1882.12.17
2.433 στίχοι · 18.041 λέξεις · 158 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 17 Δεκεμβρίου 1882
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδελφοὶ Ζήσης καὶ Θεμιστοκλῆς Σιμωνίδου ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ τὴν πρόνοιαν περὶ μὴ πληρωμῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους ὅλων τῶν εἰδῶν τοῦ χρησίμου διὰ τὸ ἐν Πειραιεῖ μηχανικόν των κατάστημα ὀμβρελλοποιείου. Δήμαρχος Τριπόλεως διαβιβάζει πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἀποσύρῃ τὸ Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων ἢ ἡ Βουλὴ μὴ ψηφίσῃ τοῦτο. Ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων. Τῇ προσεχεῖ Κυριακῇ, περὶ ὥραν 10ην π. μ. γενήσεται ἐν τῇ μεγάλῃ αἰθούσῃ τῶν ἀκαδημαϊκῶν τελετῶν ἡ τελετὴ τῆς ἐπισήμου ἐγκαθιδρύσεως τῶν νέων Ἀρχῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καθ’ ἣν ὁ τοῦ λήξαντος ἔτους Πρύτανις θὰ δώσῃ εὐθύνας, κατὰ τὰ νενομισμένα, ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις ὑπ’ αὐτοῦ, ὁ δὲ τοῦ παρόντος ἀπαγγελεῖ, κατὰ τὰ εἰθισμένα, κατάλληλον τῇ περιστάσει λόγον. Παρακαλοῦμεν δὲ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, καὶ δι’ ὑμῶν τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἵνα τιμήσητε διὰ τῆς ὑμετέρας παρουσίας τὴν ἀκαδημαϊκὴν τελετήν.
Ὁ Πρύτανις
Π. Γ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ.
Ὁ Γραμματεὺς Π. Κανελλίδης.
§2Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. «Κάλιο λόγους στὸ χωράφι, παρὰ ὕβρεις εἰς τ’ ἁλῶνι», λέγει ἡ παροιμία. Καλλίτερα νὰ λύσωμεν ἀπὸ τώρα τὴν μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ ἑτέρας πτέρυγος ἔριδα, παρὰ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται καθ’ ἑκάστην αἱ ἀσχημίαι, αἵτινες συνέβησαν. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξεφράσθημεν, ὅτι δὲν ἀνεχόμεθα τὴν πίεσιν οὐδενὸς, ἐννοοῦμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ὅπως τὸ ἐξεπλήρωσαν οἱ πρὸ ἡμῶν, ἀφ’ ὅτου ἱδρύθη τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἴδῃ τὰ πρακτικὰ τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν καὶ Συνελεύσεων, καὶ θὰ μάθῃ, ὅτι οὐδέποτε τὸ Ἑλληνικὸν Συνέδριον παρέτεινε τὰς συνεδριάσεις του πέραν τῆς 7ης μ. μ. ἐκτὸς δύω ἢ τριῶν ἐξαιρετικῶν συνεδριάσεων κατὰ πᾶσαν Σύνοδον εἴτε δι’ ἔκτακτον ἀνάγκην, εἴτε διότι ἐπέκειτο ἡ λῆξις τῆς Συνόδου. Ἀρκετὰ σκανδαλώδης ὑπῆρξεν ἡ πίεσις, τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, βλέπω δὲ, ὅτι ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀρχίζει πάλιν νὰ ἐπαναλαμβάνηται αὐτὴ ἡ ἀηδία καὶ σήμερον. Χθὲς ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ εἰς τὰς 2 π. μ. καὶ ἦτον ἀπαρτία, ἥν ὁ κ. Πρόεδρος ἐκήρυξε, καὶ ἤνοιξε καὶ τὰ θεωρεῖα· κατόπιν παρετηρήθη, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην δὲν ἦτον ἀπαρτία, καὶ αὐτὸ ἠνάγκασε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην· τοῦτο ἀντελήφθην καὶ ἐγώ· συνέβη δὲ, ὄχι διότι ἐπλαστογραφήθη ὁ κατάλογος, ἀλλὰ διότι πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἰδίως ἐκ τῶν συμπολιτευομένων, ἔρχονται καὶ λέγουν τὸ παρὼν, καὶ ἀμέσως ἐξέρχονται τοῦ Βουλευτηρίου δι’ ὑποθέσεις των, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε εἰς τὰ δωμάτια. Λοιπὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἰπὼν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, εἶχε δίκαιον. Καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ φεύγοντες ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς μερίδος μεταβαίνουν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, εὐκόλως τοὺς ἐπαναφέρουσιν ἀμέσως. Τέλος πάντων μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν φιλονεικίαν πρὸ τῆς 3 Μ. Μ. εἰσήλθομεν χθὲς εἰς τακτικὴν καὶ ἤρεμον συζήτησιν τῶν Νομοσχεδίων, καὶ παρεδέχθημεν δύω φορολογικὰ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν. Κατόπιν δὲ ἠρχίσαμεν καὶ ἄλλο Νομοσχέδιον, τὸ σπουδαιότερον φορολογικόν· ὡμίλησεν εἷς ἀξιότιμος βουλευτὴς μέχρι τῆς 7½ Μ. Μ. Ἐπειδὴ δὲ ἦσαν καὶ ἄλλοι οἱ ὁμιλήσοντες ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἡ ὥρα ἦτο προκεχωρημένη, εἴπομεν νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἀφοῦ, ὡς ἐῤῥέθη, τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο σπουδαιότατον, διότι μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν ἐπιβάλλεται φόρος 12% ἐπὶ πλέον ἐφ’ ὅλων τῶν φορολογουμένων πραγμάτων, καθόσον ἐπ’ αὐτοῦ ἔχομεν ἐγγραφῆ νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ κύριοι Μεσσηνέζης καὶ Πετιμεζᾶς, ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπέμενον νὰ τελειώσῃ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν, μολονότι ἔβλεπον, ὅτι, ἐὰν ὡμιλοῦμεν καὶ ἡμεῖς, ἡ συνεδρίασις θὰ διήρκει τοὐλάχιστον μέχρι μεσονυκτίου. Τί δὲ μᾶς ἔλεγαν αὐτοί; ὅτι αἱ δύω πρῶται συζητήσεις εἶναι διὰ τὸν τύπον. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι εἷς Βουλευτὴς θέλει νὰ συζητήσῃ εἰς τὴν αʹ. ἢ εἰς τὴν βʹ. μὴ δυνάμενος νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν. Λέγω λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἀκριβῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως τὸ καθῆκόν μας, ὅπως τὸ ἐξεπλήρωσαν πάντες οἱ προκάτοχοί μας, καὶ δύναται νὰ πιστοποιήσῃ ὁ ἀρχαιότερος μεταξὺ ἡμῶν, ὁ κύριος Στεφανόπουλος, φίλος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἂν ποτε τὸ Κοινοβούλιον εἰργάσθη μέχρι τῆς 9ης ἢ τῆς 10ης. Ἔπειτα, ὁσάκις γίνεται ἐξέλεγξις ἀπαρτίας, πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἀπόντες, προσκαλούμενοι ἔρχονται ἐσπευσμένως, λέγουν τὸ παρὼν καὶ ἀναχωροῦν ἀμέσως, καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ εἶναι ἄνευ ἀπαρτίας· γνωρίζω μάλιστα, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνάδελφός τις, τρώγων εἰς τὸ ξενοδοχεῖον Ἀθηνῶν, προσκληθεὶς ἀφῆκε τὸ πιάτον του ἡμιτελές, ἦλθεν, εἶπε τὸ παρὼν καὶ ἐπέστρεψεν εὐθὺς καὶ ἔφαγε τὸ ὑπόλοιπον τοῦ πιάτου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅταν τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐφιλονείκησα τὴν ἀπαρτίαν, καὶ ἐδικαιολόγησα τοῦτο, διότι εἶδον συναδέλφους ὑπουργικοὺς ἐξελθόντας τῆς Βουλῆς, καὶ τοὺς ὠνόμασα μάλιστα, τί ἐδικαιολογήθησαν οὗτοι; ὅτι ἦσαν εἰς τὸ προαύλιον· ὥστε κατ’ αὐτοὺς τὸ προαύλιον, καὶ τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ οἱ δρόμοι εἶναι αἴθουσα τῶν συνεδριάσεων! Ἀφίνω δὲ, ὅτι, διὰ νὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀπαρτία, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου διαρκεῖ μίαν ὥραν. Βλέπετε δὲ καὶ Βουλευτὰς καὶ αὐτὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ φωνάζωσιν εἰς τὰ προστήλεια τῆς Βουλῆς: ἁμαξᾶ, τρέξε νὰ φέρῃς τὸν τάδε. Αὐτὰ, ἂν διαβαίνῃ ξένος τις καὶ τὰ ἀκούῃ, τί θὰ λέγῃ; οἱ δὲ κόποι καὶ κινήσεις δύω ἢ τριῶν συναδέλφων εἶναι τῷ ὄντι κωμικαί. Κύριε Πρόεδρε, ἡ νομοθεσία μας λέγει, ὅτι, ὅστις θέσει ὑπογραφὴν ξένην, ἐὰν θέσῃ αὐτὴν ἀφελῶς, χωρὶς νὰ τὴν ἀπομιμηθῇ, τιμωρεῖται εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, διότι πράττει μὲν ἔγκλημα, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἀπατήσῃ καὶ πάντας, καθόσον σώζει ἀπὸ τὴν ἀπάτην πάντα, γνωρίζοντα τὴν ὑποβολιμιαίαν ὑπογραφήν· ὅστις ὅμως ἀπομιμεῖται τὴν ξένην ὑπογραφὴν, τιμωρεῖται εἰς βαθμὸν κακουργήματος, διότι ἐξαπατᾷ τοὺς πάντας. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας. Οἱ στηλῖται Πρόεδροι τοῦ 1874–1875, οἵτινες ἐπέμενον, ὅτι 93 Βουλευταὶ ἀπετέλουν ἀπαρτίαν, ἔπραξαν βεβαίως ἔγκλημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τόσον μέγα ἔγκλημα τοῦτο, ὅσον εἶναι τοῦ Προέδρου ἐκείου, ὅστις ὑποστηρίζει ὅτι ὑπῆρχεν ὁ ἀριθμὸς τῆς νομίμου ἀπαρτίας, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε, καὶ τολμᾷ νὰ πιστοποιῇ τὴν παρουσίαν περισσοτέρων Βουλευτῶν, παρ’ ὅσοι πραγματικῶς παρῆσαν, καὶ ἐξηκολούθησε μὲ τοὺς ὀλίγους. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπαρτία, ἣν ἐκάματε κατά τινας ἑσπέρας (θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συνεδριάζωμεν περισσότερον τῶν 4–5 ὡρῶν, ὅ ἐστὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραμένωμεν πλέον τῶν
7½ Μ. Μ.
Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς ἕτερον ζήτημα σπουδαῖον· 123 Βουλευταὶ δὲν εἶναι ἀπαρτία· ἡ ἀπαρτία εἶναι 124 Βουλευταὶ, διότι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἀδάμαντος δὲν ἠκυρώθη, ὡς μὴ ἀναγνωριζομένου τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν συνοικισμὸν αὐτὸν (θόρυβος). Ἐγὼ ἤμην εἰσηγητὴς τῆς ἐκλογῆς ταύτης καὶ εἶχον τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τοῦ Τμήματος, ὅπερ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, ἐν οἷς καὶ ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ κύριος Καλλιγᾶς, δὲν τὴν ἐδέχθησαν, ἀλλὰ τὴν ἠκύρωσαν, διότι δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμιμοι τύποι κατὰ τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐκλογέων καὶ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ὑποψηφίων· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, φέρετε τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ ἰδῆτε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος, τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ στείλῃ Βουλευτὴν ὁ συνοικισμὸς Ἀδάμαντος δὲν κατηργήθη διὰ τοῦτο, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προεκήρυξεν αὖθις τὴν ἐκλογὴν, ἡ παροῦσα δὲ ἀνεκάλεσε μὲν τὴν προκήρυξιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἐνήργησε δι’ ἄλλων πράξεων, πιστοποιουσῶν τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀποστέλλην Βουλευτὴν τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι ἐλλείπει εἷς Βουλευτής· ὥστε τὸ ὅλον τῶν Βουλευτῶν εἶναι 245, καὶ τότε ἡ ἀπαρτία σύγκειται ἀπὸ 124 Βουλευτὰς (θόρυβος), ὥστε δὲν ἀπετέλεσε νόμιμον ἀπαρτίαν ἡ παρουσία 123 Βουλευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι διὰ νὰ λείψωμεν διὰ παντὸς ἀπὸ τὰς ἀσχημίας αὐτὰς, νὰ συνεδριάζωμεν μέχρι τῆς 7½ ὥρας τὸ πολὺ, ἡ δὲ ἀπαρτία νὰ συγκροτῆται νομίμως ἀπὸ 124 Βουλευτάς.
§3ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον διὰ τοῦ Ταχυδρομείου ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γκορτζόβαλη. Τὸ χωρίον τοῦτο γνωρίζετε, νομίζω, καὶ ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἐπὶ τῆς ὁροθεσίας Ἐπιτροπὴ εἶχε παραχωρήσει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ δὲ γραμμὴ ἡ ὁροθετικὴ εἶναι ½ ὥραν πέραν τούτου, αἱ στρατιωτικαὶ ὅμως Ἀρχαὶ τότε, ὅτε ἐγένετο ἡ κατάληψις, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, δὲν κατέλαβον αὐτὸ τὸ χωρίον.
§4ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Δὲν μᾶς τὸ ἔδωκεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁροθετικὴ, καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζω, διότι ἐγὼ διῴκην τὴν φάλαγγα.
§5ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Συνταγματάρχα, ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, καὶ διαβεβαιῶ ἐπισήμως, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ στρατιῶται κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταλήψεως ἐγκατέλιπον τὸ χωρίον αὐτὸ καὶ ἐτοποθετήθησαν ἡμίσειαν ὥραν πέραν τοῦ χωρίου τούτου. Τὸ χωρίον τοῦτο δὲν κατελήφθη ἀμέσως πάλιν παρὰ τῶν Τούρκων, ἀλλ’ ἔμενε 30 ἡμέρας καὶ περιπλέον ἄνευ στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ ἐζήτησαν οἱ κάτοικοι νὰ σταλῇ φρουρὰ ἐκ στρατιωτῶν Ἑλλήνων πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν κατοίκων, διότι οἱ Ὀθωμανοὶ, μεταβαίνοντες ἐκεῖσε ἐνίοτε, ἐπίεζον τοὺς κατοίκους καὶ ἐφορολόγουν αὐτούς. Ὕστερον δὲ, ὅτε αἱ φθινοπωριναὶ βροχαὶ καὶ τὰ ψύχη τοῦ χειμῶνος ἠνώχλουν τοὺς Ὀθωμανοὺς στρατιώτας, οὗτοι ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ κατέλαβον αὐτό. Πρό τινων δὲ ἡμερῶν τὸ χωρίον αὐτὸ συμπεριελήφθη μετὰ τῶν λοιπῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν, καὶ οἱ κάτοικοι μοὶ ἀπέστειλαν ταύτην τὴν ἀναφορὰν, ἥτις ἀπευθύνεται μὲν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι δι’ ἐπιστολῆς των μοὶ συνιστῶσι νὰ ἀναγνώσω ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ἵνα συστηθῇ καὶ ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εἰσακουσθῶσιν αἱ δίκαιαι καὶ ἔλλογοι αἰτήσεις αὐτῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ ἀναγνώσω αὐτήν. «Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οἱ μετὰ σεβασμοῦ ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τοῦ χωρίου Γκορτσόβαλη τῆς Ἐπαρχίας Τυρνάβου, οὓς κακὴ μοίρα ἐκράτει μέχρι τοῦδε ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν καὶ οὓς ἡ ἐνέργεια τῆς ἡμετέρας ἐξοχότητος, ἡ πεφωτισμένη καὶ ἀνδρικὴ, ἥνωσεν ἤδη μετὰ τῆς μητρὸς μας Ἑλλάδος, ἐπειδὴ μέρος τῶν καλλιεργουμένων καὶ βοσκησίμων γαιῶν μας εἶχον καταληφθῆ καὶ περιῆλθον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, ἠναγκάσθημεν παρὰ τοῦ Τελώνου Τυρνάβου, πρὶν τῆς προσαρτήσεως τοῦ χωρίου μας, νὰ καταθέσωμεν δηλώσεις καὶ ἐγγυήσεις δι’ ἅπαντα τὰ κτήνη τοῦ χωρίου μας παρὰ τῷ Τελωνείῳ Τυρνάβου, ὅπως μᾶς ἐπιτραπῇ πρόσκαιρος διαμονὴ πρὸς καλλιέργειαν τῶν γαιῶν καὶ βοσκὴν τῶν κτηνῶν μας. Ἐπειδὴ ἤδη μετὰ τὴν προσάρτησιν τοῦ χωρίου μας εἴμεθα πολῖται Ἕλληνες καὶ ἐπειδὴ διὰ τὰς ἐν λόγῳ δηλώσεις καὶ ἐγγυήσεις εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἅμα τῇ λήξει αὐτῶν, νὰ καταβάλωμεν τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν κτηνῶν μας, διὰ ταῦτα παρακαλοῦμεν τὴν ἡμετέραν ἐξοχότητα, ὅπως εὐαρεστηθεῖσα συννενοηθῇ μετὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ διαταχθῇ ὁ κύριος Τελώνης Τυρνάβου ν’ ἀκυρώσῃ ἁπάσας τὰς δηλώσεις καὶ ἐγγυήσεις τῶν κτηνῶν μας ἐν γένει, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ μόνη περιουσία μας καὶ τὰ ὁποῖα μόνον ἐναπέμεινον ἡμῖν μετὰ πολυετῆ τυραννίαν, πρὸς διάσωσιν καὶ συντήρησιν τῶν πτωχῶν οἰκογενειῶν μας. Πεποιθότες εἰς τὰ φιλοδίκαια καὶ μεγάλα καὶ εὐεργετικὰ αἰσθήματα τῆς ὑμετέρας ἐξοχότητος, ὑποσημειούμεθα». Ἕπονται 39 ὑπογραφαί. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§6ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν τοῦ Γερασίμου Φραγκούλη, ἡγουμένου τῆς ἐν Ζάρκῳ Μονῆς «Ἅγιος Ἰωάννης Θεολόγος», δι’ ἧς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν περὶ τῶν κτημάτων τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου καθιδρύματος, ἅπερ ἅπαντα, ἀνερχόμενα εἰς τὴν ἀξίαν 3,000 λιρῶν, ἥρπασαν πρὸ πενταετίας οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, νεμόμενοι ταῦτα ἔτι καὶ νῦν ὡς ἴδια τοῦ κυρίου αὑτῶν κτήματα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οὐ μόνον τὰ κτήματα ταῦτα ἐσφετερίσθησαν οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἄλλων ἱερῶν καθιδρυμάτων. Ἐσφετερίσθησαν τὰ κτήματα τοῦ ἱεροῦ καθιδρύματος ὁ «Ἅγιος Γεώργιος», ἔχοντα ἀξίαν πέραν τῶν 1,500 λιρῶν ἐσφετερίσθησαν τὰ κτήματα τοῦ ἱεροῦ καθιδρύματος ἡ «Κοίμησις τῆς Θεοτόκου», ἔχοντα καὶ ταῦτα ἀξίαν ἄνω τῶν 2,000 λιρῶν, ἐνῶ οἱ προκάτοχοι ἀνεγνώριζον ταῦτα πάντα ὡς τελείαν ἰδιοκτησίαν τῶν ἱερῶν ἐκείνων καθιδρυμάτων, ἐρειδομένων ἐπὶ ἐπισήμων κωδίκων, διότι τίτλοι ἰδιοκτησίας, κατὰ τοὺς Ὀθωμανικοὺς Νόμους, εἰς ἠθικὰ πρόσωπα δὲν ἐπιτρέπονται. Κατὰ τὸ 1878 ὁ ἀκάματος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἰωακεὶμ, παρετηρήσας ὅτι πάντα τὰ κτήματα τῶν διαφόρων ἐν Θεσσαλίᾳ ἱερῶν καθιδρυμάτων μικρὸν κατὰ μικρὸν ἠρπάγησαν παρὰ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν, κατέβαλε μεγίστας προσπαθείας παρὰ τῇ Πύλῃ, ὅπως παραπείσῃ αὐτὴν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὸ νὰ ἐκδοθῶσι τίτλοι ἰδιοκτησίας καὶ ἐπὶ ἠθικῶν προσώπων. Τοῦτο κατορθώσας ἔπεμψε πρὸς τοὺς κατὰ τόπους ἀρχιερεῖς ἐγκυκλίους, διὰ τῶν ὁποίων ἐνετέλλετο αὐτοῖς νὰ καταγράψωσιν εἰς ἐπὶ τούτῳ σταλέντα ἀντίτυπα πάντα τὰ κτήματα τῶν διαφόρων ἱερῶν καθιδρυμάτων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ Ἐπίσκοπος Ζάρκου, ἕνεκα λόγων, οὓς ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν ἱερὰν Σύνοδον, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνέβαλε νὰ καταγράψῃ τὰ κτήματα τῆς περιφερείας του, καὶ οὕτω, ἐπελθούσης τῆς καταλήψεως, ἔμειναν τὰ πράγματα εἰς ἣν καὶ πρότερον εὕρηντο θέσιν. Ἤδη οἱ ἰθύνοντες τὰ τῶν ἱερῶν ἐκείνων καθιδρυμάτων ἔχουσι πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δύνανται νὰ διεκδικήσωσι τὰ ἁρπαγέντα κτήματα, ἐγείροντες τὰς δεούσας ἀγωγὰς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἀδυνατοῦσι νὰ πράξωσι τοῦτο, ὡς μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν πρόσοδον. Φρονῶ ὅθεν, ὅτι λίαν ἄδικον καὶ ἀπρεπὲς ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν δὲν ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια ὑπὲρ τῶν κτημάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἄλλως αἱ πρόσοδοι διετίθεντο πρὸς ἀγαθοεργοὺς σκοποὺς, εἰς συντήρησιν σχολείων πρὸς διάδοσιν τῶν φώτων ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς ἐκείναις κοινωνίαις, τὰς ὁποίας ἀπηνεῖς ὁμογενεῖς ἐκ τῶν λεγομένων φιλογενῶν ἔφεραν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, καὶ ἠθέλησαν νὰ καταῤῥίψωσι εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἀμαθείας, ἵνα ἔχωσιν αὐτὰς ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ὅπως τυφλοῖς ὄμμασι δουλεύωσιν εἰς αὐτούς.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅστις ὠθεῖται ἐκ συμφερόντων καὶ ἐκ λόγων, οὓς γνωρίζει ἡ Βουλή. Μίαν μόνην πληροφορίαν θὰ δώσω, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς: ἡ ἐγκύκλιος, ἥτις ἐξεδόθη παρὰ τοῦ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ, ἐγένετο τῇ συνεργείᾳ καὶ ἐμοῦ ὡς μέλους τοῦ Ἐθνικοῦ μικτοῦ Συμβουλίου Κωνσταντινουπόλεως· ἐγένετο δὲ δεκτὴ παρὰ τῇ Τουρκικῇ Κυβερνήσει, ἥτις παρεδέχθη νὰ συστήσῃ εἰς τὰς Τουρκικὰς Ἀρχὰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, διὰ τῆς συνεργείας κυρίως τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου. Ὁ κύριος Τασπάζης δὲ ὅστις ὑπῆρξεν ὑπάλληλος καὶ αὐτὸς καὶ ὁ πατήρ του τοῦ κυρίου Ζωγράφου, νομίζω, ὅτι δὲν ἠγνόει τοῦτο.
§8ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἐγὼ ὄχι.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κύριος Ζωγράφος νὰ ἐσφετερίσθη περιουσίαν Μοναστηριακὴν, ἀφοῦ αὐτὸς ὑπεστήριξε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐγκυκλίου, ἣν ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας καὶ ἥτις σκοπὸν εἶχε τὴν ἐξασφάλισιν τῶν εἰς τὰς Μονὰς ἀνηκουσῶν γαιῶν, ὧν πλεῖσται κατεπατήθησαν ὑπὸ γειτόνων ἰδιοκτητῶν καὶ ἰδίως Τούρκων; διότι ἐν Τουρκίᾳ εἰσὶ σπάνια τὰ παραδείγματα χριστιανῶν θελόντων νὰ καταπατήσωσι γαίας Μοναστηριακάς. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν Σχολείων, τὰ θεωρῶ ἀνάξια ἀπαντήσεως, διότι ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος γνωρίζουσι κατὰ πόσον ὁ κύριος Ζωγράφος συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνέγερσιν καὶ διατήρησιν Σχολείων καὶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν καὶ διάδοσιν ἐν γένει τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἐν Τουρκίᾳ.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§11ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὅτε ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος κατὰ τὸ 1874 ἔλαβε τὴν πρόσοδον.....
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί δὲν λέγετε ἠγόρασε τὰ κτήματα αὐτά; Τί θὰ εἰπῇ ἔλαβε τὴν πρόσοδον;
§13ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἔλαβε μόνον τὴν πρόσοδον τοῦ ἰμόρου· εὗρεν τοὺς κατοίκους ἐγκατεστημένους ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ καὶ ἔχοντας τοὺς οἴκους των καὶ λοιπὰ ὑπὸ τὴν κατοχήν των καὶ κυριότητα. Ὁ πατήρ μου, εἰς ὃν ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅτι ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος παρεχώρησεν οἰκίαν, τὴν οἰκίαν αὐτὴν τὴν εἶχεν οἰκοδομήσει πρὸ 10 ἐτῶν διὰ δαπάνης 1,000 λιρῶν. Οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου κατὰ τὸ 1875, ἕνεκα τῆς ἰσχύος, ἣν εἶχεν ὁ κύριος αὐτῶν παρὰ τῷ Σουλτάνῳ, κατώρθωσαν διὰ τῆς βίας νὰ λάβωσιν ἐνοικιαστήρια ἔγγραφα παρὰ τῶν κατοίκων ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν οἰκιῶν. Διὰ τῶν ἐνοικιαστηρίων αὐτῶν, ἃ ἔλαβον διὰ τῆς βίας, ἐπελθούσης κατόπιν τῆς ἑνώσεως, ἤγειρον ἀγωγὰς περὶ ἐξώσεως, καὶ δυνάμει τοῦ Νόμου ΥΛΖ τῆς 9 Ἰουνίου 1871 κατώρθωσαν τὴν ἔξωσιν 12 οἰκογενειῶν. Ἰδοὺ πῶς περιῆλθον τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, ὥστε νὰ ἀποβάλλωνται σήμερον αἱ οἰκογένειαι ὑπὸ τῶν δικαστῶν καὶ νὰ θεωρῶμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι νόμιμον, ἕνεκα τῶν βιαίων ἐκείνων ἐνοικιαστηρίων. Εἰς τὰ ἐνοικιαστήρια ἐκεῖνα ἀντέταξε πᾶσαν τὴν ἰσχύν του ὁ πατήρ μου, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς εἶναι ἑπόμενον, θεωρεῖται ὀχλαγωγὸς κατὰ τὸν Ζωγράφον.
§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύω λέξεις θὰ προσθέσω. Ἔχω ἐπιστολὰς τοῦ πατρός του, διὰ τῶν ὁποίων παραπονεῖται, ὅτι ὁ ἐπιστάτης δὲν τῷ δίδει νὰ κατοικήσῃ τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ πρὶν κατῴκει· εἰς αὐτὰς τὰς ἐπιστολὰς δὲν λέγει οὔτε λέξιν περὶ τῆς οἰκίας αὐτῆς. Ἂν δὲ, καθὼς εἶπε, κατὰ τὰ 1875 ἦτο ἰσχυρὸς ὁ Ζωγράφος παρὰ τῷ Σουλτάνῳ καὶ διὰ τοῦτο κατώρθωσε καὶ τῷ ὑπέγραψαν ἐνοικιαστήρια, διατί κατὰ τὰ 1877, 1878, 1879, ὅτε δὲν ἦτο ἰσχυρὸς, δὲν προσέφευγον εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐκμηδενίσωσι τὰ ἐνοικιαστήρια ταῦτα;
§15ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ταρμπάζης, εἶναι τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων καὶ ὄχι τῆς Βουλῆς.
§16ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, οἱ κλητῆρες τῶν ἐν Πάτραις Δικαστηρίων, θεωροῦντες, ὅτι ὁ κλάδος αὐτῶν εἶναι εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν, συνῆλθον καὶ σκεφθέντες ἀπηύθυναν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρό τινων ἡμερῶν ἀναφορὰν, δι’ ἧς προτείνουν μέτρα τινὰ περὶ Νόμου ἀναδιοργανωτικοῦ τοῦ κλάδου αὐτοῦ. Ὅλοι ἐννοεῖτε, καὶ οἱ νομομαθεῖς καὶ οἱ μὴ νομομαθεῖς, ὅτι ὁ κλάδος τῶν δικαστικῶν κλητήρων εἶναι ἐπίσης σπουδαῖος, διότι διὰ τῶν κλητήρων ἄρχονται καὶ τελειώνουν αἱ ὑποθέσεις. Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν προσόντα καὶ ἐγγυήσεις ἄλλαι. Ἡ ἀναφορὰ ὑπάρχει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου. Ἐγὼ ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἐπιφέρω σχόλια, ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν 14 ἄρθρων, τῶν περιεχομένων εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὸν πολύτιμον καιρὸν τῆς Βουλῆς, ἐγχειρίζω τὴν σύστασίν μου ταύτην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, ὡς καὶ αἱ ὀλίγαι σκέψεις, ἃς καθυποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διανεμηθῇ πρὸς τοὺς κκ. βουλευτάς. Τότε δὲ ἡ Βουλὴ θέλει—καὶ ὀφείλει κατ’ ἐμὲ— στείλει τὰ ἔγγραφα ταῦτα, εἴτε πρὸς εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, εἴτε πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταρτίσῃ ἓν Νομοσχέδιον περὶ τούτου καὶ τὸ καθυποβάλῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πάντες σχεδὸν οἱ οἰνοπῶλαι τῆς πρωτευούσης συνέταξαν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνέθεσαν νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν. Πάντες μετ’ ἀγανακτήσεως εἶδον τὸ νέον Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι καταστρεπτικὸν δι’ αὐτοὺς, καὶ ταῦτα ἀναγράφουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των. Τοὺς εἴδατε, πιστεύω, πάντας συνηγμένους ἐνταῦθα εἰς τὸ προαύλιον (ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν). Ποῖοι εἶναι, νομίζετε, οἱ οἰνοπῶλαι καὶ οἱ καταστηματάρχαι οὗτοι; Οἱ μεγαλείτεροι καὶ σπουδαιότεροι οἰνοπῶλαι τῆς πρωτευούσης· εἶναι οἱ κύριοι (ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα αὐτῶν). Εἶναι ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς μικρᾶς ἐκείνης οἰνοποιητικῆς βιομηχανίας τῆς πόλεώς μας, οἵτινες πολὺ συντελοῦν εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς πρωτευούσης. Καὶ τὴν μεγάλην βιομηχανίαν τὴν καταστρέφετε καὶ τὴν μικρὰν τὴν ἐξαντλεῖτε ὁλοσχερῶς.
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτοὶ εἶναι ὁ λαὸς, αὐτοὶ εἶναι πλούσιοι.....
§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, οἱ καταστηματάρχαι αὐτοὶ εἶναι λαὸς ἐργατικὸς, ἐμπορικὸς, βιομήχανος. Δὲν πρέπει δὲ, κύριοι, ν’ ἀποβλέψητε εἰς οὐδένα κομματισμὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ συμφέρον τῆς βιομηχανίας, καὶ μὴ θελήσητε νὰ καταστρέψητε αὐτὴν διὰ τόσον ὑπερόγκου καὶ καταστρεπτικοῦ φόρου. Πιστεύω ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν νὰ λάβητε ἀναφορὰς ἐκ τῶν χωρίων καὶ ἐκ τοῦ Πειραιῶς, ἰδίως δὲ ἐκ Πειραιῶς, διότι μὴ λησμονῆτε τὸ πάθος, ὅπερ ἔχει ἐναντίον τῆς πόλεως αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν γένει ὁ συνδυασμὸς, ὅστις ἀπέτυχεν ἐν Πειραιεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ἠξεύρετε τί ἔχει εἰς τὸ Νομοσχέδιον; Ἕξ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν θὰ πληρώνῃ ὁ οἶνος εἰς τὰς πόλεις, αἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν ἄνω τῶν 40,000 κατοίκων. Αἱ Ἀθῆναι ἔχουσι πληθυσμὸν ἄνω τῶν 40,000 κατοίκων, καὶ θὰ πληρώνωσιν ἕξ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· ὁ Πειραιεὺς μόλις ἔχει 20,000 καὶ ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς λέγει ὄχι· ὁ Πειραιεὺς, ἂν καὶ ἔχει πληθυσμὸν 18,000, θὰ πληρώνῃ καὶ αὐτὸς 6 λεπτά. Τιμωρεῖ τὸν Δῆμον Πειραιῶς, διότι ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀποδοκιμάσῃ αὐτὸν κατὰ τὰς ἐκλογάς.
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν εὐτυχίαν, ὄχι τὴν ἀτυχίαν.
§21ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ αὔριον εἶναι Σάββατον καὶ εἶδον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ διὰ παντὸς μέσου νὰ ἀποφύγῃ τὰς ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἰδίως δὲ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ τολμηρότερον εἰς τὴν ἀποφυγὴν τῆς ἐξελέγξεως ταύτης....
§22ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποῖος εἶναι;
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πέρυσιν, ἐνθυμοῦμαι, ἔλεγεν εἰς Βουλευτὴν ἀξιότιμον, ὅστις τὸν ἐπηρώτα, ὅτι δὲν ἀπαντᾷ, διότι ἔτζι θέλει.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα.
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, τὸ εἶπεν· ἐδῶ εἶναι ὁ Βουλευτὴς (δεικνύει τὸν κ. Φιλάρετον).
§26ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς ποῖον;
§27ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς σέ.
§28ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸν λόγον.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἴσως ἦσθε τότε εἰς ἔξαψιν καὶ δὲν τὸ ἠκούσατε ἢ δὲν θέλετε νῦν νὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε· ἡμεῖς ὅμως πάντες τὸ ἐνθυμούμεθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ταρπάζη, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν ὅλα τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ κ. Ταρμπάζη. Ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων ἐζήτησεν ὅπως καταταθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἐπίσημά τε καὶ ἰδιωτικά, καὶ ἰδιωτικὰ ὁ ἐπερωτήσας βεβαίως ἐννοεῖ ἐπιστολὰς ἡμιεπισήμους, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐξ ἀλληλογραφίας μετὰ τῶν Νομαρχῶν περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀγροτικοῦ καὶ αἵτινες ἀπευθύνθησαν εἰς αὐτὸν παρὰ πασῶν τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ παρὰ διαφόρων πολιτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερεν ἐνταῦθα μόνον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πρὸς τὸ Ζάρκο, τὸ Κριτσίνι καὶ ἓν ἄλλο, ἔνθα, κατ’ αὐτόν, ὑπάρχει μόνον ἀγροτικὸν ζήτημα, ἀλλ’ εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον, κατ’ αὐτὸν, δὲν ὑπάρχει.
§30ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἰς ἄλλο μέρος δὲν ὑπάρχει.
§31ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λυποῦμαι, κ. Γεωργάδη, ὅτι ἀντιφάσκετε πρὸς τὸν Γεωργιάδην τὸν περυσινόν. Ὁ κ. Γεωργιάδης μὲ διακόπτει, λέγων, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ πέρυσιν ἐθαύμασα καὶ ἠγάπησα καὶ τὸν ἀγαπῶ ἀκόμη καὶ τὸν ἐκτιμῶ, διότι ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ, διότι εἶναι ἀπάνθρωπον νὰ ὑπάρχουν χιλιάδες Ἑλλήνων ἐλευθερωθέντων δῆθεν, ἀλλὰ πράγματι εἰλώτων, δουλοπαροίκων καὶ ὑποκειμένων ἔτι εἰς τὸ δίκαιον τῆς Τουρκικῆς κατακτήσεως.
§32ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ πρακτικὰ δύνανται νὰ ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Δύνασθε νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου, καὶ ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε ὀρθοεπῆ καὶ εὔγλωττον λόγον τοῦ κ. Γεωργιάδου ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔφερε ἅπαντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα ἐξελέγξωμεν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδεμίαν ἔδωκεν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τρικκάλων, ἐπερωτήσαντα αὐτὸν διατί μετέθεσε τὸν Πρόεδρον τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης καὶ ἂν πράγματι ἡ μετάθεσις αὕτη ἐγένετο, ὡς λέγεται, ἐκ τοῦ ὅτι ἐξέδωκε δικαστικὴν ἀπόφασιν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Πολλοὶ Πρόεδροι θὰ μετατεθῶσιν αὐτὰς τὰς ἡμέρας.
§35ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Μεγάλοι μάλιστα Πρόεδροι.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι πολλοὶ Πρόεδροι θὰ μετατεθῶσιν αὐτὰς τὰς ἡμέρας καὶ ἐπικυροῖ τοῦτο ὁ φίλος του βουλευτὴς Παλαμίδης, μεθ’ οὗ, φαίνεται, εἰδικῶς συνεργάζεται ὁ κ. Ράλλης καὶ τῷ συγχαίρω· ἀλλὰ καὶ Προέδρους καὶ Δικαστὰς δὲν ἐπροβίβασε, καὶ δὲν ἐπροβίβασε, διότι δὲν ἐξέδωκαν ἀπόφασιν, ὅπως τὴν ἤθελεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ εἰς Δικαστὴν ἰσόβιον, «ἰδοὺ τὸ Διάταγμά σου, σὲ ἐπροβίβαζον, ἀλλὰ δὲν σοῦ κοινοποιῶ τὸν προβιβασμόν, διότι ἐξέδωκες ἀπόφασιν τοιαύτην, οἵαν ἐξέδωκες·» δηλαδὴ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὅταν πρωθυπουργεύῃ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὑπουργεύῃ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ράλλης, πρέπει οἱ Δικασταὶ, ἵνα μὴ μετατεθῶσιν ἢ ἵνα τύχωσι τῆς νομίμου καὶ δικαίας προαγωγῆς των, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τί φρονεῖ ἐπὶ τῆς τάδε καὶ τάδε ὑποθέσεως!
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐβεβαιώσατε, ὅτι θὰ παραμείνητε μέχρι τῆς 7ης ὥρας, καὶ σκοπὸν ἔχετε νὰ εἰπῆτε ὅ,τι θέλετε.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχετε δίκαιον· τοιαῦτα παράπονα δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ προηγουμένως δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ τολμῶσιν ὄχι μόνον νὰ ἐπιτιμῶσι δικαστὰς, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς τιμωρῶσι, διότι ἐξέδωκαν ὡρισμένην ἀπόφασιν ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως. Δι’ αὐτὸ, ὅταν ἦλθεν εἰς συζήτησιν τὸ δικαστικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βώλου, ἐγὼ ἐνθουσιωδῶς ἀπεδέχθην τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἤλπιζον, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως καὶ ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βώλου Βουλευτοῦ θὰ ἐπήρχετο ἓν ἀναγκαιότατον καλόν· ἤλπιζον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη καὶ μεγάλη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ ἀπεφάσιζε κυρίως 1) περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ μεταθέτειν τοὺς Δικαστὰς, ὅπερ ὀφείλομεν βεβαίως νὰ ἀναθέσωμεν νομοθετικῶς εἰς κάθε ἄλλον παρὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, εἰς Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ εἰς Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν· 2) τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς τῶν Δικαστῶν νὰ μὴ τὸ ἔχῃ καὶ τὸ διαχειρίζηται αὐθαιρέτως ὁ Ὑπουργὸς, λαμβάνων δῆθεν προτάσεις καὶ γνωμοδοτήσεις, αἵτινες γνωρίζομεν πῶς λαμβάνονται καὶ πῶς δίδονται, καὶ 3) ἤθελε γνωμοδοτήσει περὶ τῆς εὐλόγου αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν Δικαστῶν, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἡ μᾶλλον ἐπείγουσα. Παρεκάλει ἐπίσης τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὁ κύριος Ταρμπάζης νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνες λόγοι παρεκίνησαν αὐτὸν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 19 Ὀκτωβρίου ε. ε. ἐγκύκλιον αὐτοῦ πρὸς τοὺς παρ’ Ἐφέταις Λαρίσσης καὶ Κερκύρας Εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς παρὰ Πλημμελειοδίκαις Λαρίσσης, Βώλου, Τρικκάλων καὶ Ἄρτης Εἰσαγγελεῖς, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀγροτικὰς διενέξεις. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει πλέον νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἣν υἱοθετῶ καὶ ἐγώ, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ προσαγάγῃ πᾶσαν ἐν γένει τὴν ἀλληλογραφίαν.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴδατε τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ὁποίαν προήγαγον; διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησιν, εἶπον, ὅτι ἐστάλη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀπευθείας.
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν εἶδεν ὁ κ. Ταρμπάζης, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι περιέχει μόνον τὰ σχετικὰ πρὸς τὰ ἄνω τρία χωρία· τῆς Ἄρτης δὲν περιέχει, περὶ τῆς λοιπῆς Θεσσαλίας Καρδίτσης, Τρικάλων, Καλαμπάκας κλπ.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῆς Ἄρτης, νομίζω, δὲν ἔχομεν.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, ἐκ τῶν προηγουμένως λαβόντων χώραν μεταξὺ τῶν κ. κ. Ταρμπάζη, Καραπάνου καὶ Δεληγεώργη ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι καὶ ἀκανθῶδες καὶ σπουδαῖον. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πέρυσιν εἶπεν, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα διαιρεῖται εἰς δύω, εἰς ἀγροτικὸν ζήτημα μικρὸν, ἤτοι τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν, καὶ εἰς ἀγροτικὸν ζήτημα γενικὸν, περὶ οὗ δύναται νὰ ὑπάρξῃ νομοθετικὴ φροντίς. Ἀνέγνωσα τὰ πρακτικὰ τῆς περυσινῆς Συνόδου καὶ δὲν εἶδον ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, καὶ φαίνεται, ὅτι, κατόπιν μελετήσας τὸν λόγον του, εἶδεν, ὅτι προέβη ὑπὲρ τὸ δέον εἰς τὴν ἔκφρασίν του καὶ ἐμετρίασε.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιοῦτόν τι δὲν παραδέχομαι· ὅ,τι εἶπον, ἐκεῖνο εὑρίσκεται εἰς τὰ πρακτικὰ ἀμετάβλητον. Πρώτην φορὰν ἀκούω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ ἐθαύμασα πῶς εὑρίσκετε ὀρθὴν αὐτὴν τὴν ἰδέαν· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τὴν εὑρίσκετε ὀρθήν, διότι δὲν εἶναι ἰδική μου.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαιωθῆτε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι τὰς ὀρθὰς ἰδέας τὰς ὑποστηρίζω, ἃς ἦναι καὶ ἰδικαί σας· δὲν εἶμαι τόσῳ ἐμπαθὴς ἐγώ. Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι δὲν τὴν εὑρίσκω πλέον τὴν ἰδέαν σας ταύτην ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἐγὼ δὲ φαίνομαι ἀνοήτως ἀπαντῶν εἰς ὑμᾶς καὶ λέγων «ὀρθῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διῄρεσε τὸ ζήτημα·» ἀλλ’ ἐὰν στρέψητε τὸ φύλλον καὶ ἴδητε τὸν λόγον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, δὲν εὑρίσκετε οὔτε ζήτημα, οὔτε διαίρεσιν, οὔτε τίποτε. Πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαιολογίαν καὶ ἔλεγεν, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπεμβαίνῃ. Τότε ἐκραύγαζον ἐγὼ, ἐπεμβαίνουν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἀσυστόλως, παρανόμως· ἁρπάζουσι τὴν περιουσίαν τῶν χωρικῶν, κατάσχουσι διοικητικῶς τὸν οἶκόν των, ἀναγκάζουσιν αὐτοὺς νὰ παραιτηθῶσι τῆς κατοχῆς τῶν ἀγρῶν των καὶ ἀπὸ ἐναγομένους ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἀναγκάζει νὰ γείνωσιν ἐνάγοντες, νὰ γείνωσιν ἐγκληματίαι. Τοῦτο δὲν ἦτο δίκαιον, οὔτε ὀρθόν· ἀντισυνταγματικώτατον μάλιστα ἦτο διὰ τῆς λόγχης τῶν στρατιωτῶν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, νὰ ἀποβάλλωνται οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν των καὶ νὰ στερῶνται τῆς περιουσίας των. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε καὶ ἐδικαιολογεῖτο, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ἐρχόμενα, δὲν εἶναι ἀληθῆ, ὅτι δὲν ἔχει πληροφορίας ἐπισήμους. Τὸ σόφισμα αὐτὸ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἠδυνήθη νὰ ἐπηρεάσῃ πολλοὺς Θεσσαλοὺς βουλευτὰς, ἐμὲ ὄχι, διότι ἤξευρον τί εἶχε συμβῆ προπέρυσι, καὶ τοῖς τῷ εἶπον, ἀλλὰ δὲν μὲ ἤκουον οἱ βουλευταί· δὲν ἐπίστευσαν εἰς τοὺς ὀδυρμοὺς τῶν χιλιάδων χωρικῶν, εἰς τὰς ἀναφορὰς, εἰς τὰ τηλεγραφήματα.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν ἐντεῦθεν ἐξερεθιζομένων.
§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τῶν ἐντεῦθεν καταπιεζομένων καὶ φυλακιζομένων.—Ἔληξεν ἡ Σύνοδος, ἀναβαλλομένου τοῦ ζητήματος ἀπὸ Σαββάτου εἰς Σάββατον, ὅπως ἐφέτος, καὶ ἀναγκαζομένων οὕτω τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν νὰ ψηφίζωσιν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπεσχέθη εἰς αὑτοὺς, ὅτι ἤθελε σκεφθῆ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἀφοῦ ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς Συνόδου, τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας φανερὰ καὶ ἐπαισχύντως ἐπενέβαινον εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ἡ Κυβέρνησις ὡς καθαρῶς δικαστικὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἄρτῃ μετεβλήθη εἰς ἔγκλημα καταδιωκόμενον διοικητικῶς καὶ διακαστικῶς (θόρυβος).
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί συζητοῦμεν τώρα; (θόρυβος).
§48ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Διαμαρτύρομαι, ὅτι δὲν τηρεῖται ὁ Κανονισμὸς (θόρυβος).
§49ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βλέπω, ὅτι ἡ ἀλήθεια σᾶς ταράττει. Αἱ παρανομίαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις πρὸς κατάπνιξιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, εἶναι ἀνήκουστοι· αἱ πράξεις τῶν ὀργάνων αὐτῆς κατὰ τῶν χωρικῶν παράνομοι καὶ ἀπάνθρωποι. Ἐὰν σιωπῶσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ ἐκείνου, διότι, ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους εἶναι ὑπουργικοί, ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ στηλιτεύσω τὴν διαγωγὴν ταύτην, διότι τὸ ὑπεσχέθην ἐπισήμως. Οὐ μόνον ἐπενέβησαν τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ καὶ ὁ Νομάρχης Τσαγκαράκης, συμπολίτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκ Μεσολογγίου, προβιβασθεὶς, διὰ τὰ κατορθώματά του ἐν Ἄρτῃ, εἰς Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου ἐν Κων]πόλει μὲ 800, νομίζω, ἢ 1000 δραχμὰς τὸν μῆνα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἕνας τις Γονατᾶς, ὅστις διὰ τὰ κατορθώματά του προβιβάζεται προσεχῶς εἰς Ἐφέτην, καὶ ὁ προβιβασμὸς οὗτος ἔχει πρὸ πολλοῦ συντελεσθῆ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκοινοποίησε τοῦτον, διότι ἐνόησεν, ὅτι δὲν εἶχον λησμονηθῆ ἔτι τὰ ἐν Ἄρτῃ κατορθώματά του.
§50ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Εἶναι τιμιώτατος ἄνθρωπος.
§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὡς ἄνθρωπος δυνατὸν νὰ ᾖ τίμιος· ὡς Εἰσαγγελεὺς ὅμως ἐν Ἄρτῃ δὲν ἐφέρθη καλά.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι δὲν ἄφησε τοὺς χωρικούς, τοὺς χωρικούς, τοὺς ὁποίους ἐξερεθίζατε σεῖς, νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν. Ἦλθον ἐδῶ οἱ χωρικοὶ νὰ συμβιβασθῶσι, καὶ σεῖς τοὺς ἐλέγατε: μὴ συμβιβάζεσθε, διότι θὰ χαλάσωμεν τὸν κόσμον εἰς τὴν Βουλήν.
§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ αὐτοὺς τοὺς χωρικοὺς τῆς Ἄρτης, οὔτε τοὺς εἶδον, οὔτε μὲ συνεβουλεύθησαν, οὔτε γνωρίζω ἂν ἦλθον νὰ συμβιβασθῶσιν, ἢ ἂν ἦλθον νὰ διαμαρτυρηθῶσιν· ἓν μόνον ἠξεύρω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔντυποι ἐγκύκλιοι διαταγαὶ τοῦ Ἀστυνόμου καὶ τοῦ Νομάρχου, αἱ ὁποῖαι ἐμποδίζουν τὸν θερισμὸν καὶ τὸν ἁλωνισμόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγίστη παρανομία, ἡ ὁποία δύναται νὰ τελεσθῇ παρὰ Διοικητικῶν ὑπαλλήλων! Ταῦτα θὰ συζητήσωμεν· διὰ τοῦτο ὑπέδειξα, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον· πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καθότι κατηγορεῖται παρ’ ἐμοῦ καὶ παρὰ τῶν πλείστων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι παρενέβη εἰς καθαρῶς δικαστικὰ ζητήματα, ἐνῷ δὲν εἶχε δικαίωμα· καὶ Βουλευτὰς ἔτι ἐφυλάκισε καὶ κατ’ ἐμοῦ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἔνταλμα συλλήψεως παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, τὸν ὁποῖον ἐπαινοῦν, καὶ ἑνὸς ἀποπλανηθέντος νεανίου Δικαστοῦ· ἠξεύρετε διατί; ἀκούσατε! Ὅταν ὁ συνάδελφός μας κ. Παχὺς συνελήφθη παρὰ τῆς Ἐξουσίας ἐνταῦθα δι’ ἑνὸς παρανόμου καὶ γελοίου ἐντάλματος, τότε ἠρεθίσθην, διότι ἐνόησα τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτῆς, ἐπρόκειτο δηλαδὴ περὶ ἐκφοβίσεως τῶν χωρικῶν τῆς Ἄρτης, ὅπως παραδώσωσι τὰ ἀμφισβητούμενα κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐτηλεγράφησα ἀμέσως εἰς τοὺς χωρικούς, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Παχύς, ὁ Βουλευτὴς αὐτῶν, συνελήφθη παρὰ τῆς ἐνταῦθα Ἀρχῆς· θεωρῶ παράνομον τὴν σύλληψιν καὶ ὅτι σκοπὸς αὐτῆς εἶναι νὰ ἐκφοβίσῃ τοὺς χωρικούς. Τοὺς παρώτρυνα νὰ μὴ φοβηθῶσι τὰς ἐκνόμους ἐνεργείας ταύτας, ἀλλὰ νὰ ἀντισταθῶσι κατὰ πάσης παρανόμου βίας τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἐκτιμᾶται, βλέπω, παρά τινων, καὶ ὁ Ἀνακριτὴς ἐξέδωκαν ἔνταλμα συλλήψεως ἐναντίον μου, διότι μετὰ τοῦ Παχὺ καὶ ἄλλων συνέπραττον εἰς αὐτοδικίαν, ἐμπρησμοὺς κλπ.
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καλῶς ποιήσας...
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εὐτυχῶς, ἐβασίλευσεν ἡ φρόνησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν παρεξετράπη εἰς τὸ νὰ μὲ συλλάβῃ καὶ ἀποστείλῃ εἰς Ἄρταν. Ἔχω, κύριοι, τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως τυπωμένον εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἄρταν», εἰς τὸ ὁποῖον λέγεται ὅτι ὁ κ. Παχὺς μετὰ τοῦ Α. Ζυγομαλᾶ, Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, καὶ ἄλλων πολλῶν πολιτῶν καὶ ἱερέων σεβαστῶν θέλουσι συλληφθῆ, κατηγορούμενοι, ὅτι ἀπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινούμενοι κλπ. κλ. Θέλω δι’ αὐτῶν νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐν Ἄρτῃ, καθὼς καὶ ἀλλαχοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, μετῆλθον πᾶν μέσον τρόμου καὶ φόβου, ἵνα καταπιέσωσι τοὺς χωρικούς νὰ συμβιβασθῶσι μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ οὐδεμίαν εἶχον ἁρμοδιότητα εἰς αὐτό. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δοθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ἐπειδὴ τὸ Σάββατον δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§56ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἑορτῶν, καὶ ὅτι ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν σπουδαῖα φορολογικὰ Νομοσχέδια. Δὲν προτίθεμαι νὰ σπαταλήσω τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, εἰ καὶ πολλὰς εἶχον ἐπερωτήσεις νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐθεώρησα τὰς ἐπερωτήσεις μου μᾶλλον κατεπειγούσας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προκληθεὶς ὅμως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶν, ὀφείλω νὰ εἴπω δύω λέξεις, διότι ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐν τῇ ἀνθοδέσμῃ, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ προσέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ διαφόρων ἐπερωτήσεων, ὡμίλησε καὶ περὶ ἐμοῦ· εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν εἰς βουλευτὴν, ἐπερωτήσαντα καὶ παραπονούμενον, ὅτι δὲν τῷ ἀπήντησεν, «ἔτσι τὸ θέλω», καὶ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπέδωκε· διότι, ἐὰν ἀληθῶς ὡμίλει οὕτω Ὑπουργός, ἐπερωτηθείς, εἰς ἐμέ, ἤθελον προκαλέσει πρότασιν ἀποδοκιμασίας τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ τοιούτου Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὸν κ. Ζυγομαλᾶν ἄν ἐμὲ ἐννοῇ καὶ εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ ἐμέ. Φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐσκοτισμένος ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, διότι τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπὶ πολλῶν ζητημάτων ὡμίλησε, διότι περιέπεσεν εἰς σύγχυσιν προσώπων καὶ πραγμάτων· ἀλλὰ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ἦτο ἀνακριβές.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ψευδές.
§58ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ μάρτυς εἶναι τὸ βιβλίον τῶν πρακτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ πολλὴν ὥραν ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ εἰς οὐδεμίαν τῶν συνεδριάσεων ὡμίλησα κατ’ οὐσίαν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, διότι πολλὰ ἀνακριβῆ ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, τόσῳ ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅσῳ καὶ ἐκ μέρους τῶν συνηγόρων τῶν καλλιεργητῶν, καὶ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τί ἀληθῶς συμβαίνει, καὶ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Πότε; πότε;
§60ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἂς ὁρίσῃ πότε φρονεῖ καλλίτερον.
§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάμετε πρότασιν.
§62ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνυπομονοῦσι νὰ γείνῃ τώρα συζήτησις.
§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἦσαι δημοκράτης, πρέπει νὰ ἦσαι φιλαλήθης· ἡμεῖς δὲν ἀνυπομονοῦμεν· σοῦ εἴπαμεν νὰ κάμῃς πρότασιν.
§64ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης μὲ διέκοψεν, ἵνα βεβαιώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον· ἀκριβῶς ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην νὰ γείνῃ τὸ ταχύτερον ἡ συζήτησις. Ἐπαινῶ τὴν ἀνυπομονησίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑποκρύπτεται εἰς τοῦτο ἄλλος τις σκοπός· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ κατάλληλος νὰ ὁρίσω τὸν χρόνον· ὑποβάλλω τὴν ἰδέαν μου, ὡς ἐγὼ τὴν ἐννοῶ, καὶ οὐχὶ ὡς οἱ διακόπτοντές με. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε τοῦτο ἐπεδίωξα, οὔτε τὸ ἐπιδιώκω. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ καθυστερουσῶν ἐπερωτήσεων, ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις καθυστερεῖ καὶ εἰς ἐμὲ ἀπάντησιν εἰς δύω ἐπερωτήσεις μου, καὶ ἀτυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὁ καθυστερῶν τὴν μίαν ἐκ τῆς παρελθούσης Συνόδου, τὴν ἄλλην δὲ ἐκ ταύτης.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπροφθάσαμεν.
§66ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἰδίως παρακαλῶ, ὅταν νομίσῃ καλὸν, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον περὶ τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν 12%, τὴν ὁποίαν περισσότερον πληρώνουσιν εἰς αὐτὰς διὰ τοὺς φόρους των.
§67Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὅταν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶπον ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας, δὲν ἐνόουν νὰ συμπεριλάβω ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν ταύτην τὰς διενέξεις, αἱ ὁποῖαι διηγέρθησαν εἴς τινα χωρία τῆς Θεσσαλίας μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Κυρίως δὲ διενέξεις ἀγροτικοῦ ζητήματος θὰ ὑπῆρχον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅταν καθίστατο ἀδύνατον νὰ γείνουν ἰδιοκτῆται οἱ χωρικοί· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει, ὁ φόβος ἐξέλιπε, καὶ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, 700 χωρικοὶ εἶναι ἰδιοκτῆται μεγάλων ἐκτάσεων, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν διὰ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξοικονόμησαν. Ἂν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς διαβεβαίωσε, σκοπῇ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν χωρικῶν τῆς Θεσσαλίας, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θὰ γείνουν ὅλοι ἰδιοκτῆται.
§68ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν, νομίζω, ὅτι εἶμαι καὶ ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ ζητήσω τὰ διάφορα ἔγγραφα, ἅτινα δὲν κατετέθησαν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἴσως αὔριον νὰ γείνῃ συζήτησις. Γενικώτερον ὅμως διὰ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, θὰ ζητήσωμεν τὰ ὑπόλοιπα ἔγγραφα πάντα, ἅπερ βεβαίως, ὡς ἀναγκαιοῦντα, θέλει καταθέσει ὁ κύριος Πρωθυπουργός.
§69Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἣν ὑπέβαλον καὶ πέρυσιν, ἀφορῶσαν τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς δυνάμει τοῦ 58 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πολλὰ ἐῤῥέθησαν μέχρι τοῦδε ὑπὲρ καὶ κατὰ, νομίζω δὲ, ὅτι τὸ φρονιμώτερον εἶναι νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ συζητηθῇ ἀποκλειστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἡ πρότασίς μου. Ἐκάλεσαν καὶ ἡμᾶς, τοὺς ὑπερασπιζομένους τοὺς χωρικοὺς, ἅρπαγας καὶ δημοκόπους. Δὲν ἀποδεχόμεθα τὰ ἐπίθετα ταῦτα, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ τίνες οἱ ἅρπαγες καὶ οἱ δημοφθορεῖς. Ἡμεῖς, ὑπερασπιζόμενοι τοὺς χωρικοὺς, ἐννοοῦμεν σήμερον νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμερολήπτως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ προηγουμένως βεβαιωθῶσι τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ ἀπὸ Ἐπιτροπὴν βουλευτῶν, οἵτινες θὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκεῖ, ἔνθα καὶ ὑπάρχει. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν προβαίνω εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν, σᾶς παρακαλῶ μόνον νὰ συγκατατεθῆτε, ἵνα ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐγγραφῇ ἡ πρότασίς μου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεώς μου, νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκαιρον νὰ συζητηθῶσι καὶ αἱ συναφεῖς πρὸς αὐτὴν ἐπερωτήσεις.
§70ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Προτείνατε ἡμέραν.
§71ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀδαμοπούλου;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ὁσάκις θελήσῃ βουλευτὴς, δύναται νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ περὶ μεταβολῆς ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς σήμερον· σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τὸ τέλος τῶν συνεδριάσεων τοῦ Σώματος κανονίζεται ἡ ἡμερησία διάταξις.
§75Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς μίαν κατηγορίαν τῶν κληρωτῶν τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς. Κατὰ τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, οἱ μονογενεῖς υἱοὶ ἀπαλλάσσονται τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1880 καὶ 1881 ἡ διάταξις αὐτὴ ἐφηρμόσθη, διότι ἐδόθη εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα διὰ Νόμου ἄλλου νὰ ὑποβάλλωσι τὰς αἰτήσεις των εἰς τὰ στρατολογικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα κατεστάθησαν διαρκῆ· τοιαῦται αἰτήσεις ὑπεβλήθησαν, καὶ οἱ μὲν ὑπηρετοῦντες ἀπηλλάγησαν, οἱ δὲ μὴ καταταχθέντες δὲν καταζητοῦνται. Τοῦτο ὅμως δὲν συμβαίνει διὰ τοὺς κληρούχους τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1882, διότι ὅτε τὰ στρατολογικὰ Συμβούλια συνεδρίαζον κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον, ὁ Νόμος δὲν εἶχε ψηφισθῆ· ἑπομένως οἱ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπαγόμενοι δὲν ὑπέβαλον αἴτησιν περὶ ἀπαλλαγῆς ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ. Ὁ Νόμος ἐψηφίσθη τὸν Μάϊον ἢ Ἰούνιον τοῦ λήγοντος ἔτους, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ δὲν ἐδόθη συνάμα τὸ δικαίωμα τοῖς κληρωτοῖς νὰ ὑποβάλωσι καὶ οὗτοι τὴν αἴτησίν των εἰς τὰ διαρκῆ στρατολογικὰ Συμβούλια πρὸς ἀπαλλαγὴν, ὅπως ἐγένετο, καθὰ εἶπον ἤδη, διὰ τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1880 καὶ 1881. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸν Νόμον, τὸν τροποποιήσαντα τὸν γενικὸν Νόμον περὶ στρατολογίας, ἐτέθη διάταξις, καθ’ ἣν ἠδύναντο νὰ ὑποβάλωσι καὶ οὗτοι τοιαύτην περὶ ἀπαλλαγῆς των αἴτησιν μέχρι 15 Αὐγούστου 1882, ἀλλὰ πολλοὶ, ἀγνοοῦντες τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Νόμου, δὲν ὑπέβαλον τοιαύτην αἴτησιν, καὶ συνεπῶς δὲν ἐπωφελήθησαν τῆς εὐεργετικῆς ταύτης διατάξεως· καὶ ἐνῷ τὰ στρατολογικὰ Συμβούλια ἐξακολουθοῦν ἐκδικάζοντα αἰτήσεις περὶ ἀπαλλαγῆς μονογενῶν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1880 καὶ 1881, οἱ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπαγόμενοι κληρωτοὶ τοῦ ἔτους 1882 δὲν ἀπαλλάσσονται καὶ ἐξακολουθοῦν ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στρατὸν ἢ καταζητούμενοι. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε λάβει πρόνοιαν οἴκοθεν πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος τούτου· ἐπειδὴ ὅμως τίποτε δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ἴσως δὲ δὲν ἔχει καὶ τοιαύτην μὲ ἐμὲ γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἵνα δώσω ἀφορμὴν νὰ ληφθῇ καὶ περὶ τῶν κληρωτῶν αὐτῶν ἡ αὐτὴ πρόνοια, ἥτις ἐλήφθη καὶ περὶ τῶν κληρωτῶν τῶν ἄλλων δύω προηγουμένων ἀπογραφῶν, νὰ ὑποβάλῃ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν συμφωνῇ μετὰ τῆς γνώμης μου, καὶ Νομοσχέδιον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι εἶναι ἄδικον κληρωτοὶ, ὑπαγόμενοι εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, νὰ ἀπαλλάσσωνται οἱ μὲν καὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται οἱ δέ· τὸ πρᾶγμα εἶναι δίκαιον καὶ δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἂν τύχην ἔχῃ τοιαύτην.
§76ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως κατεπειγούσης καὶ τόσον σπουδαίας, ὥστε ὁ κ. Κέφαλος δὲν θέλει δυσανασχετήσει διὰ τὴν σύντομον ταύτην ὁμιλίαν μου· ἐδιαφέρεται ἴσως μάλιστα ἐπὶ τούτου περισσότερον παντὸς ἄλλου. Ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1871 Νόμος περὶ τῶν δημοσίων χρεῶν καὶ ἐτέθη προθεσμία, καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἀνανέωσις τῶν χρεῶν τούτων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1882. Ἡ προθεσμία αὕτη λήγει ἐντὸς ὀλίγου. Καὶ ἤκουσα μὲν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε χθὲς Νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ταύτης ἐπὶ ἓν εἰσέτι ἔτος, ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου. Θὰ ἐπέλθῃ οὕτω ἡ λῆξις τῆς προθεσμίας, καὶ γνωρίζετε τὰς συνεπείας αὐτῆς. Ὡς πρὸς τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται κυρίως περὶ αὐτοῦ· πρόκειται περὶ ζητήματος, ὅπερ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς δίκας πολλὰς καὶ εἰς ζημίας τοῦ Δημοσίου. Μεταξὺ τῶν ὀφειλετῶν εἶναι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίουν μόνον τὸν φόρον, παρέδιδον δὲ, ὅπως γνωρίζετε, τὰ διπλότυπα εἰς τοὺς Ταμίας, καὶ ἡ εἴσπραξις ἐγίνετο διὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων. Οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἐνεργήσωσιν αὐτὴν ἀπ’ εὐθείας. Πολλαχοῦ, ἕνεκα τοῦ παρελθόντος χρόνου, ἀπωλέσθησαν τὰ διπλότυπα καὶ οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι, ἑπομένως δὲν ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἡ εἴσπραξις. Ἀλλὰ καὶ ὅπου ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον μὲ ὅλα τὰ μέσα, ἅπερ διαθέτει, δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα, πολὺ ὀλιγωτέραν δύναται νὰ ἔχῃ τις ἐλπίδα, ὅτι θὰ τὸ κατορθώσῃ ἤδη ὁ ἐνοικισστής. Ὥστε ὑπάρχει φόβος, ὅτι θὰ ἐπέλθωσι δίκαι ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον. Ἐπληροφορήθην μάλιστα, ὅτι πολλαχοῦ οἱ ἐνοικιασταὶ διεμαρτυρήθησαν. Ἐρωτῶσι δὲ πανταχόθεν τί θέλει ἐνεργηθῆ περὶ αὐτῶν, ὅπως οἱ πάντες προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Πρέπει λοιπὸν πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ σπουδαίου καὶ κατεπείγοντος τούτου ζητήματος. Πρόκειται περὶ μεγίστων ποσῶν καὶ περὶ τῶν ἐγκριτωτέρων προσώπων τῶν διαφόρων Ἐπαρχιῶν, διότι ἐνοικιασταὶ δὲν ἀνεδεικνύοντο, εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον καὶ κεφάλαια καὶ δύναμιν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τοιαύτη διάταξις, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα θέλουσι ληφθῆ περὶ τούτου.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποβάλλω δύω Νομοσχέδια, τὸ μὲν περὶ νομαρχιακῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὸ δὲ περὶ τῶν ἔργων τοῦ Κεντρικοῦ Συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. (Ὅρα Παράρτημα).
§78ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ λοιπῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος.
§79Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐκ ποίας πηγῆς ἠντλήσατε, ὅτι ὁ λαὸς εὐτυχεῖ; Ποῖα τὰ τεκμήρια, ἅπερ σᾶς ἔπεισαν, ὅτι ὁ λαὸς ἐπλούτησε, διὰ νὰ ἐπιβάλλητε καθ’ ἑκάστην εἰς τὸν τράχηλόν του φόρους ἐπὶ φόρων; Καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μεταβῆτε εἰς τὰς Ἐπαρχίας, διὰ νὰ ἴδητε τὰ ἀρχεῖα τῶν συμβολαιογράφων, τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ τοὺς πίνακας τῶν δικαστικῶν κλητήρων, διὰ νὰ μάθητε, ὅτι ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς, ὁ κατοικῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, εἶναι ἐνεχυριασμένος. Ἀπό τινος καιροῦ ἐπιβάλλετε φόρους μετὰ τοσούτου θράσους, ὅπερ δὲν εἶχεν οὔτε ἡ ἀπόλυτος Ἐξουσία τῆς Βαυαροκρατίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐφ’ ὅλης τῆς 30ετοῦς βασιλείας τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος, ἅπαξ μόνον ἐπέβαλε φόρον, ὃν δὲν εὗρε, τὸν τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἐκεῖνον εἰς βαθμὸν μικρόν. Τί σᾶς κάμνει αὐτὸς ὁ λαὸς, διὰ νὰ ἦσθε τόσον ἀνηλεεῖς πρὸς αὐτόν; Τί σᾶς χρεωστεῖ, διὰ νὰ ἦναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν σπατάλην, ἣν ἐφέρατε εἰς τὴν διαχείρισίν σας; Ἀπὸ τοῦ 1867 καὶ ἐντεῦθεν δὲν κάμνετε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπιβάλλητε φόρους, καὶ τούτους μόνον εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ἀφίνοντες ἀφορολογήτους τὰς μεγάλας πόλεις καὶ ἰδίως τὴν πρωτεύουσαν, ὅπου εἶναι συσσωρευμένος ὁ πλοῦτος, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν ἐρευνήσωμεν ἀκριβῶς τὰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς ἐγένοντο προσθῆκαι φόρων, θέλομεν εὕρει, ὅτι εἰς ὅλας αὐτὰς εὑρέθησαν πράγματι, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, εἰς τὴν Ἐξουσίαν οἱ νῦν κυβερνῶντες. Πότε ἤρξατο ἡ νέα ἐπιβολὴ φόρων; Εἰς τὰ 1867. Τίνες ἦσαν Ὑπουργοὶ τότε; ἦτον ὁ ἐφέστειος θεὸς τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅστις ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο καὶ ὁ προτείνας τούτους, ἦτον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ στῆλος τοῦ Ὑπουργείου τούτου καὶ νῦν ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ κ. Γρίβας, καὶ μόνον ὡς Πρωθυπουργὸς εὑρέθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Καὶ διατί ἐπέβαλον φόρους; διότι εἰσήγαγον εἰς τὰ 1867 τὰ μεγάλα δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ, ἐπειδὴ μέχρι τοῦ ἔτους ἐκείνου ἓν μόνον δάνειον εἶχε συνομολογηθῆ, τὸ τῶν 6,000,000, ἐνῷ τότε διὰ μιᾶς ἐπραγματοποιήθη δάνειον 40 ἑκατομμυρίων. Ἡ κατόπιν Κυβέρνησις τοῦ 1868, ἂν καὶ αὕτη εὑρέθη εἰς τὰς ἰδίας ἀνάγκας, δὲν ἐπραγματοποίησεν εἰμὴ μόνον δέκα ἑκατομμύρια, ἡ δὲ τοῦ 1869 μόνον τέσσαρα. Κατὰ τὸ 1877, ὅτε τὸ πρῶτον ἤρξατο ἐξοπλιζομένη ἡ Ἑλλὰς, ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, συνωμολογήθη δάνειον 50 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπεβλήθη τὸ πρῶτον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ χαρτίου. Ἡ δὲ Κυβέρνησις τοῦ 1878, ἔχουσα τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνόδου, δι’ ἧς ἐπέβαλον εἰς τὴν Τουρκίαν αἱ Δυνάμεις, νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα δύω Ἐπαρχίας, τῶν ὁποίων τὸ πλεῖστον παρελάβομεν ἤδη, καὶ φρονοῦσα, ὅτι θὰ ὑποστῇ μεγάλας ἐκτάκτους δαπάνας, ἐπρότεινε δάνειον 60 ἑκατομμυρίων. Ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, καίτοι διετείνετο, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις αὕτη τῶν Δυνάμεων ἦτο καθαρὰ φενάκη, μ’ ὅλα ταῦτα, ὅταν οἱ ἀείμνηστοι Δεληγεώργης καὶ Ζαΐμης ἀντετάχθησαν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ δανείου καὶ ὑποχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκατατεθῇ νὰ περιορισθῇ εἰς 10 ἑκατομμύρια, καὶ ταῦτα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς προίκισις εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὁ κ. Τρικούπης, λέγω, ἀνέστη καὶ ὑπεστήριξε τὴν περὶ τῶν 60 ἑκατομμυρίων πρότασιν τῶν Ὑπουργῶν, καὶ οὕτως ἐψηφίσθη, ἐπειδὴ ἐπίστευεν, ὅτι θὰ διαδεχθῇ ἐντὸς ἡμερῶν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο καὶ θὰ ἔχῃ ἑκατομμύρια νὰ δαπανήσῃ. Ἐν τούτοις, τὸ δάνειον ἐκεῖνο καὶ μετὰ οἰκονομικῆς περισκέψεως συνωμολογήθη καὶ ἐδαπανήθη τὸ πλεῖστον εἰς μεγάλας ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Ἔρχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Τρικούπης τῷ 1880, καί, ἐνῷ εἶχεν ἀκόμη περίσσευμα ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, συνομολογεῖ ἕτερον ἐξ 120 ἑκατομμυρίων καὶ λαμβάνει προκαταβολὴν 27 ἑκατομμύρια, συνομολογεῖ ἀκόμη δάνειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 60 ἑκατομμυρίων καὶ ὑποθηκεύει εἰς αὐτὴν τὸ προνόμιον τοῦ ἔθνους ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα, καὶ ὑπογράφει ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποχρεωτικὰς συμβάσεις τὴν παραμονὴν τῆς παραιτήσεώς του. Μεταξὺ τῶν ἄλλων θέτει καὶ τὴν ἐξασφαλιστικὴν διὰ τὰς Τραπέζας διάταξιν, νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν κεφαλαίων ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη, καὶ διὰ τοῦτο εἶχε τὴν τόλμην προχθές, ὅταν ὡμίλησε περὶ φόρου τῶν κεφαλαίων, νὰ ὑπομνήσῃ τὴν περίστασιν αὐτήν· ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ τὴν φορτώσῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Κουμουνδούρου, ὅστις διαδεχθεὶς ἐξετέλεσε τὰς συμφωνίας τούτου, χωρὶς νὰ σκεφθῇ, ὅτι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἀφοῦ εἶχεν ὑπογράψει τὰς συμφωνίας αὐτάς, καίτοι ἀντιπολιτευόμενος σφόδρα καὶ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὑπεστήριξεν ἐκθύμως ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ἡμεῖς τὰς ἐπολεμοῦμεν. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ ἐξαπατᾷ τὸ ἔθνος, ὅπως οἱ πονηροί, οἵτινες ἀπαντῶντες μικρὸν παιδίον, ἔχον εἰς χεῖράς του χρυσοῦν νόμισμα, τῷ δίδουν μικρὸν δῶρον τροφῆς καὶ τῷ ἀφαιροῦσι τὸ νόμισμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε τῷ 1880 δύω καλοὺς Νόμους, τὸν περὶ ἀροτήρων βοῶν καὶ τὸν περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου κατέστησε δυσφορήτους καὶ τοὺς δύω τούτους Νόμους, ἀφοῦ ἐτιμώρησεν οὐσιαστικῶς τοὺς γεωργούς, διότι δὲν παρῆλθε μὴν καὶ ἀφήρεσε τὰ τέκνα των, τὰς μόνας ἐργατικὰς χεῖρας ἑκάστης γεωργικῆς οἰκογενείας. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν εὑρεθῆ εἰς στενοχωρίαν, καθόσον ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς πόλεμον, δὲν ἐτόλμησεν ὅμως νὰ προτείνῃ προσθήκην φόρων· ἡ παροῦσα ὅμως, τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, μᾶς ἐπρότεινε προσθήκην φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων βοῶν, δικαιολογουμένη, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅταν τις προσθέτῃ φόρους πρὸς ἐπιτυχίαν ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἀποῤῥοφᾷ τοὺς νέους φόρους εἰς μισθολόγιον, πλάττων νέας θέσεις πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν φίλων καὶ συγγενῶν τῶν ὀπαδῶν Βουλευτῶν, διότι ὁ πληρώνων τοὺς νέους φόρους λαὸς δὲν ὠφελεῖται καθόλου ἀπὸ τοὺς διορισμοὺς τοῦ μὲν ἢ τοῦ δέ. Μᾶς εἶπε τῷ 1880 ὁ κ. Τρικούπης ὅτι εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῶν οἰκονομιῶν. Καὶ πραγματικῶς αἱ πρῶται πράξεις του τότε ἀποδεικνύουν τὸ τοιοῦτον· ἀλλὰ τῷ 1882 ἔπραξε τὸ ὅλως ἀντίθετον, διότι ἔφερε τόσους Νόμους πάντη περιττοὺς, χρησιμεύσαντας μόνον εἰς οἰκονομίαν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐμισθοδότησεν ἀρκετὰ πλουσίως. Οἱ Νόμοι οὗτοι δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς ἄλλο παρὰ νὰ αὐξήσουν κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια τὸν Προϋπολογισμόν· διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 ἦτο 67 ἑκατομμύρια, τοῦ 1883 ἐφέτος εἶναι 83 ἑκατομμύρια. Πόσοι εἶναι οἱ τόκοι, οἱ ὁποῖοι προστίθενται διὰ τὰ περυσινὰ δάνεια, ὥστε νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα κατὰ 17 ἑκατομμύρια; βεβαίως οἱ τόκοι αὐτοὶ δὲν εἶναι τόσοι, ἀφίνω δὲ καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐφέτος φυσικὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ καταλύψητε διὰ τῶν νέων φόρων, εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐγέννησαν νέοι μισθοδοτικοὶ καὶ ρουσφετικοὶ Νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε πέρυσι, καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐπολεμήσαμεν, καὶ ἐξακολουθεῖτε νὰ φέρητε καὶ ἐφέτος, καὶ ἡμεῖς θὰ τοὺς πολεμήσωμεν, διότι πάντες οἱ Νόμοι οὗτοι εἶναι διὰ δαπάνας καὶ διὰ βάρη τοῦ λαοῦ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ὁσάκις τις εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, ὄχι μόνον δὲν φέρει νέους δαπανηροὺς Νόμους, ἀλλὰ ἀποφεύγει πολλάκις νὰ ἐφαρμόζῃ καὶ τοὺς ὑπάρχοντας, ὁσάκις ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐπείγουσα, πολὺ περισσότερον δὲν σπαταλᾷ· πρὸς τοῦτο σᾶς φέρω παράδειγμα τὸ 1851. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ τροποποιήσῃ ἐπὶ τὸ τελειότερον, ἀλλὰ καὶ δαπανηρότερον τοὺς Νόμους περὶ Ἐφορειῶν καὶ Ταμείων, διότι ἀπεδείχθησαν ἀτελεῖς οἱ περὶ τούτων τοῦ 1845. Ἡ νέα δαπάνη δὲν ὑπερέβαινε τὰς 120,000 δραχμῶν· ἐπειδὴ ὅμως ἐνέσκηψε τότε ἡ ἀσθένεια εἰς τὴν σταφίδα καὶ ὁ Ὑπουργὸς προεῖδεν, ὅτι διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ προϊόντος αὐτοῦ ἤθελε στερηθῇ σπουδαίου εἰσοδήματος, ἀνέβαλε νὰ ἐφαρμώσῃ τοὺς Νόμους, τῶν ὁποίων προὐκάλεσε τὴν ἐπιψήφισιν, τοὺς ἐφήρμωσε δὲ μετὰ τέσσαρα ἔτη, ὅτε τὰ σιτηρὰ, διπλασιασθείσης τῆς ἀξίας των, παρουσίασαν ἔσοδον πλέον τοῦ συνήθους, ἑκατομμύρια, διότι καὶ αἱ πλείους τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἦσαν τότε ἀδιάθετοι καὶ παρεῖχον ἐπικαρπίαν, καὶ αἱ φυτεῖαι ἦσαν ὀλιγώτεραι, καὶ ἡ δεκάτη εἰσεπράττετο ἀκεραία. Οἱ σημερινοὶ ὅμως Ὑπουργοὶ μὲ ὅλον τὸ ἑτεροσκελὲς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς διὰ δανείων συντηρήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Ταμείου, μόλις ψηφίζεται Νόμος μισθολογικὸς, καὶ τὴν πρωίαν εὑρίσκεται δημοσιευμένος, καὶ αἱ θέσεις πεπληρωμέναι! Ἡ τοῦ 1862 Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἧς τὰ μέλη ἦσαν ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ ἔθνους, κατήργησαν πολλὰς θέσεις, ὧν ἡ διατήρησις ἦτο καθαρὰ ζημία τοῦ Δημοσίου, χάριν περιποιήσεως προσώπων· μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ ἡ τῶν Ἐπαρχιακῶν ἰατρῶν, οἵτινες ἀπεδείχθησαν περιττοὶ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπῆρχον εἰς ἢ δύω ἐπιστήμονες ἰατροὶ εἰς μόνας τὰς πρωτευούσας τῶν Νομῶν, αἱ δὲ Ἐπαρχίαι ἐστεροῦντο καὶ ἐμπειρικῶν ἀκόμη ἰατρῶν. Καὶ ἐν τούτοις, ὁ κ. Τρικούπης θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὰς θέσεις αὐτὰς καὶ νὰ δαπανήσῃ 200,000 δραχμὰς, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ τελευταῖος Δῆμος ἔχει τὸν ἐπιστήμονα ἰατρόν του, καὶ πολλοὶ δύω καὶ τρεῖς! Εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσιν οἱ Ἐπαρχιακοὶ ἰατροί; εἰς τὴν οἰκονομίαν 75 ρουσφετίων διὰ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ φίλους του, οἵτινες, ἀποβλέποντες εἰς τὰς τοιαύτας ἰδιωτικὰς των ὠφελείας, θὰ ἐνθαῤῥυνθῶσι νὰ ψηφίσωσι τόσους φόρους εἰς βάρος τῶν ἐκλογέων των· ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ψάλωμεν ὡς πρέπει, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖ θὰ εὕρωμεν καὶ τόσας ἄλλας νέας θέσεις, δημιουργηθείσας πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, διὰ νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ψηφίσαντες τοὺς νέους φόρους Βουλευταί. Ἕκαστος ἐννοεῖ τὸν λόγον, δι’ ὅν τόση στοργὴ τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τοὺς τραπεζίτας καὶ πλουσίους, καὶ διατί ἐπιμένει νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρώνῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἡ πεινασμένη τάξις τῶν γεωργῶν καὶ ποιμένων! Μᾶς εἶπον οἱ κ. κ. Ὑπουργοί: πῶς θέλετε νὰ φορολογήσωμεν τὰς Τραπέζας, ἀφοῦ οἱ Νόμοι ἐμποδίζουσι τὸ τοιοῦτο; Τοῦτο εἶναι καθαρά πρόφασις, ὡς θὰ τὸ ἀποδείξω. 3% πληρώνουν αἱ Τράπεζαι ὡς φόρον ἐπιτηδεύματος. Τίς Νόμος μᾶς ἐμποδίζει νὰ φορολογήσωμεν τὰ τοκομερίδια, ἀξίζοντα 150–200 δραχμὰς ἕκαστον, ἂν ἐπιβάλωμεν εἴκοσι τοὐλάχιστον δραχμὰς τέλος, προσδιορίζοντες τοσαύτης ἀξίας χαρτόσημον διὰ τὴν ἐξόφλησίν των, καὶ οὕτω νὰ ἐξισώσωμεν αὐτοὺς πρὸς τοὺς δυστυχεῖς γεωργοὺς καὶ ποιμένας, οἵτινες πληρώνουσι πολὺ περισσότερον τῶν 20% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος; Τί ἐκέρδησαν περισσότερον τῶν ὅσων ἐσόδευσαν οἱ γεωργοὶ, καὶ τοῖς προσθέτουσι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νέου Νόμου 3–6 δραχμὰς δι’ ἕκαστον ἀροτῆρα βοῦν; Τί ὠφελήθησαν οἱ ποιμένες ἐφέτος περισσότερον, διὰ νὰ πληρώσωσι φόρον 12% περιπλέον ἀπὸ πέρυσι; Διὰ τῆς προσθήκης τῶν 12% ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσοδημάτων, ἐκτὸς τῶν οἰκοδομῶν—διότι ἔχει τοιαύτας πολλὰς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—γίνεται ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε διπλασιασθῆ, ἐὰν ἐτίθετο ὁ ἥμισυς φόρος, παρ’ ὅσος τίθεται εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ εἰσοδήματα, ἐπὶ τῶν Τραπεζῶν. Μόνον αἱ τρεῖς προνομιοῦχοι τούτων ἤθελον φέρει 2,500,000, καὶ οὕτως ἤθελε σκεπασθῆ τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ διὰ τοῦ νέου φόρου, ὅστις διὰ τοῦ παρόντος Νόμου ἐπιβάλλεται. Νομίζω, ὅτι πάντες θὰ παρετηρήσατε ἀπὸ πέρυσι μίαν διαμάχην μεταξὺ ὑπερασπίσεως παρ’ ἡμῶν τῶν ἐπαρχιακῶν δικαιωμάτων, καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερμαχούσης ὑπὲρ τῶν εὐπόρων τάξεων, αἵτινες κατοικοῦν ἐν τῇ Πρωτευούσῃ. Δὲν ἐπίστευσα ἀκόμη, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν Ἀντιπρώποι τῶν Ἐπαρχιῶν νὰ δώσωσι ψῆφον ὑπὲρ τῶν τοιούτων φόρων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τινὲς τῆς πλειονοψηφίας ἴσως ψηφοφορήσωσι κατὰ τῶν φόρων τούτων, καθ’ ἣν περίστασιν βλέπουν τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἠραιωμένας, ἑπομένως μὴ διατρεχούσης τῆς Κυβερνήσεως κίνδυνον, καὶ οὕτω δικαιολογηθῶσιν εἰς τοῖς ἐκλογεῖς των, ὡς καταψηφίσαντες τοὺς νέους φόρους. Παρατηρῶ ὅμως εἰς αὐτοὺς, ὅτι οὐδόλως ὠφελοῦνται ἐκ τῆς ἐπιτηδειότητος ταύτης, διότι θὰ τοῖς εἴπωσιν οἱ ἐκλογεῖς των: κατὰ τί ὠφέλησεν ἡ ψῆφός σας, ἀφοῦ σεῖς ὑπεστηρίξατε νὰ διατηρηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπιβάλλει τοὺς νέους φόρους; Ὁμοίαν τύχην θὰ ἔχῃ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των καὶ ἡ δικαιολόγησις ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος ὑψώνουν φωνὴν, διὰ τὰς ὁποίας ὑφίστανται πιέσεις οἱ ἐκλογεῖς των, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐκθύμως τὴν πιέζουσαν τὰς Ἐπαρχίας των Κυβέρνησιν. Ἐνθυμοῦνται οἱ κκ. συνάδελφοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ λάβῃ τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, πρὶν ἢ ἀναχωρήσουν οἱ βουλευταὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας των διὰ τὰς ἑορτὰς, καὶ ἔχει δίκαιον, διότι ἐννοεῖ, ὅτι, ὅταν ἴδωσιν οἱ βουλευταὶ τὸ πρόσωπον τῶν ἐκλογέων των καὶ συζητήσουν μετ’ αὐτῶν περὶ τῶν νέων φόρων, θὰ ἔλθουν μὲ πολὺ μεταβεβλημένην θέλησιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ κυβερνητικὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωσι μαζῇ των πρὸς περιποίησιν φίλων καὶ συγγενῶν. Τὰ ἐφόδια αὐτὰ εἶναι διαβατήρια, καταπατούμενα ἀπὸ τὸν τελευταῖον νοήμονα ἐκλογέα, ἀφοῦ τὰ διαβατήρια αὐτὰ δὲν συντελοῦν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, πέρυσιν ἐψηφοφορήθη ὁ Νόμος περὶ μεταβολῆς τῆς κλίμακος ἐπὶ τὸ βαρύτερον περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν· δὲν τὸν ἐνόησε τότε ὁ λαός· ὅταν ὅμως ἦλθεν ὁ Ὀκτώβριος νὰ πληρώσῃ, καὶ εἶδεν ἕκαστος τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου του, ἦλθον καὶ μᾶς ἐζήτουν τὸν λόγον, λέγοντες: διὰ νὰ μᾶς αὐξήσητε τοὺς φόρους, σᾶς ἐξελέξαμεν; Καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου μοὶ ἀπετάθησαν τοιαῦται αἰτιάσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀργολίδα καὶ εἰς τὴν Μαντινείαν καὶ εἰς τὸ Γύθειον, ὅθεν διῆλθον· καὶ ἔλεγον ταῦτα εἰς ἐμὲ, ὃν οἱ πλεῖστοι ἐγνώριζον, ὅτι ἐπολέμασα τὸν φόρον ἐκεῖνον. Τί δὲ θὰ εἴπουν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ψηφοφορήσωσι τόσους φόρους διὰ μιᾶς ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ; Τί ἀπολογίαν θὰ δώσωσιν οἱ κκ. Ἀντιπρόσωποι εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των; Θὰ τοῖς εἴπωσι πρὸς δικαιολόγησίν των: σᾶς διωρίσαμεν ἕνα ἐπαρχιακὸν ἰατρὸν, ἕνα Ἔφορον, ἕνα Ταμίαν, ἕνα Πρόξενον; Ἀλλ’ αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1879 καὶ τοῦ 1881 ἀπέδειξαν, ὅτι τοιαῦται ἐπικουρίαι, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωσιν, ἔβλαψαν τοὺς στηριχθέντας εἰς αὐτὰς καὶ δὲν ἔφερον καὶ ἄλλας ὑπὲρ ἑαυτῶν ἰδέας συνᾳδούσας μὲ τὰ καθαρὰ συμφέροντα τῶν ἐκλογέων. Ὑπόκεινται δὲ καὶ εἰς ἄλλην ἀτυχίαν, καθόσον πολλοὶ ᾠκονόμασαν πολλὰ πρόσωπα φιλικά των, ἀλλ’ ἀποτυχόντες εἰς τὰς ἐκλογὰς, τὴν ἐπαύριον εὑρέθησαν γυμνοὶ, γυμνότατοι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς φίλους των Ὑπουργοὺς, συντρέχοντας καὶ τοὺς ἀντιπάλους των αὐτοὺς, ὅταν οὗτοι τοῖς προσφέρωσι τὴν ψῆφόν των. Βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, πόσον ὀλισθηρὰ εἶναι ἡ ὁδὸς, ὅταν τις στηρίζηται εἰς κυβερνητικὰς μόνας περιποιήσεις, ὅταν αὗται βλάπτωσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐκλογέων. Ἐθαύμασα, κύριοι, ὅταν εἶδον, ὅτι ἐκαμάρωνεν ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις ἀνεγινώσκοντο ἐντεῦθεν συγχαρητήρια διὰ τοὺς φόρους! Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖος, ἔχων τὸν κοινὸν νοῦν, πιστεύει, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα πολίτης, θέλων νὰ πληρώσῃ μεγαλειτέρους φόρους; Καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς μεγαλοκτηματίας καὶ πλουσίους ἂν προσθέσητε φόρον τινὰ, θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ στενοχωρηθῶσιν, ἐνῷ τὰ εἰσοδήματά των κατ’ ὀλίγον θὰ περιορισθῶσι διὰ τῆς προσθήκης μικροῦ φόρου. Ποῖος εἶχε τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὁ χωρικὸς ἐτρελλάθη νὰ σᾶς συγχαρῇ, διότι τοῦ αὐξάνετε τοὺς φόρους; Βλέπετε, κύριοι, καὶ ἓν ἄλλο σημεῖον τῶν καιρῶν. Ἄλλοτε, κύριοι, ὅταν οἱ βουλευταὶ συνεζήτουν ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ ἀντικειμένων, θιγόντων τὰ συμφέροντα ὅλου τοῦ λαοῦ, οἱ Ὑπουργοὶ ἐλάμβανον συχνάκις τὸ βῆμα καὶ ἐβασανίζοντο νὰ δικαιολογηθῶσι, καὶ, ἂν ἦναι πεπλανημένοι οἱ ἀντίθετοί των, νὰ τοῖς ἀποδείξωσι τὴν πλάνην των αὐτήν. Οἱ νῦν ὅμως Ὑπουργοὶ ἀδιαφοροῦν, οὐδεὶς λαμβάνει τὸν λόγον, ἵνα δικαιολογήσῃ τὰ Νομοσχέδιά του· τοσαύτην ἔχουσι πεποίθησιν περὶ τῆς πειθηνιότητος τῶν ὑπουργικῶν βουλευτῶν! Ἀπορῶ μὲ τὸν συνάδελφόν μου κ. Ζυγομαλᾶν, ὁ ὁποῖος ἐφώναξε πρὸ ὀλίγου διὰ τὸ ἄλλο φορολογικὸν Νομοσχέδιον, τὸ βαρύνον περισσότερον τοὺς Δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἄξιοι τῆς τύχης των. Εἰς τὰ 1880 ἐφιλονεικοῦμεν διὰ δύω ζητήματα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιγον τὰ συμφέροντα ἰδίως τῶν δύω αὐτῶν πόλεων, τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου. Κατὰ δεκάδας ἤρχοντο εἰς τὰς οἰκίας καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ κ. Μίληση, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος τοῦ Λαυρίου· ἐν τούτοις, αὐτοὶ ἐξέλεξαν πάλιν τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅστις εἶχε κηρυχθῆ ὁ πρῶτος ὑπερασπιστὴς τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Λαυρίου, διότι εἶναι ὁ πρῶτος μέτοχος ἀμφοτέρων, καὶ αὔριον θὰ τὸν ἐκλέξουν πάλιν, διὰ νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ 26 λεπτὰ φόρον εἰς τὸν οἶνον ἀντὶ 6. Ἀλλὰ τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι βαρύνουν καὶ τοὺς ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις οἰνοπώλας. Ἐπὶ Βαυαροκρατίας, κύριοι, ὑπῆρχον Ὑπουργοί, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἀγωνιστῶν, οὐδένα πόνον ἔχοντες διὰ τὸ ἔθνος. Μόλα ταῦτα, ἐπειδὴ εἶχον τὴν εὐθύνην, διὰ νὰ μὴ ἐρεθίσουν τὸν λαὸν, δὲν ἐτόλμων νὰ ἐπιβάλωσι φόρους. Οἱ νῦν Ὑπουργοὶ θέτουν μετὰ θάῤῥους φόρους, καὶ διατί; διότι ἔχουν συνυπευθύνους καὶ ἡμᾶς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Κύριοι, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς νεοπροστεθὲν εἰς τὴν Ἑλλάδα τμῆμα, οἱ ἄλλοι τέσσαρες Ὑπουργοὶ ἀνήκουν κατὰ συγκυρίαν εἰς τὰς οἰκογενείας ἐκείνας, αἵτινες ἦσαν πολὺ εὐχαριστημέναι κατὰ τὴν δεκαετῆ Βαυκροκρατίαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πονοῦσι καθόλου, ὡς οἱ τότε Ὑπουργοί, τὸν λαὸν, ἀφοῦ μάλιστα ἔχουν ἡμᾶς ὡς ἀσπίδα ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διότι διὰ τῆς ψήφου τῆς ἰδικῆς μας ἐπιβάλλουν τοὺς φόρους εἰς τὸν λαόν. Παρατηρήσατε, κύριοι, καὶ ἕν ἄλλο, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προασπίζονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ μὴ φορολογῶνται—ἐνῷ αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ συνεισφέρουν τὰ περισσότερα, διότι ἔχουν καὶ τὰ πολλὰ—ἔλαβον τοσοῦτον θάῤῥος, ὥστε νὰ περιφρονοῦν ἀπροκαλύπτως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ διὰ τοῦτο θέλουν νὰ συνεννοῶνται ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸν Βασιλέα· καὶ ἐνθυμεῖσθε προχθές, ὅτι σᾶς εἶπον, ὅτι εἷς τούτων εἶπε τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν Βασιλέα «σὲ συγχαίρω, ἀδελφὲ, διότι ἔφθασες εἰς τὸ ἰσοζύγιον». Λοιπὸν, βλέπετε, αὐτὸς ὁ δυστυχὴς Ἑλληνικὸς λαὸς ὄχι μόνον γυμνώνεται διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων φόρων, ἀλλὰ καὶ περιφρονεῖται. Ὅταν, κύριοι, ὁ ἀείμνηστος Κυβερνήτης περιώδευε τὰ Μεσσηνιακὰ φρούρια, ὧν οἱ κάτοχοι, συγχρωτιζόμενοι μετὰ τῶν ἐκεῖ ἀξιωματικῶν Γάλλων, ἔμαθον τί ἐστὶ Σύνταγμα, ἐζήτησαν ἀπὸ αὐτὸν οἱ προὔχοντες ἢ νὰ παύσῃ τὸν Διοικητήν των ἢ θὰ ζητήσωσι Σύνταγμα· «Σύνταγμα, λέγει ὁ Καποδίστριας; «ναὶ, ἀπεκρίθησαν· «δὲν μοῦ λέγετε τί θὰ εἰπῇ Σύνταγμα», τοῖς εἶπεν; «Ἰδοὺ, τῷ ἀπαντῶσιν, ἓν μικρὸ μικρὸ χαρτὶ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἑνὸς θὰ λέγῃ ἔσοδα καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔξοδα, θὰ τὸ ὑπογράφωμεν ὅμως καὶ ἡ ἐξοχότης Σας καὶ ἡμεῖς διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων μας». Ὁ Καποδίστριας ἐλθὼν εἰς τὸ Ναύπλιον εἶπε πόσον ἐπενήργησεν εἰς τὰ φρούρια ἐκεῖνα ὁ πολιτισμός! Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τώρα οἱ κακόμοιροι ἐκεῖνοι οἰκοκυραῖοι τῶν Μοθοκορώνων νὰ ἴδωσι τί κακὸν ἔφερε τὸ Σύνταγμα; Νὰ ἔβλεπον, ὅτι δι’ αὐτοῦ αἱ Ἐπαρχίαι κατεδικάσθησαν νὰ πληρώνουν φόρους διὰ τοὺς ἐν τῇ πρωτευούσῃ!
§80ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ τὸ χαλάσωμεν.
§81ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· νὰ χαλάσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τὸ χαλάσουν. Πιέζει ἡ Κυβέρνησις καὶ τοὺς βουλευτὰς τῆς μερίδος της καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, μόνον καὶ μόνον ἵνα λάβῃ τὰ Νομοσχέδια τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τὸν Φεβρουάριον, διότι εἶναι βεβαία, ὅτι, ἂν τοὺς εὕρῃ ὁ Φεβρουάριος, ὅλοι οἱ φίλοι των, διωκόμενοι ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς των, θὰ ἔλθουν ἐδῶ νὰ τιμωρήσουν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει φόρους.
§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχομεν καιρὸν ὅλην τὴν Περίοδον.
§83ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εὔχεσαι νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐφ’ ὅλην τὴν Περίοδον· τὸν ἑαυτόν σου νὰ φοβερίζῃς ὡς ἐπαρχιακὸν οἰκοκύρην, καὶ ἂν μείνῃ ἐπὶ πολλὺ, ἔσο βέβαιος, ὅτι διὰ τῶν φορολογιῶν θὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔφεραν τὸν Μωρέαν οἱ τῷ 1770 εἰσβαλόντες Ἀλβανοί. Εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βλέπει ὅ,τι ἠμπορεῖ νὰ θίξῃ τὰ εἰσοδήματά του, καὶ ἀπέχει. Ἐνθυμεῖσθε τί θόρυβος ἐγένετο πέρυσι, διὰ νὰ προστεθῇ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, καὶ οὐδεμία προσθήκη δὲν ἔγεινε, διότι καὶ διὰ τοῦ σημερινοῦ Νόμου ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν αὐξάνει.
§84ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν γίνεται αὔξησις 12%;
§85ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· διότι ὅστις ἐνοικιάζει τὴν οἰκίαν του 1200 δραχμὰς παλαιὰς, θὰ τὴν ἐνοικιάσῃ τώρα 1080 νέας, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀναλογίας θὰ πληρώσῃ φόρον 5%.
§86ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ κριθάρι, τὸ ὁποῖον ἐπώλουν 4 δραχμάς, τώρα τὸ ἐπώλησαν 4 νέας δραχμάς.
§87ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μόνον ἐπάνω εἰς τὰ ἁλώνια πίπτει ἡ τιμὴ τοῦ κριθαρίου· ἅμα παρέλθῃ ὁ καιρὸς τοῦ ἁλωνισμοῦ, ἀπὸ μῆνα εἰς μῆνα αὐξάνει ἡ τιμὴ του· δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ νόμισμα σοῦ ἔφερεν αὐτὴν τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ τὸ προϊόν· ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι τὸ λάδι μου τὸ ἐπώλουν τὸν 7βριον 1,15 τὴν ὀκᾶν, καὶ τώρα μοῦ τὸ πωλοῦν 90 λεπτὰ νέα. Καὶ τῆς κριθῆς αὐξάνει ἡ τιμή, διότι δὲν χρησιμεύει, ὡς ἄλλοτε, μόνον διὰ τὴν τροφὴν τῶν ζώων, ἀλλὰ καὶ εἰς διάφορα ποτά. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἡμεῖς εἴμεθα ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς Ἐπαρχίας ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει εὐδαιμονία καὶ πλοῦτος, ἀλλ’ ἀθλιότης, διότι, κύριοι, πρὶν ἀρχίσουν αὐτοὶ οἱ ὑπέρογκοι φόροι, δὲν ἐνθυμήθην ποτὲ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ χωρίου μου καὶ εἰς ἄλλα χωρία τὸ Πάσχα καὶ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ ἔχῃ τρία καινουργῆ, φέσιον, κάλτζες καὶ παπούτσια, τώρα δὲ ἔρχονται καὶ καταμπαλωμένοι, καὶ αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἔφερον οἱ ἀλλεπάλληλοι φόροι εἰς τὰς Ἐπαρχίας, καὶ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῶμεν, ὅτι θὰ δώσωμεν ἀπολογίαν, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀποῤῥίψωμεν αὐτὸν τὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸν φόρον. Ἐπειδὴ δὲ πιθανὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ λέγωμεν αὐτά, διὰ νὰ ρίψωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς κηρύττομεν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν αὐτὸ πολιτικὸν ζήτημα.
§88ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§89ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κηρύττομεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν φορολογικόν, καὶ δὲν τὸ θεωροῦμεν δι’ οὐδένα λόγον ὡς πολιτικόν. Λοιπὸν, κύριοι, προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ Νομοσχεδίου, ὡς ἐντελῶς καταθλιπτικοῦ διὰ τὸν λαὸν καὶ ἑπομένως ἀντιπολιτικοῦ.
§90Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον πεποίθησιν, εἶναι πρωτοφανὲς καὶ εἰσήχθη κατὰ τρόπον, ὅπως διαφύγῃ τὴν πρυσοχὴν τῆς Βουλῆς· διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν δὲν γνωρίζουν ἀκόμη περὶ τίνος πρόκειται.
§91ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς ἀδικεῖτε.
§92Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐσυνωδεύθη δὲ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δι’ ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις νὰ διαφωτίζῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, καθὼς καὶ νὰ ἀναφέρῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται φόρος 12%· ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε μέρος καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, ὅστις μὲ διέκοψε, παρεδέχθη εἰς ὅλα τὰ οἰκονομικὰ Νομοσχέδια ἕνα τύπον, «λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ Νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθμὸν 18, συνιστᾷ τὴν ἐπιψήφισιν». Αὐτὰ εἶναι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα εἰσκομίζει ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπή! Καὶ δικαίως, κύριοι, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ καταργηθῶσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ, ἂν ἦναι προωρισμέναι νὰ ἔρχωνται μὲ τοιαύτας ἐκθέσεις. Καὶ ὁποίους φόρους τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, ἐπαυξάνει; πολλοὺς, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς κατονομάσω αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τῶν αἰγῶν, ἐπὶ τῶν προβάτων, ἐφ’ ὅλων τῶν λοιπῶν ζώων, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐπὶ τῶν βοσκῶν, ἐπὶ τοῦ ἅλατος, ἐπὶ τῶν κουκουλίων, ἐπὶ τῶν σύκων, ἐπὶ τῶν λαχανικῶν, ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑλοτομίας καὶ ἐπὶ τῶν καυσοξύλων.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους.
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως καὶ εἰς τὸ εἶδος τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν.
§95Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, δὲν τὸ ἐνθυμήθην. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ διέκοψε καὶ εἶπεν, ὅτι ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι αὐτὴ ἡ διακοπὴ ἦτο ἱκανὴ νὰ ἀναιρέσῃ τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζομαι, κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀφοῦ πρὸ ἡμερῶν ἐν τῇ Βουλῇ συνεζητήθη ἂν ὁ Αʹ φόρος ἦναι ἄμεσος ἢ φόρος καταναλώσεως, ἀμέσως ἔρχονται οἱ κύριοι καὶ λέγουν, ὅτι εἰς τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους ἐπιβάλλεται ὁ φόρος τῶν 12%. Καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῆτε, ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν δὲν γνωρίζουν περὶ τίνος πρόκειται. Ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου Νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ Νόμου παρὰ τοῦ Βασιλέως. Καὶ ποῦ ἠκούσθη, ὅτι δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου θὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, χωρὶς νὰ γνωρίζετε εἰς πόσα ἀντικείμενα; Καὶ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις καὶ ψηφοφορία χωριστὴ, ἀφοῦ τοῦτο διατάσσει τὸ Σύνταγμα, καὶ οὐχὶ δι’ ἑνὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον περιέχει τρεῖς γραμμὰς, καὶ διὰ μιᾶς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, περιεχούσης 4 γραμμὰς, καὶ ἑτέρας τῆς Ἐπιτροπῆς, περιεχούσης 3½; Πέρυσιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε Νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἀνεκάλεσε, διότι εἶδεν, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν ἤθελε τὸν ἀκολουθήσει, καὶ μὲ ὅλον τὸν στόμφον, τὸν ὁποῖον καθ’ ἡμέραν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ μεταχειρίζεται καὶ λέγει, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος, δι’ ὅπερ καυχᾶται, ὅπου ἀπήντησε προσκόμματα, ἀνεκάλεσε τάχιστα τὰ Νομοσχέδιά του. Μάτην ἐπικαλεῖται τὰ παραδείγματα τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας ὁ κύριος Καλλιγᾶς· διότι, ἂν ἐκεῖ Ὑπουργὸς ἤθελε παίζει ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Καλλιγᾶς ἔπαιξεν ἐνταῦθα, οὐ μόνον δὲν ἤθελε σταθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν. Καὶ τί σᾶς λέγει; ψηφίσατε δι’ ἑνὸς ἄρθρου αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα! Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ἕτερος κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προβάτων καὶ οὕτω καθεξῆς. Δὲν ἠθέλησαν οὔτε δι’ ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε δι’ ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τίνες εἶναι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους θέλουν αὐξήσει. Ἀλλὰ τέλος πάντων πέρυσιν, αὐτὴ ἡ ἰδία Βουλὴ ὥρισε τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ζώων καὶ ηὔξησε μέχρι τοῦ σημείου, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν δύναται πλέον ν’ ἀνταποκριθῶσι τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται οἱ κτηνοτρόφοι. Πέρυσιν ἐπίσης ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν αὔξησιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, πέραν τοῦ ὁποίου ἂν θελήσητε νὰ προσθέσητε, δὲν ὑποστηρίζετε τὴν γεωργίαν, τὴν ἐπιβαρύνετε, διότι, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, ἐπιβάλλετε εἰς αὐτὴν οὐ μόνον τὸν φόρον τὸν ἔγγειον, ἀλλὰ καὶ τὸν Δημοτικόν, καὶ μὲ διέκοψεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς εἰπὼν, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μόνον 7 λεπτὰ προστίθεται τοῖς ἑκατὸν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Καλλιγᾶς δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὸν ἔγγειον φόρον, σήμερον οἱ Δημοτικοὶ φόροι κανονίζονται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς ἑνὸς ἑκάστου, ὅπως ἐκανονίζοντο πρότερον, ἀλλ’ ἐλήφθη ὡς ὅριον τὸ ποσὸν τῆς εἰσπράξεως τῶν Δήμων ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο διενεμήθη εἰς τὰ κτήνη, ὅπως πληρώσουν τὸν Δημοτικὸν φόρον, καὶ ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ αὐτοῦ φόρου ἀπηλλάγησαν ὅλοι οἱ μικροὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκαλλιέργουν μικρὰς ἐκτάσεις γαιῶν, καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, καὶ ὁ Δημοτικὸς φόρος ἐπεβάρυνε μόνον τοὺς ἔχοντας τὰ ἀροτριῶντα κτήνη. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ φόρος αὐτὸς, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς, τὸ 2%, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ Δημοτικὸς Νόμος, διότι διὰ τοῦ εἰδικοῦ Νόμου τοῦ 1880 τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἠκυρώθη. Πέρυσιν ἡμεῖς δὲν εἴπομεν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν προβάτων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 30 λεπτὰ, καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν αἰγῶν ὡσαύτως τὰ 30 λεπτά; Καὶ πέρυσιν ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ἦτο μεγαλειτέρα, καὶ ἀποβλέπουσα ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἔφερε τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῶν αἰγῶν, καὶ ὑπεχώρησε μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ φορολογηθῶσιν αἱ αἶγες, καὶ ἐφέτος δι’ ἑνὸς ἄρθρου ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει: προσθέσατε 3 λεπτὰ καὶ 6(10 εἰς ἕκαστον πρόβατον, εἰς ἑκάστην αἶγα, 12% ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ἐὰν τὸ ζεῦγος σήμερον πληρώνῃ 80 δραχμὰς, πρέπει νὰ πληρώνῃ 89,60, καὶ τὸ πληρῶνον 100, ἀκόμη 12 δραχμάς. Αὐτὸ τοῦτο φαίνεται καὶ εἰς ἕτερον προϊὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι σημαντικὸν καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ζῇ ἡ Ἑλλὰς, τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος· ἡ σταφὶς πληρώνει 15 δραχμάς· τί θὰ πληρώσῃ τώρα; 16,80, τί θὰ πληρώσῃ μετὰ τὸ Νομοσχέδιον περὶ οἴνων; Ἕκαστον στρέμμα σταφίδος ἀπαιτεῖ, ἵνα καλλιεργηθῇ μέχρι τέλους, 10 ἡμερομίσθια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν 15 ὀκάδας οἴνου, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιβάλλετε φόρον 75 λεπτῶν· λοιπὸν προσθέτομεν εἰς τὴν χιλιάδα τῆς σταφίδος 1,80 καὶ 75 γίνονται 2,55. Αὐτὸς ὁ φόρος δὲν φαίνεται μέγας ἐκ πρώτης ὄψεως, ὑπολογίζεται ὅμως εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦν καὶ οἱ ὁποῖοι γεμίζουν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ χρῆμα καὶ τὰ Ταμεῖα ἀπὸ ἄργυρον. Καὶ ἦσαν τόσον ἁπλᾶ αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ τόσον ἐπουσιώδη, ὥστε δι’ ἑνὸς Νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον; Ἠξεύρετε ποῖοί εἰσιν οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν σταφίδα; 800,000 δραχμῶν. Πέρυσι, κύριοι, ἀνέγνωσα φυλλάδιον ἑνὸς ἀνωτέρου Δικαστοῦ, τοῦ κυρίου Θεοδωρίδου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ μεγαλοκτηματίας ἐν Πύργῳ, ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι αἱ ἐν Πύργῳ σταφίδες εἶναι αἱ παραγωγικώτεραι, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐξήτασε τὸ ζήτημα μετὰ ἀκριβείας, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκε καὶ ἡ γνῶσις τῆς πράξεως ὡς ἰδιοκτήτου, καὶ ἔλεγεν εἰς τὸ φυλλάδιόν του, ὅτι, ἂν 5 λεπτὰ ἀκόμη προσθέσετε εἰς τὴν σταφίδα, δὲν θὰ ἀναπτυχθῇ πλέον καὶ θὰ μείνῃ εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὴν καλλιεργήσουν διὰ τῆς χειρός. Καὶ ἔρχεσθε δι’ ἑνὸς Νομοσχεδίου νὰ ἐπιβάλλετε τοιοῦτον φόρον; καὶ ζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν ἡμεῖς ἄνευ γνώσεως 12 φόρους χωριστοὺς τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον διὰ μιᾶς ψηφοφορίας; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως παρουσιάσθη, ἀντιβαίνει εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι οἱ φόροι δὲν ἀναφέρονται ἐν αὐτῷ, τοὺς ὁποίους θὰ ἐπιψηφίσωμεν, καὶ τοιαύτην ψηφοφορίαν δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ψηφίσῃ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας ὅλους τοὺς φόρους, διότι ὁ εἷς τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ, ὅτι ἡ ἐπαύξησις τῶν φόρων εἰς τὸ ἓν εἶδος εἶναι ὀρθὴ, ἄλλος εἰς τὸ ἕτερον. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν Νομοσχέδιον σύνθετον καὶ ἀντισυνταγματικόν; Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατ’ αὐτοῦ, διότι φέρει ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα.
§96Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἐπέμεινα καὶ παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως προταχθῶσι τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, καὶ τοῦτο, ἵνα φωτισθῶμεν ἀμοιβαίως καὶ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν, δι’ ἣν νὰ μὴ μεταμεληθῶμεν· διότι δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ μικροῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ προσθήκης φόρων εἰς ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον. Καὶ παραδέχομαι, ὅτι, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῆς Πολιτείας εἰσὶ μεγάλαι καὶ κατεπείγουσαι, δέον νὰ προνοήσωμεν, ὅπως ἱκανοποιηθῶσι. Δὲν προβαίνω δ’ εἰς γενικὴν συζήτησιν περὶ τοῦ κατὰ πόσον ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν· τὴν περὶ τούτου συζήτησιν ἐπιφυλάσσω, ὅτε θὰ πρόκηται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι σήμερον εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐὰν οἱ προτεινόμενοι φόροι ἦναι λελογισμένοι. Καὶ παραδέχομαι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οὐ μόνον διὰ τῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς Διοικήσεως καὶ διὰ τῆς προσθήκης φόρων. Εἶπον ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶς νέος φόρος πρέπει νὰ ᾖναι λελογισμένος καὶ νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ μὴ ἐξαντλῇ τὸν φορολογούμενον· διότι τότε, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, κόπτομεν τὸ δένδρον, ἵνα συλλέξωμεν τοὺς καρπούς, ἀλλὰ συλλέγομεν τοὺς καρποὺς ἅπαξ καὶ μόνον. Διὰ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου, ὡς παρετήρησαν πολλοὶ ἐκ τῶν προαγορευσάντων, συνοπτικῷ τῷ τρόπῳ ἐπαυξάνουσιν ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι, χωρὶς νὰ ἐξετάζηται ἂν διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς δὲν ἐπέρχεται ἐπιβάρυνσις τοιαύτη ἐπὶ τάξεως φορολογουμένων, ἥτις νὰ φέρῃ αὐτὴν εἰς θέσιν λίαν δεινήν. Ἡ αὔξησις, κύριοι, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου προβλέπω, ὅτι θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὰς σταφιδοφόρους Ἐπαρχίας. Ἡ θέσις τῶν Ἐπαρχιῶν τούτων δὲν εἶναι, ὅπως τὴν νομίζετε, δὲν εἶναι τόσον ἀνθηρά. Οἱ περισσότεροι σταφιδοκτήμονες εἶναι ὀφειλέται εἰς τὸ Δημόσιον, ἄλλοι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἄλλοι πρὸς ἰδιώτας. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν εἶναι ἀνθηρὰ ἡ θέσις αὐτῶν, ἠξεύρετε ποία ἔσεται ἡ θέσις των μετὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ὑποβληθέντα; Ἐκ τῆς μεταποιήσεως τοῦ νομισματικοῦ συστήματος εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπῆλθεν εἰς τὰ ἡμερομίσθια αὔξησις κατὰ 12%· ἀδύνατον πλέον νὰ πείσητε τὸν χωρικὸν νὰ δεχθῇ ἀντὶ τῆς νέας δραχμῆς παλαιὰν, καὶ σήμερον πληρώνομεν λόγῳ ἡμερομισθίου ἀντὶ 3 παλαιῶν δραχμῶν τρεῖς νέας.
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὠφελεῖται ὁ λαός.
§98ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν διὰ τοῦ τρόπου τούτου καταστρέφωμεν ἢ ὄχι τὸν κτηματίαν. Ἐδαπάνησα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 12,000 δραχμὰς εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων μου· κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ δαπανήσω 12,000 νέας. Ἐπηύξησε λοιπὸν ἡ δαπάνη συνεπείᾳ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος κατὰ 12%· ἐκ δὲ τῶν διαφόρων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἀπολήγουν ἐπὶ τέλους εἰς τοὺς μεγάλους παραγωγούς, οἵτινες ἐν Ἑλλάδι εἶναι οἱ ἔχοντες σταφιδαμπέλους, οἱ ἔχοντες ἀμπέλους, οἱ ἔχοντες συκᾶς ἢ ἐλαίας, ἐπαυξάνουσι αἱ τῆς παραγωγῆς δαπάναι κατὰ πολὺ ἔτι. Διὰ τῶν φόρων δὲ τούτων ἐλαττοῦνται σπουδαίως αἱ πρόσοδοι τῶν μεγάλων αὐτῶν παραγωγῶν, διότι ἡ δαπάνη σήμερον τῆς παραγωγῆς ἐπηύξησε κατὰ 15 ἢ 25%. Ἀλλ’ ὁποία εἶναι ἡ σχετικὴ θέσις τοῦ παραγωγοῦ πρὸς τὴν τιμὴν τῆς καταναλώσεως; Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, προϊόντος τοῦ χρόνου, θὰ ἐπέλθῃ ἰσοῤῥοπία τις μεταξὺ τῶν διαφόρων δαπανῶν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἔνθα πρόκειται περὶ συναλλάγματος διεθνοῦς, ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ κτηματίου; Ἐπαυξάνει ἡ πρόσοδός του; Πρόκειται, ἀντὶ τῶν δραχμῶν τῶν παλαιῶν, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε, νὰ αὐξήσῃ ἡ πρόσοδός του, λαμβάνοντος νέας δραχμάς; ὄχι, κύριοι· ἡ τιμὴ θὰ ᾖναι ἡ αὐτή. Ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς σᾶς ἀπέδειξε προχθές, ὅτι τὸ προϊὸν αὐτό, κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν φορολογίαν, πληρώνει 20%, φορολογεῖται μὲ 20%. Διὰ τῶν νέων αὐτῶν φόρων—δὲν προβαίνω εἰς λεπτομερεῖς ὑπολογισμούς, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν καταλλήλων πρὸς τοῦτο—δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι αὐξάνεται ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς σταφίδος μέχρι τῶν 30%. Κύριοι, ἡ θέσις τῶν ἐν Πελοποννήσῳ κτηματιῶν δὲν εἶναι ὁποίαν ὑπολαμβάνετε αὐτήν, καὶ δὲν θὰ δυνηθῶσιν οὗτοι νὰ ἀνθέξουν εἰς τοιαύτην φορολογίαν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸ καὶ παρ’ ἄλλων λεχθὲν, ὅτι τὰ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα δὲν πρέπει νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς πολιτικά. Φρονῶ δὲ, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει, παίζοντες, νὰ ἐπιβάλλωμεν τοιαῦτα βάρη εἰς τὸν λαόν· δὲν πρέπει, λόγου σπουδαίου καὶ ἐπείγοντος μὴ ὑπάρχοντος, νὰ προβῶμεν εἰς τοσαύτην τῶν φόρων αὔξησιν· θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τούτου καταστροφαὶ, δυστυχήματα. Δὲν εἶναι ὁ Τόπος τόσον πλούσιος, ὅπως τὸν νομίζουν. Εἶπεν ὁ ἱστορικὸς τῶν ἱστορικῶν «πενίη ἀείποτε σύντροφος Ἕλλησίν ἐστιν». Ὅ,τι ἐῤῥέθη τότε, εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἀληθὲς σήμερον. Οἱ τέως ἀπελευθερωθέντες Ἕλληνες δὲν ἔχουσι, κύριοι, ὡς ἄλλοι λαοὶ, ἀποθέματα, δὲν ἔχουσιν ἐφόδια ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἤκουσα ἀνθρώπους, λέγοντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Γάλλος φορολογεῖται διὰ τόσου ποσοῦ, ὁ Ἄγγλος διὰ τόσου ποσοῦ. Πρέπει λοιπὸν καὶ ὁ Ἕλλην νὰ φορολογῆται ἐξ ἴσου; Κύριοι, ὁ Ἄγγλος, ὁ Γάλλος, ὁ Γερμανὸς, ὁ Ὀλλανδὸς ἔχουν ἀποταμιεύματα, ἔχουν οἰκίας, ἔχουν κτήματα, ἔχουν δρόμους, ἔχουν τάξιν, ἔχουν Νόμους, ἔχουν πλοῦτον ἄπειρον, καὶ ἐκ τοῦ πλούτου αὐτῶν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ λαμβάνῃ, χωρὶς νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ κεφάλαιον τὸ ἐθνικόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, τί ἀποθεματικὰ κεφάλαια ἔχομεν; Ἐξήλθομεν χθὲς ἐκ τῆς δουλείας, μὴ ἔχοντες οὔτε οἰκίας, οὔτε κτήματα, οὔτε δρόμους, οὔτε κεφάλαια. Ἀγωνιζόμεθα δὲ ἐπὶ 50 ἔτη, καὶ δὲν ἔχομεν οὐδὲν ἐκ τῶν ἐφοδίων ἐκείνων, ἅτινα ἀποτελοῦν πλοῦτον. Οἱ χωρικοὶ μέχρι προχθὲς ἦσαν ἀκτήμονες καὶ ἄστεγοι. Ὁ χωρικὸς εἰς τὴν Πελοπόννησον μόλις ἤδη ἔχει μικρόν τινα οἰκίσκον, εἰς τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ καταφύγῃ ἐν καιρῷ χειμῶνος. Εἰς τὴν Ἤπειρον δὲν ὑπάρχει οὔτε τοῦτο· ἔχουν καλύβας ἐκ χόρτου, δρόμους δὲν ἔχουν, κτήματα δὲν ἔχουν, καταστήματα δὲν ἔχουν. Ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, ἃ ἀποτελοῦν τὸν πλοῦτον τοῦ Ἔθνους; Ποῦ εἶναι τὰ κεφάλαια τὰ Ἑλληνικά; Χρεωστοῦμεν 500 ἑκατομμύρια, καὶ δὲν ἠξεύρω πόσα εἰς τὴν Τράπεζαν! Ἐὰν ὑπάρχῃ τι εἰς τὸν Τόπον, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὰ ξένα κεφάλαια. Ἡμεῖς δὲν παρελάβομεν τίποτε, διότι τὰ πάντα ἦσαν ἔρημα, ὅτε ἠλευθερώθη ἡ Ἑλλάς. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἐφόδια ἐκ τοῦ παρελθόντος. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ Τόπου αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν προχείρως τὰ μέσα, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν μεγάλων πολιτικῶν σχεδίων. Οὐδεὶς ἴσως πλέον ἐμοῦ ἀρέσκεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων μεγάλων πολιτικῶν σχεδίων· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸν πολίτην ἢ ὅ,τι δύναται νὰ πράξῃ, διότι ἄλλως ἀγυρτίζομεν καὶ βλάπτομεν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων φόρων. Ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅταν δὲν ἀπαντοῦν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἡ συζήτησις χάνει τὴν σπουδαιότητα.
§101ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι δικαίωμά των νὰ θεωροῦν τὰ λεχθέντα ἀνάξια ἀπαντήσεως· δικαιούμεθα ὅμως καὶ ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ πείσωμεν ἂν οὐχὶ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἀλλὰ τὸ κοινὸν καὶ τὴν ἄλλην Ἐξουσίαν, ὅτι τὸ δίκαιον δὲν εἶναι ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες διὰ τῆς σιγῆς θέλουσι νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των, ἀλλ’ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ἀείποτε ὑπερησπίσθησαν τὸ δίκαιον.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ πρέπει νὰ γίνωνται οὕτως, ὥστε νὰ διαδέχωνται εἰς τὸ βῆμα οἱ βουλευταὶ οἱ ὑποστηρίζοντες ἀντίθετον ἰδέαν.
§103ΤΙΝΕΣ. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἀντίθετον ἔχοντες γνώμην, παύει ἡ συζήτησις.
§104ΜΙΛΗΣΗΣ. Διατί δὲν ἀπαντοῦν οἱ Ὑπουργοί;
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀπαντήσουν εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν.
§106ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἀντετάχθησαν σπουδαῖα ἐπιχειρήματα, ἰδίως δὲ ὁ κ. Τζάνες τὸ Νομοσχέδιον ἐθεώρησαν ἀντισυνταγματικόν. Δὲν ἀνέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ κἀμμίαν ἔνστασιν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου.
§107Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι, προκειμένου περὶ φορολογικοῦ Νομοσχεδίου, θέλω συζητήσει αὐτὸ οὐχὶ ὅπως ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν, ὡς συμπληρωματικὸν μέρος τοῦ προγράμματος τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τόπου, διαχειριζομένη τὴν Ἐξουσίαν ἀπὸ 10 περίπου μηνῶν, εὗρε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Ἐξουσίαν ἀνόδου αὑτῆς σπουδαῖον οἰκονομικὸν ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ἦτο ἐν γένει γνωστὸν καὶ πρὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς της, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ οὐχὶ μόνον δὲν ἐπρονόησαν περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ τοὐναντίον μάλιστα ἐφιλοτιμήθησαν νὰ ὑποβάλωσι σωρείαν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων αἱ δαπάναι τοῦ Τόπου ηὔξησαν ἐπαισθητῶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Τὸ αὐτὸ δὲ σύστημα δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὰς τότε οἰκονομικὰς γνώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνεβιβάζετο εἰς 17 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὰς νῦν, περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 7 ἑκατομμυρίων. Ἀπέναντι τῆς ἀθλίας αὐτῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, ἥτις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν προεβλέπετο, τὸ ἔθνος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐθεώρησε καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς αὑτῆς ἀνωμαλίας, καθόσον αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις παρῆλθον. Ὅταν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, τὰ ἐθνικὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα εἶχον ἐντελῶς ἐκλείψει. Τί ἔπραξεν ἔκτοτε ἡ Ἐξουσία, ἥτις καθῆκον εἶχε καὶ ὑποχρέωσιν νὰ προνοήσῃ, ὥστε τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ν’ ἀπαλειφθῇ, ὥστε οἱ κατ’ ἀνάγκην ἀπόλυτον ἐπιβληθησόμενοι φόροι νὰ ἦναι ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερον ἐπαχθεῖς; οὐδέν· τοὐναντίον, εἴδομεν τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον φιλοτιμουμένους τίς περισσότερον τοῦ ἄλλου νὰ δημιουργήσῃ θέσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ὅταν ἐπῆλθεν ὁ Νόμος τῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελεν ἐντὸς τριμήνου ἐγκαταστήσει τὸ ἡμέτερον δημοτικὸν σύστημα, ἐξακολουθεῖ διοικοῦσα κατὰ σύστημα, τὸ ὁποῖον, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων του, ἔχει καὶ τὸ ἐλάττωμα τῆς σπατάλης, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἐπεσώρευσαν εἰς ἕκαστον χωρίον σωρείαν ἀστυνόμων, ὑπαστυνόμων καὶ κλητήρων, μισθοδοτουμένων ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὅταν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις τὸ πολιτικὸν αὑτῆς πρόγραμμα, μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 17 ἑκατομμυρίων, κατόπιν δὲ εἰς 15, καὶ ἀκολούθως εἰς 12, ὅτι τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν ἐξηντλήθη, ὅτι βελτίωσις οἰκονομικὴ διὰ νομοθετημάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καὶ ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ τελευταίου φαρμάκου, ἤτοι τῆς ἐπιβολῆς φόρων. Ἡ Βουλὴ δὲν συνεζήτησεν ἀκόμη ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὅπως συνετάχθη, καὶ ὅστις εἶναι ἐντελῶς ἀντιγραφὴ ὅλων τῶν προηγηθέντων Προϋπολογισμῶν, διαφέρει δὲ μόνον ἐπὶ πολυτελείᾳ, δὲν συνεζήτησε, λέγω, ἡ Βουλή, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν ἐξηντλήθη, ἀφοῦ γνωρίζομεν, καὶ τὸ τοιοῦτον ἀνεγράφη εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς πολίτου, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἢ ἁπλοῦν μισθολόγιον. Ὁ Προϋπολογισμὸς δυστυχῶς δὲν ἀναγράφει δαπάνας παραγωγικὰς, δι’ ὧν αὐξάνουσιν αἱ πρόσοδοι τῆς Χώρας. Τοιοῦτος καὶ ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς· διαφέρει δὲ τῶν πρὸ αὐτοῦ μόνον ἐπὶ αὐξήσει δαπανῶν διὰ τῆς δημιουργίας πολλῶν θέσεων. Μᾶς λέγουν σήμερον: καλύψατε τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ δέον νὰ τὸ καλύψητε μόνον διὰ φόρων· καὶ μᾶς ἐκθέτουσιν οἱ Ὑπουργοὶ τὴν θεωρίαν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ Ἔθνος πρέπει ν’ ἀτενίσῃ εἰς τὸ νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν πίστιν του εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ νὰ αὐξήσῃ, ἂν οὐχὶ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι διὰ τῶν χρεωγράφων τῶν ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐκείνην τῆς Ἰταλίας, τὰ χρεώγραφα τῆς ὁποίας εἶναι 91, ἐνῷ τῆς Γαλλίας εἶναι 115, τὰ δὲ Ἑλληνικὰ εἶναι μόνον 72%. Ὁ κύριος λοιπὸν σκοπὸς τοῦ ἰσοζυγίου διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἡ ὕψωσις τῶν χρεωγράφων. Ἀλλ’ εἴπατέ μοι, σεῖς, Ἀντιπρόσωποι τοῦ Τόπου, ἐὰν γνωρίζῃ ὁ ἀληθὴς καὶ ἐργαζόμενος λαὸς, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε, τὴν λέξιν αὐτὴν, ἐὰν ἐνδιαφέρηται ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ἐνδιαφέρεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῆς ἀξίας τῶν χρεωγράφων εἰς τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐὰν τὰ τοιαῦτα ἐπιδιώκῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς τ’ αὐτὰ νὰ φρονῆτε; Κύριοι, ἀνάγκη ὑφίσταται τῆς αὐξήσεως φόρων τινῶν, ἀλλὰ, πρὶν ἢ φορολογήσωμεν τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενα, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν ἄλλα, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες εἶναι ἀφορολόγητοι, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες φορολογοῦνται ὀλίγον, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες κερδίζουσι πολλά. Καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, πρὶν θελήσῃ νὰ φορολογήσῃ τὸν γεωργὸν καὶ τὸν ἄπορον, νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, καὶ διὰ τῶν ὁποίων φορολογοῦνται αἱ εὔποροι τάξεις. Τελευταῖον εἷς τῶν συναδέλφων ὑπέβαλε Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ὑποβολὴ Νομοσχεδίου φορολογίας ἐκ μέρους Βουλευτοῦ ὅσον σπουδαίου θεωρουμένου, καθυστερεῖ πάντοτε ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διαθέτῃ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου παρ’ ἡμῖν γίνεται λόγος περὶ φορολογίας τῶν εὐπόρων τάξεων, καὶ οὐδὲν περὶ τούτων μέχρι σήμερον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, φορολογοῦσα τὴν εὔπορον τάξιν, δὲν θὰ ἀποταμιεύσῃ ποσὸν ἐπαρκὲς, ὥστε δι’ αὐτοῦ νὰ ἀνακουφίσῃ κατά τι τὴν ἄπορον τάξιν; Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατ’ ἐμὲ, ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται εἰς τοῦτο, καὶ, ἂν αὐτὴ τὸ ἀρνῆται, τὸ Κοινοβούλιον ὀφείλει νὰ τὸ ἐκτελέσῃ. Εἶναι, κύριοι, πρέπον οἱ διαβατικῶς κατοικοῦντες τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Τόπου καὶ κερδίζοντες πολλὰ νὰ μὴ φορολογῶνται; Ὅτι δὲ τοῦτο συμβαίνει, θὰ σᾶς φέρω μικρὸν παράδειγμα. Αἱ ἰδιωτικαὶ ἅμαξαι εἶναι εἶδος τῆς πολυτελείας. Πρὸ δεκαετίας ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ἦσαν ὀλίγαι, σήμερον δὲ εἶναι πολλαὶ, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται αὐτῶν δὲν φορολογοῦνται, ἐνῷ ὁ κοινὸς ἁμαξηλάτης καὶ καῤῥαγωγεύς πληρώνει, ὑποθέτω, 50 δραχμὰς κατ’ ἔτος ὡς φόρον ἐπιτηδεύματος. Εἶναι ἴσως πολλοὶ μεταξὺ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν καὶ δύω ἁμάξας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, οἵτινες ἀνέτως δύνανται νὰ φορολογῶνται 200–300 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἀφοῦ ὁ δυστυχὴς καῤῥαγωγεὺς φορολογεῖται κατ’ ἔτος 40–50 δρ. Ὅσον μεγαλείτερον φόρον ἐπιβάλλετε εἰς αὐτοὺς, μετὰ μεγαλειτέρας εὐχαριστήσεως θέλω ψηφίσει. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Διατί δὲν φορολογεῖτε τὴν πολυτέλειαν ἐντὸς τῶν οἰκιῶν; Διατί δὲν φορολογεῖτε τὴν πληθὺν τῶν ὑπηρετῶν; Διατί δὲν φορολογεῖτε τοὺς ἰδιώτας ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἵππους πολυτελείας καὶ ἄφθονα τὰ μέσα πρὸς συντήρησίν των, ἀφοῦ μεγάλα καὶ πλούσια Κράτη ἔχουσι τοὺς τοιούτους φόρους; Ἀλλ’ ἐπιβάλλοντες σήμερον τοιούτους φόρους, κύριοι, φρονεῖτε, ὅτι ἐβελτιώθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κατάστασις τῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως φαίνεται βελτιωμένη ἡ κατάστασις τῆς Πρωτευούσης; Τοιαύτην βελτίωσιν δὲν ἀναγνωρίζω ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τοῦ Τόπου, διότι ὁ τόκος τῶν χρημάτων ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι 30 καὶ 40%· οὐδεὶς δὲ χωρικὸς δύναται διὰ τῶν οἰκονομιῶν του νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας του, εἶναι δὲ ἠναγκασμένος νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ προκαταβολήν· καὶ αὐτὴν ποῖος θὰ τὴν δώσῃ; τὴν προκαταβολὴν θὰ τὴν δώσουν οἱ τοκογλύφοι, καὶ θὰ τὴν δώσουν ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν καρπῶν, οὕς θέλει συλλέξει ὁ χωρικὸς καὶ τοὺς ὁποίους θέλει προαγοράσει ὁ τοκογλύφος μὲ ἔκπτωσιν 50%! Τοιαύτη ἀκριβῶς εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν Ἐπαρχιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσι φόρους. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιβάλητε φόρους, τότε τὸ ἔλλειμμα ὑφίσταται, τότε ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἶναι χαλαρὰ, τότε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπιδιώκεται. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι Κυβερνήσεις μεγάλων Κρατῶν καὶ ἐχόντων πόρους ἀφθόνους δὲν ἐτόλμησαν διὰ μιᾶς καὶ ἐντὸς ἔτους νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα αὐτῶν, ἀλλ’ ἐζήτησαν τὴν βαθμιαίαν ἐλάττωσιν αὐτῶν, τῶν δὲ Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος ἡ ἀπαίτησις εἶναι νὰ καλυφθῇ διὰ μιᾶς ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα, κατὰ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο σχεδὸν τὸ ⅓ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ κατὰ τὸν νῦν, εἶναι 7 μόνον ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς ὅτι διὰ τοῦ ἰσοζυγίου τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα θέλουσιν ὑψωθῆ ἀπὸ 73% εἰς 90 ἢ 100. Τοῦτο τί ὠφελεῖ τὸν Τόπον, ἀφοῦ ὁ γεωργὸς τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ λάβῃ 200 ἢ 300 δραχμὰς προκαταβολὴν, πληρώνει 36 ἢ 40%; Ἀλλὰ τὰ χρηματιστικὰ καταστήματα, τὰ ὑποθάλποντα τὴν κυβείαν, αὐτὴν τὴν λέπραν τοῦ Τόπου, πῶς ἐνεργοῦσι; διότι περὶ τῶν ἀτόμων δὲν δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλήσω. Προκαλοῦσι καθ’ ἑκάστην δυστυχήματα εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ μέτρα ἀποτελεσματικὰ, ἔστω καὶ βίαια καὶ δεσποτικὰ, κατ’ αὐτῶν, θὰ ἔχωμεν δυστυχήματα ἀνεπανόρθωτα. Ἤδη ἔλαβον χώραν ἀρκετά. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ, διότι εἶναι ὑπὲρ τῆς κυβείας. Κύριοι, δὲν ἀναγνωρίζομεν πλέον τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος· αὕτη ἀπό τινων μηνῶν μετεβλήθη εἰς χρηματιστικὸν κατάστημα, ἡ κυβεία ἀνεπτύχθη εἰς βαθμὸν ἀκατονόμαστον, καὶ τὰ δυστυχήματα ἐπέρχονται τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τοῦτο! Ἐὰν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Τόπος ἐζήτησε νὰ ᾖναι ἐλεύθερος, τὰς ἐλευθερίας του ἠθέλησε ν’ ἀναπτύξῃ διὰ τῶν ἠθικῶν ἐκείνων μέσων, δι’ ὧν ἀναπτύσσεται εὐγενὴς λαὸς, ἀπέκρουσε δὲ πάντοτε τὴν κακοήθειαν καὶ τὴν διαφθορὰν, ὅθεν δήποτε καὶ ἐὰν προήρχοντο καὶ ὑφ’ οἱωνδήποτε καὶ ἂν ὑπεστηρίζοντο. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν φθονοῦμεν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δι’ ἐντίμου ἐργασίας ἐσχηματίσθησαν· ἀποκρούομεν τοὺς κακοήθεις ἐκείνους κερδοσκόπους, οἵτινες τοσοῦτον ἀναιδῶς ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν παρθένον ἡμῶν Χώραν.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§109Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἴμεθα σύγχρονοι πολλῶν ἐκ τῶν ἐντίμως ἐργασθέντων ἐπὶ τριακονταετίαν καὶ σχηματισάντων μεγάλα κεφάλαια· εἶναι οἱ ἐντιμότεροι μεταξὺ ἡμῶν· βδελυσσόμεθα ὅμως τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνην πρόθεσιν ἔχουν νὰ λῃστεύσουν τὸν Τόπον, καὶ, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν κάμνουν προκαταβολὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ χρεωγράφων, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὰς ἀνακαλοῦν, διὰ νὰ ὑποχρεώσουν τοὺς δανειστάς των, ἀντὶ εὐτελῶν τιμῶν νὰ πωλήσουν τὰ χρεώγραφά των. Ἀπέναντι τοιαύτης αἰσχρᾶς καταστάσεως ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ μετέλθῃ πᾶν μέτρον, ἔστω καὶ δεσποτικὸν, κατὰ τῶν τοιούτων κερδοσκόπων, καὶ ἐξεύρῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν, ἐφ’ ὅσον τῇ ἐπιτρέπεται· κατὰ δὲ τῶν κακοήθων χρηματιστικῶν ἐπιχειρήσεων νὰ μιμηθῇ τὰ ξένα Κράτη. Τελευταῖον εἴδομεν ἐν Γαλλίᾳ τὸν Rontone, λῃστεύσαντα ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, νὰ καταδικασθῇ ἀπὸ τὰ Γαλλικὰ Δικαστήρια εἰς πέντε ἐτῶν εἱρκτήν. Χρήματα λοιπὸν οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουν· οἱ Ἕλληνες ἐξακολουθοῦν πληρώνοντες 30 καὶ 36% τόκον· δὲν ἐπῆλθε δὲ ἀπὸ δύω ἐτῶν τοιαύτη βελτίωσις τοῦ Τόπου, ὥστε νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, οἵτινες κατ’ ἀναλογίαν ἐπιβαρύνουν κατὰ 20, 25 καὶ ἐπί τινων εἰδῶν μέχρι 30%. Κατὰ συνέπειαν κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῶν φόρων, ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὰ μέσα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλλῃ, δὲν ἐπιβάλλει πρῶτον φόρους ἐπὶ τῶν εὐπόρων τάξεων, οἱονδήποτε χρῆμα καὶ ἂν ἀποκομίσῃ ἐξ αὐτῶν, ἔστω 1,000, ἔστω καὶ 5,000 δραχμῶν· καὶ νομίζω, ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν θέλησιν τοῦ Τόπου, ἐὰν, πρὶν θελήσωμεν νὰ φορολογηθῇ ὁ γεωργὸς, φορολογηθῶσιν οἱ μὴ ἢ καὶ οἱ ἀνεπαρκῶς φορολογούμενοι. Εἴπατέ μοι τί εἰσπράττει ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὰς καθ’ ἑκάστην πράξεις τῶν Τραπεζιτῶν; Καὶ διατί δὲν καταγίνεται νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ ἐξ αὐτῶν κέρδη, καὶ ἐπιβάλῃ τὴν ἀνήκουσαν φορολογίαν, ἐπὶ τῇ βάσει κλίμακος; Ἀλλὰ, καὶ ἂν δὲν εἰσπράξῃ ἀρκετὰ, θὰ ἔχῃ ἤρεμον τὴν συνείδησιν, ὅτι πρῶτον ἐφορολόγησε τὸν εὔπορον, καὶ ἐν ἀπολύτῳ μόνον ἀνάγκῃ ἐπιβάλλει φόρον καὶ εἰς τὸν γεωργόν. Εἶναι πολλὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε φόρους, ἀποδίδοντες οὕτω δικαιοσύνην εἰς τὰς ἀπόρους τάξεις, καὶ συνάμα προσπορίζοντες εἰς τὸ Ταμεῖον χρήματα. Διὰ τῶν τοιούτων μέτρων θέλει πεισθῇ ὁ Τόπος, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ Βουλευταὶ, πρὶν ζητήσωσι νὰ φορολογήσωσι τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ, ἐφορολόγησαν τὰ μέγαρα, τὴν πολυτέλειαν, τὰ οἰκόπεδα, τὴν ἄνεσιν· τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ φορολογηθῇ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ἄπορος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐπωφελουμένη ὅλων, ὅσων ἐλέχθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ὅσων ἐγράφησαν καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν ἰδίαις ἀναφοραῖς, θέλει προτείνει τ’ ἀναγκαῖα πρὸς τοῦτο νομοθετήματα. Εἰς τὰς Ἀθήνας, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὑπολογίζουσιν, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ κεφάλαια, καὶ ἀληθῶς ὑπάρχουσι τοιαῦτα, ἀλλὰ δὲν εἶναι κεφάλαια πρὸς παραγωγὴν τοῦ πλούτου τῆς Χώρας, εἶναι κεφάλαια, προωρισμένα διὰ κερδοσκοπίαν, εἶναι κεφάλαια πρὸς καταλήστευσιν τοῦ Τόπου, εἶναι κεφάλαια πρὸς διαφθορὰν καὶ δυστυχίαν τῶν κατοίκων· ἐπὶ τοιούτων κεφαλαίων, ἐπὶ τῶν κερδοσκοπικῶν συναλλαγῶν, δέον νὰ ἐπιβληθῇ βαρύτατος φόρος, καὶ πρὸς πορισμὸν χρημάτων, καὶ πρὸς περιστολὴν τῆς κακοηθείας. Τελευταῖον ὑπεβλήθη ὑφ’ ἑνὸς τῶν συναδέλφων Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Λυποῦμαι, διότι ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων νὰ κάμω τὴν αὐτὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον, δίδοντα πάντοτε τὴν αὐτὴν μονότονον ἀπάντησιν, ὅτι δὲν κατωρθώθη ἡ τύπωσις τοῦ ὡς εἴρηται Νομοσχεδίου. Τὸ Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ φορολογηθῇ τὸ εἰσόδημα, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ υἱοθετηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ προηγηθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἄλλων φόρων. Πρὶν φορολογήσωμεν τοὺς πτωχοὺς, πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τοὺς πλουσίους καὶ εἰς τὰ μέγαρά των, καὶ εἰς τὴν πολυτέλειάν των, καὶ εἰς τὰς ἀσώτους δαπάνας των. Δέον ἐπίσης νὰ φορολογηθῶσιν αἱ τραπεζιτικαὶ πράξεις, οἱ μεσῖται, οἱ μικροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ φορολογήσητε τὰς ἀπόρους τάξεις. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὰ τοιαῦτα μέτρα δὲν προηγηθῶσι, μέτρα τὰ ὁποῖα καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον δύνανται νὰ προσπορίσωσι χρήματα καὶ τὴν κακοήθειαν νὰ περιστείλωσι, δὲν δυνάμεθα εὐπροσώπως νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας.
§110Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη μαρτυρεῖ τὸ ἀτελὲς, τὸ ἄστοχον, τὸ μὴ ἐπιστημονικὸν τοῦ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, εἶναι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Συντάγματος μεγίστη ἀλήθεια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσετε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ συλλήβδην 15 φόρους· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξετάσαι κατ’ ἰδίαν ἕκαστον τῶν φόρων τούτων. Πῶς δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν; Πῶς δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ αὐξήσωμεν διὰ μιᾶς καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι 5%, καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὁ ὁποῖος εἶναι 30%; Εἰπέ τις τῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης, ὅτι ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητήματος, τοσοῦτον σπουδαίως καταπολεμηθέντος ἀλληλοδιαδόχως ὑπὸ 10 ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, ὅτι ἡ σιωπὴ αὕτη ἐμφαίνει περιφρόνησιν. Δὲν εἶναι ἱκανὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ περιφρονήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ σιωπὴ αὐτοῦ ἐμφαίνει ἔλλειψιν ἐπιχειρημάτων, ἐμφαίνει φυγομαχίαν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον, ὅτι φεύγουσι τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θέλουσι νὰ ὑφαρπάσωσι διὰ τῆς σιωπῆς Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει 3,000,000 δραχμὰς πρόσθετον φόρον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ τὸν ἐπιβάλλει ραγδαίως, ἀνεξετάστως, χονδροειδῶς, τὸν ἐπιβάλλει εἰς τὰ τυφλὰ, ὅπως πολλάκις εἶπον ἐντεῦθεν. Δὲν δύνανται δὲ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι τοῦτο πράττουσι, διὰ νὰ εἰσαγάγωσι πλειότερον χρῆμα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι ἠδύναντο, ἂν σπουδαίως περὶ τούτου ἐσκέπτοντο, τὸ χρῆμα, τὸ νῦν ἁρπαζόμενον ἀδίκως καὶ ἀσπλάγχνως, νὰ τὸ εἰσαγάγωσιν εὐλόγως καὶ ὠφελίμως διὰ τὴν παραγωγήν. Οἱ φόροι, περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι παλαιοί· ὁ φόρος αὐτῶν πρὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν χρονολογεῖται. Αἱ ἐπελθοῦσαι μεταβολαὶ, ἡ πρόοδος τῆς κοινωνίας, ἡ μεταβολὴ τοῦ βίου, πολλοὺς ἐκ τῶν φόρων τούτων ἐπηρέασαν, ὡς π. χ. τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἄλλους. Πολλοὶ ἐκ τῶν φόρων τούτων εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ἄλλοι ἐξ αὐτῶν εἶναι βαρύτατοι. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἠδύνατο εὐκολώτατα, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ μεγάλης καὶ κολοσσιαίας ἐργασίας, εἶχεν ἄπειρον πρὸς τοῦτο καιρὸν, εἶχε πέντε μῆνας, καθ’ οὓς ἡ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν ἐνταῦθα, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναθεωρήσῃ τοὺς φόρους αὐτοὺς, νὰ φέρῃ μεταξὺ αὐτῶν τὴν ἀναλογικὴν ἰσότητα καὶ νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον πλέον ἴσως τῶν 3,000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶναι συνειθισμένη ἡ μερὶς αὕτη εἰς τὴν τοιαύτην δι’ ἐπιδρομῆς ἐπιβολὴν τῶν φόρων. Δὲν ἔπραξε τὸ αὐτὸ ὡς πρὸς τὰ τελωνειακὰ τέλη κατὰ τὸ 1880; Καὶ δὲν ὑπεσχέθη τότε, δὲν ὑπόσχεται δὲ καὶ σήμερον ἔτι, ὅτι θέλει ἀναθεωρήσει τὸ δασμολόγιον, καὶ ὅμως δὲν τὸ ἀναθεωρεῖ; Ἐλησμόνησε τί εἶπε τότε; Ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο δὲν ἐπιδοκιμάζει ἡ ἐπιστήμη, ἀλλ’ ὅτι ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἀνάγκης. Καὶ ἐν τούτοις 10 μῆνες εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν κατώρθωσεν ἔτι ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ δασμολόγιον καὶ ἄρῃ τὴν ἀδικίαν. Ἂν οὕτως εἰργάζετο ἡ Κυβέρνησις, ἠδύνατο εὐπροσώπως νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον ἡμῶν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον ἡμῶν, πρὸς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ βελτιώσεως τῆς φορολογίας. Ποῦ ἠκούσθη, πρὸς Θεοῦ, Νόμος, δι’ οὗ διὰ μιᾶς αὐξάνονται 15 φόροι! Εἶναι εὐτύχημα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι διαδεδομένη εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν, εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον· ἂν ἦτο διαδεδομένη, θὰ ἦτο αἶσχος δι’ ἡμᾶς τοιοῦτος Νόμος, ψηφιζόμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἑδρεύει ἐν Ἀθήναις. Σιωπᾶτε, σιωπᾶτε, ἡ σιωπή σας σημαίνει τὴν καταδίκην σας. Ἂν εἴχετε νὰ φέρετε ἀντιῤῥήσεις, ἠθέλετε τὰς φέρει, ἀλλὰ δὲν ἔχετε, διότι τίνα δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι περιφρονεῖτε; Δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι περιφρονεῖτε τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ; Δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι περιφρονεῖτε τὸν λαὸν, τὸν λαὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεσθε ζητοῦντες νὰ σᾶς ἀνοίξῃ τὸ βαλάντιον αὐτοῦ; Ἐπὶ τοῦ λαοῦ ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλετε φόρους, ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἵστασθε, δὲν δύνασθε νὰ περιφρονήσητε αὐτὸν καὶ νὰ τολμήσητε μάλιστα νὰ τὸ εἴπητε. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν συγκινοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι περὶ ὑμᾶς, βλέποντες οὕτω προσφερομένην τὴν Κυβέρνησιν, σιγῶσαν, καταπνίγουσαν τὴν συζήτησιν. Ὅσοι δὲ ἀπορεῖτε ἀδίκως καὶ ἀδικώτερον ἀσχάλλετε ἐπὶ τῇ ἀγανακτήσει ἡμῶν, ἐξετάσατε ὑμᾶς αὐτούς. Προτείνατε εἰς φίλον σας στενὸν, εἰς τὸν ἀδελφόν σας αὐτὸν, ἰδέαν τινὰ, ὑποστηρίξατε αὐτὴν, προκαλέσατε συζήτησιν· καὶ ἂν ἐβλέπατε αὐτὸν σιωπῶντα, μὴ ἀπαντῶντα εἰς ὑμᾶς, εἰπέτε μοι τί θὰ ἐλέγετε περὶ αὐτοῦ; Ἂν δὲ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις, ἂν εἰς τὴν ἁβρότητα μεταξὺ τῶν ἀτόμων τὸ τοιοῦτον δὲν ἐπιτρέπηται καὶ ἡ σιωπὴ θεωρῆται προσβολὴ, ὕβρις, τί δύναται νὰ εἴπῃ τις περὶ τῆς σιωπῆς, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσουσιν οἱ Ὑπουργοὶ τοσοῦτον ἀνενδότως εἰς τὸ Κοινοβούλιον; Ἡ σιωπὴ τοῦτο ἐμφαίνει, ἐμφαίνει τὴν καταδίκην αὐτοῦ τοῦ συστήματος, καὶ ὁ κ. Μεσσηνέζης εἶχε πληρέστατον δίκαιον, ὅταν ἐπρότεινε τὴν διαίρεσιν. Ἐπρότεινε τὴν διαίρεσιν ὁ κ. Μεσσηνέζης, θέλων, ὡς πιστεύω, νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἡμᾶς μὲν κινεῖ εἰς ἀηδίαν, σᾶς δὲ ἐκθέτει εἰς τὴν δικαίαν τοῦ λαοῦ κατάκρισιν. Ἄλλως, ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔπρεπε νὰ προτείνῃ, ὅπως προτείνω ἐγὼ, καίτοι ἀποδεχόμενος προκαταρκτικῶς τὴν πρότασίν του, τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ Νομοσχεδίου, ὡς ἀντιβαίνοντος εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς λογικῆς, καὶ ὡς καθιεροῦν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας, διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τὸ πρώτιστον δικαίωμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐνάσκησις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος. Ἡ ψήφισις τῶν φόρων, ἡ ψήφισις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ ὅταν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον ζητῆτε 3,000,000 προσθήκην φόρων, καὶ τὴν ζητῆτε μάλιστα διὰ τρόπου ἀκατονομάστου, ὀφείλετε τουλάχιστον νὰ ἔλθετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δικαιολογήσετε τὴν πρότασίν σας. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐπαναλαμβάνω, ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν, μετ’ ἀποστροφῆς μάλιστα, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑποστηρίζω ἐπικουρικῶς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη.
§111Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κύριοι, ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως, συζητουμένου τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς πολλῶν ἑκατομμυρίων φόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἶναι ἀνεξήγητος καὶ ἀδικαιολόγητος· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν οὐδὲν μέσον ἔχομεν, ὅπως ἐξαναγκάσωμεν αὐτὴν νὰ λύσῃ τὴν σιωπήν της· διὰ τοῦτο ἡμεῖς, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν μας, ὀφείλομεν νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον, ὅπως ἀποδείξωμεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι καὶ ἄδικον καὶ ἄνισον καὶ κακῶς κατηρτισμένον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου καὶ θὰ ψηφίσω κατ’ αὐτοῦ, οὐχὶ ὑπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διότι θεωρῶ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ὡς μάλιστα προτείνεται συλλήβδην, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον καὶ ἀκανόνιστον. Τὸ Νομοσχέδιον λέγει, ὅτι οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι καὶ τὰ ἄλλα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 καὶ ἐφεξῆς ἐπιβάλλονται καὶ εἰσπράττονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅλοι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι εἶναι οἱ φόροι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην· καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ἀμέσους, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι οὗτοι εἶναι οἱ φόροι τῶν ζώων, τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι οἱ εἰς τὰ Τελωνεῖα εἰσπραττόμενοι· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τἆλλα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα θὰ εἰσπράττωνται κατὰ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, δὲν ὤφειλεν ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ποῖα εἶναι ταῦτα; Ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου πρὸ μικροῦ ἔκαμα παρατήρησιν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ἀγορεύοντα, ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάγωνται καὶ αἱ δύσεις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν· ἄλλοι ὅμως ἀντιπαρετήρησαν, ὅτι εἶναι τίμημα καὶ δὲν ὑπάγεται ἑπομένως εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἀξία τοῦ ἅλατος, φερ’ εἰπεῖν, δὲν θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἐνῷ δὲν εἶναι δικαίωμα οὔτε φόρος ἄμεσος ἢ ἔμμεσος, εἶναι ἀγορὰ πράγματος; Ἰδοὺ λοιπόν, ὡς παράδειγμα, μία ἀμφιβολία· ἀλλὰ δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ ἕτερα δικαιώματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου Νόμου, ὡς παρ. χ. τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν μεταλλείων, τῶν ὀρυχείων, τῶν λατομείων; βεβαίως ὄχι· διότι δι’ αὐτὰ ὑπάρχει συνθήκη μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ παραχώρησις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαιώματα ταῦτα πρέπει νὰ εἰσπράττωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νομισματικοῦ συστήματος. Ἐπὶ τῶν ἀμφιβολιῶν τούτων ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐξεύρῃ καὶ ἡ κοινωνία τί νομοθετοῦμεν, ἀλλ’ ἐν τούτοις σιωπᾷ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἔχω καὶ ἑτέραν ἀκόμη παρατήρησιν νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐμμέσους φόρους. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, διὰ Νόμου, ψηφισθέντος τὸ ἔτος 1880 ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ καὶ νῦν ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργοῦ τότε τῶν Οἰκονομικῶν, καθιερώσαμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐμμέσων φόρων εἰς νέας δραχμάς· ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, συζητουμένου τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καπνῶν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε τὴν παρατήρησιν νὰ προστεθῇ καὶ προσετέθη εἰς τὸ Νομοσχέδιον, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ὑπολογίζεται εἰς παλαιὰς δραχμάς· ἐγὼ παρετήρησα τότε διατί νὰ ἔχωμεν αὐτὸ τὸ διπλοῦν νομισματικὸν σύστημα; ἢ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐν χρήσει τὰς παλαιὰς δραχμὰς ἢ πρέπει τὰ πάντα νὰ κανονίζωνται εἰς νέας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως παρετήρησεν, ὅτι ὅλοι οἱ τελωνειακοὶ φόροι ὑπολογίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νομισματικοῦ συστήματος, καὶ ἐπὶ ταύτης γίνεται ἡ προσθήκη τῶν διαφόρων δεκατημορίων, τὰ ὁποῖα διὰ διαφόρων Νόμων καὶ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐψηφίσαμεν, μετὰ ταῦτα δὲ γίνεται ἡ ἀναγωγὴ εἰς νέας δραχμὰς καὶ ἐνεργεῖται ἡ εἴσπραξις. Ἀλλὰ διὰ τοῦ συζητουμένου Νομοσχεδίου ἀνατρέπεται ὁ προχθὲς ψηφισθεὶς Νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ τελωνειακὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ καπνοῦ θὰ ὑπολογίζεται εἰς παλαιὰς δραχμάς· διότι, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι θὰ ὑπολογίζωνται καὶ θὰ εἰσπράττωνται εἰς νέας δραχμὰς, ἑπομένως καὶ ἡ προσθήκη τῶν διαφόρων δεκατημορίων, λόγῳ τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους θὰ, γίνεται ἐφεξῆς εἰς νέας δραχμάς. Πῶς συμβιβάζονται λοιπὸν ταῦτα πάντα μὲ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἤδη, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ ἔμμεσοι φόροι θὰ ὑπολογίζωνται καὶ θὰ εἰσπράττωνται εἰς νέας δραχμὰς; Βλέπετε τὸ ἐσπευσμένον τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ἀμελέτητον, τὸ ἄνευ μιᾶς ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς εἰσαγόμενον εἰς ποῖα ἄτοπα μᾶς φέρει! Τὸ Νομοσχέδιον, κύριοι, πρέπει νὰ περιέχῃ ρητῶς καὶ ὡρισμένως τοὺς φόρους τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους καὶ τἆλλα δικαιώματα, τ’ ἀναφερόμενα ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ συλλήβδην, ἐφ’ ὧν θὰ ἐπιβληθῇ ἡ αὔξησις αὕτη· διότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀμφιβολίαν, ἅμα τῇ ἐκτελέσει καὶ ἐφαρμογῇ τοῦ Νόμου, ποῖοι φόροι ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, δηλαδὴ ποῖοι ἐπιβαρύνονται μὲ τὸ 12%. Εἶναι τῳόντι, κύριοι, πρωτοφανὲς τὸ συμβαῖνον ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, νὰ συζητῶμεν σπουδαιότατα φορολογικὰ Νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπιβάλλεται πολλῶν ἑκατομμυρίων βάρος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ νὰ μὴ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ τηρῇ ἀσύγγνωστον σιγὴν, ὡς νὰ πρόκηται νὰ δείξῃ ἄκραν ὀλιγωρίαν πρὸς ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον δῆθεν δὲν ἐκτιμᾷ· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἰσομετρηθῇ ἡ Κυβέρνησις πρὸς πρόσωπα· πρόκειται νὰ παρασταθῇ ὡς Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει αὕτη νὰ διαφωτίσῃ καὶ χειραγωγήσῃ εἰς αὐτὰ τὰ ὡρισμένα καὶ συγκεκριμένα ζητήματα. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ἵνα γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν ἐπὶ τέλους, ἂν ἐπιψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο.
§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, δὲν ἀναδέχομαι συζήτησιν, διότι δυστυχῶς δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπει ἡ κατάστασις τῆς φωνῆς μου, δὲν θεωρῶ ὅμως καὶ ἀναγκαίαν τὴν συζήτησιν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέθηκε τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστήριξεν ἀπ’ ἀρχῆς τὴν πρότασιν, ἐξέθηκε δὲ, ὅταν ὑπέβαλε τὰς σκέψεις περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξέθηκεν αὐτοὺς καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐνδέχεται αὐταὶ αἱ σκέψεις νὰ μὴ ἦναι ὀρθαί· ἀνεπτύξατε ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν νομίζετε, ὅτι τὰς ἀνατρέπετε. Αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματά σας θὰ σᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὸ νὰ κάμετε χρῆσιν τῆς ψήφου σας· ὅσους ὅμως δὲν διεσκαλεύσατε διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα φέρετε, κατὰ φυσικὸν λόγον θὰ ἀκολουθήσουν οὗτοι τὴν ἐναντίαν πεποίθησιν. Ἐξηγήσεις μόνον δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀρνηθῶ, ἂν αὗται ζητῶνται ἐξ αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Πρῶτον τὸ περὶ διαιρέσεως. Ἕκαστος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν διαίρεσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρίσῃ τί διαιρεῖ καὶ κατὰ τί εἶναι διαιρετόν· πρέπει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν τῆς διαιρέσεως· ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ εἴπητε: διαίρεσον σύ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἀδιαίρετον· ἵνα μὲ πείσητε, πρέπει σεῖς νὰ διαιρέσητε. Ἀπορῶ δὲ πῶς Ὑπουργοὶ διατελέσαντες ἄλλοτε ἔρχονται σήμερον νὰ παραστήσουν τὸ ζήτημα σκοτεινὸν, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1874 ἐζήτησαν πάντοτε δι’ ἑνὸς ἄρθρου τὴν ἐπιψήφισιν ὅλων τῶν φόρων καὶ οὐδέποτε ἄλλως· Πῶς σᾶς φαίνεται παράδοξον, ἂν ἐγένετο διάταξις δι’ ἑνὸς ἄρθρου ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν φόρων νὰ γείνῃ ἡ αὐτὴ αὔξησις. Λέγετε, ὅτι περιλαμβάνονται οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι· διατί περιλαμβάνονται οἱ ἔμμεσοι; περὶ αὐτῶν ἤδη ὑπάρχει διάταξις. Ὁ λόγος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὁ ἑξῆς. Λέγομεν, ὅτι οὐ μόνον ἐπιβάλλονται, ἀλλὰ καὶ εἰσπράττονται, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ παύσωμεν τὴν ἐργασίαν τῆς ἀναγωγῆς, διότι σήμερον οἱ ἔμμεσοι φόροι, οἱ τελωνειακοὶ, ὑπολογίζονται πρῶτον εἰς νέας δραχμὰς, ἔπειτα γίνεται ἀναγωγὴ εἰς παλαιὰς δραχμὰς, καὶ ὅπως ὁ Νόμος κεῖται, πληρώνουσι παλαιάς. Πρέπει δὲ ἀπὸ τὰς παλαιὰς δραχμὰς νὰ κάμητε πάλιν ἀναγωγὴν εἰς νέας μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου τοῦ 67, διὰ τοῦτο συμπεριελήφθησαν καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι.
§113ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν αὐξάνουν οἱ ἔμμεσοι φόροι;
§114ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι. Καταργεῖται ἡ ἀναγωγή. Αὐξάνουσιν οἱ ἄμεσοι, καὶ τὸ εἴπομεν τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι αὐξάνουσι κατὰ 12%. Δὲν εὐχαριστεῖσθε εἰς τὴν αὔξησιν; καταψηφίσατε. Ἀλλὰ θέλετε νὰ διαιρέσωμεν, νὰ εἴπωμεν περιλαμβάνονται οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα φόροι. Πῶς εἶναι δυνατὸν πρώην Ὑπουργοὶ νὰ ἔρχωνται νὰ ἐρωτοῦν, ποῖοι εἶναι οἱ ἄμεσοι φόροι! Τί ἐξηγήσεις ζητεῖτε;
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζήτησα ἐξηγήσεις σᾶς εἶπον μόνον πῶς συμβιβάζεται τὸ παρὸν Νομοσχέδιον μὲ τὸ περὶ καπνοῦ (θόρυβος).
§116ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ, ἀδύνατος πᾶσα ἐξήγησις. Τώρα θέλετε νὰ σᾶς ἐξηγήσω ποῖοι εἶναι οἱ ἔμμεσοι φόροι;
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζήτησα ἐξηγήσεις δι’ ἐμαυτὸν (θόρυβος).
§118ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι, διὰ νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὴν πρᾶξιν τῆς ἀναγωγῆς, ἐφέραμεν αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία κατ’ εὐθεῖαν εἰς νέας δραχμάς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διότι εἰς τὰ Τελωνεῖα σήμερον γίνονται πολλαπλαῖ πράξεις. Ἔλθωμεν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ ζητήσητε ἐξηγήσεις τί εἶναι ἄμεσοι φόροι, διότι σεῖς μὲ ἐφέρατε εἰς τὸ βῆμα, ἵνα σᾶς ἐξηγήσω.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα, διὰ νὰ τὸ μάθῃ ἡ Βουλή...
§120ΤΡΑΚΑΣ. Δὲν τὰ γνωρίζομεν ἡμεῖς.
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἄλλο πρᾶγμα. Ἐγὼ μεταχειρίζομαι εἰς τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ τὴν γλῶσσαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν ἤρχετο ἄλλος Βουλευτὴς, μὴ ὑπάρξας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προβάλλων τὴν ἐρώτησιν, ἤθελον τὸν δικαιολογήσῃ, ἀλλ’ ἔρχεται εἷς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει, ὅτι ἀγνοεῖ τί εἶναι τὰ δικαιώματα.
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα πρὸς τὴν Βουλήν....
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τότε, καταδικάζετε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπὶ σκοπῷ νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις· διότι, ἐὰν ἦτο αὐτὸς ὁ σκοπὸς, εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἐξηγήσητε μόνος καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι τὰ δικαιώματα εἶναι ταῦτα ἢ ἐκεῖνα· ἀλλὰ σεῖς ἐγείρεσθε ἀντιπρόσωπος ἀγνώστων τινῶν ἀγνοούντων, διότι ἀγνοοῦντες δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν· ἐνῷ δὲν ἦλθέ τις ἐξ αὐτῶν, ἤλθετε σεῖς καὶ λέγετε, ἵνα ἐνισχύσητε τὴν πεποίθησίν σας, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις, ἀλλὰ νὰ ἀνακινηθῇ ζήτημα περὶ ἐξηγήσεως. Ὅταν λέγωμεν φόρον, ἐννοοῦμεν πᾶν ὅ,τι ἐπιβάλλεται ὡς φόρος, καὶ δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς περιέχει τὰς κατηγορίας τῶν φόρων, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ δοθῶσιν ἐκ νέου ἐξηγήσεις· δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι φόροι πλὴν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ψηφίζετε. Δὲν γνωρίζετε τί ψηφίζετε; Καὶ δὲν ἀπορῶ διὰ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπορῶ διὰ τοὺς ἄλλους Ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς κατάστασιν καὶ ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν, ὅταν πρόκειται νὰ δώσουν τὴν ψῆφόν των, τί εἶναι φόρος καὶ τί δὲν εἶναι. Ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν, πρὸς τί αὐτὸς ὁ πάταγος; Ἀλλὰ θέλετε νὰ ὁρίσωμεν ἕνα ἕκαστον καὶ ἐφέρατε ἓν παράδειγμα τοῦ ἅλατος. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ἅλας εἶναι φόρος ὑπαγόμενος εἰς τὰ νομήματα.
§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἄμεσος φόρος εἶναι, οὔτε ἔμμεσος.
§125ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι φόρος. Ἀλλ’ ἐρωτᾶτε τί εἶναι τὰ δικαιώματα· ταῦτα εἶναι τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα δὲν πηγάζουν ἐκ συναλλάγματος, ἀλλ’ ἐξ ὡρισμένης διατάξεως τοῦ Νόμου. Ἀνεφέρατε τὰς δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν· αἱ δόσεις εἶναι ἐκ συναλλάγματος, εἶναι τίμημα· δὲν δύναται μονομερῶς ὁ εἷς τῶν συμβαλλομένων νὰ μεταβάλῃ τὸν ὅρον τοῦ συμβολαίου.
§126ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν ὀρυχείων, τῶν μεταλλείων...
§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί ἐννοεῖτε δι’ αὐτῶν; Αὐτὰ εἰσπράττονται εἰς νέας δραχμάς· εἶναι φόρος.
§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, εἶναι δικαίωμα ἐκ συνθήκης, ἐκ συμβάσεως (θόρυβος).
§129ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει παρεννόησις. Ἐκ τῶν προτέρων θέλετε νὰ μὲ ἀποστομώνετε, καὶ αὐτὸς εἶναι κοινοβουλευτικὸς τρόπος συζητήσεως. Φέρετε τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ τοῦ κλείετε τὸ στόμα· ἅμα ἀνοίξῃ τὸ στόμα, φωνάζετε: ὄχι, δὲν εἶναι αὐτό.
§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς διορθώνω.
§131ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πράξητε ἄδικον, ἂν ἠθέλατε ἀρχίσει νὰ διορθώσητε πρῶτον τὸν ἑαυτόν σας, καὶ νὰ μὴ προτρέχητε, νὰ διορθώσητε ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζετε τὸ σφάλμα. Ἀφοῦ ἔχετε Ὑπουργὸν εἰς τὸ βῆμα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐλλείψεως φωνῆς, ἀφήσετε αὐτὸν ἐλεύθερον νὰ ὁμιλήσῃ. Τώρα καταλαμβάνω διατί μὲ ἐφέρετε εἰς τὸ βῆμα, ἵνα μοὶ ἀφαιρέσητε τὴν φωνὴν, καὶ λέγετε νὰ μὲ διορθώσητε, νὰ μὲ διδάξητε. Ἐξαίσιον πρᾶγμα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει παρεννόησις, διότι, ὅπου εἶναι καθ’ ἑκατοστὸν ὁ φόρος, ἀδιάφορον ποῖον νομισματικὸν σύστημα ἐφαρμόζεται. Τί σχέσιν ἔχει μὲ τὸν Νόμον παραδείγματος χάριν τὸ ἐλαιοδέκατον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται εἰς εἶδος; Εἰς τὸν ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν φόρον ἔχει σχέσιν, διότι ἐγίνετο σκέψις νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου προβλέπεται αὔξησις, ἀνεβάλομεν πᾶσαν ἄλλην αὔξησιν. Ἡ αὔξησις προέρχεται, διότι οἱ κατάλογοι ἐγένοντο ὁριστικοὶ διὰ μίαν πενταετίαν· ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ ἄλλη πενταετία, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ὁ ὁποῖος ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς παλαιὰς, μετατρέπεται εἰς νέας. Ὥστε ἐκ τούτου ἐπηρεάζεται ὁ φόρος (θόρυβος). Ὁ φορολογικὸς Νόμος εἶναι ἐτήσιος. Ποία φορολογία εἶναι διηνεκής; Εἴπατε, διατί ἐφέραμεν αὐτὸν τὸν Νόμον· διότι εἶναι πάγιος. Οἱ φορολογικοὶ ὅμως Νόμοι εἶναι ἐτήσιοι, διότι ἄλλως κατ’ ἔτος πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἰδοὺ ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἐφέραμεν τὸν Νόμον αὐτὸν χωριστά.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον!
§134ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθε, δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν περισσότερον. Ἄν ἡ συμπολίτευσις θελήσῃ νὰ πιέσῃ, δὲν ἔχει δίκαιον (θόρυβος).
§135ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καλὸν εἶναι νὰ γίνεται διακοπὴ τὸ ἑσπέρας, καὶ νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς ἐννέα καὶ νὰ μένωμεν ἕως εἰς τὰς δώδεκα.
§136Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συζητοῦμεν ζήτημα ἀπαραδέκτου, διότι εἰς ζήτημα ἀπαραδέκτου κατέληξεν ἡ πρότασις, ἣν διάφοροι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπανειλημμένως προέβαλον. Τὰ ζητήματα τοῦ ἀπαραδέκτου ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μελετᾷ μετὰ προσοχῆς, καὶ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξηγήσω, διότι δὲν ἀμφιβάλω, ἂν ἤθελον πείσει ὑμᾶς, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου ἔχει βάσιν, δὲν ἀμφιβάλω, ὅτι θέλει ἀναγνωρισθῆ αὕτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέφρασεν, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐξάνονται μόνον οἱ ἄμεσοι, δὲν αὐξάνονται δὲ καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι· ἐὰν δὲ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ περιέχηται καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων, τοῦτο ἐγένετο, διὰ νὰ κανονισθῇ ἡ γραφικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τοῖς Τελωνείοις, καθ’ ὃν χρόνον βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται τὰ τελωνειακὰ τέλη. Ἐὰν ἠθέλαμεν παραδεχθῆ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρότεινεν ἐπὶ τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ Νομοσχεδίου, δι’ οὗ περιελήφθη καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων ἡ αὔξησις, καὶ ἐὰν ἠθέλαμεν παραδεχθῆ τὴν αἰτιολογίαν ταύτην ὡς ἑρμηνείαν, μοὶ ἀρκεῖ ἡ βεβαίωσις, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμεν, ὅτι οὐχ ἧττον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ προτείνεται ἡ κατὰ 12% αὔξησις τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ προτείνεται προσέτι καὶ ἡ αὔξησις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου πρὸς 12% περισσότερον. Συνταγματικὴ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ἕκαστος φόρος ψηφίζεται κατ’ ἔτος. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1883 ἔπρεπε νὰ ψηφίσωμεν τοὺς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπιβαλλομένους φόρους. Καὶ δὲν ἀμφιβάλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἰσήγαγέ τινα Νομοσχέδια, θέλει εἰσαγάγει καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἕτερα καὶ θέλει ζητήσει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν φόρων, οἵτινες θέλουν ἐπιβληθῆ κατὰ τὸ 1883. Διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διατί διὰ μιᾶς διατάξεως ἐν αὐτῷ δὲν προτείνει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτήρων βοῶν ἐπὶ πλέον κατὰ 12%; Διατί ἐν ἑκάστῳ τῶν Νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλει ὑποβάλει, νὰ μὴ περιλάβῃ διάταξιν, δι’ ἧς νὰ προτείνῃ τὴν αὔξησιν ἑκάστου τῶν δι’ αὐτοῦ προταθησομένων φόρων; Ἐὰν τὸ ἔπραττεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν ἤθελε γείνει. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὐξήσεως κατὰ 12% συλλήβδην ὅλων τῶν φόρων περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτὸ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσῃ ἕκαστον φόρον ἰδιαιτέρως. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς κανονιστικόν. Ἡ πρότασις, ὅπως τὴν διετύπωσαν οἱ προλαλήσαντες, δὲν εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς δεῖνα ἢ δεῖνα φόρους, τοῦτο θέλει τὸ πράξει ἡ Βουλὴ, ὅταν προταθῇ καὶ συζητηθῇ ἑκάστη αὔξησις· ἡ πρότασις εἶναι, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον δὲν εἶναι συντεταγμένον κατὰ τὰς διατάξεις τῶν Νόμων· ἡ τοιαύτη δὲ σύνταξις αὐτοῦ περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ πάσης ἐρεύνης τοῦ Νομοσχεδίου, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις προβάλῃ δι’ ἰδίου Νομοσχεδίου τὴν αὔξησιν ἑκάστου φόρου, τῶν ὁποίων τὴν αὔξησιν συλλήβδην ἐπιζητεῖ διὰ τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου. Πρὸς τοῦτο, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ψηφοφορίας, ἐλπίζω, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ ἰδία πρότασις ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων, οἵτινες προέβαλον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἀπαραδέκτου.
§137Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διετύπωσα τὴν πρότασιν σύμφωνα μὲ τὰς γενομένας ἀγορεύσεις, ἔχει δ’ ὡς ἑξῆς· «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν περαιτέρω ἔρευναν τοῦ Νομοσχεδίου, ὡς μὴ συντεταγμένου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἃς οἱ φόροι πρέπει νὰ ψηφίζωνται κεχωρισμένοι ἀπ’ ἀλλήλων καὶ οὐχὶ συλλήβδην». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πρότασις ἀπαραδέκτου.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὴν ὑποβάλω εἰς ψηφοφορίαν.
§140ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§141ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν.
§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη θεωρεῖται ὡς δικαιολογία τοῦ ἀπαραδέκτου, ὥστε τὸ ἀπαράδεκτον πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§143Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι πόρισμα, τὸ δὲ πόρισμα αὐτῆς πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§144ΤΙΝΕΣ. Ἡ πρότασις θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§146ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ (ἀναγινώσκεται).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§148ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον (ἀπέρχονται).
§149ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν, κύριε Πρόεδρε.
§150ΤΙΝΕΣ. Νὰ παρασταθῆτε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ἱερομνήμων. (Γίνεται ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Ἱερομνήμονος).
§152ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Εἶναι, κύριοι, 123.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, διότι ὑπάρχουσι παρόντες 123. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι).
§154ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἀρχὴ παρεδέχθη.
§155ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν ἐψηφίσθη ἡ ἀρχή, ἐψηφίσθη τὸ ζήτημα περὶ ἀπαραδέκτου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον πρῶτον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν....
§157ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν, διότι ἔφυγεν ὁ Ἱερομνήμων.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.).