Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Θ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 40

1882.12.21

3.365 στίχοι · 24.777 λέξεις · 1 πίνακας · 149 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1882.12.21
Προεδρεία
Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΟΥ
Περίοδος
Θ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1883)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40

τῆς 21 Δεκεμβρίου 1882

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς 38 συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;

§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε· τὸν λόγον.

§3ΠΗΛΙΚΑΣ (Γραμματεύς). Νὰ ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ τῆς χθές;

§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀναγνωσθέντων πρακτικῶν τοῦ Σαββάτου.

§6Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, καθ’ ὃν τρόπον ἀντελήφθη τῶν τότε λαβόντων χώραν δυσαρέστων συμβεβηκότων, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἔκρινεν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπείσθη, ὅτι εἶχε, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα, δικαίωμα νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς συνεδριάσεως, ἀπεχώρησε δὲ ποιήσασα ἔκκλησιν πρὸς τὴν φιλοπατρίαν τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ ζητήσασα διὰ τῆς ἐκκλήσεως ταύτης νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα ἱκανοποίησις, ἥτις ὠφείλετο πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἐξασφαλισθῇ αὐτῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Παρακαλῶ ἑπομένως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύωσιν ἐν ὀνόματι τῆς πλειοψηφίας, νὰ μᾶς εἴπωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ νὰ εἴπωσιν ἐὰν ἔχωσι σκοπὸν νὰ ἀκούσωσι τῆς αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ μειοψηφία προχθὲς τὸ Σάββατον ἀπηύθυνεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν.

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται, νομίζω, περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἢ τῆς συμπολιτεύσεως, πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς Βουλῆς. Ταύτην τὴν ἱκανοποίησιν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ὅλοι. Νομίζω δὲ, ὅτι ἄριστα τὴν ἐπιδιώκομεν, μὴ προκαλοῦντες σήμερον ἀντεγκλήσεις, μὴ ἐπιζητοῦντες οὗτος νὰ ῥίψῃ ἐπ’ ἐκείνου τὸ ἁμάρτημα, μὴ θέλοντες οὗτοι νὰ δικαιολογηθῶσιν, ὅτι δὲν προεκάλεσαν, καὶ ἐκεῖνοι, ὅτι προεκλήθησαν. Τὰ συμβάντα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε εἶναι συμφέρον πάντων ἡμῶν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ἐξέτασιν λεπτομερῆ τῶν γενομένων, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ τὰ πρακτικὰ ὡς λίαν καλῶς συνταχθέντα. Ἐὰν εὐθὺς κατόπιν τῆς ἐπελθούσης ταραχῆς δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀποχώρησίς τινων ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν, θὰ ἠδυνάμεθα τότε νὰ ἐξετάσωμεν τὰ συμβάντα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀποφαινόμενοι νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν Βουλὴν, ἀποδοκιμάζοντες ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν ταῦτα· ἀλλὰ σήμερον μετὰ παρέλευσιν δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν, νὰ ἐρχώμεθα ἀνασκαλίζοντες τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν συντελεῖ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀποστροφὴ, τὴν ὁποίαν ὅλοι αἰσθανόμεθα πρὸς τὰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι διεδραματίσθησαν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, νομίζω, ὅτι ἄριστα θέλει ἐκδηλωθῆ διὰ τῆς παραδόσεως εἰς τὴν λήθην τῶν γενομένων καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πάντες νὰ λάβωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπιτρέψει εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ἐπαναληφθῶσιν ὅμοιαι σκηναὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιαῦται σκηναὶ δὲν θέλουσιν ἐπαναληφθῆ, καὶ θὰ ἦναι ἡ ἀρίστη ἱκανοποίησις, ὅτι, μετὰ τὸ συμβὰν κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν, ὅμοιον ἄλλο δὲν θέλει συμβῆ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ.

§8Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μεγίστου ὄντος ἀγαθοῦ τοῦ μὴ ἁμαρτεῖν, δεύτερον ἀγαθὸν τὸ δικαιωθῆναι. (Ἡρὰλ)· τοὐτέστιν κάλλιον ἐστὶν τὸ νὰ μὴ ἁμαρτάνῃ τις, καλὸν δὲ ἐπίσης εἶναι καὶ νὰ ἐξελεώνηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἀναχωροῦντες δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ἀδυσώπητοι ἀπέναντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὰ λυπηρὰ συμβάντα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εὐχηθῶμεν ἐκ καρδίας νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τοῦ λοιποῦ τὰ δυσάρεστα ἐκεῖνα, δι’ ὧν προστρίβεται μομφὴ εἰς τοὺς βουληφόρους, καὶ διασείεται ἡ προσήκουσα ὑπόληψις καὶ τιμὴ τοῦ κοινοῦ.

§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, κύριοι, λαβόντα χώραν λυπηρὰ γεγονότα ἐκρίθησαν ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν πολλῷ σπουδαιότερα ἢ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκε σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἔκρινεν αὐτά. Κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον δὲν προέκειτο περὶ βουλευτοῦ, ὅστις ἠγόρευε, οὐδὲ περὶ βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διέκοπτον αὐτόν. Κατεδείχθη ἡ προαίρεσις τοῦ μέλους τῆς πλειονοψηφίας, τὸ ὁποῖον κατέλιπε τὴν θέσιν του, εἰς ἣν ἡ πλειονοψηφία ἔταξεν αὐτὸ, ἐπὶ τοῦ Προεδρείου, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς τάξεως, κατῆλθε καὶ ἐπέδραμεν ἐπὶ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ ἀγορεύοντος βουλευτοῦ. Ἐὰν δὲν ἐξετελέσθη, ἐὰν δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ καταδηλωθεῖσα προαίρεσις, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κατανοήσῃ πᾶσαν τὴν σημασίαν τῆς γενομένης πράξεως, καὶ νὰ μὴ σταματήσῃ πρὸ ταύτης. Τῶν πολυμελῶν Σωμάτων αἱ ἀποφάσεις ἐκφράζονται διὰ τῶν ψηφοφοριῶν, ἡ πλειονοψηφία ἐπιβάλλει τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ αὕτη ὡς τοιαύτη ἔχει πᾶν νόμιμον κῦρος, καὶ αἱ γνῶμαι τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας, ἡ μειονοψηφία κατέχει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν δύναμιν ἐκείνης, κατέχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὅταν δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅθεν δήποτε καὶ ὅπως δήποτε περιορίζηται, εἴτε διὰ τοῦ τρόπου, ὅστις κατεδηλώθη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄλλοτε, εἴτε διὰ τοῦ πρακτικωτέρου τρόπου, ὅστις παρεστάθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἡ μειονοψηφία δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑπάρξεως, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου αὐτῆς ἀπωλέσθη, διότι τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸ ἐγκείμενον ἐν ταῖς πλειοψηφίαις δικαίωμα τῆς ἀποφάσεως, τὸ μόνον τοῦτο δικαίωμα ἀφῃρέθη ἀπὸ αὐτήν. Ἰδοὺ διατί ἡ μειοψηφία ἐπείσθη, ὅτι εἶχε, κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν νόμιμον, δικαίωμα νὰ ἀποχωρήσῃ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου· ἀλλ’ ἀποχωροῦσα παρεχώρησε τὸν προσήκοντα καιρὸν εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἀποφασίσῃ καὶ διαγράψῃ ἐπὶ τὸ μέλλον τὴν πορείαν της καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σημασίαν τῆς πράξεως, ἥτις ἔλαβε χώραν· διὰ τοῦτο ἐδήλωσεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι δὲν ἀποχωρεῖ σταθερῶς καὶ διαρκῶς, ἀλλὰ προσωρινῶς καὶ διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καιρὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν τὸ δικαίωμά της, νὰ δείξῃ εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἐπὶ τὸ μέλλον δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδένα οἱονδήποτε περιορισμόν. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἐκφράζομεν οὐδὲν παράπονον· δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπευθύνωμεν οὐδεμίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις κατέλιπεν τὴν θέσιν του προχθὲς καὶ ἐπέδραμεν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐὰν ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀγορεύων τότε δὲν ἐτήρει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ Βουλή, ἤτοι ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, ἔχει τεταγμένον ἄνωθεν τοῦ βήματος τούτου τὸν Πρόεδρον, εἰς ὃν ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν ἐκείνους τῶν ἀγορευόντων, οἵτινες λησμονοῦσι τὰ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβαλλόμενα αὐτοῖς καθήκοντα. Ἀλλ’ ὁ μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταχθεὶς ἐπιμελητὴς τῆς τάξεως οὐδὲν τοιοῦτον ἔπραξε, οὐδεμίαν τοιαύτην ἀπηύθηνε πρὸς τὸν ἀγορεύοντα τότε παρατήρησιν· μέλος δὲ τοῦ Κοινοβουλίου, μηδαμῶς ἐπιτετραμμένον τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, ἔπραξεν ὅ,τι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ, οὐδὲ ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, οὐδὲ ἡ μειοψηφία αὐτῆς, οὐδ’ ἡ Βουλὴ σύμπασα. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐτελέσθησαν, ἐκεῖνοι, οἵτινες εὐθύνονται διὰ τὰς πράξεις καὶ δι’ αὐτὰ τὰ φρονήματα τῆς πλειοψηφίας καὶ διὰ τὴν ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς τάξιν, ἐτήρουν ἄκραν σιγήν, οὐδὲ ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ κῦρος τοῦ λόγου των, διὰ νὰ προλάβωσι τὰ γενόμενα, ἤ, καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο, διὰ νὰ ἐπανορθώσωσι τὰ κακῶς γενόμενα. Ἡμεῖς, τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, γνωρίζομεν τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἔχομεν. Γνωρίζομεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποτασσώμεθα εἰς τὴν θέλησιν τῶν πλειόνων. Ὡς μέλη μάλιστα τῆς μειοψηφίας δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα μέλη τῆς πλειοψηφίας ἀποδίδομεν προσωπικῶς καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν προσήκουσαν ὑπόληψιν. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἀπεχωροῦμεν, ἀπετάθημεν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἐπικαλούμενοι τὴν ἰσχὺν, ἣν νομίμως ἀσκοῦσιν ἐπὶ τῶν ἡγητόρων αὐτῶν, καὶ ζητοῦντες νὰ καταστήσωσι πλέον σεβαστὰ τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Καὶ δὲν ἀπετάθημεν πρὸς αὐτοὺς ἄνευ λόγου. Ἐνεθυμήθημεν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε παρεκτροπή τις, ὁ παρεκτραπεὶς, ὁ διὰ τῆς παρεκτροπῆς του καταδηλώσας, ὅτι ἐλησμόνησε τὴν ἰδιότητα, δυνάμει τῆς ὁποίας διατελεῖ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἔλαβε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον διδακτικὸν παράδειγμα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ διδάξωσιν εἰς τοὺς ἄλλους τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἔχουσι. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν ἀλλεπαλλήλων παρεκτροπῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἐκ τῶν τάξεων τούτων· ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ παραλείψω, οὐδὲ νὰ σιωπήσω, ὅτι ἐκ τῆς πλειοψηφίας παρεγνωρίσθησαν πολλάκις τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ πρὸ πάντων τὸ καθῆκον νὰ ἀναγνωρίζωσι τὸ δικαίωμα τῆς μειοψηφίας. Καὶ ποῖος ἐξ ὑμῶν, κύριοι, ἐλησμόνησε τὰς ἥκιστα ἁρμοζούσας πρὸς Ὑπουργὸν φράσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπὶ τοῦ βήματος οὐδέποτε ἀγορεύων ἐνθυμεῖται, ὅτι εἶναι Ὑπουργός; Νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ὅτι ὁλόκληρον πολιτικὴν ὁμάδα τῶν ἐμῶν φίλων ἐξύβριζε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, λέγων, ὅτι καταῤῥέουσιν ἐπ’ αὐτῆς αἱ ἀκαθαρσίαι; Νὰ σᾶς ἐνθυμίσω μετὰ τίνος ὑβριστικοῦ τρόπου ἔδωκε πρὸς τοὺς ἐπερωτῶντας αὐτὸν τὰς ὀφειλομένας ἀπαντήσεις; Νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει Βουλευτὴς, ὅστις ἀντεῖπεν εἰς τὰ Νομοσχέδια αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐξύβρισε; Νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι χθὲς ἀκόμη κατ’ ἐμοῦ, ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν σιγάρων, ὅτι ἀπηύθυνεν ἄνευ λόγου φράσεις ἀνοικείους κατ’ ἐμοῦ; Ἢ νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι, συζητουμένης τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἕτερος συνάδελφος αὐτοῦ, τὸ παράδειγμα ἐκείνου μιμούμενος, ἀπηύθυνεν ὑβριστικὰς φράσεις κατὰ πάσης ταύτης τῆς πτέρυγος, παραστήσας αὐτὴν ὡς φοβουμένην τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης; Ἢ νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν αὐτὸς ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως κατά τινα προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου εἶχον ἀφαιρέσει κατὰ τὴν προτεραίαν τὸν λόγον; Οἱ κκ. Ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι ἐν Συνταγματικῷ Πολιτεύματι εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἡγέται κόμματος καὶ πλειοψηφίας, ἀλλ’ ὅτι, ἀφοῦ ἐγένοντο Ὑπουργοὶ, δὲν πρέπει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὡς Ὑπουργοὶ ἐκτελοῦσι, νὰ σκέπτωνται ὡς ἀρχηγοὶ ἢ ὡς μέλη κόμματος, οὐδ’ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ πολιτεύωνται ὡς ἡγέται κόμματος καὶ παλαισταὶ, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργοὶ, Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς παρέστη οὐχὶ μόνον ὡς ἡγέτης κόμματος, ἀλλ’ ὡς ἡγέτης στρατιᾶς καὶ ἐπέκρινε τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ κατηγόρησεν αὐτὴν, ὅτι αὕτη παραλύει τὰς συνεδριάσεις, διότι δὲν παραμένει καὶ πέραν τῆς ὀγδόης ἑσπερινῆς ὥρας, καὶ ἦλθε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν στρατιάν του κατ’ αὐτῆς, ὡς ἁμαρτανούσης καὶ πταιούσης. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐν Συνταγματικῷ Κράτει δύνανται νὰ ἔχωσι φίλους καὶ ὡς δύω καὶ ὡς τρία πρὸς ἕνα, ἀριθμούμενοι ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων εἶναι μὲν ἐκτελεστικὴ δύναμις, ἡ δίδουσα τὴν ἔκβασιν τῆς μάχης, ἀλλὰ, πρὶν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς μάχης, οἱ παλαίοντες ἔχουσι δικαίωμα νὰ πολεμήσωσι, καὶ ὀφείλουσι νὰ πολεμήσωσι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ ὅπλα αὐτῶν. Ἐὰν ἔχητε ψήφους ὡς δύω ἢ ὡς τρία πρὸς ἕνα, θέλετε νικήσει, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ πολεμήσωμεν, καὶ ὁ πόλεμος ἡμῶν συνίσταται εἰς τὸ νὰ συζητῶμεν, νὰ ἐλέγχωμεν, νὰ ἀμφισβητῶμεν. Ἢ νομίζει τις μεταξὺ ὑμῶν ὅτι ἡ πλειοψηφία καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς εἶναι ἀνεπίδεκτοι πάσης κρίσεως, ὅτι ἄνω ὑμῶν δὲν ὑπάρχει ἄλλος τις, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, καὶ ὅτι, ἐὰν ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας δὲν ἦναι ὀρθαὶ, ἐὰν δὲν ἦναι συμφέρουσαι εἰς τὸ Κράτος, ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται ἡ πλειοψηφία, ἀπόλλυσι τὴν ἰσχὺν αὐτῆς, ἀπόλλυσι τὸ ἠθικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν αἱ ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ μεταβάλλωνται εἰς Νόμους καὶ νὰ ἐκτελῶνται ὑπὸ τῶν πολιτῶν; Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν ἀπειλῶν, αἵτινες, δημοσιευθεῖσαι, ἀνεγνώσθησαν ὑπὸ πολλῶν κατὰ τὴν ἑπομένην τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, καὶ αἵτινες διεδόθησαν ἐν τῇ πόλει κατὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω αὐτῶν· διότι, ἐὰν αἱ ἀπειλαὶ αὗται διεδόθησαν καὶ ἐγράφησαν, διὰ νὰ ἐνισχύσωσι τοὺς ἐν τάξεσι τῆς πλειοψηφίας ἀσθενεστέρους, διὰ νὰ δώσωσι θάῤῥος εἰς τοὺς δειλοτέρους, ἵνα συμπηχθῶσιν αἱ τάξεις τῆς πλειοψηφίας, ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα· ἐὰν ὅμως ἐγράφησαν, διὰ νὰ πτοήσωσι τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἔχω δικαίωμα νὰ μνημονεύσω αὐτῶν, ὄχι μόνον διὰ νὰ διδάξω ἐκείνους, οἵτινες ἐξετόξευσαν τὰς ἀπειλὰς ταύτας, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐπὶ τῶν θρονίων τούτων καθήμενοι, πολλάκις ἔδειξαν, ὅτι δὲν πτοοῦνται ὑπὸ τῶν ἀπειλῶν. Ἴσως οἱ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Κοινοβούλιον δὲν γνωρίζουσι, ὅτι κατὰ παρελθόντας χρόνους ἄνθρωποι, ἔχοντες καὶ πολιτικὴν δύναμιν πολλῷ ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ νῦν διαχειρίζονται, καὶ κῦρος πολλῷ μεγαλείτερον, καὶ ἀποτελοῦντες αὐτοὶ μόνοι πολιτικὰς δυνάμεις, ἠπείλησαν πολλάκις τὴν ἐνάσκησιν ἡγεμονικῶν προνομιῶν, καὶ διενοήθησαν οὕτω νὰ πτοήσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντεπολιτεύοντο αὐτούς· ἀλλὰ δὲν ἤκουσαν παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν θρονίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἤκουσαν παρὰ τὴν φωνὴν «τώρα, τώρα»!

§10ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς τὸ «τώρα, τώρα.»

§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτοὶ φοβοῦνται τὴν διάλυσιν.

§12Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἄλλοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον τὸ «τώρα, τώρα.»

§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὸ εἴπομεν καὶ τὸ λέγομεν.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ.

§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ «τώρα» καὶ τότε ἠκούετο καὶ νῦν ἀκούεται, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θέλει ἀκουσθῆ, ὁσάκις τοιαῦται ἀπειλαὶ διαδίδονται. Τὸ «τώρα», μάλιστα τώρα, κατὰ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἀπειληθῇ, καὶ μὴ κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐπὶ τῶν θρονίων ἐκείνων· διότι εἰσὶν ἕτοιμοι, ἂν ἤθελε γείνει ἔκκλησις ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, νὰ διδάξωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ παραστῶσιν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων καὶ νὰ παλαίσωσι στῆθος πρὸς στῆθος, καὶ καταδείξωσι τίνες οἱ περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων ἀγωνιζόμενοι, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶσι μετὰ θάῤῥους τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ δὲν θέλει εἶσθαι δυσμενὴς πρὸς ἡμᾶς. Εἶπον, ὄχι μόνον διὰ νὰ διδάξω ἐκείνους, οἵτινες κατέφυγον εἰς τὰς ἀπειλὰς, πόσον κεναὶ ἦσαν αὗται, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἦσαν ἀντισυνταγματικαί. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀντιπολίτευσις ἐποιήσατο τὸ παρελθὸν Σάββατον ἔκκλησιν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν. Ἡ πλειοψηφία, ὡς κατέχουσα ἐν τῇ θέσει αὐτῆς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι συντηρητική. Ἡ πλειοψηφία ἔχει καθῆκον πρώτη νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν τάξιν, καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κανόνων, καὶ νὰ διαγράφῃ τὴν εὐθεῖαν καὶ ὁμαλὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθῇ τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ πλειοψηφία πρώτη ὀφείλει νὰ καθιστᾷ δυνατὴν τὴν ἄσκησιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία, εἰμὶ πεπεισμένος, σύγκειται ἐξ ἐντίμων πολιτῶν, ἔχει ἀκόμη καὶ ἄλλο καθῆκον, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, αἱ ἀποφάσεις αὗται νὰ ἐξενεχθῶσι μετὰ πλήρη ἐλευθερίαν λόγου καὶ μετὰ πλήρη συζήτησιν. Ἔχει καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ μὴ ἀναλάβῃ μόνη τὴν εὐθύνην εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νέων φόρων καὶ βαρῶν, διότι τῆς εὐθύνης ταύτης τὰς συνεπείας πρέπει νὰ καταμετρήσῃ. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς παρέχομεν προθύμως τὴν συνδρομήν μας καὶ ἐρχόμεθα ἐνταῦθα καὶ συζητοῦμεν μέχρι τῆς ὀγδόης ἑσπερινῆς ὥρας, ποῖαι καθ’ ἡμῶν δὲν ἐγένοντο πιέσεις, ποῖαι καθ’ ἡμῶν δὲν ἐγένοντο ἐπικρίσεις καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, διότι ἀποχωροῦμεν τὴν 8ην; Καὶ ὅμως παριστάμεθα παρ’ αὐτῶν ὡς θέλοντες νὰ παραλύωμεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἡ μειοψηφία ἐποιήσατο πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τὴν ἔκκλησιν νὰ ἐκφράσῃ αὕτη τὴν γνώμην της, ἐὰν προτίθηται καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐνασκηθῇ οἱαδήποτε πίεσις ἐπὶ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καθημένων. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη αὕτη, ἡμεῖς ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐνασκῶμεν τὰ συνταγματικὰ ἡμῶν δικαιώματα καὶ νὰ ἀπαιτῶμεν, ἵνα ἡ πλειοψηφία σέβηται τὴν ἐνάσκησιν τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἄλλως ἡ πλειοψηφία σκέπτεται, οὐδὲ τοῦτο ἀφορᾷ ἡμᾶς, διότι μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῆς, διότι πρὸ ἡμῶν καὶ πρὸ τούτων ὑπάρχει ἐν τῷ Συνταγματικῷ Πολιτεύματι ἀνώτερος κριτὴς, καὶ εἰς τὴν κρίσιν ἐκείνου θέλομεν ἀνὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἀποταθῆ.

§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται κατόπιν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὰ πρακτικὰ τῆς Παρασκευῆς, ἐφ’ ὧν εἶχε τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακάκης. Ὁ κ. Δημητρακάκης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του;

§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Κύριοι, ἐμείναμεν εἰς διαφωνίαν, ὅτι 123 βουλευταὶ δὲν ἀποτελοῦν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῆς Βουλῆς, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ συνοικισμοῦ τοῦ Ἀδάμαντος τοῦ νὰ στείλῃ βουλευτὴν δὲν κατηργήθη. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι οἱ δύω βουλευταὶ, οἵτινες κάθηνται ἐνταῦθα καὶ ἀνήκουν ἀμφότεροι εἰς τὴν συμπολίτευσιν, οἱ βουλευταὶ Μήλου· διότι, ἐὰν ἐθεωρεῖτο κατηργημένον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος, οἱ δύω οὗτοι βουλευταὶ δὲν ἐτύγχανον νομίμου ἐκλογῆς, καθόσον αἱ ψῆφοι τοῦ Ἀδάμαντος ἐπηρέαζον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πλειοψηφίας των· ἀλλὰ, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος δὲν κατηργήθη, διὰ τοῦτο ἐπεκυρώθη καὶ ἡ ἐκλογὴ Μήμου· καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ περιστάσεις συντρέχουν νὰ πείσουν, ὅτι ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος δὲν ἀπώλεσε ὁριστικῶς τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ βουλευτήν· ἑπομένως οἱ βουλευταὶ θὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 245 καὶ οὐχὶ εἰς 244, καὶ οἱ ἡμίσεις τῶν 245 πλέον ἑνὸς εἶναι 124 καὶ οὐχὶ 123. Ἐπικαλοῦμαι μάλιστα εἰς ὑποστήριξιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ μου αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, Πρόεδρον τοῦ Τμήματος, τοῦ ἐξελέξαντος τὴν τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος ἐκλογὴν, καὶ τῆς ὁποίας ἐξελέγξεως ἤμην ἐγὼ εἰσηγητὴς καὶ ὁ ὁποῖος ἀπῄτησα νὰ προτείνῃ τὸ Τμῆμα, ὅπως διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ καταργήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος μετὰ τῶν λοιπῶν, συμφωνησάντων, ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ, ἀντέτειναν, εἰπόντες, ὅτι τὴν ἀκυροῦμεν διὰ λόγους τυπικοὺς, τὴν ἔλλειψιν νομίμου προθεσμίας ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς ταύτης μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας, ὥστε δὲν ἐδόθη ὁ ἀνάλογος χρόνος νὰ ἀνακηρυχθῇ καὶ ἄλλος ὑποψήφιος, ἐκτὸς τοῦ ἐκλεχθέντος, καὶ μὲ τὴν γνώμην ταύτην ἐσυμφώνησε καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὁδηγουμένη ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀπεφάσισε νὰ συγκαλέσῃ τὸν συνοικισμὸν νὰ ἐκλέξῃ βουλευτήν· ἡ παροῦσα ὅμως Κυβέρνησις, ἀνακαλέσασα τὴν διαταγὴν, δὲν ἐδικαιολόγησε ῥητῶς τὴν ἀνάκλησιν ταύτην διότι δὲν ἔχει ὁ συνοικισμὸς δικαίωμα τοῦ ἀποστεῖλαι βουλευτὴν, ἀλλ’ ἐπερωτηθεῖσα καὶ ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὴν ἀνάκλησιν ταύτην, ἐδικαιολογήθη ὑποσχεθεῖσα νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι νόμιμον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ συνοικισμοῦ, ἀφοῦ συγκεντρώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, χωρὶς ὅμως νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι ὁ συνοικισμὸς δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ βουλευτήν. Ἰδοὺ ὁ πρῶτος λόγος, δι’ ὃν θεωρῶ τὴν μὲν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τοῦ Ἀδάμαντος ὑφισταμένην, τὰς δὲ ἀποφάσεις, τὰς γενομένας τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας μετὰ 123 παρόντων βουλευτῶν, ἀκύρους, ὡς μὴ οὔσης νομίμου ἀπαρτίας, ὥστε καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ταύτης νὰ μὴ κυρωθῶσιν, εἰμὴ μὲ τὴν φράσιν, ὅτι: ὄντων 123 βουλευτῶν, δὲν ἀπετελέσθη ἀπαρτία, ἀφοῦ μάλιστα τὴν προηγουμένην ἡμέραν εἶχε γείνει ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία γίνεται καὶ τὸ Σάββατον καὶ σήμερον, ἤτοι ὅτι ἀπαρτία ὑπάρχει, ὅταν ἦναι 124 βουλευταὶ παρόντες καὶ οὐχὶ 123. Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὴν δευτέραν παρατήρησίν μου, ὅτι καὶ μὲ 123 ἂν θεωρηθῇ ὡς νόμιμος ἡ ἀπαρτία, τὰ πρακτικὰ τῆς Παρασκευῆς δὲν εἶναι πιστὴ ἀφήγησις τῶν ἀποφασισθέντων καὶ διατρεξάντων κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ταύτης. Τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας ἦσαν παρόντες ἐδῶ 122 συμπολιτευόμενοι βουλευταὶ, δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἀρνηθῇ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς, ἐκ δὲ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο παρὼν μόνος ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κέας, κ. Ἱερομνήμων, καὶ οὕτως ἀπετελέσθη ὁ ἀριθμὸς 123· μόλις δὲ ὁ κ. Πρόεδρος εἶχε προλάβει καὶ ζητήσῃ τὴν Ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, δι’ οὗ φορολογοῦνται πάντα τὰ εἴδη κατὰ ἓν δωδεκατηρόμιον, καὶ ὁ βουλευτὴς αὐτὸς ἀπεχώρησεν, εἰδοποιήσας καὶ τὸν Πρόεδρον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ προχθὲς δὲν προσέβαλα τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν καθέκαστα καὶ τοῦ συνόλου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς Παρασκευῆς πρέπει νὰ τροποποιηθῶσι διὰ τῆς φράσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, ἀποχωρήσαντος δὲ ἑνὸς τῶν βουλευτῶν καὶ μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, ἡ συνεδρίασις διελύθη. Ὅτι δὲ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ἐμαρτύρησεν εὐθὺς, ἀφοῦ ἐξῆλθεν, ὁ κ. βουλευτὴς Κέας, καὶ πολλοὶ τῶν συμπολιτευομένων ἐβεβαίωσαν τοῦτο, ἐξερχόμενοι κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως. Ἐρωτηθέντες τί ἔπραξαν, ἀπεκρίθησαν, ὅτι ἐψήφισαν μόνον τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, διότι ἀπεχώρησεν ὁ κ. Ἱερομνήμων καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Κύριοι, πρὶν ἢ συμβῶσιν τὰ τῆς Παρασκευῆς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως ἔφερον τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ θέλῃ ἡ πλειοψηφία νὰ πιέζῃ τὴν μειοψηφίαν, ἂν θέλῃ νὰ διεξαχθῇ ἐνταῦθα ἡ ἐργασία ἐν ἡσυχίᾳ· οὐδέποτε ἐπῆλθε καλὸν ἀποτέλασμα, ὁσάκις ἡ πλειοψηφία ἠθέλησε νὰ πιέσῃ τὴν μειοψηφίαν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πολλῶν ἐντίμων βουλευτῶν, ὄντων καὶ κατὰ τὸ 1868, ὅτι καὶ τότε ἐθέλησεν ἡ πλειοψηφία νὰ πιέσῃ τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἐπῆλθε χασμῳδία, ἡ ὁποία συνέβη δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας, τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἦτο, ὅτι μετὰ δύω μῆνας οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ ὑπῆρχε.

§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, δι’ ἄλλον.

§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σεῖς, κύριοι, ἄλλοτε ἐπετέθητε πικρὰ κατὰ πολὺ ἰσχυρωτέρου ὑμῶν, ὅστις ἠθέλησε διὰ τῆς πλειοψηφίας νὰ πιέσῃ τὴν μειοψηφίαν· μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ αὐταὶ σκηναί. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀνέχεται τὴν καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων, ἅπερ παρέχει ἑκάστῳ ὁ Νόμος. Ἂν ἀνέχεται πιέσεις τὸ δημόσιον πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων, ἡ ἀνοχή του εἶναι προσωρινὴ, ἀλλὰ δὲν παρέρχεται πολὺς χρόνος καὶ ἡ ἔκρηξις εἶναι τρομερά. Εἴπομεν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραμένωμεν εἰς τὰς συνεδριάσεις πέραν τῆς 7½–8 μ. μ., ὅτε πρέπει νὰ λήγωσιν αἱ συνεδριάσεις. Ἡ πίεσις τοῦ νὰ παραμείνωμεν μέχρι προκεχωρημένης νυκτὸς ἔχει ἀποτέλεσμα νὰ συγκροτῶνται στενόχωροι καὶ στιγμιαῖαι ἀπαρτίαι, καὶ ὄχι διαρκεῖς, οὔτε πέραν τῶν δύω λεπτῶν τῆς ὥρας, διότι ἔρχονται πολλοὶ τῶν βουλευτῶν μεταφερόμενοι δι’ ὀχημάτων, διὰ νὰ εἴπωσι τὸ παρὼν καὶ ἀπέρχονται ἀμέσως. Προχθὲς ἐγένετο σκηνὴ μεταξὺ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κλητῆρος τῆς Ἀστυνομίας διὰ τὴν ἀπαγωγὴν βουλευτοῦ· ὁ ὑπάλληλος ἔλεγεν εἰς τὸν κλητῆρα: διατί δὲν τὸν ἔφερες; — εἶναι ἀσθενὴς, ἀπαντᾷ ὁ κλητήρ· «νὰ τὸν φέρῃς μὲ τὸ στρῶμά του, τῷ ἀντέλεγεν ὁ ὑπάλληλος. Ἔπειτα ποῖα σκάνδαλα γεννῶνται, διὰ νὰ συγκροτηθῶσιν αἱ βεβιασμέναι ἀπαρτίαι; Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν λοιπὸν αὐτὰ τὰ σκάνδαλα, αὐτὰς τὰς ἐλαττωματικὰς συνεδριάσεις, καλὸν εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τακτικὴν καὶ ἤρεμον ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς συνέβη, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου καὶ ὅτι μένουν πρὸς συζήτησιν τὰ καθέκαστα καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ.

§22ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω δύω λέξεις εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Δημητρακάκη, ὅτι ἐψηφίσθη μόνον ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων εἰς νέας δραχμὰς, καὶ ὅτι ὁ κ. Ἱερομνήμων ἐδήλωσεν, ὅτι ἀναχωρεῖ, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο νόμιμος ἀπαρτία, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην προήδρευον, κύριοι, ἐγὼ, ὅτε ἐγένετο ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ διετάχθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου· ὁ κ. Πρόεδρος μὲ ἐκάλεσε νὰ τὸν ἀναπληρώσω, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἐγένετο, ἐποπτεύοντος τοῦ κ. Ἱερομνήμονος, καὶ εὑρέθησαν παρόντες 123 βουλευταί. Ἐκηρύχθη ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ· ἠρώτησα τότε τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη. Κατόπιν ὁ Γραμματεὺς ἤρξατο τῆς ἀναγνώσεως τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ Νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ἱερομνήμων, —τὸν ὁποῖον παρακαλῶ ὡς τίμιον ἄνθρωπον νὰ ὁμολογήσῃ ἂν ὅ,τι λέγω ἦναι ἀληθὲς—ὅτε ὁ Γραμματεὺς ἤρξατο τῆς ἀναγνώσεως τοῦ μόνου ἄρθρου, ἵστατο εἰς τὴν θέσιν αὑτὴν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν τοῦ βήματος) καί μοι ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον, πρὶν ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ περὶ ἀπαραδέκτου, ὅτε ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν ὑφίστατο, διότι, πρὶν ἢ γείνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτία, ἡ Βουλὴ τὴν ἀπέῤῥιψεν. Ὁ Γραμματεὺς ἐξηκολούθησε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ μόνου ἄρθρου, ὅπερ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, καθὼς καὶ τὸ σύνολον· κατόπιν ὁ Γραμματεὺς ἤρξατο τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, ὅτε ὁ κ. Ἱερομνήμων εἶπεν, ὅτι «ἐγὼ ἀναχωρῶ». Μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην διέλυσα ἀμέσως τὴν συνεδρίασιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἱερομνήμονα νὰ εἴπῃ ἂν δὲν ἀφηγήθην τὰ πράγματα, ὅπως συνέβησαν.

§23ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Κύριοι, μεταξὺ τῶν ἀντιπολιτευομένων μόνος ἐγὼ παρευρέθην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17 Δεκεμβρίου, θέλω δὲ σᾶς κάμει ἀφήγησιν τῶν γεγονότων. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς πιέσεως, ἣν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐξασκεῖ, οὔτε περὶ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει ἡ ἀπαρτία. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, πρὶν ἢ ὑπογραφῇ ὁ κατάλογος, διότι ἐγὼ δὲν τὸν ὑπέγραψα, ὁ κ. Βουδούρης, ὡς Πρόεδρος, εἶπεν, εἴμεθα 123· ἐγὼ τότε ἐδήλωσα ἀμέσως εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι εἶσθε 123, ἀλλὰ φεύγω καὶ ἐγὼ, καὶ μένετε 122· τὸ αὐτὸ ἐπανέλαβον καὶ ἀπὸ τὸ βῆμα. Ὅταν δὲ ἀνεχώρουν, ἤκουσα ψηφιζομένην τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου.

§24ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἦσθε εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπάνω, ὅταν ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σύγκειται ἀπὸ δύω γραμμάς· ὅταν κατέβητε δὲ εἰς τὸ βῆμα, ἡ Βουλὴ τὸ εἶχε ψηφίσει.

§25ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Τοιαύτην ἀντίληψιν ἔκαμον ἐγώ· εἶπον, ἀπέρχομαι καὶ μένετε 122· κάμετε ὅ,τι θέλετε· ὅταν δὲ ἀπηρχόμην, ἤκουσα ψηφιζομένην τὴν ἀρχὴν, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Ὅταν ἤρχισε ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, ἐγὼ ἤμην ἔξω, ὅπου εὗρον 5 ἢ 6 βουλευτὰς τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τοῖς διηγούμην τί συνέβη. Ἔφυγα μάλιστα τόσον δρομαίως, ὥστε ἄφησα καὶ τὸ μπαστούνι μου.

§26ΠΗΛΙΚΑΣ. Ὅταν ἤρχισα τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, ἦσθε παρὼν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, καὶ εἴπατε: τώρα φεύγω.

§27ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Αὐτὸ ἀντελήφθην ἐγὼ, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀντελήφθησαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην (θόρυβος).

§28ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἢ ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Ἱερομνήμων, μεθ’ οὗ καθ’ ὁδὸν ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ἦτο παρὼν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου.

§30ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀνυπομονῶ νὰ κυρωθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων κατὰ 12% ἀδιακρίτως. Κηρύσσομαι δὲ κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦδε, ἀδιαφόρως ἐὰν θὰ γείνῃ ἢ οὐ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ἀλλὰ μολονότι ἐναντίος τοῦ Νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ὀφείλω ὅμως ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀντελήφθην τὰ συμβάντα κατὰ τὴν βαν ἀνάγνωσίν του. Δὲν ἀδικῶ τοὺς προλαλήσαντας, διότι εἰς τὸ χάος αὐτὸ, ὅπερ εἶναι ἔργον τῆς συγχρόνου ἀρχιτεκτονικῆς ἐν Ἀθήναις, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ συμβαίνῃ ὅ,τι συμβαίνει, τὸ αὐτὸ πρᾶγμα νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται διαφοροτρόπως ἕκαστος. Αὐτὸ δὲ εἰς πολλὰς περιστάσεις τὸ εἴδομεν, καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν, ὅτε ἀντελήφθημεν τὸ ἐσφαλμένον τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τῆς περὶ τῶν Δικαστηρίων προτάσεώς μου. Ὀφείλω ὅμως, ἀφοῦ ἤμην καὶ ἐγὼ εἷς ἐκ τῶν 123, νὰ διηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἀντελήφθην τὰ συμβάντα. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀντιπολίτευσιν), παρέμεινεν ὁ κ. Ἱερομνήμων, ὅπως ἐπιτηρήσῃ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Μετὰ τὸ πέρας ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἦτον παρόντες 123 καὶ ὅτι ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ὁ κ. Πρόεδρος ἠρώτησε ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, αὕτη δὲ δι’ ἀναστάσεως εἶπεν, ὅτι δέχεται. Ἀκολούθως δὲν ἀνέγνωσεν ὁ Γραμματεὺς, ὡς ἀνακριβῶς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ Πρόεδρος κ. Βουδούρης, ἀλλ’ ὁ ἴδιος Πρόεδρος. Τὸ Νομοσχέδιον, ὡς γινώσκετε, σύγκειται ἐξ ὀλιγίστων γραμμῶν. Ὁ κ. Ἱερομνήμων, ὅτε ἐβεβαιώθη, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπαρτία καὶ ὅτι ἐματαιοῦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἐνστάσεως, διενοήθη ν’ ἀναχωρήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἀνεχώρησεν. Εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ λίαν ταχέως. Τότε ὁ κ. Ἱερομνήμων, ἐλθὼν πρὸ τοῦ βήματος ἐνταῦθα, εἶπε λέξεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἤκουσα· ὑπέθεσα δὲ, ὅτι εἶχεν ὑποβάλει δευτέραν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἀκολούθως ἐνόησα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας· μάλιστα παρετήρησα εἴς τινα παρακαθήμενον, ὅτι ἀδεξίως διεξάγει τὸ ἔργον τοῦτο ὁ κ. Ἱερομνήμων.

§31ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ ἤμην.

§32ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὸν κ. Μποῦτον τὸ ἔλεγον· διότι ἦτον πολὺ εὔκολον νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀπαρτίαν, ἐὰν τὴν ἰδίαν στιγμὴν, καθ’ ἣν παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν, ὑπέβαλλε νέαν ἔνστασιν ἀπαρτίας.

§33ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠδύνατο.

§34ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅ,τι εἶπον εἰς τὸν παρακαθήμενόν μου βουλευτὴν κ. Μποῦτον. — Ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος λοιπὸν ζητήματος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κανονικὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τί ἀντελήφθην, ἡ δὲ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ μὲ πιστεύσῃ ἢ νὰ μὴ μὲ πιστεύσῃ· λυποῦμαι ὅμως, διότι τὰ παρεμπίπτοντα ταῦτα ζητήματα φέρουσι δυσκολίαν εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν μας.

§35ΤΙΝΕΣ. Τί προτείνετε;

§36ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Ἱερομνήμων ἦτο παρὼν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Νομοσχεδίου, ἀφοῦ δὲ μετὰ τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἄλλου Νομοσχεδίου, τὸ Νομοσχέδιον ἐγένετο νομίμως δεκτὸν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὅταν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην. Δὲν ἀδικῶ ὅμως οὔτε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κέας, οὔτε τὸν ἀξιότιμον προεδρεύσαντα ἢ ἄλλον τινὰ, ἐὰν οἱ λόγοι των δὲν ἦναι σύμφωνοι μὲ τὰ συμβάντα, διότι αἰτία τούτου, πιστεύω, εἶναι τὸ κτίριον τῆς Βουλῆς ἢ κάλλιον τὸ χάος τοῦτο.

§37Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἴπατε, ὅτι μεταξὺ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου καὶ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄρθρου ὁ Πρόεδρος λίαν ταχέως ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον· τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν φράσιν;

§38ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶπον, ἐπαναλαμβάνω καὶ βεβαιῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος λίαν ταχέως ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον· τοῦτο δὲ, εἴτε διότι λίαν ταχέως διεξάγει πάντοτε τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον· ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὸν λόγον τῆς ταχείας ἀναγνώσεως.

§39ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ ἐκ τῶν προλαλησάντων, ὅτι τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον εἶχον, διὰ νὰ φύγω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ ἔλθω ἐδῶ, διὰ νὰ φέρω παρατήρησιν, δὲν ἦτον ἀρκετὸν, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου.

§40ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν θέλετε λαμβάνω τὸ ἄρθρον καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἕως ὅτου νὰ κατέλθητε τὸ Προεδρεῖον, θὰ τὸ ἔχω ἀναγνώσει δίς.

§41ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ φύγω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν. Ὑπέβαλον δὲ παρατήρησιν περὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀπαραδέκτου. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν κ. Δραγούμην, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ. Ὅτε ἀληθῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν διατί ἀπῆλθον, ἐγὼ δὲ τῷ εἶπον, ὅτι ἐξεπλήρωσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλλεν ἡ θέσις τῶν ἀντιπολιτευομένων, τότε καὶ ὁ κ. Δραγούμης, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον, ἐὰν ἔμενον, ἠθέλετε ψηφίσει ὅλα; βεβαίως, μοὶ εἶπε, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἠθέλομεν τὸν περάσει. Αὐτὴ ἦτον ἡ διάθεσίς των.

§42ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.

§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδιάφορον νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον ποῖον σκοπὸν εἴχομεν νὰ ἐκτελέσωμεν, ἐὰν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας· πιθανὸν εἶναι ὅτι ἠθέλομεν ἐκτελέσει τὸ ἡμέτερον καθῆκον, ὅτι ἠθέλομεν ἐξαντλήσει ὁλόκληρον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ ἐκ Κέας Βουλευτὴς εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁλόκληρον τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, προέβημεν καὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, καὶ ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τότε ἀπεχώρησε. Τότε καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ μιᾷ φωνῇ πάντες ἐζητήσαμεν νὰ μείνωμεν ἕως ἐκεῖ, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὸν κ. Στεφανόπουλον κατελθόντα ἐσπευσμένως ἵνα εἰδοποιήσῃ τὸν Πρόεδρον καὶ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον. Τούτων οὕτω γενομένων κατὰ τὴν γενικὴν ἀντίληψιν πάντων, εἶναι βεβαίως ἀδιάφορον εἰς τὴν Βουλὴν ἂν ὁ ἔντιμος ἐκ Κέας Βουλευτὴς ἀρνεῖται αὐτὰ σήμερον· ἀλλ’ ἂν ταῦτα ἀρνεῖται σήμερον ὁ κύριος Ἱερομνήμων, εἰς ἐμέ ὅμως τὰ ὡμολόγησε.

§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ κάμω ποσῶς λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σημαντικὸν, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων κατόπιν ἀντέταξέ τι εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ, ὅπερ κατὰ τὴν κρίσιν μου δηλοῖ, ὅτι εὑρισκόμεθα τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο σύμφωνοι. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, —καὶ λέγων εἰς τὴν Βουλὴν ἐννοῶ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν—εἶναι ὅτι, ἐὰν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης καί τινα ἄλλα μέλη τῆς πλειοψηφίας, εἶναι ἀληθῆ, πάλιν τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ· διότι, ἐὰν ἐψηφίσθη ἡ ἀρχὴ, εἴτε ἓν, εἴτε δύω ἄρθρα τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀναφέρηται ἐν τοῖς πρακτικοῖς (θόρυβος). Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ ψηφοφορία, ἥτις ἐγένετο; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἔθιξε. Τὰ θέματα μετὰ τὴν συζήτησιν πῶς τίθενται; Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατυποῖ ἕκαστον θέμα. Ποία συζήτησις ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν Παρασκευήν; ἐσυζητήθη πρῶτον ἐκ μέρους ἐμοῦ καὶ δεύτερον ἐκ μέρους τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ τὸ ἑξῆς· εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐφέρθη τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως πρέπει νὰ ἔρχωνται τὰ τοιαῦτα Νομοσχέδια· ὅτι περιλαμβάνει πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται καὶ ὅτι ἕκαστον τῶν ἀντικειμένων τούτων πρέπει νὰ χωρισθῇ, διότι δύναταί τις νὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φόρου, δύναται ὅμως νὰ μὴ ἦναι καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων· δὲν εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος ὁ Βουλευτὴς νὰ ψηφοφορήσῃ δεκαεπτὰ φόρους διὰ μιᾶς ψηφοφορίας. Καὶ ἐζητήσαμεν τὸ διαιρετὸν, τὸ ὁποῖον διατάσσει τὸ 30στὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρότασίς τις εἶναι σύνθετος, προτείνεται παρ’ οὗτινος δήποτε Βουλευτοῦ τὸ διαιρετὸν. Τὸ διαιρετὸν δύναται νὰ τεθῇ εὐθὺς καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου εἰς ψηφοφορίαν. Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σύνθετον, ἀλλ’ ἁπλοῦν, τὴν ἀντίῤῥησιν αὐτὴν τὴν λύει ἡ Βουλὴ διὰ προηγουμένης ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὑπάρχει πλέον σύνθετον καὶ πολυσύνθετον μάλιστα ζήτημα ἀπὸ τὸ προκείμενον; Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ τί ἐπιψηφίζεται; φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, φόρος ἐπὶ τῶν προβάτων, φόρος ἐπὶ τῶν αἰγῶν, φόρος ἐπὶ τῶν ἵππων, φόρος ἐπὶ τῶν ἡμιόνων, φόρος ἐπὶ τῶν ὄνων, φόρος ἐπὶ τῶν ἀγελάδων, φόρος ἐπὶ τῶν σταφίδων, τῶν σύκων, φόρος ἐπὶ τῶν κουκουλίων, τῶν ξύλων κτλ. Καὶ δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ψηφίσῃ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας, αὐξάνων τοὺς φόρους αὐτοὺς εἰς ὅλα τὰ εἴδη κατὰ 12%; αὐτὴ εἶναι ἡ συζήτησις. Προετάθη λοιπὸν ἡ διαίρεσις, ἣν ἐπρότεινα καὶ ἐγὼ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς διὰ ψηφοφορίας, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι σύνθετος, ἀλλ’ ἁπλῆ; ὄχι. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ὡς σᾶς εἶπε καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ἔχει βεβαίως τὸ κῦρος νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν της, ἀλλ’ ὄχι καὶ συνένωσιν τόσων ἀντικειμένων ἀντιθέτων εἰς ἕν. Σεῖς οἱ ἴδιοι καὶ ἡμεῖς πολλάκις ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἅμα ἐτέθη ἡ ἔνστασις καὶ ὁ κύριος Ἱερομνήμων εἶπεν, ὅτι ἀποχωρεῖ, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐτέθη εἰς ἀμφισβήτησιν ἡ συγκρότησις τοῦ Σώματος. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομίζετε, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Φιλάρετος, ὅτι περιέχει τρεῖς γραμμὰς, ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ καὶ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας νὰ ἐπιβληθῶσιν ἕνδεκα φόροι; Τὸ Προεδρεῖον λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς ψηφοφορίαν, διότι ἦλθε πρώτη πρότασις ἐκ μέρους ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κανονισμός. «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅταν ζητηθῇ παρ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν. Δύναται δὲ ὁ Πρόεδρος, νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν. Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Νομίζετε τώρα, ὅτι εἴτε ἡ πλειονοψηφία εἴτε ἡ μειονοψηφία, εἴτε ὁ πρόεδρος εἶναι ἀνώτερος τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; ὄχι. Ἐγὼ δὲ ἀμφισβητῶ καὶ λέγω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον κακῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ τοιοῦτον ζήτημα, ἀφοῦ ἠγέρθησαν φωναὶ, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ πρότασις, ἥτις ἐφέρθη, ὄχι σύνθετος, ἀλλὰ πολυσύνθετος εἶναι. Μὴ σπεύδωμεν, διότι, σπεύδοντες, νομίζω, ὅτι δὲν κάμνομεν καλὰ, καθόσον ἐξεταζόμεναι κατόπιν ἡσυχώτερον αἱ πράξεις μας ἀποδεικνύονται, ὅτι εἶναι ἀντικανονικαὶ, ἔκθεσμοι καὶ ἔκνομοι.

§45Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς σκιαμαχεῖ. Σκιαμαχεῖ, διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πρότασίν του, ἥτις ἦτον σύμφωνος πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Γύρτυνος Βουλευτοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ὅστις ἐζήτησε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου. Τότε τὸ Προεδρεῖον τί ὤφειλε νὰ κάμῃ, ἀφοῦ οὐδεμία ἄλλη πρότασις ὑπῆρχεν; ἔθεσε λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη εἰδικῶς, ἤτοι τὴν πρόσασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, τὸ δὲ ἀπαράδεκτον δὲν ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πολυσυνθέτου. Μήπως ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς νὰ συζητήσῃ τὸ σύνθετον ἢ οὔ; Μᾶς ἔῤῥιψε τὸ ζήτημα τῆς συνθέτου προτάσεως, ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ στηριχθῇ τὸ ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη σιωπηλῶς συνεχωνεύθη εἰς τὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Καλαβρύτων κύριον Πετιμεζᾶν. Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Κέας, θέλω τῷ ὑπομνήσει (διότι δυνατὸν νὰ τὸν διέλαθεν), ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐζήτησε νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅτι ἀφοῦ ἐκάθησες, ἐνῷ ἠδύνασο ν’ ἀναχωρήσῃς, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου, δὲν κάθεσαι ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ; «ἀμ’ δὲν θὰ καθήσω;» μοὶ εἶπε καὶ ἀνεχώρησεν. Ὅταν ἀνεχώρησεν ὁ κύριος Ἱερομνήμων, τινὲς τῶν Βουλευτῶν εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ ἐξακολουθήσωσι, μὴ παρατηρήσαντες τὴν ἀναχώρησιν τοῦ εἰρημένου Βουλευτοῦ, ἐγὼ δὲ εἶπον εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κέας ἀνεχώρησε, δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν, συγχρόνως δὲ ὑπεστήριξε τὴν ἔνστασίν μου καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τότε ὁ κύριος Πρόεδρος ἐγερθεὶς διέλυσε τὴν συνεδρίασιν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κύριοι, πῶς ἀρχαῖοι συνάδελφοι, καὶ προπάντων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Τόπου ὑπερεμάχησαν, διὰ τῆς διαγωγῆς των συντείνουσιν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ἐνῷ ὤφειλον διὰ τῆς πράγματι Κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς των νὰ δίδωσι καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους τὸ παράδειγμα νὰ μὴ ὦσι τόσον τραχεῖς τὴν συμπεριφορὰν καὶ τὸ λεκτικὸν, οὗ ἕνεκεν προκαλοῦνται αἱ ταραχαὶ καὶ τὰ σκάνδαλα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη αἱ αὐταὶ παρεκτροπαὶ ἔλαβον χώραν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Εὐρωπαϊκὸς τύπος ἠθέλησε νὰ εὕρῃ τὰ αἴτια τῆς καταπτώσεως τσῦ Κρινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Οἱ σπουδαιότεροι δὲ τῶν δημοσιογράφων ἔδωκαν καί τινας συμβουλὰς, ἃς οἱ ἀναγνώσαντες αὐτὰς ἔντιμοι συνάδελφοι δὲν ἠθέλησαν νὰ χρησιμοποιήσωσι καὶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν· διότι, ἂν τοῦτο ἐγίνετο, βεβαίως θὰ ἐπήρχετο διόρθωσις.

§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ εἶναι γεγραμμέναι;

§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοεῖς τὴν γλῶσσαν, διὰ νὰ τὰς ἀναγνώσῃς (ἱλαρότης). Αἱ ἄσκοποι συζητήσεις, αἱ γενόμεναι δῆθεν ὑπὲρ τῆς ἀπαρτίας, ὁποῖον ἄλλο ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔχωσιν ἢ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου; Κύριοι, διατί ἡ κατὰ παρελθὸν Σάββατον συνεδρίασις διεφιλονεικήθη; Κατ’ ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ σπουδαῖον Νομοσχέδιον· ὡς γινώσκετε κατὰ τὸ Σάββατον δὲν γίνονται παρὰ συζητήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεων. Ἐν τούτοις, πολλοὶ τῶν κυρίων ἀντιπολιτευομένων ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἔκαμαν τόσον πάταγον κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, ὅτι δῆθεν κατὰ τὸ Σάββατον τὸ ἑσπέρας δὲν ὑπῆρχεν ἐν ἀπαρτίᾳ τὸ Σῶμα, ἐνῶ δὲν ἐγένετο, ἢ τυπικὴ ἀπάντησις εἰς ἐπερωτήσεις προηγουμένων συνεδριάσεων. Δὲν λέγω, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις δὲν ἔχουσι καὶ αὐταὶ μεγάλην σπουδαιότητα, διότι ἑκάστη αὐτῶν περιέχει ζήτημα δημοσίας τάξεως καὶ δύναται νὰ ἔλθῃ ὡς ζήτημα πολιτικὸν, καὶ τότε καταντᾷ πλέον ζήτημα ἀρχῆς. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἔγεινε πάταγος, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σπουδαῖος λόγος. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα, ὁσάκις θέλει, νὰ προβάλλῃ τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἀπαρτίας, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὸ καθῆκον ν’ ἀναγινώσκῃ τὸν κατάλογον. Ἀλλ’ οὐδέποτε δέον νὰ γίγνηται κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ διότι αἱ εἰκονικαὶ ἐνστάσεις περὶ ἀπαρτίας φέρουσιν εἰς ὀλεθρίας συνεπείας. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπῆρξα ἀντιπολιτευόμενος, ἐπὶ 12ετίαν δὲν εἶδον Ἐξουσίαν, οὐδὲ ἀνῆκον εἰς Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ οὐδέποτε ἔδωκα ἀφορμὴν ἐγκλήσεων ἢ ἀντεγκλήσεων καὶ οὐδέποτε ἔκαμα ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ οὕτω φερθεὶς φρονῶ, ὅτι πάντοτε, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, ὑπηρέτησα καλλίτερον τὴν μερίδα, εἰς ἣν ἀνῆκον, καὶ τὸ ἔθνος. Καὶ λέγω ταῦτα καὶ ὑπομιμνήσκω ταῦτα, ὅπως παρακαλέσω τοὺς φίλους συναδέλφους νὰ ὦσι προσεκτικώτεροι εἰς τὸ μέλλον καὶ νὰ μὴ ἐπιθυμῶσι διὰ τῶν τοιούτων ἐνστάσεων νὰ παραλύωσιν τὰς συνεδριάσεις, ἀλλ’ οὔτε διὰ τῆς μὴ Κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς των νὰ γίνωνται αἰτία σκανδάλου, διότι τότε καταστρέφομεν τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας καὶ τὸν Χάρτην ἡμῶν, οὗ ἐτάχθημεν φρουροί. Δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, ὅστις, θέλων νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα, ὑπέμνησεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔθεσαν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐπὶ πολλὰς ὥρας ἀνέλυσε τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγειαλίας βουλευτὴς, καὶ ἐζήτησε μάλιστα ὅπως τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, ὅταν ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἀπαράδεκτον, οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι δὲν ἐζήτησαν νὰ τεθῇ πλέον εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς των· τούτου ἕνεκα ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως, καὶ μετὰ ταῦτα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου, ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησε καὶ ἔμεινεν ἐδῶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κέας βουλευτής. Τὴν λοιπὴν ἱστορίαν τὴν γνωρίζετε. Ἄς ἀφήσωμεν, κύριοι, εἰς λήθην ὅ,τι ἐγένετο καὶ ἂς ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐν ἀδελφικῇ ὁμονοίᾳ, σεβόμενοι ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ Πολίτευμα, οὗ ἐτάχθημεν φύλακες. (Εὖγε· εὖγε).

§48Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, κύριοι, νομίζω, ὅτι καλεῖται, ὅτι ὀφείλει ἀναγκαίως νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ· ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου πρώτη ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Δὲν θέλω εἰσέλθει ἐγὼ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀριθμητικὴν ἀπαρτίαν τῆς Παρασκευῆς, ἀλλὰ θέλω ὑπομνήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρατήρησις, ὅτι ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς δὲν συνίσταται ἐξ 123 βουλευτῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κατεπεῖγον, διότι ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο κατέστη ἄλλοτε φλογερὸν, ὅτι ἕνεκεν αὐτοῦ ἐκινδύνευσεν ἡ δημοσία τάξις καὶ ἐσαλεύθησαν τὰ θεμέλια τῶν καθεστώτων ἡμῶν. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, τοῦ συνόλου αὐτῶν, ἐφ’ οὗ ἀναλογίζεται ἡ ἀπαρτία κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι 244, ἀλλὰ 245. Ὑπεμνήσθη δὲ ἡ ἐκλογὴ Ἀδάμαντος. Τῷ ὄντι διὰ τοῦ ἐξ Ἀδάμαντος βουλευτοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἀνέρχεται εἰς 245. Ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἐνηργήθη νομίμως, διότι νομίμως ἀναγνωρίσθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν συνοικισμὸν τῶν ἐκεῖ Κρητῶν νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτήν. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω τὸν περὶ τούτου Νόμον· ἅπαντες γνωρίζετε αὐτόν· ὑπομιμνήσκω μόνον, ὅτι ὁ Νόμος ἐκεῖνος λέγει, εὐθὺς ὡς ὁ συνοικισμὸς ἀποκτήσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν δημοτῶν, δικαιοῦται νὰ ἐκλέξῃ βουλευτήν. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους, ἡ ἐξέτασις τῶν δημοτολογίων, ἡ βεβαίωσις τῶν ἐκ τούτων πορισμάτων, ἀνήκει ἀναντιῤῥήτως εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἡ δὲ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία κατὰ τὸ 1881, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὸν Νόμον ἐκεῖνον καὶ πεισθεῖσα ἐξ ὧν ἐνήργησεν ἐξετάσεων, ὅτι ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος εἶχε τὸν νόμιμον ἀριθμὸν, ἐξέδοτο ἐν τῇ νομίμῳ αὐτῆς ἁρμοδιότητι Διάταγμα, δι’ οὗ ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ συνοικισμοῦ ἐκείνου πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος ἐξελέχθη καὶ ἦλθεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ συνεζητήθη ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ἠκυρώθη· διατί ὅμως ἠκυρώθη; ἠκυρώθη ἆρά γε, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέξαι βουλευτήν; ὄχι. Ἠκυρώθη, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμαι προθεσμίαι πρὸς πρότασιν ὑποψηφίων, καὶ ἐστηρίχθησαν μάλιστα εἰς τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ Διατάγματος, συμπίπτουσαν, νομίζω, πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ προγράμματος τοῦ Νομάρχου, ἐστηρίχθησαν δὲ προσέτι καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἑτέρου ὑποψηφίου. Ὅτι δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον ἐκ τῶν πρακτικῶν αὐτῆς προδήλως ἐξάγεται, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι συνεδρεύουσι μεταξὺ ἡμῶν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Μήλου Βουλευταὶ, οἱ ἐκ τῶν ὑπολοίπων Δήμων τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης ἐκλεχθέντες. Τὸ πρᾶγμα καθίσταται ἀνεπίδεκτον συζητήσεως. Ἂν ἠκυροῦντο ἡ ἐκλογὴ Ἀδάμαντος ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι μὴ νομίμως παρεχωρήθη εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἐκείνους τὸ δικαίωμα, οἱ ἐκ Μήλου βουλευταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ συνεδριάζωσιν ἐνταῦθα· διότι, ὅπως καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Τμήματος, τοῦ ἐξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν, τοῦ ὁποίου, νομίζω, εἰσηγητὴς ἦτο ὁ ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς κ. Δραγούμης, ρητῶς ἔλεγεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐὰν ὑπελογίζοντο αἱ ψῆφοι τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, τὸ ἀποτέλεσμα μετεβάλλετο, καὶ ἡ ἐκλογὴ Μήλου δὲν θὰ ἦτο ἔγκυρος.

§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο ἡ ἔκθεσις.

§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τῆς ἐκθέσεως τὸ εἶπον, διότι οὕτως ἔχει. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔλυσεν ἡ Βουλὴ· ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι ἀκυροῖ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, ὡς μὴ νομίμως διεξαχθεῖσαν. Τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ρητῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν ἐν Ἀδάμαντι Κρητῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ ἀκυρώσεως ἐκλογῆς· ἐνθυμοῦμαι προσέτι, ὅτι προσέθηκε βραδύτερον, γενομένης αὐτῷ ἐπερωτήσεως ὡς Πρωθυπουργῷ, ὅτι ἐσκέπτετο μάλιστα περὶ τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης. Ἂν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, οὐδεμία μένει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἡμῶν συνίσταται ἐξ 124 βουλευτῶν. Τούτου δὲ τεθέντος, πᾶσα ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἐλαμβάνετο μὲ ὀλιγώτερον ἀριθμὸν παρόντων μελῶν, ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἄκυρος, καὶ ὡς τοιαύτην θεωρῶ τὴν ἀπόφασιν τὴν ληφθεῖσαν κατὰ τὰ τέλη τῆς συνεδριάσεως τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ ἐγκύρου τῶν πραχθέντων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν εἶναι τὸ δίδον τὴν ἀφορμὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος. Τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον κεῖται ἐν τούτῳ, ἂν δηλαδὴ ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς σύγκειται ἐξ 124 ἢ ἐξ 123 βουλευτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ περὶ τούτου καθαρῶς καὶ σαφῶς τὴν γνώμην του· διότι ἀλλοίμονον, κύριοι, ἂν ὑπάρξῃ ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δὲν γίνονται ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ! Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ μὲν Βουλὴ τίθεται ἐκτὸς τοῦ Νόμου, αἱ δὲ συνέπειαι τοῦ τοιούτου ἐκτροχιασμοῦ τῆς Βουλῆς ἕκαστος δύναται νὰ ὑπολογίσῃ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὦσι.

§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λίαν σπουδαῖον εἶναι καὶ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἠγόρευσεν ὁ ἄρτι καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ἠγόρευσαν οἱ πρὸ αὐτοῦ· διότι, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν νόμιμον τῆς Βουλῆς ἀπαρτίαν, ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, οὕτως ἐνδιαφέρει νὰ μὴ τίθηται ἐν ἀμφιβολίᾳ τὸ κῦρος τῶν παρελθουσῶν τῆς Βουλῆς ἀποφάσεων. Ἂν ἀληθῶς, ὡς ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κέας ἐκ τῆς συνεδριάσεως, περὶ ἧς ἤδη πραγματευόμεθα, ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ κύρους τῶν τότε ἀποφάσεων, τοῦτο θὰ εἶχε συνεπείας λίαν ὀλεθρίας ἐπὶ τὰς νομοθετικὰς ἡμῶν ἀποφάσεις, τὰς ἤδη ληφθείσας. Ἀλλ’ εὐτυχῶς καὶ ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι περὶ τῶν τότε γεγονότων οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Ἐκ τῶν παρόντων οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφισβητῶν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κέας παρίστατο καθ’ ἁπάσας τὰς ψηφοφορίας, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην· ἐγὼ δὲ αὐτὸς δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ἀμφιβολίαν, διότι ἤμην παρὼν, καὶ διότι ἔβλεπον τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κέας ἐνταῦθα ἱστάμενον (δεικνύει τὴν παρὰ τὸ βῆμα θέσιν), καθ’ ἣν ὥραν ἐδίδοντο αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι, καὶ ἐθαύμαζον μάλιστα πῶς ἔμενεν ἐνταῦθα, διότι ἔβλεπεν, ὅτι ἀπὸ αὐτοῦ ἐξήρτητο νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν συνεδρίασιν, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Εὐθὺς ὡς εἶδον τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κέας ἀποχωρήσαντα, αὐτοστιγμεὶ ἐδήλωσα, ὅτι ἐθεώρουν τὴν Βουλὴν μὴ οὖσαν ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν προέβη ἀπόφασιν. Τὸ ὅτι ἀμφισβητοῦσι τὰ τῆς παρουσίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κέας οἱ μὴ παρόντες, ἔχοντες ἀντιλέγοντας ὡς πρὸς τοῦτο πάντας τοὺς παρόντας, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν τι, περὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς οἱ ἀντιληφθέντες τῶν γεγονότων ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν. Ἑπομένως δὲν μὲ ταράττουσι τὰ περὶ τοῦ θέματος ἐκείνου λεχθέντα, διότι ἔχω τὴν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἐν ἀπαρτίᾳ καταρτισμοῦ τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Ἕτερον θέμα ἐπίσης ἀνεκινήθη, τὸ περὶ τοῦ διαιρετοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ εἶπεν ἀξιότιμός τις βουλευτὴς, ὅτι, εὐθὺς ὡς προταχθῇ τὸ διαιρετὸν ψηφοφορίας τινὸς καὶ γένηται ἡ ψηφοφορία ἀδιαίρετος, ἡ ψηφοφορία εἶναι ἄκυρος. Ἀλλὰ πρῶτον, κύριοι, περὶ διαιρετοῦ δὲν δύναται νὰ πρόκηται, καὶ διὰ τοῦτο ὀρθότατα ποιοῦσα ἡ Βουλὴ, καὶ ἐνόσῳ παροῦσα ἦτο ἐνταῦθα ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀπέῤῥιψε τὴν περὶ ἀπαραδέκτου πρότασιν, τὴν στηριζομένην εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι τὸ διαιρετὸν ὑφίσταται πάντοτε εἰς πᾶν τὸ προτεινόμενον· ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Νόμος, ἢ ὅ,τι ἄλλο ἐν τῷ κόσμῳ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ᾖναι διαιρετόν. Πρότασις ἄρα περὶ διαιρετοῦ Νομοσχεδίου, ἢ ἄρθρου Νομοσχεδίου, οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, διότι τὸ διαιρετὸν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ πρότασις, περὶ τῆς ὁποίας πραγματεύεται ὁ Κανονισμὸς, καὶ τῆς ὁποίας ἠθέλησεν ὁ Κανονισμὸς νὰ παραστῇ ἀντιλήπτωρ, εἶναι ἡ πρότασις οὐχὶ περὶ διαιρετοῦ, μηδεμίαν ἔχουσα ἔννοιαν, ἀλλ’ ἡ πρότασις περὶ διαιρέσεως· καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ πρότασις περὶ διαιρέσεως πρέπει ὁ προτείνων αὐτὴν νὰ καθορίσῃ αὐτὸς τί ζητεῖ νὰ διαιρέσῃ, καὶ ἐπὶ τοῦ οὕτω καθοριζομένου ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἂν θέλῃ νὰ ψηφίσῃ ὁμοῦ ἢ δίχα. Ἀγορεύσαντος κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ὑπὲρ τοῦ διαιρετοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῷ παρέστησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πάντοτε πρόθυμος νὰ παραδεχθῇ μίαν οἱανδήποτε γνώμην περὶ διαιρέσεως ὑποβαλλομένην· ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν, πρέπει ἡ πρότασις αὕτη νὰ διατυπωθῇ, καὶ ἂν μετὰ τὴν διατύπωσιν αὐτῆς εὑρίσκομεν, ὅτι ἀπεδίδομεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς, ὅπως ψηφίσωσι κατὰ συνείδησιν, διότι ἐπί τινων ἤθελον δώσει ψῆφον εὐνοϊκὴν, ἐνῷ ἐπὶ ἄλλων ἤθελον δώσει ψῆφον ἐναντίαν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἤθελε νὰ πιέσῃ τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, ἀναγκάζουσα αὐτοὺς νὰ δώσωσι μικτὴν ψῆφον, καὶ εἴτε νὰ θυσιάσωσι τὴν ἀποφατικὴν αὐτῶν ἰδέαν ὑπὲρ τῆς θετικῆς, εἴτε τὴν θετικὴν ὑπὲρ τῆς ἀποθετικῆς. Ἀλλ’ οὐδεμία τοιαύτη πρότασις καθορισμοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἴσως, διότι εἶχεν ἀποχωρήσει τότε ἡ ἀντιπολίτευσις· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἡ Βουλή, ἡ ἐνταῦθα παροῦσα, ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀπεχωροῦσα, δὲν ἐποιεῖτο χρῆσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ παρεχομένου εἰς αὐτὴν δικαιώματος, τοῦτο κατ’ οὐδὲν ἠλάττου τὰ δικαιώματα τῆς συνεδριαζούσης ἐν ἀπαρτίᾳ συμπολιτεύσεως. Ὥστε καὶ ἐκ τούτου οὐδὲν βλέπω, ὅτι δύναται νὰ πηγάσῃ τὸ ἐξαναγκάζον ἡμᾶς, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην πεπραγμένα, καὶ ὀρθῶς ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶπεν, ὅτι δέον νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς ἓν μόνον θέμα, εἰς τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀποτελοῦντα τὴν ἀπαρτίαν. Καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ὑπάρχει προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· διότι, ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἄλλοτε, ἀποχωρησάσης τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πόρου συνεπληρώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν 123, ἀνεγράφη δὲ τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν, τοῦτο βεβαιοῦντα, ὅτι διὰ ψήφων 123, ἀποτελουσῶν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τελῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοῦ.

§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ γνώμη ἰδική σας.

§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου ἀφώρα εἰς τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἰσῆλθεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πόρου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πόρου συνεπλήρου τὸν ἀριθμὸν τῶν 123, καὶ ἑπομένως, παραδεχθεῖσα ἡ Βουλὴ τὰ πρακτικά, τὰ ἀναγράφοντα ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀπαρτιζομένη ἐκ Βουλευτῶν 123, ἐψήφισε τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικὰ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἡ Βουλή, ἀναγνωρίσασα τοῦτο, ἀπεδέχθη διὰ τῆς ψήφου ἐκείνης τὸν ἀριθμὸν τῶν 123 ὡς ἀποτελοῦντα τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει καὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος οὐσιαστικῶς.

§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§55ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι δυνατὸν καὶ νὰ ἠπατήθη ἡ Βουλὴ τότε καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ προαποφασισθέντα, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι ἐκ πλάνης, ἢ ἐκ παραδρομῆς τότε παρεδέχθη τοῦτο· διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐπιψηφίσεως πρακτικῶν, νὰ μὴ ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην αὐτῶν ἐπικύρωσιν. Τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς ἐξεταζόμενον, δὲν παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν ὄψιν, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, διότι τὰ γεγονότα δὲν ἔχουσιν ὅπως παρ’ αὐτοῦ ἐξετέθησαν. Καὶ ἔχουσι μὲν ὅπως παρ’ αὐτοῦ ἐξετέθησαν τὰ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, τουτέστι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, μὴ καθορίσασα τὸν λόγον τῆς ἀκυρώσεως, διότι διάφοροι λόγοι προετάθησαν, προετάθη καὶ ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως δικαιώματος ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος πρὸς ἀποστολὴν Ἀντιπροσώπου, προετάθησαν ὅμως καὶ ἄλλοι λόγοι. Καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας νὰ φρονῇ, ὅτι οἱ ἐπικρατήσαντες λόγοι ἐν τῇ συνειδείσει τῶν βουλευτῶν, τοιαύτην δόντων ψῆφον, δὲν ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, οἱ ἀφορῶντες εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου πρὸς ἀποστολὴν Ἀντιπροσώπου, ἀλλ’ ὑπῆρξαν οἱ λόγοι οἱ τυπικοί· ἡ Βουλὴ ὅμως καὶ μετὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν ἐπελήφθη τοῦ θέματος τούτου, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ, διότι κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν νέας ἐκλογῆς, μετὰ ἕνα μῆνα ἢ μετὰ δύω μῆνας, κατὰ τὰς περιστάσεις, μετὰ ἕνα μῆνα, ἂν ἡ ἀκύρωσις ἐγένετο λόγῳ παρατυπίας· λόγῳ παραβιασμοῦ τοῦ Νόμου, μετὰ δύω δὲ μῆνας, ἂν ἡ ἀκύρωσις ἐγένετο λόγῳ ἐλλείψεως προσόντων τοῦ ἐκλεχθέντος. Παρῆλθε καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος μὴν, καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ σιγήσῃ ἐνώπιον τῆς ἀπουσίας τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ βουλευτοῦ, οὗτινος ἡ ἐκλογὴ εἶχεν ἀκυρωθῆ. Ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, ἴσως καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς διορίας, ἔφερεν ἐπερώτησιν περὶ τούτου ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Διετέλει καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς ἐν τῇ πλάνῃ, ἐν ᾗ εἴδομεν διατελοῦντα πρὸ ὀλίγου καὶ τὸν ἐξ Εὐρυτανίας κ. βουλευτὴν, περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων· ἐθεώρει δηλαδὴ, ὅτι ἡ Βουλὴ τότε εἶχεν ἀποφανθῆ ῥητῶς, ὅτι ἀκυρώνει τὴν ἐκλογὴν διὰ λόγους τυπικοὺς, θεωρεῖ ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος πρὸς ἀποστολὴν βουλευτοῦ ὡς ἀναμφισβήτητον. Ταῦτα ἐξέθηκε διὰ μακρῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς. Ἀπαντῶν δὲ πρὸς αὐτὸν ἐγὼ ἐν ἄλλοις εἶπον καὶ τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «Ὁ ἐπερωτήσας παρίστα τὰ τῆς ἐκ«λογῆς Ἀδάμαντος ὡς λελυμένα καὶ ὡς μὴ παρουσιά«ζοντα ἑτέραν τινὰ δυσχέρειαν ἢ μόνον περὶ τὴν ἐκτέλε«σιν τοῦ ὑπάρχοντος δικαιώματος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ δι«καίωμα τοῦτο ἀμφισβητοῦμεν. Ἡμεῖς εἴχομεν ἐξ ὑπερ«χῆς τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδόλως ἦτο ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ «Δῆμος Ἀδάμαντος ἔχει τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ἠξί«ουν οἱ διατάξαντες τὴν ἐκλογὴν, ὅτι εἶχε. Σήμερον δὲ, «ἐξετάσαντες ἐπισήμως τὰ περὶ τούτου, ἔχομεν λόγους «νὰ φρονῶμεν, ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένον τὸ ἐναντίον, ὅτι «ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὸν πληθυσμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀ«ναγκαῖος ἵνα ἀναδείξῃ βουλευτὴν ὁ Δῆμος, ἀλλὰ δὲν «ἔχει οὐδὲ τὸ ἥμισυ, οὐδὲ τὸ τέταρτον τοῦ ἀπαιτουμέ«νου πληθυσμοῦ»· καὶ οὕτω προβαίνων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος ἔλεγον, ὅτι ἐθεωροῦμεν, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἠδύνατο νὰ στείλῃ βουλευτὴν, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλο τι μέτρον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν ἀντιπροσωπείαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἣν πάντες ἐπεθυμοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου ἀπετράπημεν διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων στοιχείων πρὸς καταρτισμὸν τῆς νέας ταύτης περιφερείας θὰ ἦτο ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος, ὁ δὲ Δῆμος Ἀδάμαντος διεμαρτυρήθη, ὅτι δὲν δέχεται ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ἄλλης περιφερείας, καὶ ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος, ὅπως ἀποστείλῃ αὐτὸς ἴδιον Ἀντιπρόσωπον, θὰ προετίμα τότε νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Μήλου, καὶ ἑπομένως ἡμεῖς, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτὴν, ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ σεβασθῶμεν τὴν θέλησιν αὐτοῦ ταύτην, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ καταρτισμοῦ ἑτέρας τινὸς περιφερείας πρὸς ἀντιπροσώπευσιν τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν. Ταῦτα εἶπον διαῤῥήδην ἐν ἀγορεύσει, καθ’ ἣν ἀπήντων εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, ὁ δὲ κ. Σερανίδης, εὐθὺς ἅμα ἐτελείωσαν τὰ περὶ τούτου, εἶπεν ἀποδεχόμενος τὴν γνώμην μου «Ἔχω ἄπειρον σέβας εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν τῷ ὄντι, ὅπως ἐξέθεσε, δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ συνοικισμοῦ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, δὲν ἔχω τι νὰ ἀντείπω. Τώρα φαίνεται, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἔκαμεν ἕνα πληθυσμὸν εἰκονικόν». Αὕτη λοιπὸν ὑπῆρξεν ἡ γνώμη τῆς τότε Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἤκουσε τὴν Κυβέρνησιν ἀνακοινοῦσαν εἰς αὐτὴν τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, ἤκουσε τὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοίνωσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν διαταγὴν ἐκλογῆς ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος, διότι ἐθεώρει, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει δικαίωμα ἵνα προβῇ εἰς ἐκλογὴν, καὶ διὰ τῆς σιωπῆς αὐτῆς ἀπεδέχθη τὰ γενόμενα. Ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες πλεῖστοι· ἂν ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος εἶχε δικαίωμα ἵν’ ἀποστείλῃ βουλευτὴν, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ εἶχε πραγματοποιήσει, δίδουσα τὴν διαταγὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐκλογῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τοῦτο, παρὰ δὲ τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσας Συνόδου οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς τοιαύτης παραλείψεως. Οὐδεὶς δὲ ἐγένετο λόγος περὶ τοιαύτης παραλείψεως, οὐδ’ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ της Βουλῆς· δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος κατὰ τὸν Νόμον, ὅπως δυνηθῇ νομίμως ν’ ἀποστείλῃ βουλευτὴν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Καὶ ἐὰν δὲν ἤθελον συμβῆ πάντα ταῦτα, μόνη ἡ εἰκονικότης τοῦ καταλόγου θὰ ἤρκει, ἵνα μὴ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα ἀπαρτίας, στηριζόμενα ἐπὶ τοιαύτας προφάσεως. Ἀλλ’ ἡ εἰκονικότης τοῦ καταλόγου ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἀποσχούσης ἀπὸ τῆς διαταγῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐκλογῆς, ἐπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἑπομένως σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα ἠκρωτηριασμένη, τουτέστιν ἄνευ τῆς ἀντιπροσωπείας τμήματος τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον κατὰ Νόμον θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπευθῇ. Ἂν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο εἶχε τὸ δικαίωμα, τοῦτο ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἐντὸς τῆς μηνιαίας ἢ διμήνου προθεσμίας, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἐντὸς τῆς διορίας ἐκείνης καὶ οὐδεμία ἐγένετο παρατήρησις, διότι οἱ πάντες ἀπεδέχθησαν, ὅτι καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἔκρινε μὴ ἀναγνωρίσασα ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ βουλευτήν.

§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ περιφέρεια ἐκείνη ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα ἐκλογῆς βουλευτοῦ· ἠκυρώσατε τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο;

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τῆς Βουλῆς δὲν λύονται διὰ Διαταγμάτων, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεων αὐτῆς. Εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἐξήγησις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὐδεμία ἠγέρθη ἀντίῤῥησις κατ’ αὐτῆς, ἡ θέλησις αὕτη τῆς Βουλῆς ἐπικρατεῖ, προκειμένου περὶ ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς.

§59Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐκδοθέντος ἅπαξ Β. Διατάγματος, συγκαλοῦντος τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Δήμου αὐτοῦ πρὸς ἐκλογὴν Ἀντιπροσώπου, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο κακῶς ἐξεδόθη, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς δὲν ἐγένετο καὶ παρατήρησις, ὅτι παρὰ τὸν Νόμον ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα καὶ οὐδεμία περὶ τούτου ἐπῆλθεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ πράξει, δι’ ἣν κατέκρινα αὐτὸν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, εἰπὼν, ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ Διάταγμα, ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ κατ’ ἐπανάληψιν ἡ ἐκλογὴ, καὶ ἀφοῦ ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δευτέρας ταύτης ἐκλογῆς, τότε ἡ Βουλὴ ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ ἂν κακῶς ἢ καλῶς ἐξεδόθη τὸ πρῶτον Διάταγμα. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν διέταξε δευτέραν ἐκλογὴν καὶ δὲν ὑπέβαλεν ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ὁ κύριος Στεφανίδης ὡμίλησε περὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅσα μικροῦ ἐξέθεσεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ Βήματος ἐποιήσατο, ὅτι, ὅταν ἡ Βουλὴ σιωπᾷ, παραδέχεται τὰ λεγόμενα. Προκειμένου λόγου περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλογικοῦ μιᾶς περιφερείας καὶ περιφερείας ἐκ Κρητῶν, ἀναγνωρισθέντος διὰ Β. Διατάγματος, νομίζω ὅτι εἶναι παράτολμον νὰ ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἐπειδὴ οὐδεὶς ἀντεῖπεν εἰς ὅσα εἶπεν, ἐπῆλθε καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔδωκε κῦρος εἰς τοὺς λόγους του. Φρονῶ δὲ, κύριοι, ὅτι τὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν, ἣν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκόμενος ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν, προεκάλεσε, δηληδὴ ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ 123. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι—καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα— καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ ἀριθμὸς τῶν 124 Βουλευτῶν ἐθεωρήθη ὡς ἀποτελῶν τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν. Μόνον κατὰ τὴν Σύνοδον αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ ἐκ Πόρου Βουλευτὴς προσῆλθε τελευταῖος, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι ἐξ 123.

§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐγεννήθη πέρυσι ζήτημα.

§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μυριάκις ἐγεννήθη, καὶ πάντοτε τὸ Προεδρεῖον ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ 124. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι καὶ ἂν τὸ ζήτημα ἦτο λελυμένον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον κατὰ τὸν δεῖνα τρόπον, ὅτι ἠδύνατο κατὰ τὴν παροῦσαν, ἐξεταζόμενον ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις διατάξῃ νὰ γείνῃ ἐκ νέου ἐκλογὴ καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ νέου τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἄλλην ἀπόφασιν διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξέδοτο, ὅτε ἐδίκασε τὴν πρώτην ἐκλογήν. Κατὰ δὲ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ἡ ἀκύρωσις ἐπῆλθε δι’ ἄλλον λόγον, καὶ οὐχὶ διότι ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος δὲν ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἐν ὅσῳ δὲ ὑφίσταται ἐκείνη ἡ ἀπόφασις, δὲν εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ θεωρῆται ἄλλος ἀριθμὸς ἢ ὁ ἐξ 124, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρτίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ πάλιν σοφιστευόμενος, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἔνστασις περὶ διαιρέσεως δὲν ὑπεβλήθη, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἦτο ὑπόχρεον κατὰ τὴν περιώνυμον συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς διαιρετῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν. Εἶπεν, ὅτι πᾶν ζήτημα εἶναι διαιρετὸν, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ διαιρετοῦ ἢ μὴ δὲν εἶναι ζήτημα. Τὴν λογικὴν αὐτὴν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ὅλα τὰ ζητήματα δὲν εἶναι διαιρετὰ, καὶ ὁ ἰσχυριζόμενος τὸ ἐναντίον, ἰσχυρίζεταί τι μὴ λογικόν. Νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπαύξησιν κατὰ 12% τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, εἶναι βεβαίως διαιρετόν. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἵνα ἐκδηλώσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι δι’ ἑνὸς Νομοσχεδίου ἐπροτείνετο ἡ αὔξησις τόσων φόρων, ἔκαμε τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, ἐγὼ δὲ τὴν περὶ διαιρέσεως· καὶ ἦτον ἡ ἔνστασις αὕτη λογικὴ, καὶ ὤφειλε τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ συμπολίτευσις νὰ δεχθῶσιν αὐτήν. Ἡ ἀνάγκη τῆς διαιρέσεως προέκυψεν ἐξ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, διότι ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἔκαμε λόγον περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ τῶν λοιπῶν ζώων, ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸν σταφιδοκαρπὸν, ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ὡς πρὸς τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο περὶ ὅλων τούτων συζητήσεις, τὸ Προεδρεῖον ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, καὶ νὰ ἐρωτήσῃ ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου κατὰ 12% ἐπὶ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος φορολογουμένου ἀντικειμένου. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ συμπολίτευσις θέλῃ νὰ βαδίσῃ πορείαν νόμιμον, ὀφείλει νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ψηφοφορίαν διαιρετῶς. Καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις ἐπὶ τῶν διαφόρων φόρων, διότι ἤθελον ὑποβληθῆ πολλαὶ παρατηρήσεις, ὅτι πολλὰ ἀντικείμενα ἀρκούντως φορολογοῦνται, καὶ ὅτι ἔδει νὰ τροποποιήσωμεν ὡς πρὸς ἄλλα τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἄλλα ἀντικείμενα ὀλιγώτερον ἐπιβαρυνόμενα· π. χ. ἠδύνατό τις νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, νὰ καταργηθῇ ὁ περὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν Νόμος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ προϊόντα τῆς γῆς, ἤδη, ὅτε εὐτυχῶς ἡ Ἑλλὰς ἔχει μίαν τῶν εὐφορωτέρων πεδιάδων τῆς Ἀνατολῆς, διότι τὸ ἔδαφος τῆς Θεσσαλίας εἶναι τόσον εὔφορον, ὥστε ἠδύνατο ν’ ἀνταμείβῃ γενναίως τοὺς καλλιεργοῦντας αὐτὸ καὶ νὰ προσπορίσῃ 8–9 ἑκατομμύρια εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ οὕτω νὰ καλυφθῇ μέγα μέρος τοῦ ἐλλείμματος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ τὸ Νομοσχέδιον καὶ νὰ ὑποβληθῶσι προτάσεις περὶ αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν φορολογουμένων εἰδῶν. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις, ὅπως φωτισθῇ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ κρίνῃ ὁ λαὸς ἂν ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν δεόντως.

§62Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ἀνέφερον γεγονότα τινὰ, ἀνέφερον ταῦτα ἀπὸ μνήμης, καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ σφάλλω. Ἀλλ’ ἠδύνατο ἆρά γε νὰ σφάλλῃ καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κρατῶν ἐν χερσὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγράφοντα τὰ γεγονότα, παρέστησεν ὑμῖν ταῦτα μὴ ἀκριβῆ; Λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἐξελέγξω τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα ὡς μὴ ἀληθῆ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ σπουδαιότατον ἐστηρίχθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς προηγουμένην ἀπόφασιν ἢ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πρῶτον ἐρωτῶ τὸν κύριον Τρικούπην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντριβέστατος, ἰδίως περὶ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, ἂν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἠδύνατο νὰ λύσῃ οὕτως ἢ ἄλλως τοιοῦτον ζήτημα κατ’ οὐσίαν. Ποῖον χαρακτῆρα θὰ εἶχεν ἡ ἀπόφασις αὕτη; Ὑπάρχει Νόμος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίσθη διὰ Βασ. Διατάγματον ἓν δικαίωμα· ἡ δὲ Βουλὴ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ Νομοθετικὸν Σῶμα, πᾶν ἄλλο ἠδύνατο νὰ ἀποφανθῇ ἢ τὸ ἅ εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν τὸ δικαίωμα ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτήν. Ἠδύνατο μόνον νὰ εἴπῃ, περιοριζομένη αὐστηρῶς εἰς τὸ δικαίωμα αὐτῆς τὸ ἐξελεγκτικὸν, ἂν ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἦτο νόμιμος ἢ ὄχι, καὶ τοῦτο ἁπλῶς ἔπραξεν. Ἐζητήθη μάλιστα παρ’ ἐντίμων Βουλευτῶν τὸ διαιρετὸν τῆς προτάσεως· διότι τὸ Τμῆμα μὲν προέτεινεν ἁπλῶς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη ἐγκαίρως τὸ Διάταγμα, ὅπως προταθῶσιν οἱ ὑποψήφιοι, ἠγέρθη ὅμως καὶ τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος, ἤτοι τοῦ δικαιώματος πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ. Ἐπὶ τούτων περιεστράφη ἡ συζήτησις· ὅταν δὲ αὕτη ἐκηρύχθη περατωμένη ἐζητήθη, ὡς εἶπον, ὑπὸ διαφόρων βουλευτῶν, ἐν οἷς καὶ ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, ἡ διαίρεσις τοῦ ζητήματος, καὶ ἐζητήθη ἐπὶ τῇ βάσει παρατηρήσεων σπουδαίων, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἐνέκρινε τοῦτο, καὶ δὲν τὸ ἐνέκρινε διὰ ψηφοφορίας μάλιστα ὀνομαστικῆς. Μετὰ τοῦτο, τουτέστιν ἀποσχούσης τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Τμήματος, ἤτοι ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη ἐγκαίρως τὸ Διάταγμα. Ἰδοὺ τί προέτεινε τὸ Τμῆμα... «Τὸ Τμῆμα, ἀφίνον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς τὸ περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος ἐλάττωμα, προτείνει κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκεῖ ἐνεργηθείσης ὑπὲρ τοῦ κ. Γ. Ξενουδάκη Βουλευτικῆς ἐκλογῆς, διότι κατὰ τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐκλογῆς ταύτης δὲν ἐτηρήθησαν αἱ ὑπὸ τοῦ Νόμου ὁριζόμεναι προθεσμίαι». Ὅτι δὲ ἡ Βουλὴ ῥητῶς ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς διαιρέσεως, ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἀπέσχε ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ δικαιώματος, ὡς συναισθανομένη, ὅτι δὲν εἶχεν ἁρμοδιότητα ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ, μαρτυροῦσι τὰ πρακτικά. Κατὰ ταῦτα, ἡ Βουλή, ἐρωτηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μίληση, ἣν καὶ ἄλλοι ὑπεστήριζον, διὰ τῆς ἑξῆς προκλήσεως: «οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως περὶ διαιρετοῦ λέγουσιν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι» ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. «Ἐψηφοφόρησαν, εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ τὸ πέρας τῆς ψηφοφορίας, 207, ἐξ ὧν 112 μὲν ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, 95 δὲ ὑπὲρ τοῦ παραδεκτοῦ τοῦ διαιρετοῦ». Ἰδοὺ τὸ πρῶτον γεγονὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται. Ἡ Βουλή, βλέπετε, ἀπεφάνθη, μάλιστα ὅλως τοὐναντίον ἐκείνου, ὅπερ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ῥητῶς καὶ διὰ ψηφοφορίας ἐπ’ ὀνομαστικῇ κλήσει, εἰποῦσα, ὅτι δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο ἁρμοδία· καὶ καλῶς ἔπραξεν ἡ Βουλή, διότι δὲν εἶχε τῷ ὄντι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ. Ἀλλὰ μὴ ἆρά γε ἀπεφάνθη, καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς, ἔδωκε τὴν ἀναγνωσθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπάντησιν; ὄχι. Ὁ κ. Τρικούπης ἀνέφερε τότε τὰς γνώμας αὐτοῦ, τὰς προθέσεις του, τὸ πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῶν πολιτῶν Ἀδάμαντος τοῦ νὰ ἐκλέξωσιν ἴδιον βουλευτὴν καὶ μὴ συγχωνευθῶσιν εἰς ἑτέρους συνοικισμούς. Ἡ δὲ Βουλὴ ἤκουσε ταῦτα, ἤκουσε καὶ τὰ ἀντίθετα, ὡμίλησε μάλιστα τότε ἀντιθέτως ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Κουμουνδοῦρος, ὡμίλησαν καὶ ἄλλοι μετ’ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, καὶ δὲν ἀπεφάνθη. Τὸ Διάταγμα, τὸ προκαλοῦν τοὺς ἐκλογεῖς Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέξωσι βουλευτὴν, εἶχε νομοθετικὴν ὕπαρξιν, ἐκδοθὲν δυνάμει ἐντολῆς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας· μόνον δὲ Νόμος τοῦ Κράτους, ψηφιζόμενος κατὰ τοὺς τύπους, καθ’ οὓς ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς οἱ Νόμοι, ἠδύνατο νὰ τροποποιήσῃ τὸν Νόμον ἐκεῖνον ἐν τῷ μέσῳ τῶν δύω ἐκλογῶν. Ἡ πρώτη ἐκλογὴ ἦτο βεβαίως ἄκυρος, ἀφοῦ ἁρμοδίως ἠκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐν δὲ τῷ μεσολαβοῦντι διαστήματι Νόμος τοῦ Κράτους ἠδύνατο νὰ τροποποιήσῃ τὸν προηγούμενον Νόμον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, οὐχὶ διότι ἠγνόει τὸν Νόμον—δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω τοιοῦτόν τι εἰς τὸν κ. Τρικούπην— δὲν τὸ ἔπραξεν, ἵνα μὴ θέσῃ οὐχὶ πλέον εἰς ἀμφισβήτησιν, ἀλλ’ εἰς θέσιν προφανῶς ἔκνομον τοὺς ἐκ Μήλου βουλευτάς. Εἰς τὴν ἐκλογὴν Μήλου δὲν ἔλαβε μέρος ἡ Ἐπαρχία ἅπασα, διότι δὲν μετέσχεν αὐτῆς ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος. Ἐὰν μὴ ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου ἐκείνου, ἡ ἐκλογὴ τῆς Μήλου, ἐπηρεαζομένη ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων τοῦ Ἀδάμαντος, ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως ἄκυρος. Εἶναι δὲ ἀληθέστατον ὅ,τι ἐν τῇ προηγηθείσῃ ἀγορεύσει μου εἶπον, ἤτοι ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Τμήματος, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἦτο ὁ κ. Δραγούμης, ῥητῶς ἀναφέρεται τοῦτο, ὁ δὲ κ. Δραγούμης ἔσπευσε δυστυχῶς νὰ μὲ διαψεύσῃ, λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἔσπευσε πολύ.

§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως τὸ ἐλέγετε, τὸ διέψευσα· ἦτο ἁπλῆ παρατήρησις.

§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Τμῆμα δὲν εἶχε ἄλλο δικαίωμα, εἰμὴ νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις. Ἰδοὺ δὲ ἐπὶ λέξει τί ἐγράψατε, κύριε Δραγούμη, ὡς εἰσηγητὴς «Ἡ ἔκθεσις αὕτη συνετάχθη, μὴ ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, οὗ αἱ ψῆφοι ἐπηρεάζουσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὅλης ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, ὅπερ ὅμως κατὰ Β. Διάταγμα, δημοσιευθὲν τὴν 25 Νοεμβρίου 1881, ἀπετέλεσεν ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Διὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον παρεσιωπήθη ἐν τῇ ἐκθέσει ἡ περίστασις, ὅτι, ἐνῷ ἀνεκηρύχθη πέμπτος ὑποψήφιος ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ὁ Γ. Ξενουδάκης (αὐτὸς οὗτος βλέπετε, οὗ ἠκυρώσατε τὴν ἐκλογὴν), τέσσαρες μόνον κάλπαι ἐξετέθησαν ἐν ἅπασι τοῖς τμήμασι τῆς Ἐπαρχίας Μήλου». Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἔθηκεν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν μνήμην μου καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀναζητήσω τὰ ἔγγραφα, διότι ἀντὶ μιᾶς παρανομίας ὑπάρχουσι δύω, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ γραφόμενα ὑπὸ τοῦ Τμήματος εἶναι ἀληθῆ, καὶ εἶναι τοιαῦτα βεβαίως, ὁ δὲ Δῆμος Ἀδάμαντος ἐθεωρήθη ὡς μὴ ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Τί γίνεται τότε ὁ πέμπτος ὑποψήφιος τῆς Ἐπαρχίας Μήλου; Τῆς ἀτόπου, τῆς ἀτελοῦς, τῆς ἀμφιβόλου ταύτης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζομεν τὰ μικρὰ αἴτια. Δὲν ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος νὰ ἔχῃ βουλευτὴν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐτόλμα νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν συνοικισμὸν ἐκεῖνον ῥητῶς τὸ δικαίωμά του, οὐχὶ διὰ λόγον, ἀφορῶντα εἰς τὰ ἀπαράγραπτα δίκαια τῶν τοσοῦτον μοχθησάντων ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας Κρητῶν, ἀλλὰ διὰ λόγον, ἀφορῶντα εἰς τὴν βουλευτικὴν αὐτῆς πλειονοψηφίαν, εἰς ἣν δὲν ἀνῆκεν ὁ κύριος Ξενουδάκης. Δὲν ἠδύνατο δὲ καὶ δι’ ἕτερον λόγον τῆς αὐτῆς φύσεως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ θέσις τῶν δύω ἐκ Μήλου βουλευτῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα. Δὲν πρόκειται ν’ ἀμφισβητήσω ἤδη τὴν θέσιν τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Μήλου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία αὐτῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εἶναι ζῶσα διαμαρτύρησις ὑπὲρ τοῦ παραγνωριζομένου δικαιώματος τῶν ἐν Ἀδάμαντι Κρητῶν. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ἀπαρτίας. Τίς εἶναι ἡ ἀπαρτία ἡμῶν, ἢ μᾶλλον ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τοῦ συνόλου τῶν βουλευτῶν; Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐνταῦθα, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἠκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἠδύνατο νὰ ἀκυρωθῇ μόνον διὰ Νόμου, διότι εἶχεν ἐκδοθῆ δυνάμει νομοθετικῆς ἐντολῆς, καὶ οὔτε διὰ Διατάγματος ἑτέρου ἠδύνατο νὰ ἀνακληθῇ, οὔτε δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο, ἵνα ἐξέλθῃ πρὸς στιγμὴν ἐκ τῆς στενοχωρίας, εἶπεν, ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ σκοποῦ, ὅτι τὸ Διάταγμα οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὡσὰν ἐπρόκειτο νὰ θέσωμεν ἐνταῦθα εἰς διαγωνισμὸν, εἰς πάλην, τὴν ἀξίαν τῶν Διαταγμάτων πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει· ἀπεδείχθη, ὅτι οὔτε δικαίωμα εἶχεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν· ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ προὐκλήθη μάλιστα ν’ ἀποφανθῇ, ἀλλὰ συνετῶς φερομένη καὶ σεβομένη τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἐτάχθη φρουρὸς, καλῶς γινώσκουσα τὴν ἁρμοδιότητα αὑτῆς καὶ τὰ καθήκοντα, δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ προταθῇ εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ Τόπου, ὡς ἐξερχομένη τῶν ὁρίων τῆς νομίμου αὐτῆς ἁρμοδιότητος. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος δὲν ἠκυρώθη· ἑπομένως τὸ σύνολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν εἶναι 245, ἡ δὲ ἀπαρτία συνίσταται, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐξ 124. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιμένῃ· ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τῆς Παρασκευῆς ἐλήφθη ἐν ἀριθμῷ 123 βουλευτῶν. Ἂν δὲ 123 βουλευταὶ δὲν ἀποτελῶσι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, τὰ ἀποφασισθέντα τὴν Παρασκευὴν εἶναι ἔκθεσμα. Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλῷ πλέον ἢ ἐγὼ, ἔχει μέγα συμφέρον, ἔχει σπουδαιότατον καὶ ἐπιτακτικὸν καθῆκον, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ μείνῃ ἐπὶ τούτῳ ἀμφιβολία τις. Λέγω δὲ, ὅτι ἔχει συμφέρον καὶ καθῆκον, διότι, ὅπως καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ ἀγορεύσει μου ὑπέμνησα, τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι θεμελιῶδες. Τὰ πάντα ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὰ πάντα δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν Τόπον· ἀλλὰ, διὰ νὰ δύναται νὰ τὰ ἐπιβάλῃ, πρέπει νὰ ἦναι βέβαιον, ἀνεπίδεκτον ἀμφιβολίας, ὅτι τὰ ἐπιβάλλει ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονήσῃ, ἀλλ’ ὀφείλει μάλιστα νὰ ἐνθυμηθῇ καλῶς ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἕνεκα τοιαύτης περὶ ἀπαρτίας ἑρμηνείας πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν ἐκινδύνευσαν τὰ πάντα. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἐλησμόνησε βεβαίως, ὅτι κατὰ τοῦ παρατόλμου ἐκείνου ἐπιχειρήματος συνέπραξαν ὅλαι αἱ μερίδες τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀδιαῤῥήκτως ἡνωμέναι. Ὅλαι αἱ ἰδέαι, αἱ διαιροῦσαι τὰ κόμματα, ἐλησμονήθησαν, τὰ μίση, τὰ πάθη κατέπαυσαν ἐνώπιον τῆς ἀφοσιώσεως, ἣν ὁ Τόπος εἶχε πρὸς τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ. Μὴ θέτωμεν αὐτοὺς εἰς κίνδυνον, μὴ θέτωμεν ἰδίως τὸ φιλόνομον τοῦ Τόπου εἰς δοκιμασίαν· διότι, ἂν τολμήσωμεν νὰ τὸ πράξωμεν, θέλομεν ἀπαντήσει ὄπισθεν αὐτοῦ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν στοργὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Τόπου.

§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὰ κάμω ὀλίγας παρατηρήσεις εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἰς τῶν λόγων, οἵτινες μὲ ἐξηνάγκασαν εἰς δύω προηγουμένας συνεδριάσεις νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τυπώνωνται τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα ἐγκαίρως καὶ νὰ διανέμωνται εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον καὶ ἐξήγησα. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ δημοσιεύωνται τὰ πρακτικὰ, ἵνα γνωρίζωμεν τί χθὲς ἐλέγομεν, τί σήμερον ὑποστηρίζομεν, τί αὔριον θὰ ὑποστηρίξωμεν. Δυστυχῶς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ Προεδρείου τοῦ κ. Βαλαωρίτου, ὄχι μόνον δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐξ ὧν ἠθέλομεν γνωρίζει ἐπίσης πολλὰ πράγματα (διάλογοι). Ἐγὼ, ὅταν ἠγόρευσα προχθὲς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ὅπερ δι’ ἑνὸς ἄρθρου ἔθετε φόρους εἰς 15 ἢ 16 ἀντικείμενα, εἴτε ἀμέσους εἴτε ἐμμέσους, τί εἶπον; Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦ λόγου μου, ὅπερ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ἵνα ἰδῆτε ὅτι οὔτε ὁ κ. Πετσάλης, ὅταν ὁμιλῇ καὶ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ σκιαμαχῶ, ἐπρόσεχε, ἀναγινώσκων, φαίνεται, ἄλλα συγράμματα, οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεθυμήθη νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπον. Ὁ λόγος μου εἶναι τυπωμένος, διότι φροντίζομεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀναπληρῶμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν δι’ ἰδίων ἐξόδων ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὅ,τι εἰς ἄλλας περιστάσεις ἐγένετο. Καὶ ἀνέφερα τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος 59, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τούτου παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπικυρώσεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Τί ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον, λέγον οὐδεὶς φόρος; ἐννοεῖ φόρον γνωστὸν καὶ δὲν ἐννοεῖ δι’ ἑνὸς ἄρθρου νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι εἰς 16 ἀντικείμενα, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τί ψηφίζει. Τί ἦτο τὸ συμπέρασμά μου; ἦτο ὅτι τὸ Νομοσχέδιον εἶναι πρῶτον ἀντισυνταγματικὸν, καὶ διὰ τοῦτο προέβαλον ἐγὼ, καὶ οὐχὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, πρότασιν περὶ τοῦ ἀπροχωρήτου· καὶ δεύτερον, διότι τὸ ζήτημα ἦτο σύνθετον. Καὶ δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὄχι μόνον εἶναι σύνθετον, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολυσύνθετον; Τί κοινὸν ἔχουσι τὰ ἀροτιῶντα κτήνη μὲ τὰ λάχανα; Τί κοινὸν ἔχουσιν οἱ ἵπποι μὲ τὴν σταφίδα; Τί κοινὸν ἔχουσι τέλος πάντων τόσοι ἄλλοι φόροι, οὓς ἀνέφερα ἐδῶ, μεταξύ των; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως ἐνώπιον Νομοθετικοῦ Σώματος, ὅτι τοιοῦτοι φόροι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπιβάλλονται καὶ ἐπαυξάνονται; Ἴσως ἐπικαλεσθῆτε, ὅτι ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τοιούτους φόρους· ποίους φόρους; τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἐδῶ ἔρχεται τὸ Νομοσχέδιον καὶ λέγει ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους. Καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοί; οὐδεὶς ἔχει γνῶσιν αὐτῶν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ Βουλὴ ἀξία τῆς θέσεώς της, ὅταν ψηφίζῃ φόρους, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ αὐτούς! Ἔρχεται τὸ ζήτημα περὶ ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐφέρθη μόνον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον περὶ δικαιώματος ἐκλογῆς βουλευτοῦ ἐκ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, καὶ ὅσοι ἦσαν τότε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτε παρουσιάσθη τὸ ζήτημα, ἐπεθύμουν νὰ ἦσαν δικαιότεροι, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαστρέφωσι τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεώς των τῆς τότε. Ἐγὼ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὡμίλησα κατὰ καὶ ἠμφισβήτητα ὅτι ἀπέκτησαν εἰσέτι τὸ δικαίωμα τοῦτο οἱ Κρῆτες. Ἀλλὰ τί εἶπον τότε καὶ οἱ ἀντίπαλοί μου καὶ οἱ περὶ ἐμέ; ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀντιδημοτικόν, καὶ δὲν πρέπει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ τὸ λύσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, διὰ νὰ μὴ γείνωμεν ἀντιδημοτικοί, καὶ τὸ ἔλυσαν ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἤδη ὑποστηρίζουσι· διότι τί ἐγένετο πέρυσι; πέρυσιν ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή, ὄχι διότι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος νὰ δώσῃ βουλευτήν· ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή καὶ δὲν ἐπεκυρώθη, διότι ὑπῆρχον ἄλλοι λόγοι, εἴτε τυπικοί, εἴτε οὐσιαστικοί, οἵτινες ἀφώρουν εἰς τὴν ἀκύρωσιν ὄχι τοῦ δικαιώματος, ἀλλὰ τῆς ἐκλογῆς. Καὶ ἡ ἄλλη Κυβέρνησις διέταξε τὴν ἐκλογὴν, ἡ δὲ παροῦσα ἀνεκάλεσε τὴν διαταγήν. Ἀλλὰ τὸ Β. Διάταγμα ὑφίσταται, καὶ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ζηνόπουλος, εἶναι πρᾶγμα ἀναμφισβήτητον· τὸ Διάταγμα, τὸ προσκαλοῦν εἰς ἐκλογὴν τοὺς ψηφοφόρους καὶ ὁρίζον ἡμέραν ἐκλογῆς, εἶναι Διάταγμα νομοθετικὸν ἀναντιῤῥήτως, καὶ ὅπως προχθὲς ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Διάταγμα περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ὅπερ ἐξεδώκαμεν καὶ δι’ οὗ ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἀπὸ πρώτης Νοεμβρίου, εἶναι Διάταγμα νομοθετικὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ἀκυρωθῇ δι’ ἄλλου τρόπου, ἢ νομοθετικῶς, οὕτω καὶ τὸ παρὸν δὲν δύναται ν’ ἀκυρωθῇ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀδάμαντος δὲν θέλουσι νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Αἴ, καὶ μὲ τοῦτο τί; Ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον ἡ Ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων σᾶς λέγει, ὅτι «ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν βουλευτάς·» διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐκδώσητε Διάταγμα διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἵνα ἐκλέξῃ βουλευτὰς, καὶ δὲν θὰ καταλογίσητε εἰς τὴν ἀπαρτίαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεγομένων βουλευτῶν ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων; Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι ζήτημα Συνταγματικὸν, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἀπὸ κανένα. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὑφίσται, ὑφίσταται ἀκέραιον καὶ τὸ δικαίωμα, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ. Νομίζω, ὅτι διὰ τὸν λόγον, ὃν ἀνέφερον οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀδάμαντος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος πληθυσμὸς καὶ ἑπομένως τὸ Διάταμμα αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν κακῶς ἐξεδόθη, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἄκυρον. Ἐὰν φρονῆτε τοῦτο, φέρετε νομοθέτημα, ἵνα τὸ κηρύξητε ἄκυρον· ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑφίσταται, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ περὶ ἀπαρτίας ζήτημα ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος.

§66Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐγὼ εἶχον λάβει τηλεγράφημα παρὰ τοῦ Δημάρχου Ἀδάμαντος κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, τουτέστι μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὑποψηφίου Ξενουδάκη, δι’ οὗ παρεκλήθην νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ὅπως διατάξῃ τὴν ἐπανάλειψιν τῆς ἀκυρωθείσης ἐκλογῆς τῶν ἀποίκων Κρητῶν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀδάμαντος, ὅπερ καὶ ἐξετέλεσα, ὑπομνήσας τὴν ἀξίωσιν τοῦ Δημάρχου Ἀδάμαντος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναστὰς, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, καὶ ἐμὲ, τὸν ἐντολοδόχον τοῦ Δημάρχου Ἀδάμαντος, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταχθῇ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς ἕνεκεν ἐλλείψεως τοῦ ἀπαιτουμένου πληθυσμοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἀκριβεῖς πληροφορίας παρὰ τῶν ὑπαλλήλων Ἀρχῶν. Τούτου ἕνεκα ἀπεσύρθην πάσης ἄλλης προτάσεως, ἐννοήσας ἀρκούντως, ὅτι ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως εἰκονικῶς ἀνεγράφη ὁ ἁρμόδιος πληθυσμὸς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, καὶ ἐπὶ τῇ ψευδεῖ ταύτῃ βάσει τοῦ εἰκονικοῦ πληθυσμοῦ ἐξεδόθη τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δικαιώματος τῶν ἀποίκων Κρητῶν, ὅπερ εἶχον ἀποκτήσει δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἑπομένως λέγω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν ἀποίκων Κρητῶν μένει ἱερὸν τοῦ νὰ δώσουν Βουληφόρον ἄνδρα, ὀψέποτε συμπληρωθῇ ὁ ἀπαιτούμενος πληθυσμὸς, καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως τοῦ ἀπαιτουμένου πληθυσμοῦ θεωρεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια Ἀδάμαντος ὡς μὴ οὖσα καὶ ἑπομένως ἡ νόμιμος ἀπαρτία τῆς Βουλῆς συνίσταται ἐξ 123 βουλευτῶν τῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους.

§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐλέχθη τι περὶ τοῦ ὁποίου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμω καὶ ἐγὼ λόγον· διότι, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Διάταγμα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, εἶναι Διάταγμα νομοθετικὸν, θὰ ἦναι ἀκριβὴς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι θὰ ἀπαιτῆται Νόμος πρὸς κατάργησιν αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν θὰ δύναται οὔτε ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐξελέγξεως νὰ τὸ παραβιάσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι νομοθετικὸν τὸ Διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ἐκτελεστικόν· καὶ πρὸς κατάργησιν τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νομοθετικῆς πράξεως. Ποῖον εἶναι τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα; τὸ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Νόμου ἐκδιδόμενον. Ὁ Νόμος περιέχει τοιαύτην ἐντολήν; Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον. «Οἱ κατὰ τὴν ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου 1854 ἀπόφασιν τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐθνικῆς Συνελεύσεως μετανάσται ἐκλέγουσι βουλευτὴν, ἐὰν, συνοικισθέντες πραγματικῶς, ἀποτελέσωσι πόλιν, Δῆμον ἢ Ἐπαρχίαν, καὶ ἀπαρτίσωσι πληθυσμὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ἐχούσης τὸν μικρότερον πληθυσμὸν περιφερείας Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ ἄρθρου 1 ἰσχύουσιν, εὐθὺς ὡς ὁ πληθυσμὸς τῶν συνοικισθησομένων ὑπερβῇ τὸν ἀνωτέρω ἐλάχιστον ὅρον». Οὐδεμίαν ἐντολὴν περιλαμβάνει περὶ συμπληρώσεως τῆς διατάξεως διὰ Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι ἐκτελεστικὸν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκτελῇ τοὺς Νόμους, εἶναι ἐκτελεστικὸν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ἀλλὰ δὲν ἔχει χαρακτῆρα Διατάγματος νομοθετικοῦ, ὅπερ ἐκδίδεται τῇ ἐντολῇ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο μόνον διὰ πράξεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας δύναται νὰ καταργηθῇ. Τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν εἶναι Νόμος, εἶναι Διάταγμα, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρησθῇ, ὅτι τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων Διατάγματα κατισχύουσι τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ὅπως καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τοῦ Διατάγματος τοῦ νομοθετικοῦ δύναται νὰ κατισχύσῃ ἁπλῆ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, μὴ περιβαλλομένη τὸν τύπον Νόμου. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐγένετο λόγος ἐντὸς τῆς Βουλῆς περὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, καὶ ἐξέθεσα πρὸς ὑμᾶς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζομεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν· ἡ Βουλὴ δὲ ἐπὶ τούτοις ἐθεώρησε καλῶς μὴ διαταχθεῖσαν τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος· ἑπομένως τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τὸ ἐκτελεστικὸν ἐθεώρησεν ἄκυρον· τοῦ ἀκύρου δὲ Διατάγματος ἦτο ὅλως περιττὴ ἡ διὰ Διατάγματος ἀκύρωσις, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἀκυρωθῇ, διότι ἄκυρον Διάταγμα δὲν ὑφίσταται.

§68Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι τῷ ὄντι σπουδαιότατον, καὶ διὰ τοῦτο εὐλόγως ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, συζητούμενον σοβαρῶς καὶ σπουδαίως σήμερον ἐνώπιον αὐτῆς. Ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, κύριοι, πρέπει νὰ συγκροτῆται οὐχὶ ὅπως ἕκαστος φρονεῖ καὶ καθ’ ἣν γνώμην ὑποστηρίζει αὐθαιρέτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ὅπως τὸ Σύνταγμα, ὁ ἐκλογικὸς Νόμος καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διατάσσουσι. Δυνατὸν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξέφρασε γνώμην οἱανδήποτε καὶ κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ἔστω καὶ ὅτι ἡ νόμιμος ἀπαρτία συγκροτεῖται ἐξ 123 βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Σῶμα, ἂν ἀντίκηται πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τοῦ Σώματος. Εἶναι, κύριοι, ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς ἐνεστώσης Περιόδου συνίσταται ἐκ 245 βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἀναγνωρίσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς ἰδίου βουλευτοῦ ἐκ τοῦ συνοικισμοῦ τῶν ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος Κρητῶν, ὑφίσταται. Καὶ εὑρίσκομαι, κύριοι, τῷ ὄντι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ συμφωνήσω μετὰ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων καὶ φίλων μου, τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐξ Εὐρυτανίας καὶ Καλαβρύτων, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ Διατάγματος τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰμὴ μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω καὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ κατέστησαν ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρον τὸ Διάταγμα αὐτό. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, κύριοι, ἐκτελοῦσα Νόμον τοῦ Κράτους, ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν συνοικισμὸν τῶν Κρητῶν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς ἰδίου βουλευτοῦ· μόνη δὲ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐξελέγχουσα τὴν ἐκλογὴν, ἐὰν ἐπείθετο, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμιμος πληθυσμὸς, ὁ δυνάμενος νὰ χορηγήσῃ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν συνοικισμὸν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, τῆς ἐκλογῆς δηλονότι ἰδίου βουλευτοῦ. Ἡ Βουλὴ ὅμως τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ κατάλληλον χρῆσιν εἰμὴ κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας ἐκλογῆς, ἀφοῦ ἠκυρώθη ἡ ἐνεργηθεῖσα· καὶ ὅταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς νέας ταύτης ἐκλογῆς ὑπεβάλλετο εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς Βουλῆς, τότε, ἀλλὰ τότε μόνον, εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ συνοικισμὸς νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτὴν, διότι δὲν συνεπληρώθη ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ Νόμου πληθυσμός. Πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς, πᾶς δὲ ὁ ἰσχυριζόμενος τὸ ἐναντίον, ἀντιτάσσεται ἐναντίον τοῦ Νόμου, ἐναντίον τῆς λογικῆς, καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ θεωρῶ, ὅπως καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω, τὸ θεωρῶ λελυμένον παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος συνοικισμὸν τῶν Κρητῶν νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτὴν διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, εἰς ἣν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ συνοικισμοῦ ἐκείνου δὲν συνέπραξαν. Ἄρα ἡ Βουλὴ, ἐπικυρώσασα τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, εἰς ἣν δὲν ἔλαβον μέρος οἱ ἐκλογεῖς τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος, ἀνεγνώρισεν οὐχὶ ἐμμέσως, ἀλλὰ σαφῶς, καθαρῶς καὶ ρητῶς, ὅτι ὁ συνοικισμὸς δικαιοῦται νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτήν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι λελυμένον καὶ ἀπὸ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς· διότι, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος ἔμενεν ἄλυτον καθόσον ἀφορᾶ τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀποστολὴν ἰδίου βουλευτοῦ, τότε ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, διὰ νὰ ἀποφασισθῇ καὶ αὐτὴ τότε, ὁπόταν ἡ Βουλὴ ἤθελε λύσει ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος· καὶ εἰ μὲν ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς ἰδίου Βουλευτοῦ εἰς τὸν συνοικισμὸν Ἀδάμαντος, τότε καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐπαρχίας Μήλου εἶχε καλῶς, καὶ ὤφειλε νὰ ἐπικυρωθῇ· εἰ δὲ ἀπεφάσιζεν, ὅτι ὁ συνοικισμὸς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς ἰδίου βουλευτοῦ, τότε καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐπαρχίας Μήλου ἦτο ἄκυρος, καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας ἐκλογῆς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, διὰ νὰ λάβωσι μέρος εἰς αὐτὴν καὶ οἱ ἐκλογεῖς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, οἵτινες δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν προενεργηθεῖσαν ἐκλογήν. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἡ προκάτοχος, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὁ συνοικισμὸς Ἀδάμαντος δικαιοῦται εἰς τὴν ἀποστολὴν ἰδίου βουλευτοῦ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ διὰ τοῦτο διέταξε νὰ ἐνεργηθῇ ἰδία ἐκλογή, ἥτις καὶ ἐνεργήθη. Δὲν ἀπέβλεψε μόνον, κύριοι, εἰς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἐνταῦθα, ἔστω καὶ δι’ ἑνὸς βουλευτοῦ, ἡ πολυπαθὴς καὶ μεγαλώνυμος νῆσος τῆς Κρήτης· ἀλλ’ ἀπέβλεψε καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἰδίου αὑτῆς καθήκοντος καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου. Ὅταν λοιπὸν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας Διοικητικὰς καὶ Δημοτικὰς Ἀρχὰς ἔπεισαν αὐτήν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς πρὸς ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ Νόμου, καὶ νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ λίαν εὐχαρίστως, προκειμένου μάλιστα νὰ ἐκπληρώσῃ ἕνα πόθον γενικὸν καὶ ἐθνικόν. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, ὅστις δὲν εἶναι παρὰ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, μιᾶς συνεχοῦς καὶ ἀδιαιρέτου, κατέκρινε πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντικειμένην δῆθεν εἰς τὸν Νόμον, δηλαδὴ κατέκρινε πρᾶξιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, παρ’ αὐτοῦ τούτου ὡς Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐκπροσωπουμένης ἤδη, ὡς στηριχθεῖσαν δῆθεν εἰς εἰκονικὰς πληροφορίας καὶ εἰκονικὰ ἔγγραφα, ἐνῶ πᾶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, οὐχὶ ὅμως αὐτὸς ὡς Κυβέρνησις.

§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πράξεις αἱ ἐδικαί σας εἶναι ἐδικαί μου;

§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πράξεως προσωπικῆς, ἀλλὰ περὶ πράξεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ ὑμεῖς δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Νόμου νὰ ἀναιρέσητε πρᾶξιν, χορηγοῦσαν δικαιώματα νομίμως ἀποκτηθέντα παρὰ τρίτων.

§71ΡΑΛΛΗΣ. Παρανόμως.

§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. — καὶ τὰ ὁποῖα μόνον ἡ ἁρμοδία Ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ· τοιαύτη δὲ Ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ Βουλή. Οὐδεμία λοιπὸν ἀμφιβολία εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς παρούσης Συνόδου σύγκειται ἐκ 245 βουλευτῶν· ὅτι ἑπομένως ἡ νόμιμος ἀπαρτία αὐτῆς συνίσταται ἐξ 124 βουλευτῶν, καὶ ὅτι ὁ συνοικισμὸς τῶν ἐν Ἀδάμαντι Κρητῶν δικαιοῦται νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτὴν ἐνταῦθα διὰ νέας ἐκλογῆς. Ὅ,τι δὲ δὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις, κατὰ παράβασιν τοῦ Νόμου, ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, διατάττουσα τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίσῃ ἂν δικαιοῦται ἢ οὔ ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος νὰ ἀποστείλῃ βουλευτὴν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη τὸ Διάταγμα τῆς 25ης Νοεμβρίου 1881. Ἐὰν δὲ ἐξ αὐτῶν πεισθῇ, ὅτι ὁ πληθυσμὸς, ὁ νόμιμος, δὲν ὑπάρχει, ἡ Βουλὴ, λέγω, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὴν ἐκλογὴν ἄκυρον καὶ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ὁ νόμιμος πληθυσμὸς ἐν τῷ συνοικισμῷ ἐκείνῳ.

§73Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντοτε λαθροχείρως καὶ ἀμφιβόλως καὶ διοικεῖ καὶ ἀγορεύει ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν ἐπέχει θέσιν Νόμου, καὶ ἐστήριξε τὴν θεωρίαν του εἰς τὸ ὅτι εἰς μίαν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς ἡ Βουλὴ ἐσιώπησε, καὶ δὲν ἐστήριξεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὴν θεωρίαν του εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐπέχει θέσιν Νόμου κατὰ δύω ψηφοφορίας αὐτῆς. Εἰς ποίας; εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Μήλου, καὶ εἰς τὴν ἀκύρωσιν διὰ λόγους ἄλλους τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς θεωρίας συνταγματικῆς, οὐδενὸς ἐγκρίτου προσώπου ἐδῶ, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ βαρύτητα· τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Εἰς δύω ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὸ Διάταγμα αὐτὸ, ὡς ἐπέχον θέσιν Νόμου. Συνεπῶς καταστρέφεται ἅπασα ἡ θεωρία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἐγὼ δὲν ἀποδίδω οὐδεμίαν νομικὴν ὑπόληψιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἀληθὴς ἡ θεωρία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἰς ποῖον ἄτοπον σύρει σήμερον τὴν Βουλήν; Σύρει εἰς τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ κηρύξῃ ἀκύρους ἁπάσας τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς τὰς παρελθούσας· διατί; διότι παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύω Βουλευταὶ μιᾶς Ἐπαρχίας μὴ γνήσιοι, διότι εἷς ἀριθμὸς μέγας δὲν ἐψήφισεν, οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατ’ αὐτῶν. Καὶ νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ἐθεώρει, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐπεῖχε θέσιν Νόμου, ἔπρεπε νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ κάμῃ ὅ,τι ἐκ τῆς θέσεώς του ἀπῃτεῖτο, δηλαδὴ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν Ἐπαρχίαν ἐκείνην εἰς νέαν ἐκλογήν. Λοιπὸν ἡ πρώτη του θεωρία δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ συνεπῶς τὸ Διάταγμα ἐπέχει θέσιν Νόμου, καὶ σήμερον δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ παρὰ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀπαρτία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελῆται ἢ ἐξ 124 Βουλευτῶν· διότι, ἂν παραδεχθῇ τὸ ἐναντίον, θὰ ἀκυρώσῃ ἁπάσας τὰς προηγουμένας πράξεις της. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, περὶ τῆς ἀποφάνσεως δηλαδὴ ἂν ἀποτελῆται ἀπαρτία ἐξ 124 Βουλευτῶν, θὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον σᾶς προεῖπον. Καὶ ὁ κύριος Τρικούπης, ὁσάκις κάμνει θεωρίας τοιαύτας, δὲν πρέπει νὰ τὰς κάμῃ, ὅπως παρουσιάζεται δικηγόρος τις ἐνώπιον Δικαστηρίων ὑποστηρίζων πολιτικὰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ νὰ προσέχῃ ἀγορεύων τί ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ μία τοιαύτη ἀγόρευσις, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Πρωθυπουργὸν νὰ ὁμιλῇ τοιουτοτρόπως, διότι πολλάκις θὰ παραβλάψῃ συμφέροντα μεγάλα τῆς Πολιτείας.

§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἐξηλέγχετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐκείνης καὶ προσεπάθησα νὰ ἀναστείλω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν οἱ τότε ἡγούμενοι τῆς πλειοψηφίας διέγραφον εἰς αὐτήν. Ἔλεγον τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδώσῃ δύω διακεκριμένας ἀποφάσεις, μίαν ἐπὶ τοῦ ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ συνοικισμὸς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέξῃ ἢ νὰ μὴ ἐκλέξῃ Βουλευτὴν, καὶ ἑτέραν ἐπὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογή, ἡ ἐνεργηθεῖσα, ἐνηργήθη νομίμως ἢ ὄχι. Ἀντέτασσέ τις τότε τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τῆς γνώμης μου ἐκείνης, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ζητημάτων ἄλλων εἰμὴ τῶν καθαρῶς διαδικαστικῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα εἰμὴ μόνον νὰ ἐξετάζῃ, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἂν αἱ ἐκλογικαὶ πράξεις ἐνηργήθησαν νομίμως ἢ οὔ· καὶ ἀντέλεγον εἰς ἐκεῖνον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐνασκεῖ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, εἶναι δικαίωμα εὐρύ, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει αὐτῇ καὶ ἕτερον δικαίωμα, τὸ νὰ λύῃ ὅλα τὰ παρεμπίπτοντα καὶ προκαταρκτικὰ καὶ συνδεόμενα μετὰ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος ζητήματα· ἑπομένως ὅτι ἡ Βουλὴ, μολονότι ἦτο ἀνεξέλεγκτος, ἐξελέγχουσα τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, εἶχε καθῆκον καὶ ἑπομένως δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν οἱ ἐκλογεῖς Ἀδάμαντος εἶχον δικαίωμα νὰ συνέλθωσι πρὸς ἐκλογὴν Βουλευτοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐξετάσῃ ἂν, συνελθόντες, συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν Νόμον κατὰ τὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἡ γνώμη μου ἐκείνη δὲν ἤρεσκεν εἰς τοὺς ἡγήτορας τῆς πλειοψηφίας τότε, καὶ δὲν ἤρεσκε, διότι, ἂν εἰσηγοῦντο εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτὴν, ἤθελον εἰσηγηθῆ γνώμην, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν κατάκρισιν τοῦ κοινοῦ· καὶ προσέτι ἤθελον εἰσηγηθῆ αὐτῇ τι, ὅπερ ἤθελεν ἔχει ἀναγκαίαν συνέπειαν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Μήλου, ἥκιστα συμφέρουσαν εἰς τοὺς ἡγήτορας τῆς πλειοψηφίας. Ἔλεγον ἐγὼ τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἀποφανθῆτε συλλήβδην ἐπὶ τῶν ζητημάτων, ἢ ἂν περιορισθῆτε μόνον νὰ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν διαδικαστικῶν πράξεων τῆς ἐκλογῆς, θέλετε περιφέρει εἰς ἀμηχανίαν καὶ τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν θέλει γνωρίζει ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία τί ἐννόει νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν· ἠννόει νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τῶν συνῳκισμένων ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος, ὅτε ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ὤφειλε νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς, ἢ ἠννόει νὰ ἀναγνωρίσῃ μὲν τὸ δικαίωμα αὐτῶν, ἀλλ’ ἠννόει μόνον νὰ ἀκυρώσῃ τὰς διαδικαστικὰς πράξεις τῆς ἐκλογῆς, καθ’ ἣν περίπτωσιν οἱ ἐκτελοῦντες τοὺς Νόμους ὤφειλον νὰ διατάξωσι τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς; Ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἀκόμη τότε δὲν εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται νῦν ὡς προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐζήτησε τότε νὰ ἐξαγάγῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς δυσκολίας ταύτης, καὶ ἀγορεύων ἐξέφερε κατὰ τὸ τέλος τοῦ λόγου του τὴν ἑξῆς γνώμην· εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν «τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν, ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως περὶ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, τοὐτέστιν ὅτι ἐθεωρήσαμεν μὴ παραδεκτὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ οὐχὶ τὸν Ἀντιπρόσωπον τῶν μεταναστῶν ἐν Κρήτῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς μὴ ὄντα Ἀντιπρόσωπον αὐτῶν, ὅστις θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἐνταῦθα ὑπὸ προσώπου, περιβληθησομένου πάντας τοὺς νομίμους τίτλους τοῦ Ἀντιπροσώπου τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν».

§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τοῦ Ἀδάμαντος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐξήγησα ῥητῶς.

§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη λοιπὸν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήσατο εἰς τὴν πλειοψηφίαν ὁ ἡγήτωρ αὐτῆς, ὅταν αὕτη ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, εἶναι ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ, διότι ὁ ἐξ αὐτῆς ἀναδειχθεὶς Βουλευτὴς δὲν ἐξελέχθη νομίμως, καὶ ὅτι αὐτὸς μὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Βουλευτηρίου, ἄλλος δὲ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ ἀντ’ αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν τότε, ἀκυρώσασα τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, δὲν ἠκύρωσε τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, διὰ νὰ ἀποστέλλῃ βουλευτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτόν. Καὶ πῶς εἶχεν ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος; Ὁ Νόμος περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος νὰ ἀποστέλλῃ Βουλευτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένον πληθυσμόν. Ὁ Νόμος περὶ ἐκλογῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία κατόπιν ἔμελλε νὰ ἐκτελέσῃ. Ἦτο ἔργον τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἀνεύρῃ καὶ βεβαιώσῃ ἂν ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος ἔχῃ τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπῄτησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῷ ἀπεδόθη. Ἀνετέθη λοιπὸν ἡ βεβαίωσις τοῦ πραγματικοῦ τούτου γεγονότος, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὅρου εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ὁ Δῆμος λοιπὸν Ἀδάμαντος ἔλαβεν ὑπὸ τοῦ Νόμου δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτὴν, ἀλλὰ τότε, ὅταν ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα ὑπὸ τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία καλῶς ἢ κακῶς ποιοῦσα, δικαίως ἢ ἀδίκως, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῶ σήμερον, ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ἔχει τὸν νόμιμον πληθυσμόν· εὐθὺς ὡς ἐξεδόθη ἡ πρᾶξις τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη, ὅτι συνεπληρώθη ὁ ὅρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξηρτᾶτο τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς Βουλευτοῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ συνοικισμὸς ἀπέκτησε πλῆρες καὶ ἄρτιον τὸ δικαίωμα τοῦτο, οὐδὲ ἠδύνατο πλέον ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ἐπανέλθῃ, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ ἂν τὸ εἰρημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πλέον ζῶν, καὶ ἐγένετο ζῶν, ἀναγνωρισθὲν ὑπὸ τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἂν τὸ δικαίωμα αὐτὸ πρέπει νὰ φονευθῇ ἐκ νέου ἢ ὄχι. Τὰ δικαιώματα, κύριοι, δὲν παραχωροῦνται ἀπὸ τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, δὲν γεννῶνται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν φονεύονται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν Ὑπουργῶν. Μόνον ὁ Νόμος παράγει δικαιώματα, καὶ δὲν ὑφίσταται δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπενεμήθη ὑπὸ τοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δικαίωμα, τὸ ἀπονεμηθὲν ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐξηρτήθη ὑπὸ ὅρου, τοῦ ὁποίου ἡ βεβαίωσις ἀνατεθῇ εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἀφοῦ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἀναγνωρίσῃ ὡς πληρωθέντα τὸν ὅρον, τὸ δικαίωμα εἶναι πλῆρες καὶ ζῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ φονευθῇ, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς (νὰ καταργηθῇ). Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἐκλογὴ, ἔπρεπε τὰ ἐκλογικὰ ἔγγραφα νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξήλεγχε τὴν νέαν ἐκλογὴν, αὐτὴ μὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν κατηρτίσθη ἀκόμη ἄρτιον τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἐκλέξῃ βουλευτὴν, μέχρις οὗ ἐκ νέου ἀποδειχθῇ, ὅτι συνεπληρώθη ὁ ὅρος τοῦ Νόμου. Μοὶ φαίνεται τοσοῦτον ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, ὥστε θαυμάζω πῶς ὑπάρχουσιν οἱ διστάζοντες. Ἂν ἡ ἐκτέλεσις τῶν Νόμων ἀφεθῇ εἰς πολιτικοὺς ὑπολογισμοὺς, τότε μόνον δύναμαι νὰ ἐννοήσω δισταγμοὺς, προβαλλομένους κατὰ τῆς γνώμης μου ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ ἐκτέλεσις τῶν Νόμων, οὔτε ἡ ἀναγνώρισις δικαιωμάτων, νομίμως ἀποδοθέντων, πρέπει νὰ μένῃ ἕρμαιον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπολογισμούς.

§77ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ϛʹ Τμῆμα τῆς Βουλῆς, προτεῖναν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Μήλου, ἀφοῦ ἔκαμε μνείαν περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀδάμαντος καθὼς καὶ ἡ Βουλὴ, ἐπικυρώσασα τὴν ἐκλογὴν, εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ἔπρεπε νὰ δώσῃ βουλευτήν. Ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποφάσεως, τῆς γενομένης μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀδάμαντος, ἀπεφάνθη οὐδὲν ἧττον, ὅτι ὁ Ἀδάμας ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς ἰδίου βουλευτοῦ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος προηγήθη, καὶ ἐγένετο τόση συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ ἐκλογῆς τῆς Μήλου ἦλθε μετὰ πολλὰς ἡμέρας, εἰς συζήτησιν· εἶχεν ἄρα ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ, ὅτι, ἂν ὁ Ἀδάμας δὲν ἔμελλε νὰ δώσῃ βουλετὴν, κακῶς ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν Βουλὴν οἱ συμπαρακαθήμενοι μὲ ἡμᾶς βουλευταὶ Μήλου, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποκλεισθέντων ἀπὸ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τῆς Ἐπαρχίας Μήλου ἐκλογέων τῆς περιφερείας Ἀδάμαντος, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου καὶ τοῦ Β. Διατάγματος περὶ ἐκλογῆς ἰδίου βουλευτοῦ ἐκ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἐπηρέαζεν οὐσιωδῶς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τῆς Μήλου. Ἑπομένως, ἀφοῦ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγένετο ἐνταῦθα ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τῶν ἐκλογῶν Ἀδάμαντος καὶ Ἐπαρχίας Μήλου, οὐδαμῶς δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ἐλλόγως, ὅτι ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ λογισθῇ ἄνευ τῆς καταριθμήσεως βουλευτοῦ ἐκ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Τότε ἠδύνατο νὰ μὴ λογισθῇ καὶ βουλευτὴς ἐκ τῆς ἐκλογικῆς περιφεριφερείας Ἀδάμαντος, ὅτε ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα διὰ πραγματικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ διὰ νέας ἐκλογῆς τοῦ Ἀδάμαντος, καὶ ὅτε, μὴ ὑπαρχόντων τῶν ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ρητῶς ὁριζομένων ὅρων εἰς ἐκλογὴν βουλευτοῦ ἐκ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀδάμαντος, ἤθελε ρητῶς ἀποφανθῆ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀκυρώσεως. Ἐὰν προηγεῖτο τοιοῦτό τι, ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἰσχυρισθῇ τις ἐλλόγως, ὅτι βουλευτὴς ἐξ Ἀδάμαντος δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἀπαρτίαν· ἀλλ’ ἐνῷ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οὐχὶ πλέον ἔμμεσος, ἀλλὰ ρητὴ, πραγματικὴ, λέγει, ὅτι ἐπικυροῖ τὴν ἐκλογὴν Μήλου, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τοῦ Ἀδάμαντος, ὡς ἐκλέξασαν ἴδιον βουλευτὴν, εἶναι ἄτοπον σήμερον νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ βουλευτὴν ἐξ Ἀδάμαντος, ἀρκούμενοι μόνον εἰς μίαν ἁπλῆν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἐπερωτήσει ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον πληθυσμὸν Κρητῶν εἰς τὴν κατὰ Νόμον ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἀρνεῖσθε πάντες ὑμεῖς, ὅτι ποτὲ δὲν συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεμία ἐπερώτησις σπουδαίως; Ἔφερον ἐδῶ ἔγγραφα, ἔγγραφα ἐπίσημα, ἀποδεικνύοντα τὴν ἔλλειψιν τῶν ὅρων εἰς ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ; Τίς ἔλαβε ταῦτα; Οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοιοῦτόν τι. Λύονται τοιαῦτα σπουδαῖα ζητήματα, ἔχοντα τὴν μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς Νομοθεσία, λύονται, λέγω, διὰ μιᾶς ἐπερωτήσεως καὶ διὰ μιᾶς γενικῆς ἁπλῆς ἀπαντήσεως, ὅτι μετὰ τοσαῦτα προηγούμενα περὶ τοῦ ἐναντίου δὲν συντρέχουσιν οἱ ὅροι εἰς ἐκλογὴν βουλευτοῦ; Ἆ! κύριοι, τοιοῦτόν τι ἂν παραδεχθῶμεν, ἠθέλομεν λογισθῆ ἀνάξιοι τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχομεν καὶ πρῶτος ἐγώ. Λέγουσί τινες, ὅτι ἔχουν πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἑπομένως πείθονται εἰς τὰς διαβεβαιώσεις του περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἔφερον τοιοῦτόν τινα δισταγμὸν διὰ τὴν τοιαύτην πεποίθησιν, καὶ ἐγὼ ἐκτιμῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ὀφείλω τοὐλάχιστον νὰ δεικνύω ὅτι, ὅ,τι ἀποφασίζω, τὸ ἀποφασίζω ἐν γνώσει, ἐν πεποιθήσει, ἐν συνειδήσει, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Εἶναι πολὺ τολμηρὸν τοιοῦτόν τι νὰ ἐκφέρεται ἐντεῦθεν πρὸς δικαιολόγησιν. Δὲν εἶναι τοῦτο καλὴ σύστασις. Ἄλλως, κύριοι, ἐνταῦθα δὲν ἤλθομεν νὰ κρίνωμεν κατὰ τὰς ἰδίας μας πεποιθήσεις καὶ ἄνευ τῆς δεούσης ἐξετάσεως. Δὲν ἐστάλημεν ἐνταῦθα νὰ ἀποφασίζωμεν κατὰ τὰ αἰσθήματα ἡμῶν· ὀφείλομεν νὰ πείθωμεν οὐχὶ μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους συμπολίτας μας, καὶ ἰδίως τοὺς ἐκλογεῖς μας, ὅτι τοιάνδε ἢ τοιάνδε ἀπόφασιν ἐξηνέγκομεν, οὐχὶ ἐπερεαζόμενοι ὑπὸ τῆς προσωπικῆς σχέσεώς μας, ἀλλὰ στηριζόμενοι ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐξετασθέντων, ἀναπτυχθέντων, καὶ συζητηθέντων δεόντως. Οὕτω πράττοντες, δυνάμεθα νὰ ἤμεθα σεβαστοὶ, καὶ νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ καταβιβασθὲν Κοινοβούλιον. Αἲ! κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀνυψώσατε τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἀτμοσφαῖραν καθαρωτέραν, φέρετε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν περιωπὴν τὴν ἁρμόζουσαν, ἵνα καὶ ἡ Βουλὴ καθίσταται σεβαστὴ, πράττουσα δεόντως τὸ καθῆκόν της, καὶ ἡ Κοβέρνησις ἀντλῇ τὴν ἀπαιτουμένην ἰσχὺν εἰς εὐημερίαν τοῦ Κράτους. Εἰς τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουν Συνταγματικὰ μὲν Πολιτεύματα, ἀλλὰ συγκεντρικωτάτη διοικητικὴ Νομοθεσία, ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ἐξαρτᾶται τὸ πᾶν, αἱ Κυβερνήσεις ὑψώνουσι διὰ τῆς διαγωγῆς των καὶ καταβιβάζουσι τὰ Κοινοβουλευτικὰ Πολιτεύματα. Ὅπου καὶ ἂν βλέπητε, ὅτι ἵστανται ὑψυλῶς Συνταγματικὰ Πολιτεύματα, ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ὑψώθησαν· ὅπου κατέπεσαν, αἱ Κυβερνήσεις πάλιν τὰ κατέῤῥιψαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπὶ τέλους κατέπεσαν καὶ αὐτοὶ οἱ πρωτεργάται οἰκτρῶς· ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Χάνεται ἡ πατρὶς καὶ τὰ μεγάλα συμφέροντα. Ἀφίνω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἀρκετὰ ὡμίλησαν ἐπ’ αὐτοῦ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Α. Πετιμεζᾶς κατὰ τοῦ συνθέτου τῆς προτάσεως περὶ τῆς γενικῆς ψηφοφορίας τῆς διὰ νέας ἀντὶ τῆς παλαιᾶς δραχμῆς ἀντικαταστάσεως πάντων τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων, ἤτοι περὶ τῆς γενικῆς ψηφοφορίας τῆς κατὰ 12% αὐξήσεως πάντων τούτων τῶν φόρων. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, κύριοι, εἶναι εἰς περιορισμὸν τῆς πλειοψηφίας· ὁ Κανονισμὸς ὑποστηρίζει πάντοτε τὴν μειονοψηφίαν, διότι ἡ πλειοψηφία δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχουσα τὴν ἀριθμητικὴν ἰσχύν· ὁ Κανονισμὸς συντελεῖ νὰ περιστέλλῃ τὴν πλειοψηφίαν ἀπέναντι τῆς μειοψηφίας· διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔν τισι περιστάσεσιν ἀπῄτησε νὰ ὑποστηρίζωνται προτάσεις τινὲς ὑπὸ δέκα ἢ δεκαπέντε βουλευτῶν, καὶ ἐν ἄλλαις ὑπὸ ἑνὸς μόνου. Τοιοῦτό τι ὁρίζει καὶ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιτρέπον εἰς ἕνα καὶ μόνον βουλευτὴν νὰ προτείνῃ τὴν διαίρεσιν ζητήματος συνθέτου, καὶ ἐπέτρεψεν ὥστε νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη αὕτη τοῦ ἑνὸς ἀπέναντι πλειοψηφίας οἱασδήποτε, δυναμένης νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὕτη θέλει νὰ περιλάβῃ εἰς μίαν καὶ μόνην ψηφοφορίαν πάντα τὰ ἄσχετα πρὸς ἄλληλα ἀντικείμενα. Ἐὰν, κύριοι, δὲν ὑπῆρχεν ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῶν ὀλίγων ἢ καὶ τοῦ ἑνὸς μόνου, ποῖος ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν πλειοψηφίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει ψηφίσει τὸ δεῖνα Νομοσχέδιον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς μίαν μόνην συζήτησιν, καὶ ἐν συνόλῳ ἄνευ εἰδικῆς συζητήσεως ἐφ’ ἑκάστης τῶν προτεινομένων διατάξεων; Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειονοψηφίαν νὰ συντάξωσι Κανονισμὸν, διέποντα τὰς ἐργασίας των, νὰ θέσωσι φραγμοὺς εἰς τὰς παρεκτροπὰς τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι πάντοτε τὴν μειοψηφίαν κατὰ τῆς πιέσεως καὶ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς πλειοψηφίας. Ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι οὐδεμιᾶς σπουδαίας σημασίας εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι πλειοψηφία δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν ζητήματα καθ’ ἑαυτὰ διαιρετὰ, ζητήματα ὅλως ξένα πρὸς ἄλληλα, ζητήματα τοιαῦτα ἦναι διαιρετά. Εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἐναπόκειται μόνον νὰ ἀποφασίζῃ ἐὰν ζητήματα, τῶν ὁποίων τὸ σύνθετον εἶναι ἀμφισβητήσιμον, ἦναι διαιρετέα ἢ ὄχι. Δὲν εἶναι δὲ λογικὸν, δὲν εἶναι δίκαιον, νὰ ζητήσῃ νὰ διαφιλονεικήσῃ τὰ προφανῶς διαιρετὰ καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι ἀδιαίρετα. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία παρεκτραπῇ εἰς τοιοῦτόν τι, θέλει ἐπισύρει τὴν κοινὴν κατάκρισιν καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ ὡς ἐκβιάζουσα τὴν μειοψηφίαν. Τοιαῦται ἀποφάσεις, μὴ στηριζόμεναι εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, ἔχουσι μὲν τὴν νομικὴν ἰσχὺν, δὲν ἔχουσιν ὅμως καὶ τὴν ἠθικὴν, ἐνῷ οἱ Νόμοι καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσιν ἀμφότερα ταῦτα τὰ προσόντα. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ποία συνάφεια ὑπάρχει μεταξὺ τῶν βοῶν καὶ τοῦ ἅλατος; Ὅταν ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ὅλους τοὺς φόρους διὰ μιᾶς θὰ αὐξήσωμεν, ἐν οἷς καὶ τοῦ ἅλατος, καὶ σᾶς λέγωμεν, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ ἅλατος εἰσόδημα εἶναι τίμημα καὶ ὄχι φόρος, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον κρίνῃ καλὸν νὰ τεθῇ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, βουλευτὴς δέ τις ἔχῃ τὴν ἐναντίαν πεποίθησιν καὶ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ὡς ἀρκούντως ἐπιβεβαρημένης τῆς σταφίδος διὰ τοῦ μέχρι τοῦδε φόρου, ἐκβιάζεται διὰ τῆς συνθέτου ψηφοφορίας νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐναντίαν τῶν πεποιθήσεων αὑτοῦ, ἐναντίον τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ὅλων τῶν εἰδῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται διὰ μιᾶς νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, ἢ τοὐναντίον ἐφ’ ὅλων τῶν εἰδῶν, ἐνῷ δὲν εἶναι οὔτε ἐναντίον ὅλων, οὔτε ὑπὲρ ὅλων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δεσμεύεται ἡ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἡ πλειοψηφία δὲν δύναται νὰ θέτῃ σύνθετα τοιαῦτα ζωτικὰ ζητήματα. Τὰ ζητήματα δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τίθενται οὕτω, ἀλλὰ καθαρὰ, διακεχωρισμένα, μὴ περιπλέκοντα, οὐδ’ ἐπηρεάζοντα κατά τι τὴν συνείδησιν καὶ γνώμην τῶν βουλευτῶν διὰ τοῦ συνθέτου αὐτῶν. Διὰ τοιαύτης καθαρᾶς, καθαρωτάτης πολιτείας, καὶ οὐχὶ δι’ ὑπεκφυγῶν, διὰ κρυψινοίας καὶ διὰ σκοτεινῶν διατάξεων καὶ ἀποφάσεων, ἀνυψοῦνται τὰ Κράτη καὶ καθίστανται σεβαστὰ τὰ Κοινοβούλια. Αἱ καθαραὶ καὶ οὐχὶ συνεπτυγμέναι ἀποφάσεις πείθουσιν, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας, οἱ δὲ ἐντολεῖς μας τίθενται εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι περὶ τῆς διαγωγῆς μας καὶ ἀποδίδουσιν ἑκάστῳ τὸ δίκαιον. Καὶ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον. Τὸ κοινὸν καὶ οἱ ἐντολεῖς μας ἰδίως θέλουσι κρίνει ἐὰν τὸ δίκαιον ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, εἰδικῶς καὶ οὐχὶ συνθέτως ἀποφασιζομένου, ἦναι ὑπὲρ τῆς συμπολιτεύσεως ἢ ὑπὲρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ δημοσία γνώμη θέλει κρίνει ἐὰν ὀρθῶς σκέπτεται ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀντιλέγουσα εἴτε εἰς τὴν αὔξησιν, εἴτε ἐλάττωσιν φόρου τινὸς, ἢ ἡ συμπολίτευσις, φρονοῦσα, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσι κατὰ 12% οἱ νῦν πληρωνόμενοι ἔμμεσοι καὶ ἄμεσοι φόροι.

§78Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ βεβαίως, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, ἀφοῦ ἔλαβον τὸν λόγον οἱ πλέον διακεκριμένοι ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω δύω γεγονότα, διότι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ λάβῃ ἡ Βουλή, εἶναι σπουδαιοτάτη· πρόκειται περὶ τῆς νομιμότητος τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, πρόκειται περὶ τῆς νομιμότητος τῶν συνεδριάσεων καὶ τοῦ ἀπαρτισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἤμην μέλος τοῦ ἐξελεκτικοῦ Τμήματος τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ τότε ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἂν ἔπρεπεν ἀνεπιφυλάκτως νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Μήλου, ἢ τὸ Τμῆμα νὰ ἀποφύγῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν, ἀναμένον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Δὲν ἤθελε δὲ τὸ Τμῆμα νὰ ἔλθῃ εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μήλου, διότι ἡ διαφορὰ τῶν ἐπιτυχόντων βουλευτῶν πρὸς τοὺς ἀποτυχόντας ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐπηρεάζετο τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν ἀπεκλείετο ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ὡς Ἐπαρχία. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι δὲν ἐπηρεάζεται ἡ ἐκλογὴ τῶν βουλευτῶν Μήλου ἀπὸ τὰς ψήφους τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Ἰδοὺ, ὁ πρῶτος βουλευτὴς κύριος Πρεζάνης ἔλαβε ψήφους 1187, ὁ δεύτερος κύριος Μάτσας 1150, ὁ ἐπιλαχὼν κύριος Προβελέγγιος 1132, δηλαδὴ ἔχει διαφορὰν ψήφων πρὸς μὲν τὸν κύριον Μάτσαν 18, πρὸς δὲ τὸν κύριον Πρεζάνην 55· ἑπομένως, ἐὰν οἱ Ἀδαμάντιοι ἐψήφιζον τὸν κύριον Προβελέγγιον, ὁ κύριος Μάτσας δὲν ἦτο βουλευτὴς, καθὼς καὶ ὁ κύριος Πρεζάνης.

§79ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ποία ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἤθελον ψηφίσῃ αὐτόν;

§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐξέδωκε Διάταγμα, δι’ οὗ προσεκάλει τὴν περιφέρειαν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέξῃ βουλευτὴν, διότι ὁ συνοικισμὸς ἐκεῖ τῶν Κρητῶν ἀπετέλει πληθυσμὸν τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῆς μικροτέρας Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, συνῳδὰ πρὸς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου. Ἐὰν οἱ Ἀδαμάντιοι δὲν ἀπεκλείοντο τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, θὰ ἐψήφιζον μετὰ τῶν λοιπῶν, καὶ 250 ἕως 300 ψῆφοι θὰ μετέβαλλον τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ οἱ ἐνταῦθα 2 βουλευταὶ πιθανὸν νὰ μὴ ἦσαν. Καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε ὅτι τὸ ἐξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Μήλου Τμῆμα λέγει: «ἡ ἔκθεσις αὐτὴ συνετάχθη, μὴ ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, οὗ αἱ ψῆφοι ἐπηρεάζουσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὅλης ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, ὅπερ ὅμως κατὰ Βασ. Διάταγμα, δημοσιευθὲν τῇ 25 9βρίου 1881, ἀπετέλεσεν ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν κλπ.» Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν παραδέχεται, ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι 124, ἀλλὰ 123. Ἀλλ’ οἱ 123 ἐκ ποίων βουλευτῶν ἀποτελοῦνται; ἐξ 121 νομίμων καὶ 2 ἀμφισβητουμένων· ἑπομένως δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἀπαρτία, διότι οἱ 2 βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι πολὺ ἁρμοδίως κατέχουν τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι, δὲν ἔχουν ὅμως τὰ προσόντα νὰ εὑρίσκωνται ἐνταῦθα, ἀφοῦ ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος σήμερον, δι’ ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε τέλος πάντων, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχωσιν ἀντιπρόσωπον ὁ Δῆμος οὗτος καὶ οἱ Κρῆτες, ἀπεκλείσθη καὶ ἀναγκαστικῶς ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἐπαρχίας Μήλου. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, διότι εἶχε πληροφορίαν, ὅτι ἦσαν ψευδεῖς αἱ παραστάσεις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν, καὶ ἐφρόντισε νὰ λάβῃ ἀληθεῖς πληροφορίας διὰ τῶν ἰδίων ὀργάνων, τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὴν, ἤτοι τοῦ Ἐπάρχου. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐπάρχου—παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ βεβαιώσῃ ἂν ἦναι ἀληθὲς, φέρει ἡμερομηνίαν 6 Σεπτεμβρίου 1882, εἶναι δὲ ἀπάντησις εἰς ἐρώτησιν, προκληθεῖσαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος—ἰδοὺ τί γράφει: «Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὸ Ἐπαρχεῖον δὲν διστάζει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἔκ τε τοῦ δημοτολογίου τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου καὶ ἐκ τοῦ ἐπισήμου καταλόγου 669 οἰκογενειαρχῶν προκύπτει πραγματικὸς ἀριθμὸς δημοτῶν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, παρόντων καὶ ἀποδημούντων, περὶ τὰς 3,000 κλπ. Ἐν Μήλῳ, τῇ 6 Σεπτεμβρίου 1882. Ὁ Ἔπαρχος Ὑπογρ. Θ. ΠΑΡΘΕΝΟΠΟΥΛΟΣ.» Ἐπισήμως βεβαιοῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπάρχουσι 3,000 δημόται παρόντες καὶ ἀποδημοῦντες, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι αἱ πληροφορίαι του εἶναι, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει ἀρκετὸν ἀριθμὸν δημοτῶν, ὅπως ἀποτελέσῃ ἰδίαν Ἐπαρχίαν, κατὰ τὸν Νόμον. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος; τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῆς μικροτέρας Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Μικροτέρα δὲ Ἐπαρχία εἶναι οἱ Παξοὶ, ἔχοντες πληθυσμὸν 4,042· τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς εἶναι 2,022· πόσος εἶναι ὁ πληθυσμὸς τοῦ Ἀδάμαντος; 3,000, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ πλέον χιλίων. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν κηρύξῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὡς πλαστὸν, προερχόμενον ἀπὸ Ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸν κύριον Τρικούπην καὶ οὐχὶ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διατάξῃ νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ Ἀδάμαντος καὶ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ νόμιμος Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης, ὅστις παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως ἀπεκλείσθη μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ ἀπαρτία νὰ λογίζεται εἰς 124 καὶ οὐχὶ εἰς 123 βουλευτάς.

§81Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔσχον, κύριοι, τὸ εὐτύχημα νὰ παρακολουθήσω ἐξ ἀρχῆς τὰς ἀγορεύσεις πάντων τῶν ὁμιλησάντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν· παρηκολούθησα ὅμως τὰς πλείστας ἐξ αὐτῶν, δι’ ὧν ἀνεπτύχθησαν αἱ γνῶμαι ὑπὲρ τῆς μιᾶς λύσεως ἢ ὑπὲρ τῆς ἑτέρας. Ἀνεπτύχθησαν διάφορα ἐπιχειρήματα τυπικὰ καὶ οὐσιαστικά, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι, ἐν καλῇ πίστει κρίνοντες καὶ τὸ πόρισμα τῶν λεχθέντων συνάγοντες, ὀφείλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποία εἶναι ἡ ἰδέα, ἡ μᾶλλον δικαιουμένη ὡς ὀρθωτέρα νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, πρόκειται ὅπως δήποτε περὶ ζητήματος ἀμφισβητουμένου. Δὲν δύναται κανείς, καὶ ὁ ἔχων ἀκόμη πληρεστάτην πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδέαν του, εὐλόγως καὶ σπουδαίως καὶ καλῇ τῇ πίστει φερόμενος, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπὲρ τῆς ἐναντίας ἰδέας δὲν ὑπάρχουν σπουδαῖοι λόγοι, καὶ λόγοι τυπικοὶ καὶ λόγοι οὐσιαστικοί. Βεβαίως δύναταί τις νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχω τόσην πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὥστε θεωρῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρῆται ζήτημα ἡ παραδοχὴ αὐτῆς· ἀλλ’ ὁ λέγων τοιοῦτόν τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐκφράζει σπουδαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐν τῇ συνειδήσει του. Ἐκ τῶν ὅσων ἤκουσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὲρ καὶ κατὰ, παραδέχομαι τὴν ἰδέαν ἐκείνην ὡς ὀρθοτέραν, ὡς στηριζομένην καὶ εἰς λόγους τυπικοὺς καὶ εἰς λόγους οὐσιαστικούς, ἣν ἤκουσα παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ, παραδεχόμενος ταύτην, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εὐλόγως δὲν δύνανται καὶ ἄλλοι νὰ ἔχουν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ὑποστηρίζοντες αὐτὴν δι’ ἐπιχειρημάτων σπουδαίων. Ἀλλ’ ὅταν φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ νὰ παραδεχθῶμεν, εἰλικρινῶς φερόμενοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀμφισβητουμένου ζητήματος, δύναται ἆρά γε νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὑπὲρ τίνος ἰδέας ὀφείλει τις νὰ κλίνῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του; Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ τις εἰς τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος. Βεβαίως τὰ ἀμφισβητούμενα ζητήματα λύει ἡ πλειοψηφία, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καί τινα, περὶ ὧν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία καὶ σπουδαία ἐναντία γνώμη, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας· διότι, προκειμένου περὶ ἀπαρτίας, ἂν ἀπέκειτο ἁπλῶς εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ λύῃ τὸ ζήτημα, τότε δὲν ἔχομεν τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀπαρτίας, ἔχομεν πλειοψηφίαν, δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν. Καὶ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἴδωμεν ἂν ἔχῃ ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη πτέρυξ τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ λυθῇ ἂν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ ἀπαρτία. Καὶ τί ἀποδεικνύει, κύριοι, ἡ τόση συζήτησις, οἱ τόσοι λόγοι καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἡ ἐπίκλησις τόσων πρακτικῶν, ἢ ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος εὐλόγως καὶ σπουδαίως ἀμφισβητουμένου; Ἠδύναντο ἆρά γε οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι συνειθίζουν τόσον συχνὰ νὰ ἀντικαθιστῶσιν εἰς τὸ καθῆκον τῆς ἀπαντήσεως τὸ σύστημα τῆς σιωπῆς, θεωροῦντες, φαίνεται, τοῦτο ὡς ἀξιοπρέπειαν, ἠδύναντο λοιπὸν ἄνευ ἀπωλείας τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν, νὰ καταναλώσωσι τόσα ἐπιχειρήματα καὶ τόσην δεινότητα λόγων, ἵνα ὑποστηρίξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφιβολίας; Καὶ βεβαίως ἡ ὕπαρξις τῆς ἀπαρτίας δὲν πρέπει νὰ τίθεται ὑπὸ ἀμφιβολίαν· διότι, ἂν σεῖς σήμερον ὡς πλειοψηφία δέχεσθε ταύτην τὴν γνώμην, αὔριον ἡ ἄλλη πτέρυξ, γινομένη πλειοψηφία, δύναται νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐναντίαν καὶ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῶν πράξεών σας καὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ τῶν Νόμων, καὶ τότε ποῖαι αἱ συνέπειαι; Διὰ τοῦτο πρέπει σπουδαίως νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ εἰς τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας· διότι, ὅταν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὴν πτέρυγα ταύτην, προστεθῶσι τυχὸν οἱ ὑπολειπόμενοι Βουλευτῶν ἀπουσιαζόντων καὶ καταστήσωσι τὴν πτέρυγα ταύτην πλειοψηφίαν, συλλογισθῆτε ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ ἀκύρωσις ὅλων τῶν πράξεων, ἃς ἤθελεν ἐπιχειρήσει ἡ Βουλὴ, ἐν τοιαύτῃ ἀμφιβόλῳ ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένη. Δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἀμφισβήτησις· ἀλλ’ ἐν Σώματι, σπουδαίως συζητοῦντι, ἀποτελουμένῳ ὑπὸ Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ γνώμη ὅλως παράλογος περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Ἀρκοῦσι ταῦτα, καὶ μόνα διὰ νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὑμεῖς δὲν σπουδαιολογεῖτε, ἀντικρούοντες τὴν γνώμην τῶν ἀντιθέτων· ἀρκοῦσι ταῦτα ἵνα φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσητε τὸν ἀριθμὸν ἕνα εἰς τοὺς 123, καὶ νὰ πείσητε ὑμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι οἱ 124 ἀποτελοῦν τὴν ἀπαρτίαν καὶ οὐχὶ οἱ 123. Αὐτὸ, νομίζω, εἶναι τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πᾶς τις ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως. Ἐν ἀμφιβολίᾳ, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸν μείζονα ἀριθμὸν, ἵνα ἀποφύγωμεν τοὺς ἄλλως ἐνδεχομένους κινδύνους ἀκυρώσεως Νόμων, διότι ἀπαρτία ἀμφίβολος δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑπάρχῃ, καὶ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ὑπῆρξε προχθὲς ἀναμφίβολος ἀπαρτία.

§82ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρὸ ἐτῶν δύω ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος καὶ θεωρῶ, ὅτι τὸ δικαίωμά του μένει εἰσέτι ἀδιάῤῥηκτον· ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχει ἕδρα διὰ τὸν Βουλευτὴν Ἀδάμαντος καὶ ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ οὗτος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας. Ὡς φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνιστῶ ὅπως παύσῃ ἐπιμένων εἰς τὴν γνώμην του περὶ τῆς ἀπαρτίας, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι παλαιὸς ἀγωνιστὴς τῶν τοιούτων ζητημάτων ἀπὸ τὰ 1874.

§83Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι τὸ Διάταγμα, τὸ ἐκδιδόμενον ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἰς προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρ’ ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας ἐκλεκτέων βουλευτῶν, εἶναι Διάταγμα Νομοθετικόν· καὶ κατὰ τοῦτο, συμφωνῶ μετὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Διαφωνῶ ὅμως ὡς πρὸς τὰ ἐντεῦθεν πορίσματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ συμφωνῶ μετὰ τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Βουλῇ εἶναι ὁ τῶν 124 βουλευτῶν. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, νὰ προσδιορίζῃ τὸν ἐξ ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν· ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν εἶναι κυριαρχικόν. Ὅταν δυνάμει τοῦ Διατάγματος τούτου ἐκλεχθῶσι παρ’ ἐκλογικῆς περιφερείας ἀνώτεροι τοῦ πρέποντος ἢ ὀλιγώτεροι τοῦ πρέποντος βουλευταὶ, διότι τὸ Διάταγμα παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου προσδιώρισεν ἀνώτερον ἢ κατώτερον τοῦ δέοντος ἀριθμὸν βουλευτῶν, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτου, νὰ ἀποφανθῇ δηλονότι ἂν ἀπεστάλησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος καλῶς ἢ κακῶς πλειότεροι ἢ ὀλιγώτεροι βουλευταί. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ὀφείλει νὰ κανονίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων ἀπογραφικῶν πινάκων τῆς τελευταίας καταστατικῆς τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ δύναται ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως, ἢ καὶ ἐκ κακῆς προαιρέσεως ἴσως, νὰ παρεκτραπῇ. Θέλετε νὰ παραδεχθῆτε ἤδη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐξελέγξῃ τοῦτο; Καὶ τότε τί εἶναι ἡ Βουλή; τότε δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ Σῶμα, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει ἡ αὐθαιρεσία τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κἂν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο πρακτικῶς, ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς λογικῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐπερχομένων καλῶν ἢ κακῶν ἀποτελεσμάτων ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκτάσεως τῆς Ἐξουσίας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, ἐκδιδούσης τὸ ἀναγκαῖον Διάταγμα εἰς πρόσκλησιν τῶν ἐκλογέων· ἡμεῖς ἔχομεν ῥητὴν τοῦ Συντάγματος περὶ τούτου διάταξιν. Κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα «Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφαίνεται περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων». Ἡ φράσις «ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια» εἶναι εὐρυτάτη καὶ περιλαμβάνει προφανῶς τὸ πᾶν, τὴν ἐξέτασιν τῶν τίτλων ὅλων τοῦ βουλευτοῦ, τῶν πηγῶν ἁπασῶν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος· ἔχει τὸ δικαίωμα δηλαδὴ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν παρουσιαζόμενον εἰς τὴν Βουλήν: Κύριε, ποῖον εἶναι τὸ πληρεξούσιόν σου; Πῶς εἰσῆλθες; Τίνι δικαιώματι; Τίς ἐκλογικὴ περιφέρεια σὲ ἐξελέξατο; Εἶχεν αὕτη τὸ δικαίωμα, ἢ ὄχι; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὤφειλε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς νὰ ὁρίσῃ ῥητῶς ἂν εἶχεν ἢ μὴ ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια Ἀδάμαντος τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστείλῃ βουλευτήν. Δὲν ἠθέλησα τότε νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ τὴν γνώμην μου ἐξέφρασα εἰς πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, καὶ ἐνθυμοῦμαι τινὰς, τὸν κ. Πετιμεζᾶν, τὸν κ. Στέφανον Δραγούμην, τὸν κ. Μανέταν, καὶ εἶπον μάλιστα ῥητῶς ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἀτόπου, ὅπερ θὰ ἔχῃ ἡ μικτὴ ἐκείνη περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος ἀπόφασις ἄνευ τῆς βεβαιώσεως τοῦ ποῦ στηρίζεται, θὰ ἀπέλθῃ καὶ τὸ ἄτοπον, ὅτι θὰ ᾖναι σαλευομένη καὶ ἀμφίβολος ἡ ἀπαρτία. Εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι, τῆς Βουλῆς ἀκυρωσάσης τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως, ἐν ᾗ δὲν ὡρίζετο ὁ λόγος τῆς ἀκυρώσεως, κατὰ τὴν τότε ὁμιλίαν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ τότε ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἠκυρώθη λόγῳ, ὅτι ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ στείλῃ βουλευτὴν, καὶ ἑπομένως θεωρεῖται ὁ συνοικισμὸς ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς καὶ ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ Ἀδάμαντος κενή. Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς, καὶ οὐχὶ δι’ ἑτέρας ἀποφάσεως νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτου. Ἐκτὸς τῶν ἐξελεγκτικῶν, ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Βουλῆς; ἡ ἐξάσκησις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, δηλονότι ἡ ἔκδοσις νομοθετικῶν ἀποφάσεων, ὧν τὸ κῦρος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἄλλου τμήματος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαγωγῆς τῶν Ὑπουργῶν, ἤτοι ἡ ἔκδοσις πολιτικῶν ἀποφάσεων, αἵτινες ὅμως δὲν ἔχουσι νομικὰ ἐπακολουθήματα, ἀλλ’ ἔχουσι μόνον ἠθικὰ ἐπακολουθήματα. Ἡ πολιτικὴ ἀπάφασις τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ὑποστῇ μεταβολὴν ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν· ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἑνὸς θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ὡρισμένως, κατακρίνασα ἕνα Ὑπουργὸν, δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἀντιθέτως. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα, ὥστε ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν Νόμον, οὗτινος ἡ πορεία ἐπεδοκιμάσθη πρότερον ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Ἕνεκα τούτου νομίζω, ὅτι ὁ συνοικισμὸς Ἀδάμαντος πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐννόμου ἀπαρτίας, ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα αὐτό.

§84Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἡ προηγουμένη—καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη—καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1864 ἀντιθέτως πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπέκρουσε τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν προσδιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν· διότι τότε ἡ Κυβέρνησις, στηριχθεῖσα εἰς τὴν γενομένην ἀπογραφὴν, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ δεῖνα Ἐπαρχία, ἥτις πρότερον ἔδιδε τρεῖς βουλευτὰς, ὀφείλει νὰ δώσῃ 2, καὶ καθεξῆς· τοῦτο δὲ συνέβη εἰς 2 ἢ 3 Ἐπαρχίας. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐξέδωκεν ἕν Διάταγμα καὶ ὥρισεν ὥστε μεταξὺ τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν, ἡ Ἐπαρχία Οἰτύλου, ἥτις ἔδιδε μέχρι τοῦ 1863 τέσσαρας βουλευτὰς, νὰ δώσῃ τρεῖς, ἡ Ἐπαρχία Βονίτσης κατὰ ἕνα ὀλιγώτερον καὶ καθεξῆς. Ὁ τέταρτος βουλευτὴς Οἰτύλου δὲν ἔλαβεν εἰσιτήριον, διότι ὁ Ἔπαρχος τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας εἶχε διαταχθῆ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τοιοῦτον εἰσιτήριον. Ἦλθε ὅμως καὶ ὁ τέταρτος βουλευτὴς Οἰτύλου, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτρεψεν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν—διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν ἀρχὴν, τότε ὁ Νομάρχης δέχεται τοὺς βουλευτάς—Τί ἔκαμεν ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τότε, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις. Τί κακὸν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; ἡ Κυβέρνησις ὠχυρώθη ὄπισθεν τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων τῶν ἐπισήμων, οἵτινες κυροῦνται δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν διέταξε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Εἶπεν ἡ Βουλὴ ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ἡ Βουλὴ ῥητῶς καὶ καθαρῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ αἱ Ἐπαρχίαι ἀπέστελλον ἀριθμὸν ὡρισμένον, ἔχουν δικαίωμα κεκτημένον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφαιρεθῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεώθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τοιαύτην πρᾶξίν της. Σήμερον τί πρόκειται; Πρόκειται ἐὰν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας πρέπει νὰ καταλογισθῇ ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ἀντίθετοι εἰς τοῦτο; μόνος λόγος, εἰς ὃν περιεστράφη ἡ συζήτησις, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πέρυσιν, ἐπὶ ψευδῶν πινάκων στηριχθεῖσα, διέταξε τὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἅμα ἐπεκυρώθη καὶ ὑπεγράφη τὸ Διάταγμα, τὸ δικαίωμα εἶναι ἀναφαίρετον καὶ ἀφιλονείκητον, καὶ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ. Ἄλλως τε, κύριοι, τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐκείνης τὸν ἐδέχθημεν, συνειργάσθη μεθ’ ὑμῶν, ἔλαβε μέρος εἰς τὰς ψηφοφορίας, οὐδεμία δὲ ἔνστασις ἐγένετο ἐξ οἱουδήποτε, ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος αὐτὸς δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα, μόνον δικαίωμα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἀδιάφορον δὲ ἐὰν κυρωθῇ ἢ ὄχι ἡ ἐκλογή. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ Νόμος ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα, ὁρίζον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Τοιοῦτον δὲ συνέβη καὶ κατὰ τὴν παραχώρησιν τῆς Κωπαΐδος. Ὅταν ἐξεδόθη ὁ Νόμος, δὲν ἐνετάλη ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κωπαΐδα, χωρὶς νὰ φέρῃ Νόμον ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου; Τοῦτο τὸ ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἢ ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις. Καὶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1881, δυνάμει Νόμου καθεστῶτος, ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα, καὶ ὁ Ἀντιπρόσωπος πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν πρέπει ἡ ἀπαρτία νὰ λογίζεται ἐξ 123, ἀλλ’ ἐξ 124 βουλευτῶν.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;

§86ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.

§88Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν.

§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ὅπως θέλετε· δὲν ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως ἀντίθεσις, δύνασθε νὰ διατυπώσητε αὐτὴν ὅπως θέλετε· νομίζω ὅμως, ὅτι ἀρκεῖ τὸ θέμα τῆς ἀποδοχῆς τῶν πρακτικῶν ὡς ἔχουσι, διότι ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν περιέχει τὴν ἀναίρεσιν πάσης περὶ τῶν πεπραγμένων ἐκφρασθείσης ἀντιθέτου γνώμης.

§90ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θεωρῇ τὰ πρακτικὰ καλῶς ἔχοντα διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξετέθησαν, τότε δύνανται νὰ συνταχθῶσι κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ἄλλην· ἐὰν δὲ τοὐναντίον θεωρῇ ταῦτα καλῶς ἔχοντα, τοῦτο τὸ πράττει, διότι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει δικαίωμα ἐκλογῆς ἰδίου βουλευτοῦ, καὶ ἑπομένως ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι 244, καὶ συνεπῶς ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ 123.

§92ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραδέχεται τὴν ἰδέαν ἡμῶν τοῦ νὰ ψηφισθῇ τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ ἀπαρτία ἀποτελῆται ἀπὸ 124 ἢ 123 βουλευτὰς, μόλον τοῦτο εἰς ἀπάντησιν ὀφείλω νὰ εἴπω δύω λέξεις, ὅτι δὲν εἶναι ἓν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀλλὰ δύω. Ἐσυζητήθη πρῶτον τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ πρακτικὰ λέγωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐπὶ τούτου ἐγεννήθη μακρὰ συζήτησις· ἐσυζητήθη ἔπειτα καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας. Ἑπομένως τὰ ζητήματα πρέπει ἀναγκαίως νὰ διαιρεθῶσι.

§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως θέλετε.

§94ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, εἶναι ἐὰν ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀποστείλῃ βουλευτὴν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν· καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, διότι τὸ δικαίωμα ἀποῤῥέει ἀπὸ τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τεθῇ αὐτὸ πρὶν εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ζητοῦμεν ν’ ἀποφασισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ θέσωμεν ζήτημα σχετικὸν πρὸς τὰ πρακτικά. Τίς εἶναι ἡ ἀπαρτία καὶ τίς εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὅλος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν βουλευτῶν, τοῦτο εἶναι τὸ ἀμφισβητούμενον· ἐὰν ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἦναι 244, τότε ἡ ἀπαρτία εἶναι ἐξ 123· ἐὰν δὲ δὲν ἦναι 244, θὰ ἦναι 245, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπαρτία εἶναι ἐξ 124.

§96ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν κατηργήθη τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος.

§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φοβούμενος τ’ ἀποτελέσματα τῆς ψηφοφορίας, δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μας. Φοβεῖται, κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα τῆς ψηφοφορίας· διότι, ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστείλῃ βουλευτὴν, τότε ἀποδεικνύεται ἐκτὸς τοῦ Νόμου, καὶ ὀφείλει νὰ δώσῃ εὐθύνας.

§98Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀνθίσταται εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐξετέθησαν τὰ γεγονότα. Τότε ἐπροτάθη ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι ὁ ἀριθμὸς 123 δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐκ τῆς παρουσίας 124 βουλευτῶν. Λοιπὸν πρῶτον ζήτημα θέλει εἶσθαι ἡ πρότασις, ἥτις εἶναι πόρισμα τῶν λόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριξαν, ὅτι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπαρτίαν ἡ παρουσία 124 βουλευτῶν. Λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ἡ πρότασις ἡ ἑξῆς· «ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ 124 βουλευτῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις, εἰς τὸ μέλλον θέλουν ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρτίαν 124.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας. (Ὁ κ. Δηλιγιάννης διατυπώνει ἐγγράφως τὴν πρότασίν του καὶ τὴν καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον).

§100ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, εἶναι ἡ ἀκόλουθος «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι, ὑφισταμένου τοῦ δικαιώματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος...» (Θόρυβος).

§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ αὕτη.

§103ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ, διότι ὑφίσταται ὁ Νόμος περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν.

§104ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν, ἀλλὰ ἐπιφυλασσόμενος νὰ σκεφθῶ ἐὰν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν.

§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπαρτία συγκροτεῖται ἐξ 124 βουλευτῶν, ἐὰν ἀποτελῆται ἡ Βουλὴ ἐκ 245 βουλευτῶν· δὲν ἀποτελεῖται δὲ ἡ ἀπαρτία ἐξ 124 βουλευτῶν, ἀλλὰ ἐξ 123, ἐὰν δὲν συγκροτῆται ἀπὸ 245. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται ἐκ 245 βουλευτῶν, διότι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἴδιον βουλευτὴν, καθ’ ὅσον τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν τῇ ἀφῃρέθη νομίμως. Ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ ἀπαρτία συγκροτεῖται ἐξ 124 βουλευτῶν, θέλομεν καὶ ἀπαιτοῦμεν ἐν τῷ δικαιώματί μας νὰ ψηφοφορήσωμεν πρότασιν ἠτιολογημένην καὶ οὐχὶ ἄνευ λόγου.

§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι μὴ ἀκυρωθείσης τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, διὰ τὴν ἔλλειψιν....» (θόρυβος).

§107ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.

§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποστηρίζω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω ἀνάγκην ἢ νὰ ὑπομνήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀπέληξεν εἰς τὴν πρότασιν, ἣν παρεδέχθην, ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν 244 ἢ 245 ἀποτελῶσι τὸν ὅλον ἀριθμὸν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἐὰν 124 ἢ 123 ἀποτελῶσι τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτής, ὅτε ἠθέλησε νὰ συντάξῃ τὴν πρότασιν, ἰδὼν, ὅτι μερικοὶ δὲν ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως, μετέβαλεν αὐτὴν καὶ τὴν μετέβαλεν ἀναιρέσας πάντα ὅσα ὑπὲρ τῆς προτάσεως εἶχεν εἰπεῖ· διότι ζητεῖ νὰ λύσωμεν ἤδη ζήτημα ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ προκείμενον. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ν’ ἀποφανθῇ εἰμὴ περὶ τοῦ ζητήματος ποῖος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀπαρτίαν· διὰ ποῖον λόγον εἶναι οὗτος ὁ ἀριθμὸς καὶ δὲν εἶναι ἄλλος, τοῦτο εἶναι ζήτημα διάφορον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Φλογαΐτης, καίτοι μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δύναται νὰ θεωρῇ ἄλλως ἢ ὁ προτείνων αὐτό. Ἠκούσαμεν καὶ τὸν κύριον Φλογαΐτην καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος καὶ εἴδομεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ζητήματος ἔχουσιν ἐναντίας ἰδέας· ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου δύναται ἡ Βουλὴ, ἐπὶ εἰδικῇ προτάσει νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ. Τοιαύτη ὅμως πρότασις οὐδόλως ἠκούσθη. Πρὸ ὀλίγου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐπεκαλέσθη ἔγγραφα περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος εἰς ἃ ἠδυνάμην πολλὰ ν’ ἀντιτάξω, ἂν κανονικῶς τὸ θέμα ὑπεβάλλετο εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν ἐπεχείρησα ν’ ἀνασκευάσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, διότι θὰ ἤμην ἐκτὸς τοῦ θέματος, μόνον δὲ, ὅταν προβληθῇ τὸ θέμα καὶ συζητουμένου αὐτοῦ, προσαχθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα, πρὸς μόρφωσιν γνώμης περὶ αὐτοῦ, μόνον τότε δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτη πρότασις. Ὁ Νόμος δὲν λέγει, ὅτι διὰ Διατάγματος χορηγεῖται ἢ ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν συνοικισμὸν τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα· λέγει ὅτι ὁ συνοικισμὸς ἔχει δικαίωμα ἐκλογῆς, οὐχὶ ἂν ἐκδοθῇ Διάταγμα, ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸν πληθυσμὸν βεβαιωμένον διὰ τῆς ἐπισήμου καταστατικῆς τοῦ Κράτους. Ἂν ἐτίθετο τὸ θέμα καὶ ἐσυζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ, αὐτὴν τὴν καταστατικὴν θὰ ἐφέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἄνευ αὐτῆς οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν, θ’ ἀπεδεικνύωμεν δὲ, ὅτι ἡ καταστατικὴ αὕτη συνᾴδει καὶ πρὸς τὰς ἄλλοθεν ληφθείσας αὐθεντικὰς πληροφορίας. Ἀλλὰ σήμερον οὐδὲν τοιοῦτον συνεζητήθη, διότι σήμερον συζητοῦμεν περὶ τῶν πρακτικῶν, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας, περὶ αὐτοῦ δὲ καὶ μόνου ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, προκειμένου περὶ κυρώσεως τῶν πρακτικῶν· οὐδὲ δύναται ἤδη νὰ παρουσιασθῇ πρότασις περιέχουσα λύσιν θέματος, περὶ οὗ δὲν ἐγένετο συζήτησις· ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἀπόσχωμεν πάσης τοιαύτης προτάσεως ὡς ἀπαραδέκτου.

§109Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν νῦν προέβαλον, εἶναι ἀπαράδεκτος ὄχι δὲ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή· διότι, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν εἶναι ὀρθή, τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἐκεῖνοι μὲν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν αὐτὴν ὀρθήν, θέλουσι ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν τὴν θεωροῦσιν ὀρθήν, θέλουσι ψηφίσει κατ’ αὐτῆς. Δὲν ἐζήτησε λοιπὸν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἦναι ὀρθὴ ἢ μή· ἀλλὰ ἐζήτησε νὰ μὴ τεθῇ παντάπασιν εἰς ψηφοφορίαν, ἰσχυρισθείς, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος, δηλαδὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Διατί; διότι, σᾶς εἶπε, μετέβαλον τὴν πρότασίν μου, συντάξας ἄλλως αὐτὴν, διότι ἤθελον νὰ περιποιηθῶ τινας, ἕνεκα τούτου δ’ ἐπρότεινε τὸ ἀπαράδεκτον· καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι δὲν ἐσυζητήσαμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐγὼ δὲ περιέπεσα εἰς ἀντίφασιν. Καὶ περιέπεσα ἀληθῶς εἰς ἀντίφασιν; Τί λέγω, νῦν, τί δὲ σᾶς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας ἐπὶ τῆς οὐσίας; Ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος ὑφίσταται. Καὶ δὲν ὑπεστηρίξαμεν τοῦτο; Καὶ δὲν ἐφέραμεν διαφόρους παρατηρήσεις πρὸς ἑρμηνείαν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, στηριζομένας ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν αὐτῇ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος; Δὲν ἐπεκαλέσθημεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἣν τότε ἀπέδωκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς; Τί σᾶς εἶπε τότε ὁ κύριος Πρωθυπουργός; «Τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν, ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως περὶ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, τουτέστιν, ὅτι ἐθεωρήσαμεν μὴ παραδεκτὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ οὐχὶ τὸν Ἀντιπρόσωπον τῶν μεταναστῶν ἐκ Κρήτης, ἀλλ’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς μὴ ὄντα Ἀντιπρόσωπον αὐτῶν, ὅστις θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἐνταῦθα ὑπὸ προσώπου, περιβληθησομένου πάντας τοὺς νομίμους τίτλους τοῦ Ἀντιπροσώπου τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν». Δηλαδὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν; (ἀναγινώσκει) «ὅτι θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ ἐκεῖνος, ὅστις εἶχεν εἰσέλθει ἐν τῇ Βουλῇ ὡς Ἀντιπρόσωπος τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν, ἵνα ἀντικατασταθῇ παρὰ προσώπου, περιβληθησομένου πάντας τοὺς νομίμους τίτλους τοῦ Ἀντιπροσώπου τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν.» Καὶ πῶς ἤθελεν ἀντικατασταθῇ ὁ ἀποχωρήσων δι’ ἄλλου, εἰμὴ διὰ νέας ἐκλογῆς; Καὶ πῶς ἤθελε γείνει νέα ἐκλογὴ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ κυρίου Ξενουδάκη, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος; Λοιπὸν ἐγὼ περιέπεσα εἰς ἀντίφασιν ἢ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος τότε μὲν ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν: ἀκύρωσον τὴν ἐκλογὴν, ἀλλ’ ἀκυροῦσα τὴν ἐκλογὴν, δὲν ἀκυρώνεις τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἀκυρώνεις τὴν ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Ξενουδάκη, ὁ ὁποῖος, ἂν ἐξέλθῃ, θέλει ἔλθῃ ἄλλος, ἐνῷ σήμερον σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλή, ἀκυρώσασα τότε τὴν ἐκλογὴν, ἀπεφάσισε συγχρόνως καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος ἵνα ἀποστέλλῃ βουλευτήν; «Νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ψηλαφητά· ἂν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προβάλλω, ἀντίκηται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, μάλιστα, εἶναι ἀπαράδεκτος· ἂν ὅμως δὲν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀλλ’ ἐνδεχόμενον εἶναι πολλοὶ ἢ ὀλίγοι νὰ μὴ τὴν θεωρῶσιν ὀρθήν· αὐτὸ εἶναι ἴδιον αὐτῶν δικαίωμα, οὐδεὶς ὅμως καλούμενος νὰ δώσῃ ψῆφον ναὶ, ἢ ὄχι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ νὰ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν δύναται, ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, νὰ δώσῃ ψῆφον ναὶ ἢ ὄχι, ἢ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ Σύνταγυα ἢ ὁ Κανονισμὸς παραβιάζεται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης».

§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς παραβαίνει πᾶσα πρότασις, ἥτις τίθεται, μὴ οὖσα πόρισμα τῆς συζητήσεως· ἡμεῖς δὲν συνεζητήσαμεν περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν περὶ αὐτῆς, κατὰ τὸν Κανονισμόν. Παραβιάζει λοιπὸν τὸν Κανονισμὸν βουλευτὴς, θέτων πρότασιν περὶ τῆς ὁποίας δὲν ὑπῆρξε θέμα. Τὸ θέμα ὑπῆρξεν ἄλλο· τὸ θέμα ἀφώρα εἰς τὴν ἀπαρτίαν, καὶ περὶ ταύτης δυνάμεθα μόνης νὰ ψηφίσωμεν· ἀλλὰ θέλετε τὴν γνώμην, ἣν ἔχετε περὶ ἀπαρτίας, νὰ δικαιολογήσητε, καὶ νὰ προσθέσητε τὴν δικαιολογίαν ὑμῶν ἐν τῇ ἀποφάσει· τότε παρίσταται τὸ διαιρετὸν, τότε ἡμεῖς προτείνομεν τὴν διαίρεσιν, προτείνομεν, ὅπως ψηφίσωμεν τὴν οὐσιαστικὴν πρότασιν πρῶτον, καὶ τὴν δικαιολογίαν κεχωρισμένως. Τί λέγει ἡ πρότασις; ἀπαρτία εἶναι ὁ ἀριθμὸς 124. Διά τινα λόγον; διότι συναριθμεῖται καὶ ἡ θέσις τοῦ ἐκλεχθέντος βουλευτοῦ ἐξ Ἀδάμαντος, οὗτινος ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη· αὐτὸ τὸ διότι ἀποτελεῖ τὸ σύνθετον καὶ προκαλεῖ τὸν χωρισμόν. Ἡ πρότασις εἶναι μία, ἀλλ’ αἱ ἰδέαι εἶναι δύω· εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ πρότασις περὶ τῆς ἀπαρτίας, καὶ εἶναι καὶ τὸ αἰτιολογικὸν μέρος τῆς προτάσεως. Τὸ αἰτιολογικὸν ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ χωριστά· ἀλλὰ καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν, εἶναι νὰ μὴ κληθῶμεν ἵνα ψηφίσωμεν περὶ προτάσεως, περὶ τῆς ὁποίας δὲν συνεζητοῦμεν.

§111ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλον πρῶτος τὴν πρότασιν αὐτὴν ἀπὸ προχθὲς, ἐστήριξα τὴν ἰδέαν μου ἐπὶ τοῦ δικαιολογήματος, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει αὐτὴ ἡ πρότασις, ὥστε δὲν εἶναι ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸ ζήτημα παρουσιάσθη ὅπως τὸ περιγράφει ἡ προταθεῖσα πρότασις. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀντίῤῥησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ πρῶτον τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ὕστερον ἡ δικαιολογία· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε εἰς ποίαν ἀπόφασιν εἶναι τὸ διατακτικὸν πρῶτον καὶ ὕστερον τὸ αἰτιολογικόν;

§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πόθεν ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσετε περὶ ἀπαρτίας; Δὲν πρόκειται περὶ κυρώσεως πρακτικῶν; Λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ ἀπόῤῥοια τῆς συζητήσεως; θὰ λάβωμεν τὴν ἀφορμὴν πρῶτον, καὶ δεύτερον τὴν ἀπόῤῥοιαν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰ πρακτικὰ, ἡμεῖς μὲν νομίζομεν, ὅτι ἀπαρτία εἶναι 123, σεῖς δὲ νομίζετε 124· λοιπὸν θέλετε τὸ παρεμπίπτον νὰ τεθῇ ὡς κυρία πρότασις;

§113Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ συμφώνως μὲ τὰς πεποιθήσεις της, ἐννοῶ ἔτι, ἐν ἀμφιβολίᾳ, νὰ ζητῆται παρ’ αὐτῆς ψῆφος θετική. Δύναμαι τέλος νὰ ἐννοήσω καὶ τὸ νὰ ζητῆται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ καὶ ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών της— ἠμπορεῖ ἴσως νὰ ζητήσῃ τις τοῦτο ἀπὸ τοὺς φίλους του— ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῇ τις ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἐναντίον τῆς ἀδυσωπήτου λογικῆς τῶν ἀριθμῶν, αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές. Προτείνουσι διαίρεσιν· ἀλλὰ περὶ τῆς διαιρέσεως πρόκειται; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει, ὅτι δύναται νὰ διαιρέσῃ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ζητήματος ἀπὸ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀπαρτία σύγκειται ἀπὸ 123 ἢ ἀπὸ 124, ἂν δὲν ᾖναι γνωστὸν ποῖον εἶναι τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν; Τοῦτο τὸ σύνολον γεννᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας. Ἄν τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν ᾖναι ἄγνωστον, ἄγνωστον εἶναι καὶ τὸ ἥμισυ αὐτῶν πλέον ἑνός. Ταῦτα εἶναι πραγματικῶς ἄνω ποταμῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν συνεζητήσαμεν περὶ τούτου; Ἀλλὰ θὰ ἤμεθα τῇ ἀληθείᾳ μωροὶ, ἐὰν ἐπὶ ἓξ ὥρας ὡμιλοῦμεν καὶ οὐδὲν ἐλέγομεν περὶ τοῦ λόγου, ἐξ οὗ προέρχεται ἡ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας. Δὲν δύναμαι νὰ καταδικάσω τινὰ εἰς τοιαύτην διανοητικὴν κατάπτωσιν. Οὐδὲν ἄλλο μάλιστα συνεζητήσαμεν σπουδαιότερον καὶ εὐρύτερον εἰμὴ τοῦτο, ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος ἠκυρώθη ἐπὶ τῇ μὴ ὑπάρξει τοῦ δικαιώματος, ἢ ἂν ἠκυρώθη μόνον διὰ λόγους τυπικούς, συμβάντας κατὰ τὴν ἐκλογήν· Τοῦτο δὲ συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν πρότασιν· διότι, καὶ ἂν δὲν περιλαβάνετο ἐν αὐτῇ, ἤθελον εἶσθαι ἀναγκαίως ὑπονοούμενον. Καὶ ὄντως, ὅταν λέγομεν, ὅτι ἀπαιτοῦνται 124 βουλευταὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ νόμιμος ἀπαρτία, ἐννοοῦμεν, ὅτι 245 εἶναι τὸ ὅλον, καὶ ἐπειδή, μὴ περιλαμβανομένου τοῦ βουλευτοῦ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, εἶναι 244, βεβαίως ἐννοοῦμεν κατ’ ἀδυσώπητον ἀνάγκην, ὅτι ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος ἔχει τὸ δικαίωμα. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 123, ἐννοοῦσιν ἀναγκαίως, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος δὲν ἀναγνωρίζεται. Ἀφοῦ δὲ τὸ πρᾶγμα ᾖναι τοσοῦτον προφανὲς καὶ κατάδηλον, διατί δὲν τὸ λέγετε;

§114ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Σὲ φοβούμεθα.

§115ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως μὲ φοβεῖσθε, διότι ἐντεῦθεν δὲν ὁμιλῶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ, ἐν ὀνόματι τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μὲ φέρει ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· εἶναι δὲ λυπηρὸν νὰ μὲ διακόπτετε τόσον ἀστόχως καὶ παιδαριωδῶς. Ἕνεκα τῶν τοιούτων διακοπῶν ἐγένοντο τοσαῦτα προχθές. Μὴ καταβιβάζετε πρὸς Θεοῦ! τὴν σημασίαν τοῦ ἀξιώματος ὑμῶν, μὴ λησμονῆτε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀξίας τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν σεβασμόν, πρόκειται δὲ καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν αὐτῶν καὶ ὡς ἀτόμων καὶ ὡς Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Διατί λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς προτείνει πρᾶγμα ἀκατανόητον λογικῶς, ἀδύνατον δὲ καθ’ ἑαυτό; Ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν προέβαλλε τὴν δικαιολογίαν ταύτην, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Τρικούπης ὤφειλε νὰ ὑπομνήσῃ τῷ κ. Δηλιγιάννῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν περιλάβῃ, διότι αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργός, Ἀρχηγὸς ὢν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε συνεζετεῖτο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἀδάμαντος, εἶπε ρητῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν λύει τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀκύρου ἢ μὴ ἀκύρου τοῦ Διατάγματος· ἰδοὺ αἱ ἴδιαι αὐτοῦ λέξεις (ἀναγινώσκει). «Μόνον θέμα δύναται νὰ τεθῇ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τοῦτο: «Εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ Ἀδάμαντος; Ἔχει τὰ προσόντα ὁ ἐκλεγχθεὶς; Εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα ἡμεῖς οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἐδόθη εὐκαιρία εἰς τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος ὅπως ἐκλέξῃ βουλευτὴν ἐξ ὑποψηφίων παρ’ αὐτοῦ προταθέντων, θέλομεν ἀπαντήσει ὅτι δὲν εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογή. Ἀλλὰ λέγοντες τοῦτο, τί ἐννοοῦμεν; Ποία θέλει εἶσθαι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μετὰ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, ἂν τοιαύτην ἐξενέγκῃ ἡ Βουλή; Συνέπεια τῆς ἀποφάσεως ἔσται, ὅτι μένει ἄλυτον τὸ ζήτημα ἂν ἐγκύρως ἢ ἀκύρως ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα».

§116ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἆ Ἆ! Ἰδού, ἄλυτον.

§117ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστοῦνται, καὶ ἐπαναλαμβάνουσιν ἐν χορῷ, ὅτι ἔμεινεν ἄλυτον τὸ ζήτημα περὶ ἀκύρου ἢ ἐγκύρου!! Τί λοιπὸν θέλετε νὰ ἀποκρύψητε, τί νὰ προλάβητε, τί νὰ διεκφύγητε;

§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίποτε.

§119ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε βεβαίως· διότι, καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πρότασις ὑμῶν γείνει δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τοὐτέστιν ἐὰν ψηφίσωμεν μόνον περὶ ἀριθμῶν καὶ πράξωμεν τοῦτο ἐναντίον τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν—καθόσον τί θὰ εἴπουν περὶ ἡμῶν ὅσοι ἀκούσωσιν, ὅτι ψηφίζομεν περὶ ἀριθμοῦ ὑποδεεστέρου, ἐνῷ δὲν γνωρίζομεν ἐκεῖνον, ἐξ οὗ σχηματίζεται ὁ ὑποδιέστερος!—καὶ ἂν, λέγω, οὕτω ψηφίσωμεν δὲν θὰ ἦναι ἆρά γε ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ ἀναγκαίως ἡ ἔννοια, ὅτι οἱ λέγοντες ὅτι ἐξ 123 βουλευτῶν συνίσταται ἡ ἀπαρτία, ἐννοοῦσιν, ὅτι ἠκυρώθη τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ 124, ἐννοοῦσιν, ὅτι δὲν ἠκυρώθη, ἀλλ’ ὑφίσταται τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο; Ἀπέναντι τοιούτων ἀντιῤῥήσεων, δύναται μόνον νὰ ἐκφράσῃ τις τὴν λύπην αὑτοῦ διὰ τὴν ταπείνωσιν, εἰς ἣν θέλουσι νὰ ὁδηγήσωσι τὴν Βουλὴν.

§120Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ἐπιμείνῃ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ διαιρεθῇ, τοὐτέστι νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἂν ἡ νόμιμος ἀπαρτία ἦναι 123 βουλευταὶ ἢ 124, καὶ δεύτερον νὰ ψηφοφορηθῇ ἂν τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος ἠκυρώθη ἢ οὔ.

§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.

§122ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ οὐδεμιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.

§123ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Λοιπὸν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔφερεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πειθομένη, ὅτι νόμιμος ἀπαρτία εἶναι 124 βουλευταὶ καὶ οὐχὶ 123 καὶ θεωροῦσα, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος ὑφίσταται, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, αὐτὴν τὴν πρότασιν θέλει νὰ τὴν διαιρέσῃ ὁ κ. Τρικούπης, τοὐτέστι θέλει νὰ εἴπῃ πρῶτον ἡ Βουλὴ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς πρὸς νόμιμον ἀπαρτίαν ἐν τῇ Βουλῇ 123 ἢ 124, καὶ δεύτερον ἂν ἠκυρώθη τὸ δικαίωμα τῶν μεταναστῶν ἐν Ἀδάμαντι ἢ ὄχι.

§124ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι.

§125ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ποία ἄλλη διαίρεσις εἶναι δυνατή; Λοιπὸν ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ λέγει ὄχι εἰς τὴν πρώτην πρότασιν, τοὐτέστιν, ὅτι εἶναι 123 ἡ νόμιμος ἀπαρτία, εἰς δὲ τὴν δευτέραν λέγει ναὶ, δηλαδὴ ὅτι ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ συναινέσῃ νὰ συνεδριάσῃ μὲ Βουλὴν παραφρονοῦσαν; Δὲν ἐννοῶ πῶς ἄλλως δύναται νὰ ἐννοηθῇ τὸ ζήτημα ἂν ἐν τῇ διαιρέσῃ δὲν τεθοῦν αἱ φράσεις, αἱ ἐν τῇ ὁλοκλήρῳ τεθειμέναι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ διαιρεθῇ, διότι ἡ ὑπερψήφισις τῆς μιᾶς καὶ ἡ καταψήφισις τῆς ἄλλης φέρει εἰς φοβερὸν ἄτοπον, καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ψηφίσω τὴν πρώτην ἐγώ, ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ ψηφίσω τὴν δευτέραν.

§126ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγκάζομαι, μολονότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, νὰ προσθέσω δύω λέξεις πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων πρὸ μικροῦ εἶπον, καὶ ἰδίως ὅπως περιορισθῶ ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἔγκυρον ἢ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τότε τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποστηρίξω τὸ ἄκυρον. Ἐνθυμοῦμαι καὶ τότε, ὅτι πολὺς καὶ ἐπιδεικτικὸς ἐγένετο πάταγος ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῶν Κρητῶν, ὡς εἰ ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ ἐχθροὶ τῶν Κρητῶν, ὡς εἰ ὑπῆρχον ἄνθρωποι, μὴ θέλοντες νὰ ἀντιπροσωπευθῶσι καὶ οἱ Κρῆτες. Διορῶ καὶ ἐν τῇ πρὸ μικροῦ ὑποβληθείσῃ προτάσει ἰδέαν τινὰ, σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν συζήτησιν ἐκείνην· πρόκειται νὰ συνδεθῇ ζήτημα περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῶν πρακτικῶν μὲ ζήτημα περὶ τοῦ δικαιώματος ἢ μὴ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν Κρητῶν. Φρονῶ, ὅτι οἱ εἰλικρινῶς ἐνδιαφερόμενοι ὅπως ἀντιπροσωπευθῶσιν οἱ Κρῆτες ἐν τῇ Βουλῇ ὤφειλον νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα οὐχὶ συνδεδεμένως κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ εἰς χωριστὴν συνεδρίασιν καὶ ἀποκλειστικῶς. Ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε σχεδὸν ἐσιώπησαν οἱ σήμερον συνήγοροι· ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πολὺ ἐπεθύμουν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται οἱ Κρῆτες, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς δοθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπίστευσα, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον τὰ στοιχεῖα ὅπως ἀντιπροσωπευθῶσιν οἱ Κρῆτες, ἡ δὲ γνώμη αὕτη, μετὰ τὴν παρακολουθήσασαν τῆς Βουλῆς σιγὴν, ἐφρόνουν, ὅτι εἶναι τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ ἐπροηγήθησαν ἀποφάσεις ἄλλαι τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἀπαρτίαν τῶν 123 καὶ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, ἐθεώρησα τὸ ζήτημα λελυμένον ὡς πρὸς τὸ παρελθόν· διὰ τοῦτο καλῇ τῇ πίστει δὲν ἔφερον ἔνστασιν ἀπαρτίας κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Δέχομαι λοιπὸν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Ἀφοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον δὲν ἐγένετο συζήτησις περὶ τούτου, ἀφοῦ ἕως σήμερον δὲν ἐτέθη τοιοῦτον ζήτημα, νομίζω, ὅτι μόνον ὡς πρὸς τὸ μέλλον δύναται νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα πρὸς ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δέον νὰ ὑποβληθῇ χωριστὴ πρότασις ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ. Περιορίζομαι ὅμως, κύριοι, εἰδικῶς ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι «Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἀναγινώσκονται ὑφ’ ἑνὸς τῶν Γραμματέων τὰ πρακτικὰ τῆς προλαβούσης συνεδριάσεως. Κατὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν, ἐὰν γείνῃ παρά τινος τῶν Βουλευτῶν ἀντίῤῥησίς τις κατὰ τῆς συντάξεως αὐτῶν ἢ κατὰ τῶν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς δημοσιευθέντων πρακτικῶν, ὁ Πρόεδρος ἐπιτρέπει τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν, προσκαλῶν κατὰ πρῶτον τοὺς Γραμματεῖς, ἵνα δώσωσι τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις. Μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ζητεῖται ἡ ἐπὶ τῆς ἀντιῤῥήσεως ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ κατ’ αὐτὴν διορθώνονται τὰ πρακτικὰ ἢ καὶ τὰ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς δημοσιευθέντα». Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῶν πρακτικῶν καὶ μόνον, καὶ ὅτι, ὡς ὀρθότατα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπεστήριξε, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἄλλη τις πρότασις εἰμὴ περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῶν πρακτικῶν καὶ παντὸς ζητήματος, στενῶς μετ’ αὐτοῦ συνδεδεμένου.

§127ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπεστήριξα ἐγὼ αὐτό;

§128ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν ἦσαν ἀντιγεγραμμένα τὰ στενογραφικὰ πρακτικὰ, ἤθελον ἀναγνώσει τὸν λόγον τοῦ κ. Δηλιγιάννη· ἀλλ’ ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, εἶπεν ὅτι ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ἄλλη πρότασις ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ, πειθομένη, ὅτι ὁ νόμιμος πρὸς ἀπαρτίαν ἀριθμὸς πρέπει νὰ σύγκειται ἐξ 124 Βουλευτῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αὐτὸ ἤκουσα, καὶ ἐπεδοκίμασα, καὶ εὗρον τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὑπέβαλε βραδύτερον πρότασιν, ἡ ὁποία περιέχει περικοπὴν καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος ἢ μὴ τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Κρητῶν. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει, κατ’ ἐμέ, θὰ ἐφαρμωσθῇ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃ ἀπαιτεῖται νὰ τυπωθῇ τοιαύτη πρότασις καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, νὰ συζητηθῇ δὲ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν. Συνοψίζων λέγω, ὅτι εὑρισκόμεθα ἔτι ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει εἰς τὴν συζήτησιν ἂν ἦναι ἔγκυρα ἢ ἄκυρα τὰ πρακτικὰ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀνεφύη ἕτερον ζήτημα στενῶς συνδεδεμένον, ἂν δηλαδὴ ὁ πρὸς ἀπαρτίαν νόμιμος ἀριθμὸς σύγκηται ἐξ 123 ἢ 124· περὶ τούτου εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι δύναται νὰ τεθῇ πρότασις καὶ ἐγὼ τὴν ὑποβάλλω (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ὁ νόμιμος πρὸς ἀπαρτίαν ἀριθμὸς σύγκειται ἐξ ἑκατὸν εἴκοσι τριῶν Βουλευτῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἀληθῶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Κρητῶν διὰ τὸ μέλλον· ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ ὡς πρὸς τὸ παρελθόν.

§129ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἄρθρον 34 εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λύει τὸ προκείμενον ζήτημα. Τὸ ἄρθρον 34 ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τὴν νομοθετικὴν, οὐχὶ δὲ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι προϊὸν συζητήσεων· κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲ καὶ τὰ ἔθιμα τὰ Κοινοβουλευτικὰ, τὰ ζητήματα τίθενται, ὅταν ἦναι πόρισμα συζητήσεως. Ἐπὶ τρεῖς ὥρας συζητοῦμεν, καὶ συζητοῦμεν σπουδαίως περὶ τοῦ ἂν κακῶς ἢ καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, μὴ διατάξασα τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, περὶ τοῦ ἂν, ἀφοῦ ἅπαξ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος διετάχθη ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, πρέπῃ ἡ ἀπαρτία νὰ θεωρῆται ἀποτελουμένη ἐξ 124 Βουλευτῶν, ναὶ ἢ ὄχι. Πλεῖστοι ὅσοι, κύριοι, ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, διὰ μακρῶν, ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀκυρωθείσης ἐκλογῆς καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ εἶχε συμπεριληφθῆ εἰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ συγκαλέσαν τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ περιφέρεια τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, πρέπει ὁ Βουλευτὴς αὐτοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἀπαρτίας. Τούτου δοθέντος, εἶναι ἀναίρεσις τῆς λογικῆς τὸ νὰ ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα ὡς πρὸς τὸ ἂν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ λογισθῇ εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος, ἀφοῦ δὲν ἐκηρύχθη ἄκυρον τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτήν. Ἡ διαίρεσις προτείνεται, ὅταν ὑπάρχῃ σύνθετον ζήτημα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον· ἕν καὶ μόνον ὑπάρχει, τὸ τῆς ἀπαρτίας. Τὸ παρεμπίπτον εἶναι ζήτημα αἰτιολογικόν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει συμφέρον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καταπατοῦνται οἱ Νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι εἶναι ὑπερτέρα παντὸς Νόμου, διότι συγκροτεῖ περὶ ἑαυτὴν πλειονοψηφίαν (θόρυβος). Ἀλλ’ οἱ μὴ σεβόμενοι τὸν Νόμον δύνανται νὰ καθήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἄλλοι ἐκάθησαν (θόρυβος).

§130ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω καθαρῶς ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, διότι κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα, ἀφοῦ τεθῇ τὸ ζήτημα, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἥτις εἶναι προϊὸν τῆς γενομένης μακρᾶς συζητήσεως, εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀπαράδεκτος δὲν δύναται νὰ ᾖναι παρὰ μόνον πρότασις, ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς Νόμους. Θεωρεῖ δὲ τὴν πρότασιν διαιρετέαν, διότι θέλει νὰ χωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δύω εἶναι ἀχώριστα, καὶ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Καπετανάκης. Ὁ κ. Φιλάρετος διϊσχυρίσθη, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν πρακτικῶν· ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι πολὺ ὑπέρτερον τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν. Ἡ ἀμφισβήτησις τῶν πρακτικῶν γίνεται, ὅταν δὲν διαμφισβητεῖται ἡ ἀπαρτία· ὅταν ὅμως ἐκ τῶν πρακτικῶν αὐτῶν προκύπτει ἡ ἀμφισβήτησις τῆς ἀπαρτίας, τί σᾶς λέγει ὁ κύριος Φιλάρετος; Τὰ πρακτικὰ ἔχουν καλῶς καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ εἰς τὸ μέλλον ἂς δώσωμεν δικαίωμα εἰς τοὺς Κρῆτας. Καὶ τίνες ζητοῦσι σήμερον τῆς ἀδιαιρέτου προτάσεως τὴν διαίρεσιν; ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον χθὲς, ὅτι τὰ βώδια, καὶ τὰ γαϊδούρια, καὶ τὰ κουκούλια εἶναι ἀχώριστα (θόρυβος)· διότι, ἂν δὲν ἔχῃ ὁ Ἀδάμας τὸ δικαίωμα, τότε ἡ ἀπαρτία εἶναι 123· ἂν δὲ τὸ ἔχῃ, εἶναι 124. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἶναι ἀχώριστος. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι 123· τότε ὁ Ἀδάμας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἡ ἐκλογή του ἦτο ἄκυρος δι’ αὐτὸν τὸν λόγον (θόρυβος). Ἐγὼ τότε εἶπον, ὅτι δὲν ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα, σεῖς εἴπετε τὸ ἐναντίον (θόρυβος). Παρατηρῶ εἰς τοὺς διακόπτοντας διὰ τοῦ θορύβου, ὅτι ἐγὼ τότε ὑπεστήριζα τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ἀλλ’ ἠθέλησάν τινες τότε νὰ φανῶσιν, ὅτι ὑπερασπίζονται τοὺς Κρῆτας (θόρυβος). Ἡ ἐκλογὴ, κύριοι, τότε ἦτο ἄκυρος διὰ καθαρᾶς ἐκλογικὰς παραβάσεις, τὸ δικαίωμα ὅμως ἔμεινε πλῆρες καὶ ἀκλόνητον, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἕως οὗ ἡ Βουλὴ τὸ ἐξετάσῃ καὶ αὖθις.

§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος εἶναι σύμφωνοι μέχρι τινός. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὑπέβαλε πρότασιν, διαλαμβάνουσαν, ὅτι ἡ Βουλή, θεωροῦσα, ὅτι ὑφίσταται τὸ πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν εἶναι 124. Κατὰ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ διαιρεθῇ, διότι περιέχει δύω ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῶσι διὰ μιᾶς· ἀλλ’ ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ διαίρεσις, πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἀποσύρει τὴν πρότασίν του.

§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, ὥστε πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή.

§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει τὴν διαίρεσιν, ὁσάκις τὰ ζητήματα εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε ὁ βουλευτὴς νὰ δύναται ἐλευθέρως νὰ ψηφίσῃ ὅπως θέλει δι’ ἕκαστον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦτο ἀδύνατον εἶναι νὰ γείνῃ· διότι, ἂν θελήσῃ τις τῶν βουλευτῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος εἶχε δικαίωμα νὰ ἀποστείλῃ βουλευτὴν, δὲν δύναται ἀκολούθως νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν δὲν εἶναι 124· ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν εἶναι τὸ αἰτιατὸν, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος τὸ αἴτιον εἶναι ἡ αἰτιολογία τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ ὡς τοιαύτη δὲν ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον ζήτημα.

§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου.

§135ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ δώσῃ τέρμα εἰς τὴν πολὺ παραταθεῖσαν συζήτησιν ταύτην περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, διότι ἡ μετριοπάθεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβάλλεται καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἦτο δ’ ἐπιβεβλημένον τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν ἐπρόκειτο τὸ παράπαν νὰ μεταβληθῇ ἡ οὐσία· ἐπιμονὴ δὲ, μὴ δυναμένη νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐλαχίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος, ἴσως ἐνίοτε δύναται νὰ δικαιολογηθῇ παρὰ τῇ ἀντιπολιτεύσει, οὐδέποτε ὅμως παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι παραλογισμὸς ἡ διαίρεσις· ὑπέβαλεν ἔπειτα πρότασιν ἑτέραν, ἀλλ’ ἀπέσυρε καὶ ταύτην, ἐδέχθη δὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Βώλου βουλευτής. Ἡ πρότασις αὐτὴ τί λέγει; Λέγει, ὅτι ἡ ἀπαρτία συνίσταται ἐξ 123 βουλευτῶν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον ἡ πρότασις εἶναι ἀτελὴς, διότι ὅσοι θὰ εἴπουν, ὅτι ἡ ἀπαρτία δὲν εἶναι 123, δὲν λέγουν πόση εἶναι αὕτη, ἔπρεπε δὲ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν τύπον ἐὰν ἡ ἀπαρτία σύγκειται ἐξ 124, ἢ μᾶλλον, ὅπερ τὸ ὀρθότερον, τίς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τοῦ συνόλου. Ἀφίνομεν ὅμως ταῦτα ἡμεῖς, καίτοι ἀντιπολιτευόμενοι. Τί εἶναι ἡ ἀπαρτία; τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Τί δὲ λέγουν ὅσοι ψηφίζουν ὑπὲρ τῶν 123; ὅτι ὁ ὅλος ἀριθμὸς εἶναι 244. Τί λέγουν ὅσοι ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν 124; ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι 245· διότι οὗτοι μὲν θεωροῦσι μὴ νομίμως ἀκυρωθὲν τὸ Διάταγμα, τὸ ἀναγνωρίζον ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος, ἐκεῖνοι δὲ τὸ ἐναντίον. Ὑπὸ τὴν ἐξήγησιν ταύτην δεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου.

§136Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὴν δεχόμεθα (θόρυβος).

§137Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν δύω προτάσεων νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ ἀπωτέρα· ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου διαλαμβάνει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ οὐδεμία μεταβολὴ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπαρχόντων, ὅτι ἡ ἀπαρτία δηλ. ἀποτελεῖται ἀπὸ 123· ἡ ἐμὴ πρότασις διαλαμβάνει, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἀπὸ 124, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι 245, διότι δὲν ἠκυρώθη τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Λοιπὸν ἀπωτέρα εἶναι ἡ προτείνουσα τοὺς 124. Ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ λύσωσιν αἱ πλειονοψηφίαι, διότι ἰσχύουσιν ἐπ’ αὐτῶν κανόνες ἀπαράβατοι, οἷος π. χ. ὅτι ψηφοφοροῦνται πρῶτον αἱ τροπολογίαι καὶ ἔπειτα αἱ προτάσεις, ὅτι ψηφοφοροῦνται πρῶτον αἱ ἀπώτεραι προτάσεις καὶ ὕστερον αἱ ἐγγύτεραι. Ἄν τεθῇ πρώτη εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου ὡς ἀπωτέρα, τί θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν; Παραδέχεσθε ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι 123; ὅσοι δὲν παραδέχονται τοῦτο, τί θέλουσιν εἰπεῖ; ὄχι· ἀλλὰ λέγοντες ὄχι, δὲν λέγουσι πόσοι ἀποτελοῦν τὴν ἀπαρτίαν· δὲν λέγουν δὲ, διότι δὲν ἐρωτήσατε αὐτούς. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ τὸ θέμα οὕτως, ὥστε ὅσοι θεωροῦν μὴ ἀποτελουμένην τὴν ἀπαρτίαν ἐξ 123, νὰ ἔχωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀπαιτοῦσι τὴν παρουσίαν 124· ἀπωτέρα λοιπὸν εἶναι ἡ ἐμὴ πρότασις.

§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, προτάσσονται αἱ τροπολογίαι τῶν προτάσεων. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου εἶναι τροπολογία τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ πρέπει νὰ προταχθῇ (θόρυβος).

§139ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ματαιοπονοῦμεν μέχρι τοῦδε. Ὁ Νόμος λέγει, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουν οἱ Κρῆτες, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἐκ τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς, ὅτι δὲν ἔχουν τὸν νόμιμον πληθυσμὸν (θόρυβος).

§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.

§141ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Τὸ Διάταγμα εἶναι ἄκυρον, καὶ ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον (θόρυβος).

§142ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπίστευα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου εἶναι τροπολογία τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Τότε ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα; Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἦτο 124, ἤθελε γεννηθῆ ζήτημα; ἐπειδὴ ἀναφέρεται, ὅτι εἶναι 123, δι’ αὐτὸ γίνεται ἔνστασις. Τὸ θέμα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἂν ἡ πρότασις αὕτη νὰ προϋπῆρχε τῶν πρακτικῶν, ἐφ’ ὧν ἡμεῖς συζητοῦμεν. Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ὅτι οὐ μόνον εἶναι ἀπωτέρα ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἀλλὰ καὶ τροπολογία τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη.

§143ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ ζήτημα περὶ πρακτικῶν δὲν πρέπει νὰ συνδέσωμεν ζητήματα περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ συνοικισμοῦ. Περὶ τούτου ἴσως ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐμβριθεστέρα καὶ ἐκτεταμένη συζήτησις. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν «ἡ Βουλή, ἀπέχουσα νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος καὶ ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§144Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Φειδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει πᾶσα παρεκτροπὴ ἀπὸ τῆς λογικῆς, συναινῶ νὰ ψηφοφορηθῇ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀπωτέρα, ἡ μὴ πράγματι ἀπωτέρα πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου.

§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου ἔχει οὕτως «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ὁ νόμιμος πρὸς ἀπαρτίαν ἀριθμὸς εἶναι 123 βουλευταὶ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης Γεώργιος Παχὺς Ο
Νικόλαος Στεφανίδης ΝΔημήτρ. Καλλιφρονᾶς
Ἰωάννης Μεσσηνέζης ΟΔημήτριος Ῥάλλης Ν
Κωνσταντῖνος Θεοδώρου ΟΠαῦλος Καλλιγᾶς Ν
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈνδρέας Ψύλλας Ν
Ἀριστείδης Ἀργυρόπουλος ΝΔημ. Μουτσόπουλος Ν
Δημήτριος Οἰκονομίδης Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν
Λεωνίδας Καρυστινάκης ΝἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο
Μιχαὴλ Καΐρης Ὀρφανὸς ΟΝικόλαος Λεβίδης Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Ἀνδρ. Στράτος Ν
Λεωνίδας Ζωγράφος ΟΚωνσταντῖνος Στράτος
Σωτήριος Δανόπουλος ΟἸωάννης Καρτάλης Ν
Γεώργιος Τσώκρης ΝΝικόλαος Γεωργιάδης Ν
Κωνστ. Καραπάνος ΝΓεώργιος Φιλάρετος Ν
Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΝΔημ. Τερτίπης Ν
Νικόλαος Κουκουσλῆς ΝἈπόστ. Βασαρδάνης Ν
Ἀπόστ. Φρόνιμος ΝΛεων. Κοκκορῖκος Ν
Κωνστ. Γρίβας ΟΓεώργ. Φραγκίδης Ν
Τατσέλος Μαυρομάτης ΟΤιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
Ἀντ. Βάλβης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ν
Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΟΓεώργιος Παπαγεωργίου
Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟἈριστομ. Χατζηνικολῆς
Θεόδωρος Δηλιγιάννης ΟΝικόλ. Παπανικολάου Ν
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΝικόλαος Μπαλάφας Ν
Ἠλίας Παλαμίδης ΝΓεώργιος Κόρπας
Ἰωάννης Λαμπρυνόπουλος ΟἈνδρέας Ἱερομνήμων Ο
Πέτρος Πετροπουλάκης Δημ. Κουρκουμέλης
Χαρίλ. Τζανετάκης ΟἈθ. Παραμυθιώτης
Πολυμέρης Ζαρίμπας ΟΝικόλαος Βασιλάκης Ν
Χριστόδ. Στεριάδης ΝΔημ. Τουρνάκης Ν
Νικόλαος Κατσικαπῆς ΝΣπυρ. Α. Νοταρᾶς
Γεώργιος Λιδωρίκης ΝΦώτ. Κανελλόπουλος Ν
Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΔημ. Σταυρόπουλος Ν
Ν. Παππαμιχαλόπουλος ΟΠαναγ. Ντετάκης Ν
Παναγ. Ῥίτσος Νικόλαος Βαλσαμάκης
Ἰωάννης Γ. Καπιτσίνης ΟἈνδρέας Μεταξᾶς Ο
Ἀντ. Μήτσας Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΝ
Γεώργιος Μίλησης
Δημ. Χατζόπουλος ΟἈγαμ. Μεταξᾶς Ν
Γεώργ. Ζηνόπουλος ΟΣπυρ. Κοντολέων Ν
Νικόλαος Δ. Ζῶτος ΟΚοσμᾶς Πανάρετος Ο
Δημ. Βουλπιώτης ΝΣτυλ. Κασιμάτης Ν
Μιχ. Ἰατρίδης Χαράλ. Χρηστόπουλος Ν
Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ΝΚ. Χατζηπαναγιώτης Ν
Φριδερῖκος Καῤῥὲρ ΝΣωκράτης Τζιβανόπουλος Ο
Ἀναστ. Λούντζης ΝἈντ. Καρδαρᾶς
Ῥοβέρτος Ῥώμας ΟΚωνστ. Σαλταφέρος Ν
Ἀλέξ. Καραμπίνης ΝΔημ. Δημητρακάκης Ο
Στέφ. Στεφανόπουλος ΝΜελέτιος Ῥουσσόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΟἈριστ. Τσιβανόπουλος Ο
Θεμιστ. Δαραλέξης Περικλ. Παπαδόπουλος Ο
Δημοσθ. Δόγκας ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης
Ἀναγνώστης Δαλιάνης ΝἈνασ. Ζαρμάνης Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης Κωνστ. Ἰσχόμαχος Ν
Διομ. Διαμάντης ΟΧαλὴλ Δερβὶς Βέης
Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Σερὶφ Βέης
Σπυρ. Γ. Κουκούλεζας ΝἸω. Γεωργαντᾶς
Νικόλ. Δ. Νομικὸς ΝΛάζ. Παπασταθόπουλος Ο
Ἀριστομ. Βαλέττας ΝΓεώργιος Λάππας
Δημ. Γαβαλᾶς ΟΠ. Μπογδάνος
Δημοσθένης Στάϊκος Σπυρ. Βαλαωρίτης Ν
Βαρβαρῖγος Πήλικας ΝΞενοφῶν Βαλαωρίτης Ο
Χρῆστος Σολιώτης ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΔημ. Παπαλουκᾶς
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΦίλ. Βάρβογλης Ο
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΝἸω. Στεφανόπουλος Ο
Δημ. Τσαχτσήρης ΝΠαναγ. Κ. Μανέτας Ο
Ἀλκιβ. Μάνταλος ΝΔημ. Ζέγγελης Ν
Π. Λεβέντης ΝἈναστ. Σεχιώτης
Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ν
Κωνστ. Φλέσσας ΝἨλ. Κοσσονάκος Ν
Δημ. Τζάννες ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
Δημ. Κάρτσωνας Βασίλ. Βούτουνας
Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟΣτέφ. Δραγούμης Ν
Ἀθ. Ζαμπάκης ΝΔημήτριος Τριγγέτας Ο
Γεώργιος Σταμούλης Ἀθαν. Μισυρλῆς
Σπυρ. Ἀλαμάνος Π. Τριγγέτας Ο
Κωνστ. Βασιλάκης Εὐάγγελος Ἀντύπας Ν
Λεων. Δεληγεώργης Γεώργιος Φλωριᾶς
Χαρίλ. Τρικούπης ΝἈναστ. Ζερβὸς
Ἐπαμ. Μπέλιας ΝἸω. Ἀστεριάδης Ν
Περικλ. Μποῦτος ΝΚωνστ. Βελισσάριος Ν
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Δημ. Π. Γουδῆς Ο
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος ΟΓεώργ. Δ. Λεωνίδας
Κωνϛ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
Ἀνδρ. Πρεζάνης ΝἸωάννης Γρυπάρης Ν
Ἀντ. Μάτσας ΝἈντώνιος Πετρίτσης Ν
Μιλτιάδης Βαρότσης ΟΚωνστ. Κατσάκος
Ὄθων Μαῦρος ΝΔημήτριος Παρασκευᾶς Ν
Μιχ. Δαμιράλης Κωνστ. Κοττίκας Ν
Δημ. Δεσποταῖος Χ. Ῥίγγας Ν
Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος Στάμος Νάζος
Νικόλ. Φαρμάκης ΟΠέτρος Μωραϊτίνης Ν
Ἠλ. Ποταμιάνος ΝἸω. Ζαλλώνης
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟἈλέξ. Χατζηπέτρος Ν
Τηλέμαχος Ῥούκης Νικόλαος Στουρνάρας Ν
Ἀλέξ. Πετσάλης ΝΚωνστ. Ῥαδινὸς Ν
Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Ν. Ταρμπάζης Ν
Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΔημ. Ἀντωναρόπουλος Ν
Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ο
Λεων. Καπετανάκης ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Ἀσημ. Χρηστόπουλος ΝΔημ. Παπατσώρης Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος ΟΝικόλαος Βλαχόπουλος Ν
Ζ. Ζαρειφόπουλος Κωνστ. Διαλέτης Ο
Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας ΝΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ν
Θεοδ. Ῥωμαῖος ΝἈντ. Α. Ἀντωνιάδης Ν
Δ. Μεταλλινὸς Ἰωάν. Παπαδόπουλος Ν
Παναγ. Ἰακωβάτος Ἀθ. Ζαφειριάδης Ν
Νικόλ. Μεταξᾶς ΝΓεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
Ε. Ἀρδαβάνης Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
Νικόλ. Κάγκας Θεοδ. Ν. Γκίκας Ο
Ὀδυσ. Πετρόπουλος ΝΠέτρος Σκουμπουρδῆς Ν
Ἠλ. Παπαηλιόπουλος ΝΚομνᾶς Τράκας
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ἀθ. Κέφαλος Ο
Γεώργ. Παπαστάμος ΝἸω. Καλαμάρας Ο
Γεώρ. Ῥοῦφος ΝΔημ. Ζουλούμης Ο
Ἀγγελῆς Ῥοῦφος ΝΘ. Φλογαΐτης Ν
Περικλ. Καλαμογδάρτης ΝΒ. Βουδούρης Ν
Ἀριστομ. Κοντογούρης Δ. Κριεζώτης
Νικόλ. Κουμανιώτης ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ν
Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος ΟΚ. Παπανικολῆς Ν
Θ. Κανάρης

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 183, ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου 120, καὶ κατ’ αὐτῆς 63. Συνεπῶς ἡ πρότασις αὕτη, δι’ ἧς ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν εἶναι 123, ἐγένετο δεκτή. Οἱ παραδεχόμενοι ἤδη, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς 17 Δεκεμβρίου ἔχουσι καλῶς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῶν πρακτικῶν.

§148Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὑποβάλλω τὸ Νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ Ταμείου, συνεπῶς πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ἔδωκα.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διελύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
2τῆς 21 Δεκεμβρίου 1882
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 3 Μ. Μ.
5(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ
6τῆς 38 συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτι-
8κῶν;
9§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε· τὸν
10λόγον.
11§3ΠΗΛΙΚΑΣ (Γραμματεύς). Νὰ ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ
12τῆς χθές;
13§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
14§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ
15τῶν ἀναγνωσθέντων πρακτικῶν τοῦ Σαββάτου.
16§6Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις, κ. Πρόεδρε,
17κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, καθ’ ὃν τρόπον ἀν-
18τελήφθη τῶν τότε λαβόντων χώραν δυσαρέστων συμβε-
19βηκότων, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἔκρινεν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπείσθη,
20ὅτι εἶχε, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα, δικαίωμα νὰ
21ἀποχωρήσῃ τῆς συνεδριάσεως, ἀπεχώρησε δὲ ποιήσασα
22ἔκκλησιν πρὸς τὴν φιλοπατρίαν τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ
23ζητήσασα διὰ τῆς ἐκκλήσεως ταύτης νὰ δοθῇ ἡ προσή-
24κουσα ἱκανοποίησις, ἥτις ὠφείλετο πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τὴν
25πλειοψηφίαν, καὶ ἐξασφαλισθῇ αὐτῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐ-
26λευθερία τοῦ λόγου. Παρακαλῶ ἑπομένως ἐκείνους, οἱ ὁ-
27ποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύωσιν ἐν ὀνόματι τῆς
28πλειοψηφίας, νὰ μᾶς εἴπωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῶν
29γενομένων, καὶ νὰ εἴπωσιν ἐὰν ἔχωσι σκοπὸν νὰ ἀκούσωσι
30τῆς αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ μειοψηφία προχθὲς τὸ Σάβ-
31βατον ἀπηύθυνεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν.
32§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται, νομίζω,
33περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἢ τῆς συμπολι-
34τεύσεως, πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς Βουλῆς. Ταύ-
35την τὴν ἱκανοποίησιν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ὅλοι. Νο-
36μίζω δὲ, ὅτι ἄριστα τὴν ἐπιδιώκομεν, μὴ προκαλοῦντες
37σήμερον ἀντεγκλήσεις, μὴ ἐπιζητοῦντες οὗτος νὰ ῥίψῃ
38ἐπ’ ἐκείνου τὸ ἁμάρτημα, μὴ θέλοντες οὗτοι νὰ δικαιο-
39λογηθῶσιν, ὅτι δὲν προεκάλεσαν, καὶ ἐκεῖνοι, ὅτι προε-
40κλήθησαν. Τὰ συμβάντα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρία-
41σιν ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε εἶναι συμφέρον πάντων ἡμῶν
42νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ἐξέτασιν λεπτομερῆ τῶν γενομένων,
43καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ τὰ πρακτικὰ ὡς λίαν καλῶς συν-
44ταχθέντα. Ἐὰν εὐθὺς κατόπιν τῆς ἐπελθούσης ταραχῆς
45δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀποχώρησίς τινων ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν,
46θὰ ἠδυνάμεθα τότε νὰ ἐξετάσωμεν τὰ συμβάντα, καὶ ἐπ’
47αὐτῶν ἀποφαινόμενοι νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν Βουλὴν, ἀ-
48ποδοκιμάζοντες ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν ταῦτα·
49ἀλλὰ σήμερον μετὰ παρέλευσιν δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν, νὰ
50ἐρχώμεθα ἀνασκαλίζοντες τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω, ὅτι
51δὲν συντελεῖ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀ-
52ποστροφὴ, τὴν ὁποίαν ὅλοι αἰσθανόμεθα πρὸς τὰς σκηνὰς,
53αἱ ὁποῖαι διεδραματίσθησαν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, νομίζω,
54ὅτι ἄριστα θέλει ἐκδηλωθῆ διὰ τῆς παραδόσεως εἰς τὴν
55λήθην τῶν γενομένων καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποί-
56αν ὀφείλομεν πάντες νὰ λάβωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπι-
57τρέψει εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ἐπαναληφθῶσιν ὅμοιαι σκηναὶ
58ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιαῦται
59σκηναὶ δὲν θέλουσιν ἐπαναληφθῆ, καὶ θὰ ἦναι ἡ ἀρίστη
60ἱκανοποίησις, ὅτι, μετὰ τὸ συμβὰν κατὰ τὴν προτελευ-
61ταίαν συνεδρίασιν, ὅμοιον ἄλλο δὲν θέλει συμβῆ ἐν τῇ
62Ἑλληνικῇ Βουλῇ.
63§8Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μεγίστου ὄντος ἀγαθοῦ τοῦ μὴ ἁ-
64μαρτεῖν, δεύτερον ἀγαθὸν τὸ δικαιωθῆναι. (Ἡρὰλ)· τοὐ-
65τέστιν κάλλιον ἐστὶν τὸ νὰ μὴ ἁμαρτάνῃ τις, καλὸν δὲ
66ἐπίσης εἶναι καὶ νὰ ἐξελεώνηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐκ τῆς
67ἀρχῆς ταύτης ἀναχωροῦντες δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ἀδυσώ-
68πητοι ἀπέναντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὰ λυπηρὰ
69συμβάντα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν ἄφεσιν
70ἁμαρτιῶν καὶ εὐχηθῶμεν ἐκ καρδίας νὰ μὴ ἐπαναλη-
71φθῶσι τοῦ λοιποῦ τὰ δυσάρεστα ἐκεῖνα, δι’ ὧν προστρί-
72βεται μομφὴ εἰς τοὺς βουληφόρους, καὶ διασείεται ἡ
73προσήκουσα ὑπόληψις καὶ τιμὴ τοῦ κοινοῦ.
74§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββα-
75τον, κύριοι, λαβόντα χώραν λυπηρὰ γεγονότα ἐκρίθησαν
76ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν πολλῷ σπουδαιότερα ἢ ὅσον ὁ
77κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκε σήμερον
78ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἔκρινεν αὐτά. Κατὰ τὸ παρελθὸν Σάβ-
79βατον δὲν προέκειτο περὶ βουλευτοῦ, ὅστις ἠγόρευε, οὐδὲ
80περὶ βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διέκοπτον αὐτόν. Κατεδείχθη
81ἡ προαίρεσις τοῦ μέλους τῆς πλειονοψηφίας, τὸ ὁποῖον
82κατέλιπε τὴν θέσιν του, εἰς ἣν ἡ πλειονοψηφία ἔταξεν
83αὐτὸ, ἐπὶ τοῦ Προεδρείου, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονι-
84σμοῦ καὶ τῆς τάξεως, κατῆλθε καὶ ἐπέδραμεν ἐπὶ τὸ βῆ-
85μα τῆς Βουλῆς καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ ἀγορεύοντος βου-
86λευτοῦ.
87Ἐὰν δὲν ἐξετελέσθη, ἐὰν δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ κα-
88ταδηλωθεῖσα προαίρεσις, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἦτο δυ-
89νατὸν νὰ μὴ κατανοήσῃ πᾶσαν τὴν σημασίαν τῆς γενο-
90μένης πράξεως, καὶ νὰ μὴ σταματήσῃ πρὸ ταύτης.
91Τῶν πολυμελῶν Σωμάτων αἱ ἀποφάσεις ἐκφράζονται
92διὰ τῶν ψηφοφοριῶν, ἡ πλειονοψηφία ἐπιβάλλει τὴν
93γνώμην αὐτῆς, καὶ αὕτη ὡς τοιαύτη ἔχει πᾶν νόμιμον
94κῦρος, καὶ αἱ γνῶμαι τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ἡ γνώμη
95τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας, ἡ
96μειονοψηφία κατέχει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ
97πρὸς τὴν δύναμιν ἐκείνης, κατέχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐ-
98λευθερίας τοῦ λόγου. Ὅταν δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅθεν
99δήποτε καὶ ὅπως δήποτε περιορίζηται, εἴτε διὰ τοῦ τρό-
100που, ὅστις κατεδηλώθη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
101ἄλλοτε, εἴτε διὰ τοῦ πρακτικωτέρου τρόπου, ὅστις πα-
102ρεστάθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἡ μειονο-
103ψηφία δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑπάρξεως, διότι ἡ ἐλευθε-
104ρία τοῦ λόγου αὐτῆς ἀπωλέσθη, διότι τὸ μόνον δικαίω-
105μα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸ ἐγ-
106κείμενον ἐν ταῖς πλειοψηφίαις δικαίωμα τῆς ἀποφάσεως,
107τὸ μόνον τοῦτο δικαίωμα ἀφῃρέθη ἀπὸ αὐτήν.
108Ἰδοὺ διατί ἡ μειοψηφία ἐπείσθη, ὅτι εἶχε, κατὰ τὸ
109κοινοβουλευτικὸν νόμιμον, δικαίωμα νὰ ἀποχωρήσῃ κατὰ
110τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου· ἀλλ’ ἀποχωροῦσα παρε-
111χώρησε τὸν προσήκοντα καιρὸν εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ
112ἀποφασίσῃ καὶ διαγράψῃ ἐπὶ τὸ μέλλον τὴν πορείαν της
113καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σημασίαν τῆς πράξεως, ἥτις ἔλαβε
114χώραν· διὰ τοῦτο ἐδήλωσεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι
115δὲν ἀποχωρεῖ σταθερῶς καὶ διαρκῶς, ἀλλὰ προσωρινῶς
116καὶ διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καιρὸν νὰ ἐξασφα-
117λίσῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν τὸ δικαίωμά της, νὰ δείξῃ εἰς
118αὐτήν, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, τῆς ἐλευθερίας
119τοῦ λόγου, ἐπὶ τὸ μέλλον δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδένα οἱον-
120δήποτε περιορισμόν.
121Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἐκφράζομεν οὐδὲν παράπονον· δὲν
122ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπευθύνωμεν οὐδεμίαν παρατήρησιν
123πρὸς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις κατέλιπεν τὴν θέσιν
124του προχθὲς καὶ ἐπέδραμεν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐὰν ὁ ἐπὶ τοῦ
125βήματος ἀγορεύων τότε δὲν ἐτήρει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁ-
126ποῖα ἐπιβάλλονται πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας ὑπὸ τοῦ Κα-
127νονισμοῦ, ἡ Βουλή, ἤτοι ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, ἔχει τε-
128ταγμένον ἄνωθεν τοῦ βήματος τούτου τὸν Πρόεδρον, εἰς
129ὃν ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν ἐκεί-
130νους τῶν ἀγορευόντων, οἵτινες λησμονοῦσι τὰ ὑπὸ τοῦ
131Κανονισμοῦ ἐπιβαλλόμενα αὐτοῖς καθήκοντα. Ἀλλ’ ὁ
132μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταχθεὶς ἐπιμελητὴς τῆς τάξεως οὐ-
133δὲν τοιοῦτον ἔπραξε, οὐδεμίαν τοιαύτην ἀπηύθηνε πρὸς
134τὸν ἀγορεύοντα τότε παρατήρησιν· μέλος δὲ τοῦ Κοινο-
135βουλίου, μηδαμῶς ἐπιτετραμμένον τὴν τήρησιν τῆς τά-
136ξεως, ἔπραξεν ὅ,τι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε δι-
137καίωμα νὰ πράξῃ, οὐδὲ ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, οὐδὲ ἡ μει-
138οψηφία αὐτῆς, οὐδ’ ἡ Βουλὴ σύμπασα. Καὶ ἐνῷ ταῦτα
139ἐτελέσθησαν, ἐκεῖνοι, οἵτινες εὐθύνονται διὰ τὰς πράξεις
140καὶ δι’ αὐτὰ τὰ φρονήματα τῆς πλειοψηφίας καὶ διὰ τὴν
141ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς τάξιν, ἐτήρουν ἄκραν
142σιγήν, οὐδὲ ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ
143κῦρος τοῦ λόγου των, διὰ νὰ προλάβωσι τὰ γενόμενα, ἤ,
144καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο, διὰ νὰ ἐπανορθώσωσι τὰ κακῶς γε-
145νόμενα.
146Ἡμεῖς, τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, γνωρίζομεν τὰ καθή-
147κοντα, ἅτινα ἔχομεν. Γνωρίζομεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑπο-
148τασσώμεθα εἰς τὴν θέλησιν τῶν πλειόνων. Ὡς μέλη
149μάλιστα τῆς μειοψηφίας δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι εἰς τὰ πλεῖ-
150στα μέλη τῆς πλειοψηφίας ἀποδίδομεν προσωπικῶς καὶ
151τὴν τιμὴν καὶ τὴν προσήκουσαν ὑπόληψιν. Διὰ τοῦτο,
152ὅτε ἀπεχωροῦμεν, ἀπετάθημεν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἐ-
153πικαλούμενοι τὴν ἰσχὺν, ἣν νομίμως ἀσκοῦσιν ἐπὶ τῶν
154ἡγητόρων αὐτῶν, καὶ ζητοῦντες νὰ καταστήσωσι πλέον
155σεβαστὰ τὰ δικαιώματα ἡμῶν.
156Καὶ δὲν ἀπετάθημεν πρὸς αὐτοὺς ἄνευ λόγου. Ἐνε-
157θυμήθημεν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε παρεκτροπή τις, ὁ παρεκ-
158τραπεὶς, ὁ διὰ τῆς παρεκτροπῆς του καταδηλώσας, ὅτι
159ἐλησμόνησε τὴν ἰδιότητα, δυνάμει τῆς ὁποίας διατελεῖ
160ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἔλαβε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνο-
161δον διδακτικὸν παράδειγμα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον
162νὰ διδάξωσιν εἰς τοὺς ἄλλους τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἔ-
163χουσι. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν ἀλλεπαλλήλων πα-
164ρεκτροπῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἐκ τῶν τάξεων τούτων· ἀλ-
165λὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ παραλείψω, οὐδὲ νὰ σιωπήσω, ὅτι ἐκ τῆς
166πλειοψηφίας παρεγνωρίσθησαν πολλάκις τὰ καθήκοντα,
167ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ πρὸ πάντων
168τὸ καθῆκον νὰ ἀναγνωρίζωσι τὸ δικαίωμα τῆς μειοψη-
169φίας. Καὶ ποῖος ἐξ ὑμῶν, κύριοι, ἐλησμόνησε τὰς ἥκιστα
170ἁρμοζούσας πρὸς Ὑπουργὸν φράσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
171Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπὶ τοῦ βήματος οὐδέποτε ἀγορεύων
172ἐνθυμεῖται, ὅτι εἶναι Ὑπουργός; Νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ὅτι
173ὁλόκληρον πολιτικὴν ὁμάδα τῶν ἐμῶν φίλων ἐξύ-
174βριζε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, λέγων, ὅτι καταῤ-
175ῥέουσιν ἐπ’ αὐτῆς αἱ ἀκαθαρσίαι; Νὰ σᾶς ἐνθυμίσω μετὰ
176τίνος ὑβριστικοῦ τρόπου ἔδωκε πρὸς τοὺς ἐπερωτῶντας
177αὐτὸν τὰς ὀφειλομένας ἀπαντήσεις; Νὰ σᾶς ἐνθυμίσω,
178ὅτι δὲν ὑπάρχει Βουλευτὴς, ὅστις ἀντεῖπεν εἰς τὰ Νο-
179μοσχέδια αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἐξύβρισε; Νὰ σᾶς ὑπεν-
180θυμίσω, ὅτι χθὲς ἀκόμη κατ’ ἐμοῦ, ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ
181Νομοσχεδίου τοῦ περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν
182ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν σιγάρων, ὅτι ἀπηύθυνεν ἄνευ
183λόγου φράσεις ἀνοικείους κατ’ ἐμοῦ; Ἢ νὰ σᾶς ὑπομνή-
184σω, ὅτι, συζητουμένης τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου,
185ἕτερος συνάδελφος αὐτοῦ, τὸ παράδειγμα ἐκείνου μιμού-
186μενος, ἀπηύθυνεν ὑβριστικὰς φράσεις κατὰ πάσης
187ταύτης τῆς πτέρυγος, παραστήσας αὐτὴν ὡς φοβουμέ-
188νην τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης;
189Ἢ νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν
190αὐτὸς ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως κατά τινα προη-
191γουμένην συνεδρίασιν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἐξ Εὐρυτανίας
192βουλευτὴν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου εἶχον ἀφαιρέσει κατὰ τὴν
193προτεραίαν τὸν λόγον;
194Οἱ κκ. Ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι ἐν
195Συνταγματικῷ Πολιτεύματι εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἡ-
196γέται κόμματος καὶ πλειοψηφίας, ἀλλ’ ὅτι, ἀφοῦ ἐγέ-
197νοντο Ὑπουργοὶ, δὲν πρέπει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κα-
198θηκόντων, τὰ ὁποῖα ὡς Ὑπουργοὶ ἐκτελοῦσι, νὰ σκέ-
199πτωνται ὡς ἀρχηγοὶ ἢ ὡς μέλη κόμματος, οὐδ’ ἐν τῇ
200Βουλῇ νὰ πολιτεύωνται ὡς ἡγέται κόμματος καὶ παλαι-
201σταὶ, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργοὶ, Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος. Καὶ
202ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς παρέστη οὐχὶ μόνον ὡς
203ἡγέτης κόμματος, ἀλλ’ ὡς ἡγέτης στρατιᾶς καὶ ἐπέκρινε
204τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ κατηγόρησεν αὐτὴν, ὅτι αὕτη
205παραλύει τὰς συνεδριάσεις, διότι δὲν παραμένει καὶ πέραν
206τῆς ὀγδόης ἑσπερινῆς ὥρας, καὶ ἦλθε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν
207στρατιάν του κατ’ αὐτῆς, ὡς ἁμαρτανούσης καὶ πταιού-
208σης. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐν Συνταγματικῷ Κράτει δύνανται νὰ
209ἔχωσι φίλους καὶ ὡς δύω καὶ ὡς τρία πρὸς ἕνα, ἀριθμού-
210μενοι ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν· ἀλλὰ δὲν
211πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων εἶναι
212μὲν ἐκτελεστικὴ δύναμις, ἡ δίδουσα τὴν ἔκβασιν τῆς μά-
213χης, ἀλλὰ, πρὶν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς μάχης, οἱ παλαίοντες
214ἔχουσι δικαίωμα νὰ πολεμήσωσι, καὶ ὀφείλουσι νὰ πολε-
215μήσωσι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ ὅπλα αὐτῶν.
216Ἐὰν ἔχητε ψήφους ὡς δύω ἢ ὡς τρία πρὸς ἕνα, θέλετε
217νικήσει, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ πολεμήσωμεν,
218καὶ ὁ πόλεμος ἡμῶν συνίσταται εἰς τὸ νὰ συζητῶμεν, νὰ
219ἐλέγχωμεν, νὰ ἀμφισβητῶμεν. Ἢ νομίζει τις μεταξὺ ὑ-
220μῶν ὅτι ἡ πλειοψηφία καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς εἶναι ἀνεπί-
221δεκτοι πάσης κρίσεως, ὅτι ἄνω ὑμῶν δὲν ὑπάρχει ἄλλος
222τις, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, καὶ ὅτι, ἐὰν ἀπο-
223φάσεις τῆς πλειοψηφίας δὲν ἦναι ὀρθαὶ, ἐὰν δὲν ἦναι
224συμφέρουσαι εἰς τὸ Κράτος, ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν δια-
225χειρίζεται ἡ πλειοψηφία, ἀπόλλυσι τὴν ἰσχὺν αὐτῆς, ἀ-
226πόλλυσι τὸ ἠθικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν αἱ
227ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ μεταβάλλωνται εἰς
228Νόμους καὶ νὰ ἐκτελῶνται ὑπὸ τῶν πολιτῶν;
229Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν ἀπειλῶν, αἵτινες, δημο-
230σιευθεῖσαι, ἀνεγνώσθησαν ὑπὸ πολλῶν κατὰ τὴν ἑπομέ-
231νην τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, καὶ αἵτινες διεδόθησαν
232ἐν τῇ πόλει κατὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω
233αὐτῶν· διότι, ἐὰν αἱ ἀπειλαὶ αὗται διεδόθησαν καὶ ἐ-
234γράφησαν, διὰ νὰ ἐνισχύσωσι τοὺς ἐν τάξεσι τῆς πλειο-
235ψηφίας ἀσθενεστέρους, διὰ νὰ δώσωσι θάῤῥος εἰς τοὺς δει-
236λοτέρους, ἵνα συμπηχθῶσιν αἱ τάξεις τῆς πλειοψηφίας, ἡ-
237μεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα· ἐὰν ὅμως ἐγράφησαν, διὰ νὰ
238πτοήσωσι τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν),
239ἔχω δικαίωμα νὰ μνημονεύσω αὐτῶν, ὄχι μόνον διὰ νὰ
240διδάξω ἐκείνους, οἵτινες ἐξετόξευσαν τὰς ἀπειλὰς ταύ-
241τας, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐπὶ τῶν θρονίων τούτων κα-
242θήμενοι, πολλάκις ἔδειξαν, ὅτι δὲν πτοοῦνται ὑπὸ τῶν
243ἀπειλῶν.
244Ἴσως οἱ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Κοινοβού-
245λιον δὲν γνωρίζουσι, ὅτι κατὰ παρελθόντας χρόνους ἄν-
246θρωποι, ἔχοντες καὶ πολιτικὴν δύναμιν πολλῷ ἀνωτέραν
247ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ νῦν διαχειρίζονται, καὶ κῦρος
248πολλῷ μεγαλείτερον, καὶ ἀποτελοῦντες αὐτοὶ μόνοι πο-
249λιτικὰς δυνάμεις, ἠπείλησαν πολλάκις τὴν ἐνάσκησιν ἡ-
250γεμονικῶν προνομιῶν, καὶ διενοήθησαν οὕτω νὰ πτοήσω-
251σιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντεπολιτεύοντο αὐτούς· ἀλλὰ δὲν
252ἤκουσαν παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν θρο-
253νίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἤκουσαν παρὰ τὴν φωνὴν
254«τώρα, τώρα»!
255§10ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς τὸ «τώ-
256ρα, τώρα.»
257§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτοὶ φοβοῦνται τὴν διάλυσιν.
258§12Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἄλλοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον
259τὸ «τώρα, τώρα.»
260§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὸ εἴπομεν καὶ τὸ λέγομεν.
261§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ.
262§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ «τώρα» καὶ τότε ἠκούετο καὶ
263νῦν ἀκούεται, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θέλει ἀκουσθῆ, ὁσάκις
264τοιαῦται ἀπειλαὶ διαδίδονται. Τὸ «τώρα», μάλιστα τώρα,
265κατὰ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἀπειληθῇ, καὶ μὴ κατ’ ἐ-
266κείνων οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐπὶ τῶν θρονίων ἐκείνων· διότι
267εἰσὶν ἕτοιμοι, ἂν ἤθελε γείνει ἔκκλησις ἐνώπιον τῶν ἐ-
268κλογέων, νὰ διδάξωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσι
269πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ παραστῶσιν ἐνώπιον τῶν
270ἐκλογέων καὶ νὰ παλαίσωσι στῆθος πρὸς στῆθος, καὶ κα-
271ταδείξωσι τίνες οἱ περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων ἀγωνι-
272ζόμενοι, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶσι μετὰ θάῤῥους τὴν ἀπόφα-
273σιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν,
274ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ δὲν θέλει εἶσθαι δυσμενὴς πρὸς ἡ-
275μᾶς.
276Εἶπον, ὄχι μόνον διὰ νὰ διδάξω ἐκείνους, οἵτινες
277κατέφυγον εἰς τὰς ἀπειλὰς, πόσον κεναὶ ἦσαν αὗται,
278ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἦσαν ἀντισυν-
279ταγματικαί.
280Ἰδοὺ οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀντιπολί-
281τευσις ἐποιήσατο τὸ παρελθὸν Σάββατον ἔκκλησιν πρὸς
282τὴν πλειοψηφίαν. Ἡ πλειοψηφία, ὡς κατέχουσα ἐν τῇ
283θέσει αὐτῆς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ
284Κοινοβουλίου, εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι συντηρητική. Ἡ
285πλειοψηφία ἔχει καθῆκον πρώτη νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν τά-
286ξιν, καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κανόνων, καὶ
287νὰ διαγράφῃ τὴν εὐθεῖαν καὶ ὁμαλὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν
288πρέπει νὰ ἀκολουθῇ τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ πλειοψηφία πρώ-
289τη ὀφείλει νὰ καθιστᾷ δυνατὴν τὴν ἄσκησιν τῶν συν-
290ταγματικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ
291μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία, εἰμὶ
292πεπεισμένος, σύγκειται ἐξ ἐντίμων πολιτῶν, ἔχει ἀκόμη
293καὶ ἄλλο καθῆκον, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ἀποφάσεις
294τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦ-
295μεν, αἱ ἀποφάσεις αὗται νὰ ἐξενεχθῶσι μετὰ πλήρη ἐ-
296λευθερίαν λόγου καὶ μετὰ πλήρη συζήτησιν. Ἔχει καθῆ-
297κον καὶ συμφέρον νὰ μὴ ἀναλάβῃ μόνη τὴν εὐθύνην εἰς
298τὴν ἐπιψήφισιν νέων φόρων καὶ βαρῶν, διότι τῆς εὐθύνης
299ταύτης τὰς συνεπείας πρέπει νὰ καταμετρήσῃ. Καὶ ἐνῷ
300ἡμεῖς παρέχομεν προθύμως τὴν συνδρομήν μας καὶ ἐρχό-
301μεθα ἐνταῦθα καὶ συζητοῦμεν μέχρι τῆς ὀγδόης ἑσπερι-
302νῆς ὥρας, ποῖαι καθ’ ἡμῶν δὲν ἐγένοντο πιέσεις, ποῖαι
303καθ’ ἡμῶν δὲν ἐγένοντο ἐπικρίσεις καὶ ἐντὸς τῆς αἰθού-
304σης καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, διότι ἀποχωροῦμεν τὴν 8ην;
305Καὶ ὅμως παριστάμεθα παρ’ αὐτῶν ὡς θέλοντες νὰ πα-
306ραλύωμεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
307Διὰ τοῦτο ἡ μειοψηφία ἐποιήσατο πρὸς τὴν πλειοψη-
308φίαν τὴν ἔκκλησιν νὰ ἐκφράσῃ αὕτη τὴν γνώμην της,
309ἐὰν προτίθηται καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐνα-
310σκηθῇ οἱαδήποτε πίεσις ἐπὶ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
311καθημένων. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη αὕτη, ἡ-
312μεῖς ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐνασκῶμεν τὰ συνταγματικὰ
313ἡμῶν δικαιώματα καὶ νὰ ἀπαιτῶμεν, ἵνα ἡ πλειοψηφία
314σέβηται τὴν ἐνάσκησιν τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν δικαι-
315ωμάτων· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἄλλως ἡ πλειοψηφία σκέπτεται,
316οὐδὲ τοῦτο ἀφορᾷ ἡμᾶς, διότι μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῆς,
317διότι πρὸ ἡμῶν καὶ πρὸ τούτων ὑπάρχει ἐν τῷ Συνταγ-
318ματικῷ Πολιτεύματι ἀνώτερος κριτὴς, καὶ εἰς τὴν κρί-
319σιν ἐκείνου θέλομεν ἀνὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἀποταθῆ.
320§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
321§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρα-
322κτικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριά-
323σεως τοῦ Σαββάτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγεί-
324ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
325(Ἀναγινώσκονται κατόπιν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς
326συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
327§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὰ πρακτικὰ τῆς Παρα-
328σκευῆς, ἐφ’ ὧν εἶχε τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακάκης. Ὁ κ.
329Δημητρακάκης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του;
330§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Κύριοι, ἐμείναμεν εἰς
331διαφωνίαν, ὅτι 123 βουλευταὶ δὲν ἀποτελοῦν τὸ ἥμισυ
332πλέον ἑνὸς τῆς Βουλῆς, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ συνοικι-
333σμοῦ τοῦ Ἀδάμαντος τοῦ νὰ στείλῃ βουλευτὴν δὲν κα-
334τηργήθη. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι οἱ δύω βουλευταὶ, οἵ-
335τινες κάθηνται ἐνταῦθα καὶ ἀνήκουν ἀμφότεροι εἰς τὴν
336συμπολίτευσιν, οἱ βουλευταὶ Μήλου· διότι, ἐὰν ἐθεωρεῖ-
337το κατηργημένον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος, οἱ δύω
338οὗτοι βουλευταὶ δὲν ἐτύγχανον νομίμου ἐκλογῆς, καθόσον
339αἱ ψῆφοι τοῦ Ἀδάμαντος ἐπηρέαζον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς
340πλειοψηφίας των· ἀλλὰ, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου
341Ἀδάμαντος δὲν κατηργήθη, διὰ τοῦτο ἐπεκυρώθη καὶ ἡ
342ἐκλογὴ Μήμου· καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ περιστάσεις συντρέ-
343χουν νὰ πείσουν, ὅτι ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος δὲν
344ἀπώλεσε ὁριστικῶς τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ βουλευτήν·
345ἑπομένως οἱ βουλευταὶ θὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 245 καὶ
346οὐχὶ εἰς 244, καὶ οἱ ἡμίσεις τῶν 245 πλέον ἑνὸς εἶναι
347124 καὶ οὐχὶ 123. Ἐπικαλοῦμαι μάλιστα εἰς ὑποστήρι-
348ξιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ μου αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
349κονομικῶν, Πρόεδρον τοῦ Τμήματος, τοῦ ἐξελέξαντος τὴν
350τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος ἐκλογὴν, καὶ τῆς ὁποίας ἐ-
351ξελέγξεως ἤμην ἐγὼ εἰσηγητὴς καὶ ὁ ὁποῖος ἀπῄτησα
352νὰ προτείνῃ τὸ Τμῆμα, ὅπως διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ἡ
353Βουλὴ καταργήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος· ἀλλ’ ὁ κ.
354Πρόεδρος μετὰ τῶν λοιπῶν, συμφωνησάντων, ν’ ἀκυρωθῇ
355ἡ ἐκλογὴ, ἀντέτειναν, εἰπόντες, ὅτι τὴν ἀκυροῦμεν διὰ λό-
356γους τυπικοὺς, τὴν ἔλλειψιν νομίμου προθεσμίας ἀπὸ τῆς
357ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκ-
358λογῆς ταύτης μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας, ὥστε δὲν
359ἐδόθη ὁ ἀνάλογος χρόνος νὰ ἀνακηρυχθῇ καὶ ἄλλος ὑπο-
360ψήφιος, ἐκτὸς τοῦ ἐκλεχθέντος, καὶ μὲ τὴν γνώμην ταύ-
361την ἐσυμφώνησε καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο
362καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὁδηγουμένη ἀπὸ τὴν ἀπό-
363φασιν ταύτην, ἀπεφάσισε νὰ συγκαλέσῃ τὸν συνοικισμὸν
364νὰ ἐκλέξῃ βουλευτήν· ἡ παροῦσα ὅμως Κυβέρνησις, ἀνα-
365καλέσασα τὴν διαταγὴν, δὲν ἐδικαιολόγησε ῥητῶς τὴν
366ἀνάκλησιν ταύτην διότι δὲν ἔχει ὁ συνοικισμὸς δικαίω-
367μα τοῦ ἀποστεῖλαι βουλευτὴν, ἀλλ’ ἐπερωτηθεῖσα καὶ ἐν
368τῇ Βουλῇ διὰ τὴν ἀνάκλησιν ταύτην, ἐδικαιολογήθη ὑ-
369ποσχεθεῖσα νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι νόμιμον καὶ πρὸς τὸ
370συμφέρον τοῦ συνοικισμοῦ, ἀφοῦ συγκεντρώσῃ τὰς ἀναγ-
371καίας πληροφορίας, χωρὶς ὅμως νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι ὁ συ-
372νοικισμὸς δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ βουλευτήν.
373Ἰδοὺ ὁ πρῶτος λόγος, δι’ ὃν θεωρῶ τὴν μὲν ἐκλογικὴν
374περιφέρειαν τοῦ Ἀδάμαντος ὑφισταμένην, τὰς δὲ ἀπο-
375φάσεις, τὰς γενομένας τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας μετὰ
376123 παρόντων βουλευτῶν, ἀκύρους, ὡς μὴ οὔσης νομί-
377μου ἀπαρτίας, ὥστε καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως
378ταύτης νὰ μὴ κυρωθῶσιν, εἰμὴ μὲ τὴν φράσιν, ὅτι: ὄντων
379123 βουλευτῶν, δὲν ἀπετελέσθη ἀπαρτία, ἀφοῦ μάλιστα
380τὴν προηγουμένην ἡμέραν εἶχε γείνει ἡ παρατήρησις, ἡ
381ὁποία γίνεται καὶ τὸ Σάββατον καὶ σήμερον, ἤτοι ὅτι ἀ-
382παρτία ὑπάρχει, ὅταν ἦναι 124 βουλευταὶ παρόντες καὶ
383οὐχὶ 123.
384Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὴν δευτέραν παρατήρησίν μου,
385ὅτι καὶ μὲ 123 ἂν θεωρηθῇ ὡς νόμιμος ἡ ἀπαρτία, τὰ
386πρακτικὰ τῆς Παρασκευῆς δὲν εἶναι πιστὴ ἀφήγησις τῶν
387ἀποφασισθέντων καὶ διατρεξάντων κατὰ τὸ τέλος τῆς
388συνεδριάσεως ταύτης. Τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας ἦσαν
389παρόντες ἐδῶ 122 συμπολιτευόμενοι βουλευταὶ, δὲν πι-
390στεύω νὰ τὸ ἀρνηθῇ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς, ἐκ δὲ τῆς ἀντι-
391πολιτεύσεως ἦτο παρὼν μόνος ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κέας,
392κ. Ἱερομνήμων, καὶ οὕτως ἀπετελέσθη ὁ ἀριθμὸς 123·
393μόλις δὲ ὁ κ. Πρόεδρος εἶχε προλάβει καὶ ζητήσῃ τὴν
394Ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, δι’ οὗ φο-
395ρολογοῦνται πάντα τὰ εἴδη κατὰ ἓν δωδεκατηρόμιον,
396καὶ ὁ βουλευτὴς αὐτὸς ἀπεχώρησεν, εἰδοποιήσας καὶ τὸν
397Πρόεδρον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ προχθὲς δὲν προσέβαλα τὴν
398ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὴν
399ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν καθέκαστα καὶ τοῦ συνόλου. Φρονῶ
400λοιπὸν, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς Παρασκευῆς πρέπει νὰ τρο-
401ποποιηθῶσι διὰ τῆς φράσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη
402τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, ἀποχωρήσαντος δὲ ἑνὸς τῶν
403βουλευτῶν καὶ μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, ἡ συνεδρίασις
404διελύθη. Ὅτι δὲ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέ-
405γω, ἐμαρτύρησεν εὐθὺς, ἀφοῦ ἐξῆλθεν, ὁ κ. βουλευτὴς
406Κέας, καὶ πολλοὶ τῶν συμπολιτευομένων ἐβεβαίωσαν
407τοῦτο, ἐξερχόμενοι κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως.
408Ἐρωτηθέντες τί ἔπραξαν, ἀπεκρίθησαν, ὅτι ἐψήφισαν
409μόνον τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, διότι ἀπεχώρησεν ὁ
410κ. Ἱερομνήμων καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Κύριοι, πρὶν ἢ
411συμβῶσιν τὰ τῆς Παρασκευῆς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν
412ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως ἔφερον τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι
413καλὸν εἶναι νὰ μὴ θέλῃ ἡ πλειοψηφία νὰ πιέζῃ τὴν μει-
414οψηφίαν, ἂν θέλῃ νὰ διεξαχθῇ ἐνταῦθα ἡ ἐργασία ἐν ἡ-
415συχίᾳ· οὐδέποτε ἐπῆλθε καλὸν ἀποτέλασμα, ὁσάκις ἡ
416πλειοψηφία ἠθέλησε νὰ πιέσῃ τὴν μειοψηφίαν. Ἐπικα-
417λοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πολλῶν ἐντίμων βουλευτῶν, ὄντων
418καὶ κατὰ τὸ 1868, ὅτι καὶ τότε ἐθέλησεν ἡ πλειοψηφία
419νὰ πιέσῃ τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἐπῆλθε χασμῳδία, ἡ ὁ-
420ποία συνέβη δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας, τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως
421ἦτο, ὅτι μετὰ δύω μῆνας οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βου-
422λὴ ὑπῆρχε.
423§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον,
424δι’ ἄλλον.
425§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σεῖς, κύριοι, ἄλλοτε ἐπετέθητε
426πικρὰ κατὰ πολὺ ἰσχυρωτέρου ὑμῶν, ὅστις ἠθέλησε διὰ
427τῆς πλειοψηφίας νὰ πιέσῃ τὴν μειοψηφίαν· μὴ θέλετε
428λοιπὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ αὐταὶ σκηναί. Γνωρίζε-
429τε, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀνέχεται τὴν
430καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων, ἅπερ παρέχει ἑκάστῳ ὁ
431Νόμος. Ἂν ἀνέχεται πιέσεις τὸ δημόσιον πνεῦμα τῶν
432Ἑλλήνων, ἡ ἀνοχή του εἶναι προσωρινὴ, ἀλλὰ δὲν πα-
433ρέρχεται πολὺς χρόνος καὶ ἡ ἔκρηξις εἶναι τρομερά. Εἴ-
434πομεν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ
435παραμένωμεν εἰς τὰς συνεδριάσεις πέραν τῆς 7½–8
436μ. μ., ὅτε πρέπει νὰ λήγωσιν αἱ συνεδριάσεις. Ἡ πίεσις
437τοῦ νὰ παραμείνωμεν μέχρι προκεχωρημένης νυκτὸς ἔχει
438ἀποτέλεσμα νὰ συγκροτῶνται στενόχωροι καὶ στιγμιαῖαι
439ἀπαρτίαι, καὶ ὄχι διαρκεῖς, οὔτε πέραν τῶν δύω λεπτῶν
440τῆς ὥρας, διότι ἔρχονται πολλοὶ τῶν βουλευτῶν μετα-
441φερόμενοι δι’ ὀχημάτων, διὰ νὰ εἴπωσι τὸ παρὼν καὶ ἀ-
442πέρχονται ἀμέσως. Προχθὲς ἐγένετο σκηνὴ μεταξὺ ὑπαλ-
443λήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κλητῆρος
444τῆς Ἀστυνομίας διὰ τὴν ἀπαγωγὴν βουλευτοῦ· ὁ ὑπάλ-
445ληλος ἔλεγεν εἰς τὸν κλητῆρα: διατί δὲν τὸν ἔφερες; —
446εἶναι ἀσθενὴς, ἀπαντᾷ ὁ κλητήρ· «νὰ τὸν φέρῃς μὲ τὸ
447στρῶμά του, τῷ ἀντέλεγεν ὁ ὑπάλληλος. Ἔπειτα ποῖα
448σκάνδαλα γεννῶνται, διὰ νὰ συγκροτηθῶσιν αἱ βεβιασμέ-
449ναι ἀπαρτίαι; Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν λοιπὸν αὐτὰ τὰ σκάν-
450δαλα, αὐτὰς τὰς ἐλαττωματικὰς συνεδριάσεις, καλὸν εἶ-
451ναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τακτικὴν καὶ ἤρεμον ὑπηρε-
452σίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἐ-
453κεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς συνέβη, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη
454τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου καὶ ὅτι μένουν πρὸς συζήτη-
455σιν τὰ καθέκαστα καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ.
456§22ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἠναγκασμένος
457νὰ εἴπω δύω λέξεις εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ
458κ. Δημητρακάκη, ὅτι ἐψηφίσθη μόνον ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομο-
459σχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων εἰς νέας δραχμὰς, καὶ
460ὅτι ὁ κ. Ἱερομνήμων ἐδήλωσεν, ὅτι ἀναχωρεῖ, καὶ κατὰ
461συνέπειαν δὲν ἦτο νόμιμος ἀπαρτία, κατὰ τὴν ψήφισιν
462τοῦ Νομοσχεδίου. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην προήδρευον, κύ-
463ριοι, ἐγὼ, ὅτε ἐγένετο ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ
464διετάχθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου· ὁ κ. Πρόεδρος μὲ
465ἐκάλεσε νὰ τὸν ἀναπληρώσω, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλό-
466γου ἐγένετο, ἐποπτεύοντος τοῦ κ. Ἱερομνήμονος, καὶ εὑ-
467ρέθησαν παρόντες 123 βουλευταί. Ἐκηρύχθη ἑπομένως ἡ
468Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ· ἠρώτησα τότε τὴν Βουλὴν ἂν δέχε-
469ται τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐ-
470δέχθη. Κατόπιν ὁ Γραμματεὺς ἤρξατο τῆς ἀναγνώσεως
471τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ Νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ἱερομνήμων,
472—τὸν ὁποῖον παρακαλῶ ὡς τίμιον ἄνθρωπον νὰ ὁμολογήσῃ
473ἂν ὅ,τι λέγω ἦναι ἀληθὲς—ὅτε ὁ Γραμματεὺς ἤρξατο τῆς
474ἀναγνώσεως τοῦ μόνου ἄρθρου, ἵστατο εἰς τὴν θέσιν αὑ-
475τὴν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν τοῦ βήματος) καί
476μοι ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀναγνω-
477σθῇ τὸ ἄρθρον, πρὶν ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως
478τοῦ κ. Πετιμεζᾶ περὶ ἀπαραδέκτου, ὅτε ἐγὼ τῷ εἶπον,
479ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν ὑφίστατο, διότι,
480πρὶν ἢ γείνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτία, ἡ Βουλὴ τὴν ἀ-
481πέῤῥιψεν. Ὁ Γραμματεὺς ἐξηκολούθησε τὴν ἀνάγνωσιν
482τοῦ μόνου ἄρθρου, ὅπερ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, καθὼς καὶ
483τὸ σύνολον· κατόπιν ὁ Γραμματεὺς ἤρξατο τῆς ἀναγνώ-
484σεως τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, ὅτε ὁ κ. Ἱερομνήμων
485εἶπεν, ὅτι «ἐγὼ ἀναχωρῶ». Μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην
486διέλυσα ἀμέσως τὴν συνεδρίασιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἱερο-
487μνήμονα νὰ εἴπῃ ἂν δὲν ἀφηγήθην τὰ πράγματα, ὅπως
488συνέβησαν.
489§23ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Κύριοι, μεταξὺ τῶν ἀντιπολιτευο-
490μένων μόνος ἐγὼ παρευρέθην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς
49117 Δεκεμβρίου, θέλω δὲ σᾶς κάμει ἀφήγησιν τῶν γεγο-
492νότων. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς πιέσεως, ἣν ἡ Κυβέρνη-
493σις διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐξασκεῖ, οὔτε περὶ τοῦ σκοποῦ,
494ὃν ἐπιδιώκει ἡ ἀπαρτία.
495Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, πρὶν ἢ ὑπογραφῇ ὁ κατάλογος,
496διότι ἐγὼ δὲν τὸν ὑπέγραψα, ὁ κ. Βουδούρης, ὡς Πρόε-
497δρος, εἶπεν, εἴμεθα 123· ἐγὼ τότε ἐδήλωσα ἀμέσως εἰς
498τὸ Προεδρεῖον, ὅτι εἶσθε 123, ἀλλὰ φεύγω καὶ ἐγὼ, καὶ
499μένετε 122· τὸ αὐτὸ ἐπανέλαβον καὶ ἀπὸ τὸ βῆμα. Ὅ-
500ταν δὲ ἀνεχώρουν, ἤκουσα ψηφιζομένην τὴν ἀρχὴν τοῦ
501Νομοσχεδίου.
502§24ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἦσθε εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπάνω, ὅταν
503ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σύγ-
504κειται ἀπὸ δύω γραμμάς· ὅταν κατέβητε δὲ εἰς τὸ βῆμα,
505ἡ Βουλὴ τὸ εἶχε ψηφίσει.
506§25ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Τοιαύτην ἀντίληψιν ἔκαμον ἐγώ· εἶ-
507πον, ἀπέρχομαι καὶ μένετε 122· κάμετε ὅ,τι θέλετε· ὅ-
508ταν δὲ ἀπηρχόμην, ἤκουσα ψηφιζομένην τὴν ἀρχὴν, χω-
509ρὶς νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Ὅταν ἤρ-
510χισε ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, ἐγὼ ἤ-
511μην ἔξω, ὅπου εὗρον 5 ἢ 6 βουλευτὰς τῆς συμπολιτεύ-
512σεως καὶ τοῖς διηγούμην τί συνέβη. Ἔφυγα μάλιστα
513τόσον δρομαίως, ὥστε ἄφησα καὶ τὸ μπαστούνι μου.
514§26ΠΗΛΙΚΑΣ. Ὅταν ἤρχισα τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Νομο-
515σχεδίου περὶ καπνοῦ, ἦσθε παρὼν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, καὶ
516εἴπατε: τώρα φεύγω.
517§27ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Αὐτὸ ἀντελήφθην ἐγὼ, καὶ πιστεύω,
518ὅτι καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν τῆς ἀντιπολι-
519τεύσεως ἀντελήφθησαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀντε-
520λήφθην (θόρυβος).
521§28ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
522§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑ-
523πουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἢ
524ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Ἱερομνήμων, μεθ’ οὗ καθ’ ὁδὸν ὡμίλησα
525περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ἦτο
526παρὼν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου.
527§30ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀνυπομονῶ νὰ κυρωθῇ τὸ Νομο-
528σχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων κατὰ 12% ἀδι-
529ακρίτως. Κηρύσσομαι δὲ κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦδε, ἀδιαφό-
530ρως ἐὰν θὰ γείνῃ ἢ οὐ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ἀλλὰ μολο-
531νότι ἐναντίος τοῦ Νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ὀφεί-
532λω ὅμως ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος νὰ ἀναφέρω εἰς
533τὴν Βουλὴν ὡς ἀντελήφθην τὰ συμβάντα κατὰ τὴν βαν
534ἀνάγνωσίν του. Δὲν ἀδικῶ τοὺς προλαλήσαντας, διότι
535εἰς τὸ χάος αὐτὸ, ὅπερ εἶναι ἔργον τῆς συγχρόνου ἀρχι-
536τεκτονικῆς ἐν Ἀθήναις, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ συμβαίνῃ
537ὅ,τι συμβαίνει, τὸ αὐτὸ πρᾶγμα νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται
538διαφοροτρόπως ἕκαστος. Αὐτὸ δὲ εἰς πολλὰς περιστάσεις
539τὸ εἴδομεν, καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν, ὅτε ἀντελή-
540φθημεν τὸ ἐσφαλμένον τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν,
541προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τῆς περὶ τῶν Δικα-
542στηρίων προτάσεώς μου. Ὀφείλω ὅμως, ἀφοῦ ἤμην καὶ
543ἐγὼ εἷς ἐκ τῶν 123, νὰ διηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς
544ἀντελήφθην τὰ συμβάντα. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς
545πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀντιπολίτευσιν), παρέ-
546μεινεν ὁ κ. Ἱερομνήμων, ὅπως ἐπιτηρήσῃ κατὰ τὴν ἀ-
547νάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Μετὰ τὸ πέρας ὁ κ. Πρόεδρος
548ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἦτον παρόντες 123 καὶ
549ὅτι ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ὁ κ. Πρόεδρος ἠρώτησε ἐὰν ἡ
550Βουλὴ δέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, αὕτη δὲ δι’
551ἀναστάσεως εἶπεν, ὅτι δέχεται. Ἀκολούθως δὲν ἀνέγνω-
552σεν ὁ Γραμματεὺς, ὡς ἀνακριβῶς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ Πρό-
553εδρος κ. Βουδούρης, ἀλλ’ ὁ ἴδιος Πρόεδρος.
554Τὸ Νομοσχέδιον, ὡς γινώσκετε, σύγκειται ἐξ ὀλιγίστων
555γραμμῶν. Ὁ κ. Ἱερομνήμων, ὅτε ἐβεβαιώθη, ὅτι ὑπῆρ-
556χεν ἀπαρτία καὶ ὅτι ἐματαιοῦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἐνστά-
557σεως, διενοήθη ν’ ἀναχωρήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἀνεχώρησεν. Εἰς
558αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον,
559ἀλλὰ λίαν ταχέως. Τότε ὁ κ. Ἱερομνήμων, ἐλθὼν πρὸ
560τοῦ βήματος ἐνταῦθα, εἶπε λέξεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἐγὼ
561δὲν ἤκουσα· ὑπέθεσα δὲ, ὅτι εἶχεν ὑποβάλει δευτέραν ἔν-
562στασιν ἀπαρτίας. Ἀκολούθως ἐνόησα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο
563περὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας· μάλιστα παρετήρησα εἴς τινα
564παρακαθήμενον, ὅτι ἀδεξίως διεξάγει τὸ ἔργον τοῦτο ὁ
565κ. Ἱερομνήμων.
566§31ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ ἤμην.
567§32ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὸν κ. Μποῦτον τὸ ἔλε-
568γον· διότι ἦτον πολὺ εὔκολον νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀπαρ-
569τίαν, ἐὰν τὴν ἰδίαν στιγμὴν, καθ’ ἣν παρεδέχθημεν τὴν
570ἀρχὴν, ὑπέβαλλε νέαν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
571§33ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠδύνατο.
572§34ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅ,τι εἶπον εἰς τὸν πα-
573ρακαθήμενόν μου βουλευτὴν κ. Μποῦτον. — Ἐπὶ τοῦ ἀνα-
574φυέντος λοιπὸν ζητήματος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κανονι-
575κὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ
576ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τί ἀντελήφθην, ἡ δὲ Βουλὴ εἶ-
577ναι κυρία νὰ μὲ πιστεύσῃ ἢ νὰ μὴ μὲ πιστεύσῃ· λυποῦ-
578μαι ὅμως, διότι τὰ παρεμπίπτοντα ταῦτα ζητήματα φέ-
579ρουσι δυσκολίαν εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν μας.
580§35ΤΙΝΕΣ. Τί προτείνετε;
581§36ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ ὁ
582κ. Ἱερομνήμων ἦτο παρὼν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρ-
583θρου, κατὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ ἄρθρου
584τοῦ Νομοσχεδίου, ἀφοῦ δὲ μετὰ τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο
585ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἄλλου Νομοσχεδίου, τὸ Νομο-
586σχέδιον ἐγένετο νομίμως δεκτὸν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν,
587ὅταν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην. Δὲν ἀδικῶ
588ὅμως οὔτε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κέας, οὔτε τὸν ἀξι-
589ότιμον προεδρεύσαντα ἢ ἄλλον τινὰ, ἐὰν οἱ λόγοι των
590δὲν ἦναι σύμφωνοι μὲ τὰ συμβάντα, διότι αἰτία τούτου,
591πιστεύω, εἶναι τὸ κτίριον τῆς Βουλῆς ἢ κάλλιον τὸ χάος
592τοῦτο.
593§37Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἴπατε, ὅτι μεταξὺ τῆς ἀνα-
594γνώσεως τοῦ καταλόγου καὶ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄρθρου ὁ
595Πρόεδρος λίαν ταχέως ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον· τί ἐννοεῖτε
596μὲ τὴν φράσιν;
597§38ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶπον, ἐπαναλαμβάνω καὶ βεβαιῶ, ὅτι
598ὁ κ. Πρόεδρος λίαν ταχέως ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον· τοῦτο
599δὲ, εἴτε διότι λίαν ταχέως διεξάγει πάντοτε τὰ καθή-
600κοντα τοῦ Προέδρου, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον· ἐγὼ δὲν εἶμαι
601εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὸν λόγον τῆς ταχείας ἀναγνώ-
602σεως.
603§39ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀρ-
604νηθῆ ἐκ τῶν προλαλησάντων, ὅτι τὸ μικρὸν χρονικὸν διά-
605στημα, τὸ ὁποῖον εἶχον, διὰ νὰ φύγω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον
606καὶ νὰ ἔλθω ἐδῶ, διὰ νὰ φέρω παρατήρησιν, δὲν ἦτον
607ἀρκετὸν, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρ-
608θρου.
609§40ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν θέλετε λαμβάνω τὸ ἄρθρον καὶ
610θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἕως ὅτου νὰ κατέλθητε τὸ Προεδρεῖον,
611θὰ τὸ ἔχω ἀναγνώσει δίς.
612§41ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο, παρὰ
613νὰ φύγω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ κάμω τὴν παρατήρη-
614σιν. Ὑπέβαλον δὲ παρατήρησιν περὶ τῆς προτάσεως περὶ
615ἀπαραδέκτου. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν κ. Δραγούμην, εὑρί-
616σκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ.
617Ὅτε ἀληθῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν μοὶ ἔκαμε τὴν παρα-
618τήρησιν διατί ἀπῆλθον, ἐγὼ δὲ τῷ εἶπον, ὅτι ἐξεπλή-
619ρωσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλλεν ἡ θέσις τῶν ἀντι-
620πολιτευομένων, τότε καὶ ὁ κ. Δραγούμης, εἰς τὸν ὁποῖον
621εἶπον, ἐὰν ἔμενον, ἠθέλετε ψηφίσει ὅλα; βεβαίως, μοὶ
622εἶπε, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἠθέλομεν τὸν περάσει.
623Αὐτὴ ἦτον ἡ διάθεσίς των.
624§42ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.
625§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδιάφορον νὰ ἐξετάσωμεν σήμε-
626ρον ποῖον σκοπὸν εἴχομεν νὰ ἐκτελέσωμεν, ἐὰν ἤμεθα ἐν
627ἀπαρτίᾳ τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας· πιθανὸν εἶναι ὅτι
628ἠθέλομεν ἐκτελέσει τὸ ἡμέτερον καθῆκον, ὅτι ἠθέλομεν
629ἐξαντλήσει ὁλόκληρον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐ-
630κεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ ἐκ Κέας
631Βουλευτὴς εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁλόκληρον τὸ Νομο-
632σχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, προέβημεν καὶ
633εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, καὶ ἐνῷ
634εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου τού-
635του, τότε ἀπεχώρησε. Τότε καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ μιᾷ φωνῇ
636πάντες ἐζητήσαμεν νὰ μείνωμεν ἕως ἐκεῖ, καὶ ἐνθυμοῦμαι
637μάλιστα τὸν κ. Στεφανόπουλον κατελθόντα ἐσπευσμένως
638ἵνα εἰδοποιήσῃ τὸν Πρόεδρον καὶ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον.
639Τούτων οὕτω γενομένων κατὰ τὴν γενικὴν ἀντίληψιν
640πάντων, εἶναι βεβαίως ἀδιάφορον εἰς τὴν Βουλὴν ἂν ὁ
641ἔντιμος ἐκ Κέας Βουλευτὴς ἀρνεῖται αὐτὰ σήμερον· ἀλλ’
642ἂν ταῦτα ἀρνεῖται σήμερον ὁ κύριος Ἱερομνήμων, εἰς ἐμέ
643ὅμως τὰ ὡμολόγησε.
644§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ κάμω ποσῶς λόγον περὶ τοῦ
645ζητήματος τῆς ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ ση-
646μαντικὸν, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων κατόπιν ἀντέ-
647ταξέ τι εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος Βου-
648λευτοῦ, ὅπερ κατὰ τὴν κρίσιν μου δηλοῖ, ὅτι εὑρισκό-
649μεθα τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο σύμφωνοι.
650Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν,
651—καὶ λέγων εἰς τὴν Βουλὴν ἐννοῶ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν
652καὶ τὴν μειοψηφίαν—εἶναι ὅτι, ἐὰν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν
653ὁ κ. Δραγούμης καί τινα ἄλλα μέλη τῆς πλειοψηφίας, εἶ-
654ναι ἀληθῆ, πάλιν τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ· διότι,
655ἐὰν ἐψηφίσθη ἡ ἀρχὴ, εἴτε ἓν, εἴτε δύω ἄρθρα τοῦ Νο-
656μοσχεδίου περὶ καπνοῦ, τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀναφέρηται ἐν
657τοῖς πρακτικοῖς (θόρυβος).
658Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ ψηφοφορία, ἥτις ἐγένετο; αὐτὸ
659εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἔθιξε. Τὰ θέματα
660μετὰ τὴν συζήτησιν πῶς τίθενται; Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν
661συζητήσεων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατυποῖ ἕκαστον
662θέμα. Ποία συζήτησις ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν Παρασκευ-
663ήν; ἐσυζητήθη πρῶτον ἐκ μέρους ἐμοῦ καὶ δεύτερον ἐκ
664μέρους τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ τὸ ἑξῆς·
665εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐφέρθη τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως πρέπει
666νὰ ἔρχωνται τὰ τοιαῦτα Νομοσχέδια· ὅτι περιλαμβάνει
667πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται καὶ ὅτι ἕ-
668καστον τῶν ἀντικειμένων τούτων πρέπει νὰ χωρισθῇ,
669διότι δύναταί τις νὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φόρου, δύναται
670ὅμως νὰ μὴ ἦναι καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων· δὲν εἶναι δὲ ὑπο-
671χρεωμένος ὁ Βουλευτὴς νὰ ψηφοφορήσῃ δεκαεπτὰ φόρους
672διὰ μιᾶς ψηφοφορίας. Καὶ ἐζητήσαμεν τὸ διαιρετὸν, τὸ
673ὁποῖον διατάσσει τὸ 30στὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ
674τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν
675πρότασίς τις εἶναι σύνθετος, προτείνεται παρ’ οὗτινος
676δήποτε Βουλευτοῦ τὸ διαιρετὸν. Τὸ διαιρετὸν δύναται
677νὰ τεθῇ εὐθὺς καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου εἰς ψηφοφορίαν.
678Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι
679σύνθετον, ἀλλ’ ἁπλοῦν, τὴν ἀντίῤῥησιν αὐτὴν τὴν λύει
680ἡ Βουλὴ διὰ προηγουμένης ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὑ-
681πάρχει πλέον σύνθετον καὶ πολυσύνθετον μάλιστα ζήτη-
682μα ἀπὸ τὸ προκείμενον; Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ
683τί ἐπιψηφίζεται; φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
684φόρος ἐπὶ τῶν προβάτων, φόρος ἐπὶ τῶν αἰγῶν, φόρος
685ἐπὶ τῶν ἵππων, φόρος ἐπὶ τῶν ἡμιόνων, φόρος ἐπὶ τῶν
686ὄνων, φόρος ἐπὶ τῶν ἀγελάδων, φόρος ἐπὶ τῶν σταφί-
687δων, τῶν σύκων, φόρος ἐπὶ τῶν κουκουλίων, τῶν ξύλων
688κτλ. Καὶ δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ψηφίσῃ διὰ μιᾶς
689ψηφοφορίας, αὐξάνων τοὺς φόρους αὐτοὺς εἰς ὅλα τὰ εἴδη
690κατὰ 12%; αὐτὴ εἶναι ἡ συζήτησις. Προε-
691τάθη λοιπὸν ἡ διαίρεσις, ἣν ἐπρότεινα καὶ ἐγὼ διὰ τῆς
692ἀγορεύσεώς μου καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής.
693Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς διὰ ψη-
694φοφορίας, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι σύνθετος, ἀλλ’ ἁπλῆ;
695ὄχι. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ὡς σᾶς εἶπε
696καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ἔχει βεβαίως τὸ κῦρος νὰ ἐ-
697πιβάλλῃ τὴν θέλησίν της, ἀλλ’ ὄχι καὶ συνένωσιν τόσων
698ἀντικειμένων ἀντιθέτων εἰς ἕν. Σεῖς οἱ ἴδιοι καὶ ἡμεῖς
699πολλάκις ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἅμα ἐτέθη ἡ ἔν-
700στασις καὶ ὁ κύριος Ἱερομνήμων εἶπεν, ὅτι ἀποχωρεῖ,
701ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐτέθη εἰς ἀμφισβήτησιν ἡ
702συγκρότησις τοῦ Σώματος.
703Ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομίζετε, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ μο-
704ναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Φιλάρετος, ὅτι
705περιέχει τρεῖς γραμμὰς, ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ καὶ διὰ
706μιᾶς ψηφοφορίας νὰ ἐπιβληθῶσιν ἕνδεκα φόροι; Τὸ Προε-
707δρεῖον λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς
708ψηφοφορίαν, διότι ἦλθε πρώτη πρότασις ἐκ μέρους ἐμοῦ
709καὶ τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει
710ὁ Κανονισμός. «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαί-
711ρεσις ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅταν ζητηθῇ
712παρ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν. Δύναται δὲ ὁ Πρόεδρος, νὰ
713τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν. Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ
714τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Νο-
715μίζετε τώρα, ὅτι εἴτε ἡ πλειονοψηφία εἴτε ἡ μειονοψη-
716φία, εἴτε ὁ πρόεδρος εἶναι ἀνώτερος τοῦ Κανονισμοῦ αὐ-
717τοῦ, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐργασίας τῆς
718Βουλῆς; ὄχι.
719Ἐγὼ δὲ ἀμφισβητῶ καὶ λέγω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον κα-
720κῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ τοιοῦ-
721τον ζήτημα, ἀφοῦ ἠγέρθησαν φωναὶ, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅτι
722ἡ πρότασις, ἥτις ἐφέρθη, ὄχι σύνθετος, ἀλλὰ πολυσύν-
723θετος εἶναι. Μὴ σπεύδωμεν, διότι, σπεύδοντες, νομί-
724ζω, ὅτι δὲν κάμνομεν καλὰ, καθόσον ἐξεταζόμεναι κα-
725τόπιν ἡσυχώτερον αἱ πράξεις μας ἀποδεικνύονται, ὅτι
726εἶναι ἀντικανονικαὶ, ἔκθεσμοι καὶ ἔκνομοι.
727§45Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ,
728θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς
729σκιαμαχεῖ. Σκιαμαχεῖ, διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἄλλο ἔπρα-
730ξεν ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πρότασίν του, ἥτις ἦτον σύμ-
731φωνος πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Γύρτυνος Βουλευτοῦ κυ-
732ρίου Δηλιγιάννη, ὅστις ἐζήτησε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν
733ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου. Τότε τὸ Προεδρεῖον τί ὤ-
734φειλε νὰ κάμῃ, ἀφοῦ οὐδεμία ἄλλη πρότασις ὑπῆρχεν;
735ἔθεσε λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου
736Δηλιγιάννη εἰδικῶς, ἤτοι τὴν πρόσασιν τοῦ ἀπαραδέ-
737κτου, τὸ δὲ ἀπαράδεκτον δὲν ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς
738Βουλῆς· ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ
739περὶ τοῦ πολυσυνθέτου. Μήπως ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος Βου-
740λευτὴς νὰ συζητήσῃ τὸ σύνθετον ἢ οὔ; Μᾶς ἔῤῥιψε τὸ
741ζήτημα τῆς συνθέτου προτάσεως, ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ στη-
742ριχθῇ τὸ ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη σιωπηλῶς
743συνεχωνεύθη εἰς τὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Καὶ
744ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Καλαβρύτων
745κύριον Πετιμεζᾶν.
746Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Κέας, θέλω τῷ ὑ-
747πομνήσει (διότι δυνατὸν νὰ τὸν διέλαθεν), ὅτι τὴν στιγ-
748μὴν, καθ’ ἣν ἐζήτησε νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅτι
749ἀφοῦ ἐκάθησες, ἐνῷ ἠδύνασο ν’ ἀναχωρήσῃς, ὅτε ἐψηφί-
750ζετο τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου, δὲν κάθεσαι ν’ ἀνα-
751γνωσθῇ καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ; «ἀμ’ δὲν θὰ
752καθήσω;» μοὶ εἶπε καὶ ἀνεχώρησεν. Ὅταν ἀνεχώρησεν
753ὁ κύριος Ἱερομνήμων, τινὲς τῶν Βουλευτῶν εἶχον τὴν ἰ-
754δέαν νὰ ἐξακολουθήσωσι, μὴ παρατηρήσαντες τὴν ἀνα-
755χώρησιν τοῦ εἰρημένου Βουλευτοῦ, ἐγὼ δὲ εἶπον εἰς τὸν
756κύριον Πρόεδρον, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κέας
757ἀνεχώρησε, δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν, συγχρόνως δὲ ὑπε-
758στήριξε τὴν ἔνστασίν μου καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ
759Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τότε ὁ κύριος Πρόεδρος ἐ-
760γερθεὶς διέλυσε τὴν συνεδρίασιν.
761Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κύριοι, πῶς ἀρχαῖοι συνά-
762δελφοι, καὶ προπάντων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ τῶν ἐλευ-
763θεριῶν τοῦ Τόπου ὑπερεμάχησαν, διὰ τῆς διαγωγῆς των
764συντείνουσιν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ
765Πολιτεύματος, ἐνῷ ὤφειλον διὰ τῆς πράγματι Κοινοβου-
766λευτικῆς συμπεριφορᾶς των νὰ δίδωσι καὶ εἰς τοὺς νεω-
767τέρους τὸ παράδειγμα νὰ μὴ ὦσι τόσον τραχεῖς τὴν
768συμπεριφορὰν καὶ τὸ λεκτικὸν, οὗ ἕνεκεν προκαλοῦνται
769αἱ ταραχαὶ καὶ τὰ σκάνδαλα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ
770εἰς ἄλλα Κράτη αἱ αὐταὶ παρεκτροπαὶ ἔλαβον χώραν,
771καὶ διὰ τοῦτο ὁ Εὐρωπαϊκὸς τύπος ἠθέλησε νὰ εὕρῃ τὰ
772αἴτια τῆς καταπτώσεως τσῦ Κρινοβουλευτικοῦ Πολι-
773τεύματος. Οἱ σπουδαιότεροι δὲ τῶν δημοσιογράφων ἔδω-
774καν καί τινας συμβουλὰς, ἃς οἱ ἀναγνώσαντες αὐτὰς ἔν-
775τιμοι συνάδελφοι δὲν ἠθέλησαν νὰ χρησιμοποιήσωσι καὶ
776νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν· διότι, ἂν τοῦτο ἐγίνετο, βεβαίως
777θὰ ἐπήρχετο διόρθωσις.
778§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ εἶναι γεγραμμέναι;
779§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοεῖς τὴν γλῶσσαν, διὰ νὰ τὰς
780ἀναγνώσῃς (ἱλαρότης).
781Αἱ ἄσκοποι συζητήσεις, αἱ γενόμεναι δῆθεν ὑπὲρ τῆς
782ἀπαρτίας, ὁποῖον ἄλλο ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔχωσιν
783ἢ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου; Κύριοι, διατί ἡ
784κατὰ παρελθὸν Σάββατον συνεδρίασις διεφιλονεικήθη;
785Κατ’ ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ
786σπουδαῖον Νομοσχέδιον· ὡς γινώσκετε κατὰ τὸ Σάββα-
787τον δὲν γίνονται παρὰ συζητήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεων.
788Ἐν τούτοις, πολλοὶ τῶν κυρίων ἀντιπολιτευομένων ἔλα-
789βον τὸν λόγον καὶ ἔκαμαν τόσον πάταγον κατὰ τὴν ἑ-
790πομένην συνεδρίασιν, ὅτι δῆθεν κατὰ τὸ Σάββατον
791τὸ ἑσπέρας δὲν ὑπῆρχεν ἐν ἀπαρτίᾳ τὸ Σῶμα, ἐνῶ
792δὲν ἐγένετο, ἢ τυπικὴ ἀπάντησις εἰς ἐπερωτήσεις
793προηγουμένων συνεδριάσεων. Δὲν λέγω, ὅτι αἱ ἐπερωτή-
794σεις δὲν ἔχουσι καὶ αὐταὶ μεγάλην σπουδαιότητα, διότι
795ἑκάστη αὐτῶν περιέχει ζήτημα δημοσίας τάξεως καὶ
796δύναται νὰ ἔλθῃ ὡς ζήτημα πολιτικὸν, καὶ τότε καταν-
797τᾷ πλέον ζήτημα ἀρχῆς. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τοῦτο,
798ἵνα καταδείξω, ὅτι ἔγεινε πάταγος, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ
799σπουδαῖος λόγος. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα,
800ὁσάκις θέλει, νὰ προβάλλῃ τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἀπαρτίας,
801καὶ τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὸ καθῆκον ν’ ἀναγινώσκῃ τὸν
802κατάλογον. Ἀλλ’ οὐδέποτε δέον νὰ γίγνηται κατάχρη-
803σις τοῦ δικαιώματος τούτου, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ
804διότι αἱ εἰκονικαὶ ἐνστάσεις περὶ ἀπαρτίας φέρουσιν εἰς
805ὀλεθρίας συνεπείας. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπῆρξα ἀντιπολιτευ-
806όμενος, ἐπὶ 12ετίαν δὲν εἶδον Ἐξουσίαν, οὐδὲ ἀνῆκον εἰς
807Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ οὐδέποτε ἔδωκα ἀφορμὴν ἐγκλήσεων
808ἢ ἀντεγκλήσεων καὶ οὐδέποτε ἔκαμα ἔνστασιν περὶ μὴ
809ἀπαρτίας, καὶ οὕτω φερθεὶς φρονῶ, ὅτι πάντοτε, κατ’ ἐ-
810μὴν πεποίθησιν, ὑπηρέτησα καλλίτερον τὴν μερίδα, εἰς
811ἣν ἀνῆκον, καὶ τὸ ἔθνος. Καὶ λέγω ταῦτα καὶ ὑπομιμνήσκω
812ταῦτα, ὅπως παρακαλέσω τοὺς φίλους συναδέλφους νὰ
813ὦσι προσεκτικώτεροι εἰς τὸ μέλλον καὶ νὰ μὴ ἐπιθυμῶ-
814σι διὰ τῶν τοιούτων ἐνστάσεων νὰ παραλύωσιν τὰς συ-
815νεδριάσεις, ἀλλ’ οὔτε διὰ τῆς μὴ Κοινοβουλευτικῆς
816συμπεριφορᾶς των νὰ γίνωνται αἰτία σκανδάλου, διότι
817τότε καταστρέφομεν τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας καὶ
818τὸν Χάρτην ἡμῶν, οὗ ἐτάχθημεν φρουροί.
819Δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευ-
820τὴς, ὅστις, θέλων νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα, ὑπέμνησεν,
821ὅτι τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔθεσαν τὸ ζήτημα, τὸ
822ὁποῖον ἔφερε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας βου-
823λευτής. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύ-
824των ἐπὶ πολλὰς ὥρας ἀνέλυσε τὸ φορολογικὸν σύστημα,
825τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγειαλίας βου-
826λευτὴς, καὶ ἐζήτησε μάλιστα ὅπως τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
827Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, ὅταν ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἐζή-
828τησε νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἀπαράδεκτον, οἱ ἔντιμοι συνά-
829δελφοι δὲν ἐζήτησαν νὰ τεθῇ πλέον εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρό-
830τασίς των· τούτου ἕνεκα ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ ἀπαράδε-
831κτον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως, καὶ
832μετὰ ταῦτα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ
833Νομοσχεδίου, ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησε καὶ ἔμεινεν
834ἐδῶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κέας βουλευτής. Τὴν λοιπὴν ἱστορίαν
835τὴν γνωρίζετε. Ἄς ἀφήσωμεν, κύριοι, εἰς λήθην ὅ,τι
836ἐγένετο καὶ ἂς ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐν ἀδελφι-
837κῇ ὁμονοίᾳ, σεβόμενοι ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ Πολίτευμα,
838οὗ ἐτάχθημεν φύλακες. (Εὖγε· εὖγε).
839§48Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, κύριοι, νο-
840μίζω, ὅτι καλεῖται, ὅτι ὀφείλει ἀναγκαίως νὰ ἀποφανθῇ
841ἡ Βουλὴ· ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου πρώτη ἡ Κυβέρ-
842νησις χρεωστεῖ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Δὲν θέλω εἰσέλθει ἐγὼ
843εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀριθμητικὴν ἀπαρτίαν τῆς Παρα-
844σκευῆς, ἀλλὰ θέλω ὑπομνήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
845ὅτι ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρατήρησις, ὅτι
846ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς δὲν συνίσταται ἐξ 123 βουλευ-
847τῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, τὸ ζήτημα τοῦ-
848το εἶναι κατεπεῖγον, διότι ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι τὸ
849ζήτημα τοῦτο κατέστη ἄλλοτε φλογερὸν, ὅτι ἕνεκεν αὐ-
850τοῦ ἐκινδύνευσεν ἡ δημοσία τάξις καὶ ἐσαλεύθησαν τὰ
851θεμέλια τῶν καθεστώτων ἡμῶν. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήμα-
852τος τούτου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, τοῦ συνόλου
853αὐτῶν, ἐφ’ οὗ ἀναλογίζεται ἡ ἀπαρτία κατὰ τὸ Σύνταγ-
854μα, δὲν εἶναι 244, ἀλλὰ 245. Ὑπεμνήσθη δὲ ἡ ἐκλογὴ
855Ἀδάμαντος. Τῷ ὄντι διὰ τοῦ ἐξ Ἀδάμαντος βουλευτοῦ
856ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἀνέρχεται εἰς 245. Ἡ ἐκλογὴ
857ἐκείνη ἐνηργήθη νομίμως, διότι νομίμως ἀναγνωρίσθη
858τὸ δικαίωμα εἰς τὸν συνοικισμὸν τῶν ἐκεῖ Κρητῶν νὰ ἐκ-
859λέξῃ Βουλευτήν. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω τὸν περὶ
860τούτου Νόμον· ἅπαντες γνωρίζετε αὐτόν· ὑπομιμνήσκω
861μόνον, ὅτι ὁ Νόμος ἐκεῖνος λέγει, εὐθὺς ὡς ὁ συνοικι-
862σμὸς ἀποκτήσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν δημοτῶν, δικαιοῦται
863νὰ ἐκλέξῃ βουλευτήν. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ
864Κράτους, ἡ ἐξέτασις τῶν δημοτολογίων, ἡ βεβαίωσις τῶν
865ἐκ τούτων πορισμάτων, ἀνήκει ἀναντιῤῥήτως εἰς τὴν
866Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἡ δὲ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία
867κατὰ τὸ 1881, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὸν Νόμον ἐκεῖνον καὶ
868πεισθεῖσα ἐξ ὧν ἐνήργησεν ἐξετάσεων, ὅτι ὁ συνοικισμὸς
869τοῦ Ἀδάμαντος εἶχε τὸν νόμιμον ἀριθμὸν, ἐξέδοτο ἐν τῇ
870νομίμῳ αὐτῆς ἁρμοδιότητι Διάταγμα, δι’ οὗ ἐκάλεσε
871τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ συνοικισμοῦ ἐκείνου πρὸς ἐκλογὴν βου-
872λευτοῦ, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος ἐξελέχθη καὶ ἦλθεν ἐν-
873τὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ συνεζητήθη ἐν αὐ-
874τῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ἠκυρώθη· διατί ὅμως ἠκυρώθη;
875ἠκυρώθη ἆρά γε, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν
876Δῆμον Ἀδάμαντος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέξαι βουλευτήν;
877ὄχι. Ἠκυρώθη, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ
878νόμιμαι προθεσμίαι πρὸς πρότασιν ὑποψηφίων, καὶ ἐστη-
879ρίχθησαν μάλιστα εἰς τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ Διατάγμα-
880τος, συμπίπτουσαν, νομίζω, πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν τῆς ἐκ-
881δόσεως τοῦ προγράμματος τοῦ Νομάρχου, ἐστηρίχθησαν
882δὲ προσέτι καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἑτέρου ὑποψηφίου. Ὅτι
883δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον ἐκ
884τῶν πρακτικῶν αὐτῆς προδήλως ἐξάγεται, ἀλλὰ καὶ ἐκ
885τοῦ ὅτι συνεδρεύουσι μεταξὺ ἡμῶν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Μή-
886λου Βουλευταὶ, οἱ ἐκ τῶν ὑπολοίπων Δήμων τῆς Ἐπαρ-
887χίας ἐκείνης ἐκλεχθέντες. Τὸ πρᾶγμα καθίσταται ἀνε-
888πίδεκτον συζητήσεως. Ἂν ἠκυροῦντο ἡ ἐκλογὴ Ἀδάμαν-
889τος ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι μὴ νομίμως παρεχωρήθη εἰς τοὺς
890ἐκλογεῖς ἐκείνους τὸ δικαίωμα, οἱ ἐκ Μήλου βουλευταὶ
891δὲν ἠδύναντο νὰ συνεδριάζωσιν ἐνταῦθα· διότι, ὅπως καὶ
892ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Τμήματος, τοῦ ἐξελέγξαν-
893τος τὴν ἐκλογὴν, τοῦ ὁποίου, νομίζω, εἰσηγητὴς ἦτο ὁ
894ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς κ. Δραγούμης, ρητῶς ἔλεγεν,
895ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐὰν ὑπελογίζοντο αἱ ψῆφοι
896τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, τὸ ἀποτέλεσμα μετεβάλλετο, καὶ
897ἡ ἐκλογὴ Μήλου δὲν θὰ ἦτο ἔγκυρος.
898§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο ἡ ἔκθεσις.
899§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τῆς ἐκθέσεως τὸ εἶπον, διότι οὕ-
900τως ἔχει. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔλυσεν ἡ Βουλὴ· ἡ Βουλὴ
901εἶπεν, ὅτι ἀκυροῖ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, ὡς μὴ νομίμως
902διεξαχθεῖσαν. Τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι εἶπεν ἀπὸ τοῦ βή-
903ματος τούτου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν-
904θυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπο-
905λιτεύσεως, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ρητῶς, ὅτι δὲν
906πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν ἐν Ἀδάμαντι Κρη-
907τῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ ἀκυρώσεως ἐκλογῆς· ἐνθυμοῦμαι
908προσέτι, ὅτι προσέθηκε βραδύτερον, γενομένης αὐτῷ ἐπε-
909ρωτήσεως ὡς Πρωθυπουργῷ, ὅτι ἐσκέπτετο μάλιστα περὶ
910τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης. Ἂν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, οὐδεμία
911μένει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἡμῶν συνίσταται ἐξ 124
912βουλευτῶν. Τούτου δὲ τεθέντος, πᾶσα ἀπόφασις, ἡ ὁποία
913θὰ ἐλαμβάνετο μὲ ὀλιγώτερον ἀριθμὸν παρόντων μελῶν,
914ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἄκυρος, καὶ ὡς τοιαύτην θεωρῶ
915τὴν ἀπόφασιν τὴν ληφθεῖσαν κατὰ τὰ τέλη τῆς συνεδρι-
916άσεως τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα
917τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ ἐγκύρου τῶν πραχθέντων κατὰ τὴν
918παρελθοῦσαν Παρασκευὴν εἶναι τὸ δίδον τὴν ἀφορμὴν
919πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος. Τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον
920κεῖται ἐν τούτῳ, ἂν δηλαδὴ ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς σύγ-
921κειται ἐξ 124 ἢ ἐξ 123 βουλευτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπα-
922ναλαμβάνω, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ περὶ τούτου καθαρῶς
923καὶ σαφῶς τὴν γνώμην του· διότι ἀλλοίμονον, κύριοι, ἂν
924ὑπάρξῃ ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δὲν γί-
925νονται ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ! Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ μὲν
926Βουλὴ τίθεται ἐκτὸς τοῦ Νόμου, αἱ δὲ συνέπειαι τοῦ τοι-
927ούτου ἐκτροχιασμοῦ τῆς Βουλῆς ἕκαστος δύναται νὰ ὑ-
928πολογίσῃ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὦσι.
929§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λίαν σπουδαῖον εἶναι
930καὶ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἠγόρευσεν ὁ ἄρτι καταβὰς ἀπὸ
931τοῦ βήματος, καὶ τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ἠγόρευσαν οἱ
932πρὸ αὐτοῦ· διότι, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ ἀ-
933ποτελοῦντος τὴν νόμιμον τῆς Βουλῆς ἀπαρτίαν, ἐπιδρᾷ
934ἐπὶ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, οὕτως ἐνδιαφέ-
935ρει νὰ μὴ τίθηται ἐν ἀμφιβολίᾳ τὸ κῦρος τῶν παρελθου-
936σῶν τῆς Βουλῆς ἀποφάσεων. Ἂν ἀληθῶς, ὡς ἐκ τῆς ἀ-
937ποχωρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κέας ἐκ τῆς
938συνεδριάσεως, περὶ ἧς ἤδη πραγματευόμεθα, ἠδύνατο νὰ
939γεννηθῇ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ κύρους τῶν τότε ἀποφά-
940σεων, τοῦτο θὰ εἶχε συνεπείας λίαν ὀλεθρίας ἐπὶ τὰς νο-
941μοθετικὰς ἡμῶν ἀποφάσεις, τὰς ἤδη ληφθείσας. Ἀλλ’
942εὐτυχῶς καὶ ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι περὶ
943τῶν τότε γεγονότων οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφι-
944βολία. Ἐκ τῶν παρόντων οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφισβητῶν,
945ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κέας παρίστατο καθ’ ἁπά-
946σας τὰς ψηφοφορίας, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν
947συνεδρίασιν ἐκείνην· ἐγὼ δὲ αὐτὸς δὲν δύναμαι νὰ παρα-
948δεχθῶ ἀμφιβολίαν, διότι ἤμην παρὼν, καὶ διότι ἔβλεπον
949τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κέας ἐνταῦθα ἱστάμενον (δει-
950κνύει τὴν παρὰ τὸ βῆμα θέσιν), καθ’ ἣν ὥραν ἐδίδοντο αἱ
951ψῆφοι ἐκεῖναι, καὶ ἐθαύμαζον μάλιστα πῶς ἔμενεν ἐνταῦ-
952θα, διότι ἔβλεπεν, ὅτι ἀπὸ αὐτοῦ ἐξήρτητο νὰ θέσῃ τέρ-
953μα εἰς τὴν συνεδρίασιν, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τῶν
954συναδέλφων αὐτοῦ.
955Εὐθὺς ὡς εἶδον τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κέας ἀποχω-
956ρήσαντα, αὐτοστιγμεὶ ἐδήλωσα, ὅτι ἐθεώρουν τὴν Βου-
957λὴν μὴ οὖσαν ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης
958ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν προέβη ἀπόφασιν. Τὸ ὅτι ἀμφισβη-
959τοῦσι τὰ τῆς παρουσίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κέας οἱ
960μὴ παρόντες, ἔχοντες ἀντιλέγοντας ὡς πρὸς τοῦτο πάν-
961τας τοὺς παρόντας, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα θέσῃ εἰς ἀμφι-
962βολίαν τι, περὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς οἱ ἀντιληφθέντες τῶν
963γεγονότων ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν. Ἑπομένως δὲν μὲ
964ταράττουσι τὰ περὶ τοῦ θέματος ἐκείνου λεχθέντα, διότι
965ἔχω τὴν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑ-
966πάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἐν ἀπαρτίᾳ καταρτισμοῦ τῶν
967ἀποφάσεων ἡμῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην.
968Ἕτερον θέμα ἐπίσης ἀνεκινήθη, τὸ περὶ τοῦ διαιρε-
969τοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ εἶπεν ἀξιότιμός τις βουλευτὴς,
970ὅτι, εὐθὺς ὡς προταχθῇ τὸ διαιρετὸν ψηφοφορίας τινὸς
971καὶ γένηται ἡ ψηφοφορία ἀδιαίρετος, ἡ ψηφοφορία εἶναι
972ἄκυρος. Ἀλλὰ πρῶτον, κύριοι, περὶ διαιρετοῦ δὲν δύναται νὰ
973πρόκηται, καὶ διὰ τοῦτο ὀρθότατα ποιοῦσα ἡ Βουλὴ, καὶ
974ἐνόσῳ παροῦσα ἦτο ἐνταῦθα ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀπέῤῥιψε
975τὴν περὶ ἀπαραδέκτου πρότασιν, τὴν στηριζομένην εἰς
976τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι τὸ διαιρετὸν ὑφίσταται πάντοτε
977εἰς πᾶν τὸ προτεινόμενον· ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Νόμος, ἢ
978ὅ,τι ἄλλο ἐν τῷ κόσμῳ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ᾖναι διαιρε-
979τόν. Πρότασις ἄρα περὶ διαιρετοῦ Νομοσχεδίου, ἢ ἄρ-
980θρου Νομοσχεδίου, οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, διότι τὸ διαι-
981ρετὸν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ πρότασις, περὶ
982τῆς ὁποίας πραγματεύεται ὁ Κανονισμὸς, καὶ τῆς ὁποίας
983ἠθέλησεν ὁ Κανονισμὸς νὰ παραστῇ ἀντιλήπτωρ, εἶναι ἡ
984πρότασις οὐχὶ περὶ διαιρετοῦ, μηδεμίαν ἔχουσα ἔννοιαν,
985ἀλλ’ ἡ πρότασις περὶ διαιρέσεως· καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ πρό-
986τασις περὶ διαιρέσεως πρέπει ὁ προτείνων αὐτὴν νὰ κα-
987θορίσῃ αὐτὸς τί ζητεῖ νὰ διαιρέσῃ, καὶ ἐπὶ τοῦ οὕτω κα-
988θοριζομένου ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἂν θέλῃ νὰ ψηφίσῃ ὁ-
989μοῦ ἢ δίχα. Ἀγορεύσαντος κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην
990τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ὑπὲρ τοῦ διαιρετοῦ,
991ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῷ παρέστησεν, ὅτι ἡ
992Κυβέρνησις εἶναι πάντοτε πρόθυμος νὰ παραδεχθῇ μίαν
993οἱανδήποτε γνώμην περὶ διαιρέσεως ὑποβαλλομένην· ἀλλὰ
994διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν, πρέπει ἡ πρότασις
995αὕτη νὰ διατυπωθῇ, καὶ ἂν μετὰ τὴν διατύπωσιν αὐτῆς
996εὑρίσκομεν, ὅτι ἀπεδίδομεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς κκ.
997βουλευτὰς, ὅπως ψηφίσωσι κατὰ συνείδησιν, διότι ἐπί
998τινων ἤθελον δώσει ψῆφον εὐνοϊκὴν, ἐνῷ ἐπὶ ἄλλων ἤθε-
999λον δώσει ψῆφον ἐναντίαν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἤθελε
1000νὰ πιέσῃ τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, ἀναγ-
1001κάζουσα αὐτοὺς νὰ δώσωσι μικτὴν ψῆφον, καὶ εἴτε νὰ
1002θυσιάσωσι τὴν ἀποφατικὴν αὐτῶν ἰδέαν ὑπὲρ τῆς θετι-
1003κῆς, εἴτε τὴν θετικὴν ὑπὲρ τῆς ἀποθετικῆς. Ἀλλ’ οὐδε-
1004μία τοιαύτη πρότασις καθορισμοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βου-
1005λήν, ἴσως, διότι εἶχεν ἀποχωρήσει τότε ἡ ἀντιπολίτευ-
1006σις· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἡ Βουλή, ἡ ἐνταῦθα παροῦσα, ἦτο ἐν
1007ἀπαρτίᾳ, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀπεχωροῦσα, δὲν ἐποιεῖτο
1008χρῆσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ παρεχομένου εἰς αὐτὴν
1009δικαιώματος, τοῦτο κατ’ οὐδὲν ἠλάττου τὰ δικαιώματα
1010τῆς συνεδριαζούσης ἐν ἀπαρτίᾳ συμπολιτεύσεως. Ὥστε καὶ
1011ἐκ τούτου οὐδὲν βλέπω, ὅτι δύναται νὰ πηγάσῃ τὸ ἐξα-
1012ναγκάζον ἡμᾶς, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ κατὰ τὴν συνε-
1013δρίασιν ἐκείνην πεπραγμένα, καὶ ὀρθῶς ὁ κ. βουλευτὴς
1014ἐξ Εὐρυτανίας εἶπεν, ὅτι δέον νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτη-
1015σις εἰς ἓν μόνον θέμα, εἰς τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν
1016ἀποτελοῦντα τὴν ἀπαρτίαν. Καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τού-
1017του ὑπάρχει προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· διότι,
1018ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἄλλοτε, ἀποχωρησάσης τῆς ἀν-
1019τιπολιτεύσεως, διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
1020Πόρου συνεπληρώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν 123, ἀνεγράφη δὲ
1021τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθη-
1022σαν, τοῦτο βεβαιοῦντα, ὅτι διὰ ψήφων 123, ἀποτελουσῶν
1023ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς
1024τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τελῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κα-
1025πνοῦ.
1026§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀπόφασις τῆς
1027Βουλῆς, ἀλλὰ γνώμη ἰδική σας.
1028§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἡ γνώμη ἡ ἰ-
1029δική μου ἀφώρα εἰς τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἰσῆλθεν ἐν τῷ
1030Βουλευτηρίῳ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πόρου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία
1031τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πόρου συνεπλήρου τὸν ἀριθμὸν τῶν
1032123, καὶ ἑπομένως, παραδεχθεῖσα ἡ Βουλὴ τὰ πρα-
1033κτικά, τὰ ἀναγράφοντα ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀπαρτιζομέ-
1034νη ἐκ Βουλευτῶν 123, ἐψήφισε τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ἀ-
1035φορῶν εἰς τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικὰ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἡ
1036Βουλή, ἀναγνωρίσασα τοῦτο, ἀπεδέχθη διὰ τῆς ψήφου
1037ἐκείνης τὸν ἀριθμὸν τῶν 123 ὡς ἀποτελοῦντα τὴν ἀ-
1038παρτίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει καὶ τὴν ἐξέτασιν
1039τοῦ ζητήματος οὐσιαστικῶς.
1040§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1041§55ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
1042§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι δυνατὸν καὶ νὰ ἠπατήθη ἡ Βου-
1043λὴ τότε καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ προαποφασισθέν-
1044τα, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι ἐκ πλάνης, ἢ ἐκ παραδρομῆς τότε
1045παρεδέχθη τοῦτο· διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον, προκειμένου
1046μάλιστα περὶ ἐπιψηφίσεως πρακτικῶν, νὰ μὴ ἔδωκε προ-
1047σοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην αὐτῶν ἐπικύρωσιν. Τὸ ζήτημα
1048οὐσιαστικῶς ἐξεταζόμενον, δὲν παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν
1049ὄψιν, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ
1050Εὐρυτανίας, διότι τὰ γεγονότα δὲν ἔχουσιν ὅπως παρ’
1051αὐτοῦ ἐξετέθησαν. Καὶ ἔχουσι μὲν ὅπως παρ’ αὐτοῦ ἐξε-
1052τέθησαν τὰ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, τουτέστι
1053κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ προέβη εἰς
1054τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, μὴ καθορίσασα
1055τὸν λόγον τῆς ἀκυρώσεως, διότι διάφοροι λόγοι προετά-
1056θησαν, προετάθη καὶ ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως δικαιώμα-
1057τος ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος πρὸς ἀποστολὴν Ἀντιπρο-
1058σώπου, προετάθησαν ὅμως καὶ ἄλλοι λόγοι. Καὶ ἔχει τὸ
1059δικαίωμα ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας νὰ φρονῇ, ὅτι
1060οἱ ἐπικρατήσαντες λόγοι ἐν τῇ συνειδείσει τῶν βουλευ-
1061τῶν, τοιαύτην δόντων ψῆφον, δὲν ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, οἱ ἀ-
1062φορῶντες εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου πρὸς ἀποστολὴν
1063Ἀντιπροσώπου, ἀλλ’ ὑπῆρξαν οἱ λόγοι οἱ τυπικοί· ἡ Βου-
1064λὴ ὅμως καὶ μετὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλο-
1065γῶν ἐπελήφθη τοῦ θέματος τούτου, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ
1066μὴ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ, διότι κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην ἐ-
1067πεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσις νὰ προβῇ εἰς
1068τὴν ἐκτέλεσιν νέας ἐκλογῆς, μετὰ ἕνα μῆνα ἢ μετὰ δύω
1069μῆνας, κατὰ τὰς περιστάσεις, μετὰ ἕνα μῆνα, ἂν ἡ ἀ-
1070κύρωσις ἐγένετο λόγῳ παρατυπίας· λόγῳ παραβιασμοῦ
1071τοῦ Νόμου, μετὰ δύω δὲ μῆνας, ἂν ἡ ἀκύρωσις ἐγένετο
1072λόγῳ ἐλλείψεως προσόντων τοῦ ἐκλεχθέντος. Παρῆλθε
1073καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος μὴν, καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ
1074σιγήσῃ ἐνώπιον τῆς ἀπουσίας τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ βου-
1075λευτοῦ, οὗτινος ἡ ἐκλογὴ εἶχεν ἀκυρωθῆ. Ὁ δὲ ἀξιότι-
1076μος βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, ἴσως καὶ πρὸ τῆς παρελεύσε-
1077ως τῆς διορίας, ἔφερεν ἐπερώτησιν περὶ τούτου ἐν τῷ
1078Βουλευτηρίῳ. Διετέλει καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀ-
1079γυιᾶς ἐν τῇ πλάνῃ, ἐν ᾗ εἴδομεν διατελοῦντα πρὸ ὀλί-
1080γου καὶ τὸν ἐξ Εὐρυτανίας κ. βουλευτὴν, περὶ τῆς ἐν-
1081νοίας τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ στάδιον τῶν
1082ἐξελέγξεων· ἐθεώρει δηλαδὴ, ὅτι ἡ Βουλὴ τότε εἶχεν
1083ἀποφανθῆ ῥητῶς, ὅτι ἀκυρώνει τὴν ἐκλογὴν διὰ λόγους
1084τυπικοὺς, θεωρεῖ ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαν-
1085τος πρὸς ἀποστολὴν βουλευτοῦ ὡς ἀναμφισβήτητον.
1086Ταῦτα ἐξέθηκε διὰ μακρῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς.
1087Ἀπαντῶν δὲ πρὸς αὐτὸν ἐγὼ ἐν ἄλλοις εἶπον καὶ τὰ ἑ-
1088ξῆς: (ἀναγινώσκει) «Ὁ ἐπερωτήσας παρίστα τὰ τῆς ἐκ-
1089«λογῆς Ἀδάμαντος ὡς λελυμένα καὶ ὡς μὴ παρουσιά-
1090«ζοντα ἑτέραν τινὰ δυσχέρειαν ἢ μόνον περὶ τὴν ἐκτέλε-
1091«σιν τοῦ ὑπάρχοντος δικαιώματος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ δι-
1092«καίωμα τοῦτο ἀμφισβητοῦμεν. Ἡμεῖς εἴχομεν ἐξ ὑπερ-
1093«χῆς τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδόλως ἦτο ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ
1094«Δῆμος Ἀδάμαντος ἔχει τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ἠξί-
1095«ουν οἱ διατάξαντες τὴν ἐκλογὴν, ὅτι εἶχε. Σήμερον δὲ,
1096«ἐξετάσαντες ἐπισήμως τὰ περὶ τούτου, ἔχομεν λόγους
1097«νὰ φρονῶμεν, ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένον τὸ ἐναντίον, ὅτι
1098«ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὸν πληθυσμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀ-
1099«ναγκαῖος ἵνα ἀναδείξῃ βουλευτὴν ὁ Δῆμος, ἀλλὰ δὲν
1100«ἔχει οὐδὲ τὸ ἥμισυ, οὐδὲ τὸ τέταρτον τοῦ ἀπαιτουμέ-
1101«νου πληθυσμοῦ»· καὶ οὕτω προβαίνων εἰς τὴν ἀνάπτυ-
1102ξιν τοῦ θέματος ἔλεγον, ὅτι ἐθεωροῦμεν, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀ-
1103δάμαντος δὲν ἠδύνατο νὰ στείλῃ βουλευτὴν, ἀλλ’ ὅτι
1104θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλο τι μέτρον, ὅ-
1105πως δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τῶν ἐκ Κρήτης
1106μεταναστῶν ἀντιπροσωπείαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ,
1107ἣν πάντες ἐπεθυμοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου
1108ἀπετράπημεν διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων
1109στοιχείων πρὸς καταρτισμὸν τῆς νέας ταύτης περιφερείας
1110θὰ ἦτο ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος, ὁ δὲ Δῆμος Ἀδάμαντος διε-
1111μαρτυρήθη, ὅτι δὲν δέχεται ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ἄλλης
1112περιφερείας, καὶ ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ στερηθῇ τοῦ δικαι-
1113ώματος, ὅπως ἀποστείλῃ αὐτὸς ἴδιον Ἀντιπρόσωπον, θὰ
1114προετίμα τότε νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας
1115Μήλου, καὶ ἑπομένως ἡμεῖς, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀναγνω-
1116ρίσωμεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀποστείλῃ ἴδιον
1117βουλευτὴν, ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ σεβασθῶμεν τὴν θέλησιν
1118αὐτοῦ ταύτην, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φέ-
1119ρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ καταρτισμοῦ ἑτέ-
1120ρας τινὸς περιφερείας πρὸς ἀντιπροσώπευσιν τῶν ἐκ Κρή-
1121της μεταναστῶν. Ταῦτα εἶπον διαῤῥήδην ἐν ἀγορεύσει,
1122καθ’ ἣν ἀπήντων εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, ὁ δὲ κ.
1123Σερανίδης, εὐθὺς ἅμα ἐτελείωσαν τὰ περὶ τούτου, εἶπεν
1124ἀποδεχόμενος τὴν γνώμην μου «Ἔχω ἄπειρον σέβας
1125εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν τῷ
1126ὄντι, ὅπως ἐξέθεσε, δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς
1127» τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ συνοικισμοῦ τοῦ Δήμου Ἀδάμαν-
1128» τος, δὲν ἔχω τι νὰ ἀντείπω. Τώρα φαίνεται, ὅτι ἡ πα-
1129» ρελθοῦσα Κυβέρνησις ἔκαμεν ἕνα πληθυσμὸν εἰκονικόν».
1130Αὕτη λοιπὸν ὑπῆρξεν ἡ γνώμη τῆς τότε Βουλῆς. Ἡ
1131Βουλὴ ἤκουσε τὴν Κυβέρνησιν ἀνακοινοῦσαν εἰς αὐτὴν
1132τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, ἤκουσε τὴν παρὰ τῆς Κυ-
1133βερνήσεως ἀνακοίνωσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ὅπως μὴ
1134προβῇ εἰς τὴν διαταγὴν ἐκλογῆς ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαν-
1135τος, διότι ἐθεώρει, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει δι-
1136καίωμα ἵνα προβῇ εἰς ἐκλογὴν, καὶ διὰ τῆς σιωπῆς αὐ-
1137τῆς ἀπεδέχθη τὰ γενόμενα. Ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες
1138πλεῖστοι· ἂν ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος εἶχε δικαίωμα ἵν’ ἀ-
1139ποστείλῃ βουλευτὴν, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε τὸ δικαίωμα
1140τοῦτο νὰ εἶχε πραγματοποιήσει, δίδουσα τὴν διαταγὴν
1141πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐκλογῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε
1142τοῦτο, παρὰ δὲ τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσας Συνόδου οὐ-
1143δεὶς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς τοιαύτης παραλείψεως. Οὐ-
1144δεὶς δὲ ἐγένετο λόγος περὶ τοιαύτης παραλείψεως, οὐδ’
1145ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ της Βουλῆς· δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ
1146γείνῃ λόγος περὶ τούτου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν
1147ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν
1148ἔχει τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος
1149κατὰ τὸν Νόμον, ὅπως δυνηθῇ νομίμως ν’ ἀποστείλῃ
1150βουλευτὴν εἰς τὸ Βουλευτήριον.
1151Καὶ ἐὰν δὲν ἤθελον συμβῆ πάντα ταῦτα, μόνη ἡ εἰ-
1152κονικότης τοῦ καταλόγου θὰ ἤρκει, ἵνα μὴ φέρωμεν ἐνώπιον
1153τῆς Βουλῆς ζητήματα ἀπαρτίας, στηριζόμενα ἐπὶ τοιαύτας
1154προφάσεως. Ἀλλ’ ἡ εἰκονικότης τοῦ καταλόγου ἀνεγνωρί-
1155σθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἀπο-
1156σχούσης ἀπὸ τῆς διαταγῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐκλογῆς,
1157ἐπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἑπομένως σήμερον δὲν δυ-
1158νάμεθα νὰ θεωρῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξακολουθεῖ ὑπάρχου-
1159σα ἠκρωτηριασμένη, τουτέστιν ἄνευ τῆς ἀντιπροσωπείας
1160τμήματος τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον κατὰ Νόμον θὰ εἶχε
1161τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπευθῇ. Ἂν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο
1162εἶχε τὸ δικαίωμα, τοῦτο ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἐντὸς
1163τῆς μηνιαίας ἢ διμήνου προθεσμίας, ἀλλὰ δὲν ἐπραγμα-
1164τοποιήθη ἐντὸς τῆς διορίας ἐκείνης καὶ οὐδεμία ἐγένετο
1165παρατήρησις, διότι οἱ πάντες ἀπεδέχθησαν, ὅτι καλῶς ἡ
1166Κυβέρνησις ἔκρινε μὴ ἀναγνωρίσασα ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδά-
1167μαντος τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ βουλευτήν.
1168§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα,
1169δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ περιφέρεια ἐκείνη ἀπέκτησε τὸ δι-
1170καίωμα ἐκλογῆς βουλευτοῦ· ἠκυρώσατε τὸ Διάταγμα ἐ-
1171κεῖνο;
1172§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τῆς Βουλῆς δὲν λύονται διὰ Δια-
1173ταγμάτων, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεων αὐτῆς. Εὐθὺς ὡς ἐγένε-
1174το ἐξήγησις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὐ-
1175δεμία ἠγέρθη ἀντίῤῥησις κατ’ αὐτῆς, ἡ θέλησις αὕτη
1176τῆς Βουλῆς ἐπικρατεῖ, προκειμένου περὶ ζητήματος, ἀ-
1177φορῶντος εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς.
1178§59Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν,
1179ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ Δή-
1180μου Ἀδάμαντος, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐκδοθέν-
1181τος ἅπαξ Β. Διατάγματος, συγκαλοῦντος τοὺς ἐκλογεῖς
1182τοῦ Δήμου αὐτοῦ πρὸς ἐκλογὴν Ἀντιπροσώπου, δὲν δυ-
1183νάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο κακῶς
1184ἐξεδόθη, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς δὲν ἐγέ-
1185νετο καὶ παρατήρησις, ὅτι παρὰ τὸν Νόμον ἐξεδόθη τὸ
1186Διάταγμα καὶ οὐδεμία περὶ τούτου ἐπῆλθεν ἀπόφασις
1187τῆς Βουλῆς.
1188Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν
1189εὐθύνην ἐπὶ τῇ πράξει, δι’ ἣν κατέκρινα αὐτὸν εἰς προη-
1190γουμένην συνεδρίασιν, εἰπὼν, ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ Διά-
1191ταγμα, ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ κατ’ ἐπανάληψιν ἡ ἐκλογὴ,
1192καὶ ἀφοῦ ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλε-
1193σμα τῆς δευτέρας ταύτης ἐκλογῆς, τότε ἡ Βουλὴ ἠδύ-
1194νατο ν’ ἀποφανθῇ ἂν κακῶς ἢ καλῶς ἐξεδόθη τὸ πρῶτον
1195Διάταγμα. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν διέταξε δευτέραν
1196ἐκλογὴν καὶ δὲν ὑπέβαλεν ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς τοιαύτης
1197ἐκλογῆς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθὲς
1198ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ὁ κύριος Στεφανίδης
1199ὡμίλησε περὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, ὁ κύριος Πρωθυπουρ-
1200γὸς εἶπεν ὅσα μικροῦ ἐξέθεσεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὴ
1201καὶ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ Βήματος ἐποι-
1202ήσατο, ὅτι, ὅταν ἡ Βουλὴ σιωπᾷ, παραδέχεται τὰ λε-
1203γόμενα.
1204Προκειμένου λόγου περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλογι-
1205κοῦ μιᾶς περιφερείας καὶ περιφερείας ἐκ Κρητῶν, ἀνα-
1206γνωρισθέντος διὰ Β. Διατάγματος, νομίζω ὅτι εἶναι πα-
1207ράτολμον νὰ ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἐ-
1208πειδὴ οὐδεὶς ἀντεῖπεν εἰς ὅσα εἶπεν, ἐπῆλθε καὶ ἡ ἀπό-
1209φασις τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔδωκε κῦρος εἰς τοὺς λόγους του.
1210Φρονῶ δὲ, κύριοι, ὅτι τὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς εἶ-
1211ναι ἀντίθετα πρὸς τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν, ἣν ὁ κύριος
1212Πρωθυπουργὸς, ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκόμενος ὡς πρὸς τὴν
1213ἀπαρτίαν, προεκάλεσε, δηληδὴ ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτε-
1214λεῖται ἐξ 123. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι—καὶ ὡς πρὸς τοῦτο
1215παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα—
1216καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ ἀριθμὸς τῶν 124
1217Βουλευτῶν ἐθεωρήθη ὡς ἀποτελῶν τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν.
1218Μόνον κατὰ τὴν Σύνοδον αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν,
1219καθ’ ἣν ὁ ἐκ Πόρου Βουλευτὴς προσῆλθε τελευταῖος, ὁ
1220κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι
1221ἐξ 123.
1222§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐγεννήθη πέρυσι ζήτημα.
1223§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μυριάκις ἐγεννήθη, καὶ πάντοτε τὸ
1224Προεδρεῖον ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ
1225124. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι καὶ ἂν τὸ ζήτημα ἦτο λελυ-
1226μένον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον κατὰ τὸν δεῖνα
1227τρόπον, ὅτι ἠδύνατο κατὰ τὴν παροῦσαν, ἐξεταζόμε-
1228νον ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον·
1229ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις διατάξῃ νὰ γεί-
1230νῃ ἐκ νέου ἐκλογὴ καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ
1231νέου τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς
1232ἄλλην ἀπόφασιν διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξέδοτο,
1233ὅτε ἐδίκασε τὴν πρώτην ἐκλογήν. Κατὰ δὲ τὴν ἀπόφα-
1234σιν ἐκείνην, ἡ ἀκύρωσις ἐπῆλθε δι’ ἄλλον λόγον, καὶ οὐ-
1235χὶ διότι ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος δὲν ἀποτελεῖ ἰδίαν
1236ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἐν ὅσῳ δὲ ὑφίσταται ἐκείνη ἡ
1237ἀπόφασις, δὲν εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ
1238θεωρῆται ἄλλος ἀριθμὸς ἢ ὁ ἐξ 124, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν
1239ἀπαρτίαν.
1240Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ πάλιν σοφιστευόμενος, ἰσχυ-
1241ρίσθη, ὅτι ἔνστασις περὶ διαιρέσεως δὲν ὑπεβλήθη, καὶ
1242κατὰ συνέπειαν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἦτο ὑπόχρεον
1243κατὰ τὴν περιώνυμον συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς δι-
1244αιρετῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν. Εἶπεν, ὅτι πᾶν ζήτη-
1245μα εἶναι διαιρετὸν, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ διαιρετοῦ ἢ
1246μὴ δὲν εἶναι ζήτημα. Τὴν λογικὴν αὐτὴν δὲν δύναμαι
1247νὰ ἐννοήσω. Ὅλα τὰ ζητήματα δὲν εἶναι διαιρετὰ, καὶ ὁ
1248ἰσχυριζόμενος τὸ ἐναντίον, ἰσχυρίζεταί τι μὴ λογικόν.
1249Νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπαύξησιν
1250κατὰ 12% τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, εἶναι
1251βεβαίως διαιρετόν. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἵνα ἐκδηλώσῃ
1252τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι δι’ ἑνὸς
1253Νομοσχεδίου ἐπροτείνετο ἡ αὔξησις τόσων φόρων, ἔκαμε
1254τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, ἐγὼ δὲ τὴν περὶ διαι-
1255ρέσεως· καὶ ἦτον ἡ ἔνστασις αὕτη λογικὴ, καὶ ὤφειλε
1256τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ συμπολίτευσις νὰ δεχθῶσιν αὐτήν.
1257Ἡ ἀνάγκη τῆς διαιρέσεως προέκυψεν ἐξ αὐτῆς τῆς συ-
1258ζητήσεως, διότι ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἔκαμε λόγον
1259περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ τῶν
1260λοιπῶν ζώων, ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸν
1261σταφιδοκαρπὸν, ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ὡς πρὸς τὰ ἐ-
1262πιτηδεύματα, καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο περὶ ὅλων τούτων συ-
1263ζητήσεις, τὸ Προεδρεῖον ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ ψηφοφο-
1264ρίαν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, καὶ νὰ ἐρωτήσῃ ἂν ἡ Βου-
1265λὴ παραδέχεται τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου κατὰ 12%
1266ἐπὶ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος φορολογουμένου ἀντικειμένου.
1267Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ συμπολίτευσις θέλῃ νὰ
1268βαδίσῃ πορείαν νόμιμον, ὀφείλει νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ψη-
1269φοφορίαν διαιρετῶς. Καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ σπουδαία συ-
1270ζήτησις ἐπὶ τῶν διαφόρων φόρων, διότι ἤθελον ὑποβλη-
1271θῆ πολλαὶ παρατηρήσεις, ὅτι πολλὰ ἀντικείμενα ἀρ-
1272κούντως φορολογοῦνται, καὶ ὅτι ἔδει νὰ τροποποιήσω-
1273μεν ὡς πρὸς ἄλλα τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα καὶ νὰ
1274ἐπιβαρύνωμεν ἄλλα ἀντικείμενα ὀλιγώτερον ἐπιβαρυνό-
1275μενα· π. χ. ἠδύνατό τις νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, νὰ κα-
1276ταργηθῇ ὁ περὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν Νόμος καὶ νὰ
1277ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ προϊόντα τῆς γῆς, ἤδη, ὅτε εὐ-
1278τυχῶς ἡ Ἑλλὰς ἔχει μίαν τῶν εὐφορωτέρων πεδιάδων
1279τῆς Ἀνατολῆς, διότι τὸ ἔδαφος τῆς Θεσσαλίας εἶναι
1280τόσον εὔφορον, ὥστε ἠδύνατο ν’ ἀνταμείβῃ γενναίως τοὺς
1281καλλιεργοῦντας αὐτὸ καὶ νὰ προσπορίσῃ 8–9 ἑκατομ-
1282μύρια εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ οὕτω νὰ καλυφθῇ μέγα μέρος
1283τοῦ ἐλλείμματος.
1284Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ τὸ Νομο-
1285σχέδιον καὶ νὰ ὑποβληθῶσι προτάσεις περὶ αὐξήσεως ἢ
1286ἐλαττώσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν φορολογουμένων εἰδῶν.
1287Ἔπρεπε νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις, ὅπως φωτισθῇ
1288καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ κρίνῃ ὁ λαὸς ἂν ἐκπληρῶμεν τὸ
1289καθῆκον ἡμῶν δεόντως.
1290§62Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς
1291γνώμης μου ἀνέφερον γεγονότα τινὰ, ἀνέφερον ταῦτα
1292ἀπὸ μνήμης, καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ σφάλλω. Ἀλλ’ ἠ-
1293δύνατο ἆρά γε νὰ σφάλλῃ καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς,
1294ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κρατῶν ἐν χερσὶ τὰ ἔγ-
1295γραφα, τὰ ἀναγράφοντα τὰ γεγονότα, παρέστησεν ὑμῖν
1296ταῦτα μὴ ἀκριβῆ; Λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἐξε-
1297λέγξω τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα ὡς μὴ
1298ἀληθῆ.
1299Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ σπουδαιότατον ἐστη-
1300ρίχθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς προηγουμένην ἀπόφα-
1301σιν ἢ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πρῶτον ἐρωτῶ τὸν
1302κύριον Τρικούπην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντριβέστατος, ἰδίως
1303περὶ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, ἂν ἀπόφασις τῆς Βου-
1304λῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἠδύνατο νὰ λύσῃ οὕτως ἢ
1305ἄλλως τοιοῦτον ζήτημα κατ’ οὐσίαν. Ποῖον χαρακτῆρα
1306θὰ εἶχεν ἡ ἀπόφασις αὕτη; Ὑπάρχει Νόμος, ἐπὶ τῇ βάσει
1307τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίσθη διὰ Βασ. Διατάγματον ἓν δικαίω-
1308μα· ἡ δὲ Βουλὴ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ Νο-
1309μοθετικὸν Σῶμα, πᾶν ἄλλο ἠδύνατο νὰ ἀποφανθῇ ἢ τὸ ἅ
1310εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν τὸ δικαίωμα ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαν-
1311τος νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτήν. Ἠδύνατο μόνον νὰ εἴπῃ, πε-
1312ριοριζομένη αὐστηρῶς εἰς τὸ δικαίωμα αὐτῆς τὸ ἐξελεγ-
1313κτικὸν, ἂν ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἦτο νόμιμος ἢ ὄχι, καὶ τοῦ-
1314το ἁπλῶς ἔπραξεν. Ἐζητήθη μάλιστα παρ’ ἐντίμων Βου-
1315λευτῶν τὸ διαιρετὸν τῆς προτάσεως· διότι τὸ Τμῆμα
1316μὲν προέτεινεν ἁπλῶς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τῷ
1317λόγῳ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη ἐγκαίρως τὸ Διάταγμα, ὅπως
1318προταθῶσιν οἱ ὑποψήφιοι, ἠγέρθη ὅμως καὶ τὸ ζήτημα
1319τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος, ἤτοι τοῦ δι-
1320καιώματος πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ. Ἐπὶ τούτων περιε-
1321στράφη ἡ συζήτησις· ὅταν δὲ αὕτη ἐκηρύχθη περατωμένη
1322ἐζητήθη, ὡς εἶπον, ὑπὸ διαφόρων βουλευτῶν, ἐν οἷς καὶ
1323ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, ἡ διαίρεσις τοῦ ζητήματος, καὶ
1324ἐζητήθη ἐπὶ τῇ βάσει παρατηρήσεων σπουδαίων, ἀλλ’ ἡ
1325Βουλὴ δὲν ἐνέκρινε τοῦτο, καὶ δὲν τὸ ἐνέκρινε διὰ ψηφο-
1326φορίας μάλιστα ὀνομαστικῆς. Μετὰ τοῦτο, τουτέστιν ἀ-
1327ποσχούσης τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐ-
1328τέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Τμήματος, ἤτοι ἡ
1329ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύ-
1330θη ἐγκαίρως τὸ Διάταγμα. Ἰδοὺ τί προέτεινε τὸ Τμῆ-
1331μα... «Τὸ Τμῆμα, ἀφίνον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἀπό-
1332φασιν τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς τὸ περὶ τοῦ πληθυ-
1333σμοῦ τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος ἐλάττωμα, προτείνει
1334κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκεῖ ἐνεργηθεί-
1335σης ὑπὲρ τοῦ κ. Γ. Ξενουδάκη Βουλευτικῆς ἐκλογῆς,
1336διότι κατὰ τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐκλογῆς ταύτης δὲν
1337ἐτηρήθησαν αἱ ὑπὸ τοῦ Νόμου ὁριζόμεναι προθεσμίαι».
1338Ὅτι δὲ ἡ Βουλὴ ῥητῶς ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς
1339διαιρέσεως, ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἀπέσχε ν’ ἀποφανθῇ περὶ
1340τοῦ δικαιώματος, ὡς συναισθανομένη, ὅτι δὲν εἶχεν ἁρ-
1341μοδιότητα ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ, μαρτυροῦσι τὰ πρα-
1342κτικά. Κατὰ ταῦτα, ἡ Βουλή, ἐρωτηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ.
1343Προέδρου ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μίληση, ἣν καὶ ἄλ-
1344λοι ὑπεστήριζον, διὰ τῆς ἑξῆς προκλήσεως: «οἱ παραδεχό-
1345μενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως περὶ διαιρετοῦ λέ-
1346γουσιν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι» ἀπέῤ-
1347ῥιψε τὴν πρότασιν. «Ἐψηφοφόρησαν, εἶπεν ὁ Πρόεδρος
1348τῆς Βουλῆς μετὰ τὸ πέρας τῆς ψηφοφορίας, 207, ἐξ ὧν
1349112 μὲν ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, 95 δὲ ὑπὲρ τοῦ παραδε-
1350κτοῦ τοῦ διαιρετοῦ».
1351Ἰδοὺ τὸ πρῶτον γεγονὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται.
1352Ἡ Βουλή, βλέπετε, ἀπεφάνθη, μάλιστα ὅλως τοὐναντίον
1353ἐκείνου, ὅπερ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ῥητῶς καὶ διὰ
1354ψηφοφορίας ἐπ’ ὀνομαστικῇ κλήσει, εἰποῦσα, ὅτι δὲν
1355εἶναι πρὸς τοῦτο ἁρμοδία· καὶ καλῶς ἔπραξεν ἡ Βουλή,
1356διότι δὲν εἶχε τῷ ὄντι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ.
1357Ἀλλὰ μὴ ἆρά γε ἀπεφάνθη, καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1358γὸς, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς, ἔδωκε τὴν
1359ἀναγνωσθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπάντησιν;
1360ὄχι. Ὁ κ. Τρικούπης ἀνέφερε τότε τὰς γνώμας αὐτοῦ,
1361τὰς προθέσεις του, τὸ πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἀπήντησεν
1362εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῶν πολιτῶν Ἀδάμαντος τοῦ νὰ ἐκλέ-
1363ξωσιν ἴδιον βουλευτὴν καὶ μὴ συγχωνευθῶσιν εἰς ἑτέρους
1364συνοικισμούς. Ἡ δὲ Βουλὴ ἤκουσε ταῦτα, ἤκουσε καὶ τὰ
1365ἀντίθετα, ὡμίλησε μάλιστα τότε ἀντιθέτως ὁ ἀρχηγὸς τῆς
1366ἀντιπολιτεύσεως κ. Κουμουνδοῦρος, ὡμίλησαν καὶ ἄλλοι μετ’
1367αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἐδικαι-
1368οῦτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, καὶ δὲν ἀπεφάνθη. Τὸ Διά-
1369ταγμα, τὸ προκαλοῦν τοὺς ἐκλογεῖς Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέ-
1370ξωσι βουλευτὴν, εἶχε νομοθετικὴν ὕπαρξιν, ἐκδοθὲν δυ-
1371νάμει ἐντολῆς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας· μόνον δὲ
1372Νόμος τοῦ Κράτους, ψηφιζόμενος κατὰ τοὺς τύπους, καθ’
1373οὓς ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς οἱ Νόμοι, ἠδύνατο νὰ
1374τροποποιήσῃ τὸν Νόμον ἐκεῖνον ἐν τῷ μέσῳ τῶν δύω ἐκ-
1375λογῶν. Ἡ πρώτη ἐκλογὴ ἦτο βεβαίως ἄκυρος, ἀφοῦ ἁρ-
1376μοδίως ἠκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐν δὲ τῷ μεσολαβοῦντι
1377διαστήματι Νόμος τοῦ Κράτους ἠδύνατο νὰ τροποποιή-
1378σῃ τὸν προηγούμενον Νόμον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν ἡ
1379Κυβέρνησις ἐκείνη, οὐχὶ διότι ἠγνόει τὸν Νόμον—δὲν δύ-
1380ναμαι νὰ ἀποδώσω τοιοῦτόν τι εἰς τὸν κ. Τρικούπην—
1381δὲν τὸ ἔπραξεν, ἵνα μὴ θέσῃ οὐχὶ πλέον εἰς ἀμφισβήτη-
1382σιν, ἀλλ’ εἰς θέσιν προφανῶς ἔκνομον τοὺς ἐκ Μήλου βου-
1383λευτάς. Εἰς τὴν ἐκλογὴν Μήλου δὲν ἔλαβε μέρος ἡ Ἐ-
1384παρχία ἅπασα, διότι δὲν μετέσχεν αὐτῆς ὁ Δῆμος Ἀδά-
1385μαντος. Ἐὰν μὴ ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου ἐ-
1386κείνου, ἡ ἐκλογὴ τῆς Μήλου, ἐπηρεαζομένη ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ
1387τῶν ψήφων τοῦ Ἀδάμαντος, ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως ἄκυ-
1388ρος. Εἶναι δὲ ἀληθέστατον ὅ,τι ἐν τῇ προηγηθείσῃ ἀ-
1389γορεύσει μου εἶπον, ἤτοι ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Τμήματος,
1390τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἦτο ὁ κ. Δραγούμης, ῥητῶς ἀνα-
1391φέρεται τοῦτο, ὁ δὲ κ. Δραγούμης ἔσπευσε δυστυχῶς νὰ
1392μὲ διαψεύσῃ, λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἔσπευσε πολύ.
1393§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως τὸ ἐλέγετε, τὸ διέψευσα· ἦτο
1394ἁπλῆ παρατήρησις.
1395§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Τμῆμα δὲν εἶχε ἄλλο δικαίωμα,
1396εἰμὴ νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις. Ἰδοὺ δὲ ἐπὶ λέξει τί ἐ-
1397γράψατε, κύριε Δραγούμη, ὡς εἰσηγητὴς «Ἡ ἔκθεσις αὕ-
1398»τη συνετάχθη, μὴ ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐκλογικοῦ
1399»τμήματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, οὗ αἱ ψῆφοι ἐπηρεά-
1400»ζουσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὅλης ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας
1401»Μήλου, ὅπερ ὅμως κατὰ Β. Διάταγμα, δημοσιευθὲν τὴν
1402»25 Νοεμβρίου 1881, ἀπετέλεσεν ἰδίαν ἐκλογικὴν περι-
1403»φέρειαν. Διὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον παρεσιωπήθη ἐν τῇ
1404»ἐκθέσει ἡ περίστασις, ὅτι, ἐνῷ ἀνεκηρύχθη πέμπτος ὑ-
1405»ποψήφιος ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ὁ Γ. Ξενουδάκης (αὐτὸς οὗτος
1406»βλέπετε, οὗ ἠκυρώσατε τὴν ἐκλογὴν), τέσσαρες μόνον
1407»κάλπαι ἐξετέθησαν ἐν ἅπασι τοῖς τμήμασι τῆς Ἐπαρ-
1408»χίας Μήλου».
1409Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἔθηκεν εἰς ἀμ-
1410φιβολίαν τὴν μνήμην μου καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀναζητή-
1411σω τὰ ἔγγραφα, διότι ἀντὶ μιᾶς παρανομίας ὑπάρχουσι
1412δύω, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ γραφόμενα ὑπὸ
1413τοῦ Τμήματος εἶναι ἀληθῆ, καὶ εἶναι τοιαῦτα βεβαίως,
1414ὁ δὲ Δῆμος Ἀδάμαντος ἐθεωρήθη ὡς μὴ ἔχων τὸ δικαί-
1415ωμα τῆς ἐκλογῆς. Τί γίνεται τότε ὁ πέμπτος ὑποψήφιος
1416τῆς Ἐπαρχίας Μήλου; Τῆς ἀτόπου, τῆς ἀτελοῦς, τῆς
1417ἀμφιβόλου ταύτης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζο-
1418μεν τὰ μικρὰ αἴτια. Δὲν ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Δῆ-
1419μον Ἀδάμαντος νὰ ἔχῃ βουλευτὴν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐτόλμα
1420νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν συνοικισμὸν ἐκεῖνον ῥητῶς τὸ δικαίωμά
1421του, οὐχὶ διὰ λόγον, ἀφορῶντα εἰς τὰ ἀπαράγραπτα δί-
1422καια τῶν τοσοῦτον μοχθησάντων ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας
1423Κρητῶν, ἀλλὰ διὰ λόγον, ἀφορῶντα εἰς τὴν βουλευτικὴν
1424αὐτῆς πλειονοψηφίαν, εἰς ἣν δὲν ἀνῆκεν ὁ κύριος Ξενου-
1425δάκης.
1426Δὲν ἠδύνατο δὲ καὶ δι’ ἕτερον λόγον τῆς αὐτῆς φύσε-
1427ως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ θέσις τῶν δύω ἐκ
1428Μήλου βουλευτῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑπουργικὴν
1429μερίδα. Δὲν πρόκειται ν’ ἀμφισβητήσω ἤδη τὴν θέσιν τῶν
1430ἀξιοτίμων βουλευτῶν Μήλου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία αὐτῶν ἐν
1431τῷ περιβόλῳ τούτῳ εἶναι ζῶσα διαμαρτύρησις ὑπὲρ τοῦ
1432παραγνωριζομένου δικαιώματος τῶν ἐν Ἀδάμαντι Κρητῶν.
1433Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ἀπαρτίας. Τίς εἶναι ἡ ἀπαρτία
1434ἡμῶν, ἢ μᾶλλον ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τοῦ συνόλου τῶν
1435βουλευτῶν; Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐνταῦ-
1436θα, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἠκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς·
1437ἀλλὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἠδύνατο νὰ ἀκυρωθῇ μόνον διὰ
1438Νόμου, διότι εἶχεν ἐκδοθῆ δυνάμει νομοθετικῆς ἐντολῆς,
1439καὶ οὔτε διὰ Διατάγματος ἑτέρου ἠδύνατο νὰ ἀνακληθῇ,
1440οὔτε δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ.
1441Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο, ἵνα ἐξέλθῃ πρὸς στιγμὴν
1442ἐκ τῆς στενοχωρίας, εἶπεν, ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ σκοποῦ,
1443ὅτι τὸ Διάταγμα οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὴν ἀπόφα-
1444σιν τῆς Βουλῆς, ὡσὰν ἐπρόκειτο νὰ θέσωμεν ἐνταῦθα εἰς
1445διαγωνισμὸν, εἰς πάλην, τὴν ἀξίαν τῶν Διαταγμάτων
1446πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀπε-
1447δείχθη, ὅτι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει· ἀπεδεί-
1448χθη, ὅτι οὔτε δικαίωμα εἶχεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκδώσῃ τοιαύ-
1449την ἀπόφασιν· ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ προὐκλήθη μάλι-
1450στα ν’ ἀποφανθῇ, ἀλλὰ συνετῶς φερομένη καὶ σεβομένη
1451τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἐτάχθη φρουρὸς, καλῶς γινώ-
1452σκουσα τὴν ἁρμοδιότητα αὑτῆς καὶ τὰ καθήκοντα, δὲν
1453ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως, ἡ ὁποία δὲν
1454ἠδύνατο νὰ προταθῇ εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ Τόπου, ὡς ἐ-
1455ξερχομένη τῶν ὁρίων τῆς νομίμου αὐτῆς ἁρμοδιότητος.
1456Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαν-
1457τος δὲν ἠκυρώθη· ἑπομένως τὸ σύνολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
1458βουλευτῶν εἶναι 245, ἡ δὲ ἀπαρτία συνίσταται, κατὰ τὸ
1459Σύνταγμα, ἐξ 124.
1460Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
1461ἐπιμένῃ· ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βου-
1462λῆς τῆς Παρασκευῆς ἐλήφθη ἐν ἀριθμῷ 123 βουλευτῶν.
1463Ἂν δὲ 123 βουλευταὶ δὲν ἀποτελῶσι τὸ ἥμισυ πλέον ἑ-
1464νὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, τὰ ἀποφασισθέντα τὴν Παρασκευὴν
1465εἶναι ἔκθεσμα. Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλῷ πλέον ἢ
1466ἐγὼ, ἔχει μέγα συμφέρον, ἔχει σπουδαιότατον καὶ ἐπι-
1467τακτικὸν καθῆκον, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ μείνῃ ἐπὶ τούτῳ ἀμ-
1468φιβολία τις. Λέγω δὲ, ὅτι ἔχει συμφέρον καὶ καθῆκον,
1469διότι, ὅπως καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ ἀγορεύσει μου ὑπέμνησα, τὸ
1470ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι θεμελιῶδες. Τὰ πάντα ἐνεργοῦν-
1471ται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὰ πάντα δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ
1472Βουλὴ εἰς τὸν Τόπον· ἀλλὰ, διὰ νὰ δύναται νὰ τὰ ἐπι-
1473βάλῃ, πρέπει νὰ ἦναι βέβαιον, ἀνεπίδεκτον ἀμφιβολίας,
1474ὅτι τὰ ἐπιβάλλει ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ
1475λησμονήσῃ, ἀλλ’ ὀφείλει μάλιστα νὰ ἐνθυμηθῇ καλῶς ὁ
1476κ. Τρικούπης, ὅτι ἕνεκα τοιαύτης περὶ ἀπαρτίας ἑρμηνεί-
1477ας πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν ἐκινδύνευσαν τὰ πάντα. Ὁ κ.
1478Τρικούπης δὲν ἐλησμόνησε βεβαίως, ὅτι κατὰ τοῦ παρα-
1479τόλμου ἐκείνου ἐπιχειρήματος συνέπραξαν ὅλαι αἱ μερίδες
1480τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀδιαῤῥήκτως ἡνωμέναι. Ὅλαι αἱ
1481ἰδέαι, αἱ διαιροῦσαι τὰ κόμματα, ἐλησμονήθησαν, τὰ
1482μίση, τὰ πάθη κατέπαυσαν ἐνώπιον τῆς ἀφοσιώσεως, ἣν
1483ὁ Τόπος εἶχε πρὸς τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ. Μὴ θέτωμεν αὐ-
1484τοὺς εἰς κίνδυνον, μὴ θέτωμεν ἰδίως τὸ φιλόνομον τοῦ
1485Τόπου εἰς δοκιμασίαν· διότι, ἂν τολμήσωμεν νὰ τὸ πρά-
1486ξωμεν, θέλομεν ἀπαντήσει ὄπισθεν αὐτοῦ τὸν πατριωτι-
1487σμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν στοργὴν αὐτοῦ ὑπὲρ
1488τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Τόπου.
1489§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὰ κάμω ὀλί-
1490γας παρατηρήσεις εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἰς
1491τῶν λόγων, οἵτινες μὲ ἐξηνάγκασαν εἰς δύω προηγουμέ-
1492νας συνεδριάσεις νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν πλειονοψηφίαν
1493καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τυπώνωνται τὰ
1494πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα ἐγκαίρως καὶ νὰ διανέμων-
1495ται εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ
1496εἶπον καὶ ἐξήγησα. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ δημοσιεύωνται τὰ
1497πρακτικὰ, ἵνα γνωρίζωμεν τί χθὲς ἐλέγομεν, τί σήμερον
1498ὑποστηρίζομεν, τί αὔριον θὰ ὑποστηρίξωμεν. Δυστυχῶς
1499ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ Προεδρείου τοῦ κ.
1500Βαλαωρίτου, ὄχι μόνον δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν τὰ
1501στενογραφημένα πρακτικὰ, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἐπίσημα πρα-
1502κτικὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐξ ὧν ἠθέλομεν γνωρί-
1503ζει ἐπίσης πολλὰ πράγματα (διάλογοι). Ἐγὼ, ὅταν ἠ-
1504γόρευσα προχθὲς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ὅπερ δι’ ἑνὸς ἄρ-
1505θρου ἔθετε φόρους εἰς 15 ἢ 16 ἀντικείμενα, εἴτε ἀμέσους
1506εἴτε ἐμμέσους, τί εἶπον; Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνα-
1507γνώσω τὸ μέρος τοῦ λόγου μου, ὅπερ κατέληγεν εἰς τὸ
1508συμπέρασμα, ἵνα ἰδῆτε ὅτι οὔτε ὁ κ. Πετσάλης, ὅταν
1509ὁμιλῇ καὶ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ σκιαμαχῶ, ἐπρόσεχε, ἀναγινώ-
1510σκων, φαίνεται, ἄλλα συγράμματα, οὔτε ὁ κ. Πρωθυ-
1511πουργὸς ἐνεθυμήθη νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπον. Ὁ λόγος μου εἶ-
1512ναι τυπωμένος, διότι φροντίζομεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀναπλη-
1513ρῶμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν δι’ ἰδίων ἐξόδων ὅ,τι ἔπρεπε
1514νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὅ,τι εἰς ἄλλας περιστάσεις ἐγέ-
1515νετο.
1516Καὶ ἀνέφερα τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος 59, τὸ ὁ-
1517ποῖον λέγει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ τῆς ἐ-
1518πιψηφίσεως τούτου παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπικυρώ-
1519σεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Τί ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον, λέγον οὐ-
1520δεὶς φόρος; ἐννοεῖ φόρον γνωστὸν καὶ δὲν ἐννοεῖ δι’ ἑνὸς
1521ἄρθρου νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι εἰς 16 ἀντικείμενα, χω-
1522ρὶς νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τί ψηφίζει.
1523Τί ἦτο τὸ συμπέρασμά μου; ἦτο ὅτι τὸ Νομοσχέδιον
1524εἶναι πρῶτον ἀντισυνταγματικὸν, καὶ διὰ τοῦτο προέβα-
1525λον ἐγὼ, καὶ οὐχὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, πρότασιν περὶ τοῦ
1526ἀπροχωρήτου· καὶ δεύτερον, διότι τὸ ζήτημα ἦτο σύνθε-
1527τον. Καὶ δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ,
1528ὄχι μόνον εἶναι σύνθετον, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολυσύνθετον;
1529Τί κοινὸν ἔχουσι τὰ ἀροτιῶντα κτήνη μὲ τὰ λάχανα;
1530Τί κοινὸν ἔχουσιν οἱ ἵπποι μὲ τὴν σταφίδα; Τί κοινὸν ἔ-
1531χουσι τέλος πάντων τόσοι ἄλλοι φόροι, οὓς ἀνέφερα ἐδῶ,
1532μεταξύ των; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σπου-
1533δαίως ἐνώπιον Νομοθετικοῦ Σώματος, ὅτι τοιοῦτοι φόροι
1534κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπιβάλλονται καὶ ἐπαυξάνονται;
1535Ἴσως ἐπικαλεσθῆτε, ὅτι ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τοιούτους φό-
1536ρους· ποίους φόρους; τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἐδῶ ἔρχεται
1537τὸ Νομοσχέδιον καὶ λέγει ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους.
1538Καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοί; οὐδεὶς ἔχει γνῶσιν αὐτῶν. Καὶ
1539εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ Βουλὴ ἀξία τῆς θέσεώς της,
1540ὅταν ψηφίζῃ φόρους, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ αὐτούς!
1541Ἔρχεται τὸ ζήτημα περὶ ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο
1542δὲν ἐφέρθη μόνον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον περὶ δι-
1543καιώματος ἐκλογῆς βουλευτοῦ ἐκ τοῦ Δήμου Ἀδάμαν-
1544τος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, καὶ ὅσοι
1545ἦσαν τότε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτε παρουσιάσθη τὸ ζή-
1546τημα, ἐπεθύμουν νὰ ἦσαν δικαιότεροι, διότι δὲν ἐπιτρέ-
1547πεται νὰ διαστρέφωσι τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς ἀ-
1548ποφάσεώς των τῆς τότε. Ἐγὼ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περί-
1549οδον ὡμίλησα κατὰ καὶ ἠμφισβήτητα ὅτι ἀπέκτησαν
1550εἰσέτι τὸ δικαίωμα τοῦτο οἱ Κρῆτες. Ἀλλὰ τί εἶπον τό-
1551τε καὶ οἱ ἀντίπαλοί μου καὶ οἱ περὶ ἐμέ; ὅτι τὸ ζήτη-
1552μα εἶναι ἀντιδημοτικόν, καὶ δὲν πρέπει κατ’ αὐτὸν τὸν
1553τρόπον νὰ τὸ λύσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, διὰ
1554νὰ μὴ γείνωμεν ἀντιδημοτικοί, καὶ τὸ ἔλυσαν ἀντιθέτως
1555πρὸς ὅσα ἤδη ὑποστηρίζουσι· διότι τί ἐγένετο πέρυσι;
1556πέρυσιν ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή, ὄχι διότι δὲν εἶχε τὸ δικαί-
1557ωμα ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος νὰ δώσῃ βουλευτήν· ἠκυ-
1558ρώθη ἡ ἐκλογή καὶ δὲν ἐπεκυρώθη, διότι ὑπῆρχον ἄλλοι
1559λόγοι, εἴτε τυπικοί, εἴτε οὐσιαστικοί, οἵτινες ἀφώρουν
1560εἰς τὴν ἀκύρωσιν ὄχι τοῦ δικαιώματος, ἀλλὰ τῆς ἐκλο-
1561γῆς. Καὶ ἡ ἄλλη Κυβέρνησις διέταξε τὴν ἐκλογὴν, ἡ δὲ
1562παροῦσα ἀνεκάλεσε τὴν διαταγήν. Ἀλλὰ τὸ Β. Διάταγ-
1563μα ὑφίσταται, καὶ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ζηνόπουλος, εἶναι
1564πρᾶγμα ἀναμφισβήτητον· τὸ Διάταγμα, τὸ προσκαλοῦν
1565εἰς ἐκλογὴν τοὺς ψηφοφόρους καὶ ὁρίζον ἡμέραν ἐκλογῆς,
1566εἶναι Διάταγμα νομοθετικὸν ἀναντιῤῥήτως, καὶ ὅπως
1567προχθὲς ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Διάταγμα περὶ τοῦ
1568νομισματικοῦ συστήματος, ὅπερ ἐξεδώκαμεν καὶ δι’ οὗ
1569ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος
1570ἀπὸ πρώτης Νοεμβρίου, εἶναι Διάταγμα νομοθετικὸν καὶ
1571δὲν δύναται νὰ ἀκυρωθῇ δι’ ἄλλου τρόπου, ἢ νομοθετι-
1572κῶς, οὕτω καὶ τὸ παρὸν δὲν δύναται ν’ ἀκυρωθῇ ἄνευ ἀ-
1573ποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν,
1574ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀδάμαντος δὲν θέλουσι νὰ κάμωσι
1575χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Αἴ, καὶ μὲ τοῦτο τί;
1576Ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον ἡ Ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων σᾶς
1577λέγει, ὅτι «ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δι-
1578καιώματος τοῦ ἐκλέγειν βουλευτάς·» διὰ τοῦτο δὲν θὰ
1579ἐκδώσητε Διάταγμα διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἵνα
1580ἐκλέξῃ βουλευτὰς, καὶ δὲν θὰ καταλογίσητε εἰς τὴν ἀπαρ-
1581τίαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεγομένων βουλευτῶν ἐκ τῆς Ἐ-
1582παρχίας Καλαβρύτων; Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι ζήτη-
1583μα Συνταγματικὸν, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ
1584τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἀπὸ κανένα. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦ
1585ἐκδοθέντος Διατάγματος περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου
1586Ἀδάμαντος, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὑφίσται, ὑφίσταται ἀκέραιον
1587καὶ τὸ δικαίωμα, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαμφισβη-
1588τήσῃ. Νομίζω, ὅτι διὰ τὸν λόγον, ὃν ἀνέφερον οἱ κάτοι-
1589κοι τοῦ Ἀδάμαντος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος
1590πληθυσμὸς καὶ ἑπομένως τὸ Διάταμμα αὐτὸ τὸ νομοθε-
1591τικὸν κακῶς ἐξεδόθη, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν δύνασθε
1592νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἄκυρον. Ἐὰν φρονῆτε τοῦτο, φέρετε
1593νομοθέτημα, ἵνα τὸ κηρύξητε ἄκυρον· ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑφί-
1594σταται, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμ-
1595βάνηται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ περὶ ἀπαρτίας ζήτημα ὁ Δῆμος
1596τοῦ Ἀδάμαντος.
1597§66Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐγὼ εἶχον λά-
1598βει τηλεγράφημα παρὰ τοῦ Δημάρχου Ἀδάμαντος κατ’
1599ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, τουτέστι μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς
1600ἐκλογῆς τοῦ ὑποψηφίου Ξενουδάκη, δι’ οὗ παρεκλήθην
1601νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει
1602τῆς Βουλῆς, ὅπως διατάξῃ τὴν ἐπανάλειψιν τῆς ἀκυ-
1603ρωθείσης ἐκλογῆς τῶν ἀποίκων Κρητῶν τῆς ἐκλογικῆς
1604περιφερείας Ἀδάμαντος, ὅπερ καὶ ἐξετέλεσα, ὑπομνήσας
1605τὴν ἀξίωσιν τοῦ Δημάρχου Ἀδάμαντος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
1606θυπουργὸς, ἀναστὰς, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, καὶ ἐμὲ, τὸν
1607ἐντολοδόχον τοῦ Δημάρχου Ἀδάμαντος, ὅτι εἶναι ἀδύνα-
1608τον νὰ διαταχθῇ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς ἕνεκεν ἐλλεί-
1609ψεως τοῦ ἀπαιτουμένου πληθυσμοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ
1610Κυβέρνησις ἔλαβεν ἀκριβεῖς πληροφορίας παρὰ τῶν ὑπαλ-
1611λήλων Ἀρχῶν. Τούτου ἕνεκα ἀπεσύρθην πάσης ἄλλης
1612προτάσεως, ἐννοήσας ἀρκούντως, ὅτι ἐπὶ τῆς παρελθού-
1613σης Κυβερνήσεως εἰκονικῶς ἀνεγράφη ὁ ἁρμόδιος πλη-
1614θυσμὸς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, καὶ ἐπὶ τῇ ψευδεῖ ταύτῃ
1615βάσει τοῦ εἰκονικοῦ πληθυσμοῦ ἐξεδόθη τὸ Βασιλικὸν
1616Διάταγμα, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δικαιώματος τῶν
1617ἀποίκων Κρητῶν, ὅπερ εἶχον ἀποκτήσει δυνάμει τοῦ ψη-
1618φίσματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἑπομένως λέγω, ὅτι τὸ
1619δικαίωμα τῶν ἀποίκων Κρητῶν μένει ἱερὸν τοῦ νὰ δώ-
1620σουν Βουληφόρον ἄνδρα, ὀψέποτε συμπληρωθῇ ὁ ἀπαι-
1621τούμενος πληθυσμὸς, καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως τοῦ ἀπαιτου-
1622μένου πληθυσμοῦ θεωρεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἐκλογι-
1623κὴ περιφέρεια Ἀδάμαντος ὡς μὴ οὖσα καὶ ἑπομένως ἡ
1624νόμιμος ἀπαρτία τῆς Βουλῆς συνίσταται ἐξ 123 βουλευ-
1625τῶν τῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους.
1626§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐλέχθη τι πε-
1627ρὶ τοῦ ὁποίου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμω καὶ ἐγὼ λό-
1628γον· διότι, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Διάταγμα, τὸ ἀφο-
1629ρῶν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, εἶναι Διάταγμα νομο-
1630θετικὸν, θὰ ἦναι ἀκριβὴς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυ-
1631ξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι θὰ ἀπαιτῆται
1632Νόμος πρὸς κατάργησιν αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν θὰ δύναται
1633οὔτε ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐξελέγξεως νὰ τὸ παραβιάσῃ ἡ
1634Βουλή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι νομοθετικὸν τὸ Διάταγμα, περὶ
1635οὗ πρόκειται, εἶναι ἐκτελεστικόν· καὶ πρὸς κατάργησιν
1636τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀ-
1637νάγκη νομοθετικῆς πράξεως. Ποῖον εἶναι τὸ νομοθετι-
1638κὸν Διάταγμα; τὸ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Νόμου ἐκδιδόμενον.
1639Ὁ Νόμος περιέχει τοιαύτην ἐντολήν; Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον.
1640«Οἱ κατὰ τὴν ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου 1854 ἀπόφασιν τῆς
1641ἐν Ἀθήναις Ἐθνικῆς Συνελεύσεως μετανάσται ἐκλέγουσι
1642βουλευτὴν, ἐὰν, συνοικισθέντες πραγματικῶς, ἀποτελέ-
1643σωσι πόλιν, Δῆμον ἢ Ἐπαρχίαν, καὶ ἀπαρτίσωσι πλη-
1644θυσμὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ἐχού-
1645σης τὸν μικρότερον πληθυσμὸν περιφερείας Ἐπαρχιακοῦ
1646Συμβουλίου. Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ ἄρθρου 1 ἰσχύ-
1647ουσιν, εὐθὺς ὡς ὁ πληθυσμὸς τῶν συνοικισθησομένων ὑ-
1648περβῇ τὸν ἀνωτέρω ἐλάχιστον ὅρον».
1649Οὐδεμίαν ἐντολὴν περιλαμβάνει περὶ συμπληρώσεως
1650τῆς διατάξεως διὰ Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα τοῦτο
1651εἶναι ἐκτελεστικὸν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐντολὴν
1652νὰ ἐκτελῇ τοὺς Νόμους, εἶναι ἐκτελεστικὸν τοῦ ἄρθρου 3
1653τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ἀλλὰ δὲν ἔχει χαρακτῆρα Δια-
1654τάγματος νομοθετικοῦ, ὅπερ ἐκδίδεται τῇ ἐντολῇ τῆς
1655Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο μόνον διὰ πράξεως τῆς Νομοθετι-
1656κῆς Ἐξουσίας δύναται νὰ καταργηθῇ. Τὸ Διάταγμα τοῦ-
1657το δὲν εἶναι Νόμος, εἶναι Διάταγμα, καὶ οὐδεὶς δύνα-
1658ται νὰ ἰσχυρησθῇ, ὅτι τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων
1659Διατάγματα κατισχύουσι τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς,
1660ὅπως καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τοῦ Διατάγ-
1661ματος τοῦ νομοθετικοῦ δύναται νὰ κατισχύσῃ ἁπλῆ ἀ-
1662πόφασις τῆς Βουλῆς, μὴ περιβαλλομένη τὸν τύπον Νό-
1663μου. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐγένετο λόγος ἐντὸς τῆς
1664Βουλῆς περὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς
1665τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, καὶ ἐξέθεσα πρὸς ὑμᾶς τὰ γε-
1666γονότα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζομεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν· ἡ Βου-
1667λὴ δὲ ἐπὶ τούτοις ἐθεώρησε καλῶς μὴ διαταχθεῖσαν τὴν
1668ἐκλογὴν Ἀδάμαντος· ἑπομένως τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τὸ
1669ἐκτελεστικὸν ἐθεώρησεν ἄκυρον· τοῦ ἀκύρου δὲ Διατάγ-
1670ματος ἦτο ὅλως περιττὴ ἡ διὰ Διατάγματος ἀκύρωσις,
1671οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἀκυρωθῇ, διότι ἄκυρον Διάταγμα δὲν
1672ὑφίσταται.
1673§68Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς
1674ἀπαρτίας εἶναι τῷ ὄντι σπουδαιότατον, καὶ διὰ τοῦτο εὐ-
1675λόγως ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, συζητούμενον σοβαρῶς
1676καὶ σπουδαίως σήμερον ἐνώπιον αὐτῆς. Ἡ ἀπαρτία τῆς
1677Βουλῆς, κύριοι, πρέπει νὰ συγκροτῆται οὐχὶ ὅπως ἕκα-
1678στος φρονεῖ καὶ καθ’ ἣν γνώμην ὑποστηρίζει αὐθαιρέτως
1679ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ὅπως τὸ Σύνταγμα, ὁ ἐκ-
1680λογικὸς Νόμος καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δια-
1681τάσσουσι. Δυνατὸν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξέφρασε
1682γνώμην οἱανδήποτε καὶ κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συ-
1683νεδριάσεων, ἔστω καὶ ὅτι ἡ νόμιμος ἀπαρτία συγκροτεῖ-
1684ται ἐξ 123 βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κ. Πρω-
1685θυπουργοῦ δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Σῶ-
1686μα, ἂν ἀντίκηται πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν
1687τοῦ Σώματος. Εἶναι, κύριοι, ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ
1688τῆς ἐνεστώσης Περιόδου συνίσταται ἐκ 245 βουλευτῶν,
1689ἐφ’ ὅσον τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἀναγνωρίσαν τὸ δικαίωμα
1690τῆς ἀποστολῆς ἰδίου βουλευτοῦ ἐκ τοῦ συνοικισμοῦ τῶν
1691ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος Κρητῶν, ὑφίσταται. Καὶ εὑρί-
1692σκομαι, κύριοι, τῷ ὄντι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ
1693συμφωνήσω μετὰ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων καὶ
1694φίλων μου, τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐξ Εὐρυτανίας καὶ
1695Καλαβρύτων, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ Διατάγματος τούτου δὲν
1696ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰμὴ μετὰ τὸν
1697καταρτισμὸν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω
1698καὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὰ παρ’ αὐ-
1699τοῦ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ κατέστησαν ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυ-
1700ρον τὸ Διάταγμα αὐτό. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, κύριοι,
1701ἐκτελοῦσα Νόμον τοῦ Κράτους, ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν συ-
1702νοικισμὸν τῶν Κρητῶν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος τὸ δικαί-
1703ωμα τῆς ἀποστολῆς ἰδίου βουλευτοῦ· μόνη δὲ ἡ Βουλὴ
1704ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐξελέγχουσα
1705τὴν ἐκλογὴν, ἐὰν ἐπείθετο, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμιμος πλη-
1706θυσμὸς, ὁ δυνάμενος νὰ χορηγήσῃ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς
1707τὸν συνοικισμὸν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, τῆς ἐκλογῆς δη-
1708λονότι ἰδίου βουλευτοῦ. Ἡ Βουλὴ ὅμως τοῦ δικαιώματος
1709τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ κατάλληλον χρῆσιν εἰμὴ
1710κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς. Ἡ Κυ-
1711βέρνησις λοιπὸν ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας ἐ-
1712κλογῆς, ἀφοῦ ἠκυρώθη ἡ ἐνεργηθεῖσα· καὶ ὅταν τὸ ἀπο-
1713τέλεσμα τῆς νέας ταύτης ἐκλογῆς ὑπεβάλλετο εἰς τὴν
1714ἐξέλεγξιν τῆς Βουλῆς, τότε, ἀλλὰ τότε μόνον, εἶχε τὸ
1715δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίω-
1716μα ὁ συνοικισμὸς νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτὴν, διότι
1717δὲν συνεπληρώθη ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ Νόμου πληθυ-
1718σμός. Πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκτὸς τῆς
1719ἁρμοδιότητος αὐτῆς, πᾶς δὲ ὁ ἰσχυριζόμενος τὸ ἐναντίον,
1720ἀντιτάσσεται ἐναντίον τοῦ Νόμου, ἐναντίον τῆς λογικῆς,
1721καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα
1722τοῦτο τὸ θεωρῶ, ὅπως καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν κατὰ
1723τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω, τὸ
1724θεωρῶ λελυμένον παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε
1725τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος συνοικι-
1726σμὸν τῶν Κρητῶν νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτὴν διὰ τῆς
1727ἐπικυρώσεως τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας
1728Μήλου, εἰς ἣν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ συνοικισμοῦ ἐκείνου δὲν
1729συνέπραξαν. Ἄρα ἡ Βουλὴ, ἐπικυρώσασα τὴν ἐκλογὴν τῆς
1730Ἐπαρχίας Μήλου, εἰς ἣν δὲν ἔλαβον μέρος οἱ ἐκλογεῖς τοῦ
1731συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος, ἀνεγνώρισεν οὐχὶ ἐμμέσως, ἀλ-
1732λὰ σαφῶς, καθαρῶς καὶ ρητῶς, ὅτι ὁ συνοικισμὸς δι-
1733καιοῦται νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον βουλευτήν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν
1734κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι λελυμένον καὶ ἀπὸ αὐτῆς
1735ταύτης τῆς Βουλῆς· διότι, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι τὸ ζήτημα
1736τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος ἔμενεν ἄλυτον καθόσον ἀφορᾶ
1737τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀποστολὴν ἰ-
1738δίου βουλευτοῦ, τότε ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς καὶ ἡ ἐ-
1739κλογὴ τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, διὰ νὰ ἀποφασισθῇ καὶ αὐ-
1740τὴ τότε, ὁπόταν ἡ Βουλὴ ἤθελε λύσει ὁριστικῶς τὸ ζή-
1741τημα τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος· καὶ εἰ μὲν ἀνεγνώρι-
1742ζε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς ἰδίου Βουλευτοῦ εἰς τὸν
1743συνοικισμὸν Ἀδάμαντος, τότε καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐπαρχί-
1744ας Μήλου εἶχε καλῶς, καὶ ὤφειλε νὰ ἐπικυρωθῇ· εἰ δὲ ἀ-
1745πεφάσιζεν, ὅτι ὁ συνοικισμὸς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀ-
1746ποστολῆς ἰδίου βουλευτοῦ, τότε καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐ-
1747παρχίας Μήλου ἦτο ἄκυρος, καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις
1748νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας ἐκλογῆς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ
1749ἐκείνῃ, διὰ νὰ λάβωσι μέρος εἰς αὐτὴν καὶ οἱ ἐκλογεῖς τοῦ
1750Δήμου Ἀδάμαντος, οἵτινες δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν προ-
1751ενεργηθεῖσαν ἐκλογήν.
1752Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἡ προκάτοχος, λαβοῦσα ὑπ’ ὄ-
1753ψιν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς αὐτὴν ἀπὸ
1754τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὁ συνοικισμὸς Ἀ-
1755δάμαντος δικαιοῦται εἰς τὴν ἀποστολὴν ἰδίου βουλευτοῦ
1756ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ διὰ τοῦτο διέταξε νὰ ἐνεργηθῇ
1757ἰδία ἐκλογή, ἥτις καὶ ἐνεργήθη.
1758Δὲν ἀπέβλεψε μόνον, κύριοι, εἰς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν
1759τοῦ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἐνταῦθα, ἔστω καὶ δι’ ἑνὸς βου-
1760λευτοῦ, ἡ πολυπαθὴς καὶ μεγαλώνυμος νῆσος τῆς Κρή-
1761της· ἀλλ’ ἀπέβλεψε καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἰδίου
1762αὑτῆς καθήκοντος καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου. Ὅ-
1763ταν λοιπὸν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν εἰς αὐ-
1764τὴν ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας Διοικητικὰς καὶ Δημοτικὰς Ἀρ-
1765χὰς ἔπεισαν αὐτήν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς
1766πρὸς ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκπληρώ-
1767σῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ
1768Νόμου, καὶ νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ λίαν εὐχαρίστως, προκειμέ-
1769νου μάλιστα νὰ ἐκπληρώσῃ ἕνα πόθον γενικὸν καὶ ἐθνι-
1770κόν. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, ὅστις
1771δὲν εἶναι παρὰ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐ-
1772ξουσίας, μιᾶς συνεχοῦς καὶ ἀδιαιρέτου, κατέκρινε πρᾶ-
1773ξιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντικειμένην δῆθεν εἰς τὸν
1774Νόμον, δηλαδὴ κατέκρινε πρᾶξιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρ-
1775χῆς, παρ’ αὐτοῦ τούτου ὡς Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουρ-
1776γοῦ ἐκπροσωπουμένης ἤδη, ὡς στηριχθεῖσαν δῆθεν εἰς εἰ-
1777κονικὰς πληροφορίας καὶ εἰκονικὰ ἔγγραφα, ἐνῶ πᾶς ἄλ-
1778λος ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, οὐχὶ ὅμως αὐτὸς ὡς Κυ-
1779βέρνησις.
1780§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πράξεις αἱ ἐδικαί σας εἶναι ἐδικαί
1781μου;
1782§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πρά-
1783ξεως προσωπικῆς, ἀλλὰ περὶ πράξεως τῆς Ἐκτελεστικῆς
1784Ἐξουσίας, καὶ ὑμεῖς δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Νόμου
1785νὰ ἀναιρέσητε πρᾶξιν, χορηγοῦσαν δικαιώματα νομίμως
1786ἀποκτηθέντα παρὰ τρίτων.
1787§71ΡΑΛΛΗΣ. Παρανόμως.
1788§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. — καὶ τὰ ὁποῖα μόνον ἡ ἁρ-
1789μοδία Ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ· τοιαύτη δὲ Ἀρχὴ ἐπὶ
1790τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ Βουλή. Οὐδεμία λοιπὸν ἀμφι-
1791βολία εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς παρούσης Συνόδου σύγκει-
1792ται ἐκ 245 βουλευτῶν· ὅτι ἑπομένως ἡ νόμιμος ἀπαρτία
1793αὐτῆς συνίσταται ἐξ 124 βουλευτῶν, καὶ ὅτι ὁ συνοικι-
1794σμὸς τῶν ἐν Ἀδάμαντι Κρητῶν δικαιοῦται νὰ ἀποστεί-
1795λῃ ἴδιον βουλευτὴν ἐνταῦθα διὰ νέας ἐκλογῆς. Ὅ,τι δὲ
1796δὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις, κατὰ παράβασιν
1797τοῦ Νόμου, ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, διατάττουσα τὴν ἐπα-
1798νάληψιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀ-
1799ποφασίσῃ ἂν δικαιοῦται ἢ οὔ ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδά-
1800μαντος νὰ ἀποστείλῃ βουλευτὴν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν
1801τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη τὸ Διάταγμα τῆς 25ης
1802Νοεμβρίου 1881. Ἐὰν δὲ ἐξ αὐτῶν πεισθῇ, ὅτι ὁ πλη-
1803θυσμὸς, ὁ νόμιμος, δὲν ὑπάρχει, ἡ Βουλὴ, λέγω, οὐδεμία
1804ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὴν
1805ἐκλογὴν ἄκυρον καὶ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐπανάληψιν αὐ-
1806τῆς μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ὁ νόμιμος πληθυσμὸς ἐν τῷ
1807συνοικισμῷ ἐκείνῳ.
1808§73Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντοτε λαθροχείρως καὶ
1809ἀμφιβόλως καὶ διοικεῖ καὶ ἀγορεύει ὁ κύριος Πρωθυπουρ-
1810γός. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Διάταγ-
1811μα δὲν ἐπέχει θέσιν Νόμου, καὶ ἐστήριξε τὴν θεωρίαν
1812του εἰς τὸ ὅτι εἰς μίαν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀ-
1813γυιᾶς ἡ Βουλὴ ἐσιώπησε, καὶ δὲν ἐστήριξεν ὁ κύριος
1814Πρωθυπουργὸς τὴν θεωρίαν του εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ
1815ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐπέχει θέσιν Νόμου κατὰ
1816δύω ψηφοφορίας αὐτῆς. Εἰς ποίας; εἰς τὴν ἐπικύρωσιν
1817τῆς ἐκλογῆς Μήλου, καὶ εἰς τὴν ἀκύρωσιν διὰ λόγους
1818ἄλλους τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει
1819ἀνάγκην οὐδεμιᾶς θεωρίας συνταγματικῆς, οὐδενὸς ἐγ-
1820κρίτου προσώπου ἐδῶ, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ βαρύτητα· τὸ
1821ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Εἰς δύω ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ
1822ἐπεκύρωσε τὸ Διάταγμα αὐτὸ, ὡς ἐπέχον θέσιν Νόμου.
1823Συνεπῶς καταστρέφεται ἅπασα ἡ θεωρία τοῦ κυρίου Πρω-
1824θυπουργοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἐγὼ δὲν ἀποδίδω
1825οὐδεμίαν νομικὴν ὑπόληψιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἀληθὴς ἡ
1826θεωρία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἰς ποῖον ἄτοπον σύ-
1827ρει σήμερον τὴν Βουλήν; Σύρει εἰς τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ
1828κηρύξῃ ἀκύρους ἁπάσας τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς τὰς πα-
1829ρελθούσας· διατί; διότι παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβου-
1830λίῳ δύω Βουλευταὶ μιᾶς Ἐπαρχίας μὴ γνήσιοι, διότι
1831εἷς ἀριθμὸς μέγας δὲν ἐψήφισεν, οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατ’
1832αὐτῶν. Καὶ νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν
1833ἐθεώρει, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐπεῖχε θέσιν Νόμου, ἔπρεπε
1834νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ κάμῃ ὅ,τι ἐκ τῆς θέσεώς
1835του ἀπῃτεῖτο, δηλαδὴ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλο-
1836γῆς τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν Ἐπαρ-
1837χίαν ἐκείνην εἰς νέαν ἐκλογήν. Λοιπὸν ἡ πρώτη του θε-
1838ωρία δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ συνεπῶς τὸ Διάταγμα ἐπέχει
1839θέσιν Νόμου, καὶ σήμερον δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ παρὰ νὰ
1840παραδεχθῇ, ὅτι ἀπαρτία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελῆται ἢ
1841ἐξ 124 Βουλευτῶν· διότι, ἂν παραδεχθῇ τὸ ἐναντίον, θὰ
1842ἀκυρώσῃ ἁπάσας τὰς προηγουμένας πράξεις της. Διὰ
1843τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν
1844πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρα-
1845κτικῶν, περὶ τῆς ἀποφάνσεως δηλαδὴ ἂν ἀποτελῆται ἀ-
1846παρτία ἐξ 124 Βουλευτῶν, θὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ
1847ὁποῖον σᾶς προεῖπον. Καὶ ὁ κύριος Τρικούπης, ὁσάκις
1848κάμνει θεωρίας τοιαύτας, δὲν πρέπει νὰ τὰς κάμῃ, ὅπως
1849παρουσιάζεται δικηγόρος τις ἐνώπιον Δικαστηρίων ὑπο-
1850στηρίζων πολιτικὰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ νὰ προσέχῃ ἀγο-
1851ρεύων τί ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ μία τοιαύτη ἀγόρευσις, καὶ
1852δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Πρωθυπουργὸν νὰ ὁμιλῇ
1853τοιουτοτρόπως, διότι πολλάκις θὰ παραβλάψῃ συμφέ-
1854ροντα μεγάλα τῆς Πολιτείας.
1855§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἐξηλέγχετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ
1856Δήμου Ἀδάμαντος, μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐκείνης
1857καὶ προσεπάθησα νὰ ἀναστείλω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς πο-
1858ρείας, τὴν ὁποίαν οἱ τότε ἡγούμενοι τῆς πλειοψηφίας
1859διέγραφον εἰς αὐτήν. Ἔλεγον τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
1860πρέπει νὰ ἐκδώσῃ δύω διακεκριμένας ἀποφάσεις, μίαν
1861ἐπὶ τοῦ ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ συνοικισμὸς τοῦ Δήμου
1862Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέξῃ ἢ νὰ μὴ ἐκλέξῃ Βουλευτὴν, καὶ
1863ἑτέραν ἐπὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογή, ἡ ἐνεργηθεῖσα, ἐνηργήθη νο-
1864μίμως ἢ ὄχι. Ἀντέτασσέ τις τότε τῶν ἀγορευσάντων
1865κατὰ τῆς γνώμης μου ἐκείνης, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται
1866νὰ ἐπιληφθῇ ζητημάτων ἄλλων εἰμὴ τῶν καθαρῶς δια-
1867δικαστικῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα εἰμὴ
1868μόνον νὰ ἐξετάζῃ, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἂν
1869αἱ ἐκλογικαὶ πράξεις ἐνηργήθησαν νομίμως ἢ οὔ· καὶ
1870ἀντέλεγον εἰς ἐκεῖνον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τὸ
1871ὁποῖον αὕτη ἐνασκεῖ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν,
1872νὰ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, εἶναι δι-
1873καίωμα εὐρύ, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει αὐτῇ καὶ ἕτερον δικαί-
1874ωμα, τὸ νὰ λύῃ ὅλα τὰ παρεμπίπτοντα καὶ προκαταρ-
1875κτικὰ καὶ συνδεόμενα μετὰ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος
1876ζητήματα· ἑπομένως ὅτι ἡ Βουλὴ, μολονότι ἦτο ἀνε-
1877ξέλεγκτος, ἐξελέγχουσα τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, εἶχε
1878καθῆκον καὶ ἑπομένως δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν οἱ ἐκλο-
1879γεῖς Ἀδάμαντος εἶχον δικαίωμα νὰ συνέλθωσι πρὸς ἐκλο-
1880γὴν Βουλευτοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐξετάσῃ ἂν, συνελθόν-
1881τες, συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν Νόμον κατὰ τὴν ἐκλογήν.
1882Ἀλλ’ ἡ γνώμη μου ἐκείνη δὲν ἤρεσκεν εἰς τοὺς ἡγήτορας
1883τῆς πλειοψηφίας τότε, καὶ δὲν ἤρεσκε, διότι, ἂν εἰση-
1884γοῦντο εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ Δῆμος
1885Ἀδάμαντος δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτὴν, ἤ-
1886θελον εἰσηγηθῆ γνώμην, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ αὐ-
1887τοὺς εἰς τὴν κατάκρισιν τοῦ κοινοῦ· καὶ προσέτι ἤθελον
1888εἰσηγηθῆ αὐτῇ τι, ὅπερ ἤθελεν ἔχει ἀναγκαίαν συνέπειαν
1889τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Μήλου, ἥκιστα συμφέρουσαν
1890εἰς τοὺς ἡγήτορας τῆς πλειοψηφίας. Ἔλεγον ἐγὼ τότε
1891εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἀποφανθῆτε συλλήβδην ἐπὶ τῶν
1892ζητημάτων, ἢ ἂν περιορισθῆτε μόνον νὰ ἀποφανθῆτε ἐπὶ
1893τοῦ κύρους τῶν διαδικαστικῶν πράξεων τῆς ἐκλογῆς,
1894θέλετε περιφέρει εἰς ἀμηχανίαν καὶ τὴν Νομοτελεστικὴν
1895Ἐξουσίαν, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ μεριμνή-
1896σωσι περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κοινο-
1897βουλίου.
1898Δὲν θέλει γνωρίζει ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία τί ἐν-
1899νόει νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν
1900ἐξήνεγκεν· ἠννόει νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τῶν
1901συνῳκισμένων ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος, ὅτε ἡ Νομοτε-
1902λεστικὴ Ἐξουσία ὤφειλε νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐπανάλη-
1903ψιν τῆς ἐκλογῆς, ἢ ἠννόει νὰ ἀναγνωρίσῃ μὲν τὸ δικαίω-
1904μα αὐτῶν, ἀλλ’ ἠννόει μόνον νὰ ἀκυρώσῃ τὰς διαδικα-
1905στικὰς πράξεις τῆς ἐκλογῆς, καθ’ ἣν περίπτωσιν οἱ ἐκτε-
1906λοῦντες τοὺς Νόμους ὤφειλον νὰ διατάξωσι τὴν ἐπανά-
1907ληψιν τῆς ἐκλογῆς; Ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος
1908ἀκόμη τότε δὲν εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν
1909διαχειρίζεται νῦν ὡς προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1910βουλίου, ἐζήτησε τότε νὰ ἐξαγάγῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς
1911δυσκολίας ταύτης, καὶ ἀγορεύων ἐξέφερε κατὰ τὸ τέλος
1912τοῦ λόγου του τὴν ἑξῆς γνώμην· εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν
1913«τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν, ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως
1914»τῆς προτάσεως περὶ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος,
1915»τοὐτέστιν ὅτι ἐθεωρήσαμεν μὴ παραδεκτὸν ἐν τῷ περι-
1916»βόλῳ τούτῳ οὐχὶ τὸν Ἀντιπρόσωπον τῶν μεταναστῶν
1917»ἐν Κρήτῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς μὴ
1918»ὄντα Ἀντιπρόσωπον αὐτῶν, ὅστις θεωροῦμεν, ὅτι πρέ-
1919»πει νὰ ἀποχωρήσῃ, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἐνταῦθα ὑπὸ
1920»προσώπου, περιβληθησομένου πάντας τοὺς νομίμους
1921»τίτλους τοῦ Ἀντιπροσώπου τῶν ἐκ Κρήτης μετα-
1922»ναστῶν».
1923§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τοῦ Ἀδάμαντος,
1924τὸ ὁποῖον καὶ ἐξήγησα ῥητῶς.
1925§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη λοιπὸν, τὴν ὁποίαν εἰση-
1926γήσατο εἰς τὴν πλειοψηφίαν ὁ ἡγήτωρ αὐτῆς, ὅταν αὕτη
1927ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, εἶναι ἡ γνώμη, ὅτι ἡ
1928ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ, διότι ὁ ἐξ αὐτῆς ἀναδειχθεὶς
1929Βουλευτὴς δὲν ἐξελέχθη νομίμως, καὶ ὅτι αὐτὸς μὲν ἔ-
1930πρεπε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Βουλευτηρίου, ἄλλος δὲ ἔπρεπε νὰ
1931εἰσέλθῃ ἀντ’ αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν τότε, ἀκυρώσασα
1932τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, δὲν ἠκύρωσε τὸ δι-
1933καίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, διὰ νὰ ἀποστέλλῃ βου-
1934λευτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν
1935ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτόν. Καὶ πῶς εἶχεν ἀναγνωρισθῇ τὸ
1936δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος; Ὁ Νόμος περὶ ἐκλο-
1937γῆς Βουλευτῶν ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀ-
1938δάμαντος νὰ ἀποστέλλῃ Βουλευτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’
1939ὑπὸ ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος πρέπει
1940νὰ ἔχῃ ὡρισμένον πληθυσμόν. Ὁ Νόμος περὶ ἐκλογῆς δὲν
1941ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Νομοτε-
1942λεστικὴ Ἐξουσία κατόπιν ἔμελλε νὰ ἐκτελέσῃ. Ἦτο
1943ἔργον τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ ἀσχοληθῇ καὶ
1944ἀνεύρῃ καὶ βεβαιώσῃ ἂν ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος ἔχῃ
1945τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπῄτησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐ-
1946ξουσία νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
1947τῷ ἀπεδόθη. Ἀνετέθη λοιπὸν ἡ βεβαίωσις τοῦ πραγμα-
1948τικοῦ τούτου γεγονότος, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὅρου εἰς τὴν
1949Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ὁ Δῆμος λοιπὸν Ἀδάμαν-
1950τος ἔλαβεν ὑπὸ τοῦ Νόμου δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ Βουλευ-
1951τὴν, ἀλλὰ τότε, ὅταν ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα ὑπὸ
1952τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐ-
1953ξουσία καλῶς ἢ κακῶς ποιοῦσα, δικαίως ἢ ἀδίκως, δὲν
1954εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῶ σήμερον, ἡ Νομοτελεστικὴ
1955Ἐξουσία ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαν-
1956τος καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ἔχει τὸν
1957νόμιμον πληθυσμόν· εὐθὺς ὡς ἐξεδόθη ἡ πρᾶξις τῆς Νο-
1958μοτελεστικῆς Ἐξουσίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη, ὅτι
1959συνεπληρώθη ὁ ὅρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξηρτᾶτο τὸ δικαίω-
1960μα τῆς ἐκλογῆς Βουλευτοῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ
1961συνοικισμὸς ἀπέκτησε πλῆρες καὶ ἄρτιον τὸ δικαίωμα
1962τοῦτο, οὐδὲ ἠδύνατο πλέον ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία
1963νὰ ἐπανέλθῃ, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ ἂν τὸ εἰρημένον δικαίωμα,
1964τὸ ὁποῖον ἐγένετο πλέον ζῶν, καὶ ἐγένετο ζῶν, ἀναγνω-
1965ρισθὲν ὑπὸ τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἂν τὸ δικαίω-
1966μα αὐτὸ πρέπει νὰ φονευθῇ ἐκ νέου ἢ ὄχι.
1967Τὰ δικαιώματα, κύριοι, δὲν παραχωροῦνται ἀπὸ τὴν
1968Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, δὲν γεννῶνται ἀπὸ τὴν θέλη-
1969σιν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν φονεύονται ἀπὸ τὴν θέ-
1970λησιν τῶν Ὑπουργῶν. Μόνον ὁ Νόμος παράγει δικαιώμα-
1971τα, καὶ δὲν ὑφίσταται δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπενε-
1972μήθη ὑπὸ τοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δικαίωμα, τὸ ἀπο-
1973νεμηθὲν ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐξηρτήθη ὑπὸ ὅρου, τοῦ ὁποίου ἡ
1974βεβαίωσις ἀνατεθῇ εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν,
1975καὶ ἀφοῦ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἀναγνωρίσῃ ὡς πλη-
1976ρωθέντα τὸν ὅρον, τὸ δικαίωμα εἶναι πλῆρες καὶ ζῶν,
1977καὶ δὲν δύναται νὰ φονευθῇ, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς
1978(νὰ καταργηθῇ). Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἐκλογὴ,
1979ἔπρεπε τὰ ἐκλογικὰ ἔγγραφα νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον
1980τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξήλεγχε τὴν νέαν ἐκλο-
1981γὴν, αὐτὴ μὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν κα-
1982τηρτίσθη ἀκόμη ἄρτιον τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδά-
1983μαντος, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτὸν νὰ
1984ἐκλέξῃ βουλευτὴν, μέχρις οὗ ἐκ νέου ἀποδειχθῇ, ὅτι συν-
1985επληρώθη ὁ ὅρος τοῦ Νόμου.
1986Μοὶ φαίνεται τοσοῦτον ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, ὥστε θαυ-
1987μάζω πῶς ὑπάρχουσιν οἱ διστάζοντες. Ἂν ἡ ἐκτέλεσις
1988τῶν Νόμων ἀφεθῇ εἰς πολιτικοὺς ὑπολογισμοὺς, τότε μό-
1989νον δύναμαι νὰ ἐννοήσω δισταγμοὺς, προβαλλομένους
1990κατὰ τῆς γνώμης μου ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ
1991ἐκτέλεσις τῶν Νόμων, οὔτε ἡ ἀναγνώρισις δικαιωμάτων,
1992νομίμως ἀποδοθέντων, πρέπει νὰ μένῃ ἕρμαιον εἰς τοὺς
1993πολιτικοὺς ὑπολογισμούς.
1994§77ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ϛʹ Τμῆμα τῆς
1995Βουλῆς, προτεῖναν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Μήλου,
1996ἀφοῦ ἔκαμε μνείαν περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀδάμαντος
1997καθὼς καὶ ἡ Βουλὴ, ἐπικυρώσασα τὴν ἐκλογὴν, εἶχον
1998ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ἔπρεπε νὰ δώσῃ βου-
1999λευτήν. Ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποφάσεως, τῆς γενομένης
2000μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀδάμαν-
2001τος, ἀπεφάνθη οὐδὲν ἧττον, ὅτι ὁ Ἀδάμας ἔχει τὸ δι-
2002καίωμα τῆς ἐκλογῆς ἰδίου βουλευτοῦ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ
2003τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος προηγήθη, καὶ ἐγέ-
2004νετο τόση συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ ἐκλογῆς
2005τῆς Μήλου ἦλθε μετὰ πολλὰς ἡμέρας, εἰς συζήτησιν· εἶ-
2006χεν ἄρα ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ, ὅτι, ἂν ὁ Ἀδάμας δὲν ἔμελλε
2007νὰ δώσῃ βουλετὴν, κακῶς ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν Βου-
2008λὴν οἱ συμπαρακαθήμενοι μὲ ἡμᾶς βουλευταὶ Μήλου,
2009διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποκλεισθέντων ἀπὸ τῆς ἐκλογικῆς
2010περιφερείας τῆς Ἐπαρχίας Μήλου ἐκλογέων τῆς περιφε-
2011ρείας Ἀδάμαντος, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἐκλογικοῦ
2012Νόμου καὶ τοῦ Β. Διατάγματος περὶ ἐκλογῆς ἰδίου βου-
2013λευτοῦ ἐκ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἐπηρέαζεν οὐσιωδῶς
2014τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τῆς Μήλου. Ἑπομένως, ἀ-
2015φοῦ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγένετο ἐνταῦθα ἡ συζήτησις
2016καὶ ψήφισις τῶν ἐκλογῶν Ἀδάμαντος καὶ Ἐπαρχίας Μή-
2017λου, οὐδαμῶς δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ἐλλόγως, ὅτι ἡ
2018ἀπαρτία τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ λογισθῇ ἄνευ τῆς κατα-
2019ριθμήσεως βουλευτοῦ ἐκ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Τότε ἠ-
2020δύνατο νὰ μὴ λογισθῇ καὶ βουλευτὴς ἐκ τῆς ἐκλογικῆς
2021περιφεριφερείας Ἀδάμαντος, ὅτε ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς τὴν
2022Βουλὴν τὸ ζήτημα διὰ πραγματικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ
2023διὰ νέας ἐκλογῆς τοῦ Ἀδάμαντος, καὶ ὅτε, μὴ ὑπαρχόν-
2024των τῶν ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ρητῶς ὁριζομένων ὅ-
2025ρων εἰς ἐκλογὴν βουλευτοῦ ἐκ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας
2026Ἀδάμαντος, ἤθελε ρητῶς ἀποφανθῆ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀ-
2027κυρώσεως. Ἐὰν προηγεῖτο τοιοῦτό τι, ἠδύνατο βεβαίως
2028νὰ ἰσχυρισθῇ τις ἐλλόγως, ὅτι βουλευτὴς ἐξ Ἀδάμαντος
2029δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἀπαρτίαν· ἀλλ’ ἐνῷ ἀ-
2030πόφασις τῆς Βουλῆς, οὐχὶ πλέον ἔμμεσος, ἀλλὰ ρητὴ,
2031πραγματικὴ, λέγει, ὅτι ἐπικυροῖ τὴν ἐκλογὴν Μήλου,
2032δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τοῦ Ἀ-
2033δάμαντος, ὡς ἐκλέξασαν ἴδιον βουλευτὴν, εἶναι ἄτοπον
2034σήμερον νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσω-
2035μεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ βουλευτὴν ἐξ Ἀδάμαντος, ἀρ-
2036κούμενοι μόνον εἰς μίαν ἁπλῆν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν
2037ἐπὶ ἐπερωτήσει ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Δῆμος
2038Ἀδάμαντος δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον πληθυσμὸν Κρη-
2039τῶν εἰς τὴν κατὰ Νόμον ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ. Ἀλλ’
2040ἀρνεῖσθε πάντες ὑμεῖς, ὅτι ποτὲ δὲν συνεζητήθη ἐν τῇ
2041Βουλῇ οὐδεμία ἐπερώτησις σπουδαίως; Ἔφερον ἐδῶ ἔγ-
2042γραφα, ἔγγραφα ἐπίσημα, ἀποδεικνύοντα τὴν ἔλλειψιν
2043τῶν ὅρων εἰς ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ; Τίς ἔλαβε ταῦτα;
2044Οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοιοῦτόν τι. Λύονται τοι-
2045αῦτα σπουδαῖα ζητήματα, ἔχοντα τὴν μεγίστην ἐπιῤῥοὴν
2046ἐπὶ τῆς Νομοθεσία, λύονται, λέγω, διὰ μιᾶς ἐπερωτή-
2047σεως καὶ διὰ μιᾶς γενικῆς ἁπλῆς ἀπαντήσεως, ὅτι μετὰ
2048τοσαῦτα προηγούμενα περὶ τοῦ ἐναντίου δὲν συντρέχου-
2049σιν οἱ ὅροι εἰς ἐκλογὴν βουλευτοῦ; Ἆ! κύριοι, τοιοῦτόν
2050τι ἂν παραδεχθῶμεν, ἠθέλομεν λογισθῆ ἀνάξιοι τῆς θέ-
2051σεως, τὴν ὁποίαν κατέχομεν καὶ πρῶτος ἐγώ. Λέγουσί
2052τινες, ὅτι ἔχουν πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Πρω-
2053θυπουργοῦ καὶ ἑπομένως πείθονται εἰς τὰς διαβεβαιώσεις
2054του περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἔφερον τοιοῦτόν τινα
2055δισταγμὸν διὰ τὴν τοιαύτην πεποίθησιν, καὶ ἐγὼ ἐκτι-
2056μῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι
2057δὲν ὀφείλω τοὐλάχιστον νὰ δεικνύω ὅτι, ὅ,τι ἀποφα-
2058σίζω, τὸ ἀποφασίζω ἐν γνώσει, ἐν πεποιθήσει, ἐν συνει-
2059δήσει, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Εἶναι πολὺ
2060τολμηρὸν τοιοῦτόν τι νὰ ἐκφέρεται ἐντεῦθεν πρὸς δικαιο-
2061λόγησιν. Δὲν εἶναι τοῦτο καλὴ σύστασις. Ἄλλως, κύριοι,
2062ἐνταῦθα δὲν ἤλθομεν νὰ κρίνωμεν κατὰ τὰς ἰδίας μας
2063πεποιθήσεις καὶ ἄνευ τῆς δεούσης ἐξετάσεως. Δὲν ἐστά-
2064λημεν ἐνταῦθα νὰ ἀποφασίζωμεν κατὰ τὰ αἰσθήματα ἡ-
2065μῶν· ὀφείλομεν νὰ πείθωμεν οὐχὶ μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς,
2066ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους συμπολίτας μας, καὶ ἰ-
2067δίως τοὺς ἐκλογεῖς μας, ὅτι τοιάνδε ἢ τοιάνδε ἀπόφασιν
2068ἐξηνέγκομεν, οὐχὶ ἐπερεαζόμενοι ὑπὸ τῆς προσωπικῆς
2069σχέσεώς μας, ἀλλὰ στηριζόμενοι ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμά-
2070των, ἐξετασθέντων, ἀναπτυχθέντων, καὶ συζητηθέντων
2071δεόντως. Οὕτω πράττοντες, δυνάμεθα νὰ ἤμεθα σεβαστοὶ,
2072καὶ νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ καταβιβασθὲν Κοινοβούλιον. Αἲ!
2073κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀνυψώσατε τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἀτμο-
2074σφαῖραν καθαρωτέραν, φέρετε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν
2075περιωπὴν τὴν ἁρμόζουσαν, ἵνα καὶ ἡ Βουλὴ καθίσταται
2076σεβαστὴ, πράττουσα δεόντως τὸ καθῆκόν της, καὶ ἡ Κο-
2077βέρνησις ἀντλῇ τὴν ἀπαιτουμένην ἰσχὺν εἰς εὐημερίαν
2078τοῦ Κράτους. Εἰς τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουν Συνταγματι-
2079κὰ μὲν Πολιτεύματα, ἀλλὰ συγκεντρικωτάτη διοικητικὴ
2080Νομοθεσία, ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ἐξαρτᾶται τὸ πᾶν, αἱ
2081Κυβερνήσεις ὑψώνουσι διὰ τῆς διαγωγῆς των καὶ κατα-
2082βιβάζουσι τὰ Κοινοβουλευτικὰ Πολιτεύματα. Ὅπου καὶ
2083ἂν βλέπητε, ὅτι ἵστανται ὑψυλῶς Συνταγματικὰ Πολι-
2084τεύματα, ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ὑψώθησαν· ὅπου κατέ-
2085πεσαν, αἱ Κυβερνήσεις πάλιν τὰ κατέῤῥιψαν. Εἶναι ἀλη-
2086θὲς, ὅτι ἐπὶ τέλους κατέπεσαν καὶ αὐτοὶ οἱ πρωτεργάται
2087οἰκτρῶς· ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Χάνεται ἡ πατρὶς καὶ τὰ
2088μεγάλα συμφέροντα.
2089Ἀφίνω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἀρκετὰ ὡμίλησαν ἐπ’
2090αὐτοῦ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύ-
2091τερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων βου-
2092λευτὴς κ. Α. Πετιμεζᾶς κατὰ τοῦ συνθέτου τῆς προτά-
2093σεως περὶ τῆς γενικῆς ψηφοφορίας τῆς διὰ νέας ἀντὶ τῆς
2094παλαιᾶς δραχμῆς ἀντικαταστάσεως πάντων τῶν ἐμμέ-
2095σων καὶ ἀμέσων φόρων, ἤτοι περὶ τῆς γενικῆς ψηφοφο-
2096ρίας τῆς κατὰ 12% αὐξήσεως πάντων τούτων
2097τῶν φόρων. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, κύριοι, εἶναι εἰς
2098περιορισμὸν τῆς πλειοψηφίας· ὁ Κανονισμὸς ὑποστηρί-
2099ζει πάντοτε τὴν μειονοψηφίαν, διότι ἡ πλειοψηφία δὲν
2100ἔχει ἀνάγκην τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχουσα τὴν ἀριθμητικὴν
2101ἰσχύν· ὁ Κανονισμὸς συντελεῖ νὰ περιστέλλῃ τὴν πλειο-
2102ψηφίαν ἀπέναντι τῆς μειοψηφίας· διὰ τοῦτο παρατη-
2103ρεῖτε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔν τισι περιστάσεσιν ἀπῄτησε
2104νὰ ὑποστηρίζωνται προτάσεις τινὲς ὑπὸ δέκα ἢ δεκαπέν-
2105τε βουλευτῶν, καὶ ἐν ἄλλαις ὑπὸ ἑνὸς μόνου. Τοιοῦτό τι
2106ὁρίζει καὶ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιτρέπον εἰς
2107ἕνα καὶ μόνον βουλευτὴν νὰ προτείνῃ τὴν διαίρεσιν ζη-
2108τήματος συνθέτου, καὶ ἐπέτρεψεν ὥστε νὰ ὑπερισχύσῃ
2109ἡ γνώμη αὕτη τοῦ ἑνὸς ἀπέναντι πλειοψηφίας οἱασδήποτε,
2110δυναμένης νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὕτη θέλει νὰ περιλάβῃ εἰς
2111μίαν καὶ μόνην ψηφοφορίαν πάντα τὰ ἄσχετα πρὸς ἄλλη-
2112λα ἀντικείμενα. Ἐὰν, κύριοι, δὲν ὑπῆρχεν ἡ τοιαύτη δι-
2113άταξις τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῶν
2114ὀλίγων ἢ καὶ τοῦ ἑνὸς μόνου, ποῖος ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν
2115πλειοψηφίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει ψηφίσει τὸ δεῖνα Νο-
2116μοσχέδιον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς μίαν μόνην συζή-
2117τησιν, καὶ ἐν συνόλῳ ἄνευ εἰδικῆς συζητήσεως ἐφ’ ἑκά-
2118στης τῶν προτεινομένων διατάξεων;
2119Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλεν εἰς τὴν πλειοψη-
2120φίαν καὶ τὴν μειονοψηφίαν νὰ συντάξωσι Κανονισμὸν,
2121διέποντα τὰς ἐργασίας των, νὰ θέσωσι φραγμοὺς εἰς τὰς
2122παρεκτροπὰς τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι πάν-
2123τοτε τὴν μειοψηφίαν κατὰ τῆς πιέσεως καὶ τῆς αὐθαιρε-
2124σίας τῆς πλειοψηφίας. Ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι οὐδεμιᾶς
2125σπουδαίας σημασίας εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι πλειοψηφία δύ-
2126ναται νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν ζητήματα καθ’ ἑαυτὰ διαιρετὰ,
2127ζητήματα ὅλως ξένα πρὸς ἄλληλα, ζητήματα τοιαῦτα
2128ἦναι διαιρετά. Εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἐναπόκειται μόνον
2129νὰ ἀποφασίζῃ ἐὰν ζητήματα, τῶν ὁποίων τὸ σύνθετον
2130εἶναι ἀμφισβητήσιμον, ἦναι διαιρετέα ἢ ὄχι. Δὲν εἶναι
2131δὲ λογικὸν, δὲν εἶναι δίκαιον, νὰ ζητήσῃ νὰ διαφιλονει-
2132κήσῃ τὰ προφανῶς διαιρετὰ καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι
2133ἀδιαίρετα. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία παρεκτραπῇ εἰς τοιοῦτόν
2134τι, θέλει ἐπισύρει τὴν κοινὴν κατάκρισιν καὶ δι’ ἄλλους
2135λόγους καὶ ὡς ἐκβιάζουσα τὴν μειοψηφίαν. Τοιαῦται ἀ-
2136ποφάσεις, μὴ στηριζόμεναι εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, ἔχουσι μὲν
2137τὴν νομικὴν ἰσχὺν, δὲν ἔχουσιν ὅμως καὶ τὴν ἠθικὴν, ἐνῷ
2138οἱ Νόμοι καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται νὰ ἔχω-
2139σιν ἀμφότερα ταῦτα τὰ προσόντα. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετιμε-
2140ζᾶς, ποία συνάφεια ὑπάρχει μεταξὺ τῶν βοῶν καὶ τοῦ
2141ἅλατος; Ὅταν ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ὅλους τοὺς φόρους διὰ
2142μιᾶς θὰ αὐξήσωμεν, ἐν οἷς καὶ τοῦ ἅλατος, καὶ σᾶς λέ-
2143γωμεν, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ ἅλατος εἰσόδημα εἶναι τίμημα
2144καὶ ὄχι φόρος, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον κρίνῃ καλὸν νὰ τεθῇ
2145φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, βουλευτὴς δέ τις ἔχῃ τὴν ἐναν-
2146τίαν πεποίθησιν καὶ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ὡς ἀρκούν-
2147τως ἐπιβεβαρημένης τῆς σταφίδος διὰ τοῦ μέχρι τοῦδε
2148φόρου, ἐκβιάζεται διὰ τῆς συνθέτου ψηφοφορίας νὰ ἐκφέ-
2149ρῃ γνώμην ἐναντίαν τῶν πεποιθήσεων αὑτοῦ, ἐναντίον
2150τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ὅλων τῶν εἰδῶν, ἐπὶ τῶν ὁποί-
2151ων πρόκειται διὰ μιᾶς νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, ἢ τοὐναν-
2152τίον ἐφ’ ὅλων τῶν εἰδῶν, ἐνῷ δὲν εἶναι οὔτε ἐναντίον ὅ-
2153λων, οὔτε ὑπὲρ ὅλων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δεσμεύεται
2154ἡ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἡ πλειοψηφία δὲν δύναται
2155νὰ θέτῃ σύνθετα τοιαῦτα ζωτικὰ ζητήματα. Τὰ ζητή-
2156ματα δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τίθενται οὕτω, ἀλλὰ καθαρὰ,
2157διακεχωρισμένα, μὴ περιπλέκοντα, οὐδ’ ἐπηρεάζοντα κα-
2158τά τι τὴν συνείδησιν καὶ γνώμην τῶν βουλευτῶν διὰ τοῦ
2159συνθέτου αὐτῶν.
2160Διὰ τοιαύτης καθαρᾶς, καθαρωτάτης πολιτείας, καὶ
2161οὐχὶ δι’ ὑπεκφυγῶν, διὰ κρυψινοίας καὶ διὰ σκοτεινῶν
2162διατάξεων καὶ ἀποφάσεων, ἀνυψοῦνται τὰ Κράτη καὶ
2163καθίστανται σεβαστὰ τὰ Κοινοβούλια.
2164Αἱ καθαραὶ καὶ οὐχὶ συνεπτυγμέναι ἀποφάσεις πεί-
2165θουσιν, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας, οἱ δὲ ἐντολεῖς
2166μας τίθενται εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι περὶ τῆς διαγωγῆς
2167μας καὶ ἀποδίδουσιν ἑκάστῳ τὸ δίκαιον. Καὶ συμπολί-
2168τευσις καὶ ἀντιπολίτευσις ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον. Τὸ
2169κοινὸν καὶ οἱ ἐντολεῖς μας ἰδίως θέλουσι κρίνει ἐὰν τὸ
2170δίκαιον ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, εἰδικῶς καὶ οὐχὶ συν-
2171θέτως ἀποφασιζομένου, ἦναι ὑπὲρ τῆς συμπολιτεύσεως ἢ
2172ὑπὲρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ δημοσία γνώμη θέλει κρί-
2173νει ἐὰν ὀρθῶς σκέπτεται ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀντιλέγουσα
2174εἴτε εἰς τὴν αὔξησιν, εἴτε ἐλάττωσιν φόρου τινὸς, ἢ ἡ
2175συμπολίτευσις, φρονοῦσα, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσι κατὰ
217612% οἱ νῦν πληρωνόμενοι ἔμμεσοι καὶ ἄμεσοι
2177φόροι.
2178§78Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ βεβαίως, κύριοι,
2179νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήμα-
2180τος, ἀφοῦ ἔλαβον τὸν λόγον οἱ πλέον διακεκριμένοι ῥή-
2181τορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω
2182δύω γεγονότα, διότι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται
2183νὰ λάβῃ ἡ Βουλή, εἶναι σπουδαιοτάτη· πρόκειται περὶ
2184τῆς νομιμότητος τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, πρόκειται περὶ
2185τῆς νομιμότητος τῶν συνεδριάσεων καὶ τοῦ ἀπαρτισμοῦ
2186τοῦ Σώματος.
2187Ἤμην μέλος τοῦ ἐξελεκτικοῦ Τμήματος τῆς ἐκλογῆς
2188τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ τότε
2189ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἂν ἔπρεπεν ἀνεπιφυλάκτως νὰ ἐπικυ-
2190ρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Μήλου, ἢ τὸ Τμῆμα νὰ ἀποφύγῃ οἱανδή-
2191ποτε ἀπόφασιν, ἀναμένον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ
2192τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Δὲν ἤθελε δὲ τὸ Τμῆμα νὰ ἔλθῃ
2193εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μήλου, διότι ἡ διαφορὰ
2194τῶν ἐπιτυχόντων βουλευτῶν πρὸς τοὺς ἀποτυχόντας ἦτο
2195τοιαύτη, ὥστε ἐπηρεάζετο τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν ἀπεκλείετο
2196ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ὡς Ἐπαρχία. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ
2197λεχθὲν, ὅτι δὲν ἐπηρεάζεται ἡ ἐκλογὴ τῶν βουλευτῶν
2198Μήλου ἀπὸ τὰς ψήφους τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Ἰδοὺ, ὁ
2199πρῶτος βουλευτὴς κύριος Πρεζάνης ἔλαβε ψήφους 1187,
2200ὁ δεύτερος κύριος Μάτσας 1150, ὁ ἐπιλαχὼν κύριος Προ-
2201βελέγγιος 1132, δηλαδὴ ἔχει διαφορὰν ψήφων πρὸς μὲν
2202τὸν κύριον Μάτσαν 18, πρὸς δὲ τὸν κύριον Πρεζάνην 55·
2203ἑπομένως, ἐὰν οἱ Ἀδαμάντιοι ἐψήφιζον τὸν κύριον Προ-
2204βελέγγιον, ὁ κύριος Μάτσας δὲν ἦτο βουλευτὴς, καθὼς
2205καὶ ὁ κύριος Πρεζάνης.
2206§79ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ποία ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἤθελον
2207ψηφίσῃ αὐτόν;
2208§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Ἡ προη-
2209γουμένη Κυβέρνησις ἐξέδωκε Διάταγμα, δι’ οὗ προσεκά-
2210λει τὴν περιφέρειαν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέξῃ
2211βουλευτὴν, διότι ὁ συνοικισμὸς ἐκεῖ τῶν Κρητῶν ἀπετέ-
2212λει πληθυσμὸν τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῆς μικροτέρας Ἐ-
2213παρχίας τοῦ Κράτους, συνῳδὰ πρὸς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ
2214ἐκλογικοῦ Νόμου. Ἐὰν οἱ Ἀδαμάντιοι δὲν ἀπεκλείοντο
2215τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, θὰ ἐψήφιζον μετὰ τῶν λοιπῶν, καὶ
2216250 ἕως 300 ψῆφοι θὰ μετέβαλλον τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ
2217οἱ ἐνταῦθα 2 βουλευταὶ πιθανὸν νὰ μὴ ἦσαν. Καὶ δι’
2218αὐτὸ βλέπετε ὅτι τὸ ἐξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Μήλου Τμῆμα
2219λέγει: «ἡ ἔκθεσις αὐτὴ συνετάχθη, μὴ ληφθέντος ὑπ’
2220ὄψιν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, οὗ
2221αἱ ψῆφοι ἐπηρεάζουσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὅλης ἐκλογῆς
2222τῆς Ἐπαρχίας Μήλου, ὅπερ ὅμως κατὰ Βασ. Διάταγμα,
2223δημοσιευθὲν τῇ 25 9βρίου 1881, ἀπετέλεσεν ἰδίαν ἐκλο-
2224γικὴν περιφέρειαν κλπ.»
2225Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν παραδέχεται, ὅτι ἡ ἀπαρ-
2226τία εἶναι 124, ἀλλὰ 123. Ἀλλ’ οἱ 123 ἐκ ποίων βου-
2227λευτῶν ἀποτελοῦνται; ἐξ 121 νομίμων καὶ 2 ἀμφισβη-
2228τουμένων· ἑπομένως δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἀπαρτία, διότι οἱ
22292 βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι πολὺ ἁρμοδίως κατέχουν τὴν θέ-
2230σιν τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι, δὲν ἔχουν
2231ὅμως τὰ προσόντα νὰ εὑρίσκωνται ἐνταῦθα, ἀφοῦ ὁ Δῆ-
2232μος Ἀδάμαντος σήμερον, δι’ ἀποφάσεως τῆς Κυβερνή-
2233σεως, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε τέλος πάντων, ὅτι δὲν θέ-
2234λει νὰ ἔχωσιν ἀντιπρόσωπον ὁ Δῆμος οὗτος καὶ οἱ Κρῆ-
2235τες, ἀπεκλείσθη καὶ ἀναγκαστικῶς ἀποτελεῖ μέρος τῆς
2236Ἐπαρχίας Μήλου.
2237Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν
2238δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, διότι
2239εἶχε πληροφορίαν, ὅτι ἦσαν ψευδεῖς αἱ παραστάσεις τοῦ
2240ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν, καὶ ἐφρόντισε νὰ λάβῃ ἀληθεῖς
2241πληροφορίας διὰ τῶν ἰδίων ὀργάνων, τῶν ἀντιπροσωπευ-
2242όντων αὐτὴν, ἤτοι τοῦ Ἐπάρχου.
2243Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐπάρχου—παρακαλῶ τὴν Κυ-
2244βέρνησιν νὰ βεβαιώσῃ ἂν ἦναι ἀληθὲς, φέρει ἡμερομηνίαν
22456 Σεπτεμβρίου 1882, εἶναι δὲ ἀπάντησις εἰς ἐρώτησιν,
2246προκληθεῖσαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ πόσος εἶναι
2247ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος—ἰδοὺ τί
2248γράφει: «Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὸ Ἐπαρχεῖον δὲν διστά-
2249ζει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἔκ τε τοῦ δημοτολογίου
2250τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου καὶ ἐκ τοῦ ἐπισήμου καταλόγου
2251669 οἰκογενειαρχῶν προκύπτει πραγματικὸς ἀριθμὸς δη-
2252μοτῶν τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, παρόντων καὶ ἀποδημούν-
2253των, περὶ τὰς 3,000 κλπ.
2254Ἐν Μήλῳ, τῇ 6 Σεπτεμβρίου 1882.
2255Ὁ Ἔπαρχος
2256Ὑπογρ. Θ. ΠΑΡΘΕΝΟΠΟΥΛΟΣ.»
2257Ἐπισήμως βεβαιοῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπάρχουσι
22583,000 δημόται παρόντες καὶ ἀποδημοῦντες, καὶ ὁ Πρω-
2259θυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι αἱ πληροφορίαι του εἶναι, ὅτι
2260ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει ἀρκετὸν ἀριθμὸν δημοτῶν,
2261ὅπως ἀποτελέσῃ ἰδίαν Ἐπαρχίαν, κατὰ τὸν Νόμον.
2262Καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ Νό-
2263μος; τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῆς μικροτέρας Ἐπαρχίας τοῦ
2264Κράτους. Μικροτέρα δὲ Ἐπαρχία εἶναι οἱ Παξοὶ, ἔχον-
2265τες πληθυσμὸν 4,042· τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς εἶναι 2,022·
2266πόσος εἶναι ὁ πληθυσμὸς τοῦ Ἀδάμαντος; 3,000, δη-
2267λαδὴ τὸ ἥμισυ πλέον χιλίων. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ Κυ-
2268βέρνησις δὲν κηρύξῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὡς πλαστὸν,
2269προερχόμενον ἀπὸ Ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸν
2270κύριον Τρικούπην καὶ οὐχὶ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον,
2271νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διατάξῃ νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ Ἀδά-
2272μαντος καὶ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ νόμιμος Ἀντιπρόσωπος τῆς
2273Ἐπαρχίας ἐκείνης, ὅστις παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως ἀ-
2274πεκλείσθη μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ ἀπαρτία νὰ λογίζεται εἰς
2275124 καὶ οὐχὶ εἰς 123 βουλευτάς.
2276§81Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔσχον, κύριοι, τὸ εὐτύχημα
2277νὰ παρακολουθήσω ἐξ ἀρχῆς τὰς ἀγορεύσεις πάντων τῶν
2278ὁμιλησάντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ
2279τὴν Βουλήν· παρηκολούθησα ὅμως τὰς πλείστας ἐξ αὐ-
2280τῶν, δι’ ὧν ἀνεπτύχθησαν αἱ γνῶμαι ὑπὲρ τῆς μιᾶς λύ-
2281σεως ἢ ὑπὲρ τῆς ἑτέρας. Ἀνεπτύχθησαν διάφορα ἐπι-
2282χειρήματα τυπικὰ καὶ οὐσιαστικά, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον
2283νομίζω, ὅτι, ἐν καλῇ πίστει κρίνοντες καὶ τὸ πόρισμα
2284τῶν λεχθέντων συνάγοντες, ὀφείλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν
2285ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποία
2286εἶναι ἡ ἰδέα, ἡ μᾶλλον δικαιουμένη ὡς ὀρθωτέρα νὰ ἐπι-
2287κρατήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, πρόκειται ὅπως δήποτε περὶ ζη-
2288τήματος ἀμφισβητουμένου. Δὲν δύναται κανείς, καὶ ὁ
2289ἔχων ἀκόμη πληρεστάτην πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδέαν του,
2290εὐλόγως καὶ σπουδαίως καὶ καλῇ τῇ πίστει φερόμενος, νὰ
2291εἴπῃ, ὅτι ὑπὲρ τῆς ἐναντίας ἰδέας δὲν ὑπάρχουν σπου-
2292δαῖοι λόγοι, καὶ λόγοι τυπικοὶ καὶ λόγοι οὐσιαστικοί.
2293Βεβαίως δύναταί τις νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχω τόσην πεποίθη-
2294σιν εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὥστε θεωρῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ
2295θεωρῆται ζήτημα ἡ παραδοχὴ αὐτῆς· ἀλλ’ ὁ λέγων τοι-
2296οῦτόν τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐκφράζει σπουδαίως
2297ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐν τῇ συνειδή-
2298σει του.
2299Ἐκ τῶν ὅσων ἤκουσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὲρ
2300καὶ κατὰ, παραδέχομαι τὴν ἰδέαν ἐκείνην ὡς ὀρθοτέραν,
2301ὡς στηριζομένην καὶ εἰς λόγους τυπικοὺς καὶ εἰς λόγους
2302οὐσιαστικούς, ἣν ἤκουσα παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν τῆς
2303ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ, παραδεχόμενος ταύτην, δὲν δύ-
2304ναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εὐλόγως δὲν δύνανται καὶ ἄλλοι νὰ
2305ἔχουν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ὑποστηρίζοντες αὐτὴν δι’ ἐπι-
2306χειρημάτων σπουδαίων. Ἀλλ’ ὅταν φθάσωμεν εἰς αὐτὸ
2307τὸ σημεῖον τοῦ νὰ παραδεχθῶμεν, εἰλικρινῶς φερόμενοι,
2308ὅτι πρόκειται περὶ ἀμφισβητουμένου ζητήματος, δύναται
2309ἆρά γε νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὑπὲρ τίνος ἰδέας ὀφείλει τις
2310νὰ κλίνῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του; Πρὸ παντὸς πρέ-
2311πει νὰ ἀποβλέψῃ τις εἰς τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα
2312τοῦ ζητήματος. Βεβαίως τὰ ἀμφισβητούμενα ζητήματα
2313λύει ἡ πλειοψηφία, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καί τινα, περὶ ὧν
2314δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία καὶ σπουδαία ἐναντία
2315γνώμη, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας·
2316διότι, προκειμένου περὶ ἀπαρτίας, ἂν ἀπέκειτο ἁπλῶς εἰς
2317τὴν πλειοψηφίαν νὰ λύῃ τὸ ζήτημα, τότε δὲν ἔχο-
2318μεν τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀπαρτίας, ἔχομεν πλειοψη-
2319φίαν, δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν. Καὶ δὲν πρόκειται σή-
2320μερον νὰ ἴδωμεν ἂν ἔχῃ ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη πτέρυξ τὴν
2321πλειοψηφίαν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ λυθῇ ἂν δύναται νὰ τε-
2322θῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ ἀπαρτία. Καὶ τί
2323ἀποδεικνύει, κύριοι, ἡ τόση συζήτησις, οἱ τόσοι λόγοι
2324καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἡ ἐπίκλησις τόσων πρακτικῶν, ἢ
2325ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος εὐλόγως καὶ σπουδαίως
2326ἀμφισβητουμένου; Ἠδύναντο ἆρά γε οἱ κύριοι Ὑπουρ-
2327γοὶ, οἱ ὁποῖοι συνειθίζουν τόσον συχνὰ νὰ ἀντικαθιστῶσιν
2328εἰς τὸ καθῆκον τῆς ἀπαντήσεως τὸ σύστημα τῆς σιωπῆς,
2329θεωροῦντες, φαίνεται, τοῦτο ὡς ἀξιοπρέπειαν, ἠδύναντο
2330λοιπὸν ἄνευ ἀπωλείας τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν, νὰ κατα-
2331ναλώσωσι τόσα ἐπιχειρήματα καὶ τόσην δεινότητα λό-
2332γων, ἵνα ὑποστηρίξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεπίδε-
2333κτον ἀμφιβολίας; Καὶ βεβαίως ἡ ὕπαρξις τῆς ἀπαρτίας
2334δὲν πρέπει νὰ τίθεται ὑπὸ ἀμφιβολίαν· διότι, ἂν σεῖς σή-
2335μερον ὡς πλειοψηφία δέχεσθε ταύτην τὴν γνώμην, αὔριον
2336ἡ ἄλλη πτέρυξ, γινομένη πλειοψηφία, δύναται νὰ παρα-
2337δεχθῇ τὴν ἐναντίαν καὶ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῶν
2338πράξεών σας καὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ τῶν Νόμων, καὶ
2339τότε ποῖαι αἱ συνέπειαι; Διὰ τοῦτο πρέπει σπουδαίως
2340νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος, τὸ
2341ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ εἰς τὰς ἐνδεχομένας συνε-
2342πείας· διότι, ὅταν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι κατέχουν
2343τὴν πτέρυγα ταύτην, προστεθῶσι τυχὸν οἱ ὑπολειπόμε-
2344νοι Βουλευτῶν ἀπουσιαζόντων καὶ καταστήσωσι τὴν πτέ-
2345ρυγα ταύτην πλειοψηφίαν, συλλογισθῆτε ποῖον θὰ ἦναι
2346τὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ ἀκύρωσις
2347ὅλων τῶν πράξεων, ἃς ἤθελεν ἐπιχειρήσει ἡ Βουλὴ, ἐν
2348τοιαύτῃ ἀμφιβόλῳ ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένη. Δύναταί τις
2349νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἀμφισβή-
2350τησις· ἀλλ’ ἐν Σώματι, σπουδαίως συζητοῦντι, ἀποτελου-
2351μένῳ ὑπὸ Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, δὲν δύναται νὰ
2352ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ γνώμη ὅλως παράλογος
2353περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Ἀρκοῦσι ταῦτα, καὶ μόνα διὰ
2354νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὑμεῖς δὲν σπουδαιολογεῖτε, ἀντι-
2355κρούοντες τὴν γνώμην τῶν ἀντιθέτων· ἀρκοῦσι ταῦτα
2356ἵνα φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ προσθέ-
2357σητε τὸν ἀριθμὸν ἕνα εἰς τοὺς 123, καὶ νὰ πείσητε ὑμᾶς,
2358ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι οἱ 124 ἀποτελοῦν τὴν
2359ἀπαρτίαν καὶ οὐχὶ οἱ 123. Αὐτὸ, νομίζω, εἶναι τὸ συμ-
2360πέρασμα, τὸ ὁποῖον πᾶς τις ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ ἐκ
2361τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως. Ἐν ἀμφιβολίᾳ, πρέπει νὰ
2362παραδεχθῇ τὸν μείζονα ἀριθμὸν, ἵνα ἀποφύγωμεν τοὺς
2363ἄλλως ἐνδεχομένους κινδύνους ἀκυρώσεως Νόμων, διότι
2364ἀπαρτία ἀμφίβολος δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑπάρχῃ, καὶ δὲν
2365δύνασθε νὰ εἴπητε ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ὑπῆρξε
2366προχθὲς ἀναμφίβολος ἀπαρτία.
2367§82ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρὸ ἐτῶν δύω ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν
2368τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος καὶ θεωρῶ, ὅτι
2369τὸ δικαίωμά του μένει εἰσέτι ἀδιάῤῥηκτον· ἑπομένως
2370θεωρῶ, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχει ἕδρα διὰ τὸν Βουλευτὴν
2371Ἀδάμαντος καὶ ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ
2372οὗτος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας. Ὡς φίλος τοῦ
2373κ. Πρωθυπουργοῦ συνιστῶ ὅπως παύσῃ ἐπιμένων εἰς τὴν
2374γνώμην του περὶ τῆς ἀπαρτίας, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι πα-
2375λαιὸς ἀγωνιστὴς τῶν τοιούτων ζητημάτων ἀπὸ τὰ 1874.
2376§83Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν φρο-
2377νούντων, ὅτι τὸ Διάταγμα, τὸ ἐκδιδόμενον ὑπὸ τῆς Ἐκ-
2378τελεστικῆς Ἐξουσίας, εἰς προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
2379παρ’ ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας ἐκλεκτέων βουλευτῶν,
2380εἶναι Διάταγμα Νομοθετικόν· καὶ κατὰ τοῦτο, συμφωνῶ
2381μετὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Διαφωνῶ ὅμως ὡς πρὸς
2382τὰ ἐντεῦθεν πορίσματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ συμ-
2383φωνῶ μετὰ τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς
2384πρὸς ἀπαρτίαν ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Βουλῇ εἶναι ὁ τῶν 124
2385βουλευτῶν. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα,
2386δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, νὰ προσδιορίζῃ τὸν ἐξ
2387ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων
2388βουλευτῶν· ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν εἶναι κυριαρ-
2389χικόν. Ὅταν δυνάμει τοῦ Διατάγματος τούτου ἐκλεχθῶ-
2390σι παρ’ ἐκλογικῆς περιφερείας ἀνώτεροι τοῦ πρέποντος ἢ
2391ὀλιγώτεροι τοῦ πρέποντος βουλευταὶ, διότι τὸ Διάταγμα
2392παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου προσδιώρισεν
2393ἀνώτερον ἢ κατώτερον τοῦ δέοντος ἀριθμὸν βουλευτῶν,
2394ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον κατὰ τὴν
2395ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτου, νὰ ἀ-
2396ποφανθῇ δηλονότι ἂν ἀπεστάλησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Δι-
2397ατάγματος καλῶς ἢ κακῶς πλειότεροι ἢ ὀλιγώτεροι βου-
2398λευταί. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ὀφείλει νὰ κανονίζῃ
2399τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων
2400ἀπογραφικῶν πινάκων τῆς τελευταίας καταστατικῆς τοῦ
2401πληθυσμοῦ, ἀλλὰ δύναται ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως, ἢ καὶ
2402ἐκ κακῆς προαιρέσεως ἴσως, νὰ παρεκτραπῇ. Θέλετε νὰ
2403παραδεχθῆτε ἤδη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
2404κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐξελέγξῃ τοῦτο;
2405Καὶ τότε τί εἶναι ἡ Βουλή; τότε δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ
2406Σῶμα, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει ἡ αὐθαιρεσία τῆς Ἐκτε-
2407λεστικῆς Ἐξουσίας.
2408Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κἂν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα
2409τοῦτο πρακτικῶς, ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς λογικῆς καὶ ὑπὸ
2410τὴν ἔποψιν τῶν ἐπερχομένων καλῶν ἢ κακῶν ἀποτελε-
2411σμάτων ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκτάσεως τῆς Ἐ-
2412ξουσίας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, ἐκδιδούσης τὸ ἀναγ-
2413καῖον Διάταγμα εἰς πρόσκλησιν τῶν ἐκλογέων· ἡμεῖς ἔ-
2414χομεν ῥητὴν τοῦ Συντάγματος περὶ τούτου διάταξιν.
2415Κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα «Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ
2416πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφαίνεται περὶ τῶν
2417ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων». Ἡ φράσις «ἐξετάζει τὰ
2418πληρεξούσια» εἶναι εὐρυτάτη καὶ περιλαμβάνει προφανῶς
2419τὸ πᾶν, τὴν ἐξέτασιν τῶν τίτλων ὅλων τοῦ βουλευτοῦ,
2420τῶν πηγῶν ἁπασῶν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος· ἔχει τὸ
2421δικαίωμα δηλαδὴ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν παρουσιαζόμενον εἰς
2422τὴν Βουλήν: Κύριε, ποῖον εἶναι τὸ πληρεξούσιόν σου;
2423Πῶς εἰσῆλθες; Τίνι δικαιώματι; Τίς ἐκλογικὴ περιφέ-
2424ρεια σὲ ἐξελέξατο; Εἶχεν αὕτη τὸ δικαίωμα, ἢ ὄχι;
2425Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὤφειλε κατὰ τὴν ἐξέλεγ-
2426ξιν τῆς ἐκλογῆς νὰ ὁρίσῃ ῥητῶς ἂν εἶχεν ἢ μὴ ἡ ἐκλογι-
2427κὴ περιφέρεια Ἀδάμαντος τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστείλῃ
2428βουλευτήν. Δὲν ἠθέλησα τότε νὰ παρατείνω τὴν συζή-
2429τησιν, ἀλλὰ τὴν γνώμην μου ἐξέφρασα εἰς πολλοὺς τῶν
2430ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, καὶ ἐν-
2431θυμοῦμαι τινὰς, τὸν κ. Πετιμεζᾶν, τὸν κ. Στέφανον
2432Δραγούμην, τὸν κ. Μανέταν, καὶ εἶπον μάλιστα ῥητῶς
2433ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἀτόπου, ὅπερ θὰ ἔχῃ ἡ μικτὴ ἐκείνη περὶ
2434ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος ἀπόφασις ἄνευ τῆς
2435βεβαιώσεως τοῦ ποῦ στηρίζεται, θὰ ἀπέλθῃ καὶ τὸ ἄ-
2436τοπον, ὅτι θὰ ᾖναι σαλευομένη καὶ ἀμφίβολος ἡ ἀπαρ-
2437τία.
2438Εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, κατὰ τὴν πεποί-
2439θησίν μου, ὅτι, τῆς Βουλῆς ἀκυρωσάσης τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ
2440τῇ βάσει προτάσεως, ἐν ᾗ δὲν ὡρίζετο ὁ λόγος τῆς ἀκυ-
2441ρώσεως, κατὰ τὴν τότε ὁμιλίαν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ,
2442καὶ τότε ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν δύναταί
2443τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἠκυρώθη λόγῳ,
2444ὅτι ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα
2445νὰ στείλῃ βουλευτὴν, καὶ ἑπομένως θεωρεῖται ὁ συνοι-
2446κισμὸς ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς καὶ ἡ θέσις
2447τοῦ βουλευτοῦ Ἀδάμαντος κενή. Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ Βου-
2448λὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς
2449ἐκλογῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς, καὶ οὐχὶ δι’ ἑτέρας
2450ἀποφάσεως νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτου.
2451Ἐκτὸς τῶν ἐξελεγκτικῶν, ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα ἔργα
2452τῆς Βουλῆς; ἡ ἐξάσκησις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας,
2453δηλονότι ἡ ἔκδοσις νομοθετικῶν ἀποφάσεων, ὧν τὸ κῦρος
2454ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἄλλου τμήματος τῆς
2455Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ ἐξέλεγξις
2456τῆς διαγωγῆς τῶν Ὑπουργῶν, ἤτοι ἡ ἔκδοσις πολιτι-
2457κῶν ἀποφάσεων, αἵτινες ὅμως δὲν ἔχουσι νομικὰ ἐπακο-
2458λουθήματα, ἀλλ’ ἔχουσι μόνον ἠθικὰ ἐπακολουθή-
2459ματα. Ἡ πολιτικὴ ἀπάφασις τῆς Βουλῆς δύναται
2460νὰ ὑποστῇ μεταβολὴν ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν· ἡ Βουλὴ
2461ἐπὶ ἑνὸς θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ὡρισμένως,
2462κατακρίνασα ἕνα Ὑπουργὸν, δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἀντι-
2463θέτως. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα, ὥστε ἠδύνα-
2464το νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἢ ὁ Ὑ-
2465πουργὸς ἐκεῖνος, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν
2466Νόμον, οὗτινος ἡ πορεία ἐπεδοκιμάσθη πρότερον ὑπ’ αὐ-
2467τῆς τῆς Βουλῆς. Ἕνεκα τούτου νομίζω, ὅτι ὁ συνοικι-
2468σμὸς Ἀδάμαντος πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ
2469ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐννόμου ἀ-
2470παρτίας, ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα αὐτό.
2471§84Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν
2472Βουλὴν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἡ προηγουμένη—καὶ ἂν δὲν μὲ
2473ἀπατᾷ ἡ μνήμη—καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1864 ἀντιθέτως
2474πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπέκρουσε τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυ-
2475βερνήσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν
2476προσδιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν· διότι τότε ἡ
2477Κυβέρνησις, στηριχθεῖσα εἰς τὴν γενομένην ἀπογραφὴν,
2478κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ δεῖνα Ἐπαρχία, ἥ-
2479τις πρότερον ἔδιδε τρεῖς βουλευτὰς, ὀφείλει νὰ δώσῃ 2,
2480καὶ καθεξῆς· τοῦτο δὲ συνέβη εἰς 2 ἢ 3 Ἐπαρχίας. Ἡ
2481Κυβέρνησις τότε ἐξέδωκεν ἕν Διάταγμα καὶ ὥρισεν ὥστε
2482μεταξὺ τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν, ἡ Ἐπαρχία Οἰτύλου, ἥ-
2483τις ἔδιδε μέχρι τοῦ 1863 τέσσαρας βουλευτὰς, νὰ δώσῃ
2484τρεῖς, ἡ Ἐπαρχία Βονίτσης κατὰ ἕνα ὀλιγώτερον καὶ
2485καθεξῆς. Ὁ τέταρτος βουλευτὴς Οἰτύλου δὲν ἔλαβεν εἰσ-
2486ιτήριον, διότι ὁ Ἔπαρχος τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας
2487εἶχε διαταχθῆ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τοιοῦτον εἰσιτήριον. Ἦλθε
2488ὅμως καὶ ὁ τέταρτος βουλευτὴς Οἰτύλου, ὡς καὶ οἱ ἄλ-
2489λοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτρεψεν νὰ
2490εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν—διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν
2491ἀρχὴν, τότε ὁ Νομάρχης δέχεται τοὺς βουλευτάς—Τί ἔ-
2492καμεν ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τότε, ὅτι κακῶς ἔ-
2493πραξεν ἡ Κυβέρνησις. Τί κακὸν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις;
2494ἡ Κυβέρνησις ὠχυρώθη ὄπισθεν τῶν ἀπογραφικῶν πινά-
2495κων τῶν ἐπισήμων, οἵτινες κυροῦνται δυνάμει Βασιλι-
2496κοῦ Διατάγματος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν διέταξε τὸν
2497ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Εἶπεν ἡ Βουλὴ ὅτι κακῶς ἔπραξεν
2498ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστη-
2499ρίξῃ τὸ ἀντίθετον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ἡ
2500Βουλὴ ῥητῶς καὶ καθαρῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ
2501ἅπαξ αἱ Ἐπαρχίαι ἀπέστελλον ἀριθμὸν ὡρισμένον, ἔ-
2502χουν δικαίωμα κεκτημένον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀ-
2503φαιρεθῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεώθη εἰς τὴν ἀπόφασιν
2504τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποστη-
2505ρίξῃ τὴν τοιαύτην πρᾶξίν της.
2506Σήμερον τί πρόκειται; Πρόκειται ἐὰν εἰς τὸν ἀριθμὸν
2507τῆς ἀπαρτίας πρέπει νὰ καταλογισθῇ ἡ ἐκλογικὴ περι-
2508φέρεια τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ
2509ἀντίθετοι εἰς τοῦτο; μόνος λόγος, εἰς ὃν περιεστράφη ἡ
2510συζήτησις, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πέρυσιν, ἐπὶ
2511ψευδῶν πινάκων στηριχθεῖσα, διέταξε τὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’
2512ἅμα ἐπεκυρώθη καὶ ὑπεγράφη τὸ Διάταγμα, τὸ δικαίω-
2513μα εἶναι ἀναφαίρετον καὶ ἀφιλονείκητον, καὶ οὐδεὶς δι-
2514καιοῦται νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ. Ἄλλως τε, κύριοι, τὸν Ἀντι-
2515πρόσωπον τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐκείνης τὸν ἐδέχθη-
2516μεν, συνειργάσθη μεθ’ ὑμῶν, ἔλαβε μέρος εἰς τὰς ψηφοφο-
2517ρίας, οὐδεμία δὲ ἔνστασις ἐγένετο ἐξ οἱουδήποτε, ὅτι ὁ
2518Ἀντιπρόσωπος αὐτὸς δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι
2519οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα, μόνον δικαίωμα εἶχεν ἡ Κυβέρ-
2520νησις νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἀδιάφορον δὲ
2521ἐὰν κυρωθῇ ἢ ὄχι ἡ ἐκλογή. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ Νό-
2522μος ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα,
2523ὁρίζον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Τοιοῦτον δὲ συνέβη
2524καὶ κατὰ τὴν παραχώρησιν τῆς Κωπαΐδος. Ὅταν ἐξεδό-
2525θη ὁ Νόμος, δὲν ἐνετάλη ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ πα-
2526ραχωρήσῃ τὴν Κωπαΐδα, χωρὶς νὰ φέρῃ Νόμον ἐντὸς τοῦ
2527Κοινοβουλίου; Τοῦτο τὸ ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν
2528καλῶς ἢ κακῶς, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιδοκι-
2529μάσῃ ἢ ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ
2530δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρ-
2531νησις. Καὶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1881, δυνάμει Νό-
2532μου καθεστῶτος, ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα, καὶ ὁ Ἀντιπρό-
2533σωπος πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Διὰ τοὺς
2534λόγους τούτους δὲν πρέπει ἡ ἀπαρτία νὰ λογίζεται ἐξ
2535123, ἀλλ’ ἐξ 124 βουλευτῶν.
2536§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
2537§86ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
2538§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
2539§88Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν.
2540§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ ψηφίσωμεν
2541ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ὅπως θέλετε· δὲν ὑπάρχει ὡς πρὸς
2542τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως ἀντίθεσις, δύνασθε νὰ
2543διατυπώσητε αὐτὴν ὅπως θέλετε· νομίζω ὅμως, ὅτι ἀρκεῖ
2544τὸ θέμα τῆς ἀποδοχῆς τῶν πρακτικῶν ὡς ἔχουσι, διότι ἡ
2545ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν περιέχει τὴν ἀναίρεσιν πά-
2546σης περὶ τῶν πεπραγμένων ἐκφρασθείσης ἀντιθέτου γνώ-
2547μης.
2548§90ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
2549§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θεωρῇ τὰ πρακτικὰ
2550καλῶς ἔχοντα διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξετέθησαν, τότε
2551δύνανται νὰ συνταχθῶσι κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ἄλλην·
2552ἐὰν δὲ τοὐναντίον θεωρῇ ταῦτα καλῶς ἔχοντα, τοῦτο τὸ
2553πράττει, διότι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἔχει δικαίωμα
2554ἐκλογῆς ἰδίου βουλευτοῦ, καὶ ἑπομένως ὁ ὅλος ἀριθμὸς
2555τῶν βουλευτῶν εἶναι 244, καὶ συνεπῶς ἡ ἀπαρτία ἀπο-
2556τελεῖται ἐξ 123.
2557§92ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρα-
2558δέχεται τὴν ἰδέαν ἡμῶν τοῦ νὰ ψηφισθῇ τὸ ζήτημα ἐὰν
2559ἡ ἀπαρτία ἀποτελῆται ἀπὸ 124 ἢ 123 βουλευτὰς, μό-
2560λον τοῦτο εἰς ἀπάντησιν ὀφείλω νὰ εἴπω δύω λέξεις, ὅτι
2561δὲν εἶναι ἓν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀλλὰ
2562δύω. Ἐσυζητήθη πρῶτον τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ πρακτικὰ
2563λέγωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐπὶ τούτου ἐγεννήθη μακρὰ
2564συζήτησις· ἐσυζητήθη ἔπειτα καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρ-
2565τίας. Ἑπομένως τὰ ζητήματα πρέπει ἀναγκαίως νὰ δι-
2566αιρεθῶσι.
2567§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως θέλετε.
2568§94ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέ-
2569πει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι εἶναι ἐκ τῶν σπουδαι-
2570οτέρων, εἶναι ἐὰν ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος ἀπέκτησε τὸ δικαί-
2571ωμα τοῦ ν’ ἀποστείλῃ βουλευτὴν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου,
2572καὶ ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς πρὸς
2573τὴν ἀπαρτίαν· καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον,
2574διότι τὸ δικαίωμα ἀποῤῥέει ἀπὸ τοῦ Συντάγματος. Διὰ
2575τοῦτο παρακαλῶ νὰ τεθῇ αὐτὸ πρὶν εἰς ψηφοφορίαν, καὶ
2576ζητοῦμεν ν’ ἀποφασισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2577§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ θέσωμεν ζήτη-
2578μα σχετικὸν πρὸς τὰ πρακτικά. Τίς εἶναι ἡ ἀπαρτία καὶ
2579τίς εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὅλος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου
2580τῶν βουλευτῶν, τοῦτο εἶναι τὸ ἀμφισβητούμενον· ἐὰν ὁ
2581ὅλος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἦναι 244, τότε ἡ ἀπαρτία
2582εἶναι ἐξ 123· ἐὰν δὲ δὲν ἦναι 244, θὰ ἦναι 245, καὶ ἑ-
2583πομένως ἡ ἀπαρτία εἶναι ἐξ 124.
2584§96ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν κατηργήθη
2585τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος.
2586§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φοβούμενος τ’
2587ἀποτελέσματα τῆς ψηφοφορίας, δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν
2588πρότασίν μας. Φοβεῖται, κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα τῆς
2589ψηφοφορίας· διότι, ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ Δῆμος
2590Ἀδάμαντος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστείλῃ βουλευτὴν,
2591τότε ἀποδεικνύεται ἐκτὸς τοῦ Νόμου, καὶ ὀφείλει νὰ δώ-
2592σῃ εὐθύνας.
2593§98Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ
2594ἀντιληφθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀν-
2595θίσταται εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος. Μετὰ τὴν ἀ-
2596νάγνωσιν τῶν πρακτικῶν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαν-
2597θῇ ἐὰν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐξετέθησαν τὰ γεγονότα. Τότε
2598ἐπροτάθη ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι ὁ ἀριθμὸς 123 δὲν ἀποτελεῖ
2599τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖ-
2600ται ἐκ τῆς παρουσίας 124 βουλευτῶν. Λοιπὸν πρῶτον ζή-
2601τημα θέλει εἶσθαι ἡ πρότασις, ἥτις εἶναι πόρισμα τῶν
2602λόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριξαν, ὅτι ἀπαιτεῖται
2603διὰ τὴν ἀπαρτίαν ἡ παρουσία 124 βουλευτῶν. Λοιπὸν
2604νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ἡ πρότασις ἡ ἑξῆς· «ἡ Βουλὴ, μετὰ
2605τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ
2606124 βουλευτῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
2607ξιν». Ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις, εἰς τὸ μέλλον
2608θέλουν ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρτίαν 124.
2609§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας.
2610(Ὁ κ. Δηλιγιάννης διατυπώνει ἐγγράφως τὴν πρότα-
2611σίν του καὶ τὴν καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον).
2612§100ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.
2613§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος
2614βουλευτὴς Γόρτυνος, εἶναι ἡ ἀκόλουθος «Ἡ Βουλὴ, μετὰ
2615τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι, ὑφισταμένου τοῦ δικαιώ-
2616ματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος...» (Θόρυβος).
2617§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ αὕτη.
2618§103ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ, διότι ὑφίσταται ὁ
2619Νόμος περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν.
2620§104ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε
2621νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν, ἀλλὰ ἐπιφυλασσόμενος νὰ σκε-
2622φθῶ ἐὰν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν.
2623§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπαρτία
2624συγκροτεῖται ἐξ 124 βουλευτῶν, ἐὰν ἀποτελῆται ἡ Βουλὴ
2625ἐκ 245 βουλευτῶν· δὲν ἀποτελεῖται δὲ ἡ ἀπαρτία ἐξ
2626124 βουλευτῶν, ἀλλὰ ἐξ 123, ἐὰν δὲν συγκροτῆται ἀπὸ
2627245. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται ἐκ
2628245 βουλευτῶν, διότι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια τοῦ Δήμου
2629Ἀδάμαντος δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἴδιον βουλευτὴν, καθ’ ὅσον
2630τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν τῇ ἀφῃρέθη νομίμως. Ἑπομένως,
2631ἀφοῦ ἡ ἀπαρτία συγκροτεῖται ἐξ 124 βουλευτῶν, θέλο-
2632μεν καὶ ἀπαιτοῦμεν ἐν τῷ δικαιώματί μας νὰ ψηφοφο-
2633ρήσωμεν πρότασιν ἠτιολογημένην καὶ οὐχὶ ἄνευ λόγου.
2634§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις «ἡ Βουλὴ μετὰ
2635τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι μὴ ἀκυρωθείσης τῆς ἐκλο-
2636γῆς Ἀδάμαντος, διὰ τὴν ἔλλειψιν....» (θόρυβος).
2637§107ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
2638§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποστηρίζω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προ-
2639τάσεως ταύτης, καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω ἀνάγκην ἢ νὰ ὑπο-
2640μνήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότι-
2641μος Βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ
2642Γόρτυνος ἀπέληξεν εἰς τὴν πρότασιν, ἣν παρεδέχθην,
2643ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν 244 ἢ 245 ἀποτελῶσι τὸν
2644ὅλον ἀριθμὸν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἐὰν 124 ἢ 123 ἀπο-
2645τελῶσι τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτής, ὅτε ἠ-
2646θέλησε νὰ συντάξῃ τὴν πρότασιν, ἰδὼν, ὅτι μερικοὶ δὲν
2647ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως, μετέβαλεν αὐτὴν
2648καὶ τὴν μετέβαλεν ἀναιρέσας πάντα ὅσα ὑπὲρ τῆς προ-
2649τάσεως εἶχεν εἰπεῖ· διότι ζητεῖ νὰ λύσωμεν ἤδη ζήτημα
2650ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ προκείμενον. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔ-
2651χει ν’ ἀποφανθῇ εἰμὴ περὶ τοῦ ζητήματος ποῖος ὁ ἀριθ-
2652μὸς τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀπαρτίαν· διὰ ποῖον λόγον
2653εἶναι οὗτος ὁ ἀριθμὸς καὶ δὲν εἶναι ἄλλος, τοῦτο εἶναι
2654ζήτημα διάφορον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος
2655Φλογαΐτης, καίτοι μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δύναται
2656νὰ θεωρῇ ἄλλως ἢ ὁ προτείνων αὐτό. Ἠκούσαμεν καὶ
2657τὸν κύριον Φλογαΐτην καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυ-
2658νος καὶ εἴδομεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ζητήματος
2659ἔχουσιν ἐναντίας ἰδέας· ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου δύναται
2660ἡ Βουλὴ, ἐπὶ εἰδικῇ προτάσει νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασί-
2661σῃ. Τοιαύτη ὅμως πρότασις οὐδόλως ἠκούσθη. Πρὸ ὀλί-
2662γου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ
2663ἐπεκαλέσθη ἔγγραφα περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Δήμου Ἀ-
2664δάμαντος εἰς ἃ ἠδυνάμην πολλὰ ν’ ἀντιτάξω, ἂν κανο-
2665νικῶς τὸ θέμα ὑπεβάλλετο εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς.
2666Ἀλλὰ δὲν ἐπεχείρησα ν’ ἀνασκευάσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς
2667τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, διότι θὰ ἤμην ἐκτὸς τοῦ θέματος,
2668μόνον δὲ, ὅταν προβληθῇ τὸ θέμα καὶ συζητουμένου αὐ-
2669τοῦ, προσαχθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα, πρὸς μόρφωσιν γνώ-
2670μης περὶ αὐτοῦ, μόνον τότε δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφο-
2671φορίαν τοιαύτη πρότασις. Ὁ Νόμος δὲν λέγει, ὅτι διὰ
2672Διατάγματος χορηγεῖται ἢ ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν συνοι-
2673κισμὸν τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα· λέγει ὅτι ὁ συνοικισμὸς
2674ἔχει δικαίωμα ἐκλογῆς, οὐχὶ ἂν ἐκδοθῇ Διάταγμα, ἀλλ’ ἐὰν
2675ἔχῃ τὸν πληθυσμὸν βεβαιωμένον διὰ τῆς ἐπισήμου κατα-
2676στατικῆς τοῦ Κράτους. Ἂν ἐτίθετο τὸ θέμα καὶ ἐσυζητοῦ-
2677μεν ἐπ’ αὐτοῦ, αὐτὴν τὴν καταστατικὴν θὰ ἐφέρωμεν ἐ-
2678νώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἄνευ αὐτῆς οὐδὲν δυνάμεθα νὰ
2679ἀποφασίσωμεν, θ’ ἀπεδεικνύωμεν δὲ, ὅτι ἡ καταστατικὴ
2680αὕτη συνᾴδει καὶ πρὸς τὰς ἄλλοθεν ληφθείσας αὐθεντι-
2681κὰς πληροφορίας. Ἀλλὰ σήμερον οὐδὲν τοιοῦτον συνε-
2682ζητήθη, διότι σήμερον συζητοῦμεν περὶ τῶν πρακτικῶν,
2683περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας, περὶ αὐτοῦ δὲ καὶ μόνου
2684ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, προκειμένου περὶ κυρώσεως
2685τῶν πρακτικῶν· οὐδὲ δύναται ἤδη νὰ παρουσιασθῇ πρό-
2686τασις περιέχουσα λύσιν θέματος, περὶ οὗ δὲν ἐγένετο συ-
2687ζήτησις· ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἀπόσχωμεν πάσης τοιαύτης
2688προτάσεως ὡς ἀπαραδέκτου.
2689§109Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἰσχυρί-
2690σθη, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν νῦν προέβαλον, εἶναι ἀπαράδε-
2691κτος ὄχι δὲ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή· διότι, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν
2692εἶναι ὀρθή, τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῆς ψηφοφορίας,
2693καὶ ἐκεῖνοι μὲν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν αὐτὴν ὀρθήν, θέλου-
2694σι ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν τὴν
2695θεωροῦσιν ὀρθήν, θέλουσι ψηφίσει κατ’ αὐτῆς. Δὲν ἐζή-
2696τησε λοιπὸν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἦναι ὀρθὴ ἢ μή·
2697ἀλλὰ ἐζήτησε νὰ μὴ τεθῇ παντάπασιν εἰς ψηφοφορίαν,
2698ἰσχυρισθείς, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος, δηλαδὴ ὅτι δὲν πρέ-
2699πει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Διατί; διότι, σᾶς εἶπε,
2700μετέβαλον τὴν πρότασίν μου, συντάξας ἄλλως αὐτὴν,
2701διότι ἤθελον νὰ περιποιηθῶ τινας, ἕνεκα τούτου δ’ ἐ-
2702πρότεινε τὸ ἀπαράδεκτον· καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ δι’ ἄλ-
2703λον λόγον εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι δὲν ἐσυζητήσαμεν
2704ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐγὼ δὲ περιέπεσα εἰς ἀντίφασιν. Καὶ πε-
2705ριέπεσα ἀληθῶς εἰς ἀντίφασιν; Τί λέγω, νῦν, τί δὲ σᾶς
2706εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας ἐπὶ τῆς οὐσίας; Ὅτι
2707τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος ὑφίσταται. Καὶ δὲν
2708ὑπεστηρίξαμεν τοῦτο; Καὶ δὲν ἐφέραμεν διαφόρους πα-
2709ρατηρήσεις πρὸς ἑρμηνείαν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς,
2710στηριζομένας ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν αὐτῇ
2711κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαν-
2712τος; Δὲν ἐπεκαλέσθημεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἣν τότε ἀ-
2713πέδωκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς
2714ἐκλογῆς; Τί σᾶς εἶπε τότε ὁ κύριος Πρωθυπουργός;
2715«Τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν, ἐν περιπτώσει ἀποῤῥί-
2716»ψεως τῆς προτάσεως περὶ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαν-
2717»τος, τουτέστιν, ὅτι ἐθεωρήσαμεν μὴ παραδεκτὸν ἐν τῷ
2718»περιβόλῳ τούτῳ οὐχὶ τὸν Ἀντιπρόσωπον τῶν μετανα-
2719»στῶν ἐκ Κρήτης, ἀλλ’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν
2720»ὡς μὴ ὄντα Ἀντιπρόσωπον αὐτῶν, ὅστις θεωροῦμεν,
2721»ὅτι πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἐνταῦ-
2722»θα ὑπὸ προσώπου, περιβληθησομένου πάντας τοὺς νομί-
2723»μους τίτλους τοῦ Ἀντιπροσώπου τῶν ἐκ Κρήτης με-
2724»ταναστῶν».
2725Δηλαδὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή,
2726ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν; (ἀναγινώσκει) «ὅτι θεωροῦ-
2727μεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ ἐκεῖνος, ὅστις εἶχεν εἰσέλ-
2728θει ἐν τῇ Βουλῇ ὡς Ἀντιπρόσωπος τῶν ἐκ Κρήτης με-
2729ταναστῶν, ἵνα ἀντικατασταθῇ παρὰ προσώπου, περιβλη-
2730θησομένου πάντας τοὺς νομίμους τίτλους τοῦ Ἀντιπρο-
2731σώπου τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν.» Καὶ πῶς ἤθελεν ἀν-
2732τικατασταθῇ ὁ ἀποχωρήσων δι’ ἄλλου, εἰμὴ διὰ νέας
2733ἐκλογῆς; Καὶ πῶς ἤθελε γείνει νέα ἐκλογὴ πρὸς ἀντικα-
2734τάστασιν τοῦ κυρίου Ξενουδάκη, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀκέ-
2735ραιον τὸ δικαίωμα πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ τοῦ Δήμου
2736Ἀδάμαντος; Λοιπὸν ἐγὼ περιέπεσα εἰς ἀντίφασιν ἢ ὁ
2737κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος τότε μὲν ἔλεγεν εἰς τὴν
2738Βουλὴν: ἀκύρωσον τὴν ἐκλογὴν, ἀλλ’ ἀκυροῦσα τὴν ἐκλο-
2739γὴν, δὲν ἀκυρώνεις τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἀκυρώνεις τὴν
2740ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Ξενουδάκη, ὁ ὁποῖος, ἂν ἐξέλθῃ, θέ-
2741λει ἔλθῃ ἄλλος, ἐνῷ σήμερον σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλή,
2742ἀκυρώσασα τότε τὴν ἐκλογὴν, ἀπεφάσισε συγχρόνως καὶ
2743περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος ἵνα ἀπο-
2744στέλλῃ βουλευτήν; «Νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι
2745ψηλαφητά· ἂν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προβάλλω, ἀντί-
2746κηται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς,
2747μάλιστα, εἶναι ἀπαράδεκτος· ἂν ὅμως δὲν ἀντιβαίνῃ εἰς
2748τὸ Σύνταγμα ἢ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι
2749ἀπαράδεκτος. Ἀλλ’ ἐνδεχόμενον εἶναι πολλοὶ ἢ ὀλίγοι
2750νὰ μὴ τὴν θεωρῶσιν ὀρθήν· αὐτὸ εἶναι ἴδιον αὐτῶν δι-
2751καίωμα, οὐδεὶς ὅμως καλούμενος νὰ δώσῃ ψῆφον ναὶ, ἢ
2752ὄχι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ νὰ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ,
2753ὅτι δὲν δύναται, ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, νὰ δώσῃ ψῆφον
2754ναὶ ἢ ὄχι, ἢ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ Σύνταγυα ἢ ὁ Κανο-
2755νισμὸς παραβιάζεται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης».
2756§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν Κανονισμὸν τῆς
2757Βουλῆς παραβαίνει πᾶσα πρότασις, ἥτις τίθεται, μὴ οὖσα
2758πόρισμα τῆς συζητήσεως· ἡμεῖς δὲν συνεζητήσαμεν περὶ
2759τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, ἑπομένως δὲν δυνά-
2760μεθα νὰ ψηφίσωμεν περὶ αὐτῆς, κατὰ τὸν Κανονισμόν.
2761Παραβιάζει λοιπὸν τὸν Κανονισμὸν βουλευτὴς, θέτων
2762πρότασιν περὶ τῆς ὁποίας δὲν ὑπῆρξε θέμα. Τὸ θέμα ὑ-
2763πῆρξεν ἄλλο· τὸ θέμα ἀφώρα εἰς τὴν ἀπαρτίαν, καὶ περὶ
2764ταύτης δυνάμεθα μόνης νὰ ψηφίσωμεν· ἀλλὰ θέλετε τὴν
2765γνώμην, ἣν ἔχετε περὶ ἀπαρτίας, νὰ δικαιολογήσητε, καὶ
2766νὰ προσθέσητε τὴν δικαιολογίαν ὑμῶν ἐν τῇ ἀποφάσει·
2767τότε παρίσταται τὸ διαιρετὸν, τότε ἡμεῖς προτείνομεν
2768τὴν διαίρεσιν, προτείνομεν, ὅπως ψηφίσωμεν τὴν οὐσια-
2769στικὴν πρότασιν πρῶτον, καὶ τὴν δικαιολογίαν κεχωρι-
2770σμένως. Τί λέγει ἡ πρότασις; ἀπαρτία εἶναι ὁ ἀριθμὸς
2771124. Διά τινα λόγον; διότι συναριθμεῖται καὶ ἡ θέσις
2772τοῦ ἐκλεχθέντος βουλευτοῦ ἐξ Ἀδάμαντος, οὗτινος ἡ ἐ-
2773κλογὴ ἠκυρώθη· αὐτὸ τὸ διότι ἀποτελεῖ τὸ σύνθετον καὶ
2774προκαλεῖ τὸν χωρισμόν. Ἡ πρότασις εἶναι μία, ἀλλ’ αἱ
2775ἰδέαι εἶναι δύω· εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ πρότασις περὶ τῆς
2776ἀπαρτίας, καὶ εἶναι καὶ τὸ αἰτιολογικὸν μέρος τῆς προ-
2777τάσεως. Τὸ αἰτιολογικὸν ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ χωριστά·
2778ἀλλὰ καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἐ-
2779κεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν, εἶναι νὰ μὴ κληθῶμεν
2780ἵνα ψηφίσωμεν περὶ προτάσεως, περὶ τῆς ὁποίας δὲν συν-
2781εζητοῦμεν.
2782§111ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλον
2783πρῶτος τὴν πρότασιν αὐτὴν ἀπὸ προχθὲς, ἐστήριξα τὴν
2784ἰδέαν μου ἐπὶ τοῦ δικαιολογήματος, τὸ ὁποῖον περιλαμ-
2785βάνει αὐτὴ ἡ πρότασις, ὥστε δὲν εἶναι ὅπως εἶπεν ὁ κ.
2786Πρωθυπουργός. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸ ζήτημα πα-
2787ρουσιάσθη ὅπως τὸ περιγράφει ἡ προταθεῖσα πρότασις. Ἔρ-
2788χομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀντίῤῥησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2789ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ πρῶτον τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ὕ-
2790στερον ἡ δικαιολογία· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε εἰς
2791ποίαν ἀπόφασιν εἶναι τὸ διατακτικὸν πρῶτον καὶ ὕστερον
2792τὸ αἰτιολογικόν;
2793§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πόθεν ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσετε
2794περὶ ἀπαρτίας; Δὲν πρόκειται περὶ κυρώσεως πρακτι-
2795κῶν; Λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ ἀπόῤῥοια τῆς
2796συζητήσεως; θὰ λάβωμεν τὴν ἀφορμὴν πρῶτον, καὶ δεύ-
2797τερον τὴν ἀπόῤῥοιαν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπικυρώσωμεν
2798τὰ πρακτικὰ, ἡμεῖς μὲν νομίζομεν, ὅτι ἀπαρτία εἶναι
2799123, σεῖς δὲ νομίζετε 124· λοιπὸν θέλετε τὸ παρεμπί-
2800πτον νὰ τεθῇ ὡς κυρία πρότασις;
2801§113Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν Βου-
2802λὴν νὰ ψηφίσῃ συμφώνως μὲ τὰς πεποιθήσεις της, ἐννοῶ
2803ἔτι, ἐν ἀμφιβολίᾳ, νὰ ζητῆται παρ’ αὐτῆς ψῆφος θετική.
2804Δύναμαι τέλος νὰ ἐννοήσω καὶ τὸ νὰ ζητῆται παρὰ τῆς
2805Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ καὶ ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών της—
2806ἠμπορεῖ ἴσως νὰ ζητήσῃ τις τοῦτο ἀπὸ τοὺς φίλους του—
2807ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῇ τις ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἐναν-
2808τίον τῆς ἀδυσωπήτου λογικῆς τῶν ἀριθμῶν, αὐτὸ εἶναι
2809πρωτοφανές. Προτείνουσι διαίρεσιν· ἀλλὰ περὶ τῆς διαι-
2810ρέσεως πρόκειται; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει, ὅτι
2811δύναται νὰ διαιρέσῃ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ζητήματος ἀπὸ
2812τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
2813προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀπαρτία σύγκειται
2814ἀπὸ 123 ἢ ἀπὸ 124, ἂν δὲν ᾖναι γνωστὸν ποῖον εἶναι
2815τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν; Τοῦτο τὸ σύνολον γεννᾷ
2816τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας. Ἄν τὸ σύνολον τῶν βουλευ-
2817τῶν ᾖναι ἄγνωστον, ἄγνωστον εἶναι καὶ τὸ ἥμισυ αὐτῶν
2818πλέον ἑνός. Ταῦτα εἶναι πραγματικῶς ἄνω ποταμῶν.
2819Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυ-
2820πουργὸς, ὅτι δὲν συνεζητήσαμεν περὶ τούτου; Ἀλλὰ θὰ
2821ἤμεθα τῇ ἀληθείᾳ μωροὶ, ἐὰν ἐπὶ ἓξ ὥρας ὡμιλοῦμεν καὶ
2822οὐδὲν ἐλέγομεν περὶ τοῦ λόγου, ἐξ οὗ προέρχεται ἡ ἀμ-
2823φιβολία περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας. Δὲν δύναμαι νὰ
2824καταδικάσω τινὰ εἰς τοιαύτην διανοητικὴν κατάπτωσιν.
2825Οὐδὲν ἄλλο μάλιστα συνεζητήσαμεν σπουδαιότερον καὶ
2826εὐρύτερον εἰμὴ τοῦτο, ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Δήμου Ἀδάμαν-
2827τος ἠκυρώθη ἐπὶ τῇ μὴ ὑπάρξει τοῦ δικαιώματος, ἢ ἂν
2828ἠκυρώθη μόνον διὰ λόγους τυπικούς, συμβάντας κατὰ τὴν
2829ἐκλογήν· Τοῦτο δὲ συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ τοῦτο εἶ-
2830ναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν πρότασιν·
2831διότι, καὶ ἂν δὲν περιλαβάνετο ἐν αὐτῇ, ἤθελον εἶσθαι
2832ἀναγκαίως ὑπονοούμενον. Καὶ ὄντως, ὅταν λέγομεν, ὅτι
2833ἀπαιτοῦνται 124 βουλευταὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ νόμιμος ἀ-
2834παρτία, ἐννοοῦμεν, ὅτι 245 εἶναι τὸ ὅλον, καὶ ἐπειδή,
2835μὴ περιλαμβανομένου τοῦ βουλευτοῦ τοῦ Δήμου Ἀδά-
2836μαντος, εἶναι 244, βεβαίως ἐννοοῦμεν κατ’ ἀδυσώπητον
2837ἀνάγκην, ὅτι ὁ Δῆμος τοῦ Ἀδάμαντος ἔχει τὸ δικαίω-
2838μα. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν
2839ὑπὲρ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 123, ἐννοοῦσιν ἀναγκαίως, ὅτι τὸ
2840δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος δὲν ἀναγνωρίζεται. Ἀ-
2841φοῦ δὲ τὸ πρᾶγμα ᾖναι τοσοῦτον προφανὲς καὶ κατάδη-
2842λον, διατί δὲν τὸ λέγετε;
2843§114ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Σὲ φοβούμεθα.
2844§115ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως μὲ φοβεῖσθε, διότι ἐντεῦ-
2845θεν δὲν ὁμιλῶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τοῦ λα-
2846οῦ, ἐν ὀνόματι τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μὲ φέρει ἐπὶ
2847τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· εἶναι δὲ λυπηρὸν νὰ μὲ
2848διακόπτετε τόσον ἀστόχως καὶ παιδαριωδῶς. Ἕνεκα τῶν
2849τοιούτων διακοπῶν ἐγένοντο τοσαῦτα προχθές. Μὴ κα-
2850ταβιβάζετε πρὸς Θεοῦ! τὴν σημασίαν τοῦ ἀξιώματος ὑ-
2851μῶν, μὴ λησμονῆτε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀξίας τοῦ
2852Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν σεβασμόν, πρόκει-
2853ται δὲ καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν αὐτῶν καὶ ὡς ἀτόμων
2854καὶ ὡς Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους.
2855Διατί λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς προτείνει πρᾶγμα
2856ἀκατανόητον λογικῶς, ἀδύνατον δὲ καθ’ ἑαυτό; Ἂν ὁ
2857κ. Δηλιγιάννης δὲν προέβαλλε τὴν δικαιολογίαν ταύτην,
2858αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Τρικούπης ὤφειλε νὰ ὑπομνήσῃ τῷ κ.
2859Δηλιγιάννῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν περιλάβῃ, διότι αὐτὸς
2860οὗτος ὁ Πρωθυπουργός, Ἀρχηγὸς ὢν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2861σεως, ὅτε συνεζετεῖτο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἀδάμαντος, εἶπε
2862ρητῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ περὶ ἀκυρώσεως
2863τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν λύει
2864τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀκύρου ἢ μὴ ἀκύρου τοῦ Διατάγ-
2865ματος· ἰδοὺ αἱ ἴδιαι αὐτοῦ λέξεις (ἀναγινώσκει). «Μόνον
2866θέμα δύναται νὰ τεθῇ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὴν ψῆ-
2867φον τῆς Βουλῆς τοῦτο: «Εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ Ἀδά-
2868μαντος; Ἔχει τὰ προσόντα ὁ ἐκλεγχθεὶς; Εἰς τὸ πρῶτον
2869ζήτημα ἡμεῖς οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἐδόθη εὐκαιρία εἰς
2870τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος ὅπως ἐκλέξῃ βουλευτὴν ἐξ ὑπο-
2871ψηφίων παρ’ αὐτοῦ προταθέντων, θέλομεν ἀπαντήσει ὅτι
2872δὲν εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογή. Ἀλλὰ λέγοντες τοῦτο, τί
2873ἐννοοῦμεν; Ποία θέλει εἶσθαι ἡ κατάστασις τῶν πραγ-
2874μάτων μετὰ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, ἂν τοιαύτην ἐξε-
2875νέγκῃ ἡ Βουλή; Συνέπεια τῆς ἀποφάσεως ἔσται, ὅτι μένει
2876ἄλυτον τὸ ζήτημα ἂν ἐγκύρως ἢ ἀκύρως ἐξεδόθη τὸ
2877Διάταγμα».
2878§116ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἆ Ἆ! Ἰδού, ἄλυτον.
2879§117ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστοῦνται, καὶ ἐπαναλαμβά-
2880νουσιν ἐν χορῷ, ὅτι ἔμεινεν ἄλυτον τὸ ζήτημα περὶ ἀκύ-
2881ρου ἢ ἐγκύρου!! Τί λοιπὸν θέλετε νὰ ἀποκρύψητε, τί νὰ
2882προλάβητε, τί νὰ διεκφύγητε;
2883§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίποτε.
2884§119ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε βεβαίως· διότι, καὶ ἐν περι-
2885πτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πρότασις ὑμῶν γείνει δεκτὴ
2886ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τοὐτέστιν ἐὰν ψηφίσωμεν μόνον περὶ ἀ-
2887ριθμῶν καὶ πράξωμεν τοῦτο ἐναντίον τῆς ἀξιοπρεπείας
2888ἡμῶν—καθόσον τί θὰ εἴπουν περὶ ἡμῶν ὅσοι ἀκούσωσιν,
2889ὅτι ψηφίζομεν περὶ ἀριθμοῦ ὑποδεεστέρου, ἐνῷ δὲν γνω-
2890ρίζομεν ἐκεῖνον, ἐξ οὗ σχηματίζεται ὁ ὑποδιέστερος!—καὶ
2891ἂν, λέγω, οὕτω ψηφίσωμεν δὲν θὰ ἦναι ἆρά γε ἐν τῇ ἀ-
2892ποφάσει ταύτῃ ἀναγκαίως ἡ ἔννοια, ὅτι οἱ λέγοντες ὅτι
2893ἐξ 123 βουλευτῶν συνίσταται ἡ ἀπαρτία, ἐννοοῦσιν, ὅτι
2894ἠκυρώθη τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, καὶ ὅτι ἐ-
2895κεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται
2896ἐξ 124, ἐννοοῦσιν, ὅτι δὲν ἠκυρώθη, ἀλλ’ ὑφίσταται τὸ
2897δικαίωμα ἐκεῖνο; Ἀπέναντι τοιούτων ἀντιῤῥήσεων, δύ-
2898ναται μόνον νὰ ἐκφράσῃ τις τὴν λύπην αὑτοῦ διὰ τὴν
2899ταπείνωσιν, εἰς ἣν θέλουσι νὰ ὁδηγήσωσι τὴν Βουλὴν.
2900§120Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ
2901διαιρεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ἐπιμείνῃ, δὲν ἀμφιβάλλω,
2902ὅτι θὰ διαιρεθῇ, τοὐτέστι νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἂν ἡ
2903νόμιμος ἀπαρτία ἦναι 123 βουλευταὶ ἢ 124, καὶ δεύτε-
2904ρον νὰ ψηφοφορηθῇ ἂν τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος ἠκυ-
2905ρώθη ἢ οὔ.
2906§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
2907§122ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος δὲν
2908ἐξαρτᾶται ἐξ οὐδεμιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
2909§123ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Λοιπὸν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν
2910ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔφερεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πειθομένη, ὅτι νό-
2911μιμος ἀπαρτία εἶναι 124 βουλευταὶ καὶ οὐχὶ 123 καὶ
2912θεωροῦσα, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος ὑφίσταται,
2913μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, αὐτὴν τὴν πρό-
2914τασιν θέλει νὰ τὴν διαιρέσῃ ὁ κ. Τρικούπης, τοὐτέστι θέ-
2915λει νὰ εἴπῃ πρῶτον ἡ Βουλὴ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς πρὸς
2916νόμιμον ἀπαρτίαν ἐν τῇ Βουλῇ 123 ἢ 124, καὶ δεύτε-
2917ρον ἂν ἠκυρώθη τὸ δικαίωμα τῶν μεταναστῶν ἐν Ἀδά-
2918μαντι ἢ ὄχι.
2919§124ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι.
2920§125ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ποία ἄλλη διαίρεσις εἶναι δυνατή;
2921Λοιπὸν ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Βουλὴ λέγει ὄχι εἰς τὴν πρώ-
2922την πρότασιν, τοὐτέστιν, ὅτι εἶναι 123 ἡ νόμιμος ἀπαρ-
2923τία, εἰς δὲ τὴν δευτέραν λέγει ναὶ, δηλαδὴ ὅτι ὑφίστα-
2924ται τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, τότε ὁ κ. Πρω-
2925θυπουργὸς θὰ συναινέσῃ νὰ συνεδριάσῃ μὲ Βουλὴν παρα-
2926φρονοῦσαν; Δὲν ἐννοῶ πῶς ἄλλως δύναται νὰ ἐννοηθῇ τὸ
2927ζήτημα ἂν ἐν τῇ διαιρέσῃ δὲν τεθοῦν αἱ φράσεις, αἱ ἐν
2928τῇ ὁλοκλήρῳ τεθειμέναι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν δύναται
2929νὰ διαιρεθῇ, διότι ἡ ὑπερψήφισις τῆς μιᾶς καὶ ἡ κατα-
2930ψήφισις τῆς ἄλλης φέρει εἰς φοβερὸν ἄτοπον, καὶ δὲν ἠμ-
2931πορῶ νὰ ψηφίσω τὴν πρώτην ἐγώ, ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ
2932ψηφίσω τὴν δευτέραν.
2933§126ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγκάζομαι, μολονότι ἡ ὥρα εἶναι
2934προκεχωρημένη, νὰ προσθέσω δύω λέξεις πρὸς συμπλήρω-
2935σιν τῶν ὅσων πρὸ μικροῦ εἶπον, καὶ ἰδίως ὅπως περιορι-
2936σθῶ ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, τοσούτῳ μᾶλλον,
2937καθόσον, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἔγκυρον ἢ τὸ ἄκυρον τῆς
2938ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
2939βάλω τότε τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποστη-
2940ρίξω τὸ ἄκυρον. Ἐνθυμοῦμαι καὶ τότε, ὅτι πολὺς καὶ ἐ-
2941πιδεικτικὸς ἐγένετο πάταγος ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῶν
2942Κρητῶν, ὡς εἰ ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ ἐχθροὶ τῶν Κρη-
2943τῶν, ὡς εἰ ὑπῆρχον ἄνθρωποι, μὴ θέλοντες νὰ ἀντιπροσω-
2944πευθῶσι καὶ οἱ Κρῆτες. Διορῶ καὶ ἐν τῇ πρὸ μικροῦ ὑπο-
2945βληθείσῃ προτάσει ἰδέαν τινὰ, σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν
2946συζήτησιν ἐκείνην· πρόκειται νὰ συνδεθῇ ζήτημα περὶ
2947τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῶν πρακτικῶν μὲ ζήτημα περὶ
2948τοῦ δικαιώματος ἢ μὴ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν Κρη-
2949τῶν. Φρονῶ, ὅτι οἱ εἰλικρινῶς ἐνδιαφερόμενοι ὅπως ἀντι-
2950προσωπευθῶσιν οἱ Κρῆτες ἐν τῇ Βουλῇ ὤφειλον νὰ φέρω-
2951σι τὸ ζήτημα οὐχὶ συνδεδεμένως κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν
2952πρακτικῶν, ἀλλὰ εἰς χωριστὴν συνεδρίασιν καὶ ἀποκλει-
2953στικῶς. Ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε σχεδὸν ἐσιώπησαν οἱ
2954σήμερον συνήγοροι· ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πολὺ ἐπεθύμουν
2955νὰ ἀντιπροσωπεύωνται οἱ Κρῆτες, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις,
2956τὰς δοθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπίστευσα, ὅτι δὲν
2957ὑπάρχουν πλέον τὰ στοιχεῖα ὅπως ἀντιπροσωπευθῶσιν οἱ
2958Κρῆτες, ἡ δὲ γνώμη αὕτη, μετὰ τὴν παρακολουθήσασαν
2959τῆς Βουλῆς σιγὴν, ἐφρόνουν, ὅτι εἶναι τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ
2960ἐπροηγήθησαν ἀποφάσεις ἄλλαι τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἀπαρ-
2961τίαν τῶν 123 καὶ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, ἐθεώρησα τὸ ζή-
2962τημα λελυμένον ὡς πρὸς τὸ παρελθόν· διὰ τοῦτο καλῇ τῇ
2963πίστει δὲν ἔφερον ἔνστασιν ἀπαρτίας κατὰ τὴν τελευ-
2964ταίαν συνεδρίασιν. Δέχομαι λοιπὸν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο
2965δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Ἀφοῦ κατὰ
2966τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον δὲν ἐγένετο συζήτησις περὶ
2967τούτου, ἀφοῦ ἕως σήμερον δὲν ἐτέθη τοιοῦτον ζήτημα,
2968νομίζω, ὅτι μόνον ὡς πρὸς τὸ μέλλον δύναται νὰ ληφθῇ
2969μία ἀπόφασις καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα, ἐὰν
2970ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα πρὸς ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ πρὸς
2971τοῦτο δέον νὰ ὑποβληθῇ χωριστὴ πρότασις ἐν εὐθέτῳ
2972χρόνῳ. Περιορίζομαι ὅμως, κύριοι, εἰδικῶς ὡς πρὸς τὴν
2973θέσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Κανονισμοῦ λέ-
2974γει, ὅτι «Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλό-
2975γου ἀναγινώσκονται ὑφ’ ἑνὸς τῶν Γραμματέων τὰ πρα-
2976κτικὰ τῆς προλαβούσης συνεδριάσεως. Κατὰ δὲ τὴν ἀνά-
2977γνωσιν αὐτῶν, ἐὰν γείνῃ παρά τινος τῶν Βουλευτῶν ἀν-
2978τίῤῥησίς τις κατὰ τῆς συντάξεως αὐτῶν ἢ κατὰ τῶν διὰ
2979τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς δημοσιευθέντων πρακτικῶν,
2980ὁ Πρόεδρος ἐπιτρέπει τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν, προσκα-
2981λῶν κατὰ πρῶτον τοὺς Γραμματεῖς, ἵνα δώσωσι τὰς ἀ-
2982ναγκαίας διασαφήσεις. Μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ζη-
2983τεῖται ἡ ἐπὶ τῆς ἀντιῤῥήσεως ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ
2984κατ’ αὐτὴν διορθώνονται τὰ πρακτικὰ ἢ καὶ τὰ διὰ τῆς
2985Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς δημοσιευθέντα».
2986Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς
2987τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῶν πρακτικῶν καὶ
2988μόνον, καὶ ὅτι, ὡς ὀρθότατα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
2989Βουλευτὴς ὑπεστήριξε, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἄλλη τις
2990πρότασις εἰμὴ περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῶν πρακτικῶν καὶ
2991παντὸς ζητήματος, στενῶς μετ’ αὐτοῦ συνδεδεμένου.
2992§127ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπεστήριξα ἐγὼ αὐτό;
2993§128ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν ἦσαν ἀντιγεγραμμένα τὰ στενο-
2994γραφικὰ πρακτικὰ, ἤθελον ἀναγνώσει τὸν λόγον τοῦ κ.
2995Δηλιγιάννη· ἀλλ’ ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, εἶπεν ὅτι ὡς πό-
2996ρισμα τῆς συζητήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ἄλλη πρό-
2997τασις ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ, πειθομένη, ὅτι ὁ νόμιμος πρὸς ἀ-
2998παρτίαν ἀριθμὸς πρέπει νὰ σύγκειται ἐξ 124 Βουλευτῶν,
2999μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αὐτὸ ἤκουσα,
3000καὶ ἐπεδοκίμασα, καὶ εὗρον τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου
3001Δηλιγιάννη σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν· ἀλλ’ ἀντὶ τού-
3002του ὑπέβαλε βραδύτερον πρότασιν, ἡ ὁποία περιέχει πε-
3003ρικοπὴν καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος ἢ μὴ τῆς ἀντιπροσω-
3004πείας τῶν Κρητῶν. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει, κατ’ ἐμέ,
3005θὰ ἐφαρμωσθῇ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃ ἀ-
3006παιτεῖται νὰ τυπωθῇ τοιαύτη πρότασις καὶ νὰ διανεμη-
3007θῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, νὰ συζητηθῇ δὲ κατὰ τὴν σειρὰν
3008τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ, κηρύξασα αὐτὴν
3009κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς
3010συζήτησιν.
3011Συνοψίζων λέγω, ὅτι εὑρισκόμεθα ἔτι ἐν τῇ σημερινῇ
3012συνεδριάσει εἰς τὴν συζήτησιν ἂν ἦναι ἔγκυρα ἢ ἄκυρα
3013τὰ πρακτικὰ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀνεφύη ἕ-
3014τερον ζήτημα στενῶς συνδεδεμένον, ἂν δηλαδὴ ὁ πρὸς
3015ἀπαρτίαν νόμιμος ἀριθμὸς σύγκηται ἐξ 123 ἢ 124· περὶ
3016τούτου εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι δύναται νὰ τεθῇ πρότασις
3017καὶ ἐγὼ τὴν ὑποβάλλω (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ μετὰ
3018τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ὁ νόμιμος πρὸς ἀπαρτίαν
3019ἀριθμὸς σύγκειται ἐξ ἑκατὸν εἴκοσι τριῶν Βουλευτῶν,
3020μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
3021Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἀληθῶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ
3022ζήτημα τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Κρητῶν διὰ τὸ μέλλον·
3023ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ ὡς πρὸς τὸ πα-
3024ρελθόν.
3025§129ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ
3026ἄρθρον 34 εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λύει τὸ προκείμενον
3027ζήτημα. Τὸ ἄρθρον 34 ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τὴν νομοθε-
3028τικὴν, οὐχὶ δὲ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι προϊὸν συ-
3029ζητήσεων· κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲ καὶ τὰ ἔθιμα τὰ
3030Κοινοβουλευτικὰ, τὰ ζητήματα τίθενται, ὅταν ἦναι πό-
3031ρισμα συζητήσεως. Ἐπὶ τρεῖς ὥρας συζητοῦμεν, καὶ συ-
3032ζητοῦμεν σπουδαίως περὶ τοῦ ἂν κακῶς ἢ καλῶς ἔπρα-
3033ξεν ἡ Κυβέρνησις, μὴ διατάξασα τὴν ἐπανάληψιν τῆς
3034ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, περὶ τοῦ ἂν, ἀφοῦ ἅπαξ
3035διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος διετάχθη ἡ ἐνέργεια τῆς
3036ἐκλογῆς ἐκείνης, πρέπῃ ἡ ἀπαρτία νὰ θεωρῆται ἀποτε-
3037λουμένη ἐξ 124 Βουλευτῶν, ναὶ ἢ ὄχι. Πλεῖστοι ὅσοι,
3038κύριοι, ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα,
3039διὰ μακρῶν, ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις
3040νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀκυρωθείσης
3041ἐκλογῆς καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ εἶχε συμπεριληφθῆ εἰς τὸ
3042Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ συγκαλέσαν τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ
3043περιφέρεια τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος, πρέπει ὁ Βουλευτὴς
3044αὐτοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Κοινοβου-
3045λευτικῆς ἀπαρτίας. Τούτου δοθέντος, εἶναι ἀναίρεσις
3046τῆς λογικῆς τὸ νὰ ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς,
3047ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα ὡς πρὸς τὸ ἂν πρέπῃ ἢ
3048ὄχι νὰ λογισθῇ εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ ὁ Δῆμος Ἀδάμαν-
3049τος, ἀφοῦ δὲν ἐκηρύχθη ἄκυρον τὸ Διάταγμα, δι’
3050οὗ ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτήν.
3051Ἡ διαίρεσις προτείνεται, ὅταν ὑπάρχῃ σύνθετον ζή-
3052τημα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον· ἕν
3053καὶ μόνον ὑπάρχει, τὸ τῆς ἀπαρτίας. Τὸ παρεμπίπτον εἶ-
3054ναι ζήτημα αἰτιολογικόν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει συμφέ-
3055ρον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καταπατοῦνται οἱ Νόμοι καὶ τὸ
3056Σύνταγμα αὐτὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις
3057νομίζει, ὅτι εἶναι ὑπερτέρα παντὸς Νόμου, διότι συγκρο-
3058τεῖ περὶ ἑαυτὴν πλειονοψηφίαν (θόρυβος). Ἀλλ’ οἱ μὴ
3059σεβόμενοι τὸν Νόμον δύνανται νὰ καθήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου
3060καὶ ἄλλοι ἐκάθησαν (θόρυβος).
3061§130ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω καθαρῶς ἐπὶ τῆς θέ-
3062σεως τοῦ ζητήματος, διότι κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα, ἀ-
3063φοῦ τεθῇ τὸ ζήτημα, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν. Ὁ κ.
3064Πρωθυπουργὸς διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλι-
3065γιάννη, ἥτις εἶναι προϊὸν τῆς γενομένης μακρᾶς συζητή-
3066σεως, εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀπαράδεκτος δὲν δύναται νὰ
3067ᾖναι παρὰ μόνον πρότασις, ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα
3068καὶ εἰς τοὺς Νόμους. Θεωρεῖ δὲ τὴν πρότασιν διαιρετέαν,
3069διότι θέλει νὰ χωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος ἀπὸ
3070τὴν Ἐπαρχίαν. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δύω εἶναι ἀχώριστα, καὶ
3071ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Καπετανάκης. Ὁ κ. Φιλάρετος διϊσχυ-
3072ρίσθη, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν πρακτικῶν· ἐλησμό-
3073νησεν ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι πολὺ ὑ-
3074πέρτερον τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν. Ἡ ἀμφισβήτη-
3075σις τῶν πρακτικῶν γίνεται, ὅταν δὲν διαμφισβητεῖται
3076ἡ ἀπαρτία· ὅταν ὅμως ἐκ τῶν πρακτικῶν αὐτῶν
3077προκύπτει ἡ ἀμφισβήτησις τῆς ἀπαρτίας, τί σᾶς λέ-
3078γει ὁ κύριος Φιλάρετος; Τὰ πρακτικὰ ἔχουν κα-
3079λῶς καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
3080ξιν, καὶ εἰς τὸ μέλλον ἂς δώσωμεν δικαίωμα εἰς τοὺς
3081Κρῆτας. Καὶ τίνες ζητοῦσι σήμερον τῆς ἀδιαιρέτου προ-
3082τάσεως τὴν διαίρεσιν; ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον χθὲς, ὅτι
3083τὰ βώδια, καὶ τὰ γαϊδούρια, καὶ τὰ κουκούλια εἶναι ἀ-
3084χώριστα (θόρυβος)· διότι, ἂν δὲν ἔχῃ ὁ Ἀδάμας τὸ δι-
3085καίωμα, τότε ἡ ἀπαρτία εἶναι 123· ἂν δὲ τὸ ἔχῃ, εἶναι
3086124. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἶναι ἀ-
3087χώριστος. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι 123·
3088τότε ὁ Ἀδάμας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἡ ἐκλογή του
3089ἦτο ἄκυρος δι’ αὐτὸν τὸν λόγον (θόρυβος). Ἐγὼ τότε εἶ-
3090πον, ὅτι δὲν ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα, σεῖς εἴπετε τὸ ἐ-
3091ναντίον (θόρυβος). Παρατηρῶ εἰς τοὺς διακόπτοντας διὰ
3092τοῦ θορύβου, ὅτι ἐγὼ τότε ὑπεστήριζα τὴν ἐναντίαν ἰδέ-
3093αν, ἀλλ’ ἠθέλησάν τινες τότε νὰ φανῶσιν, ὅτι ὑπερασπί-
3094ζονται τοὺς Κρῆτας (θόρυβος). Ἡ ἐκλογὴ, κύριοι, τότε
3095ἦτο ἄκυρος διὰ καθαρᾶς ἐκλογικὰς παραβάσεις, τὸ δικαί-
3096ωμα ὅμως ἔμεινε πλῆρες καὶ ἀκλόνητον, κατὰ τὴν ἀπό-
3097φασιν τῆς Βουλῆς, ἕως οὗ ἡ Βουλὴ τὸ ἐξετάσῃ καὶ αὖθις.
3098§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
3099Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος
3100εἶναι σύμφωνοι μέχρι τινός. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὑπέβαλε
3101πρότασιν, διαλαμβάνουσαν, ὅτι ἡ Βουλή, θεωροῦσα, ὅτι
3102ὑφίσταται τὸ πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ δικαίωμα τοῦ
3103Δήμου Ἀδάμαντος, ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς
3104πρὸς ἀπαρτίαν εἶναι 124. Κατὰ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ
3105πρότασις αὕτη πρέπει νὰ διαιρεθῇ, διότι περιέχει δύω
3106ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῶσι διὰ
3107μιᾶς· ἀλλ’ ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ δι-
3108αίρεσις, πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἀποσύ-
3109ρει τὴν πρότασίν του.
3110§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν πρότασιν
3111τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, ὥστε πᾶσα συζήτησις εἶναι πε-
3112ριττή.
3113§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει τὴν δι-
3114αίρεσιν, ὁσάκις τὰ ζητήματα εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥ-
3115στε ὁ βουλευτὴς νὰ δύναται ἐλευθέρως νὰ ψηφίσῃ ὅ-
3116πως θέλει δι’ ἕκαστον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦτο
3117ἀδύνατον εἶναι νὰ γείνῃ· διότι, ἂν θελήσῃ τις τῶν βου-
3118λευτῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος εἶχε δικαίωμα
3119νὰ ἀποστείλῃ βουλευτὴν, δὲν δύναται ἀκολούθως νὰ εἴπῃ,
3120ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν δὲν εἶναι 124· ὥστε
3121βλέπετε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, μὲ τὴν
3122διαφορὰν, ὅτι ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν εἶναι τὸ
3123αἰτιατὸν, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος τὸ αἴ-
3124τιον εἶναι ἡ αἰτιολογία τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ ὡς τοιαύτη
3125δὲν ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον ζήτημα.
3126§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι ἡμεῖς ὑπο-
3127στηρίζομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου.
3128§135ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρ-
3129νησιν μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ δώσῃ τέρ-
3130μα εἰς τὴν πολὺ παραταθεῖσαν συζήτησιν ταύτην περὶ
3131τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, διότι ἡ μετριοπάθεια εἰς
3132τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβάλλεται καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀντιπολί-
3133τευσιν. Ἦτο δ’ ἐπιβεβλημένον τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν ἐ-
3134πρόκειτο τὸ παράπαν νὰ μεταβληθῇ ἡ οὐσία· ἐπιμονὴ
3135δὲ, μὴ δυναμένη νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐλαχίστην ἐπιῤῥοὴν
3136ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος, ἴσως ἐνίοτε δύναται νὰ
3137δικαιολογηθῇ παρὰ τῇ ἀντιπολιτεύσει, οὐδέποτε ὅμως
3138παρὰ τῇ Κυβερνήσει.
3139Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν διαίρεσιν τοῦ ζη-
3140τήματος, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι παραλογισμὸς ἡ διαί-
3141ρεσις· ὑπέβαλεν ἔπειτα πρότασιν ἑτέραν, ἀλλ’ ἀπέσυρε
3142καὶ ταύτην, ἐδέχθη δὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
3143βαλεν ὁ ἐκ Βώλου βουλευτής. Ἡ πρότασις αὐτὴ τί λέ-
3144γει; Λέγει, ὅτι ἡ ἀπαρτία συνίσταται ἐξ 123 βουλευ-
3145τῶν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον ἡ πρότασις εἶναι
3146ἀτελὴς, διότι ὅσοι θὰ εἴπουν, ὅτι ἡ ἀπαρτία δὲν εἶναι
3147123, δὲν λέγουν πόση εἶναι αὕτη, ἔπρεπε δὲ νὰ τεθῇ
3148ὑπὸ τὸν τύπον ἐὰν ἡ ἀπαρτία σύγκειται ἐξ 124, ἢ μᾶλ-
3149λον, ὅπερ τὸ ὀρθότερον, τίς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τοῦ συνόλου.
3150Ἀφίνομεν ὅμως ταῦτα ἡμεῖς, καίτοι ἀντιπολιτευόμενοι.
3151Τί εἶναι ἡ ἀπαρτία; τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ
3152τῶν βουλευτῶν. Τί δὲ λέγουν ὅσοι ψηφίζουν ὑπὲρ τῶν
3153123; ὅτι ὁ ὅλος ἀριθμὸς εἶναι 244. Τί λέγουν ὅσοι ψηφί-
3154σωσιν ὑπὲρ τῶν 124; ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι
3155245· διότι οὗτοι μὲν θεωροῦσι μὴ νομίμως ἀκυρωθὲν τὸ
3156Διάταγμα, τὸ ἀναγνωρίζον ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς τὸν
3157Δῆμον Ἀδάμαντος, ἐκεῖνοι δὲ τὸ ἐναντίον. Ὑπὸ τὴν ἐξή-
3158γησιν ταύτην δεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλα-
3159ρέτου.
3160§136Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὴν δεχόμεθα (θόρυβος).
3161§137Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν δύω προτάσεων νὰ ψη-
3162φοφορηθῇ πρώτη ἡ ἀπωτέρα· ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέ-
3163του διαλαμβάνει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ οὐδεμία μετα-
3164βολὴ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπαρχόντων, ὅτι ἡ ἀπαρτία δηλ.
3165ἀποτελεῖται ἀπὸ 123· ἡ ἐμὴ πρότασις διαλαμβάνει, ὅτι ἡ
3166ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἀπὸ 124, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν βου-
3167λευτῶν εἶναι 245, διότι δὲν ἠκυρώθη τὸ δικαίωμα τοῦ
3168Δήμου Ἀδάμαντος. Λοιπὸν ἀπωτέρα εἶναι ἡ προτείνουσα
3169τοὺς 124. Ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται
3170νὰ λύσωσιν αἱ πλειονοψηφίαι, διότι ἰσχύουσιν ἐπ’ αὐτῶν
3171κανόνες ἀπαράβατοι, οἷος π. χ. ὅτι ψηφοφοροῦνται πρῶ-
3172τον αἱ τροπολογίαι καὶ ἔπειτα αἱ προτάσεις, ὅτι ψηφοφο-
3173ροῦνται πρῶτον αἱ ἀπώτεραι προτάσεις καὶ ὕστερον αἱ
3174ἐγγύτεραι. Ἄν τεθῇ πρώτη εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις
3175τοῦ κ. Φιλαρέτου ὡς ἀπωτέρα, τί θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βου-
3176λήν; Παραδέχεσθε ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι 123; ὅσοι
3177δὲν παραδέχονται τοῦτο, τί θέλουσιν εἰπεῖ; ὄχι· ἀλλὰ
3178λέγοντες ὄχι, δὲν λέγουσι πόσοι ἀποτελοῦν τὴν ἀπαρ-
3179τίαν· δὲν λέγουν δὲ, διότι δὲν ἐρωτήσατε αὐτούς. Πρέ-
3180πει λοιπὸν νὰ τεθῇ τὸ θέμα οὕτως, ὥστε ὅσοι θεωροῦν
3181μὴ ἀποτελουμένην τὴν ἀπαρτίαν ἐξ 123, νὰ ἔχωσι τὴν
3182εὐκαιρίαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀπαιτοῦσι τὴν παρουσίαν 124·
3183ἀπωτέρα λοιπὸν εἶναι ἡ ἐμὴ πρότασις.
3184§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὡς εἶπεν ὁ προ-
3185αγορεύσας, προτάσσονται αἱ τροπολογίαι τῶν προτάσεων.
3186Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου εἶναι τροπολογία τῆς
3187προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ πρέπει νὰ προταχθῇ
3188(θόρυβος).
3189§139ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ματαιοπονοῦμεν μέχρι τοῦδε. Ὁ Νό-
3190μος λέγει, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουν οἱ Κρῆτες, ἀλλ’ ἀ-
3191πεδείχθη ἐκ τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς, ὅτι δὲν ἔχουν
3192τὸν νόμιμον πληθυσμὸν (θόρυβος).
3193§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.
3194§141ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Τὸ Διάταγμα εἶναι ἄκυρον, καὶ ἡ ἀ-
3195παρτία τῆς Βουλῆς στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον (θόρυβος).
3196§142ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπίστευα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυ-
3197πουργὸς ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου
3198εἶναι τροπολογία τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Τό-
3199τε ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα; Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀ-
3200παρτία ἦτο 124, ἤθελε γεννηθῆ ζήτημα; ἐπειδὴ ἀναφέ-
3201ρεται, ὅτι εἶναι 123, δι’ αὐτὸ γίνεται ἔνστασις. Τὸ θέμα
3202εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυ-
3203πουργὸς, ὡς ἂν ἡ πρότασις αὕτη νὰ προϋπῆρχε τῶν
3204πρακτικῶν, ἐφ’ ὧν ἡμεῖς συζητοῦμεν. Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον,
3205τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ὅτι οὐ μόνον εἶναι ἀπωτέρα ἡ
3206πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἀλλὰ καὶ τροπολογία τῆς
3207προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
3208§143ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ ζήτημα περὶ πρακτικῶν δὲν πρέ-
3209πει νὰ συνδέσωμεν ζητήματα περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώ-
3210ματος τοῦ συνοικισμοῦ. Περὶ τούτου ἴσως ἔπρεπε νὰ γεί-
3211νῃ ἐμβριθεστέρα καὶ ἐκτεταμένη συζήτησις. Διὰ τοῦτο
3212προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν «ἡ Βουλή, ἀπέχουσα νὰ λύ-
3213σῃ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ Δή-
3214μου Ἀδάμαντος καὶ ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα, μετα-
3215βαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
3216§144Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Φειδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας
3217τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει πᾶσα παρεκτροπὴ
3218ἀπὸ τῆς λογικῆς, συναινῶ νὰ ψηφοφορηθῇ κατὰ τὴν γνώ-
3219μην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀπωτέρα, ἡ μὴ πράγματι
3220ἀπωτέρα πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου.
3221§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς
3222κλήσεως.
3223§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου ἔχει οὕ-
3224τως «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πειθομένη, ὅτι ὁ νό-
3225μιμος πρὸς ἀπαρτίαν ἀριθμὸς εἶναι 123 βουλευταὶ, με-
3226ταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι
3227λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
3228(Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία κατὰ
3229τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3230Ἰωάννης Μοσχοβάκης Γεώργιος Παχὺς Ο
3231Νικόλαος Στεφανίδης ΝΔημήτρ. Καλλιφρονᾶς
3232Ἰωάννης Μεσσηνέζης ΟΔημήτριος Ῥάλλης Ν
3233Κωνσταντῖνος Θεοδώρου ΟΠαῦλος Καλλιγᾶς Ν
3234Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈνδρέας Ψύλλας Ν
3235Ἀριστείδης Ἀργυρόπουλος ΝΔημ. Μουτσόπουλος Ν
3236Δημήτριος Οἰκονομίδης Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν
3237Λεωνίδας Καρυστινάκης ΝἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο
3238Μιχαὴλ Καΐρης Ὀρφανὸς ΟΝικόλαος Λεβίδης Ν
3239Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Ἀνδρ. Στράτος Ν
3240Λεωνίδας Ζωγράφος ΟΚωνσταντῖνος Στράτος
3241Σωτήριος Δανόπουλος ΟἸωάννης Καρτάλης Ν
3242Γεώργιος Τσώκρης ΝΝικόλαος Γεωργιάδης Ν
3243Κωνστ. Καραπάνος ΝΓεώργιος Φιλάρετος Ν
3244Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΝΔημ. Τερτίπης Ν
3245Νικόλαος Κουκουσλῆς ΝἈπόστ. Βασαρδάνης Ν
3246Ἀπόστ. Φρόνιμος ΝΛεων. Κοκκορῖκος Ν
3247Κωνστ. Γρίβας ΟΓεώργ. Φραγκίδης Ν
3248Τατσέλος Μαυρομάτης ΟΤιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
3249Ἀντ. Βάλβης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ν
3250Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΟΓεώργιος Παπαγεωργίου
3251Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟἈριστομ. Χατζηνικολῆς
3252Θεόδωρος Δηλιγιάννης ΟΝικόλ. Παπανικολάου Ν
3253Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΝικόλαος Μπαλάφας Ν
3254Ἠλίας Παλαμίδης ΝΓεώργιος Κόρπας
3255Ἰωάννης Λαμπρυνόπουλος ΟἈνδρέας Ἱερομνήμων Ο
3256Πέτρος Πετροπουλάκης Δημ. Κουρκουμέλης
3257Χαρίλ. Τζανετάκης ΟἈθ. Παραμυθιώτης
3258Πολυμέρης Ζαρίμπας ΟΝικόλαος Βασιλάκης Ν
3259Χριστόδ. Στεριάδης ΝΔημ. Τουρνάκης Ν
3260Νικόλαος Κατσικαπῆς ΝΣπυρ. Α. Νοταρᾶς
3261Γεώργιος Λιδωρίκης ΝΦώτ. Κανελλόπουλος Ν
3262Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΔημ. Σταυρόπουλος Ν
3263Ν. Παππαμιχαλόπουλος ΟΠαναγ. Ντετάκης Ν
3264Παναγ. Ῥίτσος Νικόλαος Βαλσαμάκης
3265Ἰωάννης Γ. Καπιτσίνης ΟἈνδρέας Μεταξᾶς Ο
3266Ἀντ. Μήτσας Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΝ
3267Γεώργιος Μίλησης
3268Δημ. Χατζόπουλος ΟἈγαμ. Μεταξᾶς Ν
3269Γεώργ. Ζηνόπουλος ΟΣπυρ. Κοντολέων Ν
3270Νικόλαος Δ. Ζῶτος ΟΚοσμᾶς Πανάρετος Ο
3271Δημ. Βουλπιώτης ΝΣτυλ. Κασιμάτης Ν
3272Μιχ. Ἰατρίδης Χαράλ. Χρηστόπουλος Ν
3273Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ΝΚ. Χατζηπαναγιώτης Ν
3274Φριδερῖκος Καῤῥὲρ ΝΣωκράτης Τζιβανόπουλος Ο
3275Ἀναστ. Λούντζης ΝἈντ. Καρδαρᾶς
3276Ῥοβέρτος Ῥώμας ΟΚωνστ. Σαλταφέρος Ν
3277Ἀλέξ. Καραμπίνης ΝΔημ. Δημητρακάκης Ο
3278Στέφ. Στεφανόπουλος ΝΜελέτιος Ῥουσσόπουλος Ν
3279Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΟἈριστ. Τσιβανόπουλος Ο
3280Θεμιστ. Δαραλέξης Περικλ. Παπαδόπουλος Ο
3281Δημοσθ. Δόγκας ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης
3282Ἀναγνώστης Δαλιάνης ΝἈνασ. Ζαρμάνης Ν
3283Γεώργ. Κρεστενίτης Κωνστ. Ἰσχόμαχος Ν
3284Διομ. Διαμάντης ΟΧαλὴλ Δερβὶς Βέης
3285Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Σερὶφ Βέης
3286Σπυρ. Γ. Κουκούλεζας ΝἸω. Γεωργαντᾶς
3287Νικόλ. Δ. Νομικὸς ΝΛάζ. Παπασταθόπουλος Ο
3288Ἀριστομ. Βαλέττας ΝΓεώργιος Λάππας
3289Δημ. Γαβαλᾶς ΟΠ. Μπογδάνος
3290Δημοσθένης Στάϊκος Σπυρ. Βαλαωρίτης Ν
3291Βαρβαρῖγος Πήλικας ΝΞενοφῶν Βαλαωρίτης Ο
3292Χρῆστος Σολιώτης ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
3293Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
3294Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΔημ. Παπαλουκᾶς
3295Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΦίλ. Βάρβογλης Ο
3296Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΝἸω. Στεφανόπουλος Ο
3297Δημ. Τσαχτσήρης ΝΠαναγ. Κ. Μανέτας Ο
3298Ἀλκιβ. Μάνταλος ΝΔημ. Ζέγγελης Ν
3299Π. Λεβέντης ΝἈναστ. Σεχιώτης
3300Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ν
3301Κωνστ. Φλέσσας ΝἨλ. Κοσσονάκος Ν
3302Δημ. Τζάννες ΟἈθ. Κατριβάνος Ο
3303Δημ. Κάρτσωνας Βασίλ. Βούτουνας
3304Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟΣτέφ. Δραγούμης Ν
3305Ἀθ. Ζαμπάκης ΝΔημήτριος Τριγγέτας Ο
3306Γεώργιος Σταμούλης Ἀθαν. Μισυρλῆς
3307Σπυρ. Ἀλαμάνος Π. Τριγγέτας Ο
3308Κωνστ. Βασιλάκης Εὐάγγελος Ἀντύπας Ν
3309Λεων. Δεληγεώργης Γεώργιος Φλωριᾶς
3310Χαρίλ. Τρικούπης ΝἈναστ. Ζερβὸς
3311Ἐπαμ. Μπέλιας ΝἸω. Ἀστεριάδης Ν
3312Περικλ. Μποῦτος ΝΚωνστ. Βελισσάριος Ν
3313Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Δημ. Π. Γουδῆς Ο
3314Σπήλ. Ἀντωνόπουλος ΟΓεώργ. Δ. Λεωνίδας
3315Κωνϛ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
3316Ἀνδρ. Πρεζάνης ΝἸωάννης Γρυπάρης Ν
3317Ἀντ. Μάτσας ΝἈντώνιος Πετρίτσης Ν
3318Μιλτιάδης Βαρότσης ΟΚωνστ. Κατσάκος
3319Ὄθων Μαῦρος ΝΔημήτριος Παρασκευᾶς Ν
3320Μιχ. Δαμιράλης Κωνστ. Κοττίκας Ν
3321Δημ. Δεσποταῖος Χ. Ῥίγγας Ν
3322Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος Στάμος Νάζος
3323Νικόλ. Φαρμάκης ΟΠέτρος Μωραϊτίνης Ν
3324Ἠλ. Ποταμιάνος ΝἸω. Ζαλλώνης
3325Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟἈλέξ. Χατζηπέτρος Ν
3326Τηλέμαχος Ῥούκης Νικόλαος Στουρνάρας Ν
3327Ἀλέξ. Πετσάλης ΝΚωνστ. Ῥαδινὸς Ν
3328Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Ν. Ταρμπάζης Ν
3329Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΔημ. Ἀντωναρόπουλος Ν
3330Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ο
3331Λεων. Καπετανάκης ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
3332Ἀσημ. Χρηστόπουλος ΝΔημ. Παπατσώρης Ν
3333Χαράλ. Κανελλόπουλος ΟΝικόλαος Βλαχόπουλος Ν
3334Ζ. Ζαρειφόπουλος Κωνστ. Διαλέτης Ο
3335Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας ΝΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ν
3336Θεοδ. Ῥωμαῖος ΝἈντ. Α. Ἀντωνιάδης Ν
3337Δ. Μεταλλινὸς Ἰωάν. Παπαδόπουλος Ν
3338Παναγ. Ἰακωβάτος Ἀθ. Ζαφειριάδης Ν
3339Νικόλ. Μεταξᾶς ΝΓεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
3340Ε. Ἀρδαβάνης Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
3341Νικόλ. Κάγκας Θεοδ. Ν. Γκίκας Ο
3342Ὀδυσ. Πετρόπουλος ΝΠέτρος Σκουμπουρδῆς Ν
3343Ἠλ. Παπαηλιόπουλος ΝΚομνᾶς Τράκας
3344Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ἀθ. Κέφαλος Ο
3345Γεώργ. Παπαστάμος ΝἸω. Καλαμάρας Ο
3346Γεώρ. Ῥοῦφος ΝΔημ. Ζουλούμης Ο
3347Ἀγγελῆς Ῥοῦφος ΝΘ. Φλογαΐτης Ν
3348Περικλ. Καλαμογδάρτης ΝΒ. Βουδούρης Ν
3349Ἀριστομ. Κοντογούρης Δ. Κριεζώτης
3350Νικόλ. Κουμανιώτης ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ν
3351Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος ΟΚ. Παπανικολῆς Ν
3352 Θ. Κανάρης
3353§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 183, ὑπὲρ τῆς
3354προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου 120, καὶ κατ’ αὐτῆς 63.
3355Συνεπῶς ἡ πρότασις αὕτη, δι’ ἧς ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὁ
3356νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν εἶναι 123, ἐγένετο δεκτή.
3357Οἱ παραδεχόμενοι ἤδη, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς 17 Δεκεμ-
3358βρίου ἔχουσι καλῶς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγεί-
3359ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον
3360τῶν πρακτικῶν.
3361§148Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὑποβάλλω τὸ Νομοσχέδιον περὶ Ναυτι-
3362κοῦ ἀπομαχικοῦ Ταμείου, συνεπῶς πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν,
3363τὴν ἔδωκα.
3364§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διελύεται ἡ συνεδρίασις.
3365(Ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.)