1883.03.12
2.200 στίχοι · 16.661 λέξεις · 83 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77
τῆς 12 Μαρτίου 1883
(Σάββατον)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ Καλλιόπης Χρυσούλη, θυγατρὸς τοῦ ἐπὶ δεκαετηρίδας διατελέσαντος Κεντρικοῦ Ταμίου καὶ ἐνταῦθα θανόντος Κωνστ. Χρυσούλη, ἐξαιτουμένης μικρὰν χρηματικὴν βοήθειαν.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σταλῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συστηθῇ.
§5ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Παράπονον, κύριοι, ὑπάρχει ἐν τῇ κοινωνίᾳ κατὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ φόρος ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀπόρους καὶ ἡμιευπόρους καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς εὐπόρους καὶ πλουσίους. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, συμβαίνει, διότι δὲν ἐπείσθημεν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων φόρος εἶναι ὁ δικαιότερος. Εἶναι τῳόντι φόρος οὗτος, παρουσιάζων πολλὰς τὰς δυσχερείας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι αὐταί εἴτι μικραὶ εἰς κοινωνίας, εὐάριθμον ἐχούσας πληθυσμόν. Κοινωνία δὲ ὁποία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι καθίσταται ἐντελῶς εὐχερὴς ἡ ἐπιβολὴ αὐτοῦ. Τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος, ὅστις νὰ ἅπτεται τῆς περιουσίας τῶν εὐπόρων καὶ ἰδίως τῶν πλουσίων, ὅλοι αἰσθανόμεθα, καὶ ἀναχαιτιζόμεθα μόνον ὑπὸ τοῦ φόβου μὴ ἀπαντήσωμεν δυσχερείας περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐσκέφθην ἀρκούντως καὶ ἐγὼ καὶ εἶδον, ὅτι ἕνεκα τοῦ λόγου, ὃν ἀνέφερον, ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εἶναι εἰς ἄκρον εὐάριθμος, καὶ διὰ τοῦ ἐλέγχου τῶν τριῶν Ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι εἰς τὸ Κράτος ὡς ἐπιτηρητικαὶ τῆς βεβαιώσεως ὅλων τῶν ἄλλων φόρων— τῆς Δημοτικῆς, Διοικητικῆς καὶ τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας—δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν πλήρη ἐχέγγυα, ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου δὲν θὰ ἦναι ἄδικος. Δὲν εἶμαι ὁ πρῶτος, ὅστις ἐσκέφθην περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ὑπάρχουν δύω ἕτερα Νομοσχέδια ἐκκρεμῆ, τὸ τοῦ κ. Τουρνάκη καὶ τὸ τοῦ κ. Βαλσαμάκη, ἀλλὰ ταῦτα, ἀντὶ νὰ διευκολύνωσι τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου φόρου, καθιστῶσιν ἀδύνατον αὐτὴν, διότι ἄρχονται ἀπὸ ἑνὸς ὅρου, ὅστις ἀποκρούεται καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς ἡμιευπόρους, διότι τὸ 10% βεβαιότατα εἶναι ἐνοχλητικώτατον εἰς πάντα ὅστις δὲν ἔχει μεγάλην περιουσίαν, καὶ ἐννοεῖται ὅτι τότε κερδίζουν οἱ πλούσιοι. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅπου, ὡς γνωστὸν, ἐγεννήθη ὁ φόρος οὗτος, ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς καὶ ἑνὸς τετάρτου ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ὅταν ὁρίζηται εἰς τρία δηνάρια ἐπὶ τῆς λίρας, καὶ μόνον εἰς κατεπειγούσας ἀνάγκας ἀνέρχεται εἰς 6½%. Πέρυσιν ἦτο ὀλίγον ἄνω τῶν 2%, ἦτο 5 δηνάρια ἐπὶ τῆς λίρας, ἤτοι 2½%. Ἐφέτος εἶναι 2¾, σχεδὸν ἀκριβῶς 2 17]24, διότι τὰ 5 δηνάρια ἐγένοντο 6½. Κατὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον εἶχεν ἀνέλθει εἰς 16 δηνάρια, ἤτοι εἰς 1 καὶ ⅓ τοῦ σελινίου ἐπὶ ἑκάστης λίρας, ἤτοι εἰς 6½%. Τότε βεβαίως ἐννοεῖ ἕκαστος, ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἐπαισθητὸς, ἀλλ’ ἔχει τὸ μέγα πλεονέκτημα ὅτι εἶναι εὐμετάβλητος. Κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δύναται νὰ τὸν ὑψώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ τὸν ἐλαττώσῃ. Τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ Νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι τηρεῖ τὴν ἀναλογίαν, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἀπόρων καὶ τῶν πλουσίων. Ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1% δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰσόδημα ἀπὸ 500–1000 δραχμῶν, καὶ φθάνει κατ’ ἀναλογίαν βαθμιαίως μέχρι τοῦ 12%, ὅταν ὁ φορολογούμενος ἔχει πρόσοδον 400,000 κατ’ ἔτος. Τότε, κύριοι, ὅστις ἔχει εἰσόδημα 1000 δραχμῶν κατ’ ἔτος δὲν θὰ δυσαρεστηθῇ νὰ πληρώσῃ 10 δραχ. κατ’ ἔτος, οὐδὲ ὁ ἔχων 450,000 νὰ πληρώσῃ 54,000 εἰς τὸ Ταμεῖον. Ἑτέρα διάταξις, ἡ ὁποία θὰ εὑρεθῇ εἰς ἄκρον λυσιτελὴς εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἀγοραστὴς ἀκινήτων καὶ κινητῶν κτημάτων θὰ ἦναι ἀλληλεγγύως συνυπόχρεως μετὰ τοῦ φορολογουμένου πωλητοῦ, ἐὰν ὁ φορολογούμενος δὲν φέρει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον. Ἐὰν ὁ θεσμὸς οὗτος ὑπῆρχε καὶ πρότερον, βεβαιωθῆτε ὅτι τὰ 100 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σήμερον ὀφείλονται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δὲν θὰ ὠφείλοντο βεβαίως. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὀφειλὴ λόγῳ καθυστερούντων φόρων δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Ἕτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου εἶναι, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνουσι φόρους ἀμέσους, τοὺς συμψηφίζουσι μὲ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ἐννοεῖται ἐντεῦθεν, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ δυσάρεστος φόρος ἄμεσος, δύναται ἀξιόλογα νὰ τεθῇ κατὰ μέρος, διότι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἀναπληροῖ αὐτόν. Καθ’ ὑπόθεσιν μέγα ζήτημα ἐγεννήθη περὶ τοῦ φόρου τῶν οἴνων. Καὶ τῳόντι εἶναι ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς ἄκρον, διότι ἕνεκα τοῦ δυστυχήματος τῆς φιλλοξήρας, ὅπερ κατέστρεψε τὰς ἀμπέλους τῆς Γαλλίας, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ παύσῃ, διότι, ὡς ἀνέγνων, μᾶλλον ἐπιτείνεται, καὶ οὐδεμία προτείνεται θεραπεία ἄλλη παρὰ νὰ μεταφυτευθῶσιν εἰς Γαλλίαν Ἀμερικανικαὶ ἄμπελοι...
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπέτυχε καὶ αὐτό.
§7ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀξιόλογα δύναται νὰ παραλείψῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων, διότι ἔχει τὸν ἄμεσον φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· καὶ ἂν ὁ φορολογούμενος, ὅστις παράγει 1000 ὀκάδας οἴνου, μείνῃ ἐλεύθερος τοῦ φόρου τούτου ὠφελεῖται μόνον διότι ἡ θέσις του ὡς πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου θέλει βελτιωθῆ. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἔχομεν τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις ἀσφαλίζει τὸ Δημόσιον, καὶ ὅστις εἰσπράττεται ἄνευ ἐνοχλήσεως, ἡ δὲ ἐνόχλησις διὰ τὸν φορολογούμενον εἶναι χεῖρον κακὸν παρὰ τὴν πληρωμὴν 5 ἢ 15 δραχ. κατ’ ἔτος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τυπωθῇ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω περὶ τούτου, καὶ ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅσον τάχιον. Ὠφελούμενος τῆς περιστάσεως ταύτης, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν οἱ Μηχανικοί, οἵτινες ἦλθον προσκληθέντες ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ἵνα χαράξωσι καὶ κατασκευάσωσι τὰς ἐθνικὰς ὁδοὺς, ἔλαβον ὁδηγίας, ὥστε αὐταὶ νὰ γείνωσι μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε λίαν ἐμφρόνως τὴν Κυβέρνησιν νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου. Εἶμαι ἐντελῶς πεπεισμένος, ὅτι ἄριστα ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα τῶν στενῶν σιδηροδρόμων, ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀλληλεθνὴς σιδηρόδρομος, μέλλων νὰ συνδέσῃ τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Εὐρώπην. Τὸ σύστημα τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐθνικὰς ὁδούς. Ἤκουσα σοφὸν Μηχανικὸν φέροντα τὰ παραδείγματα τῆς Εὐρώπης, ὅπου ὑπάρχουν ἐθνικαὶ ὁδοί, αἱ ὁποῖαι καταντῶσι νὰ ἦναι στεναὶ μέχρι 4 μέτρων, ὃ παρατηρεῖται καὶ εἰς τὰς Ἄλπεις καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι πλατύτεραι τῶν 5 μέτρων, ὅπου δὲν ὑπάρχει μεγάλη χρῆσις ἐμπορική. Καθ’ ὑπόθεσιν εἰς Καρπενήσιον, εἰς Καλάβρυτα, καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πετιμεζᾶν ν’ ἀναφέρω τὴν Ἐπαρχίαν του...
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποῖον, διότι εἶναι δύω.
§9ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς λαμβάνει περισσότερον τὸν λόγον καὶ εἰς τὰ ζητήματα τὰ Ἐπαρχιακά· διότι εἰς τοῦτο μᾶς φέρει τὸ Πολίτευμα, τουτέστιν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι νὰ λαμβάνωσι πλειότερον τὸν λόγον καὶ οἱ συμπολιτευόμενοι ὀλιγώτερον· καὶ ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται ἡ μέχρι τοῦδε σιωπὴ ἐμοῦ τοῦ συμπολιτευομένου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τόσας ἐνοχλήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὥστε ἐὰν καὶ ἡμεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν δὲν ἐσιωπῶμεν θὰ ἀνετρέπετο τὸ οἰκοδόμημα, ὅπερ ἐννοοῦμεν, νὰ συγκρατήσωμεν. Αἱ ἄλλαι ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι πόλεις μεγαλειτέρου ἐμπορίου, δύναται νὰ ἦναι πλατύτεραι καὶ μέχρις 8 μέτρων. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αἱ Ἐπαρχίαι ἔχουσι ἀξίαν ὡς τὸ Κράτος. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν Ἐπαρχίαν τῶν Κυθήρων, ἡ ὁποία παράγει ἑκατομμύρια λεμωνίων, πορτοκαλλίων καὶ κίτρων, τὰ ὁποῖα χάνονται κατ’ ἔτος, διότι δὲν ἔχομεν συγκοινωνίαν. Πρὸ 3 ἐτῶν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ ἓν πρόσθετον σταθμαρχεῖον εἰς ἕνα λιμένα, ὅπως γίνεται ἐφικτὴ ἡ προσέγγισις ἀτμοπλοίου καὶ παρέχηται μεγάλη δι’ αὐτοῦ εὐκολία εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς νήσου ἐν καιρῷ χειμῶνος, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἐπαρχιακὰ συμφέροντα παραγκωνίζονται ἕνεκα τῶν γενικῶν.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πόσα μέτρα εἶναι αἱ ὁδοὶ πλατεῖαι εἰς τὰ Κύθηρα;
§11ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ Κυθήρων. Αἱ ὁδοὶ, τὰς ὁποίας κατασκεύασαν ἐκεῖ οἱ Ἄγγλοι, σπανίως ἔχουσι πλάτος ἄνω τῶν 6 μέτρων. Παρατηρῶ δὲ ὅτι ἐμέμφθη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ ἁρμοστοῦ Sir S. Adam τὸν Διοικητὴν, ὅστις ἠθέλεσε νὰ κάμῃ γεφύρας πολυδαπάνους· αὗται δὲν εἶναι πλέον γέφυραι, τῷ εἶπεν ὁ ἁρμοστὴς, εἶναι μνημεῖα. Τῷ ὄντι εἰς τὰ Κύθηρα ὑπάρχει γέφυρα 13 τόξων, διετρήθη δὲ βράχος ἵνα δύνανται οἱ προσκυνηταὶ νὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν Μονὴν τῶν Μυρτηδίων. Αὐτὰ εἶναι ἔργα πολυτελείας. Ἰδοὺ διατί φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει ἄριστα, ἂν περιορίσῃ τὸ εὖρος τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν οὕτως, ὥστε νὰ προέλθῃ τοιαύτη οἰκονομία, ὥστε νὰ ὠφελῶνται καὶ αἱ Ἐπαρχίαι. Ἐκεῖ ὅπου ἀπαιτεῖται εὐρύτης μεγαλειτέρα, νὰ δοθῇ μέγα πλάτος, καθὼς π. χ. ἡ λεωφόρος τῶν Πατησίων εἶναι ἄχρηστος, διότι δὲν εἶναι ἀρκούντως εὐρεῖα, ἵνα ἐπ’ αὐτῆς κινῶνται ἅμαξαι πολλαὶ καὶ κάῤῥα. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, διότι ὑπάρχει παράπονον εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ὅτι ὅλα τ’ ἀγαθὰ τοῦ Κράτους δαψιλεύονται εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, καὶ διότι οἱ ξένοι εἰς μὲν τὰς Ἀθήνας βλέπουν μίαν πόλιν Εὐρωπαϊκὴν, εἰς δὲ τὰς Ἐπαρχίας κατάστασιν ἡμιβάρβαρον. Τὰς σκέψεις ταύτας εἶχον νὰ ὑποβάλλω.
§12ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠδικήσατε τὰ Καλάβρυτα, διότι ἡ ὁδὸς τῶν Καλαβρύτων εἶναι ἐμπορικωτάτη, καθόσον συνενώνει τὸν δρόμον Σπάρτης, Τριπόλεως, Καλαμῶν, Ναυπλίας καὶ Γόρτυνος μὲ τὰς Πάτρας.
§13ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μηχανικὸς μοῦ τὸ εἶπε.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Μηχανικὸς ὁ ξένος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ τὰ τοῦ ἐμπορίου.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργόν. Εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Μεγαρίδος εἰς τὸν Δῆμον Εἰδυλλίας ὑπάρχουν λειβάδια κοινοτικὰ, τῶν ὁποίων τὴν ἐνοικίασιν ἀπεφάσισε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ προσδιώρισαν τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον ἤθελον πληρώσει τὰ ξένα ζῷα δι’ ἀντίτιμον βοσκῆς. Τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐνέκρινε καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ Νομαρχία καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς ἐγένετο δημοπρασία καὶ ἡ ἐνοικίασις, ἣν καὶ ταύτην, γνωμοδοτήσει τοῦ ἰδίου Συμβουλίου, ἐνέκρινεν ἡ Νομαρχία. Μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ὁ ἐνοικιαστὴς ὑπέγραψε τὰς ὁμολογίας καὶ ἐπλήρωσε καὶ μέρος τοῦ ἐνοικίου σχεδὸν τὸ ἥμισυ, οἱ κάτοικοι τοῦ παρακειμένου Δήμου τῶν Ἐρυθρῶν κατώρθωσαν, νὰ τροποποιήσῃ ἡ Νομαρχία τὸ ποσὸν τοῦ νομίστρου, ὅ ἐστὶ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐνοικίου τῆς νομῆς τῶν ξένων ζῴων, περιορίσασα αὐτὸ διὰ τὰ τῶν ἐξ Ἐρυθρῶν εἰς τὸ δέκατον παρ’ ὅσον διέλαβεν ἡ διακήρυξις, τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ ἐνοικίασις, καὶ ἐκ τούτου ὡς ἦτο φυσικὸν προὐκάλεσεν ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεων ἀπὸ μέρους τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ἀπορῶ πῶς ὁ Νομάρχης καὶ φίλος μου Κ. Δημητριάδης ἐξέδοτο τοιοῦτον ἔγγραφον, δι’ οὗ ὑποβάλλεται εἰς τοιαύτην ζημίαν ὁ Δῆμος Εἰδυλλίας. Καταθέτων τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕνδεκα, ἅπαντα ἐπίσημα, παρατηρῶ, ὅτι οὐδόλως ἠδύνατο ὁ Νομάρχης νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν διέλαβον, περιπλοκήν, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ πίεσις ἐκ πολιτικῶν ἀπαιτήσεων, καὶ ὅσον μεγάλη καὶ ἂν ᾖναι ἡ προστασία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ πιέσαντος τὸν Νομάρχην πολιτικοῦ προσώπου, διότι ἡ ζημία, ἣν ἐκ τούτου θὰ ὑποστῇ ὁ Δῆμος Εἰδυλλίας, εἶναι σπουδαία.
§16Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι κατὰ τὸ διέπον Πολίτευμα, κατὰ τὸν θεμελιώδη τοῦ Κράτους Νόμον, ὁ ἔννομος ἐκεῖνος ἀνταγωνισμὸς, ὅστις συντελεῖ εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ λαοῦ πρὸς τὴν καλλιτέραν τῶν πραγμάτων διεύθυνσιν. Δυστυχῶς ὅμως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε διεψεύσθη ἡ μεγίστη αὕτη ἀρχὴ, καὶ ἡ φωνὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἤδη θέλομεν ἴδει ἂν πράγματι ἡ ἀλάθηστος αὕτη ἀρχὴ, ἡ μόνη ῥήτρα, περὶ ἧς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων βουλευτὴς ἐξήνεγκε τὴν ὑγιεστέραν γνώμην, ἤδη λέγω, θέλομεν ἴδει ἐὰν ἐπαληθεύῃ. Ἀρκετὰ ἡ μέλισσα τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς προσεπάθησε νὰ εἰσκομίσῃ ὑλικὰ κέρδη, ἀρκετὰ ἡ Βουλὴ ἐνησχολήθη εἰς φορολογίας, εἰς ἀνεμωλίους περὶ σιδηροδρόμων καὶ ὁδῶν σκέψεις, καὶ ἀρκετὰ δυστυχῶς ἔτι καὶ νῦν ἐνασχολούμεθα καὶ χανόμεθα περὶ τὰ τοιοῦτα. Ἡ μέλισσα αὕτη, ἡ λεγομένη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν κερδῶν ἔχει ἀνάγκην καὶ ἠθικῶν κερδῶν, διότι ταῦτα συντελοῦσιν εἰς τὴν ὑγείαν αὐτῆς, διότι δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἂν δὲν ἔχῃ ὥρας ἐλευθέρως ν’ ἀναπνέῃ. Τί θέλετε τοὺς Νόμους, τί θέλετε τὰς φορολογίας ἐπὶ λαοῦ, ὅστις ὁμοιάζει ἀσθενοῦντα ἐν Νοσοκομείῳ; Ὁ ἀσθενὴς, παλαιστὴς δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ποῦ θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε τοὺς Νόμους, καὶ τίνα λαὸν θέλετε νὰ φορολογήσητε, ὅταν ὁ λαὸς καὶ ἐὰν πταίῃ φυλακίζεται, καὶ ἐὰν δὲν πταίῃ ῥίπτεται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δυστυχῶς ἀγοράζει τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ καὶ τὸ ἔγκλημά του; Καὶ μετὰ ταῦτα σᾶς ἐρωτῶ, κ. Βουλευταὶ, σᾶς ἐρωτῶ ναί, τί ἐσκέφθημεν περὶ τροποποιήσεως τοῦ κατατρύχοντος καὶ καταφθείροντος τὴν Ἑλληνικὴν ἠθικὴν ὁρκωτικοῦ συστήματος, ἢ πότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν ὡς ἐγγραφεῖσαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρότασιν τινα ἐπείγουσαν, ὡς ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἠθικὴν τῆς ἡμετέρας κοινωνίας βελτίωσιν, ἢ ὡς εἰσαχθεῖσαν ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ Βουλευτοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀριστεράν; Πρὸ πόσων ἡμερῶν ἡ περὶ ψευδορκίας πρότασίς μου διενεμήθη πρὸς ὑμᾶς, κ.κ. Βουλευταὶ, καὶ διὰ τί αὕτη δὲν ἀνεγράφη εἰσέτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι βοῶμεν ἐν ἐρήμῳ ἡμεῖς· ἀλλ’ ὁπόταν ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας ἡμῶν ὁσημέραι ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων τῶν νόμων καταπίπτῃ, ὅταν προφανῶς ἀπεμπολῆται ἡ δικαιοσύνη, ὁπόταν ἀγοράζηται καὶ πωλεῖται τὸ ἔγκλημα, δημοπρατῆται σχεδὸν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν συμπολιτῶν μας, νομίζετε ἡμεῖς, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγείρηται φωνὴ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ ἡ τῆς πλειοψίας ἰσχὺς ν’ ἀργῇ; Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς διεβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι συνεκάλεσεν Ἐπιτροπὴν, ἵνα σκεφθῇ μετ’ αὐτῆς πρὸς καταρτισμὸν Νόμου περὶ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν μελετῶν αὐτῆς μένει εἰσέτι εἰς τὸ γραφεῖον αὐτοῦ. Ἐν τούτοις, τὰ δικαστήριά μας, προκειμένου ν’ ἀποδώσουν ποινικὴν δικαιοσύνην, κατέστησαν ἀνίκανα, οἱ Πρόεδροι τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων δὲν προφθάνουσι ν’ ἀποστέλλωσιν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοὺς ψευδορκοῦντας· ἡ ψευδορκία εἶναι νόσημα ῥιζικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θεραπευθῇ τάχιστα. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ἔχετε ἐγκληματίας, ἐν ὅσῳ ἀπεμπολεῖται ἡ Δικαιοσύνη, ἐν ὅσῳ ἀγοράζεται ἡ ἐνοχὴ, μὴ φροντίζετε περὶ φόρων· οἱ φόροι ἐν τοιαύτῃ κοινωνικῇ καταστάσει εἰσπράττονται πρὸς διατροφὴν ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν τέλος πάντων ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ταχυτέραν εἰσαγωγὴν τῶν ὡς προελέχθη ἑτοιμασθέντων Νόμων περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ἀπὸ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προτάσεώς μου περὶ ψευδορκίας, ἥτις οὐδεμίαν μάλιστα συζήτησιν θέλει προκαλέσει, ἵνα παρεμποδίσῃ τὴν συζήτησιν τῶν περὶ φόρων Νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως· ἀνάγκη, κκ. Βουλευταὶ, νὰ γείνῃ ἀρχὴ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοιούτων ἐπειγόντων νομοθετημάτων· ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντὸς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καίτοι μειδιῶν ἀκούων με, δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν σοβαρότητα τῶν λεγομένων, πλὴν ἂν πιστεύῃ καὶ οὗτος, ὅτι ἡ φωνή μου εἶναι φωνὴ βοῶσα ἐν ἐρήμῳ.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Λάθος ἔχετε, μὴ σχολιάζετε τὸ μειδίαμά μου οὕτως.
§18ΤΖΑΝΕΣ. Ἔμαθον καὶ νὰ ψυχολογῶ, κ. Ὑπουργὲ, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ μειδίαμά σας δὲν ἐσχολίασα κακῶς.
§19ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κακὸν, ἀνεμώλια βάζειν.
§20ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἔλαβον ὡς γέρας τὸν Χρυσολορᾶν ἐν τῇ Σχολῇ, ἐν ᾗ ἐσπούδασαν, διότι δυστυχῶς δὲν μ’ ἐννοοῦσιν οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἀγνοοῦντες τὴν θείαν τοῦ Βιργιλίου καὶ τοῦ Κικέρωνος γλῶσσαν, παραχαράσσουσιν αὐτὴν εἰς τὰ ἀρδιλαβαρδιχάβιλα· δὲν ἀναμένω νὰ μ’ ἐννοήσῃ ὁ κύριος Ἀρδιλαβαρδιχάβιλα Βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς· ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλήν. Τέλος πάντων, κύριοι Βουλευταὶ, σπουδαίως φρονῶ, ὅτι ἐνταῦθα ἐκλήθημεν οὐχὶ νὰ δημοκοπήσωμεν, οὐχὶ νὰ ἐξαπατήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες μᾶς ἀπέστειλαν, οὐχὶ νὰ παίξωμεν, θεραπεύοντες μόνον τὰ ἴδια συμφέροντα, ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως, καὶ περὶ σπουδαίων νὰ σκεφθῶμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὡμίλησα πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ σπουδαίων κοινωνικῶν ἀναγκῶν, καὶ θεωρῶ ἐμαυτὸν συνεπῆ πρὸς τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον καὶ τὴν ἀποστολήν μου ἀπαρεγκλίτως πιστόν· ἤδη ἐναπόκειται μετὰ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα καὶ πρὸς ὑμᾶς, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ πράξητε τὸ ὑμέτερον καθῆκον.
§21ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§22Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Ἄρνης τῆς Ἐπαρχίας μου, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσωσιν, ὅπως συστηθῇ Εἰρηνοδικεῖον ἐν τῷ Δήμῳ ἐκείνῳ. Εἶναι δὲ δικαία ἡ αἴτησις αὕτη, διότι ὁ Δῆμος Ἄρνης μετὰ τοῦ Δήμου Γαυρίου, ἀποτελοῦσι μεγάλην Εἰρηνοδιακὴν περιφέρειαν, ἀπέχουσι δὲ τὰ χωρία τῆς Ἄρνης ἐπὶ 5 καὶ 6 ὥρας ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ ταλαιπωροῦνται μεγάλως οἱ κάτοικοι, ἀναγκαζόμενοι νὰ μεταβαίνωσι διὰ τὰς ὑποθέσεις των εἰς Γαύριον διὰ τῶν μακρῶν καὶ δυσβάτων ἐκείνων ἀποστάσεων· ζημιοῦνται δὲ μεγάλως, ὑπέρογκα καταβάλλοντες ὁδοιπορικὰ ἔξοδα καὶ δικαιώματα, ὅταν καλῶσι τὸν Εἰρηνοδίκην δι’ ἐπιτοπίους ἐξετάσεις καὶ διὰ προσωρινὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι συνηθέστατα ἐκεῖ, καὶ ὅταν καλῶσι τὸν συμβολαιογράφον συμβαλλόμενοι μὴ δυνάμενοι νὰ ὁδοιπορήσωσι. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκτελέσῃ τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν Κοινότητος ἐργατικωτάτης καὶ τὰ μάλα φορολογουμένης.
§23ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴν ὅτι, ἐνῶ ἡ Σύνοδος ἡμῶν αὕτη ἐγγίζει εἰς τὴν λῆξιν αὐτῆς, οὐδὲν ἐψηφίσαμεν ἐξ ὅσων συνδέονται μὲ τὰς πρὸς θεσμοθεσίας κοινωφελεῖς ὁπωσδήποτε ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἃς ὠφείλομεν νὰ ἐνομοθετοῦμεν, ὅπως προβλέψωμεν ἢ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ κατὰ τὴν κοινὴν εὐνομίαν. Ἐννοῶ, ὅτι κατὰ καιροὺς ὑπεβλήθησαν διάφορα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι τὰ συμφέροντα κοινοτήτων, ὁμάδων, πόλεων καὶ Ἐπαρχιῶν, καὶ ἐθνικῶν ἐν γένει, καὶ δὲν ἐπεψηφίσθησαν. Ὑπενθυμίζω ὑμῖν τὸ Νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον τὴν ἐπίμονον ἀξίωσιν τοῦ κυρίου Στεφανοπούλου καὶ ἄλλων συναδέλφων διὰ τὰς ζημίας, αἵτινες γίνονται ἐκ παρανόμων βοσκῶν. Καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε πολλὰς διαστάσεις, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὡς ἐδάφιον 7ον τοῦ ἄρθρου 422 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ τιμωρῶνται καὶ οἱ παρανόμως νεμόμενοι τὴν ἀκίνητον περιουσίαν. Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης δύναται νὰ θεραπευθῇ ἡ μάστιγξ αὕτη, ἥτις καταπιέζει τὴν γεωργικὴν τάξιν. Δὲν ὑπάρχει κτῆμα ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι ἐξησφαλισμένον· ὁ ποιμὴν νομίζει, ὅτι δύναται νὰ βόσκῃ αὐτογνωμόνως ἄνευ ἀποζημιώσεως πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ κατόπιν νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ἓν μικρὸν πρόστιμον. Καὶ ἄλλοι τινὲς Νόμοι τοιοῦτοι γενικοῦ συμφέροντος ὑπεβλήθησαν καὶ δὲν ἐπεψηφίσθησαν. Ὁ κύριος Τζάνες ἐζήτησε πρὸς τούτοις νὰ ψηφισθῇ Νόμος περὶ ψευδορκίας καὶ ὁρκωτικοῦ συστήματος, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὑπέδειξεν ὅτι ἔχει παρεσκευασμένον τοιοῦτον. Ἀλλ’ εἶναι μάταιοι οἱ Νόμοι οὗτοι, διότι τίποτε δὲν εἶναι οἱ Νόμοι ἄνευ τῶν ἠθῶν· τοῦτο εἶπον καὶ οἱ Ρωμαῖοι. Τὰ ἤθη δὲ εἶναι διπλᾶ, ἤθη πολιτικὰ καὶ ἤθη ἰδιωτικὰ, δηλαδὴ οἰκογενειακὰ ἠθικὰ καὶ θρησκευτικά. Πολιτικὴν ἠθικὴν δὲν ἔχομεν, θρησκευτικὴν δὲν ἔχομεν· εἰς τί λοιπὸν μᾶς χρησιμεύουσιν οἱ Νόμοι, ὅταν ἕνεκα τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῶν ἠθῶν ἅπαντας τοὺς καταδολιευώμεθα; Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ θροῦς περὶ τοιούτων Νόμων δὲν εἶναι ἢ —καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἴσως πρὸς ὑμετέραν φαίδρυνσιν,—δὲν εἶναι ἢ θροῦς ἐπὶ συμπτωμάτων περὶ τῆς νόσου· οὐδεὶς μεριμνᾷ, τὸ αὐτὸ ποιοῦντες κατὰ Πλούταρχον, ὡς ἄν τις τοῦ μὲν ὑποδήματος φροντίζει, τοῦ δὲ ποδὸς ὀλιγώρως ἔχει. Ἑπομένως ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω πάλιν, ἴσως φορτικῶς, ὅτι πάντα ταῦτα μίαν ἐπιδέχονται θεραπείαν, τὴν σύστασιν τριακονταμελοῦς ἐπιτροπῆς (ἱλαρότης). Τὸ προέβλεπον· διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ Ποινικὸς ἡμῶν Νόμος προβλέπει περὶ πάντων· μήπως δὲν προβλέπει περὶ ψευδορκίας, μήπως τὸ ἰσχῦον ὁρκωτικὸν σύστημα, δὲν εἶναι καλόν; δὲν λειτουργεῖ ὅμως καλῶς, διότι ἔνορκοί τινες ἀποστέλλονται, κατὰ μέγαν ἀριθμὸν καὶ οἱ πλεῖστοι, πρὸς ἀπόληψιν τοῦ ἡμερησίου ἄρτου· τοῦτο δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Κωνσταντόπουλος, ὡς χρηματίσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη Εἰσαγγελεύς. Οἱ δὲ ἐν καταστάσει ἔνορκοι ἀποφεύγουσι νὰ ὑπάγωσι, διότι δὲν ἐνόησαν τὸ ὕψος τῶν ποὺς τὴν πατρίδα ὑποχρεώσεων. Αὐτὸ εἶναι πλημμέλεια ἠθῶν, ὄχι Νόμων ἔλλειψις. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι μεθ’ ὅλην ἐκείνην τὴν συσσώρευσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοσούτων Νομοσχεδίων, τῶν μὲν φορολογικῶν, τῶν δὲ ὅλως ἀλυσιτελῶν πρὸς τὴν τοῦ λαοῦ ὠφέλειαν, καλὸν εἶναι καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ βοσκῆς, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Στεφανόπουλος εἰσήγαγε, νὰ ψηφισθῇ· διότι κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον πάλιν δὲν θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐγκαίρως, καὶ κατ’ ἔτος βαρείας πάλιν θὰ ἔχωμεν τὰς ζημίας τὰς ἀγροτικάς. Διὰ τοῦτο λοιπὸν λέγω, ὅπως ἡ Βουλὴ συγκληθῇ πρότερον, κατὰ τὸν Ἰούλιον ἢ τὸν Αὔγουστον, ὅπως καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους ψηφίσῃ ἐγκαίρως, καὶ τὰ τοιαῦτα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως τῆς χώρας κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν τοῦ ἐθνικοῦ βίου, νὰ ψηφισθῶσι. Δυστυχῶς ὅμως, δὲν ἀκούομαι, διότι δυστυχῶς δὲν εἴμεθα ὁ ἀριθμὸς ὁ ἐπιβάλλων. Καὶ τῷ ὄντι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐποχῇ ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τὸ ἀλφαβητικόν· εἶναι τὰ 24 γράμματα, 7 φωνήεντα καὶ 17 σύμφωνα· ἄλλο τι δὲν ὑπάρχει· ἐάν τις δὲν συγκαταλέγηται τούτοις τοῖς ἀφώνοις δὲν ἔχει σημασίαν ἢ ἀξίαν, περιττεύει, διότι οὐδαμῶς λαμβάνεται εἰς συλλαβισμὸν, εἶναι 25 γράμματα, καὶ ἡ Πολιτεία μας ἔχει 24· ἄλλαι γλῶσσαι, οἷον ἡ Ρωσσικὴ ἢ Σανσκριτικὴ ἔχουν 25 καὶ πλέον, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ἐὰν θελήσωσι νὰ γείνουν 25 γράμματα, ὅπως εἶναι τὰ Ρωσσικὰ, δὲν συλλαβίζονται· πρέπει νὰ συνδυασθῶσι τὰ φωνήεντα μὲ τὰ σύμφωνα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔγεινα καταληπτὸς (ἱλαρότης). Λοιπὸν δὲν συλλαβίζονται. Ἐνταῦθα δὲ τοῦ λόγου, ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας ὅπως καὶ ἐν τῇ ἐνεστώσει καταστάσει τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑποβάλλω μίαν τινὰ, κατ’ ἐμὲ, ὀρθὴν κρίσιν. Πληροφοροῦμαι ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι γίνεται σκέψις περὶ ἀνευρέσεως ἀρχηγοῦ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει (ἱλαρότης). Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι, νὰ μὴ εὑρεθῇ ὁ ἀρχηγός.
§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί;
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ πολιτευώμεθα ὡς ἐν ταῖς ἀρχαίαις Πολιτείαις, ἐν αἷς οἱ ἄγοντες τὰ πλήθη, οἱ πρόβουλοι, δὲν ἦσαν οὐδὲ δημοτικοὶ πάρεδροι, ὄχι ἀρχηγοὶ κομμάτων. Τὰ πλήθη ἐκεῖνα ἤγοντο ὑπὸ ἑνὸς ἰδιώτου, καὶ καθὼς καὶ ἄλλοτε εἶπον, δὲν ὑπῆρχε τότε αὐτὸς ὁ κομματισμὸς, νὰ ἄρχῃ ὁ Περικλῆς ἑνὸς κόμματος, ἢ κατόπιν ὁ Νικίας, ἢ ὁ Ἀλκιβιάδης, ἢ ὁ Δημοσθένης, ἀλλὰ, διὰ τὸ κρείττονα λέγειν, ἠκούετο καὶ ἠκολουθεῖτο.
§27ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι· καὶ σᾶς φέρω τὴν ἑξῆς ἀπόδειξιν· ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσωσιν οἱ Ἀθηναῖοι τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Σικελίας· τίς τὸ ἀποφάσισε; ἡ συμπολίτευσις ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις;
§29ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ Δῆμος.
§30ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ τὸν Δῆμον, τίς τὸν ἔπεισε;
§31ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ Ἀλκιβιάδης.
§32ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Οὗτος ἦτο ἀρχηγὸς φατρίας;
§33ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Βέβαια.
§34ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ εἶχε καὶ Ὑπουργεῖον; Καὶ ὅτε κατόπιν παρουσιάσθη ὁ Κλέων ὁ δημαγωγὸς, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη ὅτι θέλει εἰς 20 ἡμέρας τελειώσει τὸν πόλεμον εἰς Σφακτηρίαν καὶ φέρει τοὺς Σπαρτιάτας εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐπέτρεψαν τὸν πόλεμον τοῦτον, μᾶλλον διὰ νὰ γελάσωσιν ἀναθέντες αὐτῷ τὴν ἀρχηγίαν, Ὑπουργεῖον ἐσχημάτισαν; καὶ κόμμα ὑπερίσχυσε; καὶ τίς ὁ ἡττώμενος τότε; Ὁ Δῆμος αὐτὸς ἑαυτὸν ἀντεπολιτεύετο; Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς πατρίδος, ἐὰν δὲν ἐκλείψωσι τὰ κόμματα, ἐὰν μὴ ὅλοι σχηματίσωμεν ἓν κόμμα, καὶ ἐάν τις ἐκεῖθεν ἢ ἐντεῦθεν λέγῃ τι ὀρθὸν, νὰ τὸ ἐγκρίνωμεν καὶ νὰ ἀφίνωμεν τὴν ἐκτέλεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ ὑφίσταται τότε, τῇ ἀνοχῇ πάντων, ἐφ’ ὅσον πιστῶς ἐκτελῇ τὰς προαιρέσεις τῆς Βουλῆς. Εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν, ἐναπόκειται εἰς τὴν Ἐξουσίαν τὴν ἄλλην ἡ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἀντικατάστασις καὶ ἡ ὁποία θὰ καλῇ ἕνα ἀντιπρόσωπον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ θὰ καλῇ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶπεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη· ἡ δὲ ὑπηρεσία θὰ λειτουργῇ τακτικῶς καὶ ὁμαλῶς. Ἀκροθιγῶς ἔθιξα καὶ τὰ περὶ τούτου, ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς σπουδαιοτέρους καὶ σοβαρωτέρους ἀντιπροσώπους νὰ μελετήσωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἀλλὰ σχετικῶς μ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι λήγει ἡ Σύνοδος, ὑπενθυμίζω πάλιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸ ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Τροιζηνίας ἔχει ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τοῦ λιμενικοῦ ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται Νόμος περὶ τούτου, καθόσον εἶδα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπεκτείνεται διὰ Διατάγματος ἡ ἐπιβολὴ φόρων· ἄρα, ἀφοῦ γίνεται τὸ βαρύτερον, δύναται νὰ γείνῃ καὶ τὸ ὀλιγώτερον. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ἤδη νὰ ψηφίσωμεν Νόμον δὲν ἔχομεν καιρὸν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ Διατάγματος νὰ ἐγκρίνῃ τὰ ἐν τῷ ψηφίσματι ἐκείνῳ ἐψηφισμένα, καὶ καταργήσῃ ἢ περιστείλῃ τοὺς διαφόρους λιμενικοὺς φόρους, κατὰ τὰ ἐν ἐκείνῳ τῷ ψηφίσματι διαλαμβανόμενα. Εἶναι, κ. Πρωθυπουργὲ, ἀνάγκη Ἐπαρχιακὴ σπουδαία αὕτη, διότι ἐπεβλήθη αὐτὸς ὁ φόρος ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἤκμαζεν ἡ κατάστασις τῆς Ἐπαρχίας· ὑπῆρχον πολλὰ εἰσοδήματα, τὰ κτήματα ὅλα ἦσαν ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει· ἤδη ὅμως μετὰ τὰς πολλαπλᾶς δυστυχίας τῆς Τροιζηνίας οἱ φόροι αὐτοί εἰσι κατασταλτικοὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ καὶ ἐπιζήμιοι, διότι λ. χ. τὸ ἔλαιον ἐν Πόρῳ, ἐνῷ ἔχει 90 λεπτὰ, βαρύνεται καὶ μὲ 5 λεπτῶν λιμενικὸν φόρον, καὶ δὲν προσέρχονται ἀγορασταὶ, οὔτε ἐξάγεται πλέον κανὲν φορτίον. Ἐπίσης ἔπαυσε καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων ἡ ἐξαγωγὴ, δὲν στέλλονται ἀλλαχοῦ. Ἀποβλέπον λοιπὸν τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ὅτι αἱ πρόσοδοι τοῦ Δήμου βλάπτονται διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων τούτων, ζητεῖ νὰ περισταλλῶσί τινες τούτων καὶ νὰ καταργηθῶσιν ἄλλοι. Καὶ ἄλλην μίαν ἔχω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς κυριότητος τῶν γηπέδων τοῦ Ναυστάθμου, ὡς ἀνηκόντων εἰς τὸν Δῆμον. Ὑπάρχει τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅπως προβῇ δικαστικῶς εἰς ἀναγνώρισιν τούτων· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν πέρυσιν ἓν συμβούλιον δικαστικὸν, φρονῶ ὅτι πρέπει τοῦτο νὰ συντελῇ καὶ εἰς πρόληψιν τῶν δικῶν. Ἂς ἀποφανθῇ τοῦτο, ἂν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου στηρίζωνται εἰς τὸν Νόμον ἢ ὄχι· διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ γήπεδα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Δῆμον, καθόσον, μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Ναυστάθμου, τὰ γήπεδα δὲν χρησιμεύουσι πλέον, πρὸς ὃν ἐδόθησαν σκοπόν. Τοιαύτην πρότασιν, τοιαύτην ἀρχὴν ἔχει ἀναγράψει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γηπέδων πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ Φρενοκομείου τοῦ Δρομοκαΐτου.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι καλόν.
§36ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐννοῶ ὅτι χρειάζεται (ἱλαρότης). Συνεπῶς μὲ τὴν νομικὴν αὐτὴν ἀρχὴν, δικαιοῦται ὁ Δῆμος Τροιζηνίας εἰς ἀνάκτησιν τῆς δοθείσης περιουσίας, ὅπως ὑπάρχῃ ὁ Ναύσταθμος· ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐποχὴ προχωρεῖ, παρακαλῶ ὅσῳ εἶναι τὸ δυνατὸν τάχιον, νὰ ἀποφασισθῇ περὶ τούτου, ἵνα ἔχωμεν καιρὸν δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ προβῶμεν ἢ διὰ τῶν δικαστηρίων ἢ δι’ ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα κακῶς ἢ καλῶς ἠθέλομεν ἀποφασίσει.
§37ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν διετάχθη ἡ εἴσπραξις τῶν τελῶν, εἶναι ὅτι ἀνεφύη διεθνὴς δυσκολία. Αἱ μὲν ἄλλαι ξενικαὶ Ἑταιρίαι ἔχουσιν ἐν ταῖς συμβάσεσιν αὐτῶν διάταξιν, καθ’ ἣν ἀφομοιοῦνται, ὡς πρὸς τὰ πλεονεκτήματα, πρὸς πᾶσαν ἄλλην μᾶλλον εὐνοουμένην ξένην σημαίαν· ἀλλ’ ἡ Ἰταλικὴ σημαία ἔχει εἰδικὸν προνόμιον ἀμοιβαιότητος μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἥ τε Ἰταλικὴ σημαία ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἐν Ἰταλίᾳ ἀπολαύωσι τῶν πλεονεκτημάτων οὐχὶ μόνον πάσης ξένης σημαίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἰθαγενοῦς. Ἡ Ἰταλικὴ Ἑταιρία τοῦ Φλώριο, δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης τῆς συνθήκης, ἰσχυρίζεται ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ ἀτμοπλοΐα ἀπολαύει τοῦ πλεονεκτήματος τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν εἰδικῶν τούτων φόρων, καὶ αὕτη, ὡς Ἰταλικὴ Ἑταιρία, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ καταβάλλῃ τὸν φόρον τοῦτον. Συνέπεια δὲ τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως τῆς Ἑταιρίας Φλώριο, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ, εἶναι ὅπως καὶ αἱ μνησθεῖσαι Ἑταιρίαι ἀπολαύωσι τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι αἱ Ἑταιρίαι αὗται δὲν ἀφομοιοῦνται μὲν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν, ἀφομοιοῦνται ὅμως πρὸς τὴν ξένην, τὴν μᾶλλον εὐνοουμένην, καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑταιρία τοῦ Φλώριο δὲν πληρώνει, καὶ ἐκεῖναι δικαιοῦνται νὰ ἀπαιτήσωσι τὸ αὐτὸ πλεονέκτημα. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἐκκρεμότητος. Εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑταιρίας Φλώριο ἀντιτάσσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἡ Ἑλληνικὴ ἀπολαύει τοῦ πλεονεκτήματος ἀντὶ ἀνταλλάγματος, καὶ ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Ἑταιρία μόνον ἀντὶ τοῦ αὐτοῦ ἀνταλλάγματος δύναται ν’ ἀπολαύσῃ τοῦ πλεονεκτήματος. Ἀλλὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην δὲν ἀποδέχονται οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι τοῦ Ἰταλικοῦ Στέμματος καὶ ὑπεβλήθησαν ἀπαντήσεις ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἡμετέρας ἀξιώσεις, εἰς ἃς ἤδη ἡμεῖς ἀνταπαντῶμεν. Ἀλλ’ ὅμως ὑπάρχει τρόπος ἄλλος νὰ παρακάμψωμεν τὴν δυσκολίαν, ἡ κατάργησις τοῦ πλεονεκτήματος, τοῦ παρεχομένου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρίαν. Ἂν δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοιαύτην συμφωνίαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρίαν, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον· ἄλλως, πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἄρσιν τῆς διπλωματικῆς διαφορᾶς.
§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προέτεινεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις κατὰ τῆς πληρωμῆς τῶν δικαιωμάτων τῶν φάρων καὶ προκυμαιῶν, δὲν ἐπροτάθησαν ἤδη τὸ πρῶτον· ἐπροτάθησαν πρὸ πέντε περίπου ἐτῶν, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀντέταξε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τῶν διαπραγματεύσεων διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ τότε Πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ προσελθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι αἱ Γαλλικαὶ Ἑταιρίαι εἰσὶν ἕτοιμαι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τελῶν, εὐθὺς ὡς ἡ Ἑταιρία τοῦ Λόϋδ καὶ αἱ Ἰταλικαὶ Ἑταιρίαι προβῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ὁμοίως ὁ Πρέσβυς τῆς Αὐστρίας ἀπέσυρε τὰς ἀξιώσεις του καὶ ἐζήτησε νὰ προταχθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν ἄλλη τις Ἑταιρία, ὡς ἡ Γαλλικὴ Ἑταιρία τῶν Διαπορθμεύσεων, ὅπως προβῇ καὶ ἡ τοῦ Λόϋδ εἰς τὴν πληρωμήν. Ἐπίσης συνεφώνησε μετὰ τῆς γνώμης ταύτης τῶν Πρέσβεων τῆς Γαλλίας καὶ Αὐστρίας, καὶ ὁ τότε Πρέσβυς τῆς Ἰταλίας καὶ ἠξίου καὶ οὗτος νὰ προταχθῇ ἄλλη τις Ἑταιρία εἰς τὴν πληρωμήν· ὥστε τὸ ζήτημα ἦτο ποία τῶν ξένων Ἑταιριῶν πρώτη νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα. Τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνῶσιν λεπτομερῆ ἔχουσιν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ζητήσει παρ’ αὐτῶν πληροφορίας, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατὰ καθῆκον προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔχει ἀτελῆ γνῶσιν τῶν γενομένων, διότι γινώσκει τί ἐγένετο πρὸ πέντε ἐτῶν· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγένοντο πολλά, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει γνῶσιν. Ἐγένοντο προσφάτως ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ πολλά, τῇ προκλήσει τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἀποστέλλει ἀπό τινος εἰς Βρενδήσιον ἀτμόπλοια αὑτῆς καὶ ἠξίου ὅπως μὴ πληρώνωσι ταῦτα αὐτόθι τὰ τέλη, ἀφοῦ καὶ τὰ Ἰταλικὰ πλοῖα δὲν πληρώνουσιν αὐτὰ παρ’ ἡμῖν· ἀλλ’ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι ἡ ἀμοιβαιότης τῆς συμβάσεως δὲν συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀπολαμβάνωσι τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα ἐν Ἰταλίᾳ, ὅσων ἀπολαμβάνουσι τὰ Ἰταλικὰ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτῆς τὰ Ἰταλικὰ πλοῖα ἐν Ἑλλάδι καὶ τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Ἰταλίᾳ ἀπολαμβάνουσι παντὸς πλεονεκτήματος, χορηγομένου εἰς οἱονδήποτε ἄλλο πλοῖον ἐθνικὸν ἢ ξένον. Τὴν ἀφομοίωσιν πρὸς τὴν ἐθνικὴν σημαίαν μόνον ἡ Ἰταλικὴ Ἑταιρία δύναται ν’ ἀπαιτῇ, δυνάμει νομικῆς ἡμῶν ὑποχρεώσεως. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ Αὐστριακαὶ καὶ Γαλλικαὶ Ἑταιρίαι εἶπον ἄλλοτε, ὅτι εἶναι διατεθειμέναι ἵνα ὑποχωρήσωσιν ἐν τῷ ζητήματι καὶ νὰ πληρώσωσιν· ἀλλ’ ἡ Ἰταλικὴ Ἑταιρία οὐδέποτε εἶπεν ὅτι θὰ πληρώσῃ, οὐδ’ ὑπεσχέθη νὰ πληρώσῃ, ἐὰν πληρώσωσιν ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Αὐστριακὴ Ἑταιρία, διότι αὗται οὐδὲν ἔχουσιν ἴδιον δικαίωμα· ἔχουσι μόνον δικαίωμα παρεπόμενον εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Ἑταιρίας ἐνάσκησιν τοῦ ἰδίου αὑτῆς δικαιώματος· ἀφοῦ δὲ ἡ Ἰταλικὴ Ἑταιρία ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι αἱ ἄλλαι Ἑταιρίαι, αἱ ἔχουσαι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶσι καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν πᾶν πλεονέκτημα χορηγούμενον ἐν Ἑλλάδι εἰς πλοῖον ξένης σημαίας, δὲν θὰ ἐξετέλουν τὴν περὶ ὑποχωρήσεως πρόθεσίν των. Μόνον ἂν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ὑποχωρήσῃ ὡς πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἰταλικῆς Ἑταιρίας, στεροῦνται αἱ ἄλλαι Ἑταιρίαι παντὸς δικαιώματος· ἀλλ’ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις πρό τινων ἑβδομάδων ἀπέστειλεν ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παρὰ τῶν νομικῶν συμβούλων τοῦ Ἰταλικοῦ Στέμματος συνταχθέν, καὶ ἑρμηνεῦον τὴν σύμβασιν, ὡς προεξέθηκα. Προκειμένου δὲ περὶ ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως, αὐτὴ ἡ σύμβασις περιέχει καὶ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς θέλομεν προβῆ εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφωνίας· καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κανόνων τούτων θέλομεν καταφύγει, ἂν ἄλλως μὴ λυθῇ πρότερον τὸ ζήτημα.
§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄπορον δὲν εἶναι, ἐὰν δὲν ἔχω ἐντελῆ γνῶσιν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν συμβαινόντων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκω τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις ἀνταλλάσσεται ἐν τοῖς Γραφείοις. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐὰν ἀνταλλάσσεται ἀλληλογραφία, καὶ ἐὰν ἀνενεώθησαν αἱ ἀμφισβητήσεις, τὰς ὁποίας ἄλλοτε οἱ Πρέσβεις ἐπείσθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσιν ὡς μὴ ὀρθὰς, τοῦτο συνέβη, διότι οἱ διαδεξάμενοι ἡμᾶς ἐν τῇ Κυβερνήσει δὲν ἐφρόντισαν νὰ ζητήσωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισαν οἱ Πρέσβεις τῆς Γαλλίας, τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ἰταλίας. Ἐὰν ὅτε οἱ Πρέσβεις ἀνεγνώρισαν τὸ ὀρθὸν τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ Πρέσβυς τῆς Ἰταλίας παρεδέχετο ὅτι καὶ αἱ Ἰταλικαὶ Ἑταιρίαι ἤθελον προβῆ εἰς τὴν πληρωμὴν, ἐὰν αἱ Γαλλικαὶ καὶ αἱ Αὐστριακαὶ Ἑταιρίαι ἐπλήρωνον, ἐὰν τότε οἱ διαδεξάμενοι ἡμᾶς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐφρόντιζον νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων, δὲν ἤθελον ἀναγεννηθῆ αὖθις οἱ ἀρχαῖοι δισταγμοί. Ἡ ἀντίῤῥησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο πάντοτε εὔλογος· διότι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας παρεχώρησεν εἰς αὐτὴν δικαιώματα, παρεχώρησεν αὐτὰ εἰς ἀντάλλαγμα παροχῆς, τὴν ὁποίαν παρεῖχεν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία. Ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ζητήσωσι νὰ ἀπολαύσωσι τὰ δικαιώματα τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας καὶ τὰ Ἰταλικὰ πλοῖα, καὶ αἱ ξέναι Ἑταιρίαι, ἀφοῦ δὲν παρεχώρουν τὸ αὐτὸ ἀντάλλαγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲ ὁ Πρέσβυς τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Αὐστρίας ἐζήτουν νὰ ἀπολαύσωσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, ἃ ἠξίου ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις δυνάμει τῆς συνθήκης, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, ἡ ἀξίωσις τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Αὐστρίας ἦτον εὔλογος, διότι ἐζήτουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφομοιωθῶσι μὲ τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα διὰ τῶν συνθηκῶν ἡμῶν Κράτη. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἠθέλομεν ὑποκύψει εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θὰ ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ὑποκύπτωμεν καὶ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Γαλλικῆς καὶ Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως.
§42ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ἐγὼ, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶχον προβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου μετὰ τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρίας καὶ ἐπλήρωσε, καὶ ἦτον ἑτοίμη καὶ ἡ Αὐστριακὴ νὰ πληρώσῃ, καὶ κατόπιν δὲν ἠξεύρω ποῖος Ὑπουργὸς ἀντέταξεν.
§43ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὁ Νόμος, κύριοι, ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν εἰς τὰ πλοῖα νὰ πληρώνωσι φόρον προκυμαίας, κανονιζόμενον εἰδικώτερον ὑπὸ τῶν σχετικῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων· τοιοῦτος φόρος ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει καὶ ἐν Σύρῳ· ἀλλ’ αἱ ξέναι Ἀτμοπλοϊκαὶ Ἑταιρίαι μέχρι μέν τινος χρόνου δὲν κατέβαλλον αὐτὸν λόγῳ τῶν εἰδικῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας εἶχον συνάψει μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ δὲ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔληξαν αἱ προθεσμίαι τῶν συμβάσεων τούτων, δὲν πληρώνουσι καὶ αὖθις τὸν φόρον, τὸ δὲ Τελωνεῖον, ὅπερ εἶναι τεταγμένον εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, περιωρίσθη νὰ χρεώνῃ ἁπλῶς τὰς Ἑταιρίας ταύτας, μὴ θελῆσαν νὰ προβῇ εἰς καταναγκαστικὰ μέτρα διὰ λόγους εὐνοήτους· τὸ χρέος τῶν Ἑταιριῶν πρὸς τὸν λιμένα Σύρου ἐξωγκώθη εἰς βαθμὸν μέγαν καὶ δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα, ὥστε καὶ τὰ καθυστερούμενα νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ εἰς τὸ μέλλον μὴ προσκόπτῃ ἡ τακτικὴ τοῦ φόρου εἴσπραξις, ἐξ οὗ προσδοκεῖται ἡ ἐξασφάλισις τοῦ λιμένος, καὶ ἡ ἀπρόσκοπτος ἐργασία αὐτῶν τούτων τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἀρνουμένων τὸν φόρον· πληροφοροῦμαι, ὅτι τὰ Ἰταλικὰ κυρίως ἀτμόπλοια ἠρνήθησαν καὶ ἀρνοῦνται τὸν φόρον τοῦτον, λόγῳ τῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας ἐμπορικῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ταῦτα ἀπολαύουσι τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα χαίρει καὶ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἀτμόπλοια τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοίας εἶναι ἀπηλλαγμένα τοῦ φόρου τούτου δυνάμει εἰδικοῦ Νόμου, ἀξιοῦσι καὶ τὰ Ἰταλικὰ τὴν αὐτὴν ἀτέλειαν· ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν σαθρὸν, διότι ἡ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοίαν χορηγηθεῖσα ἀτέλεια εἶναι ἀντάλλαγμα τῶν παρ’ αὐτῆς παρεχομένων ὑπηρεσιῶν καὶ οὐχὶ πλεονέκτημα τῆς σημαίας, ἣν φέρουσι· τὸ δυστύχημα δὲ εἶναι ὅτι οὐ μόνον τὰ Ἰταλικὰ ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ξένα ἀτμόπλοια τὴν αὐτὴν ἀξιοῦσιν ἀσιδοσίαν. Ὅθεν παρακαλῶ καὶ αὖθις τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα καὶ λύσῃ αὐτὸ συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον, ἀπαλλάττουσα οὕτω τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ἀπὸ τῆς μεγίστης ζημίας, ἣν ἤδη ὑποφέρει.
§44ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ πληροφοροῦσιν ἐκ Βώλου καὶ ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ὅτι τὰ Δημόσια Ταμεῖα πληρώνουσιν εἰς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν διὰ χαλκίνων νομισμάτων τὸ ὅλον ποσὸν, καὶ οὕτω παραβιάζουσι ρητὴν διάταξιν τοῦ Νόμου τῆς 10 Ἀπριλίου 1867, ὅστις ἤρξατο ἰσχύων ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου 1882. Τὸ 11ον ἄρθρον αὐτοῦ ἐπὶ λέξεσιν ἔχει οὕτω: «Οἱ ἰδιῶται δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ λαμβάνωσιν εἰς πᾶσαν πληρωμὴν πλέον τῶν 50 δραχμῶν ἐκ τῶν ἀργυρῶν, καὶ πλέον τῶν 5 ἐκ τῶν χαλκίνων ἢ ὀρειχαλκίνων, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ πρὸς αὐτοὺς πληρωνόμενον ποσὸν, τὸ Δημόσιον ὅμως Ταμεῖον δέχεται ταῦτα ἄνευ προσδιορισμοῦ ποσότητος». Ὡς ἡ Βουλὴ γινώσκει, διὰ τοῦ Νόμου τῆς 2 Φεβρουαρίου 1883 ἐτροποποιήθη μόνον τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ἄρθρου, ὅπερ σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται τὸ Δημόσιον νὰ δέχεται πλέον τῶν 5 δραχμῶν χάλκινα νομίσματα δι’ ἑκάστην πληρωμήν. Ἐκ τούτου ἐννοεῖ ἡ Βουλή, ὅτι ἐπέρχεται ζημία εἰς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου κατὰ 10%, ἐὰν πληρώνωνται εἰς χάλκινα νομίσματα, καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπάρχει ὠφέλεια διὰ τὸ Δημόσιον ἢ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς κατὰ 10%. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νόμου τῆς 2 Φεβρουαρίου, σπουδαίως ἐπετέθη κατὰ τῶν κερδοσκοπούντων φορολογουμένων, ὡς εἶπεν, οἵτινες ἐν τούτοις ἠμύνοντο κατὰ τῆς φορολογικῆς ἀνισότητος καὶ προσεπάθουν νὰ μετριάσωσι τὸ περιπλέον βάρος τῶν 15% ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος, πληρώνοντες τοὺς φόρους διὰ χαλκίνων νομισμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ πληροφορίαι μας ὦσιν ἀληθεῖς, τί δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἐὰν κερδοσκοπῇ τὸ Δημόσιον, ἢ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως; Βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἀξιόποινον, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν δύναται σήμερον· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρώτην νύξιν ἔλαβον σήμερον ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν· ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν γνωρίζω τίποτε, οὔτε μοὶ ἀνεκοινώθη ἄλλο τι εἰμὴ μόνον ἐξ Ἄρτης ἔλαβον ἓν τηλεγράφημα, ὅτι ὁ Ταμίας ἐπλήρωσεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν εἰς χαλκόν. Θέλω λάβει τὰς δεούσας πληροφορίας καὶ τὰ κατάλληλα μέτρα.
§46ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐξετάσητε καὶ φέρητε τὴν δέουσαν θεραπείαν.
§47ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Σχετικῶς τῶν ὅσων εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου περὶ τῆς ἐν Ζάρκῳ στρατιωτικῆς φάλλαγγος, ἣν τῇ ἐγκρίσει τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων κατήρτισαν οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, καὶ τῶν ὡς ἐκ τούτου ἐπικειμένων μεγάλων κινδύνων, ἔλαβον χθὲς τὴν παροῦσαν ἀναφορὰν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων ἐκείνων, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπιμαρτυροῦσαν τρανώτατα τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου εἰς μείζονα μάλιστα βαθμόν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω αὐτὴν, σύντομον οὖσαν, καθόσον πρόκειται οὐχὶ περὶ συνήθων, ἀλλὰ περὶ κινδύνου καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τῶν φορολογουμένων πολιτῶν. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ ἑκατοστύος περίπου πολιτῶν τῶν ἐγκριτωτέρων τοῦ χωρίου ἐκείνου (διάλογοι). Ἐκτὸς τούτου, ἔλαβον καὶ δύω τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων καταδεικνύεται, ὅτι ἐπανελήφθη ἡ ἐπέμβασις εἰς τὴν ἐν τοῖς ἀγροῖς ἐργασίαν τῶν γεωργῶν. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Νεώτερον τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει). Καὶ τοῦτο γίνεται, κύριοι, ἐναντίον ῥητῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως. Οἱ ἐπιστάται, οἱ ἀξιοῦντες τὴν κατοχὴν ἐπὶ τῶν ἀγρῶν τοὺς ὁποίους καλλιεργοῦσιν οἱ χωρικοί, κατέφυγον εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, καὶ λαβόντες προσωρινὰ μέτρα ἐκέρδησαν ἀπόφασιν, διατάσσασαν τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν γεωργῶν ἐκ τῶν ἀγρῶν· ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἐφεσιβληθεῖσα ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν, μετεῤῥυθμίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ διατακτικὸν τῆς ἀποφάσεως (ἀναγινώσκει). Οὐχ ἧττον ἐπιμένουσι παρακωλύοντες καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τὰς ἐργασίας τῶν γεωργῶν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι παράνομον τὸ νὰ παρακωλύωνται οἱ χωρικοὶ εἰς τὰς καλλιεργείας τῶν ἀγρῶν, προϋπαρχούσης δικαστικῆς ἀποφάσεως, πρέπει νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι θὰ καταπνιγῶσι τὰ ἀπαράγραπτα δίκαια τῶν κατοίκων αὐτῶν καὶ τὸ φοβερώτερον, ὅτι θέλουσιν ἴσως ἀναγκασθῆ νὰ ἐκπατρισθῶσιν. Ἰδοὺ τί ἑτοιμάζουσιν οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται, ὠφελούμενοι ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ τῆς προκαταλήψεως τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς. Ἰδοὺ ποῖα καὶ πόσα ἄρθρα θέλουσι νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς χωρικούς, οἵτινες ἐξ ἀνάγκης θὰ ἐνδώσωσι νὰ τὰ παραδεχθῶσι καὶ θὰ ὑποκύψωσι εἰς τὰς τυραννικὰς ἀξιώσεις των. Ζητοῦσι σήμερον διὰ συμβολαίων νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἁρπαγὴν αὐτῶν, καὶ φοβοῦμαι δυστυχῶς, ὅτι θὰ τὸ ἐπιτύχωσι. Εἶναι ἄρθρα 28, ἀνηκούστους καὶ σκληροτάτας περιέχοντα ἀξιώσεις. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰ, τὰ κυριώτερα (ἀναγινώσκει). Αὐτὰ συμβαίνουσιν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν τοιούτων ἀδικημάτων ἀναντιῤῥήτως θὰ ἦναι, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἢ θὰ συνάψωσι τὰ συμβόλαια ταῦτα κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐπιστατῶν, ἢ ἐὰν δὲν ἐνδώσωσιν εἰς τοῦτο θὰ προτιμήσωσι τὴν μετανάστευσιν, διότι ἄλλο τι δὲν τοὺς περιμένει. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θεωρῇ τὰ τοιαῦτα ἐνδιαφέροντα, δύναται νὰ σκεφθῇ καὶ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα· καθόσον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐν τῇ προκαταλήψει καὶ τῇ πορείᾳ ταύτῃ, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι ὁποῖα σᾶς προανέφερον· θὰ καταπνιγῶσι τὰ δικαιώματα τῶν κατοίκων, ἅπερ ἐσώθησαν καὶ εἰς τὰς δεινοτέρας ἡμέρας τῆς δουλείας, τοῦτο δὲ θὰ ὀφείλεται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ λαοῦ ὑπεστήριξαν.
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Τρικκάλων ἐκ τοῦ χωρίου Ζάρκου, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι ἀτυχῶς οἱ Ἀστυνόμοι ἐπεμβαίνουν, παρακωλύοντες τὴν καλλιέργειαν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ αὐστηρὰς ἀνακρίσεις, καὶ ἂν πληροφορηθῇ, ὅτι συμβαίνουν τὰ τοιαῦτα, νὰ διατάξῃ τάχιστα τὴν παῦσίν των.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Κατόπιν θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ὄχι μόνον δὲν ἐνεργεῖ ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνεργεῖ κατ’ αὐτῶν, διότι προσκαλεῖ τοὺς καλλιεργητὰς νὰ λάβωσι μέρος ὡρισμένον. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν γίνονται παραστάσεις ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐκ τούτου νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καὶ τὰ λεγόμενα ἔχουσιν ὑπόστασιν.
§50ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον μετεῤῥύθμισε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ ἡ Ἀστυνομία ἢ ἄλλη τις Ἀρχὴ ἐκ μέρους τῆς δημοσίας δυνάμεως ἐπεμβαίνει, δὲν ὑπάρχει πλέον παρανομωτάτη πρᾶξις, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διατάξῃ, ὅταν βλέπωσιν ἀπόφασιν τῶν Δικαστηρίων, νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ δίδωσι συνδρομήν.
§51Σ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θέλετε, κύριοι, μοὶ ἐπιτρέψει νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὸ προκείμενον ἀγροτικὸν ζήτημα ἐπικρατεῖ πλάνη, ἡ ὁποία δὲν προκύπτει ἐξ ἄλλου εἰμὴ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν γίνεται διάκρισις μεταξὺ νομοθεσίας καὶ νομοθεσίας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι τὴν δημοσίαν κατηγορίαν. Μὴ πλανώμεθα δέ, ὅτι ἔχομεν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν κατηγορίαν, διότι αὕτη εἶναι πάντοτε ἐπίκουρος τῆς δημοσίου. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται καὶ ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀνάγονται τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐὰν ἡ Ἀστυνομία μὴ ἐπεμβαίνῃ ὑπὲρ τῶν φαινομένων κατόχων, βεβαιότατα ἔχομεν σύγκρουσιν καὶ ἀναρχίαν. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἰδιωτικὴ κατηγορία, ὅπως τοῦτο συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, διότι ἐκεῖ δύναται ἕκαστος νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀστυνομικὸν κλητῆρα «ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ μου ἐντέλλομαί σοι, κύριε, νὰ ἐπαναφέρῃς εἰς τὴν τάξιν τὸ δεῖνα πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνοχλεῖ, συλλαμβάνων καὶ προσάγων αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς». Ἀφοῦ λοιπὸν, ὅπου ὑπάρχει κυρίως ἰδιωτικὴ κατηγορία, ζητεῖ τὸ ἄτομον καὶ λαμβάνει ἱκανοποίησιν παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, πολὺ περισσότερον πρέπει τοῦτο νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ χώραν παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ κατηγορία εἶναι δημοσία καὶ ἡ Ἀρχὴ καταδιώκει αὐτεπαγγέλτως. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἰκοδέσποινά τις μὲ ἠρώτησεν, ὡς νομικὸν, ἂν ἔπρεπε νὰ παρακαλέσῃ τὸν ἀστυνομικὸν κλητῆρα νὰ συλλάβῃ νεανίαν τινὰ, ὁ ὁποῖος ἔβλαπτε τὴν ἰδιοκτησίαν της, καὶ τὸν ὁποῖον ὁ κλητὴρ κατήγγειλεν εἰς αὐτήν, μὴ δυνάμενος νὰ τὸν συλλάβῃ ἄνευ τῆς ἐντολῆς της. Ἐγὼ, ὡς νομικὸς, τῇ εἶπον, ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ Νόμου, ἀλλ’ ὅτι ἂν πράξῃ τοῦτο, θὰ ἔχῃ συνεπείας, διότι θὰ ὑποστῇ τὰς δαπάνας καὶ ἐνοχλήσεις τῆς ἰδιωτικῆς κατηγορίας καὶ αὐτὴ εἶναι ἀνέκκλητος. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ εἴπῃς εἰς τὸν ἀστυνομικὸν κλητῆρα νὰ τὸν συμβουλεύσῃ νὰ μὴ σὲ ἐνοχλῇ. Ἐνταῦθα, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἰδιώτης νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὰ τὰ μέσα, ἀφοῦ, κατὰ τὸν ἡμέτερον Νόμον, ἡ Ἐξουσία ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἀτόμου; Ὅταν εἶναι τὸ ζήτημα, ὡς νῦν θεωρεῖται, καθαρῶς δικαστικὸν, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐπέμβῃ, καὶ ὀφείλει αὕτη νὰ τὸ πράξῃ πρὸς ἀποφυγὴν συγκρούσεως καὶ ἀναρχίας. Ὅταν ὅμως τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δικαστικὸν, ἀλλ’ ἀγροτικὸν καὶ κοινωνικὸν, διότι ἑκατοντάδες χιλιάδων ἀνθρώπων φέρουσιν ἀνησυχίαν καὶ ταραχὰς εἰς τὸ Κράτος, ζητοῦντες μέρος τῆς ἀκινήτου περιουσίας ἄλλου, μόνον διότι τὴν καλλιεργοῦσι καὶ ἄνευ τίτλου, τότε εἶναι ἄλλο ζήτημα, εἶναι ζήτημα νομοθετικόν. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει τίτλος, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πλέον νομοθετικόν, εἶναι δικαστικόν· ὁσάκις δὲν πρόκειται περὶ δικαστικοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία· ἐὰν εἶναι νομοθετικὸν, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἀγνοῶ τὰ καθέκαστα τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἂν αἱ νέαι Ἐπαρχίαι εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτην τινὰ θέσιν, ἂν ὑπάρχωσιν ἑκατοντάδες χιλιάδων καλλιεργητῶν, οἱ ὁποῖοι, στερούμενοι γῆς, ἀξιοῦσι νὰ λάβωσι μέρος τῶν ἀκινήτων κτημάτων ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους κτήματα· οὔτε προστατεύονται οἱ ἰδιοκτῆται ὑπὸ τῆς συνθήκης, διότι τὸ νομοθετικὸν μέτρον θὰ ἦναι βεβαίως γενικόν· ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους καλλιεργηταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀκίνητα κτήματα, θὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον καὶ εἰς αὐτούς. Συγχωρήσατε, παρακαλῶ, τὴν ἐπέμβασίν μου εἰς τὴν ἐξέτασιν ζητήματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τοὺς Ἑπτανησίους. Ἐπενέβην ἁπλῶς ἐξετάζων τὸ νομικὸν ζήτημα.
§52Π. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν, ἣν πρό τινων ἡμερῶν τῷ ἀπηύθυνα.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τήνου ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως οἱ Ἕλληνες βιομήχανοι καὶ ἔμποροι ἐν Τουρκίᾳ ὑποβάλλωνται εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸ καιροῦ ὑφίσταται διαπραγματευόμενον μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἤγειρε τὴν ἀξίωσιν, ὅπως πάντες οἱ ξένοι ὑπήκοοι ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀλλ’ αἱ ξέναι Πρεσβεῖαι ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν ἀπεδέχθησαν τὸ εὔλογον τῆς ἀξιώσεως ταύτης, καὶ Ἐπιτροπαὶ συνεστήθησαν πολλάκις ἐκ τῶν Διερμηνέων τῶν Πρεσβειῶν τῶν μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἐξ ὑπαλλήλων τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα φθάσωσιν εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἔστω καὶ συμβιβαστικήν. Ἐπιτροπὴ τοιαύτη καὶ ἐσχάτως πάλιν εἰργάσθη, ἀλλ’ εἰς ἀποτέλεσμα ὁριστικὸν εἰσέτι δὲν ἔφθασεν. Ἐν τούτοις, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀξιοῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ὑπάγονται εἰς κατηγορίαν εἰδικήν. Τὴν ἀξίωσιν αὐτῆς ταύτην στηρίζει ἐπὶ παρερμηνείας τοῦ ἄρθ. 17 τῆς συνθήκης τοῦ Κάνλιζα. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἀπολαύουσι τοῦ προνομίου ὅπως μετέχωσι τῶν Τουρκικῶν συντεχνιῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως, μετέχοντες τῶν συντεχνιῶν ἐκείνων, ὑποβάλλωνται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν Ὀθωμανῶν ὑπηκόων. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἤδη, στηριζομένη εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, λέγει, ὅτι πᾶς Ἕλλην ὑπήκοος ὑποβάλλεται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ὀθωμανοῦ ὑπηκόου, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀντιπαρατηρεῖ, ὅτι τὸ ἄρθρον 17 τῆς συνθήκης τοῦ Κάνλιζα ἀφορᾷ εἰς τοὺς τότε ἀποτελοῦντας μέρος τῶν Τουρκικῶν συντεχνιῶν, ἤτοι τῶν ἰσναφίων, ὅτι τότε πᾶς Ἕλλην δὲν ἀπετέλει μέρος ἰσναφίου, ὅτι καὶ τότε πάντα τὰ ἐπιτηδεύματα δὲν ἀπετέλουν ἰσνάφια, ὅτι ἤδη οὐδεὶς Ἕλλην ἀποτελεῖ μέρος ἰσναφίου, καὶ ὅτι σήμερον δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὑφίστανται ἰσνάφια. Ἑπομένως ἡ ἐφαρμογὴ διατάξεως ἀφορώσης εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας μέρος ἰσναφίου, εἰς ὑπηκόους Ἕλληνας, οἵτινες οὔτε μέρος ἰσναφίου ἀποτελοῦσιν, οὔτε ἀπετέλεσάν ποτε μέρος ἰσναφίου, εἶναι βεβαίως τρανὴ παρερμηνεία τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἡ Πύλη, ἥτις πάντοτε ἐπέμενεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς ταύτην, καὶ πάντοτε ἠξίωσεν ὅτι οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν δύνανται ν’ ἀφομοιωθῶσι κατὰ τοῦτο πρὸς ξένους ὑπηκόους, ἤδη φαίνεται ἐπιμονωτέρα εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Μέχρι τοῦδε ἔφθασε καὶ εἰς μέτρα ἐκτελέσεως, ἀλλὰ κατόπιν παρεμβάσεως τῆς Πρεσβείας, διὰ διοικητικῶν ἀποφάσεων ἀνεστέλλοντο τὰ ληφθέντα μέτρα. Ἤδη πάλιν τοιαῦτα μέτρα λαμβάνονται, φαίνεται δὲ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀποφασισμένη νὰ προβῇ ἐντονώτερον ἤδη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, διότι ἔχει ἐλπίδας ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχῃ καὶ τὴν ὑποχώρησιν τῶν ξένων Δυνάμεων ὡς πρὸς τοὺς ἰδίους αὑτῶν ὑπηκόους. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, τῇ ἐσχάτως διαπραγματευθείσῃ τὸ ἀντικείμενον, τῇ συγκροτηθείσῃ ἐκ τῶν Διερμηνέων τῶν Πρεσβειῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἐξ εἰδικῶν Ἐπιτρόπων τῆς Πύλης, τινὲς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐξέφρασαν γνώμην ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὑποβολῆς τῶν ὑπηκόων αὑτῶν εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ τρεῖς Κυβερνήσεις ἀντέστησαν καὶ ἀνθίστανται μέχρι τοῦδε, καὶ ὡς ἐκ τούτου οὐδεμία ἔτι ἐπῆλθε λύσις. Ἐν ὅσῳ δὲ ἀνθίστανται αἱ Κυβερνήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἑπομένως δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς ξένους ὑπηκόους τὸ μέτρον τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀξιοῖ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος οὗτος οὐδ’ εἰς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας. Περὶ τούτου ἐστάλη ἐσχάτως ἐντεῦθεν ἔντονος διακοίνωσις, καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι αὕτη θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ αἱ ξέναι Κυβερνήσεις φρονοῦσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ἄρθρου 17 τῆς συνθήκης τοῦ Κάνλιζα διατελεῖ ἐν τῷ δικαίῳ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος;
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, καὶ τοῦτο νομίσας ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως ὑπέβαλον πρότασιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς πόρισμα τῆς ὅλης συζητήσεως· ταύτην παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀναγνώσῃ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρόττασιν. «Ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§57ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§59Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω καθόλου σκοπὸν νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα, ἅτινα παρενεβλήθησαν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον· θὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἁπλῆν νομικὴν θέσιν χωρὶς νὰ ὑπονοήσω οὐδὲν τῶν προσώπων τῶν ἐνδιαφερομένων. Καὶ εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις, θίξας τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διεχειρίσθη μετὰ προσοχῆς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ ἡ ἐπὶ τούτου πορεία της ἐγέννησε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον βασανίζει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἐνῶ ἂν ἄφινε τὰ πράγματα εἰς τὴν φυσικήν των θέσιν, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἤθελε γείνει ἐνταῦθα ὁ ἐλάχιστος λόγος. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπεθύμει ὥστε τὰ ὄργανά της νὰ μὴ ἔδιδον τοιαύτην ὤθησιν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀφέθη μία τόσον λεπτὴ καὶ πολύτιμος ὑπόθεσις εἰς τὰς χεῖρας Διοικητῶν, ὁποῖοι οἱ Ζέρμας καὶ Ταγκαλάκης, Εἰσαγγελέως τοῦ Γονατᾶ, καὶ τῶν ταπεινῶν ὀργάνων τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Χωροφυλακῆς· τῶν μὲν πρώτων, τῶν τελευταίων τούτων, ὄντων ἡμεροβίων, ἑπομένως ἀνθρώπων, οἵτινες ἐργάζονται πῶς νὰ κερδήσουν, διότι ἠξεύρουν ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ στερηθῶσι τῆς θέσεώς των, τῶν δὲ χωροφυλάκων ἀνηκόντων δυστυχῶς εἰς ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον ἔπεσεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὡς μὴ ἐκτελοῦν εὐόρκως τὰ ἀνατεθειμένα αὐτῷ καθήκοντα, καὶ οὕτως ἡ ἐπέμβασις τῶν τοιούτων ὀργάνων ἔφερε τὴν κακὴν θέσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἥτις, ὅπως τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, θὰ φέρῃ δεινὰς καὶ ἀλγεινὰς συνεπείας, καὶ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη, καθόσον δυστυχῶς ἔχομεν περὶ τούτου παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ὑπέμνησα. Κύριοι, δὲν ἦτο διόλου ὀρθὸν νὰ ὑποδείξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ ὄργανά της ποῖοι πρέπει νὰ ἦναι οἱ ἐνάγοντες καὶ ποῖοι οἱ ἐναγόμενοι, ὅ ἐστὶ ἐσφετερίσθη τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων· εἰς τὴν τοιαύτην της δὲ ἐπιλήψιμον πολιτείαν ἠθέλησε νὰ συμπεριλάβῃ συνενόχους καὶ τοὺς προκατόχους αὑτῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι ἐδημοσίευσαν ἐσχάτως, μαρτυρεῖται, ὅτι καὶ οὗτοι ἠναγκάσθησαν νὰ δώσωσι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔλαβον τὴν κατοχὴν τῶν Ἐπαρχιῶν διὰ μόνου τοῦ στρατιωτικοῦ στοιχείου καὶ ἑνὸς ἁπλοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὑπέρβασιν ἐξουσίας εἰς τὰ διοικητικὰ ὄργανα, οὐχ ἧττον ὅμως εὐθὺς ὅπου ἐγκατέστησαν τὰς Δικαστικὰς Ἀρχὰς ἀνεκάλεσαν ῥητῶς τὴν δοθεῖσαν τοιαύτην ἐξουσίαν. Μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐπαρουσιάσθη καὶ εἰς τὰς Παλαιὰς Ἐπαρχίας. Ἀναφέρω ὅμοιον περιστατικὸν ἐπίσημον. Κατὰ τὰ 1836 ἢ 1837, 17 χωρία τῆς Μεσσηνίας ῥαδιουργηθέντα διϊσχυρίσθησαν ὅτι αἱ ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργούμεναι γαῖαι εἶναι ἰδιόκτητοι, ἑπομένως ἠρνήθησαν νὰ πληρώσουν τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας. Εἰδοποιήθη ἡ Κυβέρνησις· καὶ ποία Κυβέρνησις κύριοι; Ἡ ἀπόλυτος ἐκείνη τῆς Βαυαροκρατίας, ἥτις ἐφυλάκισε τοὺς ἰσχυροτέρους πολίτας ἀνευθύνως καὶ ἀναιτίως· εἰδοποιήθη, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι 17 χωρία, τὰ ὁποῖα ἐπὶ Κυβερνήτου καὶ ἀπὸ τὰ 1833–1836, ἐπλήρωσαν τὴν ἐπικαρπίαν ἀφιλονεικήτως, εἰς τὰ 1837 θεωροῦν τὰς ἐν τοῖς χωρίοις τούτοις γαίας ὡς ἰδιοκτήτους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πληρώνουν τὴν ἐπικαρπίαν. Τί νομίζετε, ὅτι ἔπραξεν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις; Εἶπεν ἂς ὑπάγωσιν οἱ πολῖται αὐτοὶ νὰ γίνωσιν ἐνάγοντες; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Διέταξε τὰ ὄργανά της νὰ πιέσουν αὐτοὺς νὰ πληρώνουν τοὺς φόρους των; Καθόλου! Περιωρίσθη νὰ διατάξῃ τὸν διοικητὴν (διότι τότε Νομαρχίαι δὲν ὑπῆρχον) νὰ μεταβῇ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον ἐκ τῶν ἀνθισταμένων, καὶ νὰ προτρέψῃ τοὺς κατοίκους νὰ ὑποχωρήσωσι, καὶ ἂν δὲν πεισθῶσι, νὰ συστήσῃ τοὺς καλλιτέρους τῶν ἐκεῖ δικηγόρων εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ τοὺς διορίσῃ πληρεξουσίους τοῦ Δημοσίου νὰ κινήσωσιν ἀγωγάς· ἀλλ’ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ τὸν σπουδαιότερον ἐξ ὅσων εἶχε διοικητῶν, τὸν Καρώρην, ἐνῶ εἶχε καὶ αὕτη τοὺς Ζέρμας καὶ Ταγκαλάκιδάς της. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Διοικητοῦ τούτου ἦτον ἀποτελεσματικὴ διὰ τὰ 15 χωρία, τῶν δύω ἐπεμεινάντων· καὶ τὸ ἓν τούτων ἦτον ἡ νῦν πρωτεύουσα τῆς Ἐπαρχίας Μεσσήνης, τὸ Νησίον, κατοικούμενον τότε ἀπὸ 700 τοὐλάχιστον οἰκογένειας, τῶν ὁποίων ὁ τελευταῖος γεωργὸς κατεῖχε 50 περίπου στρέμματα γῆς εὐφόρου· τὸ ἕτερον, Ἄϊζαγα καλούμενον, ἦτο χωρίον μικρὸν μὲν, ἀλλ’ ἐν τῷ ὁρίῳ αὐτοῦ εἶχον κατοχὰς οἱ τοῦ παρακειμένου μεγάλου χωρίου Φρουτζάλα, ὥστε οἱ ἐκεῖ ὅλοι ἐνιστάμενοι ἦσαν περὶ τοὺς 60· καὶ οὕτω διὰ νὰ κερδήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν μέχρι πρὸ στιγμῆς ἀδιαφιλονείκητον ἰδιοκτησίαν της, ἠναγκάσθη νὰ γείνῃ ἐνάγουσα. Καὶ κατ’ ἀρχὰς ἔχασε τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐκίνησεν ἀγωγὴν κατὰ τῶν κοινοτήτων, ὡς ἠθικῶν προσώπων διὰ τῶν οἰκείων Δημάρχων, θεωρήσασα ἐν ὁμοδικίᾳ τοὺς κατοίκους, ἀλλὰ τὸ Πρωτοδικεῖον ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγωγήν, διότι δὲν παρεδέχθη ὁμοδικίαν, καὶ διέταξεν ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἀγωγὴ ἐναντίον ἑνὸς ἑκάστου τῶν χωρικῶν. Καὶ τὸ μὲν Νησίον ἐφιλονεικήθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μέχρι τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ὅτε οἱ πληρεξούσιοι αὐτοῦ Δαρειώτης καὶ Καλαμαριώτης κατώρθωσαν νὰ ἁρπάσωσιν ἓν Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον διέταττε τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης μέχρι δευτέρας διαταγῆς, καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ φορολογῆται ὡς ἰδιόκτητον· ἔκτοτε μὴ γενομένης ἐνεργείας τινὸς παρεγράφη καὶ ἔμεινεν ἰδιοκτησία. Τὸ δὲ ἕτερον χωρίον εἶχε τὴν δίκην ἐκκρεμῆ μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ὅτε οἱ καλλιεργηταὶ ἐδήλωσαν τὰ φιλονεικούμενα κτήματα ὡς κάτοχοι καὶ ἐμφυτευταὶ, καὶ οὕτως ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπιστήμους ἀποδείξεις, ὅτι ἔχει κατοχὴν, διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐνέμετο τὴν ἐπικαρπίαν, δὲν ἐτόλμησε νὰ γράψῃ εἰς τὸν Διοικητὴν νὰ πιέσῃ τοὺς κατόχους καὶ νὰ τοὺς στέλλῃ νὰ γείνωσιν ἐνάγοντες. Κύριοι, τί νομίζετε, ὅτι θὰ συμβῇ; σήμερον εἶναι περίστασις εὐνοοῦσα τοὺς ἀντιποιουμένους τῆς ἰδιοκτησίας, αὔριον πιθανὸν νὰ ἔλθῃ μεταβολὴ καὶ νὰ εὐνοοῦνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οἱ κάτοχοι· τώρα ποία θὰ ἦναι ἡ τύχη τῶν ἰδιοκτητῶν; τοῦ νὰ μὴ ἔχωσιν οὔτε ἐπιστάτας, διότι ἅμα παύσῃ ἡ Δημοσία Ἐξουσία νὰ δορυφορῇ αὐτοὺς, οὗτοι θὰ φύγουν, διότι θὰ διατρέξωσι τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ἐῤῥέθη, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουν ὡπλισμένους ἀγροφύλακας καθ’ ἑκατοντάδας, καὶ περὶ τούτου δὲν μᾶς εἶπον τίποτε οἱ κκ. Ὑπουργοὶ, καὶ μάλιστα πολὺ ὀρθῶς εἷς τῶν βουλευτῶν ἠρώτησεν ἂν δέχωνται τοῦτο οἱ Ὑπουργοί, καὶ οὗτοι ἐσιώπησαν, καὶ μὅλα ταῦτα φέρεται ἐν τῇ Βουλῇ πληροφορία, ὅτι 100 καὶ 200 εἶναι οἱ ἔνοπλοι· εἶναι ἀληθές; Ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν πολῖται ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ὁπλίζωσιν 100 καὶ 200 ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα μὴ ὄντας πολίτας Ἕλληνας, καὶ μὴ ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν οὔτε ἄδειαν τοῦ ὁπλοφορεῖν, καὶ οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἀφοπλισθῶσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποπεμφθῶσιν ἐκ τοῦ Κράτους ὡς φαυλόβιοι, ἀφοῦ γίνονται ὀχληροὶ εἰς τοὺς πολίτας; Ἐγὼ δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν ὡπλισμένοι τόσοι, δὲν πιστεύω ἀκόμη, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τὸ ἀνέχονται. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς εἴπωσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ πόσοι εἶναι οἱ ὡπλισμένοι καὶ τί μέτρα ἔλαβον νὰ τοὺς ἀφοπλίσωσι. Ἢ ἀνέχονται τοὺς ὡπλισμένους διὰ νὰ δικαιολογῶσι τὴν παράνομον παρέμβασίν των εἰς τὴν ὅλως ἰδιωτικὴν ταύτην ὑπόθεσιν, διότι δῆθεν ἐπίκειται ρῆξις; ἀλλὰ τότε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ διαλύῃ τὰς ἐνόπλους συναθροίσεις, νομίζει, ὅτι κάθεται ἥσυχα εἰς τὴν θέσιν της; Καὶ δὲν φοβεῖται μήπως αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἥτις ἐνθυμίζει τὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνάμιξιν τοῦ ἀλβανοῦ Ταφὶλ–μπούζη, ὅστις ἔλαβεν ὅμως μέρος εἰς Ἑλληνικὰ κινήματα κατὰ τὴν ἀναρχικὴν ἐποχὴν τοῦ 1832; Δὲν φοβεῖται, λέγω, μήπως αὔριον εἰς κάθε βῆμά της, (εἰς τὰς ἐπαρχίας μάλιστα ὅπου δὲν ὑπάρχουν παρὰ μία ἐνωμοτία χωροφυλάκων) ἀπαντήσῃ ὡπλισμένους 30, 40, 50; καὶ τότε τί θά κάμῃ; θὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖράς της; Κύριοι, δὲν ἀναμιγνύομαι, ὡς προεῖπον, εἰς τὰ προσωπικὰ, ὄχι μόνον διότι δὲν τὸ θεωρῶ καλὸν, καὶ δὲν γνωρίζω τί ἀκριβῶς συμβαίνει εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ διότι βλέπω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐνδιαφερομένων Ἐπαρχιῶν, ἐξαιρουμένων τοῦ κ. Καραϊσκάκη, Παχὺ, Τερτίπη καὶ Ταρμπάζη, οἱ ἄλλοι, ἐνῷ κεντοῦν τὸ ζήτημα τοῦτο, κατὰ τὰ ἄλλα εἶναι οἱ ἐνθερμότεροι ὑποστηρικταὶ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου αἱ διαταγαὶ βασανίζουν τοὺς ἐντολεῖς των, ἰδίως οἱ κκ. Ἀδαμόπουλος, Ραδινὸς, Κοτίκας καὶ Ρίγγας, οἵτινες δείκνυνται καθ’ ἕκαστον μόνον Σάββατον ἀντικυβερνητικοί, καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ εὐθὺς ὅπου τελειώσει αὕτη παρουσιάζονται οἱ ἐνθερμότεροι δορυφόροι τῆς Κυβερνήσεως. Οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω, ἀφοῦ διέγνωσα, ὅτι ἂν δὲν ἐγίνετο αὐτὴ ἡ παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ὑποδεικνύωσι τὸν ἐνάγοντα καὶ τὸν ἐναγόμενον, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήχετο στῖφος ἐνόπλων ἀλλοδαπῶν ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, δὲν ἤθελον συμβῇ ὅσα ἐκτραγωδοῦνται ἐνταῦθα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν ἀληθεύῃ, ὅτι εἶναι ἔνοπλοι 100, 200 ἢ καὶ ὀλιγώτεροι, καὶ ποῖα μέτρα διέταξεν ἅμα ἔμαθε τὸ συμβὰν αὐτὸ, προσέτι νὰ ἀπαντήσῃ πῶς ἀνέχονται οἱ Διοικηταὶ καὶ τὰ Ἀρχηγεῖα τὰ στρατιωτικὰ τὴν ἔνοπλον αὐτὴν κατάστασιν, ἢ συγκεντρώνονται τῇ ἐντολῇ· ἐκτὸς ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι μόνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν δὲν πρέπει νὰ συνέρχωνται οὔτε ἄοπλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅτι εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἔχει ἕκαστος τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον νὰ συναθροίζῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς ὁπλίζῃ. Ὁ δὲ ὁπλισμὸς αὐτῶν ὅλων μὲ ὅπλα Μαρτίνι, ἐνῷ τοιαῦτα δὲν ἠγοράσθησαν καθόλου ἐν Ἑλλάδι, ἀποδεικνύει, ὅτι οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ρεδίφιδων (ἐφέδρων) τῆς Τουρκίας, ἥτις κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ὥπλισε τὸν στρατόν της μὲ ὅπλα Μαρτίν. Τί λέγει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τῆς δημοσίας τάξεως; Τελευτῶν, κύριοι Ὑπουργοὶ, σᾶς λέγω, ὅτι ἐπιτρέποντες νὰ ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν ἰδιωτικὴν ἄνθρωποι ἔνοπλοι κατ’ οὐλαμοὺς, καὶ λόχους, καὶ μάλιστα μὴ πολῖται Ἕλληνες, δίδετε τὸ κακὸν παράδειγμα νὰ δώσῃ ἕκαστος τὸ σημεῖον τῆς ἀναρχίας, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν, ἂν δοθῇ γενικώτερον σημεῖον ὁπλισμοῦ, νὰ τὸ καταστείλητε.
§60Κ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐγένετο μακρὰ συζήτησις περὶ τοῦ λεγομένου ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἡ συζήτησις περιεστράφη μόνον ἐπί τινων ὡρισμένων χωρίων τῆς Ἄρτης, τοῦ Ζάρκου, τῶν Σοφάδων, τοῦ Παλαμᾶ καί τινων ἄλλων· οὐδὲν δ’ ἐλέχθη περὶ τῶν ἄλλων χωρίων τῆς Θεσσαλικῆς χώρας. Βεβαίως ἡ κατάστασις τοῦ χωρικοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι εὐχάριστος· διότι δὲν ἔχει ἐκεῖ ὁ γεωργὸς οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς, δὲν εἶναι κύριος τοῦ οἴκου, ἐν ᾧ κατοικεῖ. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημαιρεσιῶν θὰ προκύψωσι καί τινα ζητήματα λίαν δύσκολα· διότι τὰ πλεῖστα τῶν χωρίων εἶναι τσιφλίκια, ὁ δήμαρχος θὰ ἦναι ὁ κολλίγας ἑνὸς χωρίου. Αὐτὸς δὲν θὰ ἔχῃ περιουσίαν, δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἰδιοκτησίαν, καὶ ἂν δὲν φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγείρῃ δημοτικὰ καταστήματα, δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ διώξῃ ἐκ τοῦ χωρίου τὸν Δήμαρχον. Τοῦτο ἐξαίρετα δύναται νὰ γείνῃ, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἀπὸ τοῦδε. Ἐν τούτοις τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Συζητοῦμεν περὶ ἑνὸς πράγματος ἐνταῦθα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν δικαίωμα. Τὸ ζήτημα, καθ’ ὅσον εἶναι δικαστικὸν, θὰ τὸ λύσωσι τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος τί δυνάμεθα καὶ τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Ἵνα βελτιώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ χωρικοῦ, ὑπάρχουσι διάφοροι τρόποι, ἀλλὰ δεσμευόμεθα ὑπὸ τῆς συνθήκης.
§61ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Δὲν δεσμευόμεθα.
§62ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἐννοῶ ὅτι δεσμευόμεθα. Σεῖς ἐννοεῖτε ὅτι, διὰ νὰ βελτιώσητε τὴν θέσιν τοῦ χωρικοῦ, δέον νὰ μεταβάλητε τὴν θέσιν τοῦ ἀγρότου πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην· ἀλλὰ τοῦτο κατόπιν τῆς συνθήκης δύνασθε νὰ πράξητε ἄλλως ἢ διὰ Νόμου γενικοῦ τοῦ Κράτους; ἀλλ’ εἶναι σήμερον ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο στιγμή; δὲν πρέπει νὰ τὸ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις; Ζήτημα τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἐν μιᾷ στιγμῇ, δεῖται μελέτης καὶ χρόνου πολλοῦ· οἱ δὲ χωρικοὶ ἔχουν ἐπείγουσαν ἀνάγκην νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν των. Ὁ μόνος τρόπος, ὃν ἐγὼ θεωρῶ πρὸς τὸ παρὸν καταλληλότερον, εἶναι νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα εἰς τοὺς χωρικούς, ἵνα γίνωσιν ἰδιοκτῆται. Σᾶς λέγω ὅτι τόσον πονοῦν καὶ τόσον πόθον ἔχουσι νὰ γίνωσιν ἰδιοκτῆται, ὥστε σήμερον δανείζονται πρὸς 15 καὶ 20%, ἵν’ ἀγοράσωσι μικρὸν τεμάχιον γῆς καὶ γίνωσιν ἰδιοκτῆται. Γνωρίζω περὶ τοὺς 100 γεωργούς, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἐγένοντο τοιοῦτοι, καὶ ἔδωκα σημείωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν καὶ εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Ἡ Κυβέρνησις πρὸ καιροῦ εἶχε καταγίνει νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου μία τῶν Τραπεζῶν νὰ δανείζῃ, ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μικρῷ τόκῳ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθήκῃ τῶν ἀγοραζομένων κτημάτων, χρήματα εἰς τοὺς γεωργούς· τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ διακινδυνεύσῃ ἐκ τούτου, διότι τῶν κτημάτων ἡ ἀξία ὁλονὲν αὐξάνει, ἔτι δὲ μᾶλλον θ’ αὐξήσῃ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ὁ καταλληλότερος πρὸς λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Εἰς τὰ δικαστικὰ ζητήματα δὲν ἀναμιγνύομαι, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, δὲν ἐγεννήθησαν τοιαῦτα. Ἄλλως τε, φρονῶ ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα διὰ τῶν ἐνταῦθα συζητήσεων δὲν λύονται.
§63ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τοῦ θέματος τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως, τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν Νόμου, δι’ ἧς σκοπεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ΥΛΖʹ Νόμου τῆς 9 Ἰουνίου 1871 περὶ ἐξώσεως τῶν καθυστερούντων μισθωτῶν. Ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ Νόμου τούτου σκοπὸν εἶχε ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν τῶν ἀστικῶν κτημάτων, καὶ κυρίως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἵτινες ἠρνοῦντο τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων καὶ παρέσχον πράγματα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν ἐνόει δὲ ποσῶς νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα. Ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη τοῦ Νόμου τούτου εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ Νόμος οὗτος, καὶ πρὸς ἐπίῤῥωσιν τὴν ἀμηχανίαν, εἰς ἣν εὑρέθησαν τὰ Δικαστήρια, ὅτε ἐκλήθησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν Νόμον τοῦτον καὶ εἰς τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, διότι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἀπεφήναντο, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ ἀγροτικὰ κτήματα. Ἐν τούτοις, πρό τινος, ἕνεκα τῆς ἀοριστίας καὶ τοῦ γενικοῦ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τούτου, ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφήνατο, ὅτι καὶ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ νομοθέτης οὐδεμίαν ἐποιήσατο διάκρισιν μεταξὺ ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν κτημάτων. Τὸ προσγιγνόμενον ἐντεῦθεν ἀδίκημα εἶναι μέγα, ἡ δὲ πρότασίς μου σκοπεῖ νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τοῦτο, καὶ χάριν τῆς ἀληθοῦς ἑρμηνείας τοῦ Νόμου καὶ διότι ὁ νόμος οὗτος διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις κατέστη Νόμος ἰσχύων καὶ εἰς αὐτὰς καὶ παρέσχεν ἡμῖν πράγματα· τοῦτο δὲ διότι οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται τῶν νέων ἐπαρχιῶν εὑρὸν ἐν τῷ Νόμῳ τούτῳ ἰσχυρότατον ὅπλον πρὸς καταπίεσιν τῶν χωρικῶν τῆς Θεσσαλίας ἐν γένει καὶ ἐκείνων ἰδίως, παρ’ ὧν διὰ τῆς βίας ἢ τῆς ἀπάτης ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ κατὰ τὴν κατάληψιν ἀπέσπασαν ἐνοικιαστήρια διὰ τὰς οἰκίας, ἃς αὐτοὶ οἱ χωρικοὶ ἔκτισαν καὶ ἀνέκαθεν ἐπεσκεύαζον ἐπὶ γαιῶν τῶν χωρίων των, τὰ ὁποῖα διεκδικοῦσι σήμερον οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον ἕνεκα τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἰδίως ἡ θέσις τῶν ἀγροτῶν, ὁ πληθυσμὸς τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ σχεδὸν τὸν ὅλον πληθυσμὸν τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, κατάστασις, ἣν βεβαίως θὰ χειροτερεύσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τούτου κατὰ τὴν γινομένην ἑρμηνείαν, τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὁποίας ἐπεκαλέσθησαν ἀρχῆθεν οἱ δῆθεν ἰδιοκτῆται, καὶ ἤδη μετὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ γενομένας συζητήσεις περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος θὰ σπεύσωσι νὰ ἐπωφεληθῶσι δραστηριώτερον, ὅπως διὰ τῶν ἐξώσεων ἀναγκάσωσι τοὺς χωρικοὺς νὰ ὑπογράψωσι συμβόλαια, δι’ ὧν ν’ ἀναγνωρίσωσιν αὐτοὺς ὡς ἀδιαφιλονεικήτους ἰδιοκτήτας καὶ παραιτηθῶσι παντὸς δικαιώματός των καὶ ἀπὸ πάσης διεκδικήσεως τῆς ἰδιοκτησίας των, γινώσκοντες καλῶς, ὅτι οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας περὶ πολλοῦ ποιοῦνται νὰ μὴ ἐγκαταλείψωσι τὴν οἰκίαν, εἰς ἣν ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων οἱ πρόγονοι αὐτῶν ἔζησαν, αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι ἐγεννήθησαν καὶ κατοικοῦσιν. Ὅτι ταῦτα θὰ συμβῶσι, δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς· διότι, ἐκτὸς ἄλλων δεδομένων, ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν παρελθοῦσαν πορείαν αὐτῶν καὶ τὴν ἐνεστῶσαν, καίτοι πρὸς τὸ παρὸν ἕνεκα τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς αἱ ἐνέργειαί των ἐχαλαρώθησαν, δὲν ἀμφιβάλλω πλὴν ποσῶς, ὅτι ἅμα τῇ λήξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετὰ μείζονος ἢ πρότερον ζήλου θὰ ἐπιτεθῶσιν ἐναντίον τῶν χωρικῶν, ὅπως ἀποτελειώσωσι τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς αὐτῶν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασίν μου κατεπείγουσαν καὶ νὰ συναινέσῃ νὰ συζητηθῇ αὕτη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον· τοῦτο δὲ ποιοῦσα, θέλει ἄρει ἐκ τοῦ μέσου ἀφορμὴν, ἥτις θὰ δεινώσῃ εἰς βαθμὸν ἀνοικονόμητον τὴν θέσιν τῶν χωρικῶν καὶ θὰ ἐπιφέρῃ ταραχὰς, ἃς πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσοβήσῃ. Ἡ πρότασίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον Α. Αἱ διατάξεις τοῦ Νόμου ΥΛΖʹ τῆς ἐνάτης Ἰουνίου 1871 περὶ ἐξώσεως τῶν καθυστερούντων μισθωτῶν δὲν ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὰ ἀγροτικὰ κτήματα Ἄρθρον Β. Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα Νόμον, καταργεῖται». Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ αὐτὴν κατεπείγουσαν καὶ ἐπιτρέψῃ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν αὐτῆς, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ λήξωσι καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἴσως τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως ψηφίσωμεν αὐτήν.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τυπωθῇ πρότερον.
§65ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ τυπωθῇ.
§67ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀνέγνωσα τὴν πρότασίν μου· εἶναι τόσον ἁπλῆ, ὥστε ἡ τύπωσίς της δὲν θὰ προσθέσῃ τι, ἐκτὸς βεβαίως ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀντιῤῥήσεις εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς.
§68ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ διὰ νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν.
§69ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος συζήτησιν. Οἱ κατὰ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἀγορεύσαντες κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις προσεπάθησαν νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ἀναρμοδία νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἰσχυρισθέντες, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ὡς ἔχει, εἶναι δικαστικὸν καὶ ὅτι ἡ συνθήκη ἀπαγορεύει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναμιχθῇ εἰς αὐτό· εἷς δ’ ἐκ τούτων εἶπε μάλιστα, ὅτι οὐ μόνον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὰ τὰ δικαστήρια, διότι καὶ ταῦτα εἶναι ἀναρμόδια. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἀναρμόδια, ἐπιτρέψατε νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου ἐπὶ τῷ ἰσχυρισμῷ τούτῳ· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν αἱ ἰδιωτικαὶ περὶ ἰδιοκτησίας διενέξεις νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων· ἀλλ’ ἐὰν αὗται δὲν ὑπάγωνται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων, εἰς ποίαν δέον νὰ ὑπάγωνται; Ἴσως ὁ ἰσχυρισθεὶς τοῦτο ἠνόει, ὅτι αἱ διαφοραὶ αὗται δέον νὰ λυθῶσι διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ ποῦ στηριζόμενος προβαίνει εἰς τοιαύτας σκέψεις; Ἐὰν νομίζῃ εἰς τὴν συνθήκην, αὕτη οὐδαμῶς τοιοῦτό τι ἀναφέρει· ἄλλως δὲ, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἀναφέρῃ· διότι, ἐὰν τοιαύτη τις διάταξις ὑπῆρχεν ἐν αὐτῇ, ἡ διάταξις αὕτη θὰ εὑρίσκετο κατέναντι τοῦ Συντάγματος. Νόμος δὲ τοῦ Κράτους, οἵα ἡ συνθήκη, δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ περὶ διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν καὶ τῶν καθηκόντων ἑκάστης ἐξ αὐτῶν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾶ εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, καθ’ ὃ δικαστικοῦ, λυποῦμαι διότι οἱ προλαλήσαντες ἔδωκαν εἰς αὐτὸ τὸν ἀποκλειστικὸν χαρακτῆρα τοῦτον. Ἡμεῖς, ἀναπτύξαντες τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀνεφέραμεν τὰ εἰς αὐτὸ ἀφορῶντα γεγονότα, ὡς ἐγένοντο· ἀνεπτύξαμεν τὴν ἀρχικὴν ἀφορμὴν τῆς ἀναπτύξεώς του, τὴν πορείαν αὐτοῦ κατὰ τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν ἐτῶν τῆς καταδιώξεως τῶν χωρικῶν καὶ τῶν τολμημάτων πρὸς ἁρπαγὴν τῆς ἰδιοκτησίας των καὶ τὰ συμβαίνοντα σήμερον· ἐφέραμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὑφίσταται ἤδη, καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ διατυπώσωμεν αὐτὸ κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, διότι τοῦτο θὰ ἦτο λίαν δυσχερὲς καὶ ἀκατόρθωτον Ἀλλ’ ἔστω, καὶ τοῦτο πρὸς εὐχαρίστησιν τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι δικαστικὸν, εἶναι τοιοῦτον, εἶναι δικαστικόν· ἐκ τούτου πλὴν δὲν ἕπεται, ὅτι εἶναι καὶ μόνον δικαστικὸν, διότι ἄλλοι διϊσχυρίσθησαν, ὅτι εἶναι καὶ διοικητικὸν καὶ μάλιστα ἠθέλησαν νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι εἶναι οὐσιωδῶς τοιοῦτον· ἀλλ’ ἐὰν ἰσχυρίζησθε, ὅτι εἶναι δικαστικὸν καὶ διοικητικὸν, ἡμεῖς σᾶς ἀπαντῶμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δικαστικὸν καὶ διοικητικὸν εἶναι, ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ οὐσίαν εἶναι κοινωνικὸν, ἐξ οὗ ἐπήγασε τό τε δικαστικὸν καὶ τὸ διοικητικόν. Τὸ πῶς ἀνεπτύχθη τὸ κοινωνικὸν ζήτημα σᾶς τὸ εἴπομεν· μεθ’ ὅσα δὲ ἐλέχθησαν, νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Τὸ πῶς ἀνεπτύχθη ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος τὸ δικαστικὸν, ἀνεπτύξαμεν ὑμῖν καὶ τοῦτο· διότι σᾶς εἴπομεν, ὅτι οἱ ἀγορασταὶ τοῦ τρίτου τῶν καρπῶν, ἐνῷ ὤφειλον νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματός των τούτου, ἐπειράθησαν ἐπὶ Τουρκοκρατίας νὰ κατασταθῶσι καὶ ἰδιοκτῆται τῶν χωρίων, παρ’ ὧν εἰσέπραττον τὸ τρίτον τῶν καρπῶν, ὅπερ οἱ χωρικοὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀντέκρουσαν, καὶ ἐντεῦθεν οἱ διαφερόμενοι εὑρέθησαν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ἔνθα καὶ τὴν σήμερον ὤφειλον νὰ εὑρίσκωνται. Τὸ πῶς ἀνεπτύχθη δὲ τὸ διοικητικὸν ζήτημα, δὲν καθυστερήσαμεν νὰ σᾶς τὸ εἴπομεν· διότι κατεδείξαμεν, ὅτι οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται οὐδὲν προσὸν ἰδιοκτησίας ἔχοντες, ἀντὶ νὰ προστρέξωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ζητήσωσι δικαιοσύνην, ὡς τοῦτο πράττουσιν ἅπαντες οἱ Ἕλληνες δυνάμει τῶν κειμένων Νόμων, ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσιν, δυνάμει δῆθεν τῆς συνθήκης, νὰ παύσῃ χάριν αὐτῶν ἡ διάκρισις τῶν Ἐξουσιῶν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ παράσχῃ αὐτοῖς ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, καθ’ ἣν ἔθυσαν καὶ ἀπώλεσαν, τὴν συνδρομήν της, ἵνα διὰ τῆς βίας ἐγκατασταθῶσιν, ὡς ἀναμφισβήτητοι δῆθεν ἰδιοκτῆται, εἰς τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα ἐποφθαλμιῶσι, χωρὶς νὰ προστρέξωσι ποσῶς εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐζήτησαν νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ τὸ δικαίωμα νὰ συντάξωσι Σώματα ἐνόπλων ἀγροφυλάκων ἐξ ἀνθρώπων ξένων καὶ μὴ δημοτῶν ἐναντίον παντὸς δικαίου καὶ νομίμου, πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως καταπιέζωσι δι’ αὐτῶν τοὺς χωρικούς, ὅπως ἐμποδίζωσιν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἅπερ ἐγένοντο ἐπανειλημμένως γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν· ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσι πολλὰ καὶ τὸ σπουδαιότερον νὰ μὴ ἀναγκασθῶσιν, ὅπερ συμβαίνει εἰς πάντα Ἕλληνα τοιαύτας ἔχοντα ὑποθέσεις, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι γινώσκουσι καλῶς, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια θὰ ζητήσωσιν παρ’ αὐτῶν ἀποδείξεις περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα διεκδικοῦσι, καὶ τοιαύτας, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωσι, δὲν ἔχουσι· διότι, ἐὰν εἶχον, ἤθελον προσφύγει ἤδη εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ πᾶσα ἀμφισβήτησις ἤθελε παύσει. Κύριοι, ἀδίκημα κοινωνικὸν διεπράχθη, κατὰ τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ κοινωνικὸν ζήτημα ἀνεπτύχθη· τὸ κοινωνικὸν ζήτημα ἐπέφερε τὸ δικαστικὸν καὶ τὸ διοικητικόν· τὰ τρία ταῦτα ζητήματα συνυπάρχουσι, βάσιν ἔχοντα φυσικῷ τῷ λόγῳ τὸ κοινωνικὸν ἀδίκημα καὶ ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ συνυπάρχουσι ζητοῦσι νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς ὄψεως ταύτης τῶν ἀδιαιρέτων τριῶν τούτων ζητημάτων, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει ποτὲ μὲν τὸν δικαστικὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ποτὲ δὲ τὸν διοικητικὸν, καὶ συναρπάσωσι τὴν Βουλὴν, ὥστε αὕτη νὰ κηρυχθῇ ἀναρμοδία· ἄλλοτε πάλιν φαίνονται δικαιολογοῦντες τὴν διοικητικὴν ἐπέμβασιν, διότι λέγουσιν, ἐπίκεινται ταραχαὶ, καὶ ζητοῦσιν, ὑπεκφεύγοντες οὕτω τὸ κύριον ζήτημα, νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· συγκατατίθενται δὲ μόνον νὰ συζητηθῇ ποτε τὸ ζήτημα ὑπὸ κοινωνικὴν ἔποψιν, ἐνῶ οὐδεὶς ἐμποδίζει αὐτοὺς νὰ συζητήσωσιν αὐτὸ, ὡς βούλονται καὶ σήμερον, ἀφοῦ τὸ ἀναγνωρίζουσιν ὡς τοιοῦτο· ἀλλ’ ὑπεκφεύγουσι πάλιν καὶ τοῦτο, ἐννοοῦντες νὰ ἀναγνωρίσωμεν πρότερον τοὺς ἐπαγγελλομένους τοὺς ἰδιοκτήτας ὡς πραγματικοὺς τοιούτους· διότι τότε κατὰ τὰς σκέψεις των δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ κοινωνικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ τότε μόνον δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν, ὅταν οὗτοι παραιτηθῶσι τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ὑπὲρ τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι ἔχουσι τοιαύτην, τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν! Εἶναι κύριοι, λογικὰ ταῦτα, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ προσοχὴν καὶ νὰ τὰ ἐγκρίνῃ; Ἡμεῖς ἐπιμένομεν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑφ’ ἣν ἐφέρομεν αὐτὸ, ὡς ζήτημα ὑφιστάμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ ἐνδιαφέρῃ διακοσίας χιλιάδας πολιτῶν, ὀφείλει νὰ ἐνασχοληθῇ καὶ νὰ λύσῃ· εἶναι δὲ σφόδρα ἀδιάφορον, ἐὰν ἐχαρακτηρίσθη, ὡς κακῶς ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὁ κ. Ποταμιάνος, δηλ. ὡς δικαστικὸν, ἢ ὡς ἐχαρακτηρίσθη παρ’ ἄλλων, ὡς διοικητικόν· διότι τὸ ζήτημα, κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, δὲν παύει νὰ ἦναι κυρίως κοινωνικὸν, περιβεβλημένον μόνον χροιάν τινα δικαστικοῦ καὶ διοικητικοῦ ζητήματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως ἀμέσως νὰ φέρωμεν αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτοῦ τὴν καθαρῶς κοινωνικὴν, ἀλλὰ δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου ἐπείγει νὰ ἐμποδισθῇ ἡ συστηματικὴ ἁρπαγὴ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἀγροτῶν ὑπό τινων ἰσχυρῶν, ἀρξαμένη ἀπὸ τῆς Τουρκικῆς κακοδιοικήσεως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ φόνου καὶ τοῦ δηλητηρίου καὶ τῶν ἐξορισμῶν, καὶ νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα συνδρομὴ εἰς τοὺς ἀγρότας ἢ νὰ μὴ δοθῇ τοιαύτη οὔτε εἰς τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας οὔτε εἰς τοὺς ἀγρότας, ἵνα ἀναγκασθῶσιν οἱ ἀξιοῦντες ἰδιοκτησίαν νὰ ἀπευθυνθῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εὕρωσιν, ἐὰν ἔχωσι, δίκαιον· νὰ ἐμποδισθῇ δὲ ἡ καταστροφὴ χιλιάδων πολιτῶν, οἵτινες πὰ πάντα ὑπέστησαν, ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἰδιοκτησίαν των, δηλ. τὴν δούλην πατρίδα των, καὶ ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως αὐτῆς μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, καὶ οἵτινες μετὰ στεναγμῶν καὶ παλμῶν ἀνέμενον τὴν ἡμέραν τῆς ἀπελευθερώσεώς των, ἵνα ζητήσωσι δίκην παρὰ τῶν τυράννων των καὶ τῶν ἐκδοχέων αὐτῶν. Ἄλλως δὲ, ἀφοῦ ἐξαντληθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτοῦ ταύτην, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ καὶ ὑπὸ τὴν καθαρῶς κοινωνικὴν αὐτοῦ ἔποψιν· διότι τότε θ’ ἀγωνισθῶμεν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀγροτῶν ἐκείνων, οἵτινες κατοικοῦσιν εἰς χωρία, ἡ κυριότης τῶν ὁποίων πράγματι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀνήκει εἰς ἄλλους ἢ εἰς τοὺς χωρικούς, καὶ θέλομεν ζητήσει ὑπὲρ αὐτῶν, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, νὰ παραχωρηθῇ ἰδιοκτησία τις καὶ εἰς αὐτοὺς ἀντὶ ἀποζημιώσεως, ἵνα καὶ οὗτοι κατασταθῶσιν ἐλεύθεροι καὶ ἀνεξάρτητοι πολῖται Ἕλληνες, οὐχὶ δὲ δουλεύοντες καὶ ὑπείκοντες ἄλλοις. Ἰδοὺ δὲ ἐν ἄλλαις λέξεσι τί ἐπὶ τοῦ παρόντος ζητοῦμεν: Αον. Νὰ μὴ δοθῇ εἰς τοὺς διαμαχομένους οὐδεμία ἰδιαιτέρα προστασία. Βον. Νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι, νὰ ἐξασκήσωσι τὰ δικαιώματα, ἅτινα παρέχουσιν αὐτοῖς οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ Γον. Νὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ὑπὸ τὴν καθολικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, τὴν κοινωνικὴν, καὶ ἐκφέρῃ τὴν ἐπὶ τούτου κρίσιν καὶ γνώμην της.
§70ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἰς ἅπασαν τὴν Θεσσαλίαν ὑπάρχει τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἢ μόνον εἰς τὴν Ἄρταν καὶ εἴς τινα μόνον χωρία τῆς Θεσσαλίας;
§71ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· εἰς ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν, ἐκτὸς βεβαίως τῶν χωρίων τῶν ὀρεινῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπιβληθῶσιν ὁ Ἀλῆς καὶ ἡ συντροφία.
§72ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διατί λοιπὸν περιορίζουσι τὴν συζήτησιν εἴς τινα μόνον χωρία;
§73ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν τις ἔπραξε τοῦτο, κακῶς ἔπραξε· διότι εἰς ἅπασαν τὴν πεδιάδα τῆς Θεσσαλίας ὑφίσταται τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ὡς ὑφίσταται καὶ ἐν Ἄρτῃ, ἐκτὸς βεβαίως χωρίων τινῶν, ἅτινα δὲν εἶναι πολλά. Ἐπιμένουσιν οἱ ἀντιδοξοῦντες, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία· ἀλλὰ πῶς δύναται ἡ σημερινὴ Βουλὴ νὰ ᾖναι ἀναρμοδία, ἀφοῦ τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Σῶμα καὶ ἄλλοτε ἐπελήφθη καὶ ἔλυσε τοιαύτης φύσεως ζητήματα; Μήπως ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 δὲν ἐπελήφθη τοῦ Κερκυραϊκοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὅπερ ἐξόχως ἔφερε δικαστικὸν χαρακτῆρα! Διατί ἡ Συνέλευσις ἐκείνη δὲν ἐκήρυξεν ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν, ἀλλ’ ἐδέχθη τὴν συζήτησιν; Μήπως ἡ Βουλὴ τοῦ 1867 δὲν ἐπελήφθη τοῦ αὐτοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ δὲν προέβη ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ; ἢ μὴ τυχὸν ἐπιληφθεῖσα ἡ Βουλὴ ἐκείνη τοῦ ζητήματος τοῦ ἀγροτικοῦ τῆς Κερκύρας δὲν προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταργήσῃ ἀνεγνωρισμένα καὶ κεκτημένα τιμαριωτικὰ δικαιώματα; ἢ μὴ τυχὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν ἔφερον δικαστικὸν χαρακτῆρα! Ἰδοὺ τί ὁρίζει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Νόμου περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Κερκύρας, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸ 1867. «Ἅπαντα τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμαριωτικὰ κτήματα, «τὰ μὴ τυχὸν εἰσέτι ἀπηλλαγέντα τῶν τιμαριωτικῶν «δεσμῶν καὶ ὑποχρεώσεων, ἀπαλλάσσονται αὐτῶν ἀπὸ τῆς «δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου». Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ Νόμος τῆς Βουλῆς ἐκείνης τῶν Ἑλλήνων καταργεῖ δεσμοὺς καὶ ὑποχρεώσεις, δικαιώματα κεκτημένα. Τί δὲ ζητοῦμεν ἡμεῖς; ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν κατάργησιν δικαιωμάτων τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι τοιαῦτα δὲν ἔχουσιν οὗτοι, καὶ θὰ πεισθῶσι βεβαίως καὶ οἱ ἴδιοι, ὅτι δὲν ἔχουσιν, ἐὰν παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια· ἀλλὰ ζητοῦμεν ἁπλῶς νὰ μὴ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰς θελήσεις τῶν κερδοσκοπούντων ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας μας, ὑπερασπιζόμενοι αὐτοὺς ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ἐπειδὴ οἱ χωρικοὶ εἶναι πολλοὶ καὶ οἱ δῆθεν ἰδιοκτῆται ὀλίγοι, οἱ πολλοὶ δύνανται νὰ ἐκδιώξωσι τοὺς ὀλίγους, ἀφοῦ οἱ ὀλίγοι οὗτοι, καὶ ἐὰν ἐκδιωχθῶσι, δύνανται ὡς οἱ λοιποὶ πολῖται Ἕλληνες νὰ ζητήσωσι διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ νὰ ἐγκατασταθῶσιν, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν, εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν των. Ζητοῦμεν νὰ μὴ ἐπιτρέπητε εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν ὑπὸ τὸν τίτλον τῶν ἀγροφυλάκων ὁλοκλήρους λόχους μισθωτῶν, ἀποτελουμένους παρ’ ἀνθρώπων ξένων, μὴ δημοτῶν, μηδεμίαν ἐχόντων ἰδιοκτησίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα διατελοῦσιν, ὡς δῆθεν ἀγροφύλακες, παρὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου διατασσόμενα, πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως πιέζωσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἀναγκάζωσιν αὐτοὺς νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὰς θελήσεις τοῦ ἐπὶ μισθῷ διατηροῦντος αὐτοὺς κυρίου· διότι παρὰ τὸ κοινωνικὸν καὶ τὸ δικαστικὸν καὶ τὸ διοικητικὸν ζήτημα, ὅπερ ἔχομεν σήμερον, αὔριον θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ ἀγροφυλακικὸν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι οἱ χωρικοὶ, καταδιωκόμενοι διαφοροτρόπως, θὰ ἀναπτύξωσιν ἕτερον ζήτημα, ὅπερ βεβαίως θὰ κληθῇ ἐπανάστασις. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν λοιπῶν ἀγορευσάντων. Μᾶς εἶπον, ὅτι οἱ ἀγρόται ζητοῦσι νὰ ἁρπάσωσι τὰς ἰδιοκτησίας τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπον καὶ ποῦ τὸ εὗρον γραμμένον. Δὲν ἁρπάζουσιν οἱ ἀσθενεῖς καὶ καταδιωκόμενοι, ἀλλ’ οἱ ἰσχυροὶ, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας. Καὶ δὲν βλέπετε, κύριοι, πέριξ ἡμῶν, δὲν βλέπετε τί ἐν μέσαις Ἀθήναις γίνεται; Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ ταύτῃ τοῦ Βασιλείου ὑπάρχουσι συντεταγμέναι Ἑταιρίαι πρὸς διαρπαγὴν ξένης ἰδιοκτησίας ἐξ ἀνδρῶν εὐπορούντων, οἵτινες κατώρθωσαν ἁπάσας τὰς Μοναστηριακὰς καὶ δημοτικὰς καὶ δημοσίας γαίας νὰ μεταβάλωσιν εἰς ἰδιοκτησίαν των; Τί ζητεῖτε μακρὰν ἀπ’ ἐδῶ νὰ μάθητε τί διαπράττεται ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ; Διατί ἡ Ἐξουσία δὲν ἔδωκε τὴν συνδρομήν της τὴν Διοικητικὴν εἰς τοὺς ἀπογυμνουμένους τῆς ἰδιοκτησίας των φῶς φανερὰ καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ δεκαετηρίδος ἤδη, καθ’ ἃς αἱ Ἑταιρίαι αὗται ἐξακολουθοῦσι νὰ ἁρπάζωσι τὰς γαίας τῶν ἄλλων, ἀλλὰ περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ παραπέμπῃ τοὺς ζητοῦντας τὴν συνδρομήν της εἰς τὰ Δικαστήρια, ἵνα παλαίσωσι κατὰ τῶν ἁρπάγων των; Διατί μεταβαίνει καὶ αὐτὴ εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ τὰς καταπατουμένας γαίας τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ ἔχει εἰς χεῖράς της τὴν δύναμιν, ἵνα ἐξώσῃ καὶ ἀποβάλῃ ἐκ τῆς κατοχῆς κτλ. τοὺς παρασίτους; Διατί καὶ αὐτὴ φέρεται ὅπως φέρεται καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης, ὅστις ἔχει τοιαύτην τινὰ διένεξιν, καὶ δὲν μεταχειρίζεται τὴν δύναμιν της ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον; Καὶ θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ἡ Διοίκησις ὀφείλει νὰ συντρέξῃ τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίας, ἀντὶ νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐνῶ οὐδεὶς ἀναγνωρίζει αὐτοὺς ὡς ἰδιοκτήτας, ἐνῶ ἀποφεύγουσι παντὶ σθένει νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι δὲν ἔχουσι τίτλους παρουσιαστέους εἰς Δικαστήρια, καὶ ζητοῦσι διὰ παντοίων μέσων τὴν διοικητικὴν προστασίαν, ἐνῶ καταπολεμοῦσι τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι θὰ φωραθῶσιν, ὅτι οἱ τίτλοι των εἶναι ὄνειρον· καὶ ταῦτα πάντα πράττουσι διὰ νὰ καταστρέψωσι τὸν πραγματικὸν ἰδιοκτήτην, τὸν χωρικόν. Ἀπορῶ ἀληθῶς διὰ τοῦτο· ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, ὅτι ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις θὰ συμβῶσι ταραχαί. Μήπως ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις, ἐὰν πρόκηται νὰ συμβῶσι ταραχαὶ χάριν τοιούτων ζητημάτων, δὲν θὰ συμβῶσιν ἢ μὴ τυχὸν δὲν συνέβησαν; Ὁποία ἡ ἐντεῦθεν βλάβη; ἀλλὰ τέλος πάντων ἂς μοὶ φέρωσι τουλάχιστον ἓν παράδειγμα, ὅτι ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις διενέξεις περὶ ἰδιοκτησίας ἐλύθησαν ἄλλως ἢ διὰ τῶν Δικαστηρίων. Ἡ μὴ τυχὸν ἡμεῖς οἱ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν κάτοικοι δὲν πρέπει νὰ χαίρωμεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χαίρουσιν οἱ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου; Ἡ μὴ τυχὸν δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης ὁ Νόμος περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας καὶ εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας καὶ δὲν ἰσχύουσιν οἱ Νόμοι τῶν παλαιῶν Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν καὶ εἰς ἐκείνας, διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἐν αὐταῖς ἡ Διοίκησις πρέπει νὰ προστατεύσῃ ἐκείνους, οἵτινες ὤφειλον ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ὑποθέσεών των νὰ προστατευθῶσιν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων; Ἐπετόνισαν ἄλλοι, ὅτι οἱ χωρικοὶ μετῆλθον βίαν, καὶ ὅτι θὰ μετέλθωσι τοιαύτην. Ἑπομένως ἐπίκειται κίνδυνος διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως· ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπον ποῦ καὶ πότε οἱ χωρικοὶ μετῆλθον βίαν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰς προῤῥήσεις των διὰ τὸ μέλλον περὶ τούτου ἃς ἀναμείνωσι νὰ ἴδωσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἔργων των διὰ νὰ ἀποφανθῶσιν ἀσφαλέστερον. Οὐ μόνον, κύριοι, οἱ χωρικοὶ δὲν μετῆλθον βίαν, ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς πιστοποιημένον πλέον διὰ τῶν καθ’ ἡμέραν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναγινωσκομένων τηλεγραφημάτων καὶ ἀναφορῶν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται μετεχειρίσθησαν τὴν βίαν. Ἐὰν δὲ οἱ χωρικοὶ ἠρνήθησαν τὸ διὰ τῆς βίας παρ’ αὐτῶν ἀφαιρούμενον κατ’ ἔτος τρίτον τῶν καρπῶν των, ὅπερ βεβαίως δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς βία, ἔπραξαν τοῦτο ἐξασκοῦντες δικαίωμα, ὅπερ εἰς ὁμοίας περιστάσεις ἔχει καὶ πᾶς ἄλλος πολίτης τῆς Ἑλλάδος. Ἔπραξαν τοῦτο, διότι δὲν ἐννοοῦσι νὰ δώσωσι τοὺς καρποὺς τῶν ἱδρώτων των εἰς ἄλλους, οὐδὲν δικαιουμένους ἐπὶ τούτων, καὶ ἵνα δώσωσι νὰ ἐννοήσωσιν εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ἐὰν ἔχωσιν ἀπαίτησίν τινα κατ’ αὐτῶν, ὀφείλουσι, κατὰ τοὺς Νόμους τῆς Ἑλλάδος, ν’ ἀπευθυνθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἀλλ’ οὗτοι τρέμοντες πρὸ τῶν Δικαστηρίων ἐπεκαλέσθησαν τὴν Διοικητικὴν ἐπέμβασιν διὰ τὸ ἁπλούστερον, θεωροῦντες δι’ αὐτοὺς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ἀναρμόδια ἢ ἀναξιόχρεα, ἐσύστησαν λόχους ἐξ ἀγροφυλάκων παρ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, καὶ δι’ αὐτῶν ἠθέλησαν νὰ λύσωσι τὰς μετὰ τῶν χωρικῶν διενέξεις των. Δὲν σᾶς φαίνεται ὁ τρόπος οὗτος τοῦ λύειν δικαστικὰ ζητήματα ἄντικρυς παντὸς ἑλληνικοῦ Νόμου καὶ περιϋβριστικὸς τοῦ Συντάγματος; Εἶπον σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ χωρίου Παλαμᾶ καὶ τῶν εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ χωρίου τούτου ὑπαγομένων δέκα καὶ ἑπτὰ ἄλλων, ἀπαντῶντες εἰς ὅσα κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου περὶ αὐτῶν ἀνέφερα, ὅτι, ἐὰν πράγματι οἱ λεγόμενοι σήμερον ἰδιοκτῆται ἦναι ἁπλοῖ ἐνοικιασταί, τόσον χειρότερον διὰ τοὺς χωρικούς, διότι τότε οἱ χωρικοὶ θὰ ἔχωσι νὰ κάμωσι μὲ τὸ Δημόσιον. Ἐν πρώτοις ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἅπαντα τὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ Παλαμᾶ, ἀλλὰ μόνον ὅτι, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι τοῦ Παλαμᾶ, οἵτινες ἔχουσι φιρμάνιον εἰς τὰς χεῖράς των, ὅπερ ἀποκαλεῖ τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας τοῦ χωρίου των ἁπλοῦς ἐνοικιαστάς, περιῆλθον εἰς τὴν θέσιν τῶν ἁπλῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν κουλουχτσίδων καὶ ὑφίστανται καταπιέσεις καὶ ἀπειλοῦνται δι’ ἐξώσεων, φαντάσθητε εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται οἱ κάτοικοι τῶν λοιπῶν χωρίων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τοιαῦτα φιρμάνια καὶ εὑρίσκονται ἀπέναντι ἄλλων λεγομένων ἰδιοκτητῶν ἐξ ἅπαντος ἀπαιτητικωτέρων. Καὶ δεύτερον, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ἐὰν ἀποβληθῶσιν οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι, τότε οἱ χωρικοὶ θὰ ἔχωσι νὰ κάμωσι μὲ τὸ Δημόσιον· διότι, ἐὰν οἱ ἰδιοκτῆται χωρικοὶ τοῦ Παλαμᾶ πληρώνωσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς κανόνα τινὰ, οἱ ἐνοικιασταὶ εἰσπράττουσι τοῦτον ἐν ὀνόματι τοῦ Τσαμίου, ὅπερ ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ αὐτὸν μέχρι τῆς προσαρτήσεως, ἀλλὰ τὸν κανόνα τοῦτον ὑπεσχέθησαν νὰ παρέχωσι κατ’ ἔτος εἰς τὸ Τσαμίον, ἐφ’ ὅσον τοῦτο παρέχει αὐτοῖς προστασίαν κατὰ τῶν ὀρδῶν τῆς Τουρκικῆς κακοδιοικήσεως καὶ τῶν ἄλλων καταπιέσεων. Ἤδη ἡ κακοδιοίκησις ἐκείνη ἐξέλιπε· παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε διατί οἱ Παλαμιῶται πρέπει νὰ πληρώνωσι τὸν κανόνα τοῦτον καὶ διατί οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ μὴν ἀποβληθῶσιν, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίζωνται καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος νὰ γείνωσι καὶ ἰδιοκτῆται; ἢ εἰς ποίας σχέσεις δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν οἱ Παλαμιῶται πρὸς τὸ Δημόσιον; Εἶπον ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ μεγάλη καλλιέργεια ἐν Θεσσαλίᾳ καθίσταται ἀναγκαία ἕνεκα τῶν ἀπεράντων πεδιάδων αὐτῆς, καὶ ὅτι ἐκεῖ οἱ ἰδιοκτῆται, κάτοχοι μεγάλων ἐκτάσεων, θὰ φέρωσι γεωριγκὰς μηχανὰς καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ θὰ καταστήσωσι τὴν Θεσσαλίαν δὲν ἠξεύρω τί. Αἱ θεωρίαι εἶναι καλαὶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρωσι καὶ τὸ ἔδαφός των πρὸς ἐφαρμογήν. Ἐν Θεσσαλίᾳ δὲ οὐδέποτε ἐφαρμόσθη ἡ μεγάλη καλλιέργεια, οὐδὲ θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτὲ ἐφ’ ὅσον οἱ χωρικοὶ καταπιέζονται, καί τοι ὁμολογουμένως ὑπάρχουσι μεγάλαι ἐκτάσεις πρὸς καλλιέργειαν, ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῶσιν οἱ περὶ μεγάλης καλλιεργείας καὶ μεγάλων ἐκτάσεων γαιῶν ὁμιλοῦντες, ὅτι μεγάλη καλλιέργεια καὶ μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν εἶναι ταὐτόσημα. Ἄλλως δὲ ὁ Ἕλλην ἀπέδειξε διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου, ὅτι ἐπιδιώκει παντὶ σθένει νὰ καλλιεργῇ αὐτὸς τὴν γῆν ὡς ἰδιοκτήτης. Κατὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὑπῆρχον μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν ἀνήκουσαι εἰς ἕνα κύριον καὶ ἐν τῇ Πελοποννήσῳ καὶ ἐν τῇ Στερεᾷ, ὑπῆρχον Τσιφλίκια πολλά. Ποῦ εἶναι σήμερον ταῦτα; Δὲν εἶναι ἡ Πελοπόννησος καταμερισμένη εἰς τεμάχια; Αἱ Ἑλληνικαὶ Βουλαὶ δὲν ἀνεγνώρισαν τὸν καταμερισμὸν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ὡς ἐθνικὴν ἀνάγκην καὶ δὲν ἐψήφισαν ἐπανειλημμένως νόμους, δι’ ὧν ἐπέφερον τὸν εἰς τεμάχια καταμερισμὸν αὐτῶν; Διατί δὲν διετηρήθησαν αἱ μεγάλαι ἰδιοκτησίαι; διότι ὁ Ἕλλην ἀγαπᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ θέλει νὰ ἔχῃ τοιαύτην, ἔστω καὶ μικρὰν, διότι αὕτη συντρέχει εἰς τὴν ἀτομικήν του ἐλευθερίαν καὶ καθιστᾷ αὐτὸν πράγματι ἐλεύθερον καὶ συνταγματικὸν πολίτην. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν κατὰ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἀγορευσάντων οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν ἀξίαν λόγου. Λαὸς ὁλόκληρος ἐκ διακοσίων χιλιάδων ὑποφέρει τὰ πάνδεινα, ἵνα σώσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του ἀπὸ τῶν ἐποφθαλμιώντων αὐτήν. Καὶ τί ζητοῦμεν κυρίως ὑπὲρ αὐτοῦ; οὐδὲν προνόμιον, οὐδὲ ἄλλο τι εἰμὴ τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἥτις, ἀφοῦ μεταβῇ ἐπιτοπίως καὶ ἐξετάσῃ τὴν ἐκεῖ κατάστασιν, νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκθεσιν καὶ γνώμην της, ἵνα ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου.
§74Π. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ. Τί ἐννοεῖτε νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή;
§75ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν σύστασιν αὐτῆς, τότε συζητοῦμεν περὶ τῶν καθ’ ἕκαστα τῶν καθηκόντων της καὶ περὶ τῆς δικαιοδοσίας της. Καταλήγων θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, ὅπερ δὲν εἶναι ζήτημα Θεσσαλικὸν μόνον, δὲν εἶναι ζήτημα Ἠπειρωτικὸν, ἀλλὰ καὶ κυρίως ζήτημα Ἑλληνικὸν καὶ Ἐθνικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον οὐ μόνον δικαιοῦται ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ μάλιστα μετὰ μεγάλης προσοχῆς. Εἶναι ζήτημα Ἑλληνικὸν καὶ ἑπομένως ἐθνικόν· διότι πολλαὶ χιλιάδες Ἑλλήνων τυγχάνουσιν εἰσέτι ὑπὸ τὸν ζυγὸν καὶ καταπιέζονται διαφοροτρόπως, ὅπως κατεπιέζοντο καὶ οἱ νῦν ἐλεύθεροι Θεσσαλοὶ καὶ οἱ Ἠπειρῶται ὑπὸ ἁρπάγων ἐποφθαλμιώντων τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δεινοπαθήματά των ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι αὐτῇ λίαν γνωστὰ καὶ τὰ ὁποῖα ὑφίστανται, διότι εἶναι Ἕλληνες, καὶ νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὅτι ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ Συντάγματος ἡ βία καὶ ἡ ἁρπαγὴ δὲν ἀποτελοῦσι τίτλους κυριότητος, καὶ ὅτι οἱ δοῦλοι ἀδελφοὶ ἡμῶν δύνανται νὰ ἐλπίσωσιν ἐπὶ τῆς προστασίας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τῶν θεσμῶν αὐτῆς. Ἄλλως τὸ πᾶν τετέλεσται.
§76ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ προαγορεύσας καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀπεκάλεσαν ἀγροτικόν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ἀφορῶν εἰς τινα χωρία τῆς Θεσσαλίας καὶ εἴς τινα χωρία τῆς Ἠπείρου, δὲν εἶναι ἀγροτικὸν, εἶναι κἄτι τι ἄλλο καὶ θὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Σήμερον παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τοὺς ἐπιβαρύνουν, τοὺς καταπιέζουσι, τοὺς φονεύουσι, τοὺς πληγώνουσι δι’ ὁπλοφόρων· οἱ ἰδιοκτῆται λέγουσιν, ὅτι ἀμύνονται κατὰ τῶν καλλιεργητῶν, καὶ ἀμυνόμενοι στρατολογοῦσιν ἄνδρας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦσιν ἀγροφύλακας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ προτείνοντες τοιαύτας ἰδέας νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι δὲν διορίζονται οὕτω οἱ ἀγροφύλακες, διότι οὗτοι εἶναι ὄργανα ἀδιάσπαστα τῆς Ἀστυνομίας εἴτε τῆς Διοικητικῆς, εἴτε τῆς Δημοτικῆς, ὅτι ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἀγροφύλακες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς ἰθαγενείας· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν εἶναι ἀπόλυτος· καὶ ἂν σήμερον ὁ ἰδιοκτήτης ὁ πλούσιος, προφασιζόμενος, ὅτι διώρισεν 80–100 ἀγροφύλακας, ὅπως πιέσῃ τοὺς κατοίκους ἑνὸς χωρίου, αὔριον δύναται κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον νὰ στρατολογήσῃ 80 χιλιάδας διὰ νὰ πιέσῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ἰσχόμαχος, διότι περὶ τούτου ἀναγκαίως θὰ μεριμνήσῃ ἡ Πολιτεία καὶ κατεπειγόντως· ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ ζητήματος διενέξεως μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, καὶ ἔρχεται ὁ κ. Κασιμάτης, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη τὴν Ἀμερικὴν, ὁ ὁποῖος εἶδε τὴν Ἀγγλίαν, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὰς διαφόρους νομοθεσίας τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, καὶ τὸν ὁποῖον ὑπολήπτομαι, καὶ λέγει, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ, ὅπως κανονίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐνάγοντος καὶ ἐναγομένου. Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι πρωτοφανές! Εἴδατε ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους διάφοροι ἀπὸ τοῦ βήματος ἔκαμον, ποία εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἰδιοκτησίας τῆς περιελθούσης ἐπὶ τέλους εἰς τοὺς τελευταίους ἰδιοκτήτας. Τοῦτο δὲν εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἐξετάσῃ, καὶ μάτην ἀγωνίζεται ὁ ὑφηγητὴς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου κ. Ἀδαμόπουλος νὰ παραστήσῃ τὰ ἐναντία. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ Νομοθεσία μας, αὐτὸ τὸ φυσικὸν δίκαιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐσχάτως μάλιστα ἱδρύσαμεν καὶ ἰδιαιτέραν ἕδραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τοὺς καλλιεργητὰς τοῦ νὰ μεταχειρισθῶσιν ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς κανονισμὸν ἕκαστος τῆς θέσεώς του ἀπέναντι τῶν δικαστηρίων, εἴτε ὡς ἐνάγοντες εἴτε ὡς ἐναγόμενοι; Καὶ πῶς θὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Καραϊσκάκη, τοῦ ὁποίου ὁ πατὴρ ἐπότισε μὲ τὸ αἷμά του τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνῆλθε τὴν ἱερὰν κλίμακα τῆς ἀθανασίας, νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια; καὶ πῶς θ’ ἀρνηθῶμεν εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Βότζαρη, τοῦ Τζαβέλλα, τοῦ Βέϊκου, τοῦ Δράκου, οἱ ὁποῖοι ἔσπειραν τὰ κόκκαλά των ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια; Καὶ νομίζετε, ὅτι τὰ διοικητικά σας ὄργανα ἢ οἱ ἀγροφύλακες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζωσιν αὐτοὺς νὰ κανονίσωσι τὰς ὑποθέσεις των συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν της καὶ δώσῃ ἐλευθερίαν ἐνεργείας καὶ κινήσεως κατὰ τοὺς Νόμους τῆς Πολιτείας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τοὺς καλλιεργητὰς, τὰ δὲ δικαστήρια θὰ ἀποφανθῶσι. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ τσιφλίκια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀναμφισβήτητον κυριότητά τινες, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα· κακῶς δὲ ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διενέξεως μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν εἶναι ζήτημα ἀγροτικὸν, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα καθαρῶς δικαστικῆς διαφορᾶς. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ παρακαλῶ πολὺ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχὴν τῶν διοικητικῶν καὶ στρατιωτικῶν αὐτῆς ὀργάνων, ἵνα μὴ παρεμβαίνωσιν εἰς τὴν παρακώλυσιν ὁπωσδήποτε, εἴτε τῶν καλλιεργητῶν, εἴτε τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ νὰ θέσωσιν αὐτοὺς εἰς ἴσην μοῖραν, ὅπως ἐκεῖνοι σπεύσωσι καὶ εὕρωσι τὴν ὁδὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ λάβωσιν ἕκαστος τὸ δίκαιόν του, διότι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν δικαιοσύνην.
§77ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος.
§78ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα ἔχει πολλὰς τὰ φάσεις· ἔχει φάσιν κοινωνικὴν, δικαστικὴν, ἔχει καὶ φάσιν ἀφορῶσαν τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ μᾶλλον τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐξουσίας. Ὡς κοινωνικὸν ζήτημα, κύριοι, εἶναι ζήτημα ἀγροτικὸν, καὶ λυποῦμαι ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλοι, ἀπομιμούμενοι τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὑπεστήριξαν ὅτι ζήτημα ἀγροτικὸν δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι κατηργήθη ἡ προϋπάρχουσα τάξις πραγμάτων ἐν ταῖς ἑνωθείσαις μετὰ τῆς Ἑλλάδος Ἐπαρχίαις καὶ μετεβλήθη—διότι ἡ τάξις ἐκείνη ἦτο τάξις, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο πλέον ἢ νὰ ἐκλείψῃ μετὰ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος—ἐὰν, κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις ἔχῃ λόγους, ὅπως θεωρηθῇ ὡς γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τότε δὲν πρέπει ν’ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀποφύγητε νὰ σκερθῆτε πῶς θὰ λύσητε τὸ ζήτημα αὐτό. Δύνασθε ἐπηρεαζόμενοι ἐκ σκοπῶν πολιτικῶν, δύνασθε ἐπηρεαζόμενοι ἐκ συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν ν’ ἀναβάλητε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὅσῳ ἀναβάλητε ταύτην, τόσῳ δεινοῦται τὸ ζήτημα· τοῦτο θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον, καὶ ἑπομένως ἢ θὰ λυθῇ καθ’ οἷον τρόπον δύναται μόνον νὰ λυθῇ, διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἢ διὰ τῆς βίας. Ὅλοι ἔχομεν συμφέρον καὶ ἡ συμπολίτευσις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν βιαίαν λύσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου δὲν ἔπαυσα λέγων ὅτι δεῖται σκέψεως, δεῖται παρεμβάσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ συνταράξῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ θὰ ἔχῃ δυσάρεστον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαταραχθῶσιν αἱ προϋπάρχουσαι σχέσεις, αἱ κατασταθεῖσαι διὰ τοῦ συστήματος τῆς βίας καὶ τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ, διότι τότε ἀποξενοῦμεν ἄλλας φυλὰς, αἱ ὁποῖαι προσβλέπουν πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐὰν ἤθελεν ἡ Ἑλλὰς, οἱ λαοὶ οὗτοι οἱ ὑπὸ τὴν δουλείαν ἔτι νὰ προσβλέπωσι πρὸς ἡμᾶς, ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς προσαρτήσεως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐκ τῆς λύσεως αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῶν πολλῶν τῶν δυναμένων νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ νὰ πράξωσί τι γενναῖον, ἐνῶ ἐκ τῆς μὴ λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου δὲν θὰ ὠφεληθῶσιν ἢ οἱ ὀλίγοι, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωσιν ἢ νὰ χρηματίζωνται ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθησαν, διὰ μέσων οὐχὶ θεμιτῶν πολλάκις. Ἔχετε ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν λέγω 300, δὲν λέγω 200, λέγω 100 χιλιάδας πολιτῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀγρὸν, δὲ ἔχουσιν οἰκίαν, δὲν ἔχουσιν ἐκκλησίαν, δὲν ἔχουσι σχολεῖα· δὲν σᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσητε Δῆμον, διότι εἰσὶν ἄστεγοι, ἀκτήμονες, φερέοικοι εἵλωτες, δὲν ἔχουσι ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι. Τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων δύνασθε, κύριοι Βουλευταὶ, δύνασθε, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ θεωρήσητε ὡς ἔννομον, ὡς δυναμένην νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου Δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐγκαθίδρυσεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Ἀνατολῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνεγερσία! Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνεγερσία, δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν, ἢ τὴν μεταβολὴν τοῦ Πολιτεύματος, τότε δὲν θὰ ἦτο ἐθνεγερτικὴν παλιγγενεσία, καὶ τότε θὰ εἴχετε δίκαιον νὰ σεβασθῆτε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀντιποιοῦνται καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ὑπηρετοῦντες πιστότερον ἢ ἡ Τουρκία αὑτοὺς τοὺς Τούρκους· τότε θὰ εἴχετε δίκαιον νὰ σεβασθῆτε αὐτὰ τὰ δικαιώματα· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνεγερσία εἶναι ἔργον, ὅπερ ἐτελέσθη δυνάμει τῶν ἀναλλοιώτων Νόμων τῆς φύσεως, ἐχειροκροτήθη καὶ ἀπὸ τὴν Οἰκουμένην ὁλόκληρον, ἐὰν ἐγένετο ὅπως ὁ Ἑλληνισμὸς ἀνακτήσηται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀποκτήσει τὴν ἀνθρωπότητα ὑπηρετῶν καὶ τιμῶν, ὅπως ἀποκτήσῃ πᾶς ὁ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ οἰκῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι ἐλεύθερος πολίτης, ὄχι μόνον λέγω, ἀλλὰ καὶ πράγματι, ἐλεύθερος πολίτης δὲν δύναται νὰ ἦναι, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑποστὰς μαρτύρια καὶ καταδιώξεις, ὁ ὁποῖος χύσας τὸ αἷμά του πανταχοῦ τῆς γῆς ταύτης, μετὰ τὴν γενομένην προσάρτησιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας δὲν ἔχει οὔτε σπιθαμὴν γῆς νὰ ταφῇ (εὖγε, εὖγε). Ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου Δικαίου ἀνεγνωρίσθη—τὸ εἶπον πολλάκις, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου—ὑπὸ τῆς Τουρκίας αὐτῆς καὶ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, ὅτι ἐὰν διὰ Νόμου μεταβληθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, τὸ τοιοῦτο πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ ὡς πρὸς τὰ κτήματα τὰ ὑπάρχοντα ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑπαγόμενα εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ὅταν λοιπὸν ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος, ἡ Τουρκία αὐτὴ ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ παραταθῇ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια Νομοθετικὴ περὶ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς, πῶς ἡμεῖς, κύριοι, ἐξακολουθοῦμεν ἐνταῦθα ἐπὶ δύω σχεδὸν ἔτη λέγοντες: δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἀγροτικὸν καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τί δεῖ γενέσθαι καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον νὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας; Εἶναι, κύριοι, τοῦτο, μὲ συγχωρεῖτε, ὡς ἐὰν ἠρνούμεθα ὅτι ταύτην τὴν ὥραν εἶναι νὺξ καὶ ὅτι ἡ μεσημβρία εἶναι ἡμέρα, διότι τοῦτο λέγομεν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα, ἀφοῦ ἐν τῇ συμβάσει ἀναφέρεται ῥητὴ διάταξις, ἥτις προβλέπει τὴν λύσιν καὶ διαγράφει τὸν τρόπον αὐτῆς. Ὑπάρχει λοιπὸν ζήτημα ἀγροτικὸν, καὶ ὀφείλομεν ὅσον ἔνεστι τάχιον νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως καὶ λύσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ὄχι, κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν θεωριῶν περὶ ἐθνικῶν δικαιωμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐπαναστατικοῦ λεγομένου δικαίου, παραγνωρίζοντες καὶ εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι ὅλα τὰ κεκτημένα ὁπωσδήποτε δικαιώματα, καὶ ἐπαναστατικῷ τῷ τρόπῳ νὰ λύσωμεν τὸ τοιοῦτον ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ἀπογυμνοῦντες τούτους χάριν ἐκείνων! Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τοιαύτη ἰδέα οὐδέποτε εἰσῆλθεν εἰς τὴν διάνοιάν μου, εἰς τὴν καρδίαν μου· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ἐξετάσεως, διότι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι ἐν Θεσσαλίᾳ ὁμοιόμορφος, ἀλλὰ πολλαπλῆ τὴν φύσιν· πού εἶναι κεφαλοχώρια, πού τσιφλίκια, πού βακούφια. Μία νομοθετικὴ πρᾶξις, ἥτις ἤθελε προβῆ εἰς τὴν λύσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων τῶν σχετικῶν πρὸς ὅλα ταῦτα τὰ εἴδη τῆς ἰδιοκτησίας, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἕκαστον ὅ,τι πρέπει νὰ τῷ ἀποδοθῇ, βεβαίως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μετὰ μίαν ἐξέτασιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἰδιοτήτων. Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ὅτε ἤγειρα τὸ ζήτημα, ὑπέβαλον τὴν πρότασιν πρὸς ἐκλογὴν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων τούτων Ἐπιτροπῆς, ἥτις, μεταβαίνουσα ἐπιτοπίως, νὰ ἐξετάσῃ τὰς διαφόρους ἰδιοκτησίας καὶ νὰ ἐξετάσῃ ὁποῖαι εἶναι αἱ σχέσεις, αἵτινες ἰσχύουσι κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὰ ἔθιμα, διότι καὶ τὰ ἔθιμα ἀποτελοῦσι νόμον, καὶ συνεπῶς νὰ ἐκθέσῃ ταῦτα εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ἵνα τοῦτο σκεφθῇ πῶς δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, συμβιβάζον, ὡς εἶπον πρό τινων ἡμερῶν, τὸ νόμιμον μὲ τὸ δίκαιον. Τὸ νόμιμον, κύριοι, παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς μίαν ῥῆσιν, ἣν μετῆλθον, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Τότε εἶπον, ὅτι θεωρῶ τὴν λύσιν τὴν εἰρηνικὴν τοῦ ζητήματος μεταξὺ ἡμῶν καὶ Τουρκίας τοιαύτην, ὥστε καταδικάζει ἡμᾶς εἰς κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις θὰ ἦναι πολὺ χειροτέρα τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Βυζαντινῶν, ὅτι τὴν χειρίστην σελίδα θὰ καταλάβῃ τότε ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ εἰς τὰς ἡμέρας ἡμῶν, οἵτινες ἀνεπνεύσαμεν τὴν πυρίτιδα τῆς ἐθνεγερτικῆς ἐπαναστάσεως. Καὶ λυποῦμαι, κύριοι, πολὺ βλέπων, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ὡς ἐγένετο, ἤγαγε τὴν Ἑλλάδα εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν, διότι ἕνεκεν τῆς λύσεως αὐτῆς, καὶ διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν ἀναιμωτὶ τεμάχιον μόνον τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας οὐχὶ ὁλόκληρον, περιήλθομεν εἰς δύσκολον θέσιν καὶ ἀπέναντι τῶν ἄλλων, μεθ’ ὧν συνεβλήθημεν, καὶ ἀπέναντι ἡμῶν αὑτῶν· καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη δυσκολία, ἥτις μᾶς ἐμποδίζει νὰ φροντίσωμεν σπουδαίως περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς πρέπει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ βάσεων ὑγιειστέρων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ πολιτισμὸς τῆς Εὐρώπης· διότι ὁ πολιτισμὸς τῆς Εὐρώπης ἐπλάσθη κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν μεσαιωνικὴν, ὅτε ὑπῆρχον ἐγκαθιδρυμένα δικαιώματα τιμαριωτικὰ ἀνάλογα πρὸς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο τότε δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα τελευταῖοι εἰς τὸν πολιτισμὸν τῆς Εὐρώπης καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ μεσαιωνικοῦ δικαίου. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῶν λαθῶν, εἰς ἃ ὑπέκυψεν ἅπασα ἡ Εὐρώπη, καὶ νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν δυσάρεστον ἐκείνην κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Εὐρώπη, τὴν ἀπειλοῦσαν ἀνατροπὴν καὶ καταστροφὴν τῆς ὑπαρχούσης τάξεως τῶν πραγμάτων. Παντοῦ βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν ἀγροτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα κλονίζουν τὸ πᾶν ἐν Εὐρώπῃ, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦν τὴν ὕπαρξιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας! Λοιπὸν κύριοι, ἐὰν θέλωμεν ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τὰς τοιαύτας πληγὰς καὶ νὰ ἀποτελέσῃ τι ἰδιαίτερον καὶ ὑγιέστερον, πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ εἰς τὰ τῆς φορολογίας ζητήματα. Εἰς τοῦτο δὲ περιελθόντος τοῦ λόγου, ἐπιτραπήτω μοι νὰ παρατηρήσω, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, ἥτις εἶναι τὸ μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγει ἡ Κυβέρνησις, ἀπομιμουμένη τὸ ἄλλοθι πραττόμενον, ὅπως πορισθῇ τὰ πρὸς ἱκανοποίησιν σκοπῶν ἀβούλων χρηματικὰ μέσα, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη ἀπάδει πρὸς τὰς ὑγιεῖς οἰκονομολογικὰς ἀρχὰς καὶ δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν τοῦ Τόπου κατάστασιν, ἐπιβαρύνουσα ἐξ ἴσου οὐ μόνον τὰς πλουσίας καὶ τὰς παραγωγικὰς τάξεις, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀκτήμονας καὶ τοὺς ἀποζῶντας ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν χειρόνακτας, καὶ καταδικάζει οὕτω τὰ πλήθη ταῦτα εἰς τὴν μαύρην πενίαν, ἥτις φέρει τὴν ἀπέλπιδα κατάστασιν, ἣν βλέπομεν σήμερον ὑφισταμένην εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν δευτέραν ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Δευτέρα ὄψις τοῦ ζητήματος, κύριοι, εἶναι ἡ ὄψις, ἥτις ἐπλάσθη ἐκ τῆς ἀτόπου παρεμβάσεως τῆς Διοικητικῆς ἐξουσίας. Ἡ παρέμβασις αὕτη δὲν ἤρξατο ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη· αὐτὴ χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔλυσε τὸ ζήτημα καὶ κατέλαβε τὰς ἐπαρχίας. Τότε, κύριοι, τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας, συνεπεία διαταγῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐμφορουμένης ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθελον ἐνισχυθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἰδιοκτητῶν, ἤθελε παρεμποδισθῆ ἡ κατάληψις ἡ εἰρηνική, ἢ ἄνευ βολῆς τηλεβόλου, ἐπενέβησαν, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς τὰς μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀναφυείσας διενέξεις καὶ ἐξηνάγκασαν τοὺς πρώτους νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς δικαίας ἢ ἀδίκους ἀξιώσεις τῶν δευτέρων. Τὸ τοιοῦτον ἦτο δίκαιον, ἦτο σύμφωνον πρὸς τοὺς κειμένους ἐν Ἑλλάδι νόμους; βεβαίως ὄχι. Καὶ ἀποτελεῖ ἡ τοιαύτη τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας παρέμβασις εἰς τὰς μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν διενέξεις πρᾶξιν οὐ μόνον ἄδικον καὶ παράνομον, ἀλλὰ καὶ σκληρὸν ἐμπαιγμὸν τῆς ἰδέας τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν κατοίκων τῶν νέων ἐπαρχιῶν· διότι ὅταν πανηγυρίζετο ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας, τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν οἱ καλλιεργηταὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ μεταβάλωσι τὰς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας σχέσεις αὐτῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἐξουσία, δὲν ὤφειλε, δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν νὰ μεταχειρισθῇ τὴν βίαν, ὅπως ὑποχρεώσῃ τοὺς καλλιεργητὰς νὰ ὑποκύψωσιν ἀνεξετάστως εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι δικαστικόν, καὶ ἔπρεπε καὶ τότε νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς δικαστικὸν ἡ Ἐξουσία καὶ νὰ εἴπῃ «δὲν ἐπεμβαίνω, ἐδῶ εἶναι τὰ δικαστήρια, αὐτὰ θὰ σᾶς προστατεύσωσι, διότι δύνανται νὰ ἀπονείμουν εἰς ἕκαστον ὅ,τι ἀνήκει». Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, σφετεριζομένη δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε, διέταξε τὰ ὄργανά της καὶ ἐπέβαλον εἰς τοὺς καλλιεργητὰς νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς θελήσεις τῶν ἰδιοκτητῶν. Τοῦτο, κύριοι, ἐδείνωσε τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, διότι ἐξετόπισε τὴν ὑπόθεσιν τῆς τακτικῆς αὐτῆς πορεία, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἐτέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, ὄχι διὰ μιᾶς ἀποφάσεως, ἣν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀλλὰ διὰ πολλῶν ἀπέναντι ὅλων τῶν καλλιεργητῶν νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν. Ἐὰν δὲ τὰ κυβερνητικὰ μέσα δὲν ἐχορηγοῦντο, ὡς ἐχορηγήθησαν, εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οὗτοι δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον. Τότε ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι χιλιάδες ἀνθρώπων, ἀπελευθερωθέντων δικαιώματι ἐθνεγερτικῷ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσι διατελοῦσαι ἐν καταστάσει εἱλώτων, καὶ ἤθελον ἑπομένως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι προκαλέσει τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως σκεφθῶσι περὶ τῆς κατὰ τὸ δίκαιον λύσεως τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ οἱ μὲν καλλιεργηταὶ ἔλεγον: ἀπελευθερώθη ἡ πατρίς μας, ἄρα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δικαίωμα, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἰδιοκτησίαν ὡς ἐλεύθεροι πολῖται, καὶ δὲν ἀναγνωρίζομεν τὰς ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν· οὗτοι δ’ ἔλεγον: ἡμεῖς εἴμεθα ἰδιοκτῆται δυνάμει τοῦ Τουρκικοῦ νόμου, δυνάμει τῆς συμβάσεως, καὶ πρέπει νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν οἱ καλλιεργηταί, καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνισχύσῃ ἡμᾶς δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὅσα διαθέτει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὡς προεῖπον, οὕτως ἐσκέφθη καὶ ἔπραξε, καὶ ἐντεῦθεν, κύριοι, ἡ δείνωσις τοῦ ζητήματος, ἐντεῦθεν ἡ θέσις τῶν πραγμάτων ἡ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ τανῦν, ἡ ἀδικοῦσα τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ μὴ περιποιοῦσα τιμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν. Τὸ ζήτημα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξεταζόμενον, εἶναι ζήτημα σχετιζόμενον καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν. Μανθάνοντες οἱ καλλιεργηταὶ αὐτὰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ παροτρυνόμενοι ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἀποβλέπουσιν ἴσως καὶ εἰς ἄλλους σκοποὺς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συνταραχθῶσι καὶ προκαλέσωσι πράγματα, ἃ θὰ ἦναι λυπηρὰ καὶ διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν. Τοῦτο δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς δημοσίας τάξεως, ἔτι περισσότερον καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν παρέμβασιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὅπως ἐξευρεθῇ ἡ λύσις, ἥτις νὰ φέρῃ τὴν κατάπαυσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν τρίτην ἔποψιν τοῦ ζητήματος, τὴν δικαστικήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸν Νόμον ἑρμήνευσεν καὶ ἐξετέλεσεν, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἐκδίδουσα διαταγὰς, ὅπως αἱ ἀνακριτικαὶ Ἀρχαὶ θεωρῶσι τὰς πράξεις τῶν καλλιεργητῶν ὡς πράξεις αὐτοδικίας, καὶ ἐξαναγκάζωσιν αὐτοὺς διὰ τῶν μέσων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ ἀποδώσωσιν ὅ,τι δῆθεν ὑπεξῄρεσαν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντλεῖ τὴν ἀρχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὴν τοιαύτην θεωρίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου προέβη εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτας ἐγκυκλίους. Ὁ Νόμος, κύριοι, ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, προκειμένου λόγου περὶ ἰδιοκτησίας, νὰ ἀφίνῃ τὰ πάντα νὰ λύωνται ἐκ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, διότι αὐτὴ εἶναι κεκλημένη κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους νὰ λύῃ τὰς μεταξὺ ἰδιωτῶν διαφοράς. Τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς δὲν εἶναι ζήτημα ὑπαγόμενον εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα καθαρῶς δικαστικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου μόνον τὰ Δικαστήρια δύνανται νὰ κρίνωσι, καὶ αὐτὰ μόνα νὰ λύσωσι. Μία καὶ μόνη περίπτωσις, κύριοι, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ παρέμβῃ εἰς τὰς διενέξεις μεταξὺ τῶν ἀμφισβητούντων τὴν κατοχήν: ὅταν δύω ἢ τρεῖς ἀντιποιοῦνται δικαίωμα κατοχῆς ἐπὶ ἑνὸς κτήματος, ἀντιποιούμενοι δὲ ἔρχονται εἰς ἀμφισβήτησιν, ἀμφισβητοῦντες δὲ ἔρχονται εἰς χεῖρας καὶ συγκρούονται. Ἐν τοιαύτῃ μόνον περιπτώσει ἔχει ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία τὸ δικαίωμα ἵνα παρέμβῃ, διαλύουσα ἢ παρεμποδίζουσα τὴν συμπλοκὴν καὶ παραπέμπουσα τοὺς ἐνδιαφερομένους πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς των εἰς τὰ Δικαστήρια. Εἰς οὐδεμίαν ἄλλην περίπτωσιν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ παρέμβῃ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀντιποιουμένων δικαίωμα κατοχῆς, καὶ νὰ λέγῃ: σὺ εἶσαι καλλιεργητὴς, σὺ ἰδιοκτήτης καὶ κατὰ συνέπειαν, νομίζω, ὅτι σὺ ὡς κλέπτης ὑπόκεισαι εἰς καταδίωξιν ποινικὴν καὶ ἀφαιρῶ ἀπὸ σὲ ὅ,τι ὑπεξῄρεσας καὶ τὸ ἀποδίδω εἰς τὸν ἄλλον! Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν τὸ ἀποδίδουν οἱ Νόμοι εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐκδοῦσα τοιαύτας διαταγὰς, νομίζω, ὅτε παρηνόμισε καὶ ἐνήργησε καθ’ ὑπέρβασιν καθηκόντων. Ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς παρεμβάσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰς μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν σχέσεις; εἶναι, κύριοι, λυπηραί, διότι οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται, οἵτινες ἠγόρασαν καὶ ἔχουν ὡρισμένα δικαιώματα, τὴν σήμερον ἀντιποιοῦνται δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἀπεράντων ἐκτάσεων, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠγόρασαν ἰδιοκτησίαν ἀξίας 40 χιλιάδων λιρῶν, ὠφελούμενοι ἐκ τῆς δοθείσης αὐτοῖς ὑπὸ τῆς Ἐξουσίας ἐνισχύσεως, ἀντιποιοῦνται δικαιώματα κυριότητος ἐπὶ ἐκτάσεως γῆς ἀξίας 300, 400 καὶ 500 χιλιάδων λιρῶν. Ἡ δὲ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας παρέμβασις εἶναι κατακριτέα καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης παρεμβάσεως δυνατὸν νὰ περιέλθῃ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις κατάστασις πραγμάτων ἀνώμαλος, ἐκ τῆς ὁποίας ὠφελούμενοι ἄλλοι νὰ περιπλέξωσιν ἔτι περισσότερον τὰ πράγματα, βλάπτοντες οὕτω σπουδαίως τὴν Ἑλλάδα. Ὅθεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἶναι ἄξιον ὅλης ἡμῶν τῆς προσοχῆς τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ δέον νὰ σκεφθῶμεν συντόνως καὶ περὶ τῆς λύσεως αὐτοῦ, λύσεως, ἥτις νὰ συμβιβάζῃ τὸ δίκαιον μὲ τὸ νόμιμον.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποία λύσις;
§81ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πέρυσι, κύριοι, περὶ τὰ τέλη τῆς Συνόδου, πληροφορηθεὶς, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται, διὰ νὰ ἀναγκάσωσι τοὺς καλλιεργητὰς νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς θελήσεις καὶ τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν, προέβησαν εἰς τὸ μέτρον τὸ σκληρὸν νὰ ζητῶσι τὴν ἔξωσιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν κατοικιῶν των καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῶν, ἄγοντες οὕτως αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσχάτην ἀπελπισίαν, προσέθηκα εἰς τὴν ἀρχικὴν πρότασιν, ἣν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπέβαλον, ὅπως ἐκλεχθῇ Ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων, καὶ τὴν πρότασιν, ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἔξωσις τῶν καλλιεργητῶν ἀπὸ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν καὶ τῶν παραρτημάτων μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν τῶν πραγμάτων δικαίαν ἔρευναν ἤθελε λύσει νομοθετικῶς τὸ ζήτημα, καὶ τοῦτο ὅπως μὴ ἀπελπιζόμενοι οἱ καλλιεργηταὶ ἐκ τῆς ἀπηνοῦς τῶν ἰδιοκτητῶν καταδιώξεως, προβῶσιν εἰς πράξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸν Νόμον καὶ δυναμένας νὰ βλάψωσι καὶ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τὴν Πολιτείαν. Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἐπιμένω ὡς προπαρασκευαστικὴν τῆς δικαίας λύσεως, καὶ αὐτὴν ἑπομένως ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§82ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 μ. μ).