ἀποκλείονται τῆς ἐνασκήσεως ἱεροῦ δικαιώματος — τὸ ὁποῖον ἐδῶ βλέπετε ἀναγνωρίζει ὡς ἱερὸν — οἱ ἀποκτήσαντες ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς τελευταίας ἀναθεωρήσεως τὸ δικαίωμα. Ἡ παρατήρησις αὕτη κατ’ οὐσίαν δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἀξίαν, διότι ἡ συμπλήρωσις τῆς ἡλικίας κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον δὲν γίνεται ἐν ὡρισμένῳ χρονικῷ σημείῳ ἀλλὰ φυσικῶς κατὰ τὸ ἔτος τῆς γεννήσεως ἑκάστου· ἑπομένως ἡ ἀναλογία τῶν ἀποκτησάντων ἢ ἀποκτησόντων τὸ δικαίωμα μένει πάντοτε ἡ αὐτή. Ὤρισαν μῆνα τὸν Δεκέμβριον, ὁ ὁποῖος κατὰ 2 μῆνας ἢ τρεῖς ἐλαττόνει τὴν παρέλευσιν ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους ἀπὸ τῆς γενομένης ἀναθεωρήσεως. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἀξίαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἡλικίας ὁ προβαλλόμενος λόγος· ἀλλ’ ἠξεύρετε τί εἶναι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαιώματος; εἶναι σύλησις τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ ἱεροῦ. Δὲν ἀνέγνωσε τὸν νόμον τὸν ἐκλογικὸν ὁ κ. Τρικούπης καὶ δὲν γινώσκει τί ὀφείλει ὁ ἐκλογεὺς — καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ ὀφείλῃ, διότι εἶναι ὕψιστον τὸ δικαίωμα τὸ ἐκλογικὸν καὶ πρέπει νὰ διεκδικῇ τις τὴν ἐνάσκησιν αὐτοῦ διὰ πάσης θυσίας — τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὸν κατάλογον. Οὐδεμία, λέγει ὁ νόμος, ἔνστασις εἶναι δεκτή, ἂν μὴ ὁ ἐνιστάμενος ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ὑποστηρίξῃ καὶ δι’ ὅρκου τὴν αἴτησιν αὐτοῦ· ἀπόντος αὐτοῦ, ὀφείλει νὰ ἐμφανισθῇ ὁ πατήρ του ἢ ὁ ἀδελφός του ἢ νομίμως ἀνεγνωρισμένος πληρεξούσιος. Δὲν ἠξεύρει δυστυχῶς τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. πρωθυπουργός, οὐδὲ οἱ κύριοι ὑπουργοί, διὰ τοῦτο νομοθετοῦσι χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, τὰς κλιματολογικὰς καὶ τὰς κοινωνικάς. Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅτι τὸ ἓν τρίτον τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ εἶναι ὀρεινόν. Ἀνήκω εἰς μίαν τῶν ὀρεινοτέρων ἐπαρχιῶν, τὴν Εὐρυτανίαν· ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς διαμένει ἐν αὐτῇ, ὁλόκληρος ὁ λοιπὸς μένει μακράν. Οὐχὶ ἀδελφόν, οὐχὶ πατέρα, οὐδένα ἔχουσιν ἐν τῷ δήμῳ οἱ ἀποδημοῦντες· αἱ οἰκίαι εἶναι κεκλεισμέναι, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσιν ὑπὸ τὸ κλίμα ἐκεῖνο, καὶ νὰ διαθρέψωσι καὶ συντηρήσωσι τὰ ζῶά των. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει, νομίζω, καὶ εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ εἰς τὴν Γορτυνίαν καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ἐπαρχίας· ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις βεβαίως οὐδεὶς θὰ παρουσιασθῇ, διότι δὲν θέλει νομίζω, ἀπαιτήσει ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις γινώσκει καλῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὸν δημότην τοῦ δήμου Εὐρυτάνων νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ Μεσολογγίου κατὰ Δεκέμβριον καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, ὑπερβαίνων ὄρη ὑψηλότερα τοῦ Ἀραράτ. Εἶναι ἀδύνατο, μάλιστα ἡ μετάβασις ἐν χειμῶνι, ὅτε ἡ Εὐρυτανία ἐπὶ 3 ἢ 4 μῆνας ἀποκλείεται μάλιστα πάσης συγκοινωνίας μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ Νομοῦ. Πρὸς τοῦτο ἆρά γε ἐπρότεινον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν μεταβολὴν ταύτην, διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ μεταθέσῃ εἰς τὸν Δεκέμβριον τὴν σύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων; Εἶναι ἐχθρὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοῦ νέου αὐτοῦ αἵματος τοῦ διὰ τῆς συμπληρώσεως τῶν νέων ἡλικιῶν εἰσερχομένου εἰς τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον; δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἐχθρὸς τῶν νέων ἡμῶν συμπολιτῶν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ διὰ τοῦτο πέποιθα ὅτι θέλει ἀποσύρει τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου. Αὗται, κύριοι Βουλευταί, εἶναι αἱ δύω προφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐστήριξε τὸ νομοσχέδιόν του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διὰ τὸ παρὸν ἔτος οὐδεμία ἐξ αὐτῶν δύναται οὔτε πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει· διὰ τὰ μέλλοντα εἶναι καταστρεπτικαί. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιόν του, καὶ ὡς νομοσχέδιον εἶναι ἀποῤῥιπτέον καθ’ ὃ βλάπτον μᾶλλον ἢ ὠφελοῦν τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ζητεῖ νὰ νομοθετήσῃ· ὡς μέτρον δὲ πολιτικὸν εἶναι πολλῷ μᾶλλον ἀποκρουστέον, καθὸ παραβιάζον τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἐνέχον δὲ ἐν ἑαυτῷ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμπνέεται ἐν τούτῳ ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ἐκείνων σκέψεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐμπνέωσι τὴν Κυβέρνησιν ἑνὸς Τόπου, προκειμένου μάλιστα περὶ ζητημάτων τόσων σπουδαίων. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἠκούσατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀμφισβητῇ, ὅτι ἐξηγέρθη τὸ ἐκλογικὸν ἐνδιαφέρον, ἠκούσατε αὐτὸν ζητοῦντα μικρολόγως νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ὡρισμένος τις χρόνος ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ἐξεγειρόμενον τὸ ἐκλογικὸν ἐνδιαφέρον, ὡς σημεῖον τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ χρόνου τούτου θὰ ἦναι εἰς τὸ μέλλον ὁ Ἰούλιος ἀντὶ τοῦ Μαΐου, ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί ἔπραξεν αὐτὸς οὗτος; Πῶς δὲ ἐτόλμησεν ὕστερον ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρᾶξίν του τὴν ἐπίσημον, τὴν φέρουσαν τὴν ὑπογραφήν του καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠξεύρει κἂν ὅτι ἐξηγέρθη τὸ ἐκλογικὸν ἐνδιαφέρον; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, πρὸ 5 ἢ 6 ἡμερῶν δημοσιευθέντος, προσεκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς νὰ προτείνωσι τοὺς ὑποψηφίους, καὶ ἂν ἡ συζήτησις αὕτη παραταθῇ καὶ μικρῷ πλέον τῶν τριῶν συνεδριάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, αἱ προτάσεις τῶν ὑποψηφίων θέλουσιν ὑποβληθῆ, διότι ἡ προθεσμία εἶναι 40 ἡμερῶν, 50 ἡμερῶν εἶναι ἡ προθεσμία διὰ τὸ Διάταγμα, τὸ τελευταῖον δὲ ὅριον τῆς προθεσμίας πρὸς πρότασιν τῶν ὑποψηφίων εἶναι 25 ἡμέραι πρὸ τῆς ψηφοφορίας· ἐλησμόνησε λοιπὸν τὴν ἰδίαν αὑτοῦ πρᾶξιν καὶ θέλει νὰ ὑποχρεώσῃ σήμερον τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τῆς πατρίδος του νὰ διαψεύσῃ ἑαυτὴν, νὰ διαψεύσῃ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν προσκληθέντα ἤδη λαόν: στῆθι, δὲν δύνασαι νὰ ἐκλέξῃς! Τοῦτο δὲν εἶναι πρᾶξις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τολμήσῃ Κυβέρνησις ἐλευθέρας Πολιτείας. Δὲν ἐσυλλογίσθη προσέτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι παραβιάζονται καὶ ἀτομικὰ δικαιώματα, διότι κατὰ τὸν νόμον ἦσαν ὑποχρεωμένοι οἱ θέλοντες νὰ ἀγωνισθῶσι, κατέχοντες δὲ δημοσίας θέσεις, νὰ παραιτηθῶσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἥτις καὶ αὕτη εἶναι ἡ τῶν 10 ἡμερῶν, καὶ λήγει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας; Ταῦτα πάντα δὲν τὰ ἐσυλλογίσθη ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλ’ ἔρχεται μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον πρὸς τιμὴν αὐτοῦ θέλω εἴπει, ὅτι τῷ ἐνέπνευσε μόνη ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου καὶ τῶν συνεπειῶν (ψιθυρισμοί)· εἶπον πρὸς τιμήν του, διότι δὲν θεωρῶ ἱκανὸν τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐν γνώσει καταδολίευσιν τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, μόνη δὲ ἡ ἄγνοια τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ τῶν συνεπειῶν ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διὰ ταῦτα ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἀποσύρει αὐτὸ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἀνωτέρω πάντων τῶν τοπικῶν καὶ προσωρινῶν συμφερόντων τιθέμενοι τὸ ἀνώτατον καὶ ἀναλλοίωτον συμφέρον ἅμα καὶ καθῆκον τῆς πρὸς τοὺς νόμους εὐλαβείας, θέλουσι τὸ καταψηφίσει.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον. (Θόρυβος. Ἀναχωροῦσι τινὲς βουλευταὶ τῆς δεξιᾶς).
§127ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἀργὰ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν (θόρυβος).
§128Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀρχίσω τὸν λόγον μου· ἀλλὰ, κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ καθήσουν οἱ κ. κ. βουλευταὶ καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία.
§129ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε· εἶναι ὀγδόη ἡ ὥρα (θόρυβος).
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀπόψε, ἀπόψε.
§131ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Γίνεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρόντες 131 βουλευταί· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§133Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτείνω ἐπὶ μακρὸν τὸν λόγον. Καὶ δὲν ἤθελον λάβει αὐτὸν ἐκ δευτέρου, ἂν δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ μελετήσῃ καλλίτερον τὰ περὶ κοινοτήτων καὶ παρεδρείων, μὴ τυχὸν κατὰ τὰς μελέτας του πρὸς σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων εἶπεν, ὅτι σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν κοινοτήτων, περιπέσῃ εἰς νέα σφάλματα. Διέκρινον ἐκ τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχει εὐκρινῆ ἰδέαν τῶν παρεδρείων, συγχύζει δὲ ταῦτα μετὰ τῆς κοινότητος. Ἐκλέγεται ἀληθῶς εἰς πᾶν χωρίον εἰδικὸς πάρεδρος, ἀλλὰ τοῦτο ἐπλάνησε τὸν Πρωθυπουργόν, ὑπολαβόντα, ὅτι τὸ παρεδρεῖον καὶ ἡ κοινότης ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἔχουσιν οὕτω. Τὸ εἰδικὸν παρεδρεῖον εἶναι τμῆμα τοῦ δήμου, δὲν εἶναι ὁμὰς αὐτοτελής· ὡς τμῆμα τοῦ δήμου ἔχει οἰκονομικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ ταῦτα περικλείονται ἐν τῷ δημοτικῷ ταμείῳ, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ μετέχῃ καὶ νὰ ἀξιοῖ νὰ δαπανῶνται ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ παρεδρείου τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ὅπως κατασκευάσῃ τὴν κρήνην αὐτοῦ, ἢ τὴν μικρὰν γέφυραν, ἧς ἔχει ἀνάγκην πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συγκοινωνίας. Ὁ εἰδικὸς πάρεδρος ἐν τῷ χωρίῳ δὲν εἶναι ὁ προϊστάμενος τῆς κοινότητος, ἀλλ’ εἶναι ὁ βοηθὸς τοῦ δημάρχου, εἶναι τὸ ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ δήμαρχος ὡς τελευταῖον καὶ οὗτος ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὡς ἐπιτετραμμένος νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, μεταβιβάζει τὰ παραγγέλματα τῆς Ἀρχῆς εἰς τὸ παρεδρεῖον διὰ τοῦ εἰδικοῦ παρέδρου. Τὸ παρεδρεῖον λοιπὸν δὲν εἶναι μονὰς αὐθύπαρκτος, ἀλλ’ εἶναι μέρος ὁλοκληρωτικὸν τοῦ δήμου. Ἡ κοινότης ὅμως εἶναι μονὰς αὐθύπαρκτος, μὴ συνδεομένη μετὰ τοῦ δήμου ὑπάρχουσα δὲ μόνον ὅταν ἔχῃ ἰδίαν περιουσίαν καὶ ἴδια οἰκονομικὰ συμφέροντα, καὶ λειτουργοῦσα μόνον πρὸς διαχείρισιν αὐτῶν. Ὁ εἰδικὸς πάρεδρος εἶναι μὲν, ὡς κάτοικος τοῦ χωρίου, μέλος τῆς κοινότητος, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὡς πάρεδρος τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν διοίκησιν ἢ τὴν διαχείρισιν τῶν συμφερόντων ἢ τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος. Ὅθεν, ἂν πρόκειται νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος, πρέπει νὰ προβλέψωμεν περὶ ἑτέρου ἀντιπροσώπου αὐτῆς ἢ διαχειριστοῦ τῶν συμφερόντων της. Ὁ μέλλων νὰ διαχειρισθῇ τὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος πρέπει νὰ ἐκλέγηται ὑπὸ ὅλων τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ὄχι ὑπὸ μόνων τῶν ἐκλογέων, διότι ἡ μετοχὴ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος δὲν εἶναι πολιτικὸν δικαίωμα, ἀλλ’ ἀτομικόν· ἑπομένως ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει γίνεσθαι ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίαν τῆς κοινότητος, πρέπει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἑτέρας βάσεως. Δὲν εἶναι μόνον ἡ σύγχυσις αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἐσύγχυσε καὶ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους μετὰ τῶν δημαρχικῶν παρέδρων. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχει εὐκρινῆ ἰδέαν τίνα εἰσὶ τὰ μέλη τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς. Σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι δὲν εἶναι μέλη τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν, εἶναι βοηθοὶ τῶν δημάρχων· ἀλλὰ μήπως οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι δὲν εἶναι βοηθοὶ τοῦ δημάρχου καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωρίσητε οὐδ’ αὐτοὺς ὡς μέλη τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς; Ἂν ὁ νόμος δὲν ἐμνημόνευσε τῶν εἰδικῶν παρέδρων ἐν τῇ § ά. τοῦ ἄρθρ. 39, ἀλλὰ μόνον τῶν δημαρχικῶν παρέδρων, δὲν ἐμνημόνευσεν αὐτῶν ἐκεῖ, δι’ ὃν λόγον εἶπεν ὁ κ. Ζηνόπουλος, διότι δὲν ἐπίστευεν ὅτι ὁ δῆμος θέλει ἀποτελεῖσθαι ἐκ χωρίων πλειοτέρων τοῦ ἑνός. Ἐμνημόνευσεν ὅμως τῶν εἰδικῶν παρέδρων ἐν τῇ § βʹ. τοῦ ἄρθρ. 37, ἐν ᾗ ἐπρόκειτο περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ δῆμος ἤθελε συγκροτηθῆ ἐκ χωρίων πλειόνων τοῦ ἑνός. Οὐδεμία δύναται νὰ προταθῇ ἀμφιβολία· εἶναι δ’ ἄπορον πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρώτην φορὰν ἴσως σήμερον ἀπὸ τοῦ 1834, ἠδυνήθη νὰ θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν ὅτι οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι εἶναι μέλη τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς. Ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην, διότι καί τις εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Μεσολογγίῳ πλημμελειοδικῶν ἐπρότεινεν ἄλλοτε αὐτὴν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔλυσε τὴν ἀπορίαν τοῦ προβαλόντος αὐτὴν εἰσαγγελέως τῶν ἐν Μεσολογγίῳ πλημμελειοδικῶν δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει δεδημοσιευμένον, καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπαντᾷ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Μεσολογγίῳ πλημμελειοδικῶν, ὅτι οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι εἶναι μέλη τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς). Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πολλαχοῦ εἰδικοὶ πάρεδροι, καὶ ἤλεγξεν ἡμᾶς πῶς ἀνεχόμεθα νὰ μὴ ὑπάρχωσι δημοτικοὶ πάρεδροι ἐν τοῖς χωρίοις, καὶ δὲν συμπράττομεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως εὕρῃ τρόπον ὥστε καὶ ἐν τοῖς χωρίοις ἐκλέγωνται εἰδικοὶ πάρεδροι. Καὶ εὗρεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι σφάλλει τὸ σύστημα τῆς ψηφοφορίας, καὶ ὅτι ἕνεκα αὐτοῦ δὲν κατορθοῦται νὰ ἐκλέγωνται ἐν τοῖς χωρίοις εἰδικοὶ πάρεδροι. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο ἔσφαλε τὸ ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἐκλέγονται νῦν πολλαχοῦ εἰδικοὶ πάρεδροι, διότι οὐδεὶς ζητεῖ τὴν θέσιν ταύτην, οὐδεὶς συναινεῖ νὰ ἐκλεχθῇ, διότι οὐδεὶς ἔχει συμφέρον νὰ λάβῃ τὴν θέσιν ταύτην. Διὰ τὴν θέσιν τοῦ δημαρχικοῦ παρέδρου ὑπάρχει συμφέρον καὶ ζητοῦνται ψῆφοι, διότι ὁ δημαρχικὸς πάρεδρος ἀναπληροῖ τὸν δήμαρχον ὁσάκις κωλύεται· ἑπομένως ὑπάρχουν οἱ ποθοῦντες νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ ἔργα τοῦ δημάρχου, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἐφ’ ὅσον ὁ δήμαρχος ἤθελε κωλύεσθαι. Οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι εἰσὶ βοηθοὶ τοῦ δημάρχου, καὶ εἰς αὐτοὺς ὡς τοιούτους ἀνατίθενται ἐνίοτε, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ εἰδικὸς ἀστυνόμος, τὰ τῆς ἀστυνομίας. Οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι, ὡς βοηθοὶ τοῦ δημάρχου, καλοῦνται καὶ μετέχουσι τῶν ἀνακριτικῶν πράξεων, ὡς ἐπὶ ἐρευνῶν κατ’ οἶκον, ἐπὶ κατασχέσεων, καὶ λαμβάνουσι μάλιστα διὰ τοῦτο καί τινα ἀποζημίωσιν, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς ποινικῆς διατιμήσεως. Ἀλλ’ οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσιν· μόνον ἵνα τοιχοκολλῶσιν εἰς τὰς θύρας τῶν Ἐκκλησιῶν τὰς διακηρύξεις τοῦ δημάρχου, ἢ νὰ δίδωσι καταλύματα εἰς τὰ διαβαίνοντα στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία εἶναι βάρος ἐπαχθὲς καὶ ἴσως θὰ ἀνεδέχοντο καὶ αὐτὸ, ἐὰν δὲν ἔτρεχον τὸν κίνδυνον κατὰ τὴν διανομὴν τῶν καταλυμάτων νὰ δεχθῶσι παρὰ τῶν μὴ εὐχαριστουμένων στρατιωτῶν καί τινα ῥαπίσματα. Διὰ τοῦτο δὲν σφάλλει ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς, οὐδ’ ἕνεκα τούτου δὲν κατορθοῦται ἡ ἐκλογὴ εἰδικῶν παρέδρων, ἀλλ’ αἰτία εἶναι τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Ἑπομένως ὡς δὲν ἐκλέγονται εἰδικοὶ πάρεδροι διὰ σφαιριδίων, δὲν θέλουσιν εὑρεθῆ ἵνα ἐκλεχθῶσι τοιοῦτοι οὐδὲ διὰ ψηφοδελτίων. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην σύγχυσιν περιέπεσεν ὁ κ. πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἡ τελευταία εἶναι σύγχυσις περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἱστορικῶν συμβεβηκότων. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὡς ὅλα ὅσα ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπέδωκε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, αἰτιωμένη τὰς Κυβερνήσεως, ἀπεδείχθησαν φροῦδα, οὕτω φροῦδα καὶ ἀβάσιμα εἰσὶ καὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθησάν τινες τῶν ἀγορευσάντων, οἵτινες ἐθεώρησαν τὸ συζητούμενον μέτρον ὡς ὑπαγορευθὲν ἀπὸ πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἱστορίαν ἀνεφύλλισεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ἐπικαλεῖται τὴν γνώμην αὐτῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεδείχθησαν φροῦδα ἐκεῖνα, ἐφ’ οἷς ἡ ἀντιπολίτευσις ᾐτιάθη τοῦ ὑπουργείου Ἐπικαλεῖται τὴν ἱστορίαν τῶν ψηφοφοριῶν τῆς Βουλῆς; Νομίζει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἂν ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ἂν ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν γνώμην τῶν πλειόνων, ὅτι τοῦτο ἀπέδειξεν, ὅτι ἦσαν φροῦδα τὰ ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως λεχθέντα; Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ τυπικὴ, ἡ νομικὴ ἐπικύρωσις τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργείου, οὐδόλως ὅμως ἀποδεικνύει ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ παρίσταται ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν ἢ ὑπὲρ τῶν νόμων, καθ’ ἣν ὥραν ἐλέγχεται ὡς παραβαίνων τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς νόμους. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνεκαλεῖτο ὡς προτείνων καὶ ὑποστηρίζων νομοσχέδιον, ἐν ᾧ περιέλαβε διάταξιν ἐναντίαν τοῦ Συντάγματος, καὶ αὐτὸς ἀνέλαβε νὰ ἐγκαλέσῃ ἡμᾶς ὡς παραβαίνοντας τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου του. Ἐπειδὴ ἐν τισι χωρίοις δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ πάρεδροι, τὰ δὲ ἔργα αὐτῶν ἀνέθηκαν οἱ Δήμαρχοι εἰς ἰδιώτας, ὁ πρωθυπουργὸς, κρίνων τοῦτο ἀντισυνταγματικὸν, κατήγγειλεν ἡμᾶς ὡς παραβαίνοντας τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν στέργομεν τὴν ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου του, δι’ ἧς προσεδόκα νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐκλογὴν εἰδικῶν παρέδρων ἐν πᾶσι τοῖς χωρίοις. Δὲν σᾶς φαίνεται ἡ στροφὴ αὕτη τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εὐφυὴς μὲν, ἀλλὰ θεατρική; Κατὰ τὸ Σύνταγμα αἱ ἐκλογαὶ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν πρέπει νὰ γίνωνται διὰ σφαιριδίων, οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι εἶναι μέλη τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ πρωθυπουργὸς προτείνει ἵνα ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν γίγνηται οὐχὶ διὰ σφαιριδίων, ἀλλὰ διὰ ψηφοδελτίων· ἡμεῖς προβάλλομεν ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς ψηφοφορίας ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι λοιπὸν θεατρικὸν ὁ πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ἀπαντᾷ ὅτι ἡ κατὰ τῆς προτάσεώς του ταύτης ἀντίστασις ἡμῶν ἀθετεῖ τὸ Σύνταγμα;
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§135ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πολλοὶ τὸν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἀνεχώρησαν, διότι δὲν ἐπίστευον, ὅτι κατὰ τὴν 9ην ὥραν θὰ συνεδρίαζεν ἡ Βουλή.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6, 7 καὶ 8).
§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἓν λάθος εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, πρέπει νὰ τεθῇ «ἐντὸς δεκαμήνου προθεσμίας» καὶ ὄχι ἑξαμήνου.
§139ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα. — Ἀνάγκη προσέτι νὰ προστεθῇ ἄρθρον, ὅτι «ἡ διάταξις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἐπεκτείνεται εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας». Νὰ γείνῃ ἡ διάταξις αὕτη ἄρθρον 8.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ προτεινόμενον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1876 καθυστερούντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 ὑπάρχει μία τροπολογία τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου.
§142ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ τὰ χρέη τοῦ 1877, διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι, καθόσον μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν διὰ νομοθετήματος ἐκανονίσθησαν κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ περὶ διαθέσεως τῶν δημοσίων προσόδων.
§143ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐμελέτησα αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν αὔριον, ἵνα μελετηθῇ ἡ τροπολογία.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.