1883.03.05
2,651 rows · 19,772 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71
Τῆς 5 Μαρτίου 1883
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 5 καὶ ½ Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Πέτα παραπονοῦνται ὅτι παρακωλύονται εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των.
§2ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ἐπιτροπὴ τῶν Κρηναίων ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Τσεσμὲ... (θόρυβος)· ἀναφέρει ὅτι περίπου 200 οἰκογένειαι ἐκεῖθεν ἐπιθυμοῦσι νὰ κατοικήσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁριζομένου δι’ αὐτὰς χώρου. Τοιοῦτος χῶρος εὑρίσκεται εἰς τὴν Κορινθίαν παρὰ τὸν λιμένα τῶν Κεγχρεῶν. Ὁ τόπος αὐτὸς δὲν εἶναι εὔφορος, καὶ δύνανται ἐκεῖ νὰ κατοικήσωσιν, ὅπως ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς Ἰταλοὺς εἰς τὸν Πύργον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸ προσῆκον Νομοσχέδιον εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς.
§3ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Δύω συστάσεις, κύριοι, ὑποβάλλω ἐγγράφως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ μία εἶναι περὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ ἄλλη περὶ μὴ προσκολλήσεως τῶν χωρίων τοῦ διαμερίσματος Τρικκάλων εἰς τὸν σχηματιζόμενον Δῆμον Στεφανιάδος. Ἔχω ἐπίσης ἀναφορὰν πολλῶν κατοίκων Καρδίτσης, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ δηλώσωσιν ἐκ νέου τὰ ζῶά των, διότι πρὶν ἠγνόουν τὸν Νόμον καὶ δὲν ἔκαμαν καλῶς τὰς δηλώσεις.
§4ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐν τοῖς χωρίοις Γριζιάνῳ, Νεοχωρίῳ καὶ ἰδίως ἐν Ζάρκῳ ἡ ἐκεῖ ἐπιστασία τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου μετετράπη εἰς ἀληθὲς Κράτος ἐν Κράτει. Ἐπειδὴ οὔτε διὰ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, οὔτε διὰ τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅπως ἐπὶ Τουρκοκρατίας τὰς παρανόμους αὐτῆς ἀξιώσεις, συνεκέντρωσε περὶ τοὺς 100 Ἀλβανοὺς μισθοφόρους, ἀνθρώπους κακίστης διαγωγῆς, ὧν οἱ μὲν ἐχρημάτισαν λῃσταὶ, διαπράξαντες φοβερὰ κακουργήματα, οἱ δὲ φυγοδικοῦσι ἐγκληματήσαντες ἐν τῇ πατρίδι αὐτῶν Ἀλβανίᾳ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἁδρῶς μισθοδοτούμενοι, ἐπαξίως βεβαίως τοῦ σκοποῦ, δι’ ὅν εἰσὶ προωρισμένοι, περιέρχονται ἐν φοβερᾷ πανοπλία τὰς ἀγυιὰς πρὸς ἐκφόβισιν τῶν πνευμάτων. Ἐν δὲ τοῖς ἀγροῖς μακρὰν τῶν ὀμμάτων τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν ἐπιβάλλονται μυριοτρόπως εἰς τοὺς γεωργούς! Πῶς ἐξυβρίζουσιν, καὶ πῶς δέρουσιν αὐτοὺς ἀνηλεῶς, πῶς ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι διάφορα αὐτῶν πράγματα καὶ πῶς τὴν ἑσπέραν ἐπανακάμπτοντες διαμερίζονται τὰ λάφυρα αὐτῶν καὶ μεθοκοποῦσι μετὰ τοῦ ἐκεῖ ὑπαστυνόμου, πανηγυρίζοντες τρόπον τινὰ τὰ καθημερινὰ κατορθώματά των, δὲν δύναμαι ἐντεῦθεν νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἀναπτύξω, καθότι βέβαιον ὅτι θὰ ὑποληφθῶ ἢ ὡς ἐξογκῶν τὰ πράγματα, ἢ καὶ ὡς ὅλως ψευδόμενος. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κήδεται, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν τιμαλφεστέρων ἀντικειμένων τῶν πολιτῶν, δύναται πέμπουσα ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον ἀμερόληπτον νὰ πληροφορηθῇ ὅτι τακτικὴν, ὅτι τύπον καὶ ὑπογραμμὸν ἔχουσι τὴν βίαν, τὸν ἐξαναγκασμὸν καὶ τοὺς φόνους πρὸς ὑποστήριξιν τῶν παρανόμων αὐτῶν ἀξιώσεων ἐπί τε Τουρκοκρατίας καὶ σήμερον. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας διέπραξαν πολλοὺς φόνους, καὶ σήμερον διαπράττουσι. Κατὰ τὸ 1878 τὸν Ἰούλιον ἐφόνευσαν τὸν υἱὸν τοῦ Μαργαρίτου Ἀποστόλη, ἑνὸς τῶν ἐντιμοτέρων πολιτῶν. Τὸ 1879 ἐφόνευσαν τὸν Νικόλαον Γριζανίτην, εἰς τὰ 1880 τὴν χήραν Σπανοῦ, καταντήσαντες τὰ τέκνα αὐτῆς εἰς τὰς ἀγυιὰς ἐπαιτοῦντα. Καὶ σήμερον δὲ ἐξακολουθοῦσι τοὺς φόνους, φονεύσαντες τὸν Ἰανουάριον τοῦ παρόντος ἔτους τὸν πρόκριτον Ν. Ἀγναντᾶν καὶ τραυματίσαντες θανατηφόρως πολλοὺς ἄλλους. Ἵνα σχηματίσητε ὅμως γενικωτέραν ἰδέαν περὶ τῆς τακτικῆς των ταύτης, ἀρκεῖ νὰ ἀκροασθῆτε τῆς παρούσης ἐπερωτήσεως, ἣν ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρωθυπουργόν. Ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει ἀμφοτέρας). (Ὅρα Παράρτημα).
§5Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Εἶναι περίεργος ἡ μέθοδος τοῦ προλαλήσαντος· ἐπιδιώκων τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χωρίου Ζάρκου ἀπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, καταφεύγει κατὰ τὰς περιστάσεις εἰς δύω σοφίσματα· ὅταν ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς διενέξεις, τὰς ἀπειλούσας ἐγκλήματα μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν χωρικῶν καὶ ζητεῖ νὰ προλάβῃ αὐτὰ, ὁ προλαλήσας κραυγάζει καὶ θέλει νὰ καθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ θρανίου τοῦ ὑποδίκου, διότι, λέγει, συμπαθοῦσα πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας δὲν ἀφίνει αὐτοὺς μόνους νὰ διαλύσωσι τὰς μετὰ τῶν χωρικῶν διενέξεις των, καὶ παραβιάζει πάντα Νόμον ἵνα πιέζῃ τοὺς χωρικούς· ὅταν πάλιν ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἐπεμβαίνῃ, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης εὑρισκόμενος μόνος καὶ ἄοπλος ἀπέναντι 400 ἢ 500 χωρικῶν, οἵτινες ἐπρομηθεύθησαν καὶ ὅπλα καὶ πυρίτιδα καὶ ἔχουσι πάντα ἕτοιμα πρὸς στάσιν καὶ ἀντίστασιν κατὰ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ κατὰ τοῦ Νόμου, καταφεύγει ἀμυνόμενος εἰς τὴν συγκρότησιν οὐχὶ σώματος παρανόμου, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ σώματος συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους Νόμους, ὡς εἶναι τὸ Σῶμα τῶν ἀγροφυλάκων, ἀποκαλεῖ αὐτοὺς κακούργους καὶ μέμφεται τὴν Κυβέρνησιν, διατί δὲν ἐπεμβαίνει νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας! Εἶναι δὲ οὐχὶ λησταὶ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ταρμπάζης, ἀλλὰ Σουλιῶται οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγροφυλάκων αὐτῶν, ἔχοντες ἄμεμπτον διαγωγὴν καὶ δώσαντες τὸν ὅρκον τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι οὗτοι ἐπιτίθενται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ νὰ ἐμποδίζωσι τοὺς χωρικούς· ὅταν οὗτοι εἰσέρχωνται διὰ τῆς βίας μετὰ τῶν ποιμνίων των εἰς ξένας ἰδιοκτησίας, βεβαίως τοὺς ἐμποδίζουσιν· ἐρχόμενοι δ’ εἰς σύγκρουσιν δὲν πληγώνουσι μόνον καὶ φονεύουσιν, ὡς παρέστησεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ καὶ πληγώνονται ὑπὸ τῶν χωρικῶν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν σύγκρουσιν, ἥτις ἔλαβε χώραν, διότι ἤθελον νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ λειβάδια τοῦ ἰδιοκτήτου οἱ χωρικοὶ διὰ τῆς βίας. Εἰς τὴν συμπλοκὴν αὐτὴν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐφονεύθη εἷς χωρικὸς, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἐπληγώθησαν καὶ 3 ἢ 4 ἐκ τῶν ἀγροφυλάκων, οἵτινες ἀμυνόμενοι κατὰ τῶν ἐπιτεθέντων ἐφόνευσάν τινα, δὲν προέβησαν δ’ εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον παρ’ ἀφοῦ αὐτοὶ οἱ χωρικοὶ ἐπετέθησαν καὶ μάλιστα ἔκοψαν καὶ τὴν χεῖρα ἑνός. Ἐρωτῶ ἤδη, εἶναι εὐπρεπὲς καὶ νόμιμον, πότε μὲν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψέγωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν παρεμβαίνῃ ὅπως προλάβῃ ἐγκλήματα καὶ διατηρήσῃ τὴν τάξιν, ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεμβαίνῃ ὁ δὲ ἰδιοκτήτης ἀμυνόμενος διὰ τῶν ἀγροφυλάκων ἀναγκάζεται νὰ προβαίνῃ μέχρι συγκρούσεων μετὰ τῶν αὐτοδικούντων χωρικῶν, καθ’ ἃς οἱ ἀγροφύλακες δίδουσι καὶ λαμβάνουσι τραύματα, νὰ ἔρχωνται νὰ κατηγορῶσι τὸν ἰδιοκτήτην ὡς ὑπεύθυνον, ὡς ἄδικον καὶ ὡς στηρίζοντα ἐπὶ λῃστῶν καὶ κακούργων τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ὡς συνυπεύθυνον εἰς αὐτά; Διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν συμβαινόντων, πρέπει νὰ μάθῃ ἀκριβῶς τίς εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπέναντι τῶν χωρικῶν καὶ τίνα εἶναι κατὰ Νόμον τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῆς Ἀστυνομίας. Ἔν τισι χωρίοις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ὁ ἰδιοκτήτης εὑρίσκεται ἀπέναντι 100 ἢ 200 χωρικῶν, οἵτινες συνώμοσαν νὰ τὸν στερήσωσι τῆς ἰδιοκτησίας του καὶ κατὰ τῶν ὁποίων οὐδὲν ὠφελοῦσιν αὐτοὶ οἱ Νόμοι καὶ τὰ Δικαστήρια διότι, ἐὰν θελήσῃ νὰ προσφύγῃ εἰς αὐτὰ, τί νομίζετε ὅτι ὀφείλει νὰ πράξῃ; θὰ ἐγείρῃ 100 ἢ 200 ἀγωγὰς χωριστὰ ἑκάστην καθ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν χωρικῶν, διότι ὁ Νόμος ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἕνωσιν τῶν ἀγωγῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι 100 ἢ 200 μόνον ἀγωγαὶ, εἶναι πολὺ περισσότεραι, διότι ἕκαστος χωρικὸς καλλιεργεῖ δύω ἢ τρία τεμάχια ἀγροῦ εἰς διάφορα μέρη, καὶ κατὰ τὸν Νόμον δι’ ἕκαστον τεμάχιον ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα ἀγωγὴ, ὥστε θὰ ἔχωμεν οὐχὶ 200 ἀλλὰ 400 καὶ 600 δίκας δι’ ἓν καὶ μόνον χωρίον καὶ ἐκ μέρους ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἰδιοκτήτου. Εἴπατέ μοι ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐγείρῃ τις 600 ἀγωγὰς, ὅταν μάλιστα ᾖναι βέβαιον, ὅτι αἱ ἀγωγαὶ αὗται δὲν θὰ ἐκδικασθῶσιν εἰμὴ μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅτε ὁ ἰδιοκτήτης οὐδὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν χωρικὸν, ὅστις ἐπὶ μακρὰ ἔτη κατὰ τὸ διάστημα τῆς δίκης ἐκαρπώθη τὸ κτῆμα. Εὐκολώτατον δ’ εἰς τοὺς Δικηγόρους τῶν χωρικῶν νὰ διαιωνίζωσι τὰς δίκας, προτείνοντες πᾶσαν ἔνστασιν καὶ ἀρχίζοντες ἀπὸ τῆς ἐνστάσεως περὶ τῆς ταυτότητος τοῦ ἐπιστάτου ἢ τοῦ πληρεξουσίου τοῦ ἰδιοκτήτου, περὶ ἧς κατὰ Νόμον ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὸ Δικαστήριον ἀποδείξεις. Μετὰ δέκα ἔτη ἴσως ἐπιτευχθῇ τελεσίδικος ἀπόφασις· ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ὁ χωρικὸς θὰ καρπῶται τὸ κτῆμα, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκτελέσεως τί θὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν χωρικὸν ὁ ἰδιοκτήτης; οὐδέν. Τί λοιπὸν ὑποστηρίζουσιν οἱ χωρικοὶ καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν, ὅπως ἐπιτύχωσιν αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν; ὑποστηρίζουσιν ὅτι ὁ χωρικὸς πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερος, νὰ μεταβληθῇ εἰς κάτοχον καὶ ν’ ἀναγκάσῃ τὸν ἰδιοκτήτην νὰ γείνῃ ἐνάγων καὶ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγήν, τοῦτο δὲ οὐχὶ διότι δὲν ἔχει ὁ καλλιεργητὴς τὰ μέσα, τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, ἀλλὰ διότι στερεῖται καὶ τίτλου καὶ κατοχῆς, ἐνῶ καὶ ἄνευ αὐτῶν ὡς ἐναγόμενος θὰ κατορθώσῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ καρπωθῇ τὸ κτῆμα καὶ θὰ καταστρέψῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ὅστις θὰ προτιμήσῃ νὰ ἐγκαταλείψῃ μᾶλλον τὴν περιουσίαν του ἢ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Οἱ ἰδιοκτῆται λοιπὸν, καὶ διότι εἶναι ἰδιοκτῆται καὶ κάτοχοι καὶ διότι ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια εἶναι ἀδύνατος, ὡς εἶπον, δὲν καταφεύγουσιν εἰς τὰ Δικαστήρια· ἀλλ’ οὐδ’ οἱ καλλιεργηταὶ προσφεύγουσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι οὔτε τίτλον, οὔτε δικαίωμά τι ἔχουσιν. Ἀλλὰ πῶς ζητοῦν νὰ ἐπιτύχωσιν; ἀναγκάζοντες τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τῆς βίας, ἀφοῦ δὲν θέλουσιν ἑκουσίως νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ πρὸς τοῦτο πότε μὲν ἀρνοῦνται νὰ δώσωσι τὸ γεώμορον, πότε δὲ θέλουν νὰ καλλιεργήσωσιν ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ πότε ἀρνοῦνται νὰ θερίσωσι καὶ νὰ ἁλωνίσωσι τοὺς καρπούς. Ὁ ἰδιοκτήτης, ὅπως μὴ χάσῃ καὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰ δικαιώματά του, ἀποφασίζει νὰ ἀντισταθῇ διὰ τῆς βίας, καὶ διὰ τῶν ἀνθρώπων του ἐνόπλως ζητεῖ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του. Οἱ χωρικοὶ ἀφ’ ἑτέρου ἵστανται ἕτοιμοι ν’ ἀντισταθῶσι διὰ τῆς βίας, καὶ ἀπειλεῖται σύγκρουσις. Ποῖον τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν, ὅτι ἐπίκεινται συγκρούσεις καὶ ἐγκλήματα. Ὁποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς; Ὁ Νόμος προεῖδε περὶ τούτου καὶ εἶναι σαφής. Τὸ καθῆκον τῆς Ἀστυνομίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 περὶ Δημοτικῆς Ἀστυνομίας, εἶναι ὅπως, ὁσάκις εἰδοποιεῖται αὕτη ἐπισήμως ἢ ἰδιαιτέρως, ὅτι διεπράχθη ἢ πρόκειται νὰ διαπραχθῇ ἔγκλημα, ἢ ὅτι ἐπίκειται προσβολὴ κατὰ τῆς ζωῆς, ἰδιοκτησίας κτλ. μεταβαίνῃ ἐπιτοπίως, ἀπομακρύνῃ τὸ κακὸν καὶ ἐξασφαλίζῃ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἰδοὺ πῶς νομίζω, ὅτι ἐνεργοῦσα ἡ Ἀστυνομία ἐν ταῖς ἀγροτικαῖς αὐταῖς διαφοραῖς, δὲν ἀναμιγνύεται εἰς δικαστικὰ δικαιώματα. Εἰδοποιηθεῖσα ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ, ὅτι σύγκρουσις πρόκειται νὰ συμβῇ, μεταβαίνει ἐπιτοπίως, καὶ λέγει: δὲν ἐξετάζω ἂν οἱ χωρικοὶ ἔχουσι δίκαιον ἢ ὁ ἰδιοκτήτης· ἀδιαφορῶ τίς εἶναι ὁ κύριος, τίς ὁ κάτοχος μεταξὺ αὐτῶν· τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν Δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ προσφύγωσιν· ἀλλ’ ἐγὼ ἀπαγορεύω εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς νὰ ἐνεργήσωσιν ἐκεῖνα, ἅτινα πρόκειται νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν συγκρούσεων καὶ νὰ διαταράξωσι τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Ἐὰν πρόκηται περὶ συγκομιδῆς, λόγου χάριν, τῶν καρπῶν, ἀπαγορεύει ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ καὶ εἰς τὸν μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ νὰ λάβωσιν αὐτοὺς, ἂν δὲν συμφωνῶσι περὶ τῆς ἀναλογίας τῆς διανομῆς. Ἐὰν ἀξιῶσιν, ὅτι ὁ μὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόσα καὶ ὁ ἄλλος τόσα, πηγαίνετε, τοῖς λέγει, εἰς τὰ Δικαστήρια ἢ συμβιβασθῆτε ἐξωδίκως· ἐνόσῳ ὅμως ἀμφισβητεῖτε περὶ τῶν δικαιωμάτων ὑμῶν καὶ πρόκειται νὰ ἔλθητε εἰς χεῖρας, ἐγὼ σᾶς ἐμποδίζω καὶ νὰ ἐγγίζητε τοὺς καρπούς. Ἐφ’ ὅσον οὔτε συμβιβάζονται, οὔτε εἰς τὰ Δικαστήρια προσφεύγουν, ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἀπαγορεύει πᾶσαν συγκομιδὴν καρπῶν ἐκ τῶν ἁλωνίων. Εἶναι τοῦτο παραβίασις τοῦ Νόμου; Τίνος Νόμου παραβίασις εἶναι; Μήπως ἐπεμβαίνει ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ καὶ λύει δικαστικῶς τὸ ζήτημα; Μήπως ἀποφαίνεται περὶ κυριότητος ἢ κατοχῆς τῶν διαφερομένων; Ὑπάρχει σύγκρουσις; Τίς εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἀστυνομίας, ὅταν δὲν προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα, τὰς συγκρούσεις, τὰς ζημίας; Λαμβάνω ἄλλην περίπτωσιν. Πρόκειται περὶ καλλιεργείας τῶν ἀγρῶν· ὁ ἰδιοκτήτης θέλει νὰ καλλιεργήσῃ ὁ ἴδιος καὶ ἀπαγορεύει τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν του εἰς τοὺς χωρικούς, οἵτινες ἄνευ λόγου ἀξιοῦσιν, ὅτι εἶναι ἰδικοί των· οἱ χωρικοὶ θέλουν νὰ καλλιεργήσωσι διὰ τῆς βίας, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης διὰ τῶν ἀγροφυλάκων ἑτοιμάζεται νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ· ἐπίκεινται πάλη, συγκρούσεις, καὶ ἡ Ἀστυνομία εἰδοποιηθεῖσα παρεμβαίνει· τί πράττει ἡ Διοικητικὴ Ἀρχή; ἐμποδίζει καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ νὰ καλλιεργήσωσι· πηγαίνετε, λέγει, εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ λύσητε τὴν διαφοράν, ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τίς εἶναι κύριος καὶ τίς εἶναι κάτοχος· ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέλθῃ ἀπόφασις ἢ συμβιβασμὸς, ἐγὼ δὲν ἐπιτρέπω οὔτε εἰς τὸν ἕνα, οὔτε εἰς τὸν ἄλλον τὴν καλλιέργειαν, διότι θὰ γείνῃ ἀφορμὴ ἐγκλημάτων. Εἶναι παράνομος τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας; Λαμβάνω ἄλλην περίπτωσιν. Πρόκειται περὶ θερισμοῦ καὶ ἁλωνισμοῦ, καὶ οἱ χωρικοί, ἀφοῦ ἔσπειραν τοὺς ἀγροὺς τοῦ ἰδιοκτήτου, δὲν θέλουν οὔτε νὰ θερίσουν, οὔτε νὰ ἁλωνίσουν. Ἔχομεν τὴν περίπτωσιν, ἣν εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶς. Ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ, βλέπουσα, ὅτι ἐπίκεινται ἔριδες καὶ φιλυνεικίαι, αἵτινες δύνανται νὰ προκαλέσωσι ῥήξεις, καθόσον οἱ καλλιεργηταὶ ἀπέχουσι τοῦ ἁλωνισμοῦ καὶ τῆς συλλογῆς, ἐπεμβαίνει ἐπίσης καὶ λέγει, οὔτε εἰς τὸν ἕνα ἐπιτρέπω νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του, οὔτε εἰς τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην· καθῆκον τῆς Ἀστυνομίας εἶναι ὄχι μόνον νὰ ἀπομακρύνῃ τὸ κακὸν, νὰ αἴρῃ τὴν ἀφορμὴν τῶν συγκρούσεων καὶ τῶν ἐγκλημάτων, ἀλλὰ καὶ νὰ προλαμβάνῃ πᾶσαν ζημίαν καὶ πᾶσαν βλάβην εἰς τὸ δημόσιον καλόν. Ἂν ἡ Ἀστυνομία ἀρκεσθῇ μόνον νὰ ἐμποδίσῃ τὸν θερισμὸν ἢ τὸν ἁλωνισμόν, ἡ ζημία καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν καλλιεργητῶν θὰ ἦναι μεγίστη, διότι θ’ ἀφήσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς καρποὺς νὰ ξηρανθῶσι καὶ ἀπολεσθῶσιν. Ἂν δὲ τοῦτο ἤθελεν ἐπεκταθῆ εἰς ὁλοκλήρους Ἐπαρχίας, ἤθελε κινδυνεύσει ἡ δημοσία τάξις. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ νὰ φροντίσῃ ἡ ἰδία περὶ τοῦ θερισμοῦ καὶ τοῦ ἁλωνισμοῦ, προκαταβάλλουσα τὴν πρὸς τοῦτο δαπάνην, ὅπως διασώσῃ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Δύναται ὅμως νὰ πράξῃ καὶ ἄλλο τι· δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ τὸν ἰδιοκτήτην: σᾶς δίδω τὴν ἐντολὴν νὰ θερίσητε ἢ ἁλωνίσητε τοὺς καρποὺς, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως λάβητε ὑμεῖς τοὺς καρποὺς, ἀλλ’ ὅπως κατατεθῶσιν εἰς ὡρισμένας ἀποθήκας ὑπὸ τὴν ἰδίαν μου εὐθύνην, ἕως ὅτου δικαστικὴ ἀπόφασις ἢ συμβιβασμὸς ἀποφασίσῃ εἰς τίνα ἐκ τῶν δύω μερῶν καὶ κατά τινα ἀναλογίαν ἀνήκει. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὁ ἰδιοκτήτης ἐνεργεῖ οὐχὶ ὡς ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ ὡς ἐπίτροπος καὶ ἐντολοδόχος τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἥτις, ἔχουσα καθῆκον καὶ δι’ ἡμερομισθίων ἐργατῶν νὰ θερίσῃ καὶ ἁλωνίσῃ, δύναται νὰ ἀναθέσῃ τοῦτο ὡς εἰς ἐντολοδόχον. Ἐφ’ ὅσον ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ μένει ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων, δὲν ἐννοῶ πῶς δυνάμεθα νὰ κατακρίνωμεν αὐτὴν ὡς παρανομοῦσαν ἢ χαριζομένην, καὶ πῶς τολμῶμεν νὰ ἀποθαῤῥύνωμεν ἐντεῦθεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της! Ἡ Διοίκησις δὲν ἐπεμβαίνει οὕτω πράττουσα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων. Ἐννοῶ, ὅτι τοῦτο δὲν ἀρέσκει εἰς τινας· διότι σκοπὸς ἐκείνων, οἵτινες ἔπλασκον τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα, εἶναι νὰ ἐμποδίσωσι τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των εἴτε διὰ τῶν ὅπλων, εἴτε διὰ τῆς Ἀρχῆς, καὶ νὰ ἀφαιρέσωσι διὰ τῆς βίας καὶ ἄνευ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄνευ τῶν Νόμων τὴν περιουσίαν αὑτῶν. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ταρμπάζη, διότι θεωρῶ καλὸν νὰ γείνωσι γνωστὰ ταῦτα πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἥτις ἄρχεται μετ’ ὀλίγον. Νομίζω, ὅτι ταῦτα δὲν θὰ μείνωσιν ἄνευ ἐπιῤῥοῆς τινος ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα προσπαθεῖ πάντοτε ὁ προλαλήσας νὰ ὑπηρεάσῃ διὰ τοιούτων ἐπερωτήσεων· ζητεῖ νὰ σᾶς συγκινήσῃ μὲ ἐγκλήματα δῆθεν· ἀλλ’ ὅλη αὐτὴ ἡ σειρὰ τῶν δῆθεν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε πολλάκις, φρονῶ, ὅτι οὐδ’ ἐλαχίστην προὐξένησεν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις οὐδέποτε, ἀφ’ ὅτου συνέβησαν, δι’ ἀναφορᾶς ἢ ἐπερωτήσεως εἰδοποιήθη περὶ αὐτῶν. Καὶ ἂν ὅμως συνέβησαν, πταίουσιν οἱ καλλιεργηταὶ, οἱ προκαλέσαντες αὐτά. Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ τοῦ προλαλήσαντος εἶναι νὰ ἐκθάπτῃ τὰ ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ μέχρις ἐσχάτων συμβάντα καὶ νὰ σᾶς ἐκπλήττῃ, νὰ ἐπιῤῥίπτῃ δ’ ἐπὶ τῶν ἰδιοκτητῶν πᾶσαν πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο σᾶς διηγήθη πρὸ τινῶν ἡμερῶν διὰ μακρῶν τὸ φοβερὸν κακούργημα, ὅτι ἐπιστάτης τις ποτὲ τοῦ χωρίου Ζάρκου ἐφυλάκισεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν χωρικόν τινα ἐντὸς τοῦ ἀποπάτου, καὶ τὸν ἔκαμε καὶ ἔχασε τὴν ὄρεξίν του καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ φάγῃ μετὰ ταῦτα τὰ καλλίτερα ἐδέσματα, ἅτινα τῷ προσέφερον! Αὐτὰ ἀνεὗρεν εἰς ἱστορίαν ἑξήκοντα ἐτῶν! Ἐγὼ ὅμως ἐρωτῶ ἂν εἰς τὰς Ἀθήνας αὐτὰς δὲν συμβαίνωσι περισσότερα παρ’ ὅσα συνειθίζει νὰ ἀναφέρῃ ὁ προλαλήσας καὶ νὰ ἐκτραγῳδῇ, διὰ νὰ μᾶς συγκινήσῃ. Ταῦτα εἰς ἐμὲ δὲν κάμνουσι καμμίαν ἐντύπωσιν, καὶ θαυμάζω πῶς, ἀνατρέξας εἰς τόσον μακρὰν ἐποχὴν, τόσον μηδαμινὰ πράγματα ἔφερεν. Διηγήθη ὑμῖν τὴν πίεσιν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ἐπιστατῶν. Ἀπορῶ ὅμως πῶς ἔρχεται νὰ εἴπῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸς, ὅστις, πρὶν ἢ γείνῃ βουλευτὴς, ἦτο ἐπὶ δύω ἔτη γραφεὺς παρὰ τῇ ἐπιστασίᾳ τοῦ χωρίου Ζάρκου, καὶ βεβαίως διὰ τῆς χειρός του συνέταξε καὶ ἐνήργησεν ὅλας τὰς πράξεις, ἃς σήμερον ἀπεκάλεσεν ἀδίκους καὶ αὐθαιρέτους.
§6ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐγὼ πάντα ταῦτα τὰ προσέβαλον· καὶ εἴπατε ὅτι θὰ φέρετε ἐπιστολάς· φέρετε τὰς ἐπιστολάς.
§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰς ἐπιστολὰς τοῦ πατρός σου καὶ οὐχὶ ἰδικάς σου τὰς ἔχω καὶ θὰ τὰς ἀναγνώσω μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ σὺ ὑπηρέτησας δύω ἔτη ὡς γραφεύς· λοιπὸν ἂν τὰ πράγματα συνέβαινον ἐν Ζάρκῳ ὅπως λέγεις, ἔπρεπε νὰ συμπράττῃς εἰς ὅ,τι τώρα κατακρίνεις; Πρὸ τριῶν ἐτῶν δὲν ἠδυνήθης νὰ πεισθῇς περὶ τοῦ ἀδίκου καὶ ἐβοήθεις τὴν ἐπιστασίαν, καὶ τώρα, ὅτε ἔγεινες βουλευτὴς, ἐπείσθης; (Θόρυβος).
§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ λάβωμεν τὸν λόγον, διότι ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἠγέρθη φωνὴ ὑπὲρ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς καθαρῶς δικαστικὰς διαφορὰς, καὶ τοῦτο εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπειδὴ δὲ ἐνδέχεται νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι τοῦτο ὑποστηρίζεται παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐπειδὴ ἐξ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐπεμβάσεων, ἔχομεν δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν· ἐγὼ τοὐλάχιστον ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ἐὰν θὰ γείνῃ συζήτησις, δηλῶ ὅτι θὰ λάβω καὶ τὸν λόγον.
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως εἶναι τρομερὸν ἔγκλημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠγέρθη φωνὴ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι αὐτὸς δὲν ὑποφέρει αὐτὴν τὴν ὕβριν. Ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ τοὺς κοινοὺς αὐτοὺς τόπους. Ἐγώ, ἄλλως, ὁμιλήσας δὲν ἀντεπροσώπευσα οὔτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οὔτε μέρος αὐτῆς. Ἀνῄρεσα ψευδολογίας, δι’ ὧν ζητοῦσι νὰ πλάσωσι ζήτημα μὴ ὑπάρχον, καὶ κατηγορίας ἀνυποστάτους. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂν ὕψωσα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας, ὑπὲρ τῆς προόδου, τῆς ἰσότητος, καὶ τῆς δικαιοσύνης.
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· νομίζω, ὅτι εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ λάβω τὸν λόγον (Θόρυβος).
§11ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Τὸ ὅτι οἱ χωρικοὶ δὲν ἔχουσι κακοὺς σκοποὺς καὶ δὲν ὁπλίζονται, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας, διὰ νὰ ἁρπάσωσι τὴν περιουσίαν τῶν πεφιλημένων του ἰδιοκτητῶν, καταδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι μέχρι σήμερον φονεύονται μόνον καὶ δὲν φονεύουσι, ἂν καὶ εἶναι περισσότεροι. Ἐὰν εἶχον ὅπλα καὶ κακοὺς σκοποὺς, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἔπρεπεν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ φονεύωσι πολλοὺς ἐκ τῶν ἐπιστατῶν καὶ τῶν μυσθοφόρων αὐτῶν· ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφόνευσαν, μόνον φονεύονται καὶ τραυματίζονται. Οἱ ἐπιστάται, ὡς ἔχοντες καταχθονίους σκοποὺς, ἔχουσι καὶ ἀποθήκας ὅπλων Μαρτὶν καὶ πολεμεφοδίων, τὰ ὁποῖα μετέφερον ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν προσγινομένην ἀδικίαν εἰς τοὺς ἀξιοῦντας ἰδιοκτησίαν ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἐπειδὴ βόσκωσι τὰ ποίμνια τῶν χωρικῶν εἰς τοὺς λειμῶνας, δικαίωμα ὅπερ οὗτοι ἀνέκαθεν εἶχον, λέγω τὸ ἑξῆς: Οἱ ἐπιστάται ἠρνοῦντο τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ οἱ χωρικοὶ δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὰς ἀμέσους δικταγὰς αὐτῶν καὶ ἐξηκολούθουν νὰ νέμωνται τὸν λειμῶνα, οἱ ὡπλισμένοι ἐξῆλθον νὰ τοὺς ἐκδιώξωσι διὰ τῆς βίας. Συνέβησαν ὡς ἐκ τούτου ἀρκεταὶ ῥήξεις καὶ συγκρούσεις, καὶ ἐφονεύθησαν χωρικοὶ ἄοπλοι, ἐνῷ τὸ δίκαιον ἦτο ὑπὲρ αὐτῶν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι, μετὰ τὴν ἀγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἤγειραν, ἐξεδόθη ἀπόφασις ἐπιδικάζουσα εἰς αὐτοὺς τὴν κατοχὴν, ἣν καὶ ἐξ ἀρχῆς εἶχον, καὶ δύνασθε νὰ λάβητε πληροφορίας περὶ τούτου. Τί ἦτον ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὁπλοφόρων; ἐφόνευσαν τοὺς δυστυχεῖς οἰκογενειάρχας! Οἱ χωρικοὶ, ζητήσαντες τὴν προστασίαν τῶν Νόμων, ἔτυχον τῶν δικαίων των, καὶ σήμερον νέμονται τὸν λειμῶνα· ἀλλὰ τί ὠφελεῖ! Πρὸ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως ἔλαβον χώραν παρανομίαι καὶ κακουργήματα ἐκ μέρους τῶν ἀγροφυλάκων ἄνευ ἐλλόγου καὶ δικαίας τινὸς αἰτίας καὶ ἀξιώσεως· ἰδοὺ τὸ κακόν!
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἔχει πληρέστατον δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παραπέμπων τοὺς χωρικοὺς εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀφοῦ μάλιστα ἔχουσι καὶ ἐνδείξεις ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν ἀγροφυλάκων καὶ τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν πρὶν ἢ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὁ χωρικὸς ἔχει εἰς τὰς χεῖράς του τοὺς καρποὺς καὶ ἐντὸς τῶν λειμώνων τὰ ποίμνια. Οἱ ἀγροφύλακες ἐπιτίθενται, ἁρπάζουσι τοὺς καρποὺς, ἐκδιώκουσι διὰ τῆς βίας καὶ αὐθαιρεσίας τὰ ποίμνια, ἐν ἐλαχίστῃ δὲ ἀντιστάσει φονεύουσιν αὐτοὺς, ἀόπλους ὄντας. Ὁ Νομάρχης Ζέρμας κατέσχε τὸ ὅλον τῶν καρπῶν, τό τε ἥμερον καὶ τὰ ὑπόλοιπα ⅔, καὶ εἶπεν εἰς τοὺς χωρικοὺς, πηγαίνετε εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐνῶ οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἀπέθνησκον τῆς πείνης, περιμένοντες ἀποκλειστικῶς ἐκ τῶν καρπῶν, δι’ οὓς ἐπὶ ἔτους εἰργάζοντο ἰδίαις δαπάναις. Ἀκριβῶς λοιπὸν πρόκειται περὶ τῶν ἐπεμβάσεων, αἵτινες θέτουσιν εἰς δύσκολον καὶ ἀπελπιστικὴν θέσιν τοὺς χωρικούς. Θέτουσι τὸν θάνατον πρὸ τῶν ὀμμάτων αὐτῶν οἱ ἀγροφύλακες, καὶ αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ, ἰδιοποιούμεναι δικαστικὴν ἐξουσίαν, παρὰ τοὺς κειμένους Νόμους, δικάζουσι πρῶτον αὐταί, ἀφαιροῦσαι τοὺς καρποὺς ἅπαντας ἐκ τῶν χειρῶν τῶν χωρικῶν καὶ περιορίζουσαι τὰ ποίμνια αὐτῶν ἐκτὸς τῶν οἰκιῶν, καὶ κατόπιν παραπέμπουσιν αὐτοὺς εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ εὕρωσι τὴν ζωήν!
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἔλαβε χώραν ἐν Ζάρκῳ· ἡ Ἀρχὴ δηλ. ἡ Διοικητικὴ μᾶλλον χάριν τῶν χωρικῶν ἐμερολήπτησε παρὰ ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὅταν ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς ἀροτριάσεως, ὁ ἰδιοκτήτης, ἐπειδὴ οἱ χωρικοὶ ἠξίουν τὰς γαίας ἑδικάς των, ἠθέλησε νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν καλλιέργειαν· ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ κατ’ ἀρχὰς, θέλουσα νὰ προλάβῃ τὰς συγκρούσεις, παρενέβη καὶ εἶπεν: οὔτε εἰς τὸν ἕνα, οὔτε εἰς τὸν ἄλλον ἐπιτρέπω τὴν καλλιέργειαν. Μετά τινας ὅμως ἡμέρας, καὶ ἀκριβῶς, διότι ἐπιέζετο ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα Βουλευτὴν κύριον Ταρμπάζην, ἡ Κυβέρνησις ἀνεκάλεσε τὸ μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀροτριάσεως, ἐνῷ δὲν ὤφειλε νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, διότι πάντοτε ἡ ἀπειλὴ τῶν ἐγκλημάτων ἐξηκολούθει. Ἀλλ’ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν ἀνάκλησιν. Τί ἔπραξεν ἀκόμη περισσότερον; ὄχι μόνον ἐπέτρεψε νὰ γείνῃ ἀροτρίασις, ἀλλ’ ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅπως διὰ τῶν ἀγροφυλάκων ἐμποδίσωσι τοῖς γεωργοῖς νὰ καλλιεργήσωσιν, ὅπερ ἦτο νόμιμον δικαίωμά του. Λοιπὸν μᾶλλον ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει λόγον νὰ παραπονῆται, ἀφοῦ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐμερολήπτησεν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν καὶ κατ’ αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάσχεσιν τῶν καρπῶν τοῦ χωρίου Ζάρκου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ταρπάζης, οὐδεμίαν τοιαύτην κατάσχεσιν ἔκαμεν ἡ Διοικητικὴ Ἀρχή. Ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ, ἰδοῦσα, ὅτι ἐπέκειντο ῥήξεις μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ κολλίγων, εἶπεν: ἀπαγορεύω καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ νὰ συγκομίσητε τοὺς καρποὺς, ἐκτὸς ἂν συμβιβασθῆτε ἢ φέρητε δικαστικὴν ἀπόφασιν. Ἔμεινε λοιπὸν ἐπὶ τῶν ἁλωνίων ὁ σῖτος ἐπὶ πολὺν καιρὸν, φυλαττόμενος ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν, διότι οἱ χωρικοὶ δὲν προσήρχοντο κατὰ τὰ ἀνέκαθεν εἰθισμένα νὰ τὸν μετακομίσωσι. Τότε ὁ Νομάρχης, βλέπων, ὅτι ἡ φύλαξις ἐγίνετο δυσχερεστέρα, διότι ηὔξανον αἱ νύκτες καὶ ὅτι οἱ καρποὶ ἐκινδύνευον νὰ κλαπῶσιν ἐκ τῶν ἁλωνίων, ὅτι ἀπῃτοῦντο ἔξοδα μεγάλα διὰ τὴν συντήρησιν καὶ φύλαξιν αὐτῶν, βλέπων, ὅτι ἠπειλοῦντο βροχαὶ, διέταξε τὴν μεταφορὰν τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐξ ἀνάγκης, διότι οὐδὲν ἄλλο μέρος ὑπῆρχεν ἐντὸς τοῦ ὁποίου οἱ καρποὶ νὰ συγκομισθῶσι. Μετά τινα καιρὸν οἱ χωρικοὶ ἐζήτησαν τὴν διανομὴν τῶν καρπῶν αὐτῶν κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, καὶ θὰ τὴν ἐζήτουν ἀπ’ ἀρχῆς, ἂν δὲν ἐμπόδιζεν αὐτοὺς ὁ προλαλήσας, γράφων καὶ ἐνθαῤῥύνων αὐτοὺς εἰς τὴν ἀντίστασιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὅλη ἱστορία, ἥτις παραμορφοῦται ἐν γνώσει, ὅπως, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, ἐπηρεασθῶσιν αἱ συνειδήσεις.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς εἰσαγωγὴ εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα....
§18ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀνεμίχθησαν, κύριοι, καὶ ἐπερωτήσεις καὶ ἀγροτικὸν ζήτημα καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ εἰσκαθιδρύθη μόνον καὶ μόνον πρὸς βλάβην τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ἀναγνώσω τηλεγραφήματα, ἅτινα εἶναι συνέχεια πολλῶν καὶ διαφόρων τηλεγραφημάτων καὶ ἀναφορῶν ἐκθετουσῶν τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα τελοῦνται ἐκεῖ παρὰ τῶν ἀνδρείων Σουλιωτῶν τοῦ κ. Δεληγεώργη, τοὺς ὁποίους ἐστρατολόγησαν οἱ ἰδιοκτῆται. Ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι δύω ἐξ αὐτῶν συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἄρτης ὡς κεκηρυγμένοι λησταὶ, καὶ νομίζω, ὅτι κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον· καὶ οἱ δύω οὗτοι ἦσαν μισθωτοὶ τοῦ κ. Καραπάνου.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Χωρὶς νὰ ἀμφισβητήσω, κ. Πρόεδρε, τὸ γεγονὸς, ὅπερ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὲς, λέγω μόνον, ὅτι αὐτὸ εἶναι συνέπεια τοῦ διοικητικοῦ μέτρου, ὅπερ εἶχε λάβει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις· ἀμέσως μετὰ τὴν κατάληψιν ὁ ἀρχηγὸς τῆς κατοχῆς ἔδωκεν εἰς πάντας τοὺς καταδιωκομένους δι’ ἐγκλήματα διαμονητήρια. Εἴχομεν 185 τοιούτους ληστὰς, εἴχομεν τὸν Καμάραν, τὸν Μαργιόλην καὶ ἄλλους μὲ διαμονητήρια. Ὅλοι αὐτοὶ συνελήφθησαν ὕστερον καὶ ἐτέθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ οὕτω ἐξετελέσθη τὸ μέτρον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐναντίον τοῦ μέτρου τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν συνελήφθησαν αὐτοὶ οἱ λησταὶ συνεπείᾳ ἐντάλματος, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι συνελήφθησαν ἀμέσως μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς νέας Κυβερνήσεως.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χαίρω, κύριοι, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε τὴν ἐπισημοτέραν διάψευσιν εἰς τὸν κ. Λεωνίδαν Δεληγεώργην, εἰπόντα ὅτι οἱ φύλακες τῶν διαφόρων ἰδιοκτητῶν εἶναι ἄνθρωποι οἰκοκυρέοι καὶ τῆς λαμπροτέρας διαγωγῆς. 185 κεκηρυγμένοι λησταὶ, κακοῦργοι, ὑπῆρχον ἐλεύθεροι εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον, καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν κατεγίνοντο εἰς τὸ νὰ ληστεύωσι καὶ τυραννῶσι τοὺς ἀθώους κατοίκους, ὑπηρετοῦντας τοὺς ἰδιοκτήτας.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ψεῦδος αὐτό.
§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ διαβεβαιῶ ἐπισημότατα· δύω ἐκ τῶν φυλάκων σας εἶναι λησταὶ κεκηρυγμένοι καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς. Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρώτατον· ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ὀλίγων στιγμῶν σᾶς εἶπεν ὀρθότατα, ἀφοῦ τὰ δικαστήρια ἀπονέμουν τὴν κατοχὴν εἰς τοὺς χωρικοὺς διατί παραπονοῦνται; Πῶς ἀπένειμον τὴν κατοχήν; διότι οἱ ἰδιοκτῆται ἐζήτησαν νὰ λάβωσι προσωρινὰ μέτρα καὶ εὑρέθησαν Εἰρηνοδίκαι, οἵτινες πιεσθέντες ἔλαβον προσωρινὰ μέτρα, ἔγεινεν ἔφεσις κατὰ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα κατέστρεψαν καὶ ἀποφάσεις καὶ ἡ κατοχὴ ἔμεινεν εἰς τοὺς χωρικούς.
§23ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν γνῶσιν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων· ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ταρπάζη ὡμίλησα.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι πολλάκις οἱ χωρικοὶ προσέφυγον εἰς τὸ Δικαστήριον, τὸ Δικαστήριον ἀνεγνώρισεν, ὅτι οἱ χωρικοὶ εἶχον δίκαιον, ὅτι εἶχον τὴν κατοχὴν ἀδιαφιλονείκητον. Ἀλλὰ τί ζητεῖτε σεῖς οἱ ἰδιοκτῆται; Θέλετε σεῖς οἱ ὑπέρπλουτοι νὰ μείνητε ἐν τῇ κατοχῇ καὶ τῇ νομῇ τῇ ἐπιβαλλομένῃ διὰ τῆς δυνάμεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ μεταβῶσιν οἱ ἐλεεινοὶ καὶ τρισάθλιοι χωρικοὶ εἰς τὰ Δικαστήρια; Σεῖς εἶσθε δικηγόρος, κύριε Δεληγεώργη, καὶ γνωρίζετε εἰς τί ὑπόκειται ὁ ἐνάγων εἰς τὰ Δικαστήρια· διατί θέλετε οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι νὰ γείνωσιν ἐνάγοντες καὶ οἱ πλούσιοι νὰ μένωσι νεμόμενοι τὰ ἐπίδικα κτήματα; Ποῖοι εἶναι οἱ κάτοχοι εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ τις ὅτι τὴν πραγματικὴν κατοχὴν τὴν ἔχει ὁ χωρικός; Δὲν εἶναι ὁ χωρικὸς ἐκεῖνος ὅστις ὀργώνει καὶ σπείρει τὰ χωράφια; εἶναι δυνατὸν, νὰ ἀμφισβητήσῃ τις τὴν κατοχὴν αὐτῶν; ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν κατοχὴν εἰς τοὺς χωρικούς, θέλετε νὰ τοὺς ἀποβάλλητε ἀπ’ αὐτῆς διὰ τῆς βίας, διὰ τῆς δυνάμεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἅμα εἶδεν ὅτι εἶχε παρεκτραπῆ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν νόμιμον ὁδὸν, κατηγορεῖται ἤδη παρὰ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ὅτι δὲν ἐξέρχεται τῆς νομίμου ὁδοῦ! Λοιπὸν θέλετε νὰ τοὺς ἐκβάλητε τῆς νομῆς καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ γείνωσιν ἐνάγοντες, νὰ ἔχητε δὲ τὸν Καραπάνον καὶ πάντας τοὺς ὑπερπλούτους ἐν κατοχῇ καὶ τῇ νομῇ, καὶ οἱ ἄθλιοι χωρικοὶ ἄνευ λεπτοῦ νὰ γείνωσιν ἐνάγοντες εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ νὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης· εἶναι αὐτὸ δικαιοσύνη; καὶ ἄν ὑποθέσητε ὅτι δὲν ἔχουν οἱ χωρικοὶ οὐδὲν δικαίωμα, μόνον διότι ἀποτελοῦν πληθυσμὸν 300,000 ψυχῶν, μόνον διότι εἶναι ὁ ἀληθὴς γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος, μόνον διότι εἶναι τὸ πλῆθος, ἔπρεπε νὰ μεριμνήσητε, ὅπως συστήσητε εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια εὐθέως καὶ ἄνευ λοξοδρομιῶν, καὶ νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς, καὶ τότε θὰ ἀπένεμον δικαιοσύνην τὰ Δικαστήρια. Διατί δὲν πηγαίνετε εἰς τὰ Δικαστήρια σεῖς, ἀλλὰ θέλετε νὰ ἐπιβληθῆτε διὰ τῆς λόγχης τῆς Κυβερνήσεως; Διατί φοβεῖσθε τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια; τὰ φοβεῖσθε, διότι τὰ Δικαστήρια θὰ εἰποῦν ὅτι ζητεῖτε ὑπέρογκα δικαιώματα, δικαιώματα πλήρους κυριότητος, κατοχῆς καὶ νομῆς τῶν κτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠγοράσατε ὑπὸ τοιούτους ὅρους· εἶναι οἱ τίτλοι σας γνωστοί εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα πλέον ὅτι ἠγοράσατε ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ὡς δικαίωμα εἰσπράξεως 15, 20 ἢ 30%, εἶσθε εἰσπράκτορες τοῦ ἱμόρου καὶ οὐδὲν πλέον· δὲν ἔχετε κατοχὴν καὶ νομὴν, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τῶν λειβαδίων, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξώνετε τοὺς χωρικοὺς ἐκ τῶν οἰκιῶν των, οἱ χωρικοὶ εἶναι κύριοι παντὸς πεφυτευμένου τόπου γυουρτίου κλπ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν φοβεῖσθε τὰ Δικαστήρια, διότι ὅταν οἱ Ἕλληνες δικασταὶ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τοὺς τίτλους σας, θὰ ἴδωσιν ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα σεῖς ζητεῖτε, δὲν εἶναι ἀληθῆ, θὰ ἴδωσιν ὅτι σεῖς ζητεῖτε νὰ κερδοσκοπήσητε καὶ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, καὶ νὰ κερδοσκοπήσετε ὑπὸ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδώσατε, διὰ νὰ εἰσπράξετε ἄπειρα. Ἐδώσατε 20.000 λίρας διὰ 25 χωρία, καὶ τὰ χωρία αὐτὰ σήμερον ἀξίζουν 200,000 λίρας. Τίς εἶναι ὁ ἄφρων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ πωλήσῃ εἰς ἀπόλυτον κυριότητα κτῆμα ἀξίας 200,000 λιρῶν ἀντὶ 20,000 λιρῶν, κτῆμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία τῶν οἰκοδομῶν μόνον ἀνέρχεται εἰς 15,000 λίρας; Ὑπάρχουσι χωρία, κύριοι, τί χωρία! κωμοπόλεις, περιέχουσαι ἑκατοντάδας οἰκιῶν, καὶ ἔρχεται ὁ λεγόμενος ἰδιοκτήτης καὶ ἀμφισβητεῖ τὴν κυριότητα τῶν οἰκιῶν, διότι κατώρθωσεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ οὐδέποτε ἤθελον ἀναφέρει, διὰ τῆς ἐκβιάσεως τῶν βασιβουζούκων νὰ ἀποσπάσωσιν ἐνοικιαστήρια, καὶ ἔρχονται σήμερον δι’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀποστάζουν τὸ αἷμα τῶν χωρικῶν, καὶ σᾶς λέγουσιν — εἶμαι ἰδιοκτήτης! Κύριοι, ζητοῦμεν δικαιοσύνην ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν χωρικῶν, ζητοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς τὰς διαφορὰς μεταξὺ χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν διότι ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ· ἡμεῖς τοὐναντίον, ἐννοοῦμεν νὰ τὴν ἐπαινέσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι πράγματι ἀξία τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἔπαυσεν ἐπεμβαίνουσα. Ἡμεῖς δὲν ὁρμώμεθα ἀπὸ ὑλικὰ συμφέροντα, καὶ πρέπει ἐνταῦθα ἕκαστος, εἰσερχόμενος, νὰ ἀποβλέπῃ ἁπλῶς εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὸ δίκαιον τῶν πολλῶν καὶ ἀτυχῶς ἀδυνάτων, ὄχι δὲ ὑπὲρ τῶν ὀλίγων πλουσίων καὶ ἰσχυρῶν καὶ διὰ διαφόρων μέσων κατορθούντων νὰ ἐπεμβαίνωσι καὶ νὰ ἐπηρεάζουν ἀτυχῶς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται. Τὸ παρελθὸν θέρος οἱ χωρικοὶ παρεπονοῦντο, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἐμπόδιζον τὸν θερισμὸν καὶ τὸν ἀλωνισμὸν, ἀλλὰ σήμερον εἶναι διαφορετικὸν τὸ ζήτημα· οἱ χωρικοὶ παραπονοῦνται, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται αὐθαιρέτως καὶ διὰ βίας, δι’ ἐνόπλων κακούργων, θέλουσι νὰ παρακωλύσωσι τὴν καλλιέργειαν ἀπὸ τοὺς χωρικούς. Οἱ ἄνθρωποι τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν μεταβαίνουσιν ἔνοπλοι εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ ἐκεῖ, εὑρίσκοντες χωρικοὺς ὀργώνοντας, ἤτοι προπαρασκευάζοντας τὸν ἄρτον αὐτῶν δι’ ἓν ἔτος, τοὺς παρακωλύουσι διὰ τῆς βίας, τότε δὲ τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας καὶ οἱ χωροφύλακες ἐπεμβαίνουσιν ὑποστηρίζοντες τοὺς ἀγροφύλακας καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς θέσις τῶν πραγμάτων. Ἔχουσι δικαίωμα τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τοιαύτας διαφοράς; Ἔχουσι δίκαιον τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ παρακωλύωσι τὴν καλλιέργειαν, δηλαδὴ ν’ ἀποφασίζουν ἂν ὁ καλλιεργῶν τὸν δεῖνα ἀγρὸν ἦναι κύριος ἢ οὔ; ὁ χωροφύλαξ νὰ ἀποφασίζῃ ἐν συντόμῳ περὶ τῆς κυριότητος ἢ κατοχῆς τοῦ καλλιεργοῦντος χωρικοῦ, ἢ ἐκείνου, ὅστις ἔρχεται μὲ τὴν σπάθην; Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς πράττει ἐπεμβαίνουσα εἰς τὸ ζήτημα αὐτό· ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν ἔγεινε τοῦτο, καὶ δι’ αὐτὸ ὅταν ἔλεγεν αὐτὰ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἔψαλλεν ἐπαίνους ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπενέβαινε καὶ ἐμπόδιζε τὴν καλλιέργειαν διὰ τῶν ὀργάνων της, ἐγὼ ἠρώτησα ἂν τὰ παραδέχεται αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις καὶ σήμερον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπωσιν ἐὰν ἔδωσαν τοιαύτας διαταγὰς, ὅπως τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως ἐμποδίσωσι τὴν καλλιέργειαν· φρονοῦν, ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τοῦτο; Βεβαιότατα δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ τοιαύτας διαταγάς.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὰ, καὶ μετὰ πέντε λεπτὰ τολμᾶτε ἐν γνώσει νὰ διαστρέφετε τὰ πράγματα.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐδῶ ἔχω σημειώσει ἀκριβῶς τὰς λέξεις σας· καὶ ὁ στενογράφος εἶναι ἐδῶ, καὶ δυνάμεθα νὰ πληροφορηθῶμεν ταύτην τὴν στιγμήν.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δυνάμει τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἐπεμβαίνει ἐκ τῆς ἑξῆς ἀφορμῆς· τῇ καταγγέλλεται, ὅτι εἰς τὸν δεῖνα ἀγρὸν ἦλθε ῥῆξις μεταξὺ χωρικῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδιοκτήτου ...
§28ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ ποῖον λόγον;
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι ὁ χωρικὸς θέλει νὰ καλλιεργήσῃ.—Λοιπὸν τῇ καταγγέλλεται, ἐπαναλαμβάνω, τοιαύτη ῥῆξις· μεταβαίνει ἐκεῖ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐπιτοπίως, ἐξετάζει καὶ λέγει, ὅτι δὲν ἐρωτῶ οὔτε ποῖος εἶναι ἰδιοκτήτης, οὔτε ποῖος εἶναι καλλιεργητὴς—καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἄν δὲν εἶπον αὐτὰς τὰς λέξεις—ποῖος εἶναι ἰδιοκτήτης, καὶ ποῖος καλλιεργητής· αὐτὸ εἶναι ἔργον τῶν Δικαστηρίων· ἐγὼ θέλω νὰ ἐμποδίσω τὴν αἰτίαν, τὸν λόγον, ἐξ οὗ ἐπίκειται τὸ ἔγκλημα· ποῖος εἶναι οὗτος; ἡ ἀροτρίασις. Ἐμποδίζω λοιπὸν νὰ γείνῃ ἡ ἀροτρίασις, καὶ πηγαίνετε εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ λύσατε τὴν διαφοράν.
§30ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ αὐτό;
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ λέγει τὸ Διάταγμα τοῦ 1836.
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Ἀστυνομία ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐδῶ αὐτὸ πράττει· ὅταν ἵστανται ἀντιμέτωποι 50 ἢ 100 ἄνθρωποι, καὶ ἐπίκηται ῥῆξις εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἡμέραν ...
§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς Ἀστυνομίας δικαιοῦται νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα καὶ τίποτε ἄλλο· ἡ Ἀστυνομία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς δικαστικὰς διαφοράς. Εἰς ὡρισμένον ἀγρὸν ὁ Ἄλφα ἰδιοκτήτης ἀμφισβητεῖ μετὰ τοῦ χωρικοῦ τὴν κατοχήν· ὁ μὲν χωρικὸς λέγει, ὅτι θέλει νὰ καλλιεργήσῃ, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης λέγει, ὅτι ἔχει δικαίωμα αὐτὸς νὰ καλλιεργήσῃ, εἶναι μία καθαρῶς δικαστικὴ διαφορὰ τίνα σχέσιν ἔχει ἡ Ἀστυνομία; Ἕν καὶ μόνον εἶναι νομικῶς ἀνεγνωρισμένον, νὰ ζητήσουν τὸν εἰρηνοδίκην τῆς περιφερείας νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἀγρὸν, καὶ ἐκεῖ ὁ Εἰρηνοδίκης, δυνάμει τοῦ Νόμου, καὶ μόνος αὐτὸς ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ῥῆξις· αὐτὸς εἶναι ὁ Νόμος· αὐτὸ ἀναγνωρίζεται παρ’ ὅλων τῶν ἐθνῶν ὡς καθαρῶς νομικὸν δικαίωμα. Ἄν δὲ ἐπιτρέψετε καὶ εἰς τοὺς χωροφύλακας νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ ἐκεῖ, εὑρίσκοντες δῆθεν τοὺς χωρικοὺς ἐν ψευδεῖ συγκρούσει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τῶν ἰδιοκτητῶν, νὰ ἀπονέμωσι κατοχὴν καὶ κυριότητα, θέλετε ἀφαιρέσει τοιουτοτρόπως τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς ἀπὸ πάντα ἀδύνατον, καὶ θέλετε τὴν δώσει εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τρεῖς ἢ πέντε ἐνόπλους, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν ῥήξεις. Ὥστε οὐδὲν νόμιμον δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπεμβαίνῃ. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί συμβαίνει; οἱ ἰδιοκτῆται τὸ ὁμολογοῦσι. Θέλουν αὐτοὶ νὰ μὴ γείνουν ἐνάγοντες ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων—αὐτὸ εἶναι ὅλον τὸ μυστήριον—θέλουν αὐτοὶ νὰ ἐγκαθιδρυθῶσι διὰ τῆς βίας, θέλουσι δηλαδή, ἐπειδὴ ζητοῦσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι, θέλουσιν αὐτοὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὴν νομὴν διὰ τῆς βίας, οἱ δὲ χωρικοὶ ἄνευ κτήματος καὶ ἄνευ λεπτοῦ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια ὡς ἐνάγοντες, καὶ κατόπιν, ἀφοῦ φέρωσιν ἀποφάσεις, τότε νὰ ὑποχωρήσωσιν οἱ ἰδιοκτῆται. Αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε ἀνθρώπινον. Ἄν οἱ ἰδιοκτῆται ἔχωσι δικαιώματα, τὰ δικαιώματα αὐτὰ τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια νὰ ἀναγνωρίσωσιν. Ἂς μεταβῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἂς κάμωσιν ἀγωγὰς, καὶ νὰ ἦναι βέβαιοι, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια θέλουσιν ἀπονείμει εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνην ἀμερολήπτως.
§35ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τί δὲν πηγαίνεται σεῖς;
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀκούσω φωνὴν, ἔχουσαν τὸν ἦχον μεταλλικοῦ.
§37ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Χαρὰ στὰ μάτια ποῦ εἶδαν τὸν Αὔγουστο τὸ φεγγάρι· τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐσυνείθισαν νὰ ῥυθμίζωσι τὴν διαγωγήν των ἀναλόγως τοῦ συμφέροντος, τί νὰ ἀπαντήσω; νομίζουν, ὅτι ἐνταῦθα ἐστάλησαν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων των, ὅπως μετέρχωνται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Δικηγόρου.—Οἱ χωρικοὶ ἔχουσιν ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα ἐπὶ τῶν λειβαδίων δυνάμει τῶν Τουρκικῶν Νόμων· διατί θέλετε νὰ τοὺς διώξητε ἐξ αὐτῶν ὡς καὶ ἐκ τῆς κατοχῆς τῶν ἀγρῶν; Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὸ δικαστικὸν τοῦτο ζήτημα· ἔχει ὅμως δικαίωμα νὰ εἴπῃ: ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω τὴν κατάστασιν τῶν Ἐπαρχιῶν αὐτῶν, καὶ νὰ γείνῃ αὐτόπτης τῶν ἐκεῖ τελουμένων, καὶ δύναται νὰ ἐκλέξῃ καὶ ἀποστείλῃ Ἐπιτροπὴν, ὅπως αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἰδίοις ὄμμασιν ἴδῃ πράγματι τί συμβαίνει ἐκεῖ καὶ κατὰ τί ἀδικοῦνται οἱ χωρικοὶ καὶ κατὰ τί ἀδικοῦσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἀμερολήπτως νὰ ἀποφανθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Μὴ θελήσετε νὰ διαστρέψητε τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀδικουμένους καὶ τυραννουμένους νὰ παραστήσετε ὡς ῥᾳδιούργους καὶ κοινωνιστὰς καὶ δημοκράτας, αὐτὰ εἶναι ζιζάνια, εἶναι πειρασμοί, οἵτινες φέρονται εἰς τὸ μέσον παρὰ τῶν ἐχόντων ὑλικὰ συμφέροντα, ἢ γίνονται ἠχὼ τῶν ἐχόντων τοιαῦτα. Κηρύσσομαι ὅθεν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγροτικοῦ ἐν μέρει καὶ ἐν γένει ζητήματος.
§39Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ῥύμην τοῦ ἀχαλινώτου λόγου του ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, βουλευτὴς Ἀττικῆς, εἶπεν ὅτι ὁ Ν. Στεφανίδης ἄλλα εἶπε περὶ ἀγροτικοῦ ζητήματος κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης βουλευτικῆς Περιόδου, καὶ ἄλλα λέγει ἐπὶ τῆς παρούσης Συνόδου, τουτέστιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ ὡς φαίνεται ἡ ἀλλαγὴ τῆς γνώμης τοῦ Στεφανίδου καὶ αἱ ἰδέαι του παρεσύρθησαν ὑπὸ τοῦ ἤχου τοῦ χρυσοῦ ἢ ἀργύρου τοῦ κ. Καραπάνου, καὶ μὴ δίδετε οὐδεμίαν προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά του. Εἰς τὰ λεχθέντα ταῦτα τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ ἀντιλέγω τὰ ἀκόλουθα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν κρίσιν ὑμῶν, τῶν ἀμερολήπτων βουλευτῶν, περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν λεγομένων εἴτε ἐκ μέρους μου, εἴτε τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ. Κύριοι! Ὡς εἶπον εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἤλλαξα γνώμην ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ ἀνέγνωσα τὰς μονογραφίας τῶν κυρίων Παχὺ καὶ Καραπάνου, καὶ εἶδον, ὅτι ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ὑπῆρξεν, οὐδὲ ὑπάρχει, καὶ οὕτως ὡμολόγησα πανδήμως ἐνώπιόν σας, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ εὑρισκόμενος εἰς τί συνίστατο τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, παρεκάλεσα τότε κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ καὶ ἐξεύρῃ τρόπον πρὸς θεραπείαν τῶν ἀγροτῶν καὶ νὰ μὴ διάκηνται οἱ ἀγρόται δίκην εἵλωτος, καὶ ἐν ἀνισότητι τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἀστικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου Ἕλληνος· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν τοιοῦτον ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει, ὅπως ἄλλοτε ἦτο ἐν Ρωσσίᾳ καὶ Ρουμανίᾳ δουλοπάροικοι, ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπάρχουν μεταξὺ ἰδιοκτημόνων καὶ χωρικῶν καθαραὶ διενέξεις τῆς καθαρᾶς δικαιοδοσίας τῶν τακτικῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων περὶ κατοχῆς καὶ κυριότητος τῶν γαιῶν· ὥστε ἡ Βουλὴ εἶναι ὅλως ἀναρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ ζητήματος, ὑπαγομένου εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστηρίων· καὶ τότε μόνον εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἐντόνως καὶ συντόνως, ὅταν οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκοντο εἰς ἐκείνην τὴν ἐπαχθῆ δουλικὴν κατάστασιν τῶν Μουζίκων τῆς Ρωσσίας καὶ Ρουμανίας. Δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ ἦμαι κατακριτέος, διότι ἤλλαξα γνώμην, φωτισθεὶς ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα· καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῶν γνωμῶν ἐπὶ τὰ κρείττω βασίζεται εἰς τὴν πρόοδον τὴν κοινωνικὴν, καὶ ἐκ τούτου προέρχονται αἱ βελτιώσεις πάσης τέχνης καὶ ἐπιστήμης ἰδείῃσει πραπίδεσι, καὶ πᾶσα ἀλλαγὴ τῆς Δικαστικῆς Νομολογίας τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου στηρίζεται εἰς τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω τῆς ἐπιστήμης διάγνωσιν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς, ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τῶν ἀγροτῶν, καὶ λησμονήσας, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τοὺς μὲν καὶ τὰς ἀποδώσῃ εἰς τοὺς δὲ, ἐπιμένει μὲ θρασύτητα καὶ δημοκοπίαν, καὶ προκαλεῖ ἐκ παντοίου τρόπου νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων εἰς ζήτημα ἀγροτικὸν, ὅπερ εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει, ὡς εἶπον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐλησμόνησεν, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης του ὑπερασπίσεως τῶν χωρικῶν, ἀντὶ νὰ τοὺς ὠφελήσῃ, τοὺς βλάπτει· διότι ψευδῶς θέτει ζήτημα ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ὄχι πρὸς ὄφελος αὐτῶν κατὰ πᾶσαν ἔκβασιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ πρὸς ἰδίαν του ὠφέλειαν τοῦ νὰ φανῇ αὐτὸς δημοφιλὴς πρὸς τοὺς χωρικοὺς, καὶ ὑποσκελίσῃ ἐν καιρῷ τοὺς τιμίους πολίτας κατὰ τὴν πολιτικὴν κονίστραν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ζυγομαλᾶν ἀναγράφω πρὸς σωφρονισμὸν τὴν παραίνεσιν τοῦ σοφοῦ ποιητοῦ Ἡσιόδου, τὴν ὁποίαν δύνανται καὶ οἱ χωρικοὶ νὰ μελετήσωσι πρεπόντως: «Πολλάκι καὶ σύμπασα πόλις κακοῦ ἀνδρὸς ἀπηύρα «ὅστις ἀλλιτραίνει καὶ ἀτάσθαλα μηχανάαται». Ἀλλ’ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς μὲ ἐπιτήδειον τρόπον, ἀφοῦ, ὡς λέγουν, ἔλαβεν ὡς ἀμοιβὴν 80 στρέμματα γαιῶν ἀπὸ τοὺς κατοίκους Ὠρωποῦ, συνηγορεῖ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῆς Ὠρωπίας, ὅτι δῆθεν καὶ εἰς αὐτοὺς ὑπάρχει τὸ αὐτὸ ζήτημα, ὅπερ δῆθεν εἶναι καὶ εἰς Θεσσαλίαν, καὶ ἐπιζητεῖ τοῦ νὰ βιασθῇ τρόπον τινὰ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Τσιγγροῦ πρὸς ὄφελος τῶν ἀγροτῶν τῆς Ὠρωπίας λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν τὰ ἑξῆς, ὅτι κατὰ τὸ 1839 ἡ Μονὴ Καλοῦ Λειβαδίου ἤγειρεν ἀγωγὴν δι’ ἐμοῦ διὰ 1500 στρέμματα γαιῶν, καταπλακωμένων ὑπὸ τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου· ὁ δὲ Παπαῤῥηγόπουλος ἐξήτασεν 120 μάρτυρας χωρικοὺς τοῦ Ὠρωποῦ καὶ Μαρκοπούλου, καὶ ἁπαξάπαντες ὡμολόγησαν, ὅτι μόνον 20 –29 στρέμματα γαιῶν ἦσαν τῆς Μονῆς Καλοῦ Λειβαδίου, σποράδην κειμένων, ἅσπερ γαίας καὶ ὁ ἴδιος Παπαῤῥηγόπουλος εἶχεν ὁμολογήσει ἐν ἀρχῇ τῆς δίκης. Τί ἀποδεικνύει ἡ δικαστικὴ αὕτη ὑπόθεσις, δημοφελῆ Ζυγομαλᾶ; τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὅτι κυλίεσαι εἰς ψεῦδος, καὶ προσπαθεῖς διὰ τῆς ἀτασθαλίας σου νὰ φανῇς μέγας καὶ πολύς· διότι ἀφοῦ ὁ Παπαῤῥηγόπουλος κατὰ τὰ 1833 εἶχεν ἀγοράσει τὸν Ὠρωπὸν ἀπὸ τὸν Ὀμὲρ πασσᾶ, καὶ κατὰ τὸ 1839 ἐγείρεται ἡ ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Παπαῤῥηγοπούλου, 130 μάρτυρες, οἱ πλέον ἐπίλεκτοι καὶ νοήμονες χωρικοί, ὡμολόγησαν, ὅτι μόνον 20–29 στρέμματα γῆς ἦσαν τῆς Μονῆς Καλοῦ Λειβαδίου, αἱ δὲ λοιπαὶ γαῖαι τοῦ Ὀμὲρ πασσᾶ. Ἂν λοιπὸν οἱ χωρικοὶ εἶχον ἀξιώσεις, ὡς σὺ ἐπιτηδείως ἀξιοῖς, δὲν ἤθελον οἱ κάτοικοι εἰπεῖ, ὅτι ὁ Ὀμὲρ πασᾶς κακῶς καὶ παρανόμως ἐπώλησε τὰς ξένας γαίας τῆς Μονῆς, ἢ καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων χωρικῶν τοῦ Ὠρωποῦ! Αὕτη λοιπὸν ἡ δίκη ἀποδεικνύει ὑμᾶς, κύριε Ζυγομαλᾶ, ἀτάσθαλον, δημοκόπον, πρὸς ἐκμετάλλευσιν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν συμφερόντων παρὰ τοῖς ἁπλοϊκοῖς χωρικοῖς.
§40Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς καὶ σπουδαίως νὰ ἀπαντήσῃ τις εἰς τὸν προλαλήσαντα.
§41ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἄν σοῦ βαστᾷ μίλησε.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄνθρωποι, οἵτινες, δὲν αἰσθάνονται ὅτι πρέπει νὰ λησμονηθῇ τὸ παρελθὸν αὐτῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ νὰ ὑπομιμνήσκωσι διὰ τῶν λόγων των ἀκριβῶς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς πάντα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τοῦ παρόντος καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν. Εἶπον ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ μοὶ ἐφάνη ἔχουσα μεταλλικὸν τὸν ἦχον· ἠξεύρετε διατί; διότι πέρυσιν ἐγὼ ἐκ τῶν συζητήσεων ἐζήτησα νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ἀδίκου τῶν ἀπαιτήσεων τῶν χωρικῶν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ καὶ πρῶτος ἐγὼ διεμαρτυρήθην κατὰ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς Συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς Θεσσαλίας νὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ περὶ τῶν δικαιωμάτων ἀμφοτέρων—ἠξεύρετε δὲ, κύριοι, τότε εἷς ὁ πρῶτος Βουλευτὴς τῆς πρώτης Ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας τί εἶπεν, ἰδοὺ ὁ Στεφανίδης αὐτός: «Κύριοι Βουλευταί, ἀνεφώνει ὁ κύριος Στεφανίδης, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὰ προλεχθέντα περὶ ἀποκτήσεως ἰδιοκτησίας τινὸς παρ’ ἑκάστου χωρικοῦ καὶ νὰ μὴ ζῶσιν ὡς δουλοπάροικοι πρέπει...
§43ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὰ εἶπον, διότι μὲ παρεσύρατε· δὲν εἶναι κανεὶς κύριος νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ἰδέας του, ὅταν πεισθῇ, ὅτι ἦσαν ἐσφαλμέναι;
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ εὐχηθῶμεν ἐγκαρδίως ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ σπουδαίως περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος — Οἱ Ἠπειρῶται καὶ οἱ Θεσσαλοὶ, ἐξηκολούθει ὁ κύριος Στεφανίδης στεροῦνται καὶ σπιθαμῆς γαιῶν καὶ εἰσὶ βεβιασμένοι νὰ φεύγωσι ἀπὸ τὸ ἓν χωρίον καὶ νὰ πηγαίνωσιν εἰς τὸ ἄλλο· αὐτοὶ δὲν εἶναι πολῖται γνήσιοι ὡς ὁ Εὐριπίδης λέγει: ὅστις δ’ ἀπ’ ἄλλης πόλεως οἰκίζει πόλιν ἁρμὸς πονηρός....Πῶς, κύριοι, μετ’ ὀλίγον χρόνον δύνασθε νὰ ζητήσητε φόρον αἵματος ἀπὸ τοιούτους πολίτας μὴ ἔχοντας ἰδιοκτησίας καὶ τοῖς εἴπητε ἐν ἐνδεχομέναις δυστυχέσι περιστάσεσι τῆς πατρίδος: εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης, ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν ἔχουσι πατρίδα, οὐδὲ γῆν νὰ ταφῶσι, πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε αὐτοῖς: τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐπὶ προμάχοισι ἄνδρ’ ἀγαθὸν, ᾗ πατρίδι μαρνάμενον πεσόντα;» Ὅλοι οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς πέρυσι καὶ ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Εὐριπίδης καὶ ὁ Θουκυδίδης καὶ ὁ Δημοσθένης ἦσαν ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας, ὑπὲρ τῶν ἀληθῶς ἀναξιοπαθούντων, ἐφέτος ὅμως οἱ αὐτοὶ Ἕλληνες συγγραφεῖς, μεταβαλόντες, φαίνεται, γνώμην, καὶ ὁ κύριος Στεφανίδης ἐπὶ κεφαλῆς, εἶναι ἐναντίον τῶν ἀγροτῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ κυρίου Καραπάνου. Πέρυσι πάντες οἱ συγγραφεῖς εἶχον πείσει αὐτὸν, ὅτι εἶχον δίκαιον οἱ χωρικοί· ἐφέτος εἷς συγγραφεὺς καὶ μόνος ἔπεισεν αὐτὸν, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ Καραπάνος· καὶ γνωρίζετε ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ συγγραφεύς; ὁ κύριος Καραπάνος διὰ τοῦ συγγράμματός του, τὸ ὁποῖον περιέχει πολλὰ φύλλα καὶ χρυσᾶ λόγια καὶ εἶναι τετυπωμένον ἐπὶ λαμπροῦ χάρτου πλουσιωτάτου. Αὐτὸ σᾶς ἔπεισε.
§45ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παραπονῆσθε, ὅταν εἶπον, ὅτι ἡ φωνή σας ἠχεῖ μεταλλικῶς! Ἔρχεται καὶ μᾶς ἀναμιμνήσκει περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε μᾶλλον νὰ καλυφθῶσιν, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του καθ’ οἱουδήποτε· ἔρχεται νὰ κατηγορήσῃ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζονται πτωχοὺς χωρικούς, ἀνθρώπους ἀδυνάτους. Ἐγὼ δὲν θέλω ὑπερασπισθῆ τὸν κύριον Παχὺν δι’ ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κύριος Στεφανίδης κατ’ αὐτοῦ· ὁ κύριος Παχὺς εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑποψίας, ὅτι δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς μέσα ἀνάξια ἑαυτοῦ πρὸς ἀπόκτησιν περιουσίας· οὐδεὶς δύναται ἐνταῦθα νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ κύριος Παχὺς ἀπέκτησε τὴν περιουσίαν του διὰ μέσων παρανόμων καὶ κακοήθων, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι. Ἐκ τίνος ὅμως στόματος ἐξῆλθον αἱ ὕβρεις κατὰ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ; ἐξῆλθον ἐκ τοῦ στόματος ἐκείνου, ὅστις ἔσχε τὴν ἀθλιότητα νὰ προδώσῃ στρατηγὸν τῆς Ἑλλάδος, τὸν Μακρυγιάννην. Πρέπει νὰ γνωρίζετε πάντες ἐνταῦθα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχητε τὸ μέτωπον καθαρὸν, διὰ νὰ ἔργησθε νὰ κατηγορῆτέ τινα ἡμεῖς τὸ μέτωπον ἔχοντες καθαρὸν ἐρχόμεθα ὑπερασπιζόμενοι τὰ δίκαια τῶν ἀτυχῶν χωρικῶν, τῶν πτωχῶν χωρικῶν, σεῖς ὅμως καταπροδώσαντες ἕνα στρατηγὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο κατεδικάσθη εἰς θάνατον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καταγορήσητε οὐδένα. Ἡ ποιότης σας εἶναι γνωστή. Γνωρίζω καὶ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεμνήσατε· οἱ χωρικοὶ τοῦ χωρίου Μαρκοπούλου τοῦ Δήμου Ὠρωπίων εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχωσι δικηγόρον τὸν κύριον Στεφανίδην, ὃν ὁμοφώνως οἱ χωρικοὶ πάντες κατηγοροῦσιν ὡς προδόντα αὐτούς.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐνδιαφέρουσι τὴν Βουλὴν ταῦτα.
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὴν ἐνδιαφέρουσιν· ὅταν ἔρχηται Βουλευτής τις καὶ κατηγορῇ ἕτερον Βουλευτὴν, διότι ἔγραψε μία ἐφημερὶς φαρισαϊκῶς, ὅτι ἔλαβε παρὰ τῶν χωρικῶν 80 στρέμματα τῷ 1877.......
§49ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Καὶ σεῖς τὸ εἴπετε.
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, καὶ ἰδοὺ διατί Ἐνόμισαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι μόνον διὰ συμφέρον ὑλικὸν δύναταί τις νὰ πράξῃ τι καὶ προσεπάθησαν ν’ ἀνεύρωσιν ὁποῖον συμφέρον εἶχεν ὁ Ζυγομαλᾶς, ἵνα ὑπερασπίζηται τοὺς πτωχοὺς χωρικοὺς καὶ πολλάκις μὲ ἠρώτων μετ’ ἀπορίας καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀκόμη τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε ἤμην ἐκεῖ· ἔδωκαν δὲ τὴν ἄδειαν εἰς ἕνα δικηγόρον συνάδελφον τοῦ κυρίου Στεφανίδου νὰ γράψῃ ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἔδωκαν εἰς ἐμὲ οἱ χωρικοὶ τοῦ Σαλεσίου—διότι συνετέλεσα εἰς τὸν συμβιβασμὸν τὸν γενόμενον μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ κυρίου Συγγροῦ—ὡς ἀμοιβὴν 80 στρέμματα· οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Ἐγὼ ἤμην πληρεξούσιος τῶν χωρικῶν Σαλεσίου καὶ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος, καὶ τοῦτο γνωρίζουσι πάντες οἱ συνάδελφοί μου Βουλευταὶ, εἰργάσθην δὲ ἐπὶ ἔτη διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ὁ Συγγρὸς προσεπάθει νὰ λάβῃ τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν Βαλάνων, ἐνῷ ταύτην εἶχον οἱ χωρικοὶ ἢ τὸ Δημόσιον, οὐδέποτε ὅμως ὁ κύριος Συγγρός.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζετε ἀκριβῶς τὴν ὑπόθεσιν· οἱ χωρικοὶ ἐζήτουν ὄχι τὴν κυριότητα, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς συλλογῆς τῶν βαλανιδίων.
§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ Συγγρὸς ἐζήτει τὴν κυριότητα· ὅταν δὲ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ, ὑπεχώρησεν εἰς συμβιβασμόν. Διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ τούτου, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται ἰδίως εἰς ἐμέ, τὸ χωρίον ἐκεῖνον ἐνῷ ἦτο ἀκτῆμον, κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἔκτασίν τινα γῆς καὶ ἤδη ἕκαστος κάτοικος τοῦ Σαλεσίου ἔχει ἀνὰ 40 ἢ 50 στρέμματα, τὰ ὁποῖα καλλιεργεῖ αὐτὸς, ἡ δὲ κυριότης των ἀνήκει εἰς τὴν κοινότητα ὡς ἠθικὸν πρόσωπον. Θέλουσι νῦν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἐγὼ ἐπληρώθην διὰ τὴν ἐργασίαν μου ἐκείνην τῷ 1877, καὶ τοῦτο, διότι ἠθέλησα νὰ ἀμφισβητήσωσι τὰ λεχθέντα ἐντεῦθεν περὶ τοῦ κυρίου Συγγροῦ, ὅστις ἐζήτησε καὶ ζητεῖ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸς αὐτὴν ἀντὶ τοῦ Δημοσίου. Ὅσοι ὅμως ἀνεγνώσατε τὴν ἀπάντησίν μου, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη, εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ δικηγόρου ἐκείνου δημοσιευθέντα, θὰ ἴδετε, ὅτι τὴν ἀμοιβὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν οἱ χωρικοὶ νὰ δώσωσιν εἰς τὸν Ζυγομαλᾶν τὴν συγκειμένην ἐκ 30 στρεμμάτων, ἀξίας μόλις 300 δραχ. θελήσαντες νὰ καταστήσωσιν αὐτὸν κάτοικον τοῦ χωρίου των Σαλεσίου ὡς πρόεδρον τῆς κοινότητος αὐτῶν, ὁ Ζυγομαλᾶς τὴν ἔδωσεν εἰς μίαν γραίαν ἄπορον καὶ εἰς ἓν τῶν ἀτυχῶν θυμάτων τῶν κυρίων αὐτῶν, εἰς τὴν χήραν τινὸς, ὅστις ἐφονεύθη ἀπὸ τηλεβόλον, ἡ ὁποία παρεβιάσθη καὶ ἀτιμάσθη ὑπὸ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ ἰδιοκτήτου. Τὰ 30 στρέμματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔδωσα πρὸς τὴν δυστυχῆ ταύτην χήραν, ἵνα ψωμίζηται καὶ συντηρῆται, διὰ τοῦ ἱερέως τοῦ χωρίου, εἶναι ὁ ἄρτος τῆς δυστυχοῦς ταύτης, διότι διὰ τῶν 2 ἢ 3 κοιλῶν σίτου, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος ἐξ αὐτῶν λαμβάνει κατορθοῖ νὰ ζῇ. Τὸ τέκνον δὲ αὐτῆς, τὸ προϊὸν τῆς βιαίας ἀτιμίας της, εἰσήγαγον ἐγὼ εἰς τὸ Ὀρφανοτροφεῖον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐγώ· εἶναι ἀμοιβὴ ἠθικὴ, ὄχι ὑλικὴ, εἶναι ἡ εὐχαρίστησις, ἣν ἔχω νὰ αἰσθάνωμαι, ὅτι οἱ πρώην δυστυχεῖς ἐκεῖνοι Σαλεσαῖοι, οἱ ἀκτήμονες καὶ ἀπάτριδες, σήμερον δυνάμει τοῦ συμβιβασμοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ σὺν ἄλλοις κατώρθωσα, σήμερον ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν 40 καὶ 50 στρεμμάτων ἕκαστος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀμοιβὴ, ἡ πραγματικὴ καὶ ἡ ἐμπρέπουσα εἰς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ καὶ ἔχοντας ἀνατροφὴν καὶ ἠθικήν. Ὑλικὴν ἀμοιβὴν οὐδεμίαν πώποτε ἔλαβον, καὶ νῦν δὲ, γενόμενος Βουλευτὴς, οὐδεμίαν ἀμοιβὴν ἐπιδιώκω ἢ τὴν εὐχαρίστησιν καὶ εὐδαιμονίαν νὰ ἴδω πάντας τοὺς ἀκτήμονας χωρικοὺς τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀποκτήσωσιν ἰδιοκτησίαν νομίμως καὶ πρὸς ὠφέλειαν τῶν χωρικῶν καὶ πρὸς σωτηρίαν τῆς Πολιτείας.
§53ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ἔξω φρενῶν γενόμενος, ἀπεκάλεσεν ἐμὲ προδότην τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, τῇ ὑποβολῇ τοῦ παχυδέρμου Παχὺ, βουλευτοῦ Ἄρτης. Τούτου ἕνεκα πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου πᾶσα παρεξήγησις, καὶ ἀποδειχθῇ ἂν ἐγὼ εἰμὶ προδότης ἢ πρέπει νὰ ὀνομασθῶ σωτὴρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, κύριοι βουλευταὶ, ἐπ’ ὀλίγας στιγμάς. Κύριοι Βουλευταί! Κατὰ τὸ 1848, ὅτε ἦλθον 2,000 πρόσφυγες Οὗγγροι καὶ Ἰταλοὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ στερούμενοι ξηροῦ καὶ μουχλιασμένου ἄρτου, ἀπὸ αἰσθήματα φιλανθρωπίας κινούμενος παρώτρυνα διὰ καταλλήλου ὁμιλίας ἐν τῇ «Ὡραίᾳ Ἑλλάδι» (καφφενείῳ) τῆς πόλεως Ἀθηνῶν τοὺς ἐν τῷ καφφενείῳ εὑρισκομένους, καταβαλὼν πρῶτος ἐγὼ δραχμὰς 500, καὶ οὕτω λόγῳ συνδρομῆς πρὸς ἀρωγὴν καὶ περίθαλψιν τῶν πεινώντων προσφύγων ἐντὸς μιᾶς ὥρας συνέλεξα δραχμὰς 1,600· καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν συνέστησα κομητάτον ἀπὸ τοὺς κυρίους Δ. Χρηστίδην, Ἀδὰμ Δούκαν καὶ Διομήδην Κυριακοῦ καὶ ἄνω καὶ κάτω τρέξαντες εἰς τὰς οἰκίας τῶν εὐπόρων, ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν εἰσεπράξαμεν 48,000 δραχμὰς, καὶ μὲ ταύτας ἐχορηγήσαμεν τὰ μέσα τοῦ ζῆν, καὶ ἀποκατεστήσαμεν τοὺς περισσοτέρους ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ νὰ ἐργάζωνται κατὰ τὴν ὁποίαν τέχνην ἐγνώριζεν ἕκαστος, χορηγήσαντες τὰ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα. Εἰς τοὺς δὲ Πολωνοὺς ἐχορηγήσαμεν τακτικὴν μισθοδοσίαν, καθὸ στρατιωτικούς, ἀμοίρους ὄντας πάσης τέχνης βιοποριστικῆς. Ὁ Μακρυγιάννης ἰδὼν ἐμὲ, ὅτι ἤμην στενῶς συνδεδεμένος μὲ τοὺς Πολωνοὺς, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὲ μεταχειρισθῇ ὡς ὄργανον τῶν σκοπῶν του, καὶ μοὶ ἐπρότεινε κατὰ τὸ 1852 περὶ τὸν Μάρτιον μῆνα νὰ ὁρκισθῶ καὶ συνωμόσω κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος καὶ τῆς Βασιλίσσης Ἀμαλίας, ὑποσχόμενος νὰ μὲ ἀναδείξῃ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· σημειωτέον δὲ, ὅτι καὶ τοὺς πλείστους τῶν Πολωνῶν εἶχε πείσει νὰ καταλάβωσι τὰ πυροβόλα, ἅτινα ἔκειντο τότε ἐν ὑπαίθρῳ ἀντικρὺ τῆς Ἑλληνικῆς Χρηματιστικῆς Τραπέζης, καὶ πολιορκήσωσι τὰ ἀνάκτορα χρείας τυχούσης, καὶ ἀφοπλίσωσι τὸν λοιπὸν στρατὸν κατὰ πᾶσαν ἀντίστασιν αὐτοῦ μετὰ τὴν δολοφονίαν, καὶ ἀναστάτωσιν τῶν καθεστώτων. Ἅμα ταῦτα ἀκούσας ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Μακρυγιάννη, ἐσκέφθην, ἔντρομος ὤν, ὅτι ἡ τοιαύτη δολοφονία τῶν Βασιλέων τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ ἐντελὴς ἀπώλεια τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ ἡ διαγραφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀπὸ τὸν Εὐρωπαϊκὸν Χάρτην· οὕτω ἀπέσχον πάσης συνωμοσίας, καὶ προσῆλθον ἔντρομος εἰς τὸν τότε πολιτικόν μου φίλον, τὸν μακαρίτην Κωνσταντῖνον Λεβίδην, πρὸς ὃν ἀνεκοίνωσα τὴν λαβοῦσαν χώραν ὁμιλίαν καὶ προτροπὴν τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη πρὸς ἐμὲ περὶ τῆς δολοφονίας τοῦ Ὄθωνος καὶ Ἀμαλίας καὶ ἐζήτησα νὰ μὲ εἰπῇ ἂν γνωρίζῃ καὶ αὐτὸς τί περισσότερον τῶν τοιούτων ἰδεῶν, ὡς ἀνήκων τότε εἰς ὑψηλοτέραν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τῆς Βασιλείας Ὄθωνος, τουτέστι περὶ τῆς δολοφονίας καὶ τῆς μελετωμένης στάσεως ἐν τῇ Πρωτευούσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς 25 Μαρτίου 1852· ὁ δὲ κύριος Λεβίδης ἔμεινεν ἐνεὸς καὶ μὲ εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε, καὶ ὅτι ὁ Μακρυγιάννης κακῶς ποιῶν συνωμότει κατὰ τῆς ζωῆς τῶν Βασιλέων τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ μένῃ μυστικὸν τὸ πρᾶγμα, ἕως ὅτου πληροφορηθῶμεν καλλίτερα τὰ διατρέχοντα· ἀλλὰ ὁ μακαρίτης Κωνσταντῖνος Λεβίδης παραχρῆμα ἀνεκοίνωσε τὴν ὁμιλίαν μου πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν Σπῦρον Μήλιον, καὶ ὁ Σπῦρος Μήλιος εἰδοποίησε τὸν Βασιλέα, καὶ αὐθημερὸν ἐλήφθησαν διοικητικῶς πάντα τὰ ἀσφαλιστικὰ μέτρα· ἀφοῦ δὲ ἐγνώσθη τὸ ὄνομά μου ὑπὸ τοῦ Λεβίδου, προσεκλήθην ὡς μάρτυς εἰς τὸ Στρατοδικεῖον εἰς ὃ εἶχε παραπεμφθῆ ὁ Μακρυγιάννης, ἵνα δικασθῇ ἐπὶ ἐξυβρίσει τῶν Βασιλέων καὶ συνωμοσίᾳ πρὸς δολοφονίαν, προσεκλήθησαν δὲ καὶ διάφοροι ἄλλοι μάρτυρες, ὡς ὁ ποτὲ Μιλαΐτης Ψαριανὸς καὶ λοιποὶ ἄλλοι στρατιωτικοί, ἐγὼ δὲ ἐμαρτύρησα, ὅτι ἁπλῶς μοὶ ἐπρότεινε νὰ συνωμόσω, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθην τὴν πρότασιν τοῦ Μακρυγιάννη, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 124 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου συνωμοσία ὑπάρχει, ὅταν δύω ἢ πλείονες συμφωνήσωσι περὶ πράξεως ἐσχάτης προδοσίας, ἢ ὑποχρεωθῶσι μετ’ ἀλλήλων πρὸς ταύτην. Ἀλλὰ τὸ Στρατοδικεῖον ποῦ βασισθὲν δὲν γνωρίζω, ἴσως καὶ ἐπηρεασθὲν ὑπὸ τοῦ τότε Βασιλέως, καὶ Ὑπουργοῦ, καὶ αὐλοκολάκων του, προέβη εἰς τὴν καταδίκην τοῦ Μακρυγιάννη. Τώρα ἂς ἔλθωμεν μετὰ τὴν ἀφήγησιν ταύτην, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς καταδίκης τοῦ Μακρυγιάννη, νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἐγὼ εἰμὶ προδότης τοῦ Μακρυγιάννη ἢ δύναμαι νὰ ὀνομασθῶ Σωτὴρ τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι, ἐγὼ σκεφθεὶς παραχρῆμα τῇ προτάσει τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, ὅτι τελεσφορούσης τῆς συνωμοσίας κατὰ τῶν Βασιλέων τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν ἤθελεν ἀφεύκτως καταστραφῆ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ διαγραφῆ διὰ παντὸς ἀπὸ τὸν Εὐρωπαϊκὸν Χάρτην, καθόσον τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ ἐμνήσθην καὶ τὴν δολοφονίαν τοῦ ἀοιδίμου Ἰωάννου Καποδιστρίου καὶ συνεπείᾳ ταύτης ὁπόσα ἀνυπολόγιστα κακὰ ὑπέστη τὸ ἔθνος ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς; τούτου ἕνεκα ἔντρομος ἀντέκρουσα πᾶσαν πρότασιν τοῦ Μακρυγιάννη περὶ συνωμοσίας κατὰ τῶν τότε Βασιλέων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν καθεστώτων, καθὸ ὡρκισμένος ὡς πίστιν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὰ καθεστῶτα τῆς πατρίδος μου, καὶ δὲν ἤμην καὶ ὑποχρεωμένος νὰ φυλάξω ὡς ἐκ τοῦ Νόμου κανὲν μυστικὸν ἀπέναντι τοιαύτης βδελυρᾶς δολοφονίας κατὰ τῆς ὑπερτάτης κεφαλῆς τοῦ ἔθνους. Πρὸς τὸν κύριον Ἀντώνιον Μαυρομιχάλην ἐξαφνισθέντα εἰς τὴν ἀνάμνησιν τῆς δολοφονίας τοῦ ἀοιδίμου Καποδιστρίου, δὲν πρέπει νὰ ταράσσεται λέγω, διότι δὲν κατωνόμασα τοὺς δολοφόνους, οὐδὲ ἐκατηγόρησα τοὺς φυσικοὺς ῥέκτας, ἢ τοὺς ἠθικοὺς ἐνεργοὺς τῆς δολοφονίας, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐμνήσθην ἐν ταῖς σκέψεσί μου τὴν ἐν λόγῳ δολοφονίαν ὡς πασίδηλον γεγονὸς, καὶ ὁποῖα κακὰ ὑπέστη τὸ ταλαίπωρον ἔθνος μας, μέχρις ὅτου ἀποκτήσει Βασιλείαν· ὥστε ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον Ἀντώνιον Μαυρομιχάλην τὸ δὴ λεγόμενον παροιμιῶδες τὸ πάλαι ἐν Ἀθήναις «μὴ κίνει τὸν ἀνάγυρον» προκειμένου περὶ Καποδιστρίου, καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος θέλει ἐξιστορήσει καὶ διαφωτίσει τὰ πάντα. Εἰς τὸν κ. παχύδερμον Παχὺν ἀποτεινόμενος, λέγω, ὅτι αὐτὸς ἐλθὼν ἐκ τῆς Ἱσπανίας ῥακενδύτης ἐν Ἀθήναις, ὡς ἐλέχθη ἐπὶ τῆς ἀφίξεώς του, διὰ τῆς πλέον μεγάλης καὶ ἐπιτηδείας ἀτασθαλίας ἐξηπάτησε τοὺς χωρικοὺς τῆς Κορωπῆς καὶ Μαρκοπούλου, μὲ 20,000 δραχμῶν ἠγόρασε τοὺς πρὸ 3½ χιλιάδων ἐτῶν ἐῤῥιμμένους ἐν ὑπαίθρῳ καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀγρῶν τῶν χωρικῶν θησαυρούς, ἤτοι τὰς σκωρίας τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν, μολύβδου, ἀργύρου καὶ λοιπῶν ἄλλων μετάλλων, καὶ ἂν εἶχον τινὰ μηχανὴν νὰ θλίψω τὴν τοῦ νεοπλούτου τούτου παχυδέρμου Παχὺ ἀποκτηθεῖσαν περιουσίαν ἐξ ἀπάτης, δύω λίμναι δακρύων τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν ἤθελον γεμίσει! Καὶ τώρα ὁ κύριος οὗτος μᾶς ἔρχεται ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἐξηπάτησε τοὺς ἁπλοχωρικοὺς ἀνθρώπους, χήρας καὶ ὀρφανὰ, καὶ ἠγόρασε δι’ εὐτελεστάτων τιμῶν τὰς ἐριτίμους μεταλλικὰς οὐσίας ὡς δῆθεν ἤθελε νὰ κατασκευάσῃ φιάλας καὶ ἄλλα ὑάλινα ἀγγεῖα· αὐτὸς λοιπὸν ὁ μέγας καὶ διάσημος ἀπατεὼν ἔρχεται ἰταμῷ στόματι νὰ προσβάλῃ ἐμὲ, ὅστις ἐπὶ 47 ἔτη ὡς δικηγόρος παρὰ πᾶσι τοῖς Δικαστηρίοις διήνυσα βίον ἔντιμον, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἅπασαν τὴν Ἀθηναϊκὴν κοινωνίαν νὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐμοῦ· καὶ ὡς ἐκ τῆς τιμιότητός μου ταύτης, ἂν καὶ εὗρον πολλὰς περιστάσεις νὰ ὠφεληθῶ ἀθεμίτως, ἐπροτίμησα τὴν τιμὴν, καὶ τούτου ἕνεκα οὐδόλως ἐσχημάτισα καὶ περιουσίαν, ἀλλ’ ἠκολούθησα «τὸ δὸς ἡμῖν σήμερον, καὶ ἄφες ἡμῖν...» καθόσον ἡ τιμὴ δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν ὕλην, καὶ πρέπει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πᾶς νεόπλουτος νὰ ἀπαρνῆται τῆς τιμῆς τὸ κεφάλαιον, καὶ νὰ βαδίζῃ ἀτασθάλως πρὸς τὰ ὑλικὰ συμφέροντα· ἤτοι, ὡς ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι «ὅτι ὁ ὄφις, ἂν δὲν φάγῃ ὄφιν, δὲν γίνεται δράκος» καὶ ὡς τοιοῦτος ἐστὶν ὁ παχύδερμος Παχὺς, νεόπλουτος ἐξ ἀδικιῶν, ὅστις ἦλθεν ὡς Βουλευτὴς ἐξαπατήσας τοὺς ἐκλογεῖς του, πρὸς οὓς ὑπεσχέθη τὰς ἰδιοκτησίας τοῦ Καραπάνου νὰ ἁρπάσῃ κοινοβουλευτικῶς καὶ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀκτήμονας λόγῳ ἀμοιβῆς τῆς βουλευτικῆς του ἐπιτυχίας· ἀλλὰ, πιστεύω, ἐντὸς ὀλίγου οἱ χωρικοὶ θέλουσι γνωρίσει κάλλιον τὴν ποιότητα τοῦ ἀνθρώπου τούτου καὶ ἐννοήσει ὅτι ἐξεμεταλλεύθησαν ἐπιτηδείως παρ’ αὐτοῦ πρὸς ἰδιοτέλειαν, χάριν ἀναδείξεως βουληφορίας του καὶ τῶν ποικίλων συμφερόντων του κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς βουλευτίας του. Ἄς κρίνῃ πᾶς τις περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἀνθρώπου τούτου ὕστερον ἀπὸ τὰ λεχθέντα ταῦτα, καὶ ἂν ἔχῃ δικαίωμα ἐπιβούλως νὰ καθάπτεται κατὰ τῆς τιμῆς ἄλλου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον «ὅτι ἐκάθησεν ἡ πομπὴ ἐν ὁδῷ καὶ ἐπερίπαιζε τοὺς διαβάτας»· τοῦτο ἐφαρμόζεται πληρέστατα εἰς τὸν νεόπλουτον παχύδερμον Παχύν. Ἕτοιμος εἶμαι νὰ ἀπαντήσω περισσότερα εἰς πᾶσαν φληνάφειάν του κατὰ πᾶσαν περίστασιν.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐχὶ διὰ λόγων καὶ θεωριῶν, ἀλλὰ διὰ πραγματικῶν καὶ ἱστορικῶν ἀποδείξεων ἠδυνάμην ν’ ἀποδείξω τὰ δικαιώματα τῶν κεκτημένων μεγάλας ἰδιοκτησίας ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ἐὰν ὑπέθετον κἂν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τούτου· ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐξ ὅσων ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐπροτάθησαν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, εἶναι πεπεισμένη, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῆς ἰδιοκτησίας ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ Κράτει. Νομίζω ὅμως καθῆκόν μου νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς πρὸς πληρέστερον φωτισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἐν Τουρκίᾳ ὑπάρχουσι κυρίως δύω εἴδη ἰδιοκτησίας, τὸ ἐραζὶ–μιριὲ, ἤτοι Βασιλικαὶ γαῖαι, καὶ τὸ μοῦλκι, ἤτοι ἰδιωτικαὶ γαῖαι. Τὸ μοῦλκι περιλαμβάνει ὅλα σχεδὸν τὰ ἀστικὰ κτήματα, οἰκίας κτλ. καὶ τὰς φυτευμένας γαίας, τὸ δὲ ἐραζὶ–μιριὲ περιλαμβάνει ὅλας σχεδὸν τὰς ἀσκεπεῖς γαίας, χωράφια κτλ. Εἴτε τσιφλίκιον ἀποτελοῦσιν αἱ ἀσκεπεῖς γαῖαι, εἴτε διαιροῦνται εἰς μικρὰς ἰδιοκτησίας, ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν Βασιλικῶν γαιῶν. Ἑπομένως καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τσιφλικίου καὶ ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης, χωρικὸς ἢ μὴ, ὁ κύριος ἑνὸς οἱουδήποτε ἀγροῦ, κέκτηται Βασιλικὴν γῆν μὲ τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις· ἡ ἰδιοκτησία δὲ τῶν γαιῶν τούτων μεταβιβάζεται διὰ ταπίου, ὅπερ ἐκδίδεται κατόπιν πολλῶν καὶ ποικίλων διατυπώσεων, δι’ ὧν βεβαιοῦνται ἐπισήμως τὰ δικαιώματα τοῦ κυρίου, τοῦ μεταβιβάζοντος αὐτήν. Διὰ τῶν διατυπώσεων τούτων, ἅς τινας ὁρίζει ὁ περὶ γαιῶν Ὀθωμανικὸς Νόμος, καὶ τῶν κατόπιν αὐτῶν ἐκδιδομένων ταπίων μεταβιβάζεται πλήρης ἰδιοκτησία τῶν Βασιλικῶν λεγομένων γαιῶν. Καὶ ὑπάρχουσι μὲν περιορισμοί τινες, οὐχὶ εἰς τὴν χρῆσιν καὶ τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῶν γαιῶν τούτων, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτῶν· καὶ οἱ περιορισμοὶ ὅμως οὗτοι κατηργήθησαν δυνάμει νεωτέρων Ὀθωμανικῶν Νόμων, οἵτινες ἀφωμοίωσαν σχεδὸν τὰς Βασιλικὰς γαίας μὲ τὰ μούλκια, πρὸ πολλοῦ δὲ χρόνου ἐθεωρήθησαν κατηργημένοι ἐν Ἑλλάδι οἱ τοιοῦτοι περιορισμοί, δυνάμει πολλῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Πρὸς πίστωσιν δὲ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 14,116 τοῦ ἔτους 1858, θεωροῦσαν κατηργημένους ὅλους τοὺς τοιούτους περιορισμοὺς τῆς ἰδιοκτησίας τῶν Βασιλικῶν γαιῶν.
§55ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὸν, κύριε Καραπάνε· ἡ Βουλὴ τὰ γνωρίζει αὐτά.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαρίστως βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θεωροῦσα βεβαίως τοῦτο ὡς ἀποδεδειγμένον· ἀμφισβητεῖται ὅμως καὶ ἡ νομὴ, ἥτις ἀναντιῤῥήτως ἀνήκει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ ἄρθρον 1 τῶν περὶ ταπίων ὁδηγιῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Νομοθεσίας «Ἐφ’ οἱουδήτινος λόγου ἂν στηρίζηται ἡ νομὴ, ἀπολύτως εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται τοῦ λοιποῦ νὰ νέμηται Βασιλικὰς γαίας ἄνευ ἐγγράφου τίτλου κτλ.» Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπαιτουμένων τίτλων, οὓς κέκτηνται οἱ ἰδιοκτῆται, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα στοιχεῖα, ἀποδεικνύοντα τὴν παρ’ αὐτῶν κατοχὴν τῶν γαιῶν. Οὗτοι κατέχουσι ταύτας διὰ τῶν ἀγροφυλάκων καὶ τῶν ἐπιστατῶν των, αὐτοὶ τὰς προπαρασκευάζουσι καὶ τὰς προφυλάττουσι κατὰ τῶν πλημμυρῶν, κατασκευάζοντες τοὺς ἀναγκαίους χάνδακας καὶ λοιπὰ ἔργα· κατέχουσι προσέτι ταύτας διὰ τῆς βοσκῆς, ἣν οἱ ἰδιοκτῆται ἐνοικιάζουν, ἅμα συναχθῶσι καὶ μετακομισθῶσιν οἱ καρποὶ ἐκ τῶν χωραφίων. Ὅθεν καὶ ἐκ τοῦ Νόμου τοῦ Τουρκικοῦ καὶ ἐκ τῶν πραγματικῶν τούτων γεγονότων ἀποδεικνύεται ἡ κατοχή. Τοῦτο δὲ ἀπεδείχθη ὄχι μόνον δι’ ἐγγράφων καὶ διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτῶν τῶν ἰδίων καλλιεργητῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐνταῦθα, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν θέλουν νὰ καταφύγουν εἰς τὰ Δικαστήρια. Οἱ ἰδιοκτῆται κατέφυγον εἰς αὐτὰ, ὁσάκις ἐθεώρησαν τοῦτο ἀναγκαῖον καὶ πρακτικόν· ὡς ἀπόδειξιν δὲ φέρω καὶ αὐτὸν τὸν Βουλευτὴν κύριον Ταρμπάζην, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ κύριος Χρηστάκης Ζωγράφος ἤγειρεν ἀγωγὴν, ἐπιδικασθεῖσαν πρωτοδίκως καὶ κατ’ ἔφεσιν, καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ κύριος Ταρμπάζης ἀπεβλήθη τῆς ἐν Ζάρκῳ οἰκίας, ἐν ᾗ αὐθαιρέτως ἤθελε νὰ διαμένῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ αὐτοὶ οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, νομίζετε, ὅτι ἔχουσι πεποίθησιν εἰς ὅσα λέγουσιν;
§57ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ νὰ ἐκφράσητε τὰς ἰδέας σας, μὴ θέλετε ὅμως νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἄλλων.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν εἶχον οὗτοι τὴν παραμικρὰν πεποίθησιν, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἔχουσι δικαιώματα πραγματικὰ ἰδιοκτησίας, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἄνθρωποι, οἵτινες δαπανῶσιν οὐκ ὀλίγα εἰς δικηγόρους, προωρισμένους νὰ κρατῶσι τοὺς καλλιεργητὰς ἐν τῇ πλάνῃ καὶ τῇ ἀναστατώσει, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ τοὺς ὠθήσωσιν εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας, ἐὰν εἶχον τὴν παραμικρὰν πεποίθησιν ἐπιτυχίας.
§59ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀπόφασιν ἀναγνωρίζουσαν, ὅτι εἶσθε ἰδιοκτήτης;
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω ἀποφάσεις προσωρινῶν μέτρων. Δὲν εἶχον δὲ ἀνάγκην νὰ κάμω ἀγωγὴν περὶ κυριότητος, διότι εἶμαι ἐν τῇ κατοχῇ, ἣν ὑπερησπίσθην καὶ διετήρησα πάντοτε. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς γνωστοποιήσω ἐν ὀλίγοις τὰς ἐνεργείας τῶν κυρίων αὐτῶν. Δὲν θέλω δὲ νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ αὐτὰς, διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι λέγω ὑπερβολήν τινα. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἐπίσημον ἔγγραφον, ἀπόσπασμα βουλεύματος, ἐκδοθέντος παρὰ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Πλημμελιοδικείου Ἄρτης καὶ ἐπικυρωθέντος παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν Κερκύρας. Πρόκειται περὶ τοῦ κ. Παχὺ, ὅστις ἦτο ἐν Ἄρτῃ ὁ κύριος μοχλὸς τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ βούλευμα: «Ὁ κατηγορούμενος Γ. Παχὺς, μετὰ τὴν γενομένην ἐκχώρησιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τῆς Ἠπειρωτικῆς χώρας, ἥτις ἀποτελεῖ ἤδη μέρος αὐτῆς, προτιθέμενος νὰ πολιτευθῇ ἐν τῇ ἐκλογικῇ περιφερείᾳ Ἄρτης, θέλων νὰ προσελκύσῃ εἰς ἑαυτὸν τὰς συμπαθείας τῶν ἐκλογέων πρὸς ἐπίτευξιν τοιούτου σκοποῦ του καὶ ἀποτυχίαν τοῦ κυρίου Καραπάνου, ἤδη Βουλευτοῦ τῆς Ἄρτης, τοῦ ἀξιοῦντος δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν πλειοτέρων ὡς ἄνω χωρίων, καθ’ οὗ δυσμενῶς διέκειτο πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, ἤρξατο προτρέπων τοὺς κατοίκους τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἄρτης νὰ μὴ ἐκλέξωσιν Ἀντιπροσώπους των τοὺς ἀξιοῦντας δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ χωρίων τῆς περιφερείας ταύτης, ἀλλὰ τοὺς δυναμένους νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως τὰ χωρία ταῦτα περιέλθωσιν εἰς τὴν κυριότητα αὐτῶν τῶν καλλιεργητῶν, ὑπέσχετο δὲ εἰς αὐτοὺς, ὅτι οὗτος ἦτο ὁ δυνάμενος νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ τοιοῦτον ἔργον, παριστῶν εἰς αὐτοὺς ἑκάστοτε, ὅτι οὗτοι ἔχουσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω χωρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατακτήσωσι μετὰ τὴν γενομένην εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκχώρησιν τοῦ ἀνωτέρω μέρους τῆς Ἠπειρωτικῆς χώρας· ὅτι οὗτος, ἕνεκα τῶν πολλῶν σχέσεών του, θέλει δυνηθῆ νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀνωτέρω σκοποῦ· ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ ἐξηκολούθει ταῦτα συνεχῶς, συμβουλεύων καὶ προτρέπων τοὺς χωρικοὺς νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Καραπάνου καὶ τῶν ἄλλων, καὶ πρὸς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν νὰ μὴ ἀποδώσωσι πρὸς αὐτοὺς ἣν ἄλλοτε κατέβαλλον μοῖραν ἐκ τῶν παραγομένων καρπῶν, διότι ἡ τοιαύτη καταβολὴ ἤθελε παραβλάψει τὰ δικαιώματα τῶν χωρικῶν, πλείστας δὲ ἐπιστολὰς ἐξ Ἀθηνῶν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς ἐνταῦθα διαμένοντας Δ. Παπακώσταν ἢ Χατζῆν καὶ Ἀναστ. Χρ. Ρίζον, ἀφορώσας τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα, αἵτινες ἀσφράγιστοι οὖσαι, ὑπὸ τῶν Ἀνακριτικῶν Ἀρχῶν κατεσχέθησαν ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἐπιμονὴ αὐτοῦ εἰς τὸ προτρέπειν τοὺς χωρικοὺς νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, ἣν ἀξιοῖ ὁ κύριος Καραπάνος καὶ λοιποί· ὅτι χωρικοί τινες μετέβησαν εἰς Ἀθήνας πρὸς συνάντησιν τοῦ Γ. Παχύ, ὅτι καὶ τηλεγράφημα ἀναληθὲς ἀπεστάλη ἐξ Ἀθηνῶν πρὸς τοὺς ἐνταῦθα χωρικούς, δι’ οὗ προετρέποντο οὗτοι νὰ θερίσωσι καὶ ἁλωνίσωσι γεννήματα καὶ νὰ μὴ δώσωσι τίποτε κανενὸς τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ βεβαίως, τὸ ὁποῖον μνημονεύεται ἐν τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πεισθῶσιν οὗτοι νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἀξιουμένης ὑπὸ τοῦ Καραπάνου καὶ λοιπῶν κυριότητος ἐπὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται χωρίων, καὶ νὰ μὴ καταβάλωσιν εἰς αὐτοὺς τὸ ἄλλοτε καταβαλλόμενον μερίδιον...... Πάντα δὲ τ’ ἀνωτέρω ὁ Γ. Παχὺς ἐνήργει ἐκ δολίας προαιρέσεως καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι προστατεύει τὰ συμφέροντα τῶν χωρικῶν· ἡ δολία δὲ αὕτη προαίρεσις ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ἐν τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκτιθεμένου γεγονότος καὶ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκύπτοντος, ὅτι οὗτος, ὁ Γ. Παχύς, ἐζήτησε ν’ ἀγοράσῃ κτήματα ἐν Πρεβέζῃ ἢ Ἄρτῃ κατὰ τὸ ἔτος 1878–1879 καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ νὰ συνάψῃ δάνεια ἐπὶ τῇ ὑποθήκῃ τοιούτων κτημάτων, ὡς τὰ περὶ τούτου πλειότερον ἐκτίθενται ἐν τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως». Εἶναι ἀληθές;
§61ΠΑΧΥΣ. Βεβαίως ἤθελον ν’ ἀγοράσω κτήματα, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ κλέψω τὰ μοναστήρια καὶ τὰς γαίας. Ἤθελον νὰ ἀγοράσω κτήματα καὶ εἰς Θεσσαλίαν καὶ εἰς Ἤπειρον.
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν εἴχετε πεποίθησιν, ὅτι ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, διατί διεπραγματεύθητε καὶ ἐπεδιώξατε τὴν ἀγορὰν τοιούτων, ὡς ἀποδεικνύουσιν ἐπιστολαί σας;
§63ΠΑΧΥΣ. Ψεύδεσθε.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω εἰς χεῖράς μου ἐπιστολάς σας, τὰς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ διαψεύσητε καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐ μόνον μετ’ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως διεπραγματεύθητε ἀγορὰν τσιφλικίων καὶ δὲν ἐπραγματοποιήσατε αὐτὴν, μὴ συμφωνήσαντες εἰς τὴν τιμήν.
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τυπωμένον.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐτυπώθη τὸ μέρος τοῦτο τοῦ βουλεύματος.
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀναγνωρίζω.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀπορῶ, ἀκούων ὑμᾶς λέγοντα, ὅτι δὲν τὸ ἀναγνωρίζετε, ἀφοῦ προχθές, ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐλησμονήσατε, καίτοι χρηματίσαντες ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος, τὸ πρὸς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα Βουλευτὴν καθῆκον σεβασμοῦ καὶ εἴπατε, ὅτι γιγνώσκετε ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἀκυρώσῃ τὸ βούλευμα τοῦτο.
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι εἶναι ἄδικον.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Ἐπειδὴ κατὰ τὰ ἀνωτέρω περιστατικά, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως τοῦ κατηγορουμένου Γ. Παχὺ, βουλευτοῦ ὄντος, καὶ ἐκείνης τῶν χωρικῶν καλλιεργητῶν, πρὸς οὓς ἑκάστοτε ἀνεκοίνου τὰς σχέσεις του μετὰ τῶν ἐν Ἀθήναις ὁπωσδήποτε δυναμένων, παριστῶν ἑαυτὸν ὡς τὸν μόνον δυνάμενον νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς χωρικοὺς ἀπὸ καλλιεργητῶν εἰς ἰδιοκτήτας, πείθουσιν ἀσφαλῶς τὸ συμβούλιον τοῦτο, ὅτι ὁ κατηγορούμενος Γ. Παχὺς εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ ἀδικήματος τῆς αὐτοδικίας, διότι διὰ τῶν ἐπιστολῶν αὐτοῦ δὲν ἐξέφρασε μόνον γνώμην περὶ τῶν δικαιωμάτων δῆθεν τῶν χωρικῶν, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν ἐκ τῆς δουλείας, ἀλλὰ σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἐπεχείρησε νὰ μεταδώσῃ καὶ τὴν περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς αὐτοδικίας θέλησίν του, ἣν αὐτὸς συνέλαβεν, ἀποβλέπων πρὸς τοὺς ἰδιαιτέρους αὑτοῦ σκοποὺς, τοὺς ἀνωτέρω ἐκτεθέντας, εἰς τοὺς χωρικοὺς καλλιεργητὰς, ἐν ἄλλοις λόγοις, αὐτὸς εἶναι ὁ παραγαγὼν τὴν ἐγκληματικὴν βούλησιν τῶν καλλιεργητῶν χωρικῶν, διότι διὰ τῶν ἀνωτέρω τρόπων, τινὲς τῶν ὁποίων καὶ ἀπατηλοὶ κρίνονται, ἀπεπλάνησε τοὺς καλλιεργητὰς εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἀδικήματος, διότι συνεχῶς ἐπανελάμβανεν εἰς τούτους τὰς δυναμένας νὰ προκύψωμεν ὠφελείας τῶν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν προτροπῶν του· ὅθεν πάντα τὰ ἀνωτέρω πείθουσι τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀσφαλῶς, ὅτι ὁ Γ. Παχὺς δὲν ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς προκειμένης κολασίμου πράξεως (ἐκ τῆς ὁποίας τοσαῦται βλάβαι καὶ ζημίαι τῶν χωρικῶν καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν ἐν τῇ ἐκτεθείσῃ σχέσει διατελούντων) ἐξ ἀπερισκεψίας, ὁπόταν δὲν συντρέχουσι κατὰ Νόμον οἱ ὅροι τῆς ἠθικῆς αὐτουργίας, ἀλλ’ ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως, ὅτι εἰς ἐκτέλεσιν κολασίμου πράξεως προέτρεπε τοὺς χωρικοὺς ἐξ ἄλλου σκοποῦ ἢ τελικοῦ αἰτίου, ἐνεργῶν ἑκάστοτε, πρῶτον μὲν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ ὡς βουλευτοῦ, δεύτερον δὲ, ἵνα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐμπεδώσῃ τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ ἐπιῤῥοὴν, ἐρεθίζων τοὺς χωρικοὺς κατὰ τοῦ πολιτικοῦ αὑτοῦ ἀντιπάλου Κ. Καραπάνου, τοῦ σπουδαιοτέρου διατελοῦντος εἰς τὰς ἐκτεθείσας σχέσεις μετὰ τῶν καλλιεργητῶν, καθ’ οὗ ἄλλως τε καὶ δυσμενῶς διέκειτο καὶ διάκειται, ὡς τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς γενομένης ἀνακρίσεως, ἐνῷ ἄλλα εἰσὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὀφείλει ἑκάστοτε ὁ πολιτευόμενος νὰ προσελκύῃ εἰς ἑαυτὸν τὰς συμπαθείας τῶν ἐκλογέων καὶ νὰ κρατύνῃ τὴν περὶ αὑτοῦ ὑπόληψιν καὶ οὐχὶ αἱ προτροπαὶ εἰς ἐνεργείας ἀξιοποίνους, ἀποτελούσας πράξεις, ἐξ ὧν τοσοῦτα ἄλλα ἀδικήματα καὶ ζημίαι ἐπήγασαν καὶ πλειότερα ἠδύναντο νὰ πηγάσωσιν, εἰ μὴ αἱ Ἀρχαὶ διὰ δραστηρίας καὶ ἐννόμου ἐνεργείας δὲν ἔσπευδον εἰς πρόληψιν αὐτῶν· ὅθεν τούτων οὕτως ἐχόντων, ὁ κατηγορούμενος Γ. Παχὺς εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῆς κολασίμου πράξεως τῆς αὐτοδικίας, συντρεχόντων πάντων τῶν πρὸς ἀπαρτισμὸν τῆς τοιαύτης αὐτουργίας ὅρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου μετ’ ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῶν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκυπτόντων πραγματικῶν γεγονότων, τῶν ἐν τοῖς ὅροις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναγομένων, πρέπει ἕνεκα τούτων νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον ἐπὶ τῇ ἐκτεθείσῃ πράξει κτλ». Ἐκ τούτων, κύριοι, ἐννοεῖτε διατί καὶ πῶς ἠγέρθη τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἤρχισεν ἀπό τινος νὰ καταπίπτῃ· οἱ χωρικοί, ὅσον χωρικοὶ καὶ ἂν ἦναι, ἐνόησαν τὴν πλάνην, εἰς ἣν ὤθησαν αὐτούς. Οἱ ὠθήσαντες ὅμως αὐτοὺς δὲν εὗρον τοῦτο συμφέρον καὶ ἤρχισαν νέαν ἐκστρατείαν. Ἕνεκα τούτου ὁ μὲν κ. Ταρμπάζης εἶπεν ὅσα εἶπεν, ἐξ Ἄρτης δὲ προεκλήθη ἡ σωρεία τῶν τηλεγραφημάτων, ἅτινα ἀπό τινων ἡμερῶν πέμπονται ἐκεῖθεν, ἐντεῦθεν προκαλούμενα, πρός τε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς διαφόρους βουλευτάς. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ἔφερον ὑπογραφὴν δῆθεν ἀντιπροσώπων τῶν χωρίων Κομπότι, Πέτα καὶ Λιμήνι, ἂν καὶ τοῦ τελευταίου τούτου οἱ κάτοικοι συμφωνήσαντες μετ’ ἐμοῦ, ἐπανέλαβον τὰς τακτικὰς αὑτῶν γεωργικὰς ἐργασίας.
§71ΠΑΧΥΣ. Οὐδεὶς συνηλλάχθη· εἶναι ψεῦδος.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸς βεβαίωσιν τῶν ὅσων λέγω, ἀναφέρω, ὅτι τὸ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ χωρίου Λιμήνι συμβόλαιον ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ Συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν κ. Διογένους Διογενίδου, παρ’ οὗ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ λάβῃ πληροφορίας. Ἠξεύρετε δὲ διατί ἦλθον ἐδῶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ χωρίου Λιμήνι; διότι τοὺς ἔλεγον, ὅτι θὰ ἀκυρώσω τὰ συμβόλαια, ἅτινα ἤθελον συνάψει μετὰ τοῦ ἐν Ἄρτῃ ἀντιπροσώπου μου. Ὅταν δὲ οἱ ἐντεῦθεν προκαλοῦντες τὰ ἐξ Ἄρτης τηλεγραφήματα ἔμαθον, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Λιμήνι συμβιβασθέντες καλλιεργοῦν ἡσύχως τὰς γαίας των, ἔπαυσαν ἀναφέροντες τὸ χωρίον τοῦτο καὶ περιωρίσθησαν ἀναφέροντες ἐν τοῖς τηλεγραφήμασί των τὰ ὀνόματα τῶν χωρίων Κομπότι καὶ Πέτα. Ἀλλὰ καὶ ἐν Πέτα οἱ πλεῖστοι συνῆψαν συμβόλαια μετὰ τοῦ ἐν Ἄρτῃ ἀντιπροσώπου μου. Ἔχω δὲ ἀπὸ μέρους ὅλων τῶν καλλιεργητῶν Πέτα τηλεγράφημα, ὅπερ μοὶ ἀπευθύνει εἷς ἐκ τῶν προκρίτων τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου οὗτοι ζητοῦσι νὰ ἀγοράσωσι τὸ χωρίον, προτείνοντές μοι τιμὴν πολὺ κατωτέραν τῆς ἀξίας αὐτοῦ.
§73ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὁ ἰδικός σας ἀντιπρόσωπος...
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν προκρίτων. Εἰς τὸ Κομπότι, κύριοι, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ συνάψωσι συμβόλαια, ὅτε ἤρχισεν ἡ ἐκστρατεία ἡ προκαλέσασα τὴν συζήτησιν, ἥτις ἤρχισεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ σύρεται ἀπὸ ἑνὸς ἤδη μηνός· ἰδοὺ δὲ τί μὲ τηλεγραφοῦσιν ἐξ Ἄρτης ὑπὸ χρονολογίαν 4)16 Φεβρουαρίου. «Εἰς Κομπότιον οἱ πλεῖστοι ἕτοιμοι εἰς συμβιβασμὸν, ἀλλὰ τηλεγράφημα Παχύ, εἰδοποιοῦντος, ὅτι Σάββατον λύεται ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Βουλῇ, ἀνεχαίτισεν αὐτούς».
§75ΠΑΧΥΣ. Εἶναι ψευδέστατα.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰπέτε παρακαλῶ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ὄχι εἰς τὸν δρόμον.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος σᾶς τηλεγραφεῖ;
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀντιπρόσωπός μου.— Νομίζω περιττὸν νὰ ἐκταθῶ πλειότερον ἐπὶ τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν, ἃς γνωρίζει καὶ ἐννοεῖ πολὺ καλῶς ἡ Βουλὴ, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν προεκάλεσαν τὴν συζήτησιν, οὐχὶ ὅπως φέρωσιν ἀποτέλεσμά τι καὶ ἐπιτύχωσι καλόν τι ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν, ἀλλ’ ὅπως, ἐπαναλαμβάνοντες αὐτὴν ἀπὸ Σάββατον εἰς Σάββατον, κρατοῦν τοὺς χωρικοὺς ἐν τῇ πλάνῃ καὶ ἐν τῇ ψευδεῖ ἐλπίδι, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι θὰ πραγματοποιήσωσι τὰς παραλόγους ὑποσχέσεις, ἃς ἔδωκαν. Ἂν οἱ ἔχοντες ἐνδιαφέρον εἶχον σκοπὸν νὰ ἔλθουν εἰς ἀποτέλεσμά τι, δὲν ἤθελον ἀποχωρεῖ τῆς συνεδριάσεως καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασίς τις ἐπὶ τῶν ἰδίων προτάσεων αὐτῶν ἀλλ’ ἤθελον μένει, ὅπως σπουδαίως συζητηθῇ τὸ ζήτημα καὶ ληφθῇ πᾶσα ἀναγκαία καὶ δικαία ἀπόφασις.
§79ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί ἐνδιαφέρον;
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Φιλάρετε, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἔχετε κανὲν ἄμεσον ἐνδιαφέρον.
§81ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴπατε ἄμεσον· ἕπεται ὅτι ἔχω ἔμμεσον;
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήτε ἔμμεσον, ὑποθέτω, διότι νομίζω, ὅτι σᾶς παρέπεισαν. Ὅσοι ὡμίλησαν καὶ σήμερον καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα Σάββατα, ἀνεγνώρισαν πληρέστατα, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ἐλάμβανον καὶ δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσι τὸ ἤμορον. Τί δὲ διϊσχυρίσθησαν; ὅτι τὸ ἤμορον εἶναι φόρος. Ἀλλ’ ἐστήριξαν τὸν παράλογον τοῦτον ἰσχυρισμόν των εἰς νομικήν τινα ἢ ἱστορικὴν βάσιν; εἰς οὐδεμίαν. Ἐξέθαψαν ἕνα Μανσοὺρ ἐφέντην, ὅστις ὑπάλληλος ὢν τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ μετέβη εἰς Παρισίους καὶ ἔγραψεν ἀπομνημονεύματα. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἴσως ἐξ ὑμῶν ἐγνώριζε τὴν ὕπαρξιν, βασιζόμενοι, προτείνουσι τὴν τερατώδη θεωρίαν, ὅτι τὸ γεώμορον εἶναι φόρος. Τί δὲ λέγει ὁ δυστυχὴς αὐτὸς Μανσοὺρ ἐφένδης; ὅτι «ὁ τύραννος εἰσέπραττε πρῶτον τὸ δέκατον τῶν προϊόντων διὰ τὸ μιρὶ, δηλαδὴ διὰ τὸ εἰς τὸν Σουλτάνον πληρωνόμενον, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ χωρίον ἦτο ἐλεύθερον· ἀκολούθως δὲ ἐλάμβανε τὰ 2)6, ἀφίνων τὸ ⅓ εἰς τοὺς δυστυχεῖς καλλιεργητὰς κλπ.» δηλαδὴ ὁ τύραννος Ἀλῆ–πασσᾶς εἰσέπραττε τὸ δέκατον διὰ τὸ μιρὶ, δηλ. διὰ τὸ Δημόσιον. Ὁ ἴδιος δὲ Μανσοὺρ ἐφένδης προσθέτει, ὅτι ἐκτὸς τοῦ δεκάτου εἰσέπραττεν ὁ Ἀλῆ–πασᾶς καὶ τὰ ⅔ οὐχὶ πλέον ὡς φόρον, ἀλλ’ ὡς γεώμορον, ὡς ἤμορον. Καὶ μὅλην τὴν βεβαίωσιν ταύτην τοῦ μόνου συγγραφέως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ βασισθῶσιν οἱ πλάσαντες τὴν γελοίαν θεωρίαν, ὅτι τὸ ἤμορον εἶναι φόρος, μὴ δυνηθέντες νὰ εὕρωσιν οὐδεμίαν ἄλλην βάσιν, διέστρεψαν τὴν πρώτην φράσιν τοῦ συγγραφέως των, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ βασισθῶσι, καὶ σφαλήσαντες τοὺς ὀφθαλμούς των, δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀναγνώσωσι τὴν συνέχειαν αὐτῆς. Ἂν ἀνεγίνωσκον ταύτην, ἤθελον ἴδει, ὅτι καὶ ὁ συγγραφεὺς αὐτῶν παραδέχεται ὅτι τὸ ἤμορον εἶναι τὸ γεώμορον, τὸ πολλαχοῦ λεγόμενον γήμορον, δηλ. ἡ μερὶς ἡ ἀνήκουσα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην κατὰ τὴν ἐπίμορτον καλλιέργειαν, ἥτις ἐπικρατεῖ καὶ εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καὶ εἰς τὰς νέας. Καίτοι καλύπτοντες τὸ γεώμορον μὲ τὴν παράλογον αὐτῶν θεωρίαν οἱ δῆθεν προστάται τῶν καλλιεργητῶν, ἀναγνωρίζουσιν οὐχ ἧττον, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσιν αὐτό. Καί ὅμως ἐναντίον τούτου, διατείνονται, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ κλέψωσι καὶ νὰ ἁρπάσωσι τὸ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀνῆκον γεώμορον, ἡ δὲ Ἀστυνομία νὰ μὴ ἐπέμβῃ πρὸς πρόληψιν τῆς τοιαύτης κλοπῆς καὶ ἁρπαγῆς. Δύναται, κύριοι, νὰ ὑποστηριχθῇ λογικῶς, ὅτι, ἐνῶ σύστασις ἐξ ἑκατοντάδων ἀνθρώπων ἑτοιμάζεται νὰ ἁρπάσῃ καρποὺς, ἀνήκοντας εἰς ἄλλους, ἡ Ἀστυνομία, γνωρίζουσα τοῦτο, πρέπει νὰ μείνῃ ἁπλοῦς θεατὴς καὶ νὰ μὴ ἐπέμβῃ, ὅπως προλάβῃ τὸ ἔγκλημα καὶ διατηρήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν;
§83ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰ κτήματά σας ὁμιλεῖτε ἢ καὶ περὶ τῶν ἄλλων;
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν κτημάτων, τῶν ἀποκτηθέντων συμφώνως μὲ τοὺς ἰσχύοντας Νόμους, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπεκτήθησαν ταῦτα. Ἐπειδὴ δὲ ἰδίως κατ’ ἐμοῦ συνεκέντρωσαν οἱ πλεῖστοι ἐνταῦθα τὰς προσβολάς των, ἀναγκάζομαι πολλάκις νὰ λαμβάνω ὡς βάσιν τὰ ἰδικά μου κτήματα.
§85ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ὁμιλῆτε γενικῶς περὶ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὡρισμένως.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ 15 περίπου ἡμερῶν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Καλαμῶν κύριοι Τζάνες καὶ Φλέσσας ἀπηύθυναν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρατηρήσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Ἀστυνομία ἐν τῷ Δήμῳ Θουρίας δὲν ἐπεμβαίνει ἀρκούντως πρὸς πρόληψιν κλοπῶν καὶ ἄλλων ἐγκλημάτων, ἡ δὲ Βουλὴ ἐθεώρησεν ὡς δικαίας τὰς τοιαύτας αὐτῶν παρατηρήσεις. Σήμερον δὲ, οἱ τότε μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων των ἐπιδοκιμάσαντες τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων βουλευτῶν Καλαμῶν ἀπαιτοῦσιν, ἵνα ἡ Ἀστυνομία κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς της, καὶ ἀφήσῃ νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ κλοπαί, οἱ φόνοι ἴσως, καὶ πᾶν ἄλλο ἔγκλημα, παραπεμφθῶσι δὲ οἱ παθόντες εἰς τὰ Δικαστήρια! Ἀπορῶ δὲ πῶς συμβιβάζουσι τὰς ἰδέας των οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες προτείνουσι μετ’ ἐπιμονῆς, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ Ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ εὕρῃ τρόπον βελτιώσεως τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα σήμερον δὲν προφθάνουσι τὴν διεξαγωγὴν τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐκκρεμῶν δικῶν. Δὲν ἐννοῶ πῶς οὗτοι συμβιβάζουσι τὴν τοιαύτην πρότασίν των μὲ τὴν ἀπαίτησιν, ἵνα ἀνατεθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῆς Ἀστυνομίας, δηλ. ἡ πρόληψις τῶν ἐγκλημάτων, ἐκτὸς ἂν ἀρέσκωνται εἰς τὴν διάπραξιν αὐτῶν καὶ ἀποκρούωσι τὴν πρόληψίν των ἐξ εὐχαριστήσεως, ἵνα ἴδωσι τιμωρουμένους τοὺς ἐγκληματίας.
§87ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς προληφθῶσι διὰ τῶν προσωρινῶν μέτρων.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ προσωρινὰ μέτρα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ περιωρισμένων κτημάτων, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ μεγάλων ἐκτάσεων, διῃρημένων εἰς πολυάριθμα τμήματα, καλλιεργούμενα ὑπὸ πολυαρίθμων καλλιεργητῶν, οἵτινες ἐνεργοῦσιν ἐν συστάσει ὁμολογουμένῃ καὶ ἀναντιῤῥήτῳ. Λάβετε ἐν παραδείγματι χωρίον τι, κατοικούμενον ὑπὸ ἑκατὸν οἰκογενειῶν· ἑκάστη αὐτῶν καλλιεργεῖ 10 τεμάχια γαιῶν· ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης θελήσῃ νὰ λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, πρέπει νὰ λάβῃ καθ’ ἑκάστου καλλιεργητοῦ καὶ δι’ ἕκαστον τεμάχιον γῆς, δηλαδὴ 100,000 προσωρινὰ μέτρα παρακαλῶ ὑμᾶς, τὸν συμβουλεύοντα τὰ προσωρινὰ μέτρα; δύνασθε σπουδαίως καὶ μὴ ἀστεϊζόμενος νὰ εἰπῆτε εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην νὰ λάβῃ ἐντὸς μιᾶς ἴσως ἑβδομάδος 100,000 προσωρινὰ μέτρα δι’ ἓν χωρίον του; προκειμένου δὲ λόγου περὶ πλειοτέρων χωρίων ἐκ συστάσεως ἐνεργούντων νομίζετε, ὅτι ὅλοι οἱ Εἰρηνοδίκαι τῆς Ἑλλάδος ἢ καὶ δεκαπλάσιοι αὐτῶν ἤθελον ἀρκέσει πρὸς λῆψιν τῶν ἀπαιτουμένων προσωρινῶν μέτρων;
§89ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ λέγουν οἱ Νόμοι.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω Νόμον τινὰ, ἀπαλλάττοντα τὴν Πολιτείαν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα καὶ διατηρῇ τὴν δημοσίαν τάξιν. Μόνον εἰς τὰ βάρβαρα Ἔθνη ἕκαστος ἰδιώτης ὀφείλει μόνος αὐτὸς νὰ προστατεύῃ διὰ τῶν ἰδίων του δυνάμεων τὴν ζωήν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν του. Ἐν τοῖς πεπολιτισμένοις ὅμως ἔθνεσι γνωρίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν τῶν πρωτίστων μελημάτων τῆς Πολιτείας, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εὐνομουμένη Πολιτεία καὶ προστατεύει τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν αὐτῆς. Οἱ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν συνηγορήσαντες καὶ σήμερον καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις ἐξήτασαν ὡσαύτως τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν ἔποψιν. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις εἶναι χειροτέρα τῆς ἐν ταῖς παλαιαῖς· ἐὰν δὲν ἦναι καλλιτέρα, βεβαίως εἶναι ἴση. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καὶ ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν, ὅπως καὶ ἡ κατάστασις πάσης ἄλλης ἐργατικῆς τάξεως, δύναται νὰ χρήζῃ βελτιώσεως. Ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ βελτίωσις αὕτη; Πρέπει νὰ τοὺς ὠθήσωμεν εἰς τὴν κλοπὴν καὶ τὴν σύστασιν; Πρέπει νὰ τοῖς ἐμπνεύσωμεν τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὸν Νόμον, πρὸς τὸ δίκαιον, καὶ τὸν ἔρωτα πρὸς τὸ ἔγκλημα, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των; δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ φρονῇ τοιοῦτό τι, καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν χρήζει βελτιώσεως, βεβαίως διὰ παντὸς ἄλλου μέσου ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ ἐπέλθῃ αὕτη. Καὶ ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀτομικὴ ἐνέργεια τῶν ἰδιοκτητῶν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ ἀναφέρω ὑμῖν τί ἐγὼ αὐτὸς ἐνόμισα καλὸν νὰ πράξω μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς πατρίδος μου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὠθούμενος ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ βελτιώσω τὴν τύχην τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἐν αὐτῇ κτημάτων μου. Ἐκτὸς τῆς ἀνενοχλήτου νομῆς τῆς οἰκίας του, ἔδωκα εἰς ἕκαστον χωρικὸν ἀριθμόν τινα στρεμμάτων, ὅπως φυτεύσῃ ἄμπελον ἢ ἄλλας φυτείας χωρὶς νὰ δίδῃ τίποτε. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὰ ἐπικρατοῦντα ἔθιμα, λαμβάνω ὡς γεώμορον τὸ τρίτον τῶν καρπῶν, δηλαδὴ 33⅓%, ὑπεβίβασα αὐτὸ 22% ἐν τοῖς πεδινοῖς χωρίοις καὶ 20% ἐν τοῖς ὀρεινοῖς· ὅπως δὲ καὶ προηγουμένως, παρέχω εἰς τοὺς καλλιεργητάς μου πᾶσαν ἀναγκαίαν εὐκολίαν διὰ τὴν παρ’ αὐτῶν προμήθειαν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν σπόρων κλπ. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν θεωρεῖτε ἀρκοῦσαν τὴν ἀτομικὴν ἐνέργειαν καὶ νομίζετε ἀναγκαῖον ἵνα ἡ Πολιτεία ἐπιδιώξῃ τὴν τοιαύτην βελτίωσιν, διατί δὲν λέγετε τοῦτο καθαρῶς; Ἀντὶ νὰ θορυβῆτε μὲ μόνον τὸν σκοπὸν τῆς δημοκοπίας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προθέσεως, ἵνα βελτιώσητε τὴν τύχην τῶν ἀγροτῶν, διατί δὲν λέγετε καθαρῶς τί θέλετε; Ἂν νομίζετε, ὅτι τὸ Ἔθνος πρέπει νὰ κάμῃ θυσίας πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν χάριν δημοσίας ἀνάγκης καὶ διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς χωρικούς, εἰπέτε τοῦτο καθαρῶς, καὶ μὴ καταφεύγητε εἰς σοφίσματα καὶ εἰς διαστροφὴν τῆς τε ἱστορίας καὶ τῶν Νόμων. Ἀφ’ ἑνὸς ἀμφισβητεῖτε τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν τσιφλικίων καὶ δὲν ἀναγνωρίζετε τὴν ἰδιότητα τῶν καλλιεργητῶν τῶν καλλιεργούντων αὐτά· ἀφ’ ἑτέρου δέ, παραδεχόμενοι ἰδιοκτήτας καὶ καλλιεργητάς, ζητεῖτε, ἵνα διορισθῇ Ἐπιτροπή, ὅπως ἐξεύρῃ τρόπον βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν τελευταίων. Ἡ ἀντίφασις αὕτη καὶ ὁ τρόπος ἐν γένει, καθ’ ὃν συζητεῖτε τὸ ζήτημα, δεικνύει τρανῶς, ὅτι ἡ πρόθεσις ὑμῶν δὲν εἶναι ἡ λύσις ζητήματος, μὴ ὑπάρχοντος, καὶ ἡ βελτίωσις τῆς τύχης τῶν καλλιεργητῶν, ἀλλ’ ἡ διὰ ψευδοῦς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητήσεως καὶ ἡ διὰ παντὸς ἐν γένει μέσου διατήρησις τῶν καλλιεργητῶν ἐν τῇ πλάνῃ καὶ τῇ ἀταξίᾳ, ἐν αἷς ὑμεῖς εὑρίσκετε πολιτικὰς καὶ ἄλλας ὠφελείας.
§91Γ. ΠΑΧΥΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον, κύριοι, νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας ὑπὸ τὴν δικαστικὴν ἔποψιν, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν μόνον ἐὰν δύνανται αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἐπεμβαίνουσαι νὰ λύωσι διαφορὰς καθαρῶς δικαστικάς, βεβαίως ὄχι. Καίτοι δέ, ὡς προεῖπον, δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς οὐσίας, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τὰ γεγονότα καὶ τοὺς Νόμους, ἐφ’ ὧν ταῦτα στηρίζονται, ἐξ ὧν ἀποῤῥέουν τὰ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα τῶν χωρικῶν, εἰς τὴν διακανόνισιν τῶν ὁποίων πᾶσα ἀνάμιξις τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς εἶναι ξένη. Οἱ χωρικοὶ εἶναι κύριοι καὶ βασίζουν τὰς ἀξιώσεις αὑτῶν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Νόμου, ἔχουσι δὲ καὶ αὐτοὶ καὶ ἐγγράφους τίτλους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζουν τὰ δικαιώματά των. Ὅτι δὲ οἱ χωρικοὶ εἶναι ἰδιοκτῆται, ὁ ἴδιος Ὀθωμανικὸς Νόμος, ὁ περὶ γαιῶν, ἀναγνωρίζει τοῦτο. Οἱ χωρικοὶ εἶναι ἀπόλυτοι κύριοι καὶ τῶν οἰκιῶν αὑτῶν. Ἰδοὺ πῶς κατατάσσει ὁ Τουρκικὸς Νόμος ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ περὶ γαιῶν Νόμου τὴν κατηγορίαν τῶν γαιῶν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Αἱ ἰδιόκτητοι γαῖαι εἰσὶ 4 εἰδῶν. Τὰ ἐν τοῖς χωρίοις καὶ κώμαις κείμενα οἰκόπεδα, καθὼς καὶ αἱ εἰς τὸν περίβολόν των εὑρισκόμεναι γαῖαι, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ μὴ ὦσι πλέον τοῦ ἡμίσεος στρέμματος, καὶ θεωροῦνται ὡς συμπλήρωμα τῆς κατοικίας, δηλαδὴ συμπλήρωμα τῆς κατοικίας τῶν χωρικῶν, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐν τοῖς χωρίοις, οἵτινες ἰδίοις ἀναλώμασιν ᾠκοδόμησαν τὰς οἰκίας των, τὰς ἐπισκευάζουσι καὶ τὰς κατέχουσι. Τόσον δὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ χωρικοὶ εἶναι ἰδιοκτῆται, ὥστε, ὅτε ὁ Μουσταφᾶ πασᾶς ἠθέλησε νὰ οἰκοδομήσῃ ἐν χωρίῳ Κομπατίῳ μίαν ἀποθήκην (κοτσέκι), ἠγόρασε παρὰ τινος χωρικοῦ τὸ γήπεδον ἀντὶ δύω χιλιάδων γροσίων· τὸ ἠγόρασε δὲ ὁ πατὴρ τοῦ κ. Καραπάνου ὡς ἐπιστάτης τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ...
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἠγόρασε, διότι θὰ ἦτο ἰδιοκτήτης ὁ χωρικός.
§93ΠΑΧΥΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο λέγω, ὅτι οἱ χωρικοὶ εἰσὶν ἰδιοκτῆται· ἀλλὰ σεῖς δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς οὐδένα· ὅλα τὰ ἀφῃρέσατε καὶ ἰδιωτικὰ καὶ μοναστηριακὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναιρέσω τὰς ἀνακριβείας.
§95ΠΑΧΥΣ. Οὐδ’ ἐγὼ σοὶ ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτῃς. Κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, αἱ γαῖαι αἱ κατεχόμεναι ὑπὸ τῶν χωρικῶν εἰσιν ἰδιοκτησία αὐτῶν· (ἀναγινώσκει: «Ἰδιόκτητοι γαῖαι εἰσὶ...» 4ον. Αἱ φορολογούμεναι γαῖαι(...) ἤτοι ἐν καιρῷ τῆς κατακτήσεως αἱ εἰς τοὺς πορθητὰς ὡς λάφυρα διανεμηθεῖσαι γαῖαι, ὀνομάζονται δεκατιζόμεναι γαῖαι, αἱ δὲ γαῖαι, αἵτινες εἶχον μείνει εἰς τὴν κατοχὴν τῶν κατοίκων μὴ Μουσουλμάνων, ὀνομάζονται φορολογούμεναι γαῖαι. Ὁ ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων ἐπιβληθεὶς φόρος καὶ καλούμενος χαράτζ, εἶναι δύω εἰδῶν, ὁ ἐπὶ τῆς προσόδου λαμβανόμενος καὶ καλούμενος χαράτζ μουκασεμὲ, ὅστις σύγκειται ἀπὸ τὸ δέκατον μέχρι τοῦ ἡμίσεος τοῦ εἰσοδήματος, ὁριζόμενος καὶ εἰσπραττόμενος ἀναλόγως τῆς ἐπιδεκτικότητος τῆς γῆς, καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ κτήματος, λαμβανόμενος καὶ καλούμενος χαράτζ μουκαζεφέ. Σύγκειται δὲ ἀπὸ ποσὸν προσδιωρισμένον καὶ εἰσπραττόμενον κατ’ ἀποκοπὴν ἐπὶ τῆς γῆς». Ἀκριβῶς ὁ φόρος οὗτος ὁ κατ’ ἀποκοπὴν εἰσπραττόμενος, μουατζὲλ, εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι οὗτοι ἠγόρασαν παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ ἰδιοκτησία τῶν γαιῶν.
§96ΣΕΡΙΦ ΒΕΗΣ. Μουατζὲλ δὲν εἶναι αὐτό...
§97ΡΑΛΛΗΣ. Τί εἶναι ἤμορον;
§98ΣΕΡΙΦ ΒΕΗΣ. Τὸ μουατζὲλ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἤμορον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης ἀπὸ τὸν καλλιεργητήν......(Θόρυβος).
§99ΠΑΧΥΣ. Τὰ αὐτὰ λέγω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνοήσατε. Ἤμορον δὲν εἶναι δικαίωμα ἰδιοκτησίας, εἶναι εἴσπραξις δημοσίου φόρου, πωλουμένου κατ’ ἀποκοκὴν (μουατζέλ). Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν γαιῶν ἀνήκει εἰς τοὺς χωρικούς· τὸ ἄρθρον 72 ῥητῶς ἀναγνωρίζει τοῦτο, λέγον τὰ ἑξῆς: «Ἂν οἱ κάτοικοι χωρίου ἢ κωμοπόλεως, εἴτε ὅλοι ἐν γένει, εἴτε τινὲς ἐξ αὐτῶν παραιτήσωσι τὴν πατρίδα των συνεπείᾳ ἀληθοῦς κωλύματος, αἱ παρ’ αὐτῶν κατεχόμεναι γαῖαι δὲν καθίστανται διαθέσιμοι διὰ ταπίου» (δὲν ἀπολλοτριοῦνται)· ἂν ὅμως καταλίπωσι τὴν πατρίδα των ἄνευ κωλύματος ἢ ἂν δὲν ἐπανακάμψωσιν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔπαυσε τὸ ἀναγκάζον αὐτοὺς νὰ ἀποδημήσωσι κώλυμα, καὶ ἀφήσωσιν οὕτω ἀργὰς τὰς γαίας των ἄνευ αἰτίας, τότε καθίστανται αὗται διαθέσιμοι διὰ ταπίου». Ἔτι καθαρώτερον ἐξηγεῖ τὰ δικαιώματα ταῦτα τὸ ἄρθρον 130 (ἀναγινώσκει). «Δὲν δύνανται νὰ δοθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἓν ἄτομον καὶ νὰ μετασχηματισθῶσι εἰς ζευγαλατεῖον (τσιφλίκιον) αἱ γαῖαι χωρίου τινὸς, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ καθ’ ἃ διαλαμβάνει τὸ 72 ἄρθρον, ὅταν οἱ λοιποὶ κάτοικοι ἑνὸς χωρίου διασκορπισθῶσι καὶ αἱ γαῖαί των καταστῶσι διαθέσιμοι διὰ ταπίου, μεταφέρονται ἐκ νέου γεωργοὶ καὶ συνοικίζονται· δίδονται δὲ ἰδίᾳ εἰς ἕκαστον αὐτῶν γαῖαι, καὶ ἂν ἦναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθῃ τὸ χωρίον ἐκεῖνο εἰς τὴν προτέραν του κατάστασιν, δίδονται αἱ γαῖαί του συλλήβδην εἰς ἓν 2 ἢ τρία ἄτομα διὰ νὰ μετασχηματισθῇ εἰς ζευγαλατεῖον». Πότε λοιπὸν, κύριοι, οἱ χωρικοὶ τοῦ Πέτα, Κομποτίου καὶ τῶν λοιπῶν χωρίων ἐγκατέλειψαν τὰ χωρία αὑτῶν; Πότε μετέφερον νέους χωρικοὺς καὶ τίνας μετέφερον, ὅπως συνοικίσωσι, καὶ πότε τὰ χωρία ταῦτα δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν προτέραν των θέσιν; Οἱ πατέρες μας ὅλοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦ Ἀλῆ πασᾶ ἦσαν κεφαλοχώρια, καὶ ἡ ἰδιοκτησία ἀνῆκεν εἰς τοὺς χωρικούς.
§100ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἡ ἰδία γλῶσσα τὸ ἀποδεικνύει.
§101ΠΑΧΥΣ. Ἐπέβαλε φόρους ὁ Ἀλῆ πασᾶς ἀλλὰ βίᾳ καὶ δυναστείᾳ· κατὰ συνέπειαν δι’ ἁρπαγῆς ἐπεβλήθη ὁ Ἀλῆ πασσᾶς· καὶ κατὰ τὸν ἴδιον Τουρκικὸν Νόμον εἰς τὰ βίᾳ καὶ δυναστείᾳ κατεχόμενα κτήματα δὲν ἰσχύει παραγραφὴ, καὶ ἂν τὰ κτήματα ταῦτα μεταβῶσιν εἰς χεῖρας τρίτων καὶ ὁσοσδήποτε χρόνος παρέλθῃ.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§103ΠΑΧΥΣ. Μάλιστα.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πότε ἐδημοσιεύθη ὁ Νόμος αὐτός;
§105ΠΑΧΥΣ. Εἰς τὰ 1858.
§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, καθαρῶς λέγει περὶ ζευγολατείων, σχηματισθησομένων εἰς τὸ μέλλον, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Νόμου. Δὲν ἐννοεῖ ὅμως νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς κατακτήσεως καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅσα ἐσχηματίσθησαν ζευγολατεῖα δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν Νόμον αὐτόν.
§107ΠΑΧΥΣ. Τὸ λέγει.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοιαύτην ἀνατροπὴν ἔφερεν ὁ Νόμος ὁ Τουρκικὸς εἰς τὰ 1858;
§109ΠΑΧΥΣ. Ὁ Νόμος αὐτὸς δὲν ἔφερεν ἀνατροπήν· ὁ Νόμος αὐτὸς, καίτοι δημοσιευθεὶς εἰς τὰ 1858, ἴσχυεν ὅμως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατακτήσεως ἀγράφως· μόνον εἰς τὰ 1858 ἐδημοσιεύθη, συμπεριληφθέντων ἐν αὐτῷ τῶν ἀπὸ τῆς κατακτήσεως κρατούντων· ἄλλως, εἰς τὸ ἄρθρον 2 λέγει ρητῶς τοῦτο, κατατάσσων τὰ εἴδη τῶν γαιῶν, ὡς ἔκτοτε διηρέθησαν, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατακτήσεως.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§111ΠΑΧΥΣ (ἀναγινώσκει). Ἤτοι ἐν καιρῷ τῆς κατακτήσεως εἰς τοὺς πορθητὰς διανεμηθεῖσαι γαῖαι κλπ.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τσιφλικίων, ὅλα δὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ τσιφλίκια· αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν εἶναι τσιφλίκια.
§113ΠΑΧΥΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ ἀποδείξω καὶ ἔρχομαι ἀμέσως. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἀναμφισβήτητα κτήματα (τσιφλίκια) ἀνήκοντα εἰς κυρίους, μούλκ ὀνομαζόμενα, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἤπειρον βεβαίως κανὲν τσιφλίκιον δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρξουν ἐκεῖ τοιαῦτα, διότι ἡ Ἤπειρος, ὡς γνωστὸν, δὲν κατεκτήθη, ἀλλὰ παρεδόθη διὰ συνθήκης, ρητῶς δὲ ἡ συνθήκη αὐτὴ ἐξησφάλισε τὰ δικαιώματα τῶν κατοίκων. Ἰδοὺ οἱ ὅροι τῆς συνθήκης (ἀναγινώσκει). Αʹ. «Τὸ ἐξασκεῖν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ τὰς θρησκευτικὰς τελετὰς καὶ τὰ ἀρχαιόθεν κρατοῦντα ἔθιμα. Βʹ. Τὸ νέμεσθαι καὶ καρποῦσθαι ἕκαστον πολίτην ἀνενόχλητον τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ἐτησίᾳ δόσει ἑνὸς νομίσματος χρυσοῦ, ζέρι καλουμένου, ἰσοτίμου ὄντος 4 ῥουπιέδων, «(ἤτοι 10 δραχμῶν)». Τὸ νέμεσθαι καὶ καρποῦσθαι ἕκαστον πολίτην ἀνενόχλητον τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ, ἐννοεῖ βεβαίως, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἦτο εἰς χεῖρας πολλῶν, ὅτι δηλ. εἰς τὴν Ἤπειρον ὑπῆρχεν ἡ μικρὰ λεγομένη καλλιέργεια, δὲν ὑπῆρχε βεβαίως ὁ τιμαριωτισμός· καὶ ὁ Μένδελσων καὶ ἄλλοι ἱστορικοὶ ρητῶς λέγουσι τοῦτο καὶ διότι ἡ πληρωμὴ ἑνὸς ζέρι, 10 δραχμῶν, ὡς φόρου τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ ἕκαστος ἰδιοκτήτης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ, προκειμένου περὶ μεγάλων κτηματιῶν, οἵτινες ἔπρεπε νὰ πληρώνωσι πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐτέθη τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ἀνάλογον τῆς μικρᾶς ἑκάστου κατοίκου ἰδιοκτησίας. Ἄλλως τε καὶ ὁ ἴδιος Ὀθωμανικὸς Νόμος ἀναγνωρίζει τὴν βάσιν αὐτὴν τῆς μικρᾶς καλλιεργείας, καὶ τὴν ἐπροστάτευσε διὰ ρητῶν ἄρθρων. Ἰδοὺ, τὸ ἄρθρον 8 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ σύνολον τῶν γαιῶν ἑνὸς χωρίου καὶ μιᾶς κώμης δὲν δύναται νὰ παραχωρηθῇ συλλήβδην εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν κατοίκων ἢ εἰς ἓν ἢ δύω ἄτομα ἐκλεχθέντα μεταξὺ αὐτῶν, ἀλλὰ δίδονται ὑπὸ κατοχὴν ἰδίᾳ εἰς ἕκαστον κάτοικον καὶ χορηγοῦνται αὐτοῖς ἐπὶ τούτῳ ταπία.» Καὶ ἄλλως δὲ ὁ Τουρκικὸς νόμος ρητῶς ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ χωρία τῆς Ἠπείρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι τσιφλίκια, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 131, διὰ νὰ ᾖναι χωρίον τι τσιφλίκιον, πρέπει νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, 1ον) τὰ ἐργαλεῖα, 2ον) τὰ ζῶα, 3ον) αἱ οἰκοδομαὶ, 4ον) οἱ σπόροι, καὶ 5ον) καὶ αὐτοὶ οἱ γεωργοί· ἤτοι πρέπει νὰ ἔλαβεν αὐτὸ ὁ ἰδιοκτήτης ἄνευ κατοίκων καὶ νὰ μετέφερεν ἀλλαχόθεν γεωργοὺς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ τὸ κοινῶς καλούμενον ζευγαλατεῖον (τσιφλίκιον) περιλαμβάνει τὰς γαίας μετὰ τῶν πρὸς καλλιέργειαν αὐτῶν οἰκοδομηθέντων οἰκοδομημάτων, καὶ τῶν προμηθευθέντων ζώων, σπόρων, γεωργῶν, ἐργαλείων καὶ ἄλλων πραγμάτων.» Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ ἀνωτέρω, πότε οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται ᾠκοδόμησαν οἴκους ἐν Ἠπείρῳ; Πότε μετήγαγον γεωργοὺς ἀλλαχόθεν καὶ συνᾠκισαν αὐτοὺς εἰς ἓν χωρίον; Ἀπὸ ποῦ τοὺς μετέφερον; Πότε ἠγόρασαν δι’ αὐτοὺς ζῶα, ἐργαλεῖα κτλ.; καὶ πότε συνεβλήθησαν μετ’ αὐτῶν; Τίς ἀγνοεῖ τὴν ἔνδοξον ἱστορίαν τοῦ ἡρωϊκοῦ Πέτα; Ἀπὸ πότε ἔπαυσεν ὄν κεφαλοχῶρι καὶ πότε ἐγένετο τσιφλίκι τοῦ Καραπάνου; Τίς ἰσχυρίζεται περὶ αὐτῶν, ὅτι δὲν εἶναι Ἕλληνες, ἀλλὰ συνελέγησαν ἀλλαχόθεν, ὅπως δουλεύωσιν ὡς κτήνη εἰς γῆν ἀλλοτρίου δεσπότου; Οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται τόσον καλὰ γνωρίζουν τοὺς χωρικούς, τοὺς ὁποίους ἀλλαχόθεν μετέφερον καὶ μεθ’ ὧν συνεβλήθησαν, ὡς λέγουσιν, ὥστε ὁ κ. Καραπάνος τελευταίως ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως, κινήσας ἀγωγὴν κατά τινων χωρικῶν, ἐνήγαγεν ὡς ὑπάρχοντας χωρικούς ἀποβιώσαντας πρὸ 30 καὶ 40 ἐτῶν; Κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ ἀνεκαλύφθη, ὅτι αἱ γαῖαι αὐτῶν κατείχοντο παρὰ τῶν κληρονόμων των· διότι οἱ χωρικοί, ὡς ἰδιοκτῆται, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ πωλῶσιν, ἀγοράζωσι, προικοδοτῶσι καὶ μεταβιβάζωσι τὰς γαίας αὐτῶν εἰς τοὺς κληρονόμους των. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο τῆς κληρονομίας ἀνεγνώρισεν εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ ὁ Τουρκικὸς Νόμος ἐν ἄρθρῳ 59 (ἀναγινώσκει): «Αἱ γαῖαι, τῶν ὁποίων οἱ κάτοχοι ἤθελον ἀποθάνει χωρὶς νὰ καταλίπωσι τέκνα, μητέρα καὶ παρθένον δίδονται κτλ.». Ἐν ἐλλείψει ὅλων τῶν συγγενῶν τῶν ἐχόντων δικαίωμα κληρονομίας, προβλέπει ὁ νόμος εἰς ποίους πρέπει νὰ δοθῶσιν αἱ γαῖαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ κεφαλαίῳ Θʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου λέγει: «Ἐν ἐλλείψει συνιδιοκτητῶν, εἰς ἐκείνους τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, ἔνθα κεῖνται αἱ γαῖαι, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην γῆς ἐπὶ ἀντιτίμῳ ταπίου καὶ μὲ δικαίωμα διεκδικήσεως μέχρις ἑνὸς ἔτους. Ἄν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην γῆς, ὦσι πολλοὶ καὶ ζητῶσιν ὅλοι συγχρόνως τὰς ἃς προείρηται διαθεσίμους διὰ ταπίου γαίας, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ διανομὴ τῶν γαιῶν δὲν παρέχει τι ἄτοπον καὶ ἐπιβλαβὲς, διαιροῦνται εἰς τεμάχια καὶ δίδεται ἀνὰ ἓν εἰς ἕκαστον. Ἄν ὅμως δὲν ᾖναι διαιρέσιμος ἢ ἤθελε προκύψει ζημία ἐκ τῆς διανομῆς, δίδεται εἰς ἐκείνους μεταξὺ αὐτῶν, οἵτινες ἔχουσι περισσοτέραν ἀνάγκην γῆς· ἂν ἅπαντες ἔχωσιν ἴσην ἀνάγκην γῆς, δίδεται εἰς ἐκείνους, οἵτινες πραγματικῶς ὑπηρετήσαντες εἰς τὸν στρατὸν ἐπανέκαμψαν εἰς τὰς ἑστίας των, ἀποπερατώσαντες τὸ τέρμα τῆς ὑπηρεσίας των· ἐν ἐλλείψει δὲ τοιούτων ῥίπτεται κλῆρος καὶ δίδεται εἰς ὅ,τι ὄνομα ἤθελε πέσει ὁ κλῆρος, καὶ ἀφοῦ δοθῇ εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν, ὁ ἕτερος δὲν δύναται νὰ κάμῃ μετὰ ταῦτα ἀγωγὴν ζητῶν αὐτάς.» Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀρκούντως ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐνόει νὰ προστατεύσῃ τὴν μικρὰν καλλιέργειαν καὶ νὰ δίδῃ εἰς τοὺς χωρικοὺς γαίας, ὄχι νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ αὐτούς. Ὁ Νόμος ὁ Ὀθωμανικὸς ἐν τῷ ἄρθρῳ 97 δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ βόσκουν τὰ ποίμνιά των ἐλεύθερα, καὶ ἀπαγορεύει μάλιστα εἰς οἱονδήποτε ἄλλον νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς βοσκῆς. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον: «Εἰς τὴν βοσκὴν τὴν ἐξιδιασμένην ἀνέκαθεν εἰς ἓν χωρίον, μόνον οἱ κάτοικοι ἐκείνου τοῦ χωρίου δύνανται νὰ βόσκωσι τὰ ζῶά των· οἱ κάτοικοι ἄλλων χωρίων δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν αὐτόσε πρὸς νομὴν τὰ ζῶά των.» Ἐν τούτοις οἱ αὐτόκλητοι ἰδιοκτῆται ὄχι μόνον δὲν ἀναγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς χωρικούς, ἀλλὰ ἐνοικιάζουν εἰς βλαχοποιμένας τὰς γαίας τῶν χωρικῶν, ἀπαγορεύοντες εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ βόσκουν τὰ κτήνη των καὶ ἀναγκάζοντες αὐτοὺς νὰ κλείωσιν ἐντὸς τῶν οἰκιῶν των τὰ ποίμνιά των, καὶ οἱ βλαχοποιμένες νὰ φθάνωσι μέχρι τῶν οἰκιῶν των· αἱ δὲ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἐβοήθησαν πάντοτε τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας, καταπιέζουσαι τοὺς χωρικούς· κατώρθωσαν δὲ ταῦτα, διότι ἐπιτηδείως ἐξηπάτησαν καὶ τὴν προκάτοχον καὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἐξώθησαν αὐτὰς εἰς λῆψιν ἐκνόμων μέτρων ἐναντίον ἀνεγνωρισμένων δικαιωμάτων τῶν χωρικῶν. Ἐπίσης ἀπαγορεύουσι τοῖς χωρικοῖς νὰ ξυλεύωνται εἰς τὰ δάση, ἐνῶ οἱ κύριοι οὗτοι δὲν ἔχουσι ταπία, καὶ ἂν ἔχωσι τοιαῦτα, εἶναι ψευδῆ, διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν παρεχώρει δάση. Οἱ χωρικοὶ δυνάμει τοῦ Νόμου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδιώξωσιν οἱονδήποτε ἤθελε λάβει κατοχὴν ἐπὶ τῶν ἐξιδιασμένων διὰ τὰ χωρία δασῶν, καὶ ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 92 περὶ τῶν δασῶν: «Δὲν δύναται νὰ ἀποσπασθῇ μέρος τι τῶν εἰς τοὺς κατοίκους χωρίων ἐξιδιασμένων δασῶν καὶ νὰ διατεθῇ διὰ ταπίου εἰς ἄλλον τινὰ, ἵνα λάβῃ κατοχὴν αὐτοῦ ἀποκλειστικῶς ἢ συνεταιρικῶς καὶ σχηματίσῃ ἰδιωτικὸν δάσος ἢ τὸ ἀροτριάση πρὸς καλλιέργειαν. Ἄν τις λάβῃ κατοχὴν, οἱ κάτοικοι δύνανται ἐν παντὶ χρόνῳ νὰ τὸν ἐμποδίσωσι».
§114ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πρόκειται περὶ κοινοτικῶν δασῶν.
§115ΠΑΧΥΣ. Ὁ Νόμος οὗτος δὲν ἀναφέρει περὶ κοινοτικῶν δασῶν, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη Νόμου, προκειμένου περὶ τῆς χρήσεως τῶν ἰδιαιτέρων περιουσιῶν. Ἐξ ὅλων τούτων βλέπετε, κύριοι, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῶν χωρικῶν στηρίζονται ἐπὶ τῶν Ὀθωμανικῶν Νόμων, καὶ δὲν εἶναι ἔργον τῶν Διοικητικῶν ὀργάνων νὰ λύωσιν αὐθαιρέτως καὶ διὰ βίας τὰς μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ λεγομένων ἰδιοκτητῶν διαφορὰς πρὸς ὄφελος τῶν δευτέρων, καὶ νὰ ἀναγκάζωσι τοὺς ἀγρότας νὰ ἀναγνωρίζωσι τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν, καὶ νὰ ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς τὴν κατοχὴν, ἣν ἐκτὸς τῶν γεγονότων, ἅτινα παρέχουσι ταύτην τοῖς χωρικοῖς, καὶ ὁ ἴδιος Ὀθωμανικὸς Νόμος ἐν ἄρθρῳ 78 ἀναγνωρίζει. Ὡς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Καραπάνος, ὅτι διεπραγματεύθην καὶ ἐγὼ νὰ ἀγοράσω κτήματα ἐν Τουρκίᾳ καὶ δὲν τὰ ἠγόρασα, διότι τὰ εὗρον ἀκριβὰ, λέγω, ὅτι ἀληθῶς μοι ἐγένοντο προτάσεις νὰ ἀγοράσω τοιαῦτα· ὡς ὅμως ἐπληροφορήθην ὅτι οἱ χωρικοί εἶχον δικαιώματα ἐπ’ αὐτῶν, ἀπέσχον, μὴ θέλων ἐγὼ νὰ μιμηθῶ ἄλλους καὶ νὰ κερδοσκοπήσω ἐπὶ τῆς ἀθλιότητος τῶν ἀτυχῶν χωρικῶν. Αἱ διαπραγματεύσεις μου κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878 ἦσαν εἰκονικαί· ἄλλος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς εἰς Πρέβεζαν μεταβάσεώς μου, ὁ δὲ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς τότε ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἐνθυμῆται βεβαίως τὸν λόγον, δι’ ὃν μετέβην εἰς Πρέβεζαν, κινδυνεύσας καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν μου εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἀκριβῶς οἱ κερδοσκόποι ἐπρόδιδον τὸν Ἑλληνισμόν.
§116Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι καταναλίσκομεν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ. Τὸ ζήτημα ὅπως ἀναπτύσσεται ἀπὸ μηνῶν, ὄχι μόνον δὲν διαφωτίζει τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τοῦ τί δεῖ γενέσθαι, ἀλλὰ μᾶς τὰς ἐπισκοτίζει. Ἐντεῦθεν ἀνεπτύχθησαν διάφοροι ἰδέαι· οἱ μὲν ἀνέπτυξαν ὅτι εἶναι πραγματικοὶ ἰδιοκτῆται, οἱ δὲ δὲν τοὺς θεωροῦσι τοιούτους, ὅτι ἡ πώλησις τῶν χωρίων αὐτῶν ἐγένετο διατηρουμένων τῶν δικαιωμάτων τῶν κατοίκων, οἱ δὲ τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ τοιαῦτα ζητήματα δύναντα νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐπωφελῶς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον τοιαύτας διαφορὰς δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ λύσῃ; Ὁσάκις αἱ σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας παρέχουν ἔκτακτόν τι, τὸ ὁποῖον ἡ ἐν γένει ἰδιοκτησία δὲν παρέχει, δύνανται τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐκ μέρους ἰδίως τῆς Κυβερνήσεως ὥστε νὰ ζητῆται ἡ νομοθετικὴ λύσις αὐτῶν. Μέχρις ὅμως αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐγὼ τοὐλάχιστον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἐσχημάτισα γνώμην. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέλειψεν ἓν σπουδαῖον καθῆκον. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑφίσταται ἀπὸ τῆς καταλήψεως· ἔκτοτε γίνονται συγκρούσεις. Προσκλήσεις ἐγένοντο πότε μὲν ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν νὰ ἐπέμβῃ ἡ Κυβέρνησις, πότε δὲ ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐγὼ δὲν ἐμόρφωσα γνώμην.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§118ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε βεβαίως τὸ πρᾶγμα, νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς ἀφηγηθῇ τὸ συμπέρασμα τῶν μελετῶν του, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν νομίζῃ, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν νομοθετικήν τινα ἑρμηνείαν ἢ ψήφισιν ἀναλόγων Νομοσχεδίων, καὶ νὰ παύσωσιν οὕτω ἄκαιροι συζητήσεις. Πάντες ἔχομεν ἓν κοινὸν συμφέρον, νὰ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα, οὕτω δὲ καὶ ἡ Βουλὴ θὰ δυνηθῇ νὰ μορφώσῃ γνώμην, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παρατείνωνται ἐπ’ ἄπειρον αἱ συζητήσεις ἄνευ ἀποτελέσματος, διότι τότε ἐντεῦθεν θ’ ἀπέλθωμεν τοῦ Κοινοβουλίου εἰς χειροτέραν θέσιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ μόνον σκόπιμον μέτρον εἶναι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκθέσῃ εἰς ἡμᾶς πῶς ἔκρινε καὶ πῶς ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ πῶς ἐνήργησε μέχρι τοῦδε καὶ πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζόμενος, καὶ ἂν ἴδωμεν ὅτι αἱ ἰδέαι του ταυτίζονται μὲ τὰς πεποιθήσεις τῶν πλειόνων, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ λάβῃ ἓν ὁριστικὸν μέτρον.
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ συζητήσεις περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐγένοντο τόσον μακραὶ, ὥστε ἔπρεπε ν’ ἀπεθαῤῥύνωσι πάντα καὶ πολὺ περισσότερον τὸν κύριον Μαυρομιχάλην, ὅστις δὲν εἶναι νομικός. Γίνονται δὲ τόσῳ ἀστόχως, ὥστε ὅσον παρατείνονται, τοσοῦτον περισσότερον ἐπισκοτίζουσι τὸ ζήτημα καὶ διαστρέφουν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἀντὶ νὰ τὴν μορφώσωσι. Νομίζω ὅμως ὅτι ἠδυνάμεθα εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ τοῦτο ἦτο καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὰς συζητήσεις αὐτάς. Τί εἶναι τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα; Αὐτὸ ἀνεπτύχθη καὶ παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τρεῖς ἀπόψεις, ὡς νομικὸν, ὡς κοινωνικὸν καὶ ὡς διαδικαστικὸν ζήτημα, ἐννοῶ δὲ διαδικαστικὸν ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ νόμιμα μέσα τῆς προστασίας τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ τῶν καλλιεργητῶν εἰς τὰς πρὸς ἀλλήλους σχέσεις καὶ ἔριδας. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐδαπάνησε τὸν περισσότερον χρόνον εἰς συζητήσεις, ἐκεῖνο ὅπερ ἐπεσκότισε καὶ ἀπήλπισε τὴν Βουλὴν εἶναι τὸ νομικὸν ζήτημα, ἀλλὰ τοῦτο ἔπρεπεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Βουλὴ νὰ ἀπομακρύνῃ, διότι εἶναι ὅλως ἀναρμοδία νὰ ἐξετάσῃ, ἐξετάζουσα δ’ αὐτὸ προκαλεῖ σύγκρουσιν τῶν Ἐξουσιῶν. Εἴμεθα δὲ ὡς Βουλὴ καὶ οἱ ἀκαταλληλότατοι νὰ κρίνωμεν τοιοῦτον νομικὸν ζήτημα περὶ ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων, διότι πάντες ἐνταῦθα εἴμεθα καὶ ἐνδιαφερόμενοι καὶ δικασταὶ συνάμα, ἐνδιαφερόμενοι εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, διότι τὸ ζήτημα μετέλαβε καὶ χαρακτῆρος πολιτικοῦ. Τὰ Δικαστήρια εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα ἔργον ἔχουσι καὶ εἶναι τεταγμένα ἐκ τοῦ Νόμου νὰ κρίνωσι περὶ ἰδιωτικῶν διαφορῶν καὶ ἅτινα θὰ κρίνωσιν ἀνεπηρεάστως περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ τῶν καλλιεργητῶν ἐπὶ τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, δι’ ὃν δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ νομικαὶ συζητήσεις καὶ ἐξετάσεις περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν τσιφλικίων, χάριν τῆς ὁποίας πολλοὶ ἀνέτρεξαν εἰς τὰς πρώτας ἀρχὰς τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπὸ τῆς κατακτήσεως καὶ ἔφθασαν μέχρις Ἀλῆ Πασσᾶ, διαμφισβητοῦντες πᾶν δικαίωμα τῶν σημερινῶν ἰδιοκτητῶν. Συζήτησις τοιαύτη, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ περιέχουσα ὀρθόν τι καὶ δίκαιον, δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον οὐ μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οὐ μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι πηγὴ τῶν δικαιωμάτων εἶναι ἡ συνθήκη.
§120ΠΑΧΥΣ. Ὄχι.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί· τὰς νέας Ἐπαρχίας δὲν κατεκτήσαμεν διὰ τῶν ὅπλων, οὐδὲ δι’ ἐπαναστάσεως τῶν κατοίκων· τὰς ἐλάβομεν δυνάμει συνθήκης καὶ τὰς ἔχομεν ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τοὺς περιορισμοὺς, οὕς αὕτη ἔθετο· ἡ συνθήκη κυρωθεῖσα εἶναι Νόμος τοῦ Κράτους ὑποχρεωτικὸς καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὰ Δικαστήρια. Τί λέγει ἡ συνθήκη; ὅτι ἡ Κυβέρνησις,—καὶ λέγουσα Κυβέρνησιν, δὲν ἐννοεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Κράτος, καὶ Βουλὴν ἑπομένως καὶ Δικαστήρια,—ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, δηλαδὴ τσιφλικίων, ἐπὶ τῶν βοσκῶν, λειμώνων, γαιῶν κλπ., κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, ταπίων, χοτζετίων καὶ ἄλλων τίτλων, ἢ δυνάμει τοῦ Ὀθωμανικοῦ Νόμου. Μετὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τί ὑπολείπεται εἰς τὴν Βουλὴν, τί ὑπολείπεται εἰς τὰ Δικαστήρια; Νομίζετε, ὅτι ἔχουσι πλέον τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ἢ τὰ Δικαστήρια νὰ ἐξετάσωσιν ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς κατακτήσεως καὶ ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Ἀλλῆ Πασσᾶ μέχρι σήμερον τί συνέβη, νὰ ἐξετάσουν ἑπομένως τὴν ἱστορίαν τῆς ἰδιοκτησίας ἑκάστου κτήματος; ποσῶς. Δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐξετάσωσιν ἄλλο ἢ μόνον, ἂν ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἀξιῶν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ κτήματος, ἔχῃ φιρμάνιον, ἢ χοτζέτιον ἢ ταπίον, ἐκδεδομένον ὑπὸ τῆς νομίμου Τουρκικῆς Ἀρχῆς καὶ φέρον ὅλους τοὺς τύπους ἐγκύρου καὶ νομίμου τίτλου Τουρκικοῦ· οὐδὲν ἕτερον. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν πρώτην ἀρχὴν τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίας καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς περιπετείας τῶν διαφόρων χωρίων, ἃ καθεὶς παριστᾷ ὅπως συμφέρει αὐτῷ. Πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἤκουσα ν’ ἀναφέρωσι τὴν τυραννίαν τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ καὶ νὰ ζητῶσι νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο τύραννος φοβερὸς καὶ ἅρπαξ, πάντα τὰ κτήματα, ὅσα εἶχε, πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς σημερινοὺς κατοίκους, ὡς ἂν οὗτοι νὰ ἦναι οἱ δικαιοδόχοι τῶν ἁρπαγέντων καὶ ὡς ἂν ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς νὰ μὴ εἶχε καὶ νομίμως κεκτημένα κτήματα. Τοιαῦτα ὅμως ἐπιχειρήματα δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν σήμερον καὶ κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς Νόμους καὶ κατὰ τὴν συνθήκην, ἅμα ὁ κάτοχος παρουσιάσῃ τίτλον νόμιμον καὶ ἔγκυρον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων....
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἅμα τὸν παρουσιάσῃ.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω νὰ δεχθῶμεν τίτλους μὴ νομίμους. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν ζήτημα νομιμότητος, τίτλων.
§124ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πρόληψις, ὅτι οἱ χωρικοὶ δὲν ἔχουσι ποσῶς ἰδιοκτησίαν ἐντὸς τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι ἀκριβές· σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα: Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χωρίου Ζάρκου ἠγόρασε τοῦτο ἀπὸ τὸν Ἀλῆ–πασσᾶν· κατόπιν ὅμως προσεκτήσατο δι’ ἰδιαιτέρων ἀγορῶν ἀπὸ ἰδιοκτήτας χωρικοὺς τοῦ Ζάρκου τεμάχια γαιῶν, εὑρισκόμενα ἐντὸς τοῦ κτήματος αὐτοῦ· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἰδιῶται χωρικοὶ, ἔχοντες ἰδιοκτησίαν· ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες συνήθροισαν ὅλα τὰ ἰδιωτικὰ δικαιώματα καὶ ἀπετέλεσαν μίαν ἰδιοκτησίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἑτέρου ἰδιοκτησία· ἀλλ’ ὑπάρχουν τοιοῦτοι. Τέλος πάντων δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἄν ὑπάρχει ζήτημα νομικὸν, ὡς προτείνεται ἀπό τινος καιροῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ματαιοπονοῦμεν ὁμιλοῦντες περὶ τοιούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν ζήτημα νομιμότητος τίτλων. Νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν κακῶς ποιοῦμεν ἑρμηνεύοντες ἐνταῦθα τουρκικοὺς Νόμους, οὓς δὲν γνωρίζομεν καὶ δὲν ἐννοοῦμεν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ κάμωμεν λεπτομερῆ συζήτησιν δὲν ἤθελεν ἀρκέσει εἰς μήν. Δὲν ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς πολυπλοκώτερον θέμα τῶν Τουρκικῶν Νόμων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομικὸν ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος. Ὑπολείπεται τὸ κοινωνικὸν ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω, ἵνα μὴ προκαλέσω μακροτέραν συζήτησιν, διότι πολλὰ δύναμαι νὰ εἴπω. Περὶ τοῦ δικαστικοῦ ζητήματος καὶ ἰδίως περὶ τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Διοικήσεως εἰς τὰς διαφορὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐξ ἀφορμῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ταρμπάζης, καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, θεωρῶ σαφεστάτην καὶ καθαροτάτην, στηριζομένην ἐπὶ τοῦ Νόμου, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὸν τὸν δρόμον ἀκολουθοῦσα εἶναι ἐντὸς τοῦ νομίμου, ἐντὸς τοῦ δικαίου, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὴν μεροληψία ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου τῶν διαφερομένων.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δὲν προεκάλεσε συζήτησιν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ λεγομένου ζητήματος, ἀλλ’ ἀπεναντίας προσεπάθησε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς τοιαύτης συζητήσεως· δὲν εἶχε, ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τοιαύτην συζήτησιν. Ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ἐθεώρει, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀγροτικὸν ζήτημα. Τί ἐνόει ἡ Κυβέρνησις λέγουσα τοῦτο; Ἐνόει, ὅτι αἱ ἀγροτικαὶ περιστάσεις, αἵτινες χρήζουσιν ἐξετάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρου, εἴτε ἔχουσι χαρακτῆρα δικαστικὸν, εἴτε ἔχουσι χαρακτῆρα νομικὸν, τὸν δὲ νομικὸν χαρακτῆρα τὸν ἔχουσι τοιοῦτον, ὥστε δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑψούμενος μέχρις ἀπαιτήσεως ἐκτάκτου τινὸς προνοίας παρὰ τῆς Βουλῆς. Περὶ τοῦ δικαστικοῦ ζητήματος ἤκουσα μέχρι τοῦδε πολλὰ, καὶ ἰδίως περὶ τούτου ἐγένετο λόγος· ἐξητάσθη ἂν οἱ ἰδιοκτῆται ἦναι κατὰ Νόμον ἰδιοκτῆται ἢ οὔ, ἐὰν εἶναι κάτοχοι ἢ οὔ, ἢ ἐὰν ἦναι κάτοχοι οἱ καλλιεργοῦντες καὶ οὐχὶ οἱ ἰδιοκτῆται, οἵτινες κατά τινας ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπολαμβάνωσιν ἥμορον, ἀλλὰ οὐχὶ καὶ δικαίωμα ἰδιοκτησίας. Πάντα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε τὴν συζήτησιν ἐνταῦθα παραπαίουσαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐφθάσαμεν νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τίνος πρόκειται. Περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος οὐδεὶς ἠδύνατο καὶ ἐν τούτῳ, ὡς καὶ περὶ παντὸς ἄλλου θεσμοῦ προκειμένου, νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ Νόμοι χρήζουσι βελτιώσεως, διότι οὐδεὶς θεσμὸς, οὐδὲν νομοθετικὸν σύστημα δύναται νὰ θεωρηθῇ τέλειον· ἑπομένως, καὶ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις προκειμένου, αἱ βελτιώσεις εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖαι. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς βελτιώσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπάγηται τὴν ἀνάγκην ἐκτάκτων μέτρων, μέτρων ἐκρύθμων, μέτρων ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βλέπομεν λαμβανόμενα ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις, ὅταν πρόκειται περὶ λύσεως ἀγροτικοῦ ζητήματος; Περὶ τούτου οὐδὲν ἠκούσαμεν ἐν τῇ μακρᾷ συζητήσει· δὲν ἠκούσαμεν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μέτρων ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἀθετοῦσι τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ὅτε εἴδομεν ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις λυόμενον τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, εἴτε ἐν Ρωσσίᾳ, εἴτε ἐν Ρουμουνίᾳ, εἴτε ἐν Ἰρλανδίᾳ, εἴδομεν ἀθετουμένας τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, χάριν ἱκανοποιήσεως ἀνωτέρων τινῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Τοιοῦτόν τι παρουσιάζεται ἐνταῦθα; Ἐὰν παρουσιάζετο, θὰ ἦτο μέγα δυστύχημα, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου δὲν ἔπρεπε νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμούς. Θὰ ἦτο λυπηρὸν εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἑνώσει τῶν νέων Ἐπαρχιῶν νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν μέτρων παραβιαζόντων τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ἐὰν ἡ συζήτησις ἀφορᾷ εἰς τοῦτο, ἐὰν ἡ συζήτησις ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, καίτοι δυσανασχετοῦντες ἐπ’ αὐτῇ, ἔπρεπεν ὅμως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτων μέτρων. Ἀλλὰ τοιαύτη ἀνάγκη οὐδεμία ὑφίσταται, καὶ ἀπόδειξις ἡ γενομένη ἐνταῦθα συζήτησις· διότι ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας περὶ τοῦ θέματος τούτου γενομένου λόγου, οὐδὲν ἠκούσαμεν ἐμφαῖνον ὅτι ὑπάρχει ἔκτακτος ἀνωμαλία ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις. Τί ὑπολείπεται; Ἡ ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεως καὶ ἐν τούτῳ ὅπως καὶ ἐν ἄλλοις νομοθετικοῖς ζητήμασιν. Ἀλλ’ αἱ νομοθετικαὶ μεταῤῥυθμίσεις δὲν ἐνεργοῦνται δι’ ἐκτάκτων μέτρων, διὰ διορισμοῦ Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, αἵτινες ἀναλαμβάνουσι τὴν πρωτοβουλίαν ἐν τῷ θέματι, περιβαλλόμεναι καὶ δικαιοδοσίαν, ἀνήκουσαν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Αἱ μεταῤῥυθμίσεις διεξάγονται διὰ τῶν κανονικῶν ἐν Κοινοβουλευτικῷ Πολιτεύματι μέσων, διὰ τῆς συνήθους πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει, ἐφ’ ὅσον θεωρεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν λυσιτελῶς νὰ ψηφισθῶσι μέτρα τινὰ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, νὰ εἰσαγάγῃ ταῦτα, εἰς πάντα δὲ βουλευτὴν ἀνήκει νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὑτοῦ, ὅπως εἰσηγήσηται Νόμον ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη συστάσεως Ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν μέτρων τούτων; Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ψηφιζομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ ἔχῃ ἄρα ἀποτέλεσμα, ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν οἱ προτείνοντες αὐτὴν, ἢ θὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα μόνον νὰ διατηρῇ τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας ἐν προσδοκίαις μὴ δυναμέναις νὰ ἐκπληρωθῶσι, καὶ ἑπομένως νὰ γεννήσῃ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει; Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι, εἰς τοιαῦτα προβαίνοντες μέτρα, κινδυνεύομεν νὰ πλάσωμεν τοιοῦτον ζήτημα. Ὡς εἶπον, ἡ ὕπαρξις τοιούτου ζητήματος εἶναι τὸ μεγαλείτερον δυστύχημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνσκήψῃ εἰς Πολιτείαν. Ὅταν δ’ εὐτυχῶς τὸ πρόβλημα ἀποδεικνύεται μὴ ἔχον τὰς διαστάσεις ἀγροτικοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ παντὸς διαβήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τοιοῦτον χαρακτῆρα. Ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι ἐὰν ἀπέναντι τῶν ἀνωμαλιῶν, αἵτινες παρουσιάσθησαν ἐν τοῖς ἀγροτικοῖς πράγμασι τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπερέβη τυχὸν τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, παρεμβᾶσα χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, δὲν παρεγνώρισε τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ὤφειλε νὰ ὑποβληθῇ, οὕτω παρεμβαίνουσα. Ἡ συζήτησις, νομίζω, οὐδεμίαν ἀπέδειξε τοιαύτην παρεκτροπήν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν, ὅτι, παρεμβᾶσα ἐν τῷ ζητήματι, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς Νόμους, ὅτι ἡ παρέμβασις αὐτῆς ἀφώρα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἢ εἰς τὴν πρόληψιν συγκρούσεων. Τοῦτο πράξασα ἡ Κυβέρνησις, ἠδύνατο ν’ ἀδικήσῃ τινά; Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν σχετικὴν θέσιν ἐνάγοντος ἢ ἐναγομένου, ὡς ἐῤῥέθη ἐνταῦθα; οὔτε ὑπέδειξε τοιοῦτόν τι, οὔτε τὰ παρ’ αὐτῆς γενόμενα ἠδύναντο νὰ φέρωσιν ἢ ἔφερον τοιοῦτον ἀπιτέλεσμα. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἄρα τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας ἡ συζήτησις αὕτη, τοὐλάχιστον ἐπὶ πλέον, εἶναι ἄσκοπος. Ἀφοῦ οἱ μέχρι τοῦδε ὁμιλήσαντες ἀπέδειξαν, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔκρυθμον, ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν θὰ εἶχε σκοπὸν εἰμὴ μόνον πρὸς ἐξακρίβωσιν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἀγροτικῶν πραγμάτων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν: ἀλλὰ δὲν θὰ εἶχεν ὑπόθεσιν ἡ τοιαύτη συζήτησις ἄνευ εἰδικοῦ θέματος, προτεινομένου εἴτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε παρὰ Βουλευτοῦ. Ἑπόμενος εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην, προτείνω ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, ἕως οὗ ὑποβληθῶσιν εἰδικαὶ προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπὶ τῶν προτάσεων ἐκείνων νὰ ἐξετάσωμεν τίνες εἶναι αἱ μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν χρησίμους· ἀλλ’ αἱ μεταῤῥυθμίσεις θὰ ἔχωσι χαρακτῆρα ὁμαλόν, θὰ περιορίζωνται ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἐν τοῖς ὁποίοις καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Κοινοβούλιον λειτουργοῦσιν ἐν συνήθει περιστάσεσι. Τὸ ζήτημα οὐδὲν παρουσιάζει τὸ ἔκρυθμον. Ἡ Νομοθεσία ἡ Τουρκικὴ, ἥτις ἐπεκράτει μέχρι τοῦδε ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις, καὶ ἥτις ἐγέννησε δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, θέλει ἐξετασθῆ παρὰ τῶν Δικαστηρίων ἐφ’ ὅσον παρουσιάζονται εἰς τὰ δικαστήρια θέματα. Ἡ Βουλὴ θὰ εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὑπῆρχον ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις ἀνωμαλίαι, αἵτινες παρεμπόδιζον αὐτόθι τὴν λειτουργίαν τῶν Νόμων καὶ τὴν εὐημερίαν τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐν ἀρχῇ μὲν εὗρε ζητήματα ἐκκρεμῆ ἐν πλείστοις χωρίοις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ἤκουσε τότε, ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος διαταράξεως γενικωτέρας τῆς τάξεως· παρετήρησεν ὅμως, ὅτι λίαν ταχέως ἐπῆλθεν ὁ συμβιβασμὸς ἐν τοῖς πλείστοις τῶν χωρίων ἐκείνων. Ἤδη ζητήματα ὑπολείπονται εἰς ἐλάχιστον μόνον ἀριθμὸν χωρίων, καὶ τὰ ὑπάρχοντα δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καθιστῶντα τὴν κατάστασιν τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων ἔκρυθμον. Ἀφοῦ δὲ ἡ κατάστασις δὲν εἶναι ἔκρυθμος, δὲν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παρουσιάσωσιν αὐτὴν ὡς ἔκρυθμον, οὐδὲ συμφέρει νὰ διαδοθῇ ἐν τῷ ἔξω κόσμῳ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀγροτικὸν ζήτημα, διότι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι ἀδυναμία τοῦ Κράτους. Εἰς τὰς Ἐπαρχίας δὲν συμφέρει νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα· διότι, ἂν πιστευθῇ παρ’ αὐτῶν, ὅτι ὑπάρχει, δύναται τῷ ὄντι νὰ δημιουργηθῇ, καὶ τοῦτο θέλει εἶσθαι καταστρεπτικὸν τῆς εὐημερίας τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων καὶ λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὸ Ἔθνος.
§127Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς ἡ συζήτησις ὑπῆρξε μακρὰ καὶ πολύπλοκος, διότι πολλὰ καὶ ἀθρόα ἐπροτάθησαν κατ’ αὐτὴν ζητήματα, καὶ πολλαὶ ἐδόθησαν κατ’ αὐτὴν ἀναπτύξεις αὐτῶν. Νομίζω δὲ καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκκαθάρωμεν τὸ πεδίον, τὸ ὁποῖον ἠνεῴχθη πρὸ ἡμῶν, ἵνα ἀνεύρωμεν τὴν ἀτραπόν, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν, ἵνα ἐξέλθωμεν τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἐν πρώτοις πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ καταταχθῶσιν εἰς μίαν χωριστὴν κατηγορίαν. Οἱ προβαλόντες τὰ ζητήματα ταῦτα ὑπέλαβον, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀσκήσῃ τὴν νομοθετικήν του ἐξουσίαν, ἵνα μεταβάλῃ τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν τῶν νομίμως παρακεχωρημένων ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις δικαιωμάτων, καὶ διάφορον ἐξήνεγκεν ἕκαστος τῶν τὰ ζητήματα ταῦτα προτεινάντων γνώμην. Ἄλλοι ἐπρότειναν, ὅτι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις, νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὰ μέτρα πρὸς μεταβολὴν τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βώλου προέβαλε τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐκλεχθῇ, ἵνα ἀνερευνήσῃ τὴν κατάστασιν τῶν τοπικῶν πραγμάτων καὶ κατόπιν προβάλῃ τὴν γνώμην της εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης τῶν ζητημάτων δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ διερμηνεύσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐμὴν γνώμην. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἀκόμη νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτήν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐναντίαν, ὅτι ὑπάρχει ἀληθῶς ἀγροτικὸν ζήτημα. Εἶναι τοσοῦτον βραχὺς ὁ χρόνος, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ κατοχὴ τῶν νέων χωρῶν, ὥστε κατὰ τὴν βραχεῖαν ταύτην διάρκειαν τοῦ χρόνου δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ εἰσέτι ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἀναγνώρισις τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν παραχωρηθέντων νομίμως ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις δικαιωμάτων, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβλέψωμεν εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας καὶ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν, τὴν ὁποίαν τὰ νομίμως ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν παραχωρηθέντα δικαιώματα παρεσκεύασαν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ βραχύτης τοῦ χρόνου, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἕνεκα ταύτης μήπω μείνασα ἔτι ἀκαθάριστος κατάστασις τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἀλλ’ εἶναι καὶ αἱ περιπλοκαὶ, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐν τῷ μεταξὺ διὰ τῆς πολλαχοῦ κατασταθείσης καταδήλου ἀναμίξεως τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ ὑποθέσεων, ὑπαγομένων εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς βῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ καταδηλοῖ, ὅτι ἔχει γνώμην, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ περιμένῃ τὸ πρῶτον, διὰ νὰ γένηται κατάδηλος εἰς τὸν κόσμον ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν τὰ ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δυναστείαν νομίμως παραχωρηθέντα δικαιώματα παρεσκεύασαν, καὶ πεισθῇ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη πρέπῃ νὰ μεταβληθῇ κατά τι, διότι προσκρούει εἰς κοινωνικοὺς σκοποὺς ἢ δὲν συμβιβάζεται πρὸς αὐτούς. Διὰ τοῦτο διὰ τὰ ζητήματα τῆς πρώτης κατηγορίας, τ’ ἀναγόμενα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, ἔχω γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν πᾶσαν μέριμναν. Ἡ δευτέρα κατηγορία τῶν ζητημάτων τῶν ἀναπτυχθέντων ἀνάγεται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐπιτηρητικῆς, τῆς ἐλεγκτικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ, ὡς γνωρίζετε, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐνέργειαν τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ἐλέγχῃ αὐτὴν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς Νόμους. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνεπτύχθησαν ἐπαρκῶς, καὶ ἔχω εἰς τὴν μνήμην πρόσφατον ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν πεφωτισμένος συνάδελφος ἔδωκεν εἰς ἐπισήμους πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀρκούντως μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξέδραμε τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι διαγεγραμμένα εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, διότι ἀνεμίχθη εἰς ἔργα τῆς Δικαστικῆς. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς κατηγορίας ταύτης, τὰ ὁποῖα εἶναι πραγματικὰ, ζητήματα ἐκτιμήσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βώλου συνάδελφος ἐπρότεινεν ἄλλοτε. Καὶ ἡμεῖς μὲν πρέπει νὰ παύσωμεν τὴν περαιτέρω συζήτησιν, συστήσωμεν δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποχὴν ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας.
§128ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δύσιν τῆς Συνόδου καὶ κινδυνεύομεν νὰ μὴ ἴδωμεν ἐκφερόμενον συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς ὅσα οἱ τελευταίως λαλήσαντες εἶπον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπόψε νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμά τι. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, διότι ἡ ἀναβολὴ θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θέλει ν’ ἀποφύγῃ· ἡ ἀναβολὴ γεννᾷ τὸ ζήτημα· καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὡς λέγει ὁ κύριος Τρικούπης, ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ γεννᾷ, τότε ἡ ὀλιγωρία τῆς Βουλῆς θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ καταστραφῶσι δικαιώματα· διότι, ἂν παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, τὸ πιθανώτερον ἀποτέλεσμα ἔσεται, ὅτι οἱ χωρικοὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πιέσεως τῶν Διοικητικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν θὰ ἀναγνωρίσωσι τοὺς ἤδη ἀντιποιουμένους τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς τελείους ἰδιοκτήτας. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν κατὰ τὰς περιοδικῶς γενομένας συζητήσεις δυνάμεθα νὰ λάβωμεν, φρονῶ, τὰ ἑξῆς συμπεράσματα· ὅτι ἀγὼν παμμέγιστος γίνεται περὶ κατοχῆς κατὰ τὸ γνωμικὸν τῶν Ῥωμαίων, ὅτι μακάριός ἐστιν ὁ κατέχων· ὅτι ἀγὼν παμμέγιστος γίνεται, ὅπως καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἀποφύγωσι τὰ Δικαστήρια—καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦτο νὰ μὴ τὸ λησμονήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν περὶ τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων—καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ῥητῶς εἶπον, ὅτι ἀποφεύγομεν τὰ Δικαστήρια, διότι ταῦτα εἶναι καταστρεπτικὰ ὡς πρὸς τὸ χρῆμα καὶ διαιωνίζουσι τὰς ὑποθέσεις· τὰ συμπεράσματα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, εἶναι ὅτι βεβαίως ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ζήτημα διμερὲς, δικαστικὸν καὶ νομοθετικόν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς λίαν ἀορίστως ἀντέκρουσε τὸ ὑποστατὸν τοῦ δικαστικοῦ ζητήματος, εἰπὼν, ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων ἐῤῥέθησαν ἀποδεικνύει τὴν ἐπέμβασιν τῶν Διοικητικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν εἰς ζητήματα καθαρῶς δικαστικά. Ἐν τούτοις, εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς λέξεις, εἰς αὐτὰ ταῦτα, τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Μεσολογγίου καὶ Ἄρτης, στηριζόμενος, δύναμαι, φρονῶ, νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ σύγκρουσις τῶν δύω Ἐξουσιῶν, Ἐκτελεστικῆς καὶ Δικαστικῆς, εἶναι πλήρης, διότι ἀμφότεροι ἀπέκρουσαν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Εἰρηνοδίκου ὡς μὴ συντελεστικὴν, ὡς μὴ σκόπιμον, ὡς μὴ ταχέως φέρουσαν τὸ ἀποτέλετμα. Φρονῶ, λοιπὸν, ὅτι, μεθ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν, πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις καὶ πρέπει νὰ λήξῃ διὰ τῆς συστάσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης βουλευτοῦ, ὅτι αἱ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς ζητήματα τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Δικαστηρίων. Ἐκτὸς δὲ τῆς συστάσεως, ὑπάρχει καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις περὶ ἐκλογῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐπὶ ἀμφοτέρων πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων καθαρῶς δικαστικῶν δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται αἱ Στρατιωτικαὶ καὶ αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαί;
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ θέσητε τὸ θέμα ἐπὶ βάσεως εἰλικρινοῦς. Ἐὰν θεωρῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπενέβη εἰς ζητήματα δικαστικὰ, πρέπει νὰ εἴπητε καθαρῶς, ὅτι κατακρίνομεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, ὄχι δὲ νὰ συνιστᾶτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀποκρούσῃ. Θέτετε ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πάντες δεχόμεθα, ἀλλὰ ἀπεδώσατε εἰς αὐτὴν ἔννοιαν μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς δὲ ταύτης προκαλεῖτε ψηφοφορίαν, ἵνα ὑφαρπάσητε οὕτω καὶ τὴν μομφήν. Τοῦτο δύναται νὰ ἦναι συμφέρον, δὲν εἶναι ὅμως καὶ εἰλικρινές.
§130ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξ ἀρχῆς, κύριοι, ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ πλάνης ἴσως ἔδωκεν ἑρμηνείαν εἰς τὴν συνθήκην, οἵαν δὲν ὤφειλε νὰ δώσῃ, καὶ ἐκ παρερμηνείας τῶν Νόμων ὑπεστήριξε διὰ τῶν Διοικητικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν τοὺς ἰδιοκτήτας· αὐτὸ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω, αὐτὸ δὲ εἶναι καὶ τὸ συμβαῖνον. Ταῦτα δὲ εἰπὼν, ὑπέβαλον τὴν πρότασιν· ὥστε φρονῶ, ὅτι ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὑπέβαλον τὴν πρότασίν μου, διότι, καθὼς ἔθεσα τὰς λέξεις ἐν ἀρχῇ «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα...» δὲν ἐδίστασα νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν, διὰ πράξεις, ἃς ἐθεώρησα μεμπτέας. Ἐὰν ἀπόψε, κύριοι, δὲν προβῶμεν εἰς πρακτικόν τι συμπέρασμα οἱονδήποτε, νομίζω, ὅτι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀναβολὴν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὡς πρὸς τὸ δικαστικὸν ζήτημα. Ἐὰν δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου ὡς πρὸς τοῦτο, τότε δέχομαι τὴν ἀναβολὴν τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος, ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινωνικὸν ζήτημα, δὲν ἐζήτησα ἀναβολήν.
§132ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἐπεμβαίνωσιν αἱ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Δικαστηρίων, δέχομαι, ὅτι καὶ συμφέρον τῶν ἀγροτῶν ἦτο νὰ μὴ προβῇ ἤδη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἐπιτροπῆς· τὰ Δικαστήρια ἃς ἔλυον τὰς διαφοράς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμφέρει εἰς τοὺς ἐναντίους, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούουσι τόσῳ τὴν μίαν πρότασιν ὅσῳ καὶ τὴν ἑτέραν, ἐνῷ οἱ χωρικοὶ δέχονται ἀμφοτέρας.
§133ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅταν ἐν τῇ πρώτῃ μου ὁμιλίᾳ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος ἐξέφρασα ἀμφιβολίαν περὶ τῆς εἰλικρινείας ἐκείνων, οἵτινες ἤγαγον τὸ ζήτημα συρόμενον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἐπεριμένα, ὅτι θὰ ἴδω ἐν τῇ ἐπακολουθησάσῃ μακρᾷ συζητήσει τοσούτῳ πλήρη ἐπαλήθευσιν τῆς ὑπονοίας μου ἐκείνης! Ἐμφοροῦμαι ὑπὸ εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας, ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις τῶν χωρικῶν· διότι, καίτοι μηδὲν ἔχων διδόμενον εἴτε ἐπαρχιακὸν, εἴτε ἄλλο τι πολιτικὸν, γινώσκω ὅμως, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν καλλιεργητῶν γεωργῶν εἶναι πάντοτε ἱκανῶς κακὴ, ὥστε νὰ χρῄζῃ συντόνου ἀντιλήψεως. Ἡ ἐπιθεώρησις τῶν τόπων, ἐν οἷς ἐπικρατεῖ ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια, πείθει πάντα, ὅτι πολῖται ἀγαθοὶ δὲν δύνανται νὰ μορφωθῶσιν ἐκεῖ, ὅτι ἐν τοῖς διαμερίσμασιν, ἐν οἷς ἡ τοιαύτη κατάστασις ὑπάρχει, εἶναι πάντοτε ἑστίαι ῥαδιουργιῶν, ὅτι οἱ ἀγρόται ἐκεῖνοι οὔτε αἴσθημα πολίτου, οὔτε ἔρωτα πρὸς τὴν χώραν αἰσθάνονται, οὐδὲ μετέχουσι τῶν περιπετειῶν αὐτῆς ἐγκαρδίως, καὶ πολῖται ἄχρηστοι εἰς τὴν Πολιτείαν εἶναί τι ἐπιζήμιον πάντοτε. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τὸ πνεῦμα τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, οἵτινες ἠκολούθησαν τοιαύτην εἰς τὴν συζήτησιν τακτικὴν ἐρεθισμοῦ καὶ πολιτικῶν μομφῶν, καὶ νὰ παραδεχθῶ αὐτοὺς ἐλπίσαντας, ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ λύσιν νομικὴν περὶ ζητήματος ἀμφισβητήσεως ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς, καὶ ὅτι ἐθεώρουν ἀλανθάστους τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν περὶ κακῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, διότι πάνθ’ ὅσα εἶπον, ἔτεινον ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἐκ τῶν σχολίων, ἅτινα ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος ἔφερεν ἐπὶ τῶν ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου, ἐμόρφωσαν πολλοί, ἀμφιβάλλοντες ἕως τότε, τὴν γνώμην, ὅτι ὤφειλεν οὕτω νὰ προσενεχθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ παρὰ τῶν ἄλλων δὲ οὐδὲν οὐσιῶδες ἐῤῥέθη. Ἡ διάκρισις τῆς δικαστικῆς ἀπὸ τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας, εἰς ἣν κυρίως ἐνέμεινεν, ἥκιστα ἐχρησίμευεν εἰς ἀπόδειξιν τῶν δῆθεν ἐπεμβάσεων. Ὤφειλε ν’ ἀναπτύξῃ — καὶ δὲν ἐξήτασε τοῦτο οὐδόλως — πότε ἔπαυσεν ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐκτεθεισῶν περιστάσεων, ἢ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἀπειληθεισῶν ἢ γενομένων συγκρούσεων, τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας ἡ δικαιοδοσία, καὶ ἤρχιζεν ἡ τῆς δικαστικῆς. Ἔπρεπε νὰ προσδιορίσῃ τὸ ὅριον μεταξὺ τῶν δύω τούτων ἐν τοῖς γεγονόσιν, ὅσα ἠκούσατε, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως καλῶς ἐνήργησαν καὶ κατὰ τὰς δοθείσας διαταγάς. Ἐπιμένω ὅθεν ἀποκρούων τὴν γνώμην τῆς μομφῆς τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐθαύμασα δὲ ἀκούσας, τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἐκ Βώλου Ἀντιπροσώπου, ὅστις δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι περιέχεται ἔμμεσος μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ προτάσει του, τῇ συνιστώσῃ τῷ Ὑπουργείῳ νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ εἰς ζήτημα κατοχῆς. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν δύναμαι νὰ καταλάβω τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοῦτο, καὶ ὅτι ἡ φράσις τῆς προτάσεώς του «μετὰ τὰ λεχθέντα» διορθοῖ ὅλα. Ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του; τότε γίνεται αὐτῷ σύστασις· καὶ αὕτη δεικνύει ὅτι ὑπομιμνήσκει αὐτῷ τὴν λησμοσύνην τοῦ καθήκοντός του. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως, ὅπερ ἐλησμόνησε τὸ καθῆκόν του, ὅπερ ἐπαναφέρει εἰς τὴν τάξιν ἡ Βουλή, εἶναι κατάκριτον. Μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα, ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ σήμερον ἀγροτικὸν ζήτημα νομικὸν, ὑπάρχουν ὅμως σπέρματα ζητήματος τοιούτου κοινωνικοῦ, καὶ βραδύτερον δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτο καὶ ἀπειλητικώτερον· διὰ τοῦτο δὲ φρονῶ, ὅτι τὸ ὑπάρχον ζήτημα, καὶ ἂν ἦναι περιωρισμένον, εἶναι πάντοτε ἄξιον προσοχῆς, καὶ ἐὰν δὲν ἐνεφανίσθη ἀκόμη ὁλόκληρον, φόβος εἶναι μήπως ἐμφανισθῇ ἐν τῷ μέλλοντι.
§134ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς δὲν ἐνεφανίσθη;
§135ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐνεφανίσθη, κρίνω, ὅτι εἶναι καθῆκον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν χωρικῶν ἐκείνων, διότι μάλιστα, καὶ πάλιν τὸ λέγω, πολλὰς ἔχω πληροφορίας νεωτέρας ἀκόμη, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται χρῶνται κακῶς τοῖς δικαιώμασιν αὐτῶν ἐπὶ τῶν χωρικῶν, καὶ ἡ κατάχρησις αὐτῶν αὕτη πρέπει νὰ περιορισθῇ.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι ὅλοι.
§137ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι ὅλοι, ἀλλὰ τινές· ἔστω. Καὶ ἐπειδὴ μερικεύεται τοῦτο, ἂς εἴπω καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι μοὶ ἐγένετο παρατήρησις ἄλλης εἰδικεύσεως, ὅτι δηλαδὴ οἱ καλλιεργηταὶ εἶναι μᾶλλον εὐχαριστημένοι ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας, τοὺς μὴ ζῶντας ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὀλιγώτερον ἔτι ἀπὸ τοὺς μεταξὺ ἡμῶν.
§138ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περισσότερον εὐχαριστημένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἢ ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς.
§139ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τοῦτο ἔστω. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἐφέρετο πρότασίς τις, τείνουσα νὰ καταστήσῃ τὴν Βουλὴν ἀρωγὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ γεωργοὶ καὶ ν’ ἀποκατασταθῶσιν ἐκεῖ καὶ νὰ συνδεθῶσι μὲ τὸν τόπον, ἐὰν ἐγίνετο Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ καθαρῶς κοινωνικὸν ζήτημα ἐντεῦθεν ἢ ἐπιτοπίως, ἐπιλαμβανομένη τῆς ἐρεύνης, καὶ νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς εὕρεσιν τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον μετὰ πλήρους σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν νὰ κατορθωθῇ ἡ συνεννόησις τῶν χωρικῶν καλλιεργητῶν μετὰ τῶν ἀγροκτητῶν, ἤθελεν εὕρει καὶ ἐμὲ ὑποστηρικτήν· διότι ὁ καλλιεργητής, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπολαμβάνει ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ἱδρῶτος του βρέχει, βίον ἄνετον καὶ ἀνεκτὸν, αἰτιᾶται τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ ἔχετε πάντοτε ἀφορμὴν ἀνωμαλίας. Ὁ τοιοῦτος καλλιεργητὴς δὲν δύναται νὰ αἰσθανθῇ, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἐλεύθερος, ὅτι εἶναι πολίτης, καὶ εἰς τὰς κάλπας προσέρχεται, ὄχι διότι ἐννοεῖ τὸ μέγεθος τοῦ δικαιώματός του, ἀλλὰ διὰ νὰ στείλῃ ἐδῶ Ἀντιπρόσωπον αὑτοῦ, ἵνα διαμαρτύρεται καὶ φωνάζῃ, ὄχι ἵνα σκέπτεται καὶ νομοθετῇ. Τί ὠφελεῖ αὐτὸν Νομοθεσία διὰ ξένην γῆν; Τί εἶναι εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, μεθ’ ἧς δὲν ἔχει εἰμὴ δεσμοὺς ὑποχρεώσεων καὶ βαρῶν; Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον πρέπει τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς μεγάλης ἐπιμόρτου καλλιεργείας— ἂν πέπρωται νὰ διαρκέσῃ,— νὰ κανονισθῇ, διότι ἡ γῆ ἐκείνη δὲν καλλιεργεῖται καλῶς, καὶ δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ ὅ,τι, ἂν ἰδιοκτήτου γεωργοῦ μέριμνα ἐκαλλιέργει αὐτὴν, θὰ παρῆγεν. Ἐπεκαλέσθην τὴν γνώμην μεγάλου ἰδιοκτήτου ἐν Ἑλλάδι καὶ μοὶ ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν τούτου, ὅτι ὁ γεωργὸς δὲν περιποιεῖται, δὲν πονεῖ, δὲν ἀγαπᾷ τὴν γῆν, δὲν φυτεύει ἐν αὐτῇ δένδρα, δὲν ἀποβλέπει εἰς μέλλον ἀπώτερον, εἰς ἀληθεῖς βελτιώσεις. Διὰ τοὺς δύω τούτους λόγους ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ἐγκαίρως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διὰ νομοθετικῶν ἔργων ἔλθῃ ῥυθμιστὴς καὶ βελτιωτὴς τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν, οὕτω δὲ προλάβῃ συνάμα τὸ μέλλον ἴσως νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Ἐὰν ὑπάρχουν σήμερον διαφωνίαι, αἱ διαφωνίαι αὗται, μικραὶ καθ’ ἑαυτὰς, διερεθίζονται ἔξωθεν καὶ δύνανται νὰ λυθῶσιν ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. Τοιαύτην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐνόησα νὰ ὑποδείξω, δὲν βλέπω φερομένην, δὲν εἶδον ἐπιθυμουμένην ὑπὸ τῶν πολλῶν ἀγορευσάντων ὡς φίλων τῶν γεωργῶν. Ἀπεναντίας, ἤκουσα τὴν Κυβέρνησιν λέγουσαν, ὅτι ζήτημα ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει, ἔχον ἀνάγκην συντόνου ἐνεργείας, καὶ αὐτοὶ εἰς τοῦτο δὲν ἀντεῖπον, ἀλλὰ σιωπηλῶς συνωμολόγησαν. Ἐγὼ ὅμως καὶ μόνος μένων, ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις συντονώτατα μεριμνήσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν ἐκείνων καὶ ταχέως φροντίσῃ, ὅπως μὴ οἱ ἰδιοκτῆται καταχρῶνται, καὶ ὅπως οἱ γεωργοὶ ἀποκατασταθῶσιν. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Φιλάρετος, ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τὸ δικαστικὸν καὶ τὸ νομικὸν συγχρόνως, ὄχι εἰς τὸ κοινωνικόν.
§140ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ περὶ Ἐπιτροπῆς πρότασις εἶναι αὕτὴ τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε.
§141ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προσέξατε καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ἡ αὐτή. Ἂν τοιαύτην, οἵαν ἐννοῶ, θέλετε, φέρετέ την. Ὅσοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἴσως νομίζουσιν, ὅτι εἰς ἐλευσομένην Σύνοδον θὰ ἔχῃ τὸ Κοινοβούλιον περισσότερα στοιχεῖα, ἵνα δυνηθῇ νὰ φέρῃ διόρθωσιν διὰ Νόμου ῥιζικὴν καὶ εὐκτήν. Τὸ ἀναμένω. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ ἂς μὴ παύηται μεριμνῶσα ἡ Κυβέρνησις, ἵνα καταστήσῃ τοὺς χωρικοὺς ἐκείνους ἀνεξαρτήτους καὶ ἰδιοκτήτας, χωρὶς βεβαίως νὰ βλαφθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ παρασπονδηθῶσιν αἱ διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, χωρὶς νὰ ἐνθαῤῥυνθῶσι παράβολοι ἀξιώσεις, καὶ χωρὶς νὰ ἐξαφθῶσι τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ τεχνητὰ πάθη, ἅτινα ζητοῦσιν ἐκ τῆς δυστυχίας τῶν γεωργῶν νὰ ὠφελῶνται καὶ πρωταγωνιστῶσιν.
§142ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 5′ μ. μ.).