1883.02.19
601 rows · 4,342 words · 42 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
Τῆς 19 Φεβρουαρίου 1883
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης τῆς
Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ κ. Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως).
§1ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐβεβαιώθη ἡ ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε;
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀμφιβάλλῃς, κάμε ἔνστασιν· αὐτὸ εἶναι δικαίωμά σου.
§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑπ’ εὐθύνην σας· ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, πολὺ καλῶς.
§4ΜΕΤΑΞΑΣ. Τί ὑπ’ εὐθύνην σας καὶ ὑπ’ εὐθύνην μας; νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι δὲν γίνεται ἔνστασις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἀμφιβάλλει.
§7ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν φέρω ἔνστασιν· ἂν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀπαρτία.... (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, χθὲς ἦτο 8 ὥρα, ὅτε συνήθως τὸ Κοινοβούλιον παύει τὰς ἐργασίας του, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος μὲ ἐκάλεσε νὰ ὁμιλήσω! Κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνῃ συζήτησις καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ 2 καὶ πλέον ὥρας. Ἡ πλειονοψηφία ἀπέδειξε πρόθεσιν τοῦ νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον, διότι μόνον εἰς ἐκτάκτους καὶ δεινὰς περιστάσεις, ὅτε τὸ Πολίτευμα κινδυνεύει ἢ ὁ ἐχθρὸς εἶναι εἰς τὰ πρόθυρα, τὸ Κοινοβούλιον δύναται νὰ συνεδριάζῃ περὶ μέσας νύκτας.
§10ΤΙΝΕΣ. Ἦτο 8 ἡ ὥρα.
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ 4 ὡρῶν συνεδρίασιν ἤμην κουρασμένος καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ συζητήσω, οὔτε σεῖς ἠδύνασθε νὰ μὲ ἀκούσητε. Εὐλόγως λοιπὸν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Σημεῖον ὅμως ἐδόθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἐπέμενον νὰ συζητήσουν τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἐνῷ μάλιστα δὲν ἤμην μόνον ἐγὼ ἐγγεγραμμένος, ἀλλὰ καὶ ἄλλος· ἦτο ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Μαυρομιχάλης.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἦτο ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσῃ· τὸ ἐδήλωσεν εἰς πολλοὺς ἐξ ἡμῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ νῷ μόνον τὸ εἶχε· δὲν εἶχε ζητήσει τὸν λόγον.
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐζήτησε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἄλλα ἔγκριτα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἤθελον νὰ λάβουν τὸν λόγον, ὅπως ὁμιλήσωσι· καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶχε ζητήσει πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἠδυνήθη νὰ φέρῃ ταύτας μόνον χθές.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀπὸ τῆς Δευτέρας τὰς ἐφέραμεν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν εἶχον κατατεθῆ, ἀλλ’ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος δὲν ἦλθε.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἤκουσα ὑμῶν σήμερον, μόλις ἀναγγειλάντων τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν· βλέπετε λοιπόν, ὅτι χθὲς διὰ τῆς βίας ἠθελήσατε νὰ κλείσητε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· δὲν εἶχον τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι ἡ ὁμιλία μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελε πείσει ὑμᾶς· γνωρίζω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶναι στενῶς συνδεδεμένη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι τόσον στενοὶ οἱ δεσμοὶ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς διαλύσῃ. Εἶναι χρυσοῖ οἱ κρίκοι οἱ συνδέοντας ὑμᾶς.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (ἐκ δεξιῶν).
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὥστε ἦτο περιττὸν νὰ κλείσητε χθὲς τόσον ἀποτόμως τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ δὲν τρέχετε οὐδένα κίνδυνον, ὅπως, πειθόμενοι ὑπὸ τῶν λόγων τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ οἰκονομιῶν, περὶ καλῆς διοικήσεως, περὶ παύσεως τῆς σπατάλης, περὶ ἐλαττώσεως τῶν φόρων καὶ κατὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων ἐκ 16 ἑκατομμυρίων, καταψηφίσητε τοῦ Προϋπολογισμοῦ· σεῖς ἐκ τῶν προτέρων εἶσθε ἀποφασισμένοι νὰ ψηφίσητε καὶ τοὺς νέους φόρους καὶ τὸν ὑπέρογον Προϋπολογισμόν.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς συγχαίρω. Ὥστε, κύριοι, διατί χθὲς μᾶς ἐμποδίσατε νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μένει εἰς ἡμᾶς ὡς Ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ! οὐδὲν ἄλλο μέσον ἔχομεν, ὅπως ἀποδείξωμεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἐνταῦθα εἰργάσθημεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὅτι εἰργάσθημεν ὁμιλοῦντες, ὅτι εἰργάσθημεν παντοιοτρόπως ἀντιπολιτευόμενοι τὰ Νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν λαὸν διὰ 16 ἑκατομμυρίων νέων φόρων, εἰργάσθημεν πάσαις δυνάμεσιν, ὅπως ἐμποδίσωμεν τὴν σπατάλην τῆς Κυβερνήσεως, εἰργάσθημεν πάσαις δυνάμεσιν, ὅπως κατορθώσωμεν οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Αὐτὸ τὸ καθῆκον εἴχομεν νὰ ἐκτελέσωμεν ὡς Ἀντιπρόσωποι τοῦ Τόπου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα· σεῖς μὲ ἐμποδίσατε νὰ ὁμιλήσω, πολλοὶ ἐντεῦθεν καὶ ἕτεροι ἐκεῖθεν κραυγάζοντες καὶ ὠρυόμενοι, καὶ ἂν δὲν ἐκρατούμην καλῶς, θὰ μὲ ἐῤῥίπτατε ἀπὸ τὸ βῆμα.... (θόρυβος). Ὅταν εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω, ἡ συμπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμειναν ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως· ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ οὗτος ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς μετ’ ἐμὲ νὰ ὁμιλήσωμεν, καὶ εἰ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρος ὁ σπάταλος Προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ μεσονύκτιον! Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Δημητρακάκης ἔκαμεν ἔνστασιν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· ἐγὼ δὲ ὠφεληθεὶς τοῦ μεσολαβήσαντος διαστήματος μετέβην εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ ἔλαβον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὀλίγας σημειώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον, ὅπως, ἐὰν ἦναι ἀπαρτία, λάβω τὸν λόγον· ἐπανελθὼν ἐνταῦθα ἤκουσα, ὅτι καταρτίσθη ἀπαρτία καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἀπέτεινον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὸν λόγον: «Κύριε Πρόεδρε, τῷ εἶπον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ἔχω τὸν λόγον»· ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ἀπήντησε: «μάλιστα, ἀπαρτία ὑπάρχει, ὁρίστε, ἔχετε τὸν λόγον». Ἐκείνην τὴν στιγμήν, νομίζω, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν: ὄχι· εἶναι περατωμένη ἡ συζήτησις, κατένευσεν ἴσως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἐνῶ εὑρισκόμην ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ εἶχον ἀνοίξει τὸν Προϋπολογισμόν, ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὅλη ἡ ὁμὰς αὐτὴ ἐφώναζεν: ὄχι, ὄχι, εἶναι περατωμένη ἡ συζήτησις. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναφέρουν τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, ὅταν ἠρώτησα ἐὰν ἔχω τὸν λόγον, μοὶ εἶπεν ὁρίστε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὁ Γραμματεὺς ἀνεγίνωσκε τὰ καθέκαστα, ὅταν ἤλθετε καὶ ἐπὶ τούτων σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον.
§28ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι· ὁ κ. Πρόεδρος ἴσως ἐπλανήθη, μοὶ ἔδωκεν ὅμως τὸν λόγον, ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῷ ἔκαμε τὸ σημεῖον, μοὶ εἶπε, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, καὶ νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς. Μὴ νομίσετε ὅμως, κύριοι, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν σεῖς διὰ τῆς βίας ἐπεράνατε χθές, δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ὅπως φωτισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ τῆς ψήφου, ἥτις θὰ ἐπικυρώσῃ ταῦτα. Τὰ Πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν, ἐπειδὴ ἡ ἀντιπολίτευσις σχεδὸν ἅπασα ἀπουσιάζει, νομίζω καλὸν— ἂν ἐπιμένετε, ὅπως τὰ ἐπιψηφίσητε—νὰ τὰ ἐπιψηφίσητε δι’ ὀνομαστικῆς κλήτεως, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς μὴ νομιμότητος αὐτῶν.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ ψευδολογίαι, αἱ ἐντεῦθεν ἐκφερόμεναι, πρέπει νὰ ἀντικρούωνται· ὅτι δὲ εἶναι ψευδολογίαι πανθ’ ὅσα ὁ συμπολίτης μου ἐντεῦθεν ἐξέφερε, θὰ τὸ ἀποδείξωσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει). Λοιπὸν τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ δὲν εἶναι ἢ ἀντιγραφὴ τῶν ἐστενογραφημένων, ταῦτα δὲ εἶναι ἀκριβεστάτη εἰκὼν τῶν γενομένων χθές. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁ συμπολίτης μου μετέρχεται αὐτὴν τὴν διαγωγήν· τῷ κάμνω σήμερον τὴν παρατήρησιν, ἵνα σωφρονισθῇ, καὶ ἄν δὲν σωφρονισθῇ, θὰ λάβωσιν ἄλλοι τὸν λόγον νὰ τὸν συνετίσωσι.
§30ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω οὐδὲν ν’ ἀντιτάξω κατὰ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν· μία καὶ μόνη διαφορὰ ὑπάρχει, ὅτι μία σειρὰ λέξεων ἐτέθη πρὸ τῆς ἄλλης· ἀντὶ νὰ λέγωσιν, ὅτι ὁ κύριος Δημητρακάκης ἔκαμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας πρὸ, λέγουσι μετά. Πάντες ἐνταῦθα αὐτόπται μάρτυρες δυνάμεθα νὰ δηλώσωμεν πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα· ἕνεκα τοῦ θορύβου, ἴσως δὲν ἠδυνήθη ὁ κύριος Πρόεδρος καί τινες Βουλευταὶ νὰ διακρίνωσιν ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος ἔκαμεν ἔνστασιν πρὸ ἢ μετά. Ἐγὼ ἤλεγξα τὸν ἀπότομον τρόπον, καθ’ ὃν ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔδωκε τὸ σημεῖον νὰ μοὶ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψευδολογίαν καὶ τὴν ἀνατροφὴν, νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ ἔσχατος πάντων ὁ δυνάμενος νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτῶν. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς μέλλοντας νὰ συνετίσωσιν ἡμᾶς, καὶ ἐγὼ ἀναφέρομαι εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς, ὅτι θέλει διδαχθῆ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε διὰ τῶν χρημάτων καὶ τῶν ψευδῶν ὑποσχέσεων, διὰ ῥοσφετίων καὶ ψευδῶν προγραμμάτων.
§31ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ψεύδεται· πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ τὰ ἀκροατήρια δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ αὐτὸς ἀνεχώρησεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι πρὸ τόσου καιροῦ· ἀναχωροῦσι, ὅταν πρέπῃ νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἔπειτα ἔρχονται ἐνταῦθα νὰ προστατεύσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ! καὶ φωνάζουσιν ὑπὲρ τούτων πρὸς τὸ θεαθῆναι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ Πρακτικὰ ὡς ἔχουσι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§33Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὑποβάλλω 1) ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ ἑκατοντάδων τινῶν κατοίκων Κύμης, δι’ ἧς παριστῶσιν, ὅτι ἡ κατάργησις τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς διὰ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου οἴνου ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἐξόντωσιν τῶν ἀμπέλων· διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε αἱ ἄμπελοι τοῦ Δήμου Κυμαίων ἐπλήρωνον φόρον μόλις δραχ. 5 χιλ. διὰ τοῦ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου φόρου θέλουσι πληρώνει τὸ δεκαπλάσιον, ὅπερ δὲν εἶναι ἢ ἀληθὴς ἐξόντωσις· καὶ 2) ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κοτυλαίων, δι’ οὗ ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν Δημοτῶν αὐτοῦ εὔχεται καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ψηφίσῃ τὸν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου οἴνου φόρον, διότι ὁ φόρος οὗτος ἔσεται ἐξόντωσις τῶν ἀμπέλων τοῦ Δήμου, καθόσον θέλει ἀνέρχεται εἰς τὸ δεκαπλάσιον καὶ πλέον τοῦ μέχρι τοῦδε πληρωνομένου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§34ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει Νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁσημέραι καταβαίνει. Εἶναι ἤδη ὥριμον καὶ ἐψηφίσθη εἰς δύω ἀναγνώσεις, δὲν μένει δὲ ἢ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις· καὶ ἡ τροπολογία δὲ, ἣν ἔχω προτείνει, ἀφορῶσα εἰς κτήματά τινα ἐν Φθιώτιδι, πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ εἰσαχθῇ. Νομίζω λοιπὸν καλὸν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως εἶναι ἀναγκαιότατον καὶ θὰ σώσῃ ἀπὸ πολλὰ κακὰ τοὺς κτηματίας τῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν.
§36Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ἔρχομαι δι’ ὀλίγων νὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶμαι ἀσυνεπὴς, ὡς πρὸς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔνιοι Βουλευταὶ ἐπιμένουσι καὶ ἀπαιτοῦσι μάλιστα ἐκ παντοίου τρόπου νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ἵνα κοινοβουλευτικῶς λύσῃ τὸ δῆθεν ἀγροτικὸν ζήτημα ὡς ὑπὸ τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἐπιβαλλόμενον. Κύριοι. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου, συμπεσόντος λόγου ἐν τῇ Βουλῇ συνεπείᾳ παραπόνων ἐκ μέρους πολλῶν χωρικῶν τῆς Θεσσαλίας, ὡμίλησα κἀγὼ περὶ τῆς θεραπείας τῶν παραπόνων, καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν, ὡμίλησα τῳόντι περὶ αὐτῶν ἀνεπιφυλάκτως, ἐν καλῇ τῇ πίστει εὑρισκόμενος καὶ ἄκρᾳ ἀγνοίᾳ τῆς ἰδιότητος καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξεύρωσι τρόπον, ἵνα λυσιτελῶς ὑπὲρ τῶν χωρικῶν καὶ τῶν ἰδιοκτημόνων λυθῇ τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ ἀποσοβηθῇ ἐκ τοῦ μέσου πᾶν παράπονον ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν καὶ ἀποκατασταθῶσιν οἱ ἀγρόται πολῖται, καὶ ἀπολαύωσι τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ Ἕλληνες τῆς Ἑλλάδος πολῖται· καὶ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἐκείνην εἶχον εἰπεῖ ὅτι ἤθελε θεωρηθῇ φρικτὴ ἀνισότης, ὁ ἀνέστιος ἀγρότης νὰ δίδῃ φόρον αἵματος εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Ἑλληνικῆς χώρας καὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς δίκην εἵλωτος, καὶ νὰ πολεμῇ καὶ ἀποθνήσκῃ ὑπὲρ πατρίδος ξένης, ἀφοῦ αὐτὸς πατρίδα δὲν ἔχει οὐδὲ τάφον νὰ ταφῇ, ἀλλὰ ὅλα ταῦτα τὰ λεγόμενά μου ἤθελον ἔχουσιν ἀξίαν τινὰ, ἂν τῳόντι οἱ ἀγρόται τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου εὑρίσκοντο εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην τὴν κτηνώδη τῶν μουζίκων τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Ρουμανίας, ὅτε ἡ Βουλὴ εἶχε καθῆκον ἱερὸν συντόνως νὰ λάβῃ πατρικὴν πρόνοιον περὶ χειραφετήσεως καὶ ἀπελευθερώσεως τῶν ἀγροτῶν, καὶ ἀποκαταστήσῃ αὐτοὺς ἰσονόμους, ἀπολαμβάνοντας ἀπολύτως τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς ὁμιλίας μου, ὅταν ἀμφότεροι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀξιότιμοι Παχὺς καὶ Καραπάνος συνέγραψαν καὶ ἐδημοσίευσαν τὰς ἰδέας των καὶ ἐννόησα εἰς τί συνίσταται τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ—καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐγένετο μέγας πάταγος ἐκ μέρους τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας εἴτε ἐξ ἰδιοτελοῦς νοσφίσεως ξένης περιουσίας, ἢ ἐκ ραδιουργίας ἄλλου τινος διαβλέποντος ἠθικὰς ἢ ὑλικὰς ὠφελείας ἀπέναντι τῶν χωρικῶν κατὰ τὴν τύρβην τῶν δημοτικῶν καὶ βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ οὕτω ἐξηγεῖται ἀσφαλῶς ἡ ἐπανάστασις τῶν Ὠρωπίων τῆς Ὠρωπίας τῆς Ἀττικῆς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἐχόντων ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀξιότιμον Ζυγομαλᾶν, βουλευτὴν Ἀττικῆς, διαῤῥηγνύοντα τὰ ἱμάτιά του ὑπὲρ τῶν χωρικῶν τοῦ Ὠρωποῦ καὶ θέλοντα ἐκ παντοίου τρόπου νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὸ ἀγροτικὸν λεγόμενον ζήτημα, ὅπερ ζητοῦσι νὰ πλάσσωσιν ὅτι δῆθεν ὑπάρχει, καὶ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκην διὰ Νόμου νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας οἷον Τσιγγρόν, Καραπάνον κλπ. κλπ. καὶ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς Ὠρωπίους καὶ ἀκτήμονας Θεσσαλούς· ἀλλὰ ἂν τῷ ὄντι τοῦτο κατορθωθῇ τῇ συμπράξει τοῦ Ζυγομαλᾶ καὶ τοῦ Ταρμπάζη Βουλευτοῦ Τρικκάλων, οἱ χωρικοὶ ἁπαξάπαντες τῆς τε Ὠρωπίας καὶ Θεσσαλίας θέλουσιν εἰπεῖ ὅ,τι εἶπεν ὁ Συμεὼν δεχθεὶς εἰς τὰς ἀγκάλας του τὸν Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν, καὶ εἰς δόξαν τοῦ λαοῦ Ἰσραὴλ» καὶ Ζυγομαλᾶ, Ταρμπάζη, Φιλαρέτου καὶ Μεσσηνέζη, συντελεσάντων εἰς τὴν δήμευσιν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἰδιοκτημόνων—ἀφοῦ, λέγω, ἀνέγνωσα μετ’ ἐπιστασίας τὰς μονογραφὰς περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τοῦ τε Παχὺ καὶ Καραπάνου ἐνόησα ὅτι ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι παράπονον τῶν κατοίκων, ὅτι ποτὲ οἱ Ὀθωμανοὶ βίᾳ καὶ δυναστείᾳ τοὺς ἀφήρεσαν τὰς γαίας των, καὶ ἤδη παρανόμως ἐπώλησαν οἱ Ὀθωμανοὶ πρὸς τὸν Καραπάνον ἰδιοκτήτας· θεωρήσας δὲ καὶ τὴν πλεκτάνην τῶν ἐκμεταλλευτῶν, τὴν ὁποίαν ἐπιτηδείως πλέκουσιν ἐπὶ τῶν εὐπίστων ἁπλοχωρικῶν Θεσσαλίας καὶ τῆς Ὠρωπίας τῆς Ἀττικῆς διὰ μέλλοντας σκοποὺς ἰδιοτελείας, καὶ ἵνα ἀναγραφῶσι δῆθεν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν ὡς καλοθεληταὶ τῶν χωρικῶν, καὶ οὕτω προτιμῶνται κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ὑποσκελίζωσι πάντα ἄλλον τίμιον πολίτην, μὴ θέλοντα νὰ ὑπόσχηται εἰς τοὺς χωρικοὺς πράγματα ἀδύνατα, τούτων ἕνεκα ἐσχημάτισα σταθερὰν ἰδέαν, ὅτι ζήτημα ἀγροτικὸν δὲν ὑπῆρξεν, οὐδὲ ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει διόλου νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καθότι, ὡς εἶπον, οἱ συνήγοροι τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος στηρίζονται εἰς διενέξεις μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ ἰδιοκτημόνων περὶ τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ὅτι δῆθεν κακῶς ἠγόρασαν, καθόσον οἱ Ὀθωμανοὶ κατὰ διαφόρους καιροὺς καὶ ἐποχὰς τῆς ἀφορήτου ἐκείνης τυραννίας ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ὡς λέγουσιν, ἥρπασαν ἀπὸ τοὺς προγόνους των βίᾳ καὶ θανάτῳ ποινῆς τὰς γαίας τῶν χωρίων των. Ὅθεν ὅλαι αὗται αἱ αἰτιάσεις, καὶ ἂν ἀληθεῖς ὑποτεθῶσιν, εἰσὶν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, καὶ τὰ Δικαστήρια θέλουν ἐξετάσει κατὰ ποίαν νομικὴν βάσιν ἀπεκτήθησαν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος κτήματα· ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ προλαβόντως, πρὸ ἡμερῶν, ἀφοῦ ἐξήτασα τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα δικαιογνωστικῶς, ἐπείσθην, ὅτι εἶχον ἄδικον νὰ ὑποθέτω, ὅτι ὑπῆρχεν ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ὠρωπίᾳ τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἔκτοτε ἤλλαξα γνώμην καὶ ἰδέας, καὶ παρεδέχθην, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς αἱ μεταξὺ γεωργῶν καὶ ἰδιοκτημόνων διενέξεις καὶ παράπονα ἀφορῶντα τὸ μεταξὺ αὐτῶν δοῦναι καὶ λαβεῖν, ἀλλ’ εἶναι ἔργον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, εἰς ἃ ὀφείλουσιν οἱ ἀδικούμενοι νὰ προσφύγωσι, καὶ ἀναμφιβόλως θὰ εὕρωσι τὸ δίκαιον, ἂν ἔχωσι τοιοῦτον, ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτημόνων. Ἀλλὰ οἱ θιασῶται τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος δικαιοῦνται ἆρά γε νὰ μὲ ὀνομάσουν ἀσυνεπῆ; ὄχι, κύριοι, δὲν ἔχουσιν οὐδὲν δίκαιον, διότι ἀπέπτυσα πᾶσαν ἰδέαν, ἣν εἶχον ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ὡς εἶπον κατὰ πρῶτον, ὅτε ἀνεφάνη ἐν τῇ Βουλῇ ἐκ μέρους τῶν ἐπιτηδείων πρὸς ὑφαρπαγὴν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς πρὸς τὰ ὑλικά των συμφέροντα, δὲν δικαιοῦνται, λέγω, οἱ τοιοῦτοι ὑπερασπισταὶ τῶν παραπονουμένων χωρικῶν νὰ ἀποκαλῶσιν ἐμὲ ἀνακόλουθον τῶν ἰδεῶν μου, ἀλλὰ τοὺς ἀπαντῶ μὲ θάῤῥος, ὅτι εἰμὶ κύριος τῶν ἰδεῶν μου, καὶ δύναμαι ἐπὶ τὰ κρείττω νὰ μεταβάλω τὰς ἰδέας μου, ὅταν πεισθῶ, ὅτι αἱ πρῶταί μου ἰδέαι ἦσαν σφαλεραὶ καὶ ἡμαρτημέναι, καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς δικαστικῆς νομολογίας τόσον συχνὰ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου Δικαστηρίου, καὶ εἰς τὴν πεφωτισμένην γνώμην ἔγκειται ἡ πρόοδος καὶ ἡ εὐγένεια τῆς κοινωνίας, καὶ πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης μου ταύτης, τοῦ ὅτι δύναμαι νὰ ἀλλάξω γνώμην, ὡς ἤλλαξα ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, φέρω μάρτυρα ἐκεῖνον τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος τὸν διάσημον ποιητὴν, τὸν σύγχρονον, λέγω, τοῦ Ὁμήρου, Ἡσίοδον, ἐξετάσαντα ἐπιστημονικῶς τὸν νοῦν τὸν ἐσθλὸν τῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ εὑρισκομένων ἀνθρώπων, ὅστις κατέταξεν αὐτοὺς ἀναλόγως τῆς ἀξίας ἑκάστου καὶ ἔγραψε τὰ ἀκόλουθα παραινετικῶς τοῖς γε νοῦν ἔχουσι, πρὸς ὁδηγίαν των εἰς τὰς βιωτικὰς πράξεις των: Οὗτος μὲν πανάριστος, ὃς αὑτῷ πάντα νοήσῃ, φρασσάμενος, τὰ κ’ ἔπειτα καὶ εἰς τέλος ᾖσιν ἀμείνω· ἐσθλὸς δ’ αὖ κἀκεῖνος, ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται· ὃς δέ κε μήτ’ αὐτὸς νοέῃ, μήτ’ ἄλλου ἀκούων ἐν θυμῷ βάλληται, ὁ δ’ αὖτ’ ἀχρήϊος ἀνήρ. Εἰς τὴν δευτέραν τάξιν τῶν ἐσθλῶν ἀνθρώπων τίθεμαι, διότι ἐπείσθην εἰς τοὺς εὖ εἰπόντας περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ ἀπέβαλον πᾶσαν ἐσφαλμένην γνώμην, ἥν περ εἶχον σχηματίσει πρότερον, καθόσον ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐγωϊστὴς, οὐδὲ προσβεύω τὸ ἀναμάρτητον καὶ ἀλάνθαστον· ἐπείσθην ἀπὸ τὰ γραφόμενα τῶν δύω ἰσχυρῶν ἀντιπάλων, Παχὺ καὶ Καραπάνου, ὅτι ζήτημα ἀγροτικὸν δὲν ὑπάρχει, ἔχον τὰ στοιχεῖα τῆς χειραφετήσεως ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ὠρωπίᾳ τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἐκ δημοκοπίας καὶ ἰδιοτελείας προήχθη ἐπιτηδείως ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ ὑπὸ τῶν ἐπιτηδείων, τὰ ἀτάσθαλα μηχανευόντων πρὸς βλάβην τῆς κοινωνίας καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων τῶν χωρικῶν· οἱ δὲ ἐπιμένοντες ἐκμεταλλευταὶ δημοκόποι καὶ ἀτάσθαλοι, τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα, ὅπερ τάχα ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπὸ πρόνοιαν, αὐτοὶ βεβαίως τίθενται αὐτοδικαίως εἰς τὴν τρίτην τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὔτε μὲ τὸ κεφάλι των δύνανται νὰ ἐπινοήσωσί τι, οὔτε κἂν ἀκούουσιν εἰδότα ἄλλον, ἀλλὰ ἐξ ἐναντίας θυμώνουν καὶ ὀργίζονται, ὀνομάζονται δὲ κατὰ τὸν Ἡσίοδον ἄχρηστοι καὶ δὲν ἔχουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ οὐδεμίαν χρησιμότητα, ἢ, καθὼς ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Γεννάδιος ἐκ τῆς ἕδρας τῆς καθηγεσίας του τοὺς μὴ εἰδότας μαθητάς του, εἶναι κούτσουρα. Ἀπορῶ τὰ μέγιστα μὲ τὸν κύριον Κωνσταντόπουλον, ὑπάρξαντα ἐπὶ πολλὰ ἔτη μέγαν Εἰσαγγελέα τοῦ Κράτους, πῶς ἄνευ μεγάλης ἐρεύνης υἱοθέτησε τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ ἐγνωμοδότησεν, ἵνα ἡ Βουλὴ προβῇ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἢ ἄλλως οἱ ἰδιοκτήμονες νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια πρὸς λύσιν τῶν διενέξεών των μὲ τοὺς ἀγρότας, ἰσχυριζομένους ὅτι κατέχουσι πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν τὰς γαίας, ἅς τινας οἱ νῦν ἀγορασταὶ ἀκύρως καὶ ψευδῶς καὶ πλαστῶς ἠγόρασαν ἀπὸ τοὺς ἅρπαγας Ὀθωμανούς. Ἀλλὰ ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος ἐλησμόνησε τὸ ἄρθρον 81 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ χωρικοὶ, ὡς κάτοχοι τῶν γαιῶν, δύνανται καὶ ὀφείλουσι αὐτοὶ νὰ κινήσωσι τὴν περὶ προκλήσεως ἀγωγὴν κατὰ τῶν ἰδιοκτημόνων, οἵτινες μὴ ἔχοντες τὴν κατοχὴν καυχῶνται ὅτι εἶναι κύριοι καὶ κάτοχοι διανοίᾳ κυρίου τῶν γαιῶν των· καὶ ἂς ᾖναι βέβαιοι, ὅτι θέλουν, ἂν ἔχωσι δίκαιον, τὸ ἀπολαύσει πληρέστατα, δικαζόμενοι κατὰ μέτωπον μὲ τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήμονας. Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἡσιόδου ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν τῶν ἀνθρώπων ἀναλόγως τῶν διανοητικῶν δυνάμεών των. Καὶ δικαίως δύναταί τις νὰ κατατάξῃ εὐχερῶς εἰς τὴν πρώτην τάξιν παναρίστου τὸν στρατηγὸν τῆς Ἀγγλίας, ὅστις ἐν ὀλίγοις καταμετρήσας τὰς δυνάμεις του, τὰς γεωγραφικὰς ἀποστάσεις, τὰς ἀπὸ Ἀγγλίαν μέχρις Αἰγύπτου, ἀπεφάνθη ἀλανθάστως περὶ τῆς ἡρακλείου, θριαμβευτικῆς, ἀριμανείου νίκης τῶν Ἀγγλικῶν ὅπλων, ὅπερ καὶ εὐκλεῶς ἐγένετο πρὸς δόξαν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀνθρωπίνης ὀλβιότητος, τῆς Αἰγυπτιακῆς φυλῆς, καὶ τοῦ ἐξευγενισμένου κόσμου τῆς Εὐρώπης ἐν γένει. Καὶ ἐκτὸς τοῦ στρατηγοῦ τούτου τῆς Ἀγγλίας καθορῶ μετὰ σεβασμοῦ καὶ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐθνικῆς ὑπερηφανείας πρὸς δόξαν τῆς Ἑλλάδος τὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τῆς Βουλῆς δαίφρονα Πρωθυπουργὸν Χ. Τρικούπην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μόλις διὰ πολιτικοῦ τηλεσκοπίου ἀνεκάλυψεν ἀμαυρόν τι νέφος ἐν τῷ Αἰγυπτιακῷ ὁρίζοντι, καὶ παραχρῆμα πρὸ τῆς ἐπελθούσης θυέλλης, δραξάμενος τῆς εὐμενοῦς καὶ εὐθέτου εὐκαιρίας, ἐξαπέστειλε τὰ πυρόσκαφα τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς Αἰγυπτιακοὺς ὅρμους μὲ τὴν ἀναπεπταμένην Ἑλληνικὴν σημαίαν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ποικίλων Ἑλληνικῶν συμφερόντων, τὴν δὲ Ἑλλάδα ὡδήγησεν, ὡς ἄλλος διάκτορος Ἀργειφόντης, καὶ παρεκάθησεν αὐτὴν πλησίον εἰς τὴν θεὰν Ἀλβιόνην, κόρην τοῦ ἐνοσίχθωνος Ποσειδῶνος, Θεοῦ τῆς θαλάσσης, παλάμῃ δὲ ἔχουσαν ἄλκιμον ἔγχος ἀκαχμένον ὀξέϊ χαλκῷ, βριθὺ, μέγα, στιβαρὸν, τῷ δάμνησι στίχας ἀνδρῶν ἡρώων, τοῖσιν τε κοτέσσεται ὀβριμοπάτρη. Καθὼς ἐπίσης ὁ ὁλοόφρων οὗτος Τρικούπης διεξεπεραίωσε καὶ τὸ ὁροθετικὸν ζήτημα πρὸς δόξαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν κοιμᾶται, καὶ ὅτι ἔχει ζωὴν, καὶ ἀλκιμότητα, καὶ δὲν πάσχει ἀπὸ λειψανδρίαν, καθόσον ὁ ταλασίφρων Τρικούπης δὲν ἐλησμόνησε τὴν ὁμηρικὴν ἐκείνην νουθεσίαν Πρωθυπουργὸς ὤν, οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα, ᾧ λαοί τ’ ἐπιτετράφαται καὶ τόσα μέμηλεν. Καὶ τῷ ὄντι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν συνεκέντρωσε στρατιωτικὰς δυνάμεις, ὑπερβὰς πάσας τὰς δυσχερείας, ἀντεμετώπισεν αὐτὰς ἀπέναντι τῶν ἐχθρικῶν ἐπιθέσεων, ἀντέκρουσεν ἀμυνόμενος πᾶσαν ἐχθρικὴν ἐπίθεσιν πρὸς δόξαν τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ εἰς τὰς πράξεις ταύτας ὁ ταλασίφρων Τρικούπης ὁδηγούμενος ἐκ τῆς παραινέσεως τῆς Ἀθηνᾶς, θυγατρὸς τοῦ Διὸς, ἥτις κρατεῖ ἀνὰ χεῖράς της τὴν σοφίαν καὶ τὸν νοῦν τοῦ μεγάλου ἐκείνου Διὸς, καὶ τὸν ὁποῖον διαθέτει καὶ μεταδίδει εἰς τοὺς ἀξίους ἐκείνους βροτοὺς καὶ ἐπιδεκτικοὺς, ὡς ἐκ τῆς φύσεως γεννηθέντας, τοῦ νὰ ἔχωσιν ἐσθλὸν νοῦν καὶ φρόνησιν συνετὴν, καὶ τούτου ἕνεκα ὁ ἐπιδέξιος κατὰ φύσιν γεννηθεὶς Τρικούπης ἠκολούθησε τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀθηνᾶς, δοθεῖσαν ἄλλοτε εἰς τὸν περιπλανώμενον Ὀδυσσέα, πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μεγάρου τοῦ Ἀλκινόου, Βασιλέως τῶν Φαιάκων: οὗτος δή τοι, ξεῖνε πάτερ, δόμος, ὅν με κελεύεις πεφραδέμεν· δήεις δὲ διοτρεφέας βασιλῆας, δαίτην δαινυμένους· σὺ δ’ ἔσω κίε μηδέτι θυμῷ τάρβει· θαρσαλέος γὰρ ἀνὴρ ἐν πᾶσιν ἀμείνων ἔργοισιν τελέθει, εἰ καί πόθεν ἄλλοθεν ἔλθοι. Καὶ ἐκ τῆς θαρσαλέας ταύτης ἐνεργείας καὶ ὀξυδερκείας τοῦ Τρικούπη ἡ Ὑψηλὴ Πύλη συνεβιβάσθη ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ὁροθετικῶν διενέξεων, ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὡς ἐφημίζετο τότε νὰ συνέλθωσιν ἐν Συνδιασκέψει εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ταῦτα πάντα τὰ πραχθέντα ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ δαΐφρονος Τρικούπη, τὸν θέτουν εὐκλεῶς εἰς τὴν πρώτην τάξιν τοῦ παναρίστου, τάξιν βροτῶν, κατὰ τὴν διαίρεσιν τοῦ Ἡσιόδου. Καὶ πᾶς Ἕλλην ἐχέφρων καὶ ἀγαπῶν εἰλικρινῶς τὴν Πατρίδα του ἀγάλλεται εὐφροσύνως εἰς τὰ γενόμενα, καὶ σεμνύνεται καὶ στέργει τοῦ νὰ διοικῆται καὶ κυβερνᾶται ὑπὸ τοιούτου ὁλοόφρονος ἀνδρὸς, Χ. Τρικούπη, ὅστις ἀναντιῤῥήτως ἔδειξεν εἰς τὸ Αἰγυπτιακὸν καὶ ὁροθετικὸν ζήτημα ἔξαλλον ἐσθλὸν νοῦν ἐπιείκελον ἀθανάτοισιν· καὶ ἐφάνη ὑπέρτερος, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὴν διπλωματικὴν ἐπιστήμην καὶ δεξιότητα ἀπὸ πολλοὺς τῆς Εὐρώπης, ὡς τὰ πρωτεῖα ἔχοντας καυχωμένους διπλωμάτας, οἵτινες κατόπιν ἑορτῆς τῶν Αἰγυπτιακῶν συμβάντων καὶ μεγάλων ζητημάτων τρέχουσιν ἔντρομοι κατόπιν τοῦ θριαμβευτικοῦ ἅρματος τῆς θεᾶς Ἀλβιόνης. Ἡ δὲ Ἑλλὰς λευχειμονοῦσα συμπαρεδρεύει καὶ συμβαδίζει ἐν ἄκρᾳ τιμῇ καὶ περιποιήσει, τῆς Ἀλβιόνης ἀγαλλομένης ἐπὶ τῇ εἰλικρινεῖ συμφιλιώσει τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Μεγάλην Βρετανίαν, φυσικὴν εἰς ἀεὶ σύμμαχόν της, καὶ οἱ ἀντιλέγοντες ἀντιπολιτευόμενοι κατὰ τῆς πολιτικῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἐμφρόνως διήνυσεν ὁ δαΐφρων Πρωθυπουργὸς Χ. Τρικούπης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ δύω ζητήματα τῆς Αἰγύπτου καὶ τῶν μεθορίων, φαίνεται, ὅτι πάσχουσιν κατὰ τὸν νοῦν τὸν ἐσθλὸν, ὡς λέγει ὁ Εὐριπίδης: Ὅταν ὀργὴ δαιμόνων βλάπτῃ τινὰ, τοῦτ’ αὐτὸ πρῶτον ἐξαφαιρεῖται φρενῶν τὸν νοῦν τὸν ἐσθλὸν, εἰς δὲ τὴν χείρω τρέπει γνώμην· ἵν’ εἰδῇ μηδὲν ὧν ἁμαρτάνει. Ἑπομένως ἐγὼ ἐλεεινολογῶ τοὺς ἀντιλέγοντας καὶ ψέγοντας τὴν πολιτικὴν πορείαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ μας καὶ τῆς Κυβερνήσεώς του, καὶ εὔχομαι τὴν θεραπείαν αὐτῶν ἐκ θείας ἀντιλήψεως, καθότι ἀνθρωπίνως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία εἰς αὐτοὺς, πάσχοντας μάλιστα ἀπὸ βουλιμίαν τῆς Ἐξουσίας, καὶ τούτου ἕνεκα ὡμίλησαν ὡς ἄλλοι ἀνδρόγυνοι ἐπὶ τῆς θαρσαλέας πορείας τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ζητήματα τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς ὁροθεσίας, βλέποντες δῆθεν καταστροφὰς πόλεων Ἑλληνικῶν καὶ μεγάλων συμφερόντων, καὶ τούτου ἕνεκα ἐθεώρησαν ῥιψοκίνδυνον τὴν Κυβέρνησιν, δυναμένην νὰ προκαλέσῃ καταστροφὴν τοῦ Τόπου ἐν γένει διὰ τῶν ἀπερισκέπτων δῆθεν κινημάτων της. Ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι ἐλησμόνησαν τὰ λεχθέντα τοῦ γέροντος στρατηγοῦ Δερκυλίδου τῆς Σπάρτης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, εἰπόντος γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ ἐν τῇ συνελεύσει τῆς Σπάρτης ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ της καὶ στενοχώρῳ θέσει της, ὡς ἀπειλουμένης ὑπό τινων πολεμίων: «Τίς ὁ ἀπειλῶν ἡμᾶς, ὦ ἄνδρες Σπαρτιᾶται; εἰ μὲν Θεὸς ᾖ, οὐδὲν φοβούμεθα, διότι οὐδὲν ἐπράξαμεν κακόν· εἰ δὲ ἄνθρωπος, γνώτω, ὅτι ἄνδρας ἀπειλεῖ». Ὥστε οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, κάκιστα λαλήσαντες ὁ εἰς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐφάνησαν οἱ ἄθλιοι ἀδαεῖς πάσης πολιτικῆς συνέσεως καὶ ἀνδρείας Ἑλληνικῆς, καὶ ἔδειξαν, ὅτι προτιμοῦν τὴν ἀδοξίαν τῆς Πατρίδος μας, ἀποφεύγοντες πᾶσαν θυσίαν πρὸς ἠθικὴν τῆς κοινωνίας ἀπόλαυσιν, καὶ εὐδαιμονίαν, καὶ ὀλβιότητα, λησμονήσαντες ἐντελῶς τὸ ὅστις δὲν ἀποφασίσῃ νὰ ἀποθάνῃ, δὲν ζῇ· καθὼς ἐπίσης ἐλησμόνησαν καὶ τὸ δόγμα τοῦ σοφοῦ Ἐπικτήτου τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος: «Εὐ ποιήσεις σὺ τὰ μέγιστα τὴν πόλιν, εἰ μὴ τοὺς ὀρόφους ὑψώσῃς, ἀλλὰ τὰς ψυχὰς αὐξήσεις· ἄμεινον γὰρ ἐν μακροῖς οἰκήμασι μεγάλας οἰκεῖν ψυχὰς, ἢ ἐν μεγάλαις οἰκίαις ταπεινὰ ἐμφωλεύειν ἀνδράποδα». (Στοβαίου λόγος ΜΔ. Σελὶς 516). Περαίνων τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει, καὶ παρατηρῶ μὲ λύπην μου, ὅτι ἀσυνέτως καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἐλάλησαν ἔνιοι βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· καθότι, ἀφοῦ ἔχομεν κατὰ διάνοιαν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν κληρονομηθεῖσαν ὑπὸ τῶν πατέρων ἡμῶν μεγάλην ἰδέαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐνῷ ζητοῦμεν συμμάχους νὰ ἀποκτήσωμεν ἐκ παντοίου τρόπου πρὸς πραγματοποίησιν τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας, διαδηλώνομεν ἀναιδῶς, ὅτι πάσης ἀλλοφύλου φυλῆς ἑνωθείσης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐν παραδείγματι τῆς Ἀλβανίας, θέλουν ἀπολέσει οἱ κάτοικοι αὐτῆς τὰς ἀκινήτους ἰδιοκτησίας των, ὡς δῆθεν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἵνα ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς μὴ ἀποκτήσαντας καὶ μὴ ἔχοντας ἀπὸ τῆς γεννήσεώς των ἀνθρώπους ἰδιοκτησίαν, καὶ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς μὲν ἰδιοκτήμονας ἀλήτας καὶ ἀκτήμονας, τοὺς δὲ φύσει ἀκτήμονας κτηματικοὺς καὶ κτηματίας! Τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν τῶν λαλησάντων βουλευτῶν τὸν θεωρῶ προϊόν τρέλλας κοινωνικῆς, καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν προδοτικὸν ἀπέναντι τῶν ἐριτίμων στοχασμῶν πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς μεγάλης ἰδέας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὸ προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν δῆθεν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν της διάταξιν. Τοὺς χωρικοὺς τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας καὶ τοῦ Ὠρωποῦ τῆς Ἀττικῆς προτρέπω νὰ μὴν ἐμπιστεύωνται εἰς τὰς ὑποσχέσεις τῶν λαοπλάνων καὶ δημοκόπων, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν των τὴν παραίνεσιν τοῦ Ἡσιόδου: Πολλάκι καὶ ξύμπασα πόλις κακοῦ ἀνδρὸς ἀπηύρα, Ὅστις ἀλιτραίνῃ καὶ ἀτάσθαλα μηχανάαται. Τουτέστιν ἡ πόλις ἐξαφανίζεται ἀπὸ ἕνα κακὸν ἄνθρωπον, ὅστις κακουργεῖ κατὰ τῆς πόλεως καὶ μηχανεύεται ὅλα τὰ κακουργήματα καὶ ἀπάτας κατὰ τῆς πόλεως.
§37Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀγροτικοῦ ἀπεφάνθησαν καὶ κατέληξαν εἰς τὸ νὰ παρακαλέσωσι τὴν Βουλήν, ὅπως ζητήσῃ τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Τὴν πρότασιν αὐτὴν οὐδεὶς τὴν ἀντέκρουσεν. Ἀφοῦ δὲ οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡμεῖς νὰ προβῶμεν εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος, καὶ ἑπομένως παρακαλῶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα. Πιστεύω δὲ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἀφοῦ οὐδεμία ἐξεδηλώθη τοιαύτη.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύω προτάσεις, μία τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ μία τοῦ κυρίου...
§39ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, μὴ νομίσετε, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ εὐχὴ καὶ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· διότι αὐτοὶ, οἵτινες λέγουσι ταῦτα, ὅταν μετέβημεν εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, κατώρθωσαν νὰ τοὺς φέρουν εἰς μεγάλην διαίρεσιν. Ἐκτύπησεν ὁ πολὺς λαὸς τοὺς ἐπιστάτας, τοὺς ἐξεδίωξεν, κατόπιν δὲ συνέβη τὸ ἀντίθετον, καὶ μᾶς παρεκάλεσαν καὶ τοὺς ὑπερασπίσθημεν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καταστροφεῖς τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ ἡμεῖς οἱ ὑπερασπισταί· εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἔρχωνται ἐδῶ καὶ νὰ λέγουν, νὰ δώσωμεν τὴν περιουσίαν τὴν ξένην εἰς ἄλλους. Καὶ ἡμεῖς εἴχαμεν τσιφλίκια καὶ περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπωλέσαμεν καὶ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν καταδεχόμεθα νὰ ζητήσωμεν. Οὔτε ἐπίσης καταδέχθημεν χάριν τῆς ψήφου νὰ ζητήσωμεν τὴν περιουσίαν τῶν ἄλλων νὰ τὴν μοιράσωμεν εἰς τοὺς ἀγρότας, καὶ δὲν μᾶς ἐξέλεξαν χάριν τούτου. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν—διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν φροντίζομεν διὰ τοὺς ἀγρότας, θὰ φροντίσωμεν πολὺ καλλίτερα ἀπὸ αὐτοὺς—θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ, Πρόεδρον νὰ ἀναγνωσθῇ ἐκεῖνο τὸ Νομοσχέδιον, ἀφοῦ πολὺ καλὰ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔκαμε σύμβασιν μὲ τὴν Τράπεζαν νὰ χορηγῇ τὰ χρήματα μὲ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως ὅστις δὲν ἔχει χρήματα, εὑρίσκει ἀρωγὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ δύναται νὰ προμηθευθῇ ὅ,τι χρῆμα θέλει. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπερασπισταὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§40ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§41ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. (Γίνεται ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, καθότι παρόντες εἶναι μόνον 107 βουλευταί. (Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 6 μ. μ.).