1883.01.24
2,157 rows · 15,946 words · 99 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 24 Ἰανουαρίου 1883
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι 133. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα τῶν ἀκροατηρίων (ἀνοίγονται). Καθήσαται, κύριοι βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ, θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως (τῆς 23 Δεκεμβρίου 1882).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα· πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 7 ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ περὶ οἴνων.
§4ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 19 τοῦ Νομοσχεδίου τούτου εἴπομεν νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 7, ἡ μνεία δηλαδὴ τοῦ ἄρθρου 7. Νὰ λέγῃ «3 καὶ 4 τοῦ παρόντος» καὶ νὰ διαγραφῇ τὸ 7.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 19 θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ τροποποίησις, νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 7· ἄλλη ἀντίῤῥησις ὑπάρχει ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον πρὸς τὴν Βουλήν. «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσωμεν ὑμῖν, κ. Πρόεδρε, τὸ ἀπὸ 15 Μαρτίου 1877 ὑπ’ ἀριθ. 6,046 ἔγγραφον κτλ. (ἀναγινώσκει).
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἓν κληροδότημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν ὅρον τοῦ κληροδοτήματος, διατίθεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Πρέπει ἑπομένως ν’ ἀνακοινωθῇ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ὁρίσῃ ποία θὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ ποσοῦ. Νὰ τυπωθῇ ἑπομένως ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν αὕτη πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς. Ἑπομένως νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ λοιπὸν καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα). Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν Νόμων περὶ Ταμείων.—Ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 καθυστερούντων εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον.—Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Παιδείας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ Ἐφόρου τῶν ἐν Ἀθήναις Μουσείων. (Ὅρα Παράρτημα).—Ἐπερώτησις τοῦ ἐκ Καρδίτσης βουλευτοῦ Τιμολέοντος Ἀδαμοπούλου «Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἠτιολογημένως τὰς παρὰ τῶν πολιτῶν γενομένας πρὸς τὸν Δῆμον Καρδίτσης εἰσφορᾶς κτλ.» (Ἀναγινώσκεται). Καπνέμποροι Ὑπάτης ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς ὅπως δώσῃ τάχιστα πέρας ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, διότι ὡς ἐκ τούτου ἀπρακτοῦσι καὶ κατὰ συνέπειαν πάσχουσι.—Κάτοικοι τῆς πόλεως Ἄρτης ζητοῦσι γενικὴν ἀτέλειαν ἐπὶ πάντων τῶν εἰδῶν τῶν ἐκ τοῦ κάμπου ἐξαγομένων.—Ἀναφορὰ Θεοδώρου Ν. Στυμφαλιάδου ἐξ Αἰγίου, ζητοῦντος τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.—Δημόται Θυρέας τῆς Κυνουρίας ἐπικαλοῦνται τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς Λουκοῦς, τὴν ὁποίαν διήρπασαν οἱ κάτοικοι Δολιανῶν, τῇ συννενοήσει τῶν Μοναχῶν.—Ὁ Α. Βρεντάνος, Ἀρχιπυροτεχνουργὸς ἐν τῷ Ὁπλοστασίῳ, ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ὑπηρεσία του ὡς παρέχουσα δικαίωμα συντάξεως εἰς αὐτόν.— Οἱ Ἡρακλῆς Παππακωνσταντίνου, Ἀθανάσιος Τουφεξῆς καὶ Χαράλαμπος Τουφεξῆς, κάτοικοι Καρνεσίου, ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.—Ὁ Δήμαρχος Ἕλους ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ τηλεγραφοφυλακείου τοῦ Δήμου Τρινάσου ὡς ἀλυσιτελοῦς.—Ὁ Παναγιώτης Γ. Λιβαδᾶς, διὰ τὰς γνωστὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας τοῦ πατρός του, ζητεῖ νὰ χορηγηθῇ ἀνάλογος σύνταξις πρὸς συντήρησιν τῶν μὴ ἀποκατεστημένων δύω ἀδελφῶν του Ἀσπασίας καὶ Ρεγγίνας.—Οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ Δήμου Ἀμφίσσης ἐξαιτοῦνται τὴν κατάργησιν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ τὴν ἐπιψήφισιν φόρου παραγωγῆς εἰς ὅλον τὸν οἶνον πρὸς ἓν λεπτὸν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς.—Δηλωταὶ, μὴ κάτοχοι γαιῶν τῆς Ἐπαρχίας Πυλίας, ἐξαιτοῦνται τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρηματικῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμαν.—Οἱ Π. Ἀλεξόπουλος, Λ. Ἡλιόπουλος, Π. Μπουκαούρης καὶ Ν. Σταματόπουλος ἐκ Πατρῶν ἐξαιτοῦνται τηλεγραφικῶς τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου.—Ὁ Σείχης καὶ οἱ Δερβίσιδες τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Τεκὲ Σέϊχ Γιαγιὰ Χαμεβέη, παραπονοῦνται, ὅτι τὰ ἱερὰ ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον διαδοχικῷ δικαιώματι εἰς τοὺς γνησίους αὑτῶν ἀπογόνους, ζητοῦσιν ἤδη νὰ τὰ ἁρπάσουν ἀδίκως καὶ παρανόμως ἰσχυροί τινες τοῦ Τόπου.—Πρότασις Νόμου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Σολιώτου, Βαλέττα, Παλαμηδίου, Φλογαΐτου καὶ λοιπῶν.—Ἑτέρα πρότασις Νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1880 Νόμου. (Ὅρα Παράρτημα). Ἔχει τις τὸν λόγον;
§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§11ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε. Ἐστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ Νομοσχέδιον περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Δουζίνα.
§13ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω Νομοσχέδιον πιστώσεως τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔπραξε τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ὅπως ἐγκαίρως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός· ἀλλὰ παρενέβησαν περιστάσεις, αἵτινες φέρουν τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν λίαν κατεπειγόντως τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἐξαιτοῦμαι νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐπιληφθῇ ἀμέσως.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ.
§16ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἠμπορεῖ νὰ συνέλθῃ τώρα.
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὶν τελειώσῃ ἡ συνεδρίασις, νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπίσης, κύριοι, ὑποβάλλω ἕτερον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπίσης λίαν κατεπεῖγον, περὶ τοῦ χαλκίνου νομίσματος· καὶ ἰδοὺ πῶς δικαιολογεῖται ἡ πρότασις τοῦ Νομοσχεδίου. Εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1867 δυστυχῶς παρεισέφρησε παραδρομή τις. Ὁ Νόμος οὗτος συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου τοῦ 1864 καὶ 1866· ὁ Γαλλικὸς Νόμος φέρει, ὅτι τὰ ἀργυρᾶ κέρματα εἶναι δεκτὰ εἰς τὰ ταμεῖα, ὅσον καὶ ἂν προσαχθῇ ποσόν· ὁ ἡμέτερος Νόμος ἐξέτεινε τοῦτο καὶ εἰς τὰ χάλκινα, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύει ὁ ἀρχαιότερος Νόμος τοῦ 1810, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ χάλκινα εἶναι δεκτὰ μόνον μέχρι πέντε φράγκων. Καθ’ ἡμᾶς, ὑπῆρχε καὶ ἄλλοτε τὸ Διάταγμα τὸ Νομοθετικὸν τοῦ 1833, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦσαν δεκτὰ ἀνὰ δύω τοῖς ἑκατόν. Ὁ Νόμος τοῦ 1867 ἐξέλαβεν, ὅτι κέρματα, κατὰ τὸν Γαλλικὸν Νόμον, εἶναι καὶ τ’ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χάλκινα, καὶ ἀντὶ νὰ διαστείλῃ, ἀντὶ νὰ διαταχθῇ, ὅπως εἶναι ἐν τῷ Γαλλικῷ Νόμῳ, ὅτι τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα εἶναι δεκτὰ, ὅσον καὶ ἂν προσάγεται ποσὸν, ἐξέτεινε καὶ εἰς τὰ χάλκινα, ὅτι καὶ ταῦτα εἶναι δεκτὰ, ὅσον καὶ ἂν προσαγάγῃ τις ποσόν. Συνέβη δὲ ν’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν χαλκίνων νομισμάτων ἄνευ ἀνάγκης καὶ ὑπὲρ τὸ μέτρον, διότι ἀρχικῶς, κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1867, ἔπρεπε νὰ ἐκτυπωθῶσιν ἀνὰ δύω δραχμαὶ κατ’ ἄτομον τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐπῆλθε κατόπιν ἄλλος Νόμος τοῦ 1877, ὅστις προσέθηκε καὶ ἑτέραν δραχμὴν, ὥστε ἀνὰ τρεῖς δραχμὰς κατ’ ἄτομον, δηλαδὴ τέσσαρα ἑκατομμύρια πεντακόσιαι χιλιάδες. Κατὰ τὸ 1881 ἐξεδόθη ὁ τελευταῖος Νόμος, ὅστις ηὔξησε κατὰ τέσσαρας δραχμὰς κατ’ ἄτομον καὶ ἔφερε τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τῶν χαλκίνων εἰς ἓξ ἑκατομμύρια ὀκτακοσίας εἴκοσι χιλιάδες. Ἡ ὑπερβολὴ αὕτη φέρει κίνδυνον εἰς τὰ Ταμεῖα, ὅπου δύνανται νὰ συσσωρευθῶσι τὰ χάλκινα νομίσματα καὶ νὰ καταστήσωσι δύσκολον τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν φύλαξιν, καὶ νὰ φέρωσιν οὕτω μεγάλην βλάβην εἰς τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ δεχθῶμεν ἀπαραλλάκτως τὸ Γαλλικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου ἀπομίμησις εἶναι ὁ ἡμέτερος Νόμος τοῦ 1867, καὶ ἑπομένως ὑποβάλλω ἄρθρον μοναδικὸν τὸ ἑξῆς: «Τὰ Δημόσια Ταμεῖα δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ δέχωνται εἰς χάλκινα ἢ ὀρειχάλκινα νομίσματα πλέον τῶν πέντε δραχμῶν κτλ.» (Ἀναγινώσκει). Ὁ ἰδιώτης δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λάβῃ περισσότερον τῶν πέντε δραχμῶν· ὅ,τι ὡς πρὸς τὸν ἰδιώτην ἰσχύει, πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἰδιώτην νὰ δεχθῇ πλέον τῶν πέντε δραχμῶν· ἄρα καὶ ἀντιστρόφως πρέπει νὰ γείνῃ, ὅτι ὁ ἰδιώτης δὲν δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Ταμίαν νὰ δεχθῇ πλέον τῶν πέντε δραχμῶν. Τὸ πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰδιώτην, ὑπάρχει ἐν τῷ Νόμῳ· τὸ δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ταμίαν, αὐτὸ ἐκ παραδρομῆς, ὅπως παρέστησα, μετεβλήθη καὶ μετήλλαξε τὴν διάταξιν τοῦ ἀρχικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία διάταξις εἶναι βεβαίως σπουδαία, καὶ προφυλακτικὴ τῶν Ταμείων. Ἐξαιτοῦμαι ἑπομένως παρὰ τῆς Βουλῆς ὅσον τάχιον νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον αὐτό. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἄρθρον μοναδικὸν, ἤθελα παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ καὶ σήμερον αὐτὸ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τοὐλάχιστον νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ τεθῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ τυπωθῇ λοιπὸν καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς πρῶτον. Συνοδεύεται δὲ καὶ μὲ μακρὰν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο. (Ὄρα Παράρτημα).
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν· οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Σπάρτης κατάδικοι παραπονοῦνται, ὅτι δὲν λαμβάνουν τὴν μισθοδοσίαν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὰς ἄλλας φυλακάς· καὶ τοῦτο δι’ ἀναφορᾶς των, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, μὲ παρακαλοῦσι νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς.
§24ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοῦτο, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τοὺς ὑποδίκους καὶ καταδίκους πρὸς διατροφὴν, δίδεται ἀναλόγως τοῦ ἄρτου, ὅστις προμηθεύεται διὰ δημοπρασίας· ἂν ἡ ἀξία τοῦ ἄρτου ᾖναι μεγαλειτέρα, τὸ ποσὸν εἶναι μικρότερον· ἂν δὲ ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου ᾖναι μικροτέρα, τὸ ποσὸν εἶναι μεγαλείτερον.
§25ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν ἐν Σύρῳ οἰνοπνευματοπωλῶν, οἵτινες ἐπιφέρουν παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φόρου καταναλώσεως τῶν οἴνων. Εἶναι τυπωμένη καὶ θέλει διανεμηθῆ εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς.
§26ΜΑΡΛΑΣ. Ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν κοινοτήτων Καστελλίου καὶ Χλωμοῦ τοῦ Δήμου Δωριέων τῆς Παρνασσίδος, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ.
§27Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐγκύκλιον, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται νὰ παρίστανται οἱ Δήμαρχοι εἰς τὰς κάλπας των· διότι, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζουν ἀντιπροσώπους, δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἄλλον ἀντιπρόσωπον, νὰ μὴ δύναται αὐτὸς ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν ἑαυτόν του! Λοιπὸν νὰ δοθῇ μία λύσις, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίζουν ὁριστικῶς τί πρέπει νὰ κάμουν. Τώρα, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκτελοῦν καθήκοντα Δημάρχου, ἢ ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθοῦν, ἢ ὅ,τι ἄλλο, καλὸν εἶναι ν’ ἀποφασισθῇ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τοῦ Νόμου. Τίποτε ἄλλο δὲν λέγω.
§28Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Πύργου, παραπονουμένων κατὰ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ ἐκεῖ Πρωτοδικείου, κατὰ τοῦ Προεδρεύοντος· ἐπειδὴ μοὶ ἐστάλη πρὸ καιροῦ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν, ὑποβάλλω αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίσης ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν οἰνοπωλῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, παραπονουμένων κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλούντων τὴν Βουλὴν, ὅπως μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθουν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι τῷ ὄντι σπουδαία, εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τοὺς μεγαλειτέρους βιομηχάνους καὶ οἰνοπώλας τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κάμῃ πολὺ καλὰ νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῆς, ὅπως διανεμηθῇ καὶ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα φέρουσιν οἱ οἰνοπῶλαι κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΚΟΡΠΑΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρέξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας, χρησίμους διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κτλ. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ὑπεβλήθη ἀναφορὰ παρὰ τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων ἐν Πύργῳ· ἀλλ’ ἡ κακὴ αὕτη κατάστασις δὲν ἐπικρατεῖ μόνον εἰς τὸ Δικαστήριον αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς συνέβη εἰς ἐμὲ τὸ ἑξῆς ἀδίκημα. Ἐνοικιαστής μοὶ καθυστέρει τὸ ἐνοίκιον, καὶ ἠναγκάσθην νὰ κάμω ἀγωγὴν κατ’ αὐτοῦ· ὁ Πρόεδρος ὥρισε τὴν δικάσιμον, ἦλθεν ἡ δικάσιμος, ἀλλ’ οὐδεὶς Δικαστὴς ἐνεφανίσθη, ἵνα δικάσῃ τὰς ἀγωγὰς περὶ ἐξώσεως, αἵτινες ἦσαν περὶ τὰς τριάκοντα. Καὶ ἐματαιώθη οὕτως ἡ προσδιορισθεῖσα ἐκείνη ἡμέρα. Ἠναγκάσθημεν, καὶ μάλιστα συνεβουλεύθημεν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν ἐκ δευτέρου προτίμησιν τῆς ἀγωγῆς καὶ ὡρίσθη δικάσιμος· ἀλλ’ ἐὰν ἤθελέ τις νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἴδῃ πῶς γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἤθελεν ἀηδιάσει. Ἐγένετο συζήτησις, ὁ δὲ Προεδρεύων, χωρὶς νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν Νόμον, αὐθαιρέτως ἀπέῤῥιψε τὰς ἀγωγὰς καὶ τὴν ἐμήν. Δὲν τὸ φέρω τὸ ζήτημα πρὸς θεραπείαν παραπόνου ἀτομικοῦ, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ Νόμου. Δὲν μοὶ ἐπλήρωσε τὸ ἐνοίκιον τὸ συμπεφωνημένον εἰς τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς ὁ ἐνοικιαστής· μετὰ δέκα ἡμέρας τοῦ ἔκαμα ἀγωγήν, κατόπιν δὲ τῆς ἀγωγῆς κατέβαλεν εἰς τὸν Συμβολαιογράφον τὰ ἐνοίκια· ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου λέγει, ἐπειδὴ τὰ ἐνοίκια ἐπληρώθησαν, τοιουτοτρόπως, ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀγωγή. Ἀλλὰ τοιουτρόπως πάντοτε θὰ ἦναι πληρωμένα τὰ ἐνοίκια. Καὶ εἰς περίστασιν λοιπόν, καθ’ ἣν ζητοῦμεν ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν κατὰ 12%, ποία θὰ ἦναι ἡ ἀσφάλεια τῆς προσόδου ἀπὸ τῶν κτημάτων τούτων; Ἀποῤῥίπτει λοιπὸν τὴν ἀγωγὴν ἄνευ λόγου καὶ ἐναντίον τοῦ Νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν Δικαστηρίων. Καὶ περὶ τῆς Ποινικῆς δὲ Δικαιοσύνης νομίζω περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, διότι καθεὶς ἐξ ὑμῶν γνωρίζει τὴν κακὴν ἐπίσης κατάστασιν αὐτῆς (θόρυβος). Σᾶς εἶπα, κύριε Πετσάλη, ὅτι ἐγὼ δὲν τὸ λέγω λόγῳ ἀτομικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ διατί νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη κατάστασις!
§32ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν νὰ λέγητε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πλαστά (θόρυβος).
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀπόδειξιν ἔχετε τὴν δίκην τοῦ Βελέντζα καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα (θόρυβος). Ὅταν λοιπὸν ἡ Δικαιοσύνη ἀδικῇ τὰ ἄτομα, ἐννοεῖται, ὅτι ἀδικεῖ καὶ ἐν γένει τὴν Πολιτείαν· ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸν Νόμον, διότι δὲν δικάζει συλλήβδην ὅλον τὸ ἔθνος, ἀλλὰ ἄτομα· δὲν ἕπεται, ὅτι, ὅταν δικάζῃ καὶ ἀδικῇ τὰ ἄτομα, εἶναι καλὴ δικαστηριακὴ κατάστασις (θόρυβος). Κύριοι, ἐγὼ λέγω ταῦτα, ὅπως εἰς τὸ μέλλον προληφθῇ πᾶσα τοιαύτη κακὴ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται κατόπιν ἀνεπανόρθωτοι μεταμέλειαι. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ, δηλαδὴ πρὸ τριῶν ἐτῶν, εἶχον προβλέψει περὶ Νόμου Μηχανικῶν, ὁ ὁποῖος εἰσέτι δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ αἱ συνέπειαι αὐτῆς τῆς μὴ ἐφαρμογῆς κατεδείχθησαν ἐσχάτως, καὶ ἤδη καταδεικνύονται ἐπικείμεναι, διότι ἐγένετο μεγάλη ἀδικία εἰς ὅλην τὴν κατάστασιν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ἐν τῷ συνεργείῳ θέλετε ἔχει ἀξιοθρηνήτους συνεπείας· ἡ ἔλλειψις τῆς δικαιοσύνης ἀνέπτυξε τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐν τῷ συνεργείῳ λαμβάνει χώραν ἀδικία, ἀπονομὴ δὲ δικαιοσύνης οὐδεμία. Ὑπάρχουν τεχνῖται τρίτης τάξεως, ἔχοντες 15 καὶ 20 ἔτη εἰς τὴν θέσιν αὐτήν· εἶναι οἱ ἐκτελοῦντες ἅπασαν τὴν ἐργασίαν· ἐν τούτοις, χθεσινοὶ νέοι, ἄπειροι καὶ ἀμαθεῖς, κατατάσσονται βʹ. τάξεως, καὶ γίνονται ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ στοιχεῖον τῆς ἐργασίας ἐν τῷ πολεμικῷ Ναυτικῷ. Ὅπως λοιπὸν προληφθῇ τὸ κακὸν τοῦτο, εἶχον ζητήσει νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ὄχι μόνον περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐζήτησα καὶ πληροφορίας περὶ τῶν ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἵνα ἴδωμεν ἐπὶ τίνι βάσει γίνονται οἱ προβιβασμοί, διότι καὶ ἐν τοῖς προβιβασμοῖς τῶν ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν λαμβάνει χώραν ἡ καταπάτησις τῶν δικαιωμάτων, καὶ μετὰ λύπης λέγω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δυστυχῶς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν δὲν ὑφίσταται σήμερον ἐν Ἑλλάδι, καὶ μεταμελοῦμαι, διότι ἐψήφισα καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς ἀπείρου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν 10 ἑκατομμύρια καὶ 40 ἄλλα ἑκατομμύρια πίστωσιν διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν δαπανῶνται εἰς ἄλλα παρὰ εἰς τὴν σύστασιν μερικῶν κηπαρίων ἐν Ἀράπῃ, καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν μερικῶν οἰκοδομημάτων κατακρημνιζομένων, καὶ ἐν γένει εἰς ἔργα παιδαριώδη καὶ ἄμοιρα πάσης προνοίας καὶ πολεμικῆς καὶ μηχανικῆς προβλέψεως. Ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θελήσῃ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ νὰ ἴδῃ πῶς δαπανῶνται τὰ ἑκατομμύρια, θέλει τῳόντι μεταμεληθῆ ὅτι ἔδωκε τοιαύτην πίστωσιν. Οἰκοδομεῖται νεωλκεῖον, καὶ ἤδη ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἡ ἀνοικοδόμησις αὐτοῦ· διατί; πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων.
§34ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἀπατᾶσαι· ἔγεινε παρ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ (θόρυβος).
§35ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν σημαίνει τοῦτο· ἡ ὑπηρεσία εἶναι μία· τὰ πρόσωπα ἀδιάφορον εἴτε σεῖς ἢ ἄλλος Ὑπουργὸς τὸ ἔκαμε· τὰ ἰδικά σας ἔργα θὰ κρημνιθῶσιν αὔριον ἐπὶ ἄλλου Ὑπουργοῦ, τί σημαίνει; Ἀπὸ τοῦ 1878 ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι ἐγκαταλελειμμένος ἄνευ τῆς προσηκούσης προβλέψεως περὶ καθαρισμοῦ αὐτοῦ (θόρυβος)· καὶ ἔπειτα θέλομεν νὰ ἔχωμεν καὶ στόλον μεγαλείτερον καὶ πλοῖα περισσότερα! Περὶ ὅλων λοιπὸν αὐτῶν εἶχον ὑποβάλει πρότασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν πρὸ δύω μηνῶν ἐπερωτήσεως, καθὼς καὶ περὶ δεξαμενῆς, καὶ αὕτη μετὰ τῶν ἄλλων μένει ἄνευ ἀπαντήσεως. Ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὅπως ἁπάσας τὰς ἐπερωτήσεις μου, τὰς ὁποίας πρὸ δύω μηνῶν ὑπέβαλα, τὰς μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν προσήκουσαν ἐπὶ τούτων ἀπάντησιν διὰ μίαν ἑκάστην ἐξ αὐτῶν ἐν τῇ προσεχεῖ συνεδριάσει ἢ μιᾷ τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων· πρὸς δὲ νὰ προσαγάγῃ καὶ τὸν πίνακα τῆς κατατάξεως τῶν μηχανικῶν, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐργασθεῖσα ἐπὶ τούτου, κατήρτισε καὶ συνέστησε ὅπως ὅσον τάχιον θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸν Νόμον περὶ Μηχανικῶν, καθὼς καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν τοῦ συνεργείου, ἐπὶ τῇ συστάσει τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ συνεργείου· ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ ἀφήσῃ ἀνοικτὴν τὴν θύραν ἵνα παραγεμίζῃ τὸ συνεργεῖον ἐκνόμως καθὼς καὶ τὸ Σῶμα τῶν Μηχανικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον πολλοὶ σήμερον ἀδικοῦνται, διότι παρεμβάλλονται ὁλονὲν νέα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἢ δὲν ἔχουν τὴν προσήκουσαν ἱκανότητα ἢ πάντως εἰσὶν ἄμοιρα ἱκανότητος. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν καταστάσει πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἄλλως δὲν θὰ λείψουν τὰ παράπονα καὶ αἱ τάσεις ἐκεῖναι, αἵτινες εἰς πάντα ὀξυδερκῆ παρατηρητὴν δύνανται νὰ ὦσι καταφανεῖς. Ἀπεκδεχόμενος ἐπὶ ὅλων τούτων τῶν προτάσεων τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν, τὴν κατὰ Νόμον, ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλῃ τὴν ἀπάντησιν ταύτην, νὰ συμπληρώσω πᾶν ὅ,τι εἶναι χρειῶδες διὰ τὴν σπουδαίαν αὐτὴν τοῦ Ἔθνους ὑπηρεσίαν.
§36ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ ἐνόησα, καὶ τὸ ἐννοεῖ πᾶς, ὅτι ὁπόταν οἱ ψηφοφόροι ὑπερβαίνουν τὴν χιλιάδα ἢ τοὺς χιλίους πεντακοσίους, τὰ ἐκλογικὰ τμήματα θὰ ὦσι δύω· καὶ ὅταν ὑπερβαίνωσι καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, θὰ ὦσι τρία· δὲν ἐνόησα δὲ ποτὲ τί δύναται νὰ συμβαίνῃ ἢ τίνες εἰσὶν οἱ σκοποὶ, ἕνεκα τῶν ὁποίων γίνεται ἐνέργεια πρὸς τὸν σκοπὸν συστάσεως δύω τμημάτων ἐκλογικῶν εἰς Δήμους, ἔχοντας ἕως 1,200 ψηφοφόρους. Ἐνέργεια τοιαύτη, ἐνέργεια πεισματώδης, ἐνέργεια, ἐμφαίνουσα ἐνοχὴν, δύναμαι εἰπεῖν, ἐγένετο, ὅπως διαιρεθῇ εἰς δύω τμήματα ἐκλογικὰ ὁ Δῆμος Ἄριος. Διὰ τοῦτο, κκ. βουλευταὶ, ὁ κ. Νομάρχης Μεσσηνίας συνεκάλεσεν ἐπανειλημμένως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν συνεδρίασιν ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη διαίρεσις. Μετὰ τοῦτο ὁ κ. Νομάρχης Μεσσηνίας προέβη εἰς τὴν παῦσιν πολλῶν Συμβούλων, οὓς ἀντικατέστησε διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν, καὶ ἐπιμένει νὰ συνέλθῃ τὸ Συμβούλιον καὶ νὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς διαιρέσεως εἰς δύω ἐκλογικὰ τμήματα τοῦ εἰρημένου Δήμου. Ἀποφεύγω ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτῳ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὴν θέλησιν νὰ προστατεύῃ τὰ δικαιώματα τῶν Δήμων, νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ περιέχοντα τὴν ἀλληλογραφίαν περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, νὰ εὐαρεστηθῇ δὲ νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ κ. Νομάρχης Μεσσηνίας ἐπιμένει, ὄχι μόνον εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος τοῦ Δήμου Ἄριος, ἀλλὰ καὶ νὰ αἱματοκυλίσῃ κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τὸν Δῆμον τοῦτον, ὅστις μέχρι τοῦδε λίαν καλῶς ἐξήσκησε κατὰ τὰς διαφόρους ἐκλογὰς τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως τῆς ψήφου του ἐν ἑνὶ τμήματι.
§37Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν 4 Μαρτίου τοῦ 1882 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, ἥτις ἐδήλωσε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ ὑπόλοιπα τῶν δανείων τῶν 120,000,000, ὡς καὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχον συνομολογηθῆ μὲ τὴν Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν γραμματίων αὐτῶν. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐσώζοντο ἔτι δεκαπέντε ἑκατομμύρια, ἑκατὸν τεσσαράκοντα δύω χιλιάδες καί τινες ἑκατοντάδες δραχμῶν εἰς χρυσᾶ νομίσματα, 5,791,000 εἰς μεταλλικόν, 4,012,000 εἰς γραμμάτια. Τὰ μὲν 15,000,000, τὰ ὁποῖα εἰς χρυσὸν ἐσώζοντο, ἦσαν ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τὰ δὲ 5,791,000 εἰς μεταλλικὸν καὶ τὰ 4,000,000 εἰς γραμμάτια ἦσαν ὑπόλοιπον τῶν δανείων τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ συνομολογηθέντων. Ἐπειδὴ μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐκ τῶν χρημάτων τούτων βεβαίως ἐπληρώθησαν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 καὶ προσέτι αἱ βεβαιωθεῖσαι μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1881, παρακαλῶ νὰ μᾶς καταθέσῃ ἔκθεσιν, δεικνύουσαν τὴν κατάστασιν, εἰς ἥν εὑρίσκοντο τὰ ὑπόλοιπα τῶν δανείων τούτων κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1883. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀξιώσεις τοῦ πρώην Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ κ. Σπάρταλη καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου. Ἐν τῷ Προϋπογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν βλέπομεν ὅτι ζητεῖται πίστωσις 426,843 δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων, ἀναγομένων εἰς διαγεγραμμένας χρήσεις. Εἶναι λίαν πιθανὸν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὰς ἀξιώσεις ταύτας τοῦ κ. Σπάρταλη κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ κ. Σπάρταλη. Εἶναι, νομίζω, ἀναγκαῖον νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, ἵνα γείνῃ γνωστὸν ἐὰν ἐπῆλθεν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἀπαιτήσεων, κατὰ τίνα χρόνον ἐπῆλθε, καὶ ἑπομένως νὰ γείνῃ βεβαίωσις, ὅτι ὑπῆρχον τῳόντι ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου περὶ πληρωμῆς εἰς τὸν κ. Σπάρταλην τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ζητεῖται. Καὶ ταῦτα μὲν ἀνάγονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, ἵνα μᾶς βοηθήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ἅπερ ἀνάγονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀποτείνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, ἀναγομένας ἰδίως εἰς τὴν σύστασιν τῶν ἐμπορικῶν Ναυτικῶν Σχολῶν. Κατὰ τὸν Νόμον τῆς 2 Ἰουνίου τοῦ 1882, ἔμελλε νὰ συστηθῶσι Ναυτικαὶ Σχολαὶ, ὁ δὲ Νόμος προσδιώρισε καὶ τοὺς τόπους, ἐν οἷς ἔπρεπε νὰ συστηθῶσι, καὶ τὸν βαθμὸν, ὃν κατὰ τοὺς τόπους ἐκείνους ἔπρεπε νὰ φέρωσι, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν Καθηγητῶν καὶ Διδασκάλων, καὶ τὰ προσόντα, ἅπερ ὤφειλον νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔμελλον νὰ διορισθῶσιν, ἵνα διδάξωσι. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦτον, πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν Ναυτικῶν Σχολῶν, ἔμελλε νὰ δαπανηθῇ ποσὸν μέχρις 80,000 δραχμῶν ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων· ἐὰν δὲ ἤθελον γείνει δαπάναι μεγαλείτεραι, τὴν διαφορὰν ἔμελλε νὰ τὴν καταβάλῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἐπειδὴ αἱ Ναυτικαὶ Σχολαὶ ἐσυστήθησαν ἤδη, δὲν ἐγένετο δ’ ἴσως ἀκόμη γνωστὸν ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 80,000 δραχμῶν θέλῃ ἐπαρκέσει εἰς τὴν συντήρησιν τῶν συσταθεισῶν Σχολῶν, διὰ τοῦτο οὐδεμία δαπάνη ἐθεωρήθη ἀναγκαία νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883...
§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ καταργηθῶσι, διότι εἶναι ἄχρηστοι.
§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβοηθήσῃ ἡμᾶς εἰς τὰς περὶ τούτου μελέτας, δίδων εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας· α) Πόσας Ναυτικὰς Σχολὰς πρώτου βαθμοῦ, πόσας δὲ δευτέρου βαθμοῦ συνέστησε μέχρι τοῦδε· β) Τὸν ἀριθμὸν τῶν Καθηγητῶν, δι’ οὗ συνεκρότησεν ἑκάστην τῶν πρώτων, τὸν ἀριθμὸν δὲ τῶν Διδασκάλων, δι’ οὗ συνεκρότησεν ἑκάστην τῶν δευτέρων· γ) Πόσοι ἐκ τῶν διορισθέντων Καθηγητῶν ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, πόσοι δὲ εἰς τὴν τῶν ὑπαρχόντων Ναυτικῶν Διδασκάλων ἢ ἐμποροπλοιάρχων· δ) Τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ἕκαστος τῶν ἐν ἑκάστῃ Σχολῇ διορισθέντων· ε) Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐν ἑκάστῃ τῶν συσταθεισῶν Σχολῶν ἐγένετο ἔναρξις τῆς διδασκαλίας· ϛ) Τὸν μισθὸν τῶν ἐγγραφέντων ἐν ἑκάστῃ τῶν Σχολῶν τούτων μαθητῶν· ζ) Τὸ ποσὸν τοῦ δι’ ἑκάστην τούτων συνομολογηθέντος μισθώματος Διδακτηρίου· η) Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῃ τούτων διορισθέντων ἐπιστατῶν ἢ ὑπηρετῶν, ὡς καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀντιμισθίας αὐτῶν· θ) Τὸ ποσὸν τῆς διὰ πάσης ὑλικῆς δαπάνης, τὸ βεβαιωθησόμενον διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον.
§40ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα παράρτημα).
§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς, διὰ νὰ κανονίσωμεν καὶ καθορίσωμεν τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ ἔχομεν πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι πρὸς τοὺς βουλευτάς. Ἡ δημοσίευσις τῶν διαφόρων πράξεων τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν πληροφορίας περὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐγένοντο, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ προέβησαν εἰς ταύτας, δὲν ἀπαλάσσει δὲ καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ δίδωσι τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὴ, νομίζω, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει μεγίστη σύγχυσις εἰς τὰς σχέσεις αὐτάς. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀπηύθυνα ἄλλοτε, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶπε τὰ αὐτὰ, ἀπαντῶν εἰς τινα ἐπερώτησιν ἄλλου βουλευτοῦ. Καὶ ἐκεῖνος ἐξεπλάγη διατί ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, αἵτινες ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα ἐξεπλάγη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἶπε ὅτι ἔκρινεν ἀνάξιον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοιαύτας αἰτήσεις. Νομίζω, ὅτι καὶ οἱ δύω δὲν ἔχουσι δίκαιον. Δεύτερος δὲ λόγος, ὅστις μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀπαντήσω εἶναι ὅτι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν συσταθεισῶν Σχολῶν· ἐὰν ἐζήτουν τοιοῦτόν τι, εἶχε πληρέστατον δίκαιον νὰ εἴπῃ, ὅτι χθὲς ἀκόμη ἐσύστησεν αὐτὰς καὶ δὲν πρέπει νὰ ζητῶνται ἀποτελέσματα. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὰ ἀποτελέσματα τῆς διδασκαλίας ἢ τῆς χρησιμότητος, ἥτις προσηνέχθη ἐξ αὐτῆς· ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τίνας ἔπραξε πράξεις, διότι τὰς πράξεις καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐζήτησα. Ἐὰν ἐζήτητα νὰ ἀνακοινώσῃ πότε ἐγένετο ἔναρξις τῆς διδασκαλίας ἐν ἑκάστῃ Σχολῇ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπορήσῃ παντάπασι, διότι τὴν πληροφορίαν ταύτην οὐδαμοῦ ἠδυνάμην νὰ εὕρω, οὔτε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐφημερίδας. Ἠρώτησα πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἰς ἑκάστην Σχολὴν, καὶ ἠπόρησα καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν γνωρίζω πόθεν ὤφειλον νὰ λάβω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν εἰμὴ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας προΐσταται. Ἑπομένως παρακαλῶ αὐτὸν, νὰ διατάξῃ νὰ δοθῶσι πᾶσαι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ καταργήσεως αὐτῶν τῶν Σχολῶν, διότι ἡ δαπάνη δι’ αὐτὰς εἶναι ματαία. Ὁ κ. Μαρλᾶς γνωρίζει, ὅτι ὑπῆρχεν εἷς Διδάσκαλος τῆς ναυτικῆς ἐν Γαλαξειδίῳ, εἶχε δὲ ἕνα καὶ μόνον μαθητήν· εἰς τὰς Σπέτσας ὑπῆρχεν εἷς ἄλλος, ὅστις ἐλοιμοκτόνει καὶ δὲν εἶχε οὐδὲ ἕνα μαθητήν. Λοιπὸν, κύριοι, πρέπει πάντες νὰ ἐκφράσωμεν τὴν προθυμίαν πρὸς κατάργησιν τῶν Σχολῶν, διότι θὰ δαπανῶμεν ὀγδοήκοντα χιλιάδας δραχμὰς εἰς διατροφὴν ἀνικάνων. Τὸ παράδοξον δὲ μάλιστα εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ διωρίσθη ὅλον τὸ προσωπικὸν, διωρίσθη καὶ Ἐπιθεωρητὴς καὶ Ἐξελεγκτής. Ἐρωτῶ τί θὰ ἐπιθεωρήσῃ καὶ τί θὰ ἐξελέγξῃ, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἐνοικιάσθησαν οἰκοδομαὶ διὰ τὰς Σχολάς; Εἶναι βέβαιον, προφανὲς, ὅτι ἐγένετο πρὸς οἰκονομίαν προσώπων. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὅν πέρυσιν ἐψηφίσαμεν νὰ δαπανᾶται αὐτὸ τὸ ποσὸν ἐκ τῶν κληροδοτημάτων; Ἐὰν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ναυτικὴ Σχολὴ, ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ ἑτοιμάζωμεν ἄνδρας διὰ τὸ πολεμικὸν καὶ ἐμπορικὸν ναυτικόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν σχεδὸν δὲν ὑπάρχει, ἕπεται, ὅτι μόνον διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν· διότι ἄλλως, ἂν θὰ φέρωμεν πλοῖα, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τοὺς ἀπαιτουμένους ἄνδρας καὶ διὰ τὸ νῦν ὑπάρχον, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου, καὶ εἰσαγάγῃ ἐν ταὐτῷ καὶ ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ τὴν περὶ ὁρίου ἡλικίας ὡς ἐν τῷ χερσαίῳ στρατῷ διάταξιν.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ὁδηγίαν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χαλκίνων Νομισμάτων, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, ἐὰν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα ἐφηρμόσθη εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἤ ὑπάρχουν Ἐπαρχίαι τινὲς, εἰς τὰς ὁποίας αἱ συναλλαγαὶ γίνονται κατὰ τὸ παλαιὸν νομισματικὸν σύστημα· διότι τοῦτο θέλει ἐξηγήσει τὸν λόγον, δι’ ὃν συνεσωρεύθησαν εἰς μερικὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους παλλὰ χάλκινα νομίσματα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτητις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1883.
§46ΤΙΝΕΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν τὰ Νομασχέδια...;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν Προϋπολογισμόν.— Ἔχει τις τὸν λόγον.
§48Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 περιεῖχεν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν μὲν εἰσήγαγε τὸν εἰρημένον Προϋπολογισμὸν, προσδιώρισεν εἰς ἕνδεκα ἑκατομμύρια, ὅταν δὲ ἐσυζητεῖτο τὸ Νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν αἰγῶν, ἀνεβίβασεν εἰς δέκα καὶ πέντε ἑκατομμύρια, καὶ τελευταῖον, ὅταν ὑπέβαλε τὴν κατάστασιν τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων μέχρι τῆς 31ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1882, προσδιώρισεν εἰς 6,990,000 δραχμάς. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 εἵπετο, ὅτι ἤθελε περιέχει καὶ αὐτὸς ἔλλειμμα. Καὶ ὅμως δὲν περιέχει ἔλλειμμα, ἀλλὰ περιέχει περίσσευμα ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πλέον νέων δραχμῶν. Τὸ πρᾶγμα ἦτον δυσκατόρθωτον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἠδύνατο νὰ ἐμποιήσῃ ἔκπληξιν εἰς ἡμᾶς, ἐὰν δὲν μᾶς εἶχε συνειθίσει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ παρέρχεται ὁλόκληρος μὴν, χωρὶς νὰ κινήσῃ τὴν ἔκπληξιν ἡμῶν δι’ ἑνὸς ἀκατανοήτου σχεδιάσματος. Καὶ κατώρθωσε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις μετὰ μεγάλης εὐκολίας. Διατί ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἔμελλε νὰ ἔχῃ ἔλλειμμα; διότι τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰ ἔσοδα. Λοιπὸν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα. Κατὰ τίνα τρόπον; διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φόρων. Καὶ ἰδοὺ, διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φόρων, ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσε καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιφέρῃ, καὶ περίσσευμα ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πλέον νέων δραχμῶν νὰ μᾶς φιλοδωρήσῃ. Τὰ ἔσοδα τοῦ 1883, ἐὰν διατηρηθῶσι τόσα, ὅσα ἦσαν πέρυσιν, ἀφαιρουμένων τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἔκτακτα μόνον διὰ τὸ 1882, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὸ 1883, δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπερβῶσι τὰ 58,501,698 νέων δραχμῶν, δηλαδὴ τὰ 65,200,000 παλαιῶν δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς 72,072,008 νέων δραχμῶν, δηλαδὴ εἰς 80,720,000 παλαιῶν δραχμῶν. Ἀπὸ 65,000,000 ἔσοδα ἕως 80,000,000 ἔξοδα ἔχομεν ἔλλειμμα 15,000,000 ἄνευ τῶν νέων φόρων, οὓς ἡ Κυβέρνησις προέβαλεν. Ἀπεφάσισε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα διὰ τῶν νέων φόρων, καὶ δὲν ἠρκέσθη μόνον νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἀπεφάσισε νὰ μᾶς φιλοδωρήσῃ καὶ μὲ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκατομμύριον νέων δραχμῶν. Ἡ μέθοδος εἶναι ἁπλουστάτη· ὅταν ἔχητε ἔλλειμμα, δὲν ἔχετε ἢ νὰ αὐξήσητε τὰ ἔσοδα· καὶ, διὰ νὰ αὐξήσητε τὰ ἔσοδα, πρέπει νὰ ἐπιβάλητε νέους φόρους, πρέπει δὲ νὰ ἐπιβληθῶσι τόσοι νέοι φόροι, ὥστε νὰ δύνανται καὶ τὸ ἔλλειμμα νὰ καλύψωσι καὶ περίσσευμα νὰ παρασκευάσωσιν. Εὐσπλαγχνίσθη ὁ Θεὸς τὴν χώραν, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 ἀνέρχεται εἰς 15,000,000 μόνον, καὶ διὰ τοῦτο ἠρκέσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ 16,000,000 μόνον φόρους, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Φαντασθῆτε, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἦτον 20,000,000, ἤθελε διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου σᾶς προκαλέσει νὰ ψηφίσητε φόρους 21,000,000 δραχμῶν, ὥστε νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα καὶ ν’ ἀφήσῃ καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Καὶ ἐὰν ἦτο τὸ ἔλλειμμα 30,000,000; Καὶ τότε ἤθελε σᾶς ζητήσει νὰ ἐπιβάλητε φόρους 30,000,000, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα. Τί λέγω τριάκοντα ἑκατομμυρίων; Τριάκοντα καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίων νέους φόρους, διὰ νὰ ἀφήσῃ καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ αὐτὴ μέθοδος δὲν μοὶ φαίνεται εὐεκτέλεστος. Ἀφοῦ κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράξατε ἀπὸ τὰς φορολογουμένας τάξεις 49,525,000 παλαιῶν δραχμῶν, νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος νὰ ζητήσητε ἀπὸ αὐτὰς 65,200,000; Ὑπελογίσατε τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ φορολογούμενοι κατέβαλον κατὰ τὸ 1882, πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ καταβάλωσι κατὰ τὸ 1883; Συνίσταται εἰς 16 ἑκατομμύρια ἐπὶ 49 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ εἰς τὸ ⅓, δηλαδὴ πρόκειται, κύριοι, διὰ τῆς ψήφου μας νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους κατὰ 33%. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω εἰς ποίαν κυβερνητικὴν μέθοδον εὑρέθη ἀναγεγραμμένον, ὅτι δύνανται νὰ αὐξάνωσιν οἱ φόροι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος κατὰ 33%; Ἐπεθύμουν νὰ μάθω εἰς τίνος Κράτους ἱστορίαν εὑρέθη παράδειγμα αὐξήσεως τῶν φόρων κατὰ 33% ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος; Καὶ ἂν ἀποβλέψητε εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωσιν οἱ προτεινόμενοι φόροι, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ φορολογούμενοι, οἵτινες κατέβαλον καὶ πέρυσι τὰ 49 ἑκατομμύρια τῶν φόρων. Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον, διὰ μιᾶς ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι οἱ καταναλωταὶ τοῦ καπνοῦ θέλουσι πληρώνει τοῦ λοιποῦ τέσσαρα ἑκατομμύρια φόρων ὡς δικαίωμα καταναλώσεως, θέλουσι πληρώνει ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ὡς δικαίωμα ἀποκλειστικῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, θέλουσι πληρώνει 100 χιλ. νέων δραχμῶν διὰ χαρτόσημον τῶν ταινιῶν τοῦ καπνοῦ; Ὑπελογίσατε τὸ ἄθροισμα πάντων τούτων; Τὸ ποσὸν εἶναι 5,600,000 νέων δραχμῶν, δηλαδὴ 6,200,000 παλαιῶν δραχμῶν. Καὶ ἐνῷ μέχρι τῆς χθὲς δὲν εἴχετε ἐπιβάλει οὐδένα φόρον εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ, ἔρχεσθε ἀμέσως σήμερον νὰ ἐπιβάλητε φόρον εἰς τὴν κατανάλωσιν 6,200,000! Νομίζετε, ὅτι, ἀφοῦ οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ἐπεβαρύνοντο μέχρι τοῦδε, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ μόνον 400,000 δραχμῶν, ὅτι εἶναι εὔκολον, διὰ μιᾶς ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, νὰ καλέσωμεν αὐτοὺς νὰ πληρώσωσιν ἐφέτος 3,800,000 νέων δραχμῶν, ἤτοι 4,250,000 π. δραχμῶν; Ποία ἡ ἀναλογία τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνον μέχρι τοῦδε, πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νῦν παρ’ αὐτῶν; Ἡ ἀναλογία τῶν 400,000 δραχμῶν πρὸς τὰ 4,200,000. Λοιπὸν ζητεῖτε νὰ δεκαπλασιάσητε τὸν φόρον; Δὲν εἴδετε τὶ συνέβη, ὅταν εἰσήχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια; Βροχὴ κατέκλυσε τὸ Βουλευτήριον ἀπὸ τηλεγραφήματα, ἀπὸ ἀναφοράς, ἀπὸ ὑπομνήματα τῶν κατοίκων τῶν Ἐπαρχιῶν, οἵτινες δι’ αὐτῶν κατεδήλουν τὴν δυσφορίαν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν, μαθόντες τοὺς προταθέντας τόσους καὶ τοιούτους φόρους. Πρώτην φορὰν ἐνθυμοῦμαι τοιαύτην δυσφορίαν τῶν φορολογουμένων τάξεων τῆς Ἑλλάδος. Ἡμεῖς ἐπεβάλομεν ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1881 φόρον 49%, ὅση ἦτον ἡ αὔξησις εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ πληρωνόμενα ἐν τοῖς Τελωνείοις, καὶ ὅμως ἡ δυσφορία, ἡ ὁποία κατεδηλώθη τελευταῖον, δὲν κατεδηλώθη κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Ἡμεῖς ἐπεβάλομεν ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1882 ἑτέραν 13% φορολογίαν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὅμως δὲν ἠκούσθη φωνή. Ἀλλ’ ἐφέτος, ὅταν εἰσήχθησαν τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου, πανταχόθεν ἠκούσθησαν φωναὶ, καὶ διὰ τῶν φωνῶν τούτων ἐζητεῖτο ὑπὸ τῶν φορολογουμένων ἡ προστασία τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει λεχθῆ καὶ σήμερον τὸ κατά τινα τῶν συνεδριάσεων, τῶν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς γενομένων, λεχθὲν πρὸς ἀντίκρουσιν τούτου. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλουσι μᾶς εἴπει πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον τότε· «ἡ ἀντιπολίτευσις προκαλεῖ τὰς ἀναφορὰς καὶ τὰ τηλεγραφήματα, αἱ εἰσηγήσεις τῶν ἀντιπολιτευομένων προὐκάλεσαν τὴν ἔκφρασιν τῆς δυσφορίας, περὶ τῆς ὁποίας λαλεῖτε». Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπε τοῦτο τότε, ἐὰν ἐμελέτα ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ λόγου του, δὲν ἤθελεν οὐδὲ τότε προβάλει τοιοῦτό τι· διότι, ὅταν αἱ ἀντιπολιτεύσεις ἐνασκῶσι ἐπὶ τοῦ λαοῦ τοσαύτην δύναμιν, ὥστε οἱ πολῖται νὰ ἀκούωσι τὰς εἰσηγήσεις αὐτῶν, καὶ νὰ ἀκολουθῶσι τὰς συμβουλάς των, τότε αἱ πλειοψηφίαι δὲν ὑποστηρίζουσι πλέον τὰ Ὑπουργεῖα· καὶ, ἂν ἤθελε συμβῆ πλειοψηφίαι νὰ ὑποστηρίζωσι οὐχ ἧττον τὰ Ὑπουργεῖα, ἡ ὑποστήριξις τῶν πλειοψηφιῶν ἐκείνων δὲν εἶναι χρήσιμος εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, διότι αἱ πλειοψηφίαι τότε δὲν εἶναι διερμηνεῖς τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διερμηνεῖς τοῦ φρονήματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλπίζω δὲ πρὸ πάντων, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπικαλεσθῆ τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τοῦ Βώλου καὶ τῆς Λαρίσσης, διὰ νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι ἀσμένως ἀποδέχονται τὰ νέα φορολογικὰ μέτρα. Θέλουσιν ἐνθυμηθῆ ποία ἡ καταγωγὴ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐκείνων. Ὡς ἐπίσης δὲν θέλουσι μνημονεύσει τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Δημάρχου τοῦ Ἀετοῦ καὶ ἄλλων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνυπομόνως περιμένει τὴν ὥραν καθ’ ἣν θέλουσιν ἐπιβληθῆ εἰς αὐτὸν οἱ νέοι φόροι (ἱλαρότης). Δὲν θέλουσιν ἴσως ἐνθυμηθῆ πλέον τῶν τηλεγραφημάτων τῶν ἐκ Κύθνου καὶ Κέας, τὰ ὁποῖα οἱ πρώην ἀπέστελλον εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ γνώμη τῶν πρώην ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν. Θέλουσιν ἀποφύγει νὰ μᾶς ἀναγκάσωσι, τοιαῦτα ἐπαναλαμβάνοντες, νὰ εἴπωμεν, ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ ἐκδήλωσις τῆς δυσφορίας τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ὥστε ἐδέησε νὰ μεσολαβήσωσιν οἱ ἀστυνόμοι, διὰ νὰ ἐμποδίζωσι τοὺς πολίτας, ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπογράφωσι, καὶ ἐδέησεν οἱ Ἔπαρχοι, ὡς Βασιλικοὶ Ἐπίτροποι, διὰ σπασμωδικῆς καὶ ἀποτόμου ταχύτητος, νὰ κηρύξωσι τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, διὰ νὰ προλάβωσι καὶ παρακωλύσωσιν αὐτὰ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφέρωσι γνώμην, ἢ νὰ ἀνακοινώσωσιν εὐχὰς ἐπὶ τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἴδομεν ἀληθῶς συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 40 ἔτη καὶ πλέον δὲν ὑπῆρξεν ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ τὸ 1883, ὑπὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, οὕτω πως λειτουργοῦν, ὡς λειτουργεῖ τὸ ὑπάρχον παρ’ ἡμῖν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκφράσωσι γνώμην ἢ εὐχὴν ἐπὶ τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἐνῷ κατὰ τὸ 1840, ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον δυναστείαν τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος, ἠδυνήθησαν τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια καὶ γνώμας νὰ ἐκφέρωσι καὶ εὐχὰς νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ζητήσωσι δι’ αὐτῶν τί; Τὴν μεταβολὴν φορολογικῶν Νόμων; ὄχι· τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος. Ἡ τοιαύτη μέθοδος τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι μόνον, ὡς εἶπον, μὴ εὐεκτέλεστος, δὲν εἶναι οὐδὲ συνετὴ, δὲν εἶναι δὲ οὐδὲ σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Πῶς οἱ συντάξαντες τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅτι, δεκαπλασιάζοντες τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων, ἀπεφάσισαν νὰ φορολογήσωσιν οὐχὶ πλέον τὴν πρόσοδον αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, τὸ παράγον τὴν πρόσοδον, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ δημεύσωσιν αὐτό; Καὶ πῶς δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἀφοῦ εἰς τοιαύτην ἀκατανόητον θυσίαν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ φορολογούμενοι, ἐνδεχόμενον ἦτον νὰ παρεμβάλωσι προσκόμματα εἰς τὰς ἐνεργείας τὰς κυβερνητικάς; Διατί οἱ συντάξαντες τὰ φορολογικὰ ταῦτα Νομοσχέδια καὶ δι’ αὐτῶν ζητήσαντες τὸ ἰσοζύγιον, δὲν ἐσκέφθησαν, ὅτι προβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦσιν εἰμὴ σπατάλην τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διότι σπατάλη τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας εἶναι, ὅταν φορολογῆται ὄχι ἡ πρόσοδος, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦτο λίαν ὑπερμέτρως; Καὶ ἀντὶ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβάλωσι τοιαύτην σπατάλην τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διατί δὲν ἐφρόντιζον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων νὰ περιορίσωσι τὴν σπατάλην τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐξωγκώθη τοσοῦτον τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ φερόμενον ἔλλειμμα; Κατὰ τὸ 1880 ὁ Προϋπολογισμὸς παρίστα ὡσαύτως ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ χρόνου ἐκείνου ἦτον ἀναπόφευκτος συνέπεια τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν πενταετίαν ταύτην διῆλθε τὸ Κράτος. Τὸ ἔλλειμμα ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποιῇ τοσαύτην ἀνησυχίαν, ὅσην εὐλόγως ἐμποιεῖ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883. Πρῶτον, διότι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 δὲν ἦτο τόσον ὑπέρογκον ὅσῳ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883. Δὲν προϋπελογίζετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1880 τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους ἐκείνου οὔτε εἰς 11 ἑκατομμύρια, ὅσα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπε πέρυσιν, ὅτι ἤθελον ἀποτελεῖ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882, οὔτε εἰς 15 ἑκατομμύρια, εἰς ὅσα ἀνεβίβασεν αὐτὰ ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἄλλην μεταγενεστέραν συζήτησιν. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 δὲν ἦτο οὔτε 15 ἑκατομμύρια, εἰς ὅσα προσδιορίζει ἐφέτος τὸ ἔλλειμμα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Συνίστατο μόνον εἰς 5,650,000. Δεύτερον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποιήσῃ ἀνησυχίαν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880, διότι τότε δὲν εἴχομεν ἔτι συνομολογήσει, οὐδὲ δαπανήσει τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν κατὰ τὸ 1881, καὶ τοῦ ὁποίου πιθανῶς ἐλάχιστα λείψανα σώζονται. Τότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἀφοῦ ἐξήντλησε πᾶν μέσον διὰ νὰ φέρῃ οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα, προτείνασα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλάττωσιν 2,584,000 ἐπὶ μόνων τῶν ἐξόδων τῶν δύω πολεμικῶν Ὑπουργείων, τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ κατώρθωσε τὴν ἐλάττωσιν κατὰ τόσον ποσὸν τῶν ἐξόδων, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπρότεινε νέους φόρους. Καὶ οἱ νέοι φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινε, συνίσταντο εἰς τὴν ἐπιβολὴν μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, ἐκ τῆς ὁποίας προσεδόκα νὰ εἰσπράξῃ 1,700,000. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1880 ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ζητῶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων δι’ αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ὅρου ἐπί τινων ἐκ τῶν εἰσαγομένων ἐν τοῖς Τελωνείοις, καὶ ζητῶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων δι’ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου κατὰ μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ· ἀλλὰ ζητῶ τοῦτο, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξήντλησα ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμην νὰ ἐλαττώσω τὰ ἔξοδα, ἀφοῦ εἶδον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ μειώσω τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τότε ἡ ἀντιπολίτευσις—καὶ κατὰ περίεργον σύμπτωσιν ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ 1880 εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1883—ἐξέπεμψε κραυγὰς μέχρις οὐρανοῦ κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, καὶ διέσυρε διὰ παντὸς μέσου τὴν σπατάλην, ἡ ὁποία δῆθεν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ. Δι’ ἐπανειλημμένων παραστάσεων ἐζήτησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ ἀποτρέψῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσῃ τὸν φόρον τῆς μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, παριστῶσα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον οἱ καλλιεργηταὶ τοῦ καπνοῦ νὰ ἀνθέξωσι. Καὶ ἐνῷ τότε ἀπέκρουε τὴν μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν ὡς φόρον, σήμερον μᾶς προτείνουσι φόρον τρεῖς δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Δι’ ἐπανειλημμένων παραστάσεων ἀπέτρεπε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα τελωνειακὰ τέλη, ἀλλ’ οὐδέποτε τόσα, ὅσα εἰσπράττονται νῦν μετὰ τὴν προσθήκην τῶν δεκατημορίων, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ ἄνευ ἐπιβολῆς φόρων, ἀλλὰ δι’ οἰκονομιῶν. Καὶ ἔλαβε τὴν ψαλίδα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἀπέκοψε τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα αὐτοῦ κατὰ 5,650,000, ἀφοῦ ἡμεῖς εἴχομεν ἐλαττώσει κατὰ 2,500,000 τὰ ἔξοδα μόνον τῶν δύω Ὑπουργείων, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὡς ἀντιπολίτευσις τοῦ 1880, ἀναπετάσασα οὕτω διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ διὰ τῆς ἄλλης τὴν σημαίαν τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου καὶ κατέλαβε τὴν Ἀρχήν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς συνέβη οἱ κύριοι, ἀντιπολιτευόμενοι τοῦ 1880, τότε μὲν νὰ μὴ ἐγκρίνωσιν οὐδεμίαν ἄλλην μέθοδον πρὸς ἰσοζύγισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰμὴ μόνον τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, νὰ παριστῶσι δὲ σπάταλον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου, διότι ἡ Κυβέρνησις προέτεινε δύω συγχρόνως μέσα πρὸς μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος, τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων καὶ τὴν ἐπιβολὴν φόρων τινῶν, κατὰ τὰ 1883 δὲ, σήμερον, οἱ αὐτοὶ ἀντιπολιτευόμενοι, ὡς Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀναγνωρίζωσιν οὐδὲν ἄλλον μέσον πρὸς ἰσοζύγισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰμὴ τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, νὰ ἀποκρούωσι δὲ ἐκ παντὸς τρόπου τὰς οἰκονομίας! Καὶ δὲν ἀποκρούουσι τὰς οἰκονομίας μόνας ὡς μέσον ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν τὰς δέχονται οὔτε ὡς ἐπιβοηθητικὰς, ἵνα διὰ τῶν οἰκονομιῶν καὶ διά τινων φόρων συντελέσωσιν, ὅπως καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα καὶ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πόθεν αὐτὴ ἡ ἀπότομος μεταβολὴ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις εἶχε τότε ὡς ἀντιπολίτευσις, εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται νῦν ὡς Κυβέρνησις; Μήπως, κατὰ τὸ 1880, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον συνίστα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον τότε τέλος πάντων ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἑπομένως τῆς ἰσοζυγίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν, μήπως τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἦτο τότε συμφέρον πολιτικῶς εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ δὲ σύστημα τοῦτο, τιθέμενον ἐν χρήσει σήμερον, καθ’ ὃν χρόνον αὐτοὶ οἱ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἀντιπολιτευόμενοι εἰσὶ Κυβέρνησις, δὲν συμφέρει πολιτικῶς εἰς αὐτούς; Ἐννοῶ ὅλας τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα παράγει ἐν τῇ πολιτικῇ λειτουργίᾳ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίσθησάν ποτε, ὅτι ὑπὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα δύναται ἡ Διοίκησις νὰ χωρισθῇ ἀποτόμως ἀπὸ τῆς Πολιτικῆς. Φρονῶ μάλιστα πεποιθότως, ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῆ νὰ χωρισθῇ ποτε ἡ Πολιτικὴ ἀπὸ τὴν Διοίκησιν, ἤθελεν ἀποκατασταθῆ ἐν τῇ Διοικήσει ἡ γραφειοκρατία ἢ ὁ νεπωτισμὸς τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, οὐδὲ θέλω δώσει ποτὲ τὴν συναίνεσίν μου εἰς τὴν ἀναγραφὴν δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀληθῶν ἀναγκῶν τῆς Διοικήσεως, οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ Διοίκησις παριστᾷ πρὸς συνδρομὴν τῆς ἀτομικῆς δραστηριότητος, ἀλλὰ μόνον πρὸς συγκράτησιν τῶν πλειοψηφιῶν. Λυποῦμαι δὲ τῷ ὄντι τῇ ἀληθείᾳ, ἐνθυμούμενος πόσα ἤκουσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσι σήμερον τὰς θέσεις τῶν Ὑπουργῶν. Εἰς τὴν πολιτικὴν στασιοδρομίαν εὑρίσκοντο ἄλλοτε τέσσαρα μεγάλα πολιτικὰ κόμματα, καὶ ἓν πέμπτον, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίζετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Σημαίαν ἀνεπέτασε τότε τὸ νέον τοῦτο κόμμα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν κατάπαυσιν τῶν προσωπικῶν δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τὰ μέλη τῶν κομμάτων πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τοὺς ἡγέτας αὐτῶν, ἀνέγραφε τὰς πολιτικὰς γνώμας ἢ πολιτικὰς ἰδέας ὡς μόνον πρόγραμμα τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ διέσυρε τὴν ὑπόληψιν τῶν ὑπαρχόντων τότε εἰς τὴν πολιτικὴν σταδιοδρομίαν τεσσάρων μεγάλων πολιτικῶν κομμάτων, καὶ ἐμυκτήριζε ταῦτα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς κόμματα προσωπικὰ, καὶ ἤλεγχε τοὺς κυβερνῶντας τὴν χώραν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς κυβερνῶντας διὰ τῆς συναλλαγῆς, καὶ συγκρατοῦντας τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τῶν παροχῶν τῆς Διοικήσεως. Δὲν μοὶ εἶναι εὐχάριστον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποκαλύπτει νῦν ὁ χρόνος, διότι δὲν χειροκροτῶ, ὅταν βλέπω τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοῦ Τόπου μου διαψεύδοντας ἑαυτοὺς ἐν χρονικῷ διαστήματι τοσοῦτον βραχεῖ. Δὲν ἀγάλλομαι, ὅταν βλέπω αὐτοὺς συντριβομένους ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἀντιφάσεων καὶ τῶν παλινδρομιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἡ πολιτικὴ κερδοσκοπία ὠθεῖ αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὡς πολίτης, ἔχω καθῆκον, νὰ μὴ συντελῶ ποτε, διὰ νὰ πολλαπλασιάζωνται αἱ τοιαῦται τῆς Διοικήσεως παροχαὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῶν πλειοψηφιῶν, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου παραχαράσσονται οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοί· ἐκεῖ δὲ, ὅπου λειτουργοῦσιν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, ὅπως λειτουργοῦσι παρ’ ἡμῖν, εἶναι μεγίστη ζημία εἰς τὸν Τόπον νὰ μειοῦται ἡ ἠθικὴ δύναμις τοῦ Κοινοβουλίου ἢ νὰ συνειθίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀποδίδῃ τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀποφάσεις αὑτοῦ εἰς δευτερεύοντας λόγους, συναφεῖς μὲ τὰ προσωπικὰ ἢ τὰ μικρὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν Ὑπουργῶν ἢ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας. Καὶ τῷ ὄντι εἴδομεν τοὺς κυβερνήτας τοῦ χρόνου τούτου, οἵτινες κατὰ τὸ 1880 δὲν ἐδέχοντο φόρους 3,700,000, νὰ μᾶς προβάλωσι φόρους 16,000,000: οἵτινες δὲν ἐδέχοντο ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ φόρον μιᾶς δραχμῆς, νὰ μᾶς προτείνωσι φόρον τριῶν δραχμῶν. Ἂν δὲ οἱ κυβερνῶντες ἦναι πεπεισμένοι, ὅτι πρέπει τοσούτους νὰ ἐπιβάλωσι φόρους, διότι τὸ πολιτικὸν συμφέρον αὐτῶν ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς νὰ διατηρήσωσι διὰ πάσης πρεσπαθείας πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναγράψει ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, τὸ συμφέρον τῆς χώρας δὲν συναντᾶται μετὰ τοῦ συμφέροντος τούτου τῶν κυβερνώντων. Τὸ συμφέρον τῆς χώρας εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦτο τῶν κυβερνώντων, τὸ δὲ συμφέρον τῆς χώρας ἀπαιτεῖ νὰ ζητήσωμεν διὰ παντὸς μέσου βεβαίως τὴν ἰσοζύγισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ἀλλὰ νὰ τὴν ζητήσωμεν κατὰ πρῶτον λόγον δι’ ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, καὶ εἶτα δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, εἴτε δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων. Νομίζω δὲ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐσκέφθησαν καλῶς νὰ μὴ διΐδωσι τὸ συμφέρον τοῦτο τῆς χώρας, ἢ ἂν διέγνων αὐτὸ νὰ προτιμήσωσι τὸ ἴδιον αὑτῶν συμφέρον ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἥτις δὲν εἶναι ἀντιπρόσωπος τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἀντιπρόσωπος τῆς χώρας, πρέπει νὰ διδάξῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι πρέπει νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὸ συμφέρον τῆς χώρας, καὶ νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν ἑτέραν μέθοδον, τὴν μέθοδον τῆς ἰσοζυγίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς ἐλαττώσεως κατὰ πρῶτον λόγον τῶν ἐξόδων. Ἡ γνώμη, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφέρω, εὐτυχῶς εἶναι γνώμη πολλῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν, ἀνενδότως εἰργάσθησαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀναλύσαντες αὐτὸν ἐπείσθησαν, ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης τῆς Διοικήσεως, ἐν τῷ συμφέροντι μάλιστα αὐτῆς, δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπείσθησαν μάλιστα, ὅτι αἱ οἰκονομίαι ἠδύναντο ἀκόμη νὰ ἦναι μεγαλείτεραι ἐκείνων, ἃς θέλουσι προτείνει, ἀλλ’ ἠρκέσθησαν νὰ προτείνωσι μόνον 6,700,000 δραχμῶν οἰκονομίας, διὰ νὰ μὴ ἐγγίξωσι τὴν λειτουργοῦσαν νομοθεσίαν· διότι ἐσκέφθησαν, ὅτι ὡς ἀντιπολίτευσις ὀφείλουσι νὰ ὑποτάξωσι τὰς μελέτας των εἰς τὰς διατάξεις τῶν ὑπαρχόντων Νόμων, οἵτινες λειτουργοῦσι, ἂν καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἠθέλομεν ἀλλάξει τὴν θέσιν, ἣν σήμερον κατέχομεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς πλειοψηφίας, ἂν ἀπὸ ἀντιπολιτεύσεως ἐγινόμεθα Κυβέρνησις, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ μεταβάλωμεν διαφόρους Νόμους, καὶ ἰδίως πολλοὺς τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψηφισθέντων, καὶ οὕτω νὰ ἐπενέγκωμεν οἰκονομίας πολλῷ μεγαλειτέρας ἐκείνων, ἃς νῦν, ἐκτελοῦντες τὰς διατάξεις τῶν ἰσχυόντων Νόμων, προβάλλομεν. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνο, ὅπερ ἤθελεν ὑπάρχει ἕνεκεν τῆς κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη δυσαναλόγου πρὸς τὰ ἔσοδα αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, τῆς ἐπελθούσης ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ὑποθέσεως· ἀλλ’ εἶναι καὶ πρόσθετον, ὅπερ παρεσκεύασεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, ἡ ἔρευνα τοῦ ὁποίου δύναται νὰ πείσῃ ἕκαστον, εὐσυνειδήτως μελετῶντα αὐτόν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἦτο Προϋπολογισμὸς σπατάλης. Δὲν πρέπει δὲ πολὺ ν’ ἀσχοληθῶ, ἵνα μεταδώσω εἰς ὑμᾶς τὴν γνώμην ταύτην· ἀρκεῖ νὰ σᾶς κάμω πρόχειρον παραβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 πρὸς τὸν τοῦ 1881, ἐπὶ τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων. Ἐξῄρεσα τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφει τὰς δαπάνας, ἃς ἐπάγει ὁ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο πρώτην φορὰν ἐφαρμοζόμενος στρατιωτικὸς ὀργανισμός, ὃν πέρυσιν ἐψηφίσαμεν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχουσι στοιχεῖα παραβολῆς μεταξὺ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1883 καὶ τοῦ 1882. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ τοῦ Ναυτικοῦ διετέθησαν ἐντελῶς κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων, καὶ τοῦ 1881 καὶ τοῦ 1882, συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν Νόμων, καὶ ἑπομένως ὑπάρχουσι στοιχεῖα παραβολῆς καὶ συγκρίσεως αὐτῶν πρὸς ἀλλήλους. Κατὰ τὸ 1881, τὰ ἔξοδα τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων προϋπελογίσθησαν εἰς 45,393,773, κατὰ δὲ τὸ 1882 εἰς 56,525,707· ἡ διαφορὰ εἶναι 11,200,000. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσητε τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεώλυτρον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, συνισταμένους εἰς 7,000,000, μένουσι τέσσαρα ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐζητήθησαν διὰ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, μὴ συμπεριλαμβανομένων εἰς ταῦτα τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δαπανῶν, τῶν γενομένων δι’ αὐτάς. Δὲν νομίζετε, ὅτι τέσσαρα ἑκατομμύρια διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὴν οἰκονομικὴν, τὴν δικαστικὴν καὶ τὴν ἐκπαιδευτικὴν, δὲν ἀποτελοῦσι δαπάνην ἐξυπηρετοῦσαν ἀνάγκας διοικήσεως, ἀλλ’ εἶναι δαπάνη σπατάλης; Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1883 τὰ ἔξοδα τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων δὲν ἐθεωρήθησαν ἀρκετὰ, καὶ ἀνεβιβάσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 κατὰ 519,000 ἀκόμη δραχμῶν. Ἴσως δὲν σᾶς φαίνεται ἐπαισθητὴ ἡ καταδειχθεῖσα ἀνωτέρω διαφορά. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκολουθήσητε εἰς ἑτέραν σύγκρισιν, τὴν ὁποίαν θέλω κάμει. Ἂς παραβάλωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 τῶν πέντε λεγομένων πολιτικῶν Ὑπουργείων πρὸς τὸν τοῦ 1882 καὶ 1883. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 συνέταξεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὡς ἀντιπολίτευσις, τὸν τοῦ 1882 καὶ 1883 συνέταξεν ἡ αὐτὴ ὡς Κυβέρνησις. Ἂς ἴδωμεν εἰς πόσον ποσὸν ἀναβαίνει ὁ τοῦ 1880, καὶ εἰς πόσον ὁ τοῦ 1882 καὶ ὁ τοῦ 1883. Κατὰ τὸ 1880, τὰ ἔξοδα τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων ἀνέβαινον εἰς 38,386,108, κατὰ τὸ 1882 εἰς 56,525,710 καὶ κατὰ τὸ 1883 εἰς 57,044,992, δηλαδὴ εἰς 18 ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ πλέον. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὰ 18 ταῦτα ἑκατομμύρια τὰ 7,804,000, ἅτινα ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἀναγράφει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 126 ἑκατομμυρίων, τὰ ὑπολειπόμενα δέκα ἑκατομμύρια καὶ ὀκτακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν ζητοῦνται διὰ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Δὲν πείθεσθε ὅτι ὑπάρχει σπατάλη; Ἡ γενικὴ αὕτη ἄποψις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἐνεθάῤῥυνε τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἐνασχοληθέντας εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, ὅτι ἦτο δεκτικὸς οἰκονομιῶν. Διὰ τοῦτο ἐγένετο ἐξέτασις παρ’ αὐτῶν καὶ παρ’ ἐμοῦ λεπτομερὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἠρευνήσαμεν ἂν τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα προϋπελογίσθησαν ἀκριβῶς· ἐξηκριβώσαμεν ὅμως, ὅτι τέσσαρα καὶ πλέον, 4 ἑκατομμύρια 888,000 νέων δραχμῶν προϋπελογίσθησαν ὡς ἔσοδα κατὰ προσθήκην, ἕνεκα τῆς φυσικῆς προόδου τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προϋπελόγισεν ἐν ὅλῳ, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν προτεινομένων νέων φόρων, καὶ ἐκ τῆς προτεινομένης αὐξήσεως τῶν φόρων, ἀνέρχεται εἰς 14,611,912 νέων δραχμῶν, δηλ. εἰς 16,365,341 παλαιῶν δραχμῶν. Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, ὅτι προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνέρχονται εἰς 6,732,945.87· δραχμάς. Ἀποτελοῦνται δὲ ἀπὸ 881,691 δραχ. ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ 528,000 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ 253,760 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ 1,259,172 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ 429,950 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀπὸ 1,879,341 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀπὸ 1,500,031:87 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ οὗ κατὰ πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται ὁ νέος στρατιωτικὸς κανονισμὸς, δὲν προτείνομεν οὐδεμίαν μείωσιν εἰς τὰ στελέχη, οὐδὲ κατὰ ἕνα ἀνθυπολοχαγὸν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν· αἱ δὲ οἰκονομίαι, ἃς προτείνομεν, σκοποῦσι τὴν ἀπάλειψιν δαπανῶν, αἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἀλλὰ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτως. Ἐκεῖ εὕρομεν κανονισθείσας τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως μετὰ μεγάλης ἐλευθεριότητος. Εἰς 124 ἐμετρήσαμεν ἀνερχομένους τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς προσκεκολλημένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὑπὸ διαφόρους ἐπωνυμίας, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν ὑπαλλήλων, γραφέων, βοηθῶν ά. τάξεως, βοηθῶν βʹ. τάξεως, βοηθῶν γʹ. τάξεως, ὑπολογιστῶν κλπ. Ἐὰν δὲ ἐρευνήσῃ τις τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει τοῦ Ὑπουργείου τούτου, καὶ ἰδίως τῆς τῶν Λιμεναρχείων, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν 124, ἣν προτείνομεν εἰς 102, οὐ μόνον δὲν θέλει παρακωλύσει τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ θέλει βελτιώσει αὐτὴν, διότι θέλει ἄρει τὸν θόρυβον καὶ τὴν σύγχυσιν, ἥν τὸ ὑπεράριθμον καὶ ὑπ’ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης δικαιολογούμενον προσωπικὸν ἐπάγει. Μεταξὺ τῶν Λιμεναρχείων, τέσσαρα ἰδίως ἔχουσι τὴν μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν, τὸ τοῦ Πειραιῶς, τὸ τῆς Σύρου, τὸ τῶν Πατρῶν καὶ τὸ τῆς Κερκύρας. Ἀλλ’ ἐὰν ρίψητε βλέμμα ἐπὶ τῆς σελίδος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν ᾗ ἐκτίθενται τὰ τοῦ ἄρθρου 8 κεφαλαίου Αʹ. αὐτοῦ καὶ αἱ λεπτομέρειαι τῆς ὑπηρσίας τῶν Λιμεναρχείων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι προτείνομεν ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ Λιμεναρχεῖον Ἀλιβερίου εἷς ὑπολογιστὴς, ὅστις, πλὴν τοῦ Λιμενάρχου καὶ ἑνὸς ναύτου, ὑπάρχει ἐκεῖ προστεθειμένος· δὲν ἠδυνάμεθα δὲ νὰ παραβλέψωμεν οὐδὲ τὸ Λιμεναρχεῖον Σπετσῶν, ἐν ᾧ, πλὴν τοῦ Λιμενάρχου, ὑπάρχουσιν εἷς βοηθὸς αης τάξεως, εἷς βοηθὸς βας τάξεως καὶ τρεῖς ναῦται, οὐδὲ τὰ Λιμεναρχεῖα Ναυπλίου, Πύλου, Μήλου, κλπ. ἐν οἷς εἰσι τεταγμένοι καὶ λογιστὴς καὶ ὑπολογιστής. Ἐλαττώσεις ὡσαύτως προτείνομεν ἐπὶ τῶν ἐργοστασίων τοῦ Ναυστάθμου. Ἐπὶ τούτων ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἐλευθεριώτατος, κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν καὶ τῶν διαφόρων τεχνιτῶν. Δὲν καταργοῦμεν τὰς τάξεις τῶν ὑπὸ μισθὸν τεχνιτῶν, ἀλλὰ μειοῦμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ προτείνομεν τὴν ἐν ἀνάγκῃ δι’ ἡμερομισθίου ἐργασίαν, διότι συνήθως ἡ ὑπὸ μισθὸν ἐργασία ἐπάγει τὴν ὀκνηρίαν τῶν τιθεμένων ὑπὸ μισθόν· 280 χιλιάδων δραχμῶν προτείνομεν οἰκονομίαν μόνον ἐπὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως ἢ τῆς διατάξεως τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων. Ἐν τῇ σελίδι 16 καὶ 17 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου ὑπάρχει ὁ πίναξ, ὅστις παριστᾷ τὸν ὀργανισμὸν τῶν πληρωμάτων τῶν Βασιλικῶν πλοίων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν πληρωμάτων κανονίζεται ἀναγκαίως κατὰ κανόνας τινὰς γενικοὺς, ὑποδεικνυομένους ἀπὸ τὸ εἶδος τῆς κατασκευῆς τοῦ πλοίου καὶ ἀπὸ τὸ εἶδος καὶ τὴν ὁλκὴν τοῦ πυροβολικοῦ αὐτοῦ. Ἀντὶ τοῦ πίνακος τούτου, θέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἄλλον, οὗτινος ἡ ἐφαρμογὴ θέλει συντελέσει εἰς τὴν σκοπιμωτέραν καὶ πραγματικὴν ἐξάσκησιν τῶν ναυτῶν, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν δοκίμων, καὶ θέλει ἐπιφέρει οἰκονομίαν 280 χιλ. δραχμῶν. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς δώσω πρόχειρον εἴδησιν τῆς μεταβολῆς, ἣν διὰ τοῦ πίνακος τούτου προτείνομεν. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σημειοῦνται ἡ «Ὕδρα» καὶ αἱ «Σπέτσαι», ὅτι διατηροῦνται ἐν ἐνεργείᾳ. Ὅσοι ἐπισκεφθῆτε τὰ δύω ταῦτα πλοῖα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι χρήσιμα πρὸς ἐπίθεσιν ἢ πρὸς ἄμυναν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πρὸς ἐκγύμνασιν ναυτῶν ἢ ὑπαξιωματικῶν, διότι εἶναι πλημμελῶς κατεσκευασμένα· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην μετ’ ἐμοῦ ἂν ἐπεσκέφθησαν τὰ εἰρημένα πλοῖα, διότι θὰ ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ ἐν αὐτοῖς διαίτησις τῶν ναυτῶν καθίσταται ἀδύνατος. Ἐπειδὴ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἐλεύθερος εἴσπλους τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου μᾶς ἀφαιρεῖ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦ 1880 καὶ 1881 εὑρισκόμεθα, νὰ διατηρῶμεν ἐν τῷ κόλπῳ ἓν πλοῖον πρὸς διατήρησιν τῆς κατοχῆς, ἣν δυνάμει τῆς Συνθήκας εἴχομεν, νομίζω, ὅτι, ἂν, ἀντὶ τῆς «Ὕδρας» καὶ τῶν «Σπετσῶν», τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ τὸ πλοῖον «Ψαῤῥᾶ», θέλομεν σκοπιμώτερον ὑπηρετήσει τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἐπαρκέσει εἰς πᾶν ἀπροσδόκητον συμβεβηκὸς, ὅπερ δύναται νὰ λάβῃ χώραν. Ἑτέραν εἴδησιν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω, ὅτι κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διατηροῦνται ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὰ ἓξ ὑπηρετικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἐνῷ εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρῶμεν καὶ τὰ ἓξ εἰς ἐνέργειαν, ἀφοῦ τὰ δύω ἐξ αὐτῶν θέλουσιν εἶσθαι πάντοτε ὑπὸ ἐπισκευήν. Χωρὶς λοιπὸν νὰ ζητῶμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπηρετικῶν πλοίων, ἀποβλέποντες εἰς τὴν κατάστασιν αὐτῶν τῶν πλοίων καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐναυπηγήθησαν, προτείνομεν νὰ ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ τὰ τέσσαρα, καὶ τὰ ἄλλα δύω ἐν διαρκεῖ ἐπισκευῇ κατὰ διαδοχὴν, ἐξ οὗ θέλει ἐπέλθει οἰκονομία ἕνεκα τῆς ἐναλλαγῆς μεταξὺ αὐτῶν τῶν πληρωμάτων. Συνέπεια τῆς οἰκονομίας τῶν 280 χιλιάδων δραχμῶν, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως μισθῶν, τῶν κρινομένων περιττῶν κατὰ τὸν ἡμέτερον πίκατα, εἶναι καὶ ἡ οἰκονομία τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ἱματισμοῦ, ἀνερχομένη εἰς 149 χιλ. δραχμῶν. Ἐὰν δὲ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη ἡμῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὴν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «διαγεγραμμέναι χρήσεις» ζητουμένην πίστωσιν τῶν 426 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ αὐτὴ ἡ Βουλὴ τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἐζήτησα καὶ θέλει εἰσαγάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ἐκτεθεῖσαι ἐλαττώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀποτελοῦσι τὸ μέγιστον μέρος τῶν προτεινομένων οἰκονομιῶν. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι, ἄν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, περὶ ὧν γίνεται λόγος ἐν τῷ μνημονευθέντι κεφαλαίῳ τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, ἔτυχον κυρώσεως Ὑπουργοῦ τινος, ὅπερ θέλει γείνει γνωστὸν, ὅταν τὰ ἔγγραφα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐλπίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὗτος δὲν θὰ ἦναι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ἐὰν ἐγὼ δύναμαι νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ πάσης εὐσυνειδησίας θὰ ἐξεπλήρωσε ἐπὶ τούτου τὸ καθῆκόν του, δὲν πρέπει νὰ λανθάνῃ αὐτὸν, ὅτι τὸ φρόνημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ μεταδοθῇ εὐκόλως εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς γνωρίζοντας, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκεται εἰς σχέσεις στενὰς συμφερόντων, καὶ εἰς σχέσεις στενοτέρας κοινωνικὰς μετὰ τοῦ ὑπολόγου, πρὸς ὃν πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν αἱ 426 χιλιάδες δραχμῶν. Αἱ οἰκονομίαι, ἃς προβάλλομεν ἐπὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, ἀποτελοῦνται ὡσαύτως ἐκ διαγραφῆς περιττῶν δαπανῶν. Δὲν μετεβάλομεν παντάπασι τὸ διοικητικὸν καθεστώς. Δὲν κατηργήσαμεν οὐδὲ ἓν Ἐπαρχεῖον, μολονότι πέντε διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τὰ 1833 ἐσύστησεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις εἰς μικροτάτας τινὰς διοικητικὰς περιφερείας. Δὲν κατηργήσαμεν οὐδὲ ἓν Ταχυδρομεῖον ἐκ τῶν συστηθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἓν Τηλεγραφεῖον. Καὶ μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 σᾶς ἐζητήθησαν 100 χιλιάδες δραχμῶν πρὸς σύστασιν Τηλεγραφείων καὶ κατασκευὴν τηλεγραφικῶν σταθμῶν, αἵτινες οὐ μόνον ἐδαπανήθησαν ὅλαι, ἀλλὰ διὰ Νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, σᾶς ζητοῦσι καὶ νέαν συμπληρωτικὴν πίστωσιν. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἀπὸ ὑψηλοτέρας τινὸς ἀπόψεως. Ἡ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία βεβαίως εἶναι πολύτιμος, καὶ ἐπιθυμητὴ παρὰ πάντων, καὶ πᾶς ὁ Τόπος ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς. Συνεδέθησαν ἐν πρώτοις αἱ πρωτεύουσαι τῶν Νομῶν, ἔπειτα αἱ πρωτεύουσαι τῶν Ἐπαρχιῶν, τώρα συνδέομεν καὶ τὰς πρωτευούσας τῶν Δήμων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τοιαύτην σύστασιν τῶν Τηλεγραφείων δύνανται νὰ ὑπάρξουν ἄνθρωποι νὰ σᾶς ἐρωτήσουν ποίαν βάσιν ἐλάβετε διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν τῶν νέων Τηλεγραφείων, διὰ τῶν ὁποίων συνδέετε τὰς πρωτευούσας τῶν Δήμων; Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει τὸν πληθυσμὸν τῶν Δήμων τούτων ἢ τῆς πρωτευούσης αὐτῶν; Ἀλλ’ ἡ συστατικὴ ἀποδεικνύει, ὅτι Δῆμοι, ἔχοντες πληθυσμὸν μέγαν, παρελείφθησαν καὶ δὲν ἔτυχον τῆς χάριτος. Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, καὶ ἠθέλετε νὰ συστήσητε Τηλεγραφεῖα, ἵνα προμηθεύσητε εὐκόλως ἀγορὰς εἰς τὰ ἐν αὐτοῖς παραγόμενα προϊόντα; Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι συνεδέσατε Δήμους μηδεμίαν ἔχοντας παραγωγήν. Τελευταῖον ἀνέγνων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνεστήθη Τηλεγραφεῖον ἐν Σουλιμᾷ! Δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐλάβατε ὡς βάσιν τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως; Πρέπει, ὅταν ἡ Διοίκησις δὲν ἔχῃ τόσον ἄφθονα τὰ μέσα ὥστε νὰ δίδῃ ἀπὸ τὰ χαρίσματα ταῦτα εἰς ὅλα τὰ ἄκρα τῆς Ἐπικρατείας, πρέπει, ὅταν πρόκηται νὰ τὰ διανείμῃ εἴς τινα μόνον μέρη, πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα κανόνα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον νὰ ὁδηγῆται, διότι ἄλλως αἱ παροχαὶ αὗται τῆς Διοικήσεως δὲν χρησιμεύουσι πλέον εἰς τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ χρησιμεύουν εἰς τὴν διαφθορὰν τῆς Διοικήσεως καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Δὲν κατηργήσαμεν οὐδὲν ἐκ τῶν νέων Γυμνασίων, οὐδὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν πλήρη καὶ ἄρτια, οὔτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν μὲ δύω τάξεις, οὔτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν μὲ μίαν τάξιν. Δὲν κατηργήσαμεν οὐδὲ ἓν Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, οὔτε Σχολαρχεῖον, οὔτε Σχολεῖον μὲ τρεῖς τάξεις, οὔτε Σχολεῖον μὲ δύω, οὔτε Σχολεῖον μὲ μίαν τάξιν. Καὶ ὑπῆρξαν μεταξὺ ἡμῶν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι σύστασις Σχολείου μὲ μίαν τάξιν σημαίνει διδασκαλίαν τῶν μαθημάτων ὑπὸ νέου, ὁ ὁποῖος μόνον τίτλον ἔχει ἀποφοιτητήριον τοῦ Γυμνασίου, καὶ οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Σχολείων, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, δὲν συντελεῖ εἰς τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Τόπου.... Σᾶς εἶπον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐτηρήσαμεν τὴν τακτικὴν ταύτην, διότι ὠφείλομεν νὰ μὴ σταματήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν ἰσχύϊ Νόμων, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐπειδὴ δὲ εἴμεθα ἀντιπολίτευσις, ὠφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰς συνεπείας αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀφήκαμεν ἐγγεγραμμένην τὴν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων τούτων ὑπάρχουσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνην. Ἐὰν ἤθελε συμβῆ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου νὰ συνετελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀλλάξῃ ἡ ἀντιπολίτευσις θέσιν, πολλὰ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν αὐτῆς φρονοῦσιν, ὅτι πολλοὶ τῶν Νόμων τούτων χρήζουσι μεταβολῆς καὶ ἀνασκευῆς, ἥτις βεβαίως ἤθελε παραγάγει οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα πολλῷ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σᾶς προτείνομεν σήμερον. Ἐὰν λοιπὸν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνήρχετο εἰς 15,000,000 παλαιῶν δραχμῶν· ἐὰν, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καὶ διὰ νὰ ἀφήσῃ περίσσευμα ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου δραχμῶν, εἶχεν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα κατὰ 16,000,000 παλαιῶν δραχμῶν· καὶ ἐὰν ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νέους φόρους, ἐκ τῶν ὁποίων προσδοκᾷ εἰσπράξεις 16,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐτήρησαν κατὰ τὴν ἔρευναν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπαλλάσσει τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ μεριμνήσῃ περὶ φόρων 16,000,000, καὶ δίδει εἰς αὐτὴν τὴν εὐκολίαν νὰ ἀποδεχθῇ μὲν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις προτείνει, νὰ σκεφθῇ δὲ πῶς θέλει οἰκονομήσει τὸ ὑπολειπόμενον ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερβαίνει πλέον τὰ 8 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια. Κατὰ τὴν γνώμην λοιπὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσητε, διὰ νὰ οἰκονομήσητε ἔλλειμμα 16,000,000, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσητε, διὰ νὰ καλύψητε ἔλλειμμα ὀκτὼ καὶ ἡμίσεος μόνον ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ πλεῖστα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως θέλουσι παράσχει τὴν συνδρομήν των, διὰ νὰ ἐπιζητηθῇ τὸ ἰσοζύγιον κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, ἀφίνοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν φροντίδα καὶ τὴν εὐθύνην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνας νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ φόρους, καὶ κατὰ ποῖον φορολογικὸν ὅρον, ὅπως πορισθῇ τὰ ὀκτὼ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐξ ὅσων ὅμως ἠδυνήθην νὰ συναγάγω, ἀκούσας τὴν γνώμην πάντων σχεδὸν τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸ παντὸς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς ὡρισμένους τινὰς φόρους, ἵνα ἀποκτήσῃ ἐκ τούτων πρόσοδον δυναμένην νὰ μειώσῃ ἔτι μᾶλλον τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ζητήσῃ καὶ τὰ ὀκτὼ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια διὰ τῶν φόρων, πρὸς τοὺς ὁποίους καὶ μόνους μᾶς προτείνει μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφύγωμεν. Ὡς τοιούτους φόρους ἰδίως συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνημιν τὴν αὔξησιν τοῦ μέχρι τοῦδε νενομισμένου φόρου τῶν 3% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν εἰς 5%, τὴν μεταβολὴν τοῦ Νόμου περὶ ἐπιβολῆς χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ κληρονομοῦντες ἀνιόντες καὶ κατιόντες, ἀλλ’ ἀφοῦ κηρυχθῇ ἀπαλλασσομένη πάσης φορολογίας ἡ κληρονομία ἐκείνη, ἥτις ἤθελεν ἀνέρχεσθαι εἰς 50,000 λόγου χάριν δραχμῶν, ἢ καὶ εἰς περισσότερον τυχὸν ποσόν· οὕτως, ὥστε πᾶσαι αἱ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 50,000 ἢ ἄλλου ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε συμφωνήσει ἡ Βουλὴ, ἀνερχόμεναι κληρονομίαι νὰ φορολογῶνται, καὶ ὅταν γίνωνται ὑπὸ ἀνιόντων ἢ κατιόντων. Φόρον ὡσαύτως συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μελετήσῃ καὶ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἐν τῷ Κράτει, φόρον τοιοῦτον ὡσαύτως συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ ἐπὶ τῶν ἀργῶν οἰκοπέδων τῶν πόλεων ἐκείνων, ἐν ταῖς ὁποίαις ἡ ὑπερτήμησις τῶν οἰκοπέδων εἶναι τοσοῦτον ἐπαισθητή, ὥστε ἀποτελεῖ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος μεγάλην αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου. Ἀφοῦ δὲ ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ τοὺς φόρους τούτους, καὶ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν διασκευάζουσα τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενα Νομοσχέδια, ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει παράσχει τὴν συνδρομήν της, ἵνα τὸ μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτεινομένων οἰκονομιῶν καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων τούτων ὑπολειφθησόμενον ποσὸν τοῦ ἐλλείματος καλυφθῇ καὶ διά τινων ἢ διά τινος τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων ἐπρότεινεν.
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν γενικὴν μόνον ἰδέαν ἐξέθεσεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τοσοῦτον ἀφῃρημένως, τοσοῦτον ἀορίστως, ὥστε θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ ἐγὼ γενικῶς μόνον νὰ ἀπαντήσω, καὶ κυρίως νὰ ἐξετάσω ἂν αἱ βάσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ θέσῃ, εἶναι ἀρκοῦσαι, διὰ νὰ ἀνατρέψωσι τὸ σχέδιον τοῦ Ὑπουργείου, ὁποῖον ὑπεβλήθη. Ἐξέφρασεν ἐν πρώτοις τὴν ἀπορίαν, πῶς αἴφνης προτείνεται αὔξησις 30% τῶν ἐσόδων, τῶν ἐκ φόρων προερχομένων· ἐθεώρησεν, ὅτι τοιαύτη αὔξησις ὑπέρογκος καθ’ ἑαυτὴν δὲν ἔχει ἄλλην τινὰ δικαιολόγησιν, εἰμὴ μόνον φιλοτιμίαν εἰς τὸ νὰ καταδειχθῇ ἐν ἰσοζυγίῳ ὁ Προϋπολογισμός. Τοιαῦτα ἐκφράζων, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν στάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον ἤδη τὰ οἰκονομικά. Μέχρι τοῦδε εἴχομεν πάντοτε εὐχέρειαν συνομολογήσεως δανείων, δι’ ἧς ἐπεβάλλομεν τοιοῦτο βάρος ἐτήσιον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐντελῶς δυσανάλογον πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἡμετέρων ἐσόδων· εὑρίσκομεν πάντοτε καταφύγιον, καὶ ἠκούσατε, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν τὸ περίσσευμα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, εἴχομεν διαθέσιμον ποσὸν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐζήτησε μάλιστα νὰ δοθῇ λόγος, ἐὰν ὑπάρχῃ πλεόνασμά τι ἐκ τούτων. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω λεπτομερῶς εἰς τί κατηναλώθησαν, καὶ νὰ ἐξηγήσω ἢ μᾶλλον νὰ καταδείξω, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος ἀπεῤῥόφησαν πᾶν ὅ,τι ὑπῆρχε διαθέσιμον. Ὅταν εὑρισκόμεθα ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἰς τί ἄλλο πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, εἰμὴ νὰ ἀποκυλίσωμεν αὐτὸν τὸν ὄγκον, ὁ ὁποῖος πιέζει τὴν Ἑλλάδα, καὶ καταθλίβει πᾶν ὅ,τι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει ζῶν καὶ ἐργαζόμενον; Ὑπάρχει δὲ ἄλλος τρόπος, διὰ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἰμὴ τὸ νὰ ἔχωμεν διαθέσιμα ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια, τὰ ἀπαιτούμενα, ὥστε ὁ ὅρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὁ ἀπαραίτητος νὰ ἐκπληρωθῇ; Δὲν εἶναι ὅλαι αἱ ἐποχαὶ ἴσαι, δὲν εὑρίσκεται πᾶσα κατάστασις οἰκονομικὴ εἰς τὴν αὐτὴν στάσιν, οὔτε ἔχει προχείρους τὰς αὐτὰς εὐκολίας. Ὅταν δὲν δύναται οὔτε εἰς δάνειον νὰ καταφύγῃ, οὔτε ἐπιτρέπεται τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν νὰ καταστήσῃ ἔτι ἀπεχθεστέραν, δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον, εἰμὴ μόνον τοῦ ἰσοζυγίου διὰ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος ἐξ ἐσόδων, προερχομένων δηλ. ἐκ φόρων. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤδη ἔφθασε μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000,000 καὶ ἐπέκεινα. Εἶναι ἀνεκτὸν, νὰ προχωρήσωμεν ἔτι περαιτέρω; Ἐννοοῦμεν ποῖαι δύνανται νὰ προέλθωσι ζημίαι, ἐὰν αὐξήσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Καὶ ποῖον ὑπάρχει ἄλλο μέσον, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ποσοῦ τούτου; Προϋπολογισμὸς, ὅστις καταλήγει εἰς ἔλλειμμα, συνεπάγεται ἀναποφεύκτως τὴν ἀνάγκην τῆς καλύψεως αὐτοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ μέσον πρὸς τοῦτο; Γνωρίζει τις ἄλλον τρόπον εἰμὴ τὴν ἀναπλήρωσιν διὰ φόρων, διὰ δανείων, ἢ δι’ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶναι δάνειον ὑπὸ ἄλλο σχῆμα; Δὲν εἴμεθα λοιπὸν εἰς τὴν αὐτὴν στάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐγίνετο ἡ σκέψις περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Δὲν εἶχε γείνει ἀκόμη χρῆσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν εἶχον ἐπισωρευθῆ τοσαῦτα δάνεια, ὅσα ἐπεσωρεύθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δὲν εἴχομεν τόσας ὑποχρεώσεις καὶ τόσα βάρη, ὅσα ὑπάρχουν σήμερον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πᾶσα ἐπανάληψις ἐλλείμματος, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ κατάπτωσις ἀναπόφευκτος καὶ ὄλεθρος. Ἀφήσατε τὸν Προϋπολογισμὸν ἄνισον, μὴ συμπληρώσητε δι’ ἐσόδων προσθέτων, καὶ θέλετε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα. Πῶς θέλετε καλύψει τὸ ἔλλειμμα; Ἔχετε τρόπον τινὰ ἰδιαίτερον; Ἔχετε βοήθημα οἱονδήποτε; Ἐγίνετο μέχρι τοῦδε καὶ τοῦτο· κατέληγον εἰς ἔλλειμμα οἱ Προϋπολογισμοί, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εὕρισκε θεραπείαν τινὰ, εὕρισκε κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἔκτακτόν τι, εἴτε δάνειον, εἴτε αὐτὴν τὴν συνομολόγησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκαλύπτετο· ἀλλ’ εἰς τὸ ἑξῆς κατὰ ποῖον τρόπον θέλετε τὸ καλύψει; Περιμένω ν’ ἀκούσω.
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ εἴπομεν πρίν.
§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποίαν ἄλλην θεωρίαν προβάλλετε, ἢ ποίαν τοὐλάχιστον ἔχετε ἐν τῷ νῷ; Ἦτο ἑπόμενον νὰ καταφύγωμεν εἰς φόρους, καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ζητήσωμεν τοιαύτας θυσίας, διὰ νὰ ἀνακουφισθῶμεν, ὄχι διὰ νὰ φέρωμεν βάρη πλείονα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸ μέλλον, διὰ νὰ τὸ ἀνορθώσωμεν, διὰ νὰ ἀναστήσωμεν πάλιν τὴν πίστιν ἡμῶν, καὶ ἀνορθοῦντες τὴν πίστιν ἡμῶν νὰ ἀνεύρωμεν μέσα, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ἐμπίπτωμεν ἐκ νέου εἰς τὸ βάραθρον αὐτὸ τῶν ἐλλειμμάτων. Γενικῶς μόνον ἐξήτασεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας τὸ περὶ τῶν ἐσόδων, καὶ ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε πρῶτον νὰ δοκιμασθῇ τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Δὲν ἀποφεύγομεν αὐτὴν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν κατέδειξε· δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἐξετάσωμεν ἐὰν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπαύξησιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ γενικῶς νὰ λέγῃ τις, ὅτι δύνανται νὰ γείνουν 6,000,000 οἰκονομίαι καὶ οἰκονομίαι ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις ἄνευ ἐξετάσεως εἰδικῆς, δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἀπόδειξιν τοιούτου θέματος. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὅπως ὑπεβλήθη, στηρίζεται εἰς τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες δὲν εἶναι ἀπὸ χθὲς, αἵτινες πρώτην φορὰν δὲν προτείνονται, καὶ ἐὰν ὑπάρχουν τινὲς αὐξήσεις συγκριτικῶς πρὸς τὰ προηγούμενα ἔτη, αὗται προέρχονται, διότι ἔγειναν μεταῤῥυθμίσεις τῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αἱ ὑπηρεσίαι πάλιν παρέχουν αὔξησιν ἐσόδων. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναδιοργανίζεται ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι διὰ τοῦ διοργανισμοῦ τούτου μέλλει νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν δασῶν. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ νέος διοργανισμὸς ὁ προξενικὸς καὶ αὐτὸς τοιοῦτον ἔχει σκοπὸν καὶ τοιοῦτον ἔχει ἀποτέλεσμα, καὶ ἀντιστοιχεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων. Οὐδὲν τούτων λοιπὸν δύναταί τις νὰ ἀποφασίσῃ ἀπολύτως, ἐὰν δὲν προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου. Ὅταν ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον αὐτῶν τῶν κεφαλαίων, τότε θέλομεν δυνηθῆ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, ἐὰν αἱ οἰκονομίαι ἦναι ἐφικταὶ, καὶ ἐὰν δύνανται νὰ ἐπιφέρουν σπουδαῖον ποσὸν, ἐὰν δύνανται νὰ ἀπαλλάξουν τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπὸ τῆς λύμης τοῦ ἐλλείμματος. Ἀντιθέτως πρὸς τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους προτείνομεν, ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐξέφερε γνώμην περὶ ἄλλων τινῶν φόρων, ὅπως γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν μελέτη. Ἐκ τοῦ προχείρου βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἀκριβέστερον, ἀλλ’ ὅπως διετύπωσε, δὲν δύναμαι νὰ συναγάγω μεγάλας καὶ σπουδαίας προσόδους, διότι εἶπε περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ἀντὶ 3 ἕως 5%. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος δὲν παράγει σήμερον μεγάλα τινὰ ποσά. Μόλις ἤρχισεν ἡ ἀνάπτυξις αὐτῶν τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, καὶ ἐὰν ἑπομένως ἀναβιβάσητε τὸ 3 εἰς 5, μικρόν τι θέλετε ἔχει ποσὸν πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τὸ πολὺ 150 ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν. Περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀργῶν οἰκοπέδων ὑπάρχει πρότασις ἄλλου ἐντίμου Βουλευτοῦ, καὶ ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι τῶν μεγάλων πόλεων τὰ ἀργὰ εἰκόπεδα ἀνέρχονται εἰς μέγα ποσὸν, πρὸς 5 λεπτὰ τὸν πῆχυν, ὡς ὑπελόγισεν ὁ προτείνας, ἐπὶ 5,000,000 πήχεων ἐν συνόλῳ, θέλετε ἔχει 250,000 δραχ. πρόσοδον. Διὰ νὰ βεβαιώσητε ὅμως αὐτὴν τὴν πρόσοδον, πρέπει νὰ καταμετρήσητε ὅλα αὐτὰ τὰ γήπεδα πῆχυν πρὸς πῆχυν, διότι οὐδεὶς θὰ παραδεχθῇ οἱονδήποτε δηλούμενον ποσόν· γνωρίζετε δὲ, πόσον κόπον ἔχομεν, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν γεωμέτρας, καὶ πόσαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται. Θέλομεν περιέλθει λοιπὸν εἰς τὸ ἴδιον πάθημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθεν ὁ φόρος, ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ἐν γένει ὅλοι οἱ φόροι, ὅσοι στηρίζονται εἰς στρεμματικὴν καταμέτρησιν· θέλει δὲ εἶσθαι ἔτι μᾶλλον δαπανηρὰ, διότι ἀντὶ στρεμμάτων θὰ ἔχωμεν νὰ καταμετρῶμεν πήχεις. Εἶπε περὶ τῶν κληρονομιῶν. Ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν σήμερον φέρει ἐλάχιστα, καὶ ἐὰν προσθέσητε τοὺς ἀνιόντας καὶ τοὺς κατιόντας, δὲν πιστεύω νὰ αὐξήσητε οὔτε εἰς τὸ διπλάσιον. Ἄρα, ἐὰν ἀθροίσητε ὅλους αὐτοὺς τοὺς φόρους, δὲν θέλετε φθάσει εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ προσθέσητε ἴσως 500,000 δραχμῶν πρόσοδον. Ποία εἶναι ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καλύψητε; Εἶναι, ὡς παρετήρησα, 12 ἢ 15 ἑκατομμυρίων. Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι 500,000 δραχμῶν αὔξησις δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην θεραπείαν; Εἶναι δυνατὰ τὰ πράγματα αὐτὰ, ὅπως νομίζουν, ἐξεταζόμενα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, καὶ ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν! Ἂς ἐννοήσωμεν πόσον εἶναι σοβαρὰ καὶ ἂς μὴ ἐξασθενίσωμεν τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν ἡμῖν εἰς θυσίας, ὁσάκις πρόκειται περὶ μεγάλων τῆς Πατρίδος συμφερόντων· αὐτὰ τὰ βάρη τὰ ἀνεδέχθημεν ἀσμένως, διὰ νὰ ἐπεκταθοῦν τὰ ἀγαθὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς ἄλλους πληθυσμοὺς συγγενεῖς. Ἐὰν δὲ εὑρισκώμεθα τώρα ἐνώπιον συνεπειῶν, ἃς προείδομεν καὶ ἐδέχθημεν, εἴμεθα ἀσυγχώρητοι ὀπισθοχωροῦντες καὶ νομίζοντες, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκφύγωμεν τὸ βάρος, ὡς ἀφόρητον. Ὄχι· εἶναι βάρος, τοῦ ὁποίου συνωμολογήσαμεν τὴν ὑποχρέωσιν, σήμερον δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσωμεν. Ὁσάκις διὰ φόρων ἀναπληρώνωμεν τὰ χάσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δεικνύομεν, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ ἀνεδέχθημεν τὴν θυσίαν, ἣν δὲν δικαιούμεθα νὰ παραπέμψωμεν εἰς τοὺς μεθ’ ἡμᾶς, διὰ νὰ καταστήσωμεν αὐτοὺς δυστυχεστέρους. Τοῦτο ἀνήκει ἑκάστῃ γενεᾷ, εἶναι βάρος αὑτῆς ν’ ἀνορθοῖ τὴν Πολιτείαν καὶ τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Μέχρι τοῦδε κατεφεύγομεν εἰς οἱαδήποτε ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν ἔτι ἐπαχθέστερα· διότι πᾶν δάνειον ἐπιβάλλει βάρος εἰς ὅλας τὰς ἐπερχομένας γενεὰς μέχρι τῆς ἀποσβέσεώς του, ἐνῷ ὁ φόρος ἀμέσως διαλύει τὴν ὑποχρέωσιν. Μὴ διστάσητε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων· ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἀκολουθήσητε τὴν σειρὰν τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐξόδων, θέλετε εὕρει ἴσως ἐλάχιστα νὰ περικόψητε. Καὶ ὅπως παρετήρησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας συγκρίνων τοὺς Προϋπολογισμοὺς παρελθόντων ἐτῶν καὶ τοῦ παρόντος, συμπεριέλαβε καὶ τ’ ἀναγόμενα εἰς τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ χρέη· καὶ ὅταν λέγῃ περὶ τῶν λοιπῶν ἐξόδων, λέγει καὶ περὶ ἐκείνων τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἕνεκα τῶν δανείων. Ἀλλὰ αὐταὶ αἱ δαπάναι δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ὑπόκεινται εἰς ἐλάττωσιν. Ὁ Προϋπολογισμὸς περιέχει μεταβλητὰ καὶ ἀμετάβλητα. Ὑπάρχουν ποσὰ, ἃ δὲν ἐπιδέχονται ἀλλοίωσιν, καὶ εἶναι αἱ διὰ συμβάσεων ὑποχρεώσεις. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται νὰ γείνῃ ἐξέτασις περὶ μειώσεως τῶν ἐξόδων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν εἰμὴ μόνον ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται περὶ ὑπηρεσιῶν. Ὑπεσχέθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σκοπὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ὑπηρεσίαν χρήσιμον. Μέλλει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τῷ ὄντι, οὐδεμιᾶς ἀφαιρουμένης ὑπηρεσίας, ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις. Λοιπὸν μὴ καταναλίσκωμεν τὸν καιρὸν, ὅστις εἶναι πολύτιμος εἰς ἄλλας συζητήσεις. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐξόδων, καὶ μετὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν θέλομεν σχηματίσει περὶ ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε θέλομεν συζητήσει ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἄνευ φόρων νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ εἶναι ἀπαραίτητον. Τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει νὰ παραδεχθῇ.
§52ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§53Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι θέλομεν ἀκολουθήσει τὴν προδιαγραφεῖσαν πορείαν, νὰ συζητήσωμεν τὰ Νομοσχέδια, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβον τινὰς σημειώσεις διὰ τὰς λεπτομερείας τῶν ἐφ’ ἑκάστου κονδυλίου οἰκονομιῶν, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἀνακοινώσω αὐτὰς καὶ ἔτι περισσότερον τώρα, ὅτε παρατηρῶ, ὅτι ἀπαιτοῦνται αἱ λεπτομέρειαι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον, ἀφοῦ παρῆλθε καὶ ἡ ὥρα.
§54ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§55ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον (θόρυβος).
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν σημειοῦται μόνον σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς· ἐσημειώθη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ αἰτήσει μελῶν τινων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, παρατηρησάντων, ὅτι δὲν ἦσαν ἕτοιμοι, ἀπεδέχθημεν ἐπανειλημμένως, ὅπως προβῶμεν εἰς τὰ κατόπιν ἀντικείμενα· ἀπεδέχθημεν τοῦτο πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀποδεχόμενοι αὐτὸ ἐπ’ ἄπειρον. Πάντοτε θὰ ἦσθε ἀνέτοιμοι; Ἀπουσιάζετε, καὶ δὲν ἀποτελεῖται ἀπαρτία· παριστάμενοι, λέγετε, ὅτι δὲν εἶσθε ἕτοιμοι. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἐπὶ πλέον ν’ ἀναμένωμεν.
§57Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐξηκολούθει ἡ τακτικὴ νὰ συζητῶνται τὰ Νομοσχέδια, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, καθόσον ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖ λεπτομερείας. Δὲν ἔχω τὰς σημειώσεις μου ταύτας, προσέθηκα δὲ, ὅτι παρῆλθε καὶ ἡ ὥρα. Τοῦτο τὸ λέγω ἐγὼ τοὐλάχιστον δι’ ἐμαυτόν· λέγω τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτὸν καὶ διὰ νὰ εἴπω ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀναβάλλω νὰ ὁμιλήσω, τοὐτέστιν ὅτι δὲν ἔχω σημειώσεις τινὰς, τὰς ὁποίας εἶχον (θόρυβος).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§59ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος ζητῶ τὸν λόγον, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις ἢ ὄχι.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτη συζήτησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι δὲν ἐγένετο πρότασις.
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν κάμνω ἐγώ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑποστηρίζεται ἀπὸ 10, τότε.......
§63ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ ὁμιλήσω πρῶτον, διὰ νὰ τὴν παραδεχθοῦν δέκα.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι δὲν εἶναι ἄλλος τις ἐγγεγραμμένος ἄχρι τοῦδε παρὰ ὁ κ. Χατζόπουλος, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως θὰ ὁμιλήσωσι καὶ πολλοὶ ἄλλοι, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων ἀποδεικνύεται, ὅτι μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τις τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ γενικὴ συζήτησις θὰ περατωθῇ· θὰ διαρκέσῃ ἡμέρας, καὶ πρέπει νὰ διαρκέσῃ, διότι τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ ἐκθέσωσιν ὅλοι τὰς ἰδέας των, καὶ νὰ ἐξαντληθῇ ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις. Λέγω δὲ ταῦτα, κ. Πρόεδρε, διότι ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν μέχρι σήμερον, ἦτο νὰ προτάττεται τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, ἂν καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἦτον ἐγγεγραμμένος πρὸ ἡμερῶν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν τοῦτο ἐγένετο κατ’ αἴτησιν τῆς συμπολιτεύσεως ἢ ἀντιπολιτεύσεως· ἀναφέρω ἁπλῶς τὸ γεγονὸς, καὶ οὐδεὶς ὡς πρὸς τοῦτο δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ. Ἤλθομεν ἑπομένως σήμερον ὅλοι ἢ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλει ἐξεκολουθήσει ἡ αὐτὴ τακτικὴ καὶ ὅτι ἠθέλομεν ἐξαντλήσει καὶ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν Νομοσχεδίων, ἤλθομεν δὲ ἄνευ σημειώσεων. Ἄνευ δὲ σημειώσεων, συζήτησις τοσούτου μεγάλου ἀντικειμένου δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ ματαιοπονῶμεν καὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν διανοούμεθα νὰ πράξωμεν· ἕκαστος ἐξ ἡμῶν σκοπὸν ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ σπουδαίως καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ τὰς σημειώσεις του. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, ὅστις ζητῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐγγραφῶ, νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν περκιτέρω συζήτησιν, διότι δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὴν ἐξακολουθήσωμεν (θόρυβος).
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος νομίζει, ὅτι θὰ πλανήσῃ τὴν Βουλήν, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος, ἀφοῦ ὁλόκληρον δεκαετίαν ὑπῆρξε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἐπερίμενα νὰ κάμῃ τοιαύτην πρότασιν καὶ νὰ ρίψῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον (θόρυβος).
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ συζητήσωμεν, ἑπομένως τί ἠδυνάμην νὰ πράξω; (θόρυβος).
§67ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγώμεθα ἀμοιβαίως, διότι τοῦτο δὲν συντελεῖ εἰς κἀνένα σκοπὸν, καὶ εἶναι τάσις παρεξηγήσεων ἄλλου λόγου. Αὐτὴ ἡ τάσις πρὸς παρεξήγησιν, ἂν οὐχί τι ἄλλο, καταφαίνεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖος δύναται, κύριοι, σπουδαιολογῶν νὰ εἴπῃ σήμερον, ἀφοῦ προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ ἐπωφεληθῇ ἡμίσειαν ὥραν τὸ πολὺ ὑπολειπομένην διὰ συζήτησιν, ἥτις μέλλει νὰ ἐξαντλήσῃ πολλὰς ἡμέρας; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοιαῦτα, φρονῶ, ὅτι μόνον ἡ καλὴ πίστις πρέπει νὰ διέπῃ καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν τάσιν νὰ παρεξηγῶμεν τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ οἰκονομήσῃ διὰ τοιούτου λόγου ἡμίσειαν ὥραν. Καὶ κάμνω τὴν ὑπόμνησιν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ μὲν ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγωνίζεται περὶ ἀναβολῆς ἡμισείας ὥρας, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ μόνῃ εὐκαιρίᾳ, καθ’ ἣν δύνανται νὰ ἐκτεθῶσι πᾶσαι αἱ γνῶμαι περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, φαίνεται θέλουσα νὰ περιορισθῇ εἰς ἐπίπλαστον συζήτησιν· διότι τὸ γενόμενον μέχρι τοῦδε εἶναι κατ’ ἐπιφάνειαν συζήτησις, δὲν εἶναι συζήτησις.
§68ΤΙΝΕΣ. Τὸ αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§69Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναί τι ἑτερομερὲς, ἵνα ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Δὲν ὑπάρχει συζήτησις, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπάντησις ἀνταξία τῆς ἀγορεύσεως· διότι ἀπάντησις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἦτον ὑπεκφυγὴ ἀπαντήσεως.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἀντικρούσατέ την.
§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι εἰς αὐτὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀποχρῶσα ἀπάντησις ἔλαβε χώραν, ἐνῷ οὐδεμία λέξις, πρὸς ἀπάντησιν τῶν λόγων τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ, ἐῤῥέθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ τώρα μᾶς λέγετε, φέρετε ὅλας τὰς λεπτομερείας. Θέλετε λεπτομερείας· ἀλλὰ περὶ λεπτομερειῶν οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε τὰς λεπτομερείας, πρέπει νὰ φέρωμεν πλήρεις τὰς λεπτομερείας.
§72ΤΙΝΕΣ. Φέρατέ τας.
§73ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ κάμωμεν πλήρη καὶ ἐκτενῆ συζήτησιν, ἡ ὁποία νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα. Ἀφοῦ ἔχετε αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν αἰφνιδίως παρενεβάλετε, δὲν εἶσθε δικαιολογημένοι νὰ λέγητε, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, ὑπολειπομένων μάλιστα ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας.
§74ΤΙΝΕΣ. Ὄχι νὰ τελειώσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§75Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ὅταν ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ προμαντεύσῃ, ὅτι σήμερον δὲν ἤθελεν ἀκολουθηθῇ αὐτὴ ἡ σειρὰ, ἥτις μέχρι τοῦδε ἠκολουθήθη, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀρξαμένης τῆς συζητήσεως, ἡ ἀντιπολίτευσις προέβη εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἔθεσε πολλὰ ζητήματα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶχον μελετήσει οἱ Ὑπουργοὶ, δὲν νομίζω, ὅτι ἦλθε σήμερον, οὕτως εἰπεῖν, ἰσοζύγιον συζητήσεως, διὰ νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι: ἐὰν δὲν ὁμιλήσουν ἄλλοι ἐξ ὑμῶν, ἡμεῖς τελειώνομεν τὴν συζήτησιν. Καὶ ἐὰν ἐνομίζατε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ τὸ κάμητε, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπιδειώξητε, νὰ ἐπιδειώξητε ἀτελῆ συζήτησιν, ἀφοῦ γνωρίζετε καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις σᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἐπὶ ἡμέρας θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις (θόρυβος). Μήπως πρόκειται νὰ κάμωμεν ἓν εἶδος μονομαχίας καὶ γνωρίζοντες τὴν μικρὰν παρουσιασθεῖσαν δυσχέρειαν, μᾶς λέγετε: συζητήσατε; ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἐνδιαφέρεσθε νὰ γείνῃ ἐκτενὴς συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μήπως δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς ἡμᾶς θ’ ἀπέκειτο νὰ καταναλώσωμεν ὅσην ὥραν ἠθέλομεν ἀπόψε, καὶ χωρὶς ἀνακοίνωσιν λεπτομερειῶν; Μὴ θέλομεν λοιπὸν διὰ τοιούτων ἐνστάσεων καὶ ἐπιχειρημάτων νὰ προκαλῶμεν ἐπιπλάστως ἀντεγκλήσεις ἐπὶ τοιούτων παρεμπιπτόντων ζητημάτων. Καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος σᾶς εἴπομεν, τὸ αὐτὸ δὲ δύνανται νὰ εἴπωσι καὶ ἄλλοι, ὅτι δὲν ὑπεθέτομεν, ὅτι ἤθελον ἀναπτυχθῆ τοιαῦται λεπτομέρειαι, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν τὰς σημειώσεις μας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ἀδικεῖται, θέλοντες νὰ καταπαύσητε τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸ ἀληθὲς τῶν λόγων τούτων, καὶ δέν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν τάσιν νὰ παρεξηγώμεθα ἀμοιβαίως.
§76ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§77Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς προτάσεως τῆς γενομένης πρὸς ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ τελευταία συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἐγένετο πρὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, ἤτοι πρὸ 27 ἢ 28 ἡμερῶν. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε σήμερον καὶ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως ἐγένοντο ἀπόπειραι πρὸς συνεδρίασιν, καὶ δὲν εὑρέθη ὁ νόμιμος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Τὸ φυσικώτερον πάντων σήμερον ἦτο συνελθόντες νὰ κανονίσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατὰ πρῶτον λόγον ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν. Καὶ ὅμως ἐγὼ, μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μόλις ἀνεγνώσθη ἡ ἡμερησία διάταξις, ἦλθον καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Καὶ ἐγὼ καθ’ ὅλας τὰς παρελθούσας ἡμέρας δὲν ἐγνώριζον τί ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ· ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἢ νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῶσι τὰ Νομοσχέδια; Ἀλλ’ ἔφερον μετ’ ἐμοῦ πάσας τὰς σημειώσεις καὶ διὰ τὴν σοζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τὴν τῶν Νομοσχεδίων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Πρόεδρος προέταξε τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μετέσχον τῆς συζητήσεως· τὰ ἄλλα μέλη τῆς Βουλῆς ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἐγνώριζον ἐὰν θὰ ὑπάρχῃ σήμερον ἀπαρτία. Ἑπομένως θαυμάζω πῶς δύναται νὰ μὴ θεωρηθῇ δικαία ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Καὶ ἐὰν ἤθελε γείνει παραδεκτὴ ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, νὰ ἐξαντληθῇ σήμερον ἡ συζήτησις, γνωρίζετε ποῖον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα; ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ὅστις φέρει ἔλλειμμα 15,000,000 καὶ βαρυτάτην φορολογίαν 16,000,000, νὰ ἀρχίσῃ καὶ νὰ τελειώσῃ ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸ 1880, ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἀπὸ τῆς 20 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 20 Μαρτίου, δηλαδὴ ἡμέρας 20 πλήρεις· καὶ τότε νομίζω, ὅτι ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς 3 μέχρι τῆς 7ης ὥρας διαρκῶς. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως παρεπονεῖτο διατί δὲν λαμβάνουν τὸν λόγον οἱ κκ. Ὑπουργοί. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἤλεγχε τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, λέγων, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἄλλο τι εἰς τὸν νοῦν των παρὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Μήπως καὶ σεῖς, ἐπειδὴ ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν, ἀποφεύγετε τὴν συζήτησιν, καὶ σήμερον θέλετε νὰ περιορίσητε αὐτὴν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ;
§78ΤΙΝΕΣ. Δὲν λέγομεν τοῦτο, ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ποίους λόγους σᾶς προβάλλουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ζητοῦν τὴν ἀναβολήν; Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἐγνώριζον ἐὰν θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὅλοι ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ λάβωμεν μέρος, καὶ ὅτι ἔχομεν σημειώσεις καὶ μελέτας. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσι σημειώσεις καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Τριφυλίας καὶ τόσοι ἄλλοι, οἵτινες ἠκολούθησαν κατὰ βῆμα, καὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀνέλυσαν αὐτόν; Ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον, ὅτι σήμερον θέλει ἀρχίσει ἡ συζήτησις αὐτοῦ. Καὶ διστάζετε νὰ ἐπιτρέψετε τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον; Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι μαζῆ των τὰς σημειώσεις αὐτῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσητε τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἀκόμη δὲν ἐθίξαμεν οὔτε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε τὰς σχέσεις αὐτοῦ οὔτε πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, οὔτε πρὸς τὸν λαὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφαρμόζονται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὰ 1869, ἤμην Ὑπουργὸς καὶ συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ ἡ γενικὴ συζήτησις διήρκεσε 14 ἡμέρας, καὶ τὴν ἕκτην ὥραν τῆς ἑσπέρας τῆς δεκάτης τετάρτης ἡμέρας ὁ ἀείμνηστος βουλευτὴς Μεσογγίου ἀναστὰς, εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἐπιοῦσαν, διότι θέλει μετάσχει τῆς συζητήσεως, καὶ ἀμέσως ἐδέχθημεν τὴν πρότασιν αὐτήν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε τοῦτο εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ τοὺς δώσητε καιρὸν νὰ συζητήσωσιν; Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανὲς, καὶ ἂν νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ τὸ ἀπαιτήσετε, δὲν θέλομεν ὑποταχθῆ· διότι, ὅταν πρόκηται νὰ ἀναβληθῇ ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην ἡ συζήτησις, καὶ ἐκ τῆς ἀναβολῆς ταύτης νὰ φωτισθῇ τὸ Κοινοβούλιον περὶ τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι, καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης νέων φορολογιῶν...
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁρίστε, συζητήσατε.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ διορίζετε Γραμματέα τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γυμναστηρίου μὲ ἑκατὸν νέων δραχμῶν μηνιαῖον μισθὸν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ θέσις νενομοθετημένη, οὔτε θέσεως τοιαύτης ἀνάγκη, ἀλλὰ θέλετε νὰ ἀποφύγετε τὸν ἔλεγχον; Νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν ἐνδώσει καὶ δὲν θέλομεν ἐκτελέσει τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος; Ἢ νομίζετε, ὅτι θὰ μᾶς ἀναγκάσητε, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι, νὰ μᾶς θέσητε en demeure, νὰ ἀποχωρήσωμεν, ὥστε αὔριον νὰ μᾶς παριστᾶτε ὡς λιποτάκτας, ὡς Ἰρλανδοὺς, ὡς μὴ θέλοντας τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ὡς ἀνατροπεῖς τῆς δημοσίας τάξεως; Θαυμάζω τῇ ἀληθείᾳ μὲ τὴν ἐπιμονήν σας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλετε ἐξακολουθήσει ἐπιμένοντες.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί ζητοῦμεν, κύριοι, ἡμεῖς παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της, ζητοῦμεν νὰ ἔλθῃ καὶ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις μᾶς λέγει, εἶμαι ἀνέτοιμος, μᾶς λέγει, ἔχω σημειώσεις, ἀλλ’ οἴκοι, καὶ δὲν ἠδυνάμην πρὸ τριῶν ὡρῶν, καθ’ ἃς συνεδριάζομεν, νὰ στείλω καὶ νὰ τὰς φέρω. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα προκαλοῦντες τὸν ἔλεγχον, δὲν ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν αὐτόν. Θὰ ἐπετρέπετο ν’ ἀπευθύνητε πρὸς ἡμᾶς τοιαύτας παρατηρήσεις, ἂν ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ γενικοῦ ἐλέγχου περὶ τῶν πεπραγμένων, εἴτε τῶν πολιτικῶν, εἴτε τῶν οἰκονομικῶν· ἀλλὰ τοὐναντίον, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄνευ τῆς γενικωτέρας ἐκείνης συζητήσεως, ἡ ὁποία εἶναι συνήθης, προκειμένου περὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τούτου, δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, καὶ διὰ τοῦτο λέγομεν, ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν. Σᾶς βλέπομεν προσπαθοῦντας καὶ πάλιν νὰ φέρητε βραδυτῆτα, προσπαθοῦντας καὶ πάλιν νὰ παρατείνητε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, οὐχὶ διὰ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῶν συζητήσεων, καὶ λέγομεν, ὁποῖον εἶναι τὸ καθῆκόν σας· εἰς τοῦτο περιστρέφεται ἡ συζήτησις. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ζητεῖ, οὐδὲ θέλομεν ἀνεχθῆ νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ μὴ προκαλέσωμεν σήμερον γενικωτέραν συζήτησιν, ἀφοῦ εἷς μόνος ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλησε, καὶ βεβαίως δὲν δύναται οὐδὲ αὐτὸς οὗτος νὰ ἀξιοῖ, ὅτι προέβη εἰς γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἀριθμοὺς ἀνέφερε καὶ οὐχὶ πράγματα; Εἶπεν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, θέλει δυνηθῆ νὰ φέρῃ οἰκονομίας ἐν τῇ Διοικήσει τοῦ Τόπου 6,500,000· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποστηρίξῃ οὐδὲ ἓν ἐκ τούτων, δὲν ἠδυνήθη νὰ δείξῃ πῶς θὰ πραγματοποιήσῃ οὐδὲ ἓν ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων· ἀπέφυγεν ἐπιμελέστατα νὰ εἴπῃ λέξιν, ἥτις ἤθελε δείξει πόθεν ἤθελεν ἀφαιρέσει τοῦτο τὸ ἑκατομμύριον, εἴτε διότι δὲν εἶναι πραγματικὴ ἡ ἀφαίρεσις, εἴτε διότι παραλύει τὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν εἶναι δημοτική. Καὶ ἠθέλησε μὲν νὰ παραστήσῃ πρὸς τὸ κοινὸν, ὅτι θέλει προσφέρει αὐτῷ τὸ μέγα τοῦτο δῶρον τῶν 6,500,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ καὶ ὁποίας στερήσεις πρέπει νὰ ὑποστῇ ὁ λαὸς, ἵνα ἔχῃ τὴν ὠφέλειαν ταύτην. Εἶπε, νομίζω, ὅτι 1,800,000 δραχμῶν δύναται νὰ φέρῃ ἐλάττωσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ ἕνα ἀνθυπολοχαγὸν ἐλαττώνει τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τί λοιπὸν πραγματοποιεῖ τὰς οἰκονομίας; Τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ δὲν μεταβάλλει, τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ δὲν ἐλαττοῖ, καὶ ὅμως ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑκατομμύρια, μεταβάλλων ἀριθμοὺς ἐπὶ τοῦ χάρτου. Ἐὰν ἡμεῖς διὰ τὸν αὐτὸν ὀργανισμὸν, διὰ τὰ αὐτὰ στελέχη, ἔχομεν σημειωμένους ἀριθμοὺς ἀνωτέρους, οὗτοι δὲν θέλουσι πληρωθῆ, ἂν δὲν ἦναι καὶ πραγματικοί· ἀλλ’ ὅταν διατηρῆται ὁ Νόμος, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ Νόμος δὲν δύναται εἰμὴ νὰ λειτουργῇ, εἴτε σημειωθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε δὲν σημειωθῇ ἡ ἐκ τῶν ὀργανισμῶν ἀποῤῥέουσα δαπάνη. Ἀλλὰ σήμερον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐσημειώθησαν ἀριθμοὶ ἀνώτεροι τῶν πραγματικῶν· ἂν ἰσχυρίζεται τοῦτο ὁ κ. βουλευτὴς, τοῦτο ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ. Ἐὰν τοῦτο ἐπεχείρει, θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν εὐθὺς νὰ τῷ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐλανθάσθη, καὶ ἐλανθάσθη, διότι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἀκριβῶς τοὺς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀριθμούς. Ἐνόμισεν, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνταποκρίνονται ἐντελῶς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἐλαττώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι προέλθει ἐκ τῆς μὴ πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν στοιχείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναπτύξεως, ἔρχεται καὶ βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ἐλαττώσει ἐπὶ τοῦ χάρτου τὰ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ, ἀποφεύγει ὅμως νὰ δείξῃ πῶς καὶ ποῦ, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ εὐθὺς ἡ ἐξέλεγξις. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέφερεν οἰκονομίας ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησε νὰ ὑποδείξῃ κἂν ἓν ἄρθρον ἐπιδεκτικὸν ἐλαττώσεως ἄνευ βλάβης, διότι ἤξευρεν, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἀμέσως ἡ διάψευσις, καὶ τώρα δὲν θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὕτη ἡ συζήτησις, διότι ἠξεύρει ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ὑποσχόμενος νὰ σχετίσῃ τοὺς ἀριθμοὺς πρὸς τὰ πράγματα κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, χωρὶς νὰ διαψευσθῇ ἀμέσως ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἀριθμοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διστάζοντα νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν ἀριθμοὺς, ἀντιπροσωπεύοντας μηδέν· τί δύναταί τις δὲ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ μηδέν; Πόσον δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπιπολαίως εἰργάσθη μετὰ τῶν ἄλλων συνδιασκεφθέντων μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ τούτων, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ στηρίξῃ τοὺς ἀριθμοὺς ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ, μεθ’ ὧν συνδιεσκέφθη, ὁμολογοῦσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι προχείρους τὰς σημειώσεις των (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§83ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀποτελῶν μέρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος, μὲ ὅλην τὴν ἀγανάκτησιν, συκοφαντίαν ἀποδιδομένην πρὸς αὐτὴν καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν πρότασιν περὶ τῆς εἰς αὔριον ἀναβολῆς τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς κακὴν πρόθεσιν, διότι ἀπέκρουσε ταύτην, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει διὰ τῆς προτάσεως νὰ παραλύσῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, παρέτρεξε δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πόῤῥω ἀπέχει τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοιοῦτός τις σκοπὸς, καὶ ὅτι ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις εἶναι εἰλικρινὴς, ὡς ὑπαγορευομένη ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ δίκαιον, ὀφείλει μᾶλλον νὰ ζητῇ τὴν συζήτησιν, οὐχὶ δὲ νὰ ἀποφεύγῃ ταύτην. Ἀφ’ ἑνὸς διαδηλοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησιν εὐρεῖαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ζητεῖ νὰ μᾶς ἀποστερήσῃ τῶν πρὸς τοῦτο μέσων, διότι μᾶς ἀφαιρεῖ τὸν ἀνάλογον χρόνον. Ἀπό τινος, κύριοι, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διευθύνονται οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὰ κανονισμένα, ἀλλὰ τυχαίως πως. Τίς πταίει; Ποῦ ὑπάρχει ἡ ἔλλειψις; Ποῖος εἶναι ἡ αἰτία; τοῦτο ἂς τὸ κρίνῃ ἕκαστος, ἐγὼ μόνον περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ βουλευτὴς, ἐρχόμενος ἐν τῇ Βουλῇ, ὀφείλει νὰ προγνωρίζῃ τί θὰ συζητήσῃ. Ἕνεκα τούτου, κατὰ τὸν Κανονισμόν μας, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν συντάττει οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε ὁ Πρόεδρος, ἀλλ’ ἡ Βουλή, τὴν προλαβοῦσαν τῆς συζητήσεως, καὶ οὕτω δίδεται καιρὸς εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ μελετήσῃ καὶ σκεφθῇ προηγουμένως ἐπὶ τοῦ συζητηθησομένου ἀντικειμένου. Ἐγὼ αὐτὸς θέλω νὰ συζητήσω, ἔχω κάμει μελέτας μετὰ τῶν συναδέλφων μου, ἀλλὰ δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν προκεχωρημένην ταύτην ὥραν νὰ συζητήσω, διότι δὲν ἐγνώριζον ἂν θὰ ἀρχίσῃ ὁ Προϋπολογισμός. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει νὰ τῷ ἀποδείξωμεν ἂν ἦναι πραγματικαὶ αἱ οἰκονομίαι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἀλλ’ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἤθελεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἔλθωμεν εἰς λεπτομερεῖς ἐξετάσεις; Εἶναι λογικὴ τοιαύτη ἀπαίτησις; Εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Ταῦτα θέλουσιν ἐκτεθῆ κατὰ τὴν λεπτομερῆ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν· ἐνῷ, ἂν ἀρξώμεθα νῦν τῆς ἀναπτύξεως τῶν λεπτομερειῶν, θέλομεν περιπλέξει καὶ σκοτίσει τὴν συζήτησιν. Φρονῶ, ὅτι θέλετε ἀναγνωρίσει ὅτι κανονικώτερα ὡμίλησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι ἔθιξε τὰ ζητήματα γενικῶς, χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς λεπτομερείας. Ἐνταῦθα, κύριοι, εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἐρχόμεθα νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν ποία εἶναι ἡ διαγωγή σας ἡ πολιτικὴ, ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθητε.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁρίστε εἰς αὐτό· δι’ αὐτὸ δὲν χρειάζεσθε σημειώσεις. Περὶ ἀριθμῶν ὡμίλησε.
§85Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δι’ ὅσων εἶπεν ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον συνετάχθη πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς διαπλάσεως θέσεων.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν λέγητε τοιαῦτα, πρέπει καὶ νὰ ἀποδεικνύετε, καὶ ὄχι νὰ ζητῆτε τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν ἀπόδειξιν.
§87Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς λεπτομερείας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔλθωμεν. Εἰς τὴν λεπτομερῆ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλομεν σᾶς ἀποδείξει τοῦτο. Ἡ γενικὴ συζήτησις εἶναι προεισαγωγὴ εἰς λεπτομερῆ συζήτησιν, καθ’ ἣν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον θέλουσιν ἐκτεθῆ οἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγοι.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι πεπισμένος, ὅτι ὑμεῖς δὲν προσάπτετε ποτὲ κατηγορίαν εἰς ἄνθρωπον, ἂν δὲν ἦσθε ἕτοιμος νὰ φέρετε καὶ ἀπόδειξιν.
§89ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅλαι αἱ θέσεις, αἱ δημιουργηθεῖσαι, εἶναι ἀπόδειξις.
§90Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται τοῦτο νὰ γείνῃ, διότι θέλει ἐπέλθει περιπλοκὴ καὶ θέλομεν ἀπομακρυνθῆ τοῦ κυρίου σκοποῦ, ὅστις εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει. Ἂν ἡμεῖς ἔχωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν κατάκρισιν ἐπὶ 50 κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ πράξωμεν τοῦτο κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν; Τότε μόνον δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτείαν ταύτην, ὅταν προεθέμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπιτροχάδην καὶ τὸν ψηφίσωμεν ἅπαξ ἐν συνόλῳ· ἀλλὰ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον. Οὐδέποτε, κύριοι, ὡς βουλευτὴς εἶδον νὰ ἔλθῃ τοιαύτη συζήτησις, οἵαν μᾶς προτείνει ἡ συμπολίτευσις, παρὰ μόνον νῦν τελευταῖον, ὅτε ἐσυγχύσθησαν τὰ πάντα. Πάντοτε ἐγίνετο γενικὴ συζήτησις, ἐφέροντο αἱ δέουσαι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἰδίως, ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀποδειχθῇ ἡ σπατάλη, τὸ περιττόν· ποτὲ ὅμως δὲν ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ φέρωνται συγχρόνως καὶ αἱ λεπτομερεῖς ἀποδείξεις διὰ τῆς συγχρόνου λεπτομεροῦς συζητήσεως ἑκάστου ἄρθρου κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Ἄλλως τε, ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος σᾶς ὡμίλησε περὶ πολλῶν Ὑπουργείων, προσβαλὼν γενικῶς καὶ ἄρθρα τινὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐλλείψεως οἰκονομιῶν.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὐδὲ λέξιν εἶπε.
§92Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς ἔφερε πρὸς ἀπόδειξιν μερικά τινα περιστατικὰ, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μᾶς εἴπῃ ὅλα, ὡς ἀκαίρου οὔσης τῆς στιγμῆς. Οἱ ἄλλοι βουλευταὶ δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἔμελλε νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐφρόνουν, ὅτι ἔμελλον νὰ συντάξωσι σήμερον κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὄχι ὅμως, ὅτι θὰ προβοῦν ἀμέσως εἰς συζήτησιν. Ἐκτὸς πάντων τούτων, ἂν ἐπιθυμεῖτε τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν, ὡς ἰσχυρίζεσθε—διότι λέγετε, ὅτι, ἂν δὲν ἐξακολουθήσῃ αὕτη σήμερον, τότε παύετε τὴν συζήτησιν—διατί ἐκβιάζοντες τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἀκαίρως, ἀποδίδετε, ὅτι διὰ προτάσεως περὶ ἀναβολῆς ὑπάρχει πρόθεσις παρατάσεως, ἐνῷ πολὺ συνετῶς ὡμίλησεν ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας, καθὼς καὶ ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Χατζόπουλος ζητήσας τὴν ἀναβολήν; Ποῦ βλέπετε τὸ κακόν; Ἄλλως, τοιαῦτα ζητήματα, κύριοι, ποτὲ δὲν λύονται μὲ τόσην σφοδρότητα, πίεσιν καὶ ἐπιμονήν. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ὁδηγῇ καὶ ἡ φρόνησις, ἵνα μὴ ὠθῶνται τὰ πράγματα εἰς σημεῖον δυσάρεστον, διότι αἱ πιέσεις καὶ τὰ ταύταις ὅμοια ἔχουσι κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους πίπτουσι κατὰ κεφαλῆς τῶν αἰτίων.
§93Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἀφ’ ὅτου συνεστήθη Συνταγματικὸν Πολίτευμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὄχι μόνον μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ 1862, ὅτε ἕνεκα τῶν ἐλευθέρων ἐκλογῶν ὑπῆρξεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ Ὄθωνος, κατὰ τὰς δύω πρώτας Βουλὰς, καθ’ ἃς ὑπῆρξεν ἐλευθερία λόγου, πάντοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἰσῆλθον ἀμέσως εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἀλλὰ μετὰ μίαν προηγουμένην πολυήμερον γενικὴν καὶ πολιτικὴν συζήτησιν. Καὶ διατί ἐγένετο τοῦτο; διότι οἱ Ὑπουργοὶ εἶχον πεποίθησιν εἰς τὰς πράξεις των καὶ εἰς τοὺς λόγους, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελον δικαιολογήσει τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐνεγράφησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει ὅμως τοιαύτη ἀνολογία καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, στηριζόμενον εἰς τὴν σπατάλην, ἀφοῦ μάλιστα ἐγλυκάθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔτυχε νὰ ἔχῃ μεγάλην πλειοψηφίαν καὶ ἥρπασε καὶ Νομοσχέδια καὶ Προϋπολογισμὸν, περιφρονῆσαν πᾶσαν ἀντίῤῥησιν. Ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν δεικνύομεν ποῖα ἔξοδα θὰ κόψωμεν, διότι αἱ οἰκονομίαι μας εἶναι ἀντιδημοτικαί. Τῷ ὄντι ἀντιδημοτικαὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι πρὸς ἐκείνους (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα), διότι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν 75 ἐπαρχιακῶν ἰατρῶν στεροῦνται 75 ρουσφέτια, δὲν εἶναι ὅμως ἀντιδημοτικὸν εἰς τὸ ἔθνος, διότι θὰ σώσῃ 200,000 δραχμῶν. Ἂν κόψωμεν τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ ἦναι ἀντιδημοτικὸν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες συγκρατοῦσι δι’ αὐτῶν 30 βουλευτικὰς ψήφους, δὲν θὰ ἦναι ἀντιδημοτικὸν ὅμως καὶ διὰ τὸν λαὸν, ἀπαλλαττόμενον ἀπὸ 600,000 δραχμῶν σπατάλην. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὴν οἰκονομίαν 850,000 δραχμῶν, σπαταληθησομένων εἰς ἀστυνόμους καὶ παραστυνόμους Δασικούς. Ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς διαβάλῃ, δημοκοπῶν, εἰς τὸν στρατὸν, ἐνῷ ἀπεδείξαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡμεῖς ὑπερασπίσαμεν τὰ δικαιώματα τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπεστηρίξαμεν τὴν προαγωγὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φέρουν ἐντίμως καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὸν σάκκον ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐνῷ σεῖς διῃρέσατε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἐν γένει τὸν στρατὸν εἰς ἀριστοκράτας καὶ χυδαίους, εἰς ἀρχοντόπουλα καὶ θήτας· καὶ ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ νομίζετε, ὅτι εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς διαβάλετε εἰς τὸν στρατόν! σᾶς ἐγνώρισεν ὁ στρατός! Αἰωνίως ἀντιφάσκετε εἰς τὴν διοίκησίν σας. Ἤλθατε μὲ τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ διέρχεσθε τὴν μεγαλειτέραν σπατάλην· ἤλθατε μὲ τὴν σημαίαν τῆς ἀνορθώσεως τῶν Νόμων, καὶ κατεπατήσατε τοὺς Νόμους αὐθαδέστατα. Ἐκηρύξατε, ὅτι ἐπιδιώκετε τὴν ἰσότητα ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἐν τούτοις ἐφέρατε Νόμους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν, δι’ ὧν ἐφράξατε εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τὴν μέχρις ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ προαγωγὴν καὶ τὴν παρεχωρήσατε εἰς τὰ διασκεδάζοντα ἐν Εὐρώπῃ ἀρχοντόπαιδα, διότι κομίζουσιν ἓν δίπλωμα, τὸ ὁποῖον, ὡς καὶ ἄλλοτε εἴπομεν, κύριος οἶδε, διὰ ποίων ἀνηθίκων μέσων τὸ ἐπρομηθεύθησαν!
§94ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Τοῦτος εἶναι διὰ τὸ Φρενοκομεῖον.
§95ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε. Εἷς εἶπεν, ὅτι εἶμαι διὰ τὸ Φρενοκομεῖον! δὲν ζητῶ ἀπὸ σᾶς νὰ μὲ ἱκανοποιήσετε, ἱκανοποιοῦμαι μόνος μου. Μπουλελᾶ! διὰ τὸ Φρενοκομεῖον εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέστησαν τοσούτους κινδύνους καὶ βάσανα ἀπέναντι μεγάλης, καὶ ἄλλης εὐεργετικῆς, Προστασίας, διὰ νὰ τύχωσιν ἐλευθερίας· ἀλλ’ ἀπολαύσαντες τὴν ἐλευθερίαν, κάμνουν τόσην κακὴν χρῆσιν αὐτῆς, ὥστε πρὸς αἶσχος τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἔστειλαν ἀντιπρόσωπόν των σὲ, ἕνα ἁμαξᾶν... Ζητεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ συζητήσητε τώρα τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἀδιαφορεῖτε διὰ τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, ἐνῷ πρὸ τῶν ἑορτῶν ἀπῃτεῖτε ὅλον τὸ ἐναντίον· διατί; διότι συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον τότε ἐγὼ «αἰσθάνεσθε, ὅτι, ἂν οἱ βουλευταὶ ὑπάγουν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, πρὶν ἢ λάβητε τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, ἐπιστρέφοντας θὰ τοὺς εὕρητε ἀντιτείνοντας, διότι θὰ ἀλλάξωσι γνώμην εὐθὺς, ὅπου ἴδωσι κατὰ πρόσωπον τοὺς ἐκλογεῖς των ἐξηγριωμένους διὰ τὴν ἐπιβολὴν τόσων φόρων»· καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη. Ἐπανῆλθον οἱ βουλευταὶ στενοχωρημένοι ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς των, σᾶς ἐξάρωσαν, καὶ τώρα δὲν ζητεῖτε πλέον τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ σπεύδετε νὰ λάβητε τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ κλείσητε τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζήσητε ἕως εἰς τὸν Νοέμβριον. Ἔκαμα πρὸ ὀλίγου τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν φίλον μου κ. Ἀντωνόπουλον νὰ μὴ δυσανασχετῇ, διότι πειρᾶται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ συκοφαντήσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς παραλύουσαν τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς. Τοὐναντίον, δέχομαι τοῦτο ὡς καταγγελίαν, διότι ὀλίγον μέλλει εἰς τὸν λαὸν ἂν γίνεται ἀπαρτία ἢ συνεδριάζει ἡ Βουλή, ἥτις, παραβαίνουσα τὴν ἐντολήν της, ἐπιβάλλει φόρους ἐπὶ φόρων. Ὁ λαὸς λέγει: ποτὲ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ Βουλή, τῆς ὁποίας ἔργον εἶναι νὰ ἐπιβάλλῃ βάρη εἰς τὸ τράχηλόν του. Βλέπετε λοιπόν, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ ὁμιλία σας ἦτον ἀτυχής· τὴν ἐχειροκρότησαν δὲ οἱ ἐν τοῖς θεωρείοις ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας τεθέντες κλητῆρες καὶ οἱ πληρωνόμενοι ἀπὸ τὰς ἐπιχορηγήσεις τῶν Ὑπουργείων. Θέλετε νὰ μάθητε ποῖοι χαίρουν δημοτικότητα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των; Δεχόμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅπερ εἶναι εἰς χεῖράς σας, ἔχοντες τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τότε θὰ ἰδῆτε ἂν κανεὶς ἀπὸ σᾶς (δεικνύει τὴν Ὑπουργικὴν πτέρυγα) θὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα σημαίνει ἑβδόμην, καὶ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συνεδριάσωμεν περαιτέρω· διὰ τοῦτο λύσατε τὴν συνεδρίασιν· ἄλλως, θὰ φύγωμεν καὶ δὲν ἔχετε ἀπαρτίαν.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον· ἡ ὥρα εἶναι ἑβδόμη. Ἡμεῖς ἀναχωροῦμεν, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν αὔριον εἰς τὸ βῆμα. (Ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ἀπέρχεται).
§97ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιττὸν ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, εἶναι γνωστὸν ὅτι θέλομεν τὴν συζήτησιν.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν· καὶ ἂν ἔχωμεν ἀπαρτίαν, δὲν θὰ συνεδριάσωμεν, διότι δὲν θέλομεν νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 7. μ. μ.).