1883.02.07
1.681 στίχοι · 12.569 λέξεις · 54 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
Τῆς 7 Φεβρουαρίου 1883
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Μέσσης κυρίου Σταμούλη ἀφορῶσαν τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐγγραφὴν κονδυλίου πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐγκαταλειφθέντος ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων Σχολαρχείου ἐν Καστελλάνοις τῆς Μέσσης. Ὡσαύτως ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κονδυλίου πρὸς σύστασιν ἕδρας τῆς Ἀλβανικῆς γλώσσης ἐν τε τῷ Γυμνασίῳ καὶ Διδασκαλείῳ Κερκύρας. (Ὅρα Παράρτημα). Ἡ χήρα καὶ ὀρφανὰ Δημητρίου Βισβίζη ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν, δι’ ἧς αἰτοῦσι νὰ τοῖς χορηγηθῇ μηνιαῖον βοήθημα διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ πατρὸς αὐτῶν καὶ τῆς οἰκογενείας του· μάλιστα δὲ διότι ἡ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἐκ δραχμῶν 100 σύνταξις ἐστὶν ἀνεπαρκής. Κωνσταντῖνος Μωράκης ἐκ Καλαμῶν, διατελέσας ἄλλοτε Δημοτικὸς Εἰσπράκτωρ, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως συστήσῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ὅσον τάχιον ἐπεξεργασίαν τῶν βιβλίων τῶν εἰσπράξεών του, καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ ὀφειλέτης πληρώσῃ, ἄλλως ἐλευθερωθῇ ἡ ἐπὶ τούτῳ ἐνυπόθηκος περιουσία του, ἡ διατελοῦσα ὡς τοιαύτη ἐπὶ 17 ἔτη. Ὁ Δημήτριος Παναγόπουλος ἀναφέρει ὅτι ὁ Διοικητὴς τοῦ ἐν Δύμῃ ἀποσπάσματος Χαντζάρας καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Γραμμάτικας ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν καταδιώκοντες τὴν ζωοκλοπήν· τὰ δὲ κατ’ αὐτῶν τηλεγραφηθέντα δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§2ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι ὅτι ὁ κύριος Καπετανάκης παρέστησε τόσον μαῦρα τὰ πράγματα, ὡς ἂν ἐπρόκειτο νὰ καταστραφῇ τὸ Κράτος διὰ τὸν Δῆμον Καρδαμύλης. Ὁ Δῆμος Καρδαμύλης εἶχε δύω τμήματα τὴν ἄνω καὶ κάτω Καρδαμύλην. Ἡ ἄνω κατοικεῖται ἀπὸ διαφόρους οἰκογενείας. Τὸ ἓν δὲ τμῆμα μέχρι τοῦδε εὑρίσκετο εἰς τὴν ἄνω Καρδαμύλην καὶ τὸ ἕτερον εἰς τὴν κάτω. Τί δὲ συνέβη μέχρι τοῦδε, ἀφ’ ἧς γίγνονται αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὴν ἄνω Καρδαμύλην; τίποτε· μόνον κατὰ τὰ 1870 ἕνεκα περιστάσεων ἰδιαιτέρων καὶ ρήξεων μεταξὺ συγγενῶν, διότι ὁ Δήμαρχος ὁ νῦν ἦτο ἀνεψιὸς ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ Πατριαρχέα, τότε εἶχε γείνει ῥῆξις, ἀλλ’ ἕνεκα λόγων, ὡς εἶπον, ἰδιωτικῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ γείνῃ ῥῆξις, διότι καὶ τὰ δύω τμήματα θὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος! Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν τὰ δύω τμήματα ἦσαν χωριστὰ εἰς τὴν ἄνω καὶ κάτω Καρδαμύλην· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Ἔπαρχος, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους, χωρὶς οὐδεὶς νὰ τὸν ὠθήσῃ, περιώρισε τὸ μέρος, δύναται δι’ ὀλίγης στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ περιφρουρηθῇ ἡ θέσις καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐκλογὴ ἄνευ τινὸς κακοῦ. Δὲν ἠξεύρω διατί ὁ κύριος Καπετανάκης παρέστησεν, ὅτι θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος, ἂν γείνῃ ἡ ἐκλογὴ εἰς τὴν νέαν Καρδαμύλην, ἀφοῦ μὲ δέκα στρατιώτας δύναται νὰ φρουρηθῇ τὸ μέρος. Δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι θὰ μεταβῇ ὁ ἴδιος ἐκεῖ, ἂς ἡσυχάσῃ, διότι ἔχει ἰδιαίτερον Δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ δημότου· ἑπομένως οὔτε αὐτὸς δύναται νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ, οὔτε ἕτερός τις τῶν πολιτευομένων. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐσύστησεν ὁ κύριος Καπετανάκης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ συνιστῶ καὶ ἐγώ, τοῦ νὰ στείλῃ δηλαδὴ στρατιωτικὴν δύναμιν ἐξ εἴκοσι στρατιωτῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ λύσῃ οὔτε μύτη, καὶ ἂς μὴ παριστάνῃ τὰ πράγματα τόσον μαῦρα.
§4ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὰ τέσσαρα πέμπτα τῶν ἐκλογέων ὑπάγονται εἰς τὴν κάτω Καρδαμύλην.
§5ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχετε πολὺ λάθος.
§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Φίλος ἐξ Εὐβοίας μοὶ ἐσύστησε νὰ καταθέσω διὰ τοῦ κυρίου Προέδρου ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς παραπονεῖται ὅτι ἕνεκα τῶν προπαρασκευαζομένων δημοτικῶν ἐκλογῶν ὁ ἐκεῖ Μοίραρχος μεθ’ ἑνὸς ἀποσπάσματος, λόγῳ καταδιώξεως τῶν φυγοδίκων, μεταβαίνει ἀπὸ χωρίον εἰς χωρίον καὶ πιέζει μᾶλλον τὸν κόσμον παρὰ καταδιώκει τοὺς φυγοδίκους, ἀφοῦ καὶ βασάνους ὑφίστανται ὑπ’ αὐτοῦ οἱ μὴ τοιοῦτοι καὶ τοῦτο πρὸς ἐκφόβισιν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ἓν κόμμα καὶ ἐνθάῤῥυνσιν τῶν ἀντιθέτων. Ἐκεῖνο ὅμως ὅπερ μοὶ ἔκαμε περισσοτέραν ἐντύπωσιν διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ παράπονον τοῦτο, εἶναι ὅτι ὁ Μοίραρχος περιέρχεται μὲ ἕνα μὴ ὄντα ὑπήκοον Ἕλληνα, τὸν κύριον Νόελ, ὅστις ἂν πάθῃ τι—διότι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Μοιράρχου, πιθανὸν νὰ προκαλέσῃ καὶ συγκρούσεις — θὰ ἔχωμεν ἐπιτιμήσεις διπλωματικὰς καὶ ἄλλας ἀξιώσεις, καθόσον ὁ Νόελ τυγχάνει ἰσχυρᾶς Δυνάμεως ὑπήκοος καὶ ἐνθυμεῖσθε τί ἐπάθομεν μὲ τὸ συμβὰν τοῦ Δήλεσι· ἐὰν δὲ πράξῃ αὐτὸς κακόν τι καθ’ Ἕλληνος εἶναι ἀκαταδίωκτος, διότι ἡ ἰσχυρὰ προστασία τῆς Ἐθνικότητός του τὸν προασπίζει ἀρκετὰ καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κολαφισθῇ πάλιν ἡ Ἑλλὰς εἴτε διὰ τῆς πιέσεως, παθόντος τούτου, εἴτε διὰ τῆς περιφρονήσεως, ἐγκληματοῦντος αὐτοῦ· διότι καὶ ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀνεπίληπτος, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἐκδοθέντα βουλεύματα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Δήλεσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς Στρατιωτικῶν καὶ Δικαιοσύνης νὰ δώσωσι προσοχὴν εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον καὶ νὰ διατάξωσιν αὐστηρῶς τὰς Ἀρχὰς 1) νὰ μὴ ἀρχίζωσι τόσον πρώϊμα τὴν φατριαστικήν των διαγωγὴν διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῶν ἐκλογῶν, καὶ 2) νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται ἐν τοιαύταις ὑπηρεσίαις μὲ ξένους.
§7ΡΑΛΛΗΣ. Κατεθέσατε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον;
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§9ΒΑΛΒΗΣ. Ἔχω μίαν παράκλησιν νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ πολλοῦ συνεστήθη εἰς τὴν Ζαβέρδαν τηλεγραφικὸς σταθμὸς, ἐγένοντο δὲ αἱ δέουσαι δαπάναι, ἐνοικιάσθη κατάστημα, μετέβη ἐκεῖ ὑπάλληλος, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνηργήθη ἕνεκα ἐλλείψεως μηχανῆς. Δὲν διατυπῶ τὴν πρότασίν μου εἰς ἐπερώτησιν ἀλλὰ κάμνω μίαν παράκλησιν, ἐπειδὴ πληροφοροῦμαι ὅτι ἦλθον τοιαῦται μηχαναί, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἀποστείλῃ τοιαύτην, διότι εἶναι ἀναγκαῖος ἐκεῖ ὁ τηλεγραφικὸς σταθμὸς χάριν τοῦ ἐμπορίου τοῦ τόπου. Ὑποβάλλω ὡσαύτως εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸ ἑξῆς· ἐκεῖ ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸν Τελώνην· ἐκ τούτου ὅμως ἐπέρχονται δυσχέρειαι ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ταχυδρομικῆς· διότι τὸ Τελωνεῖον ἔχει ἄπειρον ἐργασίαν, καὶ ὁ Τελώνης δὲν εὐκαιρεῖ. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο νὰ διορίσῃ ἄλλον ὑπάλληλον, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ἐντοπίων, μὲ ἀντιμισθίαν μικρὰν, καὶ δὲν πιστεύω εἰς τοῦτο νὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883.
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχω ἔνστασιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον, καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως. (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ Σάββατον, κύριοι, μετὰ ἀτρότους ἀγῶνας, μετὰ ἐπανειλημμένας ὑπεκφυγὰς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, κατωρθώθη τέλος, ὅπως ἔλθῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὅπερ εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν ὅσα εἰσῆλθον ποτὲ εἰς Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, τολμῶ εἰπεῖν, ἐκτὸς τῆς ψηφίσεως τῆς Συνθήκης τῆς ἑνώσεως μετὰ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος. Ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ ζητήματος τόσον κοινωνικοῦ καὶ τόσον εὐρέως. Τὸ ζήτημα διαιρεῖται εἰς διαφόρους φάσεις καὶ τάξεις, εἶναι τὸ εἰδικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, εἶναι καὶ τὸ γενικὸν, περὶ οὗ ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ· ἡ Κυβέρνησις, νομίζουσα, ὅτι ἀναγκάζεται παρὰ τῆς Συμβάσεως, παρεξετράπη εἰς ἐπεμβάσεις ἀντισυνταγματικὰς ὅλως παρανόμους. Ὁ λαὸς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν διὰ διαφόρων ἀναφορῶν, διὰ χιλιάδων ὑπογραφῶν, διὰ τηλεγραφημάτων, κατήγγειλε τὰς παρανόμους πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι καὶ αἷμα ἐχύθη ἕνεκα τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ δολοφονίαι ἐγένοντο. Ἐπὶ τέλους κατωρθώθη νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ Σάββατον. Ὡμίλησαν δύω ἢ τρεῖς Βουλευταὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν, λέγων, ὅτι ζήτημα ἀγροτικὸν δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι μόνον ἓν ἢ δύω χωρία εἶναι· ἀλλὰ καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῶν θὰ τοὺς ῥίψῃ εἰς τὰς λίμνας, ἃς πρόκειται νὰ ἀποξηράνῃ. Τὸ Σάββατον περὶ τὴν 8ην ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποκάμει, ἀφοῦ ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα ὁ κ. Ἀδαμόπουλος καὶ ὁ κ. Ταρμπάζης εὐγλώττως καὶ πειστικῶς καὶ εἶπον ἀληθείας πολλὰς, ἃς ὅλοι ἠσθάνθημεν, ὅσοι ἠθέλομεν νὰ πεισθῶμεν. Ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν πέραν τῆς 8ης, ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον· διεμαρτυρήθην πάσῃ δυνάμει προσπαθήσας νὰ ὑποδείξω τῇ Κυβερνήσει, ὅτι δὲν συμφέρει καὶ αὐτῇ τῇ ἰδίᾳ νὰ θελήσῃ νὰ πνίξῃ τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, διότι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ὁμιλήσουν 5 ἢ 6 Βουλευταὶ, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ διαβεβαίωσε καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ὅτι θέλει ὁμιλήσει. Ὡσαύτως θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν δέχηται τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ἀδαμοπούλου, ὅστις εἶναι μέλος τῆς πλειοψηφίας, ἢ ἂν δέχηται τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ποταμιάνου, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἰδικῶς μάλιστα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὃν ἀντεπροσώπευσε καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Δικαστικοῦ ζητήματος.
§14ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀντιπροσωπεύω τὴν ἰδικήν μου γνώμην.
§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἦτο ἀπηυδησμένη περὶ τὴν 8ην. Ἐγὼ διεμαρτυρήθην· καὶ τότε ὑπῆρξεν ἓν εἶδος ἀποφάσεως τοῦ νὰ ἀναβληθῇ τὴν Κυριακὴν, καὶ ἂν δὲν γείνῃ τὴν Κυριακὴν, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Σάββατον. Τότε παρετήρησα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, διὰ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ. Σήμερον βλέπω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος μᾶς ἀναφέρει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, δὲν ἐκάματε καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἀκούονται, ὅταν ἀναγινώσκωνται· μάρτυρες εἶναι πάντες ἐνταῦθα. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ἀφορᾷ πάντας ἡμᾶς· οἱ χωρικοὶ ἔχουσι δικαιώματα, ὅπως καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ ἡ Συνθήκη προβλέπει διὰ τοῦ ἄρθρου Δʹ. καὶ ΣΤʹ. περὶ αὐτῶν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς ἐγκυκλίου αὑτοῦ θέλει νὰ προστατεύσῃ ἀποκλειστικῶς τοὺς ἰδιοκτήτας. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ δύω ἡμέρας, θὰ φωτισθῇ τὸ ζήτημα, θὰ δυνηθῶμεν ἀμερολήπτως καὶ ἄνευ κομματισμοῦ νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἥτις θὰ ἦναι σωτηρία διὰ τοὺς χωρικοὺς, ἀλλ’ ἐπίσης εὐνοϊκὴ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδιοκτήτας. Δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα προκατειλημμένοι καὶ ἀκούοντες ἀγροτικὸν ζήτημα νὰ φανταζώμεθα ἓν τέρας, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ φέρῃ καταστροφάς· αὐτὰ τὰ διαδίδουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον καὶ θέλουν νὰ ὑποδείξωσιν, ὅτι εἴμεθα κοινωνισταὶ, δημοκράται καὶ καταστροφεῖς. Ἡμεῖς πάντες, καθὼς καὶ ὑμεῖς, ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας· ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ ἀφαιρέσητε τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὸν χωρικὸν καὶ νὰ τὴν δώσητε ὁλόκληρον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Χθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἀστυνόμος, κλητῆρες καὶ χωροφύλακες μᾶς ἀποδιώκουσιν ἐκ τῶν χωραφίων μας καὶ μᾶς ἐμποδίζουσι, διὰ βιαιοπραγιῶν, νὰ ὀργώσωμεν καὶ σπείρωμεν.» Βλέπετε, ὅτι τελοῦνται ἐκεῖ πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως, ἂν λάβῃ γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις, θὰ τὰ περιστείλῃ, θὰ διατάξῃ νὰ μὴ ἐπεμβαίνωσι χωροφύλακες καὶ Ἀστυνόμοι καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες εἰς ἰδιωτικὰς διαφοράς· εἶδον καὶ ἐπιστολὴν γεγραμμένην παρὰ χωροφύλακος, ὁ ὁποῖος γράφει πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον ἑνὸς ἰδιοκτήτου «Σᾶς παρακαλῶ, κύριε, νὰ μοῦ στείλετε καὶ ἐμὲ τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον δίνει ὁ ἀφέντης εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους χωροφύλακας, διὰ νὰ φυλάξωμεν τὰ κτήματά του.» Πιστεύω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις μήπως τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας ἐκεῖ μισθοδοτοῦνται ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν διὰ νὰ διαπράττωσι τὰς παραβιάσεις ταύτας. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ ὅπως, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Στάϊκος καὶ τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς παρέστησεν ὡς κατεπεῖγον, τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ οἱουδήποτε ἄλλου Νομοσχεδίου λίαν κατεπείγοντος, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ ἄνευ συνειδήσεως, ἀλλὰ πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μίαν μόνον ἡμέραν νὰ καταναλώσωμεν δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα (θόρυβος). Μὴ νομίζετε, ὅτι κερδίζετε τίποτε διὰ τῆς ἀναβολῆς· διότι, ἐὰν τὸ Σάββατον ὁρισθῇ διὰ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, βεβαίως θὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα διὰ τὰς ἐπερωτήσεις· φέρετε μόνον μίαν χαλάρωσιν (θόρυβος)· ἐνῷ σεῖς κάθεσθε σήμερον ἐνταῦθα ἡσύχως, πρέπει νὰ ἀναλογισθῆτε, ὅτι ἄλλοι τυραννοῦνται, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως τελοῦσιν ὄργια, ὅτι διαπράττουσιν ἐγκλήματα, ὅτι πιέζουν καὶ δέρουσι χωρικούς, ὅτι συλλαμβάνουν ἀροτῆρας βόας, ὅτι κόπτουσιν ἡνία, ὅτι ἀπάγουσι τὰ ζῶα τῶν χωρικῶν, ἐνῷ τὰ λειβάδια δυνάμει τοῦ Τουρκικοῦ Νόμου εἶναι ἀνεγνωρισμένα ὡς ἰδιοκτησία τῶν χωρικῶν. Δὲν ἐννοῶ ἐκ κομματικῶν λόγων νὰ ἀντεπεξέλθω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἐπιθυμῶ νὰ λησμονήσω πάντα· δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν οὐδὲ τὰς παρανομίας, οὐδὲ τὰς ἄλλας παραβιάσεις τοῦ νόμου τὰς τελεσθείσας ἐκεῖ· ἐπιθυμῶ νὰ ῥίψωμεν πέπλον ἐφ’ ὅλων τῶν συμβάντων· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ δίκαιον ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας, ὑπὲρ τῆς τάξεως, ὅπως σώσωμεν τοὺς χωρικούς· ἀπὸ τὴν βίαν καὶ τὴν ἁρπαγήν.
§18ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δίδω τὸν λόγον· δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐκτὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰ πρακτικὰ, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητήσῃ σήμερον κατὰ πρῶτον τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλὰ γίνεται πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαγορεύσητε τὴν συζήτησιν· μόνον δικαίωμα ἔχετε ν’ ἀπαιτήσητε, ὅπως ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ 10.
§21ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα σπουδαῖον καὶ κοινωνικόν· παρακαλῶ τὰς δύω πτέρυγας νὰ μὴ τὸ φέρουν ὡς ζήτημα πολιτικὸν καὶ νὰ ὁρίσουν ἐκ συμφώνου μίαν ἡμέραν συζητήσεως.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δέκα, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως; (ἐγείρονται πλείονες τῶν δέκα).
§23ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Φρονῶ, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος σήμερον, δὲν παραβλάπτεται ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις· ἐὰν ὅμως ἀναβληθῇ, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Καλένδας ὅπως καὶ πέρυσιν.
§24Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα βεβαίως δὲν εἶναι πολιτικὸν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα κοινωνικόν· ἐκινήθη ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου καὶ ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πέρας τῆς Συνόδου, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἐφαίνετο διατεθειμένος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ συνεδρίασις δὲν ἐγένετο, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ οὐ μόνον δὲν προέβη εἰς οὐδεμίαν σκέψιν καὶ ἀπόφασιν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν προέβη οὔτε εἰς συζήτησιν. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης Συνόδου πολλάκις ἐκινήθη τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον οἱ ὑποστηρίζοντες, καὶ διὰ τοῦτο κατέπεσε καὶ πάλιν· τελευταῖον ὑπεβλήθη, καὶ τότε γενομένης συζητήσεως, ἥτις ἔλαβεν ὀλίγον ζωηρὸν χαρακτῆρα, ἀπεφασίσθη ὅπως τὸ Σάββατον συζητηθῇ καὶ ἐπελήφθη ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως. Ἐλέχθησαν πολλά, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος· δὲν ἠδυνήθημεν ὅμως νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα· ἐπροτάθη τότε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις τὸ Σάββατον, ὅταν ἠκούσθη ἡ φωνὴ, ὅτι δέχεται ἡ συμπολίτευσις νὰ προσέλθῃ τὴν Κυριακήν· τότε ἐδήλωσε καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι προσέρχεται καὶ αὐτὴ τὴν Κυριακὴν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὅπως μὴ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλην ἡμέραν, καὶ προσήλθομεν χθὲς, κ. Πρόεδρε, καὶ ἤμεθα ἴσως περισσότεροι ἀντιπολιτευόμενοι ἢ συμπολιτευόμενοι (θόρυβος δεξιά)· δὲν ἦσαν βεβαίως τόσον συμπεπυκνωμέναι αἱ τάξεις σας χθὲς, ὅσον εἶναι σήμερον. Παρεμείναμεν μέχρι τῆς 4, μόνον διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἡ πρότασις ὅπως συνεδριάσωμεν τὴν Κυριακὴν δὲν ἐγένετο σπουδαίως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο μόνον, ὅπως οἰκονομηθῇ ὁ ἐκ Βώλου βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἀείποτε φέρει ζητήματα καὶ ἀείποτε τὰ ἐγκαταλιμπάνει. Νομίζω, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ δικαίου ἡ συμπολίτευσις, ἂν θελήσῃ νὰ ἐμποδίσῃ καὶ σήμερον τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Δὲν θὰ μακρηγορήσωμεν, κ. Πρόεδρε· ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ ἦναι σύντομος ἡ συζήτησις, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προβῶμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν θέλῃ τουλάχιστον νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν ἐμπαίζει τὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδιακόπως τηλεγραφοῦν καὶ λέγουν, ὅτι σφαγιάζονται τὰ δικαιώματά των καὶ ὅτι θὰ ἐκπατρισθῶσι, νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ.
§25ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶπε πολλά, ἅτινα δὲν ἤκουσα, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἀνέφερε, καὶ ὅτι ἐγὼ συνειθίζω νὰ φέρω ζητήματα, ἃ ἐγκαταλείπω. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἐν τῇ ἐξάψει του, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν ἄδικον πρότασιν, ἣν ἀνέλαβεν, εἶπε, πράγματα μὴ ἀκριβῆ· ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀξιῶν, ὅτι εἶναι συνήγορος τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, λησμονεῖ ἀτυχῶς τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἀναγκάζων ἐμὲ νὰ τῷ τὴν ὑπενθυμίσω. Δὲν συνειθίζω, ὄχι, νὰ φέρω ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγκαταλιμπάνω, κ. Μεσσηνέζη, ἀλλὰ καὶ δὲν δημοκοπῶ, δὲν κερδοσκοπῶ· ἐνδιαφέρομαι εἰλικρινῶς καὶ ὑπὲρ τὸν κ. Μεσσηνέζην περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἐλπίζω δὲ ν’ ἀποδείξω τοῦτο, ὅταν ἐν καιρῷ καταλλήλῳ ὁμιλήσω· προκαλῶ δὲ τὸν κ. Μεσσηνέζην νὰ ὁρίσῃ μίαν κἂν ὑπόσχεσίν μου, εἰς ἣν ἐφάνην ἀσυνεπής, μίαν κἂν πρότασιν, παρ’ ἐμοῦ ἐγκαταλειφθεῖσαν. Ἐὰν δ’ ἐννοῇ τὸ ζήτημα περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Νομοθεσίας μας, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐκκρεμὲς, ἡ δὲ συζήτησις ἐξησφαλισμένη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ περιαυτολογήσω, περιορίζομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἀφίνων κατά μέρος τὰ προσωπικά. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ συμπολίτευσις ἐζήτησε νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τὸ παρελθὸν Σάββατον· εἰς τοῦτο ἐγὼ δὲν συνεφώνησα, καὶ ἔλαβα τὸν λόγον ζητήσας τὴν ἀναβολήν· ἀλλὰ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑποχρέωσιν τῆς ἐγκαίρου ψηφίσεως τῶν ἐτησίων φόρων, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κυβερνώμεθα διὰ δωδεκατημορίων, ὑπέδειξα ἔκτακτον συνεδρίασιν διὰ τὴν Κυριακήν· καὶ ὅταν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς μοὶ παρετήρησε, πῶς θέλετε, ἐνῷ δὲν συνέρχονται τὰς καθημερινὰς, νὰ συνέλθουν τὴν Κυριακὴν, ἐδέχθην ἐν περιπτώσει ματαιώσεως συνεδριάσεως τὴν Κυριακὴν, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ προσεχὲς Σάββατον, διότι δὲν ἐννοῶ, ὅτι κατεκόπημεν πλέον ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἐργασίας καὶ ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ σχηματισθῇ ἀπαρτία ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῆς, ἐὰν συναισθανώμεθα τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος καὶ εἰλικρινῶς ἐνδιαφερώμεθα διὰ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Εἰς ὅσα δὲ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς πρὸ μικροῦ, προσθέτω ἓν παράπονον κατὰ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῶν ἐξ Ἄρτης πρός με τηλεγραφημάτων καὶ δὲν τὸ ἔκαμε, παρακαλῶ δὲ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ τέλος τὴν τύπωσιν τοῦ ἐκ 449 λέξεων τηλεγραφήματος· καταθέτω ἤδη καὶ ἕτερον τηλεγράφημα. Συμφωνῶ πληρέστατα, ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν πρέπει νὰ τελειώσῃ χωρὶς νὰ περαιωθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὸ ζήτημα τὸ Σάββατον καὶ συζητηθῇ σήμερον ὁ Προϋπολογισμός. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασίν της, ἂς τὸ πράξῃ, ἐγὼ ὅμως δὲν συμφωνῶ.
§26ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ εὐχὴ καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἐκ Βώλου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ θὰ πραγματοποιηθῇ, ὅπως εἶναι συνειθισμένος νὰ προστατεύῃ τὰς προτάσεις του, ad Kalendas Graicas. Ὅπως ὑπεστηρίχθη ἡ πρότασίς του περὶ Δικαστηρίων, ὅπως ὑπεστηρίχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ πρότασίς του περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐπαναληφθεῖσα πολλάκις κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. βουλευτής, ὅτι θὰ ὑποστηριχθῇ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καὶ τότε θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι γνωρίζει νὰ ἐκπληρῇ τὰ καθήκοντά του ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ὅτι δὲν ὁμοιάζει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦν καὶ δημοκοποῦν. Ἀλλὰ τίνες εἰσιν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦν καὶ δημοκοποῦν, κ. ἐκ Βώλου βουλευτά; Εἶμαι ἐγὼ, διότι ὑψῶ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ ζητήματος, ὑπὲρ οὗ ὤφειλες νὰ μεριμνήσῃς περισσότερον ἐμοῦ; Διότι τὴν ὕψωσα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὅτε ἤμην εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας καὶ δὲν εἶχον λόγον νὰ δημοκοπήσω, ἀλλὰ μόνον τὸ συμφέρον ἐκ καθήκοντος ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶμαι βουλευτὴς μεριμνῶν περὶ παντὸς ζητήματος; Καὶ πέρυσιν ὕψωσα περισσότερον ὅλων τὴν φωνὴν, ὄχι δημοκοπῶν, ὄχι χάριν τῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ μόνον, ὅπως ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ σήμερον ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου ἐξακολουθῶ ὑψῶν τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐὰν σήμερον εὑρίσκομαι εἰς ἄλλην θέσιν καὶ ἂν δὲν δύναμαι νὰ ἀνεχθῶ Ἐξουσίαν, ἥτις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ καθῆκόν της καὶ εἰς τὰς περιστάσεις τοῦ Τόπου, τοῦτο δὲν εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἔπαυσα νὰ ἦμαι, ὁποῖος ἀείποτε ὑπῆρξα. Ἐὰν μετέβαλον θέσιν, ἄλλοι εὐθύνονται καὶ αἱ πράξεις αὐτῶν εὐθύνονται καὶ ὄχι διάθεσις ἐμοῦ πρὸς τὴν κερδοσκοπίαν ἢ πρὸς τὴν Ἐξουσίαν τείνουσα. Κύριοι βουλευταί, ἀφίνω τὰ προσωπικὰ τοῦ ἐκ Βώλου βουλευτοῦ ὡς ἀνάξια συζητήσεως. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι, ἐὰν σπουδάζωμεν βουλευόμενοι, ἐὰν τὸ καθῆκόν μας δὲν ἦναι μόνον καθὼς νομίζει ὁ κ. Παρασκευᾶς νὰ ἐπιψηφίζωμεν Προϋπολογισμούς, ἵνα διοικῆται ὁ Τόπος ὅπως ὁδηγούμενος εἰς τὴν καταστροφήν· ἐὰν ὁ προορισμὸς ἡμῶν δὲν ἦναι νὰ νομοθετῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐλέγχωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προστατεύωμεν τὰ παραβιαζόμενα δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν μας, δικαιώματα μυριάδων ἀνθρώπων παραγνωριζόμενα, τότε πρέπει, κύριοι, νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, νὰ λύσωμεν αὐτὸ ὅπως θέλει ἡ πλειοψηφία, καὶ μετ’ αὐτὸ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰ δίκαια καὶ πατριωτικὰ αἰσθήματα τοῦ ἐκ Βώλου βουλευτοῦ, συντρέχοντες τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ψηφισθῇ ὁ περισπούδαστος Προϋπολογισμός, ἀφοῦ ὅμως ὑποβληθῇ εἰς τὸν δίκαιον ἔλεγχον. Τότε θὰ ἦμαι ὡς στρατιώτης εἰς τὴν θέσιν μου καὶ θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου καθὼς ἀείποτε τὸ ἐξεπλήρωσα. Ἐὰν συνέβησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐποχὴν, οὕτως εἰπεῖν, βουλευτικαὶ ἀπεργίαι, δὲν εὐθύνεται ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ εὐθύνεται ἡ συμπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν ἐπείθετο εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ εἰς τὸ δίκαιον. Μία μόνον ἡμέραν δ’ ἐγένετο ἀπεργία συνεπείᾳ ἀποχῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ ἡμέρα ἦτο καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κομπάζων εἶπεν ὅτι ἔχει τὴν ἀπαρτίαν καὶ δύναται δικτατορικῶς νὰ διοικήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Διὰ νὰ τοῦ ἀποδείξωμεν λοιπὸν ὅτι τὰ ἀναστήμά του δὲν εἶναι δικτάτορος καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δέχεται διοικήσεις τοιαύτας, δὲν προσήλθομεν εἰς μίαν συνεδρίασιν· ἔκτοτε ὅμως ἀπεδείξαμεν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν καὶ ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ὑπὸ νομοθοτικὴν ἔποψιν τὸ σπουδαῖον ἡμῶν καθῆκον (θόρυβος). Διὰ ταῦτα, κύριοι, προτείνω ὅπως μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§28ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, παραδέχθητε νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ διανεμηθῶσι τὰ τηλεγραφήματα ἐξ Ἄρτης, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε τὴν τύπωσιν καὶ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἄρτης, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι πᾶσαι αἱ παραστάσεις, αἱ μέχρι τοῦδε τηλεγραφικῶς γενόμεναι ἐξ Ἄρτης, δὲν εἶναι παρὰ ψευδολογίαι.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ἦναι ὁ Γονατᾶς, τότε αἱ πληροφορίαι δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐνοίας τὸν προήγαγεν.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς ὁ κ. Γονατᾶς προήχθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἐφέτου, καὶ ὅμως δὲν διατελεῖ ἐν Ἄρτῃ, ἀλλ’ ἐν Πάτραις· ἑπομένως τὸ τηλεγράφημα οὐδὲν κοινὸν ἔχει μετὰ τοῦ κυρίου Γονατᾶ, ἀλλ’ εἶναι τοῦ Ἀντεισαγγελέως Δεκαρίστου.
§31ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ προβιβασθῇ καὶ αὐτός.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀναγομένην εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ἐπρόκειτο, ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Προκειμένου, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα καὶ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νομίζω ἀναγκαῖον, ὅτι εἶναι, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ὑποβάλῃ τὰς διαβιβασθείσας πληροφορίας πρὸς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχάς.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀνακοίνωσις, ἥτις ἐγένετο εἰς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχὰς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἦτον ἡ διαβίβασις τῆς ἐγκυκλίου ταύτης. Τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης συνενοήθησαν καὶ κατόπιν τῆς συνενοήσεως ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπηύθυνε τὴν ἐγκύκλιον, ἣν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος· αὐτὴν δὲ ταύτην τὴν ἐγκύκλιον ἀνεκοίνωσε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχὰς, ὅπως συμορφοθῶσι πρὸς αὐτήν.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης συνεπείᾳ τῆς διαφωνίας τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν πρὸς τὰς Δικαστικάς· τότε δὲ ἐξέδωκα τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν καὶ δι’ ἐγγράφου ἀπέστειλα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρεκάλεσα δὲ αὐτὸ, ὅπως ἀποστείλῃ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην καὶ εἰς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχὰς, ὅπως συμφώνως ἐνεργῶσι μετὰ τῶν Δικαστικῶν Ἀρχῶν.
§35ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἐμνήσθη προτάσεώς μου περὶ κατὰ προτίμησιν ἐγγραφῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἑνὸς Νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἔχω πρωτοβουλίαν καὶ σκέψιν· ὑπέμνησα ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ἰδέαν μου, ἡ δὲ Βουλὴ, ἀναγνωρίσασα τὸ δίκαιον καὶ σπουδαῖον τῶν παραστάσεών μου, παρεδέχθη τὴν ἐγγραφήν. Δὲν ἀνήκει βεβαίως εἰς τὴν ἰδικήν μου πρωτοβουλίαν, οὔτε εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο, ἂς τὴν προτιμήσῃ· ἄλλως, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883;
§37ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, διατελοῦμεν εἰσέτι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἐμβρυθοῦς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας. Λίαν τεχνηέντως τῷ ὄντι ἀντεπεξῆλθε τὸ σύνολον τοῦ προτεινομένου Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ μέρη αὐτοῦ, καὶ λίαν αὐστηρῶς κατέκρινε τὰ πάντα καὶ ἐζήτησεν νὰ καταδείξῃ αὐτὰ ἡμαρτημένα. Ἤλπιζον, ὅτι, ὡς ἐντριβὴς περὶ τὰ τοιαῦτα, ἔμελε νὰ ἀντικαταστήσῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον, ὡς προϊόν μελέτης προγενεστέρας, ἠδύνατο νὰ παρέξῃ τὸν μίτον, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς δυσχεροῦς ἡμῶν θέσεως. Μοὶ ἐφάνη ὅμως, ὅτι κατέληξεν εἰς ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα καὶ ἀντὶ νὰ φέρῃ τοιαύτας μελέτας, μᾶς παρέπεμψε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τετριμμένην καὶ καθημαξευμένην ὁδὸν, νὰ πορευθῶμεν τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἥτις εἰς οὐδὲν ἄλλο ἄγει, ἢ εἰς τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶχε τοιαύτην ὑποχρέωσιν, διότι κατὰ τὸ μέρος του συνετέλεσε καὶ αὐτὸς εἴτε διὰ τῆς ψήφου του, εἴτε ὡς διέπων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀμηχανίαν, εἰς ἣν περιήλθομεν. Ὅτε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε προϋπολογισμὸν ἔκτακτον καὶ ὑπερβαίνοντα τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους βεβαίως ἐσκέφθη τότε καὶ ἐκτάκτως ἐμερίμνησε, κατὰ ποῖον τρόπον ἠδύνατο κατόπιν νὰ ἐπανορθωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Ἀφοῦ κατεφύγομεν εἰς δάνεια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ 1877 ἀριθμοῦνται ἤδη εἰς 260 ἑκατομμύρια, διότι 80 καὶ πέραν ἐδανείσθημεν παρὰ τῶν Τραπεζῶν, 60 κατόπιν δι’ ἐγγραφῆς καὶ ἐκδόσεως δανείου, καὶ 120 ἑκατομμύρια τελευταῖον, βεβαίως ἔπρεπε νὰ προΐδῃ ὅτι τοιαῦτα δάνεια εἶναι ὑποσχέσεις, ἐπιβάλλουσαι ὑποχρεώσεις καὶ ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἔμελλε νὰ μετατραπῶσιν εἰς θυσίας πραγματικάς· διότι τὰ δάνεια δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ θυσία ὡς πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀποφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἀντὶ νὰ μᾶς παρέξῃ οἱανδήποτε ἐλπίδα, ὅπως διαγνώσωμεν τὸν τρόπον τῆς ἀνακουφίσεως ἡμῶν ἐκ τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεων καὶ τὸν τρόπον ὅπως μὴ φανῶμεν κακῆς πίστεως, περιωρίσθη εἰς ἁπλᾶς συμβουλὰς, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς Προϋπολογισμοὺς προγενεστέρους, καὶ ἐκεῖ ν’ ἀνεύρωμεν τὰ μέσα πρὸς ρύθμισιν τοῦ ἐνεστῶτος, ἐθεώρισε δὲ, ὅτι τοῦτο ὑπαγορεύει ἡ παροῦσα στάσις τῶν πραγμάτων, διότι παρῆλθεν πλέον ὁ καιρὸς τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ ὅπως ἐξέφρασε, ἐπανερχόμεθα εἰς Προϋπολογισμὸν εἰρήνης, ὁποῖον εἴχομεν πρὸ τοῦ 1877, κατὰ τὸ 1876. Ἐθεώρησε λοιπὸν ὅτι τὸ μόνον, ὅπερ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, εἶναι ν’ ἀποκόψωμεν δαπάνας μέχρις ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, ὥστε διὰ τῆς ἀφαιρέσεως αὐτῶν ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1876 ὡς ἔγγιστα. Ἂν ἡ ἀποκοπὴ τοιούτων δαπανῶν δὲν ἐπαρκῇ εἰς τὸ νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς ἰσοῤῥοπίαν, ὅπως εἶναι πρέπον, τότε καὶ μόνον τότε νὰ καταφύγωμεν εἰς φόρους καὶ τούτους μετρίους. Παρῄνεσε νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἄλλων τινῶν τρόπων, οἵτινες μικρόν τι δύνανται νὰ συντελέσωσι, καὶ κατὰ τὴν κρίσιν του, αὐτὴν τὴν ὁδὸν ὀφείλομεν νὰ βαδίσωμεν. Ἐκάκισε σφοδρῶς καὶ πικρῶς καὶ μετὰ πολλῆς εἰρωνείας τὸ προταθὲν ἰσοζύγιον· ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο εἶναι φαντασμαγορία καὶ φαντασμαγορία, ἥτις ἐνέπλησε τύφον τὸν προτείναντα. Καὶ μοὶ ἐφάνη λίαν παράδοξον, πῶς ἡ πρότασις τοῦ ἰσοζυγίου μετ’ ἐμπαιγμοῦ κατακρίνεται, ἀντὶ νὰ ᾖναι ὁ τελικὸς σκοπὸς πάσης οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Διὰ νὰ δώσῃ ὑπόστασιν εἰς τὴν κατάκρισιν ταύτην ἀνεκήρυξεν αὐτὸ ἀκατόρθωτον. Διὰ νὰ δείξῃ τὸ ἀκατόρθωτον κατέγεινε νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τὸ ὑπολογιζόμενον ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1882 παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ᾖναι ἢ δὲν ᾖναι τοσοῦτον, ἐὰν ἀνέρχηται εἰς τὸ καταδειχθὲν ποσόν, ἢ ἐξ ἐναντίας δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ποσὸν πολλῷ ἀνώτερον. Καὶ ἐθαύμασα τῳόντι τὴν δεξιότητα τοῦ χειρισμοῦ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παρέταξε. Μοὶ ἐφάνησαν οἱ ἀριθμοὶ ὡς ἀσκοὶ, οἵτινες πληρούμενοι γίνονται ὑπερμεγέθεις καὶ κενούμενοι ἐξαφανίζονται. Ἐνῷ κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν ὑπέβαλλον εἰς τὴν Βουλὴν διϊσχυρίσθην, καὶ κατέδειξα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 6,900,000, αἴφνης διὰ διαφόρων παρατηρήσεων, ὑποβαλλομένων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τριφυλίας, παρεστάθη ὅτι εἶναι 27,000,000. Πῶς ἔφθασε νὰ παραστήσῃ τοιοῦτον ὄγκον; Δὲν δύναται βεβαίως νὰ διαμφισβητήσῃ τὰ μέχρι τοῦδε βεβαιωθέντα, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 61,000,000, καὶ ἐπίσης δὲν δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν 61 ἑκατομμυρίων τὰ 10 ἑκατομμύρια εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα διὰ τῆς κατὰ πρῶτον ὑποβληθείσης καταστάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλεγον τότε ὅτι εἶχον μόνον βεβαιωθῆ 50 ἑκατομμύρια, ἔμελλον δὲ νὰ βεβαιαθῶσιν εἰσέτι 19. Τοῦτο μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου εἶχον βεβαιωθῆ τὰ 50 ἑκατομμύρια καὶ τὰ 10 ἑκατομμύρια 160 χιλιάδες ἐβεβαιώθησαν ἐν διαστήματι τῶν δύω μηνῶν. Ὅστις γνωρίζει τὰ οἰκονομικὰ, ὅπως γνωρίζει αὐτὰ ὁ Βουλευτὴς Τριφυλίας, δὲν δύναται νὰ ἀγνοῇ ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἀπερχομένου ἔτους πάντοτε ὑπάρχει μεγάλη βεβαίωσις φόρων. Ἔχομεν πλείστους φόρους οἵτινες κατ’ αὐτοὺς τοὺς μῆνας βεβαιοῦνται. Ἔχομεν τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, ἥτις, ὡς εἶναι γνωστὸν μέχρι τοῦ Ἰουνίου καταλογίζεται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ προγενεστέρου ἔτους· ἔχομεν τὸν φόρον τῶν σύκων τῶν βαλανιδίων καὶ οὕτω καθεξῆς· ἔχομεν τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων· ἔχομεν τὰ τηλεγραφικὰ δικαιώματα καὶ τὰ τῶν μεταλλείων· ἔχομεν τὸν φόρων τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, ὑπολείπεται τὸ ποσὸν ἐκ τῆς συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ οὕτω καθεξῆς· ὅλαι βεβαίως αὗται αἱ πρόσοδοι ὑπολογιζόμεναι ἀπαρτίζουσι τὸ ποσὸν τῶν 9,000,000. Καὶ ταῦτα, παραβαλλόμενα πρὸς ἐκεῖνα, ἃ καθυστεροῦνται βεβαιωθέντα, δὲν δεικνύουν ὅτι λέγω τι ἀπίθανον, ἢ μὴ σύμφωνον πρὸς ὅσα κατ’ ἔτος συμβαίνουν. Ἐὰν λοιπὸν ἔχομεν εἰσέτι 9 ἑκατομμύρια νὰ βεβαιώσωμεν, δὲν εἴμεθα μακρὰν τῆς βεβαιώσεως τῶν 70 ἑκατομμυρίων. Ἐπειδὴ ἐξ αὐτῶν εἰσεπράξαμεν 53 ἑκατομμύρια, ἐβεβαιώσαμεν δὲ ὡς ἔγγιστα 70 ἑκατομμύρια, ἐὰν δαπανήσωμεν ὅπως δαπανῶμεν, θὰ ἔχωμεν διαθέσιμα τριῶν ἑκατομμυρίων καί τινων ἑκατοντάδων. Ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν ἔχει καὶ τεσσάρων ἑκατομμυρίων μείωσιν δαπανῶν· ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχομεν τριῶν ἑκατομμυρίων μείωσιν μόνον· τότε λογιστικῶς ἔχομεν 6,900,000 ἔλλειμμα. Παρετήρησεν εἰς ταῦτα ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Τριφυλίας, ὅτι ὅσα λογιστικῶς βεβαιοῦνται, ὅλα δὲν εἰσπράττονται ἕκαστον· ἔτος πράγματι ἀφίνει καθυστερήματα περίπου 10%· δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο. Ἐὰν καὶ αὐτὸ τὸ ἔτος ἀφήσῃ καθυστερούμενα, ὅπως καὶ τὰ προηγούμενα, ἅτινα κατ’ ἀρχὰς φαίνονται τοσαῦτα ἀλλὰ μετριάζονται κατόπιν, ἐὰν καὶ αὐτὸ τὸ ἔτος ἀφήσῃ τὰ συνήθη καθυστερούμενα, θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα περίπου 10 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τί ἔπραξε διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ὑπέρογκον ποσόν; προσέθηκε δαπάνας, μὴ γενομένας καὶ μὴ δυναμένας νὰ γίνωσι· προσέθηκε 10 ἑκατομμύρια τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ π. ε. περιεῖχε δι’ εἰδικοῦ Νόμου τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων· προσέθηκε τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸν Νόμον περὶ Δανείου, τοῦ ὁποίου ἐπίσης δὲν ἔγεινε χρῆσις. Ἐν μὲν τῷ παρελθόντι ὑπῆρχε ποσὸν μόνον 30 χιλιάδων ἐγγεγραμμένον διὰ τόκον αὐτοῦ τοῦ δανείου, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ποσὸν 150 χιλιάδων. Προσέθηκεν ὅμως εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια καὶ ἄλλο τι, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρχον προγενέστεραι προμήθειαι τοῦ στρατοῦ, ὧν ἔγεινε χρῆσις, περίπου δύω ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω ἀθροίζων ὅλα αὐτὰ, φἔθασε νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 μέλλει νὰ ἦναι 25 ἢ 27 ἑκατομμύρια. Δὲν ἐννοῶ ὅμως τί συμπέρασμα ἐδυνήθη νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τούτου. Τὸ συμπέρασμα, ὅπερ ἐδύνατο λογικῶς νὰ ἐξαγάγῃ εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσητε περὶ ἐπιψηφίσεως νέων φόρων. Ὅσον μεγαλείτερον εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τοσοῦτον βαρυτέρα ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἀναπληρώσεως αὐτοῦ. Τοὐναντίον, κακίζων τὸ σύστημα τῆς διὰ φόρων ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι χαρακτηρίζει τοὺς Ἀσιανοὺς δεσπότας. Οἱ Ἀσιανοὶ δεσπόται, ὅταν εἶναι κενὸν τὸ γαζοφυλάκιον, καλοῦν τὸν Βεζύρην, τὸν ὑπηρέτην τῶν θελημάτων αὐτῶν καὶ διατάσσουν τὴν εἴσπραξιν φόρων. Μὲ συγχωρεῖ νὰ ἀντιτάξω, ὅτι τὰ ἔθνη, τὰ ἐλευθέρως πολιτευόμενα καὶ κοινοβουλευτικῶς, ὑπόκεινται εἰς βαρυτέρους φόρους· ὑπόκεινται δὲ εἰς βαρυτέρους φόρους, διότι αὐτὰ, ἀναγνωρίζοντα τὴν ἀνάγκην, ψηφίζουσι τοὺς φόρους ἑκουσίως. Τὸ ἔθνος λαμβάνει συνείδησιν καὶ γνῶσιν τῶν ἀληθῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων καὶ στέργει τὰς θυσίας. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω τὸ τελευταῖον παράδειγμα τῆς Ἀμερικῆς, πρὸς ἣν κατά τι ὁμοιάζει ἡ θέσις ἡμῶν σήμερον. Μετὰ τὸ πέρας τῆς διαταράξεως τῆς ὁμοσπονδίας, ἥτις ἐκινδύνευσε νὰ διχασθῇ, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς εὑρέθησαν ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ὑπὸ τὸ βάρος μεγάλων ὑποχρεώσεων. Τί ἔπραξαν πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ; κατέφυγον εἰς βαρυτάτους φόρους, προσέθηκαν ἑκατὸ καὶ 150% τελωνειακὸν δασμὸν, καὶ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου κατώρθωσαν νὰ ἄρουν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ ἐπαναφέρουν τὴν εὐεξίαν. Δὲν ἦτο λοιπὸν πρόσφορον τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐξελέξατο. Μᾶς συνεβούλευσε νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς Προϋπολογισμοὺς, τοὺς πρὸ τῶν προπαρασκευῶν, διὰ νὰ εὕρωμεν ἐκεῖ τὰ ὅρια, ἕως ποῦ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, παραβάλλων αὐτοὺς τοὺς Προϋπολογισμοὺς, δὲν ἐξήτασεν αὐτοὺς μετὰ τῆς δεούσης ἀκριβείας, ἀλλ’ ἀκροθιγῶς πως μόνον περιωρίσθη νὰ ἀνεύρῃ ἐν συνόλῳ τὴν διαφορὰν τῶν ἀριθμῶν. Θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐξετάσω ἐγγύτερον αὐτὰς τὰς διαφορὰς καὶ νὰ ἀνεύρω ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τὰ ἐξηγοῦντα τὸν ὄγκον, εἰς ὃν σήμερον φθάνουν αἱ ἡμέτεραι δαπάναι. Ἐὰν ὁ ὄγκος ἔχῃ τοιαύτας αἰτίας, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἀρθοῦν ἐκ τοῦ μέσου, τότε ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ἐξ αὐτῶν πηγάζον. Περιοριζόμεθα βέβαια, ὅταν ἐνασχολούμεθα συγκρίνοντες αὐτοὺς τοὺς Προϋπολογισμοὺς, εἰς ἐκείνας τὰς δαπάνας, αἵτινες εἶναι ἐπιδεκτικαὶ αὐξήσεως καὶ μειώσεως, καὶ ἀφίνομεν κατὰ μέρος τὰς δαπάνας, αἵτινες δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαί. Ἀρκεῖ τότε νὰ λάβωμεν τὸ σύνολον τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, καὶ συγκρίνοντες τὸ ποσὸν ὡρισμένως τῶν δαπανῶν τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἐν ἑκάστῳ προϋπολογισμῷ, διὰ τῆς συγκρίσεως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ γνωρίσωμεν ποία εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ πόθεν προῆλθεν. Ἀνατρέχοντες εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1876 εὑρίσκομεν, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἐν συνόλῳ ἀνέρχονται εἰς 21,892,000· ἐξ αὐτῶν τῶν δαπανῶν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν, διότι αὗται ὑπάγονται εἰς ἰδιαιτέρους ὀργανισμοὺς, περὶ ὧν ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ γείνῃ λόγος. Ἐξετάζοντες τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν λεγομένων πολιτικῶν Ὑπουργείων καὶ ἀφαιροῦντες τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν, εὑρίσκομεν, ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι ἐλογίσθησαν τότε εἰς 12,322,882. Κατὰ τὸ 1877, τὴν αὐτὴν ἐπαναλαμβάνοντες πρᾶξιν, εὑρίσκομεν, ὅτι ἦσαν 12,411,205, εἰς τὰ 1878 12,678,061, εἰς τὰ 1879 13,575,849. Ἄρχεται ἀμέσως αὔξησις, ἥτις οὐδόλως χρεωστεῖται εἰς τὰς παρασκευάς· τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα δὲν ηὔξησαν τὰς δαπάνας λόγῳ τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν, ἀλλὰ λόγῳ βελτιώσεων εἰσαχθεισῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, βελτιώσεων διαφόρων, καθ’ ὑπόθεσιν τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, δι’ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἰς τὰ 1880 13,088 955, εἰς τὰ 1881 14,014,615, εἰς τὰ 1882 19,722,880, ὡς καὶ εἰς τὸν προτεινόμενον Προϋπολογισμὸν 19,020,409· ἔχετε διαφορὰν 5,000,000· πόθεν εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἡ διαφορὰ προέρχεται ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν περίπου 3,000, 000· ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ταχυδρομικῆς, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς τηλεγραφικῆς μεγάλου ποσοῦ· ἡ δὲ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία φέρει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 1,660,000, πέραν τοῦ ἑκατομμυρίου πρὸς τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἐπίσης ἐδιπλασιάσθη, 800,000 ἀντὶ 400,000. Ἔχετε διαφορὰν ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας· ἔχετε διαφορὰν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ἡμέτερον ἐκ τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν ἀθροίσετε ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ, φθάνετε περίπου εἰς τὰ 4,500,000 ἢ καὶ πλέον. Αὐτὰ ὅλα ὅμως, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἐξηγοῦν τὴν τοιαύτην ὑπερβολικὴν αὔξησιν, μήπως εἶναι ἄγονοι δαπάναι; εἰς ἑκάστην ἐκ τῶν μνημονευομένων δαπανῶν εὑρίσκετε ἀντίστοιχον πρόσοδον. Ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ἔχετε πρόσοδον, ὅπως ἤδη ἐξεθέσαμεν, 5 ἑκατομμυρίων καὶ χιλιάδων τινῶν, καὶ μέχρι τοῦδε ἐβεβαιώθησαν 4 ἑκατομμύρια καὶ χιλιάδες τινὲς, ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς τὰ 5 ἑκατομμύρια. Ἔχετε λοιπὸν αὔξησιν σπουδαίαν δαπανῶν, ἀλλ’ ἔχετε καὶ ἀντίστοιχον πρόσοδον· εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν ἔχετε ἐπίσης ἀντίστοιχον πρόσοδον, διότι ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἔχετε πρόσοδον 1,220,000, ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἔχετε πρόσοδον 1,200,000, ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ἔχετε ἐπίσης πρόσοδον ἴσην πρὸς τὴν δαπάνην· καὶ ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας, ἔχετε ἀντίστοιχον πρόσοδον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐφικτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας τοῦ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν πρώτων ἐτῶν. Ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ παντὸς εἴδους, αἱ δαπάναι, ὅσαι προσετέθησαν, ἂν ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλ’ ἐν μέρει, εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκόψωμεν, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν, διότι εἰς αὐτὰς δὲν ἀντιστοιχοῦν ἀνάλογοι πρόσοδοι. Ἂν δὲν δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε τὰς δαπάνας ταύτας ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, ὡς ἐκ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐξαλειπτέα, τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ὕπαρξιν, τότε μικρόν τι ὑπολείπεται, ὅπως ἐκ τῆς συμβουλῆς τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας πορισθῶμεν οἵαν δήποτε ἀνακούφισιν καὶ οἵαν δήποτε ὠφέλειαν. Ἂν δὲ ἀποταθῶμεν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς στρατιωτικὰς καὶ Ναυτικὰς, πολὺ ἀμφιβάλλω, ὅτι μέλλει νὰ ἦναι ἡ ἐργασία τῆς μειώσεως ἀποτελεσματική. Δὲν ἀναλαμβάνω ὅμως τὸ μέρος τοῦτο, οὔτε εἶδον τινὰ νὰ καταδείξῃ μέχρι τοῦδε σπουδαῖόν τι, δυνάμενον νὰ γείνῃ δεκτὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κύθνου βεβαίως ἐζήτησεν ἐλάττωσιν σπουδαίου ποσοῦ· ὅπως ὅμως φαίνεται ἡ ἐλάτωσις αὕτη δὲν εἶναι ἐκ τῶν πραγματοποιησίμων. Μὴ δυνάμενοι ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ πορισθῶμεν σπουδαίαν ἐλπίδα, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις αἱ προτεινόμεναι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιψηφισθοῦν καὶ νὰ γείνουν δεκταὶ, ἢ νὰ τελεσφορήσουν, δὲν ὑπολείπεται ἄλλο νὰ πράξωμεν ἢ νὰ ἀναζητήσωμεν ἄλλον τρόπον, ὅπως ἀναπληρώσωμεν τὸ χάσμα. Δὲν ἤκουσα ποσῶς ν’ ἀνησυχῇ ὡς ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς μὴ ἀναπληρώσεως, δὲν ἤκουσα, ὅτι ἐθορυβήθη ἐκ τούτου, ἀλλὰ φαίνεται μᾶλλον διασκεδάζων καὶ ἐπιχαίρων, ὡς ἐκεῖνος, ὅστις βλέπων πυρκαϊὰν ἐνασμενίζεται εἰς τὸ θέαμα αὐτῆς, ἀντὶ νὰ φροντίζῃ καὶ μεριμνᾷ περὶ κατασβέσεως αὐτῆς. Κατὰ σειρὰν ἐζήτησε νὰ κατακρίνῃ τοὺς πλείστους ἐκ τῶν φόρων, ὅσους προτείνομεν, καὶ ἐνῶ παρέβαλεν ἡμᾶς ὡς πρὸς δυνάστας Ἀσιανοὺς, εἶναι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν φόρων τούτων αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀθρόως ἐπρότεινεν αὐτὸς οὗτος κατὰ τὸ 1875. Πῶς τότε κατὰ τὸ 1875 ἐθεώρει ἐπικείμενον κίνδυνον διαταράξεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων πρὶν ἀκόμη φθάσωμεν εἰς αὐτὰς τὰς διαστάσεις, εἰς ἃς περιήλθομεν σήμερον, καὶ πῶς σήμερον μετὰ τοσαύτης ἀπαθείας, μόνον φροντίζων πῶς νὰ εἰρωνευθῇ, βλέπει ἐνώπιον αὐτοῦ ἀνοιγόμενον τὸ χάσμα, καὶ ἐντούτοις θεωρεῖ, ὅτι πᾶν ἄλλο τι πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἢ νὰ ἀνεύρωμεν πόρους πρὸς ἀναπλήρωσιν! Ἐν πρώτοις ἐκάκισε τὸ Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβιβάζομεν τοὺς φόρους εἰς νέας δραχμάς· ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ αὔξησις τῶν φόρων ἀνὰ 12%. Δὲν εἶναι 12%, ἀλλὰ 10%, καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀναγωγὴ κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1867 ἤδη εἶχεν ὁρίσει, ὅτι ὑπολογίζονται διὰ μειώσεως πρὸς 10% εἰς νέας δραχμάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν, εἶπε, νὰ ἀναβιβάσητε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζῴων, τὸν ὁποῖον ηὐξήσατε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος; Δὲν ἐνομίσαμεν οὐδὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτι τὸ βάρος ἦτο πολὺ καὶ ὅτι πιέζει τὴν κτηνοτροφίαν. Μᾶς εἶπε μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ συνδεθῇ ἡ κτηνοτροφία μετὰ τῆς γεωργίας· ἀλλὰ θέλω νὰ μοὶ δείξῃ πῶς συντελεῖ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης συναφείας τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου· τάχα ἂν ὁ φόρος ἦναι ἀνώτερος, τότε ἀπέχει τῆς γεωργίας ἡ κτηνοτροφία; καὶ ἂν ὁ φόρος ἦναι ἐλαφρότερος, τότε ἡ κτηνοτροφία συντρέχει τὴν γεωργίαν; Ἄλλο σύστημα φορολογίας βέβαια δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ εἴμεθα μακρὰν αὐτοῦ εἰσέτι. Διὰ νὰ συνδέσωμεν τὴν γεωργίαν μετὰ τῆς κτηνοτροφίας, τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει ὠφελήσει καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην, δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον ἢ νὰ καταστήσωμεν τοὺς κτηνοτρόφους κτηματίας, νὰ περιέλθωσιν εἰς αὐτοὺς αἱ βοσκαί· καὶ ὅταν περιέλθωσιν εἰς αὐτοὺς αἱ βοσκαὶ, τότε συνδέεται ἡ γεωργία μετὰ τῆς κτηνοτροφίας, καὶ τοῦτο ὑπάρχει ἐν ταῖς χώραις, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα. Τί πιέζει παρ’ ἡμῖν ἰδίως τὴν κτηνοτροφίαν; πιέζει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνευρέσεως τροφῆς, τὰ νόμιστρα, τὰ ὁποῖα πληρόνουν, καὶ αἱ θυσίαι, αἱ γινόμεναι διὰ τὴν ἀνεύρεσιν αὐτῆς, εἶναι πολὺ ἀνώτεραι τοῦ φόρου. Ἂν λοιπὸν ἀνεβιβάσθη κατὰ 5 λεπτὰ ὁ φόρος τῶν μικρῶν ζῴων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἀναβιβασθῇ πλέον τῶν τριῶν λεπτῶν, καὶ δὲν νομίζομεν, ὅτι τὸ βάρος εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ πιέσῃ καὶ νὰ βλάψῃ τὴν κτηνοτροφίαν. Εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅτι τί ὠφελεῖται ὁ ρακενδύτης κτηνοτρόφος ποιμὴν τῆς Εὐρυτανίας, ἂν κατασκευάζωνται ὁδοὶ, σιδηρόδρομοι, ἂν αἱ πόλεις τῆς Ἑλλάδος αὐξάνουν καὶ βελτιοῦνται; Νομίζω, ὅτι ὁ ρακενδύτης ποιμὴν τῆς Εὐρυτανίας ὠφελεῖται ἐκ τούτου.
§38ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρενοήσατε· πῶς ἠδυνάμην νὰ εἴπω τοῦτο; Εἶπον, ὅτι εἰς τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουν οἱ γεωργικοὶ καὶ ποιμενικοὶ πληθυσμοί, αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ δὲν ἐξετάθησαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν αὐτούς!
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἄν εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας προχωρῇ ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ αὔξησις, τί ὠφελεῖ τοῦτο τὸν ρακενδύτην...
§40ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέφερον, ὅτι ἡ εὐπορία τινῶν πόλεων δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν κατάστασιν τῶν Ἐπαρχιῶν· πόλεις τινὲς μεγαλειτέρας παραγωγῆς, οὐχὶ κυρίως ἐγχωρίου, ὡς αἱ Πάτραι, αἱ Ἀθῆναι, ὁ Πειραιεὺς, αἱ τοιαῦται πόλεις δὲν εὐποροῦν σχετικῶς μὲ τὰς λοιπὰς Ἐπαρχίας εὑρίσκονται εἰς φοβερὰν ἀντίθεσιν.
§41ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ ἐνόησα, καὶ ἐπειδὴ ἐνόησα τοιουτοτρόπως, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, κρίνων κατ’ ἄλλον τρόπον, ὅτι οἱ κτηνοτρόφοι τῆς Εὐρυτανίας ὠφελοῦνται, καθόσον ἡ κατανάλωσις ἐκείνων τῶν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ τρέφουν, γίνεται εἰς αὐτὰς τὰς πόλεις, καὶ ὅσον αὐξάνει ἡ κατανάλωσις, τόσον αὐξάνει καὶ ἡ τιμὴ τῶν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα τρέφουν, καὶ ἰδοὺ διατί δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένοι ὠφελείας· εἰς ἄλλην τιμὴν ἡ κατανάλωσις θέλει γείνει, ὅταν ὑπάρχουν πόλεις μεγάλαι, ἐν αἷς ὑπάρχει εὐημερία, ἔστω καὶ δυσανάλογος. Ἄν δὲν ὑπάρχουν τοιαῦται πόλεις, ποῦ θὰ καταναλώσουν τὰ κτήνη των; Νομίζετε, ὅτι οἱ ποιμένες ἀρκοῦνται μόνον νὰ περιφέρωνται εἰς τὰ δάση καὶ τὰ ὄρη καὶ νὰ ἀκούουν τὸν ἦχον τῶν αὐλῶν των; δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός των· ὁ σκοπός των εἶναι νὰ αὐξήσουν τὰ ποίμνιά των καὶ νὰ τὰ ἐκποιήσουν εἰς τιμὰς ὑψηλὰς, ὥστε νὰ διπλασιασθῇ ἡ ἀξία των, καὶ διὰ νὰ εὕρουν τοιαύτας τιμὰς, πρέπει νὰ ὑπάρχουν τοιαῦται πόλεις, ὅπου νὰ γίνεται ἄφθονος ἡ κατανάλωσις.
§42ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι σκιαμαχεῖτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§43ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὑρέθημεν λοιπὸν σύμφωνοι. Ἐπίσης εὗρεν, ὅτι ὑπερηύξησεν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὅπως ἐξεθέσαμεν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, κατὰ τὴν ἀρχικὴν ἐφαρμογὴν, ἦτον εὐτελὴς καὶ μὴ ἀνάλογος πρὸς τὴν ὠφέλειαν τοῦ φορολογουμένου· ἡ ἀναλογία, ἥτις ἀρχικῶς τότε ἐλήφθη ὡς βάσις, δὲν παρηκολούθει τὴν πρόολον τῆς αὐξήσεως τῶν προϊόντων κατὰ τὴν εὐφορίαν τῶν Ἐπαρχιῶν· ἡ αὔξησις, ἥτις ἔγεινε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἄν τις προσεκτικῶς παρακολουθήσῃ τὴν κλίμακα, τὴν ὁποίαν τότε ἐδέχθημεν, εἶναι 40%, καὶ ἴσως εἴς τινας βαθμίδας δὲν φθάνει τὸ 40%, ἀλλ’ ἐν γένει καθ’ ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος ἡ αὔξησις εἶναι 40%· διότι, ἂν ἐκεῖνος ὅστις ἔδιδε 5 δίδῃ 6, τότε ἡ αὔξησις εἶναι μόνον 20% καὶ οὕτω καθεξῆς. Δὲν νομίζομεν λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐδῶ ὑπάρχει τις ὑπερβολὴ τοῦ νὰ αὐξήσῃ κατὰ 10% φόρος, ὅστις καθ’ ἑαυτὸν δὲν εἶναι βαρὺς, οὔτε καταπιεστικός. Ὅσοι ἔχουν σχέσεις πρὸς τὰς γεωργικὰς τάξεις ἀκούουν παρ’ αὐτῶν, ὅτι, ὡς ἔχει ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν εἶναι παραίτιος βλάβης, οὔτε αἰσθάνονται τὸ βάρος, ὅσον τὸ ἠσθάνοντο ὅτε ὑπῆρχεν ἡ δεκάτη. Ἐπεθύμει βέβαια ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ γείνῃ καὶ φορολογία κατ’ ἐπέκτασιν· ἀλλ’ ὅσαι καὶ ἂν ἔγειναν μελέται μέχρι τοῦδε, καὶ μελέται παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, δὲν ηὐδοκίμησαν νὰ δείξουν κατὰ ποῖον τρόπον ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ φόρος κατ’ ἐπέκτασιν. Δὲν νομίζομεν δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἔχων μεγάλα κτήματα δὲν συμμετέχει κατὰ μέρος εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι δὲν εὑρίσκει τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ὅπως ἐργασθῶσιν ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτοῦ εἰς οἵαν τιμὴν εὕρισκε πρὶν ὑπάρξῃ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· συντελοῦν λοιπὸν καὶ οἱ γεωκτήμονες διὰ τοῦ ἀνωτέρου μισθώματος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς τὸ νὰ καταβάλωσι μέρος τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ὅ,τι παρήχθη δι’ αὐτοῦ τοῦ φόρου εἶναι κυρίως, ὅτι αἱ γαῖαι, αἱ ἧττον γόνιμοι, δὲν ἐγκαταλιμπάνονται λόγῳ τοῦ φόρου ὡς ὑπερβαίνοντος τὴν παραγωγήν, ὅπως ὅτε ὁ φόρος ἐπέκειτο κατὰ ποσοστόν· ὁ φόρος κατὰ ποσοστὸν εἰς γαίας, αἵτινες εἶναι εὔφοροι, δὲν εἶναι ἐπαχθὴς ἴσως, ἀλλ’ εἰς γαίας, αἵτινες στεροῦνται εὐφορίας, εἰς ἐκείνας τὰς γαίας καθιστᾷ τὴν γεωργίαν ἀνέφικτον. Περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν βέβαια δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, διότι καὶ ὁ ἴδιος ἐζήτει τὴν αὔξησιν· ἐπίσης ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· ἐπὶ τοῦ ἅλατος εἶναι ἐλάχιστον τὸ ποσόν· καὶ, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἄλλο τι ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὸ ἅλας προσιτὸν εἰς τιμὴν μικροτέραν, ἡ σύστασις πολλῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἄξιον προσοχῆς καὶ μελέτης. Μόνον διὰ τῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν ἠδύνατο πάλιν τὸ ἅλας νὰ πωλῆται εἰς τὴν ἀρχικὴν τιμὴν, εἰς ἣν ἐπιβάλεται ὡς ἔσοδον, ἐνῷ σήμερον μεταφερόμενον πωλεῖται εἰς πολὺ ἀνωτέραν τιμήν· ὥστε δὲν μέλλει νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις ἐπαισθητὴ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, τοῦ πωλουμένου μακρὰν τῶν ἀποθηκῶν. Ἐφάνη λίαν αὐστηρὸς ἐναντίον τοῦ φόρου τῶν οἴνων, ἐφάνη λίαν αὐστηρὸς, καταδεικνύων ὅτι οὔτε ἐσκέφθη ἀρκούντως τὸ ὑποβαλὸν τὸ Νομοσχέδιον Ὑπουργεῖον περὶ αὐτοῦ τοῦ φόρου, καὶ ὅτι εἰς τὰς ἐρωτήσεις τί ἔστι ἡ λιανικὴ πώλησις καὶ τί ἡ χονδρικὴ δὲν ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας. Δὲν ἕπεται, διότι δὲν δίδεται ἐκείνη ἡ ἀπάντησις, ἣν ζητεῖ τις, διὰ νὰ καταδείξῃ ἀντίφασιν· δὲν ἕπεται ὅτι καὶ ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι ὀρθή. Μέλλει, ὡς εἶπε, νὰ καταδολιεύηται αὐτὸς ὁ φόρος, διότι ὁ ἔχων τοὺς οἴνους, ποὺ μὲν θέλει δεικνύει ὀλίγον ποσὸν διὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν, ποὺ δὲ θὰ ἔχῃ μεγάλην ἀποθήκην διὰ τὴν χονδρικὴν πώλησιν, καὶ μάλιστα, εἶπεν, ὅτι θέλει ἔχει αὐτὰς παρακειμένας, καὶ τότε θέλει εἰσάγει ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην ἀποθήκην. Πολὺ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει ἂν τὰς ἔχῃ παρακειμένας, διότι τότε δὲν βλέπω διατί νὰ θεωρηθοῦν δύω ἀποθῆκαι καὶ ὄχι μία καὶ μόνη. Περὶ τῶν ἄλλων φόρων, εἶπε, δέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διαφωνεῖ εἰς τὰ καθέκαστα. Περιμένομεν νὰ ἀκούσωμεν εἰς τί διαφωνεῖ. Τοῦ σιγαροχάρτου δὲν θεωρεῖ, ὅτι εἶναι σπουδαία ἡ εἴσπραξις· ἀλλ’ ἐν γένει περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν φόρων ἀντιτάσσει ὅτι δὲν ἔγεινε πρόνοια εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν περὶ τῆς ἀναγκαίας δαπάνης τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης μέλλει νὰ αὐξήσῃ κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια περισσότερον. Νομίζομεν, ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν νὰ μὴ μνημονεύσωμεν ἐν τῷ Π)λογισμῷ περὶ αὐτῆς τῆς δαπάνης, πρῶτον, διότι ἐν αὐτῷ τῷ Νομοσχεδίῳ περὶ καπνοῦ ῥητῶς προσδιορίζομεν ποσὸν 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν δι’ αὐτὴν τὴν δαπάνην, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀρκοῦν διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ τοῦ φόρου· διὰ τὸν φόρον τῶν οἰνοπνευμάτων ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ἐπίσης νὰ προσθέσωμεν δαπάνην, διότι ἡ φροντὶς ἀνατίθεται εἰς τὰς Ἐφορίας, καὶ τὸ μόνον ὅ,τι δύναται ἴσως νὰ γείνῃ ἀναγκαῖον εἴς τινας Ἐφορίας εἶναι νὰ ἐπαυξήσῃ κατὰ τι τὸ βοηθητικὸν προσωπικόν. Ἐθεωρήσαμεν δὲ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν μονίμους ὑπαλλήλους, νὰ καταστήσωμεν νέαν τάξιν ὑπαλληλίας καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν πρὶν γείνῃ γνωστὸν ποῖον προσωπικὸν εἶναι ἀναγκαῖον. Ἠδύνατο λοιπὸν μικρὰ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλαττόμεθα νὰ ζητήσωμεν, νὰ καλύψῃ τὴν δαπάνην ἐκτάκτου προσωπικοῦ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ καθόσον ἐν τοῖς Νομοσχεδίοις γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐνοικιάσεως φόρων, ἐλέγομεν, ὅτι ἂν ἐνοικιάζετο ὁ φόρος τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱαδήποτε δαπάνη ἀποβαίνει περιττή· δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξογκωθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ περὶ σιγαροχάρτου· βέβαια ἐκεῖ ὑπάρχει δαπάνη, ἡ ἀγορὰ τοῦ χάρτου καὶ ἡ προπαρασκευὴ· ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 50 λεπτῶν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν τοῦ καπνοῦ, αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἄν βεβαιωθῇ ὅσον ἡμεῖς νομίζομεν, δύναται νὰ καλύψῃ καὶ τὰς δαπάνας τοῦ σιγαροχάρτου· δυνάμεθα ὅμως νὰ ζητήσωμεν νὰ ψηφισθῇ καὶ πίστωσις ἀρκοῦσα δι’ αὐτὴν τὴν δαπάνην. Δὲν πρόκειται ν’ ἀγοράσωμεν ἀμέσως τὸν χάρτην ὁλοκλήρου τῆς καταναλώσεως ἑνὸς ἔτους, ἀλλ’ ἐκ διαλειμμάτων. Μέλλει νὰ γείνῃ συμφωνία πρὸς τὸν διαχειριστὴν τοῦ χάρτου, ὅπως προμηθεύῃ αὐτὸν, ἐκ διαλειμμάτων δὲ νὰ γίνεται καὶ ἡ εἴσπραξις· ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τὰς δαπάνας προβαινούσας ἀναλόγως τῆς προόδου τῆς διαχειρίσεως. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔλλειψις προνοίας, οὐδ’ ὑπάρχει λόγος νὰ προσθέσωμεν, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτής, 10 ἑκατομμύρια, ὥστε ν’ ἀναβιβάσωμεν τὰς δαπάνας εἰς 90 ἑκατομμύρια. Φαίνεται, ὅτι μᾶλλον εἶχε διάθεσιν νὰ καταστήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἄξιον γέλωτος καὶ εἰρωνείας· ἐν τοιαύτῃ σοβαρᾷ συζητήσει ἀπέχω ἀπὸ τῆς χρήσεως τῶν ἰδίων ὅπλων. Μᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ ἄλλο τι δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν καὶ ἄλλην συμβουλὴν μᾶς ἔδωκε περὶ καθυστερούντων, ὅπως προβλέψωμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν, καὶ ἀνέμνησεν ἡμῖν τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸ 2 ἢ 3 ἐτῶν. Ἐξήτασα καὶ πάλιν τὸ Νομοσχέδιον καὶ ἠπόρησα πῶς ἐπανέλαβεν αὐτὸ καὶ ἐθεώρησεν ὡς πανάκειαν, δυναμένην νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν καθυστερούντων. Αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον δὲν εἰσάγει νέον σύστημα, μὴ ὑπάρχον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν καθυστερούντων ἐμπεριέχεται ἐν τῷ Νόμῳ τοῦ 1871. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἁπλῶς φέρει τινὰς τροπολογίας ὅλως δευτερευούσας, μεταβάλλει τινὰς προθεσμίας καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Δὲν μεταβάλλει τίποτε ἐκ τῶν οὐσιωδῶν καὶ κυρίων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐθεώρει αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ἐνοικιάσεως τῷ ὄντι σπουδαῖον καὶ συντελεστικὸν, διατί δὲν ἔκαμε χρῆσιν, ἀπόπειραν τοὐλάχιστον ἐνοικιάσεως;
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔκαμε μίαν ἀπόπειραν καὶ ἀπέτυχε.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν τὸ ἐγνώριζον· ἀλλ’ ἐὰν ἐγένετο καὶ ἀπέτυχε, τότε τὰ πράγματα μὲ ἀπαλλάσσουν τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ καταδείξω τὴν ἀχρηστίαν τοιούτου θεσμοῦ· οὗτος ὁ τρόπος δὲν δύναται οὐδόλως νὰ παραβληθῇ πρὸς ὅ,τι ἀλλαχοῦ ὑπάρχει· αἱ Τράπεζαι ἢ οἱ ἀποδέκται τῶν φόρων, οἵτινες ἀναδέχονται τὴν εἴσπραξιν, δὲν ἔχουσι τί κοινὸν πρὸς ἐνοικιαστάς· αὐτο! ἀναδέχονται ἐλευθέρους τοὺς φόρους, λαμβάνοντες προμήθειαν. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δώσωμεν, ἐὰν παρουσιάζονται τοιοῦτοι, καὶ 10% προμήθειαν ἀπαλλάσσοντες τὸ Δημόσιον πάσης δαπάνης καὶ πάσης φροντίδος. Ἀλλ’ ὅπου ὑπάρχουσιν ἀξιόχρεοι, οἱ φόροι εἰσπράττονται ἀκόπως· μένουν λοιπὸν καθυστεροῦντες οἱ ὀφειλέται, οἱ μὴ ἀξιόχρεοι. Ποῖος, θέλετε ν’ ἀναλάβῃ παρὰ τῶν μὴ ἀξιοχρέων τὴν εἴσπραξιν καὶ τὸν κατ’ αὐτῶν ἀγῶνα; Εἶναι φοβερὸς αὐτὸς ὁ ἀγών· καὶ ἂν τῷ ὄντι εἰσέλθῃ τις εἰς αὐτὸν, ποῖον μέλλει νὰ ἦναι τὸ θέαμα τοῦ ἀγῶνος τούτου; θὰ ὁπλίσητε πολίτην κατὰ πολίτου, καὶ διὰ νὰ σώσῃ τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκε, θέλει εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς σκληρὸς καὶ ἀμείλικτος. Δὲν εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ συμβουλὴ, μοὶ φαίνεται, συντελεστική· εἶναι ἁπλῶς συμβουλὴ, διδομένη ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὴν διάθεσιν τοῦ ἀναδεχομένου νὰ συμβουλεύῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην ἐκείνην, ὅστις χρήζει συμβουλῆς· οὔτε λοιπὸν ἐξ αὐτῆς τῆς συμβουλῆς δυνάμεθα νὰ πορισθῶμέν τι. Τότε ἐρωτῶμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἔλλειμμα μέγα, ἐὰν ἔχωμεν ἔλλειμμα τόσον σπουδαῖον, καὶ τοῦτο διακινδυνεύει τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ αὐτὴν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, τί τὸ ποιητέον; Νὰ μείνωμεν εἰς τὸ μέσον, καὶ νὰ εὐχαριστηθῶμεν εἰς ἐκεῖνα τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα κατεδείκνυον οἱ πρὸ ἡμῶν Προϋπολογισμοί; Οὕτω ἐπανέρχεται ἐκεῖνο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα πρὸ ἡμερῶν· εἴμεθα σήμερον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὥστε νὰ ἐλπίζωμεν, ἔχοντες τοιοῦτον ἔλλειμμα καὶ μὴ φροντίζοντες νὰ καλύψωμεν αὐτὸ, εἴμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐγένετο τότε, καὶ ἑπομένως νὰ καταφύγωμεν εἰς δάνεια ὅπως τότε; διότι ὅλα τὰ ἐλλείμματα διὰ δανείων ἐκαλύφθησαν ἀφ’ ὅτου ἐνεφάνησαν· καὶ ὡς παρετήρησα, οὐχὶ ἀμέσως κατὰ τὸ ἔτος καθ’ ὃ ἀνεφάνησαν, ἀλλὰ μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλο μέσον, καὶ ὅλαι αὗται αἱ συμβουλαὶ εἶναι ἐπιδείξεις μᾶλλον συμβουλῶν, τὸ σύστημα δὲ τοῦτο καταδεικνύεται, ὅτι δὲν θεραπεύει τὰς ἀνάγκας, ἐὰν αἱ ἀποκοπαὶ αἱ καταδειχθεῖσαι μέλλουν νὰ ἐλαττώσωσι τὴν πρόσοδον, τότε ἐρωτῶ: ἀναδέχεταί τις βαρεῖαν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, διότι συμβουλεύει αὐτῷ καὶ ἀποφασίζει ὡς Ἀντιπρόσωπος τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους τὴν ἐπιψήφισιν φόρων, δυναμένων ν’ ἀνορθώσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτοῦ; Εἶναι βεβαίως μεγάλη ἡ εὐθύνη καὶ τοιαύτην ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς, ἐπὶ σκοπῷ μᾶλλον νὰ ἀποσοβήσῃ τοὺς ἀναδεχομένους αὐτήν· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπέναντι τῆς εὐθύνης ταύτης ὑπάρχει καὶ ἄλλη μεγαλειτέρα, ἡ εὐθύνη ἐκείνων, οἵτινες ὅταν τὸ σκάφος κινδυνεύῃ, ἀποσύρονται διότι δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ Κυβερνῆται. Ἐλπίζω ἑπομένως νὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἀναδεχόμενοι μετὰ θάῤῥους τὴν εὐθύνην, διότι οὐδεὶς θέλει τοὺς κατακρίνει, ὅστις γνωρίσει, ὅτι δὲν συνετέλεσεν ἄλλο τι εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς σκέψεις αὐτῶν εἰμὴ ἡ φροντὶς νὰ θεραπεύσωσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Πατρίδος των.
§46Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς πᾶσαν περίστασιν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἦναι τὸ σπουδαιότερον καὶ σοβαρώτερον ἔργον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων, ἡ τοιαύτη συζήτησις ὑπέρ ποτε σήμερον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἀφορᾷ εἰς προϋπολογισμόν, καθ’ ὃν αἱ μὲν δαπάναι, αἱ αἰτούμεναι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀνέρχονται εἰς 80,000,000 δραχμῶν, τὰ δὲ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἅτινα πρέπει οὗτος νὰ ὑποστῇ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, αὐξάνουσι πλέον τῶν μέχρι τοῦδε τελουμένων κατὰ 16 καὶ πλέον ἔτι ἑκατομμύρια, ἤ, ὅπως ἐκφραστικώτερον ὥρισε τὴν αὔξησιν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, κατὰ 33%. Ὡς κατεδείχθη, κύριοι, ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης συζητήσεως, πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν, καὶ πάντες κατανοοῦντες τὰς ὀλεθρίας συνεπείας τοιαύτης οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Εὐκολώτερον δὲ δυνάμενος νὰ διαγιγνώσκω τὰ φρονήματα τῆς μερίδος, εἰς ἣν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ἀσφαλῶς δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ κακοῦ τούτου· καὶ ὄχι μόνον εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τοῦτο διὰ μέσων καταλλήλων καὶ ἐπαρκῶν, ἀλλὰ καὶ λυπούμεθα, διότι τόσῳ βραδέως προκαλούμεθα εἰς τοιαύτην ἐργασίαν. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὸ πρώτιστον καὶ κυριώτατον ἔργον τῆς Βουλῆς τῆς Περιόδου ταύτης, ἅμα τῇ πρώτῃ αὐτῆς Συνόδῳ, ἦτο νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, τῆς ὁποίας αἱ βάσεις εἶχον οὐσιωδῶς διασαλευθῆ, ἀφ’ ὅτου ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἀπεφάσισε νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὑπερόγκους καὶ δυσαναλόγους πρὸς τοὺς πόρους αὐτῆς δαπάνας, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ὑψηλὰ αὐτῆς καθήκοντα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, τί εἴδομεν, κύριοι; εἴδομεν τὴν Βουλὴν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁδηγουμένην καὶ ἐξαντλουμένην εἰς ἀντικείμενα, οὐ μόνον ἄσχετα πρὸς τὸν ἐκτεθέντα προωρισμὸν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὅλως ἀντικείμενα πρὸς τ’ ἀληθῆ τοῦ Τόπου συμφέροντα· εἴδομεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου ὀλιγωρουμένην καὶ θυσιαζομένην πρὸ τοῦ βωμοῦ τῆς συναλλαγῆς διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως τινῶν ἐκ τῶν προτάσεων, αἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ πρὸς ἀτελῆ βελτίωσιν αὐτῆς· εἴδομεν τέλος τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν δεινουμένην διὰ τῆς ἐξογκώσεως τῶν δαπανῶν, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τρία περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, χωρὶς τοῦτο νὰ ἐπιβάλλεται ἀπὸ ἀναποφεύκτους καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Μολονότι ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἡμῶν εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ὀρθῶς νομίζω ἐπράξαμεν, πρὶν ἢ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀποτελούντων τὸ οἰκονομικὸν ἐκεῖνο σύστημα, προτιμήσαντες τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θέλομεν κατανοήσει τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν καὶ ἐξακριβώσει τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, ἅτινα εἶναι ἀναγκαῖα ἐφόδια διὰ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν ἐκείνων νομοσχεδίων, ἀφοῦ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ὑφισταμένων ἐλλείψεων. Καὶ ὄχι μόνον διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ προγενεστέρα ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ ἡ ἐξακρίβωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ ἀνάγκαι αὗται, ἢ τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς θεραπείαν αὐτῶν, καθορίζουσι καὶ τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν τοῦ ἐπιβάλλειν φόρους. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ παρὰ τῶν μελῶν αὑτῆς, ὅπως συνεισφέρωσι μέρος ἐκ τῆς περιουσίας των πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Πᾶσα ὅμως ἀπαίτησις, ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας διατυπουμένη, ὅπως οἱ πολῖται θυσιάζωσιν ἐκ τῆς περιουσίας αὑτῶν ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς θεραπείαν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν, εἶναι ὄχι μόνον παράλογος, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀληθῆ καταπίεσιν. Καὶ ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὸν λαὸν βάρη ἀνώτερα τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς θεραπείαν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν, ἀλλὰ περιπλέον καὶ διότι τοῦτο εἶναι ἀσύμφορον. Τὰ ποσὰ τὰ περιπλέον τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς θεραπείαν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν εἰσπραττόμενα, εἰσρέοντα εἰς τὰ Δημόσια Ταμεῖα, μένουσιν ἐκεῖ νεκρὰ καὶ ἄγονα· ἐνῶ, ἀφινόμενα εἰς τοὺς φορολογουμένους, προσαυξάνουσι τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον καὶ προάγουσι τὰς ἐθνικὰς προσόδους ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς τε κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, τῶν ἐμβριθῶν παρατηρήσεων, ἃς εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἐξέθηκεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, ὅστις παρέστησεν ἡμῖν, ὅτι ἡ παράτασις τοῦ κρατοῦντος κυβερνητικοῦ συστήματος θέλει ἀναγκάσει ἡμᾶς κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ν’ ἀναβιβάσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 90,000,000, καὶ χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνέπτυξε κατὰ τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων, οὐχ ἧττον λέγω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, ὅσον καὶ ἂν ὑποτεθῶσι βάσιμοι, δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ εὐρύνωσι τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν καὶ μᾶς ἐπιτρέψωσι νὰ ψηφίσωμεν βάρη ἀνώτερα τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς θεραπείαν τῶν ὑφισταμένων δημοσίων ἀναγκῶν, ἕνεκα ἀναγκῶν μελλουσῶν καὶ ἀδήλων. Ἡμεῖς καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔτους 1883, καὶ εἰς τοῦτο ἔχομεν καθῆκον νὰ περιορισθῶμεν. Αἱ παρατηρήσεις ἐκεῖναι εἶναι ἄξιαι νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὑπ’ ὄψει ἔχουσα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ περίοδόν τινα χρόνου δὲν θὰ δύναται νὰ ὑποστῇ νέα βάρη, θέλει προπαρασκευασθῆ, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς μελλούσας ἐκείνας ἀνάγκας, δι’ οἰκονομιῶν καὶ διὰ βελτιώσεων νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ν’ αὐξήσῃ καὶ τὴν ἀκριβεστέραν αὐτῶν εἴσπραξιν νὰ ἐπιτύχῃ. Εἰσερχόμενος ἤδη, κύριοι, εἰς τὰ καθέκαστα, δὲν προτίθεμαι νὰ ἐλέγξω τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, οὐδὲ ν’ ἀντιτάξω σύστημα ἄλλο εἰς αὐτό, διότι τοῦτο ἔπραξαν πρὸ ἐμοῦ ἄλλοι συνάδελφοι· ἐγὼ θὰ παρακολουθήσω κατὰ βῆμα τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἐπὶ τοσοῦτον μόνον, καθ’ ὅσον, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους μοὶ τὸ ἐπιτρέπουσι. Πρὶν δ’ ἐπιληφθῶ τῶν καθέκαστα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν, στηριζόμενος ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐφ’ οὗ συζητοῦμεν. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἐ. ἔ. ἀπαιτοῦσι δαπάνην 80,000,000 καὶ πλέον, παρετήρησεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφέρωσι πλέον τῶν 65,000,000, διότι ἐσκέφθη, ὅτι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1882 ἔπρεπε ν’ ἀφαιρέσωμεν 9,000,000, ἅτινα ἀνάγονται εἰς ἔσοδα, ἅτινα δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι κατὰ τὸ 1883, ἢ εἰς ἔσοδα, ἅτινα δὲν θὰ φέρωσι τὰ ποσὰ, ἅπερ ἔφερον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· συγχρόνως ὅμως παρετήρησεν, ὅτι ἄλλα ἔσοδα ἤθελον παρουσιασθῆ, ἢ ὅτι ἤθελον φέρει ποσὰ ἀνώτερα τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ταῦτα ὑπελόγισεν εἰς 6,000,000, καὶ οὕτω συνεπέρανεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1883 θέλουσιν εἶσθαι κατώτερα τῶν τοῦ 1882 κατὰ 3,000,000. Ἡ σύγκρισις τῶν ἐσόδων τούτων πρὸς τὰ ἔξοδα κατέδειξεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον ἐλλείμματος 15,000,000, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ὁποίου ἐφιλοπόνησε τὸ οἰκονομικὸν αὑτοῦ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνει τὰς δημοσίας προσόδους κατὰ 16,000,000 καὶ πλέον δραχμῶν· διὰ τούτων δὲ ὄχι μόνον θέλει καλύψει τὸ ἀνωτέρω σημειωθὲν ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἕξει καὶ περίσσευμα ἐξ ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Εὐτυχῶς, κύριοι, τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν, ὡς παρέστησεν ἡμῖν ταῦτα ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀφοῦ προσδιώρισε τὰ ἔξοδα μὲ ἐλευθεριότητα, τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι ὁ κύριος Καλλιγᾶς δὲν ἐφαρμόζει εἰς τὰ ἴδια αὑτοῦ πράγματα, διότι ἀναντιῤῥήτως εἶναι συνετὸς οἰκογενειάρχης, ὑπετίμησε τὴν οἰκονομικὴν ζωτικότητα τοῦ Τόπου καὶ ἠλάττωσε τὰ δημόσια ἔσοδα, ὅπως παραστήσῃ τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον εὐρύτερον, καὶ παρασύρῃ ὑμᾶς, ἵνα ψηφίσητε ἀλώβητον τὸ οἰκονομικὸν αὑτοῦ σύστημα. Ἀληθῶς, κύριοι, προκειμένου νὰ προϋπολογίσωμεν τὰ ἔσοδα χρήσεώς τινος, ὀρθὸν εἶναι νὰ ὁδηγώμεθα ἀπὸ τ’ ἀποτελέσματα προηγουμένων ἐτῶν, ἵνα οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν ὦσιν ἐγγύτεροι τῇ ἀληθείᾳ. Προϋπολογίζοντες ὅμως τὰ ἔσοδα τοῦ 1883, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1882, οὐχὶ δὲ καὶ προγενεστέρων ἀκόμη ἐτῶν, διότι τὸ ἔτος 1882 διαφέρει τῶν προηγουμένων κατὰ πολλά. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσαμεν Νόμον, δι’ οὗ ηὔξησεν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐψηφίσαμεν προσέτι τότε Νόμον, δι’ οὗ ηὔξανεν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζῴων· κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐψηφίσαμεν ἄλλον Νόμον, δι’ οὗ τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς ηὔξησαν κατὰ 10% χάριν τῆς ὁδοποιΐας· ἐκτὸς δὲ τῶν διαφορῶν τούτων, τῶν ὑπαρχουσῶν μεταξὺ τοῦ ἔτους 1882 καὶ τῶν προγενεστέρων αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἄλλη πολλῷ οὐσιωδεστέρα· κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ηὐτυχήσαμεν κατὰ πρῶτον ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν καὶ ἔσοδα ἐξ ἄλλων Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν. Ἕνεκα τῶν διαφορῶν τούτων δὲν δυνάμεθα, προϋπολογίζοντες τὰ ἔσοδα τοῦ 1883, νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐσόδων πλειοτέρων ἐτῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀντὶ νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰς εἰκασίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίζομεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1882, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος ἔτους. Εὐτυχῶς δὲ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς ἔδωκεν ἀρκετὰ περὶ τούτου στοιχεῖα. Κατ’ ἔκθεσίν τινα, τὴν ὁποίαν προλαβόντως ὑπέβαλεν ἡμῖν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐσχάτως συνεπλήρωσεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, τὰ ἔσοδα τοῦ 1882 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 70,697,742· ἀντὶ λοιπὸν νὰ λάβωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς βάσιν τὰς ὑποθέσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὡρίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ 1872 εἰς 68,600,000 δραχμῶν, εἶναι ὀρθότερον, φρονῶ, νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους ἐκείνου, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 70,600,000 καὶ πλέον. Ὅπως δὲ ὑπολογίσωμεν κατὰ προσέγγισιν τὰ ἔσοδα τοῦ 1883, πρέπει βεβαίως νὰ ἐνεργήσωμεν τὰς ἀναγκαίας προσθαφαιρέσεις, ἀφαιροῦντες δηλονότι τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι κατὰ τὸ 1883, ἢ ἐλαττοῦντες ἄλλα, ἅτινα ἐκ πείρας γινώσκομεν, ὅτι θὰ ὦσιν ὀλιγώτερα, αὐξάνοντες δὲ ὅσα γνωστὸν εἶναι, ὅτι θ’ ἀποφέρωσιν ἀνώτερα ποσά. Καὶ τὰ ποσὰ τῶν προσθαφαιρέσεων τούτων ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς σᾶς παρέστησεν, ὅτι διαφέρουσιν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 3,000,000. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐπλανήθη ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός· διότι, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὸν ψηφισθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνέγνωσεν ἔσοδα ἐξ ἀνανεώσεως καθυστερούντων δραχμὰς 1,500,000 καὶ ἐκ ποτῶν 1,000,000, ἔσοδα, ἅτινα, ὡς πολλάκις ὁ ἴδιος μᾶς παρέστησεν, εἶναι ἰδανικὰ καὶ ἀνύπαρκτα, προσέθηκε καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὰ ἀφαιρετέα, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν προσθετέων, κατὰ 3,000,000. Προϋπολογίζοντες ὅμως τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων τοῦ 1882, δὲν εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀφαιρέσωμεν τ’ ἀνωτέρω ποσὰ ἐκ καθυστερούντων καὶ ποτῶν, διότι ἐν τοῖς βεβαιωθεῖσιν ἐσόδοις δὲν ὑπάρχουσιν ἔσοδα ἐκ ποτῶν καὶ ἐξ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν, ἀφοῦ οἱ σχετικοὶ Νόμοι, ὁ μὲν δὲν ἐψηφίσθη, ὁ δὲ δὲν ἐξετελέσθη. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι τὰ ἀφαιρετέα ποσὰ δὲν εἶναι ἀνώτερα τῶν προσθετέων, καὶ ἑπομένως, ὅτι τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1883 εὐλόγως δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὸ 1882· κατ’ ἀκριβῆ μάλιστα ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐνήργησα, τὰ προσθετέα ἔσοδα εἶναι κατ’ ὀλίγας χιλιάδας δραχμὰς ἀνώτερα τῶν ἀφαιρετέων, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀσήμαντον δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν ταύτην καὶ περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὸ 1882. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι, νομίζω, ὅτι, μετὰ προσοχῆς ἐξεταζόμενοι, ὄχι μόνον πείθουσιν ἡμᾶς περὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωτικότητος τοῦ Τόπου, ἀλλὰ καὶ δικαιολογοῦσιν ἢ μᾶλλον μᾶς ἀναγκάζουσιν, ὅπως ἀναστείλωμεν τὴν ὁρμὴν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κατὰ τῶν βαλαντίων τῶν ἐντολέων μας. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων ἐξ 68,681,000, ὅσα ἐψηφίσθησαν διὰ τὸ 1882, πραγματικὰ ἔσοδα ἦσαν μόνον 66,121,000, διότι ἐκ τῶν ψηφισθέντων πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ 1,000,000 ἐκ τῶν ποτῶν καὶ 1,500,000 ἐκ τῶν καθυστερούντων, ἅτινα, ὡς προείρηται, ἦσαν ἰδανικά· ἀντὶ δὲ τῶν πράγματι ψηφισθέντων 66,121,000, εἴδομεν, ὅτι ἐβεβαιώθησαν 70,600,000 δραχμῶν, ἤτοι τὰ βεβαιωθέντα ὑπερβαίνουσι τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 4,576,542. Ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη διαφορὰ εἶναι σημαντικωτέρα διὰ τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας· διότι, ἐνῷ ἐκ τῶν ψηφισθέντων ἐσόδων ἀναλογοῦσιν εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας τὸ σύνολον ἐξ 68,620,000 πλὴν 7,940,000 ὅσα εἶχον ὑπολογισθῆ τὰ ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, μεῖον ἔτι τὸ ἰδανικὸν ἔσοδον τῶν καθυστερούντων ἐξ 1,500,000 καὶ 850,000 ἐκ τῶν ποτῶν, ἀπομένουσι πραγματικὰ ἔσοδα ψηφισθέντα ἐκ τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν 58,330,000 δραχμαί. Ἐν τούτοις, ἀντὶ τούτων ἐβεβαιώθησαν 64,757,000, διότι ἐκ τῶν 70,600,000, τῶν ἐν ὅλῳ βεβαιωθέντων, ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ἐβεβαιώθησαν μόνον 5,900,000, ἤτοι ἐβεβαιώθησαν ἐκ τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν 6,300,000 πλέον τῶν πράγματι ψηφισθέντων. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῶμεν, κύριοι, ὡς πιθανὸν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1883 θέλουσιν εἶσθαι 70,600,000 περίπου δραχμαὶ, δηλαδὴ ὅσα ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1882, ἀφοῦ αἱ ἐπενεκτέαι αὐξομοιώσεις ἐξισοῦνται, τὰ ἔσοδα ταῦτα, συγκρινόμενα πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἅτινα κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπαιτοῦνται, παρουσιάζουσιν ἔλλειμμα 9,382,000 καὶ οὐχὶ ἐκ 15,000,000, ὅπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησεν αὐτό. Ἀλλὰ, κύριοι, κατὰ τὸ 1883 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν θὰ ὦσι μόνον τοσαῦτα· πλὴν τούτων δικαιούμεθα νὰ ἐλπίζωμεν καὶ ἄλλα ἔτι. Καὶ πρῶτον δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ἓν ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον. Ὅπως γνωρίζετε, κύριοι, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ηὐξήθησαν τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς χάριν τῆς ὁδοποιΐας· ἕνεκα ὅμως τῆς βραδείας ψηφίσεως τοῦ Νόμου ἐκείνου, δὲν ἐφηρμόσθη οὗτος εἰμὴ κατὰ τὰ ¾ τοῦ ἔτους, ἑπομένως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ πέρυσι ψηφισθέντι, καὶ ἐν τοῖς βεβαιωθεῖσιν ἐσόδοις κατὰ τὸ 1882, δὲν περιλαμβάνεται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως ἐκείνης προσδοκώμενον, εἰμὴ μόνον κατὰ τὰ ¾· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1883, ὅτε θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Νόμος ἐξ ἀρχῆς, θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ ἀναλογοῦν ποσὸν εἰς τὴν πρώτην τριμηνίαν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 500,000 δραχμὰς, διότι εἰς δύω καὶ πλέον ἑκατομμύρια ὑπολογίζεται ἡ ἐκ τῆς προσθήκης ἑνὸς δεκατημορίου εἰς τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς προερχομένη αὔξησις. Πλὴν ὅμως τοῦ ποσοῦ τούτου, νομίζω, κύριοι, ὅτι δυνάμεθα εὐλόγως νὰ προσθέσωμεν καὶ ἕτερον ποσὸν ἔτι σπουδαιότερον. Ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, τὰ ἔσοδα τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ὑπελογίσθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς 7,900,000 δραχμὰς καί τινας ἑκατοντάδας. Ἀντὶ τούτων ὅμως, κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δὲν ἐβεβαιώθησαν εἰμὴ 5,900,000 δραχμαὶ, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 2,000,000. Ἡ διάψευσις, κύριοι, αὕτη τῶν προσδοκιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι εὐεξήγητος. Αἱ νέαι Ἐπαρχίαι τετραετίαν ὅλην πρὸ τῆς προσαρτήσεως διετέλουν ὑπὸ τὸ Κράτος πληρεστάτης ἀναρχίας· ἡ ληστεία καὶ ἡ διοίκησις ἡμιλλῶντο, ὅπως συμπληρώσωσι τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς τῶν ὡραίων ἐκείνων Ἐπαρχιῶν. Πλεῖστοι ἐκ τῶν κατοίκων, οἱ ἀκμαιότεροι μάλιστα, εἶχον ἐγκαταλείψει τὰς ἑστίας των καὶ καταφύγει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης καταστάσεως, τὰ κεφάλαια ἐφυγαδεύθησαν, τὰ κτήνη οὐσιωδῶς ἠλαττώθησαν, αἱ δὲ συναλλαγαὶ, ἐὰν δὲν κατέπαυσαν ἐντελῶς, περιωρίσθησαν ὅμως ἐπαισθητῶς. Ὑπὸ τοιούτους λοιπὸν οἰκονομικοὺς ὅρους προσελθοῦσαι αἱ νέαι Ἐπαρχίαι πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρωσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὑπελόγισεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀφοῦ ὅμως τὰ αἴτια ἐκεῖνα ἔλλειψαν ἐντελῶς, ἀφοῦ ἡ τάξις ἀποκατεστάθη ὁριστικῶς, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι ἐπανελθόντες ἀνέλαβον τὰς ἐργασίας των, ἀφοῦ τὰ κεφάλαια ἐπανῆλθον καὶ σπουδαῖον μάλιστα Πιστωτικὸν Κατάστημα λειτουργεῖ ἐκεῖ, δὲν εἶναι παράλογον, κύριοι, νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι αἱ φύσει εὔφοροι ἐκεῖναι Ἐπαρχίαι θέλουσιν ἀποδείξει σημαντικὴν προσαύξησιν κοινωνικῶν καὶ δημοσίων προσόδων. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐλευθερία, ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ σχετικὴ ἀφθονία καὶ εὐθηνία τῶν κεφαλαίων προάγουσι τὸν κοινωνικὸν πλοῦτον καὶ τὰς προσόδους τῆς κοινωνίας, ἀναντιῤῥήτως ἀνάλογον ἀποτέλεσμα θέλομεν ἔχει καὶ ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Πλὴν τῶν γενικῶν τούτων λόγων, ὑπάρχει γεγονὸς ἄλλο θετικώτερον, δικαιολογοῦν τὰς προσδοκίας μου, ὅτι τὰ ἔσοδα τῶν νέων Ἐπαρχιῶν κατὰ τὸ ἐ. ἔ. θέλουσιν εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῶν τοῦ παρελθόντος. Γνωστὸν εἶναι, κύριοι — καὶ ἀπορῶ πῶς διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν — ὅτι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς καταλήψεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἡ κερδοσκοπία ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν οὐσιώδη διαφορὰν τῶν τελῶν, τῶν ὀφειλομένων κατὰ τοὺς Τουρκικοὺς Νόμους, πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν τελούμενα, ἐλπίζουσα μάλιστα, ὅτι καὶ τὰ μικρὰ ἐκεῖνα τέλη ἠδύνατο κατὰ τὸ πλεῖστον ν’ ἀποφύγῃ, διότι τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις δὲν ἐφρόντιζον τότε περὶ τῆς εὐόρκου καὶ πιστῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των, εἰσήγαγον μεγάλας ποσότητας ἐμπορευμάτων, ἐξ ἐκείνων ἅτινα παρ’ ἡμῖν τελοῦσι βαρέα εἰσαγωγικὰ τέλη· ὡς λ. χ. πετρέλαιον, ζάκχαρι, καφὲ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς δὲ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ἧς ἔτυχε καὶ ἐγὼ νὰ λάβω γνῶσιν, εὑρεθεὶς τότε ἐν Βώλῳ, προῆλθε ζημία εἰς τὸ Κράτος, ἥτις ἀνέρχεται καθ’ ὑπολογισμοὺς, ὅσον οἷόν τε ἀκριβεῖς, εἰς 1,000,000. Ἤδη ὅμως, ἐξαντληθείσης τῆς παρακαταθήκης ἐκείνης, ἡ εἰσαγωγὴ θέλει εἶναι κατὰ τὸ ἐ. ἔ. ἀνωτέρα καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Τούτου ἕνεκα, κύριοι, νομίζω, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ, οὓς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποίει πέρυσι περὶ τῶν ἐσόδων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, καὶ οὓς ἐνήργει οὐχὶ αὐθαιρέτως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν βασίμων καὶ θετικῶν, ἐὰν δὲν ἐπηλήθευσαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνωτέρω ἐξέθηκα, βεβαίως θέλουσιν ἐπαληθεύσει κατὰ τὰ 1883, καὶ εὐλόγως δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα ἡμῶν καὶ τὸ ποσὸν 2,000,000, καθ’ ὅσον οἱ διὰ τὸ 1882 ὑπολογισμοὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, οὐ ποσοῦ τὸ ἥμισυ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἠθέλομεν ἀφεύκτως ἔχει, ἀλλὰ τὸ ἐστερήθημεν ἕνεκα τῆς ἀφθονωτέρας εἰσαγωγῆς, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς διαφορᾶς τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς, ἣν ἐξήγησα ἀνωτέρω. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πάντα τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα δὲν εἰσπράττονται δυστυχῶς ἀνελλιπῶς, διότι ἕνεκα τῆς ἀνεχείας τινῶν φορολουμένων, ἕνεκα τῆς κακῆς πίστεως ἄλλων, ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως ἢ τῆς μεροληπτικῆς αὐτῶν πολιτείας, πολλὰ ἐκ τῶν βεβαιουμένων ἑκάστοτε ἐσόδων μένουν ἀνείσπρακτα. Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα ὡς μὴ εἰσπραχθησόμενον, διὰ νὰ γνωρίσωμεν τίνα θὰ ὦσι τὰ πραγματικὰ καὶ βέβαια ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1883; Θεωρῶ, κύριοι, ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι λόγοι τινὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου μοὶ ἐπιβάλλουσι τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, ἐλέγχων τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1882, ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως ταύτης θὰ ἦναι πολὺ ἀνώτερον, διότι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ ποσὸν καθυστερούντων, ἴσον μὲ 7,000,000. Λέγω δὲ, κύριοι, ὅτι ἕνεκα τούτου θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ διατρίψω ὀλίγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι φρονῶ, ὅτι μέρος τῶν καθυστερούντων, ἀρκετὰ οὐσιῶδες, προέρχεται ἐκ τῆς παραλείψεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνεργῇ προσηκόντως καὶ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι θέλομεν ἐνθαῤῥύνει καὶ τὴν ἐνεστῶσαν εἰς τὴν τοιαύτην παράβασιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ὅταν ἡμεῖς λέγωμεν καὶ παραδεχώμεθα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν καθυστερούντων δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 7,000,000. Ἵνα ὑπολογίσωμεν, κύριοι, πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι τὸ ποσὸν τῶν ἐτησίων καθυστερημάτων, δὲν πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ ἀμέσως παρελθόντα ἔτη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὸ 1881, περὶ τοῦ ὁποίου ποιεῖται λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1881, ὡς ἐνθυμεῖσθε, 50,000 φορολογούμενοι, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν, διετέλουν ἐν τῷ στρατῷ. Πάντες δὲ οὗτοι, ἐγκαταλιπόντες τὰ ἔργα των καὶ ταχθέντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους αὐτῶν ἀνελλιπῶς καὶ ἐμπροθέσμως, ἑπομένως τὰ καθυστεροῦντα τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰσὶν ἀνώτερα τῶν συνήθων καὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὁδηγὸς περὶ τοῦ μέλλοντος. Περὶ τοῦ μέλλοντος κρίνοντες, πρέπει νὰ λάβωμεν ἄλλον ὁδηγὸν, τὰ καθυστερήματα ὁμαλῶν ἐτῶν, οἷον ἐλπίζω καὶ εὔχομαι ὅτι ἔσεται καὶ τὸ ἐνεστός. Ἀνατρέχων, κύριοι, εἰς τὸ παρελθὸν, παρατηρῶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1876, ὅπερ εἶναι τὸ τελευταῖον ἐκ τῶν ὁμαλῶν ἐτῶν—διότι ἀπὸ τοῦ 1877 ἤρχισεν ἡ ἔκτακτος ἐφεδρεία, τὰ στρατόπεδα καὶ αἱ ἐκστρατεῖαι, τὰ ὁποῖα βεβαίως συνετέλεσαν εἰς τὰς καθυστερήσεις — τὰ καθυστερήματα καθ’ ὅλην τὴν περίοδον ταύτην δὲν ἀνῆλθον ποτὲ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000, ὁ μέσος δὲ ὅρος αὐτῶν εἶναι 2,434,000. Ἀλλ’ ἴσως ἤθελέ τις μοὶ παρατηρήσει, ὅτι ἀφοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1876, τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 38,000,000....
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον ἦτο τὸ καθυστέρημα;
§48ΜΑΝΕΤΑΣ. 2,658,955, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν ἀπὸ 1871–1876 2,434.894.—Ἴσως, λέγω, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ἀφοῦ τὸ καθυστέρημα τῶν ἐσόδων τοῦ 1876 ἀνῆλθεν εἰς 2,658,000, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου περιεῖχεν ἔσοδα ἐκ δραχ. 38,826,800, τὸ καθυστέρημα κατὰ τὸ 1883 πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογον τῆς διαφορᾶς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς ἐνεστώσης χρήσεως, πρὸς τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ἤτοι νὰ ἦναι διπλάσιον καὶ πλέον· διότι κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους φθάνομεν τὰ 80,000,000 δραχμάς. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἀναλογία αὕτη τῶν ἐσόδων τοῦ 1876 πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1883 δὲν ὁρίζει καὶ τὸ ποσὸν τῶν καθυστερούντων τοῦ τρέχοντος ἔτους· διότι, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883, ἢ ἂς περιορισθῶ εἰς τὸν τοῦ 1882—διότι δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ὁριστικῶς ποῖος ἔσεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883—ἐὰν, λέγω, ὁ Προϋπολογισμὸς 1882 τῶν ἐσόδων ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 68,600,000 καὶ διαφέρει κατὰ 30,000,000 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1876, τὸ πλεῖστον μέρος τῶν αὐξήσεων τούτων ἔγεινεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ἔσοδα, ἅτινα δὲν ἀφίνουσι καθυστερήματα. Αἱ τοιαῦται δὲ αὐξήσεις, αἱ γενόμεναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 27,606,160, ἑπομένως δὲν ὑπολείπεται αὔξησις ἐσόδων δεκτικῶν καθυστερήσεως, ἀνωτέρα τοῦ ποσοῦ τῶν 2,188,000 δραχμῶν. Συμπεραίνω λοιπὸν λέγων, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φρονῶμεν, ὅτι τὸ καθυστέρημα τοῦ ἔτους 1883 πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογον μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τὴν γενομένην ἀπὸ τοῦ 1876 καὶ ἐφεξῆς, διότι τὸ πλεῖστον μέρος τῆς διαφορᾶς τῶν ἐσόδων προέρχεται ἀπὸ ἔσοδα, ἅτινα δὲ, ἀφίνουσιν οὐδὲν καθυστέρημα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων, ἤδη μάλιστα ὅτε ἐπέρχονται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἕνεκεν τῶν ὁποίων τὰ προσωπικὰ συμφέροντα θέλουσιν ἀναλάβει ὅλην αὐτῶν τὴν δύναμιν, ὑπολογίζω τὸ ποσὸν τῶν καθυστερούντων, τὸ ὁποῖον δύναται κατ’ ἀνώτατον ὅρον νὰ προέλθῃ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς δραστηρίως καὶ εὐσυνειδήτως, εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 4,000,000. Αἱ ἀναλογίαι τῶν παρελθόντων ἐτῶν δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ μείνωσιν ἀνείσπρακτα πλειότερα ἔσοδα· ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ παρὸν κυβερνητικὸν σύστημα, ὡς ἀξιοῦσιν οἱ θιασῶται αὐτοῦ, διαφέρει τῶν προγενεστέρων, ὅτι διεπόμεθα ἤδη ὑπὸ συστήματος ἀναμορφώσεως, ὑπὸ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτάσσεται τῇ συναλλαγῇ, τὸ ὁποῖον καυχᾶται, ὅτι εἶναι ἀφωσιωμένον εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἑπόμενον εἶναι, νὰ ἐλπίζωμεν καὶ ν’ ἀξιῶμεν μάλιστα, ὅτι θέλουσι περιορισθῆ καὶ τὰ καθυστερήματα ἔτι μᾶλλον, ἀφοῦ, ὡς προεἶπον, ταῦτα κατὰ πολὺ δὲν προέρχονται ἢ ἐκ τῆς παραμελήσεως τῶν Κυβερνήσεων, ὅπως ἐκπληρώσωσιν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντα αὑτῶν πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, τὰ ἔσοδα ἡμῶν κατὰ τὸ 1883 διὰ τῆς προσθήκης τῶν 500,000 δραχμῶν, ἤτοι τοῦ ¼ τῆς αὐξήσεως ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ τῶν 2,000,000, ἃ θέλομεν εἰσπράξει περιπλέον ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἀνέρχονται εἰς 73,197,742· ἐὰν δ’ ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὰ μὴ εἰσπραχθησόμενα ἐκ 4,000,000, ὑπολείπεται ποσὸν πραγματικῶν καὶ εἰσπραχθησομένων ἐσόδων κατὰ τὸ 1883 ἐκ δραχ. 69,197,742. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν ἡμῶν καὶ ἄλλο τι ποσὸν, προερχόμενον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος, καὶ ἄνευ ἄλλου νομοθετικοῦ μέτρου, ἐπῆλθε, πλὴν τῶν κακῶν, ἅτινα ἄλλοτε ἐξετέθησαν ἐντεῦθεν, καὶ ὧν πεῖραν ἐλάβομεν πάντες, ἐπῆλθε, λέγω, καὶ ἓν εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ηὐξήθησαν ὡς ἐκ τούτου. Τὰ ἔσοδα τῶν ταχυδρομείων καὶ τῶν τηλεγράφων, εἰσπραττόμενα ἀπὸ 1 Νοεμβρίου εἰς νέας δραχμὰς, θέλουσιν ἀποφέρει ποσὸν ἀνώτερον, εἰς παλαιὰς ἀναγόμενα, κατὰ 12% ἢ κατὰ 10, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ μὲν τὸν τηλέγραφον εἰσπράττομεν 1,220,000, ἐπίσης δὲ 1,220,000 ἀπὸ τὸ ταχυδρομεῖον, ἐν ὅλῳ 2,240,000, ἡ αὔξησις εἶναι 250,000 περίπου δραχμαί. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τοῦτο, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ ἔσοδα ἡμῶν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν 69,467,742. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῶν πιθανῶν ἐσόδων, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αἰτούμενον, παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 10,632,268, περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ὁποίου εἶναι ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὶν ἢ ἐπιχειρήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, ὅπως ἀναπληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καὶ ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ τοσοῦτον ἐπιθυμητὸν, εἶναι, νομίζω, δικαιότερον νὰ ψηφίσωμεν ἄλλα τινα νομοσχέδια, Προϋποβεβλημένα ἐνώπιον ἡμῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν ὁποίων προσδοκᾶται αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ τρόπου ἥκιστα ἐπαχθοῦς. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας τοῦ Νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου προτείνει καὶ βελτιώσεις τινὰς τοῦ Νόμου ἐκείνου. Πρὶν δὲ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιβάλωμεν φόρους καὶ αὐξήσωμεν τὰ βάρη τῶν ἐκπληρούντων τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, δὲν εἶναι, λέγω, δικαιότερον ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν τὴν καταβολὴν τῶν χρεῶν των, μὲ τὰς εὐκολίας μάλιστα καὶ τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα ὁ σχετικὸς Νόμος παρέχει εἰς αὐτούς; Ἐκ τῆς ἀνανεώσεως δὲ, κύριοι, τῶν παλαιῶν χρεῶν, ἡ ὑπηρεσία ὑπολόγιζεν ἀνέκαθεν τὸ ποσὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, καὶ τοῦτο ἀνεγράφετο ἑκάστοτε μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων· φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νόμου τούτου, ἀφοῦ αὕτη δὲν παρέχει οὐδεμίαν δυσκολίαν, διότι δὲν πρόκειται ἢ νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν Νόμου, διὰ μακρῶν συζητηθέντος ἄλλοτε καὶ ψηφισθέντος, καὶ νὰ βελτιώσωμεν μάλιστα αὐτόν· ἀντὶ δὲ, λέγω, τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,500,000, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία ἀνέκαθεν ὑπελόγιζεν ὡς πρόσοδον ἐκ τῆς ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν, ὑπολογίζω ἓν καὶ μόνον ἑκατομμύριον.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόσα εἰσεπράττοντο;
§50ΜΑΝΕΤΑΣ. Μηδὲν, διότι δὲν ἐξετελέσθη ὁ Νόμος· δὲν ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἡ συγκέντρωσις τῶν καθυστερούντων· ἀλλὰ διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλονται καὶ βελτιώσεις εἰς τὸν Νόμον ἐκεῖνον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πιστεύω, ὅτι παίζων νὰ ἔφερεν ἐδῶ ἓν νομοσχέδιον, ἵνα δώσῃ ζωὴν εἰς Νόμον ἄχρηστον καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἀποφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ· βεβαίως ἐπείσθη, ὅτι ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου ἐκείνου δύναται νὰ ἔχῃ μίαν πρόσοδον. Πλὴν, κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔχετε ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ἕτερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν τοσοῦτον ἀναγκαίαν διαφύλαξιν καὶ βελτίωσιν τῶν δασῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐπιψηφίσωμεν. Γνωστὴ εἶναι εἰς πάντας ἡ κατάστασις τῶν δασῶν ἡμῶν καὶ αἱ καταστροφαὶ, αἵτινες ἐπέρχονται ἑκάστοτε εἰς αὐτὰ, ὡς εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητος ἡ χρησιμότης τῶν δασῶν. Ἐπιψηφίζοντες, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὄχι μόνον προνοοῦμεν, ὡς ἔχομεν καὶ συμφέρον καὶ καθῆκον, περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως καὶ βελτιώσεως τῶν δασῶν, ἀλλ’ αὐξάνομεν καὶ τοὺς πόρους τοῦ Κράτους κατὰ 700,000 νέων δραχμῶν, ὡς ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· αὐξάνομεν δὲ τὰς προσόδους τοῦ Κράτους διὰ τρόπου ἥκιστα ἐπαχθοῦς, διότι ἐπιβάλλεται δι’ αὐτοῦ φορολογία ἐπὶ τῶν ἐπὶ ἐμπορίᾳ ὑλοτομουμένων καυσοξύλων, φόρος, κύριοι, τὸν ὁποῖον δὲν θέλει πληρώσει ὁ πτωχὸς λαός, διότι οἱ τοιοῦτοι ὑλοτομοῦσι μόνοι τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτοῖς καυσόξυλα, χωρὶς νὰ ὑπόκεινται, τούτου ἕνεκα, εἰς οὐδένα φόρον. Τὸ βάρος τοῦτο θέλουσιν ὑποστῆ αἱ σχετικῶς εὐπορώτεραι τάξεις, οἱ κάτοικοι δηλαδὴ τῶν πόλεων, οἱ ποιοῦντες χρῆσιν ξύλων πρὸς θέρμανσιν. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἂν εἰς τὰ ἔσοδα ἡμῶν προσθέσωμεν ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τῆς ἀνανεώσεως τῶν καθυστερούντων, καὶ 700,000 νέας δραχμὰς ἐκ τοῦ Νόμου περὶ δασῶν, αἵτινες ἀντιστοιχοῦσι πρὸς παλαιὰς δραχμὰς 780,000, ἔχομεν 1,780,000 δραχμὰς, ἃς ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα, ὑπολογισθὲν, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, εἰς δραχμὰς 10,632,268, περιορίζομεν αὐτὸ εἰς 8,832,268.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι πρόσοδοι· εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν.
§52ΜΑΝΕΤΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀλίγαι ὑπολείπονται πλέον πρὸς δήλωσιν.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεταὶ θὰ ἦναι.
§54ΜΑΝΕΤΑΣ. Τὸ συμπέρασμα, κύριοι, τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἔλλειμμα ἡμῶν, μὲ μόνην τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασῶν, θέλει περιορισθῆ εἰς δραχμὰς 8,832,000, μᾶς φέρει εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ ἀποκρούσωμεν τὸ ἄνισον καὶ ἄδικον καὶ καταπιεστικὸν νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν συλλήβδην καὶ ἀνεξετάστως προτεινομένην αὔξησιν τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἄλλων τινῶν δικαιωμάτων κατὰ 10%, καὶ ψηφίζοντες μόνον τὰ νομοσχέδια περὶ καπνοῦ καὶ περὶ ποτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ νέας δραχμὰς 6,240,000, ἀντιστοιχούσας πρὸς 7,000,000 περίπου παλαιὰς δραχμὰς — διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ συστήματος ὑπολογίζω — θέλομεν περιορίσει τὸ ἔλλειμμα εἰς 1,832,268. Τὸ ἔλλειμμα, κύριοι, τοῦτο, ὡς καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἀναλογοῦντα εἰς τοὺς δύω μῆνας, τοὺς ὁποίους διατρέχομεν ἤδη, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν λειτουργοῦσιν οἱ Νόμοι περὶ ποτῶν καὶ καπνοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ ἐξοικονομήσῃ διὰ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν. Δὲν εἰσέρχομαι, κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας, εἰς τὰς ὁποίας ἠσχολήθησαν ἄλλοι· διότι νομίζω περιττολογίαν νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια, ἵνα ὑποστηρίξω καὶ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι δυναταὶ οἰκονομίαι ἱκαναί. Κρίνω δὲ περιττὸν νὰ πράξω τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς δύναται εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐκ Προϋπολογισμοῦ 80,000,000 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περικόψωμεν ἀρκούντως τὰς δαπάνας ἡμῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος, καθ’ ὃ μάλιστα πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐπαισθητῶς τοὺς ἐντολεῖς μας, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν στερήσεις, ἰσοδυναμούσας πρὸς δύω καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια, ὅσα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἀποκαταστήσωμεν ἰσοσκελῆ τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν. (Εὖγε, εὖγε ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). (Διελύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 8 μ. μ.).