Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Θ · Session Β› Sitting 83

1883.03.19

2,743 rows · 19,585 words · 1 table · 119 turns

Date
1883.03.19
Presidency
Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΟΥ
Period
Θ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1883)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 83

Τῆς 19 Μαρτίου 1883

(Σάββατον)

(Ὥρα 4 Μ. Μ.)

(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Π. Ν. Ῥόκκος ἐξαιτεῖται ἵνα χορηγηθῶσιν αἱ ἀπαιτούμεναι δαπάναι πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ἀνακαλυφθέντων σπουδαίων συγγραμμάτων τοῦ Μεγάλου Φωτίου.—Κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Κυάτου παραπονοῦνται ὅτι ἡ ἀπὸ Ἄσου μέχρι Κυάτου ὁδὸς κατασκευάζεται πολὺ ἀτέχνως καὶ κακῶς, καὶ συνεπῶς τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου ἐξοδεύεται εἰς μάτην· ἐξαιτοῦνται δὲ ἁρμοδίως τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου.

§2Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς προαναγνωσθείσης τοῦ κυρίου Ῥόκκου φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν. Ἀνέγνωσα τὴν ἀναφορὰν ἐπισταμένως καὶ παρετήρησα ὅτι περιέχει ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ῥιφθῇ αὕτη εἰς τὸ Ἀρχεῖον, οὔτε νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, διότι Ἐπιτροπὴ δὲν ὑφίσταται, καὶ ἂν ὑφίσταται δὲν ἐργάζεται, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ἡ ἀναφορὰ μένῃ χωρὶς νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψει ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον, θέλει ἀμεληθῆ. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀναφερόμενος ἀνεκάλυψε τὸν πολύτιμον κώδικα, περὶ οὗ ἐν τῇ ἀναφορᾷ λέγεται, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ πεπαιδευμένου τούτου ἀνδρὸς ὑπάρχει εἷς τῶν θησαυρῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος, καὶ πολὺ περισσότερον ἡ Βουλὴ, ἔχει τὸ συμφέρον νὰ τοὺς καταδείξῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον. Οἱ θησαυροὶ τοῦ περικλεοῦς Φωτίου εἶναι τοιοῦτοι, περὶ τῶν ὁποίων κρίνω ὅλως περιττὸν νὰ διαλάβω, διότι φρονῶ, ὅτι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶναι ἐν γνώσει τίνος ἀξίας εἶναι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπινεύσῃ, ὥστε ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κύριον Ὑπουργόν, οὗτος δὲ νὰ μελετήσῃ αὐτὴν καὶ ἀμέσως νὰ παράσχῃ εἰς τὸν κύριον Ῥόκκον τὰ ὀλίγα μέσα, περὶ ὧν ἐνδιαλαμβάνει ἡ ἀναφορά, διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ φῶς οἱ θησαυροὶ τοῦ περικλεοῦς Φωτίου, δι’ ὃν τὸ ἔθνος σεμνύνεται.

§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§5Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετεβλήθη, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἡμερησία διάταξις;

§6ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. Χθὲς ἡ Βουλὴ τὸ ἀπεφάσισεν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν δέκα χιλιάδων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1882).

§7ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μᾶς λέγουν τί χρειάζονται, διότι πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐξωδεύθησαν 40,000 δραχμαὶ δι’ ἐπισκευὴν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἀντὶ νὰ γείνῃ τοῦτο, ἔγεινε μόνον διασκευὴ δωματίων.

§8ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῦ;

§9ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔγεινε τίποτε.

§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγεινε τοῦτο.

§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. 40,000 δραχμαὶ ὑπελογίσθησαν καὶ ἐξωδεύθησαν δι’ ἐπισκευὴν δύω δωματίων.

§13ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζει ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἀνάγκην νὰ σχηματίσῃ τὸ Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς μέχρι τοῦδε Ὑπουργὸς ἔκαμεν· ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ πρὸς ὠφέλειαν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ δι’ ἰδίαν ὠφέλειαν.

§14ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς ὅτι τὸ ἔκαμε πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν.

§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη· ὅτι ἂν ἐδαπανήθησαν ὀλίγαι χιλιάδες δραχμῶν, ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐπισκευὴν δωματίων· αἱ δὲ πιστώσεις πρὸς κατασκευὴν οἰκοδομῶν δὲν δύνανται παρὰ νὰ δαπανηθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν εἶναι ἐγγεγραμμέναι. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμία ἐγένετο δαπάνη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ Νομοσχέδια 1) περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 18,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1883· 2) περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 26,377 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1883· 3) περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,500 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1882· 4) περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως. Εἰς τρίτην δὲ συζήτησιν γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1883).

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἴνων. Ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§17ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κύριος Κοντογούρης.

§19Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο μὲ ἐπανέφερεν ἐνταῦθα. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ, διὰ πλειοψηφίας 44 ψήφων, ἀπεδέχθη τὸ σύνολον τοῦ οἰκονομολογικοῦ συμπλέγματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνέκρινε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, οὐ μόνον ἄνευ τῆς ἐλαχίστης οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ προσθηκῶν νέων δαπανῶν. Ἐπείσθην ἀμέσως τότε, ὅτι ὡς ἀναγκαία συνέπεια τῆς ψήφου ἐκείνης παρηκολούθει ἡ παραδοχὴ καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων μετὰ τῶν φορολογικῶν μέτρων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται. Ἐπείσθην ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐν αἷς διετέλει περιστάσεσιν, ἄνευ διευθύνσεως, ἄνευ συνοχῆς, καὶ συνεπῶς ἄνευ εὐθύνης, δὲν ἠδύνατο, μὲ ὅλην τὴν ἀγαθὴν αὐτῆς προαίρεσιν, καὶ τὴν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου μέριμναν αὐτῆς, νὰ διαπράξῃ γενναῖόν τι καὶ ἀποφασιστικὸν, καὶ ἀπεφάσισα, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ παρίσταμαι ψευδομάρτυς τῶν ἐνταῦθα τελουμένων, νὰ ἀπέλθω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἀλλ’ οἱ συμπολῖταί μου, φρονοῦντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπὶ τέλους κατανοήσει ὅτι ἡ εὐθύνη, ἣν προβάλλει ὅτι μετὰ θάῤῥους ἀνέλαβε, δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν μεγάλων αὐτῶν συμφερόντων, ὅτι οὗτοι ἐνδιαφέρονται ὄχι τόσον περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ὅσον περὶ ἑαυτῶν, καὶ ἀξιοῦσι νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τῆς χώρας, καὶ ἡ πρὸς φορολογίαν ἱκανότης τῶν φορολογουμένων, ἀπελπισθέντες δ’ ἐπ’ ἐσχάτων, καὶ θεωροῦντες ὅτι πρὸ πάντων τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τῆς φορολογίας τῶν οἴνων θέλει ἔχει, ἂν ἐπιψηφισθῇ, σοβαρὰς καὶ ἀνυπολογίστους συνεπείας, μοὶ ἐπέβαλον νὰ ἐπανέλθω, ἵνα καὶ πάλιν διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐν ὀνόματι αὐτῶν, καὶ ἐπιστήσω διὰ τελευταίαν ταύτην φορὰν τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων. Ἀλλ’ ἔχω κυρίως τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν νὰ ἐρωτήσω καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον κ. Τρικούπην πῶς συμβιβάζει τὰς δύω ἀντιθέτους αὐτοῦ γνώμας ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν οἴνων. — Σήμερον ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, ὅτι εἶναι φόρος μὴ παρενοχλῶν τὴν παραγωγὴν, ὅτι εἶναι φόρος μὴ πιέζων τοὺς πολίτας. Ἀλλὰ πρὸ δύω ἐτῶν ὑπεστήριξε τὰ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα. — Τὸ θέμα εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε δὲν εἶναι ἀδιάφορος οὔτε εἰς ἡμᾶς οὔτε εἰς τὸ Ἔθνος ἡ γνώμη, ἣν ἔχει περὶ τούτου ὁ κυβερνήτης τῆς Χώρας. — Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκούσητε καὶ πάλιν τί ἐφρόνει ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, δι’ οὗ ἐζήτει νὰ ἐπιβάλῃ φόρον μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ ἑκάστης βαρέλας. Ἀντικρούων τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ Νομοσχέδιον περὶ οἴνων, τὸ ὁποῖον σήμερον διενεμήθη, καὶ ἐκ τούτου γινώσκομεν, ὅτι προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις πρόσοδον 1 ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τῷ Κράτει δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδὲ κατὰ τὸ δεκατημόριον· ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ δεκατημορίου ἡ πραγματοποίησις θέλει γείνει διὰ τῆς ἐσχάτης πιέσεως τῶν πολιτῶν, διὰ πιέσεως τοιαύτης, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι συνδέεται καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου εἶναι τοσοῦτον κοινὴ, ἡ πώλησις τοῦ οἴνου λιανικῶς παρὰ τῶν παραγωγῶν εἶναι τοσοῦτον διαδεδομένη ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, ὥστε πᾶς σχεδὸν παραγωγὸς θὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ Νόμου τούτου ὡς διατηρῶν καπηλεῖον, καὶ θὰ φορολογῆται ὡς οἰνοπώλης· θέλει δὲ ὑποβληθῆ εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῶν οἰνοπωλῶν. Τοιοῦτον Νομοσχέδιον βεβαίως δὲν θέλει ψηφισθῇ, καὶ ἰδοὺ ἐκλείπει καὶ τὸ τρίτον ἑκατομμύριον τοῦ Ὑπουργείου.» Λαβὼν, κύριοι βουλευταὶ, τὸν λόγον μετὰ τόσους διαπρεπεῖς καὶ ἐμβριθεῖς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορας, οἵτινες ἀνέλυσαν τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας, φρονῶ, ὅτι ἤθελον ἀδικήσει ὑμᾶς, ἂν ἐπανελάμβανον τὰ αὐτά. Πάντες οὗτοι ἔπεισαν, φρονῶ, τοὺς θέλοντας νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ φόρος καταναλώσεως. Οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως εἶναι, ὡς ἠκούσατε, προαιρετικοὶ, καὶ διὰ νὰ ἦναι τοιοῦτοι, πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης, διότι ὁ πολίτης δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τ’ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀφοῦ ταῦτα ἀποβλέπουσι τὴν συντήρησιν τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας τοῦ σώματος. Φόρος τοιοῦτος ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης μετατρέπεται ἀπὸ προαιρετικοῦ εἰς καταναγκαστικὸν, καὶ ἑπομένως ἀποβάλλει τὴν ἰδιότητα τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Βλέπετε ὅθεν, ὅτι τὸ ζήτημα κατέστη ζήτημα πραγματικόν. Ὁ οἶνος ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, ἢ εἶναι ἀντικείμενον ἀπολαυστικῆς πολυτελείας; οὐδεὶς, φρονῶ, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, τῇ κατ’ ἐξοχὴν ἐργατικῇ καὶ γεωργικῇ, ὁ οἶνος δὲν εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης. Ἂν ταῦτα οὕτως ἔχωσι, τί πράττει τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον; Δι’ αὐτοῦ κηρύσσεται πόλεμος τριπλοῦς, πόλεμος κατὰ τῆς παραγωγῆς, πόλεμος κατὰ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων καὶ κωμοπόλεων, πόλεμος κατὰ τῆς Πελοποννήσου ἰδίως. Ὅτι κηρύσσεται πόλεμος κατὰ τῆς παραγωγῆς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ ὑπομνήσω καὶ πάλιν. Σᾶς τὸ ἀπέδειξαν πάντες οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὑπεστήριξεν ἄλλοτε ὁ κ. Τρικούπης, σᾶς τὸ ἀπέδειξα καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅτι κηρύσσεται πόλεμος κατὰ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων καὶ κωμοπόλεων, εἶναι αὐταπόδεικτον, προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς διασκευῆς τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τίς κατοικεῖ τὰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις; ὁ ἐργατικὸς καὶ βιομήχανος λαός. Τὸ ἀπέδειξε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὑπομνήματος αὐτοῦ εἷς σεβαστὸς καὶ ἔγκριτος συμπολίτης μου, εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ προσφύγω, μὴ δυνάμενος κάλλιον αὐτοῦ νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τούτου. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπήν τινα τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐν Ἑλλάδι ὅμως ἄλλως ἔχουσι τὰ πράγματα, διότι ἡ μὲν ἀμπελουργία εἶναι γενικὴ, ἡ δὲ οἰνοποιία ἁπλῆ καὶ ἀτελῶς ἐνεργουμένη παρὰ τῶν ἰδίων ἀμπελοκτημόνων. Πλὴν δὲ ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, παράγοντες τὸν πρὸς ἰδίαν αὑτῶν χρῆσιν οἶνον καὶ πρὸς καλλιέργειαν τῶν λοιπῶν κτημάτων αὐτῶν, μικρὰς ἀνάγκας ἔχουσι νὰ προμηθεύωνται τοῦτον λιανικῶς ἀπὸ μεταπράτας οἰνοπώλας. Μόνον οἱ ἀκτήμονες, οἱ ὑπάλληλοι καὶ αἱ διάφοροι ἐργατικαὶ καὶ ἀπορώτεραι τάξεις εἰσὶν οἱ κυρίως καταναλωταὶ τῶν πωλουμένων λιανικῶς οἴνων πρὸς χρῆσίν των. Οἰνοπῶλαι δέ εἰσιν εἰς τὸ γενικὸν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις αὐτοὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες κύριον ἔργον ἔχουσι τὴν ἀμπελουργίαν καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς προϊόν μοναδικὸν πόρον συντηρήσεως. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ἑλληνικοὶ οἶνοι ἀτελῶς καὶ διὰ ῥητίνης κατασκευάζονται, οὔτε μεταφέρονται, οὔτε ζήτησις αὐτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπάρχει· ἡ κατανάλωσις αὐτῶν περιορίζεται ἐπιτοπίως ἐν ἑκάστῃ πόλει καὶ χωρίῳ, ἡ δὲ τιμὴ κανονίζεται, οὐχὶ ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως ἐν τῷ ἰδίῳ τόπῳ τῆς παραγωγῆς, ἐξαρτωμένης καὶ ταύτης ἀπὸ τὴν πλουσίαν ἢ ἐλλιπῆ ἐτησίαν συγκομιδήν, καὶ προσέτι ἐκ τῆς ποιότητος τῶν οἴνων ἑκάστου τόπου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, κύριοι, οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων ὑποβάλλονται καὶ εἰς ἄλλα μεγάλα βάρη. Οὗτοι ἐπιβαρύνονται· 1) μὲ τοὺς φόρους τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ξένων προϊόντων, διότι οὗτοι εἰσὶν οἱ κυρίως καταναλωταὶ αὐτῶν· 2) μὲ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν· 3) τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων· 4) τὴν προσθήκην τοῦ 12% ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νέας δραχμῆς· 5) τὴν ὑπερτίμησιν ἁπάντων τῶν πρὸς συντήρησιν, διατροφὴν, ἐνδυμασίαν καὶ τὴν εὐζωΐαν αὐτῶν χρησίμων. Θέλετε λοιπὸν νὰ τοὺς ἐξοντώσητε; Ἀλλὰ μήπως δὲν θὰ ἦναι οἱ αὐτοὶ καὶ καταναλωταὶ τοῦ σιγαροχάρτου σας, τοῦ καπνοῦ, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν; Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι κυρύσσεται καὶ κατὰ τῆς Πελοποννήσου ἰδίως πόλεμος. Καὶ τῷ ὄντι, οἱ κάτοικοι αὐτῆς πλειότερον τῶν κατοίκων τῶν ἄλλων μερῶν τοῦ Βασιλείου ὑφίστανται τὰ μεγαλείτερα καὶ πλειότερα βάρη. Ἐρωτήσατε ὅμως νὰ μάθητε τίνες εἰσὶν οὗτοι, καὶ τίς ἡ κατάστασις αὐτῶν; Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, πάντες οὗτοι δουλεύουσιν εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς τοκογλύφους. Δὲν εἶναι κυρίως οἱ ἰδιοκτῆται. Εἰσὶ μᾶλλον οἱ ἐπιστάται τῶν ἰδίων δανειστῶν. Ἂν θελήσητε νὰ τοὺς στενοχωρήσητε ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη, τετέλεσται. Ἰδίως οἱ ἀμπελοκτήμονες θὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἀμπέλους των, αἵτινες θὰ ἐκποιηθῶσιν εἰς εὐτελεστάτας τιμὰς, καὶ θὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν ἀπλήστων δανειστῶν. Ἀλλὰ τότε δὲν κατεστήσατε αὐτοὺς ἀμέσως εἵλωτας; Καὶ μὴν ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἀμπελοκτήμονες εὐτυχοῦσιν, ὅτι ἔχουσιν ἀρκετὰ εἰσοδήματα ἀπὸ τὰς ἀμπέλους αὐτῶν. Μόλις τὰς συντηροῦν, διότι τὰ ἔξοδα εἶναι τοιαῦτα, ὡς ἄλλοτε ἐν λεπτομερείᾳ σᾶς ἐξέθηκαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὥστε τὰ ἔσοδα οὔτε καλύπτουν πολλάκις αὐτά. Ὁ ἀμπελοκτήμων, κύριοι βουλευταί, πρὸ καιροῦ σκέπτεται νὰ ἐκποιήσῃ τὴν ἄμπελον αὐτοῦ. Ἂν δὲν τὸ κάμνῃ, ἂν τὴν διατηρῇ εἰσέτι, τό πράττει, τοῦτο μὲν ἐξ ἐμφύτου αἰσθήματος τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦτο δὲ διότι πάντοτε εὐελπίζεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας θέλει μίαν ἡμέραν σκεφθῆ καὶ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτοῦ, εἴτε διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, εἴτε διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς οἰνοποιΐας καὶ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς, εἴτε διὰ συστάσεως γεωργικῶν Τραπεζῶν, ὅπως ὁ τόκος κατασταθῇ εὐθηνότερος, εἴτε ἄλλως. Ἐκτὸς ὅμως τῶν ἀνωτέρω, ἡ διασκευὴ τοῦ Νομοσχεδίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε αὐτὴ καὶ μόνη ἐπιβάλλει ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτό. Δι’ αὐτῆς δημιουργεῖται βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπαχθεστάτη, δι’ αὐτῆς δημιουργεῖται παρενόχλησις καταπιεστικὴ καὶ ἀδιάλειπτος τοῦ πολίτου, ἐπιτρέπεται τὸ ἄνοιγμα τῶν ἀποθηκῶν καὶ τῶν οἴκων ἀκόμη τῶν πολιτῶν διὰ τῆς βίας, νομιμοποιεῖται ἡ κατασκοπεία, καὶ βραβεύεται ἀφειδῶς· ἐπιβάλλονται ποιναὶ μέχρι τοῦ πενταπλασιασμοῦ τοῦ φόρου ὑπὸ τοῦ τυχόντος Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἀνοίγεται ἡ θύρα εἰς πολλὰς καὶ ποικίλας καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων. Ἐκτὸς τούτων ὅλων, καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἰδίως, θέλετε φορολογήσει πάντας ἐκείνους, ὅσοι, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ φόρου, ἠγόρασαν κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον εἰς τιμὰς ὑψηλάς. Καὶ δὲν εἶναι λοιπὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ Νομοσχέδιόν σας δημευτικὸν περιουσίας; Τί ζητεῖτε λοιπὸν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου; Νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου σας ζητεῖτε, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ φορολογήσητε τὸ κεφάλαιον· ζητεῖτε νὰ φορολογήσητε τὴν παραγωγήν· ζητεῖτε νὰ ἐξοντώσητε τὴν τάξιν τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ νὰ ἐξαναγκάσητε αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἀμπέλους των καὶ νὰ παραδώσητε αὐτοὺς εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς τοκογλύφους, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων δεσμεύεται πᾶσα σχεδὸν ἡ ἀγροτικὴ κτῆσις ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ συγχρόνως ζητεῖτε διὰ τοῦ ἐπαχθοῦς καὶ καταθλιπτικοῦ τούτου φόρου ν’ ἀφαιρέσητε τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, ζητεῖτε τὸν ἄρτον αὐτοῦ, διότι ἐν Ἑλλάδι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος ἀποτελοῦσι τὴν κυρίαν, τί λέγω; τὴν μοναδικὴν τροφὴν τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἄλλοτε τόσα ἐδεικνύετε τρυφερὰ αἰσθήματα, καὶ σήμερον, ἀσφαλῶς καταλαβόντες τὴν Ἐξουσίαν, καταλαμβάνεσθε ὑπὸ νευρικῆς παθήσεως καὶ μόνον εἰς τὸ ἄκουσμα αὐτοῦ. Καὶ τί σᾶς ἔκαμεν ὁ πτωχὸς αὐτὸς, ὁ εὐάγωγος καὶ εὐπειθὴς Ἑλληνικὸς λαὸς, ἵνα τόσον σκληρὰ τὸν μεταχειρίζεσθε; Γνωρίζομεν τί ἀπαντᾶτε: Εἶσθε πατριῶται, εἶσθε μάρτυρες, καὶ ἀπεφασίσατε διὰ πάσης θυσίας, καὶ εἰς τὸ πεῖσμα αὐτοῦ, τυφλώττοντος καὶ ἀγνοοῦντος τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ συμφέρον, νὰ τὸν σώσητε. Ἀλλὰ, χωρὶς νὰ σᾶς ἀρνηθῶμεν, διότι ἐσυνειθίσαμεν πάντοτε νὰ σεβώμεθα τὰς γνώμας σας, τὰς ἰδέας σας, χωρίς, λέγω, νὰ σᾶς ἀρνηθῶμεν τὸν πατριωτισμόν σας καὶ τὰς ὑπὲρ τοῦ Τόπου ἀγαθὰς προαιρέσεις σας, διεκδικοῦμεν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τὰ ἴσα, διότι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐκ τοῦ τόπου τούτου, καὶ ἡμεῖς πονοῦμεν δι’ αὐτὸν, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν νοῦν καὶ καρδίαν, καὶ δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ φρονῆτε, ὅτι εἴμεθα ἄστοργοι, ἀναίσθητοι, καὶ ἀνάλγητοι, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ γενικοῦ καλοῦ (εὖγε). Τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ μεγάλα ἔργα δὲν ἐπιτυγχάνονται διὰ φόρων, καὶ μόνον διὰ φόρων. Ἡ μέθοδος εἶναι ἐμπειρικὴ, καὶ πᾶς τις δύναται ἀκόπως νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτήν. Τὰ ἰσοζύγια, τὰ μεγάλα ἔργα κατορθοῦνται διὰ πατρικῆς καὶ σώφρονος διοικήσεως, διὰ φειδοῦς τοῦ δημοσίου πλούτου, διὰ τῶν οἰκονομιῶν, διὰ τῆς περικοπῆς τῶν περιττῶν καὶ ἀγόνων δαπανῶν, διὰ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου, πρὸς προαγωγὴν καὶ ἐπαύξησιν τῆς παραγωγικότητος τῆς χώρας, καὶ τέλος διὰ φορολογίας ἀναλόγου, δικαίας, καὶ μὴ παρενοχλούσης τὰς παραγωγικὰς τοῦ Τόπου δυνάμεις. Εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθητε, κύριοι Ὑπουργοί. Ἀναλογισθῆτε, ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶσθε χρήσιμοι εἰς τὸν Τόπον, καὶ μὴν ἐξαντλῆτε τὰς δυνάμεις σας. Λέγω μάλιστα καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαντλῆσθε τοιουτοτρόπῳ, διότι εἶσθε δημόσιοι ἄνδρες, καὶ ὁ Τόπος δικαιοῦται ν’ ἀπαιτῇ παρ’ ὑμῶν νὰ φείδησθε καὶ αὐτῆς τῆς δημοτικότητός σας. Θέλετε νὰ δείξητε ὅτι εἶσθε, ὡς καυχᾶσθε, γενναῖοι; Ἀποσύρατε τὸ ἐλεεινὸν τοῦτο Νομοσχέδιον, καὶ ὁ Τόπος θέλει σᾶς τὸ ἀναγνωρίσει (εὖγε ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§20Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μετὰ τοὺς εὐγλώττους καὶ ἀπὸ καρδίας πατριωτικῆς ἐξελθόντας λόγους τοῦ προλαλήσαντος ὀλίγα ἔχω νὰ προσθέσω ἵνα δικαιολογήσω τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ φέρω ψῆφον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Κύριοι, μετὰ λύπης καὶ δέους βλέπω τὴν Κυβέρνησιν ἀσπασθεῖσαν σύστημα πολυτελοῦς διοικήσεως καὶ χάριν τοῦ συστήματος τούτου ἐπιβάλλουσαν εἰς τὸν Τόπον βάρη δυσβάστακτα, βάρη προορισμὸν ἔχοντα νὰ ὁδηγήσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν ἀναρχίαν διὰ τῆς πενίας. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα πολλάκις ἤδη ἐλέχθησαν ὡς πρὸς τοὺς φόρους τοὺς ἤδη ἐπιβληθέντας· ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸν προκείμενον φόρον, ὅστις πρόκειται νὰ πνίξῃ τὰ συμφέροντα μεγάλης παραγωγικῆς τοῦ Τόπου τάξεως. Κύριοι, καταργοῦμεν σύστημα φορολογίας στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δυνατῆς παρ’ ἀνθρώποις δικαιοσύνης, σύστημα διανεμητικὸν, χάριν τοῦ ὁποίου ἐδαπάνησεν οὐκ ὀλίγα τὸ ἔθνος, σύστημα τὸ ὁποῖον πρὸ καιροῦ ἤδη λειτουργεῖ οὐχὶ ἀνεπιτυχῶς, τὸ ὁποῖον ἀναπτυσσόμενον καὶ βελτιούμενον δύναται νὰ παραγάγῃ καὶ νέα μέσα εἰς τὸ Δημόσιον ἀνάλογα πρὸς τὰς καλῶς ἐννοουμένας ἀνάγκας τοῦ Τόπου, καὶ ἀντικαθιστῶμεν αὐτὸ διὰ συστήματος κερδοσκοπικοῦ, τὸ ὁποῖον ὡς τσιοῦτον δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐπιτυχῶς ἔνθα ὑπάρχουσι μεγάλα κέντρα πληθυσμοῦ καὶ ὁ καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας. Ἐν Ἑλλάδι δὲ ὅπου δὲν συντρέχουσι τὰ δύω ταῦτα περιστατικὰ, κέντρον πληθυσμοῦ καὶ ὁ καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας, ζημιῶν πρόξενον θὰ ἦναι, ἡ δὲ μόνη ἀρετὴ αὐτοῦ ἔσεται ἡ κατάθλιψις τῶν φορολουμένων. Ἔρχομαι εἰς παραδείγματα ἵνα ἀποδείξω τὸ ἐπιζήμιον τοῦ συστήματος τούτου εἰς τὸν Τόπον. Δὲν λανθάνει ἡμᾶς ὅτι ἐν Ἑλλάδι καὶ ἰδίως ἐν Πελοποννήσῳ, ὅθεν βεβαίως ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἀντλήσῃ διὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ μέσα, ὅπως ἱκανοποιήσῃ δῆθεν τὴν ὁποίαν προτίθεται νὰ φέρῃ βελτίωσιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διὰ τοῦ ἰσοζυγίου, ὑπάρχει μέγας κατακερματισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ δὲ κατακειματισμὸς οὗτος τῆς ἰδιοκτησίας ἄγει εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν Αἰγιαλείαν, τῆς ὁποίας ἅπαντες σχεδὸν οἱ κάτοικοι εἶναι ἰδιοκτῆται, ἔχοντες οἱ πλεῖστοι οὐ μόνον ἀγροὺς ἀλλὰ καὶ ἀμπέλους. Ἀλλὰ τί νομίζετε, ὅτι παράγει ἕκαστος ἐκ τῆς ὁποίας ἔχει ἀμπέλου; 4, 5, 6 τὸ πολὺ 10 βαρέλας οἴνου· διὰ τοῦ οἴνου δ’ αὐτοῦ ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς καλλιεργείας τῶ κτημάτων του καὶ τῆς συντηρήσεώς του, καὶ πολλάκις ἀπομένει ποσὸν 2, 3, 4 βαρελῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκποιήσῃ, καὶ θὰ ἐκποιήσῃ τότε, ὅταν ἱκανοποιήσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς καλλιεργείας του, καὶ ἱκανοποιεῖ αὐτὰς συνήθως εἴτε περὶ τὰς ἀπόκρεω εἴτε περὶ τὸ Πάσχα, ὅτε τελειώνει ἡ ἐργασία τοῦ σκαψίματος καὶ τοῦ σκάλους τῶν κτημάτων. Ἄρχεται ἡ καλλιέργεια, βλέπει τί ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς, καὶ πείθεται ὅτι δύναται νὰ διαθέσῃ ἓν ποσὸν τοῦ οἴνου του καὶ πωλήσῃ αὐτὸ ἵνα πορισθῇ χρηματικόν τι ποσόν. Τὸν ἰδιοκτήτην αὐτὸν ὑποβάλλομεν εἰς φόρον, τὸν ὁποῖον δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ πληρώσῃ χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς καταπιεστικὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ τὰς δρακοντείους ποινὰς τὰς δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένας. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας τιμωρεῖται, ἐὰν δὲν ἤθελε δηλώσει ὁποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ πωλήσῃ ἢ ἤθελεν ἀπατηθῆ περὶ τὴν δήλωσίν του. Ὑποθέσατε, κύριοι, χωρικὸν ἐκ τοῦ χωρίου Ἀρφαρὰ τοῦ Δήμου Αἰγείρας, ἀπέχοντος τοῦ Αἰγίου 10 ὥρας· αὐτὸς ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν δήλωσίν του εἰς τὸν Δήμαρχον ἢ τὸν Εἰρηνοδίκην ἢ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον διαμένοντα εἰς Αἴγιον, καὶ ὅπου κάμει αὐτὴν θὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ ἐκεῖ δικαστικὸν κλητῆρα, διότι διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος θὰ γείνῃ ἡ δήλωσις. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἔξω Δήμους ὑπάρχει συνήθως φανατικὸς κομματισμὸς, καὶ ὁ κλητὴρ, ἐὰν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸ κόμμα, δὲν προσέρχεται, ἐκτὸς ἂν πληρωθῇ ἁδρότατα. Ἵνα ἀποφύγῃ λοιπὸν τὸ τοιοῦτον, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβῇ εἰς Αἴγιον, ὅπου ὑπάρχουν πολλοὶ κλητῆρες· ἀλλὰ τότε, κύριοι, εἰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ θυσίας; θὰ ἀπολέσῃ μίαν ἡμέραν διὰ νὰ ὑπάγῃ καὶ μίαν διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν κατοικίαν του, θὰ διαμείνῃ καὶ μίαν ἡμέραν εἰς Αἴγιον, ὅπως κοινοποιήσῃ τὴν δήλωσίν του· θὰ ὑποστῇ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο ἔξοδα διατροφῆς, θὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας πρὸς σύνταξιν καὶ κοινοποίησιν τῆς δηλώσεως. Αἱ δαπάναι αὗται καὶ ἡ ἐκ τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου ἀπώλεια θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῆς ὠφελείας, ἣν προσδοκᾷ ὁ φορολογούμενος οὗτος ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς ἀμπέλου του μικροῦ, ὡς προεξετέθη, περισσεύματος. Μετὰ δὲ τὴν δήλωσιν τί θὰ γείνῃ; ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος θὰ ἀποστείλῃ ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ τὸν καταμετρητὴν καὶ ἀπὸ ὑπαλλήλους ἄλλους, οἵτινες θὰ μεταβῶσιν εἰς Ἀρφαρὰ, δηλαδὴ εἰς ἀπόστασιν δέκα ὡρῶν, ἵνα κάμωσι τὴν καταμέτρησιν τοῦ οἴνου, δαπάνῃ τοῦ φορολογουμένου. Δὲν ἐννοεῖτε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ φορολογούμενος οὗτος θὰ ὑποβληθῇ οὕτως εἰς δαπάνας ἀνωτέρας τῆς ἀξίας τοῦ ποσοῦ τοῦ οἴνου, ὅπερ δύναται νὰ πωλήσῃ, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφὴν δι’ αὐτόν; Μία βαρέλα οἴνου τιμᾶται εἰς Ἀρφαρὰ 10 ἢ 12 τὸ πολὺ δραχμὰς, ὥστε διὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας, ἥτις ἀποῤῥοφᾷ οὐ μόνον τὸ εἰσόδημα, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον, θὰ ἀναγκάσητε τὸν φορολογούμενον νὰ παύσῃ καλλιεργῶν τὴν ἄμπελόν του. Δὲν γνωρίζετε φαίνεται τὸν Τόπον· ἂν διατρέξητε τὴν Πελοπόννησον θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐν ὥρᾳ μάλιστα θέρους κατὰ πᾶν βῆμα ὑπάρχουσι χάνια, ὅπου μικροκτηματίαι, ἐνῶ ἀφ’ ἑνὸς καλλιεργοῦσι τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἐκεῖ πλησίον ἀγρὸν, ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσι καὶ ἓν παιδίον μὲ μίαν μποτίλιαν ῥακῆς καὶ μὲ μίαν μποτίλιαν οἴνου, ἐκ τῶν ὁποίων πωλεῖ εἰς τοὺς διερχομένους. Αὐτὸ τὸ οὐτιδανὸν ποσὸν ῥακῆς καὶ οἴνου ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν διαβατῶν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Ἄλλοτε ὅμως, ὅταν διέρχωνται πολλοί, δὲν ἐπαρκεῖ, καὶ τότε ὁ ἔχων τὸ χάνι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ πλησιέστερον χωρίον, ὅπως προμηθευθῇ ποσὸν ἀνώτερον οἴνου καὶ ῥακῆς. Θέλετε ὁ τὸ μικρὸν τοῦτο ἐμπόριον μετερχόμενος νὰ ὑποβάλληται εἰς δηλώσεις δι’ ἑκάστην μποτίλιαν οἴνου καὶ ῥακῆς, ἣν θὰ ἀγοράζῃ εἰς τὸ διάστημα δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν; Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι φοβερὸν, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν οἱ ἄνθρωποι νὰ χάνουν τὸν καιρόν των εἰς τὰς δηλώσεις, ἐγκαταλείποντες τὰς ἐργασίας των! Καὶ θεωρεῖτε τοῦτο δίκαιον καὶ ὠφέλιμον τῇ Πολιτείᾳ; Καὶ ἐπὶ τοιούτου φορολογικοῦ μέτρου θέλετε νὰ στηρίξητε τὰς περὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐλπίδας ὑμῶν; Καὶ δὲν βλέπετε, ὅτι καταστρέφετε τὸ προϊὸν ἐκεῖνο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου προκγομένου δικαιοῦται νὰ ἐλπίζῃ μίαν ἡμέραν ἡ Ἑλὰς τὴν σωτηρίαν της, ἐὰν μάλιστα, ὡς προβλέπεται, ὁ σταφιδοκαρπὸς παύσῃ παρέχων τὰς ὁποίας παρέχει μέχρι τοῦδε ὠφελείας, ἐλαττουμένης τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ; Κύριοι, εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου ὑπάρχουσι μεγάλα κέντρα πληθυσμοῦ, ὅπου ἡ ἐργασία εἶναι καταμεμερισμένη, ὅπου ὁ οἰνοπώλης εἶναι οἰνοπώλης, ὅπου ὁ ἔμπορος εἶναι ἔμπορος καὶ ὁ βιομήχανος βιομήχανος, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτον σύστημα φορολογίας, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον εἶναι γεωργὸς καὶ οἰνοπώλης καὶ διδάσκαλος καὶ κουρεὺς καὶ ὑποδηματοποιὸς καὶ ῥάπτης, τοιοῦτον σύστημα φορολογικὸν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐν Ἑλλάδι πολλαχοῦ δὲν ἔχομεν ἀκόμη οὔτε μονίμους κατοικίας· εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπάρχουν πολλαχοῦ δύω κατοικίαι, θερινὴ καὶ χειμερινή· ποῦ θὰ δηλώσουν, εἰς ποῖον Οἰκονομικὸν Ἔφορον, εἰς τὸν Ἔφορον τῆς χειμερινῆς διαμονῆς ἢ εἰς τὸν τῆς θερινῆς; Πρέπει νὰ τρέχουν ἀπὸ ἕνα Οἰκονομικὸν Ἔφορον εἰς ἄλλον, τοῦτο δὲ καὶ μόνον ἀρκεῖ, ὅπως ὑπὸ ἀπελπισίας καμαλαμβανόμενοι οἱ κτηματίαι παύσωσι καλλιεργοῦντες ἀμπέλους. Κύριοι, τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν δ’ ἐφαρμοσθῇ θὰ συνεπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν σπουδαίας παραγωγικῆς τάξεως τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν μετέλθητε μέσα καταδιώξεως, ἡ αὐστηρότης τοῦ Νόμου θὰ γεννήσῃ τὴν παραβίασιν αὐτοῦ, θὰ ἐξευρεθῶσι μύριοι τρόποι πρὸς καταδολίευσιν αὐτοῦ, καὶ οὕτω μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ εἰσπράξητε ὀλιγώτερα τῶν ὅσων εἰσπράττετε σήμερον. Θέλετε νὰ μάθητε ποῦ φθάνει ὁ φόρος αὐτὸς καὶ ὡς πρὸς τὰς πόλεις ἐκείνας ὅπου ὁ οἶνος ἔχει ἀξίαν, διότι εἶναι καλῆς ποιότητος καὶ διότι ὑπάρχει πληθυσμὸς ἱκανός; Ἐγὼ ἔχω 20, ἕως 25 στρέμματα ἀμπέλου, παλαιὰ εἶναι 14 ἢ 15· πληρόνω φόρον 15 δραχμὰς κατ’ ἔτος, διότι εἶναι τῆς τελευταίας ποιότητος ἡ ἄμπελος, καὶ ὁ φόρος εἶναι μιᾶς δραχμῆς κατὰ στρέμμα. Παράγει ἡ ἄμπελός μου αὕτη ὡς ἔγγιστα 60 βαρέλας κρασί, καὶ 40 βαρέλας λάγγερο, δηλαδὴ τὸ παραγόμενον διὰ ὕδατος, τὸ ὁποῖον ῥίπτεται εἰς τὰ στέμφυλα· ὁ οἶνος οὗτος δαπανᾶται ὁλόκληρος εἰς τὴν καλλιέργειαν. Πωλῶ δὲ τὰς 50 ἢ 60 βαρέλας καθαροῦ οἴνου, καὶ ἂν ἡ τιμὴ εἶναι μεγάλη 25 δραχμῶν, ὡς εἶναι τὸ ἔτος τοῦτο, ἠμπορῶ νὰ λάβω 1,250 ἕως 1,500 δραχμὰς, ἀλλ’ ὁ μέσος ὅρος, κύριοι, τῆς τιμῆς εἶναι δρ. 16 τὴν βαρέλαν, ὥστε ὑπολογίζω πάντοτε ἐκ τοῦ οἴνου εἰσόδημα ἐκ δραχμῶν 900 περίπου. Ἀλλὰ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς παραγούσης τὸν οἶνον τοῦτον ἀμπέλου θὰ δαπανήσω 20 ἕως 25 δραχμὰς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, εἰς κάθαρσιν, κλάδον, σκάψιμον καὶ σκάλο, καὶ περὶ τὰς δραχμὰς 50 διὰ τὸ θειάφισμα, θέλω καὶ 350 ἕως 400 δραχμὰς διὰ νὰ ἀμπαριάσω τὸν οἶνον. Ἐὰν δ’ ὑπολογίσητε ἁπάσας τὰς δαπάνας ταύτας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἐὰν μὲν πωλῶ τὸν οἶνον πρὸς 25, ἠμπορῶ νὰ ἔχω μίαν ὠφέλειαν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 600 ἢ 400 δραχμάς· ἐὰν ὅμως πωλῶ πρὸς 16 ἢ 18, τότε ὁλόκληρος ἡ παραγωγὴ ἀποῤῥοφᾶται ὑπὸ τῆς δαπάνης· ἐὰν δὲ πληρώσω καὶ τὸν ἐπιβαλλόμενον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου φόρον ἐκ λεπτῶν 2½ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ ἑξήκοντα βαρελῶν οἴνου, θὰ πληρώσω 72 δραχμὰς, ἀντὶ 15, τὰς ὁποίας ἔδιδον πρίν· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, θὰ πληρώσω καὶ τὰς δηλώσεις καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως, θὰ ἦμαι ἐκτεθειμένος μετὰ τὴν δήλωσιν καὶ τὴν ἐκ τῆς ὀξειδώσεως τοῦ οἴνου ζημίαν. Τούτου δοθέντος, ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσω τὸν φόρον ἐκ τοῦ κεφαλαίου, ἀφοῦ ἤθελον ἀποῤῥοφηθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον λάβει ἀπὸ τὸ μικρὸν ποσὸν οἴνου, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ πωλήσω. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ κεφάλαιον ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν ἀξίαν του, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἐξεύρωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, δέον νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τοὺς τόκους τοῦ κεφαλαίου καὶ νὰ ἐκπέσωμεν αὐτούς· ἐὰν δὲ πράξωμεν καὶ τοῦτο, τότε φθάνομεν εἰς συμπεράσματα ἀποδεικνύοντα, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος προώρισται ταχέως νὰ ἐξαντλήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, καταστρεφομένης οὕτω σπουδαίας τοῦ Τόπου παραγωγῆς. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει φορολογία τοιαύτη δύναται νὰ ἀποφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον προσόδους διαρκεῖς, αἵτινες νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Βεβαίως εἶχε δίκαιον ὁ κ. Κοντογούρης, εἰπὼν ὅτι, ἂν φείδεσθε τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου καὶ τῆς εὐεξίας τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀποσύρετε τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας εἰς τὴν μεγαλειτέραν παραγωγικὴν τάξιν τοῦ Τόπου. Ἡ μόνη ἀρετὴ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι, ἂν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἀρετὴ, εἶναι ὅτι παρέχει εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα, ὅπως ἀλληλοπιεζώμεθα καὶ ἀλληλοσφαζώμεθα· διότι, ἐὰν πωλήσῃ τις 2 ὀκάδας οἴνου, θὰ καταγγέλλεται ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ του καὶ θὰ ἀφίνεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, γνωρίζετε δὲ ὁποία εἶναι ἡ ἠθικὴ ἐν γένει κατάστασις τοῦ Τόπου. Ἀφίνετε δὲ εἰς τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὴν 100 ἕως 1,000 δραχμῶν, καὶ παρέχετε εἰς τὸν πολίτην ὡς μόνον μέσον προσφυγῆς κατὰ τῆς ἀδίκου ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τὸ μέσον ἐφέσεως ἐνώπιον τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Καὶ ἐπαρκεῖ τὸ συμβούλιον τοῦτο εἰς τὴν ἐκδίκασιν ὅλων τῶν ἐφέσεων τῶν δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν αὐτῷ ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους! Καὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑποβάλλετε διὰ τοῦ μέτρου τούτου τὸν φορολογούμενον, τὸν θέλοντα νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξαφάνισιν ἀδίκου ἀποφάσεως, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπισκέπτεται τὰς Ἀθήνας, νὰ καταφεύγῃ ζητῶν τὴν συνδρομὴν τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, καὶ νὰ καταστρέφεται καταδαπανώμενος, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν, καὶ ἑκατόγχειρες ἐὰν ἦσαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδώσωσιν αὐτὴν πρὶν ἢ καταστραφῇ! Τοιαῦτα, ἐστὲ βέβαιοι, ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τοῦ φορολογικοῦ αὐτοῦ νόμου, ἐὰν τυχὸν κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Ὅ,τι δὲ περισσότερον ἄλλου φοβοῦμαι, εἶναι ἡ καταπίεσις τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Δὲν προχωρῶ περαιτέρω· τὰ λεχθέντα νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς, πλὴν τοῦ ὅτι θὰ βλάψῃ τοὺς παραγωγοὺς, οὐδόλως θὰ συντελέσῃ εἰς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, χάριν τοῦ ὁποίου δῆθεν ἐπιβάλλεται. Κύριε Πρωθυπουργὲ, λυποῦμαι εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω πρὸς ὑμᾶς μίαν παρατήρησιν, καὶ τοῦτο, διότι πολλοὶ εἶπον, ὅτι θυσιάζετε τὴν δημοτικότητά σας, ἀποφασίζοντες νὰ ἐπιβάλετε τοιούτους φόρους εἰς τὸν Τόπον. Καὶ εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου εἶπον ὑμῖν ὅτι ἤδη δὲν δημοκοπεῖτε· παρατηρῶ ὅμως ὅτι ἔχετε δύω ὄψεις, καὶ τὴν μὲν μίαν ἔχετε ἐστραμμένην πρὸς τὴν βασιλείαν καὶ αὐλοκοπεῖτε, τὴν δὲ ἄλλην πρὸς τὸν λαὸν καὶ Ἑλληνοκοπεῖτε (θόρυβος). Ἀλλὰ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἡ τοιαύτη πολιτικὴ δὲν ἐπιτυγχάνει ἐν χώραις μικραῖς, αἵτινες δὲν ἔχουσι πολλὰ τὰ ὑλικὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν, καὶ προβλέπω, ὅτι διατρέχετε τὸν κίνδυνον τῆς ἀποτυχίας, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ λυπηρὸν ἀποτέλεσμα, ἵνα ὁδηγήσῃ τὸν Τόπον διὰ τῆς πενίας εἰς τὸν ἀπολυτισμὸν ἢ εἰς τὴν ἀναρχίαν, καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον ὀλέθρια διὰ τὸν Τόπον. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ὑμᾶς, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἀρνοῦμαι πατριωτισμὸν, καθὼς καὶ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ἀπέχετε τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου τούτου.

§21Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ χθὲς τελευταῖον ἀγορεύσας κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶπεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπαρχίας του, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους. Τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ καλόν· κακὸν εἶναι μόνον, ὅταν ὁ Βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύῃ καὶ ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα ὄχι τοῦ Κράτους ἀλλὰ τῆς φατρίας του. Δὲν ἐσυλλογίσθη ὅμως τὸ ρηθὲν ἀπὸ ἕνα εὐφυᾶ, ἀλλὰ διεφθαρμένον πολιτικὸν, τὸν Ταλεϋράν: «ὄχι ὑπερβολικὸς ζῆλος»· διότι ὁ ὑπερβολικὸς ζῆλος φέρει τὸν ζηλωτὴν εἰς τὸ νὰ διαστρέφῃ τὰ γεγονότα καὶ νὰ σοφιστεύηται, καὶ συνάμα εἰς τὸ νὰ καταστρέφῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματός του, ὡς τοῦτο συνέβη ἐνταῦθα ἐπί τινος ζητήματος κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον. Δύω εἶναι, κύριοι, τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς νοήμονος καὶ πατριωτικῆς Κυβερνήσεως· πρῶτον, τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, καὶ δεύτερον αἱ μεταῤῥυθμίσεις, ἰδίως εἰς ἔθνος, τὸ ὁποῖον εἶναι πτωχὸν, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν σήμερον, καὶ ὅπου οἱ θεσμοὶ ἐσάπησαν, οὕτως εἰπεῖν, δημιουργηθέντες μάλιστα ἀπὸ ξένας τὸ πλεῖστον ἰδέας κατὰ τὸ 1833. Τὰ χαρακτηριστικὰ ταῦτα, κύριοι, διακρίνουν ὅλας τὰς σπουδαίας Κυβερνήσεις, καὶ ἀναφέρω τινὰ παραδείγματα. Αἱ πλεῖσται Κυβερνήσεις τῆς Ἀμερικῆς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔκαμαν πάντοτε οἰκονομίας πρὸς ὠφέλειαν τῶν πολιτῶν καὶ συνάμα μετηῤῥύθμιζον τοὺς Νόμους των συμφώνως μὲ τὰς νέας ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Ἐλησμονήσατε, κύριοι, τὸν Ρόβερ Πὴλ ποίας οἰκονομίας ἔφερεν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος καὶ ποίας μεταῤῥυθμίσεις σπουδαίας ἔκαμεν; Ὁ Λόρδος Ρῶσελ μετηῤῥύθμισεν, ὡς ἀπῄτουν οἱ καιροὶ καὶ ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς, τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Αὐτὸς, κύριοι, ὁ ἔνδοξος Γλάδστων πόσας μεταῤῥυθμίσεις καὶ οἰκονομίας καὶ ἐλάττωσιν φόρων δὲν ἔκαμε, μολονότι εὑρίσκεται ἐν μέσῳ μεγάλων περιπετειῶν; διὰ τῆς καλῆς του ὅμως θελήσεως ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς καὶ τὰς ἐξωτερικὰς ἀνάγκας τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους. Οἱ φόροι δὲ, κύριοι, ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἦναι ἴσοι καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι καὶ χρήσιμοι, νὰ φέρωσιν ἀποτελέσματα καὶ νὰ ἀνταποδίδουν τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων προάγεται ἡ εὐημερία, ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ, τῶν λαῶν. Ἐν τούτοις τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον ἤρχισε, κύριοι, πέρυσι νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους εἰς τὰ ἀπορώτερα στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφίνον ἀφορολόγητα τὰ εὔπορα, καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τὰς αἶγας· ἐφέτος ἐπίσης φορολογεῖ τὰ ἄπορα στοιχεῖα καὶ ἐκλέγει τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ ἀμπελοκτήμονας, καὶ συνάμα ὅλας τὰς ἐργατικὰς τάξεις, διότι καὶ οἱ παραγωγεῖς καὶ οἱ καταναλωταὶ ἐπιβαρύνονται ἀνηλεῶς διὰ τῶν νέων φορολογικῶν Νομοσχεδίων. Εἰς τὰς Ἰνδίας ὁ ἄρτος, τὸ ὀρύζιον, τὸ γάλα, οἱ καρποὶ εἶναι τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεως τοῦ λαοῦ συμφώνως μὲ τὸ κλίμα τοῦ τόπου των. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ἄρτος, τὸ κρέας, ὁ οἶνος καὶ αὐτὸς ὁ καπνὸς ἀποτελοῦν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀπολύτου ὑπάρξεως τῶν κατοίκων. Λέγω δὲ καὶ ὁ καπνὸς, διότι κατέστη μία ἀνάγκη, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰς ὅλην τὴν ὑφήλιον αὐξάνει κατ’ ἔτος ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ· διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐποχαὶ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, κατὰ τὰς ὁποίας, ὅπως μεταβάλλεται ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι καὶ αἰσθάνεσθαι, λαμβάνει μεταβολήν τινα καὶ ἡ νευρικὴ αὐτοῦ κατάστασις, καὶ παράγονται νέα βιωτικὰ φαινόμενα. Ὁ καπνὸς δὲν βλάπτει τὴν ὑγείαν, ὅσον τινὲς ὑποθέτουν· ὑπάρχουν μάλιστα ἰατροὶ φρονοῦντες, ὡς ἴσως γνωρίζει ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι εἰς τοὺς μεσημβρινοὺς μάλιστα λαοὺς εἶναι ἀναγκαῖος καὶ ὡς ἀντισηπτικόν. Δὲν λέγω περὶ ἄρτου καὶ οἴνου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ἡμετέρου λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ καπνὸς καταντᾷ ἀναγκαῖος καὶ ὑπὸ αἰσθηματικὴν καὶ ὑπὸ νευρικὴν ἔποψιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ καπνὸς εἶναι, ὡς εἰπεῖν, τὸ νηπενθὲς τῶν νεωτέρων χρόνων καθὼς εἰς τὴν ἀρχαιότητα· καὶ ἐπὶ Ὁμήρου θὰ ἦτον ἴσως τὸ ὄπιον ἢ τὸ χασίς. Μόνη ἡ κατάχρησις παντὸς πράγματος βεβαίως βλάπτει, ὡς ἡ κατάχρησις τῆς φιλαρχίας φέρει εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ἔθνους, ὡς ἡ κατάχρησις τῆς οἰήσεως φέρει εἰς τὴν τρέλλαν (ἱλαρότης). Ἐὰν τοὐλάχιστον διὰ τῶν βαρυτάτων αὐτῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ἐνόουν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπεδείχθη πλέον καὶ ἀνομολογεῖται καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐκπεφρασμένην σύννοιαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν ὄνειρον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, ἢ ὡς εἶπον ἐγὼ ἄλλοτε, ἀντικατοπτρισμὸς (ἱλαρότης). Ὄχι, δὲν θὰ κατορθωθῇ τὸ ἰσοζύγιον αὐτὸ, οὔτε δι’ αὐτῶν τῶν φόρων, οὔτε καὶ διὰ διπλασίων, ἂν τυχὸν ἐδύνατο νὰ ἐξεύρῃ καὶ ἄλλους ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τί λοιπὸν παριστᾷ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο περὶ τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα φορολογικὰ τὰ καθυποβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου; εἶναι καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἓν χάος. Ἄλλοτε εἷς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἀνεκάλυψέ που μισγάγκειαν· ἡ μισγάγκεια εἶναι εἰς τὰ Νομοσχέδια αὐτοῦ, διότι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τοὺς πλείστους Βουλευτὰς, ἀπὸ τοὺς καπνοπώλας, ἀπὸ τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἀπὸ τοὺς οἰνοπώλας ἐχύθησαν εἰς τὰ Νομοσχέδια ταῦτα κρίσεις, ἐπικρίσεις, κατακρίσεις μομφαὶ καὶ παράπονα· εἶναι ἡ μισγάγκεια τοῦ πνεύματος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν συνέῤῥευσαν μυρία ὅσα· εἶναι λαβύρινθος φοβερὸς, ὅστις ἐνθυμίζει τοὺς ναοὺς τῶν Ἰνδιῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ εἰσερχόμενος χάνεται καὶ φρικιᾷ καὶ δὲν γνωρίζει ποῦ νὰ σταθῇ καὶ πόθεν νὰ ἐξέλθῃ, καὶ ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς γωνίας ὄφεις καὶ τίγρεις.

§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῶν Ὑπουργικῶν). Καὶ τὸν Νιαγάραν.

§23ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Νιαγάραν τοῦ κακοῦ σεῖς ἐφέρετε εἰς τὴν Ἑλλάδα.—Τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδιά σας εἶναι τοιαῦτα ἐκτρώματα, ὥστε μόνοι οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου δύνανται νὰ ἐντρυφήσωσι, διυλίζοντες αὐτὰ διὰ τῆς σοφιστικῆς τῶν Ἰησουϊτῶν, καὶ νὰ θαυμάζωσι τὴν χαοτικὴν διασκευὴν τοσούτων ἀποτροπαίων φόρων. Ὅσοι δὲ ἄλλοι πειρῶνται νὰ ἐπικρίνωσιν αὐτὰ ἢ νὰ διορθώσωσιν εἰς τὰς λεπτομερείας των τοιαῦτα ἀδιόρθωτα Νομοσχέδια, τοιούτους λαβυρίνθους, τοιαῦτα τερατώδη προβλήματα, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον χάνουσι τὸν καιρόν των κατατρίβοντες εἰς μάτην τὰς δυνάμεις τῆς διανοίας των, ἀλλὰ συνάμα κινδυνεύουν νὰ μετάσχωσι τῆς σοφιστικῆς νόσου εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοιούτων Νομοσχεδίων· διότι καὶ ὁ ἁπλούστερος ἀμέσως ἐννοεῖ, ὅτι τοιοῦτοι φόροι καὶ τοιαῦτα λαβυρινθώδη Νομοσχέδια ἀντιβαίνουν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὴν ἰσότητα καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ ὅτι εἶναι πτωχευτικὰ καὶ ὀλέθρια εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅσοι δὲ θεωροῦν ἀπὸ ὑψηλοτέρας σκοπιᾶς τὰ πράγματα τοῦ ἔθνους, ἀρκεῖ ἓν μόνον βλέμμα νὰ ρίπτωσιν ἐπὶ τοιούτων τεράτων καὶ νὰ τὰ στιγματίζωσι. Πρό τινος καιροῦ ὡμίλησα κατὰ τῆς νομισματικῆς μεταβολῆς, ἥτις ἐγέννησε τὸν ἀνατοκισμὸν τῶν φόρων, ἤγουν τὸ 12%, τὸ ὁποῖον εἶναι οὕτως εἰπεῖν, ἡ περικεφαλαία ὅλου αὐτοῦ τοῦ τερατώδους ὄγκου, ὁ ὁποῖος τίθεται βαρύτατος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τότε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας λεπτομερῆ ὑπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων ἑνὸς στρέμματος ἀμπέλου, συμβουλευθεὶς εἰς τοῦτο εἰδικωτέρους ἄνδρας, τὸ δὲ ἐξαγόμενον ἦτον, ὅτι μὲ τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπήρχετο ζημία εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας 15 δραχμῶν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἑνὸς στρέμματος, ἀλλ’ ἂν ὄχι 15, ἔστω 10, ἔστω καὶ 5, ζημία. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον ἐγὼ ἄλλοτε, ἢ ὅσα ἠκούσαμεν παρ’ ἄλλων, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὸ Ὑπουργεῖον ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἀρχικὸν περὶ οἴνου Νομοσχέδιον καθὼς καὶ τὸ περὶ καπνοῦ· ἀλλὰ τὰ ἔκαμε χειρότερα, μᾶλλον λαβυρινθώδη. Ὄχι δὲ μόνον τινὲς ἀντιπολιτευόμενοι ἐπρότειναν τροπολογίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως εὐάριθμοι μάλιστα τούτων κατεψήφισαν οἱ μὲν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, οἱ δὲ ἴσως τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ἀλλ’ ὅλαι αὗται αἱ τροπολογίαι ἢ αἱ καταψηφίσεις τινῶν οὐδὲν σημαίνουσιν οὔτε ἔχουν καμμίαν ἰσχύν. Καθὼς τὸ Νομοσχέδιον τοῦ καπνοῦ, οὕτω καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τὸ περὶ οἴνου εἶναι ἀθεράπευτον, ἀδιόρθωτον· πρέπει, ὡς εἶπον ἄλλοτε, νὰ καταποντισθῇ αὔτανδρον (ἱλαρότης)— δὲν ἐννοῶ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου· τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ, ἀφοῦ θέλετε, ἀλλ’ ἐννοῶ μὲ τοὺς ὁρισμοὺς, τοὺς ὁποίους περιέχει τὸ Νομοσχέδιον. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάζῃ τις ἀφ’ ἑνὸς τὸν Προϋπολογισμὸν μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἐφετεινὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη, μία σπατάλη ὀγκώδης καὶ φρικαλέα· κατὰ συνέπειαν ἔπρεπεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ καταφύγῃ εἰς τοιαῦτα δημευτικὰ φάρμακα πρὸς θεραπείαν τῆς σπαταλευτικῆς νόσου της. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἔφερεν αὐτὰ τὰ τερατώδη, τὰ παράλογα καὶ καταστρεπτικὰ Νομοσχέδια. Ὅταν δέ τινες ἐξ ὑμῶν τῶν συμπολιτευομένων φέρετε τροπολογίας τινὰς ἢ ὅταν καταψηφίζετε τινὰ τῶν Νομοσχεδίων τούτων, τί σημαίνει; Ἐγὼ βεβαίως ἐπαινῶ τοὺς καταψηφίζοντας, ἀλλ’ εἰς τί γίνονται χρήσιμοι εἰς τὸν λαόν; Ὤφειλον ὅλα τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου νὰ καταψηφίσωσι, διότι ὅλα ἀποτελοῦσιν ἓν σύνολον θεραπευτικὸν εἰς τὴν σπατάλην ὀλίγων καὶ βλαπτικὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐὰν τῷ ὄντι ἐπιθυμῆτε νὰ γενῆτε χρήσιμοι εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ἔπρεπεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς νὰ εἴπητε καὶ σεῖς μεθ’ ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ περικόψῃ τὰς περιττὰς δαπάνας, νὰ κάμῃ οἰκονομίας, διότι, ἄν τοῦτο ἐγίνετο, τότε ἤθελον ἐλαττωθῆ καὶ οἱ ἐπιβληθέντες φόροι κατὰ 6–7 ἑκατομμύρια. Τώρα ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοιαύτην σπατάλην τείνει μοιραίως πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοιούτων ἐπαχθῶν φόρων καὶ τοσούτων, ὥστε ἴσως αὔριον προβῇ εἰς μεγαλειτέρων φόρων ἐπιβολήν· διότι, ὅταν ἡ σπατάλη εἶναι μεγάλη, βεβαίως καὶ οἱ φόροι πρέπει νὰ ἦναι μεγάλοι. Ἐκ τῆς ἀναλύσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι πολλαὶ ἐκ τῶν δαπανῶν, ἀναβαίνουσαι εἰς ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ἦσαν μόνον πρὸς θεραπείαν προσωπικῶν ἀναγκῶν, χάριν τῆς συντηρήσεως τῆς Ἐξουσίας. Τοιαύτας σπατάλας χάριν τῆς Ἐξουσίας μνημονεύει ἐνιαχοῦ ἡ ἱστορία. Σᾶς ἀναφέρω μόνον ὅ,τι ἐγίνετο πρὸ διακοσίων ἐτῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἐτελοῦντο ὄργια πολιτικὰ, καθὼς σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τότε ὁ Πρωθυπουργὸς Ὄσβορν, ὁ διαδεχθεὶς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ἐπικληθὲν τῆς «ῥαδιουργίας» ηὔξανε τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς φόρους, διότι, χάριν τῆς φιλαρχίας του, ἐπροσπάθει νὰ διαφθείρῃ τοὺς πάντας, διεφθαρμένος ὢν καὶ αὐτὸς, πληρωνόμενος ἀπὸ τὸν Λουδοβῖκον ΙΔʹ τῆς Γαλλίας· ὁ δὲ σύγχρονος ἡμῶν Ἄγγλος ἱστορικὸς Μακωλέης ὀνομάζει τὸν Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον «ἀρχιδιαφθορέα». Τοιοῦτοι Προϋπολογισμοὶ, πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν γινόμενοι, διαφθείρουν τὸ Ἔθνος. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τοσοῦτον διεφθάρη ἡ Ἀγγλία καὶ ἐξέπεσεν, ὥστε ἡ Ὁλλανδία ἐνίκα αὐτὴν, ὁ δὲ βασιλεὺς τῆς Γαλλίας τὴν ἦγε καὶ τὴν ἔφερεν, ὅπως ἐσύμφερεν εἰς αὐτὸν, ἔχων μισθίους τοὺς πλείστους ἐκ τῶν πολιτικῶν τῆς Ἀγγλίας. Θέλετε λοιπὸν καὶ σεῖς νὰ ἐξωθήσετε ὅλως διόλου τὴν πατρίδα μας εἰς τοιαύτην καὶ χειροτέραν ἀκόμη κατάστασιν ἀτιμωτικὴν διὰ τὸν Ἑλληνισμόν; Ποῖαι δὲ εἶναι, κύριοι, αἱ συνέπειαι αὐτοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς σπατάλης καὶ τῆς βαρείας φορολογίας;— δὲν ἐννοῶ μόνον τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀλλ’ ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως—· αἱ συνέπειαι εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς γεωργίας, τῶν ἀμπελοκτημόνων, τῶν καπνοκτημόνων καὶ ὅλων τῶν κτηματιῶν, ἡ καταστροφὴ τῶν βιομηχάνων, ἡ καταστροφὴ τῶν ἐμπόρων, καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἐργατικῶν τάξεων, διότι ὅλα ταῦτα τὰ στοιχεῖα ἀποτελοῦν τὸ ἀληθὲς Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸν ἀληθῆ Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὄχι ὀλίγοι Τραπεζῖται ἢ Τοκισταί. Ἄλλη συνέπεια εἶναι ἡ θεσιθηρία, διότι ὅταν δι’ αὐτῶν τῶν πτωχευτικῶν μέσων τῆς Κυβερνήσεως καταστραφῶσιν οἱ κτηματίαι μικροὶ καὶ μεγάλοι, οἱ βιομήχανοι, οἱ ἔμποροι ὅταν ἀποπτωχεύσουν καὶ δὲν ἔχουν ἐργασίαν, τότε θὰ γείνωσιν οἱ πλεῖστοι θεσιθῆραι, καὶ οὕτω τὸ βασίλειον τῆς συναλλαγῆς θὰ ἐκτείνῃ τὰ ὅριά του καὶ ἡ ὑποδούλωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ συντελεσθῇ πλήρης. Ὅταν κατὰ τὸ 1883 ἡ Ἀντιβασιλεία διέλυσε τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, τὸν συγκείμενον ἐκ 30 χιλιάδων ἀνδρῶν, πράγματι ἡρωϊκῶν καὶ ἐμπνεομένων ἀπὸ τὸ ὑπέρτατον αἴσθημα τῆς πατρίδος καὶ τῆς θυσίας, γνωρίζετε ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλύσεως ταύτης; Οἱ πατριῶται ἐκεῖνοι ἐτράπησαν οἱ πλεῖστοι εἰς τὴν λῃστείαν, στερούμενοι ἐργασίας, καὶ μάλιστα τότε, ἔκτοτε ἤρχισεν ἡ λῃστεία εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα. Ἡ δὲ ἀντεθνικὴ ἐκείνη Κυβέρνησις ἔστησε τὴν λαιμητόμον, ὡς ὄργανον φαίνεται ἐκπολιτιστικὸν, πρῶτον εἰς Μεσολόγγιον καὶ ἔκοπτε τὰς κεφαλὰς τῶν γενναίων ἐκείνων στρατιωτῶν τοῦ 1821, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς παρώτρυνεν αὐτὺς ὁ ἴδιος τοὺς δημίους εἰς τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς. Ἔκτοτε δὲ, ἐπὶ τεσσαράκοντα καὶ πλέον ἔτη, δὲν κατωρθώσαμεν μέχρι τοῦδε νὰ σχηματίσωμεν στρατὸν ἐπαρκῆ καὶ ἀξιόμαχον, οὔτε θὰ τὸ κατορθώσωμεν μὲ τοιαῦτα ἐσφαλμένα συστήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἀκολουθοῦμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τώρα, κύριοι, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τοῦ ἐξωγκωμένου Προϋπολογισμοῦ της δὲν δύναται νὰ ὀπισθοδρομήσῃ εἰς τὴν φορολογίαν, καὶ νομίζει ὅτι εἶναι κατορθωτὸν τὸ ἰσοζύγιον, ἂς περιορισθῇ τοὐλάχιστον εἰς ὅ,τι περίπου ἐπρότεινον πρό τινος καιροῦ οἱ συμπολῖταί μου, ἤγουν εἰς τὸν τριπλασιασμὸν τοῦ παλαιοῦ στρεμματικοῦ φόρου. Τοῦτο θὰ ἦτον ὁπωσδήποτε ὀλιγώτερον ἐπιζήμιον, ἑπομένως δίκαιον καὶ ἐπιεικές. Ὑπολογίζονται ὡς ἔγγιστα 6 ἑκατομμύρια στρεμμάτων ἀμπέλων, ὥστε ἐδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι δύω σχεδὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν, χωρὶς οὕτω νὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις· διότι, καὶ ἄν διὰ τοῦ νέου φορολογικοῦ Νομοσχεδίου της ἡ Κυβέρνησις ἐσύναζε τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀμφίβολον, οὔτε τὸ ἰσοζύγιόν της θὰ κατώρθωνε, θὰ ἐζημίωνεν ὅμως οὐσιωδῶς καὶ τοὺς κτηματίας καὶ τὰς ἐργατικὰς τάξεις. Ἄς δεχθῇ λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἂς ἀφήσῃ τὸ νέον Νομοσχέδιόν της νὰ καταβυθισθῇ ἐξ ὁλοκλήρου. Εἶναι ἄδικον μέγα καὶ σκληρὸν νὰ καταστραφῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μόνον καὶ μόνον διότι σεῖς κατηντήσατε τὸν Προϋπολογισμόν σας πηγὴν συναλλαγῆς, πηγὴν θέσεων τῶν φίλων καὶ ὀργάνων σας. Ἀκόμη καὶ τοὺς παλαιοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς δυναμένους ἐπὶ πολὺν ἔτι καιρὸν εὐδοκίμως νὰ ὑπηρετήσωσι, τοὺς ἔχοντας ἱκανότητα καὶ ἠθικὴν ἀνεγνωρισμένας παρ’ ὅλων, σεῖς τοὺς ἀπελύσατε καὶ τοὺς ἐθέσατε ὑπὸ σύνταξιν, μόνον καὶ μόνον, ὅπως διορίσητε ἄλλους φίλους σας πρωτοπείρους καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνικάνους. Τὸ δὲ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὸ μετοχικὸν Ταμεῖον ἠλάττωσε κατὰ 20% τὴν μηνιαίαν περίθαλψιν ἑκάστου μετόχου, σεῖς δὲ ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἕνεκα τῶν μισθῶν τῶν νέων ὑπαλλήλων. Ἀνέφερον καὶ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, διὰ νὰ δείξω, ὅτι οὐδενὸς ἐφείσθητε. Ἐπωφεληθέντες ἀπὸ τὸ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων καὶ ἀπὸ ἀπροόπτους δυστυχίας, ἐπράξατε ὅ,τι αὐθαίρετον καὶ ἐκμεταλλευτικὸν ἐναντίον τῶν ἐπαγγελιῶν σας. Καὶ ἤδη, ὅτε λήγει ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἢ μᾶλλον ἡ ἐργασία συμμορίας, μὴ σταματήσητε. Προβαίνετε, κύριοι, προβαίνετε εἰς τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ συλλογίσθητε, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του δύναται νὰ προστρέξῃ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας καὶ ὅστις, ὡς γενικὸς ἐπόπτης τοῦ Κράτους, ὀφείλει νὰ ἀναχαιτίσῃ τὸν χείμαῤῥον τοῦ κακοῦ. Προβαίνετε εἰς τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ συλλογίσθητε, ὅτι ὁ λαὸς ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του, ὅταν ἀδυνατῇ πλέον νὰ πράξῃ τίποτε, δύναται νὰ σᾶς ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Προβαίνετε, κύριοι, καὶ καθὼς σεῖς ἐξεδώκατε τόσα νομοσχέδια, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸς βλάβην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἴσως καὶ αὐτὸς μετ’ ὀλίγον, αὐτὸς ὁ δυστυχὴς λαός, ἐκδώσῃ κανὲν Νομοσχέδιον, ἀμετάτρεπτον καὶ ὑπέρτατον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταργηθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις, ἡ ἀγυρτία, ἡ φιλαρχία. Προβαίνετε, ὠφελούμενοι ἀπὸ τὰς περιστάσεις καὶ βασιζόμενοι ἐπὶ τυφλοῦ ἀριθμοῦ, ὅπως φέρητε τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἔθνους εἰς τὸν ἔσχατον ἐξευτελισμόν. Προβαίνετε εἰς τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς — ἀφοῦ μάλιστα εἰσώρμησαν ἤδη πρὸ καιροῦ εἰς τὸν Τόπον τοῦτον καὶ συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὅλαι αἱ γραικυλικαὶ καὶ βυζαντιναὶ διαφθοραὶ — ἀφοῦ καὶ γραφίδες δὲν λείπουσι, βουτημέναι εἰς τοιαύτας διαφθοράς, νὰ ἐνισχύουν τὴν ἀγυρτίαν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὅπου καὶ ἂν τὴν ἀπαντήσωσι— προβαίνετε εἰς τὴν καταστροφήν· μεταβάλλετε τὴν Ἑλλάδα, τὴν γῆν τῶν μεγάλων παραδόσεων τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς θυσίας, εἰς κυβεῖον χρηματσιτικόν, ἀποπτωχύνατε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ οὕτω προετοιμάσατε τὰς ὁδοὺς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουσι τὴν στιγμήν, ὅπως εἰσέλθωσιν ἐν τυμπανοκρουσίᾳ χαρμοσύνῳ εἰς τὴν Μακεδονίαν. (Εὖγε, εὖγε).

§24Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζετε τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐὰν ὄχι ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητεῖται, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον παρουσιάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς Νομοσχέδιον φορολογικὸν τοῦ οἴνου. Τότε ἔλαβον ἀφορμὴν ὁμιλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ νὰ τὸ καταπολεμήσω. Πλὴν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον παρῆλθε καιρός, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ τροποποιήσῃ τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ παρουσίασεν ἄλλο, ὅλως διόλου διαφορετικόν. Κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐμὴν τὸ Νομοσχέδιον τὸ παρουσιασθὲν μετὰ τὸ ἀποκηρυχθὲν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὡμίλησα, εἶναι παραλογώτερον, δὲν στηρίζεται εἰς κἀμμίαν ἀρχὴν, καὶ δὲν δύνανται οὔτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑπερψηφίσει αὐτοῦ, οὔτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὸ καταψηφίσει, νὰ ἐννοήσωσι περὶ τίνος πρόκειται. Ἐπεθύμουν δὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἵνα μᾶς φωτίσωσι περὶ τῶν διατάξεων, αἵτινες εἶναι ἐῤῥιμμέναι ἄνευ εἱρμοῦ, ἐναντίον τῆς λογικῆς, καὶ ἀντιφατικαὶ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ αὐτῷ, καὶ αἵτινες ὅσον περισσότερον μελετῶνται, ὅσον περισσότερον ἀναγινώσκονται, τόσον περισσότερον πείθουσιν ἕκαστον, ὅτι ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ αὐτῷ δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἢ μία πλοκὴ ἀκατάληπτος καὶ ἀκατανόητος. Ἔχετε τὸ δικαίωμα ἀκολουθοῦντες ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ ἐπιβάλλετε φόρους, σᾶς ἀκολουθεῖ καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ὑποστηρίζει τὸ σύστημά σας αὐτό, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τὰ Νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλετε φόρους βαρεῖς εἰς τὸν Τόπον, νὰ μὴ ἦναι γνωστὸν τί περιέχουσι, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ πλήρη συνείδησιν τῶν διατάξεών των ὁ ὑποστηρίζων αὐτά. Αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸν παρουσιάζει τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἠδύνατό τις νὰ βιασθῇ, ὡς ὁ ἀοίδιμος Κοραῆς ὅταν ὀνόματά τινα καὶ ῥήματα ἀνώμαλα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ ὑποβάλῃ οὔτε εἰς τοὺς ὁμαλούς, οὔτε εἰς τοὺς ἀνωμάλους κανόνας τῆς Γραμματικῆς, τὰ ὠνόμασεν ἄτακτα, οὕτω πολὺ εὐλόγως καὶ ἡμεῖς βιαζόμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἄτακτον. Καὶ δὲν χρειάζεται πολὺς νοῦς, δὲν χρειάζεται μεγάλη κρίσις διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὔτε τὸ ἐμελέτησαν, οὔτε συνείδησιν εἶχον ποίας διατάξεις φέρει ἐν αὐτῷ, ὅταν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὸ παρουσίασαν εἰς τὴν Βουλήν. Δυνάμεθα σήμερον νὰ φέρωμεν ἀσφαλῆ ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συγκρίνωμεν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον παρουσιάσθη. Τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον διὰ τῆς προφορικῆς ἐκθέσεως τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Ὑπουργῶν ἤθελεν ἀποφέρει εἰσόδημα 3,800,000 δραχμῶν· 2 ἑκατομμύρια προήρχοντο ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ 1,800,000 ἐκ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Εἰς ποῖον ποσὸν δὲ ὑπελόγισαν τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου; εἰς 60 ἑκατομμύρια ὀκάδας· ἐπὶ 60 ἑκατομμυρίων ὀκάδων οἴνου καταναλωτέου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος— τὸ Νομοσχέδιον τὸ ἔχω ἐδῶ—ἐπὶ τρία λεπτὰ δι’ ἑκάστην ὀκᾶν 1,800,000 δραχμάς· καταργοῦν κατόπιν τὸν φόρον τὸν ἔγγειον, ἔρχονται διὰ μιᾶς κλίμακος, ἡ ὁποία κατατάσσει εἰς ἐννέα τάξεις τὸν φορολογητέον οἶνον, ἀρχίζουσαν ἀπὸ τὰ ἕξ λεπτὰ καὶ λήγουσαν εἰς τὰ δύω· μέσος ὅρος τῶν 9 αὐτῶν τάξεων ποῖος εἶναι; 4. Τέσσαρα λεπτὰ καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὁ μέσος ὅρος ὁ πληρωθησόμενος διὰ τὸν καταναλισκόμενον οἶνον· εἰς ποῖον ποσὸν ὑπελόγισαν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ἐκ τοῦ νέου Νομοσχεδίου, κατὰ τὰς προφορικάς των ἐκθέσεις; εἰς 3,200,000, ἐξαιροῦν δὲ ἐκ τοῦ τελευταίου Νομοσχεδίου τὴν Ἑπτάνησον· καὶ λοιπὸν, ἐνῶ ἡ Ἑπτάνησος ἀποτελεῖ τὸ ἓν ἕκτον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὅλης Πολιτείας, ἀφοῦ ἀφαιροῦν αὐτὸ ἐκ τῆς φορολογίας, ἐπαυξάνουν τὴν κατανάλωσιν κατὰ 20 ἔτι ἑκατομμύρια· διότι διὰ τοῦ νέου Νομοσχεδίου ἀναβιβάζουσιν αὐτὴν εἰς 80,000,000 ὀκάδας οἴνου, καθόσον τὸ ποσὸν τῶν 3,200,000 δραχμῶν ἀντιστοιχεῖ πρὸς κατανάλωσιν 80,000,000 ὀκάδων. Καταβιβάζουν ἔπειτα τὴν κλίμακα, κατὰ τὴν ὁμιλίαν τὴν τελευταίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀπὸ τὰ 6 εἰς 5, καὶ κατέρχονται εἰς τὴν 9 τάξιν, ἥτις θὰ πληρώνῃ ἓν λεπτόν· διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς τῆς κλίμακος ὁ μέσος ὅρος πλέον τοῦ καταναλισκομένου οἴνου ἀπὸ 4 λεπτὰ καταβιβάζεται εἰς 3, τοὐτέστιν εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπέβαλε καὶ τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον· καὶ ἀφοῦ καταβιβάζουν τὴν κλίμακα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μάθωμεν ἀκριβῶς ποῖον θὰ ἦναι τὸ εἰσπρακτέον ποσόν. Ἂν ὁ κύριος Ζέγγελης, εἷς τῶν διακεκριμένων φίλων τῆς συμπολιτεύσεως καὶ μεμυημένος βεβαίως τὰ Ἐλευσίνια μυστήρια τῆς σημερινῆς πολικιτῆς, μᾶς ἐξέθεσε χθὲς τὴν ἀλήθειαν, τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ εἰσπραχθῇ, εἶναι 3,500,000. Ἀλλὰ, διὰ νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ μὲ τὴν νέαν κλίμακα ἀπαιτεῖται νὰ καταναλωθῇ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου, οἶνος 117,000,000 ὀκάδων. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἶχον πολὺ δίκαιον νὰ εἴπω ὅτι τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔχουν πλήρη τὴν ὁμοιότητα μὲ τὰ ἄτακτα τοῦ ἀειμνήστου Κοραῆ. Δὲν δύνανται ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων νὰ φέρωσιν οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, διότι δυστυχῶς ἡ ἀριθμητικὴ δὲν δέχεται ἀντιῤῥήσεις. Ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ στατιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου, περὶ ἧς τοσοῦτον ἔκαμαν λόγον, δὲν σαλεύεται ὅπως σαλεύονται καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως, κατὰ τὴν στατιστικὴν, ἀνέρχεται εἰς 60,000,000, μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 50,000,000. Παραδεχόμενοι δὲ τὴν κλίμακα, ἣν παρουσίασαν οἱ Ὑπουργοὶ, τὸ ποσὸν τῶν εἰσπρακτέων ἐκ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν τῶν Ὑπουργῶν, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ 1,500,000. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα καὶ τὰ καθέκαστα, διότι εἰς τὰ καθέκαστα δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω μέχρι τοῦδε περὶ τίνος πρόκειται. Ἔχομεν λιανικὴν πώλησιν, ἔχομεν χονδρικὴν πώλησιν, ἔχομεν οἰκιακὴν χρῆσιν. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐστενοχωροῦντο ἀπὸ ἔλλογον καὶ ἰσχυρὰν ἔνστασιν φερομένην κατ’ ἄρθρου ἢ ρήτρας τινὸς τῶν Νομοσχεδίων των, ἠναγκάζοντο νὰ μεταβάλλουν καὶ γνώμην, καὶ διατί τοῦτο; διότι, μολονότι λέγουν ὅτι τὰ ἔργα των εἶναι ἐπιστημονικὰ, ὅτι εἶναι μελετημένα, μολαταῦτα τὰ ἔργα των εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένα καὶ πάσης μελέτης καὶ πάσης ἐπιστήμης καὶ πάσης γνώσεως τοῦ Τόπου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὅτι δὲν εἶχον οὐδὲν δικαίωμα, ὡς εἶπον καὶ κατ’ ἄλλην συζήτησιν, ἀφοῦ λέγουν ὅτι εἶναι φόρος καταναλώσεως, νὰ ἐξαιρέσουν τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὸν φόρον αὐτὸν, διότι δὲν ἔχουν οὐδὲν δικαίωμα νὰ ρίπτουν σκάνδαλα δι’ αὐτῶν τῶν διαιρέσεων τῶν φορολογικῶν ἐν τῷ Τόπῳ, καὶ ἰσχυρίσθησαν προχθὲς, ὅτι, ἂν ἐξηρέθη ἡ Ἑπτάνησος ἀπὸ τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ἐξηρέθη, διότι ἔπρεπε ἐν τῇ φορολογίᾳ αὐτῇ νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τὴν λοιπὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· τὸ σύστημα, ὅπερ ἔχουν, ὁδηγεῖ πρὸς τὰ ἐναντία ἀκριβῶς. Ἂν ἤθελον νὰ βαδίσουν πρὸς τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, εἷς ὅρος, ἓν γνώρισμα τῆς ἐπιθυμίας των αὐτῆς ἤθελεν εἶσθαι, ὡς καὶ εἰς τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον ἔθεσαν, νὰ τεθῇ ἡ φορολογία τῆς καταναλώσεως ἐξίσου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος· ἐξαιρέσαντες ὅμως τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ἔχουν ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Τί εἶναι χονδρικὴ πώλησις; Τί εἶναι λιανικὴ πώλησις; αὐτὰ εἶναι ζητήματα, ἅτινα πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν. Τί λοιπὸν, λέγοντες χονδρικὴν πώλησιν, ἐννοοῦν; Πᾶσαν πώλησιν, ἥτις ἤθελεν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 100 ὀκάδων, καὶ εἰς τὴν χονδρικὴν αὐτὴν πώλησιν δὲν ἐπιβάλλεται κανεὶς φόρος· τοὐτέστιν, ἐὰν πωλήσητε 101 ὀκάδας οἴνου, δὲν φορολογεῖσθε· ἐὰν πωλήσητε 100 ὀκάδας, φορολογεῖσθε, διότι θεωροῦνται αἱ 100 ὀκάδες ὡς πώλησις λιανική. Ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, νὰ μάθωμεν—διότι εἰς δύω ὁμιλίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ κάμω ἀπὸ τοῦ βήματος, μὲ διέκοψαν δύω Ὑπουργοὶ καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ φόρος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων—κατὰ τίνα λόγον ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας. Ὑποθέσατε, κύριοι,—ἐπικαλοῦμαι δ’ ἐνταῦθα τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Καλαμογδάρτου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Καλαμογδάρτου, διότι σεῖς ὁμοιάζετε τρόπον τινὰ τοὺς Μουσουλμάνους, καὶ καθὼς ἐκεῖνοι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων δὲν δέχονται τὴν μαρτυρίαν τῶν Γκιαούριδων, οὕτω καὶ σεῖς δὲν δέχεσθε μαρτυρίαν ἀντιπολιτευομένων· πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ μάρτυς Μουσουλμάνος, ἵνα βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν· ὁ κύριος Καλαμογδάρτης λοιπὸν θὰ ἦναι ἀξιόπιστος μάρτυς— ὑποθέσατε, ὅτι πρόκειται περὶ καλλιεργείας κτημάτων· ὅταν καλλιεργοῦνται αἱ σταφίδες εἰς τὰς Πάτρας, τὸν οἶνον πόθεν τὸν λαμβάνουν οἱ ἐργάται;

§25ΚΑΛΑΜΟΓΔΑΡΤΗΣ. Ὅσοι δὲν ἔχουν, ἀπὸ τὰ οἰνοπωλεῖα.

§26Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν κτημάτων; γενικῶς ἡ καλλιέργεια γίνεται δι’ οἴνου, αὐτὸς δὲ λαμβάνεται ἀπὸ τὰ οἰνοπωλεῖα. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐξαιρέσητε τὴν κατανάλωσιν, ἥτις γίνεται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων; Κάμετε τώρα καὶ μίαν ἄλλην ὑπόθεσιν—καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν σταφίδα, ἐὰν δὲν εἴπω τὴν ἀλήθειαν νὰ μὲ διαψεύσωσιν—ὑποθέσατε ἰδιοκτήτην, ἔχοντα 20 στρεμμάτων σταφίδα σκαπτομένην διὰ 3 καὶ ½ ἡμερομισθίων κατὰ στρέμμα· θέλει λάβει ἀνάγκην 3 X 20=60+10=70 ἡμερομισθίων διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὰ 20 στρέμματα. Τὰ 70 αὐτὰ ἡμερομίσθια ἀπαιτοῦν δαπάνην 105 ὀκάδων οἴνου, διότι δίδουν εἰς τὸν ἐργάτην 1½ ὀκᾶν δι’ ἕκαστον ἡμερομίσθιον. Ὁ ἔχων λοιπὸν 20 στρέμματα σταφίδος θὰ πάρῃ 105 ὀκάδας οἴνου— διὰ τοῦ Νομοσχεδίου σας δὲν ἐπιβάλλετε φόρον εἰς τὴν χονδρικὴν πώλησιν— ὁ ἰδιοκτήτης αὐτὸς θὰ μεταβῇ εἰς τὸν οἰνοπώλην καὶ θὰ εἴπῃ: δός μοι 105 ὀκάδας οἴνου, ἀνήκει εἰς τὴν χονδρικὴν πώλησιν, ὁ ὁποῖος θέλει χρησιμεύσει πρὸς καλλιέργειαν τοῦ κτήματός μου, καὶ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν εἶναι 105 ὀκάδων, δὲν ὀφείλω νὰ πληρώσω κανένα φόρον. Ὁ οἰνοπώλης τί θὰ κάμῃ; θὰ ἀναζητήσῃ μέσα εἰς τὰ βαρέλιά του νὰ εὕρῃ βαρέλιον χονδρικῆς πωλήσεως, καὶ οὐχὶ βαρέλιον λιανικῆς πωλήσεως, ἢ ἐκ τοῦ αὐτοῦ βαρελίου θὰ πωλῇ χονδρικῶς καὶ λιανικῶς; Ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος δὲν ὑποβάλλεται, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, εἰς φόρον. Ὑποθέσατε ἄλλον ἰδιοκτήτην, ἔχοντα 18 στρέμματα σταφίδος, καὶ μὲ τὸ ἴδιον ποσὸν τῶν ἡμερομισθίων καλλιεργουμένης τῆς γῆς, αὐτὸς ἔχει ἀνάγκην 96 ὀκάδων οἴνου, ἑπομένως αὐτὸς θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Βλέπετε λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ ἄτοπον; ὁ εἷς θὰ πληρώσῃ φόρον καταναλώσεως, διότι θὰ δαπανήσῃ 96 ὀκάδας, ὁ δὲ ἄλλος δὲν θὰ πληρώσῃ φόρον καταναλώσεως, διότι ἔχει ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ 105 ὀκάδας. Ἔρχεται τρίτος, ὅστις ἔχει 17 στρέμματα σταφίδος —καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο·—ὑπάρχουν σταφίδες, ὅπου δὲν ἀρκοῦν τὰ 3½ ἡμερομίσθια, ἀλλὰ 4 καὶ 4½· ἀλλ’ ἐγὼ θέτω 4· ὥστε 4 Χ 10=40 4 Χ 7=28, 40+28= 68 + 34 = 102 ὀκάδες· αὐτὸς ὑπάγεται εἰς τὴν χονδρικὴν πώλησιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ ἔχων τὰ 20 στρέμματα καὶ ὁ ἔχων τὰ 17 στρέμματα ὑπάγεται εἰς τὴν χονδρικὴν πώλησιν καὶ ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου· ὁ δὲ ἔχων τὰ 18 στρέμματα ὑπάγεται εἰς τὴν λιανικὴν πώλησιν καὶ ὑποβάλλεται εἰς αὐτόν. Κατὰ τὸ Νιμοσχέδιον, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ πωλῶν οἴνους λιανικῶς νὰ δηλώσῃ εἴτε εἰς τὸν οἰκονομικὸν Ἔφορον, εἴτε εἰς τὸν Δήμαρχον, καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τῶν δοχείων, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, καθὼς ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ὁ ἀμπελοκτήμων, καὶ πέραν τῆς ἀδείας αὐτῆς δὲν δύναται νὰ πωλήσῃ οἶνον· διότι, ἐὰν πωλήσῃ οἶνον πέραν τῆς ἀδείας, ἔρχεται τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους, ὅπερ εἶναι τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Νομοσχεδίου. Ἐδήλωσα ἐγὼ ὁ ἀμπελοκτήμων, ὅτι θὰ πωλήσω 5,000 ὀκάδας οἴνου καὶ θὰ τὸν πωλήσω λιανικῶς, αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχω. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ἅμα δηλώσω, ὀφείλω νὰ πληρώσω καὶ τὸν φόρον· διότι ὁ φόρος αὐτὸς, ὡς βλέπετε, καταβάλλεται κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου, 1 Φεβρουαρίου καὶ τὸ βραδύτερον 1 Μαρτίου. Ἀλλὰ ἐνῶ ἐπλήρωσα τὸν φόρον, μοὶ παρουσιάζεται ἀγοραστὴς, ἔχων συμφέρον νὰ μεταφέρῃ τὸν οἶνον ἀλλαχόσε, ὅπου εἶναι ἀκριβώτερος, καὶ μοὶ προσφέρει τιμὴν συμφέρουσαν, καὶ πωλῶ τὸν οἶνον χονδρικῶς· ἐγὼ ἐπλήρωσα αὐτὸν τὸν φόρον. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ μέγα ποσὸν, θὰ μεταχειρισθῶ μικρότερον. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχω βαρέλιον 150 ὀκάδων καὶ τὸ ἐδήλωσα ὅτι θέλω τὸ πωλήσει λιανικῶς· ἀλλ’ ἔρχεται εἰς καὶ μοὶ δίδει τιμὴν μεγαλειτέραν ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον τὸν πωλήσει, ἐὰν τὸν ἐπώλουν λιανικῶς. Πωλῶ τὸν οἶνον αὐτὸν, ὁ δὲ ἀγοραστὴς μεταφέρει αὐτὸν εἰς ἄλλο μέρος· ὁ φόρος διὰ τὸν οἶνον αὐτὸν εἶναι πληρωμένος. Ὁ ἄλλος, ὅστις παρέλαβε καὶ θὰ πωλήσῃ αὐτὸν λιανικῶς, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ φόρον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐνῶ διὰ τὸν ἕνα οἶνον δὲν θὰ πληρώσωμεν φόρον, διὰ τὸν ἄλλον θὰ πληρώσωμεν διπλάσιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ καθιεροῖ τὸ Νομοσχέδιον. Ὑποθέσατε δύω ξενοδοχεῖα ἐν Ἀθήναις. Τὸ ἓν τῶν ξενοδοχείων καταναλίσκει 150 ὀκάδας οἴνου τὴν ἡμέραν, καὶ τὸν οἶνον αὐτὸν τὸ ξενοδοχεῖον τὸν ἀγοράζει χονδρικῶς· ἑπομένως θὰ τὸν ἀγοράσῃ ἀπὸ βαρέλιον χονδρικῆς πωλήσεως καὶ δὲν θὰ πληρώσῃ τὴν κατανάλωσιν. Ὁ ἕτερος ὅμως ξενοδόχος καταναλίσκει 90 ὀκάδας· ἑπομένως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ οἰνοπωλεῖον καὶ νὰ ἀγοράσῃ τὸν οἶνον καὶ νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Πῶς λοιπὸν θέλετε κατορθώσει σεῖς νὰ εὑρίσκητε πόσον ποσὸν καταναλίσκει ὁ ξενοδόχος; ἴσως εἴπετε, ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν θὰ τὸν ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ ξενοδοχεῖα. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ τοποθετήσητε εἰς ὅλα τὰ ξενοδοχεῖα καὶ ὅλα τὰ χάνια τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ἕνα ἐπιστάτην, διὰ νὰ σᾶς βεβαιώνῃ πόσον οἶνον καταναλίσκει ἕκαστον ξενοδοχεῖον ἢ χάνι. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ καταδολιεύωνται τὸ Δημόσιον, καὶ ἐὰν παραδεχθῇ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, θὰ τὸ καταδολιευθῶσι· διότι τὸ Νομασχέδιον χιλίας ἀνοίγει θύρας καταχρήσεων. Ὑποθέσατε, ὅτι δύω, ἔχοντες ἀνάγκην νὰ ἀγοράσωσιν ἀπὸ 50 ὀκάδας οἴνου, λέγουν πάμε εἰς τὰ Καλάβρυτα π. χ. ἢ ἄλλο μέρος τῆς Πελοποννήσου νὰ ἀγοράσωμεν ἀντὶ πεντήκοντα, πεντήκοντα καὶ μίαν ὀκάδας ἕκαστος, ἀγοράζομεν οὕτως 102 ὀκάδας, τὸν μεταφέρομεν καὶ τὸν διανέμομεν, ἀπαλλασσόμενοι τοῦ φόρου. Πλὴν τούτων ἔχει καὶ μύρια ἄλλα ἐλαττώματα· ἀλλὰ καὶ μόνον αὐτὰ ἐὰν εἶχεν, ὁ φόρος θὰ ἦναι ἐλάχιστος· διότι, κατὰ τοὺς ἰδίους ὑμῶν ὑπολογισμοὺς, ὁ φόρος οὗτος δὲν δύναται νὰ ᾖναι πλέον τοῦ 1,500,000, ἐὰν τῷ ὄντι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐδώσατε εἰς τὴν Βουλὴν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀληθεῖς· ἐὰν ὅμως αἱ πληροφορίαι σας δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀληθεῖς, τοῦτο ἐπιβαρύνει ὑμᾶς. Ζητεῖτε τὴν καταμέτρησιν, ὑποχρεώνετε δὲ τὸν ἀμπελοκτήμονα καὶ τὸν οἰνοποιὸν, ἐπὶ ποινῇ αὐστηροτάτῃ, νὰ δηλώσῃ ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον ἐντὸς τῶν βαρελίων του πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον. Ἐρωτήσατε ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἀμπέλους, οἱ ὁποῖοι κάμνουν οἶνον, δύνανται ἀκριβῶς καὶ ὡς ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος νὰ σᾶς ὁρίσουν μέχρις ὀκάδος τὸ ποσὸν τὸ περιεχόμενον ἐντὸς τῶν βαρελίων των; Ἀλλὰ λέγουν, θὰ στείλωμεν εἰδικὸν νὰ καταμετρήσῃ· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς πλείστους οἴνους τῆς Ἑλλάδος ἡ καταμέτρησις νὰ γείνῃ, ὅταν τὰ βαρέλια εἶναι γεμάτα, διότι αὐτὴ ἡ καταμέτρησις, ὁ ὁποία θὰ γείνῃ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἐργαλείου αὐτοῦ, δύναται νὰ βλάψῃ τὸν οἶνον. Πᾶσα δὲ καταμέτρησις τοῦ οἴνου καταστρέφει αὐτόν· καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ὀχυρούμενος ὄπισθεν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀντισταθῇ διὰ τῶν ὅπλων, διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ καταστρέψετε τὴν ἰδιοκτησίαν του, καθόσον οὐδεὶς, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀφαιρεῖται τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἐπακριβῶς νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀμπελοκτήμων, ὁ οἰνοπώλης, ὁ οἰκοκύρης τέλος πάντων, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον περιέχουν τὰ βαρέλιά του· διότι ὁ οἶνος, ῥιπτόμενος εἰς τὰ βαρέλια καὶ μὴ κατασκευαζόμενος ἐν Ἑλλάδι ὅπως ἀλλαχοῦ, διαφέρει κατὰ τὰς διαφόρους Ἐπαρχίας, καὶ ἄλλως ἔχει εἰς τὰς Ἀθήνας, ἄλλως εἰς τὰς Πάτρας, ἄλλως εἰς τὸν Πύργον κτλ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐντὸς τῶν βαρελίων. Ἐθεώρησαν εὔκολον πρᾶγμα τὴν καταμέτρησιν, καὶ ἑπομένως διώρισαν ὑπάλληλον τῆς καταμετρήσεως αὐτῆς. Ἡ καταμέτρησις αὕτη εἶναι δύσκολος· καὶ εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν διαφωνήσῃ ὁ ἀμπελοκτήμων ἢ οἰνοποιὸς πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ ἐφόρου, τότε ἡ καταμέτρησις γίνεται ἐκ δευτέρου ἀπὸ τὸν Γεωμέτρην. Μὰ πρὸς Θεοῦ, εἶναι εἰς κατάστασιν οἱ γεωμέτραι νὰ μετρήσωσι κυβικῶς τὸν περιεχόμενον οἶνον ἐντὸς τοῦ βαρελίου! εἰς ποίαν γεωμετρίαν ἐπιθυμῶ νὰ μάθω περιέχεται κυβικῶς πόσας ὀκάδας περιέχει ὁ ὄγκος τοῦ βαρελίου, διὰ νὰ ἠξεύρῃ ὁ Γεωμέτρης νὰ μετρήσῃ; Τότε δύναται νὰ μετρήσῃ, ὅταν τῷ ἐπιτρέψετε νὰ κόψῃ τὸ βαρέλι εἰς δύω, νὰ γίνουν δύω κόλουροι κῶνοι, καὶ τότε πάλιν νὰ μετρήσῃ τὴν ὅλην στερεότητα τοῦ βαρελίου. Μόνον διὰ τῆς μηχανῆς, ἥτις λέγεται σάγουμα, καταμετροῦνται τὰ βαρέλια, ἀλλ’ ὁ Γεωμέτρης δὲν εἶναι εἰδικὸς νὰ μεταχειρισθῇ τὸ ἐργαλεῖον αὐτό. Ὁ Γεωμέτρης γνωρίζει κάθε ἄλλο παρὰ νὰ καταμετρήσῃ κυβικῶς πόσος οἶνος περιέχεται ἐντὸς τοῦ βαρελίου. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις καὶ δυσκολίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀναγκαίως θὰ ὑποκύψωμεν. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ ἄλλοι, διότι εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολήσωμεν ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ αὐτά. Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὄχι μόνον δὲν θὰ δώσῃ εἰσοδήματα, ὡς ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀπ’ ἐπεναντίας θὰ μεταβάλῃ, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κοντυγούρης, εἰς ἀμοιβαίους κατασκόπους τοὺς πολίτας, ὅπως ὁ εἷς καταγγέλλῃ τὸν ἕτερον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν τελευταίαν του ὁμιλίαν, ὅταν τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ καταμέτρησις τοῦ οἴνου εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον δαπανηρὰ, ὥστε πολλάκις ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη πρὸς καταμέτρησιν εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου, εἶπεν ὅτι ἡ καταμέτρησις δὲν εἶναι πάντοτε ὑποχρεωτικὴ, ἀλλὰ δύναται ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ διατάξῃ καταμέτρησιν, ἀλλὰ νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν δήλωσιν. Καὶ εἶναι φοβερὸν αὐτὸ τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς Οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν ἢ ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, ἢ τὸ σύστημα τῆς καταμετρήσεως. Δὲν δύνασθε νὰ ἀφήσητε τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς καταμετρήσεως εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, διότι θέλετε δώσει εἰς αὐτὸν τὰ μέσα τῶν φοβερωτέρων καταπιέσεων καὶ καταχρήσεων, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, εἴτε ὑπείκων εἰς τὴν πολιτικὴν, εἴτε ὑπείκων εἰς τὸ ἴδιον συμφέρον, θέλει κρατεῖ εἰς τὰς χεῖράς του ἓν ὅπλον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἀπειλεῖ. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ ἀκολουθήσητε δύω συστήματα ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ἀκολουθήσητε ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σύστημα, ἢ τὸ τῆς καταμετρήσεως ἢ τὸ τῆς δηλώσεως. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ πρώτου Νομοσχεδίου ἐπιβάλλει τὸν φόρον καταναλώσεως καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος (ἀναγινώσκει). Βλέπετε, ὅτι διέκρινε τοὺς δύω φόρους, καὶ τὸν μὲν ἔγγειον φόρον πολὺ ὀρθῶς καὶ δικαίως δὲν ἐπέβαλεν εἰς τοὺς Ἑπτανησίους, τὸν φόρον δὲ τῆς καταναλώσεως ὡς φόρον τοιοῦτον τὸν ἐπιβάλλει, καὶ δικαίως εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα· καὶ σήμερον διατί ἐξαιρεῖται ἓν μέρος;

§27ΡΩΜΑΙΟΣ. Φέρετε πρότασιν ἀφομοιώσεως.

§28ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φέρετε πρότασιν ἀφομοιώσεως! Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ μὴ μὲ διακόπτετε· ὁμιλῶ περὶ τοῦ συστήματος, δὲν ἔχετε δικαίωμα, δὲν ἔχει κανεὶς δικαίωμα, εἰς τὴν Ἐπικράτειαν, ὅταν ἐπιβάλληται εἷς φόρος, νὰ μὴ ἐπιβάλλητε εἰς ὅλους, καὶ ὅταν ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι καταναλώσεως. Διατί ὁ Ἑπτανήσιος, εὑρισκόμενος ἐν Ἑπτανήσῳ, νὰ πίνῃ τὸν οἶνον καὶ νὰ μὴ πληρώνῃ φόρον καταναλώσεως, ἀλλ’ ὅταν μεταβαίνῃ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ πίνῃ οἶνον, νὰ πληρώνῃ φόρον καταναλώσεως;

§29ΑΝΤΥΠΑΣ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καθυστερεῖτε, πρέπει νὰ φροντίσητε νὰ πληρώσητε.

§30Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν, πληρώνουν· ὅσοι καθυστεροῦν πρέπει νὰ πληρώνουν, δὲν εἴμεθα ἐναντίοι, ἀλλὰ νὰ φορολογώμεθα ὅλοι ἐξ ἴσου· διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ ἡ καταπίεσις, ἡ ὁποία γίνεται. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦν τὰ 60,000,000, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γεμίζουν τὰ Ταμεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐκεῖνοι μετέβαλον τὴν ὄψιν τῆς Ἑλλάδος εἰς ὄψιν πολιτισμένου Ἔθνους· καὶ βεβαίως κατ’ ἐκείνων πάντοτε τείνουν τὰ βέλη σας, ἀλλ’ εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυροὶ ἐκεῖνοι διὰ νὰ μὴ φοβῶνται ἀπὸ τοιαῦτα βέλη. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη εἶναι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμελετήθη, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, διότι ἐὰν δὲν ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἤθελεν ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιβληθῆ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι δίκαιον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ ἐπιβάλλωμεν καὶ τοὺς φόρους ὡς ῥοσφέτια, διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν τοὺς φίλους μας, τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας.

§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ εἰς τὴν μερίδα σας Ἑπτανήσιοι.

§32ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω καὶ ἀρχικὸν λόγον νὰ ἦμαι κατὰ τοῦ Νογοσχεδίου· διότι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπατήσω τοὺς ἐκλογεῖς μου· εἰς τὰ καθέκαστα ὡμίλησα, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἢ, ἂν ἐφαρμοσθῇ, θὰ καταθλίψῃ, καὶ ἂν θὰ καταθλίψῃ, θὰ ἐπιβαρύνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπερψηφίσουν. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, δι’ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, ὅπως σᾶς ἐπανέλαβον, κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος ἀπεστάλην ἀντιπρόσωπος ἐνταῦθα.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§34ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἀπαντήσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί;

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζήτησέ τις τὸν λόγον.

§36Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ (καταλαμβάνων τὸ βῆμα). Ἠρώτησα ἂν ἡ Κυβέρνησις πρόκηται ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν γενομένων παρατηρήσεων κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι καθῆκον εἶχε βαρὺ νὰ τὸ πράξῃ Δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος, δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ φόρου 4,000,000 περίπου· πρόκειται δὲ καὶ περὶ εἰσαγωγῆς νέου συστήματος φορολογίας, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐλειτούργησεν ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι εἶναι καταστρεπτικὸν, ὅτι διαφθείρει τὴν κοινωνίαν καὶ ὅτι εἶναι μεστὸν κινδύνων διὰ τὴν Πολιτείαν· ἀφίνουσιν ἔκθετον τὸ Νομοσχέδιόν των, καὶ ἀρκοῦνται εἰς τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας, κατεχόμενος ὑπὸ ἀηδίας, ἣν καὶ εἰς ἡμᾶς μετέδωκεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρκοῦνται εἰς τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἐν μεγίστῃ αὐταπαρνησίᾳ ἔκαμε τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ὁ ἐκ Τριπόλεως Βουλευτὴς κ. Ζέγγελης! Καὶ ἔχουσι δίκαιον νὰ τὸ ἀφήσωσιν ἔκθετον, διότι εἶναι ὄντως νόθον τὸ Νομοσχέδιον αὐτό· μέχρι τοῦδε ἔχομεν δύω ἢ τρεῖς ἐκδόσεις αὐτοῦ, δὲν εἶναι δὲ γνωστὸς οὔτε ὁ πατὴρ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Τὸ κατὰ πρῶτον ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον ἦτο καὶ ἐκεῖνο ἄδικον, ἦτο καὶ ἐκεῖνο ἐπιβλαβὲς, ἀλλ’ εἶχε βάσιν τινὰ ἐπιστημονικήν. Ἐπέβαλε μὲν φόρον καταναλώσεως, εἰσῆγεν ἀληθῶς τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὶν ἢ εἰσάξωμεν, πρέπει πολὺ, κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος, νὰ σκεφθῶμεν, ἀλλὰ μετέβαλε συγχρόνως τὸν τρόπον ἁπλῶς τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῆς ἐγγείου φορολογίας. Ἦτο, εἶπον, ἐπιστημονικὸν, ἀλλ’ ἦτο συγχρόνως καὶ συνταγματικόν. Τὸ Νομοσχέδιον ὅμως, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον μετὰ ταῦτα, καὶ ὑπέβαλεν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ὄχι πεποιθυῖα εἰς τὰς νέας ἰδέας, ὄχι μελετήσασα, ἀλλ’ ὑποχωρήσασα εἰς τὴν ἀπόκρουσιν ἧς ἔτυχε τὸ Νομοσχέδιόν της τὸ πρῶτον παρὰ τοῖς φίλοις αὐτῆς, ὑπέβαλε Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναιρεῖ ὅλας τὰς ἀρχὰς, τὰς διεπούσας τὰ τῆς φορολογίας, ἰδίως ἐν Συνταγματικῷ Κράτει. Ἐπανειλημμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφερεν ἐντεῦθεν τὴν βλασφημίαν, ὡς δικαιολογίαν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι κατήργησε τὸν ἔγγειον φόρον, καὶ ὅτι τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει, τὸν ἐπιβάλλει εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἀφίνω τὴν τερατολογίαν ταύτην ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, ἂς κρίνῃ πᾶς τις ὅστις γινώσκει τὰ οἰκονομικὰ τί σημαίνει δι’ ἕνα ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ λέγειν, ὅτι ἀντικαθιστᾷ διὰ φόρου καταναλώσεως ἔγγειον φόρον! Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος παρατηρῶ, ὅτι παραβιάζουσι τὴν θεμελιωδεστάτην ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, καταργοῦντες τὴν ἔγγειον φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου καὶ πάντες συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Τίς σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα μίαν τάξιν γεωργικὴν νὰ τὴν ἐξαιρέσητε ἀπὸ τοῦ γενικοῦ κανόνος; Τίς δὲ σᾶς ἔδωκε τὸ ἕτερον δικαίωμα, ὅπερ προσβάλλει ἔτι μᾶλλον τὴν δικαιοσύνην, νὰ ἐξαιρέσητε τὴν αὐτὴν τάξιν καὶ ἀπὸ τὸν νέον φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε εἰς τὸν λαόν, νὰ ἐξαιρέσητε τουτέστι συγχρόνως τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου καὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως; Ἐν Γαλλίᾳ, εἰς ἣν κατ’ ἐπίφασιν μᾶς παραπέμπετε, ὡς θέλω ὑπεραποδείξει, ἐκεῖ, ἔνθα ὁ ἔγγειος φόρος ὑφίσταται, ἰδοὺ τί φρονοῦσι περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐκ μόνου τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως: «Ἑτέρα ἀνισότης καὶ ἀδικία τοῦ συστήματος τούτου εἶναι, ὅτι πάντες οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου δι’ ὅσον οὗτοι καταναλίσκουσιν οἶνον. Ὥστε μέγα μέρος τοῦ γαλλικοῦ λαοῦ δύναται νὰ καταναλίσκῃ οἶνον, χωρὶς οὐδένα νὰ πληρώνῃ φόρον! Δέκα ἑκατομμύρια Γάλλων εἶναι ἀπηλλαγμένοι δικαιώματος, ὅπερ παρέχει μέγιστον εἰσόδημα εἰς τὸ Κράτος!» Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι τόσῳ ἄδικα, τόσῳ ἄνισα, ὥστε ἔπρεπεν, εἰς ἡμᾶς ἰδίως τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες αὔριον θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἡμῶν, νὰ ἐμπνεύσωσι φρίκην. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως οἱ κ. Ὑπουργοὶ μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως καὶ οἱονεὶ πλέκοντες τὸν ἔπαινον αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως εἶναι μεταξὺ τῶν ἐμμέσων φόρων ὅ,τι δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀδικώτερον, ἐπαχθέστερον, μᾶλλον ἐπικίνδυνον. Ἂν δὲ καταφεύγωσιν εἰς τοὺς φόρους τούτους τὰ ἔθνη, καταφεύγουσιν ἐν τῇ δυστυχίᾳ, καταφεύγουσιν εἰς αὐτοὺς πρὸς πλήρωσιν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν. Δὲν φρονεῖ ὅμως οὐδεὶς ἐκ τῶν σπουδαίως μεριμνώντων περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ἐθνῶν καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς εὐεξίας αὐτῶν, οὐδεὶς φρονεῖ σπουδαίως, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι, ἰδίως δὲ οἱ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἔχουσι τὰ στοιχεῖα τῆς ἰσότητος, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἠθικότητος, ἅτινα πρέπει ὅσον ἔνεστι νὰ ἔχωσι πάντες οἱ φόροι. Ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως προσβάλλει τὸ πρώτιστον δικαίωμα, τὸ τῆς ἰσότητος, διότι ἐπιβάλλει τὸν φόρον δυσαναλόγως πρὸς τὴν περιουσίαν, πρὸς τὸ εἰσόδημα ἑκάστου καταναλωτοῦ, φορολογεῖ τὸ ποσὸν τὸ ὑπ’ αὐτοῦ καταναλισκόμενον, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, ἀδιαφορῶν καὶ περὶ τῶν μέσων, ἅτινα ἔχει νὰ διαθέσῃ ὁ καταναλίσκων. Σᾶς ἔφερον ἄλλοτε τὸ ἑξῆς παράδειγμα ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐπιβάλλουσι φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 3 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, ἐνῶ ὑπάρχει καπνὸς 60 λεπτῶν εἰς τὸν ὁποῖον ἀρκεῖται ὁ πτωχὸς καταναλωτής, ὑπάρχει ὅμως καὶ καπνὸς 10 καὶ 15 καὶ 20 δραχμῶν. Εἰς τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον καταναλωτὴν ἐπιβάλλετε φόρον 3 δραχμὰς, τουτέστι 500%, ἐνῶ εἰς τὸν εὔπορον, τὸν πλούσιον, ὁ φόρος δύναται ν’ ἀναλογῇ πρὸς 10 μόνον ἢ καὶ ὀλιγώτερα τοῖς ἑκατὸν. Ἂν δ’ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἡ ἀνισότης αὕτη κινῇ εἰς ἀγανάκτησιν, φαντασθῆτε τί θὰ συμβαίνῃ ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀντικειμένου πρωτίστης ἀνάγκης μετὰ τὸν ἄρτον ἢ μᾶλλον μετ’ αὐτοῦ. Οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως προσβάλλουσι τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον διὰ τῶν καταθλιπτικῶν μέσων τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν, ἅτινα καθιστῶσιν ἀναγκαῖα, ἀπαραίτητα. Οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως προξενοῦσι καὶ ἄλλο τι, χεῖρον ἔτι, κανονίζουσι τεχνικῶς, οὕτως εἰπεῖν, καὶ αὐθαιρέτως τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, διότι πρὸς βλάβην τῶν μικροτέρων κεφαλαίων προστατεύουσι τὰ μεγαλείτερα. Σᾶς φέρω ἐπίσης παράδειγμα τοῦ καπνοῦ. Θὰ καταρτίσητε, ὡς λέγετε, ἐργοστάσια κοπῆς καπνοῦ, θὰ τὰ ἐγκαθιδρύσητε εἰς ὀλίγα τινὰ μέρη· διότι ἄν, ὡς ὠφείλατε ἄλλως, καταρτίσητε αὐτὰ πανταχοῦ ὅπου ἀνάγκη, δὲν θ’ ἀρκέσῃ διπλάσιον ποσὸν τοῦ ἐλπιζομένου φόρου πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπαλλήλων. Τί θὰ συμβαίνῃ ἐκ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ; Ὅλοι οἱ περίοικοι, οἱ σήμερον ἐλευθέρως ἐμπορευόμενοι τὸν καπνὸν, θὰ γίνωσι δοῦλοι ἐκείνων τῶν καπνοπωλῶν, οἵτινες εὑρισκόμενοι εἰς τὸ κέντρον, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου θὰ ἱδρυθῇ τὸ ἐργοστάσιον, θὰ δύνανται ἀκόπως, ἀκινδύνως καὶ ἀνεξόδως νὰ κόπτωσι τὸν καπνὸν αὐτῶν ἐγκαίρως καὶ καλῶς· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι θ’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ 20 ὡρῶν ἀποστάσεως ὁ μικρὸς καπνοπώλης τῶν Δήμων καὶ τῶν χωρίων διὰ νὰ φθάσῃ μὲ τὸν καπνόν του εἰς φύλλα εἰς τὸ μέρος ὅπου ὑπάρχει τὸ ἐργοστάσιον. Εἶναι κακοὶ καὶ ἀποφευκτέοι οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως, διότι ἀπαιτοῦσι μεγάλα ἔξοδα πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν, γινώσκετε δὲ πάντες, ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυριωτάτων ὅρων τοῦ καλοῦ φόρου εἶναι οὗτος, τὸ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ὅσον ἔνεστι πλειότερον ποσὸν ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ βαλάντια τοῦ φορολογουμένου. Βλάπτουσι καιρίως, περιστέλλοντες καὶ παρακωλύοντες αὐτὰς τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας τῆς κοινωνίας, ἀφαιροῦντες ἐξ αὐτῶν ἐργατικὰ στοιχεῖα, ὅπως στρατολογήσωσι τὸ σμῆνος τῶν φορολόγων, ἑπομένως ἀνακόπτουσι τὴν κοινωνικὴν πρόοδον. Ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως δὲν ἐπάγεται μόνον ταῦτα τὰ μέγιστα ἄλλως ἄτοπα, ἀλλὰ διαφθείρει συγχρόνως τὴν κοινωνίαν, καὶ ἔχει ὡς ἀφεύκτους συνεπείας κινδύνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰσάγουσι καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐγκαυχῶνται! Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου τὰς ὀλεθρίους συνεπείας ἐν τῇ ἐφαρμομῇ του θέλομεν ταχέως ἴδει, ὑπὲρ οὗ δὲν καταδέχονται οὐδὲ νὰ ἀγωνισθῶσιν οἱ κυβερνῶντες τὸν ἀτυχῆ τοῦτον Τόπον; πεποιθότες ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις μεταξὺ τῶν φίλων αὐτῶν δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ γινώσκοντες ἐκ τῶν προτέρων τοῦ ἀριθμοῦ τὴν ὑπεροχήν! Ἀλλὰ δὲν συζητοῦνται οὕτω, κύριοι Ὑπουργοί, τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια. Σᾶς εἴπομεν ἐπανειλημμένως ἐντεῦθεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐγείρομεν πολιτικὰ συζητήσεις πολεμοῦντες τὰ Νομοσχέδιά σας ταῦτα· πρὸς τί ὀχυροῦσθε ὄπισθεν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης πάντοτε; Θέλετε λοιπὸν νὰ κλείσετε τὴν συζήτησιν, προκειμένου νὰ ἁρπάσητε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸν ἄρτον αὐτοῦ! Αἱ βάσεις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τοῦ φόρου εἶναί τι παράδοξον καὶ ἀκατανόητον· διαιρεῖ τὸν Τόπον αὐθαιρέτως καὶ συμπτωματικῶς κατὰ πληθυσμοὺς πόλεων καὶ χωρίων, καὶ ἐπιβάλλει τὸν φόρον διὰ κλίμακος, ἀναλογούσης πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἑκάστου αὐτῶν· εἶναι δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τελευταίου ὅρου καὶ τοῦ ἀνωτάτου μεγίστη· διότι, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον, ὁ ἀνώτατος ὅρος ἦτο τὸ ἑξαπλάσιον τοῦ κατωτάτου, κατὰ δὲ τὴν τροποποίησιν εἶναι τὸ πενταπλάσιον αὐτοῦ. Ἐγένετο τοῖς κυρίοις Ὑπουργοῖς ἡ παρατήρησις αὕτη· ἐῤῥέθη πρὸς αὐτοὺς ὅτι εἶναι ἀδικώτατος ὁ προσδιορισμός, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν λογικὴν βάσιν· ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τί μᾶς εἶπεν; ὀλίγας μόνον ὠχρὰς λέξεις, ἀλλὰ καταδικαζούσας αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν, ὅτι ὑπερασπίζεται· μᾶς εἶπεν, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὅτι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις θὰ γίνηται ζήτησις πολλὴ καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου οἱ ἔμποροι, οἱ οἰνοπῶλαι, θὰ κερδίζωσιν ἐπανειλημμένως ποσὰ, ὥστε τὸ ὑπερβάλλον τοῦ φόρου θὰ καλύπτηται ἀπὸ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ κέρδους, καὶ ἐπίστευσεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς ὅτι ἐφεῦρέ τι σπουδαῖον, ὡς νὰ πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν οἱ οἰνοπῶλαι. Ἐν ταῖς πόλεσι, κύριε Καλλιγᾶ, οἰκοῦσιν οἱ πτωχότεροι τῶν καταναλωτῶν, ἐν ταῖς πόλεσι πωλοῦνται χάριν αὐτῶν τῶν δυστυχῶν καταναλωτῶν οἱ εὐθηνότεροι οἶνοι, καὶ σεῖς ἐπιβάλλετε ἐπ’ αὐτῶν τὸν ἀνώτατον τοῦ φόρου ὅρον! Μᾶς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι εἰς τὰς μεγάλα πόλεις εἰσάγονται καὶ οἶνοι μεγάλης ἀξίας. Ἀπορῶ διατί εἶπε τοῦτο, ἀφοῦ καὶ τὸ Νομοσχέδιον ἀναγράφει καὶ αὐτὸς ἐπανειλημμένως ἀνεκήρυξε τὴν παράδοξον ἀρχὴν, ὅτι περὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ὅτι αὐτὴ δὲν λαμβάνεται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν. Τί κοινὸν δὲ μεταξὺ τῆς ἀδικίας τοῦ τοιούτου προσδιορισμοῦ, ἣν καταδεικνύομεν ἡμεῖς, καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἀλλὰ σπανίου σχετικῶς πρὸς τὸ ποσὸν πολυτιμοτέρου τῶν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εἰσαγομένων οἴνων; Ἀλλ’ εἶπε συγχρόνως ὁ κύριος Καλλιγᾶς ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ὡς καὶ ὅλα τὰ νέα φορολογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς φιλοδωρεῖ, τὸ παρέλαβεν ἐκ τῆς Γαλλίας, ὅτι ἐκεῖ, ἐν τόπῳ πεπολιτισμένῳ, ὅπου ἡ διοίκησις καλῶς λειτουργεῖ, ὅτι ἐκεῖ αὐτὸς καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἔχοντες τὴν ὁδηγίαν τῆς πείρας τῆς ἐν Γαλλίᾳ, ἐπωφελήθησαν αὐτῆς ἵνα συντάξωσι τὸ Νομοσχέδιόν των. Ἀλλὰ θὰ ἐκπλαγῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅταν διὰ κειμένων σᾶς ἀποδείξω ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐμιμήθησαν κατ’ οὐδὲν τὴν Γαλλίαν, οὐ μόνον διέστρεψαν πρὸς βλάβην τῶν ἐν Ἑλλάδι καταναλωτῶν, τῆς ἐν Ἑλλάδι προόδου τῆς γεωργίας καὶ βιομηχανίας, τῆς ἐν Ἑλλάδι ἠθικῆς, τὰς ἐν Γαλλίᾳ ἰσχυούσας διατάξεις, ἀλλὰ καὶ ἐξέλεξαν ἀκριβῶς ἐκείνας ἐξ αὐτῶν, ἃς οἱ Γάλλοι κατήργησαν, ἢ τὰς ὁποίας καταρῶνται! Παρέλαβον ἰδίως καὶ ἀποκλειστικῶς ἐκείνην τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐνέσπειρε, διετήρησε καὶ ὑπέθαλψε μεταξὺ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, τῶν τάξεων τῶν ἀπόρων, καὶ τῶν ἀνωτέρων, τῶν εὐπόρων, τὸ μῖσος καὶ τὴν ἀντιζηλίαν, παρέλαβον τὴν λιανικὴν πώλησιν! Ἀλλ’ εἶναι κἂν ἀληθὲς, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἔχουσιν ὡς μέτρον τοῦ ὅρου τοῦ φόρου τῆς λιανικῆς πωλήσεως τὸν πληθυσμόν; Ὄχι! μία μόνον ὑπάρχει διάταξις, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην κατακρίνουσι καὶ ὅσον οὔπω καταργοῦσιν, ἄσχετος ὅμως ἐντελῶς πρὸς τὴν λιανικὴν πώλησιν, ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν 4,000 μέχρι 10,000 ὅπου τὸ Κράτος εἰσπράττει πρόσθετον δικαίωμα εἰσκομιδῆς. Ἰδοὺ τί περὶ τούτου ἔγραψαν οἱ εἰδικῶς περὶ τὰ φορολογικὰ τῆς Γαλλίας ἀσχοληθέντες καὶ ἐπανέλαβε μάλιστα ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας: «Τρίτη ἀδικία καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἐλαχίστων εἶναι τὸ ὑπὲρ τοῦ Κράτους πρόσθετον δικαίωμα εἰσκομιδῆς, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰς ὑπερβαινούσας τὰς 4 χιλιάδας ψυχὰς πόλεις. Τὸ δικαίωμα τοῦτο προστίθεται εἴς τε τὸ τῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ τῆς λιανικῆς πωλήσεως. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος δικαιολογῶν τὴν προφανεστάτην ταύτην ἀδικίαν». Ἂν δὲ μετεχειρίσθησαν τὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων ἐν Γαλλίᾳ, τὸν μετεχειρίσθησαν ἴσα ἴσα ἵνα καταργήσωσι τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἐπέβαλε παρ’ ἡμῖν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, μιμούμενος δῆθεν τὴν Γαλλίαν! Κατὰ τὸ 1875 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Sayi ἐξιστορίσας ὅλας τὰς ἀνισότητας, τὰς καταθλίψεις καὶ τὰς κατὰ τῆς ἠθικῆς προσβολὰς, τὰς ὁποίας ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ ἐπὶ τῶν οἴνων φόρου ἐπάγονται, προέτεινε τὴν κατάργησιν τῆς λιανικῆς πωλήσεως καὶ τὴν ἀντικατάστασιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων δι’ ἑνὸς μόνου δικαιώματος εἰσκομιδῆς εἰς τὰς πόλεις τὰς ὑπερβαινούσας τὰς 10,000 ψυχάς. Οὕτω μετεχειρίσθησαν τὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων ἐν Γαλλίᾳ. Τίς ἡ σχέσις τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ κ. Καλλιγᾶ πρὸς τὰ ἐκεῖ; Καὶ πῶς τολμῶσι νὰ παραπέμψωσιν ἡμᾶς εἰς τὰ ἐν Γαλλίᾳ, ἀφοῦ αὐτοὶ πράττουσιν ἐνταῦθα ὅλως τοὐναντίον; Ἀλλὰ τί φρονοῦσιν ἆρά γε ἐν Γαλλίᾳ περὶ τοῦ φόρου τῆς λιανικῆς πωλήσεως; φρονοῦσιν ὅτι οὐ μόνον εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ ἐξευτελιστικὸς τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν πολιτῶν, ὅτι καταβιβάζει τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, ὅτι εἶναι παραγωγὸς ἀνηθικότητος, ἐπιορκίας καὶ διαρκὴς ἀπειλὴ τῆς δημοσίας τάξεως. Τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐν Γαλλίᾳ ἐπεβλήθησαν πρὸ 80 περίπου ἐτῶν· ἔκτοτε ἡ κατ’ αὐτῶν ἀντίδρασις τῆς κοινωνίας ὑπῆρξε μεγάλη, ἐγέννησε μεταξὺ τῶν φορολογουμένων καὶ τῆς διοικήσεως δυσπιστίαν, συνετέλεσεν ἴσως εἰς τὴν κλόνησιν τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, αἵτινες ἀλληλοδιαδόχως ἐκυβέρνησαν τὴν Γαλλίαν. Εἶπον ἴσως, ἀλλὰ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων πράξεων τούτων τῶν Γαλλικῶν Κυβερνήσεων. Ὅτε τῷ 1814 ἐγένετο ἡ παλινόρθωσις ἐν Γαλλίᾳ, ἡ πρώτη ἀπαίτησις, ἣν ὁ λαὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἦτο ἡ κατάργησις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ὁ δὲ Κόμης d’ Artois διὰ διατάγματος κατήργησε ταῦτα τῇ 27 Ἀπριλίου 1814. Ἰδοὺ τὸ διάταγμα: «Γινώσκοντες τὰς πατρικὰς προθέσεις τοῦ Βασιλέως ὑπὲρ ἀνακουφίσεως τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταργήσωμεν πᾶν ὅ,τι ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος ἔχει μᾶλλον καταθλιπτικὸν καὶ νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν ὅσον ἀφ’ ἡμῶν ἐξήρτηται ἀνεκτὸν τῷ λαῷ».

§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί τὰ θέλεις αὐτά;

§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα φωνῆς λεγούσης: τί μᾶς ἐνδιαφέρουσιν αὐτά; Ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὰ πρὸ πάντων μᾶς ἐνδιαφέρουσι καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωσι καὶ τὴν φωνὴν ἐκείνην, ἂν ἀντιπροσωπεύῃ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας, ἥτις τὸν ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Τὸν φόρον τοῦτον ἤδη κατὰ πρῶτον εἰσάγομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡμεῖς, δὲν ἔχομεν δὲ ἄλλην πεῖραν, παρὰ τὴν τῶν λοιπῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ἐν οἷς ἡ διοίκησις εἶναι ἰσχυρὰ καὶ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα μᾶλλον ἀνεπτυγμένον ἢ ὅσον παρ’ ἡμῖν. Εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ προστρέξωμεν, ἵνα ἴδωμεν ἂν δὲν ἀνοίγωμεν τὴν ὁδὸν εἰς βάραθρον, οὐχὶ μόνον οἰκονομικόν, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς δημοσίας τάξεως. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὴν δημοσίαν τάξιν κλονεῖ τὸ παράπονον τοῦ λαοῦ, ὅταν τοῦτο ἐξέρχηται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ βαλαντίου αὐτοῦ. Αὐτὸ διδάσκει ἡ ἱστορία, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τῆς ἱστορίας τὰ διδάγματα, διότι καταπροδίδομεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἐν Γαλλίᾳ λοιπὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα κατηργήθησαν χάριν τῆς ἰσχύος καὶ δημοτικότητος τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἤτοι ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως εὐθὺς ἐν ἀρχῇ· ἀλλ’ ἀνεγράφησαν αὖθις ὑπὸ τῆς παλινορθώσεως, ἧς γινώσκομεν πάντες τὸ τέλος. Τί συνέβη ὅμως κατὰ τὴν πρώτην στιγμήν, καθ’ ἣν μετεβλήθη αὖθις ἡ μορφὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀνεκηρύχθη ἡ δημοκρατία; Πρώτη πρᾶξις τῆς δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἡ κατάργησις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διότι ἡ ὕπαρξις τούτων ἐθεωρεῖτο ὡς ἀδυναμία τῆς νέας Κυβερνήσεως, ὡς κίνδυνος τῆς δημοσίας τάξεως. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ Διάταγμα, ὅπερ ἐξέδωκεν ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις τοῦ 1848 ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρὸ μικροῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας κ. Duclerc. «Διάταγμα τῆς 31 Μαρτίου 1848. Θεωροῦντες ὅτι ὁ ἐν ἰσχύϊ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐπὶ τῶν ποτῶν δικαιώματος εἶναι τὰ μέγιστα καταθλιπτικὸς καὶ ἐπιζήμιος· ὅτι ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ προσβάλλει καιρίως τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν πολιτῶν· ὅτι ὁ ἐξυβριστικὸς τύπος τοῦ φόρου τούτου διατηρεῖ διηνεκῆ ἐρεθισμὸν καὶ δικαιολογεῖ τὸν δόλον· ὅτι ἐκ τούτων προκύπτουσι σοβαρώταται ζημίαι εἰς τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν ὑγείαν τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ μέχρι τῆς ζωῆς αὐτῶν....» Τίς εἶναι ὁ λόγος—καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸν εἴπῃ—διὰ τὸν ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι τὰ κακὰ ταῦτα δὲν ἀπειλοῦνται; Ἂν ἐγνωρίζετε τὴν Ἑλλάδα, ἢ ἂν, ἐπειδὴ δυστυχῶς δὲν γνωρίζετε αὐτὴν, ἐξητάζετε νὰ μάθητε, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι πολλαπλάσιοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ἐπαυξάνοντες τὸ κακὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς καταστάσεως ἡμῶν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πείρας διοικητικῆς ὑπαλλήλων ἐντριβῶν καὶ δεδοκιμασμένων, ἕνεκα μυρίων ἄλλων λόγων, οὓς πάντες γινώσκομεν. Διατί ἡ Κυβέρνησις, ἥτις πρέπει κατὰ πρῶτον νὰ βλέπῃ οὐχὶ εἰς τὰ βάθη τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔγκατα τῆς κοινωνίας, προτείνει φόρον, ὁ ὁποῖος ἀλλαχοῦ εἶναι οὐχὶ μόνον ἀντιδημοτικὸς, ὡς ἄνισος, ἄδικος καὶ ἐπαχθὴς, ἀλλὰ καὶ πρόξενος κινδύνων τῆς δημοσίας τάξεως; Εἷς τῶν ἐπισήμων δημοσιολόγων τῆς Γαλλίας, ὁ Fonfrède ἔγραψε κατὰ τὸν Parieu, ὅτι ὁ κυριώτατος λόγος τῆς ἀσθενείας τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων τῆς Γαλλίας ἦσαν οἱ ἐπὶ τῶν οἴνων φόροι. Καὶ ὑμεῖς ἐπιβάλλετε αὐτοὺς οὐ μόνον ἀνίσως, ἀλλὰ καὶ ἐν μέτρῳ βαρυτάτῳ! Ἀνίσως εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐξηγήσω. Τὸ ἐννοεῖτε πάντες ὅσοι γινώσκετε τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὴν γινώσκετε πάντες οἱ Βουλευταί. Ὁ πληθυσμὸς, ὅστις χρησιμεύει ὡς ἀναλογικὴ βάσις, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ οἴνου, ἐνῷ ἡ ποιότης τοῦ οἴνου ἔχει μεγίστην καὶ ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Συμβαίνει δὲ κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν κατὰ κανόνα ἐν Ἑλλάδι, ἐκεῖ ὅπου οἱ οἶνοι εἶναι πολυτιμότεροι, ἐκεῖ ὁ πληθυσμὸς νὰ ἦναι μικρότερος, καὶ ἐκεῖ ὅπου ὁ οἶνος εἶναι μηδαμινῆς ἀξίας, ὁ πληθυσμὸς νὰ ἦναι μέγας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος σᾶς εἶπε περὶ τῆς τιμῆς τῶν οἴνων ἐν Τριπόλει, ἧς ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 10,000 ψυχάς. Ὁ ὅρος τοῦ φόρου ἐκεῖ θὰ ἦναι μέγας, θὰ ἦναι 40, 60,100 πολλάκις τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου. Τίς δὲ εἶναι ὁ καλλίτερος, ὁ πολυτιμότερος οἶνος ἐν Ἑλλάδι; Εἶναι ἀναντιῤῥήτως ὁ τῆς Θήρας, ἡ δὲ πρωτεύουσα τῆς Ἐπαρχίας Θήρας πόσας νομίζετε ψυχὰς ἔχει; μόνον 700.

§39ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; τὰ 99 ἑκατοστὰ τοῦ οἴνου τῆς Θήρας, πλὴν τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καταναλίσκονται ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Σύρῳ, ὅπου θὰ πληρώνῃ φόρον βαρύτερον.

§40ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο καλλίτερον δι’ ὑμᾶς νὰ μὴ ἠθέλετε κάμει τὴν διακοπήν. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς κλίμακος κατὰ τόπους, ἐν Θήρᾳ δὲ, εἴτε μικρὰ εἴτε μεγάλη, γίνεται βεβαίως κατανάλωσις, ἥτις ὑποβάλλεται εἰς φόρον δυσανάλογον πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ Θηραϊκοῦ οἴνου, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 700 ψυχῶν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας σας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ καταπληκτικὸν τῆς ἀνισότητος ταύτης εἶναι προφανές. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ἀτόπως, ὅτι ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ τιμὴ τοῦ φορολογουμένου πράγματος, καὶ ὅπως ὅλα τὰ ἐδανείσθησαν δῆθεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, σᾶς ἐπρόσθεσαν ὅτι τοῦτο συμαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλ’ οὔτε ἐπιστημονικῶς ὀρθὰ εἶναι ταῦτα, οὔτε πραγματικῶς ἀληθῆ. Οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως μεταξὺ τῶν ἐλαττωμάτων αὑτῶν ἔχουσι πρώτιστον τοῦτο, ὅτι δὲν δύνανται νὰ τηρήσωσι τὴν ἀναλογικὴν ἰσότητα, ὅτι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν παρέχει τοιαύτας πρὸς τοῦτο δυσχερείας, ὥστε αἱ Κυβερνήσεις προτιμῶσι νὰ ἐπιβάλλωσιν ἐλαφρότατόν τινα ὁμοειδῆ ὅρον, ἵνα ἀποφεύγωσι τὰς δυσκολίας τῆς βεβαιώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τοῦ φόρου καὶ ἐλάττωμα θεμελιῶδες, δὲν εἶναι ὅμως, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὁ δικαιολογητικὸς λόγος αὐτοῦ· ἂν δὲ ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λόγος σκέψεως τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εἰς συνετὴν καὶ οἰκονομικῶς πεφωτισμένην Κυβέρνησιν, ἔπρεπε μᾶλλον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὁριστικὴν ἀπόκρουσιν φόρου τοσοῦτον ἐλαττωματικοῦ. Ἀλλ’ ἆρά γε ἐν Γαλλίᾳ οὕτω συμβαίνει, δὲν λαμβάνεται ἐκεῖ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τοῦ οἴνου καὶ θεωροῦσιν ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ φόρου ὡς μικρὸν καὶ ἀνεπαίσθητον; ὄχι! Ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὑπάρχουσι τέσσαρες κατηγορίαι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῶν οἴνων, ἡ δὲ μεταξὺ τῆς ἀνωτάτης καὶ κατωτάτης τῶν κατηγοριῶν τούτων ἢ ζωνῶν διαφορὰ τοῦ ὅρου τοῦ φόρου εἶναι ἀρκούντως μεγάλη. Αἱ ζῶναι ὡρίσθησαν πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς κυκλοφορίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ζώνης ὑπαρχουσῶν διαφορῶν τῆς τιμῆς, ἡ ἀνισότης δὲν ἐξέλιπεν ἐντελῶς, καὶ κυμαίνεται μεταξὺ τῶν 12% ἐπὶ τῆς ἀξίας καὶ ποῦ ½%! Ἐπὶ δὲ τοῦ φόρου τῆς λεγομένης λιανικῆς πωλήσεως ῥητῶς εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος πληρώνεται ἐπὶ τῆς ἀξίας, advalorem, καὶ ὑπάρχουσι μέτρα πολλὰ καὶ λεπτομερέστατα, δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται ἡ τήρησις τοῦ ὅρου τούτου Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ᾖναι ἀληθὲς, διότι ἐν Γαλλίᾳ οἱ διοικοῦντες τὸ Ἔθνος, οἱ διευθύνοντες τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ, σέβονται τὰ Διατάγματα τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ, τὸ κυριώτατον, πονοῦσι διὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον διοικοῦσι Καὶ μολονότι ἐν Γαλλίᾳ ἐνομοθέτησαν πλεῖστα ὅσα εὐεργετικὰ μέτρα πρὸς μείωσιν τοῦ μεγάλου κακοῦ τῆς ἀνισότητος καὶ τοῦ ἔτι μεγαλειτέρου τῶν καταθλίψεων, λαμβάνουσιν ὅμως χώραν ἀδικίαι, κατὰ τῶν ὁποίων διὰ γοερῶν κραυγῶν ἐξεγείρονται, οὐ μόνον οἱ ἀδικούμενοι, ἀλλὰ καὶ οἱ διοικοῦντες τὸν Τόπον, καὶ οἱ βουλευταὶ, καὶ οἱ Δημοσιογράφοι. Ἰδοὺ τί ἔγραψεν ἐσχάτως εἷς τῶν ἐπισημοτάτων οἰκονομολόγων τῆς Γαλλίας. «Ἕξ ἑκατομμύρια ἑκατολίτρων πωληθέντων εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας ἐπλήρωσαν 44,000,000 φράγκων, ἤτοι 7 35)οο καθ’ ἑκατόλιτρον (9 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν). Ἐκ τοὐναντίου 16,000,000 ἑκατολίτρων πωληθέντων εἰς καταναλωτὰς εὐπόρους δὲν ἐπλήρωσαν ἢ 13 ἑκατομμύρια, ἤτοι 85 λεπτὰ καθ’ ἑκατόλιτρον (1 λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν). Ὥστε οἱ ἀτυχεῖς ἐργάται καὶ οἱ πτωχοὶ καταναλωταὶ ἐπιβαρύνονται διὰ φόρου ὀκτάκις ἀνωτέρου, εἰ καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ οἶνος, ὅν οἱ πτωχοὶ πίνουσιν, εἶναι πολλῷ κατωτέρας ποιότητος. Ἡ διανομὴ αὕτη τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἐπαναστατεῖ τὰς συνειδήσεις διὰ τὴν μεγίστην ἀδικίαν αὑτῆς». Καὶ ἀλλαχοῦ: «Ἅπασαι αἱ ἀνισότητες αὗται διατηροῦσι παρὰ τῷ λαῷ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Πολιτεία προστατεύει τὸν πλούσιον πρὸς βλάβην τοῦ πτωχοῦ. Ὅταν ὁ πένης λαὸς βλέπῃ τὸν οἶνον οἱασδήποτε ποιότητος νὰ πληρώνῃ τὸν αὐτὸν φόρον, ὅστις ἐν Παρισίοις π. χ. ἀνέρχεται εἰς 150% διὰ τοὺς οἴνους τῆς κατωτέρας ποιότητος, ἀλλ’ εἰς 2 ἢ 3 ἢ τὸ πολὺ 5% διὰ τοὺς οἴνους τοὺς ἐκλεκτοὺς, τοὺς οἴνους τῶν πλουσίων τραπεζῶν, πῶς νὰ μὴ ἐξεγείρηται κατὰ τῆς ἱεροσυλίας ταύτης;» Παρ’ ἡμῖν δὲ, ὦ παρ’ ἡμῖν, ἐνῶ δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξίαν, περὶ ἧς ἠκούσατε τί φρονοῦσιν ἐν Γαλλίᾳ, πράττομεν καὶ πρόσθετον κακὸν, διότι τὸν ἀνώτατον φόρον τὸν ἐπιβάλλομεν διὰ τῆς ἐπινοηθείσης κλίμακος εἰς τοὺς ἀπορωτέρους καταναλωτὰς, καθόσον οἱ εὐπορώτεροι τῶν πολυπληθῶν πόλεων δὲν θὰ πίνωσι τὸν οἶνον τῆς κατωτάτης ποιότητος, ἀλλὰ θὰ πίνωσιν αὐτὸν οἱ πτωχοὶ κάτοικοι, οἱ πτωχοὶ ἐργάται, ὑπὲρ τῶν ὁποίων, ὅταν ὁμιλῶμεν ἡμεῖς, μᾶς διακόπτουσι καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι δημοκοποῦμεν, ἀλλ’ ὑπὲρ ὧν ἠκούσατε πόσον ἐνδιαφέρονται καὶ μεριμνῶσιν ἐπίσημοι συγγραφεῖς, ἀνώτεροι βεβαίως πάσης ὑπονοίας δημοκοπίας. Ὁ οἶνος εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εἶναι ἀληθῶς ἀκριβώτερος, ἀλλ’ οὐχὶ διότι ἔχει ἐσωτερικὴν ἀξίαν μείζονα, ἤτοι ποιότητα καλλιτέραν, ἀλλὰ διότι ἐπιβαρύνεται μὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, τῶν ἁδρῶν ἐνοικίων τῆς καλλιτέρας συντηρήσεως ἐν ταῖς πόλεσι τῶν οἰνοπωλῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν· λοιπὸν φορολογοῦμεν τὸν δυστυχῆ ἐργάτην καὶ διὰ τὴν δυστυχίαν ταύτην, ὅτι πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας διαμένει ἐν πόλει, ὅπου τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς του εἶναι δαπανηρότερα! Ἀλλὰ τί εἶναι τάχα ἡ λιανικὴ πώλησις, τὴν ὁποίαν κατὰ προτίμησιν ἐξέλεξε τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ καταργήσῃ τὴν ἔγγειον φορολογίαν, καὶ ἔῤῥιψε τὸ σκάνδαλον τῆς ἀνισότητος ἐν τῷ μέσῳ τοῦ λαοῦ, καὶ παρεβίασε προφανῶς θεμελιώδη τοῦ Συντάγματος διάταξιν, καὶ ἠναγκάσθη νὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάννησον; Ἐπειδὴ ἐμνήσθην τῆς Ἑπτανήσου, θὰ παρακαλέσω ἐν πρώτοις τοὺς Ἑπτανησίους συναδέλφους ἡμῶν νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Ἑπτανήσου ὡς τμήματος τῆς χώρας, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐν τῷ αὐτῷ Κράτει καταναλωτῶν. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἐπειδὴ ἀτόπως μὲ διακόπτει ὁ κ. Ῥωμαῖος, λέγω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου εἰργάσθημεν ἡμεῖς, καὶ εἰργάσθημεν ὅσον αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του δὲν εἰργάσθησαν· ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μέλος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως εἰργάσθη ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν συνειργάσθη μεθ’ ἡμῶν. Ὁ κ. Λομβάρδος γινώσκει τοῦτο καὶ ὀφείλει νὰ τὸ ὁμολογήσῃ· παρόντος δὲ τοῦ κ. Λομβάρδου, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω ἐγὼ κατὰ πόσον εἰργάσθημεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑπτανήσου (θόρυβος). Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ Ἑπτανήσου, ἀλλὰ περὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἠναγκάσθη δὲ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἄτοπον καὶ ἀκατανόητον μέτρον τῆς διχοτομήσεως τῶν καταναλωτῶν ἐν Ἑλλάδι, καθόσον οἱ Ἑπτανήσιοι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: ἡμεῖς ἔχομεν ἔγγειον φορολογίαν, δὲν δύνασαι νὰ μᾶς ἐπιβάλῃς ἑτέραν, ἀφοῦ ὁ φόρος σου εἶναι, λέγεις, ἔγγειος. Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο. Οἱ Ἑπτανήσιοι ἔχουσι δίκαιον, ἀλλὰ τὸ δίκαιον τῶν Ἑπτανησίων ἐγεννήθη ἐκ τοῦ ἀτόπου τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τοῦ ψευδοῦς χαρακτηρισμοῦ, τοῦ δοθέντος εἰς τὸν φόρον τοῦτον. Ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως οὐδέποτε δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἔγγειον, οὐδέποτε! Δὲν ἦτο ἄρα ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς δικαιολόγησιν αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου. Οἱ Ἑπτανήσιοι ὅμως δίκαιον εἶχον νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς ἐπιπολαιότητος, μεθ’ ἧς ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὠφελήσωσι τὰς ἑαυτῶν ἐπαρχίας. Δὲν κατακρίνω τούτους, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἀληθὲς, ὅτι ὅσῳ εἶναι ψευδὴς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον οἱ κκ. Ὑπουργοὶ προέβαλον πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Νομοσχεδίου των, τόσῳ εἶναι ἄδικος ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ καταναλωτῶν, ἐμοῦ αὐτοῦ π. χ. ἐὰν μεταβῶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ τούτου, προσθέτω ἔτι πρὶν ἢ ἐξετάσω τὰ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ὅτι πρὸς τὰς ἀνισότητας, τὰς ἀδικίας, τὰς διακρίσεις τόσον ἀδιαφοροῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὥστε τὰς διαπράττουσι σωρηδόν. Χθὲς ἤκουσα διαμαρτυρόμενον δικαιότατα τὸν ἐκ Καρυστίας βουλευτὴν διὰ τὸ γενόμενον ἐν Κύμῃ. Ἐνῶ καταργεῖται ὁ ἔγγειος στρεμματικὸς φόρος, ἐπιβάλλεται ἔγγειος φόρος ἐν τῇ ἐξαγωγῇ! Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ, κατ’ αἴτησιν διαφόρων Ἐπαρχιῶν, ὁ ἔγγειος φόρος τῶν ἀμπέλων ἐπληρώνετο κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ὡς πληρώνεται γενικῶς ἐν τῷ Κράτει ὁ φόρος τῆς σταφίδος. Ἐν τούτοις, ἐνῶ διὰ τὰς ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι φορολογοῦνται στρεμματικῶς, καταργεῖται ὁ φόρος, τὸ Ὑπουργεῖον τὰς δυστυχεῖς ἐκείνας Ἐπαρχίας, αἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ ἕτερον σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας, σύστημα, ὅπερ εἶναι μὲν εὐκολώτερον καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους καὶ διὰ τὸ Δημόσιον ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται διπλάσιος ἢ τριπλάσιος φόρος ἢ ἐπὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας—καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τὸν κ. Βαλέτταν—δὲν τὰς ἀπαλλάσσει. Ἄλλη αὕτη ἀνισότης, καὶ ἀνισότης προδίδουσα μάλιστα καὶ ἔλλειψιν πάσης κυβερνητικῆς προνοίας ὑπὲρ τῆς προόδου αὐτοῦ τοῦ Τόπου, τὸν ὁποῖον διοικοῦσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ, σεμνυνόμενοι καὶ μεγαλαυχοῦντες, ὅτι τὸν διοικοῦσιν, ὅπως ἠθικοποιήσωσι τοὺς πολίτας, ὅπως αὐξήσωσι τὴν εὐημερίαν τῆς κοινωνίας! Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου δὲν καταργοῦσι τὸν φόρον τὸν ἔγγειον, ἐκεῖ ὤφειλον πρὸ πάντων νὰ τὸν καταργήσωσιν, ἐὰν δὲν ἐκωλύοντο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ μέγα συμφέρον τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ καταστήσῃ προϊόντα εἴτε τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς εἴτε τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας πρόσφορα νὰ ἐξάγωνται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διατί θεωρεῖται καὶ εἶναι πράγματι πολύτιμον τὸ προϊόν τῆς σταφίδος; διὰ τοῦτον κυρίως τὸν λόγον. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸ προϊόν τῆς σταφίδος, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν τόσον εἶναι προσκεκολλημένον τὸ Ὑπουργεῖον, ἤθελε φέρει πρὸ πολλοῦ τὴν καταστροφήν· ἀλλὰ τὸ προϊόν τῆς σταφίδος ἔρχεται περιοδικῶς κατ’ ἔτος καὶ φέρει, δὲν λέγω τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ἀλλὰ τὴν ἀναχαίτισιν τοῦ χειμάῤῥου, τοῦ κατακλύζοντος τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τὴν σταφίδα δὲν ὑπάρχει εὐγενέστερον προϊόν ἐν Ἑλλάδι εἰμὴ τὸ προϊόν τῆς σταφυλῆς. Ἐγένετο ἄλλοτε ἐξέτασις, συνεπείᾳ ἐρωτήσεως, προελθούσης ἐκ πεφωτισμένων Κυβερνήσεων περὶ τῶν εἰδῶν καὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν τῶν σταφυλῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπεδείχθη—ἔκθεσις δὲ τοῦ ἐργασθέντος τότε καθηγητοῦ τῆς Βοτανικῆς κ. Ὀρφανίδου τὸ μαρτυρεῖ—ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν τὰς καλλιτέρας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρήσεως τῆς τραπέζης καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ οἴνου ποιότητας. Πόσα δὲ εἶναι τὰ εἴδη τῶν σταφυλῶν ἐν Ἑλλάδι; Πεντακόσια. Ἦτο ἆρά γε μικρὸν τὸ συμφέρον νὰ δώσωμεν ἐνίσχυσιν καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφυλῆς καὶ εἰς τὴν τελειοτέραν κατασκευὴν τῶν οἴνων; Ἦτο μικρὸν τὸ συμφέρον, νὰ δοθῇ ἡ αὐτὴ ἐνίσχυσις ἐν γένει καὶ πανταχοῦ ὅπου παράγονται οἶνοι, δυνάμενοι ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξετράπη ἅπαξ τῆς ὁδοῦ καὶ διὰ τοῦτο διαρκῶς παραπαίει. Τὸ πρῶτόν του Νομοσχέδιον δὲν ἔτυχεν εὐμενοῦς ὑποδοχῆς· ἐν σπουδῇ καὶ μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμοὺς, τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας ἐννοῶ, συνέταξεν ἕτερον καὶ ἔῤῥιψεν ἐν αὐτῷ φύρδην μίγδην διατάξεις, αἵτινες οὔτε ἀρχὴν ἔχουσιν οὔτε τέλος, ὅσῳ δὲ ἐξελέγχονται, τόσῳ ἀνευρίσκονται ἀντίθετοι πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, ἀντιφατικαὶ πρὸς ἑαυτὰς, ἀνεφάρμοστοι δὲ, ἄδικοι καὶ καταστρεπτικαί. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξε τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὰς ἀμπέλους ἀπὸ τὴν ἔγγειον φορολογίαν, εἶναι ὅ,τι ἐπαχθέστατον, ὅ,τι ἀδικώτατον, ὅ,τι ἀνηθικώτατον. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν Γαλλίαν παραπέμπουσι πάντοτε ἡμᾶς, ἰδοὺ τί λέγουσι περὶ τοῦ ἐλεεινοῦ τούτου φόρου ἐν Γαλλίᾳ: «Ἡ μεγίστη ἀδικία τοῦ δικαιώματος τῆς λιανικῆς πωλήσεως τοῦ οἴνου, αἱ καταδολιεύσεις, τὰς ὁποίας προκαλεῖ, εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀντιῤῥήσεως. Κατήργησαν τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τὰς πόλεις, τὰς ὑπερβαινούσας τὰς 10,000 ψυχάς. Ὤφειλον νὰ καταργήσωσιν αὐτὸ καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν. Ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ καταργήσωσιν ὁλοτελῶς τὸν ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρον, ἂς ἐννοήσωσι τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ ἐξαφάνισις τοῦ φόρου τῆς λιανικῆς πωλήσεως ἔσται ἡ πρώτη ἱκανοποίησις τῆς δημοσίας ἠθικῆς καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας· λέγομεν ὑγείας, διότι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς ἡ κοινὴ γνώμη βλέπει μετὰ δέους τὰς ἀναλογίας, ἃς ἔλαβεν ἡ νόθευσις τῶν οἴνων. Δὲν θέτουσι πλέον μόνον ὕδωρ εἰς τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο ποτὸν, ἀλλὰ φαρμακεύουσιν αὐτὸ διὰ χρωμάτων δηλητηριωδῶν. Κατακρίνουσι τοὺς ἐμπόρους ἐπὶ τῇ ἐγκληματικῇ ταύτῃ νοθεύσει. Ἀλλ’ οἱ ἔμποροι ἔχουσι δυστυχῶς συνένοχον τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον διὰ φόρων ἀδίκων καὶ βαρέων ὠθεῖ τοὺς παραγωγοὺς ἢ τοὺς μεταπράτας εἰς τὸ κακόν.» Αὐτὸς εἶναι ὁ φόρος τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τὸν ὁποῖον προσφέρει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸν Τόπον! Ὄχι μόνον ἀντιτάσσομαι ἐναντίον αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως, ἀλλὰ καὶ νομίζω, ὅτι πάντες οἱ βουλευταὶ ἀδιακρίτως τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκουσιν, ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατ’ αὐτοῦ. Οἱασδήποτε διατάξεις καὶ ἂν ἐπινοήσητε, εἶναι ἀδύνατον νὰ βεβαιώσητε καὶ νὰ εἰσπράξητε τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως χωρὶς νὰ μεταβάλλητε τὸν Τόπον εἰς διώκτας καὶ διωκομένους. Οἱασδήποτε διατάξεις καὶ ἂν ἐφεύρητε, δὲν θέλετε κλείσει τὰς θύρας τῶν καταδολιεύσεων τοῦ Νόμου, αἵτινες θέλουσι μὲν ζημιοῖ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ συντελέσωσι συγχρόνως εἰς τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν τῶν πολιτῶν, ἐξωθουμένων εἰς τὴν ἀσέβειαν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, διότι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶσθε πάντως ἠναγκασμένοι νὰ λάβητε πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἀθλίου τούτου φόρου, καθιστᾶτε τὸ Κράτος ἐχθρὸν τῶν φορολογουμένων ἄσπονδον, παραβλάπτετε τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, παραβλάπτετε τὴν κίνησιν τῆς βιομηχανίας, καθιστᾶτε ἐν τῷ Τόπῳ ὑπόπτους πάντας τοὺς πολίτας. Νομίζετε, ὅτι δύνασθε ἀποφύγητε ταῦτα; ἀλλ’ ἐὰν φρονῆτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τ’ ἀποφύγητε ταῦτα, διατί δὲν συλλογίζεσθε ποῦ δύνανται ταῦτα νὰ ἐξωθήσωσι τὸν λαόν; Ἂς μὴ ὑπάρξῃ εἰς οὐδένα ἡ ἰδέα ἢ ἡ ἐλπὶς, ἂν ὑπάρχῃ τις ἔχων τοιαύτην ἐλπίδα, ἂς μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ ἀταξίαι καὶ αἱ στάσεις δύνανται νὰ προκληθῶσιν ἐκ δημηγοριῶν καὶ δημοκοπικῶν παραστάσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἂς μὴ κατακρίνωσι τόσῳ ἐπιπολαίως καὶ τόσῳ ἀδίκως ἐκείνους, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταπολεμοῦσι τοὺς ἀδίκους καὶ ἐπιβλαβεῖς φόρους, ὑπερασπιζόμενοι τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἰσότητα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Οὔτε σκοπὸν ἔχουσιν, οὔτε, ἐὰν τυχὸν εἶχον, δύνανται νὰ ἐπενεργήσωσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ διὰ λόγων. Τὸν λαὸν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι οὗτος φιλόνομος, ὅσον καὶ ἂν εἶναι προσηλωμένος εἰς τὴν τάξιν, ἐὰν τὰ πράγματα ἐξωθῶσιν αὐτὸν εἰς ἐξέγερσιν, οὐδὲν δύναται νὰ τὸν ἀναχαιτίσῃ. Ἐλλειπόντων τῶν πραγμάτων, οἱ λόγοι μένουσι λόγοι κενοί. Ἀλλ’ ὅταν ἀδικῆται πράγματι ὁ λαὸς, ὅταν πιέζηται, ὅταν ἐκμυζᾶται, τότε ἄνευ προτροπῶν καὶ ἄνευ παρορμήσεων ἐξεγείρεται. Διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ ταῦτα, διατί δὲν τὰ φοβεῖται; Διατί δὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν συνεργάζεται μεθ’ ἡμῶν, προθύμων νὰ συμπράξωμεν εἰλικρινῶς περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα δύνανται οὐχὶ νὰ φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ἰσοζύγιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἀδίκων φόρων καὶ διὰ σπατάλης, ἀλλὰ νὰ ἐλαττώσωσι κἂν ὅσον ἔνεστι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ κινδύνων; Οὐδεὶς λοιπὸν φοβεῖται τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ; Διατί δὲ δὲν φοβεῖσθε αὐτὴν, ὑμεῖς ἰδίως, κύριοι Ὑπουργοί; Ἐπειδὴ δὲ ὡμίλησα περὶ τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἔκρηξις αὐτῆς ἀπειλεῖται, ὀφείλω νὰ ἐκφέρω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην εὐπαῤῥησιάστως, διότι ἔχω καθῆκον πρὸς τὸ ἔθνος, οὗτινος μεθ’ ὑμῶν εἰμὶ ἀντιπρόσωπος, νὰ ἐκφέρω ταύτην δημοσίᾳ. Φρονῶ, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν εἶναι μεστὴ κινδύνων, οὓς καθιστῶσι μᾶλλον προσεχεῖς, οὓς καθιστῶσιν ἴσως ἀναποφεύκτους τὰ ἄστοχα καὶ ἀτάσθαλα μέτρα, ἅτινα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν φορολογικὴν, τὴν θίγουσαν ἀμέσως τὸν λαὸν, λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπεθύμουν, ἵνα μὴ ἀφήσωμεν νὰ πλεονάσῃ τὸ κακὸν, ἐπεθύμουν, ἵνα μὴ ἴδωμεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἐπαναλαμβανόμενα ὅσα μέχρι τοῦδε εἴδομεν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν, διότι ταῦτα, ἂν καὶ ἐπιτυγχάνωσιν ἀμέσως τοῦ σκοποῦ, βλάπτουσιν ὅμως τὸν Τόπον καὶ ὀπισθοδρομοῦσι τὴν εἰς τὰ πρόσω πορείαν αὐτοῦ. Ἐψηφίσαμεν πρὸ μικροῦ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὐδένα ἔχω λόγον νὰ φρονῶ, ὅτι ἠδύνατό τις, προκειμένου περὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ν’ ἀντιτάξῃ δικαίως ἀντίῤῥησιν σήμερον. Αἱ ἀποδημίαι τοῦ Βασιλέως δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται ἐκ λόγων ὑγείας, δύνανται νὰ ὑπαγορεύωνται ἐκ λόγων Βασιλικῶν. Ὁ Βασιλεὺς ἀντιπροσωπεύει τὸ Κράτος, καὶ δικαίωμα ἔχει καὶ καθῆκον ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, οὗ εἶναι ὁ ἀνώτατος ἀντιπρόσωπος, ἀπέναντι τῶν ξένων Κυβερνήσεων. Δὲν ἔχω λοιπὸν ἀντίῤῥησίν τινα ἐπὶ τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως, ἐὰν ἡ Βασιλικὴ σύνεσις ἀποφασίσῃ ταύτην. Ἀλλὰ τὴν μελετωμένην ταύτην ἀπουσίαν νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σημειώσωμεν καλῶς σήμερον. Ἔχω ἐν πρώτοις τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν συνταγματικῷ Πολιτεύματι, ἡ διαρκὴς παρουσία τῆς Ἀνωτάτης Ἀρχῆς, τῆς ἐνασκούσης ὕψιστα συνταγματικὰ δικαιώματα, ὅτι ἡ συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος παρουσία αὐτῆς εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ὑπάρχουσι στιγμαί, καθ’ ἃς ἄνευ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ πραχθῇ τὸ προσῆκον, καὶ τὸ προσῆκον τοῦτο δύναται πολλάκις νὰ ἦναι σωστικὸν τῆς τάξεως ἐν τῷ Τόπῳ. Ζῶμεν ὑπὸ συνταγματικὸν Πολίτευμα καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὁ ὅρκος ἡμῶν, ἡ φιλοπατρία ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ γινώσκωμεν καλῶς ὁποία εἶναι ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων Ἐξουσιῶν ἐν τῷ Πολιτεύματι ἡμῶν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ῥήσεως, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἐν Συνταγματικῷ Κράτει βασιλεύει καὶ δὲν κυβερνᾷ, ἀλλ’ ἔχω καὶ ἔννοιαν σαφῆ καὶ καθαράν, καὶ τὴν ἔννοιαν ταύτην πρέπει πάντες νὰ ἔχωμεν, περὶ τοῦ τί εἶναι τὸ βασιλεύειν Τὸ βασιλεύειν εἶναι πολλῷ ἀνώτερον τοῦ κυβερνᾷν, τὸ βασιλεύειν εἶναι τὸ καθιστᾶν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀδιαλείπτως ἐπιτηρεῖν αὐτήν. Μὴ βλέπετε εἰς ἐμὲ ἀντιπολιτευόμενον συνάδελφον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, διότι ἐκθέτω γνώμην, ἥτις δύναται μὲν ἴσως νὰ μὴ ἦναι ὀρθὴ, πάντες ὑπόκεινται εἰς πλάνην, ἀλλ’ εἶναι γνώμη εὐσυνειδήτως καὶ βαθέως ἐῤῥιζωμένη ἐν ταῖς ἐμαῖς πεποιθήσεσι. Νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ, οἱ λεγόμενοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, δικαίῳ δὲ ἀντιπροσωπεύοντες αὐτὸ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζετε, ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν τὸ Ἔθνος πράγματι καὶ διαρκῶς; Νομίζετε, ὅτι αὐτὴν ἔτι τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαύσαμεν ἀντιπροσωπεύοντες πράγματι τὸ Ἔθνος; βεβαίως δὲν νομίζετε ταῦτα. Διὰ τοῦτο μάλιστα καὶ δὲν λαμβάνομεν ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν τὴν λεγομένην ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, τὸ mandat Impératif, διὰ τοῦτο ἐσμὲν ἐντελῶς ἐλεύθεροι, ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν περιβληθῶμεν τὴν τήβεννον τοῦ βουλευτοῦ, νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ τῆς νομοθεσίας καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων ἡμῶν πεποιθήσεων. Καθῆκον βεβαίως ἔχομεν νὰ ἐξετάζωμεν καὶ ἐρευνῶμεν τίς εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν τῷ Τόπῳ γνώμη· καθῆκον ἔχομεν νὰ σεβώμεθα θρησκευτικῶς τὰ δικαιώματα καὶ νὰ μεριμνῶμεν εἰλικρινῶς περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατον εἴτε νὰ πλανηθῶμεν εἴτε καὶ ἐκ προθέσεως νὰ παρεκτραπῶμεν. Διὰ τοῦτο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ἐν ἡμῖν, ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν πράγματι τὸ Ἔθνος. Εἰς τίνα δὲ τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκε τὸ βαρὺ φορτίον τῆς διαρκοῦς καὶ ἀναλλοιώτου ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους; εἰς τὸν συνταγματικὸν βασιλέα. Ἄλλως, δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τοῦ διορίζειν τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν πρὸ πάντων νὰ ἐξηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διαλύειν τὴν Βουλήν. Καθῆκον τοῦ Βασιλέως εἶναι νὰ ἐπισκοπῇ ἐνδελεχῶς καὶ ἀγρύπνως τὰ συμβαίνοντα ἐν τῷ Τόπῳ, νὰ ἐπισκοπῇ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, νὰ ἐπισκοπῇ τὴν Βουλὴν, νὰ ἐξετάζῃ τὰς διακυμάνσεις τῆς δημοσίας γνώμης καὶ νὰ σχηματίζῃ πεποίθησιν περὶ τῆς διαγωγῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐὰν τοῦτο τὸ καθῆκον ἐκτελῆται καλῶς ὑπὸ τῆς βασιλικῆς Ἐξουσίας, οὐδένα δύναταί ποτε νὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ δημοσία τάξις· διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ δημοσία τάξις ἐκ τῶν παρεκτροπῶν μόνων τῶν κυβερνώντων δύναται νὰ συνταραχθῇ. Ἐκτελουμένων τῶν καθηκόντων τούτων σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς ἐκ μέρους τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, δὲν καθίσταται ἐν Κοινοβουλευτικῷ Πολιτεύματι προσωπικὴ μονοκρατορία, τυραννοῦσα καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Τόπον καὶ ἐξεγείρουσα τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν. Γινώσκομεν δὲ καὶ ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἱστορίας καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν λοιπῶν ἐθνῶν, ὅτι οὐδαμοῦ ὑπῆρξε Κυβέρνησις μᾶλλον μεστὴ κινδύνων, ἀλλὰ καὶ Κυβέρνησις ἐπὶ τέλους ἀσθενεστέρα, εἰμὴ ἡ Κυβέρνησις ἡ προσωπική. Πᾶσαι αἱ τοιαῦται Κυβερνήσεις καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ κατέληξαν εἰς τὴν καταστροφὴν, μολονότι πᾶσαι αὗται ἐπὶ κεφαλῆς εἶχον, οὐχὶ πολίτην ἁπλοῦν, ἀλλὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἀπένειμε τίτλον πολλῷ ἀνώτερον, εἶχον βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορας. Καὶ δὲν εἶναι ἆρά γε βέβαιον σήμερον, ὅτι, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῶν παρόντων βουλευτῶν, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, μείνῃ πιστὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπιψηφίσῃ πάντας τοὺς ἀδίκους καὶ δυσβαστάκτους αὐτοὺς φόρους, δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἅπας ὁ Τόπος, ἅπας ἄνευ ἐξαιρέσεως, θὰ ἦναι αὔριον ἐξεγειγερμένος κατ’ αὐτῆς; Τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου μαρτυροῦσι τὰ συμβάντα καὶ συμβαίνοντα ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, τὰ γραφόμενα ὑπὸ τοῦ τύπου καὶ τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν Ἐπαρχιῶν, τὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνθέντα γοερὰ παράπονα ἐξ ὅλων τῶν γωνιῶν τοῦ Κράτους, τὰ λεγόμενα παρὰ πάντων, τὰ λεγόμενα πρὸς ἡμᾶς, τὰ ὑφ’ ἡμῶν αὐτῶν πιστευόμενα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις, καὶ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη παραταθῇ καὶ χειροτερεύσῃ, οἱ πολιτικοὶ κίνδυνοι γίνονται ἐγγύτεροι, καθίστανται ἐπικείμενοι καὶ ἴσως ἀνεπανορθώτως καταστρεπτικοί. Τοιούτους κινδύνους πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἡμεῖς νὰ προλάβωμεν· ἐὰν δὲ δὲν δυνάμεθα, νὰ εὐχηθῶμεν, ἵνα οὗτοι ἀποτραπῶσιν ἀπὸ τοῦ Τόπου. Δὲν πρόκειται νὰ ἐκφέρω ὡρισμένην γνώμην ἐγὼ ἢ νὰ συμβουλεύσω τι· δὲν εἶμαι ὁ πρὸς τοῦτο ἁρμόδιος, οὐδὲν δ’ ἐπὶ τούτῳ ἔχω δικαίωμα. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὴν περίστασιν, τῆς ὁποίας εἶπον ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν σημείωσιν, τὴν περίστασιν τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Βασιλέως, φρονῶ, ὅτι ὀφείλω νὰ εὐχηθῶ, ὅπως ἡ πραγματοποίησις τοῦ μέτρου τούτου γείνῃ μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ μετὰ προηγουμένην βαθεῖαν τῆς ἀληθοῦς τῶν πραγμάτων καταστάσεως ἔρευναν. Ταῦτα πάντα ὅλοι ἀνομολογοῦμεν, ὅλοι τὰ συναισθανόμεθα, ὅλοι τὰ κατανοοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο παρὰ φιλοπατρίδων καὶ ἐντίμων πολιτευομένων ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην τοῦτο τὸ πολυσήμαντον λόγιον: δὲν βαίνομεν καλῶς (ψιθυρισμοὶ ἐκ δεξιῶν)· ἀκούομεν ἄλλους μὲν πιστεύοντας, ὅτι σπουδαία καὶ γενικὴ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν διαῤῥύθμισις δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας, ἄλλους δὲ φρονοῦντας, ὅτι ἀναθεώρησις θεμελιωδῶν τοῦ Συντάγματος διατάξεων, αὕτη μόνη δύναται νὰ προλάβῃ τὸ προχωροῦν κακόν. Ὅλαι αὗται αἱ ἰδέαι, αἵτινες κυκλοφοροῦσι καὶ ὁσημέραι μείζονας λαμβάνουσι διαστάσεις, μαρτυροῦσιν ἀριδήλως, ὅτι πάντες, ὡς εἶπον, συναισθανόμεθα τὴν ἀνάγκην σπουδαίας καὶ ταχείας προνοίας. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, καὶ τὸ φρονῶ ἐν πεποιθήσει, καί τοι οὐδεμίαν ἐκ τῶν ἰδεῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Πολιτεύματος ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσω σήμερον, φρονῶ λέγω, ὅτι οὐδεμία τούτου ὑπάρχει ἀνάγκη. Πιστεύω μάλιστα, καὶ τοῦτο σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν θεμελιωδῶν διατάξεων, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον, καὶ περὶ πράγματος ἀδυνάτου νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πραγματευθῶ. Ἄνευ ἀνατροπῆς τῆς καθεστηκυίας τάξεως δὲν δύναταί τις νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου τελεσφόρως, ἐνῶ πάντες ἴσα ἴσα περὶ τῆς καθεστώσης τάξεως μεριμνῶμεν. Πέποιθα δὲ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη βιαίων καὶ ἐπικινδύνων μέτρων· διότι, ἐὰν οἱ παράγοντες τῆς Πολιτείας ἐν Ἑλλάδι ἐνεργῶσιν ἅπαντες ἀκωλύτως ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητος αὑτῶν ἐν εἰλικρινείᾳ, ἐν ἁρμονίᾳ, ἐν τῇ πεποιθήσει καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ διαπράξαι τὸ καλὸν, τοῦ προλαβεῖν τὸ κακὸν, τοῦ βελτιῶσαι τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, ἐὰν οἱ παράγοντες οὗτοι μὴ παρακωλύωνται εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτῶν, ἐὰν μὴ ἐξουδετερῶνται, ἡ κατάστασις τοῦ Τόπου δύναται εὐκόλως καὶ ἀσφαλῶς νὰ βελτιωθῇ, δύνανται τὰ κακὰ νὰ προληφθῶσι, καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθωσιν ἀθορύβως, ἠρέμα καὶ εἰρηνικῶς ὅλαι ἐκεῖναι αἱ βελτιώσεις, αἵτινες εἶναι νομίμως δυναταὶ, αἵτινες εἶναι συγχρόνως ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἵνα ἐκλείψωσιν ἀπὸ τοῦ μέσου σκάνδαλα ἀνηκέστως παραβλάπτοντα, διαφθείροντα παρ’ ἡμῖν τὴν κυβερνητικὴν μηχανήν. Καὶ λέγω κυβερνητικὴν μηχανὴν, διότι δὲν ἐπικρίνω πρόσωπα· τὰ πρόσωπα πάντα ἅμα ἐγγίσωσι τὴν μηχανὴν ταύτην ἀνευρίσκουσι τὸν καλύπτοντα αὐτὴν εὐρῶτα καὶ ἐξαναγκάζονται νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐσκωριασμένης ταύτης μηχανῆς. Ἀλλ’ ὁ καθαρισμὸς αὐτῆς δὲν εἶναι ἀδύνατος, εἶναι εὔκολος μάλιστα, ἐὰν ὑπάρξῃ θέλησις καὶ ἀπόφασις, δύναται δὲ νὰ γείνῃ μόνον διὰ νομοθετικῶν μέτρων, ἑπομένως ἄνευ κλονήσεων, παρεξηγήσεων καὶ κινδύνων. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν κατακρίνω τὰ πρόσωπα. Πάντες, τίς ὀλιγώτερον, τίς περισσότερον, οἱ διευθύναντες τὴν μηχανὴν ταύτην τὴν εὐρωτιῶσαν, πάντες οἱ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τεθέντες, πάντες οἱ θελήσαντες νὰ κινήσωσιν αὐτήν, ἠναγκάσθησαν νὰ πράξωσι τὰς πράξεις, ἃς κατακρίνομεν ἀμοιβαίως, ἀλλ’ ἀμοιβαίως ἀδύνατον νὰ ἀποφύγωμεν, αἵτινες ὅμως, προϊόντος τοῦ χρόνου, θέλουσι καταστήσει τὴν μὲν διοίκησιν ἀδύνατον, τὴν δὲ πρόοδον τοῦ Τόπου ἐπίσης ἀδύνατον, ἀλλὰ συγχρόνως θέλουσιν ἀπειλήσει αὐτὴν τὴν τάξιν ἐν τοῖς θεμελίοις αὐτῆς καὶ θέλουσιν ἴσως καταλήξει εἰς ὀλεθρίας συνεπείας.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος, κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν...

§42ΤΙΝΕΣ (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου λέγουσι καὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Βαρότση, κατὰ τὸ ἑπόμενον Πρωτόκολλον).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης Παναγ. Ρίτσος Ο
Νικόλαος Στεφανίδης ΝἸωάν. Γ. Καπιτσίνης
Ἰωάννης Μεσσηνέζης ΟἈντ. Μήτσας Ο
Κωνσταντῖνος Θεοδώρου ΟΓεώργ. Μίλησης Ο
Κωνστ. Μωραϊτίνης Δημήτρ. Χαντζόπουλος Ο
Ἀριστείδης Ἀργυρόπουλος ΝΓεώργ. Ζηνόπουλος Ο
Δημήτριος Οἰκονομίδης ΟΝικόλ. Δ. Ζῶτος Ο
Λεωνίδας Καρυστινάκης ΝΔημητ. Βουλπιώτης Ν
Μιχαὴλ Καΐρης Ὀρφανὸς Μιχαὴλ Ἰατρίδης Ο
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Λομβάρδος Ν
Λεωνίδας Ζωγράφος Φριδερῖκος Καῤῥέρ
Σωτήριος Δανόπουλος Ἀναστ. Λούντζης Ν
Γεώργιος Τσώκρης ΝῬοβέρτος Ῥώμας
Κωνστ. Καραπάνος ΝἈλέξ. Καραμπίνης
Γεώργιος Παχὺς Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
Δημήτρ. Καλλιφρονᾶς Ἀνδρ. Αὐγερινὸς
Δημήτριος Ράλλης ΝΘεμιστ. Δαραλέξης Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς ΝΔημοσθ. Δόγκας Ν
Ἀνδρέας Ψύλλας ΝἈναγνώστης Δαλιάνης Ν
Δημ. Μουτσόπουλος ΝΓεώργ. Κρεστενίτης
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΔιομ. Διαμάντης
Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΟἘπαμ. Α. Δημητρίου
Νικόλ. Λεβίδης ΝΣπυρ. Γ. Κουκούλεζας Ν
Ἀνδρέας Στράτος ΝΝικόλ. Δ. Νομικὸς Ν
Κωνστ. Στράτος Ἀριστομ. Βαλέττας Ν
Ἰωάν. Καρτάλης ΝΔημ. Γαβαλᾶς
Νικόλ. Γεωργιάδης ΝΔημοσθένης Στάϊκος
Γεώργ. Φιλάρετος ΟΒαρβαρῖγος Πήλικας
Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΝΧρῆστος Σιλιώτης Ν
Νικόλ. Κουκουσλῆς ΝΣωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν
Ἀπόστ. Φρόνιμος ΝἈλέξ. Φωτήλας
Κωνστ. Γρίβας ΟἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Τατσέλος Μαυρομμάτης ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν
Ἀντ. Βάλβης Δημ. Τσαχτσήρης Ν
Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΟἈλκιβ. Μάνταλος Ν
Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟΠ. Λεβέντης
Θεοδ. Δηλιγιάννης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτὴς
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΚωνστ. Φλέσσας Ν
Ἠλ. Παλαμίδης ΝΔημ. Τζάννες Ο
Ἰωάν. Λαμπρυνόπουλος Δημ. Κάρτσωνας Ο
Πέτρος Πετροπουλάκης Στυρ. Καραϊσκάκης Ο
Χαρίλ. Τζανετάκης Δημ. Τερτίπης
Πολυμέρης Ζαρίμπας ΟἈπόστ. Βασαρδάνης Ν
Χριστόδ. Στεριάδης ΝΛεων. Κοκκορῖκος Ν
Νικόλαος Κατσικαπῆς ΝΓεώργ. Φραγκίδης Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης ΝΤιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Γεώργ. Παπαγεωργίου Ο
Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΟἈναστ. Σεχιώτης
Νικόλ. Παπανικολάου ΝΚωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
Νικόλ. Μπαλάφας ΝἨλ. Κοσσονάκος Ν
Γεώργ. Κόρπας ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Βασίλειος Βούτουνας
Δημ. Κουρκουμέλης Στέφ. Δραγούμης
Ἀθ. Παραμυθιώτης Ἀθ. Ζαμπάκης
Νικόλ. Βασιλάκης ΝΓεώργιος Σταμούλης Ο
Δημ. Τουρνάκης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Κωνστ. Βασιλάκης Ν
Φώτ. Κανελλόπουλος ΝΛεωνιδ. Δεληγεώργης Ο
Δημ. Σταυρόπουλος ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
Παναγ. Ντετάκης ΝἘπαμ. Μπέλιας Ν
Νικόλ. Βαλσαμάκης Περικλ. Μποῦτος Ν
Ἀνδρ. Μεταξᾶς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος
Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈνδρ. Πρεζάνης Ν
Σπυρ. Κοντολέων ΝἈντ. Μάτσας Ν
Κοσμᾶς Πανάρετος Μιλτιάδης Βαρότσης Ο
Στυλ. Κασιμάτης ΝὌθων Μαῦρος Ν
Χαράλ. Χρηστόπουλος ΝΜιχ. Δαμιράλης
Κ. Χατζηπαναγιώτης ΝΔημ. Δεσποταῖος
Σωκράτης Τζιβανόπουλος ΟΝικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ν
Ἀντ. Καρδαρᾶς Νικόλ. Φαρμάκης
Κωνστ. Σκλιταφέρος Ἠλ. Ποταμιάνος Ν
Δημ. Δημητρακάκης ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
Μελέτιος Ῥουσσόπουλος ΝΤηλέμαχος Ῥούκης
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ἀλέξ. Πετσάλης Ν
Περικλ. Παπαδόπουλος Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Ἀναστ. Ζακμάνης ΝἈντ. Μαυρομιχάλης Ο
Κωνσταντῖνος Ἰσχόμαχος ΝΛεων. Καπετανάκης
Χαλὴλ Δερβὶς Βέης ΝἈσημ. Χρηστόπουλος Ν
Σερὶφ Βέης ΝΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Ἰωάν. Γεωργαντᾶς ΝΖ. Ζαφειρόπουλος
Λάζ. Παπασταθόπουλος ΟἈναστ. Α. Νικοκάβουρας Ν
Γεώργ. Λάππας Θεοδ. Ῥωμαῖος Ν
Π. Μπογδάνος Δ. Μεταλλινὸς
Σπυρ. Βαλαωρίτης ΝΠαναγ. Ἰακωβάτος
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Νικόλ. Μεταξᾶς Ν
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΕ. Ἀρδαβάνης
Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς ΝΝικόλ. Κάγκας
Δημήτριος Παπαλουκᾶς Ὀδυσ. Πετρόπουλος Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΟἨλ. Παπαηλιόπουλος Ν
Ἰωάν. Στεφανόπουλος ΟἈνδρ. Μαρλᾶς
Παναγ. Κ. Μανέτας ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ν
Δημήτριος Ζέγγελης ΝΓεώργ. Ῥοῦφος
Ἀγγελῆς Ῥοῦφος ΝΚωνστ. Κοττίκας Ν
Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟΧ. Ῥίγγας Ν
Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΣτάμος Νάζος
Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΠέτρος Μωραϊτίνης Ν
Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος ΟἸωάν. Ζαλλώνης
Δημήτρ. Τριγγέτας ΟἈλέξ. Χατζηπέτρος Ν
Ἀθαν. Μισυρλῆς Νικόλ. Στουρνάρας Ν
Π. Τριγγέτας ΟΚωνστ. Ῥαδινὸς
Εὐάγγελος Ἀντύπας ΟΝ. Ταρμπάζης
Γεώργιος Φλωριᾶς Δημ. Ἀντωναρόπουλος Ν
Ἀναστ. Ζερβὸς Εὐστ. Κοκέβης Ν
Ἰω. Ἀστεριάδης Σωτ. Σωτηρόπουλος Ο
Κωνσταν. Βελισσάριος Δημήτ. Μαπατσώρης Ν
Δημ. Π. Γουδῆς Νικόλ. Βλαχόπουλος Ν
Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Κωνστ. Διαλέτης Ν
Στέφανος Σκουλούδης ΝΧριστόδ. Λ. Δουζίνας
Ἰωάν. Γρυπάρης ΝἈντ. Α. Ἀντωνιάδης
Ἀντ. Πετρίτσης ΝἸωάν. Παπαδόπουλος Ν
Κωνστ. Κατσάκος ΟἈθ. Ζαφειριάδης Ν
Δημ. Παρασκευᾶς ΝΓεώργ. Δ. Βούλγαρης Ν
Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς ΟΘ. Φλογαΐτης Ο
Θεοδ. Ν. Γκίκας Β. Βουδούρης Ν
Πέτρος Σκουμπουρδῆς ΝΔ. Κριεζώτης Ν
Κομνᾶς Τράκας ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ν
Ἀθ. Κέφαλος Κ. Παπανικολῆς Ν
Ἰω. Καλαμάρας ΟΘ. Κανάρης Ν
Δημ. Ζουλούμης Ν

§44ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ 1 ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη).

§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν, πρὸ πάντων διὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων. Ἐνόμισεν, ὅτι παρακολουθοῦμεν ἑκάστην λιανικὴν καὶ χονδρικὴν πώλησιν, ὥστε ὁσάκις ὁ οἰνοπώλης ἐπώλησεν ἀνώτερον ποσὸν τῶν 100 ὀκάδων, αὐτὸ θεωρεῖται πώλησις ἐκ τοῦ καταστήματος χονδρική. Ἡ ἔννοια δὲν εἶναι αὕτη. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ οἰνοπωλεῖον, ὅπου εἶναι ἐναποταμιευμένος ὁ οἶνος, λογίζεται κατάστημα λιανικῆς πωλήσεως, ἅμα πωλεῖ λιανικῶς καὶ ἐὰν γίνουν δύω ἢ τρεῖς ἢ καὶ περισσότεραι ὁσαιδήποτε πωλήσεις πλέον τῶν 100 ὀκάδων, οὐχ ἧττον ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως, διότι ἐγένοντο ἐκ καταστήματος τῆς λιανικῆς πωλήσεως. Ὁλόκληρον λοιπὸν τὸ κατάστημα ὑπόκειται εἰς φόρον ἅμα εἶναι λιανικῆς πωλήσεως. Δὲν ὑπόκειται δὲ εἰς τὸν φόρον μόνον τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε πωλεῖ λιανικῶς, ἀλλὰ πάντοτε χονδρικῶς.

§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρέσχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἀτυχῶς σήμερον μᾶς τὸ ἀφαιρεῖ. Τῷ ἐζητήσαμεν νὰ ὁρίσῃ τί ἔστι λιανικὴ πώλησις, καὶ ὥρισε μὲν αὐτὴν, ὅτι θὰ ἦναι ἔλαττον τῶν 100 ὀκάδων ποσόν· ἀλλὰ πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ ὅλος ὁ τόπος ζητεῖ νὰ ὁρισθῇ κατώτερον τῶν 50 ὀκάδων· πολλοὶ ἐκ τῶν διαφόρων χωρίων, στερούμενοι οἴνου ἢ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ πωλήσωσιν οἶνον λιανικῆς καταναλώσεως, προστρέχουσιν εἰς ἄλλα χωρία καὶ ἀγοράζουσιν ἑκάστοτε ἓν φόρτωμα.

§47ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν θὰ φορολογηθῇ αὐτό.

§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀτυχῶς τὸ φορολογεῖτε, κ. Ὑπουργέ! Θὰ πληρώσῃ φόρον ἐκεῖ ὅπου θὰ τὸ ἀγοράσῃ καὶ θὰ μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον του καὶ θὰ πληρώσῃ πάλιν φόρον καταναλώσεως.

§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι τὸ ἐναποταμιευμένον εἰς κατάστημα, ὅπου γίνεται λιανικὴ πώλησις, ὑποχρεοῦται εἰς τὸν φόρον.

§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ὀκάδων, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελῇ τὴν λιανικὴν πώλησιν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἦναι 100 ὀκάδες ἢ 50. Ἅμα ὁρίσετε 100 ὀκάδας τὴν λιανικὴν πώλησιν, σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν εἷς καταστηματάρχης εἷς ἓν χωρίον ἔχῃ οἶνον καὶ ἀναγκασθῇ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλο χωρίον νὰ ἀγοράσῃ ἓν φόρτωμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἦναι ὀλιγώτερον τῶν 100 ὀκάδων, δὲν θὰ πληρώσῃ ὁ πωλῶν τὸν οἶνον αὐτὸν φόρον, ἐπειδὴ εἶναι λιανικὴ πώλησις; καὶ ὅταν μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον του δὲν θὰ πληρώσῃ πάλιν ἐκ δευτέρου ἄλλον φόρον; αὐτὸ εἶναι βεβαιότατον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλετε διπλῆν φορολογίαν, διότι εἶναι ὑπέρογκος ὁ ὅρος τῆς λιανικῆς πωλήσεως. Πρέπει ὅθεν νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ οἰνοπῶλαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἔκαμαν καὶ οἱ βουλευταὶ, μέχρι τῶν 50 ἢ 60 ὀκάδων νὰ ἦναι ἡ λιανικὴ πώλησις· διότι, ἐὰν θέσετε 100 ὀκάδας, θὰ ἐπιβάλετε διπλῆν φορολογίαν εἰς τὴν ἀπορωτέραν τάξιν. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ ὅ,τι προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε λέγω, ὅτι οὐδὲν κατάστημα ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει, οὔτε αὐτὰ τὰ καταστήματα καὶ τοῦ Σόλωνος καὶ τῶν Τρίπου, Οἰκονόμου, Γιαγλοπούλου, Ἀμπαζοπούλου, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχουν λιανικὴν πώλησιν. Καὶ αὐτοὶ οἱ οἰνοποιοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἑκατοντάδας χιλιάδων ὀκάδας, ἐνεργοῦσι καὶ λιανικὴν πώλησιν διὰ φιαλῶν καὶ μικρῶν βαρελίων.

§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι εἰς τὰ ἴδια καταστήματα.

§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τότε θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχουν διπλᾶ καταστήματα. Εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν Ἀθήναις οἱ καταστηματάρχαι οἰνοπῶλαι ἔχουσι πληθὺν οἴνων, μέρος διὰ λιανικὴν κατανάλωσιν, καὶ μέρος διὰ χονδρικὴν πώλησιν· σήμερον θὰ ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ ἔχωσι 2 ἀντὶ ἑνὸς καταστήματα καὶ νὰ πληρώνωσι βαρύτατον ἐνοίκιον καὶ νὰ ὑπόκηται εἰς φθορὰν τὸ ἐμπόρευμα.

§53ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς κάμῃ τὴν λιανικὴν πώλησιν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον του (θόρυβος καὶ διάλογοι).

§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι Ὑπουργοὶ, ἐνοήσατε, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν χωριστὰ καταστήματα. Ὁ οἰνοπώλης τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων ἐνεργεῖ πωλήσεις χονδρικῶς καὶ λιανικῶς ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ βαρελίου. Σεῖς δι’ αὐτῆς τῆς διαιρέσεως τοὺς καταστρέφετε, καθότι ὁ κεφαλαιοῦχος οἰνοπώλης θὰ πληρώσῃ τὰ 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν· ἐκεῖνος δὲ ὅστις θὰ ἀγοράσῃ οἶνον χονδρικῶς, ἵνα πωλήσῃ εἰς ἄλλο μέρος, θὰ πληρώσῃ ἐκ νέου τὸν φόρον, καὶ αὐτὸ εἶναι ἄδικον· ὥστε καλὸν εἶναι νὰ σμικρυνθῇ ὁ ὅρος τῆς λιανικῆς πωλήσεως εἰς 50 ὀκάδας, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπιβάλλει διπλῆν φορολογίαν, καὶ νὰ μὴ ὑποχρεῶνται οἱ οἰνοπῶλαι νὰ ἔχωσι διπλᾶ καταστήματα. Προτείνομεν ἐπίσης τροπολογίαν διὰ τὰ εἰς τὰ προάστεια οἰνοπωλεῖα καὶ τὰ ἀπεσπασμένα. Εἶναι πολλὰ μέρη ὅπου ὑπάρχουν διάφορα καταστήματα· αὐτὰ ἐὰν ἀγοράσουν καὶ πωλήσουν οἶνον, ὑπάγονται εἰς τὸν φόρον τῆς πόλεως· τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ δεκτὸν, ὥστε νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸν φόρον τοῦ πλησιεστέρου συνῳκισμένου μέρους. Διαμαρτύρομαι δὲ καὶ διὰ μίαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς. Τὸ Νομοσχέδιον λέγει: «Ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς ὑπάγεται εἰς τὸ δικαίωμα τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς τῶν Ἀθηνῶν». Διατί ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, ἥτις ἔχει κατοίκους ἥττονας τῶν 20 χιλιάδων, νὰ πληρώνῃ φόρον πόλεως ἐχούσης κατοίκους πλείονας τῶν 40,000; αὐτὸ εἶναι ἄδικον, κύριοι.

§55ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ σύμφωνα μὲ τὴν τροπολογίαν μου.

§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀπορῶ, κύριε Μουτσόπουλε, πῶς δὲν ἐπείσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Ῥάλλην, τὸν φίλον σας, καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν τόσῳ ἐκθύμως ὑποστηρίζετε, νὰ μὴ κάμῃ τὴν ἀδικίαν αὐτήν· σεῖς ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλετε τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Βλέπετε, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι βουλευταὶ κατώρθωσαν νὰ ἐξαιρέσωσι τὰς πατρίδας αὐτῶν ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν φόρον. Ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ὁ κ. Βαλαωρίτης κατώρθωσαν νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν· ὑμεῖς ὄχι μόνον δὲν κατωρθώσατε νὰ ἀπαλλάξητε τὰς Ἐπαρχίας τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς σας, ὁ Πειραιεὺς, ἐπιβαρύνεται μὲ φόρους προσθέτους καὶ ἀδίκους ἐκ μνησικακίας καὶ πάθους τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐνθυμοῦνται τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συνδυασμοῦ ἐν Πειραιεῖ. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παραδεχθῇ τὰς παρατηρήσεις μου ὡς ὀρθὰς καὶ θέλει τροποποιήσει τὸ ἄρθρον, ὁρίζουσα τὴν λιανικὴν πώλησιν καὶ κάτω τῶν πεντήκοντα ὀκάδων καὶ ἀπαλλάσσουσα τὸν Πειραιᾶ ἀδίκου καὶ ἀνίσου προσθέτου φορολογίας. Ἐπίσης ζητῶ, ὅπως ἡ ὑποστάθμη εἰς ἕτερον ἄρθρον ὁρισθῇ εἰς 15 τοῖς ἑκατόν. Ταῦτα ὑποσχέθητε καὶ εἰς τοὺς ἐνταῦθα οἰνοπώλας καὶ δὲν πρέπει νὰ φανῇ, ὅτι μία Κυβέρνησις τοὺς ἐνέπαιξε καὶ τοὺς ἐξηπάτησε.

§57ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μίαν λέξιν θὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς. Ἡ ἐξήγησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζω, ὅτι συνεπάγεται ὡς ἀποτέλεσμα ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἕκαστος οἰνοπώλης πρέπει νὰ ἔχῃ δύω καταστήματα, ἓν διὰ τὴν χονδρικὴν πώλησιν καὶ ἓν διὰ τὴν λιανικήν. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, συμφέρει νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἔχουν δύω καταστήματα; ἐὰν τὸ θέλετε, ἀποφασίσατέ το.

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ Νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὁποίαν τὴν ὑπέθεσαν οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ὁ Νόμος δὲν διακρίνει μίαν ἑκάστην πρᾶξιν, ἀλλὰ κατατάσσει εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς λιανικῆς πωλήσεως πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ μετερχομένου τὴν λιανικὴν πώλησιν. Ὁ Νόμος θεωρεῖ λιανικὸν πωλητὴν τὸν ἔχοντα ἔργον τὴν λιανικὴν πώλησιν· ἀποδεικνύεται δὲ τὸ ἔργον ἐκ σειρᾶς μοναδικῶν πράξεων. Ἀλλ’ ὅταν αἱ μοναδικαὶ πράξεις ἀποδεικνύωσί τινα τοιοῦτο μετερχόμενον ἔργον ἐν ὡρισμένῳ καταστήματι, πᾶσα ἡ πώλησις, ἥτις διεξάγεται παρ’ αὐτοῦ ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι, χαρακτηρίζεται λιανική. Θέλει τις ταὐτοχρόνως νὰ διεξαγάγῃ καὶ χονδρικὰς πωλήσεις; ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Πολιτείαν πᾶσαν ἐγγύησιν ὅτι τὸ κατάστημα τῆς χονδρικῆς πωλήσεως θέλει εἶσθαι κεχωρισμένον τοῦ τῆς λιανικῆς καὶ ὅτι δὲν θέλει δύνασθαι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς χονδρικῆς πωλήσεως νὰ μετέρχεται λιανικὴν πώλησιν. Ἂν καὶ τὴν λιανικὴν πώλησιν ὡς πρᾶξιν μεμονωμένην ὁ Νόμος θεωρεῖ ὡς μὴ ἐπιτρεπομένην, ὁ Νόμος δὲν ἀποδίδει ὡς ἐκ τῆς πράξεως τὸν χαρακτηρισμὸν εἰς τὸν πωλητὴν ἢ εἰς τὸ κατάστημα, εἰμὴ ὅταν τὴν πρᾶξιν θεωρῇ ὡς ἔνδειξιν τῆς συνήθους ἐργασίας τοῦ πωλητοῦ ἢ τοῦ καταστήματος· καὶ ἄν τις ἄνευ σκοποῦ λιανικῆς πωλήσεως ἤθελε τυχὸν παραχωρήσει ποσόν τι οἴνου ἀντὶ ὀλίγων δραχμῶν ἢ ὀλίγων λεπτῶν, τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς κολάσιμος παράβασις τοῦ Νόμου. Ὅ,τι ὁ Νόμος ἠθέλησεν εἶναι νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἐξουσία νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ὑπαγόμενον εἰς τὴν λιανικὴν πώλησιν τὸν φωραθέντα ἔστω καὶ ἐν μεμονωμένῃ πράξει λιανικῆς πωλήσεως· ἡ διάκρισις ἄρα τῶν ἔργων πρέπει νὰ περιβληθῇ διὰ πασῶν τῶν ἐγγυήσεων, καὶ ταύτας πρέπει νὰ προκαλέσῃ ὁ προτιθέμενος νὰ μετέλθῃ ταυτοχρόνως ἀμφότερα τὰ ἔργα καὶ τὸ τῆς λιανικῆς πωλήσεως καὶ τὸ τῆς χονδρικῆς πωλήσεως. Οὐδὲν δὲ βλέπω σκληρὸν εἰς τοῦτο· ὁ θέλων νὰ μετέλθῃ λιανικὴν πώλησιν βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ κατάστημα πρὸς τοῦτο· ἡ λιανικὴ πώλησις εἶναι ἔργον εἰδικόν, καὶ ἂν τυχὸν δὲν ἔχῃ τις κατάστημα διαρκῶς ἀφιερωμένον πρὸς τοῦτο, δύναται πάντοτε νὰ εὕρῃ εἰδικὴν ἀποθήκην ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ μετέρχεται τὴν ἐργασίαν ταύτην· ἐῤῥέθη ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἑρμηνείας ταύτης δύναται νὰ ἐπέλθῃ διπλῆ φορολογία, διότι δύναταί τις νὰ ἀγοράσῃ παρὰ οἰνοπώλου ἢ ἀμπελοκτήμονος ἓν φόρτωμα οἴνου καὶ νὰ μεταφέρῃ αὐτὸ εἰς ἕτερον χωρίον ἢ εἰς ἄλλην πόλιν καὶ ἐκεῖ παραδίδων αὐτὸ εἰς τὸν μετερχόμενον τὴν λιανικὴν πώλησιν νὰ ἴδῃ τὸν αὐτὸν οἶνον ὑπαβαλλόμενον εἰς δευτέραν φορολογίαν. Ἐν τῷ καταστήματι ἔνθα μετηνέχθη ὁ οἶνος βεβαίως θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη ὁ οἶνος οὗτος εἰς φόρον προηγούμενον· διότι, ὅταν ὁ οἶνος ἐπωλήθη ἵνα μετακομισθῇ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν καὶ ὄχι πρὸς ἐπιτόπιον κατανάλωσιν, δὲν ἐγένετο λιανικὴ πώλησις· αὕτη ὑποθέτει ὅτι ὁ πωλήσας μετέρχεται τὸ ἔργον τοῦτο, δὲν μετέρχεται δὲ λιανικὴν πώλησιν ὅστις μεταφέρει οἶνον ἢ πωλεῖ οἶνον πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν.

§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ.........

§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ἠγοράσθη ἀπὸ οἰνοπώλην λιανικῆς πωλήσεως, σᾶς ἠρώτησεν ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς.

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μοὶ ἀπέτεινε τὴν ἐρώτησιν ταύτην ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς, διότι θὰ ἦτο ἄσκοπος. Ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέτεινεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἦτο ἄλλη, ἐὰν ἀγοράσῃ τις οἶνον οὐχὶ ἐκ καταστήματος λιανικῆς πωλήσεως, ἀλλὰ παρὰ προσώπου μὴ μετερχομένου τὴν λιανικὴν πώλησιν.

§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ.........

§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν δὲν ἠρωτήσατε τοῦτο καὶ ἠρωτήσατε περὶ τοῦ ἀγοράσαντος ἐκ καταστήματος λιανικῆς πωλήσεως, ἡ ἐρώτησις εἶναι ἄσκοπος· διότι, ἀφοῦ ἠγόρασέ τις ἐκ καταστήματος λιανικῆς πωλήσεως, βεβαίως θέλει πληρώσει τὸν φόρον· ἀλλὰ ποῖος θέλει ἀγοράσει οἶνον πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ καταστήματος λιανικῆς πωλήσεως; ἐννοεῖται ὅτι, ἄν τις ἀγοράσῃ διὰ νὰ μεταπωλήσῃ, θέλει συνήθως ἀγοράσει ποσὸν ἀνώτερον τῶν 100 ὀκάδων, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ Νόμῳ ὡς ὅριον τῆς διακρίσεως τὸ ποσὸν τῶν 100 ὀκάδων. Ὑπετέθη ὅτι δὲν θέλει τις ἀγοράσει διὰ νὰ μεταπωλήσῃ λιανικῶς ποσὸν κατώτερον τῶν 100 ὀκάδων, διότι δὲν ὑπάρχει στάδιον εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἂν ἀγοράσῃ τις φόρτωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι κατώτερον τῶν 100 ὀκάδων, θὰ φροντίσῃ νὰ τὸ ἀγοράσῃ πρὸς μεταφορὰν καὶ ἑπομένως χονδρικῶς ἐκ καταστήματος χονδρικῆς πωλήσεως.

§64ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει χονδρικὴ πώλησις ἐν Ἑλλάδι· εἶναι ἀναμεμιγμένα χονδρικὴ καὶ λιανική.

§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικὰ καταστήματα πωλήσεως χονδρικῆς· οὐδ’ ἠδύναντο σήμερον νὰ ὑπάρχωσι διακεκριμέναι αἱ πωλήσεις, ἀφοῦ ὁ Νόμος δὲν διακρίνει· ὅταν ὅμως ἐπέλθῃ ὁ Νόμος, θέλει γείνει ἡ διάκρισις εἰδικῶν ἀποθηκῶν λιανικῆς καὶ χονδρικῆς πωλήσεως, ὁ δὲ ἀγοράζων ἓν φόρτωμα διὰ νὰ τὸ μετακομίσῃ εἰς ἄλλον τόπον θὰ τὸ ἀγοράσῃ ἀπὸ καταστήματος χονδρικῆς πωλήσεως. Τὸ ζήτημα τῶν 100 ὀκάδων, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζεται πρακτικῶς· ὀλίγιστοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ μετέλθωσι κερδοσκοπίαν διὰ τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ πόλεως ἢ χωρίου εἰς πόλιν ἢ χωρίον 100 ὀκάδων οἴνου· αὕτη ἡ ἐργασία ὑποθέτει ποσὸν παρέχον στάδιον κερδοσκοπίας.

§66ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Συμβαίνει συχνά· πωλοῦν μὲ τὰ φορτώματα οἶνον εἰς τὰ χωρία.

§67ΤΡΑΚΑΣ. Ἐν Λαμίᾳ ὑπάρχουν 70 ἕως 80 οἰνοπωλεῖα· ταῦτα τοποθετοῦν ὅλον τὸν μοῦστον αὐτῶν εἰς ἓν κατάστημα· ἀπὸ τὰ ἴδια καταστήματα δίδουν εἰς τοὺς μικροτέρους οἰνοπώλας καὶ λαμβάνουν τακτικὰ ἀπὸ 50 ἕως 80 ὀκάδας, καὶ ἐξακολουθοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ λαμβάνουν 20 ἕως 30 καταστήματα· λοιπὸν οἱ πρῶτοι, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀποθήκας χονδρικῆς πωλήσεως, θὰ πληρώσουν φόρον, καὶ οἱ δεύτεροι θὰ πληρώσουν φόρον;

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ φόρος φαίνεται διπλοῦς σήμερον ὅτε δὲν γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν καταστημάτων χονδρικῆς καὶ λιανικῆς πωλήσεως, διότι τοιαύτη διάκρισις σήμερον θὰ ἦτο ἄσκοπος· μετὰ τὴν ψήφισιν ὅμως τοῦ Νόμου τούτου οἱ ἀγοράζοντες καὶ ἀποθηκεύοντες τὸν οἶνον, ὡς περιεγράψατε, θέλουσι διακρίνει τὰς ἀποθήκας τὰς ἀφιερωμένας εἰς λιανικὴν πώλησιν καὶ τὰς ἀποθήκας τῆς χονδρικῆς πωλήσεως.

§69ΤΡΑΚΑΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχουν δύω ἀποθήκας.

§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῶν προαστείων καὶ παραλίων, τῶν μεμονωμένων οἰκιῶν κτλ. ἐπίσης εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀφομοιωθῶσι ταῦτα πρὸς τὴν κυρίαν πόλιν, διότι ἄλλως θὰ κατορθοῦται ὑπὸ τὸ πρόσχημα πωλήσεως ἐν προαστείοις καὶ μεμονωμένοις καταστήμασιν ἡ ὑποκατάστασις τοῦ μικροτέρου φόρου εἰς τὸν πρέποντα. Ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τις ἐκ τούτου ἀδικία, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πώλησις τῶν προαστείων ἀφορᾷ εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν τῆς κοινωνίας εἰς ἣν ἀφορᾷ καὶ ἡ πώλησις ἐντὸς τῶν πόλεων. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ πέριξ τῶν πόλεων γίνεται ἡ περισσοτέρα πώλησις καὶ ἡ πολυτιμοτέρα, διότι ἐξέρχονται ἐκεῖ οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων πρὸς διασκέδασιν. Ὡς πρὸς δὲ τὸ τοῦ Πειραιῶς, τὸ ζήτημα δὲν ἔχει πρακτικὴν σπουδαιότητα, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς δεκατημορίου καὶ γίνεται ἡ συζήτησις μᾶλλον χάριν τῆς θεωρίας.

§71ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐξαιρέσεως.

§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ ἀρχή. Κατ’ αὐτήν, πόλις κεχωρισμένη ἔπρεπε νὰ ὑπάγεται εἰς τὸν κανόνα τοῦ πληθυσμοῦ τὸν εἰς αὐτὴν ἀφορῶντα, ἀλλ’ ἐγένετο ἐξαίρεσις διὰ τὸν Πειραιᾶ, πρῶτον μὲν διότι ἡ διαφορὰ τοῦ φόρου εἶναι ἐλαχίστη, ἡμίσεος λεπτοῦ ἐπὶ πέντε λεπτῶν, καὶ τὸ ὁμοιόμορφον ἐπάγεται πολλὰς εὐκολίας, δεύτερον δὲ διότι οὐδὲν ἀδίκημα οὐσιαστικὸν προσγίνεται εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκτιμήσωμεν οὐχὶ κατὰ πληθυσμὸν ἀλλὰ κατ’ ἀπόλυτον μέτρον δικαιοσύνης, ὁ Πειραιεὺς ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ περισσότερον, διότι ὁ Πειραιεὺς ἔχει κινητὸν πληθυσμὸν καὶ, φορολογοῦντες τὴν κατανάλωσιν, ὀλιγώτερον φορολογοῦμεν τοὺς Πειραιεῖς ἢ τοὺς ξένους, φορολογοῦμεν κυρίως τοὺς ἀλλοδαποὺς, οἵτινες εἰς τοιοῦτον εἶδος καταναλώσεως ἰδίως ἐπιδίδονται. Ὥστε ἂν ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου δύναται νὰ θεωρηθῇ δίκαιος, ἰδίως εἶναι δίκαιος φόρος καὶ φόρος συμφέρων τῇ Πολιτείᾳ ἐν πόλει οἷος ὁ Πειραιεὺς, ἐν πόλει συχναζομένῃ ὑπὸ ξένων πλοίων καὶ ἐν ᾗ γίνεται μεγίστη ἐξόδευσις οἴνου παρὰ τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων τούτων. Δὲν λέγω ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ φορολογήσωμεν περισσότερον τὸν Πειραιᾶ· τοὐναντίον, ἐὰν ἡ διαφορὰ τοῦ φόρου ἦτο μεγάλη, θὰ ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ, εἶναι λυσιτελὲς νὰ καθιερωθῇ μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν τὸ ὁμοιόμορφον τοῦ φόρου.

§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε νομίζω ὅτι, ἐάν τις κατ’ ἐπάγγελμα οἰνοπώλης πωλήσῃ εἰς ἄλλο πρόσωπον ποσότητά τινα οἴνου ἔστω καὶ κατωτέραν τῶν 100 ὀκάδων, ὁ δὲ ἀγοραστὴς μεταφέρει τὸν οἶνον αὐτὸν εἰς ἄλλο μέρος διὰ νὰ πωλήσῃ λιανικῶς, ὁ πωλήσας εἰς αὐτὸν δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν φορολογίαν, οὔτε ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ οὐδεμίαν ἄδειαν· ἀλλ’ ἂν τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀγοράσῃ τὸν οἶνον αὐτὸν δὲν πρόκηται νὰ τὸν μεταπωλήσῃ, ἀλλὰ τὸν λαμβάνει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, καὶ εἴτε θὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς ἄλλος μέρος, εἴτε θὰ τὸν μεταχειρισθῇ εἰς τὸ ἴδιον μέρος, τί ἐννοεῖτε τότε, ὁ πωλήσας 40, 50 ὀκάδας χωρὶς νὰ ᾖναι κατ’ ἐπάγγελμα οἰνοπώλης, κάμει πρᾶξιν λιανικῆς πωλήσεως;

§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πώλησις πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ περιφερείας εἰς περιφέρειαν δὲν ἀποτελεῖ λιανικὴν πώλησιν, διότι αὕτη περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἰδέαν τῆς τοπικῆς καταναλώσεως· προκειμένου λοιπὸν περὶ τοπικῆς καταναλώσεως, ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ὅριον, ἐτέθη δὲ τὸ ὅριον τῶν 100 ὀκάδων. Τοῦτο ἴσως θεωρηθῇ παρὰ τινων μὲν ἀνώτερον τοῦ δέοντος καὶ παρ’ ἄλλων κατώτερον, ἀλλὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ προταθῇ ὡς τὸ κατάλληλον. Πᾶσα λοιπὸν πώλησις, γινομένη πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ τόπῳ, θέλει θεωρηθῆ ὡς λιανικὴ, εὐθὺς ὡς εἶναι κατωτέρα τῶν 100 ὀκάδων· οἱαδήποτε ὅμως πώλησις, γινομένη πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, θεωρεῖται ὡς χονδρικὴ πώλησις.

§75ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος πωλεῖται λιανικῶς ἐντὸς τῶν πλοίων, εἰς ποίαν κατηγορίαν ὑπάγεται; τὰ πλοῖα πωλοῦν καὶ λιανικῶς.

§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸς τοὺς ἐκτὸς τῶν πλοίων; Τοῦτο περιέχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λέγοντι «ὡς τὰ προάστεια, παράλια κτλ.» Ὁ πωλῶν ἐκ πλοίου, πωλεῖ εἰς τὸ παράλιον, καὶ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον. Ὅταν πωλῆται ὁ οἶνος ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον, ἐννοῶ ὅτι τὸ ζήτημα δύναται νὰ παρουσιασθῇ.

§77ΚΡΙΕΖΗΣ. Γίνονται καὶ τοιαῦται πωλήσεις ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον.

§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε δὲν πληρώνεται φόρος.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχομεν 4 τροπολογίας τοῦ κυρίου Μητσοπούλου (ἀναγινώσκεται). (Ἀποῤῥίπτεται).

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Μανδάλου (ἀναγινώσκεται). (Ἀποῤῥίπτεται).

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Κωνσταντοπούλου (ἀναγινώσκεται). (Ἀποῤῥίπτεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον πρῶτον).

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον.

§83ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ διασαφηνισθῇ παρακαλῶ, Γυθείου καὶ Οἰτύλου, ἐννοεῖ τὰς ἐπαρχίας, ὄχι μόνον τὰς πόλεις.

§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον, 3ον καὶ 4ον).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον.

§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «χρῶμα». (Διαγράφεται ἡ λέξις αὕτη καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον· ὁμοίως τὰ 6 καὶ 7).

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8.

§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔγεινεν ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐν χωρίοις καὶ κώμαις, ὅπου ὑπάρχει πολὺς πληθυσμὸς, αἱ διατυπώσεις αὗται δύνανται νὰ ἦναι ἐπιβλαβεῖς καὶ δύνανται νὰ κωλύσουν τὴν πώλησιν ἐκτάκτως τοῦ οἴνου, τὴν πώλησιν κατὰ τοιαύτην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ πωλήσῃ μέρος μόνον τοῦ οἴνου του ὁ ἀμπελοκτήμων· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ γείνῃ μία προσθήκη· «ἐν χωρίοις, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς δυσχιλίας ψυχὰς, ἀρκεῖ εἰδοποίησις τοῦ ἀμπελοκτήμονος ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου πρὸς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸν Δημόσιον εἰσπράκτορα τῆς περιφερείας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8ον μὲ τὴν προσθήκην· ὁμοίως τὸ ἄρθρον 9ον καὶ 10ον). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11 καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).

§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀντὶ δραχμῶν 8 νὰ τεθῶσιν 6, καὶ ἀντὶ 4 μόνον 3. Νὰ γείνῃ δηλαδὴ περιορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ καταμετρητοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν συμπραττόντων μετ’ αὐτοῦ.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως;

§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14ον (ἀναγινώσκεται).

§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη ἔνθα λέγει «οἴνους ἐλλιπῶς δηλωθέντας» νὰ προστεθῇ «ἢ μηδόλως δηλωθέντας».

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης;

§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Εἶτα ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15, 16, 17 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18ον (ἀναγινώσκεται).

§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀντὶ τῶν λέξεων «ἡ πέραν τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν κτλ.» νὰ τεθῇ «ἡ πέραν τῶν 15 ἡμερῶν».

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ;

§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκεται).

§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ τροποποιηθῇ ἀντὶ «100 ἕως 1000» εἰς «100 ἕως 250».

§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνονται κατόπιν δεκτὰ τὰ ἄρθρα 20, 21, 22 καὶ 23, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ 24 ὑπάρχει ἕτερον ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). ... τοῦτο λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;

§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 25 τοῦ Νομοσχεδίου ἀπαλείφεται, τὸ περὶ καταγγελίας διαλαμβάνον. Τίθεται δὲ πρόσθετον «ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ διὰ θαλάσσης ἢ διὰ ξηρᾶς μεταφερομένου οἴνου, γλεύκους καὶ σταφυλῶν καταργεῖται, ἐπιβάλλεται δὲ ἔγγειος φόρος ἑνὸς λεπτοῦ».

§107ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ τετραπλασιάσητε τὸν φόρον (θόρυβος)· θὰ φέρετε καταστροφὴν (θόρυβος).

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον;

§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρὸ τοῦ τελευταίου ἄρθρου παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἰδιαίτερον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις 20,000 δραχμῶν διὰ τὰς δαπάνας (θόρυβος).

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται πρόσθετον ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκεται). Παραδέχεται ἡ Βουλή;

§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον τελευταῖον. «Πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος, κανονισθήσεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος».

§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον;

§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Γίνεται δεκτόν.

§117ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία (θόρυβος).

§118Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συναρμολογηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, κύριε πρόεδρε, νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὴν Δευτέραν (θόρυβος). (Ἐγείρονται πάντες ν’ ἀναχωρήσωσι).

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8½ μ. μ).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 83
2Τῆς 19 Μαρτίου 1883
3(Σάββατον)
4(Ὥρα 4 Μ. Μ.)
5(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Π. Ν. Ῥόκκος ἐξαιτεῖται ἵνα χορη-
8γηθῶσιν αἱ ἀπαιτούμεναι δαπάναι πρὸς ἀποπεράτωσιν
9τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ἀνακα-
10λυφθέντων σπουδαίων συγγραμμάτων τοῦ Μεγάλου Φω-
11τίου.—Κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Κυάτου παραπονοῦνται
12ὅτι ἡ ἀπὸ Ἄσου μέχρι Κυάτου ὁδὸς κατασκευάζεται
13πολὺ ἀτέχνως καὶ κακῶς, καὶ συνεπῶς τὸ χρῆμα τοῦ
14Δημοσίου ἐξοδεύεται εἰς μάτην· ἐξαιτοῦνται δὲ ἁρμοδίως
15τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου.
16§2Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς
17προαναγνωσθείσης τοῦ κυρίου Ῥόκκου φρονῶ, ὅτι πρέπει
18νὰ σταλῇ εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν.
19Ἀνέγνωσα τὴν ἀναφορὰν ἐπισταμένως καὶ παρετήρησα
20ὅτι περιέχει ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον. Φρονῶ, ὅτι δὲν
21πρέπει νὰ ῥιφθῇ αὕτη εἰς τὸ Ἀρχεῖον, οὔτε νὰ σταλῇ εἰς
22τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, διότι Ἐπιτροπὴ δὲν ὑφί-
23σταται, καὶ ἂν ὑφίσταται δὲν ἐργάζεται, καὶ κατὰ συ-
24νέπειαν, ἐὰν ἡ ἀναφορὰ μένῃ χωρὶς νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’
25ὄψει ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, τὸ ἀντι-
26κείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται, καὶ τὸ ὁποῖον
27εἶναι σπουδαῖον, θέλει ἀμεληθῆ. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
28ὁ ἀναφερόμενος ἀνεκάλυψε τὸν πολύτιμον κώδικα, περὶ
29οὗ ἐν τῇ ἀναφορᾷ λέγεται, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς τὰς χεῖ-
30ρας τοῦ πεπαιδευμένου τούτου ἀνδρὸς ὑπάρχει εἷς τῶν
31θησαυρῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος, καὶ πολὺ πε-
32ρισσότερον ἡ Βουλὴ, ἔχει τὸ συμφέρον νὰ τοὺς καταδείξῃ
33ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἅπαντα τὸν
34κόσμον. Οἱ θησαυροὶ τοῦ περικλεοῦς Φωτίου εἶναι τοιοῦ-
35τοι, περὶ τῶν ὁποίων κρίνω ὅλως περιττὸν νὰ διαλάβω,
36διότι φρονῶ, ὅτι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶναι ἐν γνώ-
37σει τίνος ἀξίας εἶναι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ
38ἐπινεύσῃ, ὥστε ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸν
39ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κύριον Ὑπουργόν, οὗτος δὲ νὰ με-
40λετήσῃ αὐτὴν καὶ ἀμέσως νὰ παράσχῃ εἰς τὸν κύριον
41Ῥόκκον τὰ ὀλίγα μέσα, περὶ ὧν ἐνδιαλαμβάνει ἡ ἀνα-
42φορά, διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ φῶς οἱ θησαυροὶ τοῦ περι-
43κλεοῦς Φωτίου, δι’ ὃν τὸ ἔθνος σεμνύνεται.
44§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
45§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
46ταξιν.
47§5Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετεβλήθη, κύριε Πρόεδρε, ἡ
48ἡμερησία διάταξις;
49§6ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. Χθὲς ἡ Βουλὴ τὸ ἀπεφάσισεν.
50(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συ-
51ζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ Νομοσχέ-
52διον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν δέκα
53χιλιάδων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς
54Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1882).
55§7ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ
56νὰ μᾶς λέγουν τί χρειάζονται, διότι πρὸ ὀλίγου καιροῦ
57ἐξωδεύθησαν 40,000 δραχμαὶ δι’ ἐπισκευὴν τοῦ κατα-
58στήματος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἀντὶ νὰ γείνῃ τοῦτο, ἔ-
59γεινε μόνον διασκευὴ δωματίων.
60§8ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῦ;
61§9ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔγεινε
62τίποτε.
63§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
64τικῶν.
65§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγεινε τοῦτο.
66§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. 40,000 δραχμαὶ ὑπελογίσθησαν
67καὶ ἐξωδεύθησαν δι’ ἐπισκευὴν δύω δωματίων.
68§13ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζει ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι
69ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἀνάγκην νὰ
70σχηματίσῃ τὸ Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς μέχρι τοῦδε
71Ὑπουργὸς ἔκαμεν· ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ
72πρὸς ὠφέλειαν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ δι’ ἰδίαν ὠφέ-
73λειαν.
74§14ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς ὅτι τὸ ἔκαμε πρὸς
75ἰδίαν ὠφέλειαν.
76§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα θὰ ἔλθῃ ὁ κύ-
77ριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θ’
78ἀποδείξῃ, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη· ὅτι ἂν ἐδαπανήθη-
79σαν ὀλίγαι χιλιάδες δραχμῶν, ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐπι-
80σκευὴν δωματίων· αἱ δὲ πιστώσεις πρὸς κατασκευὴν οἰ-
81κοδομῶν δὲν δύνανται παρὰ νὰ δαπανηθῶσι πρὸς τὸν
82σκοπὸν, δι’ ὃν εἶναι ἐγγεγραμμέναι. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου
83τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμία ἐγένετο δαπάνη.
84(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν συ-
85ζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥή-
86σεως, τὰ Νομοσχέδια 1) περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώ-
87σεως ἐκ δραχ. 18,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑ-
88πουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1883· 2) περὶ
89ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 26,377 ἐπὶ
90τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν
91τῆς χρήσεως 1883· 3) περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως
92ἐκ δραχμῶν 2,500 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
93γείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1882· 4) περὶ τῆς
94ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαχειρίσεως τῆς Ἐκτε-
95λεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ
96ἐνεστὼς ἔτος ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως. Εἰς τρίτην δὲ συ-
97ζήτησιν γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνά-
98μεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1883).
99§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως
100τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώ-
101σεως ἐπὶ τῶν οἴνων. Ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
102§17ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
103§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κύριος
104Κοντογούρης.
105§19Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ Νομο-
106σχέδιον τοῦτο μὲ ἐπανέφερεν ἐνταῦθα. Κατὰ τὴν ψηφο-
107φορίαν ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ
108ἡ Βουλὴ, διὰ πλειοψηφίας 44 ψήφων, ἀπεδέχθη τὸ σύ-
109νολον τοῦ οἰκονομολογικοῦ συμπλέγματος τῆς Κυβερνή-
110σεως, καὶ ἐνέκρινε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, οὐ
111μόνον ἄνευ τῆς ἐλαχίστης οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ
112προσθηκῶν νέων δαπανῶν. Ἐπείσθην ἀμέσως τότε, ὅτι ὡς
113ἀναγκαία συνέπεια τῆς ψήφου ἐκείνης παρηκολούθει ἡ
114παραδοχὴ καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων μετὰ τῶν
115φορολογικῶν μέτρων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται. Ἐπείσθην ὅτι ἡ
116ἀντιπολίτευσις, ἐν αἷς διετέλει περιστάσεσιν, ἄνευ διευ-
117θύνσεως, ἄνευ συνοχῆς, καὶ συνεπῶς ἄνευ εὐθύνης, δὲν
118ἠδύνατο, μὲ ὅλην τὴν ἀγαθὴν αὐτῆς προαίρεσιν, καὶ τὴν
119ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου μέριμναν αὐτῆς, νὰ
120διαπράξῃ γενναῖόν τι καὶ ἀποφασιστικὸν, καὶ ἀπεφά-
121σισα, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ παρίσταμαι ψευδομάρτυς τῶν ἐν-
122ταῦθα τελουμένων, νὰ ἀπέλθω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου.
123Ἀλλ’ οἱ συμπολῖταί μου, φρονοῦντες ὅτι ἡ Κυβέρνη-
124σις ἤθελεν ἐπὶ τέλους κατανοήσει ὅτι ἡ εὐθύνη, ἣν προ-
125βάλλει ὅτι μετὰ θάῤῥους ἀνέλαβε, δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἐξα-
126σφάλισιν τῶν μεγάλων αὐτῶν συμφερόντων, ὅτι οὗτοι ἐν-
127διαφέρονται ὄχι τόσον περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνή-
128σεως ὅσον περὶ ἑαυτῶν, καὶ ἀξιοῦσι νὰ λαμβάνωνται ὑπ’
129ὄψιν αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τῆς χώρας, καὶ ἡ πρὸς
130φορολογίαν ἱκανότης τῶν φορολογουμένων, ἀπελπισθέντες
131δ’ ἐπ’ ἐσχάτων, καὶ θεωροῦντες ὅτι πρὸ πάντων τὸ Νο-
132μοσχέδιον τοῦτο τῆς φορολογίας τῶν οἴνων θέλει ἔχει,
133ἂν ἐπιψηφισθῇ, σοβαρὰς καὶ ἀνυπολογίστους συνεπείας,
134μοὶ ἐπέβαλον νὰ ἐπανέλθω, ἵνα καὶ πάλιν διαμαρτυρηθῶ
135ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐν ὀνόματι αὐτῶν, καὶ ἐπι-
136στήσω διὰ τελευταίαν ταύτην φορὰν τὴν προσοχὴν τῶν
137ἁρμοδίων.
138Ἀλλ’ ἔχω κυρίως τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν νὰ ἐρωτήσω
139καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον κ. Τρικούπην πῶς συμβιβάζει
140τὰς δύω ἀντιθέτους αὐτοῦ γνώμας ἐπὶ τῆς φορολογίας
141τῶν οἴνων. — Σήμερον ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς
142καταναλώσεως τοῦ οἴνου δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, ὅτι
143εἶναι φόρος μὴ παρενοχλῶν τὴν παραγωγὴν, ὅτι εἶναι
144φόρος μὴ πιέζων τοὺς πολίτας. Ἀλλὰ πρὸ δύω ἐτῶν ὑπε-
145στήριξε τὰ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα. — Τὸ θέμα εἶναι το-
146σοῦτον σπουδαῖον, ὥστε δὲν εἶναι ἀδιάφορος οὔτε εἰς ἡμᾶς
147οὔτε εἰς τὸ Ἔθνος ἡ γνώμη, ἣν ἔχει περὶ τούτου ὁ κυ-
148βερνήτης τῆς Χώρας. — Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκούσητε καὶ
149πάλιν τί ἐφρόνει ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἡ
150τότε Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει Νομοσχέδιον περὶ
151φορολογίας τῶν οἴνων, δι’ οὗ ἐζήτει νὰ ἐπιβάλῃ φόρον
152μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ ἑκάστης βαρέλας. Ἀντικρούων τὸ Νο-
153μοσχέδιον ἐκεῖνο ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγε τὰ ἑξῆς:
154«Ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ Νο-
155μοσχέδιον περὶ οἴνων, τὸ ὁποῖον σήμερον διενεμήθη, καὶ
156ἐκ τούτου γινώσκομεν, ὅτι προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις πρόσο-
157δον 1 ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη ἐπὶ
158τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τῷ Κράτει δὲν θὰ δυνηθῇ
159νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδὲ κατὰ τὸ δεκατημόριον· ἀλλὰ
160καὶ αὐτοῦ τοῦ δεκατημορίου ἡ πραγματοποίησις θέλει
161γείνει διὰ τῆς ἐσχάτης πιέσεως τῶν πολιτῶν, διὰ πιέ-
162σεως τοιαύτης, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι συνδέεται
163καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, διότι ἐν
164Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου εἶναι τοσοῦτον κοινὴ, ἡ
165πώλησις τοῦ οἴνου λιανικῶς παρὰ τῶν παραγωγῶν εἶναι
166τοσοῦτον διαδεδομένη ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, ὥστε πᾶς
167σχεδὸν παραγωγὸς θὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ Νόμου τού-
168του ὡς διατηρῶν καπηλεῖον, καὶ θὰ φορολογῆται ὡς οἰ-
169νοπώλης· θέλει δὲ ὑποβληθῆ εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις
170τῶν οἰνοπωλῶν. Τοιοῦτον Νομοσχέδιον βεβαίως δὲν θέλει
171ψηφισθῇ, καὶ ἰδοὺ ἐκλείπει καὶ τὸ τρίτον ἑκατομμύριον
172τοῦ Ὑπουργείου.»
173Λαβὼν, κύριοι βουλευταὶ, τὸν λόγον μετὰ τόσους δια-
174πρεπεῖς καὶ ἐμβριθεῖς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορας, οἵ-
175τινες ἀνέλυσαν τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον καθ’ ὅλας
176αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας, φρονῶ, ὅτι ἤθελον ἀδικήσει
177ὑμᾶς, ἂν ἐπανελάμβανον τὰ αὐτά.
178Πάντες οὗτοι ἔπεισαν, φρονῶ, τοὺς θέλοντας νὰ πει-
179σθῶσιν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ φόρος κατα-
180ναλώσεως. Οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως εἶναι, ὡς ἠκού-
181σατε, προαιρετικοὶ, καὶ διὰ νὰ ἦναι τοιοῦτοι, πρέπει νὰ
182ἐπιβάλλωνται οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀ-
183νάγκης, διότι ὁ πολίτης δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τ’ ἀντι-
184κείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀφοῦ ταῦτα ἀποβλέπουσι
185τὴν συντήρησιν τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας τοῦ σώματος.
186Φόρος τοιοῦτος ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ ἀντικειμένων τῆς πρώ-
187της ἀνάγκης μετατρέπεται ἀπὸ προαιρετικοῦ εἰς κατα-
188ναγκαστικὸν, καὶ ἑπομένως ἀποβάλλει τὴν ἰδιότητα τοῦ
189φόρου τῆς καταναλώσεως.
190Βλέπετε ὅθεν, ὅτι τὸ ζήτημα κατέστη ζήτημα πραγ-
191ματικόν. Ὁ οἶνος ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀντικείμενον πρώτης
192ἀνάγκης, ἢ εἶναι ἀντικείμενον ἀπολαυστικῆς πολυτε-
193λείας; οὐδεὶς, φρονῶ, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐν τῇ
194χώρᾳ ἡμῶν, τῇ κατ’ ἐξοχὴν ἐργατικῇ καὶ γεωργικῇ, ὁ
195οἶνος δὲν εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης.
196Ἂν ταῦτα οὕτως ἔχωσι, τί πράττει τὸ ὑπὸ συζήτησιν
197Νομοσχέδιον;
198Δι’ αὐτοῦ κηρύσσεται πόλεμος τριπλοῦς, πόλεμος
199κατὰ τῆς παραγωγῆς, πόλεμος κατὰ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν
200πόλεων καὶ κωμοπόλεων, πόλεμος κατὰ τῆς Πελοποννή-
201σου ἰδίως.
202Ὅτι κηρύσσεται πόλεμος κατὰ τῆς παραγωγῆς δὲν
203εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ ὑπομνήσω καὶ πάλιν. Σᾶς τὸ ἀ-
204πέδειξαν πάντες οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τὰς τρεῖς συζη-
205τήσεις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὑπεστήριξεν ἄλλοτε
206ὁ κ. Τρικούπης, σᾶς τὸ ἀπέδειξα καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν γε-
207νικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
208Ὅτι κηρύσσεται πόλεμος κατὰ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν
209πόλεων καὶ κωμοπόλεων, εἶναι αὐταπόδεικτον, προκύπτει
210ἐξ αὐτῆς τῆς διασκευῆς τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τίς κα-
211τοικεῖ τὰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις; ὁ ἐργατικὸς καὶ βιο-
212μήχανος λαός. Τὸ ἀπέδειξε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὑπο-
213μνήματος αὐτοῦ εἷς σεβαστὸς καὶ ἔγκριτος συμπολίτης
214μου, εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ
215προσφύγω, μὴ δυνάμενος κάλλιον αὐτοῦ νὰ ἐκθέσω τὰ
216περὶ τούτου. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικο-
217πήν τινα τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς:
218«Ἐν Ἑλλάδι ὅμως ἄλλως ἔχουσι τὰ πράγματα, διότι
219ἡ μὲν ἀμπελουργία εἶναι γενικὴ, ἡ δὲ οἰνοποιία ἁπλῆ
220καὶ ἀτελῶς ἐνεργουμένη παρὰ τῶν ἰδίων ἀμπελοκτημό-
221νων. Πλὴν δὲ ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις
222οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, παρά-
223γοντες τὸν πρὸς ἰδίαν αὑτῶν χρῆσιν οἶνον καὶ πρὸς καλ-
224λιέργειαν τῶν λοιπῶν κτημάτων αὐτῶν, μικρὰς ἀνάγκας
225ἔχουσι νὰ προμηθεύωνται τοῦτον λιανικῶς ἀπὸ μεταπρά-
226τας οἰνοπώλας. Μόνον οἱ ἀκτήμονες, οἱ ὑπάλληλοι καὶ αἱ
227διάφοροι ἐργατικαὶ καὶ ἀπορώτεραι τάξεις εἰσὶν οἱ κυ-
228ρίως καταναλωταὶ τῶν πωλουμένων λιανικῶς οἴνων πρὸς
229χρῆσίν των. Οἰνοπῶλαι δέ εἰσιν εἰς τὸ γενικὸν ἐν ταῖς
230Ἐπαρχίαις αὐτοὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες κύριον ἔργον
231ἔχουσι τὴν ἀμπελουργίαν καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς προϊόν μονα-
232δικὸν πόρον συντηρήσεως. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ἑλληνικοὶ οἶνοι
233ἀτελῶς καὶ διὰ ῥητίνης κατασκευάζονται, οὔτε μεταφέ-
234ρονται, οὔτε ζήτησις αὐτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπάρχει·
235ἡ κατανάλωσις αὐτῶν περιορίζεται ἐπιτοπίως ἐν ἑκάστῃ
236πόλει καὶ χωρίῳ, ἡ δὲ τιμὴ κανονίζεται, οὐχὶ ἐκ τοῦ
237πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως ἐν τῷ
238ἰδίῳ τόπῳ τῆς παραγωγῆς, ἐξαρτωμένης καὶ ταύτης
239ἀπὸ τὴν πλουσίαν ἢ ἐλλιπῆ ἐτησίαν συγκομιδήν, καὶ
240προσέτι ἐκ τῆς ποιότητος τῶν οἴνων ἑκάστου τόπου.
241Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, κύριοι, οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων
242ὑποβάλλονται καὶ εἰς ἄλλα μεγάλα βάρη. Οὗτοι ἐπιβα-
243ρύνονται· 1) μὲ τοὺς φόρους τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ξένων
244προϊόντων, διότι οὗτοι εἰσὶν οἱ κυρίως καταναλωταὶ αὐ-
245τῶν· 2) μὲ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν· 3) τὸν φόρον τῶν ἐ-
246πιτηδευμάτων· 4) τὴν προσθήκην τοῦ 12% ὡς ἐκ τῆς
247ἐφαρμογῆς τῆς νέας δραχμῆς· 5) τὴν ὑπερτίμησιν ἁπάν-
248των τῶν πρὸς συντήρησιν, διατροφὴν, ἐνδυμασίαν καὶ
249τὴν εὐζωΐαν αὐτῶν χρησίμων. Θέλετε λοιπὸν νὰ τοὺς ἐξον-
250τώσητε; Ἀλλὰ μήπως δὲν θὰ ἦναι οἱ αὐτοὶ καὶ κατανα-
251λωταὶ τοῦ σιγαροχάρτου σας, τοῦ καπνοῦ, τῶν πνευμα-
252τωδῶν ποτῶν;
253Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι κυρύσσεται καὶ κατὰ τῆς Πελοποννή-
254σου ἰδίως πόλεμος. Καὶ τῷ ὄντι, οἱ κάτοικοι αὐτῆς
255πλειότερον τῶν κατοίκων τῶν ἄλλων μερῶν τοῦ Βασι-
256λείου ὑφίστανται τὰ μεγαλείτερα καὶ πλειότερα βάρη.
257Ἐρωτήσατε ὅμως νὰ μάθητε τίνες εἰσὶν οὗτοι, καὶ τίς
258ἡ κατάστασις αὐτῶν; Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι,
259ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, πάντες οὗτοι δουλεύουσιν εἰς
260τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς τοκογλύφους. Δὲν εἶναι κυρίως
261οἱ ἰδιοκτῆται. Εἰσὶ μᾶλλον οἱ ἐπιστάται τῶν ἰδίων δα-
262νειστῶν. Ἂν θελήσητε νὰ τοὺς στενοχωρήσητε ἐπ’ ὀλίγον
263ἀκόμη, τετέλεσται. Ἰδίως οἱ ἀμπελοκτήμονες θὰ ἐγκα-
264ταλείψωσι τὰς ἀμπέλους των, αἵτινες θὰ ἐκποιηθῶσιν εἰς
265εὐτελεστάτας τιμὰς, καὶ θὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν
266ἀπλήστων δανειστῶν. Ἀλλὰ τότε δὲν κατεστήσατε αὐ-
267τοὺς ἀμέσως εἵλωτας; Καὶ μὴν ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ
268ἀμπελοκτήμονες εὐτυχοῦσιν, ὅτι ἔχουσιν ἀρκετὰ εἰσοδή-
269ματα ἀπὸ τὰς ἀμπέλους αὐτῶν. Μόλις τὰς συντηροῦν,
270διότι τὰ ἔξοδα εἶναι τοιαῦτα, ὡς ἄλλοτε ἐν λεπτομερείᾳ
271σᾶς ἐξέθηκαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὥστε τὰ ἔσοδα
272οὔτε καλύπτουν πολλάκις αὐτά.
273Ὁ ἀμπελοκτήμων, κύριοι βουλευταί, πρὸ καιροῦ σκέ-
274πτεται νὰ ἐκποιήσῃ τὴν ἄμπελον αὐτοῦ. Ἂν δὲν τὸ
275κάμνῃ, ἂν τὴν διατηρῇ εἰσέτι, τό πράττει, τοῦτο μὲν
276ἐξ ἐμφύτου αἰσθήματος τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦτο δὲ διότι
277πάντοτε εὐελπίζεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας θέλει
278μίαν ἡμέραν σκεφθῆ καὶ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης
279αὐτοῦ, εἴτε διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν μέσων τῆς συγ-
280κοινωνίας, εἴτε διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς οἰνοποιΐας καὶ
281τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς, εἴτε διὰ συστάσεως γεωργικῶν
282Τραπεζῶν, ὅπως ὁ τόκος κατασταθῇ εὐθηνότερος, εἴτε
283ἄλλως.
284Ἐκτὸς ὅμως τῶν ἀνωτέρω, ἡ διασκευὴ τοῦ Νομοσχε-
285δίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε αὐτὴ καὶ μόνη ἐπιβάλλει ν’
286ἀποκρούσωμεν αὐτό. Δι’ αὐτῆς δημιουργεῖται βεβαίωσις
287τοῦ φόρου ἐπαχθεστάτη, δι’ αὐτῆς δημιουργεῖται παρε-
288νόχλησις καταπιεστικὴ καὶ ἀδιάλειπτος τοῦ πολίτου, ἐ-
289πιτρέπεται τὸ ἄνοιγμα τῶν ἀποθηκῶν καὶ τῶν οἴκων ἀ-
290κόμη τῶν πολιτῶν διὰ τῆς βίας, νομιμοποιεῖται ἡ κα-
291τασκοπεία, καὶ βραβεύεται ἀφειδῶς· ἐπιβάλλονται ποι-
292ναὶ μέχρι τοῦ πενταπλασιασμοῦ τοῦ φόρου ὑπὸ τοῦ τυ-
293χόντος Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἀνοίγεται ἡ θύρα εἰς πολ-
294λὰς καὶ ποικίλας καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν ὑποδεεστέ-
295ρων ὑπαλλήλων.
296Ἐκτὸς τούτων ὅλων, καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἰδίως,
297θέλετε φορολογήσει πάντας ἐκείνους, ὅσοι, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ
298φόρου, ἠγόρασαν κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον καὶ
299Σεπτέμβριον εἰς τιμὰς ὑψηλάς. Καὶ δὲν εἶναι λοιπὸν ὑπὸ
300τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ Νομοσχέδιόν σας δημευτικὸν πε-
301ριουσίας;
302Τί ζητεῖτε λοιπὸν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου; Νὰ
303σᾶς τὸ εἴπω.
304Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου σας ζητεῖτε, κύριοι Ὑπουργοί,
305νὰ φορολογήσητε τὸ κεφάλαιον· ζητεῖτε νὰ φορολογήση-
306τε τὴν παραγωγήν· ζητεῖτε νὰ ἐξοντώσητε τὴν τάξιν
307τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ νὰ ἐξαναγκάσητε αὐτοὺς νὰ
308ἐγκαταλείψωσι τὰς ἀμπέλους των καὶ νὰ παραδώσητε
309αὐτοὺς εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς τοκογλύφους, εἰς χεῖ-
310ρας τῶν ὁποίων δεσμεύεται πᾶσα σχεδὸν ἡ ἀγροτικὴ
311κτῆσις ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ συγχρόνως ζητεῖτε διὰ τοῦ ἐ-
312παχθοῦς καὶ καταθλιπτικοῦ τούτου φόρου ν’ ἀφαιρέσητε
313τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, ζη-
314τεῖτε τὸν ἄρτον αὐτοῦ, διότι ἐν Ἑλλάδι ὁ ἄρτος καὶ ὁ
315οἶνος ἀποτελοῦσι τὴν κυρίαν, τί λέγω; τὴν μοναδικὴν
316τροφὴν τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ
317ὁποίου ἄλλοτε τόσα ἐδεικνύετε τρυφερὰ αἰσθήματα, καὶ
318σήμερον, ἀσφαλῶς καταλαβόντες τὴν Ἐξουσίαν, κατα-
319λαμβάνεσθε ὑπὸ νευρικῆς παθήσεως καὶ μόνον εἰς τὸ ἄ-
320κουσμα αὐτοῦ. Καὶ τί σᾶς ἔκαμεν ὁ πτωχὸς αὐτὸς, ὁ
321εὐάγωγος καὶ εὐπειθὴς Ἑλληνικὸς λαὸς, ἵνα τόσον σκλη-
322ρὰ τὸν μεταχειρίζεσθε;
323Γνωρίζομεν τί ἀπαντᾶτε:
324Εἶσθε πατριῶται, εἶσθε μάρτυρες, καὶ ἀπεφασίσατε
325διὰ πάσης θυσίας, καὶ εἰς τὸ πεῖσμα αὐτοῦ, τυφλώττον-
326τος καὶ ἀγνοοῦντος τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ συμφέρον, νὰ τὸν
327σώσητε. Ἀλλὰ, χωρὶς νὰ σᾶς ἀρνηθῶμεν, διότι ἐσυνει-
328θίσαμεν πάντοτε νὰ σεβώμεθα τὰς γνώμας σας, τὰς ἰ-
329δέας σας, χωρίς, λέγω, νὰ σᾶς ἀρνηθῶμεν τὸν πατριωτι-
330σμόν σας καὶ τὰς ὑπὲρ τοῦ Τόπου ἀγαθὰς προαιρέσεις
331σας, διεκδικοῦμεν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τὰ ἴσα, διότι καὶ ἡ-
332μεῖς εἴμεθα ἐκ τοῦ τόπου τούτου, καὶ ἡμεῖς πονοῦμεν δι’
333αὐτὸν, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν νοῦν καὶ καρδίαν, καὶ δὲν ἐπι-
334τρέπομεν νὰ φρονῆτε, ὅτι εἴμεθα ἄστοργοι, ἀναίσθη-
335τοι, καὶ ἀνάλγητοι, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ γενικοῦ κα-
336λοῦ (εὖγε).
337Τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ μεγάλα ἔργα δὲν ἐπιτυγχάνονται
338διὰ φόρων, καὶ μόνον διὰ φόρων. Ἡ μέθοδος εἶναι ἐμ-
339πειρικὴ, καὶ πᾶς τις δύναται ἀκόπως νὰ καταφύγῃ εἰς
340αὐτήν. Τὰ ἰσοζύγια, τὰ μεγάλα ἔργα κατορθοῦνται διὰ
341πατρικῆς καὶ σώφρονος διοικήσεως, διὰ φειδοῦς τοῦ δη-
342μοσίου πλούτου, διὰ τῶν οἰκονομιῶν, διὰ τῆς περικοπῆς
343τῶν περιττῶν καὶ ἀγόνων δαπανῶν, διὰ τῆς ἐμψυχώ-
344σεως τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου, πρὸς
345προαγωγὴν καὶ ἐπαύξησιν τῆς παραγωγικότητος τῆς
346χώρας, καὶ τέλος διὰ φορολογίας ἀναλόγου, δικαίας,
347καὶ μὴ παρενοχλούσης τὰς παραγωγικὰς τοῦ Τόπου δυ-
348νάμεις.
349Εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθητε, κύριοι Ὑπουργοί. Ἀνα-
350λογισθῆτε, ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶσθε χρήσιμοι εἰς τὸν Τόπον,
351καὶ μὴν ἐξαντλῆτε τὰς δυνάμεις σας. Λέγω μάλιστα καὶ
352τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαντλῆσθε τοιουτο-
353τρόπῳ, διότι εἶσθε δημόσιοι ἄνδρες, καὶ ὁ Τόπος δικαιοῦ-
354ται ν’ ἀπαιτῇ παρ’ ὑμῶν νὰ φείδησθε καὶ αὐτῆς τῆς
355δημοτικότητός σας.
356Θέλετε νὰ δείξητε ὅτι εἶσθε, ὡς καυχᾶσθε, γεν-
357ναῖοι; Ἀποσύρατε τὸ ἐλεεινὸν τοῦτο Νομοσχέδιον, καὶ
358ὁ Τόπος θέλει σᾶς τὸ ἀναγνωρίσει (εὖγε ἐκ τῆς ἀρι-
359στερᾶς).
360§20Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μετὰ τοὺς εὐγλώττους καὶ ἀπὸ καρ-
361δίας πατριωτικῆς ἐξελθόντας λόγους τοῦ προλαλήσαντος
362ὀλίγα ἔχω νὰ προσθέσω ἵνα δικαιολογήσω τὴν ὁποίαν
363προτίθεμαι νὰ φέρω ψῆφον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομο-
364σχεδίου.
365Κύριοι, μετὰ λύπης καὶ δέους βλέπω τὴν Κυβέρνησιν
366ἀσπασθεῖσαν σύστημα πολυτελοῦς διοικήσεως καὶ χάριν
367τοῦ συστήματος τούτου ἐπιβάλλουσαν εἰς τὸν Τόπον βά-
368ρη δυσβάστακτα, βάρη προορισμὸν ἔχοντα νὰ ὁδη-
369γήσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν ἀναρχίαν διὰ τῆς πενίας.
370Δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα πολλάκις ἤδη ἐλέχθησαν ὡς
371πρὸς τοὺς φόρους τοὺς ἤδη ἐπιβληθέντας· ὀλίγα τινὰ θὰ
372εἴπω ὡς πρὸς τὸν προκείμενον φόρον, ὅστις πρόκειται νὰ
373πνίξῃ τὰ συμφέροντα μεγάλης παραγωγικῆς τοῦ Τόπου
374τάξεως.
375Κύριοι, καταργοῦμεν σύστημα φορολογίας στηριζόμε-
376νον ἐπὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δυνατῆς παρ’ ἀνθρώποις
377δικαιοσύνης, σύστημα διανεμητικὸν, χάριν τοῦ ὁποίου ἐ-
378δαπάνησεν οὐκ ὀλίγα τὸ ἔθνος, σύστημα τὸ ὁποῖον πρὸ
379καιροῦ ἤδη λειτουργεῖ οὐχὶ ἀνεπιτυχῶς, τὸ ὁποῖον ἀνα-
380πτυσσόμενον καὶ βελτιούμενον δύναται νὰ παραγάγῃ καὶ
381νέα μέσα εἰς τὸ Δημόσιον ἀνάλογα πρὸς τὰς καλῶς ἐν-
382νοουμένας ἀνάγκας τοῦ Τόπου, καὶ ἀντικαθιστῶμεν αὐτὸ
383διὰ συστήματος κερδοσκοπικοῦ, τὸ ὁποῖον ὡς τσιοῦτον
384δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐπιτυχῶς ἔνθα ὑπάρχουσι μεγά-
385λα κέντρα πληθυσμοῦ καὶ ὁ καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας.
386Ἐν Ἑλλάδι δὲ ὅπου δὲν συντρέχουσι τὰ δύω ταῦτα πε-
387ριστατικὰ, κέντρον πληθυσμοῦ καὶ ὁ καταμερισμὸς τῆς
388ἐργασίας, ζημιῶν πρόξενον θὰ ἦναι, ἡ δὲ μόνη ἀρετὴ
389αὐτοῦ ἔσεται ἡ κατάθλιψις τῶν φορολουμένων.
390Ἔρχομαι εἰς παραδείγματα ἵνα ἀποδείξω τὸ ἐπιζή-
391μιον τοῦ συστήματος τούτου εἰς τὸν Τόπον. Δὲν λαν-
392θάνει ἡμᾶς ὅτι ἐν Ἑλλάδι καὶ ἰδίως ἐν Πελοποννήσῳ,
393ὅθεν βεβαίως ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἀντλήσῃ διὰ
394τοῦ φόρου αὐτοῦ μέσα, ὅπως ἱκανοποιήσῃ δῆθεν τὴν ὁ-
395ποίαν προτίθεται νὰ φέρῃ βελτίωσιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ
396τοῦ Κράτους διὰ τοῦ ἰσοζυγίου, ὑπάρχει μέγας κατακερ-
397ματισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ δὲ κατακειματισμὸς οὗτος
398τῆς ἰδιοκτησίας ἄγει εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα.
399Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν Αἰγιαλείαν, τῆς ὁποίας ἅπαν-
400τες σχεδὸν οἱ κάτοικοι εἶναι ἰδιοκτῆται, ἔχοντες οἱ πλεῖ-
401στοι οὐ μόνον ἀγροὺς ἀλλὰ καὶ ἀμπέλους. Ἀλλὰ τί νο-
402μίζετε, ὅτι παράγει ἕκαστος ἐκ τῆς ὁποίας ἔχει ἀμπέλου;
4034, 5, 6 τὸ πολὺ 10 βαρέλας οἴνου· διὰ τοῦ οἴνου δ’ αὐ-
404τοῦ ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς καλλιεργείας τῶ
405κτημάτων του καὶ τῆς συντηρήσεώς του, καὶ πολ-
406λάκις ἀπομένει ποσὸν 2, 3, 4 βαρελῶν, τὸ ὁποῖον θὰ
407ἐκποιήσῃ, καὶ θὰ ἐκποιήσῃ τότε, ὅταν ἱκανοποιήσῃ ὅλας
408τὰς ἀνάγκας τῆς καλλιεργείας του, καὶ ἱκανοποιεῖ αὐτὰς
409συνήθως εἴτε περὶ τὰς ἀπόκρεω εἴτε περὶ τὸ Πάσχα, ὅτε
410τελειώνει ἡ ἐργασία τοῦ σκαψίματος καὶ τοῦ σκάλους τῶν
411κτημάτων. Ἄρχεται ἡ καλλιέργεια, βλέπει τί ἀναγκαιοῖ
412διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς, καὶ πείθεται ὅτι δύναται νὰ
413διαθέσῃ ἓν ποσὸν τοῦ οἴνου του καὶ πωλήσῃ αὐτὸ ἵνα πο-
414ρισθῇ χρηματικόν τι ποσόν. Τὸν ἰδιοκτήτην αὐτὸν ὑπο-
415βάλλομεν εἰς φόρον, τὸν ὁποῖον δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ
416πληρώσῃ χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς καταπιεστικὰς δια-
417τάξεις τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ τὰς δρακοντείους ποινὰς
418τὰς δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένας. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύ-
419τας τιμωρεῖται, ἐὰν δὲν ἤθελε δηλώσει ὁποῖον εἶναι τὸ
420ποσὸν τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ πωλήσῃ ἢ ἤθελεν ἀπα-
421τηθῆ περὶ τὴν δήλωσίν του. Ὑποθέσατε, κύριοι, χωρικὸν
422ἐκ τοῦ χωρίου Ἀρφαρὰ τοῦ Δήμου Αἰγείρας, ἀπέχοντος
423τοῦ Αἰγίου 10 ὥρας· αὐτὸς ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν δή-
424λωσίν του εἰς τὸν Δήμαρχον ἢ τὸν Εἰρηνοδίκην ἢ τὸν
425Οἰκονομικὸν Ἔφορον διαμένοντα εἰς Αἴγιον, καὶ ὅπου
426κάμει αὐτὴν θὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ ἐκεῖ δικαστικὸν κλη-
427τῆρα, διότι διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος θὰ γείνῃ ἡ δήλωσις.
428Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἔξω Δήμους ὑπάρχει συνήθως φανατι-
429κὸς κομματισμὸς, καὶ ὁ κλητὴρ, ἐὰν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸ
430κόμμα, δὲν προσέρχεται, ἐκτὸς ἂν πληρωθῇ ἁδρότατα.
431Ἵνα ἀποφύγῃ λοιπὸν τὸ τοιοῦτον, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀ-
432νάγκην νὰ μεταβῇ εἰς Αἴγιον, ὅπου ὑπάρχουν πολλοὶ
433κλητῆρες· ἀλλὰ τότε, κύριοι, εἰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ
434θυσίας; θὰ ἀπολέσῃ μίαν ἡμέραν διὰ νὰ ὑπάγῃ καὶ μίαν
435διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν κατοικίαν του, θὰ διαμείνῃ
436καὶ μίαν ἡμέραν εἰς Αἴγιον, ὅπως κοινοποιήσῃ τὴν δήλω-
437σίν του· θὰ ὑποστῇ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο ἔξοδα
438διατροφῆς, θὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας πρὸς σύνταξιν καὶ
439κοινοποίησιν τῆς δηλώσεως. Αἱ δαπάναι αὗται καὶ ἡ ἐκ
440τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου ἀπώλεια θὰ ἦναι ἀνωτέρα
441τῆς ὠφελείας, ἣν προσδοκᾷ ὁ φορολογούμενος οὗτος ἐκ
442τῆς πωλήσεως τοῦ ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς ἀμπέλου του
443μικροῦ, ὡς προεξετέθη, περισσεύματος. Μετὰ δὲ τὴν δή-
444λωσιν τί θὰ γείνῃ; ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος θὰ ἀποστείλῃ
445ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ τὸν καταμετρητὴν καὶ ἀπὸ
446ὑπαλλήλους ἄλλους, οἵτινες θὰ μεταβῶσιν εἰς Ἀρφαρὰ,
447δηλαδὴ εἰς ἀπόστασιν δέκα ὡρῶν, ἵνα κάμωσι τὴν κα-
448ταμέτρησιν τοῦ οἴνου, δαπάνῃ τοῦ φορολογουμένου. Δὲν
449ἐννοεῖτε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ φορολογούμενος οὗτος θὰ
450ὑποβληθῇ οὕτως εἰς δαπάνας ἀνωτέρας τῆς ἀξίας τοῦ
451ποσοῦ τοῦ οἴνου, ὅπερ δύναται νὰ πωλήσῃ, ὅπερ ἰσοδυνα-
452μεῖ μὲ καταστροφὴν δι’ αὐτόν; Μία βαρέλα οἴνου τιμᾶ-
453ται εἰς Ἀρφαρὰ 10 ἢ 12 τὸ πολὺ δραχμὰς, ὥστε διὰ
454τῆς τοιαύτης φορολογίας, ἥτις ἀποῤῥοφᾷ οὐ μόνον τὸ εἰ-
455σόδημα, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον, θὰ ἀναγκάσητε τὸν φο-
456ρολογούμενον νὰ παύσῃ καλλιεργῶν τὴν ἄμπελόν του.
457Δὲν γνωρίζετε φαίνεται τὸν Τόπον· ἂν διατρέξητε τὴν
458Πελοπόννησον θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐν ὥρᾳ μάλιστα θέρους
459κατὰ πᾶν βῆμα ὑπάρχουσι χάνια, ὅπου μικροκτηματίαι,
460ἐνῶ ἀφ’ ἑνὸς καλλιεργοῦσι τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἐκεῖ πλη-
461σίον ἀγρὸν, ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσι καὶ ἓν παιδίον μὲ μίαν
462μποτίλιαν ῥακῆς καὶ μὲ μίαν μποτίλιαν οἴνου, ἐκ τῶν
463ὁποίων πωλεῖ εἰς τοὺς διερχομένους. Αὐτὸ τὸ οὐτιδανὸν
464ποσὸν ῥακῆς καὶ οἴνου ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν δια-
465βατῶν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Ἄλλοτε ὅμως, ὅταν διέρχων-
466ται πολλοί, δὲν ἐπαρκεῖ, καὶ τότε ὁ ἔχων τὸ χάνι εὑρί-
467σκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ πλησιέστε-
468ρον χωρίον, ὅπως προμηθευθῇ ποσὸν ἀνώτερον οἴνου καὶ
469ῥακῆς. Θέλετε ὁ τὸ μικρὸν τοῦτο ἐμπόριον μετερχόμενος
470νὰ ὑποβάλληται εἰς δηλώσεις δι’ ἑκάστην μποτίλιαν οἴ-
471νου καὶ ῥακῆς, ἣν θὰ ἀγοράζῃ εἰς τὸ διάστημα δύω ἢ
472τριῶν ἡμερῶν; Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι φοβερὸν, ἀνὰ πᾶσαν
473στιγμὴν οἱ ἄνθρωποι νὰ χάνουν τὸν καιρόν των εἰς τὰς
474δηλώσεις, ἐγκαταλείποντες τὰς ἐργασίας των! Καὶ θεω-
475ρεῖτε τοῦτο δίκαιον καὶ ὠφέλιμον τῇ Πολιτείᾳ; Καὶ ἐπὶ
476τοιούτου φορολογικοῦ μέτρου θέλετε νὰ στηρίξητε τὰς
477περὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐλπίδας
478ὑμῶν; Καὶ δὲν βλέπετε, ὅτι καταστρέφετε τὸ προϊὸν
479ἐκεῖνο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου προκγομένου δικαιοῦται νὰ ἐλπίζῃ
480μίαν ἡμέραν ἡ Ἑλὰς τὴν σωτηρίαν της, ἐὰν μάλιστα,
481ὡς προβλέπεται, ὁ σταφιδοκαρπὸς παύσῃ παρέχων τὰς
482ὁποίας παρέχει μέχρι τοῦδε ὠφελείας, ἐλαττουμένης τῆς
483καταναλώσεως αὐτοῦ; Κύριοι, εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου
484ὑπάρχουσι μεγάλα κέντρα πληθυσμοῦ, ὅπου ἡ ἐργασία
485εἶναι καταμεμερισμένη, ὅπου ὁ οἰνοπώλης εἶναι οἰνοπώ-
486λης, ὅπου ὁ ἔμπορος εἶναι ἔμπορος καὶ ὁ βιομήχανος
487βιομήχανος, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτον σύστημα
488φορολογίας, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρό-
489σωπον εἶναι γεωργὸς καὶ οἰνοπώλης καὶ διδάσκαλος καὶ
490κουρεὺς καὶ ὑποδηματοποιὸς καὶ ῥάπτης, τοιοῦτον σύστη-
491μα φορολογικὸν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐν Ἑλλάδι
492πολλαχοῦ δὲν ἔχομεν ἀκόμη οὔτε μονίμους κατοικίας·
493εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπάρχουν πολλαχοῦ δύω κατοι-
494κίαι, θερινὴ καὶ χειμερινή· ποῦ θὰ δηλώσουν, εἰς ποῖον
495Οἰκονομικὸν Ἔφορον, εἰς τὸν Ἔφορον τῆς χειμερινῆς δια-
496μονῆς ἢ εἰς τὸν τῆς θερινῆς; Πρέπει νὰ τρέχουν ἀπὸ ἕνα
497Οἰκονομικὸν Ἔφορον εἰς ἄλλον, τοῦτο δὲ καὶ μόνον ἀρ-
498κεῖ, ὅπως ὑπὸ ἀπελπισίας καμαλαμβανόμενοι οἱ κτημα-
499τίαι παύσωσι καλλιεργοῦντες ἀμπέλους.
500Κύριοι, τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ
501ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν δ’ ἐφαρμοσθῇ θὰ συνεπιφέρῃ τὴν κατα-
502στροφὴν σπουδαίας παραγωγικῆς τάξεως τοῦ Τόπου.
503Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν μετέλθητε μέσα καταδιώ-
504ξεως, ἡ αὐστηρότης τοῦ Νόμου θὰ γεννήσῃ τὴν παρα-
505βίασιν αὐτοῦ, θὰ ἐξευρεθῶσι μύριοι τρόποι πρὸς καταδο-
506λίευσιν αὐτοῦ, καὶ οὕτω μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ
507εἰσπράξητε ὀλιγώτερα τῶν ὅσων εἰσπράττετε σήμερον.
508Θέλετε νὰ μάθητε ποῦ φθάνει ὁ φόρος αὐτὸς καὶ ὡς πρὸς
509τὰς πόλεις ἐκείνας ὅπου ὁ οἶνος ἔχει ἀξίαν, διότι εἶναι
510καλῆς ποιότητος καὶ διότι ὑπάρχει πληθυσμὸς ἱκανός;
511Ἐγὼ ἔχω 20, ἕως 25 στρέμματα ἀμπέλου, παλαιὰ εἶναι
51214 ἢ 15· πληρόνω φόρον 15 δραχμὰς κατ’ ἔτος, διότι
513εἶναι τῆς τελευταίας ποιότητος ἡ ἄμπελος, καὶ ὁ φόρος
514εἶναι μιᾶς δραχμῆς κατὰ στρέμμα. Παράγει ἡ ἄμπελός
515μου αὕτη ὡς ἔγγιστα 60 βαρέλας κρασί, καὶ 40 βαρέλας
516λάγγερο, δηλαδὴ τὸ παραγόμενον διὰ ὕδατος, τὸ ὁποῖον
517ῥίπτεται εἰς τὰ στέμφυλα· ὁ οἶνος οὗτος δαπανᾶται ὁ-
518λόκληρος εἰς τὴν καλλιέργειαν. Πωλῶ δὲ τὰς 50 ἢ 60
519βαρέλας καθαροῦ οἴνου, καὶ ἂν ἡ τιμὴ εἶναι μεγάλη 25
520δραχμῶν, ὡς εἶναι τὸ ἔτος τοῦτο, ἠμπορῶ νὰ λάβω
5211,250 ἕως 1,500 δραχμὰς, ἀλλ’ ὁ μέσος ὅρος, κύριοι, τῆς
522τιμῆς εἶναι δρ. 16 τὴν βαρέλαν, ὥστε ὑπολογίζω πάν-
523τοτε ἐκ τοῦ οἴνου εἰσόδημα ἐκ δραχμῶν 900 περίπου.
524Ἀλλὰ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς παραγούσης τὸν οἶνον
525τοῦτον ἀμπέλου θὰ δαπανήσω 20 ἕως 25 δραχμὰς κατ’
526ἐλάχιστον ὅρον, εἰς κάθαρσιν, κλάδον, σκάψιμον καὶ σκάλο,
527καὶ περὶ τὰς δραχμὰς 50 διὰ τὸ θειάφισμα, θέλω καὶ
528350 ἕως 400 δραχμὰς διὰ νὰ ἀμπαριάσω τὸν οἶνον. Ἐὰν
529δ’ ὑπολογίσητε ἁπάσας τὰς δαπάνας ταύτας, θέλετε ἰδεῖ,
530ὅτι, ἐὰν μὲν πωλῶ τὸν οἶνον πρὸς 25, ἠμπορῶ νὰ ἔχω
531μίαν ὠφέλειαν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 600 ἢ 400 δραχ-
532μάς· ἐὰν ὅμως πωλῶ πρὸς 16 ἢ 18, τότε ὁλόκληρος ἡ
533παραγωγὴ ἀποῤῥοφᾶται ὑπὸ τῆς δαπάνης· ἐὰν δὲ πλη-
534ρώσω καὶ τὸν ἐπιβαλλόμενον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου φόρον
535ἐκ λεπτῶν 2½ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ ἑξήκοντα βαρελῶν οἴνου,
536θὰ πληρώσω 72 δραχμὰς, ἀντὶ 15, τὰς ὁποίας ἔδιδον
537πρίν· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, θὰ πληρώσω καὶ τὰς
538δηλώσεις καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως, θὰ ἦμαι ἐκ-
539τεθειμένος μετὰ τὴν δήλωσιν καὶ τὴν ἐκ τῆς ὀξειδώσεως
540τοῦ οἴνου ζημίαν. Τούτου δοθέντος, ἐπέρχεται τὸ ἀποτέ-
541λεσμα, ὅτι τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσω τὸν φόρον
542ἐκ τοῦ κεφαλαίου, ἀφοῦ ἤθελον ἀποῤῥοφηθῶσιν ὅλα ἐκεῖ-
543να, τὰ ὁποῖα ἤθελον λάβει ἀπὸ τὸ μικρὸν ποσὸν οἴνου,
544τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ πωλήσω. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ κε-
545φάλαιον ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν ἀξίαν του, καὶ ὅταν πρόκη-
546ται νὰ ἐξεύρωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, δέον νὰ ὑπολο-
547γίσωμεν καὶ τοὺς τόκους τοῦ κεφαλαίου καὶ νὰ ἐκπέσω-
548μεν αὐτούς· ἐὰν δὲ πράξωμεν καὶ τοῦτο, τότε φθάνομεν
549εἰς συμπεράσματα ἀποδεικνύοντα, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος
550φόρος προώρισται ταχέως νὰ ἐξαντλήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ κε-
551φάλαιον, καταστρεφομένης οὕτω σπουδαίας τοῦ Τόπου
552παραγωγῆς. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει φορολογία τοιαύτη
553δύναται νὰ ἀποφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον προσόδους διαρ-
554κεῖς, αἵτινες νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν
555οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Βεβαίως εἶχε δίκαιον ὁ κ.
556Κοντογούρης, εἰπὼν ὅτι, ἂν φείδεσθε τῶν συμφερόντων
557τοῦ Τόπου καὶ τῆς εὐεξίας τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, πρέ-
558πει νὰ ἀποσύρετε τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι θὰ ἔχῃ
559ὀλεθρίας συνεπείας εἰς τὴν μεγαλειτέραν παραγωγικὴν
560τάξιν τοῦ Τόπου.
561Ἡ μόνη ἀρετὴ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι, ἂν δύ-
562ναται νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἀρετὴ, εἶναι ὅτι παρέχει εἰς
563ἡμᾶς τὰ μέσα, ὅπως ἀλληλοπιεζώμεθα καὶ ἀλληλοσφαζώ-
564μεθα· διότι, ἐὰν πωλήσῃ τις 2 ὀκάδας οἴνου, θὰ καταγ-
565γέλλεται ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ του καὶ θὰ ἀφίνεται εἰς τὴν
566διάκρισιν τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, γνωρίζετε δὲ ὁποία
567εἶναι ἡ ἠθικὴ ἐν γένει κατάστασις τοῦ Τόπου. Ἀφίνετε
568δὲ εἰς τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὴν
569100 ἕως 1,000 δραχμῶν, καὶ παρέχετε εἰς τὸν πολίτην
570ὡς μόνον μέσον προσφυγῆς κατὰ τῆς ἀδίκου ἀποφάσεως
571τῆς ἐπιτροπῆς τὸ μέσον ἐφέσεως ἐνώπιον τῶν Νομικῶν
572Συμβούλων. Καὶ ἐπαρκεῖ τὸ συμβούλιον τοῦτο εἰς τὴν
573ἐκδίκασιν ὅλων τῶν ἐφέσεων τῶν δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶ-
574σιν αὐτῷ ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους! Καὶ δὲν
575λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑποβάλλετε διὰ τοῦ μέτρου
576τούτου τὸν φορολογούμενον, τὸν θέλοντα νὰ ἐπιτύχῃ τὴν
577ἐξαφάνισιν ἀδίκου ἀποφάσεως, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπι-
578σκέπτεται τὰς Ἀθήνας, νὰ καταφεύγῃ ζητῶν τὴν συν-
579δρομὴν τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, καὶ νὰ καταστρέφεται κατα-
580δαπανώμενος, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως, τὴν
581ὁποίαν, καὶ ἑκατόγχειρες ἐὰν ἦσαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι,
582δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδώσωσιν αὐτὴν πρὶν ἢ κατα-
583στραφῇ! Τοιαῦτα, ἐστὲ βέβαιοι, ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα
584τοῦ φορολογικοῦ αὐτοῦ νόμου, ἐὰν τυχὸν κατασταθῇ ἐφι-
585κτὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Ὅ,τι δὲ περισσότερον ἄλλου φο-
586βοῦμαι, εἶναι ἡ καταπίεσις τοῦ φορολογουμένου λαοῦ.
587Δὲν προχωρῶ περαιτέρω· τὰ λεχθέντα νομίζω, ὅτι εἶ-
588ναι ἀρκετὰ, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς, πλὴν
589τοῦ ὅτι θὰ βλάψῃ τοὺς παραγωγοὺς, οὐδόλως θὰ συντε-
590λέσῃ εἰς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, χάριν τοῦ ὁποίου δῆθεν
591ἐπιβάλλεται.
592Κύριε Πρωθυπουργὲ, λυποῦμαι εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀ-
593νάγκην νὰ κάμω πρὸς ὑμᾶς μίαν παρατήρησιν, καὶ τοῦτο,
594διότι πολλοὶ εἶπον, ὅτι θυσιάζετε τὴν δημοτικότητά σας,
595ἀποφασίζοντες νὰ ἐπιβάλετε τοιούτους φόρους εἰς τὸν
596Τόπον. Καὶ εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου εἶπον ὑμῖν ὅτι ἤδη
597δὲν δημοκοπεῖτε· παρατηρῶ ὅμως ὅτι ἔχετε δύω ὄψεις,
598καὶ τὴν μὲν μίαν ἔχετε ἐστραμμένην πρὸς τὴν βασιλείαν
599καὶ αὐλοκοπεῖτε, τὴν δὲ ἄλλην πρὸς τὸν λαὸν καὶ Ἑλ-
600ληνοκοπεῖτε (θόρυβος). Ἀλλὰ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἡ τοι-
601αύτη πολιτικὴ δὲν ἐπιτυγχάνει ἐν χώραις μικραῖς, αἵτινες
602δὲν ἔχουσι πολλὰ τὰ ὑλικὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν, καὶ
603προβλέπω, ὅτι διατρέχετε τὸν κίνδυνον τῆς ἀποτυχίας,
604ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ λυπηρὸν ἀποτέλεσμα, ἵνα ὁδηγήσῃ
605τὸν Τόπον διὰ τῆς πενίας εἰς τὸν ἀπολυτισμὸν ἢ εἰς τὴν
606ἀναρχίαν, καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον ὀλέθρια διὰ τὸν Τό-
607πον. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ὑμᾶς, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἀρ-
608νοῦμαι πατριωτισμὸν, καθὼς καὶ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ
609ἀπέχετε τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου τούτου.
610§21Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ χθὲς τελευταῖον ἀγορεύσας
611κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶπεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς
612δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπαρχίας
613του, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους. Τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ καλόν·
614κακὸν εἶναι μόνον, ὅταν ὁ Βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύῃ καὶ
615ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα ὄχι τοῦ Κράτους ἀλλὰ
616τῆς φατρίας του. Δὲν ἐσυλλογίσθη ὅμως τὸ ρηθὲν ἀπὸ
617ἕνα εὐφυᾶ, ἀλλὰ διεφθαρμένον πολιτικὸν, τὸν Ταλεϋράν:
618«ὄχι ὑπερβολικὸς ζῆλος»· διότι ὁ ὑπερβολικὸς ζῆλος φέ-
619ρει τὸν ζηλωτὴν εἰς τὸ νὰ διαστρέφῃ τὰ γεγονότα καὶ
620νὰ σοφιστεύηται, καὶ συνάμα εἰς τὸ νὰ καταστρέφῃ τὴν
621ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματός του, ὡς τοῦτο συνέβη ἐν-
622ταῦθα ἐπί τινος ζητήματος κατὰ τὴν τελευταίαν Σύ-
623νοδον.
624Δύω εἶναι, κύριοι, τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς νοήμονος
625καὶ πατριωτικῆς Κυβερνήσεως· πρῶτον, τὸ σύστημα τὸ
626οἰκονομικὸν, καὶ δεύτερον αἱ μεταῤῥυθμίσεις, ἰδίως εἰς
627ἔθνος, τὸ ὁποῖον εἶναι πτωχὸν, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν σήμερον,
628καὶ ὅπου οἱ θεσμοὶ ἐσάπησαν, οὕτως εἰπεῖν, δημιουργη-
629θέντες μάλιστα ἀπὸ ξένας τὸ πλεῖστον ἰδέας κατὰ
630τὸ 1833.
631Τὰ χαρακτηριστικὰ ταῦτα, κύριοι, διακρίνουν ὅλας τὰς
632σπουδαίας Κυβερνήσεις, καὶ ἀναφέρω τινὰ παραδείγματα.
633Αἱ πλεῖσται Κυβερνήσεις τῆς Ἀμερικῆς ἀπὸ τῆς ἱδρύ-
634σεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔκαμαν πάντοτε οἰκονο-
635μίας πρὸς ὠφέλειαν τῶν πολιτῶν καὶ συνάμα μετηῤῥύθ-
636μιζον τοὺς Νόμους των συμφώνως μὲ τὰς νέας ἀνάγκας
637τοῦ ἔθνους. Ἐλησμονήσατε, κύριοι, τὸν Ρόβερ Πὴλ ποίας
638οἰκονομίας ἔφερεν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος καὶ ποίας με-
639ταῤῥυθμίσεις σπουδαίας ἔκαμεν; Ὁ Λόρδος Ρῶσελ μετηῤ-
640ῥύθμισεν, ὡς ἀπῄτουν οἱ καιροὶ καὶ ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς, τὸ
641ἐκλογικὸν σύστημα. Αὐτὸς, κύριοι, ὁ ἔνδοξος Γλάδστων
642πόσας μεταῤῥυθμίσεις καὶ οἰκονομίας καὶ ἐλάττωσιν φό-
643ρων δὲν ἔκαμε, μολονότι εὑρίσκεται ἐν μέσῳ μεγάλων
644περιπετειῶν; διὰ τῆς καλῆς του ὅμως θελήσεως ἀπαντᾷ
645εἰς ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς καὶ τὰς ἐξωτερικὰς ἀνάγκας
646τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους.
647Οἱ φόροι δὲ, κύριοι, ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἦναι ἴσοι καὶ
648δίκαιοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι καὶ χρήσιμοι, νὰ φέρωσιν
649ἀποτελέσματα καὶ νὰ ἀνταποδίδουν τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ
650τῶν ὁποίων προάγεται ἡ εὐημερία, ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ, τῶν
651λαῶν. Ἐν τούτοις τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον ἤρχισε, κύριοι,
652πέρυσι νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους εἰς τὰ ἀπορώτερα στοιχεῖα
653τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφίνον ἀφορολόγητα τὰ εὔπορα,
654καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τὰς αἶγας· ἐφέτος ἐπίσης φορολογεῖ τὰ
655ἄπορα στοιχεῖα καὶ ἐκλέγει τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ
656ἀμπελοκτήμονας, καὶ συνάμα ὅλας τὰς ἐργατικὰς τά-
657ξεις, διότι καὶ οἱ παραγωγεῖς καὶ οἱ καταναλωταὶ ἐπι-
658βαρύνονται ἀνηλεῶς διὰ τῶν νέων φορολογικῶν Νομο-
659σχεδίων.
660Εἰς τὰς Ἰνδίας ὁ ἄρτος, τὸ ὀρύζιον, τὸ γάλα, οἱ καρ-
661ποὶ εἶναι τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεως τοῦ λαοῦ
662συμφώνως μὲ τὸ κλίμα τοῦ τόπου των. Εἰς τὴν Ἑλλά-
663δα ὁ ἄρτος, τὸ κρέας, ὁ οἶνος καὶ αὐτὸς ὁ καπνὸς ἀποτε-
664λοῦν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀπολύτου ὑπάρξεως τῶν κατοίκων.
665Λέγω δὲ καὶ ὁ καπνὸς, διότι κατέστη μία ἀνάγκη, καὶ
666ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰς ὅλην τὴν ὑφήλιον αὐξάνει κατ’
667ἔτος ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ· διότι ὑπάρχουσι καὶ
668ἐποχαὶ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, κατὰ τὰς ὁποίας, ὅπως με-
669ταβάλλεται ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι καὶ αἰσθάνεσθαι,
670λαμβάνει μεταβολήν τινα καὶ ἡ νευρικὴ αὐτοῦ κατάστα-
671σις, καὶ παράγονται νέα βιωτικὰ φαινόμενα. Ὁ καπνὸς
672δὲν βλάπτει τὴν ὑγείαν, ὅσον τινὲς ὑποθέτουν· ὑπάρχουν
673μάλιστα ἰατροὶ φρονοῦντες, ὡς ἴσως γνωρίζει ὁ κύριος
674Λομβάρδος, ὅτι εἰς τοὺς μεσημβρινοὺς μάλιστα λαοὺς εἶ-
675ναι ἀναγκαῖος καὶ ὡς ἀντισηπτικόν. Δὲν λέγω περὶ ἄρ-
676του καὶ οἴνου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὴν συν-
677τήρησιν τοῦ ἡμετέρου λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ καπνὸς καταν-
678τᾷ ἀναγκαῖος καὶ ὑπὸ αἰσθηματικὴν καὶ ὑπὸ νευρικὴν
679ἔποψιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ καπνὸς
680εἶναι, ὡς εἰπεῖν, τὸ νηπενθὲς τῶν νεωτέρων χρόνων κα-
681θὼς εἰς τὴν ἀρχαιότητα· καὶ ἐπὶ Ὁμήρου θὰ ἦτον ἴσως
682τὸ ὄπιον ἢ τὸ χασίς. Μόνη ἡ κατάχρησις παντὸς πράγ-
683ματος βεβαίως βλάπτει, ὡς ἡ κατάχρησις τῆς φιλαρχίας
684φέρει εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ἔθνους, ὡς ἡ κατάχρησις
685τῆς οἰήσεως φέρει εἰς τὴν τρέλλαν (ἱλαρότης).
686Ἐὰν τοὐλάχιστον διὰ τῶν βαρυτάτων αὐτῶν φόρων,
687τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐδύ-
688νατο νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ἐνόουν· ἀλλὰ δυ-
689στυχῶς ἀπεδείχθη πλέον καὶ ἀνομολογεῖται καὶ ἀπὸ αὐ-
690τὴν τὴν ἐκπεφρασμένην σύννοιαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ
691τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν
692ὄνειρον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής,
693ἢ ὡς εἶπον ἐγὼ ἄλλοτε, ἀντικατοπτρισμὸς (ἱλαρότης).
694Ὄχι, δὲν θὰ κατορθωθῇ τὸ ἰσοζύγιον αὐτὸ, οὔτε δι’ αὐ-
695τῶν τῶν φόρων, οὔτε καὶ διὰ διπλασίων, ἂν τυχὸν ἐδύ-
696νατο νὰ ἐξεύρῃ καὶ ἄλλους ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
697Οἰκονομικῶν.
698Τί λοιπὸν παριστᾷ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο περὶ τοῦ
699φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα
700φορολογικὰ τὰ καθυποβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου;
701εἶναι καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἓν χάος. Ἄλλοτε εἷς
702ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἀνεκάλυψέ που μισγάγ-
703κειαν· ἡ μισγάγκεια εἶναι εἰς τὰ Νομοσχέδια αὐτοῦ,
704διότι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τοὺς πλεί-
705στους Βουλευτὰς, ἀπὸ τοὺς καπνοπώλας, ἀπὸ τοὺς ἀμπε-
706λοκτήμονας, ἀπὸ τοὺς οἰνοπώλας ἐχύθησαν εἰς τὰ Νο-
707μοσχέδια ταῦτα κρίσεις, ἐπικρίσεις, κατακρίσεις μομφαὶ
708καὶ παράπονα· εἶναι ἡ μισγάγκεια τοῦ πνεύματος τῆς
709σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν συνέῤῥευσαν μυ-
710ρία ὅσα· εἶναι λαβύρινθος φοβερὸς, ὅστις ἐνθυμίζει τοὺς
711ναοὺς τῶν Ἰνδιῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ εἰσερχόμενος χά-
712νεται καὶ φρικιᾷ καὶ δὲν γνωρίζει ποῦ νὰ σταθῇ καὶ πό-
713θεν νὰ ἐξέλθῃ, καὶ ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς γωνίας ὄφεις
714καὶ τίγρεις.
715§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῶν Ὑπουργικῶν). Καὶ τὸν
716Νιαγάραν.
717§23ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Νιαγάραν τοῦ κακοῦ σεῖς ἐφέρε-
718τε εἰς τὴν Ἑλλάδα.—Τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδιά σας
719εἶναι τοιαῦτα ἐκτρώματα, ὥστε μόνοι οἱ φίλοι τοῦ Ὑ-
720πουργείου δύνανται νὰ ἐντρυφήσωσι, διυλίζοντες αὐτὰ
721διὰ τῆς σοφιστικῆς τῶν Ἰησουϊτῶν, καὶ νὰ θαυμάζωσι
722τὴν χαοτικὴν διασκευὴν τοσούτων ἀποτροπαίων φόρων.
723Ὅσοι δὲ ἄλλοι πειρῶνται νὰ ἐπικρίνωσιν αὐτὰ ἢ νὰ διορ-
724θώσωσιν εἰς τὰς λεπτομερείας των τοιαῦτα ἀδιόρθωτα Νο-
725μοσχέδια, τοιούτους λαβυρίνθους, τοιαῦτα τερατώδη
726προβλήματα, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον χάνουσι τὸν καιρόν
727των κατατρίβοντες εἰς μάτην τὰς δυνάμεις τῆς διανοίας
728των, ἀλλὰ συνάμα κινδυνεύουν νὰ μετάσχωσι τῆς σοφι-
729στικῆς νόσου εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοιούτων Νομοσχεδίων·
730διότι καὶ ὁ ἁπλούστερος ἀμέσως ἐννοεῖ, ὅτι τοιοῦτοι φό-
731ροι καὶ τοιαῦτα λαβυρινθώδη Νομοσχέδια ἀντιβαίνουν
732καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὴν ἰσότητα καὶ εἰς τὴν
733δικαιοσύνην καὶ ὅτι εἶναι πτωχευτικὰ καὶ ὀλέθρια εἰς
734τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅσοι δὲ θεωροῦν ἀπὸ ὑψηλοτέρας
735σκοπιᾶς τὰ πράγματα τοῦ ἔθνους, ἀρκεῖ ἓν μόνον βλέμ-
736μα νὰ ρίπτωσιν ἐπὶ τοιούτων τεράτων καὶ νὰ τὰ στιγ-
737ματίζωσι.
738Πρό τινος καιροῦ ὡμίλησα κατὰ τῆς νομισματικῆς
739μεταβολῆς, ἥτις ἐγέννησε τὸν ἀνατοκισμὸν τῶν φόρων,
740ἤγουν τὸ 12%, τὸ ὁποῖον εἶναι οὕτως εἰπεῖν, ἡ
741περικεφαλαία ὅλου αὐτοῦ τοῦ τερατώδους ὄγκου, ὁ ὁποῖος
742τίθεται βαρύτατος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τότε ἔλα-
743βον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας λεπτομερῆ ὑπολο-
744γισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων ἑνὸς στρέμματος ἀμπέ-
745λου, συμβουλευθεὶς εἰς τοῦτο εἰδικωτέρους ἄνδρας, τὸ δὲ
746ἐξαγόμενον ἦτον, ὅτι μὲ τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ οἴνου,
747τὸν ἐπιβαλλόμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπήρχετο ζημία
748εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας 15 δραχμῶν ἐπὶ τῆς παραγω-
749γῆς ἑνὸς στρέμματος, ἀλλ’ ἂν ὄχι 15, ἔστω 10, ἔστω καὶ
7505, ζημία. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον ἐγὼ
751ἄλλοτε, ἢ ὅσα ἠκούσαμεν παρ’ ἄλλων, καθόσον ἀφορᾷ εἰς
752τὰς λεπτομερείας. Τὸ Ὑπουργεῖον ἠθέλησε νὰ τροποποι-
753ήσῃ τὸ ἀρχικὸν περὶ οἴνου Νομοσχέδιον καθὼς καὶ τὸ
754περὶ καπνοῦ· ἀλλὰ τὰ ἔκαμε χειρότερα, μᾶλλον λαβυ-
755ρινθώδη. Ὄχι δὲ μόνον τινὲς ἀντιπολιτευόμενοι ἐπρό-
756τειναν τροπολογίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως
757εὐάριθμοι μάλιστα τούτων κατεψήφισαν οἱ μὲν τὸν φό-
758ρον τοῦ καπνοῦ, οἱ δὲ ἴσως τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ἀλλ’
759ὅλαι αὗται αἱ τροπολογίαι ἢ αἱ καταψηφίσεις τινῶν οὐ-
760δὲν σημαίνουσιν οὔτε ἔχουν καμμίαν ἰσχύν. Καθὼς τὸ
761Νομοσχέδιον τοῦ καπνοῦ, οὕτω καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ-
762το τὸ περὶ οἴνου εἶναι ἀθεράπευτον, ἀδιόρθωτον· πρέπει,
763ὡς εἶπον ἄλλοτε, νὰ καταποντισθῇ αὔτανδρον (ἱλαρότης)—
764δὲν ἐννοῶ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου· τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ,
765ἀφοῦ θέλετε, ἀλλ’ ἐννοῶ μὲ τοὺς ὁρισμοὺς, τοὺς ὁποίους
766περιέχει τὸ Νομοσχέδιον.
767Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάζῃ τις ἀφ’ ἑνὸς τὸν Προϋπολο-
768γισμὸν μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ μέσα πρὸς
769θεραπείαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἐφετεινὸς Προϋπολο-
770γισμὸς τοῦ Ὑπουργείου εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη, μία σπατά-
771λη ὀγκώδης καὶ φρικαλέα· κατὰ συνέπειαν ἔπρεπεν ἡ
772παροῦσα Κυβέρνησις νὰ καταφύγῃ εἰς τοιαῦτα δημευτι-
773κὰ φάρμακα πρὸς θεραπείαν τῆς σπαταλευτικῆς νό-
774σου της.
775Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἔφερεν αὐτὰ τὰ τερατώδη, τὰ παρά-
776λογα καὶ καταστρεπτικὰ Νομοσχέδια. Ὅταν δέ τινες ἐξ
777ὑμῶν τῶν συμπολιτευομένων φέρετε τροπολογίας τινὰς ἢ
778ὅταν καταψηφίζετε τινὰ τῶν Νομοσχεδίων τούτων, τί
779σημαίνει; Ἐγὼ βεβαίως ἐπαινῶ τοὺς καταψηφίζοντας,
780ἀλλ’ εἰς τί γίνονται χρήσιμοι εἰς τὸν λαόν; Ὤφειλον
781ὅλα τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου νὰ κα-
782ταψηφίσωσι, διότι ὅλα ἀποτελοῦσιν ἓν σύνολον θεραπευ-
783τικὸν εἰς τὴν σπατάλην ὀλίγων καὶ βλαπτικὸν εἰς τὸν
784Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐὰν τῷ ὄντι ἐπιθυμῆτε νὰ γενῆτε χρή-
785σιμοι εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ἔπρεπεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς
786νὰ εἴπητε καὶ σεῖς μεθ’ ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
787περικόψῃ τὰς περιττὰς δαπάνας, νὰ κάμῃ οἰκονομίας,
788διότι, ἄν τοῦτο ἐγίνετο, τότε ἤθελον ἐλαττωθῆ καὶ οἱ
789ἐπιβληθέντες φόροι κατὰ 6–7 ἑκατομμύρια.
790Τώρα ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοιαύτην σπατάλην τείνει
791μοιραίως πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοιούτων ἐπαχθῶν φόρων
792καὶ τοσούτων, ὥστε ἴσως αὔριον προβῇ εἰς μεγαλειτέρων
793φόρων ἐπιβολήν· διότι, ὅταν ἡ σπατάλη εἶναι μεγάλη,
794βεβαίως καὶ οἱ φόροι πρέπει νὰ ἦναι μεγάλοι. Ἐκ τῆς
795ἀναλύσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεδείχθη,
796ὅτι πολλαὶ ἐκ τῶν δαπανῶν, ἀναβαίνουσαι εἰς ἑπτὰ ἑκα-
797τομμύρια, ἦσαν μόνον πρὸς θεραπείαν προσωπικῶν ἀναγ-
798κῶν, χάριν τῆς συντηρήσεως τῆς Ἐξουσίας. Τοιαύτας
799σπατάλας χάριν τῆς Ἐξουσίας μνημονεύει ἐνιαχοῦ ἡ ἱ-
800στορία. Σᾶς ἀναφέρω μόνον ὅ,τι ἐγίνετο πρὸ διακοσίων
801ἐτῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἐτελοῦντο ὄργια πολιτικὰ, καθὼς
802σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τότε ὁ Πρωθυπουργὸς Ὄσβορν,
803ὁ διαδεχθεὶς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ἐπικληθὲν τῆς «ῥαδιουρ-
804γίας» ηὔξανε τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς φόρους,
805διότι, χάριν τῆς φιλαρχίας του, ἐπροσπάθει νὰ διαφθείρῃ
806τοὺς πάντας, διεφθαρμένος ὢν καὶ αὐτὸς, πληρωνόμενος
807ἀπὸ τὸν Λουδοβῖκον ΙΔʹ τῆς Γαλλίας· ὁ δὲ σύγχρονος
808ἡμῶν Ἄγγλος ἱστορικὸς Μακωλέης ὀνομάζει τὸν Πρωθυ-
809πουργὸν ἐκεῖνον «ἀρχιδιαφθορέα». Τοιοῦτοι Προϋπολογι-
810σμοὶ, πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν γινόμενοι, διαφθείρουν τὸ
811Ἔθνος. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τοσοῦτον διεφθάρη ἡ
812Ἀγγλία καὶ ἐξέπεσεν, ὥστε ἡ Ὁλλανδία ἐνίκα αὐτὴν,
813ὁ δὲ βασιλεὺς τῆς Γαλλίας τὴν ἦγε καὶ τὴν ἔφερεν, ὅπως
814ἐσύμφερεν εἰς αὐτὸν, ἔχων μισθίους τοὺς πλείστους ἐκ
815τῶν πολιτικῶν τῆς Ἀγγλίας. Θέλετε λοιπὸν καὶ σεῖς νὰ
816ἐξωθήσετε ὅλως διόλου τὴν πατρίδα μας εἰς τοιαύτην καὶ
817χειροτέραν ἀκόμη κατάστασιν ἀτιμωτικὴν διὰ τὸν Ἑλ-
818ληνισμόν;
819Ποῖαι δὲ εἶναι, κύριοι, αἱ συνέπειαι αὐτοῦ τοῦ οἰκονο-
820μικοῦ συστήματος τῆς σπατάλης καὶ τῆς βαρείας φορο-
821λογίας;— δὲν ἐννοῶ μόνον τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀλλ’
822ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς σημερινῆς
823Κυβερνήσεως—· αἱ συνέπειαι εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς
824γεωργίας, τῶν ἀμπελοκτημόνων, τῶν καπνοκτημόνων
825καὶ ὅλων τῶν κτηματιῶν, ἡ καταστροφὴ τῶν βιομηχά-
826νων, ἡ καταστροφὴ τῶν ἐμπόρων, καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν
827ἐργατικῶν τάξεων, διότι ὅλα ταῦτα τὰ στοιχεῖα ἀποτε-
828λοῦν τὸ ἀληθὲς Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸν ἀληθῆ Ἑλληνι-
829κὸν λαὸν, καὶ ὄχι ὀλίγοι Τραπεζῖται ἢ Τοκισταί. Ἄλλη
830συνέπεια εἶναι ἡ θεσιθηρία, διότι ὅταν δι’ αὐτῶν τῶν
831πτωχευτικῶν μέσων τῆς Κυβερνήσεως καταστραφῶσιν οἱ
832κτηματίαι μικροὶ καὶ μεγάλοι, οἱ βιομήχανοι, οἱ ἔμποροι
833ὅταν ἀποπτωχεύσουν καὶ δὲν ἔχουν ἐργασίαν, τότε θὰ
834γείνωσιν οἱ πλεῖστοι θεσιθῆραι, καὶ οὕτω τὸ βασίλειον
835τῆς συναλλαγῆς θὰ ἐκτείνῃ τὰ ὅριά του καὶ ἡ ὑποδού-
836λωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ συντελεσθῇ πλήρης. Ὅταν
837κατὰ τὸ 1883 ἡ Ἀντιβασιλεία διέλυσε τὸν ἑλληνικὸν
838στρατὸν, τὸν συγκείμενον ἐκ 30 χιλιάδων ἀνδρῶν, πράγ-
839ματι ἡρωϊκῶν καὶ ἐμπνεομένων ἀπὸ τὸ ὑπέρτατον αἴσθη-
840μα τῆς πατρίδος καὶ τῆς θυσίας, γνωρίζετε ποῖον ὑπῆρ-
841ξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλύσεως ταύτης; Οἱ πατριῶ-
842ται ἐκεῖνοι ἐτράπησαν οἱ πλεῖστοι εἰς τὴν λῃστείαν, στε-
843ρούμενοι ἐργασίας, καὶ μάλιστα τότε, ἔκτοτε ἤρχισεν ἡ
844λῃστεία εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα. Ἡ δὲ ἀντεθνικὴ ἐκεί-
845νη Κυβέρνησις ἔστησε τὴν λαιμητόμον, ὡς ὄργανον φαί-
846νεται ἐκπολιτιστικὸν, πρῶτον εἰς Μεσολόγγιον καὶ ἔκο-
847πτε τὰς κεφαλὰς τῶν γενναίων ἐκείνων στρατιωτῶν τοῦ
8481821, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς παρώτρυνεν αὐτὺς ὁ ἴδιος τοὺς δη-
849μίους εἰς τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς. Ἔκτοτε δὲ, ἐπὶ τεσ-
850σαράκοντα καὶ πλέον ἔτη, δὲν κατωρθώσαμεν μέχρι τοῦδε
851νὰ σχηματίσωμεν στρατὸν ἐπαρκῆ καὶ ἀξιόμαχον, οὔτε
852θὰ τὸ κατορθώσωμεν μὲ τοιαῦτα ἐσφαλμένα συστήμα-
853τα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἀκολουθοῦμεν εἰς τὴν Ἑλ-
854λάδα.
855Τώρα, κύριοι, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴ-
856νου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τοῦ ἐξωγκωμένου Προϋπο-
857λογισμοῦ της δὲν δύναται νὰ ὀπισθοδρομήσῃ εἰς τὴν φο-
858ρολογίαν, καὶ νομίζει ὅτι εἶναι κατορθωτὸν τὸ ἰσοζύγιον,
859ἂς περιορισθῇ τοὐλάχιστον εἰς ὅ,τι περίπου ἐπρότεινον
860πρό τινος καιροῦ οἱ συμπολῖταί μου, ἤγουν εἰς τὸν τρι-
861πλασιασμὸν τοῦ παλαιοῦ στρεμματικοῦ φόρου. Τοῦτο θὰ
862ἦτον ὁπωσδήποτε ὀλιγώτερον ἐπιζήμιον, ἑπομένως δί-
863καιον καὶ ἐπιεικές. Ὑπολογίζονται ὡς ἔγγιστα 6 ἑκα-
864τομμύρια στρεμμάτων ἀμπέλων, ὥστε ἐδύναντο νὰ εἰσ-
865πραχθῶσι δύω σχεδὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν, χωρὶς οὕ-
866τω νὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ
867εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις· διότι, καὶ ἄν διὰ τοῦ νέου φο-
868ρολογικοῦ Νομοσχεδίου της ἡ Κυβέρνησις ἐσύναζε τρία ἢ
869τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀμφίβολον, οὔτε
870τὸ ἰσοζύγιόν της θὰ κατώρθωνε, θὰ ἐζημίωνεν ὅμως οὐ-
871σιωδῶς καὶ τοὺς κτηματίας καὶ τὰς ἐργατικὰς τάξεις.
872Ἄς δεχθῇ λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἂς ἀφήσῃ
873τὸ νέον Νομοσχέδιόν της νὰ καταβυθισθῇ ἐξ ὁλοκλήρου.
874Εἶναι ἄδικον μέγα καὶ σκληρὸν νὰ καταστραφῇ ὁ Ἑλλη-
875νικὸς λαὸς, μόνον καὶ μόνον διότι σεῖς κατηντήσατε τὸν
876Προϋπολογισμόν σας πηγὴν συναλλαγῆς, πηγὴν θέσεων
877τῶν φίλων καὶ ὀργάνων σας. Ἀκόμη καὶ τοὺς παλαιοὺς
878ὑπαλλήλους, τοὺς δυναμένους ἐπὶ πολὺν ἔτι καιρὸν εὐδο-
879κίμως νὰ ὑπηρετήσωσι, τοὺς ἔχοντας ἱκανότητα καὶ ἠ-
880θικὴν ἀνεγνωρισμένας παρ’ ὅλων, σεῖς τοὺς ἀπελύσατε
881καὶ τοὺς ἐθέσατε ὑπὸ σύνταξιν, μόνον καὶ μόνον, ὅπως
882διορίσητε ἄλλους φίλους σας πρωτοπείρους καὶ κατὰ τὸ
883πλεῖστον ἀνικάνους. Τὸ δὲ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὸ με-
884τοχικὸν Ταμεῖον ἠλάττωσε κατὰ 20% τὴν μη-
885νιαίαν περίθαλψιν ἑκάστου μετόχου, σεῖς δὲ ηὐξήσατε
886τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν,
887ἕνεκα τῶν μισθῶν τῶν νέων ὑπαλλήλων.
888Ἀνέφερον καὶ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, διὰ νὰ δείξω, ὅτι
889οὐδενὸς ἐφείσθητε. Ἐπωφεληθέντες ἀπὸ τὸ ἀνώμαλον τῶν
890περιστάσεων καὶ ἀπὸ ἀπροόπτους δυστυχίας, ἐπράξατε
891ὅ,τι αὐθαίρετον καὶ ἐκμεταλλευτικὸν ἐναντίον τῶν ἐπαγ-
892γελιῶν σας. Καὶ ἤδη, ὅτε λήγει ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς
893ἢ μᾶλλον ἡ ἐργασία συμμορίας, μὴ σταματήσητε. Προ-
894βαίνετε, κύριοι, προβαίνετε εἰς τὸ ἔργον τῆς καταστρο-
895φῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ συλλογίσθητε, ὅτι ὁ
896λαὸς οὗτος ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του δύναται νὰ προστρέξῃ
897εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας καὶ
898ὅστις, ὡς γενικὸς ἐπόπτης τοῦ Κράτους, ὀφείλει νὰ ἀνα-
899χαιτίσῃ τὸν χείμαῤῥον τοῦ κακοῦ. Προβαίνετε εἰς τὸ ἔρ-
900γον τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ συλλογίσθητε, ὅτι ὁ λαὸς
901ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του, ὅταν ἀδυνατῇ πλέον νὰ πράξῃ τί-
902ποτε, δύναται νὰ σᾶς ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων.
903Προβαίνετε, κύριοι, καὶ καθὼς σεῖς ἐξεδώκατε τόσα νο-
904μοσχέδια, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸς βλάβην τοῦ Ἑλληνι-
905κοῦ λαοῦ, ἴσως καὶ αὐτὸς μετ’ ὀλίγον, αὐτὸς ὁ δυστυχὴς
906λαός, ἐκδώσῃ κανὲν Νομοσχέδιον, ἀμετάτρεπτον καὶ ὑ-
907πέρτατον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταργηθῇ ἡ ἐκμετάλλευ-
908σις, ἡ ἀγυρτία, ἡ φιλαρχία. Προβαίνετε, ὠφελούμενοι
909ἀπὸ τὰς περιστάσεις καὶ βασιζόμενοι ἐπὶ τυφλοῦ ἀριθ-
910μοῦ, ὅπως φέρητε τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἔθνους εἰς τὸν ἔ-
911σχατον ἐξευτελισμόν. Προβαίνετε εἰς τὸ ἔργον τῆς κα-
912ταστροφῆς — ἀφοῦ μάλιστα εἰσώρμησαν ἤδη πρὸ καιροῦ
913εἰς τὸν Τόπον τοῦτον καὶ συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὅλαι αἱ
914γραικυλικαὶ καὶ βυζαντιναὶ διαφθοραὶ — ἀφοῦ καὶ γρα-
915φίδες δὲν λείπουσι, βουτημέναι εἰς τοιαύτας διαφθοράς,
916νὰ ἐνισχύουν τὴν ἀγυρτίαν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὅπου
917καὶ ἂν τὴν ἀπαντήσωσι— προβαίνετε εἰς τὴν καταστρο-
918φήν· μεταβάλλετε τὴν Ἑλλάδα, τὴν γῆν τῶν μεγάλων
919παραδόσεων τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς θυσίας, εἰς κυβεῖον
920χρηματσιτικόν, ἀποπτωχύνατε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ οὕ-
921τω προετοιμάσατε τὰς ὁδοὺς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνα-
922μένουσι τὴν στιγμήν, ὅπως εἰσέλθωσιν ἐν τυμπανοκρου-
923σίᾳ χαρμοσύνῳ εἰς τὴν Μακεδονίαν. (Εὖγε, εὖγε).
924§24Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζετε τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ
925Νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐὰν ὄχι ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ
926ὁποῖον σήμερον συζητεῖται, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ Νομο-
927σχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον παρουσιάσθη ὑπὸ
928τῆς Κυβερνήσεως ὡς Νομοσχέδιον φορολογικὸν τοῦ οἴ-
929νου. Τότε ἔλαβον ἀφορμὴν ὁμιλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος
930τούτου νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου
931ἐκείνου καὶ νὰ τὸ καταπολεμήσω. Πλὴν ἀπὸ τῆς ἐπο-
932χῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον παρῆλθε καιρός, ἡ Κυβέρνησις
933ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ τροποποιήσῃ τὸ Νομοσχέδιον
934ἐκεῖνο καὶ παρουσίασεν ἄλλο, ὅλως διόλου διαφορετικόν.
935Κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐμὴν τὸ Νομοσχέδιον τὸ παρουσιασθὲν
936μετὰ τὸ ἀποκηρυχθὲν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὡμίλησα, εἶναι
937παραλογώτερον, δὲν στηρίζεται εἰς κἀμμίαν ἀρχὴν, καὶ
938δὲν δύνανται οὔτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑπερψηφί-
939σει αὐτοῦ, οὔτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὸ καταψηφί-
940σει, νὰ ἐννοήσωσι περὶ τίνος πρόκειται. Ἐπεθύμουν δὲ
941οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἵνα μᾶς φωτί-
942σωσι περὶ τῶν διατάξεων, αἵτινες εἶναι ἐῤῥιμμέναι ἄνευ
943εἱρμοῦ, ἐναντίον τῆς λογικῆς, καὶ ἀντιφατικαὶ ἐν τῷ
944Νομοσχεδίῳ αὐτῷ, καὶ αἵτινες ὅσον περισσότερον μελε-
945τῶνται, ὅσον περισσότερον ἀναγινώσκονται, τόσον περισ-
946σότερον πείθουσιν ἕκαστον, ὅτι ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ αὐτῷ
947δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἢ μία πλοκὴ ἀκατάληπτος καὶ ἀκατα-
948νόητος. Ἔχετε τὸ δικαίωμα ἀκολουθοῦντες ἓν σύστημα,
949τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ ἐπιβάλλετε φόρους, σᾶς ἀκολουθεῖ καὶ ἡ
950πλειονοψηφία καὶ ὑποστηρίζει τὸ σύστημά σας αὐτό,
951ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τὰ Νομοσχέδια, διὰ τῶν
952ὁποίων ἐπιβάλλετε φόρους βαρεῖς εἰς τὸν Τόπον, νὰ μὴ
953ἦναι γνωστὸν τί περιέχουσι, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ πλήρη συνεί-
954δησιν τῶν διατάξεών των ὁ ὑποστηρίζων αὐτά.
955Αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸν παρουσιάζει τὸ Νομοσχέδιον
956τοῦτο, καὶ ἠδύνατό τις νὰ βιασθῇ, ὡς ὁ ἀοίδιμος Κοραῆς
957ὅταν ὀνόματά τινα καὶ ῥήματα ἀνώμαλα τῆς Ἑλληνι-
958κῆς γλώσσης δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ ὑποβάλῃ οὔτε εἰς τοὺς
959ὁμαλούς, οὔτε εἰς τοὺς ἀνωμάλους κανόνας τῆς
960Γραμματικῆς, τὰ ὠνόμασεν ἄτακτα, οὕτω πολὺ εὐλόγως
961καὶ ἡμεῖς βιαζόμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον
962αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἄτακτον. Καὶ δὲν
963χρειάζεται πολὺς νοῦς, δὲν χρειάζεται μεγάλη κρίσις διὰ
964νὰ ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον,
965περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὔτε τὸ
966ἐμελέτησαν, οὔτε συνείδησιν εἶχον ποίας διατάξεις φέρει
967ἐν αὐτῷ, ὅταν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὸ παρουσίασαν εἰς
968τὴν Βουλήν. Δυνάμεθα σήμερον νὰ φέρωμεν ἀσφαλῆ ἔ-
969λεγχον ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐὰν θελήσωμεν νὰ
970συγκρίνωμεν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁ-
971ποῖον τὸ πρῶτον παρουσιάσθη. Τὸ πρῶτον Νομο-
972σχέδιον διὰ τῆς προφορικῆς ἐκθέσεως τῶν ἀξιοτίμων
973κυρίων Ὑπουργῶν ἤθελεν ἀποφέρει εἰσόδημα 3,800,000
974δραχμῶν· 2 ἑκατομμύρια προήρχοντο ἐκ τοῦ φόρου τοῦ
975ἐγγείου, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκεί-
976νου, καὶ 1,800,000 ἐκ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως.
977Εἰς ποῖον ποσὸν δὲ ὑπελόγισαν τὴν κατανάλωσιν τοῦ
978οἴνου; εἰς 60 ἑκατομμύρια ὀκάδας· ἐπὶ 60 ἑκατομμυ-
979ρίων ὀκάδων οἴνου καταναλωτέου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος—
980τὸ Νομοσχέδιον τὸ ἔχω ἐδῶ—ἐπὶ τρία λεπτὰ δι’ ἑκάστην
981ὀκᾶν 1,800,000 δραχμάς· καταργοῦν κατόπιν τὸν φόρον
982τὸν ἔγγειον, ἔρχονται διὰ μιᾶς κλίμακος, ἡ ὁποία κατα-
983τάσσει εἰς ἐννέα τάξεις τὸν φορολογητέον οἶνον, ἀρχίζου-
984σαν ἀπὸ τὰ ἕξ λεπτὰ καὶ λήγουσαν εἰς τὰ δύω· μέσος
985ὅρος τῶν 9 αὐτῶν τάξεων ποῖος εἶναι; 4. Τέσσαρα λε-
986πτὰ καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως εἰ-
987σήχθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὁ μέσος ὅρος ὁ πληρωθησό-
988μενος διὰ τὸν καταναλισκόμενον οἶνον· εἰς ποῖον ποσὸν
989ὑπελόγισαν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ἐκ τοῦ νέου Νομοσχεδίου,
990κατὰ τὰς προφορικάς των ἐκθέσεις; εἰς 3,200,000,
991ἐξαιροῦν δὲ ἐκ τοῦ τελευταίου Νομοσχεδίου τὴν Ἑπτά-
992νησον· καὶ λοιπὸν, ἐνῶ ἡ Ἑπτάνησος ἀποτελεῖ τὸ ἓν ἕ-
993κτον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὅλης Πολιτείας, ἀφοῦ ἀφαι-
994ροῦν αὐτὸ ἐκ τῆς φορολογίας, ἐπαυξάνουν τὴν κατανάλω-
995σιν κατὰ 20 ἔτι ἑκατομμύρια· διότι διὰ τοῦ νέου Νομο-
996σχεδίου ἀναβιβάζουσιν αὐτὴν εἰς 80,000,000 ὀκάδας οἴ-
997νου, καθόσον τὸ ποσὸν τῶν 3,200,000 δραχμῶν ἀντι-
998στοιχεῖ πρὸς κατανάλωσιν 80,000,000 ὀκάδων.
999Καταβιβάζουν ἔπειτα τὴν κλίμακα, κατὰ τὴν ὁμιλίαν
1000τὴν τελευταίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ,
1001ἀπὸ τὰ 6 εἰς 5, καὶ κατέρχονται εἰς τὴν 9 τάξιν, ἥ-
1002τις θὰ πληρώνῃ ἓν λεπτόν· διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς
1003τῆς κλίμακος ὁ μέσος ὅρος πλέον τοῦ καταναλισκομένου
1004οἴνου ἀπὸ 4 λεπτὰ καταβιβάζεται εἰς 3, τοὐτέστιν εἰς
1005τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπέβαλε καὶ τὸ πρῶτον Νομοσχέ-
1006διον· καὶ ἀφοῦ καταβιβάζουν τὴν κλίμακα δὲν ἠμποροῦ-
1007μεν νὰ μάθωμεν ἀκριβῶς ποῖον θὰ ἦναι τὸ εἰσπρακτέον
1008ποσόν. Ἂν ὁ κύριος Ζέγγελης, εἷς τῶν διακεκριμένων
1009φίλων τῆς συμπολιτεύσεως καὶ μεμυημένος βεβαίως τὰ
1010Ἐλευσίνια μυστήρια τῆς σημερινῆς πολικιτῆς, μᾶς ἐξέ-
1011θεσε χθὲς τὴν ἀλήθειαν, τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ εἰσπραχθῇ,
1012εἶναι 3,500,000. Ἀλλὰ, διὰ νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν αὐ-
1013τὸ μὲ τὴν νέαν κλίμακα ἀπαιτεῖται νὰ καταναλωθῇ ἐν
1014τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου, οἶνος 117,000,
1015000 ὀκάδων. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἶχον πολὺ δί-
1016καιον νὰ εἴπω ὅτι τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσία-
1017σεν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔχουν πλήρη τὴν
1018ὁμοιότητα μὲ τὰ ἄτακτα τοῦ ἀειμνήστου Κοραῆ. Δὲν
1019δύνανται ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων νὰ φέρωσιν οὐδεμίαν
1020ἀντίῤῥησιν, διότι δυστυχῶς ἡ ἀριθμητικὴ δὲν δέχεται
1021ἀντιῤῥήσεις. Ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ στατιστικὴ
1022τοῦ Ὑπουργείου, περὶ ἧς τοσοῦτον ἔκαμαν λόγον, δὲν
1023σαλεύεται ὅπως σαλεύονται καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ Ὑπουργείου,
1024καὶ ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως, κατὰ
1025τὴν στατιστικὴν, ἀνέρχεται εἰς 60,000,000, μετὰ τὴν
1026ἐξαίρεσιν τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 50,
1027000,000. Παραδεχόμενοι δὲ τὴν κλίμακα, ἣν παρουσία-
1028σαν οἱ Ὑπουργοὶ, τὸ ποσὸν τῶν εἰσπρακτέων ἐκ τοῦ Νο-
1029μοσχεδίου αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν τῶν Ὑπουρ-
1030γῶν, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ 1,500,000. Ἂς
1031ἐξετάσωμεν τώρα καὶ τὰ καθέκαστα, διότι εἰς τὰ καθέ-
1032καστα δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω μέχρι τοῦδε περὶ τίνος
1033πρόκειται. Ἔχομεν λιανικὴν πώλησιν, ἔχομεν χονδρικὴν
1034πώλησιν, ἔχομεν οἰκιακὴν χρῆσιν. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν,
1035καθ’ ἣν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐστενοχωροῦντο ἀπὸ ἔλλο-
1036γον καὶ ἰσχυρὰν ἔνστασιν φερομένην κατ’ ἄρθρου ἢ ρή-
1037τρας τινὸς τῶν Νομοσχεδίων των, ἠναγκάζοντο νὰ με-
1038ταβάλλουν καὶ γνώμην, καὶ διατί τοῦτο; διότι, μο-
1039λονότι λέγουν ὅτι τὰ ἔργα των εἶναι ἐπιστημονικὰ, ὅτι
1040εἶναι μελετημένα, μολαταῦτα τὰ ἔργα των εἶναι ἐντε-
1041λῶς ἐστερημένα καὶ πάσης μελέτης καὶ πάσης ἐπιστήμης
1042καὶ πάσης γνώσεως τοῦ Τόπου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ
1043ζήτημα ὅτι δὲν εἶχον οὐδὲν δικαίωμα, ὡς εἶπον καὶ κατ’
1044ἄλλην συζήτησιν, ἀφοῦ λέγουν ὅτι εἶναι φόρος κατανα-
1045λώσεως, νὰ ἐξαιρέσουν τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὸν φόρον
1046αὐτὸν, διότι δὲν ἔχουν οὐδὲν δικαίωμα νὰ ρίπτουν
1047σκάνδαλα δι’ αὐτῶν τῶν διαιρέσεων τῶν φορολογικῶν
1048ἐν τῷ Τόπῳ, καὶ ἰσχυρίσθησαν προχθὲς, ὅτι, ἂν ἐξηρέθη ἡ
1049Ἑπτάνησος ἀπὸ τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ἐξηρέθη, διότι
1050ἔπρεπε ἐν τῇ φορολογίᾳ αὐτῇ νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ
1051τὴν λοιπὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ τοῦτο
1052δὲν εἶναι ἀληθές· τὸ σύστημα, ὅπερ ἔχουν, ὁδηγεῖ πρὸς
1053τὰ ἐναντία ἀκριβῶς. Ἂν ἤθελον νὰ βαδίσουν πρὸς τὴν
1054φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, εἷς ὅρος, ἓν γνώρισμα τῆς ἐπι-
1055θυμίας των αὐτῆς ἤθελεν εἶσθαι, ὡς καὶ εἰς τὸ πρῶτον
1056Νομοσχέδιον ἔθεσαν, νὰ τεθῇ ἡ φορολογία τῆς κατα-
1057ναλώσεως ἐξίσου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος· ἐξαιρέσαντες
1058ὅμως τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὴν φορολογίαν αὐτὴν, ἔχουν
1059ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς
1060δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ φόρος ἐπὶ
1061τῆς παραγωγῆς. Τί εἶναι χονδρικὴ πώλησις; Τί εἶναι
1062λιανικὴ πώλησις; αὐτὰ εἶναι ζητήματα, ἅτινα πρέπει
1063νὰ ἐξετασθοῦν.
1064Τί λοιπὸν, λέγοντες χονδρικὴν πώλησιν, ἐννοοῦν; Πᾶ-
1065σαν πώλησιν, ἥτις ἤθελεν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 100 ὀκά-
1066δων, καὶ εἰς τὴν χονδρικὴν αὐτὴν πώλησιν δὲν ἐπιβάλ-
1067λεται κανεὶς φόρος· τοὐτέστιν, ἐὰν πωλήσητε 101 ὀκά-
1068δας οἴνου, δὲν φορολογεῖσθε· ἐὰν πωλήσητε 100 ὀκάδας,
1069φορολογεῖσθε, διότι θεωροῦνται αἱ 100 ὀκάδες ὡς πώλη-
1070σις λιανική.
1071Ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, νὰ μάθωμεν—διότι εἰς δύω
1072ὁμιλίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ κάμω ἀπὸ τοῦ
1073βήματος, μὲ διέκοψαν δύω Ὑπουργοὶ καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι
1074ὁ φόρος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς καλλιεργείας τῶν κτη-
1075μάτων—κατὰ τίνα λόγον ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας. Ὑ-
1076ποθέσατε, κύριοι,—ἐπικαλοῦμαι δ’ ἐνταῦθα τὴν μαρτυρίαν
1077τοῦ κυρίου Καλαμογδάρτου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυ-
1078ρίαν τοῦ κυρίου Καλαμογδάρτου, διότι σεῖς ὁμοιάζετε τρό-
1079πον τινὰ τοὺς Μουσουλμάνους, καὶ καθὼς ἐκεῖνοι ἐνώπιον
1080τῶν Δικαστηρίων δὲν δέχονται τὴν μαρτυρίαν τῶν Γκιαού-
1081ριδων, οὕτω καὶ σεῖς δὲν δέχεσθε μαρτυρίαν ἀντιπολιτευο-
1082μένων· πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ μάρτυς Μουσουλμάνος,
1083ἵνα βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν· ὁ κύριος Καλαμογδάρτης
1084λοιπὸν θὰ ἦναι ἀξιόπιστος μάρτυς— ὑποθέσατε, ὅτι πρό-
1085κειται περὶ καλλιεργείας κτημάτων· ὅταν καλλιεργοῦν-
1086ται αἱ σταφίδες εἰς τὰς Πάτρας, τὸν οἶνον πόθεν τὸν
1087λαμβάνουν οἱ ἐργάται;
1088§25ΚΑΛΑΜΟΓΔΑΡΤΗΣ. Ὅσοι δὲν ἔχουν, ἀπὸ τὰ οἰνο-
1089πωλεῖα.
1090§26Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ὁ φόρος
1091αὐτὸς δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν κτημάτων; γενικῶς ἡ
1092καλλιέργεια γίνεται δι’ οἴνου, αὐτὸς δὲ λαμβάνεται ἀπὸ
1093τὰ οἰνοπωλεῖα. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐξαιρέσητε τὴν κατανά-
1094λωσιν, ἥτις γίνεται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων;
1095Κάμετε τώρα καὶ μίαν ἄλλην ὑπόθεσιν—καὶ ἐπικαλοῦμαι
1096ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν σταφίδα, ἐὰν δὲν εἴπω τὴν ἀλή-
1097θειαν νὰ μὲ διαψεύσωσιν—ὑποθέσατε ἰδιοκτήτην, ἔχοντα
109820 στρεμμάτων σταφίδα σκαπτομένην διὰ 3 καὶ ½
1099ἡμερομισθίων κατὰ στρέμμα· θέλει λάβει ἀνάγκην
11003 X 20=60+10=70 ἡμερομισθίων διὰ νὰ καλλιεργήσῃ
1101τὰ 20 στρέμματα. Τὰ 70 αὐτὰ ἡμερομίσθια ἀπαιτοῦν
1102δαπάνην 105 ὀκάδων οἴνου, διότι δίδουν εἰς τὸν ἐργάτην
11031½ ὀκᾶν δι’ ἕκαστον ἡμερομίσθιον. Ὁ ἔχων λοιπὸν
110420 στρέμματα σταφίδος θὰ πάρῃ 105 ὀκάδας οἴνου—
1105διὰ τοῦ Νομοσχεδίου σας δὲν ἐπιβάλλετε φόρον εἰς τὴν
1106χονδρικὴν πώλησιν— ὁ ἰδιοκτήτης αὐτὸς θὰ μεταβῇ εἰς
1107τὸν οἰνοπώλην καὶ θὰ εἴπῃ: δός μοι 105 ὀκάδας οἴνου,
1108ἀνήκει εἰς τὴν χονδρικὴν πώλησιν, ὁ ὁποῖος θέλει χρη-
1109σιμεύσει πρὸς καλλιέργειαν τοῦ κτήματός μου, καὶ ἐπειδὴ
1110τὸ ποσὸν εἶναι 105 ὀκάδων, δὲν ὀφείλω νὰ πληρώσω κα-
1111νένα φόρον. Ὁ οἰνοπώλης τί θὰ κάμῃ; θὰ ἀναζητήσῃ
1112μέσα εἰς τὰ βαρέλιά του νὰ εὕρῃ βαρέλιον χονδρικῆς πω-
1113λήσεως, καὶ οὐχὶ βαρέλιον λιανικῆς πωλήσεως, ἢ ἐκ τοῦ
1114αὐτοῦ βαρελίου θὰ πωλῇ χονδρικῶς καὶ λιανικῶς; Ὁ
1115ἰδιοκτήτης οὗτος δὲν ὑποβάλλεται, κατὰ τὸ Νομοσχέ-
1116διον, εἰς φόρον.
1117Ὑποθέσατε ἄλλον ἰδιοκτήτην, ἔχοντα 18 στρέμματα
1118σταφίδος, καὶ μὲ τὸ ἴδιον ποσὸν τῶν ἡμερομισθίων καλ-
1119λιεργουμένης τῆς γῆς, αὐτὸς ἔχει ἀνάγκην 96 ὀκάδων
1120οἴνου, ἑπομένως αὐτὸς θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον τῆς
1121καταναλώσεως.
1122Βλέπετε λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ ἄτοπον; ὁ εἷς θὰ πλη-
1123ρώσῃ φόρον καταναλώσεως, διότι θὰ δαπανήσῃ 96 ὀκά-
1124δας, ὁ δὲ ἄλλος δὲν θὰ πληρώσῃ φόρον καταναλώσεως,
1125διότι ἔχει ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ 105 ὀκάδας.
1126Ἔρχεται τρίτος, ὅστις ἔχει 17 στρέμματα σταφίδος
1127—καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο·—ὑπάρχουν σταφίδες, ὅπου δὲν
1128ἀρκοῦν τὰ 3½ ἡμερομίσθια, ἀλλὰ 4 καὶ 4½· ἀλλ’
1129ἐγὼ θέτω 4· ὥστε 4 Χ 10=40 4 Χ 7=28, 40+28=
113068 + 34 = 102 ὀκάδες· αὐτὸς ὑπάγεται εἰς τὴν χονδρι-
1131κὴν πώλησιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ ἔχων τὰ 20 στρέμ-
1132ματα καὶ ὁ ἔχων τὰ 17 στρέμματα ὑπάγεται εἰς τὴν
1133χονδρικὴν πώλησιν καὶ ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου· ὁ δὲ
1134ἔχων τὰ 18 στρέμματα ὑπάγεται εἰς τὴν λιανικὴν πώ-
1135λησιν καὶ ὑποβάλλεται εἰς αὐτόν. Κατὰ τὸ Νιμοσχέ-
1136διον, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ πωλῶν οἴνους λιανικῶς νὰ
1137δηλώσῃ εἴτε εἰς τὸν οἰκονομικὸν Ἔφορον, εἴτε εἰς τὸν
1138Δήμαρχον, καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τῶν δοχείων, καὶ νὰ
1139ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, καθὼς ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ὁ ἀμπελο-
1140κτήμων, καὶ πέραν τῆς ἀδείας αὐτῆς δὲν δύναται νὰ πω-
1141λήσῃ οἶνον· διότι, ἐὰν πωλήσῃ οἶνον πέραν τῆς ἀδείας,
1142ἔρχεται τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους, ὅπερ εἶναι τὸ ἄρθρον
114319 τοῦ Νομοσχεδίου.
1144Ἐδήλωσα ἐγὼ ὁ ἀμπελοκτήμων, ὅτι θὰ πωλήσω 5,000
1145ὀκάδας οἴνου καὶ θὰ τὸν πωλήσω λιανικῶς, αὐτὴ εἶναι
1146ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχω. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ἅμα δη-
1147λώσω, ὀφείλω νὰ πληρώσω καὶ τὸν φόρον· διότι ὁ φόρος
1148αὐτὸς, ὡς βλέπετε, καταβάλλεται κατὰ τὴν 1 Ἰανουα-
1149ρίου, 1 Φεβρουαρίου καὶ τὸ βραδύτερον 1 Μαρτίου. Ἀλλὰ
1150ἐνῶ ἐπλήρωσα τὸν φόρον, μοὶ παρουσιάζεται ἀγοραστὴς,
1151ἔχων συμφέρον νὰ μεταφέρῃ τὸν οἶνον ἀλλαχόσε, ὅπου εἶ-
1152ναι ἀκριβώτερος, καὶ μοὶ προσφέρει τιμὴν συμφέρουσαν,
1153καὶ πωλῶ τὸν οἶνον χονδρικῶς· ἐγὼ ἐπλήρωσα αὐτὸν
1154τὸν φόρον. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ μέγα ποσὸν,
1155θὰ μεταχειρισθῶ μικρότερον. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχω βαρέ-
1156λιον 150 ὀκάδων καὶ τὸ ἐδήλωσα ὅτι θέλω τὸ πωλήσει
1157λιανικῶς· ἀλλ’ ἔρχεται εἰς καὶ μοὶ δίδει τιμὴν μεγαλει-
1158τέραν ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον τὸν πωλήσει,
1159ἐὰν τὸν ἐπώλουν λιανικῶς. Πωλῶ τὸν οἶνον αὐτὸν, ὁ δὲ
1160ἀγοραστὴς μεταφέρει αὐτὸν εἰς ἄλλο μέρος· ὁ φόρος διὰ
1161τὸν οἶνον αὐτὸν εἶναι πληρωμένος. Ὁ ἄλλος, ὅστις παρέ-
1162λαβε καὶ θὰ πωλήσῃ αὐτὸν λιανικῶς, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ
1163φόρον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐνῶ διὰ τὸν ἕνα οἶνον δὲν
1164θὰ πληρώσωμεν φόρον, διὰ τὸν ἄλλον θὰ πληρώσωμεν
1165διπλάσιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ καθιεροῖ τὸ Νο-
1166μοσχέδιον.
1167Ὑποθέσατε δύω ξενοδοχεῖα ἐν Ἀθήναις. Τὸ ἓν τῶν ξε-
1168νοδοχείων καταναλίσκει 150 ὀκάδας οἴνου τὴν ἡμέραν,
1169καὶ τὸν οἶνον αὐτὸν τὸ ξενοδοχεῖον τὸν ἀγοράζει χον-
1170δρικῶς· ἑπομένως θὰ τὸν ἀγοράσῃ ἀπὸ βαρέλιον χονδρι-
1171κῆς πωλήσεως καὶ δὲν θὰ πληρώσῃ τὴν κατανάλωσιν.
1172Ὁ ἕτερος ὅμως ξενοδόχος καταναλίσκει 90 ὀκάδας· ἑπο-
1173μένως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ οἰνοπωλεῖον
1174καὶ νὰ ἀγοράσῃ τὸν οἶνον καὶ νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον
1175τῆς καταναλώσεως. Πῶς λοιπὸν θέλετε κατορθώσει σεῖς
1176νὰ εὑρίσκητε πόσον ποσὸν καταναλίσκει ὁ ξενοδόχος;
1177ἴσως εἴπετε, ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν θὰ τὸν ἐπιβάλωμεν
1178εἰς τὰ ξενοδοχεῖα. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ τοποθετήσητε
1179εἰς ὅλα τὰ ξενοδοχεῖα καὶ ὅλα τὰ χάνια τῆς Ἑλλάδος
1180ἀπὸ ἕνα ἐπιστάτην, διὰ νὰ σᾶς βεβαιώνῃ πόσον οἶνον
1181καταναλίσκει ἕκαστον ξενοδοχεῖον ἢ χάνι.
1182Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ καταδολι-
1183εύωνται τὸ Δημόσιον, καὶ ἐὰν παραδεχθῇ τὸ Νομοσχέδιον
1184αὐτὸ, θὰ τὸ καταδολιευθῶσι· διότι τὸ Νομασχέδιον χι-
1185λίας ἀνοίγει θύρας καταχρήσεων. Ὑποθέσατε, ὅτι δύω,
1186ἔχοντες ἀνάγκην νὰ ἀγοράσωσιν ἀπὸ 50 ὀκάδας οἴνου,
1187λέγουν πάμε εἰς τὰ Καλάβρυτα π. χ. ἢ ἄλλο μέρος τῆς
1188Πελοποννήσου νὰ ἀγοράσωμεν ἀντὶ πεντήκοντα, πεντή-
1189κοντα καὶ μίαν ὀκάδας ἕκαστος, ἀγοράζομεν οὕτως 102
1190ὀκάδας, τὸν μεταφέρομεν καὶ τὸν διανέμομεν, ἀπαλλασσό-
1191μενοι τοῦ φόρου. Πλὴν τούτων ἔχει καὶ μύρια ἄλλα ἐλατ-
1192τώματα· ἀλλὰ καὶ μόνον αὐτὰ ἐὰν εἶχεν, ὁ φόρος θὰ
1193ἦναι ἐλάχιστος· διότι, κατὰ τοὺς ἰδίους ὑμῶν ὑπολογι-
1194σμοὺς, ὁ φόρος οὗτος δὲν δύναται νὰ ᾖναι πλέον τοῦ
11951,500,000, ἐὰν τῷ ὄντι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐδώ-
1196σατε εἰς τὴν Βουλὴν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀληθεῖς· ἐὰν ὅμως
1197αἱ πληροφορίαι σας δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀληθεῖς, τοῦτο
1198ἐπιβαρύνει ὑμᾶς.
1199Ζητεῖτε τὴν καταμέτρησιν, ὑποχρεώνετε δὲ τὸν ἀμπε-
1200λοκτήμονα καὶ τὸν οἰνοποιὸν, ἐπὶ ποινῇ αὐστηροτάτῃ, νὰ
1201δηλώσῃ ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον ἐντὸς τῶν βαρελίων
1202του πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον. Ἐρωτήσατε ὅ-
1203λους ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἀμπέλους, οἱ ὁποῖοι κά-
1204μνουν οἶνον, δύνανται ἀκριβῶς καὶ ὡς ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος
1205νὰ σᾶς ὁρίσουν μέχρις ὀκάδος τὸ ποσὸν τὸ περιεχόμενον
1206ἐντὸς τῶν βαρελίων των; Ἀλλὰ λέγουν, θὰ στείλωμεν εἰ-
1207δικὸν νὰ καταμετρήσῃ· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι δὲν ἐπιτρέ-
1208πεται εἰς τοὺς πλείστους οἴνους τῆς Ἑλλάδος ἡ κατα-
1209μέτρησις νὰ γείνῃ, ὅταν τὰ βαρέλια εἶναι γεμάτα, διότι
1210αὐτὴ ἡ καταμέτρησις, ὁ ὁποία θὰ γείνῃ διὰ τῆς εἰσαγω-
1211γῆς τοῦ ἐργαλείου αὐτοῦ, δύναται νὰ βλάψῃ τὸν οἶνον.
1212Πᾶσα δὲ καταμέτρησις τοῦ οἴνου καταστρέφει αὐτόν·
1213καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ὀχυρούμενος ὄπισθεν ῥητῆς διατάξεως
1214τοῦ Συντάγματος, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀντισταθῇ διὰ τῶν
1215ὅπλων, διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ καταστρέψετε τὴν
1216ἰδιοκτησίαν του, καθόσον οὐδεὶς, κατὰ τὴν διάταξιν
1217τοῦ Συντάγματος, ἀφαιρεῖται τῆς περιουσίας αὐτοῦ.
1218Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἐπακριβῶς νὰ γνωρίζῃ ὁ
1219ἀμπελοκτήμων, ὁ οἰνοπώλης, ὁ οἰκοκύρης τέλος πάντων,
1220ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον περιέχουν τὰ βαρέλιά
1221του· διότι ὁ οἶνος, ῥιπτόμενος εἰς τὰ βαρέλια καὶ μὴ κα-
1222τασκευαζόμενος ἐν Ἑλλάδι ὅπως ἀλλαχοῦ, διαφέρει κατὰ
1223τὰς διαφόρους Ἐπαρχίας, καὶ ἄλλως ἔχει εἰς τὰς Ἀθή-
1224νας, ἄλλως εἰς τὰς Πάτρας, ἄλλως εἰς τὸν Πύργον κτλ.
1225Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς ποῖον
1226εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐντὸς τῶν βαρε-
1227λίων.
1228Ἐθεώρησαν εὔκολον πρᾶγμα τὴν καταμέτρησιν, καὶ ἑ-
1229πομένως διώρισαν ὑπάλληλον τῆς καταμετρήσεως αὐτῆς.
1230Ἡ καταμέτρησις αὕτη εἶναι δύσκολος· καὶ εἰς περίστα-
1231σιν κατὰ τὴν ὁποίαν διαφωνήσῃ ὁ ἀμπελοκτήμων ἢ οἰνο-
1232ποιὸς πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ ἐφόρου, τότε ἡ κατα-
1233μέτρησις γίνεται ἐκ δευτέρου ἀπὸ τὸν Γεωμέτρην. Μὰ
1234πρὸς Θεοῦ, εἶναι εἰς κατάστασιν οἱ γεωμέτραι νὰ μετρή-
1235σωσι κυβικῶς τὸν περιεχόμενον οἶνον ἐντὸς τοῦ βαρελίου!
1236εἰς ποίαν γεωμετρίαν ἐπιθυμῶ νὰ μάθω περιέχεται κυβι-
1237κῶς πόσας ὀκάδας περιέχει ὁ ὄγκος τοῦ βαρελίου, διὰ νὰ
1238ἠξεύρῃ ὁ Γεωμέτρης νὰ μετρήσῃ; Τότε δύναται νὰ με-
1239τρήσῃ, ὅταν τῷ ἐπιτρέψετε νὰ κόψῃ τὸ βαρέλι εἰς δύω, νὰ
1240γίνουν δύω κόλουροι κῶνοι, καὶ τότε πάλιν νὰ μετρή-
1241σῃ τὴν ὅλην στερεότητα τοῦ βαρελίου. Μόνον διὰ
1242τῆς μηχανῆς, ἥτις λέγεται σάγουμα, καταμετροῦν-
1243ται τὰ βαρέλια, ἀλλ’ ὁ Γεωμέτρης δὲν εἶναι εἰδι-
1244κὸς νὰ μεταχειρισθῇ τὸ ἐργαλεῖον αὐτό. Ὁ Γεωμέ-
1245τρης γνωρίζει κάθε ἄλλο παρὰ νὰ καταμετρήσῃ κυβικῶς
1246πόσος οἶνος περιέχεται ἐντὸς τοῦ βαρελίου. Αὐταὶ εἶναι
1247αἱ παρατηρήσεις καὶ δυσκολίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀναγ-
1248καίως θὰ ὑποκύψωμεν.
1249Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ
1250ἄλλοι, διότι εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολήσωμεν ἐπὶ πολὺ
1251τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ αὐτά. Ἀλλὰ τὸ
1252Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὄχι μόνον δὲν θὰ δώσῃ εἰσοδήματα,
1253ὡς ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀπ’ ἐπεναντίας θὰ μετα-
1254βάλῃ, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κοντυγούρης, εἰς ἀμοιβαίους
1255κατασκόπους τοὺς πολίτας, ὅπως ὁ εἷς καταγγέλλῃ τὸν
1256ἕτερον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1257Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν τελευταίαν του ὁμιλίαν, ὅταν τῷ
1258ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ καταμέτρησις τοῦ οἴνου
1259εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον δαπανηρὰ, ὥστε πολλάκις ἡ ἀπαιτου-
1260μένη δαπάνη πρὸς καταμέτρησιν εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἀ-
1261ξίας τοῦ οἴνου, εἶπεν ὅτι ἡ καταμέτρησις δὲν εἶναι
1262πάντοτε ὑποχρεωτικὴ, ἀλλὰ δύναται ὁ Οἰκονομικὸς Ἔ-
1263φορος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ
1264διατάξῃ καταμέτρησιν, ἀλλὰ νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν δή-
1265λωσιν. Καὶ εἶναι φοβερὸν αὐτὸ τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἀπε-
1266φάσισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὰς
1267χεῖρας ἑνὸς Οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου. Κατὰ γενικὴν ἀρ-
1268χὴν ἢ ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τῶν δηλώ-
1269σεων, ἢ τὸ σύστημα τῆς καταμετρήσεως. Δὲν δύνασθε
1270νὰ ἀφήσητε τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς καταμε-
1271τρήσεως εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, διότι θέλετε δώ-
1272σει εἰς αὐτὸν τὰ μέσα τῶν φοβερωτέρων καταπιέσεων
1273καὶ καταχρήσεων, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ Οἰκονομι-
1274κὸς Ἔφορος, εἴτε ὑπείκων εἰς τὴν πολιτικὴν, εἴτε ὑπεί-
1275κων εἰς τὸ ἴδιον συμφέρον, θέλει κρατεῖ εἰς τὰς χεῖράς
1276του ἓν ὅπλον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἀπειλεῖ. Δὲν δύνασθε
1277λοιπὸν νὰ ἀκολουθήσητε δύω συστήματα ὡς πρὸς τὴν
1278βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ἀκολουθήσητε ἓν
1279καὶ τὸ αὐτὸ σύστημα, ἢ τὸ τῆς καταμετρήσεως ἢ τὸ
1280τῆς δηλώσεως. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ πρώτου Νομοσχεδίου
1281ἐπιβάλλει τὸν φόρον καταναλώσεως καθ’ ἅπαν τὸ Κρά-
1282τος (ἀναγινώσκει). Βλέπετε, ὅτι διέκρινε τοὺς δύω φόρους,
1283καὶ τὸν μὲν ἔγγειον φόρον πολὺ ὀρθῶς καὶ δικαίως δὲν
1284ἐπέβαλεν εἰς τοὺς Ἑπτανησίους, τὸν φόρον δὲ τῆς κα-
1285ταναλώσεως ὡς φόρον τοιοῦτον τὸν ἐπιβάλλει, καὶ δι-
1286καίως εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα· καὶ σήμερον διατί ἐξαιρεῖ-
1287ται ἓν μέρος;
1288§27ΡΩΜΑΙΟΣ. Φέρετε πρότασιν ἀφομοιώσεως.
1289§28ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φέρετε πρότασιν ἀφομοιώσεως!
1290Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ μὴ μὲ διακόπτετε·
1291ὁμιλῶ περὶ τοῦ συστήματος, δὲν ἔχετε δικαίωμα, δὲν ἔ-
1292χει κανεὶς δικαίωμα, εἰς τὴν Ἐπικράτειαν, ὅταν ἐπιβάλ-
1293ληται εἷς φόρος, νὰ μὴ ἐπιβάλλητε εἰς ὅλους, καὶ ὅταν
1294ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι καταναλώσεως. Διατί ὁ Ἑπτανήσιος,
1295εὑρισκόμενος ἐν Ἑπτανήσῳ, νὰ πίνῃ τὸν οἶνον καὶ νὰ μὴ
1296πληρώνῃ φόρον καταναλώσεως, ἀλλ’ ὅταν μεταβαίνῃ εἰς
1297τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ πίνῃ οἶνον, νὰ πληρώνῃ φόρον
1298καταναλώσεως;
1299§29ΑΝΤΥΠΑΣ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καθυστερεῖτε, πρέπει
1300νὰ φροντίσητε νὰ πληρώσητε.
1301§30Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν, πλη-
1302ρώνουν· ὅσοι καθυστεροῦν πρέπει νὰ πληρώνουν, δὲν εἴ-
1303μεθα ἐναντίοι, ἀλλὰ νὰ φορολογώμεθα ὅλοι ἐξ ἴσου·
1304διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ ἡ
1305καταπίεσις, ἡ ὁποία γίνεται. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθυστε-
1306ροῦν τὰ 60,000,000, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γεμίζουν
1307τὰ Ταμεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐκεῖνοι μετέβαλον τὴν
1308ὄψιν τῆς Ἑλλάδος εἰς ὄψιν πολιτισμένου Ἔθνους· καὶ
1309βεβαίως κατ’ ἐκείνων πάντοτε τείνουν τὰ βέλη σας, ἀλ-
1310λ’ εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυροὶ ἐκεῖνοι διὰ νὰ μὴ φοβῶνται ἀπὸ
1311τοιαῦτα βέλη.
1312Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρου-
1313σιάσθη εἶναι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμελετήθη, καὶ
1314τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, διότι
1315ἐὰν δὲν ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἤθελεν ὁ φό-
1316ρος αὐτὸς ἐπιβληθῆ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι
1317ὀρθὸν, δὲν εἶναι δίκαιον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ
1318ἐπιβάλλωμεν καὶ τοὺς φόρους ὡς ῥοσφέτια, διὰ νὰ εὐχα-
1319ριστήσωμεν τοὺς φίλους μας, τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας.
1320§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ εἰς τὴν μερίδα σας
1321Ἑπτανήσιοι.
1322§32ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω καὶ ἀρχικὸν λόγον νὰ ἦμαι
1323κατὰ τοῦ Νογοσχεδίου· διότι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπατήσω
1324τοὺς ἐκλογεῖς μου· εἰς τὰ καθέκαστα ὡμίλησα, διὰ νὰ
1325ἀποδείξω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ,
1326ἢ, ἂν ἐφαρμοσθῇ, θὰ καταθλίψῃ, καὶ ἂν θὰ καταθλίψῃ,
1327θὰ ἐπιβαρύνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπερψηφίσουν. Ἐγὼ
1328εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐ-
1329τῶν τῶν ἰδεῶν, δι’ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, ὅπως σᾶς
1330ἐπανέλαβον, κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καὶ δι’
1331αὐτοῦ τοῦ προγράμματος ἀπεστάλην ἀντιπρόσωπος ἐν-
1332ταῦθα.
1333§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
1334§34ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἀπαντήσωσιν οἱ κύριοι Ὑ-
1335πουργοί;
1336§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζήτησέ τις τὸν λόγον.
1337§36Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ (καταλαμβάνων τὸ βῆμα). Ἠρώτησα
1338ἂν ἡ Κυβέρνησις πρόκηται ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν γενομέ-
1339νων παρατηρήσεων κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, διότι
1340ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι καθῆκον εἶχε βαρὺ νὰ τὸ πράξῃ
1341Δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος, δὲν πρόκειται περὶ
1342παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ φόρου 4,000,000 περίπου· πρό-
1343κειται δὲ καὶ περὶ εἰσαγωγῆς νέου συστήματος φορολο-
1344γίας, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐλειτούργησεν ἐν Ἑλλάδι, καὶ
1345τὸ ὁποῖον θεωρῶ καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι εἶναι καταστρε-
1346πτικὸν, ὅτι διαφθείρει τὴν κοινωνίαν καὶ ὅτι εἶναι με-
1347στὸν κινδύνων διὰ τὴν Πολιτείαν· ἀφίνουσιν ἔκθετον τὸ
1348Νομοσχέδιόν των, καὶ ἀρκοῦνται εἰς τὰς ὀλίγας λέξεις,
1349τὰς ὁποίας, κατεχόμενος ὑπὸ ἀηδίας, ἣν καὶ εἰς ἡμᾶς
1350μετέδωκεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1351ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρκοῦνται εἰς τὴν ὑπο-
1352στήριξιν, τὴν ὁποίαν ἐν μεγίστῃ αὐταπαρνησίᾳ ἔκαμε
1353τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ὁ ἐκ Τριπόλεως Βουλευτὴς κ.
1354Ζέγγελης! Καὶ ἔχουσι δίκαιον νὰ τὸ ἀφήσωσιν ἔκθετον,
1355διότι εἶναι ὄντως νόθον τὸ Νομοσχέδιον αὐτό· μέχρι
1356τοῦδε ἔχομεν δύω ἢ τρεῖς ἐκδόσεις αὐτοῦ, δὲν εἶναι δὲ
1357γνωστὸς οὔτε ὁ πατὴρ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Τὸ
1358κατὰ πρῶτον ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον ἦτο καὶ ἐκεῖνο
1359ἄδικον, ἦτο καὶ ἐκεῖνο ἐπιβλαβὲς, ἀλλ’ εἶχε βάσιν τινὰ
1360ἐπιστημονικήν. Ἐπέβαλε μὲν φόρον καταναλώσεως, εἰ-
1361σῆγεν ἀληθῶς τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὶν ἢ εἰσά-
1362ξωμεν, πρέπει πολὺ, κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος, νὰ
1363σκεφθῶμεν, ἀλλὰ μετέβαλε συγχρόνως τὸν τρόπον ἁπλῶς
1364τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῆς ἐγγείου φορολογίας.
1365Ἦτο, εἶπον, ἐπιστημονικὸν, ἀλλ’ ἦτο συγχρόνως καὶ συν-
1366ταγματικόν. Τὸ Νομοσχέδιον ὅμως, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον
1367μετὰ ταῦτα, καὶ ὑπέβαλεν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ὄχι πεποι-
1368θυῖα εἰς τὰς νέας ἰδέας, ὄχι μελετήσασα, ἀλλ’ ὑποχωρή-
1369σασα εἰς τὴν ἀπόκρουσιν ἧς ἔτυχε τὸ Νομοσχέδιόν της
1370τὸ πρῶτον παρὰ τοῖς φίλοις αὐτῆς, ὑπέβαλε Νομοσχέδιον,
1371διὰ τοῦ ὁποίου ἀναιρεῖ ὅλας τὰς ἀρχὰς, τὰς διεπούσας
1372τὰ τῆς φορολογίας, ἰδίως ἐν Συνταγματικῷ Κράτει. Ἐπα-
1373νειλημμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφερεν
1374ἐντεῦθεν τὴν βλασφημίαν, ὡς δικαιολογίαν τοῦ Νομο-
1375σχεδίου αὐτοῦ, ὅτι κατήργησε τὸν ἔγγειον φόρον, καὶ
1376ὅτι τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει,
1377τὸν ἐπιβάλλει εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου.
1378Ἀφίνω τὴν τερατολογίαν ταύτην ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν
1379ἔποψιν, ἂς κρίνῃ πᾶς τις ὅστις γινώσκει τὰ οἰκονομικὰ
1380τί σημαίνει δι’ ἕνα ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ λέγειν,
1381ὅτι ἀντικαθιστᾷ διὰ φόρου καταναλώσεως ἔγγειον φόρον!
1382Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος παρατηρῶ, ὅτι πα-
1383ραβιάζουσι τὴν θεμελιωδεστάτην ἀρχὴν τοῦ Συντάγμα-
1384τος ἡμῶν, καταργοῦντες τὴν ἔγγειον φορολογίαν ἐπὶ τῶν
1385ἀμπέλων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, πάντες
1386οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου καὶ πάντες
1387συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλό-
1388γως τῆς περιουσίας των. Τίς σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα μίαν
1389τάξιν γεωργικὴν νὰ τὴν ἐξαιρέσητε ἀπὸ τοῦ γενικοῦ κα-
1390νόνος; Τίς δὲ σᾶς ἔδωκε τὸ ἕτερον δικαίωμα, ὅπερ προσ-
1391βάλλει ἔτι μᾶλλον τὴν δικαιοσύνην, νὰ ἐξαιρέσητε τὴν
1392αὐτὴν τάξιν καὶ ἀπὸ τὸν νέον φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλ-
1393λετε εἰς τὸν λαόν, νὰ ἐξαιρέσητε τουτέστι συγχρόνως
1394τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου καὶ τοῦ
1395φόρου τῆς καταναλώσεως; Ἐν Γαλλίᾳ, εἰς ἣν κατ’ ἐπί-
1396φασιν μᾶς παραπέμπετε, ὡς θέλω ὑπεραποδείξει, ἐκεῖ,
1397ἔνθα ὁ ἔγγειος φόρος ὑφίσταται, ἰδοὺ τί φρονοῦσι περὶ
1398τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐκ μόνου τοῦ φό-
1399ρου τῆς καταναλώσεως: «Ἑτέρα ἀνισότης καὶ ἀδικία
1400»τοῦ συστήματος τούτου εἶναι, ὅτι πάντες οἱ ἀμπε-
1401»λοκτήμονες ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου δι’ ὅσον οὗτοι κα-
1402»ταναλίσκουσιν οἶνον. Ὥστε μέγα μέρος τοῦ γαλλικοῦ
1403»λαοῦ δύναται νὰ καταναλίσκῃ οἶνον, χωρὶς οὐδένα νὰ
1404»πληρώνῃ φόρον! Δέκα ἑκατομμύρια Γάλλων εἶναι ἀπηλ-
1405»λαγμένοι δικαιώματος, ὅπερ παρέχει μέγιστον εἰσόδημα
1406»εἰς τὸ Κράτος!» Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι τόσῳ ἄδικα, τόσῳ
1407ἄνισα, ὥστε ἔπρεπεν, εἰς ἡμᾶς ἰδίως τοὺς Βουλευτὰς, οἵ-
1408τινες αὔριον θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἡμῶν,
1409νὰ ἐμπνεύσωσι φρίκην.
1410Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως οἱ κ.
1411Ὑπουργοὶ μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως καὶ οἱονεὶ πλέ-
1412κοντες τὸν ἔπαινον αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ φόροι τῆς κατανα-
1413λώσεως εἶναι μεταξὺ τῶν ἐμμέσων φόρων ὅ,τι δύναται
1414νὰ θεωρηθῇ ἀδικώτερον, ἐπαχθέστερον, μᾶλλον ἐπικίν-
1415δυνον. Ἂν δὲ καταφεύγωσιν εἰς τοὺς φόρους τούτους τὰ
1416ἔθνη, καταφεύγουσιν ἐν τῇ δυστυχίᾳ, καταφεύγουσιν εἰς
1417αὐτοὺς πρὸς πλήρωσιν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν. Δὲν φρονεῖ
1418ὅμως οὐδεὶς ἐκ τῶν σπουδαίως μεριμνώντων περὶ τῆς οἰ-
1419κονομικῆς καταστάσεως τῶν ἐθνῶν καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς
1420εὐεξίας αὐτῶν, οὐδεὶς φρονεῖ σπουδαίως, ὅτι οἱ ἔμμεσοι
1421φόροι, ἰδίως δὲ οἱ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἔχουσι τὰ
1422στοιχεῖα τῆς ἰσότητος, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἠθικότητος,
1423ἅτινα πρέπει ὅσον ἔνεστι νὰ ἔχωσι πάντες οἱ φόροι. Ὁ
1424φόρος τῆς καταναλώσεως προσβάλλει τὸ πρώτιστον δι-
1425καίωμα, τὸ τῆς ἰσότητος, διότι ἐπιβάλλει τὸν φόρον δυ-
1426σαναλόγως πρὸς τὴν περιουσίαν, πρὸς τὸ εἰσόδημα ἑκά-
1427στου καταναλωτοῦ, φορολογεῖ τὸ ποσὸν τὸ ὑπ’ αὐτοῦ
1428καταναλισκόμενον, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, ἀ-
1429διαφορῶν καὶ περὶ τῶν μέσων, ἅτινα ἔχει νὰ διαθέσῃ ὁ
1430καταναλίσκων. Σᾶς ἔφερον ἄλλοτε τὸ ἑξῆς παράδειγμα
1431ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐπιβάλλουσι φόρον καταναλώσεως ἐπὶ
1432τοῦ καπνοῦ 3 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, ἐνῶ ὑπάρχει καπνὸς
143360 λεπτῶν εἰς τὸν ὁποῖον ἀρκεῖται ὁ πτωχὸς καταναλω-
1434τής, ὑπάρχει ὅμως καὶ καπνὸς 10 καὶ 15 καὶ 20 δραχ-
1435μῶν. Εἰς τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον καταναλωτὴν ἐπιβάλλετε
1436φόρον 3 δραχμὰς, τουτέστι 500%, ἐνῶ εἰς τὸν
1437εὔπορον, τὸν πλούσιον, ὁ φόρος δύναται ν’ ἀναλογῇ πρὸς
143810 μόνον ἢ καὶ ὀλιγώτερα τοῖς ἑκατὸν. Ἂν δ’ ἐπὶ τοῦ κα-
1439πνοῦ ἡ ἀνισότης αὕτη κινῇ εἰς ἀγανάκτησιν, φαντασθῆ-
1440τε τί θὰ συμβαίνῃ ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀντικειμένου πρωτίστης
1441ἀνάγκης μετὰ τὸν ἄρτον ἢ μᾶλλον μετ’ αὐτοῦ. Οἱ φό-
1442ροι τῆς καταναλώσεως προσβάλλουσι τὴν βιομηχανίαν
1443καὶ τὸ ἐμπόριον διὰ τῶν καταθλιπτικῶν μέσων τῆς βε-
1444βαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν, ἅτινα καθιστῶσιν ἀ-
1445ναγκαῖα, ἀπαραίτητα. Οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως προ-
1446ξενοῦσι καὶ ἄλλο τι, χεῖρον ἔτι, κανονίζουσι τεχνικῶς,
1447οὕτως εἰπεῖν, καὶ αὐθαιρέτως τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου
1448καὶ τῆς βιομηχανίας, διότι πρὸς βλάβην τῶν μικροτέρων
1449κεφαλαίων προστατεύουσι τὰ μεγαλείτερα. Σᾶς φέρω ἐ-
1450πίσης παράδειγμα τοῦ καπνοῦ. Θὰ καταρτίσητε, ὡς λέγετε,
1451ἐργοστάσια κοπῆς καπνοῦ, θὰ τὰ ἐγκαθιδρύσητε εἰς ὀλί-
1452γα τινὰ μέρη· διότι ἄν, ὡς ὠφείλατε ἄλλως, καταρτί-
1453σητε αὐτὰ πανταχοῦ ὅπου ἀνάγκη, δὲν θ’ ἀρκέσῃ διπλά-
1454σιον ποσὸν τοῦ ἐλπιζομένου φόρου πρὸς πληρωμὴν τῶν
1455ὑπαλλήλων. Τί θὰ συμβαίνῃ ἐκ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ;
1456Ὅλοι οἱ περίοικοι, οἱ σήμερον ἐλευθέρως ἐμπορευόμενοι
1457τὸν καπνὸν, θὰ γίνωσι δοῦλοι ἐκείνων τῶν καπνοπωλῶν,
1458οἵτινες εὑρισκόμενοι εἰς τὸ κέντρον, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου
1459θὰ ἱδρυθῇ τὸ ἐργοστάσιον, θὰ δύνανται ἀκόπως, ἀκινδύ-
1460νως καὶ ἀνεξόδως νὰ κόπτωσι τὸν καπνὸν αὐτῶν ἐγκαί-
1461ρως καὶ καλῶς· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις,
1462ὅτι θ’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ 20 ὡρῶν ἀποστάσεως ὁ μικρὸς
1463καπνοπώλης τῶν Δήμων καὶ τῶν χωρίων διὰ νὰ φθάσῃ
1464μὲ τὸν καπνόν του εἰς φύλλα εἰς τὸ μέρος ὅπου ὑπάρχει
1465τὸ ἐργοστάσιον. Εἶναι κακοὶ καὶ ἀποφευκτέοι οἱ φόροι
1466τῆς καταναλώσεως, διότι ἀπαιτοῦσι μεγάλα ἔξοδα πρὸς
1467βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν, γινώσκετε δὲ πάντες,
1468ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυριωτάτων ὅρων τοῦ καλοῦ φόρου εἶναι
1469οὗτος, τὸ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ὅσον
1470ἔνεστι πλειότερον ποσὸν ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται
1471ἀπὸ τὰ βαλάντια τοῦ φορολογουμένου. Βλάπτουσι και-
1472ρίως, περιστέλλοντες καὶ παρακωλύοντες αὐτὰς τὰς πα-
1473ραγωγικὰς ἐργασίας τῆς κοινωνίας, ἀφαιροῦντες ἐξ αὐ-
1474τῶν ἐργατικὰ στοιχεῖα, ὅπως στρατολογήσωσι τὸ σμῆ-
1475νος τῶν φορολόγων, ἑπομένως ἀνακόπτουσι τὴν κοινωνι-
1476κὴν πρόοδον. Ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως δὲν ἐπάγεται
1477μόνον ταῦτα τὰ μέγιστα ἄλλως ἄτοπα, ἀλλὰ διαφθείρει
1478συγχρόνως τὴν κοινωνίαν, καὶ ἔχει ὡς ἀφεύκτους συνε-
1479πείας κινδύνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον οἱ
1480κύριοι Ὑπουργοὶ εἰσάγουσι καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐγκαυχῶν-
1481ται! Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου τὰς ὀλεθρίους
1482συνεπείας ἐν τῇ ἐφαρμομῇ του θέλομεν ταχέως ἴδει, ὑπὲρ
1483οὗ δὲν καταδέχονται οὐδὲ νὰ ἀγωνισθῶσιν οἱ κυβερνῶν-
1484τες τὸν ἀτυχῆ τοῦτον Τόπον; πεποιθότες ὅτι ἡ ἀντίῤ-
1485ῥησις μεταξὺ τῶν φίλων αὐτῶν δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ γινώ-
1486σκοντες ἐκ τῶν προτέρων τοῦ ἀριθμοῦ τὴν ὑπεροχήν!
1487Ἀλλὰ δὲν συζητοῦνται οὕτω, κύριοι Ὑπουργοί, τὰ φορο-
1488λογικὰ Νομοσχέδια. Σᾶς εἴπομεν ἐπανειλημμένως ἐν-
1489τεῦθεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐγείρομεν πολιτικὰ συζητήσεις
1490πολεμοῦντες τὰ Νομοσχέδιά σας ταῦτα· πρὸς τί ὀχυ-
1491ροῦσθε ὄπισθεν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης πάν-
1492τοτε; Θέλετε λοιπὸν νὰ κλείσετε τὴν συζήτησιν, προ-
1493κειμένου νὰ ἁρπάσητε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἑλληνικοῦ
1494λαοῦ τὸν ἄρτον αὐτοῦ!
1495Αἱ βάσεις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ὡς πρὸς τὴν δια-
1496νομὴν τοῦ φόρου εἶναί τι παράδοξον καὶ ἀκατανόητον·
1497διαιρεῖ τὸν Τόπον αὐθαιρέτως καὶ συμπτωματικῶς κατὰ
1498πληθυσμοὺς πόλεων καὶ χωρίων, καὶ ἐπιβάλλει τὸν φό-
1499ρον διὰ κλίμακος, ἀναλογούσης πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἑκά-
1500στου αὐτῶν· εἶναι δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τελευταίου
1501ὅρου καὶ τοῦ ἀνωτάτου μεγίστη· διότι, κατὰ μὲν τὸ
1502πρῶτον Νομοσχέδιον, ὁ ἀνώτατος ὅρος ἦτο τὸ ἑξαπλάσιον
1503τοῦ κατωτάτου, κατὰ δὲ τὴν τροποποίησιν εἶναι τὸ πεν-
1504ταπλάσιον αὐτοῦ. Ἐγένετο τοῖς κυρίοις Ὑπουργοῖς ἡ
1505παρατήρησις αὕτη· ἐῤῥέθη πρὸς αὐτοὺς ὅτι εἶναι ἀδικώ-
1506τατος ὁ προσδιορισμός, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν λογικὴν
1507βάσιν· ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τί μᾶς
1508εἶπεν; ὀλίγας μόνον ὠχρὰς λέξεις, ἀλλὰ καταδικαζού-
1509σας αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν, ὅτι ὑπε-
1510ρασπίζεται· μᾶς εἶπεν, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὅτι εἰς τὰς
1511μεγάλας πόλεις θὰ γίνηται ζήτησις πολλὴ καὶ ὅτι ἕνεκα
1512τούτου οἱ ἔμποροι, οἱ οἰνοπῶλαι, θὰ κερδίζωσιν ἐπανει-
1513λημμένως ποσὰ, ὥστε τὸ ὑπερβάλλον τοῦ φόρου θὰ κα-
1514λύπτηται ἀπὸ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ κέρδους, καὶ ἐπίστευ-
1515σεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς ὅτι ἐφεῦρέ τι σπουδαῖον, ὡς νὰ
1516πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν οἱ οἰνοπῶλαι. Ἐν ταῖς πό-
1517λεσι, κύριε Καλλιγᾶ, οἰκοῦσιν οἱ πτωχότεροι τῶν κατα-
1518ναλωτῶν, ἐν ταῖς πόλεσι πωλοῦνται χάριν αὐτῶν τῶν
1519δυστυχῶν καταναλωτῶν οἱ εὐθηνότεροι οἶνοι, καὶ σεῖς
1520ἐπιβάλλετε ἐπ’ αὐτῶν τὸν ἀνώτατον τοῦ φόρου ὅρον!
1521Μᾶς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι εἰς τὰς μεγάλα πόλεις εἰσάγον-
1522ται καὶ οἶνοι μεγάλης ἀξίας. Ἀπορῶ διατί εἶπε τοῦτο,
1523ἀφοῦ καὶ τὸ Νομοσχέδιον ἀναγράφει καὶ αὐτὸς ἐπανει-
1524λημμένως ἀνεκήρυξε τὴν παράδοξον ἀρχὴν, ὅτι περὶ τῆς
1525ἀξίας τοῦ οἴνου δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ὅτι αὐτὴ δὲν
1526λαμβάνεται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν. Τί κοινὸν δὲ μεταξὺ τῆς ἀ-
1527δικίας τοῦ τοιούτου προσδιορισμοῦ, ἣν καταδεικνύομεν
1528ἡμεῖς, καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἀλλὰ σπανίου σχετικῶς
1529πρὸς τὸ ποσὸν πολυτιμοτέρου τῶν εἰς τὰς μεγάλας πό-
1530λεις εἰσαγομένων οἴνων; Ἀλλ’ εἶπε συγχρόνως ὁ κύριος
1531Καλλιγᾶς ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ὡς καὶ ὅλα τὰ νέα φο-
1532ρολογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς φιλοδωρεῖ, τὸ πα-
1533ρέλαβεν ἐκ τῆς Γαλλίας, ὅτι ἐκεῖ, ἐν τόπῳ πεπολιτι-
1534σμένῳ, ὅπου ἡ διοίκησις καλῶς λειτουργεῖ, ὅτι ἐκεῖ αὐ-
1535τὸς καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἔχοντες τὴν ὁδηγίαν
1536τῆς πείρας τῆς ἐν Γαλλίᾳ, ἐπωφελήθησαν αὐτῆς ἵνα
1537συντάξωσι τὸ Νομοσχέδιόν των. Ἀλλὰ θὰ ἐκπλαγῆτε,
1538κύριοι Βουλευταὶ, ὅταν διὰ κειμένων σᾶς ἀποδείξω ὅτι
1539οὐ μόνον δὲν ἐμιμήθησαν κατ’ οὐδὲν τὴν Γαλλίαν, οὐ
1540μόνον διέστρεψαν πρὸς βλάβην τῶν ἐν Ἑλλάδι κατανα-
1541λωτῶν, τῆς ἐν Ἑλλάδι προόδου τῆς γεωργίας καὶ βιο-
1542μηχανίας, τῆς ἐν Ἑλλάδι ἠθικῆς, τὰς ἐν Γαλλίᾳ ἰσχυ-
1543ούσας διατάξεις, ἀλλὰ καὶ ἐξέλεξαν ἀκριβῶς ἐκείνας ἐξ
1544αὐτῶν, ἃς οἱ Γάλλοι κατήργησαν, ἢ τὰς ὁποίας κατα-
1545ρῶνται! Παρέλαβον ἰδίως καὶ ἀποκλειστικῶς ἐκείνην
1546τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐνέσπειρε, διετήρησε καὶ ὑπέθαλ-
1547ψε μεταξὺ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, τῶν τάξεων τῶν ἀ-
1548πόρων, καὶ τῶν ἀνωτέρων, τῶν εὐπόρων, τὸ μῖσος καὶ
1549τὴν ἀντιζηλίαν, παρέλαβον τὴν λιανικὴν πώλησιν! Ἀλλ’
1550εἶναι κἂν ἀληθὲς, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἔχουσιν ὡς μέτρον τοῦ
1551ὅρου τοῦ φόρου τῆς λιανικῆς πωλήσεως τὸν πληθυσμόν;
1552Ὄχι! μία μόνον ὑπάρχει διάταξις, τὴν ὁποίαν καὶ
1553ταύτην κατακρίνουσι καὶ ὅσον οὔπω καταργοῦσιν, ἄσχε-
1554τος ὅμως ἐντελῶς πρὸς τὴν λιανικὴν πώλησιν, ἐκείνη,
1555ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν 4,
1556000 μέχρι 10,000 ὅπου τὸ Κράτος εἰσπράττει πρόσθε-
1557τον δικαίωμα εἰσκομιδῆς. Ἰδοὺ τί περὶ τούτου ἔγραψαν
1558οἱ εἰδικῶς περὶ τὰ φορολογικὰ τῆς Γαλλίας ἀσχοληθέντες
1559καὶ ἐπανέλαβε μάλιστα ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
1560μικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας: «Τρίτη ἀδικία καὶ οὐχὶ
1561»ἐκ τῶν ἐλαχίστων εἶναι τὸ ὑπὲρ τοῦ Κράτους πρόσθε-
1562»τον δικαίωμα εἰσκομιδῆς, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰς ὑ-
1563»περβαινούσας τὰς 4 χιλιάδας ψυχὰς πόλεις. Τὸ δι-
1564»καίωμα τοῦτο προστίθεται εἴς τε τὸ τῆς κυκλοφορίας
1565»καὶ τὸ τῆς λιανικῆς πωλήσεως. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος
1566»δικαιολογῶν τὴν προφανεστάτην ταύτην ἀδικίαν». Ἂν
1567δὲ μετεχειρίσθησαν τὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων ἐν Γαλλίᾳ,
1568τὸν μετεχειρίσθησαν ἴσα ἴσα ἵνα καταργήσωσι τὸν φόρον
1569τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ
1570ἐπέβαλε παρ’ ἡμῖν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑ-
1571πουργὸς, μιμούμενος δῆθεν τὴν Γαλλίαν!
1572Κατὰ τὸ 1875 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Sayi
1573ἐξιστορίσας ὅλας τὰς ἀνισότητας, τὰς καταθλίψεις καὶ
1574τὰς κατὰ τῆς ἠθικῆς προσβολὰς, τὰς ὁποίας ἡ βεβαίω-
1575σις καὶ εἴσπραξις τοῦ ἐπὶ τῶν οἴνων φόρου ἐπάγονται,
1576προέτεινε τὴν κατάργησιν τῆς λιανικῆς πωλήσεως καὶ
1577τὴν ἀντικατάστασιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων δι’ ἑνὸς μό-
1578νου δικαιώματος εἰσκομιδῆς εἰς τὰς πόλεις τὰς ὑπερβαι-
1579νούσας τὰς 10,000 ψυχάς. Οὕτω μετεχειρίσθησαν τὸν
1580πληθυσμὸν τῶν πόλεων ἐν Γαλλίᾳ. Τίς ἡ σχέσις τοῦ Νο-
1581μοσχεδίου τοῦ κ. Καλλιγᾶ πρὸς τὰ ἐκεῖ; Καὶ πῶς τολ-
1582μῶσι νὰ παραπέμψωσιν ἡμᾶς εἰς τὰ ἐν Γαλλίᾳ, ἀφοῦ αὐ-
1583τοὶ πράττουσιν ἐνταῦθα ὅλως τοὐναντίον;
1584Ἀλλὰ τί φρονοῦσιν ἆρά γε ἐν Γαλλίᾳ περὶ τοῦ φόρου
1585τῆς λιανικῆς πωλήσεως; φρονοῦσιν ὅτι οὐ μόνον εἶναι
1586ἄδικος καὶ ἄνισος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ ἐξευτελιστικὸς τῆς
1587ἀξιοπρεπείας τῶν πολιτῶν, ὅτι καταβιβάζει τὸ ἐθνικὸν
1588φρόνημα, ὅτι εἶναι παραγωγὸς ἀνηθικότητος, ἐπιορκίας
1589καὶ διαρκὴς ἀπειλὴ τῆς δημοσίας τάξεως. Τὰ δικαιώμα-
1590τα ταῦτα ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐν Γαλλίᾳ ἐπεβλήθησαν πρὸ 80
1591περίπου ἐτῶν· ἔκτοτε ἡ κατ’ αὐτῶν ἀντίδρασις τῆς κοινω-
1592νίας ὑπῆρξε μεγάλη, ἐγέννησε μεταξὺ τῶν φορολογουμέ-
1593νων καὶ τῆς διοικήσεως δυσπιστίαν, συνετέλεσεν ἴσως
1594εἰς τὴν κλόνησιν τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, αἵτινες ἀλ-
1595ληλοδιαδόχως ἐκυβέρνησαν τὴν Γαλλίαν. Εἶπον ἴσως,
1596ἀλλὰ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων πράξεων τούτων
1597τῶν Γαλλικῶν Κυβερνήσεων. Ὅτε τῷ 1814 ἐγένετο ἡ
1598παλινόρθωσις ἐν Γαλλίᾳ, ἡ πρώτη ἀπαίτησις, ἣν ὁ λαὸς
1599ἀπηύθυνε πρὸς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἦτο ἡ κατάργησις
1600τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ὁ δὲ Κόμης d’ Artois διὰ δια-
1601τάγματος κατήργησε ταῦτα τῇ 27 Ἀπριλίου 1814. Ἰ-
1602δοὺ τὸ διάταγμα: «Γινώσκοντες τὰς πατρικὰς προθέ-
1603σεις τοῦ Βασιλέως ὑπὲρ ἀνακουφίσεως τοῦ λαοῦ αὐτοῦ,
1604» ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταργήσωμεν πᾶν ὅ,τι
1605» ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος ἔχει μᾶλλον καταθλιπτικὸν καὶ
1606» νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν ὅσον ἀφ’ ἡμῶν ἐξήρτηται ἀνε-
1607» κτὸν τῷ λαῷ».
1608§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί τὰ θέλεις αὐτά;
1609§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα φωνῆς λεγούσης: τί μᾶς ἐν-
1610διαφέρουσιν αὐτά; Ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὰ πρὸ πάντων μᾶς
1611ἐνδιαφέρουσι καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωσι καὶ τὴν
1612φωνὴν ἐκείνην, ἂν ἀντιπροσωπεύῃ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα
1613τῆς ἐπαρχίας, ἥτις τὸν ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, καὶ τὰ συμ-
1614φέροντα τοῦ ἔθνους. Τὸν φόρον τοῦτον ἤδη κατὰ πρῶτον
1615εἰσάγομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡμεῖς, δὲν ἔχομεν δὲ ἄλλην
1616πεῖραν, παρὰ τὴν τῶν λοιπῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ἐν
1617οἷς ἡ διοίκησις εἶναι ἰσχυρὰ καὶ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα μᾶλ-
1618λον ἀνεπτυγμένον ἢ ὅσον παρ’ ἡμῖν. Εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ
1619προστρέξωμεν, ἵνα ἴδωμεν ἂν δὲν ἀνοίγωμεν τὴν ὁδὸν εἰς
1620βάραθρον, οὐχὶ μόνον οἰκονομικόν, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς
1621δημοσίας τάξεως. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ἡ Βουλή,
1622ὅτι τὴν δημοσίαν τάξιν κλονεῖ τὸ παράπονον τοῦ λαοῦ,
1623ὅταν τοῦτο ἐξέρχηται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ βαλαντίου αὐτοῦ.
1624Αὐτὸ διδάσκει ἡ ἱστορία, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν
1625τῆς ἱστορίας τὰ διδάγματα, διότι καταπροδίδομεν τὸ
1626καθῆκον ἡμῶν.
1627Ἐν Γαλλίᾳ λοιπὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα κατηργή-
1628θησαν χάριν τῆς ἰσχύος καὶ δημοτικότητος τῆς νέας Κυ-
1629βερνήσεως, ἤτοι ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως εὐθὺς ἐν ἀρ-
1630χῇ· ἀλλ’ ἀνεγράφησαν αὖθις ὑπὸ τῆς παλινορθώσεως, ἧς
1631γινώσκομεν πάντες τὸ τέλος. Τί συνέβη ὅμως κατὰ τὴν
1632πρώτην στιγμήν, καθ’ ἣν μετεβλήθη αὖθις ἡ μορφὴ τῆς
1633Κυβερνήσεως ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀνεκηρύχθη ἡ δημοκρατία;
1634Πρώτη πρᾶξις τῆς δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἡ κα-
1635τάργησις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διότι ἡ ὕπαρξις τού-
1636των ἐθεωρεῖτο ὡς ἀδυναμία τῆς νέας Κυβερνήσεως, ὡς
1637κίνδυνος τῆς δημοσίας τάξεως. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ Διά-
1638ταγμα, ὅπερ ἐξέδωκεν ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις τοῦ
16391848 ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρὸ μικροῦ πρωθυπουργοῦ
1640τῆς Γαλλίας κ. Duclerc. «Διάταγμα τῆς 31 Μαρτίου
1641»1848. Θεωροῦντες ὅτι ὁ ἐν ἰσχύϊ τρόπος τῆς εἰσπρά-
1642»ξεως τοῦ ἐπὶ τῶν ποτῶν δικαιώματος εἶναι τὰ μέγιστα
1643»καταθλιπτικὸς καὶ ἐπιζήμιος· ὅτι ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ
1644»προσβάλλει καιρίως τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν πολιτῶν· ὅτι
1645»ὁ ἐξυβριστικὸς τύπος τοῦ φόρου τούτου διατηρεῖ διηνεκῆ
1646»ἐρεθισμὸν καὶ δικαιολογεῖ τὸν δόλον· ὅτι ἐκ τούτων
1647»προκύπτουσι σοβαρώταται ζημίαι εἰς τὸ ἐμπόριον, τὴν
1648»βιομηχανίαν, τὴν ὑγείαν τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ
1649»μέχρι τῆς ζωῆς αὐτῶν....»
1650Τίς εἶναι ὁ λόγος—καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸν
1651εἴπῃ—διὰ τὸν ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι τὰ κακὰ ταῦτα δὲν
1652ἀπειλοῦνται; Ἂν ἐγνωρίζετε τὴν Ἑλλάδα, ἢ ἂν, ἐπειδὴ
1653δυστυχῶς δὲν γνωρίζετε αὐτὴν, ἐξητάζετε νὰ μάθητε,
1654ἠθέλετε ἴδει, ὅτι πολλαπλάσιοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ἐπαυξά-
1655νοντες τὸ κακὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς
1656καταστάσεως ἡμῶν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πείρας διοικη-
1657τικῆς ὑπαλλήλων ἐντριβῶν καὶ δεδοκιμασμένων, ἕνεκα
1658μυρίων ἄλλων λόγων, οὓς πάντες γινώσκομεν. Διατί ἡ
1659Κυβέρνησις, ἥτις πρέπει κατὰ πρῶτον νὰ βλέπῃ οὐχὶ εἰς
1660τὰ βάθη τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔγκατα τῆς
1661κοινωνίας, προτείνει φόρον, ὁ ὁποῖος ἀλλαχοῦ εἶναι οὐχὶ
1662μόνον ἀντιδημοτικὸς, ὡς ἄνισος, ἄδικος καὶ ἐπαχθὴς,
1663ἀλλὰ καὶ πρόξενος κινδύνων τῆς δημοσίας τάξεως; Εἷς
1664τῶν ἐπισήμων δημοσιολόγων τῆς Γαλλίας, ὁ Fonfrède
1665ἔγραψε κατὰ τὸν Parieu, ὅτι ὁ κυριώτατος λόγος τῆς
1666ἀσθενείας τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων τῆς Γαλλίας
1667ἦσαν οἱ ἐπὶ τῶν οἴνων φόροι. Καὶ ὑμεῖς ἐπιβάλλετε αὐ-
1668τοὺς οὐ μόνον ἀνίσως, ἀλλὰ καὶ ἐν μέτρῳ βαρυτάτῳ!
1669Ἀνίσως εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐξηγήσω. Τὸ ἐννοεῖτε πάν-
1670τες ὅσοι γινώσκετε τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὴν γινώσκετε πάν-
1671τες οἱ Βουλευταί. Ὁ πληθυσμὸς, ὅστις χρησιμεύει ὡς
1672ἀναλογικὴ βάσις, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ποιό-
1673τητα τοῦ οἴνου, ἐνῷ ἡ ποιότης τοῦ οἴνου ἔχει μεγί-
1674στην καὶ ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Συμ-
1675βαίνει δὲ κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν κατὰ κανόνα
1676ἐν Ἑλλάδι, ἐκεῖ ὅπου οἱ οἶνοι εἶναι πολυτιμότεροι,
1677ἐκεῖ ὁ πληθυσμὸς νὰ ἦναι μικρότερος, καὶ ἐκεῖ ὅπου
1678ὁ οἶνος εἶναι μηδαμινῆς ἀξίας, ὁ πληθυσμὸς νὰ ἦναι
1679μέγας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς κ. Κων-
1680σταντόπουλος σᾶς εἶπε περὶ τῆς τιμῆς τῶν οἴνων ἐν Τρι-
1681πόλει, ἧς ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 10,000 ψυχάς.
1682Ὁ ὅρος τοῦ φόρου ἐκεῖ θὰ ἦναι μέγας, θὰ ἦναι 40, 60,
1683100 πολλάκις τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου. Τίς δὲ
1684εἶναι ὁ καλλίτερος, ὁ πολυτιμότερος οἶνος ἐν Ἑλλάδι;
1685Εἶναι ἀναντιῤῥήτως ὁ τῆς Θήρας, ἡ δὲ πρωτεύουσα τῆς
1686Ἐπαρχίας Θήρας πόσας νομίζετε ψυχὰς ἔχει; μόνον 700.
1687§39ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; τὰ 99
1688ἑκατοστὰ τοῦ οἴνου τῆς Θήρας, πλὴν τοῦ ἐξαγομένου εἰς
1689τὸ ἐξωτερικὸν, καταναλίσκονται ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Σύρῳ,
1690ὅπου θὰ πληρώνῃ φόρον βαρύτερον.
1691§40ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο καλλίτερον δι’ ὑμᾶς νὰ μὴ ἠ-
1692θέλετε κάμει τὴν διακοπήν. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀδίκου
1693τῆς κλίμακος κατὰ τόπους, ἐν Θήρᾳ δὲ, εἴτε μικρὰ εἴτε
1694μεγάλη, γίνεται βεβαίως κατανάλωσις, ἥτις ὑποβάλλεται
1695εἰς φόρον δυσανάλογον πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ Θηραϊκοῦ οἴ-
1696νου, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 700 ψυχῶν τοῦ πληθυσμοῦ
1697τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας σας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι
1698τὸ καταπληκτικὸν τῆς ἀνισότητος ταύτης εἶναι προφανές.
1699Ἀλλὰ σᾶς εἶπον οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ἀτόπως, ὅτι ἐπὶ τοῦ
1700φόρου τῆς καταναλώσεως δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ τι-
1701μὴ τοῦ φορολογουμένου πράγματος, καὶ ὅπως ὅλα τὰ
1702ἐδανείσθησαν δῆθεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, σᾶς ἐπρόσθεσαν
1703ὅτι τοῦτο συμαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλ’ οὔτε ἐπιστη-
1704μονικῶς ὀρθὰ εἶναι ταῦτα, οὔτε πραγματικῶς ἀληθῆ. Οἱ
1705φόροι τῆς καταναλώσεως μεταξὺ τῶν ἐλαττωμάτων αὑ-
1706τῶν ἔχουσι πρώτιστον τοῦτο, ὅτι δὲν δύνανται νὰ τηρή-
1707σωσι τὴν ἀναλογικὴν ἰσότητα, ὅτι ὁ τρόπος τῆς βεβαιώ-
1708σεως καὶ εἰσπράξεως αὐτῶν παρέχει τοιαύτας πρὸς τοῦτο
1709δυσχερείας, ὥστε αἱ Κυβερνήσεις προτιμῶσι νὰ ἐπιβάλ-
1710λωσιν ἐλαφρότατόν τινα ὁμοειδῆ ὅρον, ἵνα ἀποφεύγωσι
1711τὰς δυσκολίας τῆς βεβαιώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας.
1712Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐλάττωμα τοῦ φόρου καὶ ἐλάττωμα
1713θεμελιῶδες, δὲν εἶναι ὅμως, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὁ δικαι-
1714ολογητικὸς λόγος αὐτοῦ· ἂν δὲ ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς
1715λόγος σκέψεως τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εἰς συνετὴν καὶ οἰκο-
1716νομικῶς πεφωτισμένην Κυβέρνησιν, ἔπρεπε μᾶλλον νὰ
1717χρησιμεύσῃ πρὸς ὁριστικὴν ἀπόκρουσιν φόρου τοσοῦτον
1718ἐλαττωματικοῦ. Ἀλλ’ ἆρά γε ἐν Γαλλίᾳ οὕτω συμβαίνει,
1719δὲν λαμβάνεται ἐκεῖ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τοῦ οἴνου καὶ θεω-
1720ροῦσιν ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ φόρου ὡς μι-
1721κρὸν καὶ ἀνεπαίσθητον; ὄχι! Ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ἠναγκάσθη
1722νὰ εἴπῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὑπάρχουσι
1723τέσσαρες κατηγορίαι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῶν οἴνων,
1724ἡ δὲ μεταξὺ τῆς ἀνωτάτης καὶ κατωτάτης τῶν κατη-
1725γοριῶν τούτων ἢ ζωνῶν διαφορὰ τοῦ ὅρου τοῦ φόρου εἶναι
1726ἀρκούντως μεγάλη. Αἱ ζῶναι ὡρίσθησαν πρὸς προσδιορι-
1727σμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς κυκλοφορίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
1728ἀξίας, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ζώνης
1729ὑπαρχουσῶν διαφορῶν τῆς τιμῆς, ἡ ἀνισότης δὲν ἐξέλιπεν
1730ἐντελῶς, καὶ κυμαίνεται μεταξὺ τῶν 12% ἐπὶ τῆς
1731ἀξίας καὶ ποῦ ½%! Ἐπὶ δὲ τοῦ φόρου τῆς λεγο-
1732μένης λιανικῆς πωλήσεως ῥητῶς εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ
1733ἀρχὴ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος πληρώνεται ἐπὶ τῆς ἀξίας, ad-
1734valorem, καὶ ὑπάρχουσι μέτρα πολλὰ καὶ λεπτομερέστα-
1735τα, δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται ἡ τήρησις τοῦ ὅρου τούτου
1736Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ δὲν λαμβάνεται
1737ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ᾖναι ἀληθὲς,
1738διότι ἐν Γαλλίᾳ οἱ διοικοῦντες τὸ Ἔθνος, οἱ διευθύνοντες
1739τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ, σέβονται τὰ Διατάγματα τῆς ἐπι-
1740στήμης, ἀλλὰ, τὸ κυριώτατον, πονοῦσι διὰ τὰ συμφέρον-
1741τα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον διοικοῦσι
1742Καὶ μολονότι ἐν Γαλλίᾳ ἐνομοθέτησαν πλεῖστα ὅσα εὐερ-
1743γετικὰ μέτρα πρὸς μείωσιν τοῦ μεγάλου κακοῦ τῆς ἀ-
1744νισότητος καὶ τοῦ ἔτι μεγαλειτέρου τῶν καταθλίψεων,
1745λαμβάνουσιν ὅμως χώραν ἀδικίαι, κατὰ τῶν ὁποίων διὰ
1746γοερῶν κραυγῶν ἐξεγείρονται, οὐ μόνον οἱ ἀδικούμενοι,
1747ἀλλὰ καὶ οἱ διοικοῦντες τὸν Τόπον, καὶ οἱ βουλευταὶ, καὶ
1748οἱ Δημοσιογράφοι. Ἰδοὺ τί ἔγραψεν ἐσχάτως εἷς τῶν ἐ-
1749πισημοτάτων οἰκονομολόγων τῆς Γαλλίας. «Ἕξ ἑκατομ-
1750μύρια ἑκατολίτρων πωληθέντων εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐρ-
1751γάτας ἐπλήρωσαν 44,000,000 φράγκων, ἤτοι 7 35)οο
1752καθ’ ἑκατόλιτρον (9 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν). Ἐκ τοὐναντίου
175316,000,000 ἑκατολίτρων πωληθέντων εἰς καταναλωτὰς
1754εὐπόρους δὲν ἐπλήρωσαν ἢ 13 ἑκατομμύρια, ἤτοι 85 λε-
1755πτὰ καθ’ ἑκατόλιτρον (1 λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν). Ὥστε οἱ ἀ-
1756τυχεῖς ἐργάται καὶ οἱ πτωχοὶ καταναλωταὶ ἐπιβαρύνον-
1757ται διὰ φόρου ὀκτάκις ἀνωτέρου, εἰ καὶ εἶναι βέβαιον,
1758ὅτι ὁ οἶνος, ὅν οἱ πτωχοὶ πίνουσιν, εἶναι πολλῷ κατωτέ-
1759ρας ποιότητος. Ἡ διανομὴ αὕτη τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἐ-
1760παναστατεῖ τὰς συνειδήσεις διὰ τὴν μεγίστην ἀδικίαν
1761αὑτῆς». Καὶ ἀλλαχοῦ: «Ἅπασαι αἱ ἀνισότητες αὗται
1762διατηροῦσι παρὰ τῷ λαῷ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Πολιτεία προ-
1763στατεύει τὸν πλούσιον πρὸς βλάβην τοῦ πτωχοῦ. Ὅταν
1764ὁ πένης λαὸς βλέπῃ τὸν οἶνον οἱασδήποτε ποιότητος
1765νὰ πληρώνῃ τὸν αὐτὸν φόρον, ὅστις ἐν Παρισίοις π. χ.
1766ἀνέρχεται εἰς 150% διὰ τοὺς οἴνους τῆς κατωτέ-
1767ρας ποιότητος, ἀλλ’ εἰς 2 ἢ 3 ἢ τὸ πολὺ 5%
1768διὰ τοὺς οἴνους τοὺς ἐκλεκτοὺς, τοὺς οἴνους τῶν πλου-
1769σίων τραπεζῶν, πῶς νὰ μὴ ἐξεγείρηται κατὰ τῆς ἱεροσυ-
1770λίας ταύτης;»
1771Παρ’ ἡμῖν δὲ, ὦ παρ’ ἡμῖν, ἐνῶ δὲν λαμβάνομεν ὑπ’
1772ὄψιν τὴν ἀξίαν, περὶ ἧς ἠκούσατε τί φρονοῦσιν ἐν Γαλ-
1773λίᾳ, πράττομεν καὶ πρόσθετον κακὸν, διότι τὸν ἀνώτα-
1774τον φόρον τὸν ἐπιβάλλομεν διὰ τῆς ἐπινοηθείσης κλί-
1775μακος εἰς τοὺς ἀπορωτέρους καταναλωτὰς, καθόσον οἱ
1776εὐπορώτεροι τῶν πολυπληθῶν πόλεων δὲν θὰ πίνωσι τὸν
1777οἶνον τῆς κατωτάτης ποιότητος, ἀλλὰ θὰ πίνωσιν αὐ-
1778τὸν οἱ πτωχοὶ κάτοικοι, οἱ πτωχοὶ ἐργάται, ὑπὲρ τῶν
1779ὁποίων, ὅταν ὁμιλῶμεν ἡμεῖς, μᾶς διακόπτουσι καὶ μᾶς
1780λέγουσιν, ὅτι δημοκοποῦμεν, ἀλλ’ ὑπὲρ ὧν ἠκούσατε πό-
1781σον ἐνδιαφέρονται καὶ μεριμνῶσιν ἐπίσημοι συγγραφεῖς,
1782ἀνώτεροι βεβαίως πάσης ὑπονοίας δημοκοπίας. Ὁ οἶνος
1783εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εἶναι ἀληθῶς ἀκριβώτερος, ἀλλ’
1784οὐχὶ διότι ἔχει ἐσωτερικὴν ἀξίαν μείζονα, ἤτοι ποιότη-
1785τα καλλιτέραν, ἀλλὰ διότι ἐπιβαρύνεται μὲ τὰ ἔξοδα
1786τῆς μεταφορᾶς, τῶν ἁδρῶν ἐνοικίων τῆς καλλιτέρας
1787συντηρήσεως ἐν ταῖς πόλεσι τῶν οἰνοπωλῶν καὶ τῶν οἰ-
1788κογενειῶν αὐτῶν· λοιπὸν φορολογοῦμεν τὸν δυστυχῆ ἐρ-
1789γάτην καὶ διὰ τὴν δυστυχίαν ταύτην, ὅτι πρὸς εὕρεσιν
1790ἐργασίας διαμένει ἐν πόλει, ὅπου τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς
1791του εἶναι δαπανηρότερα!
1792Ἀλλὰ τί εἶναι τάχα ἡ λιανικὴ πώλησις, τὴν ὁποίαν
1793κατὰ προτίμησιν ἐξέλεξε τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ καταρ-
1794γήσῃ τὴν ἔγγειον φορολογίαν, καὶ ἔῤῥιψε τὸ σκάνδαλον
1795τῆς ἀνισότητος ἐν τῷ μέσῳ τοῦ λαοῦ, καὶ παρεβίασε προ-
1796φανῶς θεμελιώδη τοῦ Συντάγματος διάταξιν, καὶ ἠναγ-
1797κάσθη νὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάν-
1798νησον; Ἐπειδὴ ἐμνήσθην τῆς Ἑπτανήσου, θὰ παρακαλέ-
1799σω ἐν πρώτοις τοὺς Ἑπτανησίους συναδέλφους ἡμῶν νὰ
1800ἐννοήσωσιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Ἑπτανήσου ὡς τμή-
1801ματος τῆς χώρας, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐν τῷ αὐτῷ Κράτει κα-
1802ταναλωτῶν. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τῆς
1803Ἑπτανήσου, καὶ ἐπειδὴ ἀτόπως μὲ διακόπτει ὁ κ. Ῥω-
1804μαῖος, λέγω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου εἰργά-
1805σθημεν ἡμεῖς, καὶ εἰργάσθημεν ὅσον αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι
1806του δὲν εἰργάσθησαν· ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μέλος
1807αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως εἰργάσθη ἐν Ἑπτα-
1808νήσῳ, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν συνειργάσθη μεθ’ ἡμῶν. Ὁ κ.
1809Λομβάρδος γινώσκει τοῦτο καὶ ὀφείλει νὰ τὸ ὁμολογήσῃ·
1810παρόντος δὲ τοῦ κ. Λομβάρδου, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω
1811ἐγὼ κατὰ πόσον εἰργάσθημεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων
1812τῆς Ἑπτανήσου (θόρυβος). Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ
1813Ἑπτανήσου, ἀλλὰ περὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἠναγκάσθη δὲ
1814τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἄτοπον καὶ ἀκατα-
1815νόητον μέτρον τῆς διχοτομήσεως τῶν καταναλωτῶν ἐν
1816Ἑλλάδι, καθόσον οἱ Ἑπτανήσιοι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω-
1817σιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: ἡμεῖς ἔχομεν ἔγγειον φορολογίαν,
1818δὲν δύνασαι νὰ μᾶς ἐπιβάλῃς ἑτέραν, ἀφοῦ ὁ φόρος σου
1819εἶναι, λέγεις, ἔγγειος. Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο. Οἱ Ἑ-
1820πτανήσιοι ἔχουσι δίκαιον, ἀλλὰ τὸ δίκαιον τῶν Ἑπτα-
1821νησίων ἐγεννήθη ἐκ τοῦ ἀτόπου τῆς πράξεως τῆς Κυ-
1822βερνήσεως καὶ ἐκ τοῦ ψευδοῦς χαρακτηρισμοῦ, τοῦ δοθέν-
1823τος εἰς τὸν φόρον τοῦτον. Ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως
1824οὐδέποτε δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἔγγειον, οὐδέ-
1825ποτε! Δὲν ἦτο ἄρα ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1826γὸς πρὸς δικαιολόγησιν αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου.
1827Οἱ Ἑπτανήσιοι ὅμως δίκαιον εἶχον νὰ ἐπωφεληθῶσι
1828τῆς ἐπιπολαιότητος, μεθ’ ἧς ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις,
1829ὅπως ὠφελήσωσι τὰς ἑαυτῶν ἐπαρχίας. Δὲν κατακρίνω
1830τούτους, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἀληθὲς, ὅτι ὅσῳ εἶ-
1831ναι ψευδὴς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον οἱ κκ. Ὑπουργοὶ προέβα-
1832λον πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Νομοσχεδίου των, τόσῳ εἶναι
1833ἄδικος ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ καταναλωτῶν,
1834ἐμοῦ αὐτοῦ π. χ. ἐὰν μεταβῶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Καὶ
1835ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ τούτου, προσθέτω ἔτι πρὶν ἢ ἐξετά-
1836σω τὰ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ὅτι πρὸς τὰς ἀνισότητας,
1837τὰς ἀδικίας, τὰς διακρίσεις τόσον ἀδιαφοροῦσιν οἱ κύριοι
1838Ὑπουργοί, ὥστε τὰς διαπράττουσι σωρηδόν. Χθὲς ἤκουσα
1839διαμαρτυρόμενον δικαιότατα τὸν ἐκ Καρυστίας βουλευ-
1840τὴν διὰ τὸ γενόμενον ἐν Κύμῃ. Ἐνῶ καταργεῖται ὁ ἔγ-
1841γειος στρεμματικὸς φόρος, ἐπιβάλλεται ἔγγειος φόρος ἐν
1842τῇ ἐξαγωγῇ! Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ, κατ’ αἴτη-
1843σιν διαφόρων Ἐπαρχιῶν, ὁ ἔγγειος φόρος τῶν ἀμπέλων
1844ἐπληρώνετο κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ὡς πληρώνεται γενικῶς
1845ἐν τῷ Κράτει ὁ φόρος τῆς σταφίδος. Ἐν τούτοις, ἐνῶ διὰ
1846τὰς ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι φορολογοῦνται στρεμματικῶς,
1847καταργεῖται ὁ φόρος, τὸ Ὑπουργεῖον τὰς δυστυχεῖς ἐκεί-
1848νας Ἐπαρχίας, αἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ ἕτερον
1849σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας, σύστημα, ὅπερ εἶναι
1850μὲν εὐκολώτερον καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους καὶ διὰ
1851τὸ Δημόσιον ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν,
1852ἀλλὰ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται διπλάσιος ἢ τριπλά-
1853σιος φόρος ἢ ἐπὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας—καὶ ἐπι-
1854καλοῦμαι μάρτυρα τὸν κ. Βαλέτταν—δὲν τὰς ἀπαλλάσ-
1855σει. Ἄλλη αὕτη ἀνισότης, καὶ ἀνισότης προδίδουσα μά-
1856λιστα καὶ ἔλλειψιν πάσης κυβερνητικῆς προνοίας ὑπὲρ
1857τῆς προόδου αὐτοῦ τοῦ Τόπου, τὸν ὁποῖον διοικοῦσιν οἱ
1858κκ. Ὑπουργοὶ, σεμνυνόμενοι καὶ μεγαλαυχοῦντες, ὅτι τὸν
1859διοικοῦσιν, ὅπως ἠθικοποιήσωσι τοὺς πολίτας, ὅπως αὐ-
1860ξήσωσι τὴν εὐημερίαν τῆς κοινωνίας! Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄ-
1861ψιν, ὅτι ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου δὲν καταργοῦσι τὸν φόρον
1862τὸν ἔγγειον, ἐκεῖ ὤφειλον πρὸ πάντων νὰ τὸν καταργή-
1863σωσιν, ἐὰν δὲν ἐκωλύοντο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ
1864μέγα συμφέρον τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ καταστήσῃ προϊόν-
1865τα εἴτε τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς εἴτε τῆς ἐγχωρίου βιο-
1866μηχανίας πρόσφορα νὰ ἐξάγωνται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διατί
1867θεωρεῖται καὶ εἶναι πράγματι πολύτιμον τὸ προϊόν τῆς
1868σταφίδος; διὰ τοῦτον κυρίως τὸν λόγον. Ἐὰν δὲν εἴχο-
1869μεν τὸ προϊόν τῆς σταφίδος, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία,
1870εἰς τὴν ὁποίαν τόσον εἶναι προσκεκολλημένον τὸ Ὑπουρ-
1871γεῖον, ἤθελε φέρει πρὸ πολλοῦ τὴν καταστροφήν· ἀλλὰ
1872τὸ προϊόν τῆς σταφίδος ἔρχεται περιοδικῶς κατ’ ἔτος καὶ
1873φέρει, δὲν λέγω τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ἀλλὰ τὴν ἀναχαίτισιν
1874τοῦ χειμάῤῥου, τοῦ κατακλύζοντος τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ
1875τὴν σταφίδα δὲν ὑπάρχει εὐγενέστερον προϊόν ἐν Ἑλλάδι
1876εἰμὴ τὸ προϊόν τῆς σταφυλῆς. Ἐγένετο ἄλλοτε ἐξέτασις,
1877συνεπείᾳ ἐρωτήσεως, προελθούσης ἐκ πεφωτισμένων Κυ-
1878βερνήσεων περὶ τῶν εἰδῶν καὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν τῶν
1879σταφυλῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπεδείχθη—ἔκθεσις δὲ τοῦ ἐρ-
1880γασθέντος τότε καθηγητοῦ τῆς Βοτανικῆς κ. Ὀρφανίδου
1881τὸ μαρτυρεῖ—ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν τὰς καλλιτέρας καὶ
1882ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρήσεως τῆς τραπέζης καὶ ὑπὸ τὴν
1883ἔποψιν τοῦ οἴνου ποιότητας. Πόσα δὲ εἶναι τὰ εἴδη τῶν
1884σταφυλῶν ἐν Ἑλλάδι; Πεντακόσια.
1885Ἦτο ἆρά γε μικρὸν τὸ συμφέρον νὰ δώσωμεν ἐνίσχυσιν
1886καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφυλῆς καὶ εἰς τὴν τελειο-
1887τέραν κατασκευὴν τῶν οἴνων; Ἦτο μικρὸν τὸ συμφέρον,
1888νὰ δοθῇ ἡ αὐτὴ ἐνίσχυσις ἐν γένει καὶ πανταχοῦ ὅπου
1889παράγονται οἶνοι, δυνάμενοι ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἐξω-
1890τερικόν; Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξετράπη ἅπαξ τῆς ὁδοῦ
1891καὶ διὰ τοῦτο διαρκῶς παραπαίει. Τὸ πρῶτόν του Νο-
1892μοσχέδιον δὲν ἔτυχεν εὐμενοῦς ὑποδοχῆς· ἐν σπουδῇ καὶ
1893μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμοὺς, τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας
1894ἐννοῶ, συνέταξεν ἕτερον καὶ ἔῤῥιψεν ἐν αὐτῷ φύρδην μίγ-
1895δην διατάξεις, αἵτινες οὔτε ἀρχὴν ἔχουσιν οὔτε τέλος,
1896ὅσῳ δὲ ἐξελέγχονται, τόσῳ ἀνευρίσκονται ἀντίθετοι πρὸς
1897τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, ἀντιφατικαὶ πρὸς ἑαυτὰς,
1898ἀνεφάρμοστοι δὲ, ἄδικοι καὶ καταστρεπτικαί.
1899Ἀλλ’ ὁ φόρος τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τὸν ὁποῖον ἐξέ-
1900λεξε τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως
1901ἀπαλλάξῃ τὰς ἀμπέλους ἀπὸ τὴν ἔγγειον φορολογίαν, εἶ-
1902ναι ὅ,τι ἐπαχθέστατον, ὅ,τι ἀδικώτατον, ὅ,τι ἀνηθικώ-
1903τατον. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν Γαλλίαν παραπέμπουσι πάν-
1904τοτε ἡμᾶς, ἰδοὺ τί λέγουσι περὶ τοῦ ἐλεεινοῦ τούτου φό-
1905ρου ἐν Γαλλίᾳ:
1906«Ἡ μεγίστη ἀδικία τοῦ δικαιώματος τῆς λιανικῆς
1907πωλήσεως τοῦ οἴνου, αἱ καταδολιεύσεις, τὰς ὁποίας προ-
1908καλεῖ, εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀντιῤῥήσεως. Κατήργησαν τὸ
1909δικαίωμα τοῦτο διὰ τὰς πόλεις, τὰς ὑπερβαινούσας τὰς
1910»10,000 ψυχάς. Ὤφειλον νὰ καταργήσωσιν αὐτὸ καθ’
1911»ἅπασαν τὴν χώραν. Ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ καταργήσωσιν
1912»ὁλοτελῶς τὸν ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρον, ἂς ἐννοήσωσι τοὐλά-
1913»χιστον, ὅτι ἡ ἐξαφάνισις τοῦ φόρου τῆς λιανικῆς πωλή-
1914»σεως ἔσται ἡ πρώτη ἱκανοποίησις τῆς δημοσίας ἠθικῆς
1915»καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας· λέγομεν ὑγείας, διότι κατὰ
1916»τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς ἡ κοινὴ γνώμη βλέ-
1917»πει μετὰ δέους τὰς ἀναλογίας, ἃς ἔλαβεν ἡ νόθευσις
1918»τῶν οἴνων. Δὲν θέτουσι πλέον μόνον ὕδωρ εἰς τὸ εὐερ-
1919»γετικὸν τοῦτο ποτὸν, ἀλλὰ φαρμακεύουσιν αὐτὸ διὰ
1920»χρωμάτων δηλητηριωδῶν. Κατακρίνουσι τοὺς ἐμπόρους
1921»ἐπὶ τῇ ἐγκληματικῇ ταύτῃ νοθεύσει. Ἀλλ’ οἱ ἔμποροι
1922»ἔχουσι δυστυχῶς συνένοχον τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον διὰ
1923»φόρων ἀδίκων καὶ βαρέων ὠθεῖ τοὺς παραγωγοὺς ἢ τοὺς
1924»μεταπράτας εἰς τὸ κακόν.»
1925Αὐτὸς εἶναι ὁ φόρος τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τὸν ὁποῖον
1926προσφέρει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸν Τόπον!
1927Ὄχι μόνον ἀντιτάσσομαι ἐναντίον αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν
1928καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως, ἀλλὰ καὶ νομίζω, ὅτι πάντες οἱ
1929βουλευταὶ ἀδιακρίτως τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκουσιν, ὤ-
1930φειλον νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατ’ αὐτοῦ. Οἱασδήποτε δια-
1931τάξεις καὶ ἂν ἐπινοήσητε, εἶναι ἀδύνατον νὰ βεβαιώσητε
1932καὶ νὰ εἰσπράξητε τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως χω-
1933ρὶς νὰ μεταβάλλητε τὸν Τόπον εἰς διώκτας καὶ διωκο-
1934μένους. Οἱασδήποτε διατάξεις καὶ ἂν ἐφεύρητε, δὲν θέ-
1935λετε κλείσει τὰς θύρας τῶν καταδολιεύσεων τοῦ Νόμου,
1936αἵτινες θέλουσι μὲν ζημιοῖ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ
1937θὰ συντελέσωσι συγχρόνως εἰς τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν
1938τῶν πολιτῶν, ἐξωθουμένων εἰς τὴν ἀσέβειαν πρὸς τὰς
1939ὑποχρεώσεις αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, διότι διὰ
1940τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶσθε πάντως ἠναγκασμένοι νὰ
1941λάβητε πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἀθλίου τούτου
1942φόρου, καθιστᾶτε τὸ Κράτος ἐχθρὸν τῶν φορολογουμένων
1943ἄσπονδον, παραβλάπτετε τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, παρα-
1944βλάπτετε τὴν κίνησιν τῆς βιομηχανίας, καθιστᾶτε ἐν
1945τῷ Τόπῳ ὑπόπτους πάντας τοὺς πολίτας. Νομίζετε,
1946ὅτι δύνασθε ἀποφύγητε ταῦτα; ἀλλ’ ἐὰν φρονῆτε καὶ
1947ὑμεῖς, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τ’ ἀποφύγητε ταῦτα, διατί δὲν
1948συλλογίζεσθε ποῦ δύνανται ταῦτα νὰ ἐξωθήσωσι τὸν
1949λαόν;
1950Ἂς μὴ ὑπάρξῃ εἰς οὐδένα ἡ ἰδέα ἢ ἡ ἐλπὶς, ἂν ὑπάρ-
1951χῃ τις ἔχων τοιαύτην ἐλπίδα, ἂς μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἰδέα, ὅτι
1952αἱ ἀταξίαι καὶ αἱ στάσεις δύνανται νὰ προκληθῶσιν ἐκ
1953δημηγοριῶν καὶ δημοκοπικῶν παραστάσεων, καὶ διὰ τοῦ-
1954το ἂς μὴ κατακρίνωσι τόσῳ ἐπιπολαίως καὶ τόσῳ ἀδί-
1955κως ἐκείνους, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταπο-
1956λεμοῦσι τοὺς ἀδίκους καὶ ἐπιβλαβεῖς φόρους, ὑπερασπι-
1957ζόμενοι τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἰσότητα καὶ τὰ δικαιώμα-
1958τα τοῦ λαοῦ. Οὔτε σκοπὸν ἔχουσιν, οὔτε, ἐὰν τυχὸν
1959εἶχον, δύνανται νὰ ἐπενεργήσωσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ διὰ λό-
1960γων. Τὸν λαὸν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι οὗτος φιλόνομος, ὅσον καὶ
1961ἂν εἶναι προσηλωμένος εἰς τὴν τάξιν, ἐὰν τὰ πράγματα
1962ἐξωθῶσιν αὐτὸν εἰς ἐξέγερσιν, οὐδὲν δύναται νὰ τὸν ἀνα-
1963χαιτίσῃ. Ἐλλειπόντων τῶν πραγμάτων, οἱ λόγοι μένου-
1964σι λόγοι κενοί. Ἀλλ’ ὅταν ἀδικῆται πράγματι ὁ λαὸς,
1965ὅταν πιέζηται, ὅταν ἐκμυζᾶται, τότε ἄνευ προτροπῶν
1966καὶ ἄνευ παρορμήσεων ἐξεγείρεται. Διατί ἡ Κυβέρνησις
1967δὲν ἐννοεῖ ταῦτα, διατί δὲν τὰ φοβεῖται; Διατί δὲ ἡ
1968πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν συνεργάζεται μεθ’ ἡμῶν,
1969προθύμων νὰ συμπράξωμεν εἰλικρινῶς περὶ τῶν μέτρων,
1970ἅτινα δύνανται οὐχὶ νὰ φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ἰσοζύγιον
1971δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἀδίκων φόρων καὶ
1972διὰ σπατάλης, ἀλλὰ νὰ ἐλαττώσωσι κἂν ὅσον ἔνεστι τὸ
1973ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ κινδύνων; Οὐδεὶς
1974λοιπὸν φοβεῖται τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ; Διατί δὲ
1975δὲν φοβεῖσθε αὐτὴν, ὑμεῖς ἰδίως, κύριοι Ὑπουργοί;
1976Ἐπειδὴ δὲ ὡμίλησα περὶ τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ
1977καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἔκρηξις αὐτῆς
1978ἀπειλεῖται, ὀφείλω νὰ ἐκφέρω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην
1979εὐπαῤῥησιάστως, διότι ἔχω καθῆκον πρὸς τὸ ἔθνος, οὗτι-
1980νος μεθ’ ὑμῶν εἰμὶ ἀντιπρόσωπος, νὰ ἐκφέρω ταύτην
1981δημοσίᾳ. Φρονῶ, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν εἶναι μεστὴ
1982κινδύνων, οὓς καθιστῶσι μᾶλλον προσεχεῖς, οὓς καθιστῶ-
1983σιν ἴσως ἀναποφεύκτους τὰ ἄστοχα καὶ ἀτάσθαλα μέτρα,
1984ἅτινα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν φορολογικὴν, τὴν θίγουσαν
1985ἀμέσως τὸν λαὸν, λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπεθύμουν,
1986ἵνα μὴ ἀφήσωμεν νὰ πλεονάσῃ τὸ κακὸν, ἐπεθύμουν, ἵνα
1987μὴ ἴδωμεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἐπαναλαμβανόμενα ὅσα
1988μέχρι τοῦδε εἴδομεν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων
1989καὶ τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν, διότι ταῦτα, ἂν καὶ ἐπιτυγχά-
1990νωσιν ἀμέσως τοῦ σκοποῦ, βλάπτουσιν ὅμως τὸν Τόπον
1991καὶ ὀπισθοδρομοῦσι τὴν εἰς τὰ πρόσω πορείαν αὐτοῦ. Ἐ-
1992ψηφίσαμεν πρὸ μικροῦ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
1993σεως Νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς
1994Ἐξουσίας ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ
1995Συμβουλίου. Οὐδένα ἔχω λόγον νὰ φρονῶ, ὅτι ἠδύνατό
1996τις, προκειμένου περὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ν’ ἀντι-
1997τάξῃ δικαίως ἀντίῤῥησιν σήμερον. Αἱ ἀποδημίαι τοῦ Βα-
1998σιλέως δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται ἐκ λόγων ὑγείας, δύ-
1999νανται νὰ ὑπαγορεύωνται ἐκ λόγων Βασιλικῶν. Ὁ Βα-
2000σιλεὺς ἀντιπροσωπεύει τὸ Κράτος, καὶ δικαίωμα ἔχει
2001καὶ καθῆκον ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις
2002τοῦ Κράτους, οὗ εἶναι ὁ ἀνώτατος ἀντιπρόσωπος, ἀπέ-
2003ναντι τῶν ξένων Κυβερνήσεων. Δὲν ἔχω λοιπὸν ἀντίῤῥη-
2004σίν τινα ἐπὶ τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως, ἐὰν ἡ Βασιλικὴ
2005σύνεσις ἀποφασίσῃ ταύτην. Ἀλλὰ τὴν μελετωμένην ταύ-
2006την ἀπουσίαν νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σημειώσωμεν
2007καλῶς σήμερον.
2008Ἔχω ἐν πρώτοις τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν συνταγματικῷ
2009Πολιτεύματι, ἡ διαρκὴς παρουσία τῆς Ἀνωτάτης Ἀρχῆς,
2010τῆς ἐνασκούσης ὕψιστα συνταγματικὰ δικαιώματα, ὅτι ἡ
2011συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος παρουσία αὐτῆς εἶναι ἀπαραί-
2012τητος, διότι ὑπάρχουσι στιγμαί, καθ’ ἃς ἄνευ αὐτῆς δὲν
2013δύναται νὰ πραχθῇ τὸ προσῆκον, καὶ τὸ προσῆκον τοῦτο
2014δύναται πολλάκις νὰ ἦναι σωστικὸν τῆς τάξεως ἐν τῷ
2015Τόπῳ. Ζῶμεν ὑπὸ συνταγματικὸν Πολίτευμα καὶ τὸ κα-
2016θῆκον ἡμῶν, ὁ ὅρκος ἡμῶν, ἡ φιλοπατρία ἡμῶν μᾶς ἐπι-
2017βάλλει πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς
2018πατρίδος.
2019Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ γινώσκωμεν καλῶς ὁποία εἶναι
2020ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων Ἐξουσιῶν ἐν τῷ Πολιτεύμα-
2021τι ἡμῶν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ῥήσεως, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἐν Συν-
2022ταγματικῷ Κράτει βασιλεύει καὶ δὲν κυβερνᾷ, ἀλλ’ ἔχω
2023καὶ ἔννοιαν σαφῆ καὶ καθαράν, καὶ τὴν ἔννοιαν ταύτην
2024πρέπει πάντες νὰ ἔχωμεν, περὶ τοῦ τί εἶναι τὸ βασιλεύειν
2025Τὸ βασιλεύειν εἶναι πολλῷ ἀνώτερον τοῦ κυβερνᾷν, τὸ
2026βασιλεύειν εἶναι τὸ καθιστᾶν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀδια-
2027λείπτως ἐπιτηρεῖν αὐτήν. Μὴ βλέπετε εἰς ἐμὲ ἀντιπολι-
2028τευόμενον συνάδελφον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Παρα-
2029καλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, διότι ἐκθέ-
2030τω γνώμην, ἥτις δύναται μὲν ἴσως νὰ μὴ ἦναι ὀρθὴ,
2031πάντες ὑπόκεινται εἰς πλάνην, ἀλλ’ εἶναι γνώμη εὐσυ-
2032νειδήτως καὶ βαθέως ἐῤῥιζωμένη ἐν ταῖς ἐμαῖς πεποιθή-
2033σεσι. Νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ, οἱ λεγόμενοι ἀν-
2034τιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, δικαίῳ δὲ ἀντιπροσωπεύοντες
2035αὐτὸ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζετε, ὅτι ἀντιπροσω-
2036πεύομεν τὸ Ἔθνος πράγματι καὶ διαρκῶς; Νομίζετε, ὅτι
2037αὐτὴν ἔτι τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαύσαμεν
2038ἀντιπροσωπεύοντες πράγματι τὸ Ἔθνος; βεβαίως δὲν
2039νομίζετε ταῦτα. Διὰ τοῦτο μάλιστα καὶ δὲν λαμβάνομεν
2040ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν τὴν λεγομένην ἐπιτακτι-
2041κὴν ἐντολὴν, τὸ mandat Impératif, διὰ τοῦτο ἐσμὲν ἐν-
2042τελῶς ἐλεύθεροι, ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν περιβληθῶμεν
2043τὴν τήβεννον τοῦ βουλευτοῦ, νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ τῆς
2044νομοθεσίας καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
2045ἰδίων ἡμῶν πεποιθήσεων. Καθῆκον βεβαίως ἔχομεν νὰ
2046ἐξετάζωμεν καὶ ἐρευνῶμεν τίς εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν
2047τῷ Τόπῳ γνώμη· καθῆκον ἔχομεν νὰ σεβώμεθα θρησκευ-
2048τικῶς τὰ δικαιώματα καὶ νὰ μεριμνῶμεν εἰλικρινῶς περὶ
2049τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατον
2050εἴτε νὰ πλανηθῶμεν εἴτε καὶ ἐκ προθέσεως νὰ παρεκτρα-
2051πῶμεν. Διὰ τοῦτο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ ἀμ-
2052φισβητηθῇ ἐν ἡμῖν, ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν πράγματι τὸ
2053Ἔθνος. Εἰς τίνα δὲ τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκε τὸ βαρὺ φορ-
2054τίον τῆς διαρκοῦς καὶ ἀναλλοιώτου ἀντιπροσωπείας τοῦ
2055Ἔθνους; εἰς τὸν συνταγματικὸν βασιλέα. Ἄλλως, δὲν
2056ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τοῦ
2057διορίζειν τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν πρὸ πάν-
2058των νὰ ἐξηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διαλύειν
2059τὴν Βουλήν. Καθῆκον τοῦ Βασιλέως εἶναι νὰ ἐπισκοπῇ
2060ἐνδελεχῶς καὶ ἀγρύπνως τὰ συμβαίνοντα ἐν τῷ Τόπῳ,
2061νὰ ἐπισκοπῇ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, νὰ ἐπισκοπῇ τὴν
2062Βουλὴν, νὰ ἐξετάζῃ τὰς διακυμάνσεις τῆς δημοσίας γνώ-
2063μης καὶ νὰ σχηματίζῃ πεποίθησιν περὶ τῆς διαγωγῆς
2064καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐὰν
2065τοῦτο τὸ καθῆκον ἐκτελῆται καλῶς ὑπὸ τῆς βασιλικῆς
2066Ἐξουσίας, οὐδένα δύναταί ποτε νὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ
2067δημοσία τάξις· διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ δημοσία τάξις ἐκ
2068τῶν παρεκτροπῶν μόνων τῶν κυβερνώντων δύναται νὰ
2069συνταραχθῇ. Ἐκτελουμένων τῶν καθηκόντων τούτων
2070σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς ἐκ μέρους τῆς συνταγματικῆς
2071βασιλείας, δὲν καθίσταται ἐν Κοινοβουλευτικῷ Πολιτεύ-
2072ματι προσωπικὴ μονοκρατορία, τυραννοῦσα καὶ τὴν Βου-
2073λὴν καὶ τὸν Τόπον καὶ ἐξεγείρουσα τὴν ἀγανάκτησιν αὐ-
2074τῶν. Γινώσκομεν δὲ καὶ ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἱστορίας καὶ
2075ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν λοιπῶν ἐθνῶν, ὅτι οὐδαμοῦ ὑπῆρξε
2076Κυβέρνησις μᾶλλον μεστὴ κινδύνων, ἀλλὰ καὶ Κυβέρνησις
2077ἐπὶ τέλους ἀσθενεστέρα, εἰμὴ ἡ Κυβέρνησις ἡ προσωπι-
2078κή. Πᾶσαι αἱ τοιαῦται Κυβερνήσεις καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ
2079ἀλλαχοῦ κατέληξαν εἰς τὴν καταστροφὴν, μολονότι πᾶ-
2080σαι αὗται ἐπὶ κεφαλῆς εἶχον, οὐχὶ πολίτην ἁπλοῦν, ἀλ-
2081λὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἀπένειμε τίτλον
2082πολλῷ ἀνώτερον, εἶχον βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορας. Καὶ
2083δὲν εἶναι ἆρά γε βέβαιον σήμερον, ὅτι, ἐὰν ἡ πλειονοψη-
2084φία τῶν παρόντων βουλευτῶν, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος,
2085μείνῃ πιστὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπιψηφίσῃ πάντας
2086τοὺς ἀδίκους καὶ δυσβαστάκτους αὐτοὺς φόρους, δὲν εἶ-
2087ναι βέβαιον, ὅτι ἅπας ὁ Τόπος, ἅπας ἄνευ ἐξαιρέσεως,
2088θὰ ἦναι αὔριον ἐξεγειγερμένος κατ’ αὐτῆς; Τὴν ἀλή-
2089θειαν τῶν λόγων μου μαρτυροῦσι τὰ συμβάντα καὶ συμ-
2090βαίνοντα ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, τὰ γραφόμε-
2091να ὑπὸ τοῦ τύπου καὶ τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν Ἐπαρ-
2092χιῶν, τὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνθέντα γοερὰ παράπονα
2093ἐξ ὅλων τῶν γωνιῶν τοῦ Κράτους, τὰ λεγόμενα παρὰ
2094πάντων, τὰ λεγόμενα πρὸς ἡμᾶς, τὰ ὑφ’ ἡμῶν αὐτῶν πι-
2095στευόμενα.
2096Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις, καὶ ἂν ἡ κατάστα-
2097σις αὕτη παραταθῇ καὶ χειροτερεύσῃ, οἱ πολιτικοὶ κίν-
2098δυνοι γίνονται ἐγγύτεροι, καθίστανται ἐπικείμενοι καὶ
2099ἴσως ἀνεπανορθώτως καταστρεπτικοί. Τοιούτους κινδύ-
2100νους πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἡμεῖς νὰ προλάβωμεν· ἐὰν δὲ
2101δὲν δυνάμεθα, νὰ εὐχηθῶμεν, ἵνα οὗτοι ἀποτραπῶσιν ἀπὸ
2102τοῦ Τόπου. Δὲν πρόκειται νὰ ἐκφέρω ὡρισμένην γνώμην
2103ἐγὼ ἢ νὰ συμβουλεύσω τι· δὲν εἶμαι ὁ πρὸς τοῦτο ἁρμό-
2104διος, οὐδὲν δ’ ἐπὶ τούτῳ ἔχω δικαίωμα. Ἀλλὰ σχετικῶς
2105πρὸς τὴν περίστασιν, τῆς ὁποίας εἶπον ὅτι ὀφείλομεν νὰ
2106λάβωμεν σημείωσιν, τὴν περίστασιν τῆς ἀναχωρήσεως
2107τοῦ Βασιλέως, φρονῶ, ὅτι ὀφείλω νὰ εὐχηθῶ, ὅπως ἡ
2108πραγματοποίησις τοῦ μέτρου τούτου γείνῃ μετὰ μεγί-
2109στης προσοχῆς καὶ μετὰ προηγουμένην βαθεῖαν τῆς ἀλη-
2110θοῦς τῶν πραγμάτων καταστάσεως ἔρευναν.
2111Ταῦτα πάντα ὅλοι ἀνομολογοῦμεν, ὅλοι τὰ συναισθα-
2112νόμεθα, ὅλοι τὰ κατανοοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο παρὰ φιλο-
2113πατρίδων καὶ ἐντίμων πολιτευομένων ἀκούομεν καθ’ ἑκά-
2114στην τοῦτο τὸ πολυσήμαντον λόγιον: δὲν βαίνομεν καλῶς
2115(ψιθυρισμοὶ ἐκ δεξιῶν)· ἀκούομεν ἄλλους μὲν πιστεύον-
2116τας, ὅτι σπουδαία καὶ γενικὴ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν διαῤ-
2117ῥύθμισις δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας, ἄλλους δὲ
2118φρονοῦντας, ὅτι ἀναθεώρησις θεμελιωδῶν τοῦ Συντάγμα-
2119τος διατάξεων, αὕτη μόνη δύναται νὰ προλάβῃ τὸ προ-
2120χωροῦν κακόν. Ὅλαι αὗται αἱ ἰδέαι, αἵτινες κυκλο-
2121φοροῦσι καὶ ὁσημέραι μείζονας λαμβάνουσι διαστάσεις,
2122μαρτυροῦσιν ἀριδήλως, ὅτι πάντες, ὡς εἶπον, συναι-
2123σθανόμεθα τὴν ἀνάγκην σπουδαίας καὶ ταχείας προ-
2124νοίας.
2125Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, καὶ τὸ φρονῶ ἐν πεποιθήσει, καί τοι
2126οὐδεμίαν ἐκ τῶν ἰδεῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Πολιτεύ-
2127ματος ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσω σήμερον, φρονῶ λέγω, ὅτι
2128οὐδεμία τούτου ὑπάρχει ἀνάγκη. Πιστεύω μάλιστα, καὶ
2129τοῦτο σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν θεμελιωδῶν δια-
2130τάξεων, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον,
2131καὶ περὶ πράγματος ἀδυνάτου νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι
2132νὰ πραγματευθῶ. Ἄνευ ἀνατροπῆς τῆς καθεστηκυίας τά-
2133ξεως δὲν δύναταί τις νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου τελεσφόρως,
2134ἐνῶ πάντες ἴσα ἴσα περὶ τῆς καθεστώσης τάξεως μερι-
2135μνῶμεν. Πέποιθα δὲ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη βι-
2136αίων καὶ ἐπικινδύνων μέτρων· διότι, ἐὰν οἱ παράγοντες
2137τῆς Πολιτείας ἐν Ἑλλάδι ἐνεργῶσιν ἅπαντες ἀκωλύτως
2138ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητος αὑτῶν ἐν εἰλικρινείᾳ,
2139ἐν ἁρμονίᾳ, ἐν τῇ πεποιθήσει καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ δια-
2140πράξαι τὸ καλὸν, τοῦ προλαβεῖν τὸ κακὸν, τοῦ βελτιῶσαι
2141τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, ἐὰν οἱ παράγοντες οὗτοι μὴ
2142παρακωλύωνται εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτῶν, ἐὰν μὴ ἐξουδε-
2143τερῶνται, ἡ κατάστασις τοῦ Τόπου δύναται εὐκόλως καὶ
2144ἀσφαλῶς νὰ βελτιωθῇ, δύνανται τὰ κακὰ νὰ προληφθῶ-
2145σι, καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθωσιν ἀθορύβως, ἠρέμα καὶ εἰρηνι-
2146κῶς ὅλαι ἐκεῖναι αἱ βελτιώσεις, αἵτινες εἶναι νομίμως
2147δυναταὶ, αἵτινες εἶναι συγχρόνως ἀπολύτως ἀναγκαῖαι,
2148ἵνα ἐκλείψωσιν ἀπὸ τοῦ μέσου σκάνδαλα ἀνηκέστως πα-
2149ραβλάπτοντα, διαφθείροντα παρ’ ἡμῖν τὴν κυβερνητικὴν
2150μηχανήν. Καὶ λέγω κυβερνητικὴν μηχανὴν, διότι δὲν ἐ-
2151πικρίνω πρόσωπα· τὰ πρόσωπα πάντα ἅμα ἐγγίσωσι τὴν
2152μηχανὴν ταύτην ἀνευρίσκουσι τὸν καλύπτοντα αὐτὴν εὐ-
2153ρῶτα καὶ ἐξαναγκάζονται νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν
2154τῆς ἐσκωριασμένης ταύτης μηχανῆς. Ἀλλ’ ὁ καθαρισμὸς
2155αὐτῆς δὲν εἶναι ἀδύνατος, εἶναι εὔκολος μάλιστα, ἐὰν
2156ὑπάρξῃ θέλησις καὶ ἀπόφασις, δύναται δὲ νὰ γείνῃ
2157μόνον διὰ νομοθετικῶν μέτρων, ἑπομένως ἄνευ κλονήσεων,
2158παρεξηγήσεων καὶ κινδύνων. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπανα-
2159λαμβάνω, ὅτι δὲν κατακρίνω τὰ πρόσωπα. Πάντες, τίς
2160ὀλιγώτερον, τίς περισσότερον, οἱ διευθύναντες τὴν μηχα-
2161νὴν ταύτην τὴν εὐρωτιῶσαν, πάντες οἱ ἐπὶ κεφαλῆς αὐ-
2162τῆς τεθέντες, πάντες οἱ θελήσαντες νὰ κινήσωσιν αὐτήν,
2163ἠναγκάσθησαν νὰ πράξωσι τὰς πράξεις, ἃς κατακρίνομεν
2164ἀμοιβαίως, ἀλλ’ ἀμοιβαίως ἀδύνατον νὰ ἀποφύγωμεν,
2165αἵτινες ὅμως, προϊόντος τοῦ χρόνου, θέλουσι καταστήσει
2166τὴν μὲν διοίκησιν ἀδύνατον, τὴν δὲ πρόοδον τοῦ Τόπου
2167ἐπίσης ἀδύνατον, ἀλλὰ συγχρόνως θέλουσιν ἀπειλήσει
2168αὐτὴν τὴν τάξιν ἐν τοῖς θεμελίοις αὐτῆς καὶ θέλουσιν
2169ἴσως καταλήξει εἰς ὀλεθρίας συνεπείας.
2170§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμ-
2171μένος, κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
2172Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν...
2173§42ΤΙΝΕΣ (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2174§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νο-
2175μοσχεδίου λέγουσι καὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν
2176ὄχι.
2177(Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν
2178ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Βαρότση, κατὰ τὸ ἑπόμενον
2179Πρωτόκολλον).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2180Ἰωάννης Μοσχοβάκης Παναγ. Ρίτσος Ο
2181Νικόλαος Στεφανίδης ΝἸωάν. Γ. Καπιτσίνης
2182Ἰωάννης Μεσσηνέζης ΟἈντ. Μήτσας Ο
2183Κωνσταντῖνος Θεοδώρου ΟΓεώργ. Μίλησης Ο
2184Κωνστ. Μωραϊτίνης Δημήτρ. Χαντζόπουλος Ο
2185Ἀριστείδης Ἀργυρόπουλος ΝΓεώργ. Ζηνόπουλος Ο
2186Δημήτριος Οἰκονομίδης ΟΝικόλ. Δ. Ζῶτος Ο
2187Λεωνίδας Καρυστινάκης ΝΔημητ. Βουλπιώτης Ν
2188Μιχαὴλ Καΐρης Ὀρφανὸς Μιχαὴλ Ἰατρίδης Ο
2189Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Λομβάρδος Ν
2190Λεωνίδας Ζωγράφος Φριδερῖκος Καῤῥέρ
2191Σωτήριος Δανόπουλος Ἀναστ. Λούντζης Ν
2192Γεώργιος Τσώκρης ΝῬοβέρτος Ῥώμας
2193Κωνστ. Καραπάνος ΝἈλέξ. Καραμπίνης
2194Γεώργιος Παχὺς Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
2195Δημήτρ. Καλλιφρονᾶς Ἀνδρ. Αὐγερινὸς
2196Δημήτριος Ράλλης ΝΘεμιστ. Δαραλέξης Ο
2197Παῦλος Καλλιγᾶς ΝΔημοσθ. Δόγκας Ν
2198Ἀνδρέας Ψύλλας ΝἈναγνώστης Δαλιάνης Ν
2199Δημ. Μουτσόπουλος ΝΓεώργ. Κρεστενίτης
2200Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΔιομ. Διαμάντης
2201Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΟἘπαμ. Α. Δημητρίου
2202Νικόλ. Λεβίδης ΝΣπυρ. Γ. Κουκούλεζας Ν
2203Ἀνδρέας Στράτος ΝΝικόλ. Δ. Νομικὸς Ν
2204Κωνστ. Στράτος Ἀριστομ. Βαλέττας Ν
2205Ἰωάν. Καρτάλης ΝΔημ. Γαβαλᾶς
2206Νικόλ. Γεωργιάδης ΝΔημοσθένης Στάϊκος
2207Γεώργ. Φιλάρετος ΟΒαρβαρῖγος Πήλικας
2208Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΝΧρῆστος Σιλιώτης Ν
2209Νικόλ. Κουκουσλῆς ΝΣωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν
2210Ἀπόστ. Φρόνιμος ΝἈλέξ. Φωτήλας
2211Κωνστ. Γρίβας ΟἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
2212Τατσέλος Μαυρομμάτης ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν
2213Ἀντ. Βάλβης Δημ. Τσαχτσήρης Ν
2214Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΟἈλκιβ. Μάνταλος Ν
2215Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟΠ. Λεβέντης
2216Θεοδ. Δηλιγιάννης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτὴς
2217Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΚωνστ. Φλέσσας Ν
2218Ἠλ. Παλαμίδης ΝΔημ. Τζάννες Ο
2219Ἰωάν. Λαμπρυνόπουλος Δημ. Κάρτσωνας Ο
2220Πέτρος Πετροπουλάκης Στυρ. Καραϊσκάκης Ο
2221Χαρίλ. Τζανετάκης Δημ. Τερτίπης
2222Πολυμέρης Ζαρίμπας ΟἈπόστ. Βασαρδάνης Ν
2223Χριστόδ. Στεριάδης ΝΛεων. Κοκκορῖκος Ν
2224Νικόλαος Κατσικαπῆς ΝΓεώργ. Φραγκίδης Ν
2225Γεώργ. Λιδωρίκης ΝΤιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
2226Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
2227Ν. Παπαμιχαλόπουλος Γεώργ. Παπαγεωργίου Ο
2228Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΟἈναστ. Σεχιώτης
2229Νικόλ. Παπανικολάου ΝΚωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
2230Νικόλ. Μπαλάφας ΝἨλ. Κοσσονάκος Ν
2231Γεώργ. Κόρπας ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
2232Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Βασίλειος Βούτουνας
2233Δημ. Κουρκουμέλης Στέφ. Δραγούμης
2234Ἀθ. Παραμυθιώτης Ἀθ. Ζαμπάκης
2235Νικόλ. Βασιλάκης ΝΓεώργιος Σταμούλης Ο
2236Δημ. Τουρνάκης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
2237Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Κωνστ. Βασιλάκης Ν
2238Φώτ. Κανελλόπουλος ΝΛεωνιδ. Δεληγεώργης Ο
2239Δημ. Σταυρόπουλος ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
2240Παναγ. Ντετάκης ΝἘπαμ. Μπέλιας Ν
2241Νικόλ. Βαλσαμάκης Περικλ. Μποῦτος Ν
2242Ἀνδρ. Μεταξᾶς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος
2243Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
2244Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈνδρ. Πρεζάνης Ν
2245Σπυρ. Κοντολέων ΝἈντ. Μάτσας Ν
2246Κοσμᾶς Πανάρετος Μιλτιάδης Βαρότσης Ο
2247Στυλ. Κασιμάτης ΝὌθων Μαῦρος Ν
2248Χαράλ. Χρηστόπουλος ΝΜιχ. Δαμιράλης
2249Κ. Χατζηπαναγιώτης ΝΔημ. Δεσποταῖος
2250Σωκράτης Τζιβανόπουλος ΟΝικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ν
2251Ἀντ. Καρδαρᾶς Νικόλ. Φαρμάκης
2252Κωνστ. Σκλιταφέρος Ἠλ. Ποταμιάνος Ν
2253Δημ. Δημητρακάκης ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
2254Μελέτιος Ῥουσσόπουλος ΝΤηλέμαχος Ῥούκης
2255Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ἀλέξ. Πετσάλης Ν
2256Περικλ. Παπαδόπουλος Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
2257Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
2258Ἀναστ. Ζακμάνης ΝἈντ. Μαυρομιχάλης Ο
2259Κωνσταντῖνος Ἰσχόμαχος ΝΛεων. Καπετανάκης
2260Χαλὴλ Δερβὶς Βέης ΝἈσημ. Χρηστόπουλος Ν
2261Σερὶφ Βέης ΝΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
2262Ἰωάν. Γεωργαντᾶς ΝΖ. Ζαφειρόπουλος
2263Λάζ. Παπασταθόπουλος ΟἈναστ. Α. Νικοκάβουρας Ν
2264Γεώργ. Λάππας Θεοδ. Ῥωμαῖος Ν
2265Π. Μπογδάνος Δ. Μεταλλινὸς
2266Σπυρ. Βαλαωρίτης ΝΠαναγ. Ἰακωβάτος
2267Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Νικόλ. Μεταξᾶς Ν
2268Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΕ. Ἀρδαβάνης
2269Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς ΝΝικόλ. Κάγκας
2270Δημήτριος Παπαλουκᾶς Ὀδυσ. Πετρόπουλος Ν
2271Φίλ. Βάρβογλης ΟἨλ. Παπαηλιόπουλος Ν
2272Ἰωάν. Στεφανόπουλος ΟἈνδρ. Μαρλᾶς
2273Παναγ. Κ. Μανέτας ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ν
2274Δημήτριος Ζέγγελης ΝΓεώργ. Ῥοῦφος
2275Ἀγγελῆς Ῥοῦφος ΝΚωνστ. Κοττίκας Ν
2276Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟΧ. Ῥίγγας Ν
2277Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΣτάμος Νάζος
2278Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΠέτρος Μωραϊτίνης Ν
2279Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος ΟἸωάν. Ζαλλώνης
2280Δημήτρ. Τριγγέτας ΟἈλέξ. Χατζηπέτρος Ν
2281Ἀθαν. Μισυρλῆς Νικόλ. Στουρνάρας Ν
2282Π. Τριγγέτας ΟΚωνστ. Ῥαδινὸς
2283Εὐάγγελος Ἀντύπας ΟΝ. Ταρμπάζης
2284Γεώργιος Φλωριᾶς Δημ. Ἀντωναρόπουλος Ν
2285Ἀναστ. Ζερβὸς Εὐστ. Κοκέβης Ν
2286Ἰω. Ἀστεριάδης Σωτ. Σωτηρόπουλος Ο
2287Κωνσταν. Βελισσάριος Δημήτ. Μαπατσώρης Ν
2288Δημ. Π. Γουδῆς Νικόλ. Βλαχόπουλος Ν
2289Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Κωνστ. Διαλέτης Ν
2290Στέφανος Σκουλούδης ΝΧριστόδ. Λ. Δουζίνας
2291Ἰωάν. Γρυπάρης ΝἈντ. Α. Ἀντωνιάδης
2292Ἀντ. Πετρίτσης ΝἸωάν. Παπαδόπουλος Ν
2293Κωνστ. Κατσάκος ΟἈθ. Ζαφειριάδης Ν
2294Δημ. Παρασκευᾶς ΝΓεώργ. Δ. Βούλγαρης Ν
2295Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς ΟΘ. Φλογαΐτης Ο
2296Θεοδ. Ν. Γκίκας Β. Βουδούρης Ν
2297Πέτρος Σκουμπουρδῆς ΝΔ. Κριεζώτης Ν
2298Κομνᾶς Τράκας ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ν
2299Ἀθ. Κέφαλος Κ. Παπανικολῆς Ν
2300Ἰω. Καλαμάρας ΟΘ. Κανάρης Ν
2301Δημ. Ζουλούμης Ν
2302§44ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ 1 ἄρθρον ὅπως ἐ-
2303τροποποιήθη).
2304§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν, πρὸ πάντων
2305διὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ ἔντιμος
2306βουλευτὴς Καλαβρύτων. Ἐνόμισεν, ὅτι παρακολουθοῦμεν
2307ἑκάστην λιανικὴν καὶ χονδρικὴν πώλησιν, ὥστε ὁσάκις ὁ
2308οἰνοπώλης ἐπώλησεν ἀνώτερον ποσὸν τῶν 100 ὀκάδων,
2309αὐτὸ θεωρεῖται πώλησις ἐκ τοῦ καταστήματος χονδρική.
2310Ἡ ἔννοια δὲν εἶναι αὕτη. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Νομο-
2311σχεδίου, τὸ οἰνοπωλεῖον, ὅπου εἶναι ἐναποταμιευμένος ὁ
2312οἶνος, λογίζεται κατάστημα λιανικῆς πωλήσεως, ἅμα
2313πωλεῖ λιανικῶς καὶ ἐὰν γίνουν δύω ἢ τρεῖς ἢ καὶ περισ-
2314σότεραι ὁσαιδήποτε πωλήσεις πλέον τῶν 100 ὀκάδων,
2315οὐχ ἧττον ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλή-
2316σεως, διότι ἐγένοντο ἐκ καταστήματος τῆς λιανικῆς πω-
2317λήσεως. Ὁλόκληρον λοιπὸν τὸ κατάστημα ὑπόκειται εἰς
2318φόρον ἅμα εἶναι λιανικῆς πωλήσεως. Δὲν ὑπόκειται δὲ
2319εἰς τὸν φόρον μόνον τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε
2320πωλεῖ λιανικῶς, ἀλλὰ πάντοτε χονδρικῶς.
2321§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρέσχεν
2322ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἀτυχῶς σήμερον μᾶς
2323τὸ ἀφαιρεῖ. Τῷ ἐζητήσαμεν νὰ ὁρίσῃ τί ἔστι λιανικὴ
2324πώλησις, καὶ ὥρισε μὲν αὐτὴν, ὅτι θὰ ἦναι ἔλαττον τῶν
2325100 ὀκάδων ποσόν· ἀλλὰ πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ
2326ὅλος ὁ τόπος ζητεῖ νὰ ὁρισθῇ κατώτερον τῶν 50 ὀκά-
2327δων· πολλοὶ ἐκ τῶν διαφόρων χωρίων, στερούμενοι οἴνου
2328ἢ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ πωλήσωσιν οἶνον λιανικῆς κατα-
2329ναλώσεως, προστρέχουσιν εἰς ἄλλα χωρία καὶ ἀγοράζουσιν
2330ἑκάστοτε ἓν φόρτωμα.
2331§47ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν θὰ φορολογηθῇ αὐτό.
2332§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀτυχῶς τὸ φορολογεῖτε, κ. Ὑπουργέ!
2333Θὰ πληρώσῃ φόρον ἐκεῖ ὅπου θὰ τὸ ἀγοράσῃ καὶ θὰ με-
2334ταβῇ εἰς τὸ χωρίον του καὶ θὰ πληρώσῃ πάλιν φόρον
2335καταναλώσεως.
2336§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι τὸ ἐναποτα-
2337μιευμένον εἰς κατάστημα, ὅπου γίνεται λιανικὴ πώλησις,
2338ὑποχρεοῦται εἰς τὸν φόρον.
2339§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ὀκάδων,
2340τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελῇ τὴν λιανικὴν πώλησιν, ἐὰν πρέπῃ
2341νὰ ἦναι 100 ὀκάδες ἢ 50. Ἅμα ὁρίσετε 100 ὀκάδας τὴν
2342λιανικὴν πώλησιν, σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν εἷς καταστηματάρχης
2343εἷς ἓν χωρίον ἔχῃ οἶνον καὶ ἀναγκασθῇ νὰ μεταβῇ εἰς
2344ἄλλο χωρίον νὰ ἀγοράσῃ ἓν φόρτωμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως
2345θὰ ἦναι ὀλιγώτερον τῶν 100 ὀκάδων, δὲν θὰ πληρώσῃ ὁ
2346πωλῶν τὸν οἶνον αὐτὸν φόρον, ἐπειδὴ εἶναι λιανικὴ πώ-
2347λησις; καὶ ὅταν μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον του δὲν θὰ πλη-
2348ρώσῃ πάλιν ἐκ δευτέρου ἄλλον φόρον; αὐτὸ εἶναι βεβαιό-
2349τατον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλετε διπλῆν φορολο-
2350γίαν, διότι εἶναι ὑπέρογκος ὁ ὅρος τῆς λιανικῆς πωλή-
2351σεως. Πρέπει ὅθεν νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
2352μικῶν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ οἰνοπῶλαι
2353Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἔκαμαν καὶ οἱ βουλευταὶ, μέχρι
2354τῶν 50 ἢ 60 ὀκάδων νὰ ἦναι ἡ λιανικὴ πώλησις· διότι,
2355ἐὰν θέσετε 100 ὀκάδας, θὰ ἐπιβάλετε διπλῆν φορολο-
2356γίαν εἰς τὴν ἀπορωτέραν τάξιν.
2357Καθόσον δὲ ἀφορᾷ ὅ,τι προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς
2358τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε λέγω, ὅτι οὐδὲν κατάστημα ἐν
2359Ἑλλάδι ὑπάρχει, οὔτε αὐτὰ τὰ καταστήματα καὶ τοῦ
2360Σόλωνος καὶ τῶν Τρίπου, Οἰκονόμου, Γιαγλοπούλου,
2361Ἀμπαζοπούλου, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχουν λιανικὴν πώλη-
2362σιν. Καὶ αὐτοὶ οἱ οἰνοποιοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἑκατοντάδας
2363χιλιάδων ὀκάδας, ἐνεργοῦσι καὶ λιανικὴν πώλησιν διὰ
2364φιαλῶν καὶ μικρῶν βαρελίων.
2365§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι εἰς τὰ ἴδια καταστήματα.
2366§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τότε θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
2367ἔχουν διπλᾶ καταστήματα. Εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς
2368Ἑλλάδος καὶ ἐν Ἀθήναις οἱ καταστηματάρχαι οἰνοπῶ-
2369λαι ἔχουσι πληθὺν οἴνων, μέρος διὰ λιανικὴν κατανάλω-
2370σιν, καὶ μέρος διὰ χονδρικὴν πώλησιν· σήμερον θὰ ἦναι
2371ἠναγκασμένοι νὰ ἔχωσι 2 ἀντὶ ἑνὸς καταστήματα καὶ νὰ
2372πληρώνωσι βαρύτατον ἐνοίκιον καὶ νὰ ὑπόκηται εἰς φθο-
2373ρὰν τὸ ἐμπόρευμα.
2374§53ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς κάμῃ τὴν λιανικὴν πώλησιν, διότι
2375αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον του (θόρυβος καὶ διάλογοι).
2376§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι Ὑπουργοὶ, ἐνοήσατε, ὅτι εἰς
2377τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν χωριστὰ καταστήματα. Ὁ
2378οἰνοπώλης τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων ἐνεργεῖ
2379πωλήσεις χονδρικῶς καὶ λιανικῶς ἐν τῷ αὐτῷ καταστή-
2380ματι καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ βαρελίου. Σεῖς δι’ αὐτῆς τῆς διαι-
2381ρέσεως τοὺς καταστρέφετε, καθότι ὁ κεφαλαιοῦχος οἰνο-
2382πώλης θὰ πληρώσῃ τὰ 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν· ἐκεῖνος δὲ ὅσ-
2383τις θὰ ἀγοράσῃ οἶνον χονδρικῶς, ἵνα πωλήσῃ εἰς ἄλλο
2384μέρος, θὰ πληρώσῃ ἐκ νέου τὸν φόρον, καὶ αὐτὸ εἶναι ἄ-
2385δικον· ὥστε καλὸν εἶναι νὰ σμικρυνθῇ ὁ ὅρος τῆς λιανικῆς
2386πωλήσεως εἰς 50 ὀκάδας, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ κ.
2387Ὑπουργοῦ ἐπιβάλλει διπλῆν φορολογίαν, καὶ νὰ μὴ ὑπο-
2388χρεῶνται οἱ οἰνοπῶλαι νὰ ἔχωσι διπλᾶ καταστήματα.
2389Προτείνομεν ἐπίσης τροπολογίαν διὰ τὰ εἰς τὰ προά-
2390στεια οἰνοπωλεῖα καὶ τὰ ἀπεσπασμένα. Εἶναι πολλὰ
2391μέρη ὅπου ὑπάρχουν διάφορα καταστήματα· αὐτὰ ἐὰν
2392ἀγοράσουν καὶ πωλήσουν οἶνον, ὑπάγονται εἰς τὸν φόρον
2393τῆς πόλεως· τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ δεκτὸν, ὥστε νὰ ὑπά-
2394γωνται εἰς τὸν φόρον τοῦ πλησιεστέρου συνῳκισμένου
2395μέρους.
2396Διαμαρτύρομαι δὲ καὶ διὰ μίαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία γί-
2397νεται εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς.
2398Τὸ Νομοσχέδιον λέγει: «Ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς ὑπά-
2399γεται εἰς τὸ δικαίωμα τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸν πληθυσμὸν
2400τῆς τῶν Ἀθηνῶν».
2401Διατί ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, ἥτις ἔχει κατοίκους ἥτ-
2402τονας τῶν 20 χιλιάδων, νὰ πληρώνῃ φόρον πόλεως ἐχού-
2403σης κατοίκους πλείονας τῶν 40,000; αὐτὸ εἶναι ἄδικον,
2404κύριοι.
2405§55ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ
2406σύμφωνα μὲ τὴν τροπολογίαν μου.
2407§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀπορῶ, κύριε Μουτσόπουλε, πῶς δὲν
2408ἐπείσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν τῆς
2409Δικαιοσύνης κ. Ῥάλλην, τὸν φίλον σας, καὶ τὴν Κυβέρνη-
2410σιν, τὴν ὁποίαν τόσῳ ἐκθύμως ὑποστηρίζετε, νὰ μὴ κάμῃ
2411τὴν ἀδικίαν αὐτήν· σεῖς ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλετε τοῦτο εἰς τὴν
2412Κυβέρνησιν. Βλέπετε, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι βουλευταὶ κα-
2413τώρθωσαν νὰ ἐξαιρέσωσι τὰς πατρίδας αὐτῶν ἀπὸ ὁλό-
2414κληρον τὸν φόρον. Ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ὁ κ. Βαλαωρίτης
2415κατώρθωσαν νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν· ὑμεῖς ὄχι μό-
2416νον δὲν κατωρθώσατε νὰ ἀπαλλάξητε τὰς Ἐπαρχίας τῆς
2417λοιπῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς σας, ὁ
2418Πειραιεὺς, ἐπιβαρύνεται μὲ φόρους προσθέτους καὶ ἀδί-
2419κους ἐκ μνησικακίας καὶ πάθους τῆς Κυβερνήσεως, διότι
2420ἐνθυμοῦνται τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συνδυασμοῦ ἐν Πει-
2421ραιεῖ.
2422Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παραδεχθῇ τὰς
2423παρατηρήσεις μου ὡς ὀρθὰς καὶ θέλει τροποποιήσει τὸ
2424ἄρθρον, ὁρίζουσα τὴν λιανικὴν πώλησιν καὶ κάτω τῶν
2425πεντήκοντα ὀκάδων καὶ ἀπαλλάσσουσα τὸν Πειραιᾶ ἀδί-
2426κου καὶ ἀνίσου προσθέτου φορολογίας.
2427Ἐπίσης ζητῶ, ὅπως ἡ ὑποστάθμη εἰς ἕτερον ἄρθρον
2428ὁρισθῇ εἰς 15 τοῖς ἑκατόν.
2429Ταῦτα ὑποσχέθητε καὶ εἰς τοὺς ἐνταῦθα οἰνοπώλας
2430καὶ δὲν πρέπει νὰ φανῇ, ὅτι μία Κυβέρνησις τοὺς ἐνέ-
2431παιξε καὶ τοὺς ἐξηπάτησε.
2432§57ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μίαν λέξιν θὰ προσθέσω εἰς ὅσα
2433εἶπεν ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς. Ἡ ἐξήγησις τοῦ Ὑπουργοῦ
2434τῶν Οἰκονομικῶν νομίζω, ὅτι συνεπάγεται ὡς ἀποτέλε-
2435σμα ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἕκαστος οἰνοπώλης πρέπει νὰ
2436ἔχῃ δύω καταστήματα, ἓν διὰ τὴν χονδρικὴν πώλησιν
2437καὶ ἓν διὰ τὴν λιανικήν. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, συμφέρει νὰ
2438καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἔχουν δύω καταστή-
2439ματα; ἐὰν τὸ θέλετε, ἀποφασίσατέ το.
2440§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ Νομοσχεδίου δὲν εἶναι
2441ὁποίαν τὴν ὑπέθεσαν οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
2442Ὁ Νόμος δὲν διακρίνει μίαν ἑκάστην πρᾶξιν, ἀλλὰ κα-
2443τατάσσει εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς λιανικῆς πωλήσεως
2444πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ μετερχομένου τὴν λιανικὴν πώλησιν.
2445Ὁ Νόμος θεωρεῖ λιανικὸν πωλητὴν τὸν ἔχοντα ἔργον τὴν
2446λιανικὴν πώλησιν· ἀποδεικνύεται δὲ τὸ ἔργον ἐκ σειρᾶς
2447μοναδικῶν πράξεων. Ἀλλ’ ὅταν αἱ μοναδικαὶ πράξεις
2448ἀποδεικνύωσί τινα τοιοῦτο μετερχόμενον ἔργον ἐν ὡρισμέ-
2449νῳ καταστήματι, πᾶσα ἡ πώλησις, ἥτις διεξάγεται παρ’
2450αὐτοῦ ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι, χαρακτηρίζεται λιανι-
2451κή. Θέλει τις ταὐτοχρόνως νὰ διεξαγάγῃ καὶ χονδρικὰς
2452πωλήσεις; ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Πολιτείαν πᾶ-
2453σαν ἐγγύησιν ὅτι τὸ κατάστημα τῆς χονδρικῆς πωλή-
2454σεως θέλει εἶσθαι κεχωρισμένον τοῦ τῆς λιανικῆς καὶ ὅτι
2455δὲν θέλει δύνασθαι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς χονδρικῆς πω-
2456λήσεως νὰ μετέρχεται λιανικὴν πώλησιν. Ἂν καὶ τὴν
2457λιανικὴν πώλησιν ὡς πρᾶξιν μεμονωμένην ὁ Νόμος θεω-
2458ρεῖ ὡς μὴ ἐπιτρεπομένην, ὁ Νόμος δὲν ἀποδίδει ὡς ἐκ τῆς
2459πράξεως τὸν χαρακτηρισμὸν εἰς τὸν πωλητὴν ἢ εἰς τὸ
2460κατάστημα, εἰμὴ ὅταν τὴν πρᾶξιν θεωρῇ ὡς ἔνδειξιν τῆς
2461συνήθους ἐργασίας τοῦ πωλητοῦ ἢ τοῦ καταστήματος·
2462καὶ ἄν τις ἄνευ σκοποῦ λιανικῆς πωλήσεως ἤθελε τυχὸν
2463παραχωρήσει ποσόν τι οἴνου ἀντὶ ὀλίγων δραχμῶν ἢ ὀ-
2464λίγων λεπτῶν, τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς κολά-
2465σιμος παράβασις τοῦ Νόμου. Ὅ,τι ὁ Νόμος ἠθέλησεν
2466εἶναι νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἐξουσία νὰ χαρακτηρίσῃ
2467ὡς ὑπαγόμενον εἰς τὴν λιανικὴν πώλησιν τὸν φωραθέν-
2468τα ἔστω καὶ ἐν μεμονωμένῃ πράξει λιανικῆς πωλήσεως·
2469ἡ διάκρισις ἄρα τῶν ἔργων πρέπει νὰ περιβληθῇ διὰ πα-
2470σῶν τῶν ἐγγυήσεων, καὶ ταύτας πρέπει νὰ προκαλέσῃ
2471ὁ προτιθέμενος νὰ μετέλθῃ ταυτοχρόνως ἀμφότερα τὰ
2472ἔργα καὶ τὸ τῆς λιανικῆς πωλήσεως καὶ τὸ τῆς χονδρι-
2473κῆς πωλήσεως. Οὐδὲν δὲ βλέπω σκληρὸν εἰς τοῦτο· ὁ θέ-
2474λων νὰ μετέλθῃ λιανικὴν πώλησιν βεβαίως πρέπει νὰ
2475ἔχῃ κατάστημα πρὸς τοῦτο· ἡ λιανικὴ πώλησις εἶναι
2476ἔργον εἰδικόν, καὶ ἂν τυχὸν δὲν ἔχῃ τις κατάστημα δι-
2477αρκῶς ἀφιερωμένον πρὸς τοῦτο, δύναται πάντοτε νὰ εὕρῃ
2478εἰδικὴν ἀποθήκην ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ μετέρχεται τὴν
2479ἐργασίαν ταύτην· ἐῤῥέθη ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἑρμηνείας ταύτης
2480δύναται νὰ ἐπέλθῃ διπλῆ φορολογία, διότι δύναταί τις
2481νὰ ἀγοράσῃ παρὰ οἰνοπώλου ἢ ἀμπελοκτήμονος ἓν φόρ-
2482τωμα οἴνου καὶ νὰ μεταφέρῃ αὐτὸ εἰς ἕτερον χωρίον ἢ
2483εἰς ἄλλην πόλιν καὶ ἐκεῖ παραδίδων αὐτὸ εἰς τὸν με-
2484τερχόμενον τὴν λιανικὴν πώλησιν νὰ ἴδῃ τὸν αὐτὸν οἶ-
2485νον ὑπαβαλλόμενον εἰς δευτέραν φορολογίαν. Ἐν τῷ κα-
2486ταστήματι ἔνθα μετηνέχθη ὁ οἶνος βεβαίως θὰ ὑποβλη-
2487θῇ εἰς τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ἀλλὰ δὲν ὑ-
2488πεβλήθη ὁ οἶνος οὗτος εἰς φόρον προηγούμενον· διότι,
2489ὅταν ὁ οἶνος ἐπωλήθη ἵνα μετακομισθῇ ἀπὸ πόλεως εἰς
2490πόλιν καὶ ὄχι πρὸς ἐπιτόπιον κατανάλωσιν, δὲν ἐγένετο
2491λιανικὴ πώλησις· αὕτη ὑποθέτει ὅτι ὁ πωλήσας μετέρ-
2492χεται τὸ ἔργον τοῦτο, δὲν μετέρχεται δὲ λιανικὴν πώ-
2493λησιν ὅστις μεταφέρει οἶνον ἢ πωλεῖ οἶνον πρὸς μεταφο-
2494ρὰν ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν.
2495§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ.........
2496§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ἠγοράσθη ἀπὸ οἰνοπώλην
2497λιανικῆς πωλήσεως, σᾶς ἠρώτησεν ὁ κύριος Ζυ-
2498γομαλᾶς.
2499§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μοὶ ἀπέτεινε τὴν ἐρώτησιν ταύτην
2500ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς, διότι θὰ ἦτο ἄσκοπος. Ἡ ἐρώτησις,
2501τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέτεινεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἦτο
2502ἄλλη, ἐὰν ἀγοράσῃ τις οἶνον οὐχὶ ἐκ καταστήματος λι-
2503ανικῆς πωλήσεως, ἀλλὰ παρὰ προσώπου μὴ μετερχομέ-
2504νου τὴν λιανικὴν πώλησιν.
2505§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ.........
2506§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν δὲν ἠρωτήσατε τοῦτο καὶ ἠρω-
2507τήσατε περὶ τοῦ ἀγοράσαντος ἐκ καταστήματος λιανι-
2508κῆς πωλήσεως, ἡ ἐρώτησις εἶναι ἄσκοπος· διότι, ἀφοῦ ἠ-
2509γόρασέ τις ἐκ καταστήματος λιανικῆς πωλήσεως, βεβαίως
2510θέλει πληρώσει τὸν φόρον· ἀλλὰ ποῖος θέλει ἀγοράσει
2511οἶνον πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ καταστήματος λιανικῆς πω-
2512λήσεως; ἐννοεῖται ὅτι, ἄν τις ἀγοράσῃ διὰ νὰ μεταπω-
2513λήσῃ, θέλει συνήθως ἀγοράσει ποσὸν ἀνώτερον τῶν 100
2514ὀκάδων, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ Νόμῳ ὡς ὅριον τῆς
2515διακρίσεως τὸ ποσὸν τῶν 100 ὀκάδων. Ὑπετέθη ὅτι δὲν
2516θέλει τις ἀγοράσει διὰ νὰ μεταπωλήσῃ λιανικῶς ποσὸν
2517κατώτερον τῶν 100 ὀκάδων, διότι δὲν ὑπάρχει στάδιον
2518εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἂν ἀγοράσῃ τις
2519φόρτωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι κατώτερον τῶν 100 ὀκάδων,
2520θὰ φροντίσῃ νὰ τὸ ἀγοράσῃ πρὸς μεταφορὰν καὶ ἑπομένως
2521χονδρικῶς ἐκ καταστήματος χονδρικῆς πωλήσεως.
2522§64ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει χονδρικὴ πώλησις ἐν
2523Ἑλλάδι· εἶναι ἀναμεμιγμένα χονδρικὴ καὶ λια-
2524νική.
2525§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικὰ κατα-
2526στήματα πωλήσεως χονδρικῆς· οὐδ’ ἠδύναντο σήμερον
2527νὰ ὑπάρχωσι διακεκριμέναι αἱ πωλήσεις, ἀφοῦ ὁ Νόμος
2528δὲν διακρίνει· ὅταν ὅμως ἐπέλθῃ ὁ Νόμος, θέλει γείνει ἡ
2529διάκρισις εἰδικῶν ἀποθηκῶν λιανικῆς καὶ χονδρικῆς πω-
2530λήσεως, ὁ δὲ ἀγοράζων ἓν φόρτωμα διὰ νὰ τὸ μετακο-
2531μίσῃ εἰς ἄλλον τόπον θὰ τὸ ἀγοράσῃ ἀπὸ καταστήματος
2532χονδρικῆς πωλήσεως. Τὸ ζήτημα τῶν 100 ὀκάδων, τὸ
2533ὁποῖον ἐτέθη, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζεται
2534πρακτικῶς· ὀλίγιστοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ μετέλ-
2535θωσι κερδοσκοπίαν διὰ τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ πόλεως ἢ
2536χωρίου εἰς πόλιν ἢ χωρίον 100 ὀκάδων οἴνου· αὕτη ἡ
2537ἐργασία ὑποθέτει ποσὸν παρέχον στάδιον κερδοσκο-
2538πίας.
2539§66ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Συμβαίνει συχνά· πωλοῦν μὲ τὰ
2540φορτώματα οἶνον εἰς τὰ χωρία.
2541§67ΤΡΑΚΑΣ. Ἐν Λαμίᾳ ὑπάρχουν 70 ἕως 80 οἰνοπω-
2542λεῖα· ταῦτα τοποθετοῦν ὅλον τὸν μοῦστον αὐτῶν εἰς ἓν
2543κατάστημα· ἀπὸ τὰ ἴδια καταστήματα δίδουν εἰς τοὺς
2544μικροτέρους οἰνοπώλας καὶ λαμβάνουν τακτικὰ ἀπὸ 50
2545ἕως 80 ὀκάδας, καὶ ἐξακολουθοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρό-
2546πον νὰ λαμβάνουν 20 ἕως 30 καταστήματα· λοιπὸν οἱ
2547πρῶτοι, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀποθήκας χονδρι-
2548κῆς πωλήσεως, θὰ πληρώσουν φόρον, καὶ οἱ δεύτεροι θὰ
2549πληρώσουν φόρον;
2550§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ φόρος φαίνεται διπλοῦς σήμερον
2551ὅτε δὲν γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν καταστημάτων
2552χονδρικῆς καὶ λιανικῆς πωλήσεως, διότι τοιαύτη διά-
2553κρισις σήμερον θὰ ἦτο ἄσκοπος· μετὰ τὴν ψήφισιν ὅμως
2554τοῦ Νόμου τούτου οἱ ἀγοράζοντες καὶ ἀποθηκεύοντες
2555τὸν οἶνον, ὡς περιεγράψατε, θέλουσι διακρίνει τὰς ἀποθή-
2556κας τὰς ἀφιερωμένας εἰς λιανικὴν πώλησιν καὶ τὰς ἀπο-
2557θήκας τῆς χονδρικῆς πωλήσεως.
2558§69ΤΡΑΚΑΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχουν δύω ἀπο-
2559θήκας.
2560§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῶν προαστείων
2561καὶ παραλίων, τῶν μεμονωμένων οἰκιῶν κτλ. ἐπίσης εἶ-
2562ναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀφομοιωθῶσι ταῦτα πρὸς τὴν
2563κυρίαν πόλιν, διότι ἄλλως θὰ κατορθοῦται ὑπὸ τὸ πρόσ-
2564χημα πωλήσεως ἐν προαστείοις καὶ μεμονωμένοις κατα-
2565στήμασιν ἡ ὑποκατάστασις τοῦ μικροτέρου φόρου εἰς τὸν
2566πρέποντα. Ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τις ἐκ
2567τούτου ἀδικία, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πώλησις τῶν
2568προαστείων ἀφορᾷ εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν τῆς κοινωνίας
2569εἰς ἣν ἀφορᾷ καὶ ἡ πώλησις ἐντὸς τῶν πόλεων. Ὡς ἐπὶ
2570τὸ πλεῖστον εἰς τὰ πέριξ τῶν πόλεων γίνεται ἡ περισ-
2571σοτέρα πώλησις καὶ ἡ πολυτιμοτέρα, διότι ἐξέρχονται
2572ἐκεῖ οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων πρὸς διασκέδασιν. Ὡς πρὸς
2573δὲ τὸ τοῦ Πειραιῶς, τὸ ζήτημα δὲν ἔχει πρακτικὴν
2574σπουδαιότητα, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς δεκατημο-
2575ρίου καὶ γίνεται ἡ συζήτησις μᾶλλον χάριν τῆς
2576θεωρίας.
2577§71ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐξαιρέσεως.
2578§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ ἀρχή. Κατ’ αὐ-
2579τήν, πόλις κεχωρισμένη ἔπρεπε νὰ ὑπάγεται εἰς τὸν κα-
2580νόνα τοῦ πληθυσμοῦ τὸν εἰς αὐτὴν ἀφορῶντα, ἀλλ’ ἐγέ-
2581νετο ἐξαίρεσις διὰ τὸν Πειραιᾶ, πρῶτον μὲν διότι ἡ δια-
2582φορὰ τοῦ φόρου εἶναι ἐλαχίστη, ἡμίσεος λεπτοῦ ἐπὶ πέν-
2583τε λεπτῶν, καὶ τὸ ὁμοιόμορφον ἐπάγεται πολλὰς εὐκο-
2584λίας, δεύτερον δὲ διότι οὐδὲν ἀδίκημα οὐσιαστικὸν προσ-
2585γίνεται εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκτιμήσωμεν
2586οὐχὶ κατὰ πληθυσμὸν ἀλλὰ κατ’ ἀπόλυτον μέτρον δικαι-
2587οσύνης, ὁ Πειραιεὺς ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ περισσότερον,
2588διότι ὁ Πειραιεὺς ἔχει κινητὸν πληθυσμὸν καὶ, φορολο-
2589γοῦντες τὴν κατανάλωσιν, ὀλιγώτερον φορολογοῦμεν τοὺς
2590Πειραιεῖς ἢ τοὺς ξένους, φορολογοῦμεν κυρίως τοὺς ἀλ-
2591λοδαποὺς, οἵτινες εἰς τοιοῦτον εἶδος καταναλώσεως ἰ-
2592δίως ἐπιδίδονται.
2593Ὥστε ἂν ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου δύ-
2594ναται νὰ θεωρηθῇ δίκαιος, ἰδίως εἶναι δίκαιος φόρος καὶ
2595φόρος συμφέρων τῇ Πολιτείᾳ ἐν πόλει οἷος ὁ Πειραιεὺς,
2596ἐν πόλει συχναζομένῃ ὑπὸ ξένων πλοίων καὶ ἐν ᾗ γίνεται
2597μεγίστη ἐξόδευσις οἴνου παρὰ τῶν πληρωμάτων τῶν
2598πλοίων τούτων. Δὲν λέγω ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ φο-
2599ρολογήσωμεν περισσότερον τὸν Πειραιᾶ· τοὐναντίον, ἐὰν ἡ
2600διαφορὰ τοῦ φόρου ἦτο μεγάλη, θὰ ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἔ-
2601πρεπε νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ διαφορὰ εἶναι μι-
2602κρὰ, εἶναι λυσιτελὲς νὰ καθιερωθῇ μεταξὺ Πειραιῶς καὶ
2603Ἀθηνῶν τὸ ὁμοιόμορφον τοῦ φόρου.
2604§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε νομίζω ὅτι, ἐάν τις κατ’
2605ἐπάγγελμα οἰνοπώλης πωλήσῃ εἰς ἄλλο πρόσωπον ποσό-
2606τητά τινα οἴνου ἔστω καὶ κατωτέραν τῶν 100 ὀκάδων,
2607ὁ δὲ ἀγοραστὴς μεταφέρει τὸν οἶνον αὐτὸν εἰς ἄλλο μέ-
2608ρος διὰ νὰ πωλήσῃ λιανικῶς, ὁ πωλήσας εἰς αὐτὸν δὲν
2609ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν φορολογίαν, οὔτε ἔχει ἀνάγκην νὰ
2610ζητήσῃ οὐδεμίαν ἄδειαν· ἀλλ’ ἂν τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον
2611ἀγοράσῃ τὸν οἶνον αὐτὸν δὲν πρόκηται νὰ τὸν μεταπω-
2612λήσῃ, ἀλλὰ τὸν λαμβάνει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, καὶ εἴτε
2613θὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς ἄλλος μέρος, εἴτε θὰ τὸν μεταχει-
2614ρισθῇ εἰς τὸ ἴδιον μέρος, τί ἐννοεῖτε τότε, ὁ πωλήσας
261540, 50 ὀκάδας χωρὶς νὰ ᾖναι κατ’ ἐπάγγελμα οἰνοπώ-
2616λης, κάμει πρᾶξιν λιανικῆς πωλήσεως;
2617§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πώλησις πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ περιφε-
2618ρείας εἰς περιφέρειαν δὲν ἀποτελεῖ λιανικὴν πώλησιν,
2619διότι αὕτη περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἰδέαν τῆς τοπικῆς
2620καταναλώσεως· προκειμένου λοιπὸν περὶ τοπικῆς κατα-
2621ναλώσεως, ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ὅριον, ἐτέθη δὲ τὸ ὅριον
2622τῶν 100 ὀκάδων. Τοῦτο ἴσως θεωρηθῇ παρὰ τινων μὲν
2623ἀνώτερον τοῦ δέοντος καὶ παρ’ ἄλλων κατώτερον, ἀλλὰ
2624τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ προταθῇ ὡς τὸ κατάλλη-
2625λον. Πᾶσα λοιπὸν πώλησις, γινομένη πρὸς κατανάλωσιν
2626ἐν τῷ τόπῳ, θέλει θεωρηθῆ ὡς λιανικὴ, εὐθὺς ὡς εἶναι
2627κατωτέρα τῶν 100 ὀκάδων· οἱαδήποτε ὅμως πώλησις,
2628γινομένη πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, θεωρεῖται
2629ὡς χονδρικὴ πώλησις.
2630§75ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος πωλεῖται λιανικῶς
2631ἐντὸς τῶν πλοίων, εἰς ποίαν κατηγορίαν ὑπάγεται; τὰ
2632πλοῖα πωλοῦν καὶ λιανικῶς.
2633§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸς τοὺς ἐκτὸς τῶν πλοίων; Τοῦτο
2634περιέχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λέγοντι «ὡς τὰ προά-
2635στεια, παράλια κτλ.» Ὁ πωλῶν ἐκ πλοίου, πωλεῖ εἰς τὸ
2636παράλιον, καὶ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον. Ὅταν
2637πωλῆται ὁ οἶνος ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον, ἐννοῶ ὅτι τὸ
2638ζήτημα δύναται νὰ παρουσιασθῇ.
2639§77ΚΡΙΕΖΗΣ. Γίνονται καὶ τοιαῦται πωλήσεις ἀπὸ
2640πλοίου εἰς πλοῖον.
2641§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε δὲν πληρώνεται φόρος.
2642§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχο-
2643μεν 4 τροπολογίας τοῦ κυρίου Μητσοπούλου (ἀναγινώ-
2644σκεται).
2645(Ἀποῤῥίπτεται).
2646§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Μαν-
2647δάλου (ἀναγινώσκεται).
2648(Ἀποῤῥίπτεται).
2649§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Κωνσταντο-
2650πούλου (ἀναγινώσκεται).
2651(Ἀποῤῥίπτεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον πρῶτον).
2652§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον.
2653§83ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ διασαφηνισθῇ παρακαλῶ, Γυ-
2654θείου καὶ Οἰτύλου, ἐννοεῖ τὰς ἐπαρχίας, ὄχι μόνον τὰς
2655πόλεις.
2656§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2657(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον, 3ον καὶ 4ον).
2658§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον.
2659§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «χρῶμα».
2660(Διαγράφεται ἡ λέξις αὕτη καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ-
2661θρον· ὁμοίως τὰ 6 καὶ 7).
2662§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8.
2663§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔγεινεν ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐν χωρίοις
2664καὶ κώμαις, ὅπου ὑπάρχει πολὺς πληθυσμὸς, αἱ διατυπώ-
2665σεις αὗται δύνανται νὰ ἦναι ἐπιβλαβεῖς καὶ δύνανται
2666νὰ κωλύσουν τὴν πώλησιν ἐκτάκτως τοῦ οἴνου, τὴν πώ-
2667λησιν κατὰ τοιαύτην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε
2668νὰ πωλήσῃ μέρος μόνον τοῦ οἴνου του ὁ ἀμπελοκτήμων·
2669διὰ τοῦτο προτείνω νὰ γείνῃ μία προσθήκη· «ἐν χωρίοις,
2670ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς δυσχιλίας ψυχὰς,
2671ἀρκεῖ εἰδοποίησις τοῦ ἀμπελοκτήμονος ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου
2672πρὸς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸν Δημόσιον εἰσπράκτορα τῆς
2673περιφερείας».
2674(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8ον μὲ τὴν προσθήκην· ὁ-
2675μοίως τὸ ἄρθρον 9ον καὶ 10ον).
2676(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11 καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ
2677ἀντιῤῥήσεως).
2678§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
2679§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀντὶ δραχμῶν 8 νὰ τεθῶσιν 6, καὶ ἀντὶ
26804 μόνον 3. Νὰ γείνῃ δηλαδὴ περιορισμὸς τῆς ἀποζημιώ-
2681σεως τοῦ καταμετρητοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν συμ-
2682πραττόντων μετ’ αὐτοῦ.
2683§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον μετὰ
2684τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως;
2685§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2686§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14ον (ἀναγινώσκεται).
2687§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη
2688ἔνθα λέγει «οἴνους ἐλλιπῶς δηλωθέντας» νὰ προστεθῇ «ἢ
2689μηδόλως δηλωθέντας».
2690§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον μετὰ
2691τῆς προσθήκης;
2692§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
2693(Εἶτα ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15, 16, 17 ἄνευ ἀν-
2694τιῤῥήσεως).
2695§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18ον (ἀναγινώσκεται).
2696§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀντὶ τῶν λέξεων «ἡ πέραν τῶν ὀκτὼ ἡ-
2697μερῶν κτλ.» νὰ τεθῇ «ἡ πέραν τῶν 15 ἡμερῶν».
2698§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ;
2699§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2700§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκεται).
2701§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ τροποποιηθῇ ἀντὶ «100 ἕως 1000»
2702εἰς «100 ἕως 250».
2703§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2704(Γίνονται κατόπιν δεκτὰ τὰ ἄρθρα 20, 21, 22 καὶ
270523, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2706§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ 24 ὑπάρχει ἕτερον ἄρθρον, ἔ-
2707χον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
2708... τοῦτο λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ
2709Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
2710§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2711§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 25 τοῦ Νομοσχεδίου ἀπαλεί-
2712φεται, τὸ περὶ καταγγελίας διαλαμβάνον. Τίθεται δὲ
2713πρόσθετον «ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ὁ ἐπὶ
2714τοῦ διὰ θαλάσσης ἢ διὰ ξηρᾶς μεταφερομένου οἴνου,
2715γλεύκους καὶ σταφυλῶν καταργεῖται, ἐπιβάλλεται δὲ
2716ἔγγειος φόρος ἑνὸς λεπτοῦ».
2717§107ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὡς εἶπον καὶ χθὲς,
2718δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ τετραπλασιάσητε τὸν φόρον
2719(θόρυβος)· θὰ φέρετε καταστροφὴν (θόρυβος).
2720§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἀναγνωσθὲν
2721ἄρθρον;
2722§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2723§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρὸ τοῦ τελευταίου ἄρθρου παρακαλῶ
2724νὰ τεθῇ ἰδιαίτερον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις 20,000
2725δραχμῶν διὰ τὰς δαπάνας (θόρυβος).
2726§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται πρόσθετον ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀνα-
2727γινώσκεται).
2728Παραδέχεται ἡ Βουλή;
2729§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2730§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον τελευταῖον. «Πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ
2731τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος, κανονισθήσεται διὰ Βασιλι-
2732κοῦ Διατάγματος».
2733§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2734§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον;
2735§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Γίνεται δεκτόν.
2736§117ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει
2737ἀπαρτία (θόρυβος).
2738§118Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συναρμολογηθῇ τὸ Νο-
2739μοσχέδιον, κύριε πρόεδρε, νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευ-
2740τὰς τὴν Δευτέραν (θόρυβος). (Ἐγείρονται πάντες ν’ ἀνα-
2741χωρήσωσι).
2742§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις.
2743(Ὥρᾳ 8½ μ. μ).